Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μυθολογία’

Τισαμενός – Μ’ Βασιλεύς του Άργους


 

Ο Τισαμενός ήταν γιος του Ορέστη και της Ερμιόνης, θυγατέρας του Μενέλαου και της Ελένης. Βασίλευσε στο θρόνο του Άργους, των Μυκηνών και της Σπάρτης, μετά την αναχώρηση του πατέρα του στην Αρκαδία. Κατά τον Παυσανία βασίλευσε μετά το θάνατο του Ορέστη.

 

 «Ορέστου δε αποθανόντος εσχε Τισαμενός την αρχήν Ερμιόνης της Με­νελάου και Ορέστου παις» (Παυσ. Β’, Χ VIII,7).

Η επικράτειά του απλώνονταν από το Άργος μέχρι τη Σπάρτη. Όταν έγινε η κάθοδος των Ηρακλειδών, αρχικά τους απέκρουσε και σκότωσε τον Ηρακλείδη Αριστόμαχο, αργότερα όμως ηττήθηκε από τους γιους του Αριστόμαχου, Τήμενο, Κρεσφόντη και Αριστόδημο και έπεσε στην μάχη [1]. Μετά το θάνατο του Τισαμενού έπαψε οριστικά η δυναστεία των Ατρειδών μετά από τόσο ένδοξο και πολυτάραχο βίο. Γιοι του Τισαμενού ήταν ο Πανθέλιος, ο Άγωρις και ο Δαμάσιος.

 

Υποσημείωση


 [1] Απολλόδωρος II,8,2.

 

Πηγή


 

  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

 

Read Full Post »

Ηλέκτρα


 

 

Ηλέκτρα: βασιλοπούλα των Μυκηνών, κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, Ο πρώτος που την αναφέρει είναι ο Αισχύλος στις Χοηφόρους του. Βοήθησε τον αδερφό της Ορέστη να σκο­τώσει τη μητέρα τους και τον ερα­στή της Αίγισθο για τη δολοφονία του πατέρα τους.

 

Ορέστης και Ηλέκτρα. Αρχαιολογικό μουσείο Νάπολης.

Ορέστης και Ηλέκτρα. Αρχαιολογικό μουσείο Νάπολης.

 

Η Ηλέκτρα πα­ντρεύτηκε τον εξάδελφο της Πυλάδη, ο οποίος ήταν και αδελφικός φίλος του Ορέστη και του παραστεκόταν, επειδή τον κέντριζαν οι ερινύες ως μητροκτόνο, και μαζί πήγαν στην Ταυρίδα, σύμφωνα με εντολή του μαντείου (πρβλ. «Ιφιγέ­νεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη). Από το γάμο Ηλέκτρας – Πυλάδη γεννή­θηκαν δυο αγόρια, ο Στρόφιος και ο Μέδων.

 

Παράσταση από λευκανική ερυθρόμορφη πελίκη του 4ου αιώνα π.Χ.  όπου απεικονίζονται  Ο Ορέστης, ο Ερμής και η Ηλέκτρα καθισμένη στο μνήμα του Αγαμέμνονα. Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι.

Παράσταση από λευκανική ερυθρόμορφη πελίκη του 4ου αιώνα π.Χ. όπου απεικονίζονται
Ο Ορέστης, ο Ερμής και η Ηλέκτρα καθισμένη στο μνήμα του Αγαμέμνονα. Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι.

 

Η Ηλέκτρα έγινε πολύ γνωστή από τους αρχαίους δραματουργούς και αγαπήθηκε πολύ. Μετά τον Αισχύλο, έγινε ηρωίδα τραγωδιών του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, του Ρωμαίου Ατιλίου και πολλών νεότερων ποιητών. Ο Όμηρος δεν τη μνημονεύει και φαίνεται πως αντικατέστησε κάποια Λαοδίκη των ομηρικών επών. Πολλά ανάγλυφα, εικόνες σε αγγεία και αγάλ­ματα παριστάνουν σκηνές από τη ζωή της Ηλέκτρας. Ονομαστό είναι το σύμπλεγμα του Μουσείου της Νάπολης.

 

Η Ηλέκτρα στο μνήμα του Αγαμέμνονα, Sir William Blake Richmond (British, 1842-1921).

Η Ηλέκτρα στο μνήμα του Αγαμέμνονα, Sir William Blake Richmond (British, 1842-1921).

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Γιάννης Λάμψας, «Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, Ελλάδα-Ρώμη», Εκδόσεις Δομή, Τόμος ‘Δ, Αθήνα, χ.χ.

 

Read Full Post »

Το Άργος στον Όμηρο και στους αρχαίους τραγικούς


 

 

Το Άργος είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις της Ελλάδας και αποτελεί ένα απέραντο διαχρονικό «μουσείο» με πολυάριθμα και μοναδικά ευρήματα, που τοποθετούνται σε κάθε ιστορική περίοδο. Στηριγμένοι στην ανεξάντλητη και συναρπαστική αργολική μυθολογία και ιστορία ο Όμηρος, οι τραγικοί ποιητές μας, Αισχύλος, Σοφοκλής και Ευριπίδης, ο Ησίοδος, ο Πίνδαρος και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς δημιούργησαν αθάνατα και ανυπέρβλητα λογοτεχνικά έργα. Λίγες ελληνικές πόλεις αξιώθηκαν με τόσους επαίνους από τα αρχαία χρόνια, ακόμη και από τους θεούς.

Ο μεγάλος λυρικός ποιητής Πίνδαρος σε μια ωδή του επικαλείται τις χάριτες να υμνήσουν την πόλη του Δαναού και των θυγατέρων του, τη θεϊκή κατοικία της Ήρας, γιατί κοσμείται από αμέτρητη δόξα και θαυμαστά έργα:

 «Υμνήστε, Χάριτες, του Δαναού την πόλη και τις πενήντα λαμπρόθρονες τις κόρες του. Υμνήστε το Άργος, όπου η Ήρα έχει το λαμπρό της δώμα, αντάξιο της θείας καταγωγής της. Από δόξα άφθαρτη το Άργος απαστράπτει χάρη στα επιτεύγματα των τολμηρότατων τέκνων του».[1]

Το Άργος κατέχει κορυφαία θέση ανάμεσα στις πόλεις, που κατά την αρχαιότητα πρωταγωνίστησαν στην πορεία του ελληνικού έθνους. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι στην εποχή του το Άργος υπερείχε όλων των πόλεων σε ολόκληρο το χώρο, που σήμερα ονομάζεται Ελλάδα [2]. Κατά τον Παυσανία «οι Αργείοι είναι εκείνοι από τους Έλληνες, που αμφισβητούν πιο πολύ απ’ όλους στους Αθηναίους την αρχαιότητα και τα δώρα που λένε ότι έχουν από τους θεούς» [3].

Όσοι ασχολούνται με τη μελέτη της ιστορίας και της μυθολογίας γνωρίζουν ότι το Άργος υπήρξε γενέτειρα πόλη και τόπος καταγωγής επιφανών ανδρών και ηρώων του παρελθόντος. Από το Άργος κατάγονται δύο από τους μεγαλύτερους ήρωες της μυθολογίας μας. Ο Ηρακλής, πασίγνωστος στην υφήλιο για τους περίφημους άθλους του, και ο Περσέας, βασιλιάς του Άργους, ο οποίος, αφού σκότωσε τη Μέδουσα και παντρεύτηκε την Ανδρομέδα, ο πατέρας της οποίας ήταν απόγονος της Ιούς του Άργους, αντάλλαξε το βασίλειο του Άργους με τον Προίτο και βασίλευσε στην Τίρυνθα και τις Μυκήνες.

 

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι)

Περσέας (Μπενβενούτο Τσελίνι)

 

Κόρη του μυθικού Βασιλιά του Άργους Ίναχου ήταν η Ιώ, που τράβηξε κάποτε την ερωτική προσοχή του Δία και εξόργισε την Ήρα που, για να την τιμωρήσει, την ανάγκασε να περιπλανιέται καταδιωκόμενη μέχρι τη Σκυθία και τον Καύκασο για να καταλήξει στην Αίγυπτο, όπου γέννησε τον Έπαφο. Δισέγγονος της Ιούς ήταν ο Δαναός , που με συμβουλή της Αθηνάς κατασκεύασε ένα πλοίο με πενήντα κουπιά, πήρε τις κόρες του, τις γνωστές Δαναΐδες, και ήρθε στα πάτρια εδάφη στο Άργος, την πατρίδα της προ-γιαγιάς του Ιούς.

Ο εγγονός του Άδραστου, Διομήδης, γιος του Τυδέως και της Διείπυλης, βασιλιάς του Άργους, οδήγησε 80 πλοία εναντίον της Τροίας, συνοδευόμενος από τους πιστούς του φίλους, τον Σθένελο και τον Ευρύαλο. Τα ηρωικά του κατορθώματα στην Τροία ήταν πολλά και δίπλα στον Αχιλλέα ο Διομήδης υπήρξε ο πιο γενναίος ήρωας του Ελληνικού στρατεύματος.

 

Ο Διομήδης πληγώνει την θεά Αφροδίτη.

Ο Διομήδης πληγώνει την θεά Αφροδίτη.

 

Πολλά ήταν και τα πρόσωπα που διακρίθηκαν κατά την ιστορική εποχή στο Άργος. Ο ηγεμόνας του Άργους Φείδων, απόγονος του βασιλιά του Άργους Τήμενου, είναι ο πρώτος Έλληνας που το 755 π.Χ έκοψε αργυρά και χάλκινα νομίσματα και ίδρυσε το πρώτο νομισματοκοπείο της Ελλάδας και της Ευρώπης στην Αίγινα, που ήταν τότε αποικία του Άργους [4]

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Η Τελέσιλλα ήταν λυρική ποιήτρια από το Άργος, που έζησε τον 5ο – 6ο αιώνα π.Χ. και έμεινε ονομαστή από τα μελικά της ποιήματα, αλλά και το ηρωικό θάρρος της, αφού, όταν ο βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης εκστράτευσε εναντίον του, κατάφερε να συγκεντρώσει και να εξοπλίσει τις γυναίκες της πόλης σε μια εποχή που η θέση της γυναίκας ήταν υποτιμημένη και εντελώς ασύμβατη με τον πόλεμο και έσωσε το Άργος, αφού οι Σπαρτιάτες δεν τόλμησαν να τα βάλλουν με γυναίκες, γιατί, αν τις νικούσαν, θα τους κατηγορούσαν ότι νίκησαν γυναίκες και, αν έχαναν, θα έλεγαν ότι νικήθηκαν από γυναίκες, όπως καταγράφει ο Παυσανίας[5].

Στο Αργείον εργαστήριον διέπρεψε ο σημαντικός γλύπτης και χαλκοπλάστης Αγελάδας (520-480 π.Χ.), κοντά στον οποίο μαθήτευσαν ο Μύρων και ο επίσης αργείος γλύπτης Πολύκλειτος, που μαζί με το Φειδία ήταν οι σημαντικότεροι της κλασικής εποχής, καθιέρωσε τον κανόνα των αναλογιών και των συμμετριών του ανθρώπινου σώματος και κατασκεύασε χρυσελεφάντινα αγάλματα, όπως εκείνο της Ήρας για το Ηραίο του Άργους.

Το Άργος από τα πανάρχαια χρόνια συνοδεύεται από πλήθος επιθέτων, όπως Ιναχία γη, Φορωνικόν, κλυτόν, κοίλον, πολυδίψιον, Ίασον, Ίππιον, Ιππόβοτον, Πελοποννήσιον, παλαιόν, πολύπυρον (πυρός και σπυρός = σίτος), πλούσιο δηλαδή σε σιτάρι, αφού στο Άργος πρωτοκαλλιεργήθηκε ο σίτος, ούθαρ αρούρης, φιλτάτη πόλις της Ήρας.

Ξεχωριστή θέση όμως κατέχει το Άργος στον Όμηρο και στους αρχαίους τραγικούς ποιητές. Ο Όμηρος αποδίδει το όνομα Άργος στην πόλη του Ίναχου στην Αργολίδα, έδρα του Διομήδη (Β 559), στην αργολική πεδιάδα (Β 287), σε ολόκληρη την Πελοπόννησο (Α 30), στην κεντρική θεσσαλική πεδιάδα, επικράτεια του Αχιλλέα (Β 681) και γενικά σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο (Ζ 456).

Το όνομα του Άργους στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια του Ομήρου έχει υποκαταστήσει ολόκληρη την Ελλάδα και τα ονόματα Αργείος και Δαναός είναι συνώνυμα με το εθνικό όνομα Έλληνας, γεγονός που υποδεικνύει ότι στους χρόνους αυτούς το Άργος ήταν η καρδιά του ελλαδικού κόσμου. Το σύνολο εκείνων που εκστράτευσαν στην Τροία ο Όμηρος το αποκαλεί Αχαιούς και Δαναούς και Αργείους, εφόσον το Άργος υπό τον Αγαμέμνονα είχε την γενική αρχηγία της τρωικής εκστρατείας. Ακόμα και η σπαρτιάτισσα ωραία Ελένη αποκαλείται Αργεία. Ίσως διότι όλοι οι βασιλικοί οίκοι της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων και των οίκων των Μακεδόνων, προέρχονταν από το Άργος.

Στον περίφημο «Κατάλογο νεών» στη Β ραψωδία της Ιλιάδας, όπου ο Όμηρος απαριθμεί τα πλοία με τους στρατιώτες, που εκστράτευσαν εναντίον της Τροίας, σημαντική θέση κατέχει το Άργος, το οποίο με στρατό και από τις γειτονικές πόλεις και με αρχηγό το βασιλιά του Διομήδη συμμετείχε και διακρίθηκε στον Τρωικό Πόλεμο:

 

«Της πυργόστηθης Τίρυνθας και τ’ Άργους τους λεβέντες

κι όσους μες στη βαθύκολπη Ασίνη κι Ερμιόνη

και στην Τροιζήνα κάθονταν, και όσοι στην Ηιόνα

και στην αμπελοφύτευτη Επίδαυρο μα κι όσους

στην Αίγινα και Μάσητα των Αχαιών λεβέντες

τρεις τους οδήγουν, ο γέρος Διομήδης και το τέκνο

του Καπανέα του τρανού, ο Σθένελος, και τρίτος

του Μηκιστέα το παιδί, ο Ευρύαλος, το εγγόνι

του Ταλαού, κι όλων αυτών ο Διομήδης πρώτος

κι είχαν μαζί τους μελανά ογδόντα πλοία φέρει»[6]

 

Υπάρχει μάλιστα και παράδοση ότι ο Όμηρος ήρθε κάποτε στο Άργος, για να τιμήσει τα κατορθώματα των Αργείων Ηρώων, που τον ενέπνευσαν στα έπη του. Οι Αργείοι άρχοντες μάλιστα τόσο ενθουσιάστηκαν, που τον τίμησαν με πλούσια και ακριβά δώρα, αποφάσισαν ομόφωνα να τελούν θυσίες προς τιμήν του και του έστησαν ανδριάντα, όπου τοποθέτησαν χάλκινη εικόνα του, κάτω από την οποία χάραξαν την επιγραφή:

«Εδώ βρίσκεται ο θεϊκός Όμηρος, ο οποίος την πολυφημισμένη Ελλάδα, όλη με γλαφυρή σοφία εκόσμησε. Ιδιαίτερα δε τους Αργείους, που την θεόκτιστη Τροία γκρέμισαν ως τιμωρία για την καλλίκομη Ελένη, για χάρη του ο μεγάλος μας δήμος του έστησε αυτόν τον ανδριάντα και με τιμές αθανάτων τον περιβάλλει» [7].

 

Όμηρος, 1663. Έργο του Ολλανδού Ρέμπραντ Χάρμενσοον βαν Ρέιν (1606-1669). Λάδι σε καμβα, 107Χ82 εκ. Stedelijk Museum Amsterdam.

Όμηρος, 1663. Έργο του Ολλανδού Ρέμπραντ Χάρμενσοον βαν Ρέιν (1606-1669). Λάδι σε καμβα, 107Χ82 εκ. Stedelijk Museum Amsterdam.

Ο Όμηρος συγκαταλέγει το Άργος ανάμεσα στις τρεις πιο αγαπημένες πόλεις της θεάς Ήρας: «Τρεις είναι οι πιο αγαπητές πόλεις για μένα, το Άργος, η Σπάρτη και η πλατύδρομες Μυκήνες» [8]. Επίσης το Άργος περιλαμβάνεται ανάμεσα στις επτά πόλεις που φιλονικούσαν για το ποια είναι γενέτειρα του Ομήρου: «Επτά πόλεις φιλονικούν για την καταγωγή του σοφού Όμηρου, η Σμύρνη, η Χίος, ο Κολοφών, η Ιθάκη, η Πύλος, το Άργος και η Αθήνα» [9]. Τα εφάμιλλα της Ιλιάδας χαμένα έπη “Θηβαΐς” και “Επίγονοι” κάνουν μνεία για το κλέος του αρχαίου Άργους. Η Θηβαΐς, αρχαίο ελληνικό έπος άγνωστου συγγραφέα, που αφηγείται την ιστορία του πολέμου μεταξύ των αδελφών Ετεοκλή και Πολυνείκη, αρχίζει με τη φράση «Άργος άειδε, θεά, πολυδίψιον, ένθεν άνακτες κίνησαν…» και εννοεί τον πόλεμο κατά της Θήβας.

Το όνομα Άργος ως ουσιαστικό ή ως επίθετο (αργείος, αργεία) αναφέρεται σε 15 από τις 24 ραψωδίες της Οδύσσειας του Ομήρου και στις 23 από τις 24 ραψωδίες της Ιλιάδας. Συνολικά και στα δύο έπη του Ομήρου αναφέρεται 232 φορές, 45 φορές στην Οδύσσεια και 187 φορές στην Ιλιάδα. Οι αναφορές αυτές καταγράφονται στο πρωτότυπο κείμενο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Στις διάφορες έμμετρες μεταφράσεις των δύο ομηρικών επών είναι πολύ περισσότερες, αφού οι μεταφραστές πολλές φορές, αν οι ανάγκες του μέτρου τους εξυπηρετούν, χρησιμοποιούν το επίθετο Αργείοι για να αποδώσουν και το Αχαιοί ή Δαναοί του πρωτότυπου, που χρησιμοποιεί, όπως είπαμε, ο Όμηρος για όλους τους Έλληνες, που πολιόρκησαν την Τροία.

Συγκεκριμένα, από 1 φορά αναφέρεται στις ραψωδίες β, κ, μ, ρ, τ, φ και ψ της Οδύσσειας και στις ραψωδίες Σ, Φ, Ψ της Ιλιάδας. Από 2 φορές αναφέρεται στις ραψωδίες θ και σ της Οδύσσειας. Από 3 φορές στις ραψωδίες α και ω της Οδύσσειας και στην Α της Ιλιάδας. Στη ραψωδία λ της Οδύσσειας αναφέρεται 4 φορές. Από 5 φορές αναφέρεται στη ραψωδία ο της Οδύσσειας και στη ραψωδία Ω της Ιλιάδας. Από 6 φορές στη γ της Οδύσσειας και στις Γ, Η και Π της Ιλιάδας. Από 7 φορές στις ραψωδίες Ε και Ζ της Ιλιάδας. Από 8 φορές στις ραψωδίες Θ, Λ, Ρ και Τ της Ιλιάδας. Στη ραψωδία Ξ της Ιλιάδας το Άργος και Αργείος αναφέρεται 9 φορές και στη ραψωδία Μ 10 φορές. Από 11 φορές αναφέρεται στις ραψωδίες Δ, Κ και Ν της Ιλιάδας, 12 φορές στη ραψωδία δ της Οδύσσειας, από 13 φορές στις ραψωδίες Ι και Ο της Ιλιάδας, 15 φορές στο Β της Ιλιάδας και 17 φορές στο Ψ της Ιλιάδας.

Ο πιο συχνός χαρακτηρισμός του Άργους στα ομηρικά έπη γίνεται με το επίθετο «αλογοτρόφο» [Ἄργεος ἱπποβότοιο]. Είναι δηλαδή η πόλη που τρέφει άλογα. Συνολικά 10 φορές αποδίδεται στο Άργος ο χαρακτηρισμός αυτός, 4 φορές στην Οδύσσεια [10] και 6 φορές στην Ιλιάδα [11].

Η φράση «ντροπή αργείτες» [αἰδὼς Ἀργεῖοι] χρησιμοποιείται 4 φορές στην ιλιάδα[12] με στόχο να προκαλέσει το φιλότιμο όλων των συγκεντρωμένων στρατιωτών σε κάθε περίπτωση, και όχι μόνο των Αργείων, και να τους παρακινήσει να μην υποχωρούν στους αντιπάλους τους, αλλά να συνεχίσουν με περισσότερη αποφασιστικότητα τον αγώνα τους.

Συχνότατη είναι η χρήση του επιθέτου «αργείος» και στην Οδύσσεια και στην Ιλιάδα, που συνοδεύει πολλά ουσιαστικά (αργίτικα πλοία, αργίτικη πολιτεία, αργίτικος στρατός, αργίτικος λαός, αργίτικα λημέρια, αργίτικη χώρα, αργίτικα ξεφτέρια, αργίτικα χέρια, αργίτικο ασκέρι, αργίτικα καλύβια, αργίτικα φουσάτα, αργίτικα άλογα κ.α.) και αναφέρεται φυσικά σε όλο το στράτευμα, που πολιορκούσε την Τροία.

Αργίτισσα όμως χαρακτηρίζεται και η Ελένη, η πέτρα του σκανδάλου, που προκάλεσε, σύμφωνα με το μύθο, τον τρωικό πόλεμο. Συνολικά 12 φορές, 4 στην οδύσσεια και 8 στην Ιλιάδα [13] συνοδεύει την Ελένη το επίθετο «αργεία», που σημαίνει Ελληνίδα, αφού είναι γνωστό ότι η Ελένη ήταν γυναίκα του σπαρτιάτη Μενέλαου. Το επίθετο αργίτισσα όμως αποδίδεται 2 φορές στην ιλιάδα [14] και στη θεά Ήρα, που ήταν προστάτιδα του Άργους και σταθερός συμπαραστάτης των Ελλήνων στην Τροία μαζί με τη θεά Αθηνά.

Μία φορά, τέλος, στο Άργος αποδίδεται το επίθετο «Πολυδίψιον» [15], συνηθισμένο και από άλλους αρχαίους συγγραφείς, επειδή το Άργος αντιμετώπιζε συχνά πρόβλημα λειψυδρίας σε περιόδους ξηρασίας.

Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας). Musée du Louvre.

Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας). Musée du Louvre.

Είναι προφανές ότι όσα αποδίδονται στο Άργος και στους αργείους από τον Όμηρο, δεν αφορούν τη συγκεκριμένη πόλη και τους ανθρώπους της. Αφορούν όλους όσους εκστράτευσαν εναντίον της Τροίας από κάθε πόλη του ελλαδικού χώρου, που καλύπτεται από τα επίθετα Αργείοι, Αχαιοί και Δαναοί, αφού οι όροι Ελλάδα και Έλληνες είναι μεταγενέστεροι του Ομήρου. Με το όνομα των Αργείων, Αχαιών και Δαναών δηλώνεται η δράση και ο πολιτισμός των ανθρώπων, που με την πρωτοβουλία και την αρχηγία του βασιλιά των Μυκηνών Αγαμέμνονα έφτασαν στην Τροία και πολέμησαν με τους ντόπιους.

Η σπουδαιότητα όμως του πολιτισμού του Άργους φαίνεται και από τους τραγικούς ποιητές, πολλές τραγωδίες των οποίων αναφέρονται στο Άργος. Συγκεκριμένα οι μισές περίπου από τις συνολικά 33 τραγωδίες των τριών μεγάλων τραγικών ποιητών της κλασικής εποχής, Αισχύλου, Σοφοκλή και Ευριπίδη, έχουν θέματα και πρωταγωνιστές, που σχετίζονται με την πόλη του Άργους, το όνομα της οποίας αναφέρεται συχνά στους στίχους τους και ακούγεται κάθε φορά που παίζεται μια τραγωδία σε θέατρο της Ελλάδας ή του εξωτερικού.

Ειδικότερα, τα θέματα των πέντε από τις επτά σωζόμενες τραγωδίες του Αισχύλου σχετίζονται με το Άργος. Οι Ικέτιδες του Αισχύλου δεν είναι άλλες από τις Δαναΐδες, τις 50 κόρες του Δαναού, που έφυγαν μαζί με τον πατέρα τους από την Αίγυπτο και ζήτησαν καταφύγιο στο Άργος, την πατρίδα των προγόνων τους, για να αποφύγουν το γάμο με τα εξαδέλφια τους, τους 50 γιους του Αιγύπτου. Ο βασιλιάς του Άργους καταφεύγει στην κρίση του Δήμου, που αποφαίνεται υπέρ της παροχής ασύλου στις 50 ικέτιδες. Ο Αιγύπτιος απεσταλμένος, που έρχεται να τις πάρει, δεν κατορθώνει να τις αποσπάσει από τους βωμούς, όπου έχουν καταφύγει.

Στους «Επτά επί Θήβας» ο Πολυνείκης, που εκστρατεύσει εναντίον του αδελφού του Ετεοκλή, όταν εκείνος αρνείται να του παραχωρήσει την εξουσία της Θήβας, οργάνωσε στρατό από το Άργος με τη βοήθεια του Άδραστου, βασιλιά του Άργους, την κόρη του οποίου είχε παντρευτεί κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Άργος.

Philippe Chery, "Costume for Agamemnon" (1802).

Philippe Chery, “Costume for Agamemnon” (1802).

Το θέμα της τριλογίας «Ορέστεια» του Αισχύλου έχει άμεση σχέση με το Άργος. Στην πρώτη τραγωδία της τριλογίας Αγαμέμνων περιγράφεται η επάνοδος στο Άργος από την τρωική εκστρατεία του Αγαμέμνονα με πολλά λάφυρα και την αιχμάλωτη Κασσάνδρα. Στη δεύτερη τραγωδία «Χοηφόροι» ο Ορέστης συνοδευόμενος από τον πιστό του φίλο Πυλάδη επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το Άργος, για να θρηνήσει στον τάφο του πατέρα του. Και στην Τρίτη τραγωδία «Ευμενίδες» ο Ορέστης ευχαριστεί την Αθήνα και τον Απόλλωνα και ορκίζεται αιώνια συμμαχία της πατρίδας του, του Άργους, με την Αθήνα.

Και ο Σοφοκλής έγραψε δύο τραγωδίες με θέματα σχετικά με το Άργος. Στην «Αντιγόνη» η Αντιγόνη αποφασίζει να παραβεί τη διαταγή του Κρέοντα και να θάψει τον αδελφό της Πολυνείκη, που πήγε στο Άργος, πήρε τους Αργείους συμμάχους του και επιτέθηκε εναντίον της Θήβας. Στην Ηλέκτρα, η ομώνυμη ηρωίδα ζει στο Άργος θρηνώντας τον πατέρα της Αγαμέμνονα και κατηγορώντας ανοιχτά τη μητέρα της Κλυταιμνήστρα και τον άντρα της Αίγισθο για τη δολοφονία του. Η αδελφή της, η Χρυσόθεμις, συμμερίζεται τη στενοχώρια της Ηλέκτρας και εύχεται και αυτή να επιστρέψει ο αδελφός τους Ορέστης και να εκδικηθεί το θάνατο του πατέρα του.

Αλλά και οι μισές περίπου από τις σωζόμενες τραγωδίες του Ευριπίδη έχουν θέματα που σχετίζονται με το Άργος. Η  «Ιφιγένεια εν Ταύροις» ξεκινάει με το κακό όνειρο, που είδε τη νύχτα η Ιφιγένεια, ότι πέθανε στο Άργος ο αδελφός της Ορέστης. Στην «Ιφιγένεια εν Αυλίδι», όταν η νηνεμία δεν επιτρέπει να σαλπάρουν για την Τροία τα πλοία, που βρίσκονται αγκυροβολημένα στην Αυλίδα, ο Αγαμέμνονας με συμβουλή του μάντη Κάλχα αναγκάζεται να καλέσει την κόρη του Ιφιγένεια από το Άργος, με τη δικαιολογία ότι πρόκειται να την παντρέψει με τον Αχιλλέα, και να την θυσιάσει, για να στείλουν οι θεοί ούριο άνεμο στα πανιά τους.

Στον Ορέστη ο Ορέστης και η Ηλέκτρα καταδικάζονται από τους Αργείους σε θάνατο, επειδή σκότωσαν τη μητέρα τους. Στις Ικέτιδες oι μητέρες των Αργείων στρατηγών, που έπεσαν στη Θήβα, ικετεύουν το βασιλιά των Αθηνών Θησέα να τις βοηθήσει να πάρουν και να θάψουν τους νεκρούς γιους τους.

Στην Ηλέκτρα, που αρχίζει με το χαιρετισμό «Ω γης παλαιόν Άργος, Ινάχου ροαί», ο Ορέστης και ο Πυλάδης συναντούν σε μια άθλια καλύβα την Ηλέκτρα, που ζει μια πολύ σκληρή ζωή , επειδή ο Αίγισθος και η Κλυταιμνήστρα την πάντρεψαν με ένα φτωχό χωρικό. Ακολουθεί η αναγνώριση των αδελφών, οι οποίοι εκδικούνται τον πατέρα τους σκοτώνοντας τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα και στο τέλος οι Διόσκουροι ορίζουν ο Πυλάδης να πάρει σύζυγο την Ηλέκτρα και ο Ορέστης να πάει στην Αθήνα, για να δικαστεί από τον Άρειο Πάγο.

Η τραγωδία του Ευριπίδη «Ηρακλής μαινόμενος» αρχίζει ως εξής: “Ο Αμφιτρύων είμαι. Αργείος. Γιος και του Αλκαίου. Απ’ τον Περσέα κρατώ». Ο Ηρακλής επιστρέφει από τον κάτω κόσμο, όπου είχε πάει να φέρει τον Κέρβερο. Η Ήρα, ισόβιος εχθρός του Ηρακλή, στέλνει την Ίριδα και τη Λύσσα, που προκαλούν διασάλευση του λογικού του ήρωα, με αποτέλεσμα να σκοτώσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του, νομίζοντας ότι είναι η γυναίκα και τα παιδιά του εχθρού του Ευρυσθέα.

Στις «Φοίνισσες», τέλος, ο Ευριπίδης αποδίδει την ευγενική καταγωγή των προγόνων του Οιδίποδα στην Αργείτισσα Ιώ, η οποία μεταμορφωμένη σε αγελάδα κατέφυγε στην Αίγυπτο εξαιτίας του έρωτα του Δία. Ο τρισέγγονός της Κάδμος από τη Φοινίκη ήρθε στη Βοιωτία από την Τύρο, όπου είχαν εγκατασταθεί οι γονείς του. Γιος του Κάδμου και της θεάς Αρμονίας ήταν ο Πολύδωρος, γιος του Πολύδωρου ο Λάβδακος και γιος του Λάβδακου ο Λάιος, ο πατέρας του Οιδίποδα.

Καμία άλλη ελληνική πόλη δεν είχε τόση φήμη και τόσες συχνές αναφορές στα κείμενα της ιστορικής περιόδου ως την αρχαϊκή εποχή, όση το Άργος. Μόνο η Αθήνα το ξεπέρασε κατά την κλασική περίοδο, όταν η πόλη αυτή αναδείχτηκε σε πνευματικό, πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο της Ελλάδας. Η προνομιακή αναφορά του Άργους στα ομηρικά έπη και στην αρχαία τραγωδία διαιωνίζει τη φήμη της πόλης μέχρι σήμερα σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο. Γιατί ποιος πολιτισμένος άνθρωπος ανά τους αιώνες δεν έχει διαβάσει τον Όμηρο και δεν έχει παρακολουθήσει παράσταση αρχαίας τραγωδίας;

Σήμερα, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε στην αρχαία αίγλη του Άργους και εκείνη των Μυκηνών, αφού τα δύο ιστορικά ονόματα ταυτίζονται στο νεοπαγή δήμο «Άργους – Μυκηνών». Για την ιστορία και την αίγλη των Μυκηνών αρκεί να αναφερθεί ότι υπάρχουν 200 περίπου κείμενα περιηγητών σε διάφορες γλώσσες, οι οποίοι από την αρχαιότητα και, κυρίως, από το 15ο μ. Χ. αιώνα πέρασαν από τις Μυκήνες και έγραψαν τις εντυπώσεις τους σε βιβλία, που κυκλοφορούν μέχρι σήμερα. Τα βιβλία αυτά χρησιμοποιούνται ως ιστορικές πηγές, αλλά διαιωνίζουν τη φήμη του βασιλείου του Αγαμέμνονα και του γειτονικού Άργους. Παραμένουν όμως άγνωστα και ανεκμετάλλευτα.

Πώς αξιοποίησαν οι νεότερες γενιές Αργείων αυτό το τεράστιο πολιτιστικό κεφάλαιο, που μπορούσε να επενδυθεί στη σύγχρονη τουριστική βιομηχανία; Εκτός από το όνομα της πόλης, υπάρχει κάτι σήμερα, που να συνδέει τη σημερινή πόλη με την αρχαία ιστορία της στα μάτια του επισκέπτη της; Πώς καταλαβαίνει ο σημερινός επισκέπτης του Άργους ότι βρίσκεται στην αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας;

Οι αρχαίοι Αργείοι είχαν αναγείρει προς τιμή της Τελέσιλλας μεγάλη στήλη, στην οποία παριστάνονταν αυτή όρθια έχοντας στα πόδια της βιβλία και κρατώντας στα χέρια κράνος, που το παρατηρούσε έτοιμη να το φορέσει στο κεφάλι της. Η στήλη αυτή ήταν τοποθετημένη πάνω από το θέατρο του Άργους, μπροστά από το ιερό άγαλμα της θεάς Αφροδίτης, και σώζονταν μέχρι το 170 μ.Χ. που την είδε ο Παυσανίας [16]. Οι νεότεροι Αργείοι δε φρόντισαν να δημιουργήσουν κάποιο αντίστοιχο μνημείο της ένδοξης λυρικής ποιήτριας του Άργους ή ένα μνημείο του Φείδωνα, που να συνδέεται με το νόμισμα και τους οβολούς ή οβελούς, από τους οποίους προήλθε και η ονομασία της δραχμής, του νομίσματος του νεοελληνικού κράτους μέχρι την καθιέρωση του ευρώ.

Το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης, που με τα ευρήματά του θα μπορούσε να συνδέσει την ιστορία της πόλης με τις αναφορές της στα αρχαία κείμενα και τα ομηρικά έπη, παραμένει υποβαθμισμένο και στεγάζεται στην οικία του αγωνιστή του 1821 Δημήτρη Καλλέργη. Υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στην αρχαιότητα και την επανάσταση του 1821 ή με τον τρόπο αυτό προκαλείται σύγχυση και υποβαθμίζεται και η αρχαία και η νεότερη ιστορία της πόλης;

Το αρχαίο θέατρο του Άργους, ένα από τα μεγαλύτερα και το μοναδικό με το κοίλο του σκαλισμένο στο φυσικό βράχο, δε συνδέθηκε με την παρουσία του Άργους στις αρχαίες τραγωδίες. Εκείνες που έχουν θέμα τους το Άργος ή αναφέρονται στο Άργος θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να παίζονται στο θέατρο της πόλης. Καθένας θα ήθελε και θα ερχόταν να παρακολουθήσει μια παράσταση αρχαίας τραγωδίας, που παίζεται στο «φυσικό της χώρο».

Η λεπτομερής καταγραφή της παρουσίας του Άργους στα ομηρικά έπη και στις αρχαίες τραγωδίες θα μπορούσε να γίνει αφορμή για τη διαμόρφωση μιας διαφορετικής πολιτικής στα πολιτιστικά δρώμενα της πόλης με στρατηγικό στόχο την ανάδειξη του Άργους με την αξιοποίηση της πλούσιας πολιτιστικής του παράδοσης. Διαφορετικά η εργασία αυτή έχει μόνο «φιλολογικό» ενδιαφέρον και καμία αξία για τη σημερινή πόλη και τους ανθρώπους της.

  

Υποσημειώσεις


 

[1] «Δαναού πόλιν αγλαοθρόνων τε πεντήκοντα κοράν Χάριτες, Άργος Ήρας δώμα θεοπρεπές υμνείτε. Φλέγεται δ’ αρεταίς μυρίαις έργων θρασέων ένεκεν». [Πινδάρου Επίνικοι, Νέμεα 10, 1]

[2] «Το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νυν Ελλάδι καλεομένη χώρη» (Ηροδότου, Ιστορίαι,1,1)

[3] «Ελλήνων οι μάλιστα αμφισβητούντες Αθηναίους ες αρχαιότητα και δώρα παρά θεών φασίν έχειν, εισίν Αργείοι» [Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις 1,14,2]

[4] «Καί μέτρα εξεύρε τά Φειδώνια καλούμενα καί σταθμά καί νόμισμα κεχαραγμένον τό τέ άλλο καί τό αργυρούν» [Στράβων Η, 3,33]

[5] Τελέσιλλα δὲ οἰκέτας μὲν καὶ ὅσοι διὰ νεότητα ἢ γῆρας ὅπλα ἀδύνατοι φέρειν ἦσαν, τούτους μὲν πάντας ἀνεβίβασεν ἐπὶ τὸ τεῖχος, αὐτὴ δὲ ὁπόσα ἐν ταῖς οἰκίαις ὑπελείπετο καὶ τὰ ἐκ τῶν ἱερῶν ὅπλα ἀθροίσασα τὰς ἀκμαζούσας ἡλικίᾳ τῶν γυναικῶν ὥπλιζεν, ὁπλίσασα δὲ ἔτασσε κατὰ τοῦτο ᾗ τοὺς πολεμίους προσιόντας ἠπίστατο. ὡς δὲ ἐγίνοντο οἱ Λακεδαιμόνιοι καὶ αἱ γυναῖκες οὔτε τῷ ἀλαλαγμῷ κατεπλάγησαν δεξάμεναί τε ἐμάχοντο ἐῤῥωμένως, ἐνταῦθα οἱ Λακεδαιμόνιοι, φρονήσαντες ὡς καὶ διαφθείρασί σφισι τὰς γυναῖκας ἐπιφθόνως τὸ κατόρθωμα ἕξει καὶ σφαλεῖσι μετὰ ὀνειδῶν γενήσοιτο ἡ συμφορά, ὑπείκουσι ταῖς γυναιξί. [Παυσανίου, Κορινθιακά, 20]

[6] [Ιλιάδα, Β, 559-564]

[7] «Θείος Όμηρος οδ’ εστίν ος Ελλάδα την μεγαλαύχην πάσαν εκόσμησεν καλλιεπώς σοφίη, έξοχα δ’ Αργείους, οι την θεοτειχέαν Τροίην ήρειψαν ποινήν ηϊκόμου Ελένης˙ ου χάριν έστησεν δήμος μεγαλόπτολις αυτόν, ενθάδε και τιμαίς αμφέπει αθανάτων» [Ι. Κοφινιώτη, Ιστορία του Άργους, πρόλογος, σελ. στ’]

[8] «Ήτοι εμοί τρεις μεν πολύ φίλταταί εισί πόληες Άργος τε Σπάρτη τε και ευρυάγεια Μυκήνη». [ Ιλιάδα, Δ, 51]

[9] «Επτά πόλεις μάρνανται σοφήν δια ρίζαν Ομήρου, Σμύρνη, Χίος, Κολοφών, Ιθάκη, Πύλος, Άργος, Αθήναι». [Ελληνική Ανθολογία, 3]

[10] Οδύσσεια γ 263, δ 99, ο 239 και 274.

[11] Ιλιάδα Β 287, Γ 75, Ζ 152, Ι 246, Ο 30 και Τα 329.

[12] Ιλιάδα Ε 786, Θ 228, Ν 95 και Ο 502.

[13] Οδύσσεια δ, 185 και 296, ρ 118 και ψ 218 και Ιλιάδα Β 177, Γ 458, Δ 19 και 174, Ζ 323, Η 350, Ι 141 και 282.

[14] Ιλιάδα Δ 8 και Ε 908.

[15] Ιλιάδα, Δ, 171

[16] «ὑπὲρ δὲ τὸ θέατρον Ἀφροδίτης ἐστὶν ἱερόν, ἔμπροσθεν δὲ τοῦ ἕδους Τελέσιλλα ἡ ποιήσασα τὰ ᾄσματα ἐπείργασται στήλῃ: καὶ βιβλία μὲν ἐκεῖνα ἔῤῥιπταί οἱ πρὸς τοῖς ποσίν, αὐτὴ δὲ ἐς κράνος ὁρᾷ κατέχουσα τῇ χειρὶ καὶ ἐπιτίθεσθαι τῇ κεφαλῇ μέλλουσα. ἦν δὲ ἡ Τελέσιλλα καὶ ἄλλως ἐν ταῖς γυναιξὶν εὐδόκιμος καὶ μᾶλλον ἐτιμᾶτο ἔτι ἐπὶ τῇ ποιήσει. [Παυσανίου, Κορινθιακά, 8]

 

Αλέξης Τότσικας

Read Full Post »

Τήμενος


 

 

Τήμενος: Ηρακλείδης, βασιλιάς και νομοθέτης του Άργους, γιος του Αριστόμαχου και δισέγγονος του Ύλλου, του γιου της Δηιάνειρας και του Ηρακλή, γιου του Δία και γενάρχης των Τημενιδών. Ηρακλείδες ονομάζονταν οι Δωριείς ως απόγονοι του Ηρακλή, οι οποίοι μετά το θάνατο του τελευ­ταίου εκδιώχθηκαν από τον Ευρυσθέα.

Επέστρεψαν μετά τον θάνατο του Ευρυσθέα, με αρχηγό τον Ύλλο. Όμως αναγκάστηκαν και πάλι να εγκαταλείψουν τον τόπο τους, γιατί δεν ήταν ο ορισμένος από τη Μοίρα χρόνος. Παρερμηνεύοντας χρησμούς του μαντείου των Δελφών, ο Ύλλος και, αργότερα, ο εγγονός του Αριστόμαχος προσπάθησαν να επιστρέψουν και πάλι στην Πελοπόννησο αλλά σκοτώθηκαν. Στους γιους του Αριστόμαχου Τήμενο και Κρεσφόντη ανατέθηκε η κατάκτηση της Πελοποννήσου. Όταν ολοκληρώθηκε η κατάκτηση, ο Τήμενος πήρε το Άργος και πάντρεψε την κόρη του Υρνηθώ με τον Ηρακλείδη Δηιφόντη. Αυτό όμως προκάλεσε την οργή των γιων του, οι οποίοι προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν την ώρα που λουζόταν μόνος του σε ένα ποτάμι. Ο Τήμενος όμως δεν πέθανε αμέσως, αποκλήρωσε τους γιους του και έδωσε το βασίλειό του στον Δηιφόντη.

Ο Στράβων αναφέρει ότι υπήρχε τάφος του Τήμενου στο γνωστό Τημένιο, επειδή από τη θέση εκείνη έκανε επίθεση και κατέλαβε το Άργος, όπου έγινε κατόπιν βασιλιάς και νομοθέτης. Άλλο ένα Τημένιο μνημονεύεται ΒΑ του Άστρους Κυνουρίας σε α­νάμνηση της νίκης του Τήμενου κατά των Σπαρτιατών.

 

 

Πηγές


 

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Γιάννης Λάμψας, «Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, Ελλάδα-Ρώμη», Εκδόσεις Δομή, Τόμος ‘Δ, Αθήνα, χ.χ.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Τημενίδες (Τημενίδαι)


 

Τημενίδαι. Βασιλική δυναστεία του Άργους, που είχε ιδρυθεί από τον Τήμενο. Λέγεται πως αυτοί οι Βασιλιάδες ίδρυσαν και το Μακεδονικό Βασίλειο. Ο Θου­κυδίδης αναφέρει (Β’ 99) πως την παραθαλάσσια Μακεδονία κατέκτησαν πρώτοι ο πατέ­ρας του Περδίκκα Αλέξανδρος και οι πρόγονοί του, που ήταν Τημενίδες και κατάγονταν, στους παλαιούς χρόνους, από το Άργος.

«Αλλά την περί την θάλασσαν εκτεινομένην χώραν, η οποία καλείται σήμερον Μακεδονία, κατέκτησαν πρώτον και εβασίλευσαν επ’ αυτής ο πατήρ του Περδίκκα Αλέξανδρος και οι πρόγονοί του Τημενίδαι, οι οποίοι κατήγοντο αρχικώς από το Άργος και οι οποίοι εξεδίωξαν από μεν την Πιερίαν τους Πίερας […], και από την καλουμένην Βοττίαν τους Βοττιαίους […]. Κατέκτησαν ωσαύτως από την Παιονίαν λωρίδα γης […] και εξουσιάζουν ήδη πέραν του Αξιού μέχρι του Στρυμόνος την καλουμένην Μυγδονίαν […]. Επίσης, εξεδίωξαν από την καλουμένην σήμερον Εορδίαν τους Εορδούς […] και από την Αλμωπίαν τους Άλμωπας. Το ούτω συγκροτηθέν βασίλειον των Τημενιδών κατέκτησε και εξουσιάζει μέχρι σήμερον τα διαμερίσματα άλλων φύλων, όπως τον Ανθεμούντα, την Γρηστωνίαν, την Βισαλτίαν, και πολύ μέρος της καθαυτό Μακεδονίας» (Θουκυδίδης 2.99).

 

Γενεαλογικό δέντρο

Γενεαλογικό δέντρο

 

Αλλά και ο Ηρόδοτος λέει (Η’ 38) πως υπάρχει στη Μακεδονία ποταμός που οι απόγονοι των Αργείων τον θεωρούν σωτήρα και του προσφέρουν θυσίες, γιατί αυτός ο ποταμός, αφού πέρασαν οι Τημε­νίδες, πλημμύρισε τόσο πολύ ώστε δεν μπόρεσαν οι ιππείς που τους καταδίωκαν να τον περάσουν. Οι Τημενίδες λοιπόν, φτάνοντας σε άλλο μέρος της Μακεδονίας, κατοίκησαν κοντά στους κήπους που λέγο­νταν πως ανήκαν στον Μίδα τον Γόρδιο. Αφού κατέλαβαν αυτό το μέρος οι Αργείοι, το χρησιμοποιούσαν ως ορμητήριο για να υποτάξουν και την υπόλοιπη Μακεδονία.

 

Πηγή


  •  Γιάννης Λάμψας, «Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, Ελλάδα-Ρώμη», Εκδόσεις Δομή, Τόμος ‘Δ, Αθήνα, χ.χ.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ο ομηρικός Θερσίτης: γραφικός αντιήρωας ή πρόδρομος του δημοκρατικού αντίλογου;


  

Ο Θερσίτης είναι ένας ομηρικός αντιήρωας. Κακομούτσουνος, καμπούρης, πολυλογάς και αθυρόστομος. Ένας γελωτοποιός σε έναν κόσμο ηρωικό, όπου το γελοίο αντιμετωπιζόταν ως θανάσιμο αμάρτημα. Ο Όμηρος λέει πως δεν τον ένοιαζε τι θα πει, αρκεί να προκαλούσε τα γέλια της ομήγυρης. Το μεγαλείο της ομηρικής ποίησης και του ελληνικού πολιτισμού, εκτός των άλλων, έγκειται στο ότι βρήκε μια θέση στο ανθρώπινο σύμπαν και για τους Θερσίτες, έστω κι αν τους εμφανίζει ως αρνητικούς πρωταγωνιστές. Στο Β της Ιλιάδας ο Όμηρος αφηγείται ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή έναν αμφιλεγόμενο χαρακτήρα, που εμφανίζεται σε λίγους στίχους και μετά εξαφανίζεται εντελώς.

Η σκηνή διαδραματίζεται στη συνέλευση των Αχαιών. Μετά από εννιά χρόνια πολιορκίας η Τροία αντέχει ακόμη και δεν παραδίδεται. Ο αρχιστράτηγος Αγαμέμνων θέλει να διαπιστώσει αν έχουν κουράγιο οι Αχαιοί να συνεχίσουν τον πόλεμο ή έχουν κουραστεί και θέλουν να γυρίσουν στις πατρίδες τους. Τους συγκεντρώνει και με τα παρακάτω λόγια τους ανακοινώνει ότι δεν έχει νόημα να συνεχιστεί ο πόλεμος. Απέτυχαν να κυριεύσουν την Τροία και είναι καιρός να μπουν στα πλοία και να γυρίσουν στην Ελλάδα.

 

«Ήρωες φίλοι Δαναοί, στρατιώτες του πολέμου,

βαριά πολύ με τύφλωσε και μ’ έμπλεξε ο Δίας.

Μου υποσχέθηκε ο σκληρός την πυργωμένη Τροία

πως θα πορθήσω κι ένδοξος θα πάω στην πατρίδα.

Και δόλο τώρα σκέφθηκε και με προστάζει στο Άργος,

τόσο στρατό αφού ξέκανα, να πάω ντροπιασμένος…

Είναι ντροπή οι μελλούμενες γενιές και να τ᾿ ακούσουν,

τόσος λαός των Αχαιών και τόσο ανδρειωμένος

πόλεμο ατελείωτο μ’ εχθρούς πολύ πιο λίγους

τόσους καιρούς να πολεμά και να μη φαίνεται άκρη….

Εννέα χρόνια πέρασαν σαν ήρθαμε στην Τροία

και τα καράβια σάπισαν και λιώσανε τα ξάρτια

και κάθονται οι γυναίκες μας με τα μικρά παιδιά μας

στα σπίτια μας και καρτερούν. Και αυτό, που εμείς με πόθο

ήλθαμε εδώ να κάνουμε, δε λέει να τελειώσει.

Αλλά ακούστε τι θα πω. Να φύγουμε σας λέω

όλοι με τα καράβια μας για τη γλυκιά πατρίδα,

γιατί δε γίνεται ποτέ να πάρουμε την Τροία!» [Ιλιάδα, Β, 110-140]

 

Η αντίδραση των Αχαιών στα παραπλανητικά αυτά λόγια, ήταν μια μεγάλη έκπληξη και απογοήτευση για τον Αγαμέμνονα. «Σείστηκε η συνέλευση σαν της θάλασσας τα πελώρια κύματα και οι Αχαιοί με αλαλαγμούς που έφταναν ως τον ουρανό όρμησαν στα καράβια, να φύγουν για την πατρίδα».

Διάλογος και ανάμεσα στους Αχιλλέα και Θερσίτη, σχέδιο από εικονογράφηση του θεατρικού έργου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Τρωίλος και Χρυσηίδα».

Διάλογος και ανάμεσα στους Αχιλλέα και Θερσίτη, σχέδιο από εικονογράφηση του θεατρικού έργου του Ουίλιαμ Σαίξπηρ «Τρωίλος και Χρυσηίδα».

Η Ήρα από τον Όλυμπο ανησυχεί για τις εξελίξεις και στέλνει την Αθηνά να παρακινήσει τον Οδυσσέα να προλάβει τη φυγή των Αχαιών. Ο Οδυσσέας υποπτεύεται το τέχνασμα του Αγαμέμνονα, παίρνει το σκήπτρο, που κρατά όποιος θέλει να μιλήσει επίσημα στη συνέλευση, και τρέχει να συγκρατήσει τους ξέφρενους από ενθουσιασμό Αχαιούς. Όσους βασιλιάδες και ήρωες συναντά στο δρόμο, τους λέει ότι ο Αγαμέμνων απλώς τους δοκιμάζει και τους συμβουλεύει να γυρίσουν πίσω.

Όταν όμως συναντούσε κανένα πολεμιστή από το πλήθος, που ούρλιαζε από τη χαρά του, τον κτυπούσε με το σκήπτρο και τον φοβέριζε: Κάτσε, παλαβιάρη, φρόνιμα και άκου τους ανωτέρους σου. Εσύ δε λογαριάζεσαι ούτε για πόλεμο ούτε για συνέλευση. Ένας είναι ο αρχηγός, ο βασιλιάς, που έχει το θεϊκό δικαίωμα να κυβερνά τους άλλους.

 

«Σιγά, χαμένε, υπάκουσε εις τους καλύτερούς σου.

Άναντρος συ κι ανάξιος καθόλου δεν μετριέσαι

στον πόλεμο ή στη βουλή. Μήπως θαρρείς πως όλοι

θα βασιλεύουμε εδώ; Η πολυαρχία βλάπτει.

Ένας θα είναι ο αρχηγός, ο βασιλέας ένας,

Αυτός που του ‘δωσε ο γιος του πονηρού του Κρόνου

το σκήπτρο και τα νόμιμα να βασιλεύει σ’ όλους.» [Ιλιάδα, Β, 200-206]

 

Με την παρέμβαση του Οδυσσέα το πλήθος ξαναγύρισε στη συνέλευση και περίμενε τα νεότερα. Μόνο ένας δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του Οδυσσέα και συνέχισε να ωρύεται και να δημιουργεί φασαρία. Ο αμετροεπής Θερσίτης, που φύλαγε μέσα στο μυαλό του λόγια πολλά και πρόστυχα και συνήθιζε να λογοφέρνει ανόητα και χυδαία με τους βασιλιάδες με λόγια που έφερναν το γέλιο στους Αχαιούς. Τώρα λοιπόν με δυνατή φωνή, για να τον ακούσουν όλοι, έκανε επίθεση στον Αγαμέμνονα:

- Γιε του Ατρέα, πάλι κακιωμένος είσαι; Τι σου λείπει πια; Γεμάτες χαλκό είναι οι σκηνές σου και μέσα σ’ αυτές σε περιμένουν πολλές πανέμορφες γυναίκες, που εμείς οι Αχαιοί σε σένα πρώτο-πρώτο παραδίνουμε, όποτε κυριεύουμε μια πόλη. Έχεις ανάγκη κι από άλλο χρυσάφι, που κάποιος από τους Τρώες θα σου φέρει ως λύτρα για το γιο του, που θα τον έχω αιχμαλωτίσει εγώ ή κάποιος άλλος Αχαιός; Ή μήπως θέλεις κανένα δροσερό κορίτσι, για να σμίγεις γλυκά μαζί του και να το’ χεις χωριστά από τους άλλους μόνο για τον εαυτό σου; Δεν ταιριάζει σε σένα που είσαι άρχοντας να τυραννάς τους Αχαιούς.

Κατόπιν στρέφεται στους Αχαιούς κι αρχίζει να τους βρίζει. Κακομοίρηδες Αχαιοί, τρομάρα σας, γυναίκες κι όχι άνδρες είσαστε! Πάμε να γυρίσουμε στην πατρίδα με τα πλοία μας και να αφήσουμε τούτον εδώ στην Τροία να χαίρεται τα τιμητικά του δώρα. Έτσι για να καταλάβει, αν τον βοηθήσαμε ή δεν τον βοηθήσαμε σε τίποτα. Που ξευτέλισε τον Αχιλλέα, άνδρα πολύ καλύτερο από την πάρτη του, αρπάζοντάς του το τιμητικό του δώρο με το έτσι θέλω.

 

«Κιοτήδες, τιποτένιοι, Αργίτισσες, τι Αργίτες πια δεν είστε!

Στα σπίτια μας ας γείρουμε κι ας μείνει εδώ στην Τροία

τα δώρα να χωνεύει αυτός, να μάθει τότε αν κάτι

τον βοηθούσαμε κι εμείς. Κι έχει ατιμάσει τώρα

άνδρα καλύτερο απ’ αυτόν πολύ τον Αχιλλέα,

που του αφαίρεσε άδικα των Αχαιών το δώρο.

Μα αυτός χολή δεν κράτησε, σου τα συγχώρεσε όλα,

αλλιώς θα ήταν ύστερη φορά που αδίκησες, Ατρείδη !» [Ιλιάδα, Β, 235 -242]

 

Ο Οδυσσέας, όταν ακούει τα λόγια του Θερσίτη, θυμώνει, πάει προς το μέρος του, του ρίχνει ένα απειλητικό βλέμμα και του λέει άγρια: «Θερσίτη φαφλατά, βούλωσέ το. Μόνο εσύ τα βάζεις με τους βασιλιάδες. Είσαι ο πιο τιποτένιος άνδρας από όλους τους Ατρείδες που ήρθανε στην Τροία. Και μη λερώνεις το στόμα σου κατηγορώντας τους βασιλιάδες ούτε να παραμονεύεις πότε θα γυρίσεις στην πατρίδα. Κάθεσαι τώρα και κακολογείς τον αρχιστράτηγο Αγαμέμνονα, γιατί οι γενναίοι πολεμιστές του δίνουν πολλά δώρα. Λοιπόν, βάλτο καλά στο μυαλό σου. Αν σε πετύχω να λες πάλι τέτοιες αηδίες, να μη με λένε Οδυσσέα, αν δε σου βγάλω όλα τα ρουχαλάκια σου ένα-ένα, ακόμα κι όσα κρύβουν τα αχαμνά σου, και δε σε ξαποστείλω στα καράβια κλαμένο και δαρμένο αλύπητα».

Μετά από αυτές τις απειλές ο Οδυσσέας σηκώνει το σκήπτρο και ρίχνει στο Θερσίτη μερικές δυνατές στην πλάτη και στους ώμους. Ο Θερσίτης κουβαριάζεται, πέφτει κάτω και όλοι βλέπουν τις μελανιές στην πλάτη του από τα χτυπήματα. Βάζει τα κλάματα από τον πόνο, κοιτάζει γύρω του τρομαγμένος και πονεμένος σαν χαμένος και εξαφανίζεται από τη σκηνή αξιολύπητος.

Οι άλλοι Αχαιοί μπροστά στο θέαμα της τιμωρίας και της ταπείνωσης του συμπολεμιστή τους πικράθηκαν, δεν τους άρεσε αυτή η μεταχείριση. Ο Θερσίτης είναι ένας από αυτούς και μάλιστα έχει το θάρρος-θράσος να επιτίθεται στους ανώτερους. Ίσως δεν του αξίζει ένας τέτοιος εξευτελισμός. Αλλά η αριστοκρατική αντίληψη, που διαπνέει ολόκληρη την Ιλιάδα, δεν τους επέτρεψε να πάρουν το μέρος του άτυχου Θερσίτη. Αντίθετα, ξέσπασαν σε γέλια για το πάθημα του Θερσίτη και το ξυλοφόρτωμά του από τον Οδυσσέα και έλεγαν μεταξύ τους: «Πω πω, αυτός ο Οδυσσέας! Πάλι έκανε σπουδαία δουλειά, που βούλωσε το στόμα αυτού του αθυρόστομου συκοφάντη. Δεν θα τολμήσει πια ο θρασύς να προσβάλει ξανά με πρόστυχα λόγια τους βασιλιάδες».

 

«Ω έργα πόσα εξαίσια κατόρθωσε ο Οδυσσέας,

σύμβουλος πρώτος, συνετός και άξιος πολεμάρχος !

Αλλά τώρα ευεργέτησε μεγάλως τους Αργείους

που την αυθάδεια έπαψε του κακόγλωσσου αχρείου.

Πού πάλι η μαύρη του ψυχή θ’ αργήσει να τον σπρώξει

με τέτοια λόγια αναίσχυντα τους βασιλείς να ψέγει». [Ιλιάδα, Β, 272-277]

 

Ο Θερσίτης είναι από μόνος του μια προσβολή σε μια κοινωνία με συγκεκριμένη ιεραρχία, όπου τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο έχει ο γιος του Ατρέα, ο ήρωας και μεγαλοκράτορας Αγαμέμνων. Αμέσως μετά από αυτόν ακολουθούν ιεραρχικά οι άλλοι βασιλείς και οι ήρωες του Τρωικού Πολέμου. Στις συνελεύσεις έχουν το δικαίωμα να μιλήσουν όλοι αυτοί και να διαφωνήσουν, αν χρειαστεί. Καμιά φορά χολιάζουν κιόλας, όπως συνέβη με τον Αχιλλέα, όταν ο Αγαμέμνων του πήρε τη Χρυσηίδα. Οι άλλοι Αχαιοί, το πλήθος των ανώνυμων πολεμιστών, παρακολουθεί τις συνελεύσεις βουβό. Το πολύ-πολύ να επευφημήσει τους άρχοντες μετά από κάποια ομιλία τους. Επομένως ο Θερσίτης και λίγες έφαγε με αυτό που έκανε. Σε μια άλλη κοινωνία, την αιγυπτιακή π.χ. ή την περσική, μάλλον θα τον έγδερναν ζωντανό ή θα τον έψηναν σε κανένα φούρνο.

Αχιλλέας και Πενθεσίλεια. The British Museum, London.

Αχιλλέας και Πενθεσίλεια. The British Museum, London.

Τα Κύκλια Έπη αναφέρουν ότι ο Θερσίτης σκοτώθηκε από τον Αχιλλέα προς το τέλος του Τρωικού Πολέμου. Μετά την κηδεία του Έκτορα ήλθε στην Τροία η Πενθεσίλεια, βασίλισσα των Αμαζόνων, που πολεμούσε με το μέρος των Τρώων φορώντας πολεμική μάσκα. Στην αρχή η Πενθεσίλεια πολέμησε με επιτυχία, αλλά στο τέλος νικήθηκε από τον Αχιλλέα, που τη σκότωσε βυθίζοντας το ξίφος του στο στήθος της. Κατόπιν πήγε κοντά της και της έβγαλε τη μάσκα. Η ομορφιά της Πενθεσίλειας τον γέμισε μελαγχολία και γέννησε έναν κεραυνοβόλο έρωτα στον Αχιλλέα για τη γυναίκα που σε λίγο θα πέθαινε στα χέρια του . Ο Θερσίτης όμως, όταν είδε τον Αχιλλέα σε στιγμή συναισθηματικής αδυναμίας, άρχισε να τον χλευάζει για τον απρόσμενο έρωτά του. Ο μεγάλος αρχηγός με μια Αμαζόνα; Λέγεται μάλιστα ότι έμπηξε και το κοντάρι του μέσα στο μάτι της Πενθεσίλειας. Τότε ο Αχιλλέας, έξαλλος από θυμό, σηκώθηκε και τον σκότωσε με γροθιές «εν βρασμώ ψυχής». Για να εξαγνισθεί από το μίασμα του φόνου, ο Αχιλλέας αναγκάσθηκε μετά να ταξιδέψει στη Λέσβο, όπου θυσίασε στον Απόλλωνα, στην Αρτέμη και στη Λητώ. Αναφορά στο περιστατικό αυτό έχουμε επίσης στις “Ηρωίδες”» του Οβίδιου και την “Αινειάδα” του Βιργιλίου.

 

Πληγωμένη αμαζόνα, έργο του Franz von Stuck, 1904,  ελαιογραφία σε μουσαμά, 76 x 65 cm, Van Gogh Museum (Amsterdam, Netherlands).

Πληγωμένη αμαζόνα, έργο του Franz von Stuck, 1904, ελαιογραφία σε μουσαμά, 76 x 65 cm, Van Gogh Museum (Amsterdam, Netherlands).

 

Ο Θερσίτης είναι ο μοναδικός αρνητικός ήρωας της Ιλιάδας. Το όνομά του μάλλον προκύπτει από τη λέξη “θέρσος”, αιολική μορφή της λέξης “Θάρρος/θάρσος”, που σημαίνει και αναίδεια και γενναιότητα + ἰταμεύομαι (προκαλώ, γίνομαι θρασύς, αυθαδιάζω), και δηλώνει αυτόν που έχει το θάρρος να προκαλεί, τον «θρασύ». Και στον Όμηρο και στα “Κύκλια Έπη” παρουσιάζεται με τα μελανότερα χρώματα. Ήταν ο πιο άσχημος άνδρας που είχε έρθει στο Ίλιο, αλλήθωρος και κουτσός, με ώμους γερτούς μπασμένους στο στήθος του, με κεφάλι που μάκραινε προς τα πάνω και με λίγο μαδημένο χνούδι στην κορφή του. Ο Αχιλλέας κι ο Οδυσσέας δεν τον χώνευαν καθόλου, γιατί ήταν δειλός, ζητιάνος, αυθάδης και κακομούτσουνος. Λέγεται μάλιστα ότι, όταν πήρε μέρος στο κυνήγι του Καλυδώνιου Κάπρου, με το που είδε το θηρίο το έβαλε στα πόδια.

“Δειλός”, γιατί εκτιμούσε τη ζωή του και δεν ήταν διατεθειμένος να τη χάσει για την “υστεροφημία” ενός ευγενή. “Ζητιάνος”, γιατί η κατοχή γης θεωρούνταν τότε η απόδειξη πλούτου κι αυτός δεν είχε. “Αυθάδης”, γιατί δεν παραδέχονταν καμιά “αυθεντία” και αρνιόταν να σιωπήσει και να αφεθεί να τον εμπαίξουν. Και κακομούτσουνος, άσχημος, φαλακρός, και στραβοκάνης. Σαν πραγματικός άνθρωπος δηλαδή. Καμιά σχέση με τους θεόμορφους ήρωες με τα ξανθά μαλλιά, τους τετράγωνους ώμους, τους δυνατούς μύες και την ελάχιστη σχέση με τη πραγματικότητα. Για αυτό και από αρκετούς ο Θερσίτης θεωρείται σύμβολο του απλού λαϊκού πολεμιστή, εκπρόσωπος και εκφραστής του στρατού. Έχει ελαττώματα και αδυναμίες, όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος, και, παρόλα αυτά, τολμά να αμφισβητήσει το κύρος και τη δύναμη των αριστοκρατών. Εξευτελίζεται, γελοιοποιείται και ξυλοφορτώνεται. Αλλά δεν υποχωρεί και συνεχίζει να αντιμιλά και να ξεσκεπάζει τα κίνητρα των ευγενών ηρώων που, τάχα, κατάγονται από θεούς. Ακόμα και η ανοσιότητά του απέναντι στη νεκρή Πενθεσίλεια ήταν ένας μεγάλος σαρκασμός απέναντι στην επιτηδευμένη θλίψη και τα κροκοδείλια δάκρυα του Αχιλλέα. Γιατί ο Αχιλλέας ήταν αυτός που τη σκότωσε και η αφαίρεση μιας ανθρώπινης ζωής, ακόμα και στη μάχη, δεν μπορεί να σκεπαστεί με υποκριτικό θαυμασμό και καθυστερημένη συμπάθεια.

Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Θερσίτη. Ρωμαϊκή σαρκοφάγος, 2ος αι π.Χ. Αρχαιολογικό μουσείο Αττάλειας, Τουρκία.

Ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Θερσίτη. Ρωμαϊκή σαρκοφάγος, 2ος αι π.Χ. Αρχαιολογικό μουσείο Αττάλειας, Τουρκία.

Ο Θερσίτης λέει φωναχτά αυτό που σκέφτονταν όλοι οι Αχαιοί, όταν έτρεχαν αλαλάζοντας στην παραλία για να ετοιμάσουν τα πλοία και να φύγουν από τον καταραμένο τόπο, που είχε φάει τα νιάτα τους εννιά ολόκληρα χρόνια. Επιτίθεται στους ανώτερους και γνωρίζει ότι αυτό ευχαριστεί τους Αχαιούς, αλλά δεν έχουν το κουράγιο να κάνουν το ίδιο. Είναι ένας άτυπος εκπρόσωπος του λαού, μια πρώιμη φιγούρα λαϊκού αγορητή, ο πρόδρομος του δημοκρατικού αντίλογου, που θα εμφανιστεί μερικούς αιώνες αργότερα στην κλασική Ελλάδα.

Όπου επικράτησαν άνθρωποι σαν τον Θερσίτη, οι πολίτες διεκδίκησαν μερίδιο στην εξουσία για τη συμμετοχή τους στην “οπλιτική φάλαγγα”, ώστε η θυσία τους να είναι για την πατρίδα τους και όχι για την δόξα των ηγετών τους. Οι βασιλιάδες αντικαταστάθηκαν από τους ευγενείς, οι ευγενείς ανατράπηκαν από τους ολίγους, οι ολίγοι από τους τυράννους, οι τύραννοι από το δήμο και το πολίτευμα της πόλης έγινε δημοκρατικό. Μερικούς αιώνες μετά τον Όμηρο, η Αθήνα του Κλεισθένη, του Εφιάλτη και του Περικλή θα δώσει το λόγο στους απόγονους του Θερσίτη. Κάποια στιγμή αργότερα στην εκκλησία του δήμου, όταν ακούνε το «τις αγορεύειν βούλεται», σηκώνονται, παίρνουν το λόγο, μιλούν με τις ώρες και επιτίθενται άφοβα στους πολιτικούς τους αντιπάλους. Έχουν πολιτικό και πρωταγωνιστικό ρόλο στη σκηνή της δημοκρατίας, φωνάζουν, διαμαρτύρονται, συκοφαντούν. Στη σκηνή της κωμωδίας ο συντηρητικός Αριστοφάνης θα στηρίξει όλη του την κριτική στη δημοκρατική Αθήνα πάνω στους Θερσίτες. Τους απλούς κωμικούς ήρωες, που με αθυροστομία σαν του Θερσίτη καταγγέλλουν τους άρχοντες και κατακρίνουν τις πράξεις τους.

Αντίθετα, όπου η φωνή των “Θερσιτών” δεν εισακούστηκε, οι πλούσιοι εκμεταλλεύτηκαν την ανάπτυξη του εμπορίου, που προκάλεσε η εφεύρεση του νομίσματος, και συσσώρευσαν πλούτο, παραμέρισαν τους ευγενείς και το πολίτευμα έγινε ολιγαρχικό. Όπου πάλι ο λαός παρέμεινε πλήθος, έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από φιλόδοξους “φιλολαϊκούς” ανθρώπους, που βάσισαν την απόλυτη εξουσία τους και την εξυπηρέτηση των ιδίων συμφερόντων στο προσεταιρισμό του λαού και επέβαλλαν την τυραννία.

Αν προβάλλουμε την προσωπικότητα του ομηρικού Θερσίτη στην εποχή μας, θα λέγαμε ότι μοιάζει με τον «τρελό του χωριού», που λέει αυτά που θέλουν να πουν όλοι, αλλά δεν έχουν το θάρρος και τη γενναιότητα να τα πουν. Γελάνε συνήθως μαζί του, αλλά κατά βάθος γνωρίζουν ότι η παρουσία του είναι απαραίτητη στο χωριό, γιατί εκφράζει τη βαθύτερη συνείδηση του συνόλου της κοινωνίας τους. Γι’ αυτό και ο Νίκος Καζαντζάκης στον Αλέξη Ζορμπά λέει: «Κάθε χωριό έχει τον παλαβό του, κι αν δεν τον έχει, τον φτιάχνει για να περνά η ώρα του».

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

 

Η μορφή του Ακρίσιου σε τμήμα ληκύθου (460 - 450 π.Χ.)

Η μορφή του Ακρίσιου σε τμήμα ληκύθου (460 – 450 π.Χ.)

Ακρίσιος 


 

Μυθολογικός βασιλιάς του Άργους. Γιος του Λυγκέως και της Υπερμνήστρας, πατέρας της Δανάης και σύζυγος της Ευρυδίκης, κόρης του Λακε­δαίμονος και της Σπάρτης. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, γιος του Άβαντα, βασιλιά της Αργολίδας, και της Αγλαΐας, και δίδυ­μος αδελφός του Προίτου.

Ο Άβαντας άφησε το βασίλειό του στους δύο γιους του με τη συμβουλή να βασιλεύουν εκ περιτροπής. Αλλά οι αδελφοί έτρεφαν μίσος ο ένας για τον άλλο και η έχθρα τους έγινε μεγαλύτερη όταν ο Προίτος κοιμήθηκε με την κόρη του Ακρισίου Δανάη. Επειδή ο Ακρίσιος αρνή­θηκε να του δώσει το θρόνο στο τέλος της περιόδου του, ο Προίτος πήγε στην αυλή του Ιοβάτου, βασιλιά της Λυκίας, παντρεύτηκε την κόρη του και γύρισε με ισχυρό στρατό. Κανένας όμως δεν νίκησε και αναγκάστηκαν να μοιραστούν το βασί­λειο. Ο Ακρίσιος πήρε το Άργος και τα περίχωρά του, ο Προίτος την Τίρυνθα, το Ηραίο και την αργολική ακτή.

Ο Ακρίσιος, που σύμφωνα με αυτή την εκδοχή είχε νυμφευθεί την Αγανίππη, δεν είχε γιους, αλλά μόνο αυτή την κόρη, τη Δανάη, που την είχε αποπλανήσει ο Προίτος. Όταν ρώτησε το μαντείο με ποιον τρόπο μπο­ρούσε να αποκτήσει άρρενα κληρονόμο, πήρε την απάντηση: «Δεν θ’ αποκτήσεις γιους και ο εγγονός σου θα σε σκοτώσει». Για να αποφύγει αυτή την τύχη, φυλάκισε τη Δανάη σε έναν υπόγειο θάλαμο του ανακτόρου του, του οποίου τους τοίχους έστρωσε με χάλκινες πλάκες και τον οποίο φρουρούσαν άγρια σκυλιά. Όμως, παρ’ όλες αυτές τις προφυλάξεις, ο Ζευς μπήκε στο θάλαμο με μορφή χρυσής βροχής και η Δανάη γέννησε τον Περσέα.

 

Μη τολμώ­ντας να σκοτώσει την κόρη του, ο Ακρίσιος την κλείδωσε, μαζί με το βρέφος, σε μια ξύλινη κιβωτό που την έριξε στη θάλασσα. Κοντά στη Σέριφο, ένας ψαράς που λεγόταν Δίκτυς ανακάλυψε το κιβώτιο και το πήγε στον αδελφό του, το βασιλιά Πολυδέκτη, που ανέθρεψε τον Περσέα στο σπίτι του.

Αργότερα, όταν ο Ακρίσιος έμαθε πως ο Περσέας ζούσε και είχε γίνει γνωστός για τους άθλους του, φοβήθηκε και έφυγε από την αργο­λική Λάρισα, όπου έμενε, και πήγε στην πελασγική, που βρισκόταν στον Πηνειό. Ο Περσεύς, μαθαίνοντας πως στη θεσσαλική Λάρισα γίνονταν αγώνες, έσπευσε να λάβει μέρος σε αυτούς. Εκεί, πετώντας το δίσκο τραυμάτισε άθελά του τον Ακρίσιο σοβαρά, ο οποίος στη συνέχεια πέθαινε. Έτσι ο χρησμός επαληθεύτηκε.

 

Πηγή


  • Γιάννης Λάμψας, «Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, Ελλάδα-Ρώμη», Εκδόσεις Δομή, Τόμος ‘Α, Αθήνα, χ.χ.

Read Full Post »

Older Posts »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 184 other followers