Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ελεύθερο Βήμα’ Category

Υπόθεση Μιχαήλ Λαμπρυνίδη – Η ιστορία έρμαιο των διαχειριστών της, της Μικέλας Χαρτουλάρη και η απάντηση του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης»


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα»  το  δισέλιδο αφιέρωμα της «Εφημερίδας των Συντακτών», 3 Ιουλίου 2021,  που αφορά στην «Υπόθεση Μιχαήλ Λαμπρυνίδη» και την έκδοση της Δεύτερης Γραφής της «Ναυπλίας» με τίτλο: «Η ιστορία έρμαιο των διαχειριστών της» και υπότιτλο «Νέες πηγές, μόνιμες αγκυλώσεις». Το αφιέρωμα το έχει επιμεληθεί η δημοσιογράφος Μικέλα Χαρτουλάρη δισεγγονή του Λαμπρυνίδη που επί χρόνια πολλά ασχολείται και στον έντυπο τύπο και στην τηλεόραση με το βιβλίο. Ακολουθεί η απάντηση Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

 

 «…Μια και μόνη σωτείρα οδός ανοίγεται εις πάσαν εφεξής Κυβέρνησιν, όπως μη εν ου μακρώ χρόνω ευρεθή προ ερειπίων, εξ ενός μεν να επιδιώξη την αύξησιν των δημοσίων προσόδων ουχί διά της επιβολής νέων φόρων (της ράχεως του λαού μη ούσης επιδεκτικής περαιτέρω επιβαρύνσεως), αλλά διά λελογι­σμένης και ευσυνειδήτου εισπράξεως των εν ισχύϊ και επιμελούς επιτηρήσεως και προλήψεως πάσης καταχρήσεως, εξ ετέρου δε να περιορίση τον εσμόν των αργόμισθων και εν γένει καταργήση πάσαν άγονον σπατάλην του δημοσίου χρήματος…»

Είναι ο γεννημένος στο Ναύπλιο νομικός, λόγιος, ιστορικός, και πολιτευτής με το τρικουπικό κόμμα, Μιχαήλ Λαμπρυνίδης (1851-1915), σε ένα από τα πύρινα άρθρα του ενάντια στην «υπεραφαίμαξιν του λαού» που ακολού­θησε την επιβολή του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου μετά την ήττα της χώρας στον ελλη­νοτουρκικό πόλεμο του 1897. Το δημοσιεύει με τίτλο «Εν Πρόγραμμα Οικονομιών» στην εφημερίδα Αθήναι της 17ης Ιουλίου 1909, μόλις έχει παραιτηθεί ο πρωθυπουργός του τρικουπικού κόμματος Γεώργιος Θεοτόκης και έχει αναλάβει ο Δημήτριος Ράλλης. Ύστερα από μερικές εβδομάδες θα ξεσπάσει το στρατιω­τικό Κίνημα στο Γουδί. Η Ελλάδα έφθανε τότε μόλις μέχρι και τη Θεσσαλία και την Άρτα.

 

Ο Ναυπλιώτης νομικός, ιστορικός, λόγιος και βουλευτής με το Τρικουπικό κόμμα, Μιχαήλ Λαμπρυνίδης.

 

Μία δεκαετία νωρίτερα, το 1898, ο Μ. Λα­μπρυνίδης είχε εκδώσει το πασίγνωστο βιβλίο του «Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς» (Εν Αθήναις, Τύποις Εκ­δοτικής Εταιρείας), υπογραμμίζοντας, μέσα και από δυσεύρετες σήμερα πηγές, τον κομβικό ρόλο του Ναυπλίου, το οποίο «καίτοι επί εξακόσια όλα έτη απετετέλεσεν εν τη κυρίως Ελλάδι το στρατιωτικόν και ναυτικόν κέντρον των ξένων δυναστών, Φράγκων, Ενετών και Τούρκων, κατά δε την Επανάστασιν διέσωσε την ανεξαρτησίαν του Εθνους». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Διάσωση τεσσάρων ιστορικών διατηρητέων κτιρίων του Άργους – Επιστολή σε Μενδώνη και Ταγαρά από Πολίτες του Άργους και Υποστηρικτών τους


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την επιστολή σε Μενδώνη και Ταγαρά από Πολίτες του Άργους και Υποστηρικτών τους, που αφορά στη διάσωση τεσσάρων ιστορικών διατηρητέων κτιρίων του Άργους.

Στο μείζον θέμα που αφορά στη διάσωση τεσσάρων ιστορικών διατηρητέων κτιρίων στο Άργος, αναφέρεται τεκμηριωμένη επιστολή Πολιτών του Άργους η οποία απευθύνεται στην υπουργό Πολιτισμού κα Λίνα Μενδώνη και τον υφυπουργό Χωροταξίας κο Νικόλαο Ταγαρά ζητώντας άμεση δράση για τη διάσωσή τους. Ας παρακολουθήσουμε το σκεπτικό της επιστολής που κάνει λόγο για εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας.

 

Αξιότιμοι κύριοι Υπουργοί,

Οι υπογράφοντες το παρόν έγγραφο είμεθα αργειακής καταγωγής και οι περισσότεροι και πολίτες του Άργους ενώ οι  Δ. Γεωργόπουλος και Τρ. Σκλαβενίτης είναι καθ’ ύλην αρμόδιοι και με επιστημονική ενασχόληση για θέματα ιστορικής και αρχειακής κληρονομιάς της Αργολίδας.

Σας απευθύνουμε το παρόν έγγραφο με την παράκληση να εφαρμοστεί εκ μέρους σας η ισχύουσα νομοθεσία, διεθνής και ελληνική, για την διάσωση και ανάδειξη της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς, όπως εκθέτουμε ακολούθως.

Τούτο, νομίζουμε, επιβάλλεται ιδιαιτέρως στο φετινό σημαδιακό έτος της επετείου των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση και την περίοδο ανασυγκρότησης του κράτους που ακολούθησε επί εποχής Ιωάννη Καποδίστρια.

Δεν είναι ίσως, δυστυχώς, ευρύτερα γνωστό ότι το Άργος είναι από τις σημαντικές κοιτίδες αρχιτεκτονικής της εποχής του τέλους της Επανάστασης και της καποδιστριακής διοίκησης.

Σημειώνουμε  τέσσερα δημόσια κτίρια της εποχής αυτής, δηλαδή το κτίριο του Ανεκκλήτου Δικαστηρίου και των παράπλευρων οικημάτων (1830-1831, σήμερα βασικό κτίριο του Δημαρχείου Άργους), το κτίριο των Στρατώνων Καποδίστρια (νοσοκομείο επί Β’ Ενετοκρατίας, ακολούθως κτίριο στεγασμένης αγοράς και ταχυδρομείου επί οθωμανικής κυριαρχίας και από το 1829 πρώτος Στρατώνας του Ελληνικού Ιππικού, στους οποίους σήμερα στεγάζεται το Βυζαντινό Μουσείο Αργολίδας), το κτίριο του Αλληλοδιδακτικού Σχολείου που εγκαινιάστηκε το 1831 από τον ίδιο τον Καποδίστρια (σήμερα Α’ Δημοτικό Σχολείο), και τέλος το κτίριο του στρατιωτικού νοσοκομείου επί Καποδίστρια, πρώην οθωμανικό τζαμί του 16ου αιώνα και σήμερα Ναός του Αγίου Κωνσταντίνου.

Όλα αυτά τα κτίρια είναι σε συνεχή χρήση επί δύο αιώνες. Εκτός των δημοσίων κτιρίων,  επί εποχής Καποδίστρια δημιουργήθηκε ολόκληρη σειρά ιδιωτικών κτιρίων,  από τα οποία τρία έχουν αναστηλωθεί και εξυπηρετούν σύγχρονους σκοπούς: η οικία του Στρατηγού Τόμας Γκόρντον (1829), η οποία αγοράστηκε και αναστηλώθηκε από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών και αποτελεί έδρα της για το Άργος και όλη την Αργολίδα: η οικία Δημητρίου Καλλέργη (1830) που αποτελεί εδώ και δεκαετίες τμήμα του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους: η οικία Δημ. Περρούκα, προεπαναστατικό κτίριο η οποία πρόσφατα αγοράστηκε και αναστηλώνεται από ιατρό του Άργους. Εξάλλου, μαρτυρίες Άγγλου περιηγητή βεβαιώνουν ότι στο Άργος είχαν κτίσει οικίες ο Στρατηγός Τσέρτς και ο Άγγλος Πρεσβευτής Ντώκινς.

Ερχόμαστε στο θέμα του εγγράφου μας και αναφέρουμε ότι τέσσερις σημαντικές ιστορικές οικίες, προστατευόμενες από κηρύξεις και χαρακτηρισμούς των δύο Υπουργείων σας, βρίσκονται σήμερα σε άθλια κατάσταση. Συγκεκριμένα πρόκειται για τα εξής κτίρια:

1. Οικία Στρατηγού Δημ. Τσώκρη, επί της οδού Καρατζά 6, η οποία χαρακτηρίσθηκε διατηρητέα με το Π. Διάταγμα του 1982, αλλά προηγουμένως διατηρητέο μνημείο με την απόφαση του τότε αρμοδίου Υπουργείου Παιδείας 307/9.9.1965 (ΦΕΚ 605, Β’, 16.9.1965). Προ της κηρύξεώς της πωλήθηκαν από τους τότε ιδιοκτήτες τμήματα του κήπου της εμπρός από την πρόσοψη και πίσω από το οπίσθιο τμήμα της. Η τότε κήρυξη δεν συμπεριέλαβε τον περιβάλλοντα χώρο με αποτέλεσμα να οικοδομηθούν άθλια κτίρια (το τελευταίο στην δεκαετία του 1970) τα οποία έχουν εγκλωβίσει εν μέρει το κτίριο.

 

Οικία Δημητρίου Τσώκρη

 

Οικία Δημητρίου Τσώκρη

 

Οικία Δημητρίου Τσώκρη

 

Σημειώνουμε ότι σύμφωνα με την μαρτυρία του ιστορικού Δ. Βαρδουνιώτη αλλά και με έγγραφα από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους το κτίριο οικοδομήθηκε το 1828 με αρχιτέκτονα τον Θ. Βαλλιάνο, στενό συνεργάτη του Καποδίστρια. Επίσης υπήρχαν ορισμένα κινητά αρχαία (κορμός μικρού αγάλματος, αρχιτεκτονικά μέλη κλπ.) ενώ εξακολουθούν να είναι εντοιχισμένα σημαντικά αρχαία, όπως μια μεγάλη λίθινη επιτύμβια στήλη με ανάγλυφη παράσταση γυναικείας μορφής και μικρού αγοριού, γνωστή ως «Τελέσιλλα». Στην οικία αυτή σωζόταν το γραφείο του Καποδίστρια ο οποίος φιλοξενείτο εκεί κάθε φορά που μετέβαινε στο Άργος. Σήμερα αποτελεί ιδιοκτησία του Δήμου Άργους, ο οποίος την αγόρασε το 2013 με χορηγία από το Υπουργείο Περιβάλλοντος.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου. Αρχοντικό Τσώκρη 1967.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Ναύπλιο, ο Πλάτανος της Πλατείας Συντάγματος  – Χρήστος Πιτερός


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Χρήστου Πιτερού,  αρχαιολόγου, μέλους του Δ.Σ. Ιδρύματος Ιωάννης Καποδίστριας, πρώην αναπληρωτή Δ/ντή της Δ. ΕΠΚΑ, πτυχιούχου Κλασσικής Φιλολογίας ΕΠΚΑ, και Αρχαιολογίας και Τέχνης ΑΠΘ, με θέμα:

«Ναύπλιο, ο Πλάτανος της Πλατείας Συντάγματος».

 

«Τι έχεις καημένε πλάτανε και στέκεις μαραμένος»!

Παραδοσιακό τραγούδι.

 

Πρόσφατα ανακοινώθηκε από το Ινστιτούτο Πολιτισμού Μεσσηνίας ότι, με αφετηρία την διακοσιοστή επέτειο της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, θα γίνει καταγραφή των αιωνόβιων δένδρων της περιόδου της Επανάστασης. Μεταξύ των δένδρων αυτών θα συμπεριληφθεί και ο σωζόμενος πλάτανος της ιστορικής πλατείας Συντάγματος του Ναυπλίου, η οποία ως γνωστόν το ΄21 ονομαζόταν Πλατεία Πλατάνου, και θα σημανθεί με μεταλλικό επετειακό λογότυπο. Η πρωτοβουλία αυτή που φανερώνει ενδιαφέρον, γνώση και φαντασία είναι ιδιαίτερα σημαντική και φανερώνει τις πρωτοβουλίες που λαμβάνονται σε άλλους Δήμους.

Ο υπάρχων μεγάλος πλάτανος βρίσκεται στη βορειοδυτική γωνία της πλατείας Συντάγματος και σε άμεση σχέση με το Αρχαιολογικό Μουσείο και τη γνωστή οικία «Βίγγα», όπου βρισκόταν η οικία του Θεόδωρου και του Γενναίου Κολοκοτρώνη.

 

Ο πλάτανος δίπλα στο Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Το δένδρο αυτό έχει κηρυχθεί διατηρητέο για ιστορικούς λόγους. Αλλά ας εξετάσουμε από κοντά τον ιστορικό πλάτανο της πόλης του Ναυπλίου που είναι συνδεδεμένος με κρίσιμα ιστορικά γεγονότα κατά την Ελληνική Επανάσταση. Από το δένδρο αυτό είχε λάβει και το όνομα η ομώνυμη πλατεία Πλατάνου, όπως αναγράφεται και σε βαυαρικό σχέδιο της πόλης του 1833, Placedu (Platane).

 

Απόσπασμα Σχεδίου πόλης με την πλατεία πλατάνου (1833).

 

Η παλιά κάτω πόλη του Ναυπλίου και η πλατεία διαμορφώθηκαν κατά την Α΄ Ενετοκρατία, γύρω στα 1500 μ.Χ., όπου χτυπάει και σήμερα η καρδιά της πόλης, εδώ και πεντακόσια χρόνια, και διαμορφώθηκε στα πρότυπα της πλατείας της Βενετίας. Η πλατεία κατά την Ενετοκρατία ονομαζόταν Φόρος από τη λατινική – ενετική λέξη forum, που σημαίνει την Αγορά. Ωστόσο κατά την Τουρκοκρατία, σύμφωνα με τα Οθωμανοαραβικά πρότυπα, η πλατεία έπαυσε να λειτουργεί ως αγορά και λειτουργούσε ως χώρος της Διοίκησης, το ληξιαρχείο με τις υπηρεσίες και το Σαράϊ.

Σύμφωνα με τους περιηγητές και τα απομνημονεύματα των αγωνιστών του ΄21 είναι αντικειμενικά γνωστό ότι ο μεγάλος πλάτανος της πλατείας δεν βρισκόταν στη βορειοδυτική γωνία, όπου βρίσκεται ο σημερινός πλάτανος, αλλά στο κέντρο της πλατείας Συντάγματος. Πρώτος το αναφέρει, από όσο γνωρίζω, σαφώς και ευκρινώς, ένας οξυδερκής νέος Ιταλός περιηγητής ο G. Pechio (Πέκιο) που επισκέφθηκε το Άργος το 1825 μετά την καταστροφή του Ιμπραήμ αλλά και το Ναύπλιο και αναφέρει ότι ο υπερυψωμένος πλάτανος βρισκόταν στο κέντρο της πλατείας. Αναφέρει επίσης ότι γύρω από την πλατεία υπήρχαν άθλια καφενεία, όπου κάθονταν οι κάτοικοι. (περισσότερα…)

Read Full Post »

1821-2021: Σκέψεις ενός απλού Έλληνα


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο σημείωμα του Δρ. Θανάση Φροντιστή θέμα:

«1821-2021: Σκέψεις ενός απλού Έλληνα».

 

Βαφτίστηκα στην κολυμπήθρα το ’21. Ήπια το αθάνατο  κρασί του ’21. Κολύμπησα μέσα στα ήρεμα τώρα νερά της ιστορίας μου. Όπως μου τη δίδαξαν οι δασκάλες και οι δάσκαλοί μου στο Δημοτικό, όπως μου την περιγράψανε τα παραμύθια του παππού μου, όπως μου τη ζωγράφισαν οι καθηγητές μου στο Γυμνάσιο με το αίμα των αγωνιστών. Με γέμισε υπερηφάνεια και θάρρος ο Θούριος του Ρήγα, τα κρυφά μηνύματα της Φιλικής Εταιρίας, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. Με φώτισαν οι δαυλοί του μπουρλοτιέρη Κανάρη, μου έδωσαν υπερηφάνεια οι αυτοθυσίες του Διάκου και του Παπαφλέσσα και οι ηρωισμοί του Κολοκοτρώνη και του Καραϊσκάκη.  Με πόνεσε το άδικο τέλος του Νικηταρά. Μου έδωσαν όμως σιγουριά τα θεμέλια της Πατρίδας που έβαλε ο Καποδίστριας. Έγραψα στη μνήμη μου την ανεκτίμητη προσφορά των γνήσιων Φιλελλήνων.

 

Ο Ανδριάντας του Αθανάσιου Διάκου. Εφημερίδα «Νέος Αριστοφάνης», 1895. Δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Φουστανέλες και Χλαμύδες: Ιστορική μνήμη και Εθνική ταυτότητα 1821-1930».

 

Μη ταράζετε λοιπόν τώρα, δυο αιώνες αργότερα,  τα ήρεμα νερά της ιστορίας μου. Μη ξεθεμελιώνετε τα πετρωμένα βάθρα των αγαλμάτων μου. Μη ψάχνετε, κύριοι καλαμαράδες, πίσω από τις οξείες και τις περισπωμένες των άγιων γραφών της Επανάστασης  για να βρείτε πατήματα για αχρείαστες και βλαβερές παρερμηνείες.  Αν ήσασταν εσείς τότε  εκεί, δεν θα ήμουνα εγώ τώρα εδώ. Αφήστε λοιπόν την ιστορία μου ήσυχη. Αφήστε εκείνους που πολέμησαν και θυσιάστηκαν ήσυχους στους τάφους τους. Μη λερώνετε και μην ταράζετε τη μνήμη τους. Αυτή έχει γερά θεμέλια. Και, έστω κι αν κάποια λιθάρια στραβόπιασαν, το οικοδόμημα της συλλογικής μας μνήμης δεν θα καταφέρετε να το γκρεμίσετε. Αν διέπραξε ατιμία ο Γκούρας γκρεμίζοντας  τον Ανδρούτσο από το  βράχο της Ακρόπολης, μη προσπαθείτε να γκρεμίσετε εσείς τώρα και τη δική μου μνήμη. Δεν θα το καταφέρετε. Τα παλίμψηστα του ’21 μου τα έχουν διηγηθεί όλα!  Με τις λεπτομέρειες , όπως συμβήκαν. Γι’ αυτό  βαφτίστηκα στην κολυμπήθρα του ’21 κι αναστήθηκα Έλληνας.

Χρόνια μας Πολλά συν-Έλληνες!

 

Θανάσης Φροντιστής

Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών συγγραφέας

26/3/2021

Read Full Post »

Από Πρωτόκολλο σε Πρωτόκολλο… η 25η Μαρτίου 2021!


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» επίκαιρο άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα:

 

«Από Πρωτόκολλο σε Πρωτόκολλο… η 25η Μαρτίου 2021!»

 

Greece shall form an independent State,

and shall enjoy all the rights, political,

administrative, and commercial,

attached to complete independence.

[The London Protocol of 3 February 1830].

 

Στις 3 Φεβρουαρίου 1830, το πρώτο άρθρο του Πρωτοκόλλου που υπογράφουν οι αντιπρόσωποι της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, καθορίζει την ελληνική ανεξαρτησία και τα σύνορα του νέου κράτους. Η συμβολική διάσταση ενός τέτοιου γεγονότος είναι τεράστια και ιδιαίτερη, επίσης, καθώς αποτελεί επιβράβευση ενός εννιάχρονου συλλογικού αγώνα και ταυτόχρονα επιβράβευση του προσωπικού αγώνα της μεγάλης αυτής προσωπικότητας, του Κυβερνήτη Καποδίστρια, που σε λίγους μήνες δεν θα υπάρχει πια!

 

Η Ελλάς θέλει σχηματίσει εν κράτος ανεξάρτητον και θέλει χαίρει όλα τα δίκαια πολιτικά, διοικητικά και εμπορικά τα προσπεφυκότα εις εντελή ανεξαρτησίαν. [Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830].

Βεβαίως, οι ιστορικές συγκυρίες ήταν θετικές για την έκβαση της Ελληνικής Επανάστασης ακόμη και κυρίως τη στιγμή που ο επιθανάτιος ρόγχος της δεν άφηνε καμία αμφιβολία για το τέλος της. Η ναυμαχία του Ναυαρίνου (20-10-1827) έδωσε το απαραίτητο οξυγόνο στην ετοιμοθάνατη επανάσταση και δημιούργησε τις προϋποθέσεις της πολυπόθητης ανεξαρτησίας για μια κοινωνία αφανισμένη από τον όλεθρο των συγκρούσεων.

 

Ναυμαχία του Ναβαρίνου. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία σε χάραξη του W. Heath. Λονδίνο, 1828.

 

Φτάνοντας στο λιμάνι του Ναυαρίνου στις 4 Μαρτίου 1829 ο Α. Ντιβάλ, αξιωματικός του γαλλικού στρατού, σημειώνει με τρόμο τον πλήρη όλεθρο που συναντά παντού όπου πηγαίνει και χαρακτηρίζει την καθημερινότητα του διασωθέντος πληθυσμού. Ανάμεσα στις πολλές εικόνες απόγνωσης και καταστροφής που μεταφέρει στις γραμμές του κειμένου του, σημειώνει:

 

Δεν υποψιαζόμουν καθόλου όσα έμελλε ακόμη να δω. Σε μια χαράδρα που ακολουθούσαμε συφοριασμένοι άνθρωποι είχαν σκάψει εκατέρωθεν κάτι σαν τρώγλες ή είχαν αξιοποιήσει φυσικές σπηλιές λαξεμένες στο βράχο για να κατοικήσουν. Κουρέλια στέγνωναν έξω και στο βάθος, πάνω σε λίγη φωτιά και σε απαίσιο τσουκάλι έβραζαν άγρια χόρτα με γαϊδουράγκαθα που, όπως μου είπανε, ήταν η μόνη τους τροφή.

 

Οι εικόνες αυτές δεν άλλαξαν μονομιάς. Ο αγώνας όμως των Ελλήνων δημιούργησε ένα νέο κράτος με περιορισμένα όρια, τα οποία οι επόμενες γενιές με συνεχόμενους αγώνες και θυσίες, τα μεγάλωσαν ενσωματώνοντας στον εθνικό κορμό όλες τις περιοχές όπου ζούσαν Έλληνες με ελάχιστες εξαιρέσεις. Όλα κρίθηκαν στα πεδία των μαχών και στο επίπεδο των επιλογών που έκαναν κάθε φορά οι εμπλεκόμενοι.

 

Η Δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, Λιθογραφία.

 

Διακόσια χρόνια μετά, η δικαίωση του Πρωτοκόλλου της ανεξαρτησίας  απαιτεί να σκεφτούμε πέρα από τους εορτασμούς τα βασικά προτάγματα και τις διδαχές της Ιστορίας.

Ένας επιπλέον λόγος γι’ αυτό είναι η προετοιμασία μιας νέας συμβολικής (αλλά ίσως και πραγματικής) μάχης που επαναλαμβάνεται στη Μεσόγειο με τους ίδιους πάντα πρωταγωνιστές. Μόνο τα βασικά ερωτήματα αλλάζουν. Θεωρούμε πως η ιστορική εμπειρία μας αποτελεί πολύτιμο εργαλείο που να μας αποτρέπει από τα λάθη του παρελθόντος και να ενισχύει τη δημιουργία μιας κοινής θέλησης για την διατήρηση και την ανάπτυξη όσων έχουμε πετύχει;  Έχουμε σήμερα τη δυνατότητα να διαμορφώσουμε ένα άλλο πλαίσιο διεκδικήσεων για τη θέση της χώρας στη διεθνή σκηνή; Έχουμε την ικανότητα και την ωριμότητα ιεράρχησης στόχων που να ενισχύουν τον βηματισμό μας στην Ιστορία; Αποκτήσαμε διάθεση και δεξιότητα αυτογνωσίας, ώστε να μπορούμε να χρησιμοποιούμε την εμπειρία του παρελθόντος για να συνθέσουμε μια δυναμική παρουσία σήμερα και μια, ακόμη καλύτερη στο μέλλον; Μήπως αποτελούμε  παράδειγμα έθνους που ανακυκλώνει τα λάθη του και ακολουθεί σισύφεια διαδρομή στην Ιστορία;

 

Το πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, ήταν η πρώτη επίσημη, διεθνής διπλωματική πράξη που αναγνώριζε την Ελλάδα ως κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος, το οποίο θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός.

 

Είμαστε περισσότερο από ποτέ, λόγω συγκυριών, υποχρεωμένοι να ασχοληθούμε με τα ερωτήματα που θέτει το ιστορικό μας παρελθόν, να απαντήσουμε και να χαράξουμε πορείες για το μέλλον. Στα «κακομαθημένα παιδιά της Ιστορίας» ο Κ. Κωστής σημειώνει με έμφαση πως δεν είναι καθόλου «αυτονόητο ότι τα ευρωπαϊκά επιτεύγματα της Ελλάδας θα διατηρηθούν. Γιατί αυτά ακριβώς τα επιτεύγματα προκάλεσαν εφησυχασμό σε μια εποχή που το διεθνές σύστημα απαιτούσε μεγάλο βαθμό προσαρμοστικότητας και ευελιξίας προκειμένου μια χώρα να διατηρεί τη θέση της στην ιεραρχία του».

 

Τα σύνορα του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους (1830 και 1832).

 

Στα διακόσια χρόνια πορείας μέσα στην Ιστορία εναλλάσσονται ακριβώς οι μεγάλες προσπάθειες και τα επιτεύγματα της ελληνικής κοινωνίας και ταυτόχρονα τα ολέθρια πολιτικά και στρατηγικά παραστρατήματα, κυρίως οι εμφύλιες συγκρούσεις, που οδήγησαν στην απώλεια όσων με κόπο και θυσίες είχαν αποκτηθεί.

Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα μόνο όταν τα υποκείμενά της ξεχνούν τις προηγούμενες καταστάσεις της και  αδυνατούν να αντλήσουν συμπεράσματα από αυτά. Οι σημερινές συγκυρίες επαναφέρουν, σχεδόν με τον ίδιο τρόπο, το στρατηγικό παιχνίδι στην εποχή του Ιμπραήμ. Θα μπορέσουμε άραγε να ξεφύγουμε από το ρόλο του διαρκώς «προδομένου λαού», να αντιτάξουμε τις μεγάλες δυνατότητες, θεσμικές, συλλογικές και ατομικές, που διαθέτουμε και να αναπτύξουμε ένα πλέγμα στρατηγικών συμμαχιών που θα μας επιτρέπει να διατηρήσουμε και να αναπτύξουμε τη θέση μας στην ιεραρχία του διεθνούς συστήματος. Αυτό διατρανώθηκε ως διεκδίκηση για πρώτη φορά την 25 Μαρτίου 1821. Αυτό επισημοποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο στις 3 Φεβρουαρίου 1830. Στη θετική συνέχιση των γεγονότων αυτών καλούμαστε να διαλογιστούμε και να κάνουμε πράξη με τα διακόσια χρόνια από την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης.

 

Γεώργιος Η. Κόνδης

 

Read Full Post »

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Μαρία Ευθυμίου (Επεισόδια 1-15)


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Με αφορμή τον εορτασμό του εθνικού ορόσημου των 200 χρόνων από την Επανάσταση του 1821, η ΕΡΤ μεταδίδει καθημερινά, ένα διαφορετικό μονόλεπτο βασισμένο σε χωρία κειμένων αγωνιστών του ’21 και λογίων της εποχής, με γενικό τίτλο «Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21». 

Παρουσιάζουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» τα δεκαπέντε πρώτα μονόλεπτα επεισόδια.   

Η ιδέα, η επιλογή, η σύνθεση των κειμένων και η ανάγνωση είναι της καθηγήτριας Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, στο ΕΚΠΑ, Μαρίας Ευθυμίου, η οποία αφιλοκερδώς σταχυολόγησε και παρουσιάζει κείμενα της εποχής του 1821, που εξηγούν, θυμίζουν και αφηγούνται τα επαναστατικά χρόνια μέσα από τα λόγια των αγωνιστών του ’21 και λογίων της εποχής. 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 1.

 Ο Φωτάκος, ο Πελοποννήσιος αγωνιστής του ’21, για τη ζωή πριν την επανάσταση.

 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 2. 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για την παιδεία που ο ίδιος έλαβε ως νέος, στα ορεινά της Πελοποννήσου.

 

 

«Το ’21 μέσα από κείμενα του ’21» – Επεισόδιο 3. 

Ο Νεόφυτος Βάμβας, για την παιδεία στην Πάτμο πριν την Επανάσταση.

 

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Όπου γη πατρίδα – Έλληνες μετανάστες στον κόσμο


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα Αλέξη Τότσικα, με θέμα:

«Όπου γη πατρίδα – Έλληνες μετανάστες στον κόσμο»

 

Η Ελλάδα αποτέλεσε για μεγάλο χρονικό διάστημα χώρα αποστολής μεταναστών. Πολλοί Έλληνες αποφάσισαν να αναζητήσουν ένα καλύτερο αύριο στο εξωτερικό. Κύριους προορισμούς των Ελλήνων μεταναστών αποτέλεσαν η Αυστραλία, η Ευρώπη και η Αμερική.  Έλληνες όμως μπορούμε να συναντήσουμε στα πιο απίθανα μέρη και σε κάθε γωνιά της γης. Οι Έλληνες πήγαν κυριολεκτικά παντού. Η ελληνική καρδιά κτύπησε σε όλο τον κόσμο. Τα πρώτα υπερωκεάνια δημιουργούνται και ναυτολογούν τους Έλληνες μετανάστες για να φτάσουν στην Αμερική, την Αυστραλία, τον Καναδά, τη Νότια Αφρική, τη Γερμάνια, τη Γαλλία, την Αίγυπτο και άλλες χώρες υποδοχής.

Τα κύρια αίτια μετανάστευσης ήταν, και είναι ακόμη, η φτώχεια και το ανήσυχο ελληνικό πνεύμα, δηλαδή η αναζήτηση περιπέτειας και εμπειριών. «Πρώτα γίνεσαι φτωχός και μετά μετανάστης» έλεγαν οι παλαιοί και δεν είχαν άδικο. Όπλο τους η ψυχική τους αντοχή, γιατί το όραμα μιας καλύτερης ζωής στηρίζεται στην ελπίδα, που αποτελεί το χρυσάφι των φτωχών. Στις χώρες που πήγαν η εργασία για την απόκτηση αγαθών ήταν σκληρή. Κάθε μετανάστης κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια, με υπερβολικό κόπο και μεγάλες ταλαιπωρίες, για να επιβιώσει ο ίδιος και να στέλνει λίγα χρήματα, που ανακούφιζαν τη φτώχεια των δικών του, που είχαν μείνει στην πατρίδα.

Πότε ξεκίνησε η μετανάστευση των Ελλήνων; Μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμού σημειώθηκαν από τη βυζαντινή περίοδο και κατά την εποχή της τουρκοκρατίας, μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Το φεουδαρχικό καθεστώς και η οικονομική εκμετάλλευση των πληθυσμών, οι φυλετικές διακρίσεις και ο πνευματικός σκοταδισμός ανάγκασαν πολλούς Έλληνες να μεταναστεύσουν προς τη Δύση, Αίγυπτο, Ρωσία και Ρουμανία, όπου πολλοί από αυτούς πέτυχαν οικονομικά και κοινωνικά και δημιούργησαν στους τόπους αυτούς ελληνικές παροικίες.

Σύμφωνα με έρευνα του καθηγητή Αναστασίου Τάμη, επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου Ελληνικών Μελετών και Ερευνών (ΕΚΕΜΕ) του πανεπιστημίου Λατρόμπ της Μελβούρνης, ο Χριστόφορος Κολόμβος το 1484 πήγε στη Χίο και πήρε οκτώ έμπειρους ναυτικούς, για να τον βοηθήσουν στο ταξίδι του για την ανακάλυψη της Αμερικής. Από τότε στη Βραζιλία και την Αργεντινή, καθώς και στη Βενεζουέλα και την Ουρουγουάη οι Χιώτες πρωτοστάτησαν στην ίδρυση Ελληνικών Κοινοτήτων που υπάρχουν έως τις μέρες μας.

Το 1528 ο Έλληνας Δον Τεόντορο Γκριέγκο (Don Theodoro) αποβιβάστηκε στη Φλόριντα των ΗΠΑ με την εξερευνητική αποστολή του Ισπανού Narváez και πέθανε εκεί, όπως οι περισσότεροι από τους συντρόφους του.

 

Ο Δον Θεόδωρος Griego, ο οποίος μεγαλούργησε με τις ιδιαίτερες ικανότητες και την εργατικότητά του. Το άγαλμά του έχει στηθεί στην Τάμπα της Φλόριδα με πρωτοβουλία της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Φλόριδας. Τα αποκαλυπτήρια είχαν γίνει με επίσημη τελετή στις 8 Ιανουαρίου 2005.

 

Το 1592 ο Έλληνας καπετάνιος από την Κεφαλονιά Ιωάννης Φωκάς ή Απόστολος Βαλεριάνος, γνωστός με το ισπανικό όνομα Χουάν ντε Φούκα, ο οποίος υπηρετούσε το ισπανικό στέμμα και γι’ αυτό έμεινε γνωστός στην ιστορία ως Χουάν ντε Φούκα, αναζητώντας το βόρειο πέρασμα, που συνέδεε τον Ειρηνικό με τον Ατλαντικό ωκεανό, ανακάλυψε ένα θαλάσσιο δίαυλο στα σημερινά διεθνή σύνορα των ΗΠΑ με τον Καναδά, ο οποίος αργότερα πήρε το όνομά του: «Πορθμός Χουάν ντε Φούκα».

 

5η/2018 – Μονή Σειρά Γραμματοσήμων – Φεγιέ. Ιωάννης Φωκάς – Ο Πρώτος Έλληνας Θαλασσοπόρος στον ΝΔ Καναδά.

 

Ιωάννης Φωκάς

 

Τον Απρίλιο του 2018 τα ΕΛΤΑ κυκλοφόρησαν σε πρώτη παγκόσμια γραμματόσημο αφιερωμένο στον Ιωάννη Φωκά, ενώ μεγάλου μεγέθους προτομή με την συμβολική μορφή του τοποθετήθηκε ως μόνιμο έκθεμα στο «Μουσείο του Βανκούβερ» και στο λιμάνι Αργοστολίου το οποίο φέρει πλέον το όνομά του.

 

Το 1768 περίπου 500 Έλληνες από τη Σμύρνη, την Κρήτη και τη Μάνη εγκαταστάθηκαν και δημιούργησαν την αποικία Νέα Σμύρνη στη Φλόριντα. Πολλοί από τους αποίκους αρρώστησαν και πέθαναν, ενώ οι υπόλοιποι το 1776 μεταφέρθηκαν στον Άγιο Αυγουστίνο της Φλόριντα, όπου σώζεται το πρώτο ξύλινο σχολείο των ΗΠΑ, το οποίο δημιούργησε στις αρχές του 19ου αιώνα ο Ιωάννης Γιαννόπουλος από τη Μάνη, απόγονος των πρώτων αποίκων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο πανηγυρικός λόγος του Αλέκου Παπαδόπουλου στον Μητροπολιτικό Ναό Αίγινας


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την ομιλία του τέως υπουργού κ. Αλέκου Παπαδόπουλου στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Αιγίνης, Κυριακή 24 Ιανουαρίου 2021, στα πλαίσια  της πανηγυρικής Δοξολογίας  για  την επέτειο από την άφιξη και ορκωμοσία  του Ιωάννη  Καποδίστρια στην Αίγινα.

Ο  κ.  Αλέκος Παπαδόπουλος διετέλεσε  Υπουργός Οικονομικών, Υγείας και Εσωτερικών επί Κυβερνήσεων ΠΑΣΟΚ και υπήρξε ο εμπνευστής και εισηγητής μεγάλων μεταρρυθμίσεων όπως το νομοσχέδιο «Καποδίστριας» για  την τοπική αυτοδιοίκηση.

 

Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, εξέλεξε στις  14 Απριλίου 1827,  τον  Ιωάννη  Καποδιστρία  ως  Κυβερνήτη της  Ελλάδας με 7ετη  θητεία, επίσης  εξέλεξε  3μελη  επιτροπή, ως  αντικυβερνητική, με  τον   Γεώργιο  Πετρόμπεη  Μαυρομιχάλη  ως  πρώτο  μέλος και  όρισε  ως  έδρα  της  κυβέρνησης, δηλ. πρωτεύουσα  της  Ελλάδος, το Ναύπλιο. Όταν ο Ιωάννης Καποδιστρίας έφτασε στο Ναύπλιο,  στις 7  Ιανουαρίου 1828, αφού είδε ότι ήταν έκρυθμη η κατάσταση και ότι η πόλη  δεν ήταν  ασφαλής, μετέφερε στις  11 Ιανουαρίου 1828  την  έδρα της  κυβέρνησης  στην  Αίγινα.  Έτσι, έως  ότου στο Ναύπλιο   ομαλοποιηθούν οι συνθήκες η Αίγινα έγινε η πρώτη πρωτεύουσα της χώρας. Στον  Μητροπολιτικό Ιερό Ναό  της Αίγινας,  στις  25 Ιανουαρίου 1828,  ο  Καποδίστριας ορκίστηκε πρώτος  κυβερνήτης της Ελλάδος και παρέλαβε τα ηνία της χώρας, από τον επικεφαλής  της 3μελους  επιτροπής   Γεωργ.  Μαυρομιχάλη, το ήθελε όμως, η κακή  μοίρα  της  πολύπαθης  πατρίδας μας τα  ίδια  χέρια που έδωσαν το χρίσμα στον πρώτο κυβερνήτη της, τα  ίδια  χέρια  3,5  χρόνια  αργότερα να του αφαιρέσουν τη ζωή.

Με  επισημότητα  κάθε  χρόνο  εορτάζουν  πανηγυρικά στην Αίγινα την επέτειο  αυτών  των  ιστορικών  γεγονότων στον  Μητροπολιτικό τους  Ιερό Ναό, και  ο πανηγυρικός  εκφωνείται  από το  ίδιο  βήμα όπου έγινε κυβερνήτης ο Ιωάννης Καποδιστρίας.  Ο  φετινός  193ος εορτασμός είχε τον πρ. υπουργό Αλέκο Παπαδόπουλο να στέκεται εκεί όπου εστάθει  ο κυβερήτης και να εκφωνήσει ένα  βαρύνουσας σημασίας  πανηγυρικό, ενταγμένο στο πλαίσιο και  της  επετείου και του  εορτασμού των 200 ετών της  Εθνικής μας παλιγγενεσίας.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού φιλοξενεί  σήμερα αυτόν το  πανηγυρικό, που περιέχει την  αναγκαία  ιστορική  περιγραφή, αλλά,  κυρίως, ένα  βαθύ  προβληματισμό για  το  παρόν  και το μέλλον της  πατρίδας μας.

Γιώργος Γιαννούσης

Οικονομολόγος

Πρόεδρος Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 

Το κείμενο του πανηγυρικού λόγου

 

Κυρίες και Κύριοι,

Έχουν γραφτεί πολλά για τη ζωή και τη μεγάλη προσφορά του Ιωάννη Καποδίστρια στο Έθνος μας. Δεν θα επαναλάβω σήμερα τα όσα ειπώθηκαν κατά καιρούς για το μαρτυρικό κυβερνήτη και ιδιαίτερα εδώ στο νησί σας, απ’ όπου ξεκίνησε η δημιουργία εκ του μηδενός του νεοσύστατου κράτους μας. Εσείς εδώ οι Αιγινήτες, τον τιμήσατε και τον τιμάτε τόσο πολύ, όσο, ίσως, πουθενά στη χώρα. Έχετε ταυτιστεί με τη μνήμη του, όχι μόνο γιατί κατέστησε την Αίγινα εφαλτήριο του νέου κράτους επιλέγοντάς την ως πρώτη πρωτεύουσα, αλλά κυρίως γιατί ο πόνος και το πάθος ψυχής του κυβερνήτη ελευθέρωσε από μέσα του τεράστιες ψυχικές δυνάμεις προκειμένου να μετατρέψει έναν απλό και κατεστραμμένο χώρο σε μία σύγχρονη χώρα και να δώσει στο καθημαγμένο λαό τη ψυχική και πνευματική δύναμη να σταθεί στα πόδια του, να κινητοποιήσει νέες κινητήριες δυνάμεις, να χτίσει καινούρια ελπίδα. Αυτός ο αχός, αυτή η υπόκωφη βοή που έρχεται από τα βάθη των δύο αιώνων, τη νιώθετε εσείς, καλά ακόμα, όπως την ένιωσαν περισσότερο οι πρόγονοί σας, βλέποντας κάθε μέρα έναν άνθρωπο να παλεύει σχεδόν μόνος του και να επιτυγχάνει τόσα πολλά στο λίγο διάστημα που τον άφησαν να ζήσει. Εμπιστεύτηκαν και συμπαραστάθηκαν στον ερημίτη πολιτικό, τον αφοσιωμένο στην πατρίδα Άγιο της πολιτικής.

Είναι αλήθεια, ότι ο θάνατος του κυβερνήτη έμεινε αδικαίωτος και η μοίρα του «αχυρένιου» ελληνικού κράτους ήταν προδιαγεγραμμένη να εξελιχθεί σε ένα μετά-οθωμανικό κράτος που ταλανίζεται επί δύο αιώνες να ανακαλύψει τον εθνικό του χαρακτήρα ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση.

 

Ο τέως υπουργός κ. Αλέκος Παπαδόπουλος στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Αιγίνης. Φωτογραφία: Aegina Portal.

 

Η περίοδος μετά τη δολοφονία του και όσα αμέσως ακολούθησαν οδήγησαν το μεγάλο μας ιστορικό Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο πλήρως απογοητευμένος να διατυπώσει σπαρακτικά: «Δυστυχώς το νέον ελληνικόν κράτος σκότωσε το Ελληνικό Έθνος». Γιατί έβλεπε να αφυδατώνονται οι πνευματικές του δυνάμεις, αυτές που κράτησαν όρθιο  το Γένος μας τα 400 χρόνια υποτέλειας. Ήταν φανερή η έλλειψη διάθεσης και πίστης στη δημιουργία ενός νέου αξιόπιστου κράτους με ρίζες σε θεσμούς και κανόνες. Είδε τον ελληνισμό να πορεύεται με οδηγούς «Τας στρατιάς της ήττης» όπως έγραψε αργότερα ο Κ. Καρυωτάκης. Να καταρρέει σε σημείο εξαφάνισης κάθε προσπάθεια που ξεκίνησε ο Κυβερνήτης να θεμελιώσει στέρεα παιδεία, δικαιοσύνη, κοινωνική μέριμνα, στρατό, δημοσιονομικό και νομισματικό σύστημα και πάνω απ’ όλα, το αίσθημα εθνικής αξιοπρέπειας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ και ο Άρης Βελουχιώτης στο Άργος   


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

 

«Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ και ο Άρης Βελουχιώτης στο Άργος». 

 «Προκήρυξη προς το λαό του Άργους και της Αργολίδας για την παράδοση μέχρι 28 Σεπτεμβρίου 1944, στον Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Στρατό (ΕΛΑΣ), των πολεμικών όπλων που κατέχουν, από την επιτροπή τη διαλυθείσης Πολιτοφυλακής Άργους».

 

Με τον τίτλο «Οι Γερμανοί στην Αργολίδα» η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη ανάρτησε στις 18 Σεπτεμβρίου 2010 την ιστορική έρευνα του Κώστα Δανούση, «1944-1994, 50 χρόνια από την απελευθέρωση του Άργους από τους Γερμανούς», που είχε πρωτοδημοσιευτεί στο περιοδικό «Αναγέννηση», τεύχος 321, το Σεπτέμβριο του 1994 στο Άργος.

Ο αναγνώστης της τόσο εμπεριστατωμένης εργασίας του σπουδαίου ερευνητή της νεώτερης Αργολικής Ιστορίας Κώστα Δανούση, έχει μια έγκυρη ενημέρωση γαι όσα συνέβησαν από την κατάληψη του Άργους από τον Γερμανικό στρατό την Κυριακή του Θωμά στις 27 Απριλίου 1941 έως το βράδυ της Πέμπτης 14 Σεπτεμβρίου 1944, που έφυγαν οι τελευταίοι Γερμανοί από την πόλη.

Ο λόγος της συγγραφής του παρόντος είναι μία πολύ σημαντική προκήρυξη των ημερών που ακολούθησαν μέχρι την αποχώρηση των Γερμανών και την είσοδο των Ανταρτών του ΕΛΑΣ στην πόλη του Άργους, που απευθύνεται «Προς τον λαό του Άργους και της Αργολίδας», που την υπογράφουν οκτώ (8) επώνυμοι Αργείοι πολίτες ως επιτροπή της διαλυθείσης  Πολιτοφυλακής. Μία προκήρυξη σχεδόν άγνωστη στον Λαό του Άργους, που το περιεχόμενό της θα πληροφορήσει αλλά και θα προβληματίσει τον αναγνώστη για το «κλίμα» που επέβαλαν οι νικητές αντάρτες του ΕΛΑΣ στους πολίτες και στην πόλη του Άργους.

 

Προκήρυξη της διαλυθείσας πολιτοφυλακής για την παράδοση όλων των όπλων.

 

Μετά την αποχώρηση των Γερμνανών, οι πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις υπήρξαν ραγδαίες στην πόλη. Μία από τις ελάχιστες και έγκυρες πηγές πληροφόρησης των γεγονότων και των πρωταγωνιστών της εποχής αυτής είναι ο συγγραφέας και ποιητής Ανδρέας Χριστόπουλος (Φοίβος), με το διασωθέν [1] βιβλίο του «Οι Ιταλογερμανοί στην Αργολίδα» το οποίο εκδόθηκε τον Αύγουστο του 1946 στο Ναύπλιο.

Από τον «Φοίβο» μαθαίνουμε πως μετά «…τον ανεξήγητο βομβαρδισμό του Άργους από αμερικάνικα αεροπλάνα στις 14 Οκτωβρίου 1943 με δεκάδες νεκρούς…» άρχισαν να εμφανίζονται στην πόλη του Άργους τα πρώτα κρούσματα τις εμφύλιας σύρραξης που θα ακολουθούσε.

Ιάσων Μπούκουρας

Οργανώθηκε τότε από τον διοικητή της χωροφυλακής Άργους, ανθυπομοίραρχο Δημ. Κουρκουλάκο, τοπική πολιτοφυλακή με επικεφαλής τον Παν. Χιωτακάκο, με στόχο την αυτοπροστασία των πολιτών που πίστευαν ότι κινδυνεύουν (όχι φυσικά από τους Γερμανούς!), και μονάδα ταγμάτων ασφαλείας με διοικητή τον Ίλαρχο Κωνσταντά και τον ανθυπολοχαγό Βασίλειο Γκόνο. Τα τάγματα ασφαλείας μαζί με τους Γερμανους συμμετείχαν σ΄όλες τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των ανταρτών από τον Ιούνιο του 1944 έως ότου έφυγαν οι Γερμανοί στις 14 Σεπτεμβρίου 1944. (Στις 19 Ιουνίου 1944 τα τάγματα ασφαλείας δολοφόνησαν, λίγο έξω από το Άργος, τον Ιάσωνα Κων. Μπούκουρα, που επέστρεφε από την Εθνική Συνέλευση των Κορυσχάδων, όπου συμμετείχε ως εκλεγμένος αντιπρόσωπος της Αργολίδας). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το όραμα του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη για την Ελληνική Μουσική – Ως το 1967 – Βασίλης Αγγελικόπουλος


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μια πολύ ενδιαφέρουσα  ανακοίνωση του κ.  Βασίλη Αγγελικόπουλου,  που αφορά στα μουσικά πεπραγμένα της Ελλάδας τα χρόνια 1947- 1967, με τίτλο:

«Το όραμα του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη για την Ελληνική Μουσική – Ως το 1967».

 

«Γεια σας παίδες!»

O Μάνος Χατζιδάκις σε νεανική ηλικία, αρχείο Μάνου Χατζιδάκι, Γιώργος Χατζιδάκις.

Έτσι χαιρέτησε το αστικό κοινό του Θεάτρου Μουσούρη ο Μάρκος Βαμβακάρης, γεμάτος τρακ, όταν ο νεαρός Μάνος Χατζιδάκις τον έβγαλε στη σκηνή για να παίξει μερικά τραγούδια του. Ήταν αρχές του 1949, τέλη Φεβρουάριου, αρχές Μαρτίου, ανεξακρίβωτο ακόμα, τότε που ο 23χρονος Χατζιδάκις πήρε την απόφαση να μιλήσει ανοιχτά και δημόσια για το ρεμπέτικο τραγούδι, «μια πράξη εξόχως τολμηρή για κείνους τους καιρούς», όπως είπε πολύ αργότερα ο ίδιος, γιατί «το να σ’ αρέσουν τα ρεμπέτικα τότε ήταν το ίδιο επικίνδυνο σαν να διάβαζες “Ρίζο” παράνομο…»[1].

Η τελευταία χρονιά του Εμφυλίου βρίσκει τους δύο κατοπινούς αναμορφωτές του ελληνικού τραγουδιού, το Μάνο Χατζιδάκι και το Μίκη Θεοδωράκη, που είναι συνομήλικοι και φίλοι ήδη από τα χρόνια της Κατοχής, να έχουν μπει για καλά στο δρόμο της μουσικής και μάλιστα να έχουν ήδη πίσω τους όχι ασήμαντο έργο, πράγμα που δεν είναι και ευρέως γνωστό, καθώς η παρουσία τους συνδέεται συνήθως με τη «μεγάλη δεκαετία του ’60».

Ανατέλλοντος του 1949 ο Χατζιδάκις έχει ήδη γράψει μουσική για 12 θεατρικές παραστάσεις, δυο τρεις σουίτες μπαλέτου, μία άλλη για πιάνο, έργα για φωνή και πιάνο και έχει κάνει και την πρώτη του δοκιμή στον κινηματογράφο – σε μια ταινία που ήταν η πρώτη και για την Έλλη Λαμπέτη [2]. Ανάμεσα σ’ αυτά τα περίπου 20 νεανικά του έργα συγκαταλέγονται και ορισμένα πολύ σημαντικά, όπως η σουίτα Για μια μικρή λευκή αχιβάδα, ο κύκλος τραγουδιών Ματωμένος Γάμος, από το θεατρικό του Λόρκα σε μετάφραση Νίκου Γκάτσου, και τα δύο ναυτικά τραγούδια, σε ποίηση Μίλτου Σαχτούρη.

Λίγο πριν από την ιστορική διάλεξή του για το ρεμπέτικο, η κραταιά μουσικοκριτικός των Νέων Σοφία Σπανούδη γράφει πρωτοσέλιδο ύμνο για το νέο συνθέτη, με αφορμή την ερμηνεία της Αχιβάδας από διακεκριμένο Αμερικανό πιανίστα στην Αθήνα [3], ενώ λίγες μέρες μετά τη διάλεξη, στην ίδια εκείνη σκηνή του Μουσούρη (Θέατρο Αλίκη τότε), το Θέατρο Τέχνης του Κ. Κουν ανεβάζει το Λεωφορείον ο Πόθος του Τ. Γουίλιαμς, με μουσική Χατζιδάκι, όπου η Μελίνα, στον πρώτο σπουδαίο ρόλο της, τραγουδά Χάρτινο το φεγγαράκι – ένα από τα ωραιότερα και δημοφιλέστερα ελληνικά τραγούδια του 20ού αιώνα.

Την ίδια χρονιά, ο νεαρός Μίκης Θεοδωράκης ολοκληρώνει ένα πρώτο τριετές πηγαινέλα του στην Ικαρία και τη Μακρόνησο, όπου εκτοπίζεται λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων – ωστόσο, συνεχίζει τις μουσικές του σπουδές αλλά και τη σύνθεση, στην οποία επιδίδεται με μένος από την τρυφερή ηλικία των 12 χρόνων. Πράγματι, 24ετής ο Θεοδωράκης έχει πίσω του, το 1949, ένα σύνολο από 50 και πλέον έργα συμφωνικού κυρίως χαρακτήρα, από το οποίο δεν λείπουν όμως και δεκάδες τραγούδια, που έγραφε για το κέφι του, σε στίχους γνωστών ποιητών (Παλαμά, Δροσίνη, Σολωμού, Βαλαωρίτη κ.ά.) αλλά και δικούς του[4].

Το 1949 οι δύο νέοι συνθέτες, που θα κυριαρχούσαν στην ελληνική μουσική το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, φαίνονται αποφασισμένοι να ακολουθήσουν διαφορετικούς δρόμους, αλλά τους συνδέει ένα κοινό, και όχι μόνο ανάμεσά τους, όραμα: η αλλαγή, μακάρι και ανατροπή, των μουσικών, τουλάχιστον, πραγμάτων της χώρας. Κάτι απολύτως συνειδητό και για τους δύο το 1949.

Γεννημένοι κι οι δύο το 1925, ανδρώθηκαν στα χρόνια της Κατοχής έχοντας, από παιδιά, πάθος για τη μουσική και την ποίηση, αλλά και ιδιαίτερη ευαισθησία για τα κοινωνικά ζητήματα, πράγμα που τους οδήγησε νωρίς στην καρδιά όχι μόνο των αισθητικών-καλλιτεχνικών, αλλά και των πολιτικών κινημάτων της πολυκύμαντης εποχής τους. Είχαν και οι δυο από έφηβοι ενταχθεί στην ΕΠΟΝ του ΕΑΜ, πράγμα που μόλις τα τελευταία χρόνια έγινε ευρύτερα γνωστό για τον Χατζιδάκι, ο οποίος μάλιστα είχε ακολουθήσει και το στρατό του ΕΛΑΣ όταν υποχωρούσε στα βουνά, το 1945, με τον οποίο και επέστρεψε στην Αθήνα μετά τη «Βάρκιζα». Παρέμεινε «στρατευμένος» ως το ’47 περίπου, γράφοντας μουσική για τους θιάσους των Ενωμένων Καλλιτεχνών, τους οποίους ακολούθησε και σε περιοδείες τους στην άγρια τότε ελληνική επαρχία, εισπράττοντας κι αυτός το μερίδιό του σε διώξεις, προπηλακισμούς και άγριους ξυλοδαρμούς. Η εμπειρία και η βάσανος μέσα από τον πόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση και τον εμφύλιο, και παράλληλα η μαθητεία δίπλα σε φωτεινές πνευματικές και καλλιτεχνικές φυσιογνωμίες του καιρού τους, που ευαγγελίζονταν την επανασύνδεση με την ελληνική ρίζα και την αλήθεια των πραγμάτων (είναι πασίγνωστη η φοίτηση του νεαρού Χατζιδάκι στην παρέα Ελύτη, Γκάτσου, Τσαρούχη, Κουν κ.λπ.), είχαν γεννήσει στους δύο νέους μουσικούς, όπως και στους περισσότερους Έλληνες τότε, το όραμα μιας νέας, καλύτερης Πολιτείας και, όσον αφορούσε την τέχνη τους, μιας άλλης, ουσιαστικότερης και γνησιότερα ελληνικής μουσικής. Το όραμα αυτό – με μαχητικότερο, στο πολιτικό σκέλος, το νεαρό Μίκη, περισσότερο σκεπτικιστή πια το νεαρό Μάνο – χαρακτήρισε τους δύο συνθέτες για τις επόμενες δύο δεκαετίες. Και στο βαθμό που το όραμα αυτό έγινε πραγματικότητα, οφείλεται κυρίως στο έργο των δύο αυτών μεγάλων συνθετών.

 

Μάνος Χατζιδάκις και Μίκης Θεοδωράκης στη Ρώμη το 1954. Πηγή:Lifo.

 

Είναι δίκαιο να επισημάνει κανείς ότι ο Χατζιδάκις πρώτος είχε ήδη αρχίσει να δουλεύει προς αυτή την κατεύθυνση και να παρουσιάζει έργα που αναδείκνυαν την ελληνική καταγωγή και ταυτότητα στο τραγούδι και τη μουσική γενικότερα. Το όραμα του Μίκη, όπως δηλώθηκε αργότερα στο έργο του, θα καθυστερούσε ακόμη μία δεκαετία να φανεί, καθώς δρούσε ανασταλτικά ως προς αυτό ο συγχρωτισμός του με τον κόσμο της «σοβαρής» μουσικής, πρώτα στην Ελλάδα, ως το ’54, και κατόπιν στο Παρίσι, ως το ’59, όπου μάλιστα ενεπλάκη και στη δίνη της δωδεκαφθογγίας, μαθητεύοντας δίπλα στον Ολιβιέ Μεσιάν.

Ωστόσο, κι εκείνον είχε απασχολήσει τότε το ρεμπέτικο – είναι μάλιστα σχετικά άγνωστο το γεγονός ότι λίγους μήνες μετά τη διάλεξη Χατζιδάκι είχε εκδηλωθεί και ο Θεοδωράκης δημόσια υπέρ του ρεμπέτικου με άρθρο του που δημοσιεύθηκε το φθινόπωρο του 1949 [5]. Πέρασε όμως απαρατήρητο, γιατί ο συντάκτης του ήταν άγνωστος, εν αντιθέσει με τον νεαρό Χατζιδάκι, που είχε ήδη συγκινήσει τους καλλιτεχνικούς και φιλότεχνους κύκλους της Αθήνας. Η σχέση πάντως του Θεοδωράκη με το λαϊκό τραγούδι πέρασε από σαράντα κύματα – από την αποδοχή ως την απόρριψη – έως ότου κρυσταλλωθεί οριστικά, μετά την τεράστια επιτυχία του Επιταφίου το 1960, σε μια υπερθετική και μαχητική υπεράσπιση. Λέμε «μετά την επιτυχία του Επιταφίου», γιατί ακόμη και λίγες μόλις εβδομάδες πριν από την κυκλοφορία του, ο Μίκης απέρριπτε κατηγορηματικά το ρεμπέτικο, σε άρθρο του που δημοσιεύθηκε τον Ιούλιο του I960[6].

 

Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Κατάφερε να ζήσει στον «υπερθετικό» όπως λέει κι ο ίδιος. Πηγή:Lifo.

 

Αντιθέτως, ο Χατζιδάκις ήταν ήδη «αποφασισμένος» το 1949. Είχε αρνηθεί, «μαζί με διάφορα άλλα», και την ελληνική «σοβαρή» μουσική – «που η μισή ντυμένη με κουρέλια παρίστανε την Ευρώπη, και η άλλη μισή, με φουστανέλλες, την “αθάνατη Ελλάδα”»[7]– και είχε συγκλονιστεί από το λαϊκό τραγούδι. Οι αποτυπώσεις του γεγονότος αυτού στα πρώτα του έργα θα πλήθαιναν όλο και περισσότερο τα επόμενα χρόνια και θα προκαλούσαν ισχυρές εντυπώσεις. Οι λοιδωρίες δεν έλειπαν, αλλά η μαγεία που εξέπεμπε η μουσική του νεαρού Χατζιδάκι επικρατούσε.«Έκανα θέατρο, μουσική και ποίηση, όταν αυτά ήταν διαχωρισμένα στον ελληνικό χώρο», είπε δεκαετίες αργότερα ο ίδιος, αναφερόμενος στην πρώτη δημιουργική δεκαετία του[8].

Από το 1949 ως το 1954, οι μουσικές που έγραψε για το θέατρο (Τέχνης και Εθνικό) και για τον κινηματογράφο, ορισμένα λογιότερου χαρακτήρα έργα του (όπως Ο κύκλος του CNS, οι Δύο χοές και η Ιονική Σουίτα), κυρίως όμως τα πασίγνωστα μπαλέτα του, που κυριολεκτικά ίδρυσαν και στερέωσαν το Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου (Μαρσύας. Έξι Λαϊκές Ζωγραφιές, Το Καταραμένο Φίδι) έφεραν ένα νέο, ζωοποιό αεράκι στην ελληνική μουσική. Ήταν το αεράκι, που δυναμώνοντας συνεχώς όσο προχωρούσε η δεκαετία του ’50, έμελλε να γίνει σφοδρός και ανανεωτικός άνεμος από το ’60 και μετά.

Ο Μίκης Θεοδωράκης στο Παρίσι, 14 Σεπτεμβρίου 1957; Φωτογραφία από το φωτογραφικό πρακτορείο Anefo.

Την ίδια περίοδο, ως το ’54 δηλαδή, θεμελιώνει και ο Μίκης μια ξεχωριστή παρουσία στο μουσικό κύκλο που είχε διαλέξει να κινείται. Το ’50 τελειώνει τις σπουδές του στο Ωδείο Αθηνών και αρχίζει να εργάζεται στην Κρατική Ορχήστρα Αθηνών παίζοντας κρουστά υπό το δάσκαλό του Φιλοκτήτη Οικονομίδη. Την ίδια χρονιά, παρουσιάζει η ΚΟΑ έργο του (Στο πανηγύρι της Ασή-Γωνιάς), ενώ συνθέσεις του εκτελούνται όλο και συχνότερα σε συναυλίες, αποσπώντας θετικές κρίσεις.

Ως το ’54, οπότε παίρνει υποτροφία από το ΙΚΥ και φεύγει για σπουδές στο Παρίσι, εργάζεται ως μουσικοκριτικός σε διάφορες αριστερές εφημερίδες, με ψευδώνυμο κυρίως, γράφει μουσική για πολλά ραδιοφωνικά σκετς και για τις τέσσερις πρώτες του κινηματογραφικές ταινίες, συνεργάζεται κι αυτός με το Ελληνικό Χορόδραμα (Ορφέας και Ευρυδίκη, 1952) και, βέβαια, συνθέτει ακατάπαυστα: 36 έργα στην πενταετία αυτή, μεταξύ των οποίων η Πρώτη Συμφωνία του και ο κύκλος τραγουδιών Λιποτάκτες, που σε λαϊκότερη επεξεργασία θα γινόταν πασίγνωστος μετά το ’60.

Το 1955 ήταν μια χρονιά εκρηκτική για το Μάνο Χατζιδάκι και για το ελληνικό τραγούδι: ο ιδιοφυής συνθέτης αρχίζει τότε να γράφει τραγούδια που, μέσω κινηματογραφικών ταινιών, απευθύνονται στο ευρύτερο κοινό και τα οποία, μάλιστα, εκδίδονται αμέσως σε δίσκους – ενώ προηγούμενες συνθέσεις του, όπως τα τραγούδια του Ματωμένου Γάμου ή το Χάρτινο φεγγαράκι δεν εκδόθηκαν παρά 10 ή και 15 χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή τους – από το ’60 και μετά. Με ένα μπαράζ ταινιών (Στέλλα, Κάλπικη λίρα, Μαγική πόλις, Λατέρνα, φτώχια και φιλότιμο) ο Χατζιδάκις δίνει εκείνη τη χρονιά μια σειρά λαϊκά τραγούδια (Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι, Ο μήνας έχει δεκατρείς, Εφτά τραγούδια θα σου πω, Η λατέρνα. Γαρίφαλο στ’ αφτί, Ιλισός, Μια πόλη μαγική, Το φεγγάρι είναι κόκκινο κ.ά.) που κατάκτησαν αμέσως τις καρδιές του κόσμου και έδειξαν καθαρά την πορεία που έπαιρναν πια τα πράγματα στο ελληνικό τραγούδι. Σε λίγο ούτε το πνιγηρά ελεγχόμενο κρατικό ραδιόφωνο θα μπορέσει να αντισταθεί πλέον στην απαίτηση του κόσμου να ακούει το λαϊκό τραγούδι του. Θα άρει επιτέλους την καραντίνα και θα αρχίσει να μεταδίδει «λαϊκά» έστω και… ένα τέταρτο την ημέρα.

Από το ’55 ως το ’60, οπότε θα γίνει πια «το μεγάλο μπαμ» στο τραγούδι μας με την παγκόσμια επιτυχία της μουσικής του Ποτέ την Κυριακή και την εκρηκτική εμφάνιση του Μίκη με τον Επιτάφιο στο προσκήνιο, ο Χατζιδάκις διέρχεται μια δημιουργική περίοδο ασύλληπτη σε ποσότητα και σε ποιότητα: 70 έργα! Κοντά στα λαϊκά αλλά, ταυτόχρονα, ευρηματικά και ποιητικά τραγούδια του, που αγαπιούνται πολύ από το ευρύ κοινό, γράφει και άλλης υφής έργα, με την ευκαιρία κυρίως θεατρικών παραστάσεων αλλά και κινηματογραφικών ταινιών, που τον εκτοξεύουν στην κορυφή και στερεώνουν τη φήμη του ως ρηξικέλευθου ανανεωτή του ελληνικού τραγουδιού: Μήδεια με Παξινού, Εκκλησιάζουσες, Λυσιστράτη, θεσμοφοριάζουσες. Πλούτος, Όρνιθες, Βάτραχοι, Κύκλωπας, Αυλή των θαυμάτων, Παραμύθι χωρίς όνομα, Ο κύκλος με την κιμωλία, Δόνια Ροζίτα, Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι, Οθέλος, Ευρυδίκη, Γλυκό πουλί της νιό της, το μπαλέτο Ερημιά…

Με την «ανακάλυψή» του, τη νέα τραγουδίστρια Νάνα Μούσχουρη, κυρίως, αλλά και με πολλούς άλλους τραγουδιστές, μεταξύ των οποίων και «λαϊκοί», όπως ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης (πράγμα σκανδαλώδες για την εποχή), ή λυρικής καταγωγής, όπως ο Γιώργος Μούτσιος, ή και ηθοποιοί, όπως η Αλίκη Βουγιουκλάκη, ο Χατζιδάκις ηχογραφεί ως το ’60 δεκάδες τραγούδια του, που όλα ανεξαιρέτως έχουν μεγάλη, έως και τεράστια, απήχηση.

 

O Μάνος Χατζιδάκις με την Αλίκη Βουγιουκλάκη.

 

Στο τέλος της δεκαετίας του ’60 η παρουσία του έχει κλονίσει συθέμελα τα κάστρα του κυρίαρχου ως τότε «ελαφρού» τραγουδιού, που μιμείται ανέκαθεν ξένα πρότυπα. Αλλάζει ο ήχος, αλλάζει ο στίχος, αλλάζουν οι ρυθμοί, όλο και περισσότερα είναι τα τραγούδια που γράφονται σε ελληνικούς λαϊκούς μουσικούς δρόμους, με στίχο απαιτητικότερο. Αποκαλυπτική της νέας κατάστασης που σταδιακά διαμορφώνεται είναι η διαφορετική ατμόσφαιρα που χαρακτηρίζει, από χρόνο σε χρόνο, τα τραγούδια που μετέχουν στα τρία πρώτα Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού (1959, 1960, 1961). Τα φεστιβάλ αυτά οργάνωσε το τότε ΕΙΡ, εμπνευσμένο από τον ανανεωτικό άνεμο που είχε φέρει η παρουσία του χαρισματικού Χατζιδάκι – ο οποίος και επικρατεί θριαμβευτικά στις δύο πρώτες χρονιές, 1959 και 1960. Είναι σαφές ότι η Ελλάδα τραγουδά μετά μανίας Χατζιδάκι και ότι τα πράγματα έχουν ήδη αλλάξει σημαντικά στο τραγούδι της, όταν το Σεπτέμβριο του ’60 εμφανίζεται ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Επιτάφιο.

Πρέπει να θεωρείται βέβαιο, γιατί υπάρχουν δηλώσεις του ίδιου από την εποχή εκείνη, ότι ο Θεοδωράκης προσήλθε στο τραγούδι βαθύτατα εντυπωσιασμένος, και προβληματισμένος, από «την καταπληκτική απήχηση που είχαν μέσα στο λαό μας» τα «απλά», λαϊκά τραγούδια του φίλου του του Μάνου[9]. Άλλο τόσο είναι βέβαιο, όμως, ότι δεν ήρθε στο τραγούδι ένας αποτυχημένος στη «σοβαρή» μουσική, αλλά ένας που είχε αρχίσει θριαμβευτική διεθνή καριέρα στον τομέα αυτό και που μάλιστα είχε διακριθεί το 1959 ως ο καλύτερος νέος συνθέτης της Ευρώπης.

Από το ’55 ως το ’60, στην «περίοδο του Παρισιού», ο Μίκης γράφει περισσότερα από 25 συμφωνικά έργα, μεταξύ των οποίων τα μπαλέτα Αντιγόνη, παραγγελία του Κόβεντ Γκάρντεν, που θριάμβευσε στο Λονδίνο το ’59, και Οι εραστές της Τερουέλ, για τη Λουντμίλα Τσερίνα, όπως και η μουσική για την ταινία Μήνας του μέλιτος. Οι λόγοι για τους οποίους ο φέρελπις συνθέτης εγκατέλειψε τη διεθνή καριέρα που ανοιγόταν μπροστά του ήταν, όπως ο ίδιος τους έχει ορίσει, αφενός η ανάγκη του να απευθύνεται «σε όλο το λαό» και όχι στο περιορισμένο κοινό μιας ελίτ, αφετέρου η απαρέσκειά του, παρ’ όλες τις αμφιταλαντεύσεις του, να ακολουθήσει τη σχολή του δωδεκαφθογγισμού, που κυριαρχούσε τότε ως πρωτοπορία στα διεθνή μουσικά πράγματα. Αλλά, φυσικά, στην τελική του απόφαση έπαιξε καταλυτικό ρόλο η άμεση και τεράστια επιτυχία που είχαν τα τραγούδια του Επιταφίου[10]. Είναι χαρακτηριστική η εικόνα που δίνει ο κατάλογος των έργων του Θεοδωράκη: από το ’59 και μετά δεν υπάρχουν πια συμφωνικά έργα. Ο συνθέτης θα τα ξαναθυμηθεί μετά το 1980 πια, όταν όλα πάλι θα έχουν αλλάξει.

Τα τραγούδια του Επιταφίου, που ο Μίκης είχε μελοποιήσει το ’58 στο Παρίσι, πάνω στην ομώνυμη ποιητική σύνθεση του Γιάννη Ρίτσου, τα είχε στείλει στο Μάνο για να τα ενορχηστρώσει και να τα εκδώσει σε δίσκο[11]. Υπάρχει μια τεράστια «φιλολογία» γύρω από το πώς και γιατί ο κύκλος αυτός δισκογραφήθηκε και εκδόθηκε σχεδόν ταυτόχρονα, το Σεπτέμβριο του ’60, σε δύο εκδοχές: μία από τον Χατζιδάκι με τη Μούσχουρη, τη «λυρική εκδοχή», και μία από το Θεοδωράκη με τον Μπιθικώτση, τη «λαϊκή εκδοχή»[12]. (Χώρια ότι μέσα σε ένα μήνα ο πληθωρικός Μίκης το εξέδωσε σε μια τρίτη, «λυρικολαϊκή εκδοχή», με τη Μαίρη Λίντα).

 

Ο Μανώλης Χιώτης, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης στην ηχογράφηση του Επιτάφιου. Πηγή: Lifo.

 

Τεράστια φιλολογία, ανάλογη της εντύπωσης που προκάλεσε το έργο και του διχασμού που προκάλεσε η διπλή του έκδοση: ο πόλεμος ανάμεσα στους υποστηρικτές της μιας ή της άλλης εκδοχής του Επιταφίου – και κατά προέκταση των αισθητικών αλλά και των κοινωνικών απόψεων που εκπροσωπούσε καθεμιά – κράτησε πολλούς μήνες και δεν περιορίστηκε στις στήλες του ημερήσιου και περιοδικού τύπου. Επεκτάθηκε αμέσως στο ραδιόφωνο, τις αίθουσες διαλέξεων, τις συναυλίες, τις επιθεωρήσεις, τις παρέες, τα σπίτια! Είναι χαρακτηριστικό ότι λίγες μόνο μέρες μετά την κυκλοφορία των δύο δίσκων, στις 5 Οκτωβρίου 1960, ο δραστήριος Σύλλογος Κρητών Φοιτητών διοργανώνει ειδική βραδιά στην αίθουσα «Ελευθέριος Βενιζέλος», Χρήστου Λαδά 2, όπου μίλησαν για το θέμα ο Φοίβος Ανωγειανάκης, ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης, παρουσία πολιτικών αλλά και πλήθους κόσμου, που είχε κατακλύσει ακόμη και το κλιμακοστάσιο του κτιρίου, ως έξω στο πεζοδρόμιο…[13]

Το τραγούδι, που μέχρι τότε αντιμετωπιζόταν ως θέμα μάλλον ελαφρό και πάντως μη πνευματικό, είχε αναχθεί εν μια νυκτί σε πρωτοσέλιδο και έγινε έναυσμα για συζητήσεις σοβαρών πνευματικών και κοινωνικών ζητημάτων, με όλο και σαφέστερες πολιτικές προεκτάσεις. Δεν ήταν φυσικά ο Επιτάφιος που γέννησε αυτόν τον πολυεπίπεδο προβληματισμό, ο Επιτάφιος όμως τον αποκάλυψε και έδωσε συγκεκριμένη μορφή στο τοπίο που αχνοφαινόταν τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’50.

Ο Θεοδωράκης φέρνει καταρχάς το πάντρεμα λαϊκού τραγουδιού και ποίησης. Αυτό βέβαια είχε ήδη αρχίσει με τον Χατζιδάκι, καθώς είδαμε, όπως και το πέρασμα λαϊκών ρυθμών, οργάνων και φωνών στο λογιότερο τραγούδι, αλλά με το Μίκη πήρε άλλες διαστάσεις. Στους σπουδαίους κύκλους τραγουδιών που έδωσε από το ’60 ως το 1967 (Αρχιπέλαγος, Πολιτεία, Λιποτάκτες, Άξιον Εστί, Το τραγούδι του νεκρού αδελφού, Συνοικία το όνειρο, Επιφάνια, Όμορφη πόλη, Φαίδρα, Ένας όμηρος, Μικρές Κυκλάδες, Η γειτονιά των Αγγέλων, Ζορμπάς, Χρυσοπράσινο φύλλο, Κύκλος Φαραντούρη, Μαουτχάουζεν, Ρωμιοσύνη κ.ά.) συναντώνται και δένονται μοναδικά το τραγούδι και η ποίηση – όχι πια η ποίηση του λαϊκού τεχνίτη, αλλά η λόγια ποίηση, που κατεβαίνει τώρα στα χείλη όλου του κόσμου.

Μίκης Θεοδωράκης. Αρχείο ΕΡΤ.

 

Από την εφημερίδα «Φως των σπορ»: Ο Μίκης, ανάμεσα στους παίκτες του Ολυμπιακού Αγανιάν και Αυγητίδη, στο Ελληνικό αποχαιρετά την αποστολή της ομάδας που πήγαινε στα Σκόπια για να παίξει με τη Βαρντάρ στο πλαίσιο του Βαλκανικού Κυπέλλου.

 

Ταυτόχρονα, οι στίχοι μιλούν πια και για πολιτικοκοινωνικές καταστάσεις όλο και συχνότερα όσο προχωρά η δεκαετία. Και τα τραγούδια αυτά, όσο κι αν εμποδίζεται για πολιτικούς λόγους, η ραδιοφωνική τους μετάδοση, κατακτούν τον ελληνικό λαό, που σπεύδει στις λαϊκές συναυλίες, είδος που ο Μίκης εγκαινίασε στην Ελλάδα το 1960 και το οποίο καθιερώθηκε μετά τις ιστορικές συναυλίες της άνοιξης του ’61, με τον Χατζιδάκι να γιορτάζει στον Ορφέα το Όσκαρ που του έφεραν Τα παιδιά του Πειραιά και το Μίκη να ανεβάζει στη σκηνή του Κεντρικόν λαϊκούς τραγουδιστές, όπως ο Μπιθικώτσης και ο Καζαντζίδης. Δεν είναι άσκοπο να αναφερθεί ότι το κοινό συμμετέχει στις συναυλίες εκείνες μέσα σε ατμόσφαιρα πολύ διαφορετική από εκείνη των γηπεδικών συναυλιών της μεταπολίτευσης.

 

Εξώφυλλο του σάουντρακ «Ποτέ την Κυριακή» του Ζυλ Ντασέν. O Μάνος Χατζιδάκις βραβεύεται με το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού για το τραγούδι «Τα Παιδιά του Πειραιά», που ακουγόταν στην ταινία (7 Απριλίου 1961).

 

Η μουσική και λίγο αργότερα η πολιτική δραστηριότητα του Θεοδωράκη ενοχλεί τόσο την άγρια Δεξιά, όσο και την αρτηριοσκληρωτική Αριστερά της εποχής. Ούτε το -«περιθωριακό»- λαϊκό ήθελαν, ούτε, πολύ περισσότερο, τις ανεξέλεγκτες, πέραν της μουσικής, «δράσεις» του. Ο Μίκης όμως πιστεύει βαθιά ότι εκπροσωπεί «την Πραγματική Αριστερά» και οραματίζεται «μια καινούργια εθνική αναγέννηση», «μια τέχνη για όλο το λαό» και αγωνίζεται γι’ αυτό[14].

Ιδρύει τη Μικρή Ορχήστρα Αθηνών και περιοδεύει στην Ελλάδα παρουσιάζοντας και έργα κλασικής μουσικής, γράφει και ανεβάζει Το τραγούδι του νεκρού αδελφού, που μιλάει για εμφύλιο και συμφιλίωση, τότε που ακόμη είναι νωπά όλα, εκδίδει βιβλία του, αναλαμβάνει την ηγεσία της Δημοκρατικής Νεολαίας Λαμπράκη, εκλέγεται βουλευτής της ΕΔΑ, γράφει και παρουσιάζει ένα έργο πολύ πιο σύνθετης μορφής, όπως το Αξιόν Εστί, προχωρώντας έτσι σ’ αυτό που λέει «διαπαιδαγώγηση του λαού», ιδρύει τη Συμφωνική Ορχήστρα Πειραιώς για να ’χει ένα όργανο στο χέρι του. Όπως θα πει αργότερα ο ίδιος, «αυτές οι εμπειρίες των δύο κινημάτων εκείνης της εποχής, του πολιτικού και του πολιτιστικού, ήταν οι ωραιότερες στιγμές της ζωής μου»[15]. Έδειχνε τι μπορούσε και τι ήθελε να κάνει, ώσπου ήρθε η δικτατορία…

 

 

Μίκης Θεοδωράκης “Canto General”, Πειραιάς 13/8/1975, Στάδιο Καραϊσκάκη. Πηγή: Lifo.

 

Η πορεία του Χατζιδάκι την ίδια περίοδο (’60-’67), και μετά την εμφάνιση του Μίκη, ήταν μουσικά παράλληλη, όλο και πιο εκλεκτική πια θα έλεγε κανείς, σε σχέση ιδίως με την προηγούμενη υπερδραστήρια πενταετία του. Τα πολλά και σπουδαία έργα του της περιόδου αυτής (Απόψε αυτοσχεδιάζουμε, Οδός Ονείρων, Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη, Συνέβη στην Αθήνα, Όρνιθες ως καντάτα, Βάκχες, Καίσαρ και Κλεοπάτρα, Αμέρικα Αμέρικα, Το χαμόγελο της Τζοκόντα, Δεκαπέντε Εσπερινοί, Μυθολογία, Καπετάν Μιχάλης κ.ά.) αφενός αποφεύγουν τις κραυγαλέες πολιτικές αποχρώσεις, πράγμα που εκμεταλλεύονται όσοι – πολλοί και ποικίλοι – εκτρέφουν την αβαθή αντιπαλότητα «αριστερών θεοδωρακικών» και «δεξιών χατζιδακικών», αφετέρου αποκόπτουν κάθε σχέση με τον ήχο «Ελλάς και μπουζούκι», στον οποίο εκφυλιζόταν συν τω χρόνω, η αποκάλυψη ελληνικής ρίζας που είχε δει ο Χατζιδάκις στο ρεμπέτικο.

Η τεράστια παγκόσμια επιτυχία πρώτα του Ποτέ την Κυριακή, με μουσική Χατζιδάκι, και ύστερα του Ζορμπά, με μουσική Θεοδωράκη, έκανε διεθνή συρμό την Ελλάδα και τη μουσική της, το μπουζούκι δηλαδή, πράγμα που υπέθαλπαν όχι μόνο οι ανερχόμενες τουριστικές φιλοδοξίες της χώρας, αλλά πολλοί και ετερόκλητοι άλλοι παράγοντες – του «εθνικού φιλότιμου» μη εξαιρουμένου. Αυτό όμως, εκτός από τις θετικές πλευρές του, είχε και πολύ δυσάρεστα αποτελέσματα, και όχι μόνο αισθητικής φύσεως.

 

Ο Μάνος Χατζιδάκις, με τον Γιώργο Ρωμανό, στη Συναυλία της Νεολαίας της Ε.Ρ.Ε στον «Ορφέα», το 1965 (Φώτο: Τάκης Πανανίδης).

 

Ο Χατζιδάκις, με την οξυδέρκεια και την έμφυτη καλαισθησία του, ήταν τότε ο πρώτος που το ένιωσε, το κατήγγειλε και φρόντισε να απομακρύνει τη μουσική του από τη γειτνίαση με όλα αυτά. Το δείχνουν ο ήχος των έργων του της εποχής εκείνης, αλλά και άλλες μουσικές δραστηριότητές του, όπως η προκήρυξη διαγωνισμού έργων σύγχρονης μουσικής, όπου βραβεύθηκε και ο Γιάννης Ξενάκης, ή η ίδρυση της Πειραματικής Ορχήστρας Αθηνών, που έδωσε πολλές πρώτες εκτελέσεις ελληνικών έργων συμφωνικής μουσικής – ένας πρόδρομος της Ορχήστρας των Χρωμάτων, που θα ίδρυε 20 χρόνια αργότερα.

Εντούτοις, παρά τις σοβαρές παρενέργειες της μόδας του μπουζουκιού και του κατασκευάσματος που αποκλήθηκε «συρτάκι ντανς» – η οποία πήρε σαρωτικές διαστάσεις με τη δικτατορία, όταν αφέθηκε ασύδοτη, χωρίς αντίπαλο δέος -, το σπουδαιότερο ήταν ότι η παρουσία και το έργο των δύο μεγάλων συνθετών άλλαξε διά παντός το ρου του ελληνικού τραγουδιού και ήταν ένας από τους βασικότερους παράγοντες που δημιούργησαν αυτό που λέμε άνθηση στη δεκαετία του ’60. Άνθηση όχι μόνο στη μουσική, αλλά γενικότερη, πνευματική, καλλιτεχνική, κοινωνική και πολιτική.

 

Μάνος Χατζιδάκις

 

Ιδιαίτερα βεβαίως στο τραγούδι, όπου μετά το ’60 δεν υπάρχει τραγουδοποιός που να μην επηρεάζεται από το δίπολο Χατζιδάκις – Θεοδωράκης στη μελωδία, το ρυθμό, το στίχο, την ενορχήστρωση και τον τρόπο ερμηνείας. Ακόμη και παλαιοί συνθέτες, και οι πιο άξιοι, ακολουθούν ή και μιμούνται απροσχημάτιστα τον έναν ή τον άλλον ή, ευκαιριακά, και τους δύο. Πολύ περισσότερο επηρεάζονται βέβαια, αλλά δημιουργικά εις βάθος χρόνου, οι νέες δυνάμεις που εμφανίζονται τότε στο τραγούδι μας – μια γενιά πολύ σημαντικών συνθετών και στιχουργών, όπως οι Μαρκόπουλος, Ξαρχάκος, Λοΐζος, Κουγιουμτζής, Σπανός, Λεοντής, Μαυρουδής, Σαββόπουλος, Παπαδόπουλος, Ελευθερίου κ.ά.

Δημιουργείται έτσι μια παράδοση που καθόρισε το ελληνικό τραγούδι στο β’ μισό του 20ού αιώνα και συνεχίζει και σήμερα, παρά τα φαινόμενα, να αποτελεί το μέτρο στην τέχνη του τραγουδιού. Ο στίχος με τον οποίο το ελληνικό τραγούδι μπήκε στον 21ο αιώνα, ακόμα κι αν αγνοεί παντελώς την ποίηση (που συχνότατα καθόλου δεν την αγνοεί), έχει ως συνείδηση το στίχο που τραγούδησαν οι Έλληνες από το ’60 και εξής. Και η μουσική του ελληνικού τραγουδιού – μελωδίες, ρυθμοί, όργανα, αίσθημα – διατηρεί ακόμη σήμερα την ιθαγένειά της, σε μια εποχή που ο δυτικός ήχος έχει ισοπεδώσει πολλά άλλα, και κραταιά κάποτε σε διεθνές επίπεδο, εθνικά τραγούδια – το ιταλικό, λ.χ., ή το γαλλικό. Το ελληνικό τραγούδι βρήκε πρόσωπο και ταυτότητα μετά τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 κι αυτό το οφείλουμε κυρίως στο Μάνο Χατζιδάκι και το Μίκη Θεοδωράκη.

 

Υποσημειώσεις


[1] Σημείωμα του Χατζιδάκι στο ένθετο έντυπο, σ. 5, της κασετίνας δίσκων βινυλίου Η Ρωμαϊκή Αγορά, ΕΜΙ, 1986.

[2] Για την εργογραφία Χατζιδάκι βλ. Βασίλης Αγγελικόπουλος. Φάρος στη σιωπή – Κείμενα για τη ζωή και το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, Καστανιώτης, β’ έκδ., Αθήνα 1997, σ. 173 κ.ε. Επίσης, του ίδιου, «Μ. Χατζιδάκις: Το ξεκίνημα ενός “μύθου»» (η δράση του συνθέτη στη δεκαετία του ’40), Καθημερινή της Κυριακής, 15.6.1997.

[3] Στα Νέα, 20.1.1949. Ο πιανίστας ήταν ο Τζον Κάτσιεν.

[4] Για την εργογραφία Θεοδωράκη βλ. Αστέρη Κούτουλα, Ο μουσικός Θεοδωράκης – Κείμενα – Εργογραφία – Κριτικές. 1937-1996, Νέα Σύνορα- Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα 1998.

[5] Στη Σημερινή Εποχή, Οκτώβριος και Νοέμβριος 1949. Αναδημοσιεύεται στο: Μίκης Θεοδωράκης, Για την εθνική μουσική, Αθήνα 1961 και, σε επανέκδοση, Καστανιώτης, 1986, σ. 157 κ.ε.

[6] Στο περ. Κριτική, τχ. 3, 1960. Βλ. στο βιβλίο του Μίκη, σ. 91 (και «απολογία» του συνθέτη, σ. 194 και 195).

[7] Σημείωμα του Χατζιδάκι στο κάλυμμα του δίσκου του Ματωμένος Γάμος – Παραμύθι Χωρίς Όνομα, ΕΜΙ, 1961.

[8] Βλ. εργογραφικά του σημειώματα σε προγράμματα συναυλιών του 1983 κ.ε.

[9] Στην τύχη, μία από τις πολλές ενδείξεις: Τον Ιούλιο του 1960, πριν ακόμα εμφανιστεί στο τραγούδι κι ενώ προετοιμάζεται η ηχογράφηση του Επιταφίου, δηλώνει ο Μ. Θεοδωράκης στον Ταχυδρόμο, αναφερόμενος στα λαϊκά τραγούδια του Χατζιδάκι: «Κανείς μας δεν μπορούσε ακόμη να φανταστεί την καταπληκτική απήχηση που θα είχαν οι απλές αυτές μελωδίες μέσα στο λαό μας». Και στο ανωτέρω βιβλίο του, σ. 136.

[10] Αστέρη Κούτουλα, Ο μουσικός θεοδωράκης, σ. 402,403.

[11] Στο σημείο αυτό διαφοροποιούνται σημαντικά οι σχετικές δηλώσεις του Μ. Θεοδωράκη πριν και μετά την έκδοση (και επιτυχία) του Επιταφίου. Πριν (Ιούλιος 1960):«[…] μια μέρα που συγκεντρώθηκαν μερικοί Έλληνες φίλοι στο σπίτι μου (σ.σ: στο Παρίσι), αποφάσισα να τους κάνω έκπληξη τραγουδώντας τους τα οχτώ τραγούδια απ’ τον Επιτάφιο. Μετά τα ξέχασα. Κι ασφαλώς θα ’μεναν για “εσωτερική κατανάλωση’’, πλάι σε τόσα άλλα, αν μερικοί φίλοι μου – και κυρίως ο Χατζιδάκις – δεν αποφάσιζαν να τα προβάλουν». Και μετά την επιτυχία του Επιταφίου (αρχές Οκτωβρίου 1960): «Ευθύς μόλις καθαρόγραψα τις μελωδίες του Επιτάφιου τις έστειλα σε δυο ανθρώπους στην Αθήνα: στο Γιάννη Ρίτσο και στο Μάνο Χατζιδάκι. Αυτό δείχνει τη μεγάλη εκτίμηση που έχω σ’ αυτόν τον τελευταίο, καθώς και την εμπιστοσύνη μου ότι δεν θα αλλοίωνε το χαρακτήρα του έργου. Του υποδείκνυα μονάχα πως θα το ’θελα με σκέτα μπουζούκια. Τα χρόνια πέρασαν κι ωστόσο δε γίνηκε τίποτα. Κατέβηκα φέτος με τη σκέψη να το γράψω με το Γρηγόρη Μπιθικώτση […]», Αυγή, 8.10.1960 και στο Μ. Θεοδωράκης, Για την ελληνική μουσική, σ. 180.

[12] Βλ„ π.χ.. στο ανωτέρω βιβλίο του Μίκη, σ. 149 κ.ε.

[13] Βλ. σχετικά ρεπορτάζ στις εφημερίδες των ημερών.

[14] Α. Κούτουλα. ό.π., σ. 400,405 κ.α.

[15] Ο.π., σ. 404.

 

Βασίλης Αγγελικόπουλος

Επιστημονικό Συμπόσιο, «Η εκρηκτική εικοσαετία 1949-1967», 10-12 Νοεμβρίου 2000. Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας [Ιδρυτής Σχολή Μωραΐτη]  – Πρακτικά, Αθήνα, 2002.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Read Full Post »

Older Posts »