Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρὀσωπα’ Category

Παπαδόπουλος Χαράλαμπος Α. (1798 ή 1799 – ;)


 

Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας Χαράλαμπος Α. Παπαδόπουλος

1/  9 Μαρτίου 1831 – 16.764 / 26 Δεκεμβρίου 1846[1]

 

Ο Χαράλαμπος  Αριστείδου Παπαδόπουλος  κατάγεται από την Καρύταινα,  σύμφωνα με δήλωση του κατά την απογραφή της  Οθωνικής περιόδου, στις 19 Ιουνίου 1839. Όπου αναγράφεται το πατρώνυμό του, χρησιμοποιείται μόνο το γράμμα «Α». Ο μοναχογιός του όμως ονομάζεται Αριστείδης, σύμφωνα με την ανωτέρω απογραφή. Καθώς την περίοδο της απογραφής δηλώνει ότι είναι σαράντα χρονών, θα πρέπει να έχει γεννηθεί  μεταξύ των ετών 1798 και 1799. [2]  Αν και δεν στάθηκε δυνατό να εντοπιστεί το είδος των σπουδών του αυτές κρίνεται πως θα ήταν αξιόλογες. Γνώριζε την ελληνική γλώσσα σε πολύ καλό βαθμό αλλά δεν γνώριζε επαρκώς την οθωμανική και χρησιμοποιεί πάντα διερμηνέα, όταν χρειάζεται,  γεγονός που έχει τη σημασία του για πρώην υπήκοο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα,  γνώριζε να γράφει,  συνεπώς και να  διαβάζει, τόσο την ιταλική  όσο και τη γαλλική γλώσσα. Τα κείμενα του στα ιταλικά  είναι εξαιρετικά καλλιγραφικά. Είναι γνώστης σε σημαντικό βαθμό των κειμένων του Διαφωτισμού,  στα συμβόλαιά του περιέχονται λέξεις και φράσεις που είναι συνδεδεμένες με τον Γαλλικό Διαφωτισμό ενώ οι πελάτες του – τουλάχιστον αυτοί των πρώτων χρόνων – αναγράφονται συχνά ως «πολίτες». Ένα ακόμα στοιχείο που ενισχύει την άποψη ότι πρέπει να έχει λάβει σημαντική μόρφωση είναι ότι επί διακυβερνήσεως Ιωάννη Καποδίστρια διορίζεται ως ένας από τους  πρώτους Προέδρους Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου της χώρας (Πρωτοδικεία με τη σημερινή ορολογία).

Ας ανιχνεύσουμε λοιπόν την πορεία του στον χρόνο. Η πρώτη αναφορά για τον Χαράλαμπο Παπαδόπουλο εντοπίζεται στις 21 Οκτωβρίου  1827, όταν κατ’ εντολή του στολάρχου, του οποίου διατελεί γραμματέας, αποστέλλει  επιστολή  προς τους Δημογέροντες των Χίων, προκειμένου να τους ευχαριστήσει για την παροχή οικονομικής ενίσχυσης. Η επιστολή συντάσσεται επί του δίκροτου «Ελλάς». Πρόκειται για την εκστρατεία στη Χίο, που χρηματοδότησαν οι απανταχού Χίοι, σε μια προσπάθεια να απελευθερωθεί το νησί τους, για να αποτελέσει μέρος της ελεύθερης Ελλάδας. Η επιστολή, δυστυχώς, φέρει την υπογραφή μόνο του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Στόλαρχος όμως της εκστρατείας στην Χίο ήταν ο στρατηγός Φαβιέρος, οπότε πιθανά, υπό τις διαταγές του υπηρετεί ο Παπαδόπουλος. Η επικοινωνία δε μεταξύ των δύο αντρών πρέπει να γίνεται και στα γαλλικά. [3] Στην πορεία τον συναντάμε επί διακυβερνήσεως Καποδίστρια, στις 2 Αυγούστου 1830, να εκδίδει  και  να υπογράφει μία απόφαση ως πρόεδρος  του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου Ανατολικής Ελλάδος,  που έχει έδρα τα Σάλωνα.[4] Στις 15 Αυγούστου 1830 γίνονται «κρίσεις» – νέοι διορισμοί του  προσωπικού των δικαστηρίων και ο Παπαδόπουλος παραμένει αμετάθετος ως πρόεδρος του Πρωτοκλήτου Ανατολικής Ελλάδος.[5] Για ικανό χρονικό διάστημα στην συνέχεια,  εντοπίζεται μεγάλος αριθμός αποφάσεων τις οποίες εκδίδει ως πρόεδρος και δημοσιεύονται σε  Φ.Ε.Κ.. Οι δύο  τελευταίες αποφάσεις που φέρουν την υπογραφή του εκδίδονται στις 7 Φεβρουαρίου και δημοσιεύονται στο φύλλο της «Γενικής Εφημερίς της Ελλάδος» στις 25 Μαρτίου 1831.[6]

Στις 9 Μαρτίου 1831 συντάσσει και υπογράφει την πρώτη του πράξη ως Δημόσιος Μνήμων Ναυπλίας.[7]  Στην οποία αναγράφει: «Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τριακοστόν εν έτος την εννάτην του μαρτίου μηνός, ημέραν Δευτέρα, την δεκάτην ώραν,  επαρουσιάσθη προς την μνημονίαν ταύτην εις την οικίαν μου υπ’ αρ. 268…..».  Η καριέρα του θα είναι σημαντική και ιστορικά κομβική, καθώς για χρόνια θα είναι ο μοναδικός Μνήμονας της πρωτεύουσας του κράτους, συντάσσοντας πράξεις,  με συμβαλλόμενους  τους περισσότερους αγωνιστές της Πελοποννήσου. Η τελευταία πράξη του ήταν η υπ΄αρ. 16.764/ 26 Δεκεμβρίου 1846, χωρίς όμως να αποκλείεται η  ύπαρξη και άλλων.[8]

 

Η διαθήκη του Γεωργίου Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 1831. Φέρει την υπογραφή του Χαράλαμπου Παπαδόπουλου. Αρχείο Σπανίων Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος.

 

Χάρη στη δωρεά που έκανε το 1902 στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος  ένας άλλος συμβολαιογράφος της πόλης, ο Σωτήριος Εμμ. Φούτης, στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων  της  Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος φυλάσσονται οι πρώτες 5.554 πράξεις του Χαράλαμπου Α. Παπαδόπουλου, καθώς και τα βιβλία υπηρεσιακής αλληλογραφίας και παρακατάθεσης παλαιοτέρων εγγράφων και πράξεων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ελαιών Αναστάσιος (1782-1852)


 

Αγωνιστής  του 1821 – Ειρηνοδίκης – Συμβολαιογράφος Ναυπλίας (Μάρτιος 1841 –  φθινόπωρο 1851)

 

Ο Αναστάσιος Κ. Ελαιών ή Ελαιώνος είναι ο δεύτερος συμβολαιογράφος που διορίζεται στην πόλη του Ναυπλίου, με  βασιλικό  διάταγμα στις 19 Φεβρουαρίου του 1841.[1] Γεννήθηκε το 1782, όπως συνάγεται από τη νεκρολογία του στο φύλλο της εφημερίδας  «Αιών»  της 7ης  Φεβρουαρίου 1852, αφού αναγράφεται ότι απεβίωσε σε ηλικία 70 ετών.[2] Από την ίδια δημοσίευση μαθαίνουμε ότι καταγόταν από τον  Όλυμπο και πιο συγκεκριμένα από τη Ραψάνη  Ολύμπου.[3] Εκείνη την εποχή η Ραψάνη παρουσιάζει οικονομική και πνευματική ανάπτυξη, διαθέτει δε και ελληνικό σχολείο, τη Σχολή της Ραψάνης. Ο Ελαιών πρέπει να έλαβε τις εγκύκλιες γνώσεις του στον τόπο του, οι οποίες θα ήταν υψηλού επιπέδου, καθώς στην συνέχεια σύμφωνα με τη νεκρολογία του, θα εγκατασταθεί στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα εργαστεί ως τραπεζικός υπάλληλος.

Κάποια στιγμή το 1821 θα έρθει στο επαναστατημένο τμήμα της χώρας και από τότε και έπειτα ξεκινά η έντονη και πυκνή δράση του. Η πρώτη αναφορά σε αυτόν ανιχνεύεται στα απομνημονεύματα του Νικόλαου Σπηλιάδη, στο κεφάλαιο που αφορά στην κάθοδο του Δράμαλη στην Πελοπόννησο το καλοκαίρι του 1822. Ο Σπηλιάδης περιγράφει πως όταν τα μέλη της Επαναστατικής Κυβέρνησης εγκατέλειψαν φοβισμένα τις θέσεις τους, προσπαθώντας να διαφύγουν και άφησαν  τα αρχεία της κυβερνήσεως στην τύχη τους, ο Αναστάσιος Ελαιών έσπευσε και τα έσωσε, μετακομίζοντάς τα σε μία γολέτα που ναυλοχούσε ανοιχτά των Μύλων στον Αργολικό κόλπο. Επιπρόσθετα  αναφέρει ότι ο Ελαιών συνέβαλε και στην καλύτερη «διπλωματική» μεταχείριση του εκπροσώπου του  Δράμαλη, που είχε  σταλεί για να διαπραγματευθεί με τους προκρίτους και αυτοί τον είχαν διώξει απειλώντας τον.[4]  Στις αρχές του 1823 τον εντοπίζουμε σε μία σειρά τεσσάρων εγγράφων ως γραμματέα Β’ του Εκτελεστικού. Στο άρθρο του Δουμάκη  πληροφορούμαστε για το πρώτο εξ αυτών, με ημερομηνία 17 Ιανουαρίου 1823. Πρόκειται για μία λίστα μισθοδοσίας των γραμματέων του Εκτελεστικού, υπογεγραμμένη από τον Ιωάννη Ορλάνδο. Τα  επόμενα εντοπίστηκαν από τον γράφοντα και φέρουν ως ημερομηνία σύνταξης την 24η  Απριλίου  του 1823. Υπογράφονται και από τον  Αναστάσιο Ελαιών ως γραμματέας Β’, αντικαθιστώντας τον απουσιάζοντα αρχιγραμματέα της Επικρατείας.

 

Υπογραφή Αναστασίου Ελαιώνος ως β’ υπογραμματέως. Γενικά Αρχεία του Κράτους, αρχείο Βλαχογιάννη.

 

Τα   έγγραφα  είναι η υπηρεσιακή αλληλογραφία του αντιπροέδρου του Εκτελεστικού  Ι. Ορλάνδου με το Μινιστέρο της Οικονομίας, και αναφέρονται σε  θέματα  μισθοδοσίας του προσωπικού του Εκτελεστικού, καθώς και των λοιπών υπαλλήλων της κυβέρνησης.[5]  Ακολούθως, στις 18 Μαΐου του 1823,  στέλνει μία αναφορά προς το βουλευτικό, ζητώντας να ληφθούν μέτρα για την ασφάλεια των πραγμάτων του νεκρού Στρατηγού Κεφαλά  (δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί για ποια προσωπικότητα του Αγώνα πρόκειται).[6]  Στις 28 Μαΐου του 1823 υποβάλλεται πρόταση και εκλέγεται από το Βουλευτικό, ομόφωνα,  ως έπαρχος της επαρχίας Καρυταίνης.[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μαυροκέφαλος Αναστάσιος (1797-1880)


 

Αναστάσιος Μαυροκέφαλος: Συμβολαιογράφος Ναυπλίας, γραμματέας υπουργείων, αναφορογράφος, στρατιώτης, ειρηνοδίκης, υπηρεσιακός δήμαρχος Ναυπλιέων, συγγραφέας, εκδότης.

 

Ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος γεννήθηκε στην Καισάρεια της Καππα­δοκίας το 1797.[1] Έλαβε μόρφωση εκτεταμένη και εξαιρετική. Μέχρι το 1816 φοιτά στην Καππαδοκία, στη Μονή Τιμίου Προδρόμου Φλαγγιανών ή Φλαβιανών, με δάσκαλο τον ονομαστό και σπουδαίο Παΐσιο, μετέπειτα Άγιον Καισάρειας (Παΐσιος ο Πρώτος).[2] Στο σημείο αυτό είναι ευκαι­ρία να παρουσιαστούν μερικά στοιχεία για την παιδεία στην Καππαδοκία κατά τον 19° αιώνα.

Το 1792, ο ιερομόναχος Γερμανός από την Αλεξανδρέττα ιδρύει σχολείο στην Καππαδοκία και ταυτόχρονα αποφασίζει να ιδρύσει ιερατική σχολή στη Μονή Τιμίου Προδρόμου στα Φλαβιανά. Το 1804 το μοναστήρι ανακαινίζεται και ο Γερμανός μαζί με τον μαθητή του Παΐσιο δημιουργούν σχολείο και βιβλιοθήκη. Στην πορεία, ο Γερμανός γίνεται ηγούμενος της Μονής και διευθυντής της σχολής και ο Παΐσιος γενικός διευθυντής της Μονής. Η Μονή Τιμίου Προδρόμου θα αποτελέσει το εκπαιδευτικό κέντρο του ελληνισμού της Μικράς Ασίας και όχι μόνο. Σε αυτή θα λειτουργήσουν α) ιερατική σχολή, β) σχολαρχείο και γυμνάσιο αρρένων αλλά και θηλέων και γ) ορφανοτροφείο αρρένων και θηλέων.[3]

Αφήνοντας πίσω του αυτό το καταπληκτικό εκπαιδευτικό περιβάλλον, ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος θα αναχωρήσει για την Κωνσταντινούπο­λη τον Νοέμβριο του 1816, για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Μεγάλη του Γένους Πατριαρχική Σχολή, στην περιοχή του Κουρούτζεσμεν. Τύχη αγαθή θα του δώσει, μεταξύ άλλων, ως Σχολάρχη τον Σέργιο Μυστάκη (σχολάρχης 1817-1820), δάσκαλο τον Νικόλαο Λογάδη (μετέπειτα σχολάρχης 1830-1835)[4] και συγκάτοικο και συμμαθητή τον Αναστάσιο Μανάκη, κατοπινό μεγάλο ευεργέτη της ελληνικής παιδείας, ιδρυτή σχο­λείων και βιβλιοθηκών.[5]

Νικόλαος Λογάδης μέλος της Φιλικής Εταιρείας και ένας από τους σημαντικότερους Διδασκάλους της Νεότερης Ιστορίας του Ελληνισμού και συγγραφέας του μνημειώδους έργου «Κιβωτός της Ελληνικής γλώσσης».

Επισημαίνεται ότι ο Νικόλαος Λογάδης ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας από το 1820, ενώ υπάρχουν αναφορές πως και ο Αναστάσιος Μανάκης ήταν Φιλικός.[6] Μέσα σε αυτή την εξαιρε­τική εκπαιδευτική συγκυρία, ο Μαυροκέφαλος μορφώνεται, αποκτά παι­δεία και ικανότητες που θα του είναι ιδιαίτερα χρήσιμες στο μέλλον. Εκεί θα γνωρίσει τους Έλληνες και Ρωμαίους φιλοσόφους και ιστορικούς, με συνέπεια να γράφει και να συντάσσει τον λόγο του με τρόπο και ύφος εντελώς διαφορετικά από όλους τους άλλους συμβολαιογράφους, να δημιουργεί λέξεις και να χρησιμοποιεί στα γραπτά του ένα γλωσσικό ιδίωμα μοναδικό.

Στη συνέχεια, ο Αναστάσιος Μαυροκέφαλος έρχεται στην επαναστα­τημένη Ελλάδα από το πρώτο έτος του Αγώνα, όπως δηλώνει ο ίδιος σε σχετική επιστολή, λαμβάνοντας μέρος και σε μάχες, άγνωστο όμως σε ποιες. Στην επιστολή που στέλνει στις 15 Μαρτίου 1840 προς τον επί των στρατιωτικών Β’ γραμματέα της Επικράτειας, αναφέρει πως συμμετείχε και έλαβε μέρος ως στρατιωτικός, είναι μέλος της επιτροπής των αρίστων του Ναυπλίου και τιμήθηκε με αριστείο υπαξιωματικού, χωρίς όμως να έχει λάβει ακόμα «προσήκον Αριστοφορικό Δίπλωμα».[7] Ο ίδιος δηλώ­νει δε στην απογραφή του Ναυπλίου τον Ιούνιο του 1839 ότι κατοικεί στην πόλη από το 1823.[8] Επιπρόσθετα, το όνομά του περιλαμβάνεται στις αναφορές που υπάρχουν στον φάκελο του Υπουργείου Αστυνομί­ας με τους πρόσφυγες Μικρασιάτες που βρίσκονται στο Ναύπλιο, τον Αύγουστο του 1825, Το επάγγελμα του, όπως αναγράφεται στη σχετική σημείωση, είναι γενικός αναφορογράφος.[9] Ο τρίτος συμβολαιογράφος Ναυπλίας είναι ακριβώς ο περίφημος αναφορογράφος της πόλης, και όχι μόνο, που αναφέρει ο Νικόλαος Δραγούμης στο έργο «Ιστορικοί Ανα­μνήσεις» αλλά και τόσοι άλλοι συγγραφείς. Και αυτός ο ρόλος είναι ένας μόνο από όσους θα υπηρετήσει με αξιοσύνη ο Μαυροκέφαλος κατά τη διάρκεια του βίου του.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Συντάγματος και το Οπλοστάσιο, σήμερα Αρχαιολογικό Μουσείο. Η καρτ-ποστάλ, είναι ταχυδρομημένη το 1907, με πεντάλεπτο γραμματόσημο της σειράς των «Ολυμπιακών» Αγώνων του 1906.

 

Στα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας εντοπίζονται δύο έγγραφα που φέρουν την υπογραφή του και έχουν συνταχθεί στις 26 Φεβρουάριου και τις 31 Μαρτίου του 1822. Πρόκειται για έγγραφα του Μινιστέρου (Υπουργού) των Εσωτερικών και προσωρινού Πολέμου, Ιωάννη Κωλέττη, τα οποία υπογράφει ο Μαυροκέφαλος, αντί του ελλείποντος αρχιγραμματέα.[10] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Λεμπέσης Ανάργυρος (1780-1842)


 

Ανάργυρος Λεμπέσης, ελαιογραφία. Έργο του Αυγούστου Πικαρέλλη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Πρόκριτος Σπετσών, φιλικός και αγωνιστής του 1821. Διακρίθηκε ιδίως στη ναυμαχία του Γέροντα (Αύγουστος 1824).

Ο Ανάργυρος Λεμπέσης γεννήθηκε στις Σπέ­τσες το 1780 και υπήρξε γόνος της μεγάλης οικογένειας των Λεμπέσηδων. Από μικρό παιδί διάλεξε το επάγγελμα του ναυ­τικού και πολύ σύντομα απέκτησε, χάρη στις ικανό­τητές του, σημαντική περιουσία. Μυήθηκε πολύ νέος στη Φιλική Εταιρία και υπήρξε από τους πρώ­τους προκρίτους του νησιού. Όταν ήρθε η ώρα του ξεσηκωμού, με μεγάλο ενθουσιασμό διέθεσε τον εαυτό του και τα καράβια του «Κυπρία», «Ασπασία» και «Κίμων» στον ιερό σκοπό της Επανάστασης.

Απλός νησιώτης ο Λεμπέσης, αλλά τολμη­ρότατος αγωνιστής, στάθηκε ένας από τους κυριότερους οργανωτές κάθε επικίνδυνης περι­πέτειας του ναυτικού μας και οι βιογράφοι του τον χαρακτηρίζουν «εξαίρετο και απερί­γραπτο στους άθλους», «Μία από τις εξαιρετικές μορφές της Εθνεγερσίας», «ένα από τα πιο απτόητα παλικάρια», «έναν από τους μεγάλους πλοιάρχους του Ιερού Αγώνα», «έναν εκ των πρωτίστων Ελλήνων μαχητών» και «έναν αγνό πατριώτη ψυχικά άφθαρτο και ατρόμητο». Διακρίθηκε μέσα σ’ όλους τους αγωνιστές για τη μεγάλη του τόλμη, την αυταπάρνηση και την αυτοθυσία του σε όλες τις ναυμαχίες και τις ναυτικές επιχειρήσεις, κατά τη διάρκεια του Αγώνα. Έλαβε μέρος στις ναυμαχίες της Σάμου και του Γέροντα, κατά τις οποίες η νίκη των ελληνικών όπλων πολλά του οφείλει, καθώς και στην πολιορκία του Μεσολογγίου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μονοχάρτζης ή Μοροχάρτζης Γκίκας (1768-1824)


 

Μονοχάρτζης ή Μοροχάρτζης Γκίκας[1] του Νικόλα και της Κατερίνας. Ναυτικός – πειρατής με προεπαναστατική δράση από το Κρανίδι Αργολίδας. Μαζί με τα αδέλφια του Αναστάσιο και Γιώργη ανέπτυξε αντιπειρατική δράση κατά των κουρσάρων του Μαγκρέμπ.[2]

Τον Ιούνιο του 1798 κατατάχθηκε μαζί με τον αδελφό του Αναστάσιο στην νεοσχηματιζομένη Ελληνική Λεγεώνα[3] (Legion Grecque) του γαλλικού στρατού. Συμμετείχε στη μάχη των Πυραμίδων[4] (21 Ιουλίου 1798), καθώς και στη ναυμαχία του Αμπουκίρ[5] (1-2 Αυγούστου 1798), κατά τη διάρκεια των οποίων διακρίθηκε. Για τις υπηρεσίες του προς τη Γαλλική Δημοκρατία τιμήθηκε με το χαλκούν παράσημο Ανδρείας της Δημοκρατίας.

 

Μάχη των Πυραμίδων, 21 Ιουλίου 1798. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Louis-François, Baron Lejeune (1775-1848). Συλλογή: Palace of Versailles.

 

Μετά την καταστροφή των Γάλλων, στην Αίγυπτο, κατάφερε να αποφύγει την αιχμαλωσία και να καταφύγει στην Κρήτη. Συνέχισε τα επόμενα δύο χρόνια με τον Αναστάσιο να τροφοδοτεί παράνομα την αποκλεισμένη από τους Άγγλους, Γαλλία, και παράλληλα να καταδιώκει τους κουρσάρους της Βορείου Αφρικής. Το γαλλικό κράτος δεν απέδωσε σε αυτόν και τον αδελφό του, Αναστάσιο, το ποσόν των 60.000 γροσίων που τους είχε υποσχεθεί για την προσφορά τους στη Δημοκρατία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ματρώζος Λέκκας (1778-1860)


 

Ο Λέκκας Ματρώζος γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1778 και αναδείχθηκε κατά την περίοδο του Αγώνα σ’ έναν αγωνιστή και πυρπολητή «απαράμιλλον». Υπήρξε από τους εκλεκτούς εκείνους, που συνέβαλαν στο να κατορθώσει η σκλαβωμένη τότε πατρίδα να ανακτήσει την ελευθερία της.

Προτομή του Σπετσιώτη πυρπολητή Λέκκα Ματρώζου. Μουσείο Σπετσών.

Όταν οι Έλληνες χρησιμοποίησαν τα επανδρωμένα πυρπολικά, ο Ματρώζος ήταν από τους πρώτους που έσπευσαν να τα επανδρώσουν. Τα πυρπολικά είχαν καταστεί ο φόβος και ο τρόμος του τουρκικού στόλου, γιατί έσπερναν τον πανικό στις τεράστιες πολεμικές φρεγάδες και τις ανάγκαζαν να κρύβονται συνήθως μέσα στα στενά για να τα αποφύγουν.

Σαν πεπειραμένος ναυτικός ο Ματρώζος είχε την εντύπωση ότι στη θάλασσα θα πρόσφερε λαμπρές υπηρεσίες και συγκεκριμένα στην τάξη των πυρπολητών. Γρήγορα διακρίθηκε, γιατί ήταν γεν­ναίος, μαχητικός και αποφασιστικός. Έλαβε μέρος και είχε επιτυχείς πυρπολήσεις σε πολλές ναυτικές επιχειρήσεις και ναυμαχίες, όπως της Σάμου, του Γέροντα, του Καφηρέα, της Τενέδου και της Κρήτης. Κατά τη ναυμαχία της Σάμου στις 5 Αυγούστου 1824, ο τουρ­κικός στόλος, που τον αποτελούσαν 22 μονάδες, καταναυμαχήθηκε από τον ελληνικό στόλο, που τον αποτελούσαν 16 μονάδες, μεταξύ των οποίων και τα πυρπολικά και υποχώρησε προς στιγμή. Αργότερα, όμως, ο καπετάν Πασάς επανήλθε. Τότε, ο Ματρώζος με το πυρπολικό του, μαζί με τους Υδραίους Γ. Βατικιώτη και Δ. Ραφαλιά, πυρπόλησε δύο τουρκικά πλοία με αποτέλεσμα ο εχθρός να αποσυρθεί ορι­στικά. Στη Σάμο πολέμησε και στην ξηρά στο πλευρό των ντόπιων.

Κατά τις επιχειρή­σεις στον Κόλπο του Γέροντα, όπου ελληνικά πλοία μεταξύ των οποίων και του Μιαούλη, απομονώθηκαν και διέτρεξαν σοβαρό κίνδυνο αφανισμού, επειδή τα προσέβαλλε η κατά πολύ ισχυρότερη μοίρα του αιγυπτιακού στόλου, ο Ματρώζος έπαιξε το σπουδαιότερο ρόλο με το πυρπολικό του. Τα ελληνικά καράβια σώθηκαν χάρη στη δραστήρια επέμβασή του. Στο Γέροντα, διακρίθηκε και σε άλλες επιχειρήσεις όταν με το θαυματουργό του χέρι προξένησε μεγάλες καταστροφές σε πολλά τουρκικά πλοία, γιατί ήταν από τους πιο ηρωικούς και αποφασιστι­κούς πυρπολητές. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ζέρβας Κωνσταντίνος του Γιάννη (1800-;)


 

Κωνσταντίνος Ζέρβας από το Κρανίδι Αργολίδας. Κτηματίας, μπουλουξής, γραμματέας και υπασπιστής του θείου του παπα-Αρσένη Κρέστα, 20 ετών κατά την έναρξη της Επαναστάσεως. Καταγόταν από το Σούλι. Μέλος της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία μυήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1820 με τον βαθμό του Ιερέα των Φιλικών.

Εφοδιαστικό (πιστοποιητικό μυήσεως στη Φιλική Εταιρεία) του Κωνσταντίνου Ζέρβα (ΜΑ- Μητρώο Αγωνιστών0.

Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Ναυπλίας όπου διακρίθηκε στην ατυχή επίθεση της 4 Δεκεμβρίου 1821, καθώς και στην πολιορκία της Τριπόλεως. Συμμετείχε στις μάχες Άργους, Δερβενακίων επικεφαλής 70 ατάκτων, Βερβένων, σε άλλες κατά των Αιγυπτίων, καθώς και στην εκστρατεία του Πειραιά. Υπηρέτησε στη φρουρά της Καρύταινας.

Μετά τον θάνατο του παπα-Αρσένη ανέλαβε μαζί με άλλους Κάτω Ναχαΐτες οπλαρχηγούς την αρχηγία των όπλων της επαρχίας του. Μαχόμενος, επέδειξε γενναιότητα και ακεραιότητα. Τιμήθηκε με αργυρούν Αριστείον Αγώνος. Την πολεμική του δράση πιστοποίησαν το 1841 ο Θ. Κολοκοτρώνης και ο Γιατράκος και το 1843 ο στρατηγός Ν. Σταματελόπουλος και ο Χατζηχρήστος.

Οι διάφορες επιτροπές εκδουλεύσεων τον ενέταξαν στους αξιωματικούς βαθμού Ζ’ (ανθυπολοχαγός). Κατά το έτος 1838 διετέλεσε προεστός Κρανιδίου. Τα στοιχεία του αναφέρονται σε πίνακες ενόρκων Ερμιονίδος των ετών 1850-1852, 1853, 1857-1861 (ΦΕΚ 1850 Α, 1851 Α, 1852, 1853, 1857-1859, 1860 Α, 1861 Α 1-78).

Με την από 5 Δεκεμβρίου 1865 αίτησή του προς το Υπουργείο Οικονομικών, αξίωσε την προβλεπόμενη από τον νόμο περί προικοδοτήσεως αμοιβή για την προσφορά του στον ελληνικό Αγώνα. Μετεπαναστατικά βεβαίωσε την πολεμική δράση συμπολιτών του και εξάσκησε την συμβολαιογραφία. ΑΜΑ: Αριθμός Μητρώου Αξιωματικών, 2064.

 

Γεώργιος Μ. Βουτσίνος

«Μητρώον Κρανιδιωτών Αγωνιστών της Ελληνικής Παλιγγενεσίας», έκδοση Δημοτικής Βιβλιοθήκης Δήμου Κρανιδίου, Αθήνα, 2010.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Λαζάρου ή Ορλώφ


 

Μία μεγάλη οικογένεια, που τα μέλη της διακρίθηκαν τόσο για τους αγώνες εναντίον των Τούρκων όσο και για τις προσφορές τους στον απελευθερωτικό αγώνα του 1821, είναι η οικογέ­νεια Λαζάρου ή Ορλώφ. Εγκαταστάθηκε από τη Μάνη στις Σπέτσες, στις αρχές του 17ου αιώνα, γι’ αυτό και τα μέλη της, τα αποκαλούσαν «Μανιάτες».

Όταν το 1768 – κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο – σχεδιάστηκε στην Πετρούπολη η εκστρα­τεία των Ρώσων στη νότια Πελοπόννησο, οι αδελφοί Λαζάρου, Βασίλειος με το βρίκι του «Λυκούργος», Γκίκας με το βρίκι του «Θεομήτωρ» και Μανώλης με το βρίκι του «Τηλέμαχος», έθεσαν τους εαυτούς τους και τα πλοία τους, στη διάθεση του ρωσικού στόλου. Το γεγονός αυτό εκτίμησε ιδι­αίτερα η Αυτοκράτειρα Αικατερίνη η Μεγάλη και πολύ σύντομα τους χάρισε την εύνοιά της.

 

Προσωπογραφία του Βασιλείου Ν. Λαζάρου – Ορλώφ. Ελαιογραφία σε μουσαμά του Βασιλείου Μαλλιάση. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αρ. Ταυτότητας: 2725.

 

Υπηρέτησαν καθόλη τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου, κάτω από τις διαταγές των αδελφών Αλεξίου και Θεοδώρου Γρηγορίεβιτς Ορλώφ και, αφού ξεσήκωσαν και άλλους Σπε­τσιώτες, βοήθησαν με κάθε τρόπο το ρωσικό κίνημα, γιατί πίστεψαν ότι οι Ορλώφ μπορούσαν να συμβάλουν στην αποτίναξη του τουρκικού ζυγού από τη σκλαβωμένη Πατρίδα τους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Λάμπρου ή Λεωνίδας Δημήτριος (1797-1835)


 

Λάμπρου ή Λεωνίδας, όνομα καπεταναίων και πολιτικών από τις Σπέτσες, γνωστό από το 17ο αιώνα και μέχρι την εποχή της Επανάστασης μόνο σαν Λάμπρου. Το όνομα Λεωνίδας το πήρε η οικογένεια, από την ιδιόκτητη εξοπλισμένη ημιολία που έφερε το όνομα «Λεωνίδας».

Κυριότερα μέλη της οικογένειας ήσαν: Γιάννης Λάμπρου. Αρχηγός της οικογένειας, εμποροπλοίαρχος και αγωνιστής. Γεννήθηκε στις Σπέτσες, το 1715 και πέθανε το 1780.

Νικόλαος, γιος του Γιάννη Λάμπρου. Γεννήθηκε στις Σπέ­τσες το 1744 και έλαβε μέρος στα «Ορλωφικά». Μετά την αποτυχία του κινήματος του 1770 κατέφυγε στα Κύθηρα μαζί με άλλους Σπετσιώτες. Από εκεί, Βοήθησε τον Λάμπρο Κατσώνη κατά την επαναστατική του διαδρομή. Για τη συμμετοχή και την ανδρεία του στη ναυμαχία του Αβουκίρ, εναντίον των Γάλλων, έλαβε έπαινο από τον Άγγλο ναύαρχο Sidney Smith, και αμνηστία για τη δράση του στα «Ορλωφικά» από τον Οθωμανό στόλαρχο, Χουσεΐν-Πασά.

 

Δημήτριος Λάμπρου ή Λεωνίδας

 

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1797 και ήταν γιος του Νικολάου Λάμπρου. Ήταν ο νεότερος από όλους τους κυβερνήτες πολεμικών πλοίων, υπήρξε ένας από τους πρωταγω­νιστές του αγώνα του 1821 και διακρίθηκε σ’ όλη την περίοδο αυτή για την τόλμη και την ανδρεία του.

Κυβερνήτης του ιδιόκτητου πλοίου του, «Λεωνίδας», που ήταν και από τα ταχύτερα σκάφη της εποχής του, έλαβε μέρος σ’ όλες σχεδόν τις θαλάσσιες επιχειρήσεις και διακρίθηκε για τη δράση του.

 

Προσωπογραφία του Δημητρίου Λάμπρου ή Λεωνίδα, ελαιογραφία σε μουσαμά, 1929. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Τον Ιούλιο του 1821 έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά της Σάμου, μαζί με τους Σπε­τσιώτες ναυάρχους Νικόλαο Ράπτη και Θεοδόση Μπόταση και το Σεπτέμβριο ακολούθησε το Γεώργιο Πάνου, στις ναυτικές επιχειρήσεις στο Κατάκωλο και στον Κάβο Πάπα. Το Δεκέμβριο του ίδιου έτους έλαβε μέρος στην εκστρατεία κατά των Παλαιών Πατρών, με ναύαρχο τον Γκίκα Τσούπα. Το Φεβρουάριο του 1822 έλαβε μέρος στις ναυτικές επιχειρήσεις του Μεσολογγίου και κατά τη ναυμαχία που έγινε εκεί, επιτέθηκε από τους πρώτους εναντίον του τουρκικού στόλου και, καθώς αναφέρεται σε σχετική έκθεση, «αρίστευσεν». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Σκρεπετός Εμμανουήλ


 

Ο Εμμανουήλ Σκρεπετός  ήταν κτίστης, μπουλουξής σώματος ατάκτων από το Κρανίδι Αργολίδας.  Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Ναυπλίας, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του. Στις 30 Νοεμβρίου 1822 στις έξι τα ξημερώματα υπό πλήρες σκοτάδι και καταρρακτώδη βροχή, αναρριχήθηκε και εισπήδησε από τους πρώτους επαναστάτες στο Παλαμήδι του Ναυπλίου, ως γνώστης των σχεδίων του κάστρου. Μαζί του και ο αδελφός του, μαραγκός, οπλίτης σώματος ατάκτων, Κωνσταντής Σκρεπετός.*

Συμμετείχε σε διάφορες μάχες. Μαχόμενος, επέδειξε καρτερία, τιμιότητα και υπακοή. Την πολεμική του δράση πιστοποίησαν στις 20 Δεκεμβρίου 1841 ο αρχιστράτηγος Θ. Κολοκοτρώνης και ο στρατηγός Δ. Πλαπούτας και το 1865 ο καπετάνιος Ερμιονίδας και ταγματάρχης της Βασιλικής Φάλαγγος, Ν. Λάμπρου. Οι διάφορες επιτροπές εκδουλεύσεων τον ενέταξαν στους αξιωματικούς βαθμού Ζ’ (ανθυπολοχαγός).

 

karl krazeisen – Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Με την από 8 Ιουνίου 1865 αίτησή του προς το Υπουργείο Οικονομικών, αξίωσε την προβλεπόμενη από τον νόμο περί προικοδοτήσεως αμοιβή για την προσφορά του στον Αγώνα της ανεξαρτησίας. Ο Π. Τσιμάνης τον αναφέρει στο έργο του Μνήμες Ερμιονίδος, σελ. 399-400, ο μακαριστός μητροπολίτης Κορίνθου Π. Καρανικόλας στο έργο του το Κρανίδι…, σελ. 18 και η Γ. Παϊδούση στο έργο της Η Ερμιονίδα ανά τους αιώνες, σελ. 228. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »