Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Πρὀσωπα’ Category

Καλλιφρονάς Δημήτριος (1805-1897)


 

Δημήτριος Καλλιφρονάς, Δήμαρχος Αθηναίων (1837-1841), λιθογραφία. Δημοσιεύεται στο: Βρετός – Παπαδόπουλος Μαρίνος, «Εθνικόν Ημερολόγιον», ΣΤ΄ σελ. 144, Αθήνα, 1866

O Δημήτριος Καλλιφρονάς, αγωνιστής του 1821, πολιτικός και δεύτερος Δήμαρχος Αθηναίων, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1805. Καταγόταν από παλιά αθηναϊκή οικογένεια  – σε προγενέστερα χρόνια συναντάται ως Καλοφρενά ή Καλεφορνά – και ήταν γιος του δημογέροντα Νικολάου Καλλιφρονά και αδελφός του αγωνιστή Ιωάννη Καλλιφρονά (1798 – 1826). Είχε το προσωνύμιο «φουστανελοφόρος».

Ως παιδί έζησε στη Σαλαμίνα και την Αίγινα, όπου είχε καταφύγει ο πατέρας του, ύστερα από τη σύλληψη και την προσωρινή του φυλάκιση από τους Οθωμανούς. Αν και πολύ νέος κατά την έναρξη της Επανάστασης, ουσιαστικά ανήκε σε μια γενιά πολιτικών ανδρών που είχαν βιώσει το παραδοσιακό προεπαναστατικό πνεύμα των πατέρων τους. Έφηβος ακόμη πολέμησε στις στρατιωτικές επιχειρήσεις της Επανάστασης, αναλαμβάνοντας επικίνδυνες αποστολές. Κατατάχθηκε στον τακτικό στρατό, υπό το Γάλλο φιλέλληνα Charles Favier (Κάρολο Φαβιέρο) και τραυματίστηκε στη μάχη του Φαλήρου.

Μετά το τέλος της Επανάστασης, ένθερμος υποστηρικτής φιλελεύθερων και συνταγματικών αντιλήψεων, ανέλαβε πολιτική δράση εντασσόμενος στο «γαλλικό» κόμμα. Εξάλλου, πολλοί Ρουμελιώτες στρατιωτικοί και άρχοντες είχαν επιδιώξει να ενταχθούν στο υπό τον Κωλέττη «γαλλικό» κόμμα και να ανταγωνιστούν τους επιφανείς Πελοποννησίους. Στις πρώτες δημοτικές εκλογές της περιόδου της Αντιβασιλείας, το 1835, έθεσε υποψηφιότητα για τη θέση του δημάρχου της πόλης. Αν και έλαβε τις περισσότερες ψήφους, η Αντιβασιλεία, με πρόσχημα το νεαρό της ηλικίας του, τον απέκλεισε από το αξίωμα. Ανέλαβε, ωστόσο, τη θέση του προέδρου του δημοτικού συμβουλίου προτείνοντας την έκδοση ψηφίσματος με αίτημα το σύνταγμα, πράγμα που οδήγησε στη διάλυση του δημοτικού συμβουλίου και την καθαίρεση του δημάρχου.

Στις δημοτικές εκλογές του 1837 εκλέχθηκε δήμαρχος με μεγάλη πλειοψηφία. Από τη θέση αυτή, την οποία διατήρησε έως το 1841, παρέμεινε συνεπής στις φιλελεύθερες αντιμοναρχικές του αντιλήψεις, δρώντας με αντιπολιτευτική διάθεση προς τα Ανάκτορα. Τήρησε, ωστόσο, μια μάλλον τοπικιστικού χαρακτήρα στάση, όταν, ακολουθώντας το ρεύμα των «αυτοχθονιστών», αρνιόταν συστηματικά την εγγραφή πολλών επήλυδων Αθηναίων στα δημοτολόγια της πόλης. Πρωταγωνίστησε στην εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 με αίτημα την ψήφιση συντάγματος.

Στην Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση του 1843-1844 εκλέχθηκε πληρεξούσιος της Αθήνας και μέλος της επιτροπής για την κατάρτιση του συντάγματος. Στην πρώτη Βουλή που συγκροτήθηκε μετά την ψήφιση του συντάγματος εξελέγη πληρεξούσιος Αττικής και κατά το διάστημα 1845-1847 διετέλεσε αντιπρόεδρος της Βουλής. Στη συνέχεια, για σύντομο χρονικό διάστημα, τοποθετήθηκε στη θέση του γενικού γραμματέα του Υπουργείου Εσωτερικών. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1847 εξελέγη πρόεδρος της Βουλής, θέση στην οποία παρέμεινε έως τις 10 Σεπτεμβρίου 1848. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ανέλαβε το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κανάρη, όπου παρέμεινε έως το Δεκέμβριο του 1849.

Δημήτριος Καλλιφρονάς, ελαιογραφία του Δημήτρη Βασιλείου. Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Δημοσιεύεται στο: «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Η οικογένεια Καλλιφρονά ενίσχυσε την αγροτική εξέγερση που ξέσπασε το 1848 στη Φυλή της Αττικής, δίνοντάς της μάλιστα σαφές δημοκρατικό – αντιμοναρχικό χαρακτήρα, κάτι που δεν συναντάται συχνά σε ανάλογες κινήσεις εκείνης της ταραχώδους χρονιάς. Η στάση του Καλλιφρονά δεν ήταν μονοδιάστατη. Αργότερα προσέγγισε τα Ανάκτορα αναλαμβάνοντας σημαντικά πολιτικά αξιώματα. Είναι ενδεικτικό ότι το Νοέμβριο του 1860 ήταν ο κατά τη βασιλική επιθυμία υποψήφιος πρόεδρος της Βουλής. Καταψηφίστηκε, ωστόσο, από τους κυβερνητικούς βουλευτές, ενώ πρόεδρος αναδείχθηκε ο έως τότε υπουργός στην κυβέρνηση Αθανασίου Μιαούλη Θρασύβουλος Ζαΐμης. Μάλιστα ο Όθωνας, βλέποντας ότι ο Καλλιφρονάς δεν θα αναλάμβανε την προεδρία, έσπευσε να διαλύσει τη Βουλή. Ήταν η μία από τις δύο φορές που ο Όθωνας επέβαλε πρόωρη διάλυση της Βουλής κατά τη βασιλεία του, ασκώντας τη σχετική συνταγματική του αρμοδιότητα. Η Βουλή που εκλέχθηκε στη συνέχεια, εκείνη της Ζ’ βουλευτικής περιόδου, υπήρξε η τελευταία της θητείας του.

Ο Καλλιφρονάς, παρά την υποστήριξη που είχε από τον Όθωνα για τη θέση του προέδρου της Βουλής το 1860, ανέπτυξε μετριοπαθή αντιπολιτευτική δράση στη συνέχεια. Μέσα από κείμενα που συνυπέγραψε με τους Παύλο Καλλιγά και I. Κόνιαρη το 1861 διαφαίνεται η προσδοκία μιας εκ βάθρων αλλαγής του πολιτικού συστήματος: μεταξύ άλλων, διεκδικούσαν ελεύθερες εκλογές, δημόσιες επενδύσεις υποδομής, ελάφρυνση των αγροτών, φορολογική μεταρρύθμιση, γενικό εξοπλισμό, εκσυγχρονισμό της διοίκησης. Τελικά, εξαιτίας της αντιπολιτευτικής του δράσης, εκτοπίστηκε το Δεκέμβριο του 1861, μαζί με τον Επαμεινώνδα Δεληγιώργη, στην Κύθνο και αργότερα στη Μονή Τουρλιανής στη Μύκονο.

Στην οκτωβριανή εξέγερση κατά του Όθωνα, το 1862, αν και προηγουμένως είχε προσεγγίσει τα Ανάκτορα και είχε αμνηστευθεί, συμμετείχε ενεργά πρωτοστατώντας στην εκθρόνιση του βασιλιά, που τελικά πραγματοποιήθηκε στις 10 Οκτωβρίου του 1862. Στη συνέχεια, από τον Οκτώβριο του 1862 έως το Φεβρουάριο του 1863, διορίστηκε υπουργός Ναυτικών της επαναστατικής κυβέρνησης του Δημήτριου Βούλγαρη. Ήταν μάλιστα εκείνος που ως υπουργός Ναυτικών επιβιβάστηκε στο πλοίο που βρισκόταν ο έκπτωτος μονάρχης για να του επιδώσει το ψήφισμα που προέβλεπε την κατάργηση της δυναστείας του ύστερα από τριακονταετή παραμονή στην Ελλάδα.

Σημαντικός υπήρξε ο ρόλος του Καλλιφρονά και στην Β’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση που ακολούθησε (1862-1864), η οποία ενέκρινε την έξωση του Όθωνα και την ανάδειξη του νέου βασιλιά, του Δανού πρίγκιπα Γεωργίου. Αν και από πλούσια αρχοντική καταγωγή, είχε ενταχθεί στις τάξεις των ριζοσπαστών «ορεινών» της Εθνοσυνέλευσης, οι οποίοι αντιμάχονταν τους συντηρητικούς γόνους αρχοντικών οικογενειών που πύκνωναν κυρίως τις τάξεις των «πεδινών».

Ανέλαβε τα καθήκοντα του υπουργού Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως για ένα τρίμηνο το 1863 – κυβερνήσεις Διομήδη Κυριακού και Μπενιζέλου Ρούφου -, για ένα μήνα το 1865 και ενάμιση περίπου χρόνο το 1872-1874 στις κυβερνήσεις Επαμεινώνδα Δεληγιώργη.

Από τα χρόνια του Όθωνα μέχρι το θάνατό του εκλεγόταν συνεχώς βουλευτής Αθηνών για να επανεκλεγεί και πρόεδρος της Βουλής για πέντε μόλις μήνες το 1885 (22 Ιουνίου – 12 Οκτωβρίου). Είχε διατελέσει και τρεις φορές αντιπρόεδρος της Βουλής κατά την περίοδο 1844-1847.

Τη δεκαετία του 1870 εντάχθηκε στο φιλελεύθερων αρχών κόμμα του Χαρίλαου Τρικούπη, αποτελώντας ένα από τα προπύργια του κόμματος στην περιοχή της Αττικής, χωρίς όμως να στηρίζει πάντοτε τυφλά τον Τρικούπη στη Βουλή. Λίγα χρόνια πριν από το θάνατό του αποσύρθηκε από το πολιτικό προσκήνιο, όμως οι δύο γιοι του Λάμπρος και Ιωάννης συνέχισαν την οικογενειακή παράδοση, εκλεγόμενοι αντίστοιχα δήμαρχος και βουλευτής Αθηνών. Φιλόμουσος καθώς ήταν, υπήρξε το 1871 από τα ιδρυτικά μέλη της μουσικής εταιρείας της Αθήνας Ευτέρπη. Πέθανε στην Αθήνα το 1897 σε ηλικία 92 ετών, φορώντας μέχρι το τέλος της ζωής του την εθνική ενδυμασία.

 

 

Πηγή


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα,

 

Read Full Post »

Παλαμήδης Ρήγας (1794-1872)


 

Ρήγας Παλαμήδης, λάδι σε μουσαμά, έργο του Στέφανου Αλμαλιώτη (1910-1987). Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Δημοσιεύεται στο: «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Ρήγας Παλαμήδης, λάδι σε μουσαμά, έργο του Στέφανου Αλμαλιώτη (1910-1987). Συλλογή έργων τέχνης της Βουλής των Ελλήνων. Δημοσιεύεται στο: «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

Ο Ρήγας Παλαμήδης υπήρξε πολιτικός της περιόδου της Επανάστασης και των πρώτων δεκαετιών του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Γεννημένος στην Τρίπολη, το 1794 και με καταγωγή από τη Στεμνίτσα της Γορτυνίας, ο Ρήγας Παλαμήδης διαμορφώθηκε στο προεπαναστατικό ελληνικό περιβάλλον της Κωνσταντινούπολης. Ο πατέρας του, Γιαννάκης  Παλαμήδης, είχε διατελέσει δραγουμάνος του διοικητή της Τρίπολης, αλλά αποκεφαλίστηκε από τους Οθωμανούς εξαιτίας της συμμετοχής του σε συνωμοτική ομάδα. Μαθήτευσε αρχικά στη Δημητσάνα. Η οικογένειά του εγκαταστάθηκε αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, όπου και ο ίδιος διεύρυνε τη μόρφωσή του.

Με την επιστροφή του στην Τρίπολη διορίστηκε γραμματέας του πασά του Μοριά και κατόπιν αντιπρόσωποςβεκίλης – των καζάδων Τριπολιτσάς και Μονεμβασιάς στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Οι βεκίληδες, δηλαδή οι εκπρόσωποι των διοικητικών περιφερειών στην «πηγή της εξουσίας» λειτουργούσαν ως μεσολαβητές για τη διεκπεραίωση των συμφερόντων των αρχόντων (χριστιανών και μουσουλμάνων), αλλά ταυτόχρονα φρόντιζαν για τα δικά τους ιδιαίτερα οικογενειακά ή προσωπικά, πολιτικά ή οικονομικά συμφέροντα.

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης ανέλαβε γραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας καθώς και γραμματέας και αγγελιαφόρος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη[1] στη μάχη του Βαλτετσίου, και στην άλωση της Τριπολιτσάς που ακολούθησε.

Εκείνα τα χρόνια παντρεύτηκε την κόρη του Οθωμανού πασά της Λάρισας, η οποία είχε αιχμαλωτιστεί. Η σύζυγός του στη συνέχεια βαφτίστηκε και μάλιστα εξελίχθηκε σε ιδιαίτερα δημοφιλή κοσμική κυρία της περιόδου της βασιλείας του Όθωνα. Είχε αποκτήσει τρεις κόρες και ένα γιό. Ο γιος του Ιωάννης, διπλωμάτης, πέθανε στο Παρίσι το 1886. Οι κόρες του ήταν: η Ελένη, σύζυγος Αριστείδη Γ. Καρατζά, η Αικατερίνη, σύζυγος Σαράντη Κωνσταντινίδη και η Αγλαΐα, σύζυγος Ιάσωνα Ράγκου.

Ο Ρήγας Παλαμήδης ήταν ηγέτης παλαιάς ισχυρής οικογένειας με μεγάλη επιρροή στην Αρκαδία και ευρύτερα στην Πελοπόννησο. Υπήρξε ηγετικός παράγοντας του «γαλλικού» κόμματος, τόσο κατά την Επανάσταση, όσο και στην περίοδο που ακολούθησε και εκλέχθηκε κατά τα έτη 1821-1829 πληρεξούσιος της Τρίπολης στις εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου (1821), της Τροιζήνας (1827) και του Άργους (1829). Κατά την καποδιστριακή περίοδο διετέλεσε μέλος του Πανελληνίου και γερουσιαστής. Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια και την παραίτηση του αδελφού του Αυγουστίνου, εκλέχθηκε πληρεξούσιος της Τρίπολης στην E’ κατά συνέχειαν Εθνοσυνέλευση που πραγματοποιήθηκε στην Πρόνοια του Ναυπλίου το 1832. Η Ε΄ Εθνοσυνέλευση άρχισε τις εργασίες της στο Άργος το Δεκέμβριο του 1831 (σπανιότερα αποκαλείται Εθνοσυνέλευση Άργους 1831) και τις συνέχισε στο Ναύπλιο μέχρι το Μάρτιο του 1832, τρία χρόνια μετά την Δ΄ Εθνοσυνέλευση Άργους (και συνηθέστερα αποκαλείται Ε΄ Εθνοσυνέλευση Ναυπλίου).

Κατά την απολυταρχική περίοδο της βασιλείας του Όθωνα διορίστηκε νομάρχης και σύμβουλος Επικράτειας, – την ίδια περίοδο υπήρξε, επίσης, ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Αρχαιολογικής Εταιρείας (1837) καθώς και από τους πρώτους μετόχους της Εθνικής Τράπεζας (1841) – αξίωμα το οποίο κατείχε τη νύχτα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 όταν ξέσπασε το επαναστατικό κίνημα για τη διεκδίκηση Συντάγματος και την πολιτειακή μεταβολή. Τότε το Συμβούλιο της Επικράτειας συνήλθε άμεσα και διόρισε κυβέρνηση υπό τον Ανδρέα Μεταξά. Ο Ρήγας Παλαμήδης κατέλαβε τη θέση του υπουργού Εσωτερικών έως το Φεβρουάριο του 1844. Στην Εθνοσυνέλευση που συγκλήθηκε για την ψήφιση του συντάγματος, ως πληρεξούσιος Τρίπολης, ήταν μέλος της επιτροπής που συνέταξε το Σύνταγμα.

Κατά την Εθνοσυνέλευση υπήρξαν – μαζί με το Γιάννη Μακρυγιάννη – ηγέτες μιας ανομοιογενούς αντιπολίτευσης 90 πληρεξουσίων (σε σύνολο 244), οι οποίοι αντιτάσσονταν στην υπό τους ηγέτες των κομμάτων (Ανδρέα Μεταξά, Ιωάννη Κωλέττη, Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο) κυρίαρχη μετριοπαθή πλειοψηφία. Ο Παλαμήδης ανήκε σε εκείνους που ασκούσαν κριτική και προέβαλλαν ορισμένες ριζοσπαστικές θέσεις ενάντια στην αποδυναμωμένη μοναρχική εξουσία. Οι συναισθηματικές αναφορές των μελών της αντιπολίτευσης στα γεγονότα και τις θυσίες της Επανάστασης, το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα, η ρητορική σχετικά με την κοινωνική δικαιοσύνη και το σταθερό πλαίσιο νόμων, παράλληλα με την εμμονή σε θέματα τοπικού ενδιαφέροντος αποτύπωναν περισσότερο διαφοροποιήσεις πολιτισμικού χαρακτήρα παρά διαμόρφωση συνεκτικών πολιτικών θέσεων. Κατά τις σχετικές συζητήσεις της Εθνοσυνέλευσης ο Παλαμήδης υποστήριξε ένθερμα, μαζί με το Μακρυγιάννη, την απομάκρυνση των «ετεροχθόνων» από τις δημόσιες υπηρεσίες και συμμάχησε με μέλη του «ρωσικού» κόμματος στο θέμα της επιδίωξης της σύνδεσης της ελλαδικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.

Μετά τις εκλογές του Ιουνίου του 1847, επί κυβέρνησης Κωλέττη, και έπειτα από το θάνατο του τελευταίου τον Αύγουστο του ίδιου έτους, αφού ολοκλήρωσε τη θητεία του ως πρόεδρος της Βουλής, διεκδίκησε με το Δημήτριο Χρηστίδη την ηγεσία του «γαλλικού» κόμματος, υποστηρίζοντας αντιδυναστικές πολιτικές θέσεις. Επίσης, παρά τις κυρίαρχες στο «γαλλικό» κόμμα αλυτρωτικές ιδέες, στη συγκυρία του Κριμαϊκού πολέμου, μετά το 1854, ο Παλαμήδης, κατά τρόπο ρεαλιστικό και ψύχραιμο, υποστήριξε την αποφυγή εμπλοκής της Ελλάδας σε πόλεμο με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Στις κυβερνήσεις Κίτσου Τζαβέλλα, Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, Αντώνιου Κριεζή και Αθανάσιου Μιαούλη ανέλαβε το Υπουργείο Εσωτερικών για τα διαστήματα Απρίλιος 1847 – Μάρτιος 1848, Ιούλιος 1852 – Φεβρουάριος 1854, Μάιος – Νοέμβριος 1854 και Σεπτέμβριος 1859 – Ιανουάριος 1860. Εκλεγόταν βουλευτής στις εκλογές της περιόδου 1844-1849, καθώς και σε αυτές του 1872, ενώ το 1853 διορίστηκε γερουσιαστής από τον Όθωνα.

Πρόεδρος της Βουλής[2] εκλέχθηκε σε δύο διαδοχικές συνόδους. Η θητεία του διήρκεσε από τις 19 Δεκεμβρίου 1845 έως τις 14 Απριλίου 1847, την περίοδο κατά την οποία πρωθυπουργός ήταν ο Κωλέττης. Επί της προεδρίας του έγινε πανηγυρική τελετή στη Βουλή, στην οποία τοποθετήθηκε το χειρόγραφο του Συντάγματος του 1844 με τις υπογραφές των πληρεξουσίων σε ειδικό μεταλλικό κιβώτιο.

Ο Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ηγετική πολιτική φυσιογνωμία κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, ήταν ανιψιός του Ρήγα Παλαμήδη, τον οποίο είχε θέσει υπό την προστασία του.

Επιχειρώντας να συγγράψει την ιστορία της Επανάστασης του 1821, συγκέντρωσε πολύτιμο υλικό για γεγονότα και πρόσωπα που έζησε ο ίδιος. Το υλικό αυτό φυλάσσεται σήμερα στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Πέθανε στην Αθήνα το 1872 σε ηλικία 78 ετών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ο Φωτάκος γράφει για τον Ρήγα Παλαμήδη στο βιβλίο του «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών»:

«Κατήγετο από την Στεμνίτσαν εκ της επισήμου γενεάς των Παλαμηδαίων. Ο δε πατήρ του προ πολλού είχεν αποκατασταθή εις την Τριπολιτσάν. Επανελθών δε ο Ρήγας από την Κωνσταντινούπολιν κατ’  αρχάς ολίγον εστάθη εις τα Βέρβαινα, συντελών μετά των άλλων εις τας πρώτας συστάσεις των  στρατοπέδων. Μετά ταύτα ήλθεν εις το Βαλτέτσι, και  ευρίσκετο εκεί μετά του Θ. Κολοκοτρώνη.

Επειδή δε τότε η βάρδια του Καλογεροβουνιού είχε πιάσει τον διδάσκαλον των Καλαμών Γεράσιμον, ερχόμενον από  την Τριπολιτσάν, όπου τον είχε στείλει ο Πέτρος  Μαυρομιχάλης, εν αγνοία όλων των άλλων καπεταναίων, και ως εκ τούτου ηγέρθησαν πολλαί υπονοιαι, οι  ευρεθέντες εκεί Μανιάται καπεταναίοι, Μούρτσινοι, Κουμουνδουράκιδες, Καπετανάκιδες, Βενετσανάκιδες, Τουράκιδες και άλλοι πολλοί, και οι Μαυρομιχαλαίοι Κυριακούλης και Ηλίας, όλοι αυτοί ήλθον εις  λογομαχίαν με τους Αναγνωσταράν Παπαγεωργίου, Ηλίαν  Φλέσαν, Δημ. Παπατσώνην, Παναγ. Κεφάλαν, Μητροπέτροβαν, Νικήταν Φλέσαν και Θ. Κολοκοτρώνην, δια την αποστολήν ταύτην του Γερασίμου, και δια τα γράμματα και τα προσκυνοχάρτια, τα οποία ούτος έφερεν από τους Τούρκους, και προσέτι δια τους λόγους, τους οποίους είπε κατά της επαναστάσεως ο Γεράσιμος, απεφασίσθη και εστάλη ο Ρήγας εις τας Καλάμας δια να κάμη γνωστήν εις τον Πετρομπεην την διαγωγήν του Γερασίμου, και παρακινήση αυτόν να έλθη εις το  στρατόπεδον δια να εννοήσουν όλοι και να πεισθούν, ότι θέλει την επανάστασιν· παρέδωκεν δε εις την συνοδίαν του Ρήγα και τον Γεράσιμον δια να μην τον σκοτώσουν εις τον δρόμον και κακοφανή τούτο εις τον Πετρομπεην. Τα μετά ταύτα αναφέρονται εις τα απομνημονεύματά μου.

Κατόπιν ο Ρήγας επέστρεψεν εις το Χρυσοβίτσι, και εκεί εβοήθει τον Κολοκοτρώνην δια των συμβουλών του και της γραφικής του ικανότητος. Μέχρι δε της ελεύσεως του πρίγκηπος Υψηλάντου ο Ρήγας έμενεν εις το στρατόπεδον των Τρικόρφων, και υπήγεν και αυτός μετά των άλλων προς υποδοχήν του. Έπειτα διωρίσθη γραμματεύς της Γερουσίας των Καλτεζών, και ύστερον διωρίσθη πάλιν να υπάγη εις τας Κεγχρεάς δια να συμβιβάση δυσαρέσκειάν τινα γενομένην μεταξύ των πολιορκητών και των Νοταράδων, και συνάμα να εισπράξη και τα υποχρεωτικά χρήματα από την Επαρχίαν της Κορίνθου, και να ίδη και το εκεί φροντιστήριον.

Έχει δε όλα τα έγγραφα της αποστολής του ταύτης. Αλωθείσης δε της Τριπολιτσάς, επανήλθεν εις αυτήν και έκτοτε ανεμίχθη και εις τα πολιτικά πράγματα, και ούτω υπηρέτει την πατρίδα στρατιωτικώς με καλόν ζήλον. Ουδείς δε άλλος έχει περισσοτέρας εκδουλεύσεις πολιτικάς, διότι όλα τα επαγγέλματα επέρασαν από την διεύθυνσίν του. [Διατηρήθηκε η ορθογραφία του κειμένου, εκτός από το πολυτονικό σύστημα].

[2] Στην εφημερίδα «Ο Μικρός Ρωμηός», ο  δημοσιογράφος και ιστορικός Ελευθέριος Σκιαδάς γραφεί για τον Παλαμήδη:  Ρήγας Παλαμήδης: Ο «βουλευτής των σακουλίων».

Στην Αθήνα – περιοχή Ψυρρή – η οδός και το σπίτι του Ρήγα Παλαμήδη έμειναν να θυμίζουν τον Έλληνα αγωνιστή της Επανάστασης του 1821. Διετέλεσε πληρεξούσιος σε έξι Εθνοσυνελεύσεις, μέλος του Πανελληνίου, γερουσιαστής, σύμβουλος Επικρατείας, νομάρχης, Πρόεδρος της Βουλής και υπουργός Εσωτερικών σε έξι κυβερνήσεις! Υπήρξε πανίσχυρος τοπάρχης στη Μαντινεία και παντρεύτηκε την κόρη του Πασά της Λάρισας, με την οποία απέκτησε τρεις κόρες [και ένα γιό]. Υπήρξε όμως και ο πολιτικός που απέκτησε ένα από τα πιο περίεργα «παρατσούκλια» στην εποχή του. Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1840 όλοι τον αποκαλούσαν ο «βουλευτής των σακουλίων»!

Απ’ όπου περνούσε εκείνη την εποχή ο Ρήγας Παλαμήδης ξεσήκωνε τον κόσμο και οι οπαδοί του ήταν έτοιμοι ακόμη και σε εξεγέρσεις να προχωρήσουν για χάρη του. Κοντά του είχε και τον Κλήρο. Μέχρι που υπήρχαν ιερείς οι οποίοι στέκονταν στην Ωραία Πύλη και έχοντας μπροστά τους το Ευαγγέλιο διάβαζαν τις προεκλογικές προκηρύξεις της παράταξης της ομάδας του Παλαμήδη. Ήταν η εποχή που διεξάγονταν οι πρώτες βουλευτικές εκλογικές αναμετρήσεις και η χώρα εμφάνιζε κυριολεκτικά εικόνα εμφύλιου σπαραγμού με πολλά θύματα.

Σε μια τέτοια αναμέτρηση απέτυχε να εκλεγεί βουλευτής ο Ρ. Παλαμήδης! Εννοείται πως δεν ήταν το πραγματικό εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά απόρροια των «μαγειρεμάτων» που γίνονταν σε όλες τις ελληνικές επαρχίες. Μετά την εκλογική αναμέτρηση όμως, μεγάλες ομάδες οπαδών του Παλαμήδη από τη Μαντινεία πήγαν στον συμβολαιογράφο Τριπόλεως και του παρέδωσαν σάκους γεμάτους ψηφοδέλτια. Παράλληλα, υπέγραψαν συμβόλαια με τα οποία έδιναν την ψήφο στον εκλεκτό τους, επισημαίνοντας πως δεν είχαν τη δυνατότητα να ψηφίσουν ελεύθερα στις εκλογές. Ύστερα από συζητήσεις και προβληματισμούς η Βουλή των Ελλήνων αποδέχθηκε ως νόμιμα τα συμβόλαια αυτά, ο Ρ. Παλαμήδης ονομάστηκε «βουλευτής των «σακουλίων», αναλαμβάνοντας μάλιστα το 1845 και την Προεδρία της Βουλής.

 

Πηγές


 

  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Μάρθα Πύλια, «Πολιτικοί όροι και οικονομικές λειτουργίες στην προεπαναστατική Πελοπόννησο» στο: Θεωρητικές Αναζητήσεις και Εμπειρικές Έρευνες – Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας, Ρέθυμνο, 10-13 Δεκεμβρίου, 2008.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. «Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Εφημερίδα «Ο Μικρός Ρωμηός».

Read Full Post »

Σκουφάς Νικόλαος (1779-1818)


 

Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας  – μαζί με τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ – γεννήθηκε στο χωριό Κομπότι της Άρτας το 1779. Είναι εκείνος από τους ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας για τον οποίο γνωρίζουμε τα λιγότερα πράγματα και όπως συμβαίνει συχνά, ιδιαίτερα ασαφή είναι εκείνα που έχουν σχέση με τις πρώτες δεκαετίες της ζωής του· μάλιστα δεν μας είναι γνωστό ούτε καν το πραγματικό όνομά του.

Ο Αναστάσιος Γούδας αναφέρει ότι το όνομα του πατέρα του ήταν Κουμπάρος.[1] Για τα παιδικά του χρόνια δεν έχουμε σχεδόν καθόλου πληροφορίες, ενώ για τα μετέπειτα οι βιογράφοι του αναφέρουν ότι διατηρούσε εμπορικό κατάστημα στην πόλη της Άρτας, όπου εργαζόταν ως «σκουφάς», απ’ όπου βέβαια – όπως γινόταν πολύ συχνά στις εποχές αυτές – το επαγγελματικό προσωνύμιο υπερίσχυσε του πατρωνυμικού ονόματος. Είναι πολύ πιθανόν το επάγγελμά του να υποκρύπτει μια περίοδο μαθητείας, σύμφωνα με τη συντεχνιακή παράδοση της εποχής. Ωστόσο, όπως γίνεται κατανοητό, όλα αυτά δεν οδηγούν σε κάποιο ιδιαίτερο επίπεδο εγγραμματοσύνης, πέρα από τα βασικά γράμματα και την πρακτική τριβή με την αγορά της Άρτας.

Από την Άρτα θα τον συναντήσουμε, καθώς, κατά τα φαινόμενα, φαίνεται να ακο­λούθησε το μεταναστευτικό – εμπορικό ρεύ­μα της εποχής και βέβαια αυτό της ιδιαίτερης πατρίδας του, στην Οδησσό το 1813, χωρίς να είμαστε βέβαιοι για τον χρόνο της άφιξής του. Κάποια φήμη θέλει τον Νικόλαο Σκουφά να είναι θύμα διώξεων του Αλή πασά, πράγμα το οποίο δεν επιβεβαιώνεται από καμιά έγκυρη πηγή. Η ηπειρωτική καταγωγή του, δεδομένου ότι από τους άλλους δύο συνιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, ο Αθανάσιος Τσακάλωφ ήταν Ηπειρώτης, ενώ και  ο Εμμανουήλ Ξάνθος υπήρξε οικείος και συ­νεργάστηκε με πολλούς Ηπειρώτες, υπο­βάλλει τη σκέψη ότι έπαιξε σημαντικό ρό­λο στην ανάληψη των πρωτοβουλιών που οδήγησαν στην ίδρυση της Εταιρείας. Ο πρόωρος θάνατός του από σοβαρό καρδιακό νόσημα στην Κωνσταντινούπολη στις 31 Ιου­λίου 1818 «είχε ως συνέπεια το όνομά του να μην αναμειχθεί στις μετεπαναστατικές διαμάχες για την απαρχή της Εταιρείας και τους ιδρυτές της αλλά και να μην προκόψουν στοι­χεία του βίου του, που θα ήταν χρήσιμα σε εμάς, για να κατανοήσουμε καλύτερα την προ­σωπικότητά του».[2]

 

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. (Λεπτομέρεια)

 

Όπως είπαμε ο Νικόλαος Σκουφάς θα βρεθεί στην Οδησσό το 1813 και εκεί μαζί με τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ το καλοκαίρι του 1814 θα ιδρύσουν τη Φι­λική Εταιρεία, στη διεύθυνση της οποίας ο Σκουφάς θα λάβει το συνθηματικό ΑΓ. Γρήγορα, όμως, ο Σκουφάς, που ζει από την εργασία του, όπως άλλωστε και ο Ξάνθος, θα αφήσει την Οδησσό για να βρεθεί στη Μό­σχα -μαζί με τον Τσακάλωφ – για να ρυθμίσει ορισμένα χρέη του.

Νικόλαος Σκουφάς. Γραμματόσημα, έκδοση 12 Μαΐου 1979.

Πράγματι, ο Σκουφάς θα ρυθμίσει τα χρέη του, δηλαδή στην πραγματικότητα εφεξής θα παύσει να ασχολείται με το εμπόριο και θα αφοσιωθεί αποκλειστικά στην πραγμάτωση του έργου της Φιλικής Εταιρείας. Στο σημείο αυτό δεν πρέπει να περάσουν απαρατήρητες κάποιες παρατηρήσεις του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος αναφερόμενος στο πρόσωπο του Σκουφά σημειώνει ότι η αποτυχία του στο εμπόριο έγινε αιτία να θεωρείται από ορισμένους κύκλους Ελλήνων της Ρωσίας ωχ «αγύρτης», στη γραμμή της καχυποψίας για τους σκοπούς ενός προσώπου που απέτυχε επαγγελματικά και ευαγγελίζεται τη συνωμοτική δράση για την επιτυχία εθνικών σκοπών. Όπως και να έχουν τα πράγματα «ο απλούς αλλά με πολλήν ευαισθησίαν και πατριωτισμόν» Σκουφάς – πάλι κατά τον χαρακτηρισμό του Φιλήμονα -, εκεί στη Μόσχα, μαζί με τον άλλο Ηπειρώτη, τον Αθ. Τσακάλωφ, θα ασχοληθούν με την τελειοποίηση του τυπικού της κατήχησης μελών στις τάξεις της Εταιρείας και παράλληλα θα επιχειρήσουν τις πρώτες μυήσεις σ’ αυτήν σημαντικών Ελλήνων.

Έτσι ο Σκουφάς θα κατηχήσει τον πρώτο Φιλικό, Γεώργιο Σέκερη, νεότερο αδελφό του μεγαλέμπορου Παναγιώτη Σέκερη, στις 13 Δεκεμβρίου 1814. Στον Γεώργιο Σέκερη εν συνεχεία ο Σκουφάς θα αναθέσει την υπηρεσία να επισκεφθεί στη Βιέννη τον Άνθιμο Γαζή και να προσπαθήσει να ανιχνεύσει τις προθέσεις του, δηλαδή αν ο τελευταίος θα ήταν πρόθυμος να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας. Στην περίπτωση που η απάντηση του Γαζή ήταν καταφατική, ο Σέκερης ήταν εντεταλμένος να τον παρακινήσει να με­ταβεί στη Μόσχα για να οργανωθεί η όλη επιχείρηση με τον καλύτερο τρόπο. Στην προσπάθεια προσεταιρισμού του Άνθιμου Γαζή διαφαίνεται η σαφής πρόθεση των ιδρυτών της Φιλικής Εταιρείας να τεθεί επικεφαλής του συνωμοτικού κινήματος και αργότερα του Αγώνα μια προσωπικότητα μεγάλου κύρους.

 

Ο Άνθιμος Γαζής αρνήθηκε να τεθεί

επικεφαλής της Εταιρείας αλλά

μυήθηκε σ’ αυτήν και αποτέλεσε

ένα από τα ηγετικά της στελέχη,

λαμβάνοντας τα κρυπτογραφικά

στοιχεία Α Ζ.

 

Έτσι μετά την άρνηση του Γαζή, θα ακολουθήσει η διπλή προσπάθεια προσεταιρισμού και ανάθεσης της αρχηγίας της Εταιρείας στον Ιωάννη Καποδίστρια (πρώτα από τον Νικόλαο Γαλάτη και ύστερα από τον Εμμ. Ξάνθο) και βέβαια η ανάθεση της αρχηγίας τελικά στον Αλέξανδρο Υψηλάντη  (1820). Όλα αυτά, βέβαια, υποδηλώνουν με σαφήνεια ότι οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας «φαίνεται να μην έχουν ακόμη αυτοπεποίθηση στις δικές τους δυνάμεις, μια αίσθηση απουσίας αρχηγού διαφαίνεται από τις πρώτες κιόλας κινήσεις τους,  η οποία προσδιόρισε και την κατοπινή ζωή της Εταιρείας…».[3]

Εκτός όμως από τον Γεώργιο Σέκερη που κατήχησε ο Σκουφάς, ο ηπειρώτης φιλικός είχε ακόμη μια μεγάλη επιτυχία στον τομέα αυτό αφού κατάφερε να μυήσει στη Φιλική Εταιρεία τον μεγαλέμπορο από τη Φιλιππούπολη Αντώνιο Κομιζόπουλο, ο οποίος ως τέταρτο μέλος εντάχθηκε με τα στοιχεία ΑΕ.

Όμως ο ζήλος και ο ενθουσιασμέ του Σκουφά εμποδίζονται από τη δυσπιστία που προκαλεί η αποτυχία του στο εμπόριο, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, και γι’ αυτό γρήγορα αναγκάζεται να αφήσει τη Μόσχα και να επιστρέψει στην Οδησσό, όπου τον βρίσκουμε στις αρχές του 1816· έχει αφήσει όμως πίσω του στη Μόσχα δύο από τα ιδρυτικά μέλη της  Εταιρείας, τον Αθανάσιο Τσακάλωφ και τον Αντώνιο Κομιζόπουλο, μέλη τα οποία είχαν σημαντική επιρροή στους κύκλους των Ελλήνων της Μόσχας.

Ο Νικόλαος Σκουφάς στην Οδησσό θα συνεχίσει το έργο της στρατολόγησης νέων μελών στις τάξεις της Εταιρείας, χωρίς, βέβαια, να μπορούμε να του αναγνωρίσουμε μεγάλες επιτυχίες. Πάντως, η μύηση από τον Σκουφά στην Οδησσό του μεγαλέμπορου Αθανάσιου Σέκερη (αδελφού του Γεωργίου και του Παναγιώτη) και του γραμματικού του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου, δεν ήταν μικρής σημασίας κατηχήσεις. Ιδιαίτερα ο δεύτερος έμελλε να καταστεί ηγετικό στέλεχος της Φιλικής Εταιρείας, «συναρχηγός, τουλάχιστον σε ορισμένες φάσεις της διαδρομής της».[4]

Άνθιμος Γαζής. Προσωπογραφία του Άνθιμου Γαζή από το εσώφυλλο του συγγράμματος «Λεξικόν της Ελληνικής Διαλέκτου», Άνθιμος Γαζής, Βενετία, 1809.

Εξάλλου ο Σκουφάς, την ίδια περίοδο, ενθουσιώδης και δραστήριος, θα καταφέρει να μυήσει και τον Άνθιμο Γαζή, ο οποίος βρέθηκε στην Οδησσό για τη συλλογή εράνων, προκειμένου να ιδρύσει σχολή στην πατρίδα του, τις Μηλιές του Πηλίου. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει ο Νικόλαος Σκουφάς προσέβλεπε στο πρόσωπο του Άνθιμου Γαζή, στον οποίο διέκρινε όλα τα προαπαιτούμενα προκειμένου αυτός να καταστεί αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας. Γι’ αυτό άλλωστε είχε αναθέσει στον Γεώργιο Σέκερη στη Μόσχα, όταν αυτός θα επέστρεφε στο Παρίσι, να επισκεφθεί τον Γαζή, που τότε βρισκόταν στη Βιέννη, και να προσπαθήσει να διερευνήσει το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής πρότασης για ανάθεση της αρχηγίας της Εταιρείας στον λόγιο κληρικό. Ωστόσο, τώρα, τον Ιούνιο του 1816, ο Γαζής βρέθηκε ο ίδιος πρόσωπο με πρόσωπο με τον Σκουφά, καθώς έφτασε στην Οδησσό.

Ο εμπορικός οίκος του Αθανασίου Σέκερη πρέπει να υπήρξε το κοινό σημείο στο οποίο βρέθηκαν οι δυο άνδρες, δεδομένου ότι ο Σκουφάς διέμεινε στο σπίτι του Σέκερη, και όπου ο Γαζής ανέφερε στον Σκουφά ότι είχε λάβει από τον Γεώργιο Σέκερη το μήνυμα για την αρχηγία της Εταιρείας. Είναι γνωστό ότι ο Άνθιμος Γαζής αρνήθηκε να τεθεί επικεφαλής της Εταιρείας αλλά μυήθηκε σ’ αυτήν και αποτέλεσε ένα από τα ηγετικά της στελέχη, λαμβάνοντας τα κρυπτογραφικά στοιχεία Α Ζ.

Στην Οδησσό όμως έφθασε στις 7 Ιουλίου 1816 και ένα άλλο πρόσωπο, του οποίου η σύντομη δράση και ο τραγικός θάνατος θα αποτελούσαν ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά και δραματικά επεισόδια της Φιλικής Εταιρείας αλλά και ενδεικτικό των τάσεων που εκδηλώθηκαν κατά καιρούς στις τάξεις της. Πρόκειται για τον Ιθακήσιο Νικόλαο Γαλάτη, που δήλωνε συγγενής του Ιωάννη Καποδίστρια και προς επίσκεψη του οποίου στην Πετρούπολη ισχυριζόταν ότι ταξίδευε. «Στις συναναστροφές του δείχνει ένα πατριωτικό ενθουσιασμό, που έκανε τον Νικόλαο Σκουφά όχι μόνο να τον προσέξει αλλά να τον θεωρήσει ως το πρόσωπο που θα άλλαζε τις τύχες της Εταιρείας ».[5]  Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από τα Απομνημονεύματα του Ξάνθου όπου ο πάτμιος πατριώτης περιγράφει με αδρότητα τα γεγονότα: «Κατ’ εκείνην δε την εποχήν ήλθεν εις Οδησσόν κάποιος Νικόλαος Γαλάτης, όστις εκαυχάτο ότι ήτον συγγενής του Κόμητος Καποδίστρια… Ο Σκουφάς, άγρυπνος παρατηρητής όλων των ομογενών, επρόσεξε και εις αυτόν, και φιλιωθείς μετ’ αυτού εστοχάσθη να τον εισάξη εις την Εταιρείαν και τω όντι, κατηχηθείς μαθών την Αρχήν υπεσχέθη μεγάλα πράγματα…».

Έτσι ο Σκουφάς, με τον ενθουσιασμό που διέκρινε και τις δικές του ενέργειες, όχι μόνο θα μυήσει τον Γαλάτη στις τάξεις  τις Εταιρείας  αλλά θα τον καταστήσει και μέλος της Υπέρτατης Αρχής,  με τα κρυπτογραφικά αρχικά ΑΔ, με άλλα λόγια του δίνει τη θέση του Εμμ. Ξάνθου, όταν ο τελευταίος δίνει την εντύπωση στον Σκουφά ότι μετά την κάθοδο του στην Κωνσταντινούπολη έχει πάρει τις αποστάσεις του από την Εταιρεία και έχει αδρανοποιηθεί. Παράλληλα ο Νικ. Σκουφάς στην αναζήτηση αρχηγού, μετά από την άρνηση του Άνθιμου Γαζή, θα αναθέσει στον Γαλάτη να βολιδοσκοπήσει τώρα τον Καποδίστρια. Κατά συνέπεια η ένταξη του Γαλάτη στον ηγετικό πυρήνα της Εταιρείας εκ μέρους του Σκουφά φαίνεται σαν πράξη επιβεβλημένη: ένα ανώτατο μέλος της Εταιρείας έπρεπε να προβεί και να προτείνει στον Καποδίστρια την αρχηγία και όχι ένα απλό μέλος: «Είναι η δεύτερη φορά που ο Σκουφάς  θα προσπαθήσει να αναδείξει αρχηγό μέσω απεσταλμένου».[6]

Γεώργιος Πέτροβιτς (Καραγεώργης). Ο αρχηγός την Σέρβων κατά την επανάσταση του 1804-1813 που τελικά κατεστάλη από τον Χουρσήτ πασά.

Ο Νικόλαος Γαλάτης, όπως άλλωστε αργότερα και ο Εμμανουήλ Ξάνθος, δεν θα καταφέρει να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την αρχηγία της Εταιρείας, θα εξασφαλίσει όμως την ασφαλή φυγάδευση του από την Πετρούπολη προς την περιοχή των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών με ενέργειες του ίδιου του Καποδίστρια. Θα ακολουθήσει το πρώτο εξάμηνο του 1817 για τη ζωή και τη δράση της Εταιρεία το επεισόδιο Καραγιώργη, κατά το οποίο οι Φιλικοί αποφασίζουν να βοηθήσουν τον Καραγιώργη να επιστρέψει στη Σερβία, ώστε να συνδεθεί η μελλοντική επαναστατική δράση των Ελλήνων με μια παράλληλη των Σέρβων.

Ωστόσο, όπως  παρατηρεί ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος,[7]  μολονότι τα γεγονότα αυτά είναι γνωστά «αυτό που δεν προκύπτει επαρκώς είναι ο βαθμός επίσημα (έστω μυστικής) συμμετοχής των ρωσικών υπηρεσιών στο εγχείρημα και σε ποιο βαθμό η παρουσία στις ενέργειες αυτές Ελλήνων Φιλικών αντιστοιχεί προς το πρωτοβουλιακό επίπεδο της ¨Φιλικής συνωμοσίας¨ ή ανέρχεται στο επίπεδο μιας ευνοϊκής ρωσικής συμπλεύσης». Όπως  όμως και να έχουν τα πράγματα, και αυτή η πρώιμη προσπάθεια της Φιλικής Εταιρείας απέτυχε.

 

Ο όρκος των Φιλικών, έργο του Νικόλαου Τυπάλδου – Ξυδιά. Συλλογή Κουτλίδη. Δημοσιεύεται στο «Λεξικό Ελλήνων Καλλιτεχνών, Ζωγράφοι – Γλύπτες – Χαράκτες 16oς-20óς αιώνας», τ. Γ’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 2000, σ. 328.

 

Η επόμενη σοβαρή προσπάθεια της Εταιρείας είναι η συγκέντρωση των μελών της Υπέρτατης Αρχής στην Κωνσταντινούπολη. Η σχετική πρωτοβουλία φαίνεται ότι ανήκει και πάλι στον Νικόλαο Σκουφά, ο οποίος αποφασίζει τη μετακίνηση προς την καρδιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, με προφανή σκοπό το κέντρο βάρους της Εταιρείας να βρίσκεται κοντά στο πεδίο διεξαγωγής της μελλοντικής επανάστασης. Ενόψει του σκοπού αυτού ο Σκουφάς θα καλέσει πρώτα τον Αθ. Τσακάλωφ από τη Μόσχα στην Οδησσό και, όταν ο τελευταίος θα φθάσει προς τα τέλη Ιουλίου 1817, θα σκεφθούν μαζί για το μέλλον και τα προβλήματα της Φιλικής Εταιρείας. Μαζί, λοιπόν θα αποφασίσουν να κινήσει ο Τσακάλωφ για την Κωνσταντινούπολη, όπου ήδη βρισκόταν και ο Εμμανουήλ Ξάνθος, χωρίς, ωστόσο, να πραγματοποιεί σοβαρό έργο.

Ο Αθανάσιος Τσακάλωφ έφθασε πράγματι στην Πόλη τον Οκτώβριο ή Δεκέμβριο του 1817, όπου θα τον ακολουθήσει και ο Σκουφάς, συνοδευόμενος από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο και τον Χριστόδουλο Λουριώτη· όλοι μαζί θα φθάσουν στις αρχές Απριλίου 1818. Διαθέτουμε μία επιστολή του Αθανάσιου Σέκερη προς τον Εμμ. Ξάνθο της 4ns Απριλίου 1818 από την Οδησσό, με την οποία αυτός ειδοποιεί τον Ξάνθο για την επικείμενη άφιξη του Σκουφά στην πρωτεύουσα των Οθωμανών και του παρατηρεί: «…τον οποίον κάμνει τρόπον να τον ανταμώσω αμέσως μετά τον ερχομόν του».[8]

Πράγματι σε λίγες εβδομάδες όλος ο ηγετικός πυρήνας της Φιλικής Εταιρείας θα βρεθεί και πάλι, δηλαδή μετά την ίδρυση της Εταιρείας (1814), στον ίδιο χώρο, μολονότι, όπως τα πράγματα έχουν δείξει και θα δείξουν, οι δεσμοί μεταξύ των μελών της Εταιρείας είναι τόσο ισχυροί ώστε μπορούν να εκτελούν το έργο και την αποστολή τους ακόμα και όταν δεν βρίσκονται συγκεντρωμένοι όλοι μαζί στον ίδιο τόπο.

Ο Νικόλαος Σκουφάς όμως θα έχει και μια άλλη ιδέα: πρόκειται για τη χρησιμοποίηση ειδικών απεσταλμένων («Απόστολοι»), οι οποίοι θα είχαν ως αποστολή να περιοδεύουν στους ελληνικούς τόπους, όπου θα συνέλεγαν πληροφορίες, θα πραγματοποιούσαν επιτόπου μυήσει, θα ενημέρωναν την Υπέρτατη Αρχή. Το εγχείρημα αυτό όμως έχει τη μικρή προϊστορία του και χρονικά ανάγεται στον Νοέμβριο του 1817, όταν στην Οδησσό είχαν φθάσει τρεις πελοποννήσιοι στρατιωτικοί που είχαν υπηρετήσει στα Επτάνησα υπό τους Ρώσους.

Πρόκειται για τους Μανιάτες Ηλία Χρυσοσπάθη και Παναγιώτη Δημητρόπουλο καθώς και τον Αναγνώστη Παπαγεωργίου (Αναγνωσταρά) από το χωριό Άγριλο Λεονταρίου, που πραγματοποιούσαν ταξίδι προς την Πετρούπολη για να διεκδικήσουν ορισμένα χρήματα από τις προς τους Ρώσους υπηρεσίες τους. Εκεί λοιπόν στην Οδησσό τους είχε συναντήσει ο Νικ. Σκουφας και τους είχε μυήσει στη Φιλική Εταιρεία· εν συνεχεία οι τρεις στρατιωτικοί θα μεταβούν στη Μόσχα, όπου και πάλι θα βρεθούν μέσα σε θερμό πατριωτικό κλίμα, καθώς θα τους υποδεχθούν ο Κομιζόπουλος και οι άλλοι Φιλικοί του μοσχοβίτικου πυρήνα· μάλιστα εκεί θα συναντήσουν και τον Καποδίστρια και φαίνεται ότι σχημάτισαν την ιδέα ότι πίσω από όλες αυτές τις συνωμοτικές κινήσεις βρισκόταν ο υπουργός του τσάρου.

Στην επιστροφή τους λοιπόν από τη Ρωσία οι τρεις στρατιωτικοί βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη όπου θα συναντήσουν ξανά τον γνώριμο τους Νικ. Σκουφά, που φιλοξενούσε ο Εμμανουήλ Ξάνθος στο σπίτι του. Αλλά στην Πόλη και μάλιστα στο σπίτι των Αινιάνων στα Θεραπεία – όπου κατέλυσαν οι Πελοποννήσιοι στρατιωτικοί – βρισκόταν κιόλας ο Παπαφλέσσας, μυημένος ήδη στα της Φιλικής Εταιρείας. Όλα λοιπόν συντελούσαν στη δημιουργία μιας έντονης επαναστατικής διάθεσης και γενικώς ενός κλίματος που εξήψε το πνεύμα των πρωτεργατών της Φιλικής Εταιρείας.

Εκεί ακριβώς μοιράστηκαν οι αποστολές για τον συντονισμό του έργου σε διάφορε ελληνικές περιοχές και επί τη βάσει του σχεδιασμού αυτού ο Αναγνωσταράς ανέλαβε την Ύδρα, τις Σπέτσες και μέρος της Πελοποννήσου, ο Ηλίας Χρυσοσπάθης και ο Παναγιώτης Δημητρόπουλος τη Μάνη και άλλοι άλλες περιοχές (λ.χ. ο Ασημάκης Κροκίδας την Ήπειρο και ειδικότερα τον ελληνικό κύκλο του Αλή πασά, ο Χριστόδουλος Λουριώτης την Πίζα και το Λιβόρνο), «για να συμπληρωθεί ο αριθμός των 12 του ευαγγελικού κύκλου, που από παρανόηση θεωρήθηκε ότι αντιγράφει η Φιλική Εταιρεία».[9]

Όμως ταυτόχρονα με όλα αυτά τα τόσο σημαντικά για τη μελλοντική επιτυχία του Αγώνα των Ελλήνων, η Φιλική Εταιρεία θα γνωρίσει ένα συντριπτικό πλήγμα: ο ενθουσιώδης και δραστήριος πατριώτης Νικόλαος Σκουφάς λίγο καιρό μετά την άφιξη του στην Κωνσταντινούπολη θα προσβληθεί από σοβαρό καρδιακό νόσημα.

Μια επιστολή του Αθανάσιου Τσακάλωφ προς τον Εμμ. Ξάνθο της 21.4.1818 από τη Σμύρνη αναφέρεται κιόλας στην ασθένεια του Σκουφά. Για την άφιξη του στην Πόλη αλλά και για την αρρώστια του φαίνεται ότι τον είχε ενημερώσει ο ίδιος  ο Ξάνθος («…εχάρην πρώτον μεγάλως και κυρίως διά το ευτυχές κατευώδιον του αγαπητού σου, μ’ όλον ότι μεγάλως « μ’ εδυσαρέστησεν η ασθένεια του…»).[10] Από το ίδιο γράμμα εξάλλου κερδίζουμε και μια ακόμη πληροφορία που έχει να κάνει με τον ενθουσιώδη και παρορμητικό χαρακτήρα του Σκουφά, που συναντά τις επιφυλάξεις του Τσακάλωφ, ο οποίος σημειώνει χαρακτηριστικά: «με κακοφαίνεται διά τον καλόν φίλον σου [Σκουφάς], ότι αι τόσαι εναντιότητες δεν τον έκαμαν ακόμη να σκέπτεται πλέον ησύχως, και να βλέπη καλλίτερα την αλήθειαν, και να διακρίνη μεταξύ τόσων πραγμάτων, τα οποία παρουσιάζονται με το σχήμα της».[11]

 

Το άγαλμα του Νικόλαου Σκουφά στην πλατεία του Κομποτίου Άρτας. Έργο του γλύπτη Βάσου Φαληρέα (1905 – 1979).

 

Ο Νικόλαος Σκουφάς κατοικούσε τότε στο Κουρού Τσεσμέ (Ξηρά Κρήνη), όπου τον φρόντιζε ο γιατρός Mόσxos – αργότερα μετοίκησε στο Αρναούτκιοϊ, κοντά στο σπίτι του Ξάνθου και εκεί τον παρακολουθούσε ο γιατρός Ισαυρίδης. Για τους γιατρούς αυτούς και τις πληρωμές προς αυτούς για όσα έκαναν για να ανακουφίσουν τον Σκουφά θα μιλήσει αργότερα στην Απολογία του[12] ο Ξάνθος, όταν βρέθηκε στην ανάγκη να αποδείξει ότι δεν ξόδευε προς ίδιο όφελος τα χρήματα της Εταιρείας.

Ωστόσο, ο «καλός» (κατά τον χαρακτηρισμό του Ξάνθου) Νικόλαος Σκουφάς μέσα σε τρεις μήνες θα πεθάνει (31 Ιουλίου 1818) και θα ταφεί στο κοιμητήριο του προαστίου αυτού της Κωνσταντινούπολης.

Ο Νικόλαος Σκουφάς είναι φανερό ότι δεν ήξερε πολλά γράμματα, άλλωστε δεν διαθέτουμε σχεδόν κανένα κείμενο γραμμένο από τα χέρια του. Έτσι μοιραία ό,τι γνωρίζουμε γι’ αυτόν και τη δράση του προέρχεται από έμμεση πληροφόρηση, από τις διηγήσεις των άλλων. Όλοι πάντως συμφωνούν ότι υπήρξε ένας δραστήριος πατριώτη και ίσως αυτός να συνέλαβε πρώτος στο μυαλό του την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας.

Ο Ιωάννης Φιλήμων θα βάλει στο στόμα του Σκουφά κατηγορίες εναντίον του Γαλάτη και του Ξάνθου, στοιχεία που δεν διασταυρώνονται από άλλες πηγές· άλλωστε και ο ίδιος ορισμένα από αυτά θα τα πάρει πίσω. Ωστόσο, από την αφήγηση του Φιλήμονα είναι σκόπιμο να επαναλάβουμε εδώ τα λόγια του για τον Νικόλαο Σκουφά, που δεν πρέπει να αφίστανται πολύ από την αλήθεια:

«Ο Σκούφας ήτον άνθρωπος αυστηράς ηθικής, με ευαίσθητον και αγαθήν καρδίαν, φιλάνθρωπος, Ευεργετικός και με μέγαν πατριωτισμόν. Ήτο μέτρια παιδείας, αλλά μεγάλης πείρας. Το όνομα Ελλάς εθεώρει ως το γλυκύτερον υποκείμενον των στοχασμών του. Ετίμα την αρετήν και τον ενάρετον άνθρωπον. Δεν εφρόνει ως  τοιούτον τον πολλά πεπαιδευμένον, αλλ’ ανωφελή εις την ανθρωπότητα και εις το Έθνος του· τον με ολιγώτερα φώτα, με νουν υγιή και ωφέλιμον. Δεν εχθρεύετο τους Τούρκους, αλλά την Διοίκησιν και την πολιτικήν των. Ήτον εχθρός αδιάλλακτος καθενός εν γένει μισέλληνος. Αστείος και ευάρεστος εις την ομιλίαν και τας ευθυμίας, ενθυμείτο πολύ την ευεργεσίαν, χωρίς να καταδέχηται εκδικούμενος την κακίαν του άλλου. Eις τον σκοπόν της Εταιρίας ενόμιζε χρήσιμα τα στρατηγήματα και τα επιτηδεύματα, ως είπαμεν· αλλ’ απετύγχανεν συχνά εις την εκτέλεσίν των. Τοιούτος ήτον ο πρωτεργάτης του ενδόξου σκοπού της Ελληνικής Παλιγγενεσίας αείμνηστος ΣΚΟΥΦΑΣ!!!».[13]

 

Υποσημειώσεις


[1] Αναστάσιος Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Ε’, σ. 9.

[2] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 14.

[3] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 17.

[4] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 17.

[5] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 19.

[6] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 19.

[7] Β. Παναγιωτόπουλος,  Η Φιλική Εταιρεία, σ. 23.

[8] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 9.

[9] T. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 189 και Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 24.

[10] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 13.

[11] Στο ίδιο.

[12] Τ. Αθ. Γριτσόπουλος, Φιλικά Κείμενα, σ. 49.

[13] Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν, σ. 196-197

 

Βιβλιογραφία


  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος – Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη – Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Tάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Φιλικά Κείμενα. Εμμανουήλ Ν. Ξάνθου Απολογία, Παν. Αναγνωστοπούλου Παρατηρήσεις», π. Μνημοσύνη 7 (1978-1979), σ. 3-114.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Βασίλης Παναγιωτοπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής Επανάστασης», Ιστορία του Νέον Ελληνισμού 1770-2000, επιμέλεια Β. Παναγιωτόπουλος, τ. 3, Αθήνα, 2003, σ. 9-32.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Τάκης Κανδυλώρος, Η Φιλική Εταιρεία 1814-1821, Αθήνα 1926.
  • Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τόμ. Ε’, Αθήνα 1872.

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

.

Read Full Post »

Ξάνθος Εμμανουήλ (1772-1851)


 

Εμμανουήλ Ξάνθος

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος, ένας από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας, γεννήθηκε στην Πάτμο το 1772· γονείς του ο Νικόλαος και η Δούκαινα. Στο νησί του έμεινε ώς τα είκοσί του χρόνια και εκεί έμαθε όσα γράμματα μπό­ρεσε – και πάντως αρκετά για να σταδιοδρομήσει στο «επάγγελμα του γραμματικού των εμπόρων, ένα επάγγελμα ανοικτό σε πολλών ειδών επιρροές». [1] Οι πε­ρισσότεροι βιογράφοι του αναφέ­ρουν ότι φοίτησε και στη φημι­σμένη Πατμιάδα σχολή του νησι­ού του. Η πορεία του από το γενέθλιο νησί προς τα εμπορικά κέντρα της Βαλκανικής και της Κεντρικής Ευρώπης, η εμπλοκή του στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, η δράση του στα χρόνια της ελληνι­κής επανάστασης, η σφοδρή μετεπαναστατική διαμάχη του με τον πρώην συναγωνιστή του στη Φιλι­κή Εταιρεία Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο και η εξ αυτής ανάγκη συγγραφής τεσσάρων κειμένων, όπου και η έκδοση πρωτοτύπων εγγράφων για την προεπαναστα­τική δράση των Φιλικών, με άλλα λόγια η πορεία μιας ζωής 80 ετών (πέθανε στην Αθήνα το 1851), συν­θέτουν τα πεπραγμένα μιας πολύ ενδιαφέρουσας προσωπικότητας που βρέθηκε στις πρώτες γραμμές της οργάνωσης του αγώνα προς την εθνική χειραφέτηση.

Οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τη ζωή και τη δράση του Εμμ. Ξάνθου προέρχονται κυρίως από δικά του κείμενα στη συνάφειά τους με τις μαρτυρίες των συντρόφων του, και πάντως έχουν άμεση σχέση με την μετεπαναστατική αποτίμηση της δράσης των πρωταγωνιστών  του αγώνα. Στον απολογισμό αυτόν είναι προ­φανές ότι κάποιων ο ρόλος υπερτονίζεται και κάποιων άλλων υποβαθμίζεται εξαιτίας ποι­κίλων συμφερόντων και προσωπικών ή τοπι­κών ανταγωνισμών.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος αισθάνεται έντονα την υποβάθμιση της προεπαναστατικής κυ­ρίως δράσης του και προς υπεράσπιση του εαυ­τού του συντάσσει εκθέσεις, υπομνήματα αλ­λά και Απομνημονεύματα, κείμενα τα οποία λίγο – πολύ κινούνται στο ίδιο μήκος κύματος.

Εμμανουήλ Ξάνθος, ξυλογραφία του 19ου αι.

Ωστόσο, πολύ εύστοχα, ο συντάκτης τους φρο­ντίζει να τα πλαισιώνει – κυρίως τα Απομνημονεύματά του – με πολλά έγγραφα από το προσω­πικό του αρχείο, για να καταστήσει τη φωνή του πιο πειστική και έγκυρη. Στα μετέπειτα χρόνια, ακόμα και στα πλέον πρόσφατα, νέα στοιχεία παράλληλα αλλά και συμπληρωματικά έφερε στο φως η ιστορική έρευνα, χωρίς όμως να μει­ωθεί καθόλου η αξία της φωνής του Εμμανουήλ Ξάνθου, στην οποία κυρίως θα στηριχθούμε για τη σύνταξη ms παρούσας βιογραφίας.

Με βάση λοιπόν τις πληροφορίες αυτές, ο Εμμ. Ξάνθος, αφήνοντας το νησί του το 1792, θα κατευθυνθεί πρώτα προς τη Σμύρνη και στη συνέχεια προς την Τεργέστη, σπουδαία εμπορικά κέντρα της εποχής, με προφανή σκο­πό να μαθητεύσει κοντά σε έλληνες εμπόρους. Επόμενος σταθμός του (1810) ένα άλλο ση­μαντικό εμπορικό κέντρο της εποχής, αρκετά μακριά από το Αιγαίο και την Αδριατική, η Οδησσός της Μαύρης Θάλασσας, όπου πα­ρέμεινε «γραμματεύων (…) παρά τω μεγαλεμπόρω Βασιλείω Ξένη(…) και εμπορευόμενος (…)», όπως ο ίδιος αναφέρει στα Απομνη­μονεύματά του.[2] Είναι εξαιρετικά πιθανό ο Βα­σίλειος «Ξένης» να είναι μέλος της γνωστής πατμιακής οικογένειας των Ξένων, εμπόρων γνωστών από πολλές πηγές.

Ύστερα από δύο χρόνια, το 1812, ο Ξάνθος εγκαταλείπει την Οδησσό και έρχεται στην Κωνσταντινούπολη, όπου σχετίζεται τώρα με ηπειρώτες εμπόρους, και το πράγμα τούτο έχει τη σημασία του, δεδομένου ότι και οι μετέπειτα σύντροφοί του στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, Νικόλαος Σκουφάς και Αθανάσιος Τσακάλωφ, είναι ηπειρωτικής καταγωγής.

Από τη συνάφεια αυτή με τους ηπειρώτες εμπόρους θα προέλθει το 1813 ένα γεγονός, το οποίο, όπως θα δείξουν τα πράγματα, συνετέλεσε αποφασιστικά στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας και ειδικότερα στη δομή και τη συνωμοτική οργάνωσή της. Γνωρίζουμε, δηλαδή, και από τη δική του μαρτυρία [3] αλλά και από νεότερες έρευνες [4] ότι ο Ξάνθος το 1813 μετακινήθηκε από την Κωνσταντινού­πολη στην περιοχή Πρέβεζας – Λευκάδας με αντικειμενικό σκοπό την αγορά λαδιού για λο­γαριασμό της Εταιρείας (συντροφιά περιορι­σμένου χρόνου) των ηπειρωτών εμπόρων Ασημάκη Κροκίδα, ανθρώπου του Αλή πασά στην Κωνσταντινούπολη, Χριστόδουλου Οικονό­μου, Κυριάκου Μπιτσακτσή, της οποίας ήταν, φαίνεται, και ο ίδιος εταίρος. Στην κίνησή του προς τους εμπορικούς προορισμούς της δυτι­κής Ελλάδας πέρασε βέβαια και από τα Γιάν­νενα για να πάρει την άδεια του Αλή πασά – μέσω του Μάνθου Οικονόμου, αδελφού του συνεταίρου του Χριστόδουλου Οικονόμου και γραμματικού του πασά των Ιωαννίνων και του φίλου του Κωνστ. Μαρίνογλου. Πέρα από αυτά όμως, το σημαντικότερο γεγονός του ταξι­διού αυτού είναι ότι ο Ξάνθος, όντας στη Λευ­κάδα για τα λάδια της, μυήθηκε στον τεκτονι­σμό με την υποκίνηση του φίλου του Παναγιωτάκη Καραγιάννη, «εισήχθη εις την εται­ρίαν των Ελευθέρων Κτιστών», σύμφωνα με τα λόγια του, πάντα στην τριτοπρόσωπη αφήγη­ση των συμβάντων του βίου του.[5]

Η σημαντική αυτή πληροφορία του Ξάν­θου επιβεβαιώθηκε και από τη σύγχρονη έρευ­να [6] αλλά και πιο πρόσφατα από το Αρχείο του ίδιου του Εμμ. Ξάνθου,[7] στο οποίο υπάρχουν αναλυτικές καταγραφές για τα εμπορικά απο­τελέσματα του ταξιδιού αυτού. Εξάλλου, η ιστορική έρευνα [8] έφερε στο προσκήνιο πολ­λά στοιχεία και για τον Παναγιωτάκη Καραγιάννη, πρόσωπο που εκτός από τη μασονική ιδιότητά του υπήρξε και ικανός αγωνιστής της Επανάστασης και υπηρέτησε ως έπαρχος την ίδια περίοδο σε διάφορα μέρη.

Φυσικά δεν πρέπει να περάσει απαρατή­ρητο το γεγονός ότι ο ίδιος ο Ξάνθος, αναφέροντας το γεγονός της μύησής του αργό­τερα (1845) στα Απομνημονεύματά του επι­διώκει σαφώς να συνδέσει την τεκτονική ιδιό­τητά του με την ίδρυση της Φιλικής Εται­ρείας, γράφοντας μάλιστα σε μια εποχή όπου η πράξη αυτή οπωσδήποτε δεν αποτελούσε κανονικότητα. Πρέπει επίσης να τονίσουμε το γεγονός ότι η μύησή του υπήρξε καθ’ όλα κανονική και επίσημη, έγινε δηλαδή με όλες τις τελετουργικές απαιτήσεις του μασονισμού και σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε ατελής, όπως θέλησε να την εμφανίσει αρ­γότερα (1926), ο Τάκης Κανδηλώρος στο σύγγραμμά του για τη Φιλική Εταιρεία, προκειμένου να υποβαθμίσει την τεκτονική ιδιό­τητα του Εμμ. Ξάνθου.

 

Αθανάσιος Τσακάλωφ, Νικόλαος Σκουφάς, Εμμανουήλ Ξάνθος. Οι ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας. Οδησσός, 1814. Ως ημέρα της ιδρύσεως της Φ. Ε. Καθιερώθηκε η 14η Σεπτεμβρίου. Ξυλογραφία, έργο Βάσου Φαληρέα, 1970. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

 

Τον ίδιο χρόνο της παραπάνω εμπορικής δραστηριότητας (1813) ο Ξάνθος επέστρε­ψε στην Κωνσταντινούπολη από το ηπει­ρωτικό ταξίδι του, κανόνισε τους εμπορικούς λογαριασμούς του με τους άλλους συντρό­φους του και εν συνεχεία αναχώρησε για την οικεία σ’ αυτόν πόλη της Οδησσού. Εκεί, όπως ο ίδιος γράφει στα Απομνημονεύματά του, «κατά τας αρχάς του Νοεμβρίου 1813 εγνωρίσθη και συνεφιλιώθη μετά του Νικο­λάου Σκουφά και Αθανασίου Τσακάλωφ, εις μίαν δε συναναστροφήν το 1814 συζητούντες τα της καταστάσεως της Πατρίδος, ρί­πτουν την ιδέαν της ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας και επιδίδονται εις την εκτέλεσιν της μεγάλης εκείνης αποφάσεως».

Φιλικός, Εμμανουήλ Ξάνθος εκ Πάτμου, Ελληνικά Γραμματόσημα,1947.

Το πρώτο χρονικό διάστημα της κοινής παραμονής των τριών πρωτεργατών της Φι­λικής Εταιρείας στην Οδησσό είναι ο Νοέμ­βριος 1813, όπως ο ίδιος ο Ξάνθος αναφέρει, ενώ τον επόμενο χρόνο, χωρίς να είναι γνω­στή η ακριβής ημερομηνία της ιδρυτικής πρά­ξης και χωρίς να αναφέρεται ποιος από τους τρεις υπήρξε ο εμπνευστής της ιδέας, θα ιδρύ­σουν τη Φιλική Εταιρεία. Οι περισσότερες μεταγενέστερες πηγές τοποθετούν την ίδρυ­ση της Εταιρείας στο καλοκαίρι του 1814, ενώ κάποια φήμη θέλει τους Φιλικούς να εορ­τάζουν την 14η Σεπτεμβρίου (εορτή της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού) ως ημερομη­νία ίδρυσης της Εταιρείας, φήμη βέβαια η οποία ενέχει προφανείς συμβολισμούς στη συνάφεια με το θρησκευτικό γεγονός της ύψωσης του Τιμίου Σταυρού που γιορτάζε­ται από την Εκκλησία την ημέρα αυτή.

Το πρώτο διάστημα μετά από την ίδρυση της Εταιρείας δεν φαίνεται να συμβαίνουν σημαντικές διεργασίες στο επίπεδο της συ­νωμοτικής δραστηριότητας στην Οδησσό, καθώς μάλιστα δύο από τους τρεις ιδρυτές της, δηλαδή ο Τσακάλωφ και ο Ξάνθος, αντι­μετωπίζουν οικονομία δυσκολίες, οι οποί­ες, κατά πάσα πιθανότητα, θα αναγκάσουν τον τελευταίο να επιστρέψει στην Κωνστα­ντινούπολη, όπου τον βρίσκουμε να εργάζε­ται στον εμπορικό οίκο του Μυτιληνιού εμπόρου και αργότερα δραστήριου Φιλικού Παλαιολόγου Λεμονή.

Γνωρίζουμε, πάντως, ότι στην Οδησσό, τα τρία ιδρυτικά στελέχη της Εταιρείας την πρώτη περίοδο και λίγο πριν αποχωριστούν κατάρτισαν ένα πρώτο σχέδιο «κατήχησή» των μελών της εταιρείας και δεσμεύτηκαν να αλληλογραφούν με συνθηματική αλληλογραφία. Η μασονική μύηση του Εμμ. Ξάνθου οπωσδήποτε συ­νεργεί στην οργάνωση της συνωμοτικότητας βάσει κάποιου σοβαρού σχεδιασμού, ενώ και ο Αθαν. Τσακάλωφ διαθέτει κάποια συ­ναφή πείρα από την εμπλοκή του στο «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» – εταιρεία με εμφανή φιλανθρωπικοπολιτικό χαρακτήρα που ιδρύθηκε το έτος 1809 – του Πα­ρισιού. (Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα ψευδώνυμα του Ξάνθου με τα οποία απευθύνονται προς αυτόν οι αλληλογράφοι του και τα οποία κινούνται γύ­ρω από τα αρχικά Α Θ: Α. Θυμίδης, Ανα­στάσιος Θυμίδης, Αντώνιος Θωμαΐδης, Ανα­στάσιος Θωμαΐδης, Αγγελής Θεοδωρίδης, Ανδρέας Θεοδωρίδης, Αναστάσιος Θεοδω­ρίδης, Α. Θέρμανδρος, Α. Θεοδώρου, Αλέ­ξανδρος Θεοδώρου, αλλά και Βασίλειος Θεαγενίδης, Μιχαήλ Θεοδοσιάδης, Δ. Θυμίδης, Ξενίδης, αν έχουμε καταφέρει να εντοπί­σουμε το σύνολό τους…).

Ο Εμμ. Ξάνθος, όντας στην Κωνσταντι­νούπολη, μολονότι ορισμένες ιστοριογραφικές αναφορές τον θέλουν να κατηχεί νέα μέ­λη και γενικά να δραστηριοποιείται έντονα παρά την αδυναμία των πηγών να καταθέ­σουν αντίστοιχα τεκμηριωτικά στοιχεία, εμ­φανίζεται αρχικά αποστασιοποιημένος από τα δρώμενα της Εταιρείας. Φαίνεται μάλιστα πως δίνει την εντύπωση στον Σκουφά ότι έχει πάρει τις αποστάσεις του από την εν γένει συ­νωμοτική δράση. Ίσως μάλιστα στην εντύ­πωση αυτή του Σκουφά να οφείλεται το γε­γονός ότι στη θέση του Ξάνθου ως μέλος της Υπέρτατης Αρχής με τα αρχικά Α Δ (τα οποία έως τότε υποδήλωναν το όνομα του Ξάνθου· αργότερα, όπως είπαμε, έλαβε τα αρχικά Α Θ) ο ηπειρώτης φιλικός τοποθετεί, με συνο­πτικές διαδικασίες, τον αινιγματικό και με τρα­γικό τέλος ιθακήσιο φιλικό Νικόλαο Γαλάτη, με απώτερο σκοπό αυτός ο τελευταίος να πλησιάσει τον Ιωάννη Καποδίστρια και να του προτείνει την αρχη­γία της Φιλικής Εταιρείας. Πράγμα­τι, όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, το τελευταίο θα γί­νει αλλά δεν θα ευοδωθεί, μολονότι ώς ένα βαθμό και μόνον η κοινοποίηση της ύπαρξης της Εται­ρείας στον Κερκυραίο πολιτικό και υπουργό του τσάρου δεν ήταν καθόλου ασήμαντο γεγονός.

 

Σφραγίδα της μυστικής Αρχής της Εταιρείας. Τα γράμματα αντιστοιχούν στα αρχικά των κύριων ονομάτων των Αρχηγών της Εταιρείας, στα οποία προτάσσεται του Καποδίστρια: Ι: Ιωάννης Καποδίστριας, Α: Άνθιμος Γαζής, Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ, Π: Παναγιώτης Σέκερης, Ν: Νικόλαος Σκουφάς, Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος, Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος, Α: Αθανάσιος Σέκερης. Το γράμμα Ε αντιστοιχεί στη λέξη Ελλάς.

 

Αυτά τα γεγονότα συμβαίνουν το 1816. Ωστόσο, ο Εμμ. Ξάνθος δεν είχε εγκαταλεί­ψει τη Φιλική Εταιρεία, πράγμα που ο ίδιος στα Απομνημονεύματά του[9] ενισχύει με τη δη­μοσίευση της επιστολής προς τον ίδιο, του Αθα­νάσιου Τσακάλωφ από την Οδησσό της 8ης Αυγούστου 1817, με την οποία ο δεύτερος του ανακοινώνει την πρόθεσή του να συναντηθούν στην Κωνσταντινούπολη για να προωθήσουν τον συνωμοτικό σχεδιασμό τους.

 

Εφοδιαστικό της Φιλικής Εταιρείας. «Εις το όνομα της μελλούσης σωτηρίας Καθιερώνω Ιερέα Φιλικόν και αφιερώνω εις την αγάπην της Φιλικής Εταιρείας και εις την υπεράστησιν των Μεγάλων Ιερέων των Ελευσίνιων τον συμπολίτην κυρ Βαγγέλη Κεφαλληναίον, ετών τριάντα οκτώ, επαγγέλματος εμπορικού, ως θερμόν υπερασπιστήν της Εταιρείας και της πατρίδος κατηχηθέντα και ορκωθέντα παρ’ εμού (Σ.Κ.) 9, Πάτρα, έτει των Φιλικών, 24 Ιανουαρίου». Δημοσιεύεται στο Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), «Η Φιλική Εταιρεία», Αθήνα, εκδ. Ακαδημία Αθηνών, 1964, σ. 159.

 

Η συνάντηση αυτή τελικά πραγματοποι­ήθηκε τον Οκτώβριο ή τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ενώ τον Απρίλιο του επόμενου έτους (1818) έφθασε στην Πόλη και ο Νι­κόλαος Σκουφάς, ο οποίος μάλιστα θα κα­ταλύσει στο σπίτι του Ξάνθου και με αυτόν τον τρόπο το πρώτο ηγετικό – ιδρυτικό τμή­μα της Φιλικής Εταιρείας θα δραστηριοποι­ηθεί εκ νέου και υπό άλλες βέβαια συνθήκες στο κέντρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Εκεί πράγματι αναπτύσσεται έντονη συνω­μοτική δράση με τη μύηση σημαντικών προ­σώπων στη Φιλική Εταιρεία, και πάντως η συνολική δραστηριότητα είναι τέτοια που «άλλαξε ριζικά τα πνεύματα και τις διαθέ­σεις των συναρχηγών».[10]

Εξάλλου, τώρα πια, τα ανώτερα στελέχη της Φιλικής Εταιρείας έχουν συναρθρώσει ισχυρούς συνεκτικούς δεσμούς μεταξύ τους και βέβαια την ανάλογη αποφασιστικότη­τα, στοιχεία που θα τους επιτρέψουν να ενερ­γούν στο μέλλον αυτόνομα και όταν ακόμη δεν βρίσκονται ταυτόχρονα στον ίδιο τόπο. Αντίθετα, θα λέγαμε ότι οι συνθήκες πλέον τους επέβαλλαν να κινούνται σε διαφορετι­κά σημεία και να αναλαμβάνουν ο καθένας διαφορετική αποστολή στην υπηρεσία του κοινού σκοπού, ο οποίος, σύμφωνα με τη σύλληψή τους, απέβλεπε στη σοβαρή προ­ετοιμασία για τη χειραφέτηση των υπόδου­λων Ελλήνων με βάση την αυτόνομη δράση και πάντως εκτός των πλαισίων δράσης και των πολιτικών σχεδίων των Μεγάλων Δυ­νάμεων της εποχής, που κατά καιρούς δεν είχαν προσφέρει τίποτε το ουσιαστικό στην ελληνική υπόθεση.

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ξυλογραφία του Τάσσου.

Με βάση αυτόν το σχεδιασμό η αποστο­λή που ανέλαβε ο Εμμ. Ξάνθος ήταν να προ­σπαθήσει ο ίδιος, μετά την πρώτη αποτυχη­μένη προσπάθεια του Νικολάου Γαλάτη, να μεταβεί στην Πετρούπολη για να πείσει τον Ιωάννη Καποδίστρια να αναλάβει την ηγε­σία της Εταιρείας. Εν τω μεταξύ η οργάνω­ση γνωρίζει και την πρώτη σοβαρή απώλεια με το θάνατο του Νικολάου Σκουφά, ο οποίος όντας στην Κωνσταντινούπολη αρρώστησε από σοβαρό καρδιακό νόσημα και σε τρεις μήνες από την πρώτη εκδήλωση της ασθένειας πέθανε (31 Ιουλίου 1818), [11] μολο­νότι στο διάστημα αυτό δεν έμεινε τελείως ανε­νεργός. Τη θέση του Σκουφά στο ηγετικό σχήμα της Εταιρείας θα καταλάβει τώρα ο Πα­ναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ενώ η συμβολή του Παναγιώτη Σέκερη και κυρίως η μεγάλη οικονομική του συνδρομή είναι σταθερή και απο­φασιστική για την ευόδωση του έργου της Φιλικής Εταιρείας.

Στη γραμμή της ανα­ζήτησης αρχηγού με όνο­μα υψηλού κύρους, ο Εμμ. Ξάνθος θα ταξιδέ­ψει τον Οκτώβριο του 1818 στο Πήλιο για να συναντήσει τον Άνθιμο Γαζή, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία (Οδησ­σός 1816) προκειμένου να συνεννοηθούν για το ταξίδι στην Πετρούπολη. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στην απόφαση που είχε λάβει το ηγετικό τμήμα της Φιλικής Εταιρείας στις 22 Σεπτεμβρίου 1818 να επιχειρήσει την ανά­θεση της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας στον Ιωάννη Καποδίστρια: στη γραμμή αυτή η σχε­τική  απόφαση προβλέπει ότι «ουδείς δεν θέλει φανερώσει την Κινητικήν Αρχήν… γίνεται εξαίρεσις, ως προς την φανέρωσιν μόνον της Κινητικής Αρχής του Εμμανουήλ Ξάνθου, υπάγοντος εις αντάμωσιν του Κόμητος Ιωάννου, έχων την άδειαν να φανερώση εις αυτόν μό­νον την Αρχήν…».[12] Όπως είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, πέρα από την ενημέρωση του Άνθιμου Γαζή, ηγετικού μέλους πλέον, όπως αναφέραμε, της Φιλικής Εταιρείας, έπρεπε ο τελευταίος να συγκατατεθεί αρχικά για την επιλογή του Καποδίστρια και παράλληλα να εγχειρίσει στον Εμμ. Ξάνθο συστατική επι­στολή προς τον υπουργό του τσάρου, καθώς οι σχέσεις Γαζή-Καποδίστρια ήταν ιδιαίτερα στενές και χρονολογούνταν από την εποχή της κοινής τους δράσης (1814) στα πλαίσια της «Φιλομούσου Εταιρείας» της Βιέννης.

Μετά από τη συνάντηση, τις συνομιλίες στις Μηλιές του Πηλίου και τη συστατική επι­στολή του Γαζή προς τον Καποδίστρια, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα επιστρέψει και πάλι στην Κωνσταντινούπολη (Δεκέμβριος 1818) και στη συνέχεια (19 Φεβρουάριου 1819) θα αρχίσει το ταξίδι της Ρωσίας, συνοδευόμενος στο πρώ­το στάδιό του από τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο, μαζί με τον οποίο αρχικά θα βρε­θεί στη Μολδοβλαχία (Γαλάζιο). Aς σημειωθεί ότι ο Αναγνωστόπουλος δεν θα συνεχίσει το ταξίδι μαζί με τον Ξάνθο αλλά θα παρα­μείνει στις Ηγεμονίες όπου θα αναπτύξει ση­μαντική δράση στα οργανωτικά πλαίσια της Εταιρείαχ, όντας ήδη ανώτατο στέλεχός της.

Ωστόσο, ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν βρί­σκεται αυτήν την εποχή στην Πετρούπολη, καθώς με άδεια του τσάρου επέστρεψε και παρέμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα στην πατρίδα του Κέρκυρα (έφθασε εκεί στις 23 Μαρτίου 1819) προκειμένου να επισκεφθεί την οικογένειά του. Έτσι ο Ξάνθος, εν αναμονή της επιστροφήχ του Καποδίστρια στην Πετρούπολη, θα περιπλανη­θεί σε διάφορεε πόλεις της ms Βεσσαραβίας (Τομάροβο, Ρένι, Δουμπασάρι), όπου, ανά­μεσα στα άλλα, θα επιχειρήσει και ορισμένες μυήσεις, από τις οποίεε η πλέον χαρατηριστική είναι εκείνη του Σταμάτη Κουμπάρη. Από τις πολλές επιστολές που αυτή την εποχή φθάνουν συνεχώς στα χέρια του Ξάνθου – και ειδικότερα από εκείνες που του αποστέλλει ο συμπατριώτης του και φιλικός Μιχαήλ Φωκιανός και άλλα πρόσω­πα – γίνεται φανερό ότι ο Ξάνθος παράλλη­λα με τη συνωμοτική δράση του δεν έχει εγκαταλείψει τις εμπορικές του δραστηριότητες, δεδομένου μάλιστα ότι η οικογένειά του παραμένει πάντα στην Κωνσταντινού­πολη και έχει ανάγκη από τη χρηματική συν­δρομή του για την επιβίωσή της. Άλλωστε, αυτό μαρτυρεί και μια σειρά από εμπορικές δοσοληψίες που τώρα έχουμε στη διάθεσή μας χάρις στην έκδοση του Αρχείου του.[13]

Στη γραμμή αυτής της οιονεί περιπλάνησης στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, εντο­πίζεται ο Ξάνθος τον Αύγουστο του 1819 αλλά και στις αρχές του Σεπτεμβρίου του ίδι­ου έτους στο Κισνόβι και στο Ισμαήλι, ενώ είναι πολύ χαρακτηριστικές μερικές επιστολές της εποχής αυτής,[14] των οποίων οι συντάκτες αδυνατώντας να εντοπίσουν σε στα­θερό μέρος τον Ξάνθο αναγράφουν ως τόπο παράδοσης εναλλακτικές πόλεις ή την έν­δειξη «όπου ευρίσκεται».

Ωστόσο, κάποια στιγμή, και πάντως το φθι­νόπωρο του 1819, παίρνει τον δρόμο για τη Ρωσία και συγκεκριμένα για τη Μόσχα, στην οποία μέσω Κιέβου και Νίζνας θα βρεθεί στα τέλη Οκτωβρίου 1819, όπου θα φιλοξενηθεί στο σπίτι του παλαιού μέλους της Αρχής Αντ. Κομιζόπουλου, με τον οποίο συνεργάστηκε πολύ στενά για την επίλυση διαφόρων προβλημάτων της Εταιρείας. Στο πλαίσιο ακριβώς αυτής της μοσχοβίτικης οργανωτικής δραστηριότητας ο Ξάνθος θα αποφασίσει την ένταξη στη Φιλική Εταιρεία και του γιαννιώτη εμπόρου Νικόλαου Πατζιμάδη, με σκοπό να οργανωθεί στη Μόσχα «ένας νέος ηγετικός πυρήνας εν όψει της διαγραφόμενης αναβάθ­μισης της ρωσικής απόχρωσης της Εταιρεί­ας».[15] Γνωρίζουμε εξάλλου ότι στη Μόσχα ο Ξάνθος θα γίνει και πάλι μέλος της μασονικής στοάς με όλους τους τύπους, ωσάν να μην εί­χε προηγηθεί η ένταξη της Λευκάδας, πράγ­μα που σε συνδυασμό με την πρώτη μύηση στη Λευκάδα απαιτεί συμπληρωματικές έρευ­νες που ξεπερνούν το σχεδία­σμά αυτής της βιογραφίας.

Μετά από όλα αυτά και με την επιστροφή του Καποδίστρια στη θέση του στην Πε­τρούπολη, ο Εμμ. Ξάνθος, στις αρχές Ιανουάριου 1820, θα ξε­κινήσει για την πρωτεύουσα της ρωσικής αυτοκρατορίας. Στην πόλη αυτή θα φθάσει στις 15 του ίδιου μήνα και την επομένη θα γίνει δεκτός από τον Ιωάννη Καποδίστρια, γεγονός το οποίο πιθανώς υποδηλώνει ότι στην Πετρούπολη υπήρχε ήδη ένας οργανωτικός πυρήνας της Φιλι­κής Εταιρείας που είχε προετοιμάσει το έδαφος για τη συ­νάντηση αυτή. Παράλληλα, βέ­βαια, αυτό φανερώνει και τη συ­νεχή εμπλοκή – τουλάχιστον στο πεδίο της ενημέρωσης – του Καποδίστρια στα σχέδια της Εται­ρείας (ας υπενθυμίσουμε πάλι την πρώτη απόπειρα ενημέρω­σης του Καποδίστρια για τα συ­νωμοτικά τεκταινόμενα και την πρόταση ανάληψης της αρχηγίας που έγινε από τον Νικόλαο Γαλάτη), και πάντως ενισχυτικό της άποψης αυτής είναι το γεγονός ότι ο ιδιαίτερος γραμματέας του Καποδίστρια, ο κερκυραίος Κωνσταντίνος Καντιώτης, είναι ήδη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ στην Πε­τρούπολη βρίσκεται αυτή την εποχή και ο επί­σης δραστήριος φιλικός αλλά και στενός φίλος του Καποδίστρια γιατρός Πέτρος Ηπίτης.

Η πρώτη συνάντηση Καποδίστρια – Ξάνθου, όπως είπαμε, έγινε στις 16 Ιανουάριου 1820 με διερευνητικούς σκοπούς, ενώ ύστερα από 4-5 μέρες ακολούθησε δεύτερη συνάντηση μεταξύ των δύο ανδρών αλλά και πάλι χωρίς θετικά απο­τελέσματα. Ουσιαστικά δηλαδή ο Καποδίστριας αρνήθηκε να αποδεχθεί την αρχηγία της Φιλι­κής Εταιρείας, προφασιζόμενος την επίσημη θέ­ση που κατείχε στη ρωσική κυβέρνηση.

Η άρνηση αυτή αποτέλεσε, όπως είναι προ­φανές, ισχυρό πλήγμα στα σχέδια της Εταιρεί­ας, όμως δεν υπήρξε καίριο επειδή η δυναμική των πραγμάτων πλέον ευνοούσε την ορμή των Φιλικών και τον οργανωτικό σχεδίασμά τους, σύμφωνα με τον οποίο, για την ευόδωση των σκοπών της Εταιρείας, έπρεπε να τοποθετηθεί επικεφαλής αυτής μία σημαντική προσωπικότητα. Πολύ καλά μάλιστα τονίζει τη δυναμική αυτή ένα απόσπασμα από επιστολή του Πα­ναγιώτη Σέκερη, ο οποίος αναφερόμενος στην αποστολή του Ξάνθου επισημαίνει ότι «… επειδή η επιτυχία τούτου δεν θέλει επιφέρει καμμίαν δυσκολίαν εις κανένα και σχεδόν ασυλλόγιστον πράγμα. Ούτε η αποτυχία του (ην μη δώση ο Κύριος) δύναται ν’ ανατρέψη τα έως τώρα γεγονότα, τα οποία υπόσχονται αίσιον τέλος και η θεία Χάρις να τα φυλάξη από το βάσκανον όμμα του πονηρού δαίμονος».[16]

Ο Εμμ. Ξάνθος, όντας σε δύσκολη θέση, πρέπει να παρέμεινε στην Πετρούπολη ολό­κληρο τον μήνα Μάρτιο του 1820 και πρέπει επίσης να είδε τον Καποδίστρια και άλλες φορές, ενώ είναι εξακριβωμένο ότι ταυ­τόχρονα ο υπουργός του τσά­ρου συναντούσε και τον απεσταλμένο του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη Καμαρηνό Κυ­ριακό, πράγμα που υποδηλώνει και τις εσωτερικές συγκρούσεις εντός της Φιλικής Εταιρείας (είναι άλλωστε γνωστό ότι ο Κυριακός αργό­τερα θα έχει το ίδιο τραγικό τέλος με τον Γαλάτη, ως αποτέλεσμα των συ­γκρούσεων αυτών). Εξάλλου, είναι διαπι­στωμένο ότι και ο ίδιος ο τσάρος και βέβαια η μυστική αστυνομία του, είναι ενήμεροι για τις συνωμοτικές ενέργειες των Ελλήνων.

Όπως είπαμε, η ορμή των Φιλικών και η φορά των πραγμάτων δεν είναι πλέον δυνα­τόν να αναχαιτισθεί από κάποια αρνητικά γε­γονότα, έστω και αν προσωρινά δοκιμάζεται, και έτσι μετά την άρνηση του Καποδίστρια ο Εμμ. Ξάνθος θα επιχειρήσει να προσελκύσει στην αρχηγία της Εταιρείας τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ενεργώντας, κατά τα φαινόμενα αυτοβούλως, χωρίς δηλαδή να περιμένει τη σύμφωνη γνώμη των άλλων ηγετικών στελε­χών της Εταιρείας. Ιδού πώς περιγράφει την απόφαση αυτή ο ίδιος ο Ξάνθος στα Απομνημονεύματά του: «Απελπισθείς λοιπόν ο Ξάνθος από τον Κόμητα, στοχασθείς δε ότι διά να κατορθωθή ο σκοπός της Επαναστάσεως με κα­λήν έκβασιν, ήταν αφεύκτως αναγκαίος να φανή εις το έθνος είς των σημαντικών προς ενθάρρυνσιν αυτού έστρεψε τον στοχασμόν του εις άλλο υποκείμενον λαμπρόν ως  τον Καποδίστρια, επιτηδειότερον δε ίσως τούτου, τον πρίγκιπα Αλέξανδρον Υψηλάντην, στρατη­γόν και υπασπιστήν του Αυτοκράτορος…».[17]

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης

 

Όμως ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, σε αντίθεση με τον διστακτι­κό Καποδίστρια, εγκατα­λείπει τη θέση του στο στρατιωτικό σύστη­μα της ρωσικής αυτοκρατορίας, και αποδέχεται την πρόταση του Ξάνθου, δηλα­δή την υπέρτα­τη ευθύνη του «Γενικού Εφό­ρου» της Φιλικής Εταιρείας. Εξάλλου, και η διαπιστωμένη μασονική ιδιότητα του Υψηλάντη πρέ­πει να έπαιξε ρόλο σε αυτή την προσέγγιση και συμφωνία.

Ως επίσημη μαρτυρία του ση­μαντικού αυτού γεγονότος διαθέ­τουμε ένα λιτό έγγραφο της 12nς Απριλίου 1820 που έχει συνταχθεί στην Πετρούπολη και υπογράφεται από τον Αλέξανδρο Υψη­λάντη, τον Εμμανουήλ Ξάνθο και τον Ιωάν­νη Μάνο, συγγενή του Υψηλάντη και υπάλ­ληλο στην αγγλική πρεσβεία της Πετρούπολης και βέβαια ενεργό μέλος της Φιλικής Εταιρείας, που φαίνεται ότι μεσολάβησε για την προσέγγιση Υψηλάντη – Ξάνθου:[18]

 

«Κατά την άπαξ εγκριθείσαν γνώμην, συνελθόντα τα μέλη της Ελληνικής Εταιρίας και συσκεφθέντα μετ’ ακριβούς ερεύνης και εξετάσεως, εγνώρισαν Γενικόν έφορον της Ελληνι­κής Εταιρείας, τον εκλαμπρότατον κύριον Αλέ­ξανδρον Υψηλάντην, ίνα εφορεύη και επι­στατή εν πάσι όσα κρίνονται άξια, ωφέλιμα και πρέποντα τη Ελληνική Εταιρεία. Eις ασφάλισιν των εγκριθέντων βεβαιούται τη υπο­γραφή εκάστου των μελών.

 

Εν Πετρουπόλει τη 12 Απριλίου 1820

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Ιωάν. Μάνος, Εμ. Ξάνθος»

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης, Εθνικό Ημερολόγιο Βρεττού, Παρίσι (1862).

 

Έτσι, λοιπόν, και χάρις στις επίμονες προ­σπάθειες του Εμμανουήλ Ξάνθου η εκκρεμό­τητα της αρχηγίας της Φιλικής Εταιρείας θα λήξει και ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με το συν­θηματικό όνομα «Καλός» και τα στοιχεία A Ρ θα τεθεί επικεφαλής του αγώνα. Όπως είναι εύλογο, ως επακόλουθο της σημαντικής αυ­τής ενέργειας, ο Υψηλάντης θα ενημερωθεί εκεί στην Πετρούπολη από τον Ξάνθο για την κατάσταση της Εταιρείας, θα παραλάβει από αυτόν όλα τα απαραίτητα έγγραφα κα­θώς και λεπτομερή καταγραφή των δαπανών και εν συνεχεία θα αναλάβει ο ίδιος σοβαρές πρωτοβουλίες για τον συντονισμό της δράσης όλων των μελών και τον γενικότερο σχεδία­σμά «με την πρόθεση να συγκροτήσει ένα νέο οργανισμό, που θα ήταν και ο τελικός οργα­νισμός της Εταιρείας – ο μηχανισμός της εξέ­γερσης». [19] Παράλληλα, βέβαια, όπως η αλ­ληλογραφία μεταξύ των μελών καταδεικνύει, μεγάλος υπήρξε ο ενθουσιασμός και το ηθικό αυξάνεται κατακόρυφα.

Σφραγίδα Δημητρίου Υψηλάντη. Δημοσιεύεται στο «Μουσείο της Φιλικής Εταιρείας», Αθήνα, Ίδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού, 1994, σ. 90

Σημειώνουμε επιπρόσθετα ότι από την παραμονή του Εμμ. Ξάνθου στην Πετρούπολη έχουμε τώρα – με την έκδοση του Αρχείου του από την ΙΕΕ – ένα κατάστιχο εσόδων – εξόδων, το οποίο μας παρέχει μια εικόνα και της λογιοσύνης του πάτμιου αγωνιστή.

Συγκεκριμένα, στα φύλλα του κατάστιχου καταγράφονται οι αγορές διαφόρων βιβλίων, ανάμεσα στα οποία ονοματίζονται: «φιλο­σοφικόν λεξικόν και λεξικόν Τζαλίκογλου […] διάφορα βιβλία ηγόρασα του Ανάχαρση και άλλα».

Περαιτέρω, η δράση του Εμμ. Ξάνθου θα συνεχιστεί με αμείωτη ένταση. Μετά από την επιτυχία που είχε η προσπάθεια του ηγετικού πυρήνα της Εταιρείας για τον προσεταιρισμό του Υψηλάντη, ο πρίγκιπας, τον Ιούλιο του 1820, θα βρεθεί στη Μόσχα, όπου βρίσκεται κιόλας ο Ξάνθος, ενώ μια παράλληλη πληροφορία θέλει τους δύο άνδρες να ταξιδεύουν μαζί στη ρωσική πόλη, όπου δραστηριοποιείται, όπως έχουμε αναφέρει, ένας άλλος σημαντικός πυρήνας της Εταιρείας. Γρήγορα όμως υπακούοντας στις ανάγκες της Εταιρείας τα βήματα των δύο ανδρών θα χωριστούν και ο Ξάνθος θα κινηθεί και πάλι σε διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών, προβαίνοντας σε πολλές και αποφασιστικές ενέργειες για τον καλύτερο συντονισμό των πραγμάτων, τα οποία πλέον έχουν πάρει τον αναπότρεπτο δρόμο προς την πολεμική σύγκρουση.

Είναι πολύ δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς κατά πόδας τον Εμμ. Ξάνθο – έστω και μέσω της πυκνής αλληλογραφίας που παραθέτει στα Απομνημονεύματά του αλλά και από την ολοκληρωμένη μορφή της που έχουμε από τους τρεις τόμους του Αρχείου του – αυτή την εποχή, καθώς περιφέρεται αδιάκοπα σε διάφορες πόλεις της Βεσσαραβίας και της Μολδοβλαχίας ανάμεσα στον Νοέμβριο 1820 και το θέρος του 1821. Έτσι τα ίχνη και οι ενέργειές του εντοπίζονται στο Κισνόβι, στο Ισμαήλιο, στο Βουκουρέστι, στο Ρένι, στο Γαλάτσι, πόλεις – ιδιαίτερα οι δύο πρώτες – που θα τις επισκεφθεί πολλές φορές, αναπτύσσοντας μεγάλη δραστηριότητα επιτόπου αλλά και αλληλογραφώντας με τα περισσότερα από τα σημαίνοντα στελέχη της Εταιρείας. Χαρακτηριστική των κινήσεων αυτών, που γίνονται με εντολές του Υψηλάντη, είναι επιστολή του τελευταίου από το Κίεβο της 30ής Ιουλίου 1820 προς τον Ξάνθο, όπου μεταξύ άλλων καταγράφονται οι εντολές του πρίγκιπα προς αυτόν:

 

« (…) φθάνοντας συν θεώ εις Κισνόβιον θέ­λεις εγχειρήσει τα διά σε συστατικά γράμμα­τά μου εις τον γαμβρόν μου διά να σε υπερασπισθή, και να σοι δώση το πασαπόρτι σου. Φθάνων εις Ισμαήλ εγχείρισον το συστατικόν διά σε γράμμα μου προς τους δύο γνωστούς φίλους και ειπέ τόσον εις αυτούς, όσον και εις όλους τους εκεί αδελφούς, όσα διά ζώσης φωνής παρηγγέλθης, και προ πάντων να ήναι πρόθυμοι και μυστικοί κατά πάντα. Αφ’ ου δε ησυχάσης όχι περισσότερον από πέντε ημέρες μόνον εις την φαμίλιαν σου, να κινήσης διά Βουκουρέστιον. Απερνώντας δε εις Γαλάτζιον εγχείρισον τα συστατικά οπού σοι έδωσα εις τους δύο αδελφούς… Φθάνων συν θεώ εις Βουκουρέστιον εγχείρισον τα εγχειρισθέντα σοι γράμ­ματα εις τους γνωστούς φίλους… και αφ’ ου συνομιλήσης… συσκεπτόμενος μετά των αδελ­φών… όταν ιδής τα πάντα να ετοιμασθώσι να έμβωσιν εις πράξιν τότε δίδεις εις τους γνω­στούς φίλους όσα μετρητά… και ακολούθως συνάξεις από τα ανοιχθέντα σοι κρέτητα… και τελειωθέντων πάντων αυτών με ακρίβειαν, προσοχήν, ταχύτητα και φρόνησιν, αναχώρησον εκείθεν, ελθέ και πάλιν εις Βεσαραβίαν, όπου θέλεις ευρή άλλας διαταγάς μου… Σοι παραγγέλω προς τούτοις ή τώρα πηγαίνοντας εις Ισμαήλ, ή επιστρέφων, να αγοράσης, ως σοι είπα, ένα καλόν καράβιον διά λογαρια­σμόν της Εταιρείας και ετοιμάζεις αυτό επι­τήδειον διά να ταξιδεύη.»[20]

 

Βέβαια, όπως είναι αναμενόμενο, σύμφωνα με τον σχεδίασμό του Υψηλάντη, ο Εμμ. Ξάνθος την 1η Οκτωβρίου 1820 θα βρεθεί στο Ισμαήλιο της Βεσσαραβίας, όπου, εκτός του Υψηλάντη, είχαν συγκεντρωθεί και πολλοί άλλοι σημαίνοντες Φιλικοί (Παπαφλέσσας, Δ. Θέμελης, Χριστ. Περραιβός, Ήβος Ρήγας, Γρηγ. Λασσάνης κ.ά.) και όπου μετά από την πραγματοποίηση πολλών συσκέψεων καταστρώθηκε το οριστικό σχέδιο της εξέγερσης. Όπως γνωρίζουμε, οι συσκέψεις αυτές του Ισμαηλίου στις 8 Οκτωβρίου θα οδηγήσουν στη σύνταξη της επαναστατικής προκήρυξης του Υψηλάντη προς τους κατοίκους της Στερεάς και των νησιών του Αρχιπελάγους, η οποία κατέληγε με το εμφατικό:

«Όταν όμως μόνοι μας αποσείσωμεν τον ζυ­γόν της τυραννίας, τότε της Ευρώπης η πολιτική θέλει βιάσει όλας τας ισχυράς δυνάμεις να κλείσωσι με ημάς συμμαχίας και επιμαχίας αδιάλυτους».[21]

Μετά από αυτές τις τόσο σημαντικές εξελίξεις ο Υψηλάντης θα αναχωρήσει για το Κισνόβι, ενώ ο Ξάνθος θα παραμείνει για λίγο στο Ισμαήλιο, στο οποίο είχε εν τω μεταξύ μετοικήσει και η οικογένειά του από την Κωνσταντινούπολη (ο Εμμ. Ξάνθος ήταν παντρεμένος με τη Σεβαστή, με την οποία είχε αποκτήσει τουλάχιστον δύο αρσενικά παιδιά, τον Νικόλαο και τον Περικλή: στην αλληλογραφία προς αυτόν αναφέρονται πολλές φορές η «Σεβαστίτζα» και τα «ξανθόπουλα») και εν συνεχεία θα αρχίσει εκ νέου να ταξιδεύει ακατάπαυστα στις διάφορες πόλεις των Ηγεμονιών οργανώνοντας τα πράγματα της Εταιρείας.

Μολονότι το επιχειρησιακό σχέδιο που συμφωνήθηκε το πρώτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 1820 στο Ισμαήλιο προέβλεπε την έκρηξη της Επανάστασης με κέντρο των επαναστατικών ενεργειών την Πελοπόννησο και δευτερεύουσες ενέργειες στις Παραδουνά­βιες Ηγεμονίες και την Κωνσταντινούπολη [22], είναι φανερό ότι στην πορεία προς την κορύφωση το σχέδιο άλλαξε. Εναγωνίως ο Παπαφλέσσας γράφει στον Ξάνθο στις 22 Φε­βρουάριου 1821 και ζητά εξηγήσεις για την καθυστέρηση του Υψηλάντη, που, σύμφωνα με τον πρώτο σχεδίασμά, μέσω Τεργέστης, έπρεπε να είχε φθάσει στην Πελοπόννησο.

Ωστόσο, ο Υψηλάντης αντί να κατευθυνθεί προς την Τεργέστη και από εκεί προς την Πελοπόννησο, μέσω Ιταλίας, παρατείνει την παραμονή του στο Κισνόβι, ενώ ο Ξάνθος, ενεργώντας προφανώς κατόπιν εντολής του Υψη­λάντη, καλεί τον Ιανουάριο του 1821 τον Τσακάλωφ και τον Αναγνωστόπουλο από την Πί­ζα στο Κισνόβι, αντί να τους κατευθύνει προς τον Μόριά. Προφανώς βρισκόμαστε μπροστά σε αλλαγή του σχεδιασμού του Ισμαηλίου εν αγνοία του Παπαφλέσσα και έτσι αντί για την ανάληψη επαναστατικής δράσης στην Πελοπόννησο, ο Υψηλάντης θα επιχειρήσει να δημιουργήσει επαναστατικό κίνημα στις Ηγεμονίες με τη σύμπραξη των τοπικών πληθυσμών.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης – Το πέρασμα του Προύθου. Ένας πίνακας με τα λάθη του. Φεβρουάριος 1821. Έναρξη της Επανάστασης. Στην ρομαντική απεικόνιση του Peter von Hess ο Βοεβόδας Μιχαήλ Σούτσος της Μολδαβίας υποδέχεται τον προερχόμενο από την Ρωσία αρχηγό της Επανάστασης Αλ. Υψηλάντη. Φορά στολή ιερολοχίτη. Ο σταυρός απουσιάζει στο σήμα του. Το χαμένο χέρι του είναι το αριστερό αντί για το δεξί. Η σημαία του είναι παραλλαγμένη και ο Φοίνικας δυσδιάκριτος.

 

Έτσι, επικεφαλής στρατιωτικής δύναμης θα διαβεί τον ποταμό Προύθο αλλά αργότερα θα υποστεί οδυνηρή ήττα στο Δραγατσάνι (7 Ιουνίου 1821). Στα γεγονότα των Ηγεμονιών ο Ξάν­θος, όπως είναι φυσικό, ως άνθρωπος που βρίσκεται κοντά στον Υψηλάντη έχει σημαντική ανάμειξη. Καθώς ο ίδιος γράφει – μιλώντας πάντα σε τρίτο πρόσωπο – στα Απομνημονεύματά του «εφοδιάσας [ο Ξάνθος] από Ισμαήλ τους εν Γαλατζίω και Προύτω στρατιώτας με όσα άρ­ματα ηδυνήθη να προμηθευθή από τον στρα­τηγόν Τουσκώφ… και με αρκετά βαρέλια πυρίτιδος και δέκα εννέα πυροβόλα (κανόνια) εξ ων τα δέκα έξ εστάλησαν κατά παραγγε­λίαν του από την Οδησ­σόν διά θαλάσσης… έτι δε ευκολύνας την εις Μολδαυίαν διάβασιν πολλών άλλων ομογε­νών… προμηθεύων τους μεν με φορέματα, τους δε με άρματα και πολλούς αυτών με χρήματα κ.λπ. κ.λπ.».[23]

 

Αγωνιστές από το κίνημα της Μολδοβλαχίας (1821), που κατέφυγαν στην Ελβετία: 1. Καραμπούλης, υπασπιστής του Γεωργάκη Ολυμπίου, 2. ένας Σουλιώτης, 3. ένας Αθηναίος, 4. ένας Σέρβος, 5. ένας Ρουμελιώτης, 6. ένας Αλβανός. Δημοσιεύεται στο Γ. Τσούλιος- Τ. Χατζής (επιμ.), «Ιστορικόν Λεύκωμα της Ελληνικής Επαναστάσεως», τ. Α’, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1970, σ. 59.

 

Αλέξανδρος Υψηλάντης. Αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας, επικεφαλής του Ιερού Λόχου.
Πέθανε σε ένα πανδοχείο της Βιέννης τον Ιανουάριο του 1828. Ήταν 36 ετών. Μετά την αποτυχία του απελευθερωτικού κινήματος, του οποίου ηγήθηκε, στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και την ήττα των Ιερολοχιτών στο Δραγατσάνι, φυλακίστηκε το 1821, ως πολιτικός κρατούμενος από τους Αυστριακούς, μαζί με τα αδέρφια του Νικόλαο και Γεώργιο και άλλους συντρόφους του. Έμεινε φυλακισμένος μέχρι το 1827 στα φρούρια Munkatz και Theresienstadt. Οι σκληρότατες συνθήκες κράτησης υπέσκαψαν την υγεία του και το 1828, που του δόθηκε χάρη, οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει και έφυγε από τη ζωή.
Ελαιογραφία, Συλλογή Προσωπογραφιών Ε.Ι.Μ.

Μετά από τα τραγικά γεγονότα στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και τη φυλάκιση του Υψηλάντη από τους Αυστριακούς, γεγονότα για τα οποία ο Εμμ. Ξάνθος υπόσχεται στα Απομνημονεύματά του[24]– χωρίς ωστόσο να τηρήσει την υπόσχεσή του – ότι θα γράψει: «εις άλλην δε ευκαιρίαν θέλω γράψει και τα διατρέξαντα εις την Μολδοβλαχίαν μετά την έξοδον εκεί του Αλεξάνδρου Υψηλάντου, τας αιτίας της αποτυχίας του, τους αιτίους της καταστροφής του, την διαγωγήν των ακολούθων του, τας προ­δοσίας τινών, την αιτίαν επινοηθείσης Ιεράς σκάλας και άλλων τινών καταχρήσεων, ένεκα των οποίων προέκυψε τότε το μίσος των Μολδοβλάχων και η παρά τούτων καταδρομή των Ελλήνων», είναι επόμενο ότι και ο ίδιος πρέπει να εγκαταλείψει την περιοχή αυτή (26 Ιουνίου 1821) όπου δεν ήταν δυνατόν να πράξει κάτι το ουσιαστικό για την ελληνική υπόθεση.

Όπως ο ίδιος και πάλι αναφέρει, αναχώ­ρησε από τη Βεσσαραβία για την Ελλάδα μέ­σω Ουγγαρίας: «απελθών και είς Μογκάτζ προς επίσκεψιν του άτυχους Πρίγκηπος Αλε­ξάνδρου Υψηλάντου… μη λαβών δε την άδει­αν να τον ανταμώση, διευθύνθη διά της Πέστης  και Φιουμίου εις Αγκώνα».[25] Ο ίδιος εξάλλου αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του ταξιδιού αυτού και όντας ακόμα στα μέρη της κεντρικής Ευρώπης περιέθαλψε πολλούς Έλληνες που είχαν καταφυγει στα μέρη αυ­τά μετά από τη διάλυση του στρατού του Υψηλάντη. Μάλιστα αναφέρει ότι μερικούς από αυτούς τους πήρε μαζί του και μέσω Αγκόνας τους προώθησε στα μέρη της Ελ­λάδας, όπου ο αγώνας είχε πλέον αρχίσει με πολύ καλύτερες προοπτικές από αυτόν των Ηγεμονιών. Τελικά ο Εμμανουήλ Ξάνθος, μαζί με τον Τσακάλωφ θα βρεθεί στην Πε­λοπόννησο και όπως χαρακτηριστικά ανα­φέρει πάντα στην τριτοπρόσωπη αφήγησή του «απελθών εις Τριπολιτσάν… κατώκησε παρά τω Δημητρίω Υψηλάντη, συναγωνιζόμενος και αυτός το κατά δύναμιν, διωρίσθη δε και μέλος είς μίαν επιτροπήν, διά να δικάση διαφοράν τινα μεταξύ του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού [Θεοδωρήτου επισκόπου] Βρισθένης και τινών στρατιωτών».[26]

Είναι αλήθεια ότι εφεξής δεν διαθέτουμε πολλές πληροφορίες για τα έργα και τη δράση του Εμμανουήλ Ξάνθου – άλλωστε είναι γεγονός ότι η εμπλοκή του και ο ρόλος του στην εξέλιξη των γεγονότων είναι πλέον περιορισμένος και εν πάση περιπτώσει ό,τι έχουμε στη διάθεσή μας είναι η δική του φωνή, όπως φθάνει σε μας από ελάχιστα έγγραφα αυτής της περιόδου που δημοσιεύει στα Απομνημονεύματά του.

Έτσι γνωρίζουμε ότι ο Παπαφλέσσας – με τον οποίο βέβαια είχαν συνδεθεί από την περίοδο της παράλληλης δράσης τους ως Φιλικών στις Ηγεμονίες – με επιστολή του της 16ns Μαρτίου 1822 από την Τριπολιτσά τού ανακοινώνει διάφο­ρες κινήσεις του, ενώ η συμμετοχή του στην Επιτροπή που αναφέρει ο ίδιος, χρονολογείται, σύμφωνα με γράμμα και πάλι του Παπαφλέσ­σα, στα τέλη Ιουνίου 1823.[27] Σε ένα συστατικό γράμμα που υπογράφει ο Δημήτριος Υψη­λάντης στις 31 Ιουλίου 1823 φιλοτεχνεί ως εξής το πορτρέτο του Ξάνθου:

 

«Τον πατριώτην αυ­τόν αν δεν τον εγνωρίσατε προσωπικώς, σας τον παραδίδω διά του παρόντος μου ως ένα φρό­νιμον, ενάρετον, ειδήμονα πολλών πραγμάτων και όλως εξηρτημένον της Υψηλαντικής οικογενείας. Προ του Ιερού αγώνος ηγωνίσθη με όλην την απαιτουμένην προθυμίαν, σταθερό­τητα και ειλικρίνειαν και ήδη δε δεν επρόκρινε να ησυχάζη, αλλ’ ήλθε διά να προσφέρη και το εκ μέρους του έργον εις την πολιτικήν μας ανόρθωσιν…».[28]

 

Ίσως η περιγραφή αυτή του Ξάνθου από τον Δημ. Υψηλάντη αποτελεί ένα από τα καλύτερα σύντομα αλλά περιεκτικά «βιογραφικά σημειώματα» του πατινιώτη Φιλικού.

Πάλι ο Δημ. Υψηλάντης, γράφοντας προς τον Νικήτα Σταματελόπουλο την 1η Αυγούστου 1823, θα μιλήσει γι’ αυτόν με τα ίδια θερμά λόγια και παράλληλα θα μας δώσει την πληροφορία ότι ο Ξάνθος «υπάγει εΐς Αθήνας διά να περιηγηθή τας εκεί αρχαιότητας»,[29] ενώ με άλλο γράμμα του, της 29ns Σεπτεμβρίου 1823, ο Υψηλάντης και πάλι παρακαλεί τον Ξάνθο από την Τριπολιτσά να πασχίσει να δανεισθεί εξ ονόματος του πεντακόσια γρόσια «διά να μην καταντήσω να πωλήσω το ωρολόγιόν μου και την ταμπακέραν μου».[30]

Αποσπασματικές πληροφορίες, οπωσδήποτε, αλλά μας παρέχουν τη βεβαιότητα ότι ο Εμμ. Ξάνθος, που βρέθηκε μέσα στο κλίμα της υψηλαντικής οικογένειας όταν προσπάθησε και πέτυχε να πείσει τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, μέσα σ’ αυτό εξακολουθεί να παραμένει το προχωρημένο έτος 1823, διατηρώντας τώρα στενή σχέση με τον άλλο Υψηλάντη, τον Δημήτριο, μολονότι η προσκόλληση στην υψηλαντική συνάφεια δεν παρείχε σοβαρά εχέγγυα για σταδιοδρομία και αξιώματα.

Εφεξής υπάρχει ένα μεγάλο κενό στην πλη­ροφόρησή μας για τις κινήσει του Εμμ. Ξάν­θου, το οποίο πρέπει να έχει σχέση και με τον μειωμένο ρόλο του στα δρώμενα της επαναστατικής περιόδου. Πάντως έχουμε την πληροφορία, από τον ίδιο,[31] για ένα ταξίδι του στη Ζάκυνθο τον Μάιο ή τον Ιούνιο του 1826 (όταν κατευθυνόταν προς το Ναύπλιο), ενώ τον Οκτώβριο 1827 από μία άλλη επιστολή του Δημ. Υψηλάντη μαθαίνουμε ότι ο Ξάνθος εγκατέλειψε το ελληνικό έδαφος και μέσω της Κωνσταντινούπολης – στην οποία δεν τόλμησε να αποβιβαστεί – στα μέσα Σεπτεμβρίου 1827, κατευθύνθηκε προς την Οδησσό. Ο Δ. Υψηλάντης εξάλλου στην ίδια επιστολή συνιστά στον Ξάνθο να επισκεφθεί τη μητέρα του Ελισάβετ και τον γαμπρό του και να τους παρακαλέσει να του στείλουν χίλια φλουριά για να γλυτώσει από τους δανειστές του.[32]

Ο Ξάνθος μετά από το ταξίδι της επιστροφής στα πολύ οικεία γι’ αυτόν μέρη των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών πρέπει να εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι. Πράγματι εκεί θα του στείλει ένα γράμμα, με ημερομηνία 8 Αυγούστου 1832, από την Οδησσό ο παλιός σύ­ντροφός του και συνιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας Αθανάσιος Τσακάλωφ, ο οποίος, γράφοντάς του, του αρχίζει με το εμβληματικό:

«Ύστερα από τόσων χρόνων σιωπήν με­ταξύ μας μαθών πού ευρίσκεσαι σοι γράφω. Κατά τύχην προχθές εντάμωσα τον μίαν φοράν δοΰλον σου Μανώλην, oστις μοι είπεν ότι ευρίσκεσαι εις Βουκουρέστιον… σοι στέλλω λοιπόν το παρόν σύντομον διά να λάβω απόκρισιν, να σε γράψω πλέον εκτεταμένως και να ειπώμεν τα πάθη μας αμοιβαίως».[33]

Για την ίδια χρονιά (1832) διαθέτουμε επίσης την πληροφορία ότι η σύζυγος του Ξάν­θου, Σεβαστή, απέστειλε μία επιστολή στην Ε’ Εθνική Συνέλευση και ζητούσε «το έλεος του έθνους διά την εκ της δυστυχίας εσχάτην αμηχανίαν» της οικογένειάς της.

Τα «πάθη» των δύο παλαιών συντρόφων, που αναφέρει στην επιστολή του ο Τσακάλωφ, την οποία μνημονεύσαμε λίγο πριν, φαίνεται ότι είναι πολλά και στην περίπτωση του Εμμανουήλ Ξάν­θου. Η αναχώρησή του από την Ελλάδα και η αδράνειά του δηλώνεται και από μία ακόμα επιστολή του άλλου παλαιού δραστήριου Φιλικού, Αθ. Ξόδιλου.

 

Επιστολή Αθανασίου Ξόδιλου προς Εμμανουήλ Ξάνθο. Ρένι, 30 Μαρτίου 1821. Δημοσιεύεται στο «Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου», τ. Γ’, Αθήνα, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, 2002.

 

Ο τελευταίος, γράφοντας από το Γαλάτζι στις 11 Ιουνίου 1836, θα μας δώσει ακόμα μια πληροφορία για τον Ξάνθο, ότι δηλαδή, μολονότι η «…Ελλάς ήρχισε να υπάρχη εν μέσω των δεδοξασμένων λαών. Πρέσβεις της εις όλας τας μεγάλας του κόσμου πόλεις, πρόξενοι και υποπρόξενοι και εις τους παραμικρότερους του εχθρού λιμένας, ο Ποθητός εις Γαλάτζιον, ο Φωκιανός εις Βεσσαραβίαν και τα λοιπά. Ο Ξάνθος εις το μοναστήριον του Μαρτζινενίου!»[34] Η πληροφορία αυτή για την παραμονή του Ξάν­θου επί έξι χρόνια στο παραπάνω μοναστήρι, που βρίσκεται κοντά στο Βουκουρέστι, «φιλοσοφών και ασκητεύων εν τη ερημία μακράν των θορύβων του μεγάλου κόσμου», έρχεται να διασταυρωθεί από ορισμένες επιστολές του 1836, η κατάθεση των οποίων στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος έγινε το 1962 από τον Τάκη Σταύρακα, κατόπιν επιθυμίας της συζύγου του, τρισεγγονής του Εμμ. Ξάνθου, Χρυσάνθης Παυλοπούλου.[35]

Όμως  ο Αθ. Ξόδιλος, στην ίδια επιστολή που αναφέραμε παραπάνω, θα πληροφορήσει τον Εμμ. Ξάνθο και για κάτι άλλο, το οποίο συνάπτεται με τα γεγονότα που θα συντελέσουν ώστε αυτός να επανέλθει στο προσκήνιο και μάλιστα στο συγγραφικό προσκήνιο. Συγκεκριμένα, ο παλιός Φιλικός πληροφορεί τον φίλο του ότι είδε «…εις τα πιεστήρια του τύπου των Αθηνών… Ιστορία των τρεξάντων εν Βλαχοπογδανία εκδιδομένη από τινα, αλλά δεν εννοώ πόθεν λαμβάνουν τας πηγάς τού­των των πραγμάτων να τα ιστορήσουν. Ίσως πάλιν καθώς άλλοτε ο Φιλήμων, οικειοποιηθή και αυτός προ δείξιν του βιβλίου του…».

Δεν γνωρίζουμε σε ποιο βιβλίο αναφέρεται ο Ξόδιλος και αν αυτό εκδόθηκε, γνωρίζουμε όμως ότι ο Εμμ. Ξάνθος, μόνος αυτός από τους τρείς πρωταγωνιστές για την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, ήδη έχει αναλάβει και συγγραφικές πρωτοβουλία. Και τούτο επειδή, πολύ πιθανόν, κατά τη διάρκεια του Αγώνα συνέγραψε κείμενο γνωστό με τον τίτλο: «Έκθεσις ανωνύμου τινός αφορώσα  τας αρχάς και τας αποστολάς της Εταιρείας μέ­χρι της Επαναστάσεως». Το κείμενο αυτό το αναφέρει ο Ξάνθος και στα Απομνημονεύμα­τά του, αλλά είναι γνωστό και από την πε­ρίληψή του που δημοσίευσε ο Αθανάσιος Χριστόπουλος στα Πολιτικά Παράλληλά του,[36] κάνοντας  λόγο για τις πηγές του, ενώ στο κείμενο αυτό αναφέρεται και ο Ιωάννης Φιλήμων στον πρόλογο του Δοκιμίου περί της Φιλικής Εταιρείας. «Δεν διέσπειρεν ολιγωτέραν πλάνην Ανώνυμός τις Έκθεσις αφορώσα τας αρχάς  και τας αποστολάς της Εταιρείας μέχρι της εποχής του Α. Υψηλάντη. Την έχομεν υπ’ όψιν χειρόγραφον… Ο ανώvυμος συγγραφευς της, τον οποίον συμπεραίνομεν τον Εμμανουήλ Ξάνθον, περιγράφει με φίλαυτον υπερβολήν τα περί της θέσεως του ως προς την Εταιρείαν».

Και αν για την «Έκθεσιν» είναι δυνατόν να υπάρξουν κάποιες αμφιβολίες αν πρόκειται για πόνημα του Ξάνθου, λόγω ακριβώς της ανωνυμίες του, το «Υπόμνημα» του έτους 1835 είναι ασφαλώς κείμενο του Ξάνθου.[37] Σύμφωνα με σημείωμα επί του χειρογράφου του ομογενούς στο Βουκουρέστι Γρηγορίου Θεο­χάρη «η εξιστόρησις αύτη, από φύλλα είκοσι, εγράφη παρά του αοιδίμου Εμμανουήλ Ξάν­θου, κατά την εις Τελέγκαν χωρίον του θέματος Πράχοβας της Βλαχίας διατριβήν του τω 1835 έτει από Χριστού».[38]

Το κείμενο της ανώνυμης «Εκθέσεως» και εκείνο του «Υπομνήματος» δεν παρουσιάζουν ουσιώδεις διαφορές και πάντως δεν φαίνονται να επιζητούν να αντικρούσουν τη συγγραφή κάποιου άλλου προσώπου που ενδεχομένως μείωνε τη συνεισφορά του Ξάνθου για την οργάνωση και δράση της Φιλικής Εταιρείας. Παράλληλα, είναι γεγονός ότι περιέχουν πολύ χρήσιμες πληροφορίες για τα προκαταρκτικά του Αγώνα, μολονότι είναι κείμενα σύντομα και περιληπτικά.

Όμως  η κατάσταση αυτή αλλάζει άρδην το 1837, όταν ο Εμμ. Ξάνθος, με νέο κείμε­νό του, σκοπεύει τώρα να ανασκευάσει τις απόψεις άλλου συγγραφέα. Τα γεγονότα έχουν ως εξής. Το 1834 ο Ιωάννης Φιλήμων στο έργο του Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας,  γράφοντας  με βάση κυρίως τις προφορικές αφηγήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου («ο Αναγνωστόπουλος εξεπλήρωσε το καθήκον αυτού βοηθήσας ημίν ο μόvoς από μνήμης») κατηγόρησε τον Ξάνθο για κακή διαχείριση των χρημάτων της Φιλικής Εταιρείας. Άλλωστε, υπήρχε πάντα μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου ανοικτή η διαμάχη για το ποιός υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο Ξάνθος υποστήριζε ότι ανήκει στην πρώτη τριάδα της Εταιρείας, ενώ για τον Αναγνωστόπουλο υποστήριζε ότι κατηχήθηκε πολύ αργότερα από εκείνον, δηλαδή το 1817. Αντίθετα, ο Αναγνωστόπουλος υποστήριζε ότι ο ίδιος είχε κατηχηθεί από το 1814, ενώ ο Ξάνθος αργότερα από αυτόν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι η αρχική καλή σχέση και συνεργασία μεταξύ των δύο ανδρών, κατά τα πρώτα αποφασιστικά βήματα της Εταιρείας, όπως είδαμε, θα μεταβληθεί σε ανοιχτή έχθρα.

Έτσι ο Εμμανουήλ Ξάνθος βρίσκεται στην ανάγκη να επιστρέψει το 1837 στην Ελλάδα και το ίδιο έτος να συγγράφει πρώτα το «Υπόμνημα». Το απολογητικό αυτό κείμενο (πρώτος το επισήμανε ο Τάκης Κανδηλώρος το 1926 αλλά παρέμεινε ανέκδοτο έως το 1931, όταν δημοσιεύτηκε από τον A. Α. Παπανδρέου στην εφημερίδα Αγών της Δωδεκανήσου), προκειμένου να ανασκευάσει όσα έγραψε εναντίον του ο Φιλήμων.

Στο «Υπόμνη­μα» αυτό, που αποτελεί οιονεί απολογία του,[39] γίνεται συνεχής αναφορά στα κεφάλαια του Δοκιμίου τον Φιλήμονα, προκειμένου να αντικρούσει τα γραφόμενά του. Αξίζει εξάλλου να σημειώσουμε ότι για πρώτη φορά ο Ξάνθος θα προβεί και στη δημοσίευση εγγράφων, ενώ και το «Υπόμνημα», όπως  άλλωστε και τα δύο πρώτα κείμενα που συνέταξε, δημοσιεύεται ανώνυμα (ο συγγραφέας του χρησιμοποιεί τα αρχικά α.ω.).

 

Προτομή του Εμμανουήλ Ξάνθου στην πλατεία «Φιλικής Εταιρείας» στο Κολωνάκι. Έτος Κατασκευής: 1930. Καλλιτέχνης: Θωμάς Θωμόπουλος.
Φωτογραφία, από τον ιστότοπο των atenistas. Φωτογράφος: Δήμητρα Θεοδωρίδου.

 

Μολονότι, όπως είπαμε, το κείμενο της Απολογίας (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212) δεν δημοσιεύτηκε στον καιρό του αλλά πολύ αργότερα, το 1931, φαίνεται ότι ο Ιωάννης Φιλήμων πληροφορήθηκε το περιεχόμενό της, επειδή το 1839 κιόλας αρθρογραφώντας στην εφημερίδα Αιών,[40] αποκαθιστά την προσωπικότητα του Ξάνθου, παραδεχόμενος ότι «υπέπεσεν εξ αγνοίας εις παραδρομάς τινας, ως προς το πρόσωπον του Ξάνθου ιδιαιτέρως». Μάλιστα αξίζει να επισημάνουμε εδώ ότι ακόμη και το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, που θα εκδώσει ο I. Φιλήμων το 1845, ουσιαστικά αποτελεί μία ανασκευή του Δοκι­μίου του περί της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία ασφαλώς και η διένεξη Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου συνέβαλε αρκετά.

Ωστόσο, και παρά την αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονος, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα προχωρήσει στη σύνταξη και έκδοση των Απομνημονευμάτων του το 1845, στα οποία μετά από μια σύντομη έκθεσή του για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από τη σύσταση της Φιλικής Εταιρείας, προβαίνει, παράλληλα, στην έκδοση των γραπτών αποδείξεων για τους ισχυρισμούς του, δηλαδή παραθέτει 168 έγγραφα, τα οποία αποτελούν πρωτογενές υλικό για την ιστορία της Εταιρείας και τη δράση του ίδιου αλλά και πολλών από τα πρώτα μέλη της, που έδρασαν κυρίως στις Ηγεμονίες και στη Ρωσία.

Με άλλα λόγια ο Εμμ. Ξάνθος τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει τόσο κατά τη σύνταξη της «Εκθέσεως» του όσο και κατά τη σύνταξη του Υπομνήματος ότι πρόκειται να παρουσιάσει τις γραπτές πηγές τις οποίες επικαλείται. Έτσι κατά κάποιο τρόπο απαντά και στην πρόκληση του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος στην πρώτη έκδοση του Δοκιμίον πε­ρί της Φιλικής Εταιρείας, εκφράζοντας τις αμφιβολίες του για την «Έκθεση» του Ξάνθου, τον καλούσε να δημοσιεύσει τα έγγραφα που κατέχει: «…καθίσταται τοιουτοτρόπως επι­θυμητή η εκπλήρωσή της υποσχέσεώς του. Eις το έργον τούτο δύναται μεγάλως να ευκολυνθή διά των αποτεταμιευμένων εις αυ­τόν εγγράφων της Εταιρείας και των οποίων ημπορεί να έχη ιδεών περί αυτής πλέον κα­θαρών παρά τας οποίας έγραψε».

Σέκερης Παναγιώτης, Ελαιογραφία. Αθήνα, Πολεμικό Μουσείο.

Όπως από την αρχή υπαινιχθήκαμε, κατά την ώρα του απολογισμού της προεπαναστατικής και επαναστατικής δράσης πολλά πάθη και αντιθέσεις ήρθαν στο φώς, πολλοί διεκδίκησαν πολλά, άλλοτε υπερεκτιμώντας και άλλοτε υποεκτιμώντας τις καταστάσεις και τα γεγονότα στα οποία είτε έλαβαν μέρος είτε θεωρούσαν ότι είχαν το «δικαίωμα» να αναφερθούν ως αντικειμενικοί παρατηρητές. Η περίπτωση του Εμμ. Ξάνθου νομίζουμε ότι αναδεικνύει το θέμα σε όλες του τις διαστάσεις. Αλλά και μία επιστολή του Παναγιώτη Σέκερη, της 30ns Αύγουστου 1839, από την Ύδρα πλαισιώνει τα πράγματα πολύ καλά.

Γράφει λοιπόν ο Σέκεpnς: «Επληροφορήθην ότι καταγίνεσαι εις την έκδοσιν της ιστορίας μας· τολμώ να σου προ­βάλλω ότι να μην την δώσης εις τύπον προ του να την ιδώ, διά να μην υποπέσης εις λάθη (παροργιζόμενος δικαίως κατά του Αναγνωστοπούλου) εάν δε και δεν θελήσης να κάμης την γνώμην μου, ενθυμήσου ότι το έργον είναι σπουδαίον κτλ., ενθυμήσου τέλος πάντων ότι θέλεις εύρει πολλούς αυστηρούς κριτάς και προ πά­ντων το δημόσιον· μη παραλείψης, καθώς ο αχάριστος Περραιβός, τους όσους συνέδραμον. Δεν ανήκει αυτή η τιμή (εάν ήναι τιμή) εις τους αρχηγούς μόνον, αλλά και εις όλους τους συνεργάτας και συντελέσαντας· μάθε ότι σώζονται και εις χείραν μου απο­μνημονεύματα και διά να γίνη τέλειον το σύγγραμμα κρίνω εύλογον να συνεννοηθώμεν… πολλούς κόπους και δρόμους ξηρών και θαλασσών και πο­ταμών έκαμεςςκάμε ακόμη εν μικρόν και έλα να με εύρηβ…».

Πέραν τούτων όλων όμως ο εντοπισμός του αρχείου του Εμμανουήλ Ξάνθου και η εν συνεχεία η συστηματική έκδοσή του σε τρεις τόμους από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος (Αθήνα 1997, 2000, 2002) έρχεται να φωτίσει την πολυποίκιλη δράση της σημαντικής αυτής προσωπικότητας. Παράλληλα, έρχεται να μας υποδείξει τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε το αρχείο και τις δυσκολίες που ενδεχομένως είχε και ο ίδιος ο Ξάνθος να συμβουλευθεί τα έγ­γραφά του, καθώς αυτά στους ταραγμένους καιρούς που έζησε και έδρασε είχαν διασκορπιστεί για διάφορους λόγους στη Ζάκυνθο, στην Πάτμο, στη Σάμο, στο Κισνόβι.

Εκτός από τη συγγραφική – απολογητική δράση του Εμμ. Ξάνθου γνωρίζουμε ότι ο βασιλιάς Όθων το 1838 του είχε απονείμει τον Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος «διά τας εκδουλεύσεις αυτού υπέρ της πατρίδος», ενώ το 1839 διορίστηκε διοικητής στην Ύδρα, θέση από την οποία γρήγορα απομακρύνθηκε. Υπηρέτησε ακόμα για επίσης λίγο διάστημα στο Ελεγκτικό Συνέδριο.

 

Ο τάφος του Εμμ. Ξάνθου στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Φωτογραφία: Τηλέμαχος Ευθυμιάδης.

 

Πέθανε στην Αθήνα στις 29 Νοεμβρίου 1851 όταν αποχωρώντας από τη Βουλή έπεσε από τη σκάλα και τραυματίστηκε θανάσιμα. Κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού και θάφτηκε στο Α’ Νεκροταφείο όπου και σήμερα ο τάφος του, ενώ η προτομή του, έργο του γλύπτη Θωμά Θωμόπουλου, στήθηκε στην πλατεία Φιλικής Εταιρείας (Κολωνάκι), στις 21 Δεκεμβρίου 1930, στην επέτειο της συμπλήρωσης εκατό χρόνων από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, με δαπάνη των Δωδεκανησίων της Αιγύπτου και κυρίως του Σκεύου Ζερβού· στην ίδια περιοχή, κατά την ονοματοδοσία των δρόμων της Αθήνας του 1884, πήρε το όνομά του μικρός δρόμος, που διασταυρώνεται με τη σημαντικότερη οδό Παναγ. Αναγνοστοπούλου.

 

Υποσημειώσεις


[1] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 14.

[2] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 29.

[3] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 29.

[4] Β. Παναγιωτόπουλος, Οι Τέκτονες, σ. 138 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 3-6,209-222.

  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 29.
  • Β. Παναγιωτόπουλος, Οι Τέκτονες, σ. 138-139.

[7] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 210-223.

[8] Β. Παναγιωτόπουλος, Οι Τέκτονες, σ. 142-144.

[9] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα σ. 59.

[10] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 23.

[11] Τ. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 199.

[12] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 63 και Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 23.

[13] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 225 κ.εξ., όπου η έκδοση χειρόγραφου κατάστιχου του Εμμ. Ξάνθου του έτους 1819.

[14] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. 69, 142,153,158.

[15] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 27.

[16] I. Α. Μελετόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 59.

[17] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 40.

[18] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 21.

[19] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 28.

[20] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 139-140.

[21] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Β’, σ. 182-183.

[22] Β. Παναγιωτόπουλος, Η Φιλική Εταιρεία, σ. 30-31.

[23] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 48.

[24] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 52.

[25] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 48.

[26] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 49.

[27] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 190-191.

[28] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 192-193.

[29] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 193.

[30] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 193-194.

[31] Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. Α’, σ. οβ’.

[32] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 195.

[33] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 196.

[34] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, σ. 197.

[35] Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα, τ. Α’, σ. οβ’.

[36] Α. Χριστόπουλος, Πολιτικά Παράλληλα, σ. 151-157.

[37] Εθνική Βιβλιοθήκη, χ. φ., αρ. 48, φάκ. 1557.

[38] Το «Υπόμνημα» παρέμεινε ανέκδοτο έως το 1901, όταν δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αρμονία από τον Δημήτριο Καμπούρογλου.

[39] Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212.

[40] Εφημερίδα Αιών, αρ. φ. 48-49.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αρχείο Εμμανουήλ Ξανθού, Πρόλογος – Ιστορικά Φιλικής Εταιρείας: Ι. Κ. Μαζαράκης – Αινιάν, εισαγωγή: Τρισεύγενη Τούμπανη – Δάλλα, τ. 1-3, Αθήνα, εκδ. Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 1997, 2000, 2002.
  • Tάσος Αθ. Γριτσόπουλος, «Φιλικά Κείμενα. Εμμανουήλ Ν. Ξάνθου Απολογία, Παν. Αναγνωστοπούλου Παρατηρήσεις», π. Μνημοσύνη 7 (1978-1979), σ. 3-114.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845.
  • Βασίλης Παναγιωτοπουλος, «Η Φιλική Εταιρεία. Οργανωτικές προϋποθέσεις της εθνικής Επανάστασης», Ιστορία του Νέον Ελληνισμού 1770-2000, επιμέλεια Β. Παναγιωτόπουλος, τ. 3, Αθήνα, 2003, σ. 9-32.
  • Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «Οι Τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία-Εμμ. Ξάνθος και Παν. Καραγιάννης», π. Ο Ερανιστής, (1964), σ. 138-157.
  • Κωστής Παπαγιώργης, Εμμανουήλ Ξάνθος ο Φιλικός, Αθήνα 2005.
  • Ι. Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834.
  • Γεώργιος Δ. Φράγκος «Φιλική Εταιρεία», Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΓ, Αθήνα 1975, σ. 424-432.
  • Χαρ. Χολέβας, Νικόλαος Σκουφάς, ο ιδρυτής της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1971.
  • Αθανάσιος Χριστόπουλος, Πολιτικά Παράλληλα, Παρίσι 1833.

 

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

 

Ιστορική Βιβλιοθήκη, οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας  «Οι Φιλικοί», Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

 

Read Full Post »

Αμφίλοχος


 

Ο Αμφίλοχος ήταν μάντης και μυθικός βασιλιάς του Άργους, γιος του Αμφιάραου και της Εριφύλης.

Μαζί με τον αδελφό του Αλκμέωνα έλαβε μέρος στην εκστρατεία των «επιγόνων» κατά της Θήβας. Είχε προηγηθεί η εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», όταν ο Πολυνείκης, διεκδικώντας τον θρόνο των Θηβών από τον αδελφό του Ετεοκλή, κατέφυγε στο Άργος και ζήτησε βοήθεια από τον βασιλιά του Άργους Άδραστο. Έτσι οργανώθηκε η εκστρατεία των «Επτά επί Θήβας», στην οποία συμμετείχε ο Πολυνείκης και έξι ακόμη αρχηγοί, οι οποίοι δεν κατέλαβαν την πόλη, μια και τα δύο αδέρφια αλληλοσκοτώθηκαν σε μονομαχία μπροστά στα τείχη. Η εξουσία πέρασε τότε στον Κρέοντα. Ακολούθησε η εκστρατεία των γιων («των επιγόνων»), οι οποίοι κατέλαβαν και κατέστρεψαν την πόλη. Η εξουσία τότε πέρασε στο γιο του Πολυνείκη Θέρσανδρο. Σ’ αυτή την εκστρατεία έλαβε μέρος και ο Αμφίλοχος με τον αδελφό του Αλκμέωνα. Μετά το τέλος του πολέμου και με την προτροπή του Απόλλωνα βοήθησε τον αδελφό του Αλκμέωνα να φονεύσει τη μητέρα τους Εριφύλη, εξαιτίας της προδοσίας και της αστοργίας της προς τον σύζυγο και τα παιδιά της (Απολλόδ. 3, 7, 5).

 

Αμφίλοχος – Νόμισμα από τη Μαλλό της Κιλικίας, ρωμαϊκής περιόδου, περίπου 253-260 μ.Χ. Στη μια όψη απεικονίζεται ο Αμφίλοχος με χλαμύδα γύρω από το λαιμό και το αριστερό χέρι, κρατάει με το δεξί κλαδί δάφνης. Δεξιά του ένα αγριογούρουνο και αριστερά του ένας τρίποδας στον οποίο περιελίσσεται φίδι. Βοστόνη, Μουσείο Καλών Τεχνών.

 

Αμέσως μετά, και ως ένας από τους μνηστήρες της Ελένης, επομένως δεμένος με τον όρκο προς τον Τυνδάρεο να βοηθήσουν οι επίδοξοι μνηστήρες το ζευγάρι Ελένη – Μενέλαος σε κάποια δύσκολη στιγμή τους, πήρε μέρος στον Τρωικό πόλεμο, αν και δεν αναφέρεται στην Ιλιάδα.  Σαν μάντης προβλέπει την καταστροφή του Ελληνικού στόλου στον Καφηρέα (Κάβο Ντόρο,  ακρωτήριο της Εύβοιας).

Μετά την πτώση της Τροίας έμεινε με τον μάντη Κάλχα στην Μικρά Ασία και στη συνέχεια με το μάντη Μόψο και ίδρυσε την πόλη Μαλλό στην Κιλικία, πριν επιστρέψει στην πατρίδα του το Άργος. Στο Άργος η διαμονή του δεν ήταν ευχάριστη λόγο της καταστάσεως που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του εξ αιτίας του φόνου της μητέρας του. Έτσι επέστρεψε στην Μαλλό, όπου βασίλευε ο Μόψος. Ο Αμφίλοχος διεκδίκησε την συμβασιλεία, την οποία ο Μόψος αρνήθηκε να παραχωρήσει, και γι’ αυτό, ακολούθησε μονομαχία μεταξύ Μόψου και Αμφίλοχου, κατά την οποία σκοτώθηκαν και οι δυο. Ετάφησαν κοντά στο όρος Μαργάσα κοντά στον ποταμό Πύραμο.

Σύμφωνα με άλλη παράδοση, ο Αμφίλοχος φονεύτηκε στην πόλη Σόλους  από τον Απόλλωνα πατέρα του Μόψου. Όταν ο Μ. Αλέξανδρος διήλθε εκείνα τα μέρη λέγεται ότι τέλεσε θυσία στον Αμφίλοχο, λόγω συγγενείας προς αυτόν,  γιατί και ο Αλέξανδρος κατήγετο  από τη γενεά του Τημένου.

Μια τρίτη εκδοχή αναφέρει ο Θουκυδίδης, σύμφωνα με τον οποίο, ο Αμφίλοχος επέστρεψε από την Τροία στο Άργος, αλλά η σε βάρος του κατάσταση εξ αιτίας του φόνου της μητέρας του, τον ανάγκασε να φύγει για την Ακαρνανία όπου και ίδρυσε το Άργος το Αμφιλοχιακό.

 

Άργος το Αμφιλοχικόν και Αμφιλοχίαν την άλλην έκτισε μεν μετά τα Τρωικά οίκαδε αναχωρήσας και ουκ αρεσκόμενος τη εν Άργει καταστάσει Αμφίλοχος  ο Αμφιάραω εν τω Αμπρακικώ κόλπω, ομώνυμον τη εαυτού πατρίδι Άργος ονομάσας… (Θουκ. 2, 68).

 

Ο Αμφίλοχος ήταν ο έβδομος βασιλιάς της συμβασιλείας της τρίτης γενιάς η οποία είχε γενάρχη τον Μελάμποδα. Μετά το θάνατο του Αμφίλοχου εξέλειψε η ένδοξη δυναστεία των Μελαμποδιδών και ανήλθαν στο θρόνο του Άργους οι Ατρείδες.

 

Πηγή


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λύκαυγες – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

 

Read Full Post »

Παπαϊωάννου Δημήτριος Χρ. (1908-1987)


 

Δημήτριος Χρ. Παπαϊωάννου (1908-1987)

Δημήτριος Χρ. Παπαϊωάννου, βουλευτής Αργολίδας, ήταν γεωπόνος και τεχνικός επιθεωρητής της ΑΤΕ (Αγροτικής Τράπεζας). Γεννήθηκε στην Προσύμνη Αργολίδας και σπούδασε στην Ανωτάτη Γεωπονική Σχολή της Αθήνας. Διορίστηκε γεωπόνος υποκαταστημάτων ΑΤΕ Λακωνίας και Κυθήρων (1935) και μετά από δύο χρόνια μετατέθηκε στο Άργος, εξυπηρετώντας Αργολίδα, Νεμέα και παραλιακή Κυνουρία. Το 1940-41 υπηρέτησε ως έφεδρος Ανθυπολοχαγός επιχειρήσεων και προήχθη σε υπολοχαγό Οικονομικών Υπηρεσιών. Το 1946 προήχθη σε Τεχνικό Επιθεωρητή ΑΤΕ Ανατολικής Πελοποννήσου (Αρκαδίας, Αργολίδας, Κορινθίας) με έδρα το Άργος. Αργότερα (1949) εργάστηκε ως Διευθυντής της Συνεταιριστικής Βιομηχανίας «ΡΕΑ» για ένα επτάμηνο. Το 1959 με έδρα την Πάτρα είχε ως Τεχνικός Επιθεωρητής και την εποπτεία Αχαΐας, Ζακύνθου, Κεφαλονιάς και Ιθάκης. Το 1963 μετατέθηκε στην Αθήνα ως Γενικός Τεχνικός Επιθεωρητής.

Το 1964 εκλέχτηκε Βουλευτής Αργολίδας με την ΕΚ του Γεωργίου Παπανδρέου και μετά το βασιλικό πραξικόπημα (Ιούλ. 1965) παρέμεινε πιστός στις δημοκρατικές αρχές του και στο κόμμα της ΕΚ. Όμως, δεν μπόρεσε να προωθήσει τα προβλήματα της ιδιαίτερης πατρίδας του ως βουλευτής εξαιτίας του Βασιλιά και των αποστατών της παράταξής του, που μετέβαλε την ΕΚ από κυβέρνηση σε αντιπολίτευση.

Μετά τη μεταπολίτευση έβαλε υποψηφιότητα με το ΠΑΣΟΚ υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου (Νοέμβριος 1974), αλλά δεν εκλέχτηκε. Εκλέχτηκε όμως ως βουλευτής του ΠΑΣΟΚ το 1977. Ανάμεσα στα πρώτα του πολιτικά βήματα ως βουλευτή είναι η επερώτησή του προς τους Υπουργούς Γεωργίας και Εμπορίου για τη μοίρα και την τύχη του πορτοκαλιού (βλ. «Αναγέννηση», φ. 64/14-1-1978, Η μάχη στη βουλή για το πορτοκάλι).

Ο Δημήτριος Παπαϊωάννου σαν αγροτόπαιδο γνώριζε τα προβλήματα της υπαίθρου και στήριξε με κάθε τρόπο τους αγροτοκτηνοτρόφους και αλιείς, είτε ως τεχνικός επιθεωρητής της ΑΤΕ είτε ως βουλευτής. Προώθησε παραγωγικά το δανειακό χρήμα της Πολιτείας, στάθηκε δίπλα στον αγρότη και προσπάθησε να προστατεύσει την τιμή των αγροτικών προϊόντων. Με την κύρια συμβολή του δημιουργήθηκαν και λειτούργησαν με επιτυχία διάφορες συνεταιριστικές βιομηχανίες: Συνεταιριστική Βιομηχανία γάλακτος, Συνεταιριστική Βιομηχανία κονσερβών ΡΕΑ, ελαιουργικοί συνεταιρισμοί, γαλακτοκομικοί συνεταιρισμοί, συνεταιριστικά οινοποιεία, αποφλοιωτήριο ορύζης κ.ά.

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Χρυσηίς (Χρυσηίδα, ιέρεια της Ήρας στο Άργος κατά τον 5ο αι. π.Χ.)


 

Η Χρυσηίς ήταν ιέρεια της θεάς Ήρας στο Ηραίο Άργους. Από αμέλειά της κάηκε και αποτεφρώθηκε ο ναός της Ήρας το 423 π.Χ. Για ν’ αποφύγει την τιμωρία, κατέφυγε στην πλησιέστερη προς την πατρίδα της εχθρική πόλη, τον Φλειούντα, και κατόπιν ως ικέτιδα στο ιερό της Αλέας στην Τεγέα.

 

Αρχαιολογικός χώρος Ηραίου, Άργος. Φωτογραφία: Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Στα Κορινθιακά του Παυσανία (ed. F. Spiro. Leipzig, Teubner. 1903) διαβάζουμε:

Τίρυνθα ὑπὸ Πειράσου τοῦ Ἄργου, Τίρυνθα δὲ ἀνελόντες Ἀργεῖοι κομίζουσιν ἐς τὸ Ἡραῖον: ὃ δὴ καὶ αὐτὸς εἶδον, καθήμενον ἄγαλμα οὐ μέγα. [6] ἀναθήματα δὲ τὰ ἄξια λόγου βωμὸς ἔχων ἐπειργασμένον τὸν λεγόμενον Ἥβης καὶ Ἡρακλέους γάμον: οὗτος μὲν ἀργύρου, χρυσοῦ δὲ καὶ λίθων λαμπόντων Ἀδριανὸς βασιλεὺς ταὼν ἀνέθηκε δέ, ὅτι τὴν ὄρνιθα ἱερὰν τῆς Ἥρας νομίζουσι. κεῖται δὲ καὶ στέφανος χρυσοῦς καὶ πέπλος πορφύρας, Νέρωνος ταῦτα ἀναθήματα. [7] ἔστι δὲ ὑπὲρ τὸν ναὸν τοῦτον τοῦ προτέρου ναοῦ θεμέλιά τε καὶ εἰ δή τι ἄλλο ὑπελίπετο ἡ φλόξ. κατεκαύθη δὲ τὴν ἱέρειαν τῆς Ἥρας Χρυσηίδα ὕπνου καταλαβόντος, ὅτε ὁ λύχνος πρὸ τῶν στεφανωμάτων ἥπτετο. καὶ Χρυσηὶς μὲν ἀπελθοῦσα ἐς Τεγέαν τὴν Ἀθηνᾶν τὴν Ἀλέαν ἱκέτευεν: Ἀργεῖοι δὲ καίπερ κακοῦ τηλικούτου παρόντος σφίσι τὴν εἰκόνα οὐ καθεῖλον τῆς Χρυσηίδος, ἀνάκειται δὲ καὶ ἐς τόδε τοῦ ναοῦ τοῦ κατακαυθέντος ἔμπροσθεν.

 

Ηραίο Άργους. Το φημισμένο ιερό της θεάς Ήρας στην Αργολίδα, αναπαράσταση. Restoration in Perspective, by Eduard G. Tillon, Architect, 1902.

 

Μετά την καταστροφή του ναού έγινε ριζική αναδιοργάνωση του ιερού. Ο νέος ναός, λίθινος αυτή τη φορά – ο πρώτος ναός είχε ξύλινους κίονες – δωρικού ρυθμού με 12 Χ 6 κίονες ήταν έργο του Αργείου Ευπολέμου. Μέσα στο ναό τοποθετήθηκε το μεγάλο χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Ήρας, έργο του Αργείου Πολυκλείτου. Η θεά καθόταν σε μεγαλοπρεπή θρόνο και κρατούσε σκήπτρο στο αριστερό της χέρι.

Στο Άργος υπάρχει οδός Χρυσηίδος  από Κορίνθου 205-225 γωνία και νότια έως νοσοκομείο (συμβολή με την οδό Σωτήρη Πέτρουλα -151/2007).

 

Πηγή


 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Κωτσάκος Μιχαήλ (περ. 1845 – 1913)


 

Μιχαήλ Κωτσάκος – Δημοσιεύεται στην «Ποικίλη Στοά» 16 (1914) σ. 551.

Ο Μιχαήλ Κωτσάκος ήταν δικηγόρος και βουλευτής της επαρχίας Άργους. Καταγόταν από το Ναύπλιο, αλλά πολιτεύτηκε στην επαρχία Άργους, όπου και εκλέχτηκε δύο φορές βουλευτής, το 1892 με το κόμμα του Χαριλάου Τρικούπη, που αναδείχτηκε τότε πρώτο, και το 1899 με το κόμμα του Γ. Θεοτόκη, ο οποίος εξαγγέλλοντας ότι θα συνεχίσει την πολιτική του Χαρ. Τρικούπη, κέρδισε επίσης τις εκλογές. Η επιτυχία αυτή του Θεοτόκη ήταν αναμενόμενη, ύστερα από τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, την ήττα της ντροπής, που υπέστη η χώρα μας επί πρωθυπουργίας Θ. Δηλιγιάννη και Δημ. Ράλλη. Άλλη μια φορά που ήταν υποψήφιος ο Κωτσάκος, το 1885, δεν είχε εκλεγεί. Τότε αναδείχτηκε πρώτο το κόμμα του Θ. Δηλιγιάννη.

Ο τρικουπικός Μιχ. Κωτσάκος είχε ν’ αντιμετωπίσει σφοδρή πολεμική στο Άργος και για το λόγο ότι δεν ήταν Αργείος. Πολλά δημοσιεύματα στον τοπικό Τύπο αποπνέουν πολιτική εμπάθεια, που φανερώνουν εν μέρει την πολιτική εξαχρείωση της εποχής και δε μας βοηθούν να μορφώσουμε γνώμη για την προσωπικότητα του βιογραφούμενου [1].

Ο Κωτσάκος είχε χρηματίσει αντιπρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου Αθηνών [2]. Τα τελευταία χρόνια είχε αποσυρθεί από την πολιτική ζωή και ζούσε ήσυχα στην Αθήνα με τη γυναίκα του Ελένη, το γένος Δαμιανού. Πέθανε στην Αθήνα στις 18 Ιουνίου 1913.

Παραθέτουμε νεκρολογία την οποία δημοσίευσε η εφημερίδα «Δαναΐς», φ. 43/18-7-1913.

 

Μιχαήλ Κωτσάκος

 

«Δεν ήτο βεβαίως χειμαρρώδους ευγλωττίας ανήρ, αλλ’ οι λόγοι του, οι πάντοτε μεμετρημένοι και συνετοί, στηριζόμενοι επί της ερεύνης της αληθείας και του δικαίου, ενεποίουν την δέουσαν εντύπωσιν και εν τοις Δικαστηρίοις και εν τω Κοινοβουλίω. Αναμιχθείς εις την πολιτικήν κατώρθωσεν εντός ολίγου να καταστή ο κυριώτερος πολιτικός παράγων της ιδιαιτέρας αυτού επαρχίας Άργους, επικρατήσας πάντων των παλαιοτέρων εν αυτή πολιτευτών, τινές των οποίων εκέκτηντο πατρόθεν πολιτικήν ισχύν ακαταγώνιστον θεωρουμένην. Ανήρ διαυγούς κρίσεως, λεπτών τρόπων, αξιοπρεπής συνεκράτει εαυτόν επί ανωτέρου τινός επιπέδου μη ενδίδων εις τας βιαίας απαιτήσεις αχαλιναγωγήτου, κραιπαλούσης οχλοκρατίας…».

 

Υποσημειώσεις


[1] Η Φιλοδηλιγιαννική εφημερίδα «Αγαμέμνων» του Ανάργ. Κ. Τημελή συχνά αναφέρεται στον κακό και επικίνδυνο Κωτσάκο και εκφράζεται πολύ επιτιμητικά (βλ. πολλά φύλλα 1893-1894). Τις παραμονές των εκλογών του 1895 εξαπολύει κατά μέτωπον επίθεση: «Μαυρίσατε Κωτσάκον». (φ. 119/14-4-1895).

[2] Βλ. εφ. «Δαναΐς», φ. 43/18-7-1913, σύντομη νεκρολογία.

 

Πηγή


 

 

Read Full Post »

Thomas Hope (Τόμας Χόουπ 1769-1831)


 

Ο Thomas Hope με τουρκική ενδυμασία, έργο του Sir William Beechey
λάδι σε καμβά, 1798. National Portrait Gallery, London.

O Thomas Hope (Τόμας Χόουπ) (1769-1831), από τις θεαματικότερες προσωπικότητες της αγγλικής κοινωνίας στις αρχές του 19ου αιώνα, αναμείχτηκε σε κάθε τομέα καλλιτεχνικής δραστηριότητας, στη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική, την εσωτερική διακόσμηση, την ενδυματολογία και τη λογοτεχνία. Κάτοχος μίας σπουδαίας συλλογής ελληνικών αρχαιοτήτων υπήρξε από τους σημαντικότερους προπαγανδιστές του Greek Revival («Ελληνική Αναβίωση») στην Αγγλία και συνέβαλε ουσιαστικά στην εξοικείωση της αγγλικής καλαισθησίας με μία αυθεντικότερη ελληνική αισθητική.

Ο Hope ταξίδεψε στην Ευρώπη και την ανατολική Μεσόγειο. Επισκέφθηκε την Ελλάδα δύο φορές, μία για την προσωπική του περιήγηση, που κράτησε οκτώ χρόνια (1787-1795), και μία δεύτερη, κατά την οποία περιορίστηκε στην Πελοπόννησο. Εκπόνησε ο ίδιος σχέδια των τόπων που επισκέφθηκε, κάποια από τα οποία ωστόσο αντιγράφουν έργα του Fauvel. Κάποια άλλα τα έχει εκπονήσει ο Γάλλος ζωγράφος Michel-François Préault.

Τα σχέδια αυτά συγκεντρώθηκαν από τον ίδιο σε έξι τόμους. Η θεματική τους δεν περιορίζεται στην απεικόνιση αρχαιοτήτων, αλλά περιλαμβάνει και απόψεις των σύγχρονων πόλεων και κτηρίων, καθώς και απεικονίσεις προσώπων με παραδοσιακές ενδυμασίες. Υπάρχει και ένας τόμος με ενδυμασίες και δείγματα επίπλων της αρχαιότητας.

Ο Hope αποτελούσε τυπικό αρχαιόφιλο τουρίστα της εποχής. Από τα προϊστορικά μνημεία που ήταν γνωστά την εποχή αυτή ο Hope απεικόνισε αυτά των Μυκηνών. Υπάρχουν οκτώ εικόνες με σχετικά θέματα, από τις οποίες επτά είναι σχέδια. Η όγδοη είναι υδατογραφία, η οποία απεικονίζει μια γενική άποψη των Μυκηνών και ουσιαστικά αποτελεί διαφορετική εκδοχή ενός από τα σχέδια. Και στις δύο εικόνες απεικονίζονται σύγχρονες ανθρώπινες μορφές, ενώ η υδατογραφία διακρίνεται για τον ρομαντικό τόνο που της δίνει η φωτοσκίαση. Το προοπτικό σχέδιο της Πύλης των Λεόντων έχει επίσης σύγχρονες μορφές, οι οποίες απεικονίζονται να μετρούν τις διαστάσεις του μνημείου και να το σχεδιάζουν.

 

Μυκήνες, άποψη τής Ακρόπολης. Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Mycenae-platform or esplanade of the citadel-gate of the lions-wall of the cyclops- wall of Agamemnon’s tomb-bed of the torrent at the bottom of the precipice wh. separates the esplanade of the citadel from the mountains behind it». «Μυκήνες-κρηπίδωμα ή esplanade της ακρόπολης – πύλη των λεόντων – τείχος των κυκλώπων – τοίχος του τάφου του Αγαμέμνονος – κοίτη του ποταμού στο βάθος του γκρεμού που χωρίζει την esplanade της ακρόπολης από τα πίσω βουνά». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, άποψη της Ακρόπολης – Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Υδατογραφία σε χαρτί.

 

Μυκήνες, ή Πύλη των Λεόντων, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί.

 

Μυκήνες, ή Πύλη των Λεόντων, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Gate of the Cyclops at Mycenae – n.b. the top stone with the Lions measures 10 1/2 ft 5 in height in the center». «Πύλη των Κυκλώπων στις Μυκήνες – ή ανώτατη πέτρα με τούς λέοντες έχει διαστάσεις 10 1/2 πόδια ύψος, στο κέντρο». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, θολωτός τάφος ό λεγόμενος Θησαυρός ή Τάφος του Άτρέως, εξωτερική άποψη, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Treasury of Atreus, Mycenae – Lowest visible tier of stone». «Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες – Η κατώτατη ορατή σειρά από πέτρες». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, θολωτός τάφος ό λεγόμενος Θησαυρός ή Τάφος του Άτρέως, εξωτερική άποψη, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Treasury of Atreus, Mycenae – Lowest visible tier of stone». «Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες – Η κατώτατη ορατή σειρά από πέτρες». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, τμήμα τής εισόδου του λεγόμενου Τάφου τής Κλυταιμνήστρας – Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. «Entrance of the Treasury of Atreus, Mycenae». «Είσοδος τού Θησαυρού τού Ατρέως, Μυκήνες».
Ο Hope παρεννόησε το μνημείο και το αναφέρει ως «ο Τάφος του Ατρέως». Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον άλλο θολωτό τάφο, πού βρίσκεται δυτικά της Πύλης των Λεόντων και πού είναι γνωστός ως «ο Τάφος της Κλυταιμνήστρας». Ο τάφος αυτός ήταν ελάχιστα γνωστός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, πράγμα που εξηγεί την παρανόηση του Hope. Ο Γ. Ε. Μυλωνάς στο βιβλίο του «Πολύχρυσοι Μυκήνες», Αθήνα, 1983, αναφέρει (σελ. 175): «Κατά την τοπική παράδοση ο τάφος απεκαλύφθη από χωρικούς που κατασκεύασαν την αύλακα του παλιού των υδραγωγείου, είτε το 1808 είτε το 1812. Κατά τύχην η αύλαξ αυτή περνούσε επάνω από την κορυφή της θόλου του τάφου και κατά την κατασκευή του ευρέθη η λίθινη κορυφή τού θαλάμου». Στο σχέδιο του Hope διακρίνεται – στο πρώτο επίπεδο – ένα είδος αυλακιού που φθάνει έως το τύμπανο. Η παράσταση αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί από τις πρωιμότερες απεικονίσεις του μνημείου. (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

 

Στο ταξίδι του αυτό απεικόνισε και το Ναύπλιο και την Κρήνη του Χασάν Πασά.

 

Thomas Hope – Ναύπλιο, μερική άποψη τής πόλης από δυτικά. Σχέδιο με μελάνι και υδρόχρωμα σε χαρτί, τέλος 18ου αιώνα.

 

Thomas Hope – Ναύπλιο, γενική άποψη τής πόλης από τη θάλασσα, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με μελάνι σε χαρτί. Η άποψη αυτή θα πρέπει να σχεδιάστηκε από το Μπούρτζι, διότι όχι μόνο είναι αρκετά κοντινή, άλλα επιπλέον απεικονίζεται ολόκληρο το αριστερό τμήμα της πόλης το όποιο συνήθως καλύπτει ο όγκος του φρουρίου. Η άποψη αποτελεί μία εξαιρετικής σημασίας οπτική μαρτυρία για το προεπαναστατικό Ναύπλιο, δεδομένου ότι διασώζει παραδοσιακούς αρχιτεκτονικούς τύπους, αποκαλύπτοντας και την παραμικρή λεπτομέρεια.
Στην επάνω εικόνα (λεπτομέρεια) απεικονίζεται και το τουρκικό περίπτερο (τουρμπές) στην αποβάθρα του Ναυπλίου. (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Η Κρήνη του Χασάν Πασά στο Ναύπλιο, τέλος 18ου αιώνα. (Thomas Hope ή Michel-François Préault).

 

O Thomas Hope (Τόμας Χόουπ) γεννήθηκε στο Άμστερνταμ το 1769 από εύπορη οικογένεια Σκοτσέζων τραπεζιτών που, από τα τέλη του 17ου αιώνα, ήταν εγκατεστημένοι στην Ολλανδία. Ο πατέρας του, John Hope (1737-84), είχε παντρευτεί το 1764 την κόρη τού δημάρχου του Ρότερνταμ, Philipinna van der Hoeven (1738-90) και είχαν αποκτήσει τρία παιδιά: τον Thomas, τον Adrian-Elias και τον Henry-Philip. Oι  Hope έχοντας διασφαλίσει την κοινωνική παραδοχή ως αριστοκράτες του εμπορίου καταξιώθηκαν και στο χώρο της καλλιτεχνίας ως διακεκριμένοι συλλέκτες και μαικήνες της τέχνης.

Μόλις έκλεισε τα 18 του χρόνια ο Thomas, όπως όλοι οι νέοι τής τάξης του, ξεκίνησε για το καθιερωμένο Grand Tour· αλλά η δική του περιοδεία στην Ευρώπη κράτησε περισσότερο από το συνηθισμένο, οκτώ χρόνια, από το 1787 έως το 1795. Πριν από το τέλος του 18ου αιώνα ο Tomas Hope είχε πραγματοποιήσει επανειλημμένες επισκέψεις στην Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ελλάδα, την Αίγυπτο και τη Μ. Ασία.

Η επέλαση της Ναπολεόντειας στρατιάς στην Ευρώπη ανάγκασε τους Hope να εγκαταλείψουν την Ολλανδία και να εγκατασταθούν, το 1795, στο Λονδίνο. Ο Thomas, που ο θάνατος των γονιών του τον είχε καταστήσει κληρονόμο ενός τεράστιου μέρους της οικογενειακής περιουσίας, επιδίωξε τότε να προβληθεί στην υψηλή αγγλική κοινωνία.

Το 1799 απέκτησε ένα πολυτελές μέγαρο στο κέντρο του Λονδίνου (Duchess street) έργο του αρχιτέκτονα Robert Adam, και το 1807, ένα χρόνο μετά το γάμο του με την Louisa Beresford, αγόρασε την εξοχική έπαυλη και το κτήμα του Deepdene στο Surray. Τα δύο κτίρια δεν υπηρετούσαν απλώς την ανάγκη του ιδιοκτήτη τους να φιλοξενεί με τον πιο φανταχτερό τρόπο την κοσμική αγγλική κοινωνία· παράλληλα, σκοπός τους ήταν να στεγάσουν τις πολυπληθείς συλλογές του μέσα σε ένα αρκετά ιδιόρρυθμο και εκθαμβωτικό περιβάλλον, πού αποτελούσε την έκφραση των αισθητικών αντιλήψεων του ιδιοκτήτη, δηλαδή του λεγόμενου «στυλ Hope».

 

Το πολυτελές μέγαρο στο κέντρο του Λονδίνου (Duchess street), έργο του αρχιτέκτονα Robert Adam.

 

Οι συλλογές Hope ήταν αναμφίβολα μουσειακού επιπέδου ως προς την ποιότητα άλλα και ως προς την ποικιλία των ειδών. Ήδη σε ηλικία είκοσι ετών ο Hope είχε δείξει δείγματα του ώριμου καλλιτεχνικού του αισθητηρίου με την αγορά δύο εξαιρετικών ρωμαϊκών γλυπτών, πού είχε δει στη Ρώμη. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια η συλλογή του με αρχαιότητες αυξήθηκε θεαματικά. Το 1801 απόκτησε τα δύο τρίτα από τα αγγεία της συλλογής Hamilton, που δημοπρατήθηκαν στο Ghristie’s ενώ, τρία χρόνια αργότερα, η συλλογή του περιλάμβανε συνολικά 1500 αγγεία. Οι διάφορες συλλογές από ελληνικές, ρωμαϊκές και αιγυπτιακές αρχαιότητες είχαν τοποθετηθεί στις νέες πτέρυγες, πού είχαν προστεθεί στο μέγαρο της οδού Duchess, ενώ αριστουργηματικοί πίνακες των Παλαιών Δασκάλων ήταν εκτεθειμένοι σε ειδικά διαρρυθμισμένες αίθουσες του μεγάρου, όπως «Η Πινακοθήκη» και «Η Φλαμανδική Πινακοθήκη».

Δεκτικός σε σύγχρονα καλλιτεχνικά ερεθίσματα, ο Hope κατόρθωσε – πριν ακόμα συμπληρώσει τα τριάντα του χρόνια – να ξεχωρίσει πρωτοποριακούς καλλιτέχνες όπως τον John Flaxman, για τα έργα του όποιου δημιουργήθηκαν ειδικές αίθουσες στο μέγαρο της οδού Duchess, και τον Bertel Thorvaldsen ο όποιος φιλοτέχνησε μία πλήρη σειρά από προτομές των μελών της οικογένειας του. Αυτός αγόρασε τον πρώτο πίνακα του Benjamin Haydon, που παρουσιάστηκε στη Βασιλική Ακαδημία το 1807. Και το 1804 δημοσίευσε το μαχητικό φυλλάδιο με τον τίτλο Παρατηρήσεις σχετικά με τα σχέδια του Dowing College, υπέρ της επαναστατικής πρότασης του άσημου – τότε – αρχιτέκτονα, William Wilkins, που τον έφερε αντιμέτωπο με το σύνολο των μελών της Βασιλικής Ακαδημίας.

Παρόλο που οι αφορισμοί του Hope, πάνω σε θέματα αρχιτεκτονικής και τέχνης δεν διευκόλυναν τις σχέσεις του με τις αυθεντίες του καλλιτεχνικού κατεστημένου της εποχής, κατάφερε ωστόσο να γίνει αποδεκτός ως ένας παράγοντας τού δημόσιου βίου και μία προσωπικότητα ικανή να ασκεί επιρροή πάνω στην πνευματική ζωή τού τόπου.

Η δραστήρια ανάμιξή του σε μία σειρά καλλιτεχνικών εταιριών είναι χαρακτηριστική· παράλληλα, αυτή ακριβώς η σχέση του με υψηλούς φορείς επιρροής ισχυροποιούσε τη δυνατότητά του να προωθεί τις προσωπικές του αισθητικές αντιλήψεις.

Πραγματικά, το «στυλ Hope», δηλαδή μία σύνθεση από πρότυπα που είχαν σαν πηγή έμπνευσης ένα σύνθετο όραμα αρχαίων πολιτισμών, βοήθησε στη διαμόρφωση της αγγλικής καλαισθησίας της περιόδου Regency. Επιπλέον η ανοιχτή επιδοκιμασία του Hope για την αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική και ο ενθουσιασμός του για τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη συνέβαλαν ουσιαστικά στη δημιουργία ενός ευνοϊκού κλίματος για την ανάπτυξη του Greek Revival («Ελληνική Αναβίωση»).

Το ενδιαφέρον του για την καθιέρωση μιας κλασικής αρχιτεκτονικής με αφετηρία αυθεντικότερα ελληνικά πρότυπα – το όποιο είχε εκδηλωθεί το 1804 με τη δημοσίευση τού φυλλαδίου για το Dowing College – συνοδεύτηκε από μία περαιτέρω διάδοση αρχαιοελληνικών διακοσμητικών στοιχείων στη σύγχρονη ζωή με μία σειρά εκδόσεων όπως: Οικιακή Επίπλωση και Εσωτερική Διακόσμηση (Household Furniture and Interior Deco­ration, 1807), Η ενδυμασία των Αρχαίων (Costume of the Ancients, 2 τόμοι, 1812) και Σχέδια για τη Σύγχρονη Ενδυμασία (Designs of Modern Costume, 1812). Οι πίνακες των εκδόσεων χαράχτηκαν με βάση τα σχέδια πού φιλοτέχνησε ο ίδιος μελετώντας σχολαστικά και αντιγράφοντας παραστάσεις αρχαίων αγγείων όπως αυτά που είχε στην ιδιωτική του συλλογή.

Η εικονογράφηση των εκδόσεων, που συχνά περιλαμβάνει αντικείμενα που μπορούσε να τα δει κανείς στο σπίτι του Hope, ενίσχυσε το αρχαιοπρεπές ύψος πού χαρακτήριζε την εσωτερική διακόσμηση της εποχής Regency. Επιπλέον οι συνδυασμοί μορφολογικών λεπτομερειών από κλασικές ενδυμασίες και έπιπλα πρόσφεραν ένα απλουστευμένο αρχαιοελληνικό ρεπερτόριο, κατάλληλο για την επιτυχή διακόσμηση ενός εσωτερικού χώρου σε στυλ «antique». Με τον τρόπο αυτό δεν κατόρθωσε μόνο να υλοποιήσει τις θεωρίες του, δημιουργώντας μεγαλοπρεπείς χώρους διακοσμημένους με πρωτότυπα έπιπλα, αλλά χάρη στις εικονογραφημένες εκδόσεις, που αποτελούν τα εγχειρίδια του στυλ Hope, συνέβαλε στην εξοικείωση της αγγλικής καλαισθησίας με μία νέα αισθητική.

Το ταλέντο του να αναπλάθει την ατμόσφαιρα μακρινών πολιτισμών και τόπων χάρισε στον Hope έναν ακόμη τίτλο, του συγγραφέα ενός δημοφιλέστατου μυθιστορήματος, πού δημοσιεύτηκε ανώνυμα το 1819 με τον τίτλο: Αναστάσιος ή οι Αναμνήσεις ενός σύγχρονου Έλληνα γραμμένες στο κλείσιμο του 18ον αιώνα (Αηαstasius or the Memoirs of a Modern Greek, written at the close of the 18th Century). Σε μία τρίτομη δραματική ιστορία ενός νεαρού Χιώτη, που αναγκάζεται να καταφύγει στη θάλασσα επειδή αποπλάνησε την ανήλικη κόρη του αφεντικού του πατέρα του, και μέχρι το τέλος της ζωής του δοκιμάζει θρυλικές περιπέτειες σε εξωτικές χώρες γύρω από τη Μεσόγειο και τη Μ. Ασία, ο Hope ζωντανεύει το σκηνικό, τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων που ο ίδιος είχε γνωρίσει στη διάρκεια των ταξιδιών του. «Πήγα σε κάθε ένα από τα μέρη που περιγράφω λεπτομερειακά στον ’Αναστάσιο» εξομολογείται και πραγματικά δεν είναι δύσκολο να τον πιστέψει κανείς, κυρίως αφοί ξεφυλλίσει τούς τόμους με τά σχέ­διά του που φυλάγονται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη.

Ο Hope επισκέφτηκε την Ελλάδα, δύο φορές: τη μία στη διάρκεια του Grand Tour της περιόδου 1787 – 95 και τη δεύτερη γύρω στα τέλη τού 1799. Κατά τη δεύτερη επίσκεψή του περιηγήθηκε την Πελοπόννησο, τον συνόδευε ο Προκόπιος Μακρής, Αντιπρόσωπος της Εταιρείας της Μέσης Ανατολής (Levant Company) στην Αθήνα και ο πατέρας της Τερέζας Μακρή, της «Κόρης των Αθηνών» του Byron.

Φαίνεται πώς προκειμένου να αποκτήσει ένα πληρέστερο λεύκωμα με ελληνικές απόψεις ο Hope αγόρασε ελληνικά έργα και από άλλους καλλιτέχνες. Γνωρίζουμε ότι προσέλαβε το Γάλλο ζωγράφο MichelFrançois Préault, ο όποιος προηγουμένως είχε εργαστεί για τον Προκόπιο Μακρή καθώς και για τον Άγγλο περιηγητή JohnTweddel. Χρησιμοποίησε επίσης και μερικά έργα του Γάλλου Προξένου Louis Sebastien Fauvel. Στις παραστάσεις του Μνημείου της Σαλαμίνας και της Κορίνθου ο Hope σημειώνει ότι τις έχει αντιγράψει από τον Fauvel.

Ο Hope κάνει αναφορές σε παλιότερους περιηγητές σχολιάζοντας – και συχνά αντικρούοντας – τις απόψεις τους. Ο κάπως υπεροπτικός τόνος και η αυτοπεποίθηση με την όποια διατυπώνει τις σκέψεις του πάνω σε προβλήματα ταύτισης των μνημείων ή διαφόρων κλασικών τοποθεσιών είναι χαρακτηριστικά του «πεφωτισμένου» αρχαιόφιλου τουρίστα.

Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope (1769-1831) – Εικόνες από την Ελλάδα του 18ου αιώνα». Μουσείο Μπενάκη, Βρετανικό Συμβούλιο,  Εκδοτικός οίκος «Μέλισσα», Αθήνα, 1985.

 

Read Full Post »

Ο Βρεσθένης Θεοδώρητος και η δράση του στο Κρανίδι και την Ερμιόνη – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Μια από τις ηγετικές μορφές ιερωμένων αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, που ανέλαβαν υψηλές «πολιτικές» θέσεις, ήταν και ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, «κατά κόσμον» Θωμάς Κωστάκης ή Βελέντζας.

Γεννήθηκε  το 1787 στη Νεμνίτσα, το σημερινό Μεθύδριο, ορεινό χωριό της Γορτυνίας κοντά στη Βυτίνα και ήταν γιος του κοινοτικού προεστού Βασιλείου Κωτσάκη και της Αικατερίνης. [1] Σπούδασε στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας, από την οποία προήλθαν εβδομήντα Γορτύνιοι αρχιερείς! Το 1813 σε ηλικία 26 χρόνων διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο των Βρεσθένων [2] τον θείο του (από πατέρα) Θεοδώρητο Α΄, ενώ το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Με την κήρυξη της επανάστασης στις 25 Μαρτίου του 1821, ο Θεοδώρητος, ο πρωταθλητής του αγώνα της ανεξαρτησίας, όπως τον αποκαλούσαν, πρωτοστάτησε στην ίδρυση του στρατοπέδου των Βερβαίνων, ενώ τον ακολούθησαν πολλοί Βρεσθενίτες και άλλοι  Έλληνες.

Πήρε μέρος στις μάχες στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα, στα Δολιανά και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην άλωση της Τριπολιτσάς. Λίγο πριν από τη μεγάλη μάχη στο Βαλτέτσι, ο Κολοκοτρώνης έγραφε στον επίσκοπο Βρεσθένης: «Καπετάν Δεσπότη, φύλαξε τη θέση σου και μετ’ ολίγον έρχομαι και εγώ εις το Βαλτέτσι μ’ αρκετά στρατεύματα».

Και πράγματι ο ηρωικός επίσκοπος, που αντί για ράσα φορούσε την ένδοξη φουστανέλα, κράτησε τη θέση του με 150 παλληκάρια! Κατά την άλωση του Παλαμηδίου, στις 30 Νοεμβρίου 1822, ο Θεοδώρητος βρισκόταν στο Ναύπλιο κρατούμενος, μαζί με άλλους, από τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι σφαίρες από το φρούριο στα σπίτια, οι Τούρκοι – κάτοικοι του Ναυπλίου κυριευμένοι από τον φόβο, πήγαν στο σπίτι του επισκόπου, για να ζητήσουν τη βοήθειά του. Εκείνος προσποιούμενος ότι μόλις είχε ξυπνήσει, τους ρώτησε με απορία τι συμβαίνει. Αυτοί τον πληροφόρησαν για την άλωση του Παλαμηδίου από τους Έλληνες λέγοντάς του: – Άγιε Δέσποτα, από τον Θεό και στα χέρια σου!

Λέγεται πως τις προηγούμενες ημέρες τον είχαν επισκεφθεί ξανά, προκειμένου να μεσολαβήσει στον Κολοκοτρώνη για να διαπραγματευτούν μαζί του και στη συνέχεια να παραδώσουν το κάστρο.

Ο Eπίσκοπος Θεοδώρητος αναμείχθηκε και στις πολιτικές εξελίξεις του αγώνα. Στις 26 Μαΐου 1821 ορίστηκε Πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που συστήθηκε στις Καλτεζ(ι)ές, χωριό της επαρχίας Μαντινείας. Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας στις 30 Μαρτίου 1823, εκλέχθηκε Αντιπρόεδρός της και στη συνέχεια χρημάτισε Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού Σώματος. Ουσιαστικά, όμως, ασκούσε καθήκοντα Προέδρου, αφού ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που εκλέχθηκε στη θέση αυτή, παραιτήθηκε και ο Ιωάννης Ορλάνδος, που τον αντικατέστησε, αναχώρησε για την Αγγλία.

 

Η εγκατάστασή του στο Κρανίδι

 

Στις 30 Νοεμβρίου 1823 μετά από σφοδρές λογομαχίες και αντιθέσεις μελών του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού, ο Επίσκοπος Θεοδώρητος, επικεφαλής του Βουλευτικού, με αρκετούς βουλευτές φίλους του Μαυροκορδάτου, εγκαταλείπουν το Άργος, όπου ήταν η έδρα του Σώματος και μεταβαίνουν στο Κρανίδι, μεταφέροντας εκεί την έδρα του Βουλευτικού και παίρνοντας μαζί τους τη σφραγίδα και τ’ αρχεία του.

Από τη νέα έδρα του Βουλευτικού, στις 3 Δεκεμβρίου 1823, εκδόθηκε η με αρ. 519 διακήρυξη «Προς άπαντας τους Έλληνας» υπογεγραμμένη από τον Αντιπρόεδρο του Σώματος Βρεσθένης Θεοδώρητο, στην οποία ο Επίσκοπος δικαιολογώντας την απόφασή του μεταξύ άλλων αναφέρει: «…εις αποφυγήν ενδεχομένων αταξιών, μετέβη (το Βουλευτικό) εις Κρανίδιον εμπόδισεν τα ατοπήματα, εγλίτωσεν τους αρπαχθέντας νόμους και αρχεία του… και ήρχισε τας εργασίας του εν ησυχία εδώ εις Κρανίδιον εν τω μέσω των καλών και ευπειθών πατριωτών· ειδοποιεί λοιπόν τον λαόν προς ησυχίαν του και ευχαριστεί αυτόν  δια την προθυμίαν, τον ζήλον του και την προς τους νόμους εμπιστοσύνην του, όπου έδειξεν εις τούτο το απερίσκεπτο συμβάν…». Και καταλήγει «ότι θέλει διακηρύξει καθαρά τους αιτίους, τα αίτια, τους τρόπους και σκοπούς αυτών, δια να γνωρίσωσι σαφώς και όσοι αδικούνται και όσοι απατώνται».

 Μία εβδομάδα μετά, στις 10 Δεκεμβρίου, παρ’ όλο που το Βουλευτικό δεν είχε «την νόμιμη απαρτία», αποστέλλεται έγγραφο, υπογεγραμμένο από τον Θεοδώρητο, στον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα, όπου του προτείνεται να αναλάβει την προεδρία του νέου Εκτελεστικού, καθώς το παλαιό δεν αναγνωριζόταν και είχε ολοκληρωτικά αντικατασταθεί. [3]

Αυτός αρνήθηκε, καθώς για λόγους υγείας και «άλλας αιτίας» δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από την Ύδρα, υποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, για την προεδρία του Εκτελεστικoύ τον αδελφό του, Γεώργιο Κουντουριώτη.

Πράγματι στη συνεδρίαση της 21ης Δεκεμβρίου 1823 το Βουλευτικό Σώμα εξέλεξε και διόρισε Πρόεδρο «Νομοτελεστικής Δυνάμεως του Ελληνικού Έθνους» τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Στο έγγραφο με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1824 και υπογραφή του Θεοδώρητου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «…προσκαλείσθε και σήμερον, όπως ελθόντες εν τω Βουλευτηρίω δώσητε κατά τον οργανικόν νόμον, τον όρκον της εμποσύνης ενώπιον Θεού και του Έθνους».

Ήδη την προηγούμενη ημέρα, την 2α Ιανουαρίου 1824, ο Γεώργιος Κουντουριώτης είχε αναχωρήσει από την Ύδρα για να μεταβεί στην Ερμιόνη, στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Από εκεί με γράμμα ενημερώνει τον αδελφό του Λάζαρο στην Ύδρα για τα όσα συζητήθηκαν στο Βουλευτικό στο Κρανίδι, όπως του τα μετέφεραν οι απεσταλμένοι του Σώματος. Μια ώρα μετά τη δύση του ήλιου στις 3 Ιανουαρίου, όπως το έγγραφο του Βουλευτικού όριζε, ο Γεώργιος Κουντουριώτης έφθανε στο Κρανίδι, όπου του επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή από τους Βουλευτές.

Την επόμενη ημέρα ορκίσθηκε στο «Βουλευτήριον» νέος Πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Στη συνέχεια πήγαν όλοι στην εκκλησία, δεν αναφέρεται ο ναός, όπου έδωσαν τον όρκο τα νέα μέλη του Εκτελεστικού, μετά την προσφώνηση του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού Θεοδώρητου. Παραθέτουμε την προσφώνηση από σωζόμενο σχετικό έγγραφο των Γ.Α.Κ.

 

«Λογίδριον του Βρεσθένης εις την σύστασιν του Εκτελεστικού»

 

Κύριοι,

Το Βουλευτικόν Σώμα δυνάμει της δοθείσης αυτώ εξουσίας παρ’ όλου του Έθνους, δια του οργανικού νόμου σας εξελέξατο Μέλη της Νομοτελεστικής δυνάμεως και σας επροσκάλεσεν εις τούτον τον υψηλόν βαθμόν.

Εγώ, ως (αντιπρόεδρος) του σώματος τούτου δύο τινά χρεωστώ να πράξω. Πρώτον, να συγχαρώ τας εκλαμπρότητάς σας μετά του αξιοπρεπεστάστου Κυρίου Προέδρου, ότι η Πατρίς σας ανοίγη νέον στάδιον δια να δείξετε την προς αυτήν καλήν σας διάθεσιν ζήλον και δεύτερον να συγχαρώ τη πατρίδι, ότι αξίως εκλέξασα αξίους πως θα διοικηθή δια της θείας χάριτος, ήτις; διοικεί και ποδηγετεί επί το βέλτιστον του Ελληνικού έθνους πράγματα

Ο αντιπρόεδρος

+ Βρεσθένης Θεοδώρητος

 

Στις 6 Ιανουαρίου το Βουλευτικό Σώμα παρέδωσε στον Γ. Κουντουριώτη στο Κρανίδι το επίσημο έγγραφο της «παμψηφεί» εκλογής του ως Προέδρου του Εκτελεστικού ευχόμενο «την ουράνιον ευλογίαν, συγχαίρων υμίν και τη πατρίδι».

Το σπουδαίο αυτό έγγραφο που δείχνει την εμπιστοσύνη του Βουλευτικού στο πρόσωπο του Γεωργίου Κουντουριώτη έχει την υπογραφή του Θεοδώρητου και συνοδεύεται με έκθεση της 9/μελούς Επιτροπής, όπου κηρύσσεται έκπτωτος του αξιώματος ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Ακολούθησαν δραματικές εξελίξεις μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων, που έφθασαν στα πρόθυρα του εμφυλίου σπαραγμού! Αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις χωρίς αποτέλεσμα και γράμματα, εκατέρωθεν, με λόγια «βαριά» χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Προσωπικότητες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν αποστασιοποιήθηκαν, ενώ αγωνιστές σπιλώνονταν ή ατιμάζονταν. Επικρατούσε χάος!

Στις 29 Φεβρουαρίου 1824 το Ναύπλιο ορίζεται και πάλι «δια νόμου» ως έδρα της Διοίκησης. Στις 6 Μαρτίου 1824 αποχωρεί το Βουλευτικό και το «νέο» Εκτελεστικό από το Κρανίδι με προορισμό το Ναύπλιο.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω έγγραφο, το τελευταίο από το Κρανίδι.

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Εκτελεστικόν Σώμα

Η Διοίκησις δια την ευκολοτέραν διάδοσιν των διαταγών της αίτινες αποβλέπουσιν εις την ευταξίαν και ασφάλειαν της Πατρίδος μεταβαίνει εις Ναύπλιον. Όθεν…

 

Εν Κρανιδίω τη 6η Μαρτίου 1824
Υπογραφές
Γ. Κουντουριώτης Γ. Γ.
Παν. Μπότασης Π. Ρόδιος
Ιωαν. Κωλέτης
Αναγν. Σπηλιωτάκης
Νίκος Λόντος

 

Ωστόσο, θεωρούμε, ότι εκτός από τους πολιτικούς λόγους που ίσως να υπαγόρευαν τη μεταφορά της έδρας της Διοίκησης από το Κρανίδι στο Ναύπλιο, καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η εμφάνιση θανατηφόρας επιδημίας στην Ερμιόνη. Με το υπ’αρ.10 Περίοδος Β’ έγγραφό του το Υπουργείο της Αστυνομίας, εν Κρανιδίω τη 12 Φεβρουαρίου 1824 προς το Βουλευτικό Σώμα αναφέρει τα εξής:

«εξ αναφοράς του εδώ αστυνόμου με μεγάλη λύπην πληροφορείται το Υπουργείον ότι εις την Ερμιόνην (Καστρί) επιπολάζει νόσος θανατηφόρος και μεταδοτική ήτις κατά την περιγραφήν των συμπτωμάτων τα οποία την συνοδεύουν, φαίνεται ότι είναι πανώλης ή άλλη τις συγγενούς της πανώλους. Το Υπουργείον κατά χρέος έλαβεν τα δυνατά προφυλακτικά μέτρα. Μόλον τούτο, επειδή η απαιτούμενη εντελής προφύλαξις είναι αδύνατος και επομένως είναι ενδεχόμενον και εδώ (Κρανίδι) να διαδοθεί το μίασμα και να μεταδοθεί το κακόν και εις τα υποκείμενα (μέλη) της Διοικήσεως και εκ τούτου να κινδυνεύσουν τα συμφέροντα του Έθνους, δια τούτο είναι ανάγκη μεγάλη να γίνη; όσον τάχιστα σκέψις και απόφασις περί μεταβάσεως εντεύθεν της Δοικήσεως την οποίαν μετάβασιν και άλλοι πολλοί γνωστοί εις το Βουλευτικό Σώμα λόγοι διαμηνύουν; αναγκαιοτάτην. Περί τούτου αναφέρομεν και εις το Εκτελεστικόν Σώμα. Περιμένομεν την όσον τάχιστα περί τούτου απάντησίν σας».

Το έγγραφο υπογράφει ο «επί των Εσωτερικών και προσωρινώς της Αστυνομίας» Υπουργός Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), ενώ το συνέταξε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Γεώργιος Γλαράκης. [4]

 

 

Ο Θεοδώρητος στο Άργος και το Ναύπλιο

 

 

Ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο: Γούδας Αναστάσιος, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα, τομ. Α΄, σελ. 131.

Στις 27 Απριλίου 1824 ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Άργος, ως Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού, την απόφασή του Σώματος για την ορθή διαχείριση των χρημάτων του δανείου, που είχε συναφθεί. Το έγγραφο αυτό ήταν επικυρωμένο από τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη. Τον επόμενο μήνα στις 3 Μαΐου  με γράμμα του από το Άργος διαμηνύει προς τους ημετέρους «ότι ο Κολοκοτρώνης και Κολιόπουλος ετοιμάζονται να κινηθούν κατά Τριπολιτσάς… και ότι τα εν Τριπολιτζά στρατεύματά μας και οι ίδιοι οι κάτοικοι στρατιώται στερούνται πολεμοφοδίων».

Στις 6 Ιουνίου 1824 γίνεται η μεταφορά της Διοίκησης και των Υπουργείων (Εκτελεστικού) στο Ναύπλιο, όπου από τις 14 Ιουνίου επαναλαμβάνονται και οι εργασίες του Βουλευτικού.

Στις 19 Ιουνίου ο Βρεσθένης με επιστολή του από το Άργος προς τον Πρόεδρο (Γ. Κ.) και Αντιπρόεδρο (Π. Μπόταση) του Εκτελεστικού παρακαλεί να του δοθούν τα οφειλόμενα χρήματα  «επειδή τα έξοδά μου υπέρογκα εισί και αλλαχόθεν δεν δύναμαι να εξοικονομηθώ».

Στις 2 Ιουλίου ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Ναύπλιο το έγγραφο με το οποίο ανακοινώνεται στο Εκτελεστικό Σώμα «ότι ανεγνώσθη εν τω Βουλευτηρίω το προβούλευμα του Σώματος υπ’ αριθμ. 2395 περί αμνηστίας…», ενώ στις 4 Αυγούστου το Βουλευτικό με νέο έγγραφο προς τον Γ.Κ. εκφράζει την αντίθεσή του για το «παράδοξον ύφος» εγγράφου, το οποίο δεν συνάδει με «τας περιστάσεις της κινδυνευούσης πατρίδος».

Ιδιαίτερα ανθρώπινο το τελευταίο γράμμα του Θεοδώρητου προς τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη. [5] Σ’ αυτό με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου από τη Βαμβακού [6] έγραφε ότι γνώριζε για την ασθένειά του αλλά και ο ίδιος είναι άρρωστος. «Έχω έως τώρα τέσσαρα ξανακυλήματα και είμαι εις άκραν αδυναμίαν και αν δυναμώσω ημπορώ να έλθω εις τα χρέη μου». Τελειώνοντας παρακαλεί τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη να τον ενημερώσει για την υγεία του «και τα πράγματα της πατρίδος».

Με το τέλος των εμφυλίων πολέμων ο Θεοδώρητος, που ως τότε πρωταγωνιστούσε στα πολιτικά πράγματα, άρχισε να περιθωριοποιείται. Ασκούσε, πλέον, μόνο τα καθήκοντά του ως πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις, καθώς και τις εκκλησιαστικές του υποχρεώσεις ως επίσκοπος Βρεσθένης.

 

Ο Θεοδώρητος στην Ερμιόνη

 

Όπως είναι γνωστό από τον Νοέμβριο του 1826 ο Κολοκοτρώνης με τους σημαντικότερους πληρεξουσίους βρισκόταν στην Ερμιόνη, την οποία είχε επιλέξει ως τον «ιδανικόν» τόπο, για να συνεχιστούν οι εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Μεταξύ των πληρεξουσίων ήταν και ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο οποίος μάλιστα ανέπτυξε σημαντική δράση, ιδιαίτερα κατά την προετοιμασία της Συνέλευσης, ενώ είχαν ήδη αποκατασταθεί οι σχέσεις του με τον Κολοκοτρώνη. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου του 1826, ο Θ. από την Ερμιόνη υπογράφει πρώτος με άλλους δεκατρείς πληρεξουσίους το έγγραφο με το οποίο ζητούνται 1.000 γρόσια δανεικά από τον στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της φρουράς της Εθνοσυνέλευσης. Αυτά θα επιστρέφονταν στον Τσώκρη από εθνικούς πόρους μετά τη σύσταση της Συνέλευσης και εφόσον δεν καταστεί δυνατόν, θα πληρώνονταν «αναλογικά» από τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης.

Με τον στρατηγό Τσώκρη ο Βρεσθένης αντάλλαξε δύο ακόμα επιστολές που αφορούσαν τη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης.

Με την από 27 Ιανουαρίου 1827 πρώτη επιστολή, γενομένων των προκαταρκτικών συνεδριάσεων, ζητούσε από τον Τσώκρη, να βοηθήσει στη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης, αναλαμβάνοντας ως φρούραρχος «αντιπρόσωπος» του Νικηταρά, καθώς αυτός βρισκόταν σε «ανάρρωση» στη Μονή των Αγίων Αναργύρων.

Με την από  31ης Ιανουαρίου δεύτερη επιστολή διευκρινίζει στον Τσώκρη τις θέσεις του Νικηταρά στο γράμμα που είχε λάβει από εκείνον, σχετικά με την προσωρινή ανάληψη των καθηκόντων ως αρχηγού της φρουράς της Ερμιόνης και οι οποίες παρερμηνεύτηκαν, όπως φαίνεται, από τον Τσώκρη. Κατά τις κύριες συνεδριάσεις της Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη δυο ήσαν οι σπουδαιότερες παρεμβάσεις του Θεοδώρητου συμμετέχοντας στην ομάδα των αρχιερέων αποτελούμενη από τους: Μητροπολίτες Κορίνθου Κύριλλο, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιο και Επισκόπους Ανδρούσης Ιωσήφ και τον ίδιο.

α) Στις 24 Φεβρουαρίου 1827 κατά τη διάρκεια της Η΄ Συνεδρίασης «ανεγνώσθη αναφορά» των παραπάνω αρχιερέων «αξιούντων να προσκληθώσι και άλλοι τοιαύτοι άξιοι», για την σύνταξη σχεδίου τήρησης των εκκλησιαστικών κανόνων. [7]

β) Στις 7 Μαρτίου ο Θεοδώρητος μαζί με άλλους τρεις αρχιερείς (Κορίνθου Κύριλλο, Ρέοντος Διονύσιο και Δαμαλών Ιωνά) απέστειλαν από τον Δαμαλά έγγραφο στην Εθνοσυνέλευση, ενώ αυτή ακόμη συνεδρίαζε στην Ερμιόνη, στο οποίο μεταξύ άλλων αιτούνταν:

Τη σύσταση Αρχιερατικής Επιτροπής για τη φροντίδα και τη δημιουργία σχολείων, την επίβλεψη της προόδου των ήδη ιδρυθέντων και τη συνεργασία με τους εφόρους της Παιδείας, όταν διορισθούν από το κράτος.

 

Ο χαρακτήρας του Θεοδώρητου

 

Σε σχετικό με την αξιολόγηση ιεραρχών του αγώνα του 1821 έγγραφο των Γ.Α.Κ. ο Θεοδώρητος αναφέρεται ως «απαίδευτος». Θεωρώ πως ο χαρακτηρισμός αυτός αφορούσε το μορφωτικό του επίπεδο (σπουδές), αλλά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ως Ιεράρχης δραστηριοποιήθηκε υπέρ της Παιδείας στα όρια της Επισκοπής του, σύστησε το «Βρεσθένειον» και το «Βαμβακώον» Ελληνικό Σχολείο και μερίμνησε για τη στελέχωσή τους με αξιόλογους διδασκάλους.

Αναμφισβήτητα, ο Θεοδώρητος ήταν φλογερός και γενναίος πατριώτης, οξύνους και εύστροφος, που πρωταγωνίστησε όμως στις εμφύλιες διενέξεις. Συνδύαζε την τραχύτητα και την τόλμη, τη φιλοδοξία και την αποφασιστικότητα, την έντονη νοσταλγία για τη λευτεριά της πατρίδας. Άνθρωπος αδέσμευτος, ζωντανός, που η φωνή του είχε ψυχή και πάνω της ακούμπησε πολλές φορές το αγωνιζόμενο έθνος.

Τα τελευταία του χρόνια

 

Το 1837 ο Θεοδώρητος εκλέχτηκε μέλος της Ιεράς Συνόδου «εις την οποίαν διέπρεψεν επί τέσσερα έτη».

Το 1842 τον μετέθεσαν από την Επισκοπή του, η οποία από το 1833 είχε μετονομαστεί σε επισκοπή Σελασίας και στη συνέχεια καταργήθηκε, σε άλλη επισκοπή, χωρίς να ερωτηθεί. Ο παραγκωνισμένος, ήδη, Θεοδώρητος αρνήθηκε και τότε «αποβάλλεται πάσης αλλά και απ’ αυτής της συνοδικής θέσεως περί της οποίας κανείς λόγος δεν επρόκειτο, και παραδίδεται η μεν επισκοπή Αχαΐας (όπου είχε τοποθετηθεί) εις τον επίσκοπον Αιγιαλείας η δε συνοδική θέσις εις τον πρώην Δαμαλών. Και διατί όλα ταύτα; Διότι επικαλούμενος τους κανόνας της Εκκλησίας, εζήτει την αποκατάστασιν αυτού εις την πρώτην του επισκοπήν από της οποίας άκων μετετέθη και διετείνετο στηρίζων «των επισκόπων το αμετάθετον». Αδικαιολόγητη ωστόσο είναι και η απομπομπή του από την Ιερά Σύνοδο και αντικατάστασή του με ένα πρώην επίσκοπο».

Ο πρώην Σελασίας Θεοδώρητος πέθανε πάμπτωχος στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 1843 σε ηλικία 56 ετών. Μια βδομάδα νωρίτερα, το Σάββατο του Λαζάρου, είχε τελέσει την τελευταία του λειτουργία. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον ναό της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου. Το πρόγραμμα της όλης τελετής (επίσημοι, εκπρόσωποι πολιτείας και εκκλησίας κ.λπ.) διασώθηκε σε χειρόγραφο, όπου διαφαίνεται πως του αποδόθηκαν εξαιρετικές τιμές.

Τον επιτάφιο λόγο στον αοίδιμο Επίσκοπο Θεοδώρητο εκφώνησε ο αιδεσιμότατος πρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, αρχίζοντας ως εξής: «Απέκειτο και τούτο Αρχιερεύ όσιε και φερώνυμε Θεοδώρητε, απέκειτο και τούτο εις την Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Ελλάδος η σκυθρωποτάτη και πρόωρός σου στέρησις απέκειτο και τούτο εις την ευκλεά σου Πατρίδα την Πελοπόννησον και εις πάσαν την Ελληνικήν γην, ο πικρός και οξύτατος θάνατος ενός των ζηλωτών της ευσεβείας ποιμένων και πρώτων υπέρ της Πατρίδος αγωνιστών…». Ο εκλιπών ετάφη στη Μονή των Ασωμάτων (Πετράκη).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Στη Νεμνίτσα, γύρω στα 1850, είχε εγκατασταθεί μαζί με άλλους φιλέλληνες ο Αυστριακός Φέλιτς, προπάππος του δασκάλου Μιχαλάκη Παπαβασιλείου. Το επίθετο της οικογένειας άλλαξε από τον παππού του Βασίλη που ήταν παπάς, όπως ο ίδιος γράφει.

[2] Χωριό της Λακωνίας.

[3] Αυτό και μόνο ισοδυναμούσε με κήρυξη εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχε άλλο Εκτελεστικό που είχε εκλεγεί στη Β΄ Εθνοσυνέλευση. Οι κάτοικοι του Κάτω Ναχαγέ (επαρχία Ερμιονίδας) τάχθηκαν με τον Κουντουριώτη, που εκπροσωπούσε «τους ομόγλωσσους» γείτονές τους Υδραίους. Πάντως η απορία παραμένει, γιατί ο Βρεσθένης τάχθηκε με τους Νησιώτες και όχι με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννησίους.

[4] Γ.Α.Κ., Κ47,Β. φ.V, αρ.62

[5] Ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης ήταν πολιτικός από τον Μυστρά. Διορίστηκε μέλος του Εκτελεστικού Σώματος το 1824 στη θέση του Ανδρέα Ζαΐμη.

[6] Ορεινό χωριό της Λακωνίας στη Δυτική Πλαγιά του Πάρνωνα. Οι κάτοικοι του πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση του 1821.

[7] Στη συνέχεια κατά την ΙΓ’ συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου επιδόθηκε στους παραπάνω αρχιερείς το υπ’ αριθμ. 47 έγγραφο – πρόσκληση σύνταξης σχεδίου για τα θέματα της εκκλησίας και υποβολής του στην Εθνοσυνέλευση.

 

Βιβλιογραφία


 

Π η γ έ ς

  1. Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον 1791-1878. Έκδοσις Μ΄ ευθύνη Τ. Γριτσόπουλου – Κων. Κοτσώνη – Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Αθήναι 1994.
  2. Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αρχείο Βλαχογιάννη – Αρχείο Μακρυγιάννη
  3. Ιστορικόν Αρχείον Ύδρας. – Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου 1821-1832.

Β ι β λ ί α – Ά ρ θ ρ α

  1. Γούδας Αναστάσιος, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Αθήνα, 1869 τ.Α΄
  2. Ησαΐας Ιωάννης, «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της», Αθήνα, 2017.
  3. Κόκκινος Διονύσιος, «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος Δ΄, Αθήναι, 1968.
  4. Οικονόμος (ου) Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων, «Λόγος Επιτάφιος εις τον αοίδημον επίσκοπον Σελλασίας Θεοδώρητον», Αθήνα, 1843.
  5. Σπηλιώτης Ευστάθιος Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης, «Απόπειρα σκιαγραφήσεως του Βρεσθένης Θεοδωρήτου», Πελοποννησιακά, Παράρτημα 13, Αθήνα, 1987-1988.
  6. Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Θέματα Θρησκείας και Παιδείας στην Γ’ Εθνοσυνέλευση (Ερμιόνη – Τροιζήνα)», Περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», τ. 22, Μάρτιος 2018.
  7. Στασινόπουλος Χρίστος, «Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821», Αθήνα α.χ.

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »