Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Λαϊκή Κληρονομιά’ Category

Όργωμα


 

 

Όργωμα το 1937. Εικόνα, Greene County Georgia.

Όργωμα το 1937. Εικόνα, Greene County Georgia.

Το σκάψιμο της γης με το αλέτρι. Μια πανάρχαια διαδικασία, που προκάλεσε την πρώτη πολιτισμική επα­νάσταση της ανθρωπότητας, αφού επέτρεψε στον άνθρωπο να καλλιεργήσει τη γη, να μεταβληθεί από τροφοσυλλέκτης σε μόνιμο κάτοικο και να δημιουργήσει τις πρώτες πόλεις.

Το όργωμα και η σπορά της γης απαιτούσαν τα απαραίτητα ζώα και εργαλεία και γίνονταν με μια συγκεκριμένη διαδικασία. Γίνονταν το φθινόπωρο μετά τις πρώτες βροχές, που είχε μαλακώσει το χώμα. Στον ελληνικό χώρο η σπορά ήταν θρησκευτικά συνδεδεμένη με τη γιορτή του Τιμίου Σταυρού, στις 14 του Σεπτέμβρη. Εκείνη την ημέρα οι γεωργοί συνήθιζαν να πάνε τους σπόρους στην εκκλησία, για να τους ευλογήσει ο θεός και να πάει καλά η σοδειά τους.

Όταν ξεκινούσε το όργωμα, ο γεωργός ετοίμαζε από την προηγούμενη ημέρα τα εργαλεία του, το αλέτρι, το ζυγό με τα τραβηχτά, τις λαιμαριές, τη σβάρνα και το σπόρο του. Τάιζε και πότιζε καλά τα ζώα του από το βράδυ και πρωί – πρωί φόρτωνε τους σπόρους και τα σύνεργα στα ζώα και έφτανε στο χωράφι του. Ξεφόρτωνε τα πράγματα σε μια άκρη του χωραφιού και έζευε τα ζώα του στο αλέτρι. Φορούσε στο καθένα τη λαιμαριά και το τραβηχτό του, ένωνε τα καπίστριά τους μ’ ένα σκοινί ή μια αλυσίδα, για να βαδίζουν μαζί και παράλληλα, και προσάρμοζε τα δυο τραβηχτά στη μια και την άλλη άκρη του ζυγού και το ζυγό στο αλέτρι.

Ξεκινούσε χωρίζοντας το χωράφι σε «σποριές». Έκανε δηλαδή μια αυλακιά στην άκρη κατά μήκος του χωραφιού και κάποιες άλλες παράλληλες σ’ αυτή σε από­σταση 8-10 μέτρων μεταξύ τους, ώστε να μπορεί βαδίζοντας στο κέντρο κάθε τέτοιας λουρίδας να σκορπίζει ομοιόμορφα με τη χούφτα του το σπόρο πάνω στο χωράφι.

 

Όργωμα σε χωράφι μπροστά στη Σάντα Ρόζα στις 5 Μαΐου του 1955. Φωτογραφία από τον ιστότοπο «Γραφική παλιά Αλεξανδρούπολη».

Όργωμα σε χωράφι μπροστά στη Σάντα Ρόζα στις 5 Μαΐου του 1955. Φωτογραφία από τον ιστότοπο «Γραφική παλιά Αλεξανδρούπολη».

 

Έδενε μια μεγάλη ποδιά στη μέση του, γονάτιζε μπροστά σ’ ένα ανοιχτό τσουβάλι με σπόρο, έβαζε την άκρη της ποδιάς μέσα στο τσουβάλι και τραβούσε σπόρο με τα χέρια μέχρι να γεμίσει την ποδιά του. Κρατούσε κατόπιν με το ένα χέρι την άκρη της γεμάτης με σπόρο ποδιάς, σηκωνόταν όρθιος και άρχιζε να σπέρνει με το άλλο χέρι του το σπόρο ανάμεσα στις αυλακιές της κάθε σποριάς. Η σπορά απαιτούσε ιδιαίτερη τέχνη και εμπειρία, γιατί έπρεπε ο σπόρος να σκορπίζεται ομοιόμορφα στο χωράφι, για να φυτρώσει καλά και να μην αφήσει κάποια τμήματα χέρσα.

Έπιανε κατόπιν το αλέτρι και οδηγούσε τα ζώα κυκλικά στη σποριά κάνοντας τη μια αυλακιά δίπλα στην άλλη, μέχρι να τελειώσει η μια σποριά και να συνεχίσει στην επόμενη. Το μεσημέρι σταματούσε για λίγο τη δουλειά, για να ξεκουραστούν λίγο τα ζώα και να φάει λίγο λιτό φαγητό, συνήθως ό,τι είχε περισσέψει από το προηγούμενο βράδυ, λίγο τυρί ή παστό και μπόλικο ψωμί, και συνέχιζε το όργωμα μέχρι αργά το απόγευμα. Υπολόγιζε μόνο να προλάβει να γυρίσει στο σπίτι πριν νυχτώσει.

 

Όργωμα το 1931. Beaverton, Oregon. Oregon Historical Photo Gallery.

Όργωμα το 1931. Beaverton, Oregon. Oregon Historical Photo Gallery.

 

Όταν τελείωνε το όργωμα κάθε χωραφιού, ακολουθούσε το σβάρνισμα. Έλυνε το αλέτρι από το ζυγό και έδενε σ’ αυτόν τη σβάρνα του. Οδηγούσε κατόπιν το ζευγάρι των ζώων του πάνω στο οργωμένο χωράφι, για να σπάσουν με τη σβάρνα οι σβόλοι και να ισοπεδωθεί το χώμα, ώστε να ποτίζεται ομοιόμορφα από το νερό της βροχής και να γίνει πιο εύκολα ο θερισμός του χωραφιού το καλοκαίρι.

Το όργωμα είναι εύκολο στον κάμπο, αλλά γίνεται δύσκολο στα απόκρημνα βουνά και τα νησιά τα γεμάτα βράχια. Σ’ αυτή την προσπάθεια με τα κοινά προβλήματα η συνεργασία και ο αλληλοσεβασμός ορίζουν ένα από τα βασικά στοιχεία της αγροτικής κοινωνικότητας. Πολλές φορές δυο ή περισσότεροι γεωργοί κάνουν «σεμπριά», αναλαμβάνουν δηλαδή από κοινού την εκμετάλλευση ενός κτήματος βάζοντας τα ζώα και την προσωπική τους εργασία και μοιράζονται στο τέλος τη σοδειά. Άγραφοι νόμοι προστατεύουν από κλοπή τα εργαλεία που μένουν αφύλαχτα τη νύχτα στο χωράφι. Αν κλέψει κανείς αλέτρι, πιστεύουν πως δεν ξεψυχάει παρά μόνο αν του κρεμάσουν στο λαιμό ένα ζυγό!

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Read Full Post »

Αλέτρι (Άροτρο)


 

 

Το γεωργικό εργαλείο που χρησιμοποιείται για το όργωμα της γης. Το αλέτρι (άροτρο) είναι το πιο παλιό, γνωστό από τον Ησίοδο, αλλά και το πιο απλό εργαλείο, που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος για να καλλιεργήσει τη γη και μάλιστα σε μεγάλη έκταση. Είναι το βασικό όργανο με το οποίο έγινε η πρώτη πολιτιστική επανάσταση, η γεωργική επανάσταση το 12ο αιώνα π.Χ., κατά την οποία ο άνθρωπος έπαψε να είναι περιφερόμενος τροφοσυλλέκτης, εγκαταστάθηκε σε συγκεκριμένη περιοχή και δημιούργησε οργανωμένους οικισμούς και πόλεις. Για έναν τύπο αλετριού, το λεγόμενο πηκτόν άροτρο, γίνεται λόγος ήδη στην Ιλιάδα και την Οδύσσεια.

Το άροτρο, που στην αρχή ήταν ξύλινο και αργότερα σιδερένιο, αποτελείται από 6 βασικά μέρη:

  • Ένα ξύλινο ή σιδερένιο άξονα, τον αρχαίο ιστοβολέα ή σταβάρι, που χρησιμοποιείται ως βάση. Το ένα άκρο του είναι προσαρμοσμένο στην αλετροπόδα και στο άλλο προσδένεται το ζώο, που τραβάει το αλέτρι.
  • Το πόδι (αλετροπόδα), που στηρίζει το αλέτρι στη γη και καταλήγει σε μια αιχμηρή μύτη, το υνί.
  • Το υνί είναι το αιχμηρό και κοφτερό όργανο, το δόντι του αρότρου, που βυθίζεται στο χώμα και κόβει τη γη οριζόντια, για να δεχτεί τη σπορά.
  • Τη σπάθη, μια κάθετη δοκό, που συνδέει το σταβάρι με την αλετροπόδα και κόβει τη γη κατακόρυφα. Ρυθμίζει το βαθύ ή επιφανειακό όργωμα.
  • Τα φτερά, που στηρίζονται στη βάση του αρότρου ως συνέχεια και προέκταση στο υνί και ανοίγουν δεξιά και αριστερά το χώμα της λωρίδας γης που κόβει το υνί.
  • Τη χειρολαβή (χερουλάτης), ένα κατακόρυφο ξύλινο ή μεταλλικό εξάρτημα με οριζόντια λαβή στην κορυφή του, που προσαρμόζεται στην αλετροπόδα και την κρατάει ο γεωργός, για να κατευθύνει το αλέτρι και να ρυθμίζει το βάθος και το πλάτος της αρόσεως με πίεση ή με στροφή δεξιά – αριστερά.

 

Σχέδιο αλετριού

Σχέδιο αλετριού

 

Στους αιώνες που χρησιμοποιήθηκε το αλέτρι εκσυγχρονίστηκε, απέκτησε δευτερεύοντα εξαρτήματα και διάφορες παραλλαγές, αλλά στη φιλοσοφία του έμεινε ίδιο και απαράλλακτο ως προς τη μηχανική του. Βασικές παραλλαγές του είναι το μονόφτερο αλέτρι με δυο χειρολαβές, που χρησιμοποιείται για μαλακά χώματα, και το δίφτερο αλέτρι με μια χειρολαβή, που είναι κατάλληλο για σκληρά και πετρώδη εδάφη.

 

Αλέτρι. Αρκαδικό Αργολίδας. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου. Δημοσιεύεται και στο λεύκωμα «Η Αργολίδα που φεύγει», εκδόσεις Εκ Προοιμίου, 2007.

Αλέτρι. Αρκαδικό Αργολίδας. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου. Δημοσιεύεται και στο λεύκωμα «Η Αργολίδα που φεύγει», εκδόσεις Εκ Προοιμίου, 2007.

 

Στο μπροστινό μέρος της βάσης προσαρμόζεται ένας ξύλινος ζυγός και πάνω σ’ αυτόν δυο τραβηχτά με ζυγόσκοινα ή αλυσίδες στα δυο άκρα τους, οι οποίες καταλήγουν στη λαιμαριά των ζώων (άλογα, βόδια ή μουλάρια), που σέρνουν το άροτρο και ανοίγουν τη γη. Το αλέτρι που ζεύεται στα βόδια, το βοϊδάλετρο, έχει μακρύτερο σταβάρι.

Ο γεωργός ακολουθεί πίσω από το αλέτρι. Με τα χέρια του κρατάει τη χειρολαβή, για να κατευθύνει το αλέτρι και τα γκέμια των ζώων, για να τα οδηγεί σωστά στο χωράφι. Απαραίτητο όργανο του ζευγολάτη είναι η βουκέντρα, σύμβολο της εξουσίας και του καταναγκασμού που ασκεί. Ένα μακρύ ξύλο με ένα ξυστρί στη μια άκρη του, για να καθαρίζει το υνί από τα λασπωμένα χώματα, και ένα κεντρί στην άλλη άκρη, για να κεντρίζει τα οκνά ζώα.

Τα ξυλάλετρα τα κατασκεύαζαν οι ίδιοι οι γεωργοί, όπως και τα περισσότερα εργαλεία τους. Τα ξύλα που προτιμούσαν ήταν η αγριελιά, η συκιά, το πουρνάρι, η δάφνη, η φτελιά κ.ά. Ο Ησίοδος αναφέρει πως καλύτερο είναι το σταβάρι να γίνεται από ξύλο πουρναριού, η χειρολαβή από φτελιά ή δάφνη και η αλετροπόδα από δρυ. Αυτά τα ξύλα λέει δεν τα πιάνει το σαράκι.

 

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

 

Read Full Post »

Μαγγάνι


 

Χειροκίνητο μηχάνημα, που τοποθετείται σταθερά στο στόμιο του πηγαδιού και χρησιμοποιείται για την άντληση του νερού. Το πηγάδι, από το οποίο η άντληση του νερού γίνεται με μάγγανο, ονομάζεται μαγγανοπήγαδο. Το μαγγάνι αποτελείται από έναν ξύλινο ή μεταλλικό κύλινδρο, που στηρίζεται στα άκρα του με δυο τριγωνικές βάσεις πάνω στο στόμιο του πηγαδιού σε ύψος ενός περίπου μέτρου απ’ το πηγάδι. Γύρω από τον κύλινδρο περιτυλίγεται μακρύ σκοινί ή αλυσίδα, που η μια άκρη του είναι δεμένη σταθερά στον κύλινδρο και στην άλλη είναι δεμένος ένας κουβάς, που μπορεί να φτάσει ως τον πάτο του πηγαδιού.

 

Μαγγανοπήγαδο στα Ίρια του Δήμου Ναυπλίου. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου. Δημοσιεύεται και στο λεύκωμα «Η Αργολίδα που φεύγει», εκδόσεις Εκ Προοιμίου, 2007.

Μαγγανοπήγαδο στα Ίρια του Δήμου Ναυπλίου. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου. Δημοσιεύεται και στο λεύκωμα «Η Αργολίδα που φεύγει», εκδόσεις Εκ Προοιμίου, 2007.

 

Στη μια άκρη του κυλίνδρου εξέχει μια χειρολαβή, με την οποία μπορεί να περιστρέψει κάποιος τον κύλινδρο. Όταν τη γυρίσει, ξετυλίγεται το σκοινί και κατεβάζει τον κουβά ως τη στάθμη του νερού. Πιάνει τότε το σκοινί με το ένα του χέρι και με μια επιδέξια απότομη κίνηση αναποδογυρίζει τον κουβά, για να βυθιστεί στο νερό και να γεμίσει. Γυρίζει κατόπιν αντίθετα τον κύλινδρο με τη λαβή και ανασύρει τον κουβά στην επιφάνεια γεμάτο με νερό, για να τον αδειάσει στο δοχείο ή τη γούρνα, που βρίσκεται δίπλα από το πηγάδι.

Τα μαγγάνια ήταν απαραίτητα για την άντληση νερού από πηγάδια με μεγάλο σχετικά βάθος. Σήμερα τα βλέπουμε στις αυλές χωριάτικων σπιτιών τοποθετημένα πάνω σε εικονικά συνήθως πηγάδια ως διακοσμητικά στοιχεία, που συμβολίζουν μια παράδοση δεμένη με τον ελληνικό χώρο, όπου το νερό είναι ένα στοιχείο πολύτιμο και δυσεύρετο.

  

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Ρόπτρο


 

Μεταλλικό αντικείμενο σε διάφορα σχήματα, που ήταν στερεωμένο στην εξωτερική πλευρά της κύριας εισόδου των σπιτιών και το χρησιμοποιούσαν οι επισκέπτες για να χτυπούν την πόρτα, όπως αργότερα χρησιμοποιούν το κουδούνι.

 

Ρόπτρο - Ναύπλιο. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

Ρόπτρο – Ναύπλιο. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Τα ρόπτρα ήταν κατασκευασμένα από χαλκό, μπρούντζο ή άλλο χυτό μέταλλο και, εκτός από την πρακτική τους αξία, είχαν έντονο και το διακοσμητικό τους χαρακτήρα. Τους έδιναν διάφορα σχήματα και άπειρες μορφές και σκάλιζαν πάνω τους κάθε λογής διακοσμητικά μοτίβα. Συνηθισμένα ήταν τα ρόπτρα με σχήμα παλάμης χεριού, κεφαλής ζώου, συνήθως λιονταριού, ή ένας σκαλιστός κρίκος με διακόσμηση κατάλληλος και για το τράβηγμα της πόρτας, για να ανοίξει ή να κλείσει.

Το ρόπτρο ήταν στερεωμένο πάνω από την κλειδαριά της βαριάς ξύλινης εξώπορτας του σπιτιού με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να το ανασηκώνει ο επισκέπτης και να το κτυπά πάνω στην πόρτα, για να ειδοποιήσει τους ένοικους του σπιτιού ν’ ανοίξουν. Τα βλέπουμε και σήμερα στις εισόδους νεοκλασικών σπιτιών, που τα διατηρούν ως γνήσια στοιχεία της λαϊκής τέχνης και παράδοσης.

  

Αλέξης Τότσικας, «Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

Κρήνη


 

Πέτρινη ή μαρμάρινη κατασκευή με κρουνούς, από τους οποίους ξεπηδάει το νερό φυσικής πηγής, για την ύδρευση της κοινότητας. Τη βρίσκουμε στις πλατείες των οικισμών, σε σταυροδρόμια, σε απλούς δρόμους, έξω από τις εκκλησίες ή στον περίβολό τους, σε μοναστήρια και σε πύργους, άλλοτε αυτοτελή και ανεξάρτητη και άλλοτε ενταγμένη σε κάποιο άλλο κτίσμα ή ενσωματωμένη σε έναν απλό τοίχο. Βρύση, βρυσούλα, κρυόβρυση, σωληνάρι, κρυοπηγή και κρήνη τη λέει ο λαός.

Ο αρχιτεκτονικός τύπος των παραδοσιακών κρηνών παρουσιάζει αρκετές ποικιλίες και παραλλαγές στην κατασκευή και τη διακόσμηση. Μπορεί να είναι ανοιχτή κατασκευή, που καταλήγει σ’ ένα αέτωμα ή τοξωτό υπέρθυρο χωρίς στέγη, ή σκεπασμένη με θόλο, κολόνες ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Συνήθως είναι καμαρωτές με μία έως και έξι ομοιόμορφες καμάρες με μέγεθος μιας μικρής ή μεγάλης πύλης. Άλλοτε είναι τοξωτές σε σχήμα τοξωτής πύλης. Βρίσκουμε όμως και βρύσες με απλή επίπεδη επιφάνεια, τετράγωνη ή παραλληλόγραμμη, που καταλήγει σε αέτωμα, καθώς και τετράπλευρες στήλες με κρουνούς σε κάθε τους πλευρά.

 

Κρήνη στην Κρύα Βρύση, Δήμου Άργους – Μυκηνών. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

Κρήνη στην Κρύα Βρύση, Δήμου Άργους – Μυκηνών. Αρχείο: Αργολική Βιβλιοθήκη. Φωτογραφία: Γιώργος Αντωνίου.

 

Η πρόσοψη της κρήνης είναι επιμελημένη με γείσα, εσοχές και εξοχές, απομιμήσεις κιόνων και άλλα σχήματα, που σε συνδυασμό με τους κρουνούς, απ’ όπου τρέχει το νερό, δίνουν τον ιδιαίτερο τύπο κάθε βρύσης. Στη μια ή και στις δυο πλευρές της υπάρχουν συνήθως πέτρινα πεζούλια, ειδικοί χώροι για τις «πλύστρες«, όπου οι γυναίκες έκαναν τη μπουγάδα τους, και θυρίδες στους τοίχους, για να βάζουν τάσια, σαπούνια και διάφορα άλλα αντικείμενα.

Η λαϊκή βρύση είναι ένα κτίσμα που εξυπη­ρετεί τις πρακτικές ανάγκες των ανθρώπων για ύδρευ­ση, αλλά εκφράζει και τις πνευματικές ανησυχίες τους, που αποτυπώνονται με διακοσμητικά στοιχεία και συμβολικές παραστάσεις στην πρόσοψη, τις παραστάδες, τις γούρνες και τους κρουνούς, απ’ όπου τρέχει το νερό. Ως διακοσμητικά στοιχεία στις βρύσες βρίσκουμε έλικες, μαιάνδρους, ρόδακες, ανθέμια, ψάρια, πουλιά και δένδρα, με πιο συνηθισμένο το κυπαρίσσι, και πάνω απ’ όλα το σταυρό, το φυλακτικότερο σύμβολο της χριστιανικής λατρείας.

Οι κρουνοί στις βρύσες άλλοτε είναι απλοί και άλλοτε περίτεχνοι σε σχήμα λεοντοκεφαλής από μάρμαρο ή μπρούντζο, φυσιολογικοί ή τερατόμορφοι, που μοιάζουν με μορφή σατύρου. Βρίσκουμε ακόμα χαραγμένες στην πέτρα μορφές με μαγικό ή διακο­σμητικό χαρακτήρα, όπως λιοντάρια, σκύλους, αετούς, σάτυρους κ.α., ενώ σε νεότερες κρήνες συνηθίζουν να τοποθετούν μαρμάρινη προτομή του δωρητή τους. Ο γλυπτικός διάκοσμος της βρύσης παράλληλα με το διακοσμητικό χαρακτήρα του έχει και σκοπό φυλακτικό -αποτρεπτικό, να προστατέψει δηλαδή το νερό, που είναι η πηγή της ζωής, από τα κακά πνεύματα.

Η βρύση κάθε περιοχής εξασφαλίζει την υδροδότηση της κοινότητας, αλλά αποτελεί και το κέντρο του οικισμού. Όλοι οι δρόμοι του χωριού οδηγούν στη βρύση και πολλές φορές η βρύση με το νερό ήταν το βασικό κριτήριο για τη θέση που θα δημιουργούσαν τον οικισμό. Στη βρύση ποτίζουν οι γεωργοί τα ζώα τους και οι κτηνοτρόφοι τα κοπάδια τους σε μικρές πέτρινες γούρνες, που είναι τοποθετημένες μπροστά ή δίπλα από τη βρύση σε ύψος που να εξυπηρετούνται τα ζώα. Κοντά στη βρύση του χωριού δημιουργεί κάθε οικογένεια τον κήπο της, που τον ποτίζει από το νερό της και εξασφαλίζει τα απαραίτητα φρούτα και λαχανικά.

Η βρύση όμως είναι και τόπος συνάντησης, κυρίως για τις γυναίκες και τα παιδιά, όπως είναι το καφενείο για τους άντρες του χωριού. Καθημερινά θα πάνε στη βρύση, για να γεμίσουν το σταμνί ή το βαρέλι, και περιμένοντας τη σειρά τους θα βρουν την ευκαιρία να «τα πουν», να μάθουν τα νέα, να συζητήσουν το καθετί. Για τους νέους στάθηκε ορόσημο της αγάπης και του έρωτα. Είναι ο τόπος όπου τα παλικάρια μπορούν να δουν τις αγαπημένες τους. Στη βρύση συγκεντρώνονται το καλοκαίρι τα παιδιά για τα παιχνίδια τους και όλοι οι χωριανοί για τις γιορτές και τα πανηγύρια τους.

Μια σειρά από παραδόσεις και θρύλους για δράκοντες, αράπηδες, λάμιες, νύμφες και νεράιδες συνδέονται με τη βρύση. Η ποίηση και η λαϊκή ψυχή έχουν συνδεθεί τόσο πολύ με τη βρύση, που την έκαναν τραγούδι και την τραγούδησαν όπως της άξιζε.

  

Αλέξης Τότσικας,

«Ελληνική λαϊκή κληρονομιά |Εργαλεία και κατασκευές του υλικού παραδοσιακού βίου», Εκδόσεις Αρμός, 2008.

Read Full Post »

« Newer Posts