Βασιλείου Ιωάννης, Αναγν. (1828- 16/1/1867)

Βασιλείου Ιωάννης, λιθογραφία, «Εθνικόν Ημερολόγιον», τόμος Η’ (1868), μέρος Α’, σελ. 145, Βρετός-Παπαδόπουλος Μαρίνος. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ.
Ο στρατιωτικός ιατρός Ιωάννης Βασιλείου γεννήθηκε στο Κρανίδι το 1828. Πατέρας του ήταν ο Δημήτριος – Αναγνώστης Βασιλείου αγωνιστής της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 και Δήμαρχος Κρανιδίου και μητέρα του η Κρανιδιώτισσα Σταματίνα Ζέρβα.
Κατατάχθηκε στον στρατό το 1845 ως γιατρός Β’ τάξεως (ανθυπίατρος), ενώ το 1861 προήχθη σε υπίατρο. Το 1863 με εκπαιδευτική άδεια μετέβη στη Γαλλία, όπου βρισκόταν ο αδελφός του, επίσης στρατιωτικός ιατρός, Αναστάσιος Βασιλείου.
Το 1866 με την έναρξη της Κρητικής Επανάστασης κατά των Τούρκων έφτασε στην Κρήτη ως εθελοντής μαζί με τους δύο μικρότερους αδελφούς του Ανδρέα και Κυριάκο. Έλαβε μέρος στις στρατιωτικές μάχες των Κυδωνιών, του Σελίνου, των Σφακιών, των Λάκκων καθώς και στην πολιορκία της Κισσάμου πολεμώντας με γενναιότητα και εκτελώντας τα ιατρικά του καθήκοντα με μεγάλη αυτοθυσία. Έπεσε στη μάχη του Αστερακίου κοντά στο χωριό Καμαργιώτη της επαρχίας Μυλοποτάμου στις 16 Ιανουαρίου 1867.
Ποιος ήταν ο Ιωάννης Βασιλείου «νεομάρτυς της πατρίδος και καύχημα της πόλεως του Κρανιδίου», όπως προσφυώς γράφτηκε, μπορούμε να το δούμε στο σχετικό δημοσίευμα της εφημερίδας «ΑΥΓΗ» της 21ης Φεβρουαρίου 1867:
«Αγνή καρδία σύμβολον έχουσα την πατρίδα και θώρακα την ψυχικήν γενναιότητα, ο Ιωάννης Βασιλείου στρατιωτικός ιατρός, υπολοχαγός και ιππότης του βασ. τάγματος του Σωτήρος, προσέφερεν εαυτόν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος, και την 16 παρελθόντος Ιανουαρίου ενδόξως μαχόμενος εν Δηλύσσω της Κρήτης, έπεσεν κατά τον οφθαλμόν υπό Μουσουλμανικής σφαίρας προσβληθείς.
Έπεσεν εν τη μάχη και ανέστη εν Ουρανοίς σύνεδρος των λοιπών υπέρ πίστεως και πατρίδος μαρτύρων συνικευτεύων τον πλάστην όπως φεισθή του εκλεκτού λαού του, δια το αίμα των μαρτύρων του μαχητών και αθώων γυναικοπαίδων, και πατάξη τυράννους ασεβείς μολύνοντας παν ιερόν και όσιον, ευδοκών υπέρ ενώσεως της πολυπαθούς Κρήτης μετά της μητρός Ελλάδος.
Η πόλις του Κρανιδίου, γόνος της οποίας ήτον ο νεομάρτυς της Πατρίδος Ιωάννης Βασιλείου, τον πατριωτισμόν και τας αρετάς αυτού τιμώσα, ετέλεσε πάνδημον και μονοκλησίας μνημόσυνον τη προπαρελθούση Κυριακή 5η του Φεβρουαρίου και μετά συντριβής και κατανήξεως ικέτευσεν υπέρ της ψυχής αυτού τον προστάτην της Ελλάδος Θεόν, συνενώσασα εν τη δεήσει και τας υπέρ των συμπολεμιστών του και υπέρ των άλλων παλαιών και νέων της πατρίδος αγωνιστών ευχάς».
Το μνημόσυνο του Ιωάννη Αναγν. Βασιλείου τελέσθηκε στις 19 Φεβρουαρίου 1867 στον Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών από τον Μητροπολίτη Αθηνών με τη φροντίδα του ιατρικού συλλόγου.
Ο βουλευτής Πατρών Ανδρέας Ρηγόπουλος εκφώνησε τον επιμνημόσυνο λόγο, ο οποίος, σύμφωνα με το δημοσίευμα της εφημερίδας «ΑΥΓΗ», δεν εντυπωσίασε το ακροατήριο. Επίσης η εφημερίδα σχολιάζει και το γεγονός πως δεν παραβρέθηκε κανένας από τους συναδέλφους «συνεπιστήμων» του ήρωα Ιωάννη Βασιλείου, «ίνα ομιλήση δύο καν καταλλήλους λέξεις εις την περίστασιν ταύτην».
Δημοσιεύουμε στη συνέχεια ορισμένα αποσπάσματα του επιμνημόσυνου λόγου.
«Ο Ιωάννης Βασιλείου επολέμησεν ήδη γενναίως και εις την πολιορκίαν της Κισσάμου και εις την μάχην των Λάκκων, και οι συνάδελφοι αυτού τον εθαύμασαν και ως ιατρόν και ως στρατιώτην∙ αλλ’ εις την μάχην του Αστερακίου, πλησίον του χωρίου Καμαργιώτη, εν τη επαρχία Μυλοποτάμου, ηρίστευσε και εστέφθη με του ήρωος και μάρτυρος τον στέφανον∙ άνωθεν δε αυτού τον ηυλόγων, αγαλλόμεναι, αι ψυχαί των αγωνιστών του 1821.
Ήτον η 16 Ιανουαρίου – ημέρα, καθ’ ην ο χριστιανισμός μελετά την άλωσιν του αποστόλου Πέτρου – όλοι δε οι μάρτυρες είναι αδελφοί, και σήμερον πρόκειται περί μαρτυρίου συντρίψεως αλύσσων. Πλησίον των δύο εκείνων χωρίων στρατός Οθωμανικός, συγκείμενος από εξ χιλιάδας πεζών, ιππέων και πυροβολιστών, κατέλαβε τα κυριώτερα μέρη∙ αφ’ ετέρου, μόλις εξακόσιοι άνδρες Κρήτες και εθελονταί παρετάττοντο εις αντίκρουσιν, δηλαδή ένας προς δέκα. Και το μεν δεξιόν κέρας των Ελλήνων κατείχον οι Κρήτες υπό τον οπλαρχηγόν Παυλήν, το δε αριστερόν οι υπό τον Πετροπουλάκην Λάκωνες, εις δε το κέντρον ήσαν ο Σαράτσογλος, ο Γενήσαρλης και ο ημέτερος ιατρός Ιωάννης Βασιλείου. Οι Τούρκοι προβαίνουν∙ Αλλάχ, Αλλάχ! και τα κανόνια των εμβαίνουν αμέσως εις ενέργειαν. Οι Έλληνες δεν έχουν τοιαύτα μέσα∙ αλλά με τα απλά πυροβόλα των μάχονται ως λέοντες, ολίγοι κατά πολλών, διότι η καρδία των είναι ανδρών ελευθέρων. Πολεμούν με την σημαίαν υψωμένην του 1821. Από της 8 ώρας της αυγής εμάχοντο πεισματωδώς μέχρι της 3 περίπου μ. μεσημβρίαν. Πολλάκις απέκρουσαν τους εχθρούς, και όχι σπανίως οι βάρβαροι ωπισθοχώρησαν. Εις μάτην και τα κανόνια κα το ιππικόν. Ολίγοι εκ των Ελλήνων εφονεύοντο, πλειότεροι δε Τούρκοι-γεγονός πραγματικόν και κατά τον πρώτον ημών αγώνα και κατά τον εκτελούμενον ήδη εν Κρήτη. Όχι μόνον η πολεμική δεξιότης, αλλά και η ανδρεία αυτή σώζει τους ανδρείους. Η δειλία θερίζει.
Το μέγα όμως μυστήριον τούτου θα το εύρετε εις την συναίσθησιν του καθήκοντος, ήτις υπάρχει εις μόνον τον ελεύθερον, ή τον εννοούντα τι είναι ελευθερία. Και ήθελον ακόμη εξακολουθήσει τον πόλεμον οι Έλληνες, αν τα πολεμοφόδιά των δεν εξηντλούντο. Άλλα δεν είχον πλέον, ενώ οι εχθροί ήσαν πλήρεις. Ώρμησαν τινές όμως και με τας λόγχας και επάλαιον χείρας με χείρας∙ άλλοι δε τινές έδραμον να εμπήξωσι την Ελληνικήν σημαίαν επί τινος Τουρκικού οχυρώματος, κατεχομένου υπό πολλών εχθρών.
Τότε ο ιατρός Ιωάννης Βασιλείου, όλος ένθους, ορμά ξιφήρης να βοηθήση τους ολίγους εκείνους αδελφούς∙ πλησιάζει εις την ιεράν σημαίαν μας εγγύς να στηθή επί των εχθρικών πτωμάτων, αλλά δώδεκα σφαίραι του διατρυπώσι τα γενναία στήθη, και πίπτει νεκρός, άλλ’ ήρως, υπό το σύμβολον εκείνο μιας νέας προόδου της ανθρωπότητος – υπό την Ελληνική σημαίαν, σιτηθείσαν ήδη και κυματίζουσαν επί του Όθωμανικού εκείνου οχυρώματος. Αν την στιγμήν εκείνην εδύνατο τις να έχη άλλην όρασιν, ήθελεν ιδεί την ψυχήν του φονευθέντος Ιωάννου Βασιλείου όλην φως, χαρά και μειδίαμα, εις την κορυφήν της νικησάσης εκείνης σημαίας του γένους μας – Θεός Κάστωρ ή Πολυδεύκης των αρχαίων. Εν τούτοις οι Έλληνες ώρμησαν να σώσωσι το ιερόν εκείνο σώμα τοιούτου ήρωος από τας εχθρικάς χείρας, και συμπλοκή έγινε τολμηρά, καθ’ ην τέσσαρες γενναίοι Λάκωνες εφονεύθησαν, άλλοι εζωγρήθησαν, αλλά και πλείστοι Τούρκοι έπεσαν νεκροί παρά το σώμα εκείνο.
Ούτως έζησε και ούτως απέθανεν ο Ιωάννης Βασιλείου. Ήτον αθάνατος πριν αποθάνη, διότι η αθανασία προϋπάρχει εις τα γενναία αισθήματα, εις τας ευρείας ιδέας, εις τους μεγάλους της ανθρωπότητος λογισμούς».
Πηγή
- Συμβολή στη Νεότερη Ιστορία της Ερμιονίδας (1828 – 1899), Κείμενα – Μελέτες | Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου, Αθήνα, 2022.







Σχολιάστε