Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Περιηγητές’ Category

Thomas Hope (Τόμας Χόουπ 1769-1831)


 

Ο Thomas Hope με τουρκική ενδυμασία, έργο του Sir William Beechey
λάδι σε καμβά, 1798. National Portrait Gallery, London.

O Thomas Hope (Τόμας Χόουπ) (1769-1831), από τις θεαματικότερες προσωπικότητες της αγγλικής κοινωνίας στις αρχές του 19ου αιώνα, αναμείχτηκε σε κάθε τομέα καλλιτεχνικής δραστηριότητας, στη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική, την εσωτερική διακόσμηση, την ενδυματολογία και τη λογοτεχνία. Κάτοχος μίας σπουδαίας συλλογής ελληνικών αρχαιοτήτων υπήρξε από τους σημαντικότερους προπαγανδιστές του Greek Revival («Ελληνική Αναβίωση») στην Αγγλία και συνέβαλε ουσιαστικά στην εξοικείωση της αγγλικής καλαισθησίας με μία αυθεντικότερη ελληνική αισθητική.

Ο Hope ταξίδεψε στην Ευρώπη και την ανατολική Μεσόγειο. Επισκέφθηκε την Ελλάδα δύο φορές, μία για την προσωπική του περιήγηση, που κράτησε οκτώ χρόνια (1787-1795), και μία δεύτερη, κατά την οποία περιορίστηκε στην Πελοπόννησο. Εκπόνησε ο ίδιος σχέδια των τόπων που επισκέφθηκε, κάποια από τα οποία ωστόσο αντιγράφουν έργα του Fauvel. Κάποια άλλα τα έχει εκπονήσει ο Γάλλος ζωγράφος Michel-François Préault.

Τα σχέδια αυτά συγκεντρώθηκαν από τον ίδιο σε έξι τόμους. Η θεματική τους δεν περιορίζεται στην απεικόνιση αρχαιοτήτων, αλλά περιλαμβάνει και απόψεις των σύγχρονων πόλεων και κτηρίων, καθώς και απεικονίσεις προσώπων με παραδοσιακές ενδυμασίες. Υπάρχει και ένας τόμος με ενδυμασίες και δείγματα επίπλων της αρχαιότητας.

Ο Hope αποτελούσε τυπικό αρχαιόφιλο τουρίστα της εποχής. Από τα προϊστορικά μνημεία που ήταν γνωστά την εποχή αυτή ο Hope απεικόνισε αυτά των Μυκηνών. Υπάρχουν οκτώ εικόνες με σχετικά θέματα, από τις οποίες επτά είναι σχέδια. Η όγδοη είναι υδατογραφία, η οποία απεικονίζει μια γενική άποψη των Μυκηνών και ουσιαστικά αποτελεί διαφορετική εκδοχή ενός από τα σχέδια. Και στις δύο εικόνες απεικονίζονται σύγχρονες ανθρώπινες μορφές, ενώ η υδατογραφία διακρίνεται για τον ρομαντικό τόνο που της δίνει η φωτοσκίαση. Το προοπτικό σχέδιο της Πύλης των Λεόντων έχει επίσης σύγχρονες μορφές, οι οποίες απεικονίζονται να μετρούν τις διαστάσεις του μνημείου και να το σχεδιάζουν.

 

Μυκήνες, άποψη τής Ακρόπολης. Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Mycenae-platform or esplanade of the citadel-gate of the lions-wall of the cyclops- wall of Agamemnon’s tomb-bed of the torrent at the bottom of the precipice wh. separates the esplanade of the citadel from the mountains behind it». «Μυκήνες-κρηπίδωμα ή esplanade της ακρόπολης – πύλη των λεόντων – τείχος των κυκλώπων – τοίχος του τάφου του Αγαμέμνονος – κοίτη του ποταμού στο βάθος του γκρεμού που χωρίζει την esplanade της ακρόπολης από τα πίσω βουνά». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, άποψη της Ακρόπολης – Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Υδατογραφία σε χαρτί.

 

Μυκήνες, ή Πύλη των Λεόντων, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί.

 

Μυκήνες, ή Πύλη των Λεόντων, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Gate of the Cyclops at Mycenae – n.b. the top stone with the Lions measures 10 1/2 ft 5 in height in the center». «Πύλη των Κυκλώπων στις Μυκήνες – ή ανώτατη πέτρα με τούς λέοντες έχει διαστάσεις 10 1/2 πόδια ύψος, στο κέντρο». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, θολωτός τάφος ό λεγόμενος Θησαυρός ή Τάφος του Άτρέως, εξωτερική άποψη, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Treasury of Atreus, Mycenae – Lowest visible tier of stone». «Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες – Η κατώτατη ορατή σειρά από πέτρες». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, θολωτός τάφος ό λεγόμενος Θησαυρός ή Τάφος του Άτρέως, εξωτερική άποψη, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Treasury of Atreus, Mycenae – Lowest visible tier of stone». «Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες – Η κατώτατη ορατή σειρά από πέτρες». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, τμήμα τής εισόδου του λεγόμενου Τάφου τής Κλυταιμνήστρας – Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. «Entrance of the Treasury of Atreus, Mycenae». «Είσοδος τού Θησαυρού τού Ατρέως, Μυκήνες».
Ο Hope παρεννόησε το μνημείο και το αναφέρει ως «ο Τάφος του Ατρέως». Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον άλλο θολωτό τάφο, πού βρίσκεται δυτικά της Πύλης των Λεόντων και πού είναι γνωστός ως «ο Τάφος της Κλυταιμνήστρας». Ο τάφος αυτός ήταν ελάχιστα γνωστός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, πράγμα που εξηγεί την παρανόηση του Hope. Ο Γ. Ε. Μυλωνάς στο βιβλίο του «Πολύχρυσοι Μυκήνες», Αθήνα, 1983, αναφέρει (σελ. 175): «Κατά την τοπική παράδοση ο τάφος απεκαλύφθη από χωρικούς που κατασκεύασαν την αύλακα του παλιού των υδραγωγείου, είτε το 1808 είτε το 1812. Κατά τύχην η αύλαξ αυτή περνούσε επάνω από την κορυφή της θόλου του τάφου και κατά την κατασκευή του ευρέθη η λίθινη κορυφή τού θαλάμου». Στο σχέδιο του Hope διακρίνεται – στο πρώτο επίπεδο – ένα είδος αυλακιού που φθάνει έως το τύμπανο. Η παράσταση αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί από τις πρωιμότερες απεικονίσεις του μνημείου. (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

 

Στο ταξίδι του αυτό απεικόνισε και το Ναύπλιο και την Κρήνη του Χασάν Πασά.

 

Thomas Hope – Ναύπλιο, μερική άποψη τής πόλης από δυτικά. Σχέδιο με μελάνι και υδρόχρωμα σε χαρτί, τέλος 18ου αιώνα.

 

Thomas Hope – Ναύπλιο, γενική άποψη τής πόλης από τη θάλασσα, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με μελάνι σε χαρτί. Η άποψη αυτή θα πρέπει να σχεδιάστηκε από το Μπούρτζι, διότι όχι μόνο είναι αρκετά κοντινή, άλλα επιπλέον απεικονίζεται ολόκληρο το αριστερό τμήμα της πόλης το όποιο συνήθως καλύπτει ο όγκος του φρουρίου. Η άποψη αποτελεί μία εξαιρετικής σημασίας οπτική μαρτυρία για το προεπαναστατικό Ναύπλιο, δεδομένου ότι διασώζει παραδοσιακούς αρχιτεκτονικούς τύπους, αποκαλύπτοντας και την παραμικρή λεπτομέρεια.
Στην επάνω εικόνα (λεπτομέρεια) απεικονίζεται και το τουρκικό περίπτερο (τουρμπές) στην αποβάθρα του Ναυπλίου. (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Η Κρήνη του Χασάν Πασά στο Ναύπλιο, τέλος 18ου αιώνα. (Thomas Hope ή Michel-François Préault).

 

O Thomas Hope (Τόμας Χόουπ) γεννήθηκε στο Άμστερνταμ το 1769 από εύπορη οικογένεια Σκοτσέζων τραπεζιτών που, από τα τέλη του 17ου αιώνα, ήταν εγκατεστημένοι στην Ολλανδία. Ο πατέρας του, John Hope (1737-84), είχε παντρευτεί το 1764 την κόρη τού δημάρχου του Ρότερνταμ, Philipinna van der Hoeven (1738-90) και είχαν αποκτήσει τρία παιδιά: τον Thomas, τον Adrian-Elias και τον Henry-Philip. Oι  Hope έχοντας διασφαλίσει την κοινωνική παραδοχή ως αριστοκράτες του εμπορίου καταξιώθηκαν και στο χώρο της καλλιτεχνίας ως διακεκριμένοι συλλέκτες και μαικήνες της τέχνης.

Μόλις έκλεισε τα 18 του χρόνια ο Thomas, όπως όλοι οι νέοι τής τάξης του, ξεκίνησε για το καθιερωμένο Grand Tour· αλλά η δική του περιοδεία στην Ευρώπη κράτησε περισσότερο από το συνηθισμένο, οκτώ χρόνια, από το 1787 έως το 1795. Πριν από το τέλος του 18ου αιώνα ο Tomas Hope είχε πραγματοποιήσει επανειλημμένες επισκέψεις στην Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ελλάδα, την Αίγυπτο και τη Μ. Ασία.

Η επέλαση της Ναπολεόντειας στρατιάς στην Ευρώπη ανάγκασε τους Hope να εγκαταλείψουν την Ολλανδία και να εγκατασταθούν, το 1795, στο Λονδίνο. Ο Thomas, που ο θάνατος των γονιών του τον είχε καταστήσει κληρονόμο ενός τεράστιου μέρους της οικογενειακής περιουσίας, επιδίωξε τότε να προβληθεί στην υψηλή αγγλική κοινωνία.

Το 1799 απέκτησε ένα πολυτελές μέγαρο στο κέντρο του Λονδίνου (Duchess street) έργο του αρχιτέκτονα Robert Adam, και το 1807, ένα χρόνο μετά το γάμο του με την Louisa Beresford, αγόρασε την εξοχική έπαυλη και το κτήμα του Deepdene στο Surray. Τα δύο κτίρια δεν υπηρετούσαν απλώς την ανάγκη του ιδιοκτήτη τους να φιλοξενεί με τον πιο φανταχτερό τρόπο την κοσμική αγγλική κοινωνία· παράλληλα, σκοπός τους ήταν να στεγάσουν τις πολυπληθείς συλλογές του μέσα σε ένα αρκετά ιδιόρρυθμο και εκθαμβωτικό περιβάλλον, πού αποτελούσε την έκφραση των αισθητικών αντιλήψεων του ιδιοκτήτη, δηλαδή του λεγόμενου «στυλ Hope».

 

Το πολυτελές μέγαρο στο κέντρο του Λονδίνου (Duchess street), έργο του αρχιτέκτονα Robert Adam.

 

Οι συλλογές Hope ήταν αναμφίβολα μουσειακού επιπέδου ως προς την ποιότητα άλλα και ως προς την ποικιλία των ειδών. Ήδη σε ηλικία είκοσι ετών ο Hope είχε δείξει δείγματα του ώριμου καλλιτεχνικού του αισθητηρίου με την αγορά δύο εξαιρετικών ρωμαϊκών γλυπτών, πού είχε δει στη Ρώμη. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια η συλλογή του με αρχαιότητες αυξήθηκε θεαματικά. Το 1801 απόκτησε τα δύο τρίτα από τα αγγεία της συλλογής Hamilton, που δημοπρατήθηκαν στο Ghristie’s ενώ, τρία χρόνια αργότερα, η συλλογή του περιλάμβανε συνολικά 1500 αγγεία. Οι διάφορες συλλογές από ελληνικές, ρωμαϊκές και αιγυπτιακές αρχαιότητες είχαν τοποθετηθεί στις νέες πτέρυγες, πού είχαν προστεθεί στο μέγαρο της οδού Duchess, ενώ αριστουργηματικοί πίνακες των Παλαιών Δασκάλων ήταν εκτεθειμένοι σε ειδικά διαρρυθμισμένες αίθουσες του μεγάρου, όπως «Η Πινακοθήκη» και «Η Φλαμανδική Πινακοθήκη».

Δεκτικός σε σύγχρονα καλλιτεχνικά ερεθίσματα, ο Hope κατόρθωσε – πριν ακόμα συμπληρώσει τα τριάντα του χρόνια – να ξεχωρίσει πρωτοποριακούς καλλιτέχνες όπως τον John Flaxman, για τα έργα του όποιου δημιουργήθηκαν ειδικές αίθουσες στο μέγαρο της οδού Duchess, και τον Bertel Thorvaldsen ο όποιος φιλοτέχνησε μία πλήρη σειρά από προτομές των μελών της οικογένειας του. Αυτός αγόρασε τον πρώτο πίνακα του Benjamin Haydon, που παρουσιάστηκε στη Βασιλική Ακαδημία το 1807. Και το 1804 δημοσίευσε το μαχητικό φυλλάδιο με τον τίτλο Παρατηρήσεις σχετικά με τα σχέδια του Dowing College, υπέρ της επαναστατικής πρότασης του άσημου – τότε – αρχιτέκτονα, William Wilkins, που τον έφερε αντιμέτωπο με το σύνολο των μελών της Βασιλικής Ακαδημίας.

Παρόλο που οι αφορισμοί του Hope, πάνω σε θέματα αρχιτεκτονικής και τέχνης δεν διευκόλυναν τις σχέσεις του με τις αυθεντίες του καλλιτεχνικού κατεστημένου της εποχής, κατάφερε ωστόσο να γίνει αποδεκτός ως ένας παράγοντας τού δημόσιου βίου και μία προσωπικότητα ικανή να ασκεί επιρροή πάνω στην πνευματική ζωή τού τόπου.

Η δραστήρια ανάμιξή του σε μία σειρά καλλιτεχνικών εταιριών είναι χαρακτηριστική· παράλληλα, αυτή ακριβώς η σχέση του με υψηλούς φορείς επιρροής ισχυροποιούσε τη δυνατότητά του να προωθεί τις προσωπικές του αισθητικές αντιλήψεις.

Πραγματικά, το «στυλ Hope», δηλαδή μία σύνθεση από πρότυπα που είχαν σαν πηγή έμπνευσης ένα σύνθετο όραμα αρχαίων πολιτισμών, βοήθησε στη διαμόρφωση της αγγλικής καλαισθησίας της περιόδου Regency. Επιπλέον η ανοιχτή επιδοκιμασία του Hope για την αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική και ο ενθουσιασμός του για τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη συνέβαλαν ουσιαστικά στη δημιουργία ενός ευνοϊκού κλίματος για την ανάπτυξη του Greek Revival («Ελληνική Αναβίωση»).

Το ενδιαφέρον του για την καθιέρωση μιας κλασικής αρχιτεκτονικής με αφετηρία αυθεντικότερα ελληνικά πρότυπα – το όποιο είχε εκδηλωθεί το 1804 με τη δημοσίευση τού φυλλαδίου για το Dowing College – συνοδεύτηκε από μία περαιτέρω διάδοση αρχαιοελληνικών διακοσμητικών στοιχείων στη σύγχρονη ζωή με μία σειρά εκδόσεων όπως: Οικιακή Επίπλωση και Εσωτερική Διακόσμηση (Household Furniture and Interior Deco­ration, 1807), Η ενδυμασία των Αρχαίων (Costume of the Ancients, 2 τόμοι, 1812) και Σχέδια για τη Σύγχρονη Ενδυμασία (Designs of Modern Costume, 1812). Οι πίνακες των εκδόσεων χαράχτηκαν με βάση τα σχέδια πού φιλοτέχνησε ο ίδιος μελετώντας σχολαστικά και αντιγράφοντας παραστάσεις αρχαίων αγγείων όπως αυτά που είχε στην ιδιωτική του συλλογή.

Η εικονογράφηση των εκδόσεων, που συχνά περιλαμβάνει αντικείμενα που μπορούσε να τα δει κανείς στο σπίτι του Hope, ενίσχυσε το αρχαιοπρεπές ύψος πού χαρακτήριζε την εσωτερική διακόσμηση της εποχής Regency. Επιπλέον οι συνδυασμοί μορφολογικών λεπτομερειών από κλασικές ενδυμασίες και έπιπλα πρόσφεραν ένα απλουστευμένο αρχαιοελληνικό ρεπερτόριο, κατάλληλο για την επιτυχή διακόσμηση ενός εσωτερικού χώρου σε στυλ «antique». Με τον τρόπο αυτό δεν κατόρθωσε μόνο να υλοποιήσει τις θεωρίες του, δημιουργώντας μεγαλοπρεπείς χώρους διακοσμημένους με πρωτότυπα έπιπλα, αλλά χάρη στις εικονογραφημένες εκδόσεις, που αποτελούν τα εγχειρίδια του στυλ Hope, συνέβαλε στην εξοικείωση της αγγλικής καλαισθησίας με μία νέα αισθητική.

Το ταλέντο του να αναπλάθει την ατμόσφαιρα μακρινών πολιτισμών και τόπων χάρισε στον Hope έναν ακόμη τίτλο, του συγγραφέα ενός δημοφιλέστατου μυθιστορήματος, πού δημοσιεύτηκε ανώνυμα το 1819 με τον τίτλο: Αναστάσιος ή οι Αναμνήσεις ενός σύγχρονου Έλληνα γραμμένες στο κλείσιμο του 18ον αιώνα (Αηαstasius or the Memoirs of a Modern Greek, written at the close of the 18th Century). Σε μία τρίτομη δραματική ιστορία ενός νεαρού Χιώτη, που αναγκάζεται να καταφύγει στη θάλασσα επειδή αποπλάνησε την ανήλικη κόρη του αφεντικού του πατέρα του, και μέχρι το τέλος της ζωής του δοκιμάζει θρυλικές περιπέτειες σε εξωτικές χώρες γύρω από τη Μεσόγειο και τη Μ. Ασία, ο Hope ζωντανεύει το σκηνικό, τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων που ο ίδιος είχε γνωρίσει στη διάρκεια των ταξιδιών του. «Πήγα σε κάθε ένα από τα μέρη που περιγράφω λεπτομερειακά στον ’Αναστάσιο» εξομολογείται και πραγματικά δεν είναι δύσκολο να τον πιστέψει κανείς, κυρίως αφοί ξεφυλλίσει τούς τόμους με τά σχέ­διά του που φυλάγονται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη.

Ο Hope επισκέφτηκε την Ελλάδα, δύο φορές: τη μία στη διάρκεια του Grand Tour της περιόδου 1787 – 95 και τη δεύτερη γύρω στα τέλη τού 1799. Κατά τη δεύτερη επίσκεψή του περιηγήθηκε την Πελοπόννησο, τον συνόδευε ο Προκόπιος Μακρής, Αντιπρόσωπος της Εταιρείας της Μέσης Ανατολής (Levant Company) στην Αθήνα και ο πατέρας της Τερέζας Μακρή, της «Κόρης των Αθηνών» του Byron.

Φαίνεται πώς προκειμένου να αποκτήσει ένα πληρέστερο λεύκωμα με ελληνικές απόψεις ο Hope αγόρασε ελληνικά έργα και από άλλους καλλιτέχνες. Γνωρίζουμε ότι προσέλαβε το Γάλλο ζωγράφο MichelFrançois Préault, ο όποιος προηγουμένως είχε εργαστεί για τον Προκόπιο Μακρή καθώς και για τον Άγγλο περιηγητή JohnTweddel. Χρησιμοποίησε επίσης και μερικά έργα του Γάλλου Προξένου Louis Sebastien Fauvel. Στις παραστάσεις του Μνημείου της Σαλαμίνας και της Κορίνθου ο Hope σημειώνει ότι τις έχει αντιγράψει από τον Fauvel.

Ο Hope κάνει αναφορές σε παλιότερους περιηγητές σχολιάζοντας – και συχνά αντικρούοντας – τις απόψεις τους. Ο κάπως υπεροπτικός τόνος και η αυτοπεποίθηση με την όποια διατυπώνει τις σκέψεις του πάνω σε προβλήματα ταύτισης των μνημείων ή διαφόρων κλασικών τοποθεσιών είναι χαρακτηριστικά του «πεφωτισμένου» αρχαιόφιλου τουρίστα.

Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope (1769-1831) – Εικόνες από την Ελλάδα του 18ου αιώνα». Μουσείο Μπενάκη, Βρετανικό Συμβούλιο,  Εκδοτικός οίκος «Μέλισσα», Αθήνα, 1985.

 

Read Full Post »

Το ταξίδι του Φρειδερίκου Θειρσίου στην Ελλάδα (1831-1832) μέσα από τις επιστολές του προς τη σύζυγό του, ως πηγή αρχαιολογικής μαρτυρίας για την Πελοπόννησο – Ιωάννα Σπηλιοπούλου. Διημερίδα «Η Ιστορική και αρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.


 

Φρειδερίκος Θείρσιος, λιθογραφία 1830.

Κατά τη διάρκεια μίας πολύμηνης παραμονής του στην Ελλάδα (1831-1832), ο ξακουστός Γερμανός Κλασικός Φιλόλογος και φιλέλληνας Friedrich Thiersch ή Ειρηναίος Θείρσιος, όπως συνήθως αναφέρεται στα ελληνικά κείμενα, επισκέφτηκε και πολλά μέρη της Βορειοανατολικής και Κεντρικής Πελοποννήσου: τη Ναυπλία, το Άργος, την Τίρυνθα, τις Μυκήνες, τη Νεμέα, τον Φλ(ε)ιούντα, την Μαντίνεια, τον Αρκαδικό Ορχομενό, τη Στύμφαλο, τη Σικυώνα, την Κόρινθο και την Ισθμία. Μέσα από την αλληλογραφία του με τη γυναίκα του, μία σημαντική ιστορική πηγή για την κρίσιμη περίοδο των πολιτικών διενέξεων που μεσολάβησαν από τη δολοφονία του Καποδίστρια έως την άφιξη του Όθωνα, προκύπτουν και πολύτιμες αρχαιολογικές πληροφορίες για τα μέρη που επισκέφτηκε, που φωτίζουν εν μέρει άγνωστες πτυχές της ιστορίας της ελληνικής αρχαιολογίας.

[…] Τα πρωτότυπα κείμενα των επιστολών πρόκειται να δημοσιευθούν προσεχώς με εισαγωγή του Hans Martin Kirchner, αρχαιολογικό και ιστορικό υπομνηματισμό του Καθηγητή Hans Rupprecht Goette (Πανεπιστήμιο Giessen / Κεντρική Υπηρεσία του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, Βερολίνο) και της Ιωάννας Σπηλιοπούλου, ελληνική μετάφραση της ιδίας, καθώς και απεικονίσεις, κυρίως από περιηγητικές εκδόσεις της εποχής. Η επικείμενη δίγλωσση έκδοση θα φέρει τον τίτλο: Friedrich Thiersch, Reisebriefe aus Griechenland an seine Frau in der Fassung der Publikation im Morgenblatt fur gelehrte Stande” (1831-1832) / Φρειδερίκος Θείρσιος, Ταξιδιωτικές Επιστολές προς τη σύζυγό του από την Ελλάδα, όπως αυτές δημοσιεύτηκαν στο «Πρωινό Φύλλο για μορφωμένα κοινωνικά στρώματα» 1831-1832….

[…] Την 21η Αυγούστου του 1831 έφυγε ο Θείρσιος από το Μόναχο με μία ταξιδιωτική άμαξα και προορισμό του την Τεργέστη, για να επιβιβασθεί στο πλοίο που θα τον έφερνε στην Ελλάδα, προβάλλοντας ως επίσημη αιτία τη διεξαγωγή αρχαιογνωστικής έρευνας. Τί ήταν όμως πραγματικά αυτό που τον οδήγησε ειδικά εκείνο το πολυτάραχο φθινόπωρο του 1831 στη χώρα μας ως απεσταλμένο του Λουδοβίκου; Για ποιο επίσης λόγο δεν δημοσίευσε τις ταξιδιωτικές του επιστολές στην τόσο σημαντική και οικεία του «Γενική Εφημερίδα του Augsburg» (“Augsburger Allgemeiner Zeitung”) με την οποία είχε στενή συνεργασία, αλλά στο λογοτεχνικό περιοδικό “Morgenblatt fur gebildete Stande”, και πάλι όργανο του Cotta; Γιατί αυτό το ταξίδι ξεκίνησε χωρίς μακρά προετοιμασία και παρατάθηκε πέραν των θερινών τριμήνων διακοπών του Πανεπιστημίου, οδηγώντας τον Θείρσιο να πάρει επιπρόσθετα έξι εβδομάδες ερευνητική εκπαιδευτική άδεια, ξεπερνώντας συνολικά ένα έτος; Αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα γεννώνται στον υποψιασμένο αναγνώστη, που έκπληκτος πληροφορείται ότι ο Θείρσιος είχε ήδη στραφεί προς το στρατόπεδο των αντιπάλων του Καποδίστρια και ότι η πολιτική τον ενδιέφερε περισσότερο από τις αρχαιότητες, και γι’ αυτόν τον λόγο είχε πάρει την εκπαιδευτική άδεια από το Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Κύριος λοιπόν στόχος του ταξιδιού του ήταν να προετοιμάσει αποτελεσματικά το έδαφος για την ανακήρυξη του Όθωνα ως βασιλιά της Ελλάδας και να εκθέσει στη βαυαρική αυλή την πολιτική και οικονομική κατάσταση του υπό συγκρότηση ελληνικού κράτους. Καρπός της μονοετούς αυτής παραμονής του στη χώρα (1831-1832) υπήρξε το δίτομο έργο του De letat actuel de la Grece et des moyens darriver a sa restauration, στο οποίο ασχολείται με την πολιτική κατάσταση της χώρας στα χρόνια του Καποδίστρια και στο διάστημα που μεσολάβησε από τη δολοφονία του Κυβερνήτη έως την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα.

Τώρα όμως ας περάσουμε στην αρχαιολογική του περιπλάνηση και τις μικροανασκαφές που διενήργησε, περιοριζόμενοι στην Αργολιδοκορινθία και τη γειτονική της Αρκαδία, εφόσον η παρούσα δημοσίευση αποτελεί μόνο προαναγγελία της επικείμενης δίγλωσσης σχολιασμένης έκδοσης.

 

Ναυπλία, 21 Σεπτ.

 

Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1831, μετά από ένα ταξίδι 16 ημερών, έφτασε ο Θείρσιος με πλοίο από την Τεργέστη στο ύψος της Κέρκυρας. Την 21η Σεπτεμβρίου βρίσκεται στο ύψος της Ύδρας και των Σπετσών και συνεχίζει για τη Ναυπλία, από όπου γράφει στη γυναίκα του Αμαλία:

«Ποτέ δεν ήταν η υγεία μου σε καλύτερη κατάσταση, ο καιρός είναι θαυμάσιος, όπως στη χώρα μας το κατακαλόκαιρο, και το κομμάτι της Ελλάδας που βλέπω εδώ γύρω από τον Αργολικό κόλπο, απέναντι το Άργος με την Ακρόπολη της Λάρισας, στα πλάγια τα ερείπια της Τίρυνθας μέσα στην ωραία πεδιάδα, μαγευτικό […]. Αλλά και με τη χολέρα και την πανούκλα δεν υπάρχει εδώ τίποτα το ανησυχητικό. Σε τέσσερεις μέρες θα γράψω σε σένα και σε άλλους αναλυτικά για τη Σύρα, ελπίζοντας ότι αυτό εδώ το γράμμα με τα καλά νέα θα φτάσει νωρίτερα».

 

Άργος, 26 Σεπτ.

 

Πέντε μέρες αργότερα ο Θείρσιος γράφει στη σύζυγό του, ενθουσιασμένος για τις αρχαιολογικές εξορμήσεις που έκανε από το Άργος στις πανάρχαιες κυκλώπειες πόλεις της Αργειακής γης, Τίρυνθα και Μυκήνες.

«Φτάσαμε με τον κ. Metzger την ίδια μέρα στο Άργος μέσω Τίρυνθας, συνοδευόμενοι από τον κ. Ρίζο και τον κ. Σχινά, έναν από τους Έλληνες της νεώτερης γενιάς, που σπούδασαν στη Γερμανία. Σκοπός μας είναι να γνωρίσουμε αυτή τη γωνιά της ιπποτρόφου Αργειακής γης (μυχὸς Ἄργεoς ἱππoβότoιo) και τις πανάρχαιες κυκλόπειες πόλεις του, από τις οποίες η Τίρυνς και οι Μυκήνες κείτονται ακόμη μέσα στα ίδια ερείπια, που ήδη περιέγραψε ο Παυσανίας. Ο δρόμος από το Ναύπλιο οδηγεί μέσω της πεδιάδας, που απλώνεται μεταξύ της άκρης του αργολικού κόλπου και των βουνών σε μία έρημη περιοχή χωρίς καθόλου βλάστηση και φτάνει στα ερείπια της Τίρυνθας, που εκτείνονται στη μέση της πεδιάδας πάνω σε μία επιμήκη βραχώδη ράχη [..]. Τα κυκλώπεια τείχη, η σκεπαστή πύλη κατασκευασμένη από πελώρια κομμάτια βράχου και ο πύργος που υψώνεται πάνω σε μία κολοσσιαία βάση έχουν εξίσου τον μεγαλειώδη χαρακτήρα μιας ηρωικής εποχής».

Στο ίδιο γράμμα της 26ης Σεπτεμβρίου εκφράζει ο Θείρσιος την απογοήτευσή του από τη σύγχρονη πόλη του Άργους, που δεν είναι πλέον αντάξια του ονόματός της, σε αντίθεση με την Ακρόπολη της Λάρισας που δεσπόζει στο βάθος, τα ερειπωμένα τείχη της οποίας αποτελούν άφθαρτα κατάλοιπα της ελληνικής προϊστορίας.

«Από την Τίρυνθα, που απέχει από το Ναύπλιο μόνο τρία τέταρτα, φτάσαμε εγκαίρως το βράδυ στο Άργος, και αντί να βρούμε μία πόλη αντάξια του ονόματός της, αντικρύσαμε μία σειρά από ευτελείς καλύβες φτιαγμένες από τούβλα, με αμέτρητα ερείπια να παρεμβάλλονται ανάμεσά τους: τις απαρχές μιας πόλης που αρχίζει να ξανακτίζεται μετά από μία ολοσχερή καταστροφή, ήδη σε μία ανάκατη μορφή με ωραία μεμονωμένα νεόδμητα σπίτια, και πίσω της πάνω σε απόκρηνο ύφωμα το αρχαίο κάστρο της Λάρισας, που τα ερειπωμένα τείχη του  φέρουν τα ίχνη της ενετικής κατάκτησης, το δε κυκλώπειο κάτω μέρος του τα άφθαρτα κατάλοιπα της ελληνικής προϊστορίας».

 

Μυκήνες, 28 Σεπτ.

 

Μετά από δύο ημέρες γράφει ο Θείρσιος με μεγάλο θαυμασμό για την επίσκεψή του στις Μυκήνες, αναφέροντας και τη μικροανασκαφή που επιχείρησε στον Θησαυρό του Ατρέα.

«Οι Μυκήνες βρίσκονται ακόμα μέσα στα ίδια ερείπια που τις είδε ο Παυσανίας και κείτονται μέσα σε αυτά ήδη 500 χρόνια προ Χριστού, από τότε που η πόλη καταστράφηκε από το γειτονικό Άργος. Ο κυκλώπειος στενός δρόμος με την Πύλη των Λεόντων, το υπόσκαφο οικοδόμημα στο οποίο φύλαγε ο Ατρέας τα όπλα και τα κειμήλιά του, και τα ερείπια πέντε άλλων, ίδιων με αυτά της Τίρυνθας, μαρτυρούν τον χαρακτήρα και τη ζωή της πανάρχαιας εκείνης ελληνικής εποχής, που αποτυπώνεται εδώ οπτικά, ενώ στα ομηρικά έπη εκφράζεται ψυχικά. Όποιος θέλει να γνωρίσει και να κατανοήσει την αρχαία Ελλάδα, θα πρέπει να αρχίσει υποχρεωτικά από αυτό εδώ το αρχαιότερο ιερό της και να καταλήξει στην Αθήνα, δρόμο που θα ακολουθήσω γενικά κι εγώ, και θεωρώ τον εαυτό μου ευτυχή που ευνοήθηκα από περιστάσεις τρίτων και οικειοποιήθηκα τις γνώσεις τους μέσα από προσωπική μου αυτοψία. Στον Θησαυρό του Ατρέα έβαλα να ανασκάψουν μέρος του δαπέδου, που αποτελείται κοντά στους τοίχους από κόκκινο κονίαμα, ενώ κοντά στην είσοδο από μαρμάρινες πλάκες, κι έτσι μπόρεσα να διασώσω μερικά υπολείμματα από τους πολύτιμους κίονές του».

Στην επιστολή της 30ης Σεπτεμβρίου από τη Ναυπλία αναφέρεται ο Θείρσιος στα αποτελέσματα των ανασκαφικών του επιχειρήσεών στην Τίρυνθα, που αποσκοπούσαν στον εντοπισμό των θεμελίων του ανακτόρου και της εισόδου του.

«Επιστρέψαμε εχτές το βράδυ μέσω Τίρυνθας στη Ναυπλία. Συνεχίζοντας τις ανασκαφές στην Τίρυνθα, έφερα στο φως μέρος των θεμελίων του αρχαίου ανακτόρου […], μόνο ένα κομμάτι των παραστάδων της πύλης από πράσινο γρανίτη κείτονταν σε απόσταση εικοσιενός ποδιών από την πεσσοστοιχία, εγείροντας την υποψία ότι είχαμε μπροστά μας τα θεμέλια του ανακτόρου και σε αυτό το σημείο σίγουρα την κάτοψη της πύλης του. Πράγματι δεν θα μπορούσε να βρίσκεται σε καλύτερο σημείο από αυτό εδώ, στην άκρη του μέσου της βουνοκορυφής, πίσω από μία κύρια ανάβαση, με θέαση προς τη θάλασσα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης, της κυρίας Ιωάννας Σπηλιοπούλου, Επίκουρος Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το ταξίδι του Φρειδερίκου Θειρσίου στην Ελλάδα (1831-1832)…

 

Read Full Post »

«Το Άργος του 19ου αιώνα με το μάτι των Ξένων Περιηγητών και Ταξιδιωτών». Ιωάννης Νεραντζής – Δρ. ιστορίας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Ο αββάς Fourmont, ασύδοτος χάρη στο σουλτανικό φιρμάνι και τη διπλωματική κάλυψη, θα επιδοθεί στη συστηματική καταστροφή των αρχαίων μνημείων του ελλαδικού χώρου, προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή που του ανέθεσε ο βασιλικός του αυθέντης και να συγκεντρώσει αρχαιότητες. Στην Αθήνα έφθασε λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1729. Εκεί στην Αθήνα αρχίζει η καταστροφή των ενεπίγραφων μνημείων. Ύστερα από πεντάμηνη παραμονή στην Αθήνα ο Fourmont θα συνεχίσει την περιοδεία του στον Μωριά, μ’ όλο που η πανώλη απλωνόταν παντού και προκαλούσε μεγάλο θανατικό, έπειτα, το ταξίδι ήταν επικίνδυνο και εξ αιτίας των ληστοσυμμοριών, γι’ αυτό τη συνοδεία του Γάλλου αββά αποτελούσαν, εκτός από τον ανιψιό του, ένας δραγουμάνος, ένας γενίτσαρος, τρεις υπηρέτες και πέντε άλογα. Προχώρησε ως την καρδιά της Πελοποννήσου (Μαντινεία, Καρύταινα). Στην Αρκαδία όμως έβραζε η πανώλης κι’ αναγκάστηκε να γυρίσει στην Αργολίδα.

Ενεργεί ανασκαφές στο Άργος και την Ερμιόνη. Εν τέλει ο Fourmont θα διασχίσει ολόκληρο τον Μωριά, από τον Αργολικό ως το Ιόνιο και από τον Κορινθιακό ως τη Μάνη· [Αρχαία και παλαιά] βιβλία δεν βρήκε πουθενά για να αγοράσει. Όμως η τελευταία φάση των αρχαιοθηρικών περιηγήσεων του Fourmont υπήρξε καταστροφική. Γκρέμισε και αφάνισε τα αρχαιολογικά μνημεία που είχαν απομείνει στην Πελοπόννησο. Ενεργούσε ανασκαφές στους αρχαιολογικούς χώρους και θρυμμάτιζε τα μάρμαρα που έρχονταν στο φως. Στη Σπάρτη η καταστροφή ήταν προμελετημένη και πήρε μεγάλη έκταση. Από την εποχή των Γότθων είχε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα τέτοια βαρβαρότητα. Ο Fourmont όμως είναι περήφανος για τους βανδαλισμούς του. Με υπεροψία περιγράφει το καταστροφικό έργο του στο γράμμα της 10 Απριλίου 1730 προς τον φίλο του Freret:

«Τα ισοπέδωσα, τα ξεθεμελίωσα όλα. Από τη μεγάλη αυτή πολιτεία, [δηλ. τη Σπάρτη], δεν απόμεινε πια λίθος επί λίθου. (…). Έψαξα να βρω τις αρχαίες πολιτείες αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές. Ανάμεσα σ’ αυτές την Ερμιόνη, την Τίρυνθα, την Τροιζήνα, τη μισή Ακρόπολη του Άργους, τη Φλιούντα, τη Φενεό και αφού ταξίδεψα στη Μάνη, όσο βέβαια επέτρεπε η φρόνηση, είμαι απασχολημένος εδώ και έξι βδομάδες με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης. (…). Η Σπάρτη είναι η πέμπτη πολιτεία του Μωριά που ξεθεμελιώθηκε. Η Ερμιόνη και η Τροιζήνα είχαν την ίδια τύχη. Δεν μου γλύτωσαν ούτε το Άργος ούτε η Φλιούντα. (…). Τώρα είμαι απασχολημένος με την καταστροφή του ναού του Απόλλωνα στις Αμύκλες. (…). Θα καταστρέψω κι’ άλλους ναούς αν μ’ αφήσουν. (…)».

 

Η πεδιάδα του Άργους με καταγεγραμμένες τις πόλεις και τα χωριά. Ο Fourmont έψαχνε αρχαιότητες και ελληνικά χειρόγραφα για να τα μεταφέρει στη βιβλιοθήκη των ανακτόρων. Στο κέντρο τοποθετεί την πυραμίδα του Ελληνικού.

 

Την ίδια ημέρα (10 Απριλίου 1730) γράφει στον Sevin ότι εξασφάλισε τη συμπαράσταση των Τούρκων και των Εβραίων στο καταστροφικό του, όσο και φιλόδοξο, έργο του να εξαφανίσει όλα τα μνημεία, αλλά ευτυχώς ανεκλήθη στη Γαλλία και τελικώς μπαρκάρει στις 23 Απριλίου 1730 στ’ Ανάπλι και επιστρέφει στη Γαλλία μέσω Κρήτης. Η περιήγησή του στην Ελλάδα κράτησε δεκαέξι μήνες…

Chateaubriand – Έργο του Γάλλου ζωγράφου Anne-Louis Girodet de Roussy-Trioson (1767- 1824) 1808.

[…] Στο Άργος φιλοξενήθηκε και ο Γάλλος αριστοκράτης Francois-Rene de Chateaubriand, στο σπίτι του εκ Ζακύνθου και μονίμως εγκατεστημένου στο Άργος γιατρού και λόγιου Διονυσίου Αβραμιώτη. Όταν ξεκίνησε για το ταξίδι του στην Ελλάδα, το 1806, και με τελικό προορισμό την Παλαιστίνη, ο Γάλλος φιλοβασιλικός ευγενής ήταν 38 χρόνων, συνομήλικος με τον Ναπολέοντα. Φευγαλέα η παρουσία του στην Ελλάδα. Η περιήγηση του Chateaubriand στην Ελλάδα άρχισε από τη Μεθώνη στις 10 Αυγούστου 1806. Έμεινε στην Ελλάδα δέκα εννέα μέρες, από τις οποίες τις επτά άρρωστος από θέρμες σ’ ένα αρβανιτοχώρι της Αττικής, μοιρασμένες ανάμεσα στην Αττική και την Πελοπόννησο. Ωστόσο ο Chateaubriand κατόρθωσε με τους ερεθισμούς των 13 ημερών στην Ελλάδα να καλύψει έναν ολόκληρο τόμο από το τρίτομο περίφημο «Οδοιπορικό» του.

Ζούσε μόνιμα στο Άργος ο λόγιος γιατρός Διονύσιος Αβραμιώτης όταν έλαβε συστατική επιστολή του δραγουμάνου του γαλλικού προξενείου της Κορώνης Fornetti να φιλοξενήσει και να ξεναγήσει τον Chateaubriand που φθάνει στο Άργος στις 20 Αυγούστου.

Πραγματικά ο Έλληνας γιατρός του Άργους, κατοπινός κατήγορος του Chateaubriand, υποδέχτηκε τον Γάλλο λογοτέχνη και τον ξενάγησε. Ούτε μία μέρα δεν κράτησε η παραμονή του Chateaubriand στο Άργος· ο Αβραμιώτης τον συνόδεψε μόνο στο φρούριο της Λάρισας.

«[Ο Αβραμιώτης] γύρισε τη συζήτηση γύρω από το Άργος. Μίλησε στον περιηγητή για τη Λάρισα, για τον Ίναχο, για τις Μυκήνες, για την Τίρυνθα, για το Ναύπλιο, αρχαίους και ένδοξους τόπους, αλλά ο Chateaubriand είχε το νου του στο φευγιό. Να ετοιμάσετε τα άλογα». Έπρεπε να φύγει χαράματα. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να δη το θέατρο.

– Το είδα όταν ερχόμουν στο Άργος, απάντησε ο ξένος.

– Παρατηρήσατε τις κερκίδες που έχουν ανοιχτεί στο βράχο;

– Όχι, όχι, δεν πλησίασα. Το είδα από μακριά, από τον δρόμο. Δεν μ’ ενδιαφέρουν άλλωστε τέτοιες λεπτομέρειες».

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Τον έπεισε τελικά να ανεβούν στην ακρόπολη του Άργους, τη Λάρισα. Ενθουσιάστηκε από τη θέα. Του μίλησε ο γιατρός για τις αρχαιότητες, για τα λείψανα των μνημείων, για το χρέος του σοφού ταξιδιώτη να ερευνήσει, να φωτίσει.

«Μου απάντησε ότι δεν είναι πλασμένος για τέτοιες δουλικές μελέτες, ότι του ήταν αρκετή μία ματιά από εκείνο το ύψωμα για να ξυπνήσει στη μνήμη του τις γελαστές εικόνες του μύθου και της ιστορίας».

Ο Chateaubriand έδειχνε συνέπεια και ειλικρίνεια. Απορούσε ο λόγιος Ζακυθινός γιατρός. Τέτοιος περιηγητής δεν είχε ξαναβρεθεί στην Ελλάδα.

« – Αγαπητέ μου κύριε, δεν μοιάζετε διόλου με τους άλλους ταξιδιώτες, που δεν λογαριάζουν κόπους, κινδύνους, έξοδα για να δουν τα αρχαία λείψανα και να με συμπαθάτε που θα σας πω ότι αυτή η οδοιπορία που κάνατε εδώ δεν θα σας χρησιμέψει σε τίποτα. Το πολύ-πολύ να σας χαρίσει τίποτα θέρμες που θα σας βασανίσουν τον χειμώνα». Ο Chateaubriand θα συνεχίσει το γοργό ταξίδι του προς την Αθήνα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Άργος του 19ου αιώνα με το μάτι των Ξένων Περιηγητών και Ταξιδιωτών

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Οι Μυκήνες και το Άργος μέσα από τα μάτια των περιηγητών © Δημήτρης Τότσικας


 

Αναδρομή στην ιστορία του Άργους και των Μυκηνών

 

Η ευρύτερη περιοχή του Άργους αποτέλεσε μια από τις σπουδαιότερες κοιτίδες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και γέννησε πασίγνωστους ήρωες, μύθους και θρύλους. Η πόλη του Άργους θεωρείται η αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης, καθώς ήδη από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού, που κατοικήθηκε αδιάλειπτα μέχρι σήμερα στην ίδια γεωγραφική θέση.

Η αρχαία πόλη των Μυκηνών, χτισμένη σε στρατηγικό σημείο στο βάθος του Αργολικού κόλπου, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό συγκρότημα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Οι σημαντικές αυτές πόλεις ήταν φυσικό να συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον όχι μόνο των ιστορικών και των ποιητών, αλλά και των απλών επισκεπτών τους από την αρχαιότητα. Ανάμεσα στους επισκέπτες ξεχωρίζουν οι περιηγητές, οι οποίοι άφησαν σημαντικά κείμενα με χρήσιμες πληροφορίες για την εποχή τους.

Ο όρος «περιηγητής» (<περί + ηγούμαι) αναφέρεται σε αυτόν που ταξιδεύει σε έναν ξένο τόπο και περιδιαβαίνει είτε για αναψυχή είτε για μελέτη των μνημείων, του τρόπου ζωής των κατοίκων και άλλων επιμέρους θεμάτων. Η κλασική μορφή ενός περιηγητή περιλαμβάνει κάποιον που ταξιδεύει τριγυρίζοντας σε τόπους άγνωστους κι ανεξερεύνητους, με φυσικά μέσα (πεζός ή πάνω σε άλογο ή σε άμαξα), σημειώνοντας τις παρατηρήσεις του συνήθως με τη μορφή χρονικού ή ημερολογίου.

 

Οι αρχαίοι περιηγητές

 

Η ιστορία του περιηγητισμού στην Αργολίδα ξεκινά από τα ομηρικά έπη. Ο Όμηρος απαθανατίζει τόσο τις «πολύχρυσες Μυκήνες» όσο και το «ιπποτρόφον» και «πολυδίψιον Άργος», τις αγαπημένες πόλεις της θεάς Ήρας. Επίσης μας παρουσιάζει τον αρχιστράτηγο των Ελλήνων Αγαμέμνονα με το χρυσό σκήπτρο που φιλοτέχνησε ο Ήφαιστος, τον βασιλιά του Άργους Διομήδη, καθώς και πλήθος μυθολογικών στοιχείων που σχετίζονται με την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας. Στα ομηρικά έπη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, το Άργος αναφέρεται (ως ουσιαστικό ή επίθετο) συνολικά 232 φορές. Ωστόσο ο ποιητής δε μας δίνει αξιοσημείωτες τοπογραφικές λεπτομέρειες για καμιά από τις δυο πόλεις.

Οι μετέπειτα αρχαίοι συγγραφείς και γεωγράφοι, Στράβων και Οβίδιος, αναφέρουν ότι ελάχιστα στοιχεία έχουν απομείνει από την εποχή του Χαλκού και έτσι αποθαρρύνουν τους μελλοντικούς αρχαιοδίφες. Ο Στράβων, που περιηγείται την Πελοπόννησο το 29 π.Χ., περιγράφει την πόλη του Άργους, αναφέρει την ακρόπολη Λάρισα, τους ποταμούς Ίναχο και Ερασίνο, ενώ δηλώνει ότι «σή­μερα δεν βρίσκεται ούτε ίχνος από την πόλη των Μυκη­ναίων».

Ο Παυσανίας, που ακολουθεί, τον 2ο αιώνα μ.Χ., εξετάζει σχολαστικά την πόλη του Άργους και επισκέπτεται τα απομεινάρια των Μυκηνών της Ελληνιστικής Εποχής. Ως εκ τούτου, δεν αναφέρει τίποτα για θολωτούς τάφους ή ταφικούς κύκλους, καθώς τα μνημεία αυτά πιθανότατα καλύφθηκαν από τους Αργείους το 468, για να ελαχιστοποιήσουν τη δόξα των Μυκηνών. Πηγές του αρχαίου περιηγητή αποτελούν τόσο οι πληροφορίες που συλλέγει από τους γηγενείς όσο και το έργο δυο τοπικών αρχαίων λογογράφων, του Ακουσίλαου (γεν. 500 π.Χ.) και του Ελλάνικου (490-405 π.Χ.) (Ακουσιλάου Γενεαλογίες, Ελλανίκου Οι ιέρειες της Ήρας στο Άργος). Το έργο του, «Ελλάδος περιήγησις», αποτελεί έναν συνδυασμό μυθολογίας, ιστορίας και αυτοψίας, κατά την οποία ο περιηγητής εξηγούσε ό,τι έβλεπε με βάση το μύθο της Ιλιάδας. Ο ευκατάστατος και φιλομαθέστατος ταξιδιώτης αναφέρεται αναλυτικά σε όλα τα σημαντικά μνημεία που βρήκε στην περιοχή, στους δρόμους που την συνδέουν με γειτονικές πόλεις και στους μύθους που σχετίζονται με κάθε τόπο. Και εάν οι ιστορικές πληροφορίες που παραθέτει ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα της μυθολογίας, οι τοπογραφικές και αρχαιολογικές παρατηρήσεις του είναι πολύτιμες και αποτέλεσαν έναν συστηματικό και εξαιρετικής ακρίβειας οδηγό για όλους σχεδόν τους μετέπειτα περιηγητές της αργολικής γης από τον 15ο έως τον 20ό αιώνα. Και, βέβαια, μπορεί οι ανασκαφές που έχουν διενεργηθεί στις Μυκήνες και το Άργος ως τώρα να επικυρώνουν στις περισσότερες περιπτώσεις την ακρίβεια των παρατηρήσεών του, ωστόσο πόσο ειρωνικό μοιάζει αλήθεια το γεγονός ότι οι περισσότεροι μετέπειτα ταξιδιώτες χρησιμοποίησαν ως οδηγό για τις περιηγήσεις τους στην αργολική γη το έργο ενός ανθρώπου που έζησε 7 αιώνες μετά την καταστροφή της πόλης και έμαθε πληροφορίες από τοπικούς οδηγούς και λογογράφους της εποχής του!

 

Από την αρχαιότητα ως τους νεότερους χρόνους

 

Στους αιώνες που μεσολαβούν από το τέλος της αρχαιότητας έως την Αναγέννηση και τους νεότερους χρόνους, το ενδιαφέρον των περιηγητών για την Αργολίδα σβήνει, με αποτέλεσμα οι αρχαιολογικοί χώροι του Άργους και των Μυκηνών να χάνονται στη λήθη των αιώνων. Το σκοτάδι του Μεσαίωνα δεν αφήνει περιθώρια για μεγάλα ταξίδια και εξορμήσεις στην αργολική ύπαιθρο. Εμφύλιοι πόλεμοι, βάρβαροι κατακτητές, υστερόβουλοι τοπικοί ηγεμόνες, ληστρικές επιδρομές και φυσικές καταστροφές αλλοιώνουν σημαντικά την όψη των άλλοτε κραταιών αυτών ιστορικών χώρων και τα μετατρέπουν σε ερειπιώνες και «σκόρπιες πέτρες» για τους Έλληνες της Τουρκοκρατίας. Η Ελλάδα για πολλούς αιώνες αποτελούσε έναν επικίνδυνο και δύσβατο τόπο και η τοποθεσία των Μυκηνών ήταν παντελώς άγνωστη.

 

Η αναβίωση του περιηγητισμού

 

Τον 15ο αιώνα, αμέσως μετά τις Σταυροφορίες, Ευρωπαίοι περιηγητές και ζωγράφοι, φιλέλληνες και αρχαιοδίφες ταξίδεψαν στην Ελλάδα για να ζήσουν την περιπέτεια και να δώσουν εικόνα και τροφή στη φαντασία τους, προσπαθώντας να αναβιώσουν, έστω και στιγμιαία, το αρχαιοελληνικό ιδεώδες. Ειδικότερα οι Μυκήνες για τους περισσότερους Ευρωπαίους περιηγητές – ζωγράφους αποτέλεσαν περισσότερο ένα όραμα, μια ιδέα, και όχι έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Είναι χαρακτηριστική η αξιομνημόνευτη φράση της Βρετανίδας συγγραφέως Βιρτζίνιας Γουλφ, όταν στις αρχές του 20ού αιώνα βρέθηκε μπροστά στην Πύλη των Λεόντων: «τέτοια πράγματα δεν τα συνειδητοποιούμε παρά μόνο για δευτερόλεπτα, όσο βρισκόμαστε στο ίδιο το μέρος, και μετά δεν έχει νόημα να πεις τι βλέπεις». Για αυτά τα δευτερόλεπτα εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να επισκέπτονται τις Μυκήνες άνθρωποι από όλες τις γωνιές της γης.

 

Το προφίλ των περιηγητών

 

Οι περιηγητές των Μυκηνών συνθέτουν ένα μωσαϊκό ανθρώπινων τύπων, στόχων και ενδιαφερόντων. Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί, Αμερικανοί, Ρώσοι, Λατίνοι, διάσημοι ως επί το πλείστον και διακεκριμένοι επιστήμονες ή πολιτικοί, άνδρες αλλά και γυναίκες. Η ποικιλία των ανθρώπων που επισκέφθηκαν το Άργος και τις Μυκήνες είναι μεγάλη και αξιοσημείωτη, ενδεικτική του θαυμασμού που επικρατούσε τον 18ο και 19ο αιώνα στον δυτικό κόσμο για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Μορφωμένοι άνθρωποι, καθηγητές πανεπιστημίου, μέλη πρεσβειών και κυβερνήσεων, στρατιωτικοί, όλοι τους είχαν ασχοληθεί με τη μελέτη αρχαίων ελληνικών κειμένων και ιδιαίτερα με τα ομηρικά έπη. Οι περισσότεροι μιλούσαν μάλιστα και τη νέα ελληνική γλώσσα.

 

Συνολικός αριθμός περιηγητών ως το 1900:

Συνολικός αριθμός περιηγητών

Έως το 1835:

Έως το 1835

Εθνικότητα

Φύλο

Επάγγελμα

 

Οι κίνδυνοι

 

Ένα ταξίδι στην Ελλάδα από τον 15ο ως τον 19ο αιώνα σίγουρα κόστιζε αρκετά σε χρόνο και σε χρήμα. Εξάλλου, τα πράγματα στη χώρα μας δεν ήταν και τόσο ήρεμα, με τις συνεχείς ελληνοτουρκικές διενέξεις και τις διαρκείς αναζωπυρώσεις της Επανάστασης στη συνέχεια. Επιπλέον η ελονοσία και άλλες μολυσματικές ασθένειες μάστιζαν τον τόπο και αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό. Η φτώχεια και η ανέχεια του ελληνικού πληθυσμού σε συνδυασμό με την αγραμματοσύνη και την καχυποψία του, έφτιαχναν ένα μάλλον αφιλόξενο και επικίνδυνο σκηνικό για τους Ευρωπαίους περιηγητές. Χαρακτηριστικό δείγμα της αμορφωσιάς των γηγενών ήταν το γεγονός ότι χρησιμοποίησαν τις πέτρες από τους γκρεμισμένους αρχαίους τάφους για να κατασκευάσουν μάντρες για τα στανοτόπια τους. Το τραγικότερο; ακόμα και σήμερα η πηγή της περίφημης «Περσείας κρήνης» χρησιμεύει για να δροσίζει τα αιγοπρόβατα της περιφραγμένης στάνης που βρίσκεται δίπλα της, ενώ ανάλογη εξέλιξη παρουσιάζει και η ακρόπολη της αρχαίας Τίρυνθας ή «Παλαιόκαστρον», όπως ονόμαζαν ως τον 19ο αιώνα οι γηγενείς τις μυστηριώδεις μισοθαμμένες πέτρες που κείτονταν πλάι στον αμαξιτό δρόμο που ένωνε το Άργος με το Ναύπλιο.

Ο Πουκεβίλ σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από τον Ντεπρέ (Dupre Louis) 1827.

Το 1799 ο Γάλλος Pouqueville συλλαμβάνεται από πειρατές και φυλακίζεται από τους Τούρκους στην Πελοπόννησο αρχικά και στο Επταπύργιο της Κωνσταντινούπολης ύστερα, λόγω του Γαλλοτουρκικού πολέμου που είχε ξεσπάσει.

Το 1807 ο Άγγλος Leake συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και κρατείται αιχμάλωτος στην Θεσσαλονίκη για πολλούς μήνες, πριν αφεθεί ελεύθερος ύστερα από διαπραγματεύσεις με τον Αλή Πασά της Ηπείρου.

Ο Milnes το 1832 γλιτώνει από τύχη: «Την ώρα που βρισκόμασταν στις Μυκήνες, το γειτονικό χωριό Χαρβάτι είχε μόλις λεηλατηθεί και καεί από τον οπλαρχηγό Γρίβα και περίπου 15 οικογένειες από τους κατοίκους είχαν, κατά συνέπεια, βρει καταφύγιο για τον προελαύνοντα χειμώνα στον αποκαλούμενο Θησαυρό του Ατρέα».

Ο Burgess το 1834 δεν ήταν το ίδιο τυχερός, καθώς λίγο πριν φθάσει στις Μυκήνες μια συμμορία οπλισμένων ανδρών τον λήστεψε.

 

Τα κίνητρα

 

Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που τους ώθησε να αψηφήσουν τόσους κινδύνους και να περιηγηθούν στον άγριο και επικίνδυνο Μοριά; Για τους περισσότερους, ο αγνός θαυμασμός προς το αρχαιοελληνικό κάλλος. Ρομαντικοί άνθρωποι που ήθελαν να ξεφύγουν από τη μίζερη καθημερινότητα και να μεταφερθούν για λίγο στην ηρωική εποχή των Ατρειδών. Ωστόσο δεν έλειψαν και οι εξαιρέσεις. Υπήρξαν και περιηγητές αρχαιοκάπηλοι που θέλησαν να εκμεταλλευτούν τους αρχαιολογικούς χώρους προς ίδιον όφελος, συλλέγοντας αρχαία αντικείμενα, κατεστραμμένους κίονες, νομίσματα και αρχαίες επιγραφές. Όλα αυτά τα συγκέντρωναν επί τόπου κατά τη διάρκεια των εξορμήσεών τους ή τα αγόραζαν από φιλάργυρους ντόπιους και στη συνέχεια τα μετέφεραν στην πατρίδα τους, εμπλουτίζοντας τις ιδιωτικές συλλογές τους ή πουλώντας τα σε εξίσου αδίστακτους αρχαιολάτρες αριστοκρατικής συνήθως καταγωγής. Άλλες φορές το αγνό αρχαιοδιφικό ενδιαφέρον συνδυαζόταν με ειδικές διπλωματικές αποστολές πρακτόρων, με στόχο την χαρτογράφηση και τη γεωπολιτική επισκόπηση της αργολικής πεδιάδας ή τη βολιδοσκόπηση της πολιτικής και στρατιωτικής κατάστασης της ευρύτερης περιοχής.

 

Τα είδη των χαρακτικών

 

Οι «γκραβούρες», δηλαδή οι απεικονίσεις ή τα χαρακτικά που θα παρουσιαστούν στη συνέχεια αποτελούν σπουδαία ντοκουμέντα της εκάστοτε εποχής, τα οποία ωστόσο δεν ανταποκρίνονται πάντα στην πραγματικότητα, μιας και στόχος των περιηγητών – ζωγράφων (τουλάχιστον ως τα μέσα του 19ου αιώνα) δεν ήταν η πιστή αναπαράσταση των μνημείων, αλλά μάλλον μια υποκειμενική απεικόνιση του συχνά εξιδανικευμένου περιβάλλοντος κάθε μνημείου, έτσι όπως το αντιλήφθηκε ο καθένας με τα μάτια της φαντασίας, ενορατικά.

Τα χαρακτικά που συναντάμε από την εποχή της Αναγέννησης και ύστερα μπορούν να ταξινομηθούν σε γενικές κατηγορίες, ανάλογα με τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν και την τεχνοτροπία που ακολουθήθηκε: Η Ξυλογραφία ήταν η πρώτη τεχνική που χρησιμοποιήθηκε τον 15ο αιώνα, αμέσως μετά την επινόηση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο, ενώ εξελίχθηκε σημαντικά στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν και επαναχρησιμοποιήθηκε. Αργότερα και σταδιακά ως τον 18ο αιώνα, χρησιμοποιήθηκε ως υλικό για χάραξη ο χαλκός (Χαλκογραφία), ο λίθος (Λιθογραφία) και ο χάλυβας, ενώ πιο σπάνια συναντάμε Οξυγραφίες, τις λεγόμενες «ακουατίντες». Τα περισσότερα χαρακτικά που φιλοτέχνησαν οι περιηγητές στην Ελλάδα είναι Χαλκογραφίες, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κανένα είδος χαρακτικού δεν εγκαταλείπεται, όταν επινοείται μια νέα τεχνική. Τον 19ο αιώνα η εφεύρεση της camera obscura, που εξελίσσεται σε δαγκεροτυπία αρχικά και φωτογραφία αργότερα, σηματοδοτεί τη νέα εποχή στην απεικόνιση των αρχαίων μνημείων.

 

 15ος αιώνας

 

Ο Κυριακός Αγκωνίτης, ήταν ο σημαντικότερος αρχαιοδίφης της Αναγέννησης ενώ θεωρείται ο πρόδρομος τόσο του περιηγητισμού, όσο και της σύγχρονης επιστήμης της αρχαιολογίας.

Τον 15ο αιώνα μ.Χ., αμέσως μετά τις Σταυροφορίες (1.100 – 1.300 μ.Χ.), αρχίζει να εκδηλώνεται βαθμιαία ένα ταξιδιωτικό ρεύμα των Δυτικοευρωπαίων προς την Ανατολή. Οι ταξιδιώτες αυτοί, αναζητώντας πλούτη, δύναμη ή ακόμα και την αθανασία της ψυχής με την επίσκεψή τους στους Άγιους Τόπους, σπεύδουν να συγκεντρώσουν στοιχεία για τα ήθη των λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επιδίδονται σε ένα ατέλειωτο κυνήγι αρχαίων νομισμάτων, ερειπίων και επιγραφών. Το 1447 ο Κυριακός ο Αγκωνίτης (Ciriaco de Pizzicolli), αυτή η «μοναχική και ιδιαίτερη περίπτωση ταξιδιώτη» που σηματοδοτεί ήδη από τον 15ο αιώνα την αρχαιολόγηση του ελληνικού κόσμου, κατά την επίσκεψή του στην Αργολίδα, εντοπίζει και σχεδιάζει την ακρόπολη των Μυκηνών – εσφαλμένα, όπως αποδείχτηκε, καθώς αυτό που βρίσκει είναι μια άλλη μυκηναϊκή ακρόπολη στο χωριό Κατσίγκρι.

 

16ος αιώνας

 

Φανταστική απεικόνιση της πόλης του Άργους, Nicolas Gerbel, 1545.

Κατά τον 16ο αιώνα, και ενώ οι νέες ανακαλύψεις, η διάδοση της τυπογραφίας και ο ουμανισμός έχουν αλλάξει το πρόσωπο της οικουμένης κι έχουν δώσει νέα πνοή στην κοινωνία και στον πνευματικό κόσμο, οι περιηγητές της Δύσης εξακολουθούν να ταξιδεύουν προς την Ανατολή, περνώντας και από την Ελλάδα, και καταλήγοντας στην Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα. Οι σύγχρονοι κάτοικοι της Ελλάδας, εξαθλιωμένοι και υποταγμένοι πια στον οθωμανικό ζυγό, προκαλούν τον οίκτο και τη συμπάθειά τους. Ο Βενετός απεσταλμένος Pietro Zeno, πρόξενος στη Δαμασκό, περιηγείται στην αργολική γη το 1524 και γράφει για τις Μυκήνες, ωστόσο, κατά πάσα πιθανότητα, αυτό που βρίσκει δεν αποτελεί παρά κάποια άλλη μυκηναϊκή ακρόπολη. Λίγο αργότερα, το 1545, δημοσιεύεται μια φανταστική απεικόνιση της πόλης του Άργους από τον Γερμανό νομικό και ουμανιστή Nicolas Gerbel ή Gerbelius, στενό φίλο του Μαρτίνου Λουθήρου και του Εράσμου.

 

 17ος αιώνας

 

Vincenzo Coronelli

Κατά τον 17ο αιώνα μ.Χ. πληθαίνουν οι Ευρωπαίοι περιηγητές που επισκέπτονται την αργολική γη. Ρομαντικοί και ριψοκίνδυνοι ταξιδευτές, βαδίζουν στα χνάρια του Παυσανία, περιηγούνται στο τουρκοκρατούμενο Άργος και ανακαλύπτουν το χαμένο μεγαλείο της πόλης των Μυκηνών. Με τη δημοσίευση των περιηγητικών εκδόσεων μεταλαμπαδεύουν σε όλο τον κόσμο ό,τι ανακαλύπτουν με τα μάτια τους. Χάρη στους ξένους αρχαιόφιλους οι αρχαιολογικοί χώροι του Άργους και των Μυκηνών ξαναβρίσκουν σταδιακά τη χαμένη τους αίγλη.

Το 1668 ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή γράφει την πόλη του Άργους: «Τα σπίτια του Άργους είναι οχτακόσια συνολικά, χτισμέ­να σαν κάστρα, άνετα, γερά και όμορφα, με τ’ αμπέλια και τα πε­ριβόλια τους. Είναι κεραμοσκέπαστα κι έχουν πόρτες σαν να είναι σαράγια. Υπάρχουν δυο τζαμιά. Το ένα μέσα στην αγορά με κερα­μιδένια σκεπή και πέτρινο μιναρέ, χτισμένο σύμφωνα με την παλιά αρχιτεκτονική…. Οι πιο γνωστές είναι οι γειτονιές Μπεσικλέρ και Κετχουντά. Υπάρχουν ένας μεντρεσές, δυο σχολεία, δυο τεκέδες, ένα χαμάμ, ένα χάνι και είκοσι υπαίθρια καταστήματα. Τα πηγάδια με το γλυκό νερό είναι πεντακόσια. Το νερό και το κλίμα είναι καλά, γι’ αυτό και βλέπεις ολόγυρα πολλά αμπέλια και περιβόλια. Σαράντα είδη κρασοστάφυλου αναφέρονται στα κατάστιχα της περιοχής.»

Λίγο αργότερα, το 1669, ο Γάλλος περιηγητής Des Monceaux ανακαλύπτει πρώτος την ακρόπολη της Τίρυνθας.

Ο Βενετός μοναχός και κοσμογράφος Vincenzo Coronelli περιηγείται στην Αργολίδα το 1685, ακολουθώντας τον Ενετικό στόλο και απεικονίζει το φρούριο και την πόλη του Άργους, ενώ o Γάλλος αξιωματικός Nicola Mirabal που επισκέπτεται την Αργολίδα το 1691 ταυτίζει – λανθασμένα – τις Μυκήνες με το χωριό «Άγιος Γεώργιος».

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Argos, Coronelli, «Morea, Negreponte, e Adiazenze», Venezia, 1685

 

Η ταυτοποίηση των Μυκηνών θα γίνει λίγο αργότερα, το 1700, από τον Βενετό τοπογράφο Francesco Vandeyk, ο οποίος με την Περιήγηση του Παυσανία ως οδηγό ανακαλύπτει τόσο την ακρόπολη των Μυκηνών, με βάση την πύλη των Λεόντων, όσο και τον Θησαυρό του Ατρέα.

 

18ος αιώνας (πρώτο μισό)

 

Στις αρχές του 18ου αιώνα ο περιηγητισμός πλησιάζει στην ακμή του. Οι μνημειώδεις εικονογραφημένες εκδόσεις που εμφανίζονται γίνονται bestsellers και αποτελούν πηγή γνώσης, φιλοσοφικών ιδεών και ποικίλου προβληματισμού. Οι συγγραφείς τους – Γάλλοι ως επί το πλείστον – είναι ζωγράφοι, σχεδιαστές, αρχιτέκτονες και αρχαιολόγοι. Ωστόσο τον αιώνα αυτόν εδραιώνεται η τάση των πλουσίων Ευρωπαίων αριστοκρατών, λόρδων και μοναρχών να διακοσμούν τις αυλές τους με συλλογές αρχαιοτήτων και αρχαίων χειρογράφων. Άγγλοι και Γάλλοι ειδικοί απεσταλμένοι πράκτορες, εφοδιασμένοι με χρήμα, φιρμάνια και πλαστά διαβατήρια, οργώνουν την ελληνική περιφέρεια και επιδίδονται σε αγώνες αρχαιοκαπηλίας και ληστείας, αποψιλώνοντας τους αρχαιολογικούς χώρους και βεβηλώνοντας αρχαία μνημεία. Τα όρια μεταξύ αρχαιολογίας και αρχαιοκαπηλίας έχουν χαθεί εντελώς. Δε λείπουν φυσικά και οι ανασκαφές, αυτοσχέδιες ή οργανωμένες, στις οποίες επιδίδονται και συναγωνίζονται διάφοροι περιηγητές, έμποροι και αρχαιοκάπηλοι.

Το 1729 ο βάνδαλος Αββάς Fourmont και η κουστωδία του θα απογυμνώσουν σχεδόν την ελληνική επικράτεια επί 16 μήνες, συλλέγοντας 2.600 επιγραφές, 300 ανάγλυφα, μετάλλια και σχέδια αρχαιοτάτου προελεύσεως, πολλά από τα οποία βρήκαν στην Αργολίδα (40 στην Ερμιόνη). Στην αλληλογραφία με τους πάτρωνές του διαβάζουμε: Έψαξα να βρω τις αρχαίες πολιτείες αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές. Ανάμεσα σ’ αυτές την Ερμιόνη, την Τίρυνθα, την Τροιζήνα, τη μισή Ακρόπολη του Άργους, τη Φλιούντα, το Φενεό και αφού ταξίδεψα στη Μάνη είμαι απασχολημένος εδώ και έξι βδομάδες με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης… Γκρεμίζοντας τα τείχη και τους ναούς της, μη αφήνοντας λίθον επί λίθου, θα κάνω αγνώριστο αυτό τον τόπο.

 

18ος αιώνας (δεύτερο μισό)

 

Κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, ξεκινούν οι πρώτες αποστολές των Dilettanti προς την Ελλάδα (1750-1753 Stuart & Revett, 1764 Chandler & Pars). Η «εταιρεία των ερασιτεχνών» (Society of Dilettanti) ιδρύεται το 1734 από Βρετανούς ευγενείς και διανοούμενους και θέτει ως σκοπό της την καταγραφή και απεικόνιση των μνημείων της ελληνικής και της ρωμαϊκής αρχαιότητας. Ακόμα, στα τέλη του 18ου αιώνα Άγγλοι νεαροί άντρες αριστοκρατικής καταγωγής συρρέουν στη χώρα, θαυμάζοντας τα απομεινάρια της κλασικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. Σκοπός τους η επιβεβαίωση του υψηλού κοινωνικού τους status, με την απόκτηση εμπειριών εκπαιδευτικής αλλά και ψυχαγωγικής φύσης. Από το 1790 κι έπειτα η Ελλάδα αποτελεί τον δημοφιλέστερο προορισμό των Ευρωπαίων grandtourers.

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ

Το 1791 επισκέπτεται το Άργος ο Λόρδος Guilford, ο μετέπειτα ιδρυτής της «Ιονίου Ακαδημίας» και πρώτος πρόεδρος της «Εταιρίας των Φιλομούσων» και αναφέρει  χαρακτηριστικά: Η φημισμένη αυτή πόλη έχει ακόμη 6.000 χιλιάδες κατοίκους και δεν είναι ούτε βρόμικη ούτε άσχημα χτισμένη για τα δεδομένα μιας τουρκικής πόλης. […] Μείναμε εκεί μία μέρα, για να ξεκουραστούμε, και πήγαμε να δούμε τις αρχαιότητες, που είναι τα ερείπια ενός μεγάλου πλίνθινου ναού, πιθανόν ρωμαϊκής κατασκευής, και ένα εγκαταλειμμένο πλακόστρωτο. Ο πασάς κάνει εκεί ανασκαφές και έχει βρει μερικά σημαντικά πράγματα στην περιοχή.

Το 1795 ο Άγγλος γεωλόγος John Hawkins βρίσκεται στις Μυκήνες, όπου σχεδιάζει τον Θησαυρό του Ατρέα και την Πύλη των Λεόντων.

Το 1799 αρχίζει η περιπέτεια του Γάλλου διπλωμάτη Pouqueville στην Πελοπόννησο, ενός ανθρώπου που έμεινε συνολικά πάνω από 10 χρόνια στην Ελλάδα, σχεδίασε και ερεύνησε επισταμένως πολλά αρχαιολογικά μνημεία, ενώ είναι ο πρώτος που μετρά τις διαστάσεις των μνημείων σε πόδια! Ιδού πώς περιγράφει ο ίδιος ο Γάλλος περιηγητής τη στιγμή που ανακαλύπτει την Πύλη των Λεόντων: Καθώς προχωρούσα, δεν άργησα να ξεχωρίσω στη στέψη ενός άγονου λοφίσκου τη βάση τμήματος τείχους, ενώ παράλληλα ένα βοσκόπουλο μας πληροφόρησε ότι επρόκειτο για την πύλη εκείνη πάνω στην οποία απεικονίζονται δυο λιοντάρια, κι ότι πιστεύεται ότι ήταν έργο των Κυκλώπων. Τρέχοντας φτάσαμε εκεί κι εγώ αντίκρισα επιτέλους τις Μυκήνες… Οι ύψους δέκα ποδών λέοντες, τοποθετημένοι κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και στα οικόσημα, έχουν ανάμεσα τους έναν ανεστραμμένο και ανάγλυφο κίονα σκαλισμέ­νο μέσα σ’ έναν τεράστιο οξυκόρυφο λίθο, ο οποίος ακουμπά πάνω στο υπέρθυρο της εισόδου.

 

Pouqueville – Gate of Lions 1835

 

Pouqueville – Treasury of Atreus

 

Pouqueville – Treasury of Atreus (2)

 

1800-1820

 

Οι δυο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα είναι η σπουδαιότερη περίοδος του περιηγητισμού, λόγω του πλήθους των ταξιδιωτών, του όγκου των έργων τους και της αξίας τους. Καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρακμάζει και οι Μεγάλες Δυνάμεις καραδοκούν για την εκμετάλλευση της λείας, η ελληνική γη αποκτά βαρύνουσα πολιτική σημασία. Από το 1800 ως το 1810 εντολοδόχοι πράκτορες των ευρωπαϊκών δυνάμεων μεταμφιεσμένοι ως περιηγητές ή αρχαιοδίφες (Gell, Dodwell, Leake) περιηγούνται απ’ άκρη εις άκρη την Ελλάδα και παραδίδουν μνημειώδη επιστημονικά έργα ζωής χιλιάδων σελίδων διανθισμένα με πλούσια εικονογράφηση. Με τις δημοσιεύσεις τους προσελκύουν το ενδιαφέρον άλλων περιηγητών και επιστημόνων που συρρέουν έπειτα στην ελληνική γη. Η Ελλάδα και ειδικότερα η Αργολίδα αποτελεί τον κύριο – αν όχι τον αποκλειστικό – προορισμό τους. Οι περιηγητές αυτοί ουσιαστικά προλειαίνουν το έδαφος για τις μετέπειτα ανακαλύψεις του Σλήμαν στην Αργολίδα.

Ο Άγγλος φυσιοδίφης και μεταλλειολόγος Edward Daniel Clarke, δράστης της αρπαγής της κολοσσιαίων διαστάσεων καρυάτιδας από το ιερό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, σχεδιάζει την Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες το 1801.

 

Edward Daniel Clarke, Πύλη των Λεόντων, 1801.

 

Ο Ιρλανδός ζωγράφος και αρχαιολόγος Edward Dodwell επισκέπτεται για πρώτη φορά την Αργολίδα το 1801, μαζί με τον Άγγλο τοπογράφο και αρχαιολόγο William Gell και τον προσωπικό του ζωγράφο, τον Ιταλό Simone Pomardi. Οι τρεις αυτοί περιηγητές διεξάγουν συστηματικές έρευνες στους αρχαιολογικούς χώρους της ευρύτερης περιοχής, αφήνοντάς μας πλούσιο και σπουδαίο έργο.

 

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

William Gell, Πύλη των Λεόντων, Μυκήνες,1810.

 

William Gell, Πύλη των Λεόντων, Μυκήνες,1810.

 

William Gell, Πύλη των Λεόντων, Μυκήνες,1810.

 

William Gell, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1810.

 

William Gell, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1810.

 

Simone Pomardi, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1810.

 

Mary Nisbet, Countess of Elgin.

Το 1802 η λαίδη Μαίρη Νίσμπετ – Έλγιν μαζί με τον περιβόητο σύζυγό της έκαναν ένα ταξίδι στην Πελοπόννησο, για να αναζητήσουν τυχόν αξιόλογες αρχαιότητες για τη συλλογή τους. Στο προσωπικό της ημερολόγιο σημειώνει τα εξής για τον Τάφο του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες: Σε μικρή απόσταση από αυτά τα ερείπια βρίσκεται ένας καταπληκτικός θόλος, ο τάφος του Αγαμέμνονα…  Δυο επιμήκεις τοίχοι από συμπαγές ξύλο οδηγούν στην είσοδο του υπόγειου αυτού κτίσματος, αλλά οι χείμαρροι των βουνών έχουν συσσωρεύσει τόσο  χώμα, που απαιτεί ασυνήθιστο θάρρος για να συρθεί κανείς μέσα από την τρύπα, μιας και δεν υπάρχει άλλη είσοδος. Ύστερα από κάποιους δισταγμούς μπήκα σερνάμενη στα τέσσερα και αυτό που είδα με αποζημίωσε πλήρως. Η πέτρα που σχηματίζει την αψίδα της θύρας ξεπερνά σε διαστάσεις οτιδήποτε είχα δει στην Αθήνα.  …  Ο θόλος αποτελείται από σκαλιστές πέτρες.  Ανάψαμε μια μεγάλη φωτιά και έρποντας μέσα από ένα υπόγειο πέρασμα βρεθήκαμε σε ένα άλλο δώμα, πιο ακατέργαστο.»

Σημειωτέον ότι από την αρπακτική μανία του Έλγιν και των συνεργατών του δεν ξέφυγε ούτε ο Θησαυρός του Ατρέα στις Μυκήνες.

Το 1803 ο Πρώσος ανθέλληνας Bartholdy σχεδιάζει την Πύλη των Λεόντων, ενώ το 1806 ο Γάλλος υποκόμης Chateaubriand, σπουδαίος συγγραφέας και ιστορικός, εγκαταλείποντας την ακρόπολη των Μυκηνών, αντιλαμβάνεται από τον ήχο των οπλών του αλόγου του ότι βρίσκεται πάνω από ένα θολωτό κτίσμα, το οποίο συγκινημένος υποθέτει ότι είναι ο τάφος της Κλυταιμνήστρας: Επιθυμώντας να ανακτήσω το μονοπάτι της Κορίνθου, άκουσα το έδαφος να αντηχεί κάτω από τις οπλές του αλόγου μου. Ξεπέζεψα αμέσως και ανακάλυψα τον θόλο ενός άλλου τάφου. […] Μήπως αυτός που είχα ανακαλύψει ήταν ο τάφος της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου; Τον υπέδειξα στον κύριο Φωβέλ, ο οποίος πρόκειται να τον αναζητήσει στο πρώτο του ταξίδι στο Άργος: μοναδικό πεπρωμένο που με έκανε να εγκαταλείψω άρον-άρον το Παρίσι για να ανακαλύψω την τέφρα της Κλυταιμνήστρας!

 

Bartholdy, Πύλη των Λεόντων, 1803.

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Την ίδια χρονιά (1806) ο Άγγλος Συνταγματάρχης William Martin Leake, μέλος της Εταιρείας των Dilettanti, «οργώνει» την ελληνική γη καταγράφοντας με λεπτομέρειες όσα είδε, ενώ καταρτίζει σπουδαίες συλλογές αρχαιοτήτων και νομισμάτων. Ερευνώντας σχολαστικά τους αρχαιολογικούς χώρους του Άργους και των Μυκηνών, σημειώνει τα εξής: Τίποτα δε θα μπορούσε να δείξει πιο έντονα την μεγάλη αρχαιότητα των ερειπίων στις Μυκήνες και το ότι πραγματικά ανήκουν στις μακρινές εποχές που αποδίδονται από τον Παυσανία, από ότι η μοναδικότητα κάποιων τμημάτων τους και η γενικότερη ανομοιομορφία τους με τα άλλα ελληνικά απομεινάρια. Δε βρίσκουμε τίποτα στην Ελλάδα που να μοιάζει με τα λιοντάρια ή τις στήλες μπροστά στην πύλη του μεγάλου θησαυρού ή τους ίδιους τους θησαυρούς…

Αργότερα, λίγο μετά το 1810, έχουμε τις έγχρωμες απεικονίσεις του Άγγλου ζωγράφου και ποιητή William Haygarth και του επίσης Άγγλου αρχιτέκτονα και ζωγράφου Charles Robert Cockerell, του ανθρώπου που ανακάλυψε τον ναό του Δία στην Αφαία και τον ναό του Επικουρίου Απόλλωνα στις Βάσσες Αρκαδίας.

 

William Haygarth, Πύλη των Λεόντων, 1810.

William Haygarth, 1810.

 

Charles Robert Cockerell, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1811.

 

Το 1814 σχεδιάζει τον Θησαυρό του Ατρέα ο Εσθονός Βαρόνος Otto Magnus von Stackelberg, ένας από τους πρωτοπόρους στον τομέα της αρχαιολογίας.

 

Η πεδιάδα του Άργους και των Μυκηνών. Λεπτομέρεια λιθογραφίας που σχεδίασε ο Stackelberg και χάραξε ο Brulloff.

 

Ελληνική Επανάσταση

 

Ο Φιλέλληνας, ιστορικός και επικεφαλής του μικτού τάγματος στην πολιορκία της Τρίπολης, Τόμας Γκόρντον. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία.

Η Επανάσταση του 1821 που ακολουθεί, σίγουρα αποτρέπει πολλούς περιηγητές από το να επισκεφθούν την Πελοπόννησο, ενώ όσοι τολμηροί αψηφούν τον κίνδυνο βιώνουν μια μεγάλη απογοήτευση και θλίψη, αντικρίζοντας την καμένη γη που αφήνουν πίσω τους οι καταστροφικές μάχες και τα αντίποινα των Τούρκων. Ωστόσο ούτε η Επανάσταση θα καταφέρει να αναχαιτίσει το περιηγητικό ρεύμα προς την Ελλάδα. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα θα δώσει ένα επιπλέον κίνητρο σε αγνούς φιλέλληνες ή στρατιωτικούς να επισκεφθούν την ελληνική γη και να απαθανατίσουν τις εμπειρίες τους. Ο στρατηγός Gordon, για παράδειγμα, έχοντας πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων από το 1821, επιστρέφει στην Ελλάδα το 1828 και το 1831 ανακαλύπτει το Ηραίον του Άργους, διενεργώντας ανασκαφές μεγάλης κλίμακας.

Νωρίτερα, το 1823, ο Γερμανός κριτικός τέχνης Johann Jakob Horner απεικονίζει τα τείχη της Ακρόπολης του Άργους καθώς και ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία των Μυκηνών.

 

Johann Jakob Horner, Μυκήνες, 1823.

 

Το 1824 δημοσιεύεται το εντυπωσιακό χαρακτικό του Γάλλου ζωγράφου AlexisVictor Joly, ο οποίος ωστόσο δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα, απλά εμπνεύστηκε από τις απεικονίσεις παλαιότερων περιηγητών.

Το 1829 ο Ουαλλός ζωγράφος Hugh William Williams, γνωστός και ως «ο Έλλην», δημοσιεύει μια χαλκογραφία του με τίτλο «Τοπίο στο Άργος».

 

Hugh William Williams, «Τοπίο στο Άργος», 1829.

 

Expedition scientifique de Morée

 

Ο επόμενος σταθμός του περιηγητισμού στην Αργολίδα ακούει στο όνομα “Expedition scientifique de Morée” (= Επιστημονική Αποστολή στο Μοριά). Το 1828 – 1830, με εντολή του βασιλιά της Γαλλίας Καρόλου του Ι’, 17μελής επιστημονική ομάδα ερευνά εξονυχιστικά, χαρτογραφεί και μελετά τα αρχαία μνημεία και το φυσικό περιβάλλον στο Μοριά. Οι Γάλλοι επιστήμονες (με επικεφαλής τον φυσιοδίφη Bory de Saint-Vincent), χρησιμοποιώντας ως οδηγό τα έργα του Στράβωνα και του Παυσανία καθώς και τα ταξιδιωτικά χρονικά του Pouqueville και του Gell, εντοπίζουν και αποτυπώνουν αρχαιολογικές τοποθεσίες, συντάσσουν χάρτες και δημιουργούν λεπτομερή τοπογραφικά σχέδια. Καρπός των ερευνών αυτών ήταν οι έξι πληρέστατοι τόμοι που εκδόθηκαν λίγα χρόνια αργότερα στο Παρίσι.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ) – Άργος

 

Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ) – Μυκήνες

 

Το τέλος του περιηγητισμού

 

Η Expedition scientifique de Morée θα αποτελέσει ορόσημο για τον περιηγητισμό στην Ελλάδα, καθώς με το πέρας αυτής ένας σπουδαίος κύκλος κλείνει. Από το 1830 και ύστερα το φαινόμενο του περιηγητισμού εισέρχεται σε μια νέα εποχή, πιο επιστημονική και συστηματική. Η εξονυχιστική έρευνα των Γάλλων επιστημόνων, η θέσπιση του πρώτου αρχαιολογικού νόμου στην Ελλάδα (1833), η γενίκευση της χρήσης ατμοκίνητων και μηχανικών μέσων μεταφοράς (ατμόπλοιο, ατμάμαξα) και η εφεύρεση της φωτογραφίας αργότερα, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που συντελούν στον τερματισμό του περιηγητισμού στην Ελλάδα με την πρώτη αγνή έννοιά του. Καθώς ο ταξιδιώτης βλέπει μόνο αποσπασματικά τα μνημεία και δεν έχει πια τον χρόνο να παρατηρήσει, να εμβαθύνει και να εμπνευστεί από το όλο περιβάλλον τους, χάνεται πια η άμεση επαφή του περιηγητή με τα μνημεία, ενώ η δύναμη της εικόνας, με το άπλετο φως που ρίχνει πάνω στα μνημεία, τυφλώνει τα μάτια της φαντασίας, που ως τότε αποτελούσαν το σπουδαιότερο όπλο κάθε περιηγητή.

Επομένως, τα τεκμήρια που δημοσιεύουν όσοι επισκέπτονται την Ελλάδα μετά το 1830 σταδιακά μεταβάλλουν τον αμιγώς περιηγητικό χαρακτήρα τους και αποτελούν μάλλον ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Με άλλα λόγια, ο περιηγητισμός δίνει τη σκυτάλη στον τουρισμό, όχι όμως με τη σημερινή έννοια της τουριστικής βιομηχανίας.

 

Από την Expedition ως τον Σλήμαν

 

Το επόμενο διάστημα (1830-1875) σπουδαίοι περιηγητές και ταξιδιώτες επισκέπτονται το Άργος και τις Μυκήνες. Καθώς έχουν ήδη ταυτοποιηθεί όλα σχεδόν όσα βρίσκονται πάνω από την επιφάνεια της γης, οι ξένοι ταξιδιώτες επιδίδονται σε αναλυτικές μετρήσεις, εικασίες για την προέλευση των υλικών και συγκρίσεις με άλλα μνημεία αρχιτεκτονικής (Πυραμίδες Αιγύπτου, Stonehenge), ενώ δε λείπουν και οι ανασκαφικές έρευνες.

Το 1832 ο Άγγλος καλλιτέχνης, επίσκοπος και άνθρωπος των γραμμάτων Christopher Wordsworth γίνεται ο πρώτος Άγγλος που γίνεται δεκτός στην Ελλάδα του Όθωνα και σχεδιάζει ένα εντυπωσιακό τοπίο στον ποταμό Ίναχο με φόντο το Άργος.

 

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

 

Αργολική ακτή παρά τον Ινάχο. Christopher Wordsworth, « Greece Pictorial, Descriptive and Historical», London 1844.

 

Μια αντίστοιχη άποψη του Άργους βλέπουμε και στο έργο του Άγγλου (γαλλικής καταγωγής) Francis Hervé, το 1837, με την ακρόπολη της Λάρισας να δεσπόζει το βάθος.

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

 

Την επόμενη χρονιά ο σπουδαίος Σκοτσέζος ζωγράφος και συγγραφέας James Skene περιηγείται στην Αργολίδα και απεικονίζει τον Θησαυρό του Ατρέα στις Μυκήνες.

 

James Skene, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1838.

Λίγο αργότερα, το 1841, ο Ιρλανδός φιλόλογος George Newenham Wright φιλοτεχνεί μια άποψη της ακρόπολης των Μυκηνών, συμπεριλαμβάνοντας και την εξίσου εντυπωσιακή χλωρίδα της μυκηναϊκής υπαίθρου.

 

The Citadel of Mycenas. George Newenham Wright, 1841.

 

Στη συνέχεια, και κοντά στο μέσον του 19ου αιώνα, οι Γάλλοι χαράκτες Théodore du Moncel (1843) και Etienne Rey (1867) μας χαρίζουν εντυπωσιακές απόψεις της Πύλης των Λεόντων, του Θησαυρού του Ατρέα και του αρχαίου θεάτρου του Άργους.

 

Théodore du Moncel, Μυκήνες, 1843.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα φιλοτεχνούνται και οι εντυπωσιακές ξυλογραφίες που περιλαμβάνονται στη συλλογή με τίτλο «Λεύκωμα» του Κύπριου εμπόρου παλαιών βιβλίων, χαρτών και χαρακτικών Α. Νίκολας, που δημοσιεύτηκε το 1984. Τα χαρακτικά αυτά προέρχονται από τα περιοδικά “The Illustrated London News” και “The Graphic” και αφορούν πολιτικά, πολεμικά, κοινωνικά και άλλα γεγονότα και ζητήματα του Ελληνικού Κράτους και του ελλαδικού χώρου από το 1842 έως το 1885.

 

Α. Νίκολας, 1842-1885

 

Α. Νίκολας, 1842-1885

 

Τέλος, τα φωτογραφικά ντοκουμέντα των Schliemann, Cabrol και Reisinger αποτυπώνουν την ακριβή κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι αρχαιολογικοί χώροι του Άργους και των Μυκηνών στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

 

Ο Ερρίκος Σλήμαν μιλώντας σε ακροατήριο στο Λονδίνο για τις ανασκαφές που πραγματοποίησε στις Μυκήνες. H ομιλία έγινε στο Burlington House στην Πλατεία Piccadilly, στην Εταιρία Αρχαιοτήτων του Λονδίνου, (από Αγγλική εφημερίδα της εποχής). Αρχείο: Κώστας Καράπαυλος.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Λίγο πριν το 1927 επισκέπτεται το Άργος ο Νίκος Καζαντζάκης και μας χαρίζει μια εντυπωσιακή περιγραφή της πόλης και των κατοίκων της: Άργος. Η πολιτεία, η εκκλησιά, οι καρέκλες, οι καφενέδες, τα ποτήρια τα νερά…Οι Νεοέλληνες. Σκυθρωπά μούτρα, βου­λιαγμένα μάγουλα, μάτια γαρίδα. Σε κοιτάζουν σα να είσαι κριάρι και θέλουν να σε αγοράσουν. Σε ψάχνουν με το μάτι, ερευνούν τα παπούτσια σου, τα ρούχα, τα καπέλα. Ζυγιάζουν. Τους τρώει το σαράκι -ποιος είσαι; τι καπνό φουμάρεις; τι ήρθες στον τόπο τους να πουλήσεις ή ν’ αγοράσεις; Γουρούνια κυκλοφορούν στους δρόμους, νεαροί επαρχιακοί νταντήδες κάθονται στα καφενεία, μα γυναίκα δεν υπάρχει. Όλη η πλατεία γεμάτη μουστάκια. Πλήθος καλοθρεμμένοι παπάδες. Η εκκλησιά, τριγυρισμένη από καφενέδες, λάμπει γλυκά με το κίτρινο της χρώμα, με το λιγνό σβέλτο καμπα­ναριό της.

 

Η συμβολή των περιηγητών στην ανάδειξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού

 

Πολύ πριν τον Σλήμαν, λοιπόν, οι ξένοι περιηγητές ήταν αυτοί που ήρθαν στη χώρα μας και επανέφεραν στο φως τα κομμάτια που μας ένωναν με το ένδοξο παρελθόν. Οι άνθρωποι αυτοί, ανεξάρτητα από τα κίνητρα και τους σκοπούς του καθενός, έδωσαν σπουδαία ώθηση σε έναν λαό εξαθλιωμένο από το σκοτάδι της Τουρκοκρατίας και εξαντλημένο από τη δίνη της Επανάστασης, ώστε να ανάψει τη φλόγα του αγώνα για ελευθερία και να δημιουργήσει τις βάσεις ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η παρουσία ξένων αρχαιόφιλων στα μισοθαμμένα ερείπια της αρχαίας Ελλάδας κινεί την περιέργεια των γηγενών, που ενδιαφέρονται να ανακαλύψουν και να συντηρήσουν τα λείψανα του αρχαιοελληνικού παρελθόντος.

Ακόμα, τα περιηγητικά χρονικά που δημοσιεύονται στην Ευρώπη στις αρχές του 19ου αιώνα γίνονται ανάρπαστα και συντελούν σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη του κινήματος του Φιλελληνισμού. Οι περισσότεροι άλλωστε από τους περιηγητές της επαναστατικής περιόδου πολέμησαν για την ελευθερία της Ελλάδας ή συνέβαλαν με κάθε δυνατό μέσο.

Ωστόσο η σημαντικότερη ίσως συμβολή των περιηγητικών κειμένων είναι το γεγονός ότι έχουν καταγράψει γεγονότα και στιγμιότυπα του καθημερινού βίου και της κοινωνίας των Ελλήνων που έχουν διαφύγει της ιστορίας και δείχνουν ανάγλυφα τις κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις του ελληνικού λαού. Η δε ζωντάνια των περιγραφών και των απεικονίσεων εξάπτει την περιέργεια και προκαλεί τη φαντασία, κάνοντάς μας να ζούμε το παρελθόν στο παρόν.

 

Αξιοποίηση των περιηγητικών κειμένων και απεικονίσεων

 

Το Άργος και οι Μυκήνες ως εξαιρετικοί πρεσβευτές του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού προάγονται μέσα από τα έργα των περιηγητών σε πολιτιστικά μνημεία παγκόσμιας πλέον εμβέλειας. Τα περιηγητικά κείμενα και οι απεικονίσεις που αφορούν τον τόπο μας αποτελούν ένα ανεκτίμητης αξίας πολιτιστικό κεφάλαιο. Μια τεράστια δεξαμενή σημαντικών πολιτισμικών, λαογραφικών, αρχαιολογικών και κοινωνικών στοιχείων που παραμένει ανεκμετάλλευτη. Όλα αυτά τα κείμενα και οι απεικονίσεις (250 σε αριθμό) θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν έναν άκρως ενδιαφέροντα τόμο μιας ευρύτερης συλλογής με θέμα: «Το Άργος και οι Μυκήνες των περιηγητών».

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία


 

  • Αγγελομάτη – Τσουγκαράρη Ε., Τα ταξίδια του λόρδου Γκίλφορδ στην Ανατολική Μεσόγειο, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2000.
  • Αυγουστίνου Ο., Ιδανικά ταξίδια. Η Ελλάδα στη γαλλική ταξιδιωτική λογοτεχνία, 1550-1821, μετάφραση Π. Ντάλτα, Εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003.
  • Γεωργοπούλου Μ., Guilmet C., Πίκουλας Ι., Στάικος Κ., Τόλιας Γ., Στα βήματα του Παυσανία – Η αναζήτηση της ελληνικής αρχαιότητας, Πρόγραμμα «Ανοιχτές Θύρες» – 2ος Κύκλος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών σε συνεργασία με τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη – Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, Εκδόσεις Κότινος, Αθήνα 2007.
  • Δανούσης Κ., «Ο William Martin Leake στο Άργος (1806)», Δαναός 2 (2001), 68-77.
  • Κολοκοτρώνη Β. – Μήτση Ε., Στη χώρα του φεγγαριού. Βρετανίδες περιηγήτριες στην Ελλάδα (1718-1932), μετάφραση Σ. Αυγερινού, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2007 (β’ έκδ.).
  • Κούρια Α., Το Ναύπλιο των περιηγητών, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Αθήνα 2007.
  • Λακαριέρ Ζ., Στα ίχνη του Παυσανία – Περίπατοι στην Αρχαία Ελλάδα, μετάφραση Ειρήνη Α. Ραφαήλ, Εκδόσεις Χατζηνικολή, Αθήνα 2007.
  • Moore D., Rowlands E., Karadimas N., In search of Agamemnon – Early travellers to Mycenae, Cambridge Scholars Publishing, Newcastle 2014.
  • Μουλλάς Π. – Μέντζου Β., Σελίδες για την Ελλάδα του 20ού αιώνα, κείμενα Γάλλων ταξιδιωτών, Β’ έκδοση, Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα 1995.
  • Παπαχατζής Ν., Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις. Κορινθιακά-Λακωνικά, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1976.
  • Pouqueville F., Ταξίδι στην Ελλάδα, Πελοπόννησος, μετάφραση Ν. Μολφέτα, Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα 1995.
  • Σατωβριάνδος, Οδοιπορικόν, Α’ τόμ., μετάφραση: Εμμανουήλ Ροΐδης, Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα, ανατύπωση πρώτης έκδοσης 1860.
  • Σιμόπουλος Κ., Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμ. 1-4, Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 2001.
  • Σπαθάρη Ε., «Το αρχαιολογικό μουσείο των Μυκηνών», Αργειακή γη 2 (2004), 77-98.
  • Σπηλιοπούλου, Ιωάννα: «Το ταξίδι του Φρειδερίκου Θειρσίου στην Ελλάδα (1831-1832) μέσα από τις επιστολές του προς τη σύζυγό του ως πηγή αρχαιολογικής μαρτυρίας για την Πελοπόννησο». Στo: Σωτήριος Γ. Ραπτόπουλος (Επιμ.), Η αρχαιολογία στην Πελοπόννησο, αρ. 2. Πρακτικά Διημερίδας «Η ιστορική και αρχαιολογική έρευνα στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων για την Πελοπόννησο» (Τρίπολη, 4-5 Οκτωβρίου 2013). Τρίπολη: Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, Πελοποννησιακών Σπουδών 2014: 283-307.
  • Stoneman R., Αναζητώντας την Κλασική Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1996.
  • Στράβων, Γεωγραφικά,  βιβλίο 8ο, μετάφραση Π. Θεοδωρίδης, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1994.
  • Τσελεμπί Ε., Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671), απόδοση Δ. Λούπης, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1999 (β’ έκδ.).
  • Τσιγκάκου Φ.-Μ., Η Αθήνα με τα μάτια των ζωγράφων-περιηγητών 16ος-19ος αιώνας, Εκδόσεις «Τέχνης Οίστρος», Αθήνα 2007.

 

© Δημήτρης Τότσικας

Φιλόλογος

Read Full Post »

Ξένες στην Οθωνική Ελλάδα


 

Η ζωή των γυναικών στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, ακόμη και εκείνων που διαδραμάτισαν κάποιο ρόλο στη δημόσια ζωή, ελάχιστα έχει απασχο­λήσει τους ιστορικούς. Τα τελευταία χρόνια όμως, γυναίκες – μελετη­τές δημοσίευσαν ιστορικές μαρτυρίες, ημερολόγια και επιστολές γυναικών του 19ου αιώνα δίνοντας στην εικόνα που είχαμε μέχρι σήμερα μια νέα διάσταση. Ειδικά για την Οθωνική εποχή αναφέρω τα ημερολόγια της συζύγου του ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας, Christiane Lüth, τα οποία δημοσίευσε η Αριστέα Παπανικολάου-Κρίστενσεν σε τρία βιβλία, τα Απομνημονεύματα της Ρωξάνδρας Στούρτζα σε μετάφραση Μαρίας Τσάτσου, τις επιστολές προς τους γονείς της και αποσπάσματα ημερολογίου της Μπεττίνας Σχινά που μελέτησε και εξέδωσε η Ruth Steffen καθώς και τις εργασίες της Margarethe Pauly, οι οποίες βασίζο­νται σε σημαντικό βαθμό σε επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας, της αδελφής της Φρειδερίκης και της μητριάς τους, Καικιλίας.

 

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

 

Άλλα κείμενα αυτής της κατηγορίας παραμένουν αδημοσίευτα. Ανάμεσά τους το σημαντικότερο αυτή τη στιγμή είναι οι επιστολές της βασίλισσας Αμαλίας προς τον πατέρα της, μια πολύτιμη ιστορική πηγή· 570 επιστολές που γράφτη­καν μεταξύ 1836 και 1853 και θα εκδοθούν σύντομα, από το χειρόγραφο, σε ελληνική μετάφραση. [ Κυκλοφόρησαν από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας το 2011. Μετάφραση- Επιμέλεια: Βάνα Μπούσε, Μιχαέλ Μπούσε].

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το ανέκδοτο ημερολόγιο της μεγάλης κυρίας της Τιμής της βασίλισσας Αμαλίας, Juliane Wilhelmine von Plüskow, που βρίσκεται στο Αρχείο του ομόσπονδου κρατιδίου της Αυστρίας, Στάγιερμαρκ. Με τη βοήθεια ιστορικών πηγών αυτής της κατηγορίας, αλλά και άλλων, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω, με τη συντομία που μου επιβάλλει ο προκαθορισμένος χρόνος, τη ζωή και το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησαν για κάποιο διάστημα ξένες στην Ελλάδα την εποχή του βασιλιά Όθωνα.

Bettina Savigny 1805-1835

Bettina Savigny 1805-1835

Λίγες είναι εκείνες που ήρθαν να ζήσουν στην Ελλάδα, αφού παντρεύτη­καν Έλληνα. Η εγκατάσταση στο νεοσύστατο κράτος, ιδίως τα πρώτα χρόνια μετά τη δημιουργία του, ήταν ασφαλώς ένα δύσκολο και τολμηρό εγχείρημα. Από τις πρώτες που το επιχείρησαν ήταν η σύζυγος του Κωνσταντίνου Σχινά, υπουργού την εποχή της Αντιβασιλείας και από τους πρώτους καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η Μπεττίνα Σχινά ήταν κόρη του διάσημου νομομα­θούς Carl von Savigny και ανιψιά του ποιητή Clemens Brentano και της συγ­γραφέως Bettina von Arnim. Προερχόταν από μια εξαιρετικά μορφωμένη και καλλιεργημένη οικογένεια και ανάλογο είναι το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι επιστολές προς τους γονείς της και τμήματα του ημερολογίου της που, όπως προανέφερα, έχουν δημοσιευθεί στα γερμανικά. Έζησε με τον άνδρα της πρώτα στο Ναύπλιο και μετά στην Αθήνα δυστυχώς μόνο για δέκα μήνες. Πέθανε, θύμα επιδημίας, σε ηλικία 30 χρόνων. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου μεταφέρθηκε από το Ναύ­πλιο στην Αθήνα, η οποία όμως δεν πληρούσε σε κτήρια και υπηρεσίες τις προϋ­ποθέσεις, για να ανταποκριθεί σε μια τόσο αιφνίδια αύξηση του πληθυσμού της. Τα προβλήματα που δημιούργησε η μεταφορά στους παλιούς της κατοίκους ήταν τεράστια και για πολλούς οδυνηρά· δύσκολη βέβαια θα πρέπει να ήταν η ζωή τα πρώτα χρόνια και για τις ξένες, που είχαν συνηθίσει να ζουν διαφο­ρετικά. Όταν, για παράδειγμα, η οικογένεια του Αυστριακού απεσταλμένου Anton von Prokesch μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα, η γυναίκα του και το παιδί του έμειναν αρχικά στο πλοίο που είχε θέσει στη διάθεσή τους το αυστριακό κράτος, και όταν μετακόμισαν στην πρώτη τους αθηναϊκή κατοικία το υπνοδωμάτιο της κυρίας von Prokesch ήταν ένας πρώην διάδρομος διαμορ­φωμένος σε δωμάτιο.[1]

Οικία Prokesch von Osten (οδός Φειδίου 3)

Οικία Prokesch von Osten (οδός Φειδίου 3)

Μια πρωτοφανής όμως οικοδομική δραστηριότητα μεταμόρφωσε σε μικρό χρονικό διάστημα την Αθήνα σε πόλη. Η οικογένεια von Prokesch εγκαταστά­θηκε το καλοκαίρι του 1837 στην ιδιόκτητη έπαυλή της, που είχε σχεδιάσει ο Βιενέζος αρχιτέκτονας Anton Rosner. Το κτήριο, στην οδό Φειδίου 3, σώζεται μέχρι σήμερα, αν και έχει υποστεί πολλές αλλαγές.

Την ίδια εποχή κτιζόταν και το παλάτι. Το σημερινό κτήριο της Βουλής θεμε­λιώθηκε για λόγους συμβολισμού την 25η Ιανουαρίου/6η Φεβρουαρίου 1836, δηλαδή την τρίτη επέτειο της αποβίβασης του Όθωνα στο Ναύπλιο, ημέρα που τότε ονομαζόταν «Αποβατήρια» και ήταν εθνική εορτή. Το παλάτι κατοικήθηκε τον Αύγουστο του 1843» λίγες μέρες πριν από την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου.

Αικατερίνη Μπότσαρη, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας. Έργο του  ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Αικατερίνη Μπότσαρη, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας. Έργο του ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Αρκετές ήταν οι Γερμανίδες κυρίες οι οποίες ήταν διορισμένες στην Αυλή. Η βασίλισσα Αμαλία φρόντισε ένα χρόνο μετά την άφιξη της στην Ελλάδα, το Φεβρουάριο του 1838, να διορίσει ως κυρία της Τιμής μια Ελληνίδα, την κόρη του Μάρκου Μπότσαρη, Αικατερίνη. Ωστόσο είχε πάντοτε κοντά της και μία Γερμανίδα κυρία της Τιμής. Η νεαρή και όμορφη δεσποινίς Wiesenthau, την οποία η βασίλισσα Αμαλία είχε φέρει μαζί της όταν ήρθε στην Ελλάδα, έμεινε μέχρι τις αρχές του 1845· Παρόλο που τυπικά τη Wiesenthau διαδέχτηκε στο παλάτι η Φωτεινή Μαυρομιχάλη, τον ίδιο χρόνο η βασίλισσα Αμαλία κάλεσε από το Ολδεμβούργο την Elise Rennenkampff, επειδή ήθελε να έχει και μια νεαρή Γερμανίδα στο περιβάλλον της.

Φωτεινή Μαυρομιχάλη (1826-1878) κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας.

Φωτεινή Μαυρομιχάλη (1826-1878) κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας.

Κοντά της βρέθηκε τα πρώτα χρόνια της εδώ παραμονής της και η παιδαγω­γός της, Julia von Nordenflyeht. Όταν η βασίλισσα Αμαλία πρωτοήλθε στην Αθήνα η Julia von Nordenflycht ήταν πενήντα ενός χρόνων, δηλαδή ηλικιω­μένη. Διακριτική και ταπεινόφρων, με παρουσία σχεδόν αφανή, ήταν στην πραγματικότητα πολύ καλλιεργημένη γυναίκα. Όταν ήταν νέα είχε δημοσι­εύσει ποιήματα και είχε πάρει μέρος στην πρώτη γερμανική μετάφραση των Απάντων του Λόρδου Βύρωνα μεταφράζοντας τη «Νύφη της Αβύδου». [2] Δεν παντρεύτηκε. Ανέλαβε τα καθήκοντα της παιδαγωγού της βασίλισσας Αμαλίας, όταν εκείνη ήταν επτά χρόνων. Την υπεραγαπούσε και την ακολούθησε στην Ελλάδα έχοντας επίγνωση των δυσκολιών που θα αντιμετώπιζε. Δεν επέστρεψε στην πατρίδα της, όπως σχεδίαζε και ήλπιζε. Πέθανε στις 11 Ιουλίου 1842. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Επιστολές που είχε απευθύνει σε μια φίλη της στην Αυλή του Ολδεμβούργου, δημοσιεύτηκαν λίγο μετά το θάνατό της και περιέχουν ενδιαφέρουσες πληροφορίες για τη ζωή στο παλάτι και την Ελλάδα την εποχή εκείνη.[3]

 

Anton von Prokesch- Osten (Άντον Πρόκες φον Όστεν, 1795 – 1876), αυστριακός συνταγματάρχης, διπλωμάτης και συγγραφέας. Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1855.

Anton von Prokesch- Osten (Άντον Πρόκες φον Όστεν, 1795 – 1876), αυστριακός συνταγματάρχης, διπλωμάτης και συγγραφέας. Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1855.

 

Οι απεσταλμένοι των ξένων Δυνάμεων εγκαθίσταντο στη χώρα για ένα ορι­σμένο χρονικό διάστημα. Οι γυναίκες τους, εφόσον αυτοί ήταν παντρεμένοι, κατατάσσονταν στην υψηλή κοινωνία της Αθήνας. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι σύχναζαν στο παλάτι με την έννοια ότι είχαν τη δυνατότητα να δουν εύκολα τη βασίλισσα, καθώς τη ζωή στο παλάτι ρύθμιζαν αυστηροί εθιμοτυπικοί κανόνες. Η βασίλισσα Αμαλία, η οποία ήταν γενικά συντηρητική, τηρούσε και ως προς αυτό το θέμα με αυστηρότητα τους τύπους. Προσωπική σχέση δεν ανέπτυξε ποτέ με πρόσωπα έξω από το στενό περιβάλλον της Αυλής. Μόνο για τη σύ­ζυγο του απεσταλμένου της Βαυαρίας Klemens von Waldkirch (1837-1841), κόμισσα von Waldkirch εκφράζει, στις επιστολές προς τον πατέρα της, θερμά συναισθήματα. «Με το επόμενο ατμόπλοιο φεύγουν οι Βάλντκιρχ με άδεια», του γράφει, «και φοβάμαι πως δεν θα ξαναέλθουν, πράγμα που θα με λυπήσει πολύ. Συμπαθούσα τη μικροκαμωμένη αυτή γυναίκα πάρα πολύ. Ήταν η μόνη από την εδώ κοινωνία που έβλεπα σχετικά συχνά. Έτσι είναι όμως σε αυτόν τον κόσμο».[4]

Οι ξένες της Αθήνας, και ιδιαίτερα οι Γερμανίδες, μπορούσαν να απευθυνθούν στη μεγάλη κυρία της Τιμής, von Plüskow. Ευφυής, μορφωμένη και διακριτική η κυρία von Plüskow, χήρα η ίδια με μεγάλα παιδιά που ζούσαν στη Γερμανία, είχε την απόλυτη εμπιστοσύνη της βασίλισσας Αμαλίας. Ήταν πάντοτε ενημερωμέ­νη για όλες τις εξελίξεις, ιδιαίτερα για ό,τι είχε σχέση με την εξωτερική πολιτική. Γνωρίζουμε από το ανέκδοτο ημερολόγιό της ότι σχεδόν κάθε βράδυ δεχόταν στα διαμερίσματά της στο παλάτι εκπροσώπους των ξένων διπλωματικών απο­στολών. Η κυρία von Plüskow είχε τη φροντίδα των Γερμανίδων καθώς και των συζύγων Γερμανών υπαλλήλων του παλατιού, όπως ήταν η Δανέζα Christiane Liith, σύζυγος του ιερέα της βασίλισσας Αμαλίας. Τις επισκεπτόταν στα σπίτια τους τακτικά, γεγονός που ενδεχομένως λάμβανε και χαρακτήρα ελέγχου, όταν παρουσιάζονταν προσωπικά προβλήματα, οικονομικά ή άλλα.

Η βασίλισσα Αμαλία είχε φέρει μαζί της, όταν ήρθε από τη Γερμανία, και κα­μαριέρες. Αρκετές από αυτές παντρεύτηκαν Έλληνες και εγκαταστάθηκαν μό­νιμα στην Ελλάδα. «Πώς σας φαίνεται αυτό;», γράφει η Julia von Nordenflyeht στη φίλη της, «πάλι παντρεύεται μια καμαριέρα της βασίλισσας, η όμορφη Σεραφίνε. Είναι σχεδόν πρόβλημα αυτό: οι Έλληνες μας τις απάγουν τη μια μετά την άλλη».[5]

Ιδιαίτερα αγαπούσε η βασίλισσα Αμαλία την καμαριέρα της Luise Busch, της οποίας τη θλιβερή ιστορία περιγράφει σε μία επιστολή προς τον πατέρα της. [6] Είχε τη μοίρα πολλών γυναικών της εποχής εκείνης, τοκετό με τραγική κατάληξη. Ήταν ο πρώτος τοκετός στο νεόκτιστο παλάτι, τον Απρίλιο του 1844 και η βασίλισσα Αμαλία περίμενε από την ευτυχή έκβασή του έναν καλό οιωνό για το δικό της μέλλον. Συνέβη το αντίθετο. Το μαρτύριο της Luise Busch διήρκεσε 60 ώρες, οι γιατροί, ο Γερμανός Bernard Röser και ο Έλληνας Κωστής, αναγκάστηκαν να χρησιμοποιήσουν εμβρυουλκό και όταν ύστερα από πολλές ώρες γεννήθηκε το παιδί, έναν κοριτσάκι, διαπίστωσαν ότι υπήρχε και άλλο, το οποίο γεννήθηκε έπειτα από αγώνα μιας ολόκληρης νύχτας, νεκρό. Η μητέρα πέθανε μερικές μέρες αργότερα. Ο τάφος της βρίσκεται σήμερα στο Α ́ Νεκροταφείο Αθηνών. Όταν ύστερα από λίγο πέθανε και ο πατέρας του παιδιού η βασίλισσα Αμαλία αποφάσισε να κρατήσει τη μικρή κοντά της. Η Marianne Amalie Busch έλαβε καλή αγωγή και διαδέχτηκε κατά κάποιο τρόπο τη μητέρα της στην υπηρεσία της βασίλισσας. Ακολούθησε αργότερα το βασιλικό ζεύγος στην εξορία, παντρεύτηκε και έζησε στη Γερμανία.

Δοξαστικό πορτρέτο του Όθωνα

Δοξαστικό πορτρέτο του Όθωνα

Με το βασιλιά Όθωνα είχαν έρθει στην Ελλάδα Βαυαροί δημόσιοι υπάλληλοι και ένα στρατιωτικό σώμα. Μερικοί από αυτούς είχαν φέρει και τις οικογένειές τους. Ο Γερμανός δάσκαλος K. Schönwälder, που επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1836-1837, μας δίνει μια ενδιαφέρουσα πληροφορία σχετικά με γυναίκες απλών Βαυαρών στρατιωτών, οι οποίες δεν αναφέρονται σχεδόν ποτέ, ότι δηλαδή πολλές από αυτές διατηρούσαν στην Αθήνα φτηνά μαγειρεία στα οποία σύχναζαν, μας λέει, «Έλληνες των κατώτερων τάξεων».[7]

Εκτός όμως από τους δημοσίους υπαλλήλους και τους στρατιωτικούς ήρθαν στο μικρό ελληνικό βασίλειο και μερικοί Βαυαροί έποικοι. Γι’ αυτούς τους Βαυαρούς και τις οικογένειές τους δημιουργήθηκε το Ηράκλειο. Ο οικισμός είχε αρχικά υπολογιστεί για 60 εποίκους, στους οποίους δόθηκαν γη και σπίτια. Αλλά οι άνθρωποι αυτοί δεν μπόρεσαν ούτε να προσαρμοστούν ούτε να προοδεύσουν∙ τρεις δεκαετίες αργότερα ένας Γερμανός περιηγητής μέτρησε στο Ηράκλειο 24 οικογένειες που αριθμούσαν 100 άτομα. Φαίνεται ότι δεν προέρχονταν από αγροτικές οικογένειες, ήταν ή ανειδίκευτοι εργάτες ή τεχνίτες, σύμφωνα με μία πληροφορία πολλοί από αυτούς ράφτες.[8]

Οι ξένες του Ηρακλείου πιθανότατα αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, τα οποία η θέση του οικισμού τους, μακριά από την Αθήνα, επέτεινε. Έχει διατηρηθεί επίσημο έγγραφο του 1842 με το οποίο ο γιατρός του Στρατιωτικού Νοσοκομείου, Georg König, έλαβε διαταγή να πάει στο Ηράκλειο και να φροντίσει τα άρρωστα παιδιά των εποίκων, καθώς και η απάντηση του γιατρού που ζητεί να του δοθεί ένα μεταφορικό μέσο και χρήματα. [9] Επίσης ο Johann Caspar Beeg, δάσκαλος από τη Νυρεμβέργη, ο οποίος είχε έρθει στην Ελλάδα ως επιθεωρητής παιδείας, γράφει το 1835 ότι σχεδίαζε τη δημιουργία μιας οργάνωσης που θα στήριζε Γερμανούς αναξιοπαθούντες και ιδιαίτερα γυναίκες και ορφανά.[10]

Jane Elizabeth Digby-Θεοτόκη, Κόμησσα του Ellenborough 1807 -1881. Έργο του  ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Jane Elizabeth Digby-Θεοτόκη, Κόμησσα του Ellenborough 1807 -1881. Έργο του ζωγράφου της βαυαρικής Αυλής Joseph Karl Stieler (Γιόζεφ Καρλ Στίλερ). Ανάκτορο Νύμφενμπουργκ του Μονάχου.

Υπάρχει και μια άλλη, τελείως διαφορετική κατηγορία ξένων γυναικών οι οποίες είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα. Ήταν γυναίκες που είχαν γυρίσει την πλάτη στην κοινωνία από την οποία προέρχονταν. Εννοείται ότι διέθεταν την απαραίτητη οικονομική ανεξαρτησία, κάτι σπάνιο για τις σύγχρονές τους. Μία από αυτές ήταν η διάσημη για τον ομορφιά της Αγγλίδα λαίδη Lady Ellenborough, που γεννήθηκε το 1807 στο Λονδίνο με το όνομα Jane Digby και πέθανε το 1881 στη Δαμασκό. Το πορτρέτο της περιλαμβάνεται στις 40 προσωπογραφίες των καλλονών που παρήγγειλε ο Λουδοβίκος Α ́ στο ζωγράφο της βαυαρικής Αυλής Joseph Stieler και που σήμερα εκτίθενται στο παλάτι του Nymphenburg, στο ομώνυμο προάστιο του Μονάχου. Είχε παντρευτεί σε πρώτο γάμο το λόρδο Ellenborough, από τον οποίο είχε χωρίσει, και κατόπιν το Γερμανό von Fenningen από τον οποίο την είχε απαγάγει ο τρίτος σύζυγός της Σπυρίδων Θεοτόκης. Ζούσε στην Αθήνα απομονωμένη κάνοντας έφιππους περιπάτους στα περίχωρα. Επειδή ο Άγγλος απεσταλμένος αγνοούσε επιδεικτικά την παρουσία της, δεν γινόταν δεκτή ούτε στο παλάτι. Τη συνέδεε στενή φιλία με μία άλλη ξεχωριστή γυναίκα της εποχής της, τη Γαλλίδα δούκισσα της Πλακεντίας.

Η δούκισσα είχε γεννηθεί το 1785 στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, όπου ο πατέρας της François de Barbé-Marbois ήταν γενικός πρόξενος της Γαλλίας. Ήταν σύζυγος του στρατηγού Charles Lebrun, δούκα της Πλακεντίας, από τον οποίο είχε χωρίσει. Παρέμειναν όμως καλοί φίλοι και ο πρώην σύζυγός της όχι μόνο εξασφάλισε στη δούκισσα πλούσια ζωή, αλλά χρηματοδότησε και την εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα που ανέπτυξε στην Αθήνα και τα περίχωρα της πόλης. Η δούκισσα της Πλακεντίας είχε έρθει στην Ελλάδα πριν από τον Όθωνα, το 1830, όταν στην Πελοπόννησο στάθμευε ακόμη το γαλλικό στράτευμα υπό το στρατηγό Nicolas Joseph Maison. Έζησε πρώτα στο Ναύπλιο και το 1834 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα.

Sophie de Marbois-Lebrun - Δούκισσα  της Πλακεντίας

Sophie de Marbois-Lebrun – Δούκισσα
της Πλακεντίας

Η βασίλισσα Αμαλία, σε μια επιστολή προς τον πατέρα της, διηγείται πως κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στην Πεντέλη επισκέφτηκε το παλάτι που έχτιζε η δούκισσα, την οποία και περιγράφει ως εξής: «Η γυναίκα αυτή είναι τελείως τρελή. Κουβαλάει πάντα μαζί της την τριαντάχρονη κόρη της, η οποία πέθανε στη Συρία, μέσα σε οινόπνευμα, σε ένα φέρετρο που έχει παράθυρα γύρω γύρω. Δεν δίνει ποτέ ελεημοσύνη σε φτωχούς, δίνει χρήματα μόνο σε ανθρώπους που δεν έχουν ανάγκη. Η μικρή μου Μπότσαρη έχει τώρα την εύνοιά της και παίρνει δώρα επί δώρων. Το κακό είναι ότι μερικές φορές, όταν δεν συμπαθεί πια το συγκεκριμένο άτομο, πράγμα που συμβαίνει συχνά, ζητάει πίσω τα δώρα της, που πολλές φορές είναι μεγάλα ποσά. Σχίζει συμβόλαια και κάνει άλλα τέτοια πολλά. Έχει κάτι μεγάλα σκυλιά από τα Πυρηναία στα οποία δίνει να φάνε πριν δώσει στους καλεσμένους της, που τρώνε ό,τι περισσεύει. Φυσικά βρίσκεται σε αντίθεση προς την Αυλή και ιδίως προς εμένα, δεν μπορεί να με υποφέρει, τον λόγο τον γνωρίζει μόνον ο Θεός. Ασπάστηκε τον Ιουδαϊσμό. Φαντάζεσαι βέβαια ότι το κάστρο της που λέγεται στα ελληνικά «Ροδοδάφνη» είναι εξίσου ιδιόρρυθμο με την ίδια…».[11]

Όπως βλέπουμε η δούκισσα της Πλακεντίας δεν είχε καλές σχέσεις με το παλάτι. Η Julia von Nordenflycht γράφει μάλιστα ότι μισούσε όλους τους Γερμανούς με μοναδική εξαίρεση το γιατρό Röser. [12] Και η βασίλισσα Αμαλία είχε τις επιφυλάξεις της, πίστευε ότι η δούκισσα αναμειγνυόταν στην πολιτική και χρηματοδοτούσε την αντιπολίτευση. Ωστόσο φαίνεται ότι υπήρχε κάποια επαφή ανάμεσά τους μέσω της κυρίας von Plüskow. Η βασίλισσα Αμαλία αναφέρει μάλιστα μία συνάντηση που είχαν κατά την οποία και πάλι δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν, γιατί η δούκισσα της Πλακεντίας επιθυμούσε να γίνεται δεκτή στους χορούς του παλατιού χωρίς να μεταβάλει τις ενδυματολογικές της συνήθειες. [13] Ο Edmond About ο οποίος κατά τα άλλα την εξυμνεί, την περιγράφει ως εξής: «ήταν κοντή, εξαιρετικά αδύνατη, με άσπρα μαλλιά και φορούσε πάντα, χειμώνα-καλοκαίρι, ένα άσπρο βαμβακερό φόρεμα και ένα πέπλο το οποίο τύλιγε με βιβλικό τρόπο γύρω από το σώμα και το άσπρο της κεφάλι». Προσθέτει ότι έμοιαζε με φάντασμα.[14]

Η γυναικεία μόδα ακολουθούσε και στην Αθήνα τις επιταγές της παρισινής, την οποία διέδιδαν σε όλη την Ευρώπη τα γυναικεία περιοδικά. Οι έμποροι της Αθήνας προσάρμοσαν πολύ γρήγορα το εμπόρευμά τους στα γούστα και τις απαιτήσεις των πελατισσών τους. «Θα πρέπει να παραγγείλω μερικά πράγματα στην Τεργέστη» έγραφε η Julia von Nordenflycht τον Οκτώβριο του 1837 «υπάρχουν και εδώ ωραία πράγματα, αλλά πολύ λίγα και οι Έλληνες έμποροι θα πρέπει πρώτα να μάθουν τι θα πει γούστο σε ζητήματα μόδας». [15] Ωστόσο μόλις μισό χρόνο αργότερα εκφράζεται διαφορετικά: «Τα καταστήματα γεμίζουν όχι απλά με τα αναγκαία, αλλά και με πράγματα παραπανίσια, ακόμη και πολυτελή… Η βασίλισσα κι εγώ αγοράσαμε εδώ καπέλα που θα μπορούσαμε άφοβα να φορέσουμε στο Παρίσι. Κάθε δύο εβδομάδες έρχονται πλοία από τη Μασσαλία και φέρνουν στους εμπόρους εμπορεύματα που πωλούνται αμέσως».[16]

Οι χοροί του παλατιού, η πιο περιζήτητη διασκέδαση που προσέφερε την εποχή εκείνη η Αθήνα, ήταν και η καλύτερη ευκαιρία για να επιδείξει μια κυρία την τουαλέτα της. Στους ανεπίσημους, μικρούς χορούς, όπως τους χαρακτηρίζει η βασίλισσα Αμαλία, οι καλεσμένοι ήταν γύρω στους 250, στους μεγάλους χορούς ο αριθμός ξεπερνούσε πολλές φορές τους 500. Στο καινούριο παλάτι, μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες στις αίθουσες υποδοχής του πρώτου ορόφου, που εγκαινιάστηκαν το Νοέμβριο του 1848, οι χοροί δίνονταν σε σχετικά περιορισμένο χώρο, σε αίθουσα της δυτικής πτέρυγας του δευτέρου ορόφου. Δίνονταν βέβαια και πολλοί άλλοι χοροί. Το Μάρτιο του 1842, η βασίλισσα Αμαλία αναφέρει έναν φιλανθρωπικό χορό υπέρ των πτωχών που δόθηκε στο θέατρο και στον οποίο είχε κληθεί και το βασιλικό ζεύγος. Συχνά καλούσαν σε χορό και οι απεσταλμένοι, οι οποίοι κατοικούσαν σε ευρύχωρα σπίτια και είχαν τον απαιτούμενο χώρο. Χορεύονταν οι χοροί που ήταν τότε της μόδας στη Δυτική Ευρώπη.

Carolina Ungher Sabatier (1803 – 1877). Αυστρουγγαρέζα κοντράλτο γεννημένη στη Βιέννη.

Carolina Ungher Sabatier (1803 – 1877). Αυστρουγγαρέζα κοντράλτο γεννημένη στη Βιέννη.

Τα γεύματα, οι συγκεντρώσεις και οι βεγγέρες στα σπίτια ήταν συχνές. Χαρτιά έπαιζαν και οι κυρίες. Αν υπήρχε η δυνατότητα, μια μουσική βραδιά ήταν βέβαια κάτι το ξεχωριστό. Ένα σπίτι περίφημο για τη μόρφωση και την καλλιέργεια του οικοδεσπότη αλλά και της οικοδέσποινας ήταν το σπίτι των Prokesch. Η Irene von Prokesch ήταν κόρη του Βιεννέζου καθηγητή μουσικής Raphael Georg Kiesewetter και έπαιζε εξαιρετικά καλά πιάνο. [17] Καμιά φορά τύχαινε να επισκεφθεί την Αθήνα και κάποια επιφανής καλλιτέχνιδα, όπως η αυστριακή υψίφωνος Karoline Unger-Sabatier, η οποία υπήρξε διάσημη τραγουδίστρια της όπερας. Το καλοκαίρι του 1846 επισκέφτηκε την Ελλάδα και έμεινε για λίγο καιρό. Τραγούδησε μόνο σε ιδιωτικές συγκεντρώσεις.[18]

Την εποχή εκείνη ήταν ακόμη ζωντανή μια παλιά συνήθεια, πλανόδιοι μουσικοί πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδούσαν δημοτικά τραγούδια, τα οποία συνόδευαν με μουσικά όργανα. Ο Hans Christian Andersen, που επισκέφτηκε την Ελλάδα το 1841 αναφέρει δύο Έλληνες από τη Σμύρνη τους οποίους άκουσε στο σπίτι του Ludwig Roß να τραγουδούν ιστορικά δημοτικά τραγούδια. Τους αποκαλεί ραψωδούς και προσθέτει ότι συνόδευαν το τραγούδι τους με δύο μουσικά όργανα, ένα βενετσιάνικο μαντολίνο και ένα βιολί. [19] Ο Δανός M. Rǿbye σχεδίασε το 1835 το εργαστήριο ενός κατασκευαστή οργάνων στην Αθήνα. [20] Ο ζωγράφος Josef Scherer, που συμμετείχε στην εκτέλεση των τοιχογραφιών του παλατιού, έχει ζωγραφίσει έναν πλανόδιο τυφλό τραγουδιστή όπως τον είδε στους δρόμους της Αθήνας το 1843. Το έργο βρίσκεται σε μουσείο της μικρής βαυαρικής πόλης Dinkelscherben. Τέλος ο Johann Caspar Beeg, ο οποίος αναφέρθηκε προηγουμένως παρουσιάζει σε ένα σκίτσο του έναν παραμυθά καθισμένο πάνω σε ένα χαλάκι να διηγείται ή να απαγγέλλει. Η σκηνή διαδραματίζεται στον κήπο του Αυστριακού απεσταλμένου στην Αθήνα και το ακροατήριο αποτελείται από τον ίδιο τον Johann Caspar Beeg, τον Anton von Prokesch και μία κυρία που θα μπορούσε να είναι η Irene von Prokesch.[21]

 

Irene Prokesch von Osten  (Ιρένε Πρόκες φον Όστεν, 1811 - 1872). Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1849.

Irene Prokesch von Osten (Ιρένε Πρόκες φον Όστεν, 1811 – 1872). Λιθογραφία του Josef Kriehuber, 1849.

 

Μια άλλη διασκέδαση που προσέφερε η Αθήνα την εποχή εκείνη ήταν το θέατρο. Παραστάσεις δίνονταν πριν ακόμη η Αθήνα αποκτήσει το κατάλληλο χώρο. Ο Γερμανός δάσκαλος K. Schönwälder, που αναφέρθηκε νωρίτερα, μας περιγράφει μια ελληνική παράσταση που δόθηκε το καλοκαίρι του 1836. Το θέατρο βρισκόταν στην οδό Αιόλου, απέναντι από το καφενείο «Bella Italia», και ήταν μια πρόχειρη κατασκευή από σανίδες χωρίς στέγη∙ μόνο η σκηνή είχε ένα πρόχειρο στέγαστρο. [22] Παρ’ όλα αυτά και εδώ η εξέλιξη ήταν ραγδαία και τον Ιανουάριο του 1840 η πρωτεύουσα διέθετε ένα κανονικό θέατρο. Σύντομα άρχισαν να έρχονται θίασοι όπερας από την Ιταλία, οι οποίοι έπαιζαν τις επιτυχίες της εποχής, έργα των Μπελλίνι, Ντονιτζέτι, Ροσίνι, Λουίτζι Ρίτσι κ.ά. Οι τραγουδιστές, και κυρίως οι τραγουδίστριες, είχαν ένθερμους θαυμαστές, οι οποίοι μερικές φορές φανατίζονταν υπέρ της μιας ή της άλλης καλλιτέχνιδας.

Αυτές ήταν οι διασκεδάσεις του χειμώνα στην Αθήνα. Το καλοκαίρι όσοι μπορούσαν εγκατέλειπαν την πόλη και μετακόμιζαν σε μέρη δροσερά, όπως η Κηφισιά. Εκεί παραθέριζε και ο βασιλιάς Όθων, όταν η βασίλισσα Αμαλία, η οποία δεν άφηνε εύκολα το παλάτι και τον κήπο της, έλειπε στο εξωτερικό. Στην Κηφισιά περνούσαν το καλοκαίρι και οι ξένοι απεσταλμένοι με επιφανέστερη εξαίρεση του Γάλλους, οι οποίοι κατοικούσαν χειμώνα-καλοκαίρι στα τότε κατάφυτα και δροσερά Πατήσια.

Ο Αλέξανδρος Ραγκαβής μας περιγράφει τη διαμονή του στην Κηφισιά το καλοκαίρι του 1853. Μεταξύ άλλων περιγράφει και κάποιες πνευματιστικές συγκεντρώσεις. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι είναι επιρρεπείς στις τάσεις της εποχής τους και μια από αυτές ήταν τότε ο πνευματισμός. Στην Αμερική είχαν φαίνεται επινοηθεί τραπέζια με κάποιον αφανή μηχανισμό ο οποίος τα έθετε αιφνιδίως σε κίνηση, τα έκανε να περιστρέφονται, να μετακινούνται ή να κινούν ένα από τα πόδια τους. Σε μια τέτοια συνάντηση ήταν παρόντες ο Πρώσος απεσταλμένος von Thiele με τη σύζυγό του. Η συγκέντρωση στέφθηκε με επιτυχία, το τραπέζι κατάφερε μάλιστα να βρει ότι το πουγκί του κύριου von Thiele περιείχε ακριβώς επτά νομίσματα και να το δηλώσει κτυπώντας στο πάτωμα το κινητό του πόδι.[23]

Ο Πρώσος απεσταλμένος von Thiele με τη σύζυγό του έμεναν στην οικία του Οικονομίδη, πλούσιου Έλληνα από την Ήπειρο, στην οποία κατοίκησε κατά διαστήματα και ο πολύ λιτός στην προσωπική του ζωή βασιλιάς Όθων. Η κυρία von Thiele, το πατρικό της όνομα ήταν Gräfe, είχε μαζί της τη νεαρή αδελφή της Wanda, κατόπιν von Dallwitz, η οποία διακρίθηκε ως συγγραφέας και με το όνομα του συζύγου της και υπό το ψευδώνυμο Walter Schwarz. Ο πέμπτος τόμος του έργου της Aus Sommertagen έχει τον τίτλο Ersonnen und erlebt και περιέχει διάφορες αναφορές στην Ελλάδα. [24] Την άνοιξη και το φθινόπωρο καλοδεχούμενη διασκέδαση για άνδρες και γυναίκες ήταν οι εκδρομές και τα ταξίδια, που συνδυάζονταν σχεδόν πάντοτε με την επίσκεψη αρχαιολογικών χώρων.

Αξίζει να αναφερθεί ότι η πρώτη περιηγήτρια που επισκέφτηκε την Ελλάδα ήταν η Γερμανίδα Charlotte von Dincklage η οποία περιηγήθηκε την Πελοπόννησο το 1838. Το ημερολόγιο που κράτησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της δημοσιεύτηκε πολύ αργότερα, το 1930.[25]

Προσπάθησα να σκιαγραφήσω πολύ σύντομα τη ζωή των ξένων γυναικών στην Οθωνική Ελλάδα. Ολοκληρώνω επιστρέφοντας στην αρχική μου διαπίστωση. Η ιστορία του 19ου αιώνα επικεντρώνει την προσοχή της στη δημόσια ζωή και αγνοεί την παρουσία των γυναικών, γι’ αυτό παρέρχεται και τις σχετικές πηγές, που όμως και υπάρχουν και παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον. Η ιστορία όπως τη γνωρίζουμε δεν είναι ολόκληρη η εικόνα, αλλά μόνο ένα μέρος της.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Schinas B., Leben in Griechenland, 1834 bis 1835, Briefe und Berichte an ihre Eltern in Berlin, herausgegeben und erläutert von Ruth Steffen, Verlag Cay Lienau, Μύνστερ, 2002, σ. 162.

[2] Schindel C. von, Die deutschen Schriftstellerinnen des neunzehnten Jahrhunderts, Leipzig, 1823-1825, σ. 63.

[3] J. C. Hinrich, Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, Λειψία, 1845.

[4] Επιστολή της 27ης Απριλίου 1840.

[5] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 165.

[6] Επιστολή της 13ης / 25ης Απριλίου 1844.

[7] Schönwälder K., Erinnerungen an Griechenland, Verlag Karl Schwartz, Brieg 1838, σ. 214.

[8] Waldmüller R., Wanderstudien, Italien, Griechenland und daheim,Theod. Thomas, Λειψία, 1861, τόμ. II, σ. 82.

[9] Ιδιωτική συλλογή.

[10] Johann Caspar Beeg 1809-1867, Leben slinien eines Technologen, nachgezeichnet von Franz Sonnenberger und Helmut Schwarz, Spätlese Verlag, Nürnberg, 1989, σ. 27.

[11] Επιστολή της 11ης Μαΐου 1842.

[12] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 319.

[13] Επιστολή της 23ης Οκτωβρίου 1849.

[14] About E., La Grèce contemporaine, Hachette, Παρίσι, 1854, σ. 99.

[15] Briefe einer Hofdame in Athen an eine Freundin in Deutschland 1837-1842, ό.π., σ. 47.

[16] Ό.π., σ. 93.

[17] Bertsch D., Anton Prokesch von Osten (1795-1876). Ein Diplomat Österreichs in Athen und an der Hohen Pforte. Beiträge zur Wahrnehmung des Orients im Europa des 19. Jahrhunderts, R. Oldenbourg, Μόναχο, 2005, σ. 228.

[18] Thouvenel L., La Grèce du Roi Othon, correspondance de M. Thouvenel avec sa famille et ses amis, Calman Lévy, Παρίσι, 1890, σ. 62, και Πλύσκω, ανέκδοτο ημερολόγιο, σ. 8

[19] H. C. Andersen’ s sämmtliche Werke, F. Vieweg und Sohn, Braunschweig 1843, II, σ. 105.

[20] Παπανικολάου – Κρίστενσεν Αρ., Αθήνα 1818-1853. Έργα Δανών καλλιτεχνών, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, Αθήνα, 1985, σ. 177.

[21] Johann Caspar Beeg 1809-1867, Lebenslinien eines Technologen, ό.π., σ. 80.

[22] Schönwälder K., Erinnerungen an Griechenland, ό.π, σ. 214.

[23] Ραγκαβής Αλέξανδρος, Απομνημονεύματα, τόμ. Α ́ και Β ́, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1894-1895, τόμ. Γ ́ και Δ ́, Πυρσός, Αθήνα, 1930, τόμ. Β ́, σ. 289.

[24] Ραγκαβής Αλέξανδρος, Απομνημονεύματα, ό.π., τόμ. Β ́, σ. 286.

[25] «Tagebuch einer Peloponnesreise im Jahre 1838», herausgegeben von E. Ziebarth περ. Hellas-Jahrbuch 1930, Friedrichsen, de Gruyter & Co.m.b.H., Αμβούργο, 1930, σ. 86-114.

 

Βάνα Μπούσε

«Ορόσημα ελληνο-γερμανικών σχέσεων», Πρακτικά ελληνο-γερμανικού συνεδρίου, Αθήνα, 16 και 17 Απριλίου 2010,Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων.

Read Full Post »

Rey Étienne (1789-1867)


 

 Voyage pittoresque en Grèce ....

Voyage pittoresque en Grèce ….

Ο Γάλλος ζωγράφος Étienne Rey (1789-1867), από τους πρώτους καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών στη Λυών και διευθυντής του Μουσείου και της Σχολής Σχεδίου στη Βιέννη, ήταν εξαιρετικός δάσκαλος, δημοσίευσε εγχειρίδιο για την τεχνική της εγκαυστικής και υπήρξε μέλος πολλών καλλιτεχνικών εταιρειών. Ταξίδεψε σε μεγάλη ηλικία στην Ανατολή, το 1843, συντροφιά με τον επίσης ζωγράφο – αρχιτέκτονα Αntoine Marie Chenavard και τον αρχιτέκτονα J.M. Dalgabio. Ξεκίνησαν από τη Μασσαλία και μέσω Ιταλίας και Μάλτας περιηγήθηκαν για πέντε μήνες στην Ελλάδα, τη Μικρά Ασία και για μικρό χρονικό διάστημα στην Αίγυπτο.

Οι αποτυπώσεις του Rey με θέματα της Αθήνας, από την περίοδο του Όθωνα, και οι υπόλοιπες, κυρίως από την Πελοπόννησο[1], τη Στερεά Ελλάδα, τη Σύρο, την Κωνσταντινούπολη, την Τρωάδα και την περιοχή της Σμύρνης, δημοσιεύτηκαν σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το ταξίδι, γιατί ο Rey θέλησε να χαράξει ο ίδιος τις λιθογραφίες από τα πρωτότυπα σχέδιά του. Πέθανε πριν προλάβει να δει την έκδοση των έργων του. Τις εικόνες συνοδεύουν παρασελίδιες σημειώσεις, σαν ημερολόγιο, με πληροφορίες σχετικές με το ταξίδι. Τα επιχρωματισμένα χαρακτικά, με τις αποτυπώσεις των μνημείων κυρίως, μοιάζουν περισσότερο με υδατογραφίες αποδίδοντας τον χώρο σε μαλακό και ήρεμο φως.

 

Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης


 

[1] Στην Πελοπόννησο επισκέφτηκε την Αργολίδα και σχεδίασε σημαντικές αρχαιότητες του Άργους, των Μυκηνών, της Επιδαύρου, κ.α. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1843 έφτασε στο Άργος με τον αρχιτέκτονα Αntoine Marie Chenavard, από τη Λυών και οι δύο, όπου ο Rey φιλοτέχνησε ένα σχέδιο, ενώ ο Chenavard αποτύπωσε την κάτοψη του θεάτρου. Δημοσίευσαν και οι δύο από έναν τόμο αναμνήσεων, με αόριστες αναφορές.

Voyage en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844 par A.M. Chenavard, Architecte, E. Rey peintre, professeurs à l’école des Beaux-Arts de Lyon, et M.J. Dalgabio architecte. Relation par A.m. Chenavard. Lyon. Imprimerie de Léon Boitels Quai Saint Antoine (1849).

 Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844. Par E. Rey, peintre, & Chenavard, architecte, Professeurs à l’Ecole des Beaux-Arts de Lyon, membres de l’Academie des Sciences, Belles-Lettres Arts de ladite Ville, correspondants de plusieurs autres sociétés savantes, et Dalgabio, architecte. Journal de Voyage. Dessins et planches lithographiées par Etienne Rey, Louis Perrin, Lyon (1867).

(Michel Sève« Οι Γάλλοι Ταξιδιώτες στο Άργος », Ecole Francaise DAthenes, 1993)

 

Ιόλη Βιγγοπούλου

Δρ. Ιστορίας – Ερευνήτρια
Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

 

Πηγή


  • Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη

Read Full Post »

Ηρόδοτος


 

 

Ηρόδοτος, Ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας μ.Χ.).  The Metropolitan Museum of Art,  New York.

Ηρόδοτος, Ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας μ.Χ.). The Metropolitan Museum of Art, New York.

Ο Ηρόδοτος [1],περιηγητής, γεωγράφος και ιστορικός, γεννήθηκε στην Αλικαρνασσό της Μ. Ασίας από επίσημη γενιά το 480 π.Χ., όταν εκεί κυβερνούσε η Αρτεμισία, ευφυής και δρα­στήρια σύμμαχος του Ξέρξη. Μετά τη νίκη των Ελλήνων στους περσικούς πολέμους και την κυριαρχία τους στο Αιγαίο η Αλικαρνασσός αγωνίστηκε να απαλλαγεί από τον τύραννο Λύγδαμη, διάδοχο της Αρτεμισίας, και ο Ηρόδοτος πήρε ενεργό μέρος στην προσπάθεια για την ανατροπή του Λύγδαμη και την απελευθέρωση της πατρίδας του, που επιτεύχθηκε το 454 π.Χ. Αργότερα ήρθε σε ρήξη με τους συμπατριώτες του και αναγκάστηκε να φύγει για την Αθήνα (451 π.Χ.), που εξελισσόταν τότε σε πολιτικό και πνευματικό κέντρο του Ελληνικού κόσμου. Το 444 π.Χ. μαζί με άλλους ονομαστούς Έλληνες (Πρωταγόρα, Ιππόδαμο, Εμπεδοκλή, κ.α.) πήρε μέρος στην ίδρυση της αποικίας των Θουρίων στη Ν. Ιταλία και έγινε πολίτης αυτής της πόλης. Ο θάνατός του τοποθετείται στο 430 π.Χ., λίγο μετά την έναρξη του πελοποννησιακού πολέμου.

 

Τα ταξίδια του

 

Στο διάστημα 460-444 π.Χ., από το διωγμό του Λύ­γδαμη ως την ίδρυση των Θουρίων, ο Ηρόδοτος παρακινημένος από την Ιωνική επιστημονική περιέργεια και την ορμή για μάθηση επισκέφτηκε όλες σχεδόν τις χώρες του τότε γνωστού κόσμου: Αίγυπτο, Λιβύη, Κυρήνη, Παλαιστίνη, Φοινίκη, Βαβυλώνα, Προποντίδα, Θράκη, Σκυθία, Κολ­χίδα, και βέβαια την ηπειρωτική Ελλάδα, τα νησιά του Αιγαίου και τη Ν. Ιταλία, όπου έμεινε πολλά χρόνια. Σκοπός του ήταν η γνώση χωρών και λαών με διαφορετικά ήθη και έθιμα και η συλλογή πλούσιου εθνογραφικού, γεωγραφικού, ιστορικού, θρησκειολογικού και γενικά πολιτισμικού υλικού, που το κατέγραψε στην ιστορία του και αποτελεί πολύτιμη προσφορά στην παγκόσμια ιστορία.

Οι εμπειρίες της ζωής του επηρέασαν και το έργο του. Στην Ιωνία γνώρισε σε βάθος την επική και λυρική ποίηση. Όταν έφτασε στην Α­θήνα διδάχτηκε από την τραγωδία, που ήταν τότε στο αποκορύφωμά της, την τραγική μοίρα της ανόδου και της πτώσης της ανθρώπινης ύπαρξης. Σ’ ένα βαθμό επηρεάστηκε και από τη σοφιστική, που γνώρισε στην Αθήνα και στη Ν. Ιταλία. Πολιτικά η επαφή του με τους δημοκρατικούς θεσμούς της Αθήνας του Περικλή τον έκανε να διαμορφώσει δημοκρατικό και φιλελεύθερο φρόνημα. Αποδοκιμάζει την τυραννίδα, μερικές φορές όμως εκφράζει την εκτίμησή του για ορισμένους τυράννους π.χ. την Αρτεμισία. Συμπαθεί τους Αθηναίους, συχνά όμως μιλάει ευνοϊκά και με εκτίμηση για τους Σπαρτιάτες. Με περιφρόνηση αναφέρει τους μηδίσαντες και ιδιαίτερα τους «Θηβαίους και άλλους Βοιωτούς».

 

Το έργο του [2]

 

«Ιστορίας απόδεξιν» ονόμασε ο ίδιος την ιστορία του και αφηγείται τις σχέσεις Ελλήνων και Βαρβάρων από την άνοδο του Κροί­σου ως το τέλος των Ελληνοπερσικών πολέμων. Οι Αλεξανδρινοί το χώρισαν σε εννέα βιβλία και στο καθένα έδωσαν το όνομα μιας από τις εν­νέα μούσες. Τα τρία πρώτα βιβλία αναφέρονται στην Ασία και περιλαμβάνουν τη βασιλεία του Κύρου και του Καμβύση, την κατάκτηση της Αιγύπτου και την εμφάνιση του Δαρείου. Τα τρία επόμενα αναφέρονται στην Ευρώπη, πραγματεύονται τη βασιλεία του Δαρείου και περιλαμβά­νουν την αποτυχία των Περσών στη Σκυθία και στο Μαραθώνα, και την αποτυχημένη ιωνική επανάσταση των Ελλήνων. Τα τελευταία τρία βιβλία αναφέρονται στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Ξέρξη και περιλαμβάνουν τη μάχη των Θερμοπυλών, τη ναυμαχία του Αρτεμισίου και της Σαλαμίνας, και τέλος τη μάχη των Πλαταιών.

Το έργο του Ηρόδοτου διακόπτεται συχνά, κυρίως στα πέντε πρώτα βιβλία, από παρεκβάσεις, «προσθήκες» τις λέει ο ίδιος, με ποικίλο περιε­χόμενο: γεωγραφικό, εθνογραφικό, νομολογικό, θρησκειολογικό, ανεκδο­τολογικό, επεισοδιακό (νουβέλες). Οι παρεκβάσεις αυτές είναι οργανικά δεμένες με την κατευθυντήρια γραμμή του έργου, έρχονται στην κατάλληλη στιγμή για να δικαιολογήσουν, να επεξηγήσουν, να συμπληρώσουν, να επεκτείνουν κύρια σημεία της αφήγησης, και προσφέρουν ξεκουραστι­κές ανάπαυλες του ακροατή από την κουραστική μακριά αφήγηση [3].

Το Ζ’ βιβλίο συγκεκριμένα αρχίζει με την άνοδο του Ξέρξη στον περ­σικό θρόνο και την απόφασή του να εκστρατεύσει εναντίον των Ελλήνων. Περιγράφει την πορεία του περσικού στρατού από τις Σάρδεις ως τον Ελλήσποντο, το πέρασμα από τον Ελλήσποντο μετά από το μαστίγωμά του, που συνιστά ύβρι του Ξέρξη που θα πληρωθεί με την ήττα του, το πέρασμα του περσικού στόλου από τον Άθω με τη διώρυγα, που άνοιξαν οι πέρσες στο πιο στενό μέρος της χερσονήσου, και την άφιξη του Ξέρξη στα Τέμπη.

Εκεί τον συναντούν άπρακτοι οι απεσταλμένοι του στην Ελλάδα και του ανακοινώνουν ότι οι Έλληνες δεν πρόσφεραν «γῆν καί ὕ­δωρ». Στο σημείο αυτό ο Ηρόδοτος θέλοντας να εξηγήσει γιατί ο Ξέρξης δεν έστειλε κήρυκες στην Αθήνα και στηΣπάρτη, αναφέρει το περιστα­τικό της θανάτωσης των κηρύκων του Δαρείου στις δυο πόλεις και με μια μικρή παρέκβαση, αφηγείται την ιστορία του Σπερθία και του Βούλη (κεφ. 133-137). Στο υπόλοιπο του Ζ’ βιβλίου ασχολείται με τις προετοι­μασίες των Ελλήνων για την άμυνά τους και τελειώνει με την περιγραφή της μάχης των Θερμοπυλών.

 

Η γλώσσα και το ύφος του

 

Ο Ηρόδοτος, αν και η καταγωγή του ήταν δωρική, ακολουθώντας τους προκατόχους του έγραψε στην ιωνική διάλεκτο, αλλά «μεμειγμένη και ποικίλη», γιατί δανείστηκε πολλά στοιχεία από την ποίηση, ιδιαίτερα την επική, και από την παλαιά αττική διάλεκτο. Είναι μια γλώσσα φιλολογική που διαφέρει από την ομιλούμενη [4]. Στην έκφρασή του ακολουθεί την κατά παράταξη σύνταξη, όπου η μία πρόταση συνδέεται ελεύθερα και ισότιμα με την άλλη, αποδίδοντας τη ζωντάνια του προφορικού λόγου, και αποφεύγει τις πολλές εξαρτημένες προτάσεις, που συχνά θολώνουν την καθαρότητα του νοήματος. Στέκεται στο μεταίχμιο δύο εποχών, στο τέλος της αρχαϊκής και στην αρχή της κλασσικής, και είναι ικανός να αποδίδει τις ήρεμες εκδηλώσεις της ψυ­χής, τα ήθη, σε αντίθεση με το Θουκυδίδη, που με περίπλοκη έκφραση αποδίδει τα πάθη.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 13, σελ. 273 κ.ε.

[2] BuryJ., «Οι αρχαίοι Έλληνες Ιστορικοί», εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1984, σελ. 38

[3] BuryJ., ό.π. σελ. 41

[4] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Γ2, σελ. 436.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

 

Read Full Post »

Older Posts »