Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Λαογραφικά Αργολίδας’ Category

Τα δρώμενα της αποκριάς και οι ρίζες τους


 

Οι Απόκριες είναι μια γιορτινή περίοδος με μεγάλη ιστορία. Απόκριες ονομάζονται οι τρεις εβδομάδες πριν από την Καθαρά Δευτέρα, οπότε και αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή, και ταυτίζονται με την περίοδο του Τριωδίου, μια κινητή περίοδο στην Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση, που αρχίζει την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου και τελειώνει την Κυριακή της Τυροφάγου ή Τυρινής. Τα δρώμενα της αποκριάς έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα και στη λατρεία του Διονύσου και σήμερα αποτελούν ένα ψηφιδωτό ιστορίας και λαογραφίας με ήθη και έθιμα σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. θεωρείται κατεξοχήν περίοδος εκτόνωσης, κατά την οποία οι άνθρωποι ξεφεύγουν από την καθημερινότητα και εξωτερικεύουν τα πάθη τους με τη βοήθεια της μεταμφίεσης.

Αποκριά σημαίνει την αποχή από το κρέας (από + κρέας), που προετοιμάζει τον άνθρωπο ψυχικά και σωματικά για την περίοδο του Πάσχα και την Ανάσταση. Στα λατινικά λέξη αντίστοιχη είναι το καρναβάλι, που προέρχεται το ιταλικό carnevale (<carnem: το κρέας και levare: αίρω, σηκώνω, αφαιρώ) και σχετίζεται σημασιολογικά με την αντίστοιχη ελληνική «αποκριά», καθώς και οι δύο σηματοδοτούν την αποχή από την κατανάλωση κρέατος. Άλλη εκδοχή θέλει τη λέξη καρναβάλι να προέρχεται από τις λέξεις carne (<κρέας) και vale (<γειά σου) και παραπέμπει στον αποχαιρετισμό του κρέατος από τις διατροφικές μας συνήθειες για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Και η αγγλική λέξη «carnival» προέρχεται από το λατινικό «carnem levare» ή «carnis levamen», που σημαίνει τη διακοπή της  κρεοφαγίας.

Κάποιοι συσχετίζουν τη λέξη «καρναβάλι» με τα Κάρνεια, γιορτή που γινόταν στην αρχαία Ελλάδα τον Αύγουστο – Σεπτέμβριο για το θεό Απόλλωνα τον Κάρνειο. Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή καρναβάλι είναι ο βαλλισμός των κάρνων. Βαλλισμός είναι το χοροπήδημα  και κάρνος κατά τον λεξικογράφο Ησύχιο είναι το βόσκημα, το πρόβατον. Επομένως καρναβάλι είναι ο χορός των Σάτυρων που βαλλίζουν, δηλαδή χοροπηδάνε, μεταμφιεσμένοι σε βοσκήματα – τράγους.

 

Ιστορική  αναδρομή 

 

Την έννοια της αποκριάς την συναντάμε για πρώτη φορά στις πομπές που γίνονταν στην αρχαία Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Σύμφωνα με τον ιδρυτικό μύθο των Ελευσινίων Μυστηρίων η θεά Δήμητρα αναζητώντας την κόρη της Περσεφόνη, που την είχε απαγάγει ο Πλούτων, θεός του κάτω κόσμου, έφτασε στην περιοχή της Ελευσίνας και φιλοξενήθηκε από τον βασιλιά Κελεό. Για να ανταποδώσει τη φιλοξενία η Δήμητρα, που συνδεόταν με τις καλλιέργειες και τη γονιμότητα της γης ως θεά της γεωργίας, δίδαξε και στους κατοίκους της Ελευσίνας την καλλιέργεια του σιταριού, διέταξε το βασιλιά να τη λατρεύουν στην Ελευσίνα και καθόρισε το χαρακτήρα των μυστηριακών τελετών προς τιμήν της με σεμνά όργια, που οδηγούσαν τους ανθρώπους σε ηθική ανύψωση, ευημερία και μακαριότητα. Τα Ελευσίνια μυστήρια από τα τέλη του 7ου αιώνα π.Χ. ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλή, την κλασική εποχή απέκτησαν πανελλήνιο και στα ρωμαϊκά χρόνια παγκόσμιο χαρακτήρα. Εξ’ αιτίας της αυστηρής μυστικότητας δε γνωρίζουμε τι ακριβώς έκαναν κατά τη διάρκεια των τελετών, καθώς κανένας αρχαίος συγγραφέας δεν αναφέρει τίποτα σχετικό, αλλά οι ελευσίνιες τελετές μπορούν να θεωρηθούν  πρόγονοι του σημερινού καρναβαλιού.

Τα δρώμενα των αποκριών και του καρναβαλιού συνδέονται περισσότερο με τις παγανιστικές τελετουργίες των αρχαίων Ελλήνων στις γιορτές προς τιμή του Διονύσου, θεού του κρασιού και της ευθυμίας. Στην αρχαία Ελλάδα από το μεσοχείμωνο μέχρι την Άνοιξη γίνονταν προς τιμήν του Διόνυσου ή Βάκχου οι Διονυσιακές ή Βακχικές γιορτές. Οι οπαδοί του Διονύσου τις ημέρες των τελετουργιών  μεταμφιέζονταν φορώντας δέρματα ζώων, άλειφαν το πρόσωπό τους με τρυγία (κατακάθι του κρασιού) ή κάλυπταν το πρόσωπό τους με διάφορες μάσκες, για να παραμείνει άγνωστη η ταυτότητά τους, στεφανώνονταν με κισσό, το αειθαλές ιερό φυτό του Διόνυσου, και προσπαθούσαν να έχουν τη μορφή Σατύρων, που έμοιαζαν με τράγους. Στη διάρκεια των διονυσιακών γιορτών οι μαλλιαροί σάτυροι χορευτές μεταμφιεσμένοι σε «γάστρωνες» (κοιλαράδες), όπως τους βλέπουμε στις παραστάσεις των διαφόρων αρχαίων αγγείων, ξεχύνονταν στους δρόμους και επιδίδονταν στο χορό και στο ποτό με προκλητικές πράξεις και έντονη βωμολοχία. Τραγουδούσαν το «Διθύραμβο», χόρευαν πίνοντας κρασί και το κέφι έφτανε στο κατακόρυφο. Κύριο χαρακτηριστικό αυτών των τελετουργιών ήταν η «προκλητική» συμπεριφορά με τους συμμετέχοντες να επιδίδονται σε τολμηρές πράξεις και να εκφράζονται με βωμολοχίες. Οι «σάτυροι» έκρυβαν την αληθινή τους ταυτότητα πίσω από τις μάσκες και εξέφραζαν ελεύθερα τις κρυφές ερωτικές τους σκέψεις, όπως κάνουν και οι σημερινοί μασκαράδες τις αποκριές.

 

Ο Διόνυσος μεθυσμένος ανάμεσα στους Σάτυρους και της Μαινάδες, 150-200 π.Χ. – Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Νάπολη.

 

Μαρμάρινη ανάγλυφη πλάκα με βακχική παράσταση. Ο θεός Διόνυσος εικονίζεται μεθυσμένος και υποβασταζόμενος από Σάτυρο. Δεξιά και αριστερά πλαισιώνεται από άμπελο, φυτό προσφιλές στον θεό, και τρεις ερωτιδείς: ένας παίζει δίαυλο, ένας κόβει σταφύλια και ένας κάθεται σε αιλουροειδές. Αποθετήριο Αρχαιολογικού Μουσείου Χανίων.

 

Ο μεθυσμένος Διόνυσος υποβασταζόμενος από τους Σάτυρους, 1620, όπως τον φαντάστηκε και τον αποτύπωσε στον καμβά ο Φλαμανδός ζωγραφος, Anthony van Dyck (Άντονι φαν Ντάικ, 1591-1641), Τhe National Gallery, Λονδίνο.

 

Οι Ρωμαίοι μετέφεραν από τους Έλληνες τις γιορτές του καρναβαλιού στα «Σατουρνάλια», σημαντική γιορτή αφιερωμένη στο θεό Σατούρνους (Saturnus), που αντιστοιχεί στον ελληνικό θεό Κρόνο, γινόταν την περίοδο του χειμερινού ηλιοστασίου και κρατούσε μια βδομάδα (17 – 23 Δεκεμβρίου). Οι εορταστικές εκδηλώσεις των Σατουρναλίων ξεκινούσαν με θυσία μπροστά στο ναό του θεού Κρόνου, που για τους Ρωμαίους ήταν προστάτης της σποράς, ακολουθούσε κοινό γεύμα για όλους τους πολίτες με δημόσια δαπάνη και περιλάμβανε διάφορα έθιμα, όπως την ανταλλαγή μικρών δώρων και υπαίθριες αγορές. Το φαγοπότι και οι αμφιέσεις κυριαρχούσαν. Τις ημέρες της γιορτής επιτρέπονταν τα τυχερά παιχνίδια ακόμα και για τους δούλους, που δεν μπορούσαν να τιμωρηθούν και αντιμετώπιζαν με χλευασμό τους κυρίους τους. Γενικότερα οι ρόλοι ανάμεσα σε δούλους και ιδιοκτήτες αντιστρέφονταν, κάτι που οδηγούσε σε ξέφρενο γλέντι, άφθονη οινοποσία και ακολασίες. Γι’ αυτό το λόγο ο Χριστιανισμός ταύτισε τα «σατουρνάλια» με τα «όργια».

Κύριο στοιχείο των εορτών του Διόνυσου και των Σατουρναλίων είναι οι μεταμφιέσεις, ο χορός και τα χτυπήματα της γης με τα πόδια. Σκοπός των χορών-πηδημάτων και των μεταμφιέσεων ήταν να εξευμενίσουν τα βλαπτικά πνεύματα και να βοηθήσουν τη γη να βλαστήσει. Οι παράδοξοι χοροί των μεταμφιεσμένων και τα ποδήματά τους παρίσταναν την διέλευση των πνευμάτων της βλάστησης. Ήταν πράξεις της θρησκείας των πρωτόγονων γεωργών, οι οποίοι ζητούσαν με τρόπους μαγείας να ενισχύσουν τη βλάστηση και την καρποφορία της γης, που όλο τον χειμώνα βρίσκεται σε νάρκη, ενώ την Άνοιξη ανασταίνεται, μια και ανοίγει ο καιρός. Οι άνθρωποι χαίρονταν που έφευγε ο χειμώνας και καλωσόριζαν την Άνοιξη με χορούς και τραγούδια. Φορούσαν μάσκες από φλούδες δέντρων, δέρματα ζώων και κουδούνια, για να βοηθήσουν τη γη να ξυπνήσει από τη χειμερία νάρκη και να βγάλει καρπούς. Οι εορταστές που ντύνονταν με τραγοτόμαρα μιμούνταν τους τράγους, τις κατσίκες και τα πρόβατα. Τα ζώα αυτά ασκούσαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του ανθρώπου, η αμφίεση σε ζώα- τράγους με κουδούνια και κυπριά αποτελούσε επίσημη πανηγυρική φορεσιά και οι πανηγυριστές παρίσταναν τον τράγο ως στοιχείο γονιμότητας και ευφορίας.

Οι περισσότερες από τις διονυσιακές γιορτές και τα έθιμα των αρχαίων Ελλήνων πέρασαν στο Βυζάντιο και έφτασαν μέχρι τα χρόνια μας. Κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής περιόδου οι αποκριές γιορτάζονταν στον Ιππόδρομο  και στις εκδηλώσεις που γίνονταν έπαιρναν μέρος οι πλούσιοι, αλλά και ο απλός λαός. Σ’ αυτό βοήθησε και η ανεξιθρησκία, που κατοχύρωσε ο Μ. Κωνσταντίνος με το διάταγμα των Μεδιολάνων (313 μ.Χ.) και η διάδοση των αρχαίων ειδωλολατρικών εθίμων με διατάγματα του αυτοκράτορα Ιουλιανού, ο οποίος τάχθηκε υπέρ της ειδωλολατρίας. Αργότερα όμως ο Θεοδόσιος και κυρίως ο Ιουστινιανός με σκληρά μέτρα και διατάγματα προσπάθησαν να καταπνίξουν τα ειδωλολατρικά έθιμα για την εδραίωση της ορθοδοξίας. Πολλά έργα τέχνης του αρχαίου πολιτισμού καταστράφηκαν και έκλεισε η ακαδημία του Πλάτωνα που λειτούργησε για 1.000 περίπου χρόνια.

 

Το Καρναβάλι στον Μεσαίωνα.

 

Στη μεσαιωνική Ευρώπη η μορφή που έχει σήμερα το καρναβάλι διαμορφώθηκε κατά τον μεσαίωνα, όπου οι γιορτές της αποκριάς και το καρναβάλι απέκτησαν ιδιότυπο χρώμα και εμπλουτίστηκαν από τοπικά έθιμα και παραδόσεις με κυρίαρχο γνώρισμα το άρμα του βασιλιά καρνάβαλου και τους χορούς των μεταμφιεσμένων. Αυτή η παράδοση εξαπλώθηκε και σε άλλα μέρη του κόσμου µέσω της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου και διαμορφώθηκε το καρναβάλι δυτικού τύπου με σερπαντίνες, παλιάτσους, τυποποιημένες μεταμφιέσεις, χορούς, πομπές με άρματα και άλλες παραστάσεις. Κατά τους νεότερους χρόνους τα έθιμα αυτά πέρασαν στις γιορτές των μασκοφόρων της Ρώμης, της Φλωρεντίας και της Βενετία, που φημίζεται για το καρναβάλι της.  Οι άνθρωποι ασπάστηκαν το χριστιανισμό και σταμάτησαν να λατρεύουν τους δώδεκα θεούς του Ολύμπου, αλλά οι συνήθειες και οι παγανιστικές πρακτικές έμειναν βαθιά ριζωμένες στο αίμα τους και δεν καταργήθηκαν τελείως. Έτσι η Αποκριά πήρε πάνδημο χαρακτήρα σε όλη την Ευρώπη και σε άλλους λαούς και μέχρι σήμερα οι άνθρωποι εξακολουθούν να μεταμφιέζονται και να ξεχύνονται μασκαρεμένοι στο δρόμο σε μια υπερεθνική γιορτή με κοινή καταγωγή και αφετηρία ανεξάρτητα από τους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους γίνεται από τόπο σε τόπο.

 

Το καρναβάλι της Βενετίας φημίζεται για τις χαρακτηριστικές μάσκες του.

 

Οι αποκριές στον Χριστιανισμό

  

Οι αποκριάτικες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις δεν έχουν καμιά σχέση με το χριστιανικό πνεύμα και το χριστιανικό εορτολόγιο. Η χριστιανική εκκλησία μάλιστα καταπολέμησε αυτά τα έθιμα ως «ειδωλολατρικά» κατάλοιπα, όπως χαρακτηρίζει κάθε προχριστιανική σκέψη. Όμως, παρ’ όλες τις διώξεις και απαγορεύσεις, ο χριστιανισμός δεν μπόρεσε να εξαλείψει και να καταργήσει τις λαϊκές αυτές εκδηλώσεις με τις πανάρχαιες ρίζες  και τελικά τις ανέχτηκε και τις προσάρμοσε στο εορτολόγιό του. Έτσι σε κάποιες περιπτώσεις βλέπουμε πως τα αρχαιοπρεπή αυτά έθιμα έχουν περάσει μέσα στο χριστιανικό ναό και παίρνουν την ευλογία του ιερέα για την έναρξη της τέλεσής τους.

Οι «Απόκριες» στη γλώσσα της Εκκλησίας ονομάζονται «Τριώδιο» και πήραν την ονομασία αυτή από το ομώνυμο εκκλησιαστικό βιβλίο, το Τριώδιο, το οποίο περιλαμβάνει τους ύμνους που ψάλλονται στις εκκλησίες κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Οι ύμνοι αυτοί έχουν τρεις ωδές σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ύμνους της Εκκλησίας, που έχουν εννέα ωδές. Ωδές είναι ομάδες από τέσσερα ως πέντε ή περισσότερα τροπάρια, που ψάλλονται όλα με τον ίδιο τρόπο. Ξεκινά την πρώτη Κυριακή με το Ευαγγέλιο του «Τελώνη και Φαρισαίου», που προτρέπει τους Χριστιανούς να είναι ταπεινοί, όπως ο Τελώνης, και όχι υπερήφανοι, όπως ο Φαρισαίος. Τη δεύτερη Κυριακή γίνεται αναφορά στο Ευαγγέλιο του «Ασώτου Υιού», που διδάσκει την αξία της μετάνοιας και το μεγαλείο της συγχώρεσης. Η τρίτη Κυριακή της Απόκρεω, αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία και στη χριστιανική αγάπη και είναι η τελευταία ημέρα που οι χριστιανοί επιτρέπεται να φάνε κρέας. Το Ευαγγέλιο της τέταρτης Κυριακής, της Τυροφάγου, αναφέρεται στην εξορία των πρωτόπλαστων από τον Παράδεισο και παροτρύνει τους πιστούς να νηστεύουν, να συγχωρούν όσους τους έχουν βλάψει και να διάγουν βίο ενάρετο.

Στην ορθόδοξη χριστιανική εκκλησία αποκριές ονομάζονται οι τρεις τελευταίες εβδομάδες πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή. Από το 19ο αιώνα το καρναβάλι ξεκινά κάθε χρόνο την Κυριακή του Τελώνη και Φαρισαίου και λήγει την Κυριακή της Τυροφάγου. Η περίοδος αυτή χρονικά συμπίπτει με τη γιορτή των Μεγάλων Διονυσίων της ελληνικής αρχαιότητας που ήταν αφιερωμένες στο θεό Διόνυσο, θεό του κρασιού και του γλεντιού. Οι Απόκριες αποτελούν ουσιαστικά την εισαγωγή στην περίοδο της νηστείας και προετοιμασία για τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα. Πριν τη Μεγάλη Σαρακοστή ο χριστιανός, που θα προετοιμαστεί και θα νηστεύει για την κορυφαία γιορτή της Ορθοδοξίας, αισθάνεται την ανάγκη να διασκεδάσει με κάθε είδους τρέλα. Το τέλος της Αποκριάς είναι η Καθαρά Δευτέρα, η πρώτη μέρα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που ονομάζεται Τεσσαρακοστή, γιατί μιμείται την 40ήμερη νηστεία που έκανε ο Χριστός, ενώ λέγεται και Μεγάλη, για να υπάρχει σαφής διαχωρισμός από τη νηστεία των Χριστουγέννων.

Η πρώτη εβδομάδα της αποκριάς λέγεται «προφωνή», επειδή τα παλιά χρόνια κάποιος ανέβαινε σ’ ένα ψηλό μέρος και προφωνούσε, διαλαλούσε δηλαδή ότι αρχίζουν οι Απόκριες και κάθε οικογένεια έπρεπε να φροντίσει για τις προμήθειές της. Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται κρεατινή, επειδή έτρωγαν κρέας και δεν νήστευαν ούτε την Τετάρτη και την Παρασκευή. Η τρίτη εβδομάδα λέγεται «Τυρινή ή της Τυροφάγου», επειδή έτρωγαν γαλακτοκομικά προϊόντα, για να προετοιμαστούν σιγά σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής. Η αρχή του Τριωδίου γίνεται κυρίως αισθητή την Πέμπτη της Κρεατινής, τη λεγόμενη Τσικνοπέμπτη. Η Τσικνοπέμπτη βρίσκεται στο μέσο των τριών εβδομάδων του  Καρναβαλιού, είναι η Πέμπτη της δεύτερης εβδομάδας, της Κρεατινής. Την ημέρα αυτή ο κόσμος έψηνε κρέας στα κάρβουνα και από τον καπνό που λέγεται «τσίκνα» πήρε το όνομά της αυτή η Πέμπτη και λέγεται Τσικνοπέμπτη.  Έψηναν όλοι μαζί σ’ ένα σπίτι ή καθένας χωριστά στο δικό του και έπειτα μαζεύονταν με τα ψητά στα ταψιά στον τόπο της διασκέδασης. Ακόμα και ο πιο φτωχός «τσίκνιζε τη γωνιά του» και η τσίκνα του κρέατος που ψηνόταν μοσχοβολούσε στην ατμόσφαιρα «για το καλό». Στη Γορτυνία ο τελάλης φώναζε «όποιος δεν έχει θρεφτάρι, ν’ αγοράσει», ενώ στη Νάξο η σύσταση ήταν πιο τολμηρή «αν δεν έχεις ν’ αγοράσεις, κλέψε!»

Το Σάββατο της Κρεατινής και τα δύο επόμενα Σάββατα, αντίθετα με την Πέμπτη που είναι μέρα χαράς, είναι αφιερωμένα στη μνήμη των νεκρών (Ψυχοσάββατα). Σύμφωνα με την παράδοση οι συγγενείς επισκέπτονται τα μνήματα και μοιράζουν κόλλυβα. Πώς συμβιβάζονται οι νεκροί και τα πένθη με το γενικό εύθυμο και φαιδρό τόνο των αποκριάτικων εθίμων; Η ημέρα των ψυχών συνδέεται με τη γιορτή των λουλουδιών και της άνοιξης, αφού την άνοιξη (αρχές Μαρτίου), που γιορτάζεται η αποκριά με τα Ψυχοσάββατά της, οι αρχαίοι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια, γιορτή με διπλή όψη, αφού ήταν γιορτή των λουλουδιών, του κρασιού και της αχαλίνωτης χαράς, αλλά και γιορτή των νεκρών και των ψυχών. Σύμφωνα με τις παγανιστικές αντιλήψεις οι νεκροί έπρεπε να εξευμενισθούν, για να δώσουν καρπό στη γη και να επιτρέψουν το ξεφάντωμα στους ζωντανούς.

Την εβδομάδα της «Τυρινής» ο κόσμος αποκρεύει, σταματά δηλαδή να τρώει κρέας. Το έθιμο σχετίζεται με τις συνθήκες ζωής στις παραδοσιακές κοινωνίες. Μέχρι την τσικνοπέμπτη το κρέας που έτρωγαν ήταν από τα τελευταία χοιρινά, που τα είχαν αναθρέψει με τα αποφάγια και τα φρούτα του καλοκαιριού. Το Πάσχα θα έτρωγαν τα αρνιά, που γεννήθηκαν το φθινόπωρο και θα ήταν κρίμα να τα σφάξουν σε εποχή που αυξάνονταν σε βάρος. Αντίθετα το έθιμο για όλη την περίοδο της σαρακοστής έχει σε ημερήσια διάταξη τη χορτόπιτα για το πρώτο Σάββατο της σαρακοστής (των Αγίων Θεοδώρων), τη σαραντόπιτα των Αγίων Σαράντα και φαγητά «από σαράντα είδη χόρτων και όσπρια». Όσο πλησιάζει η άνοιξη, τα χιόνια λιώνουν, η θερμοκρασία του περιβάλλοντος ανεβαίνει, τα φυτά αυξάνονται και υπάρχει μεγάλη αφθονία χόρτων στη φύση, που μπορούν και πρέπει οι άνθρωποι να τα καταναλώνουν.

Η Καθαρή Δευτέρα είναι η πρώτη μέρα της Μεγάλης Σαρακοστής, γι’ αυτό λέγεται και πρωτονήστιμη Δευτέρα και «αρχιδευτέρα». Λέγεται Καθαρή, επειδή από το πρωί της ημέρας αυτής σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδας κάθε νοικοκυρά  καθάριζε με ζεστό σταχτόνερο τις κατσαρόλες και όλα τα χάλκινα σκεύη από τα λίπη της αποκριάς μέχρι ν’ αστράψουν και έβαφε άσπρα τα πεζοδρόμια. Σε άλλα μέρη της Ελλάδας την Καθαρά Δευτέρα «καθάριζαν» ό,τι απόμεινε από τα μη νηστίσιμα φαγητά της αποκριάς. Οι χριστιανοί ονόμασαν την μέρα αυτή «Καθαρά Δευτέρα», γιατί με την έναρξη της νηστείας θεωρούσαν ότι ξεκινούσε η «κάθαρση» του σώματος και του πνεύματος.  Οι μεγάλες Απόκριες συνδέονται με την τελευταία περίοδο κρεατοφαγίας και διασκέδασης, προτού αρχίσει η μεγάλη νηστεία της Σαρακοστής. Στο διάστημα αυτό και για επτά ολόκληρες εβδομάδες δε γίνονται ούτε γάμοι ούτε γλέντια, ούτε πανηγύρια. Έτσι οι Απόκριες είναι η ευχάριστη παρένθεση ανάμεσα στο Δωδεκαήμερο και τη Μεγάλη Σαρακοστή. Την Καθαρά Δευτέρα αρχίζει η ψυχική και σωματική προετοιμασία για το Πάσχα. Είναι η πρώτη μέρα της Σαρακοστής και ξεκινάει η νηστεία, που διαρκεί 40 ημέρες.

 

Δρώμενα της ελληνικής αποκριάς

  

Στην ιστορία του καρναβαλιού καταγράφονται δεκάδες εκδηλώσεις, που με τη μια ή με την άλλη μορφή ήταν και είναι παρούσες στις παραδόσεις όλων των λαών. Από τη βόρεια Ευρώπη μέχρι τη νότια Αμερική και από την Αφρική μέχρι την Ιαπωνία, παρόμοιες γιορτές μετρούσαν τις αλλαγές των εποχών με την ανάμειξη δοξασιών και πραγματικότητας, γήινων γιορτών και θρησκευτικής τελετουργίας. Κύριο χαρακτηριστικό των αρχαίων γιορτών ήταν η μεταμφίεση και η διασκέδαση. Η Εκκλησία μας προσπάθησε να σβήσει τα κατάλοιπα αυτών των ειδωλολατρικών εκδηλώσεων και καθιέρωσε την Αποκριά ως μια γιορτή προς το τέλος του χειμώνα με αποχή από το κρέας, που προετοιμάζει για τη νηστεία της Λαμπρής. Όμως αν και πέρασαν αιώνες, η Αποκριά κράτησε τον εύθυμο και γιορταστικό χαρακτήρα της. Παλιότερα για τους κατοίκους των χωριών ήταν μια χαρούμενη ανάπαυλα στη μονότονη, χειμωνιάτικη αγροτική και κτηνοτροφική ζωή και σήμαινε ατέλειωτο γλέντι, πολυφαγία, οινοποσία, μασκάρεμα, αστεία, αθυροστομία και γενικά κέφι και σάτιρα.

 

Αποκριά στην Αθήνα, 1878. Νικόλαος Γύζης.

 

«Το Καρναβάλι στην Αθήνα», 1892. Άλλο ένα έργο με θέμα της απόκριες του σημαντικού έλληνα ζωγράφου από το Σκλαβοχώρι της Τήνου, Νικολάου Γύζη (1842-1901).
Ο πίνακας εκτίθεται «Στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών». Ο διευθυντής του Μουσείου Στέφανος Καβαλλιεράκης αναφέρει: «Πρόκειται για ελαιογραφία σε μουσαμά που ολοκληρώθηκε το 1892… Στο εσωτερικό ενός φτωχικού σπιτιού, στα μέσα του 19ου αιώνα, μία οικογένεια καθισμένη γύρω από το τραπέζι, διασκεδάζει με το έθιμο των μασκαράδων όταν αυτοί εισβάλουν για να τρομάξουν τα παιδιά. Η σκηνή, λουσμένη σε ένα ζεστό φως που μπαίνει από το παράθυρο, ανακατεύεται με τη μυρωδιά του γαλακτομπούρεκου, τον καπνό απ’ το τσιγάρο και τις αγκαλιές των παιδιών. Οι αισθήσεις και τα συναισθήματα κυριαρχούν σε αυτό το αριστουργηματικό έργο που αποτελεί αναμφίβολα ένα από τα καλύτερα του κορυφαίου Νικολάου Γύζη».
Το «Καρναβάλι» αγοράστηκε από την Κυβέρνηση της Βαυαρίας προς 12.000 μάρκα, ως δώρο για τη νέα Πινακοθήκη.

 

Στο αποκορύφωμα του γλεντιού και της κρασοκατάνυξης ξεκινούσε ο χορός και το «άσεμνο» τραγούδι. Κι έπειτα ντύνονταν όλοι μασκαράδες και ξεχύνονταν στους δρόμους. Μασκαράς ονομάζεται ο μεταμφιεσμένος κατά τις Απόκριες. Η λέξη προέρχεται απ’ την Ιταλική λέξη maska [μασκαράς < μάσκα] και σημαίνει προσωπιδοφόρος. Σήμερα τη λέξη αυτή τη χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε τους μεταμφιεσμένους είτε έχουν καλυμμένο το πρόσωπό τους με μάσκα είτε όχι. Η έννοια μασκαράς όλο τον άλλο χρόνο θεωρείται υποτιμητική και εκλαμβάνεται σαν βρισιά, αλλά  τις μέρες της αποκριάς θεωρείται κάτι το φυσιολογικό, το οποίο όλοι οφείλουμε να συμμεριστούμε. Το πνεύμα των ημερών επιβάλλει τα μασκαρέματα, το ξεφάντωμα και την κραιπάλη σε ένα είδος διονυσιακής ατμόσφαιρας, όπου τα κρασιά και το φαγοπότι είναι άφθονα για όλους. Οι μασκαράδες κυκλοφορούν στο δρόμο, μπαίνουν στα κέντρα, χορεύουν, πειράζονται και γλεντούν. Ο άνθρωπος φορώντας τη μάσκα και την αποκριάτικη  στολή αισθάνεται ότι παραμερίζει την προσωπικότητά του, την εικόνα του απέναντι στους άλλους ανθρώπους και το ρόλο του στην κοινωνία και νιώθει ότι έχει την ευκαιρία να αφήσει ελεύθερα κάποια ένστικτα και συμπεριφορές που δίσταζε υπό κανονικές συνθήκες να εκδηλώσει.

Παλιότερα χρησιμοποιούσαν διάφορα ονόματα κατά τόπους για τους μασκαράδες. Τους έλεγαν κουδουνάτους, γιανίτσαρους, κουκούγερους, μούσκουρους, κουμουζέλες, καρνάβαλους κ.ά. Βασικό γνώρισμα των μασκαράδων η μάσκα, που θεωρείται απόγονος των αρχαίων κωμικών και σατυρικών προσωπείων που φορούσαν οι ηθοποιοί, όταν έπαιξαν κωμωδίες και σατυρικά δράματα προς τιμήν του θεού Διονύσου. Οι μάσκες εκείνες ήταν πήλινες και όμοιες μεταξύ τους. Αργότερα οι Ρωμαίοι έφτιαξαν μάσκες που διέφεραν η μια από την άλλη και παρίσταναν διάφορους τύπους της κωμωδίας. Πολλούς αιώνες αργότερα στη βόρεια Ιταλία αναπτύχθηκε το θεατρικό είδος της Κομέντια ντελ άρτε, που εισήγαγε τύπους, όπως ο αρλεκίνος και η κολομπίνα, με τις ανάλογες μάσκες και ενδυμασίες, αλλά και μάσκες χρυσές με μορφές πουλιών.

 

Κομέντια ντελ άρτε είναι η ονομασία της λαϊκής ιταλικής αυτοσχεδιαστικής κωμωδίας η οποία ήταν δημοφιλής μεταξύ του 16ου και του 18ου αιώνα και έγινε σύντομα αγαπητή και έξω από τα σύνορα της Ιταλίας.

 

Η παραδοσιακή μάσκα ήταν από προβιά με τρύπα για τα μάτια και το στόμα ή από χοντρό μαύρο πανί ή από χαρτόνι. Άλλες φορές χρησιμοποιούσαν νεροκολόκυθο με κόκκινη πιπεριά για μύτη. Κάποτε αντικαθιστούσαν τη μάσκα με το μαύρισμα του προσώπου με φούμο και πρόσθεταν μια μεγάλη ψεύτικη γενειάδα και μουστάκι ζωγραφισμένο. Σήμερα οι μεταμφιέσεις διακρίνονται από μεγάλη ποικιλία, είναι τυποποιημένες και εμπορευματοποιημένες και οι μάσκες είναι συνήθως πλαστικές και πολλές φορές εικονίζουν πρόσωπα της επικαιρότητας, πολιτικούς ή πρόσωπα που απασχόλησαν με αρνητικό συνήθως τρόπο την κοινωνία στη διάρκεια του προηγούμενου χρόνου. Οι μασκαράδες σήμερα φορώντας την μάσκα δεν αναγνωρίζονται και νιώθουν απελευθερωμένοι από τον καθωσπρεπισμό και την σοβαροφάνειά τους, με αποτέλεσμα να λένε και να κάνουν πράγματα, που δε θα τολμούσαν να σκεφθούν χωρίς την μάσκα. Έτσι ευθυμούν και διασκεδάζουν ξεχνώντας για λίγο τις έγνοιες και τα προβλήματά τους. Σε μια κρίσιμη καμπή του χρόνου – στο πέρασμα από το χειμώνα στην άνοιξη – οι άνθρωποι προσπαθούσαν πίσω από τις μάσκες να αμφισβητήσουν τις αξίες και ιεραρχίες.

Στο παραδοσιακό καρναβάλι υπήρχαν συγκεκριμένες μεταμφιέσεις με τα διαθέσιμα μέσα και με πολλούς αυτοσχεδιασμούς: γαμπρός – νύφη – συμπεθεριό, γιατρός – νοσοκόμα – άρρωστος, παπάς, τσιγγάνα, αράπης. Οι μεταμφιέσεις είχαν να κάνουν με την αναπαράσταση παρωδίας γάμου που κατέληγε σε κηδεία με τον νεκρό γαμπρό την καίρια στιγμή ν’ ανασταίνεται. Ανάλογα με τον τόπο ή με το «σενάριο», τη νύφη και τον γαμπρό πλαισίωναν η γριά προξενήτρα, ο γέρο νουνός, ο γιατρός, ο τσιγγάνος, ο Εβραίος, ο Αρβανίτης, ο αράπης, ο διάβολος κ.λ.π. Μέσα στον χαμό κάποιοι «χωροφύλακες» έπιαναν έναν φυγόδικο και τον έσερναν στον δικαστή με την κατηγορία ότι «σκότωσε το γουρούνι του». Καταδικαζόταν σε θάνατο αλλά, λίγο πριν από την κρεμάλα, κατέφθανε η «βασιλική χάρη». Αλλού θέμα ήταν η κηδεία του τσιγκούνη, ο γύφτικος γάμος, η ληστεία του λόρδου ή το εργοστάσιο, όπου έμπαινες γέρος και έβγαινες νέος. Κοινό εργαλείο παντού ήταν ένα ομοίωμα φαλλού και κοινή κατάληξη όλων των παραλλαγών στα αποκριάτικα δρώμενα ήταν ο θάνατος και η ανάσταση του πρωταγωνιστή.

 

Απόκριες στο Άργος (1936) – Αρχείο: Βασίλη Τουφεξιάδη.

 

Ο Ελληνικός λαός αποκρεύει, δηλαδή παύει να τρώει κρέας, μετά το φαγητό της Κυριακής της δεύτερης εβδομάδας, της Κρεατινής. Αλλά η καθαυτό Αποκριά με τα πολλά έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου. Όταν φτάσει η Κυριακή αυτή, εντείνονται στο έπακρο η ευθυμία, οι μεταμφιέσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και τα πλούσια φαγοπότια, που είναι ομοιοπαθητικές προσπάθειες για την ευφορία της γης, όπως τονίζει ο λαογράφος Λουκάτος.  Όταν αρχίζει να νυχτώνει, τότε ανάβονται στις πλατείες των χωριών ή στα σταυροδρόμια των πόλεων φωτιές, για να κάψουν τον καρνάβαλο. Οι άνθρωποι, νέοι και γέροι, τραγουδούν και χορεύουν πηδώντας πάνω απ’ τις φωτιές «για το καλό», όπως λένε, αλλά και για να καούν οι ψύλλοι και κάθε κακό απομεινάρι του χειμώνα. Πιθανόν και η ονομασία Τριώδιο (τρεις οδοί-δρόμοι) να προήλθε ετυμολογικά και απ’ αυτές τις φωτιές στα τρίστρατα σταυροδρόμια.

Μια μορφή χορού είναι και το «γαϊτανάκι», ένα παραδοσιακό παιχνίδι για παιδιά με έναν ψηλό στύλο, από την κορυφή του οποίου κρέμονται λωρίδες υφάσματος διαφορετικών χρωμάτων. Κάθε παιδί πιάνεται από μια λωρίδα και γυρνούν γύρω-γύρω από το στύλο χορεύοντας και τραγουδώντας. Πιθανόν ο κυκλικός αυτός χορός να υποδηλώνει τον κύκλο της ζωής, από την χαρά στην λύπη, από τον χειμώνα στην άνοιξη, από τη ζωή στο θάνατο και το αντίθετο. Σε πολλές περιπτώσεις οι καρναβαλιστές χωρίζονταν σε δύο στρατόπεδα και συγκρούονταν μεταξύ τους, για να μην αφήσουν τόπο στους άλλους να περάσουν, αν το δρομάκι ήταν στενό και έπρεπε κάποια από τις ομάδες να παραμερίσει. Οι πέτρες με τα όπλα που μεταχειρίζονταν στις συγκρούσεις αυτές, αντικαταστάθηκαν στις μέρες μας με τον ακίνδυνο χαρτοπόλεμο που γίνεται με σερπαντίνες και κομφετί, ως ανάμνηση κι αναπαράσταση των τρομερών μαχών που γίνονταν  παλαιότερα στις γειτονιές.

 

Το ιδιαίτερο Βενετσιάνικο καρναβάλι στο Ναύπλιο. Φώτο: Μπουγιώτης Ευάγγελος.

 

Καρναβάλι 2017, Δήμος Άργους-Μυκηνών. Φώτο: Ταμπούρης.

 

Αργείτικο καρναβάλι, 2017. Η βασίλισσα του Αργείτικου καρναβαλιού,
η γνωστή χορεύτρια Αναστασία Γιούσεφ η οποία υποδέχτηκε τους καρναβαλιστές με τον δικό της ξεχωριστό τρόπο.

 

Ο εορτασμός του καρναβαλιού κλείνει την Καθαρά Δευτέρα με τα κούλουμα και το πέταγμα του χαρταετού. Με τον όρο «κούλουμα» εννοούμε την μαζική έξοδο του κόσμου στην ύπαιθρο και τον εορτασμό της Καθαράς Δευτέρας στη φύση. Σύμφωνα με τον πατέρα της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαο Πολίτη η προέλευση της λέξης είναι λατινική από το «cumulus», που έχει τη σημασία του σωρού, αλλά σημαίνει και την αφθονία, το περίσσευμα, το πέρα, και τον επίλογο. Η γιορτή, λοιπόν, της Καθαράς Δευτέρας θεωρείται ο επίλογος των βακχικών εορτών της αποκριάς, οι οποίες αρχίζουν την Τσικνοπέμπτη και τελειώνουν την Καθαρά Δευτέρα. Απαραίτητο συμπλήρωμα της Καθαράς Δευτέρας αποτελεί το πέταγμα του χαρταετού με τα ποικίλα χρώματα και σχέδια από μικρούς και μεγάλους, πιθανόν για να πετάξουν μακριά κάθε έγνοια του χειμώνα, μια και μπαίνει η άνοιξη και όλα στη φύση είναι πιο χαρούμενα λόγω της ανθοφορίας και της βελτίωσης του καιρού.

Κανένας κανόνας όμως δεν απαγορεύει το κρασί την Καθαρά Δευτέρα, που με λίγες ελιές, ταραμά και φρέσκα κρεμμυδάκια και με το απόθεμα της ευτυχίας που διατηρείται από την προηγούμενη μέρα, αρκεί ώστε και η μέρα αυτή να μην υστερεί σε κέφι από τις άλλες ημέρες της Αποκριάς. Με τη διαφορά ότι αλλάζει η σκηνή και όλοι, οι μεγάλοι με τα νηστίσιμα φαγητά που έχουν ετοιμάσει και οι μικροί με τους χαρταετούς, πηγαίνουν στην εξοχή για να κάνουν τα κούλουμα. Την Καθαρά Δευτέρα τα προσωπεία αποσύρονται, για να δώσουν τη δυνατότητα για την καλλιέργεια αυτοσυνειδησίας και την εύρεση του προσώπου μέσα στο στάδιο της Σαρακοστής. Ένα στάδιο πνευματικής άσκησης που λήγει την Κυριακή των Βαΐων, για να ανοίξει η Μεγάλη Εβδομάδα που θα μας οδηγήσει στη Μεγάλη Πασχαλιά και την Ανάσταση.

 

Συμπεράσματα 

 

Το καρναβάλι σαν έθιμο και σαν εκδήλωση είναι ειδωλολατρικό, αλλά διατηρείται σήμερα σαν θεσμός και στις χριστιανικές χώρες και γιορτάζεται πανηγυρικά. Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους: Πολιτιστικούς, με σκοπό την αναβίωση και τη διάσωση των τοπικών παραδόσεων και την διατήρηση της φυσιογνωμίας και της ταυτότητας κάθε τόπου.  Διαφημιστικούς και οικονομικούς με στόχο την ανάπτυξη του τουρισμού, την προσέλκυση του κόσμου, την προβολή και την ευρύτερη ανάπτυξη της περιοχής. Ψυχαγωγικούς με στόχο την αποφυγή της ρουτίνας, τη διασκέδαση και την εκτόνωση των πολυάσχολων ανθρώπων. Σε αρκετούς νομούς και γεωγραφικά διαμερίσματα της χώρας σώζονται έθιμα και παραδόσεις που μεταφέρονται αναλλοίωτα από γενιά σε γενιά μέχρι τις μέρες μας. Από την Κρήτη μέχρι τις Σέρρες, από τη Λέρο μέχρι την Ξάνθη και από την Κέρκυρα μέχρι την Λάρισα γνωστά ή άγνωστα αποκριάτικά έθιμα αναβιώνουν μέχρι σήμερα κρατώντας ζωντανή την ελληνική παράδοση. Τα αποκριάτικα έθιμα ανά την Ελλάδα, διονυσιακού χαρακτήρα και αρχαιοελληνικής προέλευσης με παγανιστικές επιρροές, έντονα σκωπτικά και με σατυρική διάθεση τις περισσότερες φορές, συνδέονται άλλοτε με την ιστορία και τους θρύλους κάθε περιοχής και άλλοτε αποτελούν απλώς μια αφορμή διαφυγής από την καθημερινότητα.

Τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες να αναβιώσουν τα παραδοσιακά αποκριάτικα έθιμα σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Πολύ γνωστό σε όλους είναι το περιβόητο πατρινό καρναβάλι, που έχει τις ρίζες του στις αρχές του 19ου αιώνα, της Πλάκας στην Αθήνα, της Θήβα με τον περίφημο «βλάχικο γάμο», της Κοζάνης με τους  φανούς της και τα υπαίθρια γλέντια γύρω από φωτιές σε διάφορες γειτονιές, αλλά και της Ξάνθης, της Καστοριάς, όπως επίσης και της Νάουσας με τους Γενίτσαρους και τις Μπούλες. Με την ίδια διάθεση γιορτάζεται σήμερα το καρναβάλι σε πολλά μέρη του κόσμου. Φημισμένα είναι το πολύ θεαματικό του Ρίου Ντε Τζανέιρο της Βραζιλίας, το αριστοτεχνικό καρναβάλι της Βενετίας, της Νίκαιας και πολλά άλλα. Τα καρναβάλια παντού γίνονται με μασκαράδες, χορούς, γλέντια, σάτιρα και διάφορα ιδιαίτερα έθιμα σε κάθε μέρος και αποτελούν ευκαιρία για ξεφάντωμα, κρασί και χίλια δυο πειράγματα.

 

Πηγές


 

  • Λουκάτος Σ. Δημήτρης, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία, Εκδόσεις Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1985.
  • Μάργαρης Σ. Νικόλαος, Λαογραφική οικολογία, εκδ. Φιλιππότη, 1991.
  • Μέγας Α. Γεώργιος, Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα της Λαϊκής Λατρείας, εκδ. Εστία, 2012.
  • Flaceliere Robert, Ο Δημόσιος και Ιδιωτικός Βίος των Αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Παπαδήμα, 1985.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Επιφάνια, «Πλυντήρια» και Θεοφάνεια


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Επιφάνια, «Πλυντήρια» και Θεοφάνεια».

 

Μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου σε ανάμνηση της βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (ή Βαπτιστή). Είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου, που ξεκινά με τα Χριστούγεννα, συνεχίζεται με την πρωτοχρονιά, εορτή του αγίου Βασιλείου και ολοκληρώνεται με το «τριήμερο των Φώτων», που περιλαμβάνει την παραμονή των Θεοφανίων (5 Ιανουαρίου), την ημέρα των Θεοφανίων (6 Ιανουαρίου) και τη γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου). Στο  τριήμερο αυτό στην εκκλησία μας γίνονται διάφορες τελετές, που δημιουργούν ένα εορταστικό κλίμα σε συνδυασμό με τα έθιμα του λαού μας.

Σύμφωνα με τις γραφές ο Ιησούς βαπτίστηκε όταν έγινε 30 ετών στον Ιορδάνη Ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, που ήταν έξι μήνες μεγαλύτερός του και ασκήτευε στην έρημο. Τη στιγμή της βάπτισης του Ιησού κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή περιστεράς και ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε: «Ούτος εστί ο Υιός του Θεού ο αγαπητός, δια του οποίου ευδόκησε ο Θεός να σώσει τους αμαρτωλούς». Από τη φωνή του Θεού που ακούστηκε στη γη και επιβεβαίωσε τη φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, την τριαδική θεότητα, (η φωνή του Θεού, το Πνεύμα εν είδη περιστεράς και ο βαπτιζόμενος Υιός του Θεού) προήλθε το όνομα των Θεοφανίων. Είναι η πρώτη και μοναδική εμφάνιση της Αγίας Τριάδας στη γη και την έχουν καταγράψει οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές, ο Μάρκος, ο Ματθαίος και ο Λουκάς. (Ματθαίος Γ’:13-17 – Μάρκος Α’:9-11, και  Λουκάς Γ΄:21,22).

 

Η βάπτιση του Ιησού Χριστού.

 

Ο εορτασμός των Θεοφανίων ξεκίνησε νωρίς στη πρώτη εκκλησία των Χριστιανών, δεν είναι βέβαιο όμως πότε καθιερώθηκε. Τα πρώτα Χριστιανικά χρόνια γινόταν μαζί με τα Χριστούγεννα και οι δύο γιορτές συμβόλιζαν τη γέννηση και την αναγέννηση του ανθρώπου. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει ότι από τις αρχές του Β΄ αιώνα κάποιοι αιρετικοί, οι περί τον Βασιλείδη γνωστικοί, γιόρταζαν τη βάπτιση του Ιησού «προδιανυκτερεύοντες» στις 6 Ιανουαρίου ή στις 10 Ιανουαρίου (Στρωματείς, βιβλ. α΄).  Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρη στην Αντιόχεια και υποστηρίζει ότι από εκεί την παρέλαβαν οι Γνωστικοί.

Κατά τις Αποστολικές Διαταγές (η΄ 38) η εορτή των Επιφανείων «ήγετο δια το εν αυτή ανάδειξιν γεγενήσθαι της του Χριστού θεότητος». Ο ξεχωριστός εορτασμός των Θεοφανίων και των Χριστουγέννων καθιερώθηκε το 335 μ.Χ. από τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Χρυσόστομο. Τον τέταρτο αιώνα η εορτή των Θεοφανίων γιορτάζεται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την εκκλησία ως εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας. Τα Θεοφάνια όμως λέγονται και Επιφάνια ή Φώτα (εορτή των Φώτων), καθώς ο Χριστός ήλθε για να φωτίσει τον κόσμο, όπως λέει στο τέλος το απολυτίκιο της εορτής (Ὁ ἐπιφανεὶς Χριστὲ ὁ Θεὸς καὶ τὸν κόσμον φωτίσας, δόξα σοι).

 

Η επιφάνεια των αρχαίων

 

Η εορτή των Θεοφανείων περικλείει εκδηλώσεις που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων ελληνικών εθίμων. H χρήση της λέξης Επιφάνεια καθιερώθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. αλλά η πίστη στην εμφάνιση του Θείου στους ανθρώπους με σκοπό να τους βοηθήσει ή να τους νουθετήσει ανάγεται στη νεολιθική περίοδο. Το πρώτο παράδειγμα Επιφάνειας απαντάται στη μινωική Κρήτη και απεικονίζεται στο ολόχρυσο «δακτυλίδι του Μίνωα», που βρέθηκε το 1928 σε αγρό κοντά στο βασιλικό τάφο-ιερό της Κνωσού, στο λόφο Γυψάδες, θεωρείται ένα από τα καλύτερα δείγματα της κρητομυκηναϊκής σφραγιδικής του 15ου π.Χ. και κοσμεί σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου. Αποτελεί το μεγαλύτερο σφραγιστικό δακτυλίδι που βρέθηκε ποτέ με βάρος 32 γραμμάρια από ατόφιο χρυσάφι και θέμα του είναι τα μινωικά Θεοφάνεια.

 

Το δακτυλίδι του «Μίνωα» με θέμα τα μινωικά Θεοφάνεια.

 

Ο καλλιτέχνης – δημιουργός του εμφανίζει τη μινωική Μητέρα – Θεά να έρχεται από τη θάλασσα πάνω σε καράβι, σύμβολο της θαλασσοκρατορίας των μινωιτών, που έχει τη μορφή ιππόκαμπου. Στη σύνθεση ξεχωρίζουν και δύο δένδρα, ένα στοιχείο δενδρολατρείας, εξέλιξη του οποίου αποτελεί, πιθανότατα, και το Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Το ένα δένδρο είναι πάνω αριστερά και το τραβάει προς τα κάτω μια γυναικεία μορφή και το άλλο πάνω σε βωμό στο κέντρο και το τραβάει μια ανδρική μορφή. Στο δεξί άκρο της εικόνας μια μορφή κάθεται πάνω σε μια κατασκευή και μπροστά της μια γυναικεία μορφή μικρού μεγέθους φαίνεται να κατεβαίνει από τον ουρανό.

Στο μυκηναϊκό πολιτισμό μια αντίστοιχη τελετουργική σκηνή σώθηκε στο περίφημο χρυσό δακτυλίδι της Τίρυνθας, ένα αριστούργημα της μυκηναϊκής σφραγιδογλυφίας, που ανακαλύφθηκε βορειοανατολικά της μυκηναϊκής ακρόπολης της Τίρυνθας το 1915. Φέρει έγγλυφη παράσταση και ανάγλυφη διακόσμηση σε τρεις σειρές. Στο αριστερό άκρο εμφανίζεται μια  γυναικεία θεότητα με μακρύ ιερατικό ένδυμα και κάλυμμα στο κεφάλι, που κάθεται σε θρόνο, ακουμπάει σε υποπόδιο και με το δεξί της χέρι υψώνει ένα κωνικό κύπελλο προς τέσσερις λεοντοκέφαλους δαίμονες, που κατευθύνονται σ’ αυτήν ο ένας πίσω από τον άλλο κρατώντας σπονδικές πρόχους. Γύρω από τη γυναικεία μορφή απεικονίζονται διάφορα στοιχεία που τονίζουν το θρησκευτικό χαρακτήρα της παράστασης: πίσω της ένα πουλί, πιθανότατα αετός, μπροστά της κιονίσκος με θυμιατήριο και ψηλά, επάνω από τις μορφές, ο ουρανός με τον τροχό του ήλιου και τη σελήνη.

 

Σφραγιστικό δακτυλίδι από το «θησαυρό της Τίρυνθας».

 

Θέμα  πολλών αμφορέων και κυλίκων είναι n εμφάνιση της Δήμητρας, θέας της γεωργίας, στον Τριπτόλεμο, τον ηγεμόνα της Ελευσίνας, στον οποίο δίνει τους σπόρους και του αποκαλύπτει τα μυστικό της καλλιέργειας της γης ως δώρο για τη φιλοξενία που της προσέφερε ο πατέρας του, όταν n θεά αναζητούσε την Περσεφόνη. Σ’ ένα μαρμάρινο ανάγλυφο, που ανακαλύφθηκε στην Ελευσίνα το 1859 και εκτίθεται στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας, παρουσιάζονται τρεις μορφές, δύο γυναίκες και ένας έφηβος. Στα αριστερά η θεά Δήμητρα, στα δεξιά η κόρη της Περσεφόνη και στη μέση ο νεαρός Τριπτόλεμος, που παραλαμβάνει τα στάχυα, για να διαδώσει στους ανθρώπους την καλλιέργεια του σίτου.

 

Οι θεές της Ελευσίνας Δήμητρα και Περσεφόνη εικονίζονται σε μυστηριακή τελετή. Η Δήμητρα αριστερά παραδίδει στον νέο Τριπτόλεμο στάχυα για να διαδώσει την καλλιέργειά τους στον κόσμο. Δεξιά η Περσεφόνη. Ανάγλυφο. Γύρω στα 440 – 430 π. Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Στα μεταγενέστερα χρόνια οι θεοί εμφανίζονται στους ήρωες και στους ανθρώπους συνήθως με τη μορφή ανθρώπου χωρίς να γίνεται αντιληπτή η θεϊκή τους ιδιότητα (ενανθρώπιση), όπως η θεά  Ίρις που με τη μορφή της θνητής Λαοδίκης ειδοποιεί την Ελένη ότι ο Πάρης και ο Μενέλαος θα μονομαχήσουν (Ιλιάδα Γ  στιχ. 121-140).  Κάποιες φορές όμως η εμφάνιση των θεών γίνεται με τη θεϊκή τους ιδιότητα, οπότε μιλάμε για επιφάνεια των θεών, όπως η εμφάνιση της θεάς Αθηνάς στον Αχιλλέα, για να του προτείνει να συμφιλιωθεί με τον Αγαμέμνονα:

«Κατέβηκα απ’ τον ουρανό να παύσω την οργή σου,

εάν μ’ ακούσεις. Μ’ έστειλε η λευκοχέρα Ήρα,

που ολόψυχα σας αγαπά παρόμοια και τους δύο.

(Ιλιάδα, Α 207-209)

Συγκλονιστική είναι η επιφάνεια στο Ω της Ιλιάδας, όταν ο Δίας στέλνει την Ίριδα στον Πρίαμο με το μήνυμα να πάει στον Αχιλλέα και να ζητήσει το νεκρό γιο του Έκτορα.

«Πετάξου από τον Όλυμπο, ανεμοπόδαρη Ίρις,

μέσα στο Ίλιο να πεις του σεβαστού Πριάμου

να κατεβεί στις πρύμνες του με δώρα στον Πηλείδη,

να τον πραΰνει, το ακριβό παιδί του να του δώσσει».

(Ιλιάδα, Ω 144-147)

Αργότερα στέλνει και τον  Ερμή να οδηγήσει τον γέρο Πρίαμο στην σκηνή του Αχιλλέα στο στρατόπεδο των Αχαιών, για να ζητήσει γονυπετής το νεκρό γιο του Έκτορα.

«Ερμή, που τόσο αγαπάς τη συντροφιά του ανθρώπου
όσο κανείς άλλος θεός και ακούεις όποιον θέλεις,
κατέβα και τον Πρίαμο στων Αχαιών τα πλοία
οδήγα τον να μην τον ιδεί κανείς ή τον νοήσει
από τους άλλους Δαναούς, πριν φθάσει στον Πηλείδη».

(Ιλιάδα, Ω 334-338)

Φαίνεται ότι οι ρίζες των εορτών των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων χάνονται βαθιά μέσα στο χρόνο και αποτελούν εξέλιξη πανάρχαιων εορτών σε μία εποχή του χρόνου που αρχίζει να φαίνεται η καιρική αλλαγή με το μεγάλωμα της ημέρας. Σκοπός όλων των θρησκευτικών τελετών είναι η δημόσια ευχαριστία του θεού με προσφορές και η επίκληση της βοήθειάς του, για να διατηρηθεί η ευημερία της κοινότητας. Έτσι εξηγούνται οι χριστιανικές ικεσίες και οι πολυάριθμες θρησκευτικές παραστάσεις, όπου θεοί με ανθρώπινες μορφές δέχονται δώρα από λατρευτές.

 

Ο αγιασμός των υδάτων

 

Το τριήμερο των Θεοφανείων ξεκινά με τον εκκλησιασμό των χριστιανών το πρωί της παραμονής των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου). Στις  εκκλησίες ψάλλεται η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών» και κατόπιν γίνεται σε δύο φάσεις ο «αγιασμός των υδάτων» κατά μίμηση της βάπτισης του Θεανθρώπου. Στην Ελλάδα ο πρώτος αγιασμός γίνεται την παραμονή των Θεοφανίων στις 5 Ιανουαρίου και λέγεται «μικρός Αγιασμός» ή «Πρωτάγιαση» ή «Φώτιση. Οι πιστοί θα πάρουν αγιασμό και το αντίδωρο στην εκκλησία και θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Εκεί οι νοικοκυρές θα ετοιμάσουν το νηστίσιμο φαγητό για το μεσημέρι, ενώ τα παιδιά θα ξεχυθούν στα σπίτια, για να ψάλουν τα κάλαντα των Θεοφανείων.

Μετά τη πρωτάγιαση ο ιερέας με το βοηθό του γυρίζει όλα τα σπίτια και τα καταστήματα της  ενορίας με το Σταυρό και ένα κλωνί βασιλικό και «αγιάζει» ή «φωτίζει» (ραντίζει) τους χώρους των σπιτιών, για να φύγει μακριά κάθε κακό. Ο αγιασμός βρίσκεται μέσα σ’ ένα χάλκινο συνήθως δοχείο, που κουβαλάει ο βοηθός του ιερέα. Σε αυτό βρέχει ο ιερέας την «αγιαστούρα» του και ραντίζει όλους τους χώρους του σπιτιού ή του καταστήματος. Μόλις ο ιερέας τελειώσει τον αγιασμό του σπιτιού, ο νοικοκύρης δίνει συνήθως χρήματα στο βοηθό του. Παλιά τα χρήματα αυτά ήταν μεταλλικά κέρματα, τα οποία έριχνε ο νοικοκύρης μέσα στο σκεύος με τον αγιασμό, ώστε να αγιασθούν ακόμα και τα λεφτά, όπως έλεγαν.

Οι λαϊκές δοξασίες συνδέουν τον φωτισμό των σπιτιών και με την εξαφάνιση των καλικάντζαρων, τους οποίους φαντάζονταν με την έλευση του ιερέα να φεύγουν περίτρομοι κραυγάζοντας: «Φύγετε να φύγουμε κι έφτασε ο τρελόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του!» και να χώνονται στα έγκατα της γης  μέσα στις τρύπες από τις οποίες είχαν βγει δώδεκα ημέρες πριν. Οι γνωστοί σε όλους μας  καλικάντζαροι, τα αερικά, τα ξωτικά, τα παγανά, τα φοβερά δαιμόνια, που επιβουλεύονται το μέλλον του κόσμου και κάθε χρόνο προσπαθούν να πριονίσουν το δένδρο της ζωής, εγκαταλείπουν τις εγκόσμιες αταξίες τους και ξαναγυρίζουν στο αιώνιο «μαράζι» τους να κόβουν το δέντρο που κρατάει τον κόσμο, για να εκδικηθούν τους ανθρώπους. Οι  μοχθηροί, επίβουλοι, ασχημομούρηδες και βρωμεροί καλικάντζαροι επιβίωσαν στη λαϊκή παράδοση ως δαίμονες του Δωδεκαημέρου και είναι κληρονομιά των προϊστορικών δαιμόνων που απεικονίζονται στους μινωικούς και μυκηναϊκούς σφραγιδόλιθους.

 Μετά τον αγιασμό των χώρων του σπιτιού έρχεται η ώρα να μαζευτεί η στάχτη από τη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι το «Δωδεκαήμερο», η φωτιά δηλαδή που ξεκίνησε με το «Χριστόξυλο». Μαζεύουν το βράδυ τη στάχτη από την παραστιά και το πρωί, πριν πάνε στην εκκλησία, τη ρίχνουν γύρω από το σπίτι και στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, στους στάβλους και στα χωράφια, επειδή  πιστεύουν ότι η στάχτη του Δωδεκαημέρου έχει αποτρεπτική δύναμη και προφυλάσσει το σπίτι από τα κακά. Πολλοί γεωργοί φυλάνε τη στάχτη και την ανακατεύουν με το σπόρο, για να έχουν καλή σπορά. Τα έθιμα της ημέρας τελειώνουν αργά το βράδυ όπου πιστεύεται ότι ανοίγουν οι ουρανοί τα μεσάνυχτα. Την ώρα εκείνη, λέει η παράδοση, όποιος ευχηθεί κάτι με όλη του την καρδιά, αυτό θα πραγματοποιηθεί. Αφού κάνουν και την ευχή τους, έρχεται η ώρα να πέσουν για ύπνο, γιατί ξημερώνουν τα Άγια Θεοφάνεια και πρωί – πρωί θα πάνε στην εκκλησία.

Ο μεγάλος αγιασμός γίνεται ανήμερα των Θεοφανίων στις 6 Ιανουαρίου. Στις πόλεις και στα χωριά, όπου δεν υπάρχει θάλασσα, ποτάμι, λίμνη ή κατάλληλη δεξαμενή, η κατάδυση και ο αγιασμός γίνεται στην εκκλησία μέσα σ’ ένα μεγάλο χάλκινο σκεύος γεμάτο νερό, ένα είδος κολυμβήθρας, τοποθετημένο πάνω σε ειδική στολισμένη εξέδρα. Ο  παπάς ψάλλει την ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών», όπως και την προηγουμένη, και ρίχνει το Σταυρό στο νερό, για να γίνει ο «Αγιασμός των Υδάτων». Οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα και ο ιερέας ρίχνοντας τον σταυρό στο νερό ψάλλει το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε», ενώ λευκά περιστέρια ελευθερώνονται και πετούν στον ουρανό. Όσοι βρίσκονται στην εκκλησία θα πάρουν απαραιτήτως αγιασμό και θα πιούν μερικές γουλιές. Πολλοί μάλιστα πίνουν το μεγάλο Αγιασμό νηστικοί, πριν πάρουν και αντίδωρο, έθιμο που φανερώνει την πίστη το λαού στην αγιαστική δύναμη του αγιασμού. Όσοι παρέμειναν στο σπίτι πίνουν αγιασμό μόλις γυρίσει από την εκκλησία κάποιος δικός τους με τον αγιασμό. Όλοι οι πιστοί πίνουν συμβολικά και με ευλάβεια τρεις γουλιές από τον αγιασμό και ραντίζουν μ’ αυτόν τα σπίτια, τα εικονίσματα, τα δέντρα, τα χωράφια και τα ζώα τους.

Το νερό ως μέσο καθαρμού και εξαγνισμού απαντάται στη λατρευτική ζωή πολλών Θρησκειών και η τελετουργία των υδάτων με τους αρχέγονους συμβολισμούς της αποτελούσε βασικό μέσο κάθαρσης. Το  νερό άλλωστε θεωρείται συστατικό στοιχείο της δημιουργίας του κόσμου από πολλούς φιλοσόφους στην αρχαία Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Θαλή η φυσική αρχή και αιτία των όντων είναι το ύδωρ (παν συνίσταται εξ ύδατος) και όλα τα φυσικά όντα αποτελούν μετατροπές του αρχέγονου αυτού στοιχείου με πύκνωση ή αραίωση. Το ύδωρ διαστελλόμενο με την εξάτμιση δημιουργεί τον αέρα, ενώ με τη συστολή και τη συμπύκνωσή του παράγει τη γη, πράγμα που επιβεβαιώνεται, όπως λέει, με την εμφάνιση των προσχώσεων στους ποταμούς. Η  διδασκαλία του Εμπεδοκλή ανάγει την γέννηση του κόσμου και τις κοσμικές μεταβολές σε τέσσερα «ριζώματα», δηλαδή τη γη, το νερό, τη φωτιά και τον αέρα. Ο Πλάτωνας στον διάλογο «Τίμαιος» αναφέρει ότι ο δημιουργός έπλασε το σύμπαν από την ολότητα τεσσάρων στοιχείων, από τη φωτιά, το νερό, τον αέρα και τη γη, «τῶν δὲ δὴ τεττάρων ἓν ὅλον ἕκαστον εἴληφεν ἡ τοῦ κόσμου σύστασις. ἐκ γὰρ πυρὸς παντὸς ὕδατός τε καὶ ἀέρος καὶ γῆς συνέστησεν αὐτὸν ὁ συνιστάς » (Πλάτων, Τίμαιος 32 c 5-7).

Ο αγιασμός στη χώρα μας έχει την έννοια του καθαρμού, του εξαγνισμού των ανθρώπων, και την απαλλαγή τους από την επήρεια των δαιμονίων. Η έννοια αυτή δεν είναι αυστηρά χριστιανική και έχει ρίζες στην αρχαία λατρεία. Στην αρχαιότητα το νερό αξιοποιήθηκε ως μέσο καθαρμού και μύησης στα διάφορα μυστήρια και συνδέθηκε με τις τρεις σημαντικές στιγμές στη ζωή του ανθρώπου: τη γέννηση, το γάμο και το θάνατο. Στην Ιλιάδα κύρια θέση κατέχουν οι αναφορές στο λουτρό των νεκρών και τον καθαρμό των πολεμιστών, πριν από διάφορες τελετουργικές ή λατρευτικές πράξεις. O καθαρμός κατά τη γέννηση αποτελούσε αναπαράσταση του μύθου, ότι μόλις γεννήθηκε ο Δίας τον έλουσαν στον ποταμό Γορτύνιο, ο οποίος μετονομάσθηκε σε Λούσιο. Το λουτρό αυτό του νεογέννητου ανθρώπου συνιστά και τον πρώτο θρησκευτικό καθαρμό του. Και εδώ οι ομοιότητες με τη χριστιανική βάπτιση, κατά τη διάρκεια της οποίας δίδεται n άφεση του προπατορικού αμαρτήματος, είναι εμφανείς.

 

Οι «βουτηχτάδες» των Φώτων

 

Σε πολλές περιοχές η κατάδυση του Σταυρού γίνεται στη Θάλασσα, σε γειτονικό ποταμό ή λίμνη και στην ανάγκη σε κάποια δεξαμενή (όπως στην Αθήνα). Ο Ιερέας και οι πιστοί βγαίνουν από το ναό και κατευθύνονται στη θάλασσα, σε κάποιο λιμάνι ή ποτάμι, όπου θα γίνει η «κατάδυση του Σταυρού». Μεγάλη πομπή σχηματίζεται με τα εξαπτέρυγα μπροστά, πίσω τους παπάδες με τα καλά τους άμφια, ύστερα τις αρχές κάθε περιοχής και παραπίσω το πλήθος. Στις πόλεις η πομπή γίνεται πιο πλούσια με μουσική μπάντα και στρατιωτική παράταξη. Ο πληθυσμός των παραλιακών πόλεων κατεβαίνει στη θάλασσα για να παρακολουθήσει την τελετή της κατάδυσης του Σταυρού. Με τους τελευταίους τόνους του τροπαρίου «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε» ο σταυρός υψώνεται στον αέρα από τον ιερέα, διαγράφει μία καμπύλη και βυθίζεται στα νερά, ενώ ο τόπος σείεται από τους αλαλαγμούς του συγκεντρωμένου πλήθους και οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα μαζί με τις σειρήνες των πλοίων στη θάλασσα. Όταν ακούγεται «και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς», λευκά περιστέρια αφήνονται και πετούν πάνω από τη θάλασσα και τον οικισμό.

 

Αγιασμός. Φωτογραφία Κοσμάς Καραγιάννης, ΙΜΒΗΚ.

 

Η ανέλκυση (το «πιάσιμο»)  του Σταυρού γίνεται από κολυμβητές, τους λεγόμενους «βουτηχτάδες». Νεαροί, κυρίως, άνδρες γυμνοί, οι «βουτηχτάδες», βουτάνε στα παγωμένα χειμωνιάτικα νερά και αγωνίζονται να πιάσουν το Σταυρό. Τα παλληκάρια ορμούν προς το σημείο της κατάδυσης του Σταυρού και ακολουθεί σκληρός αγώνας μεταξύ τους. Ο σταυρός κάποιες φορές αλλάζει διαδοχικά χέρια, μέχρι που ο πιο δυνατός ή ο πιο επιτήδειος κατορθώσει να διαφύγει από τον κλοιό των υπολοίπων και να φτάσει στην παραλία, όπου με τις ευχές και τους επαίνους του κόσμου παραδίδει το ιερό έπαθλο στον ιερέα, αφού φιλήσει πρώτα ευλαβικά το σταυρό και το χέρι του παπά. Ο νικητής του αγώνα είναι ο άξιος και ο δακτυλοδεικτούμενος της ημέρας, δέχεται τις τιμές και τις ευχές των συντοπιτών του, είναι το καμάρι των κοριτσιών και έχει το δικαίωμα να συνοδεύσει τους ιερείς στην περιφορά του Σταυρού στα σπίτια για το καθιερωμένο προσκύνημα.

Το έθιμο αυτό ονομάζεται «πιάσιμο του σταυρού» και όποιος βρει και πιάσει το σταυρό θεωρείται τυχερός και ευλογημένος. Όσοι πέφτουν στο ποτάμι για το έθιμο, το θεωρούν μεγάλη τιμή και νιώθουν μεγάλη ικανοποίηση να ανασύρουν το Σταυρό, να τον προσκυνήσουν και να τον παραδώσουν στον παπά. Είναι μεγάλη ευλογία να πιάσει κάποιος το σταυρό και τα παλιότερα χρόνια αυτός που τον έβρισκε είχε το δικαίωμα να τον περιφέρει στα σπίτια της ενορίας και να δεχθεί φιλοδωρήματα, που τα κρατούσε για τον εαυτό του ή τα έδινε στους φτωχούς. Σε κάποια μέρη της Ελλάδας ο νέος που θα πιάσει τον σταυρό, τον κρατάει στο σπίτι του για ευλογία όλο το χρόνο και τον επιστρέφει την παραμονή των Θεοφανίων στην εκκλησία. Μετά την ανέλκυση του σταυρού η πομπή με την ίδια επιβλητική σύνθεση επιστρέφει στην εκκλησία μαζί με το νικητή, που έχει αποκτήσει φήμη ήρωα για ένα έτος, ώσπου να τον επισκιάσει κάποιος άλλος την επόμενη χρονιά.

Παρόμοιες τελετές γίνονται σε όλους τους νομούς και τις ενορίες της χώρας, αλλά η καρδιά των εορταστικών εκδηλώσεων των Θεοφανίων χτυπά στον Πειραιά. Η επίσημη κατάδυση του σταυρού στην πρωτεύουσα ορίστηκε από το 1900 να γίνεται στον Πειραιά απέναντι από την παλαιά βασιλική της αποβάθρας ή του παλιού Δημαρχείου. Αργότερα  αποφασίσθηκε η κατάδυση να γίνεται στη θάλασσα μπροστά από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Λίγο πριν τον Β΄  Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά από μια θανατηφόρα συμπλοκή  μεταξύ κολυμβητών για το ποιος θα πιάσει και θα ανασύρει το Σταυρό, απαγορεύτηκε η ανέλκυση του από βουτηχτές. Για αυτό μέχρι σήμερα ρίχνεται στη θάλασσα δεμένος με μια κορδέλα και στη συνέχεια ανασύρεται από τον Επίσκοπο. Το έθιμο της ανάδυσης του Σταυρού από βουτηχτάδες καταργήθηκε και σε πολλά παραθαλάσσια μέρη τα τελευταία χρόνια, γιατί πολλοί κληρικοί ρίχνουν το Σταυρό στα νερά δεμένο με μια κορδέλα και τον ανασύρουν οι ίδιοι. Η κατάδυση του Σταυρού δίνει, κατά τη λαϊκή πίστη, στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες.

 

Η εορτή των «πλυντηρίων» στην αρχαία Αθήνα

 

Η εορτή των Θεοφανίων περικλείει πολλές εκδηλώσεις, που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων ελληνικών εθίμων. Πολλοί λαογράφοι υποστηρίζουν ότι η τελετή του αγιασμού των υδάτων στη θάλασσα την ημέρα των Θεοφανίων έχει τις ρίζες της στην εορτή των «Πλυντηρίων», που γινόταν μία φορά το χρόνο στην αρχαία Αθήνα προς τιμήν της θεάς Αθηνάς και είχε καθαρτήριο χαρακτήρα. Οι αρχαίοι Αθηναίοι στην εορτή των «Πλυντηρίων» μετέφεραν «εν πομπή» στην ακτή του Φαλήρου το άγαλμα της Αθηνάς και το έπλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν από τον «προσιζάνοντα ρύπον» των κακών πράξεων των ανθρώπων και να ανανεωθούν οι ιερές δυνάμεις του.

Οι τελετές αυτές  γίνονταν, κατά τους αρχαίους συγγραφείς και τις επιγραφές, ως εξής: Αρχικά καθάριζαν και εξάγνιζαν το ναό της Παλλάδος  Αθηνάς στην Ακρόπολη. Στο  χρονικό αυτό διάστημα το Ιερό δένονταν με σχοινιά (μία πρακτική που τηρείται ακόμα και σήμερα σε Χριστιανικούς ναούς). Οι ιέρειες του ναού που ήταν επιφορτισμένες  με τον καθαρισμό ήταν παρθένες και ονομάζονταν «λουτρίδες» ή «πλυντρίδες». Μία ακόμη ιέρεια, η οποία λεγόταν  «κατανίπτης», ήταν ειδικά επιφορτισμένη να επιμελείται του αγάλματος της θεάς. Η προπαρασκευαστική αυτή εργασία αποτελούσε την εορτή των Καλλυντηρίων.

Έπειτα άρχιζε η μεγάλη ήμερα των Πλυντηρίων. Σε αυτή κύριο ρόλο είχαν οι λεγόμενες «Πραξιεργίδες», ιέρειες  που ήταν  υπεύθυνες  να ετοιμάζουν το άγαλμα για το λουτρό. Έβγαζαν από το ξόανο τα ενδύματα και τα κοσμήματα, το κάλυπταν με  πέπλα και άρχιζε η πομπή με την εποπτεία των «νομοφυλάκων». Το άγαλμα της θεάς  μεταφερόταν επισήμως στον όρμο του Φαλήρου, βαπτίζονταν μέσα στη θάλασσα και παρέμενε εκεί όλη την ημέρα. Η ημέρα αυτή θεωρείτο στην Αθήνα ως αποφράδα,  γιατί η πόλη κατά το χρονικό αυτό διάστημα στερούνταν την προστασία της πολιούχου θεάς. Για αυτό  έπαυε κάθε  εργασία και ήταν επιβεβλημένη και επίσημη αργία. Το βράδυ το άγαλμα της Θεάς  επανέρχονταν στην Αθήνα συνοδευόμενο από τις  «Πραξιεργίδες» και εφήβους που κρατούσαν δάδες αναμμένες.  Στόλιζαν το άγαλμα όπως πριν και καθαρισμένο μετά το λουτρό το τοποθετούσαν και πάλι επισήμως στο ναό.

Οι τελετές αυτές γίνονταν το μήνα Θαργηλιώνα (Μάιο), είναι αόριστο όμως  ποια προηγείτο της άλλης. Κατά το λεξικογράφο Φώτιο τα Καλλυντήρια τελούνταν την 19η του μηνός Θαργηλιώνος και τα Πλυντήρια την 29η του ίδιου μήνα.  Η ετυμολογική έννοια των δύο λέξεων όμως θέτει σε αμφισβήτηση τις ημερομηνίες αυτές, καθώς λογικό είναι το πλύσιμο να προηγείται του καλλωπισμού.  Κάποιοι μελετητές συμφωνούν με το Φώτιο και υποστηρίζουν ότι τα Καλλυντήρια ήταν προπαρασκευαστική εορτή καθαρισμού του ιερού της Αθηνάς στην Ακρόπολη και προηγούνταν, ενώ τα Πλυντήρια ήταν η τελετή του λουτρού του ξόανου της θεάς και ακολουθούσε.

Ανάλογη με την πεποίθηση των αρχαίων ότι το θαλασσινό νερό καθάριζε το άγαλμα της πολιούχου θεάς τους, είναι  και η λαϊκή πίστη ότι η κατάδυση του Σταυρού δίνει στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες. Δεν είναι λίγες οι περιοχές στην Ελλάδα, όπου μετά την κατάδυση του σταυρού και τον αγιασμό των υδάτων οι κάτοικοι τρέχουν και πλένουν σε θάλασσες και ποτάμια τα αγροτικά τους εργαλεία και τα εικονίσματα,  γιατί κατά τη λαϊκή δοξασία με το πέρασμα του χρόνου χάνουν την αρχική δύναμη και αξία τους και την αποκτούν εκ νέου από το αγιασμένο νερό. Στη Μυτιλήνη, οι γυναίκες παίρνουν με μια νεροκολοκύθα νερό από 40 κύματα κι έπειτα με βαμβάκι που βουτούν σ΄ αυτό καθαρίζουν τα εικονίσματα με το λεγόμενο «άλαλο νερό», γιατί κατά την ιερή αυτή διαδικασία δεν μιλούν. Σε πολλά μέρη η νοικοκυρά χύνει το βράδυ της παραμονής το νερό από τις κανάτες, για να πάρει το πρωί καινούργιο, αγιασμένο νερό.

Τις τελευταίες ημέρες του Δωδεκαημέρου και συγκεκριμένα το διήμερο (παραμονή και ανήμερα) των Θεοφανίων και στην εορτή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και άλλα πανάρχαια έθιμα με παγανιστικές διαστάσεις αναβιώνουν μέχρι τις μέρες μας διατηρώντας αναλλοίωτες παραδόσεις αιώνων και κρατώντας ζωντανούς συμβολισμούς, που σχετίζονται με την απομάκρυνση των κακών πνευμάτων, τη γονιμότητα του ανθρώπου και την ευφορία της γης.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο εορτασμός των Θεοφανίων στη Δράμα με πληθώρα εκδηλώσεων και δρώμενων, σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της καλοχρονιάς, δηλαδή η καλή υγεία και η πλούσια γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή. Με μαύρες κάπες, δέρματα ζώων, μάσκες, κουδούνια και θορύβους, σταχτώματα και χορούς, αναπαράσταση οργώματος και σποράς, πλούσιο φαγοπότι και ευχές επιδιώκουν να επενεργήσουν στην καρποφορία της φύσης. Στο Μοναστηράκι, τέσσερα χιλιόμετρα από την πόλη της Δράμας, και στα χωριά Βώλακας, Πετρούσα και Ξηροπόταμος, αλλά και στη Νίκησιανη του Δήμου Παγγαίου στο νομό Καβάλας κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανίων αναβιώνει το έθιμο των Αράπηδων, ένα δρώμενο με έντονη την υπερβολή, το μαγικό και το λατρευτικό στοιχείο, στο οποίο συμμετέχουν οι κάτοικοι της περιοχής. Έχει τις ρίζες του στην αρχαία ελληνική θρησκεία και στις διονυσιακές τελετές, ενώ έχει δεχτεί και χριστιανικές επιρροές.

Άλλο γνωστό έθιμο των Θεοφανίων, τα «ραγκουτσάρια», αναβιώνει κάθε χρόνο στην πόλη της Καστοριάς, όπου οι κάτοικοι μεταμφιέζονται για να ξορκίσουν το κακό. Στην Ερμιόνη της Αργολίδας αναβιώνει πάνω από 50 χρόνια το «γιάλα – γιάλα». Την παραμονή των Φώτων οι κάτοικοι στολίζουν της βάρκες τους με φοίνικες, νεραντζιές, μυρτιές και χρωματιστές γιορτινές σημαίες και τις δένουν στο λιμάνι. Τα ξημερώματα των Φώτων τα αγόρια, που πρόκειται τη νέα χρονιά να παρουσιαστούν στο στρατό, συγκεντρώνονται, γευματίζουν όλοι μαζί και έπειτα γυρνούν σε όλα τα σπίτια της περιοχής από σοκάκι σε σοκάκι φορώντας παραδοσιακές ναυτικές φορεσιές και τραγουδούν το τοπικό τραγούδι   «γιάλα – γιάλα» με στιχάκια για την ξενιτιά, τον έρωτα και τη θάλασσα πριν την καθιερωμένη βουτιά για το σταυρό. Ανάλογα έθιμα επιβιώνουν και σε πολλά ψαροχώρια της περιοχής, όπως στο Πόρτο Χέλι και την Κοιλάδα.

 

Θεοφάνεια στην Ερμιόνη

 

Στην Λευκάδα τηρείται το έθιμο «των πορτοκαλιών». Πριν την τελετή της κατάδυσης του Σταυρού ρίχνουν στη θάλασσα πολλά πορτοκάλια. Έπειτα οι πιστοί βουτούν στη θάλασσα πορτοκάλια που κρατούν στα χέρια τους και είναι δεμένα μεταξύ τους με σπάγκο και τα παίρνουν στο σπίτι τους για ευλογία. Ένα από αυτά το αφήνουν για ένα ολόκληρο χρόνο στα εικονίσματα του σπιτιού. Παρόμοιες τελετές και έθιμα αναβιώνουν σε όλους τους νομούς της χώρας. Στην αντίληψη του Ελληνικού λαού τα Θεοφάνια είναι «Μεγάλη γιορτή Θεότρομη». Για μερικές μάλιστα περιφέρειες της δυτικής Μακεδονίας αποτελούν τη μεγαλύτερη γιορτή του έτους και κάθε καινούργιο ρούχο το «πρωτοφορούν στα Φώτα για να φωτιστεί». Η έκφραση του λαού «κάθε Φώτα και Λαμπρή» είναι ενδεικτική της σπουδαιότητας της γιορτής αυτής.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Το ρόδι στην αρχαιότητα και στη λαϊκή παράδοση


 

Ροδιές συναντά κανείς σε ολόκληρη την Ελλάδα. Είναι ένα μικρό φυλλοβόλο δένδρο με γυαλιστερά φύλλα και πορτοκαλοκίτρινα λουλούδια, που πολλές φορές μοιάζει με θάμνο. Το μισό χρόνο που ρίχνει τα φύλλα της περνάει εντελώς απαρατήρητη, ενώ τον υπόλοιπο καιρό μαγνητίζει τα βλέμματα με το χρώμα και την ομορφιά των ανθών και των καρπών με τις άφθονες κόκκινες ρόγες τους. Τα φρούτα της είναι στρογγυλά, κόκκινα ή κίτρινα, όταν ωριμάσουν, και γεμάτα με σπόρους. Είναι φυτό ανθεκτικό στη ζέστη, στην ξηρασία και στην έλλειψη φροντίδας και προσαρμόζεται εύκολα σε διαφορετικά εδάφη. Το ρόδι δεν είναι από τα φρούτα που ήρθαν στα μέρη μας τους τελευταίους αιώνες, χάρη στην πρόοδο των συγκοινωνιών, ούτε το έφεραν από τον νέο Κόσμο μετά το ταξίδι του Κολόμβου, άλλα είναι εδώ από πολύ παλιά, πολύ πριν από τους βυζαντινούς ή τους ελληνιστικούς καιρούς.

 

Ροδιά. Πίνακας ζωγραφικής με υπογραφή, Χαραυγή.

 

Η ροδιά φαίνεται πως δεν είναι ιθαγενής στην Ελλάδα, αλλά εισήχθη τα πολύ παλιά χρόνια από την Περσία ή την Κεντρική Ασία. Λέγεται ότι προέρχεται από την περιοχή ανάμεσα στο Ιράν (Περσία) και τη βόρεια Ινδία. Αργότερα καλλιεργήθηκε στην υπόλοιπη Ασία, την Αφρική και στη Μεσόγειο, όπου μεταφέρθηκε από Φοίνικες και  Άραβες εμπόρους. Οι Ρωμαίοι την πήραν από την Καρχηδόνα και την ονόμασαν malus Punica (καρχηδονιακή μηλιά) και το ρόδι malum Punicum, δηλαδή «μήλο της Καρχηδόνας». Το ρόδι το λέγανε όμως και granatum (malum granatum ή pomum granatum). Η βοτανική ονομασία του ροδιού είναι Punica granatum. Granum στα λατινικά είναι ο κόκκος και granatus είναι ο πολύκοκκος. Από αυτόν έχουμε λέξεις όπως γρανάζι, γρανίτης και γρανίτα. Granada στα ισπανικά είναι το ρόδι και η χειροβομβίδα με τα πολλά σφαιρίδια που θυμίζει ρόδι. Ο στρατιώτης ο εκπαιδευμένος στη χρήση χειροβομβίδων ονομάστηκε γρεναδιέρος (grenadier). Λένε μάλιστα ότι η πόλη Γρανάδα της Ισπανίας πήρε πιθανότατα το όνομά της από τις πολλές ροδιές που καλλιεργούνται στη περιοχή. Η ροδιά στην ισπανική ονομάζεται «γκρανάδα» και τα ρόδια είναι το πιο συνηθισμένο έμβλημα της πόλης και των κατοίκων της.

Στην ελληνική γλώσσα η λέξη ροδιά ετυμολογικά προέρχεται από το ρόδι και τα λεξικά συνδέουν τη λέξη με το ρήμα ρέω, πιθανώς λόγω των καθαρτικών ιδιοτήτων του ροδιού. Η ροδιά στην αρχαία Ελλάδα αναφέρεται με πολλά ονόματα στις διάφορες περιοχές. Οι αρχαίοι το δέντρο το έλεγαν «Ροιά», «Ροά» και το ρόδι ρόα. Από το υποκοριστικό, ροΐδιον, που είναι της ελληνιστικής εποχής, βγήκε αργότερα ο τύπος ρόιδι και ρόιδο και σήμερα ρόδι. Από το ρόδι ονομάστηκε το δέντρο ροδιά. Φαίνεται ότι η ονομασία «ροϊδιά», «ρόιδο» και «ρόιδι» ήταν παλαιότερα οι επικρατέστερες. Έτσι  διασώζεται στο δημοτικό τραγούδι και σε άφθονες άλλες πηγές (πάει το μήλο να χαθεί, το ρόιδο να μυρίσει).Το Μακεδονικό τραγούδι «μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο…», καθώς και η γνωστή έκφραση «τα ‘κανα ρόϊδο», δηλαδή τα θαλάσσωσα, τα’ κανα μούσκεμα, το επιβεβαιώνουν».

Η ονομασία «Ροιά», φαίνεται ότι καθιερώθηκε από τον Όμηρο και γίνεται ευρεία χρήση της στη μυθολογία. Στην αρχαιότητα υπήρχε και μια άλλη ελληνική λέξη για τη ροδιά, σίδη ή σίδα, όπως την έλεγαν οι Βοιωτοί και οι Κρήτες. Υπάρχει κι ένα ανέκδοτο για μια εποχή που Αθηναίοι και Θηβαίοι φιλονικούσαν σε ποιον ανήκει μια περιοχή, που λεγόταν Σίδαι. Ο Επαμεινώνδας έβγαλε από τον κόρφο του ένα ρόδι και ρώτησε τους Αθηναίους, πώς το λένε. Ρόαν, του απάντησαν. Αλλ’ ημείς σίδαν, απάντησε εκείνος και νίκησε!

 

Η ροδιά στη μυθολογία

 

Θα παρακολουθήσουμε πρώτα την ιστορική διαδρομή του δένδρου της ροδιάς στη χώρα μας στηριζόμενοι σε ιστορικά και μυθολογικά δεδομένα. Οι μύθοι γύρω από τη ροδιά είναι ατελείωτοι, καθώς το δένδρο και οι καρποί του ήταν αφιερωμένα στην Αφροδίτη, στην Περσεφόνη, στη Δήμητρα, στην Αθηνά και στην Ήρα. Ο πιο παλαιός μύθος είναι ίσως αυτός που συνδέει την ροδιά με τον Ωρίωνα. Ο Ωρίων ήταν ένας από τους μεγαλύτερους και λαμπρότερους αστερισμούς, ένας πελώριος γίγας, γιος της Γης και ξακουστός για την ομορφιά του. Ήταν μάλιστα άξιος κυνηγός και σκότωνε τ’ αγρίμια με χάλκινο ρόπαλο. Σύμφωνα με το μύθο, ο Ωρίων παντρεύτηκε τη Σίδη, αλλά δεν στάθηκε τυχερός, καθώς η Σίδη παινεύτηκε πως είναι πιο όμορφη από την Ήρα και για τιμωρία η θεά την έστειλε στον κάτω κόσμο, όπου μεταμορφώθηκε σε Ροδιά.

Ο πιο φημισμένος μύθος που σχετίζεται με το ρόδι, είναι αυτός της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, θεό του Άδη. Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο, ο Πλούτων άρπαξε την πανέμορφη Περσεφόνη και την πήρε μαζί του στον κάτω κόσμο. Η απελπισμένη μητέρα θεά Δήμητρα εκδήλωσε το θυμό της με τρομερές συνέπειες σε βάρος των θνητών. Αποσύρθηκε αποφεύγοντας κάθε σχέση με τον κόσμο και ως θεά της γεωργίας δεν άφηνε κανένα φυτό να φυτρώσει πάνω στη γη. Μάταια οι άνθρωποι καλλιεργούσαν και έσπερναν. Ήρθε μία εποχή ξηρασίας και λοιμοί μάστιζαν τους ανθρώπους. Η γη έπαψε να βλασταίνει, κινδύνεψε να αφανισθεί το ανθρώπινο γένος από την πείνα και να στερηθούν οι θεοί τις θυσίες, τις οποίες ως τότε τους πρόσφεραν οι άνθρωποι.

 

Περσεφόνη. Ο Άδης της δίνει να φάει σπόρους ροδιού ώστε να την «δέσει» και να εξασφαλίσει την επιστροφή της, αφού οι σπόροι του ροδιού ήταν σύμβολο γάμου. Έργο του Dante Gabriel Rossetti (1828-1882), Tate Britain, Λονδίνο.

 

Ο Δίας στέλνει τον ένα μετά τον άλλο τους Ολύμπιους να παρακαλέσουν τη Δήμητρα να αλλάξει τη γνώμη της, μα εκείνη ανένδοτη λέει ότι θα πεισθεί, αν πάρει πίσω την αρπαγμένη κόρης της. Μπροστά στην απειλούμενη καταστροφή οι θεοί κατέληξαν πως το αίτημα της Δήμητρας ήταν δίκαιο και ο Δίας στέλνει τον Ερμή στον Άδη, για να πείσει τον θεό του Άδη να αφήσει την Περσεφόνη. Ο Άδης υπακούει στις διαταγές του Δία, αλλά πριν αφήσει την Περσεφόνη να ανέβει στη γη, της δίνει να φάει σπόρους ροδιού («ροιής κόκκον έδωκε φαγείν μελιηδέα λάθρη» Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α, 5,3), ώστε να την «δέσει» και να εξασφαλίσει την επιστροφή της, αφού οι σπόροι του ροδιού ήταν σύμβολο γάμου. Η Δήμητρα  πληροφορήθηκε ότι η κόρη της είχε φάει ρόδι, κατάλαβε ότι δε θα μπορούσε να την κρατήσει για πάντα κοντά της και έγινε έξαλλη. Για να την ηρεμήσει ο Δίας πρότεινε να μένει η Περσεφόνη το ένα τρίτο του έτους στον Πλούτωνα και τα άλλα δύο τρίτα μεταξύ των Ολυμπίων θεών και της μητέρας της. Η θεά δέχθηκε την πρόταση και άφησε πάλι τα φυτά και τα δένδρα να ανθίσουν.

Η απαγωγή της Περσεφόνης  είναι η αλληγορία του κύκλου της ευφορίας της φύσης και η διαμονή της στον Άδη συμβολίζει την εξαφάνιση των ανθέων και των καρπών, τη σκυθρωπή όψη του εδάφους το καλοκαίρι. Τους καλοκαιρινούς μήνες η «Κόρη» βρίσκεται στο βασίλειο του Άδη, όπως το σιτάρι στα σιλό και τα πιθάρια. Η επιστροφή της από τον Άδη συνδέεται με τη σπορά του φθινοπώρου, με τη βλάστηση των σπόρων και την άνθιση των φυτών την άνοιξη. Έτσι, όταν ζούσε στον πάνω κόσμο με την μητέρα της, αναγεννιόταν η φύση, ενώ όταν απομακρυνόταν στον κάτω κόσμο, ερχόταν ο θάνατος της φύσης.

Το ρόδι έγινε σύμβολο του ερχομού της Άνοιξης μετά τον κρύο χειμώνα και στα αρχαία Ελευσίνια Μυστήρια. Ήταν ένα από τα 7 αντικείμενα που έδειχνε ο Ιεροφάντης σε αυτούς που επρόκειτο να μυηθούν στα Ελευσίνια Μυστήρια και οι Ιερείς της Δήμητρας στην Ελευσίνα, οι Ιεροφάντες, ήταν στεφανωμένοι με κλαδιά ροδιάς κατά τη διάρκεια των μεγάλων μυστηρίων. Στη διάρκεια των εορτών της Δήμητρας, τα «Θεσμοφόρια», οι Αθηναίες έτρωγαν τα μικροσκοπικά λαμπερά σπόρια για να αποκτήσουν γονιμότητα και ευημερία.

 

 Η ροδιά στους αρχαίους συγγραφείς

 

Στην Ελλάδα η καλλιέργεια της ροδιάς είναι αρχαιότερη από εκείνη της αμυγδαλιάς και της βερικοκιάς και σύγχρονη με την καλλιέργεια της ελιάς, του αμπελιού και της συκιάς. Ο  Όμηρος αναφέρει τη ροδιά, όταν περιγράφει με ζωηρά χρώματα τους κήπους του Βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου:

«Έξω απ᾿ την πόρτα, στην αυλή, τρανό περβόλι έχει

τέσσερα στρέμματα έκταση με φράχτη γύρω γύρω

και μέσα ολόχλωρα ψηλά δέντρα φυτρώνουν πλήθος,

μηλιές, ροδιές χρυσόκαρπες, αχλαδιές φυλλομανούνε,

συκιές  γλυκόκαρπες κι ελιές γερές και φουντωμένες».

 (Οδύσσεια, η 112-116).

Ο «περικεχαραγμένος αγρός», που αποτυπώνεται πάνω σε πολλά αργυρά Κερκυραϊκά νομίσματα, είναι πιθανότατα με συμβολική παράσταση των κήπων του Αλκίνοου.

Η ροδιά (ροιά) μνημονεύεται και στο μύθο του Ταντάλου ως ένα από τα δένδρα που οι καρποί τους του προκαλούσαν την επιθυμία να τους φάει, αλλά καταδικασμένος από τους θεούς δεν το κατόρθωνε:

«Κι είδα εκεί τον Τάνταλο βαριά τυραννισμένο

ως το πηγούνι στέκονταν μες τα νερά της λίμνης,

διψούσε, αλλά μια σταλιά να πάρει δε μπορούσε·

……………………………………………………………………

Δένδρα ψηλά από πάνω του κρεμούσαν τον καρπό τους

ροδιές, αφράτες απιδιές, μηλιές γεμάτες μήλα,

συκιές γλυκύκαρπες κι ελιές επάνω στον καρπό τους,

και όταν ο γέρος έκανε τα χέρια του να απλώσει,

μες τα σκιερά τα σύννεφα τα ψήλωνε ο αέρας.

(Ομήρου Οδύσσεια, λ 582-592).

Ο Παυσανίας μιλώντας για τον τάφο του Μενοικέα λέει πως μια ροδιά φύτρωσε πάνω από το μνήμα του και κάνει ρόδια που μέσα τους ρέει το αίμα του: «Πολύ κοντά στις πύλες της Θήβας υπάρχει μνήμα του Μενοικέα, γιου του Κρέοντα, που τον σκότωσε ο πατέρας του μετά από χρησμό του μαντείου των Δελφών (ότι θα σωθεί η πόλη), όταν ο Πολυνείκης με το στρατό του έφτασε στη Θήβα από το Άργος. Πάνω στο μνήμα του Μενοικέα φύτρωσε μια ροδιά. Όταν σπάσεις το περίβλημα του ώριμου καρπού της, θα βρεις στο εσωτερικό του να τρέχει αίμα. Αυτό το θαλερό δέντρο είναι η ροδιά.» (Παυσανίας βοιωτικά, ΧΧV, 1).

Η Ήρα, η μητέρα των Θεών και προστάτιδα του γάμου και της γονιμότητας, κρατάει στο δεξί της χέρι ένα ρόδι. Ο Παυσανίας περιγράφοντας το άγαλμα της Ήρας στο ναό του Άργους αναφέρει ότι: «η Θεά καθόταν σε θρόνο από ελεφαντόδοντο και χρυσό. Στο διάδημά της ήταν χαραγμένες οι Χάριτες και οι Ώρες, στο ένα της χέρι κρατάει το σκήπτρο και στο άλλο ένα ρόδι». (Παυσανίου, Ἑλλάδος Περιήγησις,  Κορινθιακά, xvii,4)

Ο Φιλόστρατος μιλάει για μια ροδιά που φύτεψαν οι Ερινύες πάνω στον τάφο των αδελφών Ετεοκλή και Πολυνείκη: «Ο νεαρός βλαστός της ροδιάς είναι αυτοφυής, παιδί μου, και λένε ότι τον φύτεψαν οι Ερινύες στον τάφο τους. Και αν σπάσεις τον καρπό της, τρέχει αίμα ακόμα και σήμερα».  (Φιλόστρατος, Εικόνες Α΄/Βιβλίον β/κθ)

Στην Κύπρο τη ροδιά φύτεψε η θεά Αφροδίτη, προστάτιδα του νησιού (…αυτά είναι ροδιές…. Αυτό το μοναδικό δέντρο λένε ότι στην Κύπρο το φύτεψε η Αφροδίτη) (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), 27).

Κατά τον Ησίοδο η πρώτη ροδιά φύτρωσε από το αίμα του Διονύσου Ζαγρέα, όταν κατακρεουργήθηκε από τους Τιτάνες. Συναφής με αυτή την παράδοση είναι και η δοξασία για δένδρα που φυτρώνουν πάνω στους τάφους και υποτίθεται ότι περικλείουν την ψυχή του θαμμένου νεκρού.

Στην αρχαία Ελλάδα, κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών που σχετίζονταν με την γονιμότητα, μαγείρευαν τα «πολυσπόρια», γνωστά ως «σπερνά», που περιείχαν βρασμένο στάρι με ξηρούς καρπούς, ζάχαρη και ρόδι. Τα προετοίμαζαν οι νοικοκυρές και τα προσέφεραν σε συγγενείς και φίλους, όταν η οικογένεια έχει χαρές (γάμους, βαφτίσια, ονομαστικές εορτές, κ.λ.π.). Συνήθιζαν επίσης να κρεμούν ένα ρόδι στις πόρτες των σπιτιών, για να φέρει ευημερία, μια συνήθεια που επιβιώνει μέχρι σήμερα σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας.

Το  ρόδι κάνει την εμφάνισή του και στην αρχαία θρησκεία. Αυτό το ιδιαίτερο φρούτο με το λαμπερό χρώμα και την γλυκόστυφη γεύση, φαίνεται να έχει περάσει από τα χέρια κάθε θεότητας και να έχει διακοσμήσει κάθε ναό και ιερατικό ένδυμα. Η Παλαιά Διαθήκη περιγράφοντας το φημισμένο ναό του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ αναφέρει: «Και έκανε τους στύλους και δύο σειρές από ρόδια ολόγυρα επάνω σ’ ένα δίχτυ, για να σκεπάσει τα επιθέματα πάνω στις κορυφές των στύλων… Και τα επιθέματα πάνω σε δύο στύλους είχαν ρόδια… και τα ρόδια ήταν 200 στη σειρά ολόγυρα, επάνω σε κάθε  επίθεμα» (Α’ Βασ. 7:18-20).

Στο βιβλίο της Εξόδου δίνονται οδηγίες για το πώς θα στολιστούν με ρόδια τα ιερατικά ενδύματα των Εβραίων: «θα κάνεις επάνω στα κράσπεδά του ρόδια από βαθυγάλαζο ύφασμα, πορφυρό και κόκκινο ολόγυρα. Και χρυσά κουδούνια ανάμεσά τους ολόγυρα. Ένα  χρυσό κουδούνι και ένα ρόδι, ένα χρυσό κουδούνι και ένα ρόδι». (Έξοδος, 28:33-34) Αναφορές στο ρόδι και τη ροδιά γίνονται επίσης στο Α’ Σαμουήλ, στο Β’ Χρονικών, στον Ιερεμία και στο Άσμα Ασμάτων.

Στο χριστιανικό πολιτισμό το κόκκινο χρώμα του ροδιού παραπέμπει στην αιδημοσύνη και το κάλλος της εκκλησίας και κυρίως στο αίμα και τα πάθη του Χριστού. Το πλήθος των σπόρων του ροδιού, που συγκρατείται μέσα σε ένα φλοιό, συμβολίζει την εικόνα της Εκκλησίας και την ενότητα της πίστης. Το αόρατο και εύγεστο εσωτερικό συμβολίζει την μη ορατότητα του Θεού και τον κρυμμένο θησαυρό της ελπίδας μελλοντικών χαρών. Τα παραπάνω σημεία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα, διότι δείχνουν ότι από τους πρώιμους χριστιανικούς αιώνες η εκκλησία ενσωμάτωσε τη συμβολική σημασία του ροδιού σε χριστιανικό περιεχόμενο.

 

Η Παρθένος του ροδιού, (Madonna della Melagrana), έργο του Ιταλού ζωγράφου Σάντρο Μποττιτσέλλι το 1487, εκτίθεται στην Πινακοθήκη Ουφίτσι. Ο τίτλος του πίνακα εξηγείται από το ρόδι στο χέρι της Μαρίας. Αυτό πρέπει να νοηθεί ως συμβολισμός του πλούτου των σπόρων που δείχνουν την πληρότητα του Χριστού.

 

Το ρόδι στη νεοελληνική παράδοση

 

Η αρχαία αντίληψη ότι το ρόδι είναι σύμβολο καλοτυχίας και ευημερίας συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Μέχρι σήμερα ο καρπός της ροδιάς συμβολίζει τον ευτυχισμένο γάμο, την αφθονία, λόγω της πλειάδας των κόκκινων σπόρων του, και το πάθος ως ιερός καρπός της Αφροδίτης. Πολλοί από τους κεντρικούς συμβολισμούς του ροδιού, που ίσχυσαν στις προηγούμενες περιόδους, θα επιβιώσουν και τους επόμενους αιώνες μέχρι τις μέρες μας. Το ρόδι συμβολίζει την αφθονία σ’ ένα σπιτικό. Η φράση «το σπίτι του είναι γεμάτο σαν το ρόδι» είναι έπαινος σε νοικοκύρη που έχει όλα τα απαραίτητα. Στην ελληνική παράδοση το ρόδι είναι σύμβολο γονιμότητας και αιωνιότητας,  γι’ αυτό σε γάμους και την πρωτοχρονιά σπάμε ρόδια, αλλά συνδέεται και με το θάνατο.

Στη λαογραφία μας το ρόδι παίζει καίριο ρόλο. Αρκεί να θυμηθούμε το ρόδι που σπάνε οι νιόπαντροι στο κατώφλι του σπιτιού τους. Όλα ξεκινούν από την ελληνική μυθολογία με τις προστάτιδες θεές της ροδιάς, την Ήρα και την Αφροδίτη. Η Ήρα ήταν θεά του γάμου και η Αφροδίτη θεά του πάθους. Επομένως το ρόδι βοηθούσε στην οικογενειακή ευτυχία και τον έρωτα. Το ρόδι παίζει έναν εξαιρετικό ρόλο σε πολλά τελετουργικά που προηγούνται του γάμου, όπως για παράδειγμα στο στολισμό της «νυμφικής παστάδας». Το σπάσιμο του ροδιού από τους νεόνυμφους στην είσοδο και στα κατώφλια των σπιτιών έχει στόχο την ευγονία. Υπάρχει όμως και μια αρνητική παροιμιακή φράση για το ρόδι, όταν λέμε «η νύφη τα έκανε ρόιδο», που σημαίνει τα έκανε θάλασσα. Η αρχή της φράσης μάλλον βρίσκεται στο έθιμο που θέλει τη νύφη να ρίχνει στο πάτωμα το ρόδι, όταν μπαίνει στο σπίτι του γαμπρού, και να πατάει τους σκορπισμένους καρπούς, κάτι που και η πιο καλοπροαίρετη πεθερά το έβλεπε με φρίκη.

 

Το Ρόδι σύμβολο γονιμότητας και αναγέννησης!

 

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία ντυμένη με τα καλά της ρούχα για να παρακολουθήσει τη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και να υποδεχτεί το νέο χρόνο. Στην επιστροφή ο νοικοκύρης του σπιτιού έχει στην τσέπη του ένα λειτουργημένο ρόδι, που στην Μικρά Ασία το φιλούσαν στα εικονίσματα από τις 14 Σεπτέμβρη, την ημέρα του Σταυρού. Είναι αυτός που κάνει το ποδαρικό και σπάει το ρόδι. Πρέπει θα χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας και να του ανοίξουν. Δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του. Έτσι είναι ο πρώτος που μπαίνει στο σπίτι για να κάνει το ποδαρικό με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνει μέσα με το δεξί, το «καλό» πόδι, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα για να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: «με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά». Άλλη ευχή που συνηθίζεται να λέγεται κατά το σπάσιμο του ροδιού είναι: «Όσο βαρύ είναι το ρόδι, τόσο βαρύ να είναι το πορτοφόλι μας, όσο γεμάτο καρπούς είναι το ρόδι, να είναι γεμάτο το σπίτι μας με καλά και όσο κόκκινο είναι το ρόδι, τόσο κόκκινη να είναι και η καρδιά μας!». Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.

Στην Αράχωβα μαζί με το ρόδι κρατούν κι ένα λιθάρι που το «ξαστρίζουν» αποβραδίς, δηλαδή τ’ αφήνουν τη νύχτα κάτω από τα άστρα. Μαζί με το ρόδι πετούν και το λιθάρι και κάνουν την ευχή: «Σαν το λιθάρι γεροί και σαν το ρόδι γεμάτοι». Απόηχος αυτού του εθίμου είναι μάλλον η φράση «έσπασε το ρόδι», που τη λέμε όταν σημειώσουμε μια επιτυχία ύστερα από σειρά ατυχιών. Η φράση χρησιμοποιείται κατά κόρο στην αθλητική δημοσιογραφία και λέγεται, όταν μια ομάδα καταφέρει την πρώτη της νίκη στο πρωτάθλημα ύστερα από κάμποσα ανεπιτυχή αποτελέσματα ή όταν ένας παίκτης μπορέσει επιτέλους να σκοράρει.

Το ρόδι αποτελεί βασικό συστατικό και έχει τη δική του συμβολική αξία και στα «κόλλυβα», που προσφέρουν στα μνημόσυνα οι οικείοι σε όλα τα συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα, ενώ μαρτυρείται και η παρουσία ολόκληρων ροδιών στους τάφους. Η σύνδεση του ροδιού με το θάνατο στη σύγχρονη Ελλάδα σχετίζεται με τη μετά θάνατον αναγέννηση του ατόμου και με την ιδέα της ανανέωσης της ζωής. Ο θεσμός αυτός κρατά από τα αρχαία ακόμα χρόνια, όταν οι πρόγονοί μας τελούσαν θυσίες κι έκαναν προσφορές στους θεούς ζητώντας απ’ αυτούς να συγχωρήσουν τ’ αμαρτήματα των προσφιλών πεθαμένων τους. Πιθανότατα συνδέεται με τα «πολυσπόρια» που προσφέρονταν κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών και σχετίζονταν με την γονιμότητα.

Το ρόδι στη νεοελληνική παράδοση συνδέεται και με τα όνειρα. Αν δει κάποιος ρόδι ή ροδιά στον ύπνο του, είναι καλό σημάδι. Αρκεί το φρούτο να εμφανίζεται καλό και το δέντρο εύρωστο. Σε αντίθετη περίπτωση το σημάδι δεν είναι και τόσο καλό. Ιδιαίτερα  ευοίωνο είναι, εάν δούμε να φυτεύουμε ροδιά γεμάτη άνθη ή καρπούς, να κόβουμε ρόδι από τη ροδιά, να μας προσφέρουν ρόδι, να τρώμε ρόδι ή να σπάμε ρόδι. Τέτοιου είδους όνειρα προμηνύουν ευημερία, καλοτυχία, ευχάριστα νέα ή καλή ψυχολογική κατάσταση. Δυσοίωνο είναι να δούμε ξεραμένη ροδιά, χαλασμένο ρόδι, να ξεριζώνουμε ροδιά ή να πετάμε ρόδι. Τέτοιου είδους όνειρα προμηνύουν αποτυχίες και στεναχώριες.

Το ρόδι, τέλος, είναι ένα από τα γούρια που συνδέονται με την καλή τύχη και θεωρείται ότι ξορκίζει την κακοδαιμονία και φέρνει ευημερία και αφθονία. Ένα μεταλλικό διακοσμητικό ρόδι με κόκκινη κορδελίτσα ή από φυσητό γυαλί σε όμορφους χρωματισμούς αποτελεί  συνηθισμένο δώρο προς τους οικοδεσπότες νέων σπιτιών ή στα εγκαίνια νέων καταστημάτων, για να φέρει γούρι στους ανθρώπους και «καλές δουλειές» στις επιχειρήσεις.

 

Επίλογος

 

Η ροδιά, ένα δέντρο δυνατό και διάσημο στην αρχαία Ελλάδα, είχε περάσει στο περιθώριο, αλλά δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη και τα τελευταία χρόνια έχει τραβήξει και πάλι το ενδιαφέρον. Ύστερα από μακρά περίοδο λήθαργου άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά τα τελευταία χρόνια με φυτείες ροδιάς που φέρνουν στις μνήμες μας προϊστορικές εποχές, όταν η θεά Αφροδίτη φύτεψε στην Κύπρο την πρώτη ροδιά του νησιού, τη ροιά που στόλιζε τους κήπους του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου, τη ροδιά που μερικοί κόκκοι του καρπού της καθόρισαν την τύχη της Περσεφόνης, της κόρης της θεάς Δήμητρας, και μαζί με άλλα δένδρα συμμετείχε στο μαρτύριο του Ταντάλου.

Το ρόδι είναι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά και βιταμίνες και πασίγνωστος καρπός από την αρχαιότητα για τις εκπληκτικές ιατρικές ιδιότητες που διαθέτει. Η σύγχρονη ιατρική επιβεβαιώνει και συνηγορεί με τους αρχαίους Έλληνες γιατρούς, που το θεωρούσαν θαυματουργό καρπό και είχε ιδιαίτερη εκτίμηση και χρησιμότητα σε διάφορους πολιτισμούς. Ο χυμός από φρέσκο ρόδι βελτιώνει την παραγωγή αίματος, ανακουφίζει από τον πυρετό και μειώνει την καρδιακή επιβάρυνση. Είναι ιδανικός για μικρά παιδιά, ειδικά εάν είναι κρυολογημένα και παρουσιάζουν βήχα και πυρετό. Το εκχύλισμα του ροδιού έχει αποδειχθεί από μελέτες πως έχει θετική δραστηριότητα κατά του καρκίνου του προστάτη, ενώ η κατανάλωση χυμού ροδιού από τις εγκύους γυναίκες μειώνει τον κίνδυνο των εγκεφαλικών κακώσεων στα μωρά. Οι σπόροι του διώχνουν τις τοξίνες από τον οργανισμό και εξοντώνουν τα μικρόβια από την κύστη, το αίμα και τα νεφρά. Το αφέψημα από τα άνθη της ροδιάς συμβάλλει στην ενίσχυση των ούλων και απαλύνει τον πονόλαιμο.

Σήμερα φυτείες ροδιάς δημιουργούνται σε πολλά μέρη της Ελλάδας από τη στιγμή που οι γιατροί και οι διατροφολόγοι βρίσκουν θαυματουργές ιδιότητες στο πανάρχαιο αυτό φρούτο. Η χώρα μας άλλωστε ευνοεί την καλλιέργεια της ροδιάς, η οποία αναπτύσσεται σε υποτροπικό κλίμα με παρατεταμένο ξηρό και θερμό καλοκαίρι και αντέχει τα κρύα  και τις κακουχίες. Έτσι η ροδιά από ένα αυτοφυές φυτό, που φυτρώνει τυχαία σε φράχτες, σε ρέματα και όπου βρει πρόσφορο έδαφος ο σπόρος της, μετατρέπεται σε δέντρο που καλλιεργείται συστηματικά και οργανωμένα και συμβάλλει στο εισόδημα των καλλιεργητών της και στην εθνική οικονομία.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Μνήμες τρύγου στην Ερμιόνη – © Παρασκευή Δημ. Σκούρτη


 

Ελάχιστα πλέον αμπέλια έχουν απομείνει στην πατρίδα μας [Ερμιόνη Αργολίδας] , οι μνήμες όμως έχουν απομείνει όχι μόνο της εποχής του τρύγου αλλά και του πλήθους των εργασιών που χρειαζόταν να γίνουν μέχρι τη συγκομιδή. Μετά την ωρίμανση των σταφυλιών, προϊόν που συνδέεται με την οικονομία και την κοινωνία, περιμένει ο τρύγος. Ο καλλιεργητής αλλά κι ο γλεντοκόπος περιμένουν εναγωνίως κι οι δυο τη νέα σοδειά του κρασιού, που θα τους κρατήσει συντροφιά όλη την επόμενη χρονιά.

Το μάζεμα των σταφυλιών, αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα της χρονιάς, που στη συγκομιδή του έπαιρνε μέρος όλη η οικογένεια.

Νίκη Λαδα – Φοίβα, Φανή Γιαννάκου – Θεοδώρου

Ο τρύγος του αμπελιού ξεκινά από τον Αύγουστο έως τον Σεπτέμβριο, μήνας που αποκαλείται και «Τρυγητής». Ξεκινά νωρίς το πρωί στο αμπέλι και παίρνει διαστάσεις γιορτής∙  σήμερα στο αμπελοτόπι του ενός και αύριο στου άλλου. Αυτό ήταν το «εναλλακτικό νόμισμα»∙ σήμερα θα έρθω στο χωράφι σου και αύριο εσύ στο δικό μου, έτσι γινόταν η συγκομιδή, γιατί κατά την  φράση που χρησιμοποιούσε ο λαός μας «Θέρος, τρύγος, πόλεμος»,  χρειάζονταν πολλά χέρια.

Έγκαιρα έχουν ετοιμαστεί τα σύνεργα,  τρυγοκόφινα – κοφίνια και αντρίκια πλυμένα-, ακονισμένα μαχαιράκια, σουγιαδάκια καμπυλωτά  (οι σβανάδες). Οι αμπελουργοί έχουν βγάλει από τα υπόγεια τα ξύλινα βαρέλια που θα δεχθούν τις χιλιάδες μπότσες μούστο στην πλατιά ολοστρόγγυλη κοιλιά τους, για να πλυθούν στα Μαντράκια ή στο Λιμάνι, να διορθωθούν από το Θόδωρο Κανέλλη και τον Κρανιδιώτη βαρελά Μαλανδρένια, να ξεφουντωθούν, να στανιάρουν.

Βαρέλια παντού, στη σειρά και παιγνίδια πολλά από τα παιδιά, αγόρια και κορίτσια (κανάρια, φούσια, κρυφτό, πλατσούρισμα), μέσα και πάνω στα βαρέλια κι όταν ερχόταν η κούραση και νύχτωνε, τότε καβάλα στα βαρέλια τραγουδούσαν κοιτάζοντας τ’ αστέρια. Ο θείος μας Κυριάκος Σκούρτης πρώτος και καλύτερος, με τη δυνατή και όμορφη φωνή του πρωτοστατούσε, αλλά και οι φίλοι του Λάζαρος Κουτούβαλης, Τάσος Μουρμούρης, Ιωσήφ Σαρρής, κ.α..

Τα υπόγεια θα ασπριστούν, θα πλυθούν τα πατητήρια. Όλα έτοιμα στην εν τέλεια.

 «Τ’ Αη Λιός με το μαντήλι, της Σωτήρας με το κοφίνι»

-Τρυγήσατε;

-Τρυγήσαμε.

-Καλά κρασιά.

Το αμπελάκι μας, πίσω από το παγοποιίο του Ησαΐα, ο παππούς Αριστείδης Φοίβας, γνήσιος άνθρωπος της υπαίθρου, το είχε φυτέψει με κόπο και μεράκι και όταν έπινε το κρασάκι, που δεν έλειπε ποτέ από το τραπέζι, ευφραινόταν η καρδιά του. Το αμπελάκι μας που δόθηκε ως προίκα στη μητέρα μας δεν υπάρχει πια, όπως και πολλά άλλα.  Η γη των πατέρων δόθηκε στο βωμό της εξέλιξης, προς χάριν της οικοδόμησης, όμως ευτυχώς υπάρχουν οι αναμνήσεις.

Ο αείμνηστος Απόστολος Γκάτσος στις καλοκαιρινές μας συζητήσεις, μου είχε αναφέρει ότι: «Στο χώρο που σήμερα είναι χτισμένο το Γυμνάσιο – Λύκειο Ερμιόνης ήσαν τα μοναστηριακά αμπέλια. Όταν  έσκαβαν οι καλόγεροι τ’ αμπέλια μαύριζε ο τόπος από τα ράσα τους, εξ ου και το όνομα του πηγαδιού «Καλογερικό».

«Τζίτζικας ελάλησε μαύρη ρόγα γυάλισε»

 

Ο Τρύγος. Χαρακτικό του Τάσου.

 

Οι τρυγητές με τα καπέλα τους και οι τρυγήτριες με τα ψάθινα καπέλα ή τα φακιόλια για την προστασία από τον ήλιο και τις φαρδιές φούστες, κόβουν και τραγουδούν, τραγουδούν, γελούν, κόβουν και τοποθετούν στο καλάθι τους: μαρκοπουλιώτικο, σαββατιανό, μαυρούδι, αραιό, τραγανό, φράουλο. (Φράουλο είχε το αμπέλι του παππού και του Γιάννη Νίκα (Τζάνη).

Κόβουν το σταφύλι από το κλίμα με το χέρι και αν το κοτσανάκι είναι σκληρό με ένα σουγιαδάκι. Απαιτητική, κοπιαστική εργασία, αλλά τους γεμίζει χαρά και ευεξία. Όταν τα κοφίνια γεμίσουν μεταγγίζονται από τα χέρια των νεαρών τρυγητών  στα αντρίκια. Εκεί οι νέοι και οι νέες  θα τσιμπολογήσουν τη ρόγα του σταφυλιού, θα κοιταχτούν, θα μεθύσουν με το κρασί της αγάπης και αργότερα θα παντρευτούν.

 

 «Μες τ’ αμπέλι και το κλίμα σ’ αγαπώ δεν είναι κρίμα»,

 «Και βάλαμε και μάρτυρες δυο βεργούλες κι ένα κλίμα, σ’ αγαπώ δεν είναι κρίμα».

 

Ο Τάσος Γανώσης με τα τρυγοκόφινα φορτωμένα.

Με τα ζώα μεταφέρονται στα πατητήρια (τους ληνούς). Εδώ γίνεται το πάτημα, η παραγωγή του χυμού, του γλαύκου, που είναι γνωστός ως μούστος. Ο μούστος ξεχειλίζει στο πατητήρι, θα μεταφερθεί στα καθαρά δρύινα βαρέλια, όπου θα προστεθεί μια ποσότητα μυρωδάτου ρετσινιού από το δάκρυ του πεύκου, για να ακολουθήσει η αλκοολική ζύμωση, που στη συνέχεια θα γίνει κρασί. Το κρασί είναι ένας ζωντανός οργανισμός που επηρεάζεται από την καθαριότητα και τη θερμοκρασία.

Τα πατητήρια πολλά: του Ιωσήφ Μερτύρη, του Μίμη Σκλαβούνου, του Μήτσου Οικονόμου, του Ηλία Παπαμιχαήλ, του Μίμη Κομμά, του Μιχάλη Παπαμιχαήλ (Γιαταγάνα), του Γιάννη Κόαση, του Γιάννη Νίκα κ.α. Οι ταβέρνες αγοράζουν το μούστο από τους αμπελουργούς, που περιμένουν τη σοδειά προκειμένου να εξασφαλίσουν ένα πολύ σημαντικό μέρος, αν όχι το ετήσιο εισόδημα της οικογένειας.

Αγγειογραφίες πλείστες από την αρχαιότητα, ερυθρόμορφα και μελανόμορφα αγγεία που κοσμούνται από παραστάσεις με θέμα το κρασί. Στους κλασικούς χρόνους ο θεσμός του κρασιού ήταν μέρος του συμποσίου, ενώ σύμβολα ιερά του Χριστιανισμού αποτελούν η «άμπελος και ο οίνος». Οι ληνοβάτες με τα κατακόκκινα ιμάτια από το πάτημα των σταφυλιών συμβόλιζαν του μάρτυρες της νέας θρησκείας, ενώ το πατητήρι, ο ληνός, συμβόλιζε τη θυσία του Θεανθρώπου και τη μαρτυρική του θυσία.

Ο μούστος θα μείνει στα βαρέλια με το μυρωδάτο ρετσίνι για να γίνει η οινοποίηση, θα βράσει και στη συνέχεια θα σφραγιστεί.

Κρασί, είναι το ποτό που με την επίκληση του Διονύσου οδηγεί τον άνθρωπο στον ενθουσιασμό, στο κέφι, στη δημιουργική ανάταση, όταν βέβαια πίνεται με μέτρο, γιατί ακολουθεί τότε το:

 «Κρασί σε πίνω για καλό, μα εσύ με πας στον τοίχο».

Σύμφωνα δε με τον Ορειβάσιο  «Το κρασί δίνει δύναμη και χαρά στην ψυχή και ηδονή».

Το κρασί, αποτελούσε το κυριότερο ποτό των αρχαίων Ελλήνων μετά το νερό. Απαραίτητο συμπλήρωμα στη διατροφή, μέσο ευωχίας, κοινωνικότητας και δυναμωτικό. Τον οίνον τον έπιναν νερωμένο «κεκραμένον», χωρίς την προσθήκη νερού ήταν «ο άκρατος οίνος». Τη θέση του Διονύσου στη συνέχεια κατέλαβε ο Άγιος Τρύφωνας, που εορτάζεται την 1η Φλεβάρη που αρχίζει και το κλάδεμα.

Το κλάδεμα του αμπελιού γίνεται κατά τους μήνες Ιανουάριο ή Φεβρουάριο ανάλογα και απαιτεί γνώση, ξεχωριστή τέχνη κι εμπειρία : «… γέρους και κλάδεψέ με…».  Ο αμπελουργός  ξέρει ποια μάτια καρπίζουν και ποιες βέργες κάνουν για καταβολάδες, ώστε να μην κοπούν. Το σκάψιμο ακολουθεί μετά το κλάδεμα και χρειάζεται γερά μπράτσα. Έσκαβαν οι εργάτες με την αξίνα, την αμπελαξίνα,  και έκαναν το χώμα μικρά βουναλάκια «τα κουτρούφια», ώστε να αερίζεται το χώμα και οι ρίζες του φυτού. Το σκάψιμο μια πολύ επίπονη εργασία γίνεται το μήνα Φλεβάρη, θέλει χέρια γερά: «Για βάλε νιους και σκάψε με…». Ακολουθεί το θειάφισμα ή ράντισμα με γαλαζόπετρα για τις τυχόν ασθένειες. Συνέχεια έχει το ξεβλάστωμα, αραίωμα: «… βάλε γριές μεσόκοπες να με βλαστολογήσουν…» Την άνοιξη ερχόταν η ανθοφορία, το μήνα Μάη τα τύλιγαν τα έκαναν «κατσούλα», «βάλε κορίτσι ανύπαντρα να με κορφολογήσουν…

«Να ‘μουν το Μάη μπιστικός, τον Αύγουστο δραγάτης» (λαϊκό τραγούδι)

Οι δραγάτες, ήσαν οι φύλακες των αμπελιών και της υπαίθρου. Η ζωή τους ήταν ευχάριστη μέσα στην αφθονία των καρπών, της ανθρώπινης εργασίας, στη δροσιά της υπαίθρου ψηλά στη δραγασιά του, να ορίζουν τ’ αμπέλια του χωριού.

Οι δραγάτες του χωριού μας ήσαν: Αριστείδης Φοίβας, Κώστας Κοτταράς, Σπύρος Παπαηλιού, Νίκος  Φοίβας, Αντρέας…,  Βουρλής, Αριστείδης Κοντόπουλος.

Ο παππούς μου τα καλοκαίρια έφτιαχνε στο ύψωμα, στη θέση Σπηλιά την καλύβα του και παρακολουθούσε από εκεί τα απλωμένα στον κάμπο αμπέλια. Όταν λοιπόν επρόκειτο να ξαπλώσει έκανε χωνί τις χούφτες του και φώναζε: «Ε! τι κάνεις εκεί, τώρα θα ‘ρθω…», προκειμένου να τρομάξει τον επίδοξο κλέφτη των σταφυλιών.

Ο παππούς κι ο Κώστας Κοτταράς (Καραθάνος) ήσαν δημοκρατικοί κι όταν άλλαξε η πολιτική κατάσταση τους έβγαλαν τραγούδι:

 

«Τον Τσαρό και Καραθάνο

θα τους στείλουμε για μπάνιο.

Αντρέας υπερήφανος,

δε θέλει άλλο ταίρι

γι αυτό τον έχουμε κι εμείς

χειμώνα καλοκαίρι»

 

Κική Κασνέστη – Σκούρτη, Βασίλης Προβελεγγάτος (Πρόσφυγας παρατσούκλι), Θεοδότη Κορδώνη – Σαρρή.

 

Η Τούλα Ραγιά-Ζαραφωνίτη θυμάται, ότι κάποια ποικιλία σταφυλιών την περνούσαν σε σχοινάκι που το άπλωναν στο δωμάτιο και διατηρούσαν τα σταφύλια για μεγάλο χρονικό διάστημα και συνεχίζει:

«Φράουλα είχε ο Γιάννης Νίκας (Τζάνης) και ο Αριστείδης Φοίβας (Τσαπάρας) από εκεί προμηθευόμαστε για γλυκό. Φτιάχναμε γλυκό φράουλο, βγάζαμε τα κουκούτσια με τη φουρκέτα των μαλλιών μία-μία ρόγα, φτιάχναμε και γλυκό σταφίδα, ενώ με το μούστο φτιάχναμε πετιμέζι, μουσταλευριά και μουστοκούλουρα.

Επειδή έπεφταν τα πουλιά και τα έτρωγαν έφτιαχναν στ’ αμπέλια σκιάχτρα. Η κυρά-Φλώρα η μάνα της Τασίας  Κουτσουρελάκη είχε ένα αμπέλι απέναντι από του Κοματά και δίπλα στο φουγάρο του Μέξη. Μαυροφορεμένη με ρόμπα και μαντήλι ολημερίς χτυπούσε δυο σίδερα για να φύγουν τα πουλιά. Ένα μεσημέρι περνούσε από εκεί ο Παναγιώτης Κουβαράς με το γαϊδούρι του για να πάει στο χτήμα του. Πετάχτηκε η κυρά Φλώρα με το μαύρο τσεμπέρι την είδε το γαϊδούρι του, τρόμαξε και έπεσε ξερό. Ο κτηνίατρος που έφεραν τους είπε, ότι έπαθε από το φόβο του ανακοπή».

Οι Ερμιονίτες ήσαν οινολάτρες. Είχαν άμεση πρόσβαση στο καλό κρασί του χωριού τους.

Εμείς αγοράζαμε καλό κρασί από τον Γιάννη Νίκα. Ήταν ψαράς στο επάγγελμα, αλλά και κτηματίας. Το αμπέλι του φυτεύτηκε από τον Γιάννη Κομπάκη που είχε και την ευθύνη της συλλογής των ποικιλιών. Η πρώτη παραγωγή έδωσε 28 φορτώματα σε σταφύλια. Κάθε φόρτωμα 4 αντρίκια. Έβγαλε 900 μπότσες μούστο (κάθε δερμάτινη μπότσα αντιστοιχούσε σε 2 περίπου οκάδες. Η παραγωγή του καλού κρασιού οφειλόταν στην ποικιλία: σιδερίτης, φράουλα, αραιό, βεσαλό, ροδίτη, νυχάτο λευκό και ροζ, σαβατιανό, μοσχάτο, μαυρούδι, σταφίδα, μαρκοπουλιώτικο, αλλά και στις οδηγίες του οινολόγου που τις κρατούσε πιστά με σεβασμό και προσήλωση. Ο γιός του Θανάσης που μου έδωσε και τις πληροφορίες  θυμήθηκε το επώνυμο του οινολόγου Ριζάκου, με μεταπτυχιακό την εποχή εκείνη στην οινολογία, που είχε το εργαστήριό του στην Πλατεία Ιπποδαμείας. Έφερνε το δείγμα του, έπαιρνε οδηγίες και αυθημερόν επέστρεφε να τις εκτελέσει. Όταν έβραζε ο μούστος έστελνε τη γυναίκα του να ανακατέψει. Στην περίπτωση που εκείνη λιποθυμούσε να μπορέσει αυτός να βοηθήσει, γιατί διαφορετικά θα ήταν αδύνατο να τον τραβήξει έξω εκείνη λόγω βάρους.

Οι ταβερνιάρηδες διάλεγαν σωστά σταφύλια για σωστή οινοποίηση, επένδυαν στο κρασί καλής ποιότητας. Στην ταβέρνα κανείς δεν πίνει μόνος του, θέλει δίπλα του τον δικό του άνθρωπο, το παρεάκι του, που θα μοιραστεί τις χαρές του και τις δυσκολίες της καθημερινότητας.

 

Το γλωσσάρι της οινοποίησης


Ζύμες: ζωντανοί μικροοργανισμοί υπεύθυνοι για την παραγωγή ενζύμων.

Ζύμωση: πολύπλοκη φυσική διαδικασία στη διάρκεια της οποίας τα σάκχαρα του μούστου μετατρέπονται σε αλκοόλ και διοξείδιο του άνθρακα με τη βοήθεια ζυμών και της υψηλής θερμοκρασίας.

Διοξείδιο του άνθρακα (CO2): αέριο που παράγεται στη διάρκεια της ζύμωσης.

Οινολάσπες: οι άχρηστες ζύμες, ένα παχύρευστο υπόλειμμα  που κάθεται στον πάτο του βαρελιού.

 

Παρασκευή Δημ. Σκούρτη

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 23, Νοέμβριος, 2018. 

 

Read Full Post »

Ζευγολάτης, Ζευγάς – Οι ζευγολάτες στην Αργολίδα


 

Στα χωριά, όπου ο πληθυσμός ήταν αγροτικός, κάθε νοικοκυριό είχε ένα ή δύο άλογα ή μουλάρια. Με τα ζώα αυτά όργωναν τα χωράφια τους κι έσπερναν. Ένα καλό άλογο ή ένα καλό μουλάρι μπορούσε να τραβήξει μόνο του το άροτρο και να οργώσει. Καμιά φορά συνεργάζονταν δύο αγροτόσπιτα, που διέθεταν από ένα άλογο ή ένα μουλάρι, και τα έκαναν ζευγάρι.

Στις πόλεις, όπως στο Άργος και στο Ναύπλιο, υπήρχαν πολλοί ιδιοκτήτες γης, που είχαν τα κτήματά τους στον κάμπο ή στις παρυφές των βουνών και που συνήθως δεν ήταν αγρότες. Αυτοί κατά κανόνα δεν εξέτρεφαν ζώα και καλούσαν τους ζευγολάτες να τους οργώσουν και να τους σπείρουν.

 

Όργωμα σε χωράφι μπροστά στη Σάντα Ρόζα στις 5 Μαΐου του 1955. Φωτογραφία από τον ιστότοπο «Γραφική παλιά Αλεξανδρούπολη».

 

Όργωμα το 1931. Beaverton, Oregon. Oregon Historical Photo Gallery.

 

Όργωμα το 1937. Εικόνα, Greene County Georgia.

 

Ο ζευγολάτης όργωνε το χωράφι και το άφηνε λίγες μέρες να το δει ο ήλιος. Στη συνέχεια το έσπερνε και το ξαναόργωνε την ίδια μέρα, για να σκεπαστεί ο σπόρος, να μην τον φάνε τα πουλιά. Τέλος, περνούσε το χωράφι με τη σβάρνα.

Ο επαγγελματίας ζευγολάτης έζευε τα άλογά του στο κάρο, όπου είχε ακουμπήσει το αλέτρι του κι όλα τα σύνεργά του, ντορβάδες και βρόμη να φάνε κάποια στιγμή τα ζώα, τον σπόρο που του έδινε ο ιδιοκτήτης του χωραφιού αποβραδίς, το δικό του σακουλάκι με τη δική του ξηρή τροφή (παξιμάδι, ελιές, τυρί, κρεμμύδι και κρασί) και ξεκινούσε νύχτα. Εργαζόταν όλη την ημέρα και επέστρεφε στο σπίτι του πάλι νύχτα.

Όπως θυμούνται οι πιο ηλικιωμένοι Αργείοι, στον κάμπο έζευαν δύο άλογα και στα ορεινά και ημιορεινά δύο μουλάρια. Γενικά, το μουλάρι θεωρούνταν πιο σκληρό και πιο ανθεκτικό ζώο. Σπάνια έζευαν δύο αγελάδες, ιδίως στις ορεινές περιοχές.

 

Ο μικρός ζευγάς, 1927-29. Έργο του διακεκριμένου Έλληνα ζωγράφου Έκτωρα Δούκα (Σμύρνη 1885 –Αθήνα 1969).

 

Ζευγολάτης, 1878. Έργο του Αμερικανού ζωγράφου Winslow Homer (1836 –1910).

 

Υπολογίζεται ότι ένα ζευγάρι ζώων έκανε 120 περίπου μεροκάματα το χρόνο, από τα οποία τα 70 ήτανε για αρόσεις και αρδεύσεις στα μαγκανοπήγαδα. Αυτές ήταν οι πιο σκληρές δουλειές. Οι κυριότερες από τις άλλες δουλειές ήταν η μεταφορά προϊόντων, το αλώνισμα, η μεταφορά των αλεσμάτων από και προς τον μύλο, η μετάβαση στην πόλη για ψώνια, τα φορτώματα με ξύλα και διάφορα άλλα. Υπολογίζεται, επίσης, ότι κάθε ζευγάρι όργωνε κατά μέσον όρο 140 στρέμματα γης το χρόνο. Σήμερα ο ζευγάς έχει εξαφανιστεί, αφού το όποιο όργωμα γίνεται πια με μηχανικά μέσα.

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Κανταρτζήδες στο Άργος


 

Οι κανταρτζήδες ή κανταριστές ήταν οι άνθρωποι που ζύγιζαν με το καντάρι οτιδήποτε, αλλά κυρίως αγροτικά προϊόντα: κοφίνια με πεπόνια ή ντομάτες, δέματα καπνού (τέγκια), τσουβάλια με δημητριακά και άλλα πολλά.

Ο κανταρτζής, φτωχός άνθρωπος με ελάχιστη ή καθόλου περιουσία, δούλευε όπου έβρισκε μεροκάματο, κι όταν τον καλούσαν οι δουλειές του ζυγίσματος, έπαιρνε το καντάρι του [είδος ζυγαριάς]  κι ένα μακρύ στρογγυλό ξύλο, τη μαναβέλα, κι έτρεχε στην πιάτσα.

Έβαζε τη μαναβέλα στον ώμο του και στον ώμο του παραγωγού ή του πελάτη, περνούσε τον κρίκο του κανταριού στη μαναβέλα, τέντωναν τα πόδια τους κι οι δύο, και το σακί με το σιτάρι – ας πούμε – που το είχανε αγκαλιάσει με τις αλυσίδες, σηκωνότανε στον αέρα. Τραβούσε ύστερα τα δράμια επάνω στον αριθμημένο βραχίονα μέχρι να ισορροπήσει κι ύστερα αναφωνούσαν: «Πενήντα οκάδες»!

 

Καντάρι. Φωτογραφία: Λαογραφική Συλλογή Νικολάου Απ. Μαρδάνη.

 

Ύστερα το επόμενο σακί κι ύστερα ο άλλος πελάτης. Και μαζεύονταν κάμποσοι κανταρτζήδες στη μικρή πλατεία, όπου γινόταν η αγοραπωλησία των σιτηρών, γι’ αυτό και η πλατεία αυτή ονομάστηκε Σιταροπάζαρο, στην οδό Κορίνθου στο Άργος. Πρόκειται για την πλατεία Δερβενακίων, όπως μετονομάστηκε αργότερα, αλλά οι Αργείοι προτιμούν την παλιά ονομασία, όπως την επέβαλε ο λαός και τη λένε Σταροπάζαρο ή Σιταροπάζαρο και κάποτε πλατεία Δερβενακίων.

Εκεί, λοιπόν, από πολύ παλιά, από τη δεκαετία 1930 κι ακόμη παλιότερα ίσως, έφταναν οι αγρότες με τα άλογά τους φορτωμένα με σιτάρι ή με τις άμαξές τους, για να πουλήσουν το σιτάρι που θα τους περίσσευε μετά τα αλωνίσματα. Γιατί πολλοί δεν είχαν σιτάρι ή ήταν η παραγωγή τους μικρή κι έπρεπε να εξασφαλίσουν ψωμί για την οικογένειά τους. Και δεν ήταν Αργείοι μόνο οι αγοραστές αλλά και πολλοί από τα γύρω χωριά, οι οποίοι προτιμούσαν να αγοράζουν σιτάρι από τον παραγωγό και όχι από τον έμπορο ή τον μυλωνά.

Τέτοιες μέρες η μικρή πλατεία στην οδό Κορίνθου ζωήρευε. Γινότανε χαμός με τα γαϊδορομούλαρα, τις άμαξες, τα τραχτέρια αργότερα, με τα στάρια και τις φωνές του κόσμου και προπαντός με τις φωνές και τους καβγάδες των κανταρτζήδων, που συναγωνίζονταν ποιος θα ζυγίσει περισσότερα, φυσικά με το αζημίωτο.

 

Πηγή


Read Full Post »

Καντάρι


 

Καντάρι

Όργανο που χρησιμοποιείται για το ζύγισμα αντικειμένων και προϊόντων μεσαίου βάρους (10 – 100 οκάδες).

Είναι μεταλλικό και αποτελείται από τετράγωνη βέργα μήκους 80 περίπου εκατοστών, πάνω στην οποία είναι χαραγμένες γραμμές, που δείχνουν το βάρος από 10 ως 100 οκάδες με αριθμούς τις δεκάδες και με γραμμές τις μονάδες.

Στη μια πλευρά της βέργας προσαρμόζεται ένας γάντζος, με τον οποίο κρεμάμε το καντάρι σ’ ένα σταθερό δοκάρι ή σ’ ένα ξύλινο ζυγό, που σηκώνουν στις πλάτες τους δύο άνθρωποι, ο ένας απέναντι στον άλλο. Κάτω ακριβώς από το γάντζο αυτό κρέμονται με αλυσίδες δύο άλλοι γάντζοι, στους οποίους δένουμε ή κρεμάμε το βάρος που θέλουμε να ζυγίσουμε, π.χ. ένα τσουβάλι σπόρους.

 

Καντάρι

 

Στο ένα άκρο της βέργας, κοντά στο σημείο όπου προσαρμόζονται οι γάντζοι, υπάρχει ένα αντίβαρο και η υπόλοιπη βέργα μπορεί να κινείται ελεύθερα κατά μήκος. Όταν ισορροπεί η βέργα, δείχνει με μια ακίδα που έχει στη μια πλευρά του το βάρος του αντικειμένου που ζυγίζουμε.

 

Καντάρι. Φωτογραφία: Λαογραφική Συλλογή Νικολάου Απ. Μαρδάνη.

 

Η διαδικασία του ζυγίσματος με το καντάρι είναι απλή. Κρεμάμε το καντάρι σ’ ένα σταθερό δοκάρι ή σ’ ένα ζυγό, το κανταρόξυλο, που σηκώνουν στην πλάτη τους δυο άνθρωποι Δένουμε κατόπιν στους γάντζους του κανταριού το βάρος που θέλουμε να ζυγίσουμε και το σηκώνουμε τόσο, ώστε να μην ακουμπάει στο έδαφος. Μετακινούμε τη βέργα του κανταριού μέχρι να ισορροπήσει απολύτως. Η ένδειξη που γράφει η βέργα στο σημείο, όπου σταματάει, είναι το βάρος του αντικειμένου που ζυγίζουμε.

Η χρησιμότητα του κανταριού ήταν μεγάλη, γιατί αποτελούσε ένα απλό και πρακτικό μέσο ζυγίσματος, το οποίο μπορούσε εύκολα να μεταφέρεται σε οποιοδήποτε χώρο του σπιτιού, στην αγορά και στους τόπους παραγωγής, στο χωράφι, το αλώνι, τη στάνη κ.α. Γι’ αυτό και αποτελούσε απαραίτητο εργαλείο κάθε παραδοσιακού νοικοκυριού.

 

Πηγή


  • Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά – Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Older Posts »