Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άγιος Πέτρος’

Η Εν Κωνσταντινουπόλει σύνοδος του 920 μ.Χ.  (ο Άγιος Πέτρος Άργους Σύνεδρον Μέλος της), Eπισκόπου Επιδαύρου κ. Καλλινίκου Κορομπόκη


 

Περί της, εις την εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον του 920 μ.Χ., συμμετοχής του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Επισκόπου Άργους, πληροφορούμεθα τόσο από τον Grumel στις καταχωρήσεις των Πράξεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου [1], όσο και  από τον οιονεί διάδοχο του Αγίου Πέτρου, Μεγάλο Πρωτοπαπά Ναυπλίου, περί τον 16ο αιώνα μ.Χ., ιερέα Νικόλαο Μαλαξό. Ο χαρακτηρισμός ενός Πρεσβυτέρου ως «οιονεί» διαδόχου ενός Επισκόπου δικαιολογείται από την ιστορική απαίτηση της εποχής. Συγκεκριμένα, το Ναύπλιο τελούσε τότε υπό Ενετική Κατοχή. Επειδή οι Ενετοί συνήθιζαν να αποδίδουν τον τίτλο της κατακτηθείσης εκκλησιαστικής Επαρχίας σε ρωμαιοκαθολικό Επίσκοπο, αδυνάτου ή και απαγορευομένης της υπάρξεως και του ορθοδόξου Επισκόπου του τόπου, οι πρόκριτοι Ορθόδοξοι (κληρικοί και λαϊκοί) επέλεγαν έναν εκ των πρεσβυτέρων και τον απέστελλαν προς τον πλησιόχωρο Ορθόδοξο Ιεράρχη, ο οποίος δρούσε ως Προστάτης της ακεφάλου ορθοδόξου εκκλησιαστικής Επαρχίας. Ο Νικόλαος Μαλαξός εξελέγη το 1538 μ.Χ. και υπήρξε ο τελευταίος Πρωτοπαπάς Ναυπλίου, την επικύρωσιν δε της εκλογής του ενήργησε ο Αρχιεπίσκοπος Μονεμβασίας [2]. Από τον Μητροπολίτη ο προβληθείς Πρωτοπαπάς ελάμβανε κατευθύνσεις και σε αυτόν ανεφέρετο. Ο ρόλος του Πρωτοπαπά ήταν σημαντικός, δεδομένου ότι ενεργούσε όλα τα διοικητικά, πνευματικά και λειτουργικά (πλην χειροτονίας) καθήκοντα  ενός Επισκόπου. Τούτο το γεγονός, ως και η γεωγραφική απόσταση από τον φορέα της Επισκοπικής εξουσίας, είχε καταστήσει τους Πρωτοπαπάδες πανίσχυρους.

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Ο Πρωτοπαπάς Ναυπλίου Νικόλαος Μαλαξός, βιογράφησε για πρώτη φορά τον σύγχρονο του Αγίου Πέτρου Άργους, Όσιο Θεοδόσιο τον Νέο και Ιαματικό. Σε αυτή την βιογραφία, η οποία εξεδόθη το πρώτον εν Βενετία κατά το έτος 1803 στο «Νέον Εκλόγιον» από τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, πληροφορούμεθα ότι μετά από διαβολές μικρόψυχων ανθρώπων εναντίον του Οσίου Θεοδοσίου, ο Άγιος Πέτρος θέλησε, ως επιχώριος Ιεράρχης, να λάβει τα αναγκαία διοικητικά μέτρα. Τότε «έλαβε γράμματα Πατριαρχικά από την Κωνσταντινούπολη, όπου τον επροσκαλούσαν να υπάγη το ογλιγορώτερον εκεί, διά τι είχαν να κάμουν Σύνοδον» [3]. Ο Άγιος Πέτρος, ως Συνοδικός στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και ο γνωρίζων τις αρετές του και μάλιστα παλαιότερα προτείνας σε αυτόν, χωρίς όμως ο Άγιος Πέτρος να δεχθή, την διαποίμανση της Μητροπόλεως Κορίνθου, Οικουμενικός Πατριάρχης Νικόλαος Α’  o Μυστικός, ενυπνιάσθησαν ταυτόχρονα τον Όσιο Θεοδόσιο. Μετά την εκ Κωνσταντινουπόλεως επιστροφή στην επαρχία του, ο Άγιος Πέτρος συνηντήθη με τον Όσιο Θεοδόσιο στο Ασκητήριο του δευτέρου, οπότε πλέον «κατενόησαν αλλήλους εν παροξυσμώ αγάπης» (Εβρ. ι , 24).

Ας μελετήσουμε όμως δι’ ολίγον τις ιστορικές συνθήκες της εν Κωνσταντινουπόλει περί το 920 μ.Χ. Συνόδου, εις την οποία μετέσχε ο Επίσκοπος Άργους Άγιος Πέτρος. Ο αυτοκράτωρ Λέων ΣΤ’  o Σοφός, μετά από τους θανάτους των τριών συζύγων του, χωρίς διάδοχο, απεφάσισε να συνάψει τέταρτο γάμο, προκειμένου να νομιμοποιήσει τον εκ της παλλακίδος του Ζωής Καρβονοψίνης αποκτηθέντα έκθεσμο υιό, μετέπειτα αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ τον Πορφυρογέννητο. Στην αξίωση αυτή εναντιώθηκε ο Πατριάρχης Νικόλαος Α’  ο Μυστικός, ο οποίος ως λαϊκός είχε υπηρετήσει στην αυτοκρατορική αυλή ως αυτοκρατορικός σύμβουλος «εξ απορρήτων», εξ ου και η προσωνυμία «Μυστικός». Ο Πατριάρχης εβάπτισε τον εξώγαμο υιό Κωνσταντίνο στην Αγία Σοφία κατά την Θεία Λειτουργία των Θεοφανείων το 906, αξιώνοντας όμως την απομάκρυνση από το «Ιερό Παλάτι» της παλλακίδος Ζωής, υπόσχεση την οποία έδωσε, αλλά δεν ετήρησε ο Λέων. Αντιθέτως, τρεις ημέρες μετά το βάπτισμα του υιού της Κωνσταντίνου, η Ζωή «εν τοις βασιλείοις εισήγετο βασιλικώς δορυφορουμένη» [4]. Ο Λέων παρέκαμψε τον αντιδρώντα Πατριάρχη και υπεχρέωσε τον Πρωθιερέα του Παλατίου πρεσβύτερο Θωμά, να τελέσει τον τέταρτο γάμο του και έστεψε, απόντος του Πατριάρχου, ιδίαις χερσί την Ζωή Αυτοκράτειρα. Η αντίδραση του Πατριάρχη Νικολάου ήταν άμεση. Απέκοψε τους νεονύμφους της εκκλησιαστικής κοινωνίας (αφορισμός) και καθήρεσε τον πρεσβύτερο Θωμά.

Ο αυτοκράτωρ Λέων δεν έμεινε άπραγος. Απευθύνθηκε προς τον Πάπα Σέργιο Γ’, μέσω του αυτοκρατορικού διπλωμάτου Λέοντος Χοιροσφάκτου προς τους Πατριάρχες της Ανατολής. Έτσι το 907, σε Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, οι παπικοί αντιπρόσωποι (καρδινάλιος Ιωάννης και επίσκοπος Νικόλαος) και οι εκπρόσωποι των Πατριαρχείων Αντιοχείας και Ιεροσολύμων απήλλαξαν τους βασιλείς από τον πατριαρχικό αφορισμό και ανεγνώρισαν την εγκυρότητα του τετάρτου γάμου του Λέοντος. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας είτε απέστειλε επιστολή συμφωνίας είτε οι εκπρόσωποί του έφθασαν καθυστερημένοι και υπέγραψαν αργότερα τις Συνοδικές αποφάσεις. Παρά τις ευνοϊκές για τον Λέοντα Συνοδικές αποφάσεις, δεν εισήχθη με πολιτειακό διάταγμα και στην Ανατολή το λατινικό έθιμο του μη υπολογισμού των βαθμών γάμου. Ο Πατριάρχης Νικόλαος υποχρεώθηκε σε παραίτηση και εξορίσθηκε. Στη θέση του Νικολάου του Μυστικού προεβλήθη ο πνευματικός του αυτοκράτορος, ηγούμενος της Μονής Ψαμαθίας, Ευθύμιος.

Δύο κυρίως λόγοι εξηγούν την, από μέρους του Πάπα Σεργίου Γ’, δικαίωση των περί αναγνωρίσεως του τετάρτου γάμου αυτοκρατορικών απαιτήσεων. Από κανονολογικής – εκκλησιαστικής πλευράς ουδεμία δέσμευση αισθανόταν ο Ρώμης, δεδομένου ότι η Δυτική Εκκλησία δεν εγνώριζε βαθμούς γάμου ως κωλύματα για επόμενη γαμήλια σύζευξη του επιζώντος. Ο γάμος για την Εκκλησία της Ρώμης, ακόμη και σήμερα, είναι απόλυτα αδιάλυτος. Έτσι, αφ’ ενός μεν αποκλείεται διαδοχική πολυγαμία κατόπιν διαζυγίου, αφ’ ετέρου δε, αν ο γάμος λυθεί δι’ ακυρώσεως ή όπως στην περίπτωση του Λέοντος του ΣΤ’, διά θανάτου του ενός συζύγου, τότε θεωρείται ανύπαρκτος ο γαμικός δεσμός και έτσι η επομένη γαμήλια σύζευξη επιτρέπεται απεριόριστα, χωρίς να προσμετρείται ως βαθμός γάμου.

Τον 10ο αιώνα η Εκκλησία της Ρώμης δεν είχε ούτε συγκροτημένη ειδική Ακολουθία για τον γάμο. Συγκροτημένη Ακολουθία Γάμου στην Εκκλησία της Ρώμης ενεφανίσθη τον 11ο αιώνα, τον δε 12ο η Ακολουθία του Γάμου ενετάχθη εξ ολοκλήρου στην Θεία Λειτουργία, πρακτική εφαρμοζομένη μέχρι σήμερα για τους γάμους με πιστούς της ιδίας Εκκλησίας ή για γάμους με πιστούς άλλης χριστιανικής Εκκλησίας, της οποίας όμως οι Ρωμαιοκαθολικοί αναγνωρίζουν τα μυστήρια. Όσον αφορά στην τελετουργική πράξη της Ορθοδόξου Εκκλησίας, έχουμε από τα τέλη ήδη του 8ου αιώνος μία σύντομη, αλλά πλήρη Ακολουθία του Αρραβώνος και του Γάμου, καταγεγραμμένη στον Ελληνικό βαρβερινό κώδικα 336 της Βατικάνειας βιβλιοθήκης.

Ας σημειωθεί, επίσης, ότι επί Ιουστινιανού εσημειώθη το πρώτο βήμα προς την, από μέρους της Πολιτείας, αναγνώριση της ιερολόγησης του Γάμου διά του  αχωρίστου συνδυασμού του πολιτικού γάμου και της ιερολογίας. Το έτος δε 893 διά της Νεαράς (δηλαδή διά της διατάξεως) 89 του  αυτοκράτορος Λέοντος του ΣΤ’, εκηρύχθη ο υπό της Εκκλησίας ευλογούμενος γάμος, ως μόνος νόμιμος. Για την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία η τελετουργία του εκκλησιαστικού Γάμου έλαβε Συνοδικώς την απόλυτη αποκλειστικότητά της το 1563, κατά την 24η συνεδρία της Συνόδου του Τριδέντου, όπου διεκηρύχθη ότι η εγκυρότης του Γάμου διασφαλίζεται του λοιπού από την παρουσία κληρικού και δύο μαρτύρων-παρανύμφων. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία απορρίπτει εντελώς τον Πολιτικό Γάμο, όχι μόνον για λόγους θεολογικούς, αλλά και για λόγους ιδεολογικούς, δεδομένου ότι η απαίτηση της Πολιτείας να αναγνωρισθεί εγκυρότητα Γάμου μετά από τελετή ενώπιον φορέως Δημοτικής Αρχής στο Δημαρχείο, είναι αποτέλεσμα των θρησκευτικών πολέμων στην Ευρώπη και δημιούργημα του Μεγάλου Ναπολέοντος (Ναπολεόντειος Νομικός Κώδικας). Αντιθέτως, η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος, ενώ επολέμησε τον Πολιτικό Γάμο και εξαπέλυσε απειλές εναντίον αυτού,  όπως η μη κήδευση των τελεσάντων αυτόν, εν τούτοις αναγνωρίζει εν τοις πράγμασι  αυτόν ως Γάμον, αφού δεν τελεί Εκκλησιαστικό Γάμο, αποδεχομένη έτσι τριγαμία, μετά από τρεις προηγουμένους Πολιτικούς Γάμους, όπως σαφώς διαλαμβάνει η από 19-5-1982 υπ’ αριθμόν 2320 Εγκύκλιος της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου διαβάζουμε: «Δεν παραλείπομεν να επιστήσωμεν την προσοχήν Υμών επί τελεσθέντος πολιτικού Γάμου και μη λυθέντος δια θανάτου ή διαζυγίου, όστις προσμετρείται ως νόμιμος προηγούμενος Γάμος, προς αποφυγήν ποινικών συνεπειών διά τε τους Επισκόπους και τους ιερολογούντας το Μυστήριον Κληρικούς».

Τέλος, δεν είναι άσκοπο να πούμε ότι κατά την Ορθόδοξη δογματική διδασκαλία και πράξη, ο τελετουργός Επίσκοπος ή Πρεσβύτερος είναι ο τελών το Μυστήριον του Γάμου, διά της υπ’ αυτού διδομένης και δι’ αυτού καταπεμπομένης θείας ευλογίας (παθητική πράξη). Κατά την Ρωμαιοκαθολική όμως δογματική διδασκαλία και πράξη, το ζεύγος είναι το τελούν το μυστήριον, διά της επισήμου ενώπιον της Εκκλησίας διαβεβαιώσεως της αγάπης των και της προθέσεως για κοινή πορεία ζωής. Η επίδοση των δακτυλίων είναι υπόθεσις του ζεύγους (ενεργητική πράξη). Η παρουσία του τελετουργού περιορίζεται στην επευλόγηση της πράξεως. Η κρατούσα αυτή τάξη, έτυχε διαφοροποίησεων, δια της αναθεωρήσεως του τυπικού του Γάμου το έτος 1990 από τον Πάπα Ιωάννη Παύλο Β΄. Η νυμφική ευλογία προβάλλεται πλέον εμφαντικώτερα, διδομένη διά της εκτάσεως των χειρών του κληρικού πάνω από τις κεφαλές των συζύγων. Η τέλεση δε του Γάμου άνευ Ευχαριστίας ανατίθεται πλέον και σε διακόνους, επιβεβαιουμένου πανηγυρικώς του δευτερεύοντος ρόλου του τελετουργού στο Μυστήριο.

Άλλος λόγος, που εξηγεί την αναγνώριση από μέρους του Πάπα, του τέταρτου γάμου του Λέοντος, είναι το γεγονός ότι ο Ρώμης εθεώρησε πως είχε χρυσή ευκαιρία για την ανάμειξή του στα πράγματα της Ανατολής. Μην λησμονούμε πως ήταν νωπή στη μνήμη της Δύσεως η καθαίρεση του Πάπα Νικολάου Α’ από την, επί Ιερού Φωτίου, Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως του 867, για αντικανονική επέμβαση στην Βουλγαρία, απ’ όπου εξεδιώχθησαν οι ιεραπόστολοι της Κωνσταντινουπόλεως, και εισήχθησαν εκεί τα ρωμαϊκά έθιμα και το Filioque. Επιπροσθέτως, η αποστροφή των Παπών της εποχής εκείνης προς το πρόσωπο του Ιερού Φωτίου, ο οποίος πιθανότατα υπήρξε διδάσκαλος του, εκ Κωνσταντινουπόλεως καταγομένου Αγίου Πέτρου Άργους [5], ασφαλώς δεν καθιστούσε συμπαθή στα μάτια τους και τον ανεψιό του Ιερού Φωτίου, δηλαδή τον Πατριάρχη Νικόλαο Μυστικό.

Στην εποχή εκείνη του Αγίου Πέτρου Άργους, οι επιδρομές του Βουλγάρων σε Ελλαδικές επαρχίες συνιστούσαν μείζον πρόβλημα. Τόσο μεγάλο ήταν το πρόβλημα, ώστε στο εγκώμιόν του εις τους Αγίους ενδόξους και θαυματουργούς Αναργύρους Κοσμάν και Δαμιανόν, ακόμη και ο Άγιος Πέτρος Άργους παρακαλεί τους εγκωμιαζομένους Αγίους: «μη επί πλέον αίρεσθαι την Σκυθικήν οφρύν… εάσητε καθ’ ημών». Δηλαδή, να μην αφήσετε άλλο πλέον να φέρονται εναντίον μας με αυθάδεια οι Βούλγαροι. Η πολιτική, λοιπόν, επιθυμία να εξομαλυνθούν οι σχέσεις του Βουλγάρου ηγεμόνος Συμεών με την αυτοκρατορία, ανάγκασε τον ασθενή και ετοιμοθάνατο Λέοντα να επαναφέρει τον Νικόλαο στον πατριαρχικό θρόνο το έτος 912, αναθέτοντάς του τους λεπτούς διπλωματικούς χειρισμούς με τους Βουλγάρους, δεδομένου ότι ο Συμεών ήταν συμμαθητής και επιστήθιος φίλος του πατριάρχη Νικολάου. Τα πολιτικά και διπλωματικά ζητήματα μονοπώλησαν το ενδιαφέρον του Νικολάου και μόλις το 920 μπόρεσε να ασχοληθεί και πάλι με το εκκρεμές θέμα της τετραγαμίας του νεκρού πλέον Λέοντος ΣΤ’. Έτσι, συνεκάλεσε Σύνοδο το 920 στην Κωνσταντινούπολη (ορισμένοι ιστορικοί θεωρούν ότι ήταν απλή συνοδική συνέλευση), όπου ανεγνωρίσθη «κατ’ οικονομίαν» ο τέταρτος γάμος του Λέοντος και απεφασίσθη ότι «από του παρόντος έτους… τέταρτον γάμον μηδενί τολμάσθαι, αλλ’ είναι απόβλητον παντελώς» [6]. Επίσης, αναθεματίσθησαν τόσον οι «συκοφαντούντες την αγίαν εκκλησίαν, ότι τετραγαμίαν εδέξατο, χάριν της ευδοκία Θεού γεγενημένης οικονομίας», όσον και οι «εν καταφρονήσει τιθέμενοι τους ιερούς και θείους κανόνας των ιερών πατέρων, οι και την αγίαν εκκλησίαν υπερείδουσι και όλην την χριστιανικήν πολιτείαν κοσμούντες, προς θείαν οδηγούσιν ευσέβειαν» [7]. Η εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδος του 920 επιβεβαίωσε με αυτόν τον τρόπο την αντικανονικότητα της πολυγαμίας, που ήδη είχε ρυθμιστεί, τόσο με τον 3ο Κανόνα της εν Νεοκαισαρεία περί το 315 Συνόδου, όσο και με τον 4ο και με τον 5ο Κανόνα του Μεγάλου Βασιλείου, όπου σαφώς ακόμη και οι τρίτου βαθμού γάμοι χαρακτηρίζονται «ρυπάσματα της Εκκλησίας… της ανειμένης (δηλαδή, της αχαλίνωτης) πορνείας όμως αιρετώτερα» [8]. Σημειωθήτω ότι οι προαναφερθέντες ιεροί Κανόνες επεκυρώθησαν διά του 2ου Κανόνος της εν Κωνσταντινουπόλει κατά το 691 Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου. Η Σύνοδος του 920, μέλος της οποίας υπήρξε ο Άγιος Πέτρος Άργους, συνέταξε και υπέγραψε και τον περίφημο «Τόμον Ενώσεως», της ειρηνεύσεως δηλαδή των Εκκλησιών Ανατολής και Δύσεως επί του θέματος τούτου, της διαστάσεως αποδοθείσης «εις την του πονηρού στασιώδη κακίαν, την το ιερόν της Εκκλησίας διαταράττουσα πλήρωμα», όπως διαβάζουμε στην Συλλογή Συνοδικών Αποφάσεων Mansi [9]. Τον «Τόμον Ενώσεως» υπέγραψαν στα πλαίσια ειδικής Συνοδικής συνεδρίας το επόμενο έτος, 921, λόγω καθυστερημένης αφίξεως και οι αντιπρόσωποι του Πάπα Ιωάννου Ι’.

 

Ο τσάρος Συμεών Α΄ ο Μέγας της Βουλγαρίας προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως και ο Πατριάρχης Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός.

Ο τσάρος Συμεών Α΄ ο Μέγας της Βουλγαρίας προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως και ο Πατριάρχης Νικόλαος Α΄ ο Μυστικός.

 

 Η πιθανή μαθητεία του εκ Κωνσταντινουπόλεως καταγομένου Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους παρά τους πόδας του ιερού Φωτίου, η συγγενική σχέση του Πατριάρχη Νικολάου του Μυστικού προς τον ιερόν Φώτιον, το γεγονός ότι ο Πατριάρχης Νικόλαος είχε παλαιότερα προτείνει τον Άγιον Πέτρον για τη Μητρόπολη Κορίνθου, την οποία αρνουμένου του Πέτρου ανέλαβε ο αυτάδελφός του Παύλος, καθώς και η εκ μέρους του Πατριάρχου Νικολάου του Μυστικού, εκλεκτική συμπερίληψη του Αγίου Πέτρου μεταξύ των Επισκόπων των κληθέντων να μετάσχουν στην εν θέματι Σύνοδον, η οποία δεν ήταν η συνήθης για την Κωνσταντινούπολη ενδημούσα αλλά διευρυμένη, όλα αυτά μας επιτρέπουν να εικάσουμε ότι ο εκ Κωνσταντινουπόλεως καταγόμενος Άγιος Πέτρος Άργους συνεδέετο πνευματικά με τον Πατριάρχη Νικόλαο ως ανήκοντες αμφότεροι στην τάξη των Φωτιανών.

Έτσι, με τη Σύνοδο του 920 εις την οποία μετέσχε ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους ως Σύνεδρο Μέλος αυτής, εθεραπεύθη προς στιγμήν το τραύμα του σχίσματος της Εκκλησίας. Αξιοσημείωτη είναι η έκφραση ικανοποιήσεως του Πατριάρχη Νικολάου Α’ του Μυστικού για την υιοθέτηση και από τους παπικούς αντιπροσώπους των συνοδικώς πλέον θεμελιωμένων θέσεων της Ανατολικής Εκκλησίας, όταν γράφει σε επιστολή του: «χάριτι Θεού τα ενταύθα καταλαβόντες (οι αντιπρόσωποι), ει τι σκάνδαλον εκ του τετάρτου γάμου εν τη Εκκλησία συμβέβηκε, τούτο μετά της ημών ταπεινώσεως τω αναθέματι παραδεδώκασι και πάντα όσα εδείτο θεραπείας έτυχε της οφειλομένης ιάσεως, και λοιπόν κοινή τοις αχράντοις υπηρετήσαμεν μυστηρίοις και της κοινωνίας αυτών μετέσχομεν και του αγιασμού και γέγονε λοιπόν η Ρωμαίων και η Κωνσταντινουπολιτών Εκκλησία μιας συμπνοίας και ομονοίας» [10].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] V. Grumel, Les regestes des actes du patriarcat de Constantinople τομ. Ι. Les actes des patriarches τευχ. ΙΙ –ΙΙΙ. Les regestes de 715 a 1206. Deuxieme edition revue et corrigee par J. Darrouzes, Παρίσι 1989², αρ 714 (666).

[2] Τάσου Γριτσοπούλου, Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν, εν Πελοποννησιακά, τομ. ΙΖ , σελ. 96-97.

[3] Νέον Εκλόγιον, σελ. 185.

[4] Νικολάου Μυστικού, Επιστολή 32, P.G. 111, 197.

[5] Κων. Κυριακοπούλου, Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους βίος και λόγοι, Εν Αθήναις 1976, σελ. 106

[6] Τόμος Ενώσεως, J. D. Mansi, Sacrorum Conciliorum nova et amplissima collectio, τ. 17Α.

[7] Συνοδικές αποφάσεις, Mansi, τ. 17Α.

[8] ν’  Κανών του Μ. Βασιλείου.

[9] ένθ. ανωτέρω.

[10] P.G. 111, 180.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για το βίο του Αγίου Πέτρου Άργους


 

Μολονότι ο βίος του Αγίου Πέτρου Άργους έχει κατά καιρούς απασχολήσει την έρευνα, δε διαθέτουμε ακόμα μια τεκμηριωμένη μονογραφία. Η σημαντικότερη ως τώρα μελέτη του Κωνσταντίνου Κυριακόπουλου [1] έχει ελλείψεις, κυρίως γιατί ο Κυριακόπουλος ήταν φιλόλογος και η ιστορική προσέγγιση των γεγονότων που επιχειρεί δεν ακολουθεί την ιστορική μεθοδολογία και παραμένει χωρίς αποτέλεσμα. Εκτός από τη σοβαρή αυτή εργασία, έχουν επίσης δημοσιευτεί ορισμένες μονογραφίες από κληρικούς ή άτομα κοντά στην Εκκλησία, που όμως έχουν ως δηλωμένο σκοπό την προβολή της αγιότητας του Πέτρου [2].

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Πρόκειται συνεπώς για εργασίες αγιολογικού χαρακτήρα από τις οποίες δεν έχουμε τις ίδιες απαιτήσεις με μια ιστορική μελέτη. Στις μελέτες αυτές πρέπει να προστεθούν κάποιες αναφορές σε λεξικά ή γενικής φύσης εργασίες [3], οι αναφορές στον άγιο Πέτρο σε μελέτες που δεν έχουν ως αντικείμενο τον ίδιο[4], και οι πολυάριθμες αναρτήσεις στο Διαδίκτυο, κατά κανόνα ανώνυμες [5]. Προσωπικά δε γνωρίζω κάποια μελέτη που να εκθέτει με σαφήνεια τις ιστορικές πληροφορίες που διαθέτουμε για τον Πέτρο και που θα αποτελούσε τη βάση για περαιτέρω έρευνα [6].

Στην ιστορική έρευνα πρέπει να γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στα γεγονότα και στις πηγές που αναφέρουν αυτά τα γεγονότα, όπως και ανάμεσα στη χρονολόγηση των γεγονότων δηλ. πότε έγινε κάτι, και στη χρονολόγηση των πηγών, δηλ. πότε γράφτηκε κάτι. Εξίσου σημαντικό είναι να λαμβάνεται υπόψη η φύση των πηγών.

Ένας Βίος αγίου έχει σκοπό να διδάξει τους πιστούς και γι’ αυτό η ιστορική πληροφόρηση δεν αποτελεί τον κύριο σκοπό του. Αντίθετα ένα επίσημο έγγραφο αναφέρεται με ακρίβεια στα γεγονότα χωρίς διδακτικό ή άλλο σκοπό. Είναι συνεπώς σκόπιμο να γίνει πρώτα μια αναφορά στις πηγές που διαθέτουμε για τον άγιο Πέτρο, πριν την ανάλυση των δεδομένων που παρέχουν οι πηγές αυτές.

Υπάρχει όμως ένα σημαντικό πρόβλημα: δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς γεννήθηκε ο άγιος Πέτρος. Το μόνο χρονολογικό στοιχείο που ο βιογράφος του Θεόδωρος Νικαίας θεώρησε  σκόπιμο να αναφέρει αφορά στο χρόνο της χειροτονίας του σε επίσκοπο: επί πατριαρχείας Νικολάου Α΄ του Μυστικού [7]. Ο Νικόλαος Α΄ πατριάρχευσε δύο φορές: μια πρώτη από το 901 ως το 907, μετά εξορίστηκε και επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο το 912 ως το θάνατό του το 925. Ο Θεόδωρος υπονοεί, χωρίς να είναι σαφής, ότι ο Πέτρος χειροτονήθηκε επίσκοπος Άργους επί της δευτέρας πατριαρχείας, δηλ. μετά το 912[8]. Για το λόγο αυτό οι πηγές που αφορούν την επισκοπή Άργους και την επισκοπεία του αγίου Πέτρου πρέπει να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες : α) σε αυτές που γράφτηκαν προ του 900, β) σε αυτές που γράφτηκαν μετά το 1000, και γ) σε αυτές που γράφτηκαν κατά την περίοδο που έζησε ο Πέτρος.

Στις πρώτες ανήκει πρώτα ένα μολυβδόβουλλο που προέρχεται από τη σφραγίδα ενός Πέτρου επισκόπου Άργους. Ορισμένοι ερευνητές θεώρησαν ότι πρόκειται για τον άγιο Πέτρο. Όμως, παρά τη δυσχέρεια χρονολόγησης των μολυβδόβουλλων, είναι βέβαιο ότι το συγκεκριμένο ανάγεται στα μέσα του 9ου αι.[9] Πρόκειται λοιπόν για κάποιον άλλο Πέτρο επίσκοπο Άργους που επισκόπευσε περί τα τρία τέταρτα του αιώνα πριν από τον άγιο Πέτρο[10]. Από τα πρακτικά των συνόδων εξάλλου γνωρίζουμε ότι το 869 επίσκοπος Άργους ήταν ο Λέων[11] και ότι το 879 σε σύνοδο της Κωνσταντινούπολης μετείχαν ο Θεότιμος επίσκοπος Άργους και ο Ανδρέας επίσκοπος Ναυπλίου[12]. Προφανώς το Ναύπλιο είχε εξελιχτεί σε αξιόλογο αστικό κέντρο και είχε προαχθεί σε ανεξάρτητη επισκοπή, η οποία στη συνέχεια συνενώθηκε και πάλι με την επισκοπή Άργους, αφού λίγο αργότερα (περί τα τέλη του 9ου αι.) επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου ήταν ο Θεόδωρος[13].

Από το 10ο αιώνα διαθέτουμε αρχικά τους Λόγους που αποδίδονται στον άγιο Πέτρο και που δεν είναι βέβαιο ότι γράφτηκαν, τουλάχιστον όλοι, από τον ίδιο[14]. Όμως για το παρόν θέμα αυτό δεν έχει σημασία, αφού οι Λόγοι δεν περιέχουν κανένα ιστορικό στοιχείο που να αφορά τη βιογραφία το αγίου Πέτρου και ως εκ τούτου δε θα αναφερθώ σε αυτούς.

Από τον 10ο αι. προέρχεται επίσης ένα επίγραμμα του επισκόπου Αργείων Ιωάννη, ο οποίος κατασκεύασε μία αργυρή εικόνα του προκατόχου του Πέτρου, επισκόπου Άργους και Ναυπλίου[15]. Πολλοί ερευνητές θεώρησαν ότι αυτός ο Πέτρος ήταν ο άγιος Πέτρος[16]. Όμως σύμφωνα με την αλληλογραφία του Θεοδώρου Νικαίας τον άγιο Πέτρο διαδέχτηκε ένας μη κατονομαζόμενος επίσκοπος, τον οποίο διαδέχτηκε ο Χριστόφορος[17]. Στον επισκοπικό κατάλογο του Άργους ο Ιωάννης, που διαδέχτηκε τον Πέτρο, στον οποίο αφιέρωσε την εικόνα, είχε διάδοχο του τον Νικόλαο[18]. Συνεπώς ο Πέτρος του επιγράμματος δεν είναι ο άγιος Πέτρος. Η πολύ ενδιαφέρουσα αυτή πηγή για την ιστορία της επισκοπής Άργους δεν αφορά συνεπώς τον άγιο Πέτρο.

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

 

Ο Βίος του Αγίου Πέτρου, γραμμένος από τον Θεόδωρο Νικαίας [19], είναι η σημαντικότερη πηγή που διαθέτουμε αν και πολλές από τις πληροφορίες που παρέχει δεν είναι δυνατόν να ελεγχθούν από παράλληλες πηγές. Ο Θεόδωρος γεννήθηκε στο Ναύπλιο στα τέλη του 9ου αι. και υπήρξε μαθητής του αγίου Πέτρου. Χειροτονήθηκε από τον Πέτρο διάκονος, αλλά δε διετέλεσε επίσκοπος Άργους, όπως υπέθεσαν μερικοί ερευνητές [20]. Άγνωστο σε ποια ηλικία, πάντως μετά το θάνατο του Πέτρου, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, ανέλαβε σημαντικές διοικητικές θέσεις στην Εκκλησία και τελικά χειροτονήθηκε μητροπολίτης Νικαίας, της δεύτερης σε σπουδαιότητα μητρόπολης της αυτοκρατορίας.

Καχεκτικός και φιλάσθενος, είχε ένα ιδιαίτερα δύσκολο χαρακτήρα. Διέθετε τεράστια μόρφωση, που απέκτησε στο Άργος. Επιρρεπής στην κολακεία και στις δολοπλοκίες, αναμείχτηκε σε συνομωσίες κατά των Λεκαπηνών που τελικά του στοίχισαν μία περίοδο εξορίας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ΄ τον προόριζε για τον πατριαρχικό θρόνο, αλλά ο διάδοχός του Ρωμανός Β΄ προτίμησε άλλες λύσεις. Όπως ο ίδιος αναφέρει, συνέταξε το Βίο του Αγίου Πέτρου μετά την εκλογή του στη μητρόπολη Νικαίας[21]. Εκτός από το Βίο του αγίου Πέτρου έγραψε επιστολές από τις οποίες σώθηκαν τελικά 46. Ορισμένες από αυτές παρέχουν στοιχεία για την Αργολίδα και βοηθούν εμμέσως για να γνωρίσουμε τον άγιο Πέτρο.

Ο Θεόδωρος, στο Βίο του Αγίου Πέτρου ασχολείται περισσότερο με τη νεότητά του Πέτρου παρά με την περίοδο της επισκοπείας του. Σημειώνει ότι ο Πέτρος ήταν Κωνσταντινοπολίτης, ο τρίτος από τους τέσσερις γιους ευπόρων και ευγενών γονέων, των οποίων δεν παραδίδει τα ονόματα. Οι γονείς του Πέτρου εκτός από τους γιούς απέκτησαν και μία κόρη. Ο πρωτότοκος Παύλος, σε νεαρή ηλικία, έγινε μοναχός στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας ως πνευματικό καθοδηγητή κάποιον Πέτρο. Το παράδειγμά του ακολούθησε σύντομα ο δευτερότοκος Διονύσιος. Μετά κάποιο χρονικό διάστημα οι γονείς και οι κόρη έγιναν επίσης μοναχοί στη μονή στην οποία ο Παύλος ήταν ήδη ηγούμενος. Ο Πέτρος και ο νεότατος ακόμα Πλάτων με τη σειρά τους έγιναν μοναχοί στην Κωνσταντινούπολη, αλλά όχι στη μονή του Παύλου[22].

Την ίδια περίοδο ο πατριάρχης Νικόλαος Α΄, κατά τη δεύτερη πατριαρχεία του (912-925), αντιμετώπιζε προβλήματα για την πλήρωση των κενών επισκοπικών και μητροπολιτικών θέσεων που είχαν εκκενωθεί λόγω του σχίσματος της τετραγαμίας του αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄. Ζήτησε από τον Πέτρο να δεχτεί τη θέση του μητροπολίτη Κορίνθου, αλλά αυτός αρνήθηκε. Ο πατριάρχης πρότεινε τότε στον Παύλο τη μητροπολιτική έδρα και αυτός δέχτηκε. Ο Πέτρος ακολούθησε τον αδελφό του στην Κόρινθο[23]. Λίγο μετά χήρεψε η επισκοπή Άργους. Αργείοι και Ναυπλιείς μετέβησαν στην Κόρινθο και ζήτησαν από το μητροπολίτη να χειροτονήσει τον Πέτρο στην επισκοπή Άργους. Ο τελευταίος όταν πληροφορήθηκε τα γεγονότα έφυγε σε κάποια μονή έξω από την Κόρινθο. Τελικά όμως η επιμονή των Αργείων και των Ναυπλιέων έκαμψαν την αντίστασή του και δέχτηκε να χειροτονηθεί επίσκοπος[24]. Πότε ακριβώς ανέλαβε τα καθήκοντά του είναι άγνωστο.

Για το βίο του Πέτρου ως επισκόπου ο Θεόδωρος δεν αναφέρει σημαντικά πράγματα. Έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το ποίμνιό του, αλλά αυτό ήταν κάτι σύνηθες την εποχή εκείνη. Η κύρια αρετή του ήταν η φιλανθρωπία. Στάθηκε αρωγός στους πιστούς, όχι μόνο της Αργολίδας, αλλά στο μέτρο του δυνατού και των όμορων περιοχών. Όταν ένας λιμός ενέσκηψε στην Πελοπόννησο, κατά την περίοδο της επισκοπείας του, διένειμε τρόφιμα από τα αποθέματα της επισκοπής[25]. Εξάλλου προσπαθούσε πάντοτε να βοηθήσει τους αναξιοπαθούντες από τις αυθαιρεσίες των διοικούντων και γενικά επενέβαινε όπου ήταν δυνατόν για να ανακουφίσει τους φτωχούς και τους αδύνατους[26].

Εξαγόραζε χριστιανούς αιχμαλώτους των αραβοκρητών πειρατών[27] και γενικά ήταν παρών σε κάθε δυσχέρεια των κατοίκων. Είναι βέβαιο ότι ίδρυσε στο Άργος σχολή στην οποία δίδαξε και ο ίδιος και στην οποία μαθήτευσε και ο Θεόδωρος[28]. Γενικά απέκτησε φήμη καλού ποιμενάρχη με αποτέλεσμα να προσέρχονται στο Χριστιανισμό οι τελευταίοι ειδωλολάτρες της Πελοποννήσου[29]. Αντίθετα δεν είναι αυτός που έκτισε τη Νέα, όπως πιστεύει ο Κ. Κυριακόπουλος, που συγχέει τον Άγιο Πέτρο με έναν εξίσου διάσημο Πέτρο Άργους που επισκόπευσε λίγα χρόνια μετά[30].

Ο Θεόδωρος, για να τονίσει την αγιότητα του Πέτρου γράφει ότι προέβλεψε το θάνατό του, βασικό στοιχείο αγιότητας κατά τη βυζαντινή περίοδο. Προέβλεψε εξάλλου ένα λιμό καθώς και μία εισβολή βαρβάρων που θα συνέβαινε μετά το θάνατό του[31]. Ο Θεόδωρος, που ήταν παρών την ώρα του θανάτου του Πέτρου, αναφέρει ότι πέθανε σε ηλικία 70 ετών[32], πληροφορία που χάνει σημαντικά από την ιστορική της αξία, αφού δεν είναι γνωστές οι ημερομηνίες ούτε του θανάτου ούτε της γέννησης του Πέτρου. Οι Ναυπλιείς προσπάθησαν να οικειοποιηθούν το λείψανο του Πέτρου και να το θάψουν στον Ναύπλιο, αλλά οι Αργείοι προέβαλαν σθεναρή άρνηση. Ακολούθησε συμπλοκή στην οποία οι Αργείοι, ως πολυπληθέστεροι, επεκράτησαν[33]. Το σώμα τάφηκε στο Άργος στο αριστερό κλίτος μη κατονομαζομένου ναού[34]. Δεδομένου ότι απαγορευόταν ο ενταφιασμός σε ενοριακούς ναούς, πρέπει να δεχτούμε ότι ο ναός αυτός ήταν ή μοναστηριακός ή ιδιωτικός.  

Οι απόπειρες για τη χρονολόγηση του θανάτου του Πέτρου στηρίχτηκαν σε δύο ιστορικές λεπτομέρειες του Βίου: το μεγάλο λιμό και τις βαρβαρικές εισβολές. Δυστυχώς κανένα από το δύο αυτά γεγονότα δεν είναι σαφώς τοποθετημένο στο χρόνο. Ο Συνεχιστής του Θεοφάνη αναφέρει ένα λιμό κατά το έτος 927-928[35], αλλά είναι άγνωστο αν πρόκειται για τον ίδιο λιμό που μνημονεύει ο Θεόδωρος. Η βαρβαρική εισβολή και η επί τριετίαν κατοχή της Πελοποννήσου τοποθετείται από άλλους μεν μεταξύ του 924 και του 927[36] και από άλλους μεταξύ 922 και του 924[37], χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι η ιστορικότητα αυτής της πληροφορίας αμφισβητείται[38]. Πάντως δεδομένου ότι ο Πέτρος ζούσε κατά το λιμό, ενώ είχε πεθάνει πριν από την εισβολή είναι σαφές ότι κάποια από τα στοιχεία του Θεόδωρου δε συνάδουν με τις πληροφορίες των άλλων πηγών.

Η αλληλογραφία του Θεόδωρου Νικαίας αφορά τον άγιο Πέτρο έμμεσα. Σε μία από τις επιστολές, που απευθύνει στον πατριάρχη Θεοφύλακτο, μιλά με περηφάνεια για την παιδεία που απέκτησε στο Άργος[39]. Με μία άλλη επιστολή που απευθύνει στο μητροπολίτη Κορίνθου Βασίλειο συνιστά την εκλογή του ιερομονάχου Βασιλείου στην κενή επισκοπή Άργους[40]. Ο Ν. Βέης υποθέτει ότι πρόκειται για τον Βασίλειο, τον 12ο επίσκοπο Άργους στον κατάλογο του Συνοδικού της Ορθοδοξίας, υπόθεση που δεν έχει κανένα στήριγμα στις πηγές[41].

Για τη συμμετοχή του Πέτρου στη σύνοδο που συγκάλεσε ο πατριάρχης Νικόλαος Α΄ κατά τη δεύτερη πατριαρχεία του (912-925), με θέμα την τετραγαμία, υπάρχει η μαρτυρία των Πρακτικών της συνόδου[42]. Όμως ενώ γνωρίζουμε ότι η σύνοδος έγινε την Κυριακή 9 Ιουλίου, παραμένει υπό συζήτηση το έτος σύγκλησής της. Ο αρμοδιότερος για το θέμα V. Grumel την τοποθετεί άλλοτε στο 920[43] και άλλοτε στο 921/922[44].

Η πηγή αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα : πιστοποιεί ότι ο Πέτρος ήταν επίσκοπος Άργους τουλάχιστον το 920 και αποτελεί το σταθερό έδαφος για κάθε απόπειρα ακριβέστερης χρονολόγησης της επισκοπείας του.

Εξ όσων γνωρίζω, σώζονται τρία μολυβδόβουλλα επισκόπων Άργους που χρονολογούνται από το 10ο αι.: ένα του Νικολάου[45], ένα του Θεοδώρου[46]  και ένα του Γρηγορίου[47]. Η μαρτυρία τους δεν προσθέτει τίποτε στη βιογραφία του αγίου Πέτρου, ενώ είναι αδύνατο να ταυτιστούν τα μολυβδόβουλλα αυτά με κάποιον από τους επισκόπους του καταλόγου του Συνοδικού της Ορθοδοξίας[48].

Οι μετά το 1000 πηγές δίνουν μεν ορισμένες πληροφορίες σχετικά με τον άγιο Πέτρο, αλλά η ιστορική τους αξία είναι μειωμένη εξαιτίας της χρονικής απόστασης που τις χωρίζει από τα γεγονότα.

Η πρώτη από αυτές, το λεγόμενο Συνοδικό της Ορθοδοξίας, είναι ένα δευτερογενές κείμενο[49]. Μετά το τέλος της εικονομαχίας το 841, οι κατά τόπους επισκοπές συνέταξαν καταλόγους των ορθοδόξων αρχιερέων τα ονόματα των οποίων μακαρίζονταν την Κυριακή της Ορθοδοξίας. Το 13ο αι. οι κατάλογοι αυτοί συνενώθηκαν από την Πατριαρχική γραμματεία και αποτέλεσαν το Συνοδικό της Ορθοδοξίας.

Για την επισκοπή Άργους και Ναυπλίου, ένας σχολιασμένος κατάλογος των επισκόπων σώθηκε σε ένα χειρόγραφο των αρχών του 16ου αι. (τον Παρισινό κώδικα Gr. Suppl. 1090, f. 297r-v). Τον κατάλογο πιθανότατα αντέγραψε, από παλαιότερο χειρόγραφο, ο Ναυπλιεύς ιεροκήρυκας της μητρόπολης Ιωάννης Ζυγομαλάς (1498-1581)[50]. Ο Ζυγομαλάς προσέθεσε ορισμένα εξαιρετικά χρήσιμα σχόλια,  τα οποία επιτρέπουν να τοποθετήσουμε στο χρόνο τους τελευταίους επισκόπους, πριν από την ανακήρυξη της επισκοπής Άργους σε μητρόπολη.

Ο κατάλογος του Συνοδικού αρχίζει με τον επίσκοπο Πέτρο, τον οποίο διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος. Μετά τον Κωνσταντίνο επισκόπευσε ο Χριστόφορος, τον οποίο διαδέχτηκε ο Πέτρος, ακολουθεί ο Ιωάννης, στη συνέχεια ο Νικόλαος, κλπ. Ο Κ. Κυριακόπουλος αναρωτήθηκε ποιος από τους δύο αυτούς Πέτρους είναι ο άγιος[51].

Υπάρχει βέβαια και ένας τρίτος Πέτρος, ο 11ος του καταλόγου, αλλά χρονικά αυτός δεν μπορεί να είναι ο άγιος Πέτρος. Το θέμα το περιέπλεξαν δύο στοιχεία. Το πρώτο είναι το επίγραμμα του επισκόπου Ιωάννη, που, όπως προανέφερα, μιλά για μία εικόνα που ο Ιωάννης κατασκεύασε προς τιμή του προκατόχου του Πέτρου. Είναι καθαρό ότι αυτός είναι ο 4ος Πέτρος του καταλόγου, τον οποίο διαδέχτηκε ο Ιωάννης. Φαίνεται ότι αυτός ο Πέτρος ήταν μια αξιόλογη προσωπικότητα τον οποίο ο Ιωάννης, στον ποιητικό του οίστρο, ονομάζει άγιο, αλλά δεν είναι ο άγιος Πέτρος ο πολιούχος του Άργους. Γιατί, όπως προανέφερα, σύμφωνα με την αλληλογραφία του Θεοδώρου Νικαίας, μετά τον άγιο Πέτρο επισκόπευσε κάποιος που ο Θεόδωρος δεν κατονομάζει, και στη συνέχεια στον επισκοπικό θρόνο ανήλθε ο Χριστόφορος. Άρα ο άγιος Πέτρος Άργους είναι ο πρώτος του καταλόγου.

Το δεύτερο στοιχείο που περιέπλεξε τα πράγματα είναι το σχόλιο, που όπως προανέφερα το προσέθεσε ο Ιωάννης Ζυγομαλάς, στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας. Το σχόλιο δίνει για τον πρώτο Πέτρο του καταλόγου δύο ενδείξεις που όμως δεν συνάδουν. Σημειώνει ότι αυτός ο Πέτρος έλαβε μέρος στην Πρωτοδευτέρα σύνοδο και ότι χειροτόνησε πρεσβύτερο τον άγιο Θεοδόσιο τον Νέο. Η Πρωτοδευτέρα σύνοδος έγινε στην Κωνσταντινούπολη το Μάιο του 861, ενώ ο Θεοδόσιος, που γεννήθηκε το 862, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στα τέλη του βίου του, περί το 920. Δεν είναι δυνατό τα δύο αυτά γεγονότα να τοποθετηθούν στην επισκοπεία ενός προσώπου.

Προφανώς ο Ζυγομαλάς  συγχέει τον άγιο Πέτρο Άργους, που όπως θα λεχθεί στη συνέχεια χειροτόνησε πρεσβύτερο τον Θεοδόσιο, και έναν προηγούμενο Πέτρο, στον οποίο ανήκει, όπως προελέχθη, ένα μολυβδόβουλλο και ο οποίος προφανώς έλαβε μέρος στην Πρωτοδευτέρα σύνοδο. Δυστυχώς τα Πρακτικά της Πρωτοδευτέρας συνόδου χάθηκαν και έτσι δε γνωρίζουμε τίποτε σχετικά με αυτόν τον Πέτρο, που επισκόπευσε στο Άργος στα μέσα του 9ου αι., δηλ. περίπου εξήντα χρόνια πριν από τον άγιο Πέτρο.

Η τελευταία πηγή σχετική με τον άγιο Πέτρο, είναι ο Βίος του Αγίου Θεοδοσίου του Νέου που έγραψε ο Ναυπλιεύς Νικόλαος Μαλαξός στα μέσα του 16ου αι.[52] Ο Μαλαξός αναφέρει ότι ο Θεοδόσιος γεννήθηκε στην Αθήνα το 862. Η ακρίβεια της χρονολόγησης, φαινόμενο σπανιότατο για βίο αγίου, πείθει ότι ο Μαλαξός αντέγραψε κάποιο αρχαιότερο κείμενο που χάθηκε. Παράλληλα βασίστηκε στην εκκλησιαστική παράδοση της μητρόπολης και ίσως σε αρχειακό υλικό.

Κατά τον Μαλαξό, ο Πέτρος, επίσκοπος Άργους, κλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον πατριάρχη για να λάβει μέρος σε μια σύνοδο. Όμως δε αναφέρει ούτε το όνομα του πατριάρχη που συγκάλεσε τη σύνοδο, ούτε για ποιον Πέτρου Άργους πρόκειται. Ο Νικόδημος Αγιορείτης, στην έκδοση του Βίου, προσέθεσε σε παρένθεση, μετά το όνομα του Πέτρου, ότι πρόκειται για τον άγιο Πέτρο Άργους που η μνήμη του εορτάζεται στις 3 Μαΐου[53]. Όσο και αν η υπόθεση του Νικοδήμου φαίνεται λογική, οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι δεν προέρχεται από το συντάκτη του Βίου του Αγίου Θεοδοσίου.

Όμως οφείλουμε να δεχτούμε ότι αν ο Θεόδωρος γεννήθηκε το 862, ο μόνος επίσκοπος Άργους με το όνομα Πέτρος στον οποίο αναφέρεται ο βιογράφος του είναι ο άγιος Πέτρος και ο μόνος πατριάρχης που μπορεί να κάλεσε τον Πέτρο στην Κωνσταντινούπολη είναι ο Νικόλαος Α΄. Πρόκειται συνεπώς για τη σύνοδο που ασχολήθηκε με το θέμα της τετραγαμίας, για την οποία έγινε ήδη λόγος.

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Κατά το Βίο του Αγίου Θεοδοσίου, εχθροί του οσίου τον κατηγόρησαν στον Πέτρο ως μάγο και απατεώνα. Ο Πέτρος δεν ασχολήθηκε αμέσως με το θέμα, γιατί έπρεπε να φύγει για τη σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. Μετά τη σύνοδο, και ενώ ετοιμαζόταν να επιστρέψει, είδε στον ύπνο του τον Θεοδόσιο που του είπε ότι άδικα τον κατηγορούσαν. Ξύπνησε ταραγμένος, ενώ την ίδια στιγμή ένας απεσταλμένος του πατριάρχη του ανακοίνωσε ότι ο πατριάρχης ήθελε οπωσδήποτε να τον δει πριν φύγει. Στο πατριαρχείο ο πατριάρχης του είπε ότι είδε στον ύπνο του έναν Θεοδόσιο, μοναχό στην Αργολίδα, που του παραπονέθηκε ότι κατηγορήθηκε άδικα στον επίσκοπό του. Οι δύο άνδρες συμφώνησαν ότι ο Θεοδόσιος ήταν άγιος και ο πατριάρχης ζήτησε από τον Πέτρο, μόλις επιστρέψει στο Άργος, να επισκεφτεί τον Θεοδόσιο και να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο, πράγμα που ο Πέτρος έκανε.

Η συνάντηση Πέτρου και Θεοδοσίου και η χειροτονία του τελευταίου πρέπει συνεπώς να τοποθετηθεί μετά τη σύνοδο του 920 ή του 922 και με βάση αυτά τα δεδομένα πρέπει να  τοποθετηθεί και ο θάνατος του Πέτρου. Ορισμένοι ιστορικοί θέλησαν να χρονολογήσουν ακριβέστερα το θάνατο του Πέτρου με βάση το έτος της εισβολής που αναφέρει ο Θεόδωρος Νικαίας στο Βίου του Πέτρου. Η χρονολόγηση αυτή αποτελεί έναν πραγματικό φαύλο κύκλο, δηλ. στηρίζεται στο Βίο του Θεοδοσίου για να χρονολογηθεί ο θάνατος του Πέτρου και εν συνεχεία χρονολογείται η εισβολή που συνέβη αμέσως μετά το θάνατο του Πέτρου και τέλος επαναχρονολογείται ο θάνατος του Πέτρου με βάση τη χρονολόγηση της εισβολής.

Φυσικό είναι να θέσει κάποιος το ερώτημα αν οι πληροφορίες αυτές του Μαλαξού είναι ιστορικά αξιόπιστες. Νομίζω ότι τα περί του κοινού ονείρου αποτελούν ένα από τους γνωστούς κοινούς τόπους των βίων αγίων και δεν έχουν καμιά ιστορική αξία. Ότι όμως ο Πέτρος χειροτόνησε τον Θεοδόσιο πρεσβύτερο εδράζεται στη μακραίωνη εκκλησιαστική παράδοση της μητρόπολης, αφού τη χειροτονία την αναφέρει και ο σχολιαστής του Συνοδικού της Ορθοδοξίας. Επειδή ο Θεόδωρος Νικαίας δεν κάνει λόγο για τον Θεοδόσιο στο Βίο του αγίου Πέτρου, πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο βιογράφος του αγίου Θεοδοσίου μεγαλοποίησε τα πράγματα για να τονίσει την αγιότητα του βιογραφουμένου.

 

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

 

Στην πραγματικότητα τα γεγονότα υπήρξαν πιο απλά. Ο Πέτρος πληροφορήθηκε ότι στην επαρχία του ζούσε κάποιος ερημίτης στον οποίο οι χριστιανοί απέδιδαν θαυματουργικές πράξεις. Όμως την εποχή εκείνη δεν ήταν σπάνιο διάφοροι απατεώνες να παριστάνουν τους αγίους, λόγος που προκάλεσε ανησυχία στον Πέτρο. Επειδή όμως έπρεπε να φύγει για την Κωνσταντινούπολη ανέβαλε την εξέταση της υπόθεσης. Επιστρέφοντας πήρε τις αναγκαίες πληροφορίες και διαπίστωσε ότι επρόκειτο για σεβάσμιο πρόσωπο και τότε αποφάσισε να τον επισκεφτεί και να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο. Με τη πράξη αυτή ενέταξε τον Θεοδόσιο στον κλήρο της επισκοπής του.

Αργότερα, όταν και ο Πέτρος και ο Θεοδόσιος ανακηρύχτηκαν επίσημα άγιοι της Ορθόδοξης εκκλησίας, γράφτηκε η βιογραφία του Θεοδοσίου στην οποία εντάχτηκαν ορισμένοι θρύλοι, ενώ κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο να γίνει με τη βιογραφία του Πέτρου που είχε ήδη γραφτεί αμέσως μετά το θάνατό του από τον Θεόδωρο Νικαίας.

Προσπάθησα να δώσω στον περιορισμένο χρόνο και στα πλαίσια μιας διάλεξης τα στοιχεία που διαθέτουμε για τον άγιο Πέτρο και να τα αξιολογήσω ανάλογα με την εποχή από την οποία προέρχονται και ανάλογα με τη φύση των πηγών που τα παραδίδουν.

Μετά την αναλυτική παρουσίαση των πληροφοριών, είναι σκόπιμο να επιχειρηθεί ένα είδος ιστορικής σύνθεσης, που να συνοψίζει τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία της βιογραφίας του Πέτρου. Ο Πέτρος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Γόνος ευκατάστατων γονέων έτυχε καλής εκπαίδευσης. Η ακριβής χρονολογία της γέννησής του παραμένει άγνωστη. Δεδομένου ότι πέθανε σε ηλικία 70 ετών περί το 922, η γέννησή του, με βάση αυτό το κριτήριο, θα πρέπει να τοποθετηθεί περί το 852.

Προφανώς η οικογένεια του Πέτρου ανήκε πολιτικά στους ενάντιους του αυτοκράτορα Λέοντα Στ΄ και στους υποστηρικτές του πατριάρχη Νικόλαου Α΄. Ίσως για το λόγο αυτό όλα τα μέλη της προτίμησαν την ασφάλεια της μοναστικής ζωής κατά την περίοδο που οι οπαδοί του πατριάρχη Νικόλαου Α΄ διώκονταν δηλ. μεταξύ του 907 και του 912. Το 912, λίγο μετά το θάνατο του Λέοντα Στ΄ και την επάνοδο του Νικολάου στον πατριαρχικό θρόνο, ο Παύλος, πρεσβύτερος αδελφός του Πέτρου, χειροτονήθηκε μητροπολίτης Κορίνθου.

Ο Πέτρος τον ακολούθησε στην επαρχία και για ορισμένο χρόνο, άγνωστο πόσο, μόνασε στην Κόρινθο. Παρά την αρχική του άρνηση, τελικά δέχτηκε τον επισκοπικό θρόνου Άργους και Ναυπλίου. Υπήρξε εξαίρετος ποιμενάρχης, δίκαιος και φιλάνθρωπος, ενώ ταυτόχρονα υποστήριξε τα γράμματα και την παιδεία. Η γνωριμία του με τον Θεοδόσιο το Νέο υπήρξε μάλλον συμπτωματική. Πέθανε μετά το 920 ή μετά το 922, ενώ οι πιστοί του τον θεωρούσαν ήδη άγιο. Το σκήνωμά του έγινε αιτία συμπλοκής μεταξύ Αργείων και Ναυπλιέων. Τελικά τάφηκε στο Άργος σε άγνωστο ναό.

Τα οστά του έμειναν εκεί επί αιώνες, ως την μεταφορά τους στη Δύση από τους Βενετούς τον 16ο αι. για να επιστρέψουν και πάλι στο Άργος πρόσφατα. Ιδού ό,τι τελικά γνωρίζουμε για τη λαμπρή αυτή προσωπικότητα που τόσο στενά συνδέθηκε με την Αργολίδα και ιδιαίτερα με την πόλη του Άργους.

 

Παναγιώτης Γιαννόπουλος

Ομότιμος καθηγητής του Université Catholique de Louvain

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Τα ιστορικώς εξακριβωμένα στοιχεία για το Βίο του Αγίου Πέτρου Άργους», Κυριακή  15  Ιανουαρίου 2012. 

 
Υποσημειώσεις

[1] Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976.

[2] Π. χ. οι μονογραφίες ή τα άρθρα των ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΔΑΝΙΗΛ ΠΕΤΡΟΥΛΙΑ, Ακολουθία του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Αρχιεπισκόπου Άργους και Ναυπλίου, του θαυματουργού, Αθήνα, 1870, Χ. ΠΑΠΑΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Ο  πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός, Αθήνα, 1908, ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Η εκκλησία Άργους και Ναυπλίου, από συστάσεώς της μέχρι σήμερον, Άργος, 1957, ΙΔΙΟΥ, Ο Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους και ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, εις Αργειακόν Βήμα, της 8ης και 15ης Μαΐου 1966, Ε. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός, 4η έκδ. Αθήνα, 1991, Πρωτοπρεσβύτερου Γ. ΣΕΛΛΗ, Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους σημειοφόρος και θαυματουργός. 852-922 από γεννήσεως Χριστού, Άργος, 2008, Αρχιμανδρίτου Κ. ΚΟΡΟΜΠΟΚΗ, Ιερά Ακολουθία επί τη μετακομιδή των ιερών λειψάνων του εν αγίοις πατρός ημών Πέτρου επισκόπου Άργους του θαυματουργού, Άργος, 2008, κλπ.

[3] Βλ. π.χ. K. KRUMBACHER, Geschichte der byzantinischen Litteratur von Justinian bis zum Ende des oströmischen Reiches (527-1453), Μόναχο, 1897, σελ. 167 και σελ. 196, το λήμμα του ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ, Πέτρος. Επίσκοπος  Άργους, εις Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαιδεία, τόμ. 10, Αθήνα, 1967, στήλ. 369-371, το λήμμα του A. KAZDAN, Peter of Argos, εις Oxford Dictionary of Byzantium, Οξφόρδη, 1991, στήλ. 1638-1639, το λήμμα του Μ. ΒΑΡΒΟΥΝΗ, Πέτρος όσιος Άργους, εις Λεξικόν της Βυζαντινής Πελοποννήσου, Αθήνα, 1998, σελ. 339-340, κλπ.

[4] Ενδεικτικά αναφέρουμε τις σημαντικότερες μελέτες : Ι. ΣΑΚΚΕΛΙΩΝ, Άργους και Ναυπλίου παλαιοί ιεράρχαι, εις Δελτίον Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας Ελλάδος, 2 (1885), σελ. 32-38, Σ. ΛΑΜΠΡΟΣ, Ο κατάλογος των αρχαιοτέρων ιεραρχών Ναυπλίου και Άργους, εις Νέος Ελληνομνήμων, 1-2 (1914-1915), σελ. 122-123, Ι. ΖΕΓΚΙΝΗΣ, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Πύργος, 2η έκδ. 1968, Α. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Συμβολαί εις την ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος, Αθήνα, 1955, Αγνή ΒΑΣΙΛΙΚΟΠΟΥΛΟΥ-ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ, Συμβολή στην  ιστορία της μητροπόλεως Άργους, εις Πρακτικά του Β΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήνα, 1989, σελ. 405-411, P. YANNOPOULOS, Ο επισκοπικός κατάλογος του βυζαντινού ΄Αργους, εις Πρακτικά του Ε΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Άργος – Ναύπλιον, 6-10 Σεπτεμβρίου 1995), τόμ. Β΄, Αθήνα, 1998, σελ. 361-368, Π. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Η περιστασιακή  επισκοπή Ναυπλίου κατά τον Θ΄ και Ι΄ αιώνα, εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 3 (1998), σελ. 20-42, ΙΔΙΟΥ, Ο Ναυπλιεύς Θεόδωρος Νικαίας, εις Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 4 (2000), σελ. 117-169, ΙΔΙΟΥ, Ιστορικές πληροφορίες του Θεοδώρου Νικαίας για την Αργολίδα, εις Βυζαντινός Δόμος, 10-11 (1999-2000), σελ. 149-162,  Ε. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ, Δαναός και  Άγιος Πέτρος, εις Δαναός 1894-1994, Άργος, 2η έκδ. 2007, σελ. 9-15, Βούλα ΚΟΝΤΗ, Το Ναύπλιο και οι σχέσεις του με την επισκοπή Άργους κατά τη μέση Βυζαντινή περίοδο, εις Σύμμεικτα, 15 (2002), σελ. 131-148.

[5] Εξαίρεση αποτελεί η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη (www.argolikivivliothiki.gr), με καταχωρημένες ενυπόγραφες αναρτήσεις, αλλά χωρίς παραπομπές.

[6] Παραλείπουμε κάποιες μη βιογραφικού χαρακτήρα εργασίες, όπως π.χ.  τα άρθρα των Ν. ΒΕΗ, Αι επιδρομαί των Βουλγάρων υπό τον τζάρον Συμεών και τα σχετικά σχόλια του Αρέθα Καισαρείας, εις Ελληνικά, 1 (1928), σελ. 337-370, V. VASSILIEV, The ‘Life’ of St. Peter of Argos and its Historical Significance, εις Traditio, 5 (1947), σελ. 163-191, Α. ΓΛΑΡΟΥ, Το μυστήριο της θείας οικονομίας και η περί Θεοτόκου διδασκαλία του Αγίου Πέτρου επισκόπου  Άργους, εις Επιστημονική Επετηρίς Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών, 44 (2009), σελ. 343-354.

[7] Οι παραπομπές γίνονται στην έκδοση του Βίου του Αγίου Πέτρου Άργους από τον Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976, σελ. 238, § 8.

[8] Ένθ. αν. ο Θεόδωρος τονίζει ότι ο Νικόλαος εξορίστηκε εξαιτίας της σθεναρής στάσης του στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος Στ΄, σημείωση που υπονοεί ότι η χειροτονία του Πέτρου πρέπει να τοποθετηθεί στη δεύτερη πατριαρχεία του Νικολάου.

[9] Το μολυβδόβουλλο εκδόθηκε αρχικά από τον G. SCHLUMBERGER, Sceaux byzantins inédits, εις Revue des Etudes byzantines, 4 (1891), σελ. 118, αριθ. 42, εν συνεχεία από τον Κ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟ, Βυζαντινά μολυβδόβουλλα του εν Αθήναις  Εθνικού Νομισματικού Μουσείου, Αθήνα, 1917, σελ. 23, και τέλος από τον V. LAURENT, Le Corpus des sceaux de l’empire byzantin, V-I-3 : L’Eglise, Παρίσι, 1963-1972, αριθ. 571.

[10] Τη χρονολόγηση αυτή δέχονται οι εκδότες του μολυβδόβουλλου, αλλά επίσης οι ΒΕΗΣ, Αι επιδρομαί των Βουλγάρων υπό τον τζάρον Συμεών, σελ. 349, και VASSILIEV, The ‘Life’ of St. Peter of Argos, σελ. 171.

[11] J. D. MANSI, Sacrorum Consiliorum nova et amplissima collectio, Βενετία και Φλωρεντία, 1759-1798, τόμ. 11, στήλ. 645.

[12] MANSI, τόμ. 17Α, στήλ. 377.

[13] N. ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ, Ο Βίος του Αγίου Θεοδώρου Κυθήρων, εις Πρακτικά 3ου Πανιονίου Συνεδρίου, Αθήνα, 1967, τόμ. I, σελ. 283.

[14] Τους Λόγους δημοσίευσε αρχικά ο E. RICKENBACH, Storia e scritti di S. Pietro d’Argo, Ρώμη, 1899, και στη συνέχεια ο Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976.

[15] Βλ. το κείμενο του επιγράμματος στον Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, Αθήνα, 1976, σελ. 424. Το επίγραμμα παραδίδει ο Ελληνικός Αμβροσιανός  κώδικας 668.

[16] Την άποψη αυτή δέχεται και ο ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 424-428, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[17] Κριτική έκδοση της αλληλογραφίας από τον  J. DARROUZES, Epistoliers byzantins du Xe siècle (Archives d’Orient Chrétien, 6) Παρίσι, 1960. Η αλληλογραφία του Θεοδώρου έχει κατά καιρούς επισύρει την προσοχή των ερευνητών, βλ. σχετικά εις  ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Θεόδωρος Νικαίας, σελ. 118, σημ. 4. Στο θέμα της διαδοχής του αγίου Πέτρου αναφέρεται στην επιστολή 15.

[18] Βλ. τον Πίνακα 2 του Παραρτήματος, με τον κατάλογο των επισκόπων ΄Αργους και Ναυπλίου.

[19] Τη βιογραφία του Θεοδώρου καθώς και την περί το πρόσωπό του βιβλιογραφία βλ. εις ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Θεόδωρος Νικαίας, σελ. 117 κ. ε.

[20] Την άποψη αυτή δέχονται αβασάνιστα ο ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 436 και ο N. BEES, Basileios von Korinth und Theodoros von Nikaia, εις Byzantinisch-Neugriechische Jahrbücher, 6 (1927-1928), σελ. 386-387. Όμως ο Θεόδωρος (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232, § 1) γράφει ότι έτυχε από τον  Πέτρο «και αυτής ιερωσύνης» όταν ενηλικιώθηκε, αλλά δεν είναι σαφής σε ποιο βαθμό της ιερωσύνης τον χειροτόνησε ο Πέτρος. Το γεγονός ότι χειροτονήθηκε στο βαθμό του επισκόπου στην Κωνσταντινούπολη και τοποθετήθηκε μητροπολίτης Νικαίας, σημαίνει ότι δε διετέλεσε επίσκοπος Άργους.

[21]  Στο Βίο Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232, § 1, ο Θεόδωρος σημειώνει ότι καθυστέρησε να γράψει τη βιογραφία εξαιτίας των περιπέτειών του, ενώ στη σελ. 254,  § 25, σημειώνει πως όταν συνέταξε τελικά τη βιογραφία του διδασκάλου του ήταν επίσκοπος. Η χειροτονία του Θεοδώρου στον επισκοπικό βαθμό τοποθετείται μετά το 945, βλ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ιστορικές πληροφορίες του Θεοδώρου Νικαίας, σελ 150, σημ. 5.

[22] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232,  § 3-σελ. 236, § 6. Ο Θεόδωρος δεν παραδίδει τα ονόματα των γονέων, αλλά ούτε και της κόρης τους. Για την κόρη αναφέρει μόνον ότι ήταν σε νέα ηλικία και ανύπανδρη, όταν πήγε στο μοναστήρι. Ο Θεόδωρος σημειώνει (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 234, § 5) ότι  πριν ακόμα ο Πέτρος και ο Πλάτων να γίνουν μοναχοί, οι  γονείς τους και η αδελφή τους  ήταν «μακαρίως αναπευσάμενοι». 

[23] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 238, § 8-9. Στην Κόρινθο ο Πέτρος εγκαταστάθηκε σε κάποιο μη κατονομαζόμενο μοναστήρι  εκτός πόλεως.

[24] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους,  σελ. 238-240, § 9-10 : την άρνηση του Πέτρου έκαμψαν οι Αργείοι και οι Ναυπλιείς τονίζοντάς του ότι εξαιτίας της χηρείας της επισκοπής, δεν υπήρχαν χειροτονίες πρεσβυτέρων με αποτέλεσμα τα μεν παιδιά να μένουν αβάπτιστα, οι δε νεκροί να θάπτονται χωρίς ιερολογία.

[25] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 242, § 13. Ο Θεόδωρος πάντως υπογραμμίζει (σελ. 242, § 12) ότι εκτός από την περίοδο του λιμού, η επισκοπή ΄Αργους βοηθούσε όλους τους πρόσφυγες που εξαιτίας των βαρβαρικών επιδρομών  εγκατέλειπαν τις εστίες τους.

[26] Σαν χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Θεόδωρος αναφέρει (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 246-248, § 16) την περίπτωση μιας ιδιαίτερα όμορφης απελεύθερης που την εκμεταλλευόταν  ο «στρατηγός» της Πελοποννήσου. Ο Πέτρος τον υποχρέωσε να την ελευθερώσει. Φαίνεται όμως ότι πρόκειται μάλλον για κοινό τόπο, γιατί ο στρατηγός Πελοποννήσου δεν έδρευε στο Άργος.

[27] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 244, § 14. Βλ. P. YANNOPOULOS, Byzantins et Arabes dans l’espace grec aux IXe et Xe siècles selon les sources hagiographique locales et contemporaines, εις  East and West. Essays  on Byzantine and Arab Worlds in the Middle Ages, έκδ. J. P. Monferrer-Sala, V. Christides, Th. Papadopoullos (= Gorgias Eastern Christian Studies, 15 (2009), σελ. 91-105.

[28] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 232, § 1. Εξάλλου στην Επιστολή 39, ο Θεόδωρος δηλώνει ότι απέκτησε την κλασική παιδεία, για την οποία υπερηφανευόταν, στο Άργος.

[29] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 244, § 14. Ο Θεόδωρος δε δίνει περισσότερες πληροφορίες για την προέλευση αυτών των ειδωλολατρών, πιθανόν να πρόκειται για τα τελευταία ειδωλολατρικά υπολείμματα των Σλάβων που είχαν εγκατασταθεί στην Πελοπόννησο κατά την περίοδο των εισβολών τον 7ο αι.

[30] ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 427, ο οποίος υιοθετεί επί του προκειμένου την άποψη του ΖΕΓΚΙΝΗ, Το Άργος, σελ. 294.

[31] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 248-450, § 19.

[32] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 250, § 20.

[33] Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 252, § 22.

[34] Ο Κ. Κυριακόπουλος στη νεοελληνική μετάφραση του Βίου Αγίου Πέτρου Άργους (σελ. 253, § 22) θέτει εντός παρενθέσεως «του ναού (της Θεοτόκου)», επειδή όχι μόνο δέχεται λανθασμένα ότι ο άγιος Πέτρος οικοδόμησε τη Νέα με σκοπό να ταφεί μέσα στο ναό, αλλά  δέχεται επίσης, χωρίς κανένα επιχείρημα, ότι η Νέα ήταν ο ναός της Θεοτόκου.

[35] Συνεχιστής του Θεοφάνη, έκδ. I. BEKKER, στο Corpus Scriptorum Historiae Byzantinae, Βόννη, 1838, σελ. 417-418.

[36] Την άποψη αυτή δέχονται ο ΒΕΗΣ, Αι επιδρομαί των Βουλγάρων υπό τον τζάρον Συμεών, σελ. 349, και ο VASSILIEV, The ‘Life’ of St. Peter of Argos, σελ. 163-191, οι οποίοι σχετίζουν την πληροφορία με τις βουλγαρικές επιδρομές στη νότια Ελλάδα επί Συμεών.

[37] Την άποψη αυτή υποστηρίζουν ο P. ORGELS, En marge d’un texte hagiographique. La Vie de S. Pierre d’Argos, 19: La dernière invasion slave dans le Péloponnèse, εις Byzantion, 34 (1964), σελ. 271-287, και ο R. J. H. JENKINS, The Date of the Slav Revolt in Peloponnese under Romanus I, εις Late Classical and Medieval Studies in Honor Albert Mathias Friend Jr., Πρίνσετον, 1955, σελ. 204-211, οι οποίοι θεωρούν ότι πρόκειται για επανάσταση των Σλάβων της Πελοποννήσου.

[38] Ο Θεόδωρος αναφέρει (Βίος Αγίου Πέτρου Άργους, σελ. 242, § 12) και άλλες βαρβαρικές επιδρομές στην Πελοπόννησο ζώντος του αγίου Πέτρου. Τίθεται συνεπώς το ερώτημα κατά πόσον δεν πρόκειται για κοινό τόπο, που ο συγγραφέας εκμεταλλεύεται με επιδεξιότητα ανάλογα με τις περιπτώσεις.

[39] Επιστολή 39.

[40] Επιστολή 43.

[41] N. BEES, Basileios von Korinth und Theodoros von  Nikaia, σελ. 385.

[42] MANSI, τόμ. 18, στήλ. 331.

[43] V. GRUMEL, Les regestes des actes du patriarcat de Constantinople. I : Les actes des patriarches, τόμ. 2-3 : Les regestes de 715 à 1204, Παρίσι, 1η έκδ. 1972, 2η έκδ. 1989, αριθ. 669. Με την άποψη αυτή φαίνεται να τάσσεται και ο ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 434.

[44]  Ένθ. αν., αριθ. 641.

[45] Πρόκειται για μολυβδόβουλλο του Μουσείου Κορίνθου, βλ. LAURENT, Corpus des sceaux de l’empire byzantin, αριθ. 573.

[46] Πρόκειται για το υπ’ αριθ. 82 μολυβδόβουλλο του Νομισματικού Μουσείου Αθηνών που δημοσίευσε ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ, Βυζαντινά μολυβδόβουλλα του εν Αθήναις  Εθνικού Νομισματικού Μουσείου, αριθ. 82.

[47] Το μολυβδόβουλλο εξέδωσαν οι J. NESBITT και N. OIKONOMIDES, Catalogue of Byzantine Seals at Dumbarton Oaks and in the Fogg Museum of Art, τόμ. 2 : South of the Balkans, the Islands, South of Asia Minor, Ουάσιγκτον, 1994, αριθ. 24.1.

[48] Ο επισκοπικός κατάλογος (βλ. Πίνακα 2 του Παραρτήματος) αναφέρει δύο επισκόπους με το όνομα Νικόλαος (ο 6ος και ο 16ος του καταλόγου), δύο με το όνομα Θεόδωρος (ο 9ος και ο 20ος του καταλόγου) και δύο με το όνομα Γρηγόριος (ο 15ος και ο 18ος του καταλόγου).

[49] Οι παραπομπές γίνονται στην κριτική έκδοση του Συνοδικού από τον J. GOUILLARD, Le Synodikon de l’Orthodoxie, εις  Travaux et Mémoires, 2 (1967).

[50] O ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 415-416, υιοθετεί τη χρονολόγηση του καταλόγου της Παρισινής βιβλιοθήκης που, με βάση τα παλαιογραφικά δεδομένα, τοποθετεί την αντιγραφή του κώδικα στο 15ο αι. Όμως ο κώδικας παραδίδει επίσης τη βιογραφία του Σταυρακίου Μαλαξού, που  συνέγραψε ο Ιωάννης  Ζυγομαλάς. Δεν είναι συνεπώς δυνατόν ο κώδικας να χρονολογηθεί από τον 15ο αι. Για την ιστορία του κώδικα βλ. Ch. ASTRUC και M. L. CONCASTRY, Catalogue des manuscits grecs, III : Le Supplément grec, τόμ. 3, Παρίσι, 1960, σελ. 214-215. Τον κατάλογο των επισκόπων ΄Αργους και Ναυπλίου του κώδικα δημοσίευσε αρχικά ο ΣΑΚΚΕΛΙΩΝ, Άργους και Ναυπλίου παλαιοί ιεράρχαι, σελ. 32-38 και εν συνεχεία ο ΛΑΜΠΡΟΣ, Ο κατάλογος των αρχαιοτέρων ιεραρχών Ναυπλίου και Άργους, σελ. 122-123. Ο P. SCHREINER, Die byzantinischen Kleinchroniken I (= Corpus Fontium Historiae Byzantinae, XII/1 : Chronica byzantina breviora), Βιέννη, 1975, αριθ. 32,6, σελ. 229, δημοσίευσε τον σχολιασμένο από τον Ζυγομαλά κατάλογο ως Βραχύ χρονικό.

[51] ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους, Βίος και Λόγοι, σελ. 416-417.

[52] Το Βίο δημοσίευσε  ο ΝΙΚΟΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ, Νέον Εκλόγιον, 1η έκδ. Βενετία, 1803, σελ. 183-192, 2η έκδ. Κωνσταντινούπολη, 1863, σελ. 164-172. Οι παραπομπές γίνονται στην έκδοση της Κωνσταντινούπολης. Η πληρέστερη μελέτη περί του Νικολάου Μαλαξού παραμένει του Π. Π. ΠΕΤΡΗ, Νικόλαος Μαλαξός, Πρωτοπαπάς Ναυπλίου (1500ci-1594), εις Πελοποννησιακά, 3-4 (1958-1959), σελ. 348-375. Για περισσότερες πληροφορίες βλ. P. YANNOPOULOS, Hosios Théodose le Jeune : Personnage historique ou légentaire ?, εις Byzantion, 76 (2006), σελ. 372-401.

[53] Βίος Αγίου Θεοδοσίου,  σελ. 165.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ετήσια Εορτή του Συλλόγου Αργείων  «Ο ΔΑΝΑΟΣ»


 

Την  Πέμπτη  3  Μαΐου  2012,  Εορτή του  Αγίου Πέτρου Επισκόπου και Πολιούχου Άργους του Θαυματουργού, και  Προστάτου του «ΔΑΝΑΟΥ», ο Σύλλογος  Αργείων « Ο ΔΑΝΑΟΣ» τελεί την ετήσια  Εορτή του. Την ημέρα της   Εορτής και ώρα 11.15΄ π.μ. ο Σύλλογος θα υποδεχθεί, φιλοφρόνως, στο μέγαρό του Αρχές, Συλλόγους, Σωματεία και λοιπούς συνεορταστές, με ειδικό εορταστικό πρόγραμμα, το οποίο περιλαμβάνει:

«Χριστός Ανέστη» και Απολυτίκιο Αγίου Πέτρου.

– Προσφώνηση του Προέδρου του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» κ. Δημ. Παπανικολάου.

– Ευχές Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ.κ. Ιακώβου.

– Απονομή τιμητικών διακρίσεων.

– Χαιρετισμός από τον Εκπρόσωπο του Συλλόγου των εν Αθήναις και Πειραιεί Αργείων «Ο ΑΤΡΕΥΣ» και βράβευση επιτυχόντων μαθητών στα Α.Ε.Ι.

– Απονομή βραβείων σε αριστούχους αποφοίτους Δημοσίων Γενικών Λυκείων Άργους σχολικού έτους 2010-2011 από τον Σύλλογο Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ».

Τον Πανηγυρικό της εορτής  θα εκφωνήσει: Ο κ. Απόστολος Νικολαϊδης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεολογικής Σχολής Αθηνών.

 

Απονομή τιμητικών διακρίσεων –  Έπαινοι

  • Ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», σύμφωνα με την υπ.αριθ. 3 /19. 3. 2012,  πράξη του Δ.Σ., θα απονείμει την τιμητική διάκριση του Συλλόγου, ήτοι το  μετάλλιο της  100/ ετηρίδος του, μετά τιμητικού διπλώματος, στον Αιδεσιμολογιώτατο  π. Κωνσταντίνο Σχοινοχωρίτη για την επί δεκαετίες ευγενή και γόνιμη παρουσία και  προσφορά του στην πόλη του Άργους, με την ακούραστη, πνευματική και κοινωνική του συνεχή παρέμβαση για την στήριξη της Ορθόδοξης Πίστης.
  • Ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», σύμφωνα με την υπ. αριθ. 4/ 26. 3. 2012 πράξη του Δ.Σ. , θα απονείμει έπαινο στην ομάδα του Ά Λυκείου Άργους, για την κατάκτηση του Πανελληνίου Σχολικού  πρωταθλήματος Χειροσφαίρισης ( Handball ) Ελλάδος μεταξύ Λυκείων, σχολικού έτους 2011-2012, διάκριση που αντανακλάται και στην πόλη ολόκληρη και καταδεικνύει ευγενές φρόνημα και υψηλό βαθμό αξιότητας, όλων των συντελεστών της μεγάλης αυτής επιτυχίας.  Θα παραστούν, ο προπονητής  κ. Δημήτρης Δημητρούλιας, ο Λυκειάρχης του  Α΄ Λυκείου Άργους κ. Νικόλαος Κουγιάς και οι παίκτες της ομάδας. 

Η  Εορτή θα κλείσει με την απόδοση δύο στροφών της «Ωδής εις τον Σύλλογον Δαναόν» και τον «Ύμνο του Άργους» από την Δημοτική Χορωδία Άργους  «ΟΙ ΔΑΝΑΟΙ».

 

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος – Ο βιώσας το μεγαλείο του Πνεύματος


 

Πανηγυρικός λόγος εκφωνηθείς εις την αίθουσαν διαλέξεων του Φιλολογικού Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» την 3ην Μαΐου 1996 υπό του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου κ. Μελίτωνος, Πρωτοσύγκελου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών. 

 

Άγιος Πέτρος ο Άργους – Φώτης Κόντογλου

Η Ελληνική Ορθοδοξία αποτελεί τον πνευματικότερον καρπό του υπέροχου πνευματικού συνοικεσίου μπορούσαμε να πούμε, της ελληνικής διανοήσεως με­τά της χριστιανικής πίστεως. Το δε Βυζάντιο του οποίου έχουμε τόσες Άγιες μορφές, και ο σήμερον τι­μώμενος Άγιος, όπως δια­βάσαμε και στο στιχηρό το Βυζάντιο παρουσιάζει την εκ του λόγου τούτου μεγαλειώδη εναρμόνιση αυτών η οποία και προεβλήθη ως πραγματικότης εις τα πρό­σωπα των Αγίων της Εκκλησίας και ως επιστέγα­σμα της πνευματικής τελειώσεως της ανθρωπίνης προσωπικότητας.

Εκείνο το οποίον μπορούμε να χαρα­κτηρίσουμε σήμερα, είναι το κατά πόσον ο άνθρωπος είναι πρόσωπο. Η προσωπικότης του ανθρώπου, ο χα­ρακτήρας του ανθρώπου, η οντότης του ανθρώπου, εί­ναι ο άνθρωπος κάποιος ή είναι κάτι; Αυτό το οποίο έλεγε ο Σαρτρ, ο φιλόσοφος ο Γάλ­λος, μπορώ να μιλήσω για τον άνθρωπον, ως κάποιον ή ως κάτι; Είναι κάποιος. Έχει πρό­σωπο. Δεν είναι πράγμα, δεν είναι κάτι. Εφ’ όσον λοιπόν είναι πρόσωπο, πρέ­πει ως πρόσωπο να αντιμε­τωπίζεται και να βρίσκεται και να δρα και να κινείται μέσα στην κοινωνία.

Άρα λοιπόν η κοινωνία μας όταν μιλά για δικαιώμα­τα ανθρώπων, είναι για δι­καιώματα προσώπων. Όχι εκείνων που έχουν απαρ­νηθεί την ουσία προς τον εαυτόν τους, αλλά εκείνων που αγωνίζονται για να κρατήσουν αυτό που είναι. Η εν τω κόσμω λοιπόν υπε­ροχή και η θεία αποστολή του ανθρώπου έχει αξία μό­νον ως ελευθέρα και συνει­δητή τοποθέτησις της προσωπικότητας του κάθε αν­θρώπου έναντι των ιστορι­κών γεγονότων και των δι’ αυτών αποκαλυφθεισών αληθειών δια Ιησού Χρι­στού και της θείας απολυτρώσεως.

Η δε προβολή της υπεροχής αυτής, δια του βιώματος των Αγίων και Πατέρων της Εκκλη­σίας, εις την χορείαν των οποίων συγκαταλέγεται και ο σήμερον εορταζόμενος Άγιος Πέτρος Αρχιεπίσκο­πος Άργους και Ναυπλίας, μας δίνουν το δικαίωμα να ομιλώμεν περί μιας καθα­ρός χριστιανικής – θα μπο­ρούσαμε να πούμε – ανθρω­πολογίας και του ρόλου αυτής εις τον σήμερον σκληρά δοκιμαζόμενον κόσμον των αξιών, και του αν­θρώπου γενικότερον.  

Τοιουτοτρόπως, κατανοείται πλήρως η κεντρική θέσις, την οποία καταλαμβά­νει ο άνθρωπος. Σε οποιαδήποτε διδασκαλία και αν πάρουμε της Εκκλησίας, δεν εννοείται διδασκαλία Χριστιανική άνευ του παράγοντος άνθρωπος. Ο Χριστός δεν είναι λογοτέχνης, θαυματοποιός, επαναστάτης ή οτιδήποτε άλλο μπορούμε να τον ονομά­σουμε, μύστης ή άλλο τι στο προφητικό μεταφυσικό αξίω­μα μπορεί να είναι, πριν από όλα και πρώτα απ’ όλα είναι ο άνθρωπος. Άρα λοιπόν, η λέξις άνθρω­πος είναι το κλειδί όλης της διδασκαλίας και της προσπά­θειας της Ορθοδόξου θεολο­γίας και επιστήμης.

Που θέλε­τε να κοιτάξουμε; θέλετε να κοιτάξουμε μέσα στη θεολο­γία γενικώτερα, στη Χριστολογία, στην Κοσμολογία στην Επιστημολογία, τη Σωτηριολογία, την Εκκλησιολογία, την Εσχατολογία η ιδέα του αν­θρώπου ως εικόνος του Θεού επί της γης, και δια του Ιησού Χριστού μέχρι θεώσεως, ανακαίνισις αυτού. Περί ανακαινίσεως της εικόνας του προσώ­που του ανθρώπου γίνεται και επιτυγχάνεται μόνο μέσα εις την ζωήν της Εκκλησίας.

Ο Άγιος Πέτρος, όχι μόνο βιώνει την ιδέαν αυτή, αλλά την μεταλαμπαδεύει, από αιώνος εις αιώναν, από γενεάς εις γενεάν μέσω της τοπικής αυτής παλλαϊκής συνάξεως και πανηγύρεως.

Αν και κατά τον Αριστοτέλη – αν ρίξουμε μια ματιά στα με­ταφυσικά του- είναι κάτι πολύ σκληρό, αλλά είναι κάτι που άπτεται της ουσίας του αν­θρώπου. Η  διάνοια. Η διάνοια, λέει ο Αριστοτέ­λης είναι κάτι μεταξύ του νου και της ουσίας των πραγμά­των, δηλ. της αλήθειας. Κάπου μεταξύ νου και αλήθειας εκεί δημιουργείται η έννοια της διανοίας. Να μπορέσει ο άνθρωπος να χωνέψει το μυα­λό του. Ο Πλάτων (καθ’ ότι από την Ακαδημία Πλάτωνος προέρχομαι, επιτρέψατέ μου να έχω ιδιαιτέρα συμπάθεια στη διδασκαλία του) η έννοια – της νοήσεως δηλοί την αρμο­νία του νου προς όλην την δη­μιουργία. Αλλά λέει κάτι άλλο πολύ συγκεκριμένο, το οποίο έρχεται να το δείξει και ο λε­γόμενος από τους μη γνωρίζο­ντας τον Μαρξ ως άθεον, γιατί ήταν μια έρευνα που είχα κά­νει στη βιβλιοθήκη της Βιέν­νης ότι δεν υπάρχει αθεϊσμός στον Μαρξ. Αυτό που λέει ο Πλάτων, ο Θεός διαπαιδαγω­γεί δια της αρμονίας, το ίδιο έρχεται να πει και ο Μαρξ με τα χειρόγραφα του 1848.

Ότι όπως ο Θεός πλάθει τον άν­θρωπο, και τον θέτει μέσα στην δημιουργία, έτσι και ο Θεός δημιουργεί το περιβάλ­λον του ανθρώπου, έτσι ώστε μέσα σ’ αυτό το περιβάλλον ο άνθρωπος να γίνει αυτό που πρέπει να είναι. Η προσωπικότης όμως του Αγίου Πέτρου δια της όλης αυτού παιδείας και νουθεσίας Κυρίου δια της εμπράκτου αυτού βιοτής και πολιτείας συνέβαλε και συμβάλλει απο­φασιστικώς εις την προβολήν και την βίωσιν της ανθρωπο­λογικής θεμελιώσεως της χρι­στιανικής πίστεως και της ελ­ληνικής διανοήσεως των αλη­θειών. Περί πνευματικής αξίας του ανθρώπου και της ενότη­τας αυτού μετά του περιβάλ­λοντος αυτού, φυσικόν και μεταφυσικόν και υπερφυσικόν κόσμον.

Φεύγει ο Άγιος Πέ­τρος. Εγκαταλείπει τα του κό­σμου και πορεύεται προς την έρημον. Τι είναι αυτή η φυγή; Μήπως το ίδιο δεν έπραξε και ο Απόστολος Παύλος μετά την κλήση; Έφυγε εις την έρημο. Και εκεί, λέγει ο Από­στολος Παύλος, υπερυψώθη πέραν του εβδόμου ουρανού και ήκουσε ρήματα, άρρητα.

Ο Άγιος εγκαταλείπει το Βυζάντιο, τη φασαρία, το κό­σμο, την οικογένειά του και έρχεται κάπου ερημίτης. Για ποιο λόγο; Για να ζήσει και να βιώσει ακριβώς αυτό το μεγα­λείο του πνεύματος. Φεύγει μακριά απ’ τον κόσμο – αυτό είναι το σπουδαίο- αλλά δεν αποξενώνεται του κόσμου. Δεν είναι αδιάφορος μετά του κόσμου. Το ότι φεύγει μα­κριά, συμπάσχει με τον κόσμο ακόμη και μακριά ευρισκόμε­νος. Και γι’ αυτό όταν ψά­χνουν να τον βρουν για να του αναθέσουν την διαποίμανση της πόλεως, έχει εντρυφύσει μέσα σ’ αυτή τη δυσκολία της πόλης, και ξε­φεύγει. Όχι από δειλία, αλλά η τόλμη. Ήταν η τόλμη εκείνη που τον αναγκάζει να προ­σπαθήσει να φέρει σε όλους στη γη με τη διδασκαλία του το ενάρετον βίωμά του και με την όλη γενικά παρουσία του.

Έρχεται όμως να δει την πραγματικότητα που λέγει ο Παύλος: ότι εμείς «ού το πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το εκ του Θεού ίνα ειδώμεν τα υπό του Θεού χαρισθέντα ημίν». Πως μπορείς να έχεις πνεύμα σοφίας, πνεύμα γνώσεως, εάν προη­γουμένως δεν έχεις δημι­ουργήσει αυτή την προϋπόθε­ση, ώστε να λάβεις πνεύμα Θεού και εδώ οδηγεί τη σημε­ρινή κοινωνία ο Απόστολος και Άγιος Πέτρος. Γίνεται ο ίδιος φως και ζωή. Φωτίζων και διαπρέπων, και διαπαιδωγωγών τους τότε και τους νυν δια της Χάριτος του Παρτός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

 

Εκ των διασωθέντων βιο­γραφικών σημειωμάτων περί του Αγίου διακρίνουμε τα πρώτα άμεσα έπ’ αυτού ενερ­γήματα του Αγίου Πνεύματος, του Πνεύματος που αναζήτη­σε να ζήσει την ουσία του, αυτά ήτανε η σύνεσις. Να, τα χαρίσματα που απολαμβάνει: η σύνεσις, η σωφροσύνη, ο ενθουσιασμός, έλλαμψις, φω­τισμός, κατάνυξις, τουτέστιν η συγκίνησις επί των καθημε­ρινών προβλημάτων των αν­θρώπων και η θαυματουργική επί των καθημερινών προβλη­μάτων δύναμις κατά της επαγ­γελίας του Κυρίου, – δίδωμι την εξουσίαν κατά των πνευμάτων ακαθάρτων.

Δια­λύει τον διάβολον, γίνεται πραγματικά, υπέρτερος πά­σης άλλης δυνάμεως και έρχεται δια της θεραπευτικής αυτής ιδιότητος που του δί­νει ο Θεός να θεραπεύσει πάσαν νόσον και κάθε άλλη ανάγκη μέσα στον λαόν της Αργολίδος.

Οι σχέσεις του όμως με τον έτερον όσιον, τον Όσιον Θεοδόσιον, – γιατί υπάρχει και άλλη μια προσωπικότης που πρέπει να την αναφέρουμε, εκείνη την εποχή, εξ Αθηνών εκεί­νος ευρισκόμενος εις το Άργος. Γνωρίζουμε την ταλαιπωρίαν που υπήρχε. Το ότι ο Άγιος Πέτρος κατα­λαμβάνει την πλάνη του, το πόσο είχε πλανηθεί εναντίον εκείνου του ανδρός δεν είναι αξιοσημείωτο μό­νο αυτό το γεγονός.

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

Αλλά δεν στέκει στην ανακά­λυψη της πλάνης. Δεν λέει εγώ είμαι επίσκοπος και θα κάνω εκείνο που πρέπει να κάνω. Θα κάτσω εγώ με το μοναχό να ασχοληθώ; Όχι. Αλλά αφυπνίζεται το πλανηθέν πνεύμα του και ψά­χνει για την αλήθεια. Και βρίσκει την αλήθεια και αποκαθιστά, κάνει μία γενικώτερη ανασυγκρότηση όλων των δυνάμεων έπ’ αγαθώ του ποιμνίου του. Αλλά και για τους έχοντας ακόμη αυτή την νοσηράν γνώσιν περί Θεού, νοσηράς γνώσεις που ταλαιπωρούν μέχρι σήμερα τους κατοί­κους, ιδιαίτερα της Πελο­ποννήσου (δεν θα έλεγα μόνο του Άργους, αλλά και μιας άλλης ομάδας ανθρώ­πων των μεγαλουπόλεων). Των ανθρώπων που νομί­ζουν ότι όλα προέρχονται εκ της μαγείας, ή δια της μαγείας μπορούμε να πετύ­χουμε, ή οτιδήποτε άλλο πρόβλημα.

Γι’ αυτούς λοιπόν που έχουν νοσηράν γνώσιν περί του Θεού και τους αναζη­τούντας τον Θεόν μέσω των κακών επιδράσεων, της τεχνικής, της μαγείας και των αποκρύφων μυστη­ριακών τελετουργιών της δαιμονολατρείας και του Σατανισμού που αντιμετω­πίζουμε σήμερα, δια των οποίων ασκείται – το μόνο που επιτυγχάνει και ο σατανισμός και η ειδωλολα­τρία- είναι η άμβλυνσιν της προσωπικότητας της αν­θρώπινης υποστάσεως. Και η διαφθορά, η γενική διαφθορά όλης της υποστά­σεως του ανθρώπου, δια των δήθεν επηγγελμένων μεταφυσικών λυτρωτικών δυνάμεων.

Ο Άγιος Πέτρος έρχεται και εδώ να μας μιλήσει. Να μας δείξει την οδό σωτη­ρίας και αληθείας, γνώσε­ως του Θεού. Και ο μόνος δρόμος είναι ο Ιησούς Χρι­στός. Διότι εκείνος είπε: «Εγώ ειμί η οδός, η ζωή και η αλήθεια». Ως άλλος Πλωτίνος, μέ­γας και εκείνος (ίσως ο Δα­ναός να χαίρεται που μιλά­με περί Πλωτίνου σήμερα του Πατριώτη του από την Αλεξάνδρεια) και ο μέγας εκείνος Πλωτίνος λέγει πως μπορείς να γνωρίσεις το Θεό; Δεν είναι μαγική υπόστασις ο Θεός για να μπορέσεις να τον ανεβά­ζεις και να τον κατεβάζεις, όποτε θέλεις να τον βλέπεις ή να τον διαγράφεις. «Ο γνωρίζων την οδόν θε­ωρεί τον Θεόν». Ο γνωρίζων την οδόν.

Άρα λοιπόν ο Άγιος Πέτρος έρχε­ται στο Άργος και δείχνει την οδόν. Οδός δεν είναι τίποτε άλλο, παρά αυτός ο Χριστός. Είναι ο Χριστός ο Κύριος της δόξας ο Θεάνθρωπος Ιησούς ο οποίος μπορεί να καθοδη­γήσει εις λιμένα σωτηρίας τον κάθε άνθρωπον. Έτσι λοιπόν έχουμε και σε αυτό το σημείο μαζί με τον Πλωτίνο, μαζί με τον ίδιο τον Άγιο Πέτρο, να μπορέσουμε να δούμε ότι η οδός η οποία παραμένει πραγματικά σωτη­ρία για τον άνθρωπο, είναι το πρόσωπο του Χριστού.

Σ’ αυτό το πρόσωπο όμως πρέ­πει ο άνθρωπος να πιστέψει. Εάν δεν προηγηθεί η πίστις -γι’ αυτό αναφέρεται και στο στιχηρό περί πίστεως του Αγί­ου Πατρός. Εάν δεν πιστέ­ψεις δεν μπορείς να επιτύ­χεις τίποτα. Η έννοια της πί­στεως στο πρόσωπο του Ιη­σού Χριστού και της διδασκα­λίας του προς στερέωσιν του δοκιμαζόμενου λαού και του ποιμνίου του και του σημερι­νού ανθρώπου εκφράζει την προσωπικήν συγκρότησιν και την πνευματικότητα του Αγίου Πέτρου και Ποιμενάρχου.

Ουδεμία άλλη έννοια πα­ρουσιάζει τόσον έντονον τον προσωπικόν της χαρακτήρα, όσο η έννοια της πίστεως κα­τά τον Άγιο Πέτρο. Η δύναμις της πίστεως του Ποιμενάρ­χου, όπως αυτή καταγράφε­ται εις το θαύμα του σιτισμού. Τον καιρό που έπεσε ο λιμός εις το Άργος – δεν πιστεύει μόνο ο Άγιος Πέτρος-  δεν εί­ναι πίστις ενός ανδρός, δεν γίνεται κάτι που συνέβη στην Παλαιά Διαθήκη με τον Προ­φήτη Ηλία. Αλλά εδώ, συγκλονίζεται ολόκληρος ο λαός, πιστεύει ο λαός και τρέ­χει με πίστη σαν νέος Ισραήλ να απολαύσει τη γλυκύτητα του Μάννα.

Το πιθάρι εκείνο του αγίου ανδρός που δεν σταματάει να δίδει συνέχεια τροφή σε κάθε πεινώντα. Έτσι λοιπόν ερχόμαστε να δούμε το πόσο βαθιά είναι η πίστις η δική του αλλά και η προσωπική πίστις εκάστου ανθρώπου που τρέχει προς αυτόν. Κάθε ασάφεια τηρεί  την έν­νοια της πίστεως η δυσκολία των ανθρώπων να πιστεύουν εις στας υπερφυσικάς αληθεί­ας, δεν σημαίνει παρά σύγχισιν ως προς την ιδιότυπον σχέσιν του πιστεύοντος προς τα πιστευόμενα. Η έννοια της πίστεως όμως αποτελεί καθολικόν φαινόμενον της ζωής όλων των ανθρώπων.

Η θρη­σκευτική όμως πίστις προβά­λει ως το κοινό γνώρισμα όλων των θρησκειών. Και σήμερα, έχουμε να αντιμετωπί­σουμε αυτό το μεγάλο πρό­βλημα. Είναι κοινωνικό; είναι τοπικό; είναι γενικό; Τι πρό­βλημα είναι αυτό; Αυτός ο φανατισμός, αυτή η μισαλλο­δοξία, αυτό το ότι: εγώ πι­στεύω το ακέραιον, το τέλειον, και εσύ δεν πιστεύεις τί­ποτα και πρέπει να εξαφανι­στείς, που βασίζεται; Ποιος Θεός το δέχεται; Ποια διδα­σκαλία το διδάσκει; Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι με έστειλε ο Θεός να σκοτώσω, γιατί δεν πιστεύεις ότι πιστεύω εγώ.

Και σ’ αυτά τα κύ­ρια σημεία της εποχής μας έρχεται πάλι να δώσει απά­ντηση ο Άγιος Πέτρος. Θυμη­θείτε τους Αγαρηνούς, θυμη­θείτε τις επιθέσεις, θυμηθείτε το κάλεσμα και την πρόκληση προς ένδειξη αγάπης, θυμη­θείτε που δίνει τον εαυτόν του για να ελευθερώσει το σκλάβο, να προσπαθήσει να δει τον αδικούμενο, να τον σεβαστεί σαν άνθρωπο πρώτα-πρώτα και ύστερα αν θέλει να ακολουθήσει είναι δικό του καθαρά θέμα. Εδώ λοιπόν έρχεται το παράλογο της λογικής. Είναι το παράλογο αυτών που αντιμε­τωπίζουμε σήμερα λέγοντας σκοτώνω στο όνομα του Θε­ού.

Και όταν μπλέκεται μέσα στα γρανάζια της αναγκαιότητος, τότε πάλι δεν είναι Θε­ός. Δεν τον έχω ανάγκη, δεν τον πιστεύω, τον απορρίπτω. Και εδώ έρχεται, ακριβώς, να μιλήσει ο Άγιος Πέτρος. Έρχεται να δώσει τη σωστή έννοια της πίστεως. Ότι η σωστή η πίστις έχει μέσα της ελπίδα και αγάπη. Δεν μπορεί να εί­ναι πίστις νεκρά, εάν δεν πα­ρουσιάζεται μέσα από τα έργα. Και δεν είναι δικό του το δόγμα. Είναι ακριβώς μια ολόκληρη παράδοση την οποία φέρνει μέσα από την Καινή Διαθήκη.

Το υπόβαθρον της πίστεως των Χριστιανών είναι Ιησούς Χριστός και τού­τος εσταυρωμένος. Αυτό δέ­χεται και κηρύσσει ο Άγιος Πέτρος. Το υπόβαθρον αυτό είναι το σημαντικότερο γεγονός της ιστορίας και δια τούτο δεν συνεπάγεται, ούτε ψυχι­κό κορεσμό. Δεν μπορούμε να πούμε βαρέθηκα να πι­στεύω. Δεν έχει ο Χριστός ψυχικό κορεσμό. Δεν έχει ο Χριστός πνευματική εξοικίωσιν. Να κάνουμε τα πάντα ισο­πεδωμένα, μπολντόζα, καταστροφή των όλων. Όχι. Δεν έχει ο Χριστός απλώς και μό­νο μια ευκαιρία για να κατα­στρέψει τον άνθρωπο, αλλά να ανεβάσει τον άνθρωπο εις τα ύψη της τελειότητος.

Επίσης αυτή είναι ο ρυθμιστής της ζωής και της προσωπικότητας εκάστου ανθρώπου, μάλιστα δε των αξιωμάτων της Εκκλησίας. Δια της πίστεως αυτής νοούνται οι θείες αποκαλύψεις, ως ανταπόκρισις της θείας αγάπης, του Θεού προς τον άνθρωπο. Ο Θεός δι’ αγάπης και μέσω της αγάπης παρουσιά­ζεται στον άνθρωπο. Η δε εξέλιξις της αγιότητος είναι έλλαμψις αυτής της αγάπης. Ο Θεός δεν διδάσκει δια πυρός και σιδήρου, όπως λέ­γει το Ισλάμ να παρουσιάσεις και να επιβάλεις την πίστιν προς κάποιον άγνωστον Θεόν.

Ούτε ο Θεός είναι εκείνος που διδάσκει το Ιουδαϊκό δόγ­μα. «Θεός τιμωρός, εκδικη­τής, σκληρός, μισάνθρωπος, απάνθρωπος, οφθαλμόν αντί οφθαλμού». Να έρχεται ο Θε­ός της Βίβλου αντιμέτωπος με τον άνθρωπο της γης. Εν τοι­αύτη περιπτώσει μια καινούρ­για μυθολογία νομίζω δεν εί­ναι της πνευματικής μας θέ­σεως να μπορέσουμε να την ακολουθήσουμε σήμερα. Κύριος Ιησούς Χριστός και τούτος ανεστημένος. Λυτρω­τής, Μεσίας, πράγματι Θεάν­θρωπος που μεταφέρει τον άνθρωπο να τον κάνει κατά χάριν Θεό.

Κατά τον Απόστο­λο Παύλο επίσης όπως λέει και ο Άγιος Πέτρος εκείνος που ενεργεί μέσα μας, κάθε προσπάθεια είναι ο Θεός. Γι’ αυτό λέει «Θεός εστίν ο ενεργών εν ημίν και το θέλειν και το ενεργείν υπέρ της ευδοκίας». Ακριβώς διότι ζούμε τη ζωή του Χριστού εις την Εκκλησίαν, η οποία Εκκλησία – ας μου επιτραπεί η παρένθεσις – δεν είναι σωματείο, ούτε οργάνωσις, ούτε απλό άθροισμα πιστών, αλλά αυτό τούτο το μετά την Ανάστασιν και την Ανάληψιν σώμα Χριστού. Το σώμα το οποίον είδαμε προ ολίγου. Το σώμα εκείνο που είπαμε: «γεύσασθε και ίδετε ότι Χριστός ο Κύριος».

Το Σώμα το μελιζόμενον και μη διαιρούμενον το διδόμενον εις βρώσιν και πόσιν τοις πιστοίς εις ζωήν αιώνιον και εις άφεσιν αμαρτιών». Για τούτο ακριβώς δεν είναι δυνατόν να εννοηθεί πίστις εις Χριστόν, άνευ της προσω­πικής εντάξεως εκάστου εις το πλήρωμα της Εκκλησίας. Όχι εις ομάδας και κομμάτι ή μερίδα της Εκκλησίας. Η ένταξις δε αυτή συντελείται δια της προσωπικής κοινω­νίας του ανθρώπου μετά της σαρκός και του αίματος του Ιησού Χριστού, όπως λέει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Και ουχί δια μιας απλής θεωρητι­κής αποδοχής της διδασκα­λίας του Χριστού. Εντάξει πι­στεύω ότι ο ένας Θεός, ένας Χριστός, μας είπε να είμαστε καλοί άνθρωποι, να κάνουμε καλά έργα κλπ.

Λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Μπορείς να βρεις πολλούς ανθρώπους, οι οποίοι να κάνουν έργα καλά, αλλά μέσα τους να έχει φύγει το σπουδαιότερο έργο. Ποιο; το θείο. Ο Θεός. Όταν δεν υπάρχει μέσα στην καρδιά του τότε όλα τα άλλα είναι μια ενδυμασία που μπορεί σή­μερα να την κάνεις λαμπρά και αύριο να την βρωμίσεις. Όταν όμως έχεις το Θεό μέσα σου, τότε ακριβώς ξέρεις τι θα πει πίστις, και έργον και συνάφεια των δύο αυτών θεμάτων.

Η προσωπικότης του Αγίου Πέτρου, του Επισκόπου Άργους και Ναυπλίας, αποτε­λεί τρανό παράδειγμα προς μίμησιν και απόδειξιν προς τους αμφισβητίες κάθε επο­χής, ότι η δια της Χάριτος του Θεού περαιτέρω ανάπτυξη της πίστεως σημαίνει την επι­λεκτικότητα του ανθρώπου έναντι των αληθειών της θεί­ας αποκαλύψεως και την ικα­νότητα της προσωπικότητος του ανθρώπου προς αντανά­κλαση του φωτός των υπερ­φυσικών αληθειών, ώστε κάθε πιστός να υπομένει κάθε μέρα μία νέα μαρτυρία της συνεργείας μετά του Πατρός και της Χάριτος του Θεού και της Αγίας και Αδιαιρέτου και Ομο­ουσίου Τριάδος.

Εδώ ευρίσκε­ται και η πρόοδος της θεολο­γικής επιστήμης. Εάν ομιλού­με για θεολογική επιστήμη, πρόοδος και προοδευτικοί αγαπητοί μου, δεν είναι εκεί­νοι οι θεολόγοι οι οποίοι ανεβαίνουν πίσω εις την έδραν ενός σχολείου, να διδάξουν δηλούντες άθεοι. Δεν μπορεί να είσαι εκπρόσωπος της Εκκλησίας και να μην έχεις πί­στη εις την καρδιά σου. Και οι Πατέρες μας και ο Άγιος Πέ­τρος αυτό έρχεται να μας δεί­ξει. Προηγείται η προσωπικό­της της διδασκαλίας. Και προηγείται της διαποιμάνσεως του ποιμνίου η προσωπι­κότης του Αγίου Πέτρου. Δεν μπορεί ο θεολόγος να είναι και άπιστος.

Άρα λοιπόν δεν είναι πρόοδος αυτή. Δεν είναι οι  θεολόγοι η πρόοδος. Αλλά είναι καταστροφική της προ­σωπικότητος του ανθρώπου επιδημία. Η πρόοδος της θεο­λογικής επιστήμης ευρίσκε­ται μέσα στη ζωή της Εκκλη­σίας. Η οποία πρόοδος όμως δεν σημαίνει ούτε αλλαγήν, ούτε διόρθωσιν της Ορθοδό­ξου ημών Πίστεως έπ’ ευκαι­ρία της συζητήσεως που είχα­με περί των βημάτων του Οι­κουμενικού Πατριαρχείου. Δεν σημαίνει καθόλου κατα­στροφή και άρνηση της Ορθο­δόξου πίστεως. Αλλά είναι κά­τι βαθύτερο.

Σημαίνει απλώς ανάπτυξη και πρόοδο της πνευματικότητος, της προσω­πικότητος, της συνειδήσεως του ελεύθερου ανθρώπου στο να αποδεχθεί και να βιώσει την χάριν της αλήθειας της Εκκλησίας εις την μέθεξιν, πρόκλησιν προς μέθεξιν της Αγίας Τριάδος. Στην ζωή της Εκκλησίας του Χριστού. Της Εκκλησίας ως μόνης θεματοφύλακος των Μυστηρίων της Πίστεως, δια των οποίων βιούται υπό του πληρώματος, όχι μόνο η αλήθεια της πίστεως, αλλά και όλοι οι ιστορικοί πρόοδοι της θεολογικής αυτών ανα­πτύξεως και προόδου.

Σεβασμιώτατοι, αγαπητοί μου φίλοι, κυρίες, κύριοι. Σας κούρασα πιστεύω. Έκλεψα πολύ το χρόνο της αγάπης σας και θέλω να σας ευχαριστήσω για την υπομο­νή αυτή. Ο άνθρωπος σήμερα, αναγνωρίζει και ομολογεί δια της πίστεως του, τον Ιησού Χριστόν ως προσωπικον Σω­τήρα και Λυτρωτήν την δε Εκκλησίαν ως το σώμα του Ιη­σού Χριστού δια της οποίας και ο ίδιος καθίσταται οργανι­κό μέλος του σώματος αυτού. Ο χριστιανός, σήμερα, κάθε ηλικίας, κάθε τάξεως, βλέπει και ανακρίνει εις την ζωήν της Εκκλησίας τα πάντα. Υποκείμεθα προς έλεγχο. Βλέπει και ανακρίνει τα πάντα εις την ζωήν της Εκκλησίας.

Γιατί ο ίδιος είναι κατά την Ορθόδοξον αντίληψη, μέλος αυτού του σώματος που λέγε­ται Εκκλησία. Έτσι λοιπόν ανάλογα με τη βοήθεια που του έχουμε δώσει εμείς, για να δημιουργηθεί αυτή η προ­σωπικότητά  του, βλέπει και κρίνει τα εγκόσμια και υπερκόσμια, τα θεία και τα ανθρώ­πινα, υπό το πρίσμα της αγά­πης του θεού. Όχι του εισαγ­γελέως, και όχι του δημοσίου κατηγόρου. Αλλά όλα μέσα στην αγάπη του Χριστού, της οποίας και ο ίδιος είναι μέλος. Καυχάται, διότι απολαμβάνει τη θαλπωρή αυτής της αγά­πης, δια της χάριτος των Αγίων και δια τη μεγαλειότη­τα της δόξης του Θεού και Πατρός.

Έτσι διδάσκει και ο Άγιος Παύλος. Ο Πιστεύων και διακρινόμε­νος για την προσωπικότητα και πνευματικότητά του άν­θρωπος, διακρίνεται όχι από τη βία, όχι από τον φόνο, όχι από τον πόλεμο, όχι από την αδικία, ή οποιαδήοποτε άλλη δύναμη του κακού, αλλά εκ της αναγνωρίσεως του θελή­ματος του Θεού, εν τω προσώπω του Ιησού Χριστού που είναι μία Τριάδα. Η Τριάδα την οποία ζει ο Άγιος Πέτρος. Δι­δάσκει και παραδίδει σε μας ο Απόστολος Παύλος. Μηνύει δε, μόνον τι; Πίστις, Ελπίς, Αγάπη.

Read Full Post »

3 Μαΐου η ετήσια εορτή του «Δαναού»


 

Την   Τρίτη  3  Μαΐου  2011,  Εορτή του  Αγίου Πέτρου Επισκόπου – Πολιούχου Άργους του Θαυματουργού, και  Προστάτου του «Δαναού», ο Σύλλογος  Αργείων « Ο Δαναός» τελεί την ετήσια  Εορτή του. Την ημέρα της   Εορτής και ώρα 11.15΄ π.μ. ο Σύλλογος θα υποδεχθεί, φιλοφρόνως, στο μέγαρό του Αρχές, Συλλόγους, Σωματεία και λοιπούς συνεορταστές, με ειδικό εορταστικό πρόγραμμα, το οποίο περιλαμβάνει:

«Χριστός Ανέστη» και Απολυτίκιο Αγίου Πέτρου.

– Προσφώνηση του Προέδρου του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» κ. Δημ. Παπανικολάου.

– Ευχές Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ.κ. Ιακώβου.

– Απονομή τιμητικών διακρίσεων.

– Χαιρετισμός από τον Εκπρόσωπο του Συλλόγου των εν Αθήναις και Πειραιεί Αργείων «Ο ΑΤΡΕΥΣ» και βράβευση επιτυχόντων μαθητών στα Α.Ε.Ι.

– Απονομή βραβείων σε αριστούχους αποφοίτους Δημοσίων Γενικών Λυκείων Άργους σχολικού έτους 2009-2010 από τον Σύλλογο Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ». 

Τον Πανηγυρικό της εορτής  θα εκφωνήσει:

O κ. Γεώργιος   Καζάς,  Φιλόλογος,  τ. Γυμνασιάρχης,

Δ/ντής Ραδιοφωνικού Σταθμού

Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδας.

Ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ», σύμφωνα με την υπ. αριθ. 3 / 14 .3. 2011  πράξη του Δ.Σ. ,  αποφάσισε ομόφωνα και ανακηρύσσει επίτιμα μέλη:

1)  Την  Καθηγήτρια  Επικοινωνίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης  κ.  Αναστασία Δουλκέρη,  για την προσφορά της στο έργο του Συλλόγου μας, με την συμμετοχή της στο Ανοικτό Πανεπιστήμιο, στο πρόγραμμα των διαλέξεών του , στον εμπλουτισμό της Βιβλιοθήκης του, αλλά και την εν γένει συνεισφορά της στον προγραμματισμό των δράσεών του.

2) Την  κ. ΄Ολγα Καραγεώργου- Κουρτζή, δρ. Ιστορίας και  Σχολικό Σύμβουλο Φιλολόγων,  για την προσφορά της στο έργο του Συλλόγου μας, με την ιδιαίτερα σημαντική συμβολή της στην γνώση της τοπικής ιστορίας τόσο με την έκδοση του βιβλίου, «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΑ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟ ΤΗΝ ΕΙΚΟΣΑΕΤΙΑ 1800-1820» ( Με βάση το Αρχείο της Οικογένειας Περρούκα του Άργους), όσο και με τη συμμετοχή της στο πρόγραμμα των διαλέξεων και ημερίδων.

Η  Εορτή θα κλείσει με την απόδοση δύο στροφών της «Ωδής εις τον Σύλλογον Δαναόν» και τον «΄Υμνο του Άργους» από τoν  Μουσικό Όμιλο Άργους  «ΟΙ  ΔΑΝΑΟΙ».

Read Full Post »

Ο τάφος του Αγίου Πέτρου στο ΄Αργος και το Σπίτι του Μακρυγιάννη (διάλεξη)

  

 

 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

 Την Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2010, και ώρα 6.30΄ το απόγευμα στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου θα ομιλήσει:

ο κ.  Χρήστος Πιτερός  Αρχαιολόγος Δ΄ ΕΠΚΑ με θέμα:

« Ο τάφος του Αγίου Πέτρου στο ΄Αργος»

και το «Σπίτι του Μακρυγιάννη».

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες. Θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Χρήστος Πιτερός 

 

Κατάγεται από το Αρκαδικό Ναυπλίας. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας και Αρχαιολογία και Τέχνη στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.  Ως αρχαιολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού, υπηρέτησε αρχικά στη Βοιωτία και στη συνέχεια υπηρετεί συνεχώς στην Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων στην Αργολίδα.

Έχει διενεργήσει μεγάλο αριθμό σωστικών ανασκαφών στη Θήβα, τη Λιβαδιά, το Δήλεσι, τη Σαλαμίνα, στον τύμβο των Σαλαμινομάχων, την Ερέτρια, την Επίδαυρο, την Ασίνη, το Ναύπλιο, την Τίρυνθα, το Τημένιο και κυρίως στην αιώνια πόλη του Άργους, όπου επικεντρώθηκαν εξ αρχής τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα, όπως η οχύρωση, η πολεοδομική οργάνωση, η τοπογραφία της πόλης και της ευρύτερης περιοχής  και η αργειακή πλαστική.

Έχει λάβει μέρος με ανακοινώσεις σε πολλά διεθνή συνέδρια και έχει δημοσιεύσει πολλές και σημαντικές  επιστημονικές εργασίες, αλλά και εκλαϊκευτικά άρθρα στον αθηναϊκό και τοπικό τύπο. Αρκετές από αυτές, αναφέρονται στο Άργος, όπως: «Το Αρχαίο Στάδιο του Άργους», «Οι Πυραμίδες της Αργολίδας», «Συμβολή στην Αργειακή Τοπογραφία», «Προτάσεις για την ανέγερση ενός νέου Μουσείου στο Άργος», «Η Μυκηναϊκή Ακρόπολη της  Λάρισας του Άργους», «Η Ακρόπολη της Λάρισας και τα τείχη της πόλης του Άργους»,  «Η  λατρεία των Διοσκούρων στο Άργος», «Το Άργος και ο Χάραδρος», « Υστεροαρχαϊκή επιτύμβια στήλη από το Άργος», «Το Μυκηναϊκό Άργος», «Ηραία τα εν Άργει», «Θέρμες του Άργους, ένας τεκές και ένα καφενείο στα χρόνια της Επανάστασης και της Ανεξαρτησίας».

Διετέλεσε διευθυντής της συστηματικής ανασκαφής Ελληνογαλλικής  Συνεργασίας στην Αρχαία Αγορά του Άργους και είναι  Αναπληρωτής Διευθυντής της Δ΄ ΕΠΚΑ και Πρόεδρος της Επιτροπής έκδοσης του περιοδικού «Ναυπλιακά Ανάλεκτα».

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Older Posts »