Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Αργολίδα’ Category

Άποψη του Ναυπλίου (1927), έργου του  Alexander Jamieson (1873-1937).

 

Άποψη του Ναυπλίου (1927), έργου του  Alexander Jamieson (1873-1937).

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Ναύπλιο, υδατογραφίες του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύονται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)». Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Στο Ναύπλιο ο Ζαν Νικολά Μακάρ αφιερώνει τρεις υδατογραφίες από τις οποίες στην πρώτη, κατεβαίνοντας προς τη  Λέρνη, όπου διακρίνονται ένας βοσκός με το κοπάδι του και στο βάθος το Μπούρτζι, η πόλη του Ναυπλίου και το Παλαμήδι· στη δεύτερη, η πόλη αποτυπώνεται από τα τείχη της Τίρυνθας και διακρίνονται τα έλη της Γλυκιάς, το λιμάνι με πλοία, το Μπούρτζι και τα κάστρα τ’ Αναπλιού· στην Τρίτη υδατογραφία η οπτική γωνία, «απέναντι από τη Λέρνη», αποτυπώνει ενδιαφέροντα στοιχεία αρχιτεκτονικής, όπως οικίες με «ξυλόπηκτη τοιχοποιία» στον όροφο, κεραμιδοσκεπές και χορτοσκεπές. Σημαντικά είναι τα πρόσωπα και οι ενδυμασίες τους, ενώ διακρίνεται καθαρά ο τρούλος της Αγίας Σοφίας. Ίσως πρόκειται για τη σημερινή οδό Ζυγομαλά με οπτική τον αργολικό κόλπο και τη Λέρνη.

 

Ναύπλιο. Κατεβαίνοντας προς τη Λέρνη, διακρίνονται ένας βοσκός με το κοπάδι του και στο βάθος το Μπούρτζι, η πόλη του Ναυπλίου και το Παλαμήδι. Υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)». Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Ναύπλιο. Η πόλη αποτυπώνεται από τα τείχη της Τίρυνθας και διακρίνονται τα έλη της Γλυκιάς, το λιμάνι με πλοία, το Μπούρτζι και τα κάστρα τ’ Αναπλιού. Υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)». Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Ναύπλιο. Αποτυπώνονται ενδιαφέροντα στοιχεία αρχιτεκτονικής, όπως οικίες με «ξυλόπηκτη τοιχοποιία» στον όροφο, κεραμιδοσκεπές και χορτοσκεπές. Σημαντικά είναι τα πρόσωπα και οι ενδυμασίες τους, ενώ διακρίνεται καθαρά ο τρούλος της Αγίας Σοφίας. Ίσως πρόκειται για τη σημερινή οδό Ζυγομαλά με οπτική τον αργολικό κόλπο και τη Λέρνη. Υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)». Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 

Ο Ζαν Νικολά Μακάρ, γεννημένος το 1786, ως στρατιωτικός συμμετέχει σε όλα τα μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα και ιδιαίτερα στις εκστρατείες, το 1805-1814, του Μέγα Ναπολέοντα, για τις οποίες καταγράφει πολλές πληροφορίες στο ημερολόγιό του. Την περίοδο 1828-1831 συμμετέχει στην Στρατιωτική Αποστολή του Μοριά.

 Ο Νικολά Μακάρ συνταξιδεύει με γιατρούς, νοσηλευτικό και στρατιωτικό προσωπικό που θα ενταχθούν σε αντίστοιχες μονάδες στην Πελοπόννησο. Στις 13 Δεκεμβρίου 1828 το πλοίο φτάνει στο Ναυαρίνο και ο Μακάρ είναι ενθουσιασμένος που φτάνει στην Ελλάδα.  Μια εβδομάδα αργότερα από την άφιξή του, ο Νικολά Μακάρ θα εγκατασταθεί στην Πάτρα μαζί με μια ομάδα του «Υγειονομικού» (γιατροί, νοσοκόμοι και διαχειριστές), καθώς και ένα συνεργείο εξειδικευμένων τεχνιτών στην επισκευή πλοίων του γαλλικού ναυτικού.

 Ο Ζαν Νικολά Μακάρ εκμεταλλεύεται τις υπηρεσιακές μετακινήσεις του για να επισκεφθεί την Πελοπόννησο και την Αθήνα, να μιλήσει με τους κατοίκους και να καταγράψει σημαντικές πληροφορίες για τη ζωή, τα πρόσωπα και τους τόπους.

 Δεν ξεχνάμε πως ο Μακάρ είναι στρατιωτικός και προσπαθεί να χρησιμοποιήσει τον ελεύθερο χρόνο μεταξύ των αποστολών που του έχουν ανατεθεί για τις καταγραφές του. Γι’ αυτό και οι σημειώσεις του φαίνονται αποσπασματικές αλλά συμπληρώνονται από τη ζωγραφική που αποτελεί τη μεγάλη του αγάπη. Έτσι, ταξιδεύει σημειώνει και κυρίως ζωγραφίζει. Οι υδατογραφίες του (aquarelles) αποτελούν μια σημαντική πηγή πληροφοριών καθώς και σημαντικό τεκμήριο της περιηγητικής ζωγραφικής.

 Από το Ναυαρίνο έως την Αθήνα, ο Μακάρ διατηρεί ένα ημερολόγιο με σημειώσεις για τους τόπους και τους ανθρώπους, όπως επίσης και για τις προσωπικότητες που συναντούσε (π.χ. Καποδίστριας, Κολοκοτρώνης…). Είναι πιθανό αρκετές από αυτές να έχουν χαθεί.

 Τα ταξίδια του πραγματοποιούνται σε τρεις μεγάλες διαδρομές είτε δια θαλάσσης, είτε μέσω των χερσαίων υφιστάμενων διαδρομών. Κατά τη διάρκεια των εσωτερικών αυτών ταξιδιών, εκτός από το Ναυαρίνο και την Πάτρα, επισκέπτεται τη Γαστούνη, τον Πύργο την Ολυμπία, τη Φιγαλεία (Βάσσες), τα Φιλιατρά, την Κυπαρισσία, τη Μεσσήνη, τη Μεθώνη, την Καλαμάτα, την Καρύταινα, τη Μεγαλόπολη, την Τρίπολη, το Άργος, το Ναύπλιο, την Επίδαυρο, την Αθήνα.

 

Read Full Post »

Επίδαυρος, υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)» – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier.

 Στην Επίδαυρο αποτυπώνει τη δεξαμενή στο Ιερό [του Απόλλωνα Μαλεάτα] και το λιμάνι της Επιδαύρου έχοντας στο βάθος τα βουνά των Μεθάνων. Το Μαύρο χρώμα των βουνών παραπέμπει στο ηφαίστειο των Μεθάνων.  

 

Επίδαυρος, υδατογραφία του Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart), 1829. Δημοσιεύεται στο: «Το ταξίδι του Συνταγματάρχη Jean Nicolas Maquart στην επαναστατημένη Ελλάδα (Πελοπόννησος 1828-1831)» – Γεώργιος Η. Κόνδης – Yves Ollivier. Στην Επίδαυρο αποτυπώνει τη δεξαμενή στο Ιερό [του Απόλλωνα Μαλεάτα] και το λιμάνι της Επιδαύρου έχοντας στο βάθος τα βουνά των Μεθάνων. Το Μαύρο χρώμα των βουνών παραπέμπει στο ηφαίστειο των Μεθάνων.

 

Ο Ζαν Νικολά Μακάρ, γεννημένος το 1786, ως στρατιωτικός συμμετέχει σε όλα τα μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα και ιδιαίτερα στις εκστρατείες, το 1805-1814, του Μέγα Ναπολέοντα, για τις οποίες καταγράφει πολλές πληροφορίες στο ημερολόγιό του. Την περίοδο 1828-1831 συμμετέχει στην Στρατιωτική Αποστολή του Μοριά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αρχαία Τροιζήνα  – Μαρία Γιαννοπούλου (Αρχαιολόγος)


 

Η αρχαία Τροιζήνα βρισκόταν λίγο δυτικότερα του σημερινού ομώνυμου χωριού της βορειοανατολικής Πελοποννήσου. Τα μνημεία της είναι γνωστά κυρίως από την εκτενή περιγραφή του Παυσανία (ΙΙ.30.5-32.10), ο οποίος μνημονεύει πολλά λατρευτικά οικοδομήματα και άλλα δημόσια κτήρια που είδε εκεί, παραθέτοντας ταυτόχρονα αρκετά στοιχεία για τις μυθικές παραδόσεις της πόλης. Σημαντικές είναι και οι μαρτυρίες ξένων περιηγητών που την επισκέφθηκαν στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα (Fourmont, Chandler, Dodwell, Gell, Stackelberg, Pouqueville, Prokesch von Osten, Blouet, Puillon Boblaye, Curtius, Bursian κ.ά.), καθώς μας άφησαν αξιοσημείωτες περιγραφές των ερειπίων που ήταν ορατά πριν από την έναρξη των ανασκαφών.

 

Τροιζήνα

 

Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή της αρχαίας πόλης άρχισαν από τον Legrand στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίστηκαν από τον Welter στις αρχές της δεκαετίας του 1930.[1] Ορισμένα από τα αντικείμενα που έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Legrand εντοπίστηκαν στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και τώρα κοσμούν την έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Πόρου, ενώ η τύχη των κινητών ευρημάτων των ερευνών του Welter παραμένει άγνωστη. Οι σωστικές ανασκαφές της Εφορείας Αρχαιοτήτων ξεκίνησαν το 1979 και μέχρι σήμερα έχουν φέρει στο φως πολλά αξιόλογα ευρήματα,[2] προερχόμενα κυρίως από δύο μεγάλα νεκροταφεία, το ένα στα ανατολικά και το άλλο στα δυτικά της πόλης. Τα σημαντικότερα από αυτά εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιώς και κάποια άλλα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πόρου.

 

Ερείπια της βυζαντινής εκκλησίας της Παναγίας Επισκοπής.

 

Το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας Τροιζήνας είναι θαμμένο κάτω από πυκνοφυτευμένα περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα, αλλά όσα από τα μνημεία της έχουν αποκαλυφθεί ή παρέμειναν ορατά από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, καθώς και η διεξοδική περιγραφή του Παυσανία, μαρτυρούν ότι ήταν μια πολύ σπουδαία πόλη. Μόνο το τέμενος του Ιππολύτου, το οποίο βρισκόταν έξω από τα τείχη της, έχει ανασκαφεί σε μεγάλη έκταση και τώρα αποτελεί τον επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο της Τροιζήνας. Στο ιερό αυτό λατρεύτηκε αρχικά ως ήρωας και κατόπιν ως θεός ο νεαρός γιος του Θησέα, τον οποίο ερωτεύτηκε παράφορα αλλά χωρίς ανταπόκριση η μητριά του Φαίδρα, με αποτέλεσμα να βρουν και οι δύο τραγικό θάνατο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ελλάδα – 25η Μαρτίου ’21

 

«Επί τη προτάσει της Ημετέρας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείας, θεωρήσαντες ότι η ημέρα της 25ης Μαρτίου, λαμπρά καθ’ εαυτήν εις πάντα Έλληνα, διό την εν αυτή τελουμένην εορτήν του Ευαγγελισμού της Υπεραγιας Θεοτόκου, είναι προσέτι λαμπρά και χαρμόσυνος, διό την κατ’ αυτήν έναρξιν του υπέρ ανεξαρτησίας αγώνος του Ελληνικού Έθνους, καθιερούμεν την ημέραν ταύτην εις το διηνεκές ως ημέραν Εθνικής Εορτής και διατάττομεν την διαληφθεισαν Γραμματείαν να δημοσίευση και ενεργήση το παρόν Διάταγμα».

 

Την εορτήν της 25 Μαρτίου οφείλει

να τελή μετ’ ενθουσιασμού ουχί η Ελληνική

πολιτεία, αλλ’ η Ελληνική κοινωνία·

ουχί ο υπάλληλος, αλλ’ ο πολίτης.

[εφ. Εθνικόν Πνεύμα, 1873]

 

Η ουσία ενός έθνους έγκειται στο ότι όλα τα άτομα έχουν πολλά κοινά πράγματα, καθώς επίσης ότι όλοι έχουν λησμονήσει πολλά πράγματα…

 

Read Full Post »

Καπνοκαλλιέργειες στη Αργολίδα


 

Τα αγροτόσπιτα της Αργολίδας διέθεταν συνήθως ένα χωράφι στο μίσω μέρος, που το λέγανε γιούρτι. Το γιούρτι κατά κανόνα ήτανε κολλητό με το σπίτι. Ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα και τη νοικοκυροσύνη του αγρότη, ήταν περιφραγμένο είτε με κλαδιά και θάμνους είτε με συρματόπλεγμα ή και με πλιθόμαντρα.

Στο γιούρτι έφτιαχναν τα περίφημα τζάκια, τα φυτώρια καπνού, που ήτανε μακρόστενες πρασιές πλάτους ενός μέτρου περίπου, γεμάτες με χωνεμένη κοπριά. Στα τζάκια το Νοέμβριο έσπερναν τον καπνόσπορο, αφού τον είχανε μουσκέψει πρώτα, για να «μαλλιάσει», να πετάξει δηλαδή μάτι, ώστε να φυτρώσει πιο γρήγορα.

Για να προστατεύονται τα νεαρά φυτά από το χαλάζι και τη νύχτα από τον πάγο, έφτιαχναν τις λεγόμενες ψάθες. Η ψάθα γινότανε από ένα μακρόστενο τελάρο από ξύλα ή καλάμια, επάνω απλώνονταν θάμνοι και αφάνες, κι από πάνω άλλο ένα όμοιο τελάρο. Τα δυο τελάρα δένονταν με σπάγκο, για να μη φεύγουν οι αφάνες. Στη συνέχεια κάρφωναν διχαλωτά παλούκια κι από τις δυο μεριές του τζακιού, τέσσερα για κάθε ψάθα, πάνω στα οποία στηριζόταν, ώστε να μην ακουμπάει στο έδαφος και να μην καταστρέφονται τα νεαρά φυτά. Την ημέρα ανασήκωναν την ψάθα από τη μια πλευρά, στηρίζοντάς την σ’ ένα ξύλο, για να λιάζονται και ν’ αερίζονται τα καπνά. Ταυτόχρονα το πότιζαν μ’ ένα ποτιστήρι, αν δεν έβρεχε. Το βράδυ έριχναν πάλι τις ψάθες για τον παγετό. Αργότερα έφτιαχναν χαμηλά τούνελ με νάιλον, χρησιμοποιώντας λυγαρόβεργες και αργότερα καμπυλόσχημα σίδερα.

Η μεταφύτευση του καπνού στο οργωμένο καπνοχώραφο γινότανε το Μάρτιο με καζίκι ή σκεπαρνάκι. Υπήρχαν συνήθως δύο ποικιλίες, ο πλατύφυλλος ή αράπικος καπνός, και ο στενόφυλλος ή γλώσσα. Αλλά με τον καιρό οι δύο αυτές βασικές ποικιλίες διασταυρώθηκαν και έδωσαν διάφορες ενδιάμεσες ποικιλίες. Επίσης, άλλοτε ο καπνός ήτανε ξερικός και άλλοτε ποτιστικός. Ο δεύτερος είχε ύψος μέχρι και δύο μέτρα και η απόδοσή του ήταν πολύ μεγαλύτερη. Μέχρι να μεγαλώσουν τα φυτά γίνονταν τουλάχιστον δύο σκαλίσματα. Η εργασία αυτή ήταν ιδιαίτερα κουραστική.

 

Φύτεμα καπνού. Οι δυο γυναίκες στη φωτογραφία (Αναστ. Αργύρη και η νύφη της Αναστ. Καραμάνου) σε ώρα διαλείμματος. Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Η συγκομιδή ξεκινούσε από το τέλος Ιουνίου περίπου μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Περνούσαν τα φυτά του χωραφιού μέχρι πέντε φορές, μαδώντας τα φύλλα λίγα-λίγα από κάτω προς την κορυφή. Η συγκομιδή ξεκινούσε γύρω στις τρεις το πρωί μέσα στα σκοτάδια και τελείωνε γύρω στις επτά. Ας σημειωθεί εδώ ότι όλα τα μέλη της οικογένειας συμμετείχαν σ’ αυτές τις δύσκολες και βασανιστικές δουλειές, και στο μάζεμα και στο βελόνιασμα, που ξεκινούσε αμέσως μετά.

 

Τα «κρεβάτια» των καπνών. (Αρχ. Γ. Καραμάνου). Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Το βελόνιασμα γινόταν είτε κάτω από ένα κιόσκι είτε κάτω από καμιά καρυδιά ή άλλο δένδρο με πλούσια σκιά. Όλα τα καπνόφυλλα ήταν ριγμένα σε μια λινάτσα κι άρχιζαν το βελόνιασμα, καθισμένοι σε σκαμπό και κουτσουράκια. Ένα-ένα φύλλο το περνούσαν με χοντρή βελόνα και γέμιζαν έναν σπάγκο ενόσμισι μέτρου. Αυτός ο σπάγκος ονομαζόταν καζίλι. Στη συνέχεια στερέωναν τις δύο άκρες του καζιλιού στις άκρες ενός καλαμιού ή ενός κορμού ξερού καπνού. Δενόταν επίσης το καζίλι κατά μήκος του καλαμιού σε 3-4 σημεία, για να μην κάνει κοιλιά και ακουμπάνε τα φύλλα χάμω. Αυτή ήταν η λεγόμενη βέργα. Όταν τελείωνε η μία βέργα, ο εργάτης ξεκινούσε την επόμενη.

 

Το βελόνιασμα του καπνού ήταν πολύ κουραστική δουλειά, πιο πολύ για τα παιδιά. (Αρχ. Γ. Καραμάνου). Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Το επόμενο στάδιο ήταν να λιαστούν οι βέργες και να ξεραθούν. Κάρφωναν, λοιπόν, παλούκια στο έδαφος σε δυο σειρές και σε απόσταση ενάμισι μέτρου, τέντωναν σύρμα από τη μιαν άκρη μέχρι την άλλη και κατόπιν ακουμπούσαν τις βέργες δίπλα-δίπλα επάνω στα σύρματα. Αυτά ήταν τα κρεβάτια.

 

Φυτεία καπνού στο Μάνεση Αργολίδας

 

Κάποια στιγμή, όταν τα φύλλα είχανε σχεδόν ξεραθεί, οι βέργες απλώνονταν στο έδαφος και με την υγρασία της νύχτας τα φύλλα αποκτούσαν ένα χρυσοκίτρινο χρώμα. Σ’ αυτό βοηθούσε και το κατάβρεγμα με ποτιστήρι. Πάντως, η υπερβολική υγρασία δημιουργούσε πρόβλημα και καμιά φορά έπρεπε τα βράδια να καλύπτονται τα κρεβάτια με πανιά και λινάτσες. Τα κρεβάτια απαιτούσαν συνεχή επιτήρηση και φροντίδα, ώστε τα καπνόφυλλα να «ψηθούν» σωστά και με τη σχετική υγρασία ν’ αποκτήσουν χρυσοκίτρινο χρώμα. Μόνιμη απειλή για τα κρεβάτια ήταν η καλοκαιρινή μπόρα κι έπρεπε όλη η οικογένεια να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει τις βέργες στο καλύβι ή σε κιόσκι ή να καλύψει τα κρεβάτια όσο καλύτερα μπορούσε, για να μη βραχούνε τα καπνά και θεωρηθούν κακής ποιότητας.

Στη συνέχεια έπρεπε να γίνει το «σάκιασμα» του καπνού, δηλαδή να συσκευαστεί σε δέματα, τα ονομαστά τέγκια, με τη βοήθεια ενός κασονιού, που το λέγανε καλούπι. Ο τεγκιαδόρος, λοιπόν, ετοίμαζε τα δέματα καπνού, χρησιμοποιώντας ένα ξύλινο μακρόστενο κασόνι, το οποίο στο επάνω μέρος είχε έναν κοχλία για τη συμπίεση του καπνού. Επίσης, σε μία από τις τέσσερις γωνίες είχε κουμπώματα και μπορούσες να το ανοίξεις.

 

Τα τέγκια καπνού μαζεύονταν σε αποθήκες στο Ναύπλιο (οδ. Σιδηράς Μεραρχίας). Στη φωτό εργάτριες μεταφέρουν ένα τέγκι, προφανώς για να φωτογραφηθούν. (Αρχ. Γ. Αντωνίου). Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Ο τεγκιαδόρος τοποθετούσε τα καπνά μέσα στο καλούπι με μεγάλη προσοχή κι επιδεξιότητα και ήξερε πώς έπρεπε να μπει η μία στρώση και πώς η άλλη, κι έβαζε όλη του την τέχνη, ώστε το τέγκι, που ζύγιζε περίπου 50 οκάδες, να μην είναι παράγωνο αλλά όμορφο και σφιχτό και καλά μοστραρισμένο και να μπορεί να το ελέγξει ο πάντα σχολαστικός και πονηρός έμπορος.

Το καλούπι, λοιπόν, είχε έναν κοχλία, που με την περιστροφή του πίεζε δυνατά ένα σανίδι και τα καπνά συμπιέζονταν πάρα πολύ. Χαρά των παιδιών ήτανε ν’ ανεβαίνουν επάνω στο σανίδι και να βοηθάνε με το βάρος τους. Αυτό γινότανε πολλές φορές, μέχρι να γεμίσει το καλούπι ή μέχρι ν’ αποκτήσει το δέμα το επιθυμητό βάρος. Ύστερα το ανοίγανε από τα κουμπώματα, τυλίγανε το τέγκι από τις τρεις πλευρές με λινάτσα, τις δύο πλαϊνές πλευρές τις ράβανε με σπάγκο, ενώ η μία στενή πλευρά έμενε εντελώς ακάλυπτη και μπορούσες ν’ αγγίξεις τον καπνό, να τον ελέγξειςκαι να τον καμαρώσεις. Γιατί είχε πραγματικά ένα όμορφο χρυσαφί χρώμα, ένα εμπόρευμα άριστης ποιότητας, που φανέρωνε τη φροντίδα και τη νοικοκυροσύνη του παραγωγού και την αξιοσύνη κι επιδεξιότητα του τεγκιαδόρου. Η ακάλυπτη πλευρά ήταν η μόστρα του τεγκιού. Συνήθως ο κάθε παραγωγός ήταν και τεγκιαδόρος, αλλά όχι πάντοτε. Πάντως, το «σάκιασμα» του καπνού γινόταν μ’ αυτό τον τρόπο, με το καλούπι και τον κοχλία, και το κάθε δέμα, βάρους 50 οκάδων περίπου, όπως το περιγράψαμε, ονομαζόταν τέγκι. Αυτή ήταν η συσκευασία για το εμπόριο.

Τα καπνά μεταφέρονταν στο Ναύπλιο και συγκεντρώνονταν σε μεγάλες καπναποθήκες, που είχαν οι έμποροι στην οδό Σιδηράς Μεραρχίας. Κάποια στιγμή φορτώνονταν σε μικρά πλοία και μεταφέρονταν στον Πειραιά, όπου φορτώνονταν σε άλλα μεγάλα εμπορικά για τη μεταφορά τους στο εξωτερικό.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Χρόνια Πολλά – Καλή Χρονιά!


 

Ας είναι η χρονιά που έρχεται

χρονιά πραγμάτωσης των ονείρων

και  των προσδοκιών σας!

 

  

Χρόνια Πολλά – Καλή Χρονιά !

 

Σχετικά άρθρα:

 

 

Read Full Post »

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

σας εύχεται  Χαρούμενες  Γιορτές

 

 

 και σας προτείνει άρθρα στο κλίμα της εποχής:

 

 

Read Full Post »

Δίδυμα – Οδοιπορικό στον τόπο και στο χρόνο


 

Το χωριό Δίδυμα του Νομού Αργολίδας βρίσκεται στο κέντρο μιας μικρής αλλά εύφορης πεδιάδας, που περιβάλλεται από υψηλά βουνά προς το βορρά και από χαμηλότερα προς το νότο. Με την πρώτη ματιά ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από ένα τεράστιο κοίλωμα που βρίσκεται στην πλαγιά του βουνού βορειοδυτικά του χωριού και που οι ντόπιοι ονομάζουν Μεγάλη Σπηλιά. Το κοίλωμα αυτό, όπως και ένα άλλο μικρότερο, η Μικρή Σπηλιά, [Δολίνες] που ανοίγεται στην επιφάνεια του εδάφους με αποτέλεσμα να μη γίνεται ορατό αμέσως, προήλθαν από καθίζηση του εδάφους.

 

Δίδυμα Αργολίδας

 

Σπήλαιο Διδύμων

 

Στον τόπο αυτό τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας χρονολογούνται από την Ύστερη Νεολιθική Εποχή (4.000-2.800 π.Χ.). Πρόκειται για λίθινα εργαλεία, που βρέθηκαν στη Μεγάλη Σπηλιά, όπου βρήκε καταφύγιο από τα στοιχεία της φύσης ο άνθρωπος εκείνης της εποχής.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φως ελάχιστα ευρήματα από την Εποχή του Χαλκού (2.800-1.100 π.Χ.)· αντίθετα εμφανή είναι τα σημάδια από την Κλασική Εποχή (5ος-4ος αι. π.Χ.), περίοδο ακμής για ολόκληρη την Ερμιονίδα. Το σημαντικότερο τεκμήριο αυτής της περιόδου είναι το Κάτω Πηγάδι, που βρίσκεται ανάμεσα στο Πάνω και το Κάτω Χωριό. Σε λίθινη επιγραφή του 2ου αι. π.Χ. συναντούμε για πρώτη φορά το όνομα Διδυμία. Η ονομασία αφορούσε την περιοχή για την οποία έριζαν δύο μεγάλες πόλεις-κράτη εκείνης της εποχής, η Επίδαυρος και η Ερμιόνη. Η περιοχή αυτή, που τοποθετείται στα σύνορα των δύο πόλεων-κρατών, ταυτίζεται με εκείνη των Διδύμων.

Ο γνωστός περιηγητής της αρχαιότητας Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ. γράφει για τα Δίδυμα:

 …χωρίον δέ έτερον, ο Διδύμους ονομάζουσι,… ενταύθα έστι μέν ιερόν Απόλλωνος, έστι δε Ποσειδώνος επί δε αυτοις Δήμητρος. αγάλματα δε ορθά λίθου λευκού.

 (…άλλο χωριό, που το ονομάζουν Διδύμους,… εδώ υπάρχει ιερό του Απόλλωνα και του Ποσειδώνα και πίσω από αυτά της Δήμητρας. (Υπάρχουν) και αγάλματα όρθια από λευκή πέτρα.)

Μάλιστα στο ξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας βρίσκεται εντοιχισμένο τμήμα κίονα με επιγραφή, στην οποία αναφέρεται προσφορά στη θεά Δήμητρα. Ακολουθώντας την πορεία του χρόνου, τα επόμενα μνημεία που συναντούμε ανάγονται στη βυζαντινή εποχή. Τα σημαντικότερα είναι το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου στο Αυγό, που χρονολογείται από τον 11ο αι., και το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου  που βρίσκεται στη Μικρή Σπηλιά πολύ κοντά στο χωριό. Πρόκειται για βραχοσκεπή διακοσμημένη με τοιχογραφίες πιθανά του 13ου αι. (Στη Μικρή Σπηλιά υπάρχει επίσης το ξωκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, σκαμμένο στο τοίχωμα της σπηλιάς, το οποίο δεν έχει χρονολογηθεί ακριβώς).

 

Η Μονή του Αγίου Δημητρίου Αυγού

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Γκέρμπεσι ως Οικωνύμιο ή Εδαφωνύμιο στον Ελλαδικό χώρο & στην Αλβανία


 

Στον Ελλαδικό χώρο συναντάμε τους επόμενους οικισμούς ή περιοχές, που έφεραν ή εξακολουθούν να φέρουν την ονομασία Γκέρμπεσι[1], ήτοι

 

Ι. Στο νομό Αργολίδας

 

1) Μιδέα, πρώην Γκέρμπεσι, οικισμός της επαρχίας Ναυπλίας, που αναγνωρίστηκε ως οικισμός με 25 οικογένειες και 100 κατοίκους του Δήμου Μιδείας, ο οποίος συστάθηκε με το Β.Δ. της 28/4 (10/5)/1834 (ΦΕΚ 1/1834) «περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας». Με το Β.Δ. της 5-6-1871 (ΦΕΚ 4/20-10-1871) και μετά από γνωμοδότηση του αρχαιολόγου Ευστρατιάδη «ἐνεκρίθη ἵνα ὁ δῆμος Μηδείας μετονομασθῇ Μιδέας [2] ἡ δέ σφραγίς αυτοῦ φέρῃ ἔμβλημα εν τῷ μέσῳ μὲν «κεφαλήν ἵππου» γύρωθεν δέ τάς λέξεις «δῆμος Μιδέας».

 

Μιδέα (Γκέρμπεσι) Αργολίδας

 

Με το Π.Δ. 27-8/6-9-1927 (ΦΕΚ 187/1927)  οι συνοικισμοί Γκέρμπεσι και Μπάρδι αποσπάστηκαν από την Κοινότητα Μάνεσι και αναγνωρίστηκαν ως κοινότητα Γκέρμπεσι και με το Π.Δ. της 11-20/9/1928 (ΦΕΚ 193/1928)  ο οικισμός Γκέρμπεσι μετονομάστηκε σε Μιδέα, ο οικισμός Μπάρδι σε Αμυγδαλίτσα και η κοινότητα Γκέρμπεσι σε κοινότητα Μιδέας με έδρα τον ομώνυμο οικισμό.

2) Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων στην επαρχία Ναυπλίας, οικισμός που δεν υπάρχει πλέον. Ήταν οικισμός αρβανιτών εγκατεστημένος στις  νότιες υπώρειες του υψώματος Γκουμουράδα, που βρίσκεται ΒΒΔ του Δρεπάνου και σε απόσταση δύο περίπου χιλιομέτρων από τον οικισμό. Κατά τον Κώστα Σεραφείμ, δημοσιογράφο και κάτοικο Ασίνης, το Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων πράγματι υπήρξε ως οικισμός, που δημιουργήθηκε από αρβανίτες, κατοίκους του προγενέστερου οικισμού Γκέρμπεσι (Μιδέα) της Αργολίδας και βρισκόταν «στην εκκλησία πριν πάμε στην Αγία Παρασκευή, σταυροδρόμι αριστερά είναι τα πτηνοτροφεία του Καλλιάνου, …. εκεί ήταν το σημείο, που βρισκόταν το Γκέρμπεσ點 η περιοχή σήμερα φέρει το εδαφωνύμιο και «Μυρμιγκόλογκος». Το Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων καταστράφηκε, όπως λέγεται, αλλά και ο πατέρας του τον είχε βεβαιώσει, από σεισμό το 1860-65. Μάλιστα η προγιαγιά του καταγόταν από το Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων.

Δεν υπάρχουν γραφτές αναφορές για το Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων και την τελευταία φορά που επισκέφθηκε το χώρο περί το 1960 υπήρχαν εμφανή ίχνη λιθοσωρών, ερείπια 20 περίπου γκρεμισμένων σπιτιών. Η περιοχή κατελάμβανε έκταση 40-50 στρεμμάτων. Τις πληροφορίες αυτές κατέθεσε ο Κώστας Σεραφείμ (†5-8-2017), για τις οποίες του είμαι ευγνώμων και ιδιαίτερα γιατί μού πέρασε τη βεβαιότητα της ύπαρξης του οικισμού Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων. Σύμφωνα με κάτοικο του Δρεπάνου «Η περιοχή από τη διασταύρωση της Αγίας Παρασκευής και αριστερά και πάνω προς το βουνό λέγεται Γκέρμπεσιž υπήρχε και υδραγωγείο με δύο κεραμίδια, από κάτω και από πάνω, που μετέφεραν νερό από το πηγάδι της Αγίας Παρασκευήςž τα πετάγαμε όταν οργώναμε (εννοεί το αλέτρι έβγαζε τα κεραμίδια στην επιφάνεια)». Ανάμνηση του οικισμού Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων αποτελεί το εδαφωνύμιο «Γκέρμπεσι» [3] με το οποίο σηματοδοτείται η περιοχή αυτή σήμερα.

Σχετικά με το εδαφωνύμιο Γκουμουράδα πιστεύω πως προέρχεται από ελληνοποίηση της αρβανίτικης λέξης Γκουμράτ (Gumëratë) [4], που σημαίνει σωρό από πέτρες, ερείπια σπιτιού, εδαφωνύμιο, δηλαδή, που παραπέμπει στο τέλος του οικισμού. Σήμερα δεν φαίνεται να υπάρχουν ίχνη της προηγούμενης εγκατάστασης, αφού η περιοχή έχει καλλιεργηθεί με εσπεριδοειδή και οικοδομηθεί. Επίσης, ο οικισμός Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων δεν περιλαμβάνεται στους οικισμούς του Δήμου Ασίνης  «Χαϊδάρι, Τσεφέραγα και Σπαϊτσίκ, Τσέλο, Μουράταγα, Ηρι, Τουλό, Σουλινάρι και Κάνδια, Μονή Αυγού και Μεταμορφώσεως», ούτε άλλου Δήμου της επαρχίας Ναυπλίας σύμφωνα με το Β. Δ. της 28/4 (10/5)/1834 (ΦΕΚ 1/1834) «περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», ούτε σημειώνεται στο χάρτη της Γαλλικής επιστημονικής αποστολής του 1829, πράγμα που σημαίνει ότι ο οικισμός αυτός ενωρίς έπαψε να υπάρχει.

Το Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων της Αργολίδας αναφέρεται από τον Ιωάννη Ε. Πέππα [5], ο οποίος γράφει σχετικά: «Οι κάτοικοι της περιοχής διασώζουν στη μνήμη τους ότι εδώ – στα παλιά χρόνια – και μάλιστα κατά την τουρκοκρατία υπήρχε… Χωριό ονόματι Γκέρμπεσι. Αυτού του τελευταίου χωριού ο πληθυσμός μειώθηκε σε δύο μόνο οικογένειες, οι οποίες και κατοικούν λίγο πιο βόρεια από την Καλλιθέα»…«προήλθε από το Γκέρμπεσι της ΝΑ κλιτύος του Αραχναίου τη Μιδέα και μνημονεύεται  από τη Βενετική απογραφή του 1700, τον  Πουκεβίλ κατά το 1814 αλλά και την ελληνική απογραφή του 1830…» (σελ. 276-277).

Ανακριβώς αναφέρει ο συγγραφέας πως το Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων μνημονεύεται από τη Βενετική απογραφή του 1700, αφού δεν περιλαμβάνεται ούτε ως οικισμός ούτε ως ζευγολατείο ή ως εδαφωνύμιο στις οικείες περιοχές του terittorio του Ναυπλίου «Ville Spai, Seffer Aga e Paleo castro» και «Ville assistenti nel confin di Trapano, e prima Villa Caidari, Braim Bei, Cadogli, Carcala, Spai, Turchachi, Zereco, Aglioteus et il Monasterio di S. Sotira», αλλά ούτε και σε καμία άλλη περιοχή του terittorii di Napoli di Romania. Η σχετική αναφορά του catastico particolare di Napoli di Romania «Villa Platagniti e suoi seugolatij Manessi, Sanga, Bardi, Gerbessi, Calivia, e Mariano e sue dillatationi» προσδιορίζει του Γκέρμπεσι (Μιδέα) και όχι το Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων, γιατί αφενός  το Γκέρμπεσι (Μιδέα) κατονομάζεται στην ενότητα των ζευγολατείων, που απαρτίζουν την περιοχή Πλατανήτι και αφετέρου γιατί σημειώνεται στον συνοδευτικό χάρτη της ίδιας περιοχής. Σημειώνουμε επίσης πως ούτε ο Μηλιαράκης κάνει οποιαδήποτε ιστορική έστω μνεία του οικισμού Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων[6].

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886.

 

ΙΙ. Στο νομό Αχαΐας[7]

 

1) Προφήτης Ηλίας, πρώην Γκέρμπεσι, (συν)οικισμός της επαρχίας Καλαβρύτων, που αναγνωρίστηκε σε κοινότητα Γκέρμπεσι με το Β.Δ. 18-28/8/1912 ΦΕΚ 256/1912 «περί αναγνωρίσεως κοινοτήτων εν τω νομώ Αχαΐας και Ήλιδος» (αρ. 48) και μετονομάστηκε ο οικισμός και η κοινότητα σε «Προφήτη Ηλία» με το Π.Δ. 19-7/8-8-1928 (ΦΕΚ 156/1928) «περί μετονομασίας κοινοτήτων και συνοικισμών», αρ. 105. Αναφέρεται στην Βενετική απογραφή του 1700 του territorio di kallavritta με την ονομασία Cherpeno με 32 οικογένειες και 121 κατοίκους[8].

2) Μαύρον Όρος, πρώην Μέσα Γκέρμπεσι, (συν)οικισμός της κοινότητας Παραλίμνης της επαρχίας Πατρών, που μετονομάστηκε σε «Μαύρον Ορος»  με το άρθρο μόνο του Β.Δ. 20-9/10-10-1955  (ΦΕΚ. 287 Α΄/1955) «Περί μετονομασίας συνοικισμών, κοινοτήτων κ.λ.» (αρ. 13).

3) Παραλίμνη, πρώην Γκέρμπεσι, συνοικισμός της κοινότητας Λιμνοχωρίου, πρώην κοινότητας Στριγκλέϊκων της επαρχίας Πατρών, που αναγνωρίστηκε ως οικισμός της κοινότητας Στριγκλέϊκων (με τους οικισμούς Βίδοβα ή Βέδοβα, Καραβοστάσι και Λακκόπετρα) με το Β.Δ. 18-28/8/1912 ΦΕΚ 256/1912 «περί προσαρτήσεως εις τα κοινότητας του νομού Αχαΐας και Ήλιδος συνοικισμών του νομού τούτου» και μετονομάστηκε σε «Παραλίμνη» με το Π. Δ. 19-7/8-8-1928 (ΦΕΚ 156/1928) «περί μετονομασίας κοινοτήτων και συνοικισμών», αρ. 142 και 144. Με το Β.Δ. 13-6/18-7-1947 «περί αναγνωρίσεως κοινοτήτων» (ΦΕΚ Α148/1947) οι συνοικισμοί Παραλίμνης και Μέσα Γκέρμπεσι αποσπάστηκαν από την κοινότητα Λακκόπετρας επαρχίας Πατρών του νομού Αχαΐας και αναγνωρίστηκαν σε κοινότητα με το όνομα «κοινότητα Παραλίμνης», ενώ με το Β.Δ. 18-21/5/1956 (ΦΕΚ  A125/1956) «περί μετονομασίας  συνοικισμών, κοινοτήτων κλπ» ο συνοικισμός Παραλίμνη μετονομάστηκε σε Άραξος και η κοινότητα σε «κοινότητα Αράξου».

4) Αγριλιά, τέως Γκερμπεσαίϊκα, συνοικισμός της κοινότητας Βασιλικού της επαρχίας Πατρών, που μετονομάστηκε σε «Αγριλιά» με το Β.Δ. 20-9/10-10-1955  (ΦΕΚ. 287 Α΄/1955) «Περί μετονομασίας συνοικισμών, κοινοτήτων κ.λ.» (αρ.3).

5) Στεφάνη, τέως Γκερμπεσαίϊκα, συνοικισμός της κοινότητας Βραχνέϊκων της επαρχίας Πατρών, που μετονομάστηκε σε «Στεφάνη» με το Β.Δ. 20-9/10-10-1955  (ΦΕΚ. 287 Α΄/1955) «Περί μετονομασίας συνοικισμών, κοινοτήτων κ.λ.» (αρ.4).

 

ΙΙΙ. Στο νομό Καρδίτσας

 

Καρποχώρι, τέως Γκέρμπεσι, (τότε) (συν)οικισμός της επαρχίας Καρδίτσας του νομού Τρικάλων, που με το Π.Δ. 4-11/22-12/1927 «περί μετονομασίας κοινοτήτων και συνοικισμών» (ΦΕΚ 306/1927) (Γ΄ Εν τω νομώ Τρικάλων- Εν τη επαρχία Καρδίτσης, αρ. 190), ο συνοικισμός Γκέρμπεσι μετονομάστηκε σε Καρποχώρι και η Κοινότητα σε Καρποχωρίου.

Η αυτοδιοικητική εξέλιξη του οικισμού Γκέρμπεσι έχει ως ακολούθως. Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου με το νόμο ΠΜ/19-20/3/1882 (ΦΕΚ 16/1882)  «περί εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας εις τας άρτι προσαρτηθείσας Θεσσαλικάς και Ηπειρωτικάς επαρχίας» δημιουργήθηκε μεταξύ άλλων και ο νομός Τρικάλων, που περιέλαβε και την επαρχία Καρδίτσας, στο δήμο της οποίας υπήχθη και ο συνοικισμός Γκέρμπεσι.

Με το Β.Δ. 31-3/2-4/1883 (ΦΕΚ 126/1883) «περί της εις Δήμους διαιρέσεως της εν τω νομώ Τρικάλων επαρχίας Καρδίτσης» δημιουργήθηκε ο Δήμος Καλλιφωνίου, στον οποίο υπήχθη ο οικισμός Γκέρμπεσι με 373 κατοίκους. Από το 1889 μέχρι το 1909 η Καρδίτσα έγινε νομός, από το 1909 μέχρι το 1944 έγινε ξανά επαρχία του νομού Τρικάλων και το 1944 εν μέσω Γερμανικής κατοχής έγινε από τον Τσολάκογλου, ο οποίος καταγόταν από τη Ρεντίνα, Αγράφων Καρδίτσης και πάλι νομός.

Με το Ν. ΔΝΖ (4057)/10-14/2/1912 «περί συστάσεως δήμων και κοινοτήτων» (ΦΕΚ Α-58/1912) καταργήθηκε ο Δήμος Καλλιφωνίου και το Γκέρμπεσι αναγνωρίστηκε ως Κοινότητα Γκέρμπεσι με το Β.Δ. 29-31/8/1912 (ΦΕΚ 261-Α/1912) (αριθμ. 142) «περί αναγνωρίσεως των Δήμων και κοινοτήτων του νομού Τρικάλων», στην οποία εντάχθηκε και ο συνοικισμός Ντελή-Βελής με το Β.Δ. της 29-31/8/1912 (ΦΕΚ 261-Α/1912) «περί προσαρτήσεως εις τον δήμον και τας κοινότητας του νομού Τρικάλων συνοικισμών του νομού τούτου» (σελ. 1520). Τέλος, όπως ανωτέρω σημειώνουμε,  με το Π.Δ. 4-11/22-12/1927 «περί μετονομασίας κοινοτήτων και συνοικισμών» (ΦΕΚ 306/1927) (Γ΄ Εν τω νομώ Τρικάλων- Εν τη επαρχία Καρδίτσης, αρ. 190), ο συνοικισμός Γκέρμπεσι μετονομάστηκε σε Καρποχώρι και η Κοινότητα σε Καρποχωρίου.  Όσον αφορά εις τον οικισμό Ντελή-Βελή, με το ίδιο Π.Δ. μετονομάστηκε ο οικισμός σε «Φτελοπούλα» και η κοινότητα σε «κοινότητα Φτελοπούλας» (αριθμός 199).

 

ΙV. Στο νομό Ζακύνθου

 

Γκέρμπεση = Χωρ.(ίον) Ζακ.(ύνθου) σωζόμενον  τω 1516 και αριθμούν 27 οικογ.(ενείας) και το 1527 αριθμούν οικίας μεν 28, κατ.(οίκους) δε 143. Εν σελ. 120 του συμ/γρ.(άφου) Ζακ.(ύνθου) Δ. Ραυτοπούλου απαντά εν έτει 1507 εν σελ. δε 340 του συμ/γρ.(άφου) Α. Ραυτοπούλου (1511) αναγινώσκομεν, ότι ο Πέτρος Γκέρμπεσης, άμα τη προκηρύξει της Ενετ.(ικής) Κυβερνήσεως, πάραυτα αφίκετο  εις Ζάκ.(υνθον) και κατέλαβεν εν μέρος των Χινιανών, πλησίον των Ευτυχίδων. Το χωρ.(ίον) εσώζετο τῷ 1584, ήδη δε σώζεται τοποθ.(εσία) τούτου εν περ.(ιοχή) χ.(ωρίου) Μαχαιράδων.[9]

V. Στη Βενετική απογραφή του 1700 αναφέρεται στο territorio di Gastugni χωριό Gerepesi με 3 οικογένειες και 14 κατοίκους αποδιδόμενο ως Γκέρμπεσι[10].

. «Γκέλπεσι ή Γκέλμπεσι[11], ονομασία βουνού ύψους 740 μ., που βρίσκεται στην Ερμιονίδα της Αργολίδας δυτικά του όρους Δίδυμα.

Στην Αλβανία υπάρχουν δύο χωριά με το όνομα Γκέρμπεσι, ήτοι:

  1. i) το Γκέρμπεσι της περιοχής (Νομού) Βερατίου (Gjerbësi i Beratit) και
  2. ii) το Γκέρμπεσι της περιοχής (Νομού) Φίερ (Gjerbësi i Fierit).

 

Υποσημειώσεις


[1] gerbesi.wordpress.com «Χωριά σ᾽ όλη την Ελλάδα με την ονομασία Γκέρμπεσι» και εκεί παραπομπή σε Αθαν. Τζώρτζη: «Γκέρμπεσι, διαδρομή στους αιώνες», Αθήνα 2003 (ο συγγραφέας αναφέρεται στο Γκέρμπεσι-Προφήτης Ηλίας Καλαβρύτων).

[2] Σημειώνουμε, ότι η ονομασία Μιδέα δεν προέρχεται από την Μήδεια, θυγατέρα του βασιλιά της Κολχίδος Αιήτη και σύζυγο του Ιάσωνα, αλλά από την Μιδέα ή Μιδεία, θυγατέρα του βασιλιά της Φρυγίας Αλωέως και παλλακίδα του Ηλεκτρύωνα, γιού του Περσέα και βασιλιά της «Περσέως πόλεως», που μετονόμασε προς τιμή της παλλακίδας του σε Μιδέα.

[3] Ενδεικτικά παραπέμπουμε στα υπ’ αρ. 11349/7-11-1924 (ΞΒ-22306), 10545/13-10-1958 (ΟΒ-27958), 13570/7-10-1972 (186-82), 17820 (279-26) συμβόλαια, μεταγραμμένα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ναυπλίου  (οι εντός παρενθέσεων αριθμοί φανερώνουν ο πρώτος το τόμο και ο δεύτερος τον αριθμό μεταγραφής).

[4] Ν. Γκίνη: «Αλβανο-Ελληνικό λεξικό», Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1998.

[5] Ι. Ε. Πέππα, «Μεσαιωνικές σελίδες της Αργολίδος, Αρκαδίας, Κορινθίας, Αττικής», Αθήναι 1990, σελ. 276 επ. και 327 επ.

[6] «Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», έκδοση εν Αθήναις 1886, ΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Δ.Ν.ΚΑΡΑΒΙΑ ΑΘΗΝΑ.

[7] gerbesi.wordpress.com «Χωριά σ᾽ όλη την Ελλάδα με την ονομασία Γκέρμπεσι» και εκεί παραπομπή σε Αθαν. Τζώρτζη: «Γκέρμπεσι, διαδρομή στους αιώνες», Αθήνα 2003 (ο συγγραφέας αναφέρεται στο Γκέρμπεσι-Προφήτης Ηλίας Καλαβρύτων).

[8] Β. Παναγιωτόπουλος: «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος-18ος αιώνας», Ιστορικό αρχείο της εμπορικής τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1987, σελ 268 και 302.

[9] «Λεξικόν Φιλολογικόν και Ιστορικόν Ζακύνθου», Εν Ζακύνθω, τυπογραφείον «Ο ΦΩΣΚΟΛΟΣ», 1898.

[10] Β. Παναγιωτόπουλος, «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος-18ος αιώνας», Ιστορικό αρχείο της εμπορικής τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα 1987, σελ 271 και 303.

[11] Α. Μηλιαράκη, «Γεωγραφία πολιτική του νομού Αργολίδος και Κορινθίας» (ίδε χάρτη), εν Αθήναις 1886. Κ. Σεραφείμ, «Λαογραφικά της Αργολίδος», Αθήνα, 1981 σελ. 11, όπου αναφερόμενος στα βουνά της Αργολίδας σημειώνει  «Δίδυμον με κορυφές … και Προφήτης Ηλίας ή Γκέλπεση 778 μ.». Γιόνα Παϊδούση-Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά τους αιώνες», Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996 σελ.115 και 123, η οποία αναφέρεται στο ίδιο βουνό Γκέλπεσι ή Γκέλμπεσι προσθέτοντας στην υποσημείωση 47 τα επόμενα: «Στα αρβανίτικα Gelbësi, προφανώς από τη λέξη gelbëri= ό,τι έχει το χρώμα του χλωρού χόρτου, ο καταπράσσινος. Και σήμερα το βουνό είναι κατάφυτο». Σχετικά στο ΑλβανοΕλληνικό λεξικό Ν. Γκίνη αναφέρονται οι λέξεις: Gjelbёri=πράσσινος, πρασσινάδα, Gelbёrsi= πρασσινάδα. Έχω τη γνώμη πως η ονομασία Γκέλμπεσι θα πρέπει να συνδυασθεί με την πορεία των διωκομένων από τους Τούρκους Αλβανών από την περιοχή του Ναυπλίου προς την Ερμιονίδα και τα νησιά Ύδρα και Σπέτσες μέσω του Αραχναίου κατά το δεύτερο μισό του 15ου αιώνα αλλά και μεταγενέστερα και ιδιαίτερα στις αρχές του 18ου αιώνα. Η βουνοκορφή αυτή βρίσκεται στην πορεία των Αλβανών προς τα νησιά της τελικής τους εγκατάστασης και για κάποιο λόγο άγνωστο σε μας είτε ντόπιοι είτε Αλβανοί που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή να ονόμασαν τη βουνοκορφή Γκέλμπεσι, αν και έχω τη γνώμη πως το αρχικό τοπωνύμιο θα πρέπει να ήταν Γκέρμπεσι, γιατί η αρβανίτικη γλώσσα είναι τραχειά και οι λεπτές και εξευγενισμένες λέξεις της είναι ξένες. Επίσης δεν θα πρέπει να παραβλέψουμε πως η ηχητική απόδοση Γκέλμπεσι είναι πλησιέστερη προς το Γκέρμπεσι παρά προς το Γκέλμπερι και ακόμη πως ήδη εχρησιμοποιείτο όχι μακριά το οικωνύμιο Γκέρμπεσι (των Δρεπανοχωρίων) για να προσδιορίσει οικισμό αρβανιτών.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

«Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »