Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Εκπαίδευση’ Category

Κληρικοί της επαρχίας Ερμιονίδας: Αρωγοί της Παιδείας του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους (1828 -1853) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Για να τεθούν οι βάσεις της Παιδείας και ειδικότερα της εκπαίδευσης του ελεύθερου Ελληνικού Κράτους κατά την πρώτη 25/ετία της οργάνωσής του, βοήθησαν οικονομικά φορείς, ιδιώτες αλλά και ορισμένοι κληρικοί της επαρχίας Ερμιονίδας, όπως η έρευνά μας αποκάλυψε.

Βλέποντας τα ονόματά τους στους καταλόγους των συνδρομητών αισθανθήκαμε έκπληξη αλλά και χαρά. Σκεφθήκαμε πως οι άνθρωποι αυτοί, που ίσως να ήταν απαίδευτοι ή ολιγογράμματοι, αναγνώριζαν την Παιδεία ως τη μόνη ικανή δύναμη να «αναστήσει» το Έθνος. Έτσι παρά τη φτώχεια ή ακόμη και την οικονομική τους εξαθλίωση, έβρισκαν τη δύναμη να συνεισφέρουν για τις εκπαιδευτικές ανάγκες του Έθνους.

Συγκεκριμένα:

Στον κατάλογο των μελών της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας του έτους 1837 αναγράφονται τα ονόματα των: Γρηγορίου Μερτζέλου, ηγουμένου της Ι. Μ. των Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης και Σεραφείμ, ηγουμένου της Ι. Μ. Κοιλάδας. Οι ως άνω κληρικοί, όπως αναφέρεται στα «Πρακτικά της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, εν Αθήναις 1842» ήσαν μέλη της και κατέβαλαν εισφορά για το έργο της Εταιρείας. [1]

Ο ηγούμενος της Ι.Μ. των Αγίων Αναργύρων ιερομόναχος Χατζή Γρηγόριος Μαρτσέλος ή Με(α)ρτζέλος με καταγωγή από το Σοφικό Κορινθίας διετέλεσε ηγούμενος της Μονής πλέον της εικοσαετίας (1829/1830-1851). Ήταν κληρικός ελεήμων και φιλάνθρωπος, πρόθυμος να παρέχει ηθική και υλική συμπαράσταση σε όποιον είχε ανάγκη, γι’ αυτό και ήταν πολύ αγαπητός στην επαρχία μας. Ο ηγούμενος της Ι. Μ. Κοιλάδας ιερομόναχος Σεραφείμ ανέλαβε τη διοίκηση της Μονής το έτος 1822 και παρέμεινε σ’ αυτή «εν μέσω πολλών ταραχών» μέχρι τον Μάιο του 1837, οπότε και τον έπαυσαν.

Αλλά και σε αχρονολόγητο (όπως αναγράφεται) Παράρτημα της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, κατά την άποψή μας του έτους 1850 ή 1852, «Η επί των συνδρομών προς ανέγερσιν Ελληνικού Πανεπιστημίου Επιτροπή» ενημερώνει ότι τελείωσε η πρώτη πτέρυγα και ξεκίνησαν οι εργασίες για την ανέγερση της δεύτερης πτέρυγας. Μεταξύ των συνδρομητών του έργου, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού που κατέβαλαν, αναγράφονται από την επαρχία μας οι:

  • Ηγούμενος Γρηγόριος Μαρτσέλος, Ι. Μ. Αγίων Αναργύρων – 16 δραχμές και 74 λεπτά.
  • Ηγούμενος Αγάπιος Πετζάλης, Ι. Μ. Κοιλάδας.
  • Πρεσβύτερος Λουκάς Στρίγκος, εφημέριος Τιμίου Προδρόμου Κρανιδίου – 8 δραχμές.
  • Σύγκελλος Διονύσιος (Δημήτριος) Κρο(ε)μμύδας, εφημέριος Αγίου Βασιλείου Κρανιδίου – 8 δραχμές.
  • Πρεσβύτερος Ιωάννης Ρομπότ(ζ)ης, εφημέριος Μεταμόρφωσης (Χριστού) Κρανιδίου – 5 δραχμές.
  • Πρεσβύτερος Ιωάννης Σακελλαρίου, εφημέριος Εισοδίων της Θεοτόκου (Κάτω Παναγιά) Κρανιδίου – 5 δραχμές.
  • Πρεσβύτερος Γεώργιος Τσούτσας, εφημέριος Αγίου Βασιλείου Κρανιδίου – 5 δραχμές.
  • Πρεσβύτερος Ιωάννης Τσούτσας, όχι Στούτσας όπως είναι γραμμένος, εφημέριος Μεταμόρφωσης (Χριστού) Κρανιδίου – 5 δραχμές.

Θα ήταν παράλειψη όμως, αν κλείνοντας το άρθρο μας αυτό, δεν αναφερόμαστε στην προσωπικότητα και το έργο του πρωτεργάτη και θεμελιωτή της Εκπαίδευσης στην επαρχία μας, Επίσκοπο Άνθιμο Κομνηνό – κληρικό «πεπαιδευμένον με διαγωγήν αρχιερατικήν».

Άνθιμος Κομνηνός

Ο Άνθιμος χειροτονήθηκε Επίσκοπος το 1811 και τοποθετήθηκε Μητροπολίτης της Ι. Μ. Ηλιουπόλεως και Θυατείρων (Επισκοπή Εφέσου) Μ. Ασίας. Το 1821 με την έναρξη της Επανάστασης ήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στα Κύθηρα, όπου παρέμεινε μέχρι το 1828. Τότε κλήθηκε να αναλάβει εκκλησιαστικός τοποτηρητής της επαρχίας Άργους και Κάτω Ναχαγέ (Ερμιονίδας), θέση στην οποία παρέμεινε για μια 5/ετία (1828 – 1833) έχοντας τον τίτλο του Μητροπολίτη «Πρώην Ηλιουπόλεως».

Κατά τους χρόνους της αρχιερατικής του θητείας συνεργάσθηκε άριστα με τους δημογέροντες της περιοχής μας και καθοδηγώντας τους αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο μεταξύ αυτών και της Κυβέρνησης. Έτσι, τις περισσότερες φορές, τα δύσκολα εκπαιδευτικά προβλήματα που προέκυπταν, διευθετούνταν με τον ευνοϊκότερο τρόπο. Γι’ αυτούς τους λόγους ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας έτρεφε προς αυτόν μεγάλη εκτίμηση και εμπιστοσύνη.

Καθοδηγούμενοι από τον Επίσκοπο «όστις συνέδραμε πολυειδώς εις το κοινωφελές τούτου κατάστημα» οι κάτοικοι του Διδύμου (Διδύμων) σύστησαν την Ελληνοαλληλοδιδακτική τους Σχολή. Μάλιστα «κατά την 13η του παρελθόντος Οκτωβρίου (1829) τη συνεργασία του καλού μας πατρός Αγίου Ηλιουπόλεως… εσκέφθημεν πρώτον περί του ετησίου μισθού του διδασκάλου και των ενδεχομένων εξόδων εν τω σχολείω…».

Όπως είναι γνωστό, διδάσκαλος της Σχολής ανέλαβε ο ιερομόναχος Δημήτριος Βλαχογιάννης, Λέσβιος, του οποίου ο Επίσκοπος εκθειάζει την κατάρτιση και τις εκπαιδευτικές του ικανότητες (Μάιος του 1832). Λίγες ημέρες αργότερα, όμως, ο διδάσκαλος παραιτείται λόγω της μη καταβολής του μισθού του. Ο τοποτηρητής συμμερίζεται την κατάσταση και αποδίδει και αυτός την παραίτηση του ικανού διδασκάλου Δημητρίου Βλαχογιάννη αποκλειστικά στην «έλλειψιν των μισθών» του.

Να προσθέσουμε, ότι ο Μητροπολίτης Άνθιμος, κατά τη σύσκεψη της 13 Οκτωβρίου 1829, ανέλαβε να προμηθεύσει τη Σχολή του Διδύμου με τα απαραίτητα βιβλία και τη γραφική ύλη.

Μεγάλη ήταν η συμβολή του Επισκόπου και στη σύσταση της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Κρανιδίου καθώς και στην εξεύρεση διδασκάλου. Στις 29 Μαρτίου 1830 απευθυνόμενος στον Γραμματέα (Υπουργό) της Παιδείας μεσολαβεί για την αποστολή διδασκάλου «ίνα ίδωσι ταχύτερον τους καρπούς της σχολής» οι κάτοικοι του Κρανιδίου. Τελικά η κυβέρνηση «πέμπει διδάσκαλον αλληλοδιδακτικόν εις την εκεί σχολήν τον κύριον Γεννάδιον Γεώργιον (Γεωργίου) ειδήμονα της Μεθόδου». Στη συνέχεια, όταν προέκυψαν διάφορα οικονομικά ζητήματα, για τη λειτουργία της Σχολής και τη μισθοδοσία του διδασκάλου, πάλι ο Μητροπολίτης Άνθιμος διορίζει τρεις εφόρους «τους αξιότερους και υποληπτικώτερους», για να επιταχυνθούν οι διαδικασίες αποπληρωμής των χρεών της Σχολής.

Αλλά και όταν περί τα μέσα του 1832 πολλά προβλήματα του διδακτηρίου παρέμεναν σε εκκρεμότητα, ο Επίσκοπος πρότεινε στη Γραμματεία της Παιδείας να διατεθούν οι επιτόπιοι πόροι για τις επισκευές της Σχολής «ήτις απαιτεί καθ’ όλα διόρθωσιν». Οι δημογέροντες, οι πρόκριτοι και οι κάτοικοι του Κρανιδίου αναγνωρίζοντας στο πρόσωπο του «Ηλιουπολίτη» Μητροπολίτη Ανθίμου τον θερμό συμπαραστάτη των προσπαθειών τους, έλεγαν χαρακτηριστικά: «Όσο ο Μητροπολίτης βρίσκεται στο Κρανίδι όλα πάνε καλά. Όταν φεύγει όλα χωλαίνουν». [2]

Το 1833 σε ηλικία 50 χρόνων ο Άνθιμος τοποθετείται «επί της Διοικητικής Επιτροπής» Επίσκοπος στην επαρχία Μονεμβασίας, αλλά παραιτείται άμεσα και αναλαμβάνει τη Μητρόπολη Κυκλάδων, την οποία διαποίμανε για μια περίπου 10/ετία με ιδιαίτερο ζήλο.

Ο Μητροπολίτης Άνθιμος πέθανε στη Σύρο το 1842 «προσβληθείς υπό καροτικού πυρετού». Αναγγέλλοντας τον θάνατό του το περιοδικό «Ελληνικός Ταχυδρόμος» έγραφε: «Απεβίωσεν εις Σύραν την 9(21) του ε.μ. (ενεστώτος μηνός) ο Σεβασμιώτατος Επίσκοπος Κυκλάδων αφήσας θλίψιν γενικήν καθ’ όλην την επισκοπήν του. Αι αρεταί του μακαρίου Ανθίμου επέσυρον προ καιρού εις αυτόν γενικόν σέβας και πάντες ήδη θεωρούμεν χρέος μας να αποδώσωμεν εις τας σπανίας αρετάς του τον δίκαιον έπαινον». [3]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία ιδρύθηκε, όπως είναι γνωστό, στις 26 Ιουλίου 1836 με πρωτοβουλία του παιδαγωγού Ιωάννη Κοκκώνη, με σκοπό τη μόρφωση διδασκαλισσών και μητέρων και γενικότερα την εξάπλωση της Παιδείας σε όλη τη χώρα. Τα σχολεία της Εταιρείας που λειτουργούν μέχρι και σήμερα, έχουν το όνομα του μεγάλου ευεργέτη της Εταιρείας Αρσάκη (Αρσάκεια).

[2] Στην Ερμιόνη παρά τις μεγάλες προσπάθειες που κατέβαλαν ο τοποτηρητής Άνθιμος και οι κάτοικοι, εξαιτίας ορισμένων αδυναμιών και προσωπικών διενέξεων, Σχολή δεν λειτούργησε εκείνους τους χρόνους, αλλά δέκα χρόνια αργότερα, το 1839.

[3] «Ελληνικός Ταχυδρόμος», αρ. 19, έτος Ε΄, Εν Αθήναις 16 Ιουλίου 1842.

 

Π η γ έ ς

  • Γενικά Αρχεία του Κράτους

Β ι β λ ί α

  • Αθουσάκης Αδάμ: «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 1832)», Κόρινθος 2003.
  • Βασιλείου Ιωάννης: «Η Ερμιονίς από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς», Εν Αθήναις 1907.
  • Γκάτσος Α., Προκοπίου Γ, Γκερέκος Ι.: «Το προσκύνημα της Ερμιονίδας», Ερμιόνη 1994.
  • Ησαΐας Ιωάννης: «Η ιστορία του Κρανιδίου…», Αθήνα 2013.
  • Σπετσιώτης Γιάννης – Ντεστάκου Τζένη: «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική περίοδο (1829-1862)», Αθήνα 2016.
  • Χατζηστεφανίδης Θεοφάνης: «Ιστορία της Νεολληνικής Εκπαίδευσης (1821-1986)», Αθήνα 1990.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

Η συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος στην οικονομική ανάπτυξη του Άργους*. Χρήστος Π. Μπαλόγλου, Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Φρανκφούρτης. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Δράττομαι της ευκαιρίας να ασχοληθώ με μία επιφανή προσωπικότητα του ελληνικού κράτους από της ιδρύσεώς του, τον Γρηγόριο Παλαιολόγο, ο οποίος άφησε ανεξίτηλη την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή του Άργους. Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος αποτελεί μία από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της Καποδιστριακής περιόδου και των πρώτων ετών της βασιλείας του Όθωνος. Γεωπόνος, γεωργοοικονομολόγος, οικονομολόγος, αλλά και λογοτέχνης, εκδότης περιοδικού, συνέβαλε από τη θέση του και με τις δυνάμεις του στην προαγωγή της γεωργικής οικονομίας της χώρας.

Η πρώτη ενότητα παρουσιάζει τα βιογραφικά στοιχεία του Παλαιολόγου που σχετίζονται με τις σπουδές του στην Ευρώπη και το έργο του έως την άφιξή του στην Ελλάδα. Η παρουσία και συμβολή του Παλαιολόγου αποτιμώνται μέσα στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια (Ενότητα 2). Δεν είναι μικρότερης σημασίας και η παρουσία του Κωνσταντινουπολίτη λογίου κατά την περίοδο διακυβερνήσεως της χώρας από την Αντιβασιλεία και τον Όθωνα (Ενότητα 3). Η τετάρτη ενότητα παρουσιάζει, για λόγους πληρότητος, τον λογοτέχνη Παλαιολόγο. Τα Συμπεράσματα ανακεφαλαιώνουν τα πορίσματα της ερεύνης.

  1. Βιογραφικά στοιχεία [1]

Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα – πιθανόν το 1794 – στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στη Βλαχία, αφού ο πατέρας του διετέλεσε επιτετραμμένος του ηγεμόνα της Βλαχίας στην Οθωμανική Πύλη, σπούδασε στην Πατριαρχική Ακαδημία και στη συνέχεια με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας των Παρισίων» παρακολούθησε θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα Γεωπονικής στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ελβετία. Τις χώρες αυτές φαίνεται ότι τις γνώρισε πραγματικά, όπως μαρτυρείται από το έργον του Πολυπαθής. Το γεγονός ότι οι νέοι της εποχής του Παλαιολόγου ακολουθούσαν συνήθως σπουδές Ιατρικής και Νομικής, ενώ αυτός ακολούθησε σπουδές Γεωπονικής, αποδεικνύουν μία διαφορετική, ξεχωριστή προσωπικότητα. Στην Αγγλία μεταβαίνει για να εξασφαλίσει τη μεσολάβηση της αγγλικής κυβερνήσεως για να του αποδοθούν κάποια κτήματά του στη Βλαχία, γεγονός που θα του έδινε την οικονομική δυνατότητα να τελειοποιήσει τις γνώσεις του στην αγγλική γλώσσα και να παρακολουθήσει μαθήματα «πολιτικής» [2]. Οι προσπάθειες του αυτές δεν τελεσφόρησαν, προσπάθησε να διδάξει έναντι αμοιβής την ελληνική στο Cambridge, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα, και τελικά μετέφρασε στην αγγλική το θεατρικό έργο του Ν.Σ. Πίκκολου [3], Ο θάνατος του Δημοσθένους, έργο που έχει ως σκοπό να ευαισθητοποιήσει τη συνείδηση των Άγγλων ουμανιστών απέναντι στην ελληνική υπόθεση [4] 

Το 1827 δηλώνει στον πρόλογο του βιβλίου του Esquisses de moeures turques de XIXe siecle, τυπωμένου στο Παρίσι, ότι έχει περατώσει τις σπουδές του και ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Όμως, η αναχώρησή του δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή τα δύο επόμενα έτη τον συναντούμε ακόμα στη Γαλλία ως υπότροφο της «Societe Philanthropique en faveur des Grecs» στο Παρίσι και είναι ένας από τους σπουδαστές για τον οποίο γίνονται θερμές συστάσεις προς τον Καποδίστρια, ο οποίος είχε ενδιαφερθεί για νέους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος [5].

Το 1828 εκδίδει με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας» το έργον του με τίτλο Ερμηνεία της καλλιεργείας του γεωμήλου (Paris: F. Didot). Ο ίδιος ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι όσα γράφει για το φυτό, αποτελούν γνώσεις που τις απέκτησε από την μελέτη των καλυτέρων συγγραφέων για το ίδιο θέμα, η διετής διατριβή του σε ένα από τα πλέον γνωστά Γεωργικά Καταστήματα της Ευρώπης, του Ροβελίου, καθώς και το γεγονός ότι γνώρισε την καλλιέργεια του γεωμήλου στην Αγγλία και Γερμανία.

Τον επόμενο χρόνο, το 1829, ολοκληρώνει τις γεωπονικές του σπουδές και επιστρέφει στην Ελλάδα, έτοιμος να προσφέρει στην ανασύνταξη του νεοτεύκτου ελληνικού κράτους [6]. Η οποιαδήποτε συνεισφορά του ως Διευθυντού του Αγροκηπίου της Τίρυνθος πρέπει να αποτιμηθεί μέσα στα πλαίσια της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια.

  1. Πτυχές της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια

Το έργο της αναδημιουργίας του Καποδίστρια αρχίζει με ανεπαρκέστατα και πενιχρότατα εφόδια, αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ο σχετικά ευκατάστατος θεωρούμενος χωρικός διέθετε ένα ησιόδειο άροτρο, ένα ζεύγος βοδιών για την καλλιέργεια της γης και μερικούς όνους για την μεταφορά των προϊόντων από τους αγρούς [7]. Οι περισσότεροι ήσαν αναγκασμένοι να καλλιεργούν τη γη με τη σκαπάνη και την τσάπα. Η καλλιέργεια της σικάλεως και της βρώμης ήταν άγνωστη και μόνη διαδεδομένη καλλιέργεια ήταν της κριθής και του σίτου. Τα γνωστά εισοδήματα της Ελλάδος, η σταφίδα και οι ελιές, είχαν σημαντικά μειωθεί. Σ’ αυτό συνετέλεσαν ανεπιφύλακτα οι δηώσεις και οι καταστροφές που συνετελέσθησαν από την εισβολή και παραμονή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο [8].

Έκδηλο είναι το ενδιαφέρον και η αγάπη του Καποδίστρια για την ανάπτυξη της γεωργίας. Έχοντας ο ίδιος παρακολουθήσει κατά το χρόνο των σπουδών του στην Πάδοβα μαθήματα Πειραματικής Γεωργίας του Καθηγητή Pietro Arduino (728-1805), ο οποίος διηύθυνε το πρότυπο πειραματικό φυτοκομείο [9] και έχοντας επισκεφθεί τα σύγχρονα για την εποχή τους Αγροκήπια και Γεωργικά Καταστήματα στην Ελβετία και Γερμανία [10], θα διατρανώσει ότι οι γεωργοί  είναι η μόνη παραγωγική τάξη, που αξίζει τη συμπάθεια και την υποστήριξη της Κυβερνήσεως. Αντίστοιχη άποψη εκφράζει και ο συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας [11], ο οποίος τους χαρακτηρίζει ως «η σεβασμιωτέρα τάξις μιας πολιτείας, ο σταθερώτερος πόρος της πολιτικής ευτυχίας…». «Μόνους τους χωρικούς και τους βιομηχάνους (sc. βιοτέχνες)», γράφει ο Τρικούπης, «εθεώρει αξίους της αγάπης και προστασίας του, και έλεγεν αναφανδόν, ότι προς το συμφέρον μόνων αυτών απέβλεπεν η κυβέρνησίς του» [12]. Τους γεωργούς θεωρούσε ως τους πλέον πιστούς συμμάχους για να πλήξει τη δύναμη των κοτζαμπάσηδων. Τη συστηματική καλλιέργεια της γης θεωρούσε ως την πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για την μελλοντική ευδαιμονία του ελληνικού λαού [13].

Ο Καποδίστριας, συνεπικουρούμενος από τις τοπικές αρχές, προσκαλεί τους γεωργούς να επιστρέψουν πίσω στις κατεστραμμένες πατρίδες τους, και με το αίσθημα της ασφαλείας να επιδοθούν στα ειρηνικά τους έργα [14]. Αρωγός στην προσπάθειά του αυτή είναι οι ενισχύσεις είτε σε χρήμα είτε σε είδος των κυβερνήσεων των Μ. Δυνάμεων και των φιλελληνικών εταιρειών [15]. Πράγματι, ο Κυβερνήτης διανέμει στους γεωργούς βόδια, σπόρους και εργαλεία, προπάντων άροτρα [16].

Ο Καποδίστριας διαβλέπει την οικονομική σημασία και αξία της τεχνικής εκπαιδεύσεως, ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα. Με την εκπαίδευση και τεχνική κατάρτιση των γεωργών θα προαχθεί η γεωργία και κατ’ επέκταση η εθνική οικονομία [17]. Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται η εισαγωγή της καλλιέργειας των γεωμήλων με τη βοήθεια του Ιρλανδού γεωπόνου Stevenson, η εισαγωγή νέων τεχνικών μέσων για την άροση των αγρών, η ίδρυση της πρώτης Γεωργικής Σχολής στην Τίρυνθα και προτύπου αγροκηπίου [18]. Η τοποθέτηση του Παλαιολόγου στη διεύθυνση της Σχολής υπήρξε καθοριστική για την προαγωγή της γεωργίας. 

  1. Η επιλογή και τοποθέτηση του Παλαιολόγου ως Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος

 

Στα τέλη του 1828 υπογράφει ο Καποδίστριας το διορισμό του Παλαιολόγου ως Διευθυντού του Αγροκηπίου. Ο Παλαιολόγος αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα και μεταβάλλει το σχολείο σε υποδειγματικό αγροκήπιο. Η φιλοδοξία του Παλαιολόγου, καθώς και του Καποδίστρια ήταν να μυήσουν τον ελληνικό λαό στις σύγχρονες εξελίξεις της γεωργίας. Το ιδανικό των δύο ανδρών ήταν να ανυψωθεί όσον το δυνατόν συντομότερα ο ελληνικός λαός στο επίπεδο των λαών της Δύσεως [19]. Ο Καποδίστριας αισθανόταν μεγάλη χαρά και ικανοποίηση, όταν με δαπάνες του φιλέλληνα Eynard και με διευθυντή τον Παλαιολόγο κατόρθωσε να ανοικοδομήσει στην Τίρυνθα την πρώτη Γεωργική Σχολή [20]. Στόχος της Σχολής ήταν να δείξει στους κατοίκους την ωφέλεια της γεωργίας και των τελειοποιουμένων εργαλείων, να φέρει νέα ζώα στο κράτος, να πολλαπλασιάσει τα δένδρα, να βελτιώσει την αμπελουργία, οινοποιία, ελαιοποιΐα, μεταξουργία κτλ. Επίσης αποσκοπούσε στην μόρφωση και διαπαιδαγώγηση των γεωργών με τις συγχρόνους μεθόδους τεχνικής και παράλληλα την ύπαρξη της δυνατότητος να μεταδώσουν στους υπολοίπους Έλληνες τις γνώσεις και δεξιότητες που είχαν αποκτήσει από τη φοίτησή τους στη Σχολή.

 

Άποψη των τειχών της αρχαίας Τίρυνθας. Στο πρώτο επίπεδο απεικονίζεται η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας (σήμερα Αγροτικές Φυλακές), την οποία ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο βάθος διακρίνονται το Ναύπλιο και το Μπούρτζι.

 

Παρόλο που το φθινόπωρο του 1829 θεωρείται οριστική η ίδρυση του Αγροκηπίου, εν τούτοις τον Φεβρουάριο του 1830 δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί η πλήρης εγκατάστασή του. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την επιστολή του Καποδίστρια της 20ης Φεβρουαρίου 1830 προς τον Eynard, στην οποία του επισημαίνει: «Κατασκευάζεται η σύσταση ενός προτύπου γεωργικού αγροκηπίου, για το οποίο χρησιμοποιήθηκε αξιόλογη γη μεταξύ Ναυπλίου και Άργους. Τα άροτρα τα οποία έχουν έλθει από τη Γαλλία, χρησιμοποιήθησαν αρκετά. Μας απομένει να κατασκευάσουμε το οίκημα, τις αποθήκες, τα ζωοστάσια, τα εργαστήρια και να αγοράσουμε βοοειδή. Εάν ολοκληρωθεί το έργο αυτό, θα βοηθήσει σε μέγιστο βαθμό τη βελτίωση της γεωργίας του τόπου. Για τη διαδικασία αυτή μεγάλη ήταν η συμβολή του Κυρίου Παλαιολόγου γι’ αυτό και τον ευχαριστούμε πολύ».

 Ο Παλαιολόγος είναι εκείνος που θα προκρίνει τον τόπο εγκαταστάσεως του Αγροκηπίου. Η τοποθεσία που επιλέχθηκε για την εγκατάσταση του Καταστήματος και του Αγροκηπίου ήταν μεταξύ ΆργουςΝαυπλίου, πάνω στον μεγάλο δρόμο. Ο δρόμος είχε προοπτικές να γίνει βαθμιαία εφάμιλλος των ευρωπαϊκών, έτσι ώστε να διευκολύνει τη διέλευση των αμαξιών, καθώς και την επικοινωνία μεταξύ των δύο πόλεων. Στη θέση αυτή και ειδικότερα προς την πλευρά της θαλάσσης υπήρχαν αρκετοί βάλτοι, οι οποίοι είχαν αποξηρανθεί και θα μπορούσαν να αποκατασταθούν σε πολλά και γόνιμα χωράφια. Ποτάμια και πηγάδια δεν υπήρχαν κοντά στην περιοχή, επειδή όμως ο τόπος ήταν χαμηλός, το νερό θα μπορούσε να βρεθεί και να εξαντληθεί εύκολα. Οι πέτρες των ερειπίων της Τίρυνθος θα χρησίμευαν για την κατασκευή των αναγκαίων οικοδομών. Οι οικοδομές αυτές θα αποτελούνταν από το κτήριο, στο οποίο θα στεγάζεται ο διευθυντής, οι επιστάτες και οι υπηρέτες γεωργοί, από ένα αγελαδοστάσιο, ένα προβοτοστάσιο, τους στάβλους των βοδιών και αλόγων, από μία σιταποθήκη, έναν αχυρώνα, το τμήμα παραγωγής οίνου, μετάξης και τυριού. Επίσης, θα αποτελείται από το σχολείο και το Ορφανοτροφείο, όπου θα κατοικούν και θα διδάσκονται τη γεωργία είκοσι περίπου άποροι νέοι. Κοντά στο κατάστημα θα προσδιορισθεί μέρος της γης, το οποίο θα ετοιμάζεται για να δεχθεί σπόρους και φυτά διαφόρων δένδρων.

Ένας δεύτερος σκοπός του Καταστήματος είναι η διδασκαλία της χρήσεως των διαφόρων τελειοποιημένων εργαλείων και ειδικότερα αρότρων, τα οποία απέστειλαν οι Φιλέλληνες της Γαλλίας. Ο Παλαιολόγος υπήρξε ο πρώτος εισηγητής εισαγωγής προηγμένης τεχνολογίας στην Ελλάδα, η οποία θα βελτιώσει την παραγωγή, αλλά και την ποιότητα των παραγομένων προϊόντων, που θα συντελέσουν στη διατροφή του χειμαζομένου από την πείνα λαού [21].

  1. Οι απόψεις του Παλαιολόγου περί Γεωργίας

Ενωτισμένος ο Παλαιολόγος από την προτροπή και θέση του Ξενοφώντος στον Οικονομικό, ότι η γεωργία είναι η «μήτηρ πασών των τεχνών» [22], υποστηρίζει ότι η γεωργία είναι η πρώτη τέχνη που εφεύρε ο άνθρωπος. Ακολουθώντας το σχήμα των σταδίων εξελίξεως του ανθρωπίνου βίου από τον πρωτόγονο τρόπο διαβιώσεως, όπου αυτόδοτα έδιδε τα αγαθά η φύση έως την εμφάνιση του πολιτισμένου βίου [23], θα διακηρύξει τη συμβολή της γεωργίας, μέσω της οποίας ο άνθρωπος μετέβη από τον άγριο στον πολιτισμένο βίο [24]. Η γεωργία ως πηγή της βιομηχανίας και του εμπορίου είναι η βάση της δυνάμεως και της ανεξαρτησίας των εθνών. Η πολύτιμη αυτή τέχνη, η οποία ήταν πολύ παραμελημένη στην Ελλάδα έχει ανάγκη μεταρρυθμίσεως και βελτιώσεως [25].

 

Γεωργικά εργαλεία. Δημοσιεύεται στο: Γρ. Παλιολόγου, «Γεωργική και οικιακή οικονομία», τομ. Ά, σελ. 76, Ναύπλιο, 1833.

 

Καίρια και χωρίς μικρότερη σημασία είναι η συνεισφορά του Παλαιολόγου στο διαφωτισμό του λαού για αγροτικά θέματα και ειδικότερα στον τρόπο καλλιεργείας και επεξεργασίας διαφόρων προϊόντων. Για το σκοπό αυτό συνέγραψε μία σειρά άρθρων στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος (ΓΕΕ) [26] υπό τον γενικό τίτλο «Γεωργία» και με υπότιτλο το ερευνώμενο θέμα. Άξιον προσοχής είναι το άρθρο του με τον τίτλο «Γεωργία», το οποίο δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος [27] και αυτοτελώς [28] και επέχει θέση πλήρους γεωργικού προγράμματος της Ελλάδος. Παράλληλα, προτίθετο και ο ίδιος να διδάξει τη γεωργία σε δημόσια απλά μαθήματα, πράγμα του όπως φαίνεται δεν πραγματοποιήθηκε [29].

  1. Η απομάκρυνση του Παλαιολόγου από το Αγροκήπιο

 Από τον Μάρτιο του 1831 η διοίκηση του Αγροκηπίου ανατέθηκε σε Επιτροπή υπό τις διαταγές της οποίας βρισκόταν ο Παλαιολόγος. Η απομάκρυνσή του οφείλεται στις κατηγορίες ορισμένων ατόμων για υπερβολικές δαπάνες [30]. Και ο μετά τον Τρικούπη Γραμματέας της Επικρατείας Νικόλαος Σπηλιάδης κατηγορεί τον Παλαιολόγο ότι ο Κυβερνήτης περίμενε πολλά απ’ αυτόν, αλλά δεν είδε τίποτε και τον απέλυσε, όταν έμαθε ότι – ενώ είχε έλθει πάμπτωχος στην Ελλάδα- είχε αρχίσει να πλουτίζει δανείζοντας στους χωρικούς με υψηλό τόκο [31]. Ο Γάλλος περιηγητής Michaud, επιφυλακτικός στις κρίσεις του, μάλλον αποδοκιμάζει την πορεία των εργασιών στο Γεωργικό Σχολείο, οι οποίες αποβλέπουν στη μίμηση ξένων προτύπων ιδρυμάτων, κυρίως γαλλικών, μη λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά κλίματος κατά την καλλιέργεια των διαφόρων προϊόντων ούτε και τις συνήθειες των λαών [32].

 

Τίρυνθα, Αγροτικές φυλακές, από καρτ ποστάλ εποχής.

 

Έως τα τέλη του 1831 ο Παλαιολόγος συνεχίζει να υπηρετεί και να αγωνίζεται για τη γεωργική εκπαίδευση του λαού. Αψευδής μάρτυς η συνεχής αρθρογραφία του στην εφημερίδα Αθηνά [33]. Η δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) δε σημαίνει την οριστική απομάκρυνσή του από το Αγροκήπιο. Το αντίθετο, μάλιστα. Η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος [34], η οποία είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια διόρισε τον Παλαιολόγο στη θέση του διευθυντού του Αγροκηπίου στις 21 Απριλίου 1832. Τη θέση αυτή διατήρησε έως τα τέλη Αυγούστου 1832, οπότε αποχώρησε οριστικά και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου συντηρούσε ιδιωτικό κήπο. Τούτο φαίνεται από τα ίδια του τα λόγια: «Στα τέλη του Αυγούστου του 1832, φύτεψα τρεις οκάδες πατάτες στο περιβόλι της Αθήνας».

  1. Η συγγραφική δραστηριότητα του Παλαιολόγου

 Η προσπάθεια του Παλαιολόγου για την πνευματική και πολιτιστική προαγωγή των γεωργών συνεχίζεται και μετά την οριστική του απομάκρυνση από το Αγροκήπιο. Το 1833 εκδίδει στο Ναύπλιο την περιοδική εφημερίδα Τριπτόλεμος. Το έντυπο κυκλοφορείται κάθε Τετάρτη και Σάββατο. Ο τίτλος είναι δηλωτικός του περιεχομένου του εντύπου. Ο Παλαιολόγος το αφιερώνει στον Τριπτόλεμο, τον αρχαίο θεό, προστάτη της γεωργίας. Ο κυριότερος σκοπός της εκδόσεώς του είναι η βελτίωση της γεωργίας, των τεχνών και του εμπορίου.

Το περιοδικό κυκλοφορήθηκε σε 39 τεύχη. Τόσο πολλή ήταν τότε η κομματική εμπάθεια, ώστε να κατασχεθεί το υπ’ αριθμ. 25 φύλλο του περιοδικού από την εισαγγελική αρχή και δεν κατέστη δυνατόν να συνεχίσει να εκδίδεται. Η καταπολέμηση κάθε προσπάθειας του Παλαιολόγου υπέρ της γεωργίας και κτηνοτροφίας της χώρας, η απομάκρυνσή του από το Αγροκήπιο σε συνδυασμό με την αχρήστευση της Σχολής της Τίρυνθος από τον εμφύλιο του 1832 χαρακτηρίζουν την εποχή αυτή. Η αυθαιρεσία της πολιτείας και η αδιαφορία της κοινωνίας οδήγησαν τον Παλαιολόγο στη διακοπή λειτουργίας του περιοδικού [35].

Από το α’ έως το ζ’ φύλλο δημοσίευε περίληψη των περιεχομένων των εφημερίδων του Ναυπλίου Αθηνά, Χρόνος και Ήλιος. Στα φύλλα 1 και 3 δημοσιεύεται μελέτη με τον τίτλο «Βιομηχανία» και σε υποσημείωση αναφέρεται, ότι η βιομηχανία είναι όρος γενικός και περιλαμβάνει τις τέχνες, τη γεωργία και το εμπόριο. Στο φύλλο 2 δημοσιεύει μελέτη με τον τίτλο «Γεωργία», η οποία είναι συνέχεια της προηγούμενης μελέτης που δημοσίευσε στο φύλλο 1. Στα υπ’ αριθμ. 4 και 5 φύλλα δημοσιεύεται μελέτη με τον τίτλο «Τι πρέπει να γίνη απο τις Αρχες δια την πρόοδον της γεωργίας». Το φύλλο 6 αναφέρεται στο θέμα της κτηνοτροφίας. Στο φ. 7 δημοσιεύονται «Οδηγίες» για τη σύναξη οψίμων καρπών. Αξία προσοχής είναι η υποδεικνυομένη δοκιμή ξηρού αραβοσίτου για τη λήψη της δεκάτης. Στα υπ’ αριθμ. 5,7 και 10 φύλλα δημοσιεύεται επιστολή που αφορά τις ενοικιάσεις γεωργικών προϊόντων και τους δεκατισμούς τους. Στο φ. 8 δημοσιεύεται άρθρο σχετικό με τον αραβόσιτο. Στο υπ’ αριθμ. 9 φύλλο δημοσιεύεται εγκύκλιος της 12ης Ιουλίου 1833, η οποία απευθύνεται στους Εφόρους και αναφέρεται στις εισπράξεις της αμπέλου και των σταφίδων. Στο φ. 10 δημοσιεύεται άρθρο σχετικό με τη διατήρηση του σίτου και στο φ. 11 άρθρο σχετικό με την οινοποιία. Στα φ. 17,19,20, 26 και 27 γίνεται λόγος για το γάλα και την τυροποιΐα και μεταφέρει τα σχετικά κεφάλαιο του έργου του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία. Στο φ. 24 (14-10-1833) δημοσιεύεται άρθρο με θέμα το δασμό της λιανοσταφίδος. Στο φ. 27 γίνεται λόγος για το θεό Τριπτόλεμο, στο φ. 29 αναφέρεται στις δενδροφυτείες και στο φ. 31 για τα φιστίκια. Παράλληλα, δίδει οδηγίες για το πώς διατηρούνται και πως πρέπει να χρησιμοποιούνται τα πούπουλα και τα φτερά των πτηνών. Στα φ. 34 και 37 γίνεται λόγος για την αμπελουργία.

Συναφές με το αντικείμενο του Τριπτολέμου είναι και το δίτομο έργο του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία [36]. Το έργο αυτό παρέχει πλούσιο υλικό για την κατάσταση της γεωργίας την εποχή αυτή. Έκδηλη είναι στο έργο αυτό η εγκυκλοπαιδική του μόρφωση και επιστημονική του κατάρτιση, ο πατριωτισμός και ο πόθος του για τη γεωργική πρόοδο του Νέου Ελληνισμού.        

  1. Η συμβολή του στην εμπέδωση βιομηχανικής συνειδήσεως

Κατ’ εντολήν της Αντιβασιλείας που αναλαμβάνει τη διοίκηση του Κράτους με την έλευση του Όθωνος τον Ιανουάριο του 1833 (30 Ιανουαρίου 1833) συντάσσει έκθεση με τον τίτλο «Γεωργία και Βιομηχανία», την οποία δημοσιεύει στην εφημερίδα Αθηνά [37]. Η εμπορική δραστηριότητα της χώρας είναι περιορισμένη, επειδή η βιομηχανία είναι σχεδόν νεκρή και η γεωργία σε νηπιακό στάδιο. Η χώρα δεν αγοράζει μόνον προϊόντα, τα οποία δε παράγει, αλλά και άλλα ομοειδή με τα εγχώρια και, το χειρότερο απ’ όλα, το συνάλλαγμα για την πληρωμή τους προέρχεται από δάνεια του εξωτερικού και όχι από εξαγωγές προϊόντων. Για τη βελτίωση της καταστάσεως προτείνεται σε πρώτη φάση σε πρώτη φάση η ίδρυση τριών ή περισσοτέρων προτύπων κτημάτων διδασκαλίας της επιστημονικής καλλιέργειας της γης και εθνικού χειροτεχνείου για την παρασκευή εργαλείων. Αξιοσημείωτο είναι ότι προτείνεται ως κίνητρο σε όποιον μαθητευόμενο εφαρμόσει διδάγματα που θα αντλήσει από το εκπαιδευτικό αυτό κέντρο, την πληρωμή μόνο του ημίσεος της δεκάτης. Τοιουτοτρόπως, η παιδεία θα βελτιωθεί και οι τέχνες θα προοδεύσουν. Επιτροπή για τη φροντίδα γεωργίας-βιομηχανίας θα συντονίσει τις απαραίτητες ενέργειες για την οικονομική πρόοδο του τόπου. Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η βιομηχανία μέλλει να υπάρξει μόνον ως κλάδος επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων και όταν η αγροτική παραγωγή ακμάσει [38].

Ο Παλαιολόγος είναι ο πρώτος, ο οποίος ασχολείται με τη βιομηχανία, εξ όσων είμεθα σε θέση να γνωρίζουμε. Κάνει λόγο για εγχώρια βιομηχανία και καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για τη διάδοσή της. «Τρία σημαντικά αντικείμενα, τα οποία κατ’ εξοχήν πρέπει να σύρουν την προσοχή μιάς φωτισμένης και πατριωτικής διοικήσεως», επισημαίνει ο Παλαιολόγος, «είναι η γεωργία, η βιομηχανία και το εμπόριον» [39]. Στις προτάσεις του ο Παλαιολόγος φαίνεται επηρεασμένος από τις απόψεις του Γάλλου οικονομολόγου J. B. Say, ο οποίος διατυπώνει ιδέες περί βιομηχανίας και δίδει έμφαση στον επιχειρηματία ως παραγωγικό συντελεστή.

Σημαντική είναι και μία άλλη πτυχή της συμβολής του Παλαιολόγου, η οποία δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Στις 9/21 Μαρτίου 1833 ο «μηχανικός» Παλαιολόγος, υποψήφιος για τη διεύθυνση των έργων, και ο λοχαγός Μηχανικού Σταυρίδης υπέβαλαν ένα σχέδιο για την κατασκευή του δρόμου Άργους – Ναυπλίου και δύο προϋπολογισμούς [40].

 

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

 

Στην έκθεσή του για την προαγωγή της Βιομηχανίας επισημαίνει ότι η δύναμη και η ευδαιμονία κάθε έθνους εξαρτάται από την πρόοδο και ευτυχή κατάσταση των τριών παραγωγικών τομέων, του πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα. Προτείνεται η σύσταση μιας Επιτροπής, η οποία θα έχει ως σκοπό να διδάξει τους γεωργούς, να τους προσφέρει νέες και χρήσιμες γνώσεις, έτσι ώστε να τους βοηθήσει να αναπτύξουν και να βελτιώσουν τη γεωργία με τελικό αποτέλεσμα τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Η Κυβέρνηση πρέπει να βοηθήσει στην εισαγωγή νέων και συγχρόνων αρότρων, στην κατασκευή αγροκηπίων, στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, στη φύτευση διαφόρων δένδρων και φυτών. Η συμβολή της Κυβερνήσεως με τον τρόπο αυτό θα έχει θετικά αποτελέσματα. Αρκετοί γεωργοί θα δουν τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας και με τη σειρά τους θα εφαρμόσουν τις νέες μεθόδους.

Η σύσταση βιομηχανικών καταστημάτων από την Κυβέρνηση θα βελτιώσει την κατάσταση της οικονομίας. Δεν είναι λίγοι οι ξένοι, οι οποίοι θα ήθελαν να προβούν σε επενδύσεις στη χώρα μας, όμως φοβούμενοι την κακή διοίκηση της χώρας φοβούνται να προβούν σε τέτοιου είδους επενδυτικές πρωτοβουλίες. Αν όμως καταστεί στους ξένους υποψηφίους επενδυτές γνωστό ότι μπορούν  να διασφαλισθούν οι επενδύσεις τους, τότε αυτοί θα αποπειραθούν μία τέτοια πρωτοβουλία. Παράλληλα, η κατασκευή οδικού δικτύου και η ανάπτυξη των συγκοινωνιών με έναν τρόπο, ώστε ο τόπος παραγωγής να συνδέεται με τον τόπο καταναλώσεως προάγει την οικονομία.

Τέλος, προτείνεται η σύσταση μιας Επιτροπής, αποτελουμένης από εμπείρους Έλληνες και ξένους, φιλέλληνες, οι οποίοι αμισθί θα μπορούν να παρέχουν συμβουλές στην Κυβέρνηση. Ο Γραμματέας των Εσωτερικών ή της Οικονομίας θα προΐσταται της Επιτροπής [41].

Η πρόταση του Παλαιολόγου, υποβληθείσα στην Αντιβασιλεία, πραγματοποιήθηκε από την Κυβέρνηση του Όθωνος. Πράγματι με το Β.Δ. της 25ης Ιανουαρίου/6ης Φεβρουαρίου 1837 συστάθηκε η «Επιτροπή επί της Εμψυχώσεως της Εθνικής Βιομηχανίας» (ΦΕΚ 5/9-2-1837) [42]. Ο Παλαιολόγος διετέλεσε το 1837 μέλος της Επιτροπής [43]. Έως το 1838 υπηρετεί στο Γραφείο Δημοσίας Οικονομίας, το οποίο απηχεί την προσπάθεια εφαρμογής των σαινσιμονιστικών ιδεών στην Ελλάδα [44].

Τελευταία προσπάθεια του Παλαιολόγου να επανέλθει στο γεωργικό στίβο γίνεται το 1837, όταν ζητεί από την Κυβέρνηση να του δώσει τα μέσα που χρειάζεται για να ιδρύσει στον κήπο του, στην Αθήνα, ένα πρότυπο τυροκομείο. Αντιμετωπίζει, όμως, την κομματική αντίδραση, η οποία τον σαρκάζει, τον ειρωνεύεται, τον αποκαλεί αμαθή, εκμεταλλευτή και αποκρούει κάθε ενίσχυσή του για οποιαδήποτε πραγματοποίηση των επιθυμιών και σχεδίων του [45].

  1. H δραστηριότητα του Παλαιολόγου ως λογοτέχνου

Κατά το 1839 ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι το διάστημα αυτό δεν είχε κάποια σπουδαία εργασία να τον απασχολεί, γι’ αυτό και αποφάσισε να γράψει το μυθιστόρημα Ο Πολυπαθής [46]. Ο μυθιστοριογράφος μας δηλώνει ότι στο βιβλίο αυτό προσπαθεί να ενώσει το «ηδύ» με το «ωφέλιμο». Ο ήρωας του βιβλίου φέρει το όνομα Αλέξανδρος Φαβίνης και περιγράφεται η ιστορία της ζωής του από την κοιλιά της μητέρας του έως την ηλικία των 65 ετών. Ο πρωταγωνιστής του Παλαιολόγου έζησε σε πάρα πολλούς τόπους και άσκησε τα κυριότερα επαγγέλματα. Υπήρξε υπουργός, δικαστής, άρχοντας, υπηρέτης, στρατιώτης, δάσκαλος, έμπορος και διανοούμενος. Κατά τη διάρκεια της ζωής του πλούτισε και δυστύχησε πολλές φορές, βρέθηκε σε πολέμους και κινδύνους, ναυάγησε, έζησε το φόβο της πειρατείας, έπεσε στα χέρια ληστών, βοηθήθηκε και κατατρέχθηκε από δυνατούς, εξορίσθηκε, αιχμαλωτίσθηκε, άλλαξε ακόμα και θρησκεία, ερωτεύθηκε, απατήθηκε από γυναίκες και άνδρες, φυλακίσθηκε, έμεινε έγκλειστος σε φρενοκομείο  και τέλος αποκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του.

Διηγούμενος τη βιογραφία του παριστάνει με τρόπο κωμικό όλες τις ελλείψεις της τότε κοινωνίας, τα πάθη και τα παθήματα του ανθρώπου από τη νηπιακή ηλικία μέχρι τα γεράματα. Εξιστορεί όλα τα ήθη και έθιμα των διαφόρων εθνών, των Κυβερνήσεων και των Αυλών. Στιγματίζει με τρόπο θεατρικό και επιδέξιο την αυθαιρεσία, τη δεισιδαιμονία, τη θεοβλάβεια, την ασελγία, τη φιλαργυρία, την κολακεία, την ασωτία, την αλαζονεία, την υπουλότητα, τη χαμέρπεια, καθώς επίσης τις διάφορες καταχρήσεις, τις παρεκτροπές και κυρίως την αγυρτεία όλων των τάξεων της κοινωνίας από τον ηγεμόνα έως τον υπηρέτη.

Στον Πολυπαθή παρατηρείται η ζωηρή φαντασία του Παλαιολόγου, η αγχίνοια, η εύρεση, η ποικιλία των περιπετειών, η υποστήριξη των διηγήσεων με διάφορες καταστάσεις, οι οποίες έχουν διαδραματισθεί και η κομψότητα στην περιγραφή. Επίσης φαίνεται η βαθειά αίσθηση των καλλονών του χαρακτήρα, της φύσεως και της τέχνης, η ικανή εκτίμηση της αρετής και η δίκαιη εκλογή της κακίας και της διαφθοράς. Όλα αυτά βοηθούν τη ψυχή του αναγνώστη να διακρίνει τα ωφέλημα και αξιέπαινα ιδιώματα στην κοινωνία και την αποστροφή προς τα μικροπρεπή και τα ολέθρια. Όλα αυτά είναι πολλά από τα πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος [47].

  1. Το δεύτερο σημαντικό του έργο Ο Ζωγράφος

Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος «Ο Ζωγράφος».

Το 1842 μας δίνει ο Γρηγόριος Παλαιολόγος το δεύτερο και τελευταίο του μυθιστόρημα, με τίτλο Ο Ζωγράφος [48]. Θεωρητικά Ο Ζωγράφος πρέπει να αποτελεί μία εξέλιξη και πρόοδο σε σχέση με το προηγούμενο μυθιστόρημα. Στο έργο αυτό, ο ήρωας δεν έχει την ιδιότητα του καλλιτέχνη και το θέμα δε σχετίζεται προς το χώρο των εικαστικών τεχνών. Ο τίτλος εδώ είναι υπαινικτικός. Με τον Ζωγράφο ο παλαιολόγος δηλώνει ότι πρόκειται για έργο με σαφή πρόθεση να εικονογραφήσει μία εποχή.

Ο θεματικός χώρος, τον οποίο επέλεξε ο μυθιστοριογράφος για την εικονογραφία του είναι η πολιτική. Ο ήρωας του ο Φιλάρετος εγκαταλείπει την επαρχία για να σταδιοδρομήσει στην πρωτεύουσα. Η αφήγηση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο και δίνεται έτσι η ευκαιρία να πραγματοποιηθεί μέσα από ουδέτερο κλίμα, τόσο η αναγκαία αναδρομή στο παρελθόν για να στηθεί το κατάλληλο σκηνικό, όσο και η παρουσίαση του αθηναϊκού περιβάλλοντος, μέσα από το πρόσωπο του πολιτευτή θείου του ήρωα και της οικογενείας του. Από τα μέσα όμως περίπου του πρώτου τόμου, ο συγγραφέας παραδίδει τη σκυτάλη της αφηγήσεως στον ήρωα. Ο άξονας μέσα στον οποίο θα διαδραματισθεί το μυθιστόρημα είναι «πολιτική και έρωτας».

Με άξονα λοιπόν την πολιτική ζωή θα στήσει ο Παλαιολόγος το μυθιστόρημά του. Φυσικά δε του αρκεί το στοιχείο αυτό, αφού σύμφωνα με τους κλασσικούς κανόνες του παιχνιδιού θα πρέπει να προσφέρει και μία ερωτική ιστορία. Ο κεντρομόλος όμως ρόλος, τον οποίο έχει χαρίσει στην πολιτική, θα τον υποχρεώσει να υποτάξει και την ιστορία αυτή μέσα στο χώρο της πολιτικής. Από την άλλη μεριά όμως η μεταχείριση του ερωτικού στοιχείου στο μυθιστόρημα ποτέ δεν οδηγήθηκε προς την κατεύθυνση αυτή. Ο παλαιολόγος χρησιμοποιεί στο έργο αυτό ένα πολύ ειρωνικό ύφος, με το οποίο εκδικείται και γελοιοποιεί την τότε νεαρή αριστοκρατία της Ελλάδος [49]. 

  1. Η σχέση ανάμεσα στα δύο έργα

Μπορούμε να δούμε τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στα δύο έργα του Παλαιολόγου, αλλά επίσης μπορούμε  να δούμε και τη μετάβαση από το ένα έργο στο άλλο. Με άλλα λόγια είμαστε σε θέση να δούμε τον τρόπο με τον οποίο μεταβαίνει ο ίδιος από τον Πολυπαθή στον Ζωγράφο. Και τα δύο έργα έχουν συγκεκριμένους στόχους. Τα «ελαττώματα της κοινωνίας» και οι «ανθρώπινες παρεκτροπές» κατολισθαίνουν από τον ευρωπαϊκό χώρο μέσα στον οποίο κινείται με σχετική άνεση ο ήρωας του Πολυπαθούς, στη στενάχωρη, γεωγραφικά και ηθικά, νεοελληνική επικράτεια και ακόμη ειδικότερα νεοελληνική πρωτεύουσα, μέσα στην οποία κινείται ο ήρωας του Ζωγράφου. Με άλλα λόγια υπάρχει μία διαφορά επιπέδου ανάμεσα στα δύο έργα του Παλαιολόγου, την οποία και θα πρέπει να διακρίνει ο αναγνώστης, για να είναι σε θέση να δει και την θεματική διαφορά που τα διακρίνει. Άλλωστε ο ίδιος ο Παλαιολόγος αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί μέσα από το έργο του Ο Ζωγράφος για τον Πολυπαθή [50]

11. Τελικές Παρατηρήσεις

Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος υπήρξε μία από τις πλέον αξιόλογες μορφές του νεοελληνικού βίου που προσπάθησε «λόγω τε και έργω» να συμβάλλει στην ανάπτυξη της γεωργίας, κτηνοτροφία και βιομηχανίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η προσωπικότητα του έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και ανάπτυξη του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθος. Μέσα από τη λειτουργία του Αγροκηπίου, καθώς επίσης και μέσα από τις μελέτες και τα άρθρα που έγραψε για θέματα γεωργίας και βιομηχανίας έδειξε την εργατικότητά του, το πάθος και το ζήλο με τα οποία μπορούσε να επιδοθεί σε αυτά που έκανε. Οι ικανότητές του, αν είχαν περισσότερο αξιοποιηθεί από την Πολιτεία, θα συνέβαλαν στην αναδημιουργία και ανασυγκρότηση της χώρας μετά από τον επταετή πόλεμο της Ανεξαρτησίας και τον αδελφοκτόνο εμφύλιο σπαραγμό. Αγαπούσε την πατρίδα του και έδειξε έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την πρόοδό της. Φθονήθηκε και συκοφαντήθηκε από τους συγχρόνους του και αναγκάσθηκε να επιστρέψει στη γενέτειρά του, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

 

Υποσημειώσεις


 

* Τις ευχαριστίες μου θέλω να εκφράσω στην Κυρία Μαρίνα Παπανικολάου, πτυχιούχο του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, για την ουσιαστική της βοήθεια στην αναζήτηση και αποδελτίωση του περιοδικού Τριπτόλεμος. Οποιαδήποτε σφάλματα ή παραλείψεις βαρύνουν τον γράφοντα.

[1] Πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και το έργον του Γρηγορίου Παλαιολόγου εις Revue Encyclopédique 36 (Δεκέμβριος 1827) 760. Β. Κριμπά, «Περί Γρηγορίου Παλαιολόγου», εις: Τελετή εις την μνήμην των εκλιπόντων διαπρεπεστέρων γεωπόνων κατά την τελευταίαν εκατονταετίαν. Αθηναι 1936, σσ. 16-18. Δ. Α. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως, τόμ. Α’. Αθήναι 1936. Πλούσιο υλικό στο έργο του Δ. Α. Ζωγράφου, Ιστορία της ελληνικής γεωργίας, τόμ. Α’. Αθήναι 1921 [ανατ. ΑΤΕ 1976], τόμ. Α’, σσ. 293-352. Πρβ. την εκτενή, εμβριθή Εισαγωγή του Άλκη Αγγέλου στην ανατύπωση του έργου του Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής, Αθήνα: Ερμής, 1989 [ΝΕΒ 52]. Γ. Δημακοπούλου, Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως στην Ελλάδα. Αθήνα: Εταιρεία Αρχειακών Εκδόσεων και Μελετών , 2001, σσ. 70-74, 132-134.

[2] Πρβ. επιστολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου προς J. Bowring (14.11.1824), δημοσιευμένη εις Μαρίας – Χριστίνας Χατζηϊωάννου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους» του Ν. Σ. Πίκκολου και ο Γρ. Παλαιολόγος», Μνήμων 9 (1984) 247-254, εδώ σσ. 252-253.

[3] Πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και το έργον του Ν.Σ. Πίκκολου εις Εμμ. Πρωτοψάλτη, «Ο Νικόλαος Πίκκολος και το έργον του», Αθηνά 68 (1965).

[4] Μαρίας – Χριστίνας Χατζηϊωάννου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους» του…», ό.π. σ.252.

[5] Α. Αγγέλου, «Εισαγωγή: Το Ρομάντσο του Νεοελληνικού Μυθιστορήματος», εις Γρ. Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής. Αθήνα: Ερμής, 1989, σ. 120*.

[6] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της ελληνικής …ό.π., τόμ. Α’, σσ. 297-298.

[7] Fr. Thiersch, De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’ arriver à sa Restauration. Leipzig 1833, μτφ. Α. Σπήλιου. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Α’. Η πολιτική κατάσταση και ειρήνευση της Ελλάδος. Αθήναι: Toλίδη, 1972, σ. 203.   

[8] Για την κατάσταση της γεωργίας και των γεωργικών προϊόντων βλ. Fr. Thiersch, De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’ arriver à sa Restauration.Leipzig 1833, μτφ. Α. Σπήλιου. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Β’. Τα μέσα για την επίτευξη της ανοικοδομήσεως της Ελλάδος. Αθήναι: Toλίδη , 1972, σ. 226. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Η’, τελευταίος (1828-27 Σεπτ. 1831):Ιωάννης Καποδίστριας ή η επώδυνη γένεση του Νεοελληνικού Κράτους. Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 212 –238.

[9] Φρ. Αλβάνα, «Ιωάννης Καποδίστριας», Αττικόν Ημερολόγιον 1888, σ. 278. Γρ. Δαφνή, Ιωάννης Α. Καποδίστριας. Η γένεση του Ελληνικού Κράτους. Αθήνα: Ικαρος, 1977, σ. 245.

[10] Ελένης Κούκκου και Ερασμίας Παυλώφ-Βαλμά, Ιωάννης Καποδίστριας. Ανέκδοτη αλληλογραφία με τους PhilippeEmmanuel de Fellenberg και Rudolf Abraham de Schiferli 1814-1827. Κέρκυρα 1996. Πρβ. C. Baloglou, «Capodistrias’ interest in agricultural economics and education», Μésogeios 9-10 (2000) 225-228.

[11] Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία(1809). Αθήνα: Bαγιονάκη, 1989, σ.99.    

[12] Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 2η έκδοση, τόμ. Δ’ Αθήνα: Γιοβάνης, 1978, σ. 220.

[13] G. L. von Maurer, Das griechische Volk in geschichtlicher, kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe bis zum 31. Juli 1834. Heidelberg 1835, ελλ. μτφ. υπό Όλγας Ρομπάκη, με τίτλο, Ο Ελληνικός Λαός. Δημόσιο, Ιδιωτικό και Εκκλησιαστικό Δίκαιο από την έναρξη του Αγώνα για την ανεξαρτησία ως την 31η Ιουλίου 1834. Εισαγωγή-Επιμέλεια-Σχολιασμός Τ. Βουρνά. Αθήνα: Τολίδη, 1976, τόμ. Α’, σσ. 445-446. 

[14] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας… ό.π., τόμ. Α’, σσ. 237-238. 

[15] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του… ό.π., σσ. 217-218.

[16] Σπ. Θεοτόκη, Αλληλογραφία Ι. Γ. Εϋνάρδου 1826-1831. Αθήναι 1929, σσ. 63-65. Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της… ό.π.,  τόμ. Α’, σσ. 262-266. 

[17] Χ. Π. Μπαλόγλου, «Η οικονομική φιλοσοφία του Ιωάννη Καποδίστρια όπως αυτή μετουσιώνεται στο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής», Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), τόμ. Β’. Αθηνα 2001, σσ. 479-493, εδώ σ. 487. 

[18] Πρβ. τις επιστολές του προς Εϋνάρδο 19/31 Δεκεμβρίου 1829 (Correspondance , τ. 3, σσ. 430-431. Α.Ι.Κ., τόμ. Ι’, σσ. 5-6), 25 Δεκεμβρίου 1829/6 Ιανουαρίου 1830 ( Correspondance, τ. 3, σσ. 434-438. Α.Ι.Κ. , τόμ. Ι’, σσ. 7-9). 20 Φεβρουαρίου / 4 Μαρτίου 1830 (Correspondance, τ.3, σσ. 485-494. Α.Ι.Κ. τόμ. Ι’, σσ. 13-18). Βλ. Σπ. Λουκάτου, «Πρότυπο αγροκήπιο και σχολείο Τίρυνθος στα καποδιστριακά χρόνια», Πρακτικά Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών. Αθήνα 1985, σσ. 65-83.

[19] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου…, ό.π, τόμ,. Η’, σσ. 217-222. 

[20] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως. Αθήνα: Yπουργείο Γεωργίας, 1936.

[21] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας…, ό.π, σσ. 300-308.

[22] Ξενοφώντος, Οικονομικός V 17.

[23] H θεωρία των τεσσάρων σταδίων εξελίξεως του ανθρωπίνου βίου αποτελεί κοινό τόπο στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά και στους Γάλλους και Σκώτους συγγραφείς του 18ου αιώνα. Πρβ. Χ. Μπαλόγλου, «Η περί τεσσάρων σταδίων θεωρία οικονομικής αναπτύξεως στους Νόμους και η Σκωτική Πολιτική Οικονομία», Πλάτωνος Νόμοι. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (7-8 Μαϊου2001), επιμ. Εμμ. Μικρογιαννάκη. Αθήνα:Σάκκουλας, 2003, σσ. 193-206. 

[24] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, σ. α’.

[25] Γρ. Παλαιολόγου,Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, σ. ιθ’.

[26] Γρ. Παλαιολόγου, «Γεωργία. Αμπελουργία», ΓΕΕ, φ. 28, 5 Απριλίου 1830, σσ. 110-11. Του Ιδίου, «Γεωργία. Περί οινοποιϊας», ΓΕΕ , φ. 67, 20 Αυγούστου 1830, σ. 276. Του Ιδίου, «Περί γεωμήλων», ΓΕΕ , φ. 22, 21 Μαρτίου 1831, σ. 116. Του Ιδίου, «Αιτία ακαρπίας των καρποφόρων δένδρων», ΓΕΕ , φ. 23, 25 Μαρτίου 1831.

[27] ΓΕΕ φ. 10, 1 Φεβρουαρίου 1830, σσ. 38-40.

[28] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργία. Η πατρική Κυβέρνησις της Ελλάδος βλέπυσα την λυπηράν κατάστασιν…Εν Ναυπλίω την 25 Ιανουαρίου 1830. Ο Έφορος των εθνικών κτημάτων και Διευθυντής του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθος Γρηγόριος Παλαιολόγος. 

[29] Ελένης Μπελιά, «Η «Ηώς» και η «Αθηνά» του Ναυπλίου», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον, 4-6 Δεκεμβρίου 1976). Εν Αθήναις 1979, σσ. 219-244, εδώ σ. 231

[30] Πρβ. τις επιστολές του ιδίου του Παλαιολόγου προς τον Κυβερνήτη από 27 Φεβρουαρίου και 26 Μαϊου 1831, φακ. 490, έγγρ. 23 και 24 του Αρχείου Καποδίστρια, αναφ. υπό Απ. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 222.

[31] Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τόμ. Δ’: Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και τα μετ’ αυτόν (2 Απριλίου 1827-25 Ιανουαρίου 1833). Μέρος Α’: 1827-1831. Εισαγωγή Κ. Διαμάντη. Αθήναι 1970, σ. 152.

[32] Μ. Michaud-Poujoulat, Correspondance d’Orient (1830-1831), τόμ. 1ος. Bruxelles 1841, σ. 62, αναφ. υπό Απ. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 222.

[33] Για έναν πλήρη κατάλογο των δημοσιευμάτων του Παλαιολόγου στην εφημ. Αθηνά , βλ. Ελένης Μπελιά, « Η «Ηώς» …», ό.π., σ. 244. 

[34] Η περίοδος που μεσολαβεί ανάμεσα στη δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) και στην άφιξη του Όθωνος, ως βασιλέα της Ελλάδος (20 Ιανουαρίου/8 Φεβρουαρίου 1833) έχει καθιερωθεί στην ιστορική επιστήμη ως η «περίοδος της Αναρχίας». Κ. Βακαλοπούλου, Η Περίοδος της Αναρχίας (1831-1833). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, 1984. Πρβ. Ν. Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων. Εισαγωγή-Σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννη, τόμ. Γ’. Αθήνα 1942 [ανατ. Δημιουργία 1998], σσ. 457-460. G. Finlay, History of the Greek Revolution and the Reign of King Otho.London 1877, μτφ. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Πρόλογος Γ. Κορδάτου. Επιμέλεια και σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Β’. Αθήνα: Ο Κόσμος, n.d., σσ. 235-270. Στ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. Α’. Η «Ελληνική Πολιτεία» (1828-1832). Ιωάννινα 1979, σσ. 88-103.  

Η πρώτη  τριμελής Διοικητική Επιτροπή που συστήθηκε την επομένη της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια, αποτελουμένη από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θ. Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη, συνεκάλεσε την Ε’ Εθνική Συνέλευση στο Άργος (5/17 Δεκεμβρίου 1832), χωρίς την παρουσία του Κωλέττη, ο οποίος είχε προσχωρήσει στους «αντικυβερνητικούς», και εψήφισε στο Ναύπλιο την 15/27 Μαρτίου 1832, το «Ηγεμονικόν Σύνταγμα», το οποίο λόγω του εμφυλίου πολέμου ουδέποτε εφαρμόσθηκε.

Η ουσιαστική παρέμβαση των ξένων λόγω του εμφυλίου πολέμου οδήγησε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια στην παραίτηση και στη φυγή του από την Ελλάδα (28 Μαρτίου/9 Απριλίου 1832). Η πενταμελής Διοικητική Επιτροπή αποτελούμενη από τους Κολοκοτρώνη, Ζαϊμη, Μεταξά, Βουδούρη και Κωλέττη έδωσε τη θέση της σε επταμελή των Γ. Κουντουριώτη, Δ. Υψηλάντη, Α. Ζαίμη, Α. Μεταξά, Ιω. Κωλέττη, Δ. Πλαπούτα και Σπυρ. Τρικούπη, του προέδρου αυτής εναλλασσομένου κατά μήνα, αρχής γενομένης με τον Κουντουριώτη. Σπ. Μαρκεζίνη, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964, τόμ. Α’. Αθηναι: Πάπυρος, 1966, σσ. 88-90.  

[35] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως. Αθήναι 1936, σ. 44.

[36] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, τόμ. Β’. Αθήναι 1835 [ανατ. Αθήναι 1887].

[37] Γρ. Παλαιολόγου, «Περί Γεωργίας και Βιομηχανίας», εφημ. Αθηνά 10, 14 και 17 Ιουνίου 1833, αναδημ. εις Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν Γεωργικής Εκπαιδεύσεως, τόμ. Α’. Αθηναι : Yπουργείον Γεωργίας, 1936, σσ.  34-40, αναδημ. εις Μ. Ψαλιδοπούλου, επιμ., Κείμενα για την ελληνική βιομηχανία τον 19ο αιώνα. Φυσική εξέλιξη ή προστασία; Aθήνα: Τεχνολογικό Ίδρυμα  ΕΤΒΑ, 1994, σσ. 25-45.  

[38] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν Γεωργικής Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 45.

[39] Γρ. Παλαιολόγου, « Περί Γεωργίας και Βιομηχανίας», ένθ’αν., εις Μ. Ψαλιδόπουλον, επιμ., Κείμενα για την …, ό.π., σ. 29.

[40] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Εσωτερικών, φ. 236.

[41] Γρ. Παλαιολόγου, «Γεωργία και Βιομηχανία. Έκθεση παρουσιασθείσα στην Γραμματεία της Επικρατείας», εφημ. Αθηνά 10, 14 και 17 Ιουνίου 1833.

[42] Αναδημοσιεύθηκε στου Λ. Καλλιβρετάκη, Η δυναμική του αγροτικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Αθήνα: Μορφωτικόν Ινστιτούτον ΑΤΕ, 1990, Παράρτημα 4, σσ. 358-362. 

[43] Εφημ. Αθηνά φ. 475 (29.9.1837) , σ. 1959.

[44] Δεν αποκλείουμε να επηρεάσθηκε ο Παλαιολόγος από τη διδασκαλία του Saint-Simon κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γαλλία, αν και ουδαμού αναφέρεται ότι υπήρξε οπαδός του Γάλλου οικονομολόγου και φιλοσόφου. Χ. Μπαλόγλου, «Προσπάθειες διαδόσεως των ιδεών του Saint-Simon και πρακτικής των εφαρμογής στον ελλαδικό χώρο 1825-1837», Σπουδαί 53 (3) (2003) 77-108.

[45] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν… ό.π., σ. 56.

[46] Γρ. Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής, τόμ. Α’. Αθήναι 1839, τόμ. Β’. Αθήναι 1840 [ανατ. 1989]. Πρβ. Μαλαματάρη – Φαρίνου, «Ελληνικός Ζιλβάζιος; Ο Πολυπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Φιλολογίας,  Α(1991) 297-324. Η. Τοnnet, «Επιδράσεις της γαλλικής λογοτεχνίας του 18ου αιώνα στην ελληνική πεζογραφία από τον Ρήγα και τον Στέφανο Δημητριάδη έως τον Γρηγόριο Παλαιολόγο», Παρνασσός ΜΑ’ (1999) 5-14.    

[47] Γρ. Παλαιολόγου, ό.π., σσ. 247-253.

[48] Γρ. Παλαιολόγου, Ο Ζωγράφος, τόμοι Α’-Β’. Αθήναι 1842 [ανατ. Με φιλολογική επιμέλεια Α. Αγγέλου. Αθήνα 1989 [Ίδρυμα Ελένης και Κώστα Ουράνη αρ.7]. Πρβ. Απ. Σαχίνη, Το Νεοελληνικό Μυθιστόρημα. Αθήναι 1958, σσ. 61-65.

[49] Γρ. Παλιολόγου, Ο Ζωγράφος… ό.π., σσ. 18-24.

[50] Γρ. Παλιολόγου, Ο Ζωγράφος… ό.π., σ. 138.

 

Χρήστος Π. Μπαλόγλου

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η εκπαίδευση στο Άργος το 19ο αιώνα. Οργάνωση και Προσανατολισμοί. Τότσικας Αλέξης, Φιλόλογος – Συγγραφέας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Ο συγκεκριμένος χρόνος της εισήγησης περιορίζει την έρευνα του θέματος στην αρχή και στο τέλος του 19ου αιώνα. Από τα στοιχεία που θα παραθέσουμε ελπίζουμε να φανεί η εξέλιξη της οργάνωσης και ο προσανατολισμός της εκπαίδευσης στο Άργος τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο.

Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας ουσιαστικά η εκπαίδευση περιορίζεται στη μαθητεία κάποιων παιδιών κοντά σε έναν κληρικό, αφού η χριστιανική κατήχηση ταυτίζεται με την παιδεία, καθώς η γλώσσα του τελετουργικού και της διοίκησης της ορθόδοξης εκκλησίας είναι τα ελληνικά [1]. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα μέσα του 16ου αι. δεν υπάρχει μαρτυρία για την ύπαρξη σχολείου στην Πελοπόννησο. Σε κάποια κέντρα πάντως, όπως το Ναύπλιο και ως ένα σημείο το Άργος, η εκπαίδευση διατήρησε κατά περιόδους κάποιο επίπεδο.

Στα μέσα του 18ου αι. λειτουργεί στο Άργος Σχολή καλά οργανωμένη με σχολάρχη των Ι. Ζυγομαλά. Το 1790 ή 1798 ιδρύεται Σχολή από τον προεστό Ι. Περρούκα με δάσκαλο το Χατζή Αγάπιο Παπαντωνόπουλο. Αργότερα δίδαξαν ο Ησαΐας Καλαράς, ο Νικηφόρος Παμπούκης και άλλοι. Έδρα της είχε τη μονή της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης, οι μοναχοί της οποίας, Ιερεμίας και Ραφαήλ, δίδασκαν πριν την Επανάσταση τα παιδιά των γύρω χωριών.

Στο μοναστήρι μάλιστα βρέθηκε μια πλούσια βιβλιοθήκη, η ύπαρξη της οποίας, σε συνδυασμό με τις περιπέτειες του τόπου κατά την παλιγγενεσία, ενισχύει την άποψη εκείνων, που υποστηρίζουν ότι οι Οθωμανοί κατακτητές δεν εμπόδισαν ουσιαστικά τη λειτουργία των σχολείων για τους υπόδουλους, εφόσον αυτά περιορίζονταν στα απλά γράμματα και δεν απειλούσαν την κυριαρχία τους. Από τη στιγμή άλλωστε, που επέτρεπαν τη λειτουργία της χριστιανικής εκκλησίας, ήταν φυσικό να γνωρίζουν ότι στους νάρθηκες των εκκλησιών και στα κελιά των μοναστηριών κάποιοι υπόδουλοι θα μάθαιναν τα γράμματα, που θα τους επέτρεπαν να διαβάζουν και να επιτελούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα [2].

Στα χρόνια της επανάστασης του 1821 οι αρχές προσπάθησαν να εισάγουν νέες αξίες στην ελληνική παιδεία στα πρότυπα του Ρήγα Φεραίου, ο οποίος στο «Σύνταγμά» του διακηρύσσει ότι «όλοι χωρίς εξαίρεση έχουν χρέος να ηξεύρουν γράμματα και η πατρίς έχει χρέος να καταστήσει σχολεία εις όλα τα χωριά δια τα αρσενικά και θηλυκά παιδιά» [3]. Η προσδοκία είναι καθαρή: το έθνος μόνο με την εκπαίδευση θα αποβάλλει τα ελαττώματα που του προσέδωσε η περίοδος της δουλείας και θα αποκτήσει εθνική συνείδηση [4].

Στη διάρκεια βέβαια του αγώνα η λειτουργία των σχολείων ήταν φυσικό να σταματήσει ουσιαστικά. Το θέμα όμως της  οργάνωσής της εκπαίδευσης απασχολεί όλα τα επίσημα κείμενα και τις καταστατικές αρχές, που προέκυψαν από τις Εθνοσυνελεύσεις κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Κοκκώνης Π. Ιωάννης (1795-1864)

Η Πελοποννησιακή Γερουσία σχεδίασε σχολεία «αρρένων τε και θηλέων» και μάλιστα με την αλληλοδιδακτική μέθοδο [5]. Η μέθοδος αυτή συστηματοποιήθηκε στην Αγγλία στο τέλος του 18ου αι. από τον A. Bell και τον J. Lancaster, καθιερώθηκε στη Γαλλία τη δεκαετία 1820-1830 από το Sarazin, μεταφέρθηκε στην Ελλάδα με έναν διασκευασμένο «οδηγό» του Ιω. Κοκκώνη, για να καλύψει το πρόβλημα της έλλειψης δασκάλων, και ίσχυσε ως το 1880, που την διαδέχτηκε η συνδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας [6].

Το 1824 η γνωστή πενταμελής επιτροπή με πρόεδρο τον Άνθιμο Γαζή, στο σχέδιο οργάνωσης της εκπαίδευσης που υπέβαλλε, πρότεινε μεταξύ άλλων την ίδρυση Κεντρικού αλληλοδιδακτικού σχολείου στο Άργος, που θα χρησίμευε ως πρότυπο Διδασκαλείο για τους δασκάλους κατά την αλληλοδιδακτική μέθοδο [7].

Από το διδασκαλείο του Άργους αποφοίτησε σημαντικός αριθμός δασκάλων, οι οποίοι «ανέλαβαν να συντελέσουν εις την γενίκευσιν των φώτων». Στην κεντρική σχολή της αλληλοδιδακτικής του Άργους στέλνονταν από κάθε επαρχία δύο ως τρεις νέοι, αρκετά προχωρημένοι στην ελληνική γλώσσα για να εκπαιδευτούν στη νέα μέθοδο.

Πρέπει να τονιστεί ότι χρήματα για την πληρωμή των δασκάλων και τα άλλα έξοδα των σχολείων δεν υπήρχαν, αφού η κυβέρνηση δεν είχε τα κατάλληλα μέσα ούτε για τη διεξαγωγή του αγώνα. Τα πάντα γίνονταν με τις αυθόρμητες συνδρομές των κατοίκων και των μοναστηριών [8].

Ο Γρηγόριος Κωνσταντάς στις αρχές του 1825 στην έκθεσή του για την δημόσια εκπαίδευση αναφέρει ότι η σχολή βρισκόταν «εις ανθούσαν κατάστασιν». Η εύρυθμη λειτουργία της πάντως δεν είναι σίγουρη, αφού υπάρχουν μαρτυρίες ότι στις 19 Απριλίου 1825 οι επιστάτες του σχολείου Παρθένιος και Αναγνώστης Ιατρός ανακοίνωσαν την παραίτησή τους μετά τον σφετερισμό των εθνικών κτημάτων, που είχαν αφιερωθεί τον προηγούμενο χρόνο για την αντιμετώπιση των εξόδων των σχολείων [9].

Το 1824 ο εθνικός ευεργέτης Ιω. Βαρβάκης διέθεσε σημαντικό χρηματικό ποσό για την ίδρυση Λυκείου στο Άργος, το οποίο όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Επίσης  τον ίδιο χρόνο η κυβέρνηση ψήφισε την ίδρυση πανεπιστημίου στο Άργος και αγόρασε το οικόπεδο, στο οποίο αργότερα ο Καποδίστριας έχτισε τους στρατώνες ιππικού. Παράλληλα, όπως προκύπτει από έγγραφο που εκδόθηκε στις 10 Απριλίου 1824 στο Άργος, κατέβαλλαν προσπάθειες για την ίδρυση και Ανώτερης Ακαδημίας στο Άργος [10] προς προαγωγήν των επιστημών και καλών τεχνών με την ονομασία «Πρυτανείον ή Διατακτήριον», η οποία όμως δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. [11]

Γεννάδιος Γεώργιος

Σύμφωνα με την έκθεση Γρηγ. Κωνσταντά του 1825 μεταξύ των  δέκα σχολείων της Πελοποννήσου ήταν και αυτό του Άργους.  Στο σχολείο φοιτούσαν διακόσια αγόρια και κορίτσια χωριστά. Με έξοδα λοιπόν μιας κυρίας από τη Χίο κτίστηκε ιδιαίτερο για τα κορίτσια με καταλληλότερο πρόγραμμα. Στο Άργος ιδρύθηκε  το 1824 και το Κεντρικό σχολείο, στο οποίο δέχτηκε να διδάξει ο Γ. Γεννάδιος.  Το 1825 το αλληλοδιδακτικό του σχολείο είχε πάνω από 150 μαθητές με  δάσκαλο το Δημήτριο Πλατανίτη, τον οποίο επαινεί εφημερίδα της εποχής. Οι μαθητές του σε έξι μήνες είχαν μάθει να διαβάζουν, να γράφουν  και να λογαριάζουν [12].

Ο Καποδίστριας ως κυβερνήτης από τη αρχή γνωρίζει τις τραγικές συνθήκες της χώρας, αλλά όπως αποκαλύπτει στο μεγάλο φιλέλληνα Εϋνάρδο «είμαι αποφασισμένος να στηρίξω την επανόρθωσιν της Ελλάδος εις δυο μεγάλας βάσεις, την εργασία και την στοιχειώδη εκπαίδευσιν [13]».

Ο προσανατολισμός της εκπαίδευσης φαίνεται να αλλάζει ριζικά, όπως ριζικά άλλαξε η μορφή του πολιτεύματος [14]. Είναι ορατός ο πρακτικός του προσανατολισμός και η προσπάθεια σύνδεσης της χειρωνακτικής εργασίας με την πνευματική [15]. Η εκπαίδευση παίρνει ένα χαρακτήρα έντονα φιλανθρωπικό και σωφρονιστικό [16], και γίνεται προσπάθεια να εγκαταλειφθούν οι παλαιές αρχές, που είχαν αποδειχθεί άξιες θρήνου και αγανακτήσεως, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Νεόφυτος Βάμβας:      

 

Εξοδεύουν τα δυστυχή και αθώα παιδία δυο και τρείς χρόνους, χωρίς να μάθωσιν άλλο, παρά μηχανικώς να αναγιγνώσκωσι, και τούτο στραβά και διεστραμμένα. Και από τοιούτους πολυχρονίους και ακάρπους κόπους ο νους ταπεινώνεται, συνηθίζει εις την ακρισίαν, και το φοβερότερο ακόμη, λαμβάνει μίσος και απέχθεια εις την μάθησιν…

Η δε μέθοδος των πλειοτέρων παιδαγωγών είναι τωόντι αξία θρήνου και αγανακτήσεως. Αντί να φέρωνται εις τα αθώα παιδία με τρόπον γλυκύν και σεμνόν, διά να σύρωσιν ενταυτώ την εύνοιαν και το σέβας των, μεταχειρίζονται και βλέμμα, και φωνήν, και χείρας τυραννικάς. Αντί να τρέφωσι την φυσική περιέργειαν και φιλομάθειάν των με ιστορίας και περιγραφάς ζώων, φυτών, και άλλων τοιούτων, περνούν όλη την ημέρα εις ξηρούς και ατάκτους συλλαβισμούς και εις αναγνώσεις παρακαίρους. Από τοιούτον ηθικόν και διδακτικόν τρόπον παιδαγωγίας, τι άλλο ημπορεί να προέλθει παρά εκείνο, το οποίον και βλέπουμε τωόντι; Τα  πνεύματα των παιδίων ταπεινώνονται, εξευτελίζονται, και συλλαμβάνουν δικαίως απέχθειαν εις την μάθησιν και άσπονδον μίσος κατά των τυράννων της αθώας ηλικίας των.

 

Στο Άργος την εποχή αυτή λειτούργησαν ένα δημόσιο αλληλοδιδακτικό σχολείο, ένα ιδιαίτερο παρθεναγωγείο, ένα ιδιαίτερο ελληνικό σχολείο και μερικά ακόμα  σχολεία «των κοινών γραμμάτων».

Το δημόσιο αλληλοδιδακτικό σχολείο στο Άργος ιδρύθηκε το 1828 και σύμφωνα με μαρτυρίες λειτούργησε σε οικία – μετόχι, που ανήκε στην έγγεια περιουσία της μονής της Κατακεκρυμμένης στο Μπεκίρ Μαχαλά (Ν. Δ. συνοικία του Άργους). Την είχε αφιερώσει στο μοναστήρι τα πρώτα χρόνια του ΙΘ΄ αιώνα η Αγγελίνα, σύζυγος του Αθανασίου Μπούρα. Η οικία αυτή επισκευάστηκε από τη δημογεροντία του Άργους και χρησιμοποιήθηκε ως «κοινόν αλληλοδιδακτικόν σχολείον». Το οίκημα αυτό, που σύμφωνα με έκθεση του Ιω. Κοκκώνη, ήταν «πολλά στενόν και υποκείμενον εις τας μεταβολάς του καιρού» φαίνεται πως εγκαταλείφθηκε το καλοκαίρι του 1831, όταν έγιναν στο Άργος τα εγκαίνια του νέου σχολείου, που ανεγέρθηκε σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. [17]

Ο Γιάννης Χελιώτης και Νικόλαος Ζεγκίνης αναφέρουν ότι «η προειρημένη οικία, ανακαινισθείσα και επιδιωρθωθείσα παρά των τότε δημογερόντων της πόλεως ταύτης εχρησίμευε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν» και «κατά το 1828, ερείπιον ον, το έκτισαν και το κατασκεύασαν και εχρησίμευσε δια σχολείον κοινόν αλληλοδιδακτικόν».

Στο σχολείο δίδαξε ο Νικόλαος Φανδρίδης, 21 ετών, κρητικός, με  μηνιαίο μισθό 250 γρόσια (100 φοίνικες), τον οποίο μέχρι το 1830 (Αύγουστος) κατέβαλλε κατά ένα μέρος η δημογεροντία (200 γρόσια) από τα εισοδήματα της κοινότητας που προέρχονταν από τους εθνικούς μύλους, και το υπόλοιπο ο Καποδίστριας αρχικά και ο τοποτηρητής του Άργους κατόπιν.

Στις 21 Ιουνίου 1830 είχε 156 μαθητές, και στις 6 του Οκτώβρη του ίδιου έτους 128 μαθητές. Ο τοποτηρητής του Άργους Ιω. Δ. Βρατσάνος στις 21-6-1830 σε αναφορά του βεβαιώνει «την  άκραν επιμέλειαν την οποίαν ο διδάσκαλος  έχει…».  Την αναφορά συνοδεύει και ονομαστικός κατάλογος των μαθητών.

Ο Φανδρίδης αποδείχθηκε άξιος δάσκαλος σύμφωνα και με έκθεση του Ι. Κοκκώνη (1830), παρά τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε (στενότητα χώρου, έλλειψη των αναγκαίων βιβλίων, ελλιπής φοίτηση μαθητών, έλλειψη εποπτικού υλικού κλπ) [18].

Ο επιθεωρητής πήγε στο Άργος στις 4 το απόγεμα της 6ης Οκτωβρίου του 1830 και επισκέφτηκε αμέσως το αλληλοδιδακτικό σχολείο. Παρουσιάστηκε στο δάσκαλο ως ξένος περιηγητής, που ήθελε να γνωρίσει το σχολείο. Αφού συζήτησαν, έφυγε και την επομένη  πήγε με το γραμματέα του τοποτηρητή, πριν αρχίσει το μάθημα. Παρέμεινε σ’ όλη την παράδοση και εξέτασε πολλούς. Αναφέρει μάλιστα τους ευδοκιμήσαντες. Έλειπαν όμως και 33,  γεγονός το οποίο  σχολίασε και τιμώρησε με το δικό του τρόπο. Δεν ανέφερε δηλαδή τα ονόματα κάποιων προχωρημένων, επειδή δεν ήταν τακτικοί στα  μαθήματα. Είπε μάλιστα σ’ όλους  να μεταφέρουν στους γονείς τους, πως η Κυβέρνηση βραβεύει και βοηθά για παραπέρα  σπουδές μόνο τους επιμελείς, αν είναι και τακτικοί στο σχολείο.

Ο δάσκαλος του φάνηκε  «πολλά ήμερος και γλυκύς προς τους μαθητάς του, επιμελής και προσεκτικός εις το έργον του». Παρατήρησε όμως πως δεν εργαζόταν  ακριβώς, όπως προέβλεπε ο οδηγός και τον συμβούλεψε, όπου έκρινε απαραίτητο. Είπε ότι θα τον επισκεπτόταν και άλλη φορά για πληρέστερη συνεργασία. Το υλικό του  σχολείου και των μαθητών το χαρακτήρισε άθλιο και ελλιπές, ενώ δεν του άρεσε το νέο κτίριο. Το θεώρησε πολυδάπανο και δύσχρηστο. Οι ντόπιοι πάντως φαίνονταν να είναι ευχαριστημένοι  από το δάσκαλο. [19]

Παράλληλα στα σχολεία των «κοινών γραμμάτων» αμαθείς γραμματοδιδάσκαλοι, καλόγεροι και παπάδες δίδασκαν από την Οκτώηχο, το Ψαλτήρι και τη «φυλλάδα» και πληρώνονταν από τους γονείς των μαθητών τους. Οι δάσκαλοι αυτοί στάθηκαν σοβαρό εμπόδιο στην εύρυθμη λειτουργία του δημόσιου αλληλοδιδακτικού σχολείου, αφού δυσφημούσαν το διδακτικό έργο του Φανδρίδη, προκειμένου να αποσπάσουν μαθητές. Μετά τη υποχρεωτική εφαρμογή της αλληλοδιδακτικής μεθόδου, οι γραμματοδιδάσκαλοι κινδυνεύοντας να μείνουν άνεργοι, εφόσον δεν είχαν τις απαιτούμενες γνώσεις της μεθόδου, κατέφευγαν σε συκοφάντηση του κυβερνητικού εκπαιδευτικού έργου. Το 1830 γίνεται προσπάθεια «να προληφθεί το γραμματεμπόριον των αμαθών τούτων [γραμματοδιδασκάλων], το οποίον εμποδίζει την πρόοδο των αλληλοδιδακτικών καταστημάτων και καταδικάζει τους παίδας εις αιώνιον αμάθειαν».

Η έκθεση αναφέρει τους δασκάλους, των κοινών γραμμάτων, που είχαν ιδιαίτερα σχολεία και τους μαθητές τους. Αυτοί ήταν οι: Αναγνώστης Μοζατζόπουλος με 35 μαθητές, ο Αναγνώστης Κρητικός με 10, ο Κωνστ. Σαμαρτζής με 20, ο Κωνστ.  Λαλουκίτης με 10, ο Αναγνώστης Λελιώτης με 15, ο Γεώργιος Μικροδημήτρης με 15 και ο Σπυρίδων Κούρος με 6 μαθητές. Συνολικά δηλ. 111 μαθητές από τους 297, που φοιτούσαν σε όλα τα σχολεία του Άργους.

Στο παρθεναγωγείο που ιδρύθηκε από τον Καποδίστρια δίδασκε η Μαρία Παπαχατζή και στις 17-10-1829 είχε 20 μαθήτριες από 6 ως 13 ετών, που κατάγονταν από σχετικά ευκατάστατες οικογένειες. Ο μικρός αριθμός των μαθητριών είναι χαρακτηριστικός για την αντίληψη της κοινωνίας του Άργους για τη γυναικεία εκπαίδευση και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία.

Σε έκθεση του έκτακτου επίτροπου Αργολίδας Κωντ. Ράδου [29-11-1829] αναφέρεται και ένα ελληνικό σχολείο με 55 μαθητές και δάσκαλο τον Π. Κορδία,17 ο οποίος πληρωνόταν από τους μαθητές. Ο Κοκκώνης το 1830 επιθεώρησε και το ελληνικό σχολείο, που δίδασκε ο Κορδίας και τότε είχε 40 μαθητές, ορισμένοι από τους οποίους ήταν πάνω από 20 ετών. Εξέτασε τρεις και τους βρήκε «ικανώς προχωρημένους».

Τον Ιούνιο του 1831 έγιναν, παρουσία του Καποδίστρια, τα εγκαίνια του νέου  κτιρίου, το οποίο διατηρείται και σήμερα και στεγάζει το 1ο δημοτικό σχολείο Άργους. Αρχιτέκτονες ήταν ο De Vaud  και ο Λάμπρος Ζαβός, ενώ εργολάβος ο Χαρίτων Κάππος.  Κοντά στο κτίριο οικοδομήθηκε και οίκημα για κατοικία του δάσκαλου. [20]

 

Καποδιστριακό σχολείο

 

Με αφορμή τα εγκαίνια η Γενική Εφημερίς και η Αιγιναία παραθέτουν και στοιχεία για τους μαθητές που είχαν φοιτήσει ως τότε. Οι μαθητές ήταν 1017, από τους οποίους οι 145 πήγαιναν στο νέο κτίριο. Από τους  874 που είχαν αποφοιτήσει, τουλάχιστο 500 ήταν «προπαρασκευασμένοι εις την σπουδήν ανωτέρων μαθημάτων εις τα ελληνικά σχολεία, εις το κεντρικόν της Αιγίνης ή εις άλλα επαγγέλματα». Μεταξύ εκείνων που φοίτησαν ήταν και 184 υπαξιωματικοί και στρατιωτικοί του τακτικού ιππικού. Η πρόοδος τόσων μαθητών αποδίδεται στον πόθο των γονέων, τη φιλομάθεια των ιδίων, το ζήλο του δασκάλου και την αλληλοδιδακτική μέθοδο διδασκαλίας.

Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους στο Άργος λειτούργησαν τακτικά σχολεία αγοριών και κοριτσιών με δασκάλους το Ν. Φανδρίδη και την Ε. Φανδρίδη, οι οποίοι δίδασκαν 118 και 65 μαθητές αντίστοιχα. Λειτουργούσαν επίσης 10 σχολεία κοινών  γραμμάτων με ανεξέταστους δασκάλους και 220 μαθητές. Ο Ζεγκίνης αναφέρει [21] πως το 1836 ιδρύθηκε στο Άργος ελληνικό σχολείο με ελληνοδιδάσκαλο τον Παναγιώτη Αγαθοκλή από τη Θράκη, ο οποίος παρέμεινε ως το 1856.

Το β’ μισό του 19ου αι. δεν έγινε καμία σημαντική αλλαγή στο χώρο της εκπαίδευσης. Με διάταγμα 30/11/1880 εισάγεται η συνδιδακτική μέθοδος, που δίνει βάρος στον έλεγχο και την εποπτεία του μαθητή από τον διδάσκοντα [22].

Τα στοιχεία που έχουμε για την κατάσταση της εκπαίδευσης στο Άργος το 1891 προέρχονται από Ημερολόγια της εποχής. Σύμφωνα με αυτά η επαρχία Άργους είχε 20 σχολεία με 726 αγόρια, 100 κορίτσια, 18 δασκάλους και 4 γραμματοδιδασκάλους. Μέσα στο Άργος υπάρχουν 4 σχολεία με 315 αγόρια, 100 κορίτσια και 6 δημοδιδασκάλους και 2 γραμματοδιδασκάλους (στα υπόλοιπα σχολεία της επαρχίας Άργους δεν υπάρχουν κορίτσια).

Δημοσιεύματα εφημερίδων αναφερόμενα στις εξετάσεις των σχολείων της πόλης μας δίνουν ταυτόχρονα και την κατάσταση της παιδείας στο Άργος στις αρχές του αιώνα μας, όπου φαίνονται να λειτουργούν τα ακόλουθα σχολεία:

  • Πλήρες δημοτικό σχολείο αρρένων Άργους, όπου το 1901 φοίτησαν 297 μαθητές (α τάξη 130, β 98, γ 85, δ 53, ε 21, στ 11). Η πτωτική τάση του αριθμού των μαθητών κατά τάξη είναι δηλωτική αφενός της αυστηρότητας του εκπαιδευτικού συστήματος και αφετέρου των οικονομικών και άλλων δυσχερειών των μαθητών. Διευθυντής ο Αναστάσιος Τρίκας, ο οποίος υπήρξε και πρώτος διευθυντής της σχολής απόρων παίδων του Δαναού, και διδάσκαλοι οι Β. Μποτόπουλος, Δ. Αρβανίτης, Πέτρος Ράπτης και Π. Γεωργαντόπουλος.
  • Κοινή δημοτική σχολή αρρένων Άργους. Πρόκειται για το γνωστό σχολείο Σμυρνιωτάκη. Διδάσκαλοι οι Κ. Γαλάνης, Εμ. Παπαβασιλείου, και Γ. Σαραντόπουλος.
  • Πλήρες δημοτικό σχολείο θηλέων Άργους: Διδασκάλισσες οι Ευσταθία Φώσκη, Σοφία Μπούμη και Βασιλική Αθανασίου ή Αθανασοπούλου.
  • Κοινή δημοτική σχολή θηλέων Άργους: διδασκάλισσα η Ασπασία Αναγνωστοπούλου.

Στα 1891 μετά από πιεστικά αιτήματα παραγόντων της πόλης ιδρύθηκε διτάξιο γυμνάσιο στο Άργος, το οποίο προήχθη σε τριτάξιο στο 1901 μετά από ενέργειες του «θορυβούντος πολιτευτού» Κ. Πλατούτσα.

Αναλύοντας τα στοιχεία αυτά διαπιστώνουμε ότι η επαρχία Άργους παρουσιάζει το μικρότερο ποσοστό μαθητών (3,4%) σε σχέση με τον πληθυσμό της, καθώς και την χαμηλότερη αναλογία μεταξύ αρρένων και θηλέων μαθητών (12,1%).  Όλα τα στοιχεία συνηγορούν στη διαπίστωση ότι ο πληθυσμός της πόλης στη συντριπτική του πλειοψηφία υπήρξε άκρως συντηρητικός. Ειδικότερα στον τομέα της εκπαίδευσης οι αντιλήψεις, ακόμα και των διανοουμένων, ήταν ακραία συντηρητικές. Για τους αργείτες ως το τέλος του 19ου αιώνα η μόρφωση των γυναικών εγκυμονούσε κινδύνους για την οικογένεια.  Όπως διαβάζουμε στην εφημερίδα ΔΑΝΑΟΣ (αρ. φ. 27/17-7-1908) [23] «η γυνή προώρισται δια την οικίαν, ο ανήρ δια την κοινωνίαν… και η των θηλέων εκπαίδευσις… όχι ωφέλιμος δεν είναι, αλλά και επιβλαβής ως επί το πλύ. Τα σχολεία ίσως εν αγνοία συνηθίζωσι ενωρίς τα κοριτσάκια εις την κενοδοξίαν, την ματαιοδοξίαν, την επίδειξιν, την επιπολαιότητα και το πάντων φρικτόν την αεργίαν. Τα καθιστούν φλύαρα, υπεροπτικά και πανούργα. Τα έργα των χειρών, η εργασία έχει εξοβελιστεί εκ των σχολείων χάριν των γραμματικών κανόνων και των μαθηματικών…».

H κατάσταση γενικά της στοιχειώδους εκπαίδευσης στο Άργος παραμένει θλιβερή. Είναι χαρακτηριστικό δημοσίευμα της εφημερίδας Αγαμέμνων (φ. 53/1892), όπου διαβάζουμε:

 

«… θλιβερόν είναι αληθώς το σημείον, εις ο περιήλθεν η στοιχειώδης εκπαίδευσις εν τη πόλει ημών. Κληρικοί, λαϊκοί, γυναίκες και κοράσια επαγγέλλονται άνευ ουδεμιάς αδείας τον διδάσκαλον. Εν υπογείοις και κρύπταις καθύγροις, αφωτίστοις, ανηλίοις συρρέουσιν αναμίξ αθώα πλάσματα. Χρηματισταί τινές, ίνα περώσι τον καιρόν τους χωρίς να έχωσι ουδέν κοινόν προς το διδασκαλικόν επάγγελμα..»[24].

 

Το 1895 είναι ένας σημαντικός σταθμός στην ελληνική Εκπαίδευση, γιατί ψηφίστηκε ο νόμος  ΒΤΜΘ΄, που έβαλε αρκετή τάξη στην Παιδεία, αλλά δυστυχώς δεν εξάλειψε όλες τις αδυναμίες, αφού άφησε στη διάκριση των δημοτικών αρχόντων και των εποπτικών συμβουλίων  τους δασκάλους.

Με το νόμο ΒΤΜΘ΄ διορίστηκε ως Επιθεωρητής Δημοτικών και Ελληνικών Σχολείων  Αργολιδοκορινθίας ο Ιωάννης Μεγαρεύς, καθηγητής του Διδασκαλείου Θεσσαλίας, ο οποίος ανέλαβε στις 22-1-1896. Από την αλληλογραφία του φαίνεται η πολύ καλή κατάρτισή του, το ενδιαφέρον του για την εκπαίδευση και η διάθεσή του για συνεργασία με τις τοπικές αρχές.

Η εφημερίδα Δαναός στο φύλλο 116/22-2-1901 δημοσιεύει πληροφορίες για τους δασκάλους, τους μαθητές και τα σχολεία της Αργολίδας. Τις είχε δώσει πολύ πρόθυμα ο Μεγαρεύς, μετά από σχετικό αίτημά της.

 

Καθ’ όλον τον Νομόν Αργολίδος κατά το έτος 1896, δηλαδή οπόταν ήρχισεν η εφαρμογή του Νόμου ΒΤΜΘ΄ , εφοίτων μαθηταί εν τοις Δημοτικοίς Σχολείοις 4.599, διδασκόμενοι υπό 97 διδασκάλων, ανελόγουν δε οι μαθηταί προς τους κατοίκους 5,65:100 προς δε τους διδασκάλους 47:1. Κατά δε το ενεστώς έτος 1901, δηλαδή μετά πενταετή εφαρμογήν του Νόμου, φοιτώσιν εν τοις Δημοτικοίς Σχολείοις του Νομού 7050 μαθηταί διδασκόμενοι υπό 129 διδασκάλων. Αναλογούσι δε οι μαθηταί  προς τους κατοίκους 8,73:100 προς δε τους διδασκάλους 55:1. Η αναλογία 8,73 ισχύει δια τους άρρενας  μαθητάς, διότι η εκπαίδευσις των θηλέων υστερεί ένεκεν οικονομικών λόγων. Αλλά και η φοίτησις αυτών εβελτιώθη και θα βελτιωθή σημαντικώς, διότι  κατά το παρελθόν έτος δέκα [10] σχολεία των θηλέων συνεστάθησαν…. Εκ της αναλογίας δε ταύτης 8,73 δυνάμεθα να καυχηθώμεν ότι σήμερον η εκπαίδευσις εν τη πατρίδι ημών είναι εν ίση μοίρα με την των μάλλον πεπολιτισμένων κρατών της Ευρώπης  και ουδείς ή ελάχιστοι μένουσι αγράμματοι.  Η βελτίωσις δεν περιορίζεται εις την αύξησιν του αριθμού των φοιτώντων, αλλά και εις το ποιόν της εκπαιδεύσεως, προς δε και εις το ποιόν των διδακτηρίων, διότι τα μόνον δια σταύλους χρήσιμα προ του Νόμου αντικατεστάθησαν διά λαμπροτάτων διδακτηρίων και δια καταλλήλων οργάνων εμπλουτίσθησαν, ων τελείως εστερούντο πρότερον».  Και η εφημερίδα καταλήγει πως καθένας πείθεται, από όσα παραπάνω εκτέθηκαν,  πως ο νόμος υπήρξε ωφελιμότατος και σωτηριωδέστατος εν τη εκπαιδεύσει της πατρίδος μας [25].

  

Να σημειώσουμε, τέλος, ότι στις 15/10/1900 ιδρύεται στο Άργος η σχολή απόρων παίδων του συλλόγου «Δαναός», που λειτούργησε μέχρι το 1973, με νόμο του 1924 αναγνωρίστηκε ισότιμη με τα δημόσια δημοτικά σχολεία και 2.473 έλληνες πολίτες φοίτησαν σε αυτήν. [26] Τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν θρησκευτικά, ανάγνωση, αριθμητική, γεωγραφία, ελληνική Ιστορία, ανθρωπολογία. Δάσκαλοι από το Άργος και από τα γύρω χωριά αναλάμβαναν να διδάξουν αμισθί.

Σε ολόκληρο τον αιώνα που εξετάσαμε η οργάνωση της εκπαίδευσης ήταν αυστηρά συγκεντρωτική. Όλα καθορίζονταν και επιτηρούνταν από την κεντρική διοίκηση. Ο χαρακτήρας των σπουδών ήταν μονοδιάστατα θεωρητικός και κλασικιστικός από την εποχή της Βαυαροκρατίας. Επιβλήθηκε η αρχαιομάθεια και η αρχαΐζουσα γλώσσα. Το χαρακτηριστικό της διδασκαλίας ήταν ο δογματισμός και ο παπαγαλισμός. Η εσωτερική ζωή του σχολείου ήταν αυταρχικά οργανωμένη [27].

Το δημοτικό σχολείο παρείχε στους μαθητές στοιχειώδεις γνώσεις (ανάγνωση, γραφή, αριθμητική) και η φοίτηση ήταν υποχρεωτική, ενώ τα ελληνικά προετοίμαζαν τους μαθητές για το γυμνάσιο κατόπιν εξετάσεων. Οι απόφοιτοι των γυμνασίων εισάγονταν στα πανεπιστήμια χωρίς εξετάσεις.

Η εκπαίδευση ήταν δωρεάν σε όλες τις βαθμίδες εκτός από την πρωτοβάθμια, όπου υπήρχαν δίδακτρα. Για την ίδρυση και συντήρηση των δημοτικών σχολείων κατά των δασκάλων υπεύθυνοι ήταν οι δήμοι και οι κοινότητες, γι’ αυτό και τα σχολεία αυτά ονομάστηκαν δημοτικά και οι δάσκαλοί τους δημοδιδάσκαλοι.

Παρά τον υποχρεωτικό της χαρακτήρα όμως η στοιχειώδης εκπαίδευση δεν ήταν προσπελάσιμη από όλα τα κοινωνικά στρώματα και το πέρασμα από τη μια εκπαιδευτική βαθμίδα στην άλλη δεν ήταν εύκολο. Τα ελληνικά σχολεία και τα γυμνάσια βρίσκονταν μόνο στα αστικά κέντρα. Η πρόσβαση των παιδιών του αγροτικού πληθυσμού, που αντιπροσώπευε την περίοδο 1840 – 1860 πάνω από το 75% του συνολικού πληθυσμού, ήταν δύσκολη. Ακόμα χειρότερα βέβαια ήταν τα πράγματα στην εκπαίδευση των γυναικών. Το 1854 η σχέση ανδρικής και γυναικείας φοίτησης ήταν 1 κορίτσι προς 6,5 αγόρια.

Χαρακτηριστικό της αγωγής, που παρέχουν τα σχολεία της εποχής είναι η χρήση του πίνακα τιμής και του μαυροπίνακα, που βρίσκονται μόνιμα αναρτημένοι πίσω από την έδρα του δάσκαλου. [28] Ο πίνακας τιμής χωρισμένος σε στήλες κατατάσσει κάθε μαθητή σε κατηγορίες: φρόνιμος, επιμελής, εύτακτος, φιλαλήθης, ευπειθής…. Κάθε μήνα σε αυτόν αναγράφονται τα ονόματα όσων διακρίθηκαν για την επιμέλεια ή την συμπεριφορά τους. Δίπλα του βρίσκεται «ο μαύρος πίναξ της ατιμώσεως». Εδώ σημειώνονται όσοι ύστερα από συνεχείς παρατηρήσεις παραμένουν «αδιόρθωτοι». Οι χαρακτηρισμοί είναι εύγλωττοι του συστήματος έπαινος-τιμωρία: φλύαρος, ρυπαρός, παρήκοος, οκνηρός ή αμελής, φιλοπαίκτης, ψεύστης, διεστραμμένος…

Πρόκειται ασφαλώς για μεθόδους και νοοτροπίες, που σε γενικές γραμμές εφαρμόστηκαν και τον επόμενο αιώνα στην ελληνική εκπαίδευση, και μόνο μετά τη μεταπολίτευση παραχώρησαν σταδιακά τη θέση τους σε μεθόδους, που ταιριάζουν σ’ ένα σύγχρονο και δημοκρατικό σύστημα εκπαίδευσης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Κάτσικα Χρ., Ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης, σελ. 19.

[2] Αγγέλου Άλκης,  ΙΕΕ, τόμος Ι, σελ 367.

[3] Κάτσικα Χρ. όπ.π. σελ. 22.

[4] Δημαρά Αλ. Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, α’ τόμος, σελ κγ΄.

[5] Δημαρά Αλ. όπ.π., σελ κδ΄.

[6] Καλαφάτη Ελ., Τα σχολικά κτίρια της Α/θμιας εκπαίδευσης. Αθήνα, Γενική Γραμματεία Νέας Γενιά, 1988.

[7] Κορδατζή – Πρασσά Α., Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια, Ελλέβορος, τ. 11, σελ. 81. (1994).

[8] Ι. Ε. Ε., τόμος ΙΒ΄, σελ. 588.

[9] Κορδατζή – Πρασσά Α.ό.π. σελ. 82.

[10] Ι. Ε. Ε. ΙΒ΄, σελ. 588.

[11] Ι. Ζεγκίνη,  Το Άργος δια μέσου των αιώνων, σελ. 342.

[12] Φασατάκη Ν. Θέματα ιστορίας της εκπαίδευσης και έρευνες στην Αργολίδα, ανέκδοτη εργασία.

[13] Ι. Ε. Ε. τ. ΙΒ΄, σελ. 589.

[14] Δημαρά Αλ. ο.π. σελ. κζ΄.

[15] Κάτσικα Χρ. ο.π. σελ. 29.

[16] Δημαρά Αλ. ο. π. σελ. κζ΄

[17] Δανούση Κ., Ιδιοκτησιακά της μονής Κατακεκρυμμένης στο Άργος, ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, τ. 12, σελ. 65.

[18]  Κορδατζη – Πρασσά Α. ο.π. σελ 83.

[19] Φασατάκη Ν. ό.π.

[20] Κορδατζή – Πρασσά Α., Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια, ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, τ. 11, σελ. 86.

[21] Ι. Ζεγκίνη, ο.π. σελ 343.

[22] Κάτσικα Χρ. ο.π., σελ.70.

[23] Η εκπαίδευση στο Άργος, Αναγέννηση, τεύχος 340 (1996)

[24]  Δανούση Κ., Η εκπαίδευση στο Άργος, Αναγέννηση, τευχ. 340 (1996)

[25] Φασατάκη Ν. ο.π.

[26] Μαλτέζου Δ.  Η σχολή απόρων παίδων του ΔΑΝΑΟΥ, Δαναός ΑΡΓΟΣ 1995, σελ. 89 κ.ε.

[27] Δημαρά Αλ. ο.π. σελ. λ΄.

[28] Καλαφάτη Ε. ο.π.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αναγέννηση, εφημερίδα φ. 340 , Άργος, 1996.
  • Δαναός, αφιέρωμα,  Άργος, 1995.
  • Δημαράς Αλ., «Η  Μεταρρύθμιση που δεν έγινε», τ. 1ος, εκδ. Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 1988.
  • Ελλέβορος, περιοδικό τ. 11/12, Άργος, 1994.
  • Ι. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των αιώνων», 1948.
  • ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ, τ. ΙΓ΄ , ΙΔ΄
  • Καλαφάτη Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης», εκδ. Γ.Γ. Νέας Γεννιάς, Αθήνα, 1988.
  • Χρ. Κάτσικας, «Ιστορία της Νεοελληνικής εκπαίδευσης», εκδ. Σαββάλας, Αθήνα, 2004.
  • Νίκος Φασατάκης, Θέματα ιστορίας της εκπαίδευσης και έρευνες στην Αργολίδα, αδημοσίευτη εργασία.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

  

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Άργος: Το πρώτον Ελληνικόν Κεντρικόν του Έθνους Σχολειόν. Κωνσταντίνα Βάρσου-Κραβαρτογιάννου. Φιλόλογος, Ψυχολόγος, Πανεπιστημίου Αθηνών.


 

Το θέμα της ύπαρξης σχολείου στο Άργoς από την προεπαναστατική ήδη περίοδο είναι ιδιαίτερα θελκτικό, διότι με την προσέγγισή του κατοχυρώνεται ένα ακόμη «μαρτύριον» σχετικά με την ημερήσια, «κανονική» παιδεία στην Τουρκοκρατία. Η προσωπικότητα του κρυφού σχολειού λειτούργησε καταλυτικά στη μαθητική και φοιτητική συνείδηση του μέσου Νεοέλληνα· στα πλαίσια της ιστορίας που διδάσκεται ακόμη στην μετεπαναστατική Ελλάδα, άδουμε όλοι το «φεγγαράκι μου λαμπρό», λησμονώντας  ή και αγνοώντας ότι κατά τον 16ο, 17ο και 18ο τουλάχιστον αιώνα στη σκλαβωμένη πατρίδα πρόβαιναν τακτικά και πανταχόθεν «αι αυγεριναί του ηλίου ακτίναι» – ως θα έλεγε κι ο Κάλβος.

Πως ήταν κάτι τέτοιο δυνατόν τη στιγμή που ο Τούρκος απαγόρευε κάθε τι Ελληνικό; Φαίνεται ότι οι αιτίες είναι αρκετά συγκεχυμένες, αφού και ο Τρύφων Ευαγγελίδης, αναζητώντας τες καταλήγει στο εύγλωττο συμπέρασμα «δια τούτο πάντως το πράγμα αποδοτέον εις θείαν τινά οικονομίαν», επιβεβαιώνοντας το σχόλιο του Gerlach ότι η αναγέννηση των γραμμάτων στην Ελλάδα υπήρξε όντως «ανέλπιστος». Η ισχύς του Πατριαρχείου που με τις δυναμικές αποφάσεις των Συνόδων του αποτέλεσε κράτος εν κράτει, η αυτοθυσία κοσμοκαλόγερων, που ακολούθησαν το παράδειγμα του Κοσμά του Αιτωλού, η μεγάλη πνευματική κίνηση στη Βενετία και γενικά στην ομογένεια και η επίδραση του Νεοελληνικού Διαφωτισμού υπήρξαν μερικές από τις αιτίες που επέτρεψαν και διατήρησαν ζωντανή την εκπαιδευτική δραστηριότητα. Επιπλέον, μετά τα Ορλωφικά και τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, η Υψηλή Πύλη φαίνεται ότι έριξε αρκετό νερό στο κρασί της, επιτρέποντας άτυπα την ενίσχυση της παιδείας και την αλλεπάλληλη εμφάνιση λόγιων, διδασκάλων και συγγραφέων.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο κλίμα επιχειρώ ν’ ανασκευάσω τα δίκαια του Ελληνικού «φανερού» σχολείου χωρίς να προσβάλω στο ελάχιστο αυτά του κρυφού που απαιτείται ν’ αντιμετωπίζεται ως παράλληλο, ενίοτε κυρίαρχο γεγονός και ποτέ ως μύθος. Άλλωστε ο προσδιορισμός «κρυφό» μπορεί να εννοηθεί και ευρύτερα, αφού στο μυαλό σύγχρονων και μεταγενέστερων η ιδέα του νόμιμου και επιτρεπόμενου εκείνα τα χρόνια είναι απλώς αδιανόητη. Όλες οι δραστηριότητες τελούσαν υπό το καθεστώς του φόβου και λαμπρύνονταν κάτω απ’ το ενδεχόμενο μιας συνεχούς απειλής. Γι’ αυτό ακριβώς είναι συγκλονιστικό το ότι η Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα είχε σχολεία· όχι μόνον αυτά των μοναστηριών και των απομακρυσμένων εκκλησιών, όχι μόνον αυτά που φωτισμένοι ιδιώτες διατηρούσαν αλλά και άλλα, που συντηρούσε η απόφαση της κοινοτικής διοίκησης. Τα τελευταία αυτά αναδεικνύονται σε ουσιαστικό πρόπλασμα της στοιχειώδους και δωρεάν εκπαίδευσης.

Για τα σχολεία αυτά επίσημοι κατάλογοι δεν υπάρχουν, οι πληροφορίες των Ιστοριών της Ελληνικής Επανάστασης και των περιηγητών είναι σκόρπιες και συγκεχυμένες, ενώ πλήθος σοβαρών προσπαθειών που έχουν γίνει αποδεικνύουν απλώς ότι το θέμα δεν έχει κλείσει. Σε 210 τα υπολογίζει ο Μ. Παρανίκας και σε 600 ο Τρ. Ευαγγελίδης, ενώ οι Leon Maccas και Παύλος Καρολίδης θεωρούν ότι μέχρι του 1821, 2000 σχολεία λειτούργησαν στην Ελλάδα. Είναι γνωστή η γνώμη του Leake, σύμφωνα με την οποία από του 17ου αι. τα σχολεία είχαν πολλαπλασιασθεί, ώσπου δεν έμεινε κοινότητα Ελληνική που να μην έχει το σχολείο της. Προφανώς η Επανάσταση δεν στηρίχθηκε μόνο στα όπλα, αλλά κυρίως στο πνεύμα.

Να διευκρινίσω ότι αναφέρομαι σε σχολεία κοινά, απ’ αυτά που, θεωρούμενα «μικρά και ταπεινά», σκόπευαν στην εκμάθηση και τη διάδοση της γλώσσας, διδάσκοντας «οκτώηχον, Απόστολον, ψαλτήριον, Ωρολόγιον και αρίθμησιν, γραφήν, δε υπό την επιδειγμή του δασκάλου». Τέτοιο είναι και το ελληνικό σχολείο του Άργους που συστήθηκε το 1798, με πρωτοβουλία της οικογένειας Περρούκα. Απορίας άξιον παραμένει το γεγονός των περιορισμένων και συνοπτικών στο σχολείο του Άργους αναφορών (από τους κ.κ. Παπαδόπουλο, Παρανίκα, Ευαγγελίδη, Βαρδουνιώτη και Καμπούρογλου). Εξαίρεση και εξαιρετική συνεισφορά στη βιβλιογραφία αποτελεί η σπάνια έκδοση του Ιω. Ζεγκίνη, «Το Άργος δια μέσου των αιώνων». Θεσσαλονίκη 1948, στο οποίο κυρίως στηρίχθηκα. Υποψιάζομαι ότι πίσω απ’ την κακή αυτή βιβλιογραφική τύχη ελλοχεύει σκόπιμος υποτίμηση προς χάριν της εκτυφλωτικής λάμψης που έπρεπε να συνοδεύει την υστερότερη αναγέννηση των γραμμάτων στο Ναύπλιο.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Για το παραπάνω θέμα διαβάστε το αναλυτικό άρθρο του Δημ. Βαρδουνιώτη, στο «Αργολικόν Ημερολόγιον του 1910», : «Το εν Άργει Κεντρικόν Σχολείον της Ελλάδος».]

Όπως κι αν έχει το πράγμα, το σχολείο υπήρξε ένα από τα καλύτερα αντιπροσωπευτικά δείγματα της εποχής. Ακριβώς επειδή ιδρύθηκε από το «αρχοντικόν του Μωρέως Περρουκαίικον», οικογένεια που κατείχε τα πολιτικά και κοινωνικά σκήπτρα του Άργους, λειτουργούσε με σχετική ελευθερία και προοδευτικό πνεύμα. Στην οικογένεια ανήκαν έγκριτα μέλη, όπως ο Νικόλαος (βεκίλης της Επαρχίας παρά τη Πύλη) και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ο γυιός του Χαραλάμπης, πληρεξούσιος της Α’ Εθνικής Συνέλευσης και υπ. Οικονομικών κατά το 1823, αλλά και ο ακόμη σπουδαιότερος αδελφός αυτού Δημήτριος, γλωσσομαθής, με νομικές και πολιτικές σπουδές, επίσης βεκίλης, μέλος της Α’ Βουλής του Έθνους, πρώτος γραμματέας (υπουργός) των Εσωτερικών και δικαστικών, γερουσιαστής και μέλος της Δ’ και Ε’ Εθνοσυνελεύσεως. Σ’ αυτόν οφείλεται η νομοθεσία δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του αρτισύτατου κράτους και η διοικητική διαίρεση της Πελοποννήσου.

[Σημ. Βιβλιοθήκης: Περούκας ή Μπερούκας Ιωάννης (†1821). Πρωτότοκος γιος του Νικόλαου Περούκα από το Άργος και εθνομάρτυρας. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Αναγνωσταρά το 1819. Είχε ιδρύσει το πρώτο νεοελληνικό σχολείο του Άργους το 1798, το σχολείο στεγάστηκε στο Μοναστήρι της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης. Στα τέλη της Τουρκοκρατίας ή στις αρχές της Επανάστασης το σχολείο μεταφέρθηκε μέσα στο Άργος. Αργότερα, στις αρχές του 1825, το σχολείο μετατράπηκε σε κρατικό. Οι Ελληνικές αρχές του έδωσαν τον τίτλο «Το έν Άργει Κεντρικόν σχολείον της Ελλάδος». Αυτό το πνευματικό ίδρυμα του Άργους, μετά 27 χρόνια λειτουργίας και προσφοράς, ισοπεδώθηκε από τον Ιμπραήμ τον Ιούνιο του 1825].

 

Άποψη του Άργους. Χαρακτικό, Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1829. Στη βορειοανατολική πλαγιά της Λάρισας το μοναστήρι της Παναγίας όπου στεγάστηκε το πρώτο νεοελληνικό σχολείο του Άργους το 1798.

 

Σε τέτοιες πλάτες στηρίχτηκε το σχολείο του Άργους, γεγονός που επαληθεύει την μαρτυρία του Gerlach ότι η ανοχή των κρατούντων δεν ήταν παρά ευνοϊκή προδιάθεση (επηρεασμός) από ισχυρότατους Έλληνες, ανώτερους λειτουργούς του κράτους, ανθρώπους μορφωμένους, απαραίτητους στους Τούρκους. Γνωρίζουμε ότι λειτούργησε από το 1805 ως το 1821 σχεδόν αδιακόπως με σχολάρχη τον Ησαΐα Καλαρά, «δάσκαλον σοφολογιώτατον εξ Αγιονορίου Νεμέας». Τα πρώτα δύο χρόνια δίδαξε ο πολύ αξιόλογος Βενιαμίν, μοναχός Πελοποννήσιος. Άλλα ονόματα δεν έχουν με βεβαιότητα πιστοποιηθεί. Το μάθημα γινόταν κυρίως πρωϊνές ώρες σε παιδιά από 5 η 6 χρόνων και πάνω, αγόρια και κορίτσια, χωρίς συγκεκριμένο πρόγραμμα. Σύμφωνα με τον Πέκιο, το σχολείο ήταν χτισμένο δυτικώς του Προδρόμου, κατά το σχέδιο των Αγγλικών σχολείων, ο χώρος του όμως δεν επαρκούσε για τους 200 μαθητές που φοιτούσαν εκεί. Εύπορη κυρία, καταγόμενη από τη Χίο, θέλησε να θεραπεύσει το πρόβλημα, κτίζοντας παραπλεύρως του κτιρίου «σχολή θηλέων» ώστε και ο αρχικός χώρος να αποσυμφορηθεί και τα κορίτσια να τυγχάνουν αγωγής χωριστής, αρμόζουσας προς το φύλο τους. Διαγιγνώσκει κανείς την επίδραση των ευρωπαϊκών αντιλήψεων που χαρακτηρίζονται τελικά από συντηρητισμό. Στην Ελλάδα που φλεγόταν από πρωτογενή και αυθόρμητο πόθο για γράμματα και ελευθερία, πρόβλημα χωριστής εκπαίδευσης δεν τίθεται, αποτελεί μάλλον ηθικό ψευτοδίλημμα.

Πιθανότατα, στο Άργος διδάχτηκαν πειραματικά, πρωτοποριακά για την εποχή τους βιβλία, τα πρώτα αλφαβητάρια η «Παιδαγωγίαι». Ως τέτοια βιβλία αναφέρονται «Η Χρήσιμος Παιδαγωγία προς τους Νέους επιθυμείν μαθείν τα ιερά γράμματα μετά επανορθώσεως και προσθήκης», πρώτη έκδοση, Βιέννη 1803 και το «Αλφαβητάριον Ευμαθείας» του Πολυζώη Κοντού, 1818. Βασική επιδίωξη αποτέλεσε η αντικατάσταση των τουρκογενών διαλέκτων από ενιαίο γλωσσικό ιδίωμα.

Η δωρεάν εκπαίδευση για αγόρια και κορίτσια με καλούς δασκάλους και σχετική επάρκεια διδακτικού υλικού ξεπερνά βέβαια κάθε προσδοκία, αλλά ας μην μας κάνει να πιστέψουμε ότι δεν υπήρχαν μελανά σημεία. Όπως στα περισσότερα σχολεία της εποχής, οι δάσκαλοι αμείβονταν λίγο η και καθόλου κι έτσι αναγκάζονταν να ασκήσουν παράλληλα διάφορα επαγγέλματα. Η αποστήθιση μέχρι τελικής εξαντλήσεως αποτελούσε τη βάση της διδασκαλίας και ενώ δεν έλειπαν οι έπαινοι και οι επιβραβεύσεις, οι τιμωρίες έπαιρναν συχνά τη μορφή βασανισμού, αντιγράφοντας δε τις μεθόδους του κατακτητή.

Η Εθνική Συνέλευση του Άστρους το 1823 ομιλεί ρητώς για ίδρυση σχολείου, εννοώντας την επαναλειτουργία αυτού που υπήρχε έως και την έναρξη της Επανάστασης. Στην εφημερίδα «Ο φίλος του Νόμου» του 1824, φύλλο 86, δημοσιεύεται το παρακάτω έγγραφο:

Βουλευτικόν Συνέδριον Τη 22 Δεκεμβρίου

Προεδρεύοντος του κ. Πανούτσου Νοταρά εκινήθη το περί της συστάσεως του εν Άργει σχολείου, κοινή γνώμη και αποφάσει της Συνελεύσεως, όθεν εστάλη προβούλευμα εις το Εκτελεστικόν μετά του θεσπίσματος το οποίον έχει επί λέξει ουτωσί:

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Επειδή η εν Άστρει συγκροτηθείσα Εθνική Συνέλευσις γνωρίζουσα καλώς, ότι δια της παιδείας, αυξάνουσιν, ευτυχούσιν, ενδυναμούνται και στερεούνται τα Έθνη, ενομοθέτησεν εις τον Οργανικόν νόμον §λζ’ ότι η δημόσιος εκπαίδευσις είναι υπό την προστασίαν του Βουλευτικού σώματος και §πζ’ ότι συστηματικώς  να οργανισθή η εκπαίδευσις της νεολαίας από την Διοίκησιν.

Το Βουλευτικόν εθεσπίσατο

Α’ Εις την πόλιν του Άργους να συσταθή σχολείον κεντρικόν της Ελληνικής Επικρατείας εις το οποίον να παρεισαχθώσι διαφορα είδη μαθήσεως.

Β’ Ο Υπ. των Εσωτερικών να ενεργήση το παρόν θέσπισμα.

Γ’ Το παρόν θέσπισμα να δημοσιευθή δια του τύπου και να καταχωρηθή εις τον Κώδικα των θεσπισμάτων.

Τη 22 Δεκεμβρίου 1824 εν Ναυπλίω

Ο Πρόεδρος                                                        Ο Β’ γραμματεύς

Παν. Νοταράς                                               Ανδρ. Παπαδόπουλος

 

Η απόφαση για τη σύσταση σχολείου λαμβάνεται ομόφωνα αφού η παιδεία αποτελεί την απαραίτητη, αν όχι μοναδική προϋπόθεση της ευημερίας, της ισχύος και γενικά της ευτυχίας των Εθνών. Αντίληψη που σήμερα ακούγεται αδιάφορη και κοινότοπη, όμως στα κρίσιμα εκείνα χρόνια ήταν προϊόν συγκλονιστικής διαύγειας και πολιτικής ωριμότητας. Προσέξτε το δυναμισμό και την εθνική περηφάνια του όρου «Ελληνική Επικράτεια» που ξεχειλίζει από υποσχέσεις αγωνιστικότητας προς τους αλύτρωτους.

Σε άλλο φύλλο της εφημ. «Ο φίλος του Νόμου» δημοσιεύεται παλαιότερη απόφαση του Βουλευτικού Σώματος να καταρτιστεί επιτροπή, αποτελούμενη από τους κ.κ. Γαζήν, Νοταράν, Κάββαν, Τρικούπην και Λιβέριον με σκοπό τη μελέτη και εφαρμογή σχεδίου «Περί της κοινής Παιδείας του Έθνους». Το σχέδιο έχει ήδη καταρτισθεί και παρουσιάζεται σε γενικές γραμμές. Οπωσδήποτε προβλέπονται τρεις βαθμίδες (δημώδους αγωγής, λυκείων και ανωτάτης παιδείας), τονίζεται όμως το εξής:

«Αλλ’ επειδή τοιούτον σχέδιον δεν είνε του παρόντος καιρού να βαλθή εις πράξιν καθ’ όλην την εκτασίν του, η επιτροπή περιορίζεται εις μόνον το πρώτον είδος, το οποίον κοινώς ονομαζόμενον Αλληλοδιδασκαλία, είναι αναγκαιότατον και κοινωφελέστατον εις την Ελλάδα, και εν ταυτώ ολιγοδάπανον δια την επικράτειαν και ανέξοδον δια τον μαθητήν προβάλλει δε να εισαχθή κατά τον ακόλουθον τρόπον.

Εις το Άργος ως ούσαν εκ των σημαντικωτέρων και υγιεστέρων πόλεων της Πελοποννήσου να συσταθή κατά το παρόν εν αλληλοδιδακτικόν σχολείον, το οποίον συγκροτηθέν καθώς πρέπει, μέλλει να χρησιμεύση ως μεγάλη πηγή, όθεν θέλουσιν εκρεύσει νάματα της αλληλοδιδασκαλίας, εις όλην την Ελληνικήν Επικράτειαν. Δια να κατορθωθή τούτο είνε αναγκαιότατον εκτός των εντοπίων και άλλων παίδων ν’ αφιερωθώσιν εις την οδηγίαν του διδασκάλου ολίγοι άξιοι και χρηστοήθεις νέοι, γυμνασμένοι οπωσούν εις την Ελληνικήν γλώσσαν, οι οποίοι τελειοποιηθέντες εντός ολίγου να στέλλωνται ως διδάσκαλοι εις άλλας επαρχίας, να τους διαδέχωνται εις το Άργος άλλοι και εκείνους πάλιν άλλοι, έως ου εκάστη επαρχία της Ελλάδος λάβη απ’ αυτό το σχολείο έναν διδάσκαλον […] Ούτω εξαπλώνεται γλήγωρα η δημώδης αύτη και κοινή παιδεία, η οποία ημπορεί μετά ταύτα να διαδοθή και εις τας κόρας». Φαίνεται επίσης ότι το σχολικό κτίριο του Άργος έχει επεκταθεί και ανακαινισθεί.

«Σάλα ευρύχωρος αναγκαιοί δια την παράδοσιν και τόπος κλεισμένος εις την διάχυσιν και σωματικήν γύμνασιν των νέων. Και τα δυό ταύτα έχει το σχολείο του Άργους».

Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, επιστάτες αμίσθωτοι διορίζονται οι κ. Παρθένιος και Μ. Κάββας, ενώ Έφορος της Παιδείας ο κ. Γρηγόριος Κωνσταντάς. Είναι ακόμη βέβαιο, σύμφωνα με δημοσίευμα της 19ης Σεπτεμβρίου 1824 στο Ναύπλιο, ότι ο Γ. Γεννάδιος, άρτι επιστρέψας από της Οδησσού έγινε δεκτός με τιμές και διορίστηκε διδάσκαλος στο Άργος.

Όπως ήταν φυσικό πολύ σύντομα όλη αυτή η δραστηριότητα απέδωσε καρπούς:

 

«Ναύπλιον, 13/12/1825

Το εις το Άργος συσταθέν σχολείον της αλληλοδιδακτικής, επιδίδει θαυμασίως. Πολλοί νέοι αυθόρμητοι συνέτρεξαν πολλαχόθεν δια να διδαχθώσι την νέαν αυτή μέθοδον και διδαχθέντες, να την διδάξωσι και αυτοί εις άλλα μέρη της ελευθέρας Ελλάδος. Ο ζήλος και η επιμέλεια του διδασκάλου της σχολής κυρίου Δημ. Πλατανίτου, συναυξάνει, καθ’ όσον και ο αριθμός των μαθητών του, οι οποίοι κατά το παρόν αριθμούνται υπέρ τους 150. Εξ αυτών κι ο Ιωάσαφ Καΐρης, αδελφός του Θεοφίλου τελειοποιηθείς […] απήλθεν εις την πατρίδαν του, την Άνδρον, δια να σχολαρχήση εκεί. Έχομεν χρηστάς ελπίδας ότι εντός ολίγου θέλει διαδοθή η μάθησις εις όλην την επικράτειαν, κατά την ευχήν και επιθυμίαν των Ελλήνων».

Συνοψίζοντας, θεωρώ τη συμβολή του σχολείου του Άργους στην εκπαίδευση των νεοτέρων χρόνων καθοριστική όχι μόνον για την πρότυπο μορφή του (υπήρχαν και άλλα εφάμιλλα σε διάφορες περιοχές) η την αρχαιότητά του (που πολλές πόλεις ερίζουν). Το γεγονός ότι σχεδιάστηκε και λειτούργησε ως μήτρα εκπαιδευτικού προσωπικού είναι αυτό που το κάνει να ξεχωρίζει. Χωρίς ίσως να το έχουν συνειδητοποιήσει, οι πρώτες εκείνες επιτροπές ίδρυσαν όχι απλώς ένα εκπαιδευτήριο πρώτης βαθμίδας αλλά μίαν άτυπο, πλην όμως πρότυπο Παιδαγωγικήν Ακαδημία.

Κυρίες και Κύριοι, οι πρόγονοί μας έβλεπαν μίαν αλήθεια μπροστά στην οποία εμείς συχνά εθελοτυφλούμε: Για να υπάρξει ελευθερία χρειάζεται παιδεία, αλλά για να υπάρξει παιδεία χρειάζονται δάσκαλοι.

 

Βιβλιογραφία


  1. Ιωάννου Ζεγκίνη, Το Άργος δια μέσου των αιώνων. Θεσσαλονίκη 1948.
  2. Ιωάννου Δημ. Ζουμά, «Η παιδεία κατά την τουρκοκρατίαν εις την περιοχήν των Σαλώνων (Αμφίσσης)» Τετράμηνα, τευχ. 34-35, Φθινόπωρο 1987, σσ. 2233-63.
  3. Ματθαίου K. Παρανίκα, Σχεδίασμα, Κωνσταντινούπολη 1867.
  4. Τρυφ. Ευαγγελίδου, Τα Ελληνικά σχολεία από της αλώσεως (1453) μέχρι του 1831. Αθήναι 1933.
  5. Τρυφ. Ευαγγελίδου, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας, τ. Β’. Αθήναι 1936.
  6. Κυριάκου Σιμόπουλου, Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τομ. Γ1, Αθήνα 1975.
  7. Δ. Βαρδουνιώτου – Δ.Γ. Καμπούρογλου, «Το σχολείον του Άργους», Αθηνά, τευχ. ΚΖ’, σσ. 215-8.
  8. Αχ. Α. Μανδρίκα, Κρυφό σχολείο. Μύθος η πραγματικότητα; Αθήνα 1992.
  9. Γεωργίου Φίνλεϋ, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, ελλ. μτφ. Αθήναι: Αφοί Τολίδη, χ.χ.
  10. Κων. Παπαρρηγοπούλου, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, [ανατ. Νίκα]. Αθήναι.
  11. Διονυσίου Κοκκίνου, Η Ελληνική Επανάστασις. Αθήναι: Μέλισσα, 1972.

 Κωνσταντίνα Βάρσου-Κραβαρτογιάννου

Φιλόλογος, Ψυχολόγος, Πανεπιστημίου Αθηνών.

 Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

  

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής. Βασίλης Τσιλιμίγκρας στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Στόχος της εισήγησής μου, που αφορά τον Εθνικό Διχασμό, είναι να προσπαθήσω να παρουσιάσω, όσο πιο συνοπτικά γίνεται, ένα αρκετά μεγάλο σε έκταση γεγονός, ιδιαίτερα έντονο και ενδιαφέρον σε διακυμάνσεις και καθοριστικό σε αποτελέσματα, δηλαδή το ρόλο των διανοουμένων κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού.

Ο Εθνικός Διχασμός (1915-1917) αποτέλεσε ένα δραματικό εμφυλιοπολεμικό γεγονός που επηρέασε καθοριστικά την πορεία του ελληνικού κράτους και της ελληνικής κοινωνίας. Πιστοποιούσε τη θερμή «ρήξη» Βενιζελικών και Αντιβενιζελικών, που προσωποποιούνταν συμβολικά αλλά και ουσιαστικά στον Βενιζέλο και στον βασιλιά Κωνσταντίνο, και είχε ως ιδεολογικό, κοινωνικό και πολιτικό υπόβαθρο τη σφοδρή αντιπαράθεση των νέων αστικών μεταρρυθμιστικών δυνάμεων και αντιλήψεων με τις αντίστοιχες συντηρητικές – παραδοσιακές.

Η παρουσία και η δράση των πνευματικών ανθρώπων δεν ξεκινά ξαφνικά το 1915, που αρχίζει η ρήξη, ούτε τελειώνει το 1917 με την αποκατάσταση της βενιζελικής διακυβέρνησης. Είναι η κορύφωση μιας πορείας που θα συνεχιστεί με άλλες μορφές και όρους στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας και του κράτους.

Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Θα παρουσιάσω τις ιδεολογικές τάσεις, τα πρόσωπα ως δράστες και εκφραστές – ενσαρκωτές απόψεων και αντιλήψεων, τις δράσεις και τις συνέπειές τους στο ελληνικό γίγνεσθαι. Ενώ θα έπρεπε να αναφερθώ και στη στάση του τύπου της εποχής, που αποτελεί όχημα επικοινωνίας, έστω και περιορισμένης εμβέλειας εκείνη την εποχή, του λαού με τους πολιτικούς και τους διανοούμενους, αλλά και το όργανο της σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης, της προπαγάνδας, του φανατισμού και της καθοδήγησης των πολιτικοκοινωνικών δυνάμεων με τα οδυνηρά αποτελέσματα των συγκρούσεων και των υπερβολών κάθε είδους στην περίοδο του Εθνικού διχασμού, αυτό δεν είναι δυνατό στο πλαίσιο της παρούσας εισήγησης.

Ο Εθνικός Διχασμός, ως όρος, απαλύνει κάπως την πραγματικότητα που δεν ήταν άλλη απ’ αυτή ενός εμφυλίου πολέμου με διαιρεμένη τη χώρα σε μια κρίσιμη περίοδο, όπου ποικίλες ευρωπαϊκές και βαλκανικές δυνάμεις, στη δίνη του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου, χρησιμοποιούν τη βόρεια Ελλάδα ως πεδίο στρατιωτικών επιχειρήσεων και πεδίο ανταγωνισμού των βαλκανικών εθνικισμών με ιδιαίτερα επικίνδυνες προεκτάσεις που απειλούν την ίδια την υπόσταση της χώρας και το μέλλον της.

Επιχειρώντας να προσδιορίσουμε το περιεχόμενο του όρου διανοούμενος πρέπει να επισημάνουμε ότι στις δύο πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα παρατηρείται ένα καινούριο φαινόμενο που αφορά τη συγκρότηση των διανοουμένων σε διακριτή ομάδα. Έτσι η ατομική πνευματική και καλλιτεχνική προσπάθεια μετατρέπεται σε συλλογική, κοινωνικοπολιτική παρέμβαση στα πλαίσια του Δημοτικισμού.

Ο όρος διανοούμενος αρχίζει να κάνει αισθητή την παρουσία του μαζί με τον αντίστοιχο ξένο «ιντελεκτουάλ», που προηγείται, στην περίοδο αυτή. Οι παλαιότεροι όροι λόγιοι, πεπαιδευμένοι, άνθρωποι των γραμμάτων δε φαίνεται να μπορούν να ανταποκριθούν στις νέες ανάγκες της κοινωνικής και εκπαιδευτικής εξέλιξης. Ο Παναγιώτης Μουλλάς σημειώνει: «Οι διανοούμενοι, λοιπόν, στο προσκήνιο. Γύρω στα 1910, η λέξη μπορεί να μην υπάρχει ακόμη, αλλά οι άνθρωποι υπάρχουν. Οι άνθρωποι: δηλαδή όσοι αγωνίζονται για τη γλώσσα και συζητούν στο Νουμά για το βιβλίο του Σκληρού ή ιδρύουν συλλόγους και υπογράφουν διαμαρτυρίες ή σπουδάζουν και ονειρεύονται ανορθώσεις, σχολεία, πολιτική δράση, δημιουργία κόμματος, κλπ., οι πρεσβύτεροι και οι νεώτεροι, οι αναλυτές της εξουσίας».

Βάση και κυρίαρχο πεδίο έντονης ιδεολογικής και όχι μόνο αντιπαράθεσης, που έχει γενικότερη συμβολική αξία για τη γενικευμένη σύγκρουση μεταρρυθμιστών και συντηρητικών, είναι η γλώσσα, και συγκεκριμένα η υιοθέτηση και χρήση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση. Έτσι, η γλώσσα δεν είναι μόνο ο προνομιακός χώρος αντιπαράθεσης, με δεδομένη την κυριαρχία της καθαρεύουσας στο χώρο της παιδείας, της επιστήμης αλλά και του κράτους, αλλά και η ενοποιητική ουσία ενός έθνους – κράτους καθώς και χώρος αποτύπωσης των ιδεολογικών αναζητήσεων, των επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων και κυρίως μέσο διαμόρφωσης και καθοδήγησης των ανθρώπων.

Στην Ελλάδα, στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του εικοστού αιώνα, κύριος ιδεολογικός άξονας και προβληματισμός είναι «το ζήτημα της ολοκλήρωσης του εθνικού γίγνεσθαι, της Μεγάλης Ιδέας». Αν και δεν ικανοποιείται από τους βαλκανικούς πολέμους η ανάγκη ενοποίησης των ελληνικών πληθυσμών, όλοι κινούνται στο πλαίσιο αυτής της ιδέας, ακόμη και αυτοί που στοχεύουν στην ανατροπή της.

Ταυτόχρονα ο δημοτικισμός και μάλιστα ο εκπαιδευτικός, στον οποίο κυριαρχεί η φιλελεύθερη τάση, εντάσσεται στο συνολικότερο αίτημα του εκσυγχρονισμού και εξευρωπαϊσμού της ελληνικής κοινωνίας. Όμως, εξακολουθεί να υπάρχει «το ομιχλώδες κλίμα των ελπίδων και των προσμονών» που δημιούργησε η επανάσταση του 1909. Αυτό το γεγονός αποτυπώνεται σε επιστολή του Μ. Τριανταφυλλίδη προς την Πηνελόπη Δέλτα (7/12/1909), όπου, αφού εκφράζει την απογοήτευσή του για την έλλειψη ηγετικής μορφής, γράφει το εξής για τις κινήσεις των δημοτικιστών: «Στο ότι δε το ζήτημα θα καταντήση πολιτικό, όταν βέβαια ωριμάση, σ’ αυτό και οι άλλοι μας έχομε την ίδια γνώμη». Στο πλαίσιο του ίδιου προβληματισμού θα γράψει ο ίδιος τον Αύγουστο του 1910: «το ζήτημα δεν μπορεί να μείνη – καθώς ούτε και είναι – γλωσσικό αλλά κοινωνικό, γιαυτό τίποτε δεν θα μπορέσει να κατορθωθεί μέσα στο κράτος χωρίς τη βοήθεια ενός πολιτικού κόμματος». Προτείνει, τέλος, να προσεγγισθεί και να κρατείται ενήμερη η πριγκίπισσα Σοφία και ο διάδοχος Κωνσταντίνος.

Ο κοινωνικός και πολιτικός χαρακτήρας του γλωσσικού ζητήματος είχε ήδη επισημανθεί, πριν από τον Ψυχάρη και τον Σκληρό. «Το γλωσσικό ζήτημα θεωρείται ζήτημα εθνικό», σύμφωνα με τους δημοτικιστές, γιατί το ιδανικό μιας ενιαίας γλώσσας εξακολουθεί να εκφράζει την αποκρυστάλλωση της εθνικής ενότητας μέσα και κυρίως έξω από τα τότε ελληνικά σύνορα.

Η παρέμβαση του Σκληρού, με το έργο του Το κοινωνικό μας ζήτημα, στο διαμορφωμένο εθνικό προβληματισμό των δημοτικιστών συνίσταται κυρίως στην τοποθέτηση του δημοτικιστικού κινήματος μέσα στα πλαίσια των κοινωνικών και όχι των εθνικών αγώνων, εφόσον η γλώσσα, ως πνευματικό αγαθό, γίνεται αντικείμενο συγκρουόμενων κοινωνικών συμφερόντων. Πιστεύει ότι, για να μπορέσει ο δημοτικισμός να επιτύχει τους στόχους του, πρέπει να αποκτήσει συγκεκριμένη κοινωνική βάση και να ταυτιστεί με την τάξη εκείνη της οποίας τα συμφέροντα υπηρετούνται με την υιοθέτηση της δημοτικής, για να μπορέσει μέσα από αυτή να ασκήσει πολιτική πίεση για την επικράτηση του Δημοτικισμού. Έτσι, ο Σκληρός προχωρεί στην ταξικοποίηση και πολιτικοποίηση του γλωσσικού ζητήματος. Τέλος αξιολογώντας τους φορείς του δημοτικισμού γνωρίζει ότι πρόκειται για την πρωτοπορία της αστικής τάξης, για τα «καλύτερα, γνωστότερα, γενναιότερα και μάλλον ενθουσιώδη παιδιά της μπουρζουαζίας μας». Καταλήγει, τελικά, στο συμπέρασμα ότι ο δρόμος της επικράτησης του δημοτικισμού είναι ο δρόμος του σοσιαλισμού. Την ίδια άποψη έχουν και ο Κ. Χατζόπουλος και ο Δ. Γληνός και άλλοι ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων – Χριστίνα Κουλούρη, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, τόμ. 18, Αθήνα, 1996.


 

Στις αρχές του αιώνα μας, σε κάποιο μονοτάξιο δημοτικό σχολείο του ελληνικού κράτους, ο μικρός μαθητής απηύθυνε την έξης ερώτηση στο δάσκαλό του: «Δάσκαλε κατά μας ήσανε οι Ρωμαίοι ή κατά τούς Τούρκους;». Πέρα από την αφέλεια και την έλλειψη γνώσεων που αποκαλύπτει η απορία του μαθητή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εικόνα που έχει για το παρελθόν και την ιστορία τής Ελλάδας υπακούει σε μια μανιχαϊκή διάκριση ανάμεσα σε εμάς και τούς άλλους, τούς εχθρούς δηλαδή, πού ενσαρκώνονται εκείνη την εποχή ακόμη κατεξοχήν από τούς Τούρκους.

Ωστόσο, κατά πόσο η απλοϊκή διχαστική εικόνα του κόσμου – όπως στην περίπτωση του μικρού μαθητή – ενέχει στοιχεία φανατισμού είναι ένα ζήτημα πού χρήζει προκαταρκτικά κάποιων μεθοδολογικών και εννοιολογικών διασαφηνίσεων. Παρατηρείται, πράγματι, σε πολλές θεωρητικές και εμπειρικές προσεγγίσεις μια σύγχυση στην ορολογία πού χρησιμοποιείται αλλά και μια γενικευτική τάση έτσι ώστε να ενταχθούν στην ιδία αναλυτική κατηγορία φαινόμενα πού διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους. Στην περίπτωση του φανατισμού, πολλές παρανοήσεις προκύπτουν από τη σύγχυση των ορίων πού διακρίνουν συγκεκριμένες διαβαθμίσεις στη διαδικασία συγκρότησης τής ταυτότητας ατόμων ή ομάδων -από την απλή πίστη ή πεποίθηση στο δογματισμό και, στη συνέχεια, στο φανατισμό. Η μελέτη του λόγου των σχολικών εγχειριδίων είναι δυνατό να αποκαλύψει τα διαφορετικά αυτά στάδια τα οποία έχουμε την τάση να τα συμφύρουμε, ανάλογα μάλιστα με την ιδεολογική σκοπιά από την οποία ασκούμε κριτική. Η επιλογή του συγκεκριμένου παραδείγματος προς ανάλυση σημαίνει επίσης ότι θα πρέπει να συνυπολογίσουμε εξαρχής τα βασικά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είδους του αναλυόμενου λόγου, τα όποια αποτελούν συνάρτηση της φυσιογνωμίας των παραγωγών και των καταναλωτών του.

Αναγνωστικό του Ο.Ε.Σ.Β. του 1954 για την Ε’ τάξη του δημοτικού. Γ. Καλαματιανός, Θ. Γιαννόπουλος, Δ. Δούκας, Δ. Δεληπέτρος, Ν. Κοντόπουλος. Το αναγνωστικό αυτό επανεκδόθηκε το 1971, επί δικτατορίας.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων με κριτήριο το φανατισμό, είναι ίσως σκόπιμο να αναφέρουμε ότι σε κάποιες περιόδους της ελληνικής ιστορίας τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν τα ίδια αντικείμενο φανατικής αντιμετώπισης. Παρουσιάστηκαν, λόγω του περιεχομένου τους, ως απειλή για το έθνος, για τη θρησκεία, για την οικογένεια, και η αντιμετώπισή τους υπήρξε αντίστοιχη του κινδύνου πού εκπροσωπούσαν: κάηκαν. Η φανατική πράξη της δια πυράς καταστροφής κάποιων βιβλίων είναι, όπως γνωρίζουμε, μια χειρονομία με διαχρονικό συμβολισμό. Στην περίπτωση της απόφασης, το 1920, να καταστραφούν τα βιβλία πού συντάχθηκαν σύμφωνα με τις αρχές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, βρισκόμαστε στο κέντρο μιας ιδεολογικής και πολιτικής διαμάχης στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, που πήρε τη μορφή του πραγματικού Διχασμού. Τα σχολικά βιβλία υπήρξαν μία από τις παραμέτρους αυτής της διαμάχης, όπου ο φανατισμός σφράγισε το λόγο και τις πράξεις των αντίπαλων μερίδων. Και κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, εξάλλου, εξαιτίας της σημασίας που αποδόθηκε στον κοινωνικό και ιδεολογικό ρόλο του σχολικού θεσμού, τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν συχνά αντικείμενο κριτικής και ιδεολογικής διεκδίκησης από όπου δεν έλειψαν οι φανατικές όψεις.

Για τη μελέτη του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων, επέλεξα να διερευνήσω μια μακρά χρονική περίοδο, από τον 19ο αιώνα – στην ουσία από το 1880 και εξής – έως τα πρόσφατα χρόνια, δηλαδή τη Μεταπολίτευση. Χρησιμοποίησα ένα δείγμα εγχειριδίων, εντελώς τυχαίο, κυρίως του δημοτικού σχολείου και κατεξοχήν αναγνωστικά και βιβλία ιστορίας. Η επιλογή κατευθύνθηκε πάντως από τη μέριμνα να περιληφθούν βιβλία από όλες τις περιόδους πού μπορεί να διακρίνει κάποιος στο εσωτερικό αυτού του μεγάλου ερευνητικού αναπτύγματος και μάλιστα από εποχές κρίσεων, εθνικών και πολιτικών, όταν φαίνεται πώς παρατηρούνται κατά κανόνα εντονότερες και πυκνότερες εκδηλώσεις φανατισμού.

Τα σχολικά βιβλία βεβαίως δεν επιθυμούν να είναι φανατικά. Το σχολικό εγχειρίδιο, προορισμένο να μεταδώσει στις νεότερες γενεές το σύνολο των βασικών γνώσεων και τις κυρίαρχες για την εκάστοτε εποχή αξίες, υιοθετεί ένα λόγο «αντικειμενικό» και ουδέτερο πού επιβεβαιώνει το κύρος του ως vulgata της γνώσης. Από την άλλη μεριά όμως, το γεγονός ότι στην Ελλάδα το σχολικό εγχειρίδιο υπήρξε κατά κανόνα κρατικό μονοπώλιο προσέφερε στις κοινωνικές και πολιτικές ομάδες πού έλεγχαν κάθε φορά την κεντρική εξουσία μια μοναδική ευκαιρία αποτελεσματικής προπαγάνδας. Με την κρατική έγκριση, οι συγγραφείς των εγχειριδίων μπορούσαν συνεπώς να μεταδώσουν θετικές ή αρνητικές εικόνες, να ορίσουν εχθρούς και φίλους, να καλέσουν σε συναισθηματική ταύτιση τους μαθητές, μέσω ενός λόγου όχι πλέον ουδέτερου άλλα συγκινησιακά φορτισμένου. Σε παρόμοιες αποστροφές, όπου κυριαρχεί το συγκινησιακό στοιχείο, είναι δυνατό να ανιχνεύσουμε εκδηλώσεις φανατισμού.

Οι εκδηλώσεις αυτές θα πρέπει πάντως να αναλυθούν με βάση κάποιους πρωταρχικούς ορισμούς, εφόσον δηλαδή διευκρινίσουμε τί διακρίνει τη φανατική στάση και συμπεριφορά. Είναι άλλωστε δύσκολο να αποφύγουμε την αξιολογική κρίση απέναντι σε παρόμοιες στάσεις, δεδομένου ότι ο ορισμός του φανατισμού γίνεται πάντα σε σχέση με κάποιον «κανόνα», μια «κανονικότητα» από την οποία παρατηρείται απόκλιση. Πότε κάποιος διαβαίνει το κατώφλι της «κανονικότητας» για να χαρακτηρισθεί ως φανατικός είναι ένα ερώτημα το οποίο δύσκολα απαντάται, δεδομένης και της πρωτεϊκής φυσιογνωμίας του φανατισμού.

Θα επιδιώξω ωστόσο να καθορίσω κάποια γενικά χαρακτηριστικά τα όποια, εφόσον ανευρεθούν σε ένα κείμενο, μπορούν να εκλαμβάνονται ως ενδείξεις φανατικής στάσης, θα μπορούσαμε πράγματι να ορίσουμε το φανατισμό ως «μια πνευματική κατάσταση, μια νοοτροπία που συναποτελείται από μισαλλοδοξία, μίσος, επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό, καθώς και δικαιολογίες γι’ αυτή την επιθετικότητα στο όνομα μιας ιδέας πού κατέστη σημαντικότερη από κάθε άλλη, και από κάθε άλλον – φίλους, οικογένεια, ή όποιον άλλο θα μπορούσαμε να αγαπάμε». Ο φανατισμός περιέχει την «απόλυτη, αποκλειστική, παθιασμένη, ζηλόφθονη και τυφλή προσκόλληση στο αντικείμενο της λατρείας, μαζί με την απώθηση για οτιδήποτε είναι είτε ξένο είτε αντίθετο προς αυτό το αντικείμενο».

Στην περίπτωση των σχολικών εγχειριδίων έχουμε να κάνουμε με μία από τις όψεις του φανατισμού, αυτή πού θα ορίζαμε με μια φράση «εθνικιστικό φανατισμό». Αυτή η μορφή φανατισμού σχετίζεται με τη λατρεία της πατρίδας και ονομάζεται συνήθως σωβινισμός. Ο σωβινισμός θεωρείται η «πιο ακραία, η πιο παράλογη, ή πιο επικίνδυνη μορφή» του εθνικισμού. Πρόκειται για ένα «στενό και φιλέκδικο πάθος για την πατρίδα, γεμάτο από φιλοπόλεμη διάθεση απέναντι σε κάθε τι ξένο». Στην περίπτωση του σωβινισμού, σύμφωνα με τον ορισμό που δώσαμε προηγουμένως για το φανατισμό, αντικείμενο λατρείας είναι η πατρίδα ή το έθνος και στο όνομα της εθνικής ιδέας δικαιολογείται όχι μόνο η έλλειψη ανοχής ή η έμμεση απόρριψη του «άλλου» αλλά και η επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό η οποία είναι δυνατό να εκφράζεται ακόμη και με πράξεις βίας. Το έθνος ενσαρκώνει τη μοναδική αλήθεια, εκείνη πού επιτρέπει τη μανιχαϊκή διάκριση σε καλό και σε κακό και την επακόλουθη έως αναγκαία κατασκευή των εχθρών. Οι εχθροί αυτοί εμφανίζονται να απειλούν την ύπαρξη του έθνους και την ασφάλεια της πατρίδας, έτσι πού να θεωρείται απόλυτα δικαιολογημένη η ξενόφοβη βία.

Η απειλή για το έθνος δεν προέρχεται πάντα από τον εθνικό «άλλο», παρόλο που αυτό αποτελεί τον κανόνα. Η απειλή μπορεί να είναι εσωτερική, να προέρχεται δηλαδή από τους κόλπους του ίδιου έθνους και να αποδίδεται στον κοινωνικό και πολιτικό «άλλο». Αυτό, στην ελληνική περίπτωση, είναι ιδιαιτέρως προφανές κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο και με κορύφωση την εποχή της δικτατορίας.

Η επιθετικότητα, το μίσος και ο θυμός απέναντι στον εκάστοτε «άλλο» συνδυάζονται συχνά, στο πλαίσιο της φανατικής ιδεολογίας, με την παθολογική διόγκωση της συλλογικής αυτο-εικόνας και τις μεγαλομανείς επιδιώξεις. Πρόκειται για επιδιώξεις πού οι φανατικοί φορείς τους επιθυμούν να τις πραγματοποιήσουν έξω από τα όρια της πραγματικότητας, την οποία πραγματικότητα επιπλέον τις περισσότερες φορές αγνοούν ή παραβλέπουν. Οι αλυτρωτικές ιδεολογίες, όπως κάποιες εκφάνσεις της Μεγάλης Ιδέας για παράδειγμα, εγκλείουν παρόμοιες μεγάλο μανιακές πτυχές. Αυτές οι φανατικές, μεγαλομανιακές, ιδέες είναι – σε αναλογία με τον όρισμα που δίνει ο Freud για τα δόγματα – «ψευδαισθήσεις, πού εκπληρώνουν τις πιο παλιές, τις πιο ισχυρές και τις πιο επείγουσες επιθυμίες της ανθρωπότητας. Το μυστικό της ισχύος τους βρίσκεται στην ισχύ αυτών των επιθυμιών».

Η μελέτη των σχολικών εγχειριδίων μπορεί να αποκαλύψει πολλές από τις φανατικές πτυχές της κυρίαρχης ιδεολογίας: την επιθετικότητα και την ενθάρρυνση πράξεων βίας απέναντι στον «άλλο», τη μεγαλομανιακή προβολή του εθνικού «εγώ», τη μανιχαϊκή αντίληψη της πραγματικότητας, την ανάδειξη του έθνους σε απόλυτη και υπερβατική αξία και σε αντικείμενο λατρείας. Η ανεύρεση παρόμοιων στοιχείων σε σχολικά κείμενα αποκτά πρόσθετη σημασία αν αναλογισθούμε ότι διαβάζονται από το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού  – ιδιαίτερα όσα ανήκουν στην υποχρεωτική εκπαίδευση – κι επομένως η εμβέλειά τους είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη οποιουδήποτε προπαγανδιστικού κειμένου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη  πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο – Γεώργιος Η. Κόνδης, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Το Νοέμβριο του 1862, όταν μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση και τα άλλα επαναστατικά κινήματα η πολιτική κατάσταση στη χώρα έχει αλλάξει και o Όθων την έχει εγκαταλείψει, Υπουργός της Εκπαιδεύσεως είναι μια σημαντική προσωπικότητα του αντιδυναστικού αγώνα, ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης. Ο νέος Υπουργός με εγκύκλιό του προς όλους τους Δημάρχους της χώρας ζητά πληροφορίες για τον αριθμό και τον τύπο των σχολείων καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που να βοηθά στη διαμόρφωση μιας εικόνας για την κατάσταση της εκπαίδευσης και του σχολικού δικτύου στη χώρα. Μετά από 30 χρόνια ανεξάρτητης πορείας μέσα στην ιστορία, είναι πασιφανής η αδυναμία του νέου ελληνικού κράτους να ελέγξει και να αποδώσει σαφή εικόνα της οργάνωσης και λειτουργίας των μηχανισμών του, και στη συγκεκριμένη περίπτωση του εκπαιδευτικού του μηχανισμού. Έτσι, μέχρι τότε, με εξαίρεση τα σημαντικά πληθυσμιακά κέντρα κάθε νομού ή τους τόπους με σχετικά εύκολη πρόσβαση και επικοινωνία, δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για μεγάλα τμήματα της ελληνικής επικράτειας. Το ίδιο ισχύει και για την Αργολίδα.

Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1829. Έγινε Υπουργός επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως κατά την Προσωρινή Κυβέρνηση του 1862. Χρημάτισε έξι φορές πρωθυπουργός, ενώ διατηρεί μέχρι και σήμερα τον τίτλο του νεώτερου Έλληνα πρωθυπουργού, καθώς ανέλαβε πρώτη φορά την εξουσία σε ηλικία 36 ετών.

Το σχολικό δίκτυο που διαμορφώθηκε κατά την καποδιστριακή περίοδο, παρακολουθεί και υφίσταται τις συνέπειες των δραματικών γεγονότων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Κυβερνήτη και έτσι, μετά τα γεγονότα του Ναυπλίου και την έξωση του Όθωνα, γυρίζουμε πάλι στο σημείο εκκίνησης. Πράγματι, το 1834 η Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως με εγκύκλιό της προς όλους τους νομάρχες ζητά στοιχεία για την ύπαρξη και το είδος των σχολείων, τον αριθμό των μαθητών κ.λπ. Γνωρίζουμε πως μέχρι τότε λειτουργούν στην Αργολίδα από το 1829 μέχρι και το 1832 ένα Αλληλοδιδακτικό στο Άργος με 183 μαθητές και ένα στο Ναύπλιο με 179 μαθητές από τους οποίους τα 21 είναι κορίτσια. Λειτουργεί, επίσης, το Ιδιωτικό Σχολείο Θηλέων της Ελένης Δανέζη με 22 μαθήτριες στο Ναύπλιο.

Η οθωνική περίοδος αρχίζει με μια ουσιαστική αλλαγή στους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς του νέου ελληνικού κράτους κυρίως σε δύο επίπεδα:

Πρώτον, στη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος που καθορίζεται από τα βασικά διατάγματα της Αντιβασιλείας ήδη από το 1833 και των βασιλικών κυβερνήσεων μέχρι το 1857. Οι κανονισμοί και οι διατάξεις αυτές θα ισχύσουν γενικά μέχρι το 1929. Η δομή του εκπαιδευτικού συστήματος ακλουθεί από τη μια τα βαυαρικά πρότυπα και από την άλλη τη συγκεντρωτική λογική με την οποία οργανώνεται το νέο ελληνικό κράτος.

Δεύτερον, στο επίπεδο της διοικούσας ιδέας της καποδιστριακής εκπαιδευτικής πολιτικής που εγκαταλείπεται οριστικά. Το σχολείο ως μέσο διάχυσης των πολιτισμικών αγαθών με επίκεντρο την εξυπηρέτηση, σε ένα πρώτο στάδιο, των στοιχειωδών αναγκών ενός λαού που ήταν κατά 90% αναλφάβητος, παύει  να υπάρχει. Αντίθετα, παρατηρείται μια στροφή στην αρχαιολατρία, στη βάση της οποίας θα οργανωθεί και το ιδεολογικό/γνωστικό περιεχόμενο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Ουσιαστικά καμία πρόνοια δεν λαμβάνεται για την ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας, για παράδειγμα, υπολειτουργεί, για ένα χρονικό διάστημα παύει να λειτουργεί και ανοίγει πάλι τις πόρτες της το 1847. Μάλιστα, στα γεγονότα του 1862 μετατρέπεται σε κέντρο επιχειρήσεων του βασιλικού στρατού. Ο Νικόλαος Σπηλιά­δης που θεωρείται αντικειμενικός παρατηρητής για την περίοδο αυτή, γράφει:

Αφ’ ου παρέλυσαν τα παρά του Κυβερνήτου κατασταθέντα σχολεία και αυτό το εν Αιγίνη ορφανοτροφείον, όθεν απέβαλον όλα τα ορφανά του, η δε αντι­βασιλεία κατέστησεν ιπποσταύλον το εις Άργος ιδρυθέν παρά του Κυβερ­νήτου αλληλοδιδακτικόν σχολείον και αφ’ ου διέλυσαν υπέρ τα τριάκοντα μοναστήρια και εδήμευσαν τα κτήματα και πράγματά των, διά να εκτελέ­σωσι τάχα το περί τούτων ψήφισμα της εν Άργει συνελεύσεως, το αφορών την ηθικήν διαμόρφωσιν των Ελλήνων, διά της θρησκείας και της παιδείας […] μόλις δε μετά πολύν καιρόν αφ’ ου ήλθεν ο βασιλεύς απεφάσισαν να συστήσωσιν εκτός των εις Ναύπλιον, εις Σύρον και εις Αθήνας κατεστη­μένων ελληνικών σχολείων και των μετ’ αυτών συνδεδεμένων γυμνασίων, δέκα σχολεία ελληνικά καθ’ όλην την επικράτειαν, εν ω απαιτούνται κατά το παρόν πεντακόσια αλληλοδιδακτικά και πολλά ελληνικά, διά να μάθωσιν οι Έλληνες γράμματα.

 

Σημειώνω, τέλος, πως το Διδασκαλείο που απηχούσε το καποδιστριακό όραμα της εκπαίδευσης δασκάλων, ώστε να εξαπλωθεί η στοιχειώδης εκπαίδευση σε ολόκληρη τη χώρα, όχι μόνο υπολειτουργούσε σε ολόκληρη την οθωνική περίοδο, αλλά το 1864 καταργήθηκε και επίσημα με απόφαση της Βουλής και με το εξαιρετικό επιχείρημα ότι «δεν χρειάζεται». Έχει πάντως προηγηθεί μια εξαιρετική έκθεση του Υπουργού της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Επαμ. Δεληγεώργη προς την Εθνική Συνέλευση, στις 21 Ιανουαρίου 1863, στην οποία παρουσιάζει διεξοδικά την κατάσταση του εκπαιδευτικού συστήματος. Σχετικά δε με το Διδασκαλείο αναφέρει:

Το Διδασκαλείον απέβη καταγώγιον των την υποτροφίαν ως χαμαίζηλον άθλον εφημέρου ευνοίας λαμβανόντων, ή των την στρατολογίαν φευγόντων· οι δε βαθμοί, από ασθενών εγγυήσεων φυλαττόμενοι απέβησαν ολέ­θριον ευνοίας αντάλλαγμα […]. Και αυτή δε η πεσούσα εξουσία, την παρα­λυσίαν ταύτην βλέπουσα του διδασκαλείου, και την θεραπείαν των κακώς κειμένων εκ συστήματος αποφεύγουσα, εσκέφθη μάλλον να διαλύση και αδεξίως ποτ’ επεχείρησε την διάλυσιν του εθνοφελούς τούτου φυτωρίου της του λαού εκπαιδεύσεως. Η ταπείνωσις αύτη της εκπαιδεύσεως των δημοδι­δασκάλων και η ευκολία της επιτυχίας του πτυχίου ηύξησαν επί τοσούτον τον αριθμόν αυτών, ώστε πλήθος απειράριθμον άνευ θέσεως εφεδρεύουσιν, λίαν δε κακόζηλος έρις και σπουδαρχία εκ τούτου πηγάζει, όργανα δε το­πικών και κομματικών αγώνων, εκ της ανάγκης ταύτης πιεζόμενοι, κατέ­στησαν οι διδάσκαλοι του λαού, εκπεσόντες του ιερού αυτών χαρακτήρος.

 

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »