Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ψηφιακές Συλλογές’ Category

Γεράσιμος Παγώνης Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος (1790-1867) – Πτυχιακή εργασία του  Γεωργίου Καραμπάτσου υποβληθείσα στην Ανώτατη Εκκλησιαστική Ακαδημία Θεσσαλονίκης. Θεσσαλονίκη, 2020. 


 

Γεράσιμος Παγώνης Αρχιεπίσκοπος Αργολίδος (1790-1867)

Η παρούσα εργασία εκπονήθηκε στο πλαίσιο της φοίτησής μου στο Πρόγραμμα Ιερατικών Σπουδών της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Θεσσαλονίκης για τη λήψη του πτυχίου και πραγματεύεται τα του βίου και της δράσης του Γερασίμου Παγώνη κληρικού – αγωνιστή, Πρωτοσυγκέλλου της Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Καλαμάτας και της Επισκοπής Μεσσήνης και αποβιώσαντος ως Αρχιεπισκόπου Αργολίδος.

Η επιλογή του θέματός μου συνδέεται με την προσεχή επέτειο συμπλήρωσης 200 ετών από τη Μεγάλη Επανάσταση του 1821, για την οποία η συμβολή της Μεσσηνίας ήταν σημαντική. Στο πλαίσιο αυτό θεώρησα υποχρέωσή μου να αναδείξω τον τόπο καταγωγής μου μέσα από μια σπουδαία μορφή της Μεσσηνίας που αγωνίστηκε για τη μεγάλη ιδέα της απελευθέρωσης της πατρίδας κατά την Επανάσταση του 1821, για τη διαμόρφωση του νέου ελληνικού κράτους και για τη συγκρότηση της δομής της Εκκλησίας, της οποίας η δυναμική προσωπικότητα, ο βίος και το έργο δεν έχει ακόμη προβληθεί και αξιολογηθεί όσο θα έπρεπε. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Μάρκος Ρενιέρης και ο «Spectateur de l’Orient» – Οι απόψεις του για τον ελληνισμό | Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου, «Ο Ερανιστής», τόμος 30, Αθήνα, 2021


 

Μάρκος Ρενιέρης (1815 – 1897) Νομικός, λόγιος του 19ου αιώνα, Πανεπιστημιακός καθηγητής, διπλωμάτης που διατέλεσε πρέσβης της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, υποδιοικητής και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1815 στην Τεργέστη και πέθανε στις 8 Απριλίου 1897 στην Αθήνα. Η προσωπογραφία προέρχεται από το «Πανόραμα Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας 1828-1862», εκδόσεις Κ. Κουμουνδουρέας, Αθήνα, 1995.

Πνεύμα προικισμένο καί γόνιμο, ὁ Μάρκος Ρενιέρης (Τεργέστη 1815 – Ἀθήνα 1897) διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο στὴ διάπλαση τῆς νεοελληνικῆς ἐθνικῆς ἰδεολογίας καθὼς ἀποδείχθηκε δεινὸς γνώστης τῶν πολιτικῶν καὶ φιλοσοφικῶν ζητημάτων τοῦ καιροῦ του. Ἡ διαδρομή του διακρίνεται γιὰ τὴν ἰδιοτυπία της καθὼς ἡ ἐξοικείωσή του μὲ τὸ φαινόμενο τῆς ἰδεολογικῆς οἰκοδόμησης ἑνὸς ἔθνους ξεκίνησε ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια στὴ Βενετία. Μὲ τὸ ὅραμα τῆς πολιτικῆς ἑνοποίησης τοῦ κατακερματισμένου ἰταλικοῦ ἔθνους ζυμώθηκε μὲ τὶς ἰδέες τοῦ ρομαντισμοῦ καὶ τοῦ φιλελευθερισμοῦ.

Ἔχοντας τὸ πνευματικὸ αὐτὸ ὑπόβαθρο ἐγκαθίσταται τὸ καλοκαίρι τοῦ 1835 στὴν Ἀθήνα καὶ ἡ πορεία τῆς ἐνσωμάτωσής του στὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα ἀποτελεῖ ἕνα ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον κεφάλαιο.

Ἐνστερνιζόμενος τὶς προσδοκίες τοῦ νέου κράτους, ἐντάσσεται στὴν τροχιὰ τῶν πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου καὶ ἐξελίσσεται σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς βασικοὺς πρωταγωνιστές. Ἀποκτᾶ ἐπιπρόσθετο κοινωνικὸ κύρος νυμφευόμενος τὴν Ἀνδρομάχη Ζαΐμη, κόρη τοῦ πρόκριτου Ἀνδρέα Ζαΐμη καὶ τῆς Ἑλένης Δεληγιάννη καὶ ἀδελφὴ τοῦ μετέπειτα πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδας Θρασύβουλου Ζαΐμη, προπάππου τῆς Λουκίας Δρούλια. Γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Μ. Ρενιέρη ἡ Λουκία πάντοτε ἔδειχνε ἕνα εὐδιάκριτο ἐνδιαφέρον. Ἡ ἐνασχόλησή μου ἐδῶ μὲ τὴ δημοσιογραφική του δραστηριότητα ἂς θεωρηθεῖ ὅτι συμβολίζει μία ἀπότιση τιμῆς στὴν ἀγαπητὴ συνάδελφο καὶ φίλη.

Tὸ 1853, ἐνῶ ὁ Ρωσοτουρκικὸς πόλεμος βρισκόταν σὲ ἐξέλιξη, στοὺς κόλπους τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας ἐκδηλώνονται πολιτικὲς ζυμώσεις καὶ διχαστικὲς ἐντάσεις. Μὲ τὰ πύρινα ἄρθρα τῆς ἐφημερίδας Αἰών, ἡ ρωσόφιλη παράταξη κέρδιζε τὶς ἐντυπώσεις. Eὕρισκε ἀνταπόκριση σὲ ὅσους θεωροῦσαν τὴ Ρωσία προστάτιδα τῆς ὀρθόδοξης πίστης προσλαμβάνοντας ἀκόμη καὶ συναισθηματικὲς διαστάσεις. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ τεταμένο πολιτικὸ κλίμα πρωτοκυκλοφόρησε στὶς 26 Αὐγούστου/7 Σεπτεμβρίου 1853 τὸ γαλλόφωνο περιοδικὸ Le Spectateur de l’Orient (Ὁ Θεατὴς τῆς Ἀνατολῆς).

Γιὰ τὸ ἐκδοτικὸ αὐτὸ ἐγχείρημα ἀποφασιστικὰ κινητοποιήθηκε μία ὁμάδα ἔγκριτων διανοητῶν καὶ πανεπιστημιακῶν μὲ πολύπλευρη δράση. Στενὰ συνδεδεμένοι μεταξύ τους, πρόκειται γιὰ πρόσωπα ὁρισμένα ἐκ τῶν ὁποίων εἶχαν ὡς ἑτερόχθονες βιώσει λίγα χρόνια πρωτύτερα τὴν ἀπόλυση ἀπὸ δημόσιες θέσεις. Διαμορφωμένοι πνευματικὰ στὴν εὐρυχωρία τῆς ἑλληνικῆς διασπορᾶς, μετεβλήθησαν στὴν κρίσιμη αὐτὴ στιγμὴ σὲ στρατευμένους διανοούμενους τοὺς ὁποίους διακρίνει μία συλλογικὴ πολιτικὴ ταυτότητα. Εἶναι οἱ Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ἀλ. Ρίζος Ραγκαβής, Ἰ. Σοῦτσος, Γ. Α. Βασιλείου, Ν. Δραγούμης καὶ Μ. Ρενιέρης.

Ἀπὸ αὐτούς, οἱ Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ν. Δραγούμης καὶ Ἀλ. Ρίζος Ραγκαβὴς εἶχαν τὸ 1850 κυκλοφορήσει τὸ περιοδικὸ Πανδώρα, γεγονὸς ποὺ δικαιολογεῖ τὴν παρατηρούμενη συνάφεια τῶν δύο ἐντύπων. Ἡ χρονικὴ σύμπτωση τῆς κυκλοφορίας τοῦ περιοδικοῦ μὲ τὸ ξέσπασμα τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου δὲν εἶναι τυχαία, καθόσον κίνητρο τῶν ἐκδοτῶν του ἦταν νὰ μὴν παραμείνουν ἀμέτοχοι σὲ οὐσιώδεις πολιτικὲς ἐξελίξεις καὶ ν’ ἀκουστεῖ ἡ φωνή τους σχετικὰ μὲ τὴ διαμόρφωση τοῦ ἐξωτερικοῦ προσανατολισμοῦ τῆς χώρας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Οικονομικοκοινωνικοί μηχανισμοί και το προυχοντικό φαινόμενο στην Οθωμανική Πελοπόννησο του 18ου αιώνα: Η περίπτωση του Παναγιώτη Μπενάκη – Παπασταματίου Δημήτριος, Διδακτορικό. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας 2009.


 

Παναγιώτης Μπενάκης, έργο του αρχιτέκτονα και ζωγράφου Γεράσιμου Πιτσαμάνου (1787-1825). Εθνική Πινακοθήκη.

Θέμα της διατριβής αποτελεί η διερεύνηση, καταγραφή και ανασυγκρότηση των στρατηγικών συσσώρευσης οικονομικού κεφαλαίου και κοινωνικής επιρροής του γνωστότερου κοτζαμπάση της Πελοποννήσου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1715­1770, του Παναγιώτη Μπενάκη, πρωταγωνιστή των Ορλωφικών και περίπτωσης par excellence χριστιανού μέλους της νέας περιφερειακής οθωμανικής ελίτ του 18ου αιώνα.

Είναι γνωστό ότι το σημαντικότερο γνώρισμα του οθωμανικού 18ου αιώνα ήταν η ανάδυση και εδραίωση των προυχοντικών εξουσιαστικών δομών. Η δράση αυτής της ελίτ, χριστιανικής και μουσουλμανικής, στο ημίφως της οθωμανικής θεσμικής και δικαιικής πρακτικής, οι στρατηγικές με τις οποίες κατέστησαν τον εαυτό τους αναγκαίο για τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών, αστυνομικών, οικονομικών και αργότερα και στρατιωτικών λειτουργιών του κράτους, οι διαθρησκευτικές σχέσεις και συγκροτήσεις πολιτικών σχηματισμών και ο ρόλος τους στη δυναμική των κοινοτήτων αποτελούν σημαντικά ζητήματα προς διερεύνηση.

Καθώς ο πολυσύνθετος χαρακτήρας των φαινομένων και οι περιορισμοί που θέτουν τα τεκμήρια καθιστούν τη σκιαγράφηση του κοινωνικοοικονομικού τοπίου δυσχερή, αυτές οι κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές μπορούν να γίνουν καλύτερα κατανοητές μέσα από τη μελέτη επιμέρους εκδηλώσεων των γενικών φαινομένων (case studies) και την ανάδειξη των νέων θεσμικών, οικονομικών και κοινωνικών συγκροτήσεων στο χαμηλό επίπεδο των τοπικών εξελίξεων, όπου οι ποικίλες παράμετροι που ορίζουν τα φαινόμενα μπορούν να αναπαρασταθούν και να προσληφθούν με μεγαλύτερη ενάργεια. Αυτό δε σημαίνει ότι ο τοπικός χαρακτήρας των γεγονότων τα αποστασιοποιεί από την αλληλοσύνδεση και εξάρτησή τους από τις επικαλύπτουσες δομές ή ότι ο συγκυριακός χρόνος αποτελεί per se ερμηνευτικό εργαλείο σε βάρος των μέσων διαρκειών. Παρ’ όλα αυτά, η περιπτωσιολογική προσέγγιση μπορεί να φέρει στην επιφάνεια της ιστορικής ανασυγκρότησης ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αργείτικες Κώμες – Άννα Μπανάκα-Δημάκη, «Αρχαιολογικόν δελτίον», τόμος 54, 1999: Μελέτες, 91-102.


 

Η εμμονή των μελετητών στην αναφορά του Άργους, μιας από τις σημαντικότερες περιοχές της αρχαιότητας στο γεωγραφικό διαμέρισμα της Πελοποννήσου, είναι δικαιολογημένη, καθώς τεκμηριώνεται από αποδείξεις που έρχονται στην επιφάνεια. Δεν συμβαίνει το ίδιο όμως και με τους αρχαίους οικισμούς που αναπτύχθηκαν κατά περιόδους γύρω από το Άργος. Πρόκειται για θέσεις, όπου τα αρχαιολογικά ευρήματα δηλώνουν την παρουσία μικρών ή μεγαλύτερων οργανωμένων εγκαταστάσεων, από τις οποίες κάποιες επιβιώνουν μέχρι τους νεότερους χρόνους.

Μερικές φορές η ύπαρξή τους βεβαιώνεται από επιγραφικό υλικό. Σύγχρονα τοπωνύμια και ιστορικές αναδρομές στην πεδινή και ορεινή Αργολίδα είναι μια πρώτη αναζήτηση, καταγραφή και σύνδεση των δεδομένων. Μαζί με τις ανασκαφικές μαρτυρίες των τελευταίων ετών γίνεται προσπάθεια ανάπλασης της εικόνας δύο οικισμών.

Δυστυχώς βασικές πηγές της αρχαίας γραμματείας, που αποτελούσαν μέρος της εργογραφίας αργείων ιστορικών, όπου πιθανότατα θα περιλαμβάνονταν στοιχεία για τις αργείτικες κώμες, έχουν διασωθεί εντελώς αποσπασματικά. Έκπληξη τουλάχιστον προκαλεί το γεγονός ότι ο Παυσανίας στην περιγραφή της αργείας χώρας χρησιμοποιεί τον όρο αυτούσιο μία μόνο φορά αναφέροντας την κώμη Λήσσα, ενώ υπονοεί την ύπαρξη περισσοτέρων, καθώς γνωρίζει ότι: «Φορωνεύς δε ο Ινάχου τους ανθρώπους συνήγαγε πρώτον ες κοινόν, σποράδας τέως και εφ’ εαυτών εκάστοτε οικούντας· και το χωρίον ες ο πρώτον ηθροίσθησαν άστυ ωνομάσθη Φορωνικόν». [Ο Φορωνεύς ο γιος του Ινάχου είναι εκείνος που πρώτος συγκέντρωσε τους ανθρώπους σε κοινότητες, ενώ πριν κατοικούσαν διασκορπισμένοι σε δάση και σε όρη. Και γι αυτό το μέρος που για πρώτη φορά συγκεντρώθηκαν ονομάσθηκε «Φορωνικόν άστυ»]. Φαίνεται δε ότι προτιμά το χαρακτηρισμό πόλις εστίν ου μεγάλη αναφερόμενος σε κάποιο πόλισμα.

Σε όλες δε σχεδόν τις περιπτώσεις με άμεσο ή έμμεσο λόγο ακολουθεί η σχέση τους με το Άργος, που ποικίλλει από γεωγραφική, μυθολογική ή ιστορική άποψη. Η σχέση αυτή επιζεί και στα κείμενα άλλων ιστορικών και συγγραφέων, όπως στους Στράβωνα, Ησύχιο, Απολλώνιο Ρόδιο, Στέφανο Βυζάντιο.

Από αυτούς ο Στράβων αποδίδει με μεγαλύτερη ευχέρεια τους οικιστικούς όρους πόλισμα, πολίχνη, κώμη. Τους δυο δε τελευταίους χρησιμοποιεί αδιακρίτως, όταν αναφέρεται στην Ασίνη.

Από επιγραφικές μαρτυρίες, που είναι γνωστές βιβλιογραφικά μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι οι αργείτικες κώμες των ιστορικών χρόνων είναι περισσότερες από είκοσι. Αν βασισθουμε σε εξωτερικά κριτήρια, όπως κάποια σωζόμενη μέχρι τις μέρες μας ονοματολογική ομοιότητα, τότε θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε τη Λιμναία π.χ. στην ευρύτερη περιοχή του σημερινού χωριού Λίμνες στα ανατολικά της Πρόσυμνας. Το ξεπέρασμα όμως δυσκολιών, όπως της ακριβούς ταύτισης, είναι μεγάλο και εναπόκειται στα αποτελέσματα των μελλοντικών ανασκαφικών ερευνών.

Από τα στοιχεία απογραφής της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας αποδεικνύεται ότι οι θέσεις έχουν δεχθεί κατά καιρούς διαφορετικές ονομασίες, που σε μία τουλάχιστον από τις περιπτώσεις που θα μας απασχολήσουν το θέμα συνδέεται με σημαντική ιστορική και πολιτική φυσιογνωμία του νεοσύστατου μετά την Επανάσταση του 1821 Ελληνικού Κράτους. Στις μέρες μας είναι γνωστή με το όνομα Σπηλιωτάκη κοιλάδα αγροτική ανάμεσα στα βουνά Ζάβιτσα και Ψωριάρης δίπλα στο ποτάμι Ξοβριάς, που πηγάζει από τα ορεινά του Αχλαδόκαμπου, απέχει 7 χλμ. από τις πηγές της Λέρνας στους Μύλους και 5 χλμ, νοτιοδυτικά από το Κιβέρι. Το τοπωνύμιο συνδέεται με νεότερους ιστορικούς χρόνους και είναι άξιο μνείας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

ΚυπροΑργολικά | Χαράλαμπος Β. Κριτζάς2013, Epigraphy, Numismatics, Prosopography and History of Ancient Cyprus. Papers in Honour of Ino Nicolaou, (Demetrios Michaelides, ed.), Uppsala (2013), 213-225.


 

Κατά τα έτη 2000–2001 η Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων διενήργησε σωστική ανασκαφή στο μικρό οικόπεδο ιδιοκτησίας Ευαγγέλου Σμυρναίου, στην οδό Κορίνθου 48 στο Άργος, περίπου 200 μ. βορείως της κεντρικής πλατείας του Αγίου Πέτρου…

Epigraphy, Numismatics, Prosopography and History of Ancient Cyprus.

[…]   Η ανασκαφή αποκάλυψε, σε βάθος περίπου 3 μ. και κάτω από ποτάμιες προσχώσεις, τα πενιχρά λείψανα ενός δωματίου (για τοπογραφικό και κάτοψη της ανασκαφής. Κατά μήκος του κυρίου άξονά του υπήρχε μια σειρά από λίθινες θήκες, μεγάλα πήλινα αγγεία, καθώς και ένας χάλκινος λέβης (ή κρατήρας). Στα ίδια τα κείμενα οι λίθινες θήκες αποκαλούνται πέτροι (στον ενικό ὁ πέτρος) και τα αγγεία (ενδεχομένως μόνο το χάλκινο) λέκεα ( εν. τὸ λέκος). Όλα ήταν καλυμμένα με βαριές λίθινες πλάκες, που σε ορισμένες περιπτώσεις ζύγιζαν 1,5 τόννο. Μέσα περιείχαν χάλκινους ενεπίγραφους πίνακες, με οικονομικούς απολογισμούς και δοσοληψίες διαφόρων σωμάτων αρχόντων και επιτροπών. Βρέθηκαν περί τους 136 πίνακες, αλλά είναι βέβαιο ότι υπάρχουν και άλλες θήκες στα όμορα οικόπεδα…

Φαίνεται ότι οι θαμμένες στη γη θήκες και τα αγγεία αποτελούσαν ένα είδος πρωτόγονων θησαυροφυλακίων (θησαυρών). Μέσα εκεί φυλάσσονταν χρήματα και πολύτιμα μέταλλα και σκεύη του θησαυρού της Παλλάδος (Αθηνάς), παλιάς πολιούχου του Άργους, καθώς και της Ήρας, που την υποκατέστησε ως πολιούχος τον 5ο π.Χ. αιώνα. Εκτός από ρητές αναφορές στα ίδια τα κείμενα, ένα κομμάτι χρυσού σύρματος που βρέθηκε μέσα στον χάλκινο λέβητα, καθώς και πολυάριθμα ψηγμάτια χρυσού, υπό μορφή μικροσκοπικών κόκκων, συσσωματωμένων στην οξείδωση των χαλκών πινάκων, δεν αφήνουν αμφιβολία για τον χαρακτήρα των θηκών…

Εκτός από τις άφθονες πληροφορίες για την ιστορία, την τοπογραφία και τους θεσμούς του Άργους που παρέχουν τα νέα κείμενα, ιδιαίτερης σημασίας είναι και τα στοιχεία που μας δίνουν για το κύριο ιερό της Ήρας, το φημισμένο Ἡραῖον. Υπάρχουν απολογισμοί για την οικοδόμηση και τη διακόσμηση του νέου ναού της Ήρας, μετά την καταστροφή του παλιού ναού από φωτιά το 423 π.Χ., καθώς και για την κατασκευή του χρυσελεφάντινου αγάλματος της θεάς, που η παράδοση απέδιδε στον Αργείο γλύπτη Πολύκλειτο. Τα νέα κείμενα ενίσχυσαν μια παλιά πρόταση, να αποδοθεί το άγαλμα στον Πολύκλειτο τον Νεώτερο, που ήκμασε στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα.

Παράλληλα γίνεται λόγος για διάφορες δαπάνες που σχετίζονται με τους αγώνες προς τιμήν της Ήρας. Πρόκειται για τους πεντετηρικούς αγώνες με πανελλήνια φήμη, που από τον 5ο έως τον 3ο π.Χ αιώνα απεκαλούντο Ἑκατόμβουα (και με αυτή την ονομασία αναφέρονται στις νέες επιγραφές), από τον 3ο έως τον 1ο π.Χ. αιώνα Ἡραῖα και από τον 1ο π.Χ. έως τον 3ο μ.Χ. αιώνα Ἡ ἐξ Ἄργους ἀσπίς (Amandry 1980 και 1983). Η τελευταία ονομασία υποδηλώνει και τα βραβεία που δίνονταν στους νικητές. Στην τελευταία φάση ήταν οι περιζήτητες χάλκινες στρογγυλές αργειακές ασπίδες. Πριν όμως τα βραβεία ήταν διάφορα χάλκινα χρηστικά σκεύη, όπως υδρίες, λέβητες ή τρίποδες, όμοιοι με αυτόν που βρέθηκε στον λεγόμενο «τάφο του Φιλίππου» της Βεργίνας…

[…] Στο Άργος και γενικά στην κυρίως Ελλάδα δεν υπάρχουν μεταλλεία χαλκού και η εισαγωγή του γινόταν κυρίως από την Κύπρο. Είναι γνωστό το επίγραμμα στη βάση χαλκού τιμητικού ανδριάντα του βασιλιά της Σαλαμίνος της Κύπρου Νικοκρέοντος (βασ. 332–311 π.Χ.), που βρέθηκε στο Άργος.  Ο ανδριάντας είχε στηθεί από τους Αργείους σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τον χαλκό που έστειλε από τα πλούσια μεταλλεία του βασιλείου του ο Νικοκρέων, προκειμένου να κατασκευασθούν τα χάλκινα βραβεία, κυρίως ασπίδες, που θα δινόταν ως έπαθλα στους νικητές…

[…] Στο επίγραμμα η λέξη ἄεθλα, στην οποία θα αναφερθούμε εκτενέστερα, σημαίνει τα έπαθλα, τα βραβεία που έδιναν στους νικητές. Η ίδια όμως λέξη στον πληθυντικό σημαίνει και αυτούς καθ᾽ εαυτούς τους αγώνες. Πρόκειται φυσικά για ασυναίρετους τύπους των λέξεων ἆθλον, ἆθλα, που στις διαλεκτικές επιγραφές αναγράφονται ως hάFεθλον, hάFεθλα, με πλεοναστική δάσυνση και δίγαμμα μεταξύ των φωνηέντων. Οι τύποι των επιγραφών που φέρουν τα χάλκινα βραβεία είναι: Παρ᾿ Ηέρας Ἀργείας ἐμὶ τõν hαFέθλον (Είμαι από τους αγώνες της Ήρας του Άργους) ή Παρ᾿ Ηέρας Ἀργείας ἐμὶ hάFεθλον (Είμαι βραβείο από την Ήρα του Άργους).

Στα νέα κείμενα υπάρχουν πολλές αναφορές στους αγώνες της Ήρας του Άργους, που πλουτίζουν το σχετικό λεξιλόγιο και μας δίνουν ενδεικτικές πληροφορίες για το κόστος της προετοιμασίας των αγώνων και των βραβείων. Μπορούμε έτσι έμμεσα να εκτιμήσομε περίπου το ύψος της δωρεάς του Νικοκρέοντος.

Η κρατική αρχή που είχε την ευθύνη της προετοιμασίας των αγώνων και της διεξαγωγής τους ήταν οι τέσσερεις hαFεθλοθέται (= ἀθλοθέται), ένας από κάθε φυλή του Άργους, που ήταν ως γνωστόν οι Ὑλλέες, οι Παμφύλαι Πάμφυλοι), οι Δυμᾶνες και οι Ὑρνάθιοι. Τους hαFεθλοθέτας πλαισίωναν δύο γροφεῖς (= γραμματεῖς).

Τα έξοδα των αγώνων καλύπτονταν από το ταμείο του ιερού, στο οποίο συγκεντρώνονταν χρήματα από διάφορες πηγές. Ενδεικτικά αναφέρομε τα έσοδα από την ενοικίαση των ιερών και δημοσίων γαιών, τους τόκους από χρήματα που δάνειζε το ιερό, τη δεκάτη που ανετίθετο στην Ήρα από διάφορα προϊόντα ή λάφυρα πολέμου, τα χρήματα από την πώληση περιουσιών που κατασχέθηκαν, τα έσοδα από τα ιερά κοπάδια, τα ποσά από πάσης φύσεως πρόστιμα, καθώς και χρήματα από προσφορές των πιστών…

 

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Κυπρο-Αργολικά

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Οι τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία – Εμμανουήλ Ξάνθος και Παναγιωτάκης Καραγιάννης | Βασίλης Παναγιωτόπουλος,  Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών, «Ο Ερανιστής», τόμος Β’, Αθήνα, 1964.


 

Φιλικός, Εμμανουήλ Ξάνθος εκ Πάτμου, Ελληνικά Γραμματόσημα,1947.

Η μύηση του Εμμανουήλ Ξάνθου στον τεκτονισμό είναι γνωστή από πληροφορία του ίδιου, διατυπωμένη μάλιστα με μια τάση έξαρσης του γεγονότος, στα Απομνημονεύματά του. Στο σημείο που κάνει λόγο για τις προεπαναστατικές εμπορικές δραστηριότητές του, μιλώντας σε τρίτο πρόσωπο, γράφει: «Απήλθεν κατά τας αρχάς του 1813 εις την Πρέβεζαν δι’ αγοράν λαδιών· εκείθεν διέβη εις Ιωάννινα … μεταβάς ακολούθως εις την Αγίαν Μαύραν, διά παρακινήσεως φίλου του τινός Παναγιωτάκη Καραγιάννη εισήχθη εις την εταιρίαν των Ελευθέρων Κτιστών (Μασόνων)».

Δεν είναι η πρώτη φορά που κάνει λόγο για την ιδιότητά του αυτή ο Ξάνθος. Πριν εκδώσει τα Απομνημονεύματά του είχε γράψει δύο εκθέσεις για τη «φιλική» του δράση, που κυκλοφόρησαν τότε σε ορισμένους κύκλους χειρόγραφες. Η πρώτη σε τύπο επιστολιμαίας διατριβής, γραμμένη στα 1835, δημοσιεύτηκε στα 1901 από τον Δ. Καμπούρογλου.

Μιλώντας ο Ξάνθος για τις συναντήσεις του με τον Τσακάλωφ και τον Σκουφά, το 1814 στην Οδησσό, γράφει: «Απεφάσισαν λοιπόν αυτοί οι φίλοι να σχεδιάσωσι τους κανόνας ταύτης της εταιρείας, την οποίαν και Εταιρείαν των Φιλικών ωνόμασαν, δανεισθέντες πολλούς κανόνας από την Εταιρίαν των Φραγκ-Μασόνων, εις ην ο Ξάνθος προ τίνος χρόνου είχεν έμβει ευρεθείς εις μίαν της Επτανήσου Πολιτείας νήσον»

Η δεύτερη έκθεση, γραμμένη την 1 ’Οκτωβρίου 1837 και δημοσιευμένη στα 1931 από τον A. Α. Παπανδρέου, είναι αναλυτικότερη και, ως προς την διατύπωση και το περιεχόμενο, πολύ κοντά στα Απομνημονεύματά του. Και εδώ ο Ξάνθος μιλάει με σαφήνεια και ακρίβεια για την μύησή του στον τεκτονισμό: «απήλθεν… κατά τας αρχάς του 1813 εις την Πρέβεζαν και Ιωάννινα δι’ εμπορικάς υποθέσεις. Εκείθεν δε διαβάς εις Αγίαν Μαύραν, μίαν των Ιονικών νήσων, εισήχθη εις την εκεί υπάρχουσαν τότε εταιρίαν των Ελευθέρων Κτίστων, ων δε ιδεών ελευθέρων και πνέων πάντοτε μίσος κατά της τουρκικής τυραννίας, αμέσως συνέλαβε την ιδέαν να ενεργήση μίαν μυστικήν εταιρίαν κατά τους κανονισμούς ταύτης των Κτίστων … διά να ενεργήσωσιν, ευκαιρίας τυχούσης, την απελευθέρωσιν της πατρίδος».

Στην συνέχεια επαναλαμβάνει όσα γράφει και στην πρώτη έκθεση για την ίδρυση της Φιλικής στην ’Οδησσό το 1814: «Εκοινοποίησεν εις αυτούς τους φίλους του [Σκουφά, Τσακάλωφ] την ιδέαν του περί συστάσεως μιας εταιρείας, φανερώσας αυτοίς και την είσοδον του εις την των Κτίστων, τινα των σημείων τούτων όσα εδύναντο να προσαρμοσθώσιν εις αυτήν κοινοποιήσας …».

Εκτός από τα παραπάνω, δ Ξάνθος μιλάει και σε άλλα σημεία των Απομνημονευμάτων και των εκθέσεών του για την τεκτονική του ιδιότητα. Ακόμη δεν παραλείπει να φανερώνει την ιδιότητά του αυτή κάθε φορά που υπογράφει ένα έγγραφο ή μια επιστολή, τοποθετώντας μπροστά από το όνομά του τα σύμβολα του τεκτονικού του βαθμού, όπως συνήθιζαν τότε οι τέκτονες: τρείς διαδοχικές τελείες μέσα σ’ ένα γραμμικό σύμπλεγμα ή μέσα σε δύο παράλληλες μικρές ευθείες.

Δεν είναι χωρίς σημασία οι αλλεπάλληλες αυτές αναφορές του Ξάνθου, αν υπολογίσουμε μάλιστα ότι και όταν έβγαζε τα Απομνημονεύματά του (1845) και λίγα χρόνια πριν, όταν έγραφε τις δυο εκθέσεις του (1835, 1837), ο εταιρισμός γενικά, άλλα και ειδικότερα ο τεκτονισμός, αποτελούσαν μη κανονικές δραστηριότητες. Οι τέκτονες του καιρού του δεν έκρυβαν βέβαια την τεκτονική τους ιδιότητα, ήταν όμως φαινόμενο ασυνήθιστο η προβολή και η με κάθε τρόπο κοινολόγηση της ιδιότητας αυτής. Στη συνέχεια θα φανεί το αιτιολογικό της αντίθετης συμπεριφοράς του Ξάνθου.

Ο τεκτονικός χαρακτήρας της Φιλικής Εταιρείας, όταν μετά την επανάσταση άρχισε να γίνεται λόγος πάλι γι’ αυτήν, ήταν παραδεκτός και αδιαφιλονίκητος. Ο Ι. Φιλήμων στο Δοκίμιό του για την Φιλική ‘Εταιρεία (1834), γράφει για τον οργανισμό της τα παρακάτω, τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από κανένα την εποχή που γράφτηκαν: «Οι αυτουργοί του εδανείσθησαν κανόνας πολλούς από την εταιρίαν των Μασσόνων, και τους εφήρμοσαν επιτηδείως εις το πνεύμα και τα πάθη του έθνους. Ήτο διά τούτο ηθικώτατος και προβλεπτικώτατος ως προς όλα τα στοιχεία της συντηρήσεως και της προόδου του Συστήματος».

Ο Φιλήμων, τέκτονας ο ίδιος την εποχή που έγραφε αυτά, ήταν σε θέση να γνωρίζει ως ποιο σημείο έφθανε η σχέση τεκτονισμού και Φιλικής. Δεν ήταν βέβαια φιλικός, άλλα γράφοντας για τη Φιλική Εταιρεία είχε αποκτήσει πλήρη συνείδηση της δραστηριότητας και των μεθόδων των φιλικών, κι έτσι η έλλειψη της προσωπικής εμπειρίας είχε αντισταθμιστεί από τις σχετικές γνώσεις.

Ο Ξάνθος, στηριγμένος στην καθολική αναγνώριση του τεκτονικού χαρακτήρα του οργανισμού της Φιλικής Εταιρείας, έρχεται με την έξαρση της τεκτονικής του ιδιότητας να υποδηλώσει διακριτικά, αλλά και αναντίρρητα, τη θέση του σαν συνιδρυτή της Εταιρείας, θέση που είχε κλονιστεί από τις ειλικρινείς καθώς φαίνεται, αλλά βασισμένες σε ασύνδετες γνώσεις, πληροφορίες του Αναγνωστόπουλου, όπως αυτές είχαν διοχετευτεί στο «Δοκίμιον περί της Φιλικής Εταιρείας» του Φιλήμονος και όπως θα κυκλοφορούσαν, υποθέτω, προφορικά στην Αθήνα της εποχής.

Για μύηση στον τεκτονισμό των άλλων συνιδρυτών της Εταιρείας δεν είχε γίνει λόγος. Η σχέση του Τσακάλωφ με τον κύκλο του Ζαλίκογλου και το «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον» του Παρισιού δεν μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι ήταν τέκτονας, αλλά ούτε και για τον Σκουφά διατυπώθηκε τέτοια άποψη.

Στο συμφωνητικό μάλιστα που υπογράψανε στις 22 Σεπτ. 1818 στην Κωνσταντινούπολη οι Τσακάλωφ, Αναγνωστόπουλος, Σέκερης και Ξάνθος, ενώ ο τελευταίος τοποθετεί μπρος από την υπογραφή του τα σύμβολα του τεκτονικού του βαθμού, οι άλλοι υπογράφουν χωρίς κανένα διακριτικό. Η τεκτονική ιδιότητα του Ξάνθου, σε αντιδιαστολή με τον συνιδρυτή του 1814 Τσακάλωφ και τους συναρχηγούς του 1818, εκφράζεται εύγλωττα ατό έγγραφο αυτό. Άλλα και μια άλλη πληροφορία του Ξάνθου, γραμμένη μάλιστα σε χρόνο που μπορούσε εύκολα να την αναιρέσει κανείς (1837), λύνει οριστικά το πρόβλημα της πατρότητας των τεκτονικών στοιχείων στον οργανισμό της Φιλικής:«εις δε την Εταιρίαν των Κτίστων, άλλος παρά τον Ξάνθον δεν ήτο μεμυημένος»  γράφει ο ίδιος…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Οι τέκτονες και η Φιλική Εταιρεία. Εμμ. Ξάνθος και Παν. Καραγιάννης

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Κοινωνία, κοινότητα και συγκρότηση ταυτοτήτων στο Βενετοκρατούμενο Ναύπλιο δυο εποχών (1389-1540, 1686-1715) – Αναστασία Παπαδιά – Λάλα, Καθηγήτρια Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Ανακοίνωση στο Επιστημονικό Συμπόσιο «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015», 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά – Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Η μακραίωνη ιστορία του Ναυπλίου σηματοδοτείται από το βενετικό του παρελθόν, με τα άυλα και τα ορατά του ίχνη στη θετική τους ενσωμάτωση στη διαχρονική παράδοση της πόλης και τη συλλογική μνήμη, στις μνημειώδεις φρουριακές κατασκευές, στην ιδιαίτερη πολεοδομική οργάνωση, στα ξεχωριστά εκκλησιαστικά και κοσμικά κτίσματα. Το βενετικό αυτό παρελθόν συχνά προσλαμβάνεται ως ενιαία ιστορική κατηγορία, καθ’ υπέρβαση των δύο διακριτών περιόδων της βενετοκρατίας – πρώτης και δεύτερης –, με τα συστατικά κοινά στοιχεία τους αλλά και τις ισχυρές τους διαφοροποιήσεις στο πλαίσιο διαφορετικών ιστορικών συγκυριών.

Στην παρούσα μελέτη θα επιχειρηθεί μια συνθετική – συγκριτική παρουσίαση των δύο βενετοκρατιών στο Ναύπλιο, με άξονα τον παγιωμένο στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές θεσμό της αστικής κοινότητας· δηλαδή, το κατά τόπους υπέρτερο συλλογικό όργανο που αντιπροσώπευε τους εγχώριους πληθυσμούς ενώπιον των βενετικών αρχών και είχε ως μέλη κοινωνικά επιφανείς κατοίκους κάθε κτήσης, με υπερέχοντα «αστικά» χαρακτηριστικά (εντοπιότητα, διαμονή στην πόλη, γέννηση από νόμιμο γάμο, μη άσκηση χειρωνακτικής τέχνης, ήθος), οι οποίοι έφεραν εκ της συμμετοχής τους στην κοινότητα την κοινωνική ιδιότητα του ευγενούς ή πολίτη και συμμετείχαν κατ’ αποκλειστικότητα στην άσκηση της τοπικής διοίκησης.

Η πρώτη βενετοκρατία στο Ναύπλιο εκτείνεται από το 1389, με την παραχώρηση της περιοχής του στη Βενετία από την τελευταία «κυρία» του Μαρία d’ Enghien, μετά από δύο σχεδόν αιώνες φραγκοκρατίας, έως και το 1540, όταν, στο πλαίσιο του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου, οι Βενετοί απώλεσαν τις τελευταίες πελοποννησιακές κτήσεις τους, Ναύπλιο και Μονεμβασία.

 

Vincenzo Maria Coronelli. Napoli Di Romania, 1686.

 

Το 1389, χάρη στην ειρηνική τους παράδοση, οι κάτοικοι του Ναυπλίου απέσπασαν από τη Βενετία την επικύρωση των «αρχαίων προνομίων» και των «τοπικών συνηθειών», ενώ η ορθόδοξη Εκκλησία λειτούργησε ομαλά, παράλληλα προς την υπέρτερη λατινική, με επικεφαλής έναν «πρωτοπαπά». Η ευρύτερη περιοχή διαχωρίστηκε στην ύπαιθρο και στην προστατευμένη με τείχη και το ισχυρό φρούριο της Ακροναυπλίας πόλη, έδρα της βενετικής διοίκησης και της λατινικής Επισκοπής, σημαντικό κέντρο του βενετικού εμπορίου, με αξιόλογο λιμάνι και μια ζωντανή εμπορική συνοικία. Η ασφάλεια και οι οικονομικές ευκαιρίες συνέβαλαν στη δημογραφική ακμή. Το 1529, στην περιοχή αναφέρονται 13.299 κάτοικοι, ικανό τμήμα των οποίων διέμεναν στην πόλη. Αριθμητικά υπερείχαν οι Έλληνες ορθόδοξοι, ωστόσο μαρτυρούνται επίσης Δυτικοί – απόγονοι της παλαιάς φραγκικής αριστοκρατίας, έμποροι, κληρικοί και μοναχοί –, Αλβανοί στρατιώτες – καλλιεργητές και εβραίοι. Η κοινωνική υπεροχή συνδεόταν με το ισχύον από τη φραγκική περίοδο φεουδαρχικό σύστημα, που μετά το 1421 λειτουργούσε με βάση τον φεουδαρχικό κώδικα των «Ασσιζών της Ρωμανίας». Στην πόλη κατοικούσαν γαιοκτήμονες, επιδιδόμενοι και στο εμπόριο, εμπορευόμενοι, που, αντιστρόφως, επένδυαν τον σωρευμένο πλούτο τους στην αγορά γης, υπάλληλοι, στρατιωτικοί, ιερείς, γιατροί, δάσκαλοι, μικρέμποροι, τεχνίτες, εργάτες. Στον αντίποδα του αστικού κόσμου βρίσκονταν ακτήμονες αγρότες, κυρίως Έλληνες αλλά και Αλβανοί.

Κύριο αντιπροσωπευτικό όργανο των εγχωρίων υπήρξε η «πιστοτάτη και αξιοσέβαστη» κοινότητα (fidelis/fidelissima/spectabel universitas, università, comunitas, comunità), με μέλη όλους τους κατοίκους της πόλης, Λατίνους και Έλληνες. Ωστόσο, εξαρχής ισχυρός, καίτοι άτυπος, υπήρξε ο κοινωνικός διαχωρισμός τους α) στους «πρωτεύοντες» ή «ευγενείς πολίτες» (primarii ή nobeli cittadini) / «ευγενείς της περιοχής» (nobeli gentilhuomini della terra / del luogo), με οικογενειακή αρχαιότητα, γαιοκτησία, πλούτο και κύρος, και β) στον κατώτερο «λαό» (popolari-populani).

Εντατική, αλλά τελικά ανολοκλήρωτη, υπήρξε η προσπάθεια των ολιγάριθμων «πολιτών»/«ευγενών» να αποκλείσουν από την κοινότητα και επίσημα τους μη επί μακρόν κατοικούντες στην περιοχή «ξένους» και τους ασκού­ντες χειρωνακτικά επαγγέλματα «ποπολάρους». Παρατηρείται, επομένως, και στην περίπτωση του Ναυπλίου, όπως και στον υπόλοιπο ελληνοβενετικό κόσμο, η τάση υιοθέτησης των κριτηρίων της εντοπιότητας και της μη άσκη­σης μηχανικής τέχνης.

Η κοινότητα είχε το προνόμιο αποστολής πρεσβειών στη Βενετία με εκλεγμένους πρέσβεις, μέλη εξεχουσών οικογενειών. Πρωταρχικό αίτημά της ήταν η κοινωνική κάθαρση και ο αριθμητικός περιορισμός της, από την άλλη όμως ασκούσε ευρύτερο αυτοδιοικητικό ρόλο, με σημαντικές παρεμβάσεις (καταγγελίες για κακοδιοίκηση Βενετών αξιωματούχων ή μέριμνα για ζητήματα όπως η σιτάρκεια και η λειτουργία της Σιταποθήκης, η ενοικίαση και η είσπραξη των φόρων, η ευνοϊκή φορολογία για τους εγχωρίους, η οργάνωση της δικαιοσύνης, η προστασία της αλιείας και των φτωχών ψαράδων από τις αυθαιρεσίες έφιππων ανδρών των Βενετών διοικητών, ακόμη και η αντιμετώπιση της βλασφημίας). Παράλληλα, η κοινότητα εμφάνιζε φιλοβενετική ιδε­ολογία, έχοντας ταυτίσει την τύχη της με τη βενετική εξουσία, και, ανήσυχη για την τουρκική επεκτατικότητα, απαιτούσε τη λήψη αμυντικών μέτρων (ενίσχυση των οχυρώσεων, των στρατιωτικών δυνάμεων και των πολεμοφοδίων, οικονομικά κίνητρα για τους στρατιώτες, πρόνοια για την ύδρευση).

Σταδιακά, η κοινότητα απέκτησε σημαίνοντα ρόλο στην τοπική διοίκηση και από τους κόλπους της εκλέγονταν διάφοροι αξιωματούχοι και υπάλληλοι: τρεις πρωτοβάθμιοι δικαστές, αγορανόμοι, διοικητής της Σιταποθήκης, δημόσιος γιατρός.

Η κοινότητα του Ναυπλίου λειτούργησε στο μεταίχμιο δύο εποχών και, παρά τις σαφείς τάσεις αποκλεισμών, η μετεξέλιξή της σε κλειστό κοινοτικό όργανο δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Από την άλλη, η κοινότητα αποτέλεσε παράγοντα νέων διαχωριστικών γραμμών μεταξύ πόλης – υπαίθρου, με αντανάκλαση και στο ιδεολογικό πεδίο. Οι κάτοικοι εντός της πόλεως του Ναυπλίου, και μάλιστα οι επιφανείς, εμφάνισαν αντιοθωμανική στάση και κατά τον τρίτο βενετοτουρκικό πόλεμο αγωνίσθηκαν στο πλευρό της Βενετίας· σε αντίθεση δε με τους αγροτικούς πληθυσμούς, μετά τη λήξη του πολέμου, το 1540, πολλοί ήταν οι διασωθέντες που ακολούθησαν τους Βενετούς σε άλλες βενετικές κτήσεις και στην Ιταλία.

Το 1686, κατά τον έκτο βενετοτουρκικό πόλεμο, μετά από ενάμιση αιώνα οθωμανικής κυριαρχίας, το ισοπεδωμένο από τις πολεμικές συγκρούσεις Ναύπλιο επανερχόταν στη βενετική εξουσία, με την ευμενή αποδοχή των χριστιανών και την αναγκαστική αποχώρηση των μουσουλμάνων. Το γεγονός εντασσόταν στο πλαίσιο μιας μεγάλης πολεμικής επιχείρησης, απρόσμενα επιτυχημένης για τη συρρικνωμένη μετά την απώλεια της Κρήτης Βενετία, που κατέληξε στην ενσωμάτωση στο βενετικό κράτος, για πρώτη φορά στην ιστορία της, ολόκληρης της Πελοποννήσου. Το Ναύπλιο ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του Regno di Morea και, σε μια περίπου δεκαετία, η πόλη είχε ανοικοδομηθεί, ο πληθυσμός της ανερχόταν στους 6.548 κατοίκους, οι εμπορικές δραστηριότητες αναπτύσσονταν και το αμυντικό σύστημα ενισχύθηκε, με αποκορύφωμα την οχύρωση του Παλαμηδίου, στα τελευταία χρόνια της βενε­τικής κυριαρχίας, ενώ ήδη από τον Απρίλιο του 1687 στον χώρο λειτουργούσε αστική κοινότητα με πρότυπο το κοινοτικό παράδειγμα των ιόνιων νησιών…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Κοινωνία, κοινότητα και συγκρότηση ταυτοτήτων στο Βενετοκρατούμενο Ναύπλιο δυο εποχών (1389-1540, 1686-1715)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »