Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άγιος Πέτρος’

Ποιμήν θαυμαστός και θείον καταφύγιον και λίχνος του Άργους εχρημάτισας


  

Με ιδιαίτερη λαμπρότητα εορτάστηκε κι εφέτος η Μνήμη του Φρουρού και προστάτη της πόλης του Άργους, Αγίου Πέτρου, Επισκόπου Άργους, του Σημειοφόρου και Θαυματουργού.

Με την εντυπωσιακή παρουσία χιλιάδων πιστών, που προσήλθαν για να τιμήσουν τον «Μέγα εις την ταπείνωσιν, μέγα εις την αρετήν και την αγιότητα, μέγα εις την γραφίδα και τον λόγον, μέγα ως επίσκοπο της επαρχίας μας και αστέρα ολόκληρης της Ορθοδοξίας» και παρουσία τοπικών πολιτικών και στρατιωτικών αρχών, την παραμονή (2α Μαΐου) τελέστηκε μέγας πολυαρχιερατικός εσπερινός υπό την χοροστασία του Μητροπολίτη Πατρών κ. Χρυσοστόμου και αμέσως μετά ακολούθησε η λιτάνευση των Αγίων Λειψάνων και της Αγίας εικόνας Του, ενώ το φιλόχρηστο πλήθος παρακολούθησε με θρησκευτική κατάνυξη την πομπή.  

Την επομένη, κυριώνυμον (3η Μαΐου) τελέστηκε πανηγυρική πολυαρχιερατική θεία λειτουργία, χοροστατούντος του Μητροπολίτου Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευσταθίου και με την παρουσία των Μητροπολιτών: Αργολίδος κ. Ιακώβου, Άρτης κ. Ιγνατίου, Περιστερίου κ. Χρυσοστόμου, Πατρών κ.  Χρυσοστόμου, Κορίνθου κ. Διονυσίου  και των Θεοφιλεστάτων Επισκόπων Επιδαύρου κ. Καλλινίκου και Ανδρούσης κ. Θεοκτίστου.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, πραγματοποιήθηκε στο Σύλλογο Αργείων ο «ΔΑΝΑΟΣ» εορταστική Συνεδρία με θέμα: «Άγιος Πέτρος – Επίσκοπος Άργους, Σημειοφόρος και θαυματουργός» που οργάνωσε για δεύτερη χρονιά ο καθεδρικός Ιερός Ναός Αγίου Πέτρου, με την οργανωτική ευθύνη του Πρωτοπρεσβύτερου και Προϊσταμένου του Ναού π. Γεωργίου Σελλή και με ομιλητές εξέχοντες επιστήμονες.

Το πρόγραμμα είχε ως εξής:

Μουσική εισαγωγή. Ένα πιάνο και μια κιθάρα, κράτησαν μελωδική συντροφιά στο πολυπληθές ακροατήριο ενώ στη συνέχεια εψάλησαν Εορταστικοί Ύμνοι από την Χορωδία του Καθεδρικού Ιερού Ναού  Αγίου Πέτρου υπό  την διεύθυνση του κ. Γιάννη Χαβιαρλή.               

Την εκδήλωση χαιρέτισαν ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος και ο Αντιδήμαρχος Άργους κ. Παναγιώτης Κωνσταντινόπουλος.   Την έναρξη των εργασιών κήρυξε ο Πρωτ/ρος π. Γεώργιος Σελλής.    Το πρώτο μέρος συντόνισε ο κος Γεώργιος Στείρης, Λέκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής   Πανεπιστημίου Αθηνών.                   

           

Η πρώτη ομιλήτρια κα Ειρήνη Χριστινάκη- Γλάρου. Διδάκτωρ του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην γλαφυρή και μεστή ομιλία της, ανέπτυξε το θέμα: “Η σύννομος ψηλάφηση του Ιερού Προσώπου και η κανονική ανακήρυξη της Αγιοσύνης Του κατά την Ορθόδοξη παράδοση’’.

Στην συνέχεια ο λόγος εδόθη στον κ. Παναγιώτη Πανταζάκο. Επίκουρο Καθηγητή του       Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος στην μεθοδική και τεκμηριωμένη ομιλία του ανέπτυξε το θέμα:‘‘Ιωακείμ και Άννα, ονειδισμού ατεκνίας. Παιδιά θαύματα του Θεού. Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους και η Παντοδυναμία του Θεού’’.

O Συντονιστής κ. Στείρης, έκλεισε το πρώτο μέρος της Συνεδρίας με σύντομη  αναφορά του στα συμπεράσματα που προέκυψαν.

Μετά το πέρας του πρώτου μέρους, ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ. Καλλίνικος απένειμε αναμνηστική πλάκα, σε ένδειξη αγάπης και εκτιμήσεως της τοπικής εκκλησίας, στους τρεις εκλεκτούς επισκέπτες – ομιλητές.

Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε, με την απονομή επαίνων σε μαθητές της Α΄βάθμιας και Β΄βάθμιας Εκπαίδευσης Αργολίδος που συμμετείχαν και διακρίθηκαν στον μαθητικό διαγωνισμό με θέμα « Ο ναός στη ζωή μας ». Την πρωτοβουλία αυτή χαιρέτισε μα θερμούς λόγους ο Διευθυντής της Α΄βάθμιας Εκπαίδευσης κ. Αγγελόπουλος, ενώ την διαδικασία συντόνισε με μεγάλη επιτυχία η κα Δήμητρα Μποζιονέλου.  

Είθε η μυροβόλος και ιαματική αύρα του Αγίου, μας περιβάλλει και μας προστατεύει σε ολόκληρη την ζωή μας.

Read Full Post »

Ιερά μνήμη του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου και Πολιούχου Άργους


Πρόσκληση

 

Την 3η Μαΐου 2010 ημέρα Δευτέρα  και ώρα 11.15΄ π.μ.,  κατά την οποία θα εορτασθεί η ιερά μνήμη του Αγίου Πέτρου, Επισκόπου και Πολιούχου Ἀργους του Θαυματουργού & Προστάτου του «Δαναού», ο Σύλλογός μας  τελεί την ετήσια εορτή του.

Την ημέρα αυτή ο Σύλλογός μας  θα υποδεχθεί, φιλοφρόνως, στο Μέγαρό του Αρχές, Φορείς, Σωματεία και λοιπούς συνεορταστές με το κάτωθι εορταστικό πρόγραμμα.

  

Πρόγραμμα Εορτής


  • «Χριστός Ανέστη» και  Απολυτίκιο Αγίου Πέτρου.
  • Προσφώνηση Προέδρου του Συλλόγου Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ» κ. Δημ. Παπανικολάου.
  • Ευχές Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ.κ. Ιακώβου.
  • Απονομή τιμητικών διακρίσεων.
  • Χαιρετισμός Εκπροσώπου του «Συλλόγου των εν Αθήναις και Πειραιεί Αργείων- Ο ΑΤΡΕΥΣ».
  • Βράβευση επιτυχόντων Αργείων μαθητών στα  Α.Ε.Ι. από τον Σύλλογο «Ο ΑΤΡΕΥΣ».
  • Απονομή βραβείων σε αριστούχους αποφοίτους Δημοσίων Γενικών Λυκείων Ἀργους, σχολικού έτους  2008-2009  από τον Σύλλογο Αργείων  «Ο ΔΑΝΑΟΣ».
  • Πανηγυρικός Εορτής: Ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Δημ. Αργυρός, Αναπληρωτής Καθηγητής Χριστιανικής και Βυζαντινής  Αρχαιολογίας της Ανωτάτης Ακαδημίας Βελλάς Ιωαννίνων.
  • Μουσική απόδοση δύο στροφών της «Ωδής εις τον  Σύλλογον Δαναόν»,  Ποίηση: Δ. Βαρδουνιώτου (1896) – Μελοποίηση: Δ. Τσαπραλή (1959).  Χορωδία Μουσικού Ομίλου ΄Αργους «ΟΙ ΔΑΝΑΟΙ», Διευθύνει ο Μ. Διαμαντής.
  • Απόδοση του Ύμνου του Άργους,    Στίχοι: Κ. Γιαννόπουλου – Μελοποίηση: Μ. Διαμαντή.   Χορωδία Μουσικού Ομίλου ΄Αργους «ΟΙ ΔΑΝΑΟΙ», Διευθύνει ο Μ. Διαμαντής.

 Η παρουσία σας θα μας τιμήσει ιδιαίτερα.

 

Read Full Post »

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους  και Νικόλαος ο Μυστικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

 

 

Πανηγυρικός λόγος εκφωνηθείς εις την αίθουσαν διαλέξεων του Φιλολογικού Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» την 5η Μαΐου 1964 υπό του Πανοσιολογιωτάτου Αρχιμανδρίτου κ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου, Γραμματέως  της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος. 

 

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους

Σήμερον και πάλιν η χάρις του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Επισκόπου Άργους, του θαυματουργού, πάντας ημάς συνήγαγεν εις τον σεπτόν τούτον χώρον «του υμνήσαι και φαιδρώς πανηγυρίσαι τον φρουρόν και προστάτην Αργείων, Αργολίδος πάσης τον αντιλήπτορα» της Βασιλίδος των πόλεων τον ευκλεή γόνον, των Ιεραρχών την καλλονήν, της Ορθοδοξίας τον απροσμάχητον – τον υπέρμαχον, των Ορθοδόξων το στήριγμα, της Εκκλησίας τον φωστήρα, των οσίων το εγκαλλώπισμα, της Οικουμένης  πάσης το μέγα κειμήλιον.

Εκ προοιμίου ευχαριστώ και συγχαίρω το έντιμον Διοικητικόν Συμβούλιον του έξοχου φιλολογικού Συλλόγου της πόλεως μας « ο Δαναός». Ευχαριστώ δια την ευγενή τούτου πρόσκλησιν, όπως κατά την εύσημον ταύτην ώραν της κυρίας εορτής Αυτού, καταλάβω το βήμα τούτο, συγχαίρω δε δια το παντοίον ευεργετικόν έργον αυτού, εν οίς και το της προβολής της προσωπικότητος του Προστάτου Αγίου της πόλεως μας, ύφ’ ου την σκέπην από της συστάσεως του, έχει τεθή ο Σύλλογος.

Εισερχόμενος ευθύς εις το θέμα μου, το οποίον φέρει τον τίτλον « Ο Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους και Νικόλαος ο Μυστικός — Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως», δια του οποίου θέλει επιδιωχθή να αποκαλυφθή μία επί πλέον πτυχή εκ της όλης ζωής του Αγίου μας και μάλιστα πτυχή λίαν σημαντική, ζητώ εξ αρχής συγγνώμην εάν δεν θα περιορισθώ απολύτως εις το θέμα  τούτο, προκειμένου νέα στοιχεία, λίαν ενδιαφέροντα ελθόντα εις φως έπ’ έσχατων, περί της ζωής του Αγίου, να τεθώσιν ύπ’ όψιν υμών, πράγμα το όποιον γνωρίζω πόσον θα ικανοποιήση και υμάς τους δικαίως τιμώντας τον Προστάτην ημών.

Τούτων έλαβον γνώσιν, υπό του Αγίου ασφαλώς οδηγούμενος, ως Εξής:

Ο Πολιούχος ημών, ως γνωρίζουν οι ασχοληθέντες με τον βίον αυτού, μετέσχε μιας τοπικής Συνόδου, εις Κωνσταντινούπολιν υπό τον Πατριάρχην Νικόλαον τον Μυστικόν το 920  μ.Χ. 

Περί της Συνόδου ταύτης και των λαβόντων χώραν κατ’ αυτήν παρεκλήθην παρά του Διοικητικού  Συμβουλίου του Συλλόγου, όπως γίνη λόγος κατά την σημερινήν εορτήν. Εν τη προσπάθεια μου λοιπόν προς ανεύρεσιν στοιχείων περί της συνόδου ταύτης, πληροφορηθείς σχετικώς, επικοινώνησα μετά του αιδ. Ιερέως Γρηγ. Νόβακ, ιδιαίτερα ασχολουμένου με την προσωπικότητα του Αγίου ημών.

Ούτος ανήκει εις το Τάγμα των Ασσομψιονιστών της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, μέλος δε του Ινστιτούτου Βυζαντινών Σπουδών εδρεύοντος εις Παρισίους, ασχολείται ειδικώς με την Βυζαντινήν αγιολογίαν, δι’ ο και η ενασχόλησίς του με τον Άγιον Πέτρον, άγιον της Βυζαντινής εποχής. 

Η επαφή μου μετά του διασήμου τούτου Βυζαντινοαγιολόγου απέβλεπεν εις διαλεύκανσιν ωρισμένων σημείων περί της αναφερθείσης I. Συνόδου. Κατ’  αυτήν  όμως  εβεβαιώθην  ότι  κατέχει το όλον θέμα « Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους», όσον ουδείς έτερος μέχρι σήμερον.

Περιήλθεν ούτος άχρι τούδε πολλάς βιβλιοθήκας και εμελέτησεν πολλούς κώδικας εν τη επιδιώξει ευρέσεως στοιχείων  περί των αγίων της Βυζαντινής Εποχής και προκειμένου περί του Αγίου ημών ανεύρε νέα στοιχεία όντως σημαντικά.  

Προτού όμως ομιλήσω περί τούτων, πρέπει να υπομνήσω ότι τα όσα μέχρι τούδε εγνωρίζαμεν περί του Πολιούχου ημών, τα οποία και περιλαμβάνονται εις την εξαιρετικήν σχετικήν μελέτην του αειμνήστου Χρήστου Παπαοικονόμου, προήρχοντο εκ των εξής πηγών:

 1.    Εκ της παλαιάς ασματικής φυλλάδας, ην εύρων εν χειρογράφω, σεσαθρωμένην εξέδωκε τύποις το 1727 ο Αργείος Γεώργιος Μάρκος, ο Ζωγράφος επανεξέδωκε δε μετά προσθηκών και βελτιώσεων ο αείμνηστος Μητροπολίτης Αργολίδος Δανιήλ Πετρούλιας το 1870 εν Αθήναις.

 2.    Εκ του ευρεθέντος Κώδικος εις το Βατικανόν το 1893 υπό του υποβιβλιοφύλακος της Βιβλιοθήκης GIUSEPPE COZZA – LUZI εις ον περιείχετο εγκώμιον προς τον Άγιον.

 3.    Εκ της πραγματείας, ην επί τη βάσει του ανευρεθέντος ως άνω κώδικος και άλλως στοιχείων αποσταλλέντων αυτώ εξ Άργους, εξέδωκεν ο Διευθυντής του εν Ρώμη Ελληνικού Κολλεγίου το 1899 Ρ. ENRICO RICKENBACH, υπό τον τίτλον «STORIA E SCRITI DI S, PIETRO D’ ARGO.

 4.    Εκ κωδίκων ανερευθέντων εν Μεσσήνη της Ιταλίας και το Βατικανόν, εις ους περιέχονται οι τέσσαρες λόγοι του Αγίου, δύο εις την Αγίαν Άνναν,  εις τους Αγίους Αναργύρους Κοσμάν και Δαμιανόν και εις τον Άγιον Αθανάσιον, Επίσκοπον Μεθώνης.

Ταύτα πάντα συνέλεξεν, ως γνωστόν ο αείμνηστος ιδρυτής του Συλλόγου, ιερεύς Χρήστος Παπαοικονόμου έκδούς το 1908 μετά συντόμου ιστορίας της εκκλησίας Άργους το περισπούδαστον βιβλίον του «Ο Πολιούχος του Άργους Άγιος Πέτρος, Επίσκοπος Άργους ο θαυματουργός».

Ότι λοιπόν εγνωρίζαμεν μέχρι τούδε  περί του Αγίου μας, προήρχετο εκ των πηγών αυτών. Ήδη ο εν λόγω Βυζαντινοαγιολόγος κληρικός, μετά από πολυετείς συνεχείς έρευνας πληροφορεί, ότι, υπάρχουν αι άλλοι κώδικες  αναφερόμενοι εις τον Άγιον Πέτρον, και ότι τους κώδικας (αυτούς εμελέτησεν ο ίδιος λαβών μάλιστα και φωτογραφίας των σχετικών σελίδων των κωδίκων.  Εις την πρώτην συνάντησιν, την οποίαν  είχομεν  μετά του εν λόγω κληρικού, ήκουσα παρ’ αυτού  τας  σημαντικάς ταύτας, δια τον Άγιον μας ανακοινώσεις του, εζήτησα δε, όπως έχη την καλωσύνην και εις νεωτέραν επαφήν μας έχη τας φωτογραφίας των κειμένων, των κωδίκων δηλαδή, ώστε να λάβω ιδίαν πείραν των νέων στοιχείων δια να υπάρξω και κατηγορηματικός εις ότι σήμερον θα έλεγον.

Και ο π. Νόβακ μου ικανοποίησε το αίτημα. Ούτω λοιπόν, αγαπητοί μου, εκτός των όσων περί του Αγίου μας εγνωρίζαμεν, ήδη λαμβάνομεν γνώσιν ότι :

 1.    Εις την Αμβροσιανήν βιβλιοθήκην του Μιλάνου φυλάσσεται κώδιξ του ΙΔ’ αιώνος, εντός του οποίου είναι καταγεγραμμένον το εγκώμιον προς τον Άγιον, το οποίον περιέχεται και εις τον μνημονευθέντα ανωτέρω κώδικα του Βατικανού, το οποίον εγκώμιον έχει περιληφθή και εις την μελέτην  του Παπαοικονόμου ανεπίγραφον. Εις τον κώδικα τούτον και συγκεκριμένως   εις   τον   χώρον προ του εν λόγω εγκωμίου  έχει καταχωρισθή επίγραμμα του μαθητού και διαδόχου του Αγίου εις τον θρόνον του Άργους, επισκόπου Ιωάννου, το οποίον συνέταξε επί τη καταθέσει, υπ’ αυτού, Ιεράς εικόνος, του Αγίου εις Ιερόν ναόν.

Εκ του επιγράμματος τούτου σαφώς πληροφορούμεθα ότι διάδοχος του Αγίου Πέτρου εις τον θρόνον του Άργους δεν εγένετο ως άχρι τούδε επιστεύετο ο Επίσκοπος Κωνσταντίνος καθ’ όσον υπήρξεν ούτος προκάτοχος αυτού.

 2.    Επίσης πληροφορούμεθα ότι εις τον κώδικα υπ’ αρ. 278, φυλασσόμενον εν τη Εθνική Βιβλιοθήκη Αθηνών, αντιγραφής 14ου αιώνος από του  φύλλου  286 περιέχεται  το αυτό, γνωστόν, προς τον Άγιον εγκώμιον με τον τίτλον «Θεοδώρου  ελαχίστου  Μητροπολίτου Νικαίας»,   εις τον εν Αγίοις  Πατέρα   ημών και θαυματουργόν Πέτρον επίσκοπον Άργους».

 3.    Ομοίως ότι εις κώδικα υπ’ αριθ. 2734, φυλασσόμενον εν τη αυτή Εθν. Βιβλιοθήκη, αντιγραφής ομοίως του 14ου αιώνος, από του φύλλου 238 Α – 247 Β περιέχεται λόγος του Αγίου εις τον  Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου, άγνωστος μέχρι τούδε.

 4.    Ομοίως ότι εις κώδικα, του Βου αιώνος φυλασσόμενον εις την βιβλιοθήκην της Ι. Μονής Μεγίστης  Λαύρας — Αγ. Όρους  περιέχεται ο αυτός ως άνω λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου.

 5.    Τέλος ότι εις κώδικα φυλασσόμενον εις την βιβλιοθήκην της Ι. Μονής Αγ. Ιωάννου του θεολόγου – υψηλού   Λέσβου περιέχονται δύο ομιλίαι  του   Αγίου Πέτρου, μία εις την Μεγαλομάρτυρα  Βαρβάραν,   ανεπίγραφον και σημείωσιν εις  το άνω μέρος του φύλλου του χειρογράφου Πέτρ. — Αργ. και μίαν  εις  τα  Εισόδια της Θεοτόκου.

Μετά τας ανωτέρω πληροφορίας και καίτοι  ο  π. Νόβακ, ως  και  ανωτέρω μοι επέδειξεν  εν  φωτοτυπία όλας τας σελίδας των χειρογράφων των ανωτέρω κειμένων, ησθάνθην  εσωτερικήν ανάγκην  να  επισκεφθώ  την   Εθνικήν Βιβλιοθήκην και να ίδω, ιδίοις όμμασι,  τα χειρόγραφα.  Εις  το τμήμα χειρογράφων της Εθν. Βιβλιοθήκης υπηρετεί  ο  εξαίρετος και σεβαστός  κ.   Ανδρέας Αθανασόπουλος, ο κατάλληλος άνθρωπος δια την θέσιν, την οποίαν κατέχει,  πλούτος   γνώσεων, όστις με διηυκόλυνε τα μέγιστα   εις  την  επιδίωξίν μου, ειπών μοι μάλιστα ότι ανεζήτει αρμόδιον, δια να ανακοινώση τα όσα περί του Αγίου, εκ των εν τη βιβλιοθήκη χειρογράφων προσφέρονται.

Εΐδα τους δύο κώδικας, τον μεν με το προς τον Άγιον εγκώμιον, τον δε με την ομιλίαν εις τον θείον Εύαγγελισμόν. Εφωτογράφησα ευθύς τας πρώτας σελίδας εκατέρου τούτων, των ενδιαφερόντων ημάς κειμένων και ήδη ενώπιον ημών πρόκεινται τα τεκμήρια. Οι δύο ούτοι κώδικες, ως ο κ. Αθανασόπουλος πληροφορεί, προέρχονται ο μεν μετά του εγκωμίου εκ της Ι. Μονής Δουσίκου – Τρικάλλων Θεσσαλίας, ο δε μετά τας ομιλίας εις τον Ευαγγελισμόν εκ Καστοριάς.

Εκ των ανευρεθέντων τούτων κωδίκων και εξ άλλων στοιχείων, ως επιστολαί του Μητροπολίτου Νικαίας Θεοδώρου προς διάφορα πρόσωπα, η προσωπικότης του Αγίου μας, γίνεται περισσότερον γνωστή εις τα έξης σημεία:

 Ο ακαθόριστος άχρι τούδε χρόνος γεννήσεως και θανάτου του καθορίζονται. Και είναι πλέον βέβαιον ότι εγεννή0η το 852, εξεδήμησεν δε εις Κύριον το 922 η το 921.

 Καθορίζεται ότι εγκωμιαστής του Αγίου είναι ο Μητροπολίτης Νικαίας Θεόδωρος, όστις υπήρξε μαθητής αυτού, ευεργετηθείς τα μάλα παρ’ αυτού και χειροτονηθείς υπό του ιδίου εις πρεσβύτερον. Τόσω το προς τον Άγιον εγκώμιον όσω και επιστολαί του Θεοδώρου καθιστούν το πράγμα λίαν σαφές. Τούτο διασαφηνίζει πλέον την άχρι τούδε ασάφειαν ότι «ενδεχομένως», εγκωμιαστής του Αγίου υπήρξεν ο Επίσκοπος Άργους Κωνσταντίνος.

Καθορίζεται ότι εις την σειράν των 33 Επισκόπων Άργους, την εις το χειρόγραφον του Σακελλίωνος υπάρχουσαν, ο Άγιος Πέτρος είναι  ο τέταρτος  της  σειράς  και ουχί  ό   πρώτος.   Άρα  ο Κωνσταντίνος υπήρξε προκάτοχος και ουχί  διάδοχος του Αγίου.  Διάδοχος του Αγίου  υπήρξεν   ο  Ιωάννης.   

Καθορίζεται ότι το υπό του COZZA -LUZΙ ευρεθέν χειρόγραφον είναι του ΙΙου αιώνος, πράγμα το οποίον  μας οδηγεί ότι το πρωτότυπον δέον να αναχθή εις  τα  τέλη  του 10ου αιώνος, δηλαδή ολίγον μετά τον θάνατον του Αγίου.  Σημειώ ότι ο αείμνηστος Ν. Βέης εις μελέτην του, δέχεται ως χρόνον συγγραφής του προς τον Άγιον εγκωμίου   το  927, ήτοι πέντε έτη μετά τον θάνατόν του. Τα ήδη γνωστά στοιχεία συνηγορούν απολύτως  υπέρ   της   γνώμης ταύτης.  

 Έρχονται πλέον εις φως τρεις λόγοι του Αγίου, εκτός των άχρι τούδε γνωστών τεσσάρων.

Εκ της μεγάλης διαδόσεως των λόγων του Αγίου — έφ’ όσον ευρίσκονται   τόσα χειρόγραφα  με λόγους αυτού — τεκμαίρεται ότι πάσης εκτιμήσεως έχαιρεν  ο Άγιος και ως Άγιος και ως ρήτωρ παρά συμπάσης της εκκλησίας.

 Τέλος τα νέα αυτά ευρήματα μας δημιουργούν  την  βάσιμον ελπίδα ότι και άλλα χειρόγραφα θα έλθουν εις φως και νέα στοιχεία   και  νέοι  λόγοι του  Αγίου μας  θέλουσιν αποκαλυφθή,   δι’ ων  η αγία του προσωπικότης θέλει εντονώτερον προβληθή εις δόξαν Χριστού και της Αγίας μας εκκλησίας,   τιμήν δε   και  του Άργους, το οποίον  ηυλογήθη  δια τοιούτου   Επισκόπου  και Αγίου.

Ευχαριστίας, κατόπιν των ανωτέρω, καθομολογώ προς τον αιδ. π. Νόβακ, δι’ όσα με επληροφόρησεν και συγχαρητήρια δι’ όσα συμβάλλει προς προβολήν της προσωπικότητος του Αγίου μας. Ομοίως ευχαριστώ και τον κ. Ανδρέαν Αθανασόπουλον, δι’ όσα με διευκόλυνε κατά  την ερευνάν μου.

 Και ήδη εις το θέμα μας, περί Αγίου Πέτρου και Νικολάου Μυστικού.

 Εξ αρχής υποβάλλεται το ερώτημα, τις η σχέσις μεταξύ των δύο τούτων Μεγάλων Ιεραρχών; Απαντητικώς πληροφορούμεν, ότι, αμφότεροι εγεννήθησαν εις την αυτήν πόλιν, την Κωνσταντινούπολιν, και το αυτό έτος, το 852 μ. Χ. και ότι ανετράφησαν εν τη ιδία πόλει. Τη βασιλίδι των πόλεων. Το γεγονός τούτο μας παρέχει την άδειαν να δεχώμεθα, ότι από της μικράς των ηλικίας, οι δύο ούτοι άνδρες θα είχον γνωρισθή και ενδεχομένως εμαθήτευσαν εις τα αυτά σχολεία. Είναι εξ άλλου δεδομένον, ότι θείος έρως κατεπλημμύριζε τας καρδίας αμφοτέρων και ιεροί και Άγιοι πόθοι εις το να υπηρετήσουν την Αγίαν μας εκκλησίαν, κατεκυρίευον της όλης ζωής  και των δύο.

Ήτο δυνατόν λοιπόν, την αυτήν πόλιν οικούντες, συνομίληκοι όντες και υπό των ιδίων ιδανικών κατεχόμενοι, να έμενον ούτοι άγνωστοι μεταξύ των;

Ιστορικώς ότι εν προκειμένω γνωρίζομεν είναι, ότι, όταν, ενηλικιώθησαν, ο μεν Νικόλαος εισήλθεν εις την Αυτοκρατορικήν αυλήν και εγένετο Μυστικός Σύμβουλος Λέοντος του Σοφού, εξ ου και Μυστικός απεκλήθη, παρ’ ου και επαξίως ανεβιβάσθη το 898 εις τον Οικουμενικόν θρόνον, ο δε ημέτερος Πέτρος μετά των γονέων του και των αδελφών του Παύλου, Διονυσίου, Πλάτωνος και της μοναδικής αδελφής του, εστράφηςαν προς την έρημον, εκλέξαντες την εν σώματι αγγελικήν πολιτείαν.

Εν σημείον εις το προς τον Άγιον, γνωστόν εγκώμιον μαρτυρεί την επιθυμίαν του  Νικολάου,   όπως ίδη τον Πέτρον ανερχόμενον εις το του Επισκόπου αξίωμα. Ιδού το σχετικόν κείμενον «τούτων απάντων» λέγει «πειθόμενος ο τότε Αρχιερεύς, Νικόλαος… ανήρ λόγιος και αυτός ουδ’ ήττον κατ’ αρετήν επαινούμενος… τον άνδρα της αρετής και λογιότητος αγασθείς, εβούλετο και δια σπουδής, ότι πλείστης είχεν αρχιερωσύνης τιμήσαι και τοις πρώτοις τον θρόνον εχκαθιδρύσαι». Δια των λόγων τούτων του εγκωμιαστού πληροφορούμεθα ότι μανθάνων ο Αρχιερεύς Νικόλαος, τα όσα περί της αγιότητος του Μοναχού Πέτρου διεδίδοντο ο οποίος, Νικόλαος, ήτο όπως και ο Πέτρος, ανήρ Λόγιος, χωρίς να επαινήται ολιγώτερον και δια την αρετήν του, και εκτιμήσας πρεπόντως τον άνδρα της αρετής και της λογιότητος, ήθελε και μάλιστα εβιάζετο να τιμήση τούτον δια της… Αρχιερωσύνης, εγκαθιστών Αυτόν Αρχιερέα, ενός των μεγαλυτέρων θρόνων της μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Αυτά   πληροφορεί ο εγκωμιαστής. Αλλά  και την άρνησιν του Αγίου εις αποδοχήν της τιμής δεν αποσιωπά. ‘Ητο ακριβώς τότε, όπου την Αυτοκρατορίαν συνετάρασσε το γνωστόν θέμα του τετάρτου γάμου Λέοντος του Σοφού μετά  της Ζωής της Καρβανοψίνης, μεθ’ ης είχεν αποκτήσει εξώγαμον τέκνον, τον Κωνσταντίνο τον Πορφυρογέννητον, ως η εκκλησιαστική ιστορία πληροφορεί. Ο Πατριάρχης Νικόλαος συγγενής και μαθητής του Μεγάλου Φωτίου, υπό του πνεύματος εκείνου εμφορούμενος «τω Κυρίω δουλεύειν και μή   τοις   ανθρώποις   αρέσκειν βουλόμενος», όπου κατεπατείτο το θείον θέλημα, αφώρισε τον Λέοντα αφού δις  ηρνήθη εις αυτόν την επικοινωνίαν και αυτήν την εις τον Ιερόν Ναόν είσοδον, τον δε τελέσαντα τον παράνομον και αντικανονικόν τούτον γάμον, ιερέα θωμάν αφώρισε.

Τότε ακριβώς ο Νικόλαος εκάλει εις προαγωγήν τον ημέτερον Άγιον. Άλλ’ ούτος, ως ο εγκωμιαστής του σημειοί, το έπικίνδυνον του πράγματος ευλαβούμενος», δηλαδή φοβούμενος ότι θα έθετε την ψυχήν του εις κίνδυνον, αναλαμβάνων τας ευθύνας της αρχιερωσύνης, «και την ησυχίαν φιλών, προς δε και τοις τότε τελουμένοις απαρεσκόμενος», αγαπών δε την ησυχίαν και αποστρεφόμενος τα όσα εις την αυτοκρατορικήν αυλήν ελάμβανον χώραν, «ανένδοτος ην».

Και ο μεν Πέτρος ησύχαζε, καταφυγών εις Ι. Μονήν εις Κόρινθον, ο  δε Νικόλαος στερρώς  εχόμενος των όρκων του εισήρχετο εις περίοδον διωγμού και δοκιμασιών. Ούτως, ως πληροφορούμεθα εκ της εκκλησιαστικής  Ιστορίας,  ο Λέων ο Σοφός, ως εκ της στάσεως του Νικολάου, επεζήτησε   τήν συνδρομήν του   Επισκόπου   Ρώμης Σεργίου του Γ  όστις ατοπώτατα απέστειλεν   εις Κων)λιν εκπροσώπους του, οίτινες το 906  συνεκρότησαν εκείσε,   μόνοι  Σύνοδον, εν η τον μεν γάμον του Λέοντος ανεγνώρισαν ως κανονικόν, τον δε Νικόλαον καθήρεσαν   αναδείξαντες Πατριάρχην   Ευθύμιον τινα, ηγούμενον της Μονής ψαμαθίας.   Ο   Νικόλαος εις ουδεμίαν επικοινωνίαν ελθών μετά των εκπροσώπων  της  Ρώμης διέγραψεν εκ των  δίπτυχων της  Ορθοδόξου Εκκλησίας το  όνομα αυτού.   Αποθανόντος όμως το 912 μ. Χ. του  Λέοντος,   την  Αυτοκρατορίαν ανέλαβεν ο αδελφός αυτού Αλέξανδρος, ανηλίκου όντος του υιού του Κων)νου Πορφυρογέννητου. Ο Αλέξανδρος ευθύς ανεκάλεσεν εις τον θρόνον τον Νικόλαον, καθαιρεθέντος του Ευθυμίου και εγκλεισθέντος εις Μονήν. Επανελθών ο Νικόλαος και πάλιν στρέφει τα βλέμματα προς  τον εν Κορίνθω πλέον  Μοναχόν Πέτρον, ίνα καταστήση τούτον Αρχιερέα. Και ήδη επέτυχε τούτο κατόπιν της επιμονής τών  Αργείων και Ναυπλιέων και ο Πέτρος μετά πάντως το 912 ανεδείχθη αποφάσεις, εις τον τόμον τούτον, επαναλέγω, αναφέρεται ότι  της Συνόδου μετέσχον «αρχιερείς και ιερείς Επίσκοπος Άργους, αφού ήδη έδωκεν εαυτόν τύπον και υπογραμμόν του πως οι άξιοι δέον να φθάνουν εις τους Επισκοπικούς θρόνους.

 Εν τω μεταξύ και επειδή τη 919 ο Κων)νος ενηλικιώθη, πράγμα όπερ εδημιούργει πολλαπλά προβλήματα δια την Αυτοκρατορίαν, και επειδή η δημιουργηθείσα ρίξις μεταξύ των εκκλησιών Ρώμης και Κων)λεως απήρεσκεν εις τον ειρηνικόν κατά τα άλλα Πατριάρχην Νικόλαον, απεφάσισεν ούτος την σύγκλησιν εις Κων)λιν Ι. Συνόδου το 920. Ο Νικόλαος Μαλαξός — Πρωτοπαπάς Ναυπλίου πληροφορεί ότι  της Συνόδου ταύτης μετέσχε και ο ημέτερος, παρασχεθώσι πληροφορίαι σχετικώς με την εν λόγω Σύνοδον.

Εις τον τόμον της Συνόδου ταύτης, τόμον δε λέγοντες εννοούμεν το κείμενον το περιλαμβάνον τα κύρια θέματα, τα συζητηθέντα εν τη Συνόδω  και τας επ’ αυτών ληφθείσας, όσοι μη εαυτοίς αρέσκειν ηγάπησαν» δηλαδή Αρχιερείς και Ιερείς, οι οποίοι δεν ηγάπησαν να αρέσουν εις τον εαυτόν τους, αλλά εις το να υπηρετούν αληθώς τον Θεόν και την Εκκλησίαν. Και εκάλεσεν ο Νικόλαος μεταξύ των πρώτων τον Επίσκοπον Άργους Πέτρον, ευρισκόμενον εις την κορυφήν «των μη εαυτοίς αρέσκειν» αγαπησάντων. Είχεν εν ανάγκην τοιούτων Ιεραρχών! Η εκ της τετραγαμίας προηγηθείσα εις τη Αύτοκρατορίαν ταραχή και η φυγαδευθείσα ειρήνη μεταξύ των Εκκλησιών Ρώμης Κων)πόλεως ήσαν θέματα μέγιστα και έπρεπε να μελετηθούν παρ’ αγίων και νουνεχών Αρχιερέων, οίτινες να δώσουν την κατά θεόν συμφέρουσαν λύσιν.

 Και ο  Πέτρος αποδεχθείς την πρόσκλησιν μετέβη εις Βυζάντιον, ίνα προσφέρη υπέρ της Εκκλησίας του ότι εις περίπτωσιν εκείνην ήτο ενδεδειγμένον. Ηρνείτο να ακούση άλλοτε τον Νικόλαον δια να γίνη Αρχιερεύς, ουχί διότι την παρακοήν ηγάπα, αλλά διότι της Αρχιερωσύνης το ύψος καλώς υπελόγιζεν. Ήδη όμως, όπου η Εκκλησία εκληδωνίζετο, ήδη, όπου η Αυτοκρατορία έσωθεν και έξωθεν προσεβάλλετο, ήτο αδύνατον να μείνη ασυγκίνητος ο Πέτρος, ο τίμιος Ιεράρχης Πέτρος. Ούτος σπεύδει και δίδει το παρών εις Κων)λιν, ότε και αναδεικνύεται δεξιός βραχίων και κραταίωμα του σώφρονος Πατριάρχου Νικολάου. Εκ της νέας αυτής συναντήσεως των δύο Ιεραρχών δύο σημαντικά στοιχεία κατέχομεν, το εν, το κοινόν όνειρον το οποίον αμφότερους συνεκίνησεν περί της Αγιότητας του οσίου Θεοδοσίου, του εν τη ομωνύμω Ι. Μονή της Αργολίδος, ασκουμένου εν τη αγιότητι, το οποίον αναφέρει εις τον βίον του οσίου ο αυτός Ν. Μαλαξός, και το οποίον, ως γνωστόν συντομίας χάριν παραλείπω και το έτερον ο τόμος, ο ενωτικός τόμος, ως αποκαλείται όστις συνετάγη υπό των μετασχόντων της I. Συνόδου, όστις αποτελεί, ως οίκοθεν νοείται, το αποστάλαγμα των όσων εν αυτή συνεζητήθησαν και απεφασίσθησαν.

Και είναι πράγματι δηλωτικός ο τόμος ούτος του κυριαρχήσαντος πνεύματος κατά την εν λόγω Σύνοδον, πνεύματος καθ’ ο οι μετάσχοντες αυτής υπερεμάχησαν και κατά των αυθαιρεσιών της Εκκλησίας της Ρώμης και κατά του εμφανισθέντος ηθικού εγκλήματος, της νομιμοποιήσεως δηλαδή του τετάρτου γάμου.

Εκ του τόμου τούτου μεταφέρομεν ενταύθα ολίγα τινά διά να εκτιμήσωμεν το κείμενον εκείνο, το οποίον αι Άγιαι χείρες του Πολιούχου ημών υπέγραψαν, δια να αισθανθώμεν την συγκίνησιν, την οποίαν και εκείνος ησθάνετο, όταν υπερεμάχει δια τινών, του δόγματος και της ηθικής, ήτοι της μη έπικρατήσεως των καινοτομιών της παλαιάς Ρώμης προς διασφάλισιν του  γνησίου ορθοδόξου δόγματος, και της μη αναγνωρίσεως της αρχής ότι το μυστήριον του γάμου είναι δυνατόν να ευλογή και αυτήν την τετραγαμίαν προς περιφρούρησιν της χριστιανικής ηθικής και του ιερού μυστηρίου εις α σημεία η αγία Εκκλησία απ’ αιώνων, κα-θώρισε. Ο τόμος ούτος εις δύο θέματα αναφέρεται, πρώτον εις την δημιουργηθείσαν ρίξιν μεταξύ των Εκκλησιών Κων)λεως και Ρώμης, των οποίων Εκκλησιών επιδιώκεται ήδη η επανασύνδεσις των σχέσεων, και δεύτερον εις το εγκληματικόν από απόψεως Χριστιανικής της αναγνωρίσεως της τετραγαμίας, Εξ αυτού σταχυολογούμεν ολίγα στοιχεία, απλουστεύοντες το κείμενον, οπου τούτο επιβάλλεται προς πληρεστέραν ενημέρωσιν ημών. Ιδού τα σημαντικώτερα τμήματα του ενωτικού τόμου:

 «Κύριος ημών Ιησούς Χριστός και θεός εις τους Μαθητάς και Αποστόλους τους και εις όσους μετ’ εκείνων έγιναν άξιοι της κληρονομιάς του εξαίρετον    κληρονομίαν   αφήκε τήν  ειρήνην… «Και  εις τήν  συνέχειαν……   ‘Αλλ’ επειδή ούτως έχει το της ειρήνης θέμα, εξ αρχής και μέχρι τώρα, δεν εξέλιπε η επαναστατική κακία του πονηρού να διαταράσση το πλήρωμα της Εκκλησίας  ενώ ο αίτιος της ειρήνης και διδάσκαλος Χριστός ο θεός ημών… πάντοτε τα σκάνδαλα επιστρέφων κατά της κεφαλής τού πονηρού, την   ειρήνην  εις την Εκκλησίαν του διαφυλάσσει ανόθευτον… Και τώρα ότε συνέβη να ταραχθή η Εκκλησία εκ της γνωστής αφορμής του γάμου… της εσφαλμένης αφορμής αποδοκιμαζομένης, (επιβάλλεται) προς την αρχικήν κανονικήν τάξιν να αποκατασταθούν εκείνα, τα οποία ένεκα ταύτης εις εχθρότητα   διετέθησαν.

 Δια τούτο συναθροισθέντες από κοινού Αρχιερείς και ιερείς, όσοι δεν ηγάπησαν να αρέσουν εις τον εαυτόν τους, αλλά προετίμησαν την ειρήνην της Εκκλησίας από τας επαναστάσεις, κατενοήσαμεν εν συνειδήσει, επειδή εκ των εκ του γάμου εκείνου αφορμήν εδημιουργήθησαν τα σκάνδαλα, να καθαρισθούν ταύτα και διασφαλισθή (η πίστις ) ώστε μηδαμώς πλέον δια της εξελίξεως των σκανδάλων και των εκ τούτων αφορμών να ταράσσεται η Εκκλησία, ούτε ο βίος εκείνων, οι οποίοι θα ήθελον να ζήσουν κατά τον τρόπον αυτόν (τον σκανδαλώδη) να γίνεται κατάκριτος και αποδοκιμαστέος. Και λοιπόν αποφαινόμεθα κοινή γνώμη και κρίσει, από του παρόντος έτους, το οποίον είναι εξακιχιλιοστόν τετρακοσιοστόν εικοστόν όγδοον (έδώ εννοείται, από κτίσεως   κόσμου, δηλαδή 920 μ.Χ. τέταρτος γάμος από ουδένα να τολμηθή,   αλλά να είναι ούτος εξ ολοκλήρου απόβλητος ».

«Εν συνεχεία ο   τόμος   ασχολείται και με τον  τρίτον γάμον, τον οποίον αποκαλεί «ρύπασμα», δι’ ο και επιτάσσει, μετά το τοιούτον   γάμον «μέχρι πενταετίας αμέτοχος να μένη της θείας κοινωνίας και να μην  περικόπτεται ο χρόνος ούτος» δια  τους τολμητίας της ρυπαρότητος.  Και   συνεχίζει «όχι μόνον αλλά  και  τον δεύτερον και  τον  πρώτον γάμον, δεν αφίνομεν ανασφαλίστους, αλλά  και δια τούτους ορίζομεν  να  συνάπτωνται ούτως, ώστε να μη υπάρχη καμμία πονηρά αιτία ή    από απαγωγήν  η από προηγηθείσαν λαθραίαν φθοράν, αλλά  με  καθαρότητα εκ τοιούτων μολυσμάτων και πορνικής ακαθαρσίας» και  εις  αντιθετον περίπτωσιν κανονίζει τους ούτως εις τον γάμον φθάσαντας να υπόκεινται τον «επί της  πορνείας»  Ι. Κανόνα μεθ’ ο   εις την  θείαν Κοινωνίαν να  φθάνουν».

Και το ιερόν κείμενον περατούται δια της εξής συγκινητικής άμα και χαρακτηριστικής του πνεύματος   τών  συνταξάντων αυτήν προσευχής,   ην παραθέτομεν ως  έχει «τούτω ούτως διωρισμένων προς  ασφάλειαν της αγίας Εκκλησίας, του  αμέτοχον είναι  το ευσεβές των  Χριστιανών πλήρωμα των   εξ αθέμιτων   γάμων   ρύπων δεόμεθα της Σης αγαθότητος, Χριστέ ο θεός ημών, έτι και  δια παντός   παν σκάνδαλον, πάσαν διαμερισμού αιτίαν, της  σής εξελαύνειν   Εκκλησίας και  συντηρείν αύτη  την  ειρηναίαν  κατάστασιν,    πρεσβείαις της Δεσποίνης ημών και αχράντου πατρός, των  πανίερων σου μαθητών και  Αποστόλων δι’ ων εν πάση τη οικουμένη την σην καταφύσεις ειρήνην, και πάντων εις αιώνος ευαρεστούμενος τοις αγίοις. Αμήν».

Ταύτα, εν πάσει συντομία τα πληροφοριακά στοιχεία περί του δεσμού μεταξύ του Αγίου Πέτρου  και του  του Νικολάου  Μυστικού.

 Και  ήδη κλείοντες την σύντομον  ταύτην ομιλίαν ας εκτιμήσωμεν το παν αγαθόν πρόξενος εγγένετο ο δεσμός ούτος και για αυτούς προσωπικώς και δια την  Εκκλησίαν γενικότερον εκτιμώντες, ότι εκ του δεσμού τούτου μέσω του Νικολάου και δια της επιμονής αυτού  προσφέρεται εις  την Εκκλησίαν θεσπέσιος Ιεράρχης, « ο σοφός και προστάτης Αργείων, Πέτρος ο ένδοξος της συνδρομής δε του ιδίου προς  τον Νικόλαο η Εκκλησία σώζεται εκείνων απειλησάντων αυτήν.

Κλίνοντες την κεφαλήν προ της ιεράς μορφής του, ας δοξάσωμεν  τον Θεόν όστις  εχάρισεν εις ημών τοιούτου αγίου την προστασίαν, λέγοντες δόξα τω δωρησαμένω Σε ημών πρέσβυν ακοίμητον».

 

  

(Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης της παρούσης ομιλίας, η απόδοση του κειμένου δεν μπορεί να είναι ορθογραφικά ορθή, αφού ο ομιλητής Πανοσιολογιώτατος  Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος Δεληγιαννόπουλος και μετέπειτα  Μητροπολίτης Αργολίδας Χρυσόστομος Β΄ έγραφε στην καθαρεύουσα κι εμείς επιχειρήσαμε να την αποδώσουμε πιστά μεν, αλλά στο μονοτονικό).


Read Full Post »

Η φιλοσοφική παιδεία και το γενικότερο πνευματικό κλίμα στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία την εποχή του Αγίου Πέτρου Επισκόπου Άργους.


 

Εισήγηση του κου Γεωργίου Στείρη, λέκτορος φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, στην εορταστική συνεδρία, Κυριακή 3 Μαΐου, στο πλαίσιο του εορτασμού της μνήμης του Αγίου Πέτρου, πολιούχου Άργους. Αίθουσα διαλέξεων «Δαναού».

 

Εικόνα του Αγίου Πέτρου 1870.

Εικόνα του Αγίου Πέτρου 1870.

Στο Μεγαλυνάριο του Α­γίου Πέτρου αναφέρεται: Τον του Βυζαντίου κλεινόν βλαστόν. Ο Άγιος Πέτρος τοποθετείται από τον υμνωδό του σε συγκεκριμένο χωροχρονικό και πολιτιστικό περιβάλλον, το οποίο επέδρασε καθοριστικά στο σχηματισμό της προσωπικότητας του και τη γενικότερη πνευματική του πορεία. Στη σύντομη αυτή εισήγηση θα περιγραφεί αδρομερώς αυτό ακριβώς το πνευματικό περιβάλλον των 9ου και 10ου αιώνων, επικεντρώνοντας στη φιλοσοφική παιδεία. Καταλήγοντας, θα επιχειρηθεί η σύνδεση του Αγίου Πέτρου με τη γενικότερη πνευματική κίνηση της εποχής του. Ο Άγιος Πέτρος γεννήθηκε και ανδρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη του β’ μισού του 9ου αιώνα, μια περίοδο ακμής, που πρώτος ο διαπρεπής βυζαντινολόγος Kurt Weitzmann αποκάλεσε Μακεδονική Αναγέννηση, επειδή επιχειρήθηκε η επαναδιαπραγμάτευση των κλασσικών ιδεωδών του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Οι επιστήμες, τα γράμματα και η τέχνη απέκτησαν μια σχετική αυτονομία  και αυθυπαρξία  έναντι της Θεολογίας ως  κλάδοι του επιστητού. Οι  αυτοκράτορες Θεόφιλος και  Καίσαρ Βάρδας αναδιοργάνωσαν το λεγόμενο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινουπόλεως, ενώ ο Λέων ο Στ’, ο επονομαζόμενος Σοφός, κατέστησε το παλάτι χώρο επιστημονικού και φιλοσοφικού διαλόγου. Ο πρώτος που πληροί το περιεχόμενο της λέξης σοφός στη μεταβυζαντινή περίοδο υπήρξε ο Λέων ο Μαθηματικός, ο οποίος ήκμασε στο πρώτο μισό του 9ου αιώνος, ανοίγοντας νέες ατραπούς στο στοχασμό.

Σύμφωνα με τα θρυλούμενα,  αφού ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην Κωνσταντινούπολη και συνειδητοποίησε ότι στη βασιλεύουσα δεν υπήρχε άνθρωπος ικανός να τον διδάξει περαιτέρω, κατέφυγε στην Άνδρο, όπου ένας άγνωστος σε εμάς σοφός τον μύησε στη ρητορική, τη φιλοσοφία, την αστρονομία, την αστρολογία, τη μουσική και τα μαθηματικά. Παράλληλα, άδραξε την ευκαιρία να μελετήσει πλήθος αρχαίων χειρογράφων που ανακάλυψε στις μοναστικές βιβλιοθήκες της νήσου. Όταν επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, δίδασκε ιδιωτικά, δίχως να προσελκύσει το ενδιαφέρον της ευρύτερης κοινωνίας. Όταν όμως ένας από τους μαθητές του συνε­λήφθη από τον περίφημο χαλίφη της Βαγδάτης ΑΙ Mamun, ερωτηθείς πώς απέκτησε όλες αυτές τις γνώσεις που εξέπληξαν τους Άραβες, ενημέρωσε τον ΑΙ Mamun  για την ύπαρξη του Λέοντος. Ο χαλίφης απηύθυνε επιστολή στο Λέοντα, προσκαλώντας τον στην αυλή του.

Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος, όταν πληροφορήθηκε τα καθέκαστα, έσπευσε να διορίσει το Λέοντα καθηγητή στην εκκλησία των Σαράντα Μαρτύρων και τον απέτρεψε να ταξιδέψει στο χαλιφάτο, παρότι ο ΑΙ Mamun συνεχώς αύξανε την προσφορά του. Ο Λέων τελικά, κατόπιν πρωτοβουλίας του Καίσαρα Βάρδα, διορίστηκε καθηγητής φιλοσοφίας σε ένα καινούριο εκπαιδευτικό ίδρυμα, το οποίο  έδρευε πιθανότατα στη Μαγναύρα. Το ίδρυμα αυτό πιθανότατα αποτέλεσε την απόπειρα απάντησης των βυζαντινών στην επιστημονική και φιλοσοφική ακτινοβολία του αραβικού κόσμου.

Κανένα από τα φιλοσοφικά συγγράμματα του Λέοντος δε διασώζεται, παρότι υπήρξε πρώτος εκδότης και υπομνηματιστής πλατωνικών έργων κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο. Στον Λέοντα αποδίδεται, αν και όχι με ασφάλεια, το σωζόμενο «Σύνοψις εις την φύσιν ανθρώπων«, έργο ιατροφιλοσοφικού περιεχομένου.

Μετά το Λέοντα στην πνευματική ζωή της Κωνσταντινουπόλεως κυριάρχησε ο πατριάρχης Φώτιος, ο λόγιος που υπήρξε η επιτομή της μακεδονικής αναγέννησης, καθώς διακρίθηκε για τη σπάνια πολυμάθεια του. Πηγές της εποχής τον εμφανίζουν περισπούδαστο στην ποίηση, τη γεωμετρία, τη φιλοσοφία και την ιατρική. Ήταν βαθιά προσηλωμένος στη μελέτη της κλασσικής αρχαιότητας και στην κράση θεολογίας και θύραθεν σοφίας. Συνέγραψε τη «Βιβλιοθήκη», μια σύνοψη της έως τότε γνωστής αρχαίας γραμματείας, μοναδική στο είδος της και πολύτιμη ακόμα και σήμερα, καθώς διασώζει στοιχεία για πολλά έργα αρχαίων συγγραφέων.  

Του εν Αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, «Τα Αμφιλόχια», 1858.

Του εν Αγίοις Πατρός ημών Φωτίου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, «Τα Αμφιλόχια», 1858.

Στο άλλο μεγάλο του την «Αμφιλόχια», περιλαμβάνονται σχόλια στις «Κατηγορίες»  του Αριστοτέλη και άλλες συντομότερες φιλοσοφικές πραγματείες. Ο Φώτιος ενδιαφέρθηκε για τη  φιλοσοφία καθαυτή, δίχως να την αντιμετωπίζει αποκλειστικά ως θεραπαινίδα της θεολογίας. Η μελέτη του κατέτεινε κυρίως στη        διαλεκτική και τη λογική, στρεφόμενος τελικά προς μια μορφή σκεπτικισμού. Παρότι αντιμετώπιζε με σεβασμό την αρχαία φιλοσοφία, δε δίστασε να ασκήσει τεκμηριωμένη κριτική στις αριστοτελικές κατηγορίες και την πλατωνική θεωρία των ιδεών. Σαφής υπήρξε παρά   ταύτα η προτίμηση του στην αριστοτελική φιλοσοφία, καθώς δεν τον ικανοποιούσε η ποιητική και μη συστηματική ανάπτυξη των φιλοσοφικών ζητημάτων από τον Πλάτωνα.    Η ενασχόληση του με τις ελευθέριες τέχνες έστρεψε εναντίον του τον συντηρητικό κλήρο, ο οποίος του προσήψε κατηγορίες για μαγεία και διαστρέβλωση των δογμάτων. Συγγενής, μαθητής και   θαυμαστής του Φωτίου υπήρξε ο πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός, ο οποίος   ο  διετέλεσε επίσης συμμαθητής και εξ απορρήτων σύμβουλος του αυτοκράτορα  Λέοντος Στ’ του Σοφού. Ο  Νικόλαος ο Μυστικός ήταν   εκείνος που ενδιαφέρθηκε για τον Άγιο Πέτρο και τελικά τον εξώθησε να αναλάβει καθήκοντα επισκόπου στο Άργος το 912, όταν ο Νικόλαος Μυστικός επανήλθε στον πατριαρχικό θρόνο, ύστερα από την καθαίρεσή του για τη στάση που τήρησε στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος.  Ο Νικό­λαος ο Μυστικός, πέρα από το ποιμαντικό του έργο, συνέθεσε μια σειρά ομιλιών, οι οποίες διακρίνονται για το υψηλό τους πνευματικό και λογοτεχνικό επίπεδο, κατατάσσοντας τον ανάμεσα στους σημαντικότερους ρήτορες της εποχής του.

 

«Τα Αμφιλόχια», εσώφυλλο, 1858.

«Τα Αμφιλόχια», εσώφυλλο, 1858.

Συνομήλικος του Αγίου Πέτρου και του Νικολάου του Μυστικού ήταν ο επίσκοπος Καισαρείας Αρέθας, ο οποίος παρότι γεννήθηκε στην Πάτρα, ανδρώθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Συνέγραψε σχόλια στις «Κατηγορίες» του Αριστοτέλη και την «Εισαγωγή» του Πορφυρίου, ενώ αντίθετα από τον Φώτιο, προέκρινε τον Πλάτωνα. Η ρήξη του με την παράδοση του Φωτίου σηματοδοτεί την αναβίωση της πολεμικής για το φιλοσοφικό πρωτείο ανάμεσα στον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, η οποία επρόκειτο να ταλανίσει για αιώνες τους πνευματικούς κύκλους του Βυζαντίου και να κληροδοτηθεί στην αναγεννησιακή Δύση. Ο Αρέθας, παρότι αρχικά συνεργαζόταν με τον Νικόλαο Μυστικό, ήλθε σε ρήξη μαζί του, καθώς ο Αρέθας μετεστράφη στο θέμα της τετραγαμίας του Λέοντος και στήριξε τον αυτοκράτορα στη διαμάχη του με τον Νικόλαο Μυστικό.

Ο Αρέθας θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους παραγγελιοδότες χειρογράφων στα τέλη του 9 ου και στο μισό του 10 ου αιώνα. Χάρη στη δραστηριότητά του αυτή, στην οποία επιδιδόταν ήδη πριν ενταχθεί στον κλήρο, μας έχουν παραδοθεί πολυάριθμα έργα σημαντικότατων αρχαίων συγγραφέων, μεταξύ άλλων του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Αίλιου Αριστείδη, του Αθήναιου, του Δίωνος Χρυσοστόμου, του Ευκλείδη κ.α.

Συγγενής της Ζωής Καρβονωψίνας, της συζύγου του αυτοκράτορος Λέοντος του ΣΤ’, υπήρξε ο Λέων Χοιροσφάκτης, μια άλλη σημαντική προσωπικότητα της εποχής. Ο Λέων Χοιροσφάκτης, στο έργο του Χιλιόστιχος Θεολογία, δείχνει να διαθέτει ενδελεχή γνώση της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας και των έργων του Ψευδο – Διονυσίου του Αρεοπαγίτη. Τα συγγράμματα του Λέοντα Χοιροσφάκτη είχαν σαγηνεύσει τον Αρέθα, ο οποίος τα αποκαλούσε έργα ενός γνήσιου Έλληνος, με την ιδιαίτερη σημασία που ελάμβανε ο όρος στην εποχή. Ο Λέων Χοιροσφάκτης, όπως και ο Αρέθας, είχαν επιδοθεί και διακριθεί στη ρητορική.

Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος

Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος

Τη σκυτάλη της πνευματικής ηγεσίας μετά τον Αρέθα παρέλαβε ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, ο οποίος ηγήθηκε της βυζαντινής αυτοκρατορίας όσο καιρό ο Άγιος Πέτρος ήταν επίσκοπος Άργους. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος, μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, διαπίστωσε ότι οι ελευθέριες τέχνες και οι επιστήμες είχαν σημειώσει κάμψη. Για την αναστροφή της κατάστασης μερίμνησε προσωπικά διορίζοντας καθηγητές στην ανακτορική σχολή.

Ο Άγιος Πέτρος εντάσσεται μέσα σε αυτό το πνευματικό κλίμα, του οποίου υπήρξε αντιπροσωπευτικό και εξέχον δείγμα. Του αποδίδονται επτά ομιλίες, αλλά η νεότερη έρευνα εγείρει αμφιβολίες για τον Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον επίσκοπον Μεθώνης και το Εγκώμιο εις την Αγίαν μεγαλομάρτυρα του Χριστού Βαρβάραν. Ο Κυριακόπουλος τοποθετεί τη συγγραφή όλων των ομιλιών στην περίοδο που ο Άγιος Πέτρος διέμενε στο Άργος, αλλά μόνο τρεις εξ αυτών, συγκεκριμένα ο «Λόγος εις τους Αγίους Αναργύρους», ο «Λόγος εις τα Εισόδια της Υπεραγίας Θεοτόκου» και εκείνος «Εις την σύλληψιν της Αγίας Άννης», περιέχουν σαφείς χρονολογικές αναφορές.

Το «Εγκώμιον εις την αγίαν Άννα» και ο «Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Θεοτόκου» δεν χρονολογούνται με ακρίβεια. Ο Σιδεράς χρονολογεί δε τον αμφισβητουμένης πατρότητας  «Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον, επίσκοπον Μεθώνης», το 890. Ο μαθητής του Αγίου Πέτρου, Θεόδωρος Μητροπολίτης Νικαίας, αναφέρει ότι ο πατριάρχης Νικόλαος ο Μυστικός τον επέλεξε ως επίσκοπο, όταν, μετά την επάνοδό του στον πατριαρχικό θρόνο, επιθυμούσε να επανδρώσει τις μητροπόλεις με ανθρώπους της εμπιστοσύνης του. Ο Άγιος Πέτρος ήταν, σύμφωνα με το βιογραφικό του, ήδη γνωστός για τη μόρφωση και την αρετή του, γεγονός που μας οδηγεί να συνάγουμε ότι πιθανότητα είχε αξιόλογο συγγραφικό έργο και πριν το 912, μέρος του οποίου πιθανότατα δεν σώζεται ή δεν έχει ακόμα ανευρεθεί.

Η επιλογή του από τον πατριάρχη ως επισκόπου και η επιμονή του Νικολάου του Μυστικού να τον πείσει να αποδεχθεί τη θέση αποδεικνύει ότι ήταν ήδη γνωστός στην Κωνσταντινούπολη ως συγγραφέας και ρήτορας. Η ομιλητική παράδοση, στην Κωνσταντινούπολη γύρω στο 900 γνώρισε ακμή, όπως έχει αποδείξει η Αντωνοπούλου. Αντιπροσωπευτικά δείγματα της παράδοσης αυτής υπήρξαν ο αυτοκράτωρ Λέων Στ’ ο Σοφός, οι πατριάρχες Ευθύμιος και Νικόλαος Μυστικός, ο επίσκοπος Αρέθας, ο Νικήτας Δαβίδ ο Παφλαγόνιος, ο Λέων Χοιροσφάκτης και δύο ανώνυμοι ρήτορες. Ο Άγιος Πέτρος πρέπει να ανήκε στη χορεία αυτών των εξόχων πνευματικών ανδρών. Ο κύκλος τους περιελάμβανε ιερωμένους και λαϊκούς. Όλοι οι προαναφερθέντες ρήτορες συνδέονταν με τον αυτοκράτορα Λέοντα Στ’ τον Σοφό: ο Νικόλαος ο Μυστικός ήταν συμμαθητής του και προσωπικός του γραμματέας, ο πατριάρχης Ευθύμιος πνευματικός του πατέρας, ο Αρέθας αυλικός ρήτορας, ο Νικήτας μαθητής  του Αρέθα, ο Χοιροσφάκτης υψηλόβαθμος διπλωμάτης, ο Άγιος Πέτρος επιλογή του Νικολάου του Μυστικού.

Όλα τα στοιχεία συγκλίνουν στο ότι ο Άγιος Πέτρος είχε σχέση με τον στενό κύκλο του αυτοκράτορα Λεόντα Στ’ και εξέχουσα θέση στους πνευματικούς κύκλους της Κωνσταντινουπόλεως. Δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ο ισχυρισμός του μακαριστού Χρυσοστόμου Δεληγιαννόπουλου ότι ο Άγιος Πέτρος υπήρξε συμμαθητής του Νικολάου του Μυστικού. Αλλά και συμμαθητές να μην υπήρξαν, σίγουρα ανήκαν σε ένα στενό κύκλο λογίων, υψηλού πνευματικού και κοινωνικού διαμετρήματος, ο οποίος είχε πρόσβαση στο παλάτι.

Ο Άγιος Πέτρος είχε πιθανότατα λάβει προσεγμένη παιδεία, θύραθεν και λαϊκή, και είχε διακριθεί στα γράμματα πριν έλθει στην Πελοπόννησο, ώστε να τον εμπιστευτούν και να θεωρείται ομότεχνος και ισάξιος όλων των προαναφερθέντων. Η δε επιλογή των γονέων του να ονομάσουν το μικρότερο αδελφό του Αγίου Πέτρου, Πλάτωνα να είναι ενδεικτική της μόρφωσης, της κοινωνικής θέσης και των πνευματικών ενδιαφερόντων τους, τα οποία ήταν προφανώς απόλυτα ευθυγραμμισμένα προς τις προτιμήσεις των πλέον προβεβλημένων εκπροσώπων της μακεδονικής αναγέννησης. Προς επίρρωση των προαναφερθέντων, στις σωζόμενες ομιλίες του Αγίου Πέτρου είναι η άριστη γνώση και χρήση της ελληνικής, η λογιότητα και η μεγαλοπρέπεια του ύφους, αλλά και η άρτια θεολογική του κατάρτιση.

Στον αμφισβητούμενο δε «Επιτάφιο εις τον μακάριον Αθανάσιον, επίσκοπον Μεθώνης», απαντώνται μνείες που επιτρέπουν να εικασθεί η εξοικείωση του συγγραφέα με την κλασσική γραμματεία και την αρχαία φιλοσοφία, τις οποίες δεν αναπαράγει δουλικά. Συγκεκριμένα, παρουσιάζεται η πλατωνική τριμερής διάκριση της ψυχής σε λογιστικόν, επιθυμητικόν και θυμοειδές, χωρίς όμως να αναφέρεται ρητώς η πατρότητα της θεωρίας. Επίσης ο συγγραφέας συγκρίνει τη στάση του Σωκράτη ενώπιον του θανάτου με αυτή του Αγίου Αθανασίου, επισκόπου Μεθώνης, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο «ημέτερος» αγιος σαφώς υπερτερεί αυτού για τον οποίο ΄επαίρονται΄΄ οι Έλληνες.

Συμπερασματικά, ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους δεν κατήγαγε άθλα μόνο στον εκκλησιαστικό στίβο, δεν προσέφερε μόνο σπουδαίες υπηρεσίες στο ποίμνιό του, αλλά υπήρξε και σημαίνον πνευματικό μέγεθος της εποχής του. Προς αυτή την κατεύθυνση χρειάζεται ίσως να στραφεί περισσότερο η σύγχρονη μελέτη.

   

Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα «Αργειακό Βήμα», την Τετάρτη 20 Μαΐου 2009.

 

 

Read Full Post »

Σύντομο χρονικό περί της επανόδου των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Πέτρου

 

 Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος

 

Ιερά ΛείψαναΟ Άγιος Πέτρος επίσκοπος Άργους, καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Οι ευσεβείς γονείς του και τα πέντε παιδιά τους ασπάζονται τον μοναχικό βίο. Μετά από επίμονες παρακλήσεις των Αργείων χειροτονείται επίσκοπος Άργους και αναδεικνύεται προστάτης των πτωχών και αδυνάτων. Εκοιμήθη εν ειρήνη το 925 μ.Χ. περίπου και επιτελεί πολλά θαύματα. Τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Πέτρου είχαν αφαιρεθεί από το Άργος την 21η Ιανουαρίου 1421 από τον Λατίνο επίσκοπο Secuntus Nani, σύμφωνα με τον ανώνυμο συγγραφέα του «Συντόμου Χρονικού» του συνημμένου εις την ιστορίαν του Δούκα (Βλ. Πατρολογία Migne, τόμ. 157, σελ. 1167). Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος, από το 1985, όταν ανέλαβε τα επισκοπικά του καθήκοντα, έθεσε ως πρωταρχικό του μέλημα την εκπλήρωση του πόθου και των προσπαθειών όλων των προκατόχων του, να επανέλθουν δηλαδή εις την πόλη του Άργους τα σεπτά Λείψανα του Αγίου Πέτρου.

Πομπή Ο Θεός ευλόγησε τις συνεχείς προσπάθειες του Σεβασμιωτάτου και με την συνδρομή ειδικών επιστημόνων τα Ιερά Λείψανα περί τον μήνα Αύγουστο του 2008 εντοπίστηκαν εις την Ρωμαιοκαθολική Μονή της Αγίας Μαρίας της Μαγδαληνής, εις την Ρώμη. Με την αρωγή του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, δωρίζονται από την Ρωμαιοκαθολική Μονή στον Μητροπολίτη Αργολίδος και έτσι εξασφαλίζεται η επιστροφή των Ιερών Λειψάνων από την Ρώμη εις το Άργος. Πράγματι, το Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2008 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αργολίδος με μια μικρή συνοδεία υποδέχεται τα Ιερά Λείψανα στα όρια του νομού Αργολίδος και περί ώραν 4ην απογευματινήν, το Άργος μέσα σε κλίμα βαθυτάτης συγκινήσεως και εκκλησιαστικής κατανύξεως υποδέχεται μετά από έξι περίπου αιώνες την σεπτή σορό του επισκόπου Άργους Αγίου Πέτρου εις την είσοδο της πόλεως έξω από το Ναό του Αγίου Νικολάου. Μετά από μια σύντομη δέηση οι Μητροπολίτες Σπάρτης, Μαντινείας, Άρτης, Αυλώνος, Μεσογαίας, Κορίνθου και Αργολίδος μαζί με τον Ιερό Κλήρο, τους εκπροσώπους των Αρχών και τον πιστό λαό της Αργολίδος λιτανεύουν εν μέσω ιερού ενθουσιασμού τα Τίμια Λείψανα εις την οδό Κορίνθου και φτάνουν εις την πλατεία του Αγίου Πέτρου όπου έχει ετοιμασθεί μεγάλη εξέδρα, εις την οποία ανέρχεται η Λειψανοθήκη και οι επίσημοι και εκφωνούνται πανηγυρικοί λόγοι από τον Δήμαρχο Άργους, από τον Προϊστάμενο του Ναού του Αγίου Πέτρου, από την εκ Ρώμης Ρωμαιοκαθολική αντιπροσωπεία και βέβαια από τον Μητροπολίτη Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβο.

Ιερός Ναός Μετά το τέλος των ομιλιών η πομπή εισέρχεται εις τον Ιερό Ναό του Αγίου Πέτρου και η Λειψανοθήκη εναποτίθεται αρχικά για συμβολικούς λόγους εις τον επισκοπικό Θρόνο. Μετά από μια σύντομη δέηση η Θήκη των Ιερών Λειψάνων τοποθετείται στο κέντρο του Ναού και ενώ αναρίθμητα πλήθη κόσμου διαρκώς θα περνούν για να προσκυνήσουν, αρχίζει ο πολυαρχιερατικός Εσπερινός. Στις 10 το βράδυ της ίδιας ημέρας, τελείται η Ακολουθία του Όρθρου και Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Μητροπολίτη Αυλώνος και ψάλλουν Μοναχές από τις Ιερές Μονές της Μητροπόλεως Αργολίδος. Στις 7 το πρωί της Κυριακής 20ης Ιανουαρίου 2008, αρχίζει η ακολουθία του Όρθρου και στη συνέχεια Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Μητροπολίτη Αργολίδος συλλειτουργούντων των Μητροπολιτών Άρτης και Κορίνθου. Το βράδυ της Κυριακής αποσφραγίζεται η Λειψανοθήκη, γίνεται καταμέτρηση των Ιερών Λειψάνων τα οποία είναι δεκαοκτώ και συντάσσεται Πρακτικό, το οποίο υπογράφεται από όλους τους, εντοπίους και εκ Ρώμης, επισήμους οι οποίοι παρευρέθηκαν εις την καταμέτρηση.  

 Ενώ καθ’ όλη την εβδομάδα κόσμος συρρέει καθημερινά από διάφορα μέρη, προκειμένου να προσκυνήσει τα Σεπτά Λείψανα το πρωί της Κυριακής 27ης  Ιανουαρίου 2008, στον Καθεδρικό Ναό του Άργους τελείται Αρχιερατική Θεία Λειτουργία από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβο, ο οποίος προ της λήξεως της Θείας Λειτουργίας, σε ειδική τελετή, υπογράφει δημοσίως και κάτω από τις επευφημίες του εκκλησιάσματος Δωρητήριο έγγραφο, με το οποίο δωρίζει τα Λείψανα εις την Ενορία του Αγίου Πέτρου, υπό τον όρο να μην ανοιχθεί ποτέ η Λειψανοθήκη και τα Λείψανα να παραμένουν εσαεί εις την πόλη του Άργους.

Έτσι το Άργος με την χάρη των Ιερών Λειψάνων του Αγίου Πέτρου του Θαυματουργού, πορεύεται ισχυρότερο πνευματικά εις τον 21ο αιώνα. Ο Θεός την ευλόγησε αυτήν την πόλη, ο Πολιούχος Άγιος Πέτρος την τίμησε με την παρουσία των Λειψάνων του, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβος την ευεργέτησε και οι Αργείοι συναισθανόμενοι τα πνευματικά τους προνόμια, θα αγωνισθούν να σταθούν αντάξια τέκνα τέτοιων πνευματικών Πατέρων.    

 

Δημοσιεύθηκε εις το υπ’ αριθμόν 1690 φύλλο, της Τετάρτης 30 Ιανουαρίου 2008, της εφημερίδας «ΦΕΙΔΩΝ».

Read Full Post »

Μάρκου Γεώργιος, ο Αργείος Αγιογράφος  (Ζωγράφος).

 

 

 

Ο Γεώργιος Μάρκου γεννήθηκε γύρω στα 1690. Βέβαια, σχετικά με την γέννηση του δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο. (Ο  Κώστας Δανούσης παίρνοντας υπόψη του ότι το πρώτο γνωστό του έργο, το καθολικό της Μονής Πετράκη, χρονολογείται το 1719, υπολογίζει ότι θα πρέπει να γεννήθηκε γύρω στα 1690). Έζησε στην Αττική – όπου πιθανόν ολοκλήρωσε την μόρφωσή του –  αλλά επισκέφθηκε το Άγιο Όρος και την Βενετία. Τα έργα του είναι επηρεασμένα – όχι πάντα – από την τεχνοτροπία των Κρητικών αγιογράφων του 16ου και 17ου αιώνα.

 

Μονή Πετράκη. Καθολικό. Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος

Μονή Πετράκη. Καθολικό. Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος

Γνωστά έργα του είναι:

 

Οι τοιχογραφίες τμήματος του καθολικού της Μονής Πετράκη το 1719.

Οι τοιχογραφίες του Ναίσκου του Αγίου Γεωργίου του χωστού στον Καρηττό Αττικής 1727. 

Οι τοιχογραφίες του Ναού της  Κοίμησης της Θεοτόκου στο Κορωπί Αττικής το 1732.

Οι τοιχογραφίες του καθολικού της Μονής Φανερωμένης  στη Σαλαμίνα το 1735. Το έργο αυτό αποτελεί το μεγαλύτερο και ίσως το τελευταίο έργο του καλλιτέχνη.

 

Οι φορητές εικόνες στο τέμπλο της Φανερωμένης :

  

Η Μεταμόρφωση του Κυρίου. (1740) 

Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος. (1740) και 

Η Κοίμηση της Θεοτόκου. (1746) το οποίο και είναι το τελευταίο έργο του.

  

Ο Γεώργιος Μάρκου θα πρέπει να πέθανε γύρω στο 1751. Η παράδοση πιστεύει ότι πέθανε μετά την ολοκλήρωση της αγιογράφησης της Φανερωμένης από την χαρά του για το μεγαλειώδες έργο που κατάφερε να δημιουργήσει.

 

Η μεγάλη σε έκταση αγιογράφηση, οι πολλές σκηνές και τα ιδιαιτέρως πολλά πρόσωπα, προκάλεσαν τον θαυμασμό όχι μόνο των επισκεπτών αλλά και πολλών ειδικών που ασχολήθηκαν επισταμένως με το έργο του Μάρκου. Περίπου στις 3.597 ανέρχεται ο αριθμός των προσωπογραφιών του συγκεκριμένου έργου.

 

« Το τελευταίο και σπουδαιότερο από τα έργα του Γεωργίου Μάρκου είναι χωρίς αμφιβολία, και παρά τις όποιες αδυναμίες του, η αγιογράφηση του Καθολικού της Φανερωμένης στη Σαλαμίνα. Η τεράστια σε έκταση, αλλά και σε αριθμό σκηνών και προσώπων διακόσμηση, θαυμάστηκε και εξυμνήθηκε ιδιαίτερα….Με το έργο του αυτό ο Μάρκου γίνεται “ έργω Ευαγγελιστής” αφού, σύμφωνα με τον μεγάλο υμνωδό και πρόμαχο της ορθοδοξίας Ιωάννη το Δαμασκηνό, “ άπερ Ευαγγέλιον  αφηγείται ούτος έργω δεικνύει”»

 

 

Ακολουθία Αγίου Πέτρου Άργους

 

 

Αρχικά, όποια γνώση διαθέταμε για το σεπτό πρόσωπο του Αγίου Πέτρου, πήγαζε από τις δύο ακολουθίες που είχαμε στην διάθεσή μας.

 

Την πρώτη ακολουθία που είναι πολύ παλαιά και ο θεόπνευστος συνθέτης της παραμένει άγνωστος. Αυτή την ακολουθία βρήκε χειρόγραφη σκισμένη και τριμμένη ο αγιογράφος Γεώργιος Μάρκος ο επονομαζόμενος Ζωγράφος. Αφού την επιδιόρθωσε, την τύπωσε στη Βενετία το 1727* και την αφιέρωσε στην πατρίδα του, το Άργος « την του Πελοποννησιακού σκήπτρου Βασιλίδα» όπως γράφει.

 

Η αφιέρωση αυτολεξεί:               

 

Περίβλεπτε και Εκλαμπροτάτη μοι Πατρίς,

τον οφειλόμενον ασπασμόν προσκομίζω.

 

 Ύστερον αφ΄ ού οι ποταμοί εντρυφήσωσιν εις τους κάμπους, και λειμώνας, Θαλάσσας περιπολεύοντες, περικυκλούντες Πόλεις, τέλος αναπαύονται εις τον Ωκεανόν, εξ΄ού και εξέβησαν, προς σε τοίνυν ως προς όρμον τινά επανακάμπτει η παρούσα βίβλος, περιέχουσα την ακολουθίαν του εν Αγίοις Πατρός Πέτρου, του Θαυματουργού, και ημετέρου Ιεράρχου, την οποίαν ούσαν πρότερον χειρόγραφον, και άχρι του νύν σεσαθρωμένην τυγχάνουσαν, δι΄οικείων αναλωμάτων ταύτην τύποις εξέδωκα, εις δόξαν Θεού, και εις τιμήν και μνήμην του εν Αγίοις Πατρός ημών, και Ιεράρχου, ωσάν όμως οπού αρχαίον έθος νενόμισται, ότι αι νεωστί τυπούμεναι βίβλοι να αφιερώνωνται εις κάποια υπέροχα, και αξιωματικά πρόσωπα, ως δώρον ηθέλησα και εγώ να προσφωνήσω εις τι εξαίρετον υποκείμενον την παρούσαν, ποίος δε άλλος αξιώτερος, και εξαιρετώτερος εν εμοί, παρά σε την ημετέραν Πατρίδα, την του Πελοποννησιακού σκήπτρου Βασιλίδα, τούτο μεν αποδιδούς τα οικεία, προς τους οικείους, ως τέκνον σόν, αφιερώνω εις αίδιον μνήμην την του Πατρός ημών ακολουθίαν, αύθις προς τα οικεία, προς σε την ημετέραν Πατρίδα, μη έχωντας αξιώτερον δώρον, προσφωνώ την παρούσαν, δείχνωντας με τούτο, πόση είναι η αγάπη οπού προς σε προσφέρνω, φιλοφρόνως και ευλαβώς, την οποίαν και δέομαι να δεχτθήτε ασπασίως, εορτάζοντες ετησίως την του Πατρός ημών μνήμην, δια να είναι επισκεπτής, και ελευθερωτής σού της ποίμνης αυτού. Κύριος ο Θεός δια πρεσβειών του Αγίου ενδόξου Πατρός ημών Πέτρου ρύσαιτό σε της δεινής δουλείας, διατηρών σε ανεπηρέαστον εις έτη πολλά.

 

Της σής περιβλέπτου Εκλαμπρότητος προσφιλές τέκνον

Γεώργιος Μάρκος ο Ζωγράφος.

 

 

Η ακολουθία αυτή ανατυπώθηκε στο Ναύπλιο το 1836**  και στην Αθήνα το 1861.

 

Την  δεύτερη ακολουθία ( Νέα) συνέθεσε  ο Αρχιεπίσκοπος Αργολίδας Δανιήλ ο οποίος την διαρρύθμισε και συμπλήρωσε μικρό Εσπερινό. Πολυγραφημένη δε, εξέδωσε μελοποιημένη ο Άρχων Λαμπαδάριος του Ιερού ναού της Μητροπόλεως Αθηνών Ευάγγελος Τζελάς. Αυτή χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα και έχει εγκριθεί από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδας. (31 Μαρτίου 1870).

 

 

Υποσημειώσεις

 

 

* «Ακολουθία του εν Αγίοις πατρός ημών Πέτρου Αρχιεπισκόπου Άργους και Ναυπλίου του Θαυματουργού. Ετυπώθη αναλλώμασι μεν του χρησιμωτάτου κυρίου κυρίου Γεωργίου Μάρκου του Ζωγράφου, συνδρομή δε του χρησιμωτάτου και εκλαμπροτάτου κόμητος κυρίου κυρίου Νικολάου Ταρωνίτη του εξ Αθηνών. Ενετίησιν αψκθ΄. Παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων». Κωνστ. Κυριακόπουλος. Αγίου Πέτρου επισκόπου Άργους. Βίος και Λόγοι.

 

** « Εν Ναυπλίω εκ της τυπογραφίας Κωνσταν. Τόμπρα Κυδωνιέως και Κωνσταντίνου Ιωαννίδου Σμυρναίου 1836. Η έκδοση όμως αυτή, όπου ο άγιος Πέτρος συνάπτεται με το Ναύπλιον και όχι με το Άργος, υπήρξε αιτία διαμάχης μεταξύ των δύο πόλεων. Επί πλέον αναφέρει λανθασμένα, όπως και η επόμενη, ως χρονολογία της πρώτης έκδοσης το 1727 αντί 1729 ».  Κώστας Δανούσης. Ο Αργείος αγιογράφος Γεώργιος Μάρκου στο πλαίσιο της Μεταβυζαντινής παράδοσης. Αργειακή Γη.

 

 

Πηγή

 

 

  • Κώστας Δανούσης, « Ο Αργείος αγιογράφος Γεώργιος Μάρκου», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Αργειακή Γη, Ειδική έκδοση Δεκέμβρης 2004.

     

  • Πατήρ Γεώργιος Σελλής, «Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους Σημειοφόρος και Θαυματουργός», Έκδοσις Καθεδρικού Ιερού Ναού Αγίου Πέτρου, Άργος 2008.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »