Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ψηφιακά Βιβλία’ Category

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ιστορία της Βενετίας και της Βενετικής Αυτοκρατορίας, 11ος-18ος αι. (Βιβλίο)


 

Ιστορία της Βενετίας και της Βενετικής Αυτοκρατορίας, 11ος-18ος αι. 

Κοινωνία, Οικονομία, Πολιτισμός 

Συγγραφή 

Ανδρονίκη Διαλέτη, Λέκτορας, Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. 

Γιώργος Πλακωτός, Λέκτορας, Τμήμα Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου. 

Άννα Πούπου, Μέλος Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο. 

Κριτική αναγνώστρια 

Ρίκα Μπενβενίστε, Καθηγήτρια, Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. 

Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών – Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

 

Το βιβλίο αυτό φιλοδοξεί να προσφέρει μια σφαιρική αποτίμηση της ιστορίας της Βενετίας και της Βενετικής Αυτοκρατορίας, καλύπτοντας χρονικά την περίοδο από τον 11ο αιώνα, όταν τίθενται τα θεμέλια για την εμπορική και ναυτιλιακή ανάπτυξη και αποικιακή επέκταση της πόλης, έως τα τέλη του 18ου αιώνα, όταν το βενετικό κράτος καταλύεται από τα ναπολεόντεια στρατεύματα στον απόηχο της Γαλλικής Επανάστασης.

Ιστορία της Βενετίας και της Βενετικής Αυτοκρατορίας, 11ος-18ος αι.

Ενσωματώνοντας την ιδιαίτερα πλούσια διεθνή βιβλιογραφία, η μελέτη παρουσιάζει θεματικές και όψεις του βενετικού παρελθόντος που άπτονται της θεσμικής, κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής ιστορίας και ταυτόχρονα αναδεικνύει τις βασικές ιστοριογραφικές κατευθύνσεις, τα κύρια ερμηνευτικά εργαλεία και τα κεντρικά ερωτήματα που έχουν απασχολήσει την έρευνα κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η μελέτη αξιοποιεί αφενός τη δευτερεύουσα βιβλιογραφική παραγωγή και αφετέρου την πρωτογενή έρευνα των συγγραφέων και προσφέρει μια επικαιροποιημένη ιστορία του βενετικού κράτους που περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα θεματικών και προσεγγίσεων. Οι θεματικές επίσης αντανακλούν τις διδακτικές επιλογές και δοκιμές που έχουν γίνει στο πλαίσιο μαθημάτων βενετικής και ευρωπαϊκής ιστορίας ή ιστορίας του κινηματογράφου. Στη διαμόρφωσή τους έχουν συμβάλει συζητήσεις με συναδέλφους και φίλους τους οποίους ευχαριστούμε. Ιδιαίτερες ευχαριστίες απευθύνουμε στην κριτική αναγνώστρια Ρίκα Μπενβενίστε για την ενθάρρυνση, τις επισημάνσεις και την άμεση ανταπόκρισή της συχνά σε συνθήκες χρονικής στενότητας.

Η μελέτη έρχεται να καλύψει ένα κενό στην ελληνική βιβλιογραφία, η οποία, αν και πλούσια ως προς τις μελέτες που αφορούν το πεδίο της «βενετοκρατίας», παραμένει ιδιαίτερα ελλειμματική σε έργα που να επικεντρώνονται στη μητρόπολη και στις σχέσεις της με τις κτήσεις. Οι μεταφράσεις στα ελληνικά των έργων των John Julius Norwich Ιστορία της Βενετίας και Frederic C. Lane Βενετία, η Θαλασσοκράτειρα: Ναυτιλία – Εμπόριο – Οικονομία, παρόλο που αναμφίβολα εμπλούτισαν τη βιβλιογραφία κατά το παρελθόν, αδυνατούν πλέον να καλύψουν σύγχρονες θεματικές που έχουν ανανεώσει την ευρωπαϊκή ιστοριογραφία και δημιουργικά έχουν εκβάλει στην ιστοριογραφία της Βενετίας. Πρόκειται κυρίως για οπτικές που προέρχονται από την κοινωνική και πολιτισμική ιστορία και αφορούν μεταξύ άλλων την ιστορία του έντυπου λόγου και της ανάγνωσης, την ιστορία της καθημερινότητας, την ποινική δικαιοσύνη, τις πολιτικές τελετουργίες, τη συγκρότηση των ταυτοτήτων και την ιστορία των γυναικών και του φύλου.

 

Το βενετικό κράτος στη μέγιστη ανάπτυξή του (1470-1540)

 

Το βιβλίο καλύπτει ένα ευρύ γεωγραφικό άνυσμα καθώς διερευνά αφενός την ιστορική πορεία της ίδιας της Βενετίας, μιας μεσαιωνικής αστικής κοινότητας η οποία σταδιακά εξελίχθηκε σε θαλάσσια αυτοκρατορική υπερδύναμη, και αφετέρου τη συγκρότηση του βενετικού Κράτους της Θάλασσας και της Στεριάς στην ανατολική Μεσόγειο και την ιταλική ενδοχώρα αντίστοιχα. Το κεντρικό σημείο αναφοράς είναι η Βενετία ως ευρωπαϊκή πόλη-κράτος και αυτοκρατορικός σχηματισμός ενώ, ενίοτε υπερβαίνοντας τα συμβατικά όρια μεταξύ μεσαιωνικής και νεότερης εποχής, η μελέτη επιδιώκει μέσω του βενετικού παραδείγματος να διευρύνει την οπτική του αναγνώστη ως προς τις θεμελιώδεις διαδικασίες που σημειώθηκαν στην Ευρώπη αυτή την περίοδο τόσο στο επίπεδο των μακρο-ιστορικών οικονομικών και πολιτικών μετασχηματισμών όσο και στο πεδίο του πολιτισμού, των αντιλήψεων και της καθημερινότητας. Υπό αυτή την έννοια η μελέτη δεν επιδιώκει να καλύψει στην ολότητά τους ζητήματα που άπτονται της ιστορίας του νέου ελληνισμού, τα οποία θεραπεύονται στο πλαίσιο συγκροτημένων ερευνητικών πεδίων στη χώρα μας, ούτε να προσεγγίσει τις βενετικές κτήσεις της ανατολικής Μεσογείου ως αυτόνομα αντικείμενα μελέτης. Οι αναφορές στον ελληνικό χώρο επιδιώκονται στον βαθμό και στην έκταση που συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση του βενετικού παραδείγματος. Στην παρούσα μελέτη η προτεραιότητα δίνεται στο μητροπολιτικό κέντρο και ενίοτε στις σχέσεις του με την περιφέρεια.

Το βιβλίο περιλαμβάνει «συμβατικές» θεματικές που αφορούν τους θεσμούς, την κοινωνική συγκρότηση, την εξωτερική πολιτική και τους μετασχηματισμούς της οικονομίας, δοσμένες από σύγχρονες οπτικές, και κυρίως στρέφεται σε πεδία που έχουν απασχολήσει πρόσφατα την ιστορική κοινότητα, όπως ο λόγος περί Βενετίας, η συγκρότηση των ταυτοτήτων και των ιεραρχικών σχέσεων στην καθημερινότητα, οι θρησκευτικές και έμφυλες επιτελέσεις, η σεξουαλικότητα, η σχέση μεταξύ λόγιας και λαϊκής κουλτούρας. Σε κάθε θεματική συνοψίζονται οι κύριες ιστοριογραφικές συζητήσεις και τάσεις και προσφέρονται συστηματικά παραθέματα πηγών, προκειμένου ο αναγνώστης να εξοικειωθεί με το σχετικό πρωτογενές υλικό. Το τελευταίο κεφάλαιο διευρύνει τρόπον τινά τον χρονικό ορίζοντα του υπό εξέταση αντικειμένου, εντάσσοντας σε αυτό τις προσλήψεις του παρελθόντος από την σύγχρονη πολιτισμική παραγωγή, μέσα από το πρίσμα των αναπαραστάσεων και αφηγήσεων του βενετικού παρελθόντος στον κινηματογράφο.

Το βιβλίο μπορεί να αξιοποιηθεί ως σύγγραμμα για φοιτήτριες και φοιτητές προπτυχιακού επιπέδου και ως εισαγωγή στην ιστορία του βενετικού κράτους για το ευρύτερο αναγνωστικό κοινό. Ακολουθώντας τη γενικευμένη διεθνή πρακτική στη συγγραφή εγχειριδίων επιδιώκουμε την εύληπτη παρουσίαση σύνθετων διαδικασιών ή πολυσχιδών ιστοριογραφικών ζητημάτων αποφεύγοντας, ωστόσο, την απλοποίηση. Συνάμα, ιδιαίτερα λειτουργική κρίθηκε η παράθεση βιβλιογραφικών παραπομπών και οδηγού περαιτέρω μελέτης στο τέλος κάθε κεφαλαίου με περιορισμένες επιμέρους παραπομπές μέσα στο κείμενο, έτσι ώστε να μη δυσχεραίνεται η ανάγνωση και το φοιτητικό ή ευρύτερο αναγνωστικό κοινό να έχει τη δυνατότητα περαιτέρω βιβλιογραφικού εμπλουτισμού της μελέτης του. Ως σύγγραμμα το βιβλίο θα μπορούσε να καλύψει πλήρως ή μερικώς μαθήματα σχετικά με την ιστορία της Βενετίας και της Βενετικής Αυτοκρατορίας και την ευρωπαϊκή μεσαιωνική και νεότερη ιστορία.

Για την ανάγνωση του βιβλίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ιστορία της Βενετίας και της Βενετικής Αυτοκρατορίας, 11ος-18ος αι.

 

Read Full Post »

Καλαφάτη Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929) – Από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό», Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας – Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.


 

Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)

Σήμερα στην Ελλάδα το σχολικό κτίριο αποτελεί βασικό στοιχείο του συστήματος κοινωνικού εξοπλισμού. Συνδεδεμένα με ένα θεσμό εθνικό, τα διδακτήρια ανήκουν σ’ εκείνες τις εγκαταστάσεις που θεωρούνται απαραίτητες για τη ζωή της κοινότητας. Το κτιριολογικό τους πρόγραμμα και οι κατασκευαστικές προδιαγραφές απασχολούν αρχιτέκτονες και παιδαγωγούς και αποτελούν αντικείμενο θεσμικών και διοικητικών ρυθμίσεων. Υπάρχει ένας κρατικός οργανισμός που έχει ως αποκλειστικό έργο την κατασκευή τους και μια διεύθυνση στο Υπουργείο Παιδείας που μελετά τις ανάγκες και προγραμματίζει την κάλυψη τους σε εθνικό επίπεδο. Ενώ το γεγονός, ότι αυτές οι ανάγκες δύσκολα καλύπτονται, θεωρείται κοινωνικό πρόβλημα. Τέλος, έχει διαμορφωθεί μια «κανονική» εικόνα κτιρίου, που επιτρέπει την ανάγνωση της χρήσης μέσω του χώρου και αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά σημεία του κτισμένου τοπίου.

Αυτές οι πρακτικές και παραστάσεις είναι, ωστόσο, φαινόμενο αρκετά πρόσφατο. Στα 1911, σ’ ένα άρθρο του με προγραμματικό χαρακτήρα για τους στόχους και τα καθήκοντα της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής, ο Εμμ. Κριεζής διαπιστώνει: «Ενώ ο ναός και ο οίκος του χωρικού υπέστησαν την εξέλιξίν των δια μέσου πολλών αιώνων, ήτις βραδέως και διαδοχικώς έφθανεν από βαθμίδας εις βαθμίδα, το σχολείον καταλαμβάνει άλλην θέσιν ως νεώτατον δημιούργημα αναβλάστησεν ταχέως από τα πρώτα του σπέρματα και εξελίχθη ιδιαιτέρως κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας εις νέαν εκδήλωσιν του δημοσίου βίου».

Οι όροι της γέννησης του σχολικού κτιρίου ως εξειδικευμένου χώρου και η ανάδειξή του σε «νέα εκδήλωση του δημοσίου βίου» αποτελεί ακριβώς το αντικείμενο αυτής της μελέτης. Για να μπορέσω να παρακολουθήσω την εξέλιξη αυτή χρειάστηκε να επεκταθώ χρονικά σε διάστημα ενός αιώνα, παραμένοντας όμως γεωγραφικά πάντα στα όρια του ελληνικού κράτους.

Η χρονολογική αφετηρία που δηλώνεται στον τίτλο, 1821, δεν αντιστοιχεί σε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός στον τομέα των σχολικών εγκαταστάσεων. Επιλέχτηκε όμως γιατί υποδηλώνει, μέσα από την τομή της επανάστασης και της εγκαθίδρυσης ενός σύγχρονου εθνικού αστικού κράτους, τις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται στον τομέα τόσο της εκπαίδευσης όσο και του δομημένου χώρου. Και είναι στα πλαίσια αυτών των μεταβολών που το σχολικό κτίριο γεννιέται ως σύγχρονο εξοπλιστικό κτίριο.

Το φαινόμενο αυτό θέλησα να προσεγγίσω στο πρώτο μέρος της μελέτης, εξετάζοντας αφ’ ενός πώς το πρόβλημα του σχολικού χώρου διατυπώνεται σε σχέση με την εγκαθίδρυση ενός εθνικού σχολικού συστήματος και την ομοιόμορφη οργάνωση των σχολείων στη βάση μιας συγκεκριμένης μεθόδου διδασκαλίας, και αφ’ ετέρου πώς μορφοποιείται η λύση του σε σχέση με τις νέες πρακτικές και αντιλήψεις που καθιστούν κάθε κοινωφελές έργο αντικείμενο πρόβλεψης, αξιολόγησης, ελέγχου και προγραμματισμού εκ μέρους της κεντρικής διοίκησης. Πριν όμως προχωρήσω σ’ αυτήν την ανάπτυξη θεώρησα σκόπιμο, να αναφερθώ σε ορισμένα στοιχεία των προεπαναστατικών σχολικών πρακτικών και των παιδαγωγικών/εκπαιδευτικών αντιλήψεων, χρήσιμα για να εκτιμηθούν οι τομές και οι συνέχειες, το εύρος των θεσμικών ρυθμίσεων που συνεπάγεται η εθνική επανάσταση και τα προβλήματα της εφαρμογής τους.

Στο δεύτερο μέρος σκιαγραφείται η εξέλιξη τον ζητήματος των σχολικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, από τη στιγμή που η τοποθέτηση των προβλημάτων καθώς και οι απαντήσεις που δίνονται προσδιορίζονται ακριβώς από την ύπαρξη ενός θεσμοθετημένου προτύπου που άφορα τόσο τα χαρακτηριστικά του σχολικού χώρου όσο και τους όρους της παραγωγής και της χρήσης του.

Ο βασικός άξονας της προβληματικής μου, που υποδηλώνεται από τον υπότιτλο «από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό», με οδήγησε χρονικά ως το 1929. τη χρονιά αύτη εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση ενός μεγάλου προγράμματος κατασκευής σχολικών κτιρίων, το γνωστό ως πρόγραμμα Παπανδρέου, που θα καλύψει ένα σημαντικό τμήμα των αναγκών σε εθνικό επίπεδο. Για την υλοποίηση αυτού τον προγράμματος θα χρησιμοποιηθεί ένα θεσμικό πλαίσιο και ένας ειδικός κρατικός μηχανισμός που διαμορφώνονται σταδιακά στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ολοκληρώνοντας έτσι τη σύγχρονη αντίληψη για το σχολικό κτίριο.

Πολλοί παράγοντες παρεμβαίνουν σ’ αυτήν την εξέλιξη. Επιμείναμε κυρίως στην εξέταση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, στο εννοιολογικό πεδίο και στις πρακτικές που αναφέρονται στο δομημένο χώρο, στις υγιεινολογικές θεωρίες και στη θέση που ο χώρος κατέχει σ’ αυτές. Τέλος, το ζήτημα των σχέσεων κράτους και τοπικών αρχών τέθηκε από το ίδιο το καθεστώς του δημοτικού σχολείου. Η σχετική τους θέση στην παραγωγή των σχολικών κτιρίων αποτελεί κομβικό σημείο της ανάπτυξης που ακολουθεί.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο ιστορικός που ασχολείται με τον ελληνικό 19ο αι. έχουν πολλές φορές επισημανθεί σε ότι άφορα τα ποσοτικά στοιχεία. Στην περίπτωση των σχολικών εγκαταστάσεων η κατάσταση επιβαρύνεται στο βαθμό που η σημασία τους σε σχέση με τα άλλα στοιχεία του σχολείου είναι υποτονισμένη τουλάχιστον για την κεντρική διοίκηση και οι λύσεις που δίνονται σε τοπικό επίπεδο είναι, παρά την ύπαρξη των προδιαγραφών, ποικίλες.

Δύο δημοτικά αρχεία μου έδωσαν τη δυνατότητα να καταγράψω ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων και λύσεων: το δημοτικό αρχείο της Ερμούπολης – ένα από τα πρώτα αστικά, κέντρα και με σημαντικές εκπαιδευτικές επιδόσεις – και το αρχείο του Δήμου Ναυπλίου, που αφορά μια μεσαία πόλη με κύρια διοικητικό χαρακτήρα αλλά και μια αγροτική ενδοχώρα όπου βρίσκονται διεσπαρμένοι 12 οικισμοί με 3000 κατοίκους περίπου.

Επιπλέον, το τμήμα του αρχείου της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας που εντοπίσαμε στη Νομαρχία Αργολίδος και στο Υπουργείο Παιδείας, αν και άφορα τον 20ό αιώνα, ωστόσο περιέχει κάποιες ακριβείς πληροφορίες για σχολικές εγκαταστάσεις του περασμένου αιώνα. Στηριζόμενη κυρίως σ’ αυτό το αρχειακό υλικό και χρησιμοποιώντας παράλληλα δημοσιευμένες πηγές κυρίως θεσμικού και διοικητικού χαρακτήρα επεχείρησα να αναδείξω μερικές βασικές τάσεις στη μορφοποίηση του σχολικού χώρου.

Η ερευνά αυτή ξεκίνησε το 1980 και στο τέλος του 1985 υποβλήθηκε στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, ως διδακτορική διατριβή…

Για την ανάγνωση όλου του βιβλίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: ΒΙΒΛΙΟ – Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Older Posts »