Άποψη του Ναυπλίου, Αγνώστου, ελαιογραφία.
Άποψη του Ναυπλίου, Αγνώστου, ελαιογραφία, πρώτο μισό του 19ου αιώνα.
Posted in Γκραβούρες, tagged alphaline, Άποψη του Ναυπλίου, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αγνώστου, Γκραβούρες, Εικαστικά, Λιθογραφία, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, ελαιογραφία. on 28 Αυγούστου, 2009| Leave a Comment »
Άποψη του Ναυπλίου, Αγνώστου, ελαιογραφία.
Άποψη του Ναυπλίου, Αγνώστου, ελαιογραφία, πρώτο μισό του 19ου αιώνα.
Posted in Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα, tagged 1821, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Επίσκοποι, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Θρησκεία, Μητρὀπολη Αργολίδας, Μητροπολίτης Αργολίδος, Ορθοδοξία, Πελοπόννησος on 28 Αυγούστου, 2009| Leave a Comment »
Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄
Σπουδαία Αρχιερατική προσωπικότητα. Το όνομα της οικογένειάς του ήταν Παπασαράντου. Τόπος καταγωγής του ήταν το Ροϊνό Αρκαδίας. Υπηρέτησε και διακρίθηκε ως πνευματικός στον Ιερό Ναό Ρόμβης της Αθήνας, όπου πλήθος πιστών προσερχόταν προκειμένου να εξομολογηθεί.
Εκλέχτηκε το 1939 στον θρόνο της Ι.Μ. Αργολίδος σε ηλικία 63 ετών. Φρόντισε και περιέθαλψε με περισσή πατρική αγάπη το λαό της Μητρόπολής του, κατά τους δύσκολους και χαλεπούς καιρούς της Γερμανοϊταλικής Κατοχής.
Εκοιμήθη το 1942, μετά από ανίατη ασθένεια. Ετάφη στον περίβολο της Ιεράς Μονής Αγίου Θεοδοσίου, την οποία είχε ανακαινίσει ριζικά και την είχε αναγνωρίσει ως Γυναικεία Μονή.
Πηγή
Posted in Εκκλησιαστική Ιστορία αφορώσα στην Αργολίδα, tagged alphaline, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Επίσκοποι, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Μητρὀπολη Αργολίδας, Μητροπολίτες, Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος, Ορθοδοξία, Πελοπόννησος on 27 Αυγούστου, 2009| Leave a Comment »
Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος (1898-1956)
Ο Αγαθόνικος Παπασταματίου ο από Σταυρουπόλεως, υιός του ιερέα Κωνσταντίνου Παπασταματίου, γεννήθηκε στην Αράχωβα Αιγίου το 1898. Το 1922 έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, το 1923 χειροτονήθηκε Διάκονος και το 1926 Πρεσβύτερος. Υπηρέτησε ως Καθηγητής Γυμνασίου στο Αίγιο και ως Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.
Μετέβη στο Τορόντο του Καναδά για μεταπτυχιακές σπουδές και για μια δεκαετία υπηρέτησε ως εφημέριος και Καθηγητής σε διάφορες Ελληνικές Κοινότητες. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, έγινε Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Κορίνθου και το 1941 εξελέγη βοηθός επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού.
Το 1942 εκλέγεται Μητροπολίτης Αργολίδος. Ως Ποιμενάρχης διακρίθηκε για την αφοσίωσή του μέχρι αυταπάρνησης στο ποίμνιό του και μάλιστα σε καιρούς σκληρούς όπως ήταν η Κατοχή.
Το 1945 μετατέθηκε στην Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και το 1956 εκοιμήθη, πάσχοντας από κάποια παραλυτική ασθένεια.
Πηγή
Posted in Πρόσωπα & γεγονότα του΄21, Φιλἐλληνες, tagged 1821, alphaline, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιογραφίες, Ιστορία, Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος, Μουσικός, Μουσικοί, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Φιλέλληνες on 25 Αυγούστου, 2009| Leave a Comment »
Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος (Βυρτεμβέργη Βαυαρίας 1800 – Αθήνα 1887)
Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος μεταβαπτισμένος σε Μιχαήλ (Maggel Vinzenz Ernest ή Michael). Αρχιμουσικός σε ελληνικές Στρατιωτικές Ορχήστρες Πνευστών, για τον οποίο έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς αρκετές ασαφείς και αντιφατικές πληροφορίες (κατ’ άλλους ήταν Βιεννέζος, κατ’ άλλους ονομαζόταν Johannes: Ιωάννης…, κατ’ άλλους έκανε 10 παιδιά, κατ’ άλλους 22…, κατ’ άλλους πέθανε το 1840 στη Ρουμανία, κατά δε τον Μοτσενίγο* πέθανε πάλι το 1840, αλλά στην Ελλάδα, ενώ κατά τον Θ. Ν. Συναδινό,** το 1843 ο Maggel ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής ώς τη διάλυσή της το 1855.
Από την άλλη πλευρά διαθέτουμε στο Αρχείο μας την εφημερίδα «Παλιγγενεσία» της 30ης Ιανουαρίου 1887, που αναγγέλλει τον μόλις επισυμβάντα θάνατό του στην Αθήνα. Επίσης άλλοι τον γράφουν Mangel και άλλοι Maggel. Άλλοι πάλι γράφουν ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ είναι γιος του Ερνστ Μάγγελ, ο δε Αντ. Π. Φίλιππας γράφει ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ ήταν προ του 1890 αρχιμουσικός στη «Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδος». Αυτή η αντιφατικότητα των στοιχείων άνετα θα δικαιολογούσε είτε την ύπαρξη ενός δεύτερου Maggel – τον οποίο όμως κανένας ειδικός ιστορικός δεν έχει μέχρι στιγμής αναφέρει – είτε την ύπαρξη κάποιου συνονόματου γιου του Μάγγελ, που να σταδιοδρόμησε νεότατος και παράλληλα με τον πατέρα του…).
Εν πάση περιπτώσει, ο ηρωικός Μάγγελ ήρθε στην Ελλάδα προ του Φαβιέρου (1822) διαπνεόμενος από έντονο φιλελληνισμό και πήρε μέρος στην πολιορκία της Ακρόπολης (ως αγγελιοφόρος), στη μάχη των Δερβενακίων, στην πολιορκία του Ναυπλίου (1822), στις πολεμικές επιχειρήσεις της Καρύστου, της Χίου, όπως και στη μάχη του Χαϊδαρίου επικεφαλής της Ορχήστρας Πνευστών που ενίσχυε τα στρατεύματα του Φαβιέρου (1825) και σε πολλές άλλες μάχες, καταλήγοντας τραυματίας.
Ήταν ήδη λοχαγός κι όπως ίσως έγινε αντιληπτό, ο πρώτος αρχιμουσικός της Στρατιωτικής Μουσικής, που συγκροτήθηκε το 1825 και απετέλεσε μέρος του υπό τον Φαβιέρο τακτικού Στρατού (από αναφορά της Εποχής – 2678/22.9.1825 – γνωρίζουμε τη σύνθεση αυτής της μπάντας: 3 κλαρίνα, 1 φαγκότο, 1 τρομπέτα, 2 κόρνα, 1 τρομπόνι, 1 καπελκόνε και 5 εκτελεστές κρουστών).
Ο Μάγγελ τότε ασπάστηκε την Ορθοδοξία και βαφτίστηκε Μιχαήλ. Τιμήθηκε με τον τίτλο του βαρόνου και με 3 Μετάλλια εξαίρετων πράξεων (Αγώνος, Ανδρείας και Σωτήρος). Επί Καποδίστρια διορίστηκε αρχιμουσικός της πρώτης οργανωμένης Στρατιωτικής Μπάντας του Νέου Ελλ. Κράτους, που ονομάστηκε «Μουσικός Θίασος«.
Αργότερα, «η υπὸ τον Μάγκελ Στρατιωτικὴ Μουσικὴ επαιάνιζε δὶς της εβδομάδος και εἰς την – κατὰ την 8ην Απριλίου 1834 ιδρυθείσαν – δημοτικὴν λέσχην (εν Ναυπλίῳ), εν τη κατὰ την μεγάλην οδὸν οικία του Σπυρ. Σπηλιωτοπούλου». (Μ. Λαμπρινίδου, «Ναυπλία», σελίς 591).
Στο μεταξύ, για να μπορέσει να ανταποκριθεί καλύτερα στα καθήκοντά του, κάλεσε από τη Βαυαρία 2 βοηθούς, τον Φραντς Ζάιλερ*** και τον Κρίστιαν Βέλκερ****. Όμως κατά τη διαμονή του στο Ναύπλιο, έγινε επί Όθωνος (1834) ήρωας σοβαρότατου σκανδάλου (όπως αναφέρει στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής» ο Θ. Ν. Συναδινός). Προσείλκυσε δηλαδή τον έρωτα νεαρής Ιταλίδας, συζύγου Ιταλού διπλωμάτη, ο οποίος όταν το πληροφορήθηκε – έστω τελευταίος – φρόντισε να μετατεθεί ο Μάγγελ και οι μουσικοί του στο Άργος. Τότε εκείνος απήγαγε την εκλεκτή της καρδιάς του και ο Στρατός αμέσως τον απέταξε για ανάρμοστη διαγωγή, αναθέτοντας τη διεύθυνση της Μουσικής στον Αυστριακό Πράντσελ (Pranzel).
Ο Μάγγελ και η «καλή» του κατέφυγαν στη Ρουμανία, όπου περιέπεσαν σε έσχατη ένδεια και έτσι εκείνος αναγκάστηκε να γίνει υποβολέας θεάτρων. Γύρω στο 1843 φαίνεται ότι επέστρεψε στην Ελλάδα και εκμεταλλευόμενος τις τότε πολιτικές συνθήκες, κατάφερε να πάρει τον τίτλο του επίτιμου υπολοχαγού και να διοριστεί διευθυντής της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής (που λειτούργησε από τον Νοέμβριο του 1843 ως τον Νοέμβριο του 1855).
Συνδέθηκε στενά με αυλικούς κύκλους καθώς και με πολυάριθμες εκπροσώπους του ωραίου φύλου (στις οποίες, όπως συνάγεται, λόγω ικανοποιητικής εμφάνισης ήταν ιδιαίτερα συμπαθής). Στις ελεύθερες ώρες του, έβγαινε περίπατο συνοδευόμενος από 2 δασύτριχα άσπρα σκυλιά.
Τέλος έγινε επιθεωρητής των Στρατιωτικών Ορχηστρών και αποστρατεύθηκε με τιμές το 1870. Απέκτησε μάλλον, όπως προαναφέρθηκε, 22 παιδιά (!). Από τους γιους του, όπως έδειξε η έρευνά μας σε δυσπρόσιτα στοιχεία, 2 κατατάχτηκαν ως αξιωματικοί στον Ελληνικό Στρατό, ένας ακολούθησε το Δικαστικό στάδιο (διορίστηκε ειρηνοδίκης στον Βόλο), 3 σταδρόμησαν στο Παρίσι (2 ως γιατροί και ένας ως δερματέμπορος), άλλοι 2 εγκαταστάθηκαν στη Ρωσία (σταδιοδρομώντας ως έμποροι) και άλλοι διασκορπίστηκαν στη Γερμανία ή σε άλλα κράτη και ορισμένοι έγιναν στρατιωτικοί μουσικοί, συνεχίζοντας μια μεγάλη μουσική οικογενειακή παράδοση που φτάνει ως τις μέρες μας.
Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Ν. Μάγγελ, τον Ι. Μάγγελ (η «Εφημερίς» της 18.10.1873 γράφει ότι συνέπραξε σε νυχτερινή συναυλία της «Ευτέρπης«), τον Ευγένιο Μάγγελ (απόστρατο υπολοχαγό της Μουσικής, που τον Ιανουάριο του 1889 ήταν ο αρχιμουσικός στη Φιλαρμονική «Ορφέας» Ζακύνθου. Εκεί έμεινε ως τον Απρίλιο του 1890, όταν τον διαδέχτηκε ο Οδυσ. Ματιότσι. Το 1892 διαδέχτηκε τον Ματιότσι, παραμένοντας ως τους σεισμούς του Ιανουαρίου 1893 που αποτελείωσαν τον ήδη διαλυμένο «Ορφέα»), τον Γεώργιο Μάγγελ (αρχιμουσικό στο Ναύπλιο σε αρκετά μεταγενέστερη εποχή) τον σύγχρονο επισκευαστή πνευστών οργάνων Ανδρέα Μάγγελ καθώς και το γνωστό αθηναϊκό κατάστημα μουσικών ειδών του Μ. Μάγγελ (Χαριλάου Τρικούπη 54) (βλ. και «Απογραφή του 1825«).
Υποσημειώσεις
* Μοτσενίγος Διονύσιος. Σύγχρονος κορνίστας. Άρχισε μουσικές σπουδές σε μικρή ηλικία στη Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας (με δάσκαλο τον Ι. Π. Αργαλιά). Συνέχισε στο Ορφείο Ωδείο Αθηνών (με τον διακεκριμένο Βαγγ. Σκούρα) και απεφοίτησε το 1993. Έχει δώσει συναυλίες με σύνολα μουσικής δωματίου, με την Ορχήστρα. των Χρωμάτων και με άλλες Ορχήστες. Από το 1989 παρακολουθεί Σεμινάρια με τον F. Orval. Είναι μέλος στην Ορχήστρα της ΕΛΣ, ιδρυτικό μέλος της Ορχήστρας «Εναρμόνια» και του «Ensemble Alternativo».
** Συναδινός Θεόδωρος Ν. (Τρίπολις 1880 – Αθήνα 1959). Λόγιος και θεατρικός συγγραφέας. Το 1897 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Το 1904 ακολούθησε τη δημοσιογραφία ως συντάκτης στην «Ακρόπολη», όπου και παρέμεινε και εξελίχθηκε σε αρχισυντάκτη, έως το 1914 οπότε ανέλαβε την διεύθυνση της «Νέας Ελλάδος». Είχε επίσης την καλλιτεχνική διεύθυνση των μουσικών περιοδικών: «Μουσική Επιθεώρησις» (από τον Απρίλιο του 1922, λόγω στράτευσης του ιδρυτή και διευθυντή της Νικ. Γ. Παππά τον Οκτώβριο του 1921, όταν είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της τεύχος. Το τελευταίο τεύχος αυτού του πολύ ενδιαφέροντος εντύπου που παρακολουθούσε τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις των Ελλήνων καλλιτεχνών της ευρωπαϊκής μουσικής, κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1922) και (μαζί με τον λογοτέχνη, δημοσιογράφο και αυτοδίδακτο ζωγράφο Γεράσιμο Βώκο, Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927, ο οποίος, εκτός του «Απόλλωνος», εξέδωσε και τα καλλιτεχνικά έντυπα: «Το Περιοδικό μας», Πειραιάς 1900 και «Καλλιτέχνης», Αθήναι 1910-1912. Ο «Απόλλων» κυκλοφόρησε από τον Ιούνιο του 1904 ως τον Ιούλιο – Αύγουστο του 1907). Το 1919 ο Συναδινός εξέδωσε την «Πρόοδο». Το δε 1920, με τον θάνατο του πεθερού του Βλάση Γαβριηλίδη, ανέλαβε διευθυντής στην «Ακρόπολη» (που διέκοψε και αυτή την έκδοσή της το 1922).
Έγραψε πολλά θεατρικά έργα και βιβλία, από τα οποία αναφέρουμε μόνο τα σχετικά με τη μουσική: «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής: 1824-1919″ (1919) – πρόκειται για βιβλίο εξαιρετικά αξιοσημείωτο και για ορισμένους αξεπέραστο, «Το ελληνικό τραγούδι» (1922), «Είμαστε μουσικώς μορφωμένοι;» (1932), κ.λπ. Έδωσε επίσης σειρά διαλέξεων στο Ωδείο Αθηνών, για όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού (η 1η από αυτές, στις 22.1.1922) ενώ προηγουμένως είχε αρθρογραφήσει στον «Νουμά» για το Ωδείο Αθηνών (23.1.1909 και 22.11.1909) υποστηρίζοντας τόσο τη μουσική πολιτική του Γ. Νάζου όσο και τους εθνοκεντρικούς μουσικούς οραματισμούς του Μ. Καλομοίρη. Το 1933 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (θέση που διατήρησε επί μακρά σειρά ετών). Διετέλεσε επίσης 2 φορές πρόεδρος της ΕΛΣ. Ήταν επί 14ετία καθηγητής και διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Τέλος, το λυρικό δράμα «Το Απόγευμα της Αγάπης» του Μ. Βάρβογλη βασίζεται σε θεατρικό έργο του.
*** Ζάιλερ Φραντς (Seiler Franz). Βαυαρός μουσικός μπάντας, που σταδιοδρόμησε κατά τον 19ο αι. στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στη Γαλλία (1.1.1804). Υπηρέτησε στη Βαυαρία για 4 χρόνια ως αρχισαλπιγκτής Ιππικού (14.1.1833-1.3.1837). Κλήθηκε από τον Μάγγελ ως βοηθός του και ήρθε στην Ελλάδα με τον Όθωνα. Κατατάχτηκε στον Ελληνικό Στρατό ως εθελοντής μουσικός στις 6.3.1837 και τον ίδιο χρόνο είχε γίνει αρχιμουσικός, με καθήκοντα εκπαιδευτή των σαλπιγκτών του Στρατού. Αποστρατεύθηκε στις 23.7.1865 με το βαθμό του επικεφαλής αρχιμουσικού. Πέθανε στην Ελλάδα το 1871. Πατέρας του Αντρέα Ζάιλερ.
**** Βέλκερ Κρίστιαν (Welcker Christian). Βαυαρός στρατιωτικός μουσικός του 19ου αι. και διευθυντής της Μπάντας της Φρουράς Αθηνών. Γεννήθηκε στο Ισβαϊερμπρόκεν (Βαυαρία). Το 1843 κατατάχτηκε στη Μουσική του Ελληνικού Στρατού καλεσμένος από τον Μάγγελ (διετέλεσε βοηθός του). Επί 4 χρόνια προϋπηρέτησε στο Τάγμα της Γραμμής, ενώ την 1.9.1853 προάχθηκε σε αρχιμουσικό χορωδίας, την 1.12.1862 σε αρχιμουσικό Ανθυπασπιστή και στις 23.2.1877 σε ανθυπολοχαγό επιθεωρητή. Την 1.8.1878 του απενεμήθη ο Αργυρούς Σταυρός του Σωτήρος. Στις 29.3.1882 τιμήθηκε με το βαθμό του υπολοχαγού και στις 21.1.1886, με το βαθμό του λοχαγού 2ας τάξεως. Στις 2.3.1886 τιμήθηκε με το παράσημο του Ερυθρού Αετού 4ης τάξεως του αυτοκράτορα της Πρωσίας και στις 10.7.1887, με το παράσημο των Ιπποτών 1ης τάξεως. Αποστρατεύθηκε με αίτησή του (και με βαθμό ταγματάρχη) στις 20.1.1895. Πέθανε στις 21.3.1908. Αξίζει να σημειωθεί ότι όσο ήταν επικεφαλής της Μπάντας, την οδηγούσε κάθε πρωί κάτω από τα ανάκτορα (όταν το βασιλικό ζεύγος δεν απουσίαζε) διευθύνοντας πάντοτε αυτοπροσώπως χαρμόσυνους παιανισμούς.
Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Musipedia, (Ελληνική Μουσιπαίδεια).
Πηγή
Posted in Γκραβούρες, tagged 1833, alphaline, Όθωνας, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Εικαστικά, Ιστορία, Λιθογραφία, Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, Πελοπόννησος on 23 Αυγούστου, 2009| Leave a Comment »
Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833
Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία, 1833.
Posted in Γκραβούρες, tagged alphaline, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Εικαστικά, Ναύπλιο, Ξένοι Περιηγητές, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Υδατογραφίες on 21 Αυγούστου, 2009| Leave a Comment »
Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα
Μερική άποψη του Ναυπλίου και το Παλαμήδι, αγνώστου, υδατογραφία.
Posted in Γκραβούρες, tagged alphaline, Άργος, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Λιθογραφία, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Χαρακτικό, Th. Du Moncel on 18 Αυγούστου, 2009| Leave a Comment »
Th. du Moncel. Ρωμαϊκά λουτρά, Αρχαίο θέατρο, κάστρο της Λάρισας , Άργος, 1843.
Άργος, Ρωμαϊκά λουτρά, Αρχαίο θέατρο, κάστρο της Λάρισας, λιθογραφία, σχεδίασε εκ του φυσικού και χάραξε ο Γάλλος σχεδιαστής, αρχαιολόγος και ηλεκτρολόγος Th. du Moncel το 1843.
Posted in Γκραβούρες, tagged 1834., alphaline, «Ερείπιον πυραμίδος παρά το Άργος», Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γκραβούρες, Λιθογραφία, Ξένοι Περιηγητές, Πυραμίδα Ελληνικού, Πυραμίδες, Πελοπόννησος, Χαρακτικό, Otto Magnus von Stackelberg on 18 Αυγούστου, 2009| Leave a Comment »
Otto Magnus von Stackelberg, «Ερείπιον πυραμίδος παρά το Άργος», 1834.
Ερείπιον πυραμίδος παρά το Άργος – Η πυραμίδα του Ελληνικού, όπως είναι ευρύτερα γνωστή, έργο του Otto Magnus von Stackelberg – (Όττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ), από το βιβλίο του, «La Grèce.Vues pittoresques et topographiques, dessinées par O.M. Baron de Stackelberg. Paris, chez I.F. d‘Ostervald, Editeur 1834».
Ο κόμης ‘Οττο Μάγκνους Φον Στάκελμπεργκ (Ταλίν, 25 Ιουλίου 1786 – Αγία Πετρούπολη, 27 Μαρτίου 1837) υπήρξε ένας από τους πρώτους αρχαιολόγους καθώς επίσης και συγγραφέας, ζωγράφος και ιστορικός της τέχνης. Περιηγήθηκε την Ελλάδα και την Ιταλία και αποτύπωσε την αντίληψη της εποχής για τα μνημεία και τις σύγχρονες ανθρώπινες μορφές, για τις οποίες αποσκοπούσε να παραδώσει την πιο παραστατική εικόνα της πραγματικότητας: την ιστορική στιγμή που θα χαθεί. Εμπεριστατωμένα σχόλια συνόδευαν τις χαλκογραφίες του. Δημοσίευσε εντυπωσιακά έργα, κυρίως με τοπία και ανθρώπινους τύπους. Τα σχέδιά του, που είχαν μεγάλη απήχηση, αντιγράφηκαν και επανεκδόθηκαν επανειλημμένως προκειμένου να κοσμήσουν άλλα περιηγητικά έργα.