Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Εικονογραφία του '21’ Category

Ο «κατατρεγμός των κλεφτών» και η διαφυγή του Κολοκοτρώνη στη Ζάκυνθο (1805-1821) – Δημήτρης Πεταλάς


 

Για πρώτη φορά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης βρέθηκε στη Ζάκυνθο τον Μάρτιο του 1805, μετά τη μάχη της Ξηροκερπινής ή Τουρκοκερπινής. Στο χωριό αυτό είχε αποκλειστεί από 400 Τουρκαλβανούς του λαλαίου Χασάναγα Φιδά, στον οποίο ο μοραγιάννης <=υψηλός χριστιανός προύχοντας του Μοριά> Δεληγιάννης είχε αναθέσει να δολοφονήσει τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη με ενέδρα. [1] Στα Απομνημονεύματά του, ωστόσο, ο Κολοκοτρώνης λέγει ότι πήγε στη Ζάκυνθο τον Αύγουστο και όχι τον Μάρτιο του 1805. Πρόκειται όμως, κατά τα φαινόμενα, για παραδρομή είτε του Τερτσέτη, είτε του ίδιου του αφηγητή, όπως άλλωστε προκύπτει από την ανέκδοτη αυτοβιογραφία του Β. Αθ. Πετμεζά, την οποίαν παραθέτει ο έγκριτος ιστορικός και λαογράφος Τάκης Χ. Κανδηλώρος.[2]

Προσωπογραφία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1853. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Κατά τη σύντομη αυτή παραμονή του στη Ζάκυνθο (15 μέρες) ο Κολοκοτρώνης απέρριψε τις προτάσεις του Ρώσου διοικητή Ανρέπ να στρατολογηθεί στον ρωσικό στρατό και να πολεμήσει κατά του Ναπολέοντα, καθώς ήξερε καλά ότι ο τσάρος δεν εσκόπευε πραγματικά να ελευθερώσει την Ελλάδα. («Όσον δια το μέρος μου δεν εμβαίνω εις την δούλευσιν. Τι έχω να κάμω με τον Ναπολέοντα; Aν θέλετε όμως στρατιώτας, δια να ελευθερώσωμεν την πατρίδα μας σε υπόσχομαι και πέντε και δέκα χιλιάδας στρατιώτας. Μία φορά εβαπτισθήκαμεν με το λάδι, βαπτιζόμεθα και μίαν με το αίμα και άλλη μίαν δια την ελευθερία της πατρίδος μας»).[3] Έσπευσε μάλιστα να γυρίσει στον Μοριά λόγω της επαπειλούμενης σφαγής των Χριστιανών.

Πράγματι, εν αντιθέσει με τον Κολοκοτρώνη αλλά και τον Ζαχαριά, πολλοί Έλληνες (ρουμελιώτικες, πελοποννησιακές και μανιάτικες εκατονταρχίες) είχαν συμμετάσχει στην εκστρατεία των Ρώσων κατά του Βοναπάρτη και αυτό είχε εξοργίσει τον Σουλτάνο, του οποίου οι σχέσεις με τη Γαλλία ήταν φιλικές:

«Η συμμετοχή Ελλήνων εις την κατά Ναπολέοντος εκστρατείαν των Ρώσσων έκρινε και την τύχην του Αρματωλισμού της Πελοποννήσου.[…] Αρχομένου λοιπόν του Οκτωβρίου του 1805 απεφασίσθη παρά της Πύλης, εισηγήσει των επιτοπίων αρχών, η καταστροφή του Τζανέτμπεη ως αρχηγού της υπό τους Ρώσσους στρατολογίας των Μανιατών, η δολοφονία του Ζαχαριά ως ηγέτου της Αρματωλικής ομοσπονδίας και η εξόντωσις των Κολοκοτρωναίων ως καταλυόντων εν Αρκαδία πάσαν σκιάν εξουσίας δια των επιδρομών αυτών».[4]

Ο Ζαχαριάς δολοφονήθηκε το έτος 1805 συνεργεία του κουμπάρου του και προκρίτου της Μάνης Κουκέα. Οι συνέπειες του γεγονότος ήταν καταλυτικές. Παλαιότερα η Πύλη τον είχε ονομάσει δερβέναγα του Μοριά, κατ’ απαίτηση του ντόπιου τουρκικού πληθυσμού, σε μεγάλο μέρος του οποίου ο Ζαχαριάς ήταν ιδιαιτέρως αγαπητός – άλλωστε ανάμεσα στα παλληκάρια του υπήρχαν και οι Τουρκαλβανοί Οσμάν, εξ Αργυροκάστρου, και Μουσάς, εκ Μπερατίου.[5] Με τον θάνατό του η συνοχή αυτή αλλά και η ενότητα της αρματολικής ομοσπονδίας του Μοριά υπέστησαν καίριο πλήγμα.

 

Το άγαλμα του Καπετάν Ζαχαρία – Βαριτσιώτη (1759-1803 ή 1804). Σπάρτη – Νότια είσοδος -Κεντρικός δρόμος από Γύθειο. Φωτογραφία: Παναγιώτης Κατσαμπής.

 

Η χαριστική βολή ήρθε λίγο αργότερα. Οι Κολοκοτρωναίοι άρχισαν να επιτίθενται συστηματικά εναντίον των Τούρκων και των προσκυνημένων κοτζαμπάσηδων· αποκορύφωμα των επιθέσεων αυτών ήταν η κακοποίηση και καταλήστευση του πρωτοσύγκελλου Αδριανόπουλου, που περιερχόταν τον Μοριά ως απεσταλμένος του Πατριαρχείου για να συλλέξει τα δικαιώματα <=φόρους> της Μεγάλης Εκκλησίας. Στην επίθεση συμμετείχαν οι Γιάννης, Γιωργακλής και – κατά τον Βέη – ο ίδιος ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Κανδηλώρος, εντούτοις, βασιζόμενος στο δημώδες άσμα το οποίο και παραθέτει, διαφωνεί ως προς τη συμμετοχή του Θεόδωρου στο περιστατικό:[6]

 

Ο Γιάννης ήταν βόιβοντας κι ο Θοδωράκης κλέφτης

κι ο Γιώργος απ’ τον Αϊτό κατής είναι και κρένει.

Πιάνει και γράφει γράμματα και του Γιαννάκη στέλνει:

-Σε σε Γιαννάκη αδερφέ και Θοδωράκη κλέφτη,

ώρα να ιδείς το γράμμα μου, διαβάσεις τη γραφή μου

μάζω[7] τα παλληκάρια μας δικά σου και δικά μου

κι έβγα στο Σαπολίβαδο, στης Μαρμαριάς τον κάμπο,

πώρχεται ο Πρωτοσύγκελλος από τους Γαργαλιάνους.

Φέρνει φλωριά μέσ’ στον ντορβά, τις ντούπιες στο ντισάκι.

Μα πήγαν και φυλάξανε στου γεφυριού το πόδι.

Πιάνουν τον Πρωτοσύγκελλο καβάλα στ’ άλογό του.

Τον πιάνει ο Γιώργος κι ο Ζορμπάς με τα σπαθιά στα χέρια.

Κι ο Θόδωρος που τ’ άκουσε πολύ του κακοφάνη,

το Σύγκελλο απόλυκε στον τόπο του να πάει.

Πεισμώνει ο Πρωτοσύγκελλος και στο Ντιβάνι γράφει

τους κλέφτες, τους αρματωλούς ούλους να τους ξεκάνει.

 

Για εκδίκηση ο μόρα βαλεσής <=διοικητής του Μοριά> Οσμάν Πασάς ζήτησε από τον σουλτάνο Σελίμ να διατάξει τον πατριάρχη Καλλίνικο Ε΄ να αφορίσει τους κλέφτες του Μοριά, πράγμα και το οποίο έγινε (Οκτώβριος 1805).

 

Οι γέροντες κι οι προεστοί κι οι προύχοντες του τόπου

πιάνουν και γράφουν μια γραφή στον Βασιλιά στην Πόλη:

«Άκουσε Αφέντη Βασιλιά και πολυχρονεμένε:

Οι κλέφτες που ’ναι στον Μοριά γενήκαν βασιλιάδες·

ο Θοδωράκης βασιλιάς κι ο Γιάννης είν’ βεζύρης

κι ο Γιώργος απ’τον Αϊτό είναι κατής και κρένει».

Ο βασιλιάς σαν τ’ άκουσε, πολύ του κακοφάνη

κι ευθύς φερμάνι έβγαλε και στον Μοριά το στέλνει

τους κλέφτες να σκοτώσουνε, τους Κολοκοτρωναίους.[8]

 

Όπως παρατηρεί ο Κανδηλώρος, «αι αραί του αφορισμού ήσαν φρικώδεις, ραγίζουσαι κατά την θρησκόληπτον αντίληψιν και πέτρες, διετάσσοντο δε δι’ αυτού οι Χριστιανοί ου μόνον να διακόψωσι πάσαν σχέσιν, απόκρυψιν και τροφοδοσίαν των κλεφτών, αλλά και να καταδίδωσιν εις την εξουσίαν τους υποθάλποντας ή γνωρίζοντάς τι περί εκείνων και προθύμως να παρέχωσιν εις τον στρατόν ένοπλον συνδρομήν προς ταχυτάτην και ασφαλή εξόντωσιν πάντων».[9] Και ο Κανδηλώρος συνεχίζει:

«Ο Κεχαγιάμπεης εξελθών εν βαρυτάτω χειμώνι εκ Τριπόλεως, το μεν ετοποθέτησε δύο ισχυρά αποσπάσματα εις Στεμνίτσαν και εις τα μεταξύ Κούρταγα και Μεσσηνίας Δερβένια, το δε ανέπτυξεν εν τη πεδιάδι της Μεγαλοπόλεως τον λοιπόν στρατόν και τα φονικά όργανα του ανασκολοπισμού, σφύρας, πελέκεις κλ. Έχων δε, ως άλλος Σύλλας, και ονομαστικόν κατάλογον προγεγραμμένων τινών, φίλων των κλεφτών θεωρουμένων, ως υποθαλπόντων αυτούς πρότερον ή ως κατασκοπευόντων τα διαβήματα της εξουσίας (γιατάκηδων) και εφοδιαζόντων τους κλέφτας, διέταξε να προσέλθωσιν ούτοι ενώπιόν του. Πάντας δε τούτους, είτε διότι εκ φόβου ωχρίων, είτε διότι επεδείκνυον αφοβίαν ή αταραξίαν, άνευ δηλ. αποδείξεων και ευλόγου αφορμής, ανεσκολόπιζε, συνέτριβε τα οστά των δια σφυρών ή τους κατεκερμάτιζε δια πελέκεων ή τους έψηνε ζώντας, ταύτα δε πάντα δια να τα μάθη η Πελοπόννησος και εμπνευσθή ο πανικός. Πράγματι δε άμα τη λήψει των διαταγών εξήρχοντο άπαντες, ένοπλοί τε και άοπλοι, άνευ αναβολής, Οθωμανοί και Έλληνες, κατά των κλεφτών, και εισερχόμενοι εις τας κώμας και τα χωρία, παραφυλάσσοντες τας τριόδους και τα στενά και εισδύοντες εις τα δάση και τα σπήλαια και εν γένει ανά τα όρη και τα ύποπτα μέρη, συνελάμβανον τους κλέφτες, ους εκόμιζον ζώντας εις τον Κεχαγιάμπεην.

Και ο Γενναίος [10] εις το παράρτημα των Απομνημονευμάτων του (σελ. 631) γράφει ότι: «μετά τον αφορισμόν ούτε εις τους φίλους των ούτε εις τους συγγενείς των ούτε εις ουδένα εύρισκον άσυλον. Απανταχού της Πελοποννήσου και εις τα όρη, εις τα βουνά, εις τα δάση και εις τους βράχους, καταφοράν, καταδίωξιν απάντων. Οι δε Τούρκοι πάντας αδιακρίτως τους γνωρίμους, φίλους και συγγενείς του Κολοκοτρώνη εφόνευον δια μικράς υποψίας. Αντέσχον δε επί δύο μήνας».[11]

Μεταξύ των κλεφταρματολών οι οποίοι εξοντώθηκαν κατά τη μαύρη αυτή περίοδο -χαραγμένη στη μνήμη του λαού ως «o Κατατρεγμός των κλεφτών» – ήταν και ο Γιάννης Κολοκοτρώνης, αδελφός του Θεόδωρου, ο επιλεγόμενος και «Ζορμπάς» λόγω του ατίθασου χαρακτήρα του: δολοφονήθηκε σε ενέδρα κοντά στη Μονή Αιμυαλών <=Άγιος Αιμιλιανός>, λίγο έξω από τη Δημητσάνα, όταν τον κατέδωσε στους Τούρκους καλόγερος της μονής.[12] (Η τοποθεσία λέγεται ακόμα και σήμερα «Ληνός των Κολοκοτρωναίων). Τα γεγονότα διαδραματίστηκαν ως εξής:

«Ο αδελφός του Θεόδωρου, Γιάννης […] μετά του Γεώργα και τεσσάρων άλλων Κολοκοτρωναίων και του εξ Αητού της Τριφυλίας Γιώργη, μετέβησαν εις Ζάτουναν, μη ευρόντες δ’ εκεί τον οικογενειακόν φίλον και προστάτην Θανόπουλον, κατήλθον εις το παρά τον Λούσιον χλοερόν Παλαιοχώρι και εκείθεν, στερούμενοι τροφών, κατέφυγον εις την μονήν.

Έξωθεν αυτής συνήντησαν καλόγηρον, παρ’ ου εζήτησαν τρόφιμα και στέγην. Ούτος όμως, αφού τους έκρυψεν εις τον ληνόν της μονής, αντί να τοις φέρη τροφάς έστειλεν εις Στεμνίτσαν προς ειδοποίησιν του καταδιωκτικού αποσπάσματος και μετέβη αυτοπροσώπως εις Δημητσάναν προς κατάδοσιν. Ο προεστώς αυτής Αθ. Αντωνόπουλος ειδοποίησε τους Κολοκοτρωναίους να φύγουν εκ της μονής, ο Γιάννης όμως, αείποτε ατίθασος και ατρόμητος, δεν ήκουσε την συμβουλήν.

Οι Τούρκοι, παρασύροντες κατά των αφωρισμένων υπό των Πατριαρχείων κλεφτών και τους Χριστιανούς των πέριξ κωμών, επολιόρκησαν τον ληνόν. Κατά πάντων τούτων ήνοιξαν φονικόν πυρ οι Κολοκοτρωναίοι, οχυρωθέντες εν τω ληνώ και ανοίξαντες προχείρως πολεμίστρας, εσκέπτοντο δε την νύκτα να διαφύγωσιν, εξερχόμενοι ξιφήρεις κατά το αρματολικόν σύστημα. Οι Τούρκοι όμως επρόλαβον την έξοδον, διότι εξαντληθέντων των πολεμεφοδίων των αρματολών, έρριψαν εις τον ληνόν θείον, ούτω δε ήναψαν τα εντός αυτού ξύλα και εδημιουργήθη αποπνικτική ατμόσφαιρα εκ του καπνού και του θείου. Ο Γιάννης και οι εξ σύντροφοι, πυροβολούντες οι μεν, ξιφήρεις οι λοιποί, εξώρμησαν, αλλ’ οι καλώς ωχυρωμένοι πολιορκηταί, καίτοι δεκατισθέντες, τους εφόνευσαν πάντας, έστειλαν δε τας κεφαλάς των εις Τρίπολιν. Ο προδότης και οδηγός των απίστων καλόγηρος, πληγωθείς, διεσώθη και κατέφυγεν υπό πάντων μισούμενος εις το Άγιον Όρος, ένθα έζησεν εν τελεία απομονώσει. […]»[13]

Από τα πολλά τραγούδια με τα οποία ο λαός θρήνησε τους ήρωες του Ληνού παραθέτω δύο:

 

Οι Κολοκοτρωναίοι

 

Λάμπει (ν’) ο ήλιος στα βουνά, λάμπει και στα λαγκάδια,

λάμπει και στ’ Αρκουδόρεμμα, το δόλιο Λιμποβίσι,

οπού ’ν’ οι κλέφτες οι πολλοί, οι Κολοκοτρωναίοι,

πώχουν τ’ ασήμια τα πολλά και τα χρυσά τσαπράζια,

καβάλλα πάν’ στην εκκλησιά, καβάλλα προσκυνάνε,

καβάλλα παίρν’ αντίδερο απ’ του παπά το χέρι,

καβάλλα βγήκαν κι έκατσαν στο μαρμαρένιο αλώνι.

Κι ο Θοδωράκης μίλησε και λέει του Αντώνη:

-Ξήγα μ’, Αντώνη, τ’ όνειρο, τι ’ναι κακό για μένα.

Θελό ποτάμι πέρασα και πέρα δεν εβγήκα,

και μου ’πεσε το φέσι μου κι η φούντα του σπαθιού μου.

Στέκετ’ Αντώνης και του λέει και τ’ όνειρο ξηγάει:

-Τ’ αδέρφια σου σκοτώθηκαν στης Αιμυαλούς τ’ αμπέλια,

τους πρόδωσε ο Καλόγερος από το Μοναστήρι.[14]

 

Προδοσία καλογέρου

 

Καλόγερος εκλάδευε στου Αιμυαλού τ’ αμπέλια,

βλέπει δυο κλέφτες κι έρχονται, δυο λεροφορεμένους,

κι από μακριά τον χαιρετούν κι από κοντά του λένε:

«Ώρα καλή, καλόγερε». -«Καλώς τα παλληκάρια».

-«Καλόγερε, φέρε ψωμί, να φαν’ τα παλληκάρια».

-«Ψωμί δεν έχω ’δώ, παιδιά, να πάγω να σας φέρω».

-«Τήρα καλά, καλόγερε, να μη μας μαρτυρήσεις!

Σου κόβει ο Γιώργος τα μαλλιά κι ο Αντώνης το κεφάλι».

Μα κείνος δεν τ’ αγροίκησε τα λόγια που του λένε,

επήγε και τους πρόδωκε, πάει τους μαρτυράει.

Και η παγανιά τούς έκλεισε μέσ’ στους ληνούς στ’ αμπέλια.[15]

 

Ο ίδιος ο Θεόδωρος μόλις και μετά βίας μπόρεσε να περάσει μέσω Κυθήρων στη Ζάκυνθο, αφού γλύτωσε παρά τρίχα από τη συνωμοσία που είχαν εξυφάνει οι προεστοί της Μάνης Δουράκης και Αντωνόμπεης.

 

Μια ακόμα προσωπογραφία του Θ. Κολοκοτρώνη, του Γκιαούρ πασά, όπως τον αποκαλούσαν οι Τούρκοι, προσωνύμιο που υποδηλώνει τον σεβασμό που προκαλούσε στις τάξεις του εχθρού, όπως γράφει και το Κολοκοτρωνεΐκο λεξικό.
Δημοσιεύεται στο βιβλίο του Γάλλου φιλέλληνα διπλωμάτη Κλοντ Ντενίς Ραφενέλ (C.D. RAFFENEL), «Ιστορικά Γεγονότα στην Ελλάδα» («L’Histoire Des Evenements De La Grece», τόμος 2ος), που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1824.

 

Στη Ζάκυνθο ο Κολοκοτρώνης, μη θέλοντας να γίνει βάρος στους φίλους του ή στους προύχοντες του τόπου, αναγκάστηκε, όπως και ο Καραγιώργης στη Σερβία, να κάνει τον ζωέμπορο, αστειευόμενος δε υπέγραφε συχνά ως «μακελλάρης». Ο Κανδηλώρος παρατηρεί:

 

«Δια το επάγγελμά του αυτό τον εμυκτήριζε κατά την δίκην του τω 1834 το όργανον του Κωλέτη ο “Σωτήρ”, μεταφέρων την είδησιν εκ της γαλλοφώνου εφημερίδος της Σμύρνης, ενόμιζε δε ότι τον διασύρει αγγέλλων ότι κατήντησέ ποτε ο Κολοκοτρώνης “εις τόσην δυστυχίαν, ώστε να σφάζη και να πωλή κρέατα”. Είναι περιττόν να τονίσωμεν ότι μόνον η αργία φέρει όνειδος και ότι προτιμώμεν τον Κολοκοτρώνην ως μακελλάρην από τον Κωλέτην ως ιατρόν του αιμοβορωτέρου των τυράννων Αλή Πασσά».[16]

 

Παραλλήλως προσπαθούσε ο Κολοκοτρώνης να αποκτήσει και κάποια πνευματική καλλιέργεια:

 

«Δεν είναι παρά αφού επήγα εις την Ζάκυνθο, όπου εύρηκα την Ιστορία της Ελλάδος εις την απλοελληνική. Τα βιβλία οπού εδιάβαζα συχνά ήτον η Ιστορία της Ελλάδος, η Ιστορία του Αριστομένη και Γοργώ και η Ιστορία του Σκεντέρμπεη».[17]

 

Μεταξύ των φίλων του ήταν άλλωστε και ο φιλογάλλος ποιητής και μετέπειτα δάσκαλος των παιδιών του, Μαρτελάος. (Ο Κολοκοτρώνης μετεκάλεσε αργότερα στη Ζάκυνθο, από τη Δημητσάνα όπου διέμεναν, την οικογένειά του καθώς και αυτήν του αδελφού του).

Η πρώτη πολεμική επιχείρηση του Κολοκοτρώνη, με έδρα πια τη Ζάκυνθο ήταν η επιδρομή, με το τούρκικο πολεμικό πλοίο («σαμπέκο», με δέκα κανόνια), το οποίο είχε αγοράσει και κυβερνούσε ο ίδιος, εναντίον του χωριού Αχαγιές, κοντά στην Πάτρα:

 

«Επήρα διαβατήριο, επήγα εις την καθέδρα της Ρεπούμπλικας, εις τους Κορφούς, εκεί με έδωσαν την άδεια δια να κτυπώ στεριάς και θαλάσσης τους Τούρκους όθεν με εβόλιε. Επήρα και μια ογδονταριά στρατιώτες της ξηράς και επήγα πλησίον της Πάτρας, Αχαγιές λεγόμενο, και έκαψα τα σπίτια, τες ιδιοκτησίες, τα μαγαζιά του Σαΐταγα, και έπειτα επέστρεψα εις την Ζάκυνθο. Οι Ζακύνθιοι, επειδή και είχαν ανάγκη από τροφάς φερμένας από την Πελοπόννησο, έκαμαν μίαν αναφορά εις την Διοίκηση, και έλεγαν ότι να μη χτυπήσουν πλέον τον Μοριά, διότι οι Τούρκοι δεν εδέχοντο τους πηγαίνοντας εκεί δια εμπόριο».[18]

 

Για την επιδρομή αυτή ο Κολοκοτρώνης θα τιμωρηθεί με φυλάκιση από τον διοικητή της Λευκάδας Παπαδόπουλο και, χολωμένος για την αθέτηση της συμφωνίας από πλευράς της Ιονίου Πολιτείας, θα ζητήσει λύση του συμβολαίου του. Λίγες μέρες αργότερα, εντούτοις, οι Ρώσοι παραδίδουν τα Επτάνησα στον Ναπολέοντα και ο Κολοκοτρώνης αφήνεται να επιστρέψει ελεύθερος στη Ζάκυνθο.

Η ναυτική όμως δραστηριότητα του Θεόδωρου δεν τελειώνει εδώ. Όπως λέγει ο ίδιος,

 

«Επήγα με τον καπετάν Αλεξανδρή εις τον Λεβάντε δέκα μήνες εναντίον των Τουρκών. Εκεί επήγα εις το Άγιον Όρος, μας επολιόρκησαν τρία καράβια τούρκικα πολεμικά, δύο κορβέτα και μία φεργάδα εις την Σκιάθο. Εδώκαμεν είδηση μιας φεργάδας αγγλικής, και ήλθε εις βοήθειάν μας. Τα δύο κορβέτα τα εβούλιαξε και την φεργάδα την επήρε ζωντανή. Είμεθα ημείς οι Έλληνες 1400, όλοι οι καπεταναίοι του Ολύμπου, καθώς Παπαμπλαχάβας, Λιόλιος, Λαζόπουλα, του Τζάρα οι καπεταναίοι. Αυτοί ευρέθηκαν εις την Σκιάθο κατατρεγμένοι από τον Μουχτάρπασα και λοιπούς Τούρκους της ξηράς. Μας επήρε ο χειμώνας, επήγαμε εις την Μάνη, από εκεί επήγα εις την Ζάκυνθο».[19]

 

H επόμενη πολεμική επιχείρηση του Κολοκοτρώνη θα γίνει το 1808 στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Γορτυνία. Ο μοραγιάννης Δεληγιάννης διαβάλλει συστηματικά στον έμπιστο φίλο του, Βελή Πασά της Τριπολιτσάς (γιο του Αλή Πασά), τον πανίσχυρο λαλαίο τουρκαλβανό Αλή Φαρμάκη, αρχηγό της οικογένειας των Ισμαηλαίων και κάτοχο οχυροτάτου πύργου κοντά στο χωριό Μοναστηράκι. Σύμφωνα με τον Δεληγιάννη, ο πύργος αυτός συνιστούσε φριχτήν απειλή για τη βεζυρεία του Βελή Πασά. Ο Φαρμάκης, του οποίου ο πατέρας και ο παππούς ήταν φίλοι και αδερφοποιτοί με τον πατέρα και τον παππού του Κολοκοτρώνη, καλεί τον τελευταίο σε βοήθεια.

Ο Κολοκοτρώνης με 14 παλληκάρια έφτασε στον πύργο λίγο πριν αυτός περικυκλωθεί από 8.000 εχθρούς και 4 κανόνια. Επί 65 μέρες οι εν συνόλω 104 πολιορκούμενοι απέκρουαν τις επιθέσεις του Βελή, ο οποίος αποχώρησε άπρακτος, όταν και η έκρηξη που προκάλεσε στο λαγούμι κάτω από τον πύργο, ξεθύμανε σε αντίθετο λαγούμι, το οποίο προνοητικά είχαν σκάψει οι πολιορκούμενοι. Προηγουμένως ο Αλή Φαρμάκης είχε απορρίψει με αγανάκτηση την ποταπή πρόταση του Βελή να παραδώσει τον Κολοκοτρώνη με αντάλλαγμα αμνηστία και μη καταστροφή του πύργου. Με τη βοήθεια του προσκείμενου στον Φαρμάκη, Ιμπραΐμ-αγα μπόρεσε ο Κολοκοτρώνης να περάσει στη Ζάκυνθο, απ’ όπου μάταια προσπάθησε ο Βελής -χρησιμοποιώντας τον Φαρμάκη που είχε εν τω μεταξύ προσκυνήσει – να τον οδηγήσει πίσω στην Πελοπόννησο. Για να μην υπάρξει παρεξήγηση: ο Φαρμάκης έμεινε μέχρι τέλους πιστός στον Κολοκοτρώνη· ακόμα κι όταν αναγκάστηκε να ενεργεί για λογαριασμό του Βελή, πάντοτε είχε τον τρόπο, με μυστικά σημάδια, να ειδοποιεί τον φίλο του για τον κίνδυνο. Άλλωστε και ο ίδιος δραπέτευσε λίγο αργότερα στη Ζάκυνθο, όπου και έμεινε μέχρις ότου, βαριά άρρωστος από δυσεντερία, γύρισε στο Λάλα για να πεθάνει (1812). Ο Κολοκοτρώνης θεώρησε ότι έχει πατρική υποχρέωση προς τα ορφανά του φίλου του, στου οποίου τη χήρα είπε: «Λύκαινα! Εχάσαμεν τον Λύκον, αλλά τα λυκόπουλα δεν είναι ορφανά. Έχουν εμένα […]».[20]

Καρπός της συμμαχίας Κολοκοτρώνη – Αλή Φαρμάκη υπήρξε το σχέδιο συστάσεως – με τη βοήθεια των Γάλλων – ελληνοαλβανικού κράτους, ενόψει του οποίου οι δύο άντρες πήγαν στην Ήπειρο και στρατολόγησαν 3.000 Τουρκαλβανούς, τους οποίους συγκέντρωσαν στην Πάργα (1809)· το εγχείρημα βεβαίως απέτυχε εν τη γενέσει του, κυρίως λόγω της ισχυρής αντίθεσης των Επτανησίων προς τους Γάλλους:

François-Xavier Donzelot (Δονζελότ, 1764-1843) Γάλλος στρατηγός και κυβερνήτης των Ιονίων Νήσων.

«Κατά το σχέδιον τούτο ο Δονζελώτ θα παρεχώρει εις τους επαναστάτας 500 άνδρας του πυροβολικού με κανόνια, ενδεδυμένους φουστανέλλας και τους εις την υπηρεσίαν της Γαλλίας πεντακισχιλίους μισθοφόρους Έλληνας της Επτανήσου […], αν δε παρουσιασθή ανάγκη, θα επετρέπετο να στρατολογήσουν εν Επτανήσω μέχρι 15 χιλ. ανδρών Επτανησίων. Εκτός τούτων να δοθώσιν εις αυτούς τα μέσα να στρατολογήσουν εν Αλβανία, Ηπείρω και Στερεά, ούτω δε δια δυνάμεως ισχυροτάτης να γίνη απόβασις εις την Πελοπόννησον.

Ευθύς μετά τούτο οι Τούρκοι της δυτικής και νοτίας Πελοποννήσου θα παρέδιδον τα φρούρια Μεσσηνίας, Πατρών και Μονεμβασίας εις τους επαναστάτας και θα συνετάσσοντο αναφοραί προς τον Σουλτάνον, βεβαιούσαι ότι η επανάστασις δεν γίνεται εναντίον του, αλλά κατά του Βελή Πασσά, ου την Βεζυρείαν θα κατέλυον. Συγχρόνως ο Δονζελώτ θα έγραφε προς τον Σεβαστιάνην, πρέσβυν της Γαλλίας εν Κωνσταντινουπόλει, να πιέση τον Σουλτάνον να υποδεχθή το κίνημα χωρίς να γίνη ουδεμία ένοπλος επίθεσις κατά των στασιαστών. […] Ως προς δε τον οργανισμόν του μελετωμένου κράτους απεφασίσθη να σχηματισθή δημοκρατική κυβέρνησις εξ ίσου αριθμού Μουσουλμάνων και Χριστιανών, διεπομένων των κατοίκων υπό νόμων καταρτισθέντων εν Κερκύρα, δι’ ων καθιερούτο πλήρης ισοπολιτεία, άνευ διακρίσεως φυλής ή θρησκεύματος. “Οι Τούρκοι επίσης να καταδικάζωνται καθώς οι Ελληνες”, γράφει ο Κολοκοτρώνης. “Η σημαία μας από το ένα μέρος το φεγγάρι, από το άλλο το Σταυρό”»[21]

Το 1809 ο άγγλος στρατηγός Όσβαλντ αποβιβάζεται με 3.000 άντρες στη Ζάκυνθο και, μετά από ασήμαντη αντίσταση της μικρής γαλλικής φρουράς, τερματίζεται στο νησί η μισητή (αφού είχε καταλύσει το αυτόνομο πολίτευμα της Επτανήσου) γαλλική κυριαρχία. Ακολουθούν η Κεφαλονιά, η Ιθάκη και τα Κύθηρα. Οι Γάλλοι εξακολουθούν να κατέχουν, εντούτοις, τη Λευκάδα, τους Παξούς, την Κέρκυρα, καθώς και την Πάργα. Θέλοντας όμως να ολοκληρώσουν την κατάληψη της Επτανήσου, οι Άγγλοι, κατά συμβουλή των ελλήνων καπεταναίων, προτείνουν στον Κολοκοτρώνη να καταταγεί στον αγγλικό στρατό με τον βαθμό του λοχαγού, όπερ και γίνεται.

Ο αγγλικός στόλος έφτασε στη Λευκάδα το απόγεμα της 8ης Μαρτίου 1810 αλλά, επειδή ο Κολοκοτρώνης φοβόταν ότι η επερχόμενη νύχτα θα δημιουργούσε σύγχυση μεταξύ των 3.000 αλλογλώσσων (Άγγλων, Κορσικανών, Σικελών, Καλαβρέζων και Ελλήνων) στρατιωτών, η απόβαση άρχισε την επομένη. Το εγχείρημα ήταν ιδιαιτέρως δύσκολο, καθώς την πόλη της Λευκάδας περιέβαλλαν οχυρώματα με πανίσχυρες κανονοστοιχίες, πάνω δε από αυτήν υψωνόταν ισχυρότατο φρούριο· στον γαλλικό στρατό υπηρετούσαν αφετέρου αρκετοί Σουλιώτες που ήξεραν καλά τα τεχνάσματα των επιτιθεμένων Ελλήνων. Να πώς περιγράφει ο Κανδηλώρος την κατάληψη της τελευταίας και σπουδαιότερης κανονοστοιχίας:

«Αλλ’ άμα τη προσεγγίσει των δρομαίων Ελλήνων τρομερά εχύθησαν κατ’ αυτών τα μυδράλια και αι σφαίραι των Γάλλων. Ο Κολοκοτρώνης περίφοβος δια την ζωήν των Ελλήνων, ους έβλεπε τασσομένους πάντοτε πρώτους υπό του στρατηγού, και μάλιστα άμα είδε πληγωθέντα και τον ταγματάρχην του Τσουρτς, κραυγάζει δια της στεντορείας φωνής του: “Έλληνες! Πέσετε κάτω! Βρε παιδιά, πέσετε χάμου!” και ωργισμένος επαναλαμβάνει: “Πέσετε κάτω σκύλοι!!!”

 

Ο σερ Ρίτσαρντ Τσωρτς (Sir Richard Church 1784 – 1873), με στολή του 1ου Συντάγματος Ελληνικού Πεζικού, έργο του Denis Dighton, 1813.
Ο Βρετανός στρατιωτικός, στα Ιόνια νησιά, συνέστησε για λογαριασμό των Βρετανών μια στρατιωτική μονάδα από Έλληνες έως το 1813. Το 1827 τον κάλεσαν οι Έλληνες για να αναλάβει την αρχιστρατηγία του στρατού ξηράς. Στη συνέχεια έλαβε τις θέσεις του αρχηγού της Δυτικής Ελλάδος, Σύμβουλου της Επικρατείας, πληρεξούσιου στην Α΄ Εθνοσυνέλευση των Αθηνών το 1843 και γερουσιαστή το 1844. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.

 

Το στρατήγημα ήτο σωτήριον δια τα παλληκάρια του. Διότι το πρώτον πυρ των γαλλικών πυροβόλων κατά των Ελληνικών σωμάτων εύρε τους όπισθεν ερχομένους Άγγλους και Κόρσους και δεινήν επέφερεν εις αυτούς καταστροφήν. Ευθύς δε τότε ο Κολοκοτρώνης διατάσσει τους υπ’ αυτόν να εγερθώσι και κατά το μικρόν διάλειμμα των κανονιοβολισμών, μέχρις ου αναγεμισθώσι τα πυροβόλα, εφορμά τρομερός και αρειμάνιος κατά του οχυρώματος. Οι Κόρσοι τον ακολουθούσι και μετ’ ολίγον η Γύρα εκυριεύθη, διότι, ως λέγεται, οι στρατιώται του Κολοκοτρώνη ενεπήγνυον εις τον τοίχον ήλους, δι’ ων ως αίλουροι αστραπιαίως ανερριχώντο. Αλλ’ αι ζημίαι ήσαν αρκούντως σπουδαίαι. Πλην του Τσουρτς επληγώθη και ο αδελφός του στρατηγού Οσβάλδ και ο κυβερνήτης της Ναυαρχίδος, τριάκοντα δε και πέντε Έλληνες κατέκειντο φονευμένοι και βαρέως πληγωμένοι, πλήθος δ’ επίσης Άγγλων και Κόρσων. […] Αλλά το στρατήγημα του Κολοκοτρώνη δεν έμεινεν απαρατήρητον. Και επηνέθη μεν παρά του στρατηγού η ανδρεία του, αλλά και κατηγορήθη ενώπιον του στρατοδικείου ως υπαίτιος της φθοράς των Άγγλων και Κόρσων. Ο πονηρός όμως Γορτύνιος ετοίμως απολογηθείς ισχυρίσθη, ότι τοιαύτην είχον ανέκαθεν συνήθειαν οι αυτοδίδακτοι Έλληνες, να πίπτωσι δηλ. χαμαί και να εγείρωνται αιφνιδίως όταν εφώρμων κατ’ οχυρωμάτων. Ου μόνον δε απηλλάγη της κατηγορίας, αλλά και εβραβεύθη».[22]

Την κατάληψη των οχυρωμάτων ακολούθησε πολιορκία και σφοδρός κανονιοβολισμός του υπερκειμένου της πόλεως κυρίως φρουρίου, το οποίο τελικώς παραδόθηκε δια συνθήκης την 11η Απριλίου 1810.

Το φθινόπωρο του 1818 έφτασε στη Ζάκυνθο από την Ύδρα ο απεσταλμένος της Φιλικής Εταιρείας Πάγκαλος και κατήχησε – πρώτον στην Επτάνησο – τον Κολοκοτρώνη, στον οποίο ακολούθως ο Αναγνωσταράς ανέθεσε την μύηση των Επτανησίων. Εν συνεχεία ο Υψηλάντης του ανέθεσε και τη γενική διεύθυνση της μυήσεως των οπλαρχηγών της Πελοποννήσου και της Στερεάς, καθήκοντα, τα οποία, όπως λέγει ο Κανδηλώρος, ο Κολοκοτρώνης «διεξήγαγεν επιμελώς και μετ’ αφοσιώσεως».[23] Δεν είναι ακριβώς γνωστό πότε παραιτήθηκε ο Κολοκοτρώνης από τον αγγλικό στρατό. Βέβαιο είναι πάντως ότι απέρριψε τις επίμονες προτάσεις του Τσουρτς να πάει στην Ιταλία, «διότι τούτο αντέβαινεν εις την γνωστήν αρχήν να μη υπηρετήση εις ξένον έδαφος και κατά Ευρωπαίων»:[24]

 

«Είδα τότε ότι, ό,τι κάμομε, θα το κάμομε μοναχοί και δεν έχομε ελπίδα καμμία από τους ξένους. Ο Τζουρτζ επήγε εις τη Νεάπολη, έγινε εκεί στρατηγός. Με επροσκάλεσε με δύο γράμματά του και επειδή ήξευρα την Εταιρείαν δεν εδέχθηκα, αλλά εκοίταζα πότε να βγούμε για την πατρίδα μας».[25]

 

Τον Αύγουστο του 1820 ο Κολοκοτρώνης δέχτηκε ένα ακόμη πλήγμα της μοίρας: τον θάνατο της γυναίκας του, «ην ηγάπα τρυφερώς και επένθησε συντετριμμένος, φέρων επί της κεφαλής του ο ίδιος τα κόλλυβα. Αλλά, συνεχίζει ο Κανδηλώρος, δεν εκάμπτετο ο Γέρος του Μωριά εκ των δυσμενειών της Τύχης και εξ αντιξόων περιστάσεων».[26] Στις 3 Ιανουαρίου του 1821 εγκατέλειψε τη Ζάκυνθο και την 6η του ιδίου μηνός αποβιβάστηκε στη Σκαρδαμούλα <Καρδαμύλη> της Μάνης για να οργανώσει την επανάσταση στον Μοριά.

Κλείνω το μικρό αυτό πόνημα με την αναφορά σε ένα εκ πρώτης όψεως ασήμαντο περιστατικό, όπως το περιγράφει ο Κανδηλώρος:

«Εν Ζακύνθω είδεν <ο Παπαφλέσσας> τον Κολοκοτρώνην αναγινώσκοντα το Ευαγγέλιον εις μετάφρασιν της Βιβλικής Εταιρίας και αποτόμως τω παρετήρησεν, ότι το κείμενον αυτό ήτο απηγορευμένον από την Μεγάλην Εκκλησίαν. Ο Κολοκοτρώνης εσίγα και ο Δικαίος οξυθύμως επανέλαβε: “Μην το διαβάζης, δεν πρέπει. Έχει αφορισμόν ο Πατριάρχης. Αφού το διαβάζεις αυτό, είσαι καταραμένος, ωργισμένος από τον Θεόν”.

Επειδή δε, κατά Τερτσέτην, ο Κολοκοτρώνης εσίγα και πάλιν, ο Δικαίος επανέλαβε τας συστάσεις και τους αφορισμούς. “Τότε άναψεν ο Γέρος, τον αρπάζει τον Δικαίον από τα μαύρα περίσσια μαλλιά του, τον βάνει κάτου και ετρόμαξαν οι φίλοι του να τον γλυτώσουν…”

Ο Κολοκοτρώνης ενεθυμήθη το πατριαρχικό αφοριστικό του 1805, με το οποίον βέβαια δεν ήτο εις αρμονίαν. Ο νέος αναγνώστης <δηλ. ο Παπαφλέσσας> έσυρεν αθέλητα το δοξάρι του σε χορδήν μεστήν από παλαιές λύπες της καρδίας του. Οι δοξαριές τού επόνεσαν, διότι ενθυμήθη το αίμα των συντρόφων και το παπαδίστικο συνοδικό του 1805. Και ίσως ακόμη αι σκέψεις αύται τού εβασάνιζον τον νουν, όταν την εορτήν των Ταξιαρχών, 30 έτη έπειτα, εις το φαεινότερον φως της ελευθερίας, από τον άμβωνα του Δημοσθένους εξεφώνησε τον γνωστόν λόγον όπου σώζεται η εξής εκφραστική περικοπή, διότι με δύναμιν ή οργήν Δημοσθενικήν εδημοσίευσε την τρομεράν απόφασιν: “Αυτός ο Πατριάρχης (Καλλίνικος ο Ε΄) έκανεν ό,τι του έλεγεν ο Σουλτάνος!”»[27]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ. Τερτσέτη, Άπαντα, τόμος Α΄, Θεοδώρου Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, Εκδόσεις Παρθενών, Αθήνα 1958, παράγραφος 13.

[2] Τάκη Χ. Κανδηλώρου, Ο αρματωλισμός της Πελοποννήσου, εν Αθήναις 1924, σ. 307-308.

[3] Θ. Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, ό.π., παρ. 14.

[4] Τ. Χ. Κανδηλώρου, ό.π., σ. 313.

[5] Στο ίδιο, σ. 150.

[6] Στο ίδιο, σ. 323.

[7] Προστακτική (=μάζωξε).

[8] Τ. Χ. Κανδηλώρου, ό.π., σ. 324.

[9] Στο ίδιο, σ. 325.

[10] Ο γιος του Θεόδωρου Γιάννης Κολοκοτρώνης.

[11] Τ. Χ. Κανδηλώρου, ό.π., σ. 328-329.

[12] Θ. Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, ό.π., παρ. 20.

[13] Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ελευθερουδάκη, Αθήναι 1927, λήμμα Αιμυαλών μονή.

[14] Κ. Α. Ψάχου, Δημώδη άσματα Γορτυνίας, τύποις περιοδικού «Σφαίρας», εν Αθήναις 1923, σ. 5-6.

[15] Ελληνικά δημοτικά τραγούδια (εκλογή), τόμ. Α΄, Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα του Λαογραφικού Αρχείου, αρ. 7, εν Αθήναις 1962, σ. 237-238.

[16] Τ. Χ. Κανδηλώρου, ό.π., σ. 347.

[17] Θ. Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, ό.π., παρ. 61.

[18] Στο ίδιο, παρ. 32.

[19] Στο ίδιο, παρ. 35.

[20] Τ. Χ. Κανδηλώρου, ό.π., σ. 425.

[21] Στο ίδιο, σ. 403-404.

[22] Στο ίδιο, σ. 412-413.

[23] Στο ίδιο, σ. 443.

[24] Στο ίδιο, σ. 432.

[25] Θ. Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, ό.π., παρ. 57.

[26] T. X. Kανδηλώρου, ό.π., σ. 444.

[27] Στο ίδιο, σ. 439.

 

Δημήτρης Πεταλάς

Διδάκτωρ Συγκριτικής Μεσαιωνικής Φιλολογίας

«Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου έρευνας και Κριτικής, τ. 72-23, Χειμώνας 2018- Άνοιξη 2019.

Στα αποσπάσματα από τα Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και τον Αρματωλισμό της Πελοποννήσου του Κανδηλώρου έχει κρατηθεί (πλην του τονισμού) – και με ελάχιστες εξαιρέσεις – η ορθογραφία του πρωτοτύπου.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ο θάνατος του Μάρκου ΜπότσαρηΆγνωστος (μέσα 19ου αιώνα)


 

  

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη – Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα). Λάδι σε μουσαμά, 54 χ 73 εκ. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη - Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Ο θάνατος του Μάρκου Μπότσαρη – Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Πρόκειται για έργο λαϊκού ζωγράφου, το οποίο μεταφέρει στον θεατή όλο τον πόνο και την απελπισία των συντρόφων του Μάρκου Μπότσαρη για τον θανάσιμο τραυματισμό του. Εδώ ο βου­βός πόνος των ακίνητων σκυφτών μορφών και ένα λάβαρο που δεν ανεμίζει πια, αλλά βρίσκεται υποσταλμένο στα χέρια ενός αγωνιστή, καταγράφουν την οδύνη και την απελπισία των παλικαριών. Η σκηνή τοποθετείται κατά πάσα πιθανότητα στον χώρο όπου διαδραματίστηκαν τα τραγικά γεγονότα, όπως υποδηλώνουν τα απόκρημνα βουνά και προπαντός το τεράστιο δέντρο που καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της σύνθεσης. Η παρουσία του μάλιστα, δεν είναι ίσως άσχετη με τις φιλολογικές πηγές στις οποίες ο Μπότσαρης αναφέρεται ως ο «λαοσώστης της Ελλάδος πλάτανος»*.

* Μυκονιάτης Γ. Ηλίας, «Το εικοσιένα στη ζωγραφική. Συμβολή στη μελέτη της εικονογραφίας του Αγώνα», διδακτορική διατριβή, σελ. 53, Θεσσαλονίκη 1979. 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Read Full Post »

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης


 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Στο έργο αυτό, που φιλοτέχνησε ο Βρυζάκης το 1858, απεικονίζεται η απελευθε­ρωμένη Ελλάδα ως αρχαία κόρη, πάνω σ’ ένα σύννεφο που την κρατά υπερυ­ψωμένη και κυρίαρχη στο κέντρο του πίνακα. Φορά δάφνινο στεφάνι στα ξέπλεκα μαλλιά της, και πατά στις σπασμένες αλυσίδες των δεσμών της. Έχει τα χέρια της απλωμένα δεξιά και αριστερά, σε μία συμβολική κίνηση εναγκαλισμού αλλά και προ­στασίας πλέον όλων όσοι με θυσίες και αγώνες συνετέλεσαν στην απελευθέρωσή της, όλων όσοι εξακολουθούν να διαθέτουν τις περιουσίες τους για την ανασυγκρότησή της, όπως υποδηλώνει ο σωρός των νομισμάτων που της προσφέρεται.

 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 - Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Γύρω της συνωστίζονται οι γνώριμοι πρωτεργάτες της Επανάστασης, οι πρόδρομοι Ρήγας Φεραίος, Αδαμάντιος Κοραής, Αλέξανδρος Υψηλάντης, Μιχαήλ Σούτζος, οι γενναίοι αγωνιστές Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, οι ήρωες των ναυτικών αγώνων Κωνσταντίνος Κανάρης, Ανδρέας Μιαούλης, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Για την απόδοση των αναγνωρίσιμων φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών τους, ο Βρυζάκης χρησιμοποιεί τις προσωπογραφίες των αγωνιστών που είχε σχεδιάσει ο Krazeisen και είχαν ευρέως διαδοθεί με μία σειρά λιθογραφίων που εκδόθηκε το 1831 στο Μόναχο [1].

Ο Βρυζάκης, εκφράζοντας τα συναισθήματα των Ελλήνων που αισθάνονταν την ανάγκη να τιμήσουν όσους θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία, φιλοτεχνεί την αλληγορική αυτή σύνθεση, η οποία φέρνει κοντά τους έναν κόσμο ηρωικό και ανακαλεί στη μνήμη τους την εποχή των αγώνων, που ο απόηχος τους είναι ακόμα ζωντανός και καθορίζει από πολλές απόψεις τη ζωή τους. Η εικόνα ενεργεί συγκι­νησιακά και προβάλλει ένα ζήτημα ηθικής στάσης, την αναγνώριση της αρετής, την απόδοση τιμής, αλλά και τη συνειδητοποίηση της υποχρέωσης για μίμηση και συνέ­χεια [2]. Βασικό ρόλο σ’ αυτό παίζει η δύναμη της αναπαράστασης με τα μορφολογικά της χαρακτηριστικά αλλά και οι συνειρμοί που την ακολουθούν. Δεν είναι καθόλου απίθανο να ισχύει αυτό που έχει υποστηριχθεί από πολλούς μελετητές ότι το έργο παραπέμπει στους στίχους τους αποδιδόμενους στον Ρήγα Φεραίο «Ω παιδιά μου ορφανά μου… » [3].

Επίσης οι επισημάνσεις του Goethe, σε κείμενο σχετικό με τις λιθο­γραφίες του Krazeisen με τους Αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης [4], στο οποίο αναφέρεται ότι το κοινό χρειάζεται, απαιτεί να βλέπει σε πιστές προσωπογραφίες όσους απέκτησαν ένα σημαντικό όνομα και επηρέασαν τη ζωή του, αλλά και η μακρι­νή υπόμνηση του τύπου της Παναγίας του Ισχυρού Μανδύα [5], με την οποία μπορεί να σχετισθεί η απεικόνιση της Ελλάδας, μεγαλύτερης σε μέγεθος από το πλήθος των αγωνιστών, που με την προστατευτική θέση των ανοικτών χεριών της δείχνει να τους σκεπάζει, διαμορφώνουν την αλληγορική λειτουργία του έργου και τον ιδεολογικό ρόλο που καλείται να παίξει. Άλλωστε οι διάφοροι τίτλοι που αποδίδονται στον πίνακα Η Ελλάς ευγνωμονούσα, Υπέρ Πατρίδος το Παν, Η Ελλάς συνάγουσα τα τέκνα της και η ευρεία διάδοσή του σε λιθογραφημένη απόδοση, αποδεικνύει την ταύτιση του κοινού με την απεικόνιση, καθώς η παράσταση εκπληρεί το αίτημα της «ελληνικής μετεπαναστατικής κοινωνίας που είχε ανάγκη να διαβάζει εικαστικά τις μεγάλες στιγμές του ελληνικού έθνους, να τις αναπολεί ως σημεία αναφοράς και να τα εξιδανικεύσει παρά να αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα» [6].

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 400 και Φίλιππος Μαζαράκης – Αινιάν στο Αθήνα-Μόναχο 2000 σ. 402- 411

[2] Μυκονιάτης 1979, σ. 126-127

[3] Καλλιγιάννη-Αλεξοπούλου 1992, σ. 43-46

[4] Μυκονιάτης 1979, σ. 124-125 και σημ. 418

[5] Κασιμάτη στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 426. Για τον εικονογραφικό τύπο της Παναγίας του Ισχυρού Μανδύα (Mater Misericordia) βλ. Αγαθονίκου Έφη στον κατάλογο της έκθεσης Οι Πύλες του Μυστηρίου. Θησαυροί της Ορθοδοξίας από την Ελλάδα. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα 1994, σ. 310, αρ. 157

[6] Μισιρλή στο 100 χρόνια Εθνική Πινακοθήκη 2000, σ. 65

 

Βιβλιογραφία


 

  • Λυδάκης, Ιστορία 1976, σ. 130, εικ. 193.
  • Λυδάκης 1976, σ.76, 78 εικ. 11.
  • Κασιμάτη στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 426, 427 (εικ).
  • Παπανικολάου 2002, σ. 90, 92 (εικ.)
  • Margaritis στο Mythen der Nationen 1998, σ. 162

 

Read Full Post »

Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα – Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα)


 

 Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα), Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα.

Κατά πρότυπο του Peter von Hess (1792-1871). Λάδι σε μουσαμά, 64 χ 49 εκ. Εθνική Πινακοθήκη.

 

Ο Peter von Hess ακολούθησε το 1832 τον βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα μαζί με τα μέλη της, αντιβασιλείας έχοντας εντολή από τον βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας να εικονογραφήσει θέματα από τη νεότερη ιστορία των Ελλήνων, με τα οποία θα κοσμούσε το βασιλικό ανάκτορο. Ο Hess πράγματι εξετέλεσε την παραγγελία και ετοίμασε 39 πίνακες σε σχέδια και ελαιογραφικά σκίτσα όπου απεικονίζονται η πολεμική δραστηριότητα, οι αγώνες και οι ηρωικές θυσίες των Ελλήνων τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα.

Τελικά τα έργα αυτά δεν τοποθετήθηκαν στη βασιλική κατοικία αλλά στη βόρεια στοά του Hofgarten, πάνω σε σχέδια του Klenze για να είναι προσιτά στους κατοίκους του Μονάχου σε μία προσπάθεια προσέγγισης του βαυαρικού και του ελληνικού λαού. Η μεταφορά στους τοίχους έγινε από το ζωγράφο Friedrich Christoph Nilson το 1841-1844 [1]. Οι στοές καταστράφηκαν, δυστυχώς, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα σωζόμε­να όμως σχέδια, που έγιναν με κάρβουνο σε χαρτί και σε σχετικά μεγάλες δια­στάσεις (περίπου 87×65 εκ.), τα ελαιογραφικά σκίτσα σε μικρές διαστάσεις 15,5×11 εκ. που διασώζουν τον χρωματισμό, τοποθετημένα ανά οκτώ σε χωριστά πλαίσια, και η λιθογραφική αναπαραγωγή τους το 1842 στο Μόναχο, με διευκρι­νιστικό κείμενο στα γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά και ελληνικά, διέσωσαν την εικό­να αυτού του εικονογραφικού προγράμματος [2].

Το έργο που παρουσιάζουμε  είναι αντίγραφο του τέταρτου θέματος μετά τον τίτλο του πρώτου πλαισίου και απεικονίζει τον Αθανάσιο Διάκο, ο οποίος, ως οπλαρχηγός της περιοχής της Λειβαδιάς από το 1820, στρατολογούσε άνδρες στα χωριά Δαύλεια και Χαιρώνεια που ονομάζονταν και αυτά Δερβενοχώρια [3].

 

Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα. Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα), κατά πρότυπο του Peter von Hess (1792-1871).

Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα. Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα),
κατά πρότυπο του Peter von Hess (1792-1871).

 

Στη σκηνή απεικονίζεται ο Αθανάσιος Διάκος με το ένδυμα του κληρικού, αν και ήταν γνωστό ότι μετά την εμπλοκή του στον Αγώνα είχε αποβάλει το ιερατικό σχήμα. Πιθανώς ο Hess επιθυμεί να εξάρει τον ρόλο της εκκλησίας στην απελευθέρωση της Ελλάδας αλλά και το σημαντικό έργο που επετέλεσε για την εκπαίδευση του ελληνικού λαού, συμβάλλοντας στη διατήρηση της πίστης του και στη διάσωση της εθνικής του ταυτότητας [4].

Στο έργο απεικονίζεται η σκηνή αποχωρισμού των αγωνιστών της Επανάστασης από τις οικογένειές τους, ενώ ο Αθανάσιος Διάκος με μια αποφασιστική κίνηση του χεριού του τους υπενθυμίζει ότι έφθασε η ώρα της αναχώρησης.

Όπως γνωρίζουμε και από άλλα έργα του Hess, ο καλλιτέχνης παράλληλα με τα ηρωικά ανδραγαθήματα απεικόνισε και προσωπικές στιγμές των ηρώων, τις ταλαιπωρίες, τον πόνο, τις κακουχίες τα οδυνηρά επακόλουθα του πολέμου. Η σκηνή διαδραματίζεται στο ύπαιθρο σε κάποιο χωριό, όπως δηλώνει το μεγάλο δέντρο και το σπίτι αριστερά. Οι μορφές, καταλαμβάνουν ολόκληρο τον πίνακα και καθώς συνωθούνται για τον αποχαιρετισμό των οικείων τους, απο­κτούν μνημειακό χαρακτήρα και ανάγονται σε σύμβολα του αγωνιζόμενου λαού. Παρά τα αναγνωρίσιμα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά, η ιδεαλιστική εμφάνιση και η σφιχτοδεμένη σύνθεση με τον επικό χαρακτήρα ανάγει αυτές τις σκηνές στη σφαίρα του μυθικού, με την εξιδανίκευση και αυτής ακόμη της ανθρώπινης πλευ­ράς του Αγώνα.

 

 Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

  

Σημειώσεις


 

[1] Παπανικολάου 1981, σ. 114-116. Σαμπίνε Φάστερτ (Sabine Fasten) στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 430-436

[2]  Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου σε άρθρο του στο Ελεύθερο Βήμα της 15ης Νοεμβρίου 1939 αναφέρει ότι οι στοές επρόκειτο να γκρεμισθούν και τα έργα να αποτοιχισθούν. Κάνει έκκληση, προ­κειμένου να αποθηκευθούν σε κάποιο Μουσείο, να γίνει προσπάθεια να αγορασθούν από το ελληνικό κράτος.

[3] Με το όνομα Δερβενοχώρια αναφέρονται κι άλλα χωριά της Ελλάδας εκτός από τα γνωστά Δερβενάκια, κοντά στη Νεμέα. Υπάρχουν τα Δερβενοχώρια του όρους Ελικώνα, όπως και τα χωριά Δαύλεια, Χαιρώνια κ.α. της Λειβαδιάς.

[4] Παπανικολάου 1981, σ. 119. Σαμπίνε Φάστερτ (Sabine Fasten) στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 438.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Παπασπύρου – Καραδημητρίου Ευθυμία, Ο Θανάσης Διάκος στην τέχνη, εκδ. Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, Αθήνα 1986, σ. 77, σημ. 4.
  • Οδηγός του Μουσείου Βούρου – Ευταξία (Της πόλεως των Αθηνών), Αθήνα 1994, σ. 111, αρ. 385 

 

Read Full Post »

Η σφαγή της Χίου – Ευγένιος Ντελακρουά, 1824


 

 Η Σφαγή της Χίου (Scène des massacres de Scio), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά (Eugène Ferdinand Victor Delacroix) (1798 – 1863). Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

Η ανανεωμένη διεθνής προσοχή για την Ελληνική επανάσταση, για την οποία κατέφθαναν πληροφορίες όλο και πιο ανη­συχητικές, θα πρέπει με κάποιον τρόπο να είχε εντυπωσιάσει ιδιαίτερα τον Ντελακρουά, ώστε την άνοιξη του 1823 σημείω­σε: «Αποφάσισα να ζωγραφίσω για το Σαλόνι κάποιες σκηνές από τη σφαγή της Χίου». Ήταν ένα από τα πιο ωμά γεγονότα του πολέμου, που συνέβη το προηγούμενο έτος, τον Απρίλιο του 1822, όταν οι Τούρκοι έσφαξαν περίπου είκοσι χιλιάδες Έλληνες στο νησί της Χίου, αναγκάζοντας τους επιζώντες να τραπούν σε φυγή.

 

Ο ζωγράφος είχε ήδη σκεφτεί την ελληνική επανάσταση, αλλά τώρα η κλιμάκωση της κρίσης και η δημοσίευση όλο και πιο λεπτομερών σχολίων και ειδήσεων (ακόμη και από συντάκτες του επιπέδου του Φρανσουά Ρενέ ντε Σατομπριάν και του Λόρδου Τζορτζ Γκόρντον Μπάιρον) πρόσφεραν στον Ντελακρουά αυτήν τη δυνατή εικόνα που αναζητούσε. Γι’ αυτό, στις 12 Ιανουαρίου του 1824, μέσω του κουνιάδου του Ρεϊμόν ντε Βερνινάκ, ο ζωγράφος γνώρισε το συνταγματάρχη Ολιβιέ Βουτιέ, έναν εθελοντή υποστηρικτή του Ελληνικού ζητήματος, ο οποίος τέσσερα χρόνια νωρίτερα είχε την τύχη να ανακαλύψει στο νησί της Μήλου το περίφημο άγαλμα της Αφροδίτης, που στη συνέχεια αγοράστηκε από τους Γάλλους.

 

Η Σφαγή της Χίου (λεπτομέρεια), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά, ελαιογραφία σε μουσαμά. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

Η Σφαγή της Χίου (λεπτομέρεια), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά, ελαιογραφία σε μουσαμά. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

 

Ο Βουτιέ, συγγραφέας του έργου Memoires sur lα guerre actuclle des grecs, διηγήθηκε στον Ντελακρουά ιστορίες και λεπτομέρειες από τον πόλεμο. Την ίδια ημέρα ο Ντελακρουά ξεκίνησε να δουλεύει τον πίνακά του, αρχίζοντας με μια σειρά από μελέτες εκ του φυσικού. Οι συνεχείς επισκέψεις στο Μουσείο του Λού­βρου, προκειμένου να αναλύσει τον Ρούμπενς, τον Βελάσκεθ, τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Αντρέα ντελ Σάρτο, ενίσχυαν όλο και περισσότερο τη φαντασία του καλλιτέχνη, που μετέφραζε τις εντυπώσεις που λάμβανε με ένα προσωπικό λεξικό.

 

Η Σφαγή της Χίου (Scène des massacres de Scio), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά (Eugène Ferdinand Victor Delacroix) (1798 - 1863) ελαιογραφία σε μουσαμά. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

Η Σφαγή της Χίου (Scène des massacres de Scio), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά (Eugène Ferdinand Victor Delacroix) (1798 – 1863) ελαιογραφία σε μουσαμά. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

 

Ακόμη και η ζωγραφική του Ζερικό, που πέθανε μέσα στον ίδιο εκείνο μήνα, συνέχιζε να ασκεί γοητεία, ενώ «η εξαιρετική Σχεδία του» αποτελούσε την πιο άμεση αναφορά στην επιλογή ενός σύγχρονου θέματος, όπως η σφαγή της Χίου, που δου­λεύτηκε σύμφωνα με τις προδιαγραφές ενός ιστορικού πίνακα, μεγάλου μεγέθους. Οι κριτικοί εντόπισαν επίσης μια αναφορά στην Επίσκεψη του Ναπολέοντος στο Σανατόριο του Τζάφα του Γκρο, ως προς την ανακατασκευή των κοστουμιών και την πλαστική απόδοση των γυμνών σωμάτων.

Μέσα στους επόμενους έξι μήνες, συνεπαρμένος από «μια δημιουργική μέθη», ο Ντελακρουά προχώρησε τη μελέτη του, φροντίζοντας με μεγάλη προσοχή την απεικόνιση της κάθε μορφής, πολλές φορές ξανασχεδιάζοντάς την από την αρχή.

 

Η Σφαγή της Χίου (λεπτομέρεια), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά, ελαιογραφία σε μουσαμά. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

Η Σφαγή της Χίου (λεπτομέρεια), 1824. Ευγένιος Ντελακρουά, ελαιογραφία σε μουσαμά. Παρίσι, Μουσείο Λούβρου.

 

Μία από τις πιο συγκινητικές σκηνές, είναι εκείνη της μητέρας με το μωρό που προσπαθεί να αρπάξει το στήθος της, σκηνή παρμένη από μια μαρτυρία του βιβλίου του Βουτιέ. Για τους άλλους εξωτικούς χαρακτήρες, ο Φράνσις Χάσκελ – που ερμήνευσε τη γένεση του πίνακα – τόνισε την προσφυγή του Ντελακρουά στις ολοένα και πιο πολυάριθμες εικονογραφήσεις των ταξιδιωτικών βιβλίων που κυκλοφορούσαν, με σκοπό να αποφύγει μια σχολαστική και αυτάρεσκη καταγραφή της φρίκης.

 Όπως προκύπτει από την αναθεώρηση της 7ης Μαΐου: «Ο πίνακάς μου περιλαμβάνει μια συστροφή, μια ενεργητική κίνηση, που θα πρέπει οπωσδήποτε να ενσωματωθεί». Ο Ντελακρουά ανησυχούσε για το συνολικό αποτέλεσμα του έργου για το αν θα κατάφερνε να απεικονίσει την επική διάσταση των σύγχρονων γεγονότων. Και ο στόχος του επιτεύχθηκε, καθώς με το άνοιγμα του Σαλονιού, τον Αύγουστο του 1824 το κοινό – το οποίο ήταν συγκινημένο από το θάνατο του Λόρδου Μπάιρον, που συνέβη λίγους μήνες πριν στην Ελλάδα – έμεινε βαθύτατα εντυπωσιασμένο από τον πίνακα, ο οποίος κέρδισε ένα μετάλλιο και αγοράστηκε για το Λουξεμβούργο στη ση­μαντική τιμή των 6.000 φράγκων.

Πηγή: Carolina Brook, «Delacroix», Βιβλιοθήκη Τέχνης – Οι Μεγαλοφυΐες, τόμος 20, National Geographic, 2013.  

 

Read Full Post »

Ο θάνατος του Λάμπρου Τζαβέλα – Donato Francesco de Vivo


 

  

Ο θάνατος του Λάμπρου Τζαβέλα, πριν το 1855, Donato Francesco de Vivo.

Λάδι σε μουσαμά, 107 χ 132 εκ. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Ζωγράφος καταγόμενος από οικογένεια καλλιτεχνών, ο Francesco de Vivo έζησε στη Νάπολη κατά την εποχή της άνθισης εκεί της ιστορικής ζωγραφικής και της επίδρασης που άσκησε σ’ αυτήν ο ζωγράφος ιστορικών σκηνών και καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Νάπολης Tommaso de Vivo (1790 – 1884), πατέρας, ίσως, του Francesco, αφού η προσθήκη της λέξης figlio αυτό πιθανώς υποδηλώνει. Ελάχιστα Βιογραφικά στοιχεία του καλλιτέχνη είναι γνωστά. Πάντως, σύμφωνα με βιβλιογραφικές αναφορές, είναι βέβαιο ότι στο μέσο του 19ου αιώνα βρισκόταν στη Νάπολη, όπου και παρουσίασε το 1855 τον πίνακα που βλέπετε[1].

 

Ο θάνατος του Λάμπρου Τζαβέλα  - Donato Francesco de Vivo

Ο θάνατος του Λάμπρου Τζαβέλα – Donato Francesco de Vivo

 

Το έργο προκάλεσε μεγάλη εντύπωση για το αγωνιστικό φρόνη­μα που εξέφραζε, αλλά και τη δραματική ένταση της σκηνής. Την εποχή αυτή η ακαδημαϊκή παράδοση της ζωγραφικής της Νάπολης βρίσκεται σε ανανέωση, καθώς υπό την επιρροή της γαλλικής καλασικιστικής ζωγραφικής, το πιο ζωντα­νό ρεύμα της εποχής, καλείται να εκφράσει ένα ηρωικό, προτρεπτικά αγωνιστι­κό φρόνημα το οποίο βρίσκει ανταπόκριση στην Ιταλία εξαιτίας των επαναστατικών εξεγέρσεων.

Στον πίνακα απεικονίζεται ο θάνατος του Λάμπρου Τζαβέλα (Σούλι 1745 – 1795) τη στιγμή που πληγωμένος πέφτει στο πεδίο της μάχης. Η γυναίκα του Μόσχω προσπαθεί να τον συγκρατήσει ενώ αριστερά, ανάμεσα σε πτώματα, καπνούς και συντρίμμια, έντρομος ο γιος τους Φώτος προσπαθεί να καταλάβει τι συμβαίνει.

Ο ζωγράφος δίνει έμφαση στις δύο κύριες μορφές, οι οποίες καταλαμβάνουν ως σύμπλεγμα το πρώτο μέρος του πίνακα. Ο χώρος με τα ογκώδη ερείπια και τα κτίρια αρι­στερά ανάγει σε κάποιο τόπο φανταστικό, ενώ και η ίδια η σκηνή δεν είναι δυνα­τόν να αποδοθεί σε κάποιο συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός. Είναι γνωστή η ανδρεία που επέδειξαν ο Λάμπρος Τζαβέλας και η γυναίκα του κατά την επίθε­ση του Αλή Πασά εναντίον των Σουλιωτών, το 1792, και κατά τη διάρκεια των μαχών που διεξήχθησαν στην Κιάφα του Σουλίου όπου τραυματίστηκε βαρύτατα ο Λάμπρος. Όμως ο Τζαβέλας δεν πέθανε κατά τη διάρκεια εκείνων των μαχών, αλλά λίγα χρόνια αργότερα, γύρω στο 1795.

Ο ζωγράφος, ακολουθώντας τα πρότυπα απεικόνισης του θανάτου ηρώων που πληγώθηκαν στη μάχη πολεμώντας για την Ανεξαρτησία, δεν ενδιαφέρεται τόσο για το ακριβές ιστορικό γεγονός, όσο για την πράξη ηρωισμού και θυσίας που επιτελείται από άνδρες και γυναίκες.

 


 

[1] Spetsieri-Beschi στο Risorgimento greco e filellenismo italiano 1986, σ. 321

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Read Full Post »

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων  – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819-1878)


 

 

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων,  πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη, λάδι σε μουσαμά, 53 χ 71 εκ. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Στον πίνακα αυτό ο Βρυζάκης απεικονίζει τη Μάχη στα Δερβενάκια, κατά την οποία ο τουρκικός στρατός αποδεκατίστηκε από τα παλικάρια του Κολοκοτρώνη, που κατόρθωσε να τον παγιδεύσει στα στενά στις 26 Ιουλίου 1822. Ο καλλιτέχνης αποδίδει τη σκηνή της μάχης, μ’ έναν τελείως διαφορετικό τρόπο από ό,τι συνήθως, θέτοντας ως προτεραιότητα την απεικόνιση μιας γενικής άποψης της συμπλοκής και όχι των συγκεκριμένων αγωνιστών. Γι’ αυτό δεν διαγράφει καθαρά τα χαρακτηριστικά τους εμμένοντας στην απόδοση της περιγραφικής λεπτομέρειας.

Η προσπάθεια του Βρυζάκη εστιάζεται στην απεικόνιση του χώρου όπου διαδραματίζεται το γεγονός και μόλις υποδεικνύει τις θέσεις των αντιμα­χομένων με ένα σύμπλεγμα Ελλήνων αγωνιστών, στο πιο κοντινό προς τον θεατή επίπεδο και τον στρατό των Τούρκων μόλις να διαφαίνεται στο άνοιγμα των δύο βουνών, μέσα από τους καπνούς της μάχης.

 

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων  - Θεόδωρος Βρυζάκης

Μάχη στα στενά των Δερβενακίων – Θεόδωρος Βρυζάκης

 

Πιθανόν το θέμα να προέρχεται από κάποιο πρόχειρο σχέδιο του ζωγράφου κατά το ταξίδι του στην Ελλάδα, όταν επι­σκέφθηκε τους τόπους όπου συντελέσθηκαν τα γεγονότα του Αγώνα, για να έχει πληρέστερη εικόνα των συμβάντων, και που δεν μεταφέρθηκε ποτέ σε πίνακα μεγάλων διαστάσεων.

Σ’ αυτό συνηγορεί και η πανοραμική θέα του χώρου, όσο και η τοποθέτηση των μορφών όπως σε πρόχειρο σημείωμα, καθώς απεικονίζονται ενδεικτικά ένας αγωνιστής με το όπλο προτεταμένο, ένας άλλος να σκαρφαλώνει στον Βράχο, ένας τρίτος αριστερά να πέφτει πληγωμένος στα χέρια μιας γυναίκας, ενώ πιο πίσω ομάδα αγωνιστών, ανάμεσά τους και ένας ιερωμένος, είναι έτοιμη να επιτεθεί. Ο προπαρασκευαστικός χαρακτήρας του έργου αναδεικνύει μία άλλη πλευρά της ζωγραφικής του Βρυζάκη, στην οποία κυριαρχεί η άμεση και αυθόρμητη εκτέλεση τόσο στην απόδοση του τοπίου όσο, κυρίως, των μορφών.

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Read Full Post »

Ο λοχαγός Κάρλ Κρατσάϊζεν ζωγραφίζει τους Έλληνες και Φιλέλληνες αγωνιστές του΄21


 

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (27 Οκτ. 1794 - 25 Ιαν. 1878) ως αντιστράτηγος του Πεζικού. Η φωτογραφία χρονολογείται το 1852-1863. Η φωτογραφία δωρίθηκε από τον γιο του στην Εθνολογική και Ιστορική Εταιρεία περίπου το 1900. Φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Κάρλ Κρατσάϊζεν (Karl Krazeisen) από το Πα­λατινάτο της Βαυαρίας (1794-1878), παρ’ όλο το δυσκολοπρόφερτο, σύνθετο όνομά του – στα γερμανικά σημαίνει «σιδερένιο ξύ­στρο για παπούτσια»-, είναι πια αναγνωρίσιμος και γνωστός στην ελληνική γραμματεία των τεχνών. Είναι ο αυτοδίδακτος εκείνος ζωγράφος ο οποίος μέσα από ένα σχεδόν αφελές σχεδιαστικό ρομαντικό ιδίωμα απέδωσε, σχεδιάζοντας με μολύβι εκ του φυσικού, τις προσωπογραφίες των Ελλήνων ηρώων και Ευρωπαίων συναγωνιστών του από το 1826 ως το 1827. Ήταν αυτός που ως στρατιωτικός, δρώντας και ως «πολεμικός ανταποκριτής» στο Ναύπλιο, τον Πό­ρο, την Αίγινα, τη Σαλαμίνα, ανέδειξε τις προσωπογραφίες των οπλαρχηγών, πυρπολητών, πολιτικών, προεστών και λογίων στο εγκυρότερο νεοελληνικό «Πάνθεον Αθανάτων» το οποίο διαμόρφωσε τη συνείδηση πολλών γενεών πατριωτών μέχρι σήμερα.

Η ιστορία δεν ειρωνεύεται σπάνια στον τόπο μας: Αυτός, ένας Βαυαρός, εμείς, με έντονη ακόμα αντι-βαυαρική διάθεση προς τις εκτιμήσεις μας σχετικά με τη συγκρότηση του κράτους και την ιστορική μας πορεία ως έθνους, μας πρόσφερε ένα εικαστικό υλικό τόσο φορτισμένο από την ίδια την παρουσία και το ήθος των θνητών ηρώων, ώστε να το ενσωματώσουμε αναντίρρητα στην εθνική μας συνείδηση, αποσιωπώντας όμως ενδεχόμενες «ταπεινωτικές» για τις επιλογές μας λεπτομέρειες. Μια από αυτές θα ήταν ότι το χέρι που έδωσε σάρκα και οστά στο «Εθνικόν Ηρώον του 1821» ήταν βαυ­αρικό, ανήκε μάλιστα σε έναν υπολοχαγό του βαυαρικού πεζικού!

Ο Κρατσάϊζεν δεν έφθασε στην Ελλάδα ως περιηγητής αλλά ως στρατιωτικός, σε μια δύσκολη για την Επανάσταση περίοδο κατά την οποία το Μεσολόγγι είχε πέσει, ο Ιμπραήμ ήταν κυρίαρχος στην Πελοπόννησο και οι Έλληνες οπλαρχηγοί σπαράσσονταν από εμφύλιες έριδες. Τα γεγονότα αυτά στάθηκαν προφανώς επαρκή για να τον ωθήσουν στην περιπέτεια της καθόδου στην Ελλάδα. Φαίνεται όμως πως ο τρόπος με τον οποίο εγκατέλειψε τη μονάδα του στη Βαυαρία ήταν τυχοδιωκτικός. Για τον λόγο αυτόν επιστρέφοντας στο Μόναχο δικάστηκε και καταδικάστηκε. Μόνο επειδή έτυχε συγνώμης – ίσως επειδή είχε συνταχθεί στο φιλελληνικό σώμα του Karl Wilhelm von Heideck, επίσης ερασιτέχνη ζωγράφου και κατοπινού μέλους της Αντιβασιλείας του Όθωνα – επανέκτησε τον στρατιωτικό βαθμό του και έφθασε με κανονικές προαγωγές μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου.

Σε φωτογραφία του που φυλάσσεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο αναγνωρίζουμε τη φυσιογνωμία του σε ώριμη ηλικία. Τη γνωρίζουμε όμως και από τον πρώτο ιστορικό πίνακα της νεοελληνικής τέχνης: Στον πίνακα «Το εν Πειραιεί ευρισκόμενον στρατόπεδον του Καραϊσκάκη το έτος 1827» έργο του Θεόδωρου Βρυζάκη του 1855 (Εθνική Πινακοθήκη) που είχε θεωρήσει ως αφιέρωμα στον ελληνικό λαό και τους φίλους του, αναγνωρίζεται ανάμεσα στους φουστανελοφόρους αγωνιστές με τη στολή του βαυαρικού πεζικού να συμμετέχει στην προετοιμασία της μάχης και θέλοντας να ενθαρρύνει τους άτακτους συναγωνιστές του, δείχνει εμφατικά τον στόχο της επικείμενης μάχης που δεν ήταν άλλος από την επανάκτηση της Ακρόπολης.

Είναι σημαντική η πληροφορία ότι ο Κρατσάϊζεν είχε συμμετάσχει στην ιστορική πολιορκία της Αθήνας της 6ης Μαρτίου και της Ακρόπολης στις 22 Απριλίου το 1827 υπό το πρόσταγμα του Γάλλου στρατηγού Fabvier, του Καραϊσκάκη και των Φιλελλήνων στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Καραϊσκάκης.

 

Θεόδωρος Βρυζάκης (1814-1878), το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλλα, 1855. Ελαιογραφία σε μουσαμά, Αθήνα, Εθνική Πινακοθήκη.

 

Ο Βρυζάκης, με τη λεπτομέρεια αυτή, αποτίει ειδικό φόρο τιμής στον αυτοδίδακτο ζωγράφο – στρατιωτικό που ως φιλέλληνας φορεί στο κεφάλι φέσι, φορεμένο μάλιστα με τον ελληνικό τρόπο, ελαφρά πατημένο προς τα κάτω. Επίσης θα πρέπει να επισημάνουμε τον ιδιαίτερο φόρο τιμής που αποδίδει ο ζωγράφος στον φίλο του Heideck στον οποίο δίνει πρωταγωνιστικό ρόλο. Είναι εκείνος που διαγράφεται με σαφήνεια στον ορίζοντα, πρώτος στη σειρά των στρατηγών, παρακολουθώντας με το τηλεσκόπιο την Ακρόπολη, τον ιδεατό στόχο της ελευθερίας των Ελλήνων. Αλλά και τα πορτρέτα των αγωνιστών που εικονίζονται στον πίνακα φιλοτεχνήθηκαν σύμφωνα με τα πρότυπα που είχε σχεδιάσει ο Κρατσάϊζεν και καθίστανται για τον λόγο αυτόν σαφή και αναγνωρίσιμα.

 

Η διαδρομή από το Μόναχο στην Ελλάδα

 

Ο Κρατσάιζεν έφθασε στην Αττική, ο οποίος ήταν και ο τελικός του στόχος, μέσω Ιταλίας (Ανκόνα), Κέρκυρας, Ζακύνθου, Ναυπλίου, με ενδιάμεσους σταθμούς τον Πόρο, την Αίγι­να και τη Σαλαμίνα. Ενώ δεν έχει διασωθεί ημερολόγιο, οι ακριβείς τοποθεσίες και ημερομηνίες που φρόντισε να αναγράφει σχεδόν πάντα σχολαστικά στα σχέδια και τις υδατογραφίες του μπορούν να πάρουν τη θέση ημερολογίου της σύντομης, αλλά εικαστικά τόσο καρποφόρας παραμονής του στην Ελλάδα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο συνολικός αριθμός των έργων του ανέρχεται σε 39 σχέδια με μολύβι σε χαρτί μικρού και μεσαίου μεγέθους, στα οποία συμπεριλαμβάνονται οι προσωπογραφίες των αγωνιστών, 21 υδατογραφίες από τοπία με αρχαιότητες, κάστρα, θαλασσινά και στεριανά τοπία με ναυτικούς και χωρικούς και 31 σχέδια με μολύβι με μνημεία και πολεμικές συνθέσεις σε χαρτί μεγάλου μεγέθους. Συνολικά ανέρχονται σε 91 έργα, σημαντικός αριθμός για τη συλλογή σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης. Αποκτήθηκαν, το 1926, όπως θα δειχθεί παρακάτω ύστερα από θετική παρέμβαση στον τύπο του Ζαχαρία Παπαντωνίου, τότε διευθυντή του Μουσείου[1].

Αξίζει τον κόπο να παρακολουθήσουμε, τουλάχιστον σχηματικά, τη διαδρομή του Κρατσάϊζεν στον ελλα­δικό χώρο με αφετηρία τα σχέδια. Το πρωιμότερο σχέδιο της σειράς είναι από τις 7 Σεπτεμβρίου 1826 στην Ανκόνα (υπάρχουν άλλα δύο στις 20 και 28 του ίδιου μήνα). Αμέσως μετά, στις 15 Οκτωβρίου, πηγαίνει μέσω Ragusa (Δυρράχιο), στις 20 και 28 Οκτωβρίου 1826, στην Κέρκυρα, όπου σχεδιάζει ένα πορτρέτο αγνώστου. Στις 6 Νοεμβρίου εντοπίζεται στη Ζάκυνθο, όπου σχεδιάζει τη Βασιλική και τον Δημήτριο Μπότσαρη, στις 13 Νοεμβρίου τον Άγγλο συνταγματάρχη John Ross και στις 18 δύο Άγγλους αξιωματικούς, ενώ στις 19 Νοεμβρίου τον Κολίνο Κολοκοτρώνη. Το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή είναι αυτό στις 11 Αυγούστου 1826 του Γεωργίου Μαυρομιχάλη στο Ναύπλιο.

 

Γεώργιος Μαυρομιχάλης. Στις 11 Αυγούστου 1826 ο Κάρλ Κρατσάϊζεν συναντάει και σκιτσάρει στο Ναύπλιο τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Είναι το πρώτο πορτρέτο αγωνιστή που σχεδιάζει. Όλα τα σκίτσα έγιναν εκ του φυσικού σε απλό χαρτί μικρών διαστάσεων (16,3x12,5) και φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή του κάθε εικονιζόμενου.

 

Στις 4 Δεκεμβρίου περιπλέει το ακρωτήριο Μαλέα και στις 15 Δεκεμβρίου βρίσκεται ξανά στο Ναύπλιο. Στις 3 Φεβρουαρίου 1827 βρίσκεται με τους άνδρες του Φαβιέρου στα Αμπελάκια Σαλαμίνας προετοιμάζοντας την πολιορκία της Ακρόπολης και σχεδιάζει χωρικές και χωριάτικα σπίτια. Στις 21 Φεβρουαρίου είναι στην Αίγινα, στις 22 σχεδιάζει έναν πολεμιστή και παραμένει εκεί ως τις 7 Απριλίου. Ένα τοπίο της Αίγινας (υδατογραφία) είναι χρονολογημένο στις 3 Απριλίου. Ζωγραφίζει τον ναό του Απόλλωνα στην Κόρινθο στις 16 Μαρτίου. Συμμετέχει στις 27 Απριλίου στην πολιορκία της Αττικής και ζωγραφίζει άποψη του Πειραιά και του Μοναστηριού του Αγίου Σπυρίδωνα. Είχε προηγηθεί στις 22-23 Απριλίου 1827 η μάχη του Ανάλατου, λίγο πριν από την οποία πρόλαβε και σχεδίασε το κεφάλι του Καραϊσκάκη, αφήνοντας μισοτελειωμένο το τμήμα του μπούστου. Το ημιτελές αυτό σχέδιο είναι ιδιαίτερα συγκινητικό, γιατί στη διάρκεια της τελειοποίησης άφησε ο Καραϊσκάκης την τελευταία του πνοή στον Ανάλατο.

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Το πορτρέτο του Γεώργιου Καραϊσκάκη αποτελεί συγκινητική εξαίρεση, αφού είναι το μόνο ημιτελές από τα σχέδια του Κρατσάϊζεν. Το σκιτσάρισμα ξεκίνησε λίγο πριν από τη μάχη του Ανάλατου (22-23 Απριλίου 1827), όπου ο Ρουμελιώτης οπλαρχηγός, τραυματισμένος θανάσιμα, άφησε την τελευταία του πνοή. Ο Κρατσάιζεν είχε προλάβει να σχεδιάσει μόνο το κεφάλι. Έτσι η προσωπογραφία έμεινε ανολοκλήρωτη.

 

Επιστρέφει μέσω Κορίνθου, όπου στις 21 Μαρτίου σχεδιάζει τους στύλους του Ναού του Απόλλωνα, περνά στις 12 Μαΐου στον Πόρο, όπου ζωγραφίζει τον καθηγητή Κανέλλα, τον γιατρό Dra Bailly, τον Γεώργιο Κουντουριώτη και μια χωριατοπούλα. Στις 14 Μαΐου σχεδιάζει στη Δαμαλά (Τροιζήνα) τον «Γέρο του Μοριά», επιστρέφει στον Πόρο και σχεδιάζει τους Ανδρέα Ζαΐμη, Γεώργιο Σισσίνη, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, I. Μαρκή-Μηλαΐτη, διάφορα τοπία, και παραμένει εκεί ως το τέλος Αυγούστου. Το τελευταίο χρονολογημένο έργο της συλλογής είναι από τον Πόρο στις 28 Αυγούστου 1827 και απεικονίζει τον F. von Reineck.

 

Αποτίμηση των σχεδίων

 

Λογοτέχνες μελετητές – όπως ο Παντε­λής Πρεβελάκης – ο πρώτος μετά τον Ζαχαρία Παπαντωνίου σχολιαστής της σειράς των σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης, μιλάνε για την «απαράμιλλη αξιοπιστία των σχεδίων των προσωπογραφιών γιατί η στρατιωτική αγωγή του Κρατσάιζεν και το ρομαντικό πνεύμα τον είχαν προετοιμάσει να θαυμάζει ήρωες». «Πέρα από την καλλιτεχνική του δεξιότητα», συνεχίζει ο Πρεβελάκης, «ενώ οι «ήρωες» εκφράζουν την ατομικότητά τους, όλοι μαζί διαφυλάττουν το ήθος μιας εποχής, μια ψυχική συνοχή, σαν οι άνδρες αυ­τοί να είχαν μαζευτεί γύρω από το καθημαγμένο σώμα της πατρίδας».

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

 

Σήμερα θα λέγαμε ότι ο Κρατσάϊζεν  δεν είδε τόσο πολύ τους άνδρες ως ήρωες. Η εντύπωση που αποκομίζει ο σημερινός θεατής είναι μάλλον η επιμελημένη αφέλεια με την οποία προσεγγίζει τους ανθρώπους του. Δεν είναι τόσο η μαεστρία του «υπε­ράνθρωπου», αλλά η σιωπηρή αθωότητα του χρονικογράφου που οξύνει καθημερινά τη γραφίδα του με το πνεύμα του περιοδεύοντα χρονικογράφου που αντιλαμβάνεται, ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή βιώνει ιστορία. Ίσως για τον λόγο αυτόν φαίνεται οι άνδρες αυτοί να μοιάζουν μεταξύ τους, τουλάχιστον να έχουν όλοι το ίδιο θλιμμένο βλέμμα.

Όπως ήδη διαπιστώσαμε, ο Καρλ Κρατσάϊζεν  δεν είχε ιδιαίτερη εικαστική παιδεία. Ήταν, όπως πολλοί άλλοι στον γερμανόφωνο χώρο, αυτοδίδακτος, ταλαντούχος στο σχέδιο και την υδατογραφία – ελαιογραφίες από το χέρι του δεν είναι γνωστές. Ανήκε στην κατηγορία των ερασιτεχνών εκείνων, που έχοντας την εμπειρία του ρομαντικού κινήματος και των παρορμήσεών του δεν δίσταζε να καταθέτει τις καλλιτεχνικές επιδιώξεις του, όσο κοινότοπες και να ήταν.

Εντούτοις, παρόλο που τα έργα περιορίζονται στην απλή σχεδιαστική και χρωματική επάρκεια, η ποιότητά τους δεν είναι απορριπτέα. Αντίθετα, διακρίνεται μια αξιοπρόσεκτη ευχέρεια στην τοπιογραφία, και γενικότερα στην αποτύπωση εμψύχων και αψύχων θεμάτων «εκ του φυσικού». Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει τα σχέδια αυτά να αξιολογηθούν.

 

Η σειρά με τις λιθογραφίες

 

Όταν ο Κρατσάϊζεν επέστρεψε στο Μόναχο διαισθάνθηκε δίχως άλλο την ιστορική αξία των έργων του. Ύστερα μάλιστα από το ενδιαφέρον που θα έδειξαν οι σύγχρονοί του, έσπευσε το 1828 στο λιθογραφείο του Franz Hanfstängl – το καλύτερο του Μονάχου – και με τη συνεργασία των Hohe, Peter von Hess και Steingrübel την οποία επόπτευε ο ίδιος ολοκλήρωσε την έκδοση του γνωστού λευκώματος με τις 24 λιθογραφίες το 1831. Ο τίτλος του μεταφρασμένος στα ελληνικά είναι: «Προσωπογραφίες των διασημότερων Ελλήνων και Φιλελλήνων, μαζί με μερικές απόψεις και ενδυμασίες, σχεδιασμένες εκ του φυσικού και δημοσιευμένες από τον Καρλ Κρατσάι­ζεν»[2].

Αποτελείτο από επτά τεύχη με τέσσερις λιθογραφίες το καθένα (τρεις προσωπογραφίες και ένα τοπίο ή παράσταση) και όπως ήταν αναμενόμενο, αποτέλεσε το εικονογραφικό πρότυπο για όλους εκείνους τους ζωγράφους που δεν είχαν επισκεφτεί την Ελλάδα πριν από την άφιξη του Όθωνα το 1833. Ανάμεσά τους θα πρέπει να αναφερθεί οπωσ­δήποτε ο Peter von Hess.

 

Το Μπούρτζι από το λιμάνι. Έργο του Βαυαρού Κρατσάιζεν Καρλ (Karl Krazeisen). Λιθογραφία Franz Hanfstaengl, Μόναχο, 1828.

 

Τα επτά τεύχη που κυκλοφόρησαν σταδιακά από το 1828-1831 θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα αυτοχρηματοδοτούμενα, λόγω του χαμηλού κατά μονάδα κόστους. Ένας από τους κύριους χρηματοδότες της έκδοσης ήταν και ο βασιλιάς Λουδοβίκος της Βαυαρίας. Υπάρχει και σύντομος υπομνηματισμός των εικόνων στα γερμανικά και γαλλικά.

Το περιεχόμενό τους ήταν το ακόλουθο:

  • Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γιακουμάκης Τομπάζης, Thomas Gordon και μια άποψη από το Παλαμήδι και από ένα τμήμα του Ναυπλίου.
  • Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, Μα­κρυγιάννης, Κωνσταντίνος Νικόδη­μος και μια άποψη της Αίγινας.
  • Γεώργιος Καραϊσκάκης, I. Μαρκής- Μιλαΐτης, Ανδρέας Ζαΐμης και μια άποψη της Ακρόπολης των Αθηνών.
  • Ανδρέας Μιαούλης, Γεώργιος Μαυ­ρομιχάλης, Γιατρός Bailly και μια άποψη του Πειραιά με το μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα.
  • Κωνσταντίνος Κανάρης, Γεώργιος Σισσίνης, Α. Schilcher και το «Καπε­τάνιος που πολεμά μαζί με τα παλικά­ρια του».
  • Karl von Heideck, Συνταγματάρχης Fabvier, Κίτσος Τζαβέλας και το «Φρε­γάτα «Ελλάς» και το ατμήλατο «Καρ­τερία»».

Συγκρίνοντας τις λιθογραφίες με τα σχέδια συμπεραίνεται ότι δεν λιθογραφήθηκαν όλα, επομένως ορισμένα από αυτά είναι σχεδόν άγνωστα. Είναι οι προσωπογραφίες των Κωνσταντίνου Αξιώτη, I. Πέτα, Σ. Γ. Πέτα, Φιλήμονα, Κωνσταντίνου Μπότσαρη και Δ. Κολιόπουλου- Πλαπούτα. Δεν θα ήταν άστοχο να ειπωθεί στο σημείο αυτό, ότι η έκδοση των λιθογραφιών και η έννοια των πολλαπλών αντιτύπων έκανε να περιπέσουν σε αφάνεια τα αρχικά σχέδια. Σήμερα πια, ύστερα από τις δημοσιεύσεις των σχεδίων αυτών [3] είναι δυνατή η σύγκριση και αντιπαραβολή με τις λιθογραφίες, που αποδεικνύεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

 

«Το δίκροτον "Ελλάς" κατ το ατμόπλοιο "Καρτερία"» (υδατογραφία 26x31 εκ., Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλεξάν¬δρου Σούτζου).

 

Και μόνο η προσπάθεια μεγέθυνσης του αρχικού φύλλου με το σχέδιο που ήταν 16,5×12,1 εκ. σε διατάσεις λευκώματος 51,5×39,5 εκ., δηλαδή στο τριπλάσιο του αρχικού, θα δημιουργούσε ως προς την εκτέλεση ανυπέρβλητα τεχνικά προβλήματα, που μόνο ιδιαίτερα εξειδικευμένοι λιθογράφοι θα μπορούσαν να επιλύσουν. Αυτοί όμως δεν θα μπορούσαν να αποδώσουν την αρχική ατμόσφαιρα και όπως ορθά παρατηρεί ο Πρεβελάκης «…οι λιθογραφίες του Μονάχου έχουν ψιμυθιώσει τα αρχικά σχεδιά­σματα».

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Το σκιτσάρισμα του διάσημου Ψαριανού πυρπολητή Κωνσταντίνου Κανάρη έγινε στις 20 Ιανουαρίου 1827.

 

Τον «ηρωικό» χαρακτήρα απέκτησαν όμως οι προσωπογραφίες με τις λιθογραφίες αυτές και τις γραφιστικές υπερβολές που ζητεί η χαρακτική και οι προδιαγραφές του μεγάλου σχήματος. Έτσι, αποξενώθηκαν από τον τρυφερό αισθησιασμό και την αμεσότητα του alla prima ρο­μαντικού σχεδίου και απέκτησαν «τη σημαντική υπερβολή που δεν είχαν στο πρωτότυπο… Με τας πολλάς φω­τοσκιάσεις… με την πολλήν χρήσιν των τόνων, με το ατμώδες και το κάπως φαντασμαγορικόν… η λιθογρα­φία μας έδωσε τους ήρωας μέσα εις την ελαφράν εκείνην ομίχλην εις την οποίαν τους έβλεπε η κοινή φαντα­σία (στην Ευρώπη)», σημειώνει ο Ζαχ. Παπαντωνίου[4].

 

Πώς απέκτησε η Εθνική Πινακοθήκη τα έργα του Κρατσάϊζεν

 

Μετά τον θάνατο του Κρατσάϊζεν, η συλλογή ανήκε πλέον στην κόρη του Μαρία, από την οποία τα κληρονόμησε ο σύζυγός της, Ιόν Ραδιονόφ Φετόβ, καθηγητής ρωσικής καταγωγής στο Βερολίνο και αργότερα κάτοικος Γαλατίου Ρουμανίας.

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Στις 13 Φεβρουαρίου 1926 ο Φετόβ καταθέτει στο Ελληνικό Προξενείο του Γαλατίου ένα έγγραφο στα ρουμανικά με το ιστορικό της συλλογής του το οποίο μεταφρασμένο στα ελληνικά φυλάσσεται στο αρχείο της Εθνικής Πινακοθήκης. Αξίζει να σημειωθεί ότι για την αξία τους ο Φετόφ είχε συμβουλευτεί πριν από το 1900, τον ίδιο τον Νικόλαο Γύζη, τότε καθηγητή στο Μόναχο, ο οποίος και αμέσως αναγνώρισε την ιστορική σημασία τους, προτείνοντας την ένταξή τους στο (τότε ανύπαρκτο) Μουσείο των Αθηνών. Φαίνεται επίσης ότι για το ίδιο ζήτημα είχε ερωτηθεί και ο γλύπτης Φυτάλης. Το πλήρες κείμενο που δημοσιεύεται εδώ για πρώτη φορά έχει ως εξής:

 

«Κατ’ αρχάς του παρελθόντος αιώvos ότε ο Ελληνικός Λαός δια ν’ απο­τίναξη τον τουρκικόν ζυγόν πολλοί Φιλέλληνες εκ της Ευρώπης έλαβον μέρος εις τον αγώνα. Μεταξύ αυτών υπήρξε και ο νέος Βαυαρός υπολοχαγός Κ. Κρατσάιζεν μετά του ζωγρά­φου Χεσς. Ο Κ. Κρατσάιζεν ενθουσιασμένος διά τας ωραιότητας της κλασικής εποχής, διά τους εμπνευσμένoυς ήρωάς της διά την Πατρίδα των, διά τους ιδιοτρόπους αμφιέσεις, έλαβε το μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα εις την χείρα ίνα διαιώνιση παν ό,τι τω εφαίνετο αξίας. Επιστρέφων εις Βαυαρίαν ο καλλιτέχνης ούτος, προέτεινεν εις την Επωνυμίαν Χάνφστενγκελ όπως λιθογραφήση τους επισημοτέρους ήρωας, όπερ και επραγματοποιήθη διά της υποστηρίξεως του Βασιλέως της Βαυαρίας και αυτού τούτου τυγχάνοντος μεγάλου Φιλέλληνος.

Μετά τον θάνατον του Κρα­τσάιζεν επισυμβάντος εν έτει 1878 τα ιχνογραφήματα και αι υδατογραφίαι του εκληρονομήθησαν παρά της θυγατρός του Μαρίας, συζύγου μου, με­τά δε τον θάνατόν της, συμφώνως τη τελευταία αυτής θελήσει περιήλθον εις την κατοχήν μου.

Πάντα τα ιχνογραφήματα τούτα έδειξα τω τέως καθηγητή της εν Μονάχω Ακαδημίας Τεχνών Νικολάω Γύζη ίνα πληροφορηθώ όσο το δυνα­τόν κάλλιον περί της αξίας αυτών. Η γνώμη του ήτο ότι η θέσις των δύνα­ται να είναι μόνον το Μουσείον Αθη­νών. Αλλ’ εγώ δεν ηδυνάμην να χωρι­σθώ αυτών εμφορούμενος προ παντός εξ αισθημάτων σεβασμού. Τώρα όμως ων προκεχωρημένης ηλικίας και μη ων βέβαιος ότι μετά τον θάνατόν μου οι διάδοχοί μου θα εφύλαττον μετά της αυτής αγάπης και ευλαβείας τα πολύτιμα ταύτα πράγματα, μοναδικά εις το είδος των, απεφάσι­σα να τα παραδώσω εις χείρας πατριώτου τινός όστις θα εγνώριζε να εκτίμηση ταύτα. Η αξία των όμως δύ­ναται να καθορισθή μόνον εις απώτερον μέλλον καθ’ όσον εκατό μόνον έτη είναι μικρόν διάστημα δυνάμενον να χρησιμεύη ως γνώμων εκτιμήσεως ιστορικού τινός αντικειμένου».

 

Ο Έλληνας αυτός πατριώτης που ανέλαβε την πώληση ονομαζόταν Αντύπας και ήταν Έλληνας του εξωτερικού. Λίγους μήνες αργότερα, ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου δημοσιεύει το άρθρο με το οποίο παρακινεί το ελληνικό Δημόσιο να αγοράσει το συνολικό κληροδότημα. Σ’ αυτά περιλαμβάνονταν η κασετίνα με τα υδροχρώματα και τα πινέλα του Κρατσάϊζεν, το δερμάτινο σελάχι του αγωνι­στή Πλαπούτα, μια φωτογραφία του ζωγράφου και 24 λιθογραφίες.

Αγοράστηκε προς 200.000 δρχ. για λογαριασμό της Εθνικής Πινακοθήκης. Παράλληλα αποκτήθηκε και ο συνολικός λεπτομερής κατάλογος των έργων στα ρουμανικά με περιληπτική εισαγωγή του ιστορικού, όπου τονίζεται ιδιαίτερα ότι οι προσωπογραφίες είναι σχεδιασμένες εκ του φυσικού και ότι κάθε μια φέρει τις ιδιόχειρες υπογραφές των απεικονιζόμενων.

Επίσης γίνεται ιδιαίτερη μνεία στο γεγονός ότι «διαιωνίστηκαν στο χαρ­τί οι πιο ένδοξες προσωπικότητες που πολέμησαν μαζί με τον Κρατσάι­ζεν». Έτσι διαιωνίστηκε – ανέλπιστα- και ο ίδιος ο Βαυαρός υπολοχαγός Κρατσάϊζεν  στην Ελλάδα και αυτό όχι μόνο χάρη στους φιλέλληνες απογόνους του ή ακόμα στο «μολυβδοκόνδυλον και την πυξίδα» του, αλλά κυρίως χάρη στη σύμφωνη με τις σημερινές απόψεις για τη γρήγορη διάδοση της εικόνας αντίληψη, που το 1828 δεν ήταν άλλη από το μέσον της λιθογραφίας και μαζί με αυτήν, η πολλαπλή χρήση κάθε νέου μηνύματος, που έκανε τις εικόνες του αθάνατες. 

 

Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης

 

Υποσημειώσεις


[1] Άρθρο του στην αθηναϊκή εφημερίδα «Ελεύθερον Βήμα», 23 Μαΐου 1926.

[2] Bildnisse ausgezeichneter Griechen und Philhellenen, nebst einigen Ansichten und Trachten. Nach der Natur gezeichnet und herausgegeben von Karl Krazeisen, Koenigl. Bayrischem Oberlieutenant im Leibregimente». Στα Ελληνικά και Γαλλικά. Με τοπογραφικό σχέδιο της μάχης των Αθηνών στις 6 Μαρτίου 1827. Με τις παραστάσεις: 1 Die Akropolis von Athen. 2 Beschiessung des Klosters St. Spyridon am Piraeus, 3. Ein Kapitaen mit seinen Pallikaren im Gefechte, 4. Die Fregatte Hellas und das Dampfschiff Karteria . Λεύκωμα 45,5 X34 εκ.

[3] Βλ. «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πολι­τισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνι­κής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέ­λεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη. σσ. 403-409.

[4] Βλ. Υποσ. 1.

 

Βιβλιογραφία


  • «Για τα 150 χρόνια της Εθνεγερ­σίας». Κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθή­κης, 1971.
  • Φωτογραφική ανατύπωση του λευκώματος: «Αγωνιστές του Εικο­σιένα, 20 σχέδια με μολύβι του Καρλ Κρατσάιζεν», έκδ. από την Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, για τον Εορτασμό της Εκατοστής Πε­ντηκοστής Επετείου της Ελληνικής Εθνεγερσίας, Αθήνα Δεκέμβριος 1971. Προλογίζει ο Παντελής Πρε­βελάκης.
  • «Καρλ Κρατσάιζεν, Προσωπο­γραφίες Ελλήνων και Φιλελλήνων Αγωνιστών», προλεγόμενα Π. Πρε­βελάκη, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνι­κής Τραπέζης, Αθήνα 1996, πανο­μοιότυπη έκδοση με το λεύκωμα του Krazeisen-Hanfstaengl, Μόναχο 1828-1831. Αθήνα, Μάιος 1980, με αισθητική φροντίδα Γιώργη Βαρλάμου και τυπογραφική επιμέλεια Ε. Χ. Κάσδαγλη, Δεύτερη έκδοση, Μάιος 1996.
  • «Αθήνα-Μόναχο, Τέχνη και Πο­λιτισμός στη νέα Ελλάδα», κατ. έκθ. Εθνικής Πινακοθήκης, 5/4-3/7/2000. Επιμέλεια Μαριλένας Ζ. Κασιμάτη, Αθήνα 2000.

Πηγή


  • Επτά Ημέρες – Η Καθημερινή, «Γερμανοί Ζωγράφοι εικονογραφούν το ‘21», Τρίτη 25 Μαρτίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

   

Read Full Post »

«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙV 

Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα  του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.

Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν  τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη. 

 

Η μάχη στο Μαραθώνα. Ο Γούρας (Γκούρας) καταθραύει τους εχθρούς περί τον Μαραθώνα. Peter Von Hess.

 

 

Γεώργιος Σαχτούρης, νίκη κατά θάλασσαν περί την Σάμον. Peter Von Hess.

 

    

Η μάχη της Βέργας. Νίκη του Μαυρομιχάλη και των Λακώνων περί Βέργαν. Peter Von Hess.

 

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο Καραϊσκάκης καταστρέφει τους Τούρκους κατά την Αράχοβαν. Peter Von Hess.





Γιάννης Μακρυγιάννης. Ο Μακροϊάννης αμύνεται εν Πειραιεί προς τους εχθρούς καρτερικώτατα. Peter Von Hess.



Ο Κωλέτης αναγγέλλει τοις Έλλησι την εκλογήν Όθωνος. Peter Von Hess.

 

Οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων στο Μοναχό. Οι Πρεσβευταί της Ελλάδος προσφέρουσιν υποταγήν τω εαυτών Βασιλεί. Peter Von Hess.

 

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Όθωνος του ά Βασιλέως της Ελλάδος απόβασις εις Ναυπλίαν. Peter Von Hess.

 

Βιογραφικό:

 

Ανδρέας Μιαούλης. Ο Μιαούλης καταναυμαχεί τον εχθρικόν στόλον περί την Κω. Peter Von Hess.

Read Full Post »

«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙΙΙ

Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα  του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.

Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν  τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη. 

 

Ο Πανουργιάς κυριεύει τον Ακροκόρινθον ( Η άλωση του Ακροκορίνθου). Peter Von Hess.

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Ο Κανάρης πυρπολεί περί τη Χίον την ναυαρχίδα του Καρά Αλή. Peter Von Hess.

 

Δημήτριος Πλαπούτας. Ο Πλαπούτας υπερασπίζεται τα Δερβένια και τον Ισθμόν. Peter Von Hess.
 

Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος. Peter Von Hess.




Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Κολοκοτρώνης εν Λέρνη συναγείρει τους νικητάς του Δράμαλη. Peter Von Hess.

 

Αναγνώστης Πετιμεζάς. Θάνατος του Πετμεζά. Peter Von Hess.

 

Ο Στάικος Σταϊκόπουλος κυριεύει εξ εφόδου το Παλαμίδιον. Peter Von Hess.

 

Ανδρέας Λόντος. Ο Λόντος εξολοθρεύει περί την Βοστίτσαν δια λοιμού 3000 εχθρών. Peter Von Hess.

 

Μάρκος Μπότσαρης. Ο Βότσαρης μετά 300 ανδρών εν Καρπενησίω αποθνήσκει τροπαιοφόρος. Peter Von Hess.

 

Βιογραφικό:  



Νικηταράς. Ο Νικηταράς καταθραύσας το ιππικόν του Δραμαπασσά, επονομάζεται Τουρκοφάγος. Peter Von Hess.

 

 

Read Full Post »

Older Posts »