Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Λαϊκή Κληρονομιά’ Category

Βρύσες – Πηγάδια – Στέρνες. Ο αγώνας για το νερό στην προβιομηχανική Αργοναυπλία


 

 Το νερό πολύτιμη πηγή ζωής

 

Από τα πολύ παλιά χρόνια ο άνθρωπος θεωρούσε τον εαυτό του αναπόσπαστο κομμάτι της φύσης. Σύμφωνα με τους αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους τέσσερα είναι τα βασικά στοιχεία της φύσης, που είναι απαραίτητα για την επιβίωση και τη βιολογική του συνέχεια του ανθρώπου, η φωτιά, ο αέρας, η γη  και το νερό. Η φωτιά μας προσφέρει θερμότητα και φως. Ο αέρας είναι απαραίτητος για την αναπνοή, στην οποία στηρίζουμε την ύπαρξή μας. Η γη στην καλλιεργήσιμη μορφή της αποτελεί το βασικό μέσο παραγωγής της τροφής, που είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ζωής.

Το νερό στις θάλασσες, τις λίμνες, τα ποτάμια και τις πηγές είναι απαραίτητο για την υγεία, την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική ευημερία, την πολιτιστική και τη θρησκευτική ζωή και αποτελεί ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά στη ζωή. Το χρησιμοποιούν οι γεωργοί για να ποτίζουν τα χωράφια τους. Οι κτηνοτρόφοι κάνουν δίπλα στα ποτάμια ή στα ρέματα τις στάνες, για να ποτίζουν τα ζώα τους. Είναι το κύριο συστατικό του σώματός μας, καθώς το 60% του ανθρώπινου σώματος αποτελείται από νερό. Βοηθά στην μεταφορά, τη διάλυση και την απορρόφηση όλων των θρεπτικών συστατικών που λαμβάνει καθημερινά ο ανθρώπινος οργανισμός.  Χωρίς τροφή μπορούμε να αντέξουμε μέχρι και 6 εβδομάδες, όπως λένε οι ειδικοί. Χωρίς νερό όμως ο οργανισμός αντέχει μόνο λίγες μέρες και είναι ζήτημα αν μπορεί να φτάσει τη μία εβδομάδα ζωής. Δεν έχει σημασία ποιοι είμαστε, πού ζούμε, τι κάνουμε. Όλοι εξαρτιόμαστε απ’ το νερό. Το χρειαζόμαστε κάθε μέρα με πάρα πολλούς τρόπους, για να είμαστε υγιείς, για να παράγουμε την τροφή μας, για τις μεταφορές, την άρδευση και τη βιομηχανία. Το χρειάζονται τα ζώα και τα φυτά, για να αλλάζουν οι εποχές και τα χρώματα.

Η ιστορία του νερού συμβαδίζει με την ιστορία του ανθρώπου. Ο πρωτόγονος άνθρωπος φρόντιζε να ζει κοντά στις πηγές, τους ποταμούς και τις λίμνες. Οι πρώτες του μετακινήσεις συνδέονταν άμεσα με την αναζήτηση του νερού. Οι περισσότεροι πολιτισμοί γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν γύρω από το νερό. Στις ακτές της Μεσογείου εμφανίστηκαν οι σημαντικότεροι από αυτούς, όπως οι Μίνωες, οι Αρχαίοι Έλληνες, οι Φοίνικες, οι Αιγύπτιοι, οι Άραβες και οι Ρωμαίοι. Πολλοί μεγάλοι αρχαίοι πολιτισμοί άνθισαν κατά μήκος των μεγάλων ποταμών, όπως ο Αιγυπτιακός Πολιτισμός στην κοιλάδα του Νείλου, ο Ασσυριακός στη Μεσοποταμία, ο Κινεζικός στη κοιλάδα του Κίτρινου ποταμού, ο Ινδικός στη κοιλάδα του Γάγγη κ.λπ. Σε αυτούς τους πολιτισμούς από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα το νερό κατέχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία.

Το νερό είναι απαραίτητο συστατικό τόσο για τον ανθρώπινο οργανισμό όσο για τα ζώα και τα φυτά, γιατί απ’ αυτό εξαρτάται άμεσα η επιβίωσή τους. Οι δυο βασικές για τη ζωή χρήσεις του, δηλαδή η χρήση του από τους ανθρώπους και τα ζώα και η χρήση του για το πότισμα της γης, υπήρξαν καθοριστικές για την «κοινωνικοποίηση» του ανθρώπου. Ο άνθρωπος από τις πρώτες κοινωνίες μέχρι σήμερα εγκαταστάθηκε σε τόπους που το περιβάλλον του πρόσφερε αυτό το φυσικό αγαθό. Όσοι εγκαταστάθηκαν σε μέρη που υπήρχαν ποτάμια ή πηγές, οδήγησαν το νερό σε συγκεκριμένες θέσεις και εκεί έχτισαν βρύσες.  Όσοι εγκαταστάθηκαν στον κάμπο, άνοιξαν πηγάδια και το άντλησαν από τα υπόγεια ποτάμια. Και όσοι εγκαταστάθηκαν σε μέρη όμορφα, που δεν τους παρείχαν όμως νερό, έχτισαν στέρνες (δεξαμενές αποθήκευσης βρόχινου νερού). Για να προμηθεύονται δηλαδή και να χρησιμοποιούν ευκολότερα το νερό οι άνθρωποι, δημιουργούσαν κατασκευές με σκοπό τη λήψη, τη συγκέντρωση και τη φύλαξη του υπερπολύτιμου νερού.

 

Οι Bρύσες

 

Βρύση, κρήνη, κρουνός, βρυσούλα, κρυόβρυση, κρυοπηγή, κεφαλάρι, είναι μερικές από τις ονομασίες της παραδοσιακής κατασκευής ύδρευσης, που βρίσκουμε ακόμα και σήμερα σε πόλεις, αλλά κυρίως στα χωριά. Οι λέξεις αυτές είναι παλιές και συνδέονται με τις ρίζες της ελληνικής γλώσσας. Το όνομα «κρήνη», που είναι το αρχαιότερο, προέρχεται από τη ρίζα κρας του ιωνικού και επικού τύπου «κάρη – κάρητος» (αντί κάρα) = κεφάλι και με την έννοια αυτή δηλώνει το κεφαλό – βρυσο, το κεφαλάρι, το μέρος όπου έβγαινε πολύ νερό. Η νεότερη ονομασία «βρύση» προέρχεται από το ρήμα Βρύω = αναβλύζω και δηλώνει το μέρος όπου ρέει, αναβλύζει λίγο κατά κανόνα νερό. Φαίνεται πως αρχικά ονόμασαν έτσι τις πηγές, τις τοποθεσίες όπου έτρεχε λίγο ή πολύ νερό, συνήθως ένα απλό κοίλωμα σκαμμένο στο βράχο. Γρήγορα όμως στις θέσεις αυτές δημιουργήθηκε κάποιο κτίσμα για τη συγκέντρωση, φύλαξη, λήψη και διανομή του νερού της πηγής, που σιγά – σιγά απέκτησε ολοκληρωμένη μορφή με αρχιτεκτονική διάρθρωση και σχήμα ανάλογο με τη θέση του και την ποσότητα του νερού [1].

 

Η Κρήνη του Χασάν Πασά στο Ναύπλιο, τέλος 18ου αιώνα. (Thomas Hope ή Michel-François Préault).

 

Οι βρύσες – κρήνες είναι πολύ διαδεδομένες στην Ελλάδα από την αρχαιότητα. Στον Όμηρο βρίσκουμε αρκετές φορές τη λέξη «κρήνη» και τις πρώτες αναφορές για τις τοποθεσίες που βρίσκονταν και τις σχέσεις των ανθρώπων μ’ αυτές. Στην Ιλιάδα αναφέρει δυο συγκεκριμένες κρήνες του Άργους, τη Μεσσηίδα και την Υπέρεια [2], που η θέση τους δεν έχει εντοπιστεί ούτε από τη φιλολογική κριτική, ούτε από την αρχαιολογική έρευνα. Στην Οδύσσεια αναφέρει κρήνες που βρίσκονταν σε οικισμούς, στον κήπο, στο δρόμο και στην αυλή [3], από τις οποίες έπαιρναν νερό οι πολίτες. Γνωστές από την αρχαιότητα είναι η Εννεάκρουνος και η Κλεψύδρα στην Αθήνα, η Κασταλία στους Δελφούς, κ.ά.

Οι περισσότερες αρχαϊκές και κλασικές πόλεις είχαν τοπικές πηγές στο κέντρο τους και η πηγή πιθανότατα υπήρξε ένας βασικός λόγος ανάπτυξης μιας πόλης γύρω της. Ο Παυσανίας έγραφε ότι, για να μπορεί μια συγκέντρωση ανθρώπινων κατοικιών να ονομάζεται πόλη, πρέπει στο κέντρο της να διαθέτει μια κρήνη. Στην κλασική και την ελληνιστική εποχή κτίζονται κρήνες μέσα στις πόλεις, που εξυπηρετούν την ανάγκη άντλησης νερού, αλλά έχουν και ωραία αρχιτεκτονική μορφή. Ο παραδοσιακός τύπος των δημοσίων κρηνών μέχρι αυτή την εποχή ήταν ένας τοίχος με κρουνούς σε σχήμα λεοντοκεφαλής, απ’ όπου έτρεχαν τα νερά σε μία γούρνα και μπροστά μια κιονοστοιχία-πρόσοψη. Αργότερα δημιουργήθηκαν οι κρήνες-κτίρια, που διατηρούν αυτό το γενικό σχήμα, αλλά είναι διακοσμημένες με περισσότερα αρχιτεκτονικά στολίδια και μερικές φορές μπροστά στο κυρίως κτίσμα υπάρχει μία αυλή. Η κρήνη λοιπόν από τα αρχαία χρόνια γίνεται απαραίτητο λειτουργικό, αλλά και καλλιτεχνικό στοιχείο και συνδυάζεται με τις ανάγκες της καθημερινής ζωής.

Στη ρωμαϊκή εποχή υπερίσχυσε η δημόσια κρήνη με αποκλειστικά ωφελιμιστικό χαρακτήρα. Οι πόλεις εκείνης της εποχής ήταν σπαρμένες από απλές πέτρινες λεκάνες κατά μήκος των δρόμων και στα σταυροδρόμια, στις οποίες διοχετευόταν το νερό από ένα εκτεταμένο δίκτυο αγώνων. Την εποχή αυτή όμως οι μεγάλες και πυκνοκατοικημένες πόλεις που δημιουργήθηκαν απαιτούσαν όλο και περισσότερο νερό και υποχρέωναν τους αρχιτέκτονες να κατασκευάσουν μεγάλα υδραγωγεία, πολλά από τα οποία είναι περίφημα έργα τεχνικής, που διοχέτευαν νερό και έλυσαν με αξιοθαύμαστο τρόπο το πρόβλημα της ύδρευσης των μεγάλων πόλεων. Τα υδραγωγεία κατευθύνονταν προς τα κρηναία οικοδομήματα, που είναι γνωστά ως νυμφαία, γιατί στην αρχαιότητα οι ονομαστές πηγές έπαιρναν το όνομα της νύμφης που κατοικούσε εκεί.

Ο χριστιανισμός έδωσε στο νερό τη μορφή αγιάσματος και συνέδεσε την κρήνη με το ναό. Η χριστιανική κρήνη τοποθετείται μπροστά στο ναό και μερικές φορές μέσα στο νάρθηκα του ναού. Στο Βυζάντιο κυριαρχεί η «φιάλη», κρήνη στην αυλή των μοναστηριών, με διάκοσμο από τη χριστιανική παράδοση (σταυροί, χερουβείμ, κ.ά.) για να «προστατεύουν το νερό, την πηγή της ζωής, από τα κακά πνεύματα». Αλλά και πολλά από τα σπίτια, κυρίως τα παλάτια των αυτοκρατόρων και των αριστοκρατών, διέθεταν στις περίστυλες αυλές και στους κήπους κρήνες, μικρά σιντριβάνια και βρύσες. Στη βυζαντινή περίοδο οι κρήνες ήταν έργα κοινωφελούς χαρακτήρα, που εξυπηρετούσαν τις καθημερινές ανάγκες των κατοίκων κάθε πόλης για πόσιμο νερό.

Στην περίοδο της τουρκοκρατίας οι βρύσες, όπως άλλωστε όλα τα δημόσια έργα, κατασκευάζονται και διαμορφώνονται από τις τότε οθωμανικές αρχές. Πολλές  οθωμανικές βρύσες είναι μοναδικά έργα λαϊκής αρχιτεκτονικής και γλυπτικής. Σύμφωνα με το Κοράνι είναι θεάρεστη πράξη η κατασκευή μιας δημόσιας βρύσης για την εξυπηρέτηση των κατοίκων μιας συνοικίας ή των στρατοκόπων που περιδιάβαιναν για τις ασχολίες τους στις περιφέρειες των οικισμών. Χτισμένες συνήθως σε πλατείες, σε σταυροδρόμια, κοντά σε θρησκευτικά ιδρύματα (τζαμιά, τεκέδες, μεντρεσέδες, νεκροταφεία) ή σε κομβικά σημεία διακίνησης του πληθυσμού, έφεραν συνοδευτικές επιγραφές, που ανέφεραν πότε και από ποιόν ή σε ανάμνηση ποιού γεγονότος χτίστηκε η βρύση, κι ακόμη ευλογούσαν το Θείο και υμνούσαν το νερό ως πηγή ζωής. Ωστόσο, στις γειτονιές των Ελλήνων και στους ορεινούς οικισμούς οι κατασκευές αυτές είναι μέλημα της ελληνικής κοινότητας και της εκκλησίας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι κοινόχρηστες βρύσες, που χτίζονταν στο κέντρο της κοινότητας, κοντά στην εκκλησία, ή πάνω στους μεγάλους εμπορικούς δρόμους.

Στη νεότερη εποχή ο άνθρωπος, προκειμένου να προμηθεύεται ευκολότερα το νερό, κατασκεύαζε βρύσες πετρόχτιστες, δείγματα της τοπικής λαϊκής αρχιτεκτονικής, που τις βρίσκουμε σε κάθε χωριό της ελληνικής επικράτειας. Οι βρύσες είχαν κυρίαρχη θέση στη ζωή κάθε χωριού και πόλης, γιατί εξασφάλιζαν ότι χρειάζεται μια κοινωνία για να ευημερήσει. Η βρύση της γειτονιάς ήταν η θέση προμήθειας νερού για όλες τις οικογένειες και τους περαστικούς. Εκεί πότιζαν και τα ζώα τους, έπιναν κι οι ίδιοι, ενώ τα παιδιά έπαιζαν τριγύρω της και έριχναν και μια σταλιά στο πρόσωπο τους ή έπλεναν τα πόδια τους, που ήταν λερωμένα από το παιγνίδι. Δεν ήταν απλώς κάτι απαραίτητο σ’ έναν οικισμό, ήταν ένα κεντρικό στοιχείο της οργάνωσης του δομημένου χώρου με σημαντικές κοινωνικές λειτουργίες (συνάξεις, συνευρέσεις, τέλεση εθίμων κ.λπ.), αλλά και με έντονη τη συμβολική διάσταση, κάτι που την καθιστά βασικό σύμβολο ταυτότητας [4]. Η βρύση, λοιπόν, από τα αρχαία χρόνια γίνεται απαραίτητο λειτουργικό, αλλά και καλλιτεχνικό στοιχείο των πόλεων και συνδυάζεται με τις ανάγκες τις καθημερινής ζωής.

 

Βρύσες του Άργους

 

Η πρώτη αναφορά για την ύπαρξη κοινόχρηστων κρηνών στην αρχαία πόλη του Άργους είναι οι δύο βρύσες, η Μεσσηίδα και την Υπέρεια, που αναφέρει ο Όμηρος και δεν έχει επιβεβαιωθεί η ύπαρξη και η ακριβής θέση τους. Στην αρχαία αγορά του Άργους αναφέρονται δύο ακόμα μνημειακές κρήνες. Η μία απ’ αυτές απεικονίζεται σε νομίσματα του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αντωνίνου Ευσεβούς (137-161 µ.Χ.) και πρέπει να καταστράφηκε ολοσχερώς κατά την επιδρομή των Σλάβων τον 6ο αιώνα µ.Χ. Η άλλη ήταν ένα τετράγωνο κτήριο µε μήκος πλευράς 6,35 µ. κτισμένο από οπτόπλινθους στα 150-200 µ.Χ.,  με επένδυση από μάρμαρο εξωτερικά και με µία μαρμάρινη δεξαμενή δίπλα του, που έμοιαζε µε τάφο, αλλά χρησίμευσε ως Νυμφαίο. Μία επιγραφή πάνω στο μάργαρο μαρτυρεί πως την αυτή κρήνη αφιέρωσε η οικογένεια των Τιβερίων Ιουλίων για τη διαιώνιση της μνήμης της. Ήταν κτισμένη πάνω στο δρόμο των αθλητικών αγώνων και, όταν η αγορά του Άργους έχασε το δημόσιο χαρακτήρα της στην ύστερη αρχαιότητα, η κρήνη μετατράπηκε σε κατοικία [5].

 

Οι Δαναΐδες (1906). Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ (John William Waterhouse, 1849 – 1917).

 

Στα ρωμαϊκά χρόνια, όταν ο αυτοκράτορας Αδριανός επισκέφθηκε το Άργος το 124/5 μ.Χ., έκτισε μια μνημειακή κρήνη, τύπου «Νυμφαίου», στις ανατολικές υπώρειες του λόφου της Λάρισας, σε μικρή απόσταση από το αρχαίο Θέατρο, στο χώρο που οι ανασκαφείς ονόμασαν «Κριτήριο», καθώς εδώ ο βασιλιάς του Άργους Δαναός δίκασε την κόρη του Υπερμήστρα.

 

Το Κριτήριον του Άργους – Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Το Νυμφαίο αυτό αποτελείται από δυο δεξαμενές νερού σκαλισμένες στο βράχο. Το νερό έφτανε στο νυμφαίο με ένα υδραγωγείο μήκους 30 περίπου χιλιομέτρων, που ξεκινούσε από το χωριό Κεφαλόβρυσο (Πάνω Μπέλεσι) και περνώντας από τα χωριά Δούκα, Τζιρίστρα, Στέρνα, Σχοινοχώρι και Σταθέικα. Εισερχόταν στην κρήνη από ένα στόμιο στη βορειοδυτική πλευρά του νυμφαίου  και ένα άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους, άφηνε το νερό να τρέχει ως θεϊκό δώρο από την παλάμη του αριστερού του χεριού γεμίζοντας τη δυτική δεξαμενή. Στη συνέχεια το νερό περνούσε στην ανατολική δεξαμενή δημιουργώντας καταρράχτη, έβγαινε από τρία κενά του τοίχου της πρόσοψης και κατέληγε σε ένα μικρότερο υδραγωγείο, από το οποίο ξεκινούσε το κεντρικό δίκτυο υδροδότησης της πόλης, που τροφοδοτούσε και τις Θέρμες του Άργους [6].

 

To άγαλμα του Αδριανού με τη μορφή του τοπικού ήρωα Διομήδη, που βρέθηκε το 1906 στη δυτική δεξαμενή και εκτίθεται στον αύλειο χώρο του αρχαιολογικού μουσείου του Άργους.

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

Τους επόμενους αιώνες μέχρι την τουρκοκρατία δεν αναφέρονται βρύσες στο Άργος. Φαίνεται ότι οι κάτοικοι της πόλης για πολλούς αιώνες κάλυπταν τις ανάγκες ύδρευσης από ιδιόκτητα ή κοινόχρηστα πηγάδια. Άλλωστε ο ίδιος ο Όμηρος χαρακτηρίζει το Άργος ως «πολυδίψιο», γιατί από τότε μέχρι σήμερα δεν έχει τρεχούμενα νερά.

Από την περίοδο της τουρκοκρατίας συναντάμε στο Άργος 6 βρύσες, που αποτελούν μέχρι σήμερα χαρακτηριστικά στοιχεία της παλιάς πόλης του Άργους  και διασώζονται ως «διατηρητέα μνημεία». Βρίσκονται εκεί από μια εποχή, που οι πόλεις και τα χωριά δεν διέθεταν υδρευτικό δίκτυο, οπότε οι κρήνες στις γειτονιές εξυπηρετούσαν τον κόσμο στην προμήθεια νερού και στους δρόμους τους στρατοκόπους, που περιδιαβαίνουν για τις ασχολίες τους στις περιφέρειες των οικισμών.

Στους κεντρικούς δρόμους της πόλεις συναντάμε δύο όμοιες τριγωνικές βρύσες, που χτίστηκαν την περίοδο της τουρκοκρατίας. Βρίσκονται η μία στη γωνία των οδών Γούναρη και Πολυγένους και η άλλη στη γωνία των οδών Περρούκα και Θεοφανοπούλου. Είναι και οι δύο πέτρινες και σχηματίζουν στο γείσο τους ένα ισοσκελές τρίγωνο, που θυμίζει αέτωμα αρχαίου ναού. Πίσω τους είναι κτισμένα σύγχρονα κτίρια, αλλά αυτές σώθηκαν και προστατεύονται ως διατηρητέα μνημεία.

Στη διασταύρωση των οδών Θεάτρου, Τριπόλεως και Γούναρη, απέναντι από το αρχαίο θέατρο, βρίσκουμε αυτή την αχρονολόγητη, αλλά πολύ παλαιά βρύση, που οικοδομήθηκε  την περίοδο της τουρκοκρατίας και παρουσιάζει αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον. Μια επίπεδη ορθογώνια κατασκευή με πελεκητές πέτρες που απολήγει σε περίτεχνο γείσο, που στηρίζεται στις δύο παραστάδες της βρύσης. Ένας σιδερένιος κρουνός στο κέντρο έτρεχε μέχρι πρόσφατα νερό στη μεγάλη πέτρινη τετράγωνη γούρνα μπροστά της. Πίσω από τη βρύση υπάρχει μεγάλη τετράγωνη ανοιχτή δεξαμενή. Ο πέτρινος τοίχος δεξιά κι αριστερά της βρύσης που περικλείει την αυλή του σπιτιού που βρίσκεται πίσω της, μπορούσε να χρησιμεύει και για παγκάκι για τους περαστικούς που ζητούσαν δροσιά και ξεκούραση στη βρύση μιαν άλλη εποχή, όταν η άσφαλτος και τα καυσαέρια δεν υπήρχαν στο δρόμο μπροστά της. Παλαιότερα ήταν γνωστή ως βρύση του Καρμόγιαννη, από το όνομα του ιδιοκτήτη του καφενείου, που στεγαζόταν στο κτίριο που βρίσκεται πίσω της και σήμερα είναι ενταγμένο στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας αγοράς και ανήκει στην αρχαιολογική υπηρεσία.

 

Άργος, βρύση του Καρμόγιαννη – Στην είσοδο της πόλης από την Τρίπολη και απέναντι από το αρχαίο θέατρο βρίσκουμε αυτή την αχρονολόγητη αλλά πολύ παλαιά βρύση. Μια επίπεδη ορθογώνια κατασκευή με πελεκητές πέτρες που απολήγει σε περίτεχνο γείσο, με ένα σιδερένιο κρουνό στο κέντρο και μια μεγάλη πέτρινη τετράγωνη γούρνα κάτω. Πίσω από τη βρύση υπάρχει μεγάλη τετράγωνη ανοιχτή δεξαμενή. Ο πέτρινος τοίχος δεξιά κι αριστερά της βρύσης που περικλείει την αυλή του σπιτιού που βρίσκεται πίσω της, μπορούσε να χρησιμεύει και για παγκάκι για τους περαστικούς που ζητούσαν δροσιά και ξεκούραση στη βρύση μιαν άλλη εποχή, όταν η άσφαλτος και τα καυσαέρια δεν υπήρχαν στο δρόμο μπροστά της. (Πλάτος 1.60μ., ύψος 2,10μ.) Φωτογραφία του 1989.

 

Στο κέντρο του πρόσφατα διαμορφωμένου πάρκου απέναντι από την λαϊκή Αγορά του Άργους, βόρεια του δικαστικού μεγάρου και δυτικά του αρχαιολογικού μουσείου (πλατεία Δημητρίου Πλαπούτα), βρίσκουμε μια κομψή παλαιά κρήνη. Μια μικρή τετράγωνη μαρμάρινη στήλη ύψους 1 μέτρου με μια όμορφη λεοντοκεφαλή – κρουνό σε κάθε πλευρά της, απ’ όπου τρέχει συνέχεια το νερό [σήμερα στερείται του νερού] και πέφτει σε τέσσερις ημικυκλικές μαρμάρινες γούρνες ακουμπισμένες στο έδαφος, μια σε κάθε πλευρά της στήλης.

 

Η Κρήνη στην πλατεία δικαστηρίων στο Άργος (πλατεία Δημητρίου Πλαπούτα). Φωτογραφία του 1989. Σήμερα στερείται του νερού.

 

Η κρήνη όπως είναι σήμερα (7-1-2020).

 

Στην περιοχή της  Άκοβας, σε απόσταση περίπου 5 χιλιομέτρων από την πόλη του Άργους και στις ΒΔ υπώρειες της ακρόπολης Λάρισα, ο επισκέπτης μπορεί και σήμερα να δει τη ξακουστή και πολυτραγουδισμένη «βρύση της Άκοβας» σε μια καταπράσινη τοποθεσία γεμάτη πλατάνια. Το όνομα του οικισμού της Άκοβας συνδέεται με το υγρό στοιχείο, αφού, πιθανότατα, προέρχεται από τη λατινική λέξη aqua, που σημαίνει νερό, λόγω της ύπαρξης πολλών νερών στην περιοχή. Ιστορικά η  Άκοβα αποδεικνύει την εξέλιξη του  Άργους, αφού πιστεύεται ότι ο Βασιλιάς του Άργους Δαναός είχε διδάξει στους Αργείτες την τέχνη της διόρυξης φρεατίων, για να καλύπτουν τις καθημερινές τους ανάγκες. Ο βράχος δίπλα στο μεγάλο πλάτανο μοιάζει να παρακολουθεί τον επισκέπτη με τα «δύο μεγάλα του μάτια». Πρόκειται για κοιλότητες που χρησιμοποιούνταν παλιά ως φούρνοι κατά τη διάρκεια των πανηγυριών. Στη σκιά του πλατάνου δεκάδες γενιές Αργείων και διερχόμενων διασκέδασαν, ξεκουράστηκαν και δροσίστηκαν  τους καλοκαιρινούς μήνες από το πηγαίο νερό που αναβλύζει η βρύση.Μέχρι πρόσφατα εδώ τις Απόκριες και το καλοκαίρι πραγματοποιούνταν εκδηλώσεις.

 

Η βρύση της Άκοβας Άργους το 1910.

 

Στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργους-Τρίπολης, πίσω από τη διασταύρωση του δρόμου προς το Κεφαλάρι, βλέπουμε την Ξηρόβρυση, μια ξεχασμένη παλιά βρύση κλεισμένη στο ιδιόρρυθμο «μουσείο» της. Είναι μια μικρή πέτρινη κατασκευή με αμμοχώρι με κομψή καμάρα και τετράγωνη γούρνα κάτω εγκαταλειμμένη, δίχως νερό, περιφραγμένη με σύρματα στη γωνιά του οικοπέδου και περικυκλωμένη με ξερόχορτα. Και όμως η ιστορία της είναι μεγάλη, έχει δώσει το όνομά της στην περιοχή, και αυτός είναι ο λόγος που τη σεβάστηκαν οι άνθρωποι, γλίτωσε τον αφανισμό και παραμένει σ’ αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον για να θυμίζει μιαν άλλη εποχή.

 

Άργος, Ξηρόβρυση – Στο 1ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργούς -Τρίπολης, πίσω από τη διασταύρωση του δρόμου προς το Κεφαλάρι, βλέπουμε αυτή την ξεχασμένη παλιά βρύση κλεισμένη στο ιδιόρρυθμο «μουσείο» της. Είναι μια μικρή πέτρινη κατασκευή με αμμοχώρι. με κομψή καμάρα και τετράγωνη γούρνα κάτω. Εγκαταλειμμένη, δίχως νερό, περιφραγμένη με σύρματα στη γωνιά του οικοπέδου και περικυκλωμένη με ξερόχορτα. Και όμως η ιστορία της είναι μεγάλη, έχει δώσει το όνομά της στην περιοχή, και αυτός είναι ο λόγος που τη σεβάστηκαν οι άνθρωποι, γλίτωσε τον αφανισμό και παραμένει σ’ αυτό το αφιλόξενο περιβάλλον για να θυμίζει μιαν άλλη εποχή. (Πλάτος 2,30μ.. ύψος 2.20μ.) Φωτογραφία του 1989.

 

Βρύσες του Ναυπλίου

 

 Στο Ναύπλιο λίγο καιρό πριν υπήρχαν δεκατέσσερις βρύσες. Σήμερα μερικές έχουν εξαφανιστεί μετά από κατεδαφίσεις σπιτιών ή μετά από άνοιγμα δρόμων. Όμως οι υπόλοιπες έχουν διατηρήσει δείγματα παλιάς αρχιτεκτονικής, βενετσιάνικης ή λαϊκής. Μια από αυτές με έντονη επίδραση από τη Β’ Ενετοκρατία βρίσκεται έξω από τα τείχη της πόλης στους πρόποδες του Παλαμηδίου αριστερά στον δρόμο προς την Αρβανιτιά. Φτιαγμένη από πωρόλιθο αυτή η ογκώδης τετράγωνη στήλη-κρήνη με ομοιόμορφες πέτρες με ευρύ τοξωτό άνοιγμα και κόγχη στο βάθος του, με κορνίζα στο μέσον και προεξοχή επάνω που κλείνει τους επάνω δόμους της. Μαρμάρινη στρογγυλή διακοσμητική πλάκα με χαραγμένη χρονολογία 1873 στο κέντρο σχεδόν της κύριας πλευράς της όπου υπάρχει και η βρύση απ’ όπου σήμερα τρέχει το νερό και πέφτει σε λίθινη γούρνα στο έδαφος. Μια όμορφη παρουσία που πρέπει, κανονικά να αποτελεί ένα από τα αξιοθέατα αυτής της πόλης, όπως άλλωστε και οι άλλες παλιές βρύσες που σώζονται [7].

 

Βρύση στο Ναύπλιο. Στο Ναύπλιο το 1989 υπήρχαν δεκατέσσερις βρύσες. Σήμερα μερικές έχουν εξαφανιστεί μετά από κατεδαφίσεις σπιτιών ή μετά από άνοιγμα δρόμων. Όμως οι υπόλοιπες έχουν διατηρήσει δείγματα παλιάς αρχιτεκτονικής βενετσιάνικης ή λαϊκής. Μια από αυτές με έντονη επίδραση από τη Β’ Ενετοκρατία βρίσκεται έξω από τα τείχη της πόλης στους πρόποόες του ΓΙαλαμηδίου αριστερά στον δρόμο προς την Αρβανιτιά. Φτιαγμένη από πωρόλιθο με ευρύ τοξωτό άνοιγμα και κόγχη στο βάθος του, με κορνίζα στο μέσον και προεξοχή επάνω που κλείνει τους επάνω δόμους της. Φωτογραφία του 1989.

 

Στη μικρή πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα με τα παλαιά σπίτια του 18ου και του 19ου αιώνα. Στην οδό Καποδιστρίου απέναντι από την είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στον ιστορικό χώρο που βάφτηκε με το αίμα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας βρίσκεται μια πολύ ωραία μικρή παμπάλαια τούρκικη κρήνη του 18ου αιώνα ενσωματωμένη σε τοίχο σπιτιού. Φτιαγμένη με πωρόλιθο, τοξωτή με σκαλότρυπα στο κέντρο της κόγχης της και τρύπα απ’ όπου έβγαινε το νερό, για να ποτίζονται τα άλογα. Σήμερα είναι αχρηστευμένη κι ίσως ξεχασμένη. Ευρύ τοξωτό άνοιγμα στηριγμένο σε χαμηλούς κίονες από πωρόλιθο, τρεις κάθετες διακοσμητικές ζώνες με εγχάρακτα – λαϊκές παραστάσεις, κυπαρίσσια και ρόδακες – και στη μεσαία κρουνός. Πάνω από τις διακοσμητικές ζώνες δυο θυρίδες και πάνω απ’ αυτές σε εντοιχισμένη πλάκα με επιγραφή στην οθωμανική γλώσσα με αραβική γραφή [8]. Η επιγραφή αναφέρει ότι ο Τούρκος αγάς Μαχμούτ έχτισε το 1734 με 1735 αυτή την όμορφη κρήνη για τα άλογα. Ας παρακολουθήσουμε τι γράφει: «Στους πιστούς Bektashis και στο ένατο τάγμα, Ο άξιος σύντροφος, ο χαρισματικός στο λόγο, Μαχμούντ’ Αγά. Ακολουθώντας το δρόμο του Θεού έκτισε αυτή την όμορφη κρήνη για τ’ άλογα. Και πρόσφερε το πιο καθάριο βάλσαμο στις δαμασμένες αρρώστιες».

 

Βρύση στην οδό Καποδιστρίου απέναντι από την είσοδο του ναού του Αγίου Σπυρίδωνα στον ιστορικό χώρο που βάφτηκε με το αίμα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας. Ευρύ τοξωτό άνοιγμα στηριγμένο σε χαμηλούς κίονες από πωρόλιθο, τρεις κάθετες διακοσμητικές ζώνες με εγχάρακτα – λαϊκές παραστάσεις, κυπαρίσσια, ρόδακες – και στη μεσαία κρουνός απ’ όπου παλαιότερα θα έβγαινε το νερό για να ποτίζονται τα άλογα. Πάνω από τις διακοσμητικές ζώνες δυο θερίδες και πάνω απ’ αυτές σε εντοιχισμένη πλάκα αραβική επιγραφή.

 

Λίγο πιο δίπλα, απέναντι από την είσοδο του ναού, μπορεί κανείς να διακρίνει τα ίχνη ενός τούρκικου χαμάμ.

 

Μικρή κρήνη με αραβική επιγραφή, ενσωματωμένη οε τοίχο σπιτιού σε πάροδο της οδού Καποδιστρίου. Φτιαγμένη με πωρόλιθο, τοξωτή με σκαλότρυπα στο κέντρο της κόγχης της και τρύπα απ’ όπου έβγαινε το νερό πιο παλιά χαμηλότερα. Σήμερα είναι αχρηοτευμένη κι ίσως ξεχασμένη. Φωτογραφία του 1989.

 

Κρήνη Ναύπλιο. Στο δρόμο προς το Παλαμήδι υπάρχει αυτή η ογκώδης τετράγωνη στήλη-κρήνη φτιαγμένη με ομοιόμορφες πέτρες και με μαρμάρινη προεξοχή – γείσο στο επάνω μέρος. Μαρμάρινη στρογγυλή διακοσμητική πλάκα με χαραγμένη χρονολογία 1873 στο κέντρο σχεδόν της κύριας πλευράς της όπου υπάρχει και η βρύση απ’ όπου σήμερα τρέχει το νερό και πέφτει σε λίθινη γούρνα στο έδαφος. Φωτογραφία του 1989.

 

Η εντυπωσιακότερη παλιά βρύση του Ναυπλίου είναι η Οθωμανική κρήνη επί της οδού Σταϊκοπούλου μεταξύ των αριθμών 13-15, πίσω από το παλαιό Τζαμί της πλατείας Συντάγματος. Σκαλισμένη σε τοίχο από πωρόλιθο αυτή η όμορφη κρήνη πίσω από το τζαμί του Ναυπλίου, του επονομαζόμενου Τριανόν, μας μεταφέρει πίσω πολλά χρόνια στο παρελθόν. Πρόκειται για ανεξάρτητη εγκατάσταση, που μορφολογικά διαφέρει από τις υπόλοιπες κρήνες, αφού, αντί της τυπικής τοξωτής διάρθρωσης, εμφανίζει ελικοειδή διαμόρφωση, η οποία καταλήγει σε σπειροειδείς απολήξεις, επηρεασμένη ίσως από το ευρωπαϊκό μπαρόκ. Από τη μία οι απολήξεις καταλήγουν σε μικρά βάθρα στήριξης, ενώ στη στέψη υποστηρίζουν μικρό τοξωτό άνοιγμα. Χαρακτηριστικό στη σύνθεσή της οι διπλοί έλικες που πλαισιώνουν την εσωτερική της κόγχη, κατασκευαστική αντίληψη της Β’ Ενετοκρατίας, όπως γράφει η Ντιάνα Αντωνακάτου στο Λεύκωμά της για το Ναύπλιο. Στην κόγχη διακρίνεται ένας κρουνός σε μαρμάρινη πλάκα, η οποία φιλοξενεί διακοσμητικό, φυτικό μοτίβο και μικρό κείμενο σε αραβική διάλεκτο. Ακριβώς από πάνω εντοπίζεται καλαίσθητο μαρμάρινο κογχίδιο, χρήσιμο ίσως για την τοποθέτηση κάποιου κοινόχρηστου σκεύους, και ψηλότερα βρίσκεται η μαρμάρινη κτητορική επιγραφή, σε αραβική διάλεκτο, η οποία είναι από τις λίγες που έχουν μεταφραστεί και αναφέρει τα εξής:

 

«Για την αγάπη αυτών που έμειναν στην Karbala, έκτισε αυτήν την κρήνη.

Πιες για να σβήσεις τη δίψα σου, από τη γούρνα του Προφήτη του Θεού.

Μυριάδες ήρθαν εδώ με γνώση, και πρόσφεραν την ημερομηνία,

«Πιες δυο γουλιές απ’ το νερό του Kevser, από τον Σεϋντί Αβδουλλάχ»

’22 Αρχή του Ραβί Ι, 1180 (πρώτο ήμισυ του Αυγούστου, 1766).

 

Κρήνη Ναύπλιο. Σκαλισμένη σε τοίχο από πωρόλιθο αυτή η όμορφη κρήνη πίσω από το τζαμί του Ναυπλίου του επονομαζόμενου Τριανόν. Αρχή του Ραβί Ι’ 1180 (Πρώτο ήμιου Αύγουστου 1766). Φωτογραφία του 1989.

 

Βρύση στην πλατεία Αγγέλου Τερζάκη απέναντι σχεδόν από την προτομή του πνευματικού αυτού ανθρώπου του Ναυπλίου. Φτιαγμένη με πωρόλιθο κι ενσωματωμένη σε τοίχο σπιτιού. Τοξωτό άνοιγμα και στην κόγχη της βλέπουμε μαρμάρινη πλάκα με εγχάρακτα ξεθωριασμένα πια λαϊκά μοτίβα – ρόδακες – και λίγο πιο κάτω από το κέντρο της η σύγχρονη βρύση φυλακίζει το νερό που ακόμη υπάρχει και πέφτει σε μαρμάρινη λεκάνη στο έδαφος. Υπάρχει επιγραφή εντοιχισμένη. Φωτογραφία του 1989.

 

Και οι τρεις αυτές παραδοσιακές βρύσες του Ναυπλίου έχουν χαρακτηριστεί και προστατεύονται ως διατηρητέα μνημεία από το 1951 με την ΥΑ 99791/3277/24-10-1951, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 219/Β/31-10-1951.

Κρήνη – Αγία Μονή, Ναύπλιο. Αντιπροσωπευτικό έργο λαϊκής έμπνευσης των μετεπαναστατικών χρόνων.

Αντιπροσωπευτικό έργο λαϊκής έμπνευσης των μετεπαναστατικών χρόνων θεωρείται η  βρύση που βρίσκεται στον αύλειο χώρο της Αγίας Μονής στην Άρια, μόλις 3 χιλιόμετρα από το Ναύπλιο. Στο λόφο αυτό, πάνω από την Άρια, κατέληγαν τέσσερις μεγάλες πηγές νερού, με σημαντικότερη την ομώνυμη πηγή της Άριας και την πηγή του μοναστηριού της Αγίας Μονής που είναι αφιερωμένη στη Ζωοδόχο πηγή. Οι πηγές αυτές μέχρι και το 1960 αποτελούσαν την κύρια πηγή υδροδότησης της πόλης του Ναυπλίου. Πολλοί ιστορικοί – συγγραφείς πιστεύουν ότι η πηγή που βρίσκεται έξω από το περίβολο της μονής ταυτίζεται με την αρχαία Κάναθο πηγή, στην οποία λουζόταν η θεά Ήρα κάθε χρόνο για να αποκτήσει την παρθενιά της. Η Ντ. Αντωνακάτου στο λεύκωμα Ναύπλιο περιγράφει την κρήνη της Μονής Ζωοδόχου Πηγής ως εξής: «…ευρύ τοξωτό άνοιγμα αγκαλιάζει και προβάλλει την κεντρική σύνδεση που αναπτύσσεται σε τρεις δια- κοσμητικές οριζόντιες ζώνες με απλά λαϊκά γεωμετρικά μοτίβα -ζώα, φυτά δένδρα – ενώ στο κέντρο της μεσαίας, σε πλάκα, η χρονολογία 1836, επιστέφεται με άνθη. Κάτω από την τρίτη ζώνη το νερό τρέχει μέσα σε μια μονολιθική λεκάνη -παλιά ίσως  βαπτιστήριο. Για μερικούς η πηγή της Αγίας Μονής ταυτίστηκε με την αρχαία Κάναθο, όπου στα νερά της η Ήρα ξανάβρισκε την παρθενιά της. Λιγότερο πειστική παραμένει η άποψη άλλων ότι η Κάναθος βρισκόταν στις πηγές της Γλυκειάς του Ναυπλίου. Είναι φανερό πως αυτή η λαϊκή μορφή της θα αντικατέστησε προηγούμενη. Να ήταν μήπως μια βυζαντινή του 12ου αιώνα σύγχρονη με το χτίσιμο του ναού (1149) της Μονής; Μας είναι άγνωστο».

 

Βρύσες στα χωριά

 

Η θέση, στην οποία δημιουργήθηκε κάθε χωριό, δεν είναι τυχαία. Έχει να κάνει με την φυσική του οχύρωση και προστασία από κάθε εχθρική απειλή, αλλά κυρίως με την ύπαρξη νερού. Αυτό που απασχολούσε τους πρώτους κατοίκους κάθε χωριού ήταν η ύπαρξη νερού σε κοντινή απόσταση, γιατί γνώριζαν πόσο απαραίτητο είναι για την ζωή. Στα χρόνια τα παλιά και τους μακρινούς μ.Χ. αιώνες, όταν οι άνθρωποι ήθελαν να φύγουν από τον τόπο τους και να εγκατασταθούν κάπου αλλού, το πρώτο που τους απασχολούσε ήταν, αν το μέρος αυτό είχε άφθονα νερά, πηγές ακόμα και κάποιο διπλανό χείμαρρο. Ήξεραν πόσο αναγκαίο είναι το ευλογημένο νερό και ως πόσιμο και ως κινητήρια δύναμη των υδρόμυλων για το άλεσμα του σιταριού, αλλά και πόσο χρήσιμο για τις καθημερινές τους ανάγκες. Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι κάθε χωριού ήταν η ύδρευση, τόσο για της ατομικές ανάγκες όσον και για τα ζώα τους μικρά και μεγάλα, που ιδιαιτέρα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες νερού. Κάθε χωριό είχε την δική του βρύση στην πλατεία που έτρεχε καθαρό νερό αλλά και πολλά πηγάδια που το καθένα πολλές φορές είχε την δική του ονομασία και θρυλική ιστορία.

Η βρύση όμως προϋποθέτει τρεχούμενο φυσικό νερό ή την ύπαρξη κάποιου τεχνικού έργου (υδραγωγείου) που την τροφοδοτεί. Τέτοιες πηγές κρυστάλλινες και βρύσες με νερά που ξεπηδάνε μέσα από την αιωνιότητα στολίζουν τις πλατείες πολλών χωριών στην ορεινή Αργολίδα. Δεν έχουν όμως όλα τα χωριά παραδοσιακές βρύσες. Χωριά με φυσικές πηγές, που τρέχουν άφθονο νερό, δεν είχαν ανάγκη την κεντρική βρύση. Τέτοια ήταν τα χωριά της ΒΔ Αργολίδας Τσιρίστρα, Δούκα Βρύση, Κεφαλόβρυσο, Γυμνό με άφθονο τρεχούμενο νερό από πηγές, που οι ντόπιοι το έπαιρναν για τα σπίτια τους από μικρούς πέτρινους συλλεκτικές με κρουνούς κατασκευασμένους στη διαδρομή του νερού. Το Κεφαλόβρυσο, που χρωστάει το όνομά του στην περίφημη πηγή με το άφθονο νερό δίπλα στο ναό της Κοίμησης της Θεοτόκου, δεν είχε κεντρική βρύση. Λένε ότι τα νερά της πηγής ξεκινάνε από υπόγειες λίμνες και σπήλαια με σταλακτίτες και ορμητικά ξεχύνονται με τέτοια δύναμη, που χαλάνε από καιρό σε καιρό τη μεγάλη πλατεία του χωριού. Το νερό κυλούσε σε όλη τη διάρκεια του χρόνου ανάμεσα στο χωριό και στους εγκαταλελειμμένους πια κήπους και οι κάτοικοι ήταν εύκολο να το προμηθευτούν. Το Γυμνό, ορεινό χωριό που διατηρεί το χρώμα του με τα παλιά πέτρινα σπίτια του, είχε την παραδοσιακή του βρύση με άφθονο νερό στο πάνω άκρο του χωριού δίπλα στο παλιό βυζαντινό εκκλησάκι της Παναγίας, που ήταν και η μητρόπολη του χωριού μέχρι το 1934.

Σε απόσταση 60 χιλιομέτρων από το Άργος βρίσκεται το όμορφο χωριό Σκοτεινή χτισμένο σε υψόμετρο 650 μέτρα κάτω από τα πανύψηλα βουνά που χωρίζουν την Αργολίδα και την Κορινθία. H φυσική ομορφιά του περισσεύει και ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από την μεγαλοπρέπεια των ορεινών όγκων που περιβάλλουν το χωριό, την  πλούσια βλάστηση και τα πολλά νερά που πηγάζουν από διάφορες πηγές της περιοχής. Χαρακτηριστικό σημείο του χωριού είναι αυτό που βρίσκονται οι δυο πέτρινες βρύσες, που τρέχουν γάργαρο νερό όλο το χρόνο από τις πηγές της περιοχής.

 

Γούρνα βρύσης της Σκοτεινής.

 

Στο κέντρο του χωριού Αλέα μια πετρόχτιστη βρύση με δύο κρουνούς χωρίς νερό και επιγραφή που λέει: «ΔΩΡΕΑ ΧΡ. ΜΑΡΙΝΑΚΗ, ΒΑΣ. ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΥ, 1990». Λίγο πιο πάνω βρίσκεται το σχολείο, δωρεά του Ανδρέα Συγγρού, που σήμερα δε λειτουργεί. Η Αλέα, γνωστή στους παλαιότερους και ως Μπουγιάτι, 74χλμ συνολικά από το Άργος, είναι χτισμένη αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 800 μέτρων στις πλαγιές του όρους Τραχύ ή αλλιώς Καρούμπαλο και αποτελεί έναν από τους  ορεινότερους οικισμούς της Αργολίδας.

Άλλο ορεινό χωριό της ΒΔ Αργολίδας με χαρακτηριστικό τα τρεχούμενα νερά, τις πέτρινες βρύσες και τις πηγές, που υπάρχουν σε κάθε γωνιά του, είναι η Φρουσιούνα. Στο κέντρο του χωριού συναντάμε μια πέτρινη βρύση με επιγραφή που γράφει ότι είναι αφιερωμένη στο Χαράλαμπο Πετρόπουλο, βαλκανιονίκη από την περιοχή. Από τους δύο κρουνούς της τρέχει γάργαρο νερό και ποτίζει τις καρυδιές, που εναλλάσσονται με τις αμυγδαλιές και τις συκιές, αλλά και τα άγρια πουρνάρια και τις γκορτσιές που φυτρώνουν στο βουνό.

 

Βρύση στη Φρουσιούνα.

 

Βρύσες παραδοσιακές ή νεότερες κατασκευές χτισμένες στο κέντρο του χωριού ή στο σημείο της μοναδικής πηγής, που τροφοδοτούσε την κοινότητα με νερό, συναντάμε μέχρι σήμερα στα ορεινά χωριά της δυτικής κυρίως Αργολίδας.  Η Καρυά, ένα χωριό με πηγές που τρέχουν νερό όλο το χρόνο, είχε μέχρι τη δεκαετία του 1960 μία βρύση για κάθε γειτονιά σε διάφορα σημεία του χωριού. Μία κεντρική βρύση ήταν στο προαύλιο του δημοτικού σχολείου, μία άλλη στην είσοδο του χωριού κάτω από την εκκλησία του Αϊ Γιάννη και δύο βρύσες στο στις κάτω γειτονιές του χωριού. Τις βρύσες αυτές τροφοδοτούσε μια πηγή δίπλα στο μοναστήρι της Παναγίας κοντά στα έλατα και με επίγεια ή υπόγεια αυλάκια – υδραγωγεία οδηγούσαν το νερό στις βρύσες για τις ανάγκες των ανθρώπων. Υπήρχαν επίσης δύο ακόμα βρύσες με πηγαίο νερό, μία στο πάνω μέρος του χωριού κοντά στους νερόμυλους και μία στην Ελιτσά, πάνω στο δρόμο που οδηγεί στο χωριό διακόσια περίπου μέτρα από την κεντρική πλατεία [9].Η κεντρική πέτρινη βρύση δίπλα στο παλιό δημοτικό σχολείο του χωριού είναι νεότερη κατασκευή στη θέση παλαιότερης παραδοσιακής βρύσης, που δυστυχώς καταστράφηκε.

Η βρύση στο Μπρακατσάκι.

Ονομαστή βρύση της περιοχής είναι το «Μπρακατσάκι», μια βρύση στα μέσα του χωματόδρομου Καρυάς προς Νεστάνη, περίπου 7 χλμ. δυτικά της Καρυάς, σε υψόμετρο  πάνω από 1.000 μέτρα, που τρέχει όλο το χρόνο κρυστάλλινο κρύο νερό. Η πηγή αυτή ήταν ονομαστή στους πιο παλιούς για το ιαματικό νερό της, πλούσιο σε θειάφι, που βγαίνει από την πλαγιά του βουνού περνώντας μέσα από κιτρινωπά θειούχα πετρώματα. Εδώ κατέληγαν από παλιά κάτοικοι από τις γύρω περιοχές για να πιουν το ιαματικό αυτό νερό, που γιάτρευε πολλές αρρώστιες. Ακόμα και σήμερα το αναζητούν πολλοί για θεραπεία από κάθε είδους πάθηση, όταν εξαντλήσουν τους γιατρούς και τα φάρμακα και γιατρειά δε βρουν. Μόνο που λένε ότι για να κάνει καλό πρέπει κανείς να το πιει επιτόπου και να μην το μεταφέρει στο σπίτι του, γιατί αλλοιώνεται και χάνει τη θεραπευτική του δύναμη. Στην πηγή τα τελευταία χρόνια χτίστηκε μια απλή πέτρινη βρύση, που τρέχει συνεχώς νερό από ένα μεταλλικό σωλήνα στο κέντρο της.

Μια από τις παλαιότερες και μοναδική στην αρχιτεκτονική της παραδοσιακή βρύση της ορεινής Αργολίδας βρίσκεται στον ορεινό οικισμό Βρούστι (υψόμ. 660 μ.) στις νότιες πλαγιές της βουνοσειράς Μπαχριάμι, 20 χλμ. δυτικά από το Άργος. Η παράδοση λέει ότι το Βρούστι δημιουργήθηκε από τρομοκρατημένους Έλληνες φυγάδες των Τούρκων, που τους περιμάζεψε ψηλά πάνω στο Αρτεμίσιο κάποιος πονόψυχος πασάς και τους έφτιαξε εδώ τα πρώτα σπίτια και την πέτρινη κρήνη, που σώζεται μέχρι σήμερα και είναι από τις πιο όμορφες της Πελοποννήσου. Πρόκειται για μια πέτρινη κατασκευή και είναι η μοναδική ναόσχημη βρύση με τρεις καμάρες που σώζεται στην Πελοπόννησο. Η μεσαία καμάρα είναι μεγαλύτερη σε πλάτος και ύψος από τις δύο πλαϊνές. Μια πέτρινη πελεκητή γούρνα σε κάθε καμάρα υποδέχεται το νερό και ανάμεσά τους υπάρχου μικρά πέτρινα παγκάκια. Στη δεξιά πλευρά της υπήρχαν παλαιότερα τρεις  σιδερένιοι κρουνοί, απ’ όπου έπαιρναν το νερό οι άνθρωποι, ενώ το νερό στις γούρνες ήταν προορισμένο για τα ζώα. Μπροστά από τη βρύση στο κέντρο της μικρής πλατείας υπάρχει ακόμα ο τεράστιος γέρικος πλάτανος, που σήμερα δίνει ιδιαίτερο χρώμα και την τελευταία πνοή ζωής στο ερημωμένο χωριό, ενώ παλαιότερα κάλυπτε τα κοπάδια γιδοπροβάτων, που κατέφευγαν στη σκιά του και ξεδιψούσαν στη βρύση τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού.

 

Βρύση στο Βρούστι Αργολίδας.

 

Παρόμοιας αρχιτεκτονικής δομής είναι και η πέτρινη βρύση στον κεντρικό δρόμο του χωριού Βελανιδιά στο τοπικό διαμέρισμα Κιβερίου, του πρώην Δήμου Λέρνας, 22 χλμ. από το Αργος, που άλλοτε την έλεγαν Ποταμιά. Από την παλιά πέτρινη βρύση σώζεται μια κάμαρα, που τρέχει και σήμερα καθαρό νερό για τους περαστικούς, αφού οι ντόπιοι υδρεύονται πλέον από το μόνιμο δίκτυο ύδρευσης. Το χτίσιμό της είναι πιο κακότεχνο και έχει δεχτεί μεταγενέστερη προσθήκη μιας τσιμεντένιας γούρνας μπροστά της και ενός μεταλλικού κρουνού – βρύση του εμπορίου – για την έξοδο του νερού. Στο κέντρο πάνω από τον κρουνό μια τετράγωνη εσοχή, στην οποία, πιθανότατα, υπήρχε παλαιότερα επιγραφή που δε σώθηκε. Τα σημάδια της φθοράς είναι φανερά στο σώμα της και η μόνη φροντίδα που έχει δεχτεί τα τελευταία χρόνια από τους ανθρώπους είναι το ασβέστωμα της επιφάνειάς της που προσθέτει στην καθαριότητα αλλά αφαιρεί από την αισθητική της.

 

Κρήνη, Βελανιδιά Αργολίδας.

 

Στη ΝΔ ορεινή Αργολίδα συναντάμε τρία χωριά με παράδοση στο υγρό στοιχείο, την Κρύα Βρύση και το Κρυονέρι στις πλαγιές του όρους Κτενιάς και το Τουρνίκι στην απέναντι πλαγιά του Αρτεμισίου με τη Νεραϊδόβρυση, την τελευταία πηγή μέχρι την κορυφή του βουνού. Η Κρύα Βρύση είναι χτισμένη στα 750 μέτρα στην πλαγιά του Χτενιά σχεδόν μία ώρα από την πόλη του Άργους. Το ενδιάμεσο χωριό Κρυονέρι ή Μπούγα, χτισμένο σε απόσταση 30 χιλιομέτρων δυτικά του Άργους και σε υψόμετρο 977 μέτρων στον αυχένα του όρους Χτενιάς, πήρε το όνομά του από μια πηγή με κρύο νερό. Ο δρόμος συνεχίζει προς το επόμενο και τελευταίο χωριό του Κτενιά, το Τουρνίκι, που βρίσκεται 2 χιλιόμετρα παραπέρα. Το Τουρνίκι το 1888 είχε 404 κατοίκους και γέμιζε κόσμο το δεκαπενταύγουστο. Γύρω από τη βρύση και την εκκλησία του χωριού μαζευόταν ολόκληρη η κοινότητα και τα γειτονικά χωριά με χορό, όργανα, τραγούδι και φαγοπότι. Σήμερα και τα χωριά αυτά έχουν εγκαταλειφθεί και κατοικούνται μόνο το καλοκαίρι από παραθεριστές.

 

Κρήνη στην Κρύα Βρύση, Δήμου Άργους – Μυκηνών. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Χαρακτηριστικό σημείο της Κρύας βρύσης η πέτρινη βρύση στην πλατεία του χωριού, που τρέχει κρύο γάργαρο νερό χειμώνα καλοκαίρι. Το πυκνό δάσος που περιβάλλει το χωριό λειτουργεί ως ένα μοναδικό φυσικό μπαλκόνι απ’ όπου μπορεί κανείς να απολαύσει τη θέα του Αργολικού κάμπου. Πάνω από την Κρύα Βρύση στον Κτενιά βρίσκεται η Αρκουδόβρυση και στο απέναντι όρος, το Αρτεμίσιο, κοντά στο Τουρνίκιη Νεραϊδόβρυση.  Ένας από τους θρύλους της περιοχής αναφέρεται στη μονομαχία δύο στοιχειών,  του στοιχειού της Αρκουδόβρυσης και του στοιχειού της Νεραϊδόβρυσης. Το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης προστάτευε την περιοχή της Κρύας Βρύσης και το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης το Τουρνίκι.

Ένας τσοπάνης από την Κρύα Βρύση έβοσκε στην περιοχή 40 αγελάδες και καθεμία είχε ένα μοσχαράκι. Το στοιχειό του χωριού έφαγε τα 39 μοσχάρια όμως μέρα με την ημέρα και άφησε μόνο ένα. Όταν ο βοσκός του παραπονέθηκε, το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης του αποκάλυψε ένα σατανικό σχέδιο. Είχε σκοπό να νικήσει το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης και να γίνει ο απόλυτος κυρίαρχος της περιοχής: «Έφαγα τα υπόλοιπα μοσχαράκια, ώστε το μοναδικό που απέμεινε να πίνει το γάλα και των 40 αγελάδων, για να παχύνει πολύ. Όταν παχύνει θα το σφάξεις και με το ξύγκι του θα φτιάξεις μπαλάκια.  Εγώ και το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης θα μεταμορφωθούμε σε βουβάλια και θα παλέψουμε. Εγώ θα έχω λευκό χρώμα κι εκείνο μαύρο. Εσύ θα του πετάς τα μπαλάκια από το ξύγκι». Έτσι κι έγινε. Κατά τη μονομαχία ο βοσκός πέταγε τα μπαλάκια πάνω στο μαύρο βουβάλι και μόλις ακουμπούσαν το δέρμα του πετάγονταν φωτιές. Το στοιχειό της Νεραϊδόβρυσης εξολοθρεύθηκε και το στοιχειό της Αρκουδόβρυσης έγινε κυρίαρχος στην περιοχή ευεργετώντας την Κρύα Βρύση. Την ιστορία την αφηγούνταν οι Κρυοβρυσιώτες πριν από πολλά χρόνια, τότε που τα χωριά έσφυζαν από ζωή και οι κάτοικοί τους, όπως σε κάθε γειτονική πόλη ή χωριό, εξέφραζαν μεταξύ τους αντιπαλότητες.

 

Ο κοινωνικός ρόλος της κοινόχρηστης βρύσης

  

Η παραδοσιακή βρύση έχει συνδεθεί και με την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Δεν εξασφαλίζει μόνο την υδροδότηση της κοινότητας, αλλά αποτελεί και το κέντρο του οικισμού. Όλοι οι δρόμοι του χωριού είναι χαραγμένοι έτσι που οδηγούν στη δημόσια βρύση και κάθε δρομάκι στο βουνό ή στον κάμπο οδηγεί σε κάποια βρύση, που είναι θεμέλιο κάθε δραστηριότητας και παίζει πρωταρχικό ρόλο στη ζωή. Πολλές φορές η πηγή και η βρύση με το νερό ήταν το βασικό κριτήριο για τη θέση της δημιουργίας του οικισμού και η διαμόρφωσή του γινόταν έτσι ώστε να εξυπηρετείται από μια ή περισσότερες βρύσες. Η στενή σύνδεση του χώρου με τη βρύση φαίνεται και από το πλήθος των τοπωνυμιών που έχουν σχέση μ’ αυτή. Δεν υπάρχει περιοχή, πόλη ή χωριό, που να μην έχει δώσει σε κάποια τοποθεσία όνομα σχετικό με τη βρύση και το νερό.

Στενή είναι ακόμα η σύνδεση της βρύσης και με την οικονομία των παραδοσιακών αγροτικών οικισμών. Το νερό της δεν είναι απαραίτητα μόνο για να πίνουν οι άνθρωποι, αλλά και για να ποτίζουν οι γεωργοί τα ζώα τους και οι κτηνοτρόφοι τα κοπάδια τους. Για το πότισμα των ζώων κυρίως είχαν κατασκευαστεί οι μικρές πέτρινες γλυπτές γούρνες και ήταν τοποθετημένες σε κάθε βρύση σε ύψος που να εξυπηρετούνται τα ζώα, ενώ για το πότισμα των κοπαδιών υπήρχαν πολλές φορές μεγάλες κορύτες-ποτίστρες μπροστά ή δίπλα από τη βρύση. Ο τόπος όπου θα δημιουργήσει ο τσοπάνης τη στάνη, τη στρούγκα, το μαντρί του είναι τέτοιος, ώστε να υπάρχει εύκολη και γρήγορη πρόσβαση προς το νερό κάποιας βρύσης ή κάποιας πηγής για να ποτίζει το κοπάδι του.

Σε παλιότερους καιρούς η οικονομική και κοινωνική ζωή κυλούσε γύρω από τις κοινόχρηστες βρύσες. Το νερό της βρύσης όμως χρησιμοποιείται πολλές φορές και για αρδευτικούς σκοπούς και στηρίζει σε μεγάλο βαθμό τη σχετική οικονομική αυτάρκεια των παραδοσιακών αγροτικών οικισμών. Κοντά στη βρύση του χωριού κάθε οικογένεια δημιουργεί τον κήπο της, που της εξασφαλίζει τα απαραίτητα φρούτα και λαχανικά. Ο «επιστάτης των κρηνών» της αρχαιότητας επιβιώνει στη νεότερη εποχή με το «νεροκράτη», τον άνθρωπο δηλαδή που είναι αρμόδιος για τη διάθεση του νερού, τηρεί την προτεραιότητα και ρυθμίζει τη σειρά με την οποία θα χρησιμοποιήσουν οι χωριανοί το νερό της βρύσης για την άρδευση των κήπων τους.

Πέρα από τη σημασία της για την ανάπτυξη των οικισμών η βρύση κατέχει σημαντική θέση και στην κοινωνική ζωή του χωριού. Είναι τόπος συνάντησης κυρίως για τις γυναίκες και τους νέους, όπως είναι το καφενείο τόπος συνάντησης για τους άνδρες του χωριού. Οι νοικοκυρές πήγαιναν καθημερινά σχεδόν στη βρύση με τη στάμνα στο χέρι και έφευγαν με τη στάμνα στον ώμο. Άλλες γέμιζαν το ξύλινο βαρέλι τους με φρέσκο νερό, το φόρτωναν στην πλάτη τους και γύριζαν βιαστικές στο σπίτι. Οι τυχεροί που είχαν ζώα φόρτωναν τους τσίγκινους τενεκέδες και μετέφεραν νερό σε μεγαλύτερες ποσότητες. Περιμένοντας να γεμίσουν το σταμνί ή το βαρέλι με τη σειρά τους θα βρουν την ευκαιρία να «τα πουν» με τις συγχωριανές τους, να μάθουν τα νέα, να συζητήσουν το καθετί.

 

Κρανίδι, Ιούνιος 1955. Αρχείο: Στέφος Αλεξανδρίδης

 

 Άλλες μέρες πάλι θα κουβαλήσουν στη βρύση μαλλιά ή ρούχα για να πλύνουν και, καθώς κάνουν την μπουγάδα τους χτυπώντας την απαλά με το ξύλινο κόπανο, βρίσκουν την ευκαιρία για κάθε λογής συναντήσεις και κουβέντες. Μέχρι την δεκαετία του 60 περίπου στην βρύση πλένανε και τα προικιά της νύφης μέσα σ’ ένα ξεφάντωμα από τραγούδια και αστεία των κοριτσιών. Κάθε γυναίκα που θα καθίσει στο πεζούλι της βρύσης για να ξεκουραστεί απ’ το πλύσιμο ή το κουβάλημα της βαρέλας, γίνεται πυρήνας μιας πρόσκαιρης και εύθυμης συνήθως συντροφιάς, που η κουβέντα της συνοδεύει το χαρούμενο κελάρισμα του νερού της βρύσης. Άνδρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια καβάλα στα γαϊδούρια, μουλάρια ή άλογα τους, τα οδηγούσαν στις βρύσες για να τα χορτάσουν νερό. Σφυρίγματα φωνές, γέλια και τραγούδια γέμιζαν την γύρω ατμόσφαιρα της βρύσης. Οι ερωτευμένοι δεν έχαναν την ευκαιρία να ανταλλάξουν κρυφές ματιές ενώ οι μεγαλύτερες κυρίες έβρισκαν χρόνο για κάποιο κουτσομπολιό.

Οι βρύσες που βρίσκονται στην πλατεία του χωριού είναι χώροι, όπου την άνοιξη και το καλοκαίρι συγκεντρώνονται τα παιδιά για τα παιχνίδια τους, αλλά και όλοι οι χωριανοί για να κάνουν γιορτές, πανηγύρια και άλλες εκδηλώσεις, που πολλές φορές δεν είναι τελείως άσχετες με τη βρύση και το νερό της. Για τους νέους η βρύση στάθηκε ορόσημο για την αγάπη και τον έρωτα. Είναι ο τόπος όπου τα παλικάρια μπορούν να δουν τις αγαπημένες τους. Όπως χαρούμενο και τραγουδιστό τρέχει το νεράκι της βρύσης, έτσι και οι νιές χαρούμενες θα πάνε στη βρύση, γιατί τις καρτερεί εκεί ο νιος σιγοτραγουδώντας. Εκεί πλέκονται έρωτες, εκεί η αγάπη φωλιάζει, ριζώνει και δε βγαίνει, όπως λέει το δημοτικό τραγούδι, όπου θα βρούμε πλήθος αναφορές στο ρόλο και στην κοινωνική λειτουργία της βρύσης, αναφορές που με όλη τη γραφικότητά τους αποκαλύπτουν και μας βοηθούν να αναπαραστήσουμε πτυχές της παραδοσιακής ζωής της προβιομηχανικής κοινωνίας. Η ποίηση και η λαϊκή ψυχή έχουν συνδεθεί τόσο πολύ με τη βρύση, που την έκαναν τραγούδι και την τραγούδησαν όπως της άξιζε.

Τέλος, οι βρύσες που βρίσκονται στους δρόμους φιλοξενούσαν τους διαβάτες, που στέκονταν εκεί για να φάνε και να ξεδιψάσουν. Δίπλα σ’ αυτές τις βρύσες έβρισκε κανείς τα σημάδια των περαστικών: ψίχουλα από ψωμί και τυρί, κουκούτσια από ελιές, λίγα κρεμυδόφυλλα, γνωρίσματα της φτώχειας, αλλά και απομεινάρια και αποφάγια από άλλα πλουσιότερα τρόφιμα, που άφησαν άλλοι που πέρασαν και είχαν τον τρόπο τους να φάνε κάτι καλύτερο. Εκείνο που δεν ξέρει κανείς είναι ποιος έφαγε με περισσότερη όρεξη, εκείνος με τα πλούσια εδέσματα ή εκείνος με το ψωμοτύρι [10]; Εκτός από την ομορφιά που χαρίζουν στο χώρο και το καθαρό νερό στους διαβάτες, οι βρύσες αυτές είχαν και έχουν και έντονο ανθρωπολογικό ενδιαφέρον.

 

Εγκατάλειψη και αναβίωση

 

Χώρος συνάντησης και αναψυχής η βρύση, χώρος ψυχαγωγίας και τελετών, γραφική και με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική, χτισμένη στις πιο ειδυλλιακές τοποθεσίες και με τα καλύτερα πετρομάρμαρα της περιοχής, καμάρι του πελεκητή και του χωριού στολίδι, δεν μπόρεσε να αντέξει στην επέλαση του πολιτισμού και στο σύγχρονο τρόπο ζωής, όπως διαμορφώθηκε κυρίως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τη «χαριστική βολή» στην παραδοσιακή βρύση έδωσαν από τη δεκαετία του 1950 και μετά η μετανάστευση, η ανάπτυξη και η διάδοση της τεχνικής.

Στην περίοδο αυτή χιλιάδες πληθυσμού, που προέρχονταν κυρίως από τον «παραδοσιακό» κόσμο, μεταναστεύουν στο εξωτερικό, ενώ πολλοί περισσότεροι μετακινήθηκαν από τα χωριά στις πόλεις των κάμπων και στην πρωτεύουσα, η οποία άρχισε από τότε να μεταμορφώνεται στο σημερινό τέρας των 3.500.000 σχεδόν κατοίκων. Η ύπαιθρος εγκαταλείπεται, ερημώνεται και ερειπώνεται. Η βρύση του χωριού χάνει μαζί με τους ανθρώπους και τη ζωντάνια της και καταντάει ένα γραφικό «απολίθωμα». Παράλληλα με την ανάπτυξη της τεχνικής αρχίζουν να δημιουργούνται τα κεντρικά δίκτυα ύδρευσης των οικισμών και οι υδραυλικές εγκαταστάσεις σε κάθε σπίτι, σε κάθε χώρο ανθρώπινης δραστηριότητας. Οι άνθρωποι δεν είναι πια υποχρεωμένοι να κουβαλούν το νερό στο σπίτι, εξασφαλίζουν καλύτερες συνθήκες ατομικής υγιεινής μέσα στο σπίτι τους και η βρύση χάνει την πρακτική της αξία και σημασία, κάποτε μάλιστα και το νερό της, που διοχετεύτηκε στα κεντρικά δίκτυα ύδρευσης.

Όταν στις πόλεις και τα χωριά πλήθυναν τα αυτοκίνητα που χρειάζονται άνετους δρόμους και χώρους για να κυκλοφορήσουν, θυσιάστηκαν βρύσες σε δρόμους και πλατείες, γιατί ήταν άχρηστες στους εποχούμενους διαβάτες και τους εμπόδιζαν κιόλας. Έμειναν μόνον όσες βρίσκονταν σε θέσεις που δεν εμπόδιζαν τους ανθρώπους κι όσες έτυχαν την προστασία κάποιων ατόμων ή φορέων ευαίσθητων στην παράδοση και στα αρχιτεκτονικά μνημεία. Οι άνθρωποι της καταναλωτικής εποχής έχουν ωφελιμιστική νοοτροπία και «πρακτικό» πνεύμα, δε δείχνουν ευαισθησία για πράγματα ξεπερασμένα και «άχρηστα» του παρελθόντος. Πολλές απ’ αυτές είναι αυθεντικές, αλλά ερειπωμένες.

Άλλες επισκευάστηκαν ή ανακατασκευάστηκαν χωρίς τις πιο πολλές φορές να διατηρήσουν το χρώμα και την αρχική τους ομορφιά. Τα τελευταία χρόνια σε μερικά χωριά κατασκευάζονται από ιδιώτες, συλλόγους και κοινότητες βρύσες με παραδοσιακό στυλ σε μια προσπάθεια για τουριστική κυρίως αξιοποίηση και ανάπτυξη του τόπου τους. Δεν έχουν όμως την καλλιτεχνία και την ομορφιά των αυθεντικών παραδοσιακών κρηνών. Χρησιμοποιούνται τα καινούρια φτηνά υλικά, η κατασκευή τους είναι πρόχειρη και εύκολη. Δεν υπάρχουν άλλωστε και οι παλιοί τεχνίτες. Στα μαστοροχώρια του Μοριά σήμερα θα συναντήσει κανείς ελάχιστους τεχνίτες. Το μπουλούκι δεν υπάρχει πια. Ο πρωτομάστορας έγινε εργολάβος οικοδομικών εργασιών και οι μαστόροι, που ήταν συνεταίροι στο μπουλούκι, έγιναν μισθωτοί εργάτες, οικοδόμοι. Εντάχτηκαν δηλαδή στην κοινωνική πραγματικότητα της εποχής μας.

Η λαϊκή αρχιτεκτονική ανήκει σε άλλη εποχή, σε τρόπους παραγωγής και σε κοινωνική οργάνωση που έχουν ξεπεραστεί σήμερα. Τα έργα της όμως δεν έχουν χάσει την πολιτιστική τους αξία. Είναι μέρος του λαϊκού μας πολιτισμού, στοιχεία για την εθνική και την ιστορική μας αυτογνωσία και γι’ αυτό μπορούν ν’ αποτελέσουν πηγές έμπνευσης, μέσα βέβαια στις σημερινές συνθήκες ζωής. Δεν πρέπει να αφήνουμε το νερό να τρέχει από ερειπωμένες κρήνες και φρέατα, πλαισιωμένο από ακαλαίσθητα τσιμεντώματα και φτωχές, πρόχειρες παράγκες. Αξίζουν οι βρύσες που σώζονται μια «εθνολογική» μελέτη, μια φροντίδα εξωραϊσμού των πηγών, μια αναδρομή στην ιστορία τους, που θα ξανάδινε στο ουσιαστικό αυτό στοιχείο ζωής των ελληνικών αιώνων, το νερό, την αξιολόγηση που του πρέπει και τον αποφασιστικό ρόλο που θα παίζει πάντα για την αισιοδοξία μας. Η γνώση της λαϊκής αρχιτεκτονικής γενικά ίσως βοηθήσει να αναζητηθούν πιο ανθρώπινες λύσεις στα σημερινά οικιστικά και άλλα προβλήματα και ίσως η λαϊκή σοφία γυρίσει ξανά στις πόλεις μας[11].

 

Πηγάδια

 

 Σε περιοχές που δεν υπήρχαν φυσικές επίγειες πηγές ο πιο διαδεδομένος τρόπος εξεύρεσης νερού ήταν τα πηγάδια. Πηγάδια λέγονται βασικά οι αυτοτροφοδοτούμενες αποθήκες νερού. Δημιουργούνταν σε κάποιο μέρος, όπου κάτω από το έδαφος και σε λίγα μέτρα βάθος βρίσκεται νερό ή υπάρχει κάποιος υπόγειος δίαυλος νερού  (υπόγειο ποτάμι). Επινοήθηκαν την πρώτη και μέση εποχή του χαλκού (2500-1600 π.Χ) σε αρχαίους συνοικισμούς κτισμένους σε οχυρωμένες τοποθεσίες. Στην Αρχαία Ελλάδα το πηγάδι λεγόταν Φρέαρ και η λέξη πηγάδι είναι συνώνυμο της πηγής. Στην ελληνιστική κοινή η λέξη  πηγάδιον είναι υποκοριστικό της αρχαίας ελληνικής λέξης πηγή. Αποτελούσαν τις κύριες κατασκευές άντλησης και αποθήκευσης νερού στις περιπτώσεις που δεν εξασφαλιζόταν η μεταφορά του από κοντινή πηγή. Σε εποχές πολέμων, κοινωνικών αναταραχών και φυσικών καταστροφών τα πηγάδια βοήθησαν τον άνθρωπο, ενώ ήταν οι ζωοδότες για τους έγκλειστους μέσα στα κάστρα κατά τις πολιορκίες. Στο Σούλι την περίοδο της τουρκοκρατίας τα πηγάδια επάνω στο ξεροβούνι ξεδίψασαν τους Σουλιώτες και έδωσαν ζωή στην περιοχή.

 

Πηγάδι στο εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας στην Άκοβα Άργους. Φωτογραφία Τάσος Τσάγκος (8-6-2020).

 

Στην Αργολίδα τα πηγάδια είναι δεμένα με την ιστορία της. Η μυθολογική παράδοση αναφέρει ότι ο Δαναός έγινε βασιλιάς του Άργους, επειδή  ο ίδιος και οι κόρες του, που ήρθαν από την Αίγυπτο και γνώριζαν τις τεχνικές διαχείρισης των νερών του Νείλου, δίδαξαν στους κατοίκους του Άργους πώς να ανοίγουν πηγάδια για νερό και να ποτίζουν τις καλλιέργειες και μετέτρεψαν σε «ένυδρον» το «πολυδίψιον» Άργος.

Πηγάδια υπήρχαν συνήθως στις πεδινές περιοχές της Αργολίδας, όπου δεν υπήρχαν τρεχούμενα νερά, και σπάνια στα ορεινά χωριά, που είχαν πηγές και βρύσες.  Με το νερό των πηγαδιών αρδευόταν ο κάμπος, ενώ υπήρχαν και ιδιωτικά πηγάδια στις αυλές των σπιτιών για την ύδρευση κάθε νοικοκυριού. Ο αρχαίος γεωγράφος Στράβων αναφέρει ότι  η περιοχή γύρω από την πόλη του Άργους είναι χαμηλή και αυλακώνεται από ρεύματα υδάτων και  τροφοδοτείται άφθονα με νερό από τα πηγάδια, τα οποία συναντά κανείς σε κάθε βήμα και τα οποία είναι πολύ αβαθή [12]. Στην περιοχή έχει αποκαλυφθεί πλήθος από πηγάδια που μαρτυρούν πόσο σημαντικός ήταν ο ρόλος των φρεάτων στην τροφοδοσία με νερό.

Το αρχαιότερο πηγάδι της περιοχής πρέπει να είναι ένα μυκηναϊκό πηγάδι, που σώζεται ακόμη σήμερα στην περιοχή Επάνω Πηγάδι, δυτικά του θολωτού τάφου του Ατρέα, στην άκρη του ασφαλτωμένου αγροτικού δρόμου, που ξεκινάει από το κέντρο του σύγχρονου οικισμού των Μυκηνών, περνάει μέσα από τον ελαιώνα δυτικά της ακρόπολης των Μυκηνών και συνεχίζει ΒΑ για να καταλήξει στην Προσύμνη. Το πηγάδι βρίσκεται σε μια στροφή του δρόμου, είναι χτισμένο εσωτερικά με μεγάλες πέτρες κατά το μυκηναϊκό σύστημα δόμησης και το στόμιό του καλύπτεται από μια αγριοσυκιά, που με τις ρίζες της αντλεί νερό από το βάθος του πηγαδιού. Δεν φέρει καμία σήμανση ή επιγραφή που να δείχνει ότι είναι πανάρχαιο μνημείο, γιατί έχει την ατυχία να βρίσκεται έξω από το γνωστό αρχαιολογικό χώρο των Μυκηνών και να μην του δίνει κανείς ιδιαίτερη σημασία. Η ονομασία της περιοχής οφείλεται, πιθανότατα, στο πηγάδι αυτό, ενώ υπάρχει και η περιοχή Κάτω Πηγάδι νοτιότερα, όπου υπάρχει νεότερο πηγάδι. Βρίσκεται  στον ίδιο δρόμο  κοντά στο χωριό στο κέντρο ενός κυκλικού τσιμεντένιου περίγυρου με γούρνες στην περιφέρειά του για το πότισμα των ζώων και έχει καλυφθεί κι αυτό από μια αγριοσυκιά και αγριόχορτα φυτρωμένα στον περιβάλλοντα χώρο του.

Πληροφορίες για τα πηγάδια της Αργολίδας βρίσκουμε και την εποχή της Τουρκοκρατίας. Ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή, που επισκέφτηκε το Άργος το 1668, γράφει ότι είδε στην πόλη του Άργους πεντακόσια πηγάδια με το γλυκό νερό και πολλά αμπέλια και περιβόλια ολόγυρα και συμπληρώνει ότι το νερό και το κλίμα είναι καλά και σαράντα είδη κρασοστάφυλου αναφέρονται στα κατάστιχα της περιοχής [13].

Κατά την εκστρατεία του Δράμαλη στην πεδιάδα της Αργοναυπλίας το 1822 επικρατούσε μεγάλη λειψυδρία και ξηρασία. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έκαψε τα λίγα σπαρτά του κάμπου και διέταξε τους ντόπιους να πετάξουν μέσα στα πηγάδια τα διάφορα χαλκώματα, για να τα ξαναβρούν μετά την αποχώρηση του εχθρού. Το αποτέλεσμα ήταν  να δηλητηριασθούν τα νερά των πηγαδιών. Έτσι ο στρατός του Δράμαλη υποχρεώθηκε να ζήσει δυο εβδομάδες στο κάμπο του Άργους υποφέροντας από παντελή έλλειψη δυνατότητας ανεφοδιασμού, αφού οι Έλληνες είχαν κάψει τα πάντα στον Αργολικό κάμπο και τα πηγάδια είχαν στερέψει λόγω της ξηρασίας του καλοκαιριού [14].

Ο Αντώνης Μηλιαράκης, που περιέγραψε το Αργολικό πεδίο το 1888 αναφέρει ότι το Άργους υδρεύεται από την πηγή Ερασίνου του Κεφαλαρίου που φέρνει το νερό με κτιστό υδραγωγείο 5 χιλιόμετρων και από πηγάδια. [15] Στα χωρία του Άργους υπάρχουν λίγα δένδρα και κήποι που τους ποτίζουν με νερό από πηγάδια με βάθος 6-7 μέτρων στα χαμηλά τμήματα του κάμπου και 10-15 μέτρων στα πιο ορεινά.

Το 1936 στις πεδινές και ορεινές περιοχές του Αργολικού κάμπου υπήρχαν 2.904 πηγάδια άρδευσης, από τα οποία ενεργά ήταν τα 2.286, ενώ τα υπόλοιπα είχαν στερέψει ή έβγαζαν αλμυρό νερό. Τα περισσότερα ήταν στο Άργος και στα χωριά του κάμπου με καλλιεργήσιμες εκτάσεις και λιγότερα στην επαρχία Ναυπλίου και στα πιο ορεινά χωριά. Οι Αναγνωστόπουλος Ν. και Γάγαλης Γ. στο έργο τους «Η Αργολική Πεδιάς» καταγράφουν τα πηγάδια της Αργοναυπλίας, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα[16].

 

Πηγάδια Αργοναυπλίας
Επαρχία Άργους Σύνολο Ενεργά Επαρχία Ναυπλίου Σύνολο Ενεργά
Άργος 407 307 Ναύπλιο  –
Ν. Κίος 130 110 Άρεια 65 55
Μύλοι 1 1 Άγ. Αδριανός 13 10
Κιβέρι 8 8 Κοφίνι (Ν. τίρυνθα) 100 75
Δαλαμανάρα 400 300 Αργολικό 120 100
Πασσιά (Ίναχος) 390 290 Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα) 210 170
Χώνικα 150 120 Παναρίτι 9 9
Κουτσοπόδι 300 250 Ανυφί 180 135
Μυκήνες 10 10 Πουλακίδα 40 35
Φίχτια 6 6 Μάνεσι
Πυργέλα 125 100 Μιδέα
Λάλουκα 150 120
Κουρτάκι 90 75
ΣΥΝΟΛΟ 2.167 1.697 ΣΥΝΟΛΟ 737 589

 

Το βάθος των πηγαδιών έχει διπλασιαστεί από την εποχή που τα κατέγραψε ο Αντώνης Μηλιαράκης (1888), γιατί λόγω της υπεράντλησης των υπόγειων υδάτων κατέβαινε η στάθμη του υδροφόρου ορίζοντα, και διαφέρει από περιοχή σε περιοχή [17]. Τα πιο βαθιά πηγάδια ήταν στα Φίχτια (24-38 μέτρα), στις Μυκήνες (15-30 μ.), στην Πουλακίδα (15-28 μ.) και στο Άργος (10-31 μ.). Πιο ρηχά ήταν τα πηγάδια στους Μύλους (7,5 μ.), στην Πυργέλα (8-13 μ.), στο Λάλουκα (9-12 μ.), στο Κουρτάκι (9-13 μ.), στο Κιβέρι (4,5-9 μ.) και προπαντός στη Ν. Κίο, όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από τη Μ. Ασία το 1927 και μέσα σε 10 χρόνια άνοιξαν 130 πηγάδια με βάθος 1,5-3 μέτρων για τις ανάγκες του χωριού.

Τα επόμενα χρόνια και μέχρι τη δεκαετία του 1960 η στάθμη των υπόγειων υδάτων υποχώρησε και άρχισαν οι γεωτρήσεις σε βάθος 80-100 μέτρων αρχικά και πολύ μεγαλύτερο αργότερα. Στο Άργος, εκτός από τα ιδιωτικά πηγάδια που υπήρχαν στις αυλές των σπιτιών για ύδρευση και στα περιβόλια για άρδευση των καλλιεργειών, δημιουργήθηκαν και δημόσιας χρήσης πηγάδια, ένα στο κέντρο του νεοκλασικού κτιρίου της Δημοτικής Αγοράς και ένα στη δυτική πλευρά του υπαίθριου χώρου της λαϊκής αγοράς. Ένα ακόμα κοινόχρηστο πηγάδι ήταν το «Πηγάδι του Τούντα» στη διασταύρωση των δρόμων προς το Σχοινοχώρι και τα Σταθέϊκα μετά το αεροδρόμιο του Άργους και δίπλα στο πρώην συσκευαστήριο Παναγιωτόπουλου, όπου ξεδιψούσαν άνθρωποι και ζώα που κινούνταν προς το παζάρι του Άργους.

Το μεγάλο πηγάδι των Λιμνών. Απεικόνιση σε τηλεκάρτα, Νοέμβριος 2001.

Στο Μπερμπάτι (Προσύμνη) νερό προμηθεύονταν από το ποτάμι Αστερίωνα και από πηγάδια που υπήρχαν σε αρκετά μέρη του χωριού και σε αυλές κάποιων σπιτιών. Στις Λίμνες, ένα χωριό με πετρώδες έδαφος όπου οι κάτοικοι δημιούργησαν πολλές αναβαθμίδες, τα λεγάμενα πεζούλια, για καλλιέργεια, η έλλειψη νερού αποτελούσε πολύ μεγάλο πρόβλημα. Για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας δημιούργησαν ένα μεγάλο πηγάδι στην είσοδο του χωριού και άλλα μικρότερα σε γειτονικές περιοχές. Το μεγάλο πηγάδι των Λιμνών σώζεται μέχρι σήμερα και αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα των παλαιότερων πηγαδιών. Έχει δημιουργηθεί μέσα σ’ έναν κυκλικό περίβολο πλακοστρωμένο και πλαισιωμένο με μεγάλες πέτρινες γούρνες, για να ποτίζουν τα ζώα, και με πλάκες, πάνω στις οποίες οι γυναίκες του χωριού έκαναν τη μπουγάδα τους ή έπλεναν τα χειμωνιάτικα σκεπάσματα. Οι κάτοικοι έπαιρναν νερό από το πηγάδι με κουβάδες, ξύλινα βαρέλια ή μεταλλικά δοχεία φορτωμένα στα ζώα.  Οι μεγάλες πέτρες στο στόμιο του πηγαδιού φέρουν βαθιές αυλακώσεις από τα σχοινιά των κουβάδων που σύρονταν πάνω τους καθώς ανέβαζαν το νερό με τα χέρια. Το καλοκαίρι οι ανάγκες για νερό ήταν μεγάλες και μπορεί να περίμεναν αρκετές ώρες τη σειρά τους για νερό. Πολλές φορές πήγαιναν από τις τρεις το πρωί, όλη την ημέρα ακόμα και τη νύχτα. Όταν το νερό λιγόστευε και η στάθμη του κατέβαινε, οι γυναίκες έπλεναν εκεί μόνο τις κουβέρτες, ενώ για μπουγάδα πήγαιναν σε άλλα πηγάδια έξω από το χωριό μέχρι το 1958, όταν δημιουργήθηκε δίκτυο κεντρικής ύδρευσης στο χωριό με βρύσες στα σπίτια.

Στο Ναύπλιο, στο πρώην βιομηχανικό συγκρότημα «ΑΝΘΟΣ», που βρισκόταν σε οικόπεδο επί της εθνικής οδού Ναυπλίου-Επιδαύρου, ανοίχτηκε πηγάδι στο κέντρο της εσωτερικής αυλής του κυρίου βιομηχανικού συγκροτήματος. Το νερό του χρησίμευε στη διαδικασία επεξεργασίας φρούτων και λαχανικών, που απαιτούσε μεγάλες ποσότητες. Στο Πολύγωνο, μια συνοικία κοντά στο στρατόπεδο, όπου σήμερα ορθώνονται πολυκατοικίες, ήταν παντού πέτρινα σπίτια απομακρυσμένα το ένα από το άλλο με τεράστιους κήπους με τριανταφυλλιές, γεράνια, γαρουφαλλιές, γιασεμιά και μικρούλες λεμονιές ή πορτοκαλιές και μπροστά ένα πηγάδι με μια καρυδιά ή μουριά. Στα συνοικισμό Ταμπάκικα του Ναυπλίου, όπου κατοικούσαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και κατεργάζονταν δέρματα, υπήρχαν πέντε πηγάδια που έβγαζαν άφθονο  νερό και περιβόλια µε ελιές, αμπέλια, ροδιές, συκιές και κηπευτικά.

Στα Λευκάκια σώζονται μέχρι σήμερα το παλιό πηγάδι και η παλιά δεξαμενή, που τροφοδοτούσε το χωριό με νερό με έναν υπόγειο πήλινο αγωγό. Πολλά εγκαταλελειμμένα πηγάδια, που χρησιμοποιούνταν παλιά για ύδρευση και άρδευση, υπάρχουν ακόμα στην περιοχή μεταξύ Λευκακίων και Τσέλου Ασίνης  ανάμεσα σε οικισμούς και στα χωράφια. Κάποια έχουν νερό μέχρι σχεδόν λίγο κάτω από την επιφάνεια του εδάφους και άλλα δεν έχουν καθόλου. Κάποια από αυτά έχουν «βραχόλι» δηλαδή κτιστό τμήμα με πέτρες ή τούβλα πάνω απ’ την επιφάνεια του εδάφους, πολλά όμως δεν προεξέχουν από το έδαφος και καθώς βρίσκονται μέσα σε κτήματα αποτελούν ιδιαίτερο κίνδυνο για τον αμέριμνο περιπατητή που δεν γνωρίζει την ύπαρξή τους. Σε πολλά από αυτά δίπλα από το «βραχόλι» υπάρχουν λαξευτές γούρνες για το πότισμα των ζώων. Τα περισσότερα όμως «βραχόλια» και οι γούρνες έχουν δυστυχώς λεηλατηθεί.

Στο δρόμο από την Ασίνη προς  Ίρια και Καρνεζαίικα πριν τη Βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Νικολάου συναντάμε το πηγάδι Αχαμνό με τρεις πανέμορφες πέτρινες γούρνες. Στο Τολό η βασική πηγή ύδρευσης βρισκόταν στην έπαυλη του Νασάν Πασά, πάνω από το χωριό, όπου κάποτε ξεκουράστηκαν και ξεδίψασαν οι στρατιώτες του Μοροζίνι, αλλά οι κάτοικοι του χωριού υδρεύονταν και από πηγάδια, που άνοιγε κάθε οικογένεια, για να εξασφαλίσει νερό για το σπίτι και τον κήπο που δημιουργούσε στην αυλή της [18].Υπήρχαν έως δέκα πηγάδια και το μισό χωριό έβγαζε με τον κουβά τέτοιο νερό, πηγαδίσιο, για να πίνουν οι άνθρωποι και να ποτίζουν τα ζωντανά τους [19].

Στο Γκέρμπεσι (Μιδέα) υπήρχαν τρία κοινόχρηστα πηγάδια για την κάλυψη των οικιακών αναγκών και πέντε ιδιωτικά, που ανοίχτηκαν μετά τον πόλεμο για άρδευση. Το ένα κοινόχρηστο πηγάδι βρισκόταν στη σημερινή πλατεία, μπροστά στο κοινοτικό γραφείο. Είχε βάθος 25 περίπου μ. και το εσωτερικό του ήταν κτισμένο με πέτρες και ασβεστοκονίαμα, για να μην γκρεμίζονται τα τοιχώματα. Το στόμιο του πηγαδιού προστατευόταν από υπέργεια τετράγωνη τσιμεντένια κατασκευή ύψους 0,80 μ. Το νερό ήταν λιγοστό και γλυφό και κάποια στιγμή το γέμισαν με πέτρες και πάνω του διαμόρφωσαν την πλατεία του χωριού.

Το δεύτερο πηγάδι βρισκόταν στο σταυροδρόμι μπροστά από το σπίτι του Μόσμη και στο νερό του οφείλεται η ζωή και η διάρκεια του οικισμού, αφού ήταν το σχεδόν μοναδικό μέσο ύδρευσης των κατοίκων. Το άνοιγμά του έγινε όταν δημιουργήθηκε ο οικισμός και οι παλαιότεροι έλεγαν πως το είχαν φτιάξει Τούρκοι. Είχε διάμετρο 2,5 μ. περίπου και βάθος γύρω στα 20 μ. Εσωτερικά ήταν χτισμένο με πέτρες για την προστασία των τοιχωμάτων, εξωτερικά προστατευόταν με περιμετρικό τοίχο από μεγάλες πέτρες, ενώ στα χείλη του υπήρχαν μεγάλες πέτρες πελεκημένες στις δύο όψεις, την επάνω και την εσωτερική προς το κέντρο του πηγαδιού, οι οποίες έφεραν συνεχείς παράλληλες εγκοπές σε βάθος τεσσάρων δαχτύλων περίπου, που είχαν δημιουργηθεί από την τριβή των σχοινιών των κουβάδων κατά την άντληση του νερού. Γύρω από το πηγάδι υπήρχαν πέτρινες γούρνες για το πότισμα των ζώων. Με την εντατική εκμετάλλευση του νερού ο υδροφόρος ορίζοντας κατέβηκε χαμηλά, το πηγάδι στέρεψε και από το 1961 το χωριό άρχισε να υδρεύεται από κοινοτική γεώτρηση. Το1980 η κοινοτική αρχή γέμισε το πηγάδι με τις πέτρες του και ισοπέδωσε το χώρο, για να μπορεί να παίρνει άνετα στροφή το λεωφορείο.

Το τρίτο πηγάδι ήταν στη «Φλιαμπουρίτσα», στο ρέμα δεξιά από την τελευταία στροφή του δρόμου προς το εκκλησάκι του Αϊ Γιαννιού και το χρησιμοποιούσαν για το πότισμά των προβάτων. Το εσωτερικό έχει επενδυθεί με πέτρες και οι παρειές του έχουν υψωθεί στους 80 πόντους με κτιστές πελεκητές πέτρες. Τα πέντε ιδιωτικά πηγάδια του χωριού ήταν στις αυλές των ιδιοκτητών τους και ο καθένας τα χρησιμοποιούσε για τις ανάγκες του σπιτιού του.

Στο Αραχναίο (Χέλι) η ύδρευση γινόταν από έξι κοινόχρηστα πηγάδια που υπήρχαν κοντά στο χωριό. Τρία από τα πηγάδια αυτά τα χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά για το πότισμα των μεγάλων ζώων, κυρίως μουλάρια που στο χωριό ήταν πάνω από πεντακόσια, ενώ τα  υπόλοιπα τρία χρησίμευαν για την ύδρευση των κατοίκων. Κάθε σπίτι μπορούσε να πάρει 1-2 βαρέλια νερό από 20-25 οκάδες το καθένα κάθε μέρα. Το χειμώνα γέμιζαν και το νερό ξεχείλιζε από το στόμιο. Το καλοκαίρι, όταν η στάθμη του νερού κατέβαινε, σφράγιζαν στο στόμιο και ο υδρονομέας του χωριού άφηνε ανοικτό ένα για την ύδρευση και ένα για το πότισμα των ζώων και επιτηρούσε συνέχεια τη χρήση τους. Στο τέλος του καλοκαιριού όλα αυτά τα πηγάδια στέρευαν τελείως και οι κάτοικοι κατέφευγαν στον Πηλιαρό, μια ώρα μακριά, όπου υπήρχε κοινόχρηστο πηγάδι, για να ποτίσουν τα ζώα τους και να γεμίσουν δύο βαρέλια νερό και να το φέρουν στο χωριό φορτωμένο στα μουλάρια. Οι πιο εύποροι κάτοικοι του χωριού από τα παλαιά χρόνια άνοιγαν δικά τους πηγάδια στις αυλές ή στα χωράφια τους για τις ανάγκες τους σε νερό. Τέτοια ιδιωτικά πηγάδια υπήρχαν δεκάδες διάσπαρτα μέσα και έξω από το χωριό. Αυτή ήταν η ύδρευση στο χωριό μέχρι το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, ενώ η άρδευση εθεωρείτο στο χωριό πολυτέλεια και προνόμιο των κατοίκων του Αργολικού Κάμπου[20].

Το άνοιγμα ενός πηγαδιού είχε κόστος όσο το χτίσιμο ενός σπιτιού, γι’ αυτό και ο κόσμος έλεγε ότι τρία ήταν τα δύσκολα προβλήματα του χωρικού. Να χτίσει σπίτι, να ανοίξει πηγάδι και να παντρέψει κορίτσι. Το σκάψιμο και το χτίσιμο ενός πηγαδιού δεν ήταν μια απλή διαδικασία. Ήταν έργο κοπιαστικό και πολυδάπανο, μόνον οι εύποροι του χωριού μπορούσαν να το κάνουν και γι αυτή την εργασία υπήρχαν ειδικοί τεχνίτες, οι λεγόμενοι πηγαδάδες. Ένα συνεργείο πηγαδάδων είχε 5-6 εργάτες, 2-3 δούλευαν μέσα στο πηγάδι και οι υπόλοιποι τραβούσαν τα χώματα έξω από το πηγάδι [21]. Το κόστος κάθε πηγαδιού εξαρτιόταν από το βάθος του, τη διάμετρο, τη σκληρότητα του εδάφους, το είδος της εσωτερικής επένδυσης του πηγαδιού και τη συμμετοχή της οικογένειας του ιδιοκτήτη στις εργασίες, που μείωνε σημαντικά το κόστος. Προπολεμικά ένα ρηχό πηγάδι 10-12 μέτρων κόστιζε 18-20.000 δραχμές, όταν ένα καλό ποτιστικό χωράφι στον κάμπο είχε αξία 10.000 δραχμές το στρέμμα και το μεροκάματο ενός εργάτη της γης για σκάψιμο, κλάδεμα κ.λ.π. ήταν 40-50 δραχμές[22].

Το άνοιγμα πηγαδιού γινόταν σε μέρος, όπου εκτιμούσαν ότι σε λίγα μέτρα βάθος κάτω από το έδαφος βρίσκεται νερό ή υπάρχει κάποιος υπόγειος δίαυλος νερού  (υπόγειο ποτάμι). Πηγάδια έχτιζαν συνήθως κοντά σε ρεματιές που υποδήλωναν την ύπαρξη νερού, ενώ ως σημάδι αξιολογούσαν την ύπαρξη και άλλων πηγαδιών στην περιοχή. Ένδειξη νερού ήταν οι μικρές γούβες ή γούρνες νερού, η χλωρή βλάστηση κατά τους καλοκαιρινούς μήνες ή σημεία με διάφορα υδρόφιλα φυτά, όπως πλάτανος, ιτιά, λεύκα, βούρλο, νεράγκαθο, καλάμια, κ.λ.π. Οι παλιοί πηγαδάδες χρησιμοποιούσαν διάφορες μεθόδους για ν’ εντοπίσουν το άβαθο κοίτασμα του νερού. Κάρφωναν  π.χ. βαθιά στο έδαφος ένα μυτερό σίδερο και πάνω του τοποθετούσαν ένα μεγάλο κογχύλι. Το βράδυ, όταν έπεφτε ο αέρας και υπήρχε ηρεμία, ο πηγαδάς έβαζε το αυτί του στο κογχύλι και, αν υπήρχε υπόγειο ποτάμι σε βάθος μέχρι τα 10-15 μέτρα, ακούγονταν καθαρά ο θόρυβος του νερού. Όταν ο πηγαδάς  ήταν σίγουρος για την ανεύρεση νερού, ξεκινούσε τις εργασίες για το σκάψιμο του πηγαδιού. Εάν δεν εύρισκε νερό, ο ιδιοκτήτης δεν είχε υποχρέωση να τον πληρώσει και οι κόποι του πήγαιναν χαμένοι.

Στο σημείο που επέλεγαν έσκαβαν αρχικά με κασμά και φτυάρι ένα ρηχό κυκλικό λάκκο με διάμετρο δύο έως τρία περίπου μέτρα. Υπολόγιζαν ότι το πάχος των λιθαριών που θα έχτιζαν γύρω-γύρω στο πηγάδι θα καταλάμβανε πενήντα πόντους περίπου, ώστε να μείνει το ανάλογο κενό στο κέντρο, για να χωράει ο τενεκές με το μαγκάνι που ανεβάζει το νερό. Το σκάψιμο του πηγαδιού γινόταν με αξίνες, κασμάδες και φτυάρια, με τα οποία πετούσαν έξω το χώμα μέχρι να φτάσουν σε βάθος 2-2,5 μέτρα. Έπειτα τοποθετούσαν στο στόμιο του πηγαδιού ένα ξύλινο ή μεταλλικό μάγγανο, στο οποίο τύλιγαν σκοινί με ένα άγκιστρο στην άκρη, απ’ όπου κρεμούσαν ζεμπίλι ή κουβά. Οι εργάτες που έσκαβαν μέσα στο λάκκο φόρτωναν τα χώματα και τις πέτρες στον κουβά και οι άλλοι εργάτες πάνω τον τραβούσαν με το μαγκάνι και τον άδειαζαν. Η διαδικασία αυτή διαρκούσε μέχρι να βρουν «υγρασία», δηλαδή νερό, στα δέκα με δεκαπέντε μέτρα βάθος ή και περισσότερο, ανάλογα με την περιοχή.

Από τη στιγμή που έβρισκαν το νερό άρχιζαν το χτίσιμο εσωτερικά με ξηρολιθοδομή από κάτω μέχρι πάνω. Το κτίσιμο του πηγαδιού ήθελε ειδική τεχνική και έπρεπε να επιτρέπει την είσοδο του νερού, να φράζει τα τοιχώματα που παρασύρονταν στον πυθμένα και συγχρόνως να είναι καλαίσθητο. Η όλη κατασκευή ήταν ξερολιθιά, ώστε να μην εμποδίζει το νερό να περνάει από τα τοιχώματα. Τα άτομα μέσα στο πηγάδι κατέβαζαν με το μαγκάνι πέτρες, τις τοποθετούσαν κάθετα στην περίμετρο του λάκκου και «μπάζωναν» με χαλίκια ή με πέτρες μικρού μεγέθους (σόμπολα) το κενό προς τα τοιχώματα του πηγαδιού, ώστε περνώντας το νερό μέσω αυτών να φιλτράρεται και να είναι καθαρό. Όταν ο τοίχος στο πηγάδι άρχιζε να «ψηλώνει», έφτιαχναν μια κατασκευή σαν ξύλινο «πατάρι», πάνω στα οποία πατούσαν, για να συνεχίσουν να χτίζουν προς τα πάνω. Όταν έφθαναν στα 3-4 μέτρα από το πάνω μέρος του πηγαδιού, η λιθοδομή στένευε και κατέληγε σε μικρό κυκλικό στόμιο με διάμετρο 60-80 εκατοστά. Στο άνοιγμα του πηγαδιού και σε ύψος 80 περίπου εκατοστά από την επιφάνεια του εδάφους τοποθετούσαν το σύστημα άντλησης του νερού.

Η άντληση του νερού από το πηγάδι γινόταν με τρεις τρόπους. Ο κλασσικός τρόπος ήταν με τα χέρια και με τη βοήθεια ενός κουβά δεμένου σε σχοινί, τον οποίο κατέβαζαν στο πηγάδι και ανέβαζαν με μυϊκή δύναμη χωρίς τη βοήθεια κάποιου μηχανισμού. Με τον τρόπο αυτό αντλούσαν λίγο νερό από πηγάδια με μικρό βάθος.  Στα δημόσια πηγάδια ο καθένας αντλούσε νερό με το δικό του σχοινί και δεν χρησιμοποιούσαν καρούλια ή ανέμες.

Σε πηγάδια με μεγάλο σχετικά βάθος και για άντληση περισσότερου νερού χρησιμοποιούσαν χειροκίνητο μηχάνημα τοποθετημένο σταθερά στο στόμιο του πηγαδιού, το μαγκάνι, από το οποίο και το πηγάδι ονομάστηκε μαγγανοπήγαδο. Το μαγκάνι αποτελείται από έναν ξύλινο ή μεταλλικό κύλινδρο, που στηρίζεται στα άκρα του με δυο τριγωνικές βάσεις πάνω στο στόμιο του πηγαδιού. Γύρω από τον κύλινδρο περιτυλίγεται μακρύ σκοινί ή αλυσίδα, που η μια άκρη του είναι δεμένη σταθερά στον κύλινδρο και στην άλλη είναι δεμένος ένας κουβάς, που μπορεί να φτάσει ως τον πάτο του πηγαδιού. Στη μια άκρη του κυλίνδρου εξέχει μια χειρολαβή, με την οποία μπορεί να περιστρέψει κάποιος τον κύλινδρο. Όταν τη γυρίσει, ξετυλίγεται το σκοινί και κατεβάζει τον κουβά ως τη στάθμη του νερού. Πιάνει τότε το σκοινί με το ένα του χέρι και με μια επιδέξια απότομη κίνηση αναποδογυρίζει τον κουβά, για να βυθιστεί στο νερό και να γεμίσει. Γυρίζει κατόπιν αντίθετα τον κύλινδρο με τη λαβή και ανασύρει τον κουβά στην επιφάνεια γεμάτο με νερό, για να τον αδειάσει στο δοχείο ή τη γούρνα, που βρίσκεται δίπλα από το πηγάδι. Σήμερα βλέπουμε τα μαγγάνια στις αυλές χωριάτικων σπιτιών τοποθετημένα πάνω σε εικονικά συνήθως πηγάδια ως διακοσμητικά στοιχεία, που συμβολίζουν μια παράδοση δεμένη με τον ελληνικό χώρο, όπου το νερό είναι ένα στοιχείο πολύτιμο και δυσεύρετο[23].

 

Ιπποκίνητο μαγκάνι στο Τολό.

 

Η εξαγωγή περισσότερου νερού γινόταν με χειροκίνητες αντλίες (τρόμπες-τουλούμπες), που μπορούσαν να αντλήσουν νερό από μικρά σχετικά βάθη για τις ανάγκες πολλών νοικοκυριών σε χωριά και αγροκτήματα. Οι αντλίες αυτές αποτελούνταν από ένα συνήθως σιδερένιο σωλήνα μέσα στον οποίο κινούνταν ένα έμβολο με μορφή δίσκου και με μια ελαστική «φλάντζα» που έκανε στεγανή την επαφή του με τον κύλινδρο. Το έμβολο συνδεόταν με μια χειρολαβή που επέτρεπε την παλινδρομική κίνησή του. στη βάση του έμβολου υπήρχε μια βαλβίδα, που άνοιγε όταν το έμβολο κινούνταν προς τα πάνω και έκλεινε όταν εκινείτο προς τα κάτω. Όταν την ανύψωνε ο χειριστής του, το έμβολο κινείτο προς τα κάτω. Η βαλβίδα άνοιγε και επέτρεπε στον αέρα στην αρχή και στο νερό στη συνέχεια της λειτουργίας να ανέβει πάνω από το έμβολο. Όταν κατέβαζε τη χειρολαβή, το έμβολο κινείτο προς τα επάνω, η βαλβίδα έκλεινε και κάτω από το έμβολο δημιουργείτο κενό, που ανύψωνε το νερό από τον υδροφόρο ορίζοντα. Το νερό που είχε περάσει στο προηγούμενο στάδιο πάνω από το έμβολο κινείτο προς τα πάνω και έβγαινε από σωλήνα εξαγωγής στο πλάι της αντλίας – τουλούμπας. Ο κύκλος της αντλίας επαναλαμβάνεται προκαλώντας την παροχή του νερού.

 

Μηχανισμός μαγκανοπήγαδου.

 

Το  νερό για πότισμα των κήπων έβγαινε από το πηγάδι με την ανέμη, ένα σύστημα οδοντωτού υδραυλικού τροχού με μια σειρά από μεταλλικά δοχεία – κουβάδες, τις «κουτσούμπες», οι οποίοι ήταν δεμένοι σε ίσιες  αποστάσεις στο μεγάλο υδραυλικό τροχό, που αποτελούσε το τύμπανο του μάγγανου. Για την εξαγωγή μεγάλων ποσοτήτων νερού από βαθύτερα πηγάδια για άρδευση χρησιμοποιούσαν ιπποκίνητα και αργότερα μηχανοκίνητα μαγκάνια με κουτσούμπες. Αυτό το μαγκάνι ήταν ένας πολύπλοκος μεταλλικός μηχανισμός με τρία βασικά μέρη: (i) το τύμπανο, (ii) τα γρανάζια και (iii) τους κουβάδες. Το τύμπανο, βασικό στοιχείο του μαγγανιού, ήταν τοποθετημένο σταθερά πάνω από το πηγάδι και το αποτελούσαν δύο παράλληλοι μεταλλικοί δίσκοι συνδεδεμένοι μεταξύ τους με έναν μεταλλικό κώνο με μεταλλικά πτερύγια (φτερά) στην περίμετρό του. Τα γρανάζια του μαγκανιού ήταν δύο. Το πρώτο γρανάζι ήταν τοποθετημένο οριζόντια, δίπλα στο τύμπανο, και στην κορυφή του υπήρχε ένα σταθερό ξύλινο κοντάρι 3-4 μέτρων. Το κάθετο γρανάζι ήταν παράλληλο προς τους δίσκους στις πλευρές του τύμπανου. Ο μηχανισμός, τέλος, περιλάμβανε και μια σειρά από μικρούς μεταλλικούς κουβάδες («κουτσιούπες»), οι οποίοι συνδέονταν μεταξύ τους σε μία κλειστή αλυσίδα, που στερεωνόταν γύρω από το τύμπανο και τμήμα της κρεμόταν μέσα στο πηγάδι.

Για να τεθεί το τύμπανο σε περιστροφή, ήταν απαραίτητη η χρήση ενός ζώου, που ήταν δεμένο με τριχιές από τη λαιμαριά του στο ξύλινο δοκάρι, που ήταν περασμένο στην κορφή του μαγκανιού. Το συμπαθές τετράποδο (γαϊδούρι, μουλάρι ή άλογο) με τα μάτια κλεισμένα στο πλάι με παρωπίδες, για να μη ζαλίζεται, γύριζε αργά – αργά και σταθερά γύρω από το πηγάδι σέρνοντας το κοντάρι και αναγκάζοντας το οριζόντιο γρανάζι να γυρίσει. Καθώς το ζώο γύριζε το ξύλο και έβαζε σε κίνηση τον κάθετο σιδερένιο άξονα, που γύριζε το οριζόντιο γρανάζι, αυτό γύριζε το κάθετο γρανάζι κι εκείνο έβαζε με τη σειρά του σε κίνηση το κυκλικό σύστημα με τους μεταλλικούς κουβάδες, που έφτανε ο καθένας στον πάτο του πηγαδιού, γέμιζε με νερό, έφτανε ύστερα επάνω, άδειαζε το νερό σε μια τσιμεντένια δεξαμενή κι από κει μέσα από τα αυλάκια, τους «ποτιστάδες», το νερό έπαιρνε το δρόμο του για τα δέντρα και τα κηπευτικά. Αργότερα η άντληση του νερού με μαγγανοπήγαδο γινόταν  και με μηχανικά μέσα, είτε με πετρελαιομηχανή είτε με ηλεκτρισμό.

 

Πηγάδι με μαγκάνι.

 

Στα πηγάδια πολλές φορές αναπτύχθηκαν έρωτες, έγιναν προξενιά, μάλωσαν άνθρωποι, έγιναν φονικά, έγιναν συμφωνίες, κουμπαριές, γνωριμίες και πραγματοποιήθηκαν πολλά γλέντια. Μετά τη βιομηχανοποίηση και την εξέλιξη όμως τα πηγάδια πέρασαν στην πλήρη εγκατάλειψη και την λησμονιά του χρόνου. Αρχικά αντικαταστάθηκαν με τις κοινοτικές ή δημοτικές βρύσες, που κι αυτές με την σειρά τους εγκαταλείφθηκαν, διότι ήρθε η ύδρευση κάθε σπιτιού από κεντρικό δίκτυο, που έκανε πιο άνετη τη διαβίωση και συνέβαλε στην υγιεινή του ανθρώπου, κατέστρεψε όμως τον υδροφόρο ορίζοντα και έσβησε την ομορφιά μιας άλλης εποχής. Όσοι  έτυχε να κρατήσουν πηγάδι το χρησιμοποιούν μόνο για διακόσμηση στον κήπο ή στην αυλή τους. Άλλοι καταφεύγουν σε καταστήματα πώλησης οικοδομικών υλικών, όπου πωλούνται απομιμήσεις πηγαδιών με την ανέμη, που διακοσμούν τις αυλές των νεόπλουτων Ελλήνων. Πολλά εγκαταλελειμμένα πηγάδια όμως έγιναν η αιτία να χαθούν άνθρωποι που δεν βρέθηκαν ποτέ και έτσι βγήκε η φράση «άνοιξε η γη και τον κατάπιε». Η πολιτεία, για να περιορίσει αυτούς τους κινδύνους, υποχρεώνει να σκεπάζουν τα υπαίθρια πηγάδια και να τοποθετούν την ανάλογη προειδοποιητική σήμανση.

 

Στέρνες

 

Σε περιοχές όπου η έλλειψη πηγών έκανε την ανεύρεση νερού δύσκολη και σε άγονες ημιορεινές κυρίως περιοχές χωρίς εκμεταλλεύσιμο υδροφόρο ορίζοντα, ο άνθρωπος επινόησε τρόπους για τη συλλογή, συγκέντρωση και αποθήκευση νερού της βροχής για αρδευτικούς σκοπούς, για ανθρώπινη χρήση και για την κτηνοτροφία. Το νερό της βροχής ήταν το πολύτιμο αγαθό που έπρεπε να αποταμιεύουν και με λαϊκή σοφία κατασκεύασαν μεγάλες υπόγειες δεξαμενές νερού, τις «στέρνες», στις οποίες το μάζευαν, ώστε να το έχουν για να ξεδιψάσουν, να φροντίσουν την υγιεινή και την καθαριότητα στα σπίτια τους και να ποτίσουν τους κήπους τους. Η λέξη «στέρνα» είναι μεσαιωνική και προέρχεται από τη λατινική λέξη cisterna (=είδος χτιστής δεξαμενής για την συλλογή και αποθήκευση υγρών, ιδίως βρόχινου νερού μέσα στο έδαφος), η οποία περιλαμβάνει την αρχαία ελληνική λέξη  κίστη (= κιβώτιο). Ίσως προήλθε από την κατά λέξη απόδοση«κι η στέρνα» (cista<cisterna<κιστέρνα).

Η στέρνα ήταν μια τεχνητή υπόγεια κοιλότητα για αποθήκευση νερού. Στους αρχαίους πολιτισμούς η συλλογή βρόχινου νερού ήταν συνηθισμένη πρακτική για την εξασφάλιση νερού για όλες τις χρήσεις. Από την Κρήτη ως τη Βόρεια Αίγυπτο και την Ιορδανία από την Εποχή του Χαλκού (2200-1200 π.Χ.) η τοπική σοφία οδήγησε τους ανθρώπους να φτιάξουν στέρνες, για να συλλέγουν το βρόχινο νερό για την κάλυψη των αναγκών κατά την ξηρή περίοδο του χρόνου. Η αποθήκευση νερού για μεγαλύτερες περιόδους ξηρασίας έγινε δυνατή στην εποχή του Σιδήρου (1200-600 π.Χ.), όταν εφευρέθηκε ο πηλός με τη μίξη τοπικά διαθέσιμων εδαφικών υλικών.

Η χρήση των δεξαμενών ήταν αρκετά συχνή στον Ελλαδικό χώρο από την Μινωϊκή και Μυκηναϊκή εποχή. Στη Μινωική Κρήτη (περίπου 3.200-1.100 π.Χ.), χρησιμοποιούσαν δεξαμενές για τη συλλογή και την αποθήκευση του νερού της βροχής. Στους κλασικούς και στους ελληνιστικούς χρόνους χρησιμοποιούσαν υπόγειους στεγανούς κτιστούς ή ορυκτούς χώρους βάθους 2,00-3,00 m, που αποτελούσαν τους αποδέκτες των νερών της βροχής με τη βοήθεια οριζόντιων και κάθετων αγωγών προσαρμοσμένων στις στέγες. Στην αρχαία Ρώμη οι κατοικίες περιλάμβαναν δεξαμενές κάτω από πλακόστρωτες αυλές για τη συλλογή του νερού της βροχής, στις οποίες κατέληγαν και τα υδραγωγεία κάθε πόλης. Στην Ελλάδα ως τα μέσα του εικοστού αιώνα το ένα τρίτο των νοικοκυριών των κοινοτήτων σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές διέθεταν υπόγειες υδατοδεξαμενές.

Οι στέρνες διαφέρουν από τα πηγάδια, που σκάβονταν για την άντληση των φυσικών υπόγειων νερών. Οι στέρνες ήταν ζωτικής σημασίας στις ορεινές κυρίως περιοχές, επειδή τα πηγάδια και οι φυσικές πηγές σπάνιζαν στα ορεινά και, όπου υπήρχαν, συνήθως στέρευαν προς το τέλος του καλοκαιριού. Οι άνθρωποι έπρεπε να βρουν τρόπους να συλλέγουν και να συγκρατούν το νερό της βροχής ή την απορροή των πηγών. Έτσι έσκαβαν κάτω από το έδαφος στέρνες για τη συλλογή νερού, που επέτρεπε να σχηματίζονται χωριά ακόμη και σε μέρη όπου τα αποθέματα νερού ήταν ελάχιστα. Ήταν το μόνο μέσο για τη διατήρηση επαρκούς αποθέματος νερού.

Οι πιο παλιές στέρνες ήταν λαξευμένες, πελεκητές με το σφυρί και το καλέμι σε συμπαγή και χωρίς ρωγμές βράχο, που έχει την ιδιότητα να μην απορροφά το νερό. Φυσικά σπήλαια διαμορφώνονταν ή επεκτείνονταν για να χρησιμεύσουν ως στέρνες και χρησιμοποιούσαν υποστυλώματα από φυσικό πέτρωμα για να βαστάζουν την οροφή. Ήταν ο μόνος τρόπος να περιορίσουν τη διαρροή του νερού, μέχρι να ανακαλύψουν τρόπους  να στεγανοποιούν τα εσωτερικά τοιχώματα με κάποιο επίχρισμα.

Η αρχαιότερη στέρνα της περιοχής είναι η υπόγεια δεξαμενή νερού στη βορειοανατολική γωνία της Μυκηναϊκής ακρόπολης, που εξασφάλιζε πόσιμο νερό για τους κατοίκους σε ενδεχόμενη πολιορκία και υπάρχει μέχρι σήμερα. Το νερό ερχόταν από την Περσεία [24] πηγή, που βρίσκεται 360 μ. ΒΑ από την ακρόπολη και από τα προϊστορικά χρόνια ως τις μέρες μας υδροδοτεί το χωριό των Μυκηνών. Οι Μυκηναίοι μετέφεραν το νερό με πήλινους αγωγούς ως την ακρόπολη και από ένα άνοιγμα στον βράχο έφτανε στη δεξαμενή, η οποία αρχικά ήταν έξω από το τείχος. Το 13ο αι. π.Χ. έγινε ανάπτυξη του περιβόλου και η δεξαμενή εντάχθηκε μέσα στην τειχισμένη πόλη των Μυκηνών. Για να φτάσουμε σ’ αυτή κατεβαίνουμε 90 τουλάχιστον σκαλοπάτια λαξευμένα στον φυσικό βράχο σε 3 επίπεδα. Η είσοδός της είναι μέσα στην ακρόπολη, διαπερνά το βόρειο τείχος και καταλήγει έξω από την ακρόπολη σε βάθος 18 μέτρων. Η τετράπλευρη σκεπαστή δεξαμενή έχει βάθος 5 μέτρα και στην οροφή της ένα φρεάτιο, όπου κατέληγε ο υπόγειος αγωγός από τις πηγές, με αραιά τοποθετημένους λίθους που λειτουργούσαν σαν φίλτρα. Η κατασκευή της αποτελεί ένα από τα πιο εντυπωσιακά επιτεύγματα της μυκηναϊκής τεχνικής ύδρευσης[25].

 

Η είσοδος της υπόγειας δεξαμενής Μυκηνών.

 

Παρόμοιες κατασκευές ύδρευσης συναντάμε στις ακροπόλεις της Μιδέας και της Τίρυνθας. Στην ακρόπολη της Μιδέας μια σήραγγα ανοιγμένη στο δυτικό σκέλος του τείχους οδηγούσε σε υπόγεια πηγή νερού, ενώ στο κάτω τμήμα της ακρόπολης της Τίρυνθας υπάρχουν κρυφές σήραγγες που οδηγούσαν με ασφάλεια σε υπόγειες δεξαμενές με νερό. Αλλά και στις νεότερες ακροπόλεις (κάστρα) συστήματα καναλιών οδηγούσαν τα νερά της βροχής σε υπόγειες δεξαμενές, ώστε οι έγκλειστοι σε περίοδο πολιορκίας να έχουν νερό. Στον εξωτερικό περίβολο του κάστρου Άργους σώζεται υπόγεια στέρνα, ενώ στο Παλαμήδι του Ναυπλίου και την Ακροναυπλία υπήρχαν τεχνητές δεξαμενές των ενετικών χρόνων για τη συλλογή του νερού της βροχής[26].

Στους επόμενους αιώνες τέτοιες στέρνες σκαλισμένες σε βράχο βρίσκουμε σε γραφικά ερημοκλήσια χτισμένα σε βράχους. Χαρακτηριστική είναι η στέρνα της Αγια – Ρουσαλής Βρουστίου, ένα μικρό ερημοκλήσι στην κορυφογραμμή μιας χαράδρας ψηλά πάνω από τη Χούνη και ορατό και από το δρόμο Άργους – Καρυάς. Είναι χτισμένο μέσα σε μια μεγάλη σπηλιά με απόκρημνο βράχο από πάνω της, που σκεπάζει ολόκληρο το εκκλησάκι και αφήνει επιπλέον ένα μεγάλο εσωτερικό προαύλιο. Στο εσωτερικό του οχυρού, στη δεξιά πλευρά λίγο μετά την είσοδο, υπάρχει στέρνα σκαλισμένη στο βράχο με πέτρινο στόμιο, γύρω από το οποίο έχει κτιστεί πέτρινος αναβαθμός, που σχηματίζει  μια μεγάλη κυκλική επίπεδη επιφάνεια στρωμένη με τσιμέντο.  Το στόμιο της στέρνας κλείνει με σιδερένιο καπάκι και πάνω  του υπάρχει ο κλασικός μεταλλικός κουβάς με το σκοινί για την άντληση του νερού, που αναβλύζει μέσα από το βράχο πεντακάθαρο και δροσερό. Αυτό το νερό έπιναν οι προσκυνητές και οι επισκέπτες, αλλά και με αυτό το νερό πότιζαν οι τσοπαναραίοι τα γίδια τους, που έβοσκαν στην πλαγιά γύρω από το ξωκλήσι.

 

Η στέρνα με το πέτρινο στόμιο στην Αγία Ρουσαλή Βρουστίου.

 

Πολλά χωριά της περιοχής χτισμένα σε άνυδρες τοποθεσίες, όπως τα Σταθέικα, η Στέρνα, το Αραχναίο κ.α., έφτιαχναν στέρνες για συλλογή του νερού της βροχής για τις ανάγκες τους. Το χωριό Στέρνα μάλιστα πήρε τ’ όνομά του από τις πολλές στέρνες που κατασκεύαζαν οι κάτοικοί του στις αυλές ή σε κοινοτικούς χώρους και συγκέντρωναν τα βρόχινα νερά το χειμώνα [27]. Η περιοχή ήταν άνυδρη μ’ ένα πηγάδι νερού για τις ανάγκες του χωριού, όπου οι κάτοικοι πήγαιναν από τη νύχτα με τα ζώα τους, για να πάρουν λίγο νερό που δεν επαρκούσε για όλους και θόλωνε από την υπερβολική άντληση. Οι Χελιώτες, για να αντιμετωπίσουν ην έλλειψη νερού, κατασκεύαζαν στα σπίτια τους δεξαμενές που το χειμώνα τις γέμιζαν με βρόχινο νερό. Όταν το βρόχινο νερό αυτό τελείωνε τους καλοκαιρινούς μήνες, έφερναν νερό με βυτιοφόρο αυτοκίνητα από τα πηγάδια του κάμπου και ξαναγέμιζαν τις δεξαμενές τους.

Το βρόχινο νερό είναι μαλακό με πολύ μικρές συγκεντρώσεις αλάτων και αυτό το κάνει άριστο στη μαγειρική, ειδικά τα όσπρια βράζουν πολύ ευκολότερα και γρηγορότερα, στο πλύσιμο των ρούχων, επειδή το σαπούνι διαλύεται ευκολότερα, δίνει στιλπνότητα και μετάξινη υφή στα μαλλιά, αλλά δεν είναι πόσιμο. Για να διατηρούν το νερό σε καλύτερη ποιότητα και για να γίνει πόσιμο, ασβέστωναν τις στέρνες μια φορά το χρόνο. Κρεμούσαν άσβεστο ασβέστη μέσα σε χοντρό πανί μέσα στο νερού και ο ασβέστης έλιωνε βράζοντας. Μετά έβγαζαν το πανί με τα υπολείμματα του ασβέστη, άφηναν το νερό να ηρεμήσει και να κατακάτσουν στον πυθμένα ό,τι στερεά υπήρχαν μέσα σ’ αυτό και μετά το νερό ήταν πόσιμο! Άλλοι έριχναν ασβέστη σε πάνινο κομπόδεμα κοντά στην επιφάνεια του νερού, ώστε να διαλύεται σίγα σιγά με την κίνηση των επιφανειακών υδάτων. Κάποιοι έριχναν χέλια μέσα στη στέρνα, για να τρώνε τα νερομάμουνα και να μην πιάνουν βρύα τα τοιχώματα της στέρνας, κάτι που κατάφερναν τα χέλια άθελά τους αναδεύοντας τα νερά με την κίνηση του σώματός τους. Επιπλέον τα χέλια ήταν και δείκτες καθαρότητας, αφού, αν υπήρχε το παραμικρό πρόβλημα με το νερό, αυτά πέθαιναν.

Σε ορεινές περιοχές έφτιαχναν στέρνες στα χωράφια, γιατί ήταν απαραίτητες για το πότισμα των κοπαδιών τους καλοκαιρινούς μήνες. Έσκαβαν στο χώμα σε βάθος 3-5 μέτρων και δημιουργούσαν μια αποθήκη νερού. Το μέγεθος κάθε στέρνας ήταν συνάρτηση του διαθέσιμου χώρου και η χωρητικότητα ξεκινούσε από 15-20 κυβικά νερού και έφτανε στα 50-60  κυβικά. Αυτού του είδους οι στέρνες έχουν συνήθως σχήμα αχλαδιού με στενό στόμιο και σταδιακά διευρυνόμενα τοιχώματα έως τον πυθμένα, δηλαδή ήταν πλατύτερες στη βάση και στένευαν στην κορυφή. Στις δεξαμενές αυτές μεγάλη σημασία είχε η θέση. Διάλεγαν εδάφη κατηφορικά, συγκέντρωναν το νερό της βροχής δημιουργώντας κάποια χαντάκια στο κτήμα και το οδηγούσαν μέσω ενός κεντρικού αγωγού στην υπόγεια δεξαμενή. Απαραίτητα στο κεντρικό χαντάκι τοποθετούσαν μικροφραγμούς στην διαδρομή, ώστε να ανακόπτεται η ταχύτητα κίνησης και να συγκρατούνται τα φερτά υλικά, αλλιώς το νερό θα ήταν βρώμικο πολύ και η δεξαμενή σταδιακά θα μπαζωνόταν.

Εσωτερικά οι στέρνες αυτές επενδύονταν με πλίθους ή πέτρες και έπειτα σοβατίζονταν με κάποιο επίχρισμα, ώστε να αποκτήσουν συμπαγή τοιχώματα. Παλιά χρησιμοποιούσαν πέτρα με συνδετικό υλικό τριμμένο κεραμίδι («κουρασάνι») ή ασβέστη και αργότερα τσιμεντοκονίαμα, για να στεγανοποιήσουν τα τοιχώματα, ενώ αργότερα όλες γίνονταν από τσιμέντο. Με αυτό τον τρόπο, η στέρνα αποκτούσε λεία και αδιαπέραστη υφή εσωτερικά. Στο στόμιο της στέρνας με διάμετρο συνήθως 60 ως 80 εκ. έβαζαν καπάκι, που προστάτευε το νερό από μόλυνση, εμπόδιζε την πτώση ανθρώπων ή ζώων, συνέβαλλε να διατηρείται το νερό κρύο και μείωνε τις απώλειες λόγω εξάτμισης. Επιπλέον σε στέρνες υπεδάφους το βρόχινο νερό καλό είναι να φυλάσσεται σε δροσερό και σκοτεινό μέρος.

Στον Αργολικό κάμπο μέχρι τη δεκαετία του 1960 έφτιαχναν στέρνες στις ταράτσες, στα υπόγεια ή στις αυλές των σπιτιών. Οι στέρνες στις αυλές ήταν υπόγειες, σκαμμένες στο έδαφος σε βάθος 3-4 μέτρα και σοβαντισμένες με τσιμεντοκονία γύρω – γύρω για στεγανοποίηση. Τις γέμιζαν από παρακείμενα πηγάδια και γεωτρήσεις με νερό που χρησιμοποιούσαν για τις ανάγκες του σπιτιού. Στις ταράτσες και τα υπόγεια έκαναν τετράγωνες αποθήκες νερού στεγανοποιημένες εσωτερικά με τσιμεντοκονία. Ήταν συνήθως κλειστές, για να μην εξατμίζεται το νερό το καλοκαίρι και να μη λερώνονται από τα πουλιά και τα φύλλα που έφερνε ο άνεμος. Οι περισσότερες χωρούσαν περίπου 25 κυβικά νερό, αφού και τα σπίτια τότε δεν κατανάλωναν περισσότερο νερό για τις καθημερινές ανάγκες. Για να τις γεμίσουν τοποθετούσαν υδρορροές στις ταράτσες και τις στέγες για να μαζεύουν το νερό της βροχής, που έπεφτε στη στέγη και μέσω της υδρορροής κατέληγε στη στέρνα. Πριν την είσοδό του ήταν απαραίτητο το πρώτο φιλτράρισμα στο σωλήνα καθόδου ή στο έδαφος, ενώ στην είσοδό της στέρνας τοποθετούσαν ένα φίλτρο (σίτα/πλέγμα),που συγκρατούσε φύλλα, πετραδάκια, σκουπίδια, λάσπη κ.ά. Σε κάθε περίπτωση ο νοικοκύρης επιθεωρούσε τουλάχιστον μία φορά το χρόνο τη στέρνα του, ενώ  κάθε 3-4 χρόνια την άδειαζε και την καθάριζε. Έμπαινε μέσα με σκάλα ή δεμένος με σχοινιά, έτριβε τα τοιχώματα με βούρτσες και μάζευε όλα τα φερτά υλικά από τον πυθμένα.

Κρυμμένοι θησαυροί είναι οι στέρνες, χτισμένες στα υπόγεια των σπιτιών, μισοθαμμένες στα χωράφια ή αθέατες από τον επισκέπτη στα άγονα βουνά. Κάθε πηγάδι επίσης αποτυπώνει πρακτικά τη λαϊκή σοφία και κουβαλά ασφαλώς τη δική του ιστορία. Η χρησιμοποίηση του νερού για τις ξηρές περιόδους του χρόνου ήταν ένα διαχρονικό όπλο στη μάχη για την επιβίωση μέχρι τη διάδοση των δικτύων ύδρευσης που έφεραν το πολύτιμο αγαθό του νερού σε κάθε σπίτι. Με τον ερχομό των γεωτρήσεων και την εμφάνιση του τρεχούμενο νερού στα σπίτια τη δεκαετία του 70 το νερό έπαψε να τρέχει γύρω από τις βρύσες. Οι ανάγκες του σύγχρονου ανθρώπου σε νερό δεν μπορούν πια να καλυφθούν από τα παραδοσιακά έργα υδροδότησης, όπως είναι οι στέρνες, οι βρύσες ή τα πηγάδια. Οι περισσότερες αποτελούν πια ελληνικό παρελθόν, όπως παρελθόν αποτελούν και τα ζωοκίνητα μαγγάνια ή οι αντλίες για την άντληση νερού. Οι επιστήμονες ωστόσο τονίζουν ότι στο πλαίσιο αναβάθμισης της ποιότητας ζωής και της προστασίας του περιβάλλοντος κάποιες παλιές πρακτικές συλλογής και τροφοδότησης με νερό θα μπορούσαν να επαναλειτουργήσουν και να συμβάλλουν στην εξοικονόμηση και την ορθολογική αξιοποίηση του νερού, που αλόγιστα σπαταλά ο σύγχρονος άνθρωπος. Έχει ειπωθεί άλλωστε ότι «οι μελλοντικοί πόλεμοι θα γίνονται για το νερό».

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Παραδοσιακές Κρήνες Πελοποννήσου, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1989.

[2] Στο Άργος  θα υφαίνεις έπειτα στον αργαλειό μιας ξένης, και από τη Μεσσηΐδα ή την Υπερεία θα κουβαλάς νερό χωρίς να θέλεις. [Ομήρου Ιλιάδα, Ζ 456-458]

[3] Αράδα κρήνες τέσσερις η μια στο πλάι της άλλης, κι αλλού η καθεμιά ξέχυνε το γάργαρο νερό της. [Ομήρου Οδύσσεια, ε 70-71]

[4] Μιχάλης Γ. Μερακλής, Ελληνική λαογραφία. Κοινωνική συγκρότηση, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 1984, σελ. 41-2.

[5] Ευαγγελίδης Βασίλειος, «Η αγορά των Πόλεων της Ελλάδας από τη Ρωμαϊκή κατάκτηση ως τον 3ο αι. μ.Χ.», διδακτορική διατριβή, εκδ. UNIVERSITY STUDIO PRESS 2010, σελ. 159 κ.ε.

[6] Μπανάκα Άννα, «Οι Μύθοι του νερού στην Αργολίδα», argolikivivliothiki.gr

[7] Αντωνακάτου Ντ., Ναύπλιο, 1988, σελ. 205.

[8] Το οθωμανικό τουρκικό αλφάβητο (οθωμανικά τουρκικά) είναι μια εκδοχή του περσοαραβικού αλφάβητου, που χρησιμοποιήθηκε στη γραφή των οθωμανικών τουρκικών μέχρι το 1928, όταν αντικαταστάθηκε από το λατινικό σύγχρονο τουρκικό αλφάβητο μετά την ορθογραφική μεταρρύθμιση του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ.

[9] Καραμούντζος Σπύρος, Λόγια Καρυάς, Αθήνα 2007, σελ.126-127.

[10] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Κρήνες, εκδ. Οδυσσέας Αθήνα 1989, σελ. 71 κ.ε.

[11] Μπαρδάκος Λευτέρης – Τότσικας Αλέξης, Κρήνες, εκδ. Οδυσσέας Αθήνα 1989, σελ. 77 κ.ε.

[12] Στράβων, Γεωγραφικά 8.6.

[13] Τσελεμπή Εβλιγιά, Οδοιπορικό στην Ελλάδα 1668-1671, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 2010.

[14] Κόκκινου Διονύσιου, Η ελληνική Επανάστασις, εκδ. Μέλισσα 1974, τόμος 2ος,σελ.572.

[15] «Η πόλις του Άργους υδρεύεται εκ φρεάτων και εκ της πηγής Ερασίνου του Κεφαλαρίου απεχούσης της πόλεως 5 χιλιόμετρα και διοχετευομένου του ύδατος δια κτιστού υδραγωγείου»Μηλιαράκης Αντώνης, Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας, εν Αθήναις 1888 σελ. 40.

[16] Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., Η Αργολική Πεδιάς, Αθήναι 1938, σελ. 140.

[17] Κουμαδωράκης Οδυσσέας, Στα Χνάρια του Χθες, εκδ. Εκ προοιμίου, Άργος 2010, σελ. 66.

[18] Τότσικας Αλέξης, Ασίνη – Μινώα – Τολό, Άργος 2017, σελ. 131.

[19] Κοτίτσας, Ιωάννης, Ιστορία Τολόν – Μινώα, εκδ.Φύλλα, Τρίπολη 2001, σελ.91.

[20] Μπιμπής Ι. Παναγιώτης, Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

[21] Αναγνωστόπουλος Ν. – Γάγαλης Γ., Η Αργολική Πεδιάς, Αθήναι 1938, σελ. 101-102.

[22] Κουμαδωράκης Οδυσσέας, Στα Χνάρια του Χθες, εκδ. Εκ προοιμίου, Άργος 2010, σελ. 66.

[23] ΤότσικαςΑλέξης, Ελληνική λαϊκή κληρονομιά, Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου, Εκδόσεις Αρμός, 2008, σελ. 146.

[24]«Μυκηνῶν δὲ ἐν τοῖς ἐρειπίοις κρήνη τέ ἐστι καλουμένη Περσεία [Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Κορινθιακά, ΙΙ, 16.6]

[25] Άλκηστις Παπαδημητρίου, Μυκήνες, έκδ. Κοινωφελές Ίδρυμα Ιωάννη Σ. Λάτση, 2015, σελ. 278.

[26]«Εν τω Παλαμηδίω και τη Ακροναυπλία γίνεται χρήσις ύδατος δεξαμενών τεχνητών ενετικών χρόνων, εν αις συλλέγεται το όμβριον ύδωρ». Μηλιαρακης Αντώνης, Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας, Αθήνα 1888, σελ. 73.

[27] Σεραφείμ Κώστας, Λαογραφικά της Αργολίδος, Αθήνα 1981, σελ. 360.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ζευγολάτης, Ζευγάς – Οι ζευγολάτες στην Αργολίδα


 

Στα χωριά, όπου ο πληθυσμός ήταν αγροτικός, κάθε νοικοκυριό είχε ένα ή δύο άλογα ή μουλάρια. Με τα ζώα αυτά όργωναν τα χωράφια τους κι έσπερναν. Ένα καλό άλογο ή ένα καλό μουλάρι μπορούσε να τραβήξει μόνο του το άροτρο και να οργώσει. Καμιά φορά συνεργάζονταν δύο αγροτόσπιτα, που διέθεταν από ένα άλογο ή ένα μουλάρι, και τα έκαναν ζευγάρι.

Στις πόλεις, όπως στο Άργος και στο Ναύπλιο, υπήρχαν πολλοί ιδιοκτήτες γης, που είχαν τα κτήματά τους στον κάμπο ή στις παρυφές των βουνών και που συνήθως δεν ήταν αγρότες. Αυτοί κατά κανόνα δεν εξέτρεφαν ζώα και καλούσαν τους ζευγολάτες να τους οργώσουν και να τους σπείρουν.

 

Όργωμα σε χωράφι μπροστά στη Σάντα Ρόζα στις 5 Μαΐου του 1955. Φωτογραφία από τον ιστότοπο «Γραφική παλιά Αλεξανδρούπολη».

 

Όργωμα το 1931. Beaverton, Oregon. Oregon Historical Photo Gallery.

 

Όργωμα το 1937. Εικόνα, Greene County Georgia.

 

Ο ζευγολάτης όργωνε το χωράφι και το άφηνε λίγες μέρες να το δει ο ήλιος. Στη συνέχεια το έσπερνε και το ξαναόργωνε την ίδια μέρα, για να σκεπαστεί ο σπόρος, να μην τον φάνε τα πουλιά. Τέλος, περνούσε το χωράφι με τη σβάρνα.

Ο επαγγελματίας ζευγολάτης έζευε τα άλογά του στο κάρο, όπου είχε ακουμπήσει το αλέτρι του κι όλα τα σύνεργά του, ντορβάδες και βρόμη να φάνε κάποια στιγμή τα ζώα, τον σπόρο που του έδινε ο ιδιοκτήτης του χωραφιού αποβραδίς, το δικό του σακουλάκι με τη δική του ξηρή τροφή (παξιμάδι, ελιές, τυρί, κρεμμύδι και κρασί) και ξεκινούσε νύχτα. Εργαζόταν όλη την ημέρα και επέστρεφε στο σπίτι του πάλι νύχτα.

Όπως θυμούνται οι πιο ηλικιωμένοι Αργείοι, στον κάμπο έζευαν δύο άλογα και στα ορεινά και ημιορεινά δύο μουλάρια. Γενικά, το μουλάρι θεωρούνταν πιο σκληρό και πιο ανθεκτικό ζώο. Σπάνια έζευαν δύο αγελάδες, ιδίως στις ορεινές περιοχές.

 

Ο μικρός ζευγάς, 1927-29. Έργο του διακεκριμένου Έλληνα ζωγράφου Έκτωρα Δούκα (Σμύρνη 1885 –Αθήνα 1969).

 

Ζευγολάτης, 1878. Έργο του Αμερικανού ζωγράφου Winslow Homer (1836 –1910).

 

Υπολογίζεται ότι ένα ζευγάρι ζώων έκανε 120 περίπου μεροκάματα το χρόνο, από τα οποία τα 70 ήτανε για αρόσεις και αρδεύσεις στα μαγκανοπήγαδα. Αυτές ήταν οι πιο σκληρές δουλειές. Οι κυριότερες από τις άλλες δουλειές ήταν η μεταφορά προϊόντων, το αλώνισμα, η μεταφορά των αλεσμάτων από και προς τον μύλο, η μετάβαση στην πόλη για ψώνια, τα φορτώματα με ξύλα και διάφορα άλλα. Υπολογίζεται, επίσης, ότι κάθε ζευγάρι όργωνε κατά μέσον όρο 140 στρέμματα γης το χρόνο. Σήμερα ο ζευγάς έχει εξαφανιστεί, αφού το όποιο όργωμα γίνεται πια με μηχανικά μέσα.

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Κανταρτζήδες στο Άργος


 

Οι κανταρτζήδες ή κανταριστές ήταν οι άνθρωποι που ζύγιζαν με το καντάρι οτιδήποτε, αλλά κυρίως αγροτικά προϊόντα: κοφίνια με πεπόνια ή ντομάτες, δέματα καπνού (τέγκια), τσουβάλια με δημητριακά και άλλα πολλά.

Ο κανταρτζής, φτωχός άνθρωπος με ελάχιστη ή καθόλου περιουσία, δούλευε όπου έβρισκε μεροκάματο, κι όταν τον καλούσαν οι δουλειές του ζυγίσματος, έπαιρνε το καντάρι του [είδος ζυγαριάς]  κι ένα μακρύ στρογγυλό ξύλο, τη μαναβέλα, κι έτρεχε στην πιάτσα.

Έβαζε τη μαναβέλα στον ώμο του και στον ώμο του παραγωγού ή του πελάτη, περνούσε τον κρίκο του κανταριού στη μαναβέλα, τέντωναν τα πόδια τους κι οι δύο, και το σακί με το σιτάρι – ας πούμε – που το είχανε αγκαλιάσει με τις αλυσίδες, σηκωνότανε στον αέρα. Τραβούσε ύστερα τα δράμια επάνω στον αριθμημένο βραχίονα μέχρι να ισορροπήσει κι ύστερα αναφωνούσαν: «Πενήντα οκάδες»!

 

Καντάρι. Φωτογραφία: Λαογραφική Συλλογή Νικολάου Απ. Μαρδάνη.

 

Ύστερα το επόμενο σακί κι ύστερα ο άλλος πελάτης. Και μαζεύονταν κάμποσοι κανταρτζήδες στη μικρή πλατεία, όπου γινόταν η αγοραπωλησία των σιτηρών, γι’ αυτό και η πλατεία αυτή ονομάστηκε Σιταροπάζαρο, στην οδό Κορίνθου στο Άργος. Πρόκειται για την πλατεία Δερβενακίων, όπως μετονομάστηκε αργότερα, αλλά οι Αργείοι προτιμούν την παλιά ονομασία, όπως την επέβαλε ο λαός και τη λένε Σταροπάζαρο ή Σιταροπάζαρο και κάποτε πλατεία Δερβενακίων.

Εκεί, λοιπόν, από πολύ παλιά, από τη δεκαετία 1930 κι ακόμη παλιότερα ίσως, έφταναν οι αγρότες με τα άλογά τους φορτωμένα με σιτάρι ή με τις άμαξές τους, για να πουλήσουν το σιτάρι που θα τους περίσσευε μετά τα αλωνίσματα. Γιατί πολλοί δεν είχαν σιτάρι ή ήταν η παραγωγή τους μικρή κι έπρεπε να εξασφαλίσουν ψωμί για την οικογένειά τους. Και δεν ήταν Αργείοι μόνο οι αγοραστές αλλά και πολλοί από τα γύρω χωριά, οι οποίοι προτιμούσαν να αγοράζουν σιτάρι από τον παραγωγό και όχι από τον έμπορο ή τον μυλωνά.

Τέτοιες μέρες η μικρή πλατεία στην οδό Κορίνθου ζωήρευε. Γινότανε χαμός με τα γαϊδορομούλαρα, τις άμαξες, τα τραχτέρια αργότερα, με τα στάρια και τις φωνές του κόσμου και προπαντός με τις φωνές και τους καβγάδες των κανταρτζήδων, που συναγωνίζονταν ποιος θα ζυγίσει περισσότερα, φυσικά με το αζημίωτο.

 

Πηγή


Read Full Post »

Καντάρι


 

Καντάρι

Όργανο που χρησιμοποιείται για το ζύγισμα αντικειμένων και προϊόντων μεσαίου βάρους (10 – 100 οκάδες).

Είναι μεταλλικό και αποτελείται από τετράγωνη βέργα μήκους 80 περίπου εκατοστών, πάνω στην οποία είναι χαραγμένες γραμμές, που δείχνουν το βάρος από 10 ως 100 οκάδες με αριθμούς τις δεκάδες και με γραμμές τις μονάδες.

Στη μια πλευρά της βέργας προσαρμόζεται ένας γάντζος, με τον οποίο κρεμάμε το καντάρι σ’ ένα σταθερό δοκάρι ή σ’ ένα ξύλινο ζυγό, που σηκώνουν στις πλάτες τους δύο άνθρωποι, ο ένας απέναντι στον άλλο. Κάτω ακριβώς από το γάντζο αυτό κρέμονται με αλυσίδες δύο άλλοι γάντζοι, στους οποίους δένουμε ή κρεμάμε το βάρος που θέλουμε να ζυγίσουμε, π.χ. ένα τσουβάλι σπόρους.

 

Καντάρι

 

Στο ένα άκρο της βέργας, κοντά στο σημείο όπου προσαρμόζονται οι γάντζοι, υπάρχει ένα αντίβαρο και η υπόλοιπη βέργα μπορεί να κινείται ελεύθερα κατά μήκος. Όταν ισορροπεί η βέργα, δείχνει με μια ακίδα που έχει στη μια πλευρά του το βάρος του αντικειμένου που ζυγίζουμε.

 

Καντάρι. Φωτογραφία: Λαογραφική Συλλογή Νικολάου Απ. Μαρδάνη.

 

Η διαδικασία του ζυγίσματος με το καντάρι είναι απλή. Κρεμάμε το καντάρι σ’ ένα σταθερό δοκάρι ή σ’ ένα ζυγό, το κανταρόξυλο, που σηκώνουν στην πλάτη τους δυο άνθρωποι Δένουμε κατόπιν στους γάντζους του κανταριού το βάρος που θέλουμε να ζυγίσουμε και το σηκώνουμε τόσο, ώστε να μην ακουμπάει στο έδαφος. Μετακινούμε τη βέργα του κανταριού μέχρι να ισορροπήσει απολύτως. Η ένδειξη που γράφει η βέργα στο σημείο, όπου σταματάει, είναι το βάρος του αντικειμένου που ζυγίζουμε.

Η χρησιμότητα του κανταριού ήταν μεγάλη, γιατί αποτελούσε ένα απλό και πρακτικό μέσο ζυγίσματος, το οποίο μπορούσε εύκολα να μεταφέρεται σε οποιοδήποτε χώρο του σπιτιού, στην αγορά και στους τόπους παραγωγής, στο χωράφι, το αλώνι, τη στάνη κ.α. Γι’ αυτό και αποτελούσε απαραίτητο εργαλείο κάθε παραδοσιακού νοικοκυριού.

 

Πηγή


  • Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά – Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Ελληνική λαϊκή παράδοση


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα νοσταλγικό  άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με τίτλο: «Ελληνική λαϊκή παράδοση».

 

Μια φορά κι ένα καιρό ο κόσμος ήταν μικρός. Άπλωνες το μάτι σου ίσαμε πέρα. Όσον τόπο έπιανες, τόσος ήταν ο κόσμος. Σαράντα  χιλιόμετρα με τη νταλίκα, μιας μέρας δρόμο, το λέγανε ταξίδι. Εκατό – διακόσια χιλιόμετρα, έφευγαν σε τόπο ξένο, μακρινό. Έμπαινες σε καΐκι που άνοιγε τα πανιά του στη θάλασσα; Τότε πια ήταν ξενιτιά, αποδημία. Οι νοικοκυραίοι μέναν στον τόπο που γεννήθηκαν κι είχαν ξεχωριστό κομμάτι γης, για να τους θάψουν σαν θάρχονταν κάποτε η σειρά τους. Μικρός ο κόσμος, λίγοι οι άνθρωποι, λίγα τα νιτερέσια. Κατέβαινε ο κάθε νοικοκύρης στην πιάτσα, μίλαγε με τους συντοπίτες, τον ήξεραν, τους χαιρετούσε, τον καλημέριζαν.  – Καλημέρα, η ώρα η καλή.

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Εκείνη την εποχή οι άνθρωποι δε βιάζονταν, δεν έτρεχαν. Τίποτα βίαιο δε σημάδευε τη μέρα  τους. Η ζωή αργοκυλούσε πάντα η ίδια. Ξέραν πότε θα φρεσκάρει το μελτέμι, περίμεναν τη βροχή, ξεχώριζαν τη θολούρα που φέρνει το χιόνι, προετοιμάζονταν. Έσπερναν, θέριζαν, έσκαβαν, πότιζαν, πάντα τα ίδια πράματα, στα ίδια χωράφια, κάτω από τον ίδιο ήλιο, κοντά στα ίδια δένδρα, που είχαν κληρονομήσει απ’ τους γονιούς τους.

Άμα σε κουβέντιαζε άνθρωπος, έπρεπε να τον κοιτάζεις στα μάτια, αν δεν ήθελες να το πάρει για προσβολή και περιφρόνηση. Να φουμάρει νέος μπροστά σε ηλικιωμένο, δε γινόταν. Κι όταν κάθονταν οι γέροι, οι νέοι στέκονταν, κι ας είχε καρέκλες αδειανές. Τη σειρά που είχαν μάθει από τους γονιούς τους, την κρατούσαν όταν έκαναν δικό τους σπιτικό και την παράδιναν κληρονομιά στα παιδιά τους.

Όταν σόδιαζαν, οι νοικοκυρές βοηθούσαν η μια την άλλη να  πήξουν τον τραχανά, να τον πλάσουν στο σοφρά, πάνω στο χασεδένιο τραπεζομάντιλο πλυμένο στο λουλάκι, να τον κάνουν χάχλες. Έστριβαν το κριθαράκι, έκοβαν τις χυλοπίτες. Στίβαζαν τα κούτσουρα για το τζάκι, την πυρήνα για το μαγκάλι, τα κάρβουνα και το δαδί για τη φωτιά. Μέσα στο μεγάλο πιθάρι με το λάδι έβαζαν τα κεφαλάκια το τυρί για το χειμώνα. Στο κατώι κρέμονταν αρμαθιές τα κρεμμύδια και τα σκόρδα. Κάτω απ’ τον καναπέ στην τραπεζαρία αποθήκευαν τα «χειμωνιάτικα», τα πράσινα  καρπούζια και τα κίτρινα πεπόνια. Στο νταβάνι κρέμονταν σειρές τα κόκκινα ρόδια, και τα κυδώνια. Στους μπακιρένιους τεντζερέδες, που έλαμπαν σαν καθρέφτες πάνω στα ράφια, είχαν πατημένα τα ξερά σύκα. Σκέτα για τα παιδιά, ζεματιστά ψιλόφλουδα για τους μεγάλους, γεμιστά με καρύδι, σουσάμι και κανέλα για τους ξένους.

Άμα χτυπούσε την πόρτα τους ο χειμώνας, ήταν έτοιμοι να τον καλοδεχτούν. Άμα χτυπούσε ζητιάνος, δεν έπρεπε να τον αφήσουν να φύγει μ’ αδειανά τα χέρια. Έστρωναν το τραπέζι στα σπιτικά τους με την καμπάνα της εκκλησίας το μεσημέρι, κάθονταν όλοι μαζί, έκαναν το σταυρό τους. Έπιανε ο νοικοκύρης το ζυμωτό σπιτίσιο καρβέλι, το σταύρωνε τρεις φορές με το μαχαίρι, έκοβε, κρατούσε ο ίδιος τη γωνιά τη  ροδοψημένη και μοίραζε στους άλλους τις πλατιές φέτες. Έτρωγαν αργά, χωρίς πολλές κουβέντες και χάχανα και, άμα τελείωναν, έκαναν πάλι το σταυρό τους. Οι μικροί περίμεναν να σηκωθεί πρώτα ο πατέρας και δεν παρατούσαν το τραπέζι, αν δε δίπλωνα την πετσέτα, που είχαν δέσει στο λαιμό τους.

Οι σκόλες τους ήταν μετρημένες, οι διασκεδάσεις τους το ίδιο, πότε σε βαφτίσια, πότε σε γάμο. Τα λιγοστά τους μαγέρικα ζούσαν απ’ τους μετρημένους εργένηδες και τους ταξιδιώτες. Στους καφενέδες σύχναζαν τα τζόβενα. Οι σοβαροί άνθρωποι ήξεραν μια-μια τις πέτρες που διάβαιναν απ’ το σπίτι στο μαγαζί και απ’ το μαγαζί στο σπίτι. Είχαν το στασίδι τους στην εκκλησιά. Μάθαιναν τα τραγούδια απ’ τους μεγάλους, όταν ήταν μικροί, και τα παράδιναν στα παιδιά τους. Είχαν εκείνο τον καιρό οι άνθρωποι επιθυμίες ελάχιστες, βλέψεις λιγότερες, αγωνίες σχεδόν καθόλου.

Το μόνο ξαφνικό που ερχόταν στη ζωή τους ήταν η αρρώστια και ο θάνατος. Τα φοβόντουσαν, γιατί δε μπορούσαν, δεν ήξεραν να τα προλάβουν. Κι όταν ερχόταν ο θάνατος τους έβρισκε έτοιμους, προετοιμασμένους. Νήστευαν και στη μικρή και στη μεγάλη Σαρακοστή, μεταλάβαιναν τα Χριστούγεννα και το Μεγάλο Σάββατο, μην τους βρει το ξαφνικό και δε τους προλάβει ο παπάς. Το είχαν για μεγάλη αμαρτία. Η ζωή έσερνε τα πόδια της αργά και οι πατημασιές της φαίνονταν χρόνια και τις έδειχναν από γενιά σε γενιά. Η πατατούκα  με την  εγγλέζικη τσόχα και την άσπρη αρνίσια προβιά από μέσα για φόδρα, έπεφτε κληρονομιά από πατέρα σε γιο. Και στις λάμπες του πετρελαίου μόνο το φυτίλι άλλαζαν και σπάνια το γυαλί, σαν παραπλήθαιναν τα τσιγαρόχαρτα, που κολλούσαν στη φούσκα του, για να συγκρατούν τα πολλά ραγίσματα.

Μακάριοι άνθρωποι, μακάρια χρόνια. Είχαν  χοντρά μουστάκια οι άνδρες. Πάνω στα δικά τους έπαιρναν όρκο, τα ξένα τα φτύναν  και τα βλαστημούσαν. Οι αγρότες ξεκινούσαν για τη δουλειά με την ανατολή και γύριζαν με τη δύση του ήλιου. Μόνο τ’ αγιολόι έβαζε ορόσημα στο χρόνο. Με δυο γιορτές, του αγίου Δημητρίου και του αγίου Γεωργίου, υποδιαιρούν το έτος σε χειμώνα και καλοκαίρι. Με γιορτές πάλι- «του αγίου Αντωνίου», «ανήμερα της Υπαπαντής», «ξημερώνοντας τ’ αϊ- Χαραλάμπους» – συνδέουν την ανάμνηση του καλού ή του κακού που τους έτυχε.

Η φύση είναι το περιβάλλον των ανθρώπων εκείνου του καιρού. Οι παλιοί άνθρωποι δεν είναι φυσιολάτρες. Είναι ένα μέρος από τη φύση. Στη μικρή κοινότητα η επικοινωνία με τον έξω κόσμο είναι περιορισμένη και η μάθηση φτωχή. Ο κόσμος όμως της φαντασίας είναι πλούσιος. Οι άνθρωποι είναι πολύ καλοί ή πολύ κακοί, σαραντάπηχοι ή τοσοδούληδες. Παράξενα πλάσματα φωλιάζουν στις σκοτεινές γωνιές του σπιτιού, στο στάβλο, στον αχυρώνα. Οι άνθρωποι εκείνου του καιρού έχουν απαντήσεις σε όλες τις απορίες τους. Ερμηνεύουν τον κόσμο με παραμύθια, γιατρεύουν τις αρρώστιες με μαγικά. Κι αν κάτι δεν καταλάβουν, πάντα υπάρχει στο χωριό μια γριά σοφή, που θυμάται τα παλιά, εξηγεί τα τωρινά και προμαντεύει το μέλλον.

Οι παλιοί νοικοκυραίοι ήταν ευχαριστημένοι από τον κόσμο που γνώριζαν. Συγκρατούσαν λίγα πράματα από το παρελθόν με τις διηγήσεις που άκουγαν, όπως συγκρατούν τα παιδιά τα παραμύθια. Άκουγαν απ’ τους διαβασμένους  ιστορίες  για το γένος, για ένα κομμάτι πατρίδα που λεφτερώθηκε το 21 κι ύστερα περπάτησαν τα χρόνια, έγιναν πόλεμοι μεγάλοι και μικροί, γέμισε ο κόσμος φωτιές, χαλάσματα, σκοτωμένους, πήγε κάμποσο πίσω ο Τούρκος, λεφτερώθηκαν οι  σκλάβοι, μεγάλωσε η πατρίδα, άλλαξε η ζωή.

Μετά ο κόσμος πλήθυνε, δε γνωρίζονταν πιά  όλοι μεταξύ τους, χάθηκαν οι νταλίκες και πήραν τη θέση τους τα αυτοκίνητα. Οι αποστάσεις μίκραιναν. Οι άνθρωποι όχι μόνο  έτρεχαν, μα βρήκαν τον τρόπο να μιλούν από πολύ μακριά ο ένας στον άλλο, χωρίς να κοιτάζονται στα μάτια. Οι πολλοί άρχισαν να ψαλιδίζουν τα μουστάκια τους, άλλαξαν ρούχα, φόρεσαν φράγκικα, μείναν λιγοστά τα σαλβάρια και οι τσόχινες βράκες.  Μέρα με την ημέρα όλα άλλαζαν. Κάθε φορά ο κόσμος έβγαινε όλο και πιο πολύ από συνήθειες αποχτημένες, από παραδόσεις που τις κρατούσαν τόσες γενιές.  Τον παλιό τον κόσμο τον περνούσε με μεγάλα βήματα ο καινούργιος,  βιαστικός και ασυγκίνητος και τον έσερνε στην περιοχή των αναμνήσεων.

Όμως αυτόν τον κόσμο, που δεν πρόλαβαν οι νέοι, τον παρατηρούμε στις εκδηλώσεις του λαού, τον διακρίνουμε στην παραδοσιακή μας αρχιτεκτονική. Παλιά σπίτια, κάστρα, γεφύρια, εκκλησίες, καλντερίμια, μύλοι, περιστερώνες, ξωκλήσια, προσκυνητάρια και άλλες κατασκευές δείχνουν την ευαισθησία και την ποιητική φαντασία του παλιού δημιουργού-τεχνίτη.

Τα παραδοσιακά αυτά στοιχεία, που συνθέτουν την εθνική πολιτιστική μας ταυτότητα, ανέλαβε να συγκεντρώσει και να συστηματοποιήσει η επιστήμη της Λαογραφίας. Αντικείμενο της Λαογραφίας είναι ο λαός. Αλλά ποιος λαός; Αυτός  που έχει διατηρήσει την  παράδοση, έχει υποστεί δηλαδή τις λιγότερες ξενικές επιδράσεις, ο λαός της υπαίθρου, που διατηρεί γνήσια στοιχεία της εθνικής ταυτότητας.

Τι είναι όμως η παράδοση;

Κάθε γενιά ανθρώπων αισθάνεται τον κόσμο με το δικό της τρόπο, προσπαθεί να τον γνωρίσει, στοχάζεται, επινοεί και πράττει. Τη γνώση και τα έργα της τα παραδίδει στην επόμενη. Εκείνη, με τη σειρά της, πάνω στη συγκομιδή που κληρονόμησε, προσθέτει τη δική της. Όλος αυτός ο πλούτος είναι η παράδοση.

Οι γνώσεις, οι σκέψεις, τα αισθήματα και τα έργα των ανθρώπων συχνά παραδίδονται με την υπογραφή και με τη σφραγίδα μιας προσωπικότητας. Γνωστοί καλλιτέχνες, φιλόσοφοι, προφήτες και ποιητές ανήκουν σ’ αυτό το είδος της παράδοσης, που λέγεται λόγια παράδοση.

Άλλο πράγμα είναι η λαϊκή παράδοση. Και σ’ αυτήν υπάρχει ο δημιουργός, που πρώτος εμπνέεται το έργο, αλλά αυτός ταυτίζεται με την κοινωνία. Στο έργο του δεν εκφράζει προσωπικές εμπειρίες, αλλά τη γενική αντίληψή του για τον κόσμο ή την κοινωνική ομάδα, όπου ανήκει. Δεν επινοεί νέα θέματα, δεν έχει προσωπικό ύφος, δεν επιδιώκει την πρωτοτυπία, χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν παραλλαγές σε κοινά θέματα.

Το έργο του λαϊκού πολιτισμού είναι ομαδικό, εκφράζει κοινές αντιλήψεις και περνάει στη χρήση των πολλών, που το προσαρμόζουν στο κοινό αίσθημα. Στο λαϊκό πολιτισμό, η ποίηση, οι τέχνες, η σοφία δεν είναι προνόμιο λίγων, αλλά κατόρθωμα και κτήμα όλων.

Η νεοελληνική λαϊκή παράδοση έχει τις ρίζες της στα αρχαία  χρόνια. Τα έθιμα, τα διακοσμητικά μοτίβα, τα ποιητικά θέματα, οι μύθοι, περνώντας από γενιά σε γενιά και αλλάζοντας αδιάκοπα, ζουν μέχρι σήμερα, καθορίζουν τους Έλληνες και συνδέουν τους τωρινούς με τους παλαιότερους και τους αρχαίους. Ο χωρισμός, η άτυχη αγάπη, ο αταίριαστος γάμος, ο θάνατος, τα οικογενειακά δράματα δεν έλειψαν ποτέ από τη ζωή των ανθρώπων. Μόνο που ο κόσμος ο παλιός ξέρει πως όλα αυτά είναι μέσα στ’ ανθρώπινα. Τα δέχεται και τα αντέχει. Η πίστη στις αξίες – τιμή, ευσέβεια, ανδρεία – και στις ίδιες μυθικές δοξασίες ενώνει  τους ανθρώπους μέσα στην οικογένεια και στην κοινότητα. Η καθημερινή συναναστροφή δημιουργεί οικειότητα.  Οι άνθρωποι αισθάνονται μαζί στις καλές και στις δύσκολες ώρες, κι ενάντιοι στον εχθρό. Ζουν και πεθαίνουν στον τόπο που γεννήθηκαν, εκτός αν ο γάμος, η φτώχια ή τα εμπορικά ταξίδια τους στείλουν στην ξενιτιά. Αλλά κι εκεί ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Κόσμος είναι ο τόπος του, η νοσταλγία εμπνέει  τα τραγούδια του. Τα μηνύματα πάνε κι έρχονται με τα πουλιά, με τον αέρα, με τον ήλιο, με το φεγγάρι, με τους διαβάτες.

Άργος, σε πρώτο πλάνο Γεωργοί στις καθημερινές ασχολίες τους, στο βάθος το
φρούριο Λάρισα του Άργους και κάτω η Ιερά Μονή Παναγίας της Κατακεκρυμμένης ή Πορτοκαλούσας. Φωτογραφία του Ελβετού Φρεντερίκ Μπουασονά (Frederic Boissonnas), περίπου το 1903.

Ο κόσμος που περιγράψαμε δεν υπάρχει πια. Ποιο σημερινό ελληνόπουλο κάτω των 30 γνωρίζει το αγκωνάρι και την αστράχα του σπιτιού ή το σοφρά, το σαγάνι, την τάβλα, το τσανάκι και τη μάσια; Ποιο νέο κορίτσι ξέρει τι ήταν το μπαούλο με το γιούκο της γιαγιάς και πώς ήταν ντυμένη με τη μπελαρίνα, το γιουρντί κα το τσεμπέρι της;  Ποιο παιδί γνωρίζει τι χρησίμευε το καντάρι, το τραβηχτό, ο ντορβάς και η σβάρνα, τι ήταν το τουλούμι, το τεζάχι, το τροκάνι, το ταγάρι, το κακάβι, η καρδάρα, το καλαπόδι, πώς ήταν το χειρόβολο και το ντουγένι, τι έκαναν στο αλώνι, τι μετέφεραν με τη νάκα; Πόσες απ’ αυτές τις λέξεις θεωρούν ελληνικές και ποιες νομίζουν ξένες;

Όλα αυτά βρίσκονται τώρα στα βιβλία ή στα μουσεία, τα φυλάμε για κειμήλια ή στολίζουμε μ’ αυτά τα σπίτια μας. Οι λαϊκοί χοροί και τα τραγούδια διδάσκονται στα σχολεία. Ελάχιστα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού απομένουν ζωντανά, σε περιοχές απομονωμένες κι έχουν τη σημασία μουσειακού υλικού, που πρέπει να περισυλλεγεί σαν από μια πηγή που στερεύει.

Το γεγονός, βέβαια, ότι ένα αντικείμενο μπαίνει στο μουσείο δηλώνει ότι έπαψε να έχει ζωντανή παρουσία. Ωστόσο συχνά τα μουσειακά αντικείμενα ξαναβγαίνουν στη ζωή και διεκδικούν μια νέα λειτουργική αναγνώριση. Πρόκειται για τα φαινόμενα της «επιβίωσης» και της «αναβίωσης», δυο όροι που τους χρησιμοποίησε ο Δημήτρης Γληνός και για τους αρχαίους Έλληνες.

Επιβίωση είναι το αυτόματο πέρασμα του χτες στο σήμερα, η άμεση μετάγγιση μορφών ζωής από ψυχή σε ψυχή, από στόμα σε στόμα, από πατέρα σε παιδί, από γενιά σε γενιά. Είναι το αυτοσχέδιο τραγούδι στη διονυσιακή γιορτή της αρχαιότητας και στο σημερινό πανηγύρι, το αυθόρμητο μοιρολόι της πονεμένης μάνας του 1821, του 1950, αλλά και του 2000. Είναι το παραδοσιακό φαγητό της γιαγιάς, που το ανακαλύπτει η εγγονή και το βρίσκει «πολύ ενδιαφέρον», το σπίτι του παππού στο χωριό, που πρέπει να μην το αλλάξουμε καθόλου, η χειροποίητη ψάθινη καρέκλα, το παλιό κόσμημα που το βρίσκουμε πολύ της μόδας και κάθε μορφή σύγχρονου φολκλορισμού, που περιλαμβάνει βέβαια και τη ζήτηση παραδοσιακών αντικειμένων χειροτεχνίας. Μια τάση αυθόρμητη, που τη διακρίνουμε σε κάθε εποχή.

Αναβίωση είναι το συνειδητό ξαναζωντάνεμα του παλιού. Στρέφεται σε στοιχεία που ο καιρός τα ξεμάκρυνε από την ιστορική μνήμη και  παρουσιάζεται σαν ανάγκη που εξυπηρετεί τα συμφέροντα κάποιων κοινωνικών ομάδων. Έχει όμως κάθε φορά και ένα ομαδικό ή μαζικό αντίκρισμα. Παράδειγμα αναβίωσης είναι η μαζική και βιομηχανική αναπαραγωγή παλαιών αντικειμένων, που ανταποκρίνεται στη ζωηρή ζήτηση ντόπιων και ξένων αστικών κύκλων (νεόπλουτων και τουριστών): Χωριάτικο τζάκι μέσα στο σπίτι μας, δυο παλιά κιούπια στην αυλή μας, το σεντούκι της γιαγιάς για διακοσμητικό, κουρτίνες κεντητές με το βελονάκι, παραδοσιακά πήλινα βάζα και ένα αντίγραφο κολοκοτρωναίικης κουμπούρας κρεμασμένη στον τοίχο αποτελούν απαραίτητα στοιχεία πολλών νοικοκυριών σήμερα, που τα διατηρούν για να μη χάσουν την επαφή με το παρελθόν, τις ρίζες, την ιστορία τους.

Το φαινόμενο της αναβίωσης, όμως, παρατηρείται και συστηματικά σε διάφορους τομείς του πολιτισμού μας κάθε εποχή, όπως και στις μέρες μας:

Έτσι οι οργανοπαίχτες στα μέσα της δεκαετίας του 60 άρχισαν να αντικαθιστούν τα παλαιά λαϊκά όργανα με νέα δυτικά και βιομηχανικά. Όσοι έπαιζαν  λαούτο το γύρισαν στην κιθάρα, τη λαουτοκιθάρα, που την κούρδιζαν σαν λαούτο. Άλλοι αντικατέστησαν το ούτι ή το μαντολίνο με το μπουζούκι, το ντέφι ή το νταούλι με τη τζαζ, και οι ζουρνατζήδες άλλαξαν το ζουρνά με το κλαρίνο, που έχει πιο μεγάλες μουσικές δυνατότητες. Με τέτοιους συνδυασμούς εκτελούσαν ευρωπαϊκούς χορούς, αλλά και σύγχρονα ελαφρά τραγούδια, ενώ, αν χρειαζόταν, το γύριζαν στα δημοτικά τραγούδια και τους λαϊκούς χορούς.

Οι παραδοσιακοί χοροί με τη σειρά τους αναβιώνουν τα τελευταία χρόνια στο κλίμα του φολκλορισμού. Κάθε χωριό οργανώνει, ιδίως μετά το 1974, εκδηλώσεις, όπου κυρίαρχη θέση κατέχουν οι τοπικοί παραδοσιακοί χοροί. Η έκταση μάλιστα του φαινομένου έθεσε και θέμα αυθεντικότητας, κατά πόσο δηλαδή οι χοροί αυτοί εκτελούνται με τρόπο που δηλώνει σεβασμό και γνώση της γνήσιας παράδοσης. Ο χορός, βέβαια, δεν είναι αντικείμενο, ένα δραπάνι ή ένα κύπελλο, που περνάει από γενιά σε γενιά κι από χέρι σε χέρι, χωρίς ν’ αλλάξει μορφή και χρήση. Ο χορός είναι κάτι που γίνεται, εξελίσσεται και αλλάζει ταυτισμένος κάθε φορά με το σώμα κάθε ανθρώπου, τις απαιτήσεις της εποχής, την ιδιοσυγκρασία της στιγμής. Γι’ αυτό και αναγνωρίζουμε πολλές παραλλαγές και αμέτρητο πλήθος χορευτικών σχημάτων.

Ο παραδοσιακός χορός προκάλεσε και την επανεμφάνιση της παραδοσιακής ενδυμασίας.  Οι εκατοντάδες χορευτικές ομάδες και συγκροτήματα έπρεπε ασφαλώς να ντυθούν ανάλογα. Έτσι λοιπόν η παραγωγή παραδοσιακών ενδυμασιών εξελίχτηκε τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους πιο ανθηρούς κλάδους της βιομηχανίας λαϊκής τέχνης. Στην αγορά μάλιστα βγαίνουν κατά καιρούς και εξαρτήματα ή μοτίβα παρμένα ή εμπνευσμένα από την παράδοση. Σύγχρονοι έλληνες «μοντελίστ» έγιναν μεσάζοντες, που μετέφεραν την ελληνική ενδυματολογική παράδοση στους ξένους μόδιστρους και σε οίκους μόδας.

Από τα μικρότερα εξαρτήματα ιδιαίτερη ζήτηση είχαν τα μαντίλια, οι τσεβρέδες, κοσμήματα από ασήμι και χρυσάφι, αλυσίδες διακοσμητικές, ζώνες αργυροποίκιλτες, δαχτυλίδια με χρωματιστές πέτρες, αλλά και το νεοελληνικό πλεκτό, για το οποίο ένα γυναικείο περιοδικό έγραψε πρόσφατα με ενθουσιασμό: «Το πλεκτό μας ντύνει την Ευρώπη»!

Αν το ασήμι και το χρυσάφι υπηρέτησαν την πολυτέλεια, το σίδερο, το ατσάλι, ο χαλκός, ο μπρούτζος, ο τσίγκος και το καλάι κάλυψαν αμέτρητες πρακτικές ανάγκες. Ο τενεκές (λευκοσίδηρος) χρησιμοποιήθηκε πλατιά κατά το 19ο αιώνα. Από τα χρόνια της τουρκοκρατίας και μέχρι πριν μερικές δεκαετίες σε κάθε χωριό υπήρχε και κάποιο μεταλλοτεχνικό εργαστήρι, αν όχι για κατασκευή, τουλάχιστον για συντήρηση και επισκευή σκευών και εργαλείων.

Παραγωγοί όλων αυτών των αντικειμένων ήταν οι σιδεράδες, οι κοινωνικά υποβαθμισμένοι «γύφτοι». Από τα χέρια και το καμίνι τους έβγαιναν εργαλεία και σκεύη (υνία, καζάνια, φτυάρια, μαχαίρια, δοχεία, στεφάνια σιδερένια), εξαρτήματα οικοδομών (σιδεριές για παράθυρα, κλειδαριές, μάγγανα, ρόπτρα) και πολλά άλλα. Χρειάστηκε να φτάσουμε στη φολκλοριστική αφύπνιση ή μόδα των ημερών μας, για να προσέξουμε την τεχνική ευαισθησία αυτών των ανθρώπων και τα έργα τους. Σήμερα τα «κεντημένα σίδερα» των αστικών μπαλκονιών αποτελούν έναν από τους πιο φιλόδοξους στόχους των συλλεκτών και ολοένα συχνότερα αναπαράγονται βιομηχανικά, για να κοσμήσουν σπίτια ευκατάστατων αστών και να αποκαταστήσουν έτσι το πνευματικό κύρος των φτωχών σιδεράδων, των χαλκιάδων.

Δίπλα στις κατασκευές αυτές εξίσου σημαντικά είναι και τα ξύλινα σκεύη και εργαλεία (κανάτια, σκάφες, πινακωτές, ξυλόφτιαρα, ξυλάλετρα, αγκλίτσες, ξυλοβάρελα κ.α.), αλλά και έπιπλα, που το 18ο και 19ο αιώνα αναπαράγονται με απόλυτο σεβασμό στην παράδοση. Σήμερα υπάρχουν αξιόλογοι ξυλογλύπτες, που δουλεύουν με ευαισθησία τόσο το κοσμικό έπιπλο (τραπέζια, καναπέδες, καρέκλες), όσο και το εκκλησιαστικό (τέμπλα, προσκυνητάρια, στασίδια κ.α.).

Η λαϊκή κεραμική, τέλος, με τη μακραίωνη ελληνική παράδοσή της επιβίωσε ως τις μέρες μας και δημιούργησε μια σύγχρονη σχολή κεραμιστών, που, με αφετηρία  τη λαϊκή παράδοση, αναπαράγουν ποικιλία αντικειμένων με αισθητική λειτουργία, αλλά και χρηστικά, παλεύοντας ν’ αντιμετωπίσουν το πανταχού παρόν πλαστικό.

Ο 20ος αιώνας όμως έφερε ριζικές ανακατατάξεις στον τομέα της παράδοσης. Απογύμνωσε τις δημιουργίες από τη γοητεία του μύθου, αφαίρεσε το ποιητικό στοιχείο, αλλοίωσε τη γνησιότητα, άφησε τις δυτικές επιδράσεις να εισχωρήσουν στη διάθεση του λαϊκού τεχνίτη. Υπάρχουν και σήμερα, βέβαια, ξυλογλύπτες, ζωγράφοι, κεραμιστές, αγγειοπλάστες, κεντήστρες και υφάντρες, που αγωνίζονται να κρατήσουν (και να κρατηθούν από) την παράδοση, να πλάσουν πάνω στον πηλό, το μουσαμά ή το ξύλο, το μεράκι της καρδιάς, τα όνειρα της φαντασίας τους.

Η πραγματικότητα όμως τους επηρεάζει, το παλιό μεράκι χάθηκε, η τέχνη βιομηχανοποιήθηκε και υπηρετεί τη λογική του κέρδους. Οι φολκλορικές εκδηλώσεις συχνά οργανώνονται για την τέρψη του τουριστών και την άγρα συναλλάγματος. Στα καταστήματα Greek art βρίσκουμε παραδοσιακά αντικείμενα και είδη λαϊκής τέχνης φτιαγμένα στο Χογκ- Κογκ ή στην Ταϊβάν. Φαινόμενο αστείο και συνάμα προσβλητικό. Πολλές φορές η λαϊκή τέχνη γίνεται μόδα και περνάει στη ζωή μας ως γραφικό και αξιοπερίεργο. Ό,τι γίνεται όμως μόδα, γρήγορα παλιώνει και χάνεται.

Σωστό είναι να δώσουμε στο παρελθόν μια θέση δημιουργική, για να μην παίζει το ρόλο του ζητιάνου στη σύγχρονη ζωή. «Ένα μέλλον για το παρελθόν μας» ήταν το 1975 το σύνθημα του Συμβουλίου της Ευρώπης. Είναι κρίμα να βλέπει κανείς δείγματα λαϊκής τέχνης να καταστρέφονται απροστάτευτα, πλακόστρωτες πλατείες στα χωριά να τσιμεντώνονται, εθνικά μνημεία να βεβηλώνονται, παραδοσιακά στοιχεία να διακωμωδούνται.

Χρειάζεται μια αναδιαπαιδαγώγηση του λαού με τις πραγματικές λαϊκές αξίες.  Και το μεγάλο μερίδιο αυτής της ευθύνης πέφτει στην παιδεία. Στα σχολεία πρέπει να ξεκινήσει μια νέα σταυροφορία για τη διάσωση και τη διάδοση του λαϊκού πολιτισμού. Να γνωρίσουν τα νέα παιδιά την παράδοσή μας, να βιώσουν τα στοιχεία της, να τα κατανοήσουν και να τ’ αγαπήσουν.

Μπαίνοντας στον 21ο αιώνα, ανοίξαμε μια νέα σελίδα στη ζωή μας. Από τo 10ο αιώνα π.Χ., τη γεωργική επανάσταση δηλ. της προϊστορικής εποχής, όταν διαμορφώθηκαν οι πρώτες κοινωνίες, μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα μ.Χ. – το 1950 – οι άνθρωποι αγωνίζονταν για την επιβίωση και την αυτάρκειά τους. Μέχρι το 1950 οι γονείς μιας 7μελούς οικογένειας ζούσαν με την αγωνία να εξασφαλίσουν το ψωμί για τα παιδιά τους και να μην τους πεθάνει κανένα παιδί από πείνα.

Τα 50 τελευταία χρόνια του 20ου αιώνα (1950-2000) χαρακτηρίστηκαν από μια μαζική υστερία παραγωγής και κατανάλωσης. Όραμα και στόχος κάθε ανθρώπου έγινε η ποσότητα. Τα φτωχόσπιτα, όπου στιβάζονταν 7 παιδιά στο στρώμα, έγιναν  πεντάρια διαμερίσματα με κουζίνα εντοιχισμένη με πάσο, 3 τηλεοράσεις, 2-3 τουαλέτες, παρτέρια, βεράντες και κήπο. Τα σπίτια γέμισαν πλαστικά άνθη, καπλαμάδες και δερματίνες. Στις γειτονιές πληθαίνουν οι αλυσίδες καταστημάτων μόδας, τεχνολογίας και καταναλωτικών αγαθών, τα υπερκαταστήματα τροφίμων και τα κέντρα ψυχαγωγίας για κάθε ηλικία και γούστο.

Μόνο που στη «Μέκκα» του σύγχρονου καπιταλισμού τα δωμάτια στο σπίτι είναι πέντε, αλλά τα παιδιά είναι δύο! Τα πεινασμένα παιδιά της δεκαετίας του 60, σήμερα κάνουν ειδικές δίαιτες αδυνατίσματος, που τις πληρώνουν μάλιστα ακριβά! Πενήντα χρόνια πριν εκατοντάδες νεαροί στοιβαγμένοι με απάθεια σ’ ένα σκοτεινό χώρο με πνιγηρή ατμόσφαιρα θα λέγαμε ότι βρίσκονται σε αμπάρι πλοίου που ταξιδεύει για το αμερικανικό όνειρο ή για την Αυστραλία. Δε θα φανταζόμασταν ότι πρόκειται για βραδινή έξοδο των παιδιών μας σε σύγχρονο club! Και το χωριάτικο κοτόπουλο με  χυλοπίτες από το κοτέτσι της γιαγιάς στη Λάρισα ήταν το πιο απλό και φτηνό φαγητό. Σήμερα έγινε σπάνιο και δυσεύρετο ως οικολογικό προϊόν και κοστίζει πολύ ακριβά! Ορισμένοι καχύποπτοι, τέλος, είπαν ότι ακόμα και οι νομικές διαδικασίας για τη λύση του γάμου απλοποιήθηκαν, για να αυξηθούν τα διαζύγια, να πολλαπλασιαστούν οι δεύτεροι και τρίτοι γάμοι, τα διπλά και τριπλά νοικοκυριά με τα αντίστοιχα καταναλωτικά αγαθά. Ούτε ο Όργουελ δεν το είχε φανταστεί!

Τι μας φέρνει ο 21ος αιώνας; Έναν άνεμο ποιοτικής διαφοροποίησης! Από δω και πέρα ζητούμενο θα είναι η ποιότητα. Λιγότερα και καλύτερα. Καλύτερα και απλούστερα. Απλούστερα και φυσικότερα.  Φυσικότερα και ωραιότερα. Ωραιότερα και λιγότερα. Η κραυγή του ζώου που δεν περπατάει, δεν αναπνέει οξυγόνο, δεν τρέφεται φυσικά, δε μεγαλώνει στο βιολογικό του κύκλο, δεν αναπαράγεται φυσιολογικά, δε ζει αρμονικά με το περιβάλλον του, ακούγεται δυνατή και απειλητική. Άτομα, κοινωνικές ομάδες και κινήματα αναζητούν πλέον την επανασύνδεσή τους με τη φύση. Και οι επιλογές τους γίνονται όλο και πιο ποιοτικές, αφαιρετικές και επιλεκτικές.

Η λαϊκή παράδοση και ο γνήσιος λαϊκός πολιτισμός αποτελεί τη μεγάλη δεξαμενή της ποιότητας. Εκεί βρίσκουμε κάθε φορά τις ρίζες μας. Τα στοιχεία που μας συνδέουν με το φυσικό μας χώρο, τις πραγματικές μας ανάγκες, την ιστορική μας μοίρα. Είναι η πολύτιμη περιουσία που κληρονομήσαμε από τους παππούδες μας και πρέπει να κληροδοτήσουμε στα παιδιά μας. Όσο πιο αληθινά, φυσικά και γνήσια μπορούμε. Για να ανακαλύψουν κι εκείνα με τη σειρά τους την ποιότητα σ’ έναν κόσμο αλλοτριωμένο πολιτισμικά, σε μια κοινωνία που αναζητάει ένα νέο στίγμα. Την κοινωνία της παγκοσμιοποίησης.

Όσοι δεν αντιληφθούν αυτές τις αλλαγές, θα μείνουν ουραγοί στο περιθώριο. Εκείνοι που δεν μπορούν να τις συλλάβουν, θα τις βιώσουν καθυστερημένα ή αρνητικά. Οι υποψιασμένοι θα τις ζήσουν και, κυρίως, θα τις συνδιαμορφώσουν αντλώντας από τον πλούτο της λαϊκής παράδοσης. Γιατί μόνο το παρελθόν μπορεί να μας δείξει το μέλλον.

 

Αλέξης Τότσικας

Δεύτερη Ανάγνωση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Απρίλιος 2013.

Read Full Post »

Αλώνι


 

  

Ένας επίπεδος κυκλικός χώρος λιθόστρωτος ή στρωμένος με χώμα, όπου οι χωρικοί συγκέντρωναν τα δημητριακά, συνήθως σιτάρι ή κριθάρι, για να τα αλωνίσουν με τα ζώα τους και να ξεχωρίσουν τον καρπό από τα στάχυα και τα άχυρα. Τα αλώνια ήταν φτιαγμένα στις παρυφές των οικισμών σε τοποθεσίες όπου τις έπιανε ο αέρας, βοριάς και νοτιάς, για να μπορούν να λιχνίζουν. Συνήθως τ’ αλώνια ήταν κοινά και κάθε αλώνι είχε τους πελάτες του, τους νοικοκυραίους δηλαδή που το προτιμούσαν και μετέφεραν εκεί μετά το θέρισμα το σιτάρι, το κριθάρι ή τη βρώμη τους, για να τ’ αλωνίσουν. Κάθε γειτονιά ή οικογένεια (αδέρφια, ξαδέρφια) είχε και ένα αλώνι και σπάνια ένας μεγαλο-νοικοκύρης του χωριού είχε το δικό του αλώνι.

Το κυρίως αλώνι, όπου αλώνιζαν τα στάχυα, ήταν στρογγυλό με διάμετρο 15-20 μέτρα και, αν βρισκόταν σε επίπεδο έδαφος, έβαζαν γύρω-γύρω μεγάλες όρθιες πέτρες, για να καθορίζουν τα όριά του και να εμποδίζουν τα στάχυα και τα ζώα που αλώνιζαν να βγαίνουν έξω. Στο κέντρο του αλωνιού έβαζαν βαθιά στο έδαφος το στογερό ή ορτό, έναν πάσαλο ύψους 1-2 μέτρων, στον οποίο έδεναν μ’ ένα χοντρό σκοινί τα ζώα, για να γυρίζουν κυκλικά στο αλώνι.

 

Αλώνι στην Αργολίδα. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.


Αλώνι στην Αργολίδα. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Αλώνια συναντάμε δύο ειδών, τα χωματάλωνα και τα πετράλωνα. Το δάπεδο του πέτρινου αλωνιού ήταν στρωμένο με πλάκες από πέτρα, που εφάρμοζαν μεταξύ τους και δημιουργούσαν μια ομαλή επίπεδη επιφάνεια. Τα κενά ανάμεσα στις πλάκες καλύπτονταν με χώμα. Σε πολλές περιοχές όμως τα αλώνια ήταν χωμάτινα.

Τα χωματάλωνα τα έστρωναν με λάσπη ανακατεμένη με άχυρα, που όταν ξηραινόταν την πατούσαν τα άλογα, ώσπου να γίνει σκληρή σαν πέτρα. Το πηλόχωμα το ανανέωναν κάθε χρόνο για να είναι ίσιο, ώστε να τρίβονται τα στάχυα και να μαζεύεται ο σπόρος καθαρός από σκόνες και χώματα. Η προετοιμασία του αλωνιού γινόταν τον Ιούνιο, αφού είχαν πάψει και οι τελευταίες βροχές του Μάη και άρχιζε ο θέρος (θερισμός). Ο Ιούλιος ήταν ο μήνας που οι γεωργοί αλώνιζαν τα σπαρτά τους.

Κοντά στο αλώνι ήταν η θεμωνίστρα, μια έκταση όπου τοποθετούσαν τις θημωνιές, τους σωρούς δηλαδή με τα δεμάτια σταριού που επρόκειτο να αλωνίσουν. Τις θημωνιές τις έχτιζαν έτσι που να πιάνουν λίγο χώρο και τις ξεχώριζαν από το αλώνι με φράχτη ξύλινο ή με πέτρινο τοίχο, για να μη διαβαίνουν τα ζώα και τρώνε τα στάχυα. Το αλώνι ήταν τόπος ιερός, πίστευαν ότι στοιχειό ή ξωτικό δεν μπαίνει μέσα στο αλώνι, γι’ αυτό και το θεωρούσαν άσυλο για το νυχτοπάτη.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά / Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Θέρος (θερισμός)


 

Θερισμός

Θερισμός

Ο θερισμός των σιτηρών από τους γεωργούς, που αποτελούσε την πρώτη φάση για τη συγκομιδή τους. Γινόταν κάθε Ιούνιο, όταν τα στάχυα είχαν ωριμάσει και ο καρπός μέσα τους είχε γίνει σκληρός. Ο γεωργός καταλάβαινε ότι το σιτάρι του ήταν έτοιμο για θέρισμα, όταν έκοβε ένα στάχυ, έβγαζε μερικούς σπόρους από μέσα και με τα δόντια του δοκίμαζε τη σκληρότητά τους. Αν ο καρπός ήταν σκληρός, το σιτάρι είχε ωριμάσει και ήταν έτοιμο για θέρισμα.

Οι θεριστές, άνδρες και γυναίκες, μ’ ένα μαντήλι στο κεφάλι και μια ζώνη στη μέση τους, για να μην υποφέρουν από το σκύψιμο, έμπαιναν πρωί – πρωί με τη δροσιά στο χωράφι, ο ένας πλάι στον άλλο σε απόσταση δυο περίπου μέτρων. Έσκυβε κι έπιανε ο καθένας με το ένα χέρι μια χούφτα στάχυα και με το άλλο χέρι, που κρατούσε το δρεπάνι, τα έκοβε λίγο πιο πάνω από το έδαφος. Μετά από 3- 4 κοψιές η χούφτα γέμιζε με στάχυα, που τα άφηναν στο έδαφος για να απελευθερώσουν τα δάχτυλα και να κόψουν άλλη μια χεριά στάχυα.

Μετά από 3- 4 κοψιές, ο θεριστής κρεμούσε το δρεπάνι στην πλάτη του, έπιανε με τα δυο του χέρια τα στάχυα που είχε στο έδαφος, τραβούσε 4-5 απ’ αυτά, τα πιο μακριά, τα έφερνε γύρω – γύρω από τα υπόλοιπα στη μέση του μικρού δέματος και τα έδενε πρόχειρα. Έτσι σχημάτιζε το χερόβολο (< χείρ + βάλλω), που το άφηνε στο έδαφος πίσω του και συνέχιζε, για να κόψει κι άλλα στάχυα.

Τα κομμένα στελέχη του σταριού, που παρέμεναν στο έδαφος, ήταν η καλαμιά. Αν ήθελε ο γεωργός να έχει πολύ άχυρο για τα ζώα του το χειμώνα, θέριζε τα στάχυα χαμηλά στο έδαφος και η καλαμιά είχε μικρό ύψος. Αν ήθελε μπόλικη βοσκή – καλαμιά, θέριζε τα στάχυα ψηλά, 20 πόντους τουλάχιστον πάνω από το έδαφος.

Θερισμός στο Σπαθάρι Αρκαδίας.

Θερισμός στο Σπαθάρι Αρκαδίας.

Καθώς προχωρούσαν θερίζοντας άφηνε πίσω του ο καθένας μια λουρίδα καλαμιά και τα χερόβολα που είχε κάνει. Κάποια στιγμή ο ίδιος μάζευε κάθε 8-10 χερόβολα, τα έδενε στη μέση τους μ’ ένα δέμα καλαμιές και σχημάτιζε το δεμάτι. Οι καλαμιές με τις οποίες έδενε τα δεμάτια ήταν συνήθως από σίκαλη, που την είχε κόψει από το πρωί και την είχε μουσκέψει στο νερό, για να είναι πιο ευλύγιστη και να μην κόβεται εύκολα και διαλύεται το δεμάτι. Όταν οι θεριστές σ’ ένα χωράφι ήταν πολλοί, τα δεμάτια τα έδενε ένας άλλος, ο δέτης, που ακολουθούσε τους θεριστές και μάζευε τα χερόβολα απ’ όλους.

Στο τέλος της ημέρας, που τελείωνε η δουλειά, μάζευαν τα δεμάτια σε μεγάλους σωρούς και σχημάτιζαν τις θημωνιές, για να μην είναι σκορπισμένα και να μπορούν να τα σκεπάσουν με κάτι σε περίπτωση μιας ξαφνικής καλοκαιρινής βροχής.

Ο θερισμός κρατούσε όλη μέρα, από το χάραμα ως τη δύση του ήλιου («ήλιο με ήλιο» όπως έλεγαν) και ήταν από τις πιο κουραστικές γεωργικές εργασίες. Είναι χαρακτηριστική η λαϊκή φράση «γυναίκα να μη γεννήσει, άνδρας να μη θερίσει κι άλογο να μην αλωνίσει», που αποτυπώνει τις πιο επώδυνες δοκιμασίες για τους ανθρώπους και τα ζώα.

Μόνο το καταμεσήμερο, που ο ήλιος έκαιγε πολύ, σταματούσαν 1-2 ώρες τη δουλειά, για να φάνε το λιτό φαγητό τους, συνήθως ό,τι είχε περισσέψει από το προηγούμενο βράδυ, λίγο τυρί ή παστό και μπόλικο ψωμί, και να ξαπλώσουν σ’ ένα μαλακό έδαφος ή πάνω σ’ ένα δεμάτι, για να ξεκουράσουν τη μέση τους ή να πάρουν έναν υπνάκο μέχρι να φύγει η μεγάλη λάβρα και να συνεχίσουν τη δουλειά μέχρι να πέσει ο ήλιος. Όλη μέρα κάτω από το λιοπύρι. Δουλειά ασταμάτητη. Και τα παιδιά μαζί. Πού να τ’ αφήσουν στο σπίτι; Έτρεχαν πέρα-δώθε ασταμάτητα, κυνηγούσαν τις ακρίδες, τρόμαζαν όταν άκουγαν κανένα σούρσιμο ανάμεσα στα φύλλα και έτρεχαν στον ίσκιο του δέντρου από το φόβο κάποιου φιδιού, που δεν ήταν λίγα το καλοκαίρι στην ύπαιθρο.

 

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

 

Μόνη παρηγοριά των θεριστάδων τα τραγούδια που σιγοψιθύριζε ο καθένας μόνος του ή τα τραγουδούσαν όλοι μαζί, για να ξεχνούν την κούραση και να περνάει πιο εύκολα η ώρα. Αποκαμωμένους τούς έβρισκε η δύση του ήλιου. Οι γυναίκες έβγαζαν τις μαντίλες τους τότε να πάρουν αέρα τα μαλλιά τους, να φύγει ο ιδρώτας, και ξεπρόβαλλαν τα πρόσωπα τους αναψοκοκκινισμένα, αλλά ικανοποιημένα από το έργο που είχαν βγάλει.

Μάζευαν σιγά-σιγά τα παιδιά και τα πράγματά τους και γραμμή με τα πόδια για το χωριό. Τα πιτσιρίκια δεν άντεχαν το περπάτημα και επιζητούσαν πολλές φορές τον ώμο της μάνας. Και εκείνες τι να έκαναν; Τα ανέβαζαν στην πλάτη τους και συνέχιζαν τον ανήφορο με το παιδί στον ώμο. Εκτός αν έβρισκαν το θείο δώρο, έναν παππού με κανένα ζώο, για να τ’ ανεβάσει στο σαμάρι του και να γλιτώσει η μάνα το φόρτωμα. Όταν έφταναν στο σπίτι είχε σχεδόν νυχτώσει. Ένα πρόχειρο μαγείρεμα στα γρήγορα, τις απαραίτητες από τις άλλες δουλειές του σπιτιού και μετά γραμμή για το αχυρένιο στρώμα, να ξεκουράσουν το βασανισμένο κορμί, για να μπορούν να θερίσουν και την επόμενη μέρα.

Ο παραδοσιακός αυτός τρόπος θερισμού παρέμεινε μέχρι την είσοδο των θεριστικών και θεριζοαλωνιστικών μηχανών στη γεωργία, στη δεκαετία του 1960, που έκαναν τη συγκομιδή των σιτηρών εύκολη, γρήγορη και ξεκούραστη. Ο θερισμός έκτοτε περιορίστηκε σε άγονα και ορεινά χωράφια, όπου η πρόσβαση μηχανών είναι αδύνατη.

  

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Κιούπι


 

Κιούπι - Βάζο, με χερούλια φτιαγμένο στον τροχό (σύγχρονη κατασκευή).

Κιούπι – Βάζο, με χερούλια φτιαγμένο στον τροχό (σύγχρονη κατασκευή).

Πήλινο αγγείο μεγάλων διαστάσεων με στόμιο, μεγάλη κοιλιά και παχιά τοιχώματα, που χρησίμευε για την αποθήκευση ξηρών ή υγρών προϊόντων και τροφών. Το σχήμα του ήταν ίδιο μ’ εκείνο του πιθαριού, αλλά ο λαιμός με στόμιο ήταν πιο στενός, για να σκεπάζεται και να κλείνει ευκολότερα.

Κιούπι

Κιούπι

Το χείλος του στομίου είναι παχύτερο από τα τοιχώματα της κοιλιάς, για να μη σπάζει κατά τη χρήση, όταν πάνω του προσκρούουν διάφορα σκεύη μεταφοράς, και κλείνει με πέτρινο, πήλινο ή ξύλινο καπάκι. Σε ολόκληρη την εξωτερική επιφάνεια το κιούπι έχει οριζόντιες αυλακωτές ταινίες (ζωνάρια), που ενισχύουν τα πλευρά του και το κάνουν πιο ανθεκτικό και σταθερό.

Κιούπια  σε ελαιοτριβείο. Φώτο: Μουσείο Βιομηχανικής ελαιουργείας στην Αγία Παρασκευή Λέσβου.

Κιούπια σε ελαιοτριβείο. Φώτο: Μουσείο Βιομηχανικής ελαιουργείας στην Αγία Παρασκευή Λέσβου.

 

Στα κιούπια αποθήκευαν λάδι, δημητριακά, αλεύρι, καρπούς και άλλα προϊόντα σε μεγάλες ποσότητες στις αποθήκες των σπιτιών, στους πύργους, στα κελάρια των μοναστηριών, στα λιοτρίβια, αλλά και στους αγρούς, όπου χρησίμευαν για αποθήκευση νερού, όταν κοντά στο χωράφι δεν υπήρχε πηγή, πηγάδι ή τρεχούμενο νερό.

Τα κιούπια χρησιμοποιούνται σήμερα ως διακοσμητικά κυρίως στοιχεία στους κήπους και στις αυλές και σπανιότερα για πρακτικές ανάγκες στα χωριά, όπου δεν έχουν φτάσει ακόμα τα πλαστικά και τα μεταλλικά δοχεία.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Χερόμυλος


 

 

Χερόμυλος

Χερόμυλος

Μικρός χειροκίνητος μύλος για το άλεσμα μικρής ποσότητας σιταριού. Ήταν μια επίπεδη κυκλική πέτρα με λεία επιφάνεια και εσοχή με τοίχωμα ύψους 5 περίπου εκατοστών στην εξωτερική της πλευρά. Μέσα στην εσοχή αυτή έμπαινε μια άλλη επίπεδη πέτρα πάχους 10 περίπου εκατοστών, που εφάρμοζε στην κάτω πέτρα και μπορούσε να περιστρέφεται πάνω της. Η περιστροφή της γινόταν χειροκίνητα μ’ ένα ξύλινο συνήθως χερούλι στερεωμένο στην άκρη της πάνω πέτρας. Στο κέντρο της πάνω πέτρας υπήρχε μια τρύπα σαν χωνί με μεγαλύτερο άνοιγμα στο πάνω μέρος της και μικρότερο στο κάτω.

Ακουμπούσαν το χερόμυλο στο έδαφος ή πάνω σ’ ένα τραπέζι, έριχναν λίγο – λίγο το στάρι στην τρύπα της πάνω πέτρας με το ένα χέρι και με το άλλο κρατούσαν το χερούλι και την περιέστρεφαν πάνω στην κάτω πέτρα. Οι καρποί άρχιζαν να διαχέονται στο κενό ανάμεσα στις δυο πέτρες και να τρίβονται ως που να φτάσουν στην εξωτερική πλευρά του κύκλου και να βγουν από μια τρύπα, που υπήρχε στα τοιχώματα της κάτω πέτρας.

Το άλεσμα του σιταριού με το χερόμυλο γινόταν από τους προϊστορικούς χρόνους. Με τον πέτρινο χερόμυλο άλεθαν μικρή ποσότητα σιταριού, για να κάνουν το πλιγούρι, χοντραλεσμένο δηλαδή αλεύρι μαζί με τα πίτουρα, που το ανακάτευαν με γάλα, το έβραζαν και έκαναν τον τραχανά. Με τον ίδιο μύλο μπορούσαν να τρίψουν και το χοντρό αλάτι ή μικρή ποσότητα οποιουδήποτε σπόρου.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Read Full Post »

Σβάρνα


 

 

Γεωργικό ξύλινο εργαλείο, που χρησιμεύει για την ισοπέδωση οργωμένου εδάφους. Μπορούσε να είναι ένα χοντρό κομμάτι ξύλου από κορμό δένδρου πάχους 10 περίπου εκατοστών, μήκους 1,50 περίπου μέτρου και πλάτους 50-60 εκατοστά. Επειδή όμως ήταν δύσκολο να βρεθεί τέτοιο ξύλο, την κατασκεύαζαν με 5 κομμάτια κορμών. Έβαζαν τα 3 μεγάλα παράλληλα σε απόσταση 30 περίπου εκατοστών μεταξύ τους και συνέδεαν σταθερά τις δυο άκρες τους με δυο μικρότερα.

Έπλεκαν κατόπιν αλλεπάλληλες λεπτές βέργες από εύκαμπτο ξύλο, συνήθως λυγαριά, στα τρία παράλληλα ξύλα μέχρι να καλύψουν όλη την επιφάνεια της σβάρνας. Οι βέργες έπρεπε να έχουν φορά κάθετη προς τη μεγάλη πλευρά της σβάρνας, για να σέρνονται πάνω στο χώμα και να μην αποσπώνται εύκολα. Στα άκρα της μιας μεγάλης πλευράς της σβάρνας έδεναν δυο θηλιές από χοντρό σύρμα, στις οποίες προσαρμόζονταν τα τραβηχτά των ζώων κατευθείαν στη σβάρνα χωρίς τη μεσολάβηση ζυγού.

 

Σβάρνα, φωτογραφία από την ηλεκτρονική Εφημερίδα του Βαλτινού.

Σβάρνα, φωτογραφία από την ηλεκτρονική Εφημερίδα του Βαλτινού.

 

Ο γεωργός, όταν τελείωνε το όργωμα ενός χωραφιού, έδενε τα ζώα του στη σβάρνα, ανέβαινε και ο ίδιος επάνω σ’ αυτή ή τοποθετούσε δυο βαριές πέτρες πάνω της, για να γίνει πιο βαριά και να γίνει πιο αποτελεσματικό το σβάρνισμα, και άρχιζε να σβαρνίζει το χωράφι του. Η σβάρνα, καθώς σερνόταν από τα ζώα, έσπαζε τους σβόλους και ισοπέδωνε το οργωμένο χώμα, για να μη λιμνάζει το νερό της βροχής στις γούβες και να είναι πιο εύκολο το θέρισμα του σιταριού το καλοκαίρι.

Το σβάρνισμα του χωραφιού ήταν εύκολη δουλειά. Δεν κούραζε τα ζώα, όπως το αλέτρι, γινόταν γρήγορα, αφού η σβάρνα με το πλάτος της κάλυπτε 5-6 αυλακιές, και μ’ αυτό τελείωνε η δουλειά της ημέρας και ο γεωργός έβλεπε με ευχαρίστηση το αποτέλεσμα των κόπων του.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Read Full Post »

Older Posts »