Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ερμιονίδα’ Category

Η «αξιολόγηση» των παραστατών αρχιερέων της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης (Ερμιόνη – Τροιζήνα) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Είναι γνωστό πως στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» της Ερμιόνης συμμετείχαν οι παρακάτω πέντε αρχιερείς:

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Κορίνθου Κύριλλος, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιος, Βρεσθένης Θεοδώρητος και Ανδρούσης Ιωσήφ [1]. Στην Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας με τους παραπάνω αρχιερείς συμμετείχε ως πληρεξούσιος και ο επιχώριος Μητροπολίτης ο Δαμαλών Ιωνάς.

Κατάσταση του έτους 1834 που εντοπίσαμε στα Γ.Α.Κ. περιέχει, μεταξύ άλλων πληροφοριών, σύντομα «βιογραφικά» σημειώματα των αρχιερέων εκείνων καθώς και ορισμένα στοιχεία «αξιολόγησης» της προσωπικότητάς τους.

 

Μητροπολίται

  1. Κορίνθου Κύριλλος, Πελοποννήσιος, επροβιβάσθη από επίσκοπος Μαλτσίνης τω 1819 ηλικίας 65 ετών. Αμαθής και διαγωγής αρχιερατικής.
  2. Ρέοντος και Πραστού Διονύσιος Βυζάντιος, χειροτονηθείς τω 1813 ηλικίας 50 ετών, πεπαιδευμένος και διαγωγής ανεπιλήπτου.

Επίσκοποι

  1. Ανδρούσης Ιωσήφ, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1806, ηλικίας 64 ετών, πεπαιδευμένος και εναρέτου βίου.
  2. Βρεσθένης Θεοδώρητος, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1818, ηλικίας 45 ετών απαίδευτος.
  3. Δαμαλών Ιωνάς, Πελοποννήσιος, χειροτονηθείς τω 1803 ηλικίας 65 ετών, ημιμαθής, διαγωγής αμέμπτου.
  4. Καρύστου Νεόφυτος, Κάρυστος, προβιβασθείς ηλικίας 48 ετών, αμαθής, διαγωγής αποδεδειγμένης ανεπιλήπτου. Ο Νεόφυτος υπογράφει και το τελευταίο κοινό πρακτικό των συνεδριάσεων (Ερμιόνης – Τροιζήνας).

Εν Τροιζήνι την 5ην Μαΐου 1827

Για τον Τριπόλεως και Αμυκλών Μητροπολίτη Δανιήλ ο οποίος το 1819 αντικατέστησε στη Μητρόπολη αυτή «τον δια σκευωρίας των εντοπίων εκδιωχθέντα Μητροπολίτην Διονύσιον», άλλα στοιχεία δεν έχουν καταγραφεί.

Τέλος, νομίζω, είναι σκόπιμο να υπογραμμίσω και τα εξής:

Οι παραπάνω επτά Ιεράρχες αλλά και οι υπόλοιποι σαράντα πέντε, που συμπεριλαμβάνονται στην κατάσταση (σύνολο πενήντα δύο), εκείνων των χρόνων, μπορεί ορισμένοι να μην ήξεραν γράμματα ήσαν όμως όλοι τους «διαγωγής αποδεδειγμένης ανεπιλήπτου». Αυτό ας το κρατήσουμε!

 

Υποσημέιωση


 

[1] Ο Γιάννης Αγγ. Ησαΐας στο βιβλίο του «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση, κατ’ επανάληψη, στην Ερμιόνη…» αναφέρει (σελ.173) ότι μεταξύ των παραστατών αρχιερέων ήταν και ο Καρύστου Νεόφυτος.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Σταμάτης Αδριανού Μήτσας –  «Η ιστορική και έντονα συγκινησιακή του ομιλία από το βήμα της Βουλής των Ελλήνων»


 

Σταμάτης Μήτσας: ζωγραφική σε ξύλο, έργο του Γιάννη Διαμαντάκη.

Με αφορμή την επέτειο των 145 χρόνων από τον θάνατο του Ερμιονίτη Ήρωα της επανάστασης του 1821 και στη συνέχεια Συνταγματάρχη της φάλαγγας και βουλευτή της επαρχίας Ερμιονίδος καπετάν Σταμάτη Αδριανού Μήτσα (1800 – 27 Φεβρουαρίου 1874), δημοσιεύουμε «το ακόλουθο σύντομον μεν αλλ’ εκφραστικότατον λογίδριον» δείγμα ήθους, θάρρους και παρρησίας του άνδρα! Καθώς νομίζουμε πως τα σχόλια περιττεύουν, μένουμε στα όσα αναφέρονται στο εν λόγω δημοσίευμα.

«Η ιστορία διεφύλαξε την ομιλίαν του χωρικού του Δουνάβεως επί των Αυτοκρατόρων της Ρώμης. Του ατρομήτου Μίτσα η συνηγορία υπέρ του Κολοκοτρώνη σύντομoς μεν αλλ’ εκφραστική έχει τύπους καλλονής υψίστους. Την 15 Δεκεμβρίου προκειμένης της εκλογής Καρυταίνης παρέστη εις το βήμα της Βουλής ο Ταγματάρχης Μίτσας, Βουλευτής Ερμιονίδος, ανήρ αναστήματος μεσαίου, έχων στέρνα πλατύτατα, μύστακας πηχηαίους, βλέμμα βλοσυρόν και πλήρες ζωής, κόμην μακράν, ως των ηρώων της Ιλιάδος και φέρων τα ενδύματα του πολέμου, την φουστανέλαν και το φέσιον· εξήγαγε το κάλυμμα της κεφαλής, εζήτησε πρώτος τον λόγον· είπεν ότι ολίγα ομιλήσει περί της αποκλείσεως του Κολοκοτρώνου από της Βουλής· και έπειτα είπε ταύτα:

Κύριοι! Εγώ και τους Δελιγιαναίους γνωρίζω, και γέρους και νέους, και εις τον Πλαπούτα και τον Κολοκοτρώνην έχω μεγάλο σέβας. Πέρσι όμως θυμάστε ότι μας έφεραν ένα νομοσχέδιον δια το κριθάρι των ίππων μερικών αγωνιστών. Τότε ήλθεν εις τον ύπνο μου ο Γέρος της Πελοποννήσου με πλήθος αγωνιστάς σκοτωμένους και λαβωμένους, και μου είπε:

  • Γιατί δεν μας δίδετε κ’ εμάς το ταΐνι μας; Γιατί μας λησμονήσετε τόσω γλήγορα;
  • Τι φταίμ’ εμείς, αρχηγέ; Αυτός που τα μοιράζει φταίει.
  • Αμ’ πούθεν είν’ αυτός;
  • Να, ένας Φράγκος, πού ξέρω ’γω.

Τότε μ’ εκύτταξε λυπημένος, και εθύμωσε κ’ έφυγε. Τώρα φοβούμαι πάλι μην έλθη και μ’ ερωτήση:

  • Εδώ κάνετε Βουλή δια την Πατρίδα· πώς δεν βλέπω και κανέναν από τη φάρα μας; Πρώτα επροφασίζουσουν ότι ο υπουργός ήτο ξένος· τώρα πού είναι ο Μιαούλης, ο Μπότσαρης, ο Ζαΐμης, ο Κουντουριώτης, ο συναγωνιστής Ρήγας και άλλοι, γιατί δεν βλέπω και κανένα Κολοκοτρώνη μαζί σας;

Λέγω να του αποκριθώ ότι δεν έχει ψήφους στον τόπο του. Όμως φοβούμαι μη μου ειπή:

  • Αμ’ πως εις το Βαλτέτσι είχαμε ψήφους για θάνατο ή ζωή· Στην Πάτρα είχαμε όταν τσακίσαμε τον Κακλαμάν-Πασσά, κ’ εφώναξαν οι Τούρκοι: «Ραι, Κολοκοτρώνη!» Πώς στο χαλασμό του Δράμαλη με 32.000 Τουρκιά είχαμε ψήφους· εις του Μπραϊμη είχαμε, και τώρα δεν έχομε;

Τι να του αποκριθώ τότε, Κύριοι; Στο κίνημα του 1854 άμα εφθάσαμε στον Αρμυρό, αμέσως οι Τούρκοι για τον Κολοκοτρώνη μ’ ερώτησαν, και ένας-ένας μου έλεγε:

  • Ήλθε κανένας από τη φάρα του;
  • Σας λέγω λοιπόν, ότι δεν μας κάμει τιμήν να μην ήναι στη Βουλή και κανένας Κολοκοτρώνης, και όπως θέλετε κάμετε.

 

Τα δάκρυα συνώδευσαν την ειλικρινή ταύτην και Ομηρικήν ομιλίαν του γέροντος τούτου στρατιώτου, αναμνησθέντος της εποχής του αγώνος. Η Βουλή συνεκινήθη σύμπασα!»

Σημ. Ο δεύτερος Βουλευτής Ερμιονίδας σ’ εκείνη τη βουλευτική περίοδο ήταν ο Ανδρέας Ζέρβας από το Κρανίδι.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

Ο Βρεσθένης Θεοδώρητος και η δράση του στο Κρανίδι και την Ερμιόνη – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Μια από τις ηγετικές μορφές ιερωμένων αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, που ανέλαβαν υψηλές «πολιτικές» θέσεις, ήταν και ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, «κατά κόσμον» Θωμάς Κωστάκης ή Βελέντζας.

Γεννήθηκε  το 1787 στη Νεμνίτσα, το σημερινό Μεθύδριο, ορεινό χωριό της Γορτυνίας κοντά στη Βυτίνα και ήταν γιος του κοινοτικού προεστού Βασιλείου Κωτσάκη και της Αικατερίνης. [1] Σπούδασε στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας, από την οποία προήλθαν εβδομήντα Γορτύνιοι αρχιερείς! Το 1813 σε ηλικία 26 χρόνων διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο των Βρεσθένων [2] τον θείο του (από πατέρα) Θεοδώρητο Α΄, ενώ το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Με την κήρυξη της επανάστασης στις 25 Μαρτίου του 1821, ο Θεοδώρητος, ο πρωταθλητής του αγώνα της ανεξαρτησίας, όπως τον αποκαλούσαν, πρωτοστάτησε στην ίδρυση του στρατοπέδου των Βερβαίνων, ενώ τον ακολούθησαν πολλοί Βρεσθενίτες και άλλοι  Έλληνες.

Πήρε μέρος στις μάχες στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα, στα Δολιανά και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην άλωση της Τριπολιτσάς. Λίγο πριν από τη μεγάλη μάχη στο Βαλτέτσι, ο Κολοκοτρώνης έγραφε στον επίσκοπο Βρεσθένης: «Καπετάν Δεσπότη, φύλαξε τη θέση σου και μετ’ ολίγον έρχομαι και εγώ εις το Βαλτέτσι μ’ αρκετά στρατεύματα».

Και πράγματι ο ηρωικός επίσκοπος, που αντί για ράσα φορούσε την ένδοξη φουστανέλα, κράτησε τη θέση του με 150 παλληκάρια! Κατά την άλωση του Παλαμηδίου, στις 30 Νοεμβρίου 1822, ο Θεοδώρητος βρισκόταν στο Ναύπλιο κρατούμενος, μαζί με άλλους, από τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι σφαίρες από το φρούριο στα σπίτια, οι Τούρκοι – κάτοικοι του Ναυπλίου κυριευμένοι από τον φόβο, πήγαν στο σπίτι του επισκόπου, για να ζητήσουν τη βοήθειά του. Εκείνος προσποιούμενος ότι μόλις είχε ξυπνήσει, τους ρώτησε με απορία τι συμβαίνει. Αυτοί τον πληροφόρησαν για την άλωση του Παλαμηδίου από τους Έλληνες λέγοντάς του: – Άγιε Δέσποτα, από τον Θεό και στα χέρια σου!

Λέγεται πως τις προηγούμενες ημέρες τον είχαν επισκεφθεί ξανά, προκειμένου να μεσολαβήσει στον Κολοκοτρώνη για να διαπραγματευτούν μαζί του και στη συνέχεια να παραδώσουν το κάστρο.

Ο Eπίσκοπος Θεοδώρητος αναμείχθηκε και στις πολιτικές εξελίξεις του αγώνα. Στις 26 Μαΐου 1821 ορίστηκε Πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που συστήθηκε στις Καλτεζ(ι)ές, χωριό της επαρχίας Μαντινείας. Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας στις 30 Μαρτίου 1823, εκλέχθηκε Αντιπρόεδρός της και στη συνέχεια χρημάτισε Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού Σώματος. Ουσιαστικά, όμως, ασκούσε καθήκοντα Προέδρου, αφού ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που εκλέχθηκε στη θέση αυτή, παραιτήθηκε και ο Ιωάννης Ορλάνδος, που τον αντικατέστησε, αναχώρησε για την Αγγλία.

 

Η εγκατάστασή του στο Κρανίδι

 

Στις 30 Νοεμβρίου 1823 μετά από σφοδρές λογομαχίες και αντιθέσεις μελών του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού, ο Επίσκοπος Θεοδώρητος, επικεφαλής του Βουλευτικού, με αρκετούς βουλευτές φίλους του Μαυροκορδάτου, εγκαταλείπουν το Άργος, όπου ήταν η έδρα του Σώματος και μεταβαίνουν στο Κρανίδι, μεταφέροντας εκεί την έδρα του Βουλευτικού και παίρνοντας μαζί τους τη σφραγίδα και τ’ αρχεία του.

Από τη νέα έδρα του Βουλευτικού, στις 3 Δεκεμβρίου 1823, εκδόθηκε η με αρ. 519 διακήρυξη «Προς άπαντας τους Έλληνας» υπογεγραμμένη από τον Αντιπρόεδρο του Σώματος Βρεσθένης Θεοδώρητο, στην οποία ο Επίσκοπος δικαιολογώντας την απόφασή του μεταξύ άλλων αναφέρει: «…εις αποφυγήν ενδεχομένων αταξιών, μετέβη (το Βουλευτικό) εις Κρανίδιον εμπόδισεν τα ατοπήματα, εγλίτωσεν τους αρπαχθέντας νόμους και αρχεία του… και ήρχισε τας εργασίας του εν ησυχία εδώ εις Κρανίδιον εν τω μέσω των καλών και ευπειθών πατριωτών· ειδοποιεί λοιπόν τον λαόν προς ησυχίαν του και ευχαριστεί αυτόν  δια την προθυμίαν, τον ζήλον του και την προς τους νόμους εμπιστοσύνην του, όπου έδειξεν εις τούτο το απερίσκεπτο συμβάν…». Και καταλήγει «ότι θέλει διακηρύξει καθαρά τους αιτίους, τα αίτια, τους τρόπους και σκοπούς αυτών, δια να γνωρίσωσι σαφώς και όσοι αδικούνται και όσοι απατώνται».

 Μία εβδομάδα μετά, στις 10 Δεκεμβρίου, παρ’ όλο που το Βουλευτικό δεν είχε «την νόμιμη απαρτία», αποστέλλεται έγγραφο, υπογεγραμμένο από τον Θεοδώρητο, στον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα, όπου του προτείνεται να αναλάβει την προεδρία του νέου Εκτελεστικού, καθώς το παλαιό δεν αναγνωριζόταν και είχε ολοκληρωτικά αντικατασταθεί. [3]

Αυτός αρνήθηκε, καθώς για λόγους υγείας και «άλλας αιτίας» δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από την Ύδρα, υποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, για την προεδρία του Εκτελεστικoύ τον αδελφό του, Γεώργιο Κουντουριώτη.

Πράγματι στη συνεδρίαση της 21ης Δεκεμβρίου 1823 το Βουλευτικό Σώμα εξέλεξε και διόρισε Πρόεδρο «Νομοτελεστικής Δυνάμεως του Ελληνικού Έθνους» τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Στο έγγραφο με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1824 και υπογραφή του Θεοδώρητου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «…προσκαλείσθε και σήμερον, όπως ελθόντες εν τω Βουλευτηρίω δώσητε κατά τον οργανικόν νόμον, τον όρκον της εμποσύνης ενώπιον Θεού και του Έθνους».

Ήδη την προηγούμενη ημέρα, την 2α Ιανουαρίου 1824, ο Γεώργιος Κουντουριώτης είχε αναχωρήσει από την Ύδρα για να μεταβεί στην Ερμιόνη, στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Από εκεί με γράμμα ενημερώνει τον αδελφό του Λάζαρο στην Ύδρα για τα όσα συζητήθηκαν στο Βουλευτικό στο Κρανίδι, όπως του τα μετέφεραν οι απεσταλμένοι του Σώματος. Μια ώρα μετά τη δύση του ήλιου στις 3 Ιανουαρίου, όπως το έγγραφο του Βουλευτικού όριζε, ο Γεώργιος Κουντουριώτης έφθανε στο Κρανίδι, όπου του επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή από τους Βουλευτές.

Την επόμενη ημέρα ορκίσθηκε στο «Βουλευτήριον» νέος Πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Στη συνέχεια πήγαν όλοι στην εκκλησία, δεν αναφέρεται ο ναός, όπου έδωσαν τον όρκο τα νέα μέλη του Εκτελεστικού, μετά την προσφώνηση του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού Θεοδώρητου. Παραθέτουμε την προσφώνηση από σωζόμενο σχετικό έγγραφο των Γ.Α.Κ.

 

«Λογίδριον του Βρεσθένης εις την σύστασιν του Εκτελεστικού»

 

Κύριοι,

Το Βουλευτικόν Σώμα δυνάμει της δοθείσης αυτώ εξουσίας παρ’ όλου του Έθνους, δια του οργανικού νόμου σας εξελέξατο Μέλη της Νομοτελεστικής δυνάμεως και σας επροσκάλεσεν εις τούτον τον υψηλόν βαθμόν.

Εγώ, ως (αντιπρόεδρος) του σώματος τούτου δύο τινά χρεωστώ να πράξω. Πρώτον, να συγχαρώ τας εκλαμπρότητάς σας μετά του αξιοπρεπεστάστου Κυρίου Προέδρου, ότι η Πατρίς σας ανοίγη νέον στάδιον δια να δείξετε την προς αυτήν καλήν σας διάθεσιν ζήλον και δεύτερον να συγχαρώ τη πατρίδι, ότι αξίως εκλέξασα αξίους πως θα διοικηθή δια της θείας χάριτος, ήτις; διοικεί και ποδηγετεί επί το βέλτιστον του Ελληνικού έθνους πράγματα

Ο αντιπρόεδρος

+ Βρεσθένης Θεοδώρητος

 

Στις 6 Ιανουαρίου το Βουλευτικό Σώμα παρέδωσε στον Γ. Κουντουριώτη στο Κρανίδι το επίσημο έγγραφο της «παμψηφεί» εκλογής του ως Προέδρου του Εκτελεστικού ευχόμενο «την ουράνιον ευλογίαν, συγχαίρων υμίν και τη πατρίδι».

Το σπουδαίο αυτό έγγραφο που δείχνει την εμπιστοσύνη του Βουλευτικού στο πρόσωπο του Γεωργίου Κουντουριώτη έχει την υπογραφή του Θεοδώρητου και συνοδεύεται με έκθεση της 9/μελούς Επιτροπής, όπου κηρύσσεται έκπτωτος του αξιώματος ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Ακολούθησαν δραματικές εξελίξεις μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων, που έφθασαν στα πρόθυρα του εμφυλίου σπαραγμού! Αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις χωρίς αποτέλεσμα και γράμματα, εκατέρωθεν, με λόγια «βαριά» χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Προσωπικότητες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν αποστασιοποιήθηκαν, ενώ αγωνιστές σπιλώνονταν ή ατιμάζονταν. Επικρατούσε χάος!

Στις 29 Φεβρουαρίου 1824 το Ναύπλιο ορίζεται και πάλι «δια νόμου» ως έδρα της Διοίκησης. Στις 6 Μαρτίου 1824 αποχωρεί το Βουλευτικό και το «νέο» Εκτελεστικό από το Κρανίδι με προορισμό το Ναύπλιο.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω έγγραφο, το τελευταίο από το Κρανίδι.

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Εκτελεστικόν Σώμα

Η Διοίκησις δια την ευκολοτέραν διάδοσιν των διαταγών της αίτινες αποβλέπουσιν εις την ευταξίαν και ασφάλειαν της Πατρίδος μεταβαίνει εις Ναύπλιον. Όθεν…

 

Εν Κρανιδίω τη 6η Μαρτίου 1824
Υπογραφές
Γ. Κουντουριώτης Γ. Γ.
Παν. Μπότασης Π. Ρόδιος
Ιωαν. Κωλέτης
Αναγν. Σπηλιωτάκης
Νίκος Λόντος

 

Ωστόσο, θεωρούμε, ότι εκτός από τους πολιτικούς λόγους που ίσως να υπαγόρευαν τη μεταφορά της έδρας της Διοίκησης από το Κρανίδι στο Ναύπλιο, καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η εμφάνιση θανατηφόρας επιδημίας στην Ερμιόνη. Με το υπ’αρ.10 Περίοδος Β’ έγγραφό του το Υπουργείο της Αστυνομίας, εν Κρανιδίω τη 12 Φεβρουαρίου 1824 προς το Βουλευτικό Σώμα αναφέρει τα εξής:

«εξ αναφοράς του εδώ αστυνόμου με μεγάλη λύπην πληροφορείται το Υπουργείον ότι εις την Ερμιόνην (Καστρί) επιπολάζει νόσος θανατηφόρος και μεταδοτική ήτις κατά την περιγραφήν των συμπτωμάτων τα οποία την συνοδεύουν, φαίνεται ότι είναι πανώλης ή άλλη τις συγγενούς της πανώλους. Το Υπουργείον κατά χρέος έλαβεν τα δυνατά προφυλακτικά μέτρα. Μόλον τούτο, επειδή η απαιτούμενη εντελής προφύλαξις είναι αδύνατος και επομένως είναι ενδεχόμενον και εδώ (Κρανίδι) να διαδοθεί το μίασμα και να μεταδοθεί το κακόν και εις τα υποκείμενα (μέλη) της Διοικήσεως και εκ τούτου να κινδυνεύσουν τα συμφέροντα του Έθνους, δια τούτο είναι ανάγκη μεγάλη να γίνη; όσον τάχιστα σκέψις και απόφασις περί μεταβάσεως εντεύθεν της Δοικήσεως την οποίαν μετάβασιν και άλλοι πολλοί γνωστοί εις το Βουλευτικό Σώμα λόγοι διαμηνύουν; αναγκαιοτάτην. Περί τούτου αναφέρομεν και εις το Εκτελεστικόν Σώμα. Περιμένομεν την όσον τάχιστα περί τούτου απάντησίν σας».

Το έγγραφο υπογράφει ο «επί των Εσωτερικών και προσωρινώς της Αστυνομίας» Υπουργός Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), ενώ το συνέταξε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Γεώργιος Γλαράκης. [4]

 

 

Ο Θεοδώρητος στο Άργος και το Ναύπλιο

 

 

Ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο: Γούδας Αναστάσιος, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα, τομ. Α΄, σελ. 131.

Στις 27 Απριλίου 1824 ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Άργος, ως Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού, την απόφασή του Σώματος για την ορθή διαχείριση των χρημάτων του δανείου, που είχε συναφθεί. Το έγγραφο αυτό ήταν επικυρωμένο από τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη. Τον επόμενο μήνα στις 3 Μαΐου  με γράμμα του από το Άργος διαμηνύει προς τους ημετέρους «ότι ο Κολοκοτρώνης και Κολιόπουλος ετοιμάζονται να κινηθούν κατά Τριπολιτσάς… και ότι τα εν Τριπολιτζά στρατεύματά μας και οι ίδιοι οι κάτοικοι στρατιώται στερούνται πολεμοφοδίων».

Στις 6 Ιουνίου 1824 γίνεται η μεταφορά της Διοίκησης και των Υπουργείων (Εκτελεστικού) στο Ναύπλιο, όπου από τις 14 Ιουνίου επαναλαμβάνονται και οι εργασίες του Βουλευτικού.

Στις 19 Ιουνίου ο Βρεσθένης με επιστολή του από το Άργος προς τον Πρόεδρο (Γ. Κ.) και Αντιπρόεδρο (Π. Μπόταση) του Εκτελεστικού παρακαλεί να του δοθούν τα οφειλόμενα χρήματα  «επειδή τα έξοδά μου υπέρογκα εισί και αλλαχόθεν δεν δύναμαι να εξοικονομηθώ».

Στις 2 Ιουλίου ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Ναύπλιο το έγγραφο με το οποίο ανακοινώνεται στο Εκτελεστικό Σώμα «ότι ανεγνώσθη εν τω Βουλευτηρίω το προβούλευμα του Σώματος υπ’ αριθμ. 2395 περί αμνηστίας…», ενώ στις 4 Αυγούστου το Βουλευτικό με νέο έγγραφο προς τον Γ.Κ. εκφράζει την αντίθεσή του για το «παράδοξον ύφος» εγγράφου, το οποίο δεν συνάδει με «τας περιστάσεις της κινδυνευούσης πατρίδος».

Ιδιαίτερα ανθρώπινο το τελευταίο γράμμα του Θεοδώρητου προς τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη. [5] Σ’ αυτό με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου από τη Βαμβακού [6] έγραφε ότι γνώριζε για την ασθένειά του αλλά και ο ίδιος είναι άρρωστος. «Έχω έως τώρα τέσσαρα ξανακυλήματα και είμαι εις άκραν αδυναμίαν και αν δυναμώσω ημπορώ να έλθω εις τα χρέη μου». Τελειώνοντας παρακαλεί τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη να τον ενημερώσει για την υγεία του «και τα πράγματα της πατρίδος».

Με το τέλος των εμφυλίων πολέμων ο Θεοδώρητος, που ως τότε πρωταγωνιστούσε στα πολιτικά πράγματα, άρχισε να περιθωριοποιείται. Ασκούσε, πλέον, μόνο τα καθήκοντά του ως πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις, καθώς και τις εκκλησιαστικές του υποχρεώσεις ως επίσκοπος Βρεσθένης.

 

Ο Θεοδώρητος στην Ερμιόνη

 

Όπως είναι γνωστό από τον Νοέμβριο του 1826 ο Κολοκοτρώνης με τους σημαντικότερους πληρεξουσίους βρισκόταν στην Ερμιόνη, την οποία είχε επιλέξει ως τον «ιδανικόν» τόπο, για να συνεχιστούν οι εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Μεταξύ των πληρεξουσίων ήταν και ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο οποίος μάλιστα ανέπτυξε σημαντική δράση, ιδιαίτερα κατά την προετοιμασία της Συνέλευσης, ενώ είχαν ήδη αποκατασταθεί οι σχέσεις του με τον Κολοκοτρώνη. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου του 1826, ο Θ. από την Ερμιόνη υπογράφει πρώτος με άλλους δεκατρείς πληρεξουσίους το έγγραφο με το οποίο ζητούνται 1.000 γρόσια δανεικά από τον στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της φρουράς της Εθνοσυνέλευσης. Αυτά θα επιστρέφονταν στον Τσώκρη από εθνικούς πόρους μετά τη σύσταση της Συνέλευσης και εφόσον δεν καταστεί δυνατόν, θα πληρώνονταν «αναλογικά» από τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης.

Με τον στρατηγό Τσώκρη ο Βρεσθένης αντάλλαξε δύο ακόμα επιστολές που αφορούσαν τη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης.

Με την από 27 Ιανουαρίου 1827 πρώτη επιστολή, γενομένων των προκαταρκτικών συνεδριάσεων, ζητούσε από τον Τσώκρη, να βοηθήσει στη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης, αναλαμβάνοντας ως φρούραρχος «αντιπρόσωπος» του Νικηταρά, καθώς αυτός βρισκόταν σε «ανάρρωση» στη Μονή των Αγίων Αναργύρων.

Με την από  31ης Ιανουαρίου δεύτερη επιστολή διευκρινίζει στον Τσώκρη τις θέσεις του Νικηταρά στο γράμμα που είχε λάβει από εκείνον, σχετικά με την προσωρινή ανάληψη των καθηκόντων ως αρχηγού της φρουράς της Ερμιόνης και οι οποίες παρερμηνεύτηκαν, όπως φαίνεται, από τον Τσώκρη. Κατά τις κύριες συνεδριάσεις της Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη δυο ήσαν οι σπουδαιότερες παρεμβάσεις του Θεοδώρητου συμμετέχοντας στην ομάδα των αρχιερέων αποτελούμενη από τους: Μητροπολίτες Κορίνθου Κύριλλο, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιο και Επισκόπους Ανδρούσης Ιωσήφ και τον ίδιο.

α) Στις 24 Φεβρουαρίου 1827 κατά τη διάρκεια της Η΄ Συνεδρίασης «ανεγνώσθη αναφορά» των παραπάνω αρχιερέων «αξιούντων να προσκληθώσι και άλλοι τοιαύτοι άξιοι», για την σύνταξη σχεδίου τήρησης των εκκλησιαστικών κανόνων. [7]

β) Στις 7 Μαρτίου ο Θεοδώρητος μαζί με άλλους τρεις αρχιερείς (Κορίνθου Κύριλλο, Ρέοντος Διονύσιο και Δαμαλών Ιωνά) απέστειλαν από τον Δαμαλά έγγραφο στην Εθνοσυνέλευση, ενώ αυτή ακόμη συνεδρίαζε στην Ερμιόνη, στο οποίο μεταξύ άλλων αιτούνταν:

Τη σύσταση Αρχιερατικής Επιτροπής για τη φροντίδα και τη δημιουργία σχολείων, την επίβλεψη της προόδου των ήδη ιδρυθέντων και τη συνεργασία με τους εφόρους της Παιδείας, όταν διορισθούν από το κράτος.

 

Ο χαρακτήρας του Θεοδώρητου

 

Σε σχετικό με την αξιολόγηση ιεραρχών του αγώνα του 1821 έγγραφο των Γ.Α.Κ. ο Θεοδώρητος αναφέρεται ως «απαίδευτος». Θεωρώ πως ο χαρακτηρισμός αυτός αφορούσε το μορφωτικό του επίπεδο (σπουδές), αλλά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ως Ιεράρχης δραστηριοποιήθηκε υπέρ της Παιδείας στα όρια της Επισκοπής του, σύστησε το «Βρεσθένειον» και το «Βαμβακώον» Ελληνικό Σχολείο και μερίμνησε για τη στελέχωσή τους με αξιόλογους διδασκάλους.

Αναμφισβήτητα, ο Θεοδώρητος ήταν φλογερός και γενναίος πατριώτης, οξύνους και εύστροφος, που πρωταγωνίστησε όμως στις εμφύλιες διενέξεις. Συνδύαζε την τραχύτητα και την τόλμη, τη φιλοδοξία και την αποφασιστικότητα, την έντονη νοσταλγία για τη λευτεριά της πατρίδας. Άνθρωπος αδέσμευτος, ζωντανός, που η φωνή του είχε ψυχή και πάνω της ακούμπησε πολλές φορές το αγωνιζόμενο έθνος.

Τα τελευταία του χρόνια

 

Το 1837 ο Θεοδώρητος εκλέχτηκε μέλος της Ιεράς Συνόδου «εις την οποίαν διέπρεψεν επί τέσσερα έτη».

Το 1842 τον μετέθεσαν από την Επισκοπή του, η οποία από το 1833 είχε μετονομαστεί σε επισκοπή Σελασίας και στη συνέχεια καταργήθηκε, σε άλλη επισκοπή, χωρίς να ερωτηθεί. Ο παραγκωνισμένος, ήδη, Θεοδώρητος αρνήθηκε και τότε «αποβάλλεται πάσης αλλά και απ’ αυτής της συνοδικής θέσεως περί της οποίας κανείς λόγος δεν επρόκειτο, και παραδίδεται η μεν επισκοπή Αχαΐας (όπου είχε τοποθετηθεί) εις τον επίσκοπον Αιγιαλείας η δε συνοδική θέσις εις τον πρώην Δαμαλών. Και διατί όλα ταύτα; Διότι επικαλούμενος τους κανόνας της Εκκλησίας, εζήτει την αποκατάστασιν αυτού εις την πρώτην του επισκοπήν από της οποίας άκων μετετέθη και διετείνετο στηρίζων «των επισκόπων το αμετάθετον». Αδικαιολόγητη ωστόσο είναι και η απομπομπή του από την Ιερά Σύνοδο και αντικατάστασή του με ένα πρώην επίσκοπο».

Ο πρώην Σελασίας Θεοδώρητος πέθανε πάμπτωχος στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 1843 σε ηλικία 56 ετών. Μια βδομάδα νωρίτερα, το Σάββατο του Λαζάρου, είχε τελέσει την τελευταία του λειτουργία. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον ναό της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου. Το πρόγραμμα της όλης τελετής (επίσημοι, εκπρόσωποι πολιτείας και εκκλησίας κ.λπ.) διασώθηκε σε χειρόγραφο, όπου διαφαίνεται πως του αποδόθηκαν εξαιρετικές τιμές.

Τον επιτάφιο λόγο στον αοίδιμο Επίσκοπο Θεοδώρητο εκφώνησε ο αιδεσιμότατος πρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, αρχίζοντας ως εξής: «Απέκειτο και τούτο Αρχιερεύ όσιε και φερώνυμε Θεοδώρητε, απέκειτο και τούτο εις την Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Ελλάδος η σκυθρωποτάτη και πρόωρός σου στέρησις απέκειτο και τούτο εις την ευκλεά σου Πατρίδα την Πελοπόννησον και εις πάσαν την Ελληνικήν γην, ο πικρός και οξύτατος θάνατος ενός των ζηλωτών της ευσεβείας ποιμένων και πρώτων υπέρ της Πατρίδος αγωνιστών…». Ο εκλιπών ετάφη στη Μονή των Ασωμάτων (Πετράκη).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Στη Νεμνίτσα, γύρω στα 1850, είχε εγκατασταθεί μαζί με άλλους φιλέλληνες ο Αυστριακός Φέλιτς, προπάππος του δασκάλου Μιχαλάκη Παπαβασιλείου. Το επίθετο της οικογένειας άλλαξε από τον παππού του Βασίλη που ήταν παπάς, όπως ο ίδιος γράφει.

[2] Χωριό της Λακωνίας.

[3] Αυτό και μόνο ισοδυναμούσε με κήρυξη εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχε άλλο Εκτελεστικό που είχε εκλεγεί στη Β΄ Εθνοσυνέλευση. Οι κάτοικοι του Κάτω Ναχαγέ (επαρχία Ερμιονίδας) τάχθηκαν με τον Κουντουριώτη, που εκπροσωπούσε «τους ομόγλωσσους» γείτονές τους Υδραίους. Πάντως η απορία παραμένει, γιατί ο Βρεσθένης τάχθηκε με τους Νησιώτες και όχι με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννησίους.

[4] Γ.Α.Κ., Κ47,Β. φ.V, αρ.62

[5] Ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης ήταν πολιτικός από τον Μυστρά. Διορίστηκε μέλος του Εκτελεστικού Σώματος το 1824 στη θέση του Ανδρέα Ζαΐμη.

[6] Ορεινό χωριό της Λακωνίας στη Δυτική Πλαγιά του Πάρνωνα. Οι κάτοικοι του πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση του 1821.

[7] Στη συνέχεια κατά την ΙΓ’ συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου επιδόθηκε στους παραπάνω αρχιερείς το υπ’ αριθμ. 47 έγγραφο – πρόσκληση σύνταξης σχεδίου για τα θέματα της εκκλησίας και υποβολής του στην Εθνοσυνέλευση.

 

Βιβλιογραφία


 

Π η γ έ ς

  1. Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον 1791-1878. Έκδοσις Μ΄ ευθύνη Τ. Γριτσόπουλου – Κων. Κοτσώνη – Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Αθήναι 1994.
  2. Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αρχείο Βλαχογιάννη – Αρχείο Μακρυγιάννη
  3. Ιστορικόν Αρχείον Ύδρας. – Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου 1821-1832.

Β ι β λ ί α – Ά ρ θ ρ α

  1. Γούδας Αναστάσιος, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Αθήνα, 1869 τ.Α΄
  2. Ησαΐας Ιωάννης, «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της», Αθήνα, 2017.
  3. Κόκκινος Διονύσιος, «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος Δ΄, Αθήναι, 1968.
  4. Οικονόμος (ου) Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων, «Λόγος Επιτάφιος εις τον αοίδημον επίσκοπον Σελλασίας Θεοδώρητον», Αθήνα, 1843.
  5. Σπηλιώτης Ευστάθιος Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης, «Απόπειρα σκιαγραφήσεως του Βρεσθένης Θεοδωρήτου», Πελοποννησιακά, Παράρτημα 13, Αθήνα, 1987-1988.
  6. Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Θέματα Θρησκείας και Παιδείας στην Γ’ Εθνοσυνέλευση (Ερμιόνη – Τροιζήνα)», Περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», τ. 22, Μάρτιος 2018.
  7. Στασινόπουλος Χρίστος, «Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821», Αθήνα α.χ.

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

Περί της κατάταξης του Δήμου Ερμιόνης (1834 -1914) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

O Δήμος Ερμιόνης σχηματίστηκε σύμφωνα με το Β.Δ. της 28ης Απριλίου – 10ης Μαΐου 1834 (Φ.Ε.Κ. 19/Α/20.5.1834) «Περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας». Κατατάχθηκε στην Γ’ κατηγορία με πληθυσμό «χιλίους εβδομήκοντα εννέα (1.079) κατοίκους» και έδρα την Ερμιόνη. Ο δημότης του ονομάστηκε Ερμιονεύς. Στον Δήμο Ερμιόνης ανήκαν, επίσης, το Θερμήσι, το Πλέπι, η Σαμπάριζα, το Μετόχι και η Μονή των Αγίων Αναργύρων, ενώ η σφραγίδα του Δήμου ήταν κυκλική χωρίς έμβλημα.

«Κατά βιβλιάριον έντυπον φέρον ημερομηνίαν 28 Δεκεμβρίου 1836» και υπογραφή «του επί των Εσωτερικών Γραμματέως Δρόσου Μανσόλα κατά την Επικράτειαν Διοικήσεως Δήμοι εν όλω τετρακόσιοι εξήκοντα οκτώ (468). Ο ολικός ούτος των Δήμων αριθμός διηρήτο κατ’ Επαρχίας και Νομούς κατά τον επόμενον πίνακα και έφερον τα ονόματα, άτινα εισί σημειωμένα εν τη αρμοδία σελίδι». [1]

Ο Νομός Αργολίδος είχε πέντε (5) επαρχίες:

α) Ναυπλίας (9 δήμοι),

β) Άργους (15 δήμοι),

γ) Τροιζηνίας (4 δήμοι),

δ) Σπετσών και Ερμιονίδος (4 δήμοι) και

ε) Ύδρας (1 δήμος).

Σύνολο: τριάκοντα τρεις (33) δήμοι.

Με το Β.Δ. της 12ης Ιανουαρίου 1837 ο αριθμός των τετρακοσίων εξήντα οκτώ (468) δήμων της Ελλάδας περιορίστηκε σε διακοσίους εξήκοντα πέντε (265).

Τέσσερα χρόνια αργότερα με το Β.Δ. της 24ης Δεκεμβρίου 1841 (5 Ιανουαρίου 1842), το οποίο δεν δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, [2] τμήμα του Δήμου Διδύμων (Δίδυμο, Καρακάσι, Τσουκαλιά, Λουκαΐτι, Σαλάντι, Καψοσπίτι, η Μονή του Προδρόμου/Σταϋλια) συγχωνεύθηκε στον Δήμο Ερμιόνης, ενώ οι δήμοι του Νομού Αργολίδος μειώθηκαν από τριάντα τρεις (33) σε είκοσι οκτώ (28). [3]

Μετά τη συγχώνευση και την προσθήκη του νέου τμήματος, όπως ήταν φυσικό, ο πληθυσμός του νέου Δήμου αυξήθηκε. Σύμφωνα λοιπόν με τον νόμο, έπρεπε ο Δήμος να αλλάξει τάξη και να καταταγεί από την Γ΄ στη Β΄, καθώς υπερέβαινε τους δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους. Η νέα κατάταξη του δήμου, αν και δεν βρίσκεται πουθενά δημοσιευμένη, φαίνεται πως έγινε. Στο υπ’ αριθμ. 1486/10 Μαρτίου 1851 έγγραφο του Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Κωνσταντίνου Ράδου προς το Υπουργείο των Εσωτερικών, όπου αναφέρονται τα αποτελέσματα των εκλογών (1851), αναγράφεται η φράση «του άρτι προβιβασθέντος Δήμου Ερμιόνης». [4]

Με το Β.Δ. της 29ης Ιουλίου 1866 (εν Κερκύρα), Φ.Ε.Κ.60/29 Αυγούστου 1866 «Περί διαιρέσεως του δήμου Ερμιόνης εις δήμους Διδύμων και Ερμιόνης» ανασυστάθηκε ο Δήμος των Διδύμων και απέσπασε από τον Δήμο Ερμιόνης το τμήμα που είχε συγχωνευθεί σ’ αυτόν το 1841.  Έδρα του μεν Δήμου Διδύμων ορίστηκε η κωμόπολη Δίδυμοι του δε Δήμου Ερμιόνης η κωμόπολη Ερμιόνη (Καστρί), όπως αναφέρεται.

«Αμφότεροι δε κατατάσσονται εις την Γ΄ τάξιν ως έχοντες πληθυσμόν ο μεν δήμος Διδύμων ψυχών χιλίων ενενήκοντα έξη (1.096), ο δε της Ερμιόνης ψυχών χιλίων τετρακοσίων εξήκοντα πέντε (1.465).

Τέσσερα χρόνια αργότερα με το υπ’ αριθμ.480/15 Ιουλίου 1870 έγγραφό του «περί προβιβασμού του δήμου Ερμιόνης εις την Βα  τάξιν [5] προς τον Έπαρχον Σπετσών ο δήμαρχος Ερμιόνης Γεώργιος Καραγιάννης αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Ο δήμος Ερμιόνης και μετά τον ανασχηματισμόν του δήμου Διδύμων έπρεπε να διατηρήση την δευτεροβάθμιον θέσιν του [6] ως έχων ψυχάς περισσοτέρας των δύο χιλιάδων (2.000). Απορούμεν πώς (έγινε;) το λάθος τούτο με τον πληθυσμόν» και αναφέρονται «εις το διάταγμα ψυχαί (δήθεν) χίλιαι τετρακόσιαι εξήκοντα πέντε (1.465) εξ ού βεβαίως και υπεβιβάσθη η τάξις του δήμου από την Βαν  εις την Γην  τάξιν».

Στη συνέχεια ζητεί άμεσα τον προβιβασμό του Δήμου στην επόμενη τάξη, αφού έχει δύο χιλιάδες έντεκα κατοίκους (2.011) και καλύπτει τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 του από 27 Δεκεμβρίου 1833 «περί συστάσεως των Δήμων» νόμου.

Στις 10 Ιανουαρίου 1871 και ενώ το θέμα δεν είχε προωθηθεί από τον Έπαρχο, ακολουθεί το υπ’ αριθμ. 9 έγγραφο του δημάρχου Ερμιόνης Γεωργίου Καραγιάννη προς το Υπουργείο Εσωτερικών για τον όσο το δυνατόν ταχύτερο προβιβασμό του Δήμου. Ο Δήμαρχος διαμαρτύρεται, μάλιστα, προς τον Υπουργό ότι ενώ έχει ενημερώσει τον Έπαρχο για την προαγωγή του Δήμου σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο, εν τούτοις μέχρι σήμερα δεν έχει προχωρήσει το θέμα και ούτε έχει λάβει κάποια απάντηση. Παρακαλεί δε τον Υπουργό να μεριμνήσει ώστε να αποκατασταθεί η αδικία, αφού ο δήμος πληροί όλες τις προϋποθέσεις του προβιβασμού του.

Στο ίδιο έγγραφο το οποίο φέρει αριθ. πρωτ. 2390/22 Ιανουαρίου 1871 (προς το Υπουργείο των Εσωτερικών) υπάρχουν τρεις διευκρινιστικές διαδοχικές σημειώσεις, μάλλον του Υπουργού, αναφερόμενες στον πληθυσμό του Δήμου Ερμιόνης κατά τις επίμαχες χρονολογίες (1861 και 1870).[7]

Με το Β.Δ. της 1ης Σεπτεμβρίου 1871 (Φ.Ε.Κ.6/1872) ο δήμος Ερμιόνης προβιβάζεται στη Βα τάξη «ως έχων πληθυσμόν δύο χιλιάδας εκατόν έντεκα (2.111) κατοίκους κατά τον επίσημον πίνακα του πληθυσμού των Δήμων του Κράτους δημοσιευθέντα εις το υπ’ αριθμ. 23 φύλλον της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως».[8]

Τρεις μήνες νωρίτερα με το Β.Δ. της 5ης Ιουνίου 1871 (Φ.Ε.Κ.47, σελ.331) είχε καθοριστεί και το έμβλημα της σφραγίδας του Δήμου, επιλεχθέν από τον αρχαιολόγο Π. Ευστρατιάδη. [9]  Η σφραγίδα είχε κυκλικό σχήμα, με «άνδρα άγοντα βουν» στο κέντρο και περιμετρικά τις λέξεις «Δήμος Ερμιόνης».

Η Ερμιόνη παρέμεινε ως Δήμος μέχρι το 1914, καθώς αναβλήθηκαν οι δημοτικές εκλογές του 1912 λόγω της κήρυξης των Βαλκανικών Πολέμων. Ήδη, είχε ψηφιστεί ο νέος νόμος ΔΝΖ΄(4057) της 14ης Φεβρουαρίου 1912 «Περί συστάσεως Δήμων και Κοινοτήτων».

Σύμφωνα λοιπόν με το Β.Δ. που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.282/31 Αυγούστου 1912 §4 «Περί αναγνωρίσεως δήμων και κοινοτήτων εν τω Νομώ Αργολίδος και Κορινθίας» αναγνωρίστηκε η Ερμιόνη ως Κοινότητα «έχουσα υπέρ τους τριακοσίους (300) κατοίκους και σχολείον στοιχειώδους εκπαιδεύσεως».

Με το ίδιο Φ.Ε.Κ.§6 «Περί προσαρτήσεως εις τον δήμον και τας κοινότητας του νομού Αργολίδος και Κορινθίας συνοικισμών του νομού τούτου» προσαρτήθηκαν στην Κοινότητα Ερμιόνης «ο συνοικισμός Θερμησία (πρώην Δήμου Ερμιόνης) και η Μονή των Αγίων Αναργύρων (πρώην Δήμου Ερμιόνης)».

Αξιοσημείωτο είναι πως το ανωτέρω Β.Δ. φέρει την υπογραφή του Υπουργού των Εσωτερικών Εμμανουήλ Ρέπουλη από το Κρανίδι. Η Ερμιόνη ως Κοινότητα διατηρήθηκε μέχρι και το έτος 1994.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ.Α.Κ. Συλλογή Βλαχογιάννη, Καταλ. Ε΄, κυτ. 34, αρ. 928.

[2] Γ.Α.Κ. Οθωνικό αρχείο Υπουργείο Εσωτερικών, Φ.102.

[3] Γ.Α.Κ. Συλλογή Βλαχογιάννη, Καταλ. Ε΄, κυτ. 34 «Δήμοι Αργολιδοκορινθίας τεσσαράκοντα πέντε (45) (28 και 17)».

[4] Γ.Α.Κ. «Αρχείο Γραμματείας Εσωτερικών», Φακ. 1411 (Η φράση αυτή, κατά τη γνώμη μας, δεν θα μπορούσε να σημαίνει άλλο παρά «τον προβιβασμόν» του δήμου στην επόμενη τάξη, εκτός αν εννοούσε, πράγμα απίθανο, αποκλειστικά τη γεωγραφική του επέκταση).

[5] Γ.Α.Κ. «Υπουργείο Εσωτερικών», Φακ. 1596, Περίοδος Γεωργίου Α’.

[6] Η φράση του εγγράφου έπρεπε «να διατηρήση την δευτεροβάθμιον θέσιν του» νομίζω πως ενισχύει ακόμη περισσότερο την άποψή μας ότι ο Δήμος Ερμιόνης από το 1850 – 1866 ανήκε στη Β΄ τάξη.

[7] Γ.Α.Κ. «Υπουργείο Εσωτερικών», φακ.1596, Περίοδος Γεωργίου Α΄.

[8] Θεοδόσης Απ. Γκάτσος – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης: «Ποιος ήταν ο Δήμαρχος Ιωάννης Γεωργ. Οικονόμου;», Άρθρο στο περιοδικό «στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα» τεύχ. 22, Μάρτιος 2018.

[9] Αρχαιολογική Εταιρεία, αρχ. Π.Ε. αριθμ. Πρωτ. Γ.Ε. αρχαιοτήτων 943.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Μνήμες τρύγου στην Ερμιόνη – © Παρασκευή Δημ. Σκούρτη


 

Ελάχιστα πλέον αμπέλια έχουν απομείνει στην πατρίδα μας [Ερμιόνη Αργολίδας] , οι μνήμες όμως έχουν απομείνει όχι μόνο της εποχής του τρύγου αλλά και του πλήθους των εργασιών που χρειαζόταν να γίνουν μέχρι τη συγκομιδή. Μετά την ωρίμανση των σταφυλιών, προϊόν που συνδέεται με την οικονομία και την κοινωνία, περιμένει ο τρύγος. Ο καλλιεργητής αλλά κι ο γλεντοκόπος περιμένουν εναγωνίως κι οι δυο τη νέα σοδειά του κρασιού, που θα τους κρατήσει συντροφιά όλη την επόμενη χρονιά.

Το μάζεμα των σταφυλιών, αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα της χρονιάς, που στη συγκομιδή του έπαιρνε μέρος όλη η οικογένεια.

Νίκη Λαδα – Φοίβα, Φανή Γιαννάκου – Θεοδώρου

Ο τρύγος του αμπελιού ξεκινά από τον Αύγουστο έως τον Σεπτέμβριο, μήνας που αποκαλείται και «Τρυγητής». Ξεκινά νωρίς το πρωί στο αμπέλι και παίρνει διαστάσεις γιορτής∙  σήμερα στο αμπελοτόπι του ενός και αύριο στου άλλου. Αυτό ήταν το «εναλλακτικό νόμισμα»∙ σήμερα θα έρθω στο χωράφι σου και αύριο εσύ στο δικό μου, έτσι γινόταν η συγκομιδή, γιατί κατά την  φράση που χρησιμοποιούσε ο λαός μας «Θέρος, τρύγος, πόλεμος»,  χρειάζονταν πολλά χέρια.

Έγκαιρα έχουν ετοιμαστεί τα σύνεργα,  τρυγοκόφινα – κοφίνια και αντρίκια πλυμένα-, ακονισμένα μαχαιράκια, σουγιαδάκια καμπυλωτά  (οι σβανάδες). Οι αμπελουργοί έχουν βγάλει από τα υπόγεια τα ξύλινα βαρέλια που θα δεχθούν τις χιλιάδες μπότσες μούστο στην πλατιά ολοστρόγγυλη κοιλιά τους, για να πλυθούν στα Μαντράκια ή στο Λιμάνι, να διορθωθούν από το Θόδωρο Κανέλλη και τον Κρανιδιώτη βαρελά Μαλανδρένια, να ξεφουντωθούν, να στανιάρουν.

Βαρέλια παντού, στη σειρά και παιγνίδια πολλά από τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια (κανάρια, φούσια, κρυφτό, πλατσούρισμα), μέσα και πάνω στα βαρέλια κι όταν ερχόταν η κούραση και νύχτωνε, τότε καβάλα στα βαρέλια τραγουδούσαν κοιτάζοντας τ’ αστέρια. Ο θείος μας Κυριάκος Σκούρτης πρώτος και καλύτερος, με τη δυνατή και όμορφη φωνή του πρωτοστατούσε, αλλά και οι φίλοι του Λάζαρος Κουτούβαλης, Τάσος Μουρμούρης, Ιωσήφ Σαρρής, κ.α..

Τα υπόγεια θα ασπριστούν, θα πλυθούν τα πατητήρια. Όλα έτοιμα στην εν τέλεια.

 «Τ’ Αη Λιός με το μαντήλι, της Σωτήρας με το κοφίνι»

-Τρυγήσατε;

-Τρυγήσαμε.

-Καλά κρασιά.

Το αμπελάκι μας, πίσω από το παγοποιίο του Ησαΐα, ο παππούς Αριστείδης Φοίβας, γνήσιος άνθρωπος της υπαίθρου, το είχε φυτέψει με κόπο και μεράκι και όταν έπινε το κρασάκι, που δεν έλειπε ποτέ από το τραπέζι, ευφραινόταν η καρδιά του. Το αμπελάκι μας που δόθηκε ως προίκα στη μητέρα μας δεν υπάρχει πια, όπως και πολλά άλλα.  Η γη των πατέρων δόθηκε στο βωμό της εξέλιξης, προς χάριν της οικοδόμησης, όμως ευτυχώς υπάρχουν οι αναμνήσεις.

Ο αείμνηστος Απόστολος Γκάτσος στις καλοκαιρινές μας συζητήσεις, μου είχε αναφέρει ότι: «Στο χώρο που σήμερα είναι χτισμένο το Γυμνάσιο – Λύκειο Ερμιόνης ήσαν τα μοναστηριακά αμπέλια. Όταν  έσκαβαν οι καλόγεροι τ’ αμπέλια μαύριζε ο τόπος από τα ράσα τους, εξ ου και το όνομα του πηγαδιού «Καλογερικό».

«Τζίτζικας ελάλησε μαύρη ρόγα γυάλισε»

 

Ο Τρύγος. Χαρακτικό του Τάσου.

 

Οι τρυγητές με τα καπέλα τους και οι τρυγήτριες με τα ψάθινα καπέλα ή τα φακιόλια για την προστασία από τον ήλιο και τις φαρδιές φούστες, κόβουν και τραγουδούν, τραγουδούν, γελούν, κόβουν και τοποθετούν στο καλάθι τους: μαρκοπουλιώτικο, σαββατιανό, μαυρούδι, αραιό, τραγανό, φράουλο. (Φράουλο είχε το αμπέλι του παππού και του Γιάννη Νίκα (Τζάνη).

Κόβουν το σταφύλι από το κλίμα με το χέρι και αν το κοτσανάκι είναι σκληρό με ένα σουγιαδάκι. Απαιτητική, κοπιαστική εργασία, αλλά τους γεμίζει χαρά και ευεξία. Όταν τα κοφίνια γεμίσουν μεταγγίζονται από τα χέρια των νεαρών τρυγητών  στα αντρίκια. Εκεί οι νέοι και οι νέες  θα τσιμπολογήσουν τη ρόγα του σταφυλιού, θα κοιταχτούν, θα μεθύσουν με το κρασί της αγάπης και αργότερα θα παντρευτούν.

 

 «Μες τ’ αμπέλι και το κλίμα σ’ αγαπώ δεν είναι κρίμα»,

 «Και βάλαμε και μάρτυρες δυο βεργούλες κι ένα κλίμα, σ’ αγαπώ δεν είναι κρίμα».

 

Ο Τάσος Γανώσης με τα τρυγοκόφινα φορτωμένα.

Με τα ζώα μεταφέρονται στα πατητήρια (τους ληνούς). Εδώ γίνεται το πάτημα, η παραγωγή του χυμού, του γλαύκου, που είναι γνωστός ως μούστος. Ο μούστος ξεχειλίζει στο πατητήρι, θα μεταφερθεί στα καθαρά δρύινα βαρέλια, όπου θα προστεθεί μια ποσότητα μυρωδάτου ρετσινιού από το δάκρυ του πεύκου, για να ακολουθήσει η αλκοολική ζύμωση, που στη συνέχεια θα γίνει κρασί. Το κρασί είναι ένας ζωντανός οργανισμός που επηρεάζεται από την καθαριότητα και τη θερμοκρασία.

Τα πατητήρια πολλά: του Ιωσήφ Μερτύρη, του Μίμη Σκλαβούνου, του Μήτσου Οικονόμου, του Ηλία Παπαμιχαήλ, του Μίμη Κομμά, του Μιχάλη Παπαμιχαήλ (Γιαταγάνα), του Γιάννη Κόαση, του Γιάννη Νίκα κ.α. Οι ταβέρνες αγοράζουν το μούστο από τους αμπελουργούς, που περιμένουν τη σοδειά προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα πολύ σημαντικό μέρος, αν όχι το ετήσιο εισόδημα της οικογένειας.

Αγγειογραφίες πλείστες από την αρχαιότητα, ερυθρόμορφα και μελανόμορφα αγγεία που κοσμούνται από παραστάσεις με θέμα το κρασί. Στους κλασικούς χρόνους ο θεσμός του κρασιού ήταν μέρος του συμποσίου, ενώ σύμβολα ιερά του Χριστιανισμού αποτελούν η «άμπελος και ο οίνος». Οι ληνοβάτες με τα κατακόκκινα ιμάτια από το πάτημα των σταφυλιών συμβόλιζαν του μάρτυρες της νέας θρησκείας, ενώ το πατητήρι, ο ληνός, συμβόλιζε τη θυσία του Θεανθρώπου και τη μαρτυρική του θυσία.

Ο μούστος θα μείνει στα βαρέλια με το μυρωδάτο ρετσίνι για να γίνει η οινοποίηση, θα βράσει και στη συνέχεια θα σφραγιστεί.

Κρασί, είναι το ποτό που με την επίκληση του Διονύσου οδηγεί τον άνθρωπο στον ενθουσιασμό, στο κέφι, στη δημιουργική ανάταση, όταν βέβαια πίνεται με μέτρο, γιατί ακολουθεί τότε το:

 «Κρασί σε πίνω για καλό, μα εσύ με πας στον τοίχο».

Σύμφωνα δε με τον Ορειβάσιο  «Το κρασί δίνει δύναμη και χαρά στην ψυχή και ηδονή».

Το κρασί, αποτελούσε το κυριότερο ποτό των αρχαίων Ελλήνων μετά το νερό. Απαραίτητο συμπλήρωμα στη διατροφή, μέσο ευωχίας, κοινωνικότητας και δυναμωτικό. Τον οίνον τον έπιναν νερωμένο «κεκραμένον», χωρίς την προσθήκη νερού ήταν «ο άκρατος οίνος». Τη θέση του Διονύσου στη συνέχεια κατέλαβε ο Άγιος Τρύφωνας, που εορτάζεται την 1η Φλεβάρη που αρχίζει και το κλάδεμα.

Το κλάδεμα του αμπελιού γίνεται κατά τους μήνες Ιανουάριο ή Φεβρουάριο ανάλογα και απαιτεί γνώση, ξεχωριστή τέχνη κι εμπειρία : «… γέρους και κλάδεψέ με…».  Ο αμπελουργός  ξέρει ποια μάτια καρπίζουν και ποιες βέργες κάνουν για καταβολάδες, ώστε να μην κοπούν. Το σκάψιμο ακολουθεί μετά το κλάδεμα και χρειάζεται γερά μπράτσα. Έσκαβαν οι εργάτες με την αξίνα, την αμπελαξίνα,  και έκαναν το χώμα μικρά βουναλάκια «τα κουτρούφια», ώστε να αερίζεται το χώμα και οι ρίζες του φυτού. Το σκάψιμο μια πολύ επίπονη εργασία γίνεται το μήνα Φλεβάρη, θέλει χέρια γερά: «Για βάλε νιους και σκάψε με…». Ακολουθεί το θειάφισμα ή ράντισμα με γαλαζόπετρα για τις τυχόν ασθένειες. Συνέχεια έχει το ξεβλάστωμα, αραίωμα: «… βάλε γριές μεσόκοπες να με βλαστολογήσουν…» Την άνοιξη ερχόταν η ανθοφορία, το μήνα Μάη τα τύλιγαν τα έκαναν «κατσούλα», «βάλε κορίτσι ανύπαντρα να με κορφολογήσουν…

«Να ‘μουν το Μάη μπιστικός, τον Αύγουστο δραγάτης» (λαϊκό τραγούδι)

Οι δραγάτες, ήσαν οι φύλακες των αμπελιών και της υπαίθρου. Η ζωή τους ήταν ευχάριστη μέσα στην αφθονία των καρπών, της ανθρώπινης εργασίας, στη δροσιά της υπαίθρου ψηλά στη δραγασιά του, να ορίζουν τ’ αμπέλια του χωριού.

Οι δραγάτες του χωριού μας ήσαν: Αριστείδης Φοίβας, Κώστας Κοτταράς, Σπύρος Παπαηλιού, Νίκος  Φοίβας, Αντρέας…,  Βουρλής, Αριστείδης Κοντόπουλος.

Ο παππούς μου τα καλοκαίρια έφτιαχνε στο ύψωμα, στη θέση Σπηλιά την καλύβα του και παρακολουθούσε από εκεί τα απλωμένα στον κάμπο αμπέλια. Όταν λοιπόν επρόκειτο να ξαπλώσει έκανε χωνί τις χούφτες του και φώναζε: «Ε! τι κάνεις εκεί, τώρα θα ‘ρθω…», προκειμένου να τρομάξει τον επίδοξο κλέφτη των σταφυλιών.

Ο παππούς κι ο Κώστας Κοτταράς (Καραθάνος) ήσαν δημοκρατικοί κι όταν άλλαξε η πολιτική κατάσταση τους έβγαλαν τραγούδι:

 

«Τον Τσαρό και Καραθάνο

θα τους στείλουμε για μπάνιο.

Αντρέας υπερήφανος,

δε θέλει άλλο ταίρι

γι αυτό τον έχουμε κι εμείς

χειμώνα καλοκαίρι»

 

Κική Κασνέστη – Σκούρτη, Βασίλης Προβελεγγάτος (Πρόσφυγας παρατσούκλι), Θεοδότη Κορδώνη – Σαρρή.

 

Η Τούλα Ραγιά-Ζαραφωνίτη θυμάται, ότι κάποια ποικιλία σταφυλιών την περνούσαν σε σχοινάκι που το άπλωναν στο δωμάτιο και διατηρούσαν τα σταφύλια για μεγάλο χρονικό διάστημα και συνεχίζει:

«Φράουλα είχε ο Γιάννης Νίκας (Τζάνης) και ο Αριστείδης Φοίβας (Τσαπάρας) από εκεί προμηθευόμαστε για γλυκό. Φτιάχναμε γλυκό φράουλο, βγάζαμε τα κουκούτσια με τη φουρκέτα των μαλλιών μία-μία ρόγα, φτιάχναμε και γλυκό σταφίδα, ενώ με το μούστο φτιάχναμε πετιμέζι, μουσταλευριά και μουστοκούλουρα.

Επειδή έπεφταν τα πουλιά και τα έτρωγαν έφτιαχναν στ’ αμπέλια σκιάχτρα. Η κυρά-Φλώρα η μάνα της Τασίας  Κουτσουρελάκη είχε ένα αμπέλι απέναντι από του Κοματά και δίπλα στο φουγάρο του Μέξη. Μαυροφορεμένη με ρόμπα και μαντήλι ολημερίς χτυπούσε δυο σίδερα για να φύγουν τα πουλιά. Ένα μεσημέρι περνούσε από εκεί ο Παναγιώτης Κουβαράς με το γαϊδούρι του για να πάει στο χτήμα του. Πετάχτηκε η κυρά Φλώρα με το μαύρο τσεμπέρι την είδε το γαϊδούρι του, τρόμαξε και έπεσε ξερό. Ο κτηνίατρος που έφεραν τους είπε, ότι έπαθε από το φόβο του ανακοπή».

Οι Ερμιονίτες ήσαν οινολάτρες. Είχαν άμεση πρόσβαση στο καλό κρασί του χωριού τους.

Εμείς αγοράζαμε καλό κρασί από τον Γιάννη Νίκα. Ήταν ψαράς στο επάγγελμα, αλλά και κτηματίας. Το αμπέλι του φυτεύτηκε από τον Γιάννη Κομπάκη που είχε και την ευθύνη της συλλογής των ποικιλιών. Η πρώτη παραγωγή έδωσε 28 φορτώματα σε σταφύλια. Κάθε φόρτωμα 4 αντρίκια. Έβγαλε 900 μπότσες μούστο (κάθε δερμάτινη μπότσα αντιστοιχούσε σε 2 περίπου οκάδες. Η παραγωγή του καλού κρασιού οφειλόταν στην ποικιλία: σιδερίτης, φράουλα, αραιό, βεσαλό, ροδίτη, νυχάτο λευκό και ροζ, σαβατιανό, μοσχάτο, μαυρούδι, σταφίδα, μαρκοπουλιώτικο, αλλά και στις οδηγίες του οινολόγου που τις κρατούσε πιστά με σεβασμό και προσήλωση. Ο γιός του Θανάσης που μου έδωσε και τις πληροφορίες  θυμήθηκε το επώνυμο του οινολόγου Ριζάκου, με μεταπτυχιακό την εποχή εκείνη στην οινολογία, που είχε το εργαστήριό του στην Πλατεία Ιπποδαμείας. Έφερνε το δείγμα του, έπαιρνε οδηγίες και αυθημερόν επέστρεφε να τις εκτελέσει. Όταν έβραζε ο μούστος έστελνε τη γυναίκα του να ανακατέψει. Στην περίπτωση που εκείνη λιποθυμούσε να μπορέσει αυτός να βοηθήσει, γιατί διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να τον τραβήξει έξω εκείνη λόγω βάρους.

Οι ταβερνιάρηδες διάλεγαν σωστά σταφύλια για σωστή οινοποίηση, επένδυαν στο κρασί καλής ποιότητας. Στην ταβέρνα κανείς δεν πίνει μόνος του, θέλει δίπλα του τον δικό του άνθρωπο, το παρεάκι του, που θα μοιραστεί τις χαρές του και τις δυσκολίες της καθημερινότητας.

 

Το γλωσσάρι της οινοποίησης


Ζύμες: ζωντανοί μικροοργανισμοί υπεύθυνοι για την παραγωγή ενζύμων.

Ζύμωση: πολύπλοκη φυσική διαδικασία στη διάρκεια της οποίας τα σάκχαρα του μούστου μετατρέπονται σε αλκοόλ και διοξείδιο του άνθρακα με τη βοήθεια ζυμών και της υψηλής θερμοκρασίας.

Διοξείδιο του άνθρακα (CO2): αέριο που παράγεται στη διάρκεια της ζύμωσης.

Οινολάσπες: οι άχρηστες ζύμες, ένα παχύρευστο υπόλειμμα  που κάθεται στον πάτο του βαρελιού.

 

Παρασκευή Δημ. Σκούρτη

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 23, Νοέμβριος, 2018. 

 

Read Full Post »

Η άλωση του Παλαμηδίου (30 Νοεμβρίου 1822) και η συμβολή του Σταμάτη Αδρ. Μήτσα. Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Μια από τις σπουδαιότερες νίκες των Ελλήνων κατά των Τούρκων στη διάρκεια του επαναστατικού αγώνα του 1821 ήταν και η κατάληψη του φοβερού και άπαρτου κάστρου του Παλαμηδίου. Η κατοχή του, όπως ισχυρίζονταν, επηρέαζε τις τύχες όχι μόνο του Ναυπλίου και της ευρύτερης περιοχής αλλά και ολόκληρου του Μοριά, γι’ αυτό και οι Έλληνες την πανηγύρισαν με ιδιαίτερο ενθουσιασμό.

 

Η άλωση του φρουρίου

 

Τη νύχτα της 29ης προς την 30η Νοεμβρίου το φρούριο ήταν σχεδόν αφύλακτο, αφού οι περισσότεροι Τούρκοι είχαν φύγει και είχαν κατέβη στην πόλη, σύμφωνα με την πληροφορία που έδωσαν δύο Αλβανοί φυγάδες. Τότε οι Έλληνες βοηθούμενοι από το βαθύ σκοτάδι, τη βροχή και τον σφοδρό άνεμο, πάτησαν αθόρυβα και αναίμακτα το πολυθρύλητο κάστρο. Πρώτος αναρριχήθηκε στη Γιουρούς ντάπια του κάστρου ο, νεαρός τότε, Σταμάτης Μήτσας.

Ο Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματέας του Κολοκοτρώνη γράφει:

«Και αναβάντες εκυρίευσαν αυτήν, πρώτων εισπηδησάντων των Κρανιδιωτών Δημ. Ν. Μοσχονησιώτη, Μανώλη Σκρεπετού και Κώστα Γκιώνη. Μη φθανούσης της κλίμακος ζώνης διπλής ριφθείσης επί πυροβόλου βοηθεία αυτής, υποβοηθείς από τον Γκιώνην ο εξ Ερμιόνης Σταμάτης Μήτσας αναβάς πρώτος, εβοήθησε και ηυκόλυνεν την των άλλων ανάβασιν εν οις και τίνα γέροντα Κρανιδιώτην ειδήμονα και την πύλην ανοίξαντα δι ης οι λοιποί εισήλθον».

 

Το ίδιο παραστατική είναι και η αφήγηση του Βασίλη Κωνσταντινόπουλου στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» της 25ης Μαρτίου 1966.

«Ο Μοσχονησιώτης ρίχνει τη σκάλα πάνω στα τείχη μα δεν έφτανε εις το ύψος τους. Τότε ο Σταμάτης Μήτσας, ένας νέος… ανεβαίνει εις το τελευταίο σκαλοπάτι, ρίχνει το ζωνάρι του σ’ ένα κανόνι και σκαρφαλώνει πάνω στο τείχος. Ύστερα βοηθεί το Μοσχονησιώτη να ανέβη και πηδάνε μαζί μέσα στα τείχη. Προχωρούν και διακρίνουν μέσα στο σκοτάδι λίγο φως. Ήταν το τούρκικο φυλάκιο. Μέσα ο Τούρκος φρουρός έτρωγε φύλλα φραγκοσυκιάς. Ο Μοσχονησιώτης ορμά, τον αφοπλίζει, τον φιμώνει και φωνάζει τους συντρόφους που έμειναν κάτω να αναρριχηθούν…».

 

Το ξημέρωμα της νέας μέρας

 

Με την ανατολή της 30ης Νοεμβρίου που η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του Αποστόλου Ανδρέα, προστάτη Αγίου της Πελοποννήσου, τα τηλεβόλα του Παλαμηδίου ανήγγειλαν στους κατοίκους την άλωση του φρουρίου. Υψώθηκε η «σημαία του Σταυρού» και η νίκη χαιρετίσθηκε με αλαλαγμούς και κανονιοβολισμούς. Διαλεχτά παλληκάρια των Ελλήνων πάνω στα τείχη φώναζαν προς τους έκπληκτους Τούρκους: «Καλημέρα, Αγάδες καλώς σας ηύραμε και του χρόνου του Αγίου Ανδρέου Αγάδες· ο Θεός μας έδωσε το Παλαμήδι, κοιτάξτε γρήγορα να μας αδειάσετε και τ΄ Ανάπλι και το Ιτσ-καλέ δια να μη φάτε το κεφάλι σας».

Ξέφρενοι ήταν και οι πανηγυρισμοί των εξήντα (60) Κατωναχαϊτών παλληκαριών που με μια ψυχή κραύγαζαν: «Γιόνα Κάστρα! (δικό μας το κάστρο!), ενώ το λευκό μπαϊράκι με τον κόκκινο σταυρό, πολεμικό σύμβολο του Κάτω Ναχαγέ, κυμάτιζε περήφανο στις επάλξεις του φρουρίου.

Γύρω στις 8 το πρωί ανέβηκε στο Παλαμήδι ο Κολοκοτρώνης. Αμέσως διάταξε να στρέψουν τα κανόνια προς την πόλη και με επιστολή του παράγγελνε στους Τούρκους να παραδοθούν. Επειδή εκείνοι καθυστερούσαν ν’ απαντήσουν άρχισε να χτυπάει, αρχικά με άσφαιρα πυρά, στη συνέχεια με κανονικούς πυροβολισμούς, το Ναύπλιο όπου εκείνοι βρίσκονταν. Τότε, οι Τούρκοι τρομοκρατημένοι και επειδή δεν μπορούσαν να ξεφύγουν, υπόγραψαν τη συνθήκη και παραδόθηκαν.

 

Το εκκλησάκι του Αγιαντρέα

 

Οι Έλληνες και ιδιαίτερα όσοι κατάγονταν από τη γύρω περιοχή είχαν ακούσει ότι στο κάστρο του Παλαμηδίου υπήρχε από την εποχή των Ενετών (1690) παλαιός ναός αφιερωμένος στον Άγιο Ανδρέα για άγνωστους λόγους. Έψαξαν λοιπόν παντού, έχοντας πάντοτε μαζί τους τον γέροντα Κρανιδώτη Μανόλη Σκρεπετό που γνώριζε σπιθαμή προς σπιθαμή το μέρος. Έτσι οδηγούμενοι από «ίχνη αρχαίων εικονογραφιών» ανακάλυψαν τον ζητούμενο ναΐσκο, που ήταν «κρυμμένος» πίσω από έναν μεγάλο σωρό άχρηστου πολεμικού υλικού. Στην εκκλησούλα αυτή, σύμφωνα με την παράδοση, όταν το 1715 οι Τούρκοι πήραν το Ναύπλιο από τους Ενετούς, κρύφτηκε η γυναίκα του Ενετού φρούραρχου του Παλαμηδιού Λεονάρδου Ταρωνίτη με τα παιδιά της και τα φλουριά της.

 

Το παλληκάρι

 

Ο καπετάν Σταμάτης Μήτσας, ισάξιος πολεμιστής με τον αδελφό του Γιάννη, γαλουχημένος με τις ίδιες αρχές και αρετές και τα ίδια οράματα, γεννήθηκε στην Ερμιόνη περί το 1800.

Ήταν βραχύσωμος, με υπέροχα πλατιά στήθη, καλογυμνασμένο σώμα, ευκίνητος, φτεροπόδαρος, θυελλώδης. Το μέτωπό του πλατύ, τα μάτια του μεγάλα, το βλέμμα βλοσυρό αλλά αετίσιο, σπινθηροβόλο, ανήσυχο. Παρατηρούσε κάθε τι που συνέβαινε γύρω του και «τρυπούσε» τη σκέψη των συνομιλητών του. Η μύτη ερμιονίτικη, ευθεία, πλάταινε στο τελείωμά της και ακριβώς κάτω απ’ αυτή ένα αρειμάνιο μουστάκι έφτανε μέχρι πίσω από τ΄ αυτιά του! Ενωνόταν με τα πλούσια μακριά μαλλιά του, τα ριγμένα στις φαρδιές του πλάτες και γι’ αυτό είχε και το προσωνύμιο «λεοντοχαίτης»! Το πρόσωπό του άλλοτε ήρεμο, άλλοτε συννεφιασμένο και παθιασμένο έδειχνε τον ατρόμητο πολέμαρχο που έκρυβε στα στήθη του καρδιά λιονταριού.

 

Η είδηση φτάνει στην Κυβέρνηση

 

Ο ανδρείος αρχηγός Στάικος Σταϊκόπουλος μόλις έγινε «κύριος του Παλαμηδίου» έστειλε έφιππο ταχυδρόμο στην Ερμιόνη, έδρα της Κυβέρνησης εκείνη την περίοδο, για να γνωστοποιήσει όσο πιο γρήγορα γινόταν την κατάληψη του Κάστρου. Τη χαρμόσυνη είδηση έσπευσε να ανακοινώσει επίσης και ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με τη με ημερομηνία 1η Δεκεμβρίου επιστολή του, που ξεκινούσε ως εξής:

«Εις δόξαν του αηττήτου Σταυρού και του Πρωτοκλήτου Ανδρέα

Υπερτάτη Διοίκησις

Χθες επήλθομεν εις το υπερήφανον Παλαμήδι και υψώσαμεν τας νικητικάς του Σταυρού σημαίας…».

 

Χαρές και πανηγυρισμοί

 

Η νίκη των Ελλήνων χαροποίησε ιδιαίτερα τα μέλη της Κυβέρνησης και τους κατοίκους του Κάτω Ναχαγέ. Ο Ιωάννης Ορλάνδος, με οικογενειακή καταγωγή από το Κρανίδι και παντρεμένος με την αδελφή των Κουντουριώτηδων, Λάζαρου και Γιώργου, μέλος του Εκτελεστικού, αναγγέλλοντας την πτώση του Παλαμηδιού μεταξύ άλλων έγραφε προς αυτούς.

«Η σωτηριώδης κατάπτωσις του Παλαμηδίου… εμέθυσεν και με από ευχαρίστησιν… διεξοδικωτέραν έκθεσίν μου μη ζητείτε καθότι και η στενότης του καιρού… και το υπερέξοχον της εγκαρδίου ευφροσύνης μου μάλιστα δε και η παρουσία μου εις την Αγίαν εκκλησίαν δια την δοξολογίαν της τρισυποστάτου θεότητος… δεν μου συγχωρούν να εκτανθώ, και αρκεσθήτε τα διεξοδικώτερα από την της Διοικήσεως».

Εν Ερμιόνη την αην Δεκεμβρίου αωκβω

(1822)

Ιωάννης Ορλάνδος

(Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου τομ. Α΄)

Σύμφωνα με το έγγραφο και έχοντας υπόψη την πληροφορία ότι το μεσημέρι της 30ης Νοεμβρίου οι Έλληνες τέλεσαν δοξολογία στον ναό του Αγίου Ανδρέα στο Παλαμήδι με προεξάρχοντα τον ιερέα Γεώργιο Βολίνη έναν από τους πολιορκητές, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η επίσημη δοξολογία που αναφέρει ο Ιωάννης Ορλάνδος τελέσθηκε στην Ερμιόνη, έδρα τότε της Κυβέρνησης, στον Ι.Ν. των Ταξιαρχών ή στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, όπου φιλοξενούνταν αρκετά μέλη της Κυβέρνησης. Ωστόσο, κάτι σχετικό οι γραπτές πηγές δεν αναφέρουν και η προφορική παράδοση δεν μας άφησε.

Πάραυτα ο Αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού Αθανάσιος Κανακάρης με διακήρυξή του από την Ερμιόνη αναγγέλει στο Πανελλήνιο την άλωση του Παλαμηδίου «το οποίον εθεωρείτο τότε Παλάδιον της Ελληνικής ανεξαρτησίας και Γιβλατάρ (Γιβραλτάρ) της Ελλάδος».

Στην επιστολή του μεταξύ άλλων γράφει: «Ιδού η σταθερότης της Διοικήσεως, η γενναιότης των στρατιωτών μας, η ανδρεία και φρόνησις του γενναιοτάτου χιλιάρχου μας Στάικου Σταϊκόπουλου και η προς αυτόν θεία χάρις τον ανέδειξε πορθητήν, εκυρίευσεν το Παλαμήδι Ναυπλίου με έφοδον εις τας εξ ώρας της νυκτός ξημερώνοντας Πέμπτη και εορτή του πρωτόκλητου Αποστόλου Ανδρέου ευρέθησαν οι Έλληνες εις το Παλαμήδι κυριεύσαντες αυτό και στήσαντες τας τροπαιοφόρους σημαίας του σταυρού. Χαίρετε, νέοι Έλληνες, χαίρετε…».

Στη συνέχεια της διακήρυξης συνιστά μεταξύ άλλων φιλανθρωπίαν, ευσπλαχνία, φρόνηση. Να λείψουν οι αταξίες που είναι μικροψυχία και «γυναικότης». Να δείξουν μεγαλοφροσύνη, ανδρεία και καλή τάξη. Να μη φερθούν στους εχθρούς με σκληρότητα. Αυτά θα τα δουν τα έθνη της Ευρώπης, ότι οι Έλληνες είμαστε τακτικοί και φρόνιμοι και έτσι θα κερδίσουμε «την ποθητήν ημών ανεξαρτησίαν».

Εν Ερμιόνη την αη Δεκεμβρίου  αωκβω

και βω της ανεξαρτησίας

Ο αντιπρόεδρος Ο αρχιγραμματεύς της Επικρατείας
  Μινίστρος των εξωτερικών υποθέσεων
Αθανάσιος Κανακάρης Θεόδωρος Νέγρης

 (Αρχείον της Κοινότητος Ύδρας τομ. Η΄)

Γνωστοποίηση της νίκης, «την οποίαν έδωκεν ο Θεός εις τα Ελληνικά όπλα», έγινε από την Ερμιόνη αμέσως και στους «ευγενεστάτους προκρίτους της Ν. Ύδρας» για να χαρούν. Επιπροσθέτως αποφασίσθηκε να δοθούν αντίγραφα του ίδιου εγγράφου και στους προκρίτους των άλλων νησιών «για να γνωστοποιηθή η εξ εφόδου ανάκτησις του τρομερού τούτου φρουρίου και να φθάση ταχέως εις την Ευρώπην η είδησις».

Εξάλλου με την υπ’ αριθ. 2296/1η Δεκεμβρίου 1822 πρόταση του Εκτελεστικού προς το Βουλευτικό, δηλαδή της Κυβέρνησης προς τη Βουλή, προήχθη ο Πορθητής του Παλαμηδίου χιλίαρχος Στάικος Σταϊκόπουλος σε στρατηγό. Το έγγραφο με το οποίο ο Πρόεδρος του Βουλευτικού ενημέρωνε τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού για το παραπάνω θέμα συντάχθηκε στην Ερμιόνη την 3η Δεκεμβρίου 1822.

 

Τα επινίκια στην Ερμιονίδα

 

Φανταζόμαστε πως η κατάληψη του Παλαμηδίου, ιδιαίτερα θα ενθουσίασε τους Ερμιονίτες, γιατί ο συμπολίτης Σταμάτης Αδρ. Μήτσας, αν και νεαρός τότε, ευτύχησε να είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της.

Πανηγύρισαν σίγουρα τη νίκη και οι Κρανιδιώτες καθώς και όλο το Κάτω Ναχαγέ, αφού ντόπιοι οπλαρχηγοί και διαλεχτά παλληκάρια πήραν μέρος σ’ αυτή την πολεμική επιχείρηση. Έτσι απάλυνε ο πόνος που είχαν νιώσει δυο μέρες πριν με το θάνατο του ηρωικού Αρχιμανδρίτη Παπαρσένη Κρέστα και γέλασαν τα χείλη τους.

Τέλος θεωρούμε βέβαιο πως η αποστολή των εγγράφων της Κυβέρνησης από την Ερμιόνη, όπου η έδρα της, προς τους λαούς της Ευρώπης ασφαλώς θα τους κίνησε την περιέργεια αλλά και το ενδιαφέρον να αναζητήσουν τη μικρή μας πόλη και να πληροφορηθούν την ιστορία της. [1]

 

Δύο ζωγραφικοί πίνακες

 

Η εξιστόρηση των γεγονότων της άλωσης του Παλαμηδίου μεταμορφώθηκε από σπουδαίους καλλιτέχνες σε όμορφους ζωγραφικούς πίνακες. Ένα τέτοιο «εικαστικό αφήγημα» εμποτισμένο με πατριωτικά συναισθήματα, γεμάτο πολεμική κίνηση και ζωντανά χρώματα, που βοηθούν τον θεατή να εννοήσει καλύτερα τα γεγονότα, μας έδωσε η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου-Δουρούκου. Θεωρούμε πως με τον πίνακά της η κ. Ανθούλα προβάλλει έντονα τον ψυχισμό του Σταμάτη Μήτσα αλλά και την τοπική μας παράδοση, αφού του δίνει να κρατάει κοντάρι όμοιο με αυτό που φυλάσσεται στο (Ι.Λ.Μ.Ε.) Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης.

 

Σταμάτης Μήτσας. Έργο της Ανθούλας Λαζαρίδου-Δουρούκου.

 

Εξαιρετικοί και οι πίνακες – σκίτσα του συμπολίτη μας νέου καλλιτέχνη Θανάση Γεωργίου Παπαθανασίου, που βρίσκονται στο Ι.Λ.Μ.Ε. Στα έργα κυριαρχεί ο νεανικός ενθουσιασμός, ο δυναμισμός και η αποφασιστικότητα του ήρωα.

 

Σκηνή από την άλωση του Παλαμηδίου. Δημιουργία ενός νέου καλλιτέχνη, του Ερμιονίτη Θανάση Γεωργίου Παπαθανασίου.

 

 

Νικητήρια τραγούδια

 

Θεά γοργόφτερη η λαϊκή μούσα και γλυκόφθογγη υμνήτρια των αρετών και των θριάμβων της φυλής, πέταξε πάνω από το απόρθητο κάστρο. Στάθηκε, θαύμασε, αγκάλιασε το τοπίο, σύνθεσε στίχους εγκωμιαστικούς και έψαλε όπως αυτή μόνο ξέρει τον αξεπέραστο Ελληνικό θρίαμβο.

«Όλα τα κάστρα και αν χαθούν

και όλα κι αν ρημάξουν,

το Παλαμήδι τώμορφο

Θεός να το φυλάξη».

Δεν ξέχασε, ωστόσο, και τους πρωταγωνιστές από το Κάτω Ναχαγέ και γι’ αυτούς τραγουδά:

 

«Το ψηλό το Παλαμήδι

που το πήρε το Κρανίδι».

 

Υποσημείωση


[1] Γιάννης Μ. Σπετσιώτης, «Ιστορικές σελίδες της Ερμιόνης – Ημερολόγιο».

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Μήτσας Αντ. Σταμάτης  (1857-1933)


 

Σταμάτης Μήτσας. Η φωτογραφία είναι από το προσωπικό αρχείο του Παναγιώτη Σταμ. Μήτσα, απόγονου της ιστορικής οικογένειας.

Ο Σταμάτης Αντ. Μήτσας γεννήθηκε στην Ερμιόνη το 1857. Ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά, τέσσερα αγόρια (Σταμάτης, Δημοσθένης, Αθανάσιος, Κωνσταντίνος) κι ένα κορίτσι (Μαργαρίτα), του Αντώνη Στ. Μήτσα. Από μικρός διδάχθηκε την ένδοξη ιστορία της οικογένειάς του, γαλουχήθηκε με τις αρχές της και ανατράφηκε με τις αναλλοίωτες κληρονομικές αρετές της.

Ακολούθησε το στρατιωτικό επάγγελμα και το 1875 όντας τριτοετής εύελπις αφήνει τα θρανία της Σχολής, λιποτακτεί και έρχεται να αγωνιστεί στο πλευρό του πατέρα του, που συμμετείχε στη Θεσσαλική επανάσταση. Ο τύπος εκείνης της εποχής και αργότερα οι ιστορικοί που κατέγραψαν και σχολίασαν τα πολεμικά γεγονότα και τις μάχες που δόθηκαν στα Θεσσαλικά πεδία εξυμνούν την ανδρεία και την προσφορά του 20χρονου εύελπι.

Το 1897, λοχαγός ήδη, παίρνει μέρος στο φοβερό μα άτυχο Ελληνοτουρκικό πόλεμο, ως Διοικητής της 1ης ορειβατικής πυροβολαρχίας του 2ου Συντάγματος Πυροβολικού (Στρατού Θεσσαλίας). Οι μάχες που δίνει στο Γρίμποβο, το Βελεστίνο, τον Δομοκό, το Μάτι, τα Πέντε Πηγάδια είναι φονικές. Η ευστοχία, όμως, και η ακρίβεια των κανονιών της πυροβολαρχίας του Σταμάτη Μήτσα κάτω από τις αντίξοες καιρικές συνθήκες και τις δυσμενείς καταστάσεις του εδάφους θερίζουν τις αντίπαλες δυνάμεις! Οι εφημερίδες των Αθηνών που μεταφέρουν τις ειδήσεις του πολέμου, εγκωμιάζουν τον γενναίο και συνετό αξιωματικό. Ο ποιητής Γεώργιος Σουρής τού αφιέρωσε τιμητικό ποίημα. [1]

 

Σταμάτης Μήτσας

 

Του κανονιού του τη φωνή

την τρόμαξαν οι μάχες

και των Φερών εσείστηκαν

τραγουδημένες ράχες,

την ώρα την αξέχαστη,

την καθεμιά του μπάλα

νεκρή στο χώμα σώριαζε

των Τούρκων την καβάλα.

Συ που τον κοίταξες κι αλλού

και μες στην γη του Ρήγα

να πολεμά μερόνυχτα,

συ μάννα, γλυκοφίλησε

το τιμημένο το παιδί,

που ξέρει λόγια λίγα

και μόνο με του κανονιού

το στόμα παραμίλησε.

 

Μετά τον πόλεμο ο Σταμάτης Μήτσας επέστρεψε στην Αθήνα. Ο κόσμος τον περίμενε με λαχτάρα και κοντά στο Δαφνί του επεφύλαξε θερμότατη υποδοχή ραίνοντας με άνθη τον ίδιο, τους στρατιώτες, τα άλογα και τα κανόνια.

Ο Σταμάτης Μήτσας έδωσε το παρόν, 55 ετών πλέον και στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912 – 1913 Αντισυνταγματάρχης όντας του Ελληνικού Στρατού. Το όνομά του, όπως είδαμε, συνδέθηκε με την κατάληψη του Μετσόβου και μέχρι σήμερα οι κάτοικοί του θυμούνται τον απελευθερωτή της πόλης τους. Μετά τους πολέμους τοποθετήθηκε φρούραρχος Ιωαννίνων και στις 13 Δεκεμβρίου 1916 αποστρατεύτηκε με τον βαθμό του Υποστρατήγου. Θεωρήθηκε από τους «λογίους» αξιωματικούς, μιλούσε τη Γαλλική γλώσσα και τιμήθηκε με τον «Χρυσούν Σταυρόν του Σωτήρος» και το «Μετάλλιον Ελληνοβουλγαρικού Πολέμου» για την πολυετή και γενναία προσφορά του στην Πατρίδα.

Ο Σταμάτης Μήτσας, συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση, συμμετείχε και στην πολιτική ζωή της χώρας. Πέτυχε μάλιστα να εκλεγεί δύο φορές βουλευτής Ερμιονίδας: α) 3 Μαΐου 1892 – 20 Φεβρουαρίου 1895 και β) 27 Νοεμβρίου 1902 – 22 Δεκεμβρίου 1904.

Παντρεύτηκε την Άννα Τομαροπούλου (1868-1906) από την Καλαμάτα και απέκτησαν 5 κορίτσια. [2] Ίσως ο Σταμάτης Μήτσας, ως αξιωματικός που ήταν, να επιθυμούσε να αποκτήσει ένα αγόρι που θα συνέχιζε την παράδοση της οικογένειας, πράγμα που δεν έγινε. Ωστόσο, αισθανόταν πολύ περήφανος για τις θυγατέρες του και τις καμάρωνε, όταν καβάλα πάνω στ’ άλογα τις πήγαινε βόλτα στο Φάληρο. [3]

Ο Σταμάτης Μήτσας [4] παραβρέθηκε στην πόλη μας προσκαλεσμένος της Δημοτικής Κοινότητας στις λαμπρές τελετές για την εκατονταετηρίδα της ανεξαρτησίας του Ελληνικού Κράτους και τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου των πεσόντων το Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 1930.

Στις 2 Σεπτεμβρίου 1933 ημέρα Σάββατο ο άνθρωπος που αψήφησε τόσους κινδύνους και έδωσε τόσες μάχες στη ζωή του, έκλεισε ήρεμα τα μάτια του σε ηλικία 76 χρόνων στην Αθήνα ανάμεσα στα απαρηγόρητα παιδιά του. Η εξόδια ακολουθία τελέσθηκε την επομένη, στον Ι. Ν. της Μητρόπολης χοροστατούντος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου. Σ’ αυτή παραβρέθηκαν ο Υφυπουργός Σαγιάς, εκπροσωπώντας τον Πρωθυπουργό Παναγή Τσαλδάρη, ο Αντιπρόεδρος της Βουλής Αθηνογένης, ο Υπουργός Στρατιωτικών Κονδύλης, ο Υπουργός Εσωτερικών Μουντζουρίδης, ο Δήμαρχος Αθηναίων Σπύρος Μερκούρης, [5] γερουσιαστές, βουλευτές, αξιωματικοί και πλήθος κόσμου.

Κατά τη νεκρώσιμη ακολουθία επικήδειους λόγους εκφώνησαν εκ μέρους του Στρατού ο Υπουργός Κονδύλης, της Βουλής ο αντιπρόεδρος Αθηνογένης, του Δήμου Αθηναίων ο πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου Παπαγεωργίου και από την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Ερμιόνη, ο βουλευτής Ερμιονίδας Ιωάννης Μάλλωσης.

Όλοι οι ομιλητές τόνισαν την προσφορά του νεκρού προς την πατρίδα και εγκωμίασαν την ανδρεία και τη σεμνότητα του χαρακτήρα του. Στη συνέχεια με τιμητική συνοδεία αποσπάσματος του προτύπου Τάγματος Ευζώνων και τη Μουσική της Φρουράς οδηγήθηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών και κηδεύτηκε στον οικογενειακό τάφο.

 

Η προσωπικότητα του Σταμάτη Αντ. Μήτσα

 

Ασφαλώς ο Σταμάτης Μήτσας δεν είχε το κάλλος, τη σωματική ρώμη και την εκρηκτικότητα του πατέρα του Αντώνη. Ήταν όμως εξ ίσου ανδρείος, αγέρωχος, απτόητος αλλά και συνετός πολεμιστής. Η αγάπη του προς την Πατρίδα ανιδιοτελής, ενώ η απαράμιλλη γενναιοψυχία και η πολεμική του αρετή αναγνωρίζονταν από όλους. Οι κίνδυνοι του πολέμου και οι δύσκολες οικογενειακές περιστάσεις δεν τον λύγιζαν, μάλλον χαλύβδωναν την ψυχή του.

Άριστος αξιωματικός και βαθύς γνώστης της πολεμικής τέχνης είχε αποκτήσει την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη των ανωτέρων του. Διεξήγαγε με επιτυχία δεκάδες πολεμικές επιχειρήσεις οδηγώντας με ασφάλεια τους «υπ’ αυτόν» αξιωματικούς και οπλίτες, που τον υπεραγαπούσαν, σε νικηφόρες μάχες.

Στοργικός πατέρας καμάρωνε τις θυγατέρες του και τις δίδασκε με το παράδειγμά του το ήθος, τη σεμνότητα, την ευγένεια και την ευπρέπεια. Χαιρόταν τους συγγενείς, τους φίλους, τους ανθρώπους που τον περιέβαλαν και έπνιγε μέσα του πικρίες, πάθη και κυρίως την ανθρώπινη αχαριστία.

Θεωρώ πως τέτοια παραδείγματα αποτελούν πολύτιμη κληρονομιά και μακάρι να μας κατευθύνουν τα χρόνια που έρχονται…

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το ποίημα/αφιέρωμα στον Σταμάτη Αντ. Μήτσα γράφτηκε στις 28 Ιουνίου 1897. Ανήκει σε μια θαυμάσια σειρά από ωδές και θούρια, εμπνευσμένα από τους αγώνες για την πατρίδα, τους τολμηρούς αγωνιστές και φλογερούς πατριώτες.

[2] Καλλιρρόη, Ελένη, Ερμιόνη, Βασιλική και Μαρία.

[3] Η τρίτη από τις θυγατέρες του, η Ερμιόνη, πέθανε στις 9 Ιουνίου 1898 σε ηλικία μόλις 8 χρόνων από σοβαρά εγκαύματα.

[4] Το όνομά του είναι γραμμένο στον εκλογικό κατάλογο του Δήμου Ερμιόνης του έτους 1906-1907 με αύξ. αρ. 260, αρ. Μητρώου Αρρένων: 271 και Επάγγελμα: Μαθητής Στρατιωτικής Σχολής.

[5] Ο Σπύρος Μερκούρης ήταν πρώτος εξάδελφος του Σταμάτη Μήτσα.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Older Posts »