Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Επίδαυρος’ Category

Επίδαυρος – Φραγκίσκου Πουκεβίλ


  

Ο  Φιλέλληνας Φραγκίσκος Πουκεβίλ (1770-1838) γνώρισε για πρώτη φορά την Ελλάδα ως αιχμάλωτος των Τούρκων, όταν επιστρέφοντας από την Αίγυπτο όπου είχε ακολουθήσει τον Ναπολέοντα, συνελήφθη από Αλγερινούς πειρατές οι οποίοι τον παρέδωσαν στους Τούρκους στην Πύλο.

Στην συνέχεια μεταφέρθηκε στην Τρίπολη και το Ναύπλιο, όπου παρέμεινε έγκλειστος περίπου οκτώ μήνες. Μολονότι ο Πουκεβίλ πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως γιατρός στους Τούρκους, αυτοί τον έστειλαν σιδηροδέσμιο την Κωνσταντινούπολη όπου κρατήθηκε δυο ολόκληρα χρόνια. Αποφυλακίστηκε το 1801.

Ο Ναπολέοντας εκτιμώντας τις γνώσεις του για την περιοχή, τον διόρισε ως εκπρόσωπό του στην αυλή του Αλή πασά των Ιωαννίνων όπου και παρέμεινε δέκα ολόκληρα χρόνια. (1805- 1815). Δυο χρόνια μετά (1817) τοποθετείται πρόξενος της Γαλλίας στην Πάτρα. Περιηγείται την Ελλάδα και βεβαίως την Πελοπόννησο.

 Στο κείμενο που ακολουθεί  ο Πουκεβίλ περιγράφει την επίσκεψή του στην Επίδαυρο.

 

Ο Πουκεβίλ σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από τον Ντεπρέ (Dupre Louis) 1827.

[…] Καθώς απομακρυνόμαστε από το Ναύπλιο, μπαίνουμε σε μια ομοιόμορφη σ’ όλη την έκταση της πεδιάδα, καλλιεργημένη κατά διαστήματα, μέχρι το ξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου, που το αφήνουμε αριστερά μας πάνω σ’ ένα ύψωμα, ενώ προς τα πίσω και δεξιά μας ξετυλίγεται ένας πορτοκαλεώνας. Στα πε­ρίχωρα του Κατσιγκριού σημειώνουμε τα χωριά Άρεια και Μερζέ, καθώς και το βράχο του Τζαφέραγα.

Ένας γειτονικός ελληνοπρεπής πύργος είναι προφανώς ένα από τα κάστρα της Ανατολικής αυτοκρατορίας, που προορισμός τους ήταν η φύ­λαξη των διαβάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, το κάστρο έκλεινε τη διάβαση μεταξύ Αργολίδας και Επιδαυρίας, ακριβώς στο σημείο όπου το όρος Αραχναίον χωρίζεται από τα προεκτεινόμενα προς τα νοτιοανατολικά Κοκκύγεια όρη. Σ’ αυτή την περιφέρεια ανήκουν και τα χωριά Κινόπαρτι και Μπαρμπέρι, ενώ κάπου εδώ κοντά εντοπίζεται και η Μιδέα. Αφού διαβούμε κάμποσα ποταμάκια, το ρεύμα των οποίων αναγρά­φεται μόνο στους πολύ λεπτομερείς χάρτες, φτάνουμε στο Λυγουριό, μια κωμόπολη απέχουσα πέντε ώρες και σαράντα οχτώ λεπτά από το Ναύπλιο.

Η Λυς ή Λήσσα, στο χώρο της οποίας ορθώνεται σήμερα το Λυγουριό, εντοπιζόταν, απ’ ό,τι μας λέει ο Παυσανίας, πά­νω στην οροθετική γραμμή που χώριζε το κράτος του Άργους από το κράτος της Επιδαύρου. Εδώ υπήρχε κι ένας ναός αφιερωμένος στην Αθηνά καθώς και ξύλινο ομοίωμα της θεάς, το οποίο δεν διέφερε καθόλου από εκείνο που έβλεπε τότε κανείς πάνω στην ακρόπολη της Λαρίσσης. Τόσο η θεότητα όσο κι ο ναός της έχουν σήμερα εκλείψει.

Διερχόμενος απ’ αυτό το χωριό το 1817, ο κ. Αμβρόσιος Φιρμίνος Διδότος καταγοητεύτηκε από την τοποθεσία του πάνω στο Αραχναίον όρος. Αυτό το τμήμα του βουνού, το άλλοτε ονομαζόμενο Σαπυσέλατον, ονο­μασία που πήρε όταν βασίλευε ο Ίναχος, ήταν γνωστό χάρη στους βωμούς του Δία και της Ήρας, όπου οι χωρικοί πρό­σφεραν θυσίες ικετεύοντας τους θεούς να τους στείλουν βροχές.

«Πολλοί Μοραΐτες», λέει ο περιηγητής μας, «έρχονταν να μας επισκεφτούν στη χωριάτικη καλύβα όπου είχαμε καταλύ­σει. Η απλή και κομψή φορεσιά τους έμοιαζε μ’ εκείνη των αρχαίων κατοίκων αυτής της περιοχής: ο χιτώνας, τα πέδιλα, αλλά όχι και το εσώβρακο, που το φορούν οι Έλληνες για λόγους κοσμιότητας, επειδή το αμπέχονο δεν καλύπτει παρά μόνο τους μηρούς τους». Παρατήρησε, ότι σε μια γωνιά του δωματίου κοιμόταν ένα μωρό μέσα σε μια σκαφοειδή κούνια από κορμό κυπαρισσιού, κρεμασμένη από ένα καρφί στον τοίχο. «Οι γυναίκες», συνεχίζει ο περιηγητής, «φασκιώνουν τα μωρά τους μέσα σ’ ένα κομμάτι από τραχύ ύφασμα, και τα δένουν γύρω γύρω σφιχτά μ’ ένα κορδόνι».

Στις περιπλανήσεις του μέσα στο χωρισμένο σε δυο συνοικίες χωριό, επισήμανε ένα μικρό υπαίθριο σχολείο, καθόσον κάτω από τον ωραίο ελληνι­κό ουρανό, όλοι οι χώροι άθλησης και συναθροίσεων, πλην των εκκλησιών, βρίσκονται πάντοτε κάτω από τη σκιά ενός δένδρου ή σ’ έναν αερικό χώρο. Ο μεγαλύτερος σε ηλικία μαθητής διάβαζε μεγαλοφώνως μια φράση, την οποία επαναλάμ­βαναν οι συμμαθητές του σαν ψαλμωδία σε διαφορετικούς τό­νους, κι αυτό έδινε τη δυνατότητα στο δάσκαλο, όταν έρχο­νταν αδιάβαστοι, να τους διορθώνει έναν έναν ξεχωριστά». Απ’ αυτή την πλευρά, η θέα των βουνών είναι μεγαλοπρεπής και μαγευτική, το έδαφος είναι εγκατεσπαρμένο με ερείπια, και ο κ. Διδότος αποτύπωσε μια επιγραφή από μια στρογγυλή πέτρα, πάνω στην οποία το μάτι του έπεσε τυχαία. Είναι ενδεχό­μενο να ανήκε στη Θόλο, που τη μνημονεύει και ο Παυσανίας.

Συνεχίζοντας την κατάβαση προς το ιερό άλσος του Ασκληπιού, το και σήμερα ακόμη αποκαλούμενο Ιερό, διασχίζουμε τους συνοικισμούς Περί και Κορόνι. Αυτός ο τελευταίος ανακαλεί στη μνήμη μας το όνομα της μητέρας του θεού που λατρευόταν εδώ κατά την αρχαιότητα. Ο Παυσανίας πληροφορεί τον ταξιδιώτη ότι υπήρχε κάπου εδώ κι ένας ναός. Κρίνοντας από τον αριθμό των οχυρών τα οποία υψώνονται σ’ όλες τις διαβάσεις, αρχίζοντας από το φρούριο του Ναυπλίου, αποκομίζουμε την εντύπωση ότι η περιοχή αυτή είχε ανάγκη εντατικής επαγρύπνησης, ώστε να προστατεύεται η προς την Αργολίδα πλευρά της. Αμέσως μόλις βγούμε από το Κορόνι μπαίνουμε σ’ ένα φαράγγι, φρουρούμενο από δυο πύργους, και σε μικρή απόσταση από εκεί πατάμε πάνω στα θεμέλια ενός τείχους, το οποίο τη χώριζε από μια άλλη πεδιάδα, τριγωνικού σχήματος και με πλήθος συσσωρευμένων ερειπίων. Δεν συναντάμε, επί δέκα και πλέον λεπτά, τίποτε άλλο παρά χαλάσματα, ενώ λίγη ώρα μετά βλέπουμε έναν ερειπωμένο περίστυλο ναό, απ’ όπου φτάνουμε σ’ έναν περίβολο, γνωστό με την ονομασία Ιερό.

Ο ναός του Ασκληπιού καταλάμβανε μια έκταση εξισούμενη με την επιφάνεια μιας ολόκληρης πόλης: ας σταθεί λίγο ο οδοιπόρος στο χώρο του απέραντου και θαυμαστού αυτού θε­ραπευτηρίου, όπου πρόστρεχαν από κάθε σημείο της χώρας οι άρρωστοι για ν’ ανακτήσουν την υγεία τους και να καθυστερή­σουν λίγο την για όλους αναπόφευκτη μοιραία στιγμή.

Άραγε πόσοι και πόσοι θησαυροί της αρχαιότητας δεν παραμένουν α­κόμη κρυμμένοι κάτω απ’ αυτή τη γη, ανάμεσα στα λουτρά, τους ναούς, τα αμφιθέατρα, τα θέατρα κι ανάμεσα σε πληθώρα τάφων που σίγουρα θ’ ανευρίσκονταν αν κατάφερνε η Ελλάδα ν’ απελευθερωθεί από τον ατιμωτικό τουρκικό ζυγό;

Τον οπτικό ορίζοντα του ιερού άλσους κλείνουν οι αρμο­νικές οροσειρές του Αραχναίου, του Τιτθίου και του Κυνορτίου με τις απογυμνωμένες κορυφές τους και με τις πλαγιές τους, τις κατάφυτες από σχίνους, μυρτιές, κέδρους και από δελφικές δάφνες που μ’ αυτές πλέκονταν τα στεφάνια των ιε­ρέων της Επιδαύρου.

Εδώ, στο Ιερό, οι Ασκληπιάδες διδά­σκονταν τη θεία τέχνη του Ιπποκράτη, του μεγάλου άνδρα ό­λων των αιώνων, που η ορθότητα των Αφορισμών του επι­σφραγίστηκε από το χρόνο. Έπρεπε να εκφραστεί με κανόνες, κι αυτοί οι κανόνες έγιναν χρησμοί: καθότι η τέχνη διαρκεί αι­ώνια, ενώ η ζωή είναι εφήμερη, και τα λόγια, όπως κι η φήμη του άρχοντα της ιατρικής θα παραμείνουν αθάνατα.

Θα λέγαμε ότι, σε γενικές γραμμές, όλοι οι ναοί του Ασκληπιού στην Ελλάδα, την Ασία και την Ιταλία, κτίστηκαν πάνω σ’ ένα πανομοιότυπο σχέδιο, το οποίο μιμήθηκε κατά καλή τύχη κι ο διάσημος αρχιτέκτων μας, ο Gondoin, όταν έ­κτισε την Ιατρική Σχολή των Παρισίων.

Τοποθετούσαν το άγαλμα του θεού πάνω στο άνοιγμα ενός πηγαδιού, οι αναθυ­μιάσεις του οποίου επενεργούσαν πάνω σ’ αυτό, όπως επενερ­γούσε και το λάδι που έκαιγε στη βάση του αγάλματος της Αθηνάς στην Αθήνα, και διατηρούσε τη στιλπνότητα του ελε­φαντοστού, του περιεχομένου μέσα στη σύνθεση του αγάλμα­τος. Το άγαλμα του Ασκληπιού ήταν έργο του Θρασυμήδη, γιου του Αρίγνωτου από την Πάρο.

Μερικά σπίτια ήταν κτισμένα γύρω απ’ αυτό το ναό για τη φιλοξενία όσων έρχονταν ν’ αποθέσουν στον Ασκληπιό τις προσφορές τους, ενώ υπήρχε κι ένα κυκλικό οικοδόμημα από λευκό μάρμαρο, εμπλουτισμένο με ζωγραφικές του Παυσία.

Μέσα στο ναό, ή ίσως εννοούσε ο συγγραφέας μέσα στο ιερό άλσος, το αποκαλούμενο Ιερόν, είχαν ανεγείρει ένα θέατρο το οποίο, όπως και η Θόλος, ήταν έργο του Πολυκλείτου. Η ύπαρξη ενός περιστυλίου για τους περιπάτους ή τους διαλογισμούς, καθώς κι ενός θεάτρου, κα­ταδεικνύουν ότι οι λειτουργοί του θεού της Επιδαύρου γνώρι­ζαν καλά ότι η θεραπεία της ψυχής είναι πολύ συχνά περισσότερο επιτακτική απ’ ό,τι η θεραπεία του σώματος. Ίσως και ν’ ασχολήθηκαν λίγο με τις περιπτώσεις κατάθλιψης και υποχον­δρίας, αλλά το βέβαιο είναι ότι δεν επέτρεψαν ποτέ την αναπαράσταση του αριστοφανικού Πλούτου, ενός έργου στο οποίο διακωμωδούνται τόσο οι ιερείς του Ασκληπιού, όσο κι εκείνα τα κολλύρια τους, που μετέβαλλαν σε αόμματους όσους έβλεπαν καλά, ενός έργου στο οποίο διακωμωδούνται οι εμπειρι­κές συνταγές τους, αλλά κι ο ίδιος ο θεός, που η καυστική σά­τιρα του Αριστοφάνη τον είχε γελοιοποιήσει στα μάτια των Αθηναίων. Αν και τα πάντα εκφυλίζονται κι εξευτελίζονται υπό το κράτος της δεισιδαιμονίας, είναι πολύ πιθανόν στην Επίδαυρο να μην υπήρχαν μόνο συκοφάντες, αν αληθεύει η πληροφορία ότι από εδώ άντλησε ο Ιπποκράτης όλο το υλικό του για τα έργα που μας άφησε.

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Η διάμετρος του θεάτρου, του κτισμένου μέσα στην κοιλό­τητα ενός λόφου ο οποίος δεν ξεπερνά και πολύ το ύψος των τελευταίων κερκίδων είναι είκοσι έξι μέτρα. Υπάρχουν πενή­ντα εννέα βαθμίδες, και σώζονται κι αυτές, όπως και το κοί­λον, σε αρίστη κατάσταση. «Την ώρα που ο νεαρός Ροδίτης συνταξιδιώτης μου», συνεχίζει ο κ. Διδότος, «στεκόταν στο σημείο όπου άλλοτε ήταν η σκηνή, απαγγέλλοντας στίχους του Σοφοκλή, εγώ καθόμουν σε διαφορετικά κάθε φορά σημεία του θεάτρου, θέλοντας ν’ αποτιμήσω την απόδοση της φωνής του. Αν κι αυτή ήταν μάλλον υπόκωφη, γιατί πιθανόν τα δενδράκια και τα χαμόκλαδα που φύτρωναν ανάμεσα στις κερκίδες να άμβλυναν τον ήχο, δεν μου διέφευγαν μολαταύτα παρά ελάχιστες λέξεις, κι αυτό, μόνο όσες φορές στεκόμουν στο υψηλότε­ρο σημείο του θεάτρου, και μόνο όταν βρισκόμουν από την πλευρά που φυσούσε ο άνεμος.

Θα έπρεπε, από μια τέτοια απόσταση, να φαίνονταν μικροσκοπικοί οι θεατές, και καθώς δεν ήταν εύκολο να διακρίνει κανείς τα χαρακτηριστικά τους, ούτε να συλλάβει τις εκφράσεις του προσώπου τους που δεν φωτιζόταν, όπως γίνεται στα δικά μας θέατρα, καθίσταται αυτονόητο ότι η για τα δικά μας μέτρα η γελοία χρήση του προσωπείου και του κοθόρνου είχε αποδειχτεί απαραίτητη γι’ αυτούς, έτσι ώστε να δημιουργείται μια εντονότερη εντύπωση πάνω στην υπαίθρια σκηνή».

Από το κέντρο του θεάτρου της Επιδαύρου ατενίζουμε το Αραχναίον όρος, στην κορυφή του οποίου είδε η Κλυταιμνή­στρα τη λάμψη των φρυκτωριών, σημάδι που της ανήγγειλε την καταστροφή της Τροίας. Ο Θεοδόσιος ήταν αυτός που έδωσε τη χαριστική βολή στην Επίδαυρο. Τα ερείπια της μαρτυρούν τη βαρβαρότητά του καθώς κι εκείνη των ανόητων θεολό­γων, τις βουλές των οποίων εκτελούσε.

Όσο κι αν ο περιηγη­τής θρηνεί για την κατάρρευση των μνημείων του ιερού άλ­σους του Ασκληπιού, ας μη νομίσει ότι χάθηκαν τα πάντα. Αν εκείνος επιχειρούσε, και προπάντων αν οι Έλληνες επανακτού­σαν τη θέση τους ανάμεσα στα έθνη, κι αν ανέσκαπταν αυτούς τους θαμνόφυτους λόφους, θα ανακάλυπταν εκεί μέσα μνημεία, έργα ανθρώπων που αντάξιοί τους ουδέποτε θα φανούν οι σύγχρονοι. Άλλοτε, κάτω απ’ αυτά τα υψώματα με τις μυρτιές υπήρχαν οι ναοί της Αρτέμιδος, της Αφροδίτης και της Θέμι­δος.

Όποιος πιει από το νερό της πηγής εκείνης που κοντά της θα σταθεί για να ξεδιψάσει, ας θυμηθεί ότι πλησιάζει στο στάδιο, όπου οι άρρωστοι μπορούσαν με το τρέξιμο ν’ απαλ­λαγούν από τις εμφράξεις ή ν’ ανακτήσουν την όρεξή τους, όπως ακριβώς γίνεται και με τα ιαματικά νερά, τα οποία οι γιατροί συστήνουν σε πολλές περιπτώσεις στους αρρώστους τους, μην έχοντας να προτείνουν καμιά καλύτερη λύση.

Τα λουτρά του θεού της Επιδαύρου, που τα τίμησαν ως και στο πρόσωπο της συζύγου του, της Ηπιόνης, της οποίας έστησαν και το άγαλμα, εύκολα θα αναγνωρίζονταν, όπως άλλωστε και τα ερείπια του ναού των Επιδωτών θεών, της θεάς Σαλώς, του Αιγυπτίου Απόλλωνα, καθώς και η στοά του Κοτύου, αποκαταστημένη από τον Αντωνίνο, ο οποίος διαδέχτηκε το 138 μ.Χ. το θετό πατέρα του, Αδριανό.

Βγαίνοντας από τον ιερό περίβολο, δεξιά μας, κάτω από ένα δένδρο, βλέπουμε μια όμορφη πηγή και σχεδόν αμέσως μετά περνάμε ένα ρυάκι που έρχεται από δεξιά και ρέει, όπως και άλλα δυο μικρά ποταμάκια, προς την κατεύθυνση του Αργολικού κόλπου. Συναντάμε ορισμένα κτίσματα, ενώ η κοι­λάδα στενεύει διαμορφώνοντας μια κλεισούρα που παλαιότερα φράχτηκε από ένα οχυρωματικό τείχος, τα θεμέλια του οποίου είναι ορατά και σήμερα ακόμη, και μετά από τρία λεπτά περ­νάμε πάνω από τα χαλάσματα ενός δεύτερου τείχους. Στο ση­μείο αυτό, διαβαίνουμε ένα ποταμάκι με δενδροστοιχίες από ροδοδάφνες και ροδιές δεξιά κι αριστερά του, και εισχωρούμε σ’ ένα πλαισιωμένο από βράχους φαράγγι, ανάμεσα στους οποίους παρεμβάλλονται ευωδιαστά πεύκα. Το φαράγγι τερματίζεται στη διασταύρωση ενός μονοπατιού, κι εμείς το ακλουθούμε για να φτάσουμε ως το Λυγουριό.

Φαίνεται ότι η περιοχή γύρω από το άλσος του Ασκληπι­ού είχε οχυρωθεί με ιδιαίτερη επιμέλεια, κι αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι είχαν εναποτεθεί αξιόλογοι θησαυροί στη φύ­λαξη των θεών, κι ότι ίσως χωρίς την οχύρωση αυτή οι άρρωστοι να μην προστατεύονταν από τις επελάσεις των λεηλατητών ή των πειρατών, ανθρώπων που αψηφούσαν τον Δία και τον κεραυνό του. Όταν βρεθούμε στο σημείο όπου αρχίζει ένας καλοκαλλιεργημένος κάμπος, κατάφυτος από λιόδενδρα, ανδράχνες κι από ένα σωρό άλλα δενδρύλλια με τους ανάμει­κτους αρμονικούς χρωματισμούς των φυλλωμάτων τους, δεν απέχουμε πλέον από το Ιερό παρά μισή μόνο λεύγα.

Η πεδιά­δα ξετυλίγεται συνεχώς, κι εμείς ατενίζουμε τη χερσόνησο των Μεθάνων, την Αίγινα και μια πληθώρα από νησάκια που προ­βάλλουν σαν βωμοί εγκατεσπαρμένοι μέσα στο Σαρωνικό κόλ­πο. Αφού αφήσουμε αριστερά μας ένα χωριουδάκι κτισμένο πάνω στο Αραχναίο όρος, περνάμε μπροστά από έναν τύμβο, πιθανόν τον τάφο της Υρνηθούς, συζύγου του Δηϊφόντη, βασι­λιά της Επιδαύρου. Χωρίς η άποψη αυτή να είναι απόλυτα ε­ξακριβωμένη, ενέχει ωστόσο αρκετή αληθοφάνεια, αφού ο Παυ­σανίας αναφέρει ότι είχε στηθεί ένα ηρωικό μνημείο προς τι­μήν του βασιλιά της Επιδαύρου μέσα σ’ έναν ελαιώνα, ειδικά αφιερωμένον σ’ αυτόν. Από εδώ ως την Επίδαυρο είναι μισή λεύγα δρόμος, ενώ η συνολική πορεία από το Ιερό υπολογίζε­ται σε δυο ώρες.

Η Επίδαυρος, αποκαλούμενη αρχικά Επίκαρος, πήρε το ιστορικό όνομα της από έναν ήρωα καταγόμενο από τον Δία.

Ο Στράβων αναφέρει ότι η Επίδαυρος συγκαταλεγόταν ανάμεσα στις ξακουστές πόλεις, «ιδιαίτερα χάρη στην ακτινοβολία του Ασκληπιού, που είχε τη φήμη ότι γιάτρευε πάσα νόσο». Η πόλη ήταν κτισμένη, όχι όπως γράφει ο Στράβων στο μυχό του Σαρωνικού κόλπου, αλλά, όπως εύστοχα παρατήρησε ο κ. Gosselin, στη μέση περίπου της δυτικής ακτής αυτού του ίδιου κόλπου. Θα πρέπει να ήταν μια αξιόλογη πολιτεία, αν υποτε­θεί ότι καταλάμβανε μια έκταση δεκαπέντε σταδίων πάνω στην παραλία, πράγμα διόλου απίθανο, αν κρίνουμε από τη σπουδαιότητα που της αποδίδει ο Θουκυδίδης και πολλοί άλλοι αρχαίοι συγγραφείς. Ο Παυσανίας παραθέτει ανάμεσα στα πιο λαμπρά οικοδομήματά της, τους ναούς του Ασκληπιού, της Αφροδίτης και της Ήρας.

Τα μνημεία της κατέρρευσαν, οι λόχμες που σκεπάζουν τα ερείπια αυτής της πόλης κρύβουν ως και τα χαλάσματά της, αλλά το ελάχιστα αλλοιωμένο όνομά της θυμίζει στον οδοιπόρο ότι πατάει στα εδάφη εκείνα που κοσμούνταν και δοξάζονταν κάποτε από τα ερείπια αυτά. Από μερικούς δωρικούς κίονες συμπεραίνουμε ότι αυτοί ανήκαν στο ναό της Ήρας, του οποίου τα θεμέλια και σίγουρα τα γλυ­πτά θα ξαναβρίσκαμε αν είχαμε τη δυνατότητα να κάνουμε ανασκαφές. Τα τελευταία χρόνια ανακαλύφτηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα, προερχόμενα από το ναό του θεού της Επιδαύρου, και θα ήταν ενδιαφέρον να τα ανέσυρε κανείς στην επιφάνεια και να τα μελετούσε, αφού χρησίμευσαν ως πρότυπα στους να­ούς της θεσσαλικής Τρίκκης, της Κω, της μεσσηνιακής Τρίκκης, και σ’ όλους τους ναούς τους αφιερωμένους κατά την αρχαιότητα στον Ασκληπιό, το γιο του Απόλλωνα.

Τόσο τα τείχη της, όσο και τα κατάλοιπά της, και η γρα­φικότητα του λιμανιού της, αλλά και η οχυρή θέση της σ’ ένα περιβαλλόμενο από βουνά κοίλωμα, μέσα στο οποίο εντοπίζε­ται η Επίδαυρος, υποδηλώνουν ότι θα πρέπει η πόλη αυτή να ήταν, ως το Μεσαίωνα, ισχυρή και αρκετά ανθηρή. Η ανάμειξη ελληνικών και ρωμαϊκών ερειπίων μαρτυρεί ότι διήλθαν από εδώ δυο λαοί, κι είναι εύκολος ο διαχωρισμός αυτών των ερει­πίων, όπως εύκολη είναι και η αποτίμηση της αξίας τους, χά­ρη στην ύπαρξη μερικών ελληνικών τάφων, κοσμημένων με ακρωτηριασμένες πλέον μορφές. Η στάση των μορφών αυτών, αλλά και η τεχνοτροπία των καλλιτεχνών μαρτυρούν ότι πρόκειται για μνημεία του χρυσού αιώνα, ενώ αντιθέτως τα έργα των Ρωμαίων είναι χονδροειδή και άτεχνα.

Ο Χαλκοκονδύλης αναφέρει ότι ο Μωάμεθ Β’ είχε εκδηλώσει την επιθυμία ν’ α­ντικρίσει την Επίδαυρο και να την καταλάβει, αν κι αυτή η πόλη ήταν μια από τις πλέον κατεστραμμένες ανάμεσα στις υ­φιστάμενες τότε.

Ο Thévet την περιγράφει με τα ακόλουθα περίπου λόγια: «Διερχόμενοι από εδώ, επισκεφτήκαμε κι αυ­τό τον τόπο, όπου κατοικούν Έλληνες χριστιανοί, φτωχοί μεν αλλά αρκετά καλοσυνάτοι άνθρωποι, συγκρινόμενοι με τους υ­πόλοιπους. Μου έδειξαν το ομοίωμα ενός παιδιού που το θη­λάζει μια γίδα, κι έχει κοντά του για φύλακα ένα σκυλί. Ακτί­νες περιέβαλαν το πρόσωπο του παιδιού, όπως οι ακτίνες του ήλιου: μου είπαν ότι επρόκειτο για μια αναπαράσταση του Ασκληπιού, ο ναός του οποίου βρισκόταν στο γνωστό μέρος». Ένα άθλιο χωριό και μερικές καλύβες είναι όλο κι όλο ό,τι α­πέμεινε από την Επίδαυρο, όπου η ατμόσφαιρα είναι τόσο νο­σηρή, ώστε αρκεί να κοιμηθείς εκεί μια μόνο νύχτα για να προσβληθείς από ελώδη πυρετό. Αντίθετα, το Ιερό, που οι Έλληνες το γράφουν Γερό, δηλαδή υγιεινό, φημίζεται ως η πιο υγιεινή περιοχή της Επιδαυρίας. Είθε ο ξένος που θα προσεγγίσει στο πάντα απάγκιο για τους θαλασσοπόρους λιμάνι της, να έρθει κάποτε να προσκυνήσει το λίκνο του χρυσοπόγωνα Ασκληπιού, αλλά και το λίκνο ενός λαού που επανέκτησε τη θέση του μέσα στον πολιτισμένο κόσμο!

 

Πηγές 


  • Pouqueville, Francois Charles Hugues, «Voyage dans la Grece», Paris : Chez Firmin Didot, Pere et Fils, 1822.
  • Φραγκίσκου  Πουκεβίλ, «Ταξίδι στην Ελλάδα / Πελοπόννησος», Εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα, 1997. 

 

Διαβάστε ακόμη: 

 

Read Full Post »

Πολύκλειτος ο νεότερος

 

 

 

Ιππόλυτος - Είσοδος του χορού. Επίδαυρος 1954. Αρχείο Θεατρικού Μουσείου.

Ιππόλυτος - Είσοδος του χορού. Επίδαυρος 1954. Αρχείο Θεατρικού Μουσείου.

Αργείος  αρχιτέκτονας και γλύπτης. Ήταν ο αρχιτέκτονας του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου, χωρητικότητας 14.000 θεατών, μοναδικό για την ακουστική του τελειότητα, το κάλος και την αρμονία που το καθίστα το επισημότατο των θεάτρων του αρχαίου κόσμου. Το μνημείο έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Π. Καββαδία τα έτη 1881-83. Στις αρχές του 5ου αιώνα χτίστηκε το πέτρινο θέατρο την Αθήνα. Από τότε λίγα χρόνια πέρασαν μέχρι που η Ελληνική μεγαλοφυΐα κατασκεύασε το τελειότερο ανάμεσα σ΄ αυτά τα οικοδομήματα. Ο Πολύκλειτος δηλαδή κατασκεύασε  στο ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, αξιοθέατο θέατρο, που ήταν βέβαια μικρότερο στο μέγεθος από αυτό της Μεγαλόπολης, στην ομορφιά όμως και στην αρμονία το πιο σημαντικό θέατρο του αρχαίου κόσμου. Ο ίδιος ο Πολύκλειτος κατασκεύασε στο ίδιο ιερό,  κοντά στο ναό του Ασκληπιού τον ονομαζόμενο Θόλο ένα στρογγυλόσχημο οίκημα από λευκή πέτρα, στο οποίο ο Παυσίας ζωγράφισε τον Έρωτα ν΄ αφήνει κάτω το τόξο και τα βέλη και αντί γι΄ αυτά να παίρνει τη  λύρα. Εδώ ήταν ζωγραφισμένη και η Μέθη να πίνει από γυάλινο ποτήρι. Η Θόλος της Επιδαύρου έχει έως σήμερα τη φήμη του τελειότερου κυκλικού οικοδομήματος της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής.

 

Μέσα στον περίβολο υπήρχαν και στήλες, πριν από τον Παυσανία περισσότερες, αλλά στα χρόνια του είχαν μείνει έξι, πάνω στις οποίες ήταν γραμμένα τα ονόματα ανδρών και γυναικών που τους θεράπευσε ο Ασκληπιός, κι ακόμα και η αρρώστια από την οποία έπασχε ο καθένας και ο τρόπος της θεραπείας. Το μνημείο αυτό ανακαλύφθηκε στις ανασκαφές που έγιναν· είναι κυκλικό οικοδόμημα που περιβάλλεται από δύο γραμμές κιόνων, από τις οποίες η εξωτερική είναι Δωρικού ρυθμού, ενώ η εσωτερική Κορινθιακού, που έχει περίεργο και πρωτοφανές κιονόκρανο. Το μεγαλύτερό του μέρος είναι μαρμάρινο και οι αρχιτεκτονικές του μορφές είναι υψηλής αισθητικής αξίας, εφάμιλλες μ΄ αυτές  του Ερεχθείου.

 

Από το ακόλουθο επίγραμμα του Πολιανού που αναφέρεται στην εικόνα της Πολυξένης, φαίνεται καθαρά, ότι ο Πολύκλειτος ήταν και ζωγράφος ( Ελλ. Ανθολ. 3,267). Άλλο μάλιστα επίγραμμα του Τullius Geminus (Anall. 2p. 279.n. e. Ελλ. Ανθολογίαν)  πραγματεύεται την ιστορία του Σαλμονέα ο οποίος ακόμα βρίσκεται στον Άδη και (μαστιγώνεται) ταλαιπωρείται από τον κεραυνό του Δία.  Άλλοι όμως ισχυρίζονται πως τις δυο τούτες εικόνες δεν τις κατασκεύασε ο Πολύκλειτος, αλλά ο Πολύγνωτoς. Άδε Πολυκλείτειο…όλος πόλεμος.

 

 

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008. 
  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900.

 

 

 

Read Full Post »

Ίσυλλος

 

Ποιητής από την Επίδαυρο. Έζησε το 300 π.Χ. Στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου, βρέθηκε πλάκα με έξι ποιήματά του, εκ των οποίων το ένα ήταν αφιερωμένο στον « Απόλλωνα και τον Ασκληπιόν». Από αυτό το ποίημα ενισχύεται η παράδοση της Θεσσαλικής καταγωγής του Ασκληπιού.

 

Σύμφωνα λοιπόν με τον Ισύλλο, ο Φλεγύας δεν ήρθε από την Θεσσαλία στην Πελοπόννησο αλλά ήταν από την Επίδαυρο.  Παντρεύτηκε όμως γυναίκα από την Θεσσαλία, την ωραία Κλεοφήμη, κόρη της Μούσας Ερατώς και του Μάλου.

 

Από την Κλεοφήμη ο Φλεγύας απέκτησε μια κόρη, την Αίγλη ( Άσγλη), η οποία ονομάστηκε Κορωνίς. Ο Απόλλωνας την είδε, την ερωτεύτηκε και κοιμήθηκε μαζί της. Από αυτή την ένωση γεννήθηκε ο Ασκληπιός.

 

Τα ποιήματα αυτά γραμμένα σε πλάκα ύψους 1,27 και πλάτους 0,53 τα βρήκε ο αρχαιολόγος Παναγής Καββαδίας, στις ανασκαφές  του 1884.

 

 

Πηγή

 

  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900.

Read Full Post »

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

 

 

Γενικά

 

Στην Ακρόπολη της αρχαίας πόλης της Επιδαύρου και στην Ν.Δ. πλαγιά της, ιδρύθηκε σε παλαιότερη του Ασκληπιείου περίοδο, το μικρό θέατρο, για τις δημόσιες ανάγκες έκφρασης της εποχής, κυρίως όμως για τα δρώμενα της Διονυσιακής λατρείας, γι’ αυτό και ήταν αφιερωμένο στον θεό Διόνυσο. Από τις αφιερωματικές επιγραφές, προκύπτει ότι η κατασκευή του θεάτρου, πραγματοποιήθηκε τον 4ο π.Χ. αι., από χορηγίες εξεχόντων αρχόντων και επιλέκτων προσώπων της τοπικής κοινωνίας, εκείνης της εποχής.

 
Χαρακτηριστικό του θεάτρου είναι οι επιγραφές, που αποτελούν ένα πραγματικό – ζωντανό μουσείο. Για τον λόγο αυτό αποκαλείται και «λαλούν θέατρο». Μετά από 23 αιώνες σιωπής, το 1971 άρχισε η ανασκαφή του.


Κάθε Ιούλιο, εδώ στο μικρό θέατρο, πραγματοποιούνται σημαντικές μουσικές εκδηλώσεις από το Υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο τις εντάσσει στο πρόγραμμα των θερινών πολιτιστικών δραστηριοτήτων του Ε.Ο.Τ., που με την σειρά του, από το 1998 έχει αναθέσει την οργάνωση παραγωγής & εκτέλεσης των προγραμμάτων του «Μουσικού Ιουλίου», στον οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

 

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

 

Ίδρυση

Η αρχική μορφή του θεάτρου της πόλης της Επιδαύρου τοποθετείται στον 4ο π.Χ. αι. Αντίθετα από το διάσημο, περίπου σύγχρονο θέατρο του Ασκληπιείου που προοριζόταν να δεχτεί μεγάλα πλήθη προσκυνητών από ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο κατά τις εορτές, αυτό προοριζόταν να καλύψει μόνο τις ανάγκες των κατοίκων της μικρής πόλης. Έτσι το μέγεθός του ήταν πολύ μικρότερο (9 κερκίδες με 18 σειρές εδωλίων, χωρητικότητας περίπου 2.000 θέσεων). Όλα τα λίθινα εδώλια φέρουν επιγραφές με ονόματα αξιωματούχων – χορηγών από τα οποία μαθαίνουμε ότι το επιδαύριο θέατρο ήταν αφιερωμένο στο θεό Διόνυσο. Η κατασκευή του θεάτρου πρέπει να διήρκεσε από τον 4ο π.Χ. αι. μέχρι τα Ελληνιστικά χρόνια. Κατά τη διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας το θέατρο υπέστη ριζική αναμόρφωση, τα εδώλια αναδιατάχθηκαν, η ορχήστρα έγινε ημικυκλική και το αρχικό σκηνικό οικοδόμημα έδωσε τη θέση του σε ένα νέο, χτισμένο πλησιέστερα στο κοίλο. Ο χώρος φιλοξενούσε παραστάσεις δράματος και άλλες θρησκευτικές και δημόσιες εκδηλώσεις της πόλης. Ο Παυσανίας που επισκέφθηκε την πόλη της Επιδαύρου στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. αναφέρει τους ναούς, την αγορά και το λιμάνι αλλά για το θέατρο δεν κάνει λόγο.

Αρχαιολογικό χρονικό

Το μικρό θέατρο της Επιδαύρου λειτούργησε επί περίπου επτά αιώνες. Όταν εντοπίστηκε ήταν ολοκληρωτικά καλυμμένο από έναν ελαιώνα. Η ανασκαφή του ξεκίνησε από την Ευ. Δεϊλάκη στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 και εξελίχθηκε αργά. Για αρκετά χρόνια μεμονωμένοι κυβικοί όγκοι χώματος με ελαιόδεντρα προεξείχαν ανάμεσα στα εδώλια του ημιανεσκαμμένου κοίλου προσφέροντας ένα περίεργο θέαμα στους επισκέπτες που αντίκριζαν το χώρο από την περίφραξη. Ύστερα από διακοπή, η ανασκαφή ξανάρχισε τη δεκαετία του ΄90 και συνεχίζεται πλέον συστηματικά μέχρι σήμερα μαζί με εργασίες αναστήλωσης και ανάδειξης από την Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου (ΕΣΜΕ) του ΥΠ.ΠΟ.. Αποκαλύφθηκε η μορφή που είχε πάρει το θέατρο κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Η θέση του προσκηνίου ήταν κοντά στο κοίλο δίνοντας στην ορχήστρα ημικυκλική περίπου μορφή. Από το κατώτερο τμήμα του τοίχου του προσκηνίου σώζονται κάποια τμήματα, ενώ σε καλύτερη κατάσταση είναι ο τοίχος της σκηνής που είχε επενδυθεί με ορθοστάτες, κίονες, κλπ. Κατά την ύστερη ρωμαϊκή εποχή το προσκήνιο διαμορφώθηκε διαφορετικά. Από την τελευταία αυτή φάση σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση ο τοίχος του προσκηνίου. Τα λίθινα εδώλια που λείπουν από τις ανώτερες σειρές χρησιμοποιήθηκαν κατά την ύστερη αρχαιότητα για την κατασκευή οχυρωματικού τείχους στην κορυφή της χερσονήσου. Μέρος του κοίλου και του σκηνικού οικοδομήματος καλύπτεται από την παρακείμενη αγροτική οδό. Μία παλιά διώροφη κατοικία ορθώνεται ακόμη πίσω από το χώρο της σκηνής. Ως αποτέλεσμα των εργασιών αποκατάστασης που πραγματοποιεί η ΕΣΜΕ στο αρχαίο θέατρο είναι και η συνεχής αύξηση των διατιθεμένων θέσεων για τις θερινές παραστάσεις (σήμερα διατίθενται περίπου 800 θέσεις).

Πηγές

 

  • Δήμος Επιδαύρου
  • Υπουργείο Πολιτισμού
  • Ελληνικό Φεστιβάλ

  

Read Full Post »

Θόλος/ Θυμέλη Ασκληπιείου Επιδαύρου

 

 

«Απέναντι από τον ναό (του Ασκληπιού) είναι ο τόπος που κοιμούνται οι προσκυνητές του Θεού. Ένα κυκλικό οικοδόμημα, κτισμένο εκεί κοντά, από μάρμαρο, η λεγόμενη θόλος, είναι άξιο θέας.. Μέσα στην Θόλο υπάρχει ζωγραφική παράσταση του Παυσίου, που παριστά τον Έρωτα να έχει παρατημένα τα βέλη και το τόξο και να έχει πάρει και να κρατεί την λύρα. Είναι επίσης ζωγραφισμένη η Μέθη εδώ να πίνει από γυάλινη κούπα, έργο και τούτο του Παυσίου. Η κούπα φαίνεται σαν αληθινή γυάλινη και μπορεί κανείς να ιδεί διά μέσου αυτής το πρόσωπο  της γυναίκας».

                                                                                   Παυσανίου Κορινθιακά 27, 3

 

Η Θόλος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου

Η Θόλος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου

 

Η Θόλος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου ή Θυμέλη σύμφωνα με τη σχετική οικοδομική επιγραφή, οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 365 και του 335 π.Χ., στο πλαίσιο του μεγάλου οικοδομικού προγράμματος του Ιερού, αμέσως μετά την ολοκλήρωση κατασκευής του ναού του Ασκληπιού. Ο Παυσανίας, περιηγητής του 2ου αιώνα μ.Χ., αναφέρει ότι αρχιτέκτονας της Θόλου ήταν ο Πολύκλειτος από το Άργος.


Η Θόλος της Επιδαύρου έχει έως σήμερα τη φήμη του τελειότερου κυκλικού οικοδομήματος της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής. Το κτίριο χαρακτηρίζεται από διατάξεις αρχιτεκτονικών στοιχείων σε τριμερή οργάνωση. Η ανωδομή του αποτελείτο από τρεις ομόκεντρους κυκλικούς δακτυλίους. Εξωτερικά υπήρχε πώρινη περίσταση από 26 δωρικούς κίονες, η οποία περιέβαλε έναν πώρινο σηκό. Μια δεύτερη κυκλική κιονοστοιχία από 14 μαρμάρινους κίονες με κορινθιακό κιονόκρανο διακοσμούσε το εσωτερικό του σηκού. Το δάπεδο στο εσωτερικό της κορινθιακής κιονοστοιχίας διαμορφωνόταν από λευκές και μαύρες ρομβοειδείς πλάκες σε ένα μοναδικής σύλληψης γεωμετρικό σχέδιο. Σύμφωνα με τον Παυσανία, στο εσωτερικό του σηκού υπήρχαν ζωγραφικές παραστάσεις του ζωγράφου Παυσία. Τόσο το δωρικό πτερό όσο και το κορινθιακό περιστύλιο στήριζαν οροφή με μαρμάρινα φατνώματα φυτικής διακόσμησης. Το κτίριο στεγαζόταν από κωνική ξύλινη στέγη καλυμμένη με ένα πολύπλοκο σύστημα μαρμάρινων κεραμίδων ενώ στην κορυφή της στέγης είχε τοποθετηθεί ένα περίτεχνο κεντρικό φυτικό ακρωτήριο.

Κάτω από το περίπλοκο δάπεδο υπήρχε ένας τριμερής υπόγειος χώρος. Οι κυκλικοί διάδρομοι που τον αποτελούσαν επικοινωνούσαν μεταξύ τους με ανοίγματα ενώ φράγματα στις κατάλληλες θέσεις ανάγκαζαν τον εισερχόμενο να ακολουθήσει μαιανδροειδή πορεία. Το κυκλικό σχήμα του κτιρίου, που συνήθως χαρακτηρίζει ταφικά οικοδομήματα, καθώς και η λαβυρινθώδης μορφή του υπογείου με τους σκοτεινούς διαδρόμους παραπέμπει στο χθόνιο χαρακτήρα του Ασκληπιού, επιτρέποντας την ερμηνεία της Θόλου ως κτίριο που στέγαζε την υπόγεια κατοικία του Θεού. Εξάλλου, σύμφωνα με το μύθο, ο Θεός θεράπευε τους πιστούς του μέσα από τη γη.

Προβλεπόμενη μερική αναστήλωση της Θόλου.

Προβλεπόμενη μερική αναστήλωση της Θόλου.

 

Η Θόλος, σημαντικό οικοδόμημα στη μυστηριακή λατρεία του Ασκληπιού και σε άμεση γειτνίαση με το ναό του Ασκληπιού και τη στοά του Αβάτου, ενσωματώθηκε στα κτίρια που περιέβαλε η στοά των υστερορωμαϊκών χρόνων. Καταστράφηκε για πρώτη φορά από το μεγάλο σεισμό του 6ου μ. Χ. ενώ γύρω στο 18ο αιώνα άρχισε η διαρπαγή των πώρινων μελών, η ασβεστοποίηση των μαρμάρων και η αφαίρεση των μεταλλικών στοιχείων της. Υλικό από τη Θόλο βρέθηκε επίσης εντοιχισμένο σε βυζαντινά μνημεία της ευρύτερης περιοχής. Μετά τις ανασκαφές του τέλους του 19ου αιώνα, από το μνημείο σώζονταν μόνο οι τρεις στερεοβάτες της ανωδομής και η υπόγεια τριμερής κατασκευή του λαβυρίνθου. Σημαντικό μέρος των διάσπαρτων αρχιτεκτονικών μελών της ανωδομής χρησιμοποιήθηκε σε συνεπτυγμένες αποκαταστάσεις των αρχών του 20ου αιώνα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου. Η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου εκτελεί από το 1994 πρόγραμμα μερικής αποκατάστασης του κτιρίου, στα πλαίσια του οποίου διαλύθηκαν οι παραπάνω αποκαταστάσεις. Σήμερα στο μουσείο εκτίθεται μόνο το κορινθιακό κιονόκρανο – παράδειγμα, που βρέθηκε προσεκτικά θαμμένο κοντά στο μνημείο.

 

Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου

 

 

θόλος ο [θólos] & θόλος η [θólos] : 1. καμπυλόσχημη, συνήθ. λίθινη κατασκευή για την κάλυψη ενός χώρου, της οποίας η πιο συνηθισμένη μορφή είναι η κυλινδρική: Hμισφαιρικός ~, τρούλος. Ο ~ με μικρό πλάτος λέγεται αψίδα. Kλειδί* του θόλου. ~ από πλίνθους / από μέταλλο / από τσιμέντο. Οι θόλοι των βυζαντινών ναών. Ο ~ του Πανθέου της Ρώμης. Ο ~ του αστεροσκοπείου. 2. για κτ. που μοιάζει με θόλο. α. (αστρον.) ουράνιος ~, νοητή κοίλη ημισφαιρική επιφάνεια που φτάνει ως τη γραμμή του ορίζοντα. β. (ανατ.) ονομασία για διάφορες κοιλότητες του σώματος: ~ του κρανίου / διαφράγματος. 3. (αρχαιολ.) κυκλικό οικοδόμημα με ημισφαιρική ή κωνική στέγη, που συνήθ. το περιέβαλλε μια σειρά κιόνων. 

[ελνστ. ὁ θόλος < αρχ. ἡ θόλος (μεταπλ. κατά τα άλλα αρσ. σε -ος)· λόγ. < αρχ. ἡ θόλος· λόγ. θόλ(ος) -ίσκος]

θυμέλη η [θiméli] : βωμός που βρισκόταν στο κέντρο της ορχήστρας των αρχαίων ελληνικών θεάτρων.

 

Λεξικό Τριανταφυλλίδη

 

Πηγή

 

  • Υπουργείο Πολιτισμού

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900
  • Αγλαϊα Αρχοντίδου Αργύρη, Αρχαιολόγος, Επίδαυρος Εκδ. ΑΠΟΛΛΩΝ
  • Burford, A, The Greek Temple Builders at Epidauros 1969
  • Νικ. Παπαχατζή, Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησης, Βιβλίο 2 και 3, Κορινθιακά και Λακωνικά, Αθήνα 1976, 204-216
  • ΥΠΠΟ-ΤΔΠΕΑΕ, Το έργο των επιστημονικών επιτροπών αναστήλωσης, συντήρησης και ανάδειξης μνημείων., Αθήνα 2006, 37

 

Read Full Post »

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου – Ανασκαφές του 1881

 

 

Επιδαυρίους δε εστι θέατρον εν τω ιερώ μάλιστα εμοί δοκεί θέας άξιον. Τα μέν γάρ Ρωμαίων πολύ δή τι υπερείχε των πανταχού τω κόσμω μεγέθει δε Αρκάδων το εν τη Μεγάλη πόλει˙ αρμονίας δε ή κάλλους ένεκα αρχιτεκτόνων ποίος ες άμιλλαν Πολυκλείτω γένοιτ᾽ αν αξιόχρεως. Πολύκλειτος γάρ και θέατρον τούτο και οίκημα το περιφερές ο ποιήσας ήν. ( Παυσανίας)

 

 

Καββαδίας Παναγής

Μέχρι το 1881 το θέατρο της Επιδαύρου θαμμένο στην χαράδρα του Κυνάρτειου όρους, έμενε σιωπηλό κρατώντας μυστική την αρχαία του δόξα. Ένας Κεφαλλονίτης όμως, ο Παναγής Καββαδίας, μετά τις σπουδές του, έταξε σκοπό της ζωής του την αποκάλυψη των αρχαιοτήτων  της Επιδαύρου και την δημιουργία Μουσείου. Βαθύς γνώστης όλων των σχετικών πληροφοριών και των αρχαίων συγγραφέων, στις 15 Μαρτίου του 1881 έφτασε στον ιερό χώρο του Ασκληπιού.

 

 

Ο Καββαδίας γρήγορα εντόπισε την θέση του θεάτρου. Το σχήμα της περιοχής μαρτυρούσε το μυστικό. Το κοίλο του θεάτρου πρόβαλλε νοερά ανάγλυφο στα μάτια του αρχαιολόγου. Όλος ο χώρος ήταν πυκνά δασωμένος και δύσβατος. Ήταν αδύνατο να προχωρήσει κανείς για να φτάσει στην κορυφή του. Αμέσως άρχισε η κοπή των δέντρων και σε μια εβδομάδα ο τόπος είχε καθαριστεί.

 

Χώματα και βράχοι είχαν συσωρευτεί στην πλαγιά. Τίποτα δεν μαρτυρούσε την ύπαρξη θεάτρου ή μέρους του. Ο χρόνος είχε παίξει το δικό του παιχνίδι. Ο Καββαδίας επέμενε. Άρχισε να σκάβει προσεκτικά. Μετά από πολλή προσπάθεια και συστηματική εργασία φάνηκε το κοίλο. Ανασκάφηκε η ορχήστρα και το υποσκήνιο. Σε βάθος 1,50 μέτρου.

 

Τοποθετήθηκαν στην θέση τους τα πεσμένα καθίσματα και φανερώθηκαν τα κτίσματα της σκηνής και οι είσοδοι του θεάτρου. Μέχρι και την Ρωμαϊκή εποχή το θέατρο βρισκόταν σε ακμή. Αυτό έδειχναν διάφορα ευρήματα και κυρίως ένα άγαλμα.

 

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Μετά την επικράτηση του χριστιανισμού το θέατρο αφέθηκε στην τύχη του. Άρχισε η φθορά και οι επιχωματώσεις. Κυρίως επήλθε η λήθη. Στην αρχή γκρεμίστηκε το ημικυκλικό τείχος.     Η κατολισθήσεις προκάλεσαν μεγάλες φθορές και κάλυψαν το κοίλον του θεάτρου. Αργότερα, μετά από μεγάλο σεισμό έπαθαν ζημιά τα διαζώματα και μετακινήθηκαν τα περισσότερα καθίσματα. Η σκηνή κατέρρευσε.

 

Η Τουρκοκρατία το βρήκε καλά κρυμμένο. Η φύση το προστάτεψε.* Τα σκοίνα, οι θάμνοι και τα δέντρα αποτέλεσαν φυσικό καμουφλάζ και το έσωσαν από άλλες καταστροφές, μολονότι οι ρίζες που φύτρωσαν ανάμεσα στους αρμούς μετακίνησαν από τις αρχικές δέσεις του τα καθίσματα. Από κάποιους η σκηνή διορθώθηκε και χρησίμευσε σαν κατοικία. Στο ανατολικό μέρος της οι Τούρκοι κατασκεύασαν καμίνι, ενώ μετέφεραν στο Άργος και το Ναύπλιο μαρμάρινο θρόνο και πολλά αγάλματα.

 

Οι θρόνοι του θεάτρου μοιάζουν με ανάκλιντρα και δεν έχουν διονυσιακή μορφή. Δεν υπάρχουν επιγραφές με τα ονόματα των αρχόντων της πόλης γιατί οι επισκέπτες και θεατές δεν ήταν επιφανείς άρχοντες  αλλά επίσημοι ξένοι που φιλοξενούσε ο Ασκληπιός.

Η θέση που χτίστηκε το αρχαίο θέατρο είναι προσεκτικά διαλεγμένο. Από το κοίλο ο θεατής βλέπει όχι μόνον τον εμπρός στο θέατρο περίβολο αλλά όλη την πεδιάδα και τα βουνά που το περιβάλουν.

 

« Το κοίλο του θεάτρου είναι μεγαλύτερο από ημικύκλιο, όπως γινόταν στην προ- Ρωμαϊκή εποχή και στα άκρα του, όπου το έδαφος δεν είχε το ίδιο ύψος, κατασκευάστηκε κρηπίδωμα. Στα άκρα του διαζώματος φαίνεται ότι υπήρχαν πύλες, γιατί οι δύο είσοδοι κοντά στην ορχήστρα δεν επαρκούσαν κάτω ζώνη διαιρείται με 25 σκάλες σε 24 κερκίδες, από τις οποίες σώζονται οι 22. Οι κερκίδες έχουν 55 σειρές καθισμάτων» ( Επ. Βρανόπουλος).

 

 

Υποσημείωση

 

 

* Τον 18ο αιώνα επισκέφτηκε την περιοχή της Επιδαύρου ο Άγγλος περιηγητής Chandler, ο  οποίος βρήκε το θέατρο σκεπασμένο από θάμνους που είχαν φυτρώσει στο συσσωρευμένο πάνω από τις κερκίδες χώμα.

 

 

Πηγές

 

  • Παναγής Καββαδίας, «Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου», Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 2006.
  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900.
  • Περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, Τεύχος 12, σελ. 42-43, 1984.

 

Read Full Post »

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου

 

 

Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό.


Το μνημείο κτίστηκε για να τελούνται σ΄ αυτό οι μουσικοί, ωδικοί και δραματικοί αγώνες των Ασκληπιείων. Επίσης δίνονταν σ’ αυτό παραστάσεις δραμάτων, που συμπεριλαμβάνονταν στην λατρεία του Ασκληπιού. Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ., το κοίλο του επεκτάθηκε και η χωρητικότητα του από περίπου 8.000 αυξήθηκε σε 13.000-14.000 θεατές. Την ίδια εποχή διαμορφώθηκε το σκηνικό οικοδόμημα έτσι ώστε οι ηθοποιοί να παίζουν αποκλειστικά στο λογείο, δηλ. στην εξέδρα πάνω από το προσκήνιο, και όχι πλέον μπροστά σ’ αυτό. Κατά την Ρωμαιοκρατεία διατήρησε τα χαρακτηριστικά του ελληνικού Θεάτρου, ακόμη και μετά την επισκευή του από τις καταστροφές που υπέστη κατά την εισβολή των Ερούλων το 267 π.Χ., κυρίως στο σκηνικό οικοδόμημα.

 

Φωτογραφία από τα �ργα αναστήλωσης της δυτικής πύλης του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου. Αρχείο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Φωτογραφία από τα έργα αναστήλωσης της δυτικής πύλης του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου. Αρχείο της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

 

Το κοίλο του Θεάτρου έχει κατασκευαστεί στην πλαγιά του λόφου με ασβεστολιθικό υλικό ενώ τα αναλήμματά του αποτελούνται από πωρόλιθο. Ένα πλακόστρωτο διάζωμα, πλάτους 1,90 μ., χωρίζει το τμήμα του κοίλου που κτίστηκε πρώτο, από ένα νεότερο τμήμα, το επιθέατρο. Δεκατρείς ακτινωτές κλίμακες οδηγούν στις 34 σειρές εδωλίων δώδεκα ίσων κερκίδων του αρχικού τμήματος, ενώ το επιθέατρο αποτελείται από 22 κερκίδες και 23 κλίμακες που οδηγούν σε 21 σειρές εδωλίων. Η πρώτη και η τελευταία σειρά του αρχικού τμήματος καθώς και η πρώτη σειρά του νέου έχουν καθίσματα με ερεισίνωτα. Το κοίλο περιβαλλόταν από ένα διάδρομο και έναν πώρινο προστατευτικό τοίχο. Στις παρόδους κτίστηκαν μνημειακές δίθυρες πύλες, από τις οποίες κεκλιμένα επίπεδα (αναβάθρες) οδηγούσαν στο προσκήνιο. Ένας πλακόστρωτος διάδρομος χωρίζει το κοίλο από την κυκλική ορχήστρα που έχει διάμετρο 20 μ., στο κέντρο της οποίας σώζεται η βάση για τον βωμό του Διονύσου (θυμέλη). Το κτισμένο με πωρόλιθους σκηνικό οικοδόμημα ήρθε στο φως ερειπωμένο. Αποτελείται από το προσκήνιο και μία διώροφη σκηνή, πλαισιωμένη με παρασκήνια. Αρχικά είχε δύο κιονοστοιχίες με πεσσούς, η μία στην πρόσοψη του προσκήνιου, διακοσμημένη με ιωνικούς ημικίονες και η άλλη στην πίσω πλευρά της ισόγειας αίθουσας της σκηνής. Στα μέσα του 2ου αι. π.Χ. η πλευρά αυτή κλείστηκε, ενώ αντιθέτως στην πρόσοψη του ορόφου της σκηνής διανοίχτηκαν πέντε προσβάσεις προς το λογείο. Μεταφέρθηκαν τότε από το προσκήνιο στον όροφο οι κινητοί πίνακες ζωγραφικής, που τοποθετούνταν ανάμεσα σε πεσσούς για την διαμόρφωση του σκηνικού ανάλογα με το δράμα που παιζόταν. Το σκηνικό οικοδόμημα διακοσμούσαν και γλυπτά, από τα οποία ελάχιστα διασώθηκαν.  

Η αρμονία αυτού του Θεάτρου οφείλεται στον μοναδικό του σχεδιασμό βασισμένο σ’ ένα κανονικό πεντάγωνο, στο οποίο εγγράφεται η ορχήστρα, καθώς και στη χρήση τριών κέντρων για την χάραξη των καμπύλων σειρών των εδωλίων του κοίλου. Περίφημη είναι και η ακουστική του Θεάτρου αυτού.


Το μνημείο έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Π. Καββαδία τα έτη 1881-83. Αρχικά το 1907 αλλά και κατά την περίοδο 1954-1963 έγιναν εργασίες αναστήλωσης στα θυρώματα των παρόδων, στους αναλημματικούς τοίχους και στις ακραίες κερκίδες του αρχικού τμήματος του κοίλου.

Από το 1988 την συντήρηση του Θεάτρου ανέλαβε η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου αναστηλώνοντας αρχικά την ακραία δυτική κερκίδα του επιθεάτρου, το θύρωμα της δυτικής παρόδου και τους δύο αγωγούς απορροής ομβρίων της ορχήστρας. Η φροντίδα του μνημείου είναι συνεχής και αποσκοπεί στην αποκατάσταση των φθορών που υφίσταται το μνημείο από φυσικά αίτια αλλά και από την χρήση του.


Από το 1954 πραγματοποιούνται στο φυσικό τους χώρο κάθε καλοκαίρι παραστάσεις αρχαίου δράματος.

 

Συντάκτης: Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου

 

 

Πηγή

 

Υπουργείο Πολιτισμού

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »