Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πολιτισμός’

1961-2011:Μισός αιώνας λειτουργίας του Μουσείου Άργους


 


Μουσείο στο Άργος:Η αρχή και η εξέλιξή του

 

Τον Ιούνιο του 1961 εγκαινιαζόταν το σημερινό μουσείο αρχαιοτήτων του Άρ­γους [1], ενώ από τα μέσα του 1959 είχε τελειώσει η ανακαίνιση – διαμόρφωση του κτιρίου της οικίας του Δημητρίου Καλλέργη σε αίθουσα μουσείου, στο ισόγειο της οποίας εκτέθηκαν τα ευρήματα της Λέρνας [2]. Ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα είχε διαμορφωθεί το αίτημα, από λογίους της πόλης, για ίδρυση στο Άρ­γος μουσείου άξιου της ιστορίας του, ενώ οι ανασκαφές του Ολλανδού Wilhelm Vollgraff (για λογαριασμό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών) κατά πρώτο στην αρχή του 20ού αιώνα, και έπειτα στη δεκαετία του 1930, αναζωπύ­ρωσαν το ενδιαφέρον, τώρα και από τις στήλες του τοπικού Τύπου.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Ο νέος κύκλος ανασκαφών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο Άργος, από την αρχή της δεκαετίας του 1950, ώθησε το από πολλές πλευρές πια ενδιαφέ­ρον, στη διαμόρφωση του σημερινού αρχαιολογικού μουσείου, με έξοδα του Γαλ­λικού Κράτους, αλλά και με την παραχώρηση της χρήσης της οικίας Καλλέργη,αυτής σε ερειπιώδη κατάσταση, από τον Δήμο Άργους, στον οποίο είχε δωρηθεί το κτίριο από τους απώτερους κληρονόμους του Καλλέργη.

Στο άρθρο αυτό θα εκθέσουμε την «πορεία» μουσείου για τις αρχαιότητες του Άργους από τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου βρίσκονται οι πρώτες πληροφορίες για στεγασμένη αρχαιολογική συλλογή στο Άργος, μέχρι τις μέρες μας. Αλλά είναι ανάγκη να προσθέσουμε ότι μόλις τώρα (πιθανόν 2012) δημιουργείται μουσείο για τις βυζαντινές αρχαιότητες (του Άργους, αλλά και της υπόλοιπης Αργολίδας), σε αίθουσες των Στρατώνων Καποδίστρια, ενώ δεν γίνεται καν, ακόμα, σοβαρά και οργανωμένα λόγος, για μουσείο της νεότερης ιστορίας και της λαογραφίας τηςπόλης.

Ο συντάκτης του άρθρου, τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει επανειλημμέ­να, σε διάφορα άρθρα του, τονίσει την ανάγκη για δημιουργία τέτοιου μουσείου, οργανωμένου βεβαίως με τις σύγχρονες μουσειολογικές αντιλήψεις. Τούτο ση­μαίνει ότι πρέπει να δημιουργηθεί μουσείο που δεν θα περιορίζεται σε έκθεση αντικειμένων, αλλά στόχο θα έχει την πρόκληση μέθεξης στους επισκέπτες, σε μία πόλη που δεν έπαψε να ζει συνεχώς με την πάροδο των χρόνων και των αιώ­νων. Ας ελπίσουμε ότι πρώτα ο Δήμος Άργους θα ενστερνισθεί την ιδέα αυτή, μέσα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κατανόησης της κοινωνικής και οικονομικής αξίας της πολιτισμικής ανάπτυξης.

1. Οι απαρχές

Ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης, ανάμεσα στα σκόρπια άρθρα και σημειώματά του, τόσο στον αργειακό όσο και στον αθηναϊκό Τύπο, δημοσίευσε με τα αρχικά του και με την άκρα σεμνότητα που τον διέκρινε, στην εφημερίδα «Δαναΐς» του Δημ. Δεσμίνη, μικρό άρθρο με τον τίτλο «Το εν Άργει Αρχαιολογικόν Μουσείον»[3], όπου με τη γνωστή αντικειμενικότητά του εκθέτει συνοπτικά τις απαρχές της στέγασης μιας πρώτης αρχαιολογικής συλλογής στο Άργος.

Μεταξύ άλλων γράφει ο Βαρδουνιώτης:

«Αι Αργείαι αρχαιότητες ήσαν διεσπαρμένοι τήδε κακείσε, μηδενός μεριμνώντος περί αυτών μέχρι 1 Δεκεμβρίου 1878. Τότε ο αείμνηστος έφορος των αρχαιοτήτων και ευλαβέστατος και ενθουσιώδης λάτρης αυτών Πανα­γιώτης Σταματάκης συνεκέντρωσε αυτάς και υπό το κατάστημα της Δημαρ­χίας μας συνέστησε και ετακτοποίησε πρώτος το αρχαιολογικόν της πόλεως ημών Μουσείον. Περιέλαβε δε τούτο 526 τεμάχια αρχαίων εκ του Ηραίου και του Άργους προ πάντων, μεταξύ των οποίων ήσαν και τινα πολλού λόγου άξια.

 Έκτοτε το Μουσείον μας εξηκολούθει πλουτιζόμενον εκ διαφόρων εκά­στοτε αρχαίων, τα πλείονα των οποίων προήλθον εκ των ανασκαφών της Λυκώνης, του θεάτρου, του λόφου της Ασπίδος κλπ.

 Η φύλαξις του Μουσείου αυτού ήτο ανατεθειμένη αρχήθεν εις τον εκάστο­τε κλητήρα της δημαρχίας. Και είχε μεν διορισθή δημοτικός τις Έφορος του Μουσείου υπό του δημοτικού συμβουλίου και του δημάρχου, αλλ” ο διορισμός ούτος ήτο μάλλον τιμητικός τίτλος, κενός πάσης εξουσίας και ενεργείας, σχεδόν ΙΝ ΡΑRTIBUS μέχρι Σεπτεμβρίου 1899, ότε ο δημοτικός αυτός έφο­ρος παρητήθη.

 Τούτου ένεκα και διευκολύνθησαν απώλειαί τίνες των εν τω Μουσείω αυτώ αρχαιοτήτων. Κατά δε τον Αύγουστον του 1900 εγένετο σοβαρά κλοπή τοιούτων, αίτινες όμως μετ” ου πολύ ανεκαλύφθησαν σχεδόν πάσαι.

Κατά την εποχήν εκείνην αφίκοντο ένεκα της ως άνω κλοπής εξ Αθηνών οι κ.κ. Καββαδίας και Τσούντας οίτινες και έλαβον μετά του κ. Νομάρχου Αργολίδος μέτρα διασώσεως των καλλιτέρων αρχαιοτήτων, αφού δεν ήσαν ασφαλείς εν τω Μουσείω μας, ως υπέδειξεν η κλοπή. Μόλις δε τον Οκτώβριον 1901 το Υπουργείον της Παιδείας διώρισε τακτικόν επιμελητήν των εν Άργει αρχαιοτήτων, όστις και μεριμνά και εργάζε­ται όσον δύναται διά το εν λόγω Μουσείον μας.

Λέγω όσον δύναται, διότι το Μουσείον έχει ήδη πλείστας αρχαιότητας σωρευθείσας πολλάς εν μια μόνη αιθούση. Και είναι απόλυτος ανάγκη, ει μη νέου ειδικού οικοδομήματος, τουλάχιστον μιας έτι αιθούσης και ερμαρίων προς αραίωσιν, τακτοποίησιν και νέαν απογραφήν και απαρίθμησιν των αρ­χαιοτήτων. Ο δήμαρχος Αργείων κ. Α. Καρατζάς, μεθ” ου αρκετά περί τούτου συνωμιλήσαμεν, υπεσχέθη φιλοτιμίας την παραχώρησιν της δευτέρας αιθού­σης, ήτις παράκειται τη πρώτη».

Τελειώνοντας το άρθρο του, ο Δημ. Βαρδουνιώτης καταλήγει ότι πρέπει να γίνουν επισκευές για την ανάδειξη του μουσείου, ότι ο Δήμος δεν έχει τα οικονομικά μέσα και ότι είναι ανάγκη να συνεισφέρει και το κράτος. Διαπιστώνει ότι το μου­σείο είναι γεμάτο σκόνη και απεριποίητο και ότι αν οι αρμόδιοι ευνοούν να το εγκαταλείψουν στην κατάσταση αυτή, είναι καλύτερα να το διαλύσουν και να μεταφέρουν αλλού τις αρχαιότητες. Πράγμα που προφανώς έγινε το 1900. Ως προς τον έφορο – επιμελητή αρχαιοτήτων του μουσείου, εντοπίζουμε σε δημοσιεύματα της εποχής [4] ότι το λειτούργημα αυτό είχε αναλάβει ακριβώς ο Δημ. Βαρδουνιώτης. Τα στοιχεία που παρέχει ο Δημ. Βαρδουνιώτης είναι δυνατό να διασταυρωθούν επωφελώς με όσα παραθέτει στο άρθρο που μνημονεύσαμε προηγουμένως, η Β. Χατζημιχάλη στο «Βήμα», και προφανώς τα μεταφέρει από το Δελτίον της Εν Αθή­ναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Σύμφωνα με αυτά, η περισυλλογή και έκθεση αρχαιοτήτων στο Άργος έγινε το 1872, αναφέροντας ότι στη Γεν. Συνέλευση της Εταιρείας της 18ης Ιουνίου, ο Γεν. Γραμματέας της δήλωσε ότι αποφασίσθηκε για πρώτη φορά η επιθεώρηση όλων των αρχαιοτήτων του κράτους, μάλιστα στις επαρχίες, που προέρχονταν «εξ αγροικίας τινός ή πλεονεξίας, ηύξανον δ” επιφόβως οσημέραι, ένεκα της ακηδίας των κατά τόπους αρχών». Και επειδή κανένα από τα τότε μέλη της Εταιρείας δεν μπορούσε να απουσιά­σει από τα καθήκοντά του στην Αθήνα, επιφορτίσθηκαν άλλα κατάλληλα πρόσω­πα, και συγκεκριμένα ο σχολάρχης της Ερμούπολης Α. Βλαστός και ο βοηθός του «αρχαιολογικού γραφείου» του Υπουργείου Παιδείας Παν. Σταματάκης.

Τον Ιούλιο του 1871 ο Α. Βλαστός επισκέφθηκε και το Άργος και τακτοποίησε την συλλογή των αρχαίων. Το 1878 – και εδώ επιβεβαιώνεται εν μέρει ο Βαρδου­νιώτης- ο Π. Σταματάκης, που είναι πλέον έφορος αρχαιοτήτων στο Υπουργείο, κατεβαίνει στο Άργος, συγκεντρώνει αρχαία που ήταν διασκορπισμένα στην πόλη και τα περίχωρά της και τα μεταφέρει στην «δημοτικήν συλλογήν».

Στο μεταξύ είχαν αρχίσει στις Μυκήνες οι ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν και η Αργολίδα βρέθηκε στο προσκήνιο ευρωπαϊκού, πια, ενδιαφέροντος. Όμως από το 1831 εί­χαν γίνει περιορισμένες ανασκαφές στην αργολική πεδιάδα, μάλιστα στο Ηραίον, από τον γνωστό μας Τόμας Γκόρντον, που τότε ήταν επικεφαλής του ελληνικού στρατού και είχε κτίσει το σπίτι του στο Άργος (σήμερα έδρα της Γαλλικής Αρ­χαιολογικής Σχολής στην πόλη) από το 1829.

Η αρχαιολογική συλλογή του Άργους είναι, όμως, πλέον βέβαιο, μετά τη γνω­στοποίηση της διατριβής του Michel Seve [5], ότι είχε σχηματισθεί τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα και στεγασθεί από τότε ήδη στο υπόγειο του κτιρίου της Δημαρχίας [6]. Αυτό μαρτυρείται κατά πρώτο στην επίσκεψη του Ερνέστ Μπρε­τόν, το 1859 στο Άργος: «μια από τις αίθουσες της Δημαρχίας περιέχει μικρό μουσείο αγγείων, γλυπτών και διαφόρων αποσπασμάτων, που συνελέγησαν στις ανασκαφές».

Έπειτα, κατά την επίσκεψη του Σαρλ Σωμπ, το 1862 («Επισκέφθηκα στο κτί­ριο της κοινότητας, ένα μικρό δωμάτιο, γεμάτο από αρχαία υπολείμματα, όμως δεν είδα τίποτε το εντυπωσιακό»!). Συνεχίζοντας, όμως, με τους ταξιδιώτες που περνούν από το Άργος, σύμφωνα με την μαρτυρία του Εμίλ Ιζαμπέρ, το 1873, διαβάζουμε ότι:

«… μερικά ενδιαφέροντα υπολείμματα της αρχαιότητας είναι ακόμα διά­σπαρτα στη σύγχρονη πόλη, ανάμεσα στα άλλα και στο σπίτι του στρατηγού Τσώκρη, ένα ανάγλυφο που απεικονίζει την περίφημη ποιήτρια Τελέσιλλα» (sic από την πλευρά μας). «Στα κτίρια της δημαρχίας βρίσκεται μικρό μου­σείο το οποίο περιλαμβάνει ορισμένες επιγραφές, κυρίως όμως άξια προσο­χής είναι αποσπάσματα γλυπτικής της μετώπης του Ηραίου, έργα της σχολής του Πολυκλείτου που αποκαλύφθηκαν πριν ορισμένα χρόνια, στις ανασκα­φές που διευθύνονταν από τον κ. Ραγκαβή. Πρόκειται για αποσπασματικά υπολείμματα, κεφαλές, μέλη, τμήματα ενδυμάτων, που δεν δοκίμασαν διόλου να συσχετίσουν για να αναστηλώσουν τις μορφές. Όμως αυτά τα υπολείμματα, άκρως ενδιαφέροντα για την ιστορία της τέ­χνης, έχουν τέτοιαν ομορφιά ύφους, ώστε μπορούν να ανταγωνιστούν τα γλυπτά του Παρθενώνα».

Ο Γερμανός Φον Φραντς Πετί επισκέπτεται το Άργος το 1878, τότε που πιθανόν ο Σταματάκης έχει ήδη συνθέσει την αρχαιολογική συλλογή της πόλης. Αναφέρει ότι «το Άργος κατέχει, έτσι, μερικούς θησαυρούς της τέχνης της γλυπτικής, που αποκα­λύφθηκαν πρόσφατα και σχηματίζουν την αρχή μιας συλλογής. Μέχρι να αποκτήσει η πόλη ένα μουσείο, οι θησαυροί αυτοί διατηρούνται στο κτίριο του δικαστηρίου». Η μαρτυρία αυτή υποδεικνύει ότι στο κτίριο του Δημαρχείου είχε ξαναβρεί στέγη και η πρώτη λειτουργία του, του 1831, ως δικαστικού καταστήματος, παράλληλα με τη στέγαση της δημοτικής Αρχής. Ο Πετί συνεχίζει με το ότι ένας δημοτικός υπάλ­ληλος τον συνόδευσε:

«… σε ένα γραφείο προς τα πίσω, όπου διατηρούνται οι θησαυροί. Σε μια γωνιά έσκυβε μελαγχολικά ένα αντίγραφο της Αφροδίτης της Μήλου. Το α­ντίγραφο είναι αρκετά ασήμαντο, μόνο που το άγαλμα, με ύψος ενάμισο πό­δι, έχασε το κεφάλι του στο πέρασμα του χρόνου. Στο πλάι, μια ορθογώνια πλάκα με ανάγλυφη γυναικεία κεφαλή. Η έκφραση του προσώπου είναι ενερ­γητική, το μέτωπο είναι ισχυρό, τα μάτια ορθάνοιχτα, στα πλάγια βρίσκονται δύο φίδια, στραμμένα στην αρχή προς τα πάνω και έπειτα προς τα κάτω(…). Άλλη πλάκα παρουσιάζει ένα νεαρό σε άλογο, κι αυτόν σε ανάγλυφο και προ­φανώς καλής εποχής. Άλλα αποσπάσματα και πολυάριθμα κεραμικά και μπρούτζινα έχουν τοποθετηθεί σε ψηλές ντουλάπες, ανάμεσα σε σκονισμένα αρχεία. Στην αυλή του κτιρίου υπήρχαν πολλά κομμάτια κιόνων και επιστυλίων, που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους προέρχονται από το Ηραίον».

 

Την ίδια χρονιά επισκέπτεται το Άργος ο Ζοζέφ Ρενάκ και γράφει ότι «θα επισκε­φθούμε ένα μικρό μουσείο αρχαίων αποσπασμάτων, που αποκαλύφθηκαν στο Η­ραίον και συγκεντρώθηκαν στη Δημαρχία (σημείωση: «μου γράφουν από την Αθή­να ότι η πλατεία του Δημαρχείου του Άργους μόλις πήρε το όνομα πλατεία Γαμ­βέτα – Μάρτιος 1879» χρονολογία έκδοσης του βιβλίου του Ρενάκ):

Όταν μπήκαμε, το δημοτικό συμβούλιο συνεδρίαζε, με πουκάμισα, γύρω από ένα τραπέζι κουζίνας. Βλέποντάς μας, αυτοί οι ταπεινοί διάδοχοι των Ατρειδών, σηκώθηκαν και με χάρη μας παρουσίασαν την αξία του μουσείου τους. Εντυπωσιάστηκα ζωηρά από ένα μικρό μαρμάρινο άγαλμα, που η στά­ση του είναι ίδια με της Αφροδίτης της Μήλου, λίγο πιο όρθιο(…).

Αργότερα, το 1886, ο Άγγλος Τζον Ήντουιν Σάντυς, γράφει ότι επισκέφθηκε πρώ­τα «το μουσείο, ένα δωμάτιο στο ισόγειο της Δημαρχίας, στο ίδιο κτίριο με το τοπι­κό σχολείο. Ο δάσκαλος ξεκλείδωσε την πόρτα» και είδε πολυάριθμα αποσπάσμα­τα γλυπτικής, κυρίως από το Ηραίον. Επισημαίνει και αυτός το μικρό άγαλμα που μοιάζει με την Αφροδίτη της Μήλου και ένα άλλο που αναπαριστά νύμφη, όπως και πολλές επιγραφές.

Τέλος, το 1896, οι μαρτυρίες δύο άλλων ταξιδιωτών μας οδηγούν και πάλι στην αρχαιολογική συλλογή του μουσείου. Ο Γκυστάβ Λαρουμέ γράφει ότι «στο Δημαρχείο υπάρχουν ορισμένα όμορφα θραύσματα γλυπτικής, που σχηματίζουν μικρό μουσείο», ενώ ο αββάς Ε. Λε Καμύ, αφού πρώτα ταυτίζει τη σημερινή πλατεία του Αγίου Πέτρου, με τον νεόκτιστο τότε ομώνυμο ναό, με την … αρχαία αγορά του Άργους (ακόμα δεν είχε ανασκαφεί η πραγματική θέση της), αναφέρει ότι «το μουσείο, σε μία από τις αίθουσες της Δημαρχίας, είναι μέτριου ενδιαφέροντος», τα περισσότερα εκτιθέμενα ευρήματα προέρχονται από το Ηραίον.

«Τα αποσπάσμα­τα που συνελέγησαν θα έπρεπε να μας δώσουν μία ιδέα για τους δύο μεγάλους καλ­λιτέχνες που συνέδεσαν το όνομά τους με αυτό το αριστούργημα (σημ. τον ναό της Ήρας). Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει. Αυτά τα αποσυνδεμένα υπολείμματα, κεφα­λές, μέλη, επιτάφιοι λίθοι, μετόπες, επιγραφές, όλα θλιβερά κομματιασμένα, δεν λέ­νε σπουδαία πράγματα» (….). «Και αφού ξαναβρήκαν ένα ανάγλυφο που αναπαρι­στά την Τελέσιλλα (sic, από την πλευρά μας, φαίνεται ότι ήδη είχε εμπεδωθεί ο σχε­τικός μύθος), την ποιήτρια και πατριώτισσα που υπήρξε από τις δόξες του Άργους, γιατί δεν βρίσκεται εδώ; Ένας πλούσιος ιδιοκτήτης της πόλης το κράτησε και το φυλάει στο σπίτι του, μαζί με άλλα πολύτιμα αντικείμενα».

Πριν κλείσουμε αυτή την ενότητα, μεταφέρουμε εδώ μία περίεργη σημείωση του Γιάννη Βλαχογιάννη από το αρχείο του[7], μεταφορά από φύλλο της εφημερί­δας «Εφημερίς», σύμφωνα με την οποία το 1854 οι Μπούρσιαν και Ραγκαβής έσκαψαν στο Ηραίο και βρήκαν «χιλιάδες κουκλών και άλλας αρχαιότητας, αίτινες εξετέθησαν εν τω δημαρχιακώ καταστήματι Άργους. Εκ τούτων σήμερον ου­δεμία υπάρχει, άπασαι δ” απωλέσθησαν». Τη σημείωσή του έχει τιτλοφορήσει «Αρχαιοκαπηλεία εν Άργει».

Στο Ημερολόγιον του Σκόκου, δώδεκα χρόνια αργότερα [8], μεταφέρεται από­σπασμα από έργο του Εδουάρδου Έγγελ, στο οποίο αναφέρεται ότι το «μουσείον εύρηται έν τινι πενιχρά οικοδομή» και ότι «αξιόλογος κατάλογος των εν αυτώ, εκ­πονηθείς υπό του εν Βερολίνω πρέσβεως Αλ. Ραγκαβή» βρίσκεται στο μουσείο, τέλος δε ότι οι Αργίτες δεν κρατούν όσα αρχαία βρίσκουν, αλλά τα παραδίδουν στο μουσείο.

Οι πληροφορίες αυτές είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσες, όπως θα δού­με στη συνέχεια, μάλιστα για την ύπαρξη καταλόγου, ο οποίος στα 1911, όταν γράφει ο Βαρδουνιώτης, προφανώς είχε πια υπερκερασθεί από το πλήθος των νέ­ων ευρημάτων, ιδίως μετά τις ανασκαφές στο Άργος.

Για «μουσείο ενός δωματί­ου» κάνει λόγο και η Ίζαμπελ Άρμστρονγκ, σύμφωνα με σχετικά πρόσφατη δημο­σίευση αποσπάσματος βιβλίου της σε τοπικό περιοδικό [9]. Τέλος, ως προς τη φύλαξη του μουσείου είναι χαρακτηριστικό, μικρό σημεί­ωμα τοπικής εφημερίδας, σύμφωνα με το οποίο, όταν ο τότε ανασκαφέας του Η­ραίου Βαλστάιν επισκέφθηκε το μουσείο, διαπίστωσε ότι έλειπαν αγγεία που είχε δει σε προηγούμενη επίσκεψη του κι όταν ρώτησε τον «επιστάτη» τι απέγιναν, αυτός απάντησε ότι ξένοι επισκέπτες «χάριν φαίνεται ενθυμήσεως λαμβάνουσιν από ταύτα»! Και η εφημερίδα προσθέτει ειρωνικά ότι «Ημείς νομίζομεν ότι δεν πρέπει να γίνηται λόγος περί αυτών, διότι είναι μικρά αντικείμενα ανάξια φυλάξε­ως!!!» (εφημ. «Αγαμέμνων», 10-4-1854).

2. Στις αρχές του 20ού αιώνα

Η κλοπή που σημειώθηκε στην αρχαιολογική συλλογή του Άργους, η οποία, από όσα εκθέσαμε ήδη, φαίνεται ότι δεν είχε τύχει ιδιαίτερης φροντίδας και φύλαξης, μετά την οργάνωσή της από τον Π. Σταματάκη και την σύνταξη καταλόγου από τον Ραγκαβή, σφράγισε την τύχη της κατά το πέρασμα στον 20ό αιώνα. Σε εφημερίδες της εποχής η κατάσταση παρουσιάζεται με αρκετά ανάγλυφο τρόπο. Δημο­σιεύεται η είδηση, στα μέσα του 1901 [10], ότι η συλλογή πρόκειται να μεταφερθεί στο Ναύπλιο, είδηση που συνοδεύεται από σχόλιο ότι «Δεν μας αφήκαν τίποτε. Μας έχουν διαγράψει όλους (οι) επάνω. Μας αφήρεσαν όλα τα οποία είχομεν. Μας αφήκαν έρημον τον στρατώνα. Μας κοροϊδεύουν όλους.

» Και αφού τίποτε, τίποτε δεν έχομε, μας αφαιρούν και το Μουσείον μας. Σημείον ότι στο μέλλον θα βάλουν φωτιά να μας κάψουν. Ο άμοιρος αυτός και άτυχος τόπος είναι διαγεγραμμένος από τους αρμοδίους.»

 

Βεβαίως, παρόμοια σχόλια δεν έπαψαν να δημοσιεύονται στον τοπικό Τύπο του Άργους, όχι μόνο για το μουσείο αλλά και για πλείστα όσα θέματα της πόλης. Η εποχή του Δημάρχου Σπ. Καλμούχου, που προίκισε την πόλη με την νεοκλασι­κή αγορά, το κτίριο παράπλευρα του Δημαρχείου, και με την ίδια την αναμόρφω­ση του δημαρχιακού κτιρίου (αρχιτέκτονάς τους ο από τους σημαντικούς αρχιτέ­κτονες της εποχής Π. Καραθανασόπουλος, 1889-1890), είχε παρέλθει. Και η νοο­τροπία ότι οι άλλοι «φταίνε για το κατάντημα του Άργους», όμως ουδείς από τους τοπικούς αρμοδίους και «φυσικά» κανένας από τους κατοίκους του, μία νοοτροπία που δεν έχει εξαφανιστεί ούτε στις μέρες μας, διαπιστώνεται πως έχει βαθιές τις ρίζες της. Αντίστοιχή της είναι εκείνη για τη «διεθνή συνωμοσία» κατά της Ελλά­δας και των Ελλήνων, πλήρως ανεύθυνων και αθώων κατ” αυτήν…

Πέντε μήνες αργότερα, από την ίδια εφημερίδα [11] πληροφορούμαστε ότι το μου­σείο είχε κλειστεί περίπου προ μιας διετίας, λόγω της κλοπής τριών αγαλμάτων. Οι δράστες της κλοπής, μη κατονομαζόμενοι και προσδιοριζόμενοι, είχαν ανακαλυφθεί και τιμωρηθεί (δεν αναφέρεται η τύχη των ίδιων των αγαλμάτων, ούτε ποια ακριβώς ήταν), όμως η σχετική ανάκριση που δεν είχε ολοκληρωθεί κρατούσε το μουσείο κλειστό. Και γίνεται έκκληση προς τον δήμαρχο να φροντίσει να ξανανοίξει το μου­σείο, ώστε να μη μειώνεται η υπόληψη της πόλης έναντι των ξένων.

Λίγες μέρες αργότερα [12] δίδεται η είδηση ότι εισαγγελέας είχε ζητήσει από το Υπουργείο Παιδείας να ορίσει έφορο, που να παρευρίσκεται κατά τη στιγμή της «αποσφράγισης» της αρχαιολογικής συλλογής, αλλά και το ότι ο μόνος έφορος του μουσείου που υπήρχε είχε παραιτηθεί προ καιρού και κανένας δεν είχε ζητή­σει την αντικατάστασή του.

Όμως λίγους μήνες αργότερα το Υπουργείο διόρισε «Επιμελητήν των εν Αργεί αρχαιοτήτων» τον Δημ. Βαρδουνιώτη, ενώ πλέον κατο­νομάζεται ο δεύτερος από τους αρχαιοκάπηλους, ο σιδηρουργός Π. Λιμνιάτης, που καταδικάσθηκε στο Ναύπλιο σε 8 μήνες φυλακή [13]. Το μουσείο συνέχισε να παραμένει κλειστό [14], αλλά τον Ιούλιο 1902 ο δήμαρχος Εμμ. Ρούσσος είχε λάβει πρόνοια για επισκευή της αίθουσας και προστασία των παραθύρων της με σιδερένια κιγκλιδώματα. Η εφημερίδα που αναφέρει την είδη­ση [15], συντασσόμενη από τον ίδιο τον Βαρδουνιώτη, δίνει επίσης τις πληροφορίες ότι κατατέθηκαν και άλλες αρχαιότητες στη συλλογή και ότι ο ίδιος ο Βαρδουνιώτης, με ένταλμα Ειρηνοδίκη, κατέσχε στην οικία του Θ. Κοντογιάννη και μετέφερε στη συλ­λογή δύο ανάγλυφα, πήλινα ειδώλια, αγγεία και αρχαία νομίσματα.

Άλλα μεγάλα αγγεία είχαν κατασχεθεί «εις χείρας γυναικός τινος». Ο Βαρδου­νιώτης είχε αρχίσει την ειδολογική τακτοποίηση των αντικειμένων, για τα μικρά από τα οποία είχε παραγγείλει μεγάλες ντουλάπες. Μετά την τακτοποίηση θα ακο­λουθούσε γενική απογραφή και ακριβής κατάλογος, εκφραζόταν δε η ελπίδα ότι έτσι το μουσείο θα γινόταν ένα από τα καλύτερα επαρχιακά.

Εννέα χρόνια αργότερα, δηλαδή το έτος που ο Βαρδουνιώτης δημοσιεύει στη «Δανάϊδα» το εμπεριστατωμένο άρθρο του, σε άλλη τοπική εφημερίδα [16]δημοσιεύεται πολύ σημαντικό σχόλιο, που περιγράφει την κατάσταση στο μουσείο:

… Κανένας δε ζητεί να το επισκεφθεί, επειδή όλα τα αξιόλογα αντικείμενά του είχαν μεταφερθεί στην Αθήνα, ώστε οι εκεί αρχαιολόγοι να τα μελετή­σουν. Μόνο θραύσματα αγγείων και αρχαίες επιγραφές είχαν παραμείνει σε αυτό, πράγμα που συνεχιζόταν και το επόμενο έτος[17], παρά τη δεύτερη περίο­δο των ανασκαφών του Φόλγκραφ. Γι” αυτό και η εφημερίδα τόνιζε ότι καλύ­τερα να έκλεινε το μουσείο, που κατελάμβανε «ασκόπως» μια αίθουσα του Δημαρχείου, ή να «πλουτισθεί και να γίνει τέλειον», με την επιστροφή και των αντικειμένων που παρέμεναν στην Αθήνα. Ανάλογα τονίζονται και το επόμενο έτος[18], ενώ το 1915 κρούεται ο κώδωνας του κινδύνου ότι αν το μουσείο δεν μεταφερθεί σύντομα σε καταλληλότερη αίθουσα, θα μεταφερ­θούν τα αντικείμενα στο μουσείο του Ναυπλίου. Λίγες μέρες νωρίτερα ο Επό­πτης Αρχαιοτήτων στην Αργολιδοκορινθία Φιλαδελφεύς είχε επιθεωρήσει το μουσείο και «απεκόμισεν» κακές εντυπώσεις, κυρίως για το ότι οι αρχαιότη­τες ήταν τοποθετημένες σε εντελώς ακατάλληλο χώρο του Δημαρχείου[19].

Βρισκόμαστε πλέον στην περίοδο του Α” Παγκοσμίου Πολέμου και σε όσα τον ακολούθησαν. Διχασμός, εκστρατεία στη Μ. Ασία, Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ σε τοπικό επίπεδο παύει να εκδίδεται κάθε τοπική εφημερίδα. Μόνον ενδελε­χής έρευνα στα δημοσιεύματα της Αρχαιολογικής Εταιρείας και στα τυχόν διασωζόμενα αρχεία του Υπουργείου Παιδείας ενδεχομένως θα μπορούσε να μας παρά­σχει στοιχεία για την αρχαιολογική συλλογή του Άργους μέχρι τον προχωρημένο Μεσοπόλεμο.

3. Η περίοδος του Μεσοπολέμου

Στις εφημερίδες του Άργους που αρχίζουν να εκδίδονται μετά το 1925 εντοπίζου­με ότι η αρχαιολογική συλλογή συνεχίζει να στεγάζεται στο ισόγειο του Δημαρ­χείου και ότι μεταφέρεται σε αίθουσα του παράπλευρου κτιρίου, επί της σημερι­νής οδού Βασ. Σοφίας (όπου σήμερα στεγάζονται υπηρεσίες του Δήμου), που τότε στέγαζε το Ελληνικό Σχολείο[20].

Κομβικό, όμως, για την ίδρυση μουσείου στο Άργος είναι το έτος 1931, οπότε με Υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου σχεδιάζεται και αρχίζει να υλο­ποιείται εντατικά κτιριακό πρόγραμμα για την ανέγερση ολόκληρης σειράς νέων σχολικών κτιρίων. Έτσι, δίδεται η πληροφορία ότι διάταγμα του Υπουργείου Παιδείας πρόβλεψε την ίδρυση μουσείου στο Άργος[21], ενώ ο τότε δήμαρχος Κ. Μπόμπος φαίνεται να πέτυχε την χορήγηση πίστωσης 600.000 δραχμών από το ίδιο Υπουργείο, για την ίδρυση του μουσείου στην οικία Καλλέργη[22].

Οικία στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη 1932.

Σε λίγες μέρες, ειδική επιτροπή για το μουσείο Άργους, υπό την προεδρία του Νομάρχη Παπαδάμ και μέλη την Έφο­ρο Αρχαιοτήτων Σέμνη Καρούζου (που μέχρι το τέλος της ζωής της δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για το Άργος), τον πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Αρ. Παιδάκη και τον γυμνασιάρχη (μόνιμα μέλη), και με αιρετά μέλη τους Γεώργιο Μέντζο, Γ. Κωνσταντόπουλο και Ανδρέα Καρατζά, επισκέφθηκε την οικία Καλλέργη και γνω­μάτευσε πως είναι κατάλληλη για να στεγάσει το μουσείο[23].

Σέμνη Καρούζου

Δύο χρόνια αργότερα, κι όταν έχουν μεσολαβήσει οι γνωστές ανώμαλες πολιτι­κές εξελίξεις, με στρατιωτικά κινήματα κλπ., δεν έχει σημειωθεί καμία εξέλιξη στο ζήτημα του μουσείου, ενώ τοπική νέα εφημερίδα [24], υπό τον εύγλωττο τίτλο «Υπάρ­χει Μουσείον διεκτραγωδεί την υπάρχουσα κατάσταση και ζητά να τακτοποιη­θούν οι αρχαιότητες στην αίθουσα όπου έχουν μεταφερθεί, να καθορισθούν ώρες για την επίσκεψή της και να τοποθετηθεί πινακίδα που να δείχνει πού βρίσκεται… Η ίδια εφημερίδα, και μέχρι να πάψει την έκδοσή της με τον Β” Παγκόσμιο Πό­λεμο, δεν παύει να δημοσιεύει άρθρα για την επιτέλους ίδρυση μουσείου στο Άρ­γος [25]. Από άρθρο της του 1935 μαθαίνουμε ότι στο Υπουργείο Παιδείας υπήρχαν «δύο σχέδια», από τα οποία το ένα αφορούσε τη μετατροπή της οικίας Καλλέργη και το δεύτερο την οικοδόμηση νέου κτιρίου (λύση που πρόκρινε και η ίδια).

Αργότερα, το 1936, πληροφορεί ότι από τον Δεκέμβριο του 1933 ο Δήμος Άργους είχε λάβει απόφαση, και την γνωστοποίησε στο Υπουργείο, ότι δώριζε οικόπεδο κοντά στο κτίριο Καλλέργη, όπου θα μπορούσε να ανεγερθεί «μεγαλοπρεπές κτίριον», με δα­πάνη και του Υπουργείου Συγκοινωνιών, «εις το ισόγειον του οποίου θα εστεγάζετο το Μουσείον και εις τους άνω ορόφους αι υπηρεσίαι 3Τ» (ταχυδρομείο, τηλεγραφείο, τηλεφωνείο).

Από τότε είχε αρχίσει η εκτόξευση «φαεινών» κτιριακών ιδεών, που μέχρι σήμερα δεν παύουν να εκτοξεύονται, υπό νέες βεβαίως μορφές, ταλανί­ζουν το Άργος, προκαλούν διαρκείς αναβολές στην εκπόνηση οιασδήποτε ορθολο­γικής πρότασης για χρήση σημαντικών κτιρίων και, σε τελευταία ανάλυση, προκα­λούν θυμηδία και ειρωνικά σχόλια για το πολιτισμικό επίπεδο της πόλης… Σε άλλα σχόλια της ίδιας της εφημερίδας, επί δικτατορίας Μεταξά, το 1938, δημοσιεύονται οι πληροφορίες ότι το κονδύλι του Υπουργείου Παιδείας για το μουσείο δύο φορές είχε εγγραφεί στους ετήσιους προϋπολογισμούς του και δύο φορές είχε διαγραφεί, διότι… δεν υπήρχε νόμος για την ανέγερση μουσείων, παρά μόνο για επισκευές ή συμπληρώσεις τους (sic). Γι “ αυτό και το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να δωρίσει το ίδιο το κτίριο Καλλέργη, πράγματι προέβη στη δωρεά, αλλά κεντρικά κρίθηκε ακατάλληλο για τον σκοπό αυτό. Ο Δήμος Άργους φαίνεται ότι συνεχίζει αμέθοδες προσπάθειες, που τελικά αποδεικνύονται πλήρως ατελέσφορες, όπως και εκείνη, την ίδια εποχή, για ίδρυση Πνευματικού Κέντρου στην πόλη.

4. Η αρχαιολογική συλλογή κατά την Κατοχή

 

Ισόγειο

Σε αχρονολόγητο τμήμα επίσημης έκθεσης του ελληνικού κράτους, όπου καταγρά­φονται οι καταστροφές που προκάλεσαν στη χώρα οι Αρχές Κατοχής (σχετικά εκδόθηκε στα αγγλικά και «Μαύρη Βίβλος», σε μεγάλο σχήμα), περιλαμβάνεται και μνεία για το ότι κατά την περίοδο αυτή κλάπηκαν ευρήματα τα οποία απόκεινταν στο μουσείο Άργους. Η αρχαιολογική συλλογή είχε επανέλθει στο ισόγειο του Δημαρ­χείου, είχε εμπλουτισθεί με ευρήματα των νέων ανασκαφών Φόλγκραφ, κατά τη δεκαετία του 1930 [26], αλλά παραμένει εντελώς άγνωστο αν είχε συνταχθεί νέος κα­τάλογος των αποκειμένων αντικειμένων ή, επιτέλους, αν είχε ενημερωθεί ο παλαιός, που σίγουρα υφίστατο από την εποχή των Σταματάκη – Ραγκαβή – Βαρδουνιώτη.

Έτσι, παραμένει στο σκοτάδι τι ακριβώς αφαιρέθηκε από την συλλογή αυτή, αν εντοπίστηκαν μεταπολεμικά, στις πρώην χώρες Κατοχής της χώρας μας, αντι­κείμενα ή έστω στοιχεία για τα αφαιρεθέντα αντικείμενα, όπως και αν και πώς και με ποιο αποτέλεσμα τυχόν διεκδικήθηκαν από τις ελληνικές Αρχές. Κυκλοφόρη­σαν, βεβαίως, και εξακολουθούν να κυκλοφορούν ακόμα στην πόλη, ιδιαίτερα μεταξύ των παλαιοτέρων, «πληροφορίες» για κλοπές και για κλοπείς Γερμανούς και Ιταλούς, αλλά χωρίς τίποτε το συγκεκριμένο.

Τέλος, δεν έχει ποτέ διευκρινισθεί πόσα και ποια, τελικά, αντικείμενα της αρ­χαιολογικής συλλογής όδευσαν προς το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών και αν, ποια και πότε τυχόν «επέστρεψαν» στο Άργος. Αλλά και δεν έχω πληροφόρηση αν εκείνα τα αντικείμενα που εντοπίζονται στην αρχαιολογική συλλογή κατά τον 19ο αιώνα, από ξένους ταξιδιώτες, βρίσκονται σήμερα στο μουσείο.

Ισόγειο, ευρήματα Λέρνας.

5. Η μεταπολεμική ίδρυση του μουσείου (και η συνέχεια)

 

Με την επανέκδοση της εφημερίδας «Ασπίς», υπό την αποκλειστική διεύθυνση πια του τυπογράφου I. Ψωμαδάκη, επαναλαμβάνεται τακτική αρθρογραφία, από το 1950, και λίγο πριν ξαναρχίσει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή συστηματικές ανασκαφές στο Άργος, αλλά και η δική μας Αρχαιολογική Υπηρεσία τις σωστικές ανασκαφές, για την ίδρυση του αρχαιολογικού μουσείου[27].

Σε φύλλο της 16-5-1954 δημοσιεύε­ται επίσημη απάντηση του τότε Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας Κων­σταντίνου Γεωργούλη, του γνωστού φιλολόγου, ότι καταρχήν αποφασίσθηκε να ι­δρυθεί Μουσειακή Συλλογή (sic) στο Άργος, υπό την προϋπόθεση (που όμως .. .απο­τελούσε δεδομένο, μετά την απόφαση περί δωρεάς από τον Δήμο Άργους) να εγκα­τασταθεί στο «μέγαρο Καλλέργη» και «εφόσον τούτο ήθελεν επισκευασθεί».

Τελικά η ανέγερση του νέου μουσείου αναλαμβάνεται με έξοδα του Γαλλικού κράτους, σε σχέδια του ρώσου αρχιτέκτονα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών Φομίν, με αξιοποίηση του κτιρίου Καλλέργη και με την ανέγερση νέας πτέρυγας, που ο Φομίν όχι μόνο πρόβλεψε ανατολικά του Καλλέργειου, αλλά τη «σφήνωσε» στην πλευρά του προς νότο. Δυστυχώς εξαφάνισε και όλες τις ιστορι­κές πλέον τοιχογραφίες στο εσωτερικό του ερειπωμένου κτιρίου, ενώ δεν πρόβλεψε την αναστήλωση του προστυλίου του, για το οποίο δεν υπήρχαν μεν τότε διαθέσιμες οι αναπαραστάσεις του, όπως του Στάντεμαν, όμως ήταν σαφέστατα ορατές οι βάσεις στήριξης των δοκών αυτού του προστυλίου, που ο Φομίν τις έχει αποτυπώ­σει, ενώ στο καποδιστριακό σχέδιο πόλης σαφώς και εμφανίζεται το προστύλιο σε κάτοψη.

Εσωτερικό πρώτου ορόφου, ελληνορωμαϊκά γλυπτά.

Θεωρώ ότι κατά τη μελλοντική ανασυγκρότηση του μουσείου Άργους, που έχει προγραμματισθεί, θα πρέπει να αποκατασταθεί η ανατολική πλευρά του «Καλλέργειου» και να απελευθερωθεί από τη «σφήνα», καθώς και ότι ο Δήμος θα πρέπει να το απαλλάξει από το βάρβαρο πρόσκτισμα, στη νότια πλευρά, που πα­λαιότερα το είχε νοικιάσει σε σιδηρουργείο και σήμερα σε φαστφουντάδικο. Η αντίληψη του μπουρδουκλώματος μουσείου – «3Τ»- και όποιας άλλης χρήσης, κολλητά στο μουσείο, είναι καιρός να πάρει τέλος.

Μέσα σε ένα χρόνο  (1956-1957) είχαν λυθεί όποια ζητήματα παρουσιάστηκαν για τη δημιουργία του μουσείου και είχε επισκευασθεί το «Καλλέργειο» [28], στο ισόγειο του οποίου εκτέθηκαν τα ευρήματα από τις ανασκαφές στη Λέρνα, από τον Τζον Κάσκυ [29], ενώ τελείωσε στις αρχές του 1959 η νέα πτέρυγα, όπου άρχισαν να τοποθετούνται προθήκες, για να μεταφερθούν οι αρχαιότητες από το ισόγειο του κτιρίου της Εμπορικής Σχολής (παλαιότερα, του Ελληνικού Σχολείου), όπου και πάλι είχαν μετακομίσει από το ισόγειο του Δημαρχείου [30].

Έτσι, στις 25 Ιουνίου 1961 έγιναν με κάθε επισημότητα τα εγκαίνια του συνό­λου συγκροτήματος του μουσείου Άργους [31]. Ανακαίνιση του Μουσείου, περιορι­σμένης έκτασης, έγινε το 1991 [32], ενώ από το 1995 άρχισαν να εμφανίζονται desiderata, δίχως όμως χωροταξική και τεχνική θεμελίωση, για δημιουργία νέου μουσείου, στον ευρύτερο χώρο της Αρχαίας Αγοράς.

Το σημερινό μουσείο είναι αλήθεια ότι έχει υπερκορεσθεί από τη συγκέντρωση αρχαιοτήτων και μία προσω­ρινή λύση για μεταφορά μέρους των αρχαιοτήτων σε αποθήκη του Δήμου Άργους παρουσιάζει πλήθος μειονεκτημάτων. Το 2005, σε θερινή επίσκεψη του στο Άρ­γος, ο τότε υφυπουργός Πολιτισμού Π. Τατούλης δήλωσε ότι «το Υπουργείο ήταν αποφασισμένο να προχωρήσει στη δημιουργία ενός νέου μεγάλου και σύγχρονου μουσείου, που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών και θα διαθέτει, παράλληλα, σύγχρονους αποθηκευτικούς χώρους».

Πέντε χρόνια νωρίτερα, πάλι σε θερινή επίσκεψη, ο τότε Υπουργός Πολιτι­σμού Θ. Πάγκαλος δήλωσε ότι: «Για το μουσείο Άργους: καταλήξαμε στην απόφαση ότι πρέπει να δημιουρ­γηθεί νέο μουσείο. Ο δήμαρχος θα προτείνει τους υπάρχοντες χώρους στο νέο σχέδιο του Άργους, το κατάλληλο ακίνητο, εντός του οποίου θα ξεκινήσουμε τη διαδικασία, ελπίζοντας να γίνει έναρξη των εργασιών μέσα στην τετραετία» [33]. Τελικά, τον Απρίλιο του 2010 ανακοινώθηκε ο εκσυγχρονισμός του υπάρχοντος μουσείου και ότι το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ενέκρινε τη σχετική αρχι­τεκτονική μελέτη [34].

Στέγαστρο, οπού και τα ελληνορωμαϊκά μωσαϊκά.

6. Ως κατάληξη

Στο Άργος συγκροτείται μια πρώτη αρχαιολογική συλλογή και στεγάζεται, ίσως και πριν τα μέσα του 19ου αιώνα, σε αίθουσα του ισογείου του κτιρίου του Δημαρχείου Άργους, που κτίσθηκε το 1830 και στέγασε αρχικά το «Ανέκκλητον Δικαστήριον» του νέου ελληνικού κράτους. Υπάρχουν πολλές, αλλά όχι λεπτομερείς πληροφορίες για τα αντικείμενα του μουσείου και, πάντως, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή του μέσα στο χρόνο, μέσα από πολύτιμες πληροφορίες που δημοσιεύονται στον τοπικό Τύπο (άρθρα, σχόλια, ειδήσεις).

Οι Π. Σταματάκης και Αλ. Ραγκαβής ήταν αυτοί που κατέταξαν τα αντικείμενα της αρχαιολογικής συλλογής και συνέτα­ξαν τους πρώτους καταλόγους, ενώ ο ιστορικός του νεότερου Άργους Δημ. Βαρδουνιώτης διετέλεσε Επιμελητής-Έφορός της και μερίμνησε στη συνέχεια για τη συλ­λογή αυτή. Ήδη από την αρχή του 20ού αιώνα διαμορφώθηκε το αίτημα για δημιουργία μουσείου στην πόλη. Κατά τον Μεσοπόλεμο αναλήφθηκαν συγκεκριμένες ενέρ­γειες για τον σκοπό αυτό και γράφηκε σχετικό κονδύλι στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας. Εσωτερικές ασυστηματοποίητες και δίχως προφανή συνέχεια ενέργειες και γνώμες, αλλά και κεντρικές ανωμαλίες εμπόδισαν την υλοποίη­ση της δημιουργίας του.

Μεταπολεμικά, με δαπάνες του Γαλλικού κράτους, συ­γκροτήθηκε το σημερινό Μουσείο Άργους, αλλά με ασύμβατες επεμβάσεις στε­γάσθηκε στο ιστορικό κτίριο του Δημ. Καλλέργη (κτίσθηκε το 1830). Σήμερα σχε­διάζεται ο εκσυγχρονισμός του, ενώ κατά τη διαρρεύσασα δεκαετία γενικές προ­τάσεις για δημιουργία νέου μουσείου και υπουργικές υποσχέσεις φαίνεται να επα­ναλαμβάνουν, με αναπάντεχο τρόπο, την «πορεία» του μουσείου κατά την περίο­δο του Μεσοπολέμου.

Αθήνα, Οκτώβριος 2010

Προσθήκη

Στις αρχές του 2012 κυκλοφόρησε το έργο της Ντόρας Βασιλικού «Το χρονικό της ανασκαφής των Μυκηνών, 1870-1878» (έκδοση της Αρχαιολογικής Εταιρείας). Στο έργο αυτό αναδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος του αρχαιολόγου Παν. Σταματάκη και αξιοποιείται το αρχείο του, όσον αφορά τις ανασκαφές των Μυκηνών κατά τη δεκαετία του 1870. Μεταξύ άλλων δίδεται η πληροφορία ότι, το φθινόπωρο του 1878, ξεκίνησε έρευνες στο Άργος και στο Ναύπλιο, αρρώστησε βαριά από ελονοσία, η οποία και τον οδήγησε στο θάνατο το 1885 (σελ. 185, 105,81).

Αλλά και πριν το 1878 ο Σταματάκης βρισκόταν σε επαφή με το Άργος, όπως το 1873, από όπου γράφει επιστολή στον Στέφ. Κουμανούδη (σελ. 83, σημ. 193), το 1876, από όπου συντάσσει επιστολή προς τον Νομάρχη Αργολίδας και το 1877, οπότε συντάσσει άλλη επιστολή προς τον πρόεδρο της Αρχ. Εταιρείας (σελ. 204-205). Σύμφωνα με τα Πρακτικά της Αρχ. Εταιρείας (συνεδρίαση της 24-11-1876), οι Αργείοι ήθελαν να κρατήσουν τα αρχαία των Μυκηνών επί τόπου, αλλά αντέδρασε ο αντιπρόεδρός της Φιντικλής, που βρισκόταν για λίγες μέρες στις Μυκήνες, διότι στο Άργος δεν υπήρχε κατάλληλος χώρος ούτε για εναπόθεση ούτε για μελέτη (σελ. 137).

Έτσι, ενισχύονται οι πληροφορίες του Βαρδουνιώτη που δημοσιεύουμε στη μελέτη μας, ιδιαίτερα όσον αφορά την παραμονή του Σταματάκη στο Άργος και την τακτοποίηση από αυτόν της αρχαιολογικής συλλογής της πόλης, το Νοέμβριο του 1878, αλλά και την κατά καιρούς διαπιστωνόμενη έλλειψη επαρκούς χώρου για τις αρχαιότητες.

(Β.Κ.Δ, 23-2-2012)

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος, πολιτικός επιστήμων, ιστορικός

 Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους – Μυκηνών, τεύχος 5, Μάρτιος 2012.

 Υποσημειώσεις


[1] Εκτός από τον τοπικό Τύπο της εποχής, και ο αθηναϊκός έδωσε επαρκή δημοσιότη­τα στο γεγονός, βλ. γ. π. εκτενές άρθρο της Β. Χατζημιχάλη στο «Βήμα» της 25-6-1961.

[2] Βλ. άρθρο-έρευνα του Μ. Παρασκευαΐδη στην «Καθημερινή» της 4-7-59. Για την ιστορία του κτιρίου του Δημ. Καλλέργη, βλ. σειρά άρθρων μου στο περιοδικό «Αρχαιολο­γία», τεύχη 36 (Σεπτ. 1990), 38 (Μάρτ. 1991) και 74 (Ιούν. 2000). Βασίστηκαν στην απο­δελτίωση του τοπικού Τύπου, σε υλικό αρχείων και σε εικονογράφηση εποχής. Αναδημο­σιεύουμε εδώ τμήμα του εικονογραφικού αυτού υλικού.

[3]«Δαναΐς», φύλλο της 18-11-1911, με υπογραφή «Εν Άργει, Δ.Κ.Β.». Έχουμε συγκε­ντρώσει και κατατάξει δεκάδες άρθρων του Βαρδουνιώτη, θα μπορούσαν δε να εκδοθούν μόνο τα ιστορικά του, με τη σχετική εργογραφία του, βιβλιογραφία κλπ.

[4]Βλ. σ.χ. εφημερίδα «Άργος» φ. II, 1-1-1903, σελ. 4.

[5] Διατριβή 3ου Κύκλου στο Πανεπιστήμιο 10 του Παρισιού (Ναντέρ), υπό τη διεύθυν­ση του Ρενέ Ζινουβές, 1979, υπό τον τίτλο (μετάφραση) «Μαρτυρίες ταξιδιωτών και καλ­λιτεχνών για την πόλη και τις αρχαιότητες του Άργους, 16ος -19ος αιώνας». Το έργο αυτό, επεξεργασμένο από τον συγγραφέα, πρόκειται να εκδοθεί προσεχώς στα ελληνικά.

[6] Για την ιστορία του κτιρίου της Δημαρχίας βλ. στο περιοδικό «Αρχαιολογία» τη μελέτη μου «Το «Δημόσιον Κατάστημα», σήμερα συγκρότημα όπου το Δημαρχείο Άρ­γους», τχ. 30 (Μάρτ. 1989) και 31 (Ιούν. 1989). Δυστυχώς, από τεχνικό λάθος, έχει γίνει αντιμετάθεση παραγράφων στην αρχή του κειμένου, την οποία ο αναγνώστης πρέπει να λάβει υπόψη για την ομαλή ανάγνωσή του.

[7] ΓΑΚ/Βλαχ./κουτί 60. από το φύλλο της εφημερίδας «Εφημερίς», της 25-11-1876.

[8]«Ημερολόγιον» Σκόκου, 1888, σελ. 68.

[9] «Ελλέβορος» τχ. II, «Πρώτο αφιέρωμα στο Άργος» σελ. 39, δίχως καμία αναφορά τίτλου του βιβλίου, έτους έκδοσης, μετάφρ. Αρίστης Κούρτογλου.

[10] Εφημ. «Μυκήναι», που διευθυνόταν από τον λόγιο Κ. Ολύμπιο, φ. 6, 6-5-1901.

[11] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 28, 7-10-1901.

[12] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 30, 21-10-1901

[13]Εφημ. «Ίναχος», φ. 8, 25-1-1902.

[14] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 48, 17-3-1902

[15]Εφημ. «Ίναχος», φ. 9-10, 6-7-1902.

[16] Εφημ. «Άργος», φ. 126, 25-5-1911.

[17]Εφημ. «Άργος», φ. 168, 27-4-1912.

[18] Εφημ. «Άργος», φ. 176, 21-6-1912.

[19] Εφημ. «Άργος», φ. 19-3-1915.

[20] Εφημ. «Αλήθεια», 13-4-1927, «Παναργειακή» 3-6-1928 και «Αγροτική Αργολίς» επίσης 3-6-1928.

[21] Εφημ. «Χρονικά του Άργους», 26-7-1931.

[22] Εφημ. «Αγροτ. Αργολίς», 2-8-31

[23]Εφημ. «Αγροτ. Αργολίς», 30-8-1931.

[24]«Ασπίς τον Άργους», 22-10-1933.

[25] «Ασπίς του Άργους», φύλλα των 7-10-1934, 24-2-1935, 3-3-1936, 19-7-1936, 21-2-1937, 23-5-1937, 6-3-1938, 25-3-1938, 26-9-1938.

[26]Για την απήχηση των ανασκαφών Φόλγκραφ στο Άργος βλ. μελέτη μου που πρόκειται να δημοσιευθεί στα Πρακτικά του συνεδρίου για τον Φόλγκραφ.

[27] Από το φύλλο της 3-9-1950 και συνεχής αρθρογραφία μέχρι και την ολοκλή­ρωση του μουσείου.

[28] Βλ. χαρακτηριστικά απάντηση του τότε Υπουργού Παιδείας Κ. Τσάτσου εφημ. «Ασπίδα» της 13-1-1957.

[29] Βλ. «Ασπίδα» 10-8-58.

[30]«Ασπίς» 24-5-59.

[31]Βλ. σημ. 1.

[32]«Φείδων», 22-5-91, «Αργειακό Βήμα» 3-7-91.

[33]Οι δηλώσεις Τατούλη στην «Αργολίδα» της 20-8-05, στο «Αργειακό Βήμα» της 24-8-05 και στον «Φείδωνα» της 7-9-05. Οι δηλώσεις Πάγκαλου στα «Νέα της Αργολίδας» και στον «Παρατηρητή» της 17-7-2000.

[34]«Τα Αργολικά» της 1-4-2010.

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Εκδήλωση-παρουσίαση βιβλίου για τον Ιωάννη Καποδίστρια


 

 

Ιωάννης Καποδίστριας

Το Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012, στις 19.30 στο Βουλευτικό Ναυπλίου θα γίνει παρουσίαση του νεοκδοθέντος βιβλίου του κ. Ιωάννη Κορνιλάκη » Ιωάννης Καποδίστριας, Ο Άγιος της Πολιτικής » με ομιλία του συγγραφέα. Πρόκειται για ένα συλλεκτικό έργο που περιέχει 137 ανέκδοτες επιστολές του Κυβερνήτη, με τον γραφικό χαρακτήρα του ιδίου αφού ο εκδότης δημιούργησε γραμματοσειρά με απόλυτη πιστότητα της προσωπικής γραφίδας του Ιωάννη Καποδίστρια.

Η έκδοση αυτή είναι επετειακή δεδομένου ότι για πρώτη φορά από την αρχική έκδοση του 1841, κυκλοφορεί ξανά ένα μεγάλο μέρος των επιστολών του Καποδίστρια. Επιπλέον η εκδήλωση γίνεται στο πλαίσιο εκδηλώσεων για την επέτειο της δολοφονίας του Κυβερνήτη.

Η εκδήλωση πραγματοποιείται με τη συνεργασία του Δήμου Ναυπλιέων, του Πνευματικού Ιδρύματος «Ιωάννης Καποδίστριας» και των εκδόσεων «Αιγηίς». Κατά την έναρξη της εκδήλωσης θα απευθύνει χαιρετισμό ο Δήμαρχος Ναυπλίου κ. Δημήτρης Κωστούρος και θα προλογίσει ο Πρόεδρος του Ιδρύματος «Ιωάννης Καποδίστριας», κ. Κωνσταντίνος Χελιώτης.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μαρτυρίες για τον πληθυσμό των Νησιών του Αιγαίου, 15ος – Αρχές 19ου αιώνα | Δημήτρης Δημητρόπουλος


 

 

 Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Τετράδια εργασίας 27

Μαρτυρίες για τον πληθυσμό των Νησιών του Αιγαίου, 15ος – Αρχές 19ου αιώνα  

Δημήτρης Δημητρόπουλος, Αθήνα 2004

 

Μαρτυρίες για τον πληθυσμό των Νησιών του Αιγαίου

Η μελέτη του πληθυσμού των νησιών του Αιγαίου για τη χρονική περίοδο πριν τη διεξαγωγή κρατικών απογραφών προσκρούει στο πρόβλημα της έλλει­ψης αξιόπιστων πηγών. Τα τεκμήρια που διασώζονται είναι περιορισμένα και διάσπαρτα και οι πληροφορίες που αντλούνται από αυτά αποσπασματικές – συχνά με μεγάλα χάσματα, τα οποία δεν επιτρέπουν τα σχηματιστεί μια εικόνα της εξέλιξης του πληθυσμού- ενώ πολλές φορές είναι αναξιόπιστες, φανταστι­κές ή και σκόπιμα παραπλανητικές. Χαρακτηριστικό των μαρτυριών για τον πληθυσμό που συλλέγονται από τις προστατιστικές πηγές είναι ότι προέρχονται από τεκμήρια ποικίλης προέλευσης που συντάχθηκαν για διαφορετικούς λόγους και συγκεντρώνουν διαφορετικά ποιοτικά γνωρίσματα. Συχνά μάλιστα η μαρτυ­ρία για τον πληθυσμό μίας περιοχής δεν προκύπτει ευθέως από τη διαθέσιμη πηγή, αλλά συνάγεται έμμεσα μετά από επεξεργασία και λογικές αναγωγές επί των υπαρχόντων στοιχείων.

Ακόμη και στις περιπτώσεις που έχουμε καταμετρή­σεις ή άλλα απογραφικού τύπου στοιχεία, αυτά δεν έχουν συλλεγεί με σκοπό την απογραφή του πληθυσμού αλλά για φορολογικούς σκοπούς, και συνεπώς υπόκεινται στη λογική και στις προτεραιότητες που θέτουν οι ανάγκες της καταγραφής των φορολογουμένων και της κατανομής των φόρων.

Το τοπίο λοιπόν στο χώρο αυτό είναι θολό, καθώς οι όποιες μαρτυρίες υπάρχουν δίνουν μία κάποια εικόνα του πληθυσμού των νησιών του Αιγαίου, δεν επιτρέπουν όμως ακριβείς προσεγγίσεις και επεξεργασίες των πληθυσμιακών δεδομένων.

Η μελέτη που ακολουθεί χωρίζεται σε δύο μέρη.

Στο πρώτο εξετάζονται οιποικίλες πηγές από τις οποίες μπορούν να αντληθούν πληροφορίες για τον πλη­θυσμό των νησιών του Αιγαίου και γίνεται μία απόπειρα προσέγγισης των προβλημάτων που ανακύπτουν όταν επιχειρείται να εξαχθούν πορίσματα για τον πληθυσμό και τα φαινόμενα που σχετίζονται με αυτόν από προστατιστικές πηγές.

Παράλληλα, εξετάζονται οι όροι και οι δυνατότητες των προστατιστικού χαρα­κτήρα πηγών να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήματα που σχετίζονται με τη μελέτη των πληθυσμών, όπως είναι η σύνθεση και το μέγεθος της οικογένειας, η σχέση και η αντιστοιχία των φορολογικών εννοιών που χρησιμοποιούνται στα φορολογι­κά κατάστιχα με τις δημογραφικές έννοιες, η συνδυαστική από κοινού χρήση δια­φόρων τύπων τεκμηρίων με στόχο την άντληση του συνόλου των στοιχείων και τον πληρέστερο έλεγχο αξιοπιστίας τους, η αλίευση στις πηγές της εποχής πληρ­οφοριών που αφορούν το φύλο, τις ενθοπολιτισμικές, θρησκευτικές, κοινωνικές, επαγγελματικές ή άλλες ομάδες. Ειδική αναφορά, μέσα από την αναλυτική εξέ­ταση της απογραφής ενός νησιού, της Αμοργού, γίνεται στις καταγραφές της καποδιστριακής περιόδου που αποτελούν και τις πρώτες απόπειρες συστηματι­κής καταγραφής του πληθυσμού με την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Αντικείμενο διερεύνησης αποτελεί επίσης ο τρόπος με τον οποίο αποτυ­πώνονται στις ποικίλες πηγές της περιόδου, παράγοντες που επιδρούν στην εξέλιξη του νησιωτικού πληθυσμού, όπως τα πολεμικά γεγονότα, οι ασθένειες και οι επιδημίες, οι φυσικές καταστροφές, η μετανάστευση και οι μετακινήσεις των κατοίκων.

Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζονται συστηματικές αποδελτιώσεις των μαρ­τυριών που αφορούν τους πληθυσμούς των νησιών του Αιγαίου που ενσωματώ­θηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές στο ελληνικό κράτος, όπως αυτές συλ­λέχθηκαν από ποικίλου χαρακτήρα και προέλευσης πηγές. Το πληροφοριακό υλικό καλύπτει ένα ευρύ χρονικό διάστημα αρχίζει από τον 15ο αιώνα και εκτεί­νεται μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1830, έως την εποχή δηλαδή από τηνοποία αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες σχετικώς αξιόπιστες απογραφικού χαρακτήρα πηγές.

Με τον τρόπο αυτό συγκροτείται ένα σώμα τεκμηρίων για τους νησιωτικούς πληθυσμούς ποικίλης προέλευσης και αξιοπιστίας, που συνι­στά κατ” αρχήν ένα εργαλείο δουλειάς για το μελετητή του νησιωτικού χώρου. Η συναγωγή αυτή μαρτυριών για τον πληθυσμό του Αιγαίου σε καμμία περί­πτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρης. Η συνέχιση και διεύρυνση της έρευνας ενδεχομένως θα προσθέσει αρκετές ακόμη μαρτυρίες. Νομίζω όμως ότι με το υπάρχον τεκμηρωτικό υλικό σχηματίζεται μια εικόνα τόσο του εύρους όσο και της ποιότητας των πηγών, ενώ παράλληλα δημιουργείται ένα αρχικό σώμα τεκ­μηρίων, ανοικτό σε νέες συνεισφορές, προσθήκες, βελτιώσεις και διορθώσεις, στο πνεύμα ακριβώς της αρχικής σύλληψης των Τετραδίων Εργασίας του ΚΝΕ/ΕΙΕ, που είχαν δέσει ως στόχο την κυκλοφορία και διάχυση των ιστορικών πληροφοριών, όταν αυτές κριθούν ότι φτάνουν σε μία ικανοποιητική πύκνωση γύρω από ένα θέμα, πριν την «οριστική» τους δημοσίευση.

Η συλλογή του τεκμηριωτικού υλικού για την εργασία αυτή άρχισε επ” αφορ­μή του ερευνητικού προγράμματος «ΑΙΓΑΙΟ. Ιστορική μελέτη των οικισμών και η αρχιτεκτονική της κατοικίας», το οποίο διεξήχθη την τριετία 1995-1998 από το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

Στα χρόνια που μεσολά­βησαν συνεχίστηκε -με κυμαινόμενη είναι αλήθεια ένταση- η συλλογή μαρτυριών και ο έλεγχος όσων πληροφοριών είχαν ήδη εντοπιστεί σε βιβλιογραφικές πηγές, μελέτες και άλλα βοηθήματα [...]

Απόσπασμα από την εισαγωγή του τόμου.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ψαρεύοντας στις ελληνικές θάλασσες – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών


 

 

Ψαρεύοντας στις ελληνικές θάλασσες

Από τις μαρτυρίες του παρελθόντος στη σύγχρονη πραγματικότητα

Τετράδια εργασίας 33

Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών – Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Αθήνα 2010

 

Ψαρεύοντας στις ελληνικές θάλασσες

Ο συλλογικός αυτός τόμος υπήρξε καρπός μιας συνάντησης εργασίας που έγινε τον Ιούλιο του 2006 στο πλαίσιο των «Σεμιναρίων της Ερμούπολης». Αποτελείται από μελέτες που έχουν ως θέμα την αλιευτική δραστηριότητα στο Αιγαίο και το Ιόνιο πέλαγος καλύπτουν ένα μεγάλο χρονικό ανάπτυγ­μα – από την προϊστορική εποχή μέχρι τα σύγχρονα χρόνια – και ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών προσεγγίσεων, που επικεντρώνονται όμως, η καθεμιά με τα μεθοδολογικά της εργαλεία, στο παρελθόν: αρχαιολογία, ιστορία, εθνολογία, ανθρωπολογία.

Σε μια χώρα που περιβρέχεται από θάλασσα, με σημαντικό μήκος ακτών και μεγάλο αριθμό νησιών και νησίδων, η ιστορία της αλιείας έχει ελάχιστα απασχολήσει τις ανθρωπιστικές επιστήμες.

Η παρατήρηση αυτή συνδέεται άμεσα με ένα ερώτημα: η πτωχή βιβλιογραφική παραγωγή αντανακλά μια εξίσου πενιχρή αλιευτική δραστηριότητα ή μήπως η αναιμική επιστημονική έρευνα για το θέμα αυτό λειτούργησε παραπλανητικά και «απέκρυψε» το πραγματικό μέγεθος και τη σημασία της αλιείας; Αν η γεωφυσική διαμόρ­φωση της περιοχής και οι ιστορικές συγκυρίες ευνόησαν την αξιοποίηση των θαλάσσιων δρόμων, την ανάπτυξη της ναυτιλίας και οδήγησαν στη δη­μιουργία μίας ισχυρής ναυτικής παράδοσης, γιατί δεν συνέβη το ίδιο με την αλιεία;

Αφού οι φυσικοί πόροι ήταν πενιχροί, αφού υπήρχε η εξοικείωση με το υγρό στοιχείο γιατί η αλιεία δεν κατέλαβε μια διαχρονικά σημαντική και σταθερή θέση στις παραγωγικές δραστηριότητες των πληθυσμών; Εν­δεχομένως οι απαντήσεις σε ερωτήματα αυτού του είδους δεν είναι μονοσή­μαντες, καθώς κάθε έγκυρη απόφανση προϋποθέτει τον πολλαπλασιασμό της ερευνητικής προσπάθειας, η οποία με τη σειρά της θα επιτρέψει τον εμπλουτισμό του προβληματισμού, τη διεύρυνση της σχετικής θεματολογί­ας και τη διατύπωση εντέλει, νέων ερωτημάτων.

Οι μελέτες που φιλοξενούνται στον τόμο ασχολούνται, με όψεις της αλι­ευτικής δραστηριότητας: οι μαρτυρίες για την αλιευτική δράση στον αρχαίο κόσμο, τα εργαλεία και οι μέθοδοι ψαρέματος, οι αναπαραστάσεις του ψαρέματος και των αλιευμάτων στην αρχαία ζωγραφική, οι τρόποι και οι συν­θήκες ψαρέματος στα νεώτερα χρόνια στο Αιγαίο και το Ιόνιο, η αλιευτική δραστηριότητα και ο κόσμος της εργασίας που συνδέεται με αυτήν στα νεώ­τερα χρόνια, μέσα από επιλεγμένα παραδείγματα περιοχών που ανέπτυξαν σημαντική αλιευτική δράση, είναι μερικά από τα θέματα που οι ετοιμότητες των συμμετεχόντων συγγραφέων επέτρεψαν να συζητηθούν στον παρόντα τόμο.

Φυσικά πρόκειται μάλλον για νύξεις, για εισαγωγικά στη σχετική θεμα­τολογία κείμενα, τα οποία από τη φύση τους δεν επιτρέπουν να σχηματιστεί ένα ικανοποιητικό πανόραμα της αλιευτικής δραστηριότητας, των ψαράδων, του ψαρέματος και των αλιευμάτων στον ελληνικό χώρο.

Για παράδειγμα η απόδοση και η οικονομική διάσταση της αλιευτικής δραστηριότητας στο πέρασμα του χρόνου και η παραγωγικότητα σε συσχετισμό με τη βελτίωση των σκαφών και των τεχνολογικών δυνατοτήτων, η συντήρηση και η διακίνηση των αλιευμάτων, η χαρτογράφηση των ελληνικών περιοχών με βάση την αλι­ευτική παραγωγή σε θάλασσες, λίμνες και ποτάμια, η ένταξη των ψαράδων στις κοινωνικές ιεραρχίες κάθε εποχής, οι εξειδικεύσεις στην επαγγελματι­κή αλιεία και οι σχέσεις τους με την ερασιτεχνική ενασχόληση, αλλά και η αποτύπωση των ψαράδικων σκαφών και του ψαρέματος στις τέχνες, στη ζωγραφική, στη μουσική, στον κινηματογράφο, το ψάρεμα ως ψυχαγωγία, ως δραστηριότητα της σχόλης και του ελεύθερου χρόνου, αποτελούν λιγοστά μόνο από τα θέματα που απουσιάζουν από τον τόμο, θα μπορούσαν όμως να αποτελέσουν σημεία περαιτέρω συζήτησης και έρευνας.

Ο διάλογος μεταξύ των όμορων προσεγγίσεων των ανθρωπιστικών επιστημών αλλά και η ανα­γκαιότητα για ευρύτερη διεπιστημονική προσέγγιση με όσες θετικές επιστή­μες διερευνούν, από την πλευρά τους, τον κόσμο της θάλασσας αποτελούν επίσης μια προτεραιότητα για τη συνέχιση του πρώτου αυτού διαβήματος.

 

Δημήτρης Δημητρόπουλος

Ευδοκία Ολυμπίτου

 

Περιεχόμενα τόμου:

  • Ελένη Γεροντάκου: Ο ψαράς και η ψαριά του στο προϊστορικό Αιγαίο
  • Αθήνα Χατζηδημητρίου: Η αλιεία και τα προϊόντα της στην εικονογραφία και τις φιλολογικές πηγές των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων
  • Γιώργος Β. Κουτσουφλάκης: Η αλιεία στον ελληνορωμαϊκό κόσμο: σημειολογία κειμένων και αλιευτικής εικονογραφίας
  • Παναγιώτης Μιχαηλάρης: Η διαχείριση της αλιείας και  των προϊόντων της στα βενετοκρατούμενα Επτάνησα
  • Μαρία Καμονάχου: Αλιεία κοραλλιών στο Ιόνιο τον 19ο αιώνα
  • Δημήτρης Δημητρόπουλος: Δικαιώματα αλιείας στη Χίο, 17ος -18ος αιώνας
  • Νίκος Αλεβυζάκης: Η αλιεία και τα αλιεύματα στην Κέρκυρα (19ος – αρχές 20ού αιώνα): μια πρώτη προσέγγιση
  • Ευδοκία Ολυμπίτου: Ψαρεύοντας στο Αιγαίο τον 19ο αιώνα
  • Κωνσταντίνα Μπάδα: Συντελεστές, τρόποι και μέσα επιβίωσης της «παραδοσιακής» αλιευτικής δραστηριότητας στο Μεσολόγγι – Αιτωλικό: Ο τόπος, η οικογένεια, ο λαϊκός πολιτισμός
  • Ελευθέριος Π. Αλεξάκης: Μορφές αλιείας στη Νοτιοανατολική Λακωνία (Βάτικα)
  • Κάτια Φραγκούδη: Η αλιεία στη Νέα Μηχανιώνα

 

Read Full Post »

3η ατομική έκθεση ζωγραφικής της Μαρκέλλας Καπογιάννη στο θέατρο «Τριανόν», στο Ναύπλιο


 

Την τρίτη ατομική έκθεση ζωγραφικής της Μαρκέλλας Καπογιάννη φιλοξενεί το θέατρο « Τριανόν » στην πλατεία Συντάγματος, στο Ναύπλιο. Η έκθεση θα εγκαινιαστεί το Σάββατο 8 Σεπτεμβρίου στις 20.00 και θα διαρκέσει έως  την Κυριακή 16 Σεπτεμβρίου.

 

Έκθεση ζωγραφικής

 

Η έκθεση περιλαμβάνει 62 έργα, στα οποία, με κύριο εργαλείο τα χρώματα το φως και τις σκιές, εικόνες της φύσης και ανθρώπινες φιγούρες αποδίδονται αφαιρετικά και με ρομαντική διάθεση.  Μέσα από την ονειρική προσέγγιση των μορφών και της φύσης, αναζητούν την απλή και ευαίσθητη πλευρά της ψυχής, χρησιμοποιώντας ως κύριο μέσο έκφρασης τη λιτότητα των γραμμών και τη δύναμη των χρωμάτων.

Τα έργα βασίζονται σε μια ποικιλία τεχνικών και υλικών με κυριότερα από αυτά το κάρβουνο, το παστέλ, το λάδι και το γύψο δουλεμένα πάνω σε ξύλο, καμβά και χαρτόνι.

 

Έκθεση ζωγραφικής

 

Η Μαρκέλλα Καπογιάννη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα και από το 1999 ζει και εργάζεται στο Ναύπλιο. Έχει σπουδάσει παιδαγωγικά στο Αθηναϊκό Κέντρο Παιδαγωγικών Σπουδών, Ευρωπαϊκό πολιτισμό  στη σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών του Ανοιχτού Πανεπιστημίου και χρωματοθεραπεία ως σύμβουλος στο σύστημα  Αura – Soma ενώ παράλληλα  έχει παρακολουθήσει  σεμινάρια και μαθήματα εικαστικής.

Χώρος: Θέατρο «Τριανόν», Πλατεία Συντάγματος, Ναύπλιο

Διάρκεια της έκθεσης: 8 -16 Σεπτεμβρίου 2012

Ώρες λειτουργίας: 11.00-14.00 & 19.00-23.00

Είσοδος ελεύθερη

Read Full Post »

Ιφιγένεια εν Αυλίδι – Αρχαίο Θέατρο Άργους | Φεστιβάλ Άργους 2012


 

  

Την Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη, παρουσιάζει την Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012 στο  Αρχαίο Θέατρο Άργους, η 5η ΕΠΟΧΗ ΤΕΧΝΗΣ, σε συνεργασία με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βέροιας.

Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι, ένα από τα κορυφαία κείμενα της αρχαίας ελληνικής πραγματείας, είναι κείμενο βαθύτατα πολιτικό, ένα ειρωνικό και ταυτόχρονα τραγικό σχόλιο πάνω στο θέμα της πολιτικής σκοπιμότητας. Η Ιφιγένεια σύμβολο κάθε θυσίας, είναι το εξιλαστήριο θύμα των πολιτικών σκοπιμοτήτων κάθε εποχής. Η Ιφιγένεια δεν θυσιάζει μόνο τη ζωή της, αλλά κυρίως, θυσιάζει, την αθωότητα της καθώς καλείται σχεδόν ακαριαία, να συνειδητοποιήσει το ανελέητο του κόσμου αυτού.

 

Ιφιγένεια εν Αυλίδι

 

H παράσταση…

«Η παράσταση επιχειρεί μια σύγχρονη σκηνική ανάγνωση του κειμένου, μέσα σε ένα ποιητικό εικαστικό περιβάλλον, με την σύγχρονη μουσική επεξεργασία του Κ. Βήτα.

Ένας πυροβολισμός. Σκοτάδι.

Μια γυναίκα νεκρή. Κάπου κοντά σε μια παραλία. Ένα σύνολο γυναικών μάρτυρες του θανάτου, ανακρίνονται. Αυτοκτονία ή δολοφονία. Ο χορός αποκτά πρόσωπο, κάθε γυναίκα εκφράζεται διαφορετικά. Τα χορικά γίνονται το σημείο συνάντησης και αντιπαράθεσης με την ιστορία. Οι ήρωες αναζητούν καθένας τη δική του αλήθεια εκφράζοντας καθένας ένα διαφορετικό κόσμο, που αρνείται πεισματικά να συνυπάρξει με το αυτονόητο…

Η έννοια της θυσίας αποκτά πολλαπλές διαστάσεις. Συγγενεύει με τη δολοφονία…» Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Θέμης Μουμουλίδης.

Πρωταγωνιστούν:

Καρυοφυλλiά Καραμπέτη [Κλυταιμνήστρα], Στέλιος Μάϊνας [Αγαμέμνων] Ιωάννα Παππά [Ιφιγένεια], Μηνάς Χατζησάββας [πρεσβύτης], Γιάννης Στάνκογλου [Αχιλλέας], Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου [άγγελος], Άγγελος Μπούρας [Μενέλαος], Λουκία Μιχαλοπούλου, Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου, Γιάννα Παπαγεωργίου, Λένα Παπαληγούρα, Αρετή Πασχάλη. Σε ρόλο κορυφαίας η Ρίτα Αντωνοπούλου.

Η παράσταση ανεβαίνει σε μετάφραση Κ. Χ. Μύρη, σκηνοθεσία – επεξεργασία κειμένου Θέμη Μουμουλίδη, σκηνικό Γιώργου Πάτσα, κοστούμια Παναγιώτα Κόκκορου, μουσική Κωνσταντίνου Βήτα, φωτισμούς Νίκου Σωτηρόπουλου.

 

Ιφιγένεια εν Αυλίδι

 

Η ιστορία…

Η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι«, είναι το προτελευταίο έργο του Ευριπίδη. Πραγματεύεται τη θεϊκή βούληση της Άρτεμης να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, κόρη του βασιλιά των Μυκηνών, Αγαμέμνονα, προκειμένου να φυσήξουν ούριοι άνεμοι και να κινήσει ο στόλος των Ελλήνων για την Τροία. Ο πόλεμος γίνεται αυτή τη φορά γιατί ο Πάρις έκλεψε την Ελένη σύζυγο του Μενέλαου, προσβάλλοντας έτσι την Ελλάδα. Ο στόλος των Ελλήνων περιμένει στην Αυλίδα να φυσήξουν οι άνεμοι…

Η αρχική απόφαση του Αγαμέμνονα ν’ αποδεχτεί το χρησμό, μέσα σε μία κατάσταση σύγχυσης και πανικού και η ψευδής ανακοίνωσή του για γάμο της Ιφιγένειας με τον Αχιλλέα προκειμένου να οδηγηθεί η Ιφιγένεια στην Αυλίδα, σύντομα ανακαλείται από τον ίδιο. Ωστόσο τελικά, ο Αγαμέμνων, παρά τις ικεσίες της Κλυταιμνήστρας και της Ιφιγένειας, αποφασίζει τη θυσία. Η Ιφιγένεια, καλείται σε μια στιγμή να συνειδητοποιήσει την αμετάκλητη αλλαγή στη ζωή της. Αδύναμη και αηδιασμένη απέναντι στη βία του στρατεύματος, ανυπεράσπιστη, κι αθώα, αποφασίζει, με ένα λόγο ειρωνικό που φτάνει στα όρια του σαρκασμού, να θυσιαστεί οικειοθελώς. Η θυσία αποφασίζεται! Η εκστρατεία θα ξεκινήσει…

Η ιστορία συνεχίζεται…

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012  ώρα: 9.00 μμ.

Αρχαίο Θέατρο Άργους 

Οργάνωση: Κ.Ε.Δ.Α-Μ

Πληροφορίες: 2751360791 -92 -93

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 183 other followers