Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Αργολίδα’ Category

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Τα Αρχαία Θέατρα της Αργολίδας © Μαρία Μικεδάκη, Λέκτορας Αρχαίου Θεάτρου, Τμήμα Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.


 

Αρχαία θέατρα του Άργους: Το «Θέατρο της Αγοράς», το μεγάλο θέατρο του Άργους,  το θέατρο με τα ευθύγραμμα εδώλια, το ρωμαϊκό ωδείο του Άργους, τo θέατρο στο ιερό του Απόλλωνα Πυθίου ή Δειραδιώτη.

 Αρχαία θέατρα της Επιδαύρου: Το μικρό θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, το ελληνιστικό θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου, το ρωμαϊκό ωδείο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου.

Το ελληνιστικό θέατρο των Μυκηνών.

 

Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φως εννέα αρχαία θέατρα στο νομό Αργολίδας. Πέντε από αυτά έχουν αποκαλυφθεί στο Άργος, τρία στην Επίδαυρο και ένα στις Μυκήνες. Αν εξαιρέσει κανείς τα δύο μικρά θέατρα του Άργους (το «Θέατρο της Αγοράς» και το θέατρο στο ιερό του Απόλλωνα Πυθίου) που προορίζονταν για συγκεντρώσεις θρησκευτικού και πολιτικού χαρακτήρα ή για λατρευτικούς σκοπούς, τα υπόλοιπα επτά θέατρα φιλοξενούσαν πρωτίστως μουσικούς αγώνες. Οι αγώνες αυτοί συνήθως περιλάμβαναν αγώνες ποίησης, οργανικής μουσικής, άσματος, χορού και δράματος. Εντάσσονταν, δε, στο πλαίσιο συγκεκριμένων εορτών που διοργάνωναν οι πιστοί προς τιμήν των θεών τους. Στις Μυκήνες ο τιμώμενος θεός ήταν ο Διόνυσος, στην Επίδαυρο ο Ασκληπιός και ο Διόνυσος, ενώ στο Άργος η Ήρα, ο Δίας και αργότερα οι θεοποιημένοι ρωμαίοι αυτοκράτορες.

 

Το τιμητικό θεωρείο στο μεγάλο θέατρο του Άργους από νοτιοδυτικά (φωτογραφία: Μ. Μικεδάκη / Copyright © Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας – Ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων / Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων.

 

Πολλές από τις δραματικές παραστάσεις που παρουσιάζονταν στα θέατρα της Αργολίδας ήταν επαναλήψεις έργων των μεγάλων τραγικών, που είχαν εμπνευστεί τις υποθέσεις τους από μύθους που είχαν «γεννηθεί» στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή. Αρκεί να θυμηθεί κανείς το μύθο των Δαναΐδων, του Ορέστη και της Ηλέκτρας που εκτυλίσσεται στο Άργος, τη σπουδαιότερη από τις αργολικές πόλεις. Επιπλέον, μυθικά πρόσωπα της Αργολίδας γίνονται dramatis personae σε αρκετές – σωζόμενες ή μη – τραγωδίες. Ενδεικτικά αναφέρεται ο Περσέας στην Ανδρομέδα του Ευριπίδη, ο Ηρακλής στον Ηρακλή μαινόμενο του ιδίου τραγικού, ο Ναύπλιος (ο Νεώτερος) μαζί με τον γιο του Παλαμήδη στο έργο του Σοφοκλή Ναύπλιος Πυρκαεύς, o Ίναχος (βασιλιάς του Άργους) στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, o Ευρυσθέας (έτερος βασιλιάς του Άργους) στους Ηρακλείδες του Ευριπίδη και, τέλος, ο Προίτος (βασιλιάς της Τίρυνθας) στη Σθενέβοια του Ευριπίδη.

 

Το θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου από βόρεια. Φώτο: Διάζωμα.

 

Η μουσική, με την αξεπέραστη ψυχαγωγική της δύναμη, κατείχε ιδιαίτερη θέση στο αρχαίο ελληνικό θέατρο. Από αυτή την άποψη θα πρέπει κανείς να εξάρει τη μεγάλη συνεισφορά του Άργους στην εξέλιξη της μουσικής των αρχαϊκών και κλασικών χρόνων. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (ΙΙΙ, 131, 3), οι κάτοικοι του Άργους είχαν τα πρωτεία από όλους τους Έλληνες στη μουσική. Ονομαστοί για την τέχνη τους ήταν οι Αργείοι μουσικοί Αριστόνικος (7ος αι. π.Χ.) και Σακάδας (τέλη 7ου – αρχές 6ου αι. π.Χ.) που καθιέρωσαν την κιθάρα και τον αυλό αντίστοιχα ως αυτόνομα σολιστικά όργανα στους μουσικούς αγώνες, χωρίς τη συνοδεία άσματος, ο Ιέραξ (7ος αι. π.Χ.) που επινόησε τρία είδη συνθέσεων για αυλούς (τον ιεράκειον νόμον, το ιεράκειον μέλος και την ενδρομήν), καθώς και η ποιήτρια και μουσικός Τελέσιλλα (τέλη 6ου – αρχές 5ου αι. π.Χ.), η οποία έγινε γνωστή τόσο για τα λυρικά της ποιήματα όσο και για το ηρωικό της θάρρος που απέτρεψε την κατάληψη της πόλης της από τους Σπαρτιάτες. Από το Άργος κατάγονταν, εξάλλου, ο Ιοφώντας και ο Τιμοκράτης που συνέθεταν τα λυρικά μέρη των δραμάτων του Ευριπίδη (Γένος Ευριπίδου και Βίος, 16-17 [έκδ. CUF]). Στα ονόματα αυτά θα πρέπει, τέλος, να προστεθεί και εκείνο του Λάσου από την Ερμιόνη Αργολίδας (6ος αι. π.Χ.) που ήταν ποιητής διθυράμβων, ανακαινιστής της διθυραμβικής μουσικής και περίφημος μαθητής του Σακάδα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Μαρίας Μικεδάκη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Τα αρχαία θέατρα της Αργολίδας

 

 Σχετικά θέματα:  

 

Read Full Post »

Κιβέρι – Μύλοι – Σκαφιδάκι


 

Κατά τη Β’ Βενετοκρατία στην Πελοπόννησο οι κυρίαρχοι της χώρας για να υποβοηθήσουν την πολιτική διαχείριση της κτήσης τους και συγχρόνως να καταστήσουν αποδοτικότερη την οικονομική εκμετάλλευση του τόπου, επιχείρησαν επανειλημμένες γενικές απογραφές του πληθυσμού της. Γνωρίζουμε ότι πραγματοποίησαν τέσσερις τουλάχιστον απογραφές [1] και η πιο πετυχημένη από αυτές υπήρξε εκείνη που έφερε σε πέρας το 1700 ο Γενικός Προνοητής Πελοποννήσου (Provveditor General dell’ Armi in Regno di Morea) Φραγκίσκος Grimani.

H απογραφή αυτή, που συγκέντρωσε τα δημογραφικά στοιχεία όλων των οικισμών της Πελοποννήσου – εκτός ίσως από ελάχιστες περιπτώσεις – απόκειται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας και δημοσιεύτηκε από τον Βασίλη Παναγιωτόπουλο στο σημαντικότατο βιβλίο του Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος-18ος αιώνας [2]. Ο συγγραφέας του έργου, εξετάζοντας ανάμεσα στα άλλα τη διοικητική διαίρεση της Πελοποννήσου στα τέλη του 17ου αιώνα και μάλιστα σε συσχετισμό με τα στοιχεία της απογραφής του 1700, παρατήρησε [3] ότι το χωριό Κιβέρι και η εδαφική περιοχή του, που κανονικά θα έπρεπε να περιλαμβάνεται στην επαρχία ή territorio – εφεξής τεριτόριο – του Άργους, φερόταν στην απογραφή να ανήκει στο τεριτόριο του Ναυπλίου, παρόλο που βρισκόταν απέναντι από αυτό, δηλαδή στην άλλη πλευρά του αργολικού κόλπου και έτσι δεν υπήρχε εδαφική επαφή και συνέχεια μεταξύ των δύο περιοχών – του Ναυπλίου και του Κιβερίου – αφού ανάμεσά τους παρεμβαλλόταν εκείνη του Άρ­γους.

Ο Παναγιωτόπουλος θεώρησε ότι το γεγονός αυτό αποτελούσε εξαίρεση στον κανόνα της εδαφικής συνέχειας σε κάθε τεριτόριο, την οποία, όπως γράφει, είχαν καθιερώσει οι Βενετοί στη διοικητική οργάνωση της νέας τους κτήσης [4]. Διατύπωσε μάλιστα την άποψη πως δεν γνωρίζουμε από πότε χρονολογείται το γεγονός και ότι πρέπει «να ανάγεται σε ένα μακρινό παρελθόν, που μόνο η εξακρίβωση της ιστορίας του θα μπορούσε να μας φωτίσει». Ο Παναγιωτόπουλος πιστεύει ότι δεν έχουμε να κάνουμε με κάποιο σύγχρονο της απογραφής θύλακο φεουδαλικού χαρακτήρα  – σωστά βέβαια αφού βρισκόμαστε στις αρχές του 18ου αιώνα – χωρίς να αποκλείει τη σύνδεση του γεγονότος με την Α’ Τουρκοκρατία, ενώ θεωρεί επίσης πολύ πιθανό να έχει σχέση με τη Φραγκοκρατία, οπότε θα ήταν προφανής η φεουδαλική του προέλευση.

Πέρα όμως από τις υποθέσεις αυτές, που δεν δίνουν απάντηση στο ζήτημα, ο ίδιος πρότεινε μία καταρχήν ερμηνεία γράφοντας ότι: «η μικρή αυτή περιοχή, το Κιβέρι, πλούσια σε χειμάρρους που κινούσαν ένα σημαντικό αριθμό αλευρόμυλων, θεωρείτο ζωτική για τον ανεφοδιασμό του Ναυπλίου, της πρωτεύουσας της χώρας, και γι’ αυτό ήταν προσαρτημένη στο δικό τον territorio» [5].

Η ερμηνεία αυτή δεν μας φαίνεται αρκετά πειστική, επειδή δεν νομίζουμε ότι η χρησιμότητα των μύλων θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη διοικητική απόσπαση μιας εδαφικής περιοχής – εν προκειμένω του Κιβερίου – από ένα τεριτόριο και την προσάρτησή της σε άλλο. Η χρησιμοποίηση της περιοχής αυτής και των μύλων της, έστω και με τρόπο αποκλειστικό, ήταν δυνατόν να επιτευ­χθεί απρόσκοπτα και χωρίς να ληφθούν ιδιαίτερα διοικητικά μέτρα από την ανώτατη διοίκηση της Πελοποννήσου, που είχε την έδρα της στο πλησιέστατο Ναύπλιο. Σε κάτι τέτοιο θα υποβοηθούσε μάλιστα και το γεγονός ότι στο Άργος και την περιοχή του, την ίδια εποχή (γύρω στα 1700), λειτουργούσαν τριάντα αλευρόμυλοι (οι περισσότεροι από αυτούς στο Κεφαλάρι), που θα μπορούσαν να καλύψουν άνετα τις ανάγκες σε αλεσμένα σιτηρά ολόκληρης της επαρχίας του Άργους, έναντι των εννέα μόλις μύλων της περιοχής του Κιβερίου, που χρησίμευαν για να αλέθουν τα σιτηρά του Ναυπλίου [6].

Ας προσθέσουμε ότι στην άποψή μας συνηγορεί και η έλλειψη σχετικής μαρτυρίας των πηγών, οι οποίες στην πλειονότητά τους δεν αναφέρουν ότι κατά τη Β’ Βενετοκρατία αποσπάστηκε από την επαρχία του Άργους η περιοχή του Κιβερίου και προσαρτήθηκε σ’ εκείνη του Ναυπλίου. Στην πραγματικότητα μόνο η απογραφή Grimani του 1700 υπαινίσσεται ένα τέτοιο γεγονός [7]. Αντίθετα, όλες οι άλλες σύγχρονες μαρτυρίες των πηγών εντάσσουν το Κιβέρι στο τεριτόριο του Άργους: πρώτα-πρώτα στο συνοπτικό κτηματολόγιο (catastico ordinario) του Άργους του 1700, τόσο στο τοπογραφικό του σχεδίασμα (disegno), όσο και στην αναγραφή των οικισμών του, παρουσιάζουν το Κιβέρι να ανήκει στην επαρχία του Άργους [8]. Το ίδιο συμβαίνει και στην απογραφή του 1702-1703 των Συνδίκων Εξεταστών στην Ανατολή (Sindici Inquisitori in Levante), στοιχεία της οποίας διασώζονται στη δεύτερη έκδοση του έργου του Pier’ Antonio Pacifico του έτους 1704, [9] προερχόμενα από τον Βενετό τοπογράφο Giust’ Emilio Alberghetti [10]. Ας προσθέσουμε ακόμη ότι το αδημοσίευτο αναλυτικό κτηματο­λόγιο (catastico particolare) του βενετικού τεριτόριου του Ναυπλίου του έτους 1704 κε. δεν περιλαμβάνει σ’ αυτό την περιοχή του Κιβερίου [11]. Εξάλλου, σε δημοσιευμένο έγγραφο από την ίδια περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας, που έχει σχέση με την εκκλησιαστική περιουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Πελοπόννησο αναφέρεται και το Κιβέρι Απάνου και Κάτου, χωρίς όμως να διευκρινίζεται ρητά αν ανήκει στο τεριτόριο του Άργους ή του Ναυπλίου. Ωστόσο το έγγραφο αυτό βρίσκεται καταχωρημένο μαζί με τις αναγραφές όλων εκείνων των χωριών που ανήκαν στο τεριτόριο του Άργους [12]. Τέλος, ας σημειώσουμε ότι σε δημοσιευμένο χειρόγραφο της βιβλιοθήκης Querini-Stampalia της Βενετίας, που φαίνεται να έχει και αυτό στενή σχέση με τον τοπογράφο G.E. Alberghetti, υπάρχει έμμεση αναφορά ότι το Κιβέρι ανήκε στην επαρχία του Άργους, αφού επισημαίνεται εκεί ότι στη νοτιότερη περιοχή της πεδιάδας και του τεριτόριου του Άργους υπήρχαν μύλοι ή οι Μύλοι, που αναμφίβολα ήταν εκείνοι του Κιβερίου [13].

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι όλες σχεδόν οι πηγές της Β’ Βενετοκρατίας εντάσσουν το Κιβέρι στο Άργος και μόνο η γενική απογραφή της Πελοπόν­νησου του 1700 το τοποθετεί στο τεριτόριο του Ναυπλίου, θα πρέπει να δεχτεί κανείς πως αυτή η περιορισμένη έστω ασυμφωνία μας οδηγεί στην άποψη ότι στις αντιλήψεις και τη σκέψη των ανθρώπων που οργάνωσαν και διεκπεραίωσαν την απογραφή Grimani, θα πρέπει να έπαιξαν ρόλο κάποια πραγματικά ιστορικά συμβάντα που τους υποχρέωσαν να θεωρήσουν ως ορθή την ένταξη της περιοχής του Κιβερίου στην επαρχία του Ναυπλίου.

Ποια είναι όμως τα συμβάντα αυτά και σε ποια εποχή αναφέρονται; Για να τα εξιχνιάσουμε, θα πρέπει να μεταφερθούμε χρονολογικά προς τα πίσω και να εξετάσουμε την πολιτική ιστορία της Α’ Βενετοκρατίας γενικότερα στην Πελοπόννησο και ειδικότερα στην περιοχή του Κιβερίου.

Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Εξετάζοντας το σύστημα των κτήσεων της Βενετίας στον πελοποννησιακό χώρο κατά την Α’ Βενετοκρατία, διαπιστώνουμε ότι το Άργος με το Κιβέρι και το Ναύπλιο με το Θερμίσι περιήλθαν το 1388 στους Βενετούς με αγορά από τη Μαρία dEnghien, χήρα του Βενετού ευγενούς Πέτρου Corner. Ωστόσο, το Άργος και το Κιβέρι κυριεύτηκαν από τους Βενετούς οριστικά το 1394, επειδή, μόλις έγιναν γνωστές οι προθέσεις τους να δεχτούν την παραχώρηση της Αργολίδας, ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος έσπευσε να τα καταλάβει [14]. Φυσικά, τη μεγαλύτερη σημασία και πολιτική βαρύτητα είχε το Ναύπλιο [15] ως σημαντικό λιμάνι, την οποία δεν είχε το μεσόγειο και αγροτικού χαρακτήρα Άργος.

Πραγματικά, το Ναύπλιο στις βενετικές κτήσεις της Αργολίδας ήταν για το βενετικό κράτος σημαντικότατο έρεισμα τόσο από πολιτικής όσο και οικονομικής άποψης. Παράλληλα, όμως, όλες αυτές οι κτήσεις αποτελούσαν μία ενιαία και συνεχόμενη εδαφική περιοχή και έτσι μία επιμέρους μικρότερη περιοχή, όπως εκείνη του Κιβερίου, που βέβαια υπαγόταν στο Άργος και στη διοίκησή του [16], δεν είχε λόγο να αποσπασθεί διοικητικά και να εξαρτηθεί απευθείας από το Ναύπλιο, έστω και για κάποια καίρια χρησιμότητά της. Και τόσο περισσότερο μάλιστα, αφού το Κιβέρι με το κάστρο του (για το οποίο θα αναφερθούμε παρακάτω) ήταν αναγκαίο στη διοίκηση του Άργους, για να καλύπτει και να υπερασπίζεται τη νοτιοδυτική περιοχή του αργολικού κάμπου.

Όλα αυτά, όμως, είχαν κάποια ιδιαίτερη σημασία ως τον πρώτο βενετοτουρκικό πόλεμο του 1463-1479, οπότε οι επιτυχίες των τουρκικών όπλων προκάλεσαν τον ακρωτηριασμό της ενιαίας και αδιάσπαστης ως τότε εδαφικής περιοχής των βενετικών κτήσεων της Αργολίδας. Αυτό το αντιλαμβανόμαστε από τους όρους της συνθήκης ειρήνης του 1479 μεταξύ των δύο εμπολέμων, καθώς και από τις επιμέρους διορθωτικές ρυθμίσεις που ακολούθησαν στα αμέσως επόμενα χρόνια μεταξύ Βενετών και Τούρκων. Το Άργος περιήλθε στους Τούρκους και χαράχτηκαν τα σύνορα των εδαφικών περιοχών του τουρκοκρατούμενου Άργους και του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου με τη διανομή ανάμεσά τους του αργολικού κάμπου, [17] ενώ αναγνωρίστηκε στους Βενετούς η κυριότητα του Ναυπλίου και παράλληλα σε αντιστάθμισμα της απώλειας του Άργους, αποδόθηκαν σ’ αυτούς ή παρέμειναν στα χέρια τους άλλες μικρότερες περιοχές στην Αργολίδα και την Ερμιονίδα που διέθεταν μικρά φρούρια, ακέραια ή κατεστραμμένα. Έτσι συνεχίστηκε η κυριαρχία της Βενετίας στο Θερμίσι, στο Καστρί και στο Κιβέρι [18]. Εδώ θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι το Θερμίσι είχε κάστρο και παρόμοια το κοντινό του Καστρί, όπως επίσης και το Κιβέρι, που βέβαια δεν συνέπιπτε με τον σημερινό ομώνυμο οικισμό, αλλά ούτε και με το Πάνω ή το Κάτω Κιβέρι της Β’ Βενετοκρατίας.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη,1886.

 

Πραγματικά, το μεσαιωνικό κάστρο του Κιβερίου και κάποιος οικισμός γύρω από αυτό, όπως μαρτυρούν τα ερείπια του, [19] βρίσκονταν πάνω στον επιβλητικό βραχώδη λόφο ύψους 179 μέτρων, που δεσπόζει στην περιοχή της αρχαίας Λέρνας [20]. Σ’ αυτήν την περιοχή τα νεότερα χρόνια αναπτύχθηκε ο οικισμός των Μύλων με τα άφθονα αναβλύζοντα νερά, που κινούσαν τους υπάρχοντες εκεί νερόμυλους, ενώ παράλληλα τροφοδοτούσαν από την αρχαιότητα και τα έλη της Λέρνας [21]. Το κάστρο που κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας είχε το όνομα Chaméres ή Chamires, [22] κάποια χρονική στιγμή καταστράφηκε [23] και ο οικισμός μετακινήθηκε νοτιότερα προς την παράλια πεδιάδα, η οποία εκτείνεται ανάμεσα στους Μύλους και το σημερινό Κιβέρι. Ο νέος αυτός οικισμός, όπως και η πεδιάδα, τέθηκαν υπό τον έλεγχο Τούρκου αξιωματούχου ή γαιοκτήμονα, όπως μας επιτρέπει να υποθέσουμε η ύπαρξη ερειπίων πύργου τουρκικής κατασκευής που διασώζονται πάνω σε χαμηλό λόφο ύψους 74 μέτρων και σε απόσταση πεντακοσίων περίπου μέτρων νότια από το κάστρο του Κιβερίου [24]. Ωστόσο, κατά την περίοδο της Α’ Τουρκοκρατίας έχουμε και μία δεύτερη (και τελευταία ;) μετατόπιση του Κιβερίου ακόμη νοτιότερα, δηλαδή στο πιο νότιο σημείο της πεδιάδας και στους πρόποδες του βουνού όπου βρίσκεται σήμερα, χωρίς όμως να εξαλειφθεί αμέσως ο προηγούμενος οικισμός. Έτσι, την εποχή της Β’ Βενετοκρατίας συνυπάρχουν οι μεταγενέστεροι οικισμοί που όπως είδαμε στις πηγές αναφέρονται ως Κιβέρι Απάνω και Κάτου ή Civeri Pano-Catu. Η συνύπαρξη αυτή συνεχίζεται ως τους πρώτους μετεπαναστατικούς χρόνους, οπότε έχουμε μαρτυρία σε πηγή του 1830, όπου υπονοείται ότι υπάρχουν δύο «Κιβέρια» [25]. Ωστόσο, προς τα τέλη του 19ου αιώνα ο Αντώνιος Μηλιαράκης θεωρεί ότι ένα από τα δύο έχει παύσει πλέον να υπάρχει και καθορίζει τη θέση του ως «Παλαιοκιβέρι» [26]. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτό δεν είναι άλλο από τον δεύτερο χρονολογικά οικισμό ή Πάνω Κιβέρι της Β’ Βενετοκρατίας, ενώ το Κάτω Κιβέρι συμπίπτει με τον τρίτο οικισμό, δηλαδή το σημερινό παραθαλάσσιο Κιβέρι.

 

Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος.
Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της.

 

Πύργος Κιβερίου ή Πύργος Βασιλοπούλας. Φωτογραφία: Ηλίας Αντωνάκος.

 

Ας επιστρέψουμε, όμως, στα γεγονότα του α’ βενετοτουρκικού πολέμου. Όπως σημειώσαμε, οι Τούρκοι παρέδωσαν στους Βενετούς το 1481 το κάστρο του Κιβερίου που ήταν πια κατεστραμμένο, με τον όρο όμως να μην το επανοικοδομήσουν, αλλά να περιλάβουν στην εδαφική του περιοχή και τους υπάρχοντες εκεί μύλους [27]. Έτσι λοιπόν η περιοχή που περιλάμβανε το κατεστραμμένο κάστρο του Κιβερίου, τους μύλους και ίσως τον μεταφερμένο νοτιότερα του κάστρου οικισμό, αποκόπηκε από το Άργος – του οποίου άλλοτε αποτελούσε σημαντικό εξάρτημα – και κατ’ αυτόν τον τρόπο το Κιβέρι συνδέθηκε αναγκαστικά με το Ναύπλιο και αποτέλεσε από το 1481 τμήμα των εδαφών του. Η εξαρτημένη αυτή σχέση διατηρήθηκε ως τον τρίτο βενετοτουρκικό πόλεμο που άρχισε το 1537 και η εν λόγω περιοχή περιήλθε τελικά στους Τούρκους πριν από το 1540, [28] χρονιά που χάθηκε για τους Βενετούς το Ναύπλιο και η Μονεμβασία. Είναι προφανέστατο ότι αυτό ακριβώς το γεγονός δημιούργησε αργότερα, κατά τη Β’ Βενετοκρατία, την αμφιβολία σ’ εκείνους που διεκπεραίωσαν την απογραφή του 1700 μήπως το Κιβέρι και η εδαφική του περιοχή με τους μύλους έπρεπε να υπαχθεί στο τεριτόριο του Ναυπλίου και όχι του Άργους. [29] Φυσικά η σχετική αμφιβολία παρουσιάζεται μία μόνο φορά, ενώ μετά το 1700, όπως είδαμε, σ’ όλες τις άλλες απογραφές και κτηματογραφήσεις των Βενετών το Κιβέρι παρουσιάζεται χωρίς αμφισβήτηση να ανήκει στο τεριτόριο του Άργους. Ωστόσο, παρόλα αυτά φαίνεται ότι ποτέ δεν εξαλείφτηκε εντελώς από τη συνείδηση των ανθρώπων της Αργολίδας η άποψη ότι το Κιβέρι κατά κάποιο τρόπο ανήκε στο Ναύπλιο. Αυτό οφειλόταν όχι μόνο στην παλαιά άμεση πολιτική εξάρτηση του Κιβερίου από το Ναύπλιο, αλλά και στο γεγονός ότι πάντοτε τα σιτηρά του Ναυπλίου αλέθονταν στους μύλους του Κιβερίου, όπως θα δούμε και παρακάτω. Είναι πολύ ενδεικτικό ότι ως τη σύγχρονή μας εποχή ή τουλάχιστον ως τα τέλη του 19ου αιώνα, αν όχι ως σήμερα, οι μύλοι αυτοί αποκαλούνταν ανεπίσημα «μύλοι τον Ναυπλίου», ενώ «μύλοι του Άργους» ονομάζονταν εκείνοι του Κεφαλαρίου [30].

Σ’ αυτό το σημείο θα θέλαμε να προσθέσουμε και κάποιες άλλες μαρτυρίες από τις πηγές της Β’ Βενετοκρατίας, που αναφέρονται στις ιδιαίτερες σχέσεις του Ναυπλίου με την περιοχή του Κιβερίου, καθώς και στη χρησιμότητα και τις εξυπηρετήσεις που είχε τη δυνατότητα να προσφέρει η περιοχή αυτή στην πρωτεύουσα (όπως π.χ. ήταν η άλεση των σιτηρών κ.ά.), ασχέτως αν διοικητικά υπαγόταν στο Άργος.

Ας δούμε όμως τις σχετικές ειδήσεις των πηγών. Πρώτα-πρώτα στο συνοπτικό κτηματολόγιο (catastico ordinario) για το τεριτόριο του Άργους, που έχουμε ήδη αναφέρει, παρατίθενται τα παρακάτω στοιχεία σχετικά με το κάστρο του Κιβερίου, για το οποίο αν και ο συντάκτης του κτηματολογίου δεν χρησιμοποιεί μια τέτοια ονομασία, ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται γι’ αυτό το κάστρο. Αναφέρονται λοιπόν σε μετάφραση τα εξής: «Υπάρχει και ένα άλλο κάστρο που λέγεται Αναζήρι [31]και από πολλούς Παλαιό Άργος ή Κάστρο της Ελένης [32] για το οποίο δεν αντιλήφθηκα ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι το αρχαίο αλλά με νεότερο κτίσμα. Βρίσκεται πάνω σ’ ένα λόφο αρκετά υψηλό και σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα. Κάτω από αυτόν το λόφο αναβλύζει νερό πολύ καλό και υγιεινό και σε τόσο μεγάλη αφθονία, ώστε κάνει να γυρίζουν διάφοροι μύλοι που υπάρχουν στην παραλία και είναι χρησιμότατοι στην πόλη του Ναυπλίου, η οποία μεταφέρει εκεί τα σιτηρά της δια θαλάσσης με βάρκες και με τον ίδιο τρόπο τα επαναφέρει στην πόλη αλεσμένα» [33].

Ας προσθέσουμε εδώ ότι με αυτή την αμφίδρομη μεταφορά σιτηρών και αλεύρων ανάμεσα στο Ναύπλιο και τους μύλους του Κιβερίου συνδέεται και μια άλλη διαδικασία εκμετάλλευσης των μύλων αυτών από μέρους του βενετικού Δημοσίου. Κατά τη Β’ Βενετοκρατία το κράτος, για να εξοικονομήσει χρηματικούς πόρους, προχωρούσε ανάμεσα στα άλλα και στην εκμίσθωση και εκχώρηση σε ιδιώτες ορισμένων αποκλειστικών δικαιωμάτων, όπως εκείνο της λειτουργίας εστιατορίων(osterie), της αλιείας ψαριών και χελιών στα διάφορα ιχθυοτροφεία της χώρας ή μέσα στο λιμάνι του Ναυπλίου ή ακόμη του μονοπωλιακού εφοδιασμού με διάφορα προϊόντα και κυρίως τρόφιμα των μεγάλων αστικών κέντρων της Πελοποννήσου κ.ά. Ανάμεσα σε όλα αυτά περιλαμβανόταν και η εκμίσθωση σε ιδιώτες του αποκλειστικού δικαιώματος της θαλάσσιας μεταφοράς προσώπων και πραγμάτων από το Ναύπλιο προς τους μύλους του Κιβερίου και αντίστροφα, όπως επίσης και του δικαιώματος της μεταφοράς σιτηρών από το λιμάνι αυτό προς τους μύλους και αλεύρων από τους μύλους προς το λιμάνι. Μάλιστα, ο ανάδοχος της ενοικίασης μίσθωνε και το αποκλειστικό δικαίωμα της πώλησης καφέ και τροφίμων στην περιοχή των μύλων του Κιβερίου και του Άργους, καθώς και της αλιείας χελιών στην περιοχή που εκτείνεται από το Κιβέρι ως τα Μαύρα Λιθάρια [34].

Εξάλλου, δεν χρησιμοποιούνταν μόνο οι μύλοι του Κιβερίου για την άλεση των σιτηρών του Ναυπλίου αλλά και οι λεγόμενοι μύλοι του Zefer ή Zafer Aga [35] ενώ παρόμοια οι Βενετοί εκμίσθωναν και το αποκλειστικό δικαίωμα της μεταφοράς των σιτηρών από την πόλη του Ναυπλίου προς τους εν λόγω μύλους. Όλες, όμως, αυτές οι ειδήσεις περί εκμίσθωσης από την κεντρική διοίκηση του Ναυπλίου κάποιων αποκλειστικών δικαιωμάτων που είχαν σχέση με τη λειτουργία των μύλων, κυρίως του Κιβερίου, μας υποχρεώνουν να δεχθούμε την άποψη ότι πραγματικά οι μύλοι αυτοί ανήκαν στο βενετικό Δημόσιο, οπότε ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα επέτεινε ακόμη περισσότερο τη γενικότερη εντύπωση ότι όχι μόνο οι μύλοι ανήκαν στο Ναύπλιο αλλά συνεκδοχικά και όλη η περιοχή του Κιβερίου. Όπως είδαμε ονομάζονταν και «μύλοι τον Ναυπλίου».

Πραγματικά, είναι γεγονός ότι αν οι εν λόγω μύλοι κατά την προηγούμενη περίοδο της A’ Τουρκοκρατίας δεν ανήκαν σε χριστιανούς, όπως είναι και το πιο πιθανό, τότε κατά τη βενετική περίοδο θα πέρασαν αναμφίβολα στην κυριότητα του βενετικού Δημοσίου, οπότε θα ήταν αυτονόητη και η διαχείριση των συναφών ζητημάτων από μέρους της κεντρικής βενετικής διοίκησης του Ναυπλίου. Σ’ αυτό το σημείο είναι πολύ ενδεικτικό ότι στη νεότερη εποχή οι μύλοι του Κιβερίου ονομάζονταν και «αφεντικοί μύλοι».

Μία ακόμη παράμετρος, που ενίσχυε την άποψη ότι οι μύλοι του Κιβερίου κατά την περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας είχαν στενή σχέση με το Ναύπλιο και την κεντρική βενετική διοίκηση που είχε την έδρα της εκεί, συνδεόταν με τη χρησιμότητα που, πέρα από τη χρήση των μύλων για την άλεση των σιτηρών, είχαν για τους Βενετούς τα άφθονα και υγιεινά αναβλύζοντα νερά της περιοχής. Έτσι, από το χειρόγραφο της βιβλιοθήκης Querini-Stampalia, που έχουμε ήδη αναφέρει, πληροφορούμαστε ότι στη νοτιότερη πλευρά της πεδιάδας του Άργους υπήρχαν οι Μύλοι, όπου υδρευόταν ολόκληρη η ναυτική Αρμάδα των Βενετών [36].

 

O οικισμός των Μύλων

 

Εξάλλου, ένα άλλο μικρό ζήτημα δημιουργείται με τη χρήση του όρου «μύλοι του Κιβερίου», επειδή τίθεται το ερώτημα αν οι μύλοι αυτοί ήταν του Κιβερίου ή των Μύλων, δηλαδή με άλλα λόγια πότε δημιουργήθηκε και έγινε αυθύπαρκτος ως ιδιαίτερο χωριό ο οικισμός των Μύλων; Για να απαντήσουμε, θα πρέπει να καταφύγουμε και πάλι στη μαρτυρία των πηγών. Έτσι διαπιστώνουμε ότι στην απογραφή Grimani του 1700, οι Μύλοι δεν περιλαμβάνονται ανάμεσα στα χωριά του Άργους αλλά ούτε και κανενός άλλου τεριτόριου. Παρόμοια, δεν αναφέρονται ούτε στο συνοπτικό κτηματολόγιο (catastico ordinario) του Άργους του 1700, για το οποίο έγινε ήδη λόγος.

 

Σκαρίφημα της περιοχής. Δημοσιεύεται στο Λαμπρόπουλος Δ. «Η Λέρνα», σελ. 41.

 

Στη σχεδόν σύγχρονη απογραφή της εκκλησιαστικής περιουσίας της Πελοποννήσου δεν συναντούμε οικισμό των Μύλων, αλλά έχουμε αναγραφή μόνο των χωριών Απάνου και Κάτου [37] Κιβέ­ρι όπως παρόμοια συμβαίνει και στην απογραφή Grimani (:Civeri Pano-Catu). Στην περιγραφή της Πελοποννήσου από τον Alessandro Pini του έτους 1703, που ήδη αναφέραμε, γίνεται λόγος για μύλους και όχι για το χωριό των Μύλων, καθώς και για τα ερείπια του Πύργου της Ελένης, δηλαδή για τα ερείπια του κάστρου του Κιβερίου και σημειώνεται εκεί ότι το πιο κοντινό χωριό σ’ αυτά είναι το Κιβέρι [38]. Οι ειδήσεις αυτές μας οδηγούν στη σκέψη ότι ο Pini αναφέρεται στον χρονολογικά δεύτερο οικισμό του Κιβερίου (μετά την καταστροφή του κάστρου) που πρέπει να ταυτιστεί με το Πάνω Κιβέρι της απογραφής Grimani. Εφόσον λοιπόν, μιλώντας για το πιο κοντινό χωριό στο κάστρο ο Pini δεν σημειώνει ως τέτοιο τους Μύλους αλλά το σχετικά πιο απομακρυσμένο Πάνω Κιβέρι, είναι λογικό να υποθέσουμε ότι τότε υπήρχαν οι μύλοι αλλά δεν υπήρχε ακόμη συγκροτημένος οικισμός των Μύλων.

Ωστόσο, οι Μύλοι παρουσιάζονται την ίδια εποχή ως οικισμός αλλά μόνο στη δεύτερη έκδοση του έργου του Pacifico το 1704 και μάλιστα στο τμήμα του βιβλίου που ανήκει στον Βενετό τοπογράφο G. E. Alberghetti, όπως ήδη έχουμε επισημάνει. Εκεί σημειώνονται οι Μύλοι ως χωριό του τεριτόριου του Άργους παράλληλα με το Κιβέρι [39].

Όλα αυτά τα στοιχεία που παραθέσαμε μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι τουλάχιστον ως το 1703 περίπου δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί ο οικισμός των Μύλων ή υπήρχε αλλά δεν είχε αποσπασθεί από το Κιβέρι.

 

Σκαφιδάκι

 

Πριν κλείσουμε τη μικρή αυτή εργασία, ας μας επιτραπεί να κάνουμε λόγο για ένα ακόμη φαινόμενο που παρατηρείται στην απογραφή του 1700 και είναι παρόμοιο με την περίπτωση του Κιβερίου. Πρόκειται δηλαδή για την ένταξη στο τεριτόριο του Ναυπλίου ενός ακόμη χωριού που κανονικά ανήκε στο τεριτόριο του Άργους, χωρίς ωστόσο η παρατυπία αυτή να επισύρει κάποια παρατήρηση τουλάχιστον από μέρους του εκδότη της απογραφής. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με το χωριό Σκαφιδάκι, που σήμερα είναι γειτονικό στα χωριά Κιβέρι και Μύλοι και ανήκει στο δήμο Λέρνας της επαρχίας Άργους. Την εποχή της Β’ Βενετοκρατίας τα πράγματα παρουσιάζονται κάπως πιο σύνθετα, όπως μας πληροφορούν οι σχετικές ειδήσεις των πηγών.

Σε έγγραφο του 1696 της λεγόμενης εκκλησιαστικής απογραφής αναφέρονται δύο Σκαφιδάκια. Το ένα από αυτά απογράφεται μαζί με την κεντρική ενορία του Αγίου Πέτρου της πόλης του Άργους και το άλλο αναφέρεται ως χωριό πάλι μέσα στο τεριτόριο του Άργους και απογράφεται μαζί με τα ορεινά ή ορεινότερα ή πιο εσωτερικά χωριά Απάνω Μπέλεσι, Κάτω Μπέλεσι, Αχλαδόκαμπος, Τουρνίκι, Μπούα, Καπαρέλι, Νεοχώρι, Καρέα, Μαλεβός, Μάζι και Βρούστι, τα οποία σύμφωνα με το έγγραφο αυτό ήταν «τα χωριά που εφημερεύει ο επίσκοπος» [40]. Στο catastico ordinario του Άργους του έτους 1700 έχουμε και πάλι αναφορά σε δύο Σκαφιδάκια [41]. Από αυτά το ένα παρουσιάζεται ως «ζευγολατιό» [42] που απογράφεται μαζί με το «borgo d’Argos», δηλαδή με την εδαφική περιοχή της πόλης του Άργους (ή πιο σωστά με τον εκτός του φρουρίου οικισμό του Άργους), ενώ το άλλο ονομάζεται Panu ή Apanu Scafidachi και κτηματογραφείται μαζί με τα χωριά Turnichi, Bua και Criovrissi καθώς και Civeri, όλα στο τεριτόριο του Άργους. Τα πράγματα αλλάζουν στην απογραφή Grimani του 1700, όπως ακριβώς είδαμε να συμβαίνει και με το Κιβέρι. Έχουμε δηλαδή και πάλι δύο Σκαφιδάκια, όπου όμως το ένα απογράφεται στο τεριτόριο του Ναυπλίου ως Calo Scafidachi μαζί με το Civeri Pavolata (=Civeri Pano-Cato), και το άλλο απλώς ως Scafidachi που παραμένει στο τεριτόριο του Άργους [43]. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και στην απογραφή του 1702-1703 των Συνδίκων Εξεταστών στην Ανατολή, όπου αναγράφεται το Cato Scafidachi στο τεριτόριο του Ναυπλίου και το Scafidachi στο τεριτόριο του Άργους (μαζί με τα χωριά Turnichi, Sdiva, Masi, Carea, Vrusti) [44]. Θα προσθέσουμε τέλος ότι στο βενετικό αναλυτικό κτηματολόγιο του τεριτόριου του Ναυπλίου, που όπως σημειώσαμε διασώζεται στην Ακαδημία Αθηνών, [45] δεν αναγράφεται στην εδαφική περιοχή αυτού του τεριτόριου κανένας οικισμός με την ονομασία Scafidachi (με ή χωρίς προσδιορισμό Pano ή Cato) όπως είδαμε ανάλογα να συμβαίνει και με το Κιβέρι.

 

Χάρτης Νομού Αργολίδας

 

Συνδυάζοντας τις πιο πάνω ειδήσεις θα μπορούσαμε να προχωρήσουμε στις εξής διαπιστώσεις: στην περίοδο της Β’ Βενετοκρατίας υπήρχαν πραγματικά στο τεριτόριο του Άργους δύο οικισμοί με το όνομα Σκαφιδάκι, δηλαδή το Πάνω και το Κάτω Σκαφιδάκι. Το τελευταίο κατά την προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας ήταν κατά τα φαινόμενα τσιφλίκι (ζευγολατειό) Τούρκου γαιοκτήμονα του Άργους και ενδεχομένως ήταν γι’ αυτό το λόγο προσαρτημένο στην εδαφική περιοχή της πόλης. Κατά πάσα πιθανότητα, η ιδιαίτερη εδαφική περιοχή του ζευγολατειού αυτού πρέπει να συμπίπτει πάνω -κάτω με εκείνη του σημερινού πεδινού χωριού Σκαφιδάκι. Το Πάνω Σκαφιδάκι, όμως, ήταν κατά τα φαινόμενα ορεινό χωριό στο τεριτόριο επίσης του Άργους. Στις απογραφές και στις κτηματογραφήσεις των Βενετών τοποθετείται στις ορεινές αργολικές περιοχές μαζί με τα χωριά Κρύα Βρύση, Μπούα, Τουρνίκι κ.ά. Έτσι, τόσο το Κάτω όσο και το Πάνω Σκαφιδάκι ανήκαν πάντοτε στην επαρχία του Άργους και οι βενετικές μαρτυρίες ότι κατά τη Β’ Βενετοκρατία το Κάτω Σκαφιδάκι εντασσόταν στο τεριτόριο του Ναυπλίου και όχι σ’ εκείνο του Άργους, οφείλονται προφανώς στα ίδια αίτια που ίσχυσαν και στην περίπτωση του Κιβερίου: ίσως το γειτονικό σ’ αυτό [Κάτω] Σκαφιδάκι θεωρήθηκε από εκείνους που διεκπεραίωσαν τις δύο βενετικές απογραφές του 1700 και 1702-1703 ότι περιλαμβανόταν μαζί με το Πάνω και Κάτω Κιβέρι και τους μύλους στην ίδια περιοχή που άλλοτε, κατά την A’  Βενετοκρατία, είχε προσαρτηθεί στο Ναύπλιο και έπρεπε τάχα να συμπεριληφθεί πάλι στη δική του επαρχία.

Τέλος, ας προσθέσουμε ακόμη ότι αργότερα και πριν από την έλευση της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής στην Πελοπόννησο (Expédition scientifique de Marèe 1829-1830) το Πάνω Σκαφιδάκι φαίνεται ότι είχε ήδη ερημωθεί και έτσι πρέπει να το ταυτίσουμε με το Palaeo-Skaphidaki, που χωρίς αριθμό κατοίκων περιλαμβάνεται στον στατιστικό πίνακα της Expédition για τον πληθυσμό της Πελοποννήσου (Tableau statistique de la Morée), καθώς επίσης και στον Άτλαντα της Expédition, όπου χαρτογραφείται στη ΒΑ πλευρά του όρους Κτενιάς μαζί με τα χωριά Τουρνίκι και Μπούα [46]. Ο Αντώνιος Μηλιαράκης στο χάρτη του της Αργολίδας και Κορινθίας τοποθετεί και αυτός το Παλαιοσκαφιδάκι στη ΒΑ πλευρά του όρους Κτενιάς, ενώ δυτικότερά του βρίσκονται τα χωριά Κρύα Βρύση, Μπούγα, Τουρνίκι και άλλα που περιλαμβάνονταν στον άλλοτε δήμο Υσιών [47].

Από όσα εκθέσαμε ως τώρα, νομίζουμε ότι έγινε φανερό πως η περιοχή του Κιβερίου – που περιλάμβανε και την εδαφική περιοχή των σημερινών Μύλων και ενδεχομένως και εκείνη του σημερινού χωριού Σκαφιδάκι – παρά την κατά καιρούς ιδιαίτερη πολιτική και οικονομική σημασία της για το Ναύπλιο, δεν αποσπάστηκε ποτέ κατά τη Β’ Βενετοκρατία από την επαρχία του Άργους, του οποίου υπήρξε πάντοτε σημαντικότατο εξάρτημα. Η εντύπωση, την οποία σχημάτισε η πολιτική διοίκηση της Πελοποννήσου κατά τη Βενετοκρατία ότι ανήκε στο Ναύπλιο, δεν είχε σχέση με τη Φραγκοκρατία και τη φεουδαρχική οργάνωση της χώρας ούτε και με την A’ Τουρκοκρατία και τις τιμαριωτικές σχέσεις των Τούρκων κυριάρχων, αλλά οφειλόταν στις πολιτικές τύχες του Κιβερίου κατά την περίοδο της Α’ Βενετοκρατίας.

 

Υποσημειώσεις


[1] Οι απογραφές αυτές είναι: α) του Γενικού Προνοητή Ιάκωβου Corner το 1689, β) του Γενικού Προνοητή Φραγκίσκου Grimani το 1700, γ) των Συνδίκων Εξεταστών στην Ανατολή (Sindici Inquisitori in Levante) το 1702-1703 και δ) των Γενικών Προνοητών Μάρκου και Αντώνιου Loredan στο διάστημα 1708-1714.

[2] Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου/13ος-18ος αιώνας, Αθήνα 1985.

[3] Ό.π., σ.166.

[4] Ωστόσο, είναι συζητήσιμο αν ήταν οι Βενετοί που καθιέρωσαν κάποιον τέτοιον κανόνα, αφού τα όρια των τεριτορίων στη βενετική Πελοπόννησο ακολούθησαν πιστά εκείνα των τουρκικών καζάδων. Επιπροσθέτως, οι Βενετοί δεν αποκατέστησαν ούτε και το φαινόμενο της εδαφικής διάσπασης αν υπήρχε κάτι τέτοιο στα εδάφη κάποιου προηγούμενου τουρκικού καζά. Έτσι έχουμε την περίπτωση της εδαφικής διάσπασης, ενός τεριτόριου, την οποία συναντούμε στην επαρχία της Βοστίτσας, όπου η περιοχή της Ακράτας ήταν αποκομμένη και δεν είχε εδαφική επαφή με το υπόλοιπο τεριτόριο, επειδή ήδη από την εποχή της Τουρκοκρατίας ανάμεσά τους παρεμβάλλονταν ορεινότερα εδάφη των Καλαβρύτων, που έφταναν ως τη θάλασσα στην περιοχή της Κακής Σκάλας της σημερινής Αιγιαλείας. Η εδαφική συνέχεια στην επαρχία αυτή αποκαταστάθηκε μόλις το 1944. Κ. ΝΤΟΚΟΣ- Γ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, Αθήνα 1993, σ.LXXIV.

[5] Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π. θα πρέπει ωστόσο να παρατηρήσουμε ότι δεν είναι ακριβές ότι οι χείμαρροι κινούσαν τους μύλους του Κιβερίου εκείνης της εποχής, αλλά άφθονα πηγαία νερά.

[6] ΕΥΤΥΧΙΑ ΛΙΑΤΑ, Αργεία γη, Αθήνα 2003, σ.118-119. Πρβλ. στο ίδιο, σ.105.

[7] Β.ΠΑΝΑΠΩΤ0Π0ΥΛ0Σ, ό.π., σ.235. Μάλιστα σ’ αυτή την απογραφή των οικισμών του Ναυπλίου το Κιβέρι εκδίδεται κατά τη δημοσίευση του εγγράφου εσφαλμένα ως Civeri Pavolata. To ορθό είναι Civeri Pano- Catu.

[8] ΕΥΤ. ΛΙΑΤΑ, ό.π., σ.25-26,111-113,117,119.

[9] P.A.PACIFIC0, Breve descrizzione corografica del Peloponneso ó Morea, Βενετία 1704, σ.115 κε.

[10] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Breve descrittione del Regno di Morea, Εώα και Εσπερία 1(1993)90 κε., 101 κε. Βιογραφικά στοιχεία για τον G.E.Alberghetti βλ. Β.Ε.FERRARI, Giust’Emilio Alberghetti, λήμμα στο Dizionario Biografico degli Italiani, Roma 1960, t.1, σ.629-630. Πρβλ. E.G.L.PINZELLI, Les forteresses de Moree: projets de restaurations et de damantelements durant la seconde periode venitienne (1687-1715), θησαυρίσματα 30(2000)405.

[11] Βλ. χειρόγραφο με τίτλο Catastico particolare dogni villa, e luoco del territorio di Romania fatto dordine delllllustrissimo et Eccellentissimo Signor Antonio Nani Provveditor General dellArml in Regno στο Κέντρο Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Πρβλ. ΕΥΤΥΧΙΑ ΛΙΑΤΑ, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα, Αθήνα 2002.

[12] Κ.ΝΤ0Κ0Σ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησιαστική περιουσία κατά την περίοδον της Β’ Βενετοκρατίας, Byzantlnischneugriechische Jahrbucher 21(1971-1972) 76.

[13] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Breve descrittione, ό.π., σ.121.

[14] Β.ΠΑΝΑΓΙΩΤ0Π0ΥΛ0Σ, ό.π. σ.20. Πρβλ Μ. ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ, Η Ναυπλία από των αρχαιότατων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, Αθήνα 1950 (β’ έκδοση), σ.54 κε. Α.ΒΟΝ, La Morée franque, Παρίσι 1969, σ.263,275. FR.THIRIET, La Romanie vénitienne au Moyen Age. Παρίσι 1959, σ. 359.R.CESSI, Venezia e l’acquisto di Nauplia e d’Argo, Nuovo Archivio Veneto, nuova serie, 30(1915)153,155-156. Μαζί με το θερμίσι περιήλθε στοάς Βενετούς και το πολύ κοντινό του Καστρί της Ερμιονίδας, δηλ. η αρχαία και σημερινή Ερμιόνη. Πρβλ.FR.MIKLOSICH- JOS.MUELLER, Acta et diplomate graeca, Βιέννη 1865, τ.ΙΙΙ, σ.304. FR.THIRIET, Régestes des déliberations du Senat de Venise concernant la Romanie. Παρίσι 1959, τ.2, αριθ. 744,748,843,861.

[15] Την εποχή που αγοράστηκε η Αργολίδα η βενετική Γερουσία πίστευε ότι in dictis paribus et in toto duchamine non eat aliqua terra nec aliquod castrum pro defensione navigiorum, nisi terra Neapolis, que est etiam potens ad armandum duas galeas”. To απόσπασμα στον R.CESSI, ό.π.,σ.152.

[16] Ο διοικητής του Άργους έφερε τον τίτλο του Podest, ενώ εκείνος του Ναυπλίου ονομαζόταν Podest e Capetanio. CH.HOPF, Chroniques gréco-romanes inédites ou peu connues, Βερολίνο 1843, σ.382-384.

[17] FR. MIKLOSICH et JOS.MUELLER, ό.π., σ.295-298 (έγγραφο από 25 Ιαν.1479), σ.301-302 (έγγραφο από 17 Μαρτ.1480), σ.302-306 (έγγραφο από 14 Ιουλ.1480) και σ.308-309 (έγγραφο από 31 Απρ.1481).

[18] Ό.π., σ.304: «…Τα γαρ άλλα περίχωρα του ειρημένου Ναυπλίου ήγουν θερμισίου και Καστρίου και Τζιβερίου και αι αλυκαί αυτών, ει εξ αρχής Ναυπλίου ήσαν μεινάτωσαν κατά την αρχαίαν τάξιν..»

[19] Α. Β0Ν, ό.π., σ.494. Πρβλ. W.E.McLEOD, Kiveri and Thermisi, Hesperia 31(1962) 382 κε.

[20] W. EMcLEOD, ό.π., σ.382-386. A.BON, ό.π.

[21] W. E. McLE0D, ό.π .α.382. A.BON, ό.π. Πρβλ. Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, Γεωγραφία πολιτική νέα και αρχαία του νομού Αργολίδος και Κορινθίας μετά γεωγραφικού πίνακος του νομού, Αθήνα 1886, σ.41, όπου σημειώνεται: «Παρά το χωρίον τούτο των Μύλων κείται η Λέρνα ως ποταμάς ή έλος…Αυτόθι δ’εκ κεφαλαρίου παρά την οδόν κειμένου, αναβλύζει αφθονώτατον ύδωρ εκ πολλών στομάτων εξ ου σχηματίζεται μικρά λίμνη, η αρχαία Αλκυονία, αμετρήτου βάθους κατά το λέγειν των κατοίκων. Το κεφαλάριον τούτο πιθανώτατα είναι η πηγή Αμυμώνη των αρχαίων» Επίσης σ.44: «…Δια του ονάματος τούτου [Λέρνα ή Λέρνη] οι αρχαίοι ωνάμαζον την ελώδη και πολύρρυτον θέσιν των Μύλων». Πρβλ. Ν.Η.ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ – Γ.ΓΑΓΑΝΗΣ, Η Αργολική πεδιός, Αθήνα 1938, σ.15.

[22] Α. ΒΟΝ, ό.π. W. EMcLEOD, ό.π.σ.383.

[23]Α. ΒΟΝ, ό.π. Η καταστροφή αυτή θα πρέπει να σημειώθηκε είτε την εποχή της βενετικής κατάκτησης του 1388-1394, είτε κατά τον πρώτο βενετοτουρκικό πόλεμο όπως είναι και το πιθανότερο.

[24] W.E.McLEOD, ό.π., σ.390-392. Α.ΒΟΝ, ό.π., σ.494, σημ.4. Ο πύργος αυτός ονομάζεται από τους κατοίκους της περιοχής «πύργος της βασιλοπούλας» επειδή κατά την τοπική παράδοση σε παλαιότατα χρόνια ζούσε σ’ αυτόν μία βασιλοπούλα με εξαίρετη ομορφιά (ή κατ’ άλλους με ανυπόφορη ασχήμια), η οποία είχε κατασκευάσει μία υπόγεια δίοδο από τον πύργο της ως τη θάλασσα, για να κατεβαίνει και να κάνει απαρατήρητη το μπάνιο της. W.EMcLEOD, ό.π., σ.390.

[25] ΙΩΑΝΝΑ ΓΙΑΝΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Κατάλογοι κωμοπόλεων και χωρίων των επαρχιών Ναυπλίας και Κάτω Ναχαγιέ, Πελοποννησιακά 13(1978-1979)122. Πρβλ. ΕVΙ KAROUZOU, Cultures niaraicheres dans la Méditerranée. Les transformations de la plaine et de la societé argoliques (δακτυλογρ. διδακτορική διατριβή), Φλωρεντία 1995, σ.26, σημ.20.

[26] Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, ό.π. , σ.41. Στο χάρτη της Αργολιδοκορινθίας, που έχει καταστρώσει, τοποθετεί το Παλαιοκιβέρι στα μέσα περίπου της απόστασης ανάμεσα στο Κιβέρι και στους Μύλους, στις εκβολές του Κωλοσούρτη και σε κάποια απόσταση από τη θάλασσα. Πρβλ. ΕVΙ KAROUZOU, ó.π.

[27] FR. MIKL0SICH et JOS.MUELLER, ό.π, σ.308-309 (έγγραφο από 31 Απρ. 1481): «περί δε του Θερμιτζίου και της αλυκής αυτού και Καστριτζίου μέστωσαν τη αυθεντία των Βενετιών αυτά δηλονότι τα ειρημένα κάστρη έστω δε τόπος αυτοίς …όσον αναγκαίως χρήζουσι II σ.309 II το δε Τζιβέριν, όπερ εστί κεχαλασμένον, έστω μεν τη αυθεντία των Βενετιών, μη κτισθήτω δε, ομοίως και όσοι μύλοι ευρεθώσιν εις την περιοχήν αυτού ήτις μέλλει γενήσεσθαι έστωσαν και αυτοί της αυθεντίας των Βενετιών…».

[28] W.Ε. ΜcLEOD, ό.π., σ.382.

[29] Βέβαια η ανώτατη βενετική διοίκηση της Πελοποννήσου είχε τη δυνατότητα να πληροφορηθεί την παλαιό εξάρτηση του Κιβερίου από το Ναύπλιο μέσω των κεντρικών βενετικών αρχείων, όπως π.χ. από τα αποκείμενα σ’ αυτό βιβλία των Commemoriali κ.ά. Ενδεχομένως τα σχετικά στοιχεία περιλαμβάνονταν και στις εντολές διοίκησης (commissioni) που παραδίδονταν στους ανώτατους επαρχιακούς Βενετούς διοικητές, όταν αναχωρούσαν από τη Βενετία, για να αναλάβουν το αξίωμά τους.

[30] Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, ό.π., σ.41.

[31] Με το όνομα αυτό κατά την Β’ Βενετοκρατία συναντούμε ένα χωριό στην Ανδρούσα και ένα στην Καρύταινα Β. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σ.257,261,297,300,344,359. Με το ίδιο όνομα Αναζήρι φέρεται και μικροσυνοικισμός του Δήμου Άργους, Βλ. σχετικό λήμμα στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός».

 [32] Πρβλ.W.E.McLEOD, ό.π., σ. 382-383. Σε άλλη δημοσιευμένη πηγή της Β’ Βενετοκρατίας του έτους 1703, το κάστρο του Κιβερίου ονομάζεται Torre di Elena, δηλαδή Πύργος της Ελένης, ενώ παρόμοια χαρακτηρίζονται και τα ερείπια της Γλαρέντζας στην Ηλεία. Α. ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ, Alessandro Pini ανέκδοτη περιγραφή της Πελοποννήσου (1703), Βενετία 1997, σ.47, 64.0 W.E. McLEOD μας πληροφορεί ότι συνηθιζόταν στον ελληνικό χώρο να αποδίδεται σε διάφορα παλαιόκαστρα η ονομασία κάστρο της Ελένης [του Μενελάου] ή της [Αγίας] Ελένης. Ο ΙΔΙΟΣ, ό.π., σ.383 και σημ.23, όπου και σχετική βιβλιογραφία.

[33] ΕΥΤ. ΔΙΑΤΑ, Αργεία γη, ό.π. σ.108: «Vi e altro castello detto Anasiri e da molti Argos Vechio over castel di Elena, nel qualle non ho trovato cosa alcuna d’anticho ma esser fabrica moderna, questo e situato sopra una collina assai eminente et in pocha distanza dal mare sotto della qualle scaturisce acqua in tal abbondanza che ta girare diversi mollini sitti alla spiaggia dell’mare, et e acqua tanto buona e salubre, quali riescono comodissimi alia Cittá di Napoli di Romania conducendossi il formento per acqua con barche e riconducendo in cittá la farina con le stesse».

[34] Κ. ΝΤ0Κ0Σ – Γ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το κτηματολόγιο, ό.π., σ.XIV, σημ.6.

[35] Το χωριό Τζαφέραγα ήταν ένα από τα Δρεπανοχώρια. Στην εδαφική του περιοχή κατά τη Β’ Βενετοκρατία περιλαμβανόταν ο οικισμός Παλαιόκαστρο και τα ζευγολατειά (δηλ. τα πρώην τουρκικά τσιφλίκια) Σπαί και Λούζι. Τη νεότερη εποχή μετονομάστηκε σε Ασίνη και σήμερα αποτελεί το δημοτικό διαμέρισμα Ασίνης του Δήμου Ασίνης, που έχει έδρα τον οικισμό του Δρεπάνου. Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησ. περιουσία, ό.π., σ.85-86. Πρβλ. Αναλυτικό κτηματολόγιο (Catastico particolare) του τεριτόριου του Ναυπλίου που φυλάσσεται στο Κέντρο Ερεύνης του Μεσαίων, και Ν. Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

[36] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Breve descrittione, ά.π., σ.121: «si vede in questo territorio la Campagna detta d’ArgosNella parte piu avanzata verso Mezzo-Giorno della medesima v’esistono li Molini dove tutta l’Armata Navale si serve d’acqua». Πρβλ. κάτι ανάλογο στη νεότερη εποχή, όταν «συχνά επίτηδες καταπλέοντας στο Ναύπλιον υδρεύονται [στους Μύλους] οι αγγλικοί στόλοι».Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια «Πυρσός», λήμμα Μύλοι.

[37] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησ. περιουσία, ό.π., σ.76.

[38] Α. ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ, Alessandro Pini, ό.π, σ.47 «Dopo di Napoli di Romania si possono, passato il mare dall’ altra parte, osservare le rovine della citta di Tyrea verso i molinl; adesso quelle rovine le chiamano la Torre di Elena; la villa vicina si chiama Civeri…»

[39] Κ. ΝΤ0Κ0Σ, Breve descritlione, ó.n, σ.103. Or «Molini» που φαίνεται να αναφέρονται ως χωριό στο χειρόγραφο της Querini-Stampalia χρονολογούνται στην ίδια ακριβώς εποχή. Ό.π., σ.121.

[40] Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Η εν Πελοποννήσω εκκλησ. περιουσία, ό.π, σ.75-76,77-78. Ο επίσκοπος αυτός κανονικά θα πρέπει να ήταν ο Άργους και Ναυπλίου. Ωστόσο, δεν αποκλείεται να πρόκειται για άλλον αρχιερέα προερχόμενο από τουρκοκρατούμενη περιοχή, ο οποίος εκείνη την εποχή να είχε καταφύγει στην «απελευθερωμένη» βενετική Πελοπόννησο και οι Βενετοί, όπως έπραξαν σε αρκετές άλλες περιπτώσεις, να του είχαν ίσως παραχωρήσει χαριστικά κάποια μονή και κτηματικά αγαθά ή μισθό και την άδεια να προΐσταται στη μονή ή να εφημερεύει σε ναό ή ναούς της πόλης ή της υπαίθρου. Κ. ΝΤΟΚΟΣ, Οι πελοποννησιακές πόλεις και η μεταστοιχείωση του πληθυσμού τους κατά τη Β’ Βενετοκρατία. Το παράδειγμα της Τριπολιτσάς, Εώα και Εσπέρια 5(2001-2003) 105- 106.

[41] ΕΥΤ. ΛΙΑΤΑ, Αργεία γη, ό.π., σ.25,26,117.

[42] Στα ελληνικά είναι η αντίστοιχη ονομασία για το τουρκικά τσιφλίκι (ciftlik).

[43] Β. ΠΑΝΑΓΙΟΤΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σ.235,245.

[44] Κ.ΝΤ0Κ0Σ, Breve descrittione, ό.π., σ.103

[45] Βλ. πιο πάνω.

[46] BORY DE SAINT-VINCENT, Expédition scientifique de Morée,t.ll.tére partie, Géographie, Παρίσι 1834, σ.65, 66 (:κατατάσσονται στο Άργος Scaphidaki και Myli), σ.84, 85 (Kiveri, Tourniki, Palaeo- Scaphidaki στο Ναύπλιο). Πρβλ. Expédition scientifique de Morée, Atlas, 1831-1835, Carte de la Morée, Παρίσι 1835. M.E.PUILLON-BOBLAYE, Recherches géographiques sur les ruines de la Morée faisant suite aux travaux de la Comission scientifique de Morée, Παρίσι 1835, σ.46-47, όπου το Παλαιοσκαφιδάκι τοποθετείται κοντά στα ερείπια των αρχαίων Κεγχρεών, στο δρόμο Άργους – Τεγέας πριν από τη στροφή του για να κατέβει προς τον Αχλαδόκαμπο. Πρβλ. EVI KAR0UZ0U, ό.π., σ.26, σημ.20. Η τοποθέτηση των χωριών Παλαιοσκαφιδάκι και Τουρνίκι στο Ναύπλιο οφείλεται προφανώς σε λανθασμένες και συγκεχυμένες πληροφορίες των εντοπίων ,στις οποίες βασίστηκαν οι συντάκτες του πιο πάνω στατιστικού πίνακα. Πρβλ, ΒΟRΥ DE SAINT-VINCENT, ό.π.

[47] Α. ΜΗΛΙΑΡΑΚΗΣ, ό.π. σ.58. Ο Δήμος περιελάμβανε τα εξής χωριά: Αχλαδάκαμπος (πρωτεύουσα), Ανδρίτσα, Κρύα Βρύση, Μπούγα και Τουρνίκι Πρβλ. στο ίδιο βιβλίο το χάρτη εκτός κειμένου του νομού Αργολίδας και Κορινθίας.

 

Κωνσταντίνος Ντόκος

Καθηγητής της Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας

 

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

Read Full Post »

Ρόμβη (Νησίδα, Τολό Αργολίδας)


 

Η Ρόμβη είναι το μεγαλύτερο από τα τρία νησιά με έκταση περίπου 1,6 τετραγωνικά χλμ. που βρίσκεται απέναντι από το Τολό και είναι προσβάσιμο μόνο με σκάφος (οι επισκέπτες και οι κάτοικοι μπορούν να πάνε και κολυμπώντας ή με θαλάσσια ποδήλατα). Η μπούκα του λιμανιού ανάμεσα στη στεριά και τη Ρόµβη μοιάζει με στενό πέρασμα σε πειρατικό μυθιστόρημα. Κοιτώντας το χάρτη καταλαβαίνεις πως η Ρόµβη αποτελούσε κάποτε προέκταση της στεριάς, αλλά κάποιο γεωλογικό φαινόμενο την θέλησε νησίδα.

Η  Ρόμβη έχει ένα πανέμορφο πευκοδάσος, που αδειάζει άφθονο σµαραγδί χρώμα στον καθρέφτη της θάλασσας και αποτελεί καταφύγιο άγριων πουλιών, ενώ η φυσική βλάστηση του νησιού είναι αξιοπρόσεκτη, αφού  στη Ρόμβη βρίσκει κανείς βότανα όπως ρίγανη, θυμάρι, μελισσόχορτο κ.α. Στο πίσω μέρος του νησιού, όπου υπάρχει και μια όμορφη παραλία, υπάρχει εκτεταμένο δάσος με αγριελιές (περιοχή Καρυώτη). Σ’ αυτό το νησί χρωστάει το Τολό όλη σχεδόν τη γραφικότητα και τη ζεστασιά του κλειστού όρμου, όπου λιάζονται ξένοιαστα από ανέμους πολύχρωμα μικρά πλεούμενα.

 

Ρόμβη, Φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Η Ρόµβη είναι  κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος από το 1962 [1]. Παλιά ήταν το καρνάγιο για τους ψαράδες, ενώ υπάρχουν κατεστραμμένα τείχη και χαλάσματα από παλιές κατοικίες και εμφανή λείψανα ενετικών οχυρώσεων και λείψανα κλασσικών και παλαιοχριστιανικών χρόνων σε όλο το εύρος του νησιού, που εντοπίστηκαν ύστερα από επιφανειακές έρευνες αρχαιολόγων [2]. Στη Ρόμβη, όπως και στο Δασκαλειό, βρέθηκαν βυζαντινά μολυβδόβουλα (5 στη Ρόμβη και 4 στο Δασκαλειό) που χρονολογούνται από τον 6ο ως τον 8ο μ.Χ αιώνα και ανήκαν σε κατόχους εκκλησιαστικών αξιωμάτων, σε αξιωματούχους της επαρχιακής διοίκησης και τιτλούχους της βυζαντινής αυλής. Πρόκειται για πολύ σημαντικά ευρήματα, γιατί τα ίχνη οχυρώσεων και οικημάτων και η εύρεση νομισματικών θησαυρών και μολυβδόβουλων του 6ου-8ου αιώνα μ.Χ. αποδεικνύουν ότι τα νησιά του Τολού και της ευρύτερης περιοχής, όπου υπήρξαν αντίστοιχα ευρήματα, αποτέλεσαν καταφύγιο και τόπο κατοικίας των ντόπιων πληθυσμών από τις επιδρομές αρχικά των Βησιγότθων και στη συνέχεια Σλάβων, Αβαροσλάβων και Αράβων μεταξύ του τέλους του 4ου και του 2ου μισού του 7ου αι μ.Χ.

 

Ρόμβη, Φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Στο μεσαιωνικό κείμενο «Χρονικό της Μονεμβασίας», που βρέθηκε στη μονή Ιβήρων, αναφέρεται πως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Σλάβους οι κάτοικοι του Άργους μαζί με τον επίσκοπο Άργους, για να γλιτώσουν από τη σλαβική επιδρομή του 587- 88, κατέφυγαν στο κοντινό νησί Ορόβη [3]. Στη συνέχεια το νησί παραμένει μια ισχυρή θέση της Αργολίδας με διοικητική και εκκλησιαστική σημασία.

Κατά το β’ μισό του 7ου, όταν τα νησιά ερημώνουν εξαιτίας των θαλάσσιων επιδρομών των Αράβων, η Ρόμβη χάρις στην ισχυρή φυσική και τεχνητή οχύρωσή της άργησε να εγκαταλειφθεί. Κατά τον 8ο και 9ο αιώνα στα νησιά του Αργολικού έχουν απομείνει λιγοστές εξαθλιωμένες οικογένειες βοσκών και ψαράδων, για να παρατηρηθεί κατά τον 11ο και12ο αιώνα εντυπωσιακή ανάκαμψη πληθυσμού, που όμως ανακόπηκε εξαιτίας της πειρατείας.

Για την ετυμολογία του ονόματος Ρόµβη υπάρχουν διάφορες απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη το όνομα Ρόμβη είναι σλαβικής προέλευσης από τη λέξη Οροβάς, που σήμαινε νησί.  Άλλοι υποστηρίζουν ότι το όνομα Ρόμβη έχει ετυμολογική συγγένεια με την αρχαία ελληνική λέξη όροβος, ορόβιον, που είναι το όνομα του φυτού ορόβι ή ρόβι ή ροβίτσα, οι σπόροι του οποίου χρησιμοποιούνται ως τροφή βοδιών και προβάτων (σήμερα το φυτό λέγεται Βίκος) [4].  Κατά καιρούς το νησί έδωσε το όνομά του στην ευρύτερη περιοχή αφού οι Ενετοί γεωγράφοι, όταν τον Ιούλιο του 1686 ο στόλος των Ενετών με αρχηγό το Φραντσέσκο Μοροζίνι κατέπλευσε στην περιοχή, έδωσαν στον όρμο του Τολού την ονομασία porto di Rogdi, δηλαδή έναν παρεφθαρμένο τύπο της Ορόβης (λιμάνι της Ορόβης – Ρόβης – Ρόμβης). Ένα άλλο όνομα του νησιού είναι «νησί της Αφροδίτης», ενώ ο Πουκεβίλ σημειώνει ότι η είσοδός του Τολού προφυλάσσεται από ένα νησάκι, το λεγόμενο Μακρονήσι,  όπου βρίσκει κανείς γλυκό νερό [5].

 

Στο χάρτη βλέπουμε τις νησίδες του Τολού, Ρόμβη, Δασκαλειό και Κορωνήσι.

 

Μετά το 1830 και την έλευση των Κρητών αποίκων στην περιοχή τα νησιά ήταν πλέον ακατοίκητα με αραιή θαμνώδη βλάστηση και σποραδικά χαρουπιές. Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν τμήματα της Ρόμβης, αλλά κυρίως τη χρησιμοποιούσαν ως χώρο εκτροφής κατσικιών. Κάποιες κατσίκες χωρίς ιδιοκτήτες να τις μαζέψουν, είχαν περιέλθει σε άγρια κατάσταση και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 με επιμέλεια της αγροφυλακής το νησί απαλλάσσεται από τις κατσίκες.

Το 1972 έγινε η πρώτη δενδροφύτευση από την  αγροφυλακή στην μπροστινή πλευρά του νησιού προς το Τολό. Οι δενδροφυτεύσεις συνεχίστηκαν από τα παιδιά του δημοτικού σχολείου Τολού και τον πολιτιστικό σύλλογο Τολού, αλλά τη δεκαετία του 1990 διακόπηκαν λόγω της εμφάνισης κουνελιών που κάποιοι έριξαν ως θηράματα στο νησί. Τα κουνέλια κατέστρεψαν 600 περίπου δέντρα και σώθηκαν μόνο όσα είχαν περιφραχτεί με επίπονη προσπάθεια λόγω του δύσβατου της περιοχής από τον  πολιτιστικό σύλλογο, που έκανε πολλές προσπάθειας για να απαλλαγεί το νησί από τα κουνέλια. Τελικά μια ίωση πιθανώς τα αφάνισε και έτσι το 2009 ξεκίνησαν και πάλι δενδροφυτεύσεις και εντατικός καθαρισμός του νησιού με μέριμνα και έξοδα του πολιτιστικού συλλόγου. Το δάσος είναι «τεχνητό» και αποτελεί πολύχρονη και επίπονη προσπάθεια δενδροφύτευσης των κατοίκων του νησιού µε πρωταγωνιστή τον Πολιτιστικό Σύλλογο δημιουργήθηκε χάρη στον ακάματο μόχθο και ζήλο των ανθρώπων που ασχολήθηκαν με αυτό, παρά τις τρομερά δύσκολες συνθήκες μεταφοράς και φύτευσης. Πλέον παρατηρείται και αυτόματη αναδάσωση με σπόρους, κάτι που αποδεικνύει ότι το δάσος έχει βρει πια τους φυσικούς ρυθμούς του. H δασική υπηρεσία έχει χαρακτηρίσει το νησί αναδασωτέα περιοχή και μόνιμο καταφύγιο θηραμάτων (κυρίως της ορεινής πέρδικας)

 

Υποσημειώσεις


[1] Υ.Α 15904/24/11/62

[2] Ο Aργολικός κόλπος, http://www.argolisculture.gr

[3] Μηναίος Ηλίας, «Από την Επισκοπή Ασίνης στην Επισκοπή Ορόβης», Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII(2009), σελ. 215.

[4] Μηναίος Ηλίας, ο.π., σελ.216.

[5] «Το λιμάνι του πορτ Τουλόν εμφανίζει βάθος δώδεκα ως δεκαπέντε οργιών σ’ όλα σχεδόν τα σημεία του, ενώ η είσοδός του προφυλάσσεται από ένα νησάκι, το λεγόμενο Μακρονήσι,  όπου βρίσκει κανείς γλυκό νερό. ..». [Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα, Πελοπόννησος, εκδ. Αφοι Τολίδη, Αθήνα, 1997, σελ. 69].

 

Αλέξης Τότσικας

Ασίνη – Μινώα – Τολό

Από την αρχαία Ασίνη στο κοσμοπολίτικο Τολό

Ιούνιος, 2017

Read Full Post »

Δασκαλειό (Νησίδα, Τολό Αργολίδας) 


 

Το ∆ασκαλειό είναι ένα μικρό νησάκι στο Τολό Αργολίδας που κρύβεται πίσω από τη νότια πλευρά της νήσου Ρόµβης και στον ωραιότερο κόλπο της, αόρατο, κρυφό*, σαν παραπούλι στην αγκαλιά της. Για να συναντήσει κανείς το μικρό αυτό θησαυρό πρέπει να πάρει σκάφος από το λιμάνι του Τολού και να πλεύσει πίσω από τη Ρόµβη. Ένας μικρός ξύλινος µόλος πάνω στα κρυστάλλινα νερά και τα βοτσαλωτά παιχνιδίσματα υποδέχεται τον επισκέπτη.

 

Άποψη του Δασκαλειού στην αγκαλιά της Ρόμβης με το εκκλησάκι στην κορυφή του. Φωτογραφία από τον ιστότοπο Kαστρολόγος – Κάστρα της Ελλάδας.

 

Το Δασκαλειό ήταν ένα από τα νησάκια του αργολικού που κατά το β μισό του 7ου αι. διαδραμάτισε ρόλο νησιωτικού φρουρίου κατά μήκος των νοτιοανατολικών ακτών της Αργολίδας, που παρέμεινε «καθαρή» από το σλαβικό εποικισμό του κεντρικού και δυτικού τμήματος της Πελοποννήσου. Κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετοκρατίας και μέχρι το 1718 το Τολό χρησιμοποιήθηκε ως ναύσταθμος του ενετικού στόλου και ορμητήριο για τις επιχειρήσεις εναντίον του Ναυπλίου. Μνημείο της εποχής αυτής είναι η μικρή εκκλησία αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και τα ερείπια φρουρίου στο Δασκαλειό.

Ένα  ήπια διαμορφωμένο μονοπάτι οδηγεί στην κορυφή, όπου περιμένει το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής µε τον λιτό του αυλόγυρο και την ανεπανάληπτη θέα. Το εκκλησάκι είναι καµαροσκεπής βασιλική µε δίρριχτη στέγη και σύμφωνα µε την κτητορική επιγραφή αγιογραφήθηκε το 1688. Λίγα εντοιχισμένα και σκόρπια λείψανα παλαιοχριστιανικής Βασιλικής στον περίβολο της εκκλησίας του Δασκαλειού και τα εντοιχισμένα σε αυτήν μαρτυρούν την πολύ προγενέστερη ίδρυσή της και υποδηλώνουν την προσωρινή έδρα του επισκόπου Άργους στο νησάκι. Μια επιγραφή στο τέμπλο µας ενημερώνει ότι ανακαινίστηκε το 1869 από τους Κρήτες πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο Τολό. Περιμετρικά του ναού σε κάποια απόσταση σώζονται τμήματα ενετικού τείχους σε καλή κατάσταση. Μέρος αυτών καταστράφηκε και οι λίθοι χρησιμοποιήθηκαν από τους Κρήτες πρόσφυγες για την ανοικοδόμηση των σπιτιών τους στο Τολό.

 

Το Δασκαλειό πίσω από το νησί Ρόμβη. Φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Η παράδοση λέει ότι στο ∆ασκαλειό την περίοδο της Τουρκοκρατίας λειτούργησε ιεροδιδασκαλείο, κρυφό σκολειό κατά µια άλλη παραλλαγή, και από εκεί προέρχεται το όνομα του νησιού. Μια άλλη εκδοχή για το όνομά του ισχυρίζεται ότι πρόκειται για παραφθορά του  Scogio di Tolon, όπως ονόμαζαν το λιμάνι του νησιού οι ναυτικοί και οι Ιταλοί γεωγράφοι.

Στην περίμετρο του ∆ασκαλειού διακρίνονται λείψανα ενετικών οχυρώσεων, που παρά τις καταστροφές και την εγκατάλειψη διατηρούνται σε καλή κατάσταση σε αρκετά σημεία, ενώ κοντά στο εκκλησάκι σώζονται τμήματα πύργου. Τόσο το ∆ασκαλειό όσο και η Ρόµβη υπήρξαν συχνά καταφύγια των γύρω πληθυσμών από τους πολλούς επιδρομείς της βυζαντινής περιόδου καθώς και καταφύγια και προσωρινές έδρες Επισκόπων. Αυτό επιβεβαιώνουν μεταξύ πολλών άλλων ευρημάτων και μαρτυριών, τα βυζαντινά µολοβδόβουλα του 6ου-8ου µ.Χ. αι. που βρέθηκαν στα δύο νησάκια, κάτοχοι των οποίων ήταν αξιωματούχοι της εκκλησίας και της επαρχιακής διοίκησης και τιτλούχοι της βυζαντινής Αυλής.

Το ∆ασκαλειό είναι ένα νησί με χαμηλή θαμνώδη βλάστηση. Ανέγγιχτο  σήμερα από την ανθρώπινη παρέμβαση, παρ’ όλους τους επισκέπτες που το κατακλύζουν για να προσκυνήσουν στο ξωκλήσι ή για θαλάσσια μπάνια, είναι τοπίο µε εκπληκτικές εικόνες, ένας παράδεισος για πεζοπορία, βαθιές θεραπευτικές ανάσες και κολύμπι μακριά από το συνωστισμό και τους θορύβους. Ανηφορίζοντας τραβάει την προσοχή του επισκέπτη η παρθένα βλάστηση µε την κάππαρη να κυριαρχεί σε κάθε σχεδόν βήμα και τα διαδοχικά κάδρα µε το βαθύ κυανό της θάλασσας. Ανάμεσα στα υψώματα της Ρόµβης προβάλλει το Τολό. Οι ακτές και οι ράχες της Ρόµβης και οι γκρεμοί του ∆ασκαλειού διανθίζονται µε πινελιές από θαλασσοπούλια και διερχόμενα πλοιάρια. Κατηφορίζοντας το βλέμμα μεθάει από τα γαλάζια ξαφνιάσματα, τις βραχώδεις εξάρσεις, τις πράσινες οάσεις και τους κολπίσκους, που το καλοκαίρι στραφταλίζουν στο άγγιγμα του ήλιου.

 

Υποσημείωση


* Αντωνακάτου Ντιάνα, Αργολίδος Περιήγησις, Εκδ. Νομαρχία Αργολίδος, 1973, σελ. 114.

Αλέξης Τότσικας

Ασίνη – Μινώα – Τολό

Από την αρχαία Ασίνη στο κοσμοπολίτικο Τολό

Ιούνιος, 2017

Read Full Post »

Κορωνήσι  (Νησίδα, Τολό Αργολίδας) 


 

Το απόκρημνο Κορωνήσι είναι το τρίτο και μικρότερο νησάκι του Τολού – μετά τη  Ρόμβη και το Δασκαλειό – ακριβώς απέναντι από το χωριό και σε απόσταση αναπνοής, μόλις 560 μέτρα από την ακτή. Το ακατοίκητο Κορωνήσι (ή Κορωνίδα) είναι προσβάσιμο μόνο με σκάφος, κανό ή θαλάσσιο ποδήλατο που μπορεί να νοικιάσει κανείς από την παραλία στο Τολό, ενώ όσοι έχουν γερά πνευμόνια μπορούν να φτάσουν εκεί και κολυμπώντας. Σίγουρα όμως θα το απολαύσετε φωτισμένο το βράδυ, πίνοντας τον καφές σας ή το ποτό σας στο Τολό. Η θέα της εκκλησίας από τις καφετέριες και τα μπαράκια του Τολού είναι μαγευτική. Οι βραχώδεις πλαγιές του διανθίζονται από άγρια χαμηλή βλάστηση και δέντρα που αντέχουν στην ξηρασία, πεύκα, ελιές και κυπαρίσσια. Η ευρύτερη περιοχή διαθέτει καταπράσινα τοπία πλούσια σε χλωρίδα και πανίδα και φιλοξενεί μερικά σπάνια είδη πτηνών, για τη μελέτη των οποίων καταφθάνουν συχνά στην περιοχή ορνιθολόγοι και ερευνητές.

 

Κορωνήσι, φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

Κορωνήσι, φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Στην κορυφή του λάμπει κάτασπρο εκκλησάκι αφιερωμένο στους Αγίους Αποστόλους χτισμένο μετά το 1830, γραφική σημαδούρα στον ανοιχτό ορίζοντα του νότου [1] και εκλεκτό καταφύγιο των ρομαντικών για γάμους και βαπτίσεις. Απότομες βραχώδεις πλαγιές γεμάτες φραγκοσυκιές, δροσιά, θέα, ένα μικρό ξωκλήσι και αυτά τα ανεπανάληπτα χρώματα του μπλε και του λευκού που θυμίζουν πάντα καλοκαίρι. Στο φόντο του διαγράφονται τα νησιά Υψηλή και Πλατειά μέσα στο απέραντο γαλάζιο. Το Κορωνήσι, όπως και το Δασκαλειό και η Ρόμβη, θεωρούνται αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας και της τουριστικής ανάπτυξης του Τολού.

Στο παρελθόν έγιναν προσπάθειες για την εκμετάλλευση και «αξιοποίηση» των νησιών του Τολού και συγκεκριμένα για εγκατάσταση μονάδας ιχθυοκαλλιέργειας (1985), ίδρυση μονάδας διεθνούς γυμνιστικού κέντρου το 1987, ενώ το 2012 προέκυψε θέμα ενοικίασης ή πώλησής του από το ΤΑΙΠΕΔ.

Κορωνήσι, φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

Οι νέοι επιδρομείς λέγονται επενδυτές και φέρουν σύγχρονα όπλα, που προξενούν βλάβες ανεπανόρθωτες. Η έκταση του νησιού (1,6 τ.χλµ.) και η ωραία και βατή μορφολογία του ανοίγουν προφανώς την όρεξη σε «φιλόδοξες» κερδοσκοπικές εκμεταλλεύσεις. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος και ο Σύλλογος Επαγγελματιών του Τολού υποχρεώθηκαν για άλλη µια φορά να τεκμηριώσουν το αυτονόητο. Η απάντησή τους στις ορέξεις αυτού του είδους υπήρξε κάθετη και αδιαπραγμάτευτη [2]. Το νησί Ρόµβη µε τα παρακείμενα νησάκια ∆ασκαλειό και Κορωνήσι είναι άρρηκτα δεμένα µε την τουριστική αξία, φήμη και προβολή του τόπου µας. Είναι τα στολίδια µας και ο ζωτικός µας χώρος, συνυφασμένα µε την καθημερινότητά µας. Οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος «μνηστήρας» εγείρει αξιώσεις ας γνωρίζει πως, για άλλη µια φορά, θα αντιμετωπίσει την αντίδρασή µας, αλλά και τις απαγορευτικές νομικές διατάξεις.

Η μόνη αποδεκτή αξιοποίηση για το νησάκι είναι λίγες πολύ ήπιες παρεμβάσεις για την δημιουργία πεζοπορικών μονοπατιών στην επικράτειά του. Η ομόθυμη και αγωνιστική αντίδραση των φορέων της τοπικής κοινότητας και του συνόλου των κατοίκων απέτρεψαν τις σχεδιαζόμενες προσπάθειες «αξιοποίησης» του νησιού, που εκτός από αρχαιολογικό χώρο, αποτελεί ένα φυσικό πάρκο με πλούσια και σπάνια πανίδα και χλωρίδα και επιπλέον διαθέτει ελεύθερη παραλία για κολύμβηση.

Πέρασαν Βησιγότθοι, Σλαύοι, Άβαροι, Τούρκοι, πειρατές και τα νησάκια επέζησαν µε τα ιστορικά τους ερείπια να κοσμούν και να τιμούν την περιοχή με την απρόσβλητη ομορφιά τους. Μέχρι σήμερα ο θαλάσσιος περίγυρος των νησιών αποτελεί τον καθημερινό χώρο αλιείας για τους εναπομείναντες ψαράδες του ∆ρεπάνου, της Κάντιας, των Ιρίων, της Κοιλάδας κ.α. και αποτελεί χώρο ζωτικής σημασίας, που τροφοδοτεί µε ολόφρεσκα θαλασσινά το τραπέζι του επισκέπτη.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παπαδοπούλου Ελένη, Τα νησάκια του Τολού Ρόµβη, Κορωνήσι, ∆ασκαλειό, http://www.epathlo.gr

[2] Ο Σύλλογος Επαγγελματιών Τολού και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Τολού σε επιστολή τους προς τους βουλευτές Αργολίδας το Σεπτέμβρη του 2012 επισημαίνουν:

«…Την 1/9/2012 η εφημερίδα Τα Νέα αναφέρεται σε άρθρο της, ότι ενοικιάζονται 30 νησιά φιλέτα, μεταξύ των οποίων τα νησιά του Αργολικού κόλπου, Ρόμβη, Πλατειά, Ψιλή και Κορωνίδα. Καταρχήν θέλουμε να δηλώσουμε ότι είμαστε αντίθετοι με την παραχώρηση προς εμπορική εκμετάλλευση από ιδιώτες των νησιών της χώρας μας (δεν υπάρχει και αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο που να το επιτρέπει).Τα νησιά του Αργολικού κόλπου, δεν βρίσκονται καν στα μέσα του αρχιπελάγους, αλλά αντίθετα η απόσταση από τις ακτές είναι μικρή έως ελάχιστη, στη δε Ρόμβη σχεδόν ανύπαρκτη. Τα νησιά μας είναι στολίδι του Αργολικού κόλπου και τουριστικά επισκέψιμα από τους παραθεριστές. Η θαλάσσια περιοχή που τα περιβάλλει είναι ο καθημερινός χώρος αλιείας των ψαράδων της περιοχής (Τολού, Δρεπάνου, Κάντιας, Κοιλάδας, Ιρίων κλπ.)

Όσον αφορά το νησί Ρόμβη, είναι ΚΗΡΥΓΜΕΝΟΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ (Υ.Α.15904/24/11/62), δασική περιοχή, με μεγάλη έκταση πευκοδάσους και αποτελεί τόπο αναπαραγωγής και καταφύγιο θηραμάτων. Παλαιότερα έγιναν δύο προσπάθειες για ενοικίαση χώρου στο νησί, η μία το 1985 για μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας και η άλλη το 1987 για λειτουργία διεθνούς γυμνιστικού κέντρου. Εκτός από την καθολική αντίδραση των κατοίκων για εμπορική εκμετάλλευση του νησιού Ρόμβη και την αρνητική θέση των υπηρεσιών, υπήρξαν και οι εξής απορριπτικές αποφάσεις.

* του ΕΟΤ 11/11/1985/Α.Π.538702

* της Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Ναυπλίου 24/11/1987/Α.Π.Φ5Α/16/418

* της Δασικής Υπηρεσίας 5/6/1987/Α.Π.5199

… Η μακροχρόνια εκμετάλλευση των νησιών μας σημαίνει κατοχή και καταδίκη του επαγγέλματος των αλιέων της περιοχής μας. Η αξιοποίηση του νησιού Ρόμβη αντί να γίνει στην κατεύθυνση έργων ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου και των ευρημάτων, γίνεται στην κατεύθυνση του ξεπουλήματος. Η στάση αυτή είναι ασέλγεια προς την ιστορία μας και δυστυχώς λαός που δεν σέβεται το παρελθόν του δεν έχει σεβασμό ούτε στο μέλλον του.

Ζητάμε να εκφράσετε δημόσια την συμπαράσταση σας προς τους φορείς και τους κατοίκους του Τολού και γενικότερα του Νομού Αργολίδας που διαμαρτύρονται και αρνούνται την εκμετάλλευση των νησιών του Αργολικού Κόλπου και ειδικότερα του νησιού Ρόμβη για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και να καταψηφίσετε οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία που θα δίνει τη δυνατότητα να υλοποιηθεί το απαράδεκτο αυτό σχέδιο.

 

Αλέξης Τότσικας

Ασίνη – Μινώα – Τολό

Από την αρχαία Ασίνη στο κοσμοπολίτικο Τολό

Ιούνιος, 2017

Read Full Post »

Το τοπωνύμιο Ερμιών ή Ερμιόνη στην ομώνυμη κωμόπολη της Ερμιονίδας – Μυθολογική και επιστημονική προσέγγιση


 

 

Προσωπογραφία της Ερμιόνης, κόρης του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, από την έκδοση:  Guillaume Rouillé, «Promptuarii Iconum Insigniorum», Lyon, France 1553.

Προσωπογραφία της Ερμιόνης, κόρης του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, από την έκδοση:
Guillaume Rouillé, «Promptuarii Iconum Insigniorum», Lyon, France 1553.

Η Ερμιών ή Ερμιόνη είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδας και είναι ο μόνος οικισμός, που διασώθηκε από την Αρχαιότητα μέχρι σήμερα στην Ερμιονίδα. Η αρχαία Ερμιών ή Ερμιόνη εμφανίστηκε στο ιστορικό προσκήνιο από την Πρωτοελλαδική περίοδο (2800-2300 π.Χ.) με το πρώτο και σπουδαίο λιμάνι της στον όρμο των Αγίων Αναργύρων, πλησίον του λόφου της Μαγούλας, ενώ από τον 8ο π.Χ. αιώνα περίπου είχε ξεκινήσει η μετεγκατάσταση των Ερμιονέων από το λόφο της Μαγούλας στο ασφαλέστερο ανατολικό τμήμα της χερσονήσου Ποσείδιον ή «Μπίστι».

Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση ως οικιστής της αρχαίας Ερμιόνης ήταν ο Ερμίων, γιος του Εύρωπα και εγγονός του Φορωνέα βασιλιά και θεμελιωτή του Άργους. Ο τελευταίος ήταν διάδοχος του πρώτου βασιλιά του Άργους Ινάχου. Την ίδρυση και ονομασία της Ερμιόνης δανειζόμαστε από τον περιηγητή Παυσανία, που επισκέφθηκε την περιοχή το 166 μ.Χ. Για τούτο στο βιβλίο του «Ελλάδος Περιήγησις», Κορινθιακά – Λακωνικά (ΙΙ, 34,4-5) διαβάζουμε:

 

«Οικιστήν δε της αρχαίας πόλεως Ερμιονείς γενέσθαι φασίν Ερμίονα Εύρωπος. Τον δέ Εύρωπα (ήν γαρ Φορωνέως) Ηροφάνης ο Τροιζήνιος έφασκεν είναι νόθον’ ου γαρ «αν» ποτέ ες Άργον τον Νιόβης θυγατριδούν όντα Φορωνέως την εν Άργει περιελθείν αρχήν παρόντος Φορωνεί γνησίου παιδός. Εγώ δε, ει και γνήσιον όντα Εύρωπα πρότερον το χρεών ή Φορωνέα επέλαβεν ευ οίδα ως ουκ έμελλεν ο παις αυτώ Νιόβης παιδί οίσεσθαι Διός γε είναι δοκούντι».

 

[Οι Ερμιονείς λένε πως ο οικιστής της αρχαίας πόλης υπήρξε ο Ερμίονας, γιος του Εύρωπα. Ο Εύρωπας που είχε πατέρα τον Φορωνέα (βασιλιά του Άργους), ήταν νόθος κατά τον Ηροφάνη τον Τροιζήνιο, γιατί δε θα περιερχόταν η βασιλεία του Άργους στο γιο της Νιόβης Άργο και εγγονό (δηλ. γιο της κόρης του Φορωνέα), αν ο Φορωνέας είχε γνήσιο γιο. Εγώ είμαι βέβαιος πως και αν ήταν γνήσιος ο Εύρωπας και αν συνέβη να πεθάνει πριν από τον Φορωνέα, δε θα μπορούσε ο γιος του να διεκδικήσει ίσα δικαιώματα με το γιο της Νιόβης, που θεωρούνταν παιδί του Δία].

Ως εκ τούτου, η ιστορική κωμόπολη της Ερμιονίδας ονομάστηκε Ερμιών από τον πρώτο οικιστή Ερμίονα και έχει ρίζα πελασγική κατά τη μυθολογική προσέγγιση, ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ταυτόχρονα και το τοπωνύμιο Ερμιόνη.

Στο δεύτερο στάδιο οφείλουμε να διερευνήσουμε το θέμα και από την επιστημονική πλευρά. Ύστερα από λεπτομερή έρευνα καταλήξαμε ότι το τοπωνύμιο Ερμιών ή Ερμιόνη προέρχεται ετυμολογικά από το θέμα της δασυνόμενης λέξης έρμα (λόφος, ύψωμα, βουνό) και το περιεκτικό επίθημα(πρόσφυμα) -ιων, οπότε σχηματίζεται η λέξη Ερμιών (γεν.-ονος) δασυνόμενη, σε αθέματη μορφή, δηλ. χωρίς τη σύνδεση του γραμματικού μορφήματος η στο τέλος ή δημιουργείται παράλληλος και συγγενής σχηματισμός με τη λέξη Ερμιόνη (από το δεύτερο θέμα της γεν. Ερμιόν-ος της ονομασίας Ερμιών) σε θεματική μορφή, δηλ. με τη σύνδεση του γραμματικού μορφήματος η μετά το επίθημα, το οποίο μετατρέπεται συγχρόνως σε περιεκτικό πρόσφυμα ή επίθημα -ιονη.

Συνοπτικά η ονομασία Ερμιών ή Ερμιόνη θεωρείται ο τόπος, που ολόγυρα υπάρχει πλήθος λόφων, ορεινών όγκων, υψωμάτων ή βουνών. Έτσι, λοιπόν, τα δύο επιθήματα -ιονη και -ιων ταυτίζονται.

Βέβαια δε γνωρίζουμε ποιος από τους δύο συγγενείς και παράλληλους σχηματισμούς Ερμιόνη και Ερμιών προηγήθηκε. Το μόνο γνωστό είναι ότι η πρώτη γραπτή μαρτυρία της πόλης με το τοπωνύμιο Ερμιόνη εμφανίζεται στην Ιλιάδα του Ομήρου και μάλιστα στον κατάλογο «των νεών» (των πλοίων) των ελληνικών πόλεων του 8ου π.Χ. αιώνα και όχι τη χρονική περίοδο του 13ου π.Χ. αιώνα [που πραγματοποιήθηκε η Τρωϊκή εκστρατεία]. Με αυτό το σκεπτικό θεωρητικά αποδεχόμαστε ως πρώτο τοπωνυμικό σχηματισμό την ονομασία Ερμιόνη, επειδή κατά τη διερεύνηση της αρχικής ελληνικής γλώσσας των πινακίδων της γραμμικής γραφής Β δεν ευρέθησαν οι δύο συγγενείς τοπωνυμικοί σχηματισμοί, Ερμιόνη και Ερμιών.

Συγκεκριμένα έχει αποκαλυφθεί ότι στα μυκηναϊκά κέντρα της Κρήτης και της Πελοποννήσου, τα πρώτα γραπτά μνημεία ελληνικής γλώσσας είναι οι πινακίδες της γραμμικής Β, μια γραφή, που εντοπίζεται χρονικά από το 1400 π.Χ. με καταληκτική χρονολογική περίοδο τον 13ο αιώνα. Συνάμα είναι αποδεκτό ότι τόσο οι πινακίδες της Κρήτης όσο και της Πύλου γράφτηκαν από τους Μυκηναίους (Αχαιούς) στα Ελληνικά.

Κάποια Άνοιξη στο 1200 π.Χ. το ανάκτορο της Πύλου καταστράφηκε από φωτιά, πιθανότατα από τους Δωριείς, αλλά σώθηκαν 1300 πινακίδες και η σκαπάνη των αρχαιολόγων (1939) τις έφερε στο φως. Μέσα σ’ αυτές τις πινακίδες δεν μαρτυρούνται οι ονομασίες Ερμιών και Ερμιόνη, αλλά ούτε και το τοπωνύμιο Μυκήναι, το βασικό κέντρο του Μυκηναϊκού πολιτισμού, ενώ διασώθηκαν οι ονομασίες Πύλος και Θήβαι. Αυτό δε σημαίνει ότι ήταν ανύπαρκτη κατά τη Μυκηναϊκή εποχή η πόλη των Μυκηνών και η παραθαλάσσια Ερμιών ή Ερμιόνη.

Κατά την άποψη μου και με βάση την ερμηνεία του τοπωνυμίου είχε προηγηθεί ο Πρωτοελλαδικός οικισμός με το τοπωνύμιο Ερμιών και ακολούθησε η παράλληλη ονομασία Ερμιόνη. Είναι ακόμη γνωστό από την έρευνα ότι τα τοπωνύμια εκφέρονται σε γενική και αιτιατική (έρχομαι από… πηγαίνω στο…) και στην αρχαιότητα σε δοτική (εν +δοτική).

Για παράδειγμα η συνήθης χρήση του τοπωνυμίου Ερμιών θα ήταν, εξ Ερμιόνος, εν Ερμιόνι, ες Ερμιόνα και όχι η ονομαστική Ερμιών. Από ένα αρχικό Ερμιών Ερμιόνος και Ερμιόνα είναι αυτονόητο να επικρατήσει το Ερμιόνα, αφού το α αφομοιώθηκε από το η και επικράτησε ο παράλληλος, συγγενής και εύηχος τύπος Ερμιόνη, με το νέο περιεκτικό επίθημα –ιόνη, επειδή υπήρχε η χρήση της αρχαίας κατάληξης –όνη στο σύνηθες λεξιλόγιο, όπως ακριβώς στη λέξη αγχόνη [από το άγχω +ονη, με αναφορά στον Αισχύλο. Σοφοκλή, Ευριπίδη, Αριστοφάνη, Αισχίνη], στη λέξη περόνη [από το πείρω+ονη, με αναφορά στην Ιλιάδα και Οδύσσεια] και στη λέξη σφενδόνη (σφενδ+ονη), στα Λατινικά funda], με αναφορά στην Ιλιάδα, στον Αρχίλοχο, Ευριπίδη, Αριστοφάνη και Θουκυδίδη.

Η Ερμιόνη από τον ορμίσκο του Λιμανιού, 1900. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της  Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

Η Ερμιόνη από τον ορμίσκο του Λιμανιού, 1900. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

Για την ερμηνευτική προσέγγιση του τοπωνυμίου θα σταθούμε αρχικά στη λέξη έρμα που σημαίνει, το ύψωμα, το λόφο, το βουνό, τον σωρό χωμάτων, ή λίθων («τούμπα»). Έτσι, λοιπόν, το τοπωνύμιον Ερμιών ή Ερμιόνη σχετίζεται με όλους τους λόφους, τα υψώματα, τους ορεινούς όγκους και τα μικρά βουνά, που βρίσκονται όχι μόνο παραπλήσια της Ερμιόνης, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της περιοχής.

Συγκεκριμένα, εάν αρχίσουμε από τα βορειοανατολικά της Ερμιόνης συναντούμε την οροσειρά των Αδέρων (από τηνότια πλευρά τους) και τον βραχώδη ωοειδή λόφο του Ηλιοκάστρου, ενώ σε πιο κοντινή απόσταση διακρίνουμε τις βραχώδεις κορυφές του κάστρου της Θερμησίας, το Αλατοβούνι κοντά στη Δάρδιζα (Αχλαδίτσα), το βουνό Κρόθι στα βόρεια του κεντρικού λιμανιού Ερμιόνης, το Μαυροβούνι, (προς το Καταφύκι), το Ασπροβούνι ή Μαλιμπάρδι (στους Αγίους Αποστόλους στην Αυλώνα), το βουνό του Προφήτη Ηλία (Κοκκύγιον στην αρχαιότητα), τον λόφο Πρωνός ή Μύλων δυτικά και πλησίον της Ερμιόνης, τον λόφο της Μαγούλας (όρμο Αγίων Αναργύρων), τον λόφο των Αγίων Θεοδώρων (δυτικά της Μονής των Αγίων Αναργύρων) και τα χερσονησώδη βουνά, Μαυρονήσι στο μυχό της Κάπαρης και Μουζάκι στον όρμο της Κουβέρτας νοτιότερα.

Συμπερασματικά καταλήγουμε ότι το τοπωνύμιο Ερμιών ή Ερμιόνη μπορεί να συσχετιστεί με τους ορεινούς όγκους και τους λόφους, που υψώνονται ολόγυρα της κωμόπολης.

Στη συνέχεια θα προσεγγίσουμε ακροθιγώς το περιεκτικό και τοπωνυμικό πρόσφυμα ή επίθημα -ιών, που δηλώνει μαζί με το θέμα της λέξης έρμα, ικανό αριθμό από βουνά ή λόφους, δηλ. φυσικά και γεωγραφικά στοιχεία γύρω από την Ερμιόνη. Συνάμα με το επίθημα –ιών σχηματίστηκε το συγγενικό και παράλληλο επίθημα -ιόνη (σύμφωνα και με την αρχαία και γνωστή κατάληξη -όνη) χωρίς να είμαστε απόλυτα βέβαιοι, για το ποιο είναι το αρχικό πρόσφυμα ή το νεότερο.

Γενικότερα τονίζουμε ότι η αρχική σημασία των δύο συγγενικών επιθημάτων, σύμφωνα με την έρευνα και μελέτη, είναι «περιεκτική», όταν τονίζεται το επίθημα, όπως στο τοπωνύμιο Ερμιών και Ερμιόνη, ενώ γίνεται κτητική, όταν δεν τονίζεται. Μάλιστα με τη «περιεκτική» σημασία το πρόσφυμα -(ι)ών χρησιμοποιείται σε ορισμένες λέξεις, όπως ελαιών (μέρος με πολλά ελαιόδεντρα) και καλαμών(μέρος με πολλά καλάμια), ενώ οι θεοί, που «ευρύν έχουσιν ουρανόν», ονομάζονται στην αρχαιότητα Ουρανίωνες (Ιλιάς, Α, 570).

Με την κτητική σημασία διακρίνουμε ορισμένα Ελληνικά ονόματα (παρατσούκλια), όπως Στράβων (αυτός που είναι στραβός) και Πλάτων (αυτός που έχει πλατύ μέτωπο), αλλά και μεγεθυντικά (γάστρων, γνάθων, χείλων). Επίσης το ίδιο επίθημα βρίσκουμε και σε τοπωνύμια τόσο σε αθέματη μορφή [Μαραθών, Ελικών, Σικυών, Αυλών, Ερμιών, Κολοφών], όσο και σε θεματική μορφή [Μεθώνη, Κορώνη, Δωδώνη].

Συνάμα το προαναφερόμενο πρόσφυμα χρησιμοποιήθηκε στα πατρωνυμικά επίθετα, όπως γινόταν στις περιεκτικές λέξεις (ανθών, ξενών, παρθενών, ορνιθών). Έτσι, λοιπόν, έχουμε από τα επικά πατρωνυμικά επίθετα του Δία – Κρόνιος – Κρονίδης – Κρονίων (γιος του Κρόνου, ενώ από το Αχιλλεύς – Πηληιάδης – Πηλείδης(γεν.-ου)- -Πηλείων(γεν.-ωνος) – [γιος του Πηλέα]. Με πιο εξειδικευμένη σημασία το πρόσφυμα εμφανίζεται με την περιεκτική σημασία και τις καταλήξεις –ονες και -ανες στην ονομασία διαφόρων Ελληνικών φύλων: Πελαγόνες, Ιάονες – Ίωνες, Μακεδόνες, Χάονες, Ευρυτάνες, Ακαρνάνες.

Υποσημ.: Το επίθημα (ή πρόσφυμα) προστίθεται στο τέλος της ρίζας μιας λέξης ως συνθετικό της για την παραγωγή μιας νέας λέξη.

 

Πηγές


 

  • Hoffmann, «Ετυμολογικόν Λεξικόν της Αρχαίας Ελληνικής» (Μετάφραση Αντωνίου Παπανικολάου), Εκδόσεις Παπαδήμας, Αθηνά 2009.
  • Geoffry Horraks, «Greek, Η Ιστορία της Γλώσσας και των Ομιλητών της» (Μετάφραση Μ. Σταύρου και Μ. Τζεβελέκου), Βιβλιοπωλείο Εστίας.
  • Άννας Αναστασιάδη- Συμεωνίδη, «Αντίστροφο Λεξικό», έκδοση Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, 2002.

 

 Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας

 «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 17, Οκτώβριος, 2015.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Η περίφημη αρχαία πορφύρα της Ερμιόνης και η τεχνολογία της

Λάσος Ο Ερμιονεύς (6ος Αιώνας π.χ.)

Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας, «Η Ιστορία του Κρανιδίου και των κοινοτήτων Πορτοχελίου, Διδύμων, Φούρνων, Κοιλάδας»

 

Read Full Post »

Older Posts »