Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Εκπαίδευση’ Category

Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων – Χριστίνα Κουλούρη, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, τόμ. 18, Αθήνα, 1996.


 

Στις αρχές του αιώνα μας, σε κάποιο μονοτάξιο δημοτικό σχολείο του ελληνικού κράτους, ο μικρός μαθητής απηύθυνε την έξης ερώτηση στο δάσκαλό του: «Δάσκαλε κατά μας ήσανε οι Ρωμαίοι ή κατά τούς Τούρκους;». Πέρα από την αφέλεια και την έλλειψη γνώσεων που αποκαλύπτει η απορία του μαθητή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η εικόνα που έχει για το παρελθόν και την ιστορία τής Ελλάδας υπακούει σε μια μανιχαϊκή διάκριση ανάμεσα σε εμάς και τούς άλλους, τούς εχθρούς δηλαδή, πού ενσαρκώνονται εκείνη την εποχή ακόμη κατεξοχήν από τούς Τούρκους.

Ωστόσο, κατά πόσο η απλοϊκή διχαστική εικόνα του κόσμου – όπως στην περίπτωση του μικρού μαθητή – ενέχει στοιχεία φανατισμού είναι ένα ζήτημα πού χρήζει προκαταρκτικά κάποιων μεθοδολογικών και εννοιολογικών διασαφηνίσεων. Παρατηρείται, πράγματι, σε πολλές θεωρητικές και εμπειρικές προσεγγίσεις μια σύγχυση στην ορολογία πού χρησιμοποιείται αλλά και μια γενικευτική τάση έτσι ώστε να ενταχθούν στην ιδία αναλυτική κατηγορία φαινόμενα πού διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους. Στην περίπτωση του φανατισμού, πολλές παρανοήσεις προκύπτουν από τη σύγχυση των ορίων πού διακρίνουν συγκεκριμένες διαβαθμίσεις στη διαδικασία συγκρότησης τής ταυτότητας ατόμων ή ομάδων -από την απλή πίστη ή πεποίθηση στο δογματισμό και, στη συνέχεια, στο φανατισμό. Η μελέτη του λόγου των σχολικών εγχειριδίων είναι δυνατό να αποκαλύψει τα διαφορετικά αυτά στάδια τα οποία έχουμε την τάση να τα συμφύρουμε, ανάλογα μάλιστα με την ιδεολογική σκοπιά από την οποία ασκούμε κριτική. Η επιλογή του συγκεκριμένου παραδείγματος προς ανάλυση σημαίνει επίσης ότι θα πρέπει να συνυπολογίσουμε εξαρχής τα βασικά, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του είδους του αναλυόμενου λόγου, τα όποια αποτελούν συνάρτηση της φυσιογνωμίας των παραγωγών και των καταναλωτών του.

Αναγνωστικό του Ο.Ε.Σ.Β. του 1954 για την Ε’ τάξη του δημοτικού. Γ. Καλαματιανός, Θ. Γιαννόπουλος, Δ. Δούκας, Δ. Δεληπέτρος, Ν. Κοντόπουλος. Το αναγνωστικό αυτό επανεκδόθηκε το 1971, επί δικτατορίας.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων με κριτήριο το φανατισμό, είναι ίσως σκόπιμο να αναφέρουμε ότι σε κάποιες περιόδους της ελληνικής ιστορίας τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν τα ίδια αντικείμενο φανατικής αντιμετώπισης. Παρουσιάστηκαν, λόγω του περιεχομένου τους, ως απειλή για το έθνος, για τη θρησκεία, για την οικογένεια, και η αντιμετώπισή τους υπήρξε αντίστοιχη του κινδύνου πού εκπροσωπούσαν: κάηκαν. Η φανατική πράξη της δια πυράς καταστροφής κάποιων βιβλίων είναι, όπως γνωρίζουμε, μια χειρονομία με διαχρονικό συμβολισμό. Στην περίπτωση της απόφασης, το 1920, να καταστραφούν τα βιβλία πού συντάχθηκαν σύμφωνα με τις αρχές του εκπαιδευτικού δημοτικισμού, βρισκόμαστε στο κέντρο μιας ιδεολογικής και πολιτικής διαμάχης στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας, που πήρε τη μορφή του πραγματικού Διχασμού. Τα σχολικά βιβλία υπήρξαν μία από τις παραμέτρους αυτής της διαμάχης, όπου ο φανατισμός σφράγισε το λόγο και τις πράξεις των αντίπαλων μερίδων. Και κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, εξάλλου, εξαιτίας της σημασίας που αποδόθηκε στον κοινωνικό και ιδεολογικό ρόλο του σχολικού θεσμού, τα σχολικά εγχειρίδια υπήρξαν συχνά αντικείμενο κριτικής και ιδεολογικής διεκδίκησης από όπου δεν έλειψαν οι φανατικές όψεις.

Για τη μελέτη του περιεχομένου των σχολικών εγχειριδίων, επέλεξα να διερευνήσω μια μακρά χρονική περίοδο, από τον 19ο αιώνα – στην ουσία από το 1880 και εξής – έως τα πρόσφατα χρόνια, δηλαδή τη Μεταπολίτευση. Χρησιμοποίησα ένα δείγμα εγχειριδίων, εντελώς τυχαίο, κυρίως του δημοτικού σχολείου και κατεξοχήν αναγνωστικά και βιβλία ιστορίας. Η επιλογή κατευθύνθηκε πάντως από τη μέριμνα να περιληφθούν βιβλία από όλες τις περιόδους πού μπορεί να διακρίνει κάποιος στο εσωτερικό αυτού του μεγάλου ερευνητικού αναπτύγματος και μάλιστα από εποχές κρίσεων, εθνικών και πολιτικών, όταν φαίνεται πώς παρατηρούνται κατά κανόνα εντονότερες και πυκνότερες εκδηλώσεις φανατισμού.

Τα σχολικά βιβλία βεβαίως δεν επιθυμούν να είναι φανατικά. Το σχολικό εγχειρίδιο, προορισμένο να μεταδώσει στις νεότερες γενεές το σύνολο των βασικών γνώσεων και τις κυρίαρχες για την εκάστοτε εποχή αξίες, υιοθετεί ένα λόγο «αντικειμενικό» και ουδέτερο πού επιβεβαιώνει το κύρος του ως vulgata της γνώσης. Από την άλλη μεριά όμως, το γεγονός ότι στην Ελλάδα το σχολικό εγχειρίδιο υπήρξε κατά κανόνα κρατικό μονοπώλιο προσέφερε στις κοινωνικές και πολιτικές ομάδες πού έλεγχαν κάθε φορά την κεντρική εξουσία μια μοναδική ευκαιρία αποτελεσματικής προπαγάνδας. Με την κρατική έγκριση, οι συγγραφείς των εγχειριδίων μπορούσαν συνεπώς να μεταδώσουν θετικές ή αρνητικές εικόνες, να ορίσουν εχθρούς και φίλους, να καλέσουν σε συναισθηματική ταύτιση τους μαθητές, μέσω ενός λόγου όχι πλέον ουδέτερου άλλα συγκινησιακά φορτισμένου. Σε παρόμοιες αποστροφές, όπου κυριαρχεί το συγκινησιακό στοιχείο, είναι δυνατό να ανιχνεύσουμε εκδηλώσεις φανατισμού.

Οι εκδηλώσεις αυτές θα πρέπει πάντως να αναλυθούν με βάση κάποιους πρωταρχικούς ορισμούς, εφόσον δηλαδή διευκρινίσουμε τί διακρίνει τη φανατική στάση και συμπεριφορά. Είναι άλλωστε δύσκολο να αποφύγουμε την αξιολογική κρίση απέναντι σε παρόμοιες στάσεις, δεδομένου ότι ο ορισμός του φανατισμού γίνεται πάντα σε σχέση με κάποιον «κανόνα», μια «κανονικότητα» από την οποία παρατηρείται απόκλιση. Πότε κάποιος διαβαίνει το κατώφλι της «κανονικότητας» για να χαρακτηρισθεί ως φανατικός είναι ένα ερώτημα το οποίο δύσκολα απαντάται, δεδομένης και της πρωτεϊκής φυσιογνωμίας του φανατισμού.

Θα επιδιώξω ωστόσο να καθορίσω κάποια γενικά χαρακτηριστικά τα όποια, εφόσον ανευρεθούν σε ένα κείμενο, μπορούν να εκλαμβάνονται ως ενδείξεις φανατικής στάσης, θα μπορούσαμε πράγματι να ορίσουμε το φανατισμό ως «μια πνευματική κατάσταση, μια νοοτροπία που συναποτελείται από μισαλλοδοξία, μίσος, επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό, καθώς και δικαιολογίες γι’ αυτή την επιθετικότητα στο όνομα μιας ιδέας πού κατέστη σημαντικότερη από κάθε άλλη, και από κάθε άλλον – φίλους, οικογένεια, ή όποιον άλλο θα μπορούσαμε να αγαπάμε». Ο φανατισμός περιέχει την «απόλυτη, αποκλειστική, παθιασμένη, ζηλόφθονη και τυφλή προσκόλληση στο αντικείμενο της λατρείας, μαζί με την απώθηση για οτιδήποτε είναι είτε ξένο είτε αντίθετο προς αυτό το αντικείμενο».

Στην περίπτωση των σχολικών εγχειριδίων έχουμε να κάνουμε με μία από τις όψεις του φανατισμού, αυτή πού θα ορίζαμε με μια φράση «εθνικιστικό φανατισμό». Αυτή η μορφή φανατισμού σχετίζεται με τη λατρεία της πατρίδας και ονομάζεται συνήθως σωβινισμός. Ο σωβινισμός θεωρείται η «πιο ακραία, η πιο παράλογη, ή πιο επικίνδυνη μορφή» του εθνικισμού. Πρόκειται για ένα «στενό και φιλέκδικο πάθος για την πατρίδα, γεμάτο από φιλοπόλεμη διάθεση απέναντι σε κάθε τι ξένο». Στην περίπτωση του σωβινισμού, σύμφωνα με τον ορισμό που δώσαμε προηγουμένως για το φανατισμό, αντικείμενο λατρείας είναι η πατρίδα ή το έθνος και στο όνομα της εθνικής ιδέας δικαιολογείται όχι μόνο η έλλειψη ανοχής ή η έμμεση απόρριψη του «άλλου» αλλά και η επιθετικότητα απέναντι στον υποτιθέμενο εχθρό η οποία είναι δυνατό να εκφράζεται ακόμη και με πράξεις βίας. Το έθνος ενσαρκώνει τη μοναδική αλήθεια, εκείνη πού επιτρέπει τη μανιχαϊκή διάκριση σε καλό και σε κακό και την επακόλουθη έως αναγκαία κατασκευή των εχθρών. Οι εχθροί αυτοί εμφανίζονται να απειλούν την ύπαρξη του έθνους και την ασφάλεια της πατρίδας, έτσι πού να θεωρείται απόλυτα δικαιολογημένη η ξενόφοβη βία.

Η απειλή για το έθνος δεν προέρχεται πάντα από τον εθνικό «άλλο», παρόλο που αυτό αποτελεί τον κανόνα. Η απειλή μπορεί να είναι εσωτερική, να προέρχεται δηλαδή από τους κόλπους του ίδιου έθνους και να αποδίδεται στον κοινωνικό και πολιτικό «άλλο». Αυτό, στην ελληνική περίπτωση, είναι ιδιαιτέρως προφανές κατά τη μετεμφυλιακή περίοδο και με κορύφωση την εποχή της δικτατορίας.

Η επιθετικότητα, το μίσος και ο θυμός απέναντι στον εκάστοτε «άλλο» συνδυάζονται συχνά, στο πλαίσιο της φανατικής ιδεολογίας, με την παθολογική διόγκωση της συλλογικής αυτο-εικόνας και τις μεγαλομανείς επιδιώξεις. Πρόκειται για επιδιώξεις πού οι φανατικοί φορείς τους επιθυμούν να τις πραγματοποιήσουν έξω από τα όρια της πραγματικότητας, την οποία πραγματικότητα επιπλέον τις περισσότερες φορές αγνοούν ή παραβλέπουν. Οι αλυτρωτικές ιδεολογίες, όπως κάποιες εκφάνσεις της Μεγάλης Ιδέας για παράδειγμα, εγκλείουν παρόμοιες μεγάλο μανιακές πτυχές. Αυτές οι φανατικές, μεγαλομανιακές, ιδέες είναι – σε αναλογία με τον όρισμα που δίνει ο Freud για τα δόγματα – «ψευδαισθήσεις, πού εκπληρώνουν τις πιο παλιές, τις πιο ισχυρές και τις πιο επείγουσες επιθυμίες της ανθρωπότητας. Το μυστικό της ισχύος τους βρίσκεται στην ισχύ αυτών των επιθυμιών».

Η μελέτη των σχολικών εγχειριδίων μπορεί να αποκαλύψει πολλές από τις φανατικές πτυχές της κυρίαρχης ιδεολογίας: την επιθετικότητα και την ενθάρρυνση πράξεων βίας απέναντι στον «άλλο», τη μεγαλομανιακή προβολή του εθνικού «εγώ», τη μανιχαϊκή αντίληψη της πραγματικότητας, την ανάδειξη του έθνους σε απόλυτη και υπερβατική αξία και σε αντικείμενο λατρείας. Η ανεύρεση παρόμοιων στοιχείων σε σχολικά κείμενα αποκτά πρόσθετη σημασία αν αναλογισθούμε ότι διαβάζονται από το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού  – ιδιαίτερα όσα ανήκουν στην υποχρεωτική εκπαίδευση – κι επομένως η εμβέλειά τους είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη οποιουδήποτε προπαγανδιστικού κειμένου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της μελέτης της κυρίας Χριστίνας Κουλούρη  πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φανατισμός, δογματισμός, συγκρότηση ταυτότητας – Μια προσέγγιση στο λόγο των σχολικών εγχειριδίων.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο – Γεώργιος Η. Κόνδης, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Το Νοέμβριο του 1862, όταν μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση και τα άλλα επαναστατικά κινήματα η πολιτική κατάσταση στη χώρα έχει αλλάξει και o Όθων την έχει εγκαταλείψει, Υπουργός της Εκπαιδεύσεως είναι μια σημαντική προσωπικότητα του αντιδυναστικού αγώνα, ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης. Ο νέος Υπουργός με εγκύκλιό του προς όλους τους Δημάρχους της χώρας ζητά πληροφορίες για τον αριθμό και τον τύπο των σχολείων καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που να βοηθά στη διαμόρφωση μιας εικόνας για την κατάσταση της εκπαίδευσης και του σχολικού δικτύου στη χώρα. Μετά από 30 χρόνια ανεξάρτητης πορείας μέσα στην ιστορία, είναι πασιφανής η αδυναμία του νέου ελληνικού κράτους να ελέγξει και να αποδώσει σαφή εικόνα της οργάνωσης και λειτουργίας των μηχανισμών του, και στη συγκεκριμένη περίπτωση του εκπαιδευτικού του μηχανισμού. Έτσι, μέχρι τότε, με εξαίρεση τα σημαντικά πληθυσμιακά κέντρα κάθε νομού ή τους τόπους με σχετικά εύκολη πρόσβαση και επικοινωνία, δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για μεγάλα τμήματα της ελληνικής επικράτειας. Το ίδιο ισχύει και για την Αργολίδα.

Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1829. Έγινε Υπουργός επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως κατά την Προσωρινή Κυβέρνηση του 1862. Χρημάτισε έξι φορές πρωθυπουργός, ενώ διατηρεί μέχρι και σήμερα τον τίτλο του νεώτερου Έλληνα πρωθυπουργού, καθώς ανέλαβε πρώτη φορά την εξουσία σε ηλικία 36 ετών.

Το σχολικό δίκτυο που διαμορφώθηκε κατά την καποδιστριακή περίοδο, παρακολουθεί και υφίσταται τις συνέπειες των δραματικών γεγονότων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Κυβερνήτη και έτσι, μετά τα γεγονότα του Ναυπλίου και την έξωση του Όθωνα, γυρίζουμε πάλι στο σημείο εκκίνησης. Πράγματι, το 1834 η Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως με εγκύκλιό της προς όλους τους νομάρχες ζητά στοιχεία για την ύπαρξη και το είδος των σχολείων, τον αριθμό των μαθητών κ.λπ. Γνωρίζουμε πως μέχρι τότε λειτουργούν στην Αργολίδα από το 1829 μέχρι και το 1832 ένα Αλληλοδιδακτικό στο Άργος με 183 μαθητές και ένα στο Ναύπλιο με 179 μαθητές από τους οποίους τα 21 είναι κορίτσια. Λειτουργεί, επίσης, το Ιδιωτικό Σχολείο Θηλέων της Ελένης Δανέζη με 22 μαθήτριες στο Ναύπλιο.

Η οθωνική περίοδος αρχίζει με μια ουσιαστική αλλαγή στους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς του νέου ελληνικού κράτους κυρίως σε δύο επίπεδα:

Πρώτον, στη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος που καθορίζεται από τα βασικά διατάγματα της Αντιβασιλείας ήδη από το 1833 και των βασιλικών κυβερνήσεων μέχρι το 1857. Οι κανονισμοί και οι διατάξεις αυτές θα ισχύσουν γενικά μέχρι το 1929. Η δομή του εκπαιδευτικού συστήματος ακλουθεί από τη μια τα βαυαρικά πρότυπα και από την άλλη τη συγκεντρωτική λογική με την οποία οργανώνεται το νέο ελληνικό κράτος.

Δεύτερον, στο επίπεδο της διοικούσας ιδέας της καποδιστριακής εκπαιδευτικής πολιτικής που εγκαταλείπεται οριστικά. Το σχολείο ως μέσο διάχυσης των πολιτισμικών αγαθών με επίκεντρο την εξυπηρέτηση, σε ένα πρώτο στάδιο, των στοιχειωδών αναγκών ενός λαού που ήταν κατά 90% αναλφάβητος, παύει  να υπάρχει. Αντίθετα, παρατηρείται μια στροφή στην αρχαιολατρία, στη βάση της οποίας θα οργανωθεί και το ιδεολογικό/γνωστικό περιεχόμενο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Ουσιαστικά καμία πρόνοια δεν λαμβάνεται για την ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας, για παράδειγμα, υπολειτουργεί, για ένα χρονικό διάστημα παύει να λειτουργεί και ανοίγει πάλι τις πόρτες της το 1847. Μάλιστα, στα γεγονότα του 1862 μετατρέπεται σε κέντρο επιχειρήσεων του βασιλικού στρατού. Ο Νικόλαος Σπηλιά­δης που θεωρείται αντικειμενικός παρατηρητής για την περίοδο αυτή, γράφει:

Αφ’ ου παρέλυσαν τα παρά του Κυβερνήτου κατασταθέντα σχολεία και αυτό το εν Αιγίνη ορφανοτροφείον, όθεν απέβαλον όλα τα ορφανά του, η δε αντι­βασιλεία κατέστησεν ιπποσταύλον το εις Άργος ιδρυθέν παρά του Κυβερ­νήτου αλληλοδιδακτικόν σχολείον και αφ’ ου διέλυσαν υπέρ τα τριάκοντα μοναστήρια και εδήμευσαν τα κτήματα και πράγματά των, διά να εκτελέ­σωσι τάχα το περί τούτων ψήφισμα της εν Άργει συνελεύσεως, το αφορών την ηθικήν διαμόρφωσιν των Ελλήνων, διά της θρησκείας και της παιδείας […] μόλις δε μετά πολύν καιρόν αφ’ ου ήλθεν ο βασιλεύς απεφάσισαν να συστήσωσιν εκτός των εις Ναύπλιον, εις Σύρον και εις Αθήνας κατεστη­μένων ελληνικών σχολείων και των μετ’ αυτών συνδεδεμένων γυμνασίων, δέκα σχολεία ελληνικά καθ’ όλην την επικράτειαν, εν ω απαιτούνται κατά το παρόν πεντακόσια αλληλοδιδακτικά και πολλά ελληνικά, διά να μάθωσιν οι Έλληνες γράμματα.

 

Σημειώνω, τέλος, πως το Διδασκαλείο που απηχούσε το καποδιστριακό όραμα της εκπαίδευσης δασκάλων, ώστε να εξαπλωθεί η στοιχειώδης εκπαίδευση σε ολόκληρη τη χώρα, όχι μόνο υπολειτουργούσε σε ολόκληρη την οθωνική περίοδο, αλλά το 1864 καταργήθηκε και επίσημα με απόφαση της Βουλής και με το εξαιρετικό επιχείρημα ότι «δεν χρειάζεται». Έχει πάντως προηγηθεί μια εξαιρετική έκθεση του Υπουργού της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Επαμ. Δεληγεώργη προς την Εθνική Συνέλευση, στις 21 Ιανουαρίου 1863, στην οποία παρουσιάζει διεξοδικά την κατάσταση του εκπαιδευτικού συστήματος. Σχετικά δε με το Διδασκαλείο αναφέρει:

Το Διδασκαλείον απέβη καταγώγιον των την υποτροφίαν ως χαμαίζηλον άθλον εφημέρου ευνοίας λαμβανόντων, ή των την στρατολογίαν φευγόντων· οι δε βαθμοί, από ασθενών εγγυήσεων φυλαττόμενοι απέβησαν ολέ­θριον ευνοίας αντάλλαγμα […]. Και αυτή δε η πεσούσα εξουσία, την παρα­λυσίαν ταύτην βλέπουσα του διδασκαλείου, και την θεραπείαν των κακώς κειμένων εκ συστήματος αποφεύγουσα, εσκέφθη μάλλον να διαλύση και αδεξίως ποτ’ επεχείρησε την διάλυσιν του εθνοφελούς τούτου φυτωρίου της του λαού εκπαιδεύσεως. Η ταπείνωσις αύτη της εκπαιδεύσεως των δημοδι­δασκάλων και η ευκολία της επιτυχίας του πτυχίου ηύξησαν επί τοσούτον τον αριθμόν αυτών, ώστε πλήθος απειράριθμον άνευ θέσεως εφεδρεύουσιν, λίαν δε κακόζηλος έρις και σπουδαρχία εκ τούτου πηγάζει, όργανα δε το­πικών και κομματικών αγώνων, εκ της ανάγκης ταύτης πιεζόμενοι, κατέ­στησαν οι διδάσκαλοι του λαού, εκπεσόντες του ιερού αυτών χαρακτήρος.

 

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

«Εφέρθησαν ακόσμως» – Παραβατικότητα και πειθαρχικές ποινές στο Γυμνάσιο Ναυπλίου (1833-1862) – Τάσος Χατζηαναστασίου, έκδοση Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας, Ναύπλιο, 2017.


 

[…] Με το διάταγμα της Αντιβασιλείας της 21.11./3.12.33 ιδρύθηκε στο Ναύπλιο «Ελληνικόν Σχολείον» και Γυμνάσιον. Το Ελ­ληνικόν Σχολείον θα λειτουργούσε αρχικά, όπως αναφέρεται στο διάταγμα με «τρείς ή τέσσερις κλάσεις», στο δε Γυμνάσιον θα λειτουργούσαν «πρός τόν παρόν τουλάχιστον δύο τάξεις». Όπως ήταν φυσικό, στο πλαίσιο του καθεστώτος της Βαυαροκρατίας, το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελούσε απευθείας μεταφορά του αντίστοιχου της Βαυαρίας. Οι απόφοιτοι του Ελληνικού Σχολείου εισάγονταν με εξετάσεις στο Γυμνάσιον από το οποίο μπορούσαν, εφόσον ολοκλήρωναν σπουδές τετραετούς φοίτησης, να εισα­χθούν στο Πανεπιστήμιο.

Σε ό,τι αφορά ειδικά το ζήτημα της πειθαρχίας και των ποινών, νομική βάση του συστήματος επιβολής ποινών αποτέλεσαν για δύο τουλάχιστον δεκαετίες τα άρθρα 53-55 του «Κανονισμοῦ Λειτουργίας τῶν Ἑλληνικῶν Σχολείων καί Γυμνασίων» της 31ης Δεκεμβρίου του 1836.

«Εφέρθησαν ακόσμως»

Σύμφωνα με το πρώτο από τα άρθρα αυτά: «Κάθε διδάσκαλος εἶναι ὑπεύθυνος διά τήν πειθαρχίαν ἤ εὐταξίαν τῆς τάξεώς του, καί χρεωστεῖ νά ἐπαγρυπνεῖ εἰς τήν ἐπιμέλειαν καί διαγωγήν τῶν μαθητών∙ ἔχει ἐπομένως τό δικαίωμα νά διανέμει καταλλήλους ἀμοιβάς, νά δίδη πατρικάς συμβουλάς καί νά ἐπιβάλλη ποινάς διά κρατήσεως ἐντός τοῦ σχολείου εἰς ὡρισμένον τινά καιρόν ἤ καί ὁλοκλήρους ἡμέρας, νά δίδη εἴδησιν εἰς τούς γονεῖς ἤ ἐπιτρό­πους περί τῶν πταισμάτων τῶν μαθητῶν καί νά ζητῆ ἀπό αὐτούς πληροφορίας περί τῆς διαγωγῆς των» (άρθρο 53). Το άρθρο 54 προέβλεπε την ποινή της αποβολής από το Ἑλληνικόν Σχολεῖον «μέ μόνην τήν συγκατάθεσιν τοῦ Σχολάρχου. Ἀπομακρύνεται τοῦ διδακτικοῦ καταστήματος χωρίς νά ἀπολαύση τό δικαίωμα νά γίνη δεκτός εἰς ἕτερον πρός δοκιμήν ἐπιβλεπόμενος αὐστηρῶς τουλάχιστον εἰς διάστημα μίας ἐξαμηνίας». Η μέγιστη τιμωρία ήταν ο αποκλεισμός από όλα τα Ελληνικά Σχολεία «διά βαρύτερα ἐγκλήματα».

Η αυστηρότητα των ποινών αντισταθμιζόταν κατά κάποιον τρόπο από το δικαίωμα των γονέων και των επιτρόπων να απο­τείνονται στην σχολική εφορεία «ζητοῦντες ἐξέτασιν τῆς ὑποθέ­σεως ὁσάκις νομίζουν ὅτι ἔγεινεν ἀδικία εἰς τόν ἀποβληθέντα». Δινόταν δηλαδή μία ευκαιρία επανεξέτασης μιας υπόθεσης (άρ­θρο 55).

Βάσει του άρθρου 109 του ίδιου Κανονισμού: «ὁ γυμνασιάρ­χης συνεννοούμενος μετά τῶν λοιπῶν καθηγητῶν θέλει συνάπτει κανονισμούς ἀναλόγους μέ τάς ἀνάγκας τῶν μαθητῶν καί τάς σχέσεις τοῦ τόπου ἤ καί τοῦ καταστήματος ὑποχρεούσας τούς μαθητάς εἰς τήρησιν τακτικοῦ τρόπου ζωῆς καί θέλει τούς ἐφαρ­μόζει λαβών τήν ἔγκρισιν τῆς ἐπί τῶν Ἐκκλησιαστικών Γραμμα­τείας». Ο «Γενικός Κανονισμός τῶν χρεῶν τῶν μαθητῶν τοῦ Γυμνασίου Ναυπλίου» συντάχθηκε στις 29 Απριλίου 1841 όταν χρέη γυμνασιάρχη εκτελούσε ο Αδόλφος Ανσέλμος. Ο Δεμοί­ρος θεωρεί τον κανονισμό «μνημειώδη ως προς τα νοήματα και την έκφρασιν». Στον Γυμνασιάρχη του ίδιου σχολείου στην εκατονταετηρίδα από την ίδρυσή του, έκανε εντύπωση η διάταξη του άρθρου 13 που προέτρεπε τους μαθητές να υποβάλουν «εὐσχημόνως ἐρωτήσεις, ἐάν ἔχωσιν ἀπορίαν τινά ἀναφερομέ­νην πρός τό παραδιδόμενον μάθημα» καθώς τη θεωρεί «προο­δευτική δια την εποχήν εκείνην». Με βάση τον ίδιο κανονισμό (άρθρο 18) οι μαθητές ελέγχονταν για τη συμπεριφορά τους, για την οποία ίσχυαν πολύ αυστηροί περιορισμοί και ποικίλες απαγορεύσεις, στο πλαίσιο της τότε επικρατούσας ηθικής και εκτός σχολείου ενώ εάν καταδικάζονταν για οποιαδήποτε παράβαση του νόμου αποβάλλονταν από το σχολείο (άρθρο 20).

Φαίνεται όμως ότι δεν συμμορφώθηκαν όλα τα Γυμνάσια της χώρας με την απαίτηση του άρθρου 109 του Κανονισμού του 1836 να συντάξουν κανονισμούς, οπότε παρουσιάστηκε η ανάγκη να συνταχθούν τέτοιοι από το κράτος «ἵνα οἱ κανονισμοί οὗτοι οὐ μόνον ὦσι σύμφωνοι πρός τάς ἐν ἰσχύι διατάξεις τοῦ μνημονευθέντος κειμένου, ἀλλά καί στηρίζωνται ἐπί τῶν αὐτῶν παιδαγωγικῶν αρχῶν». Το υπάρχον επομένως νομοθετικό πλαίσιο, ούτως ή άλλως ανεπαρκές και ξεπερασμένο, συμπληρώθηκε από τον «Ἐσωτερικόν Κανονισμόν Γυμνασίων και Ἑλληνικῶν Σχολείων» του 1857.

Ο Κανονισμός του 1857 καθόριζε με σαφήνεια τα πειθαρχικά παραπτώματα των μαθητών και προέβλεπε μία ποικιλία ποινών που ξεκινούσαν από την επίπληξη και έφταναν μέχρι τον αποκλεισμό από όλα τα σχολεία της επικράτειας. Αν περιοριστούμε στα άρθρα που διαφέρουν από την αντίστοιχη σύγχρονη θεωρία και πρακτική, οι παλιότεροι θα αναγνωρίσουν την σχολική πραγματικότητα ενός όχι και τόσο μακρινού παρελθόντος. Για παράδειγμα, σύμφωνα με το άρθρο 16: «ἐντός τοῦ δωματίου τῆς παραδόσεως ὁ μαθητής μένει πάντοτε ἀσκεπής, ἐκτός ἄν, πά­σχων, λάβη τήν ἄδειαν τοῦ διδασκάλου νά φέρη ἐπί τῆς κεφαλῆς τό κάλυμμα. Καθήμενος δ’ ἐπί τῶν θρανίων, ὀφείλει νά κρατῆ τάς χεῖρας ἐπί τῆς ἄκρας τῶν τραπεζῶν καί νά διατηρῆ ἀκατα­παύστως εὐσχήμονα στάσιν». Επίσης, οικείο οπωσδήποτε είναι και το άρθρο 21: «εἰσερχομένου διδασκάλου ἤ ξένου τινός ἐν τῷ δωματίῳ τῆς παραδόσεως, οἱ μαθηταί ἀνίστανται, ἡσύχως, κλί­νουσι πρός τόν εἰσερχόμενον ἐλαφρῶς τήν κεφαλήν καί πάλινκάθηνται» ενώ σύμφωνα με το άρθρο 28: «ἀπαγορεύεται ἡ μετα­ξύ μαθητῶν συνεννόησις πρός σχηματισμόν φατρίας ἐφ’ οἱῳδή­ποτε σκοπῷ».

Τέλος, οι καθηγητές οφείλουν να ελέγχουν τους μαθητές και εκτός του σχολείου, με έμφαση στον τακτικό εκκλησιασμό, που είναι υποχρεωτικός, και την απαγόρευση εισόδου στα καφενεία.

[…] Ωστόσο, γνωρίζουμε με απόλυτη βεβαιότητα πως εκτός από τις προβλεπόμενες από τον νόμο ποινές, ιδιαίτερα οι δάσκαλοι, αλλά και ορισμένοι καθηγητές, εφάρμοζαν επίσης συστηματικά τον άγραφο σωφρονιστικό κώδικα των σωματικών ποινών και άλλων εξευτελισμών προκειμένου να συνετίσουν τους απείθαρχους μαθητές. Εξάλλου, το ξύλο στα παιδιά ως μέτρο σωφρονισμού εφαρμοζόταν ευρύτατα έως σχετικά πρόσφατα και ήταν απολύτως αποδεκτό κοινωνικά. Η δημώδης και λόγια λογοτεχνική μας παράδοση έχει αποδώσει θαυμάσια αυτή την εμπειρία.

Δεν περιορίζονται ωστόσο μόνο στη λογοτεχνία τα τεκμήρια για τη χρήση του ξυλοδαρμού στη σχολική εκπαίδευση. Το μαρτυρούν τα εκατομμύρια των μαθητών και μαθητριών και σημερινών ενηλίκων, που είχαν αυτή την ομολογουμένως αξέχαστη εμπειρία, αλλά και οι σχετικές υπουργικές εγκύκλιοι που επισημαίνουν το φαινόμενο και επιχειρούν να το εξαλείψουν. Η πρώτη τέτοια εγκύκλιος που απεστάλη από το Υπουργείο στους γυμνασιάρχες έχει ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου 1848. Στην εγκύκλιο αυτή η χρή­σις της «ράβδου» χαρακτηρίζεται «ὅλως βάρβαρος καί κατάλλη­λος μᾶλλον εἰς άπομώρανσιν παρά εἰς ἐξημέρωσιν τῆς καρδίας καί ἀνάπτυξιν τῆς διανοίας τῆς νεολαίας». Στην ίδια εγκύκλιο γίνεται αναφορά στις ποινές που προβλέπονται από τα άρθρα 53-55 του Κανονισμού περί Ελληνικών Σχολείων και Γυμνασίων «αὐστηρᾶς μέν ἐπί πλέον ἤ ἔλαττον καταλλήλους δέ εἰς λογικά καί ἐλεύθερα ὄντα». Παρόμοιες εγκύκλιοι θα εκδοθούν και τα επόμενα χρόνια ως το 1884 οπότε εκδίδεται ειδική υπουργική εγκύκλιος (2081/22/3/1884) «περί ἀπαγορεύσεως τῶν ραβδισμῶν καί ἄλλων αἰκισμῶν τῶν παίδων», στην οποία τονίζεται με ιδιαίτερα αυστηρό ύφος η πρόθεση του υπουργείου να μην ανεχτεί παρόμοια φαινόμενα. Η έκδοση της συγκεκριμένης εγκυκλίου 36 χρόνια μετά την έκδοση της πρώτης που έχουμε στη διάθεσή μας, φανερώνει με τον πιο εύγλωττο τρόπο πως η ράβδος ουδέποτε έπαψε να πίπτει πλουσιοπάροχα επί δικαίων και αδίκων μαθητών και μάλιστα έως την εποχή που ήμουν κι εγώ μαθητής Δημοτικού και Γυμνασίου, δηλαδή ως τα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Κι ενώ το νομοθετικό πλαίσιο απαγόρευε ρητά τις σωματικές ποινές, ελάχιστες είναι οι διαθέσιμες πληροφορίες για την τιμωρία διδάσκοντος στη Μέση Εκπαίδευση για σχετικό παράπτωμα. Παρόλα αυτά στο τέλος της ίδιας χρονιάς (1884) μία νέα εγκύκλιος (20580/30.12.1884) μάς πληροφορεί για την απόλυση διδάσκοντος από τη Μέση Εκπαίδευση ύστερα από καταγγελία του διευθυντή του σχολείου του, του Ελληνικού Σχολείου Πειραιώς, ο οποίος «ἐπέβαλε τρισί τῶν μαθητῶν τῆς τάξεως… τήν ποινήν τοῦ ἐμπτυσμοῦ ὑπό τῶν συμμαθητῶν» ενώ τιμώρησε και έναν μαθητή που αρνήθηκε να υπακούσει στην προσταγή του.

Εκτός από τον ξυλοδαρμό, εφαρμοζόταν και η περίφημη «νηστεία», η υποχρεωτική κράτηση δηλαδή των μαθητών στο σχολείο τις ώρες της μεσημεριανής διακοπής των μαθημάτων. Έτσι οι τιμωρημένοι μαθητές παρακολουθούσαν τα απογευματινά μαθήματα νηστικοί αφού τους είχε απαγορευτεί να μεταβούν στο σπίτι τους για φαγητό. Τέλος, δεν πρέπει να παραβλέψουμε τις ειρωνείες και τις προσβολές που οι διδάσκοντες μεταχειρίζονταν, συχνά με αξιοθαύμαστη ευρηματικότητα και πρωτοτυπία, αντλώντας πρότυπα κατά προτίμηση από το ζωικό βασίλειο, προκειμένου να τηρούν την πειθαρχία στην τάξη.

Για να είμαστε όμως δίκαιοι με τους δασκάλους, φαίνεται πως η βαναυσότητα των μεθόδων που μεταχειρίζονταν, έβρισκε συχνά άξιο συναγωνιστή τη σκληρότητα ορισμένων μαθητών, που απειλούσαν και επιτίθονταν εναντίον δασκάλων και καθηγητών εξασφαλίζοντας μάλιστα συχνά πλήρη ασυλία. Σύμφωνα με του π. Αρ. 7849 έγγραφο του Υπουργείου Παιδείας της 2 Οκτωβρίου 1872: «εἰς διάφορα τοῦ Κράτους παιδευτήρια μαθηταί θρασεῖς και αὐθάδεις ἀπειλήσαντες καί δι’ ὅπλων βαλόντες διδασκάλους καί καθηγητάς αὐτῶν, διότι ἐνόμισαν ἑαυτούς ἤ ἀδίκως τιμωρη­θέντας ἤ ἐν τοῖς προβιβασμοῖς δῆθεν ἀδικηθέντας ἔμειναν ἀτιμώ­ρητοι καί ἀκατανίκητοι». Φόβος του Υπουργείου ήταν μήπως «τά ἐνδεικτικά καί ἀπολυτήρια γίνωνται ὕποπτα ὡς προϊόντα ἐκβια­σμοῦ καί φόβου».

Όπως και να έχει, αναφερόμαστε οπωσδήποτε σε μία εποχή κατά την οποία η βία γενικότερα κατείχε άλλη θέση απ’ ό,τι σήμερα στο κοινωνικό σύστημα αξιών και η άσκησή της στον χώρο του σχολείο έμοιαζε μάλλον αναπόφευκτη. Αυτό που έχει ωστόσο ενδιαφέρον να εξετάσουμε είναι το πώς εφαρμόστηκε στην πράξη το ισχύον θεσμικό πλαίσιο καθώς η απόλυτη τήρηση του κάθε άλλο παρά αυτονόητη είναι. Στις επόμενες σελίδες λοιπόν θα απασχοληθούμε με την «μικροϊστορία» της σχολικής παραβατικότητας και της αντιμετώπισής της εκ μέρους της Διεύθυνσης του Γυμνασίου Ναυπλίου…

Για την ανάγνωση του βιβλίου του Τάσου Χατζηαναστασίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: «Εφέρθησαν ακόσμως» – Παραβατικότητα και πειθαρχικές ποινές στο Γυμνάσιο Ναυπλίου (1833-1862).

 

 

Read Full Post »

Το Σχολείο Συγγρού Ερμιόνης – © Ήρα Φραγκούλη – Βελλέ


 

Ανδρέας Συγγρός (1828 – 1899)

1896: Χρονιά σημαδιακή για το ελληνικό κράτος: Τρία χρόνια μετά την πτώχευση πεθαίνει στη Γαλλία αυτοεξόριστος ο Χαρίλαος Τρικούπης, ενώ στην Αθήνα τελούνται οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες. Τη χρονιά αυτή ο εθνικός ευεργέτης Ανδρέας Συγγρός, συντάσσει τη διαθήκη του με την οποία αφήνει στο ελληνικό κράτος το ποσό των 750.000 δραχμών με προορισμό την κατασκευή δημοτικών σχολείων σε όλη τη χώρα, εκτός από την πρωτεύουσα. Με δαπάνες αυτού του κληροδοτήματος, κυρίως, κατασκευάζονται ως το 1911 περίπου 400 καλαίσθητα σχολεία ενιαίου τύπου, όλα με νεοκλασικά χαρακτηριστικά.

 

Δημήτριος Καλλίας (1859-1939)

Κατά ευτυχή συγκυρία ένα χρόνο νωρίτερα, το 1895, επί κυβερνήσεως Δηλιγιάννη και με Υπουργό Παιδείας τον Δημήτριο Πετρίδη εκδίδεται ο νόμος Β.Τ.Μ.Θ. «Περί στοιχειώδους ή δημοτικής εκπαιδεύσεως», που αποτελεί σταθμό στην εκπαίδευση για πολλές καινοτομίες του, καθώς για πρώτη φορά καθορίζονται προδιαγραφές και δίνεται αρχιτεκτονική μορφή στα υπό ίδρυση σχολεία. Το διάταγμα βασίζεται στην εργασία του μηχανικού ταυ Υπουργείου Εσωτερικών Δημήτριο Καλλία.

Ο Δημήτριος Καλλίας, καταγόμενος από τη Χαλκίδα, μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας συνεχίζει τις σπουδές του στη Γάνδη του Βελγίου και επηρεασμένος έντονα από το γερμανικό νεοκλασικισμό σχεδίασε 4 τύπους σχολείων: για μονοτάξιο, 2/τάξιο, 4/τάξιο και 6/τάξιο, ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών κάθε πόλης.

Η αρχιτεκτονική μορφή του σχολικού κτηρίου έχει εμφανή τα νεοκλασικά στοιχεία: Επίμηκες ισόγειο, με άξονα συμμετρίας που διέρχεται από την κεντρική είσοδο. Η δικλινής στέγη διακοσμημένη με ακροκέραμα. Τα παράθυρα μεγάλα, ξύλινα, στενόμακρα, ενοποιούνται με ενιαία κορνίζα. Το μεγάλο ύψος και π υπερύψωσή τους από το έδαφος προσδίδουν στο σχολείο βαρύτητα και μεγαλοπρέπεια. Κύριο διακοσμητικό στοιχείο η είσοδος, επιβλητική, με παραστάδες εκατέρωθεν, επιστεγάζεται με τα χαρακτηριστικό τριγωνικό αέτωμα, που παραπέμπει στο κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο συμβολισμός είναι προφανής:

«…προκρίνεται ως απάντηση στο αίτημα να είναι το δημόσιο σχολείο το λαμπρότερον οικοδόμημα και το περικαλλέστερον… ως παράσταση, της δημόσιας εικόνας, ως αρχτεκτονική έκφραση της κοινωνικής αρμονίας… ως ένα μέσο πολιτικής διαπαιδαγώγησης αγροτικών πληθυσμών… Αυτά τα μικρά πανεπιστήμια, ακριβή αντίγραφα του ίδιου προτύπου, διασκορπισμένα σε ολόκληρη τη χώρα, σε έντονη αντίθεση με το αρχιτεκτονικό τους περιβάλλον, αφού ο νόμος εφαρμόστη­κε και τα σχολεία αυτά κατασκευάστηκαν κατά προτεραιότητα σε αγροτικούς οικισμούς,- έγιναν για μια ολόκληρη εποχή η ίδια η εικόνα του σχολείου, έτσι ώστε 30 χρόνια αργότερα και ακόμη και σήμερα, κάθε νεοκλασικό σχολείο, όποια κι αν είναι η ημερομηνία κατασκευής του, να χαρακτηρίζεται σχολείο «τύπου Καλλία» ή «Σχολείο Συγγρού».

Βέβαια δεν κτίσθηκαν όλα με το κληροδότημα του Συγγρού, δεδομένου ότι η δαπάνη κατασκευής ενός διτάξιου σχολείου τότε υπολογίζεται σε 20.000 δρχ.[1] Όσα από αυτά τα σχολεία διασώθπκαν σήμερα έχουν χα­ρακτηριστεί διατηρητέα, αναπαλαιώθηκαν, επισκευάσθη­καν, στεγάζουν πολιτιστικές εκδηλώσεις και αποτελούν κόσμημα για τσ χωριό ή την πόλη τους.

 

Το δικό μας σχολείο

 

Η γενέθλια πράξη του, ο αριθμός των πρώτων μαθητριών και οι δασκάλες τους εντοπίστηκαν από τους Γιάννη Σπε­τσιώτη και Τζένη Ντεστάκου κατά την έρευνά τους στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Είναι το Β.Δ. 331/28-10-1900 «Περί κατασκευής Δημοτικού Σχολείου εις το χωρίον Ερμιόνη του Δήμου Ερμιονίδος».

Η θέση του στην τοπογραφία της Ερμιόνης ήταν εξαιρετική. Σε αντίθεση με το Καποδιστριακό σχολείο, που ήταν εγκλωβισμένο ανάμεσα στα σπίτια στην πολυσύχναστη πλατεία στην καρδιά του παλιού χωριού, το νέο διδακτήριο κτίσθηκε στη βορειοανατολική άκρη του, σ’ ένα από τα ωραιότερα σημεία της πόλης, σε υπερυψωμένο χώρο, εκεί που το αρχαίο τείχος της κλασικής Ερμιόνης άφηνε τη θάλασσα και ανηφόριζε να περικλείσει την πόλη.

Καθώς τα αρχαία τείχη είχαν πλέον καταπέσει, ξερολιθιές συγκρατούσαν το χώμα και ανάμεσα στα ερείπια και στα μικρά πλατώματα είχαν φυτευτεί μυγδαλιές. Όλος ο χώρος ήταν ένας πανέμορφος κήπος, γι αυτό οι παλιοί ονόμαζαν την περιοχή «γκάρντι» (από το garden: κήπος). [2] Με προσανατολισμό ανατολικό είχε θέα στο λιμάνι της Ερμιόνης και ορίζοντα ως πέρα την Ύδρα και τα Τσελεβίνια.

Κτίστηκε, λοιπόν, με όλες τις προδιαγραφές του σχεδίου Καλλία: Στη νεοκλασική κύρια όψη του προβάλλει η μεγάλη πέτρινη σκάλα της εισόδου υπερυψωμένη με έξι βαθμίδες και τη μεγάλη πόρτα, με δυο παραστάδες εκατέρωθεν με κορινθιακά κιονόκρανα και άνωθέν της το χαρακτηριστικό τριγωνικό αέτωμα με 3 ακροκέραμα. Δεξιά και αριστερά 4 παράθυρα με κορνίζες ανάμεσα, μεγάλα, υπακούοντας, θαρρείς, στην προσταγή ταυ ποιητή:

«…και τα πορτοπαράθυρα των τοίχων

περίσσια ανοίχτε, να έρχεται ο κυρ Ήλιος

διαφεντευτής να χύνεται, να φεύγει,

ονειρεμένο πίσω του αργοσέρνοντας το φεγγάρι…»[3]

Ένας διάδρομος στον κεντρικά άξονα χώριζε τις δυο μεγάλες αίθουσες, και προς την πλευρά της μη ορατής αυλής, δυτικά, μια ακόμα αίθουσα, προορισμένη για γραφείο των δασκάλων. Γράφει ο Mιx. Παπαβασιλείου (ο οποίος λανθασμένα ορίζει το 1896, ως χρονολογία έναρξης της λειτουργίας του) στο βιβλίο του «θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης» (σελ 280):

«Οι αίθουσες διδασκαλίας υψώνονταν μεγαλόπρεπες καθώς και όλοι οι άλλοι χώροι, οι οποίοι μαζί με τις αίθουσες, πληρώνανε όλους τους απαραίτητους όρους που πρέπει να έχει ένα σχολείο για να θεωρείται και από υγιεινής πλευράς τέλειο. Ωραιότατο και μεγάλο προαύλιο με υπόστεγο, στο οποίο παίζανε τα παιδιά στα διαλείμματα όταν έβρεχε. Γυμναστήριο όπου γυμναζόντουσαν. Τέσσερα αποχωρητήρια κα. χωριστό καλλιεργήσιμο κήπο, φυτεμένο με καρποφόρα δένδρα και καλλωπιστικά φυτά, στον οποίο ανέβαινες με τέσσερα σκαλιά».

Το διδακτήριο, τύπου διτάξιου σχολείου, είχε προορισμό να στεγάσει το σχολείο θηλέων. Μέχρι τότε, στην Ερμιόνη όσα κορίτσια φοιτούσαν, περίπου από το 1866, συστεγάζονταν στο Καποδιστριακό με τα αγόρια και κατόπιν από το 1877 σε νοικιασμένο κτήριο [4].

Στο νέο διδακτήριο λοιπόν μεταφέρθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα το διτάξιο σχολείο θηλέων με 135 γραμμένες μαθήτριες και τις δασκάλες τους Μαρία Νικολέτου και Αικατερίνη Φρούτα. Η θεία Μαρία Φραγκούλη, ετών 99 σήμερα που φοίτησε εκεί τη δεύτερη δεκαετία, θυμάται να βρίσκεται αριστερά η Α’ και η Β’ τάξη, δεξιά η Γ’ και η Δ’ και στο γραφείο, που δεν χρησιμοποιήθηκε για τους δασκάλους η Ε’ και η ΣΤ’ (είχε γίνει εν τω μεταξύ τριτάξιο), θυμάται φραγκοσυκιές να περιβάλλουν τη χωματένια αυλή και στα διαλείμματα να τρέχουν οι μαθήτριες, για να περιεργαστούν τις μεγάλες χελώνες που κυκλοφορούσαν ανάμεσά τους! (Τι εικόνες και τι αναμνήσεις κρατούσε το παιδικό μυαλό!).

 

Μαθήτριες του 3/τάξιου Δημοτικού, περίπου στο 1922, με τις δασκάλες τους Πόπη Ζησιάδου, Μαρία Νικολέτου και Μαρίκα Μπακούρου – Παπαμιχαήλ (από το αρχείο του Ι.Λ.Μ.Ε.).

 

Εργαστήριο ταπητουργίας

 

Με το διάταγμα του 1929 θεσμοθετείται η συνεκπαίδευση αγοριών και κοριτσιών, αλλά, έως ότου να συστεγαστούν όλοι στο υπό ίδρυση νέο διδακτήριο στο Μπίστι, έγινε μια προσωρινή συστέγασή τους για τρία χρόνια στο Καποδιστριακό, το Συγγρού και τους Στρατώνες. Σ’ αυτή την εποχή λοιπόν, που μετά τη μικρασιατική τραγωδία σι πρόσφυγες προσπαθούν να οργανώσουν τη ζωή τους στη νέα πατρίδα, το σχολείο Συγγρού φιλοξένησε και μια προσπάθεια βιοτεχνίας χαλιών. Την πληροφορία μας δίνει ο δάσκαλος Mιx. Παπαβασιλείου στο ίδιο βιβλίο, σελ.280. «Από τότε στο σχολειό του Συγγρού στεγάστηκε το ταπητουργικό εργαστήρι στο οποίο Μικρασιάτες πρόσφυγες, άριστοι τεχνίτες, διδάσκανε πολλές κοπελιές του τόπου μας, από χέρια των οποίων βγήκανε έργα αξιοθαύμαστα. Κρίμα που δεν κράτησε περισσότερα χρόνια».

Μοναδική ανάμνηση από την εποχή αυτή έχει η κα Ανθούλα Λαζαρίδου- Δουρούκου: θυμάται πως επισκέφθηκε το εργαστήριο με τη μητέρα της, στα μέσα της 10ετίας του ΄30 και την εντυπωσίασαν οι όρθιοι στημένοι στον τοίχο μεγάλοι αργαλειοί που ύφαιναν τάπητες, διαφορετικοί από τους καθιστούς που ύφαιναν κουβέρτες και υφάσματα οι γυναίκες της Ερμιόνης.[5] (Αν διασώθηκαν σε ερμιονίτικα σπίτια τάπητες κατασκευασμένοι σ’ αυτό το εργαστήρι, δεν μπόρεσα να εντοπίσω).

 

Σχολείο πολλαπλών δραστηριοτήτων

 

Το καλοχτισμένο, λοιπόν, νέο 4/θέσιο δημοτικό σχολείο στο Μπίστι, από το 1931 – 32 λειτουργεί ως μικτό σχολείο, αλλά και πάλι οι αίθουσές του δεν επαρκούν, για να καλύψουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών των πολύτεκνων, τότε, ερμιονίτικων οικογενειών. Έτσι το σχολείο Συγγρού θα χρησιμοποιηθεί εφεδρικά, στεγάζοντας ανά μία τάξη κάθε χρόνο, εξοπλισμένο με τα υπόλοιπα παλιών θρανίων, τα μεγάλα εκείνα ξύλινα, άβαφα, που χωρούσαν ως και έξι μαθητές. Ευτυχώς που υπήρχε κι αυτό. Γιατί, όταν επεβλήθη η γερμανοϊταλική κατοχή στην Ελλάδα και στο Δημοτικό σχολείο στεγάστηκε η «Καζάρμα», το Διοικητήριο των Ιταλών, τα πεινασμένα αδύνατα Ερμιονιτάκια ξεχνούσαν την πείνα τους παίρνοντας ένα φτωχό συσσίτιο, μαζί με τα πρώτα γράμματα και το όραμα της λευτεριάς στο μοναδικό κτήριο Συγγρού.

Στις επόμενες μεταπολεμικές δεκαετίες, του ’40 και του ’50, το Σχολείο θα γνωρίσει μια περίοδο ακμής και αυτό χάρη στην ακούραστη και πολυσχιδή δραστηριότητα του διευθυντού του Μιχαήλ Παπαβασιλείου. Αξιοποιείται το μεγάλο του προαύλιο, ως σχολικός κήπος. Εκεί άλλωστε παρασκευάζεται και διανέμεται σ’ όλους τους μαθητές το πρωινό γάλα με το νόστιμο σταφιδόψωμο από τον φούρνο του Παντελή Κομμά.

Η ιδιαίτερη αδυναμία του Δασκάλου μας για το θέατρο δημιούργησε την ανάγκη να δημιουργηθεί στη βόρεια στενή πλευρά του κτίσματος μια υπερυψωμένη σκηνή. Πόσες παραστάσεις παίχθηκαν πάνω στα σανίδια της! Όλοι οι μαθητές της γενιάς μου γίναμε μικροί ηθοποιοί και δεχτήκαμε χειροκροτήματα, ενώ ο Δάσκαλος δημοσίευσε αργότερα σε βιβλίο με τίτλο «Βιώματα» τα αυτοσχέδια θεατρικά του έργα.

Όλο το κτήριο επισκευάσθηκε τότε. (Αδιάψευστη μαρτυρία η φωτογραφία που δημοσιεύει ο δάσκαλος στο βιβλίο του, σελ. 282). Είναι αλήθεια ότι μια από τις ικανότητές του ήταν να εμπνέει και να δραστηριοποιεί τους μεγαλύτερους μαθητές της Ε’ και ΣΤ’ τάξης που στην πραγματικότητα ήσαν πάνω από 12 χρονών, καθότι στην κατοχική περίοδο είχαν χάσει πολλές σχολικές χρονιές. Επί πλέον μας είχε οργανώσει σε «ομάδα ερυθροσταυριτών», και όλες αυτές τις δραστηριότητες (έρανοι, υιοθεσία ανταρτόπληκτων χωριών, επισκέψεις στο Μπίστι και καθαρισμός από τις κάμπιες, κλπ.) μαζί με τις θεατρικές παραστάσεις τις ενέτασσε στο έργο της ομάδας και έτσι τις δημοσιοποιούσε. Η ομάδα των ναυτοπροσκόπων που, επίσης, τότε δημιούργησε, είχε σαν έδρα της το ίδιο το σχολείο Συγγρού.

 

«ΣΙΝΕ ΛΑΣΟΣ» – Δεκαετία του 1950

 

Την επιμόρφωση των Νεοελλήνων μαζί με την ψυχαγωγία τους έχει αναλάβει ένας άλλος θεσμός. Είναι ο κινηματογράφος με τις πρώτες ελληνικές ασπρόμαυρες ταινίες του. Η μόνη πλέον αξιοπρεπής (!) αίθουσα που υπάρχει στο μικρό μας χωριό είναι αυτή του παλιού σχολείου. Συγχρόνως ήταν και μια ενίσχυση για το σχολικό ταμείο το ενοίκιο που πλήρωνε ο Λευτέρης Γκάτσος με μηχανικό το Ν. Σαλα­μούρη, για να το μετατρέψει σε κινηματογραφική αίθουσα με το επιβλητικό όνομα «ΣΙΝΕ ΛΑΣΟΣ», που γράφτηκε με κεφαλαία μεγάλα γράμματα στην πρόσοψή του. Ο Στέφος Αλεξανδρίδης συνέχισε τη λειτουργία του ως το 1960.

 

Γυμνάσιο Ερμιόνης

 

Μετά τη μεταφορά του κινηματογράφου στην αίθουσα Πάλλη, και για δυο 10ετίες περίπου, το κτήριο έμεινε εγκαταλελειμμένο και ακατάλληλο για οποιαδήποτε χρήση. Οι ενέργειες για την επισκευή του συμπίπτουν με το αίτημα ιδρύσεως Γυμνασίου στην Ερμιόνη. Διαβάζουμε στην εφη­μερίδα «Ερμιονική Ηχώ» (φ.35, Δεκ. 1978) τον απολογισμό του έργου του Ερμιονικού Συνδέσμου… «…ενήργησε από το 1976 για την έγγραφη του κτιρίου του Σχολείου Συγγρού στο πρόγραμμα σχολικών κτιρίων, στην ανακήρυξή του ως διατηρητέου μνημείου και στη διάθεση από το Υπουργείο Παιδείας πιστώσεως ενός εκατομμυρίου για την επισκευή του».

Πράγματι από το 1978 άρχισαν οι εργασίες ανακαίνισης του, ενώ συγχρόνως, το 1979 εγκρίνεται η ίδρυση του Γυμνασίου Ερμιόνης που θα στεγασθεί στο σχολείο Συγγρού. Ο νεοσύστατος Σύλλογος Γονέων με πρόεδρο τον Γιάννη Κυρίτση θα διενεργήσει έρανο και θα συγκεντρώσει 450.000 δρχ. για τις πρώτες ανάγκες του Σχολείου. Αναφέρει η εφημερίδα «Ερμιονίδα», αρ. 46, Σεπτέμβριος του 1979:

«Περίπου 90 μαθητές υπολογίζεται να έχει το Γυμνάσιο Ερμιόνης. Έχουν ήδη εγγραφεί 122 και οι εγγραφές συνεχίζονται…Τα θρανία του Γυμνασίου διέθεσε κυρίως το γυμνάσιο Κρανιδίου και τα Γυμνάσια Ναυπλίου και Άργους. Η διαμόρφωση του χώρου έγινε με προσωπική εργασία των κατοίκων της Ερμιόνης. Ξυλουργοί, χτίστες, μητέρες παιδιών, εργάτες, πρόσφεραν με ευχαρίστηση κάθε αναγκαία βοήθεια. Το ενδιαφέρον που έδειξε όλος ο λαός της Ερμιόνης με πρωτοστάτη τον Πρόεδρο κ. Απ. Σπετσιώτη και τα Κοινοτικό Συμβούλιο ήταν συγκινητικό και ενθαρρυντικό για το μέλλον».

Στις 25 Σεπτέμβρη του 1979 έγιναν τα εγκαίνια και άρχισε η λειτουργία του με διευθύντρια τπ Σοφία Μερεμέτη. Η αποκατάσταση όμως της πρόσοψης, σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο του Δ. Καλλία, θα γίνει τον επόμενο χρόνο. Οι ανακοινώσεις του Ερμιονικού Συνδέσμου είναι πολύτιμη πηγή για την έρευνά μας («Ερμιονική Ηχώ», αρ. 58, Νοέμβριος 1980). «Ο Ε. Σ. είναι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσει ότι ύστερα από διάβημά του ο υπουργός Παιδείας κ. Αθ. Ταλιαδούρος ενέκρινε πίστωση 250.000δρχ. για την ολοκλήρωση της επισκευής ταυ Σχολείου Συγγρού, που μετά την πρόσφατη ανακαίνισή του στεγάζει τώρα το νεοσύστατο Γυμνάσιο Ερμιόνης. Με τη συμπληρωματική πίστωση θα γίνουν οι εργασίες αποκαταστάσεως της προσόψεως του σχολείου, για τις οποίες δεν είχε επαρκέσει το αρχικό ποσό του ενός εκατομμυρίου που διέθεσε ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων το 1978. Τη σχετική μελέτη ετοίμασε και πάλι η υπηρεσία αναστηλώσεως Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού» [6].

Εδώ θα φοιτήσουν οι γυμνασιόπαιδες ως το 1990, οπότε θα μεταφερθούν στο νέο διδακτήριο για το Γυμνάσιο στα «Αλώνια», και το κτήριο πάλι θα χρησιμοποιηθεί να στεγάσει, συμπληρωματικά, μαθητές του Δημοτικού Σχολείου.

 

Σύγχρονο Πνευματικό Κέντρο

 

Για 100 χρόνια το όμορφο κτήριο έχει ζήσει όλες τις περιπέτειες του πολύπαθου 20ου αιώνα. Τα κτήρια όμως, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, συνεχίζουν τη ζωή τους, αν έχουν τη φροντίδα και την αγάπη μας. Ο Δήμος Ερμιόνης του τη χάρισε απλόχερα. Το 2004 (Δήμαρχος Ανάργυρος Λεμπέσης) προχώρησε σε μια γενική ανακαίνιση κτηρίου και προαυλίου αναδεικνύοντας όλη την ομορφιά του και το 2007 ονομάσθηκε Πνευματικό Κέντρο της Ερμιόνης. Το 2014 ο πρώτος δήμαρχος του Δήμου Ερμιονίδας Δημήτρης Καμιζής ανακαίνισε με καλαισθησία τους εσωτερικούς χώρους. Έτσι όλες οι εκδηλώσεις του Νέου Δήμου, των Συλλόγων, των Σχολείων, αλλά και τα μαθήματα και οι πρόβες της Χορωδίας βρήκαν επί τέλους τη μόνιμη και αξιοπρεπή στέγη τους.

 

Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης. Η νεοκλασική όψη του απόλυτα εναρμονισμένη με την ιστορικότητα της πόλης.

 

Το Σχολείο Συγγρού, αληθινό κόσμημα του χωριού μας, είναι σήμερα η ωραιότερη αίθουσα πολιτιστικών εκδηλώσεων όλης της Ερμιονίδας. Για πάνω από έναν αιώνα οι Ερμιονίτες, σαν παιδιά και ενήλικες, μόνο όμορφες στιγμές πνευματικής απόλαυσης νιώσαμε στην ευρύχωρη αίθουσά του και συνεχίζουμε να απολαμβάνουμε. Εκείνο που μας λείπει πλέον είναι η υπέροχη θέα του, εικόνα που μας στέρησαν τα νεόκτιστα σπίτια γύρω του.

Θυμάστε, καθώς το καράβι έμπαινε στο λιμάνι της Ερμιόνης, πώς το αντικρίζαμε και το χαιρόμαστε από μακριά, πάνω από το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής να ξεχωρίζει ανάμεσα στα μικρά σπίτια του οικισμού, με το χαρακτηριστικό νεοκλασικό σχήμα του και τις ευθείες γραμμές του, σαν τον ορίζοντα της θάλασσάς μας και το λιτό του αέτωμα, σαν τις απαλές κορυφές των βουνών μας;

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ελένη Καλαφάτη: «Τα σχολικά κτήρια της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης», σελ. 178 και 199.

[2] Βασιλ. Γκάτσου «Η των Ερμιονέων πόλις»: Σελ. 88.

[3] Κωστής Παλαμάς: «Τα σχολεία χτίστε!».

[4] Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκσυ: «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακό και Οθωνική περίοδο», σελ. 55 και εξής.

[5] Στη λειτουργία του εργαστηρίου αναφέρθηκε και ο Γιώργος Φασιλής στην ομιλία του για την παρουσία των Μικρασιατών στην Ερμιόνη, το καλοκαίρι του 2013.

[6] Ύστερα από 40 χρόνια αξίζει πράγματι να επαινέσουμε και να υπενθυμίσουμε στους νεότερους το αδιάλειπτο ενδιαφέρον του Ερμιονικού Συνδέσμου για τα ιστορικά κτήρια της Ερμιόνης (ακολούθησε το Καποδιστριακό και η οικία Οικονόμου – Ι.Λ.Μ.Ε.), που με την έγκαιρη παρέμβασή απέτρεψε την κατάρρευσή τους.

 

Ήρα Φραγκούλη – Βελλέ

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 20, Μάιος, 2017.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μαθητές από την Αργολίδα στα Σχολεία της Μέσης Εκπαίδευσης Λακωνίας[1] (1862-1912)


 

Στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού μικρό ποσοστό των μαθητών, 6% περίπου, στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης στο Νομό Λακωνίας προερχόταν από περιοχές εκτός της Λακωνίας. Το ποσοστό αυτό μειωνόταν σταδιακά από το 1862 έως το 1912, ώστε να φτάσει στο 4% περίπου επί του μαθητικού πληθυσμού. Καθώς η μείωση αυτή παρατηρείται σε παιδιά που προέρχονταν από όλες τις κοινωνικο- επαγγελματικές ομάδες, το πιθανότερο είναι οι νέες γενιές να απέκτησαν πλέον τη λακωνική ιθαγένεια και οι νέοι που έρχονταν από αλλού, να ήταν ελάχιστοι. Ειδικά στις αρχές του 20ού αιώνα είχαν ανοίξει οι δίοδοι για μετανάστευση είτε στα μεγάλα αστικά κέντρα της Ελλάδας είτε στο εξωτερικό.

Επαγγελματική Σχολή Σπάρτης. Ανεγέρθηκε το 1911 με δαπάνες του ζεύγους, Ιωάννου και Αικατερίνης Γρηγορίου, στεγάστηκε το Γυμνάσιο Αρρένων μέχρι το 1935.

Επαγγελματική Σχολή Σπάρτης. Ανεγέρθηκε το 1911 με δαπάνες του ζεύγους, Ιωάννου και Αικατερίνης Γρηγορίου, στεγάστηκε το Γυμνάσιο Αρρένων μέχρι το 1935.

Τα περισσότερα από τα παιδιά αυτά φοιτούσαν στα σχολεία της μέσης εκπαίδευσης στη Σπάρτη. Στα συγκεκριμένα σχολεία το ποσοστό των «ξένων» μαθητών ανερχόταν αρχικά στο 9% και αργότερα στο 6%. Λιγότερα, μόλις 6% περίπου, ήταν τα παιδιά αυτά στα σχολεία του Γυθείου, ενώ ελάχιστα, 2% περίπου, ήταν οι μαθητές αυτοί στην ευρύτερη αγροτική περιοχή της Λακωνίας.

Όπως είναι φυσικό, στην πρωτεύουσα του νομού, τη Σπάρτη, το μεγαλύτερο ποσοστό των μαθητών αυτών ήταν παιδιά δημοσίων υπαλλήλων (30,36%), ενώ λίγο μικρότερο ήταν το ποσοστό αυτό στο Γύθειο (20,22%).

Επίσης, στη Σπάρτη υψηλό ήταν και το ποσοστό των παιδιών των μεταφορέων (18,18%), που προέρχονταν από άλλες περιοχές της Ελλάδας,  όπως και το ποσοστό των παιδιών των εμπόρων στο Γύθειο, 9,41%. Ελάχιστο,  μόλις 3,36%, ήταν το ποσοστό των μαθητών αυτών από αγροτικές οικογένειες, στα σχολεία της Σπάρτης.

Τα περισσότερα παιδιά, που προέρχονταν από περιοχές εκτός Λακωνίας, κατάγονταν από τους γειτονικούς νομούς, την Αρκαδία και τη Μεσσηνία. Πολύ μικρότερο ήταν το ποσοστό των παιδιών, μόνο αγόρια, που κατάγονταν από την Αργολίδα. Στα σχολεία της Σπάρτης μόλις το 5,50 % από τους «ξένους» μαθητές προερχόταν από την περιοχή αυτή. Από αυτούς τους μαθητές, οι περισσότεροι ήταν παιδιά μισθωτών ή ήταν ορφανά. Στο Γύθειο το ποσοστό των Αργολιδέων, σε σχέση με παιδιά καταγόμενα από άλλα μέρη της Ελλάδας, ήταν μόλις 2,38%, ποσοστό το οποίο ανέβηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν το Γύθειο ορίστηκε ως πρωτεύουσα του νέου νομού Λακωνικής (1899-1909), στο 5,80%. Τα περισσότερα από αυτά τα παιδιά επίσης προέρχονταν από οικογένειες μισθωτών. Ακόμα και στους Μολάους το 3,63 % από τους «ξένους» μαθητές κατάγονταν από την Αργολίδα και ήταν παιδιά μισθωτών στα τέλη του 19ου αιώνα.

Δύο ήταν οι περιοχές από τις οποίες προέρχονταν οι περισσότεροι μαθητές των σχολείων της μέσης εκπαίδευσης Λακωνίας που προέρχονταν από την Αργολίδα την περίοδο 1862-1912: το Ναύπλιο και το Άργος. Ένας μάλιστα μαθητής δήλωνε τόπο καταγωγής την Πρόνοια του Ναυπλίου. Λιγότεροι μαθητές προέρχονταν από τα Δίδυμα, την Ερμιόνη και το Χαρβάτι (σημερινές Μυκήνες).

Πάνω από τους μισούς (57%) πάντως μαθητές των σχολείων της μέσης Εκπαίδευσης στη Λακωνία που κατάγονταν από την Αργολίδα, ήταν παιδιά υπαλλήλων, δημοσίων υπαλλήλων ή στρατιωτικών, οι οποίοι κινούνταν στην ελληνική επικράτεια, από την κοντινή μας Τρίπολη μέχρι τα «μακρινά» Φάρσαλα, ενώ αρκετά (17%) ήταν τα παιδιά των ελευθέρων επαγγελματιών, όπως και τα ορφανά πατρός (20%). Ελάχιστα ήταν τα παιδιά αγροτικών οικογενειών (6%).

 

Α.  Παιδιά Υπαλλήλων – Δημοσίων Υπαλλήλων – Στρατιωτικών

  •  Από το Άργος κατάγονταν με αλφαβητική σειρά οι:

Δημ. Αναστασιάδης του Ν., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1851 και φοίτησε στη δευτέρα τάξη του Γυμνασίου Σπάρτης το 1865-1866 με ενδεικτικό της πρώτης τάξης Γυμνασίου Τρίπολης.

Αδελφοί Γεώργιος, Νικόλαος και Ίναχος Ζωγράφου του Πολυβίου, γιοι αξιωματικού, που γεννήθηκαν αντίστοιχα το 1886, 1890 και 1893:

Ο πρώτος φοίτησε το 1896-1897 στην πρώτη τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με απολυτήριο δημοτικού σχολείου Άργους και την ίδια χρονιά πήρε μεταγραφή για το ελληνικό σχολείο Μολάων.

Ο  δεύτερος φοίτησε το 1903-1904 στη δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Γυθείου προερχόμενος από το Γ΄ ελληνικό σχολείο Άργους και το 1908-1909 στις δύο τελευταίες τάξεις του γυμνασίου Γυθείου από το γυμνάσιο Λευκάδας.

Ο τρίτος φοίτησε το 1908-1909 στην πρώτη τάξη του γυμνασίου Γυθείου με απολυτήριο του ελληνικού σχολείου Λευκάδας.

Προφανώς, τα παιδιά ακολουθούσαν τον πατέρα τους στις υπηρεσιακές μετακινήσεις του.

Ιωάννης Πλατούτσας του Γεωργίου, γιος Ειρηνοδίκη, που γεννήθηκε το 1882 και φοίτησε την περίοδο 1892-1894 στην πρώτη και δευτέρα τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό του ελληνικού σχολείου Φαρσάλων.

Ηλίας Σακελλαρίδης του Γ., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1890 και φοίτησε στη δευτέρα και τρίτη τάξη του πρώτου ελληνικού σχολείου Σπάρτης την περίοδο 1902-1904 με ενδεικτικό της πρώτης τάξης του ελληνικού σχολείου Μεσσήνης.

  •  Από το Ναύπλιο κατάγονταν με αλφαβητική σειρά οι:

Δημήτριος Γιαννουκέας του Ιωάννη, γιος γεωμέτρη, που γεννήθηκε το 1891 και τελείωσε το Β΄ ελληνικό σχολείο Σπάρτης την περίοδο 1900-1904, προερχόμενος από το Β΄ ελληνικό σχολείο Τρίπολης, αφού εν τω μεταξύ φοίτησε το 1901 στο ελληνικό σχολείο Ναυπλίου.

Σπυρίδων Ιωάννου του Κυριάκου, γιος στρατιωτικού, που γεννήθηκε το 1870 και γράφτηκε το έτος 1882-1883 στην πρώτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό από το ελληνικό σχολείο Ναυπλίου.

Αδελφοί Φρίξος και Κωνσταντίνος Ιωάννου του Γεωργίου, γιοι τηλεγραφητή, που γεννήθηκαν το 1895 και 1900 αντίστοιχα και φοίτησαν, τουλάχιστον το 1912-1913, ο πρώτος στην τελευταία τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Κορίνθου και ο δεύτερος στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης, προερχόμενος από το ίδιο γυμνάσιο (Κορίνθου).

Ιωάννης Κοζομποτίδης, γιος αντισυνταγματάρχη, που γεννήθηκε το 1871 και φοίτησε το 1890-1891 στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Γυθείου με ενδεικτικό του ελληνικού λυκείου Χ. Διοσκουρίδου.

Αλέξανδρος Κόκκαλης του Π., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1880 και φοίτησε δύο χρονιές στην πρώτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης την περίοδο 1892-1894  με αποδεικτικό από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Κωνσταντίνος Κουρής του Χρ., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1859 και τελείωσε την περίοδο 1875-1879 το γυμνάσιο Σπάρτης, στο οποίο γράφτηκε με αποδεικτικό από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Αδελφοί Ιωάννης και Γεώργιος Πετρουτσόπουλος του Τηλέμαχου, γιοι Προέδρου Πρωτοδικών, που γεννήθηκαν το 1860 και 1862 αντίστοιχα και φοίτησαν την περίοδο 1875-1877: ο πρώτος επαναλαμβάνοντας δύο χρονιές τη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Τρίπολης και ο δεύτερος στην τελευταία τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης και την πρώτη γυμνασίου Σπάρτης με αποδεικτικό επίσης από το ελληνικό σχολείο Τρίπολης.

Θεμιστοκλής Πρωτόπαπας, γιος δικαστή, που γεννήθηκε το 1880 και φοίτησε την περίοδο 1889-1891 στην πρώτη και δευτέρα τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με απολυτήριο Α΄ δημοτικού σχολείου Σπάρτης.

Παναγιώτης Τρύφωνος, γιος αρχιμουσικού, που γεννήθηκε το 1887 και φοίτησε την περίοδο 1897-1899 στην πρώτη και δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με απολυτήριο του δημοτικού σχολείου Σπάρτης.

Γεώργιος Φιλικός του Κ., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1881 και φοίτησε στην πρώτη  και δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης την περίοδο 1892- 1895  με αποδεικτικό από το Βαρβάκειο Λύκειο και επαναλαμβάνοντας τη δευτέρα τάξη.

Συγκεκριμένα από την Πρόνοια καταγόταν:

Ο Παναγιώτης Παράσχος του Θ., γιος αξιωματικού, που γεννήθηκε το 1896 και φοίτησε το 1909-1910 στη δευτέρα τάξη του Β΄ ελληνικού σχολείου Γυθείου, με ενδεικτικό ελληνικού σχολείου Ναυπλίου. Προφανώς το 1910-1911 επέστρεψε στο Ναύπλιο και το 1911-1912 που γύρισαν στη Σπάρτη και ο πατέρας  του ήταν πλέον απόστρατος αξιωματικός, φοίτησε στην τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό του ελληνικού σχολείου Ναυπλίου.

  • Από τα Δίδυμα καταγόταν:

Ο Ιωάννης Αντωνόπουλος του Π., γιος υπαλλήλου, που γεννήθηκε το 1873 και φοίτησε στην τρίτη τάξη του ελληνικού σχολείου Μολάων το 1889-1890 με ενδεικτικό ελληνικού σχολείου Κρανιδίου.

 

Β.  Παιδιά Ελεύθερων Επαγγελματιών

  • Από το Άργος κατάγονταν οι:

Γεώργιος Ανυφιώτης του Α., γιος δικηγόρου, που γεννήθηκε το 1852 και φοίτησε την περίοδο 1871-1873 σε ηλικία 20 χρονών στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης (δύο χρονιές) με ενδεικτικό του γυμνασίου Ναυπλίου.

Κωνσταντίνος Καβουξής, γιος παντοπώλη, που γεννήθηκε το 1865 και φοίτησε το 1884-1885 στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό γυμνασίου Κορίνθου.

  • Από το Ναύπλιο κατάγονταν οι:

Μιλτιάδης Γιαννόπουλος του Αριστείδη, γιος φαρμακοποιού, που γεννήθηκε το 1892 και φοίτησε το 1911-1912 στην τελευταία τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με αποδεικτικό του Β΄ γυμνασίου Αθηνών.

Ευριπίδης Μουντζουρίδης του Γ., γιος δικηγόρου,  που γεννήθηκε το 1888 και φοίτησε το 1905-1906  στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Γυθείου με αποδεικτικό από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Γεώργιος Φεγγαράς του Ιωάννη, γιος δικηγόρου, που γεννήθηκε το 1850 και τελείωσε το Α΄ ελληνικό σχολείο Σπάρτης την περίοδο 1863-1867, επαναλαμβάνοντας δύο φορές την πρώτη τάξη με απολυτήριο δημοτικού σχολείου  Ναυπλίου, και το 1867-1868 στην πρώτη τάξη του γυμνασίου αρρένων Σπάρτης με απολυτήριο του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης.

  • Από την Ερμιόνη καταγόταν ο:

Νικόλαος Βεβελογιάννης του Κ., γιος ιατρού, που γεννήθηκε το 1876 και φοίτησε το 1891-1892 στη δευτέρα τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Ναυπλίου.

 

Γ.  Παιδιά Αγροτικών Οικογενειών

  •  Από το Άργος καταγόταν ο:

Σταύρος Δανόπουλος, γιος αγρότη, που γεννήθηκε το 1851 και φοίτησε το 1866-1867  στην τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό ελληνικού σχολείου Άργους και το 1867-1868 στην πρώτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης.

  • Και από το Χαρβάτιον καταγόταν ο:

Ιωάννης Χριστόπουλος, γιος αγρότη, που γεννήθηκε το 1875 και φοίτησε το 1890-1891 στη δευτέρα τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Γυθείου με αποδεικτικό ελληνικού σχολείου Ναυπλίου.

 

Δ.  Ορφανοί Πατρός

  •  Από το Άργος κατάγονταν οι:

Γεώργιος Ξυνός του Κων/νου, που γεννήθηκε το 1886 και φοίτησε τη χρονιά 1911-1912 στη δευτέρα και τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με αποδεικτικό από το ελληνικό σχολείο Άργους.

Δ. Πιτσίδης του Α., που γεννήθηκε το 1859 και φοίτησε το 1872-1873 στην τρίτη τάξη του Α΄ ελληνικού σχολείου Σπάρτης με ενδεικτικό του ελληνικού σχολείου Πειραιώς.

  •  Από το Ναύπλιο κατάγονταν οι:

Αδελφοί Αλέξανδρος και Γεώργιος Δρίβας του Μ.,  που γεννήθηκαν αντιστοίχως το 1867 και 1869 και φοίτησαν την περίοδο 1883-1885. Ο μεν πρώτος τελείωσε το γυμνάσιο Σπάρτης το 1883-1884, όπου γράφτηκε με ενδεικτικό  του γυμνασίου Ναυπλίου, ενώ ο δεύτερος φοίτησε στη δευτέρα και τρίτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης προερχόμενος επίσης από το γυμνάσιο Ναυπλίου.

Γεώργιος Τσαουσόπουλος του Α., που γεννήθηκε το 1843 και φοίτησε την περίοδο 1862-1865 στην δευτέρα, τρίτη και τετάρτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με ενδεικτικό του γυμνασίου Τρίπολης.

Ευστ. Κλεώπας, που γεννήθηκε το 1870 και φοίτησε στην τρίτη και τετάρτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης την περίοδο 1887-1889 με αποδεικτικό του γυμνασίου Ναυπλίου.

Ευάγγελος Στεφάνου του Ηλία, που γεννήθηκε το 1889 και φοίτησε το 1902-1903 στην τρίτη τάξη του γυμνασίου Σπάρτης με αποδεικτικό του γυμνασίου Καλαμών.

Κατά την περίοδο, λοιπόν, 1862-1912 οι 35 αυτοί μαθητές των σχολείων της μέσης εκπαίδευσης στη Λακωνία, οι οποίοι κατάγονταν από την Αργολίδα, βρέθηκαν στην περιοχή αυτή, κυρίως ακολουθώντας τον πατέρα τους ως δημόσιο υπάλληλο, είτε ως ελεύθερο επαγγελματία και πολύ σπάνια ως αγρότη. Δυστυχώς, δεν γνωρίζουμε τα πραγματικά αίτια της εγκατάστασης των αρκετών ορφανών παιδιών στην περιοχή της Λακωνίας. Υποθέτουμε μόνο ότι οικογενειακές αποφάσεις και στρατηγικές οδήγησαν και σε αυτή την εγκατάσταση.

 

Υποσημείωση


[1] Πέπης Γ. Γαβαλά, Κοινωνία και Εκπαίδευση (Λακωνία, τέλη 19ου  – αρχές 20ού αιώνα), Λακωνικαί Σπουδαί, Παράρτημα 7, Αθήναι 2002. Τα στοιχεία προέρχονται από το Αρχείο των σχολείων Μέσης Εκπαίδευσης που φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Λακωνίας. Αρχεία Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Νομού Λακωνίας (1862-2004), Συνοπτικό Ευρετήριο, Επιμέλεια Πέπη Γαβαλά-Μαρία Στελλάκου, Γ.Α.Κ.-Αρχεία Ν. Λακωνίας 4, Σπάρτη 2008.

Καλλιόπη (Πέπη) Γαβαλά,

Δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών, Ιστορικός-Αρχειονόμος,

Προϊσταμένη Γ.Α.Κ.-Αρχείων ν. Λακωνίας

 

 

Read Full Post »

Το Ελληνικό σχολείο της Κορίνθου από το έτος 1857 έως 1861[1]


 

Κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε μερικά εισαγωγικά στοιχεία σχε­τικά με το εκπαιδευτικό σύστημα που διαμορφώθηκε την Οθωνική περίοδο (1833-1862) και την εκπαίδευση στο δήμο Κορίνθου.

Αυτό οργανώθηκε σε τρεις βαθμίδες: Στοιχειώδη, Μέση και Ανωτάτη Εκπαίδευση.

  • Η Στοιχειώδης οργανώθηκε με το Νόμο της 6/18 Φεβρουαρίου 1834. Στο άρθρο 4 καθόριζε, ότι κάθε δήμος είχε υποχρέωση ναιδρύει και να συντηρεί με δικά του έξοδα Δημοτικά Σχολεία γιατη μόρφωση του λαού. Από την υποχρέωση αυτή των δήμων προέκυψε και η ονομασία αυτού του σχολείου «Δημοτικό Σχολείο». Σύμφωνα με το άρθρο 6 η φοί­τηση ήταν επτάχρονη και υποχρεωτική. «Όλοι οι εις δήμον, έχοντα δημοτικόν σχολείον, ανήκοντες παίδες από του 5ου συμπληρωμένου μέχρι του 12ου  συμπεπληρωμένου έτους της ηλικίας των χρεωστούν να φοιτώσιν εις το σχολείον». Η διάταξη αυτή ουδέποτε εφαρμόστηκε και κατά την Οθωνική περίοδο η φοίτηση ήταν κυρίως τετραετής. Ο Νόμος προέβλεπε ίδρυ­ση σχολείων μόνο για κορίτσια, όπου αυτό ήταν δυνατόν. Και σ’ αυτά δί­δασκαν μόνο δασκάλες.
  • Τη Μέση εκπαίδευση που οργανώθηκε με το Νόμο 31 Δεκεμβρίου 1836/12 Ιανουαρίου 1837 «Περί διοργανισμού των Ελληνικών σχολείων και Γυμνασίων» και προοριζόταν αποκλειστικά και μόνο για αγόρια. Ήταν οργανωμένη σε δύο κύκλους:

α) Το Τριτάξιο Ελληνικό Σχολείο ή Σχολαρχείο, στο οποίο εισάγονταν στην αρχή χωρίς εξετάσεις και αργότερα με εξετάσεις (Διάταγμα 26.8.1867), όσοι είχαν τελειώσει τουλάχιστον την τετάρτη τάξη του Δημοτικού), συνήθως ηλικίας από 8-9 έως 11-12 ετών. Τη διοίκηση του σχολείου αυτού την είχε αναλάβει ο Σχολάρχης (διευθυντής) και ο σύλλογος των Ελληνοδιδασκάλων. Από το όνομα του Διευθυντή (Σχολάρχη) το «Ελληνικό» σχολείο ονομάστηκε και Σχολαρχείο. Τα πρώτα χρόνια οι Ελληνοδιδάσκαλοι έπρεπε να είναι απόφοιτοι Γυ­μνασίου. Μετά την ίδρυση του πανεπιστημίου 1837 αυτοί και οι Κα­θηγητές Γυμνασίων έπρεπε να έχουν τελειώσει το Πανεπιστήμιο. Για την ίδρυση και συντήρηση των Ελληνικών σχολείων υπεύθυνο ήταν το Κράτος, σε αντίθεση με τα Δημοτικά, τα οποία τα είχε αναθέσει στους δήμους.

β) Το Τετρατάξιο Γυμνάσιο στο οποίο εισάγονταν με εξετάσεις οι από­φοιτοι του Ελληνικού Σχολείου.

  • Την Ανωτάτη Εκπαίδευση, δηλαδή το Πανεπιστήμιο Αθηνών που ιδρύθηκε με το Νόμο της 14.4.1837, με τέσσερις σχολές (Θεολογίας, Νο­μικής, Ιατρικής και της Φιλολογίας και άλλης Εγκυκλίου Παιδείας) διάρ­κειας 3 – 4 χρόνων, στο οποίο εισάγονταν ελεύθερα οι απόφοιτοι του Γυ­μνασίου και από το οποίο εξέρχονταν με εξετάσεις.

Στην Κόρινθο προεπαναστατικά λειτουργούσε Ελληνική Σχολή με Σχολάρχη τον Ιερομόναχο Ιωασάφ τον Βυζάντιο από το έτος 1815 έως 1819. Το έτος 1822 λειτουργούσε σχολείο για τα κοινά γράμματα. Κατά το τρίμηνο Μαΐου – Ιουλίου 1829 άρχισε η λειτουργία της αλληλοδιδακτικής σχολής Κορίνθου μέχρι τον Ιούλιο του 1830 με δάσκαλο τον Γεώργιο Κοντοπούλη. Στα μέσα του 1830 συστάθηκε Ελληνικό Σχολείο, το οποίο μάλλον λειτούργησε μέχρι το Φεβρουάριο του 1831. Τα παραπάνω στοιχεία πήραμε από το βιβλίο του αειμνήστου Αδάμ Γ. Αθουσάκη με τίτλο «Η Εκπαίδευση στην Αργολίδα, Κορινθία και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1832)».

Σύμφωνα με το Νόμο για τη Στοιχειώδη Εκπαίδευση του 1834 ιδρύθηκε Δημοτικό Σχολείο αρρένων στην Κόρινθο με διδάσκαλο τον Ξάνθη Ιωάννη, ο οποίος μετατέθηκε από το Δημοτικό  Σχολείο Μεγάρων με μηνιαίο μισθό 90 δρχ. (40 δρχ. από το Εκκλ. Ταμείο μέχρι το τέλος του έτους 1839 και 50 από το δημοτικό Ταμείο). Άρχισε να λειτουργεί από τις 22 Σεπτεμβρίου 1837.

Στεγάστηκε σε διδακτήριο που κτίστηκε επί Ιωάννη Καποδίστρια, όταν ήταν Διοικητής Κορινθίας ο Αναγνώστης Κονδάκης. Στις 15.5.1835 απαιτούντο για την τελειοποίηση του Σχολείου 5-6000 δρχ. Σ’ αυτό υπηρέτησαν εκτός του Ξάνθη Ιωάννη, και οι Βελτίων Γεώργιος, Πανταζίδης Δημήτριος και άλλοι.

Στις 20.1.1842 ιδρύθηκε το Β’ Δημοτικό Σχολείο στο Δήμο Κορίνθου με έδρα το Τρανό Ζευγολατειό και Διδάσκαλο τον Αναστάσιο Αργυρό­πουλο. Υπηρέτησαν και οι Στάμου Ιωάννης, Παππαδάκης Εμμανουήλ, Φραγκόπουλος Κωνσταντίνος, Θεοδοσιάδης Γεώργιος και άλλοι.

Στις 26 Απριλίου 1842 ιδρύθηκε το Γ’ Δημοτικό Σχολείο Βόχας με διδάσκαλο το Στάμου Ιωάννη με έδρα το Κοκκώνι, μετέπειτα το Ιμπραΐμπεη (Κρήνες) και Χατζή Μουσταφά (Ευαγγελίστρια). Υπηρέτησαν σ’ αυτό και οι Πύρρου Δ. Αθανάσιος, Χρυσοχόου Νι­κόλαος, Χαρ. Δημητριάδης και το Σχολικό έτος 1865-66 οι Κωνσταντίνος Δαμα­σκηνός και Ιωάννης Σαρίδης και έδρα το Βέλλο.

Το Σχολικό έτος 1864-65 λειτουργούσε στη Νέα Κόρινθο και Δημοτικό Σχολείο Κορασιών με δασκάλα την Κυριακούλα Αρακτάκη.

 

Ίδρυση Ελληνικού Σχολείου Κορίνθου

 

Ο Ακροκόρινθος και η πόλη της Κορίνθου, Á. Geyer, 1858

Ο Ακροκόρινθος και η πόλη της Κορίνθου, Á. Geyer, 1858

Το Σεπτέμβριο του έτους 1836 ο Χαράλαμπος Παμπούκης έλαβε από το υπουργείο απεριόριστη άδεια από το Σχολαρχείο Πατρών και ήρθε στην Κόρινθο για οικιακές του υποθέσεις. Στις 10 Νοεμβρίου 1836 συμφώνησε με την τριμελή ιδιωτική Επιτροπή από τους πολίτες της Κορίνθου Σταύρο Καμπερόπουλο, Ευθύμιο Κανελλόπουλο και Μιχαήλ Κορδογιαννόπουλο να σχολαρχήση στη για πρώτη φορά συνιστώμενη ελληνική Σχολή Κορίν­θου με ετήσιο μισθό 3.600 δρχ. και παραχώρηση οικήματος.

Στη συνέχεια το Δημοτικό Συμβούλιο Κορίνθου, Σταυρός Καμπερόπουλος Δήμαρχος, Δημήτριος Ορφανός Πρόεδρος, Γεώργιος Γιαννόπουλος πρωτοκολλιστής, Γεώργιος Νοταράς, Ευθύμιος Κανελλόπουλος, Μήτρος Ηλιόπουλος και Γεώργιος Λύκος μέλη, με την 75/14.12.1836 πράξη του επιφόρτιζε τον Πρόεδρο «να μεταβή εις την καθέδραν και εξαιτήση όθεν ανήκει εν ονόματι της Κοινότητος του Δήμου Κορίνθου ένα ανάλογον ετήσιον πόρον υπέρ της διατηρήσεως της αυτής Σχολής».

Με το από 8/20 Ιανουαρίου 1837 Β.Δ. εγκρίθηκε να χορηγείται από το Εκκλησιαστικό Ταμείο στο εν Κορίνθιο δημοσυντήρητο Ελληνικό Σχο­λείο, μηνιαία βοήθεια 150 δρχ.

Σ’ αυτό φοίτησαν πολλοί μαθητές και μάλιστα ξένοι από γειτονικές περιοχές και προόδευσε πάρα πολύ. Πράγματι στις εξετάσεις που διενερ­γήθηκαν στις 10-12 Οκτωβρίου 1837 εξετάστηκαν συνολικά και στις τρεις τάξεις 44 μαθητές (7 Γ’, 18 Β’ και 19 Α’). Απ’ αυτούς 25 ήταν Κορίνθι­οι. Η Σχολή αυτή κινδύνευσε να διαλυθεί, γιατί οι δημότες ήταν λίγοι και άποροι και δεν ήσαν σε θέση να συνεισφέρουν τις υπόλοιπες 150 δραχμές κατά μήνα, που είχαν συμφωνήσει. Γι’ αυτό το Δημοτικό Συμβούλιο Κωνσταντίνος Δημητριάδης Δήμαρχος, Γεώργιος Νοταράς Πρόεδρος και μέλη Σταύρος Νικολάου, Σταύρος Καμπερόπουλος, Ν. Αρβανιτάκης, Μιχαήλ Κορδογιαννόπουλος και ο πρωτοκολλιστής Αναγνώστης Κοκορώπης με την 36/11.9.1838 πράξη του ομόφωνα αποφάσισε α) να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του στο βασιλιά, ότι μπόρεσε να συνδράμει την Ελληνική Σχολή με 150 δρχ. κατά μήνα, β) να συμπεριλάβει και τη σχολή αυτή, που ήταν σχολή όλης της Επαρχίας στις διατηρηθησόμενες με δαπάνη της Κυ­βερνήσεως και γ) να συνεισφέρει «του λοιπού ως μέχρι σήμερον τας 150 δραχμάς κατά μήνα, να ευαρεστηθή να συμπληρώση και τα ελλείποντα εις την διατήρησιν αυτής κατά τον περί Ελληνικών Σχολείων εκδοθησόμενον οργανισμόν».

Επίσης οι επίτροποι της Σχολής Αριστείδης Ρένδης και Σταύρος Νι­κολάου με το από 3 Ιουλίου 1839 έγγραφό τους ζήτησαν από το Υπουρ­γείο την εξ ολοκλήρου, 300 δρχ. μηνιαίως, πληρωμή του μισθού του «κατά πάντα λόγον αξιέπαινου Σχολάρχη Χαράλ. Παμπούκη» γιατί διαφορετικά θα διαλυθεί η σχολή, επειδή οι δημότες ήσαν λίγοι και οι γονείς των μα­θητών αδυνατούσαν να πληρώσουν τις υπόλοιπες 150 δρχ. κατά μήνα.

Σημειώνουμε, ότι από το έτος 1834 έως το 1840 ο δήμος Κορίνθου αποτελείτο από την Κόρινθο, Εξαμίλια, το Περιγιάλι και τις Κεχρεές. Είχε συνολικά 216 οικογένειες και 825 κατοίκους. Την περίοδο αυτή είχαν συσταθεί και οι δήμοι: α) Αιγιαλείας με πρωτεύουσα το Τρανό Ζευγολατειό και περιελάμβανε τα χωριά Κυπαρίσσι, Χασάναγα (Βοχαϊκό), Χατζή Μου­σταφά (Ευαγγελίστρια), Ιμπραΐμπεη (Κρήναι), Βέλλον και Πουλίτσα. Είχε 199 οικογένειες και 811 κατοίκους και β) Απίας με πρωτεύουσα τα Βραχατέϊκα. Περιελάμβανε και τα χωριά Άσσο, Μπόσνα και Αζίζι, Βαλίδι και Βαρελλά, Κοκκώνι και Νεράντζα με 152 οικογένειες και 579 κατοίκους.

Οι τρεις αυτοί δήμοι το 1840 συγχωνεύτηκαν σε ένα, στο δήμο Κο­ρίνθου Β’ τάξεως. Μέχρι το 1912 περιελάμβανε τα χωριά που ανήκουν σή­μερα στους τέσσερις δήμους α) Κορίνθου, β) Άσσου – Λεχαίου, γ) Βόχας και δ) Ζευγολατειού, εκτός από το χωριό Στιμάγκα που ανήκε στο δήμο Νεμέας.

Ο Σχολάρχης Χαρ. Παμπούκης με την από 9 Ιουλίου 1839 αναφο­ρά του παρακαλούσε το Υπουργείο «να ευαρεστηθή ν’ αναγνώριση την σχολή ταύτην, ως σχολήν όλης της επαρχίας, και να την μισθοδοτή ολο­σχερώς εκ του Δημοσίου, τουλάχιστον ως ώριζε την ιδική μου μόνον μισθοδοσίαν, διότι άλλως είναι αδύνατον, ως πολλάκις ερρέθη, να διατηρηθή η Σχολή αυτή».

Ο Παμπούκης υπηρέτησε στο Σχολαρχείο Κορίνθου από 17.12.1836 μέχρι το 4/16 Σεπτεμβρίου του 1841, οπότε μετατέθηκε στο Γυμνάσιο Ναυπλίας.

Επειδή υπήρξε φιλόπονος και ενθουσιώδης Εκπαιδευτικός και δια­κρινόταν για την ευρεία φιλολογική και φιλοσοφική του μόρφωση, τις ευγενείς ιδέες, τα υψηλά φρονήματα, τον αγνό πατριωτισμό του και την με­γάλη αφοσίωση στην αποστολή την οποία είχε αναλάβει να μορφώσει την σπουδάζουσα νεολαία, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε μερικά βιογρα­φικά στοιχεία.

Γεννήθηκε το 1805 στην Κωμόπολη Χαλκιάνικα του δήμου Νωνάκριδος της Επαρχίας Καλαβρύτων. Ήταν αδελφός του Ιερομόναχου Νικηφό­ρου Παμπούκη, γνωστού Διδασκάλου, φιλικού και αγωνιστή κατά τον Εθνικό αγώνα του 1821.

Μαθήτευσε κατ’ αρχάς σε διάφορα Σχολεία της Ελλάδος υπό την επί­βλεψη του αδελφού Νικηφόρου (το 1815 στο Σχολείο Άργους, και από το 1815-19 ιδιωτικώς στην Ύδρα). Το Νοέμβριο του 1819 καταδιωκόμενοι αυτός και ο αδελφός του Νικηφόρος από τους Τούρκους κατέφυγαν στην Πίζα της Ιταλίας. Στο εκεί Πανεπιστήμιο, σπούδασε φιλοσοφία και κλασ­σική φιλολογία μέχρι τον Ιούλιο του 1824.

Εκεί γνωρίστηκε δια μέσου του αδελφού του με τους φιλικούς Τσα­κάλωφ και Αναγνωστόπουλο. Αγωνίστηκε με την πολυάριθμο οικογένεια των αδελφών του και άλλων συγγενών τον κοινόν υπέρ πατρίδος αγώνα. Για την δράση του τι­μήθηκε με το «αργυρούν νομισματόσημον» στις 20 Μαΐου 1843 (ΓΑΚ Αρι­στεία Φ 181).

Διετέλεσε Διευθυντής των Ελληνικών Σχολείων Αίγινας 1827-29, Άμφισ­σας 1829-31, Καλαβρύτων 1832-35, Πατρών 1835-1837, Κορίνθου 1837 έως Σεπτέμβριο 1841.

Μετατέθηκε στο Γυμνάσιο Ναυπλίας και δίδαξε μέχρι το 1844, οπότε προήχθη σε Γυμνασιάρχη του ιδίου Γυμνασίου, το οποίο διεύθυνε 18 χρό­νια μέχρι το Σεπτέμβριο του 1862, οπότε παραιτήθηκε της υπηρεσίας.

Συνέγραψε διάφορα βιβλία, μεταξύ των οποίων Γραμματική και το περί Ρητορικής και Ρητορείας περισπούδαστο βιβλίο του. Διεκρίνετο για τη δεινή ευγλωττία του, όπως ο αδελφός του Νικηφόρος. Ήταν δημότης του δήμου Σικυώνος και η οικογένειά του διέμεινε στο Κιάτο. Απεβίωσε στο Ναύπλιο το 1878.

Στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου μετά τον Χαρ. Παμπούκη και μέχρι το Σχολικό έτος 1857-58 υπηρέτησαν οι Ελληνοδιδάσκαλοι: Οικονομίδης Ιωάννης, Ολύμπιος Χαράλαμπος, Μυρτίλος I. Στέφανος, που μετατέθηκε από το Ελληνικό Σχολείο Τρικάλων, Δημητρίου Ιωάννης, Αντωνιάδης Αντώνιος και από το Σχολικό έτος 1852-53 μέχρι και το Σχολικό έτος 1857-58 ο Αποστολίδης Γεώργιος.

 

Λειτουργία του Σχολείου το Σχολικό έτος 1857-58

 

Στον έλεγχο του αποτελέσματος των δημοσίων εξετάσεων που έγιναν τον Ιούνιο του 1858 αναγράφονται ότι:

α) Διευθυντής του Ελληνικού Σχολείου ήταν ο Γ. Αποστολίδης.

β) Γράφτηκαν 53 μαθητές ηλικίας 10-19 ετών. Απ’ αυτούς οι 38 ήταν ηλικίας 13-16 ετών.

γ) Κατάγονταν από την Κόρινθο 22 και 5 από τα χωριά του δήμου (3 Ζευγολατειό και 2 από το Χασάναγα (Βοχαϊκό). Οι υπόλοιποι κα­τάγονταν από τους άλλους δήμους της Κορινθίας.

δ) Οι γονείς των μαθητών ασκούσαν κυρίως το επάγγελμα του κτηματία και γεωργού, 4 ήσαν παιδιά ιερέων.

ε) Από τους 53 μαθητές ήσαν παρόντες και εξετάστηκαν οι 21.

Απουσίαζαν οι 32 (3 λόγω ασθένειας και 29 μαθητές είχαν διακόψει από της 9 Φεβρουαρίου 1858 που έγινε ο καταστρεπτικός σεισμός και είχαν πάει στα χωριά τους. Από τους 21 προήχθησαν από τάξη σε τάξη 15 και έλαβαν απολυτή­ρια 2 με βαθμό προόδου 3 κάλλιστα, 4 λίαν καλώς και 10 καλώς.

Στην έκθεσή του ο Γ. Αποστολίδης Σχολάρχης ανέφερε ότι παρέδωσε την παρελθούσα θερινή εξαμηνία ακόμη και 4 μαθήματα: (Γενική Ιστορία και Γαλλικά στην Γ’ τάξη, Νέα Διαθήκη στην Β’ και Ιερά Ιστορία στην Α’, τα οποία λόγω των περιστάσεων του σεισμού είχαν παραλειφθεί από το πρόγραμμα πού είχε υποβάλει στις 14 Απριλίου).

Επίσης ανέφερε ότι λόγω της καλοκαιρίας παρέδωσε τα μαθήματα στον Πρόναο (Χαγιάτι) της Εκκλησίας και ότι δεν είναι δυνατόν να συνε­χιστή η παράδοση των μαθημάτων στο ύπαιθρο. Παρακαλούσε να ληφθεί πρόνοια για κατάστημα και για το υλικό του Σχολείου.

Στην έκθεσή του το ένα μέλος της Εφορείας του Σχολείου Σωτήριος Θρόνος δικηγόρος στο Υπουργείο ανέφερε ότι:

α) Λόγω τού σεισμού οι παραδόσεις των μαθημάτων έγιναν έξωθεν του Καθολικού Ναού της Πόλεως, στο ύπαιθρο.

β) Λόγω ελλείψεως υλικού μερικά μαθήματα παρεδόθηκαν ατάκτως.

γ) Οι περισσότεροι μαθητές 29 ανεχώρησαν από της ημέρας του σεισμού και ως εκ τούτου δεν παραβρέθηκαν στις εξετάσεις.

δ) Είναι ανάγκη να ανεγερθεί κατάστημα στην Νέα πόλη, για να μη μεί­νουν αδίδακτοι οι μαθητές το επόμενο σχολικό έτος.

ε) Είναι απολύτως αναγκαίο να συσταθεί Τακτικό (Κανονικό) σχολαρχείο στην Νέα Πόλη, καθόσον με αυτό θα προοδεύση και ο Συνοικι­σμός της Νέας Πόλεως.

Το Ελληνικό Σχολείο λόγω του σεισμού και της δημιουργίας του Συ­νοικισμού στη Νέα Κόρινθο δεν λειτούργησε από τον Ιούλιο του 1858 μέ­χρι το τέλος Νοεμβρίου 1859, επί 16 μήνες. Επαναλειτούργησε στην Νέα Κόρινθο το Δεκέμβριο του 1859 με σχο­λάρχη τον Αργύριο Γραμματά.

Ο Έπαρχος το Φεβρουάριο του 1860 ανέφερε στο Νομάρχη, ότι πα­ραβρέθηκε στις εξετάσεις της πρώτης εξαμηνίας και το αποτέλεσμα ήταν ευάρεστον, γιατί οι μαθητές αν και πριν δύο μήνες είχαν αρχίσει τα μαθή­ματα έδειξαν αρκετή πρόοδο.

Στην έκθεσή του που υπέβαλε τον Ιούλιο 1860 για το σχολικό έτος 1859 – 60 ο Αργύριος Γραμματάς ανέφερε ότι:

α) Τα μαθήματα άρχισαν το Δεκέμβριο του 1860 και η πρόοδος των μα­θητών ήταν «ου μικρά».

β) Φοίτησαν 15 μαθητές

γ) Το κατάστημα του Σχολείου ήταν άθλιο γιατί στεγαζόταν σε εργα­στήριο επίμηκες, απάτωτο, ανοικτό σε κάθε άνεμο και το χειμώνα ήταν αδύνατο να εργαστεί κάποιος σ’ αυτό. Υπέβαλε μαζί με τον κατάλογο των 15 φοιτησάντων μαθητών και το πρόγραμμα των μαθημάτων της χειμερινής εξαμηνίας του σχολικού έτους 1860 -61.

Ο Σχολάρχης Αργύριος Γραμματάς δίδασκε 21 ώρες στην Α’ τάξη τα μαθήματα.

α) Ελληνικά από τον Α’ τόμο Χρηστομάθειας Ραγκαβή και Στράβω­νος Γεωγραφικά 6 ώρες.

β) Γραμματική Γενναδίου 6 ώρες

γ) Αριθμητική Γεράκη 3 ώρες,

δ) Ιστορία Παλαιάς Διαθήκης Γενναδίου 3 ώρες και

ε) Γεωγραφία Ελλάδος και Τουρκίας I. Κοκκώνη 3 ώρες.

Και 24 ώρες τη Β’ τάξη τα μαθήματα:

α) Ελληνικά 6 ώρες,

β) Γραμματική 6 ώρες,

γ) Αριθμητική 3 ώρες,

δ) Ιστορία Νέας Διαθήκης 3 ώρες,

ε) Γεωγραφία Ευρώπης 3 ώρες και

στ) Ιστορία αρχαία (ιδίως της Ελλάδος) 3 ώρες.

Τις 45 ώρες την εβδομάδα θα δίδασκε ο Σχολάρχης από Δευτέρα ως και Σάββατο από τις 8 το πρωί μέχρι τις 4 το απόγευμα.

Λειτουργία του Σχολείου το Σχολικό έτος 1860-61

Στον έλεγχο του αποτελέσματος των γενικών εξετάσεων που έγιναν τον Ιούνιο 1861 τον οποίο υπέγραψαν ο Ελληνοδιδάσκαλος Γραμματάς και τα μέλη της Εφορείας Σταύρος Καμπερόπουλος Δήμαρχος, ο Σωτήριος Κόντης ιερέας και ο Σωτήριος Θρόνος δικηγόρος αναγράφονται ότι:

α) Γράφτηκαν 39 μαθητές ηλικίας 11-16 ετών. Απ’ αυτούς οι 30 είχαν ηλικία 12-14 ετών.

β) Κατάγονταν από την Κόρινθο 20 και 6 από τα χωριά του δήμου (Ζευγολατειό 3, Ιμπραΐμπεη 2, Εξαμίλια 1 και οι άλλοι από τους πλη­σιέστερους δήμους).

γ) Από τους 39 ήσαν παρόντες και εξετάστηκαν 33 προήχθησαν από τά­ξη σε τάξη 26 με βαθμό προόδου 7 κάλλιστα, 11 Λίαν καλώς και 8 Καλώς.

Η Εφορευτική Επιτροπή ανέφερε στο Υπουργείο ότι:

α) Ο Σχολάρχης παρέδωσε ακόμη έκτος από τα κανονισμένα μαθήματα στη Β’ τάξη και συντακτικό.

β) Λόγω της επιμέλειας και του ευμέθοδου τρόπου διδασκαλίας του προέκυψε αποτέλεσμα που ευχαρίστησε τους δημότες, οι οποίοι εξέ­φρασαν την ευαρέσκειά τους.

γ) θεωρούσε απολύτως αναγκαίο να συσταθεί τακτικό Σχολαρχείο ή τουλάχιστον να διοριστεί, βοηθός, γιατί ο υπάρχων ελληνοδιδάσκα­λος δεν μπορεί να επαρκέσει για τη διδασκαλία 2 και 3 τάξεων, κα­θόσον ο αριθμός των μαθητών αυξάνει συνεχώς. Η σύσταση θα συν­τέλεση στην ανάπτυξη κα πρόοδο της Νέας Κορίνθου, για την οποία πάντοτε μεριμνά η Κυβέρνηση,

δ) Το κατάστημα του Σχολείου είναι εντελώς ακατάλληλο, γιατί ούτε τα απαιτούμενα δωμάτια των παραδόσεων έχει, ούτε την ανάλογη ευρυ­χωρία, γι’ αυτό είναι ανάγκη να μεταστεγαστεί. Τέλος παρακαλεί το Υπουργείο να παραχώρηση τα αναγκαία βιβλία, γιατί στερείται τοιούτων.

Τα ίδια περίπου ανέφερε και ο Έπαρχος και ζητούσε και αυτός να συσταθεί Κανονικό Σχολαρχείο με τις 3 τάξεις και τρεις Ελληνοδιδάσκα­λους γιατί στην επαρχία υπήρχαν δύο άλλα Ελληνικά Σχολεία (Τρικάλων και Ζάχολης) τα οποία κάθε χρόνο θά χορηγούν ικανό αριθμό μαθητών. Σ’ αυτό θα φοιτήσουν και μαθητές από τις γειτονικές επαρχίες ένεκα της ευκολίας της συγκοινωνίας.

Σημειώνουμε ότι το Ελληνικό Σχολείο Τρικάλων συστάθηκε το έτος 1840 και ήταν Διδάσκαλος ο Στέφανος I. Μυρτίλος που το 1844 μετατέθηκε στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου. Το 1846 υπηρετούσε ο Π. Γεωργιάδης και το Σχολικό έτος 1860-61 οι Γ. Στυμφαλιάδης και Σπ. Μαράτος.

Το Σχολικό έτος 1860-61 υπηρετούσε στο Ελληνικό Σχολείο Ζάχολης ο Ελληνοδιδάσκαλος Γεώργιος Σταμπόλης.

Πραγματικά συστάθηκε κανονικά Ελληνικό Σχολείο στην Νέα Κόριν­θο και το Σχολικό έτος 1863-64 υπηρετούσαν οι Κ. Λεόντιος Σχολάρχης και οι Ελληνοδιδάσκαλοι Αργ. Γραμματάς και Π. Παπαζυμούρης.

Το Σχολικό έτος 1865-66 δίδασκαν στην Γ’ τάξη ο Σχολάρχης Αργ. Γραμματάς 31 ώρες, ο Ιερώνυμος Οικονόμου στη Β’ και ο Αλ. Γεωργιά­δης, στην Α’ τάξη, από 29 ώρες. Είχε σφραγίδα με γύρωθεν τις λέξεις «ΣΧΟΛΑΡΧΕΙΟΝ ΕΝ ΚΟΡΙΝΘΩ».

Στο Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου φοιτούσαν μαθητές που είχαν τε­λειώσει την Δ’ τάξη των δημοτικών που λειτουργούσαν στην επαρχία Κορινθίας. Το 1861 λειτουργούσαν 33 σχολεία αρρένων στους 11 δήμους και 4 κορασιών στα οποία υπηρετούσαν αντίστοιχα 33 δάσκαλοι και 4 δασκάλες. Φοιτούσαν 1641 μαθητές και 151 μαθήτριες.

Οι μαθητές που τελείωναν το Ελληνικό Σχολείο φοιτούσαν ύστερα από εξετάσεις ως επί το πλείστον στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και στα Γυμνά­σια Αθηνών και Πατρών μέχρι το έτος 1873 που άρχισε να λειτουργεί το Γυμνάσιο Κορίνθου. Ιδρύθηκε τον Απρίλιο του 1872 και εγκαινιάστηκε παρουσία του τότε Κορίνθιου Υπουργού Εκκλ. και Δημοσίου Εκπ/σεως Ανδρέα Νοταρά.

Το Ελληνικό Σχολείο Κορίνθου λειτούργησε από το Δεκέμβριο του 1836 μέχρι Ιούλιο 1858 στην Παλαιά Κόρινθο και από το Δεκέμβριο 1859 μέχρι τα τέλη του Σχολικού έτους 1927-28 στη Νέα Κόρινθο, οπότε καταρ­γήθηκε, γιατί λειτούργησε το εξαετές Γυμνάσιο. Στα 90 χρόνια της λει­τουργίας του προσέφερε ανεκτίμητες υπηρεσίες στην σπουδάζουσα Νεολαία της Επαρχίας Κορινθίας.

Υποσημείωση


[1] Η παρούσα ανακοίνωση είναι μέρος ολοκληρωμένης εργασίας της κόρης μου Ζωής Ξεν. Ηλία και δικής μου που έχει τίτλο «Η Εκπαίδευση στην επαρχία Κορινθίας την Οθωνική περίοδο (1833-1862) και η οποία θα δημοσιευθεί μελλοντικά ολόκληρη, όπου θα αναφερθούν λεπτομερώς και οι πηγές.

 

Ξενοφών Χρ. Ηλίας

Επίτ. Σχολικός Σύμβουλος  Α/θμιας Εκπαιδεύσεως

 «Το Ελληνικό σχολείο της Κορίνθου από το έτος 1857 έως 1861»

Πρακτικά Η’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 26-28 Σεπτεμβρίου 2008

Αφιέρωμα στην Αιώνια Κόρινθο, Ανάτυπο, Αθήναι, 2010

 

Read Full Post »

Σκουτερόπουλος Ιωάννης (1883-1975)


 

Ο Ιωάννης Σκουτερόπουλος, δάσκαλος, παιδαγωγός, συγγραφέας και πρόεδρος του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, γεννήθηκε στα Φίχτια Αργολίδας και φοίτησε στα Γυμνάσια Άργους και Ναυπλίου και στο διδασκαλείο Τρίπολης. Σπούδασε δάσκαλος στην Αθήνα και φιλολογία στο πανεπιστήμιο επίσης της Αθήνας. Αργότερα κέρδισε μια υποτροφία για το πανεπιστήμιο της Ζυρίχης, όπου σπούδασε φιλοσοφία και παιδαγωγικά.

Ιωάννης Σκουτερόπουλος

Ιωάννης Σκουτερόπουλος

Διορίστηκε δάσκαλος στο Ναύπλιο και δίδαξε σαν δάσκαλος και καθηγητής αργότερα σε διάφορα σχολεία της χώρας. Ήταν ιδρυτικό μέλος του πανελληνίου συλλόγου διδασκάλων (1906), διετέλεσε διευθυντής στο διδασκαλείο Λαμίας, έγινε καθηγητής παιδαγωγικών και κατόπιν διευθυντής του Διδασκαλείου Δημοτικής Εκπαίδευσης και Εκπαιδευτικός Σύμβουλος. Επίσης, έγινε μέλος και μετά πρόεδρος του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου (1928- 1950), διετέλεσε επανειλημμένα Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας και εκπροσώπησε τη χώρα μας σε συνέδριο της Ουνέσκο στη Γενεύη το 1959.

Ο Ιωάννης Σκουτερόπουλος διακρινόταν για το ήθος του και την εργατικότητά του. Είχε συνηθίσει να κοιμάται ελάχιστα και να εργάζεται ατέλειωτες ώρες. Είχε αποκτήσει βαθιά μόρφωση και είχε άριστη παιδαγωγική κατάρτιση. Γνώριζε λατινικά, γερμανικά και γαλλικά.

Έγραψε πολλές εργασίες και βιβλία εκπαιδευτικού περιεχομένου.

Έργα του είναι:

  • «Ο σκοπός της αγωγής των Ελληνοπαίδων», 1936.
  • «Τα σχολεία, ήτοι έννοια σκοπός και οργάνωσις αυτών», Εν Αθήναις: Τύποις Ανδρέου Σιδέρη, 1947.
  • «Η πολιτεία του Πλάτωνος και η νεωτέρα παιδαγωγική», Εν Αθήναις: Τύποις Ανδρέου Σιδέρη, 1948.
  • «Συμβολή εις τον χαρακτηρισμόν, την αξιολόγησιν και την ιστορίαν της μαθητικής αυτοδιοικήσεως: εναίσιμος επί διδακτορεία διατριβή εγκριθείσα υπό της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών», Εν Αθήναις: τύποις Ανδρέου Σιδέρη, 1949.
  • «Η σχολική οργάνωσις: ομιλία γενομένη εν τη Η’ Συνεδρεία του Xριστιανικού Κοινωνικού Κύκλου του 1957-1958», Εν Αθήναις: Εκ του τυπογραφείου Ανδρέου Σιδέρη, 1958.
  • «Η Διδακτική του γλωσσικού μαθήματος: θεμελίωσις, αι λεκτικαί ασκήσεις, η ανάγνωσις καθόλου, η πρώτη ανάγνωσις, η κυρίως ανάγνωσις, τα ποιήματα, η γραφή, η ορθογραφία, η γραμματική, αι μαθητικαί συγγραφαί», Εν Αθήναις, 1959.
  • «Η ιστορία και η διδακτική αυτής», Εν Αθήναις : [χ.ο.], 1965.
  • «Αναμνήσεις, μνημόσυνα, πόνοι, εξομολογήσεις», Εν Αθήναις: [χ.ο.], 1969.
  • «Ανασκοπήσεις τινές: φιλοσοφικαί παιδαγωγικαί εθνικαί σχετικά τινά συμπεράσματα και στοχασμοί», Εν Αθήναις : [χ.ο.], 1972.

Ο εκλεκτός παιδαγωγός είχε την ατυχία να χάσει το φως του τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής του. Εντούτοις, και παρά την προχωρημένη ηλικία του, εξακολουθούσε να εργάζεται και να γράφει. Από τα παραπάνω βιβλία του τα δύο τελευταία τα έγραψε με υπαγόρευση προς τον παλιό του μαθητή και κατόπιν δάσκαλο Γεώργιο Παπαφωτίου.

Πέθανε πλήρης ημερών στις 19 Ιουλίου 1975 στην Αγία Παρασκευή, όπου έμενε. Η σορός του διακομίστηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του, και ενταφιάστηκε στη γενέτειρα γη, τα Φίχτια. Ήταν παντρεμένος με τη Σοφία Λάμψα, αλλά δεν απέκτησε παιδιά. Γι’ αυτό και υιοθέτησε την ανιψιά του Ελένη Σκουτεροπούλου, την οποία παντρεύτηκε ο Κωνσταντίνος Βασιλάκης, Διευθυντής του Διδασκαλείου Μέσης Εκπαίδευσης.

Ο Δήμος Άργους, τιμώντας τον εκλεκτό επιστήμονα, έδωσε το όνομά του σε τμήμα της οδού Διομήδους, από το εργοστάσιο Ρασιά έως την ταβέρνα του Μαρίνου.

 

Πηγή


 

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Older Posts »