Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρὀσωπα’ Category

Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης (1790-1854)


 

Αναγνωστόπουλος Παναγιώτης (1790-1854)

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ένας από τους σημαντικότερους Φιλικούς, ηγετικό στέλεχος και συναρχηγός της Εταιρείας σε ορισμένες φάσεις της διαδρομής της, γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της σημερινής επαρχίας Ολυμπίας το 1790, όπου έζησε έως και τα δεκαπέντε χρόνια του. Σύμφωνα με τον Αγησίλαο Τσέλαλη, πατέρας του ήταν ο Αναγνώστης Μυλωνάς ή Ρόδιος και μητέρα του η Μαρίτσα από το γένος των Χριστακαίων. [1]

Όπως είναι εύλογο, τα πρώτα γράμματά του έμαθε στη γεννέτειρά του και κατά τούτο μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά με τους άλλους πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας, εξαιρούμενου βέβαια του Αθανασίου Τσακάλωφ που έλαβε καλύτερη μόρφωση.

Το 1808 η οικογένεια του Αναγνωστόπουλου εγκατέλειψε την Ανδρίτσαινα και εγκαταστάθηκε στη Σμύρνη και στη συνέχεια ο Παναγιώτης από την πρωτεύουσα της Ιωνίας θα βρεθεί στην Οδησσό, γραμματικός στην εμπορική εταιρεία του Αθανασίου Σέκερη, στην οποία ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα, πάντα όμως μέσα στο πεδίο δράσης του γραμματικού ενός μεγάλου εμπορικού οίκου.

Οι τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας μετά από το φθινόπωρο του 1814 θα αναχωρήσουν από την Οδησσό προς διάφορες κατευθύνσεις, δηλαδή ο Σκουφάς και ο Τσακάλωφ θα κινήσουν για τη Μόσχα και ο Ξάνθος για την Κωνσταντινούπολη, καθώς διάφορες πιεστικές υποχρεώσεις τους αναγκάζουν να ασχοληθούν παράλληλα με τα της Εταιρείας και με τις προσωπικές υποθέσεις τους.

Από τους τρεις πρωτεργάτες ωστόσο ο Νικόλαος Σκουφάς στις αρχές του 1816 θα επανέλθει στην Οδησσό και μάλιστα θα βρεθεί κοντά στην εμπορική επιχείρηση του Αθανασίου Σέκερη, στην οποία εργαζόταν ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος. Κατά συνέπεια η μύηση των Σέκερη και Αναγνωστόπουλου στη Φιλική Εταιρεία από τον Νικόλαο Σκουφά το 1816 είχε τον χαρακτήρα μιας αναμενόμενης  εξέλιξης, η οποία, όμως, όπως  εκ των πραγμάτων αποδείχτηκε, αποτέλεσε μια σημαντική επιτυχία που καταγράφεται στο ενεργητικό του Σκουφά. Περαιτέρω, ωστόσο, η ένταξη του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου στη Φιλική Εταιρεία δεν υπήρξε μια απλή μύηση ενός πατριώτη στην Εταιρεία, καθώς εφεξής αυτός θα αποκτήσει όλα τα χαρακτηριστικά που αποδίδονται στους πρωτεργάτες της Εταιρείας, επειδή θα αναδειχθεί σε έναν από τους πρωταγωνιστές της συνωμοτικής δράσης και θα ανέλθει γρήγορα στα ηγετικά κλιμάκια της Οργάνωσης.

Την επόμενη χρονιά (1817) ο Αθανάσιος Τσακάλωφ θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπολη, όπου ξέρουμε ότι βρισκόταν από καιρό ο Ξάνθος, ενώ ο Σκουφάς  και ο Αναγνωστόπουλος θα παραμείνουν πολύ κοντά ο ένας στον άλλο, δρώντας κυρίως στην Οδησσό και στον κοντινό χώρο των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών. Ξέρουμε από τα στοιχεία του βίου και της δράσης του Νικ. Σκουφά την άφιξη στην Οδησσό των τριών οπλαρχηγών Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά), Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλου που είχαν πάρει το δρόμο για την Πετρούπολη διεκδικώντας χρήματα για παλαιότερες υπηρεσίες τους προς τον ρωσικό στρατό. Από αυτούς ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος φέρεται να μύησε στη Φιλική Εταιρεία τον Αναγνωσταρά στις 25 Οκτωβρίου 1817. Εφεξής ο Αναγνωστόπουλος θα αναλάβει διάφορες αποστολές στην περιοχή της Βεσσαραβίας, ενώ θα βρεθεί στο Κισνόβι και αργότερα στο Ιάσιο για συνεννοήσεις με έναν άλλο σημαντικό Φιλικό, τον Γεώργιο Λεβέντη.

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. (Λεπτομέρεια)

Όπως  γνωρίζουμε εξάλλου την εποχή αυτή την πρωτοβουλία στα πράγματα της Εταιρείας έχει ο Νικ. Σκουφάς, ο οποίος μετά τη θανάτωση του Καραγιώργη, τον οποίο οι Φιλικοί είχαν αποφασίσει να βοηθήσουν να επιστρέψει στη Σερβία προσβλέποντας σε ένα μελλοντικό συντονισμό των επαναστατικών κινημάτων που θα ξεσπούσαν στην Ελλάδα και στη Σερβία, αποφασίζει τη μετεγκατάσταση της έδρας της Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη, όπου ήδη βρίσκεται εγκατεστημένος ο Ξάνθος από καιρό, ενώ ο Τσακάλωφ έχει καταφθάσει το φθινόπωρο (από τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο) του 1817.

Έτσι, λοιπόν, στις αρχές Απριλίου 1818 ο Νικόλαος Σκουφάς θα φθάσει, και αυτός, στην Κωνσταντινούπολη φέρνοντας μαζί του και άλλα ηγετικά στελέχη της Φιλικής Εταιρείας, όπως τον Χριστόδουλο Λουριώτη και βέβαια τον σύντροφό του από την παραμονή στην Οδησσό Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Κατά συνέπεια την άνοιξη του 1818, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, όλος ο ηγετικός πυρήνα της Εταιρείας θα βρεθεί στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Εκεί, μετά από πολύ λίγο χρονικό διάστημα (31 Ιουλίου 1818) η Φιλική Εταιρεία θα θρηνήσει τον πρόωρο θάνατο του Νικόλαου Σκουφά και εφεξής τον ηγετικό πυρήνα της θα αποτελέσουν οι δύο εναπομείναντες από τους ιδρυτές της και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, τους οποίους θα ενισχύει στο έργο τους συνεχώς ο πατριωτισμός και η οικονομική επιφάνεια ενός άλλου Σέκερη, του Παναγιώτη, ο οποίος έχει την έδρα των επιχειρήσεών του στην Κωνσταντινούπολη.

Με την αλλαγή που επέρχεται στον ηγετικό πυρήνα της Φιλικής Εταιρείας το 1818 θα συνδεθούν διάφορες μετεπαναστατικές διενέξεις σχετικά με την ένταξη και τη θέση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, για τις οποίες θα αναφερθούμε και στο τέλος του παρόντος βιογραφικού. Σε αυτό συνέβαλε και η δυσνόητη για μας, δεύτερη κατήχηση στην Εταιρεία – όπως αναφέρουν διάφορες πληροφορίες – του Ξάνθου από τον Σκουφά τη χρονιά αυτή στη Κωνσταντινούπολη. Το γεγονός αυτό ίσως έχει την ερμηνεία του στην απουσία του Ξάνθου από τη Μόσχα, όταν συντάχθηκε ο κανονισμός της μυστικής οργάνωσης, καθώς και το τυπικό των ορκωμοσιών και κατά συνέπεια ο Ξάνθος τυπικά δεν είχε δεθεί με τον όρκο των Φιλικών. Πάντως, τότε ο Αναγνωστόπουλος θα λάβει τα συνωμοτικά αρχικά AI ενώ ο Ξάνθος τα αντίστοιχα Α Θ αντί του Α Δ που είχε στην αρχή και εν συνεχεία ο Σκουφάς είχε δώσει στον Γαλάτη. Εξάλλου, στις επιτυχίες του Αναγνωστόπουλου καταγράφεται η κατήχηση στην Εταιρεία αυτή την περίοδο και του Παναγιώτη Σέκερη (έλαβε τα συνωμοτικά αρχικά A Κ), πράξη αποφασιστικής σημασίας, επειδή ο τελευταίος, όπως γνωρίζουμε από πολλές πηγές, θα ενισχύσει με τα κεφάλαιά του ποικιλοτρόπως τη Φιλική Εταιρεία, δηλαδή τα μέλη της στις διάφορες αποστολές τους. Πολλά μάλιστα από τα χρηματικά ποσά που κατέβαλε ο Σέκερης καταχωρίστηκαν και στα οικονομικά κατάστιχα της Εταιρείας. Όπως και να έχουν τα πράγματα και όποιες ερμηνείες και αν τους δοθούν σχετικά με την ηγετική θέση του Εμμανουήλ Ξάνθου και του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, ο τελευταίος θα αναδειχθεί σε έναν από τους πρωτεργάτες της ετοιμασίας του ελληνικού επαναστατικού κινήματος που θα ξεσπάσει μετά από λίγα χρόνια.

Τον Οκτώβριο (και τον Νοέμβριο) του 1818 ο Αναγνωστόπουλος βρίσκεται ακόμα στην Κωνσταντινούπολη, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε από δύο επιστολές που στέλνει από την Ύδρα ο Αναγνωσταράς, ζητώντας οικονομική ενίσχυση για τους σκοπούς της Εταιρείας.[2] Τελικά Ξάνθος και Αναγνωστόπουλος θα αναχωρήσουν από την Πόλη τον Φεβρουάριο του 1819 με γαλαξειδιώτικο καράβι και θα κατευθυνθούν προς τις γνώριμες σ’ αυτούς περιοχές των Ηγεμονιών.

Στην πορεία τους αυτή έφθασαν στο Γαλάτσι, όπου συνάντησαν άλλα επιφανή στελέχη της Εταιρείας (Δημ. Θέμελη, Στέργιο Πρασσά, Θεόδωρο Νέγρη, Γεώργιο Λεβέντη κ.ά.). Στις αρχές Μαρτίου 1819 οι δρόμοι του Ξάνθου και του Αναγνωστόπουλου χώρισαν, καθώς ο Ξάνθος, όπως γνωρίζουμε, έχει αναλάβει τη σοβαρή αποστολή να κατευθυνθεί προς την Πετρούπολη και να προσπαθήσει να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος στην περιοχή των Ηγεμονιών θα αναπτύξει σοβαρή δραστηριότητα και θα συστήσει στο Γαλάτσι την πρώτη Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας, οργανωτική πράξη που στη συνέχεια θα επαναληφθεί και σε διάφορες άλλες πόλεις για να αντιμετωπισθεί με συστηματικό τρόπο ο μεγάλος αριθμός των μυημένων Φιλικών. Οι εφορείες, λοιπόν, κατέγραφαν τα μέλη της κάθε περιοχής, συγκέντρωναν χρηματικές ενίσχυσες και γενικώς επόπτευαν τη συμπεριφορά και δράση των μελών τους. Ο Ιω. Φιλήμονας παραδίδει μάλιστα στο Δοκίμιόν του ότι ο Αναγνωστόπουλος υπήρξε εκείνος που εκπόνησε τον ειδικό κανονισμό σύστασής τους.[3]

 

Όψη της Οδησσού το 1820. Λιθογραφία. Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο της Οδησσού.

 

Ωστόσο, κατά τη συγκρότηση των Εφορειών, ο Αναγνωστόπουλος, όπως παραδίδεται, ήλθε σε σύγκρουση με επιφανείς Φιλικούς, όπως λ.χ. με τον Θεόδωρο Νέγρη. Σχετικά με το ζήτημα αυτό από το Γαλάτσι ο Αναγνωστόπουλος θα γράψει στις 26 Μαρτίου 1819 μία επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Τομάροβο – καθ’ οδόν προς την Πετρούπολη – στην οποία αναφέρεται σε διάφορες δυσκολίες που συναντά και από την οποία επιπλέον κερδίζουμε ένα ψευδώνυμό του: Π. Αθανασιάδης. Σε νέα επιστολή του και πάλι προς τον Ξάνθο (Τομάροβο), γραμμένη στις 28 Απριλίου 1819, ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος (ως Αθανάσιος Ιωάννου), αναφέρεται στις διενέξεις που προκάλεσε η σύσταση της Εφορείας στο Ιάσιο, όπου σημειώθηκε σοβαρή αντιπαράθεση Θεόδωρου Νέγρη και Παναγ. Αναγνοστοπούλου.[4] Με την επιστολή αυτή διασταυρώνονται έτσι οι σχετικές πληροφορίες που αναφέρει πρώτος ο Φιλήμονας. [5] Σε σύγκρουση εξάλλου, που ήδη έχει αρχίσει από τις μέρες της Κωνσταντινούπολης, είχε έλθει ο Αναγνωστόπουλος και με ένα άλλο σημαντικό στέλεχος της Εταιρείας, τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα, που αυτόν τον καιρό βρισκόταν και αυτός στη Μολδοβλαχία.

Τον ίδιο καιρό προτάθηκε από τον Αναγνωστόπουλο – πράγμα που αναφέρει και στην τελευταία επιστολή που μνημονεύσαμε – η ίδρυση ενός κεντρικού σχολείου στην Πελοπόννησο. Το πράγμα παρουσιάζεται ως βούληση της Φιλικής Εταιρείας, η οποία πιθανώς σκόπευε με την κίνηση αυτή να καλύψει τη συγκέντρωση χρημάτων με το πρόσχημα ακριβώς την ίδρυση του σχολείου αυτού. Γνωρίζουμε αρχικά πως η ίδρυση της σχολής αυτής  ανατέθηκε στον Θεόδωρο Νέγρη – ίσως και για να παύσει η δυσαρέσκειά του εναντίον του Παναγ. Αναγνωστόπουλου εξαιτίας της σύνθεσης της Εφορείας του Ιασίου – και για τον σκοπό αυτό ο Nέγρης θα συνεργαστεί με γνωστούς λόγιους της εποχής, όπως ο Βενιαμίν Λέσβιος, ο Στέφανος Δούγκας και ο Δανιήλ Φιλιππίδης. Η πληροφορία για την ίδρυση του σχολείου αυτού διασταυρώνεται και από γράμμα του Παναγ. Σέκερη προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο της 15ns Ιουλίου 1819, [6] όπου ο  Σέκερης αναφέρεται στα γράμματα του Οικουμενικού Πατριάρχη που απαιτούνται για την υλοποίηση ίδρυσης της σχολής και απαιτεί ο Αναγνωστόπουλος. Την έκδοσή τους εμπόδισε η πανώλη και η απουσία του Πατριάρχη από την Κωνσταντινούπολη, όμως «Θεού βοηθούντος, θέλει λάβει καλήν έκβασιν η αιτησίς σας και έστω» (τώρα γνωρίζουμε ότι την 1η Αυγούστου τα πατριαρχικά γράμματα ήταν έτοιμα). [7]

Από το Ιάσιο ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στις 7 Μαΐου 1819 θα απευθύνει μια νέα εκτενή επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο, ο οποίος εξακολουθεί να παραμένει στο Τομάροβο. [8] Από την επιστολή αυτή γίνονται και πάλι φανερές οι διενέξεις μεταξύ των μελών της Εταιρείας, στις οποίες ο Αναγνωστόπουλος αναμφίβολα πρωταγωνιστεί. Με δριμύτητα καταφέρεται εναντίον κάποιων Φιλικών, τους οποίους δεν κατονομάζει βέβαια, αλλά είναι πολύ πιθανόν ότι πρόκειται για τους Κωνσταντίνο Πεντεδέκα και Θεόδωρο Νέγρη, τους οποίους στολίζει με διάφορα απαξιωτικά επίθετα (αχρείος, μαύρος, λυσσιασμένο σκυλί κ.ά.). Στην ίδια επιστολή γίνεται λόγος και για τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, ο οποίος μετά τη δολοφονία του Νικ. Γαλάτη βρίσκεται στη Μάνη μαζί με τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Ωστόσο, η δολοφονία του Γαλάτη και οι περιπλοκές που αυτή προξένησε δεν άφησαν ανεπηρέαστο ούτε τον Αναγνωστόπουλο, μολονότι αυτός δεν φαίνεται να είχε κάποια ανάμειξη σε αυτήν.

 

Ο ιερομόναχος Ευστάθιος, αδελφός του Γαλάτη,

απειλούσε να εκδικηθεί τον θάνατο του

αδελφού του, προβαίνοντας σε διάφορες

δολοφονίες Φιλικών, με το χέρι του αποσταλέντος

από αυτόν Ανδρέα Σφαέλου

 

Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες ο Αναγνωστόπουλος θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει το Ιάσιο, επειδή ειδοποιήθηκε από τον Δημ. Θέμελη ότι κινδυνεύει η ζωή του, καθώς ο ιερομόναχος Ευστάθιος, αδελφός του Γαλάτη, απειλούσε να εκδικηθεί τον θάνατο του αδελφού του, προβαίνοντας σε διάφορες δολοφονίες Φιλικών, με το χέρι του αποσταλέντος  από αυτόν Ανδρέα Σφαέλου, παρά τις προσπάθειες του Νέγρη να αποσοβήσει τον κίνδυνο και να απομακρύνει από την περιοχή των Ηγεμονιών τον Σφαέλο. Τελικά αυτό πραγματοποιήθηκε και με τη βοήθεια του Θέμελη, ο οποίος αναφέρει ότι εκτός από τις παραινέσεις του προσέφεραν και 200 γρόσια. [9]

Τελευταία γνωστή επιστολή του Αναγνωστόπουλου (ως Αντώνιος και Αναστάσιος Ιωάννου) από το Ιάσιο είναι εκείνη της 24ns Μαΐου 1819, από την οποία έχουμε σημαντική πληροφόρηση για τα πράγματα της Εταιρείας. [10] Στην ίδια επιστολή εμφανίζεται και το όνομα του Κεφαλονίτη Ανδρέα Σφαέλου, που αναφέραμε παραπάνω, και ο οποίος χαρακτηρίζεται από τον ανδριτσάνο Φιλικό «από εκείνους οπού πίνουν το αίμα με το ποτήρι». Στον κίνδυνο που διέτρεξε ο Αναγνωστόπουλος αναφέρεται εξάλλου και ο Δημήτριος Θέμελης σε επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο της ιδίας εποχής (7 Ιουνίου) που του έστειλε από το Γαλάτσι στο Ρένι. Στο γράμμα αυτό ο Θέμελης αναφέρεται σαφέστατα σ’ αυτά τα επικίνδυνα για τις τύχες της Εταιρείας γεγονότα: («ο φίλος [=Αναγνωστόπουλος] εμίσεψεν από εκεί διά Βουκουρέστιον εις την πρώτην του τρέχοντος») και στην οποία υπαινίσσεται ότι πρέπει να αναληφθεί απόπειρα δολοφονία εναντίον του Σφαέλου. [11]

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Από το Ιάσιο ο Αναγνωστόπουλος θα βρεθεί στο Βουκουρέστι όπου θα συναντήσει τον Γρηγόριο Δικαίο και τον Κωνσταντίνο Πεντεδέκα. Αλλά και στην πρωτεύουσα τα Βλαχίας η κατάσταση δεν είναι καλή και τα πνεύματα των Φιλικών που βρίσκονται εκεί είναι ιδιαίτερα οξυμμένα. Έτσι ο Λεβέντης συμβουλεύει τον Αναγνωστόπουλο να συστήσουν και εκεί Εφορεία, προκειμένου να τεθεί η όλη κατάσταση κάτω από κάποιο σοβαρό έλεγχο. Την ίδια εποχή φέρεται ότι ο Αναγνωστόπουλος έκανε γνωστή στον Λεβέντη την Αρχή της Εταιρείας, πράγμα που προξένησε τον ενθουσιασμό του τελευταίου, ο οποίος έγινε μέλος της Αρχής με τα αρχικά Α Λ και εφεξής θα συνεισφέρει μεγάλα ποσά για την επιτυχία των σκοπών της. Ο Φιλήμων αναφέρει επιπρόσθετα ότι ακριβώς την ίδια εποχή στο Βουκουρέστι ο Αναγνωστόπουλος δέχθηκε σοβαρές πιέσεις από τον Γρηγόριο Δικαίο, που απαιτούσε να πληροφορηθεί εκτενέστερα τα σχετικά με τη Φιλική Εταιρεία και ότι αναγκάστηκε εκ των πραγμάτων να καταστήσει τον αρχιμανδρίτη μέλος της Αρχής με τα στοιχεία Α Μ και το ψευδώνυμο Αρμόδιος.

Στις 21 Ιουλίου 1819 ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος, όπως μας πληροφορεί άλλη επιστολή του Δημ. Θέμελη, βρίσκεται ακόμα στο Βουκουρέστι. Αλλά και στις 4 Αύγουστου εξακολουθεί να παραμένει εκεί, ενώ από γράμμα της 11ης Αυγούστου και πάλι του Δημ. Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, μαθαίνουμε ότι εκ μέρους του Αναγνωστόπουλου υπάρχει κάποια διάθεση κινητικότητας, καθώς ο τελευταίος κοινοποίησε στον Θέμελη να τον περιμένει «οπού να απέλθωμεν μαζύ εις Γαλάτζι και από εκεί είναι διά τα ενδώτερα μέρη…».[12] Πράγματι, στο Γαλάτζι ο Αναγνωστόπουλος εντοπίζεται στις 14 Οκτωβρίου 1819, όπως αναφέρει σε επιστολή του ο Φιλικός Ευάγγελος Μαντζαράκης, ενώ άλλη επιστολή τον θέλει την ίδια μέρα στο Ρένι. Τούτο επειδή τον καιρό αυτό έχει ξεσπάσει επιδημία πανώλης, οι καραντίνες δεν διεξάγονται κανονικά και κατά συνέπεια οι μετακινήσεις είναι δύσκολες και απαιτούν μεγάλους χρόνους.

Σε όλο αυτό το διάστημα είναι γεγονός διαπιστωμένο μέσα από πυκνές αναφορές σε διάφορες επιστολές ότι ο Ξάνθος και ο Αναγνωστόπουλος βρίσκονται σε στενή επαφή, ο ένας γνωρίζει τις κινήσεις του άλλου, ενώ σε καμιά περίπτωση δεν εμφανίζεται η παραμικρή νύξη δυσαρέσκειας και ανταγωνισμού. Το αντίθετο. Βέβαια οι κινήσεις του Αναγνωστόπουλου είναι πάντα ηγετικές. Είναι μέλος της Ανώτατης Αρχής και αυτό φαίνεται από την όλη δράση του και βέβαια από τις εντάσεις που γύρω από αυτόν δημιουργούνται, καθώς ακριβως από την ηγετική συμπεριφορά του έρχεται σε συχνές προστριβές με άλλα υψηλόβαθμα στελέχη της Εταιρείας που δρουν στην περιοχή των Ηγεμονιών. Κάποια στιγμή ο Παναγ. Σέκερης σε γράμμα του προς τον Αναγνωστόπουλο της 1ης  Αυγούστου 1819 και δεδομένου ότι ο Ξάνθος εξακολουθεί να χρονοτριβεί και να μην αναχωρεί για την Πετρούπολη, υπαινίσσεται αντιθέσεις μεταξύ των δύο ανδρών αλλά η πληροφορία δεν διασταυρώνεται.[13] Ωστόσο, τα γραφόμενα εκ μέρους του Σέκερη είναι πολύ χαρακτηριστικά και νομίζω ότι αξίζει να τα αναφέρουμε:

«από τον Μανόλην έλαβα γράμμα διά θαλάσσης. Μου γράφει ότι ήτον έτοιμος να μισεύση· άμποτε να είναι αληθινόν. Παραπονείται ότι δεν έλαβε γράμμα μου ειμή μόνον ένα εις τόσον διάστημα καιρού. Διατί να μην του στείλεις τα γράμματά μου, αγνοώ την αιτίαν και άρχισα να υποθέτω ότι ίσως  και με τούτον έχετε τίποτα κρυολογήματα και είθε να είμαι απατημένος».

Όπως και να έχουν τα πράγματα είναι πάντως γεγονός ότι ο Αναγνωστόπουλος επιδεικνύει κάποιες στιγμές συμπεριφορά που είναι δυνατόν να θίξει πρόσωπα, και μάλιστα αυτά προς τα οποία παρουσιάζεται κάποια δυσχέρεια στις σχέσεις του. Σε μια τέτοια περίπτωση ο καλός και συνετός Παναγιώτης Σέκερης που, εκτός από την αμέριστη οικονομική στήριξη προς την Φιλική Εταιρεία, προσπαθεί να συμβιβάζει τα πράγματα και να ισορροπεί καταστάσεις, γράφει (13 Αυγούστου 1819) προς τον Αναγνωστόπουλο, ανάμεσα στα άλλα, τα παρακάτω: «Την γραφήν σου διά τον Χρυσοσπάθην ούτε την έδωσα ούτε την δίδω αφού δεν είναι διά δόσιμον και αν θέλεις στείλε άλλην καλήν, όχι με παρόμοιον δεσποτικόν ύφος. Ο άνθρωπος δεν μου φαίνεται κακοήθης, ούτε φατριαστής είναι. Εις τας ομιλίας του δεν ευρίσκω ασχημάδαν, ούτε εις τα καμώματά του σφάλμα θανάσιμον και είναι ανάγκη να βαστούν οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων και να μην προπαιρνόμεθα από τον θυμόν».

Η περιπλάνηση του Αναγνωστόπουλου σε διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών συνεχίζεται και όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, θα βρεθεί στο Γαλάτσι (11 Οκτωβρίου 1819) όπου θα συναντήσει προβλήματα από το κλείσιμο των συνόρων εξαιτίας της πανώλης αλλά θα διαπιστώσει ότι τα πράγματα της Εταιρείας πάνε πολύ καλά και συγχρόνος, αναμφίβολα χρησιμοποιώντας συνθηματική γλώσσα, ενημερώνει τον Ξάνθο για πολλά ζητήματα.[14] Σε μια άλλη επιστολή του στενού συνεργάτη του Ξάνθου Μ. Φωκιανού προς τον Ξάνθο, της 13ns Δεκεμβρίου 1819 από το Ισμαήλι, ο Φωκιανός αναφέρει τα σχετικά με το σχολείο: «ο Θέμελης και ο Παναγιωτάκης [= Αναγνωστόπουλος] ήλθον προ πολλού εδώ… διά να τους δεχθούν εδώ εις καραντίναν τζερές δεν εστάθη, αλλ’ ούτε εις Ρένη, οι φίλοι όλοι επήγαν εις χαιρετισμόν τους, και εγώ η υπόθεσις οπού εστάθη ο ερχομός τους εδώ ήτον ως είπον οι ίδιοι, ότι είχεν ο Παναγ. τοιαύτας διαταγάς από το μέρος οπού δίδονται, διά να διορίση εδώ επιτρόπους του σχολείου μας, ως και εις άλλα μέρη, οπού αυτοί να αγροικούνται με το απαρθενεύον μέρος, και αυτοί να δέχονται τον τυχόντα, κρίνοντάς  τον άξιον και όσοι εσκορπισμένοι ευρίσκονται εις το καθ’ ένα να μαζωχθώσιν…».

 

Ο Αναγνωστόπουλος στη γραμμή

των πρόσφατων αντιθέσεων καταφέρεται

εναντίον του Κωνσταντίνου Πεντεδέκα,

του Θεόδωρου Νέγρη, εναντίον των οποίων

χρησιμοποιεί αρκετά βαριές εκφράσεις

(κενός, κομήτης, αχρείος, ασυνείδητος,

αλιτήριος, φιλοτάραχος, σκανδαλοποιός κ.ά.).

 

Παρακολουθώντας από κοντά τις κινήσεις του Αναγνωστόπουλου, έχουμε τη δυνατότητα με βάση τις υπάρχουσες πηγές, να τον εντοπίσουμε στις 16,17, 23 Ιανουάριου 1820 στο Γαλάτζι, στο Ισμαήλι και στο Ρένι. [15] Στις τελευταίες σελίδες της προηγούμενης παραπομπής υπάρχει εκτενέστατη επιστολή του Παναγ. Αναγνωστόπουλου (ως Ανδρέας Ιωακείμ) προς τον Εμμ. Ξάνθο της 24ns Ιανουάριου 1820 από την καραντίνα του Ρένι, στην οποία αναφέρονται αναλυτικά στοιχεία για την εσωτερική κατάσταση της Φιλικής Εταιρείας και κάποιες  αντιθέσεις μεταξύ των μελών της. Ο Αναγνωστόπουλος στη γραμμή των πρόσφατων αντιθέσεων καταφέρεται εναντίον του Κωνσταντίνου Πεντεδέκα, του Θεόδωρου Νέγρη, εναντίον των οποίων χρησιμοποιεί αρκετά βαριές εκφράσεις (κενός, κομήτης, αχρείος, ασυνείδητος, αλιτήριος, φιλοτάραχος, σκανδαλοποιός κ.ά.). Είναι πολύ δύσκολο να ανασυγκροτήσει κάνεις το ακριβές πλέγμα των σχέσεων που κυριαρχούν ανάμεσα στα μέλη της Εταιρεία και ειδικότερα αυτών που δραστηριοποιούνται στην περιοχή των Ηγεμονιών εκείνη ακριβώς την περίοδο και λίγο πριν αναλάβει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης την αρχηγία της. Το πράγμα πάντως είναι πολύ ενδιαφέρον, επειδή και το πρόσφατα εκδοθέν Αρχείο Ξάνθου πιστεύω ότι προσφέρει πολλά νέα στοιχεία· όμως, παράλληλα, ανακύπτουν και κάποιες δυσκολίες επειδή η συνθηματική γραφή που χρησιμοποιούν τα μέλη της Εταιρείας απαιτεί μεγάλη προσοχή για την αποκρυπτογράφησή της αλλά και επειδή η Εταιρεία έχει πολλαπλασιαστεί σε μεγάλο βαθμό και οι σχέσεις των μελών της διευρύνονται προς πολλές κατευθύνσεις.

Συνεχίζοντας, όσο γίνεται από πιο κοντά, την παρακολούθηση της πορείας του Παναγ. Αναγνωστόπουλου μαθαίνουμε από επιστολή του Μ. Φωκιανού προς τον Εμμ. Ξάνθο της 14ns Φεβρουάριου 1820 ότι ο Αναγνωστόπουλος παρέμεινε επί 25 μέρες στην καραντίνα στο Ρένι και ότι στις 6 Φεβρουάριου αναχώρησε «δι’ αναγκαίας υποθέσεις του οπίσω».

 

Σφραγίδα της Εφορείας της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη.Τα γράμματα αντιστοιχούν στα αρχικά της Εταιρείας (ΦΕ) και στα αρχικά του επωνύμου των τριών Εφόρων, Κουμπάρη (Κ), Σπ. Μαύρου (Μ) και Ιωάν. Μπάρμπη (Μ).

 

Βρισκόμαστε πια κοντά στον χρόνο που ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος θα εγκαταλείψει την περιοχή των Ηγεμονιών, όπου ανέπτυξε, όπως είχαμε την ευκαιρία θα παρακολουθήσουμε, σημαντική δράση και θα κινήσει για την Πίζα της Ιταλίας, όπου βρίσκεται κιόλας για άλλους λόγους ο Αθανάσιος Τσακάλωφ. Μια επιστολή του Αναγνωστόπουλου (με το ψευδώνυμο «Ιωακήμ Αρχιμανδρίτης» προς τον Αντώνιο Κομιζόπουλο, Μόσχα) γραμμένη στις 11 Φεβρουάριου 1820, κρίνουμε σκόπιμο να την παραθέσουμε αυτούσια, επειδή επισημαίνει σοβαρά προβλήματα που έχουν παρουσιαστεί και υπαινίσσεται την επικείμενη αναχώρησή του.

Κύριε.

Διά της παρούσης μου σας λέγω τα ακόλουθα· ειδοποιηθείς από φίλον, ότι ο φιλάνθρωπος [=τσάρος] επεριφρόνησε το πράγμα και ωργίσθη κατά του Α.Θ. [= Ξάνθος] και Α.Ι. [= Αναγνωστόπουλος] μαθών αυτήν την απεφκεταίαν είδησιν, χωρίς τινός αναβολής ανεχώρησα εκείθεν όπου με την προλαβούσαν σας έλεγα ότι ευρισκόμην. Το διά πού δεν λέγω, διότι ούτε εγώ ηξεύρω, όπου όμως αποκατασταθώ θέλω σας γράψει· να μη μου γράψετε πλέον, διότι δεν ηξεύρετε διά ποιον μέρος. Aν η παρουσία του Ξάνθου ανατρέψη τα πράγματα, το οποίον τούτο ανυπομόνως προσμένω να ακούσω, θέλετε δώσει την είδησιν εις τον Λεβέντην, παρ’ ου ειδοποιούμαι καγώ.

Τι σκοπεύει να πράξει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος δεν είναι φανερό, ούτε αυτός θέλει άλλωστε να το φανερώσει στο γράμμα του. Ένα άλλο όμως σημαντικό στέλεχος της Εταιρείας ο Νικόλαος Πατζιμάδης, την 1η Απριλίου σε επιστολή του από τη Μόσχα προς τον Εμμ. Ξάνθο που ενεργεί για τους γνωστούς λόγους στη Πετρούπολη, κρίνει ότι ο πελοποννήσιος Φιλικός «όταν τα πράγματα λάβωσιν αυτού κατα την επιθυμίαν μας καλόν τέλος και επιστέψετε εδώ τότε πρέπει να ελθή εδώ και ο Ιωάννης [= Αναγνωστόπουλος] όπου οι τέσσαροι να συνθέσωμεν καλά και μόνιμα συμφωνητικά…».[16] Τα ίχνη του έχει χάσει από τον Φεβρουάριο κι ο Ευάγγελος Μαντζαράκης, όπως γράφει στο Ξάνθο στις 27 Απριλίου 1820 από το Ισμαήλι: την τελευταία φορά που και αυτός τον εντόπισε ήταν ο Φεβρουάριος, όταν βρισκόταν στο λοιμοκαθαρτήριο στο Ρένι, ενώ και ο Aντώνιος Κομιζόπουλος γράφοντας στις 13 Μαΐου 1820 από τη Μόσχα στον Ξάνθο (Πετρούπολη) αγνοεί «που εκαταστάθη ο Ιωαννίδης».[17]

Η ασάφεια για τις κινήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου πάντως αρκετά γρήγορα θα διαλυθεί καθώς, όπως ξέρουμε, θα ακολουθήσει για διαφορετικούς λόγους τα βήματα του Αθανάσιου Τσακάλωφ και θα βρεθεί την άνοιξη του 1820 στην Πίζα της Ιταλίας, στο γνωστό περιβάλλον όπου ξεχωρίζουν ο Ιγνάτιος Ουγγροβλαχίας, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο Ιωάννης Κρατζάς.

 

Σύμβολα αφιερώσεως και καθιερώσεως μελών της Φιλικής Εταιρείας.Δημοσιεύεται στο Γ. Τσούλιος – Τ. Χατζής (ετημ.), Ιστορικόν Λεύκωμα της ΕλληνικήςΕπαναστάσεως τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1970, σ. 34.

 

Από τις υπάρχουσες πηγές δεν γίνεται φανερό γιατί ο Αναγνωστόπουλο εγκατέλειψε το περιβάλλον των Ηγεμονιών, όπου αυτή την εποχή – όπως και στη γειτονική Ρωσία, αλλά και στην κοντινή Κωνσταντινούπολη – παιζόταν το σημαντικότερο παιχνίδι της Φιλικής Εταιρείας, ενώ στην Πίζα ο ρόλος του εκ των πραγμάτων είναι λίγο αποδυναμωμένος. Πολλά από τα σημαντικά στελέχη της Εταιρείας στις μεταξύ τους επιστολές υπαινίσσονται ή και ομολογούν ανοικτά αντιθέσεις και διενέξεις μεταξύ των Φιλικών των Ηγεμονιών, στις οποίες ο Αναγνωστόπουλος ασφαλώς είναι έντονα ανακατεμένος. Αλλά πέραν τούτου ουδέν.

Ωστόσο, ο Α. Λεονάρδος (=Γ. Λεβέντης) σε γράμμα του της 19ns Μαΐου 1820 από το Βουκουρέστι προς τον Εμμ. Ξάνθο (Πετρούπολη) φαίνεται να ξεκαθαρίζει κάπως τα πράγματα περιγράφοντας μια ζοφερή κατάσταση που είχε δημιουργηθεί εναντίον του Αναγνωστόπουλου. Συγκεκριμένα θα γράψει: «αν ήσουν ενταύθα, δεν ήθελες απορεί διά την αποδημίαν του Α. Ιωαννίδου [= Π. Αναγνωστοπούλου] τόσος αναβρασμός ήτον καθ’ αυτού, ώστε αν ο Λαρσάκης [= Γ. Λεβέντης] δεν επρολάμβανε να τον διευθύνη προς την Ιταλίαν, όπου ευρίσκεται ήδη, ήτον επόμενον αφεύκτως να ακολουθήση τι άτοπον. Και τώρα να επιστρέψη, ως γράφει ο Α. Θανασίου [= Ξάνθος] εις Βεσσαραβίαν, θα προξενηθώσι ταραχαί, όθεν εγώ εγκρίνω να μείνη εκεί όπου ευρίσκεται κατά το παρόν άχρις ου λάβουν το αίσιον τέλος τα ημέτερα πράγματα…». Λίγες γραμμές παρακάτω στην ίδια επιστολή ο αποστολέας θα αναφερθεί ονομαστικά στον νέο τόπο διαμονής του Αναγνωστόπουλου αλλά και πάλι είναι ξεκάθαρος ότι πρέπει να παραμείνει εκεί: «Ο Iωαννίδης [= Αναγνωστόπουλος] ως έμαθον σήμερον έφθασεν εις Πίζαν, όθεν γράψατέ τον, πλην με πολλήν προσοχήν, και περικλείσατε το γράμμα προς τον διδάσκαλον, εγώ δεν του στέλλω κανένα από τα γράμματά σας, διότι δεν τολμώ διά της Αυστρίας να τα στείλλω, μην τον συμβουλεύετε όμως να έλθη προς αυτά τα μέρη, διότι δεν είναι καιρός. σας γράφω εγώ πότε πρέπει να γίνη τούτο».

Τέλος, για τα ίδια επεισόδια μας δίνει μια εικόνα και ο έμπιστος του Εμμ. Ξάνθου Μιχαήλ Φωκιανός, γράφοντας του στις 29 Μαΐου 1820 από το Ισμαήλι: «ο Θέμελης ήλθεν ως έμαθον και είδον και γραφήν του, εις Γαλάτζι αυτός γράφει προς τον εδώ κύριον Καλαματιανόν εις απόκρισιν οπού τον ερώτησεν πού ευρίσκεται ο κυρ Παναγ. Αναγν. και τον λέγει ούτος πως εις τας 10 Φεβρουαρίου από Γαλάτζι είχεν μισεύσει προς το Βουκουρέστι με έναν άλλον φίλον οπού ήλθεν και τον αντάμωσεν λεγόμενον Κανέλον Ζαφειρόπουλον… λέγει πως δεν ηξεύρει πού επήγαν, του γράφει μάλιστα μεθ’ όρκου. Του λέγει ακόμα πως και το εμπορικόν τους ήτον τεταραγμένον και ες ακαταστασίαν εξ αιτίας των καταχρήσεων των κομισιονέρων, και ότι τα πάντα θέλει τα πληροφορηθεί από τον κυρ Τζούνην…».

Αυτά τα σημαντικά, λοιπόν, για τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, με τη δράση του οποίου στις Ηγεμονίες συνδέονται διάφορα «ατοπήματα», τα οποία τον ανάγκασαν, και με την παρότρυνση του Γεωργίου Λεβέντη, να αφήσει την κυρίως περιοχή δράσης του και να μετακομίσει στην Πίζα, όπου, σύμφωνα με την επιστολή της 19ns Μαΐου 1820 που αναφέραμε μόλις παραπάνω, έφθασε στις 19 Μαΐου 1820. (Σε μια επιστολή του ο Μ. Φωκιανός ιχνογραφεί την πορεία του ταξιδιού του Παναγ. Αναγνωστόπουλου ως εξήδ: Ρένι-Βουκουρέστι – Θεσσαλονίκη – Ύδρα – Λιβόρνο – Πίζα).

 

«Σχέδιον για την παντιέραν της Εταιρείας της Επαναστάσεως» με σύμβολα «εφοδιαστικού ποιμένος» της Φιλικής Εταιρείας. Το σχεδίασμα προέρχεται από τον Δημήτριο Γουδή, ο οποίος πρώτος ύψωσε στο πλοίο του τη σημαία της Ελευθερίας στις Σπέτσες το 1821 (2 Απριλίου). Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, Σημαίες ελευθερίας, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1996, σ. 20.

 

Ο Αναγνωστόπουλος, πολύ πιθανόν, την πρώτη επιστολή που θα γράψει από την Ιταλία θα την απευθύνει, όπως σχεδόν ήταν αναμενόμενο, στον Γεώργιο Λεβέντη, όπως ο τελευταίος αναφέρει σε επιστολή του της 8ns Ιουνίου 1820 προς τον Εμμ. Ξάνθο.[18] Στην ίδια επιστολή ο Λεβέντης επιμένει και πάλι ότι ο Αναγνωστόπουλος δεν πρέπει να επιστρέψει με κανένα τρόπο στις Ηγεμονίες αλλά ούτε στην Κωνσταντινούπολη, αλλά «κάλιον να περάση εις τα ενδότερα της Ρωσίαςs». Όπως λοιπόν διαγράφονται τα πράγματα και με βάση τη πυκνή πληροφόρησή μας για τα γεγονότα αυτά, ο Αναγνωστόπουλος υποχρεώνεται να απομακρυνθεί στην Πίζα εξαιτίας των σφοδρών αντιθέσεων και περιπλοκών που προξένησε στις Ηγεμονίες και οι οποίες ελπίζουν όλοι ότι θα διαλύσει η εκλογή μιας σημαντικής προσωπικότητας στη θέση του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας.

Για τον λίγο σχετικά καιρό που θα περάσει ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στην Πίζα δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Πάντως όπως και να έχουν τα πράγματα, είναι ευνόητο να βρίσκεται πολύ κοντά στον Αθανάσιο Τσακάλωφ και λίγο – πολύ οι πράξεις τους αυτή την περίοδο να ταυτίζονται. Μαζί, άλλωστε, θα πάρουν το δρόμο και πάλι προς τις  Ηγεμονίες μετά τις ραγδαίες  εξελίξεις που εν τω μεταξύ έλαβαν χώρα στο «μέτωπο» της Πετρούπολης, όπου ενεργούσε ο Εμμ. Ξάνθος, δηλαδή την άρνηση του Ιωάννη Καποδίστρια να τεθεί επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας αλλά, αντίθετα, την αποδοχή του Αλέξανδρου Υψηλάντη να κατευθύνει ως αρχηγός της Εταιρείας τον αγώνα.

Έτσι, μετά τις αποφασιστικές συσκέψεις που έλαβαν χώρα στο Ισμαήλιο στις αρχές Οκτωβρίου 1820 και τις σοβαρές και κρίσιμες αποφάσεις της Εταιρείας για την ανάληψη του ένοπλου αγώνα, ο Τσακάλωφ και ο Αναγνωστόπουλος θα λάβουν εντολή να κινηθούν και αυτοί εκ νέου προς την περιοχή των Ηγεμονιών. Ωστόσο, οι προηγούμενες αντιθέσεις και τα επεισόδια στα οποία είχε εμπλακεί ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος ακόμα ρίχνουν τη σκιάτους. Το πράγμα αυτό έρχεται να υπενθυμίσει μια επιστολή του Γεωργίου Λεβέντη της 1ης  Νοεμβρίου 1820 από το Βουκουρέστι, ο οποίος απευθυνόμενος προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Κισνόβι, μετά την επιστροφή του από την Πετρούπολη και μετά από τις συσκέψεις στο Ισμαήλιο, σημειώνει: «…περί της όσον ούπω αφίξεως των κυρίων Α. Βασιλείου [= Αθ. Τσακάλωφ] και Ιωαννίδου [= Αναγνωστόπουλος], προς τον δεύτερον να γράψητε να έλθη αμέσως εκεί διά να μην προξενήση εις τα ενταύθα μέρη ταραχήν ο ερχομός του».[19]

Οι δύο Φιλικοί, Τσακάλωφ και Αναγνωστόπουλος, θα αρχίσουν το ταξίδι της επιστροφής και στην πορεία τους αυτή θα βρεθούν και στη Βιέννη, όπου, όπως γνωρίζουμε, ο Τσακάλωφ θα ασθενήσει σοβαρά, ενώ ο Γρηγόριος Δικαίος τους περιμένει με αδημονία, μαζί βέβαια με τον Αλ. Υψηλάντη, στην Πελοπόννησο.

Πορτραίτο του Εμμανουήλ Ξάνθου. Χρωμολιθογραφία από το περιοδικό «Νέος Αριστοφάνης».

 

Ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος στις 15 Ιανουάριου 1821 θα γράψει από το Βουκουρέστι, όπου βρίσκεται και πάλι, μια επιστολή προς τον Εμμ. Ξάνθο που βρίσκεται στο Κισνόβι, με τον οποίο έρχεται και πάλι σε απευθείας επαφή και στην οποία κάνει μια επισκόπηση των πραγμάτων.[20] Σε αυτή λοιπόν γίνεται νύξη και για το ταξίδι της Ιταλίας: «Το αν εφοβήθημεν διό και ετραβήχθημεν επ την άκρην του κόσμου, ή το παρ’ ημών ζητούμενον άλλο ήτον, απαιτεί και τούτο ωσαύτως προσωπικήν εντάμωσιν». Στη συνέχεια αναφέρεται στο ταξίδι της επιστροφής τους, την άγνοια που είχε για την εξέλιξη της αποστολής του Ξάνθου, την ασθένεια του Τσακάλωφ στη Βιέννη, τη συνάντησή του με τον Γεώργιο Λεβέντη, από τον οποίο πληροφορήθηκε τα όσα συνέβησαν στην Πετρούπολη. Ακόμη στην ίδια επιστολή αναφέρει και κάποιες συζητήσεις που κυκλοφορούν στο Βουκουρέστι σχετικά με μελλοντικές επαναστατικές κινήσεις στη Βουλγαρία και τη Σερβία σε σχέση με το «μελλούμενον πανηγύρι», ενώ στην επιστολή του εμφανίζεται πλέον και ο Καλός [= Αλέξανδρος Υψηλάντης] πράγμα που σημαίνει ότι έχει και αυτός ευθυγραμμιστεί προς τις εξελίξεςι στην κορυφή της Φιλικής Εταιρείας. Ωστόσο, όλα αυτά επιβάλλουν συνάντηση των δύο Φιλικών, όπως σαφέστατα το διατυπώνει: «έχω ανάγκην διά να σας ανταμώσω».

Μετά από ένα μήνα ακριβώς νέα επιστολή του Αναγνωστόπουλου (Ιάσι) προς τον Ξάνθο (Ισμαήλιο), στην οποία αναφέρει και πάλι δυσαρέσκειες και επιπρόσθετα τονίζει ότι είναι απαραίτητη η προσωπική του συνάντηση με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη· για τον σκοπό αυτό έχει κιόλας γράψει προς τον πρίγκιπα για να του υποδείξει ο τελευταίος τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί αυτή η επαφή. Υποδεικνύει ότι σε αυτή τη συνάντηση είναι καλό να παρευρίσκεται και ο Ξάνθος, όμως δεν ξέρει σε ποιο σημείο είναι οι σχέσεις τους, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Μη παραξενεύεσαι φίλε, διότι σε ερωτώ, ηξεύρεις την παροιμίαν, όποιος εκάη εις τον χυλόν φυσά και το γιαούρτι. Εδώ ευρίσκονται μεγάλαι δυσαρέσκειαι μεταξύ των εμπόρων, αι οποίαι απαιτούν ταχείαν την διόρθωσίν των. Ο ερχομός του Ιωαννίδη [= Αναγνωστόπουλου] τόσον εδώ, καθώς και εις Βουκουρέστιον επροξένησε μόνος του την ατομικήν του αθώωσιν, διότι δεν ευρέθη κανένας να ειπή ότι τον έδωσέ τι και έμειναν κατεντροπιασμένοι».

Η εντύπωση που σχηματίζει

ο ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας

από τη συνάντηση με τον

Παναγ. Αναγνωστόπουλο

δεν είναι καθόλου καλή

 

Την 21η Φεβρουαρίου ο Αναγνωστόπουλος βρίσκεται στο Κισνόβι, όπου βρίσκεται και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης. Αυτό αναφέρει σε επιστολή του ο ίδιος Αλ. Υψηλάντης προς τον Εμμ. Ξάνθο, όμως η εντύπωση που σχηματίζει ο ηγέτης της Φιλικής Εταιρείας από τη συνάντηση με τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο δεν είναι καθόλου καλή.[21] Aς την παρακολουθήσουμε, όπως αποτυπώνεται από το χέρι του Υψηλάντη: «ο Αναγνωστόπουλος έφθασεν εδώ με ένα ιατρόν, μοι γράφουν από Βουκουρέστι και από Γιάσι ότι ήλθεν να με επισκεφθή. εγώ δεν το πιστεύω επειδή και είναι Γραικός, πλην η φυσιονομία του είναι πολλά αχρεία. Δεν τον απέδειξα τίποτε. Άρχησε να λέγη και κατά σου πολλά ότι εσείς οι δύω, δεν ηξεύρω ποιον άλλον εννοεί, πταίετε και τα εξής. Τα λόγια του είναι πολλά περδευμένα. Δεν με άρεσε παντελώς. Έχει ένα ιατρόν μαζή του, κοίταξε αν αρρωστήσης να μη πάρnς ιατρικά από αυτόν».

Δυσαρέσκειες, αντιπαλότητες, διενέξεις, αντιπάθειες ήταν αναμφίβολα φυσικό να δημιουργούνται μεταξύ των μελών της Εταιρείας. Πιθανόν στο βάθος να υπάρχουν σοβαροί λόγοι, πιθανόν να οφείλονται και σε αιτίες της στιγμής. Κάποιες φαίνεται να διευθετούνται γρήγορα, κάποιες θα επανεμφανιστούν και μετεπαναστατικά. Ορισμένα στοιχεία ανατρέπονται γρήγορα, πολύ γρήγορα, όπως λ.χ. η άποψη του Αλ. Υψηλάντη για τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο. Πράγματι, μετά από πέντε μέρες (26 Φεβρουάριου 1821) ο πρίγκιπας θα γράψει και πάλι στον Ξάνθο από το Ιάσιο, όμως θα σημειώσει τώρα στο γράμμα του: «ως σοι έγραφον ότι δεν επίστευσα τον Αναγνωστόπουλον αρκετά βδελυρόν διά να κάμη εν τοιούτον έργον, πλην μοι το έγραψαν από Βουκουρέστι…» και λίγο παρακάτω στο ίδιο γράμμα: «Ο Αναγνωστόπουλος, προς ον δεν έχω καιρόν να γράψω (επειδή και τέσσαρας ώρας  το ημερονύκτιον δεν κοιμούμαι από το πλήθος των γραψιμάτων, διαταγών και οργανισμών), ας ήναι ήσυχος δι’ όσα μοι έγραψαν, εγώ ούτε τα επίστευσα· πρέπει όμως να υπάγη εις Κωνσταντινούπολιν να βιάση την πυρκαϊάν, αυτά και όσα άλλα ημπορέσει, να καιρός πρόσφορος διά να απόδειξη ο καθ’ εις τι ημπορεί να κάμη».

Είναι φανερό από τη συγκεκαλυμμένη αλληλογραφία που εξακολουθεί να διατηρείται μεταξύ των Φιλικών ότι ο Αναγνωστόπουλος έχει μάλλον διαμορφώσει μία διαφορετική άποψη για την έναρξη των επαναστατικών δραστηριοτήτων. Ίσως η παραμονή στην Πίζα και η επαφή με την ομάδα των Ελλήνων που δρουν στην ιταλική πόλη να έπαιξε κάποιο ρόλο, ίσως οι τόσες διενέξεις με άλλα σημαντικά στελέχη της Εταιρείας να υπαινίσσονται και κάποιες διαφορές απόψεων σε κρίσιμα ζητήματα δράσης. Πάντως, από το γράμμα του Αλέξ. Υψηλάντη γίνεται φανερό ότι κάποιοι έγραψαν κατά του Αναγνωστόπουλου κάτι σοβαρό, το οποίο αυτός δεν τολμά να το πιστέψει, όμως, παράλληλα έχει και την τάση να τον απομακρύνει από την περιοχή της άμεσης δράσης του, δηλαδή από τις Ηγεμονίες, όπου εντος ολίγου θα ηχήσουν τα επαναστατικά όπλα.

Στα γεγονότα αυτά θα αναφερθεί πολύ αργότερα (20 Ιανουάριου 1847) και ο ίδιος ο Αναγνωστόπουλος, όταν θα ξεσπάσει η αντιδικία με τον Ξάνθο για τον ρόλο του καθενός στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, σύμφωνα με υπόμνημά του που υπάρχει στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (ΕΒΕ, αρ. 9136) και μέρος του έχει δημοσιεύσει στη βιογραφία του για τον Αναγνωστόπουλο, το 1933, ο Αγ. Τσέλαλης.[22] Σύμφωνα με το υπόμνημα αυτό πρέπει να είχε συνταχθεί ένα σχέδιο δράσης από τους Φιλικούς του Βουκουρεστίου, το οποίο προέβλεπε αναβολή των επαναστατικών πολεμικών ενεργειών για λίγους μήνες και μετάθεση του κέντρου βάρους από τις Ηγεμονίες στην Πελοπόννησο. Τα γράμματα με το σχέδιο αυτό στάλθηκαν στον Αλέξ. Υψηλάντη και έτσι, όταν ο Αναγνωστόπουλος θα συναντήσει μετά από αίτησή του τον Υψηλάντη στο Κισνόβι, θα βρει, όπως γράφει, «άλλον Υψηλάντην, παρά εκείνον, όστις μοι έγραφε… επαρατήρησα αυτόν όλως ηλλοιωμένον και περιοριζόμενον μόνο εις τινας βιασμένας περιποιήσεις».

Ο Αναγνωστόπουλος, όπως ο ίδιος γράφει, θα επιχειρήσει να ανακαλύψει τι κρύβεται πίσω από όλα αυτά και θα βρει ότι «μία συμμορία εν Ιασίω, έχουσα επί κεφαλής τον Ζαπάντην… έγραψε προς αυτόν [Υψηλάντην] ότι ο Αναγνωστόπουλος μετά του Τσακάλωφ συνφωνήσαντες και μετά του εν Ιταλία πρίγκηπος Καρατζά όπως αυτόν αναδείξωσιν αρχηγόν, ήτον ο σκοπός των να δηλητηριασθή ο Υψηλάντης και οι εκτελεσταί του ανοσιουργήματος τούτου είναι ως φαίνεται αυτός ο ίδιος».

Όπως και να έχουν τα πράγματα γίνεται, πιστεύω, προφανές ότι υπάρχει διάσταση απόψεων για τον τόπο και τον χρόνο έναρξης της πολεμικής επαναστατικής δράσης. Άλλωστε, εκτός από τις διαφορετικές απόψεις, τούτο καταφαίνεται κυρίως από τον διαφορετικό τρόπο υλοποίησης  των αποφάσεων των συσκέψεων στο Ισμαήλιο και των διακηρύξεων που τις ακολούθησαν, επειδή οι πράξεις των πρωταγωνιστών άλλοτε είναι σύμφωνες και άλλοτε δεν είναι σύμφωνες με το πνεύμα των διακηρύξεων αυτών.

Παρακολουθώντας από κοντά τις πληροφορίες που αποδεσμεύουν τα έγγραφα θα σταθούμε σε μια επιστολή της 2ας  Μαρτίου 1821 που γράφει ο Γ. Καντακουζινός από το Τίργο Φορμόσι προς τους Ξάνθο και Αναγνωστόπουλο.[23] Ο αποστολέας καλεί τους δύο πρωτοφιλικούς να μεριμνήσουν ώστε οι «νέοι Έλληνες» που συγκλίνουν από παντού στις Ηγεμονίες να φθάσουν στα μέρη που πρέπει «εφοδιαζόμενοι με τα συνήθη φορέματα μαύρα, έχοντες καθ’ ένας όσα ημπορεί άρματα και να μας προφθάσουν το ογληγορώτερον εις Φωξάνι». Προφανώς οι νέοι που συρρέουν είναι όσοι θα συγκροτούσαν τον Ιερό Λόχο.

Είναι φανερό, λοιπόν, ότι παρά τις αντιρρήσεις  και τις διαφορετικές απόψεις ο Αναγνωστόπουλος δεν κάνει πίσω την κρίσιμη στιγμή και θα αναλάβει τις ευθύνες που του αναλογούν στο μέτωπο της Βλαχίας, πράγμα που διαφαίνεται και από επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο από το Κισνόβι της 9ns Μαρτίου 1821, στην οποία δεν γίνεται άλλος λόγος παρά μόνο για τις κινήσεις του Υψηλάντη και τις αρμοδιότητες του Ξάνθου και τις δικές του, για τις αποστολές γραμμάτων στη Ρωσία, με άλλα λόγια συμμετέχει σε μια κατάσταση κινητικότητας και δράσης, στην οποία ο ρόλος του Αλέξ. Υψηλάντη είναι βέβαια πρωταρχικός.[24] Στη γραμμή αυτή είναι χαρακτηριστική και πάλι μία επιστολή του ίδιου του Αναγνωστόπουλου προς τον Ξάνθο (Κισνόβι) της 26ns Απριλίου 1821 από το Τζερναούτζι τns Μπουκοβίνας. Η επιστολή αυτή, δημοσιευμένη ήδη στα Απομνημονεύματα του Ξάνθου εμφανίζει τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο να βρίσκεται δίπλα στον Αλέξανδρο, να στέλνει μέσω του Ξάνθου χαιρετισμούς στη μητέρα του πρίγκιπα που δεν πρέπει ανησυχεί για τον γιο της, δηλαδή φανερώνει έναν Αναγνωστόπουλο δεξί χέρι του Αλέξανδρου Υψηλάντη.[25]

 

Εκποιούν κοσμήματα της

οικογένειας Υψηλάντη,

για να συγκεντρώνουν χρήματα

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Εθνικό Ημερολόγιο Βρεττού, Παρίσι (1862).

Εφεξής οι πληροφορίες μας για τη δράση του Αναγνωστόπουλου στην περιοχή των Ηγεμονιών είναι ελάχιστες και δεν μας διαφωτίζουν για την περαιτέρω συμμετοχή στο κίνημα του Υψηλάντη. Αντίθετα, υπάρχουν πληροφορίες ότι ο Αναγνωστόπουλος μόλις πληροφορήθηκε την έναρξη των εχθροπραξιών στην Πελοπόννησο έπεισε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να επιτρέψει την αναχώρηση του αδελφού του Δημητρίου για την Πελοπόννησο, όπου η παρουσία θεωρείται υψίστης σημασίας για την επιτυχία του αγώνα. Δημήτριος Υψηλάντης και Παναγ. Αναγνωστόπουλος σε αναζήτηση χρηματικών ενισχύσεων έφθασαν μαζί στην Οδησσό, σπουδαία βάση της Φιλικής Εταιρείας, όπου φαίνονται να εκποιούν κοσμήματα της οικογένειας Υψηλάντη, να συγκεντρώνουν χρήματα και από εκεί να κατευθύνονται στο Κισνόβι, να προμηθεύονται πλαστά διαβατήρια για να περάσουν την πάντα επικίνδυνη, για πολλούς λόγους, περιοχή της Αυστρίας και κατόπιν να φθάνουν στην Τεργέστη.

Νέες προσπάθειες για τη συλλογή ενισχύσεων, σύντομη παραμονή στην Τεργέστη και από εκεί με πλοίο στην Ύδρα όπου φθάνουν στις 8 Ιουνίου 1821. Στο ταξίδι αυτό ο Αναγνωστόπουλος θα ταξιδέψει ως δήθεν έμπορος, εφοδιασμένος με ρωσικό και γερμανικό διαβατήριο, συνοδευόμενος από τους δύο «υπηρέτες» του, τον Αθανάσιο Στοστοπόπουλο (Δημ. Υψηλάντης) και Νικόλαο Βλάση (Σουβατζόγλου). Τις ίδιες μέρες ο Αλέξανδρος  Υψηλάντης υφίσταται την καταστροφική ήττα στο Δραγατσάνι.[26]

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ένας από τους πρωτοφιλικούς βρίσκεται πλέον μέσα στην καρδιά των επαναστατικών εξελίξεων, βρίσκεται στην επαναστατημένη καρδιά του αγώνα, στην Πελοπόννησο. Όπως είναι φυσικό – άλλωστε αρμόζει απόλυτα στον ηγετικό χαρακτήρα του – θα λάβει μέρος σε πολλές κινήσεις που αποσκοπούν στην εδραίωση και στην επιτυχία του αγώνα: συσκέψεις, μετακινήσεις, διαβουλεύσεις, διαμάχες, μάχες. Στοιχεία για τη συμμετοχή του σε διάφορα επαναστατικά γεγονότα θα εκθέσει ο ίδιος σε αναφορά του στον Όθωνα.[27] Σύμφωνα με αυτή παραβρέθηκε στην πολιορκία και την άλωση της Τριπολιτσάς, στην εκστρατεία των Τρικόρφων, στην πολιορκία και την τελική έφοδο εναντίον του Ναυπλίου, στην πολιορκία και παράδοση του Ακροκορίνθου, στην εκστρατεία εναντίον της Λαμίας και της Φθιώτιδα, στη μάχη του Άργους και την καταστροφή του Δράμαλη, στη μάχη στα Βέρβενα εναντίον του Ιμπραήμ, στοιχεία τα οποία βεβαιώνει και ο Δημήτριος Υψηλάντης με δική του αναφορά (Τροιζήνα, 4 Μαρτίου 1828).[28]

 

Μάχη Δερβενακίων, έργο του Νέστορα Λ. Βαρβέρη, 1899. Δημαρχείο Κρανιδίου.Δημοσιεύεται στο Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι-Γλυπτές-Χαράκτες, 16ος-20ος αιώνας, τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 2000, σ. 142.

 

Το 1826 έλαβε μέρος στη Γ’ Εθνοσυνέλευση, στην οποία αντιτάχθηκε έντονα στο ψήφισμα που επιζητούσε την αγγλική προστασία. Αντίθετα, ο ίδιος συμφωνεί με τον Υψηλάντη, τον Νικηταρά και τον Γ. Καραϊσκάκη να αναχωρήσει για την Πετρούπολη και να ζητήσει την προστασία της Ρωσίας. Αναχωρεί, λοιπόν, για την Κωνσταντινούπολη και παρουσιάζεται στον ρώσο πρέσβη, ο οποίος τον απέτρεψε από την περαιτέρω συνέχιση του ταξιδιού προς την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Ανέλαβε όμως ο τελευταίος να διαβιβάσει τα αιτήματα των επαναστατών προς τον τσάρο και έδωσε στον Αναγνωστόπουλο υποσχέσεις για τη ρωσική συνδρομή. Έτσι ο ανδριτσάνος Φιλικός και αγωνιστής επέστρεψε πάλι στην καρδιά του αγώνα.

 

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

κατά τη διάρκεια της

καποδιστριακής περιόδου διορίστηκε

έκτακτος επίτροπος της Ηλείας

 

Ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος κατά τη διάρκεια της καποδιστριακής περιόδου διορίστηκε έκτακτος επίτροπος της Ηλείας (1829-1831), μετά όμως από τη δολοφονία του Κυβερνήτη παραιτήθηκε και ιδιώτευσε για ένα διάστημα. Στη συνέχεια ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας τον διόρισε διοικητή της Εύβοιας με διάταγμα της 23ns Ιουνίου 1838· λίγο ενωρίτερα, τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου είχε τιμηθεί με τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος «διά τας εκδουλεύσεις του», ενώ τον Απρίλιο του ίδιου έτους του απονεμήθηκε το Νομισματόσημον «δι’ ανταμειβήν των κατά τον υπέρ ανεξαρτησία πόλεμον εκδουλεύσεων του».

Εν συνεχεία θα υπηρετήσει σε διάφορες δημόσιες θέσεις και συγκεκριμένα ως διοικητής της Σπάρτης, Σύρου και Θήρας. Υπηρετώντας στην Εύβοια θα γίνει στόχος δολοφονικής απόπειρας, ενώ θα βρεθεί μπλεγμένος σε διάφορες ίντριγκες που είχαν ως στόχο τον Νικόλαο Κριεζώτη, με αποτέλεσμα να φθάσουν στον Όθωνα κατηγορίες εναντίον του, για τις οποίες φρόνησε να τον ενημερώσει ο φίλος του Αινιάν. Για όλα αυτά θα φροντίσει να συντάξει απολογητικό υπόμνημα, με το οποίο δηλώνει την πίστη και αφοσίωσή του στο πρόσωπο του βασιλιά.

Μετά τις υπηρεσίες που προσέφερε στη διοίκηση των περιφερειών αυτών διορίστηκε στις 12 Οκτωβρίου 1843 με βασιλικό διάταγμα Σύμβουλος της Επικράτειας, ενώ το 1845 θα διορισθεί νομάρχης Λακωνίας, αργότερα νομάρχης επίσης Αργολιδοκορινθίας και Μεσσηνίας και μετά από όλα αυτά, σε ηλικία περίπου 60 ετών θα εγκατασταθεί στην νεοσύστατη πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου, την Αθήνα.

Ο κύκλος της ζωής του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου θα κλείσει άδοξα, αφού θα προσβληθεί από την επιδημία της χολέρας που έπληξε την περιοχή της Αττικής και την οποία είχαν μεταφέρει τα αγγλογαλλικά στρατεύματα που έφθασαν ως συνέπεια των δραματικών γεγονότων του Κριμαϊκού πολέμου. Θα πεθάνει στις 15 Νοεμβρίου 1854.

Όπως έχουμε αναφέρει ήδη ο Εμμανουήλ Ξάνθος και ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος θα αποτελέσουν τους ήρωες ενός αξιομνημόνευτου μετεπαναστατικού επεισοδίου, σχετικά με τη θέση και τη συμβολή ενός εκάστου στην ίδρυση και την μετέπειτα δράση της Φιλικής Εταιρείας, του οποίου οι συνέπειες έφθασαν και έως τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, εννοείται πάντα σε ιστοριογραφικό επίπεδο.

Γνωρίζουμε δηλαδή ότι ο Ιωάννης Φιλήμων δημοσιεύοντας το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας το 1834, πολύ πιθανόν υπό την αφηγηματική επίδραση του Παναγιώτη Αναγνωστοπούλου, μειώνει δραματικά τη συμβολή του πάτμιου Εμμανουήλ Ξάνθου στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας. Αντίθετα, τονίζει ότι υπάρχουν κατηγορίες εναντίον του Πάτμιου ότι καταχράστηκε χρήματα της Φιλικής Εταιρείας και ότι υπήρξε υπεύθυνος για τον πρόωρο θάνατο του Νικόλαου Σκουφά το 1818 στην Κωνσταντινούπολη. Γνωρίζουμε επίσης ότι λόγω των κατηγοριών αυτών ο Εμμανουήλ Ξάνθος και επιζητώντας να τις αποσείσει συνέγραψε το 1837 την Απολογία του, η οποία περιήλθε πριν ακόμα εκδοθεί σε γνώση του Φιλήμονα, γεγονός που τον ανάγκασε να αποκαταστήσει τα πράγματα σχετικά με τη δράση και το ρόλο του Εμμανουήλ Ξάνθου, γράφοντας σχετικό άρθρο στην εφημερίδα Αιών ης 19ης Μαρτίου 1839.

Είναι επίσης γνωστό ότι αργότερα (1845) ο Ξάνθος θα δημοσιεύσει και Απομνημονεύματά του, στα οποία συγκεντρώνει και δημοσιεύει σημαντικά έγραφα για τη δράση τη δική του αλλά και άλλων προσώπων που πλαισίωσαν την Φιλική Εταιρεία, πάντα βέβαια επιζητώντας να αποσείσει τις εναντίον του κατηγορίες, οι οποίες εκπορεύονται κυρίως εκ μέρους του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια δημοσιεύτηκαν αρκετές αρχειακές συλλογές προσώπων που συμμετείχαν από κοντά στην προετοιμασία του αγώνα, με αποτέλεσμα να είμαστε σε θέση να δούμε τα πράγματα καλύτερα, καθώς τα σχετικά τεκμήρια έχουν πολλαπλασιαστεί.

 

Σημαία με τα σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας. Τη σημαία έφερε το υπό τον Πιέρρο Γρηγοράκη- Τζανετάκη σώμα της Ανατολικής Μάνης κατά την πολιορκία και την άλωση της Μονεμβασίας, το 1821. Ι. Κ. Μαζαράκης- Αινιάν, Σημαίες ελευθερίας Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 1996, σ. 12.

 

Επανερχόμενοι στη διένεξη μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου πρέπει να έχουμε κατά νου ότι το χρονικό πλαίσιο αναφοράς τοποθετείται στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, όταν τα όπλα έχουν μόλις σιγάσει και διεξάγεται ένας πρώτος απολογισμός της συνεισφοράς προσώπων και τόπων ακόμα και με προφανείς ιδιοτελείς σκοπούς. Η συγγραφή πολλών βιβλίων τοπικής ιστορίας ακριβώς την περίοδο αυτή αλλά και αργότερα, καθώς το φαινόμενο συνεχίζεται, είναι χαρακτηριστική εκδήλωση της διεκδίκησης από τους ενδιαφερομένους μεγάλου ποσοστού συμμετοχής στην απελευθέρωση των ελληνικών τόπων και τη συγκρότηση του νεότερου ελληνικού κράτους.

Είναι βέβαια γεγονός ότι η ηγετική προσωπικότητα του Παναγ. Αναγνωστόπουλου και η σημαντική δράση του ως ανωτάτου στελέχους της Φιλικής Εταιρείας του έδιναν το έναυσμα να προωθήσει τον εαυτό του ως το απώτατο σημείο των ιδρυτών της, καθώς μάλιστα ορισμένες συμπτώσεις ή και εκ των υστέρων κατασκευές διευκόλυναν τον σκοπό του. Έτσι μόλις εκδηλώθηκε η αντίδραση του Εμμ. Ξάνθου και η αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονα, δηλαδή η δημοσίευση του άρθρου στον Αιώνα που αναγνώρισε το ρόλο και τη δράση του πάτμιου αγωνιστή, δεν έμεινε άπραγος. Μετά την αναδίπλωση του Φιλήμονα θα συντάξει τον ίδιο χρόνο (1839) ένα υπόμνημα με τις δικές του απόψεις, το οποίο τιτλοφόρησε «Γενικοί παρατηρήσεις», και το παρέδωσε στον Φιλήμονα για να το δημοσιεύσει, πράγμα που ο τελευταίος δεν έκανε, ίσως γιατί θέλησε να μη συμβάλει στην περαιτέρω συνέχιση της άχαρης αυτής διένεξης.

Στην ίδια γραμμή ο Αναγνωστόπουλος προσπαθεί να εμπλέξει στη διαμάχη και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ, όταν ο τελευταίος έχει πλέον καταφύγει και ζει στη Μόσχα, γράφοντάς του μια επιστολή στις 8 Δεκεμβρίου 1845, όπου ανάμεσα στα άλλα θα αναφέρει: «Ιδού τα νέα: Ο κ. Ξάνθος εξέδωκεν έν, ως ο ίδιος το ωνόμασεν Ιστορικόν υπόμνημα της Φιλικής Εταιρείας. Λέγει δε ότι αυτός κατά το 1813 μεταβάς από Κωσταντινούπολιν εις Πρέβεζαν και εκείθεν εις Οδησσόν, όπου ευρών τον Σκουφάν, πρώτον τον ενέπνευσεν, καθώς και υμάς δεύτερον, τον περί ελευθερίας Σκοπόν και ότι καθ’ ο μασσών (κτίστης) έκαμε το σχέδιον της Εταιρείας. Συμφωνήσαντες δε και υμείς μετ’ αυτού, εκάματε το Σύστημα αυτής. Τοιαύτα και πολλά άλλα κακοήθη ψεύδη εκήρυξεν, ενώ ζώσιν εισέτι εξ από τα πρωτενεργά μέλη, τα οποία γνωρίζουν ότι αυτός εκατηχήθη κατά το 1818…».

Φυσικά στο κείμενό του ο Αναγνωστόπουλος καταφερόταν εναντίον του Ξάνθου, αμφισβητώντας τον πατριωτισμό του και κατηγορώντας τον για ατασθαλίες ες βάρος των οικονομικών της Εταιρείας. Εξάλλου και παρά την αναμφισβήτητη παρουσία του Ξάνθου στην Οδησσό το 1814 και τη συμμετοχή του στις πρώτες σκέψεις και πράξεις που οδήγησαν στη σύσταση της Εταιρείας, ο Αναγνωστόπουλος αμφισβητεί τη συμμετοχή του Ξάνθου και επωφελούμενος από τη μετέπειτα παρουσία και αδράνεια του Πάτμιου στην Κωνσταντινούπολη επιμένει ότι ο Ξάνθος έγινε μέλος της Εταιρείας το 1817 και ότι η μοναδική του συμβολή υπήρξε η αποστολή του στην Πετρούπολη για να πείσει τον Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικές Εταιρείας και η μετά την άρνηση του τελευταίου επιτυχία του να καταστήσει αρχηγό της τον Αλέξανδρο Υψηλάντη.

 

Ελευθερία ή Θάνατος, ξυλογραφία του Τάσσου.

 

Όπως έχουμε αναφέρει, η αντιδικία Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου θα εξελιχθεί σε ένα από τα σοβαρά επεισόδια για ένα είδος ιστοριογραφίας που ακριβώς θεωρεί ως έργο της να πάρει το μέρος του ενός  ή του άλλου. Μπορούμε λοιπόν στην εξέλιξη της διαμάχης αυτής να αναφέρουμε ότι παίρνουν το μέρος του ενός ή του άλλου ο Φιλήμων, ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Πρόκες φον Όστεν, ο Αμβρόσιος Φραντζής, ο Νικ. Σπηλιάδης, ο Αναστ. Γού0as, ο Τάκης Κανδηλώρος, ο Διον. Κόκκινος, ο Αγησ. Τσέλαλης, ο Τάσος Γριτσόπουλος, για να αναφέρουμε ορισμένα μόνο ονόματα.

Πέρα από αυτά όμως και εν σχέσει προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο γεγονός είναι ότι τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν απολύτως θετικά. Παρά την αναγνώρισή του ως ενός από τα πρώτα και σημαντικότερα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, η δημόσια ιστορία ποτέ δεν ξέφυγε από το γνωστό σχήμα της ιδρυτικής τριάδας Ξάνθος, Τσακάλωφ, Σκουφάς. Έτσι οι υποστηρικτές του Αναγνωστόπουλου θα επιχειρήσουν να μετατρέψουν τουλάχιστον την τριάδα σε τετράδα προσθέτοντας βέβαια τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο ως τέταρτο ιδρυτικό μέλος.

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα στη γραμμή αυτή η εκδήλωση που έλαβε χώρα με την ευκαιρία της συμπλήρωσή των 145 ετών από τον θάνατο του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου. Συγκεκριμένα στο αμφιθέατρο του Υπουργείου Εξωτερικών στις 23 Μαρτίου 2000 η Πανηλειακή Συνομοσπονδία και ο Δήμος Ανδρίτσαινας οργάνωσαν ημερίδα για την αποκατάσταση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου στην ιδρυτική τετράδα της Φιλικής Εταιρείας. Με την παραπάνω ευκαιρία ο Δήμος Ανδρίτσαινας θα εκδώσει και σχετικό φυλλάδιο με όλα τα στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της άποψης αυτής: Φιλήμων, Ιστορία του Πρόκες Φον Όστεν, χειρόγραφο 9142 της Εθνικής Βιβλιοθήκης – επιστολή του Ξάνθου προς τη Βουλή στις 15.12.1843, Ημερολόγιον του Αγώνος (1814-1830).

Τώρα πια τα πνεύματα έχουν ηρεμήσει και είναι πιο εύκολο αντί για έριδες και διαμάχες, η πρώτη ηγετική τριάδα να μετατραπεί σε τετράδα ώστε η διεύρυνση να αποκαταστήσει την ιστορική «αδικία».

 

Υποσημειώσεις


[1] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 13.

[2] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ.31-34

[3] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 37-38.

[4] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 50-52.

[5] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 239-242.

[6] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 43.

[7] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 46-48-51.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 57-60.

[9] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 105.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 71-74.

[11] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 91-93.

[12] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 135.

[13] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 47.

[14] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 203-204.

[15] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 7-8-12-14-21.

[16] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 80-83..

[17] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 106.

[18] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 203-204.

[19] Επιστολή του με το ψευδώνυμο Αναστάσιος Ιωσήφ της 13nς Νοεμβρίου 1819 προς τον Ξάνθο, στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 208.

[20] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 128-130 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 35-37.

[21] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 142-143 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 103.

[22] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 52-57.

[23] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 155 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 131.

[24] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου,  σ. 143-144.

[25] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου,  σ. 203-204.

[26] Δ. Γκίνης, Ο Δημήτριος Υψηλάντης, σ. 187-189.

[27] Αγ. Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, σ. 65-66.

[28] Εθνική Βιβλιοθήκη, αρ. 4768.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αγησίλαος Α. Τσέλαλης, Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος ο Φιλικός, Αθήνα 1933, β’ έκδ. 1998.
  • Δημ. Γκίνης, «Ο Δημήτρη Υψηλάντης κατεβαίνει στην Ελλάδα», π. Ο Ερανιστής 2,  (1964), σ. 187-189.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος-Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης-Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη-Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδα,Αθήνα 1964.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Παπαφλέσσας Γρηγόριος Δικαίος (1786-1825)


 

Ένας από τους κορυφαίους πρωταγωνιστές της Φιλικής Εταιρείας και της Επανάστασης του 1821. Γεννήθηκε το 1786 στην Πολιανή της Μεσσηνίας. Στερνοπαίδι του Δημήτριου Δικαίου από τον δεύτερο γάμο του με την Κωνσταντίνα από το γένος των Ανδροναίων, πήρε το βαφτιστικό όνομα Γεώργιος. Ο Φωτάκος στη βιογραφία του Γρηγόριου Δικαίου αναφέρει ότι ο πατέρας του απέκτησε δεκαοκτώ παιδιά με την πρώτη γυναίκα του και δέκα με τη δεύτερη, από τα οποία ο Γεώργιος (Γρηγόριος) ήταν το τελευταίο. [1] Αν οι αριθμοί αυτοί δεν είναι «πατριωτικά» διογκωμένοι ίσως δεν είναι άσχετοι από τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του νεαρού Γεώργιου Δικαίου.

 

Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας). Έργο του Διονυσίου Τσόκου, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Εξάλλου, σχετικά με την προέλευση του ονόματος Παπαφλέσσας πάλι ο Φωτάκος αναφέρει μία, τουλάχιστον περίεργη και μυθώδη, εκδοχή σύμφωνα με την οποία όλοι οι απόγονοι του Δημήτριου Δικαίου ονομάστηκαν Φλεσαίοι από τη λέξη Εφεσίους της γνωστής επιστολής του Αποστόλου Παύλου, η οποία δεν προφερόταν σωστά στην εκκλησία της Πολιανής αλλά εκφερόταν ως Εφλεσίους, για να μεταπέσει σε Φλεσίους και περαιτέρω σε Φλεσαίους και από εκεί να καταντήσει επώνυμο της οικογένειας των Δικαίων και οπωσδήποτε του Γρηγορίου Δικαίου. Δεν μπορεί να εξακριβωθεί βέβαια αν υποκρύπτεται κάποιο γεγονός πίσω από αυτές τις λεκτικές ακροβασίες, αλλά αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι ο Γεώργιος (Γρηγόριος) Δίκαιος θα γίνει τουλάχιστον τα ύστερα χρόνια γνωστότερος ως Παπαφλέσσας παρά ως Δίκαιος.

Σύμφωνα με τον βιογράφο του που μόλις μνημονεύσαμε, παιδί φέρεται ότι έμαθε τα πρώτα γράμματα κοντά σε κάποιον καλόγηρο, ενώ αργότερα παραδίδεται ότι ο εξάδελφος από τον πατέρα του Παναγιώτης, πρόκριτος της επαρχίας Λεονταρίου, όπου ανήκε και η Πολιανή, έστειλε τον μικρό Γεώργιο, μαζί με τα δικά του παιδιά, στην Ελληνική σχολή της Δημητσάνας, όπου είχε δάσκαλο πιθανόν τον λόγιο μοναχό Αγάπιο Αντωνόπουλο.

Αργότερα, το 1816, σύμφωνα με τους βιογράφους του, ο Γεώργιος Δίκαιος θα καρεί μοναχός στη μονή Βελανιδιάς, που βρίσκεται κοντά στην Καλαμάτα, και θα λάβει το μοναχικό όνομα Γρηγόριος, με το οποίο θα γίνει γνωστός· ωστόσο και πάλι εμφιλοχωρεί ένα πρόβλημα, δεδομένου ότι όσοι εμπλέκονταν με τον μοναχικό βίο το έκαναν πολύ νωρίτερα από την ηλικία των 30 ετών, που είναι το 1816 ο Δικαίος. Όπως και να έχουν τα πράγματα πάντως ο μοναχός Γρηγόριος στη συνέχεια ήρθε σε σύγκρουση με τον μητροπολίτη Μονεμβασίας, πράγμα που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη μονή Βελανιδιάς και να καταφύγει σε ένα άλλο μοναστήρι, και συγκεκριμένα στη μονή Ρεκίτσας, που βρίσκεται μεταξύ Μιστρά και Λεονταρίου.

Η συνέχεια της ενδιαφέρουσας αυτής εξιστόρησης θέλει τον νεαρό μοναχό Γρηγόριο Δικαίο να έρχεται σε σύγκρουση και με τον ισχυρό Τούρκο της περιοχής Λεονταρίου Χουσεΐν αγά, γνωστό και ως Σερντάρη, που κατείχε πολλά κτήματα κοντά σε εκείνα της μονής Ρεκίτσας, τα οποία επιζήτησε να αποσπάσει από αυτήν. Στις συνεχείς διενέξεις μεταξύ του Τούρκου τσιφλικά και της μονής ο δραστήριος μοναχός  Γρηγόριος Δικαίος φέρεται ότι θέλησε να υπερασπιστεί με κάθε τρόπο την περιουσία της μονής, ζήτησε μάλιστα και την παρέμβαση του πασά της Τριπολιτσάς.

Ακολουθούν διάφορα μυθιστορηματικά επεισόδια μεταξύ των ανθρώπων του αγά και της μονής που θα συνεπιφέρουν αναπόφευκτα και την καταδίωξη του Παπαφλέσσα, ο οποίος φαίνεται ότι πλέον δεν μπορεί να παραμείνει στην Πελοπόννησο. Έτσι θα αναγκαστεί το 1818 να περάσει πρώτα στη Ζάκυνθο και από εκεί να κατευθυνθεί στην Κωνσταντινούπολη, προκρίνοντας κατά τα φαινόμενα, ότι στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα υπήρχαν ευνοϊκότερες συνθήκες για την περαιτέρω ιερατική του πορεία, δεδομένου ότι θα βρισκόταν κοντά στο κέντρο των εξελίξεων της Ανατολικής Εκκλησίας, το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

 

Παπαφλέσσας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία. Adam Friedel.

 

Πράγματι, στην Κωνσταντινούπολη ο Γρη­γόριος Δικαίος θα γνωρίσει πολύ κόσμο, θα συναντήσει πατριώτες του, ανάμεσα στους οποίους ο τότε μητροπολίτης Δέρκων, θα έρθει σε επαφή με σημαντικά πρόσωπα, θα συνδεθεί με την οικογένεια του λόγιου κληρικού Ζαχαρία Αινιάντος και ακόμα ως εκκλησιαστικός θα γίνει αρχιμανδρίτης, πιθανώς αναζητώντας, πα­ράλληλα, την ευκαιρία για να εκλεγεί μητρο­πολίτης και να τεθεί έτσι επικεφαλής κάποιας επαρχίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπως μας πληροφορεί ο Δημήτριος Αινιάν. Εί­ναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο Δίκαιος εί­χε στενές σχέσεις με τον τότε μητροπολίτη Δέρκων Γρηγόριο (καταγόταν από το χωριό Ζουμπάτα Αχαΐας), ο οποίος θα θανατωθεί μαζί με τους άλλους ιεράρχες ως πράξη αντιποίνων για την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Είναι μάλιστα πολύ πιθανόν ο Γρηγόριος Δέρκων να υπήρξε και μέλος της Φιλικής Εταιρείας.

Ωστόσο, οι επιδιώξεις του Γρηγόριου Δικαί­ου για ανώτερη εκκλησιαστική σταδιοδρομία φαίνεται να υποχωρούν δραματικά με τη μύη­σή του στη Φιλική Εταιρεία που θα γίνει από τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο [2] ή από τον Ανα­γνώστη Παπαγεωργίου-Αναγνωσταρά [3] στις 21 Ιουνίου 1818. Στον κατάλογο Φιλικών του Σέκερη η σχετική αναγραφή έχει καταχωριστεί ως εξής: «Γρηγόριος Δικαίος. Αρχιμανδρίτης και έξαρχος Πατριαρ­χικός. Χρόνων 32. Διά του Π. Παπαγεωργίου. 1818, Ιουνίου 21, Κωνσταντινούπολις. Τω Ηλία Δικαίω εις Πολιανήν. Γρ. 10». [4] Το συνωμοτικό όνομα που έλαβε ως μέ­λος της Εταιρείας ήταν Αρμόδιος, ενώ κατείχε και τα διακριτικά αρχικά Α Μ.

Σέκερης Παναγιώτης, Ελαιογραφία. Αθήνα, Πολεμικό Μουσείο.

Ο Γρηγόριος Δίκαιος θα ενστερνισθεί με θέρμη και ζήλο τους σκοπούς της Φιλικής Εται­ρείας και θα αναδειχθεί σε ένα από τα πιο δρα­στήρια μέλη της, σε έναν από τους πιο δρα­στήριους αποστόλους της. Το πρώτο πεδίο δράσης του υπήρξε βέβαια εκείνο της Κων­σταντινούπολης αλλά γρήγορα θα επεκτείνει τη δράση του και στην περιοχή των Ηγεμο­νιών, όπου, όπως έχουμε διαπιστώσει, τα πε­ρισσότερα από τα ανώτερα στελέχη της Εται­ρείας αλλά και ένα πλήθος από μεσαία και κα­τώτερα, θα δραστηριοποιηθούν τα χρόνια πριν από την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Σύμφωνα με τον κατάλογο Φιλικών του Παν. Σέκερη αλλά και του Ιωάννη Φιλήμονα, ο Γρη­γόριος φέρεται να μύησε την περίοδο 1818- 1819 τουλάχιστον τριάντα Φιλικούς, ανάμε­σα στους οποίους υπάρχουν και σημαντικά ονόματα (Καμαρηνός Κυριακός, Παναγιώτης Γιατράκος, Δημήτριος Θέμελης).

Πρέπει εξάλλου να επαναλάβουμε στο ση­μείο αυτό ότι ο Παπαφλέσσας βρίσκεται και δραστηριοποιείται στην Κωνσταντινούπολη κατά την περίοδο που όλη σχεδόν η ηγετική ομάδα της Εταιρείας έχει συγκεντρωθεί στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας· με άλλα λό­για βρισκόμαστε στο κρίσιμο διάστημα μετα­ξύ των ετών 1818 και 1820, όταν σημειώνε­ται «μια γενικευμένη ανάπτυξη κινήσεων, σχεδιασμών και άλλων ενεργειών, σε όλες τις χώ­ρες διαμονής των Ελλήνων. Οι περισσότεροι «απόστολοι» έχουν κινηθεί με επιτυχία, η Εφο­ρεία της Κωνσταντινούπολης με την ενεργό συμμετοχή του Π. Σέκερη λειτουργεί ικανο­ποιητικά, νέα μέ­λη της ηγετικής ομάδας όπως ο Γρηγόριος Δικαί­ος (Παπαφλέσ­σας) έχουν δώσει ένα νέο δυναμικό τόνο στην Εται­ρεία, η δε Πελοπόννησος έχει εμπλακεί ορι­στικά στην υπόθεση της εξέγερσης». [5]

Για να προσεγγίσουμε τα ανώτερα στελέχη της Εταιρείας με βάση, κυρίως, τις πληροφορίες από τα κείμενα που οι ίδιοι και οι συναγωνιστές τους μας παρέχουν και που εξακολουθούν να έρχονται στο φως, όπως λ.χ. το Αρχείο Ξάνθου, θα επιχειρήσουμε να παρακολουθήσουμε από κοντά τον Γρηγόριο Δικαίο, με απώτερο βέβαια σκοπό να γνωρίσουμε καλύτερα το πρόσωπο και τη δράση του πρώτα ως Φιλικού και αργό­τερα ως αγωνιστή της Επανάστασης, του οποίου μάλιστα τη δράση επισφράγισε και ο ηρωικός θάνατος στο Μανιάκι (1825).

Όπως αναφέραμε, ο Γρηγόριος Δικαίος κα­τά το πρώτο διάστημα της σταδιοδρομίας του ως Φιλικού ανέλαβε δράση στην περιοχή των Ηγεμονιών. Υπάρχουν μάλιστα πληροφορίες ότι τον διακατείχε τέτοιος ενθουσιασμός ώστε να προβαίνει στην κατήχηση νέων μελών στις τάξεις της Εταιρείας αδιακρίτως, χωρίς δηλα­δή να λαμβάνει τις δέουσες προφυλάξεις αλλά ούτε και να εγείρει επιφυλάξεις για το ποιόν των προσήλυτων. Ίσως κάτι τέτοιο ακριβώς να υπαινίσσεται η παρατήρηση του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, ο οποίος κλείνοντας ένα γράμμα του προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο της 26ης Μαρτίου 1819 επισημαίνει: «αύτη η ενόχλησις και η επαπειλουμένη τρικυμία σοι λέγω εν συντόμω ότι προήλθεν από την αδιαφορίαν του αναθεματι­σμένου παπά Γρηγορίου».[6]

Στον κατάλογο των μετακι­νήσεων του Δικαίου ανά τις Ηγεμονίες είναι βέβαια το Ιάσιο, όπως μας πληροφο­ρεί επιστολή του Παναγ. Αναγνωστόπουλου της 24ης Μαΐου 1819 προς τον Εμμ. Ξάνθο. [7] Από την επιστο­λή αυτή, ανέκδοτη έως πρό­σφατα, αναδημοσιεύουμε ένα μικρό απόσπασμα εν­δεικτικό των σχέσεων του Γρηγόριου Δικαίου με τα άλ­λα μέλη της Εταιρείας, από τα οποία ο επιστέλλων Αναγνωστόπουλος δεν φαίνεται να έχει και τις καλύτερες δια­θέσεις προς τον φλογερό αρ­χιμανδρίτη, μολονότι τους συνδέει η κοινή πελοποννησιακή καταγωγή:

 

«Ο παππά Γρηγόριος εις τας 17 τούτου εμίσεψεν διά Γαλάτζι, ολίγον συγχυσμένος μαζύ μου, εξ αιτίας οπού τον εσυμβούλευα να μην πιστεύη τινα, επειδή και αι κατ’ αυτόν καταλαλιαί προήλθον εκ τού­του διά την εις καθένα πίστην του. συγχυσμέ­νος εις τέτοιον τρόπον οπού ούτε έξοδα είχεν, ούτε ηξεύρω ποίος του έδωσεν, επειδή και δεν είχεν ούτε λεπτόν, προτού με είχε συστήση εις Ισμαήλ καλώς, και στοχάζομαι ότι δεν θέλει αναιρέσει εκείνο όπερ πρότερον είπεν, μ’ όλον τούτο μη λείψετε αυτού διά να του γράψητε, καμονόμενος ότι διότι εμάθατε πως ήλθεν του ζητείτε γράμμα μου, και καθώς σας αποκριθή οδηγήσθαι και τον προλαμβάνετε, καθ’ όποι­ον τρόπον στοχασθήτε εις το περί εμού…».

Εξάλλου για την επικείμενη, εν συνεχεία, με­τάβασή του στο Γαλάτζι, μας πληροφορεί και επιστολή του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, γραμμένη στα τέλη Μαΐου 1819. [8] Μάλιστα από την επιστολή αυτή κερδίζουμε επιπλέον και το ψευδώνυμο «ιντερεσάτος» του Γρηγορίου Δικαίου. Όμως είχε φθάσει η 7η Ιουνίου και ο Δικαίος δεν είχε εμφανιστεί ακόμη στο Γαλάτζι, πράγμα που έχει προκαλέσει ανησυχίες ανάμεσα σε κάποια μέλη της Φιλικής Εταιρείας που τον περιμένουν για διαβουλεύσεις. Ενδεικτική της ανησυχίας αυτής είναι μία άλλη επιστολή του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 7ης Ιουνίου 1819 από το Γαλάτζι, όπου ο άρχων ισπράβνικος των Ηγεμονιών αναφέρει μεταξύ των άλλων: «ο Δίκαιος αφού εμίσεψεν από Ιάσιον εις τας 19 του απελθόντος κατά τας βεβαίας ειδήσεις έχω, μέχρι τουδε δεν ήλθεν εδώ, και, το τι έγινεν ευρίσκομαι εις μεγαλοτάτην απορίαν, φαίνεται ότι άλλαξεν τον δρόμον του οπού αντί να ερθή εδώ επήγεν εις άλλον μέρος, εις ποιον όμως αγνοώ – οι φίλοι από Ιάσιον τον έχουν ότι ευρίσκεται εδώ… δεν ημπορώ να καταλάβω, φίλτατέ μοι, αυτό το κίνημα του Δικαίου τι εννοεί… θέλω γράψη αύριον και εις τον εν Βουκουρέστι ακριβόν μας… φίλον, αν ήρχοντο ο διάβολος ο Δικαίος εδώ ήτον πολλά ωφέλιμον, διά τας γνωστάς αιτίας, επειδή ηξευρω πως να τον οικονομήσω…». [9]

Οι κινήσεις του  Γρηγορίου εν συνεχεία εντοπίζονται στην πρωτεύουσα της Βλαχίας, στο Βουκουρέστι, όπου μάλιστα αρρώστησε βαριά. Τις σχετικές πληροφορίες αντλούμε από επιστολή και πάλι του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 21ης Ιουλίου 1819: «χθες ελθών από Βουκουρέστι ο σιορ Στέργιος Πρασσάς μας διηγείται την δεινήν ασθένειαν του αγίου Αρχιμανδρίτου κυρίου Γρ. Δικαίου, με μεγάλην λύπην και άκρον μας κακοφανισμόν, ήτις τω επισυνέβη με το να εκοιμήθη υποκάτω μιας καρυδιάς εις εν ζεύκι [: γλέντι] οπού είχον φίλοι τινές εις ένα παχτζέν, όπου από αψηφισίας πλευριτωθείς έπεσε κλινήρης επιστρέψας αυτόν εις λοιμικήν νόσον, τον άφησε δε, ως μας λέγει, εις αθλίαν κατάστασιν και ο Θεός να τον βοηθήση».[10]

Η ίδια πληροφορία για την αρρώστια του Δικαίου διασταυρώνεται και από παράλληλή της που βρίσκουμε σε επιστολή του Π. Ρουμπινή προς τον Εμμ. Ξάνθο και φέρει χρονολογία 24 Ιουλίου 1819 αλλά και από αντίστοιχη της 28ης του ίδιου μήνα γραμμένη από τον Ευάγγελο Μαντζαράκη προς τον ίδιο αποδέκτη. Ο Γρηγόριος Δίκαιος φέρεται ασθενής και σε επιστολή της 4ης Αυγούστου 1819 του Π. Ρουμπινή προς τον Εμμ. Ξάνθο, μολονότι σε έγγραφο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, ο αρχιμανδρίτης φέρεται στις 3 Αυγούστου 1819 να αδελφοποιήθηκε με τον Ιωάννη Φαρμάκη και τον Γεώργιο Ολύμπιο.[11] Σύμφωνα με όλα τα δεδομένα η αδελφοποίηση αυτή έγινε όχι για συνωμοτικούς λόγους αλλά είχε τον χαρακτήρα προσωπικής συμφωνίας για αμοιβαία συνδρομή και συνεργασία.

Αυτά, λοιπόν, μας παραδίδουν για την κατάσταση του Δικαίου στο Βουκουρέστι οι επιστολές που μνημονεύσαμε παραπάνω. Ωστόσο, ο Ιω. Φιλήμονας (και ο Φωτάκος αργότερα) παραδίδει για τον Γρηγόριο Δικαίο και το γνωστό επεισόδιο στο Βουκουρέστι, όταν ο αρχιμανδρίτης θέλησε να πληροφορηθεί με δυναμικό τρόπο από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο για την Υπέρτατη Αρχή, στην οποία διεκδίκησε και τελικά πέτυχε να συμμετάσχει και ο ίδιος. Τότε φαίνεται ότι απέκτησε το ψευδώνυμο Αρμόδιος και τα συνωμοτικά αρχικά Α Μ, που έχουμε ήδη αναφέρει. Ωστόσο, ο Γρηγόριος Δικαίος φαίνεται ότι διαθέτει γερή υγεία και έτσι αρκετά γρήγορα από μελλοθάνατος, όπως τον ήθελαν πολλοί αλληλογράφοι στα γράμματά τους, στις 4 Αυγούστου και κυρίως στις 11 Αυγούστου 1819 φέρεται ως υγιής σε επιστολή του Ευάγγελου Μαντζαράκη προς τον Εμμ. Ξάνθο, καθώς και σε άλλη επιστολή της ίδιας ημερομηνίας του Δημήτριου Θέμελη προς τον Εμμ. Ξάνθο, προς τον οποίο μάλιστα στέλνει και τους χαιρετισμούς του.[12]

Αναφέραμε παραπάνω ότι ο Γρηγόριος Δικαίος κατάφερε να γίνει και αυτός μέλος της Αρχής της Εταιρείας. Τότε ακριβώς έλαβε γνώση και των διεργασιών που γινόταν στα ανώτερα κλιμάκιά της και συγκεκριμένα την αποστολή του Εμμ. Ξάνθου στην Πετρούπολη στην προσπάθεια να πείσουν τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της. Στη γραμμή αυτή, σύμφωνα με έγγραφο που βρέθηκε στο αρχείο Υψηλάντη, θα αποστείλει και ο Παπαφλέσσας στην Πετρούπολη τον Γεωργάκη Ολύμπιο και τον I. Φαρμάκη για να παρακαλέσει τον Καποδίστρια για τον ίδιο λόγο. Το σχετικό έγγραφο που αναφέραμε δεν πρέπει όμως να έφθασε ποτέ στα χέρια του υπουργού του τσάρου.

Ωστόσο, οι ενέργειές του στις Ηγεμονίες και η όλη δραστηριότητά του πρέπει να ανησύχησαν τις επιτόπιες αρχές. Έτσι ο Γιαννιώτης γιατρός Μιχαήλ Χρησταρής και άλλοι Φιλικοί, που κατάλαβαν ότι ο Δικαίος διέτρεχε σοβαρό κίνδυνο, τον ειδοποίησαν και του συνέστησαν να απομακρυνθεί γρήγορα από το επικίνδυνο περιβάλλον. Βέβαια, ο ίδιος πρόβαλλε ως δικαιολογία των ενεργειών του τη συγκέντρωση δωρεών για τη σύσταση του σχολείου που, οι Καλλιμάχης και Νέγρης ετοιμάζονταν να ιδρύσουν στην Πελοπόννησο, ενώ στην πραγματικότητα απώτερος σκοπός τους ήταν η συγκεκαλυμμένη συγκέντρωση χρημάτων για την ενίσχυση του έργου της Εταιρείας. Έτσι κατόρθωσε να πάρει διαβατήριο και να αναχωρήσει από το Βουκουρέστι.

Στη δράση του Γρηγόριου Δικαίου πρέπει εξάλλου να προστεθεί και η μεταστροφή του Ανδρέα Σφαέλου. Ο τελευταίος είχε σταλεί εκ μέρους του αδελφού του δολοφονηθέντος Νικολάου Γαλάτη, Ευσταθίου, προκειμένου να εξοντώσει ορισμένα υψηλά στελέχη της Εταιρείας ως εκδίκηση για το θάνατο του αδελφού του. Ο Σφαέλος στην περιπλάνησή του στις Ηγεμονίες φέρεται ότι επιχείρησε να έλθει σε επαφή με τον Δικαίο, ο οποίος τελικά θα κατορθώσει να τον μεταστρέψει από τους σκοπούς του και τον καταστήσει ενεργό στέλεχος της Εταιρείας – μάλιστα πολέμησε και σκοτώθηκε στη μάχη στο Σκουλένι τον Ιούνιο του 1821. Τη μεταστροφή αυτή του Σφαέλου υπαινίσσεται και σε επιστολή του προς τον Εμμ. Ξάνθο της 9ης Σεπτεμβρίου 1819 ο Δημήτριος Θέμελης, γράφοντας: «έχω εντελεστάτην πληροφορίαν ότι ανταμόθην [ο Σφαέλος] με τον Δικαίον… και φαίνεται από εν γράμμα το οποίον έστειλεν εδώ εις ένα του φίλον ο γνωστός… ότι έλαβεν άλλην μορφήν, καθησυχάσαντες αυτόν από του να ακροβατεί».[13]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ο τελευταίος Μπέης της Μάνης, και βασικός εκφραστής της αντίληψης για τοπική αυτονομία των απελευθερωμένων περιοχών της Ελλάδας (ιδιαίτερα της Μάνης) σε αντίθεση με το όραμα του Καποδίστρια που επιθυμούσε τη δημιουργία ενός ομογενοποιημένου εθνικού κράτους.

Πορτρέτο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765 ή 1773 -1848). Υδατογραφία σε φίλντισι, διαστάσεις 16 x 12 εκ. Έργο του Χένρι Τζον Τζορτζ Χέρμπερτ (Henry John George Herbert 1800 -1849).

Γνωρίζουμε ήδη ότι από το 1818, όταν αποφασίστηκε από τους ηγέτες της Φιλικής Εταιρείας η αναχώρηση αποστόλων – εθνεγερτών προς διάφορες περιοχές για την οργάνωση των επιτόπιων κλιμακίων της Εταιρείας, ο Καμαρηνός Κυριακός – ο οποίος, όπως έχουμε σημειώσει, μυήθηκε στην Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα – είχε επιφορτισθεί με τη σημαντική αποστολή να μεταβεί στη Μάνη και να κατηχήσει τον Πετρόμπεη. Πράγματι, ο Κυριακός πέτυχε να φέρει σε πέρας την αποστολή του. Και όχι μόνο αυτό. Εκ μέρους του Πετρόμπεη και μέσω του Κυριακού θα εκδηλωθούν πρωταγωνιστικές ενέργειες καθώς ο τελευταίος στις αρχές του 1819 θα φθάσει στην Κωνσταντινούπολη ως κομιστής επιστολών του Πετρόμπεη προς τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, με τις οποίες θα τους ζητούσε οικονομική βοήθεια και στην ουσία θα τους έκανε πρόταση να τεθούν επικεφαλής της Φιλικής Εταιρείας και κατά συνέπεια του απελευθερωτικού αγώνα που ετοιμαζόταν. Με άλλα λόγια ο Πετρόμπεης μέσω του Κυριακού έχει πληροφορηθεί το παιχνίδι που παιζόταν στα ανώτερα κλιμάκια της Εταιρείας και πιθανότατα αποπειράθηκε να ενεργήσει ως παράλληλο όργανο ενός άλλου πρωταγωνιστικού κέντρου των μελλοντικών εξελίξεων. Είναι, μάλιστα, ενδεικτικό ότι ο Καμαρηνός Κυριακός θα φθάσει στην Πετρούπολη πριν από τον επίσημο απεσταλμένο της Φιλικής Εταιρείας Εμμ. Ξάνθο, γι’ αυτό και ο τελευταίος με επιστολή του προς τον Κυριακό της 1ης Ιανουάριου 1820 από τη Μόσχα, του συνιστά να τον περιμένει και να μην ενεργήσει από μόνος του αλλά να δείξει ότι είναι συνετός, όπως έχει δηλώσει γι’ αυτόν ο Δικαίος που γραπτώς τον είχε συστήσει στον Ξάνθο.[14]

Από το Αρχείο Ξάνθου, έχουμε δύο, έως πρόσφατα ανέκδοτες, επιστολές του Γρηγόριου Δικαίου προς τον Καμαρηνό Κυριακό.[15] Η πρώτη είναι γραμμένη από το Βουκουρέστι στις 13 Σεπτεμβρίου 1819 και σε αυτή ο Δικαίος ομολογεί ανοιχτά ότι άνοιξε μια επιστολή του Κυριακού προς τον Μιχαήλ Χρησταρή και διαπίστωσε την ανοησία του να κατηγορεί ανθρώπους και κυρίως ότι βεβαιώθηκε ότι Κυριακός δεν γνωρίζει καλά τα πράγματα: «τούτο το γράμμα σου μ’ εβεβαίωσε ότι εις έτι αεροβατείς, καθ’ ότι ηθέλησες να δείξης ότι ευρίσκεσαι εις μεγάλας υποθέσεις και ότι είσαι σημαντικόν υποκείμενον, και με τούτο δεν έκαμες άλλο τι, αλλά απέδειξες καθαρότατα την κουφότητα του νοός σου… Καμαρηνέ! σε παρακαλώ να φέρεσαι εις  όλας σου τας συναναστροφάς, συνομιλίας και κινήματα, με μεγάλην προσοχήν και πάντοτε να εξακολουθής τας νουθεσίας του Παναγιωτάκη [Αναγνωστόπουλου]…».

Στην επιστολή αυτή γίνεται φανερό ότι ο Δικαίος αντιμετωπίζει πλέον την όλη κατάσταση με τρόπο περισσότερο συγκρατημένο, καθώς οι πρώτες κινήσεις του στις Ηγεμονίες διακρίνονταν από υπέρμετρο ενθουσιασμό, και, κατά τις παρατηρήσεις των άλλων Φιλικών, εμπεριείχαν μεγάλο κίνδυνο να αποκαλυφθούν σημαντικά μυστικά της Εταιρείας. Με τον Καμαρηνό Κυριακό βέβαια γνωρίζεται από την συμπαραμονή τους στην Κωνσταντινούπολη λίγους μήνες νωρίτερα, και από τα γραφόμενά του φαίνεται ότι τρέφει για αυτόν μεγάλη συμπάθεια και αγάπη. Εις την Κωνσταντινούπολη, λοιπόν, ο Δικαίος αναφέρει στην ίδια επιστολή ότι ετοιμάζεται να ξεκινήσει την ίδια μέρα (13 Σεπτεμβρίου 1819) και παρακινεί τον Κυριακό να έλθει και αυτός εκεί για να συναντηθούν.

Πράγματι, ο Γρηγόριος Δικαίος θα βρεθεί στην Κωνσταντινούπολη με τον Καμαρηνό Κυριακό, σύμφωνα με επιστολή της 4ης Οκτωβρίου 1819. Η επιστολή είναι γραμμένη με το ίδιο επιτιμητικό ύφος, καθώς τον κατηγορεί ότι στην Κωνσταντινούπολη που βρέθηκε δεν συμπεριφέρθηκε με συνετό τρόπο αλλά απευθυνόταν στον ένα και στον άλλο και γύρευε χρήματα ενώ παράλληλα κοινοποιούσε τον σκοπό του ταξιδιού του: «Καμαρινέ! τα τοιαύτα κινήματα δεν είναι ανθρώπων μεγαλοφρονούντων οίτινες κινούνται να κάμουν κοινήν ωφέλειαν, αλλά χαμερπών, αχαρακτήριστων και μικρονόων· συ δεν έκαμες άλλο τίποτες εδώ, παρά να δόσης λαβήν εις τους υπεναντίους με τα φερσίματά σου να σατηρίζωσι το όνομά μας εις τας συναναστροφάς των… όθεν σε παρακαλώ… να διορθώσης το ελάττωμά σου διά της άκρας σιωπής, προσοχής και καλόν φερσιμον…». Στη συνέχεια του συνιστά να περιμένει και πάλι οδηγίες από τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο, τον οποίον του συνιστά να ακούει με προσοχή.

Πέρα από τη διαπίστωση των συμβουλών που δίνει ο Γρηγόριος Δικαίος στον Κυριακό, η προσεκτική ανάγνωση των δύο επιστολών και ειδικότερα της δεύτερης μας αφήνει να υποθέσουμε βάσιμα ότι ο αρχιμανδρίτης γνωρίζει για τις προθέσεις του Πετρόμπεη («γνωρίζω τι ημπορείς να δικαιολογηθής εις τούτο, ότι δηλαδή σε εβίασαν οι κάτω»), ενώ είναι διαπιστωμένο ότι υπάρχει ανοικτή επαφή μεταξύ Δικαίου και Πετρόμπεη, όπως άλλωστε ο Παπαφλέσσας αναφέρει και στην πρώτη και στη δεύτερη. Εξάλλου, η συνεχής υπόμνηση στον Καμαρηνό Κυριακό να ακολουθεί όσα του λέγει ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ίσως υποδηλώνει τον σχηματισμό μιας μικρής ομάδας Πελοποννησίων εντός της Φιλικής Εταιρείας, η οποία παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις και έχει ένα συγκεκριμένο σχεδιασμό για το επικείμενο επαναστατικό κίνημα. Άλλωστε, μετά από λίγο ο Κυριακός Καμαρηνός θα χάσει τη ζωή του, αποτελώντας μαζί με τον Νικόλαο Γαλάτη το δεύτερο θύμα των εσωτερικών συγκρούσεων της Φιλικής Εταιρείας και η υπόνοια της παράκαμψης των μηχανισμών της Εταιρείας εκ μέρους του – έστω και ως οργάνου του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη – πρέπει να συνετέλεσε αποφασιστικά στην καταδίκη και εκτέλεσή του λίγο αργότερα.

Στην παραμονή και δράση του Γρηγόριου Δικαίου στην Κωνσταντινούπολη αναφέρεται και ο Παναγ. Αναγνωστόπουλος σε επιστολή του από το Ρένι της 24ης Ιανουάριου 1820, προς τον Εμμ. Ξάνθο: ότι δηλαδή βρήκε τα πράγματα ο Δικαίος στην Κωνσταντινούπολη σε αταξία και «ο Αρμόδιος [= Δικαίος] τους μεν παραπονεμένους ησύχασε, τους δε κακόβουλους ανέτρεψεν ησύχως». Τα στοιχεία αυτά αποτελούν ακόμα μια ένδειξη ότι μεταξύ Αναγνωστόπουλου και Δικαίου έχει αναπτυχθεί μια οικειότητα και δεσμός, καθώς λίγο παρακάτω ο Αναγνωστόπουλος αναφερόμενος και πάλι στη δράση των κακοβούλων αναφέρει ότι ο ίδιος και ο Δικαίος «κινδυνεύουν να απαυδήσουν».

Μία εξαιρετικά εύστοχη περιγραφή του χαρακτήρα του Γρηγόριου Δικαίου, θεωρώ ότι κάνει ο Γεώργιος Λεβέντης σε γράμμα του από το Βουκουρέστι προς τον Εμμ. Ξάνθο (Πετρούπολη) της 19ης Μαΐου 1820.[16] Ο σεμνός αυτός αλλά δραστήριος Φιλικός θυμάται τη δράση του Αναγνωστόπουλου και του Δικαίου στις Ηγεμονίες και γράφει: «ο δεύτερος [Δικαίος] είναι καλός, πλην εις άκρον τολμηρός εις τα έγγραφά του, και ήθελε γένη ωφέλημον αν εκείθεν τον ελέγετε ότι έμαθον οι εκεί φίλοι το αχαλήνοτον θράσος του και ότι πρέπει να γένη μετριώτερος. με τούτο διορθώνεται διότι κατά τα άλλα είναι καλός, έχει ψυχήν γενναίαν, θάρρος ελληνικόν, και άλλα αναγκαία είς τον άνθρωπον προτερήματα, χωρίς όμως να τον δώσητε να καταλάβη ότι προέρχεται από εμέ διότι εγώ τον επίπληξα αρκετά».

Ο Γρηγόριος παραμένει αυτή την περίοδο, δηλαδή το 1820, στην Κωνσταντινούπολη, όπου η δράση του δεν φαίνεται χωρίς κινδύνους. Ο Αθανάσιος Σέκερης γράφοντας από την Οδησσό στον Εμμ. Ξάνθο στις 14 Αύγουστου 1820 που τώρα πια βρίσκεται στο Ισμαήλιο, έχοντας επιστρέψει από την Πετρούπολη όπου είχε πετύχει να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, αναφέρεται στους κινδύνους αυτούς με σαφή τρόπο: «ο Αρμόδιος [Δικαίος] και ο Κάριμος [Παναγιώτης Σέκερης] κάθε στιγμήν ευρίσκονται είς κίνδυνον να γένωσι θύμα των τυράννων· δεν απελπίζονται όμως, αλλά φέρονται γενναίως και με όλην την δυνατήν προσοχήν, και αν τι απευκταίον συμβή εις αυτούς, εκπληρώνουν το προς την ιεράν πατρίδα χρέος των, και γίνονται παράδειγμα των λοιπών».

Ο Γρηγόριος Δικαίος θα εγκαταλείψει και πάλι την Κωνσταντινούπολη στις 23 Αυγούστου 1820 και μετά από 8 ημέρες, και συγκεκριμένα στις 31 Αυγούστου 1820, γνωρίζουμε τώρα ότι θα φθάσει και πάλι στο Βουκουρέστι και όντας ακόμα στην καραντίνα θα καλέσει τον Δημήτριο Καλαματιανό, αξιωματικό του ρωσικού στρατού, τον οποίο το 1818 ο Δικαίος είχε μυήσει στη Φιλική Εταιρεία, για να συζητήσουν.[17]

Ο Γεώργιος Λασσάνης στην επίσημη σφραγίδα του Δήμου Κοζάνης.

Ήδη έχουν δρομολογηθεί πλέον σοβαρές εξελίξεις, καθώς ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ως αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, είχε φθάσει στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας τον Οκτώβριο του 1820 όπου θα συρρεύσουν πολλοί Φιλικοί (Ξάνθος, Περραιβός, Λασσάνης, Ήβος Ρήγας, Ευμορφόπουλος, Θέμελης, Ύπατρος, Μαντζαράκης, κ.ά.). Ανάμεσά τους βέβαια και ο Γρηγόριος Δικαίος, τον οποίο είχε ειδοποιήσει ο Παναγιώτης Σέκερης να σπεύσει στο Ισμαήλιο κατ’ εντολήν του ίδιου του Υψηλάντη.[18] Πράγματι, εκεί για πρώτη φορά ο Δικαίος θα γνωρίσει τον αρχηγό της Φιλικής Εταιρείας.

Στο Ισμαήλιο στις αρχές του Οκτωβρίου 1820 έλαβαν χώρα οι κρίσιμες συσκέψεις που θα οδηγήσουν στην έκρηξη του Αγώνα. Στις συσκέψεις αυτές είχε αποφασιστεί ότι ο αγώνας θα ξεσπούσε πρώτα στη Μάνη και σ’ αυτόν βέβαια η συμμετοχή του αρχηγού της Φιλικής Εταιρείας ήταν επιβεβλημένη. Κατόπιν τούτων όλοι ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας κάποια κρίσιμη αποστολή και έτσι στον Δικαίο ανατέθηκε ο συντονισμός της δράσης στην Πελοπόννησο. Έτσι ο Γρηγόριος Δικαίος θα πάρει τον δρόμο από το Ισμαήλιο προς τη νότια Ελλάδα στις 28 Νοεμβρίου 1820. Στην πορεία του προς την Πελοπόννησο ο  Γρηγόριος Δικαίος θα περάσει και πάλι από την Κωνσταντινούπολη, όπου θα φθάσει στις 4 Νοεμβρίου 1820, και θα παραμείνει έως τις 12 του ίδιου μήνα.

Την άφιξή του θα κοινοποιήσει στον Ξάνθο με γράμμα του της 12ης Νοεμβρίου 1820 από την Κωνσταντινούπολη, όπου αναφέρει ότι συνάντησε μεγάλη προθυμία από τους Φιλικούς και όπου περιμένει τους Αθαν. Τσακάλωφ και Παναγ. Αναγνωστόπουλο, πλήρης αγωνιστικού φρονήματος ότι «ελπίζονται μεγάλα πράγματα προς εκτέλεσιν ιερού ημών σκοπού». Από την Πόλη, επίσης, ο Γρηγόριος θα απευθύνει στις 15 Νοεμβρίου 1820 επιστολή – γραμμένη σε πολλά σημεία με παραπλανητικές λέξεις – προς την Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας στη Μόσχα, με την οποία ζητά άμεση αποστολή βοήθειας σε χρήματα και μπαρούτι, «ότι η περίστασης είναι πολλά κρισιμωτάτη και δεν επιδέχεται ουδέ την παραμικρόν αργοπορίαν».[19] Εκεί περιεβλήθη και με τον τίτλο του πατριαρχικού εξάρχου, ώστε να αποκτήσει μεγαλύτερο κύρος η επικείμενη αποστολή του στην Πελοπόννησο. Σε συνεννόηση κατόπιν με την Εφορεία της Φιλικής Εταιρείας στην Πόλη και τον Παναγιώτη Σέκερη ο Γρηγόριος Δικαίος αγοράζει ένα καράβι στο όνομα του Μυτιληνιού εμπόρου και δραστήριου Φιλικού Παλαιολόγου Λεμονή και με καπετάνιο τον Μανόλη Ψαριανό αρχίζουν το ταξίδι, μέσω Μυτιλήνης, Κυδωνιών, για την Πελοπόννησο.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης – Το πέρασμα του Προύθου. Ένας πίνακας με τα λάθη του. Φεβρουάριος 1821. Έναρξη της Επανάστασης. Στην ρομαντική απεικόνιση του Peter von Hess ο Βοεβόδας Μιχαήλ Σούτσος της Μολδαβίας υποδέχεται τον προερχόμενο από την Ρωσία αρχηγό της Επανάστασης Αλ. Υψηλάντη. Φορά στολή ιερολοχίτη. Ο σταυρός απουσιάζει στο σήμα του. Το χαμένο χέρι του είναι το αριστερό αντί για το δεξί. Η σημαία του είναι παραλλαγμένη και ο Φοίνικας δυσδιάκριτος.

 

Ο Παναγ. Σέκερης κάνει και αυτός μνεία των γεγονότων αυτών σε μια επιστολή του της 12ης Δεκεμβρίου προς τον Αλ. Υψηλάντη.[20] Σύμφωνα με τον Σέκερη ο Δικαίος αναχώρησε με το καράβι στις 29 Νοεμβρίου 1820 από την Πόλη, ο ίδιος, όμως, όπως αναφέρει, μολονότι είχε λάβει σχετική εντολή του Υψηλάντη, δεν του παρέδωσε όλα τα απαραίτητα έγγραφα, επειδή ο Δικαίος «είναι καλός διοργανωτής αλλά περισσότερον από το πρέπον και ακόμη συνοδευμένος με ένα δεσποτικόν ύφος, το οποίον εδυσαρέστησε πολλούς». Ωστόσο, στην ίδια επιστολή ο Σέκερης αναφέρει ότι ο Δικαίος έλαβε 90.000 γρόσια (τις 15.000 έδωσε ο Σέκερης), ενώ οι έφοροι υποσχέθηκαν ότι θα του στείλουν και άλλα, μολονότι ο Παπαφλέσσας στους εφόρους της Πόλης δεν έκανε καλή εντύπωση: «τα ίχνη του Αρμοδίου δεν τους έκαμαν καλήν εντύπωσιν και είναι ανάγκη να τους γράψετε εγκαρδιώνοντας τους».

Παρά τα αρνητικά σχόλια του Σέκερη και τους δισταγμούς του το πλοίο αυτό θα φθάσει στην Ύδρα και στις Σπέτσες και αφού αποβιβάσει τον Παπαφλέσσα, με τυπικό ιδιοκτήτη τον Παλαιολόγο Λεμονή, έπρεπε εν συνεχεία να πλεύσει στην Τεργέστη για να παραλάβει, σύμφωνα με τις αποφάσεις του Ισμαηλίου, τον Αλέξανδρο Υψηλάντη και να τον μεταφέρει στη Μάνη.[21] Πράγματι, το πλοίο θα φθάσει τον Δεκέμβριο του 1820 και μολονότι, όπως σημειώνει ο Βασ. Παναγιωτόπουλος, βρισκόμαστε μπροστά σε μια ακόμα οργανωτική επιτυχία της Φιλικής Εταιρείας, ο Αλ. Υψηλάντης δεν θα φθάσει ποτέ στην Τεργέστη, επειδή έχει αλλάξει το σχέδιο και κατευθύνεται βορειότερα, όπου θα εμπλακεί στις γνωστές πολεμικές περιπέτειες με κορύφωση την καταστροφή στο Δραγατσάνι.[22]

 

Το λιμάνι και η πόλη της Ύδρας τον 19ο αιώνα, σε χαλκογραφία του Barclay. Ιστορικό Αρχείο – Μουσείο Ύδρας.

 

Με την ευκαιρία της απόπειρας συγγραφής της βιογραφίας αυτής και εν όψει των γεγονότων που αναφέρθηκαν λίγο πριν, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω και ένα απόσπασμα από επιστολή του Αλ. Υψηλάντη προς τον Εμμ. Ξάνθο, γραμμένη στις 4 Νοεμβρίου 1820 και γνωστή ήδη από την έκδοση των Απομνημονευμάτων Ξάνθου.[23] Στην επιστολή αυτή αναφέρει ο Υψηλάντης: «η ευγενεία σου δε γράψε παρευθύς και προς τον Περραιβόν και Δίκαιον, ως παραγγελμένος παρ’ εμού διά να μην εκτελέση τας υστερινάς διαταγάς μου, αλλά να εξακολουθήσωσιν ως ωμιλήσαμεν αυτού προσωπικώς»: τι υπονοεί εδώ ο Υψηλάντης; Υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα σε αυτά που γράφει και στην αλλαγή του σχεδίου που ο ίδιος αποφάσισε και πραγματοποίησε;

Η άφιξη του Γρηγόριου Δικαίου στην Ύδρα και στις Σπέτσες θα γίνει γνωστή στον Σέκερη από γράμμα του ίδιου του Δικαίου προς τον Σέκερη, που μνημονεύει το γεγονός σε άλλη επιστολή του της 3ης Ιανουάριου 1821.[24] Ο Γρηγόριος, όντας πλέον στην Πελοπόννησο, θα αντιμετωπίσει αρχικά πολύ δύσκολες καταστάσεις. Πρέπει να προετοιμάσει και να προπαγανδίσει την έναρξη του επαναστατικού αγώνα, να πείσει τους προκρίτους των νησιών και του Μοριά ότι επίκειται η άφιξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη και ότι αυτοί πρέπει να βοηθήσουν με όλες τις δυνάμεις τους. Ωστόσο, ο Υψηλάντης  βραδυπορεί, επειδή έχει αλλάξει προσανατολισμούς και ο Παπαφλέσσας δεν γνωρίζει τίποτε, δεν έχει ειδοποιηθεί για τις κινήσεις του και αυτό δυσκολεύει αφάνταστα τις ενέργειές του.

Ο Παναγιώτης Σέκερης, που έχει μείνει στην Κωνσταντινούπολη, φαίνεται ότι και αυτήν ακόμα την κρίσιμη στιγμή θυμάται τον εκρηκτικό χαρακτήρα του αρχιμανδρίτη και γι’ αυτό γράφοντάς του από την Πόλη στις 18 Ιανουάριου 1821 προσπαθεί να τον αποτρέψει από παράφορες ενέργειες και φιλονικίες: «Εγώ που τόσον σε ενθυμούμαι πάντοτε να σου λέγω μεθ’ ειλικρίνειαν το “τύψον μεν άκουσον δε”. Άφησε το δεσποτικόν ύφος. Γενού μετριώτερον ορμητικός… μην αγαπήσης ποτέ σχίσματα, τα οποία κατά την ιστορίαν έφεραν τον παντελή αφανισμόν εις την αναγεννηθησομένην Ελλάδα, οίον ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Δεν είναι καιρόν φιλονικίας αλλά άμιλλας και κάμνε ό,τι διδάσκει… στοχάσου ότι έλαβες το ζύγι εις το χέρι, από το οποίον κρέμεται η αιώνιος δόξα ή (άπαγε της βλασφημίας) το αιώνιον όνειδος. Μη βιασθήτε να τρυγήσητε όμφακας [: αγουρίδεδ]…».[25] Ο ίδιος ο Σέκερης εξάλλου μετά από 11 ημέρες (7 Ιανουάριου) θα του γράψει με την ευκαιρία της αναχώρησης του Γεωργίου Πάνου και άλλο ένα μικρό γράμμα, όπου, ανάμεσα στα άλλα, θα του επαναλάβει: «Προσέξετε δι’ αγάπην Θεού να μην κάνετε κανένα λάθος, επειδή η περίσταση, είναι κρίσιμος και το λάθος (ο μη γένοιτο) καταντά αδιόρθωτον».[26]

Είναι φανερό ότι ο Παναγ. Σέκερης αυτή την περίοδο αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους κρίκους στην αλυσίδα της Φιλικής Εταιρείας. Τούτο άλλωστε γίνεται αντιληπτό από την προσεκτική μελέτη των εγγράφων που αποτελούν το αρχείο του.[27] Μάλιστα, ενώ γνωρίζουμε ότι το κρίσιμο αυτό διάστημα δεν υπάρχει ανοικτή επαφή μεταξύ του Αλ. Υψηλάντη και του Γρηγόριου Δικαίου, από επιστολή του Σέκερη προς τον Ξάνθο της 1ης Φεβρουαρίου 1821, ο Σέκερης προσπαθεί να φέρει σε επαφή του δύο βασικούς παράγοντες αυτής της περιόδου, Υψηλάντη και Παπαφλέσσα, μέσω του Ξάνθου, καλώντας τον τελευταίο να του εμπιστευτεί όποια γράμματα έχει για τον Δικαίο.[28] Από το ίδιο γράμμα πληροφορούμαστε ότι ο Σέκερης και η Εφορεία της Κωνσταντινούπολης, ενώ ο Παπαφλέσσας ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για την Πελοπόννησο, δεν του εμπιστεύτηκαν «την βούλλαν και τα δοκιμάσματα [γράμματα] των συννέφων [μελών της Φιλικής Εταιρείας]», όσα βρίσκονταν στα χέρια του Σέκερη, εξαιτίας και πάλι του παρορμητικού χαρακτήρα του φλογερού αρχιμανδρίτη.

Εν τω μεταξύ στις 26 Ιανουάριου 1821 έλαβε χώρα στη Βοστίτσα (Αίγιο) μυστική συγκέντρωση των προκρίτων της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, στην οποία βέβαια ήταν παρών και ο Γρηγόριος Δικαίος, ο οποίος παρουσίασε τα σχέδια και τις εντολές του Αλ. Υψηλάντη για την έναρξη του αγώνα. Ωστόσο, ο Παπαφλέσσας συνάντησε τη δυσπιστία, ακόμα και την έχθρα, ορισμένων, οι οποίοι πρόβαλαν μια σειρά λόγων, σύμφωνα με τους οποίους η επανάσταση έπρεπε να αναβληθεί για το μέλλον.

Ο Φωτάκος μας παραδίδει 11 κρίσιμα ερωτήματα που είχαν ετοιμάσει οι πρόκριτοι να θέσουν στον Παπαφλέσσα αναμένονταν να λάβουν τις αντίστοιχες απαντήσεις ώστε να καθορίσουν τη στάση τους.[29] Τα ερωτήματα αυτά περιελάμβαναν ακόμη και ερωτήσεις για το ποια ευρωπαϊκή δύναμη θα υποστήριζε την εξέγερση, τι θα γινόταν αν αποτύγχανε το κίνημα κ.λ.π. Φυσικά ο Γρηγόριος Δικαίος βρέθηκε σε δύσκολη θέση, επειδή ήταν αδύνατο να δοθούν απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα και, κατά τον Φωτάκο, «ο Αρχιμανδρίτης θυμωθείς τους εφοβέρισεν, ότι αν δεν συγκατανεύσουν να επαναστατήσουν, αυτός είναι διατεθειμένος από την Σεβ. Αρχήν… να μίσθωση 1000 Πισινοχωρίτας και Σαμπαζότας και άλλους τόσους Μανιάτας να κάμη την αρχήν την επαναστάσεως, και όποιον πιάσουν χωρίς όπλα οι Τούρκοι, ας τον θανατώσουν».

Η σύσκεψη της Βοστίτσας απέτυχε ολοκληρωτικά και μάλιστα ειπώθηκαν βαρειές κουβέντες – σύμφωνα με τη μαρτυρία του πρωτοσύγκελου Αμβροσίου Φραντζή που παραβρέθηκε στη σύσκεψη – από τον Παπαφλέσσα και τον μητροπολίτη Παλαιών Πατρών Γερμανό, ο οποίος, μαζί με τον προεστό των Καλαβρύτων Ανδρέα Ζαΐμη, ήταν αντίθετοι προς το προετοιμαζόμενο επαναστατικό κίνημα και προσωπικά εναντίον του Γρηγόριου Δικαίου. Φαίνεται μάλιστα ότι υπήρξε και πρόταση να συλληφθεί ο Παπαφλέσσας ή να περιορισθεί στη μεσσηνιακή μονή της Σιδηρόπορτας.

Έτσι ο Παπαφλέσσας βρίσκεται πλέον σε μεγάλη αδημονία και σε πολύ δύσκολη θέση, επειδή, ενώ διαδίδει την άμεση άφιξη του Αλ. Υψηλάντη, ο πρίγκιπας δεν εμφανίζεται. Γι’ αυτό στις 22 Φεβρουάριου 1821, την ημέρα που ο πρίγκιπας διάβαινε τον ποταμό Προύθο, θα γράψει εσπευσμένα προς τον Ξάνθο εκφράζονταν την απορία του για την καθυστέρηση της άφιξης του Υψηλάντη, αντίθετα προς όσα αυτός είχε υποσχεθεί ότι θα κάνει στις συσκέψεις του Ισμαηλίου και παρά τις δικές του φροντίδες και ετοιμασίες για την έναρξη του κινήματος.[30] Την ίδια ημέρα θα γράψει περίπου τα ίδια και προς τον Παναγ. Αναγνωστόπουλο, απευθύνοντας την επιστολή του στο Βουκουρέστι.[31] Πέρα από αυτά ο Παπαφλέσσας φοβάται ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος να υποψιαστούν τις κινήσεις των μελών της Εταιρείας οι Τούρκοι και το όλο εγχείρημα να κινδυνεύσει. Την ίδια εξάλλου μέρα θα γράψει και τρίτη επιστολή, προς μη κατονομαζόμενους αποδέκτες («Εντιμώτατοι Κύριοι»), αλλά προφανών προς τα ανώτερα στελέχη της Εταιρείας εκτός Πελοποννήσου, αναφέροντας όλες τις ενέργειές του αλλά και τα όσα προσμένει με αγωνία να γίνουν από την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας. Το ενδιαφέρον είναι ότι και στα τρία γράμματα ο Δικαίος δεν αναφέρεται στη συνέλευση της Βοστίτσας, προφανώς μη θέλοντας να συντελέσει σε δισταγμούς και χρονοτριβές.

Ο Παναγ. Σέκερης όμως εξακολουθεί να γράφει στον Γρηγόριο Δικαίο και να τον συμβουλεύει, χωρίς φυσικά να έχει άμεση γνώση των πραγμάτων – ούτε άλλωστε ήταν δυνατόν να έχει καθώς η άφιξη της αλληλογραφίας από τη Μολδοβλαχία και κυρίως από την Πελοπόννησο απαιτούσε πολλές μέρες για να φθάσει – και να τον διαβεβαιώνει για τη φιλία του και την εμπιστοσύνη του. Είναι χαρακτηριστική μία αποστροφή στο γράμμα του Σέκερη της 24ης Φεβρουάριου 1821 προς τον Δίκαιο, όπου αναφέρονται τα προφητικά: «ο Αρμόδιος [Γρηγ. Δικαίος] τότε αποθανατιστεί το όνομά του με τον θάνατον και χύσιν του αίματος του, όταν το αίμα του χυθή, όταν και όπως, και όπου πρέπει», και θα εξακολουθήσει να του δίνει και πάλι συμβουλές και νουθεσίες ώστε να μη συμπεριφέρεται όπως παλαιότερα στη Βλαχία και Μολδαβία, όταν πολλοί καταφέρονταν εναντίον του Παπαφλέσσα για τις άστοχες ενέργειές του.[32]

Όμως, παρά τα γραφόμενα του συνετού Παναγ. Σέκερη για μετριοπάθεια, οι καιροί δεν απαιτούσαν τέτοιες «αρετές» αλλά έντονη δραστηριότητα, γι’ αυτό και Γρηγόριος Δικαίος, παρά την απογοήτευσή του για την ουσιαστική έλλειψη ανταπόκρισης εκ μέρους των προεστών της βορειοδυτικής Πελοποννήσου θα κινηθεί προς άλλες κατευθύνσεις. Από την Αχαΐα, δηλαδή, ο Γρηγόριος Δικαίος κινήθηκε προς τη Γορτυνία και συναντήθηκε στα Λαγκάδια με μέλη της οικογένειας των Δεληγιανναίων, τα οποία έδειξαν την ίδια αναβλητικότητα και δυσπιστία έναντι του Παπαφλέσσα, ενώ ταυτόχρονα του ζήτησαν αποδείξεις και εγγυήσεις για όσα αυτός διέδιδε, δηλαδή για την άφιξη στρατιωτών, πόλεμο εφοδίων κ.λπ.

Ο Παπαφλέσσας ωστόσο θα συνεχίσει τις επαφές του και μάλιστα συναντήθηκε με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και τον Νικηταρά, ενώ ήρθε σε επαφή και με τις αρχές της Μάνης, όπου δρούσαν την εποχή αυτή ο Χριστόφορος Περραιβός και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Όπως παραθέτει ο Φωτάκος στον βίο του Παπαφλέσσα, υπήρξε σχέδιο για την εξόντωση του Παπαφλέσσα, το οποίο τελικά δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή ο αρχιμανδρίτης ήταν σε θέση να προβλέπει τις κινήσεις των αντιπάλων του.

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Λιθογραφία. Φανταστική απεικόνιση χαρακτηριστική της απήχησης του ήρωα στη Ρωσία. Εδώ αποδίδεται έφιππος σε ρωσική λαϊκή εικόνα (1830).

 

Όπως και να έχουν τα πράγματα είναι γεγονός ότι ο Παπαφλέσσας, μολονότι απογοητευμένος εξαιτίας της βραδυπορίας του Αλ. Υψηλάντη και της ανεξήγητης γι’ αυτόν καθυστέρησής του να βρεθεί στα μέρη την Πελοποννήσου, δεν έμεινε άπρακτος. Ωστόσο, υπάρχει στο Αρχείο του Ξάνθου μία επιστολή της 19ης Μαρτίου 1821, η οποία ως το 2002 παρέμεινε ανέκδοτη και, κατά τη γνώμη μας, είναι πολύ σημαντική για την εξέλιξη των πραγμάτων.[33] Η επιστολή αυτή δεν φέρει όνομα ούτε αποστολέα ούτε παραλήπτη· όπως όμως παρατηρεί και ο I. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν που τη σχολιάζει, από τα συμφραζόμενα φαίνεται ότι μάλλον πρόκειται για επιστολή του Εμμ. Ξάνθου προς τον Γρηγόριο Δικαίο.

Στο Αρχείο σώζεται το πρωτότυπο και δεν γνωρίζουμε αν αντίγραφό της έφθασε και στα χέρια του Παπαφλέσσα· έτσι μόνο υποθετικά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το περιεχόμενό της αυτούσιο ή με κάποιο άλλο τρόπο έγινε γνωστό σ’ αυτόν. Όπως και να έχουν τα πράγματα ο Ξάνθος στο γράμμα αυτό προβαίνει σε μια αναλυτική παράθεση των όσων συμβαίνουν στις Ηγεμονίες: αναφέρεται λεπτομερώς στις κινήσεις του Υψηλάντη, στο σχέδιό του ώστε μετά τη συντριβή των Τούρκων στα βόρεια να κινηθεί επικεφαλής του στρατού και να φθάσει στον Όλυμπο της Θεσσαλίας και από εκεί στην Πελοπόννησο, για να συμπληρώσει και τούτο το σημαντικό: «[…] ός σας τόπος αν έμεινε χωρίς αρχηγόν τούτο δεν προήλθεν απ’ άλλο, ειμή διότι ο αρχιστράτηγος έχων όλην την πεποίθησιν εις τον πατριωτικόν ζήλον, εις την αγχίνοιαν και αξιότητα και δυνατά μέσα των αυτού αρχόντων σας εστοχάσθη ότι και χωρίς της παρουσίας του, είναι ικανοί να εκλέξουν μεταξύ των ένα αρχηγόν έως να έλθη ο ίδιος ή εις των αυταδέλφων του. Ο αγών και τα συμφέροντα είναι κοινά διά τούτο και αι ενέργειαι των αυτόθι αδελφών θέλουν γίνει ως τα επιθυμούμεν, άγετε λοιπόν και κινηθήτε συν Θεού και η θεία βοήθεια μεθ’ ημών έσται. Απόφασης χρειάζεται και όλα γίνονται με την απόφασιν και προθυμίαν. Αυτή είναι η θέλησις του Αρχηγού ημών…».

Πολύ σημαντικά όλα αυτά αν ήλθαν σε γνώση του Δικαίου, έστω και με καθυστέρηση, αφού το γράμμα είναι γραμμένο στις 19 Μαρτίου 1821 και σχεδόν τις ίδιες ημέρες ξεκινά και η επανάσταση στην Πελοπόννησο. Αλλά και μετά από μέρες να έγιναν γνωστά, πάλι ξεκαθάριζαν το τοπίο και έδιναν το σύνθημα για την επανάσταση και οπωσδήποτε κοινοποιούσαν ότι η αναμενόμενη από ώρα σε ώρα άφιξη του Αλέξανδρου Υψηλάντη δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί, όπως άλλωστε και δεν πραγματοποιήθηκε. Πολύ σύντομα όμως θα φθάσει στην Πελοπόννησο, μαζί με άλλα μέλη της Φιλικής Εταιρείας, «εις των αυταδέλφων του», όπως αναφέρεται στην επιστολή, ο Δημήτριος Υψηλάντης.

Εν τω μεταξύ τον Μάρτιο του 1821 είχε φθάσει στον Αρμυρό της Μάνης πλοίο φορτωμένο με πολεμοφόδια που έστελναν οι Φιλικοί της Σμύρνης και των Κυδωνιών, πράγμα για το οποίο άλλωστε είχε ενεργήσει ο Παπαφλέσσας κατά τη διέλευσή του από τις Κυδωνίες και σε λίγες μέρες η επανάσταση θα είναι γεγονός, καθώς Μανιάτες αγωνιστές με επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τον Κολοκοτρώνη, τον Παπαφλέσσα, τον Νικηταρά, τον Αναγνωσταρά θα εξορμήσουν προς τη Μεσσηνία και στις 23 Μαρτίου θα καταλάβουν την Καλαμάτα, η μικρή τουρκική φρουρά της οποίας θα παραδοθεί αμαχητί στους Έλληνες.

 

Καλαμάτα. Λιθογραφία του Α. St. Aulaire, 1835. Δημοσιεύεται στο Καλαμάτα, «Τόπος και Εικόνα», Καλαμάτα, εκδ. Δημοτική Επιχείρηση Πολιτιστικής Ανάπτυξης Καλαμάτας, 1996

 

Από την απελευθερωμένη Καλαμάτα ο Παπαφλέσσας, αφού οι πρώτες επαναστατικές κινήσεις ευοδώθηκαν, θα συνεχίσει ακάθεκτος, μετακινούμενος από περιοχή σε περιοχή, παροτρύνοντας τους κατοίκους να ξεσηκωθούν και βοηθώντας όπου υπήρχε ανάγκη. Έτσι θα κατευθυνθεί από την Καλαμάτα προς την Αρκαδία [Κυπαρισσία] και στη συνέχεια στην Ανδρίτσαινα, στην επαρχία Ολυμπίας, στην Καρύταινα. Από εκεί αναστροφή και άφιξη στο Άργος, όπου διευθέτησε ορισμένα ζητήματα του κινήματος και από εκεί στην Κόρινθο, προκειμένου, μαζί με άλλους Έλληνες, να αντιμετωπίσουν τις οθωμανικές δυνάμεις που έσπευδαν προς την ξεσηκωμένη Πελοπόννησο. Τα διάφορα επεισόδια της δράσης του την εποχή αυτή και στη συγκεκριμένη περιοχή αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια ο πρώτος βιογράφος του Γρηγόριου Δικαίου, ο Φωτάκος. Συγκεκριμένα στην αφήγηση του Φωτάκου γίνεται λόγος για πυρπόληση των παλατιών του Κιαμίλ μπέη στην Κόρινθο, για να θεωρηθούν υπεύθυνοι όλοι οι κάτοικοι της περιοχής και να ανακοπεί η εγκατάλειψη του αγώνα· αναφέρεται η κατάληψη από τον Παπαφλέσσα πύργου στο Σοφικό Κορινθίας, όπου είχαν οχυρωθεί Έλληνες που δεν είχαν διάθεση να πολεμήσουν· τέλος, αναφέρεται το κλείσιμό του στο φρούριο του Άργους.

 

Το Άργος, τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση. Εδώ εγκαταστάθηκε, το 1828, ο Μακρυγιάννης ως γενικός αρχηγός της εκτελεστικής δυνάμεως της Πελοποννήσου και έναν χρόνο αργότερα άρχισε να γράφει τα απομνημονεύματά του. (Λιθογραφία του H. Belle).

 

Στη συνέχεια ο Παπαφλέσσας θα βρεθεί και πάλι στην Καρύταινα και από εκεί θα σπεύσει στα Μεγάλα Δερβένια της Μεγαρίδας προκειμένου να ενισχύσει τους Έλληνες που συγκεντρώθηκαν εκεί τον Ιούλιο του 1821 για να αποκρούσουν την εισβολή των τουρκικών δυνάμεων, οι οποίες έχοντας επικεφαλής τον Ομέρ Βριόνη κατευθύνονταν προς την Πελοπόννησο. Εν τω μεταξύ θα φθάσει στην Πελοπόννησο αντί του Αλέξανδρου Υψηλάντη ο αδελφός του Δημήτριος και ο Γρηγόριος Δικαίος θα σπεύσει στη Βέρβενα για να τον συναντήσει.

Η αδιάκοπη κινητικότητα του συνεχίζεται χωρίς ανάπαυλα και στη συνέχειά της έχει να επιδείξει διέλευση από τα Τρίκορφα, τα Μεγάλα Δερβένια και την άφιξή του στην Τριπολιτσά, μετά την άλωση της πρωτεύουσας του πασαλικίου του Μοριά από τους Έλληνες, και στην Κόρινθο, όπου παραβρέθηκε στην άλωση του κάστρου του Ακροκορίνθου.

Τον Δεκέμβριο του 1821 ο Γρηγόριος Δίκαιος θα εκλεγεί μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας, η οποία είχε πρόεδρο τον Δημήτριο Υψηλάντη, και βέβαια θα λάβει ως πληρεξούσιος μέρος στις εργασίες της Α’ Εθνικής Συνέλευσης στην Επίδαυρο (20 Δεκεμβρίου 1821).

Ο Μαχμούτ πασάς της Λάρισας ή Δράμαλης, λιθογραφία του Boggi.

Βρισκόμαστε πια στο έτος 1822, όταν ενέσκηψε δεινός κίνδυνος για τους επαναστατημένους Έλληνες, καθώς έπρεπε να αντιμετωπίσουν την εισβολή των δυνάμεων του Δράμαλη. Και από αυτή τη σκληρή μάχη δεν θα απουσιάσει ο Γρηγόριος Δικαίος. Βρέθηκε λοιπόν στον Αχλαδόκαμπο και έλαβε μέρος στις συσκέψεις του Κολοκοτρώνη για την αντιμετώπιση του σοβαρού κινδύνου. Από τις συσκέψεις θα βρεθεί και στον πραγματικό πόλεμο και θα λάβει μέρος στις συγκρούσεις του Μαλανδρίνου και εν συνεχεία, μαζί με τον Δημ. Υψηλάντη, σ’ εκείνες που έλαβαν χώρα στο Αγιονόρι, στον Άγιο Σώστη και στην Περαχώρα τον Ιούλιο του 1822.

Η παρουσία του στα πολεμικά μέτωπα εναλλάσσεται με εκείνη των πολιτικών εξελίξεων και έτσι ο Παπαφλέσσας θα λάβει μέρος στη Β’ Εθνική Συνέλευση που συνήλθε στο Άστρος της Κυνουρίας (29 Μαρτίου – 18 Απριλίου 1823), ως πληρεξούσιος Πελοποννήσου. Όπως είναι γνωστό η Β’ Εθνική Συνέλευση είχε ως κύριο σκοπό την αναθεώρηση του Προσωρινού Πολιτεύματος που είχε καθιερώσει η Α’ Εθνική Συνέλευση την Επιδαύρου. Στην Επιτροπή που συγκροτήθηκε για τον σκοπό αυτό και πράγματι τροποποίησε το Πολίτευμα της Επιδαύρου θα λάβει μέρος ως μέλος και ο Γρηγόριος Δίκαιος (τα άλλα μέλη ήταν οι: επίσκοπος Ανδρούσης Ιωσήφ, Γεώργιος Καλαράς, Κωνσταντίνος Μεταξάς, Αναγνώστης Μοναρχίδης, Κ. Ζώτος, Γεώργιος Ψύλλας, Εμμανουήλ Αντωνιάδης και Θεόδωρος Νέγρης). Λίγο αργότερα, στις 27 Απριλίου 1823 διορίστηκε υπουργός Εσωτερικών και την 1η Ιουλίου 1823 υπουργός της Αστυνομίας στην κυβέρνηση Γ. Κουντουριώτη.

Ο Γρηγόριος Δίκαιος θα πρωταγωνιστήσει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και στις εμφύλιες διαμάχες που ξέσπασαν την περίοδο αυτή μεταξύ των επαναστατημένων Ελλήνων ως αποτέλεσμα της διεκδίκησης και νομής της εξουσίας από διάφορες ομάδες που συνέθεταν: παλαιοί κοινοτικοί άρχοντες, άνθρωποι των όπλων, Πελοποννήσιοι, νησιώτες, Ρουμελιώτες, παλαιοί Φιλικοί κ.λπ. Όπως ήταν επόμενο ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μετά την εξουδετέρωση του Δράμαλη αύξησε σημαντικά τη δύναμη και επιρροή του και έχοντας ως πολιτικό έρεισμα την Πελοποννησιακή Γερουσία και την υποστήριξη ισχυρών προυχόντων (Κρεββατάς, Δεληγιανναίοι, Μαυρομιχαλαίοι, Φωτήλας, Περούκας κ.ά.) θα βρεθεί σε αντιπαράθεση με την κεντρική εξουσία. Στην ουσία η Πελοποννησιακή Γερουσία ασκούσε έργο κεντρικής κυβέρνησης καθώς διέθετε πολλές εξουσίες και αρμοδιότητες (στρατολογία, μισθοδοσία, οργάνωση πολεμικών επιχειρήσεων, διαχείριση προσόδων κ.λπ.).

Όπως ήταν αναμενόμενο η πολιτική εξουσία, η οποία απέρρεε από τις ρυθμίσεις της Α’ Εθνικής Συνέλευσης της Επιδαύρου και κυρίως οι Υδραίοι και ο κύκλος του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, προσπάθησαν αρχικά να συνεννοηθούν με τους στρατιωτικούς και τους πελοποννήσιους προύχοντες, υποσχόμενοι αξιώματα αλλά και να τους απειλήσουν με απόσυρση από τον αγώνα. Η πρόταση των Υδραίων φάνηκε συμφέρουσα σε ορισμένους από τους πελοποννήσιους προύχοντες (Π. Μαυρομιχάλη, Παναγ. Κρεββατά, Αναγνώστη Δεληγιάννη) αλλά συνάντησε την αντίδραση των στρατιωτικών. Έτσι εκδηλώθηκε σφοδρή αντίδραση των Υδραίων, οι οποίοι κατήγγειλαν τους πάντες και επικαλούμενοι τη δεινή θέση στην οποία βρισκόταν η Επανάσταση κάλεσαν τους πελοποννήσιους πατριώτες να εγκαταλείψουν την ομάδα του Θ. Κολοκοτρώνη και να ενώσουν τις δυνάμεις τους με την εθνική διοίκηση.

Βρισκόμαστε πλέον στα τέλη του 1822 και η κεντρική εξουσία της εποχής βρίσκεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Θ. Κολοκοτρώνη και τους οπαδούς του, και προκειμένου να τον αποδυναμώσει έτι περαιτέρω υπόσχεται τιμές και αξιώματα στους στρατιωτικούς και στους προύχοντες της Πελοποννησιακής Γερουσίας, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο του Κολοκοτρώνη ο Μαυρομιχάλης, ο Παναγ. Γιατράκος, ο Αναγνωσταράς, ο Βασ. Πετμεζάς.

Στην ολοένα και αυξανόμενη κλιμάκωση της αντιπαράθεσης ο Κολοκοτρώνης αρνήθηκε να παραδώσει στη διοίκηση το φρούριο του Ναυπλίου που είχε καταλάβει και κατείχε. Επιπλέον στις 18 Ιανουάριου όρισε ως τόπο της Εθνοσυνέλευσης το Ναύπλιο και κάλεσε τον φρούραρχο Δημ. Πλαπούτα να το παραδώσει. Τέτοιο πράγμα φυσικά δεν έγινε αποδεκτό και έτσι ορίσθηκε ως τόπος της Εθνοσυνέλευσης το Άστρος αλλά συγχρόνως ο Κολοκοτρώνης βρέθηκε σε δύσκολη θέση επειδή φάνηκε να ενεργεί αντεθνικά. Έτσι αγωνιστές οι οποίοι θα μπορούσαν στην ουσία να είναι με το μέρος του βρέθηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο, και, ανάμεσά τους και ο Γρηγόριος Δίκαιος. Στην ουσία δηλαδή έχουμε πλήρη διάσπαση την Πελοποννησιακής Γερουσίας.

 

Ναύπλιο, βορειοανατολική άποψη από την Πρόνοια. Δημοσιεύεται στο Στέλιος Α. Παπαδόπουλος (επιμ.), «Το Λεύκωμα Peytie», Αθήνα, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, 1971.

 

Θα ακολουθήσουν οι εργασίες της Β’ Εθνοσυνέλευσης και η εκλογή νέας εθνικής διοίκησης, στην οποία οι πελοποννήσιοι προύχοντες κατείχαν σημαντικές θέσεις με τους στρατιωτικούς να έχουν απολέσει σημαντικά ερείσματα αλλά να διατηρούν ισχυρές θέσεις στην Πελοπόννησο, όπως η Τρίπολη, το Ναύπλιο, η Κόρινθος. Στη συνεχή διαπλοκή των πραγμάτων και τις συνεχώς ανασυντασσόμενες συμμαχίες θα προσφερθεί η θέση του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού στον Θ. Κολοκοτρώνη και αυτός θα την αποδεχθεί (27 Μαΐου 1823).

Πολύ γρήγορα όμως ο Κολοκοτρώνης θα έλθει και πάλι σε σύγκρουση διεκδικώντας για λογαριασμό του συγγενούς του Αναγνώστη Δεληγιάννη τη θέση του προέδρου του Βουλευτικού, πράγμα που τον κατέστησε αντίπαλο με τον Αλ. Μαυροκορδάτο αλλά και με τους αδελφούς Κουντουριώτη που υποστήριζαν τον Μαυροκορδάτο. Αποτέλεσμα όλης αυτής της ανώμαλης κατάστασης ήταν να θεωρηθεί και πάλι ότι ο Θ. Κολοκοτρώνης ενεργούσε σαν παλιός κλέφτης και στην ουσία ότι στρεφόταν εναντίον των νόμων και του Συντάγματος. Απαιτούνται πολλές σελίδες για να παρουσιαστούν με ικανοποιητικό τρόπο οι αντιθέσεις, οι δολοπλοκίες, οι συμμαχίες, οι αλλαγές στάσεων και γενικά η συνολική κατάσταση ρήξης που επικρατούσε στα μέσα του 1823 και βέβαια αυτό δεν μπορεί ούτε είναι θεμιτό να γίνει μέσα από το βιογραφικό σχήμα του Γρηγορίου Δικαίου που προσπαθούμε να παρουσιάσουμε στις σελίδες αυτές.

 

Σημαία των Σπετσών με σύμβολα της Φιλικής Εταιρείας και την επιγραφή ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ. Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, «Σημαίες ελευθερίας», Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος 1996.

 

Πάντως, τον Δεκέμβριο του 1823 οι δύο αντίπαλες παρατάξεις οδηγήθηκαν και πάλι σε ρήξη, όταν ανατράπηκε το Εκτελεστικό, που ελεγχόταν από τους Πελοποννησίους, από τα μέλη του Βουλευτικού που υποστήριζαν τον Μαυροκορδάτο και τους Υδραίους προύχοντες. Αποτέλεσμα αυτών υπήρξε η συγκρότηση ενός νέου Εκτελεστικού που είχε επικεφαλής τον Γ. Κουντουριώτη και έδρα το Κρανίδι. Στο Κρανίδι εγκαταστάθηκαν εξάλλου και τα μέλη του Βουλευτικού, όσα υποστήριζαν τη νέα κατάσταση, ενώ κηρύχτηκαν έκπτωτα όσα δεν πειθαρχούσαν.

Αποτέλεσμα, η διπλή εξουσία, καθώς ο αντίπαλος πόλος που είχε επικεφαλής τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και έδρα την Τρίπολη, δεν έδειχνε καμιά διάθεση να υποχωρήσει. Διάθεση συμβιβασμού όμως δεν έδειχνε και η άλλη παράταξη και κατά συνέπεια τα πράγματα όδευαν προς την ένοπλη σύγκρουση στις αρχές του 1824.

Στη γοργή εξέλιξη των γεγονότων που οδηγούσαν στη σύγκρουση κηρύχτηκε αποστάτης ο γιος του Κολοκοτρώνη Πάνος που κρατούσε το Ναύπλιο, υπακούοντας στις εντολές της παλιάς διοίκησης, η πόλη πολιορκήθηκε, ενώ άλλες δυνάμεις της νέας κατάστασης κινήθηκαν προς άλλα σημεία με απώτερο σκοπό να πλήξουν την Τρίπολη ώστε να διασπάσουν τις κύριες δυνάμεις των αντιπάλων της, που με επικεφαλής τους Θεόδωρο και Γενναίο Κολοκοτρώνη, τον Κανέλλο Δεληγιάννη και τον Νικηταρά βρίσκονταν γύρω από την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου.

Εκεί λοιπόν θα βρεθεί και ο Γρηγόριος Δικαίος, όχι όμως – αυτός ο παλιός συνεργάτης των Κολοκοτρωναίων – ως σύμμαχός τους αλλά ως επικεφαλής ενός στρατιωτικού σώματος της νέας διοίκησης Κουντουριώτη, επιδιδόμενος σε μικροσυμπλοκές με τους αντιπάλους του και περιμένοντας ενισχύσεις που βρίσκονταν καθ’ οδόν προς την Τρίπολη. Προσωρινά η εμφύλια διαμάχη φάνηκε να εκτονώνεται τον Ιούλιο του 1824 όταν η νέα διοίκηση του Κουντουριώτη φάνηκε να επικρατεί, οι δυνάμεις της αποσύρθηκαν από την Τρίπολη, το Ναύπλιο είχε παραδοθεί, αμνηστία παραχωρήθηκε στους «στασιαστές» και φυσικά ο Γρηγόριος Δικαίος βρισκόταν με την πλευρά των «νικητών».

Ωστόσο, σχεδόν αμέσως το καλοκαίρι του ίδιου έτους (1824), τα πράγματα οδηγήθηκαν και πάλι σε αδιέξοδο που θα καταλήξει σε νέα εμφύλια σύγκρουση. Προηγουμένως είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 3 Οκτωβρίου 1824 και οι αντίπαλοι θα επιδοθούν σε έντονη προεκλογική δραστηριότητα. Στην πολύπλοκη παρασκηνιακή δράση οι ισχυροί πρόκριτοι της Πελοποννήσου Ζαΐμης και Λόντος αλλάζουν στάση και από φίλοι της κυβέρνησης Κουντουριώτη θα γίνουν αντίπαλοί της. Το όλο κλίμα είναι εκρηκτικό αλλά οι εκλογές θα πραγματοποιηθούν και θα επικρατήσουν οι Υδραίοι με τους συμμάχους τους, ο Γ. Κουντουριώτης θα παραμείνει πρόεδρος του Εκτελεστικού, ενώ είναι και πάλι εμφανής ο παραμερισμός των Πελοποννησίων, καθώς ο Ζαΐμης δεν κατόρθωσε να εκλεγεί πρόεδρος του Βουλευτικού. Έτσι Ζαΐμης και Λόντος, σε επαφή βέβαια με άλλους ισχυρούς προύχοντες, ετοιμάζονται να αναλάβουν στρατιωτική δράση και προσχηματικά απαιτούν τη σύγκληση Εθνοσυνέλευσης.

 

Η αφορμή για

την έναρξη της νέας

εμφύλιας σύγκρουσης

θα δοθεί όταν οι

κάτοικοι της Αρκαδίας

τον Οκτώβριο του

1824 αρνήθηκαν την

είσπραξη των

προσόδων

της επαρχίας τους

υπέρ της κυβέρνησης

Κουντουριώτη

 

Η αφορμή για την έναρξη της νέας εμφύλιας σύγκρουσης θα δοθεί όταν οι κάτοικοι της Αρκαδίας [Κυπαρισσίας] τον Οκτώβριο του 1824 αρνήθηκαν την είσπραξη των προσόδων της επαρχίας τους υπέρ της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Το επεισόδιο αυτό χαρακτηρίστηκε ως ανταρσία κατά της κεντρικής εξουσίας, η οποία διέταξε τον υπουργό Εσωτερικών Γρηγόριο Δικαίο να κατευθυνθεί επικεφαλής ένοπλου τμήματος στην περιοχή αυτή και να καταστείλει την ανταρσία.

Προσωπογραφία του αγωνιστή Βάσου Μαυροβουνιώτη (1797-1847). Λάδι σε μουσαμά, έργο του Νικηφόρου Λύτρα, Μουσείο Μπενάκη.

Πράγματι, προς τα τέλη Οκτωβρίου 1824 ο Παπαφλέσσας θα φθάσει στη συγκεκριμένη περιοχή και θα απαιτήσει από τους τοπικούς άρχοντες να πειθαρχήσουν, δηλαδή να συγκεντρώσουν και να παραδώσουν στη διοίκηση τους φόρους. Όμως οι οπλαρχηγοί της περιοχής σε συνεννόηση με τον Κολοκοτρώνη, που ουσιαστικά είχε υπό τον έλεγχό του την περιοχή αυτή, αρνήθηκαν να υπακούσουν στις εντολές του Παπαφλέσσα και η κατάσταση, όπως ήταν αναμενόμενο, οδηγούσε σε ένοπλη αναμέτρηση. Για να βοηθήσουν τους τοπικούς οπλαρχηγούς έσπευσαν οι γιοι του Θ. Κολοκοτρώνη, Γενναίος και Πάνος, και αργότερα ο Κανέλλος Δεληγιάννης, ενώ ο Παπαφλέσσας έλαβε βοήθεια από κυβερνητικά στρατεύματα που είχαν επικεφαλής τον Βάσο Μαυροβουνιώτη και τον Διονύσιο Μούρτζινο. Η σύγκρουση στο χωριό Κωνσταντίνοι της Αρκαδίας κράτησε δύο ημέρες και υπερίσχυσαν οι Πελοποννήσιοι, δηλαδή οι κυβερνητικοί που διοικούσε ο Παπαφλέσσας διασκορπίστηκαν και ο ίδιος αναγκάστηκε να επιστρέψει ηττημένος στο Ναύπλιο. Έτσι λοιπόν άρχισε ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος, πιο σύντομος από τον πρώτο αλλά περισσότερο καταστροφικός και οπωσδήποτε πιο σκληρός.

Είναι γεγονός ότι ο Γρηγόριος Δικαίος, ο φλογερός Φιλικός, αυτός που τόσο κατηγορήθηκε από τους συντρόφους Φιλικούς ότι συνεπαρμένος από τον ενθουσιασμό του για την Εταιρεία και τον επικείμενο απελευθερωτικό αγώνα δεν συγκρατούσε τα λόγια του θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την Εταιρεία, αυτός που πολλές φορές κινδύνευσε να πέσει στα χέρια των τουρκικών αρχών, ο ίδιος άνθρωπος βρέθηκε στο επίκεντρο των εμφυλίων διενέξεων, βρέθηκε στο σημείο να υπερασπίζεται μία πολιτική κατάσταση εναντίον μιαν άλλης, βρέθηκε να εκστρατεύει εναντίον άλλων Ελλήνων, να αντιμετωπίζει στρατιωτικά τους ακόλουθους του ίδιου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Ρουμελιώτες και Σουλιώτες ένοπλοι να λεηλατούν την Πελοπόννησο, όταν ο απελευθερωτικός αγώνας απαιτούσε άμεση αντιμετώπιση των πραγματικών εχθρών.

Η δεινή θέση στην οποία βρέθηκε, η άχαρη συμμετοχή του στους εμφύλιους πολέμους έφεραν σε δύσκολη θέση και τον βιογράφο του Φωτάκο, ο οποίος επιχείρησε να δικαιολογήσει εκ των υστέρων την εμπλοκή του Παπαφλέσσα γράφοντας ότι ο Δικαίος «είχε μετανοήσει διά τας πρότερον πράξεις και ενεργείας του προς καταστροφήν των λεγομένων ανταρτών. Αλλ’ αν και ήτον υπουργός δεν εισηκούσθη, διότι ο Κουντουριώτης δεν ήθελε συγκατανεύση ποτέ ν’ απολυθούν κ.λπ. κ.λπ. Αφού λοιπόν ο Φλέσας απέτυχεν εις τας συμβουλάς του, αποφάσισε να εκστρατεύση ο ίδιος διάνα σώση τον τόπον…»· και ο Φωτάκος βέβαια δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά τον άμεσο κίνδυνο για την Επανάσταση που αντιπροσώπευε η άφιξη των Αιγυπτίων του Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο.

Πράγματι, όπως γνωρίζουμε, η οθωμανική κυβέρνηση μετά από την άσχημη τροπή που έπαιρνε ο αγώνας των επαναστατημένων Ελλήνων γι’ αυτήν, συνήψε συμφωνία με τον Μοχάμετ Άλη της Αιγύπτου και έτσι από τις αρχές του 1825 ο γιος του τοπάρχη την Αιγύπτου, Ιμπραήμ πασάς, αποβιβάστηκε στην Πελοπόννησο ενεργώντας σε συνδυασμό με τις οθωμανικές δυνάμεις του Κιοσέ Μεχμέτ Κιουταχή πασά, ενώ τις επίγειες δυνάμεις συνέδραμαν και ναυτικές δυνάμεις την Πύλης και της Αιγύπτου.

 

Louis Duprè. Προσωπογραφία του Μωχάμετ Άλη, Αντιβασιλέα της Αιγύπτου. Λιθογραφία, Παρίσι, περίπου 1836.

 

Στην κρίσιμη αυτή περίοδο που εκδηλώνεται η σφοδρή τουρκοαιγυπτιακή αντεπίθεση στην Πελοπόννησο και τη Στερεά, οι Έλληνες αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα, τα οποία βέβαια είχαν προκαλέσει οι εμφύλιες συρράξεις. Μεγάλο μέρος του πρώτου αγγλικού δανείου είχε δαπανηθεί στις εμφύλιες συγκρούσεις, ενώ πολλοί οπλαρχηγοί κρατούνταν φυλακισμένοι από τους κυβερνητικούς του Κουντουριώτη, που φαινόταν να μην αντιλαμβάνεται το μέγεθος του κινδύνου. Παρά ταύτα κάποια στιγμή θα αποδοθεί αμνηστεία και θα αρχίσουν σιγά-σιγά να εκδηλώνονται κάποιες κινήσεις που αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση του ορατού όσο και άμεσου κινδύνου που αντιμετώπιζε η επανάσταση από τη συντονισμένη επίθεση των Τουρκοαιγυπτίων, όπως λ.χ. η συγκρότηση τακτικού στρατού, καθώς οι πολεμικές αναμετρήσεις ειδικότερα με τους Αιγυπτίους, άρχισαν να αλλάζουν μορφή και ασφαλώς απαιτούσαν τακτική αντιμετώπιση και όχι συγκρούσεις ατάκτων.

Ιμπραήμ Πασάς, Giovanni Boggi.

Εν τω μεταξύ, ο Ιμπραήμ πασάς είχε αποβιβαστεί χωρίς ενόχληση στη Μεθώνη και αφού έλαβε και νέες ενισχύσεις άρχισε να πολιορκεί και να καταλαμβάνει τα διάφορα φρούρια που κατείχαν οι επαναστάτες. Στις 7 Απριλίου 1825 οι Έλληνες θα ηττηθούν στο Κρεμμύδι της Μεσσηνίας. Στις 25 Απριλίου θα καταληφθεί από τους Αιγυπτίους, μετά από σφοδρή σύγκρουση, η Σφακτηρία όπου θα σκοτωθεί ο υπουργός πολέμου Αναγνωσταράς και ο ιταλός φιλέλληνας Σαντόρε Σανταρόζα. Στις 30 Απριλίου θα πέσει το Νεόκαστρο.

Αυτή την κρίσιμη στιγμή ο υπουργός Εσωτερικών Γρηγόριος Δικαίος αναλαμβάνει ο ίδιος να εμποδίσει την προέλαση του Ιμπραήμ πασά, μολονότι συνάντησε μεγάλη απροθυμία εκ μέρους των άλλων Ελλήνων οπλαρχηγών να συνταχθούν μαζί του. Σκοπός του Παπαφλέσσα, σύμφωνα με τον βιογράφο του Φωτάκο, ήταν να κατορθώσει να πετύχει 1-2 νίκες εναντίον του Ιμπραήμ και έτσι από θέση ισχύος να ζητήσει από τον Κουντουριώτη να δώσει αμνηστία, να απελευθερώσει τον Θ. Κολοκοτρώνη και ο ίδιος να εμφανιστεί κυρίαρχος της κατάστασης. Μάλιστα είχε αρχίσει να αλληλογραφεί με τους Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντο, που είχαν απελευθερωθεί και βρίσκονταν στην περιοχή των Καλαβρύτων.

Όπως και να έχουν τα πράγματα, ο Παπαφλέσσας προς τα τέλη Απριλίου αναχώρησε από το Ναύπλιο με κατεύθυνση την Τρίπολη. Εκεί έμεινε 3-4 μέρες και συγκέντρωσε διάφορους οπλαρχηγούς με περιορισμένες δυνάμεις. Στη συνέχεια κινήθηκε προς το Λεοντάρι όπου συγκέντρωσε και κάποια άλλα στρατεύματα. Στην πορεία του, όπως την περιγράφει ο Φωτάκος, περιλαμβάνονται ακόμα τα χωριά Λάκκοι, Φουρτζάλα, Άγιος Φλώρος, σημεία όπου θα συναντήσει λείψανα ελληνικών δυνάμεων που περιφέρονταν ηττημένες μετά από τις επιχειρήσεις του Ιμπραήμ στη Μεσσηνία. Περαιτέρω θα βρεθεί στο χωριό Δραήνα, όπου παρέμεινε 2 ημέρες και έλαβε διάφορα γράμματα από οπλαρχηγούς ότι θα τον συνδράμουν.

Τελικά ο Παπαφλέσσας θα βρεθεί στην περιοχή της Μεσσηνίας, όπου θα αποφασίσει να αντιμετωπίσει τα αιγυπτιακά στρατεύματα, τα οποία είχε εντοπίσει να κινούνται στην περιοχή. Οι στρατιώτες του επέλεξαν μια οχυρή θέση στην οποία έφτιαξαν τρία ταμπούρια. Στις 20 Μαΐου 1825 ο Παπαφλέσσας με 1.500 άνδρες, από τους οποίους τελικά θα παραμείνουν μαζί του 500 άνδρες με επικεφαλής τον οπλαρχηγό Παναγιώτη Κεφάλα, θα συγκρουστεί με τις δυνάμεις του Ιμπραήμ στο ορεινό χωριό Μανιάκι της Μεσσηνίας. Στη σφοδρή σύγκρουση που θα ακολουθήσει οι δυνάμεις του Παπαφλέσσα θα δεχτούν την επίθεση τριών χιλιάδων ιππέων και πεζών των Αιγυπτίων και θα συντριβούν, ενώ και ο ίδιος θα βρει τον θάνατο στο πεδίο της μάχης.

 

Το φίλημα. Σύνθεση που αποδίδει τη θρυλούμενη σκηνή του ασπασμού του νεκρού Παπαφλέσσα από τον Ιμπραήμ πασά, μετά την φιλόδοξη αλλά αποτυχημένη αναμέτρηση στο Μανιάκι. Ελαιογραφία του Α. Γεωργιάδη, 1960.

 

Τα διάφορα περιστατικά, πράξεις και διαλόγους μεταξύ των πρωταγωνιστών, του Παπαφλέσσα και των άλλων οπλαρχηγών, περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια ο Φωτάκος, από τον οποίο παραδίδεται το πασίγνωστο επεισόδιο κατά το οποίο ο Ιμπραήμ διέταξε να καθαρίσουν και να περιποιηθούν το νεκρό σώμα του Παπαφλέσσα, να θέσουν το κομμένο κεφάλι στη θέση του και αφού το παρατήρησε είπε στους αξιωματικούς του: «τω όντι αυτός ήτον ικανός και γενναίος άνθρωπος και καλλίτερον ήτον να επαθαίναμεν άλλην τόσην ζημίαν, αλλά να τον επιάναμεν ζωντανόν, διότι πολύ ήθελε μας  χρησιμεύση».

Εξάλλου, και ο Αμβρόσιος Φραντζής στη δική του Ιστορία  θα μεταφέρει διάφορες λεπτομέρειες, ανάμεσα στις οποίες, εκείνη του γνωστού επεισοδίου, όπου ο Ιμπραήμ ζήτησε και του έφεραν το κεφάλι του Παπαφλέσσα και «ελυπήθη διότι εφονεύθη εις τοιούτος γενναίος ανήρ…».[34]

Όπως είναι φυσικό το επεισόδιο του ηρωικού θανάτου του Γρηγορίου Δικαίου στο Μανιάκι της Μεσσηνίας στα χρόνια που θα ακολουθήσουν θα αποτελέσει – μαζί με άλλα βέβαια κατορθώματα των Ελλήνων – σημείο αναφοράς και συνεχούς αναπαραγωγής από πολλούς συγγραφείς, κυρίως παιδικών και σχολικών αναγνωσμάτων. Αρχίζοντας από το δημοτικό τραγούδι και συνεχίζοντας με το γνωστό διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη «Το Φίλημα» και το θεατρικό του Σπύρου Μελά, συναντούμε μεγάλη παραγωγή κειμένων που προορίζονται για παιδικά αναγνώσματα ή κείμενα για τις σχολικές εορτές, στα οποία ο θάνατος του Παπαφλέσσα αποτελεί κεντρικό μοτίβο. Στην ίδια γραμμή έχει εκδοθεί και στη σειρά «Κλασσικά Εικονογραφημένα» του εκδοτικού οίκου Ατλαντίς-Πεχλιβανίδη αντίστοιχο τεύχος με κείμενο της Σοφίας Μαυροειδή-Παπαδάκη.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 1.

[2] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 7.

[3] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 110.

[4] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 110, αρ. 92.

[5] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 29.

[6] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 72-73.

[7] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 72-73.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 65.

[9] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 91-92.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 105-06.

[11] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, αρ. εγγρ. 7302 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 128.

[12] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 133.

[13] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 167.

[14] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 2-4.

[15] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 171-177.

[16] Στο ίδιο, τ. Β’, σ. 115. Η επιστολή είναι γνωστή και από την Απολογία και από τα Απομνημονεύματα του Ξάνθου.

[17] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 173.

[18] Στο ίδιο  σ. 178 και Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 66.

[19] Εμμ. Ξάνθου, Απομνημονεύματα, σ. 116 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ, σ. 53-55.

[20] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 73-74.

[21] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 249.

[22] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 31.

[23] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 206.

[24] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 79.

[25] Στο ίδιο, σ. 81-82.

[26] Στο ίδιο, σ. 82.

[27] Στο ίδιο, σ. 83-87.

[28] Στο ίδιο, σ. 84.

[29] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 16-17.

[30] Εμμ. Ξάνθου, Απομνημονεύματα, σ. 144-145 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ, σ. 108-110.

[31] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 107-107.

[32] Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 89-90.

[33] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Γ’, σ. 152-156.

[34] Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, σ. 69 και Αμβρ. Φραντζής, Ιστορία, τ. ‘Β, σ. 352.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αμβρ. Φραντζής, Επιτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Β’, Αθήνα 1839.
  • Φωτάκος, Bίος του Παπαφλέσσα, Αθήνα 1868 (φωτομηχανική ανατύπωση: Αθήνα 1986).
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Bασίλης Βλ. Σφυρόερας, «Παπαφλέσσας», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ. 8, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, χ.χ.
  • Τ. Λάππας, Παπαφλέσσας. Βιογραφία του ηρωικού Αρχιμανδρίτη, Αθήνα 1971.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.
  • Σόλων Γρηγοριάδης, Ο Παπαφλέσσας, Αθήνα 1982.
  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος – Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη-Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία. Αρχείον Π. Σέκερη, Αθήνα 1967.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Ε. Γ. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία. Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδα,Αθήνα 1964.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Γεράσιμος Παγώνης Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος (1790 – 1867) – Η δράση του μέχρι την ανάδειξή του ως Μητροπολίτη Αργολίδος | Γεώργιος Καραμπάτσος – Η’ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση


 

 Καταγωγή και σπουδές

 

Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος Γεράσιμος Παγώνης. Πίνακας στο Μητροπολιτικό Μέγαρο της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

Ο Γεράσιμος Παγώνης, κατά κόσμον Γεώργιος Παγώνης ή Παγωνόπουλος, γεννήθηκε στη Μεγάλη Μαντίνεια Αβίας το 1790[1] και όχι το 1792[2], όπως ισχυρίζονται άλλοι ερευνητές. Η Μεγάλη Μαντίνεια Αβίας είναι κωμόπολη στους πρόποδες του Καλαθίου όρους προς τον Μεσσηνιακό κόλπο[3]. Ο Γεώργιος Παγώνης καταγόταν από καλή οικογένεια, με γονείς αγαθούς και ευσεβείς[4]. Πατέρας του ήταν ο Αντώνιος Παγώνης και μητέρα του η Αναστασία[5].  Από την πλευρά του πατέρα του ήταν ανιψιός του αοιδίμου Μητροπολίτου Μονεμβασίας και Καλαμάτας Χρυσάνθου Παγώνη[6], ο οποίος απώλεσε τη ζωή του στις φυλακές της Τρίπολης το 1821[7]. Φυσικούς αδελφούς είχε τους Ιωάννη, Παναγιώτη, Σωτήριο και τον Σπυρίδωνα και αδελφή τη Χρυσηίδα[8]. Οι τέσσερις αδελφοί αγωνίστηκαν στη μάχη του 1821, ο Σωτήριος αναδείχθηκε στο αξίωμα του χιλίαρχου[9] και ο Σπυρίδωνας στο αξίωμα του Ταξίαρχου[10].

Οι ιστορικές πληροφορίες για την προέλευση της οικογένειας Παγώνη είναι ελάχιστες και δεν εκτείνονται πέραν του Μονεμβασίας Χρυσάνθου. Όμως, δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στην υπόδουλη Ελλάδα, και ιδιαιτέρως στη Μάνη, το υψηλό εκκλησιαστικό και πολιτικό αξίωμα του ιεράρχου ήταν προνόμιο των παλαιών και ευγενών οικογενειών. Στο πλαίσιο αυτό, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι και ο οίκος των Παγώνηδων δεν αποκλείεται να είναι αρχαίος, εύπορος και ευγενής[11], καθώς ανέδειξε τουλάχιστον δύο ιεράρχες μέχρι και την εποχή που μελετούμε.

Με τη μέριμνα τον γονέων του, αλλά και του θείου του, φοίτησε στην καλύτερη για εκείνη την εποχή Σχολή του Μελέ στην Αλαγονία, η οποία είχε συσταθεί από τον Μητροπολίτη Μονεμβασίας Χρύσανθο Παγώνη[12]. Επρόκειτο για σπουδαία την εποχή εκείνη σχολή, καθώς μαθήτευσε κοντά στον σοφό Μάξιμο, αντάξιο μαθητή του δασκάλου του Γένους Ευγένιου Βούλγαρη[13]. Ο Γεώργιος Παγώνης σπούδασε τα τότε γράμματα της εποχής και ιδίως τα ιερά. Είχε οξύ νου και ισχυρή μνήμη, την οποία διατήρησε μέχρι τα βαθειά γεράματα. Τα χαρακτηριστικά αυτά συμπληρώνονταν και από τη μεγάλη αγάπη του για την παιδεία. Αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να ολοκληρώσει σε σύντομο χρονικό διάστημα της σπουδές του[14]. Η αποφοίτησή του από την εν λόγω σχολή συνέβαλε τα μέγιστα στο να χαρακτηρίζεται μετέπειτα ως λογιότατος[15].

 

Δραστηριότητά του ως λαϊκός

 

α. Γραμματέας του Χρυσάνθου

 

Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών, δεκαπενταετής περίπου, προσελήφθη από τον θείο του Μητροπολίτη Μονεμβασίας και Καλαμάτας ως γραμματέας του[16]. Με τον τρόπο αυτό σε νεαρή ηλικία ανέλαβε άμεσα και, όπως αποδείχτηκε, αποτελεσματικά τη διεκπεραίωση πολλών υποθέσεων της μητροπόλεως, καθώς τότε η εκκλησιαστική ήταν συνάμα  και πολιτική αρχή, καθιστώντας τον έτσι ως όργανο και μοχλό της επαρχίας[17].

Ο θείος, διαπιστώνοντας τη σύνεση και τις διοικητικές ικανότητες τού εμπίστου ανεψιού, είχε αποφασίσει να τον χειροτονήσει κληρικό, με σκοπό να αναδειχθεί στη συνέχεια διάδοχός του. Αλλά ο Γεώργιος δεν αποδέχτηκε να πορευτεί σε αυτή την οδό[18]. Όπως φάνηκε, είχε άλλες προτεραιότητες· ήθελε να προσφέρει την ικμάδα της νεότητός του στον αγώνα υπέρ της Πατρίδος και να καταστεί μυσταγωγός της ελευθερίας των Ελλήνων[19].

 

β. Μύηση στη Φιλική Εταιρεία

 

Την 1η Δεκεμβρίου του 1818 ο εικοσιοκτάχρονος γραμματέας του μητροπολίτη Μονεμβασίας κατηχείται και εισέρχεται στη Φιλική Εταιρία. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα στην Καλαμάτα από τον Ζακυνθινό ιατρό και μόνιμο κάτοικο της πόλης Αναστάσιο Κορνήλιο, ο οποίος είχε αναπτύξει στενές σχέσεις με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη[20], με ποσό προσφοράς τριακοσίων γροσίων[21]. Ο Γεώργιος Παγώνης πολύ σύντομα αναδεικνύεται ένθερμος Φιλικός διακατεχόμενος από μεγάλο ζήλο για την ελευθερία της Πατρίδος του[22]. Επιδιώκοντας ο Γεώργιος να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τον Αγώνα της Εταιρίας, μια ημέρα εισέρχεται στο δωμάτιο του θείου του Χρύσανθου και «κλίνας προς αὐτὸν τὰ γόνατα ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, μυεῖ αὐτὸν τὰ τῆς ἑταιρίας τῶν Φιλικῶν[23]», προειδοποιώντας τον πως για όποια παραβίαση των κανόνων της Εταιρείας η ποινή είναι ο θάνατος.

Έχοντας άμεσο και μεγάλο ενδιαφέρον για την ενίσχυση του Ελληνικού Αγώνα και του Έθνους, ο σεβάσμιος γέροντας ασπάζεται τα των Φιλικών και στις 15 Μαΐου του 1819 γίνεται μέλος από τον Χριστόφορο Περραιβό[24].

Ως Φιλικός «ἀνέπτυξε μεγάλην δραστηριότητα εἰς τὸν τομέα τῆς μυήσεως σημαντικῶν προυχόντων τῆς Καλαμάτας, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν ὁ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν πληρεξούσιος καὶ κατόπιν πολλάκις διατελέσας δήμαρχος Καλαμάτας Ι. Κ. Κυριακός, πιθανῶς δὲ καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Μαυρομιχάλη καὶ ἔμπιστος φίλος του Ἠλ. Μαυρομιχάλης»[25]. Ανάλογα είχε συμβεί και με τον Πρωτοσύγγελο του Χριστιανουπόλεως Αμβρόσιο Φραντζή[26].

Έκτοτε, ο μητροπολίτης Μονεμβασίας, ως ανώτατος θρησκευτικός και πολιτικός άρχοντας, και παρ’ αυτού ο ένθεος Γεώργιος γίνονται η ψυχή της μελετώμενης Επαναστάσεως[27]. Ο Χρύσανθος ορίζεται ως ταμίας τον περιφερικών εισφορών και ως μέλος της ιθυνούσης Επιτροπής της Εταιρίας στην Πελοπόννησο[28]. Υπό την ιδιότητα αυτή αναθέτει άκρως εμπιστευτικές και επικίνδυνες αποστολές στον Γεώργιο, ο οποίος τις διεκπεραιώνει κατά τρόπο υποδειγματικό φέροντας όλες τους σε αίσιο πέρας[29].

 

γ. Συμβολή στην επανάσταση του 1821

 

Ο κρατήρας της επαναστάσεως άρχισε να θερμαίνεται και υπόκωφοι μυκηθμοί να ακούγονται. Η τουρκική αρχή, όσες φορές αντιλαμβανόταν ότι οι Έλληνες θα προκαλούσαν κάποια ταραχή, συνήθιζε να ασφαλίζεται λαμβάνοντας ομήρους[30]. Ήθελαν λοιπόν να συλλάβουν και τους Κεφάλα, Αναγνωσταρά, τον περιώνυμο Τουρκοφάγο Νικηταρά, και άλλους πολλούς μυημένους στα της επαναστάσεως. Αυτά τα σπουδαία όμως πρόσωπα της επανάστασης τα προφύλαξε ο Γεώργιος Παγώνης στις μονές της Αλαγονίας, με αποτέλεσμα να μην συλληφθούν[31]. Είναι άλλη μια ενέργεια που «λαμπρῶς καταδεικνύει τὸν ἔνθερμο καὶ ἀκαταμάχητο ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος ζῆλον τοῦ ἄνδρα»[32].

 

δ. Γραμματέας του Μαυρομιχάλη

 

Οι σχέσεις του Γεωργίου Παγώνη με την οικογένεια Μαυρομιχάλη ήταν ανέκαθεν εξαιρετικές. Πέραν της συνεργασίας που είχε λόγω του θείου του Χρυσάνθου και της έντονης επαναστατικής του δραστηριότητας, διατηρούσε  με τον Ηλία Μαυρομιχάλη στενή φιλία[33]. Υπήρχε μεγάλος σεβασμός στο πρόσωπό του, δίνοντας βάση στις απόψεις του[34]. Διετέλεσε γραμματέας του Πετρόμπεη και αυτό προκύπτει από τον γραφικό χαρακτήρα σε ανυπόγραφες επιστολές του Πετρόμπεη από τον Μάρτιο έως τον Σεπτέμβριο του 1821 αλλά και από την αποστολή του Παγώνη μετά του ιερομονάχου Γερασίμου Παπαδόπουλου στην Τρίπολη εκ μέρους του Πετρόμπεη, για να επιτύχει την απελευθέρωση των αρχιερέων[35]. Ο ιδιαίτερος δεσμός του Παγώνη με τους Μαυρομιχαλαίους επιστέφεται με τον γάμο του Αναστασίου Μαυρομιχάλη με την αδελφή του Παγώνη Χρυσηίδα, γυναίκα με ομορφιά ψυχής και σώματος[36].

 

ε. Μεσσηνιακή Γερουσία

 

Ο Γεώργιος Παγώνης ήταν μέλος της Μεσσηνιακής Γερουσίας και για πολλούς ερευνητές φαίνεται να είναι και πιθανώς συντάκτης της περίφημης επιστολής «Προειδοποίησις εἰς (προς) τὰς Εὐρωπαϊκὰς αυλάς»[37]. Σύγχρονες μελέτες ωστόσο αποδεικνύουν πώς ο συντάκτης της περίφημης αυτής επιστολής είναι ο στενός συνεργάτης του Αλέξανδρου Υψηλάντη και μέλος του επιτελείου των Φιλικών της Βεσσαραβίας Πέτρος Ηπίτης[38].

Η δεύτερη προκήρυξη, που στάλθηκε από την Μεσσηνιακή Σύγκλητο στους Έλληνες του Λιβόρνου και της Πίζας, οπωσδήποτε πρέπει να έχει συνταχτεί από έμπιστο πρόσωπο του χώρου του Μαυρομιχάλη και ο πιθανότερος συντάκτης της φαίνεται πως είναι ο Γεώργιος Παγώνης[39].

Τον Μάιο του 1821 ο Γεράσιμος Παγώνης εξελέγη πληρεξούσιος της Καλαμάτας και «κατὰ θέλησιν τοῦ Μαυρομιχάλη» έγινε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας[40]. Συμμετέχει στη Συνέλευση στις Καλτετζές και συνυπογράφει τον Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας[41], ο οποίος είναι και ο πρώτος καταστατικός χάρτης της ελεύθερης Ελλάδας. Επίσης, στις 27 Ιουνίου 1821 συνυπογράφει την έκκληση προς Σπετσιώτες και Υδραίους από το στρατόπεδο των Βερβαίνων για την άμεση κινητοποίηση του στόλου και τον αποκλεισμό των παράλιων της Μεσσηνίας, ώστε να μην εφοδιάζονται οι Τούρκοι στα κάστρα της Κορώνης και της Πύλου[42].

Κατά τον έρανο που διενήργησε η Πελοποννησιακή Γερουσία ο Γ. Παγώνης συνεισέφερε 10.000 γρόσια για τη συνέχεια του έργου της. Αντιπροσώπευσε κατ΄ επανάληψιν την επαρχία Καλαμάτας ως πληρεξούσιος και βουλευτής σε διάφορες εθνοσυνελεύσεις. Το 1823 ως βουλευτής εξελέγη μέλος της επιτροπής για την «κατασφάλισιν τοῦ ἀπαραβιάστου τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν ἄσκησιν τῶν καθηκόντων των»[43]. Το 1826 ως πληρεξούσιος της συνελεύσεως της Επιδαύρου συνυπογράφει την διαμαρτυρία της 26ης Απριλίου για τις καταχρήσεις σχετικά με την εκποίηση των φθαρτών εθνικών κτημάτων[44].

Ο μητροπολιτικός οίκος του Μονεμβασίας είχε μετατραπεί σε κέντρο της επαναστατικής κινήσεως, κόμβος επικοινωνίας των Εταιριστών της Καλαμάτας με τους αδελφούς τους της Μάνης, δηλαδή με τους οπλαρχηγούς και τον Μαυρομιχάλη[45]. Στις 20 Μαρτίου 1821 έφτασαν στον Αλμυρό της Λακωνίας πλοία, τα οποία υπέθεσαν ότι έφεραν στρατό, τροφή και πολεμοφόδια για την επικείμενη επανάσταση[46]. Τότε όλοι οι προεστώτες της Καλαμάτας, μεταξύ αυτών ο Ηλίας Μαυρομιχάλης και ο Γεώργιος Παγώνης, συνήλθαν και έγραψαν προς τον Μαυρομιχάλη «πρὸς Θεοῦ νὰ μὴν γίνῃ κανὲν κίνημα, διὰ νὰ ἠμπορέσομεν νὰ ἐβγάλωμεν τοὺς ἐν ταῖς φυλακαῖς τῆς Τριπόλεως». Την επιστολή την υπέγραψαν άπαντες και την παρέδωσαν στον Ηλία Μαυρομιχάλη να την ταχυδρομήσει στον πατέρα του[47]. Αλλά ο Ηλίας Μαυρομιχάλης και ο Γεώργιος Παγώνης είχαν υπεράνω όλων την ελευθερία της πατρίδας χωρίς να προτάσσουν το συμφέρον των συγγενών τους. Έτσι, έστειλαν δεύτερη επιστολή στον Πετρόμπεη λέγοντάς του: «Ἐκλαμπρότατε συνυπεγράψαμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν πρώτην ἐπιστολήν, ἀλλ’ ὅμως εἴμεθα ἐναντίας γνώμης. Αὔριον κτυποῦμε τοὺς Τούρκους καὶ ἂν ἀδιαφορήσῃς, δὸς λόγον εἰς τὸν Θεόν». Ενθουσιασμένος από την ανάγνωση των λέξεων αυτών ο Πετρόμπεης αναβοά: «ὁ εἷς δὲν λυπεῖται τὸν ἀδελφόν του, ὁ ἕτερος τὸν θεῖον του, ἐμπρὸς καὶ ὁ Θεὸς μεθ’ ἡμῶν»[48].

Πρωτεργάτης της καταλήψεως της Καλαμάτας την 23 Μαρτίου του 1821, ο Γεώργιος ακολούθησε τον φίλο του Ηλία Μαυρομιχάλη στην πολιορκία της Τρίπολης και εκεί από κοινού με τον οπλαρχηγό αρχιμανδρίτη Ιερόθεο Αθανασόπουλο, τον κατόπιν μητροπολίτη Γυθείου, κατόρθωσαν να αποκόψουν τη μεταφορά ύδατος προς την πολιορκούμενη Τρίπολη, γεγονός το οποίο συνετέλεσε στην ταχύτερη παράδοσή της[49]. Το γεγονός της διακοπής της ύδρευσης της Τριπόλεως γνωρίζουμε και από επιστολή (26 Απριλίου 1821) από το στρατόπεδο του Βαλτετσίου των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Π. Γιατράκου, Δ. Παπατσώνη, Κυρ. Μαυρομιχάλη, Δ. Τρουπάκη (Μουρτίζου)  και Αν.  Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά) προς τους άρχοντες της Ύδρας, στην οποία αναφέρουν: «τοὺς ἐχαλάσαμεν τοὺς μύλους ὅπου ἄλεθαν, ἐκόψαμεν τὸ ἥμισυ νερόν τους»[50].

Μετά τον μαρτυρικό θάνατο του θείου του Χρυσάνθου στις φυλακές της Τρίπολης, ο Γεώργιος όχι μόνο ανέλαβε τη διοίκηση των πραγμάτων της μητροπόλεως, αλλά, όπως και ο θείος του, ήταν  κεντρικό πρόσωπο της Εταιρίας των Φιλικών στην περιοχή. Έτσι, ο Γεώργιος μαζί με τον Πετρόμπεη, τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Διονύσιο Μουρτζινό, τον Παπαφλέσσα και άλλους συγκροτούν συμβούλια για αποφάσεις που αφορούσαν την ιερό αγώνα της επανάστασης[51].

 

Χειροτονία

 

ΓεράσιμοςΠαγώνης

Ζητούμενο αποτελεί η ακριβής ημερομηνία χειροτονίας του Γεωργίου Παγώνη σε κληρικό. Υποστηρίχτηκε ότι χειροτονήθηκε το 1825[52], αλλά η άποψη αυτή δεν ευσταθεί, καθότι η αρχή της εκκλησιαστικής πορείας του άρχισε μετά τον μαρτυρικό θάνατο του θείου του Χρυσάνθου. Ειδικότερα, όταν το 1821 τα ελληνικά στρατεύματα ήταν συγκεντρωμένα στο Τρίκορφο για να πολιορκήσουν την Τρίπολη, οι οπλαρχηγοί της Πελοποννήσου Π. Μαυρομιχάλης, Α. Ζαΐμης, Θ. Κολοκοτρώνης και άλλοι, έβλεπαν τις ικανότητες του Γ. Παγώνη στα εκκλησιαστικά πράγματα και ήθελαν να αντικαταστήσει τον θανόντα θείο του. Έτσι, τον προέτρεψαν να εισέλθει στον εκκλησιαστικό βίο λαμβάνοντας αρχικά το μοναχικό σχήμα, μετονομαζόμενος ως Γεράσιμος, και κατόπιν να γίνει κληρικός[53]. Την 15 Νοεμβρίου 1821 υπεβλήθη  αναφορά των επισκόπων της περιοχής της Μεσσήνης και της Μεσσηνιακής Μάνης, καθώς και των οπλαρχηγών και προκρίτων της Μεσσηνιακής Μάνης προς τον Δημήτριο Υψηλάντη και την Πελοποννησιακή Γερουσία, δια της οποίας ζητούν παρά του «Γένους κυριάρχην των καὶ μητροπολίτην τὸν ἀνεψιὸν τοῦ Χρυσάνθου πρωτοσύγκελλον κύριον Γεράσιμον, νέον ἀνατεθραμμένον ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ μακαρίτου μὲ εὐγενικὰ ἤθη, πεπαιδευμένον, εἴδησιν ἔχοντα τῶν ἐκκλησιαστικῶν, θεοσεβῆ, σεμνοπρεπῆ, πολιτικόν, εὐπροσήγορον, εὐδιάθετον καὶ τὰ λοιπὰ ἐσωτερικὰ καὶ ἐξωτερικὰ προτερήματα…».

Σε άλλη αναφορά τους (18 Νοεμβρίου 1821) ο κλήρος και οι πρόκριτοι των  Πισινοχωρίων (Αλαγονίας Καλαμάτας) απευθυνόμενοι προς τον Δημήτριο Υψηλάντη διατράνωναν την επιθυμία και τη θέλησή τους να δουν «τὸν ἀνεψιὸν τοῦ μακαρίτου Χρυσάνθου κύριον Γεράσιμον ἐπάνω εἰς τὸν θρόνον τοῦ θείου του…».

Τέλος, ο ίδιος ο Γεράσιμος, σε αναφορά του προς την Ιερά Σύνοδο (13 Σεπτεμβρίου 1833), τονίζει μεταξύ άλλων και τα εξής: «Ὅτε ὁ Μονεμβασίας Χρύσανθος τὸ ζῆν ἐξεμέτρησεν ἐν τῇ ὀθωμανικῇ εἰρκτῇ τῆς Τριπολιτσᾶς … οἱ χριστιανοὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐκείνης ἐπαρχίας δι’ ἀναφορᾶς των ἐζητήσαντό με διάδοχον τῆς χηρευούσης ταύτης ἐπαρχίας. Ἡ Πελοποννησιακὴ Γερουσία ἐγκρίνασα τὴν αἴτησιν αὐτῶν διέταξε καὶ ἐχειροτονήθην ἱερεύς, κοσμικὸς ὤν, καὶ μ’ ἀποκατέστησεν ἐκκλησιαστικὸν τοποτηρητήν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κανονικῆς διαδοχῆς, τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ θρόνου τῆς Μονεμβασίας καὶ Καλαμάτας».

Πράγματι, διορίστηκε με το από 20 Ιανουαρίου 1823 διάταγμα του Υπουργείου Θρησκείας τοποτηρητής Καλαμάτας και Μονεμβασίας. Στη θέση αυτή παρέμεινε, με κάποια μικρά χρονικά διαλείμματα, έως την ημέρα της εκλογής και χειροτονίας του ως επισκόπου Αργολίδος το 1852.

Την 8η Ιουνίου 1823 το Εκτελεστικό Σώμα ενέκρινε πρόταση του από Ανδρούσης Ιωσήφ ως υπουργού Θρησκείας να του «δοθῇ ἡ ἐπιτροπεία καὶ τῶν δύο χηρευουσῶν ἐπισκοπῶν Ἕλους καὶ Πλάτσης»[54].

 Την 14η Ιανουαρίου 1823 το Υπουργείο Θρησκείας, με εγκύκλιό του προς το ιερατείο και τους φιλοσεβείς προύχοντες και λοιπούς χριστιανούς των επαρχιών Μονεμβασίας, Καλαμάτας, Κουτζούκ Μάνης, Ιμπλακίων, Σαμπαζλίκων και λοιπών χωριών, γνωστοποιούσε τον διορισμό του πρωτοσύγκελου Γερασίμου Παγώνη ως εκκλησιαστικού τοποτηρητή.

Την 8η Ιανουαρίου 1823 διορίζεται για να εξυπηρετείται οικονομικώς και μόνο στη Μονεμβασία ως επίσκοπος ο ως πρόσφυξ αναγκασθείς να κατέλθη στην επαναστατημένη Ελλάδα ιεράρχης και αγωνιστής Ιγνάτιος επίσκοπος Αρδαμερίου. Στην απόφαση διορισμού του όμως τονιζόταν  ότι η «θεόπεμπτος καὶ θεοφρούρητος τῶν Ελλήνων διοίκησις διορίζουσα τὸν θεοφιλέστατον Ἅγιον Ἀρδαμερίου Ἰγνάτιον ἵνα ἐπιτελῇ πάσας τὰς ἀρχιερατικὰς ἱεροτελεστίας ἐν τῷ φρουρίῳ Μονεμβασίας …  παραγγέλλει ὅπως τὰ ἀρχιερατικὰ δικαιώματα … ὅλης τῆς ἐπαρχίας Μονεμβασίας καὶ Καλαμάτας προσφέρωνται εἰς τον τοποτηρητὴν ἅγιον πρωτοσύγκελλον κύριον Γεράσιμον Παγώνην»[55].

Το 1828 επισκέφθηκε τη Μονεμβασία ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας. Τον υποδέχθηκε ο Γεράσιμος, ο οποίος τέλεσε  πανηγυρική δοξολογία στον ναό του Ελκομένου. Στο Γεράσιμο ο Καποδίστριας ανέθεσε να συντάξει και να υποβάλει λεπτομερή έκθεση περί της γενικής κατάστασης της επαρχίας, την οποία αυτός περάτωσε και υπέβαλε τον Οκτώβριο του ίδιου έτους. Τη σπουδαιότατη αυτή έκθεση άρχισε να εκδίδει από τα κατάλοιπα του Παγώνη ο Νίκος Βέης υπό τον τίτλο «Γεράσιμος Παγώνης, περιγραφή της επαρχίας Μονεμβασίας». Η ενδιαφέρουσα έκθεση ατυχώς δεν κυκλοφόρησε, μολονότι στοιχειοθετήθηκε μέχρι του 10ου τυπογραφικού φύλλου[56].

Ο Γεράσιμος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την θέση του και να παραιτηθεί το 1830 έως 1831, επειδή ως στενός φίλος και προστατευόμενος της οικογένειας Μαυρομιχάλη, μετείχε της αντιαποδιστριακής στάσεως στην Καλαμάτα και μάλιστα ενεργώς. «Μὲ δυσαρέσκειαν ἄκραν πληροφορεῖται ἡ Κυβέρνησις – ἐτονίζετο εἰς ἔγγραφον πρὸς τὸν Διοικητὴν Καλαμάτας – ὅτι ὁ αὐτόθι ἐκκλησιαστικὸς τοποτηρητὴς ἐναντίον τῶν ἱερῶν καὶ Ἀποστολικῶν Νόμων περιπλέκεται εἰς κοσμικὰς  ταραχάς, ἀντὶ νὰ καταγίνεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐπαγγέλματός του, φυλάττων τὸν νοῦν του ἥσυχον ἀπὸ πᾶσαν βιοτικὴν μέριμναν. Ἡ τοιαύτη διαγωγὴ τοῦ εἰρημένου τοποτηρητοῦ προσβάλλουσα καὶ τὸν χαρακτῆρα τῆς κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δίκαιον, οὐδὲ πρέπον νὰ μένει ἐλευθέρα καὶ ἀνεξέταστος. Διὰ ταῦτα θέλετε προτρέψει τὴν σεβασμιότητά του νὰ περιορισθεῖ  εἰς φυλακήν του, διαμένων εἰς τὴν Μητρόπολιν καὶ νὰ μὴ περιφέρεται εἰς τὴν ἐπαρχίαν…»[57].

Αντί όμως να περιοριστεί σε φυλακή, ο Γεράσιμος έφυγε αυτοεξόριστος στη Μάνη, όπου βρισκόταν σε ασφάλεια. Συγχωρεμένος για την απόκλιση από τα θρησκευτικά του καθήκοντα, επανήλθε στην Καλαμάτα και επαναδιορίστηκε τον Δεκέμβριο του 1832. Μετά την παραίτηση του πρώην Ηλιουπόλεως Ανθίμου ως προσωρινού τοποτηρητή, επαναδιορίσθη ο Γεράσιμος Παγώνης, ενώ τα αρχιερατικά χρέη της επαρχίας ορίστηκε να εκτελεί ο Αρδαμερίου Ιγνάτιος. Το 1834 διορίστηκε πρωτοσύγκελος της Τριφυλίας, αλλά, όπως φαίνεται, η μετάθεση αυτή δεν έγινε ποτέ. Το 1842 ήταν υποψήφιος γραμματέας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, εξεφώνησε θαυμάσιο λόγο στον ναό της Αγίας Ειρήνης,  που προκάλεσε μεγάλη εντύπωση και κρίθηκε λίαν ευμενώς από της αθηναϊκές εφημερίδες. Μετά τον θάνατο τού απο Ανδρούσης Ιωσήφ, ο οποίος είχε και τον τίτλο Μεσσήνης, το 1844 ανάλαβε ως τοποτηρητής και αυτού του χηρεύοντος πλέον θρόνου.

Ο Γεράσιμος Παγώνης, λόγω του μεγάλου κύρους του, της μορφώσεως και της πολιτικότητάς του,  πριν ακόμη εκλεγεί επίσκοπος, χρησιμοποιήθηκε από τη Διοίκηση αλλά και την Εκκλησία σε διάφορες σημαντικές αποστολές, τις οποίες έφερε όλες σε αίσιο πέρας.

Την 28η Οκτωβρίου του 1827 απεστάλη από τη Διοίκηση και από την Εκκλησία ως έξαρχος στα νησιά του Αιγαίου και κυρίως στη Σάμο, για να διευθετήσει τα εκκλησιαστικά εκεί πράγματα.

Το 1828 διορίστηκε από  την αντικυβερνητική επιτροπή να μεταβεί και πάλι στα νησιά του Αιγαίου, για να  διερευνήσει επί τόπου τις διάφορες εκκλησιαστικές υποθέσεις και να τις ρυθμίσει δεόντως και καταλλήλως. Τον Απρίλιο του 1834 απεστάλη με τον β΄ γραμματέα της Ιεράς Συνόδου Θεοφάνη Σιατιστέα, τον μετέπειτα Μητροπολίτη Μάνης, ώστε «χρώμενοι τῷ ἐκκλησιαστικῷ λόγῳ εἰρηνεύσωσι τὰ πνεύματα εἰς Μάνη ἕνεκα τῶν περὶ τῆς ἐκκλησίας μεταρρυθμίσεων τῆς Ἀντιβασιλείας».

Το 1836, από κοινού με τον Θεοφάνη Σιατιστέα, στάλθηκαν ως εκκλησιαστικοί έξαρχοι στην Αιτωλοακαρνανία, για να συντελέσουν στην καταστολή της εκεί εκραγείσης στάσεως.

Το 1842, κατόπιν του εγερθέντος θορύβου ότι στο παρθεναγωγείο Hill, στην Αθήνα, γινόταν προσηλυτισμός, ορίστηκε μέλος τής υπό τον Κωνσταντίνο Οικονόμου τον εξ Οικονόμων επιτροπής για τον έλεγχο και την εξακρίβωση των καταγγελθέντων[58].

Συνεχίζει με μια υπέρ του τόπου έντονη δράση, συμμετέχοντας πέραν από τα εκκλησιαστικά και στα πολιτικά θέματα, μέχρι την εκλογή του ως Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος το 1852, όπου πράγματι αναδεικνύεται άξιος ιεράρχης. Την 30ή Μαρτίου του 1867 αποδημεί εις Κύριον.

Για την αναγνώριση των υπηρεσιών του στον Αγώνα του 1821, μετά τον θάνατό του υπέβαλε αίτηση ο ανεψιός του Παναγιώτης Παγώνης. Κατετάγη στα Μητρώα Αγωνιστών του 1821 με αριθμό 232 στον βαθμό Β΄ τάξεως ήτοι Αντιστράτηγος[59]. Η ενέργεια αυτή καταδεικνύει περίτρανα την αναγνώριση μετά θάνατον της προσφοράς του Γερασίμου Παγώνη υπέρ Πίστεως και Πατρίδος και πως η Πολιτεία αυτήν την προσφορά καλό θα είναι διαχρονικά να την αναγνωρίζει εγκαίρως, διότι η Εκκλησία τόσο τότε όσο και σήμερα με διαφορετικό βέβαια τρόπο συνέχει την κοινωνία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βαλέριος Γ. Μέξας, Οι Φιλικοί, Αθήναι 1937, σ. 28 αύξ. αρ. 173· Ι. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, Αρχείο Π. Σέκερη, Αθήναι 1967, σ. 115, αύξ. αρ. 125. Ο Μίμης Φερέτος, «Γεράσιμος Παγώνης», Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία 4 (1964), στ. 345-348, κυρίως στ. 345, γράφει: «Μικρὰ Μαντίνεια».

[2] Θεόκλητος Βίμπος, «Λόγος Επικήδειος εις τον αοίδιμον Γεράσιμον Παγώνην, Αρχιεπίσκοπον Αργολίδος», εφημ. Εθνεγερσία, έτ. 2, αρ. φύλλ. 103/20.9.1867, σ. 4· Σταύρος Χ. Σκοπετέας, «Άνθη ευλάβειας εις τον Γεράσιμον Παγώνην», εφημ. Ηχώ της Μεσσηνίας, έτ. ε΄, αρ. φύλλ. 52 /26.3.1950, σ. 1.

[3] Σκοπετέας, σ. 1, ο οποίος παρέχει και ορισμένες πληροφορίες γι’ αυτήν, παραπέμποντας στην εφημ. «Ηχώ της Μεσσηνίας», αρ. φύλλ. 6/15.6.1949.

[4] Βίμπος, σ. 4· Σκοπετέας, Α΄, σ. 1: «Οἱ γονεῖς τοῦ Γερασίμου ἦσαν “ἀγαθοὶ καὶ εὐσεβεῖς περιπατοῦντες τὴν ὁδὸν τοῦ Κυρίου”»· Φερέτος, στ. 345: «Ἀνήκων εἰς ἐπιφανῆ οἰκογένειαν τῆς περιοχῆς».

[5] Συλλογή Γεωργίου Φάρη, Εθνική Βιβλιοθήκη, αρ. φακ. Α 11696, φύλλ. 2, σ. 1.

[6] Βίμπος, σ. 4·   Σκοπετέας, σ. 1· Φερέτος, στ. 345.

[7] Μίμης Φερέτος, «Μεσσήνιοι Φιλικοί καθοδηγούν τον αγώνα του ΄21», εφημ. Μεσσηνικά Νέα, έτ. 29, αρ. φύλλ. 393/ 31.3.1984, σσ. 1, 3· Φερέτος, στ. 345.

[8] Συλλογή Γεωργίου Φάρη, αρ. φακ. Α 11696, φυλ. 2, σ. 1· Σκοπετέας, Α΄, σ. 3· Γ΄, σ. 2.

[9] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3, ο οποίος γράφει ότι «ὁ Σωτήριος προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀν/ρχου τῆς Φάλλαγος» και παραπέμπει σε δύο δημοσιεύματά του: α) Λεύκωμα Ἡ Καλαμάτα καὶ ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Εἰκοσιένα, Καλαμάτα 1948, σ. 90 και β) εφημ. «Νέδων», Καλάμαι 1880, αρ. φύλλ. 8, όπου νεκρολογία του Σωτηρίου· Εταιρία Λακωνικών Σπουδών, Τετράδια της Ιστορίας της Μάνης, κεφ. 5, σσ. 2-3, 37. Σύμφωνα με τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, Υπουργ. Πολ., φάκ. 49, έγγρ. 110 και Εκτελ. φάκ. 53 (Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τόμ. 7, σ. 101: «Παγωνόπουλος Σωτήριος. Από τη Μεγάλη Μαντίνεια του δήμου Αβίας και κατοικούσε στην Καλαμάτα. Στις 20 Ιανουαρίου 1825 προβιβάστηκε στο βαθμό της χιλιαρχίας».

[10] Αρχείο Αγωνιστών Εθνικής Βιβλιοθήκης Ελλάδος (Α. Α. Ε. Β. Ε.), κουτί 156, φάκ. αριθ. 12. Το έγγραφο αυτό δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά από τον Μ. Φερέτο στην εφημερίδα «Μεσσηνιακά Νέα», αριθ. φύλλ. 407-9, Ιούλιος – Οκτώβριος 1985· Εταιρία Λακωνικών Σπουδών, Τετράδια της Ιστορίας της Μάνης, κεφ.5, σσ. 2-3, 37. Με βάση το Α.Α.Ε.Β.Ε., κουτί 156, φάκ. αριθ. 12: «Παγώνης Σπυρίδων. Από τη Μεγάλη Μαντίνεια του δήμου Αβίας. Από τον Γρηγόριο Δικαίο προβιβάστηκε στο βαθμό της ταξιαρχίας και στην έναρξη της επανάστασης από τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη του ανατέθηκε η επιστασία των αρμάτων της Καλαμάτας».

[11] Σκοπετέας, Α΄, σ. 1.

[12] Πρβλ. Φερέτος, στ. 345: «ἔτυχεν λίας ἐπιμεμελημένης παιδείας καὶ οἰκογενειακῆς ἀνατροφῆς, μαθητεύσας πιθανῶς εἰς τὴν ἐν Μελὲ τῆς Ἀλαγονίας σχολὴν ἢ ἐκείνην τῆς Δημητσάνης».

[13] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3, ο οποίος παραπέμπει στο βιβλίο: Α. Μασουρίδου, Αλαγωνιακά, Αθήναι 1936, σ. 263.

[14] Βίμπος, σ. 4.

[15] Φερέτος, στ. 345.

[16] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3.

[17] Βίμπος, σ. 4.

[18] Βίμπος, σ. 4 · Σκοπετέας, σ. 3.

[19] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3.

[20] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3, με παραπομπή στο περιοδικό Εστία, τ. 1880, σ. 177· Φερέτος, στ. 35.

[21] Μέξας, Οι Φιλικοί, σ. 28, αύξ. αρ. 173· Μελετόπουλος, σ. 115, αύξ. αρ. 125· πρβλ.  Σκοπετέας, Α΄, σ. 3: «Ὁ Ἀ. Κορνήλιος ἦτο ἰατρός, σπουδάσας εἰς Πάδουσαν (sic). Ἐχρημάτισεν ὑποπρόξενος τῆς Βενετίας εἰς Κυκλάδας νήσους καὶ ἀπὸ τοῦ 1800 Γεν. Πρόξενος τῆς νεοσυστάτου “Ρεπούπλικας τῶν Ἰονίων Νήσων” εἰς τὴν Κυπαρισσίαν καὶ προσέτι “ἀγγέντες” πράκτωρ τοῦ Ρωσικοῦ Κονσολάτου εἰς Κορώνην, Μεθώνην, Νεόκαστρον, Καλαμάταν καὶ Πράτξον (sic) τῆς Μαΐνης». Πρὸ τῆς 18 Ἰουνίου 1809 εἶνε ἐγκατεστημένος εἰς Καλαμάταν. Ἐμυήθη εἰς τὴν Φ.Ε. τὴν 28 Αὐγούστου 1818 ἀπὸ τὸν Μανιάτην Ἠλίαν Χρυσοσπάθην (Μέξας, σ. 13). Συντόμως κατέστη ἐπίλεκτον μέλος της Καλαματιανῆς κοινωνίας αὐτὸς καὶ οἱ υἱοί του Ἰάκωβος καὶ Χριστόφορος, ὥστε νὰ ἀναγράφωνται συχνὰ μεταξὺ τῶν προυχόντων αὐτῆς. Προσέτι ἀπέκτησε στενωτάτας σχέσεις μὲ τοὺς Καπετανέους τῆς Μάνης καὶ μάλιστα τὸν Πετρόμπεην, ὡς μαρτυρεῖ τὸ ἀπὸ 19 Ἰουλίου 1819 χορηγηθὲν αὐτῷ συστατικὸν γράμμα τοῦ Μπέη. Εἰσήγαγε δὲ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τοὺς Μεσσηνοίους τὸν Ἰωσὴφ Ἀνδρούσης, τὸν Πανάγον Ἀλεξίου Μόσχον ἢ Λογοθέτην».

[22] Σκοπετέας, Α΄, σ. 3.

[23]  Βίμπος, σ. 1· Σκοπετέας, Α΄, σ. 3.

[24] Μέξας, σ. 49, αύξ. αρ. 318.

[25] Φερέτος, στ. 346.

[26] Μέξας, σσ. 39-40, αύξ. αρ. 253.

[27] Σκοπετέας, Α΄, σσ. 3-4.

[28] Σκοπετεας, Α΄, σ. 3.

[29] Φερέτος, στ. 345-346.

[30] Σπυρίδων Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, τόμ. Α΄, έκδοση δευτέρα, εκδοτικός οίκος Χρήστου Γιοβάνη, σ. 52.

[31] Βίμπος, σ. 4.

[32] Βίμπος, σ. 4.

[33] Φερέτος, στ. 345-346.

[34] Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου, εν Αθήναις 1888, σ. 321.

[35] Σκοπετέας, Γ΄, σ. 2.

[36] Σκοπετέας, Γ΄, σ. 2: «Ἡ Χρυσηίδα Παγώνη ἀπεδήμησε εἰς Κύριον τῇ 1 Μαρτίου τοῦ 1882 ἐν Ἀθήναις».

[37] Σκοπετέας, Α΄, σ. 4· Φερέτος, στ. 346· Ιεζεκιήλ Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος του από  Βελανιδιά, Έργα και ημέραι Β’, εν Βολω 1948, σ. 794.

[38] Κωνσταντίνος Κ. Χατζόπουλος, «Οι επαναστατικές προκηρύξεις της “Μεσσηνιακής Συγκλήτου” της Καλαμάτας και ο φιλικός Πέτρος Ηπίτης», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος 29 (1986) 47-48.

[39] Χατζόπουλος, σσ. 82-83.

[40] Φερέτος, στ. 346· Φερέτος, Β΄, σ. 3.

[41]Ανδρέας Ζ. Μάμουκας, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, τόμ. Α΄, εκ του τυπογραφείου «Η Αγαθή τύχη» του Ηλία Χριστοφίδου, εν Πειραιεί 1839, σσ. 15-16.

[42] Φερέτος, στ. 346· ο ίδιος, Μεσσήνιοι Φιλικοί», σ. 3, όπου αναφέρει λανθασμένα «Μάιο 1821.

[43] Φερέτος, στ. 346

[44] Φερέτος, στ. 346.

[45] Σκοπετέας, Β΄, σ. 1.

[46] Βίμπος, σ. 4.

[47] Βίμπος, σ. 4.

[48] Βίμπος, σ. 4· Σκοπετέας, Β΄, σ. 1.

[49] Φερέτος, στ. 346.

[50] Σκοπετέας, Γ΄, σ. 2.

[51] Βίμπος, σ. 4.

[52] Ιεζεκιήλ Βελανιδιώτης, «Ιστορικές διευκρινίσεις ο Αργολίδος Γεράσιμος», εφημ. «Εμπρός», 8.4.1948, σ. 4.

[53] Θεόκλητος Βίμπος, «Δύο επικήδειοι λόγοι ο μεν εις την Μαρίαν Δ. Γ. Βούλγαρη, ο δε εις τον Γεράσιμον Παγώνη», τύποις Σ. Οικονόμου και Λ. Μηλιάδου, εν Αθήναις 1869, σ. 25.

[54] Φερέτος, στ. 347-348.

[55] Φερέτος, στ. 347-348.

[56] Φερέτος, στ. 347-348.

[57] Φερέτος, στ. 347-348.

[58] Φερέτος, στ. 347-348 .

[59] Εθνικά Μητρώα Αγωνιστών 1821, Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών, φακ. 158.

 

Γεώργιος Καραμπάτσος

Φοιτητής της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης

Η’ Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση με θέμα: «Οι μεγάλες Προσωπικότητες της Ελληνικής Επαναστάσεως. Ομοψυχία και διχόνοια κατά την Επανάσταση», 18 – 19 Οκτωβρίου 2019, Συνοδικό Μέγαρο της Εκκλησίας της Ελλάδος. Διοργάνωση: Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος.

 

Read Full Post »

Καλλιφρονάς Δημήτριος (1805-1897)


 

Δημήτριος Καλλιφρονάς, Δήμαρχος Αθηναίων (1837-1841), λιθογραφία. Δημοσιεύεται στο: Βρετός – Παπαδόπουλος Μαρίνος, «Εθνικόν Ημερολόγιον», ΣΤ΄ σελ. 144, Αθήνα, 1866

O Δημήτριος Καλλιφρονάς, αγωνιστής του 1821, πολιτικός και δεύτερος Δήμαρχος Αθηναίων, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1805. Καταγόταν από παλιά αθηναϊκή οικογένεια  – σε προγενέστερα χρόνια συναντάται ως Καλοφρενά ή Καλεφορνά – και ήταν γιος του δημογέροντα Νικολάου Καλλιφρονά και αδελφός του αγωνιστή Ιωάννη Καλλιφρονά (1798 – 1826). Είχε το προσωνύμιο «φουστανελοφόρος».

Ως παιδί έζησε στη Σαλαμίνα και την Αίγινα, όπου είχε καταφύγει ο πατέρας του, ύστερα από τη σύλληψη και την προσωρινή του φυλάκιση από τους Οθωμανούς. Αν και πολύ νέος κατά την έναρξη της Επανάστασης, ουσιαστικά ανήκε σε μια γενιά πολιτικών ανδρών που είχαν βιώσει το παραδοσιακό προεπαναστατικό πνεύμα των πατέρων τους. Έφηβος ακόμη πολέμησε στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Επανάστασης, αναλαμβάνοντας επικίνδυνες αποστολές. Κατατάχθηκε στον τακτικό στρατό, υπό το Γάλλο φιλέλληνα Charles Favier (Κάρολο Φαβιέρο) και τραυματίστηκε στη μάχη του Φαλήρου.

Μετά το τέλος της Επανάστασης, ένθερμος υποστηρικτής φιλελεύθερων και συνταγματικών αντιλήψεων, ανέλαβε πολιτική δράση εντασσόμενος στο «γαλλικό» κόμμα. Εξάλλου, πολλοί Ρουμελιώτες στρατιωτικοί και άρχοντες είχαν επιδιώξει να ενταχθούν στο υπό τον Κωλέττη «γαλλικό» κόμμα και να ανταγωνιστούν τους επιφανείς Πελοποννησίους. Στις πρώτες δημοτικές εκλογές της περιόδου της Αντιβασιλείας, το 1835, έθεσε υποψηφιότητα για τη θέση του δημάρχου της πόλης. Αν και έλαβε τις περισσότερες ψήφους, η Αντιβασιλεία, με πρόσχημα το νεαρό της ηλικίας του, τον απέκλεισε από το αξίωμα. Ανέλαβε, ωστόσο, τη θέση του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου προτείνοντας την έκδοση ψηφίσματος με αίτημα το σύνταγμα, πράγμα που οδήγησε στη διάλυση του δημοτικού συμβουλίου και την καθαίρεση του δημάρχου.

Στις δημοτικές εκλογές του 1837 εκλέχθηκε δήμαρχος με μεγάλη πλειοψηφία. Από τη θέση αυτή, την οποία διατήρησε έως το 1841, παρέμεινε συνεπής στις φιλελεύθερες αντιμοναρχικές του αντιλήψεις, δρώντας με αντιπολιτευτική διάθεση προς τα Ανάκτορα. Τήρησε, ωστόσο, μια μάλλον τοπικιστικού χαρακτήρα στάση, όταν, ακολουθώντας το ρεύμα των «αυτοχθονιστών», αρνιόταν συστηματικά την εγγραφή πολλών επήλυδων Αθηναίων στα δημοτολόγια της πόλης. Πρωταγωνίστησε στην εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 με αίτημα την ψήφιση συντάγματος.

Στην Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση του 1843-1844 εκλέχθηκε πληρεξούσιος της Αθήνας και μέλος της επιτροπής για την κατάρτιση του συντάγματος. Στην πρώτη Βουλή που συγκροτήθηκε μετά την ψήφιση του συντάγματος εξελέγη πληρεξούσιος Αττικής και κατά το διάστημα 1845-1847 διετέλεσε αντιπρόεδρος της Βουλής. Στη συνέχεια, για σύντομο χρονικό διάστημα, τοποθετήθηκε στη θέση του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1847 εξελέγη πρόεδρος της Βουλής, θέση στην οποία παρέμεινε έως τις 10 Σεπτεμβρίου 1848. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ανέλαβε το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κανάρη, όπου παρέμεινε έως το Δεκέμβριο του 1849.

Δημήτριος Καλλιφρονάς, ελαιογραφία του Δημήτρη Βασιλείου. Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Δημοσιεύεται στο: «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Η οικογένεια Καλλιφρονά ενίσχυσε την αγροτική εξέγερση που ξέσπασε το 1848 στη Φυλή της Αττικής, δίνοντάς της μάλιστα σαφές δημοκρατικό – αντιμοναρχικό χαρακτήρα, κάτι που δεν συναντάται συχνά σε ανάλογες κινήσεις εκείνης της ταραχώδους χρονιάς. Η στάση του Καλλιφρονά δεν ήταν μονοδιάστατη. Αργότερα προσέγγισε τα Ανάκτορα αναλαμβάνοντας σημαντικά πολιτικά αξιώματα. Είναι ενδεικτικό ότι το Νοέμβριο του 1860 ήταν ο κατά τη βασιλική επιθυμία υποψήφιος πρόεδρος της Βουλής. Καταψηφίστηκε, ωστόσο, από τους κυβερνητικούς βουλευτές, ενώ πρόεδρος αναδείχθηκε ο έως τότε υπουργός στην κυβέρνηση Αθανασίου Μιαούλη Θρασύβουλος Ζαΐμης. Μάλιστα ο Όθωνας, βλέποντας ότι ο Καλλιφρονάς δεν θα αναλάμβανε την προεδρία, έσπευσε να διαλύσει τη Βουλή. Ήταν η μία από τις δύο φορές που ο Όθωνας επέβαλε πρόωρη διάλυση της Βουλής κατά τη βασιλεία του, ασκώντας τη σχετική συνταγματική του αρμοδιότητα. Η Βουλή που εκλέχθηκε στη συνέχεια, εκείνη της Ζ’ βουλευτικής περιόδου, υπήρξε η τελευταία της θητείας του.

Ο Καλλιφρονάς, παρά την υποστήριξη που είχε από τον Όθωνα για τη θέση του προέδρου της Βουλής το 1860, ανέπτυξε μετριοπαθή αντιπολιτευτική δράση στη συνέχεια. Μέσα από κείμενα που συνυπέγραψε με τους Παύλο Καλλιγά και I. Κόνιαρη το 1861 διαφαίνεται η προσδοκία μιας εκ βάθρων αλλαγής του πολιτικού συστήματος: μεταξύ άλλων, διεκδικούσαν ελεύθερες εκλογές, δημόσιες επενδύσεις υποδομής, ελάφρυνση των αγροτών, φορολογική μεταρρύθμιση, γενικό εξοπλισμό, εκσυγχρονισμό της διοίκησης. Τελικά, εξαιτίας της αντιπολιτευτικής του δράσης, εκτοπίστηκε το Δεκέμβριο του 1861, μαζί με τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, στην Κύθνο και αργότερα στη Μονή Τουρλιανής στη Μύκονο.

Στην οκτωβριανή εξέγερση κατά του Όθωνα, το 1862, αν και προηγουμένως είχε προσεγγίσει τα Ανάκτορα και είχε αμνηστευθεί, συμμετείχε ενεργά πρωτοστατώντας στην εκθρόνιση του βασιλιά, που τελικά πραγματοποιήθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1862. Στη συνέχεια, από τον Οκτώβριο του 1862 έως το Φεβρουάριο του 1863, διορίστηκε υπουργός Ναυτικών της επαναστατικής κυβέρνησης του Δημήτριου Βούλγαρη. Ήταν μάλιστα εκείνος που ως υπουργός Ναυτικών επιβιβάστηκε στο πλοίο που βρισκόταν ο έκπτωτος μονάρχης για να του επιδώσει το ψήφισμα που προέβλεπε την κατάργηση της δυναστείας του ύστερα από τριακονταετή παραμονή στην Ελλάδα.

Σημαντικός υπήρξε ο ρόλος του Καλλιφρονά και στην Β’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση που ακολούθησε (1862-1864), η οποία ενέκρινε την έξωση του Όθωνα και την ανάδειξη του νέου βασιλιά, του Δανού πρίγκιπα Γεωργίου. Αν και από πλούσια αρχοντική καταγωγή, είχε ενταχθεί στις τάξεις των ριζοσπαστών «ορεινών» της Εθνοσυνέλευσης, οι οποίοι αντιμάχονταν τους συντηρητικούς γόνους αρχοντικών οικογενειών που πύκνωναν κυρίως τις τάξεις των «πεδινών».

Ανέλαβε τα καθήκοντα του υπουργού Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως για ένα τρίμηνο το 1863 – κυβερνήσεις Διομήδη Κυριακού και Μπενιζέλου Ρούφου -, για ένα μήνα το 1865 και ενάμιση περίπου χρόνο το 1872-1874 στις κυβερνήσεις Επαμεινώνδα Δεληγιώργη.

Από τα χρόνια του Όθωνα μέχρι το θάνατό του εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής Αθηνών για να επανεκλεγεί και πρόεδρος της Βουλής για πέντε μόλις μήνες το 1885 (22 Ιουνίου – 12 Οκτωβρίου). Είχε διατελέσει και τρεις φορές αντιπρόεδρος της Βουλής κατά την περίοδο 1844-1847.

Τη δεκαετία του 1870 εντάχθηκε στο φιλελεύθερων αρχών κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη, αποτελώντας ένα από τα προπύργια του κόμματος στην περιοχή της Αττικής, χωρίς όμως να στηρίζει πάντοτε τυφλά τον Τρικούπη στη Βουλή. Λίγα χρόνια πριν από το θάνατό του αποσύρθηκε από το πολιτικό προσκήνιο, όμως οι δύο γιοι του Λάμπρος και Ιωάννης συνέχισαν την οικογενειακή παράδοση, εκλεγόμενοι αντίστοιχα δήμαρχος και βουλευτής Αθηνών. Φιλόμουσος καθώς ήταν, υπήρξε το 1871 από τα ιδρυτικά μέλη της μουσικής εταιρείας της Αθήνας Ευτέρπη. Πέθανε στην Αθήνα το 1897 σε ηλικία 92 ετών, φορώντας μέχρι το τέλος της ζωής του την εθνική ενδυμασία.

 

 

Πηγή


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα,

 

Read Full Post »

Παλαμήδης Ρήγας (1794-1872)


 

Ρήγας Παλαμήδης, λάδι σε μουσαμά, έργο του Στέφανου Αλμαλιώτη (1910-1987). Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Δημοσιεύεται στο: «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Ρήγας Παλαμήδης, λάδι σε μουσαμά, έργο του Στέφανου Αλμαλιώτη (1910-1987). Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Δημοσιεύεται στο: «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Ο Ρήγας Παλαμήδης υπήρξε πολιτικός της περιόδου της Επανάστασης και των πρώτων δεκαετιών του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Γεννημένος στην Τρίπολη, το 1794 και με καταγωγή από τη Στεμνίτσα της Γορτυνίας, ο Ρήγας Παλαμήδης διαμορφώθηκε στο προεπαναστατικό ελληνικό περιβάλλον της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας του, Γιαννάκης  Παλαμήδης, είχε διατελέσει δραγουμάνος του διοικητή της Τρίπολης, αλλά αποκεφαλίστηκε από τους Οθωμανούς εξαιτίας της συμμετοχής του σε συνωμοτική ομάδα. Μαθήτευσε αρχικά στη Δημητσάνα. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, όπου και ο ίδιος διεύρυνε τη μόρφωσή του.

Με την επιστροφή του στην Τρίπολη διορίστηκε γραμματέας του πασά του Μοριά και κατόπιν αντιπρόσωποςβεκίλης – των καζάδων Τριπολιτσάς και Μονεμβασιάς στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Οι βεκίληδες, δηλαδή οι εκπρόσωποι των διοικητικών περιφερειών στην «πηγή της εξουσίας» λειτουργούσαν ως μεσολαβητές για τη διεκπεραίωση των συμφερόντων των αρχόντων (χριστιανών και μουσουλμάνων), αλλά ταυτόχρονα φρόντιζαν για τα δικά τους ιδιαίτερα οικογενειακά ή προσωπικά, πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης ανέλαβε γραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας καθώς και γραμματέας και αγγελιαφόρος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη[1] στη μάχη του Βαλτετσίου, και στην άλωση της Τριπολιτσάς που ακολούθησε.

Εκείνα τα χρόνια παντρεύτηκε την κόρη του Οθωμανού πασά της Λάρισας, η οποία είχε αιχμαλωτιστεί. Η σύζυγός του στη συνέχεια βαφτίστηκε και μάλιστα εξελίχθηκε σε ιδιαίτερα δημοφιλή κοσμική κυρία της περιόδου της βασιλείας του Όθωνα. Είχε αποκτήσει τρεις κόρες και ένα γιό. Ο γιος του Ιωάννης, διπλωμάτης, πέθανε στο Παρίσι το 1886. Οι κόρες του ήταν: η Ελένη, σύζυγος Αριστείδη Γ. Καρατζά, η Αικατερίνη, σύζυγος Σαράντη Κωνσταντινίδη και η Αγλαΐα, σύζυγος Ιάσωνα Ράγκου.

Ο Ρήγας Παλαμήδης ήταν ηγέτης παλαιάς ισχυρής οικογένειας με μεγάλη επιρροή στην Αρκαδία και ευρύτερα στην Πελοπόννησο. Υπήρξε ηγετικός παράγοντας του «γαλλικού» κόμματος, τόσο κατά την Επανάσταση, όσο και στην περίοδο που ακολούθησε και εκλέχθηκε κατά τα έτη 1821-1829 πληρεξούσιος της Τρίπολης στις εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου (1821), της Τροιζήνας (1827) και του Άργους (1829). Κατά την καποδιστριακή περίοδο διετέλεσε μέλος του Πανελληνίου και γερουσιαστής. Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και την παραίτηση του αδελφού του Αυγουστίνου, εκλέχθηκε πληρεξούσιος της Τρίπολης στην E’ κατά συνέχειαν Εθνοσυνέλευση που πραγματοποιήθηκε στην Πρόνοια του Ναυπλίου το 1832. Η Ε΄ Εθνοσυνέλευση άρχισε τις εργασίες της στο Άργος το Δεκέμβριο του 1831 (σπανιότερα αποκαλείται Εθνοσυνέλευση Άργους 1831) και τις συνέχισε στο Ναύπλιο μέχρι το Μάρτιο του 1832, τρία χρόνια μετά την Δ΄ Εθνοσυνέλευση Άργους (και συνηθέστερα αποκαλείται Ε΄ Εθνοσυνέλευση Ναυπλίου).

Κατά την απολυταρχική περίοδο της βασιλείας του Όθωνα διορίστηκε νομάρχης και σύμβουλος Επικράτειας, – την ίδια περίοδο υπήρξε, επίσης, ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Αρχαιολογικής Εταιρείας (1837) καθώς και από τους πρώτους μετόχους της Εθνικής Τράπεζας (1841) – αξίωμα το οποίο κατείχε τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 όταν ξέσπασε το επαναστατικό κίνημα για τη διεκδίκηση Συντάγματος και την πολιτειακή μεταβολή. Τότε το Συμβούλιο της Επικράτειας συνήλθε άμεσα και διόρισε κυβέρνηση υπό τον Ανδρέα Μεταξά. Ο Ρήγας Παλαμήδης κατέλαβε τη θέση του υπουργού Εσωτερικών έως το Φεβρουάριο του 1844. Στην Εθνοσυνέλευση που συγκλήθηκε για την ψήφιση του συντάγματος, ως πληρεξούσιος Τρίπολης, ήταν μέλος της επιτροπής που συνέταξε το Σύνταγμα.

Κατά την Εθνοσυνέλευση υπήρξαν – μαζί με το Γιάννη Μακρυγιάννη – ηγέτες μιας ανομοιογενούς αντιπολίτευσης 90 πληρεξουσίων (σε σύνολο 244), οι οποίοι αντιτάσσονταν στην υπό τους ηγέτες των κομμάτων (Ανδρέα Μεταξά, Ιωάννη Κωλέττη, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο) κυρίαρχη μετριοπαθή πλειοψηφία. Ο Παλαμήδης ανήκε σε εκείνους που ασκούσαν κριτική και προέβαλλαν ορισμένες ριζοσπαστικές θέσεις ενάντια στην αποδυναμωμένη μοναρχική εξουσία. Οι συναισθηματικές αναφορές των μελών της αντιπολίτευσης στα γεγονότα και τις θυσίες της Επανάστασης, το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, η ρητορική σχετικά με την κοινωνική δικαιοσύνη και το σταθερό πλαίσιο νόμων, παράλληλα με την εμμονή σε θέματα τοπικού ενδιαφέροντος αποτύπωναν περισσότερο διαφοροποιήσεις πολιτισμικού χαρακτήρα παρά διαμόρφωση συνεκτικών πολιτικών θέσεων. Κατά τις σχετικές συζητήσεις της Εθνοσυνέλευσης ο Παλαμήδης υποστήριξε ένθερμα, μαζί με το Μακρυγιάννη, την απομάκρυνση των «ετεροχθόνων» από τις δημόσιες υπηρεσίες και συμμάχησε με μέλη του «ρωσικού» κόμματος στο θέμα της επιδίωξης της σύνδεσης της ελλαδικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.

Μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 1847, επί κυβέρνησης Κωλέττη, και έπειτα από το θάνατο του τελευταίου τον Αύγουστο του ίδιου έτους, αφού ολοκλήρωσε τη θητεία του ως πρόεδρος της Βουλής, διεκδίκησε με το Δημήτριο Χρηστίδη την ηγεσία του «γαλλικού» κόμματος, υποστηρίζοντας αντιδυναστικές πολιτικές θέσεις. Επίσης, παρά τις κυρίαρχες στο «γαλλικό» κόμμα αλυτρωτικές ιδέες, στη συγκυρία του Κριμαϊκού πολέμου, μετά το 1854, ο Παλαμήδης, κατά τρόπο ρεαλιστικό και ψύχραιμο, υποστήριξε την αποφυγή εμπλοκής της Ελλάδας σε πόλεμο με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Στις κυβερνήσεις Κίτσου Τζαβέλλα, Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Αντώνιου Κριεζή και Αθανάσιου Μιαούλη ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών για τα διαστήματα Απρίλιος 1847 – Μάρτιος 1848, Ιούλιος 1852 – Φεβρουάριος 1854, Μάιος – Νοέμβριος 1854 και Σεπτέμβριος 1859 – Ιανουάριος 1860. Εκλεγόταν βουλευτής στις εκλογές της περιόδου 1844-1849, καθώς και σε αυτές του 1872, ενώ το 1853 διορίστηκε γερουσιαστής από τον Όθωνα.

Πρόεδρος της Βουλής[2] εκλέχθηκε σε δύο διαδοχικές συνόδους. Η θητεία του διήρκεσε από τις 19 Δεκεμβρίου 1845 έως τις 14 Απριλίου 1847, την περίοδο κατά την οποία πρωθυπουργός ήταν ο Κωλέττης. Επί της προεδρίας του έγινε πανηγυρική τελετή στη Βουλή, στην οποία τοποθετήθηκε το χειρόγραφο του Συντάγματος του 1844 με τις υπογραφές των πληρεξουσίων σε ειδικό μεταλλικό κιβώτιο.

Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ηγετική πολιτική φυσιογνωμία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ήταν ανιψιός του Ρήγα Παλαμήδη, τον οποίο είχε θέσει υπό την προστασία του.

Επιχειρώντας να συγγράψει την ιστορία της Επανάστασης του 1821, συγκέντρωσε πολύτιμο υλικό για γεγονότα και πρόσωπα που έζησε ο ίδιος. Το υλικό αυτό φυλάσσεται σήμερα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Πέθανε στην Αθήνα το 1872 σε ηλικία 78 ετών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ο Φωτάκος γράφει για τον Ρήγα Παλαμήδη στο βιβλίο του «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών»:

«Κατήγετο από την Στεμνίτσαν εκ της επισήμου γενεάς των Παλαμηδαίων. Ο δε πατήρ του προ πολλού είχεν αποκατασταθή εις την Τριπολιτσάν. Επανελθών δε ο Ρήγας από την Κωνσταντινούπολιν κατ’  αρχάς ολίγον εστάθη εις τα Βέρβαινα, συντελών μετά των άλλων εις τας πρώτας συστάσεις των  στρατοπέδων. Μετά ταύτα ήλθεν εις το Βαλτέτσι, και  ευρίσκετο εκεί μετά του Θ. Κολοκοτρώνη.

Επειδή δε τότε η βάρδια του Καλογεροβουνιού είχε πιάσει τον διδάσκαλον των Καλαμών Γεράσιμον, ερχόμενον από  την Τριπολιτσάν, όπου τον είχε στείλει ο Πέτρος  Μαυρομιχάλης, εν αγνοία όλων των άλλων καπεταναίων, και ως εκ τούτου ηγέρθησαν πολλαί υπονοιαι, οι  ευρεθέντες εκεί Μανιάται καπεταναίοι, Μούρτσινοι, Κουμουνδουράκιδες, Καπετανάκιδες, Βενετσανάκιδες, Τουράκιδες και άλλοι πολλοί, και οι Μαυρομιχαλαίοι Κυριακούλης και Ηλίας, όλοι αυτοί ήλθον εις  λογομαχίαν με τους Αναγνωσταράν Παπαγεωργίου, Ηλίαν  Φλέσαν, Δημ. Παπατσώνην, Παναγ. Κεφάλαν, Μητροπέτροβαν, Νικήταν Φλέσαν και Θ. Κολοκοτρώνην, δια την αποστολήν ταύτην του Γερασίμου, και δια τα γράμματα και τα προσκυνοχάρτια, τα οποία ούτος έφερεν από τους Τούρκους, και προσέτι δια τους λόγους, τους οποίους είπε κατά της επαναστάσεως ο Γεράσιμος, απεφασίσθη και εστάλη ο Ρήγας εις τας Καλάμας δια να κάμη γνωστήν εις τον Πετρομπεην την διαγωγήν του Γερασίμου, και παρακινήση αυτόν να έλθη εις το  στρατόπεδον δια να εννοήσουν όλοι και να πεισθούν, ότι θέλει την επανάστασιν· παρέδωκεν δε εις την συνοδίαν του Ρήγα και τον Γεράσιμον δια να μην τον σκοτώσουν εις τον δρόμον και κακοφανή τούτο εις τον Πετρομπεην. Τα μετά ταύτα αναφέρονται εις τα απομνημονεύματά μου.

Κατόπιν ο Ρήγας επέστρεψεν εις το Χρυσοβίτσι, και εκεί εβοήθει τον Κολοκοτρώνην δια των συμβουλών του και της γραφικής του ικανότητος. Μέχρι δε της ελεύσεως του πρίγκηπος Υψηλάντου ο Ρήγας έμενεν εις το στρατόπεδον των Τρικόρφων, και υπήγεν και αυτός μετά των άλλων προς υποδοχήν του. Έπειτα διωρίσθη γραμματεύς της Γερουσίας των Καλτεζών, και ύστερον διωρίσθη πάλιν να υπάγη εις τας Κεγχρεάς δια να συμβιβάση δυσαρέσκειάν τινα γενομένην μεταξύ των πολιορκητών και των Νοταράδων, και συνάμα να εισπράξη και τα υποχρεωτικά χρήματα από την Επαρχίαν της Κορίνθου, και να ίδη και το εκεί φροντιστήριον.

Έχει δε όλα τα έγγραφα της αποστολής του ταύτης. Αλωθείσης δε της Τριπολιτσάς, επανήλθεν εις αυτήν και έκτοτε ανεμίχθη και εις τα πολιτικά πράγματα, και ούτω υπηρέτει την πατρίδα στρατιωτικώς με καλόν ζήλον. Ουδείς δε άλλος έχει περισσοτέρας εκδουλεύσεις πολιτικάς, διότι όλα τα επαγγέλματα επέρασαν από την διεύθυνσίν του. [Διατηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου, εκτός από το πολυτονικό σύστημα].

[2] Στην εφημερίδα «Ο Μικρός Ρωμηός», ο  δημοσιογράφος και ιστορικός Ελευθέριος Σκιαδάς γραφεί για τον Παλαμήδη:  Ρήγας Παλαμήδης: Ο «βουλευτής των σακουλίων».

Στην Αθήνα – περιοχή Ψυρρή – η οδός και το σπίτι του Ρήγα Παλαμήδη έμειναν να θυμίζουν τον Έλληνα αγωνιστή της Επανάστασης του 1821. Διετέλεσε πληρεξούσιος σε έξι Εθνοσυνελεύσεις, μέλος του Πανελληνίου, γερουσιαστής, σύμβουλος Επικρατείας, νομάρχης, Πρόεδρος της Βουλής και υπουργός Εσωτερικών σε έξι κυβερνήσεις! Υπήρξε πανίσχυρος τοπάρχης στη Μαντινεία και παντρεύτηκε την κόρη του Πασά της Λάρισας, με την οποία απέκτησε τρεις κόρες [και ένα γιό]. Υπήρξε όμως και ο πολιτικός που απέκτησε ένα από τα πιο περίεργα «παρατσούκλια» στην εποχή του. Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1840 όλοι τον αποκαλούσαν ο «βουλευτής των σακουλίων»!

Απ’ όπου περνούσε εκείνη την εποχή ο Ρήγας Παλαμήδης ξεσήκωνε τον κόσμο και οι οπαδοί του ήταν έτοιμοι ακόμη και σε εξεγέρσεις να προχωρήσουν για χάρη του. Κοντά του είχε και τον Κλήρο. Μέχρι που υπήρχαν ιερείς οι οποίοι στέκονταν στην Ωραία Πύλη και έχοντας μπροστά τους το Ευαγγέλιο διάβαζαν τις προεκλογικές προκηρύξεις της παράταξης της ομάδας του Παλαμήδη. Ήταν η εποχή που διεξάγονταν οι πρώτες βουλευτικές εκλογικές αναμετρήσεις και η χώρα εμφάνιζε κυριολεκτικά εικόνα εμφύλιου σπαραγμού με πολλά θύματα.

Σε μια τέτοια αναμέτρηση απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής ο Ρ. Παλαμήδης! Εννοείται πως δεν ήταν το πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά απόρροια των «μαγειρεμάτων» που γίνονταν σε όλες τις ελληνικές επαρχίες. Μετά την εκλογική αναμέτρηση όμως, μεγάλες ομάδες οπαδών του Παλαμήδη από τη Μαντινεία πήγαν στον συμβολαιογράφο Τριπόλεως και του παρέδωσαν σάκους γεμάτους ψηφοδέλτια. Παράλληλα, υπέγραψαν συμβόλαια με τα οποία έδιναν την ψήφο στον εκλεκτό τους, επισημαίνοντας πως δεν είχαν τη δυνατότητα να ψηφίσουν ελεύθερα στις εκλογές. Ύστερα από συζητήσεις και προβληματισμούς η Βουλή των Ελλήνων αποδέχθηκε ως νόμιμα τα συμβόλαια αυτά, ο Ρ. Παλαμήδης ονομάστηκε «βουλευτής των «σακουλίων», αναλαμβάνοντας μάλιστα το 1845 και την Προεδρία της Βουλής.

 

Πηγές


 

  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Μάρθα Πύλια, «Πολιτικοί όροι και οικονομικές λειτουργίες στην προεπαναστατική Πελοπόννησο» στο: Θεωρητικές Αναζητήσεις και Εμπειρικές Έρευνες – Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας, Ρέθυμνο, 10-13 Δεκεμβρίου, 2008.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Εφημερίδα «Ο Μικρός Ρωμηός».

Read Full Post »

Σκουφάς Νικόλαος (1779-1818)


 

Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας  – μαζί με τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ – γεννήθηκε στο χωριό Κομπότι της Άρτας το 1779. Είναι εκείνος από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας για τον οποίο γνωρίζουμε τα λιγότερα πράγματα και όπως συμβαίνει συχνά, ιδιαίτερα ασαφή είναι εκείνα που έχουν σχέση με τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του· μάλιστα δεν μας είναι γνωστό ούτε καν το πραγματικό όνομά του.

Ο Αναστάσιος Γούδας αναφέρει ότι το όνομα του πατέρα του ήταν Κουμπάρος.[1] Για τα παιδικά του χρόνια δεν έχουμε σχεδόν καθόλου πληροφορίες, ενώ για τα μετέπειτα οι βιογράφοι του αναφέρουν ότι διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στην πόλη της Άρτας, όπου εργαζόταν ως «σκουφάς», απ’ όπου βέβαια – όπως γινόταν πολύ συχνά στις εποχές αυτές – το επαγγελματικό προσωνύμιο υπερίσχυσε του πατρωνυμικού ονόματος. Είναι πολύ πιθανόν το επάγγελμά του να υποκρύπτει μια περίοδο μαθητείας, σύμφωνα με τη συντεχνιακή παράδοση της εποχής. Ωστόσο, όπως γίνεται κατανοητό, όλα αυτά δεν οδηγούν σε κάποιο ιδιαίτερο επίπεδο εγγραμματοσύνης, πέρα από τα βασικά γράμματα και την πρακτική τριβή με την αγορά της Άρτας.

Από την Άρτα θα τον συναντήσουμε, καθώς, κατά τα φαινόμενα, φαίνεται να ακο­λούθησε το μεταναστευτικό – εμπορικό ρεύ­μα της εποχής και βέβαια αυτό της ιδιαίτερης πατρίδας του, στην Οδησσό το 1813, χωρίς να είμαστε βέβαιοι για τον χρόνο της άφιξής του. Κάποια φήμη θέλει τον Νικόλαο Σκουφά να είναι θύμα διώξεων του Αλή πασά, πράγμα το οποίο δεν επιβεβαιώνεται από καμιά έγκυρη πηγή. Η ηπειρωτική καταγωγή του, δεδομένου ότι από τους άλλους δύο συνιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ ήταν Ηπειρώτης, ενώ και  ο Εμμανουήλ Ξάνθος υπήρξε οικείος και συ­νεργάστηκε με πολλούς Ηπειρώτες, υπο­βάλλει τη σκέψη ότι έπαιξε σημαντικό ρό­λο στην ανάληψη των πρωτοβουλιών που οδήγησαν στην ίδρυση της Εταιρείας. Ο πρόωρος θάνατός του από σοβαρό καρδιακό νόσημα στην Κωνσταντινούπολη στις 31 Ιου­λίου 1818 «είχε ως συνέπεια το όνομά του να μην αναμειχθεί στις μετεπαναστατικές διαμάχες για την απαρχή της Εταιρείας και τους ιδρυτές της αλλά και να μην προκόψουν στοι­χεία του βίου του, που θα ήταν χρήσιμα σε εμάς, για να κατανοήσουμε καλύτερα την προ­σωπικότητά του».[2]

 

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. (Λεπτομέρεια)

 

Όπως είπαμε ο Νικόλαος Σκουφάς θα βρεθεί στην Οδησσό το 1813 και εκεί μαζί με τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ το καλοκαίρι του 1814 θα ιδρύσουν τη Φι­λική Εταιρεία, στη διεύθυνση της οποίας ο Σκουφάς θα λάβει το συνθηματικό ΑΓ. Γρήγορα, όμως, ο Σκουφάς, που ζει από την εργασία του, όπως άλλωστε και ο Ξάνθος, θα αφήσει την Οδησσό για να βρεθεί στη Μό­σχα -μαζί με τον Τσακάλωφ – για να ρυθμίσει ορισμένα χρέη του.

Νικόλαος Σκουφάς. Γραμματόσημα, έκδοση 12 Μαΐου 1979.

Πράγματι, ο Σκουφάς θα ρυθμίσει τα χρέη του, δηλαδή στην πραγματικότητα εφεξής θα παύσει να ασχολείται με το εμπόριο και θα αφοσιωθεί αποκλειστικά στην πραγμάτωση του έργου της Φιλικής Εταιρείας. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητες κάποιες παρατηρήσεις του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος αναφερόμενος στο πρόσωπο του Σκουφά σημειώνει ότι η αποτυχία του στο εμπόριο έγινε αιτία να θεωρείται από ορισμένους κύκλους Ελλήνων της Ρωσίας ωχ «αγύρτης», στη γραμμή της καχυποψίας για τους σκοπούς ενός προσώπου που απέτυχε επαγγελματικά και ευαγγελίζεται τη συνωμοτική δράση για την επιτυχία εθνικών σκοπών. Όπως και να έχουν τα πράγματα «ο απλούς αλλά με πολλήν ευαισθησίαν και πατριωτισμόν» Σκουφάς – πάλι κατά τον χαρακτηρισμό του Φιλήμονα -, εκεί στη Μόσχα, μαζί με τον άλλο Ηπειρώτη, τον Αθ. Τσακάλωφ, θα ασχοληθούν με την τελειοποίηση του τυπικού της κατήχησης μελών στις τάξεις της Εταιρείας και παράλληλα θα επιχειρήσουν τις πρώτες μυήσεις σ’ αυτήν σημαντικών Ελλήνων.

Έτσι ο Σκουφάς θα κατηχήσει τον πρώτο Φιλικό, Γεώργιο Σέκερη, νεότερο αδελφό του μεγαλέμπορου Παναγιώτη Σέκερη, στις 13 Δεκεμβρίου 1814. Στον Γεώργιο Σέκερη εν συνεχεία ο Σκουφάς θα αναθέσει την υπηρεσία να επισκεφθεί στη Βιέννη τον Άνθιμο Γαζή και να προσπαθήσει να ανιχνεύσει τις προθέσεις του, δηλαδή αν ο τελευταίος θα ήταν πρόθυμος να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας. Στην περίπτωση που η απάντηση του Γαζή ήταν καταφατική, ο Σέκερης ήταν εντεταλμένος να τον παρακινήσει να με­ταβεί στη Μόσχα για να οργανωθεί η όλη επιχείρηση με τον καλύτερο τρόπο. Στην προσπάθεια προσεταιρισμού του Άνθιμου Γαζή διαφαίνεται η σαφής πρόθεση των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας να τεθεί επικεφαλής του συνωμοτικού κινήματος και αργότερα του Αγώνα μια προσωπικότητα μεγάλου κύρους.

 

Ο Άνθιμος Γαζής αρνήθηκε να τεθεί

επικεφαλής της Εταιρείας αλλά

μυήθηκε σ’ αυτήν και αποτέλεσε

ένα από τα ηγετικά της στελέχη,

λαμβάνοντας τα κρυπτογραφικά

στοιχεία Α Ζ.

 

Έτσι μετά την άρνηση του Γαζή, θα ακολουθήσει η διπλή προσπάθεια προσεταιρισμού και ανάθεσης της αρχηγίας της Εταιρείας στον Ιωάννη Καποδίστρια (πρώτα από τον Νικόλαο Γαλάτη και ύστερα από τον Εμμ. Ξάνθο) και βέβαια η ανάθεση της αρχηγίας τελικά στον Αλέξανδρο Υψηλάντη  (1820). Όλα αυτά, βέβαια, υποδηλώνουν με σαφήνεια ότι οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας «φαίνεται να μην έχουν ακόμη αυτοπεποίθηση στις δικές τους δυνάμεις, μια αίσθηση απουσίας αρχηγού διαφαίνεται από τις πρώτες κιόλας κινήσεις τους,  η οποία προσδιόρισε και την κατοπινή ζωή της Εταιρείας…».[3]

Εκτός όμως από τον Γεώργιο Σέκερη που κατήχησε ο Σκουφάς, ο ηπειρώτης φιλικός είχε ακόμη μια μεγάλη επιτυχία στον τομέα αυτό αφού κατάφερε να μυήσει στη Φιλική Εταιρεία τον μεγαλέμπορο από τη Φιλιππούπολη Αντώνιο Κομιζόπουλο, ο οποίος ως τέταρτο μέλος εντάχθηκε με τα στοιχεία ΑΕ.

Όμως ο ζήλος και ο ενθουσιασμέ του Σκουφά εμποδίζονται από τη δυσπιστία που προκαλεί η αποτυχία του στο εμπόριο, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, και γι’ αυτό γρήγορα αναγκάζεται να αφήσει τη Μόσχα και να επιστρέψει στην Οδησσό, όπου τον βρίσκουμε στις αρχές του 1816· έχει αφήσει όμως πίσω του στη Μόσχα δύο από τα ιδρυτικά μέλη της  Εταιρείας, τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Αντώνιο Κομιζόπουλο, μέλη τα οποία είχαν σημαντική επιρροή στους κύκλους των Ελλήνων της Μόσχας.

Ο Νικόλαος Σκουφάς στην Οδησσό θα συνεχίσει το έργο της στρατολόγησης νέων μελών στις τάξεις της Εταιρείας, χωρίς, βέβαια, να μπορούμε να του αναγνωρίσουμε μεγάλες επιτυχίες. Πάντως, η μύηση από τον Σκουφά στην Οδησσό του μεγαλέμπορου Αθανάσιου Σέκερη (αδελφού του Γεωργίου και του Παναγιώτη) και του γραμματικού του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, δεν ήταν μικρής σημασίας κατηχήσεις. Ιδιαίτερα ο δεύτερος έμελλε να καταστεί ηγετικό στέλεχος της Φιλικής Εταιρείας, «συναρχηγός, τουλάχιστον σε ορισμένες φάσεις της διαδρομής της».[4]

Άνθιμος Γαζής. Προσωπογραφία του Άνθιμου Γαζή από το εσώφυλλο του συγγράμματος «Λεξικόν της Ελληνικής Διαλέκτου», Άνθιμος Γαζής, Βενετία, 1809.

Εξάλλου ο Σκουφάς, την ίδια περίοδο, ενθουσιώδης και δραστήριος, θα καταφέρει να μυήσει και τον Άνθιμο Γαζή, ο οποίος βρέθηκε στην Οδησσό για τη συλλογή εράνων, προκειμένου να ιδρύσει σχολή στην πατρίδα του, τις Μηλιές του Πηλίου. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει ο Νικόλαος Σκουφάς προσέβλεπε στο πρόσωπο του Άνθιμου Γαζή, στον οποίο διέκρινε όλα τα προαπαιτούμενα προκειμένου αυτός να καταστεί αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας. Γι’ αυτό άλλωστε είχε αναθέσει στον Γεώργιο Σέκερη στη Μόσχα, όταν αυτός θα επέστρεφε στο Παρίσι, να επισκεφθεί τον Γαζή, που τότε βρισκόταν στη Βιέννη, και να προσπαθήσει να διερευνήσει το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής πρότασης για ανάθεση της αρχηγίας της Εταιρείας στον λόγιο κληρικό. Ωστόσο, τώρα, τον Ιούνιο του 1816, ο Γαζής βρέθηκε ο ίδιος πρόσωπο με πρόσωπο με τον Σκουφά, καθώς έφτασε στην Οδησσό.

Ο εμπορικός οίκος του Αθανασίου Σέκερη πρέπει να υπήρξε το κοινό σημείο στο οποίο βρέθηκαν οι δυο άνδρες, δεδομένου ότι ο Σκουφάς διέμεινε στο σπίτι του Σέκερη, και όπου ο Γαζής ανέφερε στον Σκουφά ότι είχε λάβει από τον Γεώργιο Σέκερη το μήνυμα για την αρχηγία της Εταιρείας. Είναι γνωστό ότι ο Άνθιμος Γαζής αρνήθηκε να τεθεί επικεφαλής της Εταιρείας αλλά μυήθηκε σ’ αυτήν και αποτέλεσε ένα από τα ηγετικά της στελέχη, λαμβάνοντας τα κρυπτογραφικά στοιχεία Α Ζ.

Στην Οδησσό όμως έφθασε στις 7 Ιουλίου 1816 και ένα άλλο πρόσωπο, του οποίου η σύντομη δράση και ο τραγικός θάνατος θα αποτελούσαν ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά και δραματικά επεισόδια της Φιλικής Εταιρείας αλλά και ενδεικτικό των τάσεων που εκδηλώθηκαν κατά καιρούς στις τάξεις της. Πρόκειται για τον Ιθακήσιο Νικόλαο Γαλάτη, που δήλωνε συγγενής του Ιωάννη Καποδίστρια και προς επίσκεψη του οποίου στην Πετρούπολη ισχυριζόταν ότι ταξίδευε. «Στις συναναστροφές του δείχνει ένα πατριωτικό ενθουσιασμό, που έκανε τον Νικόλαο Σκουφά όχι μόνο να τον προσέξει αλλά να τον θεωρήσει ως το πρόσωπο που θα άλλαζε τις τύχες της Εταιρείας ».[5]  Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Ξάνθου όπου ο πάτμιος πατριώτης περιγράφει με αδρότητα τα γεγονότα: «Κατ’ εκείνην δε την εποχήν ήλθεν εις Οδησσόν κάποιος Νικόλαος Γαλάτης, όστις εκαυχάτο ότι ήτον συγγενής του Κόμητος Καποδίστρια… Ο Σκουφάς, άγρυπνος παρατηρητής όλων των ομογενών, επρόσεξε και εις αυτόν, και φιλιωθείς μετ’ αυτού εστοχάσθη να τον εισάξη εις την Εταιρείαν και τω όντι, κατηχηθείς μαθών την Αρχήν υπεσχέθη μεγάλα πράγματα…».

Έτσι ο Σκουφάς, με τον ενθουσιασμό που διέκρινε και τις δικές του ενέργειες, όχι μόνο θα μυήσει τον Γαλάτη στις τάξεις  τις Εταιρείας  αλλά θα τον καταστήσει και μέλος της Υπέρτατης Αρχής,  με τα κρυπτογραφικά αρχικά ΑΔ, με άλλα λόγια του δίνει τη θέση του Εμμ. Ξάνθου, όταν ο τελευταίος δίνει την εντύπωση στον Σκουφά ότι μετά την κάθοδο του στην Κωνσταντινούπολη έχει πάρει τις αποστάσεις του από την Εταιρεία και έχει αδρανοποιηθεί. Παράλληλα ο Νικ. Σκουφάς στην αναζήτηση αρχηγού, μετά από την άρνηση του Άνθιμου Γαζή, θα αναθέσει στον Γαλάτη να βολιδοσκοπήσει τώρα τον Καποδίστρια. Κατά συνέπεια η ένταξη του Γαλάτη στον ηγετικό πυρήνα της Εταιρείας εκ μέρους του Σκουφά φαίνεται σαν πράξη επιβεβλημένη: ένα ανώτατο μέλος της Εταιρείας έπρεπε να προβεί και να προτείνει στον Καποδίστρια την αρχηγία και όχι ένα απλό μέλος: «Είναι η δεύτερη φορά που ο Σκουφάς  θα προσπαθήσει να αναδείξει αρχηγό μέσω απεσταλμένου».[6]

Γεώργιος Πέτροβιτς (Καραγεώργης). Ο αρχηγός την Σέρβων κατά την επανάσταση του 1804-1813 που τελικά κατεστάλη από τον Χουρσήτ πασά.

Ο Νικόλαος Γαλάτης, όπως άλλωστε αργότερα και ο Εμμανουήλ Ξάνθος, δεν θα καταφέρει να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της Εταιρείας, θα εξασφαλίσει όμως την ασφαλή φυγάδευση του από την Πετρούπολη προς την περιοχή των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών με ενέργειες του ίδιου του Καποδίστρια. Θα ακολουθήσει το πρώτο εξάμηνο του 1817 για τη ζωή και τη δράση της Εταιρεία το επεισόδιο Καραγιώργη, κατά το οποίο οι Φιλικοί αποφασίζουν να βοηθήσουν τον Καραγιώργη να επιστρέψει στη Σερβία, ώστε να συνδεθεί η μελλοντική επαναστατική δράση των Ελλήνων με μια παράλληλη των Σέρβων.

Ωστόσο, όπως  παρατηρεί ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος,[7]  μολονότι τα γεγονότα αυτά είναι γνωστά «αυτό που δεν προκύπτει επαρκώς είναι ο βαθμός επίσημα (έστω μυστικής) συμμετοχής των ρωσικών υπηρεσιών στο εγχείρημα και σε ποιο βαθμό η παρουσία στις ενέργειες αυτές Ελλήνων Φιλικών αντιστοιχεί προς το πρωτοβουλιακό επίπεδο της ¨Φιλικής συνωμοσίας¨ ή ανέρχεται στο επίπεδο μιας ευνοϊκής ρωσικής συμπλεύσης». Όπως  όμως και να έχουν τα πράγματα, και αυτή η πρώιμη προσπάθεια της Φιλικής Εταιρείας απέτυχε.

 

Ο όρκος των Φιλικών, έργο του Νικόλαου Τυπάλδου – Ξυδιά. Συλλογή Κουτλίδη. Δημοσιεύεται στο «Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι – Γλύπτες – Χαράκτες 16oς-20óς αιώνας», τ. Γ’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 2000, σ. 328.

 

Η επόμενη σοβαρή προσπάθεια της Εταιρείας είναι η συγκέντρωση των μελών της Υπέρτατης Αρχής στην Κωνσταντινούπολη. Η σχετική πρωτοβουλία φαίνεται ότι ανήκει και πάλι στον Νικόλαο Σκουφά, ο οποίος αποφασίζει τη μετακίνηση προς την καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με προφανή σκοπό το κέντρο βάρους της Εταιρείας να βρίσκεται κοντά στο πεδίο διεξαγωγής της μελλοντικής επανάστασης. Ενόψει του σκοπού αυτού ο Σκουφάς θα καλέσει πρώτα τον Αθ. Τσακάλωφ από τη Μόσχα στην Οδησσό και, όταν ο τελευταίος θα φθάσει προς τα τέλη Ιουλίου 1817, θα σκεφθούν μαζί για το μέλλον και τα προβλήματα της Φιλικής Εταιρείας. Μαζί, λοιπόν θα αποφασίσουν να κινήσει ο Τσακάλωφ για την Κωνσταντινούπολη, όπου ήδη βρισκόταν και ο Εμμανουήλ Ξάνθος, χωρίς, ωστόσο, να πραγματοποιεί σοβαρό έργο.

Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ έφθασε πράγματι στην Πόλη τον Οκτώβριο ή Δεκέμβριο του 1817, όπου θα τον ακολουθήσει και ο Σκουφάς, συνοδευόμενος από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο και τον Χριστόδουλο Λουριώτη· όλοι μαζί θα φθάσουν στις αρχές Απριλίου 1818. Διαθέτουμε μία επιστολή του Αθανάσιου Σέκερη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 4ns Απριλίου 1818 από την Οδησσό, με την οποία αυτός ειδοποιεί τον Ξάνθο για την επικείμενη άφιξη του Σκουφά στην πρωτεύουσα των Οθωμανών και του παρατηρεί: «…τον οποίον κάμνει τρόπον να τον ανταμώσω αμέσως μετά τον ερχομόν του».[8]

Πράγματι σε λίγες εβδομάδες όλος ο ηγετικός πυρήνας της Φιλικής Εταιρείας θα βρεθεί και πάλι, δηλαδή μετά την ίδρυση της Εταιρείας (1814), στον ίδιο χώρο, μολονότι, όπως τα πράγματα έχουν δείξει και θα δείξουν, οι δεσμοί μεταξύ των μελών της Εταιρείας είναι τόσο ισχυροί ώστε μπορούν να εκτελούν το έργο και την αποστολή τους ακόμα και όταν δεν βρίσκονται συγκεντρωμένοι όλοι μαζί στον ίδιο τόπο.

Ο Νικόλαος Σκουφάς όμως θα έχει και μια άλλη ιδέα: πρόκειται για τη χρησιμοποίηση ειδικών απεσταλμένων («Απόστολοι»), οι οποίοι θα είχαν ως αποστολή να περιοδεύουν στους ελληνικούς τόπους, όπου θα συνέλεγαν πληροφορίες, θα πραγματοποιούσαν επιτόπου μυήσει, θα ενημέρωναν την Υπέρτατη Αρχή. Το εγχείρημα αυτό όμως έχει τη μικρή προϊστορία του και χρονικά ανάγεται στον Νοέμβριο του 1817, όταν στην Οδησσό είχαν φθάσει τρεις πελοποννήσιοι στρατιωτικοί που είχαν υπηρετήσει στα Επτάνησα υπό τους Ρώσους.

Πρόκειται για τους Μανιάτες Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλο καθώς και τον Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά) από το χωριό Άγριλο Λεονταρίου, που πραγματοποιούσαν ταξίδι προς την Πετρούπολη για να διεκδικήσουν ορισμένα χρήματα από τις προς τους Ρώσους υπηρεσίες τους. Εκεί λοιπόν στην Οδησσό τους είχε συναντήσει ο Νικ. Σκουφας και τους είχε μυήσει στη Φιλική Εταιρεία· εν συνεχεία οι τρεις στρατιωτικοί θα μεταβούν στη Μόσχα, όπου και πάλι θα βρεθούν μέσα σε θερμό πατριωτικό κλίμα, καθώς θα τους υποδεχθούν ο Κομιζόπουλος και οι άλλοι Φιλικοί του μοσχοβίτικου πυρήνα· μάλιστα εκεί θα συναντήσουν και τον Καποδίστρια και φαίνεται ότι σχημάτισαν την ιδέα ότι πίσω από όλες αυτές τις συνωμοτικές κινήσεις βρισκόταν ο υπουργός του τσάρου.

Στην επιστροφή τους λοιπόν από τη Ρωσία οι τρεις στρατιωτικοί βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη όπου θα συναντήσουν ξανά τον γνώριμο τους Νικ. Σκουφά, που φιλοξενούσε ο Εμμανουήλ Ξάνθος στο σπίτι του. Αλλά στην Πόλη και μάλιστα στο σπίτι των Αινιάνων στα Θεραπεία – όπου κατέλυσαν οι Πελοποννήσιοι στρατιωτικοί – βρισκόταν κιόλας ο Παπαφλέσσας, μυημένος ήδη στα της Φιλικής Εταιρείας. Όλα λοιπόν συντελούσαν στη δημιουργία μιας έντονης επαναστατικής διάθεσης και γενικώς ενός κλίματος που εξήψε το πνεύμα των πρωτεργατών της Φιλικής Εταιρείας.

Εκεί ακριβώς μοιράστηκαν οι αποστολές για τον συντονισμό του έργου σε διάφορε ελληνικές περιοχές και επί τη βάσει του σχεδιασμού αυτού ο Αναγνωσταράς ανέλαβε την Ύδρα, τις Σπέτσες και μέρος της Πελοποννήσου, ο Ηλίας Χρυσοσπάθης και ο Παναγιώτης Δημητρόπουλος τη Μάνη και άλλοι άλλες περιοχές (λ.χ. ο Ασημάκης Κροκίδας την Ήπειρο και ειδικότερα τον ελληνικό κύκλο του Αλή πασά, ο Χριστόδουλος Λουριώτης την Πίζα και το Λιβόρνο), «για να συμπληρωθεί ο αριθμός των 12 του ευαγγελικού κύκλου, που από παρανόηση θεωρήθηκε ότι αντιγράφει η Φιλική Εταιρεία».[9]

Όμως ταυτόχρονα με όλα αυτά τα τόσο σημαντικά για τη μελλοντική επιτυχία του Αγώνα των Ελλήνων, η Φιλική Εταιρεία θα γνωρίσει ένα συντριπτικό πλήγμα: ο ενθουσιώδης και δραστήριος πατριώτης Νικόλαος Σκουφάς λίγο καιρό μετά την άφιξη του στην Κωνσταντινούπολη θα προσβληθεί από σοβαρό καρδιακό νόσημα.

Μια επιστολή του Αθανάσιου Τσακάλωφ προς τον Εμμ. Ξάνθο της 21.4.1818 από τη Σμύρνη αναφέρεται κιόλας στην ασθένεια του Σκουφά. Για την άφιξη του στην Πόλη αλλά και για την αρρώστια του φαίνεται ότι τον είχε ενημερώσει ο ίδιος  ο Ξάνθος («…εχάρην πρώτον μεγάλως και κυρίως διά το ευτυχές κατευώδιον του αγαπητού σου, μ’ όλον ότι μεγάλως « μ’ εδυσαρέστησεν η ασθένεια του…»).[10] Από το ίδιο γράμμα εξάλλου κερδίζουμε και μια ακόμη πληροφορία που έχει να κάνει με τον ενθουσιώδη και παρορμητικό χαρακτήρα του Σκουφά, που συναντά τις επιφυλάξεις του Τσακάλωφ, ο οποίος σημειώνει χαρακτηριστικά: «με κακοφαίνεται διά τον καλόν φίλον σου [Σκουφάς], ότι αι τόσαι εναντιότητες δεν τον έκαμαν ακόμη να σκέπτεται πλέον ησύχως, και να βλέπη καλλίτερα την αλήθειαν, και να διακρίνη μεταξύ τόσων πραγμάτων, τα οποία παρουσιάζονται με το σχήμα της».[11]

 

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. Έργο του γλύπτη Βάσου Φαληρέα (1905 – 1979).

 

Ο Νικόλαος Σκουφάς κατοικούσε τότε στο Κουρού Τσεσμέ (Ξηρά Κρήνη), όπου τον φρόντιζε ο γιατρός Mόσxos – αργότερα μετοίκησε στο Αρναούτκιοϊ, κοντά στο σπίτι του Ξάνθου και εκεί τον παρακολουθούσε ο γιατρός Ισαυρίδης. Για τους γιατρούς αυτούς και τις πληρωμές προς αυτούς για όσα έκαναν για να ανακουφίσουν τον Σκουφά θα μιλήσει αργότερα στην Απολογία του[12] ο Ξάνθος, όταν βρέθηκε στην ανάγκη να αποδείξει ότι δεν ξόδευε προς ίδιο όφελος τα χρήματα της Εταιρείας.

Ωστόσο, ο «καλός» (κατά τον χαρακτηρισμό του Ξάνθου) Νικόλαος Σκουφάς μέσα σε τρεις μήνες θα πεθάνει (31 Ιουλίου 1818) και θα ταφεί στο κοιμητήριο του προαστίου αυτού της Κωνσταντινούπολης.

Ο Νικόλαος Σκουφάς είναι φανερό ότι δεν ήξερε πολλά γράμματα, άλλωστε δεν διαθέτουμε σχεδόν κανένα κείμενο γραμμένο από τα χέρια του. Έτσι μοιραία ό,τι γνωρίζουμε γι’ αυτόν και τη δράση του προέρχεται από έμμεση πληροφόρηση, από τις διηγήσεις των άλλων. Όλοι πάντως συμφωνούν ότι υπήρξε ένας δραστήριος πατριώτη και ίσως αυτός να συνέλαβε πρώτος στο μυαλό του την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Ιωάννης Φιλήμων θα βάλει στο στόμα του Σκουφά κατηγορίες εναντίον του Γαλάτη και του Ξάνθου, στοιχεία που δεν διασταυρώνονται από άλλες πηγές· άλλωστε και ο ίδιος ορισμένα από αυτά θα τα πάρει πίσω. Ωστόσο, από την αφήγηση του Φιλήμονα είναι σκόπιμο να επαναλάβουμε εδώ τα λόγια του για τον Νικόλαο Σκουφά, που δεν πρέπει να αφίστανται πολύ από την αλήθεια:

«Ο Σκούφας ήτον άνθρωπος αυστηράς ηθικής, με ευαίσθητον και αγαθήν καρδίαν, φιλάνθρωπος, Ευεργετικός και με μέγαν πατριωτισμόν. Ήτο μέτρια παιδείας, αλλά μεγάλης πείρας. Το όνομα Ελλάς εθεώρει ως το γλυκύτερον υποκείμενον των στοχασμών του. Ετίμα την αρετήν και τον ενάρετον άνθρωπον. Δεν εφρόνει ως  τοιούτον τον πολλά πεπαιδευμένον, αλλ’ ανωφελή εις την ανθρωπότητα και εις το Έθνος του· τον με ολιγώτερα φώτα, με νουν υγιή και ωφέλιμον. Δεν εχθρεύετο τους Τούρκους, αλλά την Διοίκησιν και την πολιτικήν των. Ήτον εχθρός αδιάλλακτος καθενός εν γένει μισέλληνος. Αστείος και ευάρεστος εις την ομιλίαν και τας ευθυμίας, ενθυμείτο πολύ την ευεργεσίαν, χωρίς να καταδέχηται εκδικούμενος την κακίαν του άλλου. Eις τον σκοπόν της Εταιρίας ενόμιζε χρήσιμα τα στρατηγήματα και τα επιτηδεύματα, ως είπαμεν· αλλ’ απετύγχανεν συχνά εις την εκτέλεσίν των. Τοιούτος ήτον ο πρωτεργάτης του ενδόξου σκοπού της Ελληνικής Παλιγγενεσίας αείμνηστος ΣΚΟΥΦΑΣ!!!».[13]

 

Υποσημειώσεις


[1] Αναστάσιος Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Ε’, σ. 9.

[2] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 14.

[3] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 17.

[4] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 17.

[5] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 19.

[6] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 19.

[7] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 23.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 9.

[9] T. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 189 και Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 24.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 13.

[11] Στο ίδιο.

[12] Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Φιλικά Κείμενα, σ. 49.

[13] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 196-197

 

Βιβλιογραφία


  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος – Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη – Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Tάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Φιλικά Κείμενα. Εμμανουήλ Ν. Ξάνθου Απολογία, Παν. Αναγνωστοπούλου Παρατηρήσεις», π. Μνημοσύνη 7 (1978-1979), σ. 3-114.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Βασίλης Παναγιωτοπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής Επανάστασης», Ιστορία του Νέον Ελληνισμού 1770-2000, επιμέλεια Β. Παναγιωτόπουλος, τ. 3, Αθήνα, 2003, σ. 9-32.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Τάκης Κανδυλώρος, Η Φιλική Εταιρεία 1814-1821, Αθήνα 1926.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

.

Read Full Post »

Ξάνθος Εμμανουήλ (1772-1851)


 

Εμμανουήλ Ξάνθος

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, γεννήθηκε στην Πάτμο το 1772· γονείς του ο Νικόλαος και η Δούκαινα. Στο νησί του έμεινε ώς τα είκοσί του χρόνια και εκεί έμαθε όσα γράμματα μπό­ρεσε – και πάντως αρκετά για να σταδιοδρομήσει στο «επάγγελμα του γραμματικού των εμπόρων, ένα επάγγελμα ανοικτό σε πολλών ειδών επιρροές». [1] Οι πε­ρισσότεροι βιογράφοι του αναφέ­ρουν ότι φοίτησε και στη φημι­σμένη Πατμιάδα σχολή του νησι­ού του. Η πορεία του από το γενέθλιο νησί προς τα εμπορικά κέντρα της Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης, η εμπλοκή του στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, η δράση του στα χρόνια της ελληνι­κής επανάστασης, η σφοδρή μετεπαναστατική διαμάχη του με τον πρώην συναγωνιστή του στη Φιλι­κή Εταιρεία Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο και η εξ αυτής ανάγκη συγγραφής τεσσάρων κειμένων, όπου και η έκδοση πρωτοτύπων εγγράφων για την προεπαναστα­τική δράση των Φιλικών, με άλλα λόγια η πορεία μιας ζωής 80 ετών (πέθανε στην Αθήνα το 1851), συν­θέτουν τα πεπραγμένα μιας πολύ ενδιαφέρουσας προσωπικότητας που βρέθηκε στις πρώτες γραμμές της οργάνωσης του αγώνα προς την εθνική χειραφέτηση.

Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τη ζωή και τη δράση του Εμμ. Ξάνθου προέρχονται κυρίως από δικά του κείμενα στη συνάφειά τους με τις μαρτυρίες των συντρόφων του, και πάντως έχουν άμεση σχέση με την μετεπαναστατική αποτίμηση της δράσης των πρωταγωνιστών  του αγώνα. Στον απολογισμό αυτόν είναι προ­φανές ότι κάποιων ο ρόλος υπερτονίζεται και κάποιων άλλων υποβαθμίζεται εξαιτίας ποι­κίλων συμφερόντων και προσωπικών ή τοπι­κών ανταγωνισμών.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος αισθάνεται έντονα την υποβάθμιση της προεπαναστατικής κυ­ρίως δράσης του και προς υπεράσπιση του εαυ­τού του συντάσσει εκθέσεις, υπομνήματα αλ­λά και Απομνημονεύματα, κείμενα τα οποία λίγο – πολύ κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος.

Εμμανουήλ Ξάνθος, ξυλογραφία του 19ου αι.

Ωστόσο, πολύ εύστοχα, ο συντάκτης τους φρο­ντίζει να τα πλαισιώνει – κυρίως τα Απομνημονεύματά του – με πολλά έγγραφα από το προσω­πικό του αρχείο, για να καταστήσει τη φωνή του πιο πειστική και έγκυρη. Στα μετέπειτα χρόνια, ακόμα και στα πλέον πρόσφατα, νέα στοιχεία παράλληλα αλλά και συμπληρωματικά έφερε στο φως η ιστορική έρευνα, χωρίς όμως να μει­ωθεί καθόλου η αξία της φωνής του Εμμανουήλ Ξάνθου, στην οποία κυρίως θα στηριχθούμε για τη σύνταξη ms παρούσας βιογραφίας.

Με βάση λοιπόν τις πληροφορίες αυτές, ο Εμμ. Ξάνθος, αφήνοντας το νησί του το 1792, θα κατευθυνθεί πρώτα προς τη Σμύρνη και στη συνέχεια προς την Τεργέστη, σπουδαία εμπορικά κέντρα της εποχής, με προφανή σκο­πό να μαθητεύσει κοντά σε έλληνες εμπόρους. Επόμενος σταθμός του (1810) ένα άλλο ση­μαντικό εμπορικό κέντρο της εποχής, αρκετά μακριά από το Αιγαίο και την Αδριατική, η Οδησσός της Μαύρης Θάλασσας, όπου πα­ρέμεινε «γραμματεύων (…) παρά τω μεγαλεμπόρω Βασιλείω Ξένη(…) και εμπορευόμενος (…)», όπως ο ίδιος αναφέρει στα Απομνη­μονεύματά του.[2] Είναι εξαιρετικά πιθανό ο Βα­σίλειος «Ξένης» να είναι μέλος της γνωστής πατμιακής οικογένειας των Ξένων, εμπόρων γνωστών από πολλές πηγές.

Ύστερα από δύο χρόνια, το 1812, ο Ξάνθος εγκαταλείπει την Οδησσό και έρχεται στην Κωνσταντινούπολη, όπου σχετίζεται τώρα με ηπειρώτες εμπόρους, και το πράγμα τούτο έχει τη σημασία του, δεδομένου ότι και οι μετέπειτα σύντροφοί του στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, Νικόλαος Σκουφάς και Αθανάσιος Τσακάλωφ, είναι ηπειρωτικής καταγωγής.

Από τη συνάφεια αυτή με τους ηπειρώτες εμπόρους θα προέλθει το 1813 ένα γεγονός, το οποίο, όπως θα δείξουν τα πράγματα, συνετέλεσε αποφασιστικά στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας και ειδικότερα στη δομή και τη συνωμοτική οργάνωσή της. Γνωρίζουμε, δηλαδή, και από τη δική του μαρτυρία [3] αλλά και από νεότερες έρευνες [4] ότι ο Ξάνθος το 1813 μετακινήθηκε από την Κωνσταντινού­πολη στην περιοχή Πρέβεζας – Λευκάδας με αντικειμενικό σκοπό την αγορά λαδιού για λο­γαριασμό της Εταιρείας (συντροφιά περιορι­σμένου χρόνου) των ηπειρωτών εμπόρων Ασημάκη Κροκίδα, ανθρώπου του Αλή πασά στην Κωνσταντινούπολη, Χριστόδουλου Οικονό­μου, Κυριάκου Μπιτσακτσή, της οποίας ήταν, φαίνεται, και ο ίδιος εταίρος. Στην κίνησή του προς τους εμπορικούς προορισμούς της δυτι­κής Ελλάδας πέρασε βέβαια και από τα Γιάν­νενα για να πάρει την άδεια του Αλή πασά – μέσω του Μάνθου Οικονόμου, αδελφού του συνεταίρου του Χριστόδουλου Οικονόμου και γραμματικού του πασά των Ιωαννίνων και του φίλου του Κωνστ. Μαρίνογλου. Πέρα από αυτά όμως, το σημαντικότερο γεγονός του ταξι­διού αυτού είναι ότι ο Ξάνθος, όντας στη Λευ­κάδα για τα λάδια της, μυήθηκε στον τεκτονι­σμό με την υποκίνηση του φίλου του Παναγιωτάκη Καραγιάννη, «εισήχθη εις την εται­ρίαν των Ελευθέρων Κτιστών», σύμφωνα με τα λόγια του, πάντα στην τριτοπρόσωπη αφήγη­ση των συμβάντων του βίου του.[5]

Η σημαντική αυτή πληροφορία του Ξάν­θου επιβεβαιώθηκε και από τη σύγχρονη έρευ­να [6] αλλά και πιο πρόσφατα από το Αρχείο του ίδιου του Εμμ. Ξάνθου,[7] στο οποίο υπάρχουν αναλυτικές καταγραφές για τα εμπορικά απο­τελέσματα του ταξιδιού αυτού. Εξάλλου, η ιστορική έρευνα [8] έφερε στο προσκήνιο πολ­λά στοιχεία και για τον Παναγιωτάκη Καραγιάννη, πρόσωπο που εκτός από τη μασονική ιδιότητά του υπήρξε και ικανός αγωνιστής της Επανάστασης και υπηρέτησε ως έπαρχος την ίδια περίοδο σε διάφορα μέρη.

Φυσικά δεν πρέπει να περάσει απαρατή­ρητο το γεγονός ότι ο ίδιος ο Ξάνθος, αναφέροντας το γεγονός της μύησής του αργό­τερα (1845) στα Απομνημονεύματά του επι­διώκει σαφώς να συνδέσει την τεκτονική ιδιό­τητά του με την ίδρυση της Φιλικής Εται­ρείας, γράφοντας μάλιστα σε μια εποχή όπου η πράξη αυτή οπωσδήποτε δεν αποτελούσε κανονικότητα. Πρέπει επίσης να τονίσουμε το γεγονός ότι η μύησή του υπήρξε καθ’ όλα κανονική και επίσημη, έγινε δηλαδή με όλες τις τελετουργικές απαιτήσεις του μασονισμού και σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε ατελής, όπως θέλησε να την εμφανίσει αρ­γότερα (1926), ο Τάκης Κανδηλώρος στο σύγγραμμά του για τη Φιλική Εταιρεία, προκειμένου να υποβαθμίσει την τεκτονική ιδιό­τητα του Εμμ. Ξάνθου.

 

Αθανάσιος Τσακάλωφ, Νικόλαος Σκουφάς, Εμμανουήλ Ξάνθος. Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας. Οδησσός, 1814. Ως ημέρα της ιδρύσεως της Φ. Ε. Καθιερώθηκε η 14η Σεπτεμβρίου. Ξυλογραφία, έργο Βάσου Φαληρέα, 1970. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

 

Τον ίδιο χρόνο της παραπάνω εμπορικής δραστηριότητας (1813) ο Ξάνθος επέστρε­ψε στην Κωνσταντινούπολη από το ηπει­ρωτικό ταξίδι του, κανόνισε τους εμπορικούς λογαριασμούς του με τους άλλους συντρό­φους του και εν συνεχεία αναχώρησε για την οικεία σ’ αυτόν πόλη της Οδησσού. Εκεί, όπως ο ίδιος γράφει στα Απομνημονεύματά του, «κατά τας αρχάς του Νοεμβρίου 1813 εγνωρίσθη και συνεφιλιώθη μετά του Νικο­λάου Σκουφά και Αθανασίου Τσακάλωφ, εις μίαν δε συναναστροφήν το 1814 συζητούντες τα της καταστάσεως της Πατρίδος, ρί­πτουν την ιδέαν της ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας και επιδίδονται εις την εκτέλεσιν της μεγάλης εκείνης αποφάσεως».

Φιλικός, Εμμανουήλ Ξάνθος εκ Πάτμου, Ελληνικά Γραμματόσημα,1947.

Το πρώτο χρονικό διάστημα της κοινής παραμονής των τριών πρωτεργατών της Φι­λικής Εταιρείας στην Οδησσό είναι ο Νοέμ­βριος 1813, όπως ο ίδιος ο Ξάνθος αναφέρει, ενώ τον επόμενο χρόνο, χωρίς να είναι γνω­στή η ακριβής ημερομηνία της ιδρυτικής πρά­ξης και χωρίς να αναφέρεται ποιος από τους τρεις υπήρξε ο εμπνευστής της ιδέας, θα ιδρύ­σουν τη Φιλική Εταιρεία. Οι περισσότερες μεταγενέστερες πηγές τοποθετούν την ίδρυ­ση της Εταιρείας στο καλοκαίρι του 1814, ενώ κάποια φήμη θέλει τους Φιλικούς να εορ­τάζουν την 14η Σεπτεμβρίου (εορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού) ως ημερομη­νία ίδρυσης της Εταιρείας, φήμη βέβαια η οποία ενέχει προφανείς συμβολισμούς στη συνάφεια με το θρησκευτικό γεγονός της ύψωσης του Τιμίου Σταυρού που γιορτάζε­ται από την Εκκλησία την ημέρα αυτή.

Το πρώτο διάστημα μετά από την ίδρυση της Εταιρείας δεν φαίνεται να συμβαίνουν σημαντικές διεργασίες στο επίπεδο της συ­νωμοτικής δραστηριότητας στην Οδησσό, καθώς μάλιστα δύο από τους τρεις ιδρυτές της, δηλαδή ο Τσακάλωφ και ο Ξάνθος, αντι­μετωπίζουν οικονομία δυσκολίες, οι οποί­ες, κατά πάσα πιθανότητα, θα αναγκάσουν τον τελευταίο να επιστρέψει στην Κωνστα­ντινούπολη, όπου τον βρίσκουμε να εργάζε­ται στον εμπορικό οίκο του Μυτιληνιού εμπόρου και αργότερα δραστήριου Φιλικού Παλαιολόγου Λεμονή.

Γνωρίζουμε, πάντως, ότι στην Οδησσό, τα τρία ιδρυτικά στελέχη της Εταιρείας την πρώτη περίοδο και λίγο πριν αποχωριστούν κατάρτισαν ένα πρώτο σχέδιο «κατήχησή» των μελών της εταιρείας και δεσμεύτηκαν να αλληλογραφούν με συνθηματική αλληλογραφία. Η μασονική μύηση του Εμμ. Ξάνθου οπωσδήποτε συ­νεργεί στην οργάνωση της συνωμοτικότητας βάσει κάποιου σοβαρού σχεδιασμού, ενώ και ο Αθαν. Τσακάλωφ διαθέτει κάποια συ­ναφή πείρα από την εμπλοκή του στο «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» – εταιρεία με εμφανή φιλανθρωπικοπολιτικό χαρακτήρα που ιδρύθηκε το έτος 1809 – του Πα­ρισιού. (Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα ψευδώνυμα του Ξάνθου με τα οποία απευθύνονται προς αυτόν οι αλληλογράφοι του και τα οποία κινούνται γύ­ρω από τα αρχικά Α Θ: Α. Θυμίδης, Ανα­στάσιος Θυμίδης, Αντώνιος Θωμαΐδης, Ανα­στάσιος Θωμαΐδης, Αγγελής Θεοδωρίδης, Ανδρέας Θεοδωρίδης, Αναστάσιος Θεοδω­ρίδης, Α. Θέρμανδρος, Α. Θεοδώρου, Αλέ­ξανδρος Θεοδώρου, αλλά και Βασίλειος Θεαγενίδης, Μιχαήλ Θεοδοσιάδης, Δ. Θυμίδης, Ξενίδης, αν έχουμε καταφέρει να εντοπί­σουμε το σύνολό τους…).

Ο Εμμ. Ξάνθος, όντας στην Κωνσταντι­νούπολη, μολονότι ορισμένες ιστοριογραφικές αναφορές τον θέλουν να κατηχεί νέα μέ­λη και γενικά να δραστηριοποιείται έντονα παρά την αδυναμία των πηγών να καταθέ­σουν αντίστοιχα τεκμηριωτικά στοιχεία, εμ­φανίζεται αρχικά αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα της Εταιρείας. Φαίνεται μάλιστα πως δίνει την εντύπωση στον Σκουφά ότι έχει πάρει τις αποστάσεις του από την εν γένει συ­νωμοτική δράση. Ίσως μάλιστα στην εντύ­πωση αυτή του Σκουφά να οφείλεται το γε­γονός ότι στη θέση του Ξάνθου ως μέλος της Υπέρτατης Αρχής με τα αρχικά Α Δ (τα οποία έως τότε υποδήλωναν το όνομα του Ξάνθου· αργότερα, όπως είπαμε, έλαβε τα αρχικά Α Θ) ο ηπειρώτης φιλικός τοποθετεί, με συνο­πτικές διαδικασίες, τον αινιγματικό και με τρα­γικό τέλος ιθακήσιο φιλικό Νικόλαο Γαλάτη, με απώτερο σκοπό αυτός ο τελευταίος να πλησιάσει τον Ιωάννη Καποδίστρια και να του προτείνει την αρχη­γία της Φιλικής Εταιρείας. Πράγμα­τι, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, το τελευταίο θα γί­νει αλλά δεν θα ευοδωθεί, μολονότι ώς ένα βαθμό και μόνον η κοινοποίηση της ύπαρξης της Εται­ρείας στον Κερκυραίο πολιτικό και υπουργό του τσάρου δεν ήταν καθόλου ασήμαντο γεγονός.

 

Σφραγίδα της μυστικής Αρχής της Εταιρείας. Τα γράμματα αντιστοιχούν στα αρχικά των κύριων ονομάτων των Αρχηγών της Εταιρείας, στα οποία προτάσσεται του Καποδίστρια: Ι: Ιωάννης Καποδίστριας, Α: Άνθιμος Γαζής, Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ, Π: Παναγιώτης Σέκερης, Ν: Νικόλαος Σκουφάς, Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος, Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος, Α: Αθανάσιος Σέκερης. Το γράμμα Ε αντιστοιχεί στη λέξη Ελλάς.

 

Αυτά τα γεγονότα συμβαίνουν το 1816. Ωστόσο, ο Εμμ. Ξάνθος δεν είχε εγκαταλεί­ψει τη Φιλική Εταιρεία, πράγμα που ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του[9] ενισχύει με τη δη­μοσίευση της επιστολής προς τον ίδιο, του Αθα­νάσιου Τσακάλωφ από την Οδησσό της 8ης Αυγούστου 1817, με την οποία ο δεύτερος του ανακοινώνει την πρόθεσή του να συναντηθούν στην Κωνσταντινούπολη για να προωθήσουν τον συνωμοτικό σχεδιασμό τους.

 

Εφοδιαστικό της Φιλικής Εταιρείας. «Εις το όνομα της μελλούσης σωτηρίας Καθιερώνω Ιερέα Φιλικόν και αφιερώνω εις την αγάπην της Φιλικής Εταιρείας και εις την υπεράστησιν των Μεγάλων Ιερέων των Ελευσίνιων τον συμπολίτην κυρ Βαγγέλη Κεφαλληναίον, ετών τριάντα οκτώ, επαγγέλματος εμπορικού, ως θερμόν υπερασπιστήν της Εταιρείας και της πατρίδος κατηχηθέντα και ορκωθέντα παρ’ εμού (Σ.Κ.) 9, Πάτρα, έτει των Φιλικών, 24 Ιανουαρίου». Δημοσιεύεται στο Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), «Η Φιλική Εταιρεία», Αθήνα, εκδ. Ακαδημία Αθηνών, 1964, σ. 159.

 

Η συνάντηση αυτή τελικά πραγματοποι­ήθηκε τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ενώ τον Απρίλιο του επόμενου έτους (1818) έφθασε στην Πόλη και ο Νι­κόλαος Σκουφάς, ο οποίος μάλιστα θα κα­ταλύσει στο σπίτι του Ξάνθου και με αυτόν τον τρόπο το πρώτο ηγετικό – ιδρυτικό τμή­μα της Φιλικής Εταιρείας θα δραστηριοποι­ηθεί εκ νέου και υπό άλλες βέβαια συνθήκες στο κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκεί πράγματι αναπτύσσεται έντονη συνω­μοτική δράση με τη μύηση σημαντικών προ­σώπων στη Φιλική Εταιρεία, και πάντως η συνολική δραστηριότητα είναι τέτοια που «άλλαξε ριζικά τα πνεύματα και τις διαθέ­σεις των συναρχηγών».[10]

Εξάλλου, τώρα πια, τα ανώτερα στελέχη της Φιλικής Εταιρείας έχουν συναρθρώσει ισχυρούς συνεκτικούς δεσμούς μεταξύ τους και βέβαια την ανάλογη αποφασιστικότη­τα, στοιχεία που θα τους επιτρέψουν να ενερ­γούν στο μέλλον αυτόνομα και όταν ακόμη δεν βρίσκονται ταυτόχρονα στον ίδιο τόπο. Αντίθετα, θα λέγαμε ότι οι συνθήκες πλέον τους επέβαλλαν να κινούνται σε διαφορετι­κά σημεία και να αναλαμβάνουν ο καθένας διαφορετική αποστολή στην υπηρεσία του κοινού σκοπού, ο οποίος, σύμφωνα με τη σύλληψή τους, απέβλεπε στη σοβαρή προ­ετοιμασία για τη χειραφέτηση των υπόδου­λων Ελλήνων με βάση την αυτόνομη δράση και πάντως εκτός των πλαισίων δράσης και των πολιτικών σχεδίων των Μεγάλων Δυ­νάμεων της εποχής, που κατά καιρούς δεν είχαν προσφέρει τίποτε το ουσιαστικό στην ελληνική υπόθεση.

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ξυλογραφία του Τάσσου.

Με βάση αυτόν το σχεδιασμό η αποστο­λή που ανέλαβε ο Εμμ. Ξάνθος ήταν να προ­σπαθήσει ο ίδιος, μετά την πρώτη αποτυχη­μένη προσπάθεια του Νικολάου Γαλάτη, να μεταβεί στην Πετρούπολη για να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την ηγε­σία της Εταιρείας. Εν τω μεταξύ η οργάνω­ση γνωρίζει και την πρώτη σοβαρή απώλεια με το θάνατο του Νικολάου Σκουφά, ο οποίος όντας στην Κωνσταντινούπολη αρρώστησε από σοβαρό καρδιακό νόσημα και σε τρεις μήνες από την πρώτη εκδήλωση της ασθένειας πέθανε (31 Ιουλίου 1818), [11] μολο­νότι στο διάστημα αυτό δεν έμεινε τελείως ανε­νεργός. Τη θέση του Σκουφά στο ηγετικό σχήμα της Εταιρείας θα καταλάβει τώρα ο Πα­ναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ενώ η συμβολή του Παναγιώτη Σέκερη και κυρίως η μεγάλη οικονομική του συνδρομή είναι σταθερή και απο­φασιστική για την ευόδωση του έργου της Φιλικής Εταιρείας.

Στη γραμμή της ανα­ζήτησης αρχηγού με όνο­μα υψηλού κύρους, ο Εμμ. Ξάνθος θα ταξιδέ­ψει τον Οκτώβριο του 1818 στο Πήλιο για να συναντήσει τον Άνθιμο Γαζή, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία (Οδησ­σός 1816) προκειμένου να συνεννοηθούν για το ταξίδι στην Πετρούπολη. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στην απόφαση που είχε λάβει το ηγετικό τμήμα της Φιλικής Εταιρείας στις 22 Σεπτεμβρίου 1818 να επιχειρήσει την ανά­θεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας στον Ιωάννη Καποδίστρια: στη γραμμή αυτή η σχε­τική  απόφαση προβλέπει ότι «ουδείς δεν θέλει φανερώσει την Κινητικήν Αρχήν… γίνεται εξαίρεσις, ως προς την φανέρωσιν μόνον της Κινητικής Αρχής του Εμμανουήλ Ξάνθου, υπάγοντος εις αντάμωσιν του Κόμητος Ιωάννου, έχων την άδειαν να φανερώση εις αυτόν μό­νον την Αρχήν…».[12] Όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, πέρα από την ενημέρωση του Άνθιμου Γαζή, ηγετικού μέλους πλέον, όπως αναφέραμε, της Φιλικής Εταιρείας, έπρεπε ο τελευταίος να συγκατατεθεί αρχικά για την επιλογή του Καποδίστρια και παράλληλα να εγχειρίσει στον Εμμ. Ξάνθο συστατική επι­στολή προς τον υπουργό του τσάρου, καθώς οι σχέσεις Γαζή-Καποδίστρια ήταν ιδιαίτερα στενές και χρονολογούνταν από την εποχή της κοινής τους δράσης (1814) στα πλαίσια της «Φιλομούσου Εταιρείας» της Βιέννης.

Μετά από τη συνάντηση, τις συνομιλίες στις Μηλιές του Πηλίου και τη συστατική επι­στολή του Γαζή προς τον Καποδίστρια, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα επιστρέψει και πάλι στην Κωνσταντινούπολη (Δεκέμβριος 1818) και στη συνέχεια (19 Φεβρουάριου 1819) θα αρχίσει το ταξίδι της Ρωσίας, συνοδευόμενος στο πρώ­το στάδιό του από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, μαζί με τον οποίο αρχικά θα βρε­θεί στη Μολδοβλαχία (Γαλάζιο). Aς σημειωθεί ότι ο Αναγνωστόπουλος δεν θα συνεχίσει το ταξίδι μαζί με τον Ξάνθο αλλά θα παρα­μείνει στις Ηγεμονίες όπου θα αναπτύξει ση­μαντική δράση στα οργανωτικά πλαίσια της Εταιρείαχ, όντας ήδη ανώτατο στέλεχός της.

Ωστόσο, ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν βρί­σκεται αυτήν την εποχή στην Πετρούπολη, καθώς με άδεια του τσάρου επέστρεψε και παρέμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα στην πατρίδα του Κέρκυρα (έφθασε εκεί στις 23 Μαρτίου 1819) προκειμένου να επισκεφθεί την οικογένειά του. Έτσι ο Ξάνθος, εν αναμονή της επιστροφήχ του Καποδίστρια στην Πετρούπολη, θα περιπλανη­θεί σε διάφορεε πόλεις της ms Βεσσαραβίας (Τομάροβο, Ρένι, Δουμπασάρι), όπου, ανά­μεσα στα άλλα, θα επιχειρήσει και ορισμένες μυήσεις, από τις οποίεε η πλέον χαρατηριστική είναι εκείνη του Σταμάτη Κουμπάρη. Από τις πολλές επιστολές που αυτή την εποχή φθάνουν συνεχώς στα χέρια του Ξάνθου – και ειδικότερα από εκείνες που του αποστέλλει ο συμπατριώτης του και φιλικός Μιχαήλ Φωκιανός και άλλα πρόσω­πα – γίνεται φανερό ότι ο Ξάνθος παράλλη­λα με τη συνωμοτική δράση του δεν έχει εγκαταλείψει τις εμπορικές του δραστηριότητες, δεδομένου μάλιστα ότι η οικογένειά του παραμένει πάντα στην Κωνσταντινού­πολη και έχει ανάγκη από τη χρηματική συν­δρομή του για την επιβίωσή της. Άλλωστε, αυτό μαρτυρεί και μια σειρά από εμπορικές δοσοληψίες που τώρα έχουμε στη διάθεσή μας χάρις στην έκδοση του Αρχείου του.[13]

Στη γραμμή αυτής της οιονεί περιπλάνησης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, εντο­πίζεται ο Ξάνθος τον Αύγουστο του 1819 αλλά και στις αρχές του Σεπτεμβρίου του ίδι­ου έτους στο Κισνόβι και στο Ισμαήλι, ενώ είναι πολύ χαρακτηριστικές μερικές επιστολές της εποχής αυτής,[14] των οποίων οι συντάκτες αδυνατώντας να εντοπίσουν σε στα­θερό μέρος τον Ξάνθο αναγράφουν ως τόπο παράδοσης εναλλακτικές πόλεις ή την έν­δειξη «όπου ευρίσκεται».

Ωστόσο, κάποια στιγμή, και πάντως το φθι­νόπωρο του 1819, παίρνει τον δρόμο για τη Ρωσία και συγκεκριμένα για τη Μόσχα, στην οποία μέσω Κιέβου και Νίζνας θα βρεθεί στα τέλη Οκτωβρίου 1819, όπου θα φιλοξενηθεί στο σπίτι του παλαιού μέλους της Αρχής Αντ. Κομιζόπουλου, με τον οποίο συνεργάστηκε πολύ στενά για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων της Εταιρείας. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτής της μοσχοβίτικης οργανωτικής δραστηριότητας ο Ξάνθος θα αποφασίσει την ένταξη στη Φιλική Εταιρεία και του γιαννιώτη εμπόρου Νικόλαου Πατζιμάδη, με σκοπό να οργανωθεί στη Μόσχα «ένας νέος ηγετικός πυρήνας εν όψει της διαγραφόμενης αναβάθ­μισης της ρωσικής απόχρωσης της Εταιρεί­ας».[15] Γνωρίζουμε εξάλλου ότι στη Μόσχα ο Ξάνθος θα γίνει και πάλι μέλος της μασονικής στοάς με όλους τους τύπους, ωσάν να μην εί­χε προηγηθεί η ένταξη της Λευκάδας, πράγ­μα που σε συνδυασμό με την πρώτη μύηση στη Λευκάδα απαιτεί συμπληρωματικές έρευ­νες που ξεπερνούν το σχεδία­σμά αυτής της βιογραφίας.

Μετά από όλα αυτά και με την επιστροφή του Καποδίστρια στη θέση του στην Πε­τρούπολη, ο Εμμ. Ξάνθος, στις αρχές Ιανουάριου 1820, θα ξε­κινήσει για την πρωτεύουσα της ρωσικής αυτοκρατορίας. Στην πόλη αυτή θα φθάσει στις 15 του ίδιου μήνα και την επομένη θα γίνει δεκτός από τον Ιωάννη Καποδίστρια, γεγονός το οποίο πιθανώς υποδηλώνει ότι στην Πετρούπολη υπήρχε ήδη ένας οργανωτικός πυρήνας της Φιλι­κής Εταιρείας που είχε προετοιμάσει το έδαφος για τη συ­νάντηση αυτή. Παράλληλα, βέ­βαια, αυτό φανερώνει και τη συ­νεχή εμπλοκή – τουλάχιστον στο πεδίο της ενημέρωσης – του Καποδίστρια στα σχέδια της Εται­ρείας (ας υπενθυμίσουμε πάλι την πρώτη απόπειρα ενημέρω­σης του Καποδίστρια για τα συ­νωμοτικά τεκταινόμενα και την πρόταση ανάληψης της αρχηγίας που έγινε από τον Νικόλαο Γαλάτη), και πάντως ενισχυτικό της άποψης αυτής είναι το γεγονός ότι ο ιδιαίτερος γραμματέας του Καποδίστρια, ο κερκυραίος Κωνσταντίνος Καντιώτης, είναι ήδη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ στην Πε­τρούπολη βρίσκεται αυτή την εποχή και ο επί­σης δραστήριος φιλικός αλλά και στενός φίλος του Καποδίστρια γιατρός Πέτρος Ηπίτης.

Η πρώτη συνάντηση Καποδίστρια – Ξάνθου, όπως είπαμε, έγινε στις 16 Ιανουάριου 1820 με διερευνητικούς σκοπούς, ενώ ύστερα από 4-5 μέρες ακολούθησε δεύτερη συνάντηση μεταξύ των δύο ανδρών αλλά και πάλι χωρίς θετικά απο­τελέσματα. Ουσιαστικά δηλαδή ο Καποδίστριας αρνήθηκε να αποδεχθεί την αρχηγία της Φιλι­κής Εταιρείας, προφασιζόμενος την επίσημη θέ­ση που κατείχε στη ρωσική κυβέρνηση.

Η άρνηση αυτή αποτέλεσε, όπως είναι προ­φανές, ισχυρό πλήγμα στα σχέδια της Εταιρεί­ας, όμως δεν υπήρξε καίριο επειδή η δυναμική των πραγμάτων πλέον ευνοούσε την ορμή των Φιλικών και τον οργανωτικό σχεδίασμά τους, σύμφωνα με τον οποίο, για την ευόδωση των σκοπών της Εταιρείας, έπρεπε να τοποθετηθεί επικεφαλής αυτής μία σημαντική προσωπικότητα. Πολύ καλά μάλιστα τονίζει τη δυναμική αυτή ένα απόσπασμα από επιστολή του Πα­ναγιώτη Σέκερη, ο οποίος αναφερόμενος στην αποστολή του Ξάνθου επισημαίνει ότι «… επειδή η επιτυχία τούτου δεν θέλει επιφέρει καμμίαν δυσκολίαν εις κανένα και σχεδόν ασυλλόγιστον πράγμα. Ούτε η αποτυχία του (ην μη δώση ο Κύριος) δύναται ν’ ανατρέψη τα έως τώρα γεγονότα, τα οποία υπόσχονται αίσιον τέλος και η θεία Χάρις να τα φυλάξη από το βάσκανον όμμα του πονηρού δαίμονος».[16]

Ο Εμμ. Ξάνθος, όντας σε δύσκολη θέση, πρέπει να παρέμεινε στην Πετρούπολη ολό­κληρο τον μήνα Μάρτιο του 1820 και πρέπει επίσης να είδε τον Καποδίστρια και άλλες φορές, ενώ είναι εξακριβωμένο ότι ταυ­τόχρονα ο υπουργός του τσά­ρου συναντούσε και τον απεσταλμένο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη Καμαρηνό Κυ­ριακό, πράγμα που υποδηλώνει και τις εσωτερικές συγκρούσεις εντός της Φιλικής Εταιρείας (είναι άλλωστε γνωστό ότι ο Κυριακός αργό­τερα θα έχει το ίδιο τραγικό τέλος με τον Γαλάτη, ως αποτέλεσμα των συ­γκρούσεων αυτών). Εξάλλου, είναι διαπι­στωμένο ότι και ο ίδιος ο τσάρος και βέβαια η μυστική αστυνομία του, είναι ενήμεροι για τις συνωμοτικές ενέργειες των Ελλήνων.

Όπως είπαμε, η ορμή των Φιλικών και η φορά των πραγμάτων δεν είναι πλέον δυνα­τόν να αναχαιτισθεί από κάποια αρνητικά γε­γονότα, έστω και αν προσωρινά δοκιμάζεται, και έτσι μετά την άρνηση του Καποδίστρια ο Εμμ. Ξάνθος θα επιχειρήσει να προσελκύσει στην αρχηγία της Εταιρείας τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ενεργώντας, κατά τα φαινόμενα αυτοβούλως, χωρίς δηλαδή να περιμένει τη σύμφωνη γνώμη των άλλων ηγετικών στελε­χών της Εταιρείας. Ιδού πώς περιγράφει την απόφαση αυτή ο ίδιος ο Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του: «Απελπισθείς λοιπόν ο Ξάνθος από τον Κόμητα, στοχασθείς δε ότι διά να κατορθωθή ο σκοπός της Επαναστάσεως με κα­λήν έκβασιν, ήταν αφεύκτως αναγκαίος να φανή εις το έθνος είς των σημαντικών προς ενθάρρυνσιν αυτού έστρεψε τον στοχασμόν του εις άλλο υποκείμενον λαμπρόν ως  τον Καποδίστρια, επιτηδειότερον δε ίσως τούτου, τον πρίγκιπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, στρατη­γόν και υπασπιστήν του Αυτοκράτορος…».[17]

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης

 

Όμως ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, σε αντίθεση με τον διστακτι­κό Καποδίστρια, εγκατα­λείπει τη θέση του στο στρατιωτικό σύστη­μα της ρωσικής αυτοκρατορίας, και αποδέχεται την πρόταση του Ξάνθου, δηλα­δή την υπέρτα­τη ευθύνη του «Γενικού Εφό­ρου» της Φιλικής Εταιρείας. Εξάλλου, και η διαπιστωμένη μασονική ιδιότητα του Υψηλάντη πρέ­πει να έπαιξε ρόλο σε αυτή την προσέγγιση και συμφωνία.

Ως επίσημη μαρτυρία του ση­μαντικού αυτού γεγονότος διαθέ­τουμε ένα λιτό έγγραφο της 12nς Απριλίου 1820 που έχει συνταχθεί στην Πετρούπολη και υπογράφεται από τον Αλέξανδρο Υψη­λάντη, τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Ιωάν­νη Μάνο, συγγενή του Υψηλάντη και υπάλ­ληλο στην αγγλική πρεσβεία της Πετρούπολης και βέβαια ενεργό μέλος της Φιλικής Εταιρείας, που φαίνεται ότι μεσολάβησε για την προσέγγιση Υψηλάντη – Ξάνθου:[18]

 

«Κατά την άπαξ εγκριθείσαν γνώμην, συνελθόντα τα μέλη της Ελληνικής Εταιρίας και συσκεφθέντα μετ’ ακριβούς ερεύνης και εξετάσεως, εγνώρισαν Γενικόν έφορον της Ελληνι­κής Εταιρείας, τον εκλαμπρότατον κύριον Αλέ­ξανδρον Υψηλάντην, ίνα εφορεύη και επι­στατή εν πάσι όσα κρίνονται άξια, ωφέλιμα και πρέποντα τη Ελληνική Εταιρεία. Eις ασφάλισιν των εγκριθέντων βεβαιούται τη υπο­γραφή εκάστου των μελών.

 

Εν Πετρουπόλει τη 12 Απριλίου 1820

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Ιωάν. Μάνος, Εμ. Ξάνθος»

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Εθνικό Ημερολόγιο Βρεττού, Παρίσι (1862).

 

Έτσι, λοιπόν, και χάρις στις επίμονες προ­σπάθειες του Εμμανουήλ Ξάνθου η εκκρεμό­τητα της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας θα λήξει και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με το συν­θηματικό όνομα «Καλός» και τα στοιχεία A Ρ θα τεθεί επικεφαλής του αγώνα. Όπως είναι εύλογο, ως επακόλουθο της σημαντικής αυ­τής ενέργειας, ο Υψηλάντης θα ενημερωθεί εκεί στην Πετρούπολη από τον Ξάνθο για την κατάσταση της Εταιρείας, θα παραλάβει από αυτόν όλα τα απαραίτητα έγγραφα κα­θώς και λεπτομερή καταγραφή των δαπανών και εν συνεχεία θα αναλάβει ο ίδιος σοβαρές πρωτοβουλίες για τον συντονισμό της δράσης όλων των μελών και τον γενικότερο σχεδία­σμά «με την πρόθεση να συγκροτήσει ένα νέο οργανισμό, που θα ήταν και ο τελικός οργα­νισμός της Εταιρείας – ο μηχανισμός της εξέ­γερσης». [19] Παράλληλα, βέβαια, όπως η αλ­ληλογραφία μεταξύ των μελών καταδεικνύει, μεγάλος υπήρξε ο ενθουσιασμός και το ηθικό αυξάνεται κατακόρυφα.

Σφραγίδα Δημητρίου Υψηλάντη. Δημοσιεύεται στο «Μουσείο της Φιλικής Εταιρείας», Αθήνα, Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, 1994, σ. 90

Σημειώνουμε επιπρόσθετα ότι από την παραμονή του Εμμ. Ξάνθου στην Πετρούπολη έχουμε τώρα – με την έκδοση του Αρχείου του από την ΙΕΕ – ένα κατάστιχο εσόδων – εξόδων, το οποίο μας παρέχει μια εικόνα και της λογιοσύνης του πάτμιου αγωνιστή.

Συγκεκριμένα, στα φύλλα του κατάστιχου καταγράφονται οι αγορές διαφόρων βιβλίων, ανάμεσα στα οποία ονοματίζονται: «φιλο­σοφικόν λεξικόν και λεξικόν Τζαλίκογλου […] διάφορα βιβλία ηγόρασα του Ανάχαρση και άλλα».

Περαιτέρω, η δράση του Εμμ. Ξάνθου θα συνεχιστεί με αμείωτη ένταση. Μετά από την επιτυχία που είχε η προσπάθεια του ηγετικού πυρήνα της Εταιρείας για τον προσεταιρισμό του Υψηλάντη, ο πρίγκιπας, τον Ιούλιο του 1820, θα βρεθεί στη Μόσχα, όπου βρίσκεται κιόλας ο Ξάνθος, ενώ μια παράλληλη πληροφορία θέλει τους δύο άνδρες να ταξιδεύουν μαζί στη ρωσική πόλη, όπου δραστηριοποιείται, όπως έχουμε αναφέρει, ένας άλλος σημαντικός πυρήνας της Εταιρείας. Γρήγορα όμως υπακούοντας στις ανάγκες της Εταιρείας τα βήματα των δύο ανδρών θα χωριστούν και ο Ξάνθος θα κινηθεί και πάλι σε διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών, προβαίνοντας σε πολλές και αποφασιστικές ενέργειες για τον καλύτερο συντονισμό των πραγμάτων, τα οποία πλέον έχουν πάρει τον αναπότρεπτο δρόμο προς την πολεμική σύγκρουση.

Είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς κατά πόδας τον Εμμ. Ξάνθο – έστω και μέσω της πυκνής αλληλογραφίας που παραθέτει στα Απομνημονεύματά του αλλά και από την ολοκληρωμένη μορφή της που έχουμε από τους τρεις τόμους του Αρχείου του – αυτή την εποχή, καθώς περιφέρεται αδιάκοπα σε διάφορες πόλεις της Βεσσαραβίας και της Μολδοβλαχίας ανάμεσα στον Νοέμβριο 1820 και το θέρος του 1821. Έτσι τα ίχνη και οι ενέργειές του εντοπίζονται στο Κισνόβι, στο Ισμαήλιο, στο Βουκουρέστι, στο Ρένι, στο Γαλάτσι, πόλεις – ιδιαίτερα οι δύο πρώτες – που θα τις επισκεφθεί πολλές φορές, αναπτύσσοντας μεγάλη δραστηριότητα επιτόπου αλλά και αλληλογραφώντας με τα περισσότερα από τα σημαίνοντα στελέχη της Εταιρείας. Χαρακτηριστική των κινήσεων αυτών, που γίνονται με εντολές του Υψηλάντη, είναι επιστολή του τελευταίου από το Κίεβο της 30ής Ιουλίου 1820 προς τον Ξάνθο, όπου μεταξύ άλλων καταγράφονται οι εντολές του πρίγκιπα προς αυτόν:

 

« (…) φθάνοντας συν θεώ εις Κισνόβιον θέ­λεις εγχειρήσει τα διά σε συστατικά γράμμα­τά μου εις τον γαμβρόν μου διά να σε υπερασπισθή, και να σοι δώση το πασαπόρτι σου. Φθάνων εις Ισμαήλ εγχείρισον το συστατικόν διά σε γράμμα μου προς τους δύο γνωστούς φίλους και ειπέ τόσον εις αυτούς, όσον και εις όλους τους εκεί αδελφούς, όσα διά ζώσης φωνής παρηγγέλθης, και προ πάντων να ήναι πρόθυμοι και μυστικοί κατά πάντα. Αφ’ ου δε ησυχάσης όχι περισσότερον από πέντε ημέρες μόνον εις την φαμίλιαν σου, να κινήσης διά Βουκουρέστιον. Απερνώντας δε εις Γαλάτζιον εγχείρισον τα συστατικά οπού σοι έδωσα εις τους δύο αδελφούς… Φθάνων συν θεώ εις Βουκουρέστιον εγχείρισον τα εγχειρισθέντα σοι γράμ­ματα εις τους γνωστούς φίλους… και αφ’ ου συνομιλήσης… συσκεπτόμενος μετά των αδελ­φών… όταν ιδής τα πάντα να ετοιμασθώσι να έμβωσιν εις πράξιν τότε δίδεις εις τους γνω­στούς φίλους όσα μετρητά… και ακολούθως συνάξεις από τα ανοιχθέντα σοι κρέτητα… και τελειωθέντων πάντων αυτών με ακρίβειαν, προσοχήν, ταχύτητα και φρόνησιν, αναχώρησον εκείθεν, ελθέ και πάλιν εις Βεσαραβίαν, όπου θέλεις ευρή άλλας διαταγάς μου… Σοι παραγγέλω προς τούτοις ή τώρα πηγαίνοντας εις Ισμαήλ, ή επιστρέφων, να αγοράσης, ως σοι είπα, ένα καλόν καράβιον διά λογαρια­σμόν της Εταιρείας και ετοιμάζεις αυτό επι­τήδειον διά να ταξιδεύη.»[20]

 

Βέβαια, όπως είναι αναμενόμενο, σύμφωνα με τον σχεδίασμό του Υψηλάντη, ο Εμμ. Ξάνθος την 1η Οκτωβρίου 1820 θα βρεθεί στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας, όπου, εκτός του Υψηλάντη, είχαν συγκεντρωθεί και πολλοί άλλοι σημαίνοντες Φιλικοί (Παπαφλέσσας, Δ. Θέμελης, Χριστ. Περραιβός, Ήβος Ρήγας, Γρηγ. Λασσάνης κ.ά.) και όπου μετά από την πραγματοποίηση πολλών συσκέψεων καταστρώθηκε το οριστικό σχέδιο της εξέγερσης. Όπως γνωρίζουμε, οι συσκέψεις αυτές του Ισμαηλίου στις 8 Οκτωβρίου θα οδηγήσουν στη σύνταξη της επαναστατικής προκήρυξης του Υψηλάντη προς τους κατοίκους της Στερεάς και των νησιών του Αρχιπελάγους, η οποία κατέληγε με το εμφατικό:

«Όταν όμως μόνοι μας αποσείσωμεν τον ζυ­γόν της τυραννίας, τότε της Ευρώπης η πολιτική θέλει βιάσει όλας τας ισχυράς δυνάμεις να κλείσωσι με ημάς συμμαχίας και επιμαχίας αδιάλυτους».[21]

Μετά από αυτές τις τόσο σημαντικές εξελίξεις ο Υψηλάντης θα αναχωρήσει για το Κισνόβι, ενώ ο Ξάνθος θα παραμείνει για λίγο στο Ισμαήλιο, στο οποίο είχε εν τω μεταξύ μετοικήσει και η οικογένειά του από την Κωνσταντινούπολη (ο Εμμ. Ξάνθος ήταν παντρεμένος με τη Σεβαστή, με την οποία είχε αποκτήσει τουλάχιστον δύο αρσενικά παιδιά, τον Νικόλαο και τον Περικλή: στην αλληλογραφία προς αυτόν αναφέρονται πολλές φορές η «Σεβαστίτζα» και τα «ξανθόπουλα») και εν συνεχεία θα αρχίσει εκ νέου να ταξιδεύει ακατάπαυστα στις διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών οργανώνοντας τα πράγματα της Εταιρείας.

Μολονότι το επιχειρησιακό σχέδιο που συμφωνήθηκε το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 1820 στο Ισμαήλιο προέβλεπε την έκρηξη της Επανάστασης με κέντρο των επαναστατικών ενεργειών την Πελοπόννησο και δευτερεύουσες ενέργειες στις Παραδουνά­βιες Ηγεμονίες και την Κωνσταντινούπολη [22], είναι φανερό ότι στην πορεία προς την κορύφωση το σχέδιο άλλαξε. Εναγωνίως ο Παπαφλέσσας γράφει στον Ξάνθο στις 22 Φε­βρουάριου 1821 και ζητά εξηγήσεις για την καθυστέρηση του Υψηλάντη, που, σύμφωνα με τον πρώτο σχεδίασμά, μέσω Τεργέστης, έπρεπε να είχε φθάσει στην Πελοπόννησο.

Ωστόσο, ο Υψηλάντης αντί να κατευθυνθεί προς την Τεργέστη και από εκεί προς την Πελοπόννησο, μέσω Ιταλίας, παρατείνει την παραμονή του στο Κισνόβι, ενώ ο Ξάνθος, ενεργώντας προφανώς κατόπιν εντολής του Υψη­λάντη, καλεί τον Ιανουάριο του 1821 τον Τσακάλωφ και τον Αναγνωστόπουλο από την Πί­ζα στο Κισνόβι, αντί να τους κατευθύνει προς τον Μόριά. Προφανώς βρισκόμαστε μπροστά σε αλλαγή του σχεδιασμού του Ισμαηλίου εν αγνοία του Παπαφλέσσα και έτσι αντί για την ανάληψη επαναστατικής δράσης στην Πελοπόννησο, ο Υψηλάντης θα επιχειρήσει να δημιουργήσει επαναστατικό κίνημα στις Ηγεμονίες με τη σύμπραξη των τοπικών πληθυσμών.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης – Το πέρασμα του Προύθου. Ένας πίνακας με τα λάθη του. Φεβρουάριος 1821. Έναρξη της Επανάστασης. Στην ρομαντική απεικόνιση του Peter von Hess ο Βοεβόδας Μιχαήλ Σούτσος της Μολδαβίας υποδέχεται τον προερχόμενο από την Ρωσία αρχηγό της Επανάστασης Αλ. Υψηλάντη. Φορά στολή ιερολοχίτη. Ο σταυρός απουσιάζει στο σήμα του. Το χαμένο χέρι του είναι το αριστερό αντί για το δεξί. Η σημαία του είναι παραλλαγμένη και ο Φοίνικας δυσδιάκριτος.

 

Έτσι, επικεφαλής στρατιωτικής δύναμης θα διαβεί τον ποταμό Προύθο αλλά αργότερα θα υποστεί οδυνηρή ήττα στο Δραγατσάνι (7 Ιουνίου 1821). Στα γεγονότα των Ηγεμονιών ο Ξάν­θος, όπως είναι φυσικό, ως άνθρωπος που βρίσκεται κοντά στον Υψηλάντη έχει σημαντική ανάμειξη. Καθώς ο ίδιος γράφει – μιλώντας πάντα σε τρίτο πρόσωπο – στα Απομνημονεύματά του «εφοδιάσας [ο Ξάνθος] από Ισμαήλ τους εν Γαλατζίω και Προύτω στρατιώτας με όσα άρ­ματα ηδυνήθη να προμηθευθή από τον στρα­τηγόν Τουσκώφ… και με αρκετά βαρέλια πυρίτιδος και δέκα εννέα πυροβόλα (κανόνια) εξ ων τα δέκα έξ εστάλησαν κατά παραγγε­λίαν του από την Οδησ­σόν διά θαλάσσης… έτι δε ευκολύνας την εις Μολδαυίαν διάβασιν πολλών άλλων ομογε­νών… προμηθεύων τους μεν με φορέματα, τους δε με άρματα και πολλούς αυτών με χρήματα κ.λπ. κ.λπ.».[23]

 

Αγωνιστές από το κίνημα της Μολδοβλαχίας (1821), που κατέφυγαν στην Ελβετία: 1. Καραμπούλης, υπασπιστής του Γεωργάκη Ολυμπίου, 2. ένας Σουλιώτης, 3. ένας Αθηναίος, 4. ένας Σέρβος, 5. ένας Ρουμελιώτης, 6. ένας Αλβανός. Δημοσιεύεται στο Γ. Τσούλιος- Τ. Χατζής (επιμ.), «Ιστορικόν Λεύκωμα της Ελληνικής Επαναστάσεως», τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1970, σ. 59.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης. Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, επικεφαλής του Ιερού Λόχου.
Πέθανε σε ένα πανδοχείο της Βιέννης τον Ιανουάριο του 1828. Ήταν 36 ετών. Μετά την αποτυχία του απελευθερωτικού κινήματος, του οποίου ηγήθηκε, στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και την ήττα των Ιερολοχιτών στο Δραγατσάνι, φυλακίστηκε το 1821, ως πολιτικός κρατούμενος από τους Αυστριακούς, μαζί με τα αδέρφια του Νικόλαο και Γεώργιο και άλλους συντρόφους του. Έμεινε φυλακισμένος μέχρι το 1827 στα φρούρια Munkatz και Theresienstadt. Οι σκληρότατες συνθήκες κράτησης υπέσκαψαν την υγεία του και το 1828, που του δόθηκε χάρη, οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει και έφυγε από τη ζωή.
Ελαιογραφία, Συλλογή Προσωπογραφιών Ε.Ι.Μ.

Μετά από τα τραγικά γεγονότα στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και τη φυλάκιση του Υψηλάντη από τους Αυστριακούς, γεγονότα για τα οποία ο Εμμ. Ξάνθος υπόσχεται στα Απομνημονεύματά του[24]– χωρίς ωστόσο να τηρήσει την υπόσχεσή του – ότι θα γράψει: «εις άλλην δε ευκαιρίαν θέλω γράψει και τα διατρέξαντα εις την Μολδοβλαχίαν μετά την έξοδον εκεί του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, τας αιτίας της αποτυχίας του, τους αιτίους της καταστροφής του, την διαγωγήν των ακολούθων του, τας προ­δοσίας τινών, την αιτίαν επινοηθείσης Ιεράς σκάλας και άλλων τινών καταχρήσεων, ένεκα των οποίων προέκυψε τότε το μίσος των Μολδοβλάχων και η παρά τούτων καταδρομή των Ελλήνων», είναι επόμενο ότι και ο ίδιος πρέπει να εγκαταλείψει την περιοχή αυτή (26 Ιουνίου 1821) όπου δεν ήταν δυνατόν να πράξει κάτι το ουσιαστικό για την ελληνική υπόθεση.

Όπως ο ίδιος και πάλι αναφέρει, αναχώ­ρησε από τη Βεσσαραβία για την Ελλάδα μέ­σω Ουγγαρίας: «απελθών και είς Μογκάτζ προς επίσκεψιν του άτυχους Πρίγκηπος Αλε­ξάνδρου Υψηλάντου… μη λαβών δε την άδει­αν να τον ανταμώση, διευθύνθη διά της Πέστης  και Φιουμίου εις Αγκώνα».[25] Ο ίδιος εξάλλου αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αυτού και όντας ακόμα στα μέρη της κεντρικής Ευρώπης περιέθαλψε πολλούς Έλληνες που είχαν καταφυγει στα μέρη αυ­τά μετά από τη διάλυση του στρατού του Υψηλάντη. Μάλιστα αναφέρει ότι μερικούς από αυτούς τους πήρε μαζί του και μέσω Αγκόνας τους προώθησε στα μέρη της Ελ­λάδας, όπου ο αγώνας είχε πλέον αρχίσει με πολύ καλύτερες προοπτικές από αυτόν των Ηγεμονιών. Τελικά ο Εμμανουήλ Ξάνθος, μαζί με τον Τσακάλωφ θα βρεθεί στην Πε­λοπόννησο και όπως χαρακτηριστικά ανα­φέρει πάντα στην τριτοπρόσωπη αφήγησή του «απελθών εις Τριπολιτσάν… κατώκησε παρά τω Δημητρίω Υψηλάντη, συναγωνιζόμενος και αυτός το κατά δύναμιν, διωρίσθη δε και μέλος είς μίαν επιτροπήν, διά να δικάση διαφοράν τινα μεταξύ του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού [Θεοδωρήτου επισκόπου] Βρισθένης και τινών στρατιωτών».[26]

Είναι αλήθεια ότι εφεξής δεν διαθέτουμε πολλές πληροφορίες για τα έργα και τη δράση του Εμμανουήλ Ξάνθου – άλλωστε είναι γεγονός ότι η εμπλοκή του και ο ρόλος του στην εξέλιξη των γεγονότων είναι πλέον περιορισμένος και εν πάση περιπτώσει ό,τι έχουμε στη διάθεσή μας είναι η δική του φωνή, όπως φθάνει σε μας από ελάχιστα έγγραφα αυτής της περιόδου που δημοσιεύει στα Απομνημονεύματά του.

Έτσι γνωρίζουμε ότι ο Παπαφλέσσας – με τον οποίο βέβαια είχαν συνδεθεί από την περίοδο της παράλληλης δράσης τους ως Φιλικών στις Ηγεμονίες – με επιστολή του της 16ns Μαρτίου 1822 από την Τριπολιτσά τού ανακοινώνει διάφο­ρες κινήσεις του, ενώ η συμμετοχή του στην Επιτροπή που αναφέρει ο ίδιος, χρονολογείται, σύμφωνα με γράμμα και πάλι του Παπαφλέσ­σα, στα τέλη Ιουνίου 1823.[27] Σε ένα συστατικό γράμμα που υπογράφει ο Δημήτριος Υψη­λάντης στις 31 Ιουλίου 1823 φιλοτεχνεί ως εξής το πορτρέτο του Ξάνθου:

 

«Τον πατριώτην αυ­τόν αν δεν τον εγνωρίσατε προσωπικώς, σας τον παραδίδω διά του παρόντος μου ως ένα φρό­νιμον, ενάρετον, ειδήμονα πολλών πραγμάτων και όλως εξηρτημένον της Υψηλαντικής οικογενείας. Προ του Ιερού αγώνος ηγωνίσθη με όλην την απαιτουμένην προθυμίαν, σταθερό­τητα και ειλικρίνειαν και ήδη δε δεν επρόκρινε να ησυχάζη, αλλ’ ήλθε διά να προσφέρη και το εκ μέρους του έργον εις την πολιτικήν μας ανόρθωσιν…».[28]

 

Ίσως η περιγραφή αυτή του Ξάνθου από τον Δημ. Υψηλάντη αποτελεί ένα από τα καλύτερα σύντομα αλλά περιεκτικά «βιογραφικά σημειώματα» του πατινιώτη Φιλικού.

Πάλι ο Δημ. Υψηλάντης, γράφοντας προς τον Νικήτα Σταματελόπουλο την 1η Αυγούστου 1823, θα μιλήσει γι’ αυτόν με τα ίδια θερμά λόγια και παράλληλα θα μας δώσει την πληροφορία ότι ο Ξάνθος «υπάγει εΐς Αθήνας διά να περιηγηθή τας εκεί αρχαιότητας»,[29] ενώ με άλλο γράμμα του, της 29ns Σεπτεμβρίου 1823, ο Υψηλάντης και πάλι παρακαλεί τον Ξάνθο από την Τριπολιτσά να πασχίσει να δανεισθεί εξ ονόματος του πεντακόσια γρόσια «διά να μην καταντήσω να πωλήσω το ωρολόγιόν μου και την ταμπακέραν μου».[30]

Αποσπασματικές πληροφορίες, οπωσδήποτε, αλλά μας παρέχουν τη βεβαιότητα ότι ο Εμμ. Ξάνθος, που βρέθηκε μέσα στο κλίμα της υψηλαντικής οικογένειας όταν προσπάθησε και πέτυχε να πείσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, μέσα σ’ αυτό εξακολουθεί να παραμένει το προχωρημένο έτος 1823, διατηρώντας τώρα στενή σχέση με τον άλλο Υψηλάντη, τον Δημήτριο, μολονότι η προσκόλληση στην υψηλαντική συνάφεια δεν παρείχε σοβαρά εχέγγυα για σταδιοδρομία και αξιώματα.

Εφεξής υπάρχει ένα μεγάλο κενό στην πλη­ροφόρησή μας για τις κινήσει του Εμμ. Ξάν­θου, το οποίο πρέπει να έχει σχέση και με τον μειωμένο ρόλο του στα δρώμενα της επαναστατικής περιόδου. Πάντως έχουμε την πληροφορία, από τον ίδιο,[31] για ένα ταξίδι του στη Ζάκυνθο τον Μάιο ή τον Ιούνιο του 1826 (όταν κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο), ενώ τον Οκτώβριο 1827 από μία άλλη επιστολή του Δημ. Υψηλάντη μαθαίνουμε ότι ο Ξάνθος εγκατέλειψε το ελληνικό έδαφος και μέσω της Κωνσταντινούπολης – στην οποία δεν τόλμησε να αποβιβαστεί – στα μέσα Σεπτεμβρίου 1827, κατευθύνθηκε προς την Οδησσό. Ο Δ. Υψηλάντης εξάλλου στην ίδια επιστολή συνιστά στον Ξάνθο να επισκεφθεί τη μητέρα του Ελισάβετ και τον γαμπρό του και να τους παρακαλέσει να του στείλουν χίλια φλουριά για να γλυτώσει από τους δανειστές του.[32]

Ο Ξάνθος μετά από το ταξίδι της επιστροφής στα πολύ οικεία γι’ αυτόν μέρη των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών πρέπει να εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι. Πράγματι εκεί θα του στείλει ένα γράμμα, με ημερομηνία 8 Αυγούστου 1832, από την Οδησσό ο παλιός σύ­ντροφός του και συνιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο οποίος, γράφοντάς του, του αρχίζει με το εμβληματικό:

«Ύστερα από τόσων χρόνων σιωπήν με­ταξύ μας μαθών πού ευρίσκεσαι σοι γράφω. Κατά τύχην προχθές εντάμωσα τον μίαν φοράν δοΰλον σου Μανώλην, oστις μοι είπεν ότι ευρίσκεσαι εις Βουκουρέστιον… σοι στέλλω λοιπόν το παρόν σύντομον διά να λάβω απόκρισιν, να σε γράψω πλέον εκτεταμένως και να ειπώμεν τα πάθη μας αμοιβαίως».[33]

Για την ίδια χρονιά (1832) διαθέτουμε επίσης την πληροφορία ότι η σύζυγος του Ξάν­θου, Σεβαστή, απέστειλε μία επιστολή στην Ε’ Εθνική Συνέλευση και ζητούσε «το έλεος του έθνους διά την εκ της δυστυχίας εσχάτην αμηχανίαν» της οικογένειάς της.

Τα «πάθη» των δύο παλαιών συντρόφων, που αναφέρει στην επιστολή του ο Τσακάλωφ, την οποία μνημονεύσαμε λίγο πριν, φαίνεται ότι είναι πολλά και στην περίπτωση του Εμμανουήλ Ξάν­θου. Η αναχώρησή του από την Ελλάδα και η αδράνειά του δηλώνεται και από μία ακόμα επιστολή του άλλου παλαιού δραστήριου Φιλικού, Αθ. Ξόδιλου.

 

Επιστολή Αθανασίου Ξόδιλου προς Εμμανουήλ Ξάνθο. Ρένι, 30 Μαρτίου 1821. Δημοσιεύεται στο «Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου», τ. Γ’, Αθήνα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2002.

 

Ο τελευταίος, γράφοντας από το Γαλάτζι στις 11 Ιουνίου 1836, θα μας δώσει ακόμα μια πληροφορία για τον Ξάνθο, ότι δηλαδή, μολονότι η «…Ελλάς ήρχισε να υπάρχη εν μέσω των δεδοξασμένων λαών. Πρέσβεις της εις όλας τας μεγάλας του κόσμου πόλεις, πρόξενοι και υποπρόξενοι και εις τους παραμικρότερους του εχθρού λιμένας, ο Ποθητός εις Γαλάτζιον, ο Φωκιανός εις Βεσσαραβίαν και τα λοιπά. Ο Ξάνθος εις το μοναστήριον του Μαρτζινενίου!»[34] Η πληροφορία αυτή για την παραμονή του Ξάν­θου επί έξι χρόνια στο παραπάνω μοναστήρι, που βρίσκεται κοντά στο Βουκουρέστι, «φιλοσοφών και ασκητεύων εν τη ερημία μακράν των θορύβων του μεγάλου κόσμου», έρχεται να διασταυρωθεί από ορισμένες επιστολές του 1836, η κατάθεση των οποίων στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος έγινε το 1962 από τον Τάκη Σταύρακα, κατόπιν επιθυμίας της συζύγου του, τρισεγγονής του Εμμ. Ξάνθου, Χρυσάνθης Παυλοπούλου.[35]

Όμως  ο Αθ. Ξόδιλος, στην ίδια επιστολή που αναφέραμε παραπάνω, θα πληροφορήσει τον Εμμ. Ξάνθο και για κάτι άλλο, το οποίο συνάπτεται με τα γεγονότα που θα συντελέσουν ώστε αυτός να επανέλθει στο προσκήνιο και μάλιστα στο συγγραφικό προσκήνιο. Συγκεκριμένα, ο παλιός Φιλικός πληροφορεί τον φίλο του ότι είδε «…εις τα πιεστήρια του τύπου των Αθηνών… Ιστορία των τρεξάντων εν Βλαχοπογδανία εκδιδομένη από τινα, αλλά δεν εννοώ πόθεν λαμβάνουν τας πηγάς τού­των των πραγμάτων να τα ιστορήσουν. Ίσως πάλιν καθώς άλλοτε ο Φιλήμων, οικειοποιηθή και αυτός προ δείξιν του βιβλίου του…».

Δεν γνωρίζουμε σε ποιο βιβλίο αναφέρεται ο Ξόδιλος και αν αυτό εκδόθηκε, γνωρίζουμε όμως ότι ο Εμμ. Ξάνθος, μόνος αυτός από τους τρείς πρωταγωνιστές για την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, ήδη έχει αναλάβει και συγγραφικές πρωτοβουλία. Και τούτο επειδή, πολύ πιθανόν, κατά τη διάρκεια του Αγώνα συνέγραψε κείμενο γνωστό με τον τίτλο: «Έκθεσις ανωνύμου τινός αφορώσα  τας αρχάς και τας αποστολάς της Εταιρείας μέ­χρι της Επαναστάσεως». Το κείμενο αυτό το αναφέρει ο Ξάνθος και στα Απομνημονεύμα­τά του, αλλά είναι γνωστό και από την πε­ρίληψή του που δημοσίευσε ο Αθανάσιος Χριστόπουλος στα Πολιτικά Παράλληλά του,[36] κάνοντας  λόγο για τις πηγές του, ενώ στο κείμενο αυτό αναφέρεται και ο Ιωάννης Φιλήμων στον πρόλογο του Δοκιμίου περί της Φιλικής Εταιρείας. «Δεν διέσπειρεν ολιγωτέραν πλάνην Ανώνυμός τις Έκθεσις αφορώσα τας αρχάς  και τας αποστολάς της Εταιρείας μέχρι της εποχής του Α. Υψηλάντη. Την έχομεν υπ’ όψιν χειρόγραφον… Ο ανώvυμος συγγραφευς της, τον οποίον συμπεραίνομεν τον Εμμανουήλ Ξάνθον, περιγράφει με φίλαυτον υπερβολήν τα περί της θέσεως του ως προς την Εταιρείαν».

Και αν για την «Έκθεσιν» είναι δυνατόν να υπάρξουν κάποιες αμφιβολίες αν πρόκειται για πόνημα του Ξάνθου, λόγω ακριβώς της ανωνυμίες του, το «Υπόμνημα» του έτους 1835 είναι ασφαλώς κείμενο του Ξάνθου.[37] Σύμφωνα με σημείωμα επί του χειρογράφου του ομογενούς στο Βουκουρέστι Γρηγορίου Θεο­χάρη «η εξιστόρησις αύτη, από φύλλα είκοσι, εγράφη παρά του αοιδίμου Εμμανουήλ Ξάν­θου, κατά την εις Τελέγκαν χωρίον του θέματος Πράχοβας της Βλαχίας διατριβήν του τω 1835 έτει από Χριστού».[38]

Το κείμενο της ανώνυμης «Εκθέσεως» και εκείνο του «Υπομνήματος» δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις διαφορές και πάντως δεν φαίνονται να επιζητούν να αντικρούσουν τη συγγραφή κάποιου άλλου προσώπου που ενδεχομένως μείωνε τη συνεισφορά του Ξάνθου για την οργάνωση και δράση της Φιλικής Εταιρείας. Παράλληλα, είναι γεγονός ότι περιέχουν πολύ χρήσιμες πληροφορίες για τα προκαταρκτικά του Αγώνα, μολονότι είναι κείμενα σύντομα και περιληπτικά.

Όμως  η κατάσταση αυτή αλλάζει άρδην το 1837, όταν ο Εμμ. Ξάνθος, με νέο κείμε­νό του, σκοπεύει τώρα να ανασκευάσει τις απόψεις άλλου συγγραφέα. Τα γεγονότα έχουν ως εξής. Το 1834 ο Ιωάννης Φιλήμων στο έργο του Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας,  γράφοντας  με βάση κυρίως τις προφορικές αφηγήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου («ο Αναγνωστόπουλος εξεπλήρωσε το καθήκον αυτού βοηθήσας ημίν ο μόvoς από μνήμης») κατηγόρησε τον Ξάνθο για κακή διαχείριση των χρημάτων της Φιλικής Εταιρείας. Άλλωστε, υπήρχε πάντα μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου ανοικτή η διαμάχη για το ποιός υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο Ξάνθος υποστήριζε ότι ανήκει στην πρώτη τριάδα της Εταιρείας, ενώ για τον Αναγνωστόπουλο υποστήριζε ότι κατηχήθηκε πολύ αργότερα από εκείνον, δηλαδή το 1817. Αντίθετα, ο Αναγνωστόπουλος υποστήριζε ότι ο ίδιος είχε κατηχηθεί από το 1814, ενώ ο Ξάνθος αργότερα από αυτόν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι η αρχική καλή σχέση και συνεργασία μεταξύ των δύο ανδρών, κατά τα πρώτα αποφασιστικά βήματα της Εταιρείας, όπως είδαμε, θα μεταβληθεί σε ανοιχτή έχθρα.

Έτσι ο Εμμανουήλ Ξάνθος βρίσκεται στην ανάγκη να επιστρέψει το 1837 στην Ελλάδα και το ίδιο έτος να συγγράφει πρώτα το «Υπόμνημα». Το απολογητικό αυτό κείμενο (πρώτος το επισήμανε ο Τάκης Κανδηλώρος το 1926 αλλά παρέμεινε ανέκδοτο έως το 1931, όταν δημοσιεύτηκε από τον A. Α. Παπανδρέου στην εφημερίδα Αγών της Δωδεκανήσου), προκειμένου να ανασκευάσει όσα έγραψε εναντίον του ο Φιλήμων.

Στο «Υπόμνη­μα» αυτό, που αποτελεί οιονεί απολογία του,[39] γίνεται συνεχής αναφορά στα κεφάλαια του Δοκιμίου τον Φιλήμονα, προκειμένου να αντικρούσει τα γραφόμενά του. Αξίζει εξάλλου να σημειώσουμε ότι για πρώτη φορά ο Ξάνθος θα προβεί και στη δημοσίευση εγγράφων, ενώ και το «Υπόμνημα», όπως  άλλωστε και τα δύο πρώτα κείμενα που συνέταξε, δημοσιεύεται ανώνυμα (ο συγγραφέας του χρησιμοποιεί τα αρχικά α.ω.).

 

Προτομή του Εμμανουήλ Ξάνθου στην πλατεία «Φιλικής Εταιρείας» στο Κολωνάκι. Έτος Κατασκευής: 1930. Καλλιτέχνης: Θωμάς Θωμόπουλος.
Φωτογραφία, από τον ιστότοπο των atenistas. Φωτογράφος: Δήμητρα Θεοδωρίδου.

 

Μολονότι, όπως είπαμε, το κείμενο της Απολογίας (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212) δεν δημοσιεύτηκε στον καιρό του αλλά πολύ αργότερα, το 1931, φαίνεται ότι ο Ιωάννης Φιλήμων πληροφορήθηκε το περιεχόμενό της, επειδή το 1839 κιόλας αρθρογραφώντας στην εφημερίδα Αιών,[40] αποκαθιστά την προσωπικότητα του Ξάνθου, παραδεχόμενος ότι «υπέπεσεν εξ αγνοίας εις παραδρομάς τινας, ως προς το πρόσωπον του Ξάνθου ιδιαιτέρως». Μάλιστα αξίζει να επισημάνουμε εδώ ότι ακόμη και το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, που θα εκδώσει ο I. Φιλήμων το 1845, ουσιαστικά αποτελεί μία ανασκευή του Δοκι­μίου του περί της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία ασφαλώς και η διένεξη Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου συνέβαλε αρκετά.

Ωστόσο, και παρά την αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονος, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα προχωρήσει στη σύνταξη και έκδοση των Απομνημονευμάτων του το 1845, στα οποία μετά από μια σύντομη έκθεσή του για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από τη σύσταση της Φιλικής Εταιρείας, προβαίνει, παράλληλα, στην έκδοση των γραπτών αποδείξεων για τους ισχυρισμούς του, δηλαδή παραθέτει 168 έγγραφα, τα οποία αποτελούν πρωτογενές υλικό για την ιστορία της Εταιρείας και τη δράση του ίδιου αλλά και πολλών από τα πρώτα μέλη της, που έδρασαν κυρίως στις Ηγεμονίες και στη Ρωσία.

Με άλλα λόγια ο Εμμ. Ξάνθος τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει τόσο κατά τη σύνταξη της «Εκθέσεως» του όσο και κατά τη σύνταξη του Υπομνήματος ότι πρόκειται να παρουσιάσει τις γραπτές πηγές τις οποίες επικαλείται. Έτσι κατά κάποιο τρόπο απαντά και στην πρόκληση του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος στην πρώτη έκδοση του Δοκιμίον πε­ρί της Φιλικής Εταιρείας, εκφράζοντας τις αμφιβολίες του για την «Έκθεση» του Ξάνθου, τον καλούσε να δημοσιεύσει τα έγγραφα που κατέχει: «…καθίσταται τοιουτοτρόπως επι­θυμητή η εκπλήρωσή της υποσχέσεώς του. Eις το έργον τούτο δύναται μεγάλως να ευκολυνθή διά των αποτεταμιευμένων εις αυ­τόν εγγράφων της Εταιρείας και των οποίων ημπορεί να έχη ιδεών περί αυτής πλέον κα­θαρών παρά τας οποίας έγραψε».

Σέκερης Παναγιώτης, Ελαιογραφία. Αθήνα, Πολεμικό Μουσείο.

Όπως από την αρχή υπαινιχθήκαμε, κατά την ώρα του απολογισμού της προεπαναστατικής και επαναστατικής δράσης πολλά πάθη και αντιθέσεις ήρθαν στο φώς, πολλοί διεκδίκησαν πολλά, άλλοτε υπερεκτιμώντας και άλλοτε υποεκτιμώντας τις καταστάσεις και τα γεγονότα στα οποία είτε έλαβαν μέρος είτε θεωρούσαν ότι είχαν το «δικαίωμα» να αναφερθούν ως αντικειμενικοί παρατηρητές. Η περίπτωση του Εμμ. Ξάνθου νομίζουμε ότι αναδεικνύει το θέμα σε όλες του τις διαστάσεις. Αλλά και μία επιστολή του Παναγιώτη Σέκερη, της 30ns Αύγουστου 1839, από την Ύδρα πλαισιώνει τα πράγματα πολύ καλά.

Γράφει λοιπόν ο Σέκεpnς: «Επληροφορήθην ότι καταγίνεσαι εις την έκδοσιν της ιστορίας μας· τολμώ να σου προ­βάλλω ότι να μην την δώσης εις τύπον προ του να την ιδώ, διά να μην υποπέσης εις λάθη (παροργιζόμενος δικαίως κατά του Αναγνωστοπούλου) εάν δε και δεν θελήσης να κάμης την γνώμην μου, ενθυμήσου ότι το έργον είναι σπουδαίον κτλ., ενθυμήσου τέλος πάντων ότι θέλεις εύρει πολλούς αυστηρούς κριτάς και προ πά­ντων το δημόσιον· μη παραλείψης, καθώς ο αχάριστος Περραιβός, τους όσους συνέδραμον. Δεν ανήκει αυτή η τιμή (εάν ήναι τιμή) εις τους αρχηγούς μόνον, αλλά και εις όλους τους συνεργάτας και συντελέσαντας· μάθε ότι σώζονται και εις χείραν μου απο­μνημονεύματα και διά να γίνη τέλειον το σύγγραμμα κρίνω εύλογον να συνεννοηθώμεν… πολλούς κόπους και δρόμους ξηρών και θαλασσών και πο­ταμών έκαμεςςκάμε ακόμη εν μικρόν και έλα να με εύρηβ…».

Πέραν τούτων όλων όμως ο εντοπισμός του αρχείου του Εμμανουήλ Ξάνθου και η εν συνεχεία η συστηματική έκδοσή του σε τρεις τόμους από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος (Αθήνα 1997, 2000, 2002) έρχεται να φωτίσει την πολυποίκιλη δράση της σημαντικής αυτής προσωπικότητας. Παράλληλα, έρχεται να μας υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε το αρχείο και τις δυσκολίες που ενδεχομένως είχε και ο ίδιος ο Ξάνθος να συμβουλευθεί τα έγ­γραφά του, καθώς αυτά στους ταραγμένους καιρούς που έζησε και έδρασε είχαν διασκορπιστεί για διάφορους λόγους στη Ζάκυνθο, στην Πάτμο, στη Σάμο, στο Κισνόβι.

Εκτός από τη συγγραφική – απολογητική δράση του Εμμ. Ξάνθου γνωρίζουμε ότι ο βασιλιάς Όθων το 1838 του είχε απονείμει τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος «διά τας εκδουλεύσεις αυτού υπέρ της πατρίδος», ενώ το 1839 διορίστηκε διοικητής στην Ύδρα, θέση από την οποία γρήγορα απομακρύνθηκε. Υπηρέτησε ακόμα για επίσης λίγο διάστημα στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

 

Ο τάφος του Εμμ. Ξάνθου στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Φωτογραφία: Τηλέμαχος Ευθυμιάδης.

 

Πέθανε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 1851 όταν αποχωρώντας από τη Βουλή έπεσε από τη σκάλα και τραυματίστηκε θανάσιμα. Κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού και θάφτηκε στο Α’ Νεκροταφείο όπου και σήμερα ο τάφος του, ενώ η προτομή του, έργο του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου, στήθηκε στην πλατεία Φιλικής Εταιρείας (Κολωνάκι), στις 21 Δεκεμβρίου 1930, στην επέτειο της συμπλήρωσης εκατό χρόνων από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, με δαπάνη των Δωδεκανησίων της Αιγύπτου και κυρίως του Σκεύου Ζερβού· στην ίδια περιοχή, κατά την ονοματοδοσία των δρόμων της Αθήνας του 1884, πήρε το όνομά του μικρός δρόμος, που διασταυρώνεται με τη σημαντικότερη οδό Παναγ. Αναγνοστοπούλου.

 

Υποσημειώσεις


[1] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 14.

[2] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 29.

[3] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 29.

[4] Β. Παναγιωτόπουλος, Οι Τέκτονες, σ. 138 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 3-6,209-222.

  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 29.
  • Β. Παναγιωτόπουλος, Οι Τέκτονες, σ. 138-139.

[7] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 210-223.

[8] Β. Παναγιωτόπουλος, Οι Τέκτονες, σ. 142-144.

[9] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα σ. 59.

[10] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 23.

[11] Τ. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 199.

[12] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 63 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 23.

[13] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 225 κ.εξ., όπου η έκδοση χειρόγραφου κατάστιχου του Εμμ. Ξάνθου του έτους 1819.

[14] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 69, 142,153,158.

[15] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 27.

[16] I. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 59.

[17] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 40.

[18] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 21.

[19] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 28.

[20] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 139-140.

[21] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 182-183.

[22] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 30-31.

[23] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 48.

[24] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 52.

[25] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 48.

[26] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 49.

[27] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 190-191.

[28] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 192-193.

[29] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 193.

[30] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 193-194.

[31] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. οβ’.

[32] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 195.

[33] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 196.

[34] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 197.

[35] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, τ. Α’, σ. οβ’.

[36] Α. Χριστόπουλος, Πολιτικά Παράλληλα, σ. 151-157.

[37] Εθνική Βιβλιοθήκη, χ. φ., αρ. 48, φάκ. 1557.

[38] Το «Υπόμνημα» παρέμεινε ανέκδοτο έως το 1901, όταν δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αρμονία από τον Δημήτριο Καμπούρογλου.

[39] Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212.

[40] Εφημερίδα Αιών, αρ. φ. 48-49.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος – Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη – Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Tάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Φιλικά Κείμενα. Εμμανουήλ Ν. Ξάνθου Απολογία, Παν. Αναγνωστοπούλου Παρατηρήσεις», π. Μνημοσύνη 7 (1978-1979), σ. 3-114.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Βασίλης Παναγιωτοπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής Επανάστασης», Ιστορία του Νέον Ελληνισμού 1770-2000, επιμέλεια Β. Παναγιωτόπουλος, τ. 3, Αθήνα, 2003, σ. 9-32.
  • Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Οι Τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία-Εμμ. Ξάνθος και Παν. Καραγιάννης», π. Ο Ερανιστής, (1964), σ. 138-157.
  • Κωστής Παπαγιώργης, Εμμανουήλ Ξάνθος ο Φιλικός, Αθήνα 2005.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Χαρ. Χολέβας, Νικόλαος Σκουφάς, ο ιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1971.
  • Αθανάσιος Χριστόπουλος, Πολιτικά Παράλληλα, Παρίσι 1833.

 

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

 

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Αμφίλοχος


 

Ο Αμφίλοχος ήταν μάντης και μυθικός βασιλιάς του Άργους, γιος του Αμφιάραου και της Εριφύλης.

Μαζί με τον αδελφό του Αλκμέωνα έλαβε μέρος στην εκστρατεία των «επιγόνων» κατά της Θήβας. Είχε προηγηθεί η εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», όταν ο Πολυνείκης, διεκδικώντας τον θρόνο των Θηβών από τον αδελφό του Ετεοκλή, κατέφυγε στο Άργος και ζήτησε βοήθεια από τον βασιλιά του Άργους Άδραστο. Έτσι οργανώθηκε η εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», στην οποία συμμετείχε ο Πολυνείκης και έξι ακόμη αρχηγοί, οι οποίοι δεν κατέλαβαν την πόλη, μια και τα δύο αδέρφια αλληλοσκοτώθηκαν σε μονομαχία μπροστά στα τείχη. Η εξουσία πέρασε τότε στον Κρέοντα. Ακολούθησε η εκστρατεία των γιων («των επιγόνων»), οι οποίοι κατέλαβαν και κατέστρεψαν την πόλη. Η εξουσία τότε πέρασε στο γιο του Πολυνείκη Θέρσανδρο. Σ’ αυτή την εκστρατεία έλαβε μέρος και ο Αμφίλοχος με τον αδελφό του Αλκμέωνα. Μετά το τέλος του πολέμου και με την προτροπή του Απόλλωνα βοήθησε τον αδελφό του Αλκμέωνα να φονεύσει τη μητέρα τους Εριφύλη, εξαιτίας της προδοσίας και της αστοργίας της προς τον σύζυγο και τα παιδιά της (Απολλόδ. 3, 7, 5).

 

Αμφίλοχος – Νόμισμα από τη Μαλλό της Κιλικίας, ρωμαϊκής περιόδου, περίπου 253-260 μ.Χ. Στη μια όψη απεικονίζεται ο Αμφίλοχος με χλαμύδα γύρω από το λαιμό και το αριστερό χέρι, κρατάει με το δεξί κλαδί δάφνης. Δεξιά του ένα αγριογούρουνο και αριστερά του ένας τρίποδας στον οποίο περιελίσσεται φίδι. Βοστόνη, Μουσείο Καλών Τεχνών.

 

Αμέσως μετά, και ως ένας από τους μνηστήρες της Ελένης, επομένως δεμένος με τον όρκο προς τον Τυνδάρεο να βοηθήσουν οι επίδοξοι μνηστήρες το ζευγάρι Ελένη – Μενέλαος σε κάποια δύσκολη στιγμή τους, πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο, αν και δεν αναφέρεται στην Ιλιάδα.  Σαν μάντης προβλέπει την καταστροφή του Ελληνικού στόλου στον Καφηρέα (Κάβο Ντόρο,  ακρωτήριο της Εύβοιας).

Μετά την πτώση της Τροίας έμεινε με τον μάντη Κάλχα στην Μικρά Ασία και στη συνέχεια με το μάντη Μόψο και ίδρυσε την πόλη Μαλλό στην Κιλικία, πριν επιστρέψει στην πατρίδα του το Άργος. Στο Άργος η διαμονή του δεν ήταν ευχάριστη λόγο της καταστάσεως που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του εξ αιτίας του φόνου της μητέρας του. Έτσι επέστρεψε στην Μαλλό, όπου βασίλευε ο Μόψος. Ο Αμφίλοχος διεκδίκησε την συμβασιλεία, την οποία ο Μόψος αρνήθηκε να παραχωρήσει, και γι’ αυτό, ακολούθησε μονομαχία μεταξύ Μόψου και Αμφίλοχου, κατά την οποία σκοτώθηκαν και οι δυο. Ετάφησαν κοντά στο όρος Μαργάσα κοντά στον ποταμό Πύραμο.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Αμφίλοχος φονεύτηκε στην πόλη Σόλους  από τον Απόλλωνα πατέρα του Μόψου. Όταν ο Μ. Αλέξανδρος διήλθε εκείνα τα μέρη λέγεται ότι τέλεσε θυσία στον Αμφίλοχο, λόγω συγγενείας προς αυτόν,  γιατί και ο Αλέξανδρος κατήγετο  από τη γενεά του Τημένου.

Μια τρίτη εκδοχή αναφέρει ο Θουκυδίδης, σύμφωνα με τον οποίο, ο Αμφίλοχος επέστρεψε από την Τροία στο Άργος, αλλά η σε βάρος του κατάσταση εξ αιτίας του φόνου της μητέρας του, τον ανάγκασε να φύγει για την Ακαρνανία όπου και ίδρυσε το Άργος το Αμφιλοχιακό.

 

Άργος το Αμφιλοχικόν και Αμφιλοχίαν την άλλην έκτισε μεν μετά τα Τρωικά οίκαδε αναχωρήσας και ουκ αρεσκόμενος τη εν Άργει καταστάσει Αμφίλοχος  ο Αμφιάραω εν τω Αμπρακικώ κόλπω, ομώνυμον τη εαυτού πατρίδι Άργος ονομάσας… (Θουκ. 2, 68).

 

Ο Αμφίλοχος ήταν ο έβδομος βασιλιάς της συμβασιλείας της τρίτης γενιάς η οποία είχε γενάρχη τον Μελάμποδα. Μετά το θάνατο του Αμφίλοχου εξέλειψε η ένδοξη δυναστεία των Μελαμποδιδών και ανήλθαν στο θρόνο του Άργους οι Ατρείδες.

 

Πηγή


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λύκαυγες – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

 

Read Full Post »

Παπαϊωάννου Δημήτριος Χρ. (1908-1987)


 

Δημήτριος Χρ. Παπαϊωάννου (1908-1987)

Δημήτριος Χρ. Παπαϊωάννου, βουλευτής Αργολίδας, ήταν γεωπόνος και τεχνικός επιθεωρητής της ΑΤΕ (Αγροτικής Τράπεζας). Γεννήθηκε στην Προσύμνη Αργολίδας και σπούδασε στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή της Αθήνας. Διορίστηκε γεωπόνος υποκαταστημάτων ΑΤΕ Λακωνίας και Κυθήρων (1935) και μετά από δύο χρόνια μετατέθηκε στο Άργος, εξυπηρετώντας Αργολίδα, Νεμέα και παραλιακή Κυνουρία. Το 1940-41 υπηρέτησε ως έφεδρος Ανθυπολοχαγός επιχειρήσεων και προήχθη σε υπολοχαγό Οικονομικών Υπηρεσιών. Το 1946 προήχθη σε Τεχνικό Επιθεωρητή ΑΤΕ Ανατολικής Πελοποννήσου (Αρκαδίας, Αργολίδας, Κορινθίας) με έδρα το Άργος. Αργότερα (1949) εργάστηκε ως Διευθυντής της Συνεταιριστικής Βιομηχανίας «ΡΕΑ» για ένα επτάμηνο. Το 1959 με έδρα την Πάτρα είχε ως Τεχνικός Επιθεωρητής και την εποπτεία Αχαΐας, Ζακύνθου, Κεφαλονιάς και Ιθάκης. Το 1963 μετατέθηκε στην Αθήνα ως Γενικός Τεχνικός Επιθεωρητής.

Το 1964 εκλέχτηκε Βουλευτής Αργολίδας με την ΕΚ του Γεωργίου Παπανδρέου και μετά το βασιλικό πραξικόπημα (Ιούλ. 1965) παρέμεινε πιστός στις δημοκρατικές αρχές του και στο κόμμα της ΕΚ. Όμως, δεν μπόρεσε να προωθήσει τα προβλήματα της ιδιαίτερης πατρίδας του ως βουλευτής εξαιτίας του Βασιλιά και των αποστατών της παράταξής του, που μετέβαλε την ΕΚ από κυβέρνηση σε αντιπολίτευση.

Μετά τη μεταπολίτευση έβαλε υποψηφιότητα με το ΠΑΣΟΚ υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου (Νοέμβριος 1974), αλλά δεν εκλέχτηκε. Εκλέχτηκε όμως ως βουλευτής του ΠΑΣΟΚ το 1977. Ανάμεσα στα πρώτα του πολιτικά βήματα ως βουλευτή είναι η επερώτησή του προς τους Υπουργούς Γεωργίας και Εμπορίου για τη μοίρα και την τύχη του πορτοκαλιού (βλ. «Αναγέννηση», φ. 64/14-1-1978, Η μάχη στη βουλή για το πορτοκάλι).

Ο Δημήτριος Παπαϊωάννου σαν αγροτόπαιδο γνώριζε τα προβλήματα της υπαίθρου και στήριξε με κάθε τρόπο τους αγροτοκτηνοτρόφους και αλιείς, είτε ως τεχνικός επιθεωρητής της ΑΤΕ είτε ως βουλευτής. Προώθησε παραγωγικά το δανειακό χρήμα της Πολιτείας, στάθηκε δίπλα στον αγρότη και προσπάθησε να προστατεύσει την τιμή των αγροτικών προϊόντων. Με την κύρια συμβολή του δημιουργήθηκαν και λειτούργησαν με επιτυχία διάφορες συνεταιριστικές βιομηχανίες: Συνεταιριστική Βιομηχανία γάλακτος, Συνεταιριστική Βιομηχανία κονσερβών ΡΕΑ, ελαιουργικοί συνεταιρισμοί, γαλακτοκομικοί συνεταιρισμοί, συνεταιριστικά οινοποιεία, αποφλοιωτήριο ορύζης κ.ά.

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Χρυσηίς (Χρυσηίδα, ιέρεια της Ήρας στο Άργος κατά τον 5ο αι. π.Χ.)


 

Η Χρυσηίς ήταν ιέρεια της θεάς Ήρας στο Ηραίο Άργους. Από αμέλειά της κάηκε και αποτεφρώθηκε ο ναός της Ήρας το 423 π.Χ. Για ν’ αποφύγει την τιμωρία, κατέφυγε στην πλησιέστερη προς την πατρίδα της εχθρική πόλη, τον Φλειούντα, και κατόπιν ως ικέτιδα στο ιερό της Αλέας στην Τεγέα.

 

Αρχαιολογικός χώρος Ηραίου, Άργος. Φωτογραφία: Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Στα Κορινθιακά του Παυσανία (ed. F. Spiro. Leipzig, Teubner. 1903) διαβάζουμε:

Τίρυνθα ὑπὸ Πειράσου τοῦ Ἄργου, Τίρυνθα δὲ ἀνελόντες Ἀργεῖοι κομίζουσιν ἐς τὸ Ἡραῖον: ὃ δὴ καὶ αὐτὸς εἶδον, καθήμενον ἄγαλμα οὐ μέγα. [6] ἀναθήματα δὲ τὰ ἄξια λόγου βωμὸς ἔχων ἐπειργασμένον τὸν λεγόμενον Ἥβης καὶ Ἡρακλέους γάμον: οὗτος μὲν ἀργύρου, χρυσοῦ δὲ καὶ λίθων λαμπόντων Ἀδριανὸς βασιλεὺς ταὼν ἀνέθηκε δέ, ὅτι τὴν ὄρνιθα ἱερὰν τῆς Ἥρας νομίζουσι. κεῖται δὲ καὶ στέφανος χρυσοῦς καὶ πέπλος πορφύρας, Νέρωνος ταῦτα ἀναθήματα. [7] ἔστι δὲ ὑπὲρ τὸν ναὸν τοῦτον τοῦ προτέρου ναοῦ θεμέλιά τε καὶ εἰ δή τι ἄλλο ὑπελίπετο ἡ φλόξ. κατεκαύθη δὲ τὴν ἱέρειαν τῆς Ἥρας Χρυσηίδα ὕπνου καταλαβόντος, ὅτε ὁ λύχνος πρὸ τῶν στεφανωμάτων ἥπτετο. καὶ Χρυσηὶς μὲν ἀπελθοῦσα ἐς Τεγέαν τὴν Ἀθηνᾶν τὴν Ἀλέαν ἱκέτευεν: Ἀργεῖοι δὲ καίπερ κακοῦ τηλικούτου παρόντος σφίσι τὴν εἰκόνα οὐ καθεῖλον τῆς Χρυσηίδος, ἀνάκειται δὲ καὶ ἐς τόδε τοῦ ναοῦ τοῦ κατακαυθέντος ἔμπροσθεν.

 

Ηραίο Άργους. Το φημισμένο ιερό της θεάς Ήρας στην Αργολίδα, αναπαράσταση. Restoration in Perspective, by Eduard G. Tillon, Architect, 1902.

 

Μετά την καταστροφή του ναού έγινε ριζική αναδιοργάνωση του ιερού. Ο νέος ναός, λίθινος αυτή τη φορά – ο πρώτος ναός είχε ξύλινους κίονες – δωρικού ρυθμού με 12 Χ 6 κίονες ήταν έργο του Αργείου Ευπολέμου. Μέσα στο ναό τοποθετήθηκε το μεγάλο χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Ήρας, έργο του Αργείου Πολυκλείτου. Η θεά καθόταν σε μεγαλοπρεπή θρόνο και κρατούσε σκήπτρο στο αριστερό της χέρι.

Στο Άργος υπάρχει οδός Χρυσηίδος  από Κορίνθου 205-225 γωνία και νότια έως νοσοκομείο (συμβολή με την οδό Σωτήρη Πέτρουλα -151/2007).

 

Πηγή


 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »