Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ψηφιακές Συλλογές’ Category

Κοινωνία, κοινότητα και συγκρότηση ταυτοτήτων στο Βενετοκρατούμενο Ναύπλιο δυο εποχών (1389-1540, 1686-1715) – Αναστασία Παπαδιά – Λάλα, Καθηγήτρια Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών. Ανακοίνωση στο Επιστημονικό Συμπόσιο «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015», 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά – Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Η μακραίωνη ιστορία του Ναυπλίου σηματοδοτείται από το βενετικό του παρελθόν, με τα άυλα και τα ορατά του ίχνη στη θετική τους ενσωμάτωση στη διαχρονική παράδοση της πόλης και τη συλλογική μνήμη, στις μνημειώδεις φρουριακές κατασκευές, στην ιδιαίτερη πολεοδομική οργάνωση, στα ξεχωριστά εκκλησιαστικά και κοσμικά κτίσματα. Το βενετικό αυτό παρελθόν συχνά προσλαμβάνεται ως ενιαία ιστορική κατηγορία, καθ’ υπέρβαση των δύο διακριτών περιόδων της βενετοκρατίας – πρώτης και δεύτερης –, με τα συστατικά κοινά στοιχεία τους αλλά και τις ισχυρές τους διαφοροποιήσεις στο πλαίσιο διαφορετικών ιστορικών συγκυριών.

Στην παρούσα μελέτη θα επιχειρηθεί μια συνθετική – συγκριτική παρουσίαση των δύο βενετοκρατιών στο Ναύπλιο, με άξονα τον παγιωμένο στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές θεσμό της αστικής κοινότητας· δηλαδή, το κατά τόπους υπέρτερο συλλογικό όργανο που αντιπροσώπευε τους εγχώριους πληθυσμούς ενώπιον των βενετικών αρχών και είχε ως μέλη κοινωνικά επιφανείς κατοίκους κάθε κτήσης, με υπερέχοντα «αστικά» χαρακτηριστικά (εντοπιότητα, διαμονή στην πόλη, γέννηση από νόμιμο γάμο, μη άσκηση χειρωνακτικής τέχνης, ήθος), οι οποίοι έφεραν εκ της συμμετοχής τους στην κοινότητα την κοινωνική ιδιότητα του ευγενούς ή πολίτη και συμμετείχαν κατ’ αποκλειστικότητα στην άσκηση της τοπικής διοίκησης.

Η πρώτη βενετοκρατία στο Ναύπλιο εκτείνεται από το 1389, με την παραχώρηση της περιοχής του στη Βενετία από την τελευταία «κυρία» του Μαρία d’ Enghien, μετά από δύο σχεδόν αιώνες φραγκοκρατίας, έως και το 1540, όταν, στο πλαίσιο του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου, οι Βενετοί απώλεσαν τις τελευταίες πελοποννησιακές κτήσεις τους, Ναύπλιο και Μονεμβασία.

 

Vincenzo Maria Coronelli. Napoli Di Romania, 1686.

 

Το 1389, χάρη στην ειρηνική τους παράδοση, οι κάτοικοι του Ναυπλίου απέσπασαν από τη Βενετία την επικύρωση των «αρχαίων προνομίων» και των «τοπικών συνηθειών», ενώ η ορθόδοξη Εκκλησία λειτούργησε ομαλά, παράλληλα προς την υπέρτερη λατινική, με επικεφαλής έναν «πρωτοπαπά». Η ευρύτερη περιοχή διαχωρίστηκε στην ύπαιθρο και στην προστατευμένη με τείχη και το ισχυρό φρούριο της Ακροναυπλίας πόλη, έδρα της βενετικής διοίκησης και της λατινικής Επισκοπής, σημαντικό κέντρο του βενετικού εμπορίου, με αξιόλογο λιμάνι και μια ζωντανή εμπορική συνοικία. Η ασφάλεια και οι οικονομικές ευκαιρίες συνέβαλαν στη δημογραφική ακμή. Το 1529, στην περιοχή αναφέρονται 13.299 κάτοικοι, ικανό τμήμα των οποίων διέμεναν στην πόλη. Αριθμητικά υπερείχαν οι Έλληνες ορθόδοξοι, ωστόσο μαρτυρούνται επίσης Δυτικοί – απόγονοι της παλαιάς φραγκικής αριστοκρατίας, έμποροι, κληρικοί και μοναχοί –, Αλβανοί στρατιώτες – καλλιεργητές και εβραίοι. Η κοινωνική υπεροχή συνδεόταν με το ισχύον από τη φραγκική περίοδο φεουδαρχικό σύστημα, που μετά το 1421 λειτουργούσε με βάση τον φεουδαρχικό κώδικα των «Ασσιζών της Ρωμανίας». Στην πόλη κατοικούσαν γαιοκτήμονες, επιδιδόμενοι και στο εμπόριο, εμπορευόμενοι, που, αντιστρόφως, επένδυαν τον σωρευμένο πλούτο τους στην αγορά γης, υπάλληλοι, στρατιωτικοί, ιερείς, γιατροί, δάσκαλοι, μικρέμποροι, τεχνίτες, εργάτες. Στον αντίποδα του αστικού κόσμου βρίσκονταν ακτήμονες αγρότες, κυρίως Έλληνες αλλά και Αλβανοί.

Κύριο αντιπροσωπευτικό όργανο των εγχωρίων υπήρξε η «πιστοτάτη και αξιοσέβαστη» κοινότητα (fidelis/fidelissima/spectabel universitas, università, comunitas, comunità), με μέλη όλους τους κατοίκους της πόλης, Λατίνους και Έλληνες. Ωστόσο, εξαρχής ισχυρός, καίτοι άτυπος, υπήρξε ο κοινωνικός διαχωρισμός τους α) στους «πρωτεύοντες» ή «ευγενείς πολίτες» (primarii ή nobeli cittadini) / «ευγενείς της περιοχής» (nobeli gentilhuomini della terra / del luogo), με οικογενειακή αρχαιότητα, γαιοκτησία, πλούτο και κύρος, και β) στον κατώτερο «λαό» (popolari-populani).

Εντατική, αλλά τελικά ανολοκλήρωτη, υπήρξε η προσπάθεια των ολιγάριθμων «πολιτών»/«ευγενών» να αποκλείσουν από την κοινότητα και επίσημα τους μη επί μακρόν κατοικούντες στην περιοχή «ξένους» και τους ασκού­ντες χειρωνακτικά επαγγέλματα «ποπολάρους». Παρατηρείται, επομένως, και στην περίπτωση του Ναυπλίου, όπως και στον υπόλοιπο ελληνοβενετικό κόσμο, η τάση υιοθέτησης των κριτηρίων της εντοπιότητας και της μη άσκη­σης μηχανικής τέχνης.

Η κοινότητα είχε το προνόμιο αποστολής πρεσβειών στη Βενετία με εκλεγμένους πρέσβεις, μέλη εξεχουσών οικογενειών. Πρωταρχικό αίτημά της ήταν η κοινωνική κάθαρση και ο αριθμητικός περιορισμός της, από την άλλη όμως ασκούσε ευρύτερο αυτοδιοικητικό ρόλο, με σημαντικές παρεμβάσεις (καταγγελίες για κακοδιοίκηση Βενετών αξιωματούχων ή μέριμνα για ζητήματα όπως η σιτάρκεια και η λειτουργία της Σιταποθήκης, η ενοικίαση και η είσπραξη των φόρων, η ευνοϊκή φορολογία για τους εγχωρίους, η οργάνωση της δικαιοσύνης, η προστασία της αλιείας και των φτωχών ψαράδων από τις αυθαιρεσίες έφιππων ανδρών των Βενετών διοικητών, ακόμη και η αντιμετώπιση της βλασφημίας). Παράλληλα, η κοινότητα εμφάνιζε φιλοβενετική ιδε­ολογία, έχοντας ταυτίσει την τύχη της με τη βενετική εξουσία, και, ανήσυχη για την τουρκική επεκτατικότητα, απαιτούσε τη λήψη αμυντικών μέτρων (ενίσχυση των οχυρώσεων, των στρατιωτικών δυνάμεων και των πολεμοφοδίων, οικονομικά κίνητρα για τους στρατιώτες, πρόνοια για την ύδρευση).

Σταδιακά, η κοινότητα απέκτησε σημαίνοντα ρόλο στην τοπική διοίκηση και από τους κόλπους της εκλέγονταν διάφοροι αξιωματούχοι και υπάλληλοι: τρεις πρωτοβάθμιοι δικαστές, αγορανόμοι, διοικητής της Σιταποθήκης, δημόσιος γιατρός.

Η κοινότητα του Ναυπλίου λειτούργησε στο μεταίχμιο δύο εποχών και, παρά τις σαφείς τάσεις αποκλεισμών, η μετεξέλιξή της σε κλειστό κοινοτικό όργανο δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Από την άλλη, η κοινότητα αποτέλεσε παράγοντα νέων διαχωριστικών γραμμών μεταξύ πόλης – υπαίθρου, με αντανάκλαση και στο ιδεολογικό πεδίο. Οι κάτοικοι εντός της πόλεως του Ναυπλίου, και μάλιστα οι επιφανείς, εμφάνισαν αντιοθωμανική στάση και κατά τον τρίτο βενετοτουρκικό πόλεμο αγωνίσθηκαν στο πλευρό της Βενετίας· σε αντίθεση δε με τους αγροτικούς πληθυσμούς, μετά τη λήξη του πολέμου, το 1540, πολλοί ήταν οι διασωθέντες που ακολούθησαν τους Βενετούς σε άλλες βενετικές κτήσεις και στην Ιταλία.

Το 1686, κατά τον έκτο βενετοτουρκικό πόλεμο, μετά από ενάμιση αιώνα οθωμανικής κυριαρχίας, το ισοπεδωμένο από τις πολεμικές συγκρούσεις Ναύπλιο επανερχόταν στη βενετική εξουσία, με την ευμενή αποδοχή των χριστιανών και την αναγκαστική αποχώρηση των μουσουλμάνων. Το γεγονός εντασσόταν στο πλαίσιο μιας μεγάλης πολεμικής επιχείρησης, απρόσμενα επιτυχημένης για τη συρρικνωμένη μετά την απώλεια της Κρήτης Βενετία, που κατέληξε στην ενσωμάτωση στο βενετικό κράτος, για πρώτη φορά στην ιστορία της, ολόκληρης της Πελοποννήσου. Το Ναύπλιο ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα του Regno di Morea και, σε μια περίπου δεκαετία, η πόλη είχε ανοικοδομηθεί, ο πληθυσμός της ανερχόταν στους 6.548 κατοίκους, οι εμπορικές δραστηριότητες αναπτύσσονταν και το αμυντικό σύστημα ενισχύθηκε, με αποκορύφωμα την οχύρωση του Παλαμηδίου, στα τελευταία χρόνια της βενε­τικής κυριαρχίας, ενώ ήδη από τον Απρίλιο του 1687 στον χώρο λειτουργούσε αστική κοινότητα με πρότυπο το κοινοτικό παράδειγμα των ιόνιων νησιών…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Κοινωνία, κοινότητα και συγκρότηση ταυτοτήτων στο Βενετοκρατούμενο Ναύπλιο δυο εποχών (1389-1540, 1686-1715)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αρχειακές Μαρτυρίες για το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου, 14ος-15ος αι. – Αγγελική Τζαβάρα, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Το 1459 o καρδινάλιος Βησσαρίων, σε επιστολή του στον Φραγκισκανό μοναχό (και άγιο) Jacobo della Marchia, αναφέρει μεταξύ των προϊόντων της Πελοποννήσου και τη σταφίδα. O ταξιδιώτης – συμβολαιογράφος Nicolò da Martoni μαρτυρεί την καλή ποιότητα της σταφίδας και των σύκων από την Κόρινθο, που έφαγε μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Πρόκειται για δύο μαρτυρίες γνωστών προσώπων της εποχής, που γνώριζαν τη σπουδαιότητα της παραγωγής για την οικονομία της περιοχής και αναγνώριζαν και γεύονταν την καλή σταφίδα. Για να φτάσει το προϊόν αυτό της πελοποννησιακής γης στο τραπέζι των καλοφαγάδων της Ρωμανίας, της Βενετίας και της υπόλοιπης Ευρώπης, αγρότες και έμποροι εργάζονταν ο καθένας για το δικό του όφελος.

Στη μελέτη αυτή εξετάζονται αρχειακές μαρτυρίες σχετικά με το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου κατά την πρώιμη πρώτη βενετοκρατία. Σε μερικές περιπτώσεις συνεξετάζεται το εμπόριο της σταφίδας και των ξερών σύκων της Κορίνθου, αφού η εκμετάλλευση των προϊόντων των δύο αυτών περιοχών αφορούν στην εμπορική στρατηγική ορισμένων βενετικών εταιρειών.

Portrait of Nerio I Acciaioli, first Florentine Duke of Athens.

Προσωπογραφία του Νέριου Α΄Ατζαγιόλι (Nerio I Acciaioli) πρώτου φλωρεντινού δούκα των Αθηνών.

Οι Λατίνοι κατακτητές της χερσονήσου άρχισαν ενωρίς να εκμεταλλεύονται τα προϊόντα της πελοποννησιακής υπαίθρου. Η σταφίδα παραγόταν κυρίως στην περιοχή της Κορίνθου, του Άργους και του Ναυπλίου. Για την κορινθιακή σταφίδα έχουμε πληροφορίες από διάφορα έγγραφα. Ήδη από τον 13ο αι. γνωρίζουμε ότι εξαγόταν στο Βασίλειο της Σικελίας, για λογαριασμό της ανδεγαυικής αυλής. Στις 11 Μαρτίου 1270 είχαν αποθηκευτεί για λογαριασμό της 650 λίβρες κορινθιακής σταφίδας σε βαρέλια. Έγγραφα σχετικά με την αγροτική παραγωγή, όπως οι λογαριασμοί των περιοχών της Πελοποννήσου, που ανήκαν στη φλωρεντινή οικογένεια των Acciaiuoli του 14ου αι., επιβεβαιώνουν την παραγωγή σταφίδας και ξηρών σύκων στην καστελλανία της Κορίνθου. Αναφέρονται συγκεκριμένα οι περιοχές Άγιος Βασίλειος και Βασιλικά. Το 1400, κατά τη συγκέντρωση μαρτυριών για τη γνωστή δίκη του Ιωάννη Cremolisi κατά του Carlo Tocco και της συζύγου του Francesca Acciaiuoli [Φραγκίσκα Ατσαγιόλι], θυγατέρας και κληρονόμου του κυρίου της Κορίνθου Neriο Acciaiuoli, ο αποθηκάριος Andrea de Massa και ο εβραίος Abraam Calomiti, tunc ponderator της σταφίδας και των σύκων του Neriο, δήλωναν ότι το 1394 η παραγωγή ανερχόταν στους 1.000 σάκους σταφίδας και 400 σάκους σύκων. Στα παραπάνω μπορούμε να προσθέσουμε και ορισμένες άδειες εκμετάλλευσης της σταφίδας, που δόθηκαν από τους ιππότες του Αγίου Ιωάννη σε ιδιώτες, κατά την περίοδο που το τάγμα διοικούσε την Κόρινθο (1400-1404), αλλά με πολύ περιοριστικούς όρους. Το βενετικό ενδιαφέρον για την αγορά κορινθιακής σταφίδας και ξερών σύκων μαρτυρείται από τις απαγορεύσεις των βενετικών αρχών, οι οποίες, από το 1389, επέβαλλαν ή ακύρωναν το εμπάργκο στις περιοχές του Neriο Acciaiuoli.

Από τα εμπορικά εγχειρίδια του 14ου αι., τις λεγόμενες pratiche di mercatura, προκύπτει ότι η πελοποννησιακή σταφίδα εξαγόταν στην Ανκό­να, τη Φλωρεντία και κυρίως τη Βενετία. Στις συγκεκριμένες πηγές, μάλιστα, παρέχονται οι αντιστοιχίες των μέτρων της Γλαρέντζας και της Πάτρας με τις παραπάνω ιταλικές πόλεις, όσον αφορά στο συγκεκριμένο προϊόν. Στα παραπάνω εγχειρίδια αναφέρεται, επίσης, η σύγκριση των μέτρων μεταξύ Γλαρέντζας και Κορίνθου. Το γεγονός αυτό δεν περιορίζει την παραγωγή του προϊόντος στις δύο αυτές περιοχές της Πελοποννήσου, αλλά προσδιορίζει κυρίως τις περιοχές από όπου εξαγόταν, καθώς, όπως προκύπτει από τις πηγές, διεξαγόταν εσωτερικό εμπόριο από την ύπαιθρο προς τις πόλεις-λιμάνια, και κυρίως από την Κόρινθο, το Ναύπλιο και τις γύρω περιοχές, ακόμη και από τη Μεσσηνία.

Οι αρχειακές πηγές για την αγροτική παραγωγή και το εμπόριο στο βε­νετικό Ναύπλιο είναι λίγες. Ακόμη σπανιότερες και διάσπαρτες χρονικά είναι οι πηγές που αφορούν στη σταφίδα. Ορισμένα έγγραφα είναι δημοσιευμένα, αλλά τα περισσότερα παραμένουν ακόμη ανέκδοτα. Πρόκειται για αποφάσεις των βενετικών συμβουλίων για σχετικά θέματα, όπως και συμβολαιογραφικές πράξεις. Ενδεικτικά: αναφέρεται η διαθήκη ενός Ναυπλιώτη εμπόρου σταφίδας, πράξεις σύστασης εταιρείας για την εκμετάλλευσή της, εξουσιοδοτήσεις και, κατά κύριο λόγο, δικαστικές υποθέσεις. Άλλες αφορούν στις σχέσεις μεταξύ κεφαλαιούχων εμπόρων και των αντιπροσώπων τους, των εταίρων μεταξύ τους, των βενετικών αρχών κατά των κατά καιρούς διοικητών και καπετάνιων του Ναυπλίου. Κατά την εξέταση των δικαστικών αυτών υποθέσεων αναφέρονται τα διάφορα έγγραφα που παρουσίασαν οι δύο πλευρές στους Βενετούς δικαστές, όπως επιστολές και βιβλία λογαριασμών, που όμως δεν σώζονται σήμερα. Παρουσιάζουμε στη συνέχεια διάφορες σχετικές περιπτώσεις…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Αρχειακές Μαρτυρίες για το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου, 14ος-15ος αι.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

H Napoli Di Romania των Stradioti (15ος-16ος Αι.): Πως ο αγώνας για την κατοχή του χώρου μετασχηματίζεται σε πατρίδα – Κατερίνα Β. Κορρέ, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

«Το παρελθόν, είναι αυτή η μάζα μικρών περιστατικών, άλλων λαμπρών, άλ­λων σκοτεινών […]. Αλλά αυτή η μάζα δεν αποτελεί όλη την πραγματικότητα, όλο το βάθος της ιστορίας που πάνω του μπορεί άνετα να δουλέψει η επιστημονική σκέψη», έγραψε ο Braudel, o κατεξοχήν ιστορικός της μακράς διάρ­κειας. Η συγκέντρωση και η επεξεργασία στοιχείων που ανήκουν στο παρελθόν και συνιστούν την ιστορία, περνά μέσα από ερμηνευτικές ατραπούς, στις οποίες οι κάθε είδους διανοητικοί καταναγκασμοί είναι δύσκολο – αν όχι ακα­τόρθωτο – να αποφευχθούν. Ένα τέτοιο δύσκολο παρελθόν είναι το παρελθόν των μισθοφορικών ομάδων του 15ου-16ου αι., που είναι γνωστές ως stradioti. Θα μοιραστώ μαζί σας τη δική μου συγκομιδή, βάσει των αρχειακών πάντα τεκμηρίων, στην οποία κατέληξα μετά από τη μεγάλη ή μικρή διανοητική περιπέτεια που επιτρέπει κανείς στον εαυτό του, προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα πώς – και κυρίως γιατί – είναι δυνατό να υιοθετεί κανείς μια πατρίδα.

Έφιππος stradioti του 16ου αιώνα.

Η στενή σύνδεση του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου με τις τύχες του Δεσποτάτου του Μοριά αντανακλάται και στην ονομασία των stradioti, που, αντίθετα από ό,τι έχει υποστηριχθεί ως προς την ετυμολογία της (ότι προέρχεται από τη λέξη strada), αποτελεί προφανές γλωσσικό δάνειο της ελληνικής (στρατιώτης) στη βενετική. Ο θεσμός των μισθοφόρων στρατιωτών του είδους που οι stradioti αναδείχθηκαν αργότερα, σχετίζεται με τις πολιτικές εποικισμού των τελευταίων δεσποτών του Μοριά και κατ’ επέκταση των βυζαντινών αυτοκρατόρων των τελευταίων δύο αιώνων: στην usanza greca αναζητούν οι βενετικές πηγές το πρότυπο δημιουργίας αυτών των πολεμικών σωμάτων ατάκτων. Η βυζαντινή στρατεία, η υποχρέωση δηλαδή για πολεμική υπηρε­σία – που εντοπίζεται στις βυζαντινές, νομικές κυρίως, πηγές –, αποσκοπούσε εξαρχής στη δημιουργία στρατευμένων, πολεμιστών δηλαδή σε εφεδρεία. Οι πολεμιστές αυτοί προέρχονταν πρωτίστως από ντόπιους. Ιδίως όμως στην υστεροβυζαντινή περίοδο, στρατολογούνταν και άλλες εθνοτικές ομάδες που ενδεχομένως ήταν σε θέση να απειλήσουν την εσωτερική τάξη και ασφάλεια, αν δεν ενσωματώνονταν με κάποιο τρόπο στη βυζαντινή στρατιωτική μηχα­νή. Η προβληματική των στρατιωτικών προνοιών συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με τις εν λόγω πραγματικότητες.

Οι σημαντικότερες κινήσεις εγκατάστασης πληθυσμών, που προέρχονταν από τη σημερινή γεωγραφική περιοχή της νότιας Αλβανίας (το παλιό Θέμα Δυρραχίου), στο Δεσποτάτο πρέπει να έγιναν από τον Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό γύρω στο 1340 και από τον Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο μεταξύ 1395 και 1396. Τα κριτήρια ήταν τόσο οικονομικά όσο και πολιτικοστρατιωτικά. Ενώ για την πρώτη περίπτωση ο αριθμός των εποίκων δεν είναι γνωστός, στη δεύ­τερη εικάζεται ότι πάνω από 10.000 άνθρωποι με τα κοπάδια τους πέρασαν μέσω Ισθμού στην Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκαν σε ακαλλιέργητες εκτά­σεις του Δεσποτάτου και αποτέλεσαν τους – αρχικά τουλάχιστον – «προθύ­μους και αγαθούς στρατιώτας» του. Αρκετοί όμως εξ αυτών κατέληξαν και σε ιδιωτικές γαίες των δυνατών, αποτελώντας, σε πολλές περιπτώσεις, τους ιδιωτικούς τους στρατούς.

Το πρώτο κύμα των εποικισμών για το βενετικό Ναύπλιο έγινε στα μέσα του 15ου αι. και οι έποικοι προερχόταν από τις περιοχές του Δεσποτάτου. Επρόκειτο για δυσαρεστημένους Αλβανούς μετανάστες που ανήκαν στη φάρα των Μπούα, επειδή στα πράγματα του Δεσποτάτου είχαν προκριθεί οι άσπον­δοι εχθροί τους, οι Μπόχαλη. Ο Μπούας Κούκης ήταν από τους πρώτους που προσφέρθηκαν, το 1423-1425, να έλθει στην υπηρεσία των Βενετών από την Αρκαδία, όντας σε ρήξη με τον Θεόδωρο Παλαιολόγο. Οι άνδρες του, μαζί με τις οικογένειές τους, εγκαταστάθηκαν ανάμεσα στο Άργος και το Ναύπλιο, στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία. Καθώς οι εμφύλιοι πόλεμοι για την εξουσία του Δεσποτάτου εντείνονταν, το κύμα των αποσκιρτήσεων προς τις ασφαλέστερες βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου, ενώπιον της τουρκικής μάλιστα απειλής, γινόταν μεγαλύτερο.

Η πλειονότητα εκείνων των ανθρώπων, που περιπλανούνταν στην κεντρι­κή και νοτιοανατολική Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκε στο Άργος, περιοχή που είχε αποψιλωθεί πληθυσμιακά μετά από τη μεγάλη τουρκική επίθεση του 1397. Το 1451 η βενετική διοίκηση είχε προσκαλέσει επισήμως όσους επιθυμούσαν να εγκατασταθούν εκεί, με συγκεκριμένα ανταλλάγματα: 40 στρέμματα γης, 4 στρέμματα αμπέλια για κάθε οικογένεια, μαζί με οικοδομικό υλικό για να ξαναφτιαχτούν οι κατεστραμμένες οικίες ή να χτιστούν νέες. Ανάμεσα στους άλλους, στην πρόσκληση ανταποκρίθηκαν και 115 ελληνικές οικογένειες από τον Μοριά.

 

Λεπτομέρεια της εικόνας της Δέησης (1546) που βρίσκεται στον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων στη Βενετία. Απεικονίζεται ο στρατιώτης Ιωάννης Μάνεσης. Τη γνωστή εικόνα της Δέησης, αφιέρωσαν τα αδέλφια stradioti Ιωάννης και Γεώργιος Μάνεσης, οι γιοι του Κομίνη, ελληνοαλβανικής καταγωγής, στον ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στη Βενετία, ανήμερα της εορτής του προστάτη των στρατιωτών αγίου Γεωργίου (21 Απριλίου 1546). Στο βάθος της αφιερωματικής παράστασης εικονίζεται ένα χαρακτηριστικό τοπίο, το οποίο όμως έχει διαφύγει της προσοχής στη βιβλιογραφία. Πρόκειται ασφαλώς για το Ναύπλιο, όπως θα φαινόταν από την πλευρά της ακτής, εκεί από όπου περνά η σημερινή λεωφόρος Ναυπλίου – Νέας Κίου: διακρίνεται καθαρά το Μπούρτζι και οι τρεις πύργοι της πόλης, πίσω από τη φιγούρα του στρατιώτη στην αριστερή γωνία.

 

Η εικόνα της Δέησης με του αφιερωτές Ιωάννη και Γεώργιο Μάνεση. Πιθανότατα έργο του Κρητικού ζωγράφου Στρελίτζα Μπαθά.

 

Το δεύτερο κύμα εποικισμών προς το Ναύπλιο, στα τέλη του 15ου αι., αφο­ρούσε – εκτός από παλιούς – και σε νέους μετανάστες. Στους παλιούς συγκαταλέγονταν ομάδες Αλβανών που είχαν από δεκαετίες εγκατασταθεί στη Μάνη, στην περιφέρεια της Μεθώνης και της Κορώνης, καθώς και πολυάριθμων Ελλήνων προσφύγων που αναζητούσαν ένα χριστιανικό καταφύγιο μπροστά στην οθωμανική προέλαση. Ο Μανουήλ Μπόχαλης, που ήταν στην πρώτη γραμμή της άμυνας του Δεσποτάτου και συγγένευε με τους Παλαιολόγους, εντάχθηκε με τους άνδρες του στις μισθοφορικές δυνάμεις του Ναυπλίου το 1461.

Στην Αργοναυπλία εγκαθίσταντο όμως και άλλες ομάδες, προερχόμενες από τον δυτικό βορρά, οι οποίες έφταναν μέσω της Αιτωλοακαρνανίας στον Ισθμό. Προς τα τέλη όμως του 15ου αι., η πορεία ολοένα και δυσκόλευε και οι ομάδες απορροφούνταν λιγότερο από τις βενετικές κτήσεις. Έτσι, η κίνηση προς τον νότο σταδιακά ανακόπηκε. Η Βενετία ήταν πολύ επιφυλακτική με αυτή την κατηγορία εποίκων, που δεν είχαν δηλαδή προηγούμενη εμπειρία ελληνικών διοικήσεων. Προτιμούσε φανερά τους εξελληνισμένους Αλβανούς του Δε­σποτάτου, που είχαν αποδεδειγμένα συνεργατικές συμπεριφορές, θεωρώντας ότι μπορούσε να τους εμπιστευτεί περισσότερο. Αυτούς αποκαλούσε συχνά στα έγγραφα albanesi greci, δηλαδή Ελληνοαλβανούς, τοποθετώντας τους δί­πλα στους greci, στους Έλληνες μισθοφόρους της, ντόπιους και μετοίκους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: H Napoli di Romania των Stradioti (15ος-16ος αι.)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η υπηρεσία της δημόσιας σιταποθήκης στο Βενετικό Ναύπλιο (τέλη 17ου αρχές 18ου αι.) – Σπύρος Θ. Τακτικός, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 1619- 1694). Χαρακτικό του 18 αιώνα, P. Coronelli.

Την επαύριον της κατάκτησης του Ναυπλίου από τα βενετικά στρατεύματα, οι 68 εκπρόσωποι των κατοίκων της πόλης, με επικεφαλής τον επίσκοπο Σίλβε­στρο, προσέγγισαν τον γενικό καπιτάνο της θάλασσας Francesco Morosini και του ενεχείρισαν υπόμνημα με τα αιτήματά τους (capitoli) για τη σύσταση αστικής κοινότητας. Με απόφαση του Morosini, της 4ης Απριλίου 1687, τα αιτήματα εγκρίθηκαν κι έτσι ιδρύθηκε η κοινότητα της Ρωμανίας (comunità di Romania), ως θεσμικά αναγνωρισμένη πολιτική συσσωμάτωση των κατοίκων και καθορίσθηκαν σε καταστατική πράξη οι κύριοι όροι και οι κανόνες λειτουργίας της.

Η ιδρυτική απόφαση της κοινότητας περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, δια­τάξεις που αφορούσαν στη σύσταση των υπηρεσιακών μονάδων της, όπως του Υγειονομείου (ufficio di sanità) και της Σιταποθήκης της πόλης (fontico). Στις διατάξεις αυτές αναφέρεται ότι η κοινότητα έπρεπε να προχωρήσει στην ίδρυση Σιταποθήκης χρησιμοποιώντας μέρος του κεφαλαίου της κοινοτικής περιουσίας προς όφελος των απόρων και ενδεών κατοίκων, για τη διασφάλιση της δημόσιας ηρεμίας και σταθερότητας, ακολουθώντας mutatis mutandis σε κανονιστικό επίπεδο την εμπειρία της Κέρκυρας.

Γενικά, κατά την οργάνωση της Πελοποννήσου οι Βενετοί ακολούθησαν ως πρότυπο, τηρουμένων των αναλογιών, τη διοίκηση της Κρήτης και των ιόνιων νησιών. Αυτό φάνηκε, επίσης, από την οργάνωση των οικονομικών υπηρεσιών (camere fiscali) και από τις προσπάθειες σύνταξης εγχώριας νομοθεσίας (statuto και leggi municipali). Την ίδρυση σιταποθηκών ενέκρινε ο Morosini και στις αστικές κοινότητες Κορώνης, Μεθώνης και Ναβαρίνου, ενώ οι διάδοχοί του ενέκριναν αντίστοιχα αιτήματα στα Καλάβρυτα, τον Μυ­στρά, την Τριπολιτσά και την Καρύταινα.

Για να αναλάβει κάποιος τα καθήκοντα του σιτοφύλακα (fonticaro) του Ναυ­πλίου – σύμφωνα πάντα με την απόφαση του Morosini – όφειλε πρώτα να παρουσιάσει εγγυήσεις χρηστής διαχείρισης (pieggiarie) και να εκλεγεί σε συνεδρίαση της κοινότητας με αυξημένη απαρτία ¾ των μελών της. Όπως και για τις υπόλοιπες υπηρεσίες της κοινότητας, έτσι και για τον πολίτη που θα εκλεγόταν στη θέση του υπαλλήλου της Σιταποθήκης, οριζόταν θητεία ενός έτους, την οποία ακλουθούσε ισάριθμος χρόνος αποχής από το λειτούργημα για τη διενέργεια λογι­στικού ελέγχου (contumacia). Εκτός από τον διορισμό σιτοφύλακα, η απόφαση του Morosini έδινε στην κοινότητα τη δυνατότητα να διορίζει δύο αρτοποιούς (fornari), οι οποίοι θα προμηθεύονταν ως πρώτη ύλη για την παρασκευή άρτου σιτάρι αποκλειστικά από την αποθήκη της κοινότητας στην οποία υπάγονταν.

Το ίδιο έτος η Σύγκλητος της Βενετίας ανέθεσε στο τριμελές όργανο των συνδίκων καταστιχωτών του Βασιλείου του Μορέως την οικονομική και διοικητική αναδιοργάνωση της Πελοποννήσου. Οι τρεις καταστιχωτές, Domenico Gritti, Marino Michiel και Gerolamo Renier, επιφορτίστηκαν με το να καταγράψουν τα εγκαταλελειμμένα από τους Τούρκους ακίνητα της κτήσης και να προτείνουν τα κατάλληλα για δημόσια και κοινωφελή χρήση κτήρια, ώστε να μετατραπούν σε σιταποθήκες, αποθήκες προμηθειών πυρομαχικών και τροφίμων κ.ά. Ο καταστιχωτής Gritti, στην τελική Έκθεσή του προς το Κολλέγιο της Βενετίας (τον Ιανουάριο 1692) πρότεινε αόριστα την ίδρυση σιταποθηκών στην ύπαιθρο, ιδιαίτερα στις πιο γόνιμες περιοχές, όπου οι χωρικοί θα διευκολύνονταν να πωλούν μέρος της παραγωγής τους. Ωστόσο, τόσο ο Gritti όσο και ο έτερος καταστιχωτής Michiel δεν έκαναν καμία μνεία στις Εκθέσεις τους για ίδρυση σιταποθηκών στα αστικά κέντρα.

Τον Μάιο του 1693 ο έκτακτος προνοητής του Μοριά Alessandro Bon, έχοντας κληθεί για να αντιμετωπίσει την κρίση σιτοδείας που επί δύο μήνες έπληττε τη Μεσσηνία, παρατήρησε ότι, ενώ ο Morosini είχε αποφασίσει την ίδρυση Σιταποθήκης στην Κορώνη μια επταετία νωρίτερα – το 1686 –, η από­φασή του αυτή δεν είχε υλοποιηθεί, με αποτέλεσμα την ανεπάρκεια σιτηρών και την εμφάνιση του λιμού. Αφού οι βάσιμες αιτιάσεις περί διασπάθισης των κονδυλίων που είχαν διατεθεί, καταλάγιασαν με την περάτωση της κατασκευής της Σιταποθήκης, εξασφαλίστηκε η ορθή διαχείρισή της, εφόσον τέ­θηκε υπό την κοινή εποπτεία του έκτακτου προνοητή Pietro Duodo και του τοπικού προνοητή Κορώνης Giovanni Michele Pizzamano.

Με αυτή την αφορμή ο Michiel ασχολήθηκε με τον εξορθολογισμό των διατάξεων που αφορούσαν εν γένει στις σιταποθήκες της Πελοποννήσου. Στις 23 Ιανουαρίου 1695 ο γενικός προνοητής εξέδωσε εγκύκλιο διαταγή με την οποία τροποποιούσε και συμπλήρωνε τις ισχύουσες διατάξεις που αφορούσαν στις κοινοτικές σιταποθήκες του Μοριά: καθόριζε τις καθ’ ύλην αρμοδιότητες των σιτοφυλάκων και τις υποχρεώσεις τους για τη διαχείριση των σιτηρών· ανέθετε την εποπτεία και επιστασία των σιταποθηκών σε επιτροπές που αποτελούνταν από τους συνδίκους των κοινοτήτων και τους τοπικούς προνοητές· τέ­λος, ρύθμιζε τη διαδικασία για τη διανομή του σίτου στους ενδιαφερόμενους.

Επειδή οι σιταποθήκες ήταν υπηρεσιακές μονάδες που υπάγονταν στις κατά τόπους αστικές κοινότητες, ο ρόλος των συνδίκων και των κοινοτικών συμβουλίων ήταν καταλυτικός. Ο πρεσβύτερος σύνδικος είχε ex officio αρμοδιότητα επί του ταμείου της Σιταποθήκης και συνεπικουρείτο από τον δεύτερο σε ηλικία σύνδικο. Το Συμβούλιο θα εξέλεγε τους σιτοφύλακες εκ των μελών του. Τόσο όμως οι κοινότητες όσο και οι υπηρεσίες τους εποπτεύονταν από τις βενετικές αρχές, δηλαδή από τους τοπικούς προνοητές των διαμερισμάτων ή των επαρχιών και, σε ανώτερο επίπεδο, από τον γενικό προνοητή του Μοριά.

Ο Michiel συμπλήρωσε τις διατάξεις του Morosini περί εκλογής σιτοφυ­λάκων, τα σχετικά με τον χρόνο της θητείας τους και την απαραίτητη καταβο­λή εγγυήσεων, μείωσε όμως τον αριθμό των δημόσιων αρτοποιών από δύο σε έναν. Ο σιτοφύλακας θα έπρεπε να εκλέγεται αυστηρά για ένα ημερολογιακό έτος, μετά από το οποίο θα απείχε από άλλα λειτουργήματα για ισάριθμο χρόνο. Τέσσερις μήνες προτού λήξει η θητεία του, η κοινότητα θα εξέλεγε τον διάδοχό του. Συνεπώς, με το νέο σύστημα που εισήγαγε ο Michiel, ένας σιτοφύλακας θα συνέπιπτε με τον προκάτοχό του κατά το πρώτο τρίτο της θητείας του, κατά το δεύτερο τρίτο θα υπηρετούσε στη Σιταποθήκη μόνος του και, κατά το τελευταίο τρίτο, θα συνυπηρετούσε με τον διάδοχό του. Το διά­στημα αυτό, κατά το οποίο συνέπιπτε η θητεία δύο σιτοφυλάκων, θα γινόταν ο λογιστικός έλεγχος (δηλαδή το κλείσιμο ταμείου και η εξόφληση των λογα­ριασμών), ώστε να ακολουθήσει έπειτα η διαδικασία παράδοσης-παραλαβής της υπηρεσίας. Το πρόσωπο που θα επέλεγε το Συμβούλιο, δεν μπορούσε να αρνηθεί να αναλάβει τη θέση του σιτοφύλακα, ειδάλλως θα επιβαρυνόταν με πρόστιμο 500 ρεαλίων υπέρ της Σιταποθήκης και με αναστολή της ιδιότη­τας του μέλους του Συμβουλίου για την επόμενη δεκαετία. Ο fonticaro και ο σύνδικος-ταμίας της κοινότητας, εφόσον εμπλέκονταν στη διαχείριση του κεφαλαίου της Σιταποθήκης, υποχρεούνταν να προκαταβάλουν ένα ποσό ως εγγύηση, το οποίο θα οριζόταν από τον προνοητή…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Η υπηρεσία της δημόσιας σιταποθήκης στο Βενετικό Ναύπλιο (τέλη 17ου-αρχές 18ου αι.)

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Λόγιοι και Χρονογράφοι [κατά την πρώτη Βενετοκρατία στο Ναύπλιο] – Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Η πραγμάτευση των θεμάτων της ανακοίνωσής μου προϋποθέτει την αναζήτηση και τον εντοπισμό εστιών γραμματισμού, εκπαίδευσης και τελικά παιδείας στο Ναύπλιο και την ευρύτερη περιοχή του κατά τα 150 χρόνια της πρώτης βενετοκρατίας (1389-1540), εκ των οποίων τα περισσότερα συμπίπτουν με τον δυστυχή για τον ελληνισμό πρώτο αιώνα μετά την Άλωση, και μάλιστα με το δεύτερο μισό του, όταν εκλείπει, χωρίς διαδοχή, η γενιά των δασκάλων που υπήρχαν κατά την Άλωση. Βέβαια η συνηθισμένη μορφή εκπαίδευσης και από τη βυζαντινή εποχή δεν ήταν η φοίτηση σε σχολείο αλλά η μαθητεία, ατομική ή συλλογική κοντά σε δάσκαλο, συνήθως κληρικό, με κάποιας μορφής σύμβαση μαθητείας ή διά λόγου συμφωνίας. Οι δάσκαλοι όμως ήταν δυσεύρετοι και περιζήτητοι, και ο τρόπος πληρωμής τους δύσκολος και εξ αιτίας της φτώχιας αλλά και της μη εκχρηματισμένης οικονομίας.

Προς το τέλος της περιόδου που εξετάζουμε, η παρουσία στη Μονεμβασιά του λογίου, ενωτικού μητροπολίτη Αρσένιου Αποστόλη (1468/1469-1535) συντηρούσε μια παιδευτική εστία στην οποία από το 1524 ως το 1531 μαθήτευσαν οι μετέπειτα γνωστοί λόγιοι Γεώργιος Κορίνθιος, Φραγκίσκος Πόρ­τος, Γεώργιος Βάλσαμος, Ιωάννης Ζυγομαλάς και άλλοι. Την ίδια περίοδο, όπως έγραψε ο Ιωάννης Ζυγομαλάς στον Βίο του δασκάλου του Σταυρακίου Μαλαξού, λειτουργούσε στο Ναύπλιο [1522-1524] σχολείο στο οποίο ήταν δάσκαλος, που δεν κατονομάζεται, αλλά πρέπει μάλλον να ταυτιστεί με τον μετέπειτα μέγα ρήτορα του Πατριαρχείου Αντώνιο Καρ(α)μαλίκη. Ψυχή του σχολείου ήταν ο πρωτοπαπάς Ναυπλίου Σταυράκιος Μαλαξός, ενώ μαθητές και διάδοχοί του ήταν οι συνομήλικοι εξάδελφοι Νικόλαος Σταυρακίου Μα­λαξός και Ιωάννης Ζυγομαλάς.

Αυτά τα δεδομένα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ικανά, σε συνδυασμό με τη θρησκευτική πολιτική της Βενετίας, που άφηνε περιθώρια στο ηγετικό σχήμα της ορθόδοξης Εκκλησίας (σκευοφύλαξ, δευτερεύων, πρωτοπαπάς) να καθοδηγεί τα πράγματα της ορθόδοξης κοινότητας, για να δημιουργήσουν μια προοπτική ξεχωριστής σταδιοδρομίας για όσους πρόκοβαν στα γράμματα, πέραν του αλφαβητισμού. Όσο και αν είναι λίγα, υπάρχουν παραδείγματα για εκείνους που είχαν έφεση για γράμματα και οι οικογένειές τους μπορούσαν να τους στηρίξουν οικονομικά βρίσκοντας καλούς δασκάλους στην καθ’ ημάς Ανατολή και στην Ευρώπη για τις σπουδές τους, οι οποίες τους εξασφάλιζαν, στις πιο πολλές περιπτώσεις, αντίστοιχες ευκαιρίες, θέσεις και αξιώματα. Οι Έλληνες που ζούσαν στη βενετική συνάφεια των κτήσεων της Ανατολής και της μητρόπολης Βενετίας είχαν ευκολότερες προσβάσεις στις εστίες παιδείας μεσαίου και ανώτερου επιπέδου, και ύστερα στις θέσεις σταδιοδρομίας και ανάδειξης, χωρίς να αποκλείονται και αντίστοιχες θέσεις στον τουρκοκρατού­μενο χώρο (Εκκλησία, κοινότητες, σχολεία, οθωμανική διοίκηση) αλλά και εκείνες που δημιουργούσαν οι συγκυρίες και οι ιστορικές ροπές.

Ύστερα από τη διατύπωση αυτών των παραδοχών μπορούμε να εξετάσουμε μερικά παραδείγματα διαμόρφωσης και δράσης λογίων και λογιοσύνης κατά την πρώτη βενετοκρατία στο Ναύπλιο και να παρακολουθήσουμε τη συμμετοχή τους – κάποτε και πρωτοποριακή ‒ στις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετώπισε η ελληνική εθνότητα πριν και κυρίως μετά την άλωση του Ναυ­πλίου από τους Τούρκους (21 Νοεμβρίου 1540).

[…] Οι Ζυγομαλάδες. Αργείτικη οικογένεια που εγκαταστάθηκε στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο το 1397 μετά την κατάκτηση και τον εξανδραποδισμό του Άργους από τους Τούρκους.

Ο Ιωάννης Ευσταθίου Ζυγομαλάς γεννήθηκε στο Ναύπλιο στο τέλος του 15ου αι., μάλλον το 1498, και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη το 1585. Με τη σύζυγό του Γρατσιόζα (†1574) απόκτησαν τέσσερα παιδιά, τον Θεοδόσιο (Ναύπλιο 1544 – Κωνσταντινούπολη 1607[;]), τον Σταμάτη Ευστάθιο, που έζησε στην Αγχίαλο και στην Κωνσταντινούπολη (†1583), την Άννα, σύζυγο του Μιχαήλ Παυλιώτη, που έζησε στο Ναύπλιο, και τη Μαρία, σύζυγο του ράφτη Αδάμη στην Κωνσταντινούπολη. Για τις σπουδές του Ιωάννη ισχύουν όσα σημειώσαμε για τον συνομήλικό του Νικόλαο Μαλαξό, με την προσθήκη ότι ο Ιωάννης σπούδασε και στη Μονεμβασιά και στην Πάδοβα. Νοτάριος Ναυπλίου και δάσκαλος. Γι’ αυτή την περίοδο ιδιαίτερα σημαντικό είναι το έργο του Βίος… Σταυρακίου Μαλαξού.

Παρέμεινε στο Ναύπλιο και μετά την πτώση του. Το 1546-1547 τον βρίσκουμε στη Βενετία διερμηνέα και γραμματέα του μητροπολίτη Καισαρείας Μητροφάνη, έξαρχου του πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως στην Ελληνική Αδελφότητα της Βενετίας και στις βενετικές αρχές. Ο Μητροφάνης ταξίδεψε και στη Ρώμη, όπου συνάντησε τον πάπα και έμεινε στην Ιταλία ως τον Οκτώβριο του 1549. Ο Ι. Ζυγομαλάς δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς γύρισε στο Ναύπλιο, όπου τον βρίσκουμε τον Σεπτέμβριο του 1549.19

Ύστερα από διάφορα ατελέσφορα σχέδια βιοτικής αποκατάστασης καλείται το 1549 στην Αδριανούπολη ως διδάσκαλος από τον μητροπολίτη Ιωά­σαφ, ο οποίος, όταν ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο το 1556, κάλεσε τον Ιωάννη να διδάξει στο πατριαρχικό σχολείο, πρόδρομο της Μεγάλης του Γέ­νους Σχολής, όπου δίδασκε ως τον θάνατό του διαλεκτική, ηθική και ρήτορες, όπως φαίνεται και από την εργογραφία του: Επιτομή της καθ’ Έλληνας Γραμματικής. Επιτομή διαλεκτικής, ρητορικής και ηθικής κατά μετάφρασιν εκ της λατινικής κατά πατριαρχικήν αξίωσιν. Σημειώσεις εις τον Δημοσθένην. Στο Πατριαρχείο τιμήθηκε με τα αξιώματα του ρήτορα, του γραμματέα και μεγάλου ερμηνευτή των Γραφών.

Ο γιος του Θεοδόσιος ήλθε στην Κωνσταντινούπολη από το Ναύπλιο μάλλον το 1555 σε ηλικία 11 ετών. Ο ίδιος είχε παράπονο για τις ανολοκλήρωτες σπουδές του, ιδιαίτερα στα λατινικά, τις οποίες προσπάθησε να αναπληρώσει με τη μελέτη των πατέρων της Εκκλησίας και των ιερών γραμμάτων. Το Πατριαρχείο τον ανέδειξε νοτάριο, αργότερα πρωτονοτάριο και τέλος δικαιοφύλακα, και του παραχώρησε την εξαρχία της Τριπολιτσάς, την οποία και διαχειρίστηκε με την επιτροπεία του μητροπολίτη Ναυπλίου και Άργους Διο­νυσίου, και καρπωνόταν τα εισοδήματά της.

Μαρτίνος Κρούσιος (Martinus Crusius 1526-1607). Γερμανός φιλόλογος και θεολόγος, ελληνιστής και φιλέλληνας. Έργο του ζωγράφου Anton Ramsler (1560-1607).

Οι Ζυγομαλάδες βρέθηκαν στο κέντρο των προσπαθειών των Μεταρρυθμιστών της Γερμανίας, των Λουθηρανών, να οικοδομήσουν σχέσεις και, αν ήταν δυνατό, να φθάσουν στην ένωση με την ορθόδοξη Εκκλησία, με κύριο συντελεστή τον πάστορα της γερμανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη Stephan Gerlach και πρωτοπόρο τον καθηγητή των ελληνικών και των λατινικών γραμμάτων στην Τυβίγγη Μαρτίνο Κρούσιο (1524-1605). Ο Gerlach επέλεξε τον Θεοδόσιο ως σύνδεσμό του με τον πατριάρχη και συνέδεσε τους Ζυγομαλάδες με τον Κρούσιο. Ο Ιωάννης στάλθηκε το 1576-1577 πρεσβευ­τής του πατριάρχη Ιερεμία στον Γερμανό αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό. Οι Ζυ­γομαλάδες διευκόλυναν τις επαφές και διαμόρφωναν τα αποκριτικά κείμενα, τα οποία συνέτασσαν ο πατριάρχης και οι θεολογικοί του σύμβουλοι.

Οι Ζυγομαλάδες έγιναν βοηθοί πολύτιμοι και στις επιστημονικές αναζητήσεις του Κρούσιου συγκεντρώνοντας πληροφορίες για την ορθόδοξη Ανατολή και συντάσσοντας ή μεταγλωττίζοντας σχετικά κείμενα, που δημοσιεύτηκαν στην Τουρκογραίκια. Ο Θεοδόσιος ερανίστηκε χάριν του Κρούσιου και της Τουρκογραίκιας το 1578 την Ιστορία Πολιτική της Κωνσταντινουπόλεως από του 1391 μέχρι του 1578, η οποία στηρίζεται στο Χρονικό του 1570 με ελάχι­στες προσθήκες και μεταγραφή στο αρχαϊκότερο. Άλλα κείμενά του δημοσιευ­μένα στην Τουρκογραίκια είναι το Περί των πολιορκιών και της παρά των Οθω­μανών αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως και της τωρεσινής καταστάσεως της Ελλάδος, ο Παραινετικός προς τους νέους, οι Θεματοεπιστολαί και οι Επιστολαί. Σημαντική και πρωτότυπη είναι η συγγραφή του, η στηριγμένη στο υλικό που συγκέντρωσε, κατά παράκληση του Gerlach, το 1576-1577, κατά την περιο­δεία του, με πατριαρχική εντολή, στο Αιγαίο και στα μικρασιατικά παράλια.

Ένα άλλο κεφάλαιο των σχέσεων των Ζυγομαλάδων με τους Γερμανούς είναι η προμήθεια ελληνικών χειρογράφων και σύγχρονων αντιγράφων, κάποτε και σε τιμές που θεωρήθηκαν από τους πελάτες τους υπερβολικές και αμαύρωσαν την εικόνα τους με την κατηγορία της φιλοχρηματίας.

Η προμήθεια χειρογράφων, πρωτοτύπων ή αντιγράφων, στους Ευρωπαίους είχε για τους Έλληνες της καθ’ ημάς Ανατολής αλλά και της διασποράς πολλα­πλό ενδιαφέρον. Πέραν του αυταπόδεικτου και εμφανούς οικονομικού συμφέροντος φαίνεται να προκαλούσε και μια αίσθηση δικαίωσης αυτή η λεόντειος πολιτισμική συναλλαγή για τους Έλληνες, καθώς την εκλάμβαναν ως συμμε­τοχή, έστω και μη ισότιμη, στην ανάπτυξη της ευρωπαϊκής ουμανιστικής παι­δείας, η οποία στηριζόταν και στην ελληνική παιδεία, και τους έδινε το θάρρος να απευθύνουν, τότε και αργότερα, εκκλήσεις στους ισχυρούς της Ευρώπης για μια σταυροφορία απελευθερωτική χάριν των απογόνων των Ελλήνων σοφών.

Οι προσπάθειες των Ναυπλιωτών Μαλαξών στη Βενετία και τις κτήσεις της στην Ανατολή, και εντός του διαμορφωμένου κοσμοειδώλου της που ασπάζονται, φαίνεται να πορεύονται παράλληλα αλλά όχι χωρίς διαφορές και περιορισμούς με εκείνες των Αργείων Ζυγομαλάδων, που είναι ραγιάδες στους Τούρκους αλλά και αξιωματούχοι στο Πατριαρχείο, και επομένως προστατευμένοι, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, κατά τη συγκυρία από τις αυθαιρεσίες του κατακτητή: ζουν και υπηρετούν την πατριαρχική γραφειοκρατία και τους ποικίλους και συνεχείς συμβιβασμούς που επιβάλλει, με τις «εθναρχι­κές» αποστολές και τις διεκκλησιαστικές σχέσεις και συμμαχίες με ορθόδο­ξους και ετερόδοξους. Ως πνευματικοί εργάτες του βενετοκρατούμενου και του τουρκοκρατούμενου χώρου αξιοποιούν μια παραδοσιακή βαθύριζη ελληνολατινική παιδεία, για να ανταποκρίνονται στις ζητήσεις της ευρωπαϊκής παιδείας αλλά και τις ανάγκες της εκπαίδευσης του Γένους τους: παραγωγή αντιγράφων χειρογράφων για τις ευρωπαϊκές Βιβλιοθήκες και απαντήσεις στις απορίες και τις ανάγκες ευρύτερης ενημέρωσης των ξένων περιηγητών και λογίων, αλλά και συναγωγή τεκμηρίων για τη μελέτη διάφορων θεμάτων του ελληνικού χώρου, και από την άλλη συγγραφή βιβλίων για τη θύραθεν και τη θρησκευτική παιδεία, τον εγγραμματισμό και την ορθόδοξη λατρεία…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Λόγιοι και Χρονογράφοι

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Κεραμική ιταλικών εργαστηριών στο Βενετοκρατούμενο ΝαύπλιοΑναστασία Βασιλείου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Το Ναύπλιον ή Ἀνάπλιον των Βυζαντινών, η Napoli di Romania των Βενετών, κατοικήθηκε από τους προϊστορικούς χρόνους, ωστόσο έμελλε να εξελιχθεί σε σημαντικό κέντρο της Πελοποννήσου στις δύο «βενετοκρατίες» του ως μια από τις βασικές κτήσεις του Stato da Mar.  Ο κύριος οικιστικός του πυρήνας μέχρι τα τέλη του 15ου αι. εντοπίζεται στο κάστρο της Ακροναυπλίας, το οποίο από την περίοδο της φραγκοκρατίας χωριζόταν μέσω ενός εγκάρσιου τείχους (διατειχίσματος) στο «φράγκικο» (Castello dei Franchi) και στο «ρωμέικο» Κάστρο (Castello dei Greci), ενώ από το τελευταίο τέταρτο του 15ου αι. η κατοίκηση επεκτάθηκε βορείως του Κάστρου, με τη δημιουργία της κάτω πόλης (Εικ. 1).

 

Εικ.1. Τοπογραφικό της πόλης του Ναυπλίου με τις θέσεις των ανασκαφικών ερευνών (χάρτης: Ε. Οικονομοπούλου / επεξεργασία δεδομένων: Α. Βασιλείου).

 

Μέχρι πρόσφατα το ενδιαφέρον της αρχαιολογικής έρευνας για το μεσαιωνικό Ναύπλιο είχε επικεντρωθεί στις οχυρώσεις του. Τα τελευταία χρόνια άρχισε να αξιοποιείται και η μαρτυρία των υλικών καταλοίπων των ανασκαφικών ερευνών που έχουν πραγματοποιηθεί στην πόλη. Κομβικό ρόλο στην έρευνα αυτή έχει η μονογραφία της διδάκτορος αρχαιολόγου Αναστασίας Γιαγκάκη για την εφυαλωμένη κεραμική από τη θέση «Άγιοι Θεόδωροι» της Ακροναυπλίας (11ος-17ος αι.).

Στο παρόν άρθρο η έμφαση θα δοθεί σε μια πρώτη παρουσίαση αδημοσίευτης ιταλικής κεραμικής που βρέθηκε στις ανασκαφές του 1971 και του 2011-20148 στο κάστρο της Ακροναυπλίας καθώς και σε ανασκαφές της 5ης και 25ης ΕΒΑ στην κάτω πόλη (Εικ. 1).

Ιταλική κεραμική εμφανίζεται για πρώτη φορά στο Ναύπλιο στην περίοδο της φραγκοκρατίας, κυρίως από τα μέσα του 13ου αι. και εξής. Αυτό παρατηρείται ευρύτερα στα σταυροφορικά κράτη που δημιουργήθηκαν μετά τον διαμελισμό της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αλλά και σε περιοχές πλησίον της Αδριατικής, και συνδέεται – εκτός των άλλων – με την ανάπτυξη ενός νέου προϊόντος, της ιταλικής μαγιόλικα. Κύριο γνώρισμά της ήταν η κάλυψή της με κασσιτερούχο εφυάλωση, στοιχείο που της προσέδιδε ένα λευκό, αδιαφα­νές χρώμα, καθιστώντας την επιφάνειά της ιδανικό υπόβαθρο για τη γραπτή της διακόσμηση.

 

Εικ. 2. – Εικ. 3.

 

Τα πρώτα δείγματα ιταλικής μαγιόλικα, που έχουν βρεθεί στο Ναύπλιο, προέρχονται είτε από τη νότια Ιταλία (κυρίως Απουλία) με τη λεγόμενη πρω­τομαγιόλικα (protomaiolica), είτε από την κεντρική και βόρεια Ιταλία με τη λεγόμενη αρχαϊκή μαγιόλικα (maiolica arcaica) (Εικ. 2). Ωστόσο, πιο αντιπροσωπευτική παρουσιάζεται η πολύχρωμη εφυαλωμένη (invetriata policroma ή RMR) της νότιας Ιταλίας (Εικ. 3), ενώ στον αντίποδα βρίσκεται η κεραμική τύπου Veneto, με λιγοστά δείγματα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Κεραμική ιταλικών εργαστηριών στο Βενετοκρατούμενο Ναύπλιο

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

 

Read Full Post »

Το Ναύπλιο και τα σχέδια κατάληψής του στις παραμονές του Τέταρτου Βενετοτουρκικού Πολέμου (1570-1573) – Κώστας Τσικνάκης, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Πορτραίτο του Ισπανού βασιλιά Καρόλου Ε΄, γνωστού και ως Κάρολου Κουίντου (1500-1558), έργο του Tiziano Vecelli το 1550, Kunsthistorisches Museum Vienna.

Στις πρώτες δεκαετίες του 16ου αι. η Πελοπόννησος αποτέλεσε πεδίο αντιπαρά­θεσης των τριών κύριων πολιτικών δυνάμεων της εποχής. Η σταδιακή διείσδυση σε αυτήν των Τούρκων περιόριζε σε μεγάλο βαθμό τις κινήσεις των Βενετών, που είχαν χάσει τα περισσότερα ερείσματά τους στην περιοχή. Δίπλα στους δύο αυτούς αντιπάλους ήλθε να προστεθεί η Ισπανία. Από το 1515, όταν και ίδρυσε προξενείο στην Κέρκυρα, άρχισε να ενδιαφέρεται για τον ελληνικό χώρο. Ειδικά ως προς τον χώρο της Πελοποννήσου, συζητούσε την πιθανότητα οργάνωσης εκστρατείας εναντίον της. Το όψιμο ενδιαφέρον του Ισπανού βασιλιά Καρόλου Ε΄ για τη χερσόνησο, όπως προέκυψε στην πορεία, εξυπηρετούσε άλλες σκοπιμότητες. Κύριος στόχος του ήταν να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στις τουρκικές επιθέσεις στη Βιέννη, να διακόψει την ακτοπλοϊκή σύνδεση Κωνσταντινούπολης – Αλγερίου και να αποκτήσει μόνιμες βάσεις στην ανατολική Μεσόγειο.

Η σύγκρουση ανάμεσα στις τρεις δυνάμεις κορυφώθηκε κατά τη διάρκεια του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου (1537-1540). Το καλοκαίρι του 1540, όταν πλέον η συνέχιση των πολεμικών επιχειρήσεων έδειχνε αδύνατη, οι Βενετοί ήλθαν σε επαφή με τους Τούρκους και αποδέχτηκαν την υπογραφή συνθήκης ειρήνης. Στο πλαίσιο αυτό δόθηκαν εντολές στις βενετικές αρχές του Ναυπλίου να ενημερώσουν τους κατοίκους του πως σύντομα θα παρέδιδαν την πολιορκούμενη πόλη. Εκείνοι, αντιδρώντας σε μια τέτοια προοπτική, ειδοποίησαν τον Κάρολο Ε΄ να στείλει γρήγορα δυνάμεις για να του παραδώσουν την πόλη.

Η ισπανική πλευρά, αντιμετωπίζοντας θετικά την υπόθεση, κινήθηκε γρήγορα. Ο επικεφαλής του στόλου Andrea Doria κατευθύνθηκε προς το Ιόνιο, ώστε να παρακολουθεί από κοντά τις εξελίξεις και να είναι έτοιμος να παρέμβει. Παράλληλα, ο αντιβασιλιάς της Σικελίας Ferrante Gonzaga έστειλε στο Ναύπλιο τον αξιωματικό του ισπανικού στρατού Πέτρο Σέκουλα. Ο τελευταίος, που καταγόταν από το Ναύπλιο, είχε εντολή να έλθει σε επαφή με τους συμπατριώτες του και να καθορίσουν από κοινού τον τρόπο δράσης τους. Όλα τα παραπάνω γεγονότα περιήλθαν σε γνώση της Βενετίας, που αντέδρασε μεθοδικά. Αφού διαμαρτυρήθηκε προς τον Κάρολο Ε΄ για τις ισπανικές κινήσεις στο Ιόνιο, φρόντισε να στείλει δικό της στόλο στην περιοχή για τον έλεγχο της κατάστασης. Με αξιωματούχους της, που ήλθαν στον Ναύπλιο, κατάφερε να πείσει τους κατοίκους για την ανάγκη παράδοσης της πόλης στους Τούρκους. Τέλος, ειδοποίησαν τους Τούρκους για την επικείμενη άφιξη του Πέτρου Σέκουλα. Έτσι, μόλις έφθασε αυτός στον ελληνικό χώρο μαζί με συνεργάτες του, συνελήφθηκαν και οδηγήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου, αφού υποβλήθηκαν σε βασανιστήρια, αποκεφαλίστηκαν.

Με την παράδοση του Ναυπλίου και της Μονεμβασίας, στις 21 και 23 Νοεμβρίου 1540 αντίστοιχα, όλη πλέον η Πελοπόννησος είχε περιέλθει κάτω από την εξουσία των Τούρκων. Οι όποιες ελπίδες υπήρχαν για τον έλεγχό της, τόσο από τη Βενετία όσο και από την Ισπανία, εξανεμίστηκαν. Έτσι, τερματιζόταν η εκκρεμότητα που υπήρχε τα προηγούμενα χρόνια ως προς το μέλλον της χερσονήσου. Οι δύο νέες κτήσεις εντάχθηκαν σταδιακά στο υφιστάμενο διοικητικό σύστημα των νέων κυριάρχων και πολύ γρήγορα η ζωή σε αυτές επανήλθε σε κανονικούς ρυθμούς.

Λίγους μήνες μετά την κατάληψη του Ναυπλίου, με πρεσβεία που έστειλαν κάτοικοι της πόλης προς τον οικουμενικό πατριάρχη Ιερεμία Α΄, ζήτησαν την ανασύσταση της μητρόπολής τους. Το αίτημά τους έγινε αμέσως δεκτό. Στη θέση του μητροπολίτη Άργους και Ναυπλίου, με έδρα το Ναύπλιο, το­ποθετήθηκε το 1541 ο Δωρόθεος. Το 1576, όπως σημείωνε ο Θεοδόσιος Ζυγομαλάς στο Οδοιπορικόν του, ο μητροπολίτης Ναυπλίου είχε ιερείς 150 και οσπίτια χιλιάδας τέσσαρας.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο στρατηγικής σημασίας χώρος της Πελοποννήσου εξακολουθούσε να απασχολεί τη Βενετία. Η επανακατάληψή του, στο πλαίσιο των γενικότερων ανακατατάξεων που επρόκειτο να συμβούν στην ευ­ρύτερη περιοχή, αποτελούσε μία από τις ανομολόγητες προτεραιότητές της.

Κι ενώ όλα έδειχναν πως η Ισπανία στα χρόνια του Φιλίππου Β΄ είχε αποσύρει το ενδιαφέρον της ως προς την ανατολική Μεσόγειο, η διεθνής συγκυρία την υποχρέωσε να αλλάξει στάση. Η συνεχιζόμενη εξάπλωση των Τούρκων στη βόρεια Αφρική και η επανάσταση των κρυπτομουσουλμάνων (moriscos) στην Ανδαλουσία, το 1568, προβλημάτισαν τον Φίλιππο Β΄. Αυτές θεωρήθηκαν εξελίξεις που μπορούσαν μελλοντικά να θέσουν σε αμφισβήτηση τη θέση του και για τον λόγο αυτό έπρεπε να τύχουν δυναμικής απάντησης. Κάτω από αυτές τις συνθήκες άρχισε να αναζητά τρόπους προκειμένου να διεισδύσει ξανά στον χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Απώτερος στόχος του η δημιουργία κλίματος έντασης στην περιοχή, γεγονός που θα υποχρέωνε τους Τούρκους να έλθουν μαζί του σε διαπραγματεύσεις για το μέλλον συνολικά της Μεσογείου.

Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος της Ισπανίας για τον ελληνικό χώρο ανησύχησε τη Βενετία. Σε έναν χώρο στον οποίο παραδοσιακά ασκούσε μεγάλη επιρροή, προστέθηκε ξανά ένας ακόμη ισχυρός αντίπαλος, γεγονός που άλλαζε τον υφιστάμενο συσχετισμό δυνάμεων.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο μεγάλων πολιτικών δυνάμεων της Δύσης έλαβε μεγάλες διαστάσεις στις παραμονές του τετάρτου βενετοτουρκικού πολέμου (1570-1573). Είναι η περίοδος κατά την οποία στην ελληνική χερσόνησο περιοδεύουν διάφοροι μυστικοί πράκτορές τους. Οι κινήσεις όλων αυτών των προσώπων μοιάζουν. Κινούμενα προσεκτικά, συλλέγουν πληροφορίες για τις αμυντικές δυνατότητες των φρουρίων της, εντοπίζουν ατέλειες και επιδιώκουν να εντάξουν ισχυρούς τοπικούς παράγοντες στα συνωμοτικά σχέδια που επεξεργάζονταν. Προκειμένου να τους προσεταιριστούν, δεν δι­στάζουν να τους δίνουν υποσχέσεις για μελλοντική αποκατάστασή τους.

Επίκεντρο όλων σχεδόν των πρωτοβουλιών που εκδηλώνονται τόσο από τη βενετική όσο και από την ισπανική πλευρά, ήταν η Πελοπόννησος. Ως πρώτο βήμα, και από τις δύο πλευρές, εξεταζόταν η δυνατότητα οργάνωσης στην περιοχή επαναστατικών κινήσεων, με στόχο την απελευθέρωσή της. Σημαντική θέση, στο πλαίσιο της συνολικότερης εξέγερσης, κατείχε η κατάληψη του Ναυπλίου, το οποίο αποτελούσε, άλλωστε, το κέντρο της Πελοποννήσου.

Από τα σχέδια που υποβλήθηκαν εκείνη την περίοδο προς τις ισπανικές αρχές και σχετίζονται με την Πελοπόννησο, ξεχωρίζουν τρία: το πρώτο κατα­τέθηκε στις αρχές της άνοιξης του 1569 από τον διοικητή των «στρατιωτών» του ισπανικού στρατού της Φλάνδρας Πέτρο Μενάγια. Για την πατρότητα του δεύτερου σχεδίου, το οποίο υποβλήθηκε το φθινόπωρο του 1569, φιλο­νικούσαν ο Iωάννης Bάρελης και ο Ιωάννης Ακκίδας, που κατάγονταν από οικογένειες κωδικογράφων και εμπόρων ελληνικών χειρογράφων, και είχαν κοινά ενδιαφέροντα. Το τρίτο συνωμοτικό σχέδιο κατατέθηκε τον Ιούνιο του 1570. Εμπνευστής του ήταν ο Γεώργιος Μειζότερος από την Τριπολιτσά, που είχε υπηρετήσει για πολλά χρόνια σε στρατιωτικές ομάδες τόσο της Βενετίας όσο και της Ισπανίας ως διοικητής Ελλήνων «στρατιωτών».

Αξίζει να σημειωθεί ότι σε ένα από τα σχέδια, εκείνο του Πέτρου Μενάγια, υπήρχε πρόχειρο σκαρίφημα της Πελοποννήσου, στο οποίο σημειώνονταν τα μεγάλα στρατιωτικά κέντρα των Τούρκων στη χερσόνησο.

Και στα τρία σχέδια που υποβλήθηκαν, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις προέβλεπαν την απελευθέρωση της Πελοποννήσου. Διαφοροποιούνταν, ωστόσο, ανάλογα με τον εμπνευστή του, ως προς τις περιοχές που θα εκδηλώνονταν οι επαναστατικές κινήσεις. Σε εκείνο του Πέτρου Μενάγια, που καταγόταν από τα Πυργιά Κυπαρισσίας, το επίκεντρο τοποθετούνταν στην περιοχή της Μεσσηνίας, στο σχέδιο των Ιωάννη Βάρελη και Ιωάννη Ακκίδα στη βόρεια Πελοπόννησο και στο σχέδιο του Γ. Μειζότερου, που καταγόταν από την Τριπολιτσά, στην κεντρική Πελοπόννησο.

Το Ναύπλιο, σύμφωνα με το σχέδιο των Ιωάννη Βάρελη και Ιωάννη Ακκίδα, συμπεριλαμβανόταν στις πόλεις που ήταν απαραίτητο να καταλη­φθούν. Το ισχυρό φρούριό του, σύμφωνα με τα στοιχεία που είχε συλλέξει ο Πέτρος Μενάγιας, προστάτευαν τότε 600 άνδρες. Δεν αναφέρονται πληροφορίες, ωστόσο, για συνωμοτικές κινήσεις που οργανώνονταν στην πόλη. Για την επιτυχία των σχεδίων προβλεπόταν η συμμετοχή στις επιχειρήσεις ομάδων «στρατιωτών» που υπηρετούσαν σε μονάδες του ισπανικού στρατού της Φλάνδρας και της Ιταλίας. Η πίεση των συγκεκριμένων ομάδων για την ανάληψη δράσης, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, υπήρξε καθοριστική.

Σε μια προσπάθεια των μυστικών πρακτόρων να δελεάσουν την ισπανική πλευρά και να υιοθετήσει τα σχέδιά τους, εκθείαζαν τη σημασία που είχε η Πελοπόννησος στον χώρο της Ανατολής. Οι προτάσεις τους προκάλεσαν αρχικά το ενδιαφέρον της ισπανικής πλευράς. Εκείνη, ωστόσο, με εξαίρεση το σχέδιο των Ιωάννη Βάρελη και Ιωάννη Ακκίδα, που φαινόταν πιο πρακτικό, δεν έδωσε συνέχεια στις υποθέσεις. Αυτό οφειλόταν στη μεγάλη έκταση των στρατιωτικών επιχειρήσεων και στα τεράστια έξοδα που απαιτούνταν να γίνουν, ώστε να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα.

Όλες οι παραπάνω κινήσεις ήταν σε γνώση της Βενετίας, που ψύχραιμα παρακολουθούσε τις εξελίξεις και αναζητούσε τρόπους αντίδρασης στην ισπανική διείσδυση στον ελληνικό χώρο. Η θέση της, ωστόσο, ήταν εξαιρετικά δυσμενής, καθώς έπρεπε να δραστηριοποιηθεί με μεγάλη μυστικότητα, ώστε να μην προκαλέσει προβλήματα στις διπλωματικές σχέσεις της με τους Τούρκους. Η ευκαιρία που περίμενε για την εντονότερη δραστηριοποίησή της δεν άργησε να δοθεί.

Με την έναρξη του τετάρτου βενετοτουρκικού πολέμου, την άνοιξη του 1570, το σκηνικό άλλαξε. Απέναντι στην τουρκική επίθεση κατά της Κύπρου κρίθηκε σκόπιμο, παράλληλα με την αντιμετώπισή της σε στρατιωτικό επίπεδο, να οργανωθούν επαναστατικές κινήσεις στον ελληνικό χώρο. Αυτές θα δημιουργούσαν σύγχυση στον αντίπαλο και θα τον δυσκόλευαν να εστιάσει την προσοχή του στον βασικό στόχο του. Προς αυτή την κατεύθυνση κινητοποιήθηκαν αμέσως διάφοροι μυστικοί πράκτορες, με θεαματικά αποτελέ­σματα. Κάθε πληροφορία για τις επιχειρησιακές δυνατότητες των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων ήταν πολύτιμη.

Το κρίσιμο εκείνο διάστημα η συμβολή του ελληνικού παράγοντα της πόλης υπήρξε καθοριστική. Η κινητοποίηση που εκδηλώθηκε στους κόλπους της Ελληνικής Αδελφότητας Βενετίας, μόλις έγινε αντιληπτή η βενετική πρόθεση για ανάληψη στρατιωτικής δράσης στον ελληνικό χώρο, υπήρξε έντονη.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρθηκαν όσα μέλη της Αδελφότητας κατάγονταν από το Ναύπλιο. Με νωπές ακόμα στο μυαλό τους τις μνήμες της γενέθλιας πόλης θεώρησαν πως ανοίγονταν κάποιες ελπίδες για την κατάληψή της. Ανάμεσά τους ήταν και ο λόγιος Γρηγόριος Μαλαξός, που πρότεινε την υποκίνηση επαναστατικής κίνησης στον ελληνικό χώρο, την οποία θα ενίσχυε ο οικουμενικός πατριάρχης Μητροφάνης Γ΄.

Αποδέκτης του προβληματισμού που αναπτυσσόταν τότε, ήταν και ένα πρόσωπο που γνώριζε καλά τον ελληνικό χώρο. Πρόκειται για τον Ναυπλιώτη λόγιο Ανδρέα Λονδάνο, απόφοιτο του Πανεπιστημίου της Πάντοβας και ιππότη του Τάγματος του Αγίου Στεφάνου της Τοσκάνης. Είχε παντρευτεί την Ιζαμπέτα, κόρη του επίσης Ναυπλιώτη πλούσιου εμπόρου και πλοιοκτήτη Ανδρόνικου Κουβλή του Κανάκη, και διέθετε μεγάλο κύρος στους βενετικούς κύκλους.

Την άνοιξη του 1570 αναζήτησε τρόπους για την κατεύθυνση προς την οποία έπρεπε να κινηθούν οι βενετικές στρατιωτικές επιχειρήσεις, και δεν άργησε να συγκεκριμενοποιήσει τις προτάσεις του. Έτσι, στις 7 Ιουνίου εμφανίστηκε στους επικεφαλής του Συμβουλίου των Δέκα (capi del Consiglio dei Dieci) και υπέβαλε δύο προτάσεις για στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Σε αυτές, υποστήριζε, θα συμμετείχε ενεργά ο ντόπιος πληθυσμός, σύμφωνα με έγγραφες διαβεβαιώσεις που είχε από κατοίκους της Αλβανίας, της Χιμάρας και της Μάνης…

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Το Ναύπλιο και τα σχέδια κατάληψής του στις παραμονές του Τέταρτου Βενετοτουρκικού Πολέμου (1570-1573)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »