Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άγιοι της Αργολίδας’ Category

Λόγος περί Πελοποννησίων Νεομαρτύρων – Τάσος Γριτσόπουλος


 

Το θέμα των Νεομαρτύρων με τις σχετικές διαστάσεις του έχει προσλάβει έκταση στις έρευνες σε υψηλό βαθμό, ώστε δημιουργηθεί ευρεία και ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία. Αυτή η φύσις του θέματος δικαιολογεί το ενδιαφέρον ειδικών και μη ερευνητών. Καθ’ όσον αφορά στην Πελοπόννησο, το θέμα καταλαμβάνει στην τοπική αγιολογία χώρο από πολλές πλευρές εντυπωσιακό, συγκινητικό και μονίμως περιβαλλόμενο από επικαιρότητα με τελετουργικές προεκτάσεις, δια της φιλοτιμίας των εντοπίων χριστιανών και φυσικά της Εκκλησίας.

Έχει σχηματιστή ένας ονομαστικός πίνακας των κατά τόπους ανεγνωρισμένων ως άγιων και κατ’ άλλους τρόπους τιμωμένων Νεομαρτύρων και προ πάσης συζητήσεως, καλόν θα ήταν να μεταφερθούν τα ονόματα, κατά τάξη αλφαβητική η χρονολογική, αλλά τούτο δεν αποτελεί αρχή και πρόοδο ειδικής έρευνας. Όθεν, προτιμότερο είναι να περιοριστή ο λόγος κατ’ αρχήν εισαγωγικώς – και με πρόθεση ουσιαστικής συμβολής στο σπουδαίο θέμα – και με αναδρομή στα Πελοποννησιακά να συναχθεί κάποιο ενδιαφέρον συμπέρασμα.

Σταθμός πρώτος στους όρους. Μάρτυς, πρωτομάρτυς, Χριστομάρτυς, μεγαλομάρτυς, οσιομάρτυς και ακολούθως νεομάρτυς, ιερομάρτυς, εθνομάρτυς, εθνο-ιερομάρτυς και ει τι άλλο. Κυριαρχεί κατά κυριολεξία ή μεταφορικώς η έννοια του μάρτυρος, το μαρτύριο. Κάτι που δεν είναι άγνωστο στην ιστορική η παραδεδομένη ζωή των ανθρώπων.

Σταθμός δεύτερος στο μαρτύριο καθ’ εαυτό. Eντοπιζόμεθα στην χριστιανική και καλύτερα στην θρησκευτική ζωή πολύ πιο μπροστά. Ας γίνει αναφορά στο θεσπέσιο μάθημα του Αποστόλου Παύλου στην προς Εβραίους Επιστολή του (Κεφ. ΙΑ-ΙΒ) περί Πίστεως. Τονίζει ο Απόστολος των Εθνών προς τους ομοεθνείς του δύο χαρακτηριστικά για τον αγώνα των Προφητών. Τη δύναμη, με τη όποια εξόπλισε ο Θεός τους Προφήτες και δεύτερον τα μαρτύρια που υπέστησαν.

Όσο και αν ο αποστολικός λόγος περιέχει σχήματα για τις δύο όψεις του έργου και της αποστολής των Προφητών με υπερβολικούς τόνους, μέσα από το δεύτερο στοιχείο αναδύεται λέξις, αναδύεται κυριολεξία, μαρτύριο. Προς τους ομοεθνείς του απευθυνόμενος ο Παύλος λέγει ευθέως ότι έχουν ολόκληρο νέφος μαρτύρων. Οι Εβραίοι ήσαν οι κυριότεροι διώκτες των πρώτων χριστιανών. Η δημιουργία μαρτύρων της χριστιανικής θρησκείας άρχισε από τον Πρώτον αιώνα, με Πρωτομάρτυρα μάλιστα τον Στέφανο. Ακολούθως επαληθεύονται τα υπό του Παύλου αναφερόμενα πανομοιότυπα μαρτύρων. Εμπαιγμοί, μάστιγες, δεσμά, φυλακή, θάνατος. Αναδεικνύονται για την Πίστη του Χριστού μάρτυρες και μεγαλομάρτυρες κατά τους αιώνες του διωγμού. Και εφεξής. Ακόμη και μετά την στερέωση του Χριστιανισμού, δεν έπαυσαν να αναδεικνύονται μάρτυρες, για την προάσπιση της Πίστεως.

Σταθμός δεύτερος στην ιστορική περίοδο της δουλείας του Ελληνικού – χριστιανικού – Έθνους. Ορόσημο το 1453. Αλλόφυλοι και αλλόθρησκοι κατακτηταί. Διώκεται η Χριστιανική Πίστη και η Ελληνική Πατρίδα. Οι προασπιστές της Κωνσταντινουπόλεως προ των τειχών αυτής μάχονται υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Φονεύονται ανηλεώς οι ηττημένοι και οι άμαχοι κατά το τριήμερο όργιο των ορδών του Μωάμεθ εντός της πόλεως. Ακολούθως σφάζονται οι αμυνόμενοι στα επαρχιακά διαμερίσματα Έλληνες χριστιανοί κατά τις επιχειρήσεις οριστικής επικρατήσεως των κατακτητών.

 

Λεπτομέρεια. Ο απαγχονισμός του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και των Μητροπολιτών Πάφου Χρύσανθου, Κιτίου Μελέτιο και Κυρηνείας Λαυρέντιο στις 9 Ιουλίου 1821 από τους Τούρκους (έργο Γεώργιου Μαυρογένη).

 

Άγριοι, θηριώδεις οι κατακτηταί διέθεταν τρία φοβερά όπλα. Μάχαιρα, εξανδραποδισμό, εξισλαμισμό. Απειλήθηκε εξαφανισμός της Ελληνικής φυλής με γενικές σφαγές. Έστελναν στ’ ανθρωποπάζαρα της Ανατολής αιχμαλώτους. Φόνευαν αδιακρίτως κατά την αναταραχή. Και κατέβαλλαν προσπάθειες εξισλαμισμού. Δεν ήθελαν λοιπόν να βλέπουν Έλληνες και χριστιανούς. Μ’ ένα λόγο, εγκαινιάστηκε μαρτυρική ζωή του υποδούλου Ελληνικού λαού. Νομίζω ότι τα πρώτα θύματα με ομαδικές σφαγές συγκροτούν το πρώτον νέφος μαρτύρων.

Καθ’ όσον αφορά στην Πελοπόννησο, από το 1461 αρχίζει νέα και σκοτεινή περίοδος της ζωής υπό δεινή δουλεία. Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την περίοδο ως περίοδο καταδυναστεύσεως, άμυνας και αγώνος. Θα εξηγήσω τι εννοώ. Σημειώθηκαν διαδοχικώς και παραλλήλως ένοπλη αντίστασης, φυγή, μετανάστευση, μερική ηττοπάθεια και συμβιβασμός των πολλών. Κάποτε σταμάτησαν οι ομαδικές σφαγές, επεβλήθη καθεστώς νέον με κατακτητές και υποδούλους. Επεκράτησε λοιπόν το δίκαιον του ισχυρότερου. Υποτεταγμένος ο ραγιάς δεν είχε καμία άξια, δεν τον αντιμετώπιζαν οι κυρίαρχοι του τόπου ως άνθρωπο, αλλ’ ως ζώο, υποζύγιο κυριολεκτικώς. Υπό τις συνθήκες αυτές δημιουργήθηκε κατάσταση απελπισίας, πανικού. Οι πολλοί υπέμεναν. Μερικοί αντέδρασαν. Ολίγοι που δεν άντεξαν επέστεψαν στις δελεαστικές υποσχέσεις και αλλαξοπίστησαν. Αυτοί λοιπόν τούρκεψαν. Τι σημαίνει τούτο; Σημαίνει ότι ανεκόπησαν από το Έθνος των και από την χριστιανική των Πίστη. Οι ζωηρότεροι ανέβηκαν στα βουνά, ένοπλοι άσκησαν αντίσταση κατά του κατακτητή.

Νεομάρτυρες

Αντίσταση όμως νοείται και με άλλους τρόπους, ψυχική και με παράτολμες ενέργειες, αναλόγως της συμπεριφοράς των απάνθρωπων απαιτήσεων των οργάνων της εξουσίας, των τσιφλικάδων και των εισπρακτόρων της φορολογίας. Είναι γνωστόν ότι οι ραγιάδες δεν εύρισκαν ποτέ δίκαιο. Οσάκις συνέβαινε ν’ αντιδρούν στους τουρκικούς παραλογισμούς για διάφορα ζητήματα οικονομικής, ηθικής, κατανομής υποχρεώσεων αγγαρείας κ.λπ., χαρακτηρίζονταν ως εχθροί της εξουσίας, ως ύποπτοι, ως επικίνδυνοι και εκτελούνται χωρίς δίκη. Δεν ήταν σπάνιες οι αβανιές, με κατασκευασμένες ανυπόστατες κατηγορίες. Σημασία έχει και ο τρόπος θανατώσεως και αυτή καθ’ εαυτήν η θανάτωση και δημιουργία θυμάτων.

Δεν υπάρχει λόγος, πέρα των θεωρητικών, άλλα σταθερών, αυτών θέσεων. Η αναφορά στην δημιουργία θυμάτων της τουρκικής θηριωδίας και της αντιστάσεως των ραγιάδων με όποιον τρόπο, μας οδηγεί στις προϋποθέσεις γενέσεως του φαινομένου των Νεομαρτύρων, δηλ. στα αίτια και στο αποτέλεσμα θανατώσεως ατόμων με την ιδιότητα Ελληνικής καταγωγής και χριστιανικής Πίστεως, κατόπιν προκλήσεως, δια λόγους επιβολής ποινής η εξοντώσεως αθώων, ύποπτων, αξιωματούχων κάθε μορφής.

Με νέο σταθμό στην έκθεσή μας αναφερόμεθα στα πάσης φύσεως θύματα της τουρκικής θηριωδίας με τ’ αντίστοιχα κατά περίπτωσιν χαρακτηριστικά, καταφεύγοντας στα όσα διέσωσε η παράδοση και κατέγραψε η Ιστορία.

Ένας Καλογεράκος συγκέντρωνε κάθε τόσο σ’ ένα χωριό τους χριστιανούς στον Ναό της Παναγίας. Αναφερόταν στην εορτή της ημέρας και των εξωκκλησιών του χωρίου, στα θαύματα του Χριστού, στους αρχαίους προγόνους, στους σοφούς, στους Μαραθωνομάχους. Κάποια ημέρα ο Καλογεράκος τύπου Κοσμά του Αιτωλού δεν έδωσε παρών στο μοναστήρι του, δεν ξανακτύπησε την καμπάνα το σούρουπο, δεν ακούστηκε πλέον η κατηχητική φωνή του. Στο χωριό δείχνουν μια χαράδρα με τ’ όνομα στου Καλογεράκου. Ο ταπεινός μοναχός είχε γίνει τοπωνύμιο. Το θύμα προέρχεται από τους κόλπους της Εκκλησίας.

Ο περίφημος Κλέφτης Κόλιας Βυτινιώτης [1] με ξακουσμένη δράσι, ο τιμωρός της αυθαιρεσίας, ο γενναίος, ο απτόητος, τολμηρός, αεικίνητος, σε μια συμπλοκή συνελήφθη αιχμάλωτος των Τούρκων. Μεταφερόμενος διασύρετε μέσα στους δρόμους της Τριπολιτσάς, για να καταπτοήσει τους φοβισμένους κατοίκους. Φυλακίστηκε, βασανίστηκε και κατέληξε στον δι’ αγχόνης θάνατο στην μέση στην Αγορά. Ο θάνατός του συγκίνησε βαθύτατα τον κόσμο. Το θύμα προήρχετο από τους κόλπους του Έθνους. Ο Λαός του αφιέρωσε ένα περιπαθές Κλέφτικο Δημοτικό Τραγούδι.

 

Κόλιας Βυτινιώτης

 

Ο θάνατος και στις δύο περιπτώσεις υπήρξε το αποτέλεσμα ορατής ή μη δια γυμνού οφθαλμού προκλήσεως. Είναι μαρτυρία. Είναι διαμαρτυρία. Διαμαρτυρία δια λογαριασμό των πολλών και της ιδέας.

Υψηλοτέρου τόνου πρόσκληση αποτελεί η προσωπική εθελουσία προσέκλυση μετανοημένων εξωμοτών, οι όποιοι μετανοημένοι δια του θανάτου ζητούν λύτρωση. Αυτός ο ιδανικός τύπος με έρωτα θανάτου έχει πολλούς εκπροσώπους. Ιδανικός και άκρως συγκινητικός, διότι συμβαίνει να είναι σχεδόν κατά κανόνα θάνατος νέων. Αυτόκλητοι, αυθόρμητοι, προκλητικοί, προσέρχονται, προκαλούσαν, αποφασισμένοι να δεχθούν οιουδήποτε τύπου θάνατον. Φανερά η πρόκληση, ως έκφραση αποφασιστικής διαμαρτυρίας. Οι νέοι αυτοί, είτε μαρτυρικώς, είτε ξίφει τελειούνται, αποθνήσκουν δια Χριστόν. Το ότι ένας εξωμότης μαρτυρεί έτσι ή αλλιώς, αυτή η θυσία διαφορετικά μετρά. Μέγιστο μάθημα προς τους διώκτες της πίστεως. Και ενίσχυση για τους περιλειπομένους.

Μνημονεύω παρενθετικά τους Αλείπτες. Ως πνευματικοί για τους έφιεμένους μαρτύριον, ως κατηχηταί συμβάλλουν σοβαρά στην δια μαρτυρίου εξιλέωση των εξωμοτών. Ο ρόλος των έχει σχολιαστή ως προς την προετοιμασία και προτροπή των υποψηφίων μαρτύρων, αντί αποτροπής. Επί του θέματος ταύτα μόνον ως απλή αναφορά.

Αποκαλυπτόμεθα ενώπιων της θυσίας των πάσης φύσεως Νεομαρτύρων. Θαυμάζομε καθ’ εαυτή την μαρτυρία, αλλά έτι μάλλον και εκ του αποτελέσματος. Σε γενική θεώρησι, έχομε ένα σαφές είδος αντιστάσεως.

Σταθμός επόμενος. Με μια ανακεφαλαίωση των ανωτέρω, νομίζω ότι υπάρχει πρώτον συναγόμενο. Ότι ηθελημένη η αθέλητη θανάτωση πιστών υποδούλων Ελλήνων είναι μαρτύριο. Καθ’ όσον αφορά στα Πελοποννησιακά πράγματα, υπό την ευρύτερα τοποθέτηση του θέματος, πριν εξειδικεύσω, χωρίς να βιάζομαι να διατυπώσω μεγάλο λόγο, θ’ αναφερθώ σ’ ορισμένα ιστορικά πρόσωπα.

Ορλωφικά. Ένοπλη εξέγερση Πελοποννησίων με ανεπαρκή Ρωσική βοήθεια. Άνοιξη 1770. Ασύντακτη επίθεση κατά της πρωτεύουσας του πασαλικίου Τριπολιτσάς απέτυχε. Ακολούθησε άγρια σφαγή τριών χιλιάδων Τριπολιτών αμάχων. Ο μητροπολίτης Άνθιμος ανασκολοπίζεται. Προς τι το φρικτό γι’ αύτόν μαρτύριο; Ποιον βασάνισαν κ’ επιδεικτικώς θανάτωσαν; Τον εκπρόσωπο του επαναστατημένου Έθνους του η την κατά χώρα κεφαλή της ’Ορθόδοξου Εκκλησίας;

Καμία έρευνα δεν απεκάλυψε, γιατί ο Λακεδαιμόνιας Διονύσιος, βαρυνόμενος γι’ ανάμειξη σ’ επαναστατικές ενέργειες κατά του κατακτητή στις αρχές του ΙΖ’ αιώνα, θανατώθηκε εν πλω κατά εντελώς ανεξήγητο τρόπο. Συνόδευε τον Πατριάρχη Τιμόθεο Β’ στην πατρίδα του Πάνορμο Κυζίκου. Έτος σωτήριο 1620. Επίσημο πατριαρχικό έγγραφο αναφέρει ότι ο Λακεδαιμόνιας Διονύσιος «συνεργία δαίμονος ετρώθη και επλήγη και ελθών εις το ιατρευθήναι ετελεύτησε». Το πατριαρχικό γράμμα είναι του Κυρίλλου Λουκάρεως. Αναγκάσθηκε λοιπόν ο διαπρεπής Πατριάρχης να κάλυψη την μυστηριώδη θανάτωση του μητροπολίτου; Για να μη μείνει ακατανόητο το περιστατικό, προσθέτω ότι το επεισόδιο εντάσσεται στην περίοδο συνεννοήσεων Πελοποννησίων με το δούκα του Νεβέρ. Είναι μάλιστα γνωστή η ενδιαφέρουσα Επιστολή του Διονυσίου «τω γαληνοτάτω δουκί Νοβερσίας Κάρλω Παλαιολόγω». Ως φαίνεται, η Τουρκική εξουσία πληροφορήθηκε τα γενόμενα και έσπευσε να δηλητηρίαση κατά τρόπον γκανγκστερικό τον μητροπολίτη. Αλλά οι συνεννοήσεις με Ισπανούς και τον δούκα του Νεβέρ είχαν αρχίσει νωρίτερα, επί του προκατόχου του Διονυσίου. Αυτός ήταν ο Χρύσανθος Λάσκαρις, που καθηρέθη και αναγκάστηκε να εκπατριστεί. Ρωτάται λοιπόν ήδη, τον Λακεδαιμόνιας Διονύσιο θανάτωσαν οι Τούρκοι υπό ποιαν ιδιότητα; Εκ πρώτης όψεως ήταν αρχιερέας επαναστάτης.

Θα συνεχίσω την αναφορά μου στον Λακωνικό χώρο. Το 1760 Δήμιοι της εξουσίας έσφαξαν προ του Επισκοπείου στον Μυστρά τον μητροπολίτη Ανανία. Αν στις προετοιμασίες της εξεγέρσεως Ορλώφ στα 1770 ο Ανανίας μετείχε ή όχι και αν τον βάρυναν υποψίες, δεν εξετάζω αυτήν την στιγμή. Αλλ’ ερωτώ πάλι- γιατί ο Μητροπολίτης Λακεδαιμόνιας Άνανίας έσφαγιάσθη; Ως γνωστόν, ήταν Μοραγιάνης και Μητροπολίτης, είχε δύο ιδιότητες, μ’ άλλα λόγια εκπροσωπούσε το υπόδουλο Έθνος του και την Εκκλησία, την στρατευμένη Εκκλησία.

Μία ακόμη ενδεικτική Λακωνική περίπτωση. Μητροπολίτης Λακεδαιμόνιας Νεόφυτος από έλλειψη πηγών δεν έχει παρουσία στην επαρχία του. Απροσδόκητη είδηση έρχεται από ένα χρονολογημένο σημείωμα 27 Φεβρουάριου 1777, ότι «εφονεύθη υπό των Αλβανιτών». ‘Υπάρχει στην Πελοπόννησο γνωστή η δεκαετής Αλβανοκρατία μετά το 1770. Τις οίδε. για ποιόν λόγο εξετελέσθη ο αρχιερέας και υπεύθυνος των υπηκόων του.

Τέλος η περίπτωσης Γρηγορίου Ε\ Περίπτωσης κλασσική και εξόχως διδακτική. Εξετέλεσαν οι Τούρκοι ένα αθώον; Έναν ένοχο ανταρσίας ; Τι τέλος πάντων ήταν ο Γρηγόριος; Ένας απλός ραγιάς απείθαρχος, ενοχλητικός στην εξουσία, ταραχοποιός; Πατριάρχης ήταν ο Γρηγόριος, με κανονική εκλογή και μ’ έγκριση της εκλογής από το Διβάνι, με τιμές και τελετές εγκατεστημένος για τρίτη φορά στον Οικουμενικό Θρόνο. Αρχηγός λοιπόν ήταν της Ορθοδοξίας. Αλλ’ ήταν σύμφωνα προς το Προνόμιον Μωάμεθ του Πορθητού και υπεύθυνος μόνιμης υποταγής των υπηκόων και πνευματικών του τέκνων. Ήταν Εθνάρχης.

 

Απαγχονισμός Πατριάρχη Γρηγορίου Ε’. Έργο του Hugues Fourau, 1826, Λάδι σε μουσαμά.

 

Από την ιστορική στιγμή, που Γεννάδιος ο Σχολάριος ανέλαβε την Πατριαρχία και κατεστάθη αρχηγός του δουλωμένου Έθνους του, του όποιου η Εκκλησία ανέλαβε την προστασία, ήταν ’Εθνάρχης – Πατριάρχης. ‘Ονομάζω ιστορική εκείνη την στιγμή κατά την δύσκολη καμπή της Εθνικής ζωής, γιατί ακριβώς τότε συνέπιπταν οι δύο έννοιες. Πατριάρχης. Εθνάρχης. Εκκλησία και Έθνος. Υπό τις ταυτόσημες έννοιες των δύο ιδιοτήτων του Γρηγορίου Ε’ Πατριάρχου – Εθνάρχου, ως Τούρκος υπήκοος πλέον και αλλοεθνής και αλλόθρησκος – αυτή ήταν η μεγάλη αντίθεση – χαρακτηρίστηκε ως ένοχος προδοσίας και συνωμοσίας από το Δοβλέτι και δικαίως. Γιατί τον βάρυναν οι εύθηνες της διπλής ιδιότητας και η στάση του θεωρηθεί ως εμπαιγμός προς την Τουρκική εξουσία. Μαζί με τον Γρηγόριο θανατώθηκε ολόκληρη σχεδόν η Πατριαρχική Σύνοδος, για τον ίδιο λόγο και για την ίδια ευθύνη.

Ο Γρηγόριος οδηγήθηκε στην αγχόνη γιατί τον βάρυναν οι δύο ταυτόσημες ιδιότητες. Και γιατί δύο ταυτόσημες; Ήταν ιδιότητα μία.

Και πάλι σταθμός. Η Εκκλησία ανακήρυξε άγιους μερικούς Νεομάρτυρες. με όποιον τρόπο και αν έγινε τούτο και φυσικά όχι από την δεσμία Πατριαρχική Εξουσία. Δικαίως ανακηρύχθηκαν αμέσως μάλιστα από τον θρησκεύοντα λαό άγιοι οι Νεομάρτυρες εκείνοι που προσήλθαν αυθορμήτως στους διώκτες και επιζήτησαν τον θάνατο. Για την Εκκλησία απέθαναν, δια Χριστόν. Για την Ιστορία όλων των περιπτώσεων οι Νεομάρτυρες απέθαναν υπέρ Πίστεως και Πατρίδος. Γιατί οι δύο έννοιες συμπίπτουν, είναι έννοια μία. Επάνω σ’ αυτή τη βάση ταυτίζω Νεομάρτυρες και Εθνομάρτυρες. Γι’ αυτούς όλους θεωρώ αδιάφορο αν αγιοποιηθούν η όχι. Ίσως τους αρκεί η απονομή μόνου του τίτλου του Μάρτυρος. χωρίς αγιοποίηση. Το βάρος πέφτει με τον θάνατό τους στην τεράστιας σημασίας ωφέλεια του πληρώματος, που συνοψίζει υπό έννοια μία Έθνος – Εκκλησία.

 

Νεομάρτυρες Πελοποννήσου

Αρκαδία

 

Στάθμευσις τελική ήδη γίνεται, για να γίνει σύντομη αναφορά στους Νεομάρτυρες Πελοποννήσου. Εν πρώτοις Αρκαδία. Με την Τριπολιτσά συνδέονται τέσσερις Νεομάρτυρες. Ο πρώτος και αρχαιότερος ήτο ο ιερομόναχος Λάζαρος, Τριπολιτσιώτης και μόναζε σε κάποιο Μαντινειακό μοναστήρι. Θύμα συκοφαντίας ο πτωχός παπα-Λάζαρος έπιέζετο ν’ αλλαξοπιστήσει, αρνούμενος όμως υπέστη μαρτύρια και τελικώς εδέχθη φρικτό θάνατο επί της πυράς την 23 Φεβρουάριου πιθανότατα του έτους 1612. Ο Νεομάρτυς Λάζαρος ήταν εντελώς άγνωστος στο τοπικό εορτολόγιο. Σ’  Αγιορείτικο Κώδικα όμως (μονής Βατοπεδίου, 797, ΙΖ’ αιώνα) έχει καταχωρηθεί Ακολουθία του δια χειρός Συμεών η Συνεσίου Ελληνικού και λεπτομερές Συναξάρι.

Ο συντάκτης της Ακολουθίας εξυμνεί τον Νεομάρτυρα και παρεμβάλλει συχνά λόγους της στάσεως του Λαζάρου έναντι των βασανιστών του. Ιδέ την μελέτη Σωτήριου I. Μπαλατσούκα. Μαρτύριον και Ακολουθία Νεοΐερομάρτυρος Λαζάρου εκ· Τριπόλεως, Θεσσαλονίκη 1998. σσ. 21 (Γρηγόριος Παλαμάς. τχ. 772/1998). Πρβλ. και Αλεξάνδρου, μητροπολίτου Μαντινείας, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας, τ. Α\ Αθήναι 2000, σσ. 134-135.

Κατ’ όνομα μόνον γνωστός είναι καταγόμενος από Τριπολιτσά Νεομάρτυρας Πέτρος, ο όποιος συνελήφθη σε νεανική ηλικία στο Οντεμίσι (Τεμΐσι της Μ. Ασίας) από τους Τούρκους γι’ αγνώστους λόγους και πιεζόμενος ν’ αλλαξοπιστήσει και ευθαρσώς αρνούμενος καταδικάστε στον δι’ αγχόνης θάνατο. Το επεισόδιο χρονολογείται στα 1776. Η μνήμη του Νεομάρτυρα Πέτρου άγεται την 1 Ιανουαρίου. Για τον Πέτρο βλ. Ι. Μ. Περαντώνη, Λεξικόν των Νεομαρτύρων, τ. Β\ Άθήναι 1972.

Στην λέξι Πελοποννήσιος την καταγωγή μαρτύρησε στην Τριπολιτσά Νεομάρτυς Μήτρος το 1794. Ο βιογράφος του αναφέρει ότι σε νεανική ηλικία ο Μήτρος εξισλαμίσθη και διέμενε πλησίον Τούρκου πλουσίου. Μεταμεληθείς ομολόγησε ενώπιον του πασά την πλάνη του και δεν ενέδωσε στις προτάσεις δελεασμού του. Διο αποκεφαλίσθηκε 24 Μαΐου 1794. Το σχετικό Συναξάρι βλ. στο Νέον Λειμωνάριον, εν Αθήναις 1973, σσ. 199-201. Πρβλ. και στον Συναξαριστή των αγίων Μακαρίου Κορίνθου, Νικοδήμου Αγιορείτου. Νικηφόρου Χίου και διδασκάλου Αθανασίου Παρίου, εκδ. γ\ «Ορθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 560-562.

’Ιδιαιτέρως τιμάται στην Τρίπολι ο Νεομάρτυς Δημήτριος ο όποιος κατήγετο από την Λιγούδιστα Τριφυλίας (σημερινή Χώρα) και εργαζόταν σε διάφορα σπίτια στην Τριπολιτσά ως υπηρέτης Τούρκων, καθώς και ο πρεσβύτερος αδελφός του. Αμφότεροι τούρκεψαν και ο Δημήτριος έλαβε τ’ όνομα Μεχμέτ. Ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός δεν παρακολουθείται. ο Μεχμέτ εργάζετο ως κουρέας μέχρι τίνος και κατόρθωσε ν’ απομακρυνθεί και περιπλανώμενος ανά τας πόλεις της Μ. Ασίας να καταλήξει στην Χίο. Εκεί εγνωρίσθη και εβοηθήθη από τον πρώην Κορίνθου, γνωστόν αλείπτην για τις περιπτώσεις μεταμελουμένων εξωμοτών. Αποφασισμένος να δώσει το αίμα του για να εξιλεωθεί, επέστρεψε στην Τριπολιτσά και μετά από δραματικές ημέρες και νύκτες, προκαλώντας τους Τούρκους του παλαιού του περιβάλλοντος, εδέχθη τον δι’ αποκεφαλισμού θάνατο την Τρίτη της εβδομάδας του Θωμά 14 Απριλίου 1803. Το γεγονός συγκίνησε το ευσεβές πλήρωμα και δια κοινής αναγνωρίσεως έγινε η ανακήρυξης αυτού εις άγιον.

 

Άγιος Δημήτριος ο Νεομάρτυρας.

 

Ακολουθία στον Νεομάρτυρα Δημήτριο συνέταξε ο διάκονος τότε του Αμυκλών Νικηφόρου Ιωσήφ, υστέρα διαπρεπής Επίσκοπος Ανδρύσσης. Υπάρχουν στα τροπάρια τολμηρές εκφράσεις, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην αγχόνη τον νεαρό ιεροδιάκονο. π.χ. το θράσος της Άγαρ κατέβαλες, κλονουμένους καλώς υπεστήριξες. Αναφέρεται ακόμη πικρός ζυγός και άλλα παρόμοια. Οι ευσεβείς κάτοικοι της πόλεως ανήγειραν πολύ νωρίς ναό στην μνήμη και τιμή του Νεομάρτυρα ο όποιος έκτοτε τιμάται όλως ιδιαιτέρως στην Τρίπολι.

Υπάρχει ενδιαφέρουσα βιβλιογραφία για τον Δημήτριο. Βλ. Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ. Α\ Άθήναι 1976 σσ. 423- 424 και Αλεξάνδρου μητρ. Μαντινείας, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μάντινείας και Κυνουρίας, τ. Α\ Άθήναι 2000, σσ. 127-132.

Το έτερον σκέλος του διπτύχου των Νεομαρτύρων Τριπολιτσάς κρατεί Νεομάρτυς Παύλος, καταγόμενος από το Σοποτό Καλαβρύτων, άλλα κατ’ απομίμηση του Δημητρίου. Χρόνια 15 αργότερα από το μαρτύριο εκείνου επέλεξε την πρωτεύουσα του πασαλικίου για ν’ αποπλύνη δια του τιμίου αίματός του τον ρύπον της προδοσίας του και να καταστήσει συνείδηση εις μεν τους κατακτητάς ότι με αίμα θα εξαγορασθεί η απομάκρυνσής των από την πατρίδα, εις δε τους υποδούλους Έλληνες ότι με το μήνυμα προς τους Οθωμανούς οφείλουν να συνειδητοποιήσουν το ιδικό τους χρέος.

 

Ο Άγιος Νεομάρτυρας Παύλος.

 

Ο Παναγιώτης κατά κόσμο από το Σοποτό σανδαλοποιός είχε εργαστήρι δικό του στην Πάτρα, άλλα διαφώνησε και διαπληκτισθεί με τον εκμισθωτή του και διαμαρτυρόμενος αλλαξοπίστησε παρά να αυξήσει το μίσθωμα του εργαστηρίου, που διατηρούσε επί δεκαπενταετία περίπου. Θυμώδης ο Παναγιώτης φόρεσε τούρκικα και περιερχόμενος τα χωριά διεκήρυσσε ότι ήταν Τούρκος. Ήταν φυσικό, ο Παναγιώτης να μετανοήσει για όσα έκανε. Συνήλθε με την σκέψη να μεταβεί στον Άγιο Όρος, όπου και μετέβη, περιήλθε πολλές μονές και στην Μ. Λαύρα φόρεσε το μοναχικό ένδυμα με τ’ όνομα του αποστόλου των εθνών Παύλου. Υπό την καθοδήγηση των πνευματικών του αγιωνύμου Όρους διήλθε από το στάδιο των δοκιμασιών, προετοιμαζόμενος στην δια μαρτυρίου λύτρωση.

Οι νεομάρτυρες Δημήτριος και Παύλος Πολιούχοι της Τρίπολης

Από τα πολλά περιστατικά που αναφέρουν οι βιογράφοι για την οδοιπορία που ο Παύλος ανέλαβε ανά την Πελοπόννησο, αξιοσημείωτο είναι ότι τον προαλειφόμενο νέο μάρτυρα είλκυε το προηγούμενο του Δημητρίου, γι’ αυτό και κατέληξε στην Τριπολιτσά. Δημιούργησε προκλητικά για την εξουσία επεισόδια, συνελήφθη, εισήχθη εις δίκην και καταδικάστηκε εις θάνατον. Η ποινή του εξετελέσθη την 6ην μ.μ. ώραν της 22ας Μαΐου 1818 δια μαχαίρας εμπρός στην Πύλη του Σεραγίου. Ευσεβείς χριστιανοί περισυνέλεξαν τα τίμια λείψανα του Νεομάρτυρος και έχουν σήμερα αποθησαυριστή.

Ακολουθία του Νεομάρτυρος Παύλου συνέταξε ο μοναχός Χριστόφορος από την Λήμνο. Για τις εκδόσεις αυτής και σχετικά με το μαρτύριο βλ. εις Τ. Αθ. Γριτσοπούλου. Ιστορία της Τριπολιτσάς, τ. Α\ Αθήναι 1976. σσ. 423-424. Πρβλ. Αλεξάνδρου, μητρ. Μαντινείας, Ιστορία της Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας. τ. Α’, Άθήναι 2000. σσ.132-134.

Από τον πολύαθλο βίο των Φιλοσοφιτών αρχιερέων, πατριαρχών, μοναχών και διδασκάλων ανασύρονται και Όσιοι και για οσιότητα βίου ανακηρυγμένοι άγιοι. Ο παλαιότερος αξιομνημόνευτος είναι ο από Φιλιππουπόλεως Οικ. Πατριάρχης Διονύσιος Α’, αλλά και ο Χριστιανουπόλεως Αθανάσιος. Ο τελευταίος τιμάται σ’ ολόκληρη την Γορτυνία. Το σκήνωμά του φυλάσσεται στην Γορτυνιακή μονή Προδρόμου. Ο πρώτος συνδέεται με την μονή Εικοσιφοινίσσης Δράμας, άλλα μετεφέρθη και στην πατρίδα του Δημητσάνα μέρος αγίου λειψάνου και εορτάζεται κατ’ έτος.

Για τους δύο όσιους τούτους βλ. Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Μελέτη περί του βίου και ’Ακολουθία του από Φιλιππουπόλεως Οΐκουμ. Πατριάρχου Διονυσίου Α’ του εκ Δημητσάνης…, Αθήναι 1955, σσ. 53. Του αυτού. Μονή Φιλοσόφου, εν Αθήναις 1960.σσ. 410-417, Σοφοκ. Δημητρακοπούλου, Ο άγιος ’Αθανάσιος Χριστιανουπόλεως, ιστορική βιογραφία. Αθήνα 2000. σσ. 173.

Κατά τα προεπαναστατικά χρόνια καταγράφεται στον πίνακα των εκκλησιαστικών προσώπων Δημητσάνας ένας Νεομάρτυς με τ’ όνομα Ελευθέριος κατά κόσμον και μοναχικόν Ευθύμιος. Έζησε κατά τα νεανικά του χρόνια ο Ελευθέριος μακράν των γονέων του και χωρίς χαλινόν στα ανθρώπινα πάθη, μέχρις ότου εξισλαμίστει. Τον βίο ανάλωσε μεταξύ περιοχής Ηγεμονιών και Κωνσταντινουπόλεως. Κάποτε συνήλθε και όπως πράττουν οι περισσότεροι των ιδίων περιπτώσεων κατέφυγε στο Άγιο Όρος, στην μονή Ιβήρων και στα περί αύτήν. Με την βοήθεια συμπατριώτη του και συγγενούς του μοναχού Ονούφριου Κουντούρη. πεπαιδευμένου και λογίου μοναχού, πέρασε από στάδιο ασκήσεως με εμπείρους πνευματικούς, μέχρις ότου ωρίμασε η αρχική του πρόθεση να μαρτυρήσει και κατέληξε σε οριστική απόφαση.

Ευθύμιος πλέον ο Δημητσανίτης μοναχός μετέβη στην Κωνσταντινούπολη πλησίον των μουσουλμανικών κύκλων και με προκλήσεις ομολογούσε τον ένα και αληθινό Θεό, μέχρις ότου ο αρχικώς τρελός θεωρούμενος μοναχός φυλακίστηκε,  δοκιμάστηκε και τελικώς με τον σταυρό στο χέρι ομολογητής της πίστεως παρεδόθη στον δήμιο και μετά από αλλεπάλληλα κτυπήματα αγρίως σφαγιάστηκε στον Γαλατά, το 1814, σε ηλικία 20 μόλις ετών. Του Ευθυμίου το λείψανο μετακομίστηκε στο Άγιο Όρος από τον Αγιορείτη συνοδό του και ως Νεομάρτυς τιμάται έκτοτε, άγεται δε η μνήμη του την 1 Μαΐου.

Ο ταπεινός Ονούφριος συνέταξε Συναξάρι μακρόν και Ακολουθία Αναλυτικά και συναρπαστικά είναι τα βιογραφικά του. Η Ακολουθία σε πρώτη έκδοση το 1865 περιέλαβε τους τρεις Ιβηρίτες Νεομάρτυρες, Ευθύμιο, Ιγνάτιο, Ακάκιο. Δευτέρα έκδοση έγινε στην Πάτρα το 1882 με τον Βίο του Ευθυμίου από τον έκδοτη Β. Σεκόπουλο του «Κάδμου». Ειδική μελέτη δημοσιεύεται από Ιωάννας Γιανναροπούλου. Δημητσανίτης Νεομάρτυς Ευθύμιος, «Μάραβα», Ετ. ΣΤ’ (2003) σσ. 121-130.

 

Λακωνία

 

Μας καλεί η Λακωνία. «Χαίρει έχουσα η Λακεδαίμων θείαν λάρνακα των σων λειψάνων, άναβρύουσαν πηγάς των ιάσεων», ψάλλει η επαρχία και ο νομός και η Πελοπόννησος ολόκληρη για τον πασίγνωστο όσιο και αναμορφωτή του μοναχικού βίου Νίκωνα τον «Μετανοείτε», ο όποιος λαμπρύνει από τον 10ον  αιώνα το εκκλησιαστικό στερέωμα και την Ορθοδοξία και το Ελληνικό Έθνος. Έκτοτε, στην τοπική Αγιολογία θέσι εξέχουσα καταλαμβάνει ένας Νεομάρτυς, που ανήκει στον 18ον αιώνα και φέρει τ’ όνομα Ιωάννης ο Γουβιώτης.

 

Ο Άγιος Νίκωνας, τοιχογραφία, Ιερά Μονή Οσίου Λουκά Βοιωτίας.

 

Για τον Νίκωνα και την περί αυτού πλούσια βιβλιογραφία βλ. το μελέτημα Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Εισαγωγή εις τας περί τον όσιον Νίκωνα σπουδάς, «Μνήμη του όσιου Νικώνος του «Μετανοείτε», Παράρτημα τόμου ΚΔ’ (1999) των «Πελοποννησιακών». σσ. 5-26. Στο τεύχος ευρίσκει ο ενδιαφερόμενος ειδικά μελετήματα περί Νίκωνος και (σσ. 91-92) την σχετική περί αυτού βιβλιογραφία.

Γουβιώτης ο Νεομάρτυς Ιωάννης ονομάζεται από την μητρική του καταγωγή, τις Γούβες του τ. Δήμου Έλους, άλλα και Μονεμβασίτης απεκλήθη ευκρινέστερα και ίσως γιατί στην Μητρόπολι αυτή υπάγετε ο μητρικός οικισμός. Στην πραγματικότητα ο Ιωάννης ήταν Γερακίτης, άλλως τε και ο ιερέας πατέρας του ήταν Γερακίτης.

 

Ο Νεομάρτυρας Άγιος Ιωάννης ο εκ Μονεμβασίας.

 

Το μαρτύριο του Ιωάννου τοποθετείται χρονολογικώς στην περίοδο της κατά την Πελοπόννησον Αλβανοκρατίας (μεταξύ 1770-1780). Από τον Συναξαριστή πληροφορούμεθα ότι Αλβανοί εισελάσαν στο Γεράκι και ο 15 δετής υιός του ιερέως Ιωάννης μετεφέρθη αιχμάλωτος στην Λάρισα μαζί με την μητέρα του. Επωλήθησαν και Τούρκος άτεκνος ο αγοραστής έδειξε γι’ αυτούς ενδιαφέρον, με περιποιήσεις και υποσχέσεις να υιοθέτηση τον νέον άλλ’ απαιτούσε να ασπαστεί την θρησκεία του Μωάμεθ. Ευφυής και φρόνιμος ο Ιωάννης επί τριετία υπέμενε τις πιέσεις, μέχρι που ο Τούρκος μετέβαλε στάση και τον ξυλοκοπούσε συνεχώς, τον άφηνε νηστικό και τον βασάνιζε. Μάλιστα μία ημέρα τον μετέφερε στο τζαμί και οι παρευρισκόμενοι τον λάκτιζαν και τον απειλούσαν με πιστόλες στο στήθος. Στην επιμονή του Τούρκου προστάτου του ο Ιωάννης αντέτασσε άρνηση μέχρις ότου εκείνος έχασε την υπομονή του, τον βασάνιζε καθημερινώς σ’ έναν τόπον μαρτυρίου υπόγειο. Η επίμονη άρνηση του Ιωάννου να τουρκέψει ερέθιζε τον Τούρκο και κάποια ημέρα σήκωσε την μάχαιρα, τον έπληξε στην καρδιά και του στέρησε την ζωή. Ήταν 21 Οκτώβριου 1773, κατά το Συναξάρι, ίσως όμως τούτο έγινε και ένα έως δύο έτη νωρίτερα. Το λείψανο του υιού της η δυστυχισμένη μητέρα το μετέφερε στην πατρίδα της. Ο βιογράφος του Νεομάρτυρος πρέπει να εστηρίχθη στις αφηγήσεις της μητέρας του.

 

Ο Νεομάρτυρας Ιωάννης (Γουβιώτης) ο εκ Μονεμβασίας. Φορητή εικόνα, έργο του Λαρισαίου αγιογράφου Ευάγγελου Καραβασίλη.

 

Τα συμβάντα έγιναν γνωστά στον οικείο Μητροπολίτη Μονεμβασίας Χρύσανθο, ο όποιος ανέθεσε στον διάκο του Πανάρετον Αγγελόπουλο και συνέταξε την Ακολουθία του Νεομάρτυρος, που συνετέλεσε στην καταξίωσή του, άλλ’ η έκδοση έγινε κατά την Επανάσταση. Σχετικώς βλ. Τ. Αθ. Γριτσοπούλου. Ιστορία του Γερακίου, Αθήναι 1982, σσ. 332-344.

 

Μεσσηνία

 

Έπεται περιοχή νοτιότερα της Πελοποννήσου, η Μεσσηνία. Εκκλησιαστικώς συνδέεται η χώρα εκ παλαιού μεν με τον όσιο Νίκωνα τον «Μετανοείτε», κατά τον 17ον αιώνα από τους Χριστιανούς με τον μητροπολίτη Αθανάσιο Χριστιανουπόλεως. Κατά τους χρόνους της δουλείας εγγράφεται Καλαμών θείος γόνος και εγκαλλώπισμα (Απολυτίκιο) Ηλίας ο επωνυμούμενος Αρδούνης, με τουρκικό όνομα Μουσταφάς μετά την μετάστασή του στην θρησκεία του Ισλάμ. Αναφέρεται ότι ήταν μπαρμπέρης στην Καλαμάτα, χριστιανών και Τούρκων, προσφιλές πρόσωπον προς αμφότερα τα μέρη.

Λίαν αγαπητός ο Ηλίας στους προεστούς και τον λαό της Καλαμάτας προκάλεσε κατάπληξι με την μετάστασή του και μάλιστα η ασήμαντη αφορμή που αναφέρεται για την αλλαξοπιστία. Πόσον καιρό παρέμεινε στην Καλαμάτα ο Μουσταφάς Αρδούνης δεν αναφέρεται, ούτε με τι ασχολείτο, φαίνεται όμως ότι εκείνος ελθών εις εαυτόν ζούσε το προσωπικό του δράμα. Απόδειξη, ότι αιφνιδίως μία ήμερα εξαφανίσθη. Το γεγονός ανησύχησε και τους Τούρκους και ανεζήτησαν ματαίως τα ίχνη του γύρω στην Καλαμάτα.

 

Ο Νεομάρτυρας Άγιος Ηλίας ο Αρδούνης.

 

Μεταμεληθείς ο Ηλίας έλαβε την άγουσα δι’ Άγιο ’Ορος, όπου ευρήκε κατανόηση κοντά στους Αγιορείτες, βοήθεια και φόρεσε τα καλογερικά. Μετά οκταετή παραμονή, προσευχή, άσκηση και προετοιμασία επέστρεψε στον τόπο της προδοσίας, για να βρει λύτρωση με μαρτύριο. Γνωστός, αγαπητός πάλι έγινε δεκτός από τους εντοπίους και ως ομολογητής της πίστεως των πατέρων του προκάλεσε των αλλοφύλων και αλλοθρήσκων κατακτητών την αντίδραση. Συνελήφθη, κακοποιηθεί, φυλακίστηκε και καταδικάστηκε  εις θάνατον. Μετεφέρθη στην θέσι Βέλιουρα Καλαμάτας κ’ ερρίφθη στο πυρ. Μοναχός φλεγόμενος διεκήρυσσε τον Χριστό. Παρέδωσε το πνεύμα την 31 Ιανουάριου 1686. Σ’ αυτήν την θέση εκτίσθη ναός εις μνήμην των Αγίων Τεσσαράκοντα, όπου τιμάται αγιοποιημένος και ο μοναχός Νεομάρτυς Ηλίας, ο Αρδούνης, την 31 Ιανουαρίου.

Το Συναξάρι του Νεομάρτυρος οι Συναξαρισταί παρέλαβαν από το Νέον Μαρτυρολόγιον (Αθήναι 1856), σσ. 103-104, όπως διεσώθη από σύγχρονο εκείνου συγγενή του. Θησαύρισμα της μονής Βουλκάνου Μεσσηνίας αποτέλεσε η κάρα του Νεομάρτυρος. Ακολουθία συνέταξε ο γνωστός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Σχετικώς βλ. Ακολουθία του άγιου ένδοξου οσιομάρτυρα Ηλία του Αρδούνη εκδιδομένη υπό του Μητροπολίτου Μεσσηνίας Χρυσοστόμου, εν Αθήναις 1956. Ιδέ και Γ. Δ. Κούβελα, Ο οσιομάρτυς Ηλίας ο Αρδούνης, Αθήναι 1999, σσ. 60.

Σεμνυνομένη η Κόρινθος δια την Ίδρυση της Εκκλησίας αυτής από τον απόστολο των Εθνών. Πλούσιο εορτολόγιο εδημιουργήθη από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια στην Κορινθία, τόσον από τον κύκλο του Παύλου, όσον και από τους μάρτυρες των χριστιανικών Α’ – Δ’ αιώνων. Μεταξύ αυτών πρώτη θέση κατέλαβε ο άγιος Λεωνίδας μετά της ακολουθίας του, πολύ γνωστός μάλιστα λόγω της μεγάλης παλαιοχριστιανικής προς τιμήν του βασιλικής του Λεχαίου.

 

Ο Άγιος Λεωνίδης ο Τροιζήνιος.

 

Αργολίδα

 

Έχει Νεομάρτυρας και η Αργολίδα. Εν πρώτοις στο Ναύπλιο τιμάται την 1η Φεβρουάριου η μνήμη Αναστασίου του Ναυπλιέως, ο όποιος αναφέρεται ότι ήταν ζωγράφος, ασκούσε επάγγελμα στην περιοχή και κήρυττε τον λόγο του Θεού. Εν τούτοις παρεσύρθη, εξισλαμίσθη, μαρτύρησε το 1655, βασανιζόμενος οικτρώς. Νέον Μαρτυρολόγιον Νικοδήμου Αγιορείτου, εκδ. γ\ Αθήναι 1961,σσ. 74-75.

 

Αναστάσιος Νεομάρτυς, ο Ναυπλιεύς.

 

Άλλα και το Άργος που καυχάται για τον επίσκοπο Άργους Πέτρο, πολιούχο έκτοτε Άργους και προστάτη, έχει να επιδείξει ίδιον βλάστημα στον χορό των Νεομαρτύρων. Την 3 Δεκεμβρίου εορταζόμενος στο Άργος Νεομάρτυς Αγγελής μαρτύρησε στην Χίο το 1803, δεν αναφέρεται δε καθόλου παραμονή του στην γενέτειρά του πόλη στο Συναξάρι του. Στην Χίο λίαν αγαπητός έφθασε ο Αγγελής και μαρτύρησε, ενώ ο βιογράφος του τον παρουσιάζει αρχικώς στο Κουσάντασι (Αλικαρνασσό) και αφηγείται παράδοξη περίπτωση συμφωνημένης μονομαχίας του με άπιστο Φραντσέσκο. Από την άσκηση εμπειρικής Ιατρικής ήταν πασίγνωστος και σεβαστός με την αγαθότητα και ευσέβεια του. Κάποια στιγμή ο Αγγελής μετεπήδησε στην θρησκεία των Αγαρηνών και τούτο μετέβαλε άρδην την ζωή του, του δημιούργησε πλέγμα με τόνους δραματικούς, μέχρις ότου τον οδήγησε στο μαρτύριο. Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του βιογράφου του, ο όποιος τον μεταφέρει κατ’ επανάληψιν προ του τάφου του πρώην Κορίνθου Μακαρίου. Έτυπτε την κεφαλή, έκλαιε πικρά και είχε συλλάβει σχέδιο μαρτυρίου, για να λυτρωθεί τόσον από την προδοσία της πίστεως, όσο και από το καθημερινό μαρτύριο της δοκιμασίας του προσωπικού του δράματος.

Η σκηνή της αποτομής της τιμίας κεφαλής του Αγγελή περιγράφεται με ζωηρά χρώματα. Τελικώς ο νεκρός ερρίφθη στην θάλασσα. Ο Αγγελής δια της συγκινήσεως των πιστών ανεκηρύχθη άγιος. Ακολουθία του συνέθεσε ο γνωστός ιερομόναχος Νικηφόρος ο Χίος. Σχετικώς βλ. Νέον Λειμωνάριον, εν Αθήναις 1873. σσ. 437-457.

Άγιος Αγγελής ο Νεομάρτυρας, ο Αργείος

Στο Νέον Λειμωνάριον, σσ. 491-492, δημοσιεύεται «Μαρτύριον των άγιων ένδοξων Τριών Ανωνύμων Νεομαρτύρων των υπέρ Χριστού μαρτυρησάντων κατά την Αιτωλίαν εν τη πολιτεία τη κοινώς λεγομένη Βραχώρι». Ο βιογράφος δηλώνει ευθύς αμέσως στην αφήγησή του ότι οι τρεις ανώνυμοι Νεομάρτυρες ήσαν «γέννημα της Πελοποννήσου, διέτριβον δε χάριν πραγματείας εις τα μέρη των Ιωαννίνων», έμαθαν Αλβανικά και το έτος 1786 αποφάσισαν να επιστρέψουν στην πατρίδα των. Έφθασαν στο Βραχώρι και για ν’ αποφύγουν στην άκρη της πόλεως τα εισπραττόμενα χαράτσια, υποκρίθηκαν πως ήσαν Τούρκοι, αναγνωρίσθηκαν όμως εντός της πόλεως, σύρθηκαν στους δρόμους, εδέροντο οδηγούμενοι στον κριτή και φυλακίστηκαν και επί πολλές ημέρες νηστικοί και βασανιζόμενοι τελικώς εδέχθησαν τον θάνατον , με τον στέφανων του μαρτυρίου.

Το χρονικό της θανατώσεως των Τριών ανωνύμων Πελοποννησίων στο Βραχώρι εξέδωσε με σχόλια από τον ύπ’ αριθ. 70 χειρόγραφο κώδικα της συλλογής της Βιβλιοθήκης της Βουλής ο Μητροπολίτης Κορίνθου Παντελεήμων Καρανικόλας, «Τρεις ανώνυμοι μάρτυρες Πελοποννήσιοι κατά το έτος 1786», Πρακτικά του Α’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ’, εν Αθήναις 1976-78, σσ. 157-163.

Ένας ακόμη Πελοποννήσιος Νεομάρτυς, Παναγιώτης το όνομα ευρέθη από παιδική ηλικία στην Μαγνησία Μ. Ασίας δούλος σημαίνοντος Τούρκου, τον όποιον ακολούθησε στην Δαμασκό. Κακός σύνδουλος τον κατηγόρησε για σοβαρό παράπτωμα, κατεδικάσθη και επιέζετο ν’ αλλαξοπιστήσει, αρνούμενος όμως, αν και εβασανίζετο και διεκήρυσσε την πίστη του στον Χριστό, αγρίως εσφάγη, σε ηλικία μόλις 25 ετών, την 5 Απριλίου 1820 στα Ιεροσόλυμα. Το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων εξαγόρασε το λείψανο του Παναγιώτη και του απένειμε τιμές άγιου. Ο Νεομάρτυρας Παναγιώτης δεν ήταν εξωμότης, ήταν ομολογητής και υπερασπιστής της Πίστεως. Συναξάρι υπό ανωνύμου για τον Πελοποννήσιον Νεομάρτυρα Παναγιώτη από γραπτή παράδοση μοναχού Αγιοταφίτου δημοσιεύεται στον τ. 29 (1988), σσ. 41-43 του περιοδικού ’Ορθόδοξος Φιλόθεος Μαρτυρία.

Ουδέν περί Νικολάου από Ψάρι Κορινθίας και περί Ρωμανού από Διμινίτζα Λακεδαίμονος, αμφοτέρων με μαρτύριο στην Κωνσταντινούπολη, το 1554 του πρώτου, το 1695 του δευτέρου.

 

Υποσημείωση


 

[1] Κόλιας Βυτινιώτης, (τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.). Αρματολός και κλέφτης από τη Βυτίνα. Σε δημοτικά άσματα αναφέρεται ως εκπρόσωπος της παλικαριάς και σύγχρονος του Μαντά από το Αρκουδόρεμα, του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, του Μπότσικα Κολοκοτρώνη και άλλων αρματολών της Πελοποννήσου. Όταν η Πύλη αποφάσισε να εξοντώσει τους αρματολούς και κλέφτες, έπεσαν από τους πρώτους ο Πετιμεζάς, ο Γιαννιάς και ο Μαντάς. Κατά μία εκδοχή, ο Β. πιάστηκε στο χωριό Βρωμοσέλλα, όπου ένας δωροδοκημένος βοσκός, ο Γεωργάκης Στασινός, τον χτύπησε στον αυχένα και τον ζάλισε. Τον έδεσαν τότε και τον πήγαν στην Τρίπολη, όπου αφού τον βασάνισαν, τον δολοφόνησαν. Ο δεσπότης Αμυκλών έθαψε το ακέφαλο πτώμα του στο ξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου. Ο προδότης, κατά την ίδια εκδοχή, εξισλαμίστηκε και ονομάστηκε Μουσταφά Τσολάκης.

 

Τάσος Γριτσόπουλος (1911-2008)

Δρος Φιλ.

Πρόεδρος της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών

 

Πρακτικά Διορθόδοξου Επιστημονικού Συνεδρίου «Κωνσταντίνος ο Υδραίος – Νεομάρτυρες Προάγγελοι της Αναστάσεως του Γένους», Ύδρα 10-14 Νοεμβρίου 2000. Ύδρα, 2007.

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό. Οι  επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Το μαρτύριο του νεομάρτυρος Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1655) και το εκκλησιαστικοπολιτικόν πλαίσιον της εποχής του.

 


  

Άρχιμ. Γεωργίου Αθ. Χώρα († 4.8.2005)

Δρος Θεολογίας

Άγιος Αναστάσιος

Ο Άγιος Αναστάσιος, γέννημα και θρέμμα του Ναυπλίου, ήταν κατά το επάγγελμα ζωγράφος και μάλιστα «επιτήδειος εις την Τέχνην». Ήδη από τα προηγούμενα του Αναστάσιου χρόνια είναι γνωστοί οι επώνυμοι Ναυπλιώτες και Αργείοι  αγιογράφοι, οι οποίοι εργάζονται καλλιτεχνικώς ανά την Πελοπόννησον κατά τον 17ον και τον επόμενον αιώνα: Δημήτριος και Γεώργιος Μόσχος, Νατάλιος ο Αργείος, Μανουήλ ιερεύς Ανδρώνος, Γεώργιος Μάρκου και οι συγγενείς Ναυπλιώτες ζωγράφοι:  Δημήτριος, Θεοδόσιος, Θεόδουλος, και Μαρίνος Κακαβάς και ο καταγόμενος από την ευρύτερη του Ναυπλίου περιοχή, ο έξ Αδαμίου ιερομόναχος Ιερεμίας.

Ο Αναστάσιος με αναγνωρισμένη την καλλιτεχνική του ιδιότητα, δικαιούμεθα να υποστηρίξωμεν ότι μετέχει της αγιογραφικής αυτής παραδόσεως του Ναυπλίου αλλά και των λοιπών πνευματικών κύκλων της γενέτειράς του, περί των οποίων γνωρίζωμεν εξ’ άλλων, πέραν του συναξαρίου, πηγών:

Υπενθυμίζομεν ενδεικτικώς τους παλαιοτέρους του Αναστασίου λογίους της οικογένειας Μαλαξού και τους Ζυγομαλάδες τους λογίους και αντιγραφείς κωδικών όπως ο Μιχαήλ Σουλάνδρος, τους διακινούμενους μεταξύ Ναυπλίου και Βενετίας λογίους, εμπορευομένους και ναυτικούς με επώνυμα επιβατηγά πλοία τακτικού νηολογίου, τις υπάρχουσες περί αυτών μαρτυρίες και περί των καθολικών στο Ναύπλιο Σχολείων και μοναχικών  ταγμάτων, περί Εβραίων εμπορευομένων και άλλων ξένων, ακόμη και περί των Σιναϊτών και Αγιοταφιτών Πρωτοσύγκελλων, συνδέσμων των Μονών τους μετά των περί το Ναύπλιον μονών.

Ο Άγιος Αναστάσιος, με την ευαισθησία και πνευματική καλλιέργεια, την οποία  ως   καλλιτέχνης διέθετε, επωφελήθη έκ της καλής γειτονιάς μετά των κύκλων ως προαναφέραμε και ο ίδιος, ως χαρισματική ψυχή, εκαλλιέργησε ευατόν μέχρι του μαρτυρικού τέλους του, την 1η Φεβρουαρίου1655, μέσα στην γενέτειρα του πόλη, το Ναύπλιον.

Προηγουμένως είχε περιέλθει ο Αναστάσιος σε δύσκολη ψυχολογική κατάσταση, έξ αφορμής ατυχούς γεγονότος της συναισθηματικής προσωπικής του ζωής, το οποίον και κατονομάζεται και λεπτομερέστερα σχολιάζεται στο σωζόμενο συναξάριον του Αγίου, ως κατωτέρω δημοσιεύεται. Έκτοτε περιεπλάκη μέχρι σημείου να έλθη σε στενώτερη επικοινωνία με φανατικούς Οθωμανούς του κάστρου τ’ Αναπλιού, το «Ανάμπολιν», όπως έλεγαν οι Τούρκοι, κυρίαρχοι της περιοχής από το 1540, όταν η πόλη παρεχωρήθη από τους Βενετούς διά συνθήκης μετά των Τούρκων.

Ο Αναστάσιος πάντως, « εβγήκε», κατά το συναξάριον, «από τον νούν του και επεριπάτει ένθεν κακείθεν». «Ευρισκόμενος εν αναισθήτω κατάστασει», κατά τον χαρακτηρισμόν του Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, εξισλαμίσθη υπό των Τούρκων.

Την συνέχεια μαθαίνουμε από το Συναξάρι: « ο Αναστάσιος ερχόμενος εις εαυτόν βλέπει ότι είναι Τούρκος  και εφόρει εις την κεφαλήν άσπρο σαρίκι˙ και παρευθύς το έρριψεν εις την γήν και ήρχισε να βοά με μεγάλην βοήν παρρησία μέσα εις το πλήθος των Τούρκων :’’Εγώ χριστιανός ήμουν και  χριστιανός είμαι και χριστιανός θέλω να είμαι’’».

Αυτά, λοιπόν, συνέβησαν  τον χειμώνα του έτους 1655 (Φεβρουαρίου πρώτη) μέσα στο καλά οχυρωμένο Ναύπλιον, το οποίον και συνεκδοχικώς «Φρούριον» απεκαλείτο. Και είχε συνεπίκουρα δύο ακόμη φρούρια από ξηράς, νότια μεν το ‘Ιτς-Καλέ, δηλαδή την Ακροναυπλία, ανατολικά δε το φοβερό Παλαμήδι ή όπως ένας περιηγητής το ονομάζει:  «το Γιβραλτάρ αυτό της Πελοποννήσου», από δε το βόρειο  μέρος πάλι υψηλό τείχος, κατά μήκος της θαλάσσης με το επιθαλάσσιο φρούριο «το Μπούρτζι». Μια δε αλυσίδα ασφάλιζε το φυσικό λιμάνι της πόλεως εις τον μυχόν του Αργολικού κόλπου από πειρατικά  ή άλλα ανεπιθύμητα πλοία.

Μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο ζωής, στο περιορισμένον άλλωστε χώρο του Ναυπλίου, το κράτος της εξουσίας ήταν  πολύ αισθητό. Ο δε Αναστάσιος, προφανώς στον χώρο της πλατείας, μπροστά στο λεγόμενο «μικρό» τζαμί, όπου  τα καφενεία, και ο χώρος  των δημοσίων εκδηλώσεων ομολόγησε τον Χριστόν, κατά το Συναξάριον, «μέσα εις το πλήθος των Τούρκων» και απεδοκίμασε το Ισλάμ. Μεγάλη, πράγματι, πρόκληση γενικώς, αλλά ιδιαίτερα διά το επικρατούν κοινωνικό κλίμα της εποχής.

Τοπικοί ιστορικοί υποστηρίζουν με επιχειρήματα, ότι η Τουρκική Διοίκηση της πρώτης Τουρκοκρατίας του Ναυπλίου (1540-1686), κατά την οποίαν έλαβε χώραν το μαρτύριον του Αγίου, ήταν ηπία. Αυτό δεν φαίνεται  να απέχη της πραγματικότητος. Διότι, ένα έτος μετά την παράδοσιν του Ναυπλίου, υπό των Βενετών εις τους Τούρκους ανασυνεστήθη η Μητρόπολη Άργους και Ναυπλίου, η οποία μέχρι τότε, επί Βενετοκρατίας, διοικείτο από πρωτοπαπάδες.

Επίσης εν μέσω Τουρκοκρατίας, της λεγομένης πρώτης, η δεύτερη (1715-1821). Διεδέχθη την Β’ Ενετοκρατία (1686-1715), παρέμενε σε λειτουργία το ιερόν παλλάδιον του Ναυπλίου, η Αγία Μονή Αρείας, ανατολικά σε οπτική απόσταση από της πόλεως και ήταν μάλιστα κέντρον λογίων ανδρών- αντιγραφέων κωδίκων, ιδρυμένη από το 1149 επί Κομνηνών Αυτοκρατόρων, υπό Λέοντος  του  Αντζά, επισκόπου Άργους και Ναυπλίου. Και της οποίας Μονής τα κανονικά δικαιώματα είχαν διαμφισβητηθεί επί της προηγούμενης Ά Βενετοκρατίας, επί δόγη fancisco Foscari, προς τον οποίον κατέφυγον οι ημέτεροι διά την διατήρησιν των κεκτημένων.

Το δε 1616 συνεστήθη η Μονή Καλαμίου, ανατολικά του Ασκληπιείου Επιδαύρου, ενώ διετηρείτο σε λειτουργία η Μονή Ταξιαρχών Επιδαύρου, (από του ΙΕ΄αιώνως), η γειτονική Μονή Αγνούντος και το ασκηταριό της Πολεμάρχας στην Β.Α. παραλία της Παλαιάς Επιδαύρου, πόλοι αυτή πνευματικής ζωής αλλά και ελληνικής παιδείας, σημάδια Ορθοδοξίας και Ελληνισμού.

Το Ναύπλιον είχε τότε 6.000 κατοίκους με πληθυσμών ημιαστικόν. Υπήρχαν και Εβραίοι εμπορευόμενοι και μερικοί ξένοι Γάλλοι και Ραγκουσαιοί (Φράγκοι όπως τους έλεγαν) και καπουκίνοι από το 1641, ιδρυτές μετέπειτα σχολείου όπου σύμφωνα με σωζόμενη έκθεση φοιτούσαν και Ναυπλιωτόπουλα για να μάθουν τα στοιχειώδη γράμματα.

Το έτος όμως του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου (1655) ήταν κρίσιμο, διότι το Ναύπλιον, ως επίκαιρη θέση  με λιμάνι στην γνωστή πορεία διακινήσεως πλοίων από της προηγουμένης  Βενετοκρατίας μεταξύ  Βενετιάς – Κέρκυρας – Μονεμβασίας – Κυθήρων -Ναυπλίου εμπλέκεται στον γνωστό ενετοτουρκικό πόλεμο (1645-1699). Ο πόλεμος αυτός διαρκεί τριαντατέσσερα ολόκληρα χρόνια και είχε θλιβερές επιπτώσεις και για τις δύο πλευρές και κόστισε, κατά μόνην την πολιορκία του Χάνδακος – Ηρακλείου Κρήτης, εις μεν την Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας 30.000 θύματα, εις δε την Οθωμανική τότε Αυτοκρατορίαν 100.000, εις δε το Ναύπλιον μας τον Άγιον Αναστάσιον και άλλα τινά.

Ο αγώνας ήταν για την κυριαρχία στην Μεσόγειο, με αντιπάλους τας δυνάμεις που προαναφέραμε. Το Ναύπλιον, στα χέρια των Τούρκων, διέθετε ενισχυμένη τουρκική φρουρά και είχε πυκνή και δυναμική παρουσία Τούρκων Αγάδων, βαθμοφόρων στρατιωτικών με διακίνησιν πολλών οπλιτών. Διετέλεσε διαμετακομιστικός σταθμός και κέντρο ανεφοδιασμού των κρατούντων Τούρκων και των μαχομένων κατά των Βενετών της Κρήτης. Όπως ο Κρητικός ποιητής Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής καθαρά το λέει: «Μ’ από τ’ Ανάπλι έβγαινε καθημερινό λεσκέρι,/ τση λόντρες κι εφορτόνασι στην Κρήτη να τούς φέρη».

Εντός, λοιπόν, της περιορισμένης γαιοφυσικής περιοχής του Ναυπλίου, συνωστίζοντο και διακινούντο καθημερινώς οπλοφόροι στρατιώτες και αξιωματούχοι με όλη εκείνη την γνωστή ψυχολογία του πολέμου και με την μέθη της κατακτητικής μανίας. Στόχος είπαμε ήταν η Κρήτη. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα επαυξάνεται η καχυποψία των Τούρκων κατά των χριστιανών, επομένως και εκείνων του Ναυπλίου, με αφορμή μάλιστα τις πολεμικές αποτυχίες των Τούρκων, διαρκούντος του πολέμου.

Χαρακτηριστικό είναι ένα πολεμικό επεισόδιο, που έγινε στο Ναύπλιον, τον Ιούνιον του 1647, δηλαδή οκτώ χρόνια πριν από το μαρτύριο του Αγίου, με θύμα πάλιν έναν, θα λέγαμε με σύγχρονη έκφραση, «αντιστασιακό» τολμηρό Ναυπλιώτη: Τότε ο ενετικός στόλος με ναύαρχο τον Ιωάννη– Βαπτιστή Grimani συνάντησε στην  ανοιχτή θάλασσα τον Οθωμανικό στόλο, που κατευθύνετο στην Κρήτη και τον κατεδίωξε μέχρις Ευβοίας, Βόλου, Χίου, Μυτιλήνης, από όπου τελικά κατέφυγε στο λιμάνι του Ναυπλίου. Εκεί τα τουρκικά τηλεβόλα από τα φρούρια της πόλεως, πού προαναφέραμε, απέκλεισαν τον καταδιωκτικό στόλο των Βενετών να εισέλθη στον μυχό του Αργολικού Κόλπου. Κατά την διάρκεια του αποκλεισμού αυτού ένας έλληνας Ναυπλιώτης είχε την τολμηρή ιδέα να πυρπόληση μία νύχτα τον τουρκικό στόλο. Συνελήφθη όμως κατά την εκτέλεση του εγχειρήματος του. Προσήχθη ενώπιον του Οθωμανού ναυάρχου, ωμολόγησε την πράξη του και εθανατώθη μετά από σκληρά βασανιστήρια. ‘Έτσι έγινε ο ηρωικώς αυτός Ναυπλιώτης πρόδρομος του Αγίου Αναστασίου, εθνομάρτυς.  Άλλωστε δεν δεχόμεθα ότι οι νεομάρτυρες είναι εν ταυτώ και εθνομάρτυρες;

Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτή την νευρικότητα των πολεμικών παρασκευών και επιχειρήσεων ο Αναστάσιος ύψωσε το ανάστημα του. Ήλθε ανοιχτά, δυναμικά και απότομα αντιμέτωπος με τον τουρκικόν όχλον, του οποίου προεκάλεσε τον φανατισμόν, αφού προσέβαλε το θρησκευτικό και εθνικό συναίσθημα των Οθωμανών. Ποιος; – Αυτός ο υποτελής, ο γκιαούρ (ο άπιστος).

Τα ανωτέρω προκύπτουν από το Συναξάρι του Αγίου: «οι δε Αγαρηνοί, ως τον είδον πώς μετενόησεν, έτρεξαν επάνω του με ορμήν και δέροντες και σπρώχνοντες τον έφεραν εις τον κριτήν, όστις έπασχε με τρόπους απατηλούς, πότε κολακεύοντας και πότε απειλούντας να τον χωρίση της πίστεως των χριστιανών, άλλ’ ο μάρτυς εις ουδέν ταύτα ελογίαζεν και έστηκε ακλόνητος…». Ο κριτής, μετά συνοπτική διαδικασία, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν, «αλλ’ οι Αγαρηνοί δεν τον ήκουσαν, αλλ΄ευθύς όταν τον έβγαλαν από το κριτήριον, ώρμησαν κατ΄ επάνω του, ώσποτε οι Ιουδαίοι εις τον πρωτομάρτυρα Στέφανον, και άλλοι με ξύλα, άλλοι με ξίφη, άλλοι με μαχαίρας, εκατατρυπούσαν το σώμα του μάρτυρος, έως ότου τον εκατέκοψαν εις λεπτά κομμάτια και ούτως ετελειώθη ο ευλογημένος Αναστάσιος…».    

Άρα, ο Άγιος Αναστάσιος αποτόλμησε, έξι ζών, ό,τι οι πολλοί απέφευγαν: έγινεν εκφραστής της χριστιανικής πίστεως. Η φωνή του (η ομολογία του) ήταν σαν κραυγή διαμαρτυρίας μέσα στην νύχτα της σκλαβιάς, σαν φως που έλαμψε και εφάνη το χάσμα, δηλαδή όλη η σιωπώσα μανία των κρατούντων εναντίον των υποτελών, τελούντων έστω, ως παραδίδεται, υπό ηπία διοίκηση, η οποία είναι μάλλον παραπλανητική, γιατί σε αποκοιμίζει. Επισημαίνουμε όμως ότι ο Άγιος παρέμεινε προ και κατά την διάρκεια της δίκης μόνος του, όπως παραπονείται ο Δαβίδ λέγων: « οι φίλοι μου και οι πλησίον μου εξ εναντίας μου ήγγισαν και έστησαν και οι έγγιστα μου από μακρόθεν έστησαν» (Ψαλμ. λζ’).

Το συναξάρι του Αγίου Αναστασίου δεν κάνει λόγο για κανένα συμπαραστάτη ή πνευματικό σύμβουλο ή και συγγενή του, ή για την επίσημη εκκλησιαστική Αρχή της περιοχής Ναυπλίου και Άργους.

  

O σύγχρονος του Αγίου Μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους Θεοφάνης.

 

Μητροπολίτης τότε Άργους και Ναυπλίου ήταν ο Θεοφάνης επί οικουμενικού πατριάρχου Παϊσίου (δευτέρα πατριαρχεία του: Μάρτιος 1645 – Μάρτιος 1655). ’Εξ άλλων πηγών γνωρίζουμε ότι από του προηγουμένου του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου έτους είχε παυθή τρεις μόλις μήνες προ του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου «με καθαίρεσιν τελείαν δι’ ωμοφορίου και επιτραχηλίου και είχεν εξωσθή του θρόνου και της Μητροπόλεως Ναυπλίου, Θεοφάνης μοναχός καλούμενος από του νύν…», διά συνοδικής πράξεως του μηνός Οκτωβρίου 1654, με την κατηγορία ότι δεν κατέβαλεν εις το ακέραιον την οφειλόμενη συνεισφορά του εις το κοινόν Ταμείον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σε εποχή μάλιστα ανέχειας, όπως ρητώς σημειώνεται στην μνημονευθείσα συνοδική πράξη.

Εκεί διαβάζουμε: «…πάντων δε των αρχιερέων, μητροπολιτών φημί, αρχιεπισκόπων τε και επισκόπων, πληρούντων ευγνωμόνως και πειθηνίως και μετά χαράς, ει και τυχόν βαρείαν ούσαν και μικράν υπέρ δύναμιν αυτών, την πατριαρχικήν ζητείαν, κατά την περίληψιν του συνοδικού καταστίχου και της αποφάσεως της αρχιερατικής, μόνος ο Ναυπλίου Μητροπολίτης Θεοφάνης απεσκίρτησε και απεκόπη βουλήσει,  γνώμη και προαιρέσει της ομηγύρεως και σειράς των αρχιερέων, μήτε τη καθ’ ημάς του Χριστού μεγάλη εκκλησία υποταττόμενος, ο παχύς την ψυχήν και την καρδίαν, ο βαρβαρογένει τεθραμμένος, μήτε τοίς αρχιερεύσι και τη συνόδω συμφωνών, μήτε τοίς αδυνάτοις αδελφοίς σπλαχνιζόμενος, πλούτω βρύων ο ασυνείδητος και ανοία και αγροικία συζών, ουδέποτε γάρ έφθασε πληρώσαι το κατ’αναλογίαν της ζητείας αυτού μέρος…».

Στην χηρεύσασα θέση, μετά την κατά τα ανωτέρω καθαίρεση του Θεοφάνους, διωρίσθη ταυτόχρονα ο ιερομόναχος Μακάριος, επιλεγείς υπό της Ι. Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκ των τριών τότε προταθέντων υποψηφίων δια την Μητρόπολη Ναυπλίου και Άργους.

Δεν γνωρίζομε εάν εν τω μεταξύ ο Μακάριος είχε φθάσει στο Ναύπλιον και πότε ανέλαβε τα καθήκοντά του. Γεγονός είναι ότι το ίδιο έτος του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου, επί πατριαρχείας Ιωαννικίου (β’ πατριαρχεία 1655-1656), διαδόχου του Οικουμενικού Πατριάρχου Παϊσίου, με συνοδική πράξη του μηνός Νοεμβρίου 1655, δηλαδή μετά εξάμηνον από το μαρτύριον του Αγίου, ηθωώθη ο τιμωρηθείς το προηγούμενον έτος Ναυπλίου Θεοφάνης, διότι «…έλθων εν ευατώ ο διαληφθείς Θεοφάνης, οδόν ανίσας, ήλθεν είς Κωνσταντινούπολιν˙δις δε και τρίς παραστάς τη συνόδω επί παρουσία ιερωτάτων αρχιερέων κληρικών και αρχόντων ανήγγειλε τα αυτώ συνοίσοντα και ωφελούντα, αγωγήν κινήσας, δεόμενος της συνόδου έλεον χέαι κατ’ αυτού και αντιλαβέσθαι αυτόν, παιδευθέντα ές ικανόν…».

Κατά την συνοδικήν απόφασιν έγινε δεκτόν, «συγκαταθέσει και των ιερώτατων αρχιερέων…, ίνα ο ιερώτατος μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους κύρ Θεοφάνης και υπέρτιμος εν αγίω πνεύματι αγαπητός ημών αδελφός και συλλειτουργός είη εκτελών ακωλύτως άπαντα τα τοίς αρχιερεύσι προσήκοντα, ός λαβών τελείως την λύσιν της παιδείας και την συγχώρησιν, παρά πάντων τιμώμενος και αγαπώμενος και διευλαβούμενος, παρ’ ουδενός το παράπαν  εναντιούμενος ή εμποδιζόμενος ιερωμένου και λαϊκού, εν αργία ασυγγνώστω και αφορισμώ αλύτω ούτως απεφηνάμεθα…».

Μετά την κατά τα ανωτέρω αθώωσιν και αποκατάστασιν του Θεοφάνους εις τον θρόνον της Μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους, από τον οποίον είχε πρόσφατα εκπεσθή, είναι γνωστή η τύχη του διαδόχου του Μακαρίου. Ούτος ετοποθετήθη είς την Μητρόπολιν Μηθύμνης, είς αντικατάστασιν του γέροντος Μητροπολίτου Μηθύμνης Ανθίμου υπό την εξής μεθόδευσιν: Προηγήθη την 2αν Αυγούστου 1656 η παραίτησις του Ανθίμου «διά τα ανυπόφορα χρέη της επαρχίας του» υπέρ του Μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους Μακαρίου. Ο Μακάριος, όπως και γραπτώς είχεν υποσχεθή, θα ανελάμβανε τα χρέη της Μητροπόλεως Μηθύμνης και θα έδειδε στον παραιτηθέντα ‘Aνθιμον «τα σημφωνηθέντα»».

Με αυτούς τους όρους επηκολούθησεν η εκλογή σε Μητροπολίτη Μεθύμνης, κατά τον αυτόν μήνα Αύγουστον 1656, του πρώην Ναυπλίου και Άργους Μακαρίου. Έτσι ο Θεοφάνης παρέμεινεν αδιαφιλονίκητος Μητροπολίτης Ναυπλίου όχι όμως μέχρι τέλους.

Επισημαίνουμε ότι ο αυτός Θεοφάνης, ο αποκατασταθείς κατά τα ανωτέρω εις την Μητρόπολιν Ναυπλίου και Άργους, μετά δεκαετίαν ακριβώς από της κατά τα ανωτέρω αθωώσεως του κατεδικάσθη εκ νέου επί οικονομικού πατριάρχου Παρθενίου Δ’ (β΄ πατριαρχεία 1665-1667) πάλιν εις καθαίρεσιν «και εις το εξής έν τάξει διάγειν ιδιώτου και Θεοφάνην μοναχόν λέγεσθαι, αμέτοχον της τε τιμής των αρχιερέων και των εισοδημάτων της μητροπόλεως…τη δέ  ιερά  των αρχιερέων συνόδω δέδοται η άδεια, κατά την εκκλησιαστικήν διατύπωσιν, διά ψήφων κανονικών εκλέξαι τον αξίως προστησόμενον ταύτης της μητροπόλεως, χηρευούσης προστάτου, επί τω χειροτονηθήναι γνήσιον εν αυτή…».

Ο Θεοφάνης έχασε και πάλιν τον αρχιερατικόν θρόνον του Ναυπλίου, με το κατηγηρητήριον ότι  ήταν « εκ φύσεως ανεπιτηδειότητα κεκτημένος αλλά και εκ προαιρέσεως αχρείος … άτε βαρβαροήθης  και της κατά ποιμαντικήν παιδείας τελείως αμέτοχος, εστερημένος πάμπαν εφάνη του ουσιώδους τούτου και συστατικού της ποιμαντικής ιδιώματος, εβούλετο γάρ ποιμήν και μητροπολίτης λέγεσθε της Μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους, ου μην φροντίζειν της επισκέψεως των χριστιανών και της των ψυχών αυτών διοικήσεως …αλλά το μέν βαλάντιον ηύξε χρημάτων πεπληρωκώς… αυτός δε ουδόλως εξήρχετο, ουδέ περιέρχετο  την εμπιστευθείσαν αυτώ μητρόπολιν επισκεπτόμενος επί ψυχών σωτηρία, αλλά νυκτοκόρακος δίκην, έν παραβίστω που ήμενεν, μόλις κατά τινάς επισήμους ημέρας εφαίνετο και τούτο δι’ αισχροκέρδειαν ίσως…ήρξατο και τους κειμένους της Εκκλησίας νόμους αθετείν και υπέρ τα εσκαμμένα πηδάν, τετραγαμίας δηλονότι συγχωρείν και τους εν εβδόμω βαθμώ εξ αίματος συνάπτειν εν γνώσει και άλλα παμπόνηρα κατατολμάν, δι’ ανεβλάβειαν παντελή, ού ποιμένος αλλά σχήμα υποδυόμενος λύκους, εν προβάτου δορά τυχόν και διά γήρας υπερβάλλον σέσεισθαι τάς φρένας και διά τούτο χείρονα των εν τη νεότητι εργαζόμενος , ότε και παιδεία καθυπεβληθή πρός  σωφρονισμόν, είτα και συγχωρήσεως έτυχε διά μετανοίαν, αλλά το εκ φύσεως και προαιρέσεως συνημμένον κακκόν ούκ αφίσταται.’Οθεν αυτός μέν και χείρων εγένετο, οί δε έν τη επαρχία ταύτη ευρισκουμένοι κληρικοί, ιερείς τε και γέροντες, τοίς ατοπήμασι αυτού πυρούμενοι και αρχιερατικής επισκέψεως υστερούμενοι, τα μέν ανήκοντα ποιμένι δικαιώματα εκπληρούντες, ποιμένος δε ουδαμώς απολαύοντες, δι΄υπογεγγραμένων κοινώς παρά πάντων αναφορών, ταύτα ημίν προστήσαντο…».

Τις παραλήψεις, λοιπόν, του Θεοφάνους ανέφεραν εις το Πατριαρχείον, «δι’ υπογεγγραμένων κοινώς παρά πάντων αναφορών» οι τρομαγμένοι από το μαρτύριον του Αγίου και ταυτόχρονα απογοητευμένοι από την συμπεριφορά του ποιμένος τους «οι εν τη επαρχία ταύτη (Ναυπλία) κληρικοί, ιερείς και γέροντες».

Όπως είναι φανερόν, δεν υπήρχε τότε στο Ναύπλιον εκκλησιαστική ηγεσία, ικανή διά να μεριμνήση περί του Αναστασίου, τούτου έτι ζώντος  η μετά το μαρτυρικό τέλος του, πλέον του ότι «όλα τά ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκων’ η σκλαβιά». Έτσι δεν γνωρίζομε ούτε τον τάφον του ούτε την τύχη του λειψάνου του. Ίσως ερρίφθη εις την θάλλασαν.

Οι μετέπειτα όμως Μητροπολίται Αργολίδος ετίμησαν τον νεομάρτυρα Αναστάσιον τον Ναυπλιέα. Η μνήμη του εορτάζεται με λαμπρότητα στον ιστορικό ναό της Παναγίας Ναυπλίου, όπου στεγάζεται και η μεγάλη επάργυρη εικόνα του Αγίου Αναστασίου και εκεί η μνήμη του επιβιώνει.

Ο δε νύν Μητροπολίτης Αργολίδος κ. Ιάκωβος Παχής είναι εκείνος ο οποίος είχε την πρωτοβουλίαν εξοφλήσεως του προς τον Άγιον οφειλουμένου χρέους των Ναυπλιωτών: ανήγειρε σε συντομώτατο χρονικό διάστημα επιβλητικόν προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως ναόν, τον οποίον ονόμασε και προσκυνηματικόν. Εκεί ψάλλεται η Ακολουθία του Αγίου, σύνθεσις του εις Άγιον Όρος εφησυχάσοντος Μητροπολίτου πρώην Κάσου και Καρπάθου Νείλου Σμυρνιωτόπουλου, κατά παραγγελίαν του τότε «Αρχιεπισκόπου» Αργολίδος Νικάνδρου (1882-1912).

Υπάρχει και η Ακολουθία  του Αγίου, ποίημα Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, εκδοθείσα προνοία του Μητροπολίτου Αργολίδος (1945-1965), μετέπειτα Πειραιώς Χρυσοστόμου Ταλβαδωράκη (1965-1975) και επιμελεία Άρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Μητροπολίτου μετέπειτα και αυτού Αργολίδος (1965-1985).

Από δε του έτους 1935 με το Βασιλικό Διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1935, υπογραφόμενον, εν ονόματι του Βασιλέως υπό του Γεωργίου Κονδύλη και επί Υπουργού Εργασίας Γεωργίου Καρτάλη, απεφασίσθη και διετάχθη, όπως  «κατά την 1ην Φεβρουαρίου, εορτήν του Αγίου Αναστασίου, τα παντοπωλεία, κουρεία, υποδηματοποιεία και σανδαλοποιεία, οινοπωλεία, αρτοποιεία, κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία, λαχανοπωλεία, ραφεία, φανοποιεία και υδραυλικά καταστήματα, φαρμακεία, εμπορικά καταστήματα, σιδηρουργεία και επιπλοποιεία της πόλεως Ναυπλίου παραμένουν κλειστά καθ’ όλην την ημέραν, καθιερουμένης της ως άνω τοπικής εορτής, ως  εορτασίμου ημέρας. Κατά την αυτήν ως άνω εορτάσιμον ημέραν τα  καφενεία, ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια της αυτής πόλεως παραμένουν  κλειστά μόνον κατά τας ώρας της περιφοράς της εικόνος…».

Η μνήμη του Αγίου Αναστασίου, νεομάρτυρος του Ναυπλιέως, εορτάζεται πανηγυρικά και στην Αθήνα μεταξύ των εν Αθήναις Ναυπλιωτών, με προτοβουλία του Συλλόγου των απανταχού Ναυπλιωτών  «Ο Ναύπλιος» στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση, όπου έχομε από πεντηκοταετίας και φορητή εικόνα του Αγίου.

Εξ όσων γνωρίζω δεν διηγούνται στο Ναύπλιον για θαύματα του Αγίου Αναστασίου. Έν τούτοις η μνήμη του επιβιώνει επί τριακόσια και πλέον χρόνια και μας συγκινεί. Το μεγάλο Του θαύμα είναι η καλή αλλοίωση, που φέρνει στις ψυχές μας η ανάμνηση κάθε χρονιά του μαρτυρίου του, η θερμή πίστη και η αυταπάρνησή του. Η επικοινωνία με τον κόσμο  του Πνεύματος, που κάνει  ο καθένας μας, με μυστικόν συνομιλητήν μας τον  νέον εκείνον Ναυπλιώτη ζωγράφο, τον Άγιον Αναστάσιον του έτους 1655 μ.χ., ο οποίος από το ικρίωμα του μαρτυρίου του (σώζεται η εληά, που λέγεται ότι εκρεμάσθη ο Άγιος) πέρασε με την θυσία του στην αιωνιότητα, απ’ όπου μας στέλνει μηνύματα πίστεως και ομολογίας.

Τελειώνοντας επισημαίνομεν ότι το εκκλησιαστικοπολιτικόν πλαίσιον της εποχής του Αγίου, στο οποίο και ανεφέρθημεν, επιβεβαιώνει την αφελή διήγησιν του Συναξαρίου του.

Σημειωτέον ακόμη το ηθικόν δίδαγμα πού δίδει η αντιφατική εικόνα της εκκλησιαστικής διοικήσεως μέσα στο Τουρκοκρατούμενο Ναύπλιον, κατά την χρονική στιγμή του μαρτυρίου του Αγίου: Τον χειμώνα του 1655 ζουν μέσα στο ασφυκτικά οχυρωμένο Ναύπλιον δύο χριστιανικά πρόσωπα. Το ένα ηλικιωμένο με ανευθυνότητα και με χλιαρότητα, το άλλο πρόσωπο νέο και με πνευματικές αναζητήσεις, ενθουσιασμό και πίστη πολλή.

Το γεγονός θυμίζει την παραβολή περί της βασιλείας των ουρανών, ως σαγήνης (Ματθ.ιγ’,47). Εκεί καθαρά φαίνεται ότι ο Θεός είναι ο Μεγάλος Ψαράς που ζητεί να μας μαζέψη στην βασιλεία των ουρανών. Το δίχτυ του Αλιέως των ψυχών συλλαμβάνει και μικρά και μεγάλα ψάρια, ακόμη και φύκια και σαπρά. Το χρέος μας είναι να προσπαθήσουμε να εκκολαφθούμε πνευματικά μέσα στην σαγήνη του θεού, «όστις θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και είς επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Ιακώβου α’,26). Πολλοί δρόμοι οδηγούν στον Θεό, ο οποίος στέλνει πάντα τους ανθρώπους του, άλλοτε οδηγητές, άλλοτε τιμητές, άλλοτε μόνον σιωπηλούς συμπαραστάτες, διδάσκοντες μόνον με τα καλά  τους έργα. Και είδαμε πώς ο Άγιος Αναστάσιος επαρηγόρησε τους απογοητευμένους συμπατριώτες του και ποια μηνύματα πίστεως και πιστότητος στέλνει από την υψηλή του πνευματική περιωπή και θα συνεχίζει να εμπνέη τους «αναθεωρούντας την έκβασιν της ευατού αναστροφής».

  

Η παρούσα μελέτη αποτελεί, εις γραπτήν μορφήν, το κύκνειον άσμα του αειμνήστου συγγραφέως, ήτοι ανακοίνωσιν αναγνωσθείσαν την 12.11.2000 εν Ύδρα εις το διορθόδοξον επιστημονικόν συνέδριον με θέμα: «Κωνσταντίνος ο Υδραίος – Νεομάρτυρες προάγγελοι της αναστάσεως του Γένους», το διοργάνωθέν υπό της Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης.

 

Διαβάστε ακόμη:

Άγιος Αναστάσιος ο Νεομάρτυρας ο Ναυπλιώτης

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Σημειοφόρος και Θαυματουργός (852 – 922)


 

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Ο βίος και τα έργα του Αγίου Πέτρου, αποτελούν περίλαμπρο μνημείο που μαρτυρά την Εκκλησιαστική Δόξα της τότε Αγιωτάτης Επισκοπής Άργους. Είναι όντως πολύεδρος, πολύτιμος λίθος που εκπέμπει φως σωτηρίας και λαμπρύνει την όλη ιστορία της πόλης μας.  Ο «από βρέφους Κυρίω ανατεθείς» Πέτρος, εγεννήθη εις το ένδοξο Βυζάντιο. Ιερός και άγιος πόθος να υπηρετήσει τον Κύριο και Θεό του, είχε κατακυριεύσει την ψυχή και την διάνοια του. 

Πρώτος ο Παύλος, ο πρωτότοκος της οικογένειας επιλέγει την οδό της ένθεης διαβίωσης. Την οδό των στερήσεων, των δοκιμασιών, της προσευχής και της προσφοράς. Ακολουθεί ο Διονύσιος και κατόπιν οι Γονείς και η νεαρή αδελφή τους, δεχθέντες το θείο κάλεσμα, επέλεξαν την οδό της θυσίας, της αυταπάρνησης, και  « ήγαγον τον Σταυρόν της μοναχικής πολιτείας ακολουθήσαντες τον Χριστό».  Λίγο αργότερα νεαρώτατος κατά την ηλικία ο Πέτρος μετά του μικρότερου αδελφού του Πλάτωνος « καταλιπόντες τον κόσμον και τον οίκον αυτών απήλθον εις ερημικούς τόπους, τη ασκήσει και τη νηστεία και ταις προσευχαίς δουλεύοντες τω Κυρίω». Εγκαταλείπουν την περιουσία τους και τις ανέσεις που αυτή τους διασφάλιζε, και επιλέγουν τον τραχύ αλλά ωραίο αγώνα της μοναστικής ζωής.

Η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας του, τον καθιστούν πρότυπο στην μοναστική κοινότητα. Οι συνομήλικοι του τον αγαπούν και τον έχουν ως πρότυπο. Επιδιώκουν να τον μιμηθούν. Εκείνος, πάντοτε εύχαρις και μειλίχιος, αναλαμβάνει τις πιο σκληρές και ταπεινές εργασίες, ενισχύοντας την ταπεινοφροσύνη και την υπομονή του.  Στις συγκεντρώσεις και τις συντροφιές  εκφράζει με σοβαρότητα και ευφράδεια μοναδική, τις μεγάλες αλήθειες της πίστης επικαλούμενος ρητά ή αποφθέγματα των Πατέρων της Εκκλησίας αλλά και των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων. Η υπομονή, η καρτερικότητα, η αυστηρή ασκητική ζωή, η συνεχής προσευχή τον οπλίζουν με γαλήνη, δύναμη και εγκράτεια.

« το κάλλος και η λαμπρότης της ψυχής αυτού εγίγνοντο κατάδηλα και επί του σώματος, του οποίου η ωραιότης θαυμασίως απέστιλβε, διότι είχε, κατά τον αυτόπτην μαθητήν, και το σχήμα και το βάδισμα και το βλέμμα, και το μειδίαμα αξιοθαύμαστα.». 

Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός, Ιεράρχης σοφός  και λόγιος, πληροφορείται τα χαρίσματα, την αξιοσύνη και την ευσέβεια του Μοναχού Πέτρου και επιθυμεί να τον τιμήσει με τον βαθμό της Αρχιερωσύνης. Ο κενός Αποστολικός  θρόνος του Μητροπολίτη Κορίνθου θεωρείται από τον Πατριάρχη ως η κατάλληλη ευκαιρία. Καλεί τον Πέτρο και του εκφράζει την επιθυμία του αυτή. 

Ο Πέτρος, «το επικίνδυνον του πράγματος ευλαβούμενος», αρνείται κατηγορηματικά. Μετά την άρνηση του, ο Πατριάρχης προσφεύγει στον μεγαλύτερο αδελφό του Παύλο, το οποίον και καθιστά Μητροπολίτη Κορίνθου.

Παρά τις συνεχείς αρνήσεις του Αγίου Πέτρου, ο Πατριάρχης δεν σταματά να προσπαθεί να πείσει τον Πέτρο να αποδεχτεί την Αρχιερωσύνη, την οποία από ταπεινοφροσύνη αυτός μονίμως αρνείται. Για να αποφύγει τις πιέσεις και να μην πικράνει «εν τη αγαθή και αγία προσπαθεία του» τον Πατριάρχη, μεταβαίνει στην Κόρινθο, κοντά στον αδελφό του. Αλλά η θεία χάρις καταδιώκει τον Πέτρο. Χηρεύει η θέση της επισκοπής Άργους και Αργείοι και Ναυπλιείς απευθύνονται  προς τον Μητροπολίτη Κορίνθου Παύλο, ζητούντες επιμόνως ως επίσκοπο της περιοχής τους τον Πέτρο.

Επιμένουν, ικετεύουν και  ισχυρίζονται ότι αρτιμελή νήπια πεθαίνουν αβάπτιστα και πολλοί πεθαμένοι θάβονται χωρίς να ψαλλεί η σχετική ακολουθία. Επιτυγχάνουν τελικά, καμφθέντος του Αγίου, να αποδεχτεί την θέση του επισκόπου.

  

Επίσκοπος Άργους  

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Ως επίσκοπος, υπήρξε «λύχνος επί την λυχνίαν φαίνων πάση τη οικία της περιοχής Αυτού ου μην αλλά και εις πάσαν την γήν εξήλθεν ο φθόγγος Αυτού και εις τα πέρατα της Οικουμένης τα ρήματα Αυτού». 

Όταν, όπως αναφέρει ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, «Λοιμός επίεζε την του Πέλοπος επί τοσούτω δε ταύτην επεβόσκετο και κατέτρυχεν, ως και τας οικίας, και στενωπούς και άμφοδα και πλατείας, έτι δε και το ύπαιθρον εμπλησθήναι νεκρών » ο Άγιος « περιήρχετο τας οδούς συλλέγων τους θνήσκοντας, ανορθών τους επιδεομένους, κηδεύων ως συγγενής και προστάτης, τους εις οίκους νεκρούς». 

Στήριξε κλονιζομένους, έθρεψε πεινώντας, Λύτρωσε αιχμαλώτους από τους πειρατές, προστάτευσε αδυνάτους ως η διωκόμενη κόρη υπό τινος Στρατηγού, θεράπευσε δαιμονιζομένους, εβάπτισε απίστους, δίδαξε αδιαλείπτως λόγω και έργω.

Το έτος 920 και σε αρκετά προχωρημένη ηλικία, ασθενής κατά το σώμα αλλά ισχυρός κατά το πνεύμα και την πίστη, μετέβη στην Κωνσταντινούπολη και μετέσχε τοπικής Συνόδου, που είχε συγκαλέσει ο Πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός επί Αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου.

Ο αείμνηστος Ιερεύς Χρήστος Παπαοικονόμος αναφέρει:

«Διήγεν ήδη ο μακάριος Πέτρος το εβδομηκοστόν έτος της ηλικίας αυτού και ενέμενε στερρώς εις την εκ νεότητος τακτικήν της ασκήσεως, μη αποσπώμενος αυτής ούτε ένεκα του γήρατος, ούτε ένεκα της κατατριχούσης αυτόν νόσου. Προσήγγισε τέλος ο υπ΄αυτού προσδοκώμενος χρόνος, επλησίασαν αι δι΄αυτόν ποθηταί ημέραιτου θανάτου τον οποίον είχε προγνωρίσει κατά θαυμαστόν τρόπον, ως προεγνώρισε και την μετ΄ολίγα έτη γενομένην καταστροφήν της Πελοποννήσου υπό των βαρβάρων. Αφού δε εγνώσθη ότι ο μέγας ανήρ ασθενεί, αθρόα συνέρρεον τα πλήθη των πόλεων και κωμών, παρήσαν δε και μοναζόντων αγέλαι, και των μοναζουσών η κοσμιότης και των παρθένων η σεμνότης διαλάμπυσα εις την όψιν και των γυναικών η σωφροσύνη και νέοι και γέροντες, ίνα πάντες ίδωσι δια τελευταίαν φορά την γλυκυτάτην εκείνην μορφήν και ακούσωσι την μέλι στάζουσα φωνήν και λάβωσι την ευλογίαν του αγίου ποιμενάρχου αυτών».

Εκείνος, επί τριήμερον νουθετεί γαλήνια και ήρεμα τα πνευματικά του τέκνα. Τα συμβουλεύει  να επιζητούν την μέλλουσα ζωή, εκπληρώνοντας τα καθήκοντα τους προς τον Θεό και τους συνανθρώπους τους. Η φωνή του εξασθενεί. Ευλογεί όσους βρίσκονται δίπλα του και με νεύματα τους παρακαλεί να αποχωρήσουν.

Γράφει ο μαθητής του:

 «Και ημάς δε τους περί αυτόν τω Θεώ αναθείς και μικρόν καθ΄εαυτόν υποψιθυρήσας και τον σταυρόν τω προσώπω περιγραψάμενος και ιλαρόν επιβλέψας, γεγανωμένω και χαίροντι εοικώς ώσπερ υπομειδιών, τα όμματα μύσας αταράχως διαφήκε το πνεύμα».

Και φεύγει για τις αιώνιες πολιτείες  του ανεσπέρου φωτός.

Τότε:

» Και πάλιν ηθροίζετο τα πλήθη και συστήματα ιερά, και χοροί μοναστών περιστάντες το ιερόν εκείνο σώμα ύμνοις εγέραιρον και ψαλμοίς., και τον ιεροφόρον άραντες σκίμποδα υποβασταζόντων ιερέων δια μέσης της πόλεως υπό λάμπασιν ήεσαν άδοντες. Και περί δείλην οψίαν υποστρέφοντες το θείον της Θεοτόκου κατειλήφεσαν τέμενος και της ιεράς τελετής και μυσταγωγίας τελουμένης- ειωθός τούτο επι τοις ερχιεύσι γίνεσθαι- αθρόον φωτί το πρόσωπον περιλάμπετο του θείου ανδρός και λεπτός αυτώ περιερρείτο ιδρώς και τον χρώτα είχεν ερυθραινόμενον, ωσεί ζών και υπνών». 

Επί 500 χρόνια, ο Άγιος αναπαύεται στην ιερή Αργειακή γη. Από τους Ουρανούς προστατεύει ως ο καλός ποιμήν το ποίμνιον του, « ο την Ψυχήν Αυτού θείς υπέρ των προβάτων».

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Την 21η  Ιανουαρίου του 1421  ξημερώνει αποφράς ημέρα για τους Αργείους. Ο Επίσκοπος των Καθολικών Secundus Nani ( Σιγουντονάνης ) δίδει εντολή να ανοίξουν τον τάφο του Αγίου. Η βάρβαρη ιεροσυλία πραγματοποιείται δυστυχώς από Χριστιανούς ( κατά το θρήσκευμα αλλά σκληρούς κατακτητές, κάτω από τους οποίους στενάζει η Πατρίδα. Οι Λατίνοι επίσκοποι είναι οι κρατούντες, εκδιωχθέντων των Ορθοδόξων.)  

«Όταν ήνοιξαν τον τάφον εκείνον, εγένετο σεισμός εν τω τόπω και εξήλθεν ευωδία πλείστη και ο τάφος πεπληρωμένος φωτός και τα τίμια λείψανα σεμνώς κατακείμενα, α και λαβόμενοι τινές των πιστών εγένοντο πολλαί ιάσεις».

Δαιμονισμένος επί χρόνια πλησιάζοντας, θεραπεύεται και άλλου το παράλυτο και στρεβλωμένο χέρι αποκαθίσταται αμέσως.

Τα Άγια λείψανα παραλαμβάνει ο Λατίνος Επίσκοπος – διαβάζουμε στον Ιωάννη Ζεγκίνη – και τα μεταφέρει στο Ναύπλιο, γιατί όπως αναφέρει ο συγγραφέας του, « βραχέος χρονικού» στις 17 Δεκεμβρίου του 1420, ημέρα Τετάρτη, εγένετο χειμών φοβερός, πλήθος αστραπών και βροντών και εχάλασεν ο νάρθηκας του Αγίου Ανδρέως, και ηνεώχθησαν αι πύλαι της εκκλησίας, και μνημεία ηνεώχθησαν και η καμπάνα έπεσε και σημεία εγένοντο εις τους τοίχους και εις τας πύλας ως από ξίφους».  

Αργότερα τα Άγια λείψανα μεταφέρθηκαν στην Ρώμη.

Βαθύτατη επιθυμία Κλήρου και Λαού, ήταν η επιστροφή του Αγίου στην πόλη στην οποία «….κατώρθου δια της σκαπάνης του λόγου να εκριζώνει πάθη χρόνια και ανίατα, άτινα υπήρχον  ερριζωμένα εν ταις καρδίαις πολλών των του κλήρου και του λαού….».

Μετά από άοκνες προσπάθειες όλων των Αρχιερέων της Μητροπόλεως Αργολίδος, ο Θεός αξίωσε – επί Αρχιερατείας του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου  κ.κ. Ιακώβου Β΄ – τα Άγια Λείψανα του Αγίου να επιστρέψουν στην πόλη του Άργους, στις 21 Ιανουαρίου 2008. Η μνήμη του τελείται στις 3 Μαΐου.

  

Τσάγκος Αναστάσιος.

 

Πηγές


  • Χρήστος Παπαοικονόμος, «Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ο Θαυματουργός», Τυπογραφείο Σ. Βλαστού, Αθήνα 1908.
  • Πέτρος, επίσκοπος Άργους”, εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα, τόμ. 49, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 2004-2005.
  • Πέτρος, επίσκοπος Άργους”, Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. 10, εκδ. Μαρτίνος Αθ., Αθήνα 1967, στ. 369-371.
  • Νικόδημος Αγιορείτης, «Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού», τόμ. Β’, Αθήνησι 1868, σελ. 127-128.
  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008.
  • P. Enrico Rickenbach, «Storia e scritti di S. Pietro d΄ Argo», Tipografia del cav. V. Salviucci, Roma 1899.
  • Κωνσταντίνος Κυριακόπουλος, «Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους, Βίος Και Λόγοι», Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος 1976.

 

Read Full Post »

Όσιος  Λεόντιος  ό Αθωνίτης ό Μυροβλήτης

 

Όσιος Λεόντιος

Ο βίος του οσίου Λεοντίου του νέου σώζεται στο χειρόγραφο 677 σελ. φ 1-36 της Ιεράς Μονής του Αγίου Διονυσίου,  Άγιου Όρους, το όποιο γράφτηκε περί τα τέλη του 18ου αιώνα και είναι μετάφραση προηγούμενου κειμένου από τις αρχές του 17ου αιώνα.

Γεννήθηκε το 1520 στο Άργος σύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και την παράδοση των πατέρων της Ιεράς Μονής Διονυσίου. Για τούς γονείς του και την παιδική του ηλικία δεν γνωρίζουμε τίποτα. Μπορούμε να συμπεράνουμε όμως ότι ό Όσιος είχε ευσεβείς γονείς, αφού σε ηλικία 17 ετών, το 1537, «ησύχαζε» σε ένα «μονίδριο» της Αργολίδας, επιλέγοντας  τον μοναχικό βίο.

Ο Όσιος, αφού εγκατέλειψε τούς γονείς του, τούς συγγενείς και φίλους, δόθηκε στη νηστεία, στις προσευχές και στις ασκήσεις του σώματος, στη μελέτη των Θείων Γραφών και στα θεάρεστα έργα.

 

Το έτος 1537, όταν οι Τούρκοι άρχισαν την επίθεση εναντίον του Ναυπλίου, ό Λεόντιος προφήτεψε ότι το κάστρο θα ερχόταν στα χέρια των Αγαρηνών, πράγμα το όποιο και έγινε το 1540. Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου από τούς Τούρκους, ο Λεόντιος κατέφυγε στο Άγιο Όρος, το όποιο αγάπησε πολύ, και ζήτησε να μονάσει στην Ιερά Μονή του Αγίου Διονυσίου. Για να τον δεχτούν του έθεσαν δύο όρους: 1) Ότι δεν θα εγκαταλείψει ποτέ την Μονή και 2) ότι θα αναλάβει οποιοδήποτε διακόνημα του ανατεθεί.

 

Κατοίκησε στο Ιερό κοινόβιο της Μονής Διονυσίου και για 60 ολόκληρα χρόνια δεν βγήκε από το Μοναστήρι. Έτσι αξιώθηκε του διορατικού και προφητικού χαρίσματος. Μετά τον θάνατο του, τα Ιερά του λείψανα ανέβλυσαν Μύρο. Ο όσιος Λεόντιος  απεβίωσε το 1605 σε ηλικία 85 ετών.

Στην περιοχή Πορτίτσες του Άργους υπάρχει ιδιωτικός ναός αφιερωμένος στον Όσιο Λεόντιο. Η μνήμη του εορτάζεται στις 18 Ιουνίου εκάστου έτους.

 

 

Πηγή

 

  • Μητροπολίτης Αργολίδος Χρυσόστομος Β’ ( Δεληγιαννόπουλος), « Ασματικαί Ακολουθίαι του Αγίου Αγγελή Νεομάρτυρος και του Οσίου Λεοντίου Των Αργείων, μετά σχετικών βιογραφικών σημειωμάτων », Ναύπλιον 1982.

Read Full Post »

Η Συνάντησις: Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος

 

Ανατολικά της πόλης του Άργους, σε μια ταπεινή σπηλιά, ασκητεύει ένας ταπεινός και ήρεμος Αθηναίος, ο οποίος στο όνομα της αγάπης του Θεού, εγκαταλείπει το «κλεινόν άστυ» όπου γεννήθηκε το 862 μ.Χ. και με νηστεία και προσευχή λατρεύει τον Κύριο. Πρόκειται για τον Άγιο Θεοδόσιο τον Νέο. Κακόβουλοι και συκοφάντες άνθρωποι κατηγορούν τον ερημίτη στον Άγιο Πέτρο Επίσκοπο Άργους, ότι δήθεν είναι αγύρτης και λαοπλάνος. Ο Άγιος στενοχωριέται και με θλίψη κατανοεί ότι πρέπει να λάβει μέτρα για το καλό της Εκκλησίας. Σκοπεύει να απομακρύνει τον ασκητή Θεοδόσιο από την περιοχή. Τότε δέχεται την επιστολή του Πατριάρχη Νικολάου να μεταβεί στην Κωνσταντινούπολη. Αποφασίζει να αντιμετωπίσει το θέμα του ασκητή Θεοδόσιου, μετά την επάνοδο του.

Στην Πόλη και ενώ η Σύνοδος βρίσκεται σε εξέλιξη, παρουσιάζεται στον Άγιο, ως όραμα, ο Θεοδόσιος και του αποκαλύπτει την εις βάρος του σκευωρία. Ταυτοχρόνως όμως παρουσιάζεται και στον Πατριάρχη και τον παρακαλεί να αποτρέψει τον Επίσκοπο να τον εκδιώξει από το ασκητήριο του. Γίνεται έτσι φανερό το θέλημα του Θεού. Ο Άγιος Πέτρος γυρίζει στο Άργος και, παίρνοντας τον δρόμο μόνος του, πηγαίνει προς συνάντηση του Άγιου ασκητή Θεοδόσιου.

 

Η Συνάντησις: Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

 

Ο Άγιος Θεοδόσιος, με το Θείο χάρισμα της προορατικότητας, γνωρίζει  την επίσκεψη του Επισκόπου του. Τοποθετεί αναμμένα κάρβουνα και λιβάνι στο σκούφο του και κατεβαίνει να τον προϋπαντήσει. Εκεί, κάτω από το βλέμμα του Θεού, συναντιούνται οι δύο Άγιοι. Η Εκκλησία αγάλλεται. Ο Άγιος Πέτρος μαθαίνει όλη την αλήθεια για τον Θεοδόσιο, τον χειροτονεί Ιερέα και τον ορίζει συνεργό και βοηθό στο έργο του.

Όταν ο Θεός καλεί κοντά του τον Άγιο Θεοδόσιο, ο Άγιος Πέτρος συγκεντρώνει όλο τον κλήρο της περιοχής και τον κηδεύει ιεροπρεπώς, μπροστά στο Ναό του Τιμίου Προδρόμου, που ο ίδιος ο Άγιος Θεοδόσιος είχε κτίσει.

 

Η Συνάντησις: Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Εικόνα από τον ιστότοπο «Ημερολόγιο Αποδημίας» του π. Αναστασίου Σαλαπάτα.

 

Στο σημείο της εν λόγω Συνάντησης έχει κτισθεί ένα μικρό κάτασπρο εκκλησάκι, στ’ αριστερά της ανόδου του επισκέπτη και 500 περίπου μέτρα πριν από το προαύλιο της Μονής του Οσίου Θεοδοσίου. Μερικά πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν στο μικρό ναό. Στη βάση τους υπάρχει ένα προσκυνητάρι. Δίπλα από το προσκυνητάρι βλέπει κανείς ένα βαθούλωμα στο βράχο, το οποίο λέγεται πως είναι ο τόπος όπου καθόταν ο Όσιος Θεοδόσιος και ανέμενε τον Άγιο Πέτρο.

Η μνήμη του συμβάντος τιμάται μεγαλοπρεπώς κάθε χρόνο, από το 1956, συνήθως την πρώτη Κυριακή ύστερα από τις 3 του Μάη – γιορτή του Αγίου Πέτρου – ή κάποια κοντινή Κυριακή, σύμφωνα με την απόφαση της τοπικής Εκκλησίας.

 

Πηγή


  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος, 2008.

 

Read Full Post »

Περί

του Μάρτυρα Λεωνίδη και της Συνοδείας Αυτού.

(Χαρίσσης , Νίκης, Γαληνής, Καλλίδος, Νουνεχίας, Βασιλίσσης, Θεοδώρας).

 

 

Άγιος Λεωνίδης

Άγιος Λεωνίδης

Μεταξύ της πόλης της Νέας Επιδαύρου και του Αγίου Μάρτυρος Λεωνίδη και της συνοδείας Αυτού, αποτελούμενης από επτά γυναίκες, υπάρχει ιερός και άγιος δεσμός. Πότε άρχισε αυτή η αγία σχέση δεν γνωρίζουμε ακριβώς.  Όμως, κάποια στοιχεία που υπάρχουν μαρτυρούν την ιερή αυτή σχέση.

 

 Το 1833 ο τότε εφημέριος της κοινότητας ιερεύς Νικόλαος Νάτσουλης, έκτισε ναό προς τιμήν και δόξα του Αγίου Λεωνίδη.  

   Ο Άγιος Λεωνίδης αποκαλείται, στο απολυτίκιο του «Μέγας πρόμαχος Επιδαύρου».  

   Το 1916 μετά από συνεχή όνειρα, ευσεβείς κάτοικοι της Επιδαύρου, καλούντο να «εύρουν  κρυμμένον θησαυρόν» κάτω από τα θεμέλια των ερειπίων του ιερού ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όταν, επί τέλους έσκαψαν στο σημείο που είχε υποδειχτεί, κατ΄ αρχήν βρήκαν ιερή εικόνα της Παναγίας και κατόπιν σε βάθος 70 εκατοστών, αποκαλύφτηκαν  επτά σκελετοί που όπως αποδείχτηκε ανήκαν σε γυναίκες. Συγχρόνως, παρουσιάστηκε και πέτρινη πλάκα η οποία αφού μετακινήθηκε αποκάλυψε ανδρικό σκελετό ο οποίος μαρτυρούσε ότι ο άνθρωπος αυτός είχε υποστεί στραγγαλισμό ενώ ευωδία αναδυόταν εκ του τάφου.

  

Το Μαρτύριο του Αγίου και των επτά συνοδών του

 

Ο Άγιος Λεωνίδης και η συνοδεία του αποτελούμενη από επτά γυναίκες, συνελήφθησαν το Μέγα Σάββατον του έτους 250 μ.Χ.  και οδηγήθηκαν στην Κόρινθο, ενώπιον του ηγεμόνα Ανθυπάτου Βενούστου, ο οποίος  τους ζήτησε να αρνηθούν την πίστη τους και να γλυτώσουν την ζωή τους. Ο Άγιος και οι περί Αυτόν γυναίκες ασάλευτοι στην αγάπη τους για τον Θεό και τον Χριστιανισμό, δεν δέχτηκαν να αλλαξοπιστήσουν. Καταδικάστηκαν σε θάνατο. Τον Άγιο Λεωνίδη τον κρέμασαν και τον « ξέσκισαν». Μετά, το άγιο σκήνωμά του μαζί με τις επτά γυναίκες οδηγήθηκε  στην θάλασσα. Καθ΄οδόν οι γυναίκες έψαλλαν και δόξαζαν τον Θεό. «Έν μίλιον έδραμον, Κύριε, στράτευμα με εδίωξε, Κύριε, και ούκ ηρνησάμην σε, Κύριε, σώσον μου το πνεύμα». Με πλοιάριο διάνυσαν περίπου τέσσερα μίλια μακριά από τις ακτές. Εκεί αφού τις έδεσαν με πέτρες, τις έριξαν στο βυθό, μία ημέρα πρίν από το Άγιον Πάσχα. χριστιανοί της Επιδαύρου, που παρακολουθούσαν από απόσταση τις δραματικές στιγμές του Αγίου και των επτά Αγίων γυναικών, περισυνέλλεξαν τα νεκρά σώματα και τα ενταφίασαν.

  

 

Μια διευκρίνιση

 

Μέχρι πρότινος πολλοί πίστευαν ότι ο Άγιος Λεωνίδης ήταν επίσκοπος Αθηνών. Μετά από σοβαρές έρευνες του Σεβασμιώτατου Μητροπολίτη Αργολίδας κυρού Χρυσοστόμου Β΄ αποδείχτηκε  ότι ο Άγιος Λεωνίδης της Επιδαύρου δεν υπήρξε ποτέ επίσκοπος. Υπάρχουν δύο Άγιοι με το ίδιο όνομα. Ο  Άγιος Λεωνίδης, επίσκοπος Αθηνών και ο απλός Μάρτυρας Λεωνίδης και οι περί αυτόν επτά γυναίκες, ο οποίος καταγόταν από την περιοχή της τροιζήνας. Εκεί, στην Ν. Επίδαυρο, φυλάσσονται ευλαβικά τα ιερά λείψανα τους, σύμβολα αγώνα και θυσίας στο όνομα του Θεού και της Χριστιανοσύνης. Η Εκκλησία μας τιμά την μνήμη τους στις 16 Απριλίου.

 

 

(Περισσότερες λεπτομέρειες υπάρχουν στο βιβλίο του κυρού Χρυσοστόμου Β΄ που φέρει τον τίτλο: ΑΓΙΟΛΟΓΙΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ ΚΑΙ ΑΣΜΑΤΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΙΣ ΤΟΝ ΑΓΙΟΝ ΜΑΡΤΥΡΑ  ΛΕΩΝΙΔΗΝ ΚΑΙ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΙΑ ΑΥΤΟΥ. Ναύπλιον 1980).

 

Read Full Post »

 Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος , ο Αθηναίος ιαματικός ασκητής της Αργολίδος.


 

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Ο ένσαρκος Άγγελος και ο άσαρκος άνθρωπος, ο καταφρονητής των τερπνών και των προσκαίρων απολαύσεων και ο ζηλωτής αυτών που διαμένουν στους αιώνες, έζησε τον ένατο αιώνα γεννημένος από ευσεβείς και πλούσιους Αθηναίους. O σπόρος που είχε ρίξει ο Απόστολος Παύλος και είχαν ποτίσει με τους ίδρωτες τους οι Άγιοι των Αθηνών Ιεράρχες, οι Ομολογητές και οι Μάρτυρες, έδωσε καρποφόρο στάχυ και τον όσιο Θεοδόσιο, αυτόν που από μικρό ή χάρη του Θεού πιάνοντας τον από το χέρι τον έφερε στον κήπο της μοναδικής πολιτείας, στον αγρό της σωτηρίας.

Στην Αργολίδα κάποια μέρα του παρουσιάσθηκε ο θείος Πρόδρομος, και μόνη ή όψη του τον γέμισε από θεία αγαλλίαση. Θεώρησε την παρουσία του ευλογία και ταυτόχρονα υπόδειξη για μίμηση των ασκητικών του παλαισμάτων. Παίρνοντας δύναμη συνέχισε τον αγώνα του και έκτισε ναό στο όνομα του Βαπτιστού του Κυρίου, γύρω από τον όποιο αναπτύχθηκε μοναστήρι με την προσέλευση πολλών μοναχών, που ήλθαν να υποταχθούν στο μεγάλο Αθηναίο ασκητή. Με την πάροδο του χρόνου και την ισάγγελη βιωτή του ο Θεοδόσιος έγινε ταμείο θεϊκών χαρισμάτων και ανεδείχθη ιατρός των νοσούντων, έτσι ώστε να επονομάζεται ιαματικός.

Επειδή όμως ή αρετή πολεμάται, βρέθηκαν μερικοί διαβολείς, οι όποιοι παρουσιάσθηκαν στον τότε επίσκοπο του Άργους, τον άγιο Πέτρο, και τον κατηγόρησαν ως μάγο και απατεώνα. Παρουσιάσθηκε τότε ο όσιος Θεοδόσιος στον ύπνο του Αγίου Πέτρου, που σημειωτέον τότε βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη για επίσκεψη του Πατριάρχη, και του συστήθηκε, για να παύσει να έχει άδικη γι’ αυτόν κρίση. Ταυτόχρονα και ο Πατριάρχης τον ρώτησε αν έχει κάποιο μοναχό Θεοδόσιο στην επαρχία του. Στην καταφατική απάντηση του Αγίου Πέτρου και στην εξιστόρηση της εμφανίσεως του στον ύπνο του, ο Πατριάρχης τον παρεκάλεσε να διαβιβάσει στον Όσιο την ευλογία και εκτίμηση του.

Μετά την επανάκαμψη του Αγίου Πέτρου στο Άργος αποφάσισε αυτός να επισκεφθεί τον τόπο ασκήσεως του οσίου Θεοδοσίου στο χωριό Παναρήτι. Η πληροφορία έφθασε στον Όσιο, που έσπευσε να τον προϋπαντήσει σε μικρή απόσταση από το ασκητήριό του. Σε κάποιο σημείο κάθισε ο Ιεράρχης να ξαποστάσει, οπότε βλέπει να τον πλησιάζει ο όσιος Θεοδόσιος βαστάζοντας στα χέρια του το καλογερικό του σκουφί, μέσα στο όποιο είχε βάλει αναμμένα κάρβουνα και έκαιγε λιβανωτό, αντί θυμιατηρίου και να τον θυμιάζει. Και κατά παράδοξο τρόπο ούτε το σκουφί ούτε το χέρι του Οσίου καιγόταν. Τότε βεβαιώθηκε ο άγιος Ιεράρχης περί της οσιότητας του ασκητού και αφού αντάλλαξε μαζί του ασπασμό εγκάρδιο, τον χειροτόνησε διάκονο και ιερέα.

Κλήμα γλυκύκαρπο, που βλάστησε στην Αθήνα
και μέθυσε με το νέκταρ
των αρετών του την πλούσια
γη της Αργολίδος, αποτελεί
ο όσιος ασκητής Θεοδόσιος ο Νέος.

(Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας)
 

Ο θείος Θεοδόσιος έφθασε σε βαθύ γήρας και έγινε περιβόητος για την αρετή και τα θαύματα του σ’ όλη τη γύρω περιοχή. Μάλιστα, αξιώθηκε να προβλέψει το θάνατο του τρεις ήμερες πριν και να συγκεντρώσει τους φοιτητές του, για να τους δώσει τις τελευταίες νουθεσίες και εντολές του. Ανάμεσα σ’ αυτούς, που θρηνούσαν για τον πρόσκαιρο αποχωρισμό του, έφυγε για την αιώνια μακαριότητα σιγοψελλίζοντας: «Κύριε, εις χείρας Σου παραθήσομαι το πνεύμά μου» (Λουκ. κγ’ 46). Η κηδεία του οσίου Θεοδοσίου έγινε πάνδημη και με την παρουσία του αγίου Πέτρου και πλήθους ιερέων και μοναχών.

Το σκήνος του αποτέθηκε στο ναό του Τιμίου Προδρόμου και ο τάφος του δείχθηκε πηγή ιαμάτων αστείρευτη στους αιώνες. Παράλυτοι σηκώθηκαν, τυφλοί ανέβλεψαν, άτεκνοι έγιναν εύτεκνοι και πολλοί ασθενείς βρήκαν τη θεραπεία τους. Έτσι αντεδόξασε ο Θεός το δούλο του Θεοδόσιο, που Τον αγάπησε ειλικρινά και Του αφιέρωσε κάθε ικμάδα της γήινης ζωής του. Η μνήμη του τελείται στις 7 Αύγουστου.

 

Πηγή


 

  • Περιοδικό «Τόλμη», Αύγουστος 2007. 

Read Full Post »

Άγιος Αγγελής ο Νεομάρτυρας, ο Αργείος


 

 

Νεομάρτυς Αγγελής ο Αργείος

Μαρτύρησε στη Χίο.  Η καταγωγή του ήταν από το Άργος της Πελοποννήσου και ζούσε στο Κουσάντασι (Έφεσο) της Μικράς Ασίας. Εργαζόταν ως πρακτικός γιατρός. Ήταν άνθρωπος ήσυχος, ευλαβής, φιλακόλουθος και ελεήμων.

Κάποια μέρα σε μια συνάντηση έτυχε να βρίσκεται ένας Γάλλος άθεος, ο οποίος χλεύαζε τη χριστιανική πίστη. Ο Αγγελής με παρρησία αντέκρουσε τα επιχειρήματα του Φράγκου. Του πρότεινε μάλιστα να μονομαχήσουν, εκείνος πάνοπλος και ο άγιος μόνο με ένα ξύλο, πιστεύοντας πως θα τον νικήσει με τη δύναμη της πίστης. Ο Γάλλος δέχτηκε. Έκαναν μάλιστα και έγγραφη συμφωνία στην πρεσβεία. Ο Αγγελής έτρεξε στον πνευματικό του, εξομολογήθηκε και ζήτησε την ευχή του. Ο πνευματικός πάσχισε να τον αποτρέψει, αλλά ο Αγγελής επέμενε. Έτσι, ο ιερέας του έδωσε τελικά ευλογία.

Ο Αγγελής έμεινε άγρυπνος όλη τη νύχτα προσευχόμενος και ζητώντας από το Θεό να τον ενισχύσει εναντίον του βλάσφημου Γάλλου. Μ’ αυτό τον τρόπο προετοιμάστηκε πνευματικά για τη μονομαχία. Όμως, ο Θεός δεν επέτρεψε να γίνει τελικά ανθρωποκτονία. Αφού κοινώνησε ο Αγγελής των αχράντων Μυστηρίων, εμφανίστηκε μπροστά στο Γάλλο. Τότε τρόμος και δειλία κυρίευσε τον Φράγκο και μπροστά σε όλους εγκατέλειψε καταντροπιασμένος τη μονομαχία. Έτσι, νικητής ανακηρύχθηκε ο άγιος.

Μετά το γεγονός αυτό, ο Αγγελής κλείστηκε στον εαυτό του. Έμενε διαρκώς στο σπίτι του. Μόνο δύο φίλοι του τον επισκέπτονταν, του έφερναν τροφή και προσπαθούσαν να του διώξουν τη μελαγχολία και την υποχονδρία, όπως νόμιζαν. Αυτός όμως, τους έλεγε να μην κοπιάζουν μάταια, διότι είχε αποφασίσει να μαρτυρήσει για το Χριστό. Νυχθημερόν φανταζόταν τα στίγματα του Χριστού στο σώμα του. Τον κατέτρωγε δυστυχώς η υπερηφάνεια, ότι τάχα νίκησε τον αντίπαλο λόγω της μεγάλης πίστης του. Βρίσκοντας τότε ευκαιρία ο ανθρωποκτόνος διάβολος, του υπέβαλε την ιδέα να τουρκέψει για να μαρτυρήσει στη συνέχεια.

Έτσι, το Σάββατο του Λαζάρου του έτους 1813, πήγε ζητώντας να γίνει μουσουλμάνος. Οι Τούρκοι αρχικά τον έδιωχναν με βρισιές, ύστερα όμως, μπροστά στην επιμονή του, τον δέχθηκαν. Αμέσως μετά την εξώμοσή του, άρχισε να κάνει διάφορες παράλογες πράξεις, ώστε να τον οδηγήσουν στο δικαστήριο, να ομολογήσει τον Χριστό και να μαρτυρήσει. Όμως, δεν έγινε έτσι, αλλά τον έδιωξαν ως τρελό και τον έστειλαν στη Χίο.

Στη Χίο συνέχισε την παράξενη συμπεριφορά. Σε κάθε εκκλησία που συναντούσε έμπαινε μέσα και με λυγμούς έκανε μετάνοιες, χτυπούσε αλύπητα το κεφάλι του στο δάπεδο, τόσο που ο χτύπος ακουγόταν μακριά και ύστερα ασπαζόταν με πολλή ευλάβεια τις εικόνες.

Συμμετείχε στις ακολουθίες λέγοντας τόσο κατανυκτικές προσευχές στον Χριστό, την Παναγία και τους αγίους, ώστε όλοι θαύμαζαν, πώς είχε προσαρμόσει τόσο ωραία και είχε αποστηθίσει όλες εκείνες τις ευχές, οι οποίες προκαλούσαν στους υπολοίπους δάκρυα και συμπάθεια προς τον μάρτυρα. Άλλοτε πάλι, έδινε λειτουργίες στους ιερείς και ελεημοσύνες στους φτωχούς, ώστε να δέονται στο Θεό γι’ αυτόν. Στους Χριστιανούς έλεγε, να προσεύχονται στο Θεό, για να φέρει εις πέρας τον αγώνα του. Αν τον επαινούσαν για την επιθυμία του αυτή, αγρίευε, έβριζε και γινόταν απειλητικός. Προκαλούσε και με άλλους τρόπους τους Τούρκους, για να τους ερεθίσει, ώστε να καταφέρει το σκοπό του.

Κάποτε, ενώ ήταν περίοδος ραμαζανιού, κάθισε κάτω από ένα τούρκικο σπίτι, έπινε νερό και κάπνιζε. Κατέβηκε λοιπόν κάτω ο σπιτονοικοκύρης και έδειρε τον Αγγελή. Άλλοτε πάλι, ενώ ήταν ραμαζάνι, κάθισε μπροστά στην πόρτα του δικαστηρίου, άπλωσε το μαντήλι του, έτρωγε και έπινε κρασί. Κανείς όμως, δεν ασχολήθηκε μαζί του.

Συχνά πήγαινε στον τάφο του αγίου Μακαρίου Νοταρά, καθοδηγητή πολλών νεομαρτύρων και προσευχόταν με δάκρυα αγκαλιάζοντας το μνημείο, ώστε με τις πρεσβείες του αγίου, να αξιωθεί να μαρτυρήσει. Άλλοτε πήγαινε σε ένα εξωκλήσι, όπου συναντιόταν με έναν πνευματικό. Προσευχόταν με πολλή κατάνυξη και συντριβή, μένοντας για πολλή ώρα εκστατικός, λες και αρπαζόταν ο νους του σε θεία θεωρία. Όμως, δεν αποκάλυπτε τις πνευματικές του εμπειρίες αλλά προσποιούταν το σαλό.

Έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει ότι ξεγελάστηκε από τον δόλιο δαίμονα, αναγνώρισε την ανθρώπινη αδυναμία του και μετενόησε ειλικρινώς αναθέτοντας όλη του την ελπίδα στον Θεό τότε λοιπόν, ο Θεός τον αξίωσε για εκείνο, που τόσο σφοδρά επιθυμούσε.

Αφού παρέμεινε έξι μήνες στη Χίο, προετοιμαζόμενος πνευματικά, με συντετριμμένη πλέον καρδιά εισήλθε στο στάδιο του μαρτυρίου. Μια μέρα ξυρίζει τα γένια του και πηγαίνει στο τελωνείο. Μόλις τον είδαν οι Τούρκοι απορημένοι τον ρώτησαν γιατί ξύρισε τα γένια του. Εκείνος τους απάντησε, πως όσο ήταν Τούρκος τα άφηνε, επειδή οι Τούρκοι τα έχουν περί πολλού. Τώρα όμως που ξαναέγινε Χριστιανός, τα έκοψε ως περιττά και άχρηστα, επειδή εδώ οι Χριστιανοί συνήθιζαν να ξυρίζονται.

Προσπάθησαν να τον συνετίσουν. Βλέποντας όμως ότι δε γίνεται τίποτα, τον έκλεισαν σιδηροδέσμιο στο κάστρο. Όλη τη νύχτα τον βασάνιζαν. Την άλλη μέρα τον οδήγησαν στον διοικητή του νησιού, όπου είχαν συγκεντρωθεί και οι αγάδες. Επεχείρησαν με υποσχέσεις και απειλές να τον μεταπείσουν. Θέλησαν να τον ανεβάσουν βιαίως στο τζαμί σέρνοντάς τον και χτυπώντας τον άσπλαχνα. Όμως, ο μάρτυρας φώναζε πως ήταν καλύτερα γι’ αυτόν να τον θανατώσουν εκείνη τη στιγμή, παρά να ανέβει στο Τζαμί, διότι ήταν πλέον και πάλι Χριστιανός.

Επειδή ο Αγγελής έμενε σταθερός στο Χριστό, τον έκλεισαν και πάλι στη σκοτεινή φυλακή με τα πόδια στο τουμπρούκι. Την άλλη μέρα, 3 Δεκεμβρίου του 1813 μη καταφέρνοντας να του αλλάξουν γνώμη, τον οδήγησαν στη θέση Βουνάκι, όπου τον απεκεφάλισαν .

Το μαρτυρικό του λείψανο τρία μερόνυχτα έμεινε στον τόπο της εκτέλεσης. Οι Χριστιανοί προσπαθούσαν να πάρουν κάτι από τα ενδύματα του μάρτυρα ή από το αίμα του, δίνοντας χρήματα στους φρουρούς. Ένας Χριστιανός πρότεινε χιλιάδες γρόσια να πάρει το άγιο λείψανο για ταφή, αλλά οι Τούρκοι δε δέχτηκαν. Επειδή κάποιος ιερέας άρπαξε την τιμία κάρα του αγίου και την καταφιλούσε μπροστά στους Τούρκους, σκλήρυναν τη στάση τους και σήκωσαν το άγιο λείψανο μαζί με την κεφαλή και το χώμα, που είχε βραχεί από το αίμα και τα έριξαν στο πέλαγος σε 25 οργυιές βάθος. Τη νύχτα προσπάθησαν κάποιοι φιλομάρτυρες Χριστιανοί να τα βγάλουν αλλά δεν το κατόρθωσαν.

 

Πηγή


  • ΛΕΙΜΩΝΑΡΙΟΝ ΠΕΡΙΕΧΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑΣ ΚΑΙ ΒΙΟΥΣ ΝΕΩΝ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΚΑΙ ΟΣΙΩΝ συνταχθείσας παρά του Πανοσιολογιωτάτου κυρίου κυρίου ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ του ΧΙΟΥ, Δαπάνη Ζαχαρίου Κ. Καραλλή Τηνίου, Τόμος τρίτος, Εν Ερμουπόλει, εκ του Τυπογραφείου Γ. ΜΕΛΙΣΤΑΓΟΥΣ, ΜΑΚΕΔΟΝΟΣ, 1857, σελ. 36-42.

 

Read Full Post »

Άγιος Αναστάσιος ο Ναυπλιεύς  


 

 

Η εικόνα του Πολιούχου του Ναυπλίου, έργο του διάσημου αγιογράφου Δημ. Σ. Γεωργαντά, τιμημένου με το μετάλλιο του Βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου ΙΙΙ.

Αυτός ο ευλογημένος ήταν γέννημα θρέμμα του Ναυπλίου και ζωγράφος επιδέξιος ως προς το επάγγελμα. Αρραβωνιάστηκε εκεί την κόρη ενός χριστιανού και σε λίγες μέρες άκουσε κάποια σφάλματα για την αρραβωνιαστικιά του και την άφησε. Οι συγγενείς της κόρης, του έκαναν μαγικά, για να την αγαπήσει και να την πάρει. Έτσι σε λίγο καιρό υπό την επήρεια των μαγικών, έχασε ο νέος τα λογικά του και γυρνούσε από δω κι από κει.

Όταν τον είδαν οι Τούρκοι, έτσι αλλόκοτο, τον έκαναν να αλλαξοπιστήσει. Ο Θεός όμως τον λυπήθηκε και σε λίγες μέρες του έδωσε την υγεία του. Και ερχόμενος στα συγκαλά του, κατανοεί ότι είναι Τούρκος και ότι φορούσε στο κεφάλι άσπρο σαρίκι. Αμέσως το πετάει στο χώμα και αρχίζει να φωνάζει με δυνατή φωνή και με τόλμη μέσα στο πλήθος των Τούρκων ότι ήταν, είναι και θα είναι για πάντα χριστιανός. 

Οι Τούρκοι μόλις είδαν ότι μετάνιωσε, έτρεξαν καταπάνω του και δέρνοντας και σπρώχνοντας τον έφεραν στον κριτή. Ο κριτής επιχειρούσε με διάφορες πλεκτάνες, πότε κολακεύοντας και πότε φοβερίζοντας, να τον κάνει να αρνηθεί την Χριστιανική πίστη. Αλλά ο Μάρτυρας δεν τα λογάριαζε όλα αυτά και ακλόνητος έλεγε με τόλμη ότι δεν αρνείται τον Κύριο Ιησού Χριστό, τον αληθινό Θεό, αλλά πιστεύει και Τον προσκυνά ως δημιουργό και σωτήρα του ενώ την πίστη στον Αλλάχ δεν την χρειάζεται και την αποστρέφεται. Όταν άκουσε αυτά ο κριτής έδωσε εντολή να τον αποκεφαλίσουν. 

Αλλά οι Τούρκοι δεν τον άκουσαν και με το που τον έβγαλαν από το κριτήριο όρμισαν πάνω του όπως παλιά οι Ιουδαίοι στον πρωτομάρτυρα Στέφανο και άλλοι με ξύλα, άλλοι με σπαθιά, άλλοι με μαχαίρια κατατρυπούσαν το κορμί του Μάρτυρα μέχρι που το κατέκοψαν σε μικρά κομμάτια. 

Έτσι ετελειώθη την 1η Φεβρουαρόυ 1655 ο ευλογημένος Αναστάσιος και έλαβε του μαρτυρίου το στεφάνι και τώρα ευφραίνεται στο χορό των Μαρτύρων εις δόξαν του Τριαδικού Θεού. Με Βασιλικό διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1935 καθιερώθηκε η 1η Φεβρουαρίου ως ημέρα ολοκληρωτικής αργίας των καταστημάτων Ναυπλίου. 

Άγιος Αναστάσιος

Η μνήμη του πανηγυριζόταν στον εν Ναυπλίω ενοριακό Ναό «Γενέσιον της Θεοτόκου», όπου υπάρχει ελαιόδενδρο που κατά την παράδοση συνδέεται με την άθληση του Νεοάρτυρος. Την 1η Φεβρουαρίου του 1990 θεμελιώθηκε από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος κύριον Ιάκωβο και με τη συνδρομή των Τοπικών Αρχών και του ευσεβούς λαού σύντομα ανηγέρθη περικαλλής Ναός στην παραλιακή οδό Ναυπλίου Νέας Κίου. Στις 4 Ιουνίου του 1995 – συνέπεσε εκείνη τη χρονιά η Κυριακή των Αγίων 318 Θεοφόρων Πατέρων, της εν Νικαία Α΄ Οικουμενικής Συνόδου – ο Μητροπολίτης Αργολίδος κύριος Ιάκωβος συμπαραστατούμενος υπό του Μητροπολίτου Μονεμβασίας και Σπάρτης καθώς και του Μητροπολίτου Άρτης ετέλεσε τα εγκαίνια του Ναού. 

Έκτοτε καθιερώθηκε να εορτάζεται κατ’ έτος πανηγυρικά εκτός από τη μνήμη του Μάρτυρα και η επέτειος των εγκαινίων του Ναού του Αγίου Αναστασίου. Ακολουθίες συνέθεσαν ο Μητροπολίτης πρώην Καρπάθιου και Κάσου Νείλος Σμυρνιωτόπουλος και ο Υμνογράφος Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Την Ακολουθία της επετείου των εγκαινίων του Ναού του Αγίου Αναστασίου εποίησε ο Επίσκοπος Επιδαύρου Καλλίνικος Κορομπόκης. 

  

Πηγές 


 

  • ΝΕΟΝ ΜΑΡΤΥΡΟΛΟΓΙΟΝ, παρά του Οσίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, έκδοσις Τρίτη, Εκδοτικός Οίκος «ΑΣΤΗΡ» Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, ΑΘΗΝΑΙ 1961, σελ. 74 και 75.   
  • Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, «Ασματικαί Ακολουθίαι εις τον Άγιον Νεομάρτυρα Αναστάσιον τον Ναυπλιέα», εν Αθήναις 1968.

   

Διαβάστε ακόμη: 

Το μαρτύριο του νεομάρτυρος Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1655) και το εκκλησιαστικοπολιτικόν πλαίσιον της εποχής του. 

Read Full Post »