Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Λαογραφικά Αργολίδας’ Category

Το τριφύλλι του Μάη 


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Zήσε Μάη μου να φας τριφύλλι» ή «Ζήσε μαύρε μου, να φας τριφύλλι».  

Γιατί το λέμε και τι σημαίνει μας εξηγεί ο Νίκος Σαραντάκος σε άρθρο του με τίτλο «Το τριφύλλι του Μάη» που δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

 

Στο μεταφραστικό φόρουμ της Λεξιλογίας, ένας εγγλέζος φίλος που ξέρει καλά ελληνικά και μελετάει την ελληνική γλώσσα, και μάλιστα την αργκό, ρώτησε τι σημαίνει η έκφραση «Zήσε Μάη μου να φας τριφύλλι», και μάλιστα αναρωτήθηκε μήπως στην πραγματικότητα ο στίχος είναι «ζήσε μαϊμού να φας τριφύλλι» διότι δεν μπορούσε να καταλάβει πώς ο μήνας Μάιος, ο Μάης, έχει βιολογικές ανάγκες και τρώει. Η προσπάθεια εκλογίκευσης είναι εύλογη, αλλά βέβαια εμείς ξέρουμε πως η παροιμία (διότι περί παροιμίας πρόκειται) δεν έχει σχέση με τη μαϊμού· άλλωστε, όπως η κατσίκα δεν μασάει ταραμά, έτσι και η μαϊμού δεν τρώει τριφύλλι. (Πάντως, υπάρχει ένα σατιρικό εφηβικό βιβλίο που έχει ως τίτλο αυτό το λογοπαίγνιο: «Ζήσε μαϊμού να φας τριφύλλι»).

Τριφύλλι βέβαια, δεν τρώει ούτε ο Μάης, παρόλο που μάλλον θα έχετε ακούσει να λένε «Ζήσε Μάη μου, να φας τριφύλλι». Όμως δεν είναι αυτή η αρχική μορφή της παροιμίας.

Ο Μάης του Γιάννη Τσαρούχη.

Η αρχική μορφή της, που εξακολουθεί κι αυτή να λέγεται και σήμερα, είναι «Ζήσε μαύρε μου, να φας τριφύλλι» και υποτίθεται ότι τη λέει το χειμώνα ο αγρότης στον γάιδαρό του που πεινάει· λιγοστεύουν  οι ζωοτροφές, έξω όλα τα έχει σκεπάσει το χιόνι, μόνη παρηγοριά είναι η υπόσχεση ότι το Μάη τα χωράφια θα είναι γεμάτα με τριφύλλι – αν τη βγάλει ως τότε ο καψερός. Μάλιστα, σε μερικές παραλλαγές αυτό δηλώνεται σαφέστερα: «Ζήσε μαύρε γάιδαρε να φας το Μάη τριφύλλι», ενώ καταγράφονται επίσης και πλατειασμοί της παροιμίας: «Ζήσε μαύρε μου να φας το Μάη τριφύλλι και τον Αύγουστο σταφύλι». Το «μαύρε μου» να μην το πάρουμε κυριολεκτικά, ως ένδειξη χρώματος,  διότι ήταν συνηθισμένο όνομα για υποζύγια, βεβαίως και για άλογο π.χ. στα ακριτικά τραγούδια (δίνει βιτσιά του μαύρου του και πάει σαράντα μίλια).

Καθώς ζούμε πια σε αστικό περιβάλλον, όπου δεν έχουμε πια υποζύγια, η φράση «Ζήσε μαύρε μου» έχασε τη διαύγειά της, κι έτσι ο μαύρος αντικαταστάθηκε από τον Μάη, οδηγώντας σε μια φράση εκ πρώτης όψεως οξύμωρη. Πολλοί πάντως εξακολουθούν να χρησιμοποιούν την αρχική μορφή, έστω και συντομευμένη (π.χ. Ζήσε μαύρε μου να φας τριφύλλι), ενώ πολύ συχνά προφέρουμε μόνο το πρώτο σκέλος της παροιμίας: Ζήσε Μάη μου… ή Ζήσε μαύρε μου…

Η παροιμία λέγεται για μακρινές ελπίδες ή υποσχέσεις που πρόκειται να πραγματοποιηθούν στο απώτερο μέλλον, ιδίως όταν υπάρχει μια ανάγκη που επείγει. Συνήθως κρύβει ειρωνεία, ενώ συχνά λέγεται για τα «θα» των πολιτικών. Δεν δείχνει αναγκαστικά δυσπιστία ως προς την ειλικρίνεια των υποσχέσεων, αλλά σαφώς εκφράζει την πρόγνωση ότι η εκπλήρωσή τους θα έρθει πολύ αργά. Για παράδειγμα, στη Ραχήλ του Ξενόπουλου, όπου η δράση εκτυλίσσεται στη Ζάκυνθο κατά το αντιεβραϊκό πογκρόμ, υπάρχει ο διάλογος:

– Μα ο αφέντης έλεγε ψες, πως τηλεγραφήσανε να ’ρθει στρατός από την Αθήνα…
– Ναι, ώσπου να ’ρθει, ζήσε Μάη μου!

ή, στον Καπετάν Μιχάλη του Καζαντζάκη:

– Να περιμένουμε τα καράβια; Ζήσε, μαύρε μου, να φας τριφύλλι…

Τώρα που βλέπω τα παραδείγματα που έχω αποδελτιώσει από τη λογοτεχνία, σκέφτομαι πως ίσως δεν είναι και πολύ σωστό αυτό που έγραψα λίγες αράδες πιο πάνω, ότι η αλλαγή από το «Ζήσε μαύρε μου…» στο «Ζήσε Μάη μου…» έγινε στο αστικό περιβάλλον, διότι βρίσκω τη φράση όχι μόνο στον Ξενόπουλο (που πράγματι έζησε σε πόλεις), αλλά και στον Πατούχα του Κονδυλάκη, όπου επίσης υπάρχει η νεότερη παραλλαγή: Εάν ετελείωνεν αυτό το σπίτι, θα είχαν τελειώσει και τα βάσανά του. Αλλά δεν είχε τελειωμό. Το κατώγειον επλησίαζε να τελειώσει, αλλ’ ο Σαϊτονικολής επέμενε να του κτίσει και ανώγειον κι έτσι θα ήρχετο και ο άλλος χειμώνας· και αν βροχαί διέκοπτον την εργασίαν, θα ήρχετο και η άνοιξις και… ζήσε Μάη μου.

Πάντως, όλες οι συλλογές παροιμιών έχουν την αρχική μορφή (με τον μαύρο αντί του Μάη). Πρόκειται μάλιστα για μάλλον παλιά παροιμία, αν σκεφτούμε ότι την συμπεριλαμβάνει στη συλλογή του ο Βάρνερ, δηλαδή υπάρχει τουλάχιστον από το 1650, με τη μορφή: Ζήσε, μαύρε μου, να φας τριφύλλι.. Ο Βάρνερ μάλιστα, που έζησε κυρίως στην Πόλη, δίνει και τουρκική αντίστοιχη παροιμία (Γαϊδουράκι μην ψοφάς, θα φας τριφύλλι) και πράγματι στο λεξικό του Ρεντχάουζ βρίσκω ότι μια ανάλογη τουρκική λέγεται και σήμερα, ölme eşeğim ölme çayιr çimen bitecek (Μην ψοφάς γάιδαρέ μου, θα φυτρώσει κάποτε χορτάρι).

Φυσικά την παροιμία την έχουν και όλα τα λεξικά, είναι ακόμα πολύ διαδεδομένη. Η εντύπωσή μου ήταν ότι οι περισσότεροι λένε «Ζήσε Μάη μου», αλλά στο γκουγκλ (που βέβαια τα ευρήματά του έχουν γίνει αναξιόπιστα) βρίσκω να υπερτερεί το «Ζήσε μαύρε μου». Το περίεργο είναι ότι το λεξικό Μπαμπινιώτη έχει μόνο το «Ζήσε Μάη», κάτι που είναι παράλειψη.

Αν δεν βαριέστε να σχολιάσετε, μπορείτε να μου πείτε ποιαν από τις δύο μορφές χρησιμοποιείτε, αν έχετε ακούσει την άλλη, κι αν σας φαίνεται οξύμωρο το «Ζήσε Μάη μου».

Στη σημερινή συγκυρία, η παροιμία χρησιμοποιείται πολύ, θα έλεγε κανείς ότι ταιριάζει γάντι. Οι υποσχέσεις ότι η Ελλάδα θα επανέλθει στις αγορές το 2020 ή ότι θα παρουσιάσει ανάπτυξη το 2015 στερεότυπα σχεδόν προκαλούν στα έντυπα το σχόλιο «Ζήσε Μάη μου…» ή «Ζήσε μαύρε μου…» ενώ με την ίδια φράση υποδέχτηκε ο τύπος τις εξαγγελίες για τις επιστροφές ΦΠΑ. Βέβαια, σε αντίθεση με το αιώνιο υποζύγιο, οι έλληνες πολίτες έχουν τη δυνατότητα να δείξουν τη δυσαρέσκειά τους φέτος τον Μάη, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

ΥΓ.  Θα τελείωνα εδώ, αλλά δεν θέλω να σας στερήσω μια πολύ αστεία εξήγηση-μούφα για την προέλευση της φράσης, που τη βρήκα τυχαία σε μια σπαρταριστή ιστοσελίδα με πολλές δήθεν εξηγήσεις φράσεων. Το πιο αστείο είναι ότι κάποιοι πείσθηκαν από την εξήγηση και την αντέγραψαν στα ιστολόγιά τους! Λοιπόν, η φράση βγήκε από έναν σκληροτράχηλο αμυντικό του… Ντροπαλού Ελευσίνος, που λεγόταν Ανέστης Μάης. Αλλά ιδού το πρωτότυπο: Η φράση αυτή γεννήθηκε μέσα στα γήπεδα του ελληνικού ποδοσφαίρου περί τα τέλη της δεκαετίας του 20. Ο Ανέστης Μάης ήταν αμυντικός της ομάδας του Ντροπαλού Ελευσίνας, γνωστός εκτός από την μεγάλη ποδοσφαιρική του αξία και για την πρωτοφανή αγριότητα που τον διέκρινε όταν μάρκαρε τους αντιπάλους του. Κάποιες φορές μετά τον αγώνα έστηνε καρτέρι έξω από τα γήπεδα ή από τα αποδυτήρια των αντίπαλων ομάδων με σκοπό να επιτεθεί είτε σε συγκεκριμένους αντιπάλους ή ακόμα και σε ολόκληρη την αντίπαλη ομάδα. Ο Μάης ήταν πολύ μεγαλόσωμος αθλητής, με διαστάσεις γίγαντα αναλογικά με εκείνη την εποχή, αλλά το κύριο όπλο του ήταν η οδοντοστοιχία του, που τη χρησιμοποιούσε για να εκδικηθεί όσους αντιπάλους τον εξόργιζαν. Κάποτε μάλιστα είχε εξουδετερώσει ολόκληρη την ομάδα του Ατέρμονου Βόλου, δαγκώνοντας προπονητή και παίκτες σε άγριο καβγά μετά το ματς. Όταν λοιπόν η ομάδα του Μάη ήταν στις δόξες της, είχε κληρωθεί να παίξει στο κύπελλο Ελλάδος του 1928 με τον Παναθηναϊκό, που ως γνωστό έχει σήμα το τριφύλλι. Ο Μάης όμως ήταν βαριά άρρωστος από μαλάρια εκείνη την περίοδο και διέτρεχε μεγάλο κίνδυνο να πεθάνει. Οι συμπαίκτες του, σε μια επίσκεψή τους στο σπίτι του ετοιμοθάνατου Ανέστη Μάη, αμέσως μετά την κλήρωση του κυπέλλου, προσπαθούσαν να εμψυχώσουν το μεγαλόσωμο αμυντικό με την παραπάνω φράση, ώστε να καταφέρει να ξεπεράσει την αρρώστια και να παίξει στον ιστορικό αγώνα, μια που χωρίς αυτόν ήταν σίγουρο ότι δε θα τα κατάφερναν. Έτσι, «Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι», σημαίνει «κάνε κουράγιο, γίνε δυνατός και όλα μπορείς να τα καταφέρεις» και διατηρεί μέχρι σήμερα τη σημασία της.

 

Νίκος Σαραντάκος

Απρίλιος, 2012

Read Full Post »

Τρίτη και 13 


 

Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού 

«Τρίτη και 13» γράφει σήμερα το ημερολόγιο και πολλοί είναι αυτοί που έχουν ήδη κανονίσει να μην βγουν καν από το σπίτι, υπό τον φόβο κάποιου ατυχήματος καθώς θεωρείται η πιο γρουσούζικη ημέρα του χρόνου.

Γνωρίζετε γιατί;

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με τίτλο: «Τρίτη και 13»

 

Εδώ και χιλιάδες χρόνια ο άνθρωπος έχει χαρακτηρίσει ορισμένα πράγματα και γεγονότα ως καλή ή κακή τύχη. Όσο κι αν προσπαθούμε να ξεφύγουμε από τις προλήψεις και δεισιδαιμονίες, πιάνουμε καμιά φορά τον εαυτό μας να πιστεύει κάποιες από αυτές. Τέτοια πρόληψη είναι και η «τρισκαιδεκαφοβία», όπως ονομάζεται ο φόβος για τον αριθμό 13, που θεωρείται ως γρουσούζικος από την πρώιμη αρχαιότητα. Ο φόβος αυτός συνδυάστηκε αργότερα με τις αποφράδες ημέρες, την Τρίτη και την Παρασκευή, και γεννήθηκαν σωρεία προλήψεων, που «ταλανίζουν» το νου μας μέχρι και σήμερα.

Δεν υπάρχει πύλη B13 στο Διεθνές Αεροδρόμιο Ο’Χέαρ (ORD) του Σικάγου.

Οι σχετικές με το 13 προλήψεις δημιουργήθηκαν με την ανακάλυψη του δωδεκαδικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο το 12 είναι ο τέλειος, ο ιδανικός αριθμός. Μην ξεχνάμε ότι 12 ήταν οι μαθητές του Ιησού, 12 τα Ευαγγέλια, 12 οι άθλοι του Ηρακλή, 12 οι θεοί του Ολύμπου, 12 τα ζώδια, 12 οι ώρες της μέρας και της νύχτας, 12 οι μήνες του χρόνου! Ο αριθμός 13 κατηγορείται ότι σέρνει πίσω του γκαντεμιά και κακοδαιμονίες, γιατί σπάει την αρμονία του «τέλειου» αριθμού 12. Με την προσθήκη ενός αριθμού σ’ αυτό το ιερό 12 σχηματιζόταν η αρχή ενός νέου κύκλου. Το συμβολικό αυτό άλμα προς το καινούριο, το «άγνωστο», που αντιπροσώπευε ο αριθμός 13, προκάλεσε ανησυχία στους ανθρώπους και έτσι άρχισαν να του αποδίδουν ευθύνες για τα ατυχή συμβάντα.

Στους Σκανδιναβούς υπάρχει ένας μύθος για τους 12 θεούς, που είχαν οργανώσει ένα γλέντι και αμέλησαν να καλέσουν τον Λόκι – θεό της πονηριάς – ο οποίος όρμησε ακάλεστος και έκανε ένα κόλπο, που κατέληξε στο θάνατο, ενός από τους άλλους θεούς. Σε αντίστοιχο ελληνικό μύθο οι 12 ολύμπιοι θεοί σε μια ανάλογη γιορτή δεν κάλεσαν τη θεά της διχόνοιας, την Έριδα. Σε πείσμα τους εκείνη έριξε ένα χρυσό μήλο ανάμεσά τους, το οποίο είχε την επιγραφή «στην ομορφότερη». Συμφώνα με το μύθο, η φιλονικία ανάμεσα στις θεές για το βραβείο οδήγησε τελικά στην κήρυξη του Τρωικού πολέμου.

Σε αεροσκάφος λείπει η σειρά καθισμάτων με το νούμερο 13.

Σύμφωνα με άλλη δοξασία η κακοτυχία, που κουβαλάει ο αριθμός 13, προήλθε από μια απεικόνιση του Μυστικού Δείπνου και έχει σχέση με τους συνδαιτυμόνες στο Μυστικό Δείπνο, που ήταν 12 μαθητές και ο Ιησούς. Ο 13ος συνδαιτυμόνας σ’ αυτό το προφητικό δείπνο του Πάσχα ήταν ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, που όπως όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά πρόδωσε το Δάσκαλό του και όταν μετάνιωσε κρεμάστηκε!  Η λαογραφική παράδοση από το άλλο μέρος υποστηρίζει ότι το 13 συνδέεται με το δυσοίωνο εμβόλιμο 13ο μήνα του έτους, που προέκυπτε από τη διαφορά του σεληνιακού με το ηλιακό έτος και με το πέρασμα των χρόνων απορροφήθηκε με την προσθήκη μίας ημέρας στο Φεβρουάριο κάθε τέσσερα έτη.

Γενικότερα το 13 δεν είναι τίποτε παραπάνω από ένα απλό νούμερο, δύο ψηφία σε μια ακολουθία. Θεωρείται όμως  «κακός» αριθμός απλά, επειδή είναι μία μονάδα πάνω απ’ το δώδεκα, το οποίο είναι δημοφιλές σε πολλούς πολιτισμούς. Όταν μία ομάδα δεκατριών αντικειμένων διαιρεθεί στα δύο, στα τρία, στα τέσσερα ή στα έξι, πάντα ένα αντικείμενο περισσεύει και αυτό είναι το «κακό»!

Ο κώδικας του Χαμουραμπί, που γράφτηκε στη Μεσοποταμία περίπου το 1686 π.Χ., παραλείπει τον αριθμό 13, πράγμα που σημαίνει ότι η πρόληψη υπήρχε πολύ πριν τη Χριστιανική εποχή. Ο Φίλιππος Β’ της Μακεδονίας λέγεται πως πέθανε αφότου τοποθέτησε το άγαλμά του δίπλα σε αυτά των δώδεκα θεών του Ολύμπου. Υπάρχουν 13 πανσέληνοι στο ημερολόγιο των 365 ημερών. Το 13ο κεφάλαιο της Αποκάλυψης αναφέρεται στο θηρίο και τον Αντίχριστο, τα δύο δημιουργήματα του Διαβόλου. Στα ξενοδοχεία σπάνια υπάρχει δωμάτιο με το νούμερο 13 και κάποια παραλείπουν τον 13ο όροφο. Οι δημοτικές υπηρεσίες κάποιων πόλεων δεν αριθμούν ποτέ κάποιο κτίσμα με το 13 και ορισμένοι οικοδεσπότες αποφεύγουν συγκεντρώσεις με 13 καλεσμένους. Στη Θεσσαλονίκη δεν υπάρχει λεωφορείο με το νούμερο 13!

 

Ο τυχερός χάρακας, ονομάζεται έτσι επειδή δεν έχει τον αριθμό 13, είναι κατασκευασμένος από χάλυβα και έχει ένα κείμενο στο πίσω μέρος σχετικά με το φόβο του αριθμού 13, που ονομάζεται «τρισκαιδεκαφοβία».

 

Μόνο τα τελευταία χρόνια σημαντικά γεγονότα συνδέονται με τον αριθμό 13 και θεωρούνται διάσημα 13άρια: Την Πέμπτη 13 Μαΐου 1927 σημειώθηκε η «έναρξη» του οικονομικού «κραχ» στην Αμερική. Η αποστολή «Απόλλων 13» της NASA με προορισμό το Φεγγάρι εκτοξεύθηκε στις 13:13, ενώ μετά από τα σοβαρά προβλήματα που παρουσιάστηκαν, η αποστολή διακόπηκε στις 13 Απριλίου. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1986 έγινε σεισμός μεγέθους 6,5 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ και ισοπέδωσε την Καλαμάτα. Στις 13 Αυγούστου 2002 με τζόκερ τον αριθμό 13 ένας παίκτης από την Κοζάνη κέρδισε πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ, ενώ είχε δώσει 13 ευρώ για το τυχερό δελτίο. Στις 13 Απριλίου 2003 χάνουν τη ζωή τους στα Τέμπη 21 μαθητές, όταν νταλίκα διεμβολίζει το λεωφορείο που τους μετέφερε. Στις 13 Αυγούστου 2004 έγινε η τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

Οι προκαταλήψεις για τον αριθμό 13 του ελληνικού λαού, που από τα βάθη της αρχαιότητας είχε μία ιδιαίτερη αγάπη για τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες, «ήρθαν και έδεσαν» με την Άλωση της Πόλης. Τρίτη 29 Μαΐου 1453 η Κωνσταντινούπολη πέφτει στα χέρια των Οθωμανών Τούρκων και οι Έλληνες διανύουν μία πορεία δουλείας εκατοντάδων ετών, μία περίοδο σκότους για τον Ελληνισμό, η οποία κράτησε περίπου τέσσερις αιώνες. Και ποια σχέση έχει η άλωση της Πόλης με τον αριθμό 13; Εάν προσθέσουμε τους αριθμούς του 1453 (1+4+5+3) βγάζουν άθροισμα… 13! Τρίτη και 13 επίσης καταγράφεται ένα ακόμη ιστορικό στοιχείο που ενισχύει τον συσχετισμό. Την Τρίτη 13 Απριλίου 1204 είχε αλωθεί η Κωνσταντινούπολη από τους Σταυροφόρους της Δ’ σταυροφορίας. Να γιατί Τρίτη και 13 είναι η μέρα που οι προληπτικοί – και όχι μόνο – κάνουν το σταυρό τους και απεύχονται να βρεθούν αντιμέτωποι με αναποδιές αυτή την αποφράδα μέρα. Μετά την άλωση μάλιστα της Κωνσταντινούπολης δεν γίνονταν ποτέ γιορτές την Τρίτη, ενώ όλα τα σπίτια ήταν κλειστά και δε δέχονταν επισκέπτες στην ανάμνηση αυτού του οδυνηρού γεγονότος.

Η Τρίτη και 13, λοιπόν, έχει καθιερωθεί να θεωρείται γρουσούζικη και έχει συνδεθεί με την κακοτυχία εδώ και πολλούς αιώνες. Στην Ιταλία, βέβαια, «κακός» θεωρείται ο αριθμός 17. Όταν γραφεί με το ρωμαϊκό σύστημα αρίθμησης σαν XVII, μπορεί να αναγραμματιστεί σε VIXI, που στα Λατινικά σημαίνει «έζησα», δηλ. η ζωή μου τελείωσε. Γι’ αυτό στην Ιταλία δεν είναι σπάνιο να βρει κανείς κτίρια που δεν έχουν 17ο όροφο ή ξενοδοχεία που δεν έχουν δωμάτιο 17. Ο εθνικός αερομεταφορέας της Ιταλίας, η Alitalia, δεν έχει σειρά 17 στα καθίσματα των αεροπλάνων της και το ίδιο συμβαίνει και με τη γερμανική εταιρία Germanwings, που πετά σε πολλές Ιταλικές πόλεις. Και η αυτοκινητοβιομηχανία Ρενώ πούλησε στην Ιταλία το μοντέλο της «R17» σαν «R177»!

Κουμπιά ανελκυστήρα που δείχνουν τον 13ο όροφο να λείπει.

Με την Τρίτη να θεωρείται αποφράδα μέρα και το 13 «γκαντέμικος» αριθμός, ο συνδυασμός των δύο δεν μπορεί να είναι τίποτα άλλο από το υπέρτατο κακό. Να αναφέρουμε πάντως πως σε αντίθεση με Έλληνες και Ισπανούς, οι υπόλοιποι λαοί θεωρούν κακότυχο συνδυασμό το «Παρασκευή και 13». Η Παρασκευή και 13 θεωρείται άτυχη μέρα από τους καθολικούς. Πολλοί θεωρούν πως ο μύθος γεννήθηκε με την απόφαση του Πάπα να εκδώσει διάταγμα για τη σύλληψη και θανάτωση των ναϊτών ιπποτών. Το διάταγμα εκδόθηκε σε συνεννόηση με το βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππου του Δ΄ τον Ωραίο στις 13 Οκτώβρη, ημέρα Παρασκευή, και άρχισαν οι διωγμοί των Ναϊτών Ιπποτών. Επίσης την ίδια μέρα θεωρείται πως η Εύα έδωσε το μήλο της πτώσης στην Αδάμ. Παρασκευή ξεκίνησε ο κατακλυσμός του Νώε. Παρασκευή σταυρώθηκε ο Χριστός, μιας και στα ρωμαϊκά χρόνια αυτή τη μέρα γίνονταν οι εκτελέσεις. Παρασκευή προκλήθηκε η σύγχυση στον Πύργο της Βαβέλ και με την Παρασκευή συνδέονται πολλά γεγονότα στην Παλαιά Διαθήκη!

Εδώ και πάρα πολλούς αιώνες η Παρασκευή και 13 είναι ημέρα συνυφασμένη με τους χειρότερους αστικούς μύθους και τη δεισιδαιμονία στις αγγλοσαξωνικές χώρες, τις ισπανόφωνες και τη Γερμανία. Βρετανοί επιστήμονες μάλιστα πραγματοποίησαν έρευνα με τίτλο: «Πόσο κακή για την υγεία σου, είναι η Παρασκευή και 13;». Η έρευνα δημοσιεύθηκε το 1993 στο επιστημονικό περιοδικό Medical Journal και είχε στόχο ν’ αποτυπώσει τη σχέση μεταξύ της υγείας, της συμπεριφοράς και της δεισιδαιμονίας σχετικά με την Παρασκευή και 13 στην Αγγλία. Οι ερευνητές συνέκριναν τα ποσοστά των ατυχημάτων με αυτοκίνητο σε δύο διαφορετικές ημέρες – Παρασκευή 6 του μηνός και Παρασκευή και 13 – σε μία περίοδο μερικών χρόνων. Η διαπίστωση των επιστημόνων ήταν πως την ημέρα εκείνη, μειώνονταν ο αριθμός των ατόμων, που επέλεγαν το αυτοκίνητο για τις μετακινήσεις τους. Ο αριθμός όμως των εισαγωγών στα νοσοκομεία εξαιτίας αυτοκινητιστικών δυστυχημάτων ήταν σαφώς μεγαλύτερος. Συμπέρασμα της επιστημονικής ομάδας ήταν: «Η Παρασκευή και 13 είναι μία άτυχη μέρα για ορισμένους. Ο κίνδυνος εισαγωγής στο νοσοκομείο από αυτοκινητιστικό δυστύχημα μπορεί να είναι αυξημένος έως και 52%, για αυτό συνιστούμε να μείνετε στο σπίτι».

13 Μαρτίου 2018 είναι η 72η ημέρα του έτους 2018 στο Γρηγοριανό ημερολόγιο.
Η επόμενη Τρίτη 13 Μαρτίου είναι το 2029, σε 11 χρόνια!

Όλα αυτά βέβαια βασίζονται σε προλήψεις, που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Προλήψεις που σήμερα άλλοι φαίνεται να τις αποδέχονται και άλλοι τις αντιμετωπίζουν με δυσπιστία ή ακόμη και με χιούμορ. Μερικές ακούγονται γελοίες, άλλες ίσως κάπως πιο ρεαλιστικές, είναι όλα θέμα απόψεων. Το σίγουρο είναι πάντως ότι όταν πιστεύουμε κάτι με πάθος, τελικά το δημιουργούμε. Χαρακτηριστική είναι μια έρευνα του βρετανικού Πανεπιστημίου του Χέρτφορντσαϊρ. Ο καθηγητής Ψυχολογίας Ρίτσαρντ Γουάισμαν μελέτησε 2.068 ανθρώπους και διαπίστωσε ότι ένας στους τέσσερις, ο οποίος και αντιμετωπίζει με φόβο την Παρασκευή, είναι πιο στρεσαρισμένος την ημέρα αυτή και επομένως πιο επιρρεπής στα ατυχήματα. Είναι η δύναμη της «αυτοεκπληρούμενης προφητείας».

Ζούμε σε μία εποχή, όπου η επιστήμη γνώρισε μίαν εκπληκτική πρόοδο και έγιναν πραγματικότητα ανακαλύψεις και κατακτήσεις, που πριν δύο-τρεις αιώνες φαίνονταν αδιανόητες και άλλαξαν σε σημαντικό βαθμό τη ζωή των ανθρώπων. Κι ενώ περίμενε κανείς η πρόοδος αυτή να οδηγούσε στην απελευθέρωση του ανθρώπου από τις προλήψεις, δεισιδαιμονίες, θρησκοληψίες και πρωτογονισμούς του παρελθόντος, η κατάσταση δε φαίνεται να άλλαξε σημαντικά. Ο σύγχρονος άνθρωπος καυχιέται για τις κατακτήσεις του, αλλά παραμένει δέσμιος των πρωτόγονων καταβολών του με προλήψεις και δεισιδαιμονίες να τον βασανίζουν. Σε κάθε του βήμα διαβλέπει κινδύνους, ταλαιπωρίες, αποτυχίες, ασθένειες, θανάτους, με αποτέλεσμα να χάνει την ηρεμία του.

Φυσικά, οι δεισιδαιμονίες δεν επηρεάζουν όλους τους ανθρώπους, καθώς έχουν να κάνουν με την αντίληψη τους, την σχέση τους με το εξωπραγματικό και κυρίως με την παιδεία του καθενός. Πολλοί τις πιστεύουν, ενώ άλλοι τις χλευάζουν. Ό,τι και να είναι, πάντως, δεν παύουν να αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της πολιτιστικής μας παράδοσης, που δεν θα πρέπει να χαθούν αφού, άσχετα αν τις πιστεύουμε ή αν μοιάζουν αφελείς, με αυτές μεγαλώσαμε και δεν θα ήταν παράλογο να τις μεταδώσουμε και στα παιδιά μας.

Σε τελική ανάλυση δηλαδή, όλα είναι στο μυαλό μας. Και όπως είχε πει και ο Oscar Wilde «η δεισιδαιμονία είναι το στοιχείο που χρωματίζει τη σκέψη και τη φαντασία, είναι ο εχθρός της κοινής λογικής». Γι’ αυτό, λοιπόν, μην αγχώνεστε, όταν είναι Τρίτη και 13 ή Παρασκευή και 13. Όλα θα κυλήσουν καλά. Καμία γρουσουζιά και καμία ατυχία δεν πρόκειται να σας συμβεί, όλα είναι μια προκατάληψη! Όπως και να ‘χει, εσείς μην πτοείστε και μην χαλάτε τη διάθεση σας. Πού ξέρετε, μπορεί να είναι η τυχερή σας μέρα και να πιάσετε το… δεκατριάρι… Πόσο χειρότερα δηλαδή μπορεί να γίνουν τα πράγματα;

 

Αλέξης Τότσικας

Read Full Post »

Ελληνική λαϊκή παράδοση


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα νοσταλγικό  άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με τίτλο: «Ελληνική λαϊκή παράδοση».

 

Μια φορά κι ένα καιρό ο κόσμος ήταν μικρός. Άπλωνες το μάτι σου ίσαμε πέρα. Όσον τόπο έπιανες, τόσος ήταν ο κόσμος. Σαράντα  χιλιόμετρα με τη νταλίκα, μιας μέρας δρόμο, το λέγανε ταξίδι. Εκατό – διακόσια χιλιόμετρα, έφευγαν σε τόπο ξένο, μακρινό. Έμπαινες σε καΐκι που άνοιγε τα πανιά του στη θάλασσα; Τότε πια ήταν ξενιτιά, αποδημία. Οι νοικοκυραίοι μέναν στον τόπο που γεννήθηκαν κι είχαν ξεχωριστό κομμάτι γης, για να τους θάψουν σαν θάρχονταν κάποτε η σειρά τους. Μικρός ο κόσμος, λίγοι οι άνθρωποι, λίγα τα νιτερέσια. Κατέβαινε ο κάθε νοικοκύρης στην πιάτσα, μίλαγε με τους συντοπίτες, τον ήξεραν, τους χαιρετούσε, τον καλημέριζαν.  – Καλημέρα, η ώρα η καλή.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι δε βιάζονταν, δεν έτρεχαν. Τίποτα βίαιο δε σημάδευε τη μέρα  τους. Η ζωή αργοκυλούσε πάντα η ίδια. Ξέραν πότε θα φρεσκάρει το μελτέμι, περίμεναν τη βροχή, ξεχώριζαν τη θολούρα που φέρνει το χιόνι, προετοιμάζονταν. Έσπερναν, θέριζαν, έσκαβαν, πότιζαν, πάντα τα ίδια πράματα, στα ίδια χωράφια, κάτω από τον ίδιο ήλιο, κοντά στα ίδια δένδρα, που είχαν κληρονομήσει απ’ τους γονιούς τους.

Άμα σε κουβέντιαζε άνθρωπος, έπρεπε να τον κοιτάζεις στα μάτια, αν δεν ήθελες να το πάρει για προσβολή και περιφρόνηση. Να φουμάρει νέος μπροστά σε ηλικιωμένο, δε γινόταν. Κι όταν κάθονταν οι γέροι, οι νέοι στέκονταν, κι ας είχε καρέκλες αδειανές. Τη σειρά που είχαν μάθει από τους γονιούς τους, την κρατούσαν όταν έκαναν δικό τους σπιτικό και την παράδιναν κληρονομιά στα παιδιά τους.

Όταν σόδιαζαν, οι νοικοκυρές βοηθούσαν η μια την άλλη να  πήξουν τον τραχανά, να τον πλάσουν στο σοφρά, πάνω στο χασεδένιο τραπεζομάντιλο πλυμένο στο λουλάκι, να τον κάνουν χάχλες. Έστριβαν το κριθαράκι, έκοβαν τις χυλοπίτες. Στίβαζαν τα κούτσουρα για το τζάκι, την πυρήνα για το μαγκάλι, τα κάρβουνα και το δαδί για τη φωτιά. Μέσα στο μεγάλο πιθάρι με το λάδι έβαζαν τα κεφαλάκια το τυρί για το χειμώνα. Στο κατώι κρέμονταν αρμαθιές τα κρεμμύδια και τα σκόρδα. Κάτω απ’ τον καναπέ στην τραπεζαρία αποθήκευαν τα «χειμωνιάτικα», τα πράσινα  καρπούζια και τα κίτρινα πεπόνια. Στο νταβάνι κρέμονταν σειρές τα κόκκινα ρόδια, και τα κυδώνια. Στους μπακιρένιους τεντζερέδες, που έλαμπαν σαν καθρέφτες πάνω στα ράφια, είχαν πατημένα τα ξερά σύκα. Σκέτα για τα παιδιά, ζεματιστά ψιλόφλουδα για τους μεγάλους, γεμιστά με καρύδι, σουσάμι και κανέλα για τους ξένους.

Άμα χτυπούσε την πόρτα τους ο χειμώνας, ήταν έτοιμοι να τον καλοδεχτούν. Άμα χτυπούσε ζητιάνος, δεν έπρεπε να τον αφήσουν να φύγει μ’ αδειανά τα χέρια. Έστρωναν το τραπέζι στα σπιτικά τους με την καμπάνα της εκκλησίας το μεσημέρι, κάθονταν όλοι μαζί, έκαναν το σταυρό τους. Έπιανε ο νοικοκύρης το ζυμωτό σπιτίσιο καρβέλι, το σταύρωνε τρεις φορές με το μαχαίρι, έκοβε, κρατούσε ο ίδιος τη γωνιά τη  ροδοψημένη και μοίραζε στους άλλους τις πλατιές φέτες. Έτρωγαν αργά, χωρίς πολλές κουβέντες και χάχανα και, άμα τελείωναν, έκαναν πάλι το σταυρό τους. Οι μικροί περίμεναν να σηκωθεί πρώτα ο πατέρας και δεν παρατούσαν το τραπέζι, αν δε δίπλωνα την πετσέτα, που είχαν δέσει στο λαιμό τους.

Οι σκόλες τους ήταν μετρημένες, οι διασκεδάσεις τους το ίδιο, πότε σε βαφτίσια, πότε σε γάμο. Τα λιγοστά τους μαγέρικα ζούσαν απ’ τους μετρημένους εργένηδες και τους ταξιδιώτες. Στους καφενέδες σύχναζαν τα τζόβενα. Οι σοβαροί άνθρωποι ήξεραν μια-μια τις πέτρες που διάβαιναν απ’ το σπίτι στο μαγαζί και απ’ το μαγαζί στο σπίτι. Είχαν το στασίδι τους στην εκκλησιά. Μάθαιναν τα τραγούδια απ’ τους μεγάλους, όταν ήταν μικροί, και τα παράδιναν στα παιδιά τους. Είχαν εκείνο τον καιρό οι άνθρωποι επιθυμίες ελάχιστες, βλέψεις λιγότερες, αγωνίες σχεδόν καθόλου.

Το μόνο ξαφνικό που ερχόταν στη ζωή τους ήταν η αρρώστια και ο θάνατος. Τα φοβόντουσαν, γιατί δε μπορούσαν, δεν ήξεραν να τα προλάβουν. Κι όταν ερχόταν ο θάνατος τους έβρισκε έτοιμους, προετοιμασμένους. Νήστευαν και στη μικρή και στη μεγάλη Σαρακοστή, μεταλάβαιναν τα Χριστούγεννα και το Μεγάλο Σάββατο, μην τους βρει το ξαφνικό και δε τους προλάβει ο παπάς. Το είχαν για μεγάλη αμαρτία. Η ζωή έσερνε τα πόδια της αργά και οι πατημασιές της φαίνονταν χρόνια και τις έδειχναν από γενιά σε γενιά. Η πατατούκα  με την  εγγλέζικη τσόχα και την άσπρη αρνίσια προβιά από μέσα για φόδρα, έπεφτε κληρονομιά από πατέρα σε γιο. Και στις λάμπες του πετρελαίου μόνο το φυτίλι άλλαζαν και σπάνια το γυαλί, σαν παραπλήθαιναν τα τσιγαρόχαρτα, που κολλούσαν στη φούσκα του, για να συγκρατούν τα πολλά ραγίσματα.

Μακάριοι άνθρωποι, μακάρια χρόνια. Είχαν  χοντρά μουστάκια οι άνδρες. Πάνω στα δικά τους έπαιρναν όρκο, τα ξένα τα φτύναν  και τα βλαστημούσαν. Οι αγρότες ξεκινούσαν για τη δουλειά με την ανατολή και γύριζαν με τη δύση του ήλιου. Μόνο τ’ αγιολόι έβαζε ορόσημα στο χρόνο. Με δυο γιορτές, του αγίου Δημητρίου και του αγίου Γεωργίου, υποδιαιρούν το έτος σε χειμώνα και καλοκαίρι. Με γιορτές πάλι- «του αγίου Αντωνίου», «ανήμερα της Υπαπαντής», «ξημερώνοντας τ’ αϊ- Χαραλάμπους» – συνδέουν την ανάμνηση του καλού ή του κακού που τους έτυχε.

Η φύση είναι το περιβάλλον των ανθρώπων εκείνου του καιρού. Οι παλιοί άνθρωποι δεν είναι φυσιολάτρες. Είναι ένα μέρος από τη φύση. Στη μικρή κοινότητα η επικοινωνία με τον έξω κόσμο είναι περιορισμένη και η μάθηση φτωχή. Ο κόσμος όμως της φαντασίας είναι πλούσιος. Οι άνθρωποι είναι πολύ καλοί ή πολύ κακοί, σαραντάπηχοι ή τοσοδούληδες. Παράξενα πλάσματα φωλιάζουν στις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού, στο στάβλο, στον αχυρώνα. Οι άνθρωποι εκείνου του καιρού έχουν απαντήσεις σε όλες τις απορίες τους. Ερμηνεύουν τον κόσμο με παραμύθια, γιατρεύουν τις αρρώστιες με μαγικά. Κι αν κάτι δεν καταλάβουν, πάντα υπάρχει στο χωριό μια γριά σοφή, που θυμάται τα παλιά, εξηγεί τα τωρινά και προμαντεύει το μέλλον.

Οι παλιοί νοικοκυραίοι ήταν ευχαριστημένοι από τον κόσμο που γνώριζαν. Συγκρατούσαν λίγα πράματα από το παρελθόν με τις διηγήσεις που άκουγαν, όπως συγκρατούν τα παιδιά τα παραμύθια. Άκουγαν απ’ τους διαβασμένους  ιστορίες  για το γένος, για ένα κομμάτι πατρίδα που λεφτερώθηκε το 21 κι ύστερα περπάτησαν τα χρόνια, έγιναν πόλεμοι μεγάλοι και μικροί, γέμισε ο κόσμος φωτιές, χαλάσματα, σκοτωμένους, πήγε κάμποσο πίσω ο Τούρκος, λεφτερώθηκαν οι  σκλάβοι, μεγάλωσε η πατρίδα, άλλαξε η ζωή.

Μετά ο κόσμος πλήθυνε, δε γνωρίζονταν πιά  όλοι μεταξύ τους, χάθηκαν οι νταλίκες και πήραν τη θέση τους τα αυτοκίνητα. Οι αποστάσεις μίκραιναν. Οι άνθρωποι όχι μόνο  έτρεχαν, μα βρήκαν τον τρόπο να μιλούν από πολύ μακριά ο ένας στον άλλο, χωρίς να κοιτάζονται στα μάτια. Οι πολλοί άρχισαν να ψαλιδίζουν τα μουστάκια τους, άλλαξαν ρούχα, φόρεσαν φράγκικα, μείναν λιγοστά τα σαλβάρια και οι τσόχινες βράκες.  Μέρα με την ημέρα όλα άλλαζαν. Κάθε φορά ο κόσμος έβγαινε όλο και πιο πολύ από συνήθειες αποχτημένες, από παραδόσεις που τις κρατούσαν τόσες γενιές.  Τον παλιό τον κόσμο τον περνούσε με μεγάλα βήματα ο καινούργιος,  βιαστικός και ασυγκίνητος και τον έσερνε στην περιοχή των αναμνήσεων.

Όμως αυτόν τον κόσμο, που δεν πρόλαβαν οι νέοι, τον παρατηρούμε στις εκδηλώσεις του λαού, τον διακρίνουμε στην παραδοσιακή μας αρχιτεκτονική. Παλιά σπίτια, κάστρα, γεφύρια, εκκλησίες, καλντερίμια, μύλοι, περιστερώνες, ξωκλήσια, προσκυνητάρια και άλλες κατασκευές δείχνουν την ευαισθησία και την ποιητική φαντασία του παλιού δημιουργού-τεχνίτη.

Τα παραδοσιακά αυτά στοιχεία, που συνθέτουν την εθνική πολιτιστική μας ταυτότητα, ανέλαβε να συγκεντρώσει και να συστηματοποιήσει η επιστήμη της Λαογραφίας. Αντικείμενο της Λαογραφίας είναι ο λαός. Αλλά ποιος λαός; Αυτός  που έχει διατηρήσει την  παράδοση, έχει υποστεί δηλαδή τις λιγότερες ξενικές επιδράσεις, ο λαός της υπαίθρου, που διατηρεί γνήσια στοιχεία της εθνικής ταυτότητας.

Τι είναι όμως η παράδοση;

Κάθε γενιά ανθρώπων αισθάνεται τον κόσμο με το δικό της τρόπο, προσπαθεί να τον γνωρίσει, στοχάζεται, επινοεί και πράττει. Τη γνώση και τα έργα της τα παραδίδει στην επόμενη. Εκείνη, με τη σειρά της, πάνω στη συγκομιδή που κληρονόμησε, προσθέτει τη δική της. Όλος αυτός ο πλούτος είναι η παράδοση.

Οι γνώσεις, οι σκέψεις, τα αισθήματα και τα έργα των ανθρώπων συχνά παραδίδονται με την υπογραφή και με τη σφραγίδα μιας προσωπικότητας. Γνωστοί καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, προφήτες και ποιητές ανήκουν σ’ αυτό το είδος της παράδοσης, που λέγεται λόγια παράδοση.

Άλλο πράγμα είναι η λαϊκή παράδοση. Και σ’ αυτήν υπάρχει ο δημιουργός, που πρώτος εμπνέεται το έργο, αλλά αυτός ταυτίζεται με την κοινωνία. Στο έργο του δεν εκφράζει προσωπικές εμπειρίες, αλλά τη γενική αντίληψή του για τον κόσμο ή την κοινωνική ομάδα, όπου ανήκει. Δεν επινοεί νέα θέματα, δεν έχει προσωπικό ύφος, δεν επιδιώκει την πρωτοτυπία, χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν παραλλαγές σε κοινά θέματα.

Το έργο του λαϊκού πολιτισμού είναι ομαδικό, εκφράζει κοινές αντιλήψεις και περνάει στη χρήση των πολλών, που το προσαρμόζουν στο κοινό αίσθημα. Στο λαϊκό πολιτισμό, η ποίηση, οι τέχνες, η σοφία δεν είναι προνόμιο λίγων, αλλά κατόρθωμα και κτήμα όλων.

Η νεοελληνική λαϊκή παράδοση έχει τις ρίζες της στα αρχαία  χρόνια. Τα έθιμα, τα διακοσμητικά μοτίβα, τα ποιητικά θέματα, οι μύθοι, περνώντας από γενιά σε γενιά και αλλάζοντας αδιάκοπα, ζουν μέχρι σήμερα, καθορίζουν τους Έλληνες και συνδέουν τους τωρινούς με τους παλαιότερους και τους αρχαίους. Ο χωρισμός, η άτυχη αγάπη, ο αταίριαστος γάμος, ο θάνατος, τα οικογενειακά δράματα δεν έλειψαν ποτέ από τη ζωή των ανθρώπων. Μόνο που ο κόσμος ο παλιός ξέρει πως όλα αυτά είναι μέσα στ’ ανθρώπινα. Τα δέχεται και τα αντέχει. Η πίστη στις αξίες – τιμή, ευσέβεια, ανδρεία – και στις ίδιες μυθικές δοξασίες ενώνει  τους ανθρώπους μέσα στην οικογένεια και στην κοινότητα. Η καθημερινή συναναστροφή δημιουργεί οικειότητα.  Οι άνθρωποι αισθάνονται μαζί στις καλές και στις δύσκολες ώρες, κι ενάντιοι στον εχθρό. Ζουν και πεθαίνουν στον τόπο που γεννήθηκαν, εκτός αν ο γάμος, η φτώχια ή τα εμπορικά ταξίδια τους στείλουν στην ξενιτιά. Αλλά κι εκεί ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Κόσμος είναι ο τόπος του, η νοσταλγία εμπνέει  τα τραγούδια του. Τα μηνύματα πάνε κι έρχονται με τα πουλιά, με τον αέρα, με τον ήλιο, με το φεγγάρι, με τους διαβάτες.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Ο κόσμος που περιγράψαμε δεν υπάρχει πια. Ποιο σημερινό ελληνόπουλο κάτω των 30 γνωρίζει το αγκωνάρι και την αστράχα του σπιτιού ή το σοφρά, το σαγάνι, την τάβλα, το τσανάκι και τη μάσια; Ποιο νέο κορίτσι ξέρει τι ήταν το μπαούλο με το γιούκο της γιαγιάς και πώς ήταν ντυμένη με τη μπελαρίνα, το γιουρντί κα το τσεμπέρι της;  Ποιο παιδί γνωρίζει τι χρησίμευε το καντάρι, το τραβηχτό, ο ντορβάς και η σβάρνα, τι ήταν το τουλούμι, το τεζάχι, το τροκάνι, το ταγάρι, το κακάβι, η καρδάρα, το καλαπόδι, πώς ήταν το χειρόβολο και το ντουγένι, τι έκαναν στο αλώνι, τι μετέφεραν με τη νάκα; Πόσες απ’ αυτές τις λέξεις θεωρούν ελληνικές και ποιες νομίζουν ξένες;

Όλα αυτά βρίσκονται τώρα στα βιβλία ή στα μουσεία, τα φυλάμε για κειμήλια ή στολίζουμε μ’ αυτά τα σπίτια μας. Οι λαϊκοί χοροί και τα τραγούδια διδάσκονται στα σχολεία. Ελάχιστα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού απομένουν ζωντανά, σε περιοχές απομονωμένες κι έχουν τη σημασία μουσειακού υλικού, που πρέπει να περισυλλεγεί σαν από μια πηγή που στερεύει.

Το γεγονός, βέβαια, ότι ένα αντικείμενο μπαίνει στο μουσείο δηλώνει ότι έπαψε να έχει ζωντανή παρουσία. Ωστόσο συχνά τα μουσειακά αντικείμενα ξαναβγαίνουν στη ζωή και διεκδικούν μια νέα λειτουργική αναγνώριση. Πρόκειται για τα φαινόμενα της «επιβίωσης» και της «αναβίωσης», δυο όροι που τους χρησιμοποίησε ο Δημήτρης Γληνός και για τους αρχαίους Έλληνες.

Επιβίωση είναι το αυτόματο πέρασμα του χτες στο σήμερα, η άμεση μετάγγιση μορφών ζωής από ψυχή σε ψυχή, από στόμα σε στόμα, από πατέρα σε παιδί, από γενιά σε γενιά. Είναι το αυτοσχέδιο τραγούδι στη διονυσιακή γιορτή της αρχαιότητας και στο σημερινό πανηγύρι, το αυθόρμητο μοιρολόι της πονεμένης μάνας του 1821, του 1950, αλλά και του 2000. Είναι το παραδοσιακό φαγητό της γιαγιάς, που το ανακαλύπτει η εγγονή και το βρίσκει «πολύ ενδιαφέρον», το σπίτι του παππού στο χωριό, που πρέπει να μην το αλλάξουμε καθόλου, η χειροποίητη ψάθινη καρέκλα, το παλιό κόσμημα που το βρίσκουμε πολύ της μόδας και κάθε μορφή σύγχρονου φολκλορισμού, που περιλαμβάνει βέβαια και τη ζήτηση παραδοσιακών αντικειμένων χειροτεχνίας. Μια τάση αυθόρμητη, που τη διακρίνουμε σε κάθε εποχή.

Αναβίωση είναι το συνειδητό ξαναζωντάνεμα του παλιού. Στρέφεται σε στοιχεία που ο καιρός τα ξεμάκρυνε από την ιστορική μνήμη και  παρουσιάζεται σαν ανάγκη που εξυπηρετεί τα συμφέροντα κάποιων κοινωνικών ομάδων. Έχει όμως κάθε φορά και ένα ομαδικό ή μαζικό αντίκρισμα. Παράδειγμα αναβίωσης είναι η μαζική και βιομηχανική αναπαραγωγή παλαιών αντικειμένων, που ανταποκρίνεται στη ζωηρή ζήτηση ντόπιων και ξένων αστικών κύκλων (νεόπλουτων και τουριστών): Χωριάτικο τζάκι μέσα στο σπίτι μας, δυο παλιά κιούπια στην αυλή μας, το σεντούκι της γιαγιάς για διακοσμητικό, κουρτίνες κεντητές με το βελονάκι, παραδοσιακά πήλινα βάζα και ένα αντίγραφο κολοκοτρωναίικης κουμπούρας κρεμασμένη στον τοίχο αποτελούν απαραίτητα στοιχεία πολλών νοικοκυριών σήμερα, που τα διατηρούν για να μη χάσουν την επαφή με το παρελθόν, τις ρίζες, την ιστορία τους.

Το φαινόμενο της αναβίωσης, όμως, παρατηρείται και συστηματικά σε διάφορους τομείς του πολιτισμού μας κάθε εποχή, όπως και στις μέρες μας:

Έτσι οι οργανοπαίχτες στα μέσα της δεκαετίας του 60 άρχισαν να αντικαθιστούν τα παλαιά λαϊκά όργανα με νέα δυτικά και βιομηχανικά. Όσοι έπαιζαν  λαούτο το γύρισαν στην κιθάρα, τη λαουτοκιθάρα, που την κούρδιζαν σαν λαούτο. Άλλοι αντικατέστησαν το ούτι ή το μαντολίνο με το μπουζούκι, το ντέφι ή το νταούλι με τη τζαζ, και οι ζουρνατζήδες άλλαξαν το ζουρνά με το κλαρίνο, που έχει πιο μεγάλες μουσικές δυνατότητες. Με τέτοιους συνδυασμούς εκτελούσαν ευρωπαϊκούς χορούς, αλλά και σύγχρονα ελαφρά τραγούδια, ενώ, αν χρειαζόταν, το γύριζαν στα δημοτικά τραγούδια και τους λαϊκούς χορούς.

Οι παραδοσιακοί χοροί με τη σειρά τους αναβιώνουν τα τελευταία χρόνια στο κλίμα του φολκλορισμού. Κάθε χωριό οργανώνει, ιδίως μετά το 1974, εκδηλώσεις, όπου κυρίαρχη θέση κατέχουν οι τοπικοί παραδοσιακοί χοροί. Η έκταση μάλιστα του φαινομένου έθεσε και θέμα αυθεντικότητας, κατά πόσο δηλαδή οι χοροί αυτοί εκτελούνται με τρόπο που δηλώνει σεβασμό και γνώση της γνήσιας παράδοσης. Ο χορός, βέβαια, δεν είναι αντικείμενο, ένα δραπάνι ή ένα κύπελλο, που περνάει από γενιά σε γενιά κι από χέρι σε χέρι, χωρίς ν’ αλλάξει μορφή και χρήση. Ο χορός είναι κάτι που γίνεται, εξελίσσεται και αλλάζει ταυτισμένος κάθε φορά με το σώμα κάθε ανθρώπου, τις απαιτήσεις της εποχής, την ιδιοσυγκρασία της στιγμής. Γι’ αυτό και αναγνωρίζουμε πολλές παραλλαγές και αμέτρητο πλήθος χορευτικών σχημάτων.

Ο παραδοσιακός χορός προκάλεσε και την επανεμφάνιση της παραδοσιακής ενδυμασίας.  Οι εκατοντάδες χορευτικές ομάδες και συγκροτήματα έπρεπε ασφαλώς να ντυθούν ανάλογα. Έτσι λοιπόν η παραγωγή παραδοσιακών ενδυμασιών εξελίχτηκε τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους πιο ανθηρούς κλάδους της βιομηχανίας λαϊκής τέχνης. Στην αγορά μάλιστα βγαίνουν κατά καιρούς και εξαρτήματα ή μοτίβα παρμένα ή εμπνευσμένα από την παράδοση. Σύγχρονοι έλληνες «μοντελίστ» έγιναν μεσάζοντες, που μετέφεραν την ελληνική ενδυματολογική παράδοση στους ξένους μόδιστρους και σε οίκους μόδας.

Από τα μικρότερα εξαρτήματα ιδιαίτερη ζήτηση είχαν τα μαντίλια, οι τσεβρέδες, κοσμήματα από ασήμι και χρυσάφι, αλυσίδες διακοσμητικές, ζώνες αργυροποίκιλτες, δαχτυλίδια με χρωματιστές πέτρες, αλλά και το νεοελληνικό πλεκτό, για το οποίο ένα γυναικείο περιοδικό έγραψε πρόσφατα με ενθουσιασμό: «Το πλεκτό μας ντύνει την Ευρώπη»!

Αν το ασήμι και το χρυσάφι υπηρέτησαν την πολυτέλεια, το σίδερο, το ατσάλι, ο χαλκός, ο μπρούτζος, ο τσίγκος και το καλάι κάλυψαν αμέτρητες πρακτικές ανάγκες. Ο τενεκές (λευκοσίδηρος) χρησιμοποιήθηκε πλατιά κατά το 19ο αιώνα. Από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και μέχρι πριν μερικές δεκαετίες σε κάθε χωριό υπήρχε και κάποιο μεταλλοτεχνικό εργαστήρι, αν όχι για κατασκευή, τουλάχιστον για συντήρηση και επισκευή σκευών και εργαλείων.

Παραγωγοί όλων αυτών των αντικειμένων ήταν οι σιδεράδες, οι κοινωνικά υποβαθμισμένοι «γύφτοι». Από τα χέρια και το καμίνι τους έβγαιναν εργαλεία και σκεύη (υνία, καζάνια, φτυάρια, μαχαίρια, δοχεία, στεφάνια σιδερένια), εξαρτήματα οικοδομών (σιδεριές για παράθυρα, κλειδαριές, μάγγανα, ρόπτρα) και πολλά άλλα. Χρειάστηκε να φτάσουμε στη φολκλοριστική αφύπνιση ή μόδα των ημερών μας, για να προσέξουμε την τεχνική ευαισθησία αυτών των ανθρώπων και τα έργα τους. Σήμερα τα «κεντημένα σίδερα» των αστικών μπαλκονιών αποτελούν έναν από τους πιο φιλόδοξους στόχους των συλλεκτών και ολοένα συχνότερα αναπαράγονται βιομηχανικά, για να κοσμήσουν σπίτια ευκατάστατων αστών και να αποκαταστήσουν έτσι το πνευματικό κύρος των φτωχών σιδεράδων, των χαλκιάδων.

Δίπλα στις κατασκευές αυτές εξίσου σημαντικά είναι και τα ξύλινα σκεύη και εργαλεία (κανάτια, σκάφες, πινακωτές, ξυλόφτιαρα, ξυλάλετρα, αγκλίτσες, ξυλοβάρελα κ.α.), αλλά και έπιπλα, που το 18ο και 19ο αιώνα αναπαράγονται με απόλυτο σεβασμό στην παράδοση. Σήμερα υπάρχουν αξιόλογοι ξυλογλύπτες, που δουλεύουν με ευαισθησία τόσο το κοσμικό έπιπλο (τραπέζια, καναπέδες, καρέκλες), όσο και το εκκλησιαστικό (τέμπλα, προσκυνητάρια, στασίδια κ.α.).

Η λαϊκή κεραμική, τέλος, με τη μακραίωνη ελληνική παράδοσή της επιβίωσε ως τις μέρες μας και δημιούργησε μια σύγχρονη σχολή κεραμιστών, που, με αφετηρία  τη λαϊκή παράδοση, αναπαράγουν ποικιλία αντικειμένων με αισθητική λειτουργία, αλλά και χρηστικά, παλεύοντας ν’ αντιμετωπίσουν το πανταχού παρόν πλαστικό.

Ο 20ος αιώνας όμως έφερε ριζικές ανακατατάξεις στον τομέα της παράδοσης. Απογύμνωσε τις δημιουργίες από τη γοητεία του μύθου, αφαίρεσε το ποιητικό στοιχείο, αλλοίωσε τη γνησιότητα, άφησε τις δυτικές επιδράσεις να εισχωρήσουν στη διάθεση του λαϊκού τεχνίτη. Υπάρχουν και σήμερα, βέβαια, ξυλογλύπτες, ζωγράφοι, κεραμιστές, αγγειοπλάστες, κεντήστρες και υφάντρες, που αγωνίζονται να κρατήσουν (και να κρατηθούν από) την παράδοση, να πλάσουν πάνω στον πηλό, το μουσαμά ή το ξύλο, το μεράκι της καρδιάς, τα όνειρα της φαντασίας τους.

Η πραγματικότητα όμως τους επηρεάζει, το παλιό μεράκι χάθηκε, η τέχνη βιομηχανοποιήθηκε και υπηρετεί τη λογική του κέρδους. Οι φολκλορικές εκδηλώσεις συχνά οργανώνονται για την τέρψη του τουριστών και την άγρα συναλλάγματος. Στα καταστήματα Greek art βρίσκουμε παραδοσιακά αντικείμενα και είδη λαϊκής τέχνης φτιαγμένα στο Χογκ- Κογκ ή στην Ταϊβάν. Φαινόμενο αστείο και συνάμα προσβλητικό. Πολλές φορές η λαϊκή τέχνη γίνεται μόδα και περνάει στη ζωή μας ως γραφικό και αξιοπερίεργο. Ό,τι γίνεται όμως μόδα, γρήγορα παλιώνει και χάνεται.

Σωστό είναι να δώσουμε στο παρελθόν μια θέση δημιουργική, για να μην παίζει το ρόλο του ζητιάνου στη σύγχρονη ζωή. «Ένα μέλλον για το παρελθόν μας» ήταν το 1975 το σύνθημα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Είναι κρίμα να βλέπει κανείς δείγματα λαϊκής τέχνης να καταστρέφονται απροστάτευτα, πλακόστρωτες πλατείες στα χωριά να τσιμεντώνονται, εθνικά μνημεία να βεβηλώνονται, παραδοσιακά στοιχεία να διακωμωδούνται.

Χρειάζεται μια αναδιαπαιδαγώγηση του λαού με τις πραγματικές λαϊκές αξίες.  Και το μεγάλο μερίδιο αυτής της ευθύνης πέφτει στην παιδεία. Στα σχολεία πρέπει να ξεκινήσει μια νέα σταυροφορία για τη διάσωση και τη διάδοση του λαϊκού πολιτισμού. Να γνωρίσουν τα νέα παιδιά την παράδοσή μας, να βιώσουν τα στοιχεία της, να τα κατανοήσουν και να τ’ αγαπήσουν.

Μπαίνοντας στον 21ο αιώνα, ανοίξαμε μια νέα σελίδα στη ζωή μας. Από τo 10ο αιώνα π.Χ., τη γεωργική επανάσταση δηλ. της προϊστορικής εποχής, όταν διαμορφώθηκαν οι πρώτες κοινωνίες, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα μ.Χ. – το 1950 – οι άνθρωποι αγωνίζονταν για την επιβίωση και την αυτάρκειά τους. Μέχρι το 1950 οι γονείς μιας 7μελούς οικογένειας ζούσαν με την αγωνία να εξασφαλίσουν το ψωμί για τα παιδιά τους και να μην τους πεθάνει κανένα παιδί από πείνα.

Τα 50 τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα (1950-2000) χαρακτηρίστηκαν από μια μαζική υστερία παραγωγής και κατανάλωσης. Όραμα και στόχος κάθε ανθρώπου έγινε η ποσότητα. Τα φτωχόσπιτα, όπου στιβάζονταν 7 παιδιά στο στρώμα, έγιναν  πεντάρια διαμερίσματα με κουζίνα εντοιχισμένη με πάσο, 3 τηλεοράσεις, 2-3 τουαλέτες, παρτέρια, βεράντες και κήπο. Τα σπίτια γέμισαν πλαστικά άνθη, καπλαμάδες και δερματίνες. Στις γειτονιές πληθαίνουν οι αλυσίδες καταστημάτων μόδας, τεχνολογίας και καταναλωτικών αγαθών, τα υπερκαταστήματα τροφίμων και τα κέντρα ψυχαγωγίας για κάθε ηλικία και γούστο.

Μόνο που στη «Μέκκα» του σύγχρονου καπιταλισμού τα δωμάτια στο σπίτι είναι πέντε, αλλά τα παιδιά είναι δύο! Τα πεινασμένα παιδιά της δεκαετίας του 60, σήμερα κάνουν ειδικές δίαιτες αδυνατίσματος, που τις πληρώνουν μάλιστα ακριβά! Πενήντα χρόνια πριν εκατοντάδες νεαροί στοιβαγμένοι με απάθεια σ’ ένα σκοτεινό χώρο με πνιγηρή ατμόσφαιρα θα λέγαμε ότι βρίσκονται σε αμπάρι πλοίου που ταξιδεύει για το αμερικανικό όνειρο ή για την Αυστραλία. Δε θα φανταζόμασταν ότι πρόκειται για βραδινή έξοδο των παιδιών μας σε σύγχρονο club! Και το χωριάτικο κοτόπουλο με  χυλοπίτες από το κοτέτσι της γιαγιάς στη Λάρισα ήταν το πιο απλό και φτηνό φαγητό. Σήμερα έγινε σπάνιο και δυσεύρετο ως οικολογικό προϊόν και κοστίζει πολύ ακριβά! Ορισμένοι καχύποπτοι, τέλος, είπαν ότι ακόμα και οι νομικές διαδικασίας για τη λύση του γάμου απλοποιήθηκαν, για να αυξηθούν τα διαζύγια, να πολλαπλασιαστούν οι δεύτεροι και τρίτοι γάμοι, τα διπλά και τριπλά νοικοκυριά με τα αντίστοιχα καταναλωτικά αγαθά. Ούτε ο Όργουελ δεν το είχε φανταστεί!

Τι μας φέρνει ο 21ος αιώνας; Έναν άνεμο ποιοτικής διαφοροποίησης! Από δω και πέρα ζητούμενο θα είναι η ποιότητα. Λιγότερα και καλύτερα. Καλύτερα και απλούστερα. Απλούστερα και φυσικότερα.  Φυσικότερα και ωραιότερα. Ωραιότερα και λιγότερα. Η κραυγή του ζώου που δεν περπατάει, δεν αναπνέει οξυγόνο, δεν τρέφεται φυσικά, δε μεγαλώνει στο βιολογικό του κύκλο, δεν αναπαράγεται φυσιολογικά, δε ζει αρμονικά με το περιβάλλον του, ακούγεται δυνατή και απειλητική. Άτομα, κοινωνικές ομάδες και κινήματα αναζητούν πλέον την επανασύνδεσή τους με τη φύση. Και οι επιλογές τους γίνονται όλο και πιο ποιοτικές, αφαιρετικές και επιλεκτικές.

Η λαϊκή παράδοση και ο γνήσιος λαϊκός πολιτισμός αποτελεί τη μεγάλη δεξαμενή της ποιότητας. Εκεί βρίσκουμε κάθε φορά τις ρίζες μας. Τα στοιχεία που μας συνδέουν με το φυσικό μας χώρο, τις πραγματικές μας ανάγκες, την ιστορική μας μοίρα. Είναι η πολύτιμη περιουσία που κληρονομήσαμε από τους παππούδες μας και πρέπει να κληροδοτήσουμε στα παιδιά μας. Όσο πιο αληθινά, φυσικά και γνήσια μπορούμε. Για να ανακαλύψουν κι εκείνα με τη σειρά τους την ποιότητα σ’ έναν κόσμο αλλοτριωμένο πολιτισμικά, σε μια κοινωνία που αναζητάει ένα νέο στίγμα. Την κοινωνία της παγκοσμιοποίησης.

Όσοι δεν αντιληφθούν αυτές τις αλλαγές, θα μείνουν ουραγοί στο περιθώριο. Εκείνοι που δεν μπορούν να τις συλλάβουν, θα τις βιώσουν καθυστερημένα ή αρνητικά. Οι υποψιασμένοι θα τις ζήσουν και, κυρίως, θα τις συνδιαμορφώσουν αντλώντας από τον πλούτο της λαϊκής παράδοσης. Γιατί μόνο το παρελθόν μπορεί να μας δείξει το μέλλον.

 

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

Read Full Post »

Αι Απόκρεω εν Άργει


 

  Ο Αναστάσιος Τσακόπουλος (1876-1967) μας μεταφέρει στις αποκριάτικες εκδηλώσεις του Άργους, του 1952, μέσα από άρθρα του, που δημοσιεύτηκαν στην Εφημερίδα «Ασπίς του Άργους», στις 9, 16 και 23.3. του 1952. Ο Αναστάσιος Τσακόπουλος υπήρξε σπουδαίος ιστοριοδίφης και ερευνητής. Διέσωσε πολλές πληροφορίες για τα ήθη και τα έθιμα του Άργους. Κατέγραψε στιχουργήματα και τραγούδια της Αργολίδας και της Αρκαδίας και  χαρτογράφησε τα ιστορικά οικήματα της πόλης. Το μεγάλο όμως ενδιαφέρον του απορρόφησε η Ελληνική Επανάσταση του ᾽21, καθώς και η καταγραφή των εκκλησιών και μονών της Αργολίδας.

 

Αναστάσιος Τσακόπουλος

Τριώδιον είναι λειτουργικόν βιβλίον της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας, το οποίον αρχίζει την Κυριακήν του Τελώνου και Φαρισαίου και λήγει την με­σημβρίαν του Μ. Σαββάτου.

Είναι δε βιβλίον το οποίον προετοιμάζει τον Χριστιανόν πνευματικώς δια της μετανοίας, της εξομολογήσεως και της θείας μεταλήψεως των αχράντων Μυστηρίων, δια την μεγάλην και λαμπροφόρον ημέραν της Αναστάσεως. Λέγεται δε Τριώδιον, διότι έχει τρεις ωδάς και ουχί 8 ή 9 που έχουν τα Μη­νιαία, η Παρακλητική, ίσως και άλλα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας μας. Ωδή, θα πη ύμνος, ποίησις, άσμα.

Η αρχή του Τριωδίου συνδέεται και συνυπακούεται με τας Απόκρεω (από­κρεω – αποχή κρέατος) δηλ. με τας μεταμφιέσεις, μετημφιεσμένους, προσωπιδοφόρους κ.λπ. Και όλα αυτά είναι μάλλον προϊόν της ανεπιστρέπτου Βυ­ζαντινής εποχής.

Το αληθές είναι, ότι τας ημέρας αυτάς αναζή τις εις τα αγνά, εις τα απέριττα και αφελή ήθη και έθιμα και τας ωραίας και ακραιφνείς παραδόσεις της πόλεώς μας [Άργους], τας οποίας διεφύλαξε δια μέσου μάλιστα σκληρών αιώνων, ως ιεράν παρακαταθήκην και ιερόν Παλλάδιον και διαιωνίζονται σχεδόν αμείωτοι μέχρι σήμερον, και πρέπει να διατηρηθούν δι’  Εθνικούς και ιστοριολαογραφικούς λόγους και μάλιστα ως διεμορφώθησαν τα δύο τελευταία έτη.

Και πέρυσι εγράψαμεν [1951], ότι αι μεταμφιέσεις, μετημφιεσμένοι, προσωπιδοφόροι ή και εκ του Γαλλικού masque μασκαράδες λεγόμενοι, είναι προέλευσις και συνέχεια μιας αρχαιοτάτης Αργείας εορτής «Υβριστικά» καλούμενης, ήτις δια νόμου εθεσπίσθη προ 2.500 περίπου ετών υπό της ενδόξου πολιτεί­ας του Άργους και η οποία διαιωνίζεται δια μέσου των αιώνων μέχρι σήμε­ρον, και δια τούτο ημείς οι Αργείοι πρέπει να σεμνυνώμεθα και να υπερηφανευόμεθα δια την εορτήν αυτήν, διότι είναι όντως Αργεία, ως αναφέρουσιν οι ιστορικοί Ηρόδοτος, Πλούταρχος και Πολύαινος σύγχρονος του Παυσανί­α (Β’ μ. X. αιών).

Τα «Υβριστικά» έχουν την εξής ιστορίαν.

Το αρχαίον Άργος από τα 600 π. X. είχεν εμπλακεί εις πολυετείς και αιμα­τηρούς πολέμους με την αιωνίαν εχθράν και αντίζηλον Σπάρτην, δια την κατάκτησιν της Κυνουρίας – Θυρέας (Άστρος), διότι η κτήσις αυτής εθεωρείτο πολύτιμος δια την κυριαρχίαν και ηγεμονίαν της Πελοποννήσου, ην εξεδίκουν αμφότεραι αι παντοδύναμοι και πανίσχυραι τότε πολιτείαι.

Οι Σπαρτιάται ηττηθέντες επανειλημμένως εις την πεδιάδα της Θυρέας, μετέφερον δια πλοίων τον πόλεμον εις την Αργολικήν πεδιάδα, παρά την πα­ραλίαν την μεταξύ Ναυπλίου και Τίρυνθος. Τούτο μαθόντες οι Αργείοι αντεπεξήλθον και εστρατοπέδευσαν αντίκρυ των Σπαρτιατών, παρά την πολίχνην Σήπειαν, άγνωστον μέχρι σήμερον πού έκειτο αύτη.

Οι Σπαρτιάται επιτεθέντες δια τεχνάσματος κατά των Αργείων, άλλους μεν εξ αυτών συνέλαβον, άλλους εφόνευσαν, άλλους δε ηνάγκασαν να καταφύγωσιν εις το ιερόν άλσος του Θεού Άργου, (επεξετείνετο τούτο από της θέσεως Σερεμέτι έως το χωρίον Χώνικα – Ηραίον) το οποίον περικυκλώσας ο βασιλεύς της Σπάρτης διέταξε τους Είλωτας ίνα δια ξηρών ξύλων καύσωσι τούτο.

Ούτω δε του ιερού εκείνου τόπου καέντος συγκατεκάησαν και οι εν αυτώ καταφυγόντες φιλοπάτριδες Αργείοι. Ο αριθμός των οικτρώς φονευθέντων κατά τους ιστορικούς ανέρχεται εις 5-7 χιλ.

Τελέσιλλα. Γκραβούρα από το βιβλίο του Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.

Ο Κλεομένης μετά την άνανδρον αυτήν νίκην επορεύθη προς το Άργος, όπερ ήλπιζεν ότι θα το εκυρίευεν ευκόλως, ελλείψει υπερασπιστών.

Κατά το έσχατον τούτον κίνδυνον η περίφημος λυρική ποιήτρια Τελέσιλλα με τα ενθουσιώδη ποιήματά της εγένετο η σώτειρα της αρχαίας και ενδόξου πόλεως. Εκτός όμως των ποιημάτων εσκέφθη και το κάτωθεν ευφυές στρα­τήγημα ως αναφέρουσιν ο Πλούταρχος και ο Πολύαινος: αύτη αφήσασα τους γέροντας, τους παίδας και τους δούλους ν’ αναβώσιν εις τα τείχη της πόλε­ως, αφού προηγουμένως ενέδυσεν αυτούς ως γυναίκας, φορούντας πέπλους και καλύπτρας γυναικείας. Τας δε ανδρειοτάτας γυναίκας, αφού τας ώπλισε, τας ενέδυσε ως άνδρας με ανδρικούς χιτώνας και χλαμύδας.

Ο Κλεομένης εγκατέλειπε την πόλιν εκουσίως, αφού υπέστη πολλήν φθοράν υπό των περί την Τελέσυλλαν μετημφιεσμένων ανδρείων γυναικών, τας οποίας ορμή, θεί­α τόλμη και έρως κατέλαβεν αυτάς υπέρ της σωτηρίας της πατρίδος των. Το γεγονός τούτο εκρίθη τόσον σοβαρόν, τόσον έκτακτον, ώστε οι Αργείοι δια νόμου εις τα 494 π. X. ίδρυσαν εορτήν καλουμένην «Υβριστικά», ην ημείς οι νεώτεροι Αργείοι υποχρεούμεθα και επιβάλλεται να συνεχίσωμεν, να διατηρήσωμεν και να διαφυλάξωμεν, ως Εθνικόν κειμήλιον, ως πατροπαράδοτον παρακαταθήκην και ιερόν Παλλάδιον, ως γνήσιοι απόγονοι των αρχαίων ενδόξων συμπολιτών μας («Ασπίς», 9.3.1952).

Ο εφετεινός εορτασμός των Απόκρεω και ιδιαιτέρως της Καθαράς Δευτέ­ρας, ήτις χάρις εις την ωραίαν εαρινήν ημέραν εσημείωσεν εξαιρετικήν επι­τυχίαν και πλήρη αναβίωσιν των παλαιών αγνών και ιστορικών ηθών και ε­θίμων της πόλεώς μας, ίσως είναι η μόνη Πελοποννησιακή πόλις η οποία εμμένει εις τας πατροπαραδότους ευθύμους διασκεδάσεις, εις τους διαφόρους τύπους και ποικίλας μεταμφιέσεις και εις τα διάφορα Αργεία Δημώδη, εκ των οποίων τα πλείστα δυστυχώς εξέλιπον.

Το σπουδαίον και σοβαρώτατον είναι ότι έλειψαν αι ασχημίαι των μετημφιεσμένων με τας ασέμνους, ανηθίκους, προκλητικός στάσεις και χειρονομί­ας, με τας αγρίας αγροίκους κινήσεις και διαθέσεις ή μάλλον επιθέσεις με χονδροράπανα και υπερμεγέθη πράσσα εις τας χείρας, ως θα ενθυμούνται οι γεροντότεροι και με το βάναυσον και κακόηχον «Στάσου μωρή….. και επά­νω της……Ου να χαθής ρέέέέ, να πας να τα κάνης στη γυναίκα σου και στην αδερφή σου», απήντα η αυθαδεστάτη συμπολίτις. Επηκολούθουν όλα τα χον­δροειδή και χυδαιότατα αστεία, με τας βρωμερωτέρας βωμολοχίας και τα χυ­δαιότερα αισχρόλογα.

Τι πρώτον να θαυμάση τις κατά τας ημέρας των προπέρσινων, περυσινών και εφετεινών Απόκρεω, το αναίμακτον πέρασμα των εορτών, όπου το αστυ­νομικόν δελτίον ήτο λευκόν, διότι δεν αιματώθη ούτε μύτη, ή το απαράμιλλον της τάξεως, ως να διεξήχθη υπό την εποπτείαν σοβαρός οργανωτικής επιτροπής με αυστηρόν και με λεπτομερές πρόγραμμα, ή την ζηλευτήν και ά­μεμπτον συμπεριφορά των μετημφιεσμένων, οίτινες εφέροντο ως φίλτατοι και πολύφιλοι μεταξύ των; Ουδεμία παρεκτροπή, ουδεμία παρεξήγησις παρετηρήθη εις τους διαφόρους χορούς των συνοικιών εις τους οποίους ελάμβανον μέρος και προσεκολλώντο ο είς κατόπιν του άλλου αδιακρίτως και ανεμποδίστως, που άλλοτε έπρεπε να διεξήγοντο συνεννοήσεις και αν επιτρέπετο τούτο είχε καλώς, άλλως φόρα τις κάμαις και τα πιστόλια και επηκολούθουν αιματηραί συμπλοκαί.

Όλη η αστυνομική δύναμις εις κίνησιν την μακαρίαν εκείνην εποχήν. Εν­θυμούμαι μάλιστα, όταν ήτο σύνταγμα ιππικού εις την πόλιν μας, διατίθετο μία ολόκληρος ίλη ιππέων δια την τάξιν και την πρόληψιν αιματηρών γεγο­νότων.

Η μεταβολή αύτη, αρξαμένη ολίγον κατ’ ολίγον προ ολίγων περίπου ετών, οφείλεται κατ’ ανάγκην και μοιραίως εις τον χρεωκοπημένον ψευδοπολιτισμόν του μίσους, της ασυμπαθείας και της σκληρότητας – του παρόντος.

Η συγκέντρωσις των Δημ. Σχολείων εις την πλατείαν του αγίου Πέτρου τας μ.μ. ώρας της Παρασκευής της Τυροφάγου παρουσίαζεν εν φασμαγορικόν σύνολον και γραφικώτατον θέαμα. Όλα σχεδόν τα παιδάκια μετημφιεσμένα με διαφόρους και ποικιλοχρώμους ενδυμασίας, χαρούμενα, εύθυμα και με την διακρίνουσαν αυτά παιδικήν αφέλειαν και απλότητα, προεκάλουν τα εν­θουσιώδη χειροκροτήματα των παρισταμένων.

Παρ’ όλην την τσιφούραν των μ.μ. ωρών της ημέρας εκείνης, τα παιδάκια εχόρευσαν, ετραγούδησαν και διασκέδασαν με όλην την καρδούλα τους, δεν παρέλειψαν δε και την «Αργειτοπούλαν» του δαφνοστεφούς λογοτέχνου συ­μπολίτου μας κ. Σ. Α. Παναγιωτοπούλου.

Η συμμετοχή των μαθητών της Μ. Εκπαιδεύσεως εις την αποκρηάτικην κίνησιν εφέτος, έδωκε από άλλοτε μεγαλυτέραν ζωήν και ευθυμίαν εις τον ε­ορτασμόν των Απόκρεω, αν και παρετηρήθησαν μικραί παρεκτροπαί, – παι­διά είναι, Αποκρηαίς είναι, ευθυμία και διασκέδασις επεκράτει, τι ήθελες να κάμουν τα παιδιά επάνω στα καλά τους; – Αμ’ τα κορίτσια; Δια τα κορίτσια αγνοούμεν, ότι το ωραίον φύλον έχει αυτήν την χάριν, όπου και αν παρευρίσκεται προσδίδει ιδιαιτέραν ζωήν και κίνησιν εις τας συγκεντρώσεις και εις τας διαφόρους συναναστροφάς και διασκεδάσεις.

Μέσα εις την πολυθόρυβον από ανθρωποπλημμύραν κεντρικήν πλατείαν τας μ.μ. ώρας της Καθαράς Δευτέρας, μετημφιεσμένοι οι γυμνασιόπαιδες Β. Κεραμίδας και Β. Νικολάου, έχοντες μικρό κασελάκι είδους ταβλά με πι­κραγγουριάν και πινακίδα με την εξής επιγραφήν: «Πωλείται πικραγγουριά – για ελκοπαθείς – στομαχικούς και φρενοβλαβείς!!!». Σοβαρώτατα και μετά παιδικής αφελείας, σεμνότητας και αιδημοσύνης διελάλουν, διεφήμιζον και επροπαγάνδιζον την θεραπευτικήν δύναμιν της πικραγγουριάς!!

Πράγματι η επινόησις και απλότης των παιδιών αυτών έκαμεν αρίστην εντύπωσιν («Ασπίς», 16.3.1952).

Το αληθές είναι, ότι η Καθαρά Δευτέρα επανέρχεται ως η παλαιοτέρα εύθυμος, φαιδρά και διασκεδαστική, αλλά κοσμία, ευπρεπής ως νεάνις σεμνή και σοβαρά χωρίς όμως βωμολοχίας, χυδαιότητας, χωρίς ασέμνους, ανηθίκους και προκλητικός στάσεις, χειρονομίας καν κινήσεις, και το σοβαρώτερον όλων αναιμάκτους, όπως εγράψαμεν και πέρυσι και εις το προηγούμενον φύλλον της φίλης «Ασπίδος».

Προς παρηγορίαν ημών των γηραιοτέρων ηκούσθησαν και τα θρυλικά ντα­ούλια, τα οποία άλλοτε με την έναρξιν του Τριωδίου εις τας συνοικίας της πόλεώς μας έδιδον το σύνθημα των Απόκρεω. Δεν έλειψαν δε και αι γκαμήλες, ο φόβος και ο τρόμος των μικρών παιδιών δια να ησυχάζουν και κοιμούνται.

Ωραίον θέαμα παρουσίαζαν οι ιππείς με τους θυμοειδείς ίππους, οίτινες ει­σερχόμενοι εις τα καφενεία προεκάλουν την ευθυμίαν και την διασκέδασιν των θαμώνων. Προτιμότερον ήτο να εφόρουν φουστανέλλαις, διότι ως ήσαν ενδεδυμένοι εφαίνοντο ως έκπτωτοι ή μάλλον ξεπεσμένοι ιππόται του Με­σαίωνας. Πάντως είναι αξιέπαινα τα παιδιά.

Σοβαρόν και αισθητήν έλλειψιν παρουσίασαν εφέτος οι βλαχοπούλες με τα φλωριά εις την κεφαλήν και το στήθος κ.λπ. βαρύτιμα κοσμήματα και με τας ωραίας και πολυποικίλους και πολυποικίλτους γραφικός ενδυμασίας. Μεγά­ρων, Βόχας, και των ορεινών χωρίων της επαρχίας μας, Μπερμπατιού, Λιμνών, Καρυάς, Αχλαδοκάμπου και τα ωραιότατα Γιαννιώτικα. Ούτε το γαϊτανάκι με το ρυθμικόν και ωραιότατον δημώδες τραγουδάκι του δεν έκαμεν ακόμη την εμφάνισίν του.

Πού δε τα ανάποδα κάρρα φορτω­μένα με χονδροδράπανα και πράσσα και σακκάκια ανάποδα; Ελπίζω δε ότι θα επανέλθουν και πρέπει, δια να έχωμεν μίαν πλήρη εικόνα και αναπαράστασιν της παλαιοτάτης Αποκρηάτικης Αργείας εορτής.

Αμ οι Μακεδόνες, πληρεστάτη απομίμησις και αναπαράστασις Μακεδόνων οπλιτών εν πλήρει πανοπλία, περικεφαλαίαν – ασπίδα – δόρυ – θώρακα – περικνημίδας – πέδιλα κ.λπ. Όλα όμως ήσαν με κόκκινο χαρτί. Ενθυμούμαι τον μακαρίτην Ιω. Λάπαταν, θείον εκ μητρός των εμπόρων της πόλεώς μας Αναγνωστοπούλων ή Μπαρμπίτσιδων, όστις ήτο ένας ωραίος και υψηλός άνδρας. Ήτο δε ο ωραιότερος εξ όλης της παρέας (περί τους 10). Το σπουδαίον είναι παρέσυρε και τον υπηρέτην μας Αριστοτέλην Κόϊκαν, θείον εκ πατρός των αδελφών Σταύρου και Δημητρίου Κόϊκα, τον οποίον εχάσαμεν από τας μ.μ. ώρας του Σαββάτου της Τυροφάγου μέχρι του μεσονυκτίου της Κα­θαράς Δευτέρας. Εσφαλμένως ελέγοντο Μακεδόνες, εν ω ήσαν γνησιώτατοι Έλληνες οπλίται εν πλήρει πανοπλία. Ωραιότατον το θέαμα, ήσαν όλοι ένας – ένας, σχεδόν του αυτού αναστήματος.

Είναι δυνατόν να μη αναφέρομεν την βλαχοστάνην, με λίγα προβατάκια – με παληοκάδαις και παληοκαρδάραις, καζάνια – σκύλους – καταπόταις και παντός είδους σκεύη και ποιμενικά είδη. Αλλά πούν’ ο Στάθης ο Ζορμπάς; Ο μακαρίτης επάθαινε παραισθήσεις· αρματώνετο παντός είδους όπλα, γιατα­γάνια, πιστόλια και εκαιροφυλάκτει εις τις Πορτίτσαις ή Άκοβαν για να εμποδίζη ή να συλλάβη τους ληστάς που θα εισήρχοντο εις την πόλιν μας. Ούτω ωραματίζετο και εφαντάζετο ο δυστυχής, τύπος και αυτός της τότε επο­χής. Άλλος τύπος ο Σπύρος Καραφελιάς και ο αδελφός μου Γεώργιος. Και οι τρεις απετέλουν δήθεν τους αρχιτσελιγγάδες του ανύπαρκτου τσελιγκάτου. Εν σμικρώ εμιμούντο τους βλαχοποιμένας, φρασεολογίαν, ενδυμασίαν κ.λπ. και ως δικηγόρον δια τας συναλλαγάς των είχον τον πολύν και γνωστότατον Πετραλιάν. Και εφέτος οι ολίγοι ευσταλείς, ευκίνητοι και ακούραστοι φουστανελοφόροι με τα κεντητά γιλέκα και τις φέρμελες, τα υποκάμισα με τα πλατειά μανίκια, μεταξωτά μαντήλια και το σιλάχι και με την αθάνατον και πολύπτυχον φουστανέλλαν προεκάλουν τον θαυμασμόν και τα παταγώδη χειροκροτήματα όπου και αν εχόρευον. Είναι άξιοι θερμοτάτων συγχαρητη­ρίων. Δυστυχώς όμως ελιγόστευσαν και αυτοί.

Ευχαρίστως είδον την εκ του προχείρου σύστασιν επιτροπής, η οποία δια διαφόρων δώρων εβράβευσε τους καλυτέρους προσωπιδοφόρους. Επαινώ και συγχαίρω τους σχόντας την ευγενή πρωτοβουλίαν της συστάσεως επι­τροπής. Πρώτην δε φοράν γίνεται τούτο. Κάλλιο αργά παρά ποτέ.

Λόγω της πυκνής συγκοινωνίας είχομεν και θα έχωμεν πολλούς τα ημέρας αυτάς ξένους και ιδίως Αθηναίους, και μάλιστο ως μοί έλεγεν ο φίλος μου κ. Αθ. Μαραγκός, τας μ. μ. ώρας της Κυριακής, ήσαν τρεις Φιλλανδοί, των ο­ποίων τέτοιαν εντύπωσιν έκαμεν η Αποκρηάτικη κίνησις, ώστε παρέμειναν εις την πόλιν και όλην την Καθαράν Δευτέραν – αμφιβάλλει κανείς ότι αυ­τοί έλαβον σημειώσεις και θα δημοσιεύσουν εις τον ξένον τύπον;

Το ζήτημα της εορταστικής επιτροπής των Απόκρεω είναι τόσον σοβαρόν, τόσον σπουδαίον, περί του οποίου γράφομεν κατωτέρω ολίγας γραμμάς.

Τα πρόσωπα της επιτροπής πρέπει να είναι σοβαρά και επιβολής, να γνω­ρίζουν τα ήθη και έθιμα, την πρόοδον, την ανάπτυξιν και εξέλιξιν της πόλεώς μας, η οποία δυστυχώς, και να μην κρυπτώμεθα όπισθεν του δακτύλου μας, είναι εν μεγάλον χωρίον εν προόδω και αναπτύξει, και τούτο οφείλεται εις την έλλειψιν ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Όλα δε τα περιμένομεν από την πολιτικήν. Δήμαρχον και Βουλευτάς, εν ω στερούμεθα ιδιωτικής πρωτο­βουλίας.

Πρέπει να παραδειγματισθώμεν από το Ναύπλιον, ας αφίσωμεν τα θαύμα­τα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας της Αστικής και Υπαίθρου, αλλ’ απαραμίλλου και ασυγκρίτου ευάνδρου Αρκαδίας.

Γίνεται λόγος προ ετών περί του Τουριστικού Ξενοδοχείου και περιμένο­μεν ή από τον Δήμον ή από τον Τουρισμόν. Ιδιωτική δε πρωτοβουλία μηδέν.

Η μέλλουσα εορταστική επιτροπή πρέπει να εργασθή με ιδιωτικήν πρωτο­βουλίαν και να λείψουν τα Κομιτάτα και τα Ευρωπαϊκά Καρναβάλια, τα οποία είναι ου μόνον ξένα αλλά και ολέθρια εις τα ήθη, έθιμα και τας παρα­δόσεις της πόλεώς μας.

Απαραιτήτως πρέπει να διατηρήσωμεν την αρχαιοτάτην αυτήν εορτήν των μετημφιεσμένων όπως την διεμόρφωσεν ο λαός, και την διεμόρφωσεν όπως την θέλει, όπως την αισθάνεται, όπως την εννοεί.

Πάντως να διατηρηθή εντός του ηθικού πλαισίου – και τώρα μάλιστα που εορτάζεται άνευ ενόπλων περιπόλων.

(Εφημερίδα «Ασπίς του Άργους», 9, 16 και 23.3. 1952).

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Σχολή της Singer στην Ερμιόνη –  © Παρασκευή Δημ. Σκούρτη


 

Η γυναικεία εκπαίδευση του προηγούμενου αιώνα σταματούσε στο Δημοτικό σχολείο, αποκλείοντας τα κορίτσια από τη δημόσια Μέση εκπαίδευση, καθώς απαιτούσε την απομάκρυνσή τους από την οικογένεια και δεν ήταν οικονομικά προσεγγίσιμη. Διάφοροι φορείς, οργανώσεις και επαγγελματικές σχολές οργάνωναν επιμορφωτικά σεμινάρια για τη βελτίωση της απόδοσης των νεαρών κοριτσιών στα «του οίκου», μαθαίνοντας τέχνες που υπάγονταν στις «γυναικείες αρμοδιότητες».

Οι τέχνες στις οποίες στράφηκε η επαγγελματική εκπαίδευση καθώς η εκμάθησή τους θεωρείτο αρετή, ήσαν η ραπτική και η κεντητική. Η διδασκαλία τους καλλιεργούσε τις «έμφυτες» κλίσεις και ταυτόχρονα προετοίμαζε τις νεαρές για πηγή εισοδήματος (βιοποριστική εργασία, εξοικονόμηση οικογενειακού χρήματος) σε συνάρτηση πάντα και με τη βελτίωση του οικιακού βίου και τον εξωραϊσμό του «οίκου».

Η εταιρεία SINGER διατηρούσε για πολλά χρόνιο μεγάλο κατάστημα στην οδό Σταδίου και προπολεμικά και μεταπολεμικά έστηνε επαγγελματικές σχολές κεντήματος, κοπτικής και ραπτικής, με τον τίτλο «ΚΕΝΤΡΟ ΟΙΚΟΚΥΡΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ SINGER (ΣΙΝΓΕΕΡ)», με σκοπό την πώληση των προϊόντων της αλλά και την γυναικεία εκπαίδευση, προωθώντας την κοινωνική ανασυγκρότηση και οικοτεχνία. Στην Ερμιόνη προπολεμικά η αντιπροσωπεία της SINGER ίδρυσε Σχολή Κεντήματος με αρχιτεχνίτη τον Κώστα Αναγνωστόπουλο, που μετέτρεπε, με μια μικρή παρέμβαση, τις μηχανές ραψίματος σε μηχανές κεντήματος, δίνοντας την κίνηση στα πόδια, προκειμένου να εργάζονται και τα δύο χέρια και όταν χρειαζόταν επισκεύαζε τις μηχανές.

 

Κοιλάδα, Αύγουστος 1949. Στη μηχανή η Θέμις Αναγνωστοπούλου, στο βάθος αριστερά η Ντίνα Αλεξανδρή – Σκούρτη.

 

Η Εταιρία SINGER διέθετε δασκάλες που γνώριζαν την τέχνη της ραπτικής και του κεντήματος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κόρης του Αναγνωστόπουλου, Θέμιδος, που με αφορμή τις ερωτήσεις μας ξετύλιξε το κουβάρι των προσωπικών της αναμνήσεων, ήσαν: από το Κρανίδι η Αρετή, από το Ναύπλιο η Αφροδίτη, από το Λεωνίδιο η Καλομοίρα και από την Ερμιόνη η ίδια.

Ο χώρος μαθητείας ήταν στην καρδιά της πόλης, στο νοικιασμένο οίκημα του Πάνου Παπαμιχαήλ (Πιτ). Αυτό το οίκημα φιλοξένησε το φυτώριο για σπουδαίες νεαρές κεντήστρες, που έφτιαξαν ολόκληρες προίκες και στόλισαν σπίτια και εκκλησιές με άφθαστα καλλιτεχνήματα. Τέτοια εκθαμβωτικά, θελκτικά, περίτεχνα, πολύχρωμα, ξομπλιαστά χειροτεχνήματα φιλοξενούνται στις προθήκες του Ιστορικού Λαογραφικού μας Μουσείου (Ι.Λ.Μ.Ε.). Καθένα από αυτά κεντάει με το δικό του τρόπο τη μνήμη…

 

Κρανίδι, 1950. Μπροστά αριστερά η Αρχόντω Νόνη – Γεωργίου, στο βάθος Κώστας Αναγνωστόπουλος, δεξιά Θέμις Αναγνωστοπούλου.

 

Το έργο της αντιπροσωπείας SINGER εκτός από εμπορικό, πολιτιστικό, ήταν και κοινωνικό. Προσέφερε στις ανεπάγγελτες κοπέλες του χωριού, που ανταποκρίθηκαν με θέρμη στην πρόσκληση να διδαχθούν, γνώσεις της ευγενούς και δημιουργικής τέχνης της κεντητικής, δημιουργώντας ταυτόχρονα αισιόδοξες προοπτικές. Η ραπτική μπορεί να έχει οικονομική σημασία, να παρέχει ωφέλεια ή κέρδος, αλλά η κεντητική είναι καλαισθησία. Οι μαθήτριες που γράφονταν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα πλήρωναν ένα μικρό αντίτιμο για τη διδασκαλία και για τον ατομικό φάκελο που τους διέθετε η Αντιπροσωπεία και που περιείχε σχέδια και σταμπωτά υφάσματα, κλωστές, τελάρο και άλλα είδη κεντήματος.

Διαφήμιση εποχής.

Η Σχολή προσέφερε τις ραπτομηχανές σε όσες δεν διέθεταν, όπου μάθαιναν να κεντούν με διάφορες βελονιές π.χ. ανεβατό, φιλτιρέ, ριζοβελονιά, πισωβελονιά, ψαροκόκαλο, γκομπλέν, φεστόνι, πλακέ, σπειροβελονιά, αζούρ, αλυσίδα, κομποβελονιά, βυζαντινή βελονιά, κ. α. Στη συνέχεια οι δασκάλες, μεταξύ αυτών και η Θέμις, κόρη του Κώστα Αναγνωστόπουλου όπως προαναφέραμε, βλέποντας το ενδιαφέρον των νεανίδων, συνέχισαν τις σχολές μαθητείας με δική τους πια πρωτοβουλία και με καρμπόν αναπαρήγαγαν τα σχέδια που περιείχε ο πρωτότυπος φάκελος. Το κέντημα της μηχανής έγινε πολύ της μόδας, στόλισε τις προίκες των κοριτσιών, ανανέωσε αισθητικά τον ρουχισμό των σπιτιών. Κέντησαν ασπρόρουχα, νυχτικά και νυχτικοθήκες, εσώρουχα, μωρουδιακά ρουχαλάκια, μαξιλάρια της φιγούρας, στεφανοθήκες και γαμήλιες φωτογραφίες.

Στην Επαγγελματική Σχολή επιμορφώθηκαν πολλές κοπέλες, με μεγάλη παραγωγή χειροτεχνικού έργου. Έτσι κληρονομήσαμε χειροποίητες δημιουργίες με τη μηχανή του κεντήματος, αλλά και του ραψίματος. Τα κεντήματα προσαρμόζονταν στην εποχή των νέων αναγκών και τα σχέδια κοπιάρονταν βάση των παραδοσιακών προτύπων.

Ο Κώστας Αναγνωστόπουλος (Σίνγγερ) με την γυναίκα ταυ Κατίνα και την πολυμελή οικογένειά τους, τα έξι, δηλαδή, παιδιά τους τη θέμιδα, την Τούλα, το Γιώργο, τον Παναγιώτη, τον Τάσο, τη Θεοδότη, το Λευτέρη και την Αγγελική, έμειναν στην Ερμιόνη για πολλά χρόνια στο σπίτι του Δημήτρη Μπενάρδου, στο Μπίστι και ο κυρ-Κώστας ανέπτυξε σπουδαία κοινωνική και πολιτική δράση τα χρόνια εκείνα την πόλη μας.

Ο αμερικανός εφευρέτης της ραπτομηχανής Singer, Ισαάκ Μέριτ Σίνγκερ (Isaac Merritt Singer 1811 – 1875) έργο του Edward Harrison, 1869. National Portrait Gallery (United States).

Το πρώτο μοντέλο ραπτομηχανής SINGER κυκλοφόρησε από τον Αμερικανό μηχανικό Isaac Singer στη Νέα Υόρκη το 1853 και τιμητικά πήρε το άνομά του. Στη συνέχεια φρόντιζε να παράγει βελτιωμένα μοντέλα, ώστε να δίνονται λύσεις στις νέες ανάγκες. Το 1975 κυκλοφόρησε η ηλεκτρική ραπτομηχανή που έδωσε φτερά στην παραγωγή ρούχου, ενώ το 1990 κυκλοφόρησε η μηχανή πρέσα που όχι μόνο γαζώνει αλλά και σιδερώνει.

Στο σπίτι μου, σε περίοπτη θέση έχω τη φορητή χειροκίνητη ραπτομηχανή «ΟΛΓΑ» της γιαγιάς μου Κατίνας Φοίβα, που στη συνέχεια αξιοποίησε η μεγάλη της κόρη Πολυξένη Φοίβα – Κασνέστη. Ο θρύλος ενός αιώνα η «ΟΛΓΑ»! Με αυτή η θεία μου από τα μικρά της χρόνια έραψε και μεταποίησε τον ρουχισμό της πολυμελούς πατρικής οικογένειάς και αξιοποίησε βιοποριστικά την τέχνη της ξενοράβοντας πουκάμισα. Ήταν οι εποχές που το φόρεμα, το παλτό ζακέτα γυριζόταν το μέσα έξω, πλενόταν, ραβόταν από την αρχή και αποκτούσε τη χαρά του καινούργιου.

 

Τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας I.M. Singer and Co το 1857.

 

Τη λάδωνε τακτικά, την καθάριζε και άλλαζε τις σπασμένες βελόνες. Την φρόντισα κι εγώ με τη σειρά μου, χάρη στα μαστορικά χέρια του Γιώργου Αναγνωστόπουλου. Περάσαμε ένα διάστημα σνομπισμού στις δημιουργικές εργασίες της γιαγιάς. Στα μοντέρνα σπίτια δεν υπήρχε χώρος για την τέχνη της κεντήστρας με αποτέλεσμα τα έργα της σεμεδάκια, εσάρπες, τραπεζομάντιλα κεντητά, να είναι περιφρονημένα ή κλεισμένα στα μπαούλα. Στις μέρες μας υπάρχει επιστροφή στη Χειροτεχνία, μια δραστηριότητα που επανέρχεται με θετικά αποτελέσματα. Η υπερκατανάλωση αναγκαστικά σε εποχές κρίσης μπαίνει στο περιθώριο και οι άνθρωποι διοχετεύουν τα αποθέματα του ελεύθερου χρόνου τους ή του χρόνου ανεργίας δημιουργικά, ανακαλύπτοντας την τέχνη του χειροποίητου, που αποτελεί διαφυγή και διέξοδο. Τα σιρίτια, τα νήματα, τα μαλλιά φλος, οι φούντες, τα κρόσσια και τα ψιλικά έχουν και πάλι την τιμητική τους.

Τη μαστοριά της γιαγιάς κομμάτι του πολιτισμού της ταυτότητάς μας, αλλά και της ψυχής μας ανέλαβαν να μας μαθαίνουν ιντερνετικά διάφορα σάιτ και οι γυναίκες σαν να ανακαλύπτουν και πάλι τα χέρια, να μπαλώνουν να ράβουν, να ανακυκλώνουν, να ψαχουλεύουν και να ανασύρουν από τα συρτάρια τους.

Η αντιπροσωπεία SINGER συνήθιζε να φωτογραφίζει μαθήτριες της σχολής ως διαφημιστικό ντοκουμέντο. Κάποιες τέτοιες αναμνηστικές φωτογραφίες εμπλουτίζουν και διανθίζουν το κείμενο.

Πρόσωπα και εργόχειρα που ίσως δημιουργήσουν στους αναγνώστες μας νήματα με εικόνες που μετατρέπονται σε λέξεις και ιστορίες ανθρώπινες μεγάλες ή μικρές.

Παρασκευή Δημ. Σκούρτη

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 20, Μάιος, 2017.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Μαμή τον χωριού θυμάται και λέει …


 

 Μαρτυρία για τον τοκετό, τη λεχώνα και το νεογέννητο, της κυρά Κατέρως (Αικατερίνης Μουτζούρη συζ. Σταύρου Νάστα) της πρακτικής μαμής του Κιβερίου Αργολίδας, που κατέγραψε το 1988 η Λιλή Καρύμπακα*, τότε που οι επιστήμονες γιατροί ήταν άγνωστοι ή που  δεν αρκούσαν για να καλύψουν τις ανάγκες όλου του πληθυσμού της Ελλάδας.

 

 – Κυρά Κατέρω, ήσουνα εδώ η Μαμή του χωριού, πώς άρχισες;

  Έτσι από γυναίκα που ήτανε ετοιμόγεννη και ο άντρας της ήτανε φτωχός.

–  Δεν χρειάζεται τόλμη;

Τόλμη και πολλή τόλμη. Γιατί έχεις όλες τις ευθύνες απάνω σου και πρέπει να σου κόβει το μυαλό τι πρέπει να κάνεις. Να ‘χεις θάρρος. Να, είχα πρωταρχίσει στη Θύμιενα. Ήρθε η θειά σου η Βάσω και μού   λέει. Εσύ παγαίνεις στις γυναίκες, έλα να την ξεγεννήσεις. Κι αυτή το βαλε στα πόδια. ‘Έτσι έμεινα μοναχιά μου. Και όπως ήτανε το νερό του παιδιού, κάνει μπράφ και μ’ έκανε μούσκεμα. Δε τήραξα να σκουπιστώ, αλλά τήραξα να μαζέψω το παιδί, να κόψω τον αφαλό. Πρώτα έφτιαχνα τον αφαλό του παιδιού και μετά άφηνα το παιδί και περιλάβαινα τη γυναίκα.

Η μαμή του χωριού, η κυρά Κατέρω (Αικατερίνη Μουτζούρη συζ. Σταύρου Νάστα).

– Τί εργαλεία είχες;

Από εργαλεία τίποτα. Να ένα ψαλίδι και μια βελόνα. Το λούρο τον τρυπάγαμε για να ψοφήσει. Έτσι το λέγαμε τότε. Να  ψοφήσει ο λούρος,  για να μην τρέχει αίμα. Ύστερα έβγαζα το ύστερο. Έσφιγγα τη γυναίκα στην κοιλιά και, πάφ , πεταγότανε το ύστερο. Το μάζευα και το άνοιγα σ’ ένα ταψί, του έρρινα νερό για να δω αν βγήκε σωστό ή μην εκόπηκε τίποτα μέσα. Λοιπόν, στην αρχή όλα δεν τά ‘ξερα, αλλά συχνοδουλεύοντας την έμαθα την τέχνη. Έπιανα το ύστερο και το ‘κλεινα όπως ήτανε το παιδί μέσα και έβλεπα ότι δεν λείπει τίποτα και ήμουνα σίγουρη για τη γυναίκα ότι δεν έχει τίποτα μέσα της.

‘Ε, μετά την έπλενα τη γυναίκα. Έβραζα νερό κι έριχνα και λίγο οινόπνευμα και μού ‘ριχνε μια γυναίκα μ’ ένα κατσαρολάκι κι εγώ με μπαμπάκι το καθάριζα από δώ κι από κει, ξέρεις εκεί στο μέρος, στον κόλπο. Και σταμάταγε η ακαθαρσία, το αίμα, και στερνά έβρεχα ένα μπαμπάκι με μαστίχα, πολύ μπαμπάκι, σχεδόν μισό πάκο και της το έβαζα από κάτω. Της έβαζα κι ένα πανί, της έσφιγγα την κοιλιά και στερνά της έβαζα την κυλόττα. Έστρωνα κάτω στο στρώμα, για να μη λερώσει, εφημερίδες ή λαδόκολλες ή νάιλον. Ότι βρισκότανε. Αλλά τα εργαλεία μου ήτανε το ψαλίδι, η βελόνα και η κλωστή από το μπαμπάκι.  Την κλωστή, ξέρεις, εκείνο που σουρώνει από πάνω. Είναι αποστειρωμένο αυτό. Κι έδενα τον αφαλό μ’ εκείνο. Τον αφαλό τον έδενα και μετά τον έκοβα και τον γύριζα έτσι και τον ξανάδενα. Του ‘βαζα λίγο ιώδιο μπροστά, στο κόψιμο. Έδενα και το κεφαλάκι του παιδιού. Το δέναμε τότε το κεφάλι, για να γίνει στρογγυλό. Μετά το φασκιώναμε. Βάζαμε πρώτα τις πάνες. Ένα πανί σταυρωτό στα χέρια και ένα τρίγωνο κάτω . Γυρίζαμε το κάτω πανί κι’ έτσι βρακώναμε το παιδί. Με το άλλο βάζαμε μέσα τα χέρια, το σφίγγαμε και μετά το τυλίγαμε με τη φασκιά. Στα πρώτα η φασκιά, η χωριάτικη που λένε, ήτανε ένα σκοινί και το διπλώνανε μ’ αυτό. Στερνά βγάλανε την πάνινη.

-Πόσα μέτρα ήτανε η φασκιά;

Η φασκιά θα ‘τανε μέτρα, πόσα να σου πω. Πήχες ξέρω. Ίσαμε τέσσερες πέντε πήχες. Το δέναμε λοιπόν όλο το παιδί και τα ποδαράκια του μέσα. Και κοιμότανε ήσυχο. Το κεφαλάκι του παιδιού να καταλάβεις το δέναμε τρεις μέρες για να γίνει στρογγυλό. Κι άμα έβλεπα καμιά φορά από το ζόρι της γυναίκας να είναι μακρουλό το κεφάλι του παιδιού, το ‘κανα έτσι,  γιατί το κεφάλι του παιδιού είναι ζυμωτό σαν ζυμάρι, δηλαδή το ‘σφιγγα λιγάκι κι’ έβρεχα ένα πανάκι με μαστίχα, για να ψηθεί το κεφάλι.

Σε λίγη ώρα ξανάλυνα το παιδί, για να δω τον αφαλό μην τυχόν δεν είναι καλά δεμένο και ματώσει. Και  το ξαναφάσκιωνα. Την τρίτη μέρα το ‘πλενα το παιδί, του ‘κανα το μπανάκι του και του φόραγα τη σκουφίτσα του και την τραχηλίτσα του. Τρεις μέρες πάενα συνέχεια κι’ έπλενα τη γυναίκα δύο φορές την ημέρα. Πρωί και βράδυ. Μετά πάλι πάενα να δω τί κάνουν. Έ, ήτανε καλά. Με καλοδεχόντουσαν σε όλα τα πράγματα. Έ, η πλερωμή μου ήτανε 100, 150 δραχμές. Έ, και δυσκολίες είχα, αλλά κακό δεν έτυχε να πάθω. Πότε ν’ ανεβαίνει το παιδί, πότε να κατεβαίνει, πότε να ‘ρχεται δίπλα. Το  δίπλα που ερχότανε το παιδί, έπιανα στο στόμα μου μαστίχα και μπούχαγα την κοιλιά της γυναίκας απόξω κι έκανε έτσι αυτό και κρύωνε και μαζευότανε, αλλά εγώ τότες έκανα τάκα-τάκα με τα χέρια μου και γύριζε και καθότανε στη θέση του.

Όχι δεν είχα πάθει κακό. Αν έγλεπα ότι ερχόταν ζόρικο τούς έλεγα να πάμε στο γιατρό. Στο ‘Αργος, πάενα στο Θοδωρόπουλο, πάενα στον Ψωμαδάκη κείνα τα χρόνια ή όποιον άλλον ήθελαν. Έβλεπες σήμερα μια γυναίκα είχε πόνους, σήμερα και δεν ήτανε για γέννα. Το ‘βλεπες το παιδί, δεν ήτανε κατεβασμένο. Έ, την άφηνα και πέρναγε μια μέρα δυό και άμα την ξαναπιάνανε οι πόνοι πήγαινα κι έλεγα τώρα είναι για γέννα. Την κοίταγα. Βάζαμε σ’ ένα ποτήρι λάδι και βούταγα το χέρι μου μέσα και το ‘βρισκα το παιδί. Κι’ έβλεπα αν είναι κεφάλι, χέρι, πόδι ή κώλος.  Άμα καλογεννιότανε το παιδί, έκλεγε αμέσως. Άμα είχε δυσκολίες, τρόμαζε να γεννηθεί. Έ, το μπουχάγαμε, το κατουκεφαλιάζαμε, το βαράγαμε και συνερχότανε.

Μια φορά έτυχε να ξεγεννήσω δίδυμα. Την πρώτη φορά που μου έτυχε παραξενεύτηκα να ‘ρχεται κι’ άλλο παιδί από κοντά. Φώναξα τον άντρα της να του το πω, και μου λέει τί μου το λες έμενα, αυτηνής πες το να κάνει κουράγιο να το γεννήσει. Και γεννηθήκανε καλά, αλλά ήτανε λίγο μικρά και τα βάλαμε στα μαλλιά. Ανοίξαμε μαλλί πρόβιο, στρώσαμε ένα πανάκι από μέσα και το βάλαμε απάνω. Διπλώσαμε με το μαλλί όλο το κορμάκι μέχρι το λαιμό. Του βάζαμε σκουφίτσα και με μπαμπάκι και το δέναμε και ήτανε φυλαγμένο, όπως στη φιάλη που το πάνε το παιδί. Δύο τρεις μέρες, έ στερνά έπαιρνε απάνω του. Έτρωγε κι’ έπαιρνε απάνω του. Δεν είχε τύχει ανέσωστο παιδί.  Είχα ξεγεννήσει παιδιά να τους λείπουν μέρες, αλλά δεν έβλεπα να τους λείπει τίποτα.

Άλλη μια φορά είχα ξεγεννήσει ανάποδα. Τα πόδια κάτω και το κεφάλι πίσω. Μόλις ήρθε το παιδί, πολέμαγα, πολέμαγα, δεν μπόραγα. Και πώς μού ‘ρθε, το ρίχνω πάνω στη γυναίκα και φαίνεται άνοιξε η μήτρα και βγήκε το παιδί. Έβαλα τα ποδαράκια του πάνω στη κοιλιά της μητέρας και έτσι ζορίστηκε το παιδί και βγήκε το κεφάλι. Είχα πάρει συγχαρητήρια από τους γιατρούς.

Στη Βελανιδιά μια γυναίκα είχε τρεις μέρες πόνους και τους έλεγα δεν είναι καιρός ακόμα, δεν είναι ώρα να γεννήσει. Τώρα ότι καταλαβαίνετε κάνετε. Να φέρουμε γιατρό. Δεν είναι καιρός, και γιατρό να φέρετε δεν κάθεται να το πιάσει. Όταν κατέβει το παιδί, θα σας πω να τον ειδοποιήσετε. Γιατί ίσαμε κει’ που ήρθε μπορεί να μην το ξεγεννήσω εγώ. Ήρθε η ώρα 12  και τότε κατέβηκε το παιδί . Τους λέω τώρα να πάτε για το γιατρό. Και μου λέει ό άντρας «τέτοια ώρα, πού να πάμε;». Δεν ξέρω, όπου θέτε πάτε. Να βγείτε στο δρόμο, να πιάσετε ένα αυτοκίνητο, να πάτε στους Μύλους, να πάρετε τηλέφωνο το γιατρό και να τον περιμένετε στους Μύλους και να ‘ρθει απάνω. Κι όπως έγινε. Ήρθε ο γιατρός και του λέω, πω-πω γιατρέ, μεγάλη αγωνία. Άκου δω να σου πω, κι’ εμείς έτσι τραβάμε. Ή που λέμε ότι είμαστε γιατροί. Αλλά πάντως και συ συγχαρητήρια. Για να κρατήσεις τρεις μέρες τη γυναίκα και να καταλάβεις ποιά ώρα θα γεννηθεί. Μόλις ήρθε ο γιατρός, το βρήκε έτοιμο. Βέβαια, πολλές φορές είχα αγωνία. Άμα όμως έβλεπα ότι το παιδί ερχότανε καλά, δε μ’ ένοιαζε, έπεφτα δίπλα στη γυναίκα και κοιμόμουνα.

Τις νύχτες ερχόντουσαν και με παίρνανε μ’ ένα φανάρι ή μ’ ένα φακό, γιατί τότε δεν είχε ηλεκτρικό και πώς να ξεγεννήσεις. Ένα βράδυ ήρθε και με πήρε ο άντρας μιας γυναίκας από κείθε πάνω από το Καλαμάκι, πάνω στα μαντριά. Κι ήρθε να με πάρει να ξεγεννήσω τη γυναίκα του. Στο δρόμο που πηγαίναμε του λέω. Τί λες, θα την προλάβουμε; Τί καταλαβαίνεις, του λέω, κόντευε το παιδί; Και μου λέει το παιδί έχει πέσει. Έχει πέσει το παιδί και τώρα με πας; Και τι θα κάνει το παιδί, θα στραγγίσει από τον αφαλό, άμα δεν του δέσεις τον αφαλό, στραγγάει. Δεν έλεγε μια γυναίκα ας το δέσουμε τούτο δώ να μη βγαίνει το αίμα πίσω. Όσο μένει το ύστερο στη γυναίκα, το αίμα στραγγίζει από το παιδί. Του λέω τράβα το μουλάρι και βάρα το. Κι εγώ πήγαινα στο μουλάρι και κείνος από πίσω και πήγα και δεν είχαν ούτε φώς τίποτα για να ιδώ. Είχανε από κείνα τους φουστανελάδες τα πετρελαιολίχναρα και σώθηκε το πετρέλαιο. Και βάνανε πουρνάρια στη φωτιά κι’ αφάνες σ’ ένα τζάκι, τίποτα ούτε τζάκι δεν είχανε, έτσι δεν έγλεπα να μαζέψω τη γυναίκα και το παιδί. Και τους λέω «αν ήξερα έτσι, δε ‘ρχόμουνα». Την  τρεμούλα που πέρασα. Λέω, να μου πάθει κάτι το παιδί, θα πούνε η Νάσταινα το ‘κανε. Μόλις λοιπόν μάζευα τη γυναίκα, τι πρώτα δεν έμπαινε κανένας μέσα εκτός από τη γυναίκα που είχα βοηθό. Μια δυο γυναίκες είχα, γιατί της βαστάγανε τα χέρια, βαστιότανε κείνη, ήθελα το ψαλίδι, ήθελα την κλωστή ν’ αφαλοκόψω το παιδί και μου τα ‘διναν εκείνες. Κι’ όταν τελειώναμε, ερχόταν ο πατέρας, του δίναμε τα συχαρίκια, ασήμωνε το παιδί, πότε ασήμωνε και τις γυναίκες, όποιος είχε ασήμωνε. Όποιος δεν είχε…

Η λεχώνα καθότανε χάμου, δεν έβγαινε έξω. Τύχαινε η λεχώνα να μη βγει έξω οχτώ μέρες. Λέγανε οι παλιοί «τη λεχώνα την είδαν τα βουνά και ραΐσανε».  Γιατί έχει τόση αγωνία περασμένη. Κατάλαβες, την είδαν τα βουνά και ραΐσανε! Μόλις θα ‘βγαινε στην πόρτα η λεχώνα, έπρεπε να κοιτάξει τη Θάλασσα. Πρώτα κι αρχή να κοιτάξει τη θάλασσα, για να της έρθει το γάλα σαν τη θάλασσα. Και δεν το χάνανε ποτές οι γυναίκες το γάλα τους. Μόλις βγαίνανε οι γυναίκες από την πόρτα, επιανόντουσαν από το σίδερο της πόρτας και λέγανε «σιδερένιο το σπίτι μου, σιδερένια κι εγώ» τρεις φορές. Και στερνά, κοιτάγανε τη θάλασσα, και  λέγανε «το γάλα μου σαν τη θάλασσα». Τα παιδιά μέχρι που πήγαιναν δύο χρονών τα θηλάζανε. Δεν τρώγανε τίποτε άλλο, μόνο γάλα. Δε βάνανε μπρίκι στη φωτιά. Έ, κάνα χαμομηλάκι. Άμα έκλεγε το παιδί, το ποτίζαμε σκατζοροχολή, τη χολή από το σκαντζόχοιρο. Μια ψιχούλα, ίσαμε το κεφαλάκι της καρφίτσας. Το λιώναμε σε λίγο γάλα από το στήθος και του το δίναμε και το ‘πινε και ηρέμιζε το παιδί και δεν έκλεγε πια. Τώρα δεν τα κάνουνε πια αυτά. Το ποτίζανε σκινόχορτο, πικρό, από τα σκίνα που γίνεται απάνω που πλέκει. Το βάζαμε και ξενέριζε και του δίναμε μια κουταλίτσα το πρωί και μια το βράδυ. Αυτό το βάσταγε να μην κλαίει. Όπως λέμε το κόβει η κοιλίτσα του. Τότες το ποτίζαμε από κείνο και κοιμότανε ήσυχο. Δεν πόναγε. Φαίνεται αυτό ήτανε ναρκωτικό, ξέρω τί ήτανε;  Έτσι το βρήκαμε, έτσι το κάναμε.

Οι γυναίκες, όταν πηγαίνανε στο χωράφι, το παιδί το παίρνανε μαζί τους. Το βάζανε στη νάκα, το κόβανε στην πλάτη, κι’ εκεί, αν τύχαινε κάνα δέντρο, έβαζε μια τριχιά και το κρέμαγε από το δέντρο. Ειδεμή, χάμω. Και στερνά, κει που καθότανε να ξαποστάσει, θήλαζε και το παιδί… Κουρασμένο γάλα, ξέρω ‘γώ.  Μια φορά ήτανε πιο ζωηρά τα παιδιά τότες και πιο γερά από τώρα. Ας τρέχανε και στα χωράφια.

Αν δεν σαράνταγε η γυναίκα, δεν πάενε στα χωράφια. ‘Έπρεπε να σαραντίσει, να τη διαβάσει ο παπάς. Ούτε σε ξένο σπίτι πάταγε. Να πάει στη γειτόνισσα ,όχι. Δεν έχεις ακούσει που λένε καμιά φορά, τι,είσαι ασαράντηyη και δεν έρχεσαι μέσα; ‘Όταν σαράνταγε,  πάενε στον παπά με το παιδί κι’ αφού έπαιρνε την ευχή, πάενε όπου ήθελε.

– Έχω ακούσει ότι πολλές γυναίκες έχουν γεννήσει στα χωράφια μόνες τους.

 Ναι, έτσι είναι. Έτυχε μια που πάενε στα Βέρβενα περπατώντας και την έπιασαν οι πόνοι κι’ έκατσε χάμω και το ‘κανε. Το μάζεψε μια γριά και το ‘δεσε με μια κλωστή, τότε σούρνανε και σουγιάδες απάνω τους, σούρνανε και κλωστές και βελόνες, είχανε απ’ όλα οι γριές. Το αφαλοκόψανε, το τυλίξανε με τη φουστάνα της, τη βάλανε πάνω στο μουλάρι και την πήγανε στο σπίτι. Κι’ άλλη μια πήγε στο μύλο ν’ αλέσει και γέννησε. Την έπιασε ο μυλωνάς και τη μάζεψε και την έβαλε καβάλα κι’ έφυγε να πάει στο χωριό της και το παιδί το ‘χε διπλωμένο στην ποδιά της. Καβάλα στο μουλάρι και το παιδί διπλωμένο. Πού τώρα τέτοιες γυναίκες. Θυμάμαι τότες που λέγανε γέννησε η Μούντραινα και πάει το παιδί στην ποδιά. Πάντως παιδευόντουσαν οι γυναίκες τότε. Τώρα δεν αντέχουνε. Ελέπτυναν. Τους έλεγα, όταν έρχεται ο πόνος, να κάνουν αυτή την αναπνοή, να βγαίνει ο πόνος απάνω και το παιδί να κατεβαίνει κάτου. Αυτό μου το ‘χε πει γιατρός, όχι ότι το ‘ξερα. Γιατί πολλοί γιατροί με είχανε ορμηνέψει. Τώρα δεν έχουνε αντοχή. Εδώ πάει η φωνή σύννεφο. Και τότες φωνάζανε, αλλά εγώ τους έβαζα φωνή κι ακούγανε. Γιατί η φωνή δεν είναι να βοηθήσει, είναι να σφιχτείς να κατέβει το παιδί. Τότες ήμουν και πιο νέα, πιο θαρραλέα…

– Τώρα άμα σου τύχει καμιά γέννα θα πάς;

Να, πέρσι δεν ξεγέννησα του Νίκου τη γυναίκα;

– Πόσο χρονών είσαι;

Εγώ είμαι 78. Δεν πρόλαβε να πάει στο γιατρό, κοιμόμουν και με φωνάξανε. «Θειά Κατέρω, θεια Κατέρω, έλα, γιατί το παιδί πέφτει και δεν ξέρουμε καμιά». Και πουλάλα εγώ και φούσκωσα. «Άντε θεια, γρήγορα». «Έ ,μπορώ να ‘ρθω και πιο γρήγορα;»  Επήγα εκεί και δεν πρόλαβα ούτε τα χέρια μου να περάσω με οινόπνευμα. Αμέσως εβούτηξα το παιδί, κοριτσάκι ήτανε, το ‘πιασα, το ξεγέννησα, έφτιαξα και τη γυναίκα και λέω στον άντρα της να πας να φέρεις τη  μαμή, ξέρεις αύτη  ήτανε σπουδαγμένη, εγώ δεν ξέρω ελέπτυνε η  πλάση. Και  ήρθε η  μαμή και μου  έδωσε συγχαρητήρια για το ωραίο φτιάξιμο που έκανα στη λεχώνα.

Και τώρα να μου τύχει κάτι, θα το πιάσω, αλλά δεν έχω από κείνες τις γυναίκες, που είχανε υπομονή.  Δεν μπορώ, δεν είναι και αντοχής. Δεν βοηθάνε. Τώρα τηράνε να τους το βγάνει ο γιατρός. Όλο πονάω… Έ, θα πονέσεις, για να βγάλεις το παιδί. Τανήσου, να το βγάλεις.

– Έτυχε να ξεγεννήσεις καμιά γυναίκα πάνω σε τρίποδο, στο σκαμνί που λένε;

Όχι. Η μαμή που με ξεγέννησε, με ξεγέννησε στο σκαμνί. Αυτό ήτανε ένα τρίγωνο ξύλινο και τα ντύνανε με πανιά και καθότανε απάνου η γυναίκα, ούτε σκεπαζότανε. Η μαμή δεν έβλεπε τίποτα. Έβαζε τα χέρια της από κάτω κι έπιανε το παιδί. Εγένναγαν πιο ελαφρά έτσι από τα ίσια που πέφτουνε. Ήτανε πιο καλά, καθότανε και το βάρος πήγαινε κάτω. Ενώ, άμα κάθεσαι στα ίσια, το παιδί είναι απλωμένο. Όμως στο σκαμνό που καθόσουνα έσπρωχνες κάτω εσύ, έσπρωχνε και το παιδί και έβγαινε. ‘Έβγαινε πιο καλά. Στερνά το καταργήσανε τα σκαμνί και γένναγαν στα ίσια τους οι γυναίκες. Πριν ν’ αρχίσει η γέννα, σου φέρνανε ένα πιάτο λάδι και μόλις βούταγε η μαμή τα χέρια της έλεγε. «Όπως γλιστράει  το λάδι, να γλιστράει και το παιδί της γυναίκας» εκεί στο μέρος στη γέννα και μετά συνέχιζε. Κι’ όταν κόντευε να γεννηθεί το παιδί, πάλι της έβαζε λάδι.  Κι’ ερχότανε το παιδί, φράπ, κι’ έπεφτε αμέσως.

– Γιατί τα κορίτσια δεν τα θέλανε τότε;

Δεν τα θέλανε, γιατί θέλανε προίκες. Φτιάνανε προικιά. Βελέντζες, σαϊσματα, κουβέρτες,  κιλίμια, αλατζάδες, τέτοιες προίκες. Πάντως το κορίτσι είναι βαρύσκιωτο. Δεν το θέλουνε δηλαδή.  Όχι και τότες, και τώρα δε το θέλουνε. Αλλά δεν το νομίζω, γιατί το ξεχωρίζουνε, αφού παιδί είναι και το κορίτσι, όπως είναι το αγόρι, είναι και το κορίτσι. Γεννήθηκε αγόρι, ο βασιλιάς γεννήθηκε. Χορεύανε, ρίχνανε και τα τουφέκια. Ενώ, άμα γεννιότανε κορίτσι, δε μίλαγε κανένας μπίτι. Μια φορά ο άντρας μιανής, όταν άκουσε ότι ήτανε κορίτσι, σηκώθηκε κι έφυγε. Του φώναζα εγώ να ‘ρθει πίσω, γιατί  δεν είχα και  πολλές γυναίκες να με βοηθήσουν, μια γυναίκα είχα μόνο. Του λέω «η γυναίκα άμα μείνει έγκυος ή κορίτσι θα κάνει ή αγόρι. Αφού έτυχε ο Θεός να το κάνει κορίτσι…» και μου λέει «έπρεπε να ‘ναι κείνος Στυλιανός και εγώ Θεός». Έ, άκουγες και κουταμάρες.

– Τί γιατροσόφια κάνατε στα παιδιά;

Εμείς δεν ηξέραμε το γιατρό. Εγώ τα παιδιά μου μεγαλώσανε, στο γιατρό δεν τα πήγα. Τους έκανα κείνο, τα άλλο, το ‘τριβα με ξυγκάκι. Το ‘τριβα στο λαιμούλι τους, γιατί κάνανε και τότες στο λαιμό τους αμυγδαλές που λέμε τώρα. Και μόλις το ‘τριβα με κείνο, το έδενα μ’ ένα πανάκι και το πρωί δεν είχε τίποτα. Ενώ τώρα δεν τα κάνουνε. Τώρα όλο με τα φάρμακα. Τότες τα χαρακώναμε στην πλατούλα για το αίμα. Έπρεπε να του πάρεις αίμα από δώ κι από κει και ησύχαζε το παιδί. Τρεις χαρακιές από τη μια, τρεις από την άλλη και μετά του βάναμε λίγο λαδάκι απάνω, βάναμε ένα πανάκι καθαρό και μετά το δέναμε. Κάθε οκτώ μέρες τα χαρακώναμε όσο ήτανε μικρά. Αλλά τότες που έγινε ενός χρονού κι’ απάνω, στους δύο μήνες, στους τρεις και τ’ αερώναμε. Και του Αγίου Κωνσταντίνου ήτανε καλή λέει μέρα για του Σταυρού. Δύο χαραξίτσες όλα τα παιδιά μέχρι δέκα χρονών και δώδεκα. Παλιότερα τα χαρακώνανε στις γάμπες. Εμένα μ’ έχουνε χαρακώσει στις γάμπες. Χαρακώνανε το κορμάκι του, τις γάμπες και πίσω δω στα κωλομάγουλα.

Το κεφαλάκι του το μπουχάγαμε με μαστίχα και μετά του ρίχναμε κι αλάτι ψιλό και το δέναμε, για να ψηθεί… Τον αφαλό τον προστατεύαμε για πολύ καιρό. Μερικά δεν πρόφταιναν να σαραντίσουν κι έκλεινε το αφαλό. Μερικά τον είχανε ενός χρόνου κι’ ακόμα. Τους βάζαμε και ένα φυλαχτό. Κάναμε ένα χαϊμαλάκι.  Βάζανε  ένα σπυράκι λιβάνι, λιγάκι σκόρδο, λιγάκι κάρβουνο από τη φωτιά και σταυρολούλουδα από τον επιτάφιο, τα ράβανε και το βάζανε στο παιδί. Τους  βάζανε κι’ ένα σταυρό, λιόκρινο τον λέγανε το σταυρό, σαν ξύλο ήτανε, το πουλάγανε. Μ’ αυτό το σταυρό τήραγαν και το μάτι. Τον βάζαμε μέσα στο νερό και άμα είχε μάτι, πέταγε φουσκάλες απάνω ο σταυρός. Κι’ άμα είχε μάτι, το σταυρώναμε με κείνο το σταυρό και λέγαμε «Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά». Του βάζαμε ακόμη μια γουρουνίτσα, ένα κοχύλι της Θάλασσας μαζί με μια χάντρα μπλε, θαλασσιά, το κρεμάγαμε μ’ ένα σκοινί στο λαιμό του παιδιού για το μάτι, γιατί αυτή η γουρουνίτσα έχει μπροστά ένα μαύρο μάτι τόσο δα, τρομάζεις να το βρεις, κι’ αυτό δεν το βρίσκεις εύκολα. Τώρα δεν τα παραδέχονται αυτά. Τώρα ούτε πικρά τα ποτίζουνε ούτε τίποτα. Με το τίποτε, στο γιατρό.

Όσο για το νονό, αυτός ερχότανε μετά από δεκαπέντε μέρες, γιατί έπρεπε να το ασημώσει.  Λεφτά, γλυκά, καμιά μπουκάλα κρασί ήτανε τα κεράσματα του παιδιού. Στα βαφτίσια πάενα κι εγώ και βοηθούσα. Τότε δεν είχανε μπομπονιέρες. Είχανε γλυκό στο σπίτι.  Όσοι ήτανε στην εκκλησία, περνάγανε από το σπίτι και παίρνανε ένα γλυκό. Κυδώνι ή ότι άλλο. Ο νονός μες στην εκκλησία έδινε σε όλους λεφτά. Έδινε στη μαμή, στη νεωκόρα, στον παππά, στον ψάλτη και άφηνε και στην εκκλησία. Στους  υπόλοιπους είχε κάνει λεφτά λιανά, γαζέτες που τα λέμε, και τα ‘παιρνε στη χούφτα του, τα πέταγε κι’ όποιος προλάβαινε έπαιρνε. Δεκάρες τότε, τι να πετάξει. Ελέγανε τώρα θα πετάξει ο νουνός, τώρα θα πετάξει λεφτά. Μαρτυρικά δεν είχαμε. Μαρτυρικά λέγαμε τώρα θα μαρτυρήσω το όνομα και, για να μην το μαρτυρήσεις, δίνανε ένα δίφραγκο, φράγκο, για να μη μαρτυρήσει.  Τα φλουράκια, όχι δεν τα ξέραμε. Ο νουνός που το βάφτισε έπρεπε να στεφανώσει κιόλα.  Στα βαφτίσια έπαιρνες ένα λαδόπανο, μια σκουφίτσα και το πουκαμισάκι του παιδιού, τίποτε άλλο.  Μετά, άμα πέρναγε ένας μήνας, ο νουνός έπαιρνε ένα κουστουμάκι. Τα πρώτα τα λέγαμε λαδικά. Και του Χριστού ή του Αγιο- Βασιλειού του πήγαινε το κουστούμι το καλό και τη λαμπάδα του, αν ήτανε Πάσχα.  Λέγανε θα ‘ρθει ο νονός να φέρει τα βαφτιστικά. Τα λέγανε Φωτήκια.  Τα δεύτερα τα λέγανε λαδίκια.  Αυτές ήταν οι δουλειές μας.  Άλλα εθίματα τότες. Έχω πεντακόσια παιδιά πιασμένα μέχρι που τα μέτραγα. Τι να πρωτοθυμηθώ…

– Κυρά Κατέρω, θυμάσαι κανένα γεγονός που να σε στενοχώρησε ιδιαίτερα;

Θυμάμαι μια γυναίκα που είχε δύσκολη γέννα, γιατί το παιδί φαινότανε μεγάλο και τους είπα να την πάνε στο γιατρό. Αφού την πήγανε, ο γιατρός τους είπε να της κάνουνε καισαρική, για να το πάρουνε το παιδί, και οι δικοί της δε θέλανε. Γιατί τότε το θεωρούσανε κακό. «Γιατί, δεν είναι άξια να το γεννήσει;  Όχι καισαρική». Την άφησαν τη γυναίκα και το παιδί έβγαλε πρώτα το χεράκι του. Τίποτα άλλο. Το βγάλανε ένα – ένα κομματάκι. Παραλίγο να πάθει και η γυναίκα. Άλλη μία πάλι, που τα γένναγε πεθαμένα; Τρία παιδιά είχε γεννήσει, όλα την ίδια τύχη είχανε. Πολύ με στενοχώρησε αυτή η γυναίκα, γιατί τους έλεγα να την πάνε στην Αθήνα στο γιατρό.  Αλλά οι δικοί της τίποτα. Ήτανε ντροπή να μην μπορεί να γεννήσει ένα σωστό παιδί.

Και η Κυρα – Κατέρω η Νάσταινα, η μαμή του χωριού, που είχε ξεγεννήσει πάνω από πεντακόσια παιδιά, άρχισε να μουρμουρίζει ένα νανούρισμα:

«Νάνι – νάνι να μου κάνει

κι όπου το πονεί να γιάνει….

Νάνι – νάνι το μωρό

κι εγώ θα κάνω ότι μπορώ…»

 

Όπως μου τα εξιστόρησε η Κυρά Κατέρω η Νάσταινα, η μαμή.

Κυβέρι, Σεπτέμβρης 1988

Λιλή Καρύμπακα

* Η Λιλή Καρύμπακα γεννήθηκε στην Πάτρα, είναι πτυχιούχος της σχολής ξεναγών, εργάστηκε στο δημόσιο και έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές. Είναι αδελφή της Γλύπτριας και Ζωγράφου Αργυρώς Καρύμπακα, και κόρη της οικογένειας του Ανδρέα Καρύμπακα από την Κυνουρία και της Χρυσούλας Καρκαλάτου από το Κιβέρι. Οργάνωσε στο Κιβέρι το 1990 σε συνεργασία με το Χορευτικό Όμιλο Κιβερίου μια εξαιρετική έκθεση με τίτλο «Αναμνηστικά», στην οποία παρουσίασαν παλιές φωτογραφίες, διάφορα έγγραφα και παλιά αντικείμενα, που τους παραχώρησαν οι κάτοικοι του χωριού. Ακολούθησε το 2001 η «Γιορτή του Μάη» με οργάνωση έκθεσης με γλάστρες ανθισμένες, στεφάνια, ανθοδέσμες και παιδικά σχέδια των μαθητών του δημοτικού σχολείου Κιβερίου. Οργάνωσε επίσης σε συνεργασία με τη γνωστή στην Αργολίδα δημοσιογράφο και συγγραφέα Μιμή Φυρογένη παράσταση παιδικού θεάτρου για τα παιδιά του σχολείου, η οποία παίχτηκε στο χωριό και παρουσιάστηκε στο 1ο φεστιβάλ παιδικού θεάτρου Άργους.

 

Read Full Post »

Οι καλικάντζαροι στη λαϊκή παράδοση


 

  «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, αποδεχόμενη τις εκατοντάδες προτάσεις των επισκεπτών της και επιθυμώντας να συμβάλλει στην επίκαιρη ενημέρωσή τους, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα: «Οι καλικάντζαροι στη λαϊκή παράδοση»

 

Οι Καλικάντζαροι, τα εύθυμα και άτακτα δαιμόνια, που αφήνουν για λίγο την κατοικία τους στα έγκατα της γης και ανεβαίνουν στην επιφάνειά της, για να πειράξουν τους ανθρώπους, εμφανίζονται το Δωδεκαήμερο. Το Δωδεκαήμερο, λαογραφικός όρος που τον χρησιμοποιούν οι Έλληνες από τα βυζαντινά χρόνια, αρχίζει την πρώτη μέρα των Χριστουγέννων και τελειώνει την παραμονή των Θεοφανίων. Είναι μια συνεχής αλυσιδωτή γιορτή, μια περίοδος που χαρακτηρίζεται από θρησκευτική κατάνυξη και πολλά έθιμα. Τις μέρες αυτές, τοποθετημένες μέσα στη καρδιά του χειμώνα, το σπίτι με τα βρασμένα καινούργια κρασιά, τις φρέσκες ρακές, το μπόλικο χοιρινό κρέας και τις μεγάλες φωτιές στο τζάκι, γινόταν μια αληθινή ζεστή φωλιά, που γεννούσε διάθεση για χαρά, τραγούδι, χορό και γλέντι. Θεωρείται όμως και επικίνδυνη περίοδος, επειδή τις νύχτες, που είναι και οι μεγαλύτερες του έτους, κυκλοφορούν στους δρόμους και στα χαλάσματα κάθε νύχτα οι τρομεροί Καλικάντζαροι και πειράζουν τους ανθρώπους, όπως έλεγαν οι γιαγιάδες τα παλιά χρόνια στα εγγονάκια τους, για να κάθονται ήσυχα. Έρχονται την παραμονή των Χριστουγέννων και φεύγουν τα Θεοφάνεια. Αλλά τι είναι οι Καλικάντζαροι;

Οι καλικάντζαροι πριονίζουν το δένδρο της γης. Εικόνα από το Αναγνωστικό της Δ’ Δημοτικού, έκδοση ΟΕΔΒ, 1961.

Οι καλικάντζαροι πριονίζουν το δένδρο της γης. Εικόνα από το Αναγνωστικό της Δ’ Δημοτικού, έκδοση ΟΕΔΒ, 1961.

Η φαντασία του λαού οργιάζει γι αυτά τα δημοφιλή όντα της λαϊκής παράδοσης. Ο λαός πίστευε ότι είναι δαιμόνια και έρχονται από τα έγκατα της Γης. Η Γη δεν μπορεί να στέκεται στο κενό. Κάπου πρέπει να στηρίζεται. Και το στήριγμά της δεν μπορεί να είναι άλλο από ένα δέντρο. Τα καλικαντζαράκια κρατούν ένα τεράστιο πριόνι και αγωνίζονται να κόψουν τον τεράστιο ξύλινο στύλο, που κρατά στη θέση της τη Γη, γιατί θέλουν να τη δουν να γκρεμίζεται και τους ανθρώπους να υποφέρουν. Ολόκληρο το χρόνο οι καλικάντζαροι κάτω από τη γη πελεκούν προσπαθώντας άλλος με τσεκούρι, άλλος με πριόνι ή μπαλτά και άλλοι με τα νύχια και τα σουβλερά τους δόντια να κόψουν το δέντρο που βαστάει τη γη. Ο κορμός του όμως είναι πολύ χοντρός και χρειάζεται μεγάλη και πολύχρονη προσπάθεια για να τον κόψουν. Κόβουν-κόβουν, μέχρι που έχει απομείνει λίγο ακόμα, αλλά πάνω που κοντεύουν να τα καταφέρουν, γεννιέται ο Χριστός, έρχονται τα Χριστούγεννα και, επειδή φοβούνται μην πέσει η γη και τους πλακώσει, λένε «αφήστε το να πάμε πάνω στη γη και θα πέσει μοναχό του». Ανεβαίνουν, λοιπόν, πάνω στη γη για να τυραννήσουν τους ανθρώπους.

Την παραμονή των Χριστουγέννων ξεκινούν τα καλικαντζαράκια για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη Γη. Είναι χιλιάδες και ξετρυπώνουν στην επιφάνειά της από μυριάδες τρύπες που βρίσκονται στο έδαφός της. Βγαίνουν μέσα από τα φαράγγια και τα πηγάδια, από τις σπηλιές και τις καταβόθρες, τις καταπαχτές και τα πιο μικρά από μυρμηγκοφωλιές και άλλες μικροσκοπικές τρύπες της Γης! Έρχονται σε κάθε χωριό και μένουν ανάμεσα στους ανθρώπους 12 μέρες ως την παραμονή των Φώτων αφήνοντας στην ησυχία του το δέντρο της Ζωής. Στο διάστημα αυτό όμως το δέντρο ξαναγίνεται, κλείνει τις πληγές που του προκάλεσαν όλο το χρόνο οι καλικάντζαροι! Τα Θεοφάνεια που γυρίζουν και βλέπουν το δέντρο ακέραιο να έχει βγάλει νέους βλαστούς, τα δαιμόνια μανιάζουν και αρχίζουν πάλι να το κόβουν μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα, που βγαίνουν ξανά στη γη και αρχίζουν πάλι να ξεσπάνε στους ανθρώπους.

 

Την παραμονή των Χριστουγέννων τα καλικαντζαράκια σταματούν το κόψιμο του δένδρου και ξεκινούν για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη Γη.

Την παραμονή των Χριστουγέννων τα καλικαντζαράκια σταματούν το κόψιμο του δένδρου και ξεκινούν για το μεγάλο ταξίδι τους πάνω στη Γη.

 

Ο λαός φαντάζεται αυτά τα περίεργα δαιμονικά να μοιάζουν με τους ανθρώπους, αλλά με διάφορες μορφές κατά περιοχή και με κοινό γνώρισμα την ασχήμια τους. Όλα τα κουσούρια και τα σακατιλίκια του κόσμου τα βρίσκεις πάνω τους. Είναι κακομούτσουνοι και σιχαμένοι. Καθένας τους έχει και από ένα κουσούρι. Άλλος κουτσός, άλλος στραβός ή μονόφθαλμος, άλλος μονοπόδαρος ή στραβοπόδαρος, άλλος στραβοχέρης, στραβομούρης με καμπούρα ή ουρά. Οι περιγραφές για τους καλικάντζαρους δεν συμπίπτουν απόλυτα. Άλλοι πιστεύουν ότι είναι όντα λιπόσαρκα και κατάμαυρα με μαλλιά ατημέλητα, μάτια κόκκινα, δόντια πιθήκου και πόδια τράγου, με χέρια σαν της μαϊμούς, με τριχωτό όλο τους το σώμα, φορούν σιδεροπάπουτσα και είναι πολύ κουτοί. Άλλοι τους φαντάζονται νάνους, άλλοι ψηλούς και μαυριδερούς με τρίχες σε όλο τους το σώμα, χέρια και νύχια πίθηκου, πόδια γαϊδάρου ή το ένα γαϊδάρου και το άλλο ανθρώπινο, μισοί γαϊδούρια και μισοί άνθρωποι, άλλοτε γυμνούς και άλλοτε ρακένδυτους με σκούφο από γουρουνότριχες και με παπούτσια σιδερένια ή με τσαρούχια. Όλοι όμως συμφωνούν ότι είναι όντα διχόγνωμα και φιλόνικα, δε βοηθά ο ένας τον άλλο και δεν μπορούν να κάνουν μέχρι το τέλος μια δουλειά, όλα τα αφήνουν στη μέση. Γι’ αυτό είναι αναποτελεσματικοί και δεν μπορούν να κάνουν κακό στους ανθρώπους, παρόλο που αυτή είναι η επιθυμία τους. Όσο και αν διαφωνεί, όμως, ο λαός για το πώς μοιάζουν οι καλικάντζαροι, όλοι συμφωνούν σε ένα πράγμα, στην ατελείωτη βλακεία και κουταμάρα τους.

Η λέξη «καλικάντζαρος» είναι σύνθετη (καλός + κάνθαρος, που σημαίνει σκαθάρι) και σύμφωνα με μια θεωρία οι καλικάντζαροι προήλθαν από τους κανθάρους. Τα σκαθάρια ήταν κολεόπτερα βλαπτικά για τους αγρούς και τα αμπέλια. Ύστερα εμφανίστηκαν σαν δαιμόνια με μορφή κανθάρων. Βέβαια, οι καλικάντζαροι κάθε άλλο παρά καλοί ήταν. Ίσως το όνομά τους ήταν ένας ευφημισμός σε μια προσπάθεια του λαού να τους «καλοπιάσει», για να γλιτώσει από τις σκανδαλιές τους. Σε άλλους χριστιανικούς λαούς τα δαιμονικά όντα του Δωδεκαήμερου εμφανίζονται ως Λυκάνθρωποι, Στρίγγλες, Μάγισσες ή Παγανά. Παγανά γενικότερα είναι τα εξωτικά και τα φαντάσματα. Paganus έλεγαν το χωρικό, τον αστράτευτον (παγάνα, παγανιά) και κατόπιν τον εθνικό και μη χριστιανό. Στα αγγλικά pagan είναι ο ειδωλολάτρης. Και παγανή Κυριακή είναι η Κυριακή που δεν έχει άλλη εορτή. Παγανό αποκαλείται και το αβάπτιστο νήπιο. Πίστευαν ότι τα βρέφη που πέθαιναν αβάπτιστα γίνονταν παγανά, τελώνια, καλικάντζαροι. Επειδή από τα Χριστούγεννα μέχρι τα Φώτα ο Χριστός είναι ακόμη αβάφτιστος, είναι και «τα νερά αβάφτιστα» και έτσι βρίσκουν ευκαιρία και οι καλικάντζαροι να αλωνίσουν τον κόσμο.

Διάφορες θεωρίες διατυπώθηκαν σχετικά με την προέλευση των Καλικάντζαρων. Η αρχή των μύθων των σχετικών με τους καλικάντζαρους βρίσκεται στα πολύ παλιά χρόνια. Η ύπαρξή τους έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελληνική μυθολογία, όπου συναντούμε τους Κένταυρους και τους Σάτυρους, πλάσματα που από τη μέση και πάνω ήταν άνθρωποι, ενώ από τη μέση και κάτω ζώα. Πολύ αργότερα οι Βυζαντινοί, που γιόρταζαν το Δωδεκαήμερο με μουσικές, τραγούδια και μασκαρέματα, οι άνθρωποι με κρυμμένα τα πρόσωπά τους έκαναν με πολύ θάρρος και χωρίς ντροπή ό,τι ήθελαν για δώδεκα μέρες, ως την παραμονή των Φώτων, οπότε με το Μεγάλο Αγιασμό όλα σταματούσαν και οι άνθρωποι ησύχαζαν. Τριγύριζαν ελεύθεροι και ελευθεριάζοντες στους δρόμους, πείραζαν τους ανθρώπους, έμπαιναν απρόσκλητοι σε ξένα σπίτια και αναστάτωναν τους νοικοκύρηδες. Ζητούσαν λουκάνικα και γλυκά και οι νοικοκυραίοι έκλειναν πόρτες και παράθυρα, για να γλιτώσουν απ’ αυτούς. Οι μασκαρεμένοι, όμως, έβρισκαν πάντα κάποιους τρόπους να εισβάλλουν στα ξένα σπίτια, ακόμα και από τις καμινάδες. Με το πέρασμα του χρόνου όλα αυτά τα παράξενα φερσίματα, τα μασκαρέματα και οι φόβοι των ανθρώπων έμειναν ζωντανά στη μνήμη του λαού και η πλούσια φαντασία του γέννησε σιγά-σιγά τα μικρά, αλαφροΐσκιωτα πλάσματα, που τα ονόμασε καλικάντζαρους. Οι Καλικάντζαροι, λοιπόν, είναι πλάσματα της νεοελληνικής μυθολογίας, στα οποία έδωσαν αφορμή οι μεταμφιέσεις των βυζαντινών χρόνων κατά το Δωδεκαήμερο, επειδή οι μεταμφιεσμένοι συχνά ενοχλούσαν και φόβιζαν τους ανθρώπους. Το έθιμο των μεταμφιέσεων, που εμφανίζεται και σήμερα στις περιοχές της Μακεδονίας, Θράκης και Θεσσαλίας, φαίνεται πως έχει σχέση με τους καλικάντζαρους. Οι μεταμφιεσμένοι, που λέγονται Μωμόγεροι, Ρογκάτσια ή Ρογκατσάρια, φοράνε τομάρια ζώων (λύκων, τράγων κ.α.) ή ντύνονται με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά και γυρίζουν στο χωριό τους ή στα γειτονικά χωριά, τραγουδούν και μαζεύουν δώρα.

Τα στοιχεία όμως, που αναφέρονται στην προέλευση, τη μορφή και την ενέργεια αυτών των δαιμονίων, καθιστούν πιθανό το συσχετισμό των Καλικάντζαρων με τους νεκρούς. Οι Καλικάντζαροι, που έρχονται από τον κάτω κόσμο, όπου διαμένουν όλο τον άλλο χρόνο, εμφανίζονται με διάφορες μορφές σαν όντα μαλλιαρά, σαν Αράπηδες ή σαν ζούζουλα και μιαίνουν τις τροφές, συμβολίζουν τους νεκρικούς δαίμονες, που κατά την περίοδο των χειμερινών τροπών του Ηλίου επιστρέφουν για λίγο χρόνο ανάμεσα στους ζωντανούς. Οι Αρχαίοι πίστευαν πως οι ψυχές, όταν έβρισκαν την πόρτα του Άδη ανοιχτή, ανέβαιναν στον απάνω κόσμο και τριγύριζαν παντού, χωρίς έλεγχο και περιορισμούς. Σύμφωνα με τη λαϊκή πίστη το Δωδεκαήμερο οι νεκροί επέστρεφαν στον απάνω Κόσμο, τριγύριζαν τις νύχτες στους δρόμους και έμπαιναν στα σπίτια από τις καμινάδες. Παρεμφερής είναι και η δοξασία ότι οι Καλικάντζαροι είναι οι βρικολακιασμένες ψυχές των στρατιωτών του Ηρώδη. Η «παγάνα» που ξαπόστειλε ο Ηρώδης, για να σκοτώσει όλα τα νήπια κάτω των δύο χρόνων με την ελπίδα πως έτσι θα εξόντωνε και το νεογέννητο Χριστό.

Ψιλοβελώνης καλικάτζαρος.

Ψιλοβελώνης καλικάτζαρος.

Τα ονόματα, που έχει δώσει ο λαός στους καλικάντζαρους, είναι σύμφωνα με τις ιδιότητες και τα χαρακτηριστικά τους και ποικίλλουν από τόπο σε τόπο. Αξίζει να αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά. Ο καλικάντζαρος Μαλαγάνας ξεγελάει τα παιδιά με γλυκόλογα και καταφέρνει να τους πάρει τα γλυκά. Ο Τρικλοπόδης έχει χταποδίσιο χέρι, που το χώνει παντού και σκουντουφλάνε πάνω του οι άνθρωποι, ενώ του αρέσει πολύ να μπερδεύει τις κλωστές στο πλεχτό της γιαγιάς. Ο Πλανήταρος πλανεύει τους ανθρώπους, γιατί μπορεί να μεταμορφώνεται σε ζώο ή σε κουβάρι. Ο Μαλαπέρδας κατουράει στα φαγητά την ώρα που μαγειρεύονται και γι’ αυτό οι νοικοκυρές πρέπει να κλείνουν καλά το καπάκι της κατσαρόλας τους. Ο Μαγάρας έχει μια κοιλιά σαν τούμπανο και αφήνει βρομερά αέρια πάνω στα φαγητά των ανθρώπων. Ο Καταχανάς τρώει διαρκώς τα πάντα και κατόπιν ρεύεται και βρομάει απαίσια. Ο Περίδρομος είναι ο άλλος φαταούλας της παρέας. Ο Κουλοχέρης είναι σαραβαλιασμένος με ένα χέρι κοντό και ένα μακρύ, γι’ αυτό όλο μπερδεύεται και πέφτει κάτω. Ο Παρωρίτης εμφανίζεται αξημέρωτα (παρά την ώρα), πριν λαλήσει ο πετεινός, και ξεσηκώνει με τις φωνές τους ανθρώπους. Ο Γουρλός έχει τεράστια μάτια σαν αυγά και πεταμένα έξω και δεν του ξεφεύγει τίποτα. Ο Κοψομεσίτης είναι κουτσός και καμπούρης και του αρέσουν οι τηγανίτες με το μέλι. Ο Στραβολαίμης στριφογυρνάει διαρκώς το κεφάλι του σαν σβούρα. Ο Κοψαχείλης έχει δόντια τεράστια, που κρέμονται έξω από τα χείλη του, φοράει ψεύτικο καλυμμαύκι και κοροϊδεύει τους παπάδες. Ο Κωλοβελόνης είναι μακρύς σαν μακαρόνι και μπορεί να περνάει εύκολα από τις κλειδαρότρυπες και από τις τρύπες του κόσκινου. Ο Βατρακούκος είναι θεόρατος και ολόιδιος βάτραχος. Ο Κατσικοπόδαρος είναι φαλακρός, κασιδιάρης με ένα κατσικίσιο ποδάρι και όπου βάλει το ποδάρι του φέρνει καταστροφή, γιατί είναι κακορίζικος, ελεεινός και γρουσούζης.

Καθώς η παράδοση ρίζωνε στους βαλκανικούς λαούς, οι καλικάντζαροι απέκτησαν και άλλα ονόματα, όπως καλιοντζήδες, καλκάνια, καλιτσάντεροι, καρκάντζαροι, σκαλικαντζάρια, σκαντζάρια, τζόγιες, βερβελούδες, καλλισπούρδοι, καρκαλάτζαροι, καρκατσέλια, καρκαντζόλοι, καψιούρηδες, λυκοκάντζαροι, μνημοράτοι, πλανητάροι, τσιλικρωτά, σταχτοπάτηδες, σκαρικατζέρια, καλλισπούδηδες, χρυσαφεντάδοι και παγανά.

 

Καλικάντζαροι

Καλικάντζαροι

 

Ο Παγανός είναι κουτσός, γιατί έφαγε μια κλωτσιά από το γαϊδούρι της Μάρως, μιας χωριατοπούλας, που την κυνηγούσε κάποτε για να την κάνει γυναίκα του. Εκείνη κρύφτηκε στα σακιά με το αλεύρι, που είχε φορτωμένα στο γαϊδούρι της, και κατάφερε να του ξεφύγει. Ο Παγανός έτρεξε μανιασμένος κοντά στο γαϊδούρι και την έψαχνε. Το ζωντανό τότε τρόμαξε πολύ και άρχισε να κλωτσάει. Μια δυνατή κλωτσιά έφαγε ο Παγανός και σακατεύτηκε. Ο Παγανός λατρεύει τη στάχτη και γι’ αυτό τρυπώνει από τις καμινάδες. Φοβάται όμως πιο πολύ απ’ όλους τους Καλικάντζαρους τη φωτιά και γι’ αυτό οι νοικοκύρηδες φροντίζουν να μη σβήσει κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου. Ο πιο γνωστός και αρχηγός των καλικάντζαρων είναι ο Μανδρακούκος ο Ζυμαρομύτης. Κρατάει για σκήπτρο του μια γκλίτσα και συχνάζει στα μαντριά και τα βοσκοτόπια. Τα αυτιά του είναι μεγάλα σαν του γαϊδάρου και η σκούφια του, που την έχει υφάνει μόνος του από γουρουνότριχες, δεν φτάνει να τα σκεπάσει. Έχει και μία τεράστια μύτη που του κρέμεται σαν μαλακό ζυμάρι. Του αρέσει να πειράζει τα πρόβατα στα βοσκοτόπια και να ρίχνει γάντζο από την καμινάδα, για να κλέψει λουκάνικα από τη φωτιά.

Τραγοπόδης καλικάτζαρος

Τραγοπόδης καλικάτζαρος

Όποια μορφή και αν έχουν οι Καλικάντζαροι, η τροφή τους είναι κυρίως ακάθαρτη. Τρώνε φίδια, σκουλήκια, βατράχους, σαύρες, ποντίκια, αλλά τους αρέσουν και τα εδέσματα του Δωδεκαήμερου, τα ξεροτήγανα, οι τηγανίτες και τα λουκάνικα. Όταν οι νοικοκυρές ψήνουν τηγανίτες ή άλλα σκευάσματα πλαστά από αλεύρι στο τηγάνι, οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στην καπνοδόχο και απλώνουν το χέρι τους ως κάτω στην εστία, γιατί μπορούν να απλώνουν και να μακραίνουν τα χέρια και τα πόδια τους όσο θέλουν, και βουτάνε ότι υπάρχει στο τηγάνι ή στη θράκα. Η πιο αγαπημένη τροφή, όμως, των καλικαντζάρων είναι το χοιρινό κρέας και κυρίως το παστό του (το πάχος), το οποίο σκορπάει μια ευωδιαστή και πολύ ευχάριστη μυρωδιά, όταν ψήνεται και πέφτει στη θράκα. Γι’ αυτό οι νοικοκυραίοι σκέπαζαν το χοιρινό με σπαράγγια, για να μην πλησιάζουν οι καλικάντζαροι. Το σπαράγγι είναι πολύ νόστιμο και τρώγεται, όταν είναι τρυφερό, όταν όμως μεγαλώσει, γίνεται πολύ σκληρός αγκαθωτός θάμνος και με αυτό σκέπαζαν το χοιρινό, τα λουκάνικα και οτιδήποτε είχαν ετοιμάσει με πρώτη ύλη το χοιρινό.

Την παραμονή των Χριστουγέννων οι καλικάντζαροι ανεβαίνουν στη γη και περιμένουν να σμίξει η μέρα με τη νύχτα, για να ξεπροβάλλουν ένας-ένας από τις τρύπες τους πάνω στη γη. Είναι πολύ ευκίνητοι ανεβαίνουν στα δένδρα, πηδούν από στέγη σε στέγη, σπάζουν τα κεραμίδια και κάνουν μεγάλη φασαρία. Κάθε νύχτα του Δωδεκαήμερου επιχειρούν να μπουν στα σπίτια και να μαγαρίσουν τα φαγητά και το νερό. Αν καταφέρουν και μπουν σε κάποιο σπίτι από τις καμινάδες, τις κλειδαρότρυπες, τις χαραμάδες της πόρτας και των παραθύρων, αρχίζουν να ανακατεύουν ό,τι βρουν μπροστά τους και να κάνουν ζημιές. Τους αρέσει να πλατσουρίζουν μέσα στα δοχεία, που έχουν οι νοικοκυρές το λάδι, στα τηγάνια, στα τσουκάλια, στα πιάτα και στους λύχνους, που χρησιμοποιούσαν παλαιότερα για φωτισμό στα χωριά. Κάνουν το σπίτι αγνώριστο. Μα πιο πολύ θέλουν να μαγαρίσουν τα φαγητά. Τα λερώνουν με τα ακάθαρτα νύχια τους και αφήνουν τις βρωμιές τους όπου βρουν προκαλώντας υστερία στις νοικοκυρές. Συνήθως όμως το εγχείρημά τους αποτυγχάνει, γιατί η φωτιά καίει στο τζάκι συνεχώς και η νοικοκυρά έχει θυμιάσει το σπίτι. Τότε, για να βγάλουν το άχτι τους, κατουρούν από την καπνοδόχο, για να σβήσουν τη φωτιά και να μολύνουν ό,τι ψήνεται σ’ αυτή. Το ξημέρωμα, πριν το λάλημα του πετεινού, γίνονται άφαντοι. Φοβούνται πολύ το φως και γι’ αυτό την ημέρα κρύβονται.

Επειδή όμως τα εμπόδια για να μπουν στο σπίτι είναι πολλά, επιχειρούν να βλάψουν τον άνθρωπο και έξω από το σπίτι. Η προνοητική νοικοκυρά φρόντιζε να μην αφήνει έξω από το σπίτι τις νύχτες του Δωδεκαημέρου σκεύη, αγγεία, ενδύματα και μικροέπιπλα, για να μην τα μαγαρίσουν τα παγανά. Η νυχτερινή σύναξη των Καλικαντζάρων γίνεται στην εξοχή, στα τρίστρατα, σε απομακρυσμένους μύλους, στα αλώνια ή κάτω από γεφύρια. Οι Καλικάντζαροι τριγυρίζουν στους δρόμους και αλλοίμονο σε κείνον που θα βγει τη νύχτα να πάει σε μακρινή δουλειά. Παρουσιάζονται μπροστά του με διάφορες μορφές, για να τον φοβίσουν ή να τον βλάψουν. Τον τραβολογούν, τον πειράζουν, τον καβαλικεύουν, τον αναγκάζουν να χορέψει μαζί τους, τον περδικλώνουν και τον εμποδίζουν να γυρίσει σπίτι. Η μανία τους είναι να πειράζουν τις κακόμοιρες τις γριές και γι’ αυτό όλες τους φοβόντουσαν, εκτός από τις μαμές. Το λαϊκό πνεύμα εξαίρεσε τις μαμές από τον κίνδυνο των καλικαντζάρων, γιατί ήταν αναγκαίο να μπορούν να προσφέρουν τη βοήθειά τους στις ετοιμόγεννες, όποια ώρα της νύχτας κι αν τις φώναζαν.

Αλλά και οι μυλωνάδες, που εργάζονταν στο μύλο χτισμένο σε μέρος μακριά από το χώρο του οικισμού, συνήθως δίπλα σε ποτάμι, είχαν πάρε δώσε με καλικαντζάρους. Σε μια ευτράπελη διήγηση ένας μυλωνάς είχε ωραία φωτιά με κάρβουνα στο μύλο του και έψηνε πέρδικα ή γουρουνάκι. Εκεί που γύριζε τη σούβλα του, βλέπει στην άλλη μεριά έναν καλικάντζαρο, που γύριζε μια σούβλα με βατράχους! Δεν του μίλησε, αλλά ο καλικάντζαρος τον ρώτησε πώς τον λένε. «Eαυτό με λένε», του λέει ο μυλωνάς. Μετά από λίγο, όταν το κρέας ήταν ροδοκόκκινο και μοσχομύριζε, ο καλικάντζαρος βάζει τη σούβλα του με τους βατράχους πάνω στο κρέας του μυλωνά. Τότε ο μυλωνάς του φέρνει μια με ένα αναμμένο δαυλί και, καθώς ο καλικάντζαρος ήταν γυμνός, τον κατάκαψε! Βάζει τις φωνές ο καλικάντζαρος. «Bοηθάτε, αδέρφια, μ’ έκαψαν»! «Ποιος σ’ έκαψε;» του λένε οι άλλοι καλικάντζαροι απ’ έξω. «O Eαυτός μ’ έκαψε» τους λέει εκείνος. «Εμ, σαν κάηκες από τον εαυτό σου, τι σκούζεις έτσι;» του είπαν οι άλλοι καλικάντζαροι και τον άφησαν αβοήθητο.   Έτσι την έπαθε ο καλικάντζαρος με τη σούβλα, γιατί ο μυλωνάς με την απάντηση, που είχε δώσει και ο Οδυσσέας στον κύκλωπα Πολύφημο, φάνηκε εξυπνότερός του.

Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τους εξουδετερώσουν με διάφορους τρόπους. Το κύριο μέσο, για να κρατηθούν οι Καλικάντζαροι μακριά από τα σπίτια των ανθρώπων, είναι η φωτιά, στην οποία η λαϊκή αντίληψη αποδίδει δύναμη αποτρεπτική των δαιμόνων. Γι’ αυτό τα τζάκια εκείνες τις μέρες είναι αναμμένα και η φωτιά καίει συνεχώς. Διάλεγαν ένα κούτσουρο («δωδεκαμερίτης», «χριστόξυλο») και μάλιστα από αγκαθωτό δέντρο, γιατί ο λαός πίστευε ότι τα αγκάθια διώχνουν τα δαιμόνια. Μέρα και νύχτα, όλο το Δωδεκαήμερο, η φωτιά δε έσβηνε από την οικογενειακή εστία και κρατούσε τους Καλικάντζαρους μακριά. Με την αναχώρηση των καλικάντζαρων την ημέρα των Φώτων, έκαναν καθαρμό των χωριών και των σπιτιών της υπαίθρου με φωτιές υπαίθριες. Καθάριζαν και τις κοπριές των ζώων από τα κατώγια, οι άνθρωποι πλένονταν, καθάριζαν το εικονοστάσι και άλλαζαν το νερό στο καντήλι, γιατί οι σταχτοπάτηδες, πέρα από τα προβλήματα που είχαν προξενήσει στους νοικοκυραίους, είχαν μαγαρίσει και όλους τους χώρους, γι’ αυτό τους έλεγαν και κατουρλήδες. Καθάριζαν το τζάκι και μάζευαν τη στάχτη. Τα ξύλα που απόμεναν και η στάχτη είχαν αποτρεπτική δύναμη και τα χρησιμοποιούσαν για την προφύλαξη του σπιτιού και των χωραφιών από κάθε κακό, όπως ξωτικά, σκαθάρια, χαλάζι κ.α. Τα μισοκαμένα δαυλιά τα χρησιμοποιούσαν στους φράχτες και με τη στάχτη ράντιζαν το σπίτι ξημερώματα παραμονής Θεοφανείων και τη σκόρπιζαν στις αυλές, τους στάβλους, τα περιβόλια και τους κήπους, για να διώξουν μακριά κάθε κακό, ή την πετούσαν σε μέρος που δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για κανένα λόγο (αλυσίβα, λίπασμα κ.λ.π.).

Συνηθισμένες για την απομάκρυνση των καλικάντζαρων ήταν και οι μαγικές πράξεις, όπως το κάπνισμα με δυσώδεις ουσίες. Στη φωτιά του τζακιού έκαιγαν αλάτι ή ένα δερμάτινο παλιοτσάρουχο ή και τα δυο μαζί, επειδή πίστευαν ότι οι κρότοι από το αλάτι και η απαίσια μυρωδιά του καμένου δέρματος κρατάει τους καλικάντζαρους μακριά. Την παραμονή των Θεοφανίων οι νοικοκυρές τους «ζεμάτιζαν» με το λάδι από τις τηγανίτες (λαλαγγίτες, λουκουμάδες). Άλλοι κρεμούσαν το κατωσάγωνο ενός χοίρου στην καπνοδόχο, επειδή η εμφανής επίδειξη χοιρινού οστού, τα χαϊμαλιά πίσω από την πόρτα, το μαυρομάνικο μαχαίρι, ξύλα, κούτσουρα και δαυλιά καημένα τα θεωρούσαν αποτρεπτικά για τους καλικάντζαρους. Όταν αυτά δεν ήταν αρκετά, για να διώξουν τους Καλικάντζαρους, χτυπούσαν και κουδούνια. Υπάρχουν, όμως, και φυτά που διώχνουν τους καλικάντζαρους και ταυτόχρονα φέρνουν καλή τύχη για τον καινούργιο χρόνο. Ένα τέτοιο φυτό είναι η κρεμμύδα, η «χρυσοβασιλίτσα», όπως τη λένε, που ακόμα και ξεχασμένη σε κάποια γωνιά του σπιτιού, φυτρώνει τέτοια εποχή και ξαναρχίζει τον κύκλο της ζωής της. Σαν το φως, που ξαναγεννιέται στο χειμερινό ηλιοστάσιο, μας εύχεται καλές γιορτές και υγεία για την καινούργια χρονιά.

Άλλοι πάλι για να τους εξαπατήσουν έδεναν στο χερούλι της πόρτας μία τούφα λινάρι. Μέχρι να μετρήσουν οι καλικάντζαροι τις τρίχες του λιναριού, περνούσε η ώρα, έφτανε το ξημέρωμα, λαλούσε ο πετεινός της αυγής, προάγγελος της μέρας, που διώχνει μακριά όλα τα δαιμονικά της νύχτας, και οι καλικάντζαροι όπου φύγει φύγει. Επίσης, οι νοικοκυρές μάζευαν μέσα στο σπίτι όποια αγγεία βρίσκονταν έξω και έβαζαν στο άνοιγμα της καπνοδόχου ή πίσω από την πόρτα ένα κόσκινο. Οι καλικάντζαροι, σαν περίεργοι και πάρα πολύ βλάκες που είναι, άρχιζαν να μετρούν τις τρύπες: «ένα-δύο, ένα-δύο, ένα-δύο». Παρακάτω δεν ήξεραν να μετρήσουν και μπερδεύονταν. Έτσι έχαναν την ώρα τους, ξημέρωνε και έπρεπε να εξαφανιστούν. Υπήρχαν όμως και εκείνοι που ήθελαν να τους καλοπιάσουν και τους πετούσαν γλυκά και τηγανίτες στην καπνοδόχο ή στις στέγες των σπιτιών.

Το κυριότερο, βέβαια, μέσο για την αντιμετώπιση των καλικάντζαρων ήταν οι πράξεις χριστιανικής λατρείας. Φόβος και τρόμος τους ο σταυρός και οι παπάδες. Το σημείο του Σταυρού στην πόρτα, στα παράθυρα, στις καμινάδες, τους στάβλους και στα αγγεία λαδιού και κρασιού τους κρατούσε μακριά. Το λιβάνι, που το σιχαίνονται οι καλικάντζαροι και γι’ αυτό οι νοικοκυρές όλη τη διάρκεια του Δωδεκαημέρου θυμιάτιζαν το σπίτι κάθε απόγευμα και αφήναν το θυμιατήρι να λιβανίζει δίπλα στο τζάκι. Η απαγγελία του «Πάτερ ημών , που όταν το ακούσουν οι καλικάντζαροι τρεις φορές, φεύγουν. Και πάνω απ’ όλα ο Αγιασμός των σπιτιών, η «Πρωτάγιαση», δηλαδή ο πρώτος Αγιασμός, που γίνεται στην εκκλησία την παραμονή των Φώτων, τελευταία ημέρα του Δωδεκαήμερου. Ύστερα ο παπάς παίρνει με τη σειρά ένα – ένα τα σπίτια με το Σταυρό στο χέρι και ραντίζει με ένα κλωνί βασιλικού όλους τους χώρους του σπιτιού. Την «Πρωτάγιαση» οι χωρικοί τη μεταφέρουν στις βρύσες του χωριού και στα κτήματά τους, για να διώξουν τους Καλικαντζάρους, που μαγαρίζουν ό,τι βρουν μπροστά τους.

Αυτή η τελευταία ημέρα του Δωδεκαημέρου είναι και η τελευταία ημέρα παραμονής των Καλικαντζάρων πάνω στη γη. Φεύγουν τρέχοντας, γιατί τους κυνηγάει η αγιαστούρα του παπά και καθώς απομακρύνονται τρέχοντας πανικόβλητοι, λένε μεταξύ τους: «Φεύγετε να φεύγουμε, τι έρχεται ο τουρλόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του!». Φεύγοντας από τον Απάνω Κόσμο οι Καλικάντζαροι επιστρέφουν στα έγκατα της γης, όπου αρχίζουν πάλι να πριονίζουν το δένδρο, που τη στηρίζει και που είχαν παρατήσει σχεδόν κομμένο, αλλά στο μεταξύ ξανάγινε ακέραιο. Και αρχίζουν πάλι να το κόβουν και πάλι έρχονται τα Χριστούγεννα και όλο απ’ την αρχή.

Η πίστη για τους καλικαντζάρους ως δαιμονικά όντα που ζουν κάτω από τη γη στηρίζεται στην παλιά κοσμοθεωρία περί ακινησίας της γης, σύμφωνα με την οποία η γη είναι ακίνητη προσηλωμένη στο θόλο του ουρανού και γύρω της κινούνται τα άλλα ουράνια σώματα. Το δένδρο που στηρίζει τη Γη είναι ο Ήλιος, που ζωογονεί τη φύση, μέσα στην οποία ζούμε. Φως σημαίνει ζωή, ελπίδα και χαρά. Εχθρός του Ήλιου είναι το σκοτάδι. Όλοι σχεδόν οι λαοί της Γης φαντάζονται στους μύθους τους τον Ήλιο να πολεμάει με τις δυνάμεις του χειμώνα και του σκότους, που δεν ήθελαν να υποταχθούν στον «αήττητο Ήλιο», και να βγαίνει νικητής. Τα όντα που συμβολίζουν το σκοτάδι είναι οι Καλικάντζαροι της λαϊκής παράδοσης, που ζουν όλο το χρόνο στα έγκατα της γης και είναι εχθροί του Ήλιου.

Τα περισσότερα λαϊκά έθιμα κατά την περίοδο του Δωδεκαημέρου εκφράζουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την έννοια του τέλους και της αρχής. Πρόκειται δηλαδή για διαβατήρια έθιμα, που ερμηνεύουν την αγωνία του ανθρώπου μπροστά στο τέλος μιας περιόδου της ζωής του, μιας χρονιάς που τελειώνει και μιας καινούργιας που αρχίζει ή τη μετάβαση από το χειμώνα στην άνοιξη. Μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο στις 21 Δεκεμβρίου το σκοτάδι υποχωρεί, το φως κερδίζει τη μάχη και η ημέρα μεγαλώνει. Και καθώς το φως αυξάνεται με το μεγάλωμα της μέρας, μεγαλώνει και η ελπίδα για τη βλάστηση, που αρχίζει να οργιάζει αυτή την εποχή, και την παραγωγή, που την περιμένει ο αγροτικός κόσμος στην κτηνοτροφία και τη σοδειά. Στο διάστημα αυτό επέρχεται μια αναστάτωση στην τροχιά του χρόνου. Επειδή οι δώδεκα μέρες του Δωδεκαημέρου προστέθηκαν, για να εναρμονιστεί ο σεληνιακός με τον ηλιακό χρόνο, θεωρήθηκαν μέρες εμβόλιμες, μη κανονικές. Σ’ αυτή την αλλαγή παρουσιάζονται μυστηριώδη όντα ενοχλητικά ή βλαπτικά. Αν μπούμε στη θέση του ανυπεράσπιστου χωρικού σε κάθε λογής ατυχήματα, όπως χειμωνιάτικες επιδρομές άγριων ζώων σε οικισμούς και ζωντανά, θα κατανοήσουμε την ανάγκη του να τα αποδώσει σε κακόβουλα όντα. Τέτοιοι είναι οι καλικάντζαροι, που αντιπροσωπεύουν τους Δαίμονες της βλάστησης. Πίσω από αυτές τις μεταφυσικές δεισιδαιμονίες, λοιπόν, κρύβεται ο αρχέγονος φόβος του ανθρώπου για το χειμώνα και το σκοτάδι του.

Η περίοδος του Δωδεκαήμερου όμως, πέρα από την τεράστια θρησκευτική σημασία στη ζωή του λαού, ήταν και οι μέρες που ο άνθρωπος έπρεπε να ξεκουραστεί και με ξανανιωμένες τις δυνάμεις να αρχίσει πάλι τον κύκλο της ζωής, με μεγαλύτερη όρεξη, θάρρος και ελπίδα για το μέλλον. Τα πειράγματα των καλικάντζαρων, είτε αφορούν τους ανθρώπους είτε τα υποστατικά τους, και τα πράγματα που έκαναν ήταν πιο πολύ διασκεδαστικά, παρά τρομακτικά. Οι Καλικάντζαροι τελικά ήταν ακίνδυνοι και δεν τρόμαζαν ποτέ στ’ αλήθεια τους ανθρώπους. Περιφέρονταν εδώ κι εκεί, πηδούσαν, χόρευαν και ενοχλούσαν, αλλά δεν κακοποιούσαν τους ανθρώπους. Πιο πολύ τους διασκέδαζαν ή «φτιάχτηκαν» και εμφανίζονται αποκλειστικά τη συγκεκριμένη περίοδο, για να δικαιολογήσουν «ανεξήγητα» συμβάντα των ημερών.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κουκουλές Φαίδων, «Καλικάντζαροι», Λαογραφία 7 (1923).
  • Κυριακίδου-Νέστορος Άλκη, 12 μήνες. Τα λαογραφικά, εκδ. Μαλλιάρης-Παιδεία 1986.
  • Λουκάτος Δημήτρης: Συμπληρωματικά των Χριστουγέννων και της Άνοιξης, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1985.
  • Λουκάτος Δημήτρης Σ., Χριστουγεννιάτικα και των Γιορτών, εκδ. Φιλιππότης, Αθήνα 1979.
  • Μέγας Γ.Α., Ελληνικές Γιορτές και Έθιμα λαϊκής λατρείας, με εισαγωγικό σημείωμα Μιχάλη Γ. Μερακλή, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1988.
  • Nilsson P. Martin, Ελληνική λαϊκή Θρησκεία, μτφρ. Ι.Θ. Κακριδής, εκδ. «Εστίας», Αθήνα 2000.
  • Πολίτης Νικόλαος: Παραδόσεις του ελληνικού λαού Α’ & Β’, εκδ. Γράμματα, Αθήνα 1994.
  • Ρωμαίος Κ., Κοντά στις Ρίζες, εκδ. «Εστίας», Αθήνα 1980.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Read Full Post »

Older Posts »