Feeds:
Άρθρα
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πολιτισμός’

Τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα (1833-1862) – Έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη Ναυπλίου με την ευκαιρία των 150 χρόνων της Ναυπλιακής Επανάστασης 


  

Το Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου  παρουσιάζει την  έκθεση με τίτλο «Τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα» (1833-1862), από τις  12 Οκτωβρίου  2012 έως τις 30 Ιανουαρίου 2013,  στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Δήμου Ναυπλιέων για τα 150 χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση (1 Φεβρουαρίου–8 Απριλίου1862).

Η έκθεση σκιαγραφεί την ιστορική περίοδο από την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας, έως την έξωση του βασιλιά (Οκτώβριος 1862) και εστιάζει σε βασικά χαρακτηριστικά της νεότερης εικονογραφίας του Ναυπλίου, με βασικό άξονα την οπτική των ξένων και Ελλήνων καλλιτεχνών σε σχέση με τα γεγονότα που σημάδεψαν την οθωνική περίοδο…

 

Δοξαστικό πορτρέτο του Όθωνα

 

Η Ελλάδα ως ιστορική και πολιτική οντότητα στην Ευρώπη στα τέλη του 18ου αιώνα, στο πλαίσιο του Διαφωτισμού και του νέου ενδιαφέροντος για την κλασική αρχαιότητα που εκδηλώνεται την εποχή εκείνη, και ο φιλελληνισμός ως χαρακτηριστικό της ρομαντικής εποχής γοήτεψαν τον βαυαρό πρίγκιπα Λουδοβίκο που ήταν ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος σε ζητήματα τέχνης και καλλιτεχνών και δεν παρέλειψε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία να διαπραγματευτεί όσο το δυνατόν πιο ευνοϊκές προϋποθέσεις για το γιο του, Όθωνα μετά τη Συνθήκη του Λονδίνου (3 Φεβρουαρίου 1830) για το θρόνο της Ελλάδας.

Το 1832 ο πρίγκιπας Otto von Wittelsbach, ο γνωστός μας Όθων, ο δευτερότοκος γιος του βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α΄, εστέφθη βασιλεύς του νεοσύστατου ελληνικού κράτους που γνώρισε την απελευθέρωση έπειτα από τέσσερις αιώνες υποταγής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο βασιλεύς Όθων και η σύζυγός του  Αμαλία ( Amalia  von Oldenburg) εκθρονίστηκαν και έφυγαν από την Ελλάδα το 1862. Το βασιλικό ζεύγος φεύγει αλλά λίγο πριν έχει διοριστεί καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών ο Νικηφόρος Λύτρας ενώ αρχίζουν να επιστρέφουν οι σπουδαγμένοι στο Μόναχο Γύζης, Ιακωβίδης κ.α. που κυριαρχούν στην καλλιτεχνική ζωή  της Ελλάδας ως τις αρχές  του 20ου αιώνα.

 

Αμαλία, Βασίλισσα της Ελλάδας. Λιθογραφία. Συλλογή Καθηγητή Ιωάννη Καράκωστα.

 

Η έκθεση περιλαμβάνει χαρακτικά και ζωγραφικά έργα με παραστάσεις από την αναχώρηση του νεαρού Όθωνα από την Αυλή του Μονάχου, την άφιξή του στο Ναύπλιο, πορτρέτα του Όθωνα και της Αμαλίας, πορτρέτα της Αντιβασιλείας του Όθωνα, οχτώ φορεσιές επωνύμων κυριών της Αυλής της Αμαλίας, έργα που αναφέρονται στα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, φωτογραφικό υλικό και ζωγραφικά έργα των πρωταγωνιστών της Ναυπλιακής Επανάστασης, λιθογραφία της έξωσης των πρώτων βασιλέων, το τραπέζι, στο οποίο υπογράφτηκε το διάταγμα της έξωσης το 1862 και γελοιογραφίες που αναφέρονται στο θέμα του ανταγωνισμού των Δυνάμεων για την εξουσία στην Ελλάδα.

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Στην έκθεση εκτός από έργα της Εθνικής Πινακοθήκης παρουσιάζονται χαρακτικά της πλούσιας συλλογής του Καθηγητή της Νομικής και τ. Αντιπρύτανη του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ιωάννη Καράκωστα, χαρακτικά και ζωγραφικά έργα που ευγενικά μας παραχωρήθηκαν από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών και το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, Ίδρυμα Βούρου – Ευταξία, έργα από τις συλλογές ζωγραφικών και χαρακτικών έργων του Μουσείου Μπενάκη, ενδυμασίες από το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου», έργα από τις συλλογές του Δήμου Ναυπλίου, του Δικηγόρου κ. Κωνσταντίνου Καράπαυλου και του κ. Ιωάννη Σπηλιωτάκη καθώς και φωτογραφικό υλικό από τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

 

Πρωταγωνιστές της Ναυπλιακής Επανάστασης

 

Το Παράρτημα Ναυπλίου της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου, διοργανώνει αυτή την έκθεση με την πεποίθηση πως το μέλλον του ελληνικού έθνους διασφαλίζεται, πάνω απ όλα, με την αυτογνωσία, η οποία προϋποθέτει γνώση της ιστορίας και εμπέδωση της ιστορικής μας ταυτότητας.

  

Η Νεότερη Ελληνική Ιστορία και τα γεγονότα  που τη διατρέχουν μέσα από έργα τέχνης της εποχής τους

  

Ρομαντισμός και επανάσταση συνιστούν τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, μιας εποχής έντονων ιστορικο-κοινωνικών ανακατατάξεων. Η Ελληνική επανάσταση χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από τις φιλελεύθερες συνειδήσεις και δέχτηκε τη βοήθεια ενός δυναμικού κινήματος, του φιλελληνισμού.

Το κίνημα του φιλελληνισμού βρήκε ζωηρή απήχηση στους κύκλους των Γερμανών καλλιτεχνών, γεγονός που οφείλεται στις σχέσεις που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και στο κρατίδιο της Βαυαρίας, χάρη στο ενδιαφέρον του νεαρού διαδόχου του βαυαρικού θρόνου Λουδοβίκου Α΄.

 

Δοξαστικό πορτρέτο του Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας. Λιθογραφία, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Από την πρώτη βαυαρική αποστολή στην Ελλάδα το 1826 και καθ’ όλη την οθωνική περίοδο ένας σημαντικός αριθμός Γερμανών καλλιτεχνών ανέλαβε μεγάλες παραγγελίες για εικονογραφικά σύνολα με θέμα τη σύγχρονη Ελλάδα. Το έργο που παρήγαγαν αυτή την εποχή, και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πρώτης οθωνικής περιόδου (1833-1843), κρίνεται σήμερα ως εξαιρετικά σημαντικό τόσο από ιστορική, όσο και από καλλιτεχνική άποψη. Η ιστορική τους σημασία κρίνεται σπουδαία, καθώς οι ξένοι καλλιτέχνες προχώρησαν στην αποτύπωση σημαντικών γεγονότων της εποχής.

 

Το γραφείο του βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο. Υδατογραφία του A.Haubenschmid. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Στο Ναύπλιο και στην Αθήνα καταφθάνουν εξέχοντες ζωγράφοι, άλλοι να εκτελέσουν ζωγραφικές παραγγελίες του Λουδοβίκου (Peter von Hess, Carl Rottmann, Ludwig Lange, C.Schraudolph, J.Kranzberger) και άλλοι ως μέλη της συνοδείας του Όθωνα (J.Petzl, C.Perlberg) με σκοπό να γνωρίσουν τη χώρα και να μελετήσουν τα ήθη της. Το έργο τους αποδίδει την εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας σύμφωνα με το πνεύμα της ζωγραφικής Biedermeier.

Χωρίς αμφιβολία ο Peter von Hess (1792-1871) υπήρξε ο σημαντικότερος εικονογράφος της Ελληνικής Επανάστασης και των πρώτων χρόνων του νεαρού κράτους. Μέλος της συνοδείας του νεαρού Όθωνα, ο Hess έφτασε το 1832-1833 στην Ελλάδα με αποστολή να προετοιμάσει σχέδια για έναν κύκλο θεμάτων από τη νεότερη ελληνική ιστορία, που θα τοποθετούνταν σε αίθουσα των Ανακτόρων στο Μόναχο.

 

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Όθωνος του ά Βασιλέως της Ελλάδος απόβασις εις Ναυπλίαν. Peter Von Hess.

 

Ο Peter von Hess με τον διεισδυτικό του νατουραλισμό επιδίωξε να περιγράψει τα ιστορικά γεγονότα με ακρίβεια και πιστότητα. Δεν παρέλειψε, ωστόσο, σαν γνήσιος εκπρόσωπος της ρομαντικής σχολής, να προσδώσει ηρωικό τόνο και ιδεαλιστική χροιά στα πρωταγωνιστικά πρόσωπα της πρόσφατης ιστορίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο μεγάλων διαστάσεων πίνακας (265,5 x 415 εκ.) του Hess «Η υποδοχή του βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο», ο οποίος οργανώνεται σχεδόν θεατρικά. Οι ανεκδοτολογικές και γραφικές λεπτομέρειες με τον εξωτισμό τους – φορεσιές, όπλα και ζώα – συνδέουν τον πίνακα με τα περιηγητικά και φιλελληνικά εικαστικά έργα, τα οποία είχαν μεγάλη απήχηση και διάδοση στην Ευρώπη.

Όθων, λιθογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Αμέσως, λοιπόν, μετά την έλευση των Βαυαρών στην Ελλάδα, δόθηκε το εναρκτήριο λάκτισμα στις διαδικασίες για την αισθητική αναμόρφωση του τόπου καθώς και για τη θεσμική θεμελίωση και οργάνωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος κατά τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Η προσπάθεια αυτή θα ολοκληρωνόταν με την ίδρυση του Οθωνικού Πανεπιστημίου το 1837.

Όσον αφορά την ίδρυση Σχολείου Καλών Τεχνών, οι βάσεις τέθηκαν πολύ νωρίς, εφόσον στο Πολυτεχνικό σχολείο, το οποίο λειτουργούσε από το 1836, δημιουργήθηκε το 1839 τμήμα Ωραίων Τεχνών, που αργότερα αποτέλεσε την ανεξάρτητη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας.

Στις 17/29 Μαΐου 1835, ο Βασιλεύς Όθωνας με το διάταγμά του «περί Οργανισμού της Βασιλικής Τυπογραφίας και Λιθογραφίας» δημιουργεί τις βασικές προϋποθέσεις της λιθογραφικής τέχνης, απαραίτητη για τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, με υπεύθυνο για τη λιθογραφία τον Βαυαρό Αντρέα Φόρστερ, γνώστη της τέχνης. Κοντά σ’ αυτόν και στους εν συνεχεία μετακληθέντες από τη Γερμανία λιθογράφους, έλαβαν τα πρώτα εμπειρικά μαθήματα οι Έλληνες τεχνίτες, που πέρασαν την αποδοτική τέχνη τους από γενιά σε γενιά, μέχρι το κλείσιμο του αιώνα. Στο λιθογραφείο της Βασιλικής Αυλής, όπως αργότερα ονομάστηκε, τυπώνονταν χάρτες, διπλώματα των σχολείων, έντυπα ευρείας χρήσης, κρατικά έντυπα κ.λ.π.

Ενώ χρονολογικά η έναρξη παραγωγής λαϊκών εικόνων στην αδούλωτη Ελλάδα τοποθετείται κατά το έτος 1840 και συνδέεται με την απόπειρα του Στρατηγού Μακρυγιάννη για εκλαΐκευση του επαναστατικού αγώνα, ουσιαστικά, οι πρώτες λαϊκές εικόνες που κυκλοφόρησαν ευρέως και απευθύνθηκαν στα λαϊκά στρώματα  τυπώθηκαν μετά το 1860.

Γύρω στο 1860 η λαϊκή εικόνα γίνεται πλέον το μοναδικό μέσο ενημέρωσης και διδαχής της εθνικής μας ιστορίας στα απαίδευτα λαϊκά στρώματα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την έγχρωμη λιθογραφία του 1862, που αποτυπώνει το τέλος της βαυαροκρατίας στην Ελλάδα, με την επιβίβαση του Όθωνα και της Αμαλίας στο βρετανικό ατμόπλοιο Σκύλλα, με το οποίο μεταφέρθηκαν στη Βενετία.

 

Η Έξωση του Όθωνα, Έγχρωμη λιθογραφία. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Η έκθεση με θέμα «Τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα» σκιαγραφεί την ιστορική περίοδο από την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας, έως την έξωση του βασιλιά (Οκτώβριος 1862). Το Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου στο Ναύπλιο, διοργανώνει αυτή την έκθεση με την πεποίθηση πως το μέλλον του ελληνικού έθνους διασφαλίζεται, πάνω απ όλα, με την αυτογνωσία, η οποία προϋποθέτει γνώση της ιστορίας και εμπέδωση της ιστορικής μας ταυτότητας. Η έκθεση εστιάζει σε βασικά χαρακτηριστικά της νεότερης εικονογραφίας του Ναυπλίου, με βασικό άξονα την οπτική των ξένων και Ελλήνων καλλιτεχνών σε σχέση με τα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της πόλης του Ναυπλίου στο 19ο αιώνα […]

 Λαμπρινή Καρακούρτη – Ορφανοπούλου

Ιστορικός Τέχνης Εθνικής Πινακοθήκης

Παράρτημα Ναυπλίου

Διάρκεια έκθεσης: 12 Οκτωβρίου 2012- 30 Μαΐου 2013

Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο:10.00-1500

Τετάρτη, Παρασκευή:10.00-15.00 & 17.00-20.00 Κυριακή: 10.00-14.00

Τρίτη κλειστά – Δευτέρα: Είσοδος ελεύθερη

Σιδηράς Μεραρχίας 23, Τ.Κ. 21100, Ναύπλιο, τηλ.27520 21915-21935.

Read Full Post »

Οικονομικές κρίσεις και  χρεοκοπία (19ος – 20ος αιώνας)


 

 

Μπροστά στο ενδεχόμενο μιας πτώχευσης της Ελλάδας, εξαιτίας του τεράστιου εξωτερικού δημόσιου χρέους, είναι χρήσιμο να ανατρέξουμε στις αντίστοιχες περιπτώσεις του 19ου κα του 20ου αιώνα. Η μελέτη της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας θα μας βοηθήσει να ερμηνεύσουμε πιο αποτελεσματικά το φαινόμενο της οικονομικής κρίσης που βιώνουμε και, ενδεχομένως, να «προβλέψουμε» τις εξελίξεις που έρχονται.

Στο μακρινό παρελθόν ο όρος οικονομική κρίση σήμαινε ότι οι οικονομικές προσπάθειες των ανθρώπων ματαιώνονταν (λ.χ. εξαιτίας ενός πολέμου) ή τα αγαθά που παρήγαν καταστρέφονταν ή χάνονταν από δυσμενείς καιρικές συνθήκες, από λεηλασία ή από άλλες αιτίες.

Μετά την ανάπτυξη της βιομηχανίας και της τεχνολογίας, οικονομική κρίση σημαίνει ότι υπάρχει παραγωγή ή υπερπαραγωγή προϊόντων, αλλά δεν υπάρχει αντίστοιχη ζήτηση, γιατί το αγοραστικό κοινό δεν μπορεί να αγοράσει, επειδή δεν έχει επαρκές εισόδημα (από ανεργία ή άλλη αιτία). Συνέπεια των κρίσεων για τις βιομηχανίες είναι ότι μειώνουν την παραγωγή. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζονται λιγότερο προσωπικό, λιγότερες πρώτες ύλες, λιγότερα μεταφορικά μέσα, με άμεση συνέπεια την αύξηση της ανεργίας, άρα τη μείωση της αγοραστικής δύναμης.

Χρεοκοπία είναι «η αδυναμία πληρωμής των χρεών, επειδή οι οφειλές προς τους πιστωτές υπερβαίνουν τα οικονομικά διαθέσιμα». Αυτή είναι η ερμηνεία της λέξης. Πτώχευση ενός κράτους είναι η αδυναμία του να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις, εσωτερικές και κυρίως εξωτερικές. Η κατάσταση αυτή δηλώνεται με επίσημη εξαγγελία της ίδιας της κυβέρνησης ότι αδυνατεί να πληρώσει τα ληξιπρόθεσμα χρέη της χώρας (εξ ολοκλήρου, ενός μέρους ή των τόκων τους). Τα παραδείγματα χρεοκοπίας κρατών είναι αρκετά. Η ισχυρή Γερμανία πτώχευσε δύο φορές στο μεσοπόλεμο και μεταπολεμικά, η Μ. Βρετανία το 1945-6, η Ρωσία και η Αργεντινή πιο πρόσφατα.

Ιωάννης Καποδίστριας

Το ελληνικό κράτος από την απελευθέρωση μέχρι σήμερα έχει βρεθεί 4 φορές στην ανάγκη να κηρύξει στάση πληρωμών και πτώχευση. Και όλες οι πτωχεύσεις μέχρι σήμερα συνδέθηκαν άμεσα ή έμμεσα με σημαντικές πολιτικές εξελίξεις, που σημάδεψαν την πολιτική και κοινωνική ζωή.

Η πρώτη επίσημη ελληνική πτώχευση μας πηγαίνει πίσω στο 1827, πριν ακόμη αναγνωριστεί το «Βασίλειον της Ελλάδος», όταν η ελληνική διοίκηση του Ιωάννη Καποδίστρια αδυνατεί να πληρώσει τα τοκοχρεολύσια των «δανείων της Ανεξαρτησίας». Αποτέλεσμα αυτής της πτώχευσης ήταν οι δανειστές μας, που ήταν οι μεγάλες Δυνάμεις της εποχής, να επιβάλλουν στην Ελλάδα το θεσμό της βασιλείας και τον Όθωνα ως πρώτο βασιλιά των Ελλήνων. Έκτοτε το ελληνικό αστικό κράτος θα κηρύξει πτώχευση τρεις ακόμη φορές, το 1843, το 1893 και το 1932.

Θα επιχειρήσουμε να «φωτίσουμε» τα γεγονότα, που μας οδήγησαν στις τέσσερις – μέχρι τώρα – πτωχεύσεις του Ελληνικού Κράτους, αναζητώντας ομοιότητες και διαφορές με την επαπειλούμενη σήμερα – 5η κατά σειρά – χρεοκοπία της χώρας μας!

 

Η πτώχευση του 1827 και η επιβολή της βασιλείας

 

Η αναγνώριση της ελληνικής ανεξαρτησίας  ήταν προϊόν των πολεμικών επιτυχιών των ελλήνων κυρίως από το 1821 ως το 1824, του φιλελληνικού κινήματος, αλλά και του ανταγωνισμού  των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Το 1824 – 1825 ο Αγώνας βρίσκεται στην πιο κρίσιμη φάση, την ώρα που οι ανταγωνισμοί μεταξύ των Ελλήνων ήταν σε έξαρση. Από τη μια μεριά το «στρατιωτικό» κόμμα (Κολοκοτρώνης, Ανδρούτσος κ.ά.) και από την άλλη το «πολιτικό» κόμμα (Μαυροκορδάτος, Κουντουριώτης κ.ά.).

Κουντουριώτης Γεώργιος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1863.

Ο Κουντουριώτης ως πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος προσφεύγει στην Αγγλία, συνάπτοντας δύο δάνεια για τις ανάγκες του Αγώνα. Οι χρηματοπιστωτικοί οίκοι του Λονδίνου εκχώρησαν το 1824 και 1825 τα περιβόητα «δάνεια της ανεξαρτησίας». Ο απελευθερωτικός αγώνας του 1821 ήταν μια μοναδική ευκαιρία για τις αγγλικές τράπεζες.

Το πρώτο ήταν ονομαστικής αξίας 800.000 στερλινών, από τις οποίες φτάνουν στην Ελλάδα περίπου 320.000 στερλίνες (60% υποτιμημένο). Το δεύτερο ήταν ονομαστικής αξίας 2.000.000 στερλινών και δόθηκε στην Ελλάδα υποτιμημένο κατά 45%, ήτοι 1.100.000 στερλίνες! Από αυτά κατακρατήθηκαν – περαιτέρω – για διάφορους λόγους (έξοδα, μεσιτείες, παραγγελίες πλοίων κ.τ.λ.) περίπου 900.000 στερλίνες και έτσι από τα δυο δάνεια έφτασαν στη χώρα μας συνολικά 200.000 στερλίνες, περίπου!!!

Πέρα λοιπόν από τους επαχθείς όρους με τους οποίους χορηγήθηκαν τα δάνεια στους επαναστατημένους Έλληνες, ένα μόνο μικρό ποσό από τα συνολικά ποσά των δανείων δαπανήθηκε για τις ανάγκες της επανάστασης. Το μεγαλύτερο σπαταλήθηκε στην προπληρωμή τόκων και προμηθειών, στα χρηματιστήρια της Ευρώπης ή σε παραγγελίες πολεμικού υλικού, που ποτέ δεν έφτασε στην Ελλάδα!  Το πιο επαχθές  όμως μέτρο, που προβλέπονταν για την αποπληρωμή των δανείων, ήταν η υποθήκευση των «εθνικών κτημάτων», που είχαν εγκαταλειφθεί από τους Τούρκους ιδιοκτήτες τους.

Για την διασπάθιση των «δανείων της ανεξαρτησίας» ευθύνονται ως ένα βαθμό και οι ίδιοι οι έλληνες, καθώς  ένα τμήμα τους δόθηκε για την διεξαγωγή των εμφυλίων πολέμων στα χρόνια της επανάστασης. Θα πρέπει ωστόσο να αναγνωρίσουμε ότι η αποδοχή από τη μεριά τους των ληστρικών δανείων ήταν εν μέρει δικαιολογημένη με βάση τις πολεμικές συνθήκες, την διάλυση της οικονομίας και κυρίως την ανάγκη για διεθνή αναγνώριση. Η αδυναμία καταβολής των τοκοχρεολυσίων θα οδηγήσει στην πρώτη πτώχευση, νωρίτερα και από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους.

Το 1827 ο Ιωάννης Καποδίστριας απευθύνει έκκληση στις μεγάλες δυνάμεις για χορήγηση νέου δανείου. Ο Κυβερνήτης υπολόγιζε ότι έτσι θα μπορούσε να ξεπληρώσει ένα μέρος των τόκων των προηγουμένων δανείων και με τα υπόλοιπα να ανορθώσει την κατεστραμμένη ελληνική οικονομία. Όμως η απάντηση ήταν αρνητική. Το Λονδίνο και το Παρίσι αρνήθηκαν να δανείσουν τον Καποδίστρια, ο οποίος, για να κάνει το κράτος να λειτουργήσει, έβαλε χρήματα από την προσωπική του περιουσία και εξέδωσε τα πρώτα ακάλυπτα ελληνικά χαρτονομίσματα, αφού οι ξένοι δανειστές δεν είχαν διάθεση να παραχωρήσουν νέα δάνεια στους Έλληνες. Υπό αυτές τις συνθήκες και μπροστά στην αδυναμία εξυπηρέτησης των δανείων της ανεξαρτησίας η ελληνική διοίκηση οδηγείται στην πτώχευση.

Βέβαια, σύμφωνα με τους ιστορικούς, η πτώχευση αυτή μπορεί να μας βγήκε και σε καλό, καθώς συνδέεται με τη Ναυμαχία του Ναυαρίνου, που έγινε την ίδια χρονιά, έπειτα από μυστική συμφωνία των Μεγάλων Δυνάμεων, που έτσι διέσωσαν την ελληνική επανάσταση οδηγώντας τελικά στη δημιουργία κράτους, από το οποίο και θα μπορούσαν κάποτε να εισπράξουν.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο Καποδίστριας στράφηκε σ’ ένα εσωτερικό κυρίως πρόγραμμα ανοικοδόμησης της οικονομίας, που προκάλεσε όμως την αντίδραση τόσο του εξαθλιωμένου λαού, που ζητούσε την αναδιανομή των «εθνικών γαιών», όσο και των προκρίτων, που αισθάνθηκαν ότι παραμερίζονται από τα κέντρα άσκησης της εξουσίας. Το αποτέλεσμα ήταν η δολοφονία του Καποδίστρια το 1831 στο Ναύπλιο και η επιβολή της βασιλείας στην Ελλάδα με πρώτο βασιλιά τον Όθωνα, στον οποίο οι Δυνάμεις έδωσαν δάνειο ύψους 60.000.000 γαλλικών φράγκων. Αλλά δεν άργησε η δεύτερη στάση πληρωμών (1843). Ο φαύλος κύκλος για την ελληνική οικονομία είχε μόλις αρχίσει…

 

Η πτώχευση του 1843 και το κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

Ο ερχομός του Όθωνα, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, συνοδεύτηκε από την παροχή δανείου 60 εκ. γαλλικών φράγκων με την εγγύηση των τριών προστάτιδων Δυνάμεων (Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία). Η διάσκεψη που συνήλθε στο Λονδίνο έθεσε αυστηρούς όρους για την καταβολή των ελληνικών οφειλών, όρισε επιτροπή ελέγχου της ελληνικής οικονομίας και επέβαλε την εκχώρηση όλων των εθνικών πόρων για την εξυπηρέτηση των δανείων. Μέχρι το 1833 είχαν εκχωρηθεί τα 2/3 του δανείου.

Η χαώδης κατάσταση, που επικρατεί στα οικονομικά του κράτους, επέφερε την επιβολή μεγάλων φόρων και, σχεδόν, όλο το δάνειο απορροφήθηκε από εξοφλήσεις τόκων και κεφαλαίου και έξοδα για το στρατό και τη βαυαρική Διοίκηση. Παράλληλα τα «εθνικά κτήματα» συνέχιζαν να είναι υποθηκευμένα.

Το 1841 ο Βρετανός πρεσβευτής στην Ελλάδα sir Edmund Lyons δηλώνει: «Μια πραγματικά ανεξάρτητη Ελλάδα είναι παραλογισμός. Η Ελλάδα μπορεί να γίνει είτε Ρωσική είτε Αγγλική. Και, αφού δεν πρέπει να γίνει ρωσική, είναι ανάγκη να γίνει Αγγλική». Η δήλωση αυτή είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο οι ξένοι αντιμετώπιζαν την ελληνική ανεξαρτησία και έμελε να περιγράψει το ιδιότυπο ημι-αποικιακό καθεστώς των επόμενων δεκαετιών.

Το καλοκαίρι του 1843 η Ελλάδα έπρεπε να καταβάλει στις τράπεζες της Ευρώπης τα τοκοχρεολύσια παλιότερων δανείων, που είχε πάρει η χώρα. Οι ετήσιοι τόκοι ήταν 7 εκατομμύρια δραχμές και τα έσοδα του ελληνικού κράτους έφταναν μετά βίας τα 14 εκατομμύρια ετησίως. Δυστυχώς τα λεφτά των δανείων δεν είχαν πάει σε υποδομές, που θα βοηθούσαν την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, αλλά είχαν σπαταληθεί στους εμφυλίους της επανάστασης και σε έξοδα της Διοίκησης.

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του. (Μουσείο Μπενάκη)

Την άνοιξη του 1843 η κυβέρνηση παίρνει μέτρα λιτότητας, τα οποία όμως δεν αποδίδουν, ώστε να συγκεντρωθούν τα απαιτούμενα για την ετήσια δόση χρήματα. Έτσι τον Ιούνιο του 1843 η ελληνική κυβέρνηση ενημερώνει ότι αδυνατεί να καταβάλει το ποσό που χρωστάει και ζητά νέο δάνειο από τις μεγάλες δυνάμεις, ώστε να αποπληρώσει τα παλιά.

Οι   μεγάλες δυνάμεις (Αγγλία-Γαλλία-Ρωσία), αντί να εγκρίνουν νέο δάνειο, κάνουν μια διάσκεψη στο Λονδίνο για το ελληνικό χρέος και καταλήγουν σε πρωτόκολλο, με το οποίο οι πρεσβευτές τους παρουσιάζονται στην ελληνική κυβέρνηση και απαιτούν την ικανοποίησή του. Αρχίζουν διαπραγματεύσεις και μετά από ένα μήνα υπογράφουν μνημόνιο, σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα πρέπει να πάρει μέτρα, ώστε μέσα στους επόμενους μήνες να εξοικονομήσει το αστρονομικό ποσό των 3,6 εκατομμυρίων δραχμών για τους δανειστές της.

Για να είναι μάλιστα σίγουροι ότι το μνημόνιο θα εφαρμοστεί κατά γράμμα, οι πρεσβευτές απαιτούν να παραβρίσκονται στις συνεδριάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου, που θα εγκρίνει τα μέτρα και να παίρνουν ανά μήνα λεπτομερή κατάσταση της πορείας εφαρμογής τους…

Τα βασικά μέτρα για την εφαρμογή του μνημονίου του 1843 δείχνουν ότι οι οικονομικές συνταγές λιτότητας είναι σαν το παλιό καλό κρασί: Ίδιες, αιώνιες και οδυνηρές:

 – Απολύθηκε το ένα τρίτο των Δημοσίων υπαλλήλων και μειώθηκαν 20% οι μισθοί όσων παρέμειναν.
 – Σταμάτησε η χορήγηση συντάξεων, που τότε δεν δίνονταν στο σύνολο του πληθυσμού, αλλά σε ειδικές κατηγορίες.
 – Μειώθηκαν κατά 60% οι στρατιωτικές δαπάνες.  Ο αριθμός των στρατιωτικών μειώθηκε και αντί για μισθό έπαιρναν χωράφια.
 – Αυξήθηκαν οι δασμοί και οι φόροι χαρτοσήμου και επιβλήθηκε προκαταβολή στην είσπραξη του φόρου εισοδήματος.
 – Απολύθηκαν όλοι οι υπάλληλοι του εθνικού τυπογραφείου, οι δασονόμοι και οι δασικοί υπάλληλοι οι μηχανικοί του Δημοσίου και      σταμάτησαν τα δημόσια έργα και οι μισοί καθηγητές πανεπιστημίου.
 – Καταργήθηκαν εντελώς όλες οι υγειονομικές υπηρεσίες του κράτους.
 – Νομιμοποιήθηκαν όλα τα αυθαίρετα κτίσματα με πληρωμή προστίμων νομιμοποίησης.
 – Περαιώθηκαν συνοπτικά όλες οι εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις με την καταβολή εφάπαξ ποσού.

 

Τι πέτυχαν με όλα αυτά;  Η οικονομική ανάκαμψη δεν ήρθε, η χώρα αδυνατούσε να εκπληρώσει το δημόσιο χρέος της και ο Όθωνας αναγκάστηκε να κηρύξει επίσημη πτώχευση εκλιπαρώντας για νέες πιστώσεις. Ο κόσμος εξαθλιώθηκε για μεγάλο διάστημα, οι ξένοι πήραν μέρος των χρημάτων τους, η χώρα είδε κι έπαθε να συνέλθει, αλλά φαλίρισε ξανά μετά από πενήντα χρόνια, με το “Κύριοι, δυστυχώς επτωχεύσαμεν” του Χαριλάου Τρικούπη το 1893.

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

Πάντως το μνημόνιο του 1843 από πολλούς ιστορικούς θεωρείται μία από τις σοβαρότερες αφορμές για το ξέσπασμα της επανάστασης της 3ης Σεπτέμβρη 1843. Η οικονομική κρίση, η χρεοκοπία και μια σειρά άλλων πολιτικών παραγόντων  έθεσαν τη βάση για την παρέμβαση στα πολιτικά πράγματα της χώρας ενός στρατιωτικού κινήματος, που εξελίχθηκε σε επανάσταση, γιατί είχε την υποστήριξη ή την ανοχή των πολιτικών κομμάτων και του ελληνικού λαού. Οι κινηματίες συμπύκνωσαν τα πολιτικά, οικονομικά και θεσμικά αιτήματα στην απαίτηση για παραχώρηση συντάγματος.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 1843, όταν υπογράφονταν στο Λονδίνο η συμφωνία για τις υποχρεώσεις της Ελλάδας, ο λαός στην Αθήνα περικύκλωνε το παλάτι. Κάτω από αυτό το βάρος ο Όθωνας αναγκάστηκε να αποδεχθεί τη θέσπιση συντάγματος. Το σύνταγμα ψηφίστηκε το Μάρτιο του 1844 και καθιέρωσε τη συνταγματική μοναρχία.

Το 1854 ξεσπάει ο Κριμαϊκός πόλεμος ανάμεσα στην Ρωσία από τη μια και τους αγγλογάλλους από την άλλη. Η βαυαρική κυβέρνηση παρασυρμένη από ένα κλίμα εθνικισμού, που καλλιεργήθηκε από την εποχή της « Μεγάλης ιδέας» του Κωλέττη, σπεύδει να σταθεί στο πλευρό του τσάρου χωρίς να ζητήσει κανένα αντάλλαγμα εδαφικό ή οικονομικό. Η απάντηση των αγγλογάλλων είναι άμεση. Τον Μάιο της ίδιας χρονιάς στρατιωτικό σώμα αποβιβάζεται στον Πειραιά. Οι σύμμαχοι προχωρούν σε μία άνευ προηγουμένου κατοχή της χώρας, ενώ μέχρι το τέλος του πολέμου διορίζουν υπουργούς και ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις.

Το 1857 συγκροτούν μαζί με ρώσους εκπροσώπους μια επιτροπή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, που  είχε ως στόχο την εξεύρεση τρόπων για την πληρωμή των ελληνικών δόσεων του δανείου του 1832. Η επιτροπή αποφασίζει την εκχώρηση  των εσόδων του ελληνικού κράτους από τα κυβερνητικά μονοπώλια, τους φόρους του καπνού, τα έσοδα φορολόγησης και τους τελωνειακούς δασμούς. Παράλληλα, καταθέτει προτάσεις και υποδείξεις για την εξυγίανση των δημοσιονομικών και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης.

Μετά την έξωση του Όθωνα και τη μεταπολίτευση του 1862 οι δαπάνες διευρύνονται εξαιτίας των εξελίξεων στο εσωτερικό της χώρας (Κρητική επανάσταση, εσωτερικές ανωμαλίες κλπ), και ο δανεισμός αυξάνεται σε σημείο, που θα οδηγήσει στην επόμενη πτώχευση, του 1893. 

 

Το «Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν» του 1893 και το κίνημα στο Γουδί

 

Χαρίλαος Τρικούπης

Τα τελευταία τριάντα χρόνια του 19ου αιώνα σημαδεύτηκαν από την ισχυρή πολιτική προσωπικότητα το Χ. Τρικούπη. Από τη δεκαετία του 1860 και έπειτα, η ανάπτυξη της ελληνικής ναυτιλίας, βιομηχανίας και των τραπεζών οδηγούν στην πολιτική αφύπνιση της ελληνικής αστικής  τάξης. Τα νέα κοινωνικά στρώματα θα στρατευτούν πολιτικά γύρω από το κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη και οι παραδοσιακές κοινωνικές κάστες γύρω από τον Δηλιγιάννη .

Ο Χ. Τρικούπης εξελέγη για πρώτη φορά Βουλευτής το 1865 και διορίστηκε υπουργός Εξωτερικών το 1866 στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου, η οποία, όμως, δεν μπόρεσε να μακροημερεύσει λόγω του Κρητικού Ζητήματος. Η αστάθεια ήταν το βασικό χαρακτηριστικό του πολιτικού συστήματος με το Βασιλιά Γεώργιο να δίνει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης ακόμη και στους εκπροσώπους των μειοψηφούντων κομμάτων. Μόνο το διάστημα 1870 – 1875 έγιναν τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις και σχηματίστηκαν εννιά κυβερνήσεις. Το ίδιο χρονικό διάστημα έλαβε χώρα το τεράστιο οικονομικό και χρηματιστηριακό σκάνδαλο των μεταλλείων του Λαυρίου με θύματα πολλούς Έλληνες, οι οποίοι και έχασαν τις αποταμιεύσεις τους.

Σ’ αυτή τη ζοφερή κατάσταση ο Τρικούπης δημοσίευσε το περίφημο άρθρο του «τις πταίει;» για τη συνεχιζόμενη κρίση της πολιτικής ζωής. Το άρθρο αυτό ξεσήκωσε μεγάλο θόρυβο και συνελήφθη ο Τρικούπης, αλλά ύστερα από τρεις ημέρες αφέθηκε ελεύθερος εν μέσω λαϊκών επευφημιών. Ο στόχος είχε επιτευχθεί: από το 1875 ο σχηματισμός της κυβέρνησης στηρίζεται στην «αρχή της δεδηλωμένης».

Τα επόμενα είκοσι χρόνια ο Τρικούπης θα αποτελέσει τον ένα πόλο του – δικομματικού – πολιτικού συστήματος. Δυτικόφιλος, μεταρρυθμιστής, ανυπόμονος να στερεώσει την Ελλάδα και στο… βάθος, υποστηρικτής της Μεγάλης Ιδέας! Ο άλλος πόλος είχε ως εκφραστή το δημαγωγό Θ. Δηλιγιάννη, οπαδό της Μεγάλης Ιδέας και αρνητή των μεταρρυθμίσεων του Τρικούπη! Έφτασε, μάλιστα, στο σημείο να δηλώσει, πως είναι εναντίον οποιουδήποτε πράγματος υποστήριζε ο αντίπαλός του!

Όταν ο Τρικούπης αναλαμβάνει την πρωθυπουργία το 1881, στην Ελλάδα προσαρτάται η Θεσσαλία και η Άρτα. Το εξωτερικό χρέος μεγαλώνει λόγω και των οικονομικών αποζημιώσεων, που χρειάζεται να καταβληθούν στην Τουρκία για την παραχώρηση των περιοχών αυτών.

Ο Τρικούπης έθεσε σε εφαρμογή το φιλόδοξο πρόγραμμά του με την εκτέλεση μεγάλων έργων υποδομής. Για τη χρηματοδότηση του προγράμματος αυτού εκμεταλλεύτηκε τα κρατικά μονοπώλια (αλατιού και σπίρτων), επέβαλε υψηλή φορολογία (κυρίως έμμεσους φόρους) και προέβη σε υπέρμετρο – για την αντοχή της χώρας – εξωτερικό δανεισμό.

Το διάστημα 1879 – 1890 η χώρα συνήψε έξι εξωτερικά δάνεια – με ληστρικούς όρους – ονομαστικής αξίας 640.000.000 φράγκων. Τα δάνεια αυτά λόγω της μικρής φερεγγυότητας της χώρας ήταν υποτιμημένα μέχρι και 30% και έτσι στα ταμεία του κράτους έφτασαν 450.000.000 φράγκα! Με δεδομένο πως το 40% του προϋπολογισμού πήγαινε στην πληρωμή των τοκοχρεολυσίων και ένα μεγάλο, επίσης, μέρος στις στρατιωτικές δαπάνες, είναι ηλίου φαεινότερο ότι τα έργα υποδομής χρηματοδοτούνταν, κυρίως, από τη βαριά φορολογία. Όπως ήταν επόμενο, στις εκλογές του 1890 ο λαός επανέφερε στην εξουσία το λαϊκιστή Δηλιγιάννη.

Στην περίοδο 1890-1893 άλλαξαν πέντε κυβερνήσεις, που προσπάθησαν με διάφορους οικονομικούς αυτοσχεδιασμούς να δανειοδοτήσουν την καταρρέουσα οικονομία, ενώ ταυτόχρονα ελήφθησαν μέτρα για αυστηρές περικοπές στις κρατικές δαπάνες – στρατιωτικές δαπάνες, δημόσια έργα και σε όλες τις κρατικές δραστηριότητες. Παράλληλα, ψηφίστηκαν νέοι φόροι και τέλη, καθώς και εκπαιδευτικά τέλη, που προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις.

Η κατάσταση τώρα ήταν απελπιστική. Μια καταστρεπτική πτώση της διεθνούς τιμής της σταφίδας έδειξε πόσο εύθραυστη ήταν η ελληνική οικονομία. Το 1893 οι εισαγωγές ανέρχονταν στο ποσό των 120.000.000 φράγκων και οι εξαγωγές στο ποσό των 82.000.000 φράγκων. Ο Τρικούπης έχοντας να αντιμετωπίσει και μια μεγάλη ανθελληνική εκστρατεία στο εξωτερικό εμφανίζεται στη Βουλή το Δεκέμβριο και ανακοινώνει τη χρεοκοπία με την ιστορική φράση: «Κύριοι, δυστυχώς, επτωχεύσαμεν»!

Το «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του Τρικούπη στις 10 Δεκεμβρίου 1893 σηματοδοτεί ανάγλυφα τη θλιβερή κατάληξη μιας οικονομικής πολιτικής μεγάλων φιλοδοξιών και αγαθών προαιρέσεων, που ανάγκασε την Ελλάδα στην αποδοχή το 1898 του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου (ΔΟΕ), ο οποίος υποχρέωσε τη χώρα σε πολιτική αυστηρότατης λιτότητας ως το 1910 τουλάχιστον, για να καταργηθεί τυπικά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Με αυτόν τον τρόπο ο πολιτικός που παρουσίασε ένα τεράστιο έργο στις υποδομές της χώρας (900 χιλιόμετρα σιδηροδρομικών γραμμών, 1446 χιλιόμετρα αμαξιτών δρόμων, το εκτόπισμα των πλοίων υπό ελληνική σημαία ανέβηκε από 8.241 τόννους σε 144.975 τόννους, αποπερατώθηκε η διάνοιξη της διώρυγας της Κορίνθου, αποξηράνθηκε η λίμνη Κωπαϊδα προσφέροντας 130.000 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης κ.ά.) συνέδεσε το όνομά του με την πτώχευση της χώρας!

Η χρεοκοπία οδήγησε στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις και απεργίες με πιο σημαντική εκείνη των μεταλλωρύχων του Λαυρίου το 1896. Δεν εμπόδισε όμως να διοργανωθούν στην Αθήνα οι Ολυμπιακοί Αγώνες το 1896, που  την εποχή εκείνη δεν συνεπάγονταν τεράστια έξοδα, γιατί η πτώχευση αφορούσε μόνο το εξωτερικό και όχι το εσωτερικό δημόσιο χρέος. Κυρίως όμως συνέβαλε στην έξαρση μιας εθνικιστικής υστερίας,  που υποδαυλίζονταν από την «Εθνική Εταιρεία» με την ανοχή ή σύμπραξη της κυβέρνησης Δηλιγιάννη. Ως συνέπεια της χρεοκοπίας ήρθε και η ήττα του Τρικούπη από το Δηλιγιάννη  το 1895 και η Ελλάδα οδηγήθηκε στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897.

Το 1896 ξεσπάει εξέγερση στην Κρήτη εναντίον της Οθωμανικής διοίκησης. Ο πρωθυπουργός, υπό την πίεση της «Εθνικής Εταιρίας» και της κοινής γνώμης, ζητάει από το βασιλιά Γεώργιο την αποστολή ελληνικών στρατευμάτων. Τα στρατεύματα φτάνουν στο νησί τον Φεβρουάριο του 1897. Η πύλη αντιδρά οργισμένα και στέλνει τον στρατό της κατά μήκος των ελληνοτουρκικών συνόρων στη Θεσσαλία. Η Ελλάδα ανέτοιμη από κάθε άποψη και θύμα του εθνικιστικού παραληρήματος της «Εθνικής εταιρείας», που ουσιαστικά ασκούσε την εξωτερική πολιτική, και των επικίνδυνων κυβερνήσεων υπέστη στρατιωτική πανωλεθρία από τον τουρκικό στρατό τον Μάιο του 1897. Σε λίγες μέρες ο τουρκικός στρατός φτάνει έξω από τη Λαμία.! Οι μεγάλες δυνάμεις δεν συγκινούνται από τις ελληνικές απαιτήσεις. Αντίθετα αποφασίζουν τον ναυτικό αποκλεισμό της Κρήτης.

Αποτέλεσμα της ήττας ήταν να αναγκαστεί η Ελλάδα να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις 4 εκ. τουρκικών λιρών και να δεχθεί νέο Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο για το διογκωμένο εξωτερικό της χρέος. Ο «Έλεγχος», εκτός από τη διαχείριση όλων των οικονομικών πόρων του κράτους, ανέλαβε να καθορίζει και τη νομισματική πολιτική. Η εθνική κυριαρχία της χώρας είχε δεχθεί ακόμη ένα ισχυρό πλήγμα.

Η πτώχευση του 1893 όμως είχε ως αποτέλεσμα και τη χρεοκοπία του παλιού πολιτικού συστήματος. Η ολοκληρωτική ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 επέτεινε το πολιτικό αδιέξοδο. Η δυσπιστία προς τα κόμματα κορυφώθηκε. Οι συντεχνίες και οι εργατικές ενώσεις έκαναν διαδηλώσεις ζητώντας φορολογικές ελαφρύνσεις και περιορισμό της γραφειοκρατίας. Επίκεντρο της κριτικής τους ήταν η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να προσαρμοστεί στις εξελίξεις και στις απαιτήσεις της κοινωνίας. Όσες μεταρρυθμίσεις έγιναν μέχρι το 1909 από τις κυβερνήσεις ήταν διοικητικού χαρακτήρα (π.χ. αποκέντρωση).

Ελευθέριος Βενιζέλος

Το 1909 συντελείται μια τομή στην πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Στις 15 Αυγούστου 1909 εκδηλώθηκε κίνημα στο Γουδί από τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο, μια μυστική ένωση στρατιωτικών, με αιτήματα μεταρρυθμίσεις στο στρατό, τη διοίκηση, τη δικαιοσύνη, την εκπαίδευση και τη δημοσιονομική πολιτική. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος δεν εγκαθίδρυσε δικτατορία, αλλά υπό την πίεσή του η Βουλή ψήφισε μεγάλο αριθμό νόμων, που επέφεραν ριζικές αλλαγές. Το Φεβρουάριο του 1910 η Βουλή αποφάσισε την αναθεώρηση ορισμένων άρθρων του συντάγματος και προκηρύχθηκαν εκλογές, από τις οποίες προήλθε αναθεωρητική βουλή. Στις 15 Μαρτίου 1910 ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος διαλύθηκε έχοντας επιτύχει τις επιδιώξεις του.

Ο Σύνδεσμος έκανε πρόταση συνεργασίας στον κρητικό πολιτικό Ελευθέριο Βενιζέλο και με την επικράτηση του Βενιζέλου εγκαινιάζεται μια νέα περίοδος πολιτικής κυριαρχίας από το «κόμμα των Φιλελευθέρων», που επαγγέλθηκε τον εκσυγχρονισμό του ελληνικού κράτους.

Παρά τις επιτυχίες του ωστόσο στην εξωτερική πολιτική με την προσθήκη των «νέων χωρών» ύστερα από τους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-13 και τον Α΄ παγκόσμιο, ο Βενιζέλος στηρίχθηκε κατά κόρον στον εξωτερικό δανεισμό. Από το 1923 ως το 1932 τα συνεχή δάνεια από το εξωτερικό αυξάνουν το ανυπέρβλητο πια δημόσιο χρέος, ενώ το ισοζύγιο πληρωμών παρά τις όποιες προσπάθειες παραμένει αρνητικό.

 

Η πτώχευση του 1932  και η δικτατορία του Μεταξά

 

Η δεκαετία του 1920 ήταν η δεκαετία των διαρκών καταναλωτικών αγαθών. Αυτοκίνητα, ψυγεία, ηλεκτρικές σκούπες, κουζίνες, ραδιόφωνα και πλυντήρια έκαναν την εμφάνισή τους ως είδη μαζικής κατανάλωσης. Η διαφήμιση άρχισε να εξελίσσεται ως επαγγελματικός κλάδος. Ο κλάδος των μηχανικών εισέβαλε στον χώρο της οικονομίας, σχεδιάζοντας καινούργια προϊόντα και αξιοποιώντας πλουτοπαραγωγικούς πόρους, που οδηγούν στη μείωση του κόστους και των τιμών.

Αναπτύχθηκαν νέες μέθοδοι διύλισης πετρελαίου. Εμφανίστηκαν τα πλαστικά, τα είδη αλουμινίου, ο ξυλοπολτός και η χρήση αζώτου και παραγώγων του. Ο πάγος και η κατάψυξη έκαναν τα πρώτα τους βήματα. Στη γεωργία τα τρακτέρ αποτέλεσαν μεγάλο νεωτερισμό, ενώ και η γεωπονία συνέβαλε με βελτιώσεις και παρεμβάσεις για καλύτερη διατροφή των ζώων και ανάπτυξη νέων διασταυρώσεων.

Οι Αμερικανοί επιχειρηματίες κερδίζουν τεράστια ποσά, τα οποία δανείζουν στις ευρωπαϊκές χώρες ( κυρίως στην Γερμανία και την Αγγλία), για να αποκομίσουν και νέα κέρδη. Έχοντας ως παράδειγμα τις Ηνωμένες Πολιτείες και οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες στρέφονται προς τη μαζική τυποποιημένη παραγωγή. Ο κόσμος ταλαιπωρημένος από τα δεινά του πολέμου στρέφεται στη μαζική παραγωγή και προσπαθεί να γευθεί τα αγαθά της ειρήνης, αγοράζοντας όλο και περισσότερα καταναλωτικά αγαθά.

Όμως η ευημερία αυτή είναι ασταθής. Είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν πελάτες για να αγοράσουν την τεράστια ποσότητα των βιομηχανικών προϊόντων. Οι αγρότες πωλούν φθηνά τα προϊόντα τους και διαθέτουν ελάχιστα χρήματα, ενώ η αύξηση των μισθών γίνεται με ρυθμούς μικρότερους από τους ρυθμούς αύξησης της παραγωγής. Επιπλέον μετά τη λήξη του Α΄ παγκόσμιου Πολέμου (1914-18) βελτιώνεται βαθμιαία η οικονομία των Ευρωπαίων, καθώς εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες γύρισαν στα ειρηνικά έργα και η Ευρώπη χρειαζόταν διαρκώς λιγότερο σιτάρι να εισάγει από την Αμερική.

Η μεγάλη οικονομική κρίση άρχισε μια «Μαύρη Πέμπτη» (24 Οκτ. 1929) από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Οι τιμές έπεφταν και οι επενδυτές πουλούσαν μετοχές, που κατρακυλούσαν ασταμάτητα και ένας αληθινός πανικός δημιουργείται στο χρηματιστήριο. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες η κρίση επεκτείνεται σε ολόκληρο τον κόσμο και επηρεάζει την Ευρώπη με πρώτες τη Γερμανία- Αυστρία, που κάλυπταν ένα μέρος των υποχρεώσεών τους (πολεμικές αποζημιώσεις) με αμερικανικά χρήματα.

Η «μαύρη Πέμπτη» της 24ης Οκτωβρίου 1929 θα περάσει απαρατήρητη στην Ελλάδα. Ενώ η Γουόλ Στριτ φλέγεται και παίρνουν φωτιά άλλα χρηματιστήρια, το ελληνικό ακολουθεί για αρκετό καιρό τη συνήθη πορεία του. Τα πρώτα τηλεγραφήματα των ξένων πρακτορείων περί πανικού χρηματιστηριακού θα δημοσιευτούν στον ελληνικό Τύπο σχεδόν μία εβδομάδα μετά τη θυελλώδη έναρξη του κραχ. Το γεγονός από μόνο του δείχνει το επίπεδο ενημέρωσης, αλλά και τη γενική «καθυστέρηση» της χώρας.

Το «κραχ» του 1929 δημιούργησε όμως τεράστια προβλήματα και στην ελληνική οικονομία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι μόλις επτά χρόνια νωρίτερα η χώρα μας «βίωσε» τη Μικρασιατική καταστροφή, τη μαζική εισροή προσφύγων – μόνο στην Αθήνα διπλασιάστηκε ο πληθυσμός μεταξύ 1920 και 1928 – και το πολιτικό σύστημα χαρακτηριζόταν από αστάθεια: κυβερνήσεις, εξαρτημένες ως ένα βαθμό από στρατιωτικούς, εναλλάσσονταν στην εξουσία, καταλήγοντας στο στρατιωτικό κίνημα του Πάγκαλου (1925 – 1926). Το 1928 ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανέρχεται στην εξουσία, στην οποία και θα παραμείνει μέχρι το 1932.

Η χώρα μας χτυπήθηκε με ιδιαίτερη δριμύτητα από τη διεθνή κρίση, αφού οι βασικές της εξαγωγές ήταν προϊόντα πολυτελείας, όπως ο καπνός, η σταφίδα και το ελαιόλαδο. Η αξία των ελληνικών εξαγωγών είχε πέσει από ένα ετήσιο μέσο όρο 125.000.000 δολαρίων μεταξύ 1922 και 1930 σε 50.000.000 δολάρια το 1932! Τον ίδιο χρόνο συνέβη και μια μεγάλη μείωση του συναλλάγματος των μεταναστών και των προσόδων από τη ναυτιλία, τα βασικά μέσα με τα οποία υπερνικούσε το έλλειμμα ισοζυγίου πληρωμών. Σ’ αυτές τις δύσκολες συνθήκες ο εξωτερικός δανεισμός ήταν μια λύση για τον Ε. Βενιζέλο. Όμως, η Ελλάδα είχε ήδη μεγάλα εξωτερικά χρέη, αφού είχε δανειοδοτηθεί από τη διεθνή χρηματαγορά για την αποκατάσταση των προσφύγων.

Ο Βενιζέλος απέτυχε να συνάψει νέο δάνειο και αποφάσισε να δώσει τη «μάχη της δραχμής», η οποία ήταν συνδεδεμένη με τον «κανόνα του χρυσού» μέσω της αγγλικής λίρας. Το 1931 όμως η υποτίμηση της στερλίνας και η κατάρρευση των παγκόσμιων αγορών αναγκάζουν την Ελλάδα να εγκαταλείψει τον «κανόνα του χρυσού» και ο Βενιζέλος επιλέγει να συνδέσει τη δραχμή με το δολάριο. Η μετατρεψιμότητά της γίνεται πλέον μέσω δολαρίου, αλλά η κερδοσκοπία εξακολουθεί, όπως και η φυγάδευση κεφαλαίων στο εξωτερικό.

Το Σεπτέμβρη του 1931 προκαλείται πανικός με «φυγάδευση» στο εξωτερικό 3,6 εκ. δολαρίων από ιδιώτες και τράπεζες. Η κυβέρνηση αναζητά εναγωνίως νέα δάνεια χωρίς επιτυχία. Ο Βενιζέλος κάνει μια τελευταία προσπάθεια για σύναψη δανείου στις αρχές του 1932, επισκεπτόμενος διαδοχικά τη Ρώμη, το Παρίσι και το Λονδίνο. Δεν μπόρεσε όμως να πείσει τη Δημοσιονομική Επιτροπή, που θεώρησε ότι η Ελλάδα δεν έκανε καμιά θυσία, αντιθέτως ήθελε να μεταβιβάσει τα προβλήματά της στους πιστωτές της (σ.σ. Μας θυμίζει κάτι αυτό;). Η κατάσταση είναι πια μη αναστρέψιμη.

Την άνοιξη του 1932 ο Βενιζέλος αναγκάζεται να εγκαταλείψει καθυστερημένα τον «χρυσό κανόνα» και να υποτιμήσει την δραχμή. Την πρωτομαγιά του 1932 ανακοινώνει στη βουλή την πτώχευση της Ελλάδας και τη στάση πληρωμών του εξωτερικού χρέους.

Ιωάννης Μεταξάς

Η στάση πληρωμών του χρέους  δεν είχε κατά βάση αρνητικά αποτελέσματα καθώς μειώθηκαν τα έξοδα του κράτους, ενώ οι επόμενοι προϋπολογισμοί ήταν σχετικά ισοσκελισμένοι. Η κατάσταση ωστόσο παρέμενε δύσκολη. Η αύξηση της ανεργίας και τα φτηνά μεροκάματα, που είχε επιβάλει ο Βενιζέλος, οδήγησαν την εποχή εκείνη σε δεκάδες απεργίες, που κορυφώθηκαν με την αιματοβαμμένη πρωτομαγιά του 1936 στη Θεσσαλονίκη.

Από το 1932 μέχρι το 1936 η πολιτική ζωή χαρακτηρίστηκε από την παρουσία βραχύβιων κυβερνήσεων και στρατιωτικών πραξικοπημάτων. Το πολιτικό σύστημα μπροστά στην αδυναμία του να διαχειριστεί όλα τα προηγούμενα χρόνια τις οικονομικές δυσκολίες είχε χάσει το λαϊκό του έρεισμα. Η επιστροφή του βασιλιά Γεώργιου το 1935 έδωσε το έναυσμα για την άνοδο στην εξουσία του Ιωάννη Μεταξά, που εγκαθίδρυσε τη στυγνή δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936. Ο Μεταξάς επανέλαβε την αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους και σύναψε νέα  δάνεια από την Αγγλία και τη Γερμανία.

 

 

2012: «Η 5η  χρεοκοπία… προ των πυλών»!

 

Από το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου ως σήμερα όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις στήριξαν το μοντέλο «ανάπτυξης» της οικονομίας στον εξωτερικό δανεισμό. Η παραγωγική βάση της χώρας συρρικνώθηκε, ενώ οι φορολογικές μεταρρυθμίσεις απέβαιναν πάντοτε σε βάρος των λαϊκών στρωμάτων.

Το εξωτερικό δημόσιο χρέος εκτινάχθηκε για να ξεπεράσει στο 150% περίπου του Α.Ε.Π. Η είσοδος της χώρας στην Ε.Ε και την Ο.Ν.Ε δεν οδήγησε σε μείωση του χρέους. Η παγκόσμια οικονομική κρίση, που ξεκίνησε  το 2007, έδειξε την ανικανότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαχειριστεί την κρίση προς όφελος των λαών.

Αποσβολωμένος ο ελληνικός λαός παρακολουθεί τις εξελίξεις μετά τις εκλογές της 4ης Οκτώβρη 2009, οπότε και αποκαλύφθηκε σε όλες της τις διαστάσεις η ολοκληρωτική καταστροφή της ελληνικής οικονομίας και ειπώθηκε επισήμως με δραματικούς τόνους ότι «η χώρα μας απώλεσε μέρος της εθνικής της κυριαρχίας».

Η αλήθεια είναι πως η Ελλάδα απώλεσε το μεγαλύτερο μέρος της εθνικής της κυριαρχίας, αφού δεν μπορεί να πάρει από μόνη της καμιά απόφαση, αλλά σύρεται δέσμια πίσω από «επενδυτικούς οίκους», τις «αγορές» και τους «γραφειοκράτες» των Βρυξελών. Η εικόνα των ανθρώπων της τρόικας, που πηγαινοέρχονται κάθε τόσο στην Αθήνα, για να υπαγορεύσουν την ελληνική οικονομική πολιτική και να εγκρίνουν τις αποφάσεις της ελληνικής κυβέρνησης, είναι αποκαλυπτική της απώλειας της εθνικής κυριαρχίας.

Οι αιτίες που μας οδήγησαν στην κρίση είναι λίγο πολύ γνωστές:

 

  • Η διάλυση της παραγωγικής βάσης της χώρας.
  • Το ξεπούλημα κερδοφόρων Επιχειρήσεων και Οργανισμών.
  • Το μεγάλο ύψος των αμυντικών δαπανών.
  • Η φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή.
  • Ο ανεξέλεγκτος δανεισμός και το τεράστιο εξωτερικό χρέος.
  • Η αδιαφάνεια και η σπατάλη του δημόσιου χρήματος.
  • Η κρίση του πολιτικού συστήματος με το καθεστώς ατιμωρησίας.
  • Ο  μεγαλοϊδεατισμός μας με τη διοργάνωση της Ολυμπιάδας 2004.
  • Η διεθνής κρίση και η κερδοσκοπική επίθεση των αγορών…

 

Και τώρα; Τι μέλλει γενέσθαι; Θα χρεοκοπήσει η χώρα;

Είπαμε ότι χρεοκοπία έρχεται, όταν μια χώρα δημοσιοποιεί την αδυναμία να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις προς τους πιστωτές της. Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί μέχρι τώρα και δεν φαίνεται πιθανό στο προσεχές μέλλον, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε και το τέλος της Ευρωζώνης.

Αυτή η οικονομική κρίση, ενώ έχει πολλές ομοιότητες με όσες συνέβησαν στο παρελθόν, έχει μια ειδοποιό διαφορά, που μπορεί να φανεί καθοριστική. Τώρα η Ελλάδα έχει νόμισμα το ευρώ και είναι μέλος της ευρωζώνης. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να οδηγηθεί σε κατάρρευση μια χώρα της ευρωζώνης, αλλά ότι δε συμφέρει τις άλλες χώρες της ευρωζώνης να καταρρεύσει ένα μέλος της, γιατί αυτό θα οδηγήσει στην κατάρρευση ολόκληρου του οικοδομήματος.

Όμως η χώρα δύσκολα θα ανακάμψει. Τα περιοριστικά οικονομικά μέτρα θα οδηγούν ολοένα και περισσότερο σε βαθιά ύφεση και κοινωνικές εκρήξεις. Ο συνδυασμός ελλείμματος και χρέους είναι ο χειρότερος στην Ευρώπη! Το χρέος συνεχίζει να αυξάνει, αφού η παραγωγική βάση της χώρας έχει διαλυθεί. Το πολιτικό σύστημα δε φαίνεται ικανό ούτε να διαχειριστεί ούτε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά μια κρίση, την οποία άλλωστε το ίδιο δημιούργησε. Το χειρότερο σενάριο για την Ελλάδα και  τους Έλληνες είναι η παρατεταμένη – για τα επόμενα 5 – 10 χρόνια – άγρια λιτότητα και στο τέλος… να έρθει η πτώχευση!

Αυτά στο οικονομικό επίπεδο. Σε πολιτικό επίπεδο η ιστορία δείχνει ότι το τέλος μια εποχής σηματοδοτεί την αρχή μιας άλλης. Αυτό συνέβη σε όλες τις μέχρι σήμερα οικονομικές κρίσεις, που γνώρισε η χώρα μας. Η χρεοκοπία του 1827 έφερε τη βασιλεία, η χρεοκοπία του 1843 έφερε την επανάσταση της 3ης Σεπτέμβρη, η χρεοκοπία του 1893 έφερε το κίνημα στο Γουδί και το Βενιζέλο, η χρεοκοπία του 1932 έφερε το Μεταξά. Η σημερινή οικονομική κρίση και η πιθανή χρεοκοπία τι θα φέρει; Το μόνο σίγουρο είναι ότι θα φέρει το τέλος της μεταπολίτευσης. Με ποια μορφή όμως, με ποιο τρόπο και με ποια πρόσωπα; Είδωμεν!

 

Αλέξης Α. Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Το Φουγάρο, ανοίγει επίσημα τις πύλες του για το κοινό, την Κυριακή 28 Οκτωβρίου


 

Τις πύλες του στο κοινό ανοίγει ανήμερα της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου. «Το Φουγάρο», ο ιστορικός βιομηχανικός χώρος, που αποτελεί ορόσημο για την πόλη του Ναυπλίου και την ευρύτερη περιοχή, στο παρελθόν στέγαζε τις εγκαταστάσεις της κονσερβοποιίας Ανθός.

«Το Φουγάρο» αναπαλαιώθηκε και μετατράπηκε σε τόπο δημιουργίας και έκφρασης, που περιλαμβάνει βιβλιοθήκη τέχνης και ανθρωπιστικών σπουδών, εκθεσιακούς και συναυλιακούς χώρους, εργαστήριο τεχνών για μικρούς και μεγάλους, καφέ, καθώς και κατάστημα λαϊκής τέχνης.

 

Το Φουγάρο

  

Από τις 12.00 το μεσημέρι έως τις 18.00 το απόγευμα της Κυριακής, θα εξελιχθεί στον συγκεκριμένο πολυχώρο λαϊκό πανηγύρι, με ζωντανή μουσική από τη Νάντια Καραγιάννη και τον Μπάμπη Τσέρτο, αλλά και άλλες δραστηριότητες με διάφορες εκπλήξεις. 

Την ίδια ημέρα, εκτός από «Το Φουγάρο» εγκαινιάζεται και το Craft Fair #1, μία πολυσυλλεκτική έκθεση με χρηστικά αντικείμενα 56 καλλιτεχνών, η οποία θα διαρκέσει έως τις 29 Δεκεμβρίου.

Κυριακή 28 Οκτωβρίου το ΦΟΥΓΑΡΟ σας περιμένει όλους από τις 12 το μεσημέρι μέχρι τις 6 το απόγευμα!

Πληροφορίες: Ασκληπιού 98, έναντι στρατοπέδου, Ναύπλιο, τηλ. 27520 96005.

Read Full Post »

Επιστημονικό Συμπόσιο για τα 150 χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση – 12 έως 14 Οκτωβρίου 2012 στο Βουλευτικό Ναυπλίου 


 

O Δήμος Ναυπλιέων ανακήρυξε το 2012 έτος εορτασμού των 150 χρόνων από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862.

Στο πλαίσιο του εορτασμού η Οργανωτική Επιτροπή του αποφάσισε την οργάνωση Επιστημονικού Συμποσίου με τη συνδρομή και την ευθύνη της Επιστημονικής Επιτροπής, προκειμένου να ερευνηθεί η Ναυπλιακή Επανάσταση ως ιστορικό γεγονός, που εξέφρασε τις συνειδητοποιήσεις, τις επιθυμίες και τις ελπίδες της ελληνικής κοινωνίας και ιδιαίτερα της ναυπλιακής για απεγκλωβισμό από τα πολιτικά και εθνικά αδιέξοδα, που είχε δημιουργήσει το καθεστώς του Όθωνα και επιβολή δημοκρατικών και συνταγματικών μεταρρυθμίσεων, στο πλαίσιο των οποίων θα αναζητούνταν δρόμοι για την ανόρθωση της χώρας.

Το στρατιωτικό κίνημα του 1862 απέκτησε πολιτική νομιμοποίηση χάρη στη συμμετοχή της ναυπλιακής κοινωνίας και ηθική αναγνώριση και δικαίωση χάρη στην εμμονή των κατοίκων του στις διακηρυγμένες αρχές, ακόμη και μετά τη στρατιωτική αποτυχία, τους νεκρούς και τον αποκλεισμό.

 

Αφίσα Επιστημονικού Συμποσίου

 

Για να φωτιστούν καλύτερα οι κοινωνικές, οικονομικές και ιδεολογικές προϋποθέσεις, που επέτρεψαν την ενεργό συμμετοχή του Ναυπλίου στην Επανάσταση, κρίθηκε απαραίτητο να ερευνηθεί ολόκληρη η οθωνική περίοδος του Ναυπλίου και της Αργολίδας, όσο γίνεται σφαιρικότερα, και να φωτιστούν καίριες πτυχές της ζωής αυτής της τριακονταετίας (1833-1862) που προηγήθηκε της Ναυπλιακής Επανάστασης.

Αποθήκευση: Πρόγραμμα και περιλήψεις ανακοινώσεων

Read Full Post »

1961-2011:Μισός αιώνας λειτουργίας του Μουσείου Άργους


 


Μουσείο στο Άργος:Η αρχή και η εξέλιξή του

 

Τον Ιούνιο του 1961 εγκαινιαζόταν το σημερινό μουσείο αρχαιοτήτων του Άρ­γους [1], ενώ από τα μέσα του 1959 είχε τελειώσει η ανακαίνιση – διαμόρφωση του κτιρίου της οικίας του Δημητρίου Καλλέργη σε αίθουσα μουσείου, στο ισόγειο της οποίας εκτέθηκαν τα ευρήματα της Λέρνας [2]. Ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα είχε διαμορφωθεί το αίτημα, από λογίους της πόλης, για ίδρυση στο Άρ­γος μουσείου άξιου της ιστορίας του, ενώ οι ανασκαφές του Ολλανδού Wilhelm Vollgraff (για λογαριασμό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών) κατά πρώτο στην αρχή του 20ού αιώνα, και έπειτα στη δεκαετία του 1930, αναζωπύ­ρωσαν το ενδιαφέρον, τώρα και από τις στήλες του τοπικού Τύπου.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Ο νέος κύκλος ανασκαφών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο Άργος, από την αρχή της δεκαετίας του 1950, ώθησε το από πολλές πλευρές πια ενδιαφέ­ρον, στη διαμόρφωση του σημερινού αρχαιολογικού μουσείου, με έξοδα του Γαλ­λικού Κράτους, αλλά και με την παραχώρηση της χρήσης της οικίας Καλλέργη,αυτής σε ερειπιώδη κατάσταση, από τον Δήμο Άργους, στον οποίο είχε δωρηθεί το κτίριο από τους απώτερους κληρονόμους του Καλλέργη.

Στο άρθρο αυτό θα εκθέσουμε την «πορεία» μουσείου για τις αρχαιότητες του Άργους από τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου βρίσκονται οι πρώτες πληροφορίες για στεγασμένη αρχαιολογική συλλογή στο Άργος, μέχρι τις μέρες μας. Αλλά είναι ανάγκη να προσθέσουμε ότι μόλις τώρα (πιθανόν 2012) δημιουργείται μουσείο για τις βυζαντινές αρχαιότητες (του Άργους, αλλά και της υπόλοιπης Αργολίδας), σε αίθουσες των Στρατώνων Καποδίστρια, ενώ δεν γίνεται καν, ακόμα, σοβαρά και οργανωμένα λόγος, για μουσείο της νεότερης ιστορίας και της λαογραφίας τηςπόλης.

Ο συντάκτης του άρθρου, τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει επανειλημμέ­να, σε διάφορα άρθρα του, τονίσει την ανάγκη για δημιουργία τέτοιου μουσείου, οργανωμένου βεβαίως με τις σύγχρονες μουσειολογικές αντιλήψεις. Τούτο ση­μαίνει ότι πρέπει να δημιουργηθεί μουσείο που δεν θα περιορίζεται σε έκθεση αντικειμένων, αλλά στόχο θα έχει την πρόκληση μέθεξης στους επισκέπτες, σε μία πόλη που δεν έπαψε να ζει συνεχώς με την πάροδο των χρόνων και των αιώ­νων. Ας ελπίσουμε ότι πρώτα ο Δήμος Άργους θα ενστερνισθεί την ιδέα αυτή, μέσα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κατανόησης της κοινωνικής και οικονομικής αξίας της πολιτισμικής ανάπτυξης.

1. Οι απαρχές

Ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης, ανάμεσα στα σκόρπια άρθρα και σημειώματά του, τόσο στον αργειακό όσο και στον αθηναϊκό Τύπο, δημοσίευσε με τα αρχικά του και με την άκρα σεμνότητα που τον διέκρινε, στην εφημερίδα «Δαναΐς» του Δημ. Δεσμίνη, μικρό άρθρο με τον τίτλο «Το εν Άργει Αρχαιολογικόν Μουσείον»[3], όπου με τη γνωστή αντικειμενικότητά του εκθέτει συνοπτικά τις απαρχές της στέγασης μιας πρώτης αρχαιολογικής συλλογής στο Άργος.

Μεταξύ άλλων γράφει ο Βαρδουνιώτης:

«Αι Αργείαι αρχαιότητες ήσαν διεσπαρμένοι τήδε κακείσε, μηδενός μεριμνώντος περί αυτών μέχρι 1 Δεκεμβρίου 1878. Τότε ο αείμνηστος έφορος των αρχαιοτήτων και ευλαβέστατος και ενθουσιώδης λάτρης αυτών Πανα­γιώτης Σταματάκης συνεκέντρωσε αυτάς και υπό το κατάστημα της Δημαρ­χίας μας συνέστησε και ετακτοποίησε πρώτος το αρχαιολογικόν της πόλεως ημών Μουσείον. Περιέλαβε δε τούτο 526 τεμάχια αρχαίων εκ του Ηραίου και του Άργους προ πάντων, μεταξύ των οποίων ήσαν και τινα πολλού λόγου άξια.

 Έκτοτε το Μουσείον μας εξηκολούθει πλουτιζόμενον εκ διαφόρων εκά­στοτε αρχαίων, τα πλείονα των οποίων προήλθον εκ των ανασκαφών της Λυκώνης, του θεάτρου, του λόφου της Ασπίδος κλπ.

 Η φύλαξις του Μουσείου αυτού ήτο ανατεθειμένη αρχήθεν εις τον εκάστο­τε κλητήρα της δημαρχίας. Και είχε μεν διορισθή δημοτικός τις Έφορος του Μουσείου υπό του δημοτικού συμβουλίου και του δημάρχου, αλλ’ ο διορισμός ούτος ήτο μάλλον τιμητικός τίτλος, κενός πάσης εξουσίας και ενεργείας, σχεδόν ΙΝ ΡΑRTIBUS μέχρι Σεπτεμβρίου 1899, ότε ο δημοτικός αυτός έφο­ρος παρητήθη.

 Τούτου ένεκα και διευκολύνθησαν απώλειαί τίνες των εν τω Μουσείω αυτώ αρχαιοτήτων. Κατά δε τον Αύγουστον του 1900 εγένετο σοβαρά κλοπή τοιούτων, αίτινες όμως μετ’ ου πολύ ανεκαλύφθησαν σχεδόν πάσαι.

Κατά την εποχήν εκείνην αφίκοντο ένεκα της ως άνω κλοπής εξ Αθηνών οι κ.κ. Καββαδίας και Τσούντας οίτινες και έλαβον μετά του κ. Νομάρχου Αργολίδος μέτρα διασώσεως των καλλιτέρων αρχαιοτήτων, αφού δεν ήσαν ασφαλείς εν τω Μουσείω μας, ως υπέδειξεν η κλοπή. Μόλις δε τον Οκτώβριον 1901 το Υπουργείον της Παιδείας διώρισε τακτικόν επιμελητήν των εν Άργει αρχαιοτήτων, όστις και μεριμνά και εργάζε­ται όσον δύναται διά το εν λόγω Μουσείον μας.

Λέγω όσον δύναται, διότι το Μουσείον έχει ήδη πλείστας αρχαιότητας σωρευθείσας πολλάς εν μια μόνη αιθούση. Και είναι απόλυτος ανάγκη, ει μη νέου ειδικού οικοδομήματος, τουλάχιστον μιας έτι αιθούσης και ερμαρίων προς αραίωσιν, τακτοποίησιν και νέαν απογραφήν και απαρίθμησιν των αρ­χαιοτήτων. Ο δήμαρχος Αργείων κ. Α. Καρατζάς, μεθ’ ου αρκετά περί τούτου συνωμιλήσαμεν, υπεσχέθη φιλοτιμίας την παραχώρησιν της δευτέρας αιθού­σης, ήτις παράκειται τη πρώτη».

Τελειώνοντας το άρθρο του, ο Δημ. Βαρδουνιώτης καταλήγει ότι πρέπει να γίνουν επισκευές για την ανάδειξη του μουσείου, ότι ο Δήμος δεν έχει τα οικονομικά μέσα και ότι είναι ανάγκη να συνεισφέρει και το κράτος. Διαπιστώνει ότι το μου­σείο είναι γεμάτο σκόνη και απεριποίητο και ότι αν οι αρμόδιοι ευνοούν να το εγκαταλείψουν στην κατάσταση αυτή, είναι καλύτερα να το διαλύσουν και να μεταφέρουν αλλού τις αρχαιότητες. Πράγμα που προφανώς έγινε το 1900. Ως προς τον έφορο – επιμελητή αρχαιοτήτων του μουσείου, εντοπίζουμε σε δημοσιεύματα της εποχής [4] ότι το λειτούργημα αυτό είχε αναλάβει ακριβώς ο Δημ. Βαρδουνιώτης. Τα στοιχεία που παρέχει ο Δημ. Βαρδουνιώτης είναι δυνατό να διασταυρωθούν επωφελώς με όσα παραθέτει στο άρθρο που μνημονεύσαμε προηγουμένως, η Β. Χατζημιχάλη στο «Βήμα», και προφανώς τα μεταφέρει από το Δελτίον της Εν Αθή­ναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Σύμφωνα με αυτά, η περισυλλογή και έκθεση αρχαιοτήτων στο Άργος έγινε το 1872, αναφέροντας ότι στη Γεν. Συνέλευση της Εταιρείας της 18ης Ιουνίου, ο Γεν. Γραμματέας της δήλωσε ότι αποφασίσθηκε για πρώτη φορά η επιθεώρηση όλων των αρχαιοτήτων του κράτους, μάλιστα στις επαρχίες, που προέρχονταν «εξ αγροικίας τινός ή πλεονεξίας, ηύξανον δ’ επιφόβως οσημέραι, ένεκα της ακηδίας των κατά τόπους αρχών». Και επειδή κανένα από τα τότε μέλη της Εταιρείας δεν μπορούσε να απουσιά­σει από τα καθήκοντά του στην Αθήνα, επιφορτίσθηκαν άλλα κατάλληλα πρόσω­πα, και συγκεκριμένα ο σχολάρχης της Ερμούπολης Α. Βλαστός και ο βοηθός του «αρχαιολογικού γραφείου» του Υπουργείου Παιδείας Παν. Σταματάκης.

Τον Ιούλιο του 1871 ο Α. Βλαστός επισκέφθηκε και το Άργος και τακτοποίησε την συλλογή των αρχαίων. Το 1878 – και εδώ επιβεβαιώνεται εν μέρει ο Βαρδου­νιώτης- ο Π. Σταματάκης, που είναι πλέον έφορος αρχαιοτήτων στο Υπουργείο, κατεβαίνει στο Άργος, συγκεντρώνει αρχαία που ήταν διασκορπισμένα στην πόλη και τα περίχωρά της και τα μεταφέρει στην «δημοτικήν συλλογήν».

Στο μεταξύ είχαν αρχίσει στις Μυκήνες οι ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν και η Αργολίδα βρέθηκε στο προσκήνιο ευρωπαϊκού, πια, ενδιαφέροντος. Όμως από το 1831 εί­χαν γίνει περιορισμένες ανασκαφές στην αργολική πεδιάδα, μάλιστα στο Ηραίον, από τον γνωστό μας Τόμας Γκόρντον, που τότε ήταν επικεφαλής του ελληνικού στρατού και είχε κτίσει το σπίτι του στο Άργος (σήμερα έδρα της Γαλλικής Αρ­χαιολογικής Σχολής στην πόλη) από το 1829.

Η αρχαιολογική συλλογή του Άργους είναι, όμως, πλέον βέβαιο, μετά τη γνω­στοποίηση της διατριβής του Michel Seve [5], ότι είχε σχηματισθεί τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα και στεγασθεί από τότε ήδη στο υπόγειο του κτιρίου της Δημαρχίας [6]. Αυτό μαρτυρείται κατά πρώτο στην επίσκεψη του Ερνέστ Μπρε­τόν, το 1859 στο Άργος: «μια από τις αίθουσες της Δημαρχίας περιέχει μικρό μουσείο αγγείων, γλυπτών και διαφόρων αποσπασμάτων, που συνελέγησαν στις ανασκαφές».

Έπειτα, κατά την επίσκεψη του Σαρλ Σωμπ, το 1862 («Επισκέφθηκα στο κτί­ριο της κοινότητας, ένα μικρό δωμάτιο, γεμάτο από αρχαία υπολείμματα, όμως δεν είδα τίποτε το εντυπωσιακό»!). Συνεχίζοντας, όμως, με τους ταξιδιώτες που περνούν από το Άργος, σύμφωνα με την μαρτυρία του Εμίλ Ιζαμπέρ, το 1873, διαβάζουμε ότι:

«… μερικά ενδιαφέροντα υπολείμματα της αρχαιότητας είναι ακόμα διά­σπαρτα στη σύγχρονη πόλη, ανάμεσα στα άλλα και στο σπίτι του στρατηγού Τσώκρη, ένα ανάγλυφο που απεικονίζει την περίφημη ποιήτρια Τελέσιλλα» (sic από την πλευρά μας). «Στα κτίρια της δημαρχίας βρίσκεται μικρό μου­σείο το οποίο περιλαμβάνει ορισμένες επιγραφές, κυρίως όμως άξια προσο­χής είναι αποσπάσματα γλυπτικής της μετώπης του Ηραίου, έργα της σχολής του Πολυκλείτου που αποκαλύφθηκαν πριν ορισμένα χρόνια, στις ανασκα­φές που διευθύνονταν από τον κ. Ραγκαβή. Πρόκειται για αποσπασματικά υπολείμματα, κεφαλές, μέλη, τμήματα ενδυμάτων, που δεν δοκίμασαν διόλου να συσχετίσουν για να αναστηλώσουν τις μορφές. Όμως αυτά τα υπολείμματα, άκρως ενδιαφέροντα για την ιστορία της τέ­χνης, έχουν τέτοιαν ομορφιά ύφους, ώστε μπορούν να ανταγωνιστούν τα γλυπτά του Παρθενώνα».

Ο Γερμανός Φον Φραντς Πετί επισκέπτεται το Άργος το 1878, τότε που πιθανόν ο Σταματάκης έχει ήδη συνθέσει την αρχαιολογική συλλογή της πόλης. Αναφέρει ότι «το Άργος κατέχει, έτσι, μερικούς θησαυρούς της τέχνης της γλυπτικής, που αποκα­λύφθηκαν πρόσφατα και σχηματίζουν την αρχή μιας συλλογής. Μέχρι να αποκτήσει η πόλη ένα μουσείο, οι θησαυροί αυτοί διατηρούνται στο κτίριο του δικαστηρίου». Η μαρτυρία αυτή υποδεικνύει ότι στο κτίριο του Δημαρχείου είχε ξαναβρεί στέγη και η πρώτη λειτουργία του, του 1831, ως δικαστικού καταστήματος, παράλληλα με τη στέγαση της δημοτικής Αρχής. Ο Πετί συνεχίζει με το ότι ένας δημοτικός υπάλ­ληλος τον συνόδευσε:

«… σε ένα γραφείο προς τα πίσω, όπου διατηρούνται οι θησαυροί. Σε μια γωνιά έσκυβε μελαγχολικά ένα αντίγραφο της Αφροδίτης της Μήλου. Το α­ντίγραφο είναι αρκετά ασήμαντο, μόνο που το άγαλμα, με ύψος ενάμισο πό­δι, έχασε το κεφάλι του στο πέρασμα του χρόνου. Στο πλάι, μια ορθογώνια πλάκα με ανάγλυφη γυναικεία κεφαλή. Η έκφραση του προσώπου είναι ενερ­γητική, το μέτωπο είναι ισχυρό, τα μάτια ορθάνοιχτα, στα πλάγια βρίσκονται δύο φίδια, στραμμένα στην αρχή προς τα πάνω και έπειτα προς τα κάτω(…). Άλλη πλάκα παρουσιάζει ένα νεαρό σε άλογο, κι αυτόν σε ανάγλυφο και προ­φανώς καλής εποχής. Άλλα αποσπάσματα και πολυάριθμα κεραμικά και μπρούτζινα έχουν τοποθετηθεί σε ψηλές ντουλάπες, ανάμεσα σε σκονισμένα αρχεία. Στην αυλή του κτιρίου υπήρχαν πολλά κομμάτια κιόνων και επιστυλίων, που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους προέρχονται από το Ηραίον».

 

Την ίδια χρονιά επισκέπτεται το Άργος ο Ζοζέφ Ρενάκ και γράφει ότι «θα επισκε­φθούμε ένα μικρό μουσείο αρχαίων αποσπασμάτων, που αποκαλύφθηκαν στο Η­ραίον και συγκεντρώθηκαν στη Δημαρχία (σημείωση: «μου γράφουν από την Αθή­να ότι η πλατεία του Δημαρχείου του Άργους μόλις πήρε το όνομα πλατεία Γαμ­βέτα – Μάρτιος 1879» χρονολογία έκδοσης του βιβλίου του Ρενάκ):

Όταν μπήκαμε, το δημοτικό συμβούλιο συνεδρίαζε, με πουκάμισα, γύρω από ένα τραπέζι κουζίνας. Βλέποντάς μας, αυτοί οι ταπεινοί διάδοχοι των Ατρειδών, σηκώθηκαν και με χάρη μας παρουσίασαν την αξία του μουσείου τους. Εντυπωσιάστηκα ζωηρά από ένα μικρό μαρμάρινο άγαλμα, που η στά­ση του είναι ίδια με της Αφροδίτης της Μήλου, λίγο πιο όρθιο(…).

Αργότερα, το 1886, ο Άγγλος Τζον Ήντουιν Σάντυς, γράφει ότι επισκέφθηκε πρώ­τα «το μουσείο, ένα δωμάτιο στο ισόγειο της Δημαρχίας, στο ίδιο κτίριο με το τοπι­κό σχολείο. Ο δάσκαλος ξεκλείδωσε την πόρτα» και είδε πολυάριθμα αποσπάσμα­τα γλυπτικής, κυρίως από το Ηραίον. Επισημαίνει και αυτός το μικρό άγαλμα που μοιάζει με την Αφροδίτη της Μήλου και ένα άλλο που αναπαριστά νύμφη, όπως και πολλές επιγραφές.

Τέλος, το 1896, οι μαρτυρίες δύο άλλων ταξιδιωτών μας οδηγούν και πάλι στην αρχαιολογική συλλογή του μουσείου. Ο Γκυστάβ Λαρουμέ γράφει ότι «στο Δημαρχείο υπάρχουν ορισμένα όμορφα θραύσματα γλυπτικής, που σχηματίζουν μικρό μουσείο», ενώ ο αββάς Ε. Λε Καμύ, αφού πρώτα ταυτίζει τη σημερινή πλατεία του Αγίου Πέτρου, με τον νεόκτιστο τότε ομώνυμο ναό, με την … αρχαία αγορά του Άργους (ακόμα δεν είχε ανασκαφεί η πραγματική θέση της), αναφέρει ότι «το μουσείο, σε μία από τις αίθουσες της Δημαρχίας, είναι μέτριου ενδιαφέροντος», τα περισσότερα εκτιθέμενα ευρήματα προέρχονται από το Ηραίον.

«Τα αποσπάσμα­τα που συνελέγησαν θα έπρεπε να μας δώσουν μία ιδέα για τους δύο μεγάλους καλ­λιτέχνες που συνέδεσαν το όνομά τους με αυτό το αριστούργημα (σημ. τον ναό της Ήρας). Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει. Αυτά τα αποσυνδεμένα υπολείμματα, κεφα­λές, μέλη, επιτάφιοι λίθοι, μετόπες, επιγραφές, όλα θλιβερά κομματιασμένα, δεν λέ­νε σπουδαία πράγματα» (….). «Και αφού ξαναβρήκαν ένα ανάγλυφο που αναπαρι­στά την Τελέσιλλα (sic, από την πλευρά μας, φαίνεται ότι ήδη είχε εμπεδωθεί ο σχε­τικός μύθος), την ποιήτρια και πατριώτισσα που υπήρξε από τις δόξες του Άργους, γιατί δεν βρίσκεται εδώ; Ένας πλούσιος ιδιοκτήτης της πόλης το κράτησε και το φυλάει στο σπίτι του, μαζί με άλλα πολύτιμα αντικείμενα».

Πριν κλείσουμε αυτή την ενότητα, μεταφέρουμε εδώ μία περίεργη σημείωση του Γιάννη Βλαχογιάννη από το αρχείο του[7], μεταφορά από φύλλο της εφημερί­δας «Εφημερίς», σύμφωνα με την οποία το 1854 οι Μπούρσιαν και Ραγκαβής έσκαψαν στο Ηραίο και βρήκαν «χιλιάδες κουκλών και άλλας αρχαιότητας, αίτινες εξετέθησαν εν τω δημαρχιακώ καταστήματι Άργους. Εκ τούτων σήμερον ου­δεμία υπάρχει, άπασαι δ’ απωλέσθησαν». Τη σημείωσή του έχει τιτλοφορήσει «Αρχαιοκαπηλεία εν Άργει».

Στο Ημερολόγιον του Σκόκου, δώδεκα χρόνια αργότερα [8], μεταφέρεται από­σπασμα από έργο του Εδουάρδου Έγγελ, στο οποίο αναφέρεται ότι το «μουσείον εύρηται έν τινι πενιχρά οικοδομή» και ότι «αξιόλογος κατάλογος των εν αυτώ, εκ­πονηθείς υπό του εν Βερολίνω πρέσβεως Αλ. Ραγκαβή» βρίσκεται στο μουσείο, τέλος δε ότι οι Αργίτες δεν κρατούν όσα αρχαία βρίσκουν, αλλά τα παραδίδουν στο μουσείο.

Οι πληροφορίες αυτές είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσες, όπως θα δού­με στη συνέχεια, μάλιστα για την ύπαρξη καταλόγου, ο οποίος στα 1911, όταν γράφει ο Βαρδουνιώτης, προφανώς είχε πια υπερκερασθεί από το πλήθος των νέ­ων ευρημάτων, ιδίως μετά τις ανασκαφές στο Άργος.

Για «μουσείο ενός δωματί­ου» κάνει λόγο και η Ίζαμπελ Άρμστρονγκ, σύμφωνα με σχετικά πρόσφατη δημο­σίευση αποσπάσματος βιβλίου της σε τοπικό περιοδικό [9]. Τέλος, ως προς τη φύλαξη του μουσείου είναι χαρακτηριστικό, μικρό σημεί­ωμα τοπικής εφημερίδας, σύμφωνα με το οποίο, όταν ο τότε ανασκαφέας του Η­ραίου Βαλστάιν επισκέφθηκε το μουσείο, διαπίστωσε ότι έλειπαν αγγεία που είχε δει σε προηγούμενη επίσκεψη του κι όταν ρώτησε τον «επιστάτη» τι απέγιναν, αυτός απάντησε ότι ξένοι επισκέπτες «χάριν φαίνεται ενθυμήσεως λαμβάνουσιν από ταύτα»! Και η εφημερίδα προσθέτει ειρωνικά ότι «Ημείς νομίζομεν ότι δεν πρέπει να γίνηται λόγος περί αυτών, διότι είναι μικρά αντικείμενα ανάξια φυλάξε­ως!!!» (εφημ. «Αγαμέμνων», 10-4-1854).

2. Στις αρχές του 20ού αιώνα

Η κλοπή που σημειώθηκε στην αρχαιολογική συλλογή του Άργους, η οποία, από όσα εκθέσαμε ήδη, φαίνεται ότι δεν είχε τύχει ιδιαίτερης φροντίδας και φύλαξης, μετά την οργάνωσή της από τον Π. Σταματάκη και την σύνταξη καταλόγου από τον Ραγκαβή, σφράγισε την τύχη της κατά το πέρασμα στον 20ό αιώνα. Σε εφημερίδες της εποχής η κατάσταση παρουσιάζεται με αρκετά ανάγλυφο τρόπο. Δημο­σιεύεται η είδηση, στα μέσα του 1901 [10], ότι η συλλογή πρόκειται να μεταφερθεί στο Ναύπλιο, είδηση που συνοδεύεται από σχόλιο ότι «Δεν μας αφήκαν τίποτε. Μας έχουν διαγράψει όλους (οι) επάνω. Μας αφήρεσαν όλα τα οποία είχομεν. Μας αφήκαν έρημον τον στρατώνα. Μας κοροϊδεύουν όλους.

» Και αφού τίποτε, τίποτε δεν έχομε, μας αφαιρούν και το Μουσείον μας. Σημείον ότι στο μέλλον θα βάλουν φωτιά να μας κάψουν. Ο άμοιρος αυτός και άτυχος τόπος είναι διαγεγραμμένος από τους αρμοδίους.»

 

Βεβαίως, παρόμοια σχόλια δεν έπαψαν να δημοσιεύονται στον τοπικό Τύπο του Άργους, όχι μόνο για το μουσείο αλλά και για πλείστα όσα θέματα της πόλης. Η εποχή του Δημάρχου Σπ. Καλμούχου, που προίκισε την πόλη με την νεοκλασι­κή αγορά, το κτίριο παράπλευρα του Δημαρχείου, και με την ίδια την αναμόρφω­ση του δημαρχιακού κτιρίου (αρχιτέκτονάς τους ο από τους σημαντικούς αρχιτέ­κτονες της εποχής Π. Καραθανασόπουλος, 1889-1890), είχε παρέλθει. Και η νοο­τροπία ότι οι άλλοι «φταίνε για το κατάντημα του Άργους», όμως ουδείς από τους τοπικούς αρμοδίους και «φυσικά» κανένας από τους κατοίκους του, μία νοοτροπία που δεν έχει εξαφανιστεί ούτε στις μέρες μας, διαπιστώνεται πως έχει βαθιές τις ρίζες της. Αντίστοιχή της είναι εκείνη για τη «διεθνή συνωμοσία» κατά της Ελλά­δας και των Ελλήνων, πλήρως ανεύθυνων και αθώων κατ’ αυτήν…

Πέντε μήνες αργότερα, από την ίδια εφημερίδα [11] πληροφορούμαστε ότι το μου­σείο είχε κλειστεί περίπου προ μιας διετίας, λόγω της κλοπής τριών αγαλμάτων. Οι δράστες της κλοπής, μη κατονομαζόμενοι και προσδιοριζόμενοι, είχαν ανακαλυφθεί και τιμωρηθεί (δεν αναφέρεται η τύχη των ίδιων των αγαλμάτων, ούτε ποια ακριβώς ήταν), όμως η σχετική ανάκριση που δεν είχε ολοκληρωθεί κρατούσε το μουσείο κλειστό. Και γίνεται έκκληση προς τον δήμαρχο να φροντίσει να ξανανοίξει το μου­σείο, ώστε να μη μειώνεται η υπόληψη της πόλης έναντι των ξένων.

Λίγες μέρες αργότερα [12] δίδεται η είδηση ότι εισαγγελέας είχε ζητήσει από το Υπουργείο Παιδείας να ορίσει έφορο, που να παρευρίσκεται κατά τη στιγμή της «αποσφράγισης» της αρχαιολογικής συλλογής, αλλά και το ότι ο μόνος έφορος του μουσείου που υπήρχε είχε παραιτηθεί προ καιρού και κανένας δεν είχε ζητή­σει την αντικατάστασή του.

Όμως λίγους μήνες αργότερα το Υπουργείο διόρισε «Επιμελητήν των εν Αργεί αρχαιοτήτων» τον Δημ. Βαρδουνιώτη, ενώ πλέον κατο­νομάζεται ο δεύτερος από τους αρχαιοκάπηλους, ο σιδηρουργός Π. Λιμνιάτης, που καταδικάσθηκε στο Ναύπλιο σε 8 μήνες φυλακή [13]. Το μουσείο συνέχισε να παραμένει κλειστό [14], αλλά τον Ιούλιο 1902 ο δήμαρχος Εμμ. Ρούσσος είχε λάβει πρόνοια για επισκευή της αίθουσας και προστασία των παραθύρων της με σιδερένια κιγκλιδώματα. Η εφημερίδα που αναφέρει την είδη­ση [15], συντασσόμενη από τον ίδιο τον Βαρδουνιώτη, δίνει επίσης τις πληροφορίες ότι κατατέθηκαν και άλλες αρχαιότητες στη συλλογή και ότι ο ίδιος ο Βαρδουνιώτης, με ένταλμα Ειρηνοδίκη, κατέσχε στην οικία του Θ. Κοντογιάννη και μετέφερε στη συλ­λογή δύο ανάγλυφα, πήλινα ειδώλια, αγγεία και αρχαία νομίσματα.

Άλλα μεγάλα αγγεία είχαν κατασχεθεί «εις χείρας γυναικός τινος». Ο Βαρδου­νιώτης είχε αρχίσει την ειδολογική τακτοποίηση των αντικειμένων, για τα μικρά από τα οποία είχε παραγγείλει μεγάλες ντουλάπες. Μετά την τακτοποίηση θα ακο­λουθούσε γενική απογραφή και ακριβής κατάλογος, εκφραζόταν δε η ελπίδα ότι έτσι το μουσείο θα γινόταν ένα από τα καλύτερα επαρχιακά.

Εννέα χρόνια αργότερα, δηλαδή το έτος που ο Βαρδουνιώτης δημοσιεύει στη «Δανάϊδα» το εμπεριστατωμένο άρθρο του, σε άλλη τοπική εφημερίδα [16]δημοσιεύεται πολύ σημαντικό σχόλιο, που περιγράφει την κατάσταση στο μουσείο:

… Κανένας δε ζητεί να το επισκεφθεί, επειδή όλα τα αξιόλογα αντικείμενά του είχαν μεταφερθεί στην Αθήνα, ώστε οι εκεί αρχαιολόγοι να τα μελετή­σουν. Μόνο θραύσματα αγγείων και αρχαίες επιγραφές είχαν παραμείνει σε αυτό, πράγμα που συνεχιζόταν και το επόμενο έτος[17], παρά τη δεύτερη περίο­δο των ανασκαφών του Φόλγκραφ. Γι’ αυτό και η εφημερίδα τόνιζε ότι καλύ­τερα να έκλεινε το μουσείο, που κατελάμβανε «ασκόπως» μια αίθουσα του Δημαρχείου, ή να «πλουτισθεί και να γίνει τέλειον», με την επιστροφή και των αντικειμένων που παρέμεναν στην Αθήνα. Ανάλογα τονίζονται και το επόμενο έτος[18], ενώ το 1915 κρούεται ο κώδωνας του κινδύνου ότι αν το μουσείο δεν μεταφερθεί σύντομα σε καταλληλότερη αίθουσα, θα μεταφερ­θούν τα αντικείμενα στο μουσείο του Ναυπλίου. Λίγες μέρες νωρίτερα ο Επό­πτης Αρχαιοτήτων στην Αργολιδοκορινθία Φιλαδελφεύς είχε επιθεωρήσει το μουσείο και «απεκόμισεν» κακές εντυπώσεις, κυρίως για το ότι οι αρχαιότη­τες ήταν τοποθετημένες σε εντελώς ακατάλληλο χώρο του Δημαρχείου[19].

Βρισκόμαστε πλέον στην περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και σε όσα τον ακολούθησαν. Διχασμός, εκστρατεία στη Μ. Ασία, Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ σε τοπικό επίπεδο παύει να εκδίδεται κάθε τοπική εφημερίδα. Μόνον ενδελε­χής έρευνα στα δημοσιεύματα της Αρχαιολογικής Εταιρείας και στα τυχόν διασωζόμενα αρχεία του Υπουργείου Παιδείας ενδεχομένως θα μπορούσε να μας παρά­σχει στοιχεία για την αρχαιολογική συλλογή του Άργους μέχρι τον προχωρημένο Μεσοπόλεμο.

3. Η περίοδος του Μεσοπολέμου

Στις εφημερίδες του Άργους που αρχίζουν να εκδίδονται μετά το 1925 εντοπίζου­με ότι η αρχαιολογική συλλογή συνεχίζει να στεγάζεται στο ισόγειο του Δημαρ­χείου και ότι μεταφέρεται σε αίθουσα του παράπλευρου κτιρίου, επί της σημερι­νής οδού Βασ. Σοφίας (όπου σήμερα στεγάζονται υπηρεσίες του Δήμου), που τότε στέγαζε το Ελληνικό Σχολείο[20].

Κομβικό, όμως, για την ίδρυση μουσείου στο Άργος είναι το έτος 1931, οπότε με Υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου σχεδιάζεται και αρχίζει να υλο­ποιείται εντατικά κτιριακό πρόγραμμα για την ανέγερση ολόκληρης σειράς νέων σχολικών κτιρίων. Έτσι, δίδεται η πληροφορία ότι διάταγμα του Υπουργείου Παιδείας πρόβλεψε την ίδρυση μουσείου στο Άργος[21], ενώ ο τότε δήμαρχος Κ. Μπόμπος φαίνεται να πέτυχε την χορήγηση πίστωσης 600.000 δραχμών από το ίδιο Υπουργείο, για την ίδρυση του μουσείου στην οικία Καλλέργη[22].

Οικία στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη 1932.

Σε λίγες μέρες, ειδική επιτροπή για το μουσείο Άργους, υπό την προεδρία του Νομάρχη Παπαδάμ και μέλη την Έφο­ρο Αρχαιοτήτων Σέμνη Καρούζου (που μέχρι το τέλος της ζωής της δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για το Άργος), τον πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Αρ. Παιδάκη και τον γυμνασιάρχη (μόνιμα μέλη), και με αιρετά μέλη τους Γεώργιο Μέντζο, Γ. Κωνσταντόπουλο και Ανδρέα Καρατζά, επισκέφθηκε την οικία Καλλέργη και γνω­μάτευσε πως είναι κατάλληλη για να στεγάσει το μουσείο[23].

Σέμνη Καρούζου

Δύο χρόνια αργότερα, κι όταν έχουν μεσολαβήσει οι γνωστές ανώμαλες πολιτι­κές εξελίξεις, με στρατιωτικά κινήματα κλπ., δεν έχει σημειωθεί καμία εξέλιξη στο ζήτημα του μουσείου, ενώ τοπική νέα εφημερίδα [24], υπό τον εύγλωττο τίτλο «Υπάρ­χει Μουσείον διεκτραγωδεί την υπάρχουσα κατάσταση και ζητά να τακτοποιη­θούν οι αρχαιότητες στην αίθουσα όπου έχουν μεταφερθεί, να καθορισθούν ώρες για την επίσκεψή της και να τοποθετηθεί πινακίδα που να δείχνει πού βρίσκεται… Η ίδια εφημερίδα, και μέχρι να πάψει την έκδοσή της με τον Β’ Παγκόσμιο Πό­λεμο, δεν παύει να δημοσιεύει άρθρα για την επιτέλους ίδρυση μουσείου στο Άρ­γος [25]. Από άρθρο της του 1935 μαθαίνουμε ότι στο Υπουργείο Παιδείας υπήρχαν «δύο σχέδια», από τα οποία το ένα αφορούσε τη μετατροπή της οικίας Καλλέργη και το δεύτερο την οικοδόμηση νέου κτιρίου (λύση που πρόκρινε και η ίδια).

Αργότερα, το 1936, πληροφορεί ότι από τον Δεκέμβριο του 1933 ο Δήμος Άργους είχε λάβει απόφαση, και την γνωστοποίησε στο Υπουργείο, ότι δώριζε οικόπεδο κοντά στο κτίριο Καλλέργη, όπου θα μπορούσε να ανεγερθεί «μεγαλοπρεπές κτίριον», με δα­πάνη και του Υπουργείου Συγκοινωνιών, «εις το ισόγειον του οποίου θα εστεγάζετο το Μουσείον και εις τους άνω ορόφους αι υπηρεσίαι 3Τ» (ταχυδρομείο, τηλεγραφείο, τηλεφωνείο).

Από τότε είχε αρχίσει η εκτόξευση «φαεινών» κτιριακών ιδεών, που μέχρι σήμερα δεν παύουν να εκτοξεύονται, υπό νέες βεβαίως μορφές, ταλανί­ζουν το Άργος, προκαλούν διαρκείς αναβολές στην εκπόνηση οιασδήποτε ορθολο­γικής πρότασης για χρήση σημαντικών κτιρίων και, σε τελευταία ανάλυση, προκα­λούν θυμηδία και ειρωνικά σχόλια για το πολιτισμικό επίπεδο της πόλης… Σε άλλα σχόλια της ίδιας της εφημερίδας, επί δικτατορίας Μεταξά, το 1938, δημοσιεύονται οι πληροφορίες ότι το κονδύλι του Υπουργείου Παιδείας για το μουσείο δύο φορές είχε εγγραφεί στους ετήσιους προϋπολογισμούς του και δύο φορές είχε διαγραφεί, διότι… δεν υπήρχε νόμος για την ανέγερση μουσείων, παρά μόνο για επισκευές ή συμπληρώσεις τους (sic). Γι ‘ αυτό και το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να δωρίσει το ίδιο το κτίριο Καλλέργη, πράγματι προέβη στη δωρεά, αλλά κεντρικά κρίθηκε ακατάλληλο για τον σκοπό αυτό. Ο Δήμος Άργους φαίνεται ότι συνεχίζει αμέθοδες προσπάθειες, που τελικά αποδεικνύονται πλήρως ατελέσφορες, όπως και εκείνη, την ίδια εποχή, για ίδρυση Πνευματικού Κέντρου στην πόλη.

4. Η αρχαιολογική συλλογή κατά την Κατοχή

 

Ισόγειο

Σε αχρονολόγητο τμήμα επίσημης έκθεσης του ελληνικού κράτους, όπου καταγρά­φονται οι καταστροφές που προκάλεσαν στη χώρα οι Αρχές Κατοχής (σχετικά εκδόθηκε στα αγγλικά και «Μαύρη Βίβλος», σε μεγάλο σχήμα), περιλαμβάνεται και μνεία για το ότι κατά την περίοδο αυτή κλάπηκαν ευρήματα τα οποία απόκεινταν στο μουσείο Άργους. Η αρχαιολογική συλλογή είχε επανέλθει στο ισόγειο του Δημαρ­χείου, είχε εμπλουτισθεί με ευρήματα των νέων ανασκαφών Φόλγκραφ, κατά τη δεκαετία του 1930 [26], αλλά παραμένει εντελώς άγνωστο αν είχε συνταχθεί νέος κα­τάλογος των αποκειμένων αντικειμένων ή, επιτέλους, αν είχε ενημερωθεί ο παλαιός, που σίγουρα υφίστατο από την εποχή των Σταματάκη – Ραγκαβή – Βαρδουνιώτη.

Έτσι, παραμένει στο σκοτάδι τι ακριβώς αφαιρέθηκε από την συλλογή αυτή, αν εντοπίστηκαν μεταπολεμικά, στις πρώην χώρες Κατοχής της χώρας μας, αντι­κείμενα ή έστω στοιχεία για τα αφαιρεθέντα αντικείμενα, όπως και αν και πώς και με ποιο αποτέλεσμα τυχόν διεκδικήθηκαν από τις ελληνικές Αρχές. Κυκλοφόρη­σαν, βεβαίως, και εξακολουθούν να κυκλοφορούν ακόμα στην πόλη, ιδιαίτερα μεταξύ των παλαιοτέρων, «πληροφορίες» για κλοπές και για κλοπείς Γερμανούς και Ιταλούς, αλλά χωρίς τίποτε το συγκεκριμένο.

Τέλος, δεν έχει ποτέ διευκρινισθεί πόσα και ποια, τελικά, αντικείμενα της αρ­χαιολογικής συλλογής όδευσαν προς το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών και αν, ποια και πότε τυχόν «επέστρεψαν» στο Άργος. Αλλά και δεν έχω πληροφόρηση αν εκείνα τα αντικείμενα που εντοπίζονται στην αρχαιολογική συλλογή κατά τον 19ο αιώνα, από ξένους ταξιδιώτες, βρίσκονται σήμερα στο μουσείο.

Ισόγειο, ευρήματα Λέρνας.

5. Η μεταπολεμική ίδρυση του μουσείου (και η συνέχεια)

 

Με την επανέκδοση της εφημερίδας «Ασπίς», υπό την αποκλειστική διεύθυνση πια του τυπογράφου I. Ψωμαδάκη, επαναλαμβάνεται τακτική αρθρογραφία, από το 1950, και λίγο πριν ξαναρχίσει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή συστηματικές ανασκαφές στο Άργος, αλλά και η δική μας Αρχαιολογική Υπηρεσία τις σωστικές ανασκαφές, για την ίδρυση του αρχαιολογικού μουσείου[27].

Σε φύλλο της 16-5-1954 δημοσιεύε­ται επίσημη απάντηση του τότε Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας Κων­σταντίνου Γεωργούλη, του γνωστού φιλολόγου, ότι καταρχήν αποφασίσθηκε να ι­δρυθεί Μουσειακή Συλλογή (sic) στο Άργος, υπό την προϋπόθεση (που όμως .. .απο­τελούσε δεδομένο, μετά την απόφαση περί δωρεάς από τον Δήμο Άργους) να εγκα­τασταθεί στο «μέγαρο Καλλέργη» και «εφόσον τούτο ήθελεν επισκευασθεί».

Τελικά η ανέγερση του νέου μουσείου αναλαμβάνεται με έξοδα του Γαλλικού κράτους, σε σχέδια του ρώσου αρχιτέκτονα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών Φομίν, με αξιοποίηση του κτιρίου Καλλέργη και με την ανέγερση νέας πτέρυγας, που ο Φομίν όχι μόνο πρόβλεψε ανατολικά του Καλλέργειου, αλλά τη «σφήνωσε» στην πλευρά του προς νότο. Δυστυχώς εξαφάνισε και όλες τις ιστορι­κές πλέον τοιχογραφίες στο εσωτερικό του ερειπωμένου κτιρίου, ενώ δεν πρόβλεψε την αναστήλωση του προστυλίου του, για το οποίο δεν υπήρχαν μεν τότε διαθέσιμες οι αναπαραστάσεις του, όπως του Στάντεμαν, όμως ήταν σαφέστατα ορατές οι βάσεις στήριξης των δοκών αυτού του προστυλίου, που ο Φομίν τις έχει αποτυπώ­σει, ενώ στο καποδιστριακό σχέδιο πόλης σαφώς και εμφανίζεται το προστύλιο σε κάτοψη.

Εσωτερικό πρώτου ορόφου, ελληνορωμαϊκά γλυπτά.

Θεωρώ ότι κατά τη μελλοντική ανασυγκρότηση του μουσείου Άργους, που έχει προγραμματισθεί, θα πρέπει να αποκατασταθεί η ανατολική πλευρά του «Καλλέργειου» και να απελευθερωθεί από τη «σφήνα», καθώς και ότι ο Δήμος θα πρέπει να το απαλλάξει από το βάρβαρο πρόσκτισμα, στη νότια πλευρά, που πα­λαιότερα το είχε νοικιάσει σε σιδηρουργείο και σήμερα σε φαστφουντάδικο. Η αντίληψη του μπουρδουκλώματος μουσείου – «3Τ»- και όποιας άλλης χρήσης, κολλητά στο μουσείο, είναι καιρός να πάρει τέλος.

Μέσα σε ένα χρόνο  (1956-1957) είχαν λυθεί όποια ζητήματα παρουσιάστηκαν για τη δημιουργία του μουσείου και είχε επισκευασθεί το «Καλλέργειο» [28], στο ισόγειο του οποίου εκτέθηκαν τα ευρήματα από τις ανασκαφές στη Λέρνα, από τον Τζον Κάσκυ [29], ενώ τελείωσε στις αρχές του 1959 η νέα πτέρυγα, όπου άρχισαν να τοποθετούνται προθήκες, για να μεταφερθούν οι αρχαιότητες από το ισόγειο του κτιρίου της Εμπορικής Σχολής (παλαιότερα, του Ελληνικού Σχολείου), όπου και πάλι είχαν μετακομίσει από το ισόγειο του Δημαρχείου [30].

Έτσι, στις 25 Ιουνίου 1961 έγιναν με κάθε επισημότητα τα εγκαίνια του συνό­λου συγκροτήματος του μουσείου Άργους [31]. Ανακαίνιση του Μουσείου, περιορι­σμένης έκτασης, έγινε το 1991 [32], ενώ από το 1995 άρχισαν να εμφανίζονται desiderata, δίχως όμως χωροταξική και τεχνική θεμελίωση, για δημιουργία νέου μουσείου, στον ευρύτερο χώρο της Αρχαίας Αγοράς.

Το σημερινό μουσείο είναι αλήθεια ότι έχει υπερκορεσθεί από τη συγκέντρωση αρχαιοτήτων και μία προσω­ρινή λύση για μεταφορά μέρους των αρχαιοτήτων σε αποθήκη του Δήμου Άργους παρουσιάζει πλήθος μειονεκτημάτων. Το 2005, σε θερινή επίσκεψη του στο Άρ­γος, ο τότε υφυπουργός Πολιτισμού Π. Τατούλης δήλωσε ότι «το Υπουργείο ήταν αποφασισμένο να προχωρήσει στη δημιουργία ενός νέου μεγάλου και σύγχρονου μουσείου, που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών και θα διαθέτει, παράλληλα, σύγχρονους αποθηκευτικούς χώρους».

Πέντε χρόνια νωρίτερα, πάλι σε θερινή επίσκεψη, ο τότε Υπουργός Πολιτι­σμού Θ. Πάγκαλος δήλωσε ότι: «Για το μουσείο Άργους: καταλήξαμε στην απόφαση ότι πρέπει να δημιουρ­γηθεί νέο μουσείο. Ο δήμαρχος θα προτείνει τους υπάρχοντες χώρους στο νέο σχέδιο του Άργους, το κατάλληλο ακίνητο, εντός του οποίου θα ξεκινήσουμε τη διαδικασία, ελπίζοντας να γίνει έναρξη των εργασιών μέσα στην τετραετία» [33]. Τελικά, τον Απρίλιο του 2010 ανακοινώθηκε ο εκσυγχρονισμός του υπάρχοντος μουσείου και ότι το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ενέκρινε τη σχετική αρχι­τεκτονική μελέτη [34].

Στέγαστρο, οπού και τα ελληνορωμαϊκά μωσαϊκά.

6. Ως κατάληξη

Στο Άργος συγκροτείται μια πρώτη αρχαιολογική συλλογή και στεγάζεται, ίσως και πριν τα μέσα του 19ου αιώνα, σε αίθουσα του ισογείου του κτιρίου του Δημαρχείου Άργους, που κτίσθηκε το 1830 και στέγασε αρχικά το «Ανέκκλητον Δικαστήριον» του νέου ελληνικού κράτους. Υπάρχουν πολλές, αλλά όχι λεπτομερείς πληροφορίες για τα αντικείμενα του μουσείου και, πάντως, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή του μέσα στο χρόνο, μέσα από πολύτιμες πληροφορίες που δημοσιεύονται στον τοπικό Τύπο (άρθρα, σχόλια, ειδήσεις).

Οι Π. Σταματάκης και Αλ. Ραγκαβής ήταν αυτοί που κατέταξαν τα αντικείμενα της αρχαιολογικής συλλογής και συνέτα­ξαν τους πρώτους καταλόγους, ενώ ο ιστορικός του νεότερου Άργους Δημ. Βαρδουνιώτης διετέλεσε Επιμελητής-Έφορός της και μερίμνησε στη συνέχεια για τη συλ­λογή αυτή. Ήδη από την αρχή του 20ού αιώνα διαμορφώθηκε το αίτημα για δημιουργία μουσείου στην πόλη. Κατά τον Μεσοπόλεμο αναλήφθηκαν συγκεκριμένες ενέρ­γειες για τον σκοπό αυτό και γράφηκε σχετικό κονδύλι στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας. Εσωτερικές ασυστηματοποίητες και δίχως προφανή συνέχεια ενέργειες και γνώμες, αλλά και κεντρικές ανωμαλίες εμπόδισαν την υλοποίη­ση της δημιουργίας του.

Μεταπολεμικά, με δαπάνες του Γαλλικού κράτους, συ­γκροτήθηκε το σημερινό Μουσείο Άργους, αλλά με ασύμβατες επεμβάσεις στε­γάσθηκε στο ιστορικό κτίριο του Δημ. Καλλέργη (κτίσθηκε το 1830). Σήμερα σχε­διάζεται ο εκσυγχρονισμός του, ενώ κατά τη διαρρεύσασα δεκαετία γενικές προ­τάσεις για δημιουργία νέου μουσείου και υπουργικές υποσχέσεις φαίνεται να επα­ναλαμβάνουν, με αναπάντεχο τρόπο, την «πορεία» του μουσείου κατά την περίο­δο του Μεσοπολέμου.

Αθήνα, Οκτώβριος 2010

Προσθήκη

Στις αρχές του 2012 κυκλοφόρησε το έργο της Ντόρας Βασιλικού «Το χρονικό της ανασκαφής των Μυκηνών, 1870-1878» (έκδοση της Αρχαιολογικής Εταιρείας). Στο έργο αυτό αναδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος του αρχαιολόγου Παν. Σταματάκη και αξιοποιείται το αρχείο του, όσον αφορά τις ανασκαφές των Μυκηνών κατά τη δεκαετία του 1870. Μεταξύ άλλων δίδεται η πληροφορία ότι, το φθινόπωρο του 1878, ξεκίνησε έρευνες στο Άργος και στο Ναύπλιο, αρρώστησε βαριά από ελονοσία, η οποία και τον οδήγησε στο θάνατο το 1885 (σελ. 185, 105,81).

Αλλά και πριν το 1878 ο Σταματάκης βρισκόταν σε επαφή με το Άργος, όπως το 1873, από όπου γράφει επιστολή στον Στέφ. Κουμανούδη (σελ. 83, σημ. 193), το 1876, από όπου συντάσσει επιστολή προς τον Νομάρχη Αργολίδας και το 1877, οπότε συντάσσει άλλη επιστολή προς τον πρόεδρο της Αρχ. Εταιρείας (σελ. 204-205). Σύμφωνα με τα Πρακτικά της Αρχ. Εταιρείας (συνεδρίαση της 24-11-1876), οι Αργείοι ήθελαν να κρατήσουν τα αρχαία των Μυκηνών επί τόπου, αλλά αντέδρασε ο αντιπρόεδρός της Φιντικλής, που βρισκόταν για λίγες μέρες στις Μυκήνες, διότι στο Άργος δεν υπήρχε κατάλληλος χώρος ούτε για εναπόθεση ούτε για μελέτη (σελ. 137).

Έτσι, ενισχύονται οι πληροφορίες του Βαρδουνιώτη που δημοσιεύουμε στη μελέτη μας, ιδιαίτερα όσον αφορά την παραμονή του Σταματάκη στο Άργος και την τακτοποίηση από αυτόν της αρχαιολογικής συλλογής της πόλης, το Νοέμβριο του 1878, αλλά και την κατά καιρούς διαπιστωνόμενη έλλειψη επαρκούς χώρου για τις αρχαιότητες.

(Β.Κ.Δ, 23-2-2012)

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος, πολιτικός επιστήμων, ιστορικός

 Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους – Μυκηνών, τεύχος 5, Μάρτιος 2012.

 Υποσημειώσεις


[1] Εκτός από τον τοπικό Τύπο της εποχής, και ο αθηναϊκός έδωσε επαρκή δημοσιότη­τα στο γεγονός, βλ. γ. π. εκτενές άρθρο της Β. Χατζημιχάλη στο «Βήμα» της 25-6-1961.

[2] Βλ. άρθρο-έρευνα του Μ. Παρασκευαΐδη στην «Καθημερινή» της 4-7-59. Για την ιστορία του κτιρίου του Δημ. Καλλέργη, βλ. σειρά άρθρων μου στο περιοδικό «Αρχαιολο­γία», τεύχη 36 (Σεπτ. 1990), 38 (Μάρτ. 1991) και 74 (Ιούν. 2000). Βασίστηκαν στην απο­δελτίωση του τοπικού Τύπου, σε υλικό αρχείων και σε εικονογράφηση εποχής. Αναδημο­σιεύουμε εδώ τμήμα του εικονογραφικού αυτού υλικού.

[3]«Δαναΐς», φύλλο της 18-11-1911, με υπογραφή «Εν Άργει, Δ.Κ.Β.». Έχουμε συγκε­ντρώσει και κατατάξει δεκάδες άρθρων του Βαρδουνιώτη, θα μπορούσαν δε να εκδοθούν μόνο τα ιστορικά του, με τη σχετική εργογραφία του, βιβλιογραφία κλπ.

[4]Βλ. σ.χ. εφημερίδα «Άργος» φ. II, 1-1-1903, σελ. 4.

[5] Διατριβή 3ου Κύκλου στο Πανεπιστήμιο 10 του Παρισιού (Ναντέρ), υπό τη διεύθυν­ση του Ρενέ Ζινουβές, 1979, υπό τον τίτλο (μετάφραση) «Μαρτυρίες ταξιδιωτών και καλ­λιτεχνών για την πόλη και τις αρχαιότητες του Άργους, 16ος -19ος αιώνας». Το έργο αυτό, επεξεργασμένο από τον συγγραφέα, πρόκειται να εκδοθεί προσεχώς στα ελληνικά.

[6] Για την ιστορία του κτιρίου της Δημαρχίας βλ. στο περιοδικό «Αρχαιολογία» τη μελέτη μου «Το «Δημόσιον Κατάστημα», σήμερα συγκρότημα όπου το Δημαρχείο Άρ­γους», τχ. 30 (Μάρτ. 1989) και 31 (Ιούν. 1989). Δυστυχώς, από τεχνικό λάθος, έχει γίνει αντιμετάθεση παραγράφων στην αρχή του κειμένου, την οποία ο αναγνώστης πρέπει να λάβει υπόψη για την ομαλή ανάγνωσή του.

[7] ΓΑΚ/Βλαχ./κουτί 60. από το φύλλο της εφημερίδας «Εφημερίς», της 25-11-1876.

[8]«Ημερολόγιον» Σκόκου, 1888, σελ. 68.

[9] «Ελλέβορος» τχ. II, «Πρώτο αφιέρωμα στο Άργος» σελ. 39, δίχως καμία αναφορά τίτλου του βιβλίου, έτους έκδοσης, μετάφρ. Αρίστης Κούρτογλου.

[10] Εφημ. «Μυκήναι», που διευθυνόταν από τον λόγιο Κ. Ολύμπιο, φ. 6, 6-5-1901.

[11] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 28, 7-10-1901.

[12] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 30, 21-10-1901

[13]Εφημ. «Ίναχος», φ. 8, 25-1-1902.

[14] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 48, 17-3-1902

[15]Εφημ. «Ίναχος», φ. 9-10, 6-7-1902.

[16] Εφημ. «Άργος», φ. 126, 25-5-1911.

[17]Εφημ. «Άργος», φ. 168, 27-4-1912.

[18] Εφημ. «Άργος», φ. 176, 21-6-1912.

[19] Εφημ. «Άργος», φ. 19-3-1915.

[20] Εφημ. «Αλήθεια», 13-4-1927, «Παναργειακή» 3-6-1928 και «Αγροτική Αργολίς» επίσης 3-6-1928.

[21] Εφημ. «Χρονικά του Άργους», 26-7-1931.

[22] Εφημ. «Αγροτ. Αργολίς», 2-8-31

[23]Εφημ. «Αγροτ. Αργολίς», 30-8-1931.

[24]«Ασπίς τον Άργους», 22-10-1933.

[25] «Ασπίς του Άργους», φύλλα των 7-10-1934, 24-2-1935, 3-3-1936, 19-7-1936, 21-2-1937, 23-5-1937, 6-3-1938, 25-3-1938, 26-9-1938.

[26]Για την απήχηση των ανασκαφών Φόλγκραφ στο Άργος βλ. μελέτη μου που πρόκειται να δημοσιευθεί στα Πρακτικά του συνεδρίου για τον Φόλγκραφ.

[27] Από το φύλλο της 3-9-1950 και συνεχής αρθρογραφία μέχρι και την ολοκλή­ρωση του μουσείου.

[28] Βλ. χαρακτηριστικά απάντηση του τότε Υπουργού Παιδείας Κ. Τσάτσου εφημ. «Ασπίδα» της 13-1-1957.

[29] Βλ. «Ασπίδα» 10-8-58.

[30]«Ασπίς» 24-5-59.

[31]Βλ. σημ. 1.

[32]«Φείδων», 22-5-91, «Αργειακό Βήμα» 3-7-91.

[33]Οι δηλώσεις Τατούλη στην «Αργολίδα» της 20-8-05, στο «Αργειακό Βήμα» της 24-8-05 και στον «Φείδωνα» της 7-9-05. Οι δηλώσεις Πάγκαλου στα «Νέα της Αργολίδας» και στον «Παρατηρητή» της 17-7-2000.

[34]«Τα Αργολικά» της 1-4-2010.

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Εκδήλωση-παρουσίαση βιβλίου για τον Ιωάννη Καποδίστρια


 

 

Ιωάννης Καποδίστριας

Το Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012, στις 19.30 στο Βουλευτικό Ναυπλίου θα γίνει παρουσίαση του νεοκδοθέντος βιβλίου του κ. Ιωάννη Κορνιλάκη » Ιωάννης Καποδίστριας, Ο Άγιος της Πολιτικής » με ομιλία του συγγραφέα. Πρόκειται για ένα συλλεκτικό έργο που περιέχει 137 ανέκδοτες επιστολές του Κυβερνήτη, με τον γραφικό χαρακτήρα του ιδίου αφού ο εκδότης δημιούργησε γραμματοσειρά με απόλυτη πιστότητα της προσωπικής γραφίδας του Ιωάννη Καποδίστρια.

Η έκδοση αυτή είναι επετειακή δεδομένου ότι για πρώτη φορά από την αρχική έκδοση του 1841, κυκλοφορεί ξανά ένα μεγάλο μέρος των επιστολών του Καποδίστρια. Επιπλέον η εκδήλωση γίνεται στο πλαίσιο εκδηλώσεων για την επέτειο της δολοφονίας του Κυβερνήτη.

Η εκδήλωση πραγματοποιείται με τη συνεργασία του Δήμου Ναυπλιέων, του Πνευματικού Ιδρύματος «Ιωάννης Καποδίστριας» και των εκδόσεων «Αιγηίς». Κατά την έναρξη της εκδήλωσης θα απευθύνει χαιρετισμό ο Δήμαρχος Ναυπλίου κ. Δημήτρης Κωστούρος και θα προλογίσει ο Πρόεδρος του Ιδρύματος «Ιωάννης Καποδίστριας», κ. Κωνσταντίνος Χελιώτης.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μαρτυρίες για τον πληθυσμό των Νησιών του Αιγαίου, 15ος – Αρχές 19ου αιώνα | Δημήτρης Δημητρόπουλος


 

 

 Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

Τετράδια εργασίας 27

Μαρτυρίες για τον πληθυσμό των Νησιών του Αιγαίου, 15ος – Αρχές 19ου αιώνα  

Δημήτρης Δημητρόπουλος, Αθήνα 2004

 

Μαρτυρίες για τον πληθυσμό των Νησιών του Αιγαίου

Η μελέτη του πληθυσμού των νησιών του Αιγαίου για τη χρονική περίοδο πριν τη διεξαγωγή κρατικών απογραφών προσκρούει στο πρόβλημα της έλλει­ψης αξιόπιστων πηγών. Τα τεκμήρια που διασώζονται είναι περιορισμένα και διάσπαρτα και οι πληροφορίες που αντλούνται από αυτά αποσπασματικές – συχνά με μεγάλα χάσματα, τα οποία δεν επιτρέπουν τα σχηματιστεί μια εικόνα της εξέλιξης του πληθυσμού- ενώ πολλές φορές είναι αναξιόπιστες, φανταστι­κές ή και σκόπιμα παραπλανητικές. Χαρακτηριστικό των μαρτυριών για τον πληθυσμό που συλλέγονται από τις προστατιστικές πηγές είναι ότι προέρχονται από τεκμήρια ποικίλης προέλευσης που συντάχθηκαν για διαφορετικούς λόγους και συγκεντρώνουν διαφορετικά ποιοτικά γνωρίσματα. Συχνά μάλιστα η μαρτυ­ρία για τον πληθυσμό μίας περιοχής δεν προκύπτει ευθέως από τη διαθέσιμη πηγή, αλλά συνάγεται έμμεσα μετά από επεξεργασία και λογικές αναγωγές επί των υπαρχόντων στοιχείων.

Ακόμη και στις περιπτώσεις που έχουμε καταμετρή­σεις ή άλλα απογραφικού τύπου στοιχεία, αυτά δεν έχουν συλλεγεί με σκοπό την απογραφή του πληθυσμού αλλά για φορολογικούς σκοπούς, και συνεπώς υπόκεινται στη λογική και στις προτεραιότητες που θέτουν οι ανάγκες της καταγραφής των φορολογουμένων και της κατανομής των φόρων.

Το τοπίο λοιπόν στο χώρο αυτό είναι θολό, καθώς οι όποιες μαρτυρίες υπάρχουν δίνουν μία κάποια εικόνα του πληθυσμού των νησιών του Αιγαίου, δεν επιτρέπουν όμως ακριβείς προσεγγίσεις και επεξεργασίες των πληθυσμιακών δεδομένων.

Η μελέτη που ακολουθεί χωρίζεται σε δύο μέρη.

Στο πρώτο εξετάζονται οιποικίλες πηγές από τις οποίες μπορούν να αντληθούν πληροφορίες για τον πλη­θυσμό των νησιών του Αιγαίου και γίνεται μία απόπειρα προσέγγισης των προβλημάτων που ανακύπτουν όταν επιχειρείται να εξαχθούν πορίσματα για τον πληθυσμό και τα φαινόμενα που σχετίζονται με αυτόν από προστατιστικές πηγές.

Παράλληλα, εξετάζονται οι όροι και οι δυνατότητες των προστατιστικού χαρα­κτήρα πηγών να δώσουν απαντήσεις σε ερωτήματα που σχετίζονται με τη μελέτη των πληθυσμών, όπως είναι η σύνθεση και το μέγεθος της οικογένειας, η σχέση και η αντιστοιχία των φορολογικών εννοιών που χρησιμοποιούνται στα φορολογι­κά κατάστιχα με τις δημογραφικές έννοιες, η συνδυαστική από κοινού χρήση δια­φόρων τύπων τεκμηρίων με στόχο την άντληση του συνόλου των στοιχείων και τον πληρέστερο έλεγχο αξιοπιστίας τους, η αλίευση στις πηγές της εποχής πληρ­οφοριών που αφορούν το φύλο, τις ενθοπολιτισμικές, θρησκευτικές, κοινωνικές, επαγγελματικές ή άλλες ομάδες. Ειδική αναφορά, μέσα από την αναλυτική εξέ­ταση της απογραφής ενός νησιού, της Αμοργού, γίνεται στις καταγραφές της καποδιστριακής περιόδου που αποτελούν και τις πρώτες απόπειρες συστηματι­κής καταγραφής του πληθυσμού με την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

Αντικείμενο διερεύνησης αποτελεί επίσης ο τρόπος με τον οποίο αποτυ­πώνονται στις ποικίλες πηγές της περιόδου, παράγοντες που επιδρούν στην εξέλιξη του νησιωτικού πληθυσμού, όπως τα πολεμικά γεγονότα, οι ασθένειες και οι επιδημίες, οι φυσικές καταστροφές, η μετανάστευση και οι μετακινήσεις των κατοίκων.

Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζονται συστηματικές αποδελτιώσεις των μαρ­τυριών που αφορούν τους πληθυσμούς των νησιών του Αιγαίου που ενσωματώ­θηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές στο ελληνικό κράτος, όπως αυτές συλ­λέχθηκαν από ποικίλου χαρακτήρα και προέλευσης πηγές. Το πληροφοριακό υλικό καλύπτει ένα ευρύ χρονικό διάστημα αρχίζει από τον 15ο αιώνα και εκτεί­νεται μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1830, έως την εποχή δηλαδή από τηνοποία αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες σχετικώς αξιόπιστες απογραφικού χαρακτήρα πηγές.

Με τον τρόπο αυτό συγκροτείται ένα σώμα τεκμηρίων για τους νησιωτικούς πληθυσμούς ποικίλης προέλευσης και αξιοπιστίας, που συνι­στά κατ’ αρχήν ένα εργαλείο δουλειάς για το μελετητή του νησιωτικού χώρου. Η συναγωγή αυτή μαρτυριών για τον πληθυσμό του Αιγαίου σε καμμία περί­πτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί πλήρης. Η συνέχιση και διεύρυνση της έρευνας ενδεχομένως θα προσθέσει αρκετές ακόμη μαρτυρίες. Νομίζω όμως ότι με το υπάρχον τεκμηρωτικό υλικό σχηματίζεται μια εικόνα τόσο του εύρους όσο και της ποιότητας των πηγών, ενώ παράλληλα δημιουργείται ένα αρχικό σώμα τεκ­μηρίων, ανοικτό σε νέες συνεισφορές, προσθήκες, βελτιώσεις και διορθώσεις, στο πνεύμα ακριβώς της αρχικής σύλληψης των Τετραδίων Εργασίας του ΚΝΕ/ΕΙΕ, που είχαν δέσει ως στόχο την κυκλοφορία και διάχυση των ιστορικών πληροφοριών, όταν αυτές κριθούν ότι φτάνουν σε μία ικανοποιητική πύκνωση γύρω από ένα θέμα, πριν την «οριστική» τους δημοσίευση.

Η συλλογή του τεκμηριωτικού υλικού για την εργασία αυτή άρχισε επ’ αφορ­μή του ερευνητικού προγράμματος «ΑΙΓΑΙΟ. Ιστορική μελέτη των οικισμών και η αρχιτεκτονική της κατοικίας», το οποίο διεξήχθη την τριετία 1995-1998 από το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

Στα χρόνια που μεσολά­βησαν συνεχίστηκε -με κυμαινόμενη είναι αλήθεια ένταση- η συλλογή μαρτυριών και ο έλεγχος όσων πληροφοριών είχαν ήδη εντοπιστεί σε βιβλιογραφικές πηγές, μελέτες και άλλα βοηθήματα […]

Απόσπασμα από την εισαγωγή του τόμου.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 189 other followers