Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μυθολογία’

Χάραδρος (Ξεριάς) – Ποταμός Αργολίδας


 

 

«…κι ο Χάραδρος που κυλάει ογκόλιθους στο ρέμα του»

Στάτιου «Θηβαΐς» 4, 711.

Πάνω από το Άργος, υψώνεται ο λόφος όπου ήταν χτισμένη η ακρόπολη Λάρισα και σήμερα ορθώνονται τα καλοδιατηρημένα ερείπια μεσαιωνικού κάστρου. Από τις επάλξεις του, βλέπει κανείς το αργολικό πεδίο και την πλατιά κοίτη ενός μεγάλου χειμάρρου, που περιβάλλει τον λόφο και την πόλη από βορειοανατολικά. Είναι το ρέμα του Χάραδρου, αριστερού παραπόταμου του Ίναχου.

 

Ο ποταμός στην αρχαιότητα

 

Η επικλινής ρεματιά του Χάραδρου συγκεντρώνει νερά από τα βουνά Κτενιάς – το αρχαίο Κρείον, ίσως το Κρεοπώλον του Στράβωνα – και Αρτεμίσιο, έχοντας μικρές πηγές στα χωριά Κρυονέρι και Κρύα Βρύση του πρώτου. Ορμητικός τον χειμώνα, προκαλεί καταστροφές απειλώντας, όπως και στην αρχαιότητα, τις παρυφές του Άργους, ενώ ξεραίνεται το καλοκαίρι, για τούτο και το νεώτερο όνομά του Ξεριάς, συνηθισμένη προσφώνηση πολλών χειμάρρων [1]. Βόρεια της πόλης, έχει ανασκαφεί αναλημματικός τοίχος, κατά μήκος της δεξιάς απότομης όχθης του, μήκους 2.350μ. ύψους 2,5μ. και πάχους 0,70μ. Πρόκειται για εντυπωσιακό αντιπλημμυρικό έργο κλασικής εποχής.

Ο ρόλος του Χάραδρου στη δημιουργία του επίπεδου χώρου, πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε το προϊστορικό Άργος, υπήρξε καθοριστικός. Μεταφέροντας χαλίκι και χώματα, πρόσχωσε σταδιακά το χαμηλό έδαφος, ανυψώνοντας την επιφάνειά του από 1,5-5μ. και μετατοπίζοντας αναγκαστικά την κοίτη του όλο και ανατολικότερα. Η διαμόρφωση αυτή έγινε ανάμεσα στο 2800 έως το 2350 π.Χ. όπως προκύπτει από τελευταίες αρχαιολογικές έρευνες [2]. Η θέση Αμμούτσα [3], στη δεξιά του όχθη κάτω από τη Λάρισα, υποδεικνύει τις ποσότητες της άμμου που έχει εναποθέσει ο Χάραδρος στις κατεβασιές του.

Ο άνω ρους του ήταν παράλληλος στο αρχαίο πέρασμα της Πρίνου, μία από τις διεξόδους της Αργολίδας στην Αρκαδία. Ο Παυσανίας [4] τον αναφέρει σαν χείμαρρο, που κοντά του ήταν κτισμένη η πόλη Οινόη [5]. Η τελευταία εντοπίζεται νοτιοανατολικά του μικρού ορεινού χωριού Αρία (τ. Μάζι), όπου βρέθηκαν και λείψανα αρχαίου γεφυριού, πάνω από τον βορειότερο βραχίονα του Χάραδρου, για την εξυπηρέτηση του δρόμου Άργους- Οινόης – Μαντίνειας, ο οποίος ξεκινούσε από τη βορειοδυτική πύλη Δειράδα των αργείτικων τειχών απέναντι από τον ποταμό. Υπολείμματα της Οινόης σώζονται κοντά στη διασταύρωση του δρόμου για την Αρία στην αριστερή όχθη του ποταμού, στη θέση Αγριλιόβουνο, όπου εντοπίστηκαν και ίχνη αρματοτροχιών πριν και μετά τον οικισμό Μερκούρι, σημάδια της διέλευσης του παραποτάμιου δρόμου της Πρίνου [6].

Η διαδρομή του περί τα 18 Κm, είναι σε μεγάλο μέρος της ορεινή, με άδενδρες όχθες. Σχολιάζοντας ο Vischer την ξηρασία του Χάραδρου και του Ίναχου, παρατηρεί πως «Ούτε μπορεί κανείς να δει στις όχθες κανενός τους, τους θάμνους και τα φυτά, που πλαισιώνουν τις όχθες ακόμα και αδύναμων μικρών ποταμών». Στα μισά της πορείας του έχει ανατολικά του το όρος Λυκώνη. Παραρρέει το ύψωμα της Λάρισας, τον λόφο της Δειράδας (Προφήτης Ηλίας) και συμβάλλει στον Ίναχο ανατολικά του Άργους στην παλιά θέση Καρακάκτσα. Στο γρήγορο πέρασμά του από την Πελοπόννησο του 1859, ο Γάλλος Ernest Breton [7] στάθηκε λίγο εδώ: …διασχίσαμε το μικρό ποτάμι του Ίναχου, πατέρα της μυθολογικής Ιούς, και τον Ξεριά, τον αρχαίο Χάραδρο, αρκετά κοντά στο σημείο που τα δυο ισχνά ρέματά τους ενώνονται, για να πέσουν στην θάλασσα. Τις σπάνιες φορές όμως, που στις θεομηνίες του χειμώνα τα δυο ποτάμια πλημμυρίζουν, το μέρος αυτό μοιάζει με πεδίο αμφίρροπης μάχης δυο υγρών θηρίων για όποιον βρει το θάρρος και την αντοχή να πλησιάσει.

Στον επιμήκη με βραχώδεις κορφές λόφο Μακρυρράχι ή Μακ(υ;)ροβούνι, κοντά στο Άργος στη δεξιά του όχθη, βρέθηκαν προς τη μεριά του ποταμού νεολιθικά ερείπια τείχους της 3ης χιλιετηρίδας και σημεία πύλης, καθώς και ενδείξεις ανακτόρου στα ενδότερα, που αποδόθηκαν στο Φορωνικό άστυ [8], την πρώτη πόλη στον κόσμο, σύμφωνα με τους αρχαίους. Στις όχθες του, όπως αναφέρει ο περιηγητής Πολέμων (2ος π.Χ. αι.), ο γιος της Νιόβης Άργος, που έφερε από τη Λιβύη το πρώτο σπέρμα πυρών (σιτηρών) και δημιούργησε έτσι το «πολύπυρον Άργος» [9], έχτισε ιερό της Δήμητρας Λίβυσσας, «εν τω Άργει εν Χαράδρα ούτω καλουμένω τόπω». [10]

Οι όχθες του στην περιοχή του Άργους, ήταν υπαίθριο δικαστήριο, όπου δικάζονταν τα στρατιωτικά αδικήματα, πριν ο στρατός των Αργείων μπει στην πόλη. Ο Θράσυλος, ένας Αργείτης στρατηγός που το 418 π.Χ. συνθηκολόγησε με τον εισβολέα Σπαρτιάτη βασιλιά Άγι, κατηγορήθηκε για προδοτικό ενδοτισμό και προτού καν δικαστεί στον Χάραδρο, ο όχλος άρχισε να τον λιθοβoλεί. Κατάφερε να γλιτώσει ζητώντας άσυλο σε βωμό [11].

Στο ίδιο σημείο σκοτώθηκε στις 24 Απριλίου του 1821 ο γιος της Μπουμπουλίνας Γιάννης Γιάννουζας, σε μάχη που δόθηκε από σώμα Αργείων και Σπετσιωτών, πολεμώντας: «…εις τον Ξεριάν τον Κεχαγιάν εμβαίνοντα εις το Άργος…» [12], ταμπουρωμένος πίσω από το «χτίριο», δηλαδή την αντιπλημμυρική μάντρα του ξεροπόταμου [13]. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ξεριάς και η γέφυρά του θα γίνει ο τόπος, όπου διαδραματίστηκε ένα ακόμη θλιβερό επεισόδιο της επανάστασης του 1821, η δολοφονία του Yδραίου πλοίαρχου Aντώνη Oικονόμου. Αλλά και στην κατοχή έχουμε ηρωισμούς της Αντίστασης στον Ξεριά.

 

Ο Χάραδρος μπερδεύει τους περιηγητές

 

Πολλοί περιηγητές (Fourmont, Κινέ, Dodwell, Τραντ, Πουκεβίλ, Urquhart) πίστεψαν ότι η κοίτη του Ξεριά είναι ο Ίναχος, πράγμα φυσικό λόγω του εύρους της και της γειτνίασής της με το Άργος και αφού ο τελευταίος θεωρείτο ποταμός του Άργους. Εξυπακούεται ότι κανένας ντόπιος δεν θα είχε την παραμικρή δυνατότητα να λύσει την παρεξήγηση. Περιγράφει λοιπόν ο δεύτερος, μιλώντας ουσιαστικά για το Χάραδρο: Η πραγματική αρχαιότητα του Άργους είναι ο Ίναχος. Στα βόρεια της πόλης διασχίζεις μια ξέρα από βότσαλα στο ίδιο επίπεδο με την υπόλοιπη πεδιάδα και το πλάτος της είναι διακόσια δέκα βήματα. Τα βότσαλά του είναι ασβεστόλιθοι. Βρίσκεις και μερικά απομεινάρια από βασάλτη[14]. Παρόλο που ο χειμώνας ήταν πολύ βροχερός, δεν υπήρχε ούτε μια σταγόνα νερό, και αλλού δίνει μια ενδιαφέρουσα εικόνα για τα βότσαλα του Ινάχου, που πληγώνουν τα πόδια μιας νέας κοπέλας, που λυγίζει καθώς κουβαλάει ένα φορτίο της από πράσινο κριθάρι... Ο ίδιος μαρτυρεί ότι την εποχή του ταξιδιού του, κάποιος σχολαστικός αστυνόμος απαιτούσε από τους αγωγιάτες άδεια διάβασης από την κοίτη του.

Ο Πουκεβίλ βρήκε τους Αργείους να επισκευάζουν ένα μακρύ φράγμα στον ποταμό του Άργους, το οποίο είχαν κτίσει για να προστατέψουν την πόλη τους τόσο από τις πλημμύρες του, όσο και από τις αμέτρητες κροκάλες που παρασύρουν τα νερά του τις χειμωνιάτικες βροχές. Ίσως να πρόκειται για την ίδια τοποθεσία, όπου είδαμε πως υπήρχε το αρχαίο αντιπλημμυρικό ανάχωμα. Ενώ εδώ συγχέει τον ποταμό αυτόν με τον Ίναχο, λίγο πριν σωστά ταυτίζει τον Ξεριά με τον αρχαίο Χάραδρο, σημειώνοντας μάλιστα πως «διασχίζεται από ένα πέτρινο ανάχωμα με τρεις κάμαρες». Δυστυχώς, δεν δίνει περισσότερες λεπτομέρειες για το έργο αυτό. Με λίγη τόλμη θα μπορούσαμε να το συσχετίσουμε με το ρωμαϊκό υδραγωγείο, που έφερνε στο Άργος τα νερά του Κηφισού.

Ο Τραντ εξέδραμε από το Άργος, για να επισκεφτεί μια σπηλιά, άντρο ενός κλέφτη που τον έλεγαν Τζοκρίση. Όπως προκύπτει από την περιγραφή, η σπηλιά ήταν ανοιγμένη μέσα σε ψηλό κατακόρυφο βράχο πάνω από την κοίτη του κατά τον Τραντ Ίναχου, δυτικά και όχι μακριά από το Άργος. Όμως, ο τελευταίος για μεγάλο διάστημα, βόρεια αρχικά και δυτικά στη συνέχεια του Άργους, διαρρέει χώρο πεδινό, έτσι ώστε τέτοια σπηλιά δεν μπορεί να υπάρξει στις όχθες του, αντίθετα με τον Χάραδρο, που ανταποκρίνεται στην περιγραφή αυτή, όπως και στο χαρακτηριστικό της μεγάλης κατωφέρειας της κοίτης του. Αλλά να τι λέει ο Άγγλος:

 

αν κρίνουμε από το βάθος και το πλάτος, πρέπει να ήταν ποταμός μιας κάποιας σημασίας, αλλά ακόμα και τώρα στα μέσα του Γενάρη είναι αρκετά ξερός. Η κλίση του εδάφους είναι τόσο απότομη, που το νερό που συγκεντρώνεται από το λιώσιμο του χιονιού ή τη βροχή στα βουνά, μεταφέρεται σε λίγες ώρες και καθώς ορμάει κάτω με μεγάλη βία, σχηματίζεται ένα κανάλι, αρκετά δυσανάλογο με την ποσότητα του μεταφερόμενου νερού.

 

Ο Mure αφού πέρασε τον Ίναχο, φτάνοντας στο Άργος διηγείται βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους: Η ξερή κοίτη του χειμάρρου που περάσαμε αμέσως πριν μπούμε στο Άργος, συνήθως κατά λάθος θεωρούμενου από τους ταξιδιώτες ως Ίναχος, παρ’ όλο το μεγαλύτερο εύρος της και τον ορμητικότερο χαρακτήρα του ρεύματός της, ευκαιριακά κατεβάζει νερό και δεν μπορεί να ανταγωνισθεί για την τιμή του ονόματος μ’ έναν γείτονα που η διαδρομή του είναι μακρύτερη και πιο μέσα στην καρδιά της περιοχής του Άργους (γιατί ο Ίναχος ήταν ποταμός όχι της πόλης αλλά της περιοχής) και τα νερά του οποίου αν όχι διηνεκή, σπάνια αφήνουν την κοίτη του ολότελα ξερή.

 

Χάραδροι και Χαράδρες

 

Το όνομα αυτό υπήρχε ήδη από τη μυκηναϊκή εποχή, αφού σε εννέα πήλινες επιγραφές διαβάστηκε υπό τη μορφή Κα-ρα-ντο-ρο [15]. Η λέξη προέρχεται από το χαράσσω. Χάραδροι ποταμοί στην Ελλάδα υπήρχαν σε Αχαΐα, Μεσσηνία, Αρκαδία, Φωκίδα και Ήπειρο [16]. Με τους δυο τελευταίους συνάπτονται και ομώνυμες πόλεις. Αναφέρεται και χάραδρος, που πρέπει να ήταν παραπόταμος του Ευρώτα. Τέλος, ο Στράβων [17] αναφέρει τοπωνύμιο της Μεσσηνίας, ο Εκαταίος [18] Χάραδρο ποταμό της Ασίας, ο δε Στ. Βυζάντιος λιμάνι της Κιλικίας.

Συναφές τοπωνύμιο είναι η Χαράδρα. O Hσύχιος εξηγεί: Χαράδρα: χείμαρρος, ποταμός, κατάγει δε ούτος παντοία εν τω ρεύματι και κατασύρει” και Χαράδραι: αι χαράξεις του εδάφους και οι κοίλοι τόποι από των καταφερομένων ομβρίων υδάτων. Ο Σουΐδας: Χαράδρα: Διώρυξ πηλού μεστή, όλεθρον ουχ ύδωρ έχουσα και Χαράδραι: αι διαιρέσεις κατά σχίσματα και οι χείμαρροι γης. Έτσι αποκαλούνταν στην αρχαιότητα ο ποταμός Νεμέα, το ρέμα του Μαραθώνα, η ρεματιά του Αμφιαράειου στον Ωρωπό, ο χείμαρρος του αρκαδικού Ορχομενού που καταλήγει στον παραπόταμο του Λάδωνα τον Τράγο και όπως είδαμε, ο ίδιος ο αργολικός Χάραδρος.

 

Υποσημειώσεις


[1] Κορίνθου, Μαντινείας, Κυνουρίας (παραπόταμος Τάνου), Βυτίνας (π. Μαλοίτας), Αργολίδας (παραπόταμος Ποταμιάς), Λακωνίας (παραπόταμος του Ευρώτα) κ.ά.

[2] Βλ. «Το Μυκηναϊκό Άργος», άρθρο του αρχαιολόγου Χ. Ι. Πιτερού στην Καθημερινή της 31-5-’98.

[3] Το τοπωνύμιο συναντάμε και στον Ίναχο, στην περιοχή της Στέρνας.

[4] 2, 25, 2.

[5] Είναι αξιοσημείωτο το ότι και στον αττικό Χάραδρο του Μαραθώνα, υπήρχε πόλη Οινόη.

[6] Γ.Α. Πίκουλα «Οδικό δίκτυο και άμυνα», εκδόσεις Horos, Αθήνα, 1995.

[7] 1812-1875. Συγγραφέας αρχαιολογικών και ιστορικών βιβλίων.

[8] Α. Σ. Αρβανιτόπουλος (Πρακτ. Αρχ. Εταιρείας 1917).

[9] Ιλ. Ο, 372.

[10] Απ. XII. F.H.G. III 119. Ο εκδότης των αποσπασμάτων του Πολέμωνα Preller πιστεύει πως πρόκειται για το Χάραδρο.

[11] Θουκιδίδης 5, 60. Ο κορυφαίος Αθηναίος ιστοριογράφος, αναφέρει αυτά στον «Πελοποννησιακό πόλεμο».

[12] Φωτάκος.

[13] Σ. Παναγιωτόπουλου «Λάρισα η Αργεώτις», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1959.

[14] Πέτρωμα σκοτεινού χρώματος και μεγάλης αντοχής.

[15] Πινακίδες της Πύλου. Ventris-Chadwick 148, α. Το πιθανότερο είναι να πρόκειται για αναφορά στο μεσσηνιακό Χάραδρο.

[16] Πρόκειται αντίστοιχα για τους χειμάρρους Βελβιτσιάνο, Τζαμή (παραπόταμο του Παμίσου), Βρασιάτη, ένα παραπόταμο του φωκικού (ή και βοιωτικού) Κηφισού   και τον ποταμό Λούρο.

[17] 8, 360.

[18] F.H.Graec. I Hecataei, 251.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

 

Read Full Post »

Αριστοδάμιδας – ΜΕ’ Βασιλιάς του Άργους


 

Ο Αριστοδάμιδας (7ος αιώνας π.Χ.), Τημενίδης και αυτός, ανήλθε στο θρόνο του Άργους μετά το Μήδωνα. Άγνωστο όμως είναι, αν στο ενδιάμεσο είχε βασιλεύσει άλλος. Λίγα πράγματα γνωρίζουμε για το βίο του, έκτος του ότι γιοι του ήταν, ο περίφημος βασιλιάς του Άργους και διάδοχός του, Φείδωνας και ο Πέρδικας [i] ή Κάρανος, ο ιδρυτής των Αιγών [ii] πρώτης πόλης του βασιλείου της Μακεδονίας και πρόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου.

 

 Υποσημειώσεις


 

[i] Οι Αιγές στους αιώνες: Στα νότια του ποταμού Αλιάκμονα, στη «Μακεδονίδα γη» του Ηροδότου, στους πρόποδες των Πιερίων, του αρχαίου «Μακεδονικού όρους», βρίσκονται αι Αιγεαί, η πρώτη πόλη των Μακεδόνων, που το όνομά της σημαίνει «ο τόπος με τα πολλά κατσίκια».

«Αι Αιγεαί» ήταν μια πόλη «κατά κώμας», ένα ‘ανοιχτό’ πολεοδομικό μόρφωμα με το «άστυ» στο κέντρο και πολλούς μικρούς και μεγάλους οικισμούς ολόγυρα, ο αριθμός των οποίων δικαιολογεί τον πληθυντικό του ονόματος, όπως συμβαίνει με πολλές άλλες αρχαίες πόλεις, όπως αι Αθήναι, αι Θήβαι, αι Φεραί κ.λ.π. Tο μόρφωμα αυτό που αναπτύχθηκε οργανικά στο χρόνο αποτυπώνει στο χώρο το αρχαιότροπο μοντέλο μιας κοινωνίας στηριγμένης στην αριστοκρατική δομή των γενών με σημείο αναφοράς και πόλο συνοχής τη βασιλική εξουσία.

Στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. ο Περδίκκας Α΄, ένας Δωριέας από το Άργος, απόγονος σύμφωνα με την παράδοση της γενιάς του Ηρακλή, γίνεται βασιλιάς των Μακεδόνων. Οι Αιγές γίνονται το λίκνο των Τημενιδών, της δυναστείας που θα βασιλέψει για τρεισήμισι αιώνες στη Μακεδονία και θα δώσει στην ανθρωπότητα τον Φίλιππο Β΄ και τον Μέγα Αλέξανδρο, που ξεκινώντας από τις Αιγές άλλαξαν την ιστορία της Ελλάδας και του κόσμου.

Στις βασιλικές ταφικές συστάδες της πολύχρυσης νεκρόπολης των Αιγών που βρέθηκαν ως τώρα, τεκμηριώνεται η μεγάλη ακμή της πόλης. Όσο βασιλεύει ο Αλέξανδρος Α΄ (498-454 π.Χ.) οι Αιγές γίνονται κέντρο του σημαντικότερου ελληνικού κράτους του βορρά. Στα χρόνια του Αρχέλαου (413-399 π.Χ.) η αυλή των Αιγών αποδεικνύεται φιλόξενο λιμάνι για μεγάλους καλλιτέχνες που θα λαμπρύνουν με την παρουσία τους τη ζωή της πόλης. Ο σπουδαίος ζωγράφος Ζεύξις θα διακοσμήσει το νέο ανάκτορο του βασιλιά και ο Ευριπίδης θα συνθέσει εδώ τις τελευταίες τραγωδίες του.

Η μεγάλη ώρα για τη Μακεδονία και τις Αιγές, όμως, θα σημάνει με την ανάρρηση στο θρόνο του Φιλίππου Β΄, που θα συγκεντρώσει γύρω του την αφρόκρεμα της διανόησης με αποτέλεσμα η αυλή του να γίνει μήτρα παραγωγής πολιτισμού, όπως η Αθήνα του Περικλή. Ο Φίλιππος Β΄ είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από το τεράστιο οικοδομικό πρόγραμμα, που εξωράισε τις Αιγές μεταμορφώνοντας ριζικά την εικόνα της πόλης.

Το πρώτο μισό του 4ου αι. π.Χ. οι γενικότερες πολιτικοστρατιωτικές εξελίξεις αναγκάζουν τον Μακεδόνα βασιλιά και την οικογένειά του να μένει όλο και πιο συχνά στην Πέλλα, το λιμάνι στη βόρεια πλευρά του Θερμαϊκού που αναπτύσσεται γρήγορα σε μεγάλη πόλη. Ωστόσο, οι Αιγές παραμένουν το πατροπαράδοτο κέντρο, ο τόπος όπου βρίσκονται τα παλάτια και οι τάφοι των βασιλιάδων και εξακολουθούν να τελούνται οι κρίσιμες ιερές τελετές και οι μεγάλες γιορτές του βασιλείου.

Το καλοκαίρι του 336 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄, εκλεγμένος ηγεμόνας και αρχιστράτηγος όλων των Ελλήνων, αποφάσισε να γιορτάσει στις Αιγές την παντοδυναμία του με μια πρωτοφανή σε λαμπρότητα γιορτή. Καθώς, ακολουθώντας την ιερή πομπή, έμπαινε στο θέατρο, συνάντησε το μαχαίρι του δολοφόνου και έπεσε νεκρός μπροστά στα μάτια των συγκεντρωμένων. Ο Αλέξανδρος ανακηρύχθηκε βασιλιάς και φρόντισε να θάψει τον πατέρα του στην βασιλική νεκρόπολη των Αιγών με τιμές που ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο.

Στην αρχή της άνοιξης του 334 π.Χ. ο νεαρός βασιλιάς θα ξεκινήσει από τις Αιγές την μεγάλη εκστρατεία που θα τον κάνει κοσμοκράτορα. Οι νέες τάσεις και τα ρεύματα που γεννήθηκαν στο περιβάλλον του Φιλίππου Β΄ θα μεταλαμπαδευτούν από τον Αλέξανδρο στην Ελληνιστική Οικουμένη και θα γίνουν τα θεμέλια του λαμπρού νέου κόσμου.

Η ιστορία του κόσμου άλλαξε, όμως, η παλιά βασιλική καθέδρα πέρασε στο περιθώριο. Ακολουθώντας τη μοίρα του βασιλείου οι Αιγές καταστράφηκαν μετά την ήττα του 168 π.Χ. από τους Ρωμαίους, ξέπεσαν και σιγά-σιγά ξεχάστηκαν. Ώσπου το 1977 η σκαπάνη του Μανόλη Ανδρόνικου χάρισε στον τόπο ξανά το όνομά του και η ιστορία της Μακεδονίας άρχισε να ξαναγράφεται.

Κείμενο: Αγγελική Κοτταρίδη – Πηγή: http://www.aigai.gr

[ii] Αιγές (Βεργίνα): Στα δυτικά, νοτιοδυτικά πέρατα της πεδιάδας της Θεσσαλονίκης, στις βόρειες παρυφές των Πιερίων, ανατολικά του Αλιάκμονα, βρίσκονται η Βεργίνα και τα Παλατίτσια, δύο γειτονικά χωριά που ορίζουν το χώρο της πόλης των Αιγών, μακεδονικής πρωτεύουσας ως τις αρχές του 4ου αι. π.Χ. και βασιλικής νεκρόπολης.

Οι ανασκαφές που ξεκίνησαν το 1861 από τον Γάλλο αρχαιολόγο L. Heuzey και συνεχίζονται από το 1938 έως τις μέρες μας από το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης και την Αρχαιολογική Υπηρεσία έχουν φέρει στο φως τα μνημειώδη ανάκτορα, τμήμα της αρχαίας πόλης και της οχύρωσής της με το θέατρο και τα ιερά αφιερώματα στην Εύκλεια και τη Μητέρα των Θεών, καθώς και πολυάριθμους μακεδονικούς τάφους ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζουν αυτοί της Μεγάλης Τούμπας. Παράλληλα, στα βόρεια της αρχαίας πόλης έχουν ανασκαφεί τμήματα του Προϊστορικού νεκροταφείου καθώς και ταφές που χρονολογούνται έως και τους πρώιμους κλασικούς χρόνους.

 

 

 

Πηγές


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.
  • ΙΖ ΕΠΚΑ – http://www.aigai.gr

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μή­δων (Μήδωνας) – ΜΔ’ Βασιλιάς του Άρ­γους


 

 

Ο Μή­δωνας ήταν γιος του Κείσου βασιλιά του Άρ­γους, ανήλθε στο θρόνο του Άρ­γους, ως διάδοχος του πατέρα του, ελάχιστα είναι γνωστά για αυτόν το βασιλιά. Επί της εποχής του η βασιλεία είχε αρχίσει να παρακμάζει και το πολίτευμα να γίνεται περισσότερο φιλελεύθερο, ο Παυ­σα­νί­ας σημειώνει: «Οι Αργείοι όμως, καθώς ανέκαθεν αγαπούσαν την ισότητα και την αυτονομία, περιόρισαν στο ελάχιστο την εξουσία των βασιλέων, ώστε στο Μήδωνα γιο του Κείσου και στους απογόνους του να μείνει το όνομα μόνο της βασιλείας».

 

«Ἀρ­γε­ῖ­οι δὲ, ἄ­τε ἰ­ση­γο­ρί­αν καὶ τὸ αὐ­τό­νο­μον ἀ­γα­πῶν­τες ἐκ πα­λαι­ο­τά­του, τὰ τῆς ἐ­ξου­σί­ας τῶν βα­σι­λέ­ων ἐς ἐ­λά­χι­στον προ­ὴ­γα­γον, ὡς Μή­δω­νι τῷ Κεί­σου καὶ τοῖς ἀ­πο­γό­νοις τό ὄ­νο­μα λει­φθῆ­ναι τῆς βα­σι­λεί­ας μό­νον». (Παυσ. Β΄. XIX, 2).

 

Πηγές


 

  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.
  • Παπαχατζής Νικ., «Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις, Κορινθιακά – Λακωνικά», Αθήνα, 2004.

Read Full Post »

Κείσος – ΜΓ’ Βασιλιάς του Άργους


 

Ο Κείσος ήταν ο μεγαλύτερος από τους γιους του βασιλιά του Άργους Τημένου. Ο Κείσος και τα αδέλφια του παραμερίστηκαν από τον πατέρα τους, ο οποίος προόριζε το θρόνο του Άργους για το Δηιφόντη, στρατηγό – σύμβουλό του και σύζυγο της κόρης του Υρνηθούς. Αυτό κίνησε το φθόνο των γιων του Τημένου, οι οποίοι προσπάθησαν να δολοφονήσουν τον πατέρα τους. Ο Τήμενος όμως δεν πέθανε αμέσως, εξόρισε τους γιους του και έδωσε το βασίλειό του στο Δηιφόντη. Παρ’ όλα αυτά κατόρθωσαν να γυρίσουν και να ξαναποκτήσουν το θρόνο του Άργους, ενώ ο Δηιφόντης με τη γυναίκα του κατέφυγαν στην Επίδαυρο.

Ο Κείσος, και οι άλλοι γιοι του Τημένου θέλησαν να πείσουν την αδελφή τους Υρνηθώ να εγκαταλείψει τον άνδρα της. Όταν έφτασαν στην Επίδαυρο έστειλαν κήρυκα στην αδελφή τους πως θέλουν να της μιλήσουν. Τότε άρχισαν να κατηγορούν το Δηιφόντη και να την παρακαλούν να γυρίσει στο Άργος, υποσχόμενοι ότι θα της δώσουν σύζυγο πολύ καλύτερο που να είναι άρχοντας σε μεγαλύτερο και ευτυχέστερο τόπο. Εκείνη αρνήθηκε, αποκαλώντας τους πατροκτόνους. Τότε την άρπαξαν με τη βία. Ο Δηιφόντης τους καταδίωξε και σκότωσε τον Κερύνη, οι υπόλοιποι θανάτωσαν την Υρνηθώ.

Με το Δηιφόντη στην Επίδαυρο και το θάνατο της Υρνηθούς, ανήλθε στο θρόνο του Άργους ο Κείσος ως διάδοχος του Τημένου και νόμιμος κληρονόμος. Παιδιά του Κείσου ήταν, ο Μήδωνας, ο Φλίας, ο Θέστιος, ο Μάρωνας και ο Αλθαιμένης.

 

Πηγή


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Δηι­φόν­της – ΜΒ’ Βασιλιάς του Άργους


 

 

Ο Ηρακλείδης Δηιφόντης ήταν γιος του Αντιμάχου και δισέγγονος του Ηρακλή, σύζυγος της Υρνηθούς, κόρης του βασιλιά του Άργους Τημένου. Ο Τήμενος τον έκανε στρατηγό και σύμβουλό του σε όλες τις πολεμικές του επιχειρήσεις, αντί των γιων του, ενώ τον προόριζε και για διάδοχό του στον θρόνο [1]. Αυτό κίνησε το φθόνο των γιων του Τημένου, οι οποίοι προσπάθησαν να δολοφονήσουν τον πατέρα τους. Ο Τήμενος όμως δεν πέθανε αμέσως, αποκλήρωσε τους γιους του και έδωσε το βασίλειό του στον Δηιφόντη [2]. Παρ” όλα αυτά κατόρθωσαν να γυρίσουν και να ξαναποκτήσουν το θρόνο του Άργους, ενώ ο Δηιφόντης με τη γυναίκα του κατέφυγαν στην Επίδαυρο, αφού ο Πιτυρέας, τελευταίος βασιλιάς του τόπου, παρέδωσε χωρίς μάχη τη χώρα στον Δηιφόντη και τους Αργείους. Οι Αργείοι τότε χωρίστηκαν στα δύο, γιατί ο στρατός προτιμούσε τον Δηιφόντη και την Υρνηθώ από τους γιους του Τημένου.      

Ο Κείσος, και οι άλλοι γιοι του Τημένου θέλησαν να πείσουν την αδελφή τους Υρνηθώ να εγκαταλείψει τον άνδρα της. Όταν έφτασαν στην Επίδαυρο έστειλαν κήρυκα στην αδελφή τους πως θέλουν να της μιλήσουν. Τότε άρχισαν να κατηγορούν τον Δηιφόντη και να την παρακαλούν να γυρίσει στο Άργος, υποσχόμενοι ότι θα της δώσουν σύζυγο πολύ καλύτερο που να είναι άρχοντας σε μεγαλύτερο και ευτυχέστερο τόπο. Εκείνη αρνήθηκε, αποκαλώντας τους πατροκτόνους [3] έτσι την άρπαξαν με τη βία, ο Δηιφόντης τους καταδίωξε και σκότωσε τον Κερύνη, οι υπόλοιποι θανάτωσαν την Υρνηθώ.

Οι Ε­πι­δαύ­ρι­οι την ­τίμησαν και την έθαψαν εκεί, ιδρύοντας ηρώο. Οι Αρ­γεί­οι αργότερα τη ­λάτρευσαν και ίδρυσαν και αυτοί κενοτάφιο. Προς τιμή της Υρ­νη­θούς ονομάστηκε «Υρ­νη­θίς ή Υρ­νη­θία» μία από τις τέσσερες Δωρικές φυλές του Άρ­γους. Κατά τον Πο­λύ­αι­νο ο Δηι­φόν­της ­βο­ή­θ­η­σε τους Δω­ρι­είς στην κατάληψη πολλών κτήσεων του Άρ­γους.

Η Υρνηθώ και ο Δηιφόντης απέκτησαν τέσσερα παιδιά: τον Αντιμένη, τον Ξάνθιππο, τον Αργείο και την Ορσοβία. (Παυσ. Β, 28, 6). Μετά τον Δηι­φόν­τη, ανήλθε στο θρόνο του Άρ­γους, ο Κεί­σος, γιος του Τη­μέ­νου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] «Τή­με­νος δέ ἐκ μέν το­ῦ φα­νε­ροῦ Δη­ϊ­φόν­τη τῷ Ἀν­τι­μά­χου το­ῦ Θρα­συ­ά­νο­ρος το­ῦ Κτη­σὶπ­που το­ῦ Ἠ­ρα­κλὲ­ους στρα­τηγῷ πρός τάς μά­χας ἐ­χρή­σα­το ἀν­τὶ τῶν υἱ­­ῶν καὶ σύμ­βου­λον ἐς πάν­τα εἶ­χεν, ἅ­τε αὐ­τὸν τε ἐ­κεῖ­νον πε­ποι­η­μέ­νος πρὸ­τε­ρον ἔ­τι γαμ­βρὸν καὶ τῶν παὶδων ἀ­ρε­σκό­με­νος τῷ Ὑρ­νη­θοῖ μά­λι­στα, ὑ­πο­πτεύ­ε­το δέ ἤ­δη καὶ τήν βα­σι­λεί­αν ἐς ἐ­κείνην καὶ Δη­ϊ­φόν­την τρέ­πειν. Ἐ­πε­βου­λεύ­θ­η δέ τού­των ἕ­νε­κα ὑ­πὸ τῶν υἱ­­ῶν». (Παυσ. Β”, XIX,27,31,5).

[2] Με­τὰ τόν φὸ­νον το­ῦ Τη­μὲ­νου τό βα­σί­λει­ον πε­ρι­ῆλ­θεν εἰς τὰς χεὶρας το­ῦ Δη­ϊ­φόν­του καὶ τῆς Ὑρ­νη­θοῦς, βρα­δύ­τε­ρον δέ ὁ Δη­ϊ­φόν­της κα­τα­δι­ω­κό­με­νος ἀ­πὸ τοὺς υἱ­ούς το­ῦ Τη­μὲ­νου κα­τέ­φυ­γεν εἰς τήν Ἐ­πίδαυ­ρον, ὃ­που ὁ ἐ­κε­ῖ ἄρ­χων Πι­τυ­ρεὺς πα­ρὲδω­σε»…λέ­γου­σι ἀ­μα­χεί τήν γῆν Δη­ϊ­φόν­τη καὶ Ἀρ­γεὶοις». (Παυσ. B” XXVI,2).

[3] «Κεῖ­σος καὶ οἱ λοι­ποί Τη­μέ­νου παῖ­δες μά­λι­στα ἤ­δε­σαν Δη­ϊ­φόν­την λυ­πή­σον­τες, εἰ δι­α­λῦ­σαὶ πὼς ἀπ᾽ αὐ­το­ῦ τήν Ὑρ­νη­θώ δυ­νη­θε­ῖ­εν. Ἀ­φὶ­κον­τα οὖν ἐς Ἐ­πίδαυ­ρον Κε­ρύ­νης καὶ Φάλ­κης∙ Ἀρ­γαί­ῳ γὰρ τῷ νε­ω­τὰ­τω τὰ ποι­ού­με­να οὐκ ἤ­ρε­σκεν. Οὗ­τοι δέ στή­σαν­τες τὸ ἅρ­μα ὑ­πό τὸ τεῖ­χος Κή­ρυ­κα ἀ­πο­στέλ­λου­σι πα­ρά τὴν ἀ­δελ­φὴν, ἐλ­θε­ῖν δῆ­θεν ἐς λό­γους αὐ­τῇ βου­λὸ­με­νοι. Ὡς δέ ὑ­πή­κου­σε κα­λοῦ­σιν, ἐν ταῦ­θα οἱ νε­α­νί­σκοι πολ­λὰ μὲν Δη­ϊ­φόν­του κα­τη­γὸ­ρουν, πολ­λὰ δέ αὐ­τὴν ἱ­κέ­τευ­ον ἐ­κε­ὶ­νην ἐ­πα­νεί­κειν ἐς Ἄρ­γος, ἀλ­λὰ τε ἐ­παγ­γε­λό­με­νοι καὶ ἀν­δρὶ δώ­σειν αὐ­τὴν Δη­ϊ­φόν­του τὰ πάν­τα ἀ­μεί­νο­νι καὶ ἀν­θρώ­πων πλει­ὸ­νων καὶ γῆς ἄρ­χον­τι εὐ­δαι­μο­νε­στέ­ρας. Ὑρ­νη­θώ δέ τοῖς λε­χθε­ῖσιν ἀλ­γὴ­σα­σα ἀ­πε­δὶδου σφὶσι τήν ἴ­σην, Δη­ϊ­φόν­την μὲν αὐ­τῇ τε ἄν­δρα ἀ­ρε­στόν εἶ­ναι φή­σα­σα καὶ Τη­μέ­νῳ γέ­νε­σθαι γαμ­βρόν οὐ μεμ­πτόν, ἐ­κεί­νοις δέ Τη­μέ­νου προ­σή­κειν σφα­γε­ῦσιν ὀ­νο­μά­ζε­ται μᾶλ­λον ἢ παι­σὶν∙ Καὶ τὴν μὲν οὐ­δὲν ἔ­τι ἀ­πο­κρι­νό­με­νοι συλ­λαμ­βά­νου­σι, ἀ­να­θέν­τες δέ ἐς τὸ ἅρ­μα ἀ­πή­λαυ­νον». (Παυσ. B” XXVIII 4,5).

 

Πηγές


 

  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.
  • Γιάννης Λάμψας, «Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, Ελλάδα-Ρώμη», Εκδόσεις Δομή, Τόμος ‘Δ, Αθήνα, χ.χ.
  • Παπαχατζής Νικ., «Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις, Κορινθιακά – Λακωνικά»,  Αθήνα, 2004.

Read Full Post »

Τισαμενός – Μ’ Βασιλεύς του Άργους


 

Ο Τισαμενός ήταν γιος του Ορέστη και της Ερμιόνης, θυγατέρας του Μενέλαου και της Ελένης. Βασίλευσε στο θρόνο του Άργους, των Μυκηνών και της Σπάρτης, μετά την αναχώρηση του πατέρα του στην Αρκαδία. Κατά τον Παυσανία βασίλευσε μετά το θάνατο του Ορέστη.

 

 «Ορέστου δε αποθανόντος εσχε Τισαμενός την αρχήν Ερμιόνης της Με­νελάου και Ορέστου παις» (Παυσ. Β”, Χ VIII,7).

Η επικράτειά του απλώνονταν από το Άργος μέχρι τη Σπάρτη. Όταν έγινε η κάθοδος των Ηρακλειδών, αρχικά τους απέκρουσε και σκότωσε τον Ηρακλείδη Αριστόμαχο, αργότερα όμως ηττήθηκε από τους γιους του Αριστόμαχου, Τήμενο, Κρεσφόντη και Αριστόδημο και έπεσε στην μάχη [1]. Μετά το θάνατο του Τισαμενού έπαψε οριστικά η δυναστεία των Ατρειδών μετά από τόσο ένδοξο και πολυτάραχο βίο. Γιοι του Τισαμενού ήταν ο Πανθέλιος, ο Άγωρις και ο Δαμάσιος.

 

Υποσημείωση


 [1] Απολλόδωρος II,8,2.

 

Πηγή


 

  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λυκαυγές – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

 

Read Full Post »

Ηλέκτρα


 

 

Ηλέκτρα: βασιλοπούλα των Μυκηνών, κόρη του Αγαμέμνονα και της Κλυταιμνήστρας, Ο πρώτος που την αναφέρει είναι ο Αισχύλος στις Χοηφόρους του. Βοήθησε τον αδερφό της Ορέστη να σκο­τώσει τη μητέρα τους και τον ερα­στή της Αίγισθο για τη δολοφονία του πατέρα τους.

 

Ορέστης και Ηλέκτρα. Αρχαιολογικό μουσείο Νάπολης.

Ορέστης και Ηλέκτρα. Αρχαιολογικό μουσείο Νάπολης.

 

Η Ηλέκτρα πα­ντρεύτηκε τον εξάδελφο της Πυλάδη, ο οποίος ήταν και αδελφικός φίλος του Ορέστη και του παραστεκόταν, επειδή τον κέντριζαν οι ερινύες ως μητροκτόνο, και μαζί πήγαν στην Ταυρίδα, σύμφωνα με εντολή του μαντείου (πρβλ. «Ιφιγέ­νεια εν Ταύροις» του Ευριπίδη). Από το γάμο Ηλέκτρας – Πυλάδη γεννή­θηκαν δυο αγόρια, ο Στρόφιος και ο Μέδων.

 

Παράσταση από λευκανική ερυθρόμορφη πελίκη του 4ου αιώνα π.Χ.  όπου απεικονίζονται  Ο Ορέστης, ο Ερμής και η Ηλέκτρα καθισμένη στο μνήμα του Αγαμέμνονα. Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι.

Παράσταση από λευκανική ερυθρόμορφη πελίκη του 4ου αιώνα π.Χ. όπου απεικονίζονται
Ο Ορέστης, ο Ερμής και η Ηλέκτρα καθισμένη στο μνήμα του Αγαμέμνονα. Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι.

 

Η Ηλέκτρα έγινε πολύ γνωστή από τους αρχαίους δραματουργούς και αγαπήθηκε πολύ. Μετά τον Αισχύλο, έγινε ηρωίδα τραγωδιών του Σοφοκλή και του Ευριπίδη, του Ρωμαίου Ατιλίου και πολλών νεότερων ποιητών. Ο Όμηρος δεν τη μνημονεύει και φαίνεται πως αντικατέστησε κάποια Λαοδίκη των ομηρικών επών. Πολλά ανάγλυφα, εικόνες σε αγγεία και αγάλ­ματα παριστάνουν σκηνές από τη ζωή της Ηλέκτρας. Ονομαστό είναι το σύμπλεγμα του Μουσείου της Νάπολης.

 

Η Ηλέκτρα στο μνήμα του Αγαμέμνονα, Sir William Blake Richmond (British, 1842-1921).

Η Ηλέκτρα στο μνήμα του Αγαμέμνονα, Sir William Blake Richmond (British, 1842-1921).

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Γιάννης Λάμψας, «Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, Ελλάδα-Ρώμη», Εκδόσεις Δομή, Τόμος ‘Δ, Αθήνα, χ.χ.

 

Read Full Post »

Older Posts »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 184 other followers