Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ερμιονίδα’ Category

2019 – Τα μνημεία της Παιδείας και του Πολιτισμού της Ερμιόνης γιορτάζουν


 

Η φετινή χρονιά 2019 έρχεται να θυμίσει σειρά από γενέθλια ιστορικά γεγονότα που συνδέονται με τη σύσταση και τη λειτουργία των Σχολείων της ιδιαίτερης πατρίδας μας, των δύο Δημοτικών (Αρρένων – Θηλέων) και του Γυμνασίου. Θεωρούμε, πως η βιωματική προσέγγιση, σπουδή και γνώση αυτής της ζώσας ιστορίας της Ερμιόνης είναι απαραίτητη. Επιβάλλεται δε η ανάδειξή της για λόγους ιστορικούς, μορφωτικούς, κοινωνικούς και πολιτιστικούς ως ελάχιστο δείγμα ανιδιοτελούς αγάπης προς τον τόπο μας.

 

Φέτος συμπληρώνονται:

  1. Εκατόν ενενήντα (190) χρόνια από τότε που ο Ερμιονίτης οπλαρχηγός Σπύρος Γεωργ. Μερκούρης, «ως πληρεξούσιος της κώμης Ερμιόνης», κατέθεσε την 5η Αυγούστου 1829 στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση έγγραφη αναφορά για τη σύσταση σχολείου στην πατρίδα του. Πέντε μήνες αργότερα, στις 19 Δεκεμβρίου 1829, τριάντα επτά (37) Ερμιονίτες προσφέρουν οικονομική ενίσχυση για την ανέγερση του κτηρίου. Τα ονόματά τους διασώζονται στον «κατάλογο… περί της σχολής προσφορών».
  2. Εκατόν είκοσι (120) χρόνια, από την ίδρυση, με δεκαετή καθυστέρηση, της Αλληλοδιδακτικής Σχολής Αρρένων Ερμιόνης και την τοποθέτηση, σύμφωνα με το Β.Δ. 29544/23 Οκτωβρίου 1839, του Ιωάννη Σακόρραφου, ο οποίος «είχεν τριβήν γραφής», ως πρώτου δημοδιδασκάλου στο ως άνω σχολείο.

Το «Καποδιστριακό Σχολείο» του τόπου μας ξεκίνησε να λειτουργεί τους δυο τελευταίους μήνες του 1839. [1] Στεγάστηκε, όπως είναι γνωστό, στην «Εθνική οικία του Αλή Μπαρδουνιώτου», που παραχωρήθηκε από τον Ιωάννη Καποδίστρια μετά από αίτημα της Δημογεροντίας Ερμιόνης για να «χρησιμεύση εις την υπηρεσίαν αυτήν». Είναι βέβαιο πως εκείνη η οικία στη συνέχεια ανοικοδομήθηκε σύμφωνα με τις προδιαγραφές των διδακτηρίων του 19ου αιώνα. [2]

Κατά την ενενηντάχρονη διαδρομή του (1839 – 1929) το Σχολείο λειτούργησε σχεδόν ανελλιπώς, για πέντε και πλέον 10ετίες. Αρχικά ως μονοτάξιο με έναν δάσκαλο, στη συνέχεια (1892) ως διτάξιο και τέλος ως τριτάξιο (1907). Από το 1860 ως το 1877 φοίτησε σ’ αυτό ένας μικρός αριθμός κοριτσιών, οπότε και συστάθηκε Σχολείο Θηλέων στην Ερμιόνη που απόκτησε τη δική του στέγη (Σχολείο Συγγρού) το 1903.

  1. Ενενήντα (90) χρόνια από τη συγχώνευση του 3/τάξιου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων με το 2/τάξιο Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Ερμιόνης σε ένα 5/τάξιο μικτό σχολείο, όπως όριζε το Π.Δ. «Περί συγχωνεύσεως δημοτικών σχολείων…», που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 252/2 Αυγούστου 1929.

 

Μαθήτριες του 3/τάξιου Δημοτικού, περίπου στο 1922, με τις δασκάλες τους Πόπη Ζησιάδου, Μαρία Νικολέτου και Μαρίκα Μπακούρου – Παπαμιχαήλ (από το αρχείο του Ι.Λ.Μ.Ε.).

 

Το νέο 5/τάξιο μικτό Δημοτικό Σχολείο, τρία χρόνια μετά την ίδρυσή του, από το 1932 μέχρι το 1999, στεγάστηκε στο κτήριο του σημερινού «Παλαιού Δημοτικού Σχολείου». Η πρώτη απόφαση για την ανέγερσή του πάρθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο Ερμιόνης τον Μάιο του 1913. Στο κτήριο αυτό στεγάζεται σήμερα η Δημοτική Κοινότητα Ερμιόνης.

  1. Τα γενέθλια, όμως, των σαράντα χρόνων της ίδρυσης και αδιάκοπης λειτουργίας του γιορτάζει φέτος και το Γυμνάσιο Ερμιόνης. Ιδρύθηκε, πόθος δεκαετιών, με το Π.Δ. 530/11 Ιουλίου 1979 – Φ.Ε.Κ. 163/19 Ιουλίου 1979, εγκαινιάσθηκε μέσα σε έντονα φορτισμένη ατμόσφαιρα στις 25 Σεπτεμβρίου 1979, πρωτολειτούργησε τη σχολική χρονιά 1979-1980 και στεγάστηκε προσωρινά στο Σχολείο του Συγγρού. [3] Το Γυμνάσιο μπορεί να θεωρηθεί ως ο μακρινός απόγονος του μονοτάξιου Ελληνικού Σχολείου της Ερμιόνης που λειτούργησε από το 1890-1909 και αποτελούσε, τηρουμένων των αναλογιών, την πρώτη δομή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης του τόπου. [4]

Κάτι τελευταίο,

Όπως ο άνθρωπος γερνάει και θέλει ιδιαίτερη περιποίηση και έγνοια έτσι και τα τρία μοναδικά διδακτήρια της Ερμιόνης που στέκονται ορθά και αγέρωχα στον χρόνο, έχουν ανάγκη φροντίδας και προστασίας. Η διάσωση δε και η διατήρησή τους είναι υποχρέωση όλων μας. Αποτελούν ζωντανές και τρανές αποδείξεις της θέλησης των Ερμιονιτών στο πέρασμα των χρόνων για Παιδεία και Πολιτισμό.

Επιπλέον ακολουθώντας την πορεία τους με τα δικά τους μάτια ορθάνοιχτα νύχτα και μέρα μαθαίνουμε έγκυρα άγνωστες πτυχές της ιστορικής διαδρομής της γενέθλιας γης.

Ιδιαίτερα για το Καποδιστριακό, ένα από τα δύο σχολεία που σώζονται στον Νομό Αργολίδας, είναι άμεση ανάγκη να γίνουν οι απαιτούμενες επισκευές και να επεκταθεί σ’ αυτό η βιβλιοθήκη της πόλης σύμφωνα με την αρχιτεκτονική πρόταση που έχει ήδη υποβληθεί. Ενημερωτικά αναφέρουμε ότι σ’ αυτή προβλέπεται, μεταξύ άλλων, η εγκατάσταση και αξιοποίηση σύγχρονων Τεχνολογιών Πληροφορικής και Επικοινωνίας, ώστε να διευκολύνεται η παρουσίαση καινοτόμων εκπαιδευτικών διαδραστικών προγραμμάτων. [5]

Σημ. Η Εταιρεία Μελετών Ερμιονίδας θα οργανώσει κατά το τρέχον σχολικό έτος σχετικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου: «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική περίοδο (1829-1862)».

[2] Για τους λόγους που εκθέσαμε στην πρόσοψη του Καποδιστριακού Σχολείου θα πρέπει να αναρτηθεί μαρμάρινη επιγραφή με τα εξής στοιχεία:

Αλληλοδιδακτική Σχολή Αρρένων Ερμιόνης

«Καποδιστριακό Σχολείο»

Ανέγερση Διδακτηρίου: 1831

Λειτουργία Σχολείου: Οκτώβριος 1839

[3] Τοπικές εφημερίδες:α) «Ερμιονική Ηχώ», Μάιος – Ιούνιος 1979, αρ.φυλ.40 και 41. – β) «Ερμιονίδα», Σεπτέμβριος 1979, αρ.φυλ.46.

[4] Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου: «Το Ελληνικό Σχολείο(Σχολαρχείον) Ερμιόνης (1890-1909) και τεύχος συμπληρωματικό», Αθήνα 2017.

[5] Μ.Ε.Α.Σ.  Α.Ε. «Αποκατάσταση Καποδιστριακού Σχολείου Ερμιόνης».

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

 

Read Full Post »

Οι δημοδιδάσκαλοι του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων (1880-1899) | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων από τη σύστασή του (1829 – 1830) μέχρι και το έτος 1897 λειτουργούσε ως μονοτάξιο. Με εισήγηση του Εποπτικού Συμβουλίου του Νομού Αργολίδας και την υπ’ αριθμ. Ιστ΄/21 Οκτωβρίου 1897 πράξη του προάγεται σε 2/τάξιο, ενώ είχε 92 μαθητές. [1] Ήδη από 15/ετίας ο τότε Δήμαρχος Διδύμων Αντώνιος Παπαδήμας με την υπ’ αριθμ. 249/19 Αυγούστου 1882 αναφορά του προς τον Έπαρχο Σπετσών και Ερμιονίδος και σε απάντηση της υπ΄αριθμ.1155 διαταγής εκείνου, του αναφέρει ότι προ 10/μήνου δημοδιδάσκαλος στο σχολείο δεν έχει διοριστεί. Στη συνέχεια ο Έπαρχος με την υπ΄ αριθμ. 1257/25 Αυγούστου 1882 αναφορά του προς το «Επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Υπουργείον» ζητεί να «μεριμνήση» για τον διορισμό του δημοδιδασκάλου στην κενή θέση του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων Διδύμων. Το θέμα φαίνεται πως λύθηκε προσωρινά, γιατί οκτώ χρόνια αργότερα έχουμε επανάληψη των ίδιων γεγονότων.

Στις 20 Μαΐου 1890 ο δήμαρχος Διδύμων Α. Αντωνόπουλος υποβάλλει αναφορά την οποία υπογράφουν και 50 κάτοικοι του Δήμου «Προς την Βουλήν του Έθνους δια του αξιοτίμου Βουλευτού του Νομού Αργολιδοκορινθίας Κου Αγγέλου Γεωργαντά».[2] Με αυτή καθιστούσε γνωστό στην Εθνική αντιπροσωπεία την πλημμελή λειτουργία του Σχολείου τονίζοντας ότι:

Σε διάστημα δύο ετών έχουν μετατεθεί από το σχολείο οι δημοδιδάσκαλοι χωρίς αυτοί να αντικατασταθούν άμεσα. Έτσι το σχολείο για τρεις και τέσσερις μήνες παραμένει κλειστό. Αυτό έγινε και τον προηγούμενο χρόνο, με αποτέλεσμα οι 80 μαθητές να μη διδάσκονται κανονικά τα μαθήματά τους και ιδιαίτερα να βλάπτονται οι μαθητές εκείνοι που θέλουν να δώσουν εξετάσεις στο Ελληνικό Σχολείο. Είναι «κακόν μέγιστον και ολέθριον εις μίαν πρωτεύουσαν Δήμου εκ 1.400 περίπου ψυχών να μένη το Δημοτικόν Σχολείον εις αργίαν ένεκα των συχνών μεταθέσεων των Δημοδιδασκάλων… ενώ ο Δήμος ούτος αν και δεν επαρκή εις την συντήρησιν των αναγκών του πληρώνη προκαταβολικώς την εισφοράν υπέρ του ταμείου της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως ετησίως 1.325 δραχμών…».

Την αναφορά αυτή ο Πρόεδρος της Βουλής με το υπ΄ αριθμ. 100/26 Μαΐου 1890 έγγραφό του τη διεβίβασε «Εις το Υπουργείον Δημοσίας Εκπαιδεύσεως», το οποίο την παρέλαβε με αρ.πρωτ.6740/28 Μαΐου 1890.

Ωστόσο πρέπει να επισημάνουμε πως εξαιτίας των πολιτικών παρεμβάσεων και της ευκολίας με την οποία πραγματοποιούνταν οι υπηρεσιακές μεταβολές (διορισμοί, μεταθέσεις, απολύσεις κ.λπ.) αρκετά σχολεία της χώρας «έκλειναν» για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ιδιαίτερα αυτό συνέβαινε στα σχολεία των Δήμων ορεινών περιοχών με δύσκολη πρόσβαση και μικρό αριθμό κατοίκων ή σε Δήμους με «νοσώδες κλίμα», που ευνοούσε τους «ελώδεις πυρετούς».

 

Διτάξιο Δημοτικό Σχολείο Διδύμων Αργολίδας, 1900. Δημοσιεύεται στο: Καλαφάτη, Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929), Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.

 

Την ανωτέρω 20/ετία (1880-1899) οι δημοδιδάσκαλοι του Σχολείου για τους οποίους βρέθηκαν στοιχεία ήσαν οι εξής:

 

  • 1882: Νικόλαος Βεντούρης, Απόλυση

«Ως μη αναλαβόντα μέχρι σήμερον τα καθήκοντά του επιφυλασσόμενοι δια να διορίσωμεν αντ’ αυτού… καταλληλότερον».

Φ.Ε.Κ.149/29 Σεπτεμβρίου 1882 – Κοινοποίηση 30 Οκτωβρίου 1882.

  • 1885: Νικόλαος Πόγκας Β΄ τάξεως, Διορισμός

Πράξη Υπουργού 10736/31 Αυγούστου 1885

Φ.Ε.Κ.227/31 Αυγούστου 1885. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές.

Το 1887 ο Νικόλαος Πόγκας πήρε μετάθεση, με αίτησή του, από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο των Σπετσών (Φ.Ε.Κ.353/29 Δεκεμβρίου 1887 – Κοινοποίηση υπ. πρ.18843/30 Δεκεμβρίου 1887). Δεν γνωρίζουμε πόσο χρόνο παρέμεινε στις Σπέτσες πάντως το 1906 απολύθηκε από το Α΄ πλήρες Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Σπετσών «διότι υποβιβασθείς εν η θέσιν υπηρετεί εδήλωσεν ότι δεν αποδέχεται την επί βαθμώ κατωτέρω του πτυχίου του». Την απόλυσή του πραγματοποίησε το Εποπτικό Συμβούλιο Νομού Αργολίδος. Φ.Ε.Κ.14/18 Ιανουαρίου 1900 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 1209/19 Ιανουαρίου 1906.

  • 1886: Αμάνδραυλος(;), Β΄ τάξεως

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο της Στυμφαλίας.

  • 1887: Κωνσταντίνος Παπαϊωάννου

Μετάθεση, με αίτησή του, στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων. Φ.Ε.Κ.353/29 Δεκεμβρίου 1887. Φ.Ε.Κ.353/29 Δεκεμβρίου 1887 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 18843/30 Δεκεμβρίου 1887. Προηγουμένως είχε τοποθετηθεί στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Στυμφαλίας, όπου δεν παρουσιάστηκε.

  • 1888: Κωνσταντίνος Παπασωτηρίου

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, με αίτησή του, στο αντίστοιχο Λαύκας του Δήμου Στυμφαλίας. Φ.Ε.Κ.23/1 Μαρτίου 1888 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 2458/8 Μαρτίου 1888. Μηνιαίος μισθός 80 δραχμές.

  • 1888: Αντώνιος Ηλ. Καλογήρου Β΄ τάξεως

Μετάθεση στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο τέλος σχεδόν της σχολικής χρονιάς, τον Απρίλιο του 1888, από το αντίστοιχο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Λυγουρίου. «Εκ των καλών διδασκάλων της νέας μεθόδου» της συνδιδακτικής.

  • 1888: Γεώργιος Παπαϊωάννου

Μετάθεση με την υπ΄ αριθμ. 15680/12 Νοεμβρίου 1888 πράξη του Υπουργού από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Ποταμιάς Ευβοίας στο αντίστοιχο των Διδύμων. Απόλυση στη συνέχεια από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, γιατί κατά πληροφορία του «αρμοδίου Νομάρχου μετατεθείς δεν μετέβην εις την θέσιν του». Φ.Ε.Κ.15 Ιανουαρίου 1889 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 18256/26 Ιανουαρίου 1889.

  •  1889: Ιωάννης Φάφαλης

Διορισμός με σημείωμα πολιτικού παράγοντα «εις το αργούν Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων». Φ.Ε.Κ.27/1 Φεβρουαρίου 1889 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 1305/3 Φεβρουαρίου 1889.

  • 1890: Κ. Κόττας

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Διδύμων στο αντίστοιχο Λουτρακίου με αίτησή του. (Φ.Ε.Κ.109/14 Μαΐου 1890).

  • 1890: Σπυρίδων Κανδηλώρας

Μετάθεση, με αίτησή του, από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο του Μενιδίου Δήμου Αχαρνών. Φ.Ε.Κ.293/12 Νοεμβρίου 1890 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 17757/14 Νοεμβρίου 1890. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές.

  • Ρήγας Παπαθανασίου, Τριτοβάθμιος

Μετάθεση από Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Σκοτεινής Δήμου Αλέας στο αντίστοιχο «αργούν» των Διδύμων με τη σύμφωνη γνώμη του Γενικού Επιθεωρητή Μ. Βρατσάνου. Φ.Ε.Κ.146/22 Μαΐου 1891 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 9372/25 Μαΐου 1891. Το 1892 ο Ρήγας Παπαθανασίου υπηρετεί στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, όπως αναφέρεται στο «Μητρώον των εν τω Κράτει Δημοτικών Σχολείων».

  •  1893: Λουκάς Α. Ρόδης, Τριτοβάθμιος

Με αίτησή του μετάθεση από Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Σπετσών στο αντίστοιχο των Διδύμων. Φ.Ε.Κ.196/27 Ιουλίου 1893 – Κοινοποίηση υπ. πρ. 21350/24 Σεπτεμβρίου 1893. Μηνιαίες αποδοχές 100 δραχμές.

  • 1893: Αθανάσιος (αναφέρεται και ως Απόστολος) Μητσάκος, Δευτεροβάθμιος

Μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο «αργούν» Πασιά Χώνικα του Δήμου Προσυμναίων. Υπουργική πράξη 22626/23 Σεπτεμβρίου 1893 – Φ.Ε.Κ.196/27 Σεπτεμβρίου 1893. Μηνιαίος μισθός 120 δραχμές.

  • 1893: Πέτρος Κ. Παπαναστασίου

Μετάθεση από Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Γρανίτσας του Δήμου Νυμφασίας «εις το τριβάθμιον σχολείον του Δήμου Διδύμων». Φ.Ε.Κ.221/23 Οκτωβρίου 1893. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές. Το 1894 ο Πέτρος Παπαναστασίου παίρνει μετάθεση από το Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων στο αντίστοιχο Τατσίου Δήμου Αλέας. Υπουργική Πράξη 15542/31 Αυγούστου 1894 –  Φ.Ε.Κ.195/31 Αυγούστου 1894 με τις ίδιες μηνιαίες αποδοχές.

  • 1894: Δημήτριος Παπαδήμας

Τριτοβάθμιος δημοδιδάσκαλος με καταγωγή από τα Δίδυμα. Πρώτος διορισμός στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων σύμφωνα με την υπ΄ αριθμ. 15546/31 Αυγούστου 1894 πράξη του αρμοδίου Υπουργού δημοσιευμένη στο Φ.Ε.Κ.195/3 Σεπτεμβρίου 1894. Μηνιαίος μισθός 100 δραχμές. Το επόμενο έτος, 1895, απολύθηκε σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου ΒΠΖ(2087) και την υπουργική πράξη 14142/31 Αυγούστου 1895 «καταχωρηθείσα» στο Φ.Ε.Κ.209/4 Σεπτεμβρίου 1895. Στη συνέχεια έγινε ανάκληση της απόλυσης του Δημητρίου Παπαδήμα με την υπ΄ αριθμ. 15758/22 Σεπτεμβρίου 1845 πράξη του Υπουργού που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ.230/23 Σεπτεμβρίου 1895. Μέχρι και την πρώτη 10/ετία του 20ου αιώνα ο Δημήτριος Παπαδήμας υπηρέτησε στο Δημοτικό Σχολείο Αρρένων Διδύμων, οπότε και απολύθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1908.

Θεωρούμε πως ο ανωτέρω δημοδιδάσκαλος είναι το ίδιο πρόσωπο που αναφέρεται στους απολυθέντες μαθητές της Γ΄ τάξης του Ελληνικού Σχολείου Ναυπλίου μαζί με τον έτερο διδυμιώτη μαθητή και μετέπειτα δημοδιδάσκαλο Γεώργιο Λ. Πέτρου, αδελφό του σπουδαίου γιατρού, Γιάννη Λ. Πέτρου. Τα προσωπικά στοιχεία που αναγράφονται στο Γενικό Έλεγχο είναι:

Δημήτριος Παπαδήμας, τόπος καταγωγής Δίδυμα, ετών 14, επάγγελμα πατέρα κτηματίας, βαθμολογία «Λίαν καλώς» 8.

Ημερομηνία Γενικού Ελέγχου 30 Ιουνίου 1889.

Σχολάρχης: Βαρθολομαίος Παναγιωτόπουλος.

  • 1898: Γεώργιος Παπαπροκοπίου

Τοποθετήθηκε από το Εποπτικό Συμβούλιο ως ο πρώτος Διευθυντής του 2/ταξίου Δημοτικού Σχολείου Αρρένων με την υπ΄ αριθμ. ΙΘ΄/30 Σεπτεμβρίου 1898 πράξη του, αφού ο Δήμος δεν «ήθελε» να προτείνει κάποιον άλλον.

Ο ανωτέρω δημοδιδάσκαλος ήταν αρκετά ικανός, αφού είχε διοριστεί και στο Πρότυπο Σχολείο του Διδασκαλείου Πελοποννήσου (1890). Ήταν όμως εξαιρετικά εριστικός, φιλόνικος και με ιδιαίτερα «χαλαρή» επαγγελματική συνείδηση όπως αποδεικνύεται από τα σωζόμενα έγγραφα της υπηρεσιακής του θητείας. Από αυτά, άλλωστε, διαπιστώνεται ότι ο Γεώργιος Παπαπροκοπίου για πολλά χρόνια με τη συμπεριφορά του ταλαιπωρούσε τις προϊστάμενες αρχές, οι οποίες τον καλούσαν τακτικά σε απολογία και του «άλλαζαν» σχολεία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Γ.Α.Κ.-Υ.Ε.Δ.Ε. Δ’ «Εποπτικόν Συμβούλιον Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Νομού Αργολίδος», Θυρ.182, Υλικό αταξινόμητο.

[2] Ο Άγγελος Γεωργαντάς εκλεγόταν αρχικά βουλευτής της επαρχίας Άργους και στη συνέχεια του Νομού Αργολιδοκορινθίας. Συνολικά είχε εκλεγεί βουλευτής 5 φορές από το 1879 έως το 1895.

 

Πηγή:

Γ.Α.Κ. – Υ.Ε.Δ.Ε. Γ΄ και Υ.Ε.Δ.Ε. Δ΄ «Διορισμοί – μεταθέσεις, απολύσεις» – Υλικό αταξινόμητο.

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

 

Read Full Post »

«Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης  Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Το νέο βιβλίο του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, αφορά στον Κρανιδιώτη Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα, γνωστό ως Παπαρσένη, που αγωνίστηκε για την Ανάσταση του Γένους, για ένα κόσμο όμορφο στην ψυχή, ζωντανό στη δράση και ελεύθερο στη σκέψη. Έκδοση: Δήμος Ερμιονίδας, 2018.

 

Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου περιγράφεται συνοπτικά η ιστορική αναδρομή στο Κρανίδι μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, η οργανωτική διάρθρωση του Ελληνισμού για την Επανάσταση και η προεπαναστατική περίοδος στην κωμόπολη με τα βασικά στοιχεία.

Συγκεκριμένα, οι απαρχές  του  Κρανιδίου βρίσκονται στη Μεσοβυζαντινή περίοδο και κυρίως στα τέλη αυτής. Μάλιστα, στο  μεσημβρινό και δυτικό τμήμα της Επαρχίας Ερμιονίδας υπήρχαν διάσπαρτοι  αγροτικοί  οικισμοί, που μεταφέρθηκαν σιγά- σιγά προς τα ενδότερα της περιοχής και ιδιαίτερα   σ’ ένα βυζαντινό χωριό,  που διαμορφώθηκε αρχικά ως ένας οικιστικός πυρήνας γύρω από το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου(σήμερα Μητροπολιτικού ναού) και κοντά  στη «βρυσούλα», δηλ. στο «κρηνίδιον» (φυσική πηγή, που έχει νερό ακόμη και σήμερα) στην τοποθεσία  (ρέμα)  του  «Γραμματικού». Στο κέντρο της σχηματιζόμενης  χαράδρας γύρω από το εκκλησάκι κτίστηκε το ιστορικό Κρανίδι, που αναφέρεται πρώτη φορά σε  γραπτό κείμενο το έτος 1288, όταν ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄  Παλαιολόγος (1282-1328) παραχώρησε με χρυσόβουλλο στον Θεόδωρο Νομικόπουλο, αξιωματούχο  του Βυζαντινού κράτους,  το μικρό χωριό Κρανίδι με όλα τα γύρω κτήματα, για να τα καλλιεργεί με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων και ταυτόχρονα να ασκεί τον έλεγχο και τη διοίκηση της περιοχής.

 

Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης)

 

Το Κρανίδι, κατά την περίοδο που εκτείνεται από τον 14ο  μέχρι τον 16ο  αιώνα, με τη μετεγκατάσταση Αρβανιτών στις λοφώδεις περιοχές περίγυρα του Κρανιδίου, αυτοδιαμορφώνεται σ’ ένα άθροισμα μικρών οικισμών, με οικιστικό και πυρηνικό κέντρο την εκκλησία του   Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Μόλις το 1530 αναδύεται στην Ερμιονίδα το μεγάλο και ανασυγκροτημένο Κρανίδι, αφού καταφεύγουν  σ’ αυτό για εγκατάσταση και άλλοι Αρβανίτες και Έλληνες από τα πεδινά μέρη, της Ναυπλίας, της Κυνουρίας, της δυτικής Αρκαδίας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου. Βέβαια, η πλειοψηφία των νεοφερμένων τότε εποίκων ήταν Αρβανίτες (εκχριστιανισμένοι Ιλλυριοί δωρικής καταγωγής) και για τούτο έδωσαν μεγαλύτερο τόνο με την παρουσία τους  στην περιοχή.

Κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας, Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας  το Κρανίδι ενδυναμώνεται  και κραταιώνεται, λόγω της ιδιάζουσας γεωγραφικής θέσης και της δυναμικότητας των νεοφερμένων κατοίκων.

Στα τέλη  του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα, με την παράλληλη ανοικοδόμηση του μεγάλου οικισμού στο Κρανίδι, ιδρύθηκαν περίγυρα αρκετά μοναστικά κτίσματα, που μετατράπηκαν σε ενοριακούς ναούς του κεντρικού (πρωταρχικού) χωριού και των περιφερειακών οικισμών.  Κατά την περίοδο της της Β’ Ενετοκρατίας  συγκροτήθηκε το τιμάριο της Θερμησίας στην Ερμιονίδα με δέκα χωριά και οικισμούς. Στο τέλος του 18ου αιώνα (Τουρκοκρατία), το μικρό τμήμα της Ερμιονίδας αποσπάστηκε από το βιλαέτι του Ναυπλίου και αποτέλεσε το βιλαέτι του Κάτω Ναχαγιέ  (Κάτω επαρχίας).

Ο απελευθερωτικός Αγώνας του 1821 για την πραγματοποίησή του χρειάστηκε μια οργανωμένη προετοιμασία  για την αποτίναξη του από τον Οθωμανικό ζυγό. Έτσι, λοιπόν, ιδρύθηκε  η   μυστική πατριωτική οργάνωση, η επονομαζόμενη  Φιλική Εταιρεία, που στηρίχθηκε στη  διάχυτη αυτοπεποίθηση ότι η εθνική αποκατάσταση θα μπορούσε να στηριχθεί στο αγωνιστικό φρόνημα των Ελλήνων και όχι στη φιλανθρωπική διάθεση «των χριστιανών βασιλέων». Οι  διεργασίες και συνεννοήσεις των ιδρυτών, Εμμανουήλ Ξάνθου, Νικόλαου Σκουφά και Αθανάσιου Τσακάλωφ  στην Οδησσό κατέληξαν συμβολικά στις 14 Σεπτεμβρίου 1814  στην ίδρυση  της Φιλικής Εταιρείας.  Η  οργάνωση με την πάροδο του χρόνου είχε γνωστοποιήσει αρχικά το μήνυμα του ξεσηκωμού στον παροικιακό Ελληνισμό, ενώ οι «Απόστολοι» της Οργάνωσης, με εντολή της Ανώτατης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας, έφθασαν στην Πελοπόννησο , για να μυήσουν Αρχιερείς, κληρικούς και των άλλων βαθμίδων, Καπεταναίους, Προκρίτους, Εφόρους και Δημογέροντες του τόπου.

Κατά την περίοδο των  Ορλωφικών (1770), με τη γνωστή αποτυχημένη επανάσταση των Ελλήνων το 1770,  ύστερα από υποκίνηση των  Ρώσων, το Κρανίδι δέχτηκε το 1772  επίθεση του Οθωμανού χιλιάρχου  Χαλήλ Τζαφερή Αγά για να τιμωρήσει τις προνομιούχες   κρανιδιώτικες οικογένειες, που αθέτησαν  την αφοσίωσή τους στο Σουλτάνο, γιατί τάχα τον πρόδωσαν, αφού έλαβαν μέρος στα Ορλωφικά. Ο Χαλήλ δεν βρήκε τις οικογένειες στη κωμόπολη, γιατί είχαν καταφύγει στο γειτονικό νησί των Σπετσών και ο Οθωμανός χιλίαρχος στις 26 Απριλίου 1772 πήγε στη δυτική πύλη της άλλοτε μικρότερης βυζαντινής εκκλησίας του Τιμίου Προδρόμου και κόλλησε το νέο φιρμάνι, με το οποίο αίρονταν τα προνόμια της ελευθερίας και της αυτονομίας, που είχαν δοθεί το 1715 στο Κρανίδι από τον Σουλτάνο Αχμέτ το Γ’,  την  περίοδο του Τουρκοβενετικού πολέμου. Από τότε οι Τούρκοι ονόμασαν το Κρανίδι   Κουρτ γιουβά (φωλιά λύκων).

Γενικότερα  στο Κρανίδι υπήρχε κατά την προεπαναστατική περίοδο μια έντονη δραστηριότητα και οι κάτοικοί του ήταν προετοιμασμένοι  ψυχολογικά και σωματικά για τον Αγώνα της Λευτεριάς, που σε λίγα χρόνια ξεκίνησε, γιατί είχαν τη δύναμη, το σθένος, αλλά και τη διπλωματική ευστροφία.  Επιπροσθέτως, ορισμένοι Κρανιδιώτες, εκτός από τον Αρχιμανδρίτη  Παπά  Αρσένη Κρέστα, είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, όπως ο Κωνσταντίνος Ζέρβας με τον βαθμό του ιερέα των Φιλικών, ο Αναγνώστης (Λογοθέτης) Ζέρβας και ο Βασίλειος Νόνης στον βαθμό του ιερέα των Φιλικών. Δεν έχουμε στοιχεία για το πότε μυήθηκαν στην Εταιρεία οι συμπολίτες τους Δημήτριος Μερεμέτης και Ιωάννης Όρσας.   Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, αγωνίστηκαν οι Κρανιδιώτες και οι Καστριώτες ή Καστρίτες (Ερμιονίτες) και στη θάλασσα, ενσωματωμένοι αρχικά στις ναυτικές δυνάμεις Σπετσιωτών και Υδραίων, ενώ ταυτόχρονα οι περισσότεροι έλαβαν μέρος και αγωνίστηκαν σθεναρά στις «κατά ξηράν» επιχειρήσεις.

 

Στη δεύτερη ενότητα σκιαγραφείται  ο Κρανιδιώτης παπά – Αρσένιος Κρέστας στα πρώτα  βήματα της  ζωής του μέχρι το 1818, ως ακολούθως.

 

Ο Αρσένιος  (Παπαρσένης) ήταν ένας σπουδαίος πολεμιστής του Αγώνα. Πατέρας ήταν ο  γεωργός Γεώργιος Κρέστας. Γεννήθηκε  στο Κρανίδι  το 1773 και έλαβε το όνομα Αλέξανδρος. Το επώνυμό του Κρέστας  είναι αρβανίτικη παραφθορά του ονόματος Χρήστος  ή Χρήστου (Κρήστος, Κρέστος, Κρέστας).

Αρχικά παρακολούθησε  τα εγκύκλια γράμματα  (γνώσεις) στο Κρανίδι, ως μαθητής ενός ιερέα – δασκάλου της εποχής εκείνης. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών και για ελάχιστο χρονικό διάστημα πήγε στην Αίγινα και εργάστηκε κοντά σ’ ένα έμπορο. Στη συνέχεια εντάχθηκε ως δόκιμος μοναχός στη Μονή Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, ύστερα από την γνωριμία του με τον Ηγούμενο. Ο δόκιμος μοναχός  Αλέξανδρος παρέμεινε ασκούμενος στο Μοναστήρι, ώσπου αργότερα χειροτονήθηκε  διάκονος από το Επίσκοπο Δαμαλών (Τροιζήνος) και μετονομάστηκε  Αρσένιος.

Η Μονή  της Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας και των Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης, επειδή εκτίμησαν τη φιλομάθειά του και τη  ροπή προς τα γράμματα, τον έστειλαν για ανώτερη εκπαίδευση στην περίφημη σχολή της Δημητσάνας, που ανέδειξε επιφανείς κληρικούς με μεγάλα εκκλησιαστικά αξιώματα.  Κατόπιν, επιθυμώντας ευρύτερες σπουδές παρακολούθησε μαθήματα στη περίφημη Σχολή (Ακαδημία) των Κυδωνιών (Αϊβαλί Μικράς Ασίας). Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή μετέβη στη Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έλαβε το οφφίκιο  του Αρχιμανδρίτη. Στη συνέχεια ο ιερομόναχος  Αρσένιος,  προικισμένος  ωσαύτως  με εκκλησιαστικές και νομικές γνώσεις προσελήφθη ως Γραμματέας στα γραφεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τοποθετήθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα σε εξωτερικές υποθέσεις κατά την προεπαναστατική περίοδο. Ο παπα – Αρσένης ήταν, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, κληρικός ευσεβέστατος  και προσηλωμένος στην πίστη προς τον Τριαδικό Θεό, καλός λειτουργός του Υψίστου, στρατιώτης του Σωτήρα Χριστού, αλλά και ατρόμητος, ριψοκίνδυνος, αγνός πατριώτης,  ιδεολόγος, εμφορούμενος από ακαταδάμαστη ανδρεία, γενναίος οπλαρχηγός αλλά και «πεπαιδευμένος και λόγιος, αγορεύων τρόπον τινά…». Επιπροσθέτως σημειώνουμε ότι ο Γέρος του Μοριά, μετά την μάχη στον Άγιο Σώστη και τον χαμό του Παπά  Αρσένη είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό».

Λίγο πριν από το  1818 και μετά την πληροφόρηση για την Επανάσταση, όντας μέσα στα Πατριαρχικά Γραφεία, κατεβαίνει στο Κρανίδι, αναλαμβάνοντας  το έργο του δασκάλου στην ιδιαίτερη πατρίδα του και ταυτόχρονα του πνευματικού και του ιεροκήρυκα του Ευαγγελίου. Συνάμα, ασχολήθηκε με  την προπαρασκευή  για την απελευθέρωση του Έθνους και για τούτο  επισκέφθηκε τα νησιά  Σπέτσες και  Ύδρα, και συνεργάστηκε με τα γειτονικά χωριά   του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), για να ενισχύσει τη θρησκευτική πίστη  και   να ενημερώσει  το λαό για τα νέα δεδομένα της προετοιμασίας για την Επανάσταση.

Στις 26 Νοεμβρίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία με το βαθμό του ιερέα των Φιλικών από το Σπετσιώτη πλοιοκτήτη, Φιλικό και πολιτικό   Γεώργιο Πάνου. Στο Αρχείο  Παναγιώτη Σέκερη αναφέρεται ως πνευματικός (εξομολόγος) των Σπετσών (πιθανότατα επιτελούσε και στο ιστορικό αυτό νησί το μυστήριο της εξομολογήσεως) και σημειώνεται  ότι ήταν 45 ετών.

Ακολουθεί η τρίτη ενότητα με τη δυναμική παρουσία του Αρχιμανδρίτη Αρσενίου Κρέστα (Παπαρσένη) στην έναρξη του Αγώνα της Παλιγγενεσίας. Μάλιστα, όταν εξερράγη η Επανάσταση ο Παπά Αρσένης Κρέστας ανεδείχθη οπλαρχηγός όχι μόνο των Κρανιδιωτών, αλλά και ολόκληρης της Επαρχίας Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), λόγω του κύρους και της  φήμης, που είχε αποκτήσει στην προαναφερόμενη περιοχή. Ο διορισμός  ως αρχηγού  της Ερμιονίδας υπογράφτηκε στην Ύδρα στις 25 Μαρτίου 1821 από τον Αναστ. Μπόταση, Ιων. Ορλάνδο, Ι. Μέξη, Γ. Κουντουριώτη, Λ. Κουντουριώτη, Γκίκα Μπόταση.  Από  άλλα κείμενα διαφαίνεται ότι η Επανάσταση στο Κρανίδι ξεκίνησε στις 27 Μαρτίου 1821 με παρόρμηση του Γκίκα Μπόταση (Κρανιδιώτη – Σπετσιώτη).

Ο Παπαρσένης ως αρχηγός, ύστερα από συνεννόηση με τους οπλαρχηγούς της περιοχής και του λοιπούς Καπεταναίους της Πελοποννήσου συγκαλεί τη Δημογεροντία Κρανιδίου την 1η Απριλίου 1821, η οποία διακήρυξε την ελευθερία και τη λήψη των όπλων, δίνοντας εντολή  στον Παπαρσένη να κινηθεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου και να αγωνιστεί, όπου η πατρίδα είχε ανάγκη (Ιστορικό οικογενειακό – κρανιδιώτικο έγγραφο). Στη συνέχεια έγινε επιστράτευση των Κατωναχαϊτών. Ο Παπαρσένης, πριν το ξεκίνημα για το πεδίο της μάχης, τελεί τη Θεία Λειτουργία στο  ναό της Πάνω Παναγίας (Σύναξη της Θεοτόκου) και μεταλαμβάνει όλα τα παλληκάρια, που είχαν ταχθεί  στο στρατιωτικό σώμα για την απελευθέρωση της πατρίδας. Τη ίδια ημέρα εξέδωσε τη διαταγή κινήσεως του στρατευομένων.

Στις  4 Απριλίου 1821 και ενώ το στράτευμα  κατέβαινε το καλντερίμι για το Γραμματικό μαζεύτηκαν στον υπαίθριο χώρο «Γκούρι Βιτόρεσε» (αρβανίτικη ντοπιολαλιά), την «Πέτρα της Βιτόρας» ή την «Πέτρα της Βικτωρίας» ή  «Πέτρα της Νίκης», και έδωσαν τον όρκο τους  στο σημείο  εκείνο, αφού προηγήθηκαν τα  χριστιανικά και φιλοπατριωτικά λόγια του θρυλικού Παπαρσένη.

 

Τέταρτη ενότητα

 

Στην τέταρτη ενότητα έχουμε την ιστορική περιήγηση και κριτική αποτίμηση στη συμμετοχή του Ιερομονάχου Παπαρσένη στις κοπιώδεις και ένοπλες εμπλοκές του κατά των Οθωμανών από το 1821 έως τα τέλη Νοεμβρίου του 1822. Με εντολή του Αρχηγού Παπαρσένη το εκστρατευτικό σώμα των  Κατωναχαϊτών ξεκίνησε μετά την ορκωμοσία στο Κρανίδι για το Ναύπλιο, χωρισμένο σε τρείς ομάδες από την ξηρά και σε τρεις ομάδες από τη θάλασσα με πλοία. Το σύνολο των ανδρών του αρχηγού Παπαρσένη πέρασε από τη Μονή Αυγού (Διδύμων) και παρέλαβαν  αρκετούς μοναχούς  με τον Ηγούμενο Διονύσιο. Κατόπιν, έφθασαν στο Κατζίγκρι (Άγιο Αδριανό Ναυπλίας) και σύστησαν με άλλες ελληνικές δυνάμεις την πρώτη πολιορκία του Ναυπλίου (4 Απριλίου 1821), ενώ ο Παπαρσένης με τους συμπατριώτες του (Κατωναχαΐτες) και άλλους οχυρώθηκε στην ανατολική πλευρά του Παλαμηδίου, αφοσιωμένος στην πολιορκία  και ένοπλη  σύγκρουση με τους Τούρκους  αδιάκοπα. Την επόμενη ημέρα της γιορτής του Πάσχα επιτέθηκαν οι Οθωμανοί ξαφνικά  στους Έλληνες, επωφελούμενοι την ευθυμία της Γιορτής και την  έλλειψη προετοιμασίας και αφού τους διεσκόρπισαν,  σκότωσαν ελαχίστους  και διέλυσαν την πολιορκία. Μετά από λίγο συνεστήθη άμεσα η δεύτερη πολιορκία Ναυπλίου, με προτροπή του Σπετσιώτη Γκίκα Μπόταση, που έφθασε στο  Άργος, ενθαρρύνοντας τους πολιορκητές με το Στάϊκο Σταϊκόπουλο,  τον Παπαρσένη και  άλλους, χορηγώντας σ’ αυτούς χρήματα και «πυριτοβόλα». Το Ελληνικό σώμα των πολιορκητών στρατοπέδευσε στο Κατζίγκρι και  στην Άρεια Ναυπλίας.

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης  Μουσταφάς στάλθηκε στο Άργος και  στρατοπέδευσε στο Κουτσοπόδι, για να πολιορκήσει το φρούριο του Άργους και να καταλάβει την πόλη. Τότε, οι κάτοικοι της πόλεως την 25ηΑπρλίου  1821, για να σωθούν, κατέφυγαν πίσω από την Ακρόπολη  του Άργους, άλλοι στη θέση των  Μύλων του Κεφαλαρίου και ο μεγαλύτερος αριθμός των αδυνάτων Ελλήνων στα δύσβατα μέρη με τους βάλτους και έτσι σώθηκαν.

Ο  Παπαρσένης ή Παπά Αρσένιος Κρέστας με Κρανιδιώτες Σπετσιώτες και Αργείους θέλησε να  αναχαιτίσει τον Κεχαγιάμπεη   στο φράγμα του ποταμού Ξηριά ή Ξεριά. Το φράγμα δεν άντεξε την ορμητικότητα των Τουρκαλβανών  του Κεχαγιάμπεη και οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή, καταφεύγοντας στα γύρω υψώματα. Ένα τμήμα Αργείων κατέφυγε στο Μοναστήρι της Μονής Κατακεκρυμμένης, μαζί με το Παπαρσένη τον πολέμαρχο  και τον Δημ. Τσώκρη. Ο Αρσένιος, αν και ήταν επικηρυγμένος από τον Κεχαγιάμπεη, διέσχισε ξιφήρης (έχοντας το ξίφος στο χέρι) με οκτώ παλληκάρια του το στρατόπεδο των εχθρών, χωρίς να γίνει αντιληπτός και σώθηκε από την άλλη πλευρά του Μοναστηριού.  Κατόπιν, ο Κεχαγιάμπεης πήγε ανενόχλητος στο Ναύπλιο και έλυσε την πολιορκία της πόλεως από τους Έλληνες για δεύτερη φορά.

Η τρίτη προσπάθεια πολιορκίας του Ναυπλίου αποκαταστάθηκε εκ νέου με εντολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αποστέλλοντας στο Ναύπλιο ως αρχηγό τον Νικήτα Σταματελόπουλο με 50 Καρυτινούς. Ο Νικήτας κατέβηκε στην Αργολίδα  τη 15η Μαΐου 1821 συνέστησε την πολιορκία Ναυπλίου για τρίτη φορά  με τον Παπά Αρσένιο Κρέστα, τον Στάΐκο  Σταϊκόπουλο και άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς.

Η διευθέτηση του πολιορκητικού στρατεύματος έγινε ως ακολούθως:  Στο χωριό Μερζέ (Εξώστη) τοποθέτησε τον Παπαρσένη, στο Κατσίγκρι τον Σταϊκόπουλο, ενώ στο Κιόσκι και στο Κατόγλι έβαλε άλλους πολεμάρχους με τα αντίστοιχα ένοπλα σώματα. Στα τέλη Μαΐου 1821 μεγάλος αριθμός Τούρκων κατευθύνθηκαν προς το Κατόγλι για να μαζέψει γεννήματα, επειδή η πείνα  τους ταλαιπωρούσε.  Οι Έλληνες αναγκάστηκαν να αμυνθούν σθεναρά, αφού έσπευσαν για βοήθεια από τα νώτα  ο Νικήτας  Σταματελόπουλος,   με τον αδελφό του Νικόλαο, τον Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα και άλλους, και αφού τους διέλυσαν,  τους έτρεψαν σε φυγή. Στο μεταξύ  ανέλαβε τα καθήκοντα η Πελοποννησιακή Γερουσία και θεώρησε αναγκαίο να ανακαλέσει τον Νικηταρά από τη διεύθυνση της πολιορκίας Ναυπλίου, στέλνοντας στη θέση του τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη.   

Από τις αρχές Ιουνίου 1821 και ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία της Τριπολιτσάς, εκστρατευτικό ένοπλο τμήμα με 200 Κατωναχαΐτες (ενόπλους από την Ερμιονίδα) ξεκίνησε για την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, υπό την αρχηγία του Νικηταρά και τη διοίκηση του  Παπαρσένη, με σκοπό τη ενίσχυση του Οδυσσέα Ανδρούτσου, που αγωνιζόταν κατά των πασάδων Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ. Στη πολιορκία του Ναυπλίου τη θέση του Παπαρσένη ανέλαβε προσωρινά ο οπλαρχηγός Αναγνώστης Ζέρβας, που αργότερα εξελέγη μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας.

Είναι γεγονός ότι το κύριο βάρος του Αγώνα στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και κατ’ επέκταση στην Πελοπόννησο το κρατούσαν οι βόρειες περιοχές κοντά στην Πάρνηθα και η δίοδος της Κορίνθου. Είναι γνωστά τα Δερβένια του Κιθαιρώνα και της Πάρνηθας, τα επονομαζόμενα Δερβενοχώρια.  Στα μέσα Ιουνίου 1821 το στρατιωτικό τμήμα του Παπαρσένη αποστέλλεται και στρατοπεδεύει  στα μεγάλα δερβένια της Μεγαρίδας, προκειμένου να ανακόψει την πορεία του Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ από τη διάβαση του Ισθμού και την κάθοδό τους στην Πελοπόννησο. Στο σημείο εκείνο βρίσκονταν και άλλα ένοπλα σώματα, που στόχευαν να εξασφαλίσουν την επιτήρηση και τον έλεγχο των διόδων προς την Κορινθία , την Αργολίδα και την Τριπολιτσά.

Στα τέλη Νοεμβρίου 1821 κατέβηκε στο Άργος ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για να ρυθμίσουν καλύτερα με τους αρχηγούς της πολιορκίας Ναυπλίου  την άλωση των φρουρίων  της περιοχής με έφοδο.  Συνάμα οι  Οθωμανοί του Ναυπλίου αναχαιτίστηκαν δυναμικά από τους Έλληνες κατά τις εξόδους, που αποτόλμησαν  στις 3 και στις 14 Οκτωβρίου1821 από το Ναύπλιο. Κάποια στιγμή, στις 18 Νοεμβρίου 1821 οι διευθύνοντες την πολιορκία Ναυπλίου, Νικήτας Σταματελόπουλος και Παπαρσένης Κρέστας αποδέχθηκαν το προτεινόμενο σχέδιο με την άλωση «εξ εφόδου» του φιλέλληνα Ιλάρχου. Τελικά προτιμήθηκε η άμεσος  και ταχεία  έφοδος από ξηρά και από θάλασσα. Επακολούθησε η προετοιμασία και ο Δ. Υψηλάντης, που βρισκόταν κοντά στην περιοχή,  εξέδωσε σχετική Διαταγή προς του στρατιώτες.

Κατόπιν, στο χωριό Μερζέ (Εξώστη), πριν από την έφοδο στο Παλαμήδι έγινε θρησκευτική- εκκλησιαστική  και κατανυκτική δέηση από κληρικούς για τόνωση των αγωνιστών και κανονίστηκαν με Συμβούλιο των οπλαρχηγών και των πλοιάρχων τα της εφόδου από τα στρατιωτικά σώματα με τους αντίστοιχους αρχηγούς των ενόπλων τμημάτων. Εδώ αναφέρεται και το όνομα το Αρσενίου Κρέστα που μαζί με τον  Νικήτα, το Χρηστόπουλο, τον Ζαφειρόπουλο και τον Αποστόλη Κολοκοτρώνη θα προχωρούσαν προς την πόρτα της ξηράς του Κάστρου κατά το μέρος της Κιούπ  Τάπιας (πιθοειδούς προμαχώνα). Προετοιμάστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή η  νέα έφοδος τη νύκτα της 3ης  προς την 4η  Δεκεμβρίου 1821  με την αρχηγία του Νικηταρά και την παρουσία του Δημ.  Υψηλάντη. Συμμετείχε, εκτός των άλλων, και ο Παπαρσένης από την ξηρά με τους 150 Κατωναχαΐτες και  έτσι, όπως είχε προγραμματιστεί, επρόκειτο να επιτεθούν μαζί με άλλους αγωνιστές στο σημείο ,που βρισκόταν η κλίμακα του Παλαμηδίου, γνωστή ως kup tabya, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο σχεδιασμό. Οι καιρικές συνθήκες με τους ανέμους και άλλες συγκυρίες δεν επέτρεψαν το συντονισμό των ελληνικών πλοιαρίων και η επίθεση απέτυχε. Η προσπάθεια παρουσίαζε πολλές δυσκολίες και κράτησε 4 ώρες. Έκτοτε, μετά την αποτυχία της εφόδου χαλάρωσε κάπως ο ασφυκτικός κλοιός της πολιορκίας.

Στις αρχές του 1822 η Ελληνική Κυβέρνηση προγραμμάτισε και ασχολήθηκε με τη διοργάνωση  εκστρατείας στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα,  με απώτερο στόχο την κατάληψη της Λαμίας. Διορίστηκε στην προσπάθεια αυτή ο Πρόεδρος του Βουλευτικού Δημ. Υψηλάντης και έστειλαν μαζί του τον Νικηταρά με τον συμμαχητή του Παπά Αρσένιο Κρέστα και τον Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο με συνολικό αριθμό αγωνιστών 700 μαχητών. Συγκαλείται στη συνέχεια σύσκεψη του Υψηλάντη με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και όλους τους άλλους οπλαρχηγούς στην Κάτω Τιθορέα (Τουρκοχώρι). Εκεί καθορίστηκε το σχέδιο δράσης και την 1ηΑπριλίου 1822 έγινε απόβαση στον Αχινό, λίγα χιλιόμετρα από τη Στυλίδα. Οι Τούρκοι της Στυλίδας επιτίθενται και ηττώνται από τους Έλληνες και, σύμφωνα με το σχέδιο του Ανδρούτσου, καταλαμβάνεται η Στυλίδα και οι Έλληνες οχυρώνονται στο τόπο αυτό. Στις μάχες ανδραγάθησε και ο Παπαρσένης. Μάλιστα, ο Κρανιδιώτης οπλαρχηγός Αρσένιος συνεργάστηκε  στην Αγία Μαρίνα με ζήλο και τόλμη στο στρατιωτικό σώμα του Δημ. Υψηλάντη, του Ανδρούτσου και του Νικηταρά και έτσι καθηλώθηκαν οι δυνάμεις των Οθωμανών με 18.000 οπλίτες και κανόνια στο ίδιο σημείο για δύο εβδομάδες. Θετικό στοιχείο απ’ όλη αυτή την αγωνιστική επιχείρηση των Ελλήνων ήταν η επιβράδυνση καθόδου της στρατιάς του Δράμαλη στην Πελοπόννησο. Στο τέλος, επειδή δημιουργήθηκαν πολλές δυσκολίες και η υπόθεση ήταν χαμένη από αμέλεια του Ελληνικού παράγοντα,  με τέχνασμα   του Ανδρούτσου αποχώρησαν οι άνδρες του στρατιωτικού σώματος των Ελλήνων από  την Αγία Μαρίνα στις 15 Απριλίου 1822, με  τρικεριώτικα και λημνιώτικα πλοία.

Στις αρχές Ιουλίου 1822 ένας νέος σοβαρός κίνδυνος εμφανίστηκε για την Ελληνική Επανάσταση, με την επέλαση και κάθοδο του Μαχμούτ Πασά, γνωστού ως Δράμαλη στη Πελοπόννησο με τη πολυάριθμη στρατιά του. Ο Δράμαλης χωρίς να συναντήσει κάποια αντίσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα έφθασε γρήγορα στις 6 Ιουλίου στην Κόρινθο, με σκοπό να ανακαταλάβει την Τριπολιτσά και να καταπνίξει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Αρχικό στόχο έβαλε να λύσει την πολιορκία Ναυπλίου και για τούτο προχώρησε, χωρίς να  το έχουν προβλέψει ή ακόμη και αντιληφθεί οι ελληνικές δυνάμεις  προς το Άργος και στρατοπέδευσε 12  Ιουλίου έξω από την πόλη και την επόμενη μπήκε σ’ αυτήν. Στους Έλληνες δημιουργήθηκε αρχικά πανικός, αλλά έσωσε την κατάσταση ο Γέρος του Μοριά με δραστήρια και άμεσα μέτρα προς τρεις κατευθύνσεις, για να αυτοεγκλωβιστεί στο Αργολικό κάμπο ο Δράμαλης. Οι επαναστάτες Έλληνες κατέλαβαν θέσεις στο Κιβέρι, στο Κεφαλάρι, στην κώμη Ζαχαριά, στο Αγιονόρι και στα στενά των Δερβενακίων. Στις 10 Ιουλίου 1822  οργανώθηκε  ένα τμήμα του Ελληνικού στρατού με τη συγκρότηση του στρατιωτικού σώματος «των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, αποτελούμενο από 246 περίπου ενόπλους. Συνάμα, ένοπλα τμήματα Κατωναχαϊτών συγκρότησαν δυναμικές ομάδες  «κρούσης και άμυνας»  με τον Παπαρσένη, τους Μητσαίους ( Γιάννη και Σταμάτη από την Ερμιόνη) και τους Κρανιδιώτες Αν. Ζέρβα και Νικ.  Λάμπρου, που οχυρώθηκαν στο χωριό Στεφάνι έξω από τις Μυκήνες (Χαρβάτι), για να ελέγχουν τον ανεφοδιασμό του Δράμαλη από την Κόρινθο και κυρίως τα Δερβενάκια σε συνεργασία με τον Νικηταρά.   Ο Δράμαλης παγιδεύτηκε στο Άργος με τις μάχες γύρω από την ακρόπολη «Λάρισα», ώσπου τελικά αποφάσισε να γυρίσει στην Κόρινθο από τον ίδιο δρόμο, λόγω καταπόνησης του τουρκικού στρατού. Στην προσπάθειά του προσπάθησε να παραπλανήσει του Έλληνες, αλλά δε τα κατάφερε, γιατί ο Κολοκοτρώνης αντελήφθη τις προθέσεις του και τα σχέδια του.

Οι Τούρκοι αντιστέκονταν στην πολιορκία Ναυπλίου ως τον Ιούνιο του 1822 αλλά δεν άντεχαν πια και ο κλοιός των  Ελλήνων πολιορκητών  είχε γίνει ασφυκτικός. Το Μάιο του 1882 οι Τούρκοι του Ναυπλίου αποφάσισαν να στείλουν στο Σουλτάνο για βοήθεια τον ομοεθνή  τους Γιουσούφ Τσάπαρη (γνωστό στους Έλληνες).  Η ενέργεια αυτή απέτυχε και συνελήφθη από τους Έλληνες  στην Τήνο. Αιχμάλωτος των Ελλήνων, ο Γιουσούφ Τσάπαρης έστειλε επιστολή στους πολιορκημένους  στο Ναύπλιο και τους έπεισε να υπογράψουν έντιμη παράδοση. Η συμφωνία υπογράφτηκε ανάμεσα στις δύο πλευρές τη 18η Ιουνίου 1822, αλλά δεν εφαρμόστηκε, όταν έγινε γνωστό ότι  από τη Θεσσαλία κατέβαινε η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη και οι Τούρκοι του Ναυπλίου αναθάρρησαν. Ο Δράμαλης τελικά θα φθάσει από το Άργος στο Ναύπλιο, θα λύσει την πολιορκία στις 12 Ιουλίου 1822 και θα  προσθέσει ακόμα επτακόσιους άνδρες στη φρουρά της πόλης του Ναυπλίου.

Ο σχεδιασμός επιστροφής του Δράμαλη στην Κόρινθο υπέπεσε στην αντίληψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και αμέσως έτρεξε να οχυρώσει τις καίριες θέσεις της πορείας Άργους – Κορίνθου. Στον Άγιο Σώστη έσπευσε με εντολή του Κολοκοτρώνη ο Νικηταράς, ο Παπά Αρσένιος Κρέστας, οι Μητσαίοι από την Ερμιόνη, ο Υδραίος Δημ. Κριεζής και άλλοι πολέμαρχοι, που κατέλαβαν στον Άγιο Σώστη την βραχώδη προς τα ανατολικά ισχυρή θέση του βορείου στενού.  Στις 26 Ιουλίου 1822 στο στενό του Δερβενακίου (Αγριλόβουνο και Παναγόρραχη) κοντά στον Άγιο Σώστη, οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλη ζημιά και έχασαν 3.000 άτομα. Στη μάχη διακρίθηκαν εκτός από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο Δ.Υψηλάντης, ο Νικηταράς, ο Παπαρσένης Κρέστας και άλλοι οπλαρχηγοί. Η στρατιά του Δράμαλη βρήκε άλλη διέξοδο στη στενωπό του Αγιονορίου. Στο σημείο εκείνο  τον ανέμεναν ο Νικηταράς και ο Παπα- Αρσένιος Κρέστας αρχηγός των Κρανιδιωτών (αχώριστος συμμαχητής του), ο Παπαφλέσσας και ο Δ. Υψηλάντης, οι οποίοι προκάλεσαν στους αντιπάλους μεγάλη πανωλεθρία την 28η Ιουλίου 1822. Τελικά με όλες αυτές τις απώλειες έφθασε ηττημένος ο Δράμαλης στην Κόρινθο και στα τέλη Οκτωβρίου απεβίωσε.

Μετά   την εξόντωση  μεγάλου τμήματος της στρατιάς   του Δράμαλη από το «σώμα των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, στο στενό του Αγίου Σώστη (26 Ιουλίου1822) και στη μάχη     του Αγιονορίου (28 Ιουλίου1822),  ο Παπαρσένης, όντας μέλος του «σώματος των Δερβενακίων», μαζί με τους Κατωναχαΐτες στρατοπέδευσε και πάλι στο χωρίο Κατζίγκρι και πήρε μέρος για τελευταία φορά στην τέταρτη πολιορκία του Ναυπλίου. Ο ίδιος θα παραμείνει στο χρέος αυτό μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου 1828, όταν ο Ντελή Αχμέτ εφοδίασε κρυφά με τρόφιμα το Ναύπλιο, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Τότε ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να τοποθετηθούν  φρουρές στην περιοχή από τα μέσα Οκτωβρίου. Έτσι, λοιπόν, στο κυρίως (χωριό) Δερβενάκι οργανώθηκε καταυλισμός  φύλαξης και ελέγχου του οδικού περάσματος από 250 Αρκάδες, 100 άτομα από το Κουτσοπόδι  και ένα μικρό ένοπλο τμήμα Κρανιδιωτών με τον Παπαρσένη.

Μετά τον θάνατο του Δράμαλη τα υπολείμματα της στρατιάς ανέλαβε ο Ερήπ Αχμέτ  πασάς, αλλά  ουσιαστικά  ο Ντελή Αχμέτ, που κατόρθωσε επανειλημμένα να τροφοδοτήσει με κάποια ελάχιστα  εφόδια τους αποκλεισμένους Τούρκους στο Ναύπλιο από τις αρχές και τα μέσα Οκτωβρίου του 1822, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Ο  Κολοκοτρώνης είχε υποπτευθεί ότι ο Ντελή Αχμέτ ετοιμαζόταν για μεγάλη κάθοδο από την Κόρινθο  στο Ναύπλιο με πλουσιοπάροχο εφοδιασμό των πολιορκουμένων και για τούτο έδωσε εντολή την 26η Νοεμβρίου 1822 να οχυρωθεί καλά  η περιοχή (Χάνι) της Κουρτέσας με άνδρες και πυροβολικό. Ως εκ τούτου, ετοίμασε ενστικτωδώς  την αποστολή 6.000 ανδρών για την επικείμενη δίοδο του Ντελή Αχμέτ στη στενωπό του Αγίου Σώστη, δίνοντας διαταγή στον Νικηταρά, στον Παπά Αρσένη Κρέστα  (Κρανιδιώτη),  στο Κολιό Μπακόπουλο    ή Δαρειώτη και τον Χατζηχρήστο να  οχυρωθούν στα κατάλληλα  σημεία των στενών, ώστε να εμποδίσουν την κάθοδο  των Τούρκων. Την φύλαξη του περάσματος ανέλαβαν ο Νικηταράς και ο γενναίος  κληρικός  Παπά Αρσένης Κρέστας.

Κατά την προγενέστερη ημέρα της μάχης επισκέφθηκαν την οχυρωματική θέση του Κολοκοτρώνη  ο Νικηταράς και ο Παπά Αρσένιος και κατά την επιστροφή τους πήγαν και οι δύο για φαγητό στο οχύρωμα του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μετά την αναχώρησή τους από του Γενναίου, ο Παπά Αρσένιος  είπε στον Νικηταρά: «αύριο το κεφάλι μου θα μείνει εδώ. όμως σπειρί σιτάρι (δηλ, τρόφιμα) δεν θα περάσει δια το Ναύπλιον».

Το πρωινό της 27ης  Νοεμβρίου 1822 οι οχυρωμένοι Έλληνες υπό την αρχηγία του Νικηταρά και στο στενό του Αγίου Σώστη ήλθαν αντιμέτωποι για δύο ώρες  με τις δυνάμεις τού Ντελή Αχμέτ, αλλά οι αντίπαλοι δεν μπορούσαν να διεισδύσουν προς το Ναύπλιο και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αναμένοντας νέες εντολές.   Κάποια στιγμή τη νύκτα μια άλλη ομάδα 150 περίπου Οθωμανών κατάφερε να υπερφαλαγγίσει  την τοποθεσία  (Χάνι) Κουρτέσα, και έτσι διάβηκαν τη  νύκτα ένα μονοπάτι αφύλακτο,  που οδηγεί από  το χωριό Άγιο Βασίλειο, μέσα από τις κορυφές του Τρίκορφου, και κατάφεραν να φθάσουν στον Άγιο Σώστη (άλλοτε καθολικό Μονής),  αιφνιδιάζοντας με την επίθεσή τους τα οχυρώματα του Παπαρσένη και των λιγοστών παλληκαριών του, ενώ κινδύνευσε και ο Νικηταράς.

Στη σύγκρουση και στην προσπάθεια αυτή έπεσε στο πεδίο της μάχης  ο θρυλικός Παπά Αρσένιος Κρέστας, δεχόμενος κτύπημα με σφαίρα σε καίριο σημείο του σώματός του. Λίγο αργότερα, το στρατιωτικό τμήμα του Ντελή Αχμέτ βρήκε ισχυρή αντίσταση από τον ανιψιό του Παπά Αρσένη, τον Μαν. Γκλιάτη και το στρατιωτικό σώμα του Δ. Τσώκρη. Μάλιστα,  τα κεφάλια του Παπαρσένη και  του ανιψιού του Παντελή ή Μιχελή Χρυσίνα  τα κουβαλούσε ως τρόπαιο ένας Οθωμανός ιππέας.

Ο Φωτάκος, υπασπιστής του Κολοκοτρώνη τον καταδίωξε με κίνδυνο τα ζωής του και τον εξανάγκασε να πετάξει τα κεφάλια, τα  οποία περιμάζεψε και  τα πήγε στον Άγιο  Σώστη. Οι εχθρικές δυνάμεις εγκλωβίστηκαν και οπισθοχώρησαν, ενώ ο Ντελή Αχμέτ επέστρεψε στην Κόρινθο. Μετά τη μάχη ενταφίασαν με τιμές  τα σώματα των δύο αγωνιστών   Κρανιδιωτών πλησίον  του Ιερού Βήματος του ναού του Αγίου Σώστη. Η εξόδιος ακολουθία έγινε σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό και ο Κολοκοτρώνης με το μεστό και βαρύ λόγο του έπλεξε το εγκώμιο του ηρωικού Κρανιδιώτη ιερωμένου και οπλαρχηγού της Επανάστασης. Μάλιστα, σε κάποια άλλη στιγμή τόνισε με έμφαση ότι «Ο Παπά Αρσένης Κρέστας άφησε μεγάλο κενό στον αγώνα τού Γένους, που ακολούθησε με το χαμό του».

Η επιτυχής έκβαση των γεγονότων στον Άγιο Σώστη Δερβενακίων επέφερε άμεσα την πτώση του Παλαμηδίου και την παράδοση του Ναυπλίου.  Την 3ηΔεκεμβρίου 1822 υπογράφτηκε η συνθήκη παράδοσης, χωρίς να βρίσκεται «εν ζωή»  ο Παπά Αρσένιος Κρέστας ένας από τους  πιο σημαντικούς οπλαρχηγούς της πολύχρονης και κοπιώδους  πολιορκίας του Ναυπλίου.

Στην πέμπτη ενότητα εκφράζεται παντοιοτρόπως η ευγνωμοσύνη και το ηθικό χρέος του Κρανιδιώτικου λαού προς τον γενναίο και ευσεβή ιερωμένο Παπά  Αρσένη  Κρέστα και η επισήμανση ότι αναδείχθηκε ως εθνομάρτυρας για τον Ελληνισμό  και ένας άσβεστος  και ακούραστος σηματοδότης της πορείας του Έθνους μας.

Στην έκτη ενότητα αναφέρονται συνοπτικά οι συναγωνιστές του Παπαρσένη στις επιχειρήσεις της Εθνεγερσίας και ο Επίλογος

Κατόπιν, ακολουθούν το Παράρτημα ιστορικών  κειμένων – εγγράφων και κειμηλίων, η Βιβλιογραφία, το Βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα και τα περιεχόμενα.

Read Full Post »

Με αφορμή ένα …γράμμα – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Ο Γιάννης Σπετσιώτης ανακαλύπτει μια επιστολή του αειμνήστου εκπαιδευτικού και συγγραφέα Απόστολου Γκάτσου, προς τον Γιάννη Βλαχογιάννη και μας την κοινοποιεί με την ευχή να διαφυλάξουμε, να διασώσουμε και να αξιοποιήσουμε την παράδοση κάθε τόπου.   

 

Ένιωσα ιδιαίτερη έκπληξη, χαρά και συγκίνηση όταν πριν από λίγους μήνες, καθώς φυλλομετρούσα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους φακέλους με λαογραφικό περιεχόμενο, βρήκα ένα γράμμα του «δασκάλου μας» Απόστολου Γκάτσου. Ο αείμνηστος Πρόεδρος του Ερμιονικού Συνδέσμου το έστελνε στον Γιάννη Βλαχογιάννη με ημερομηνία 21 Αυγούστου 1933, ενώ ήταν φοιτητής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με την επιστολή του, γραμμένη με σεβασμό, ενημέρωνε τον διακεκριμένο ιστορικό και συγγραφέα πως, ως τακτικός αναγνώστης της επιφυλλίδας του στην εφημερίδα «ΠΡΩΪΑ», διάβασε με πολύ ενδιαφέρον το θέμα της «προηγούμενης Κυριακής» με τον τίτλο «Προσωπίδα». Σ΄ αυτή ο Γιάννης Βλαχογιάννης αναφερόταν στη λεπτή, αμνιακή μεμβράνη – προσωπίδα – που κάποιες φορές επικάθεται στο πρόσωπο του βρέφους την ώρα της γέννησης. [1]

Καθώς δε το θέμα ήταν ιδιαιτέρως ευχάριστο, σημείωνε ο «κυρ-Απόστολος», το διάβαζα δυνατά για να το ακούν και οι «ηλικιωμένες» Ερμιονίτισσες που βρίσκονταν στη συντροφιά μου. Όταν τελείωσα την ανάγνωση, δυο απ’ αυτές αναφέρθηκαν σ’ ένα σημαντικό τοπικό έθιμο, σήμερα ολότελα ξεχασμένο, σχετικό με τον ομφάλιο λώρο, «τη λουρίδα του αφαλού», όπως τον αποκαλείτε στην επιφυλλίδα σας. Σύμφωνα, λοιπόν, με την περιγραφή τους για να ξεραθεί ο λώρος γρηγορότερα τον πασπαλίζουν με στάχτη και καφέ. Όταν τελικά αποκοπεί τον ρίχνουν για τροφή σε κόκορα πιστεύοντας πως η επόμενη γέννα θα φέρει αγόρι ή σε κότα, αν το ζευγάρι επιθυμεί κορίτσι.

 

Με αφορμή ένα …γράμμα

 

Τελειώνοντας την ανάγνωση της επιστολής αναλογίστηκα από πόσο «μακριά» ερχόταν η διήγηση αυτή! Πόσα τέτοια λαογραφικά στοιχεία, πόσα ήθη και έθιμα, παραδόσεις, μουσικές, τραγούδια, γλωσσικά ιδιώματα, συνήθειες, φωτογραφίες, χειρόγραφα, βιβλία, εργαλεία, σκεύη και άλλα πολύτιμα πετράδια του τοπικού μας πολιτισμού έχουν χαθεί στο διάβα του χρόνου…

Μακάρι όσα έχουν απομείνει να τα διαφυλάξουμε, να τα συντηρήσουμε και κατάλληλα να τα αξιοποιήσουμε. Το χρωστάμε σ’ αυτούς που μας τα παρέδωσαν, στους εαυτούς μας, στους νέους και τις νέες της Ερμιόνης και σε όσους στο μέλλον αγαπήσουν και κατοικήσουν αυτόν τον τόπο!

 

Υποσημείωση


[1] Στη λαϊκή μας παράδοση η «προσωπίδα» λέγεται και Σκέπη της Παναγίας. Θεωρείται δε ως προάγγελος καλής υγείας, ομορφιάς και τύχης για το νεογέννητο. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας την αφαιρούσαν και την άπλωναν σε νέο θυμάρι, για να στεγνώσει. Κατόπιν την έριχναν σε τρίστρατο, για να τη διασκελίσει κάποιος που καταγόταν από την πόλη και είχε μεγάλη θέση! Στις 40 ημέρες, μετά την ευλογία του ιερέα, την έκαναν περιδέραιο και την κρεμούσαν στο μωρό για φυλακτό! Λέγεται πως με προσωπίδα (πέπλο) γεννήθηκε ο Μέγας Ναπολέων και ο Λόρδος Βύρων!

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Παιχνίδια στην αυλή του σχολείου (Ερμιόνη Αργολίδας) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Μέχρι το 1970, αν θυμάμαι καλά, τα δημοτικά σχολεία στην περιφέρεια λειτουργούσαν πρωί και απόγευμα. Το πρωινό μάθημα ξεκινούσε στις 8:00 και τελείωνε στις 12:00, ενώ το απογευματινό πρόγραμμα διαρκούσε από τις 2:00 έως τις 4:00 τον χειμώνα και από τις 3:00 έως τις 5:00 το καλοκαίρι. Τετάρτη και Σάββατο απογευματινό μάθημα δεν κάναμε. Προτού, λοιπόν, χτυπήσει το κουδούνι «για μέσα» αλλά και στα διαλείμματα παίζαμε διάφορα παιχνίδια που δεν χρειάζονταν ιδιαίτερη προετοιμασία, καθώς ο χρόνος μας ήταν περιορισμένος. Παιχνίδια διασκεδαστικά, «κερδοφόρα» ορισμένες φορές, που έδιναν αφορμή για πειράγματα και ζαβολιές, ενώ ταυτόχρονα η πλεονάζουσα ενέργειά μας διοχετευόταν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο! Θα περιγράψουμε ορισμένα απ’ αυτά!

 

  1. Λάδι – Ξίδι

 

Παιδιά, κυρίως της ίδιας τάξης, χωρίς «αριθμητικό περιορισμό», συγκεντρωνόμαστε στον τοίχο του σχολείου. Κολλάγαμε το ένα πάνω στο άλλο σε ευθεία γραμμή και αρχίζαμε να πιέζουμε πότε από τη μια μεριά και πότε από την άλλη, ξεφωνίζοντας «ξίδι», όταν πιέζαμε και «λάδι», όταν χαλαρώναμε. Κάποιες φορές λέγαμε και «λαδόξιδο» και τότε η πίεση μεταφερόταν γρήγορα από τη μια πλευρά στην άλλη και το αντίθετο. Ιδανικό παιχνίδι για τις κρύες μέρες του χειμώνα που μας χάριζε διασκέδαση και …ζεστασιά. Αργότερα σε κάποια σχολεία είχα δει το ίδιο παιχνίδι με την ονομασία «ζουμί».

 

  1. Τα χαρτάκια από τις καραμέλες

 

Αγόρια και κορίτσια, μαζεύαμε τα χαρτάκια που ήσαν διπλωμένες οι καραμέλες. «Οι παίχτες» στεκόμαστε στην ίδια ευθεία και σε απόσταση περίπου δυο μέτρων από τον τοίχο του σχολείου. Ρίχναμε, άλλοτε ταυτόχρονα και άλλοτε ένας – ένας από το ίδιο πάντα σημείο, με δύναμη και προσοχή, τα χαρτάκια, αρχικά τα συνηθισμένα και τελευταία τα δυσεύρετα, προς τον τοίχο. Κέρδιζε το παιδί που το χαρτάκι του έφθανε πλησιέστερα στον τοίχο και μάζευε ξεφωνίζοντας τα χαρτάκια των υπολοίπων. Αργότερα τα «καραμελόχαρτα» αντικαταστάθηκαν από φωτογραφίες ηθοποιών, ποδοσφαιριστών και άλλες εικόνες εποχής, που τα παιδιά «κέρδιζαν» στις τσίχλες και τις «τύχες».

 

Ερμιόνη, παιδιά που παίζουν κρυφτό. Φωτογραφία της Ρίνας Λουμουσιώτη. Ευχαριστίες στην Πρωτοβουλία Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης για την παραχώρηση της φωτογραφίας.

 

  1. Οι σακκακιές

 

Χειμωνιάτικο παιχνίδι αποκλειστικά για αγόρια. Ένα από τα 5-6 παιδιά της ομάδας «τα φύλαγε» είτε οικιοθελώς είτε – απουσία …εθελοντή – γιατί του έπεφτε ο κλήρος, καθώς τα παιδιά «τα έβγαζαν». Έσκυβε, λοιπόν, ακουμπώντας τα χέρια στα λυγισμένα γόνατα και με το κεφάλι προφυλαγμένο ανάμεσα στα πόδια, για μη συμβεί «κατά λάθος και ξεπίτηδες» κάποιο …ατύχημα.

Αν το κεφάλι ξεπρόβαλε δειλά φωνάζαμε: «Το κεφάλι μες τη γούρνα, μη στο φάει καμιά γουρούνα»! Στη συνέχεια με γρήγορες κινήσεις χτυπούσαμε με τα σακάκια την καμπουριασμένη πλάτη του. Αυτός, χωρίς να σηκώνεται, κουνώντας τα χέρια του δεξιά, αριστερά στα τυφλά, προσπαθούσε να πιάσει κάποιο από τα σακάκια που …αιωρούνταν πάνω απ΄ το κεφάλι του. Όταν το κατάφερνε, ο κάτοχος του σακακιού έπαιρνε τη θέση του και τα φύλαγε. Οι «σακακιές» στην πλάτη δεν πονούσαν. Αν, όμως, τα κουμπιά του ρούχου έβρισκαν ευαίσθητα σημεία, όπως τ’ αυτιά, ο πόνος ήταν οξύς και αβάσταχτος. Θυμάμαι, τότε, πως για να περάσει τα τρίβαμε τόσο δυνατά που κοκκίνιζαν και γίνονταν «σαν …λαγάνες»!

 

  1. Το «ακούσιο» χτύπημα της μύτης

 

Την ώρα που ένα παιδί καθόταν ξέγνοιαστο παρακολουθώντας κάτι ή μιλούσε και ήταν απασχολημένο ή διάβαζε συγκεντρωμένο πλησίαζε κάποιο άλλο, αθόρυβα, κοντά του. Τέντωνε το δάκτυλό του (δείκτη) ακριβώς στο ύψος της μύτης του «αμέριμνου» παιδιού και χωρίς να γίνει αντιληπτό φώναζε το όνομά του. Εκείνο, καθώς γύριζε απότομα και …απρόσεχτα χτυπούσε, τις περισσότερες φορές, τη μύτη του πάνω στο τεντωμένο δάχτυλο. Το «συμβάν» έφερνε πολλά γέλια στην παρέα, αλλά κάποιες φορές δημιουργούσε έντονες παρεξηγήσεις και ψυχρότητα στις σχέσεις των παιδιών.

 

  1. Το Κουτσαλώνι

 

Ένα πολύ διαδεδομένο παιχνίδι, διασκεδαστικό και δυναμικό, που κυριαρχούσε στα διαλείμματα του σχολείου. Παιζόταν, από αγόρια και κορίτσια, όπως το γνωστό «κυνηγητό», με τη διαφορά πως τα παιδιά  ισορροπούσαν στο ένα πόδι (κουτσό) και τρέχανε με μικρά και γρήγορα πηδηματάκια. Η εναλλαγή των ποδιών επιτρεπόταν, όχι όμως και το «κλασικό» τρέξιμο με τα δυο πόδια. Όποιος παραβίαζε τον βασικό κανόνα του παιχνιδιού έχανε και τα φύλαγε. Επίσης, επειδή στο «κουτσαλώνι», ο χώρος που «τρέχαμε», πάντα με κουτσό, ήταν οριοθετημένος, έπαιρνε τιμωρία όποιος έβγαινε έξω απ΄ αυτόν. Το παιδί, λοιπόν, που κυνηγούσε προσπαθούσε ν’ αγγίξει (να πιάσει) κάποιο από τα παιδιά της ομάδας, για να πάρει τη θέση του. Ιδανικός χώρος για το «κουτσαλώνι» ήταν ο δρόμος μπροστά στην ανατολική είσοδο του Ταξιάρχη μέχρι την είσοδο του Ι.Λ.Μ.Ε. (Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης).

Σημ. «Εμνήσθην ημερών αρχαίων» αλλά ήταν όμορφα, νοσταλγικά και συγκινητικά… Γι’ αυτό θα επανέλθουμε…

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

Τα τραγούδια των εκλογών στην Ερμιόνη – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Μια από τις λιγότερο γνωστές κατηγορίες Δημοτικών Τραγουδιών που με ιδιαίτερη επιτυχία καλλιεργήθηκε στην Ερμιόνη, είναι «Τα τραγούδια των εκλογών». Ο κόσμος, που κανένα γεγονός δεν αφήνει ασχολίαστο, τα τραγουδούσε με «ιερό» φανατισμό κατά την προεκλογική περίοδο και ιδιαίτερα στα «επινίκια», τόσο των βουλευτικών όσο και των δημοτικών εκλογών.

Το πλήθος των νικητών οργανωμένο σε σχηματισμό «λιτανείας» αλάλαζε πανηγυρίζοντας στους δρόμους, ενώ κάθε τόσο ξεσπούσε σε ουρανομήκεις ζητωκραυγές. Έτσι μαζί με τα τραγούδια φώναζε τα ονόματα των νικητών στον «υπερθετικό» βαθμό με πολλά «…ο» και ένα μεγαλόπρεπο «ρε» στο τέλος. Τσαλδάραροοος Ρεεε…, Κοντοβράκαροοος Ρεεε…, Βερδέλαροοος Ρεεε… για να μην αδικήσουμε κανέναν! Λέγεται, μάλιστα, πως κάποια φορά ένας οπαδός φώναξε τόσο δυνατά, που έπαθε …κήλη! «Καντουνιάστηκε», όπως λέμε στην Ερμιόνη.

Αν πάλι βρίσκονταν εκεί «αυτοπροσώπως» οι νικητές, βουλευτές και δήμαρχοι, «μπρατσωμένοι» συμπολίτες τούς έπαιρναν στους ώμους, ενώ ο κόσμος τούς επευφημούσε «πάσα δυνάμει».

Εκείνοι, όμως, που ήσαν «από τη φόλα», όπως λέμε στην Ερμιόνη τους χαμένους των εκλογών, έντρομοι και αμπαρωμένοι στα σπίτια τους, πού να τολμήσουν να βγουν έξω! Περίμεναν το «μοιραίο»… Εύχονταν η καζούρα που τους ετοίμαζαν να είναι σύντομη, όσο γινόταν πιο ανώδυνη και το «αναπόφευκτο κακό» να περάσει γρήγορα. Κάποιοι, οι πιο φανατικοί και λιγόψυχοι, «έμπαιναν στα ρούχα» και έμεναν κουκουλωμένοι στα κρεβάτια, για να μην βλέπουν και ακούν τα όσα συνέβαιναν έξω από τα σπίτια τους. Μάλιστα, «καθ’ ομολογίαν» συγγενικών τους προσώπων, είχαν κρυάδες και «ανέβαζαν» και πυρετό!

Το ποιητικό κείμενο των τραγουδιών ήταν απλά αλλά έξυπνα και πρωτότυπα δίστιχα, συχνά έμπνευση της στιγμής. Ενθουσιώδη, αυθόρμητα και εγκωμιαστικά για τους νικητές, υποτιμητικά, σατιρικά και απειλητικά για τους ηττημένους. Με τη χρήση μάλιστα της παροξύτονης, τις περισσότερες φορές, ομοιοκαταληξίας των στίχων και τη συμβολή της μετρικής του 15/σύλλαβου, η ανταπόκριση του πλήθους ήταν μεγάλη και το αποτέλεσμα κορυφαίο.

Κάποιες φορές και, λόγω θυμικού, τα επιτρεπτά όρια της ελευθερίας του λόγου παραβιάζονταν και χρησιμοποιούνταν ανεπίτρεπτες εκφράσεις με σεξιστικά υπονοούμενα.

Ανάλογη ήταν και η μονόφωνη μουσική των στίχων. Μια εύκολη, επαναλαμβανόμενη, στερεότυπη μελωδία με ρεφρέν, μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά, μόνο με την προφορική παράδοση και την τραγουδούσαν, χωρίς αναστολές και ενδοιασμούς, οι καλλίφωνοι αλλά και οι παράφωνοι της ομάδας. Πάνω σ’ αυτή προσαρμόζονταν οι αυτοσχέδιοι στίχοι, που ξεπηδούσαν σύμφωνα με «τους άγραφους νόμους» της παραγωγής των Δημοτικών Τραγουδιών.

Στον τόπο μας τα τραγούδια των εκλογών πρωτοεμφανίστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα, έφτασαν σε μεγάλη ακμή τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ου και συνεχίστηκαν μέχρι τη 10/ετία του ’50. Τότε τα τραγουδήσαμε κι εμείς ως παιδιά κάνοντας τον σχετικό «χαβαλέ». Τα ύστερα χρόνια η παραγωγή μετριάστηκε και ό,τι διασώθηκε δεν παρουσιάζει καμιά πρωτοτυπία και έμπνευση, ενώ το περιεχόμενο των στίχων είναι βίαιο, απρεπές και χωρίς καμιά αξία.

Τα τραγούδια των εκλογών, εκτός από όσα προαναφέραμε, πιστεύουμε πως έχουν και ιστορικοκοινωνική αξία. Αναφέρονται σε εκλογικές αναμετρήσεις, στα εμπλεκόμενα πρόσωπα καθώς και σε ποικίλες ανθρωπο-κοινωνικο-επαγγελματικές καταστάσεις. Κάποια απ’ αυτά γίνονται περισσότερο ελκυστικά και ενδιαφέροντα, όταν «αποκαλύπτουν» ιδιαίτερες ιστορίες.

Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε μια συλλογή τέτοιων τραγουδιών που καταφέραμε να διασώσουμε. Τα περισσότερα μου τα έχει πει ο αείμνηστος Διονύσης Στεργίου, τις ώρες που καθόμασταν με τον κυρ-Απόστολο στη μικρή αυλή του σπιτιού του, στα Μαντράκια. Κατά την άποψή του εκείνος που διακρινόταν για τη στιχουργική του δυνατότητα ήταν ο μπάρμπα-Δημήτρης Κυρ. Γκολεμάς, που έμενε δίπλα στο καμπαναριό του Ταξιάρχη.

 

«Από τον προεκλογικό αγώνα του 1920»

 

Ο Βενιζέλος γάιδαρος/κι ο Ρέπουλης σαμάρι

κι Βασιλάκης[1] κάπιστρο/κι ο Δάσκαλος[2] ταγάρι,

να καβαλήσει ο Γούναρης/να πάει στο παζάρι.

 

Ο Ρέπουλης αρρώστησε/στην Αιδηψό πηγαίνει,

γιατί το εκατάλαβε/πως βουλευτής δε  βγαίνει.

Ρεφρέν: Φόλα, φόλα, φόλα, φόλα/πάνε τα λεφτά σας όλα!

 

Μερκούραρος[3] στη φυλακή/στο Ιτζεδίν της Κρήτης

είν’ αμαρτία βρε παιδιά/ο Δήμαρχος να λείπει.

 

Ρεφρέν: Σταματάκη,[4] Σταματάκη/συ τους πότισες φαρμάκι!

 

Εσείς το καυχηζόσαστε/και το’χετε για γούστο,

γιατ’ έχετε ένα βουλευτή/σαν το τραγί του Ντούλτσο.[5]

Μερκούρης το επίθετο/Σταμάτης τ΄ όνομά του

όλοι θα τον ψηφίσουμε/ για χάρη του μπαμπά του.

Σταματάκη με τα όλα/ρίξε στα σκυλιά τη φόλα!

 

 

«Από τους προεκλογικούς αγώνες των ετών 1832, 1833, 1835»

Στον Γιάννη Μάλλωση[6]

 

Βουίζει το Τροκαντερό/βουίζει το Λιμάνι,

γιατ’ έχουμε για βουλευτή/το Μάλλωση το Γιάννη.

 

Ψηφίσατε το Μάλλωση/ναυτάκια και φαντάροι,

είναι μεγάλη μας τιμή/τα άστρα που θα πάρει.

 

Μεγάλοι μάς τον πολεμούν/τιμή του και κορώνα,

μας εμείς θα τον ψηφίσουμε/στον τίμιο αγώνα.

Είναι παιδί του τόπου μας/πτωχός πτωχών ο φίλος,

καλός προστάτης πάντοτε/Ερμιονίδος φίλος.

 

Κρανίδι, Χέλι, Δίδυμα/Κκοιλάδα Ερμιόνη

θα στείλουν τώρα στη Βουλή/ένα καινούργιο αηδόνι.

Και Καρακάσι Θερμησιά/Φούρνοι και Λουκαϊτι

θα τραγουδούν απ’ το πρωί/ως τον αποσπερίτη.

 

Βουίζει το Τροκαντερό/σείονται τα Μαντράκια,

γιατί έχουμε υποψήφιο/με κέφι και μεράκια.

 

Στην τοπική εφημερίδα «Ερμιονική Ηχώ» (Σεπτέμβριος 1981 φ.68) είχε δημοσιευτεί παρόμοιο τραγούδι χωρίς με περισσότερους στίχους και διαφορετικό τίτλο. Μάλιστα ο δημιουργός του υπογράφει κάτω από το ποίημα ως «Έφεδρος Ερμιονεύς».

 

«Εις τους εφέδρους του Στρατού και Ναυτικού της Επαρχίας Ερμιονίδας»[7]

 

Άσπρο παιδιά του Μάλλωση/και μαύρο εις τους άλλους

στα τζάκια και τους πλούσιους/τους ψεύτες τους μεγάλους.

 

Καλό παιδί του τόπου μας/φτωχός φτωχών ο φίλος

καλός προστάτης πάντοτε/Ερμιονίδιος στύλος.

 

Γι΄ αυτό τόνε θαυμάζουνε/και εις το πρόσωπό του

βλέπουμε τον σωτήρα μας/κι είμαστε στο πλευρό του.

 

Και ‘θε να το’ χουμε τιμή/χαρά και υπερηφάνεια,

αν σώσουμε τον τόπο μας/από τη μαύρη ορφάνια.

 

Όσοι χακί φορέσαμε/μαζί θ’ αγωνιστούμε,

να μάθουν οι αντίπαλοι/να μην περιφρονούνε.

 

Εμάς που τους τιμήσαμε/σε χρόνια περασμένα

και κλείσανε την πόρτα τους/σε εσένα και σε μένα.

 

Και τώρα φίλε έφεδρε/σε θέλω να ασπρίσεις,

τον Γιάγκο μας τον Μάλλωση/τους άλλους να μαυρίσεις.

Ασπρίσατε τον Μάλλωση/ναυτάκια και φαντάροι

είναι μεγάλη μας τιμή/τα άστρα που θα πάρει.

 

Μεγάλοι μάς τον πολεμούν/τιμή του και κορώνα

μα μείς θα τον τιμήσουμε/στον τίμιο αγώνα.

 

Και κει που μας νομίζουνε/στην τσέπη τους κλεισμένους,

δεν θα προφταίνουν να μετρούν/μαύρους και δαγκωμένους.

 

Κρανίδι, Χέλι, Δίδυμa,/Κοιλάδα κι Ερμιόνη

θα στείλουν τώρα στη Βουλή/ένα καινούργιο αηδόνι.

 

Και Καρακάσι, Θερμησιά/Φούρνοι και Λουκαϊτι

θα τραγουδάνε απ’ το πρωί/ως τον αποσπερίτη.

 

Εκλογές 1832,1835

Οι χαμένοι

 

Ο Παύλος κι ο Μαρμαρινός[8]/εφάγανε τη φόλα

πήρανε τα γαϊδούρια τους/και βγήκανε στη χώρα,

να πουλήσουν κουβαρίστρες/τρύπωμα και δαχτυλήθρες.

Μα κανείς δεν τους τα παίρνει/γιατί ψήφισαν Βερδέλη.[9]

 

Ρεφρέν: Μαλλωσάκη, Μαλλωσάκη/συ τους πότισες φαρμάκι!

 

Νικητές και ηττημένοι

 

Ο Αντρέας ο Περήφανος/δεν έχει άλλο ταίρι,

θα μείνει αγροφύλακας/χειμώνα καλοκαίρι.

 

Ρεφρέν: Ο Τσαρός κι ο Καραθάνος[10]/θα πηγαίνανε για μπάνιο.

 

 

Στον Σπύρο Μερκούρη

Δήμαρχο Αθηνών

 

Ζήτω του Μερκούρη του Πατριώτη,

που έκανε την Αθήνα σαν την Ευρώπη.

Ζήτω του Μερκούρη του Ερμιονίτη,

που έκανε την Αθήνα σαν το Παρίσι.

 

Ο Σπυρίδων Μερκούρης (1856-1939) γεννήθηκε στην Ερμιόνη, διετέλεσε βουλευτής, δήμαρχος Αθηναίων επί σειρά ετών, ήταν παππούς της Μελίνας Μερκούρη.

 

Από τις Δημοτικές Εκλογές της Ερμιόνης στην πρώτη 10/ετία του 20ου αιώνα

με αντιπάλους τον Κωνσταντή Κυρ. Γκολεμά και τον Άγγελο Παπαβασιλείου

 

Την εκλογή κερδίσαμε/δίχως αντιγνωμία,

το μπαϊράκι πήραμε/και την αστυνομία.

 

Ρεφρέν: Μία πάπια, μία χήνα/και η Αργυρώ[11] μας Δημαρχίνα.

 

Από τις Εκλογές του 1956 και 1958

Στου Κουμουντούρου[12] την αυλή/βάλανε ένα στύλο,

κρεμάσανε τον Βερδελή/σαν λυσσασμένο σκύλο.

 

Ρεφρέν: Κουμουντούρο, Κουμουντούρο/θα σου βάλουμε ένα σούρο.

 

Τέλος έχουμε καταγράψει τη Μουσική των τραγουδιών σε Ευρωπαϊκή και Βυζαντινή σημειογραφία την οποία για την οικονομία του χώρου, δεν αναρτήσαμε.

Άντε και καλό βόλι!

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Υποσημειώσεις


 

[1]Βασιλάκης: ο Βασίλειος Δεληγιάννης.

[2]Δάσκαλος: ο Ηλίας Παπαδόπουλος που είχε παντρευτεί την αδελφή του Βασιλείου Δεληγιάννη, Σταματίνα.

[3]Μερκούραρος: ο Σπύρος Μερκούρης, γερουσιαστής και Δήμαρχος Αθηνών.

[4]Σταματάκης: ο Σταμάτης Μερκούρης, γιος του Σπύρου βουλευτής και Υπουργός.

[5]Ντούλτσος: παρατσούκλι βοσκού της Ερμιόνης.

[6] Γιάννης Μάλλωσης: βουλευτής Ερμιονίδας.

[7] Από το αρχείο του αείμνηστου Γιώργου Ιω. Μαρμαρινού και για την αντιγραφή Γ. Φς.

[8] Παύλος Φραγκούλης και Γιώργος Μαρμαρινός: Ερμιονίτες έμποροι.

[9] Αλέξανδρος Βερδέλης: βουλευτής και πολιτευτής Ερμιονίδας.

[10] Ο Τσαρός: παρατσούκλι του Αριστείδη Φοίβα. Καραθάνος: παρατσούκλι του Κώστα Κοτταρά.

[11] Αργυρώ: η γυναίκα του Κωνσταντή Κυρ. Γκολεμά.

[12] Κουμουντούρος: ο Γιώργος Λουλουδάκης, σιδηρουργός.

Read Full Post »

Γυναικεία στοιχειά στους μύθους και τις παραδόσεις της Ερμιόνης | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Τα γεγονότα κάθε εποχής τα αφηγείται η ιστορία. Η «ατμόσφαιρα» όμως, οι δοξασίες, οι αφηρημένες ιδέες, τα άυλα πνεύματα και οι θεσμοί αποτυπώνονται σε σύμβολα. Συχνά πίσω τους κρύβονται συναρπαστικές ιστορίες και μυθοπλασίες, που μεταφέρονται από στόμα σε στόμα και παγιώνονται από γενιά σε γενιά. Γίνονται λογοτεχνικά βιβλία, θεατρικά, κινηματογραφικά, μουσικά έργα, κάθε λογής εικαστική δημιουργία προξενώντας ξεχωριστό ενδιαφέρον. Με αυτά τα δεδομένα κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει ή να αποσιωπήσει τη σημασία των συμβόλων, καθώς η μελέτη τους φέρνει στο φως τα κρυμμένα μυστικά τους.

Προσεγγίσαμε δύο τέτοια ερμιονίτικα σύμβολα – στοιχειά κάνοντας ένα ταξίδι ανακάλυψής τους στην άβυσσο των χρόνων. Ιχνηλατώντας μυθικές παραδόσεις, όπου συνδέονται πραγματικά και φανταστικά γεγονότα, προϊόντα υποκειμενικής σκέψης και κοινωνικών αντιλήψεων, συναντήσαμε τη Βιτόρα και τη Ζώρα. [1] Δύο αόρατες γυναικείες υπάρξεις που στοίχειωσαν μέσω της προφορικής παράδοσης σε ωραίους τοπικούς μύθους και επηρέαζαν σημαντικά τη ζωή των Ερμιονιτών.

 

Η Βιτόρα ή Βιτόριζα

 

Για άγνωστους λόγους τη φανταστική της ιστορία [2] οι παλιοί ναυτικοί του τόπου μας τη συνέδεαν με μια «ερμιονίτικη παραλλαγή» γνωστού αρχαιοελληνικού μύθου.

Εκεί στη… μακρινή Κρήτη «με τα θελκτικά, τερπνά και πολυφίλητα όρη» ο πατέρας των θεών Δίας και η όμορφη νύμφη Κάρμη απέκτησαν μια πανέμορφη θυγατέρα, τη Βριτόμαρτη, που το όνομά της θα πει «γλυκιά παρθένα». Στη Βριτόμαρτη άρεσε να διατρέχει στεριές και θάλασσες, να κυνηγάει και να ψαρεύει με τα δίχτυα που η ίδια είχε εφεύρει, γι’ αυτό, συμβολικά, την ονόμαζαν και Δίχτυνα (Δίκτυννα). [3]

Κάποτε ο παντοδύναμος βασιλιάς της Κρήτης, ο γνωστός Μίνωας, θαμπωμένος από τα κάλλη της Βριτόμαρτης θέλησε να την απαγάγει και γυναίκα του να την κάνει. Εκείνη όμως γρήγορα αντιλήφθηκε τα πονηρά του σχέδια και μη θέλοντας να πέσει στα χέρια του, καταδιωκόμενη απ’ αυτόν, βούτηξε στη θάλασσα. Καθώς κολυμπούσε τρομαγμένη, μπλέχτηκε στα δίχτυα κάποιου – για φανταστείτε, ερμιονίτικου καϊκιού. Την ώρα που οι ψαράδες ανέβαζαν τα δίχτυα τους, έκπληκτοι διαπίστωσαν πως ανάμεσα στα ψάρια βρισκόταν και μια πανέμορφη γυναίκα. Αμέσως την ελευθέρωσαν κι εκείνη ανακουφισμένη τους ευχαρίστησε, γνωρίζοντας, βέβαια, πως τη σωτηρία της την όφειλε  στη θεά Άρτεμη. [4]

Στη συνέχεια η Βριτόμαρτη τούς διηγήθηκε την ιστορία της και οι ψαράδες προθυμοποιήθηκαν να την βοηθήσουν, να φτάσει στην Αθήνα. Όμως τον λόγο τους δεν τον τήρησαν. Θαμπωμένοι από τα κάλλη της ονειρεύονταν… θεϊκές απολαύσεις. Το πάθος και ο πόθος τους γίνηκαν πέλαγος απέραντο σαν κι αυτό που ταξιδεύαν… Εκείνη αντιλήφθηκε τις προθέσεις τους και για να γλιτώσει, έπεσε ξανά στη θάλασσα και βρέθηκε στην Αίγινα! Εκεί, με τη βοήθεια του πατέρα της του Δία, χάθηκαν τα ίχνη της. Κρύφτηκε σε μια σπηλιά σε πευκοφυτεμένο δάσος [5] κι έτσι γλίτωσε. Οι Αιγινήτες την θεοποίησαν και την ονόμασαν Αφαία, επειδή έγινε άφαντη.

 

The Drowning of Britomartis, probably design by Jean Cousin the Elder, tapestry. This tapestry is from a set depicting scenes from the story of Diana probably made for the château of Anet, about forty miles west of Paris, which was the chief residence of Henry II's mistress, Diane de Poitiers. She herself, born in 1499, was named after the goddess, a sign that the Renaissance, with its emulation of classical antiquity, had come to France. The inscription in French verse on the upper border of the tapestry tells the story depicted: Britomartis, pursued by Minos, who wished to take her by force in the woods, greatly preferred to end her life in the sea rather than submit to his outrageous will. Accordingly, wishing to give her fame for her death, Phoebe [Diana] invested fishnets and snares, with which the body was brought to a holy place, and since then the Greeks have called her Dictynna ["fishnet"]. O holy death, that gave such a valuable thing to the world by means of such a misfortune! Diana stands in the center of the tapestry, a crescent on a support above her forehead. To the right, the drowning Britomartis raises one hand above the water. In the middle distance, Minos, king of Crete, stands looking into the water with his arms raised in astonishment, while Britomartis' body is being fished out of the water to the right. In the left background we see Minos pursuing Britomartis, and farther back, to the right, Diana hands a net to two men. The version of the story shown here is not precisely that found in the writings of any classical author, and the invention of the net by Diana does not seem to be a classical idea at all. It is here in order to glorify Diane de Poitiers, who is portrayed in the guise of the goddess. The borders of the tapestry are marked by the Greek character delta and other symbols of Diane. (The Metropolitan Museum of Art)

Σκηνή από την ιστορία της Βριτόμαρτης. Έργο πιθανότατα σχεδιασμένο από το Γάλλο Jean Cousin the Elder (1490 – 1560;). Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης της Νέας Υόρκης.

 

Με τον ερχομό και την εγκατάσταση των Αρβανιτών στην Πελοπόννησο και φυσικά στον τόπο μας από τα τέλη του 14ου αιώνα και μετά, ένα στοιχειό με γυναικεία μορφή, αρβανίτικη καταγωγή και …ελληνική ιθαγένεια, έρχεται να ταράξει για τα καλά τη ζωή των Ερμιονιτών και να ξυπνήσει μνήμες αλγεινές.

Είναι η Βιτόρα, που λίγο από το φόβο μιας παλιάς χρωστούμενης εκδίκησης, λίγο από τη φωνητική ομοιότητα των δύο ονομάτων, συνδέθηκε με τη μυθική Βριτόμαρτη. Η ιστορία της φαίνεται πως δεν είχε ξεχαστεί. Διατηρήθηκε ζωντανή στη μνήμη των προγόνων μας και στις δύσκολες στιγμές ή στα αναπάντεχα γεγονότα της ζωής τους, ερχόταν στο προσκήνιο. Έχοντας ριζωμένο τον φόβο μέσα τους για όσα θέλησαν να κάνουν κάποτε στη Βριτόμαρτη, περίμεναν πως θα επιστρέψει και θα πληρώσουν ακριβά για την προσβλητική τους σκέψη. Η Βιτώ, όπως την αποκαλούσαν κάποιοι παλαιοί Ερμιονίτες, θα πάρει αργά ή γρήγορα την εκδίκησή της…

Για να καλοπιάσουν το ξωτικό, να το εξευμενίσουν ή και να το κολακέψουν το προσφωνούν με το χαϊδευτικό του, Βιτόριζα [6] το λένε! Θέλουν να δηλώσουν – μετανιωμένοι για όσα οι πρόγονοί τους επιχείρησαν να κάνουν, ότι το αγαπούν και το θεωρούν κομμάτι της ζωής τους.

Τέτοιες όμως γαλιφιές στη Βιτόριζα δεν περνάνε! Η προσβολή ήταν μεγάλη! Κι αν ακόμη η ίδια είχε σκοπό να τους συγχωρήσει, η θεά Άρτεμη δεν θα το επέτρεπε. Έτσι η παρουσιάζεται, τώρα, σαν μια γυναίκα μοχθηρή, σκληρή και εκδικητική, πνιγμένη στον θυμό της. Μια γυναίκα στοιχειό, ψιλόλιγνη και σκελετωμένη, αναμαλλιασμένη, με λιγδιασμένα μακριά μαλλιά που φτάνουν σχεδόν ίσαμε τα πόδια της. Με όψη φρικιαστική και πρόσωπο ολημερίς αγριεμένο. Με μακάβριο χαμόγελο και δόντια σουβλερά που διακρίνονται κατάμαυρα στο μισάνοιχτο στόμα της. Με μάτια βαθουλωμένα και βλέμμα ανέκφραστο και παγερό. Με φωνή πνιχτή και βραχνή που με δυσκολία βγαίνει από τα σωθικά της. Με χέρια μακριά, κάτισχνα και νύχια γαμψά και ακάθαρτα, έτοιμα να ξεσκίσουν σάρκες!

Έτσι ακριβώς την είχε απεικονίσει ένας παλαιός ανώνυμος λαϊκός ζωγράφος στον τοίχο της ταβέρνας/μπαρμπέρικου του Μαρουλά ζωντανεύοντας το μύθο, όπως τον άκουγε στις διηγήσεις ηλικιωμένων Ερμιονιτών, που τον μετέφεραν από γενιά σε γενιά. Έτσι τη σκέφτονταν τα παιδιά «βλέποντας από την κλειδαρότρυπα τη ζωγραφιά και την καρδιά τους έσφιγγε ο φόβος σαν τη μέγγενη» και τα δόλια έτρεμαν σύγκορμα! Η Βιτόριζα! έλεγαν τρομαγμένα και το αίμα τους πάγωνε. [7]

Το ξωτικό μας, λοιπόν, έμενε σε μια απόμερη σπηλιά στην άκρη του Μπιστιού, όπου βασίλευε νεκρική σιωπή. Την αμφιθεατρική είσοδό της κατάφατσα στην Ανατολή, την έκρυβαν πελώρια βράχια. [8]  Το εσωτερικό της βαθύ, θεοσκότεινο και δαιδαλώδες. Κανείς, ποτέ του δεν τόλμησε ούτε να σκεφτεί πώς θα ήταν εκεί μέσα! Γνώριζε πως αν επιχειρούσε να πλησιάσει, εκείνη θα πεταγόταν αγριεμένη από τα απόκρημνα βράχια, όπου παραφύλαγε τις νύχτες, θα τον άρπαζε, θα τον βασάνιζε σκληρά και στο τέλος θα τον …«μαρμάρωνε».

Σ’ αυτή τη σπηλιά το στοιχειό έπαιρνε τρομερές αποφάσεις, που νους ανθρώπου δεν χωρούσε. Μόνο συμφορές προξενούσαν στους Ερμιονίτες και τη ζωή τους όριζαν κάνοντάς την κόλαση!

Διηγούνται οι παλαιότεροι, κυρίως οι ναυτικοί που τα πίστευαν κιόλας, πολλά τέτοια συμβάντα που προκάλεσαν σοβαρά προβλήματα στους κατοίκους της πόλης μας. Ισχυρίζονται πως εξαιτίας της μανίας του στοιχειού καταστράφηκαν περιουσίες, ερημώθηκαν σπίτια, μέχρι και ανθρώπινες ζωές χάθηκαν.

Ο Σπύρος Λάμπρου στην κριτική του για το έργο του Νικ. Πολίτη «Μελέται περί του βίου και της γλώσσας του ελληνικού λαού. Παραδόσεις», σημειώνει: «Εν Ερμιόνη ήκουσα το 1879 παράτινος λεμβούχου την παράδοσιν ότι κατά την βραχώδη άκραν την υπερκειμένην εκ των βορειοανατολικών του σημερινού Καστρίου του επέχοντος την θέσιν της αρχαίας πόλεως υπάρχει σπήλαιον βαθύ, εις το οποίον οι παλαιοί είδον πολλάκις πολλούς μαρμαρωμένους ανθρώπους. Από του σπηλαίου δ’ εκείνου εξήρχεντο από καιρού εις καιρόν υψηλή γυνή ονομαζόμενη Βιτόριζα». [9]

 

– Μα είναι δυνατόν να πιστεύουμε τέτοια πράγματα; Όλα αυτά ψέματα είναι! Στους θρύλους και τα παραμύθια τα ξωτικά και οι μάγισσες «μαρμαρώνουν» ανθρώπους και προστατεύουν θησαυρούς. Κάτι άλλο κρύβεται πίσω τους, σχολίαζαν οι πιο θαρραλέοι και οι πιο γνωστικοί.

– Κι αυτοί οι μαρμαρωμένοι άνθρωποι που «είχαν δει» οι παλαιοί Ερμιονίτες στη σπηλιά της, ψέματα είναι; αναρωτιόνταν άλλοι.

– Αγάλματα ήσαν, που τα είχαν μεταφέρει εκεί, για να τα προστατεύει το …στοιχειό! κορόιδευαν οι πρώτοι.

 

Οι μανάδες και οι γιαγιάδες είχαν βρει τον καλύτερο τρόπο να «φοβερίζουν» τα παιδιά, για να είναι υπάκουα και πειθαρχημένα. Στα σχήματα που έπαιρναν τα σύννεφα στον ουρανό, προέτρεπαν τους «ζωηρούς» να αναγνωρίσουν τη μορφή της Βιτόριζας. Και καθώς εκείνη έτρεχε στους αιθέρες κυνηγημένη από τον δυνατό άνεμο, τα …απειλούσαν πως έρχεται να τα …φάει, στο δρόμο σαν τα βρει!

Αλλά και κάποιοι άλλοι παλαιοί Ερμιονίτες έκαναν με το στοιχειό χρυσές δουλειές! Βλέπετε το λαθρεμπόριο, η λαθραλιεία και όλα τα σχετικά δεν είναι ανακάλυψη της εποχής μας! Υπήρχαν από παλιά και έφερναν στους ανθρώπους παράνομα κέρδη από απαγορευμένες διακινήσεις και συναλλαγές. Ποιος να ξέρει τι γινόταν τότε, μετά από τόσα χρόνια που έχουν περάσει!

Οι περισσότεροι Ερμιονίτες θεωρούμε πως πίστευαν στην ύπαρξη του μυθικού γυναικείου στοιχειού και της σπηλιάς του, όχι γιατί ήταν υπερβολικά δεισιδαίμονες, αλλά γιατί είχαν ανάγκη, σαν στήριγμα ζωής, την πεποίθησή τους αυτή.

 

Βιτόριζα, πίνακας της Ανθούλας Λαζαρίδου. Η κ. Λαζαρίδου επέλεξε να απεικονίσει στον πίνακά της τη Βιτόριζα σαν μια νεαρή γυναίκα, πανέμορφη, αέρινη, λυγερόκορμη με ξανθά, μακριά μαλλιά, ξανοιγμένα από τον ήλιο, διχτυοφορούσα που με βήμα ταχύ διασχίζει τους βράχους. Προτίμησε να ζωντανέψει την εικόνα της με βάση τον αρχαιοελληνικό μύθο, που της είχε διηγηθεί ο Ερμιονίτης επιφανής καθηγητής του Πολυτεχνείου και συγγραφέας, Άγγελος Προκοπίου.

 

Η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου επέλεξε να απεικονίσει στον γνωστό πίνακά της τη Βιτόριζα σαν μια νεαρή γυναίκα, πανέμορφη, αέρινη, λυγερόκορμη με ξανθά, μακριά μαλλιά, ξανοιγμένα από τον ήλιο, διχτυοφορούσα που με βήμα ταχύ διασχίζει τους βράχους. Προτίμησε να ζωντανέψει την εικόνα της με βάση τον αρχαιοελληνικό μύθο, που της είχε διηγηθεί ο Ερμιονίτης επιφανής καθηγητής του Πολυτεχνείου και συγγραφέας, Άγγελος Προκοπίου. Η άλλη όψη της Βιτόριζας, ως γυναίκας σκληρής και εκδικητικής, ενισχύθηκε, καθώς μας είπε, και από τα εξής γεγονότα: [10]

«Ο καπεταν-Αδριανός Μήτσας, πατέρας των οπλαρχηγών του ΄21 Γιάννη και Σταμάτη Μήτσα, αποφάσισε να σηκώσει Μύλο (ανεμόμυλο) στο Μπίστι, για να αλέθει τα γεννήματά του. Για να κρατήσει μακριά από τις παράνομες δουλειές του τους «περίεργους» Ερμιονίτες, ανέσυρε, σκόπιμα και καθόλου τυχαία, τον μύθο της μοχθηρής Βιτόρας». [11]

Ο καπεταν-Αδριανός Μήτσας, πανέξυπνος, αλλά και παμπόνηρος άνθρωπος καταγόμενος από τη Χειμάρα, ασφαλώς γνώριζε τη Βιτόρα, όπως όλοι οι Αρβανίτες, και από την καλή και από την ανάποδη. Για τους δικούς του λόγους, λοιπόν, βρήκε την ευκαιρία να τη «χρησιμοποιήσει» και να συνεργαστεί μαζί της!

Το συσχετισμό, ωστόσο, του αρχαιοελληνικού μύθου της Βριτόμαρτης με το θρύλο της Βιτόρας, τον συναντήσαμε στην Ερμιόνη. Στο θέμα, όμως, αυτό θα επανέλθουμε…

 

Η Ζώρα

 

Στο πλούσιο αποκριάτικό τραπέζι που στρωνόταν το βράδυ της Κυριακής της Τυρινής με τα μακαρόνια, τα κρέατα, τα τυριά, το γιαούρτι και τα πιπέκια θυμάμαι τη μητέρα μου, να λέει:

-Φάτε ό,τι φάτε σήμερα, γιατί από αύριο νηστεύουμε! Ό,τι μείνει θα το μαζέψουμε, να το πάρει η Ζώρα!

Πράγματι τα περισσέματα από τα φαγητά τα μάζευε προσεχτικά και τα έβαζε ξεχωριστά, διπλωμένα σε μια εφημερίδα, πλάι στα σκουπίδια. Άλλες νοικοκυρές τα άφηναν σε μια άκρη στο παραγώνι. Ήθελαν να τα βρει η Ζώρα ή «Σώρα», [12] το απαίσιο φάντασμα με τη γυναικεία όψη, που κάθε χρόνο τέτοια μέρα κατέβαινε στα κρυφά, χωρίς κανείς να την αντιληφθεί, από την καμινάδα. Έπρεπε κάτι να βρει να φάει και ευχαριστημένη, φεύγοντας, τα πεθαμένα του σπιτιού να «συγχωρέσει», μια και οι ψυχές «γύριζαν έξω» εκείνες τις μέρες της Σαρακοστής. Στην περίπτωση που η νοικοκυρά την ξεχνούσε και δεν της άφηνε φαγητό, μικροαναποδιές και μικροπροβλήματα έφερνε στο σπίτι.

 

Ζώρα. Η λαϊκή μας ζωγράφος Ανθούλα Λαζαρίδου παρουσιάζει ιδιαίτερα επιτυχημένα τη Ζώρα με την αποκρουστική όψη και με «μια τουλούπα» μύγες να την περιβάλλουν.

 

Αυτή η Ζώρα πολύ με είχε «μπερδέψει». Συσχέτιζα το όνομά της με τα εντόσθια των ζώων και κυρίως των ψαριών, που στον τόπο μας τα λέμε «ζώρες», λέξη, πιθανόν, αρβανίτικη. «Του βγήκανε οι ζώρες έξω!», λέγαμε βλέποντας την  εικόνα ξαντεριασμένων ψαριών.

-Σου βγήκαν οι ζώρες έξω! Βάλτες μέσα! Μάς έλεγαν, επίσης, όταν είμαστε παιδιά και έβγαιναν τα ρούχα μας από το παντελόνι.

Αλλά και τα ανδρικά «ολόσωμα» εσώρουχα, φερμένα από την Αμερική, που φορούσαν τα ηλικιωμένα άτομα, «ζώρες» τα έλεγαν, καθώς μας είπε η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου.

Όσα αναφέρθηκαν παραπάνω «δανείζονται» το όνομά τους από το ξωτικό, τη Ζώρα, πιθανότατα, επειδή συνδέονται με την ασχήμια του. Η λαϊκή μας ζωγράφος κ. Ανθούλα παρουσίασε ιδιαίτερα επιτυχημένα τη Ζώρα με την αποκρουστική όψη και με «μια τουλούπα» μύγες να την περιβάλλουν.

Στην εθνολογία η Ζώρα συναντάται ως «Ζέρα», φάντασμα, δηλαδή, αντίστοιχο με τη νεράιδα. Άσχημη, όμως, στη μορφή και δύστροπη στον χαρακτήρα, δηλώνεται, συχνά, και με τον αρβανίτικο όρο «τε πρεγιάσμ» που θα πει «ξωτικό». Θεωρείται πνεύμα του κακού, όπως λέμε «διαβόλισσα» και «εξαποδώ». Ζέρες και πρεγιάσμες συναντώνται και στους Αρβανίτες.

Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, η Ζώρα κάνει την εμφάνισή της! οι Ερμιονίτες την καλοδέχονται και δεν παραλείπουν να αφήσουν το πεσκέσι της στο παραγώνι! Έτσι πιστεύουν πως τα πεθαμένα τους θα συγχωρέσει και οι μέρες τους θα κυλήσουν ήσυχα, χωρίς προβλήματα κι αναποδιές.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Άλλα στοιχειά στις λαϊκές μας παραδόσεις είναι οι: Αραήδες, Νεράιδες, Ανερούσες, Μοίρες, Στρίγγλες, Λάμιες.

[2] Μιχ. Παπαβασιλείου: «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης», Αθήνα 1988.

[3] «Δίχτυνα» ήταν ένα από τα πολλά επίθετα της Άρτεμης, ως θεάς του κυνηγιού. Η Βριτόμαρτη, ως αγνή κόρη, πάντοτε συνόδευε τη θεά στους χορούς και στο κυνήγι και της ήταν ιδιαίτερα αγαπητή.

[4] Η θεά Άρτεμη πάντοτε προστάτευε τους αδύναμους και ανυπεράσπιστους που είχαν την ανάγκη της και τιμωρούσε αυστηρά, όσους αψηφούσαν τη δύναμή της. Ιδιαίτερα νοιαζόταν για τα ανύπαντρα κορίτσια και τους αγνούς νέους. Εξάλλου και η ίδια, παιδί όταν ήταν, «γύρεψε και πήρε από τον Δία την άδεια να μείνει για πάντα ελεύθερη από τα δεσμά του γάμου».

[5] Η Δικτύνα επέλεγε πάντα πευκόφυτους τόπους κατοικίας, καθώς το πεύκο ήταν το ιερό της δέντρο. Γι’ αυτό και στις γιορτές που γίνονταν προς τιμή της, στεφάνωναν τους αθλητές με στεφάνια από κλαδιά πεύκου, καθώς σημειώνει ο Ν. Πολίτης στις «Παραδόσεις» του.

[6] Η κατάληξη (ζε) ή (σε), μπαίνει στις αρβανίτικες λέξεις, για να δείξει κάτι το μικρό, το αγαπητό και ταυτόχρονα πολύ δικό μας. Βιτόριζα: η δικιά μας Βιτόρα.

[7] Μιχ. Παπαβασιλείου: «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης», Αθήνα 1988.

[8] Ακόμα και σήμερα στην Ερμιόνη όταν βλέπουν γυναίκα απεριποίητη, αναμαλλιασμένη, με ματιά που προξενεί φόβο, λένε: Τι είσαι μωρή έτσι σαν τη Βιτόριζα!

[9] Σήμερα, μετά τις ανασκαφές που έγιναν, γνωρίζουμε πως πρόκειται για τάφο, πιθανόν κάποιου άρχοντα του τόπου, καθώς πρόκειται για μοναδικό κτίσμα με μεγαλοπρεπή κατασκευή (Β. Γκάτσος).

[10] Σπύρος Π. Λάμπρου, περιοδ. «Νέος Ελληνομνήμων», τομ. 1ος (1904), σ. 505.

[11] Πρβλ. Β. Γκάτσος, «Η ανασυγκρότηση της Ερμιονίδας», σελ. 158-159.

[12] «Σώρα» την ονομάζει ο Μιχαήλ Παπαβασιλείου, στο βιβλίο του «Θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης». Θεωρούμε πιο σωστό το όνομα «Ζώρα», γιατί στην εθνολογία τα φαντάσματα αυτά αναφέρονται ως «Ζέρες».

 

Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου

Read Full Post »

Older Posts »