Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Αργολίδα Μνημεία’ Category

Το Μυκηναϊκό νεκροταφείο των Δενδρών


 

Στα βορειοδυτικά της Ακρόπολης της Μιδέας και σε απόσταση τριών περί­που χιλιομέτρων βρίσκεται ένα από τα σπουδαιότερα νεκροταφεία της Μυ­κηναϊκής εποχής, το νεκροταφείο των Δένδρων, που πήρε το όνομα του από το σύγχρονο χωριό Δενδρά με το οποίο συνορεύει. Στο χώρο του νεκροτα­φείου έχουν βρεθεί οικιστικά κατάλοιπα της Πρώιμης εποχής του Χαλκού, καθώς και ταφικοί τύμβοι του τέλους της Μέσης και των αρχών της Ύστε­ρης εποχής του Χαλκού, που περιλαμβάνουν και ταφές αλόγων.

Η νεκρόπολη των Δένδρων θεωρείται ότι αποτελούσε το βασιλικό νε­κροταφείο της Μιδέας ήδη από την πρώιμη Μυκηναϊκή εποχή. Οι ανασκαφές Σουηδών και Ελλήνων αρχαιολόγων έφεραν στο φως ένα θο­λωτό και 16 θαλαμωτούς τάφους ανοιγμένους σε ομαλή πλαγιά. Οι ανασκαφές στο χώρο άρχισαν την άνοιξη του 1926 από τον Σουηδό αρχαιολόγο Axel W. Persson. Εκείνο το καλοκαίρι ερευνήθηκε ο θολωτός τάφος και την επόμενη χρονιά τρεις θαλαμωτοί. Δύο ακόμη τάφοι που εκτείνονται βορειοανατολικά και έξω από τα όρια του οργανωμένου σήμερα αρχαιολογικού χώρου, ερευνήθηκαν από τον Ν. Μπέρτο, το φθινόπωρο του 1927. Το 1937 ο Persson ανέσκαψε έναν ακόμη θαλαμωτό τάφο και το 1939 άλλους πέντε. Το 1960 ερευνήθηκε ο περίφημος «τάφος της πανοπλίας» από τον Ν. Βερδελή και δύο ακόμη θαλαμωτοί τάφοι από τον Σουηδό αρχαιολόγο P. Astrom. Το 1977 ανασκάφηκαν από την Ε. Πρωτονοταρίου – Δεϊλάκη δύο θαλαμωτοί τάφοι και οι τύμβοι που τους περιβάλλουν.

 

Θολωτός τάφος

Θολωτός τάφος

 

Ο μνη­μειώδης θολωτός τάφος αποτελείται από έναν ευρύχωρο κυκλικό ταφικό θάλαμο κτισμένο κατά το εκφορικό σύστημα και μακρύ δρόμο με κτιστά τοιχώματα, που οδηγεί στην είσοδο του μνημείου. Οι άλλοι τάφοι είναι απλούστεροι, θαλαμωτοί, λαξευμένοι στο φυσικό βράχο και έχουν ορθο­γώνιο συνήθως θάλαμο και μακρύ κατηφορικό δρόμο.

 

Θολωτός τάφος

Θολωτός τάφος

 

Θολωτός τάφος

Θολωτός τάφος

Οι τάφοι, που χρονολογούνται στους 15ο και 14ο αι. π.Χ., ήταν πλού­σια κτερισμένοι, αν και αρκετοί βρέθηκαν συλημένοι. Τα πολύτιμα κτερί­σματα τους μαρτυρούν την υψηλή κοινωνική θέση των νεκρών. Ο θολωτός τάφος περιείχε μερικά από τα σημαντικότερα ευρήματα του νεκροταφείου, όπως πολύτιμα σκεύη από χρυσό, ασήμι και χαλκό, κοσμήματα από χρυσό και ημιπολύτιμους λίθους, χάλκινα όπλα και ένα εντυπωσιακό σύνολο σφραγιδολίθων με αριστοτεχνικές παραστάσεις ζώων. Από τα πολύτιμα σκεύη ξεχωρίζουν χρυσή φιάλη με έκτυπη παράσταση θαλασ­σινού τοπίου και ρυτό από αυγό στρουθοκαμήλου με επίθετη διακόσμηση από χρυσό και ασήμι.

 

Χρυσό κύπελλο με περίτεχνη έκτυπη διακόσμηση φύλλων κισσού από το θαλαμωτό τάφο 10.

Χρυσό κύπελλο με περίτεχνη έκτυπη διακόσμηση φύλλων κισσού από το θαλαμωτό τάφο 10.

 

Θαλαμωτός τάφος 2

Θαλαμωτός τάφος 2

Οι πλουσιότεροι από τους θαλαμωτούς τάφους είναι οι τάφοι 2,10 και 12, στους οποίους βρέθηκαν κτερίσματα εξίσου σημαντικά με εκείνα του θο­λωτού τάφου. Ο τάφος 2 περιείχε πολλά χάλκινα σκεύη σε άριστη διατήρηση, ενώ από τον τάφο 10 προέρχονται περίτεχνα χρυσά περιδέραια και ενώτια, χρυσή φιάλη με ωραία έκτυπη διακόσμηση φύλλων κισσού και ασημένια αγγεία πόσης, που προφανώς αποτελούσαν επιτραπέζιο σύ­νολο.

 

Πανοπλία των Δενδρών - Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου

Πανοπλία των Δενδρών – Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου

 

Το σημαντικότερο, ωστόσο, εύρημα του νεκροταφείου είναι η περίφημη πανοπλία των Δένδρων, που αποκαλύφθηκε στο θαλαμωτό τάφο 12. Είναι κατασκευασμένη από πολλά μεγάλα χάλκινα ελάσματα, που κά­λυπταν ολόκληρο το σώμα του πολεμιστή. Μαζί με την πανοπλία του, βρέ­θηκαν οι χάλκινες περικνημίδες και κατάλοιπα του οδοντόφρακτου κράνους του με τις χάλκινες παραγναθίδες. Από τον ίδιο τάφο προέρχονται ασημέ­νια κύπελλα, καθώς και χάλκινα όπλα και σκεύη. Τα κτερίσματα του τάφου της πανοπλίας χρονολογούνται στα τέλη του 15ου αι. π.Χ., όπως και αυτά από το θολωτό τάφο και τους θαλαμωτούς τάφους 2 και 10.

 

Ταφές αλόγων

Ταφές αλόγων

 

Τα ευρήματα από το νεκροταφείο των Δένδρων είναι εκτεθειμένα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα (θολωτός τάφος, θαλαμωτοί τάφοι 2 και 10) και στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου.

Καίτη Δημακοπούλου

Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου 

 

Πηγή


 

  • Καίτη Δημακοπούλου, Νικολέττα Διβάρη-Βαλάκου, «Η Μυκηναϊκή Ακρόπολη της Μιδέας», Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού , Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, Αθήνα, 2010.

 

Read Full Post »

Ηραίον Άργους 


 

 Το Ηραίο του Άργους βρίσκεται ανάμεσα στο Άργος και τις Μυκήνες, στις πλαγιές του λόφου που λεγόταν Αετόβουνο ή Εύβοια. Θεωρείται το κέντρο της λατρείας της Ήρας, της θεάς »Αργείας», όπως την ονομάζει ο Όμηρος. Ας δούμε παρακάτω πως περιγράφει το Ηραίον του Άργους, η ζωγράφος και συγγραφέας Ντιάνα Αντωνακάτου στο βιβλίο της ¨Αργολίδα¨.

 

Ο ιερός τόπος του Ηραίου, νότια από τις Μυκήνες κι’ αυτός στ’ ανατολικά ριζωμένος, αντίκρυ στον κάμπο. Μια ξέφραχτη απλωσύνη πάνω σ’ ένα περή­φανο ύψωμα. Δεν έχει επιβλητικά μυστικά, δεν έχει ερείπια συναρπαστικά, δεν έχει ούτε σύγχρονους πιστούς — δεν έχει ακόμη ούτε εποχές πλαίσιά του. Σ’ όλες τις εποχές κρατάει αυτήν την ίδια ανοιχτή, άσκεπη ευλάβεια, απλω­μένη παλάμη, προσφορά ιερή στην πίστη της μεγάλης θηλυκής θεότητας των Αρχαίων.

Μια Παναγία, χωρίς καλοσύνη, αλλά αυστηρή στην παρθενικότητά της, αλύγιστη στην πίστη του ενός άντρα: η Ήρα. Σ’ όλους τους μήνες το σύγ­χρονο προσκύνημα αποπνέει την ίδια ιερότητα. Δεν υπάρχουν κοντά δέντρα να ορίζουν τις αλλαγές του χρόνου. Μόνον η χλόη ανάμεσα στα λιγοστά ερείπια σημειώνει τη μεταβολή, έχοντας να προσφέρει την ίδια συντροφικότητα με κεί­νη των χορταριών πάνω σε ξεχασμένα κοιμητήρια. Τ’ ανατρίχιασμα του αέρα μόνο τη χλόη διαπερνάει. Διάφορο σαν είναι ξερή το φθινόπωρο κι’ αλλιώτικο σαν είναι δροσερή την άνοιξη.

 

Ηραίον, πίνακας Ντιάνα Αντωνακάτου.

 

Το τοπίο είναι μοναχικό. Το τυλίγει μια μοναξιά χωρίς αλαζονεία, χωρίς σκληρότητα, χωρίς άγχος, μια μοναξιά που απλώνεται με μια θηλυκή γλυκύ­τητα, με ανεπαίσθητη θλίψη καρτερίας, κι’ ενώνεται με ό,τι γύρω εξακολουθεί να είναι ζωή, πάνω στο πιο ζωντανό κομμάτι της Αργολίδας. Μέσα σ’ αυτή τη μοναξιά επικοινωνείς με το Ηραίο. Σιωπή σε συνοδεύει περνώντας από το φυλάκιο στις μεγαλόπρεπες πρώτες σκάλες, πλατειές 81 μέτρα να σε οδηγήσουν από το πρώτο ύψωμα στο δεύτερο του νέου Ναού. Σ’ αυτό το μεσαίο ύψωμα θ’ ακολουθήσεις συγκεντρωμένα τα σπουδαιότερα χνά­ρια των ιστορικών χρόνων να πλαισιώνουν τον Ναό.

Κατά τ’ ανατολικά ένα κτίριο 28X17 μπορεί να χρησίμευε για τελεστήριο, αίθουσα μυστηρίων, όπως στην Ελευσίνα. Κατά τα βόρεια, πίσω από μια δεύτερη κλίμακα 45 μ. πλάτος αναπτύσσονται τρία κτίρια-στοές, 22 Χ 7 μ. πλάτος, με διπλές κολόνες η μικρή και η μεγάλη 63 Χ 10,50 μ. Και μια τρίτη στοά στα βορειοδυτικά. Στα νότια και δυτικά άλλο κτίριο, από τα αρχαιότερα στο είδος του, μ’ αυλή και περιστύ­λιο του 4ου αιώνα ίσως, οίκος για τις ιέρειες της Θεάς που αγγίζει με τη μια γωνία του μια τέταρτη στοά, αυτήν της εισόδου με την πιο τέλεια κατασκευή απ’ όλα τα κτίσματα του Ηραίου. Πιο μακριά, δυτικά, ανακαλύπτεις ρωμαϊκές θέρμες κι’ άλλες στοές.

Στο μέσον αυτών των κτιρίων ο νέος ναός, εφάμιλλος των ωραιοτέρων ιστορικών, κτισμένος από τον Ευπόλεμο σ’ αντικατάσταση του αρχαϊκού που κάηκε. Η βάση του 39 Χ 20 μέτρα, με έξη δωρικές κολόνες περιστύλιο και δώδεκα στα πλάγια. Στο εσωτερικό το υπόβαθρο των τοίχων του σηκού και τα θεμέλια των εσωτερικών κιόνων. Μέσα εκεί το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Θεάς καθισμένης στο θρόνο, έργο του Πολυκλείτου. Και κοντά ένα ξύλινο άγαλμα της Ήρας κλεμμένο από την Τίρυνθα το 468 π.Χ.

Στο Εθνικό Μουσείο λίγα κομμάτια από τα αετώματα υπάρχουν μόνο. (Ο Παυσανίας ιστορεί πως το ένα έδινε τη γέννηση του Δία και τη μάχη των Γιγάντων, το άλλο την άλωση της Τροίας). Στα προπύλαια υπήρχαν αγάλματα ιερειών, ηρώων και του Ορέστη. Στο τρίτο ύψωμα ο αρχαίος ναός της Ήρας – κάηκε το 423 π.Χ. – δεσπόζει ακόμη με μια μεγαλοπρέπεια κυριαρχική από το ύψος των 252 μέτρων, ενώ πίσω το βουνό της Εύβοιας ανεβαίνει ως τα 700 μέτρα. Ανάμεσα σε δυο μικρά ποτάμια, τον Αστερίονα και τον Ελευθέριο –  τα νερά τους ιερά για την κάθαρση της ιέρειας κατάξερα τώρα – ο χώρος θα είχε αιώνων λατρεία στη θεά ή σε μια θεότητα προκάτοχό της και στις Μυκηναϊ­κές εποχές. Ο θρύλος εδώ ορίζει το μέρος οπού ο Αγαμέμνων όρκισε τους Α­χαιούς πριν από την Τροία.

Κατά τις ανασκαφές του 1926 βρέθηκαν πάνω από τον αρχαϊκό ναό κεραμικά Νεολιθικά και τάφοι της Προελλαδικής εποχής, ακό­μη και Μυκηναϊκής και Γεωμετρικής. Όλα αυτά μας βεβαιώνουν πόσο μακρό­χρονα ιερός ήταν αυτός ο τόπος της θεάς των φυσικών στοιχείων που έγινε το ιερό τέμενος του Άργους, το μέγα προσκύνημα, το καταφύγιο στις κακές ώρες, αλλά και της γιορταστικής χαράς τους η μεγάλη ρίζα.

Η έκφραση της υπέρτατης ευλάβειας δίνεται μέσα από την αρχαιότητα με τα δυο αγάλματα των Δελφών, των Αργείων αδελφών Κλέοβι και Βίτωνα. Αφιερώματα στην υψίστη ευσέβεια. Γιοι της Ιέρειας της Ήρας έσυραν με τους ώμους τους το λατρευτικό άρμα φέρνοντας οι ίδιοι τη μητέρα τους στο Ηραίο, για νάρθουν να κοιμηθούν εξαντλημένοι βρίσκοντας τον αιώνιο ύπνο – δώρο της θεϊκής εύ­νοιας – την ίδια νύχτα. Δεν υπάρχει κανένα γεγονός πολεμικό που να μην είναι επίσης συνδεδεμένο μ’ αύτη την ευλάβεια προς την Μητέρα Θεών και Ανθρώπων, τιμημένη από ντόπιους και ξένους, φίλους και εχθρούς.

Ο Κλεομένης αφού σκότωσε 7000 εχθρούς του Αργείους μέσα στο ιερό Άλσος της Σηπείας, κοντά στην Τίρυνθα ήρθε, κατά την παράδοση, στο Η­ραίο για θυσίες και εξιλασμό με χίλιους στρατιώτες, μπαίνοντας με τη βία στον Ναό. Όμως στο πλησίασμά του το άγαλμα της πολιούχου του Άργους, βγάζοντας φλόγες από το στήθος, του έδειξε την οργή της Θεάς για την κατα­στροφή της αγαπημένης της πολιτείας.

Η μεγάλη γιορτή της τα «Ηραία» γίνονταν τον δεύτερο χρόνο κάθε Ολυμπιάδος κι’ ήταν η επισημότερη γιορτή των Αργείων, θρησκευτική και εθνι­κή μαζί. Με θυσίες – ήταν πολλές κι’ ονομάσθηκαν γι’ αυτό Εκατόμβαια – με αγώνες – το έπαθλό τους μια χάλκινη ασπίδα, «Χαλκείος Αγών» – με πομπές και παρελάσεις από νέους και νέες. Και τέλος με ξεφαντώματα.

Οι Ιέρειες λογαριάζονταν υψηλά πρόσωπα – τα ονόματά τους κρατούσαν από βασιλικά γένη. Καταγραμμένα μαζί με τις ημερομηνίες της υπηρεσίας τους στο ναό, σήμαιναν για τους Αργείους μέτρο ημερομηνίας. Η γιορτή άρχιζε μόνον όταν η Ιέρεια ερχόταν πάνω στο άρμα, το οδηγημένο από δυο άσπρα βόδια. Όταν το Θέατρο της πόλεως μπορούσε να χωρέσει είκοσι χιλιάδες θεα­τές, είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς πόσες χιλιάδες πιστούς και προσκυνη­τές μπορούσε να συγκεντρώσει τέτοια μεγαλόπρεπη και πολυήμερη γιορτή σ’ έναν ανοιχτό υπαίθριο χώρο.

Κι’ είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς τα πλήθη των αιώνιων γυναικείων πόθων και καημών, καθώς θ’ ανέβαιναν τις πλατειές σκάλες, με τ’ αναθήματά τους, ικέτιδες της δικιάς τους Θεάς. Όμοιες με τα παντοτινά χιλιόπυκνα γυναικεία πλήθη που σέρνονται, κάποτε γονατιστά, τάζουν και ολονυχτούν εμπρός σ’ όλες τις Παναγίες με τα μύρια χαϊδευτικά της τοπικής ευλάβειας, ως σήμερα. (Του Άργους η Ήρα είχε διάφορα υποκοριστι­κά λατρευτικά: Ανθεία, Ακραία, Ειλειθυΐα).

Αν γινόταν ξαφνικά οι ίσκιοι των νεκρών πιστών όλων των εποχών, να πορεύονταν μαζί σε τούτο το Ιερό, ο Αργείος χώρος θα γέμιζε, θα ξεχείλιζε. Η ανάσα τους λιβανωτό ευλάβειας μιας χιλιετηρίδας, θα πύκνωνε τότε σ’ ένα μεγάλο σύννεφο γκρίζο, ταξιδιάρικο προς τα βόρεια, προς τον Όλυμπο. Γύρω όμως μόνον η άνοιξη προβάλλει ποικιλόχρωμο μωσαϊκό μιας γης πολυδουλεμένης. Ένα άσπρο σύννεφο ταξιδεύει κατά τη θάλασσα. Το σημαδεύει μια μονά­χα κολόνα μισογκρέμιστη, σ’ όλο το χώρο της αλλοτινής μεγαλοπρέπειας. Εδώ, ούτε τον ίσκιο της Θεάς δεν κράτησαν οι ανελέητοι αιώνες.

  

Πηγή

 
  • Ντιάνα Αντωνακάτου, «Αργολίδα», Αθήνα, Δεκέμβριος 1967.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου στο Άργος


 

Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου

Αν και στο παλαιότερο Άργος υπήρχαν αρκετά κτίρια που είχαν οικοδομηθεί επί Τουρκοκρατίας, ο χρόνος και οι νέες συνθήκες τα εξαφάνισαν. Το μοναδικό ιστορικό μνημείο εκείνης της εποχής είναι ο σημερινός Ιερός Ναός του Αγίου Κωνσταντίνου, που βρίσκεται ΝΑ της πόλης και στη συμβολή των οδών Αγίου Κωνσταντίνου και Μεσσηνίας- Αρκαδίας. Το συγκεκριμένο σημείο που βρίσκεται ο ναός, θα έπρεπε να ήταν ιδιαίτερα σημαντικό για την λατρευτική ζωή του Άργους από την αρχαιότητα. Στη θέση αυτή αναφέρεται ότι υπήρχε ναός της Νικηφόρου Αφροδίτης, ενώ λίγο δυτικότερα έχει αποκαλυφθεί αψίδα σπουδαίας παλαιοχριστιανικής βασιλικής. Εκτιμάται ότι στον ίδιο χώρο υπήρχε ναός και στους μεσοβυζαντινούς χρόνους.

Στις 20 Ιανουαρίου του 1938, λόγω της αρχαιολογικής του αξίας, ο ναός με Βασιλικό Διάταγμα, χαρακτηρίστηκε ιστορικό διατηρητέο μνημείο. ( Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως 30, τεύχος Α΄- 20/ 01/ 1938). Ακριβή στοιχεία για την χρονολόγηση του μνημείου δεν υπάρχουν. Σίγουρα όμως είναι έργο της Α΄ Οθωμανικής περιόδου στο Άργος και θα πρέπει να κτίστηκε μεταξύ του 1570 και 1600 δηλαδή περί το τέλος του 16ου  αιώνα. Πάντως αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα Μουσουλμανικά τεμένη.

Επί Τουρκοκρατίας ο ναός, λειτούργησε ως Τζαμί και Νεκροταφείο των Οθωμανών και όπως γράφει ο Αναστάσιος Τσακόπουλος «είναι το μόνον διασωθέν εν Άργει επίσημον ιστορικόν μνημείον του εκλιπόντος βαρβάρου κατακτητού».

Την εποχή του Καποδίστρια λειτούργησε για μικρό διάστημα ως στρατιωτικό αναρρωτήριο και κατόπιν αφέθηκε στην φθορά του χρόνου, μέχρι που κάποια στιγμή ο πανίσχυρος και παντοδύναμος στρατηγός Δημήτριος Τσώκρης το χρησιμοποίησε ως ποιμνιοστάσιο για τα πρόβατά του.

Το 1871, μετά από ενέργειες του υπολοχαγού του πεζικού Ιωάννη Ζώη, το μνημείο καθαγιάστηκε δι’ εγκαινίων  και μετατράπηκε σε Χριστιανικό ναό που αφιερώθηκε στην μνήμη των αγίων και ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Ο ναός είναι σχεδόν τετράγωνος με προσανατολισμό από ΒΔ προς ΝΑ, πετρόκτιστος χωρίς επιχρίσματα ενώ μεγάλο μέρος της τοιχοποιίας του προέρχεται από επαναχρησιμοποίηση αρχαίων υλικών. « Δια την ανέγερσίν του εχρησιμοποιήθη υλικόν ή εκ των πέριξ αρχαιοτήτων ( θέατρον, αγοράν κατά την συνοικίαν Ταμπάκικα) όπερ και το πιθανότερον εξ αυτού του ιδίου χώρου, διότι ου μόνον ο τοίχος του περιβόλου και ιδίως της μεσημβρινής πλευράς στηρίζεται επί θεμελίων αρχαίου κτιρίου, αλλά και εις το όπισθεν μέρος του Δ. τοίχου ο επισκέπτης θα παρατηρήση ίχνη ερειπίων της κλασσικής εποχής». (Αναστ. Τσακόπουλος).

 

«Το τέμενος του Άργους», 1803, σχέδιο του άγγλου αρχιτέκτονα Sir Robert Smirke (1780-1867) ο οποίος επισκέφθηκε την Ελλάδα μεταξύ 1801-1805. Πανεπιστήμιο του Yale, Αμερική.

 

Στεγάζεται από μεγάλο τρούλο ο οποίος φέρεται πάνω σε οκτάπλευρο, τυφλό, χαμηλό τύμπανο, κατασκευασμένο από πλινθοδομή. Στα δυτικά, όπου και η είσοδος του ναού, υπάρχει το τυπικό προστώο με τρεις ημισφαιρικούς θόλους από πυρότουβλα, που στηρίζονται σε τέσσερεις κίονες. Το εσωτερικό των θολίσκων έφερε διακόσμηση από ερυθρό και κίτρινο χρώμα.

Η είσοδος στο χώρο προσευχής γίνεται από τρεις θύρες. Το εσωτερικό είναι στρωμένο από τετράγωνες, οπτές πλίνθους και μάλλον πρόκειται για το αρχικό δάπεδο του ναού. Αρκετά μεγάλα παράθυρα, ορισμένα εκ των οποίων είναι κλεισμένα, χάριζαν άπλετο φως στο μνημείο.

Στη ΝΔ γωνία του υπήρχε ο πετρόκτιστος μιναρές, από τον οποίο σήμερα σώζονται οι πρώτες βαθμίδες, ύψους περίπου 1,80 μ. και χρησιμεύει ως βοηθητικός χώρος του ναού. Πάνω στη βάση του μιναρέ εδράζεται το νεώτερο, πέτρινο καμπαναριό.

«Ο Πουκεβίλ που είχε επισκεφθεί το Άργος στις αρχές του 19ου αιώνα, εντυπωσιασμένος από την από την γραπτή διακόσμηση με παραστάσεις κυπαρίσσων, αναφέρει ότι το μονολιθικό υπέρθυρο του μνημείου είχε μεταφερθεί από τις Μυκήνες». ( Γεώργιος Τσεκές).

Εσωτερικά ο ναός είναι φτωχός και χωρίς αγιογραφίες. Το τέμπλο είναι ξύλινο χωρίς κάποια ιδιαίτερη καλλιτεχνική αξία. Ανακαινίστηκε το 1920 με έξοδα του Αθανασίου Κατσούλα και οι επ’ αυτού ιερές εικόνες είναι σχεδόν ισομεγέθεις, έχουν δε αγιογραφηθεί μεταξύ των ετών 1870 – 1872 εκτός από την εικόνα των Ταξιαρχών που φέρει ημερομηνία 17 Οκτώβρη 1831 και την παλαιότερη όλων που είναι η του Αγίου Νικολάου επισκόπου Μύρων του θαυματουργού (ΑΩΚΔ-1824) και η οποία προέρχεται από τον ναό του Αγίου Νικολάου της οικογένειας Περρούκα που βρισκόταν στην πλατεία και κατεδαφίστηκε από τον Μητροπολίτη Παγώνη προκειμένου να αναγερθεί ο σύγχρονος ναός του Αγίου Πέτρου.

Τα μόνα αξιόλογα μαρμάρινα αντικείμενα με ανάγλυφες παραστάσεις είναι ο επισκοπικός θρόνος δεξιά της εισόδου και τα δύο μανουάλια που φέρουν χαμηλά τρία χερουβείμ και ψηλότερα τρεις αγγέλους.

Σημαντικό επίσης είναι το ιερό Ευαγγέλιο το οποίο έχει εκδοθεί στην Βενετία το 1781(αψπα). Στο εξώφυλλό του φέρει δύο σημειώσεις. Η πρώτη κατά μήκος αναφέρει: 1822 Ιουληου 8 εχηροτονηθηκα εγο ο ιερευς του ποται μακαριτου Παπαδημητριου λαλουκιοτη και στο κάτω μέρος γράφει: 1795 μαυου 16 εχηρητονηθηκα εγο διμητριος ηερευς του γεωργιου κληρικου α Λαλουκα αγορασα το παρον ευαγγεγιων γροσια 35. Σήμερα φυλάσσεται στον Ιερό Ναό του Αγίου Πέτρου.

Ο περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπί (17 αι.) μας περιγράφει την περιοχή όπου βρισκόταν το τζαμί τότε και σημερινός Άγιος Κωνσταντίνος:

Ο δρόμος από το πάνω βαρόσι προς την κάτω πόλη είναι τρεις χιλιάδες βήματα. Τα σπίτια της είναι οχτακόσια συνολικά, χτισμένα σαν κάστρα, άνετα, γερά και όμορφα, με τ’ αμπέλια και τα περιβόλια τους. Είναι κεραμοσκέπαστα κι έχουν πόρτες σαν να είναι σαράγια. Υπάρχουν δυο τζαμιά. Το ένα μέσα στην αγορά με κεραμιδένια σκεπή και πέτρινο μιναρέ, χτισμένο σύμφωνα με την παλιά αρχιτεκτονική. Το άλλο είναι κοντά στη γειτονιά που λέγεται Μπεσικέρ. Υπάρχουν ακόμη, δέκα μεστζίτια στις γειτονιές που είναι έντεκα συνολικά. Οι πιο γνωστές είναι οι γειτονιές Μπεσικλέρ και Κετχουντά. Υπάρχουν ένας μεντρεσές, δυο σχολεία, δυο τεκέδες, ένα χαμάμ, ένα χάνι και είκοσι υπαίθρια καταστήματα. Τα πηγάδια με το γλυκό νερό είναι πεντακόσια. Το νερό και το κλίμα είναι καλά, γι’ αυτό και βλέπεις ολόγυρα πολλά αμπέλια και περιβόλια.

Αλλά και ο  Αναστάσιος Τσακόπουλος μας πληροφορεί:

Προς Α. και Β.Α. του ναού μέχρι της απελευθερώσεως ήτο το διοικητήριον, επιβλητικόν και τεράγωνον κτίριον, το μέγα και λαμπρόν Σεράγιον του τελευταίου Τούρκου διοικητού Αλή Ναμίκ μπέη, του οποίου μέρος των ερειπίων σώζονται ακόμη και σήμερον εις την Β. πλευράν του περιβολίου του Π. Τριπολιτσιώτη ή Χανιά έναντι και Α. του ναού, ήσαν και άλλα μεγαλοπρεπή οικήματα επισήμων και επιφανών Τούρκων……ήτο, καθώς παραδίδεται, η τουρκική αριστοκρατική συνοικία, ήτις εξετείνετο εκείθεν του αγίου Σπυρίδωνος μέχρι αγίου Δημητρίου, μάλιστα δε η Ν. πλευρά της οικίας των κληρονόμων Διαμαντοπούλου παρά τον άγιον Δημήτριον στηρίζεται επί Τουρκικού κτιρίου, οικίας Γεωργίου Ρούσσου φαρμακοποιού, Α΄Δημ. Σχολείου και εκείθεν, μέχρι περιβολίου κληρονόμου Δημ. Κλεισιάρη ( το οποίον ανήκεν εις τον Αργείον στρατηγόν του Αγώνος Δημήτριον Τσώκρη), ένθα εις το Δ. μέρος του περιβολίου ήσαν τα περίφημα θερμά Τουρκικά λουτρά, εκ των οποίων, ως μάρτυς αψευδής αλλά κατηφής και τεθλιμμένος σώζεται η εξώθυρα με το τοξοειδές υπέρθυρον, ήτις από τον επάρατον άσβεστον είναι αγνώριστος σήμερον.  

   

Πηγές


 

  • Αναστάσιος Τσακόπουλος, «Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος », Έκδοσις ¨Χρονικών του Μοριά¨, Αθήναι, 1955.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009.
  • Τσελεμπί Εβλιγιά, «Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668 – 1671», εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα, 2005.

Read Full Post »

Κεγχρεαί – Πυραμίδα του Ελληνικού (Σ. Κ. Προφαντόπουλου,1895)

 

Από το βιβλίο του  Σ. Κ. Προφαντόπουλου, «Αρχαία μνημεία Ναυπλίας και Άργους», που κυκλοφόρησε στην Αθήνα το 1895 αναδημοσιεύουμε  απόσπασμα, το οποίο αναφέρεται στην Πυραμίδα του Ελληνικού. Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον κείμενο, που εκτός των άλλων μας δίνει και μαρτυρίες των βοσκών για την  πυραμίδα και τα αρχαία που βρέθηκαν κοντά της.

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Από του ναού τού Κεφαλαρίου βαδίζοντες παρά τούς πρόποδας τού βουνού προς το ΝΔ μέρος φθάνομεν μετά πορείαν ημισείας ώρας εις το χωρίον Ελληνικό. Το χωρίον τούτο συνίσταται εκ 30 περίπου καλυβών διεσπαρμένων επί των κλιτύων του βουνού και κατοικείται υπό ποιμένων εκ Τουρνικίου, παραχειμαζόντων ενταύθα, παρά το χωρίον τούτο εις βραχίων τού βουνού διευθύνεται προς την θάλασσαν και σχηματίζει γωνίαν ούτως, ώστε αποκλείει την θέαν της δυτικής παραλίας τού Αργολικού κόλπου· εντός της γωνίας ταύτης είναι λόφος μεμονωμένος, επί της κορυφής τού οποίου ευρίσκεται ή πυραμίς των Κεγχρεών, ήτις υπό των χωρικών καλείται Καστράκι. Η βάσις της πυραμίδος έχει σχήμα ορθογωνίου τετραπλεύρου,  ου το μήκος είναι περίπου 15 μέτρα, το δε πλάτος 12, επομένως ο χώρος, όν κατέχει ή πυραμίς, είναι  180 τετραγωνικά μέτρα· εν τη ανατολική πλευρά είναι η είσοδος, δι’ ής εισερχόμεθα εις στενόν διάδρομον, έχοντα πλάτος 1,10- εν τω στενώ διαδρόμω δεξιά ευρίσκομεν θύραν, δι’ ής εισερχόμεθα εις το εσωτερικών δωμάτιον της πυραμίδος, τούτο έχει σχήμα τετραγώνου και διαιρείται εις δύο μέρη, ή εξωτερική θύρα και ο διάδρομος φαίνονται ότι εσκεπάζοντο άνωθεν διά προεξοχής των επικειμένων λίθων,  καθώς αι σύριγγες της Τίρυνθος.

 Τα θεμέλια της πυραμίδος ενιαχού αποτελούσι λίθοι αυτοφυείς, έφ’ ών κείνται άλλοι πολυγωνικοί, αι δε εσωτερικαί επιφάνειαι των τοίχων υψούνται καθέτως μέχρι τινός, ενώ αι εξωτερικαί εκ των θεμελίων έχουσι κλίσιν προς τα ένδον και φαίνονται οι τοίχοι ότι τείνουσι να συναντηθώσιν εις το εσωτερικόν των δωματίων, καθώς και εις τους ειρμούς των λίθων, ευρίσκομεν αμμοκονίαν, το μέγιστον ύψος της πυραμίδος, καθώς ευρίσκεται σήμερον, είναι 5&1/2  μέτρα, αι τρείς πλευραί μέχρι τριών μέτρων ύψους διατηρούνται καλώς, ενώ η δυτική είναι σπουδαίως βεβλαμμένη, ή δε προς νότον πλευρά είναι πλατυτέρα των άλλων.

 Εις παλαιοτέραν εποχήν, καθώς βεβαιούσι γέροντες ποιμένες, ή πυραμίς αύτη ήτο άβλαβης και σώα, άλλ’ αφηρέθησαν εξ αυτής λίθοι, τούς οποίους μετεχειρίσθησαν εις τας ασβεστοκάμινους, επί τέλους οι ποιμένες κατά το ειωθός ενέπρησαν τους πέριξ θάμνους και τα δένδρα χάριν τού χόρτου προς τροφήν των ποιμνίων,  αφού λοιπόν το έδαφος απεψιλώθη, οι άσβεστοποιοι μη ευρίσκοντες καύσιμον ύλην δεν επανήλθον ενταύθα, και ούτως η πυραμίς εσώθη.

 Οι χωρικοί βεβαιούσιν ότι κατά τας ανασκαφάς, αίτινες εγένοντο εκτός της πυραμίδος, ένθα φαίνε­ται σωρός χώματος, ευρέθησαν αρχαιότητες, άλλα τας απέκρυψαν, οι δε εργάται πεισθέντες διά χρημάτων ετήρησαν το γεγονός μυστικόν. Ο προορισμός του κτιρίου τούτου είναι άγνωστος, φαίνεται πιθανώτερον ότι ήτο πολυάνδριον των Αργείων. Ενταύθα πιστεύεται ότι έκειτο ή πολίχνη Κεγχρεαί, ήτις κατά την μαρτυρίαν των αρχαίων ήτο οχυρά και ευρίσκετο παρά την οδόν την άγουσαν εξ Άργους εις Τεγέαν άλλοι όμως αμφισβητούσι τούτο φρονούντες ότι αι Κεγχρεαί έκειντο νοτιώτερον της θέσεως ταύτης, ένθα σήμερον είναι το Παληοσκαφιδάκι, διότι ενταύθα βλέπομεν πολλά αρχαία ερείπια, εν οίς συντρίμματα μαρμάρινων κιόνων, δύο κίονας εκ μέλανος μαρμάρου και τείχη πολυγωνικά.

 

Πηγή

  •  «Αρχαία μνημεία Ναυπλίας και Άργους», Υπό Σπυριδ. Κ. Προφαντοπούλου. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου, 1895.

Read Full Post »

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

 

 

Γενικά

 

Στην Ακρόπολη της αρχαίας πόλης της Επιδαύρου και στην Ν.Δ. πλαγιά της, ιδρύθηκε σε παλαιότερη του Ασκληπιείου περίοδο, το μικρό θέατρο, για τις δημόσιες ανάγκες έκφρασης της εποχής, κυρίως όμως για τα δρώμενα της Διονυσιακής λατρείας, γι’ αυτό και ήταν αφιερωμένο στον θεό Διόνυσο. Από τις αφιερωματικές επιγραφές, προκύπτει ότι η κατασκευή του θεάτρου, πραγματοποιήθηκε τον 4ο π.Χ. αι., από χορηγίες εξεχόντων αρχόντων και επιλέκτων προσώπων της τοπικής κοινωνίας, εκείνης της εποχής.

 
Χαρακτηριστικό του θεάτρου είναι οι επιγραφές, που αποτελούν ένα πραγματικό – ζωντανό μουσείο. Για τον λόγο αυτό αποκαλείται και «λαλούν θέατρο». Μετά από 23 αιώνες σιωπής, το 1971 άρχισε η ανασκαφή του.


Κάθε Ιούλιο, εδώ στο μικρό θέατρο, πραγματοποιούνται σημαντικές μουσικές εκδηλώσεις από το Υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο τις εντάσσει στο πρόγραμμα των θερινών πολιτιστικών δραστηριοτήτων του Ε.Ο.Τ., που με την σειρά του, από το 1998 έχει αναθέσει την οργάνωση παραγωγής & εκτέλεσης των προγραμμάτων του «Μουσικού Ιουλίου», στον οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

 

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

 

Ίδρυση

Η αρχική μορφή του θεάτρου της πόλης της Επιδαύρου τοποθετείται στον 4ο π.Χ. αι. Αντίθετα από το διάσημο, περίπου σύγχρονο θέατρο του Ασκληπιείου που προοριζόταν να δεχτεί μεγάλα πλήθη προσκυνητών από ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο κατά τις εορτές, αυτό προοριζόταν να καλύψει μόνο τις ανάγκες των κατοίκων της μικρής πόλης. Έτσι το μέγεθός του ήταν πολύ μικρότερο (9 κερκίδες με 18 σειρές εδωλίων, χωρητικότητας περίπου 2.000 θέσεων). Όλα τα λίθινα εδώλια φέρουν επιγραφές με ονόματα αξιωματούχων – χορηγών από τα οποία μαθαίνουμε ότι το επιδαύριο θέατρο ήταν αφιερωμένο στο θεό Διόνυσο. Η κατασκευή του θεάτρου πρέπει να διήρκεσε από τον 4ο π.Χ. αι. μέχρι τα Ελληνιστικά χρόνια. Κατά τη διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας το θέατρο υπέστη ριζική αναμόρφωση, τα εδώλια αναδιατάχθηκαν, η ορχήστρα έγινε ημικυκλική και το αρχικό σκηνικό οικοδόμημα έδωσε τη θέση του σε ένα νέο, χτισμένο πλησιέστερα στο κοίλο. Ο χώρος φιλοξενούσε παραστάσεις δράματος και άλλες θρησκευτικές και δημόσιες εκδηλώσεις της πόλης. Ο Παυσανίας που επισκέφθηκε την πόλη της Επιδαύρου στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. αναφέρει τους ναούς, την αγορά και το λιμάνι αλλά για το θέατρο δεν κάνει λόγο.

Αρχαιολογικό χρονικό

Το μικρό θέατρο της Επιδαύρου λειτούργησε επί περίπου επτά αιώνες. Όταν εντοπίστηκε ήταν ολοκληρωτικά καλυμμένο από έναν ελαιώνα. Η ανασκαφή του ξεκίνησε από την Ευ. Δεϊλάκη στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 και εξελίχθηκε αργά. Για αρκετά χρόνια μεμονωμένοι κυβικοί όγκοι χώματος με ελαιόδεντρα προεξείχαν ανάμεσα στα εδώλια του ημιανεσκαμμένου κοίλου προσφέροντας ένα περίεργο θέαμα στους επισκέπτες που αντίκριζαν το χώρο από την περίφραξη. Ύστερα από διακοπή, η ανασκαφή ξανάρχισε τη δεκαετία του ΄90 και συνεχίζεται πλέον συστηματικά μέχρι σήμερα μαζί με εργασίες αναστήλωσης και ανάδειξης από την Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου (ΕΣΜΕ) του ΥΠ.ΠΟ.. Αποκαλύφθηκε η μορφή που είχε πάρει το θέατρο κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Η θέση του προσκηνίου ήταν κοντά στο κοίλο δίνοντας στην ορχήστρα ημικυκλική περίπου μορφή. Από το κατώτερο τμήμα του τοίχου του προσκηνίου σώζονται κάποια τμήματα, ενώ σε καλύτερη κατάσταση είναι ο τοίχος της σκηνής που είχε επενδυθεί με ορθοστάτες, κίονες, κλπ. Κατά την ύστερη ρωμαϊκή εποχή το προσκήνιο διαμορφώθηκε διαφορετικά. Από την τελευταία αυτή φάση σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση ο τοίχος του προσκηνίου. Τα λίθινα εδώλια που λείπουν από τις ανώτερες σειρές χρησιμοποιήθηκαν κατά την ύστερη αρχαιότητα για την κατασκευή οχυρωματικού τείχους στην κορυφή της χερσονήσου. Μέρος του κοίλου και του σκηνικού οικοδομήματος καλύπτεται από την παρακείμενη αγροτική οδό. Μία παλιά διώροφη κατοικία ορθώνεται ακόμη πίσω από το χώρο της σκηνής. Ως αποτέλεσμα των εργασιών αποκατάστασης που πραγματοποιεί η ΕΣΜΕ στο αρχαίο θέατρο είναι και η συνεχής αύξηση των διατιθεμένων θέσεων για τις θερινές παραστάσεις (σήμερα διατίθενται περίπου 800 θέσεις).

Πηγές

 

  • Δήμος Επιδαύρου
  • Υπουργείο Πολιτισμού
  • Ελληνικό Φεστιβάλ

  

Read Full Post »

Θόλος/ Θυμέλη Ασκληπιείου Επιδαύρου

 

 

«Απέναντι από τον ναό (του Ασκληπιού) είναι ο τόπος που κοιμούνται οι προσκυνητές του Θεού. Ένα κυκλικό οικοδόμημα, κτισμένο εκεί κοντά, από μάρμαρο, η λεγόμενη θόλος, είναι άξιο θέας.. Μέσα στην Θόλο υπάρχει ζωγραφική παράσταση του Παυσίου, που παριστά τον Έρωτα να έχει παρατημένα τα βέλη και το τόξο και να έχει πάρει και να κρατεί την λύρα. Είναι επίσης ζωγραφισμένη η Μέθη εδώ να πίνει από γυάλινη κούπα, έργο και τούτο του Παυσίου. Η κούπα φαίνεται σαν αληθινή γυάλινη και μπορεί κανείς να ιδεί διά μέσου αυτής το πρόσωπο  της γυναίκας».

                                                                                   Παυσανίου Κορινθιακά 27, 3

 

Η Θόλος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου

Η Θόλος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου

 

Η Θόλος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου ή Θυμέλη σύμφωνα με τη σχετική οικοδομική επιγραφή, οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 365 και του 335 π.Χ., στο πλαίσιο του μεγάλου οικοδομικού προγράμματος του Ιερού, αμέσως μετά την ολοκλήρωση κατασκευής του ναού του Ασκληπιού. Ο Παυσανίας, περιηγητής του 2ου αιώνα μ.Χ., αναφέρει ότι αρχιτέκτονας της Θόλου ήταν ο Πολύκλειτος από το Άργος.


Η Θόλος της Επιδαύρου έχει έως σήμερα τη φήμη του τελειότερου κυκλικού οικοδομήματος της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής. Το κτίριο χαρακτηρίζεται από διατάξεις αρχιτεκτονικών στοιχείων σε τριμερή οργάνωση. Η ανωδομή του αποτελείτο από τρεις ομόκεντρους κυκλικούς δακτυλίους. Εξωτερικά υπήρχε πώρινη περίσταση από 26 δωρικούς κίονες, η οποία περιέβαλε έναν πώρινο σηκό. Μια δεύτερη κυκλική κιονοστοιχία από 14 μαρμάρινους κίονες με κορινθιακό κιονόκρανο διακοσμούσε το εσωτερικό του σηκού. Το δάπεδο στο εσωτερικό της κορινθιακής κιονοστοιχίας διαμορφωνόταν από λευκές και μαύρες ρομβοειδείς πλάκες σε ένα μοναδικής σύλληψης γεωμετρικό σχέδιο. Σύμφωνα με τον Παυσανία, στο εσωτερικό του σηκού υπήρχαν ζωγραφικές παραστάσεις του ζωγράφου Παυσία. Τόσο το δωρικό πτερό όσο και το κορινθιακό περιστύλιο στήριζαν οροφή με μαρμάρινα φατνώματα φυτικής διακόσμησης. Το κτίριο στεγαζόταν από κωνική ξύλινη στέγη καλυμμένη με ένα πολύπλοκο σύστημα μαρμάρινων κεραμίδων ενώ στην κορυφή της στέγης είχε τοποθετηθεί ένα περίτεχνο κεντρικό φυτικό ακρωτήριο.

Κάτω από το περίπλοκο δάπεδο υπήρχε ένας τριμερής υπόγειος χώρος. Οι κυκλικοί διάδρομοι που τον αποτελούσαν επικοινωνούσαν μεταξύ τους με ανοίγματα ενώ φράγματα στις κατάλληλες θέσεις ανάγκαζαν τον εισερχόμενο να ακολουθήσει μαιανδροειδή πορεία. Το κυκλικό σχήμα του κτιρίου, που συνήθως χαρακτηρίζει ταφικά οικοδομήματα, καθώς και η λαβυρινθώδης μορφή του υπογείου με τους σκοτεινούς διαδρόμους παραπέμπει στο χθόνιο χαρακτήρα του Ασκληπιού, επιτρέποντας την ερμηνεία της Θόλου ως κτίριο που στέγαζε την υπόγεια κατοικία του Θεού. Εξάλλου, σύμφωνα με το μύθο, ο Θεός θεράπευε τους πιστούς του μέσα από τη γη.

Προβλεπόμενη μερική αναστήλωση της Θόλου.

Προβλεπόμενη μερική αναστήλωση της Θόλου.

 

Η Θόλος, σημαντικό οικοδόμημα στη μυστηριακή λατρεία του Ασκληπιού και σε άμεση γειτνίαση με το ναό του Ασκληπιού και τη στοά του Αβάτου, ενσωματώθηκε στα κτίρια που περιέβαλε η στοά των υστερορωμαϊκών χρόνων. Καταστράφηκε για πρώτη φορά από το μεγάλο σεισμό του 6ου μ. Χ. ενώ γύρω στο 18ο αιώνα άρχισε η διαρπαγή των πώρινων μελών, η ασβεστοποίηση των μαρμάρων και η αφαίρεση των μεταλλικών στοιχείων της. Υλικό από τη Θόλο βρέθηκε επίσης εντοιχισμένο σε βυζαντινά μνημεία της ευρύτερης περιοχής. Μετά τις ανασκαφές του τέλους του 19ου αιώνα, από το μνημείο σώζονταν μόνο οι τρεις στερεοβάτες της ανωδομής και η υπόγεια τριμερής κατασκευή του λαβυρίνθου. Σημαντικό μέρος των διάσπαρτων αρχιτεκτονικών μελών της ανωδομής χρησιμοποιήθηκε σε συνεπτυγμένες αποκαταστάσεις των αρχών του 20ου αιώνα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου. Η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου εκτελεί από το 1994 πρόγραμμα μερικής αποκατάστασης του κτιρίου, στα πλαίσια του οποίου διαλύθηκαν οι παραπάνω αποκαταστάσεις. Σήμερα στο μουσείο εκτίθεται μόνο το κορινθιακό κιονόκρανο – παράδειγμα, που βρέθηκε προσεκτικά θαμμένο κοντά στο μνημείο.

 

Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου

 

 

θόλος ο [θólos] & θόλος η [θólos] : 1. καμπυλόσχημη, συνήθ. λίθινη κατασκευή για την κάλυψη ενός χώρου, της οποίας η πιο συνηθισμένη μορφή είναι η κυλινδρική: Hμισφαιρικός ~, τρούλος. Ο ~ με μικρό πλάτος λέγεται αψίδα. Kλειδί* του θόλου. ~ από πλίνθους / από μέταλλο / από τσιμέντο. Οι θόλοι των βυζαντινών ναών. Ο ~ του Πανθέου της Ρώμης. Ο ~ του αστεροσκοπείου. 2. για κτ. που μοιάζει με θόλο. α. (αστρον.) ουράνιος ~, νοητή κοίλη ημισφαιρική επιφάνεια που φτάνει ως τη γραμμή του ορίζοντα. β. (ανατ.) ονομασία για διάφορες κοιλότητες του σώματος: ~ του κρανίου / διαφράγματος. 3. (αρχαιολ.) κυκλικό οικοδόμημα με ημισφαιρική ή κωνική στέγη, που συνήθ. το περιέβαλλε μια σειρά κιόνων. 

[ελνστ. ὁ θόλος < αρχ. ἡ θόλος (μεταπλ. κατά τα άλλα αρσ. σε -ος)· λόγ. < αρχ. ἡ θόλος· λόγ. θόλ(ος) -ίσκος]

θυμέλη η [θiméli] : βωμός που βρισκόταν στο κέντρο της ορχήστρας των αρχαίων ελληνικών θεάτρων.

 

Λεξικό Τριανταφυλλίδη

 

Πηγή

 

  • Υπουργείο Πολιτισμού

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900
  • Αγλαϊα Αρχοντίδου Αργύρη, Αρχαιολόγος, Επίδαυρος Εκδ. ΑΠΟΛΛΩΝ
  • Burford, A, The Greek Temple Builders at Epidauros 1969
  • Νικ. Παπαχατζή, Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησης, Βιβλίο 2 και 3, Κορινθιακά και Λακωνικά, Αθήνα 1976, 204-216
  • ΥΠΠΟ-ΤΔΠΕΑΕ, Το έργο των επιστημονικών επιτροπών αναστήλωσης, συντήρησης και ανάδειξης μνημείων., Αθήνα 2006, 37

 

Read Full Post »

Ακρόπολη Καζάρμας

Η ακρόπολη της Καζάρμας (διαστάσεων 85Χ75 μ.) βρίσκεται στο 15ο χιλιόμετρο του δημόσιου δρόμου Ναυπλίου – Επιδαύρου, και είναι κτισμένη σε λόφο ύψους 28 μ. Τα τείχη (πλάτος 2,50 μ. και σωζόμενο ύψος 5,20 μ.) είναι κατασκευασμένα με το πολυγωνικό σύστημα και χρονολογούνται πιθανότατα στον 4ο π.Χ. αιώνα. Η ακρόπολη έχει τέσσερις κυκλικούς πύργους. Η κύρια είσοδος βρίσκεται στα δυτικά και μία πυλίδα υπάρχει στα ανατολικά. Έχει ανοικοδομηθεί κατά την βυζαντινή εποχή.

Η ακρόπολη της Καζάρμας είναι μία σχετικά μικρή οχυρωματική κατασκευή και βρίσκεται επί του αρχαίου δρόμου Αργους – Ναυπλίου – Επιδαύρου. Κατασκευάσθηκε πιθανότατα από τους Αργείους και βρισκόταν προφανώς στα σύνορα των αρχαίων πόλεων – κρατών Άργους και Επιδαύρου.

Ο επισκέπτης μπορεί να επισκεφθεί την ακρόπολη της Καζάρμας από την ανατολική πλευρά του λόφου, όπου έχει κατασκευασθεί δρόμος. Δεν έχουν γίνει ανασκαφικές έρευνες και εργασίες διαμόρφωσης του χώρου.

 

Μυκηναϊκή Γέφυρα Καζάρμας

Γέφυρα Καζάρμας

Γέφυρα Καζάρμας

Η μυκηναϊκή γέφυρα της Καζάρμας (διαστάσεις 22 Χ 5, 60 Χ 4 μ.), είναι κατασκευασμένη με μεγάλες ακατέργαστες ασβεστολιθικές πέτρες με το χαρακτηριστικό μυκηναϊκό (κυκλώπειο) τρόπο κατασκευής χωρίς συνδετικό υλικό. Πρόκειται για χαρακτηριστική μνημειακή κατασκευή της Μυκηναϊκής Εποχής. Η γέφυρα της Καζάρμας κατασκευάσθηκε κατά την μυκηναϊκή εποχή, γύρω στο 1300 π.Χ. και βρίσκεται κατά μήκος ενός καλοκατασκευασμένου μυκηναϊκού δρόμου που συνέδεε τις Μυκήνες και την Τίρυνθα με την Επίδαυρο.

 

Η μυκηναϊκή γέφυρα της Καζάρμας χρησιμοποιείται και σήμερα από τους κατοίκους της περιοχής

Πηγή

  • Υπουργείο Πολιτισμού

Read Full Post »

Older Posts »