Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άργος – Ιστορικά’

Η συμβολή των Λακεδαιμονίων στην προάσπιση της ακρόπολης του Άργους (Ιούλιος 1822)


 

Την 10η Ιουλίου του 1822 στον Αχλαδόκαμπο, στο Χάνι του Αγά πασά[1], έγινε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο έλαβαν μέρος οι: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Πέτρος Μαυρομιχάλης, Δημήτριος Υψηλάντης, Αρχιμανδρίτης Φλέσσας, Πάνος Κολοκοτρώνης, Διονύσιος Ευμορφόπουλος, τα παιδιά του Πέτρου Μαυρομιχάλη, Γιωργάκης και Ιωάννης, καθώς και οι Λακεδαιμόνιοι Παναγιώτης Κρεββατάς, Αντώνιος Κουμουστιώτης, Πέτρος Αναγνωστόπουλος (Μπαρμπιτσιώτης), Ανδρέας και Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος[2]. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Ο Δράμαλης είχε ήδη φθάσει στην Κόρινθο (6 Ιουλίου) και είχε καταλάβει μάλιστα τον Ακροκόρινθο (8 Ιουλίου).

Μία μέρα πριν ο πλούσιος προεστώς του Μυστρά Παναγιώτης Κρεββατάς και ο Θ. Κολοκοτρώνης έδωσαν τα χέρια να μείνουν πιστοί φίλοι εκπληρούντες στο ακέραιο το χρέος τους προς την κινδυνεύουσα πατρίδα. Ο Κρεββατάς ανακοίνωσε ότι θέτει στη διάθεση του αρχηγού «ένα μιλιούνι γρόσια» για τις ανάγκες του πολέμου. Ο Θ. Κολοκοτρώνης δεν αποδέχτηκε την προσφορά και ζήτησε στρατιώτες και πολεμοφόδια, πράγμα που έγινε αμέσως αποδεκτό. Ο Κρεββατάς μετά τη σύσκεψη αναχώρησε για στρατολόγηση νέων μαχητών[3].

Το κύριο θέμα της σύσκεψης ήταν η απόκρουση της εισβολής του Δράμαλη. Οι Έλληνες έπρεπε πάση θυσία να κερδίσουν χρόνο. Ο Πλαπούτας γράφει σχετικά: «Να στείλουμε στρατιώτες να πιάσουνε το Άργος το κάστρο, όσο να μαζευτούν στρατεύματα»[4]. Ο Θ. Κολοκοτρώνης στη διάρκεια της σύσκεψης εξέθεσε με σαφήνεια και στέρεο ένστικτο το σχέδιό του, το οποίο έτυχε γενικής αποδοχής.

Τα κύρια σημεία του ήταν: 1) η «σταθερή κατάληψη επίκαιρων σημείων ώστε να απομονωθεί ο Δράμαλης μέσα στην Αργολίδα, 2) η κατάληψη του παλαιού κάστρου του Άργους, ώστε να απασχοληθούν αρκετές δυνάμεις του Δράμαλη, ώσπου να το καταλάβουν, και έτσι να χαθεί πολύτιμος χρόνος για τους εχθρούς και 3) η καταπόνηση και αφανισμός των Τούρκων στην αργολική ενδοχώρα από έλλειψη τροφών»[5].

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

Ο Σπ. Τρικούπης γράφει ότι τις ημέρες εκείνες της ταραχής και του φόβου που είχε εμπνεύσει στους Έλληνες η στρατιά του Δράμαλη ο Μανιάτης Θανάσης Καρύγιαννης αυθορμήτως ενεργών ανήλθε στο φρούριο επικεφαλής δέκα γενναίων εθελοντών και ύψωσε τη σημαία της ελευθερίας[6].

Ο Καρύγιαννης ή Καράγιαννης όμως δεν ήταν Μανιάτης. Νεότερες καταγραφές που στηρίζονται τόσο στην προφορική παράδοση όσο και στα μητρώα των χωριών πείθουν ότι ο ριψοκίνδυνος Καρύγιαννης καταγόταν από την Αράχοβα Λακεδαίμονος[7].

Καταπτοημένοι οι κάτοικοι του Άργους εγκαταλείπουν τα σπίτια τους κατευθυνόμενοι προς ασφαλέστερα μέρη, ενώ πενήντα Τούρκοι ιππείς προπορευόμενοι εισέρχονται στην πόλη. Από την ακρόπολη μόλις είδε «πλήρης τόλμης και ζήλου» ο Καρύγιαννης την εξέλιξη που έπαιρναν τα πράγματα, κατέβηκε στην πόλη και επέπληξε τους πολίτες. Φιλοτιμήθηκαν τότε, πολλοί, ανέκτησαν το θάρρος τους και κατεδίωξαν τους εισβολείς. Στη συνέχεια ο Καρύγιαννης ανήλθε στην ακρόπολη, όπου ήδη κυμάτιζε η σημαία[8].

Ο Κολοκοτρώνης θέτει σε άμεση ενέργεια το σχέδιό του:

 

«Έκραξα τότε τον Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη και το Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο και τον Αντώνη Κουμουστιώτη και τους λέγω: Να πάτε να μου πιάσετε το κάστρο του Άργους με 100 ανθρώπους διαλεκτούς, και πιάνοντας το κάστρο να κάμετε φανό, ότι έπιασαν το κάστρο. Με απεκρίθηκαν: Πάμε, μα χανόμεθα. Τους είπα: Πηγαίνετε κι εγώ σας παίρνω εις τον λαιμό μου. Και έτσι επήγαν και έκαμαν τον φανό»[9].

 

Η πρόταση του Κολοκοτρώνη για άνοδο στην ακρόπολη του Άργους δεν έγινε αμέσως αποδεκτή. Όλοι αναλογίζονταν το επικίνδυνο του εγχειρήματος. Πρώτος προσφέρθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης υπό τον όρο να τον ακολουθήσει ο Πάνος Κολοκοτρώνης[10]. Τον ίδιο σκεπτικισμό εξέφρασε και ο Αντώνιος Κουμουστιώτης, ο οποίος ως προϋπόθεση έθεσε τη σύμπραξη του Πέτρου Μπαρμπιτσιώτη. Ακόμη ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη: «το παιδί το δικό σου και του Μπέη, (Μαυρομιχάλη) και τον αγιουτάντε του Πρίγκιπα (υπασπιστή του Δ. Υψηλάντη)»[11].

Τούτους θέλησε την ώρα εκείνη να ακολουθήσει και ο Δ. Υψηλάντης, ο γενναίος αυτός και ανιδιοτελής αγωνιστής. Ο Κολοκοτρώνης, αναμετρώντας τις ευθύνες που επωμιζόταν, εξέφρασε την αντίρρησή του: «δεν είναι δική σου δουλειά αυτή, πρίγκιπα. Να υπάγεις εκεί όπου σου λέγω»[12].

Η απόφαση ελήφθη και τα στρατιωτικά τμήματα με τους αρχηγούς τους Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη[13], Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο[14] και τον Αντώνιο Κουμουστιώτη[15] ανήλθον στο φρούριο και πήραν θέσεις μάχης. Όλοι αυτοί που υπάκουσαν στα λόγια του Αρχηγού και έσπευσαν να ανταποκριθούν στο μεγάλο χρέος ήταν Λακεδαιμόνιοι. Οι περισσότεροι από την πλευρά του Πάρνωνα Μπαρμπιτσιώτες, Αραχoβίτες, Βαμβακίτες, Μεγαλοβρυσιώτες, Βρεστιανίτες, Βασαραίοι, Τσιντζινιώτες, Βουτιανίτες, Βρουλιώτες και από την πλευρά του Ταϋγέτου Κουμουστιώτες, Παλιοπαναγίτες, Διποταμίτες, Ντοριζιώτες, Αρκασιώτες κ.α.

Ήταν περίπου 200 άνδρες[16]. Στο κάστρο τους υποδέχτηκε με έκρηξη ενθουσιασμού ο Καρύγιαννης με τους λίγους υπερασπιστές. Τότε κρίθηκε σκόπιμο να οχυρωθεί και το κάτωθεν του φρουρίου μοναστήρι της Κεκρυμμένης Παναγίας[17].

Λίγο αργότερα ανήλθαν στο φρούριο ο Δ. Υψηλάντης, ο Γιωργάκης και ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Ηλίας Τσαλαφατίνος. Στις 12 Ιουλίου οι υπερασπιστές του φρουρίου ανέρχονταν σε 700 περίπου[18]. Την ίδια ημέρα εισέρχεται και ο Δράμαλης στο Άργος και απορεί για την κατάληψη του φρουρίου. Κατανοεί φυσικά τον αντιπερισπασμό που επιχειρούν οι Έλληνες και δίνει εντολή για άμεση πολιορκία και ταχεία εκπόρθησή του.

Οι Τούρκοι είχαν πληροφορίες ότι στο φρούριο φυλάσσονταν θησαυροί. Σχετικά ο Κολοκοτρώνης γράφει: «Όταν κατέβηκαν οι Τούρκοι, επήγαν και πολιόρκησαν το Παλιόκαστρο του Άργους και οι Τούρκοι ήσαν δυο πασάδες. Οι πασάδες έλεγαν των στρατιωτών: Εδώ είναι το βιός του κόσμου, το Ανάπλι το έχουμε, τ’ άλλα τα παίρνομε όλα»[19]. Πράγματι μέσα στο κάστρο ευρίσκονταν «πολλά μπακάλικα πράγματα, ρύζι, ζάχαρη, τυρί και ό,τι άλλα πωλούν οι μπακάληδες», τα οποία ως λάφυρα κάποιοι είχαν μεταφέρει εκεί για περισσότερη ασφάλεια[20].

Οι πολιορκούμενοι άφηναν να εννοηθεί ότι στο φρούριο υπήρχαν τρόφιμα για πολύ καιρό[21]. Η φήμη για ζωοτροφές και πολύτιμα αντικείμενα φαίνεται ότι εντασσόταν και στο σχέδιο του Κολοκοτρώνη για απασχόληση των Τούρκων. Ερεθίζοντας το θυμικό των πασάδων για αμύθητα κέρδη ο Κολοκοτρώνης στόχευε να κερδίσει το χρόνο που του ήταν απαραίτητος για τη συγκέντρωση των απαραίτητων δυνάμεων[22].

Παράλληλα, ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να καούν τα σπαρτά του αργολικού κάμπου[23]. Ο Δ. Τσόκρης, ο Ν. Σταματελόπουλος και οι άλλοι Αργείοι οπλαρχηγοί, μία μέρα πριν εισέλθουν οι Τούρκοι στο Άργος, καίνε τις θημωνιές και όσα σπαρτά ήσαν ασυγκόμιστα. Ακόμη έκαψαν σπίτια και αποθήκες όπου υπήρχαν η μπορούσαν να εναποτεθούν καρποί και τροφές. Τότε κάηκε και το αρχοντικό του τελευταίου Βοεβόντα του Άργους Αλήμπεη. «Η χώρα μεταβλήθη εις απέραντον και απαισίαν ανθρακιάν»[24].

Στο σπίτι του Αλήμπεη είχαν εναποταμιευθεί πολλές τροφές, ικανές να θρέψουν τουλάχιστον για ένα μήνα τα στρατεύματα του Δράμαλη[25]. Κατά το θερμότατο εκείνο καλοκαίρι τα πηγάδια είχαν στερέψει. Και το λίγο νερό που είχε απομείνει σε κάποια είχε δηλητηριαστεί από την οξείδωση των χάλκινων σκευών, τα οποία οι Αργείοι είχαν ρίψει σ’ αυτά για απόκρυψη και διάσωση[26]. Λέγεται ακόμη ότι ο Κολοκοτρώνης είχε διατάξει να ρίξουν σ’ όλα τα πηγάδια φλώμο[27]. Οι πληροφορίες για ύπαρξη στο μοναστήρι ιερών σκευών των εκκλησιών που επρόκειτο να εκποιηθούν για τις ανάγκες του Αγώνα είναι ένας άλλος λόγος που εξέτρεφε το πολεμικό μένος των Τούρκων[28].

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

Η πραγματικότητα, πάντως, όπως τη βίωσαν οι υπερασπιστές του φρουρίου, ήταν διαφορετική. Τη 10η Ιουλίου μετά από μικρές συμπλοκές με τις εμπροσθοφυλακές του Δράμαλη, όταν εισήλθαν στο φρούριο, βρήκαν μόνο αλεύρι, αραποσίτι, ζάχαρη, ρύζι. Ούτε νερό, ούτε ξύλα για φωτιά. Μία ενετική στέρνα με λάσπη. Από τη λάσπη, τοποθετώντας τη στα μαντήλια τους, δρόσιζαν τη γλώσσα τους. Τη δίψα μετρίαζε η πείνα, γιατί στην πραγματικότητα οι τροφές ήταν ελάχιστες[29].

Οι Τούρκοι κάλεσαν τους Έλληνες να προσκυνήσουν, αλλ’ ο Δ. Υψηλάντης απέκρουσε την πρόταση, αποπέμποντας τους απεσταλμένους[30]. Μετά απ’ αυτό η πολιορκία άρχισε πεισματώδης και συνεχίσθηκε μέρα και νύχτα. Κατά πάγια τακτική οι Τούρκοι δεν άφηναν ανοικτά μέτωπα στα μετόπισθεν[31]. Οι Τούρκοι ανήγειραν γρήγορα οχυρώματα, ένα είδος λίθινης ζώνης, και από αυτά πυροβολούσαν τους πολιορκημένους[32]. Λόγω της ελλείψεως τροφών και κυρίως νερού αποφασίστηκε ορισμένοι να εξέλθουν. Ήδη το σχέδιο του Αρχηγού ετίθετο σε πλήρη εφαρμογή με κατάληψη στρατηγικής σημασίας χώρων ενόψει της οπισθοχώρησης του Δράμαλη προς την Κόρινθο. Έπειτα από επιτυχή αντιπερισπασμό του Πλαπούτα[33] την 16η η 17η Ιουλίου εξήλθαν ο Υψηλάντης, ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης και ο Π. Κολοκοτρώνης. Έμειναν 350. Το νερό αρκούσε για λίγες ημέρες[34].

Ο κλοιός στένευε διαρκώς γύρω από τους πολιορκουμένους, οι οποίοι «έκαναν σινιάλα» ζητώντας βοήθεια. Το τουρκικό πυροβολικό, τοποθετημένο στο λόφο του προφήτη Ηλία, ΒΑ του Παλαιοκάστρου, έβαλλε συνεχώς. Στις 20 Ιουλίου, εορτή του προφήτη Ηλία, ο Κολοκοτρώνης «έκραξε εις τους μύλους τους Αργίτικους»[35] και εξέθεσε δια μακρών την κατάσταση[36]. Αποφασίστηκε νέα επίθεση, η οποία, παρά «τον κεραυνώδη πυροβολισμόν»[37], δεν έφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα.

Στις 22 και 23 του μηνός ο Κολοκοτρώνης, έπειτα από γόνιμη επανεκτίμηση, εφαρμόζει γενικευμένη επίθεση, «ολοτρόγυρα», όπως ο ίδιος λέει, σε μία προσπάθεια να φθάσουν οι ελληνικές δυνάμεις ως τα τείχη. Οι πολιορκούμενοι, αφού έκαναν «φανό», αξιοποίησαν την ευκαιρία και εξήλθαν επιτυγχάνοντας να διασπάσουν τον κλοιό και να ενωθούν τις πρωινές ώρες με τους επιτιθέμενους[38]. Φαίνεται ότι και κάποια συνεννόηση είχε γίνει με τους πολιορκούντες αυτούς Αλβανούς, οι οποίοι και τη γλώσσα γνώριζαν και μερικοί απ’ αυτούς ήταν χριστιανοί[39].

Οι μαρτυρίες των ιστορικών της εποχής συμπίπτουν γενικά στο ότι ο αντιπερισπασμός υπήρξε επιτυχής και η έξοδος αβλαβής[40]. Το πρωί έτρεξαν όλοι προς το Κεφαλάρι, το οποίο, προς απελπισία τους, είχε στερέψει[41]. Ρίχτηκαν τότε στις μικρές λίμνες που υπήρχαν και εκεί έσβησαν την παρατεταμένη δίψα τους. Το φαινόμενο της λειψυδρίας θεωρήθηκε κακός οιωνός για τους Έλληνες[42].

Το πρωί της 24ης Ιουλίου οι Τούρκοι εισήλθον στο φρούριο και μη ευρόντες τίποτε άξιο λόγου συνειδητοποίησαν την πλάνη τους. Από τους υπερασπιστές του φρουρίου μόνο ένας Έλληνας δεν μπόρεσε να εξέλθει. Κατά τον Τρικούπη επρόκειτο για τον γενναίο πρόμαχο Αθ. Καρύγιαννη, ο οποίος ευρέθη κοιμώμενος κατά την ώρα της εξόδου. Όταν ξύπνησε και είδε ότι ευρισκόταν ανάμεσα στους εχθρούς, τοποθέτησε στο κεφάλι του ένα κακάβι και προσποιούμενος τον παράφρονα διέλαθε της προσοχής των κατακτητών[43].

Ο Φωτάκος απορρίπτει με πλήθος επιχειρημάτων την άποψη αυτή και φαίνεται ότι έχει δίκιο.

Είναι έξω από κάθε λογική σε στιγμές σύγκρουσης ένας διακεκριμένος πολεμιστής, ο πρώτος φρούραρχος του κάστρου, να καταληφθεί κοιμώμενος[44]. Αυτός που παρέμεινε στο κάστρο δεν ήταν ο Αθ. Καρύγιαννης, αλλά ένας οπλίτης από το χωριό Βαμβακού της Λακεδαίμονος, ονόματι Λιναρδάκος, ο οποίος είχε τυφλωθεί τις προηγούμενες ημέρες από μπαρούτι που «κατά τύχη άναψε» κατά τη διάρκεια παρασκευής φυσεκίων. Τις πληροφορίες του ο Φωτάκος αντλεί από πολεμιστές που κατάγονταν από το χωριό Βρέστενα και Βαμβακού, και που επιζούσαν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου του, όπως ο Αναγνώστης Σταυρόπουλος[45].

Ο Λιναρδής Παπαχριστοφίλου[46], όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήταν και ο μόνος που δεν κατάφερε να ακολουθήσει τους εξερχόμενους συμπολεμιστές του. Οι Τούρκοι εισελθόντες στο φρούριο τον εφόνευσαν. Αυτό συνάγεται από αίτηση των κληρονόμων του (20-6-1865) και πιστοποιητικό του οπλαρχηγού Π. Μπαρμπιτσιώτη[47].

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας συνέβη και το εξής:

«Την ημέραν και την ώραν κατά την οποίαν οι άνθρωποι εκοιμώντο εις τον ίσκιον, διότι τις νύκτες έμεναν άγρυπνοι, έπεσε μία πέτρα από το τείχος του φρουρίου, η, οποία εζούπησε την κεφαλήν ενός άλλου στρατιώτου από το χωρίον Κουμουστά της Σπάρτης… Ο Κουμουστιώτης… και άλλοι πολλοί, όπου καθένας εύρισκε τόπον εις το τείχος, έβαλαν ξύλον, καρφί, παλούκι ή και άλλο τι δια να κρεμούν την λάσπη και αυτοί έπειτα εξαπλώνοντο από κάτω, άνοιγαν το στόμα των δια να σταλάζει μέσα εις αυτό το νερόν της λάσπης και να δροσίζει την διψασμένην καρδίαν των. Ο Κουμουστιώτης, λοιπόν, έχων ένα κομμάτι ξύλον στρογγυλόν ωσάν ραβδί, το έβαλεν επάνω εις το τείχος, επλάκωσε το ξύλον με μίαν πλάκαν, έπειτα εκρέμασεν από αυτό το ταγάρι και αυτός εξαπλώθη από κάτω και έπινε το νερόν, το οποίον έσταζεν εις το στόμα του. Αλλ’ εν τω μεταξύ τούτω εφύσηξεν άνεμος δυνατός, ο οποίος εκούνησε το ταγάρι πολύ, έσεισεν την πλάκαν, η οποία αμέσως έπεσε και τον εζούπησεν, ως είπομεν, στην κεφαλήν και απέθανεν»[48].

 

Ο άγνωστος Κουμουστιώτης, ο ανώνυμος νεκρός της πατρίδας, καταγόταν από την Κουμουστά, το παλιό κεφαλοχώρι των ανατολικών υπωρειών του Ταϋγέτου. Ευνοημένο από το Θεό έχει εξήντα πηγές που καθιστούν το έδαφος εύφορο και πολύκαρπο. Δυο απ’ αυτές, η βρύση των Πενταυλών και η βρύση του Πουλιού, απετέλεσαν πηγή έμπνευσης και υμνήθηκαν από δυο μεγάλους ποιητές, τον Άγγελο Σικελιανό[49] και το Νικηφόρο Βρεττάκο[50]. Ο ανώνυμος Κουμουστιώτης τις ημέρες εκείνες του Ιουλίου που οι πυριφλεγείς ακτίνες του ήλιου πυρπολούσαν το Παλιόκαστρο, καθώς το ταγάρι του διΰλιζε τη λάσπη και άφηνε τη δροσιά του νερού να πέφτει σταγόνα – σταγόνα, ασφαλώς θα σκεφτόταν τα κεφαλάρια της Κουμουστάς, τις χάρες της οποίας υμνεί το παρακάτω δίστιχο:

«Όμορφη που είσαι, Κουμουστά, με την ανηφοριά σου,

τις μαρμαρένιες βρύσες σου, τα κρύα τα νερά σου»[51].

Η έρευνα στο Αρχείο Αγωνιστών και τις σύγχρονες προς τα γεγονότα πηγές έχει φέρει στο φως και ονόματα αυτών που έλαβαν μέρος στην επικίνδυνη αποστολή: Δημήτρης Δρούγας, Πανάγος Κονταλώνης, Θεόδωρος Δ. Κονταλώνης, Μήτρος Μαχαίρας, Κωσταντής Μπαστής ή Βαστής, Αναγνώστης Μπουκίδης (ή Βουκίδης), Αθανάσιος Α. Μπουκίδης (γυιός του προηγουμένου), Παναγιώτης Ευστ. Μπουκίδης, Παναγιώτης Γ. Χαρακας[52], Γεώργιος Δρουγάς (ιερέας), Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος, Πέτρος Μ. Κερχουλάς (Αράχοβα)[53], Γιωργάκης Σκλαβοχωρίτης (Αμύκλες)[54], Γρηγόριος Μωϋσάκος, Θανάσης Μπαλτάκος (Παλιοπαναγιά)[55].

Ειδικότερα, ο Γρηγόριος Μωϋσάκος, όπως συνάγεται από αίτηση των απογόνων του,«εφονεύθη εντός του φρουρίου του Άργους, όταν ήταν πολιορκημένον το φρούριον»[56].

Γι’ αυτόν όμως ο Ηλίας Γιατράκος, εξουσιοδοτημένος γιατρός του Αγώνα, στις σημειώσεις του και στη στήλη: Όσοι επληγώθησαν εις το κάστρο του Άργους, όταν ήλθεν ο Δράμαλης, αναφέρει: «Γρηγόριος Μωυσάκος, Διποταμίτης, πληγωμένος εις το χέρι τον εκοίταξα ημέρες 28». Ακόμη ο Παναγιώτης Αλεξανδράκης, Λεονάρδος Παπαχριστοφίλου (Λιναρδής), Αναγνώστης Σταυρόπουλος, Βενιζέλος Γιαννακόπουλος (Βαμβακού)[57],Αργύρης Τσαγκαρούλης (Βρουλιάς, Σελλασία)[58].

Μέσα στο φρούριο τραυματίστηκαν οι: Γεώργιος Δημάκος, Γεώργιος Κουμουστιώτης, (παιδί του παπα-Βασίλη Οικονόμου), Αθανάσιος Μανιάτης από τον Αρκασά, Γεώργιος Σμυρναίος, Παναγιώτης Μποζατζής, Πισινοχωρίτης, ανεψιός του παπα-Καλομοίρη από τη Βορδώνια, Γιάννης Κωνσταντάκος από τα Τζίντζινα, Θανάσης Μπαλτάκος από την Παλιοπαναγιά, Γιάννης Ζερβέας από την Καρδαμύλη[59]. Από τους αρχηγούς δυο φορές τραυματίστηκε ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης[60].

Η σημασία της πρόσκαιρης αντίστασης στην Ακρόπολη του Άργους υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε τα ονόματα των ανδρών εκείνων πρέπει να αναγράφονται και να τυγχάνουν της ευγνωμοσύνης του έθνους[61]. Η πολιορκία του κάστρου κράτησε 12 μέρες. Η αντίσταση ήταν η πρώτη που συνάντησε ο Δράμαλης απ’ αρχής της εκστρατείας του[62].

Η έπειτα από συντονισμένη επίθεση ασφαλής έξοδος των αγωνιστών ενέβαλε ασφαλώς στη σκέψη του Δράμαλη και τις πρώτες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των ενεργειών του. Η επίτευξη από ελληνικής πλευράς του αντικειμενικού στόχου, που ήταν η καθυστέρηση και η καταπόνηση του αντιπάλου, ανύψωσε το ηθικό των αγωνιζομένων για την απελευθέρωσή τους και έδωσε την ευκαιρία στον Αρχηγό να καταστήσει τις ενέργειες του περισσότερο αποτελεσματικές.

Στο μεταξύ απ’ όλες τις περιοχές της Πελοποννήσου συνέρρεαν στρατεύματα. Οι Τούρκοι απώλεσαν πολύτιμο χρόνο, στη διάρκεια του οποίου συγκροτήθηκε αξιόμαχη ελληνική δύναμη[63]. Οι εκτιμήσεις των ιστορικών συγκλίνουν: «Η κράτησις της ακροπόλεως του Άργους έγινεν αφορμή, της απωλείας του Δράμαλη»[64]. Είναι ο πρώτος σοβαρός αντιπερισπασμός που πέτυχε πλήρως τους στόχους του[65]. «Η πράξις αύτη ανήκει εις τας γενναιοτέρας και αποτελεσματικοτέρας εκδουλεύσεις τους αγώνος τούτου»[66].

Στην Εθνική Συνέλευση της 25ης Φεβρουαρίου 1844 υπεβλήθη πρόταση για απονομή αριστείου στους πολιορκηθέντες εκείνους μαχητές[67]. Οι συνθήκες δεν ήταν τότε πρόσφορες. Η ώρα της δικαίωσης συνήθως αργεί. Το κατόρθωμά τους επισκιάστηκε, όπως ήταν φυσικό άλλωστε, από τη θρυλική «νίλα» του Δράμαλη, η οποία και έθεσε τις βάσεις για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

  

Θεόδωρος Σ. Κατσουλάκος

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

   

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Θ. Ρηγόπουλου, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Ευρετήριο Α. Θ. Φωτόπουλου. Αθήναι 1979, σσ. 253-254. Ο Θ. Ρηγόπουλος, γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη, που παρίστατο στη σύσκεψη, αναφέρει ως ημερομηνία τέλεσής της τη νύκτα της 8ης προς 9η Ιουλίου. Βλ. Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266. Φωτάκου (Φωτίου Χρυσανθοπούλου), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής επαναστάσεως, Επιμέλεια Θ. Βαγενά- Α. Ηλιόπουλου- Π. Ν. Κοντοέ, εκδ. Νεοϊστορικής Βιβλιοθήκης, Αθήναι 1955, σ. 261.

[2] Ν. Δ. Ματθαίου, Ο πρωτοκλέφτης Ζαχαρίας. Αθήνα 1998, σ. 372.

[3] Φωτάκος, 260. Ο Θ. Ρηγόπουλος (σ. 26) αρνείται τα διαμειφθέντα και προσθέτει ότι μπορεί να άκουσαν ο Φωτάκος και ο Μ. Οικονόμου.

[4] Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266.

[5] Β. Σφυρόερα, «Σταθεροποίηση της Επαναστάσεως 1822-1823», Ι.Ε.Ε., τ. ΙΒ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 251. Στο πλαίσιο του σχεδίου είχαν καταληφθεί οι στρατηγικές θέσεις στο Κιβέρι, το Κεφαλάρι, το χωριό Ζαχαρία, το Δερβενάκι, το Αγινόρι.

[6] Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, τομ. Β . Αθήναι, Ι.Ν. Σιδέρης 1925, σ. 287. Για τον Θανάση Καρύγιαννη ο Φωτάκος (σ. 258, σημ. 1) γράφει ότι ήταν αχώριστος φίλος του Η. Τσαλαφατίνου, ανδρός γενναίου και ανιδιοτελούς. Και συμπληρώνει: «δεν αμαρτάνομεν να τους ονομάσωμεν Αγίους Αναργύρους».

[7] Ν.Δ. Ματθαίου, 624-625 και Κ. Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες. Αθήνα 1971, σ. 71. Ο Ι. Ε. Ζεγκίνης, Το Άργος δια μέσου των αιώνων. Αθήναι 19963, σ. 259, γράφει ότι το φρούριο είχε καταλάβει ο Θανάσης Καράγιαννης «Μανιάτης ή κατά τίνας Κυνουριεύς».

[8] Σπ. Τρικούπης, οπ.π., τ. Α’, σσ. 186-187.

[9] Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – επιμέλεια Έλλης Αλεξίου. Αθήνα, Μέρμηγκας, χ.χ., σ. 319.

[10] Κ. Πίτσιου, Καρυαί (Αράχοβα) Λακεδαίμονος. Αθήνα, Ηλία Ν. Δικαίου, 1948, σ. 175.

[11] Τα στοιχεία αυτά αντλούνται από τα απομνημονεύματα του Δ. Δημητρακάκη (περιοδικό Μαλεβός 1923). Δ. Κρεββατά, Από τον Παναγιώτη Κρεββατά στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αθήνα 1994, σ. 202.

[12] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 254. Την εγκυρότητα των λόγων του Κολοκοτρώνη επιβεβαιώνει ως εξής: «ήμην αυτήκοος όλων των λεχθέντων».

[13] Ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης, γυιός του Ανάσταση Καραδόντη, γεννήθηκε στην Μπαρμπίτσα το 1785. Από την πρώτη στιγμή του Αγώνα επικεφαλής των συγχωριανών του κινήθηκε όπου το χρέος τον καλούσε. Σημαντικό γεγονός της πολυκύμαντης ιστορίας του ήταν η ενίσχυση το βράδυ της 12ης προς 13ης Μαΐου 1821 του ταμπουριού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη στο πιο κρίσιμο σημείο της μάχης. Στη διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου του Άργους, όπως βεβαιώνει ο ίδιος αργότερα, λαβώθηκε δυο φορές. Τιμώντας τη δράση του ο Κολοκοτρώνης, σύμφωνα με την παράδοση, του είπε: «Πέτρο, Αναγνωστάδων παιδιά είναι πολλά και συ πρέπει να ξεχωρίζεις απ’ τους άλλους. Γιατί δεν παίρνεις τ’ όνομα της πατρίδος σου της ξακουστής Μπαρμπίτσας». Το 1844 εξελέγη βουλευτής, αλλά ο κοινοβουλευτικός βίος δεν τον συγκινούσε ιδιαίτερα. Κράτησε το βαθμό του συνταγματάρχη που του απονεμήθηκε το 1847. Πέθανε το 1871. Ν.Δ. Ματθαίος, 584-593. Κ. Μ. Πίτσιος, 174-176.

[14] Ο Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος ήταν γυιός του πρωτοκλέφτη Ζαχαρία από τη Φλωρού, δεύτερη γυναίκα του, γυναικάδελφος του Νικηταρά και γαμπρός του κλεφταρματολού Νικοτσάρα, του οποίου είχε νυμφευθεί την κόρη. Πέθανε στο Άργος το 1836. Ματθαίος, σσ. 575-580.

[15] Ο Αντώνιος Κουμουστιώτης καταγόταν από την Κουμουστά Λακεδαίμονος. Από αναφορά των γυιών του, Δημήτρη και Παναγιώτη (12.5.1846), συνάγεται ότι ο πατέρας τους ήταν κλέφτης. Συνελήφθη στον πύργο του Κουμουνδουράκη από τον Ραλιάμπεη και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε πέντε χρόνια. Στη διάρκεια της Επανάστασης ηγήθη συμπατριωτών του και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Απέθανε το 1830. Βλ. Δ. Δικαιάκου, «Αντώνιος Κουμουστιώτης», Το Ξηροκάμπι 12(1972) σσ. 3-4. Π. Τεκόση, «Νέα στοιχεία δια την δράσιν του Αντωνίου Κουμουστιώτη»,Το Ξηροκάμπι 13(1972) σσ. 1-3. Δ. Γ. Κ. Κατσαφάνα, Παλαιοπαναγιά, Ανώγεια και Ξηροκάμπι. Αθήνα 1989, σ. 274-277. Δ. Γ. Λάσκαρι, Το Ξηροκάμπι της Λακεδαίμονος. Αθήνα 2002, σσ. 63-64. Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 560-561, σημ. 6.

[16] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[17] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[18] Β. Σφυρόερας, 252. Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[19] Θ. Κολοκοτρώνης, 320. Οι Τούρκοι είχαν πειστεί ότι στο φρούριο φυλάσσονταν τα πλούτη των Αργείων και ότι υπήρχαν αποθήκες πλήρεις εφοδίων. Παλαιών Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Βεργίνα, 1996, σ. 106. Κ. Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Γ. Τσουκαλά, χ.χ., τομ. Β, σ. 51.

[20] Φωτάκος, 271.

[21] Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τομ. Α’. Αθήναι, Καραβία, 1972, σ. 415.

[22] Φωτάκος, 262.

[23] Φωτάκος, σ. 262.

[24] Δ. Κ. Βαρδουνιώτου, Η καταστροφή του Δράμαλη. Εν Τριπόλει 1913, σ. 120.

[25] Α. Φραντζή, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τομ. Β’. εν Αθήναις 1839, σ. 214.

[26] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

[27] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 26. Ο γαλακτώδης χυμός του φυτού αυτού είναι δηλητηριώδης. Συχνά οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το φυτό για αλίευση στα ποτάμια ή τα πηγάδια.

[28] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 27.

[29] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 26-27.

[30] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261. Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[31] Φωτάκος, 262.

[32] Δ. Κ. Μπαρδουνιώτης, 124.

[33] Ο Πλαπούτας εισήλθε στο φρούριο και ενίσχυσε με πολεμοφόδια τους αμυνόμενους. Ο Δ. Υψηλάντης εκφώνησε πατριωτικό λόγο, δίνοντας υπόσχεση ότι δεν θα τους αφήσουν να χαθούν, Φωτάκος, 268.

[34] Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[35] Υπήρχαν και μύλοι Αφεντικοί.

[36] Θ. Κολοκοτρώνης, σ. 321.

[37] Α. Φραντζής, σ. 222.

[38] Θ. Κολοκοτρώνης, 321. Θ. Ρηγόπουλος, 31. Φωτάκος, σ. 269.

[39] Φωτάκος, σσ. 272-273.

[40] Α. Φραντζής, σ. 223. Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της ελληνικής παλιγγενεσίας (φωτοτυπική επανέκδοση), Εκδ. Δημοσίας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης. Αθήναι 1976, σ. 356.

[41] Το Άργος στην αρχαιότητα εφέρετο ως «πολυδίψιον», («και κεν ελέγχιστος πολυδίψιον Άργος ικοίμην», Ομήρου, Ιλιάς Δ 171), που μετέβαλε σε «ένυδρον» ο Δαναός («Άργος άνυδρον εόν Δαναός εποίησεν ένυδρον», Ησιόδου, Αποσπ. 58).

[42] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 31-32.

[43] Σπ. Τρικούπης, σ. 191.

[44] Φωτάκος, σσ. 269-270, σημ. 1.

[45] Φωτάκος, σ. 270. Τον ίδιο λόγο επικαλείται και ο Α. Φραντζής (σ. 223, σημ. 1): «εις μόνον εκ των εν τη ακροπόλει του Άργους Ελλήνων βεβλαμμένος ων από πυρίτιδα».

[46] Ν.Δ. Ματθαίος, σ. 375, σημ. 65. Λιναρδής ήταν και το επώνυμο των απογόνων του.

[47] Ν.Δ. Ματθαίος, σσ. 636-637. Αντίθετα ο Ν. Σπηλιάδης, σ. 418, γράφει: «ό,τι αυτόν τον δυστυχή με το πυρίκαυστο πρόσωπο δεν θέλησαν οι Τούρκοι να φονεύσουν».

[48] Φωτάκος, σσ. 270-271.

[49] Γ.Π. Μανουσόπουλου, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Ταΰγετος. Η Φάρις 5, 19936.

[50] Νικηφόρου Βρεττάκου, Τα Ποιήματα. Αθήναι 1981, σσ. 252-253.

[51] Βούλας Κονίδη, «Στην παλιά Κουμουστά», Η Φάρις 35 (2003) σ. 15.

[52] Κ. Μ. Πίτσιος, σσ. 165-171.

[53] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 614-615.

[54] Σ. Π. Αντωνάκου, Αμύκλαι, Αθήνα 1982, σ. 234.

[55] Δ. Γ. Κατσαφάνας, σσ. 261, 283.

[56] Δ. Γ. Κατσαφάνας, 266.

[57] Η. Παπαθανασόπουλου, «Νοσηλεία τραυματιών (1821-1825) και Λάκωνες αιχμάλωτοι κατά τας επιδρομάς του Ιμπραήμ (1825-1826)», Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972) σ. 301.

[58] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 629-630, 636-637, 639 και Φωτάκος, σ. 270.

[59] Ν. Δ. Ματθαίος, 675-676.

[60] Η. Παπαθανασόπουλος, σσ. 300-301. Ν. Δ. Ματθαίος, σ. 591.

[61] G. Finley, Ηistory of the Greek Revolution. London 1861, σσ. 388-389.

[62] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261.

[63] Κ. Μέντελσον – Μπαρτόλντυ, Επίτομη ιστορία της Ελληνικής επανάστασης, μτφ. Ελένης Γαρίδη. Αθήνα, Τολίδης, χ.χ., σ. 114.

[64] Α. Κοντάκη, Απομνημονεύματα. Αθήναι 1957, σ. 84.

[65] Α. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. ΣΤ’. Θεσσαλονίκη 1982, σ. 234.

[66] Α. Πρόκες-Όστεν, Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, μετφ. Γ.Ε. Αντωνιάδου, τομ. Α’. Αθήνησι 1869, σ. 175.

[67] Ι.Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

Read Full Post »

Το φρούριο Λάρισα του Άργους


 

  Το Άργος τον 19o αιώνα [ως θέμα] του παρόντος συνεδρίου έχει ιδιαίτερη σημασία κυρίως για την επιστημονική έρευνα για ό,τι έχει σχέση με την ιστορία της πόλεως και τον πολιτισμό της. Πρώτον, διότι σχετίζεται με την αναγέννηση του Ελληνικού Έθνους κατά τον αιώνα αυτόν ως αποτέλεσμα της επανάστασης του 1821, στην οποία το Άργος έπαιξε βασικό ρόλο[1].

Δεύτερον, διότι με την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους άρχισε η διεπιστημονική έρευνα για το παρελθόν της πόλης με σκοπό να πάρει και η σύγχρονη πόλη του Άργους τη θέση που είχε πάντα ως σημαντικό αστικό κέντρο της Πελοποννήσου για τον διαχρονικό πολιτισμό εν γένει της Ελλάδος, πνευματικά και υλικά (οικονομία).[2]

 

Το ονομαζόμενο φρούριο Λάρισα που δεσπόζει της πόλης, εξεταζόμενο ιδιαίτερα ως μνημείο, που επιβίωσε κατά την ανά τους αιώνες πορεία των κατοίκων του Άργους, συμβολίζει διαχρονικά την επιβίωση και της πόλης, που προστάτευε από τους προϊστορικούς χρόνους, της λατρείας των ειδώλων και των αρχαίων θεών, μέχρι τους μετά Χριστόν αιώνες.[3]

Στα τείχη του φρουρίου και τον περιβάλλοντα χώρο η έρευνα απεκάλυψε ό,τι είχε σχέση: α) με αρχιτεκτονική (στρατιωτικές οχυρώσεις), β) θρησκευτική χρήση, γ) υλικό για σύγκριση με άλλα φρούρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και δ) γλωσσικά στοιχεία για την εύρεση των κατασκευαστών, μόνιμων κατοίκων η περαστικών κατακτητών[4].

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Πιο κάτω παραθέτουμε τα αποτελέσματα των ερευνών, που έγιναν από τον 19o αιώνα μέχρι και τον 20o, με προτάσεις για μία σύγχρονη αξιοποίηση του ευρύτερου χώρου, αφού εκεί πρέπει να καταλήγει κάθε Συνέδριο [5]. Αυτό συμπίπτει και με τα εκατό δέκα χρόνια πολιτιστικής δράσης του ΔΑΝΑΟΥ, ενός Συλλόγου που ανέδειξε με τις δραστηριότητές του το χθες και το σήμερα του Άργους για να ακουμπάμε στο παρελθόν (μελετώντας) να αγγίζουμε το παρόν (ερευνώντας) έτσι, ώστε να οραματιζόμαστε το μέλλον με την αξιοποίηση όσων μας προσφέρει η μελέτη και η έρευνα [6].

 

Το Κάστρο της Λάρισας από ψηλά. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Από τα ονόματα στα πράγματα

 

Η ιστορική και συγκριτική γλωσσολογία για τα ονόματα Άργος – Αργείοι – Λάρισα μας προσφέρει υλικό για τις σχέσεις των ονομάτων αυτών με αντίστοιχά τους εντός και εκτός της σημερινής Ελλάδος [7]. Με κέντρο τη Βόρειο Ελλάδα διαδόθηκε το Αργείοι ως παράγωγο του Άργους ως ένα από τα ομηρικά ονόματα για τους Έλληνες. Έτσι έχουμε:

1. Άργος Ορεστικόν στη λεκάνη του ποταμού Αλιάκμονα με παράγωγο του Άργους το Argestaeus Campus (αργεσταία πεδιάδα) στον Άνω Αλιάκμονα.

2. Άργος (= Υπέρια) στο νησί των Φαιάκων (Στέφανος Βυζάντιος) που ταυτίζεται με την Κέρκυρα.

3. Άργος Αμφιλοχικόν στη νότιο Ήπειρο, περιοχή Αμφιλοχίας.

4. Άργεις (στον Ησύχιο) στη Βόρειο Θεσσαλία εθνικόν από το Άργος.

5. Άργος Πελασγικόν, όνομα της Θεσσαλικής πεδιάδας κοντά στον Πηνειό (Ιλιάδα) ή κατά τον Στράβωνα και Απολλώνιο της Θεσσαλίας ή κατά τον Ευστάθιο της Λάρισας. Το Πελασγικό προστέθηκε για να το διακρίνει από άλλες πόλεις η περιοχές με το ίδιο όνομα. Άργος Πελασγικό σημαίνει Άργος στην αρχαία περιοχή των Πελασγών.

6. Άργος Ίασον (Οδύσσεια και Σχόλια, Στράβων, Στεφ. Βυζ., Ευστάθιος, Ησύχιος) το σύνηθές του Άργος Αχαϊκόν (από την Ιλιάδα και μετά) είναι το υπό εξέταση Άργος της Αργολίδας με το φρούριο Λάρισα που έδινε το όνομα σε όλη του την περιοχή, αλλά και σ’ όλη την Πελοπόννησο.

Αντίστροφο παράγωγο είναι το Ιωνικόν Άργος από το Ιάσι < La Fασι πληθυντικός από το Lά(f)ονες, δηλαδή το Άργος στην περιοχή των Ιώνων που μπορούμε να το συγκρίνουμε με παρόμοια όπως Άργος το εν Ορεστεία (Ορεστικόν) και Άργος εν τω Ιονίω (= Ίππιον στην Απουλία της Ιταλίας).

[Αρχικά η πόλη είχε το προελληνικό όνομα Λάρισ(σ)α όταν κατακτήθηκε από τους Έλληνες[8] ενώ η Πελοπόννησος ονομάσθηκε Άργος, γνώμη Γεκοργκέφ]. Οι Ίωνες ήταν οι πρώτοι Έλληνες στην Πελοπόννησο και κατ’ αρχάς η πόλη ονομάσθηκε Άργος Ίασον (Ιωνικόν Άργος) και όταν αργότερα κατακτήθηκε από τους Αχαιούς (Αργείους και Δαναούς) ονομάσθηκε Άργος Αχαϊκόν Αργεία (χώρα).

7. Άργος, πόλη στην περιοχή της Τροιζήνας (Στεφ. Βυζ.) στη Βορειοδυτική Πελοπόννησο.

8. Άργος, πόλη στο νησί Νίσυρος (Στεφ. Βυζ.).

9. Άργος, πόλη στην Καρία (Στεφ. Βυζ.).

10. Άργος = Αργειόπολις, πόλη στην Κιλικία (Στεφ. Βυζ.).

Από τη γεωγραφική διάδοση του τοπωνυμίου Άργος και του εθνικού Αργείοι μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η Βορειοδυτική Ελλάδα είναι η αρχική χώρα προέλευσης των Αργείων, (όρος Χάων στην Ήπειρο και Αργολίδα). Από εκεί κατά την 3η χιλιετηρίδα η στις αρχές της 2ης οι Αργείοι κατέκτησαν την περιοχή που αργότερα ονομάστηκε Θεσσαλία (νότια του Πηνειού) που πριν κατοικούσαν οι Πελασγοί και πιθανώς ονομαζόταν η περιοχή Πελασγία. Αυτή άλλαξε σε Άργος (Πελασγικόν) και από την φυλή των Θεσσαλών έγινε αργότερα Θεσσαλία.

Έτσι σχηματίστηκε μια φυλετική συμμαχία (Τρίφυλος) μεταξύ των Αργείων, του πληθυσμού του Άργους Πελασγικού (Βόρειος Θεσσαλία) των Αχαιών, του πληθυσμού της Αχαΐας (Αχαΐα Φθιώτης, στη νότιο Θεσσαλία) και των Δαναών (Βλ. το όνομα Απιδανός ποταμός της περιοχής που ονομάστηκε αργότερα Θεσσαλιώτις) [από το απα = νερό και δαν = ποταμός] και Δαναός = ποταμήσιος) [9]. Γι’ αυτό ο Όμηρος αποδίδει στους Έλληνες τρία ονόματα: Αργείοι, Αχαιοί ή Δαναοί.

Οι Ίωνες που πιθανώς κατοικούσαν στην περιοχή του ποταμού Ίων (ΒΔ Θεσσαλοί) πιεζόμενοι από τους Αργείους προχώρησαν προς το νότο και κατέκτησαν την Αονία (Βοιωτία) και την Πελοπόννησο (Άργος Ίασον). Οι Αργείοι, Αχαιοί, Δαναοί από τη Θεσσαλία κατέκτησαν την Πελοπόννησο και το Άργος Ίασον ονομάστηκε τότε Άργος Αχαϊκόν. Στο δεύτερο μισό της 2ης χιλιετηρίδας οι Αργείοι, Αχαιοί, Δαναοί έκαναν αποικίες στη ΝΔ. και Ν. ακτή της Μικράς Ασίας και την Κύπρο.

Οι Χετταίοι τους ονόμαζαν τότε Αχχιγιάβα (Αχαιfοί) (από το Αχαιf-ία η χώρα των Αχαιfοί) και Αrzαννα (Αrzaννα) που υποκρύπτει τον υστεροΜυκηναϊκό (Κυπριακό) τύπο Άρζει fα η χώρα των Αργείων παράγωγο του Αργεεύς (κάτοικος του Άργους).

Στα Λατινικά διατηρήθηκε ως Argivi κάτοικοι της Αργείας (η χώρα των Αργείων) ενώ ίχνη των αποικιών των Αργείων στη Μικρά Ασία είναι το Άργος της Καρίας και η Αργειόπολις της Κιλικίας.

Το τοπωνύμιο Άργος (λευκή πόλις) σχετίζεται με το επίθετο αργής (λαμπρός, λευκός, απαστράπτων) που απαντά συχνά στα Ελληνικά τοπωνύμια, όπως Άργιον (το όρος) το βουνό και το αρχαιότερο όνομα για τις Μυκήνες Άργεννον, που ως ακρωτήριο της Ιωνίας μετονομάστηκε το μεσαίωνα σε Λευκό ακρωτήριο.

Λάρισα είναι το όνομα οκτώ πόλεων στη Θεσσαλία, Φθιώτιδα, Αττική, Άργος και στην Κρήτη. (Μπορεί να παραβληθεί με το Λάρισσος όνομα ποταμού στην Αχαΐα και Λαρισαίαι Πέτραι βράχοι στο νησί Λέσβος, ενώ από το λάας = λίθος (λαύρον = μέταλλον αργύρου παρά Αθηναίοις (Ησύ-χιος) (πρβ. Λαύριον, όπου ορυχεία αργύρου) και το Άργος με το argentum (Λατ. άργυρος).

Έχουμε λοιπόν μία σημασιολογική ταύτιση Άργους (λευκός) και άργυρος (ασήμι ως λευκό) με τη Λάρισα ως φρούριο να δεσπόζει σε βραχώδη λόφο, πράγμα που επαληθεύει άλλη μία φορά τη φράση του Πλάτωνος (από το διάλογο Κρατύλος) «ος αν τα ονόματα ειδή, είσεται και τα πράγματα» (= όποιος θα γνωρίσει τα ονόματα, θα μάθει και τα πράγματα).

 

Το Κάστρο της Λάρισας από ψηλά. Αεροφωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης.

 

Σταθμοί της ιστορίας της Λάρισας

 

Η λέξη κάστρο εισήχθη από τη λατινική (ρωμαϊκή) στην ελληνική με αρχική σημασία της το οχυρωμένο στρατόπεδο[10] (castra-οrum). Πήρε τη θέση των λέξεων οχυρόν, φρούριον, και με τη διαρκή χρήση της στη Βυζαντινή εποχή φτάνει μέχρι σήμερα.

Στην τοιχοδομία του φρουρίου Λάρισα βρίσκουμε μυκηναϊκά στοιχεία, αρχαϊκά (6ος αιώνας), κλασικά του 5ου αιώνα, Βυζαντινά, φραγκικά, ενετικά, τουρκικά. Όλα αυτά δεν άλλαξαν το γενικό του σχήμα και σχέδιο κατασκευής πράγμα που αποδεικνύει ότι έγινε διαχρονικά το φυσικό επιστέγασμα της οχύρωσης του Άργους, ως ακρόπολή του, έτσι ώστε η ιστορία της πόλης να ταυτίζεται με την τύχη του φρουρίου αυτού [11].

Βρίσκεται στον ψηλότερο από τους δύο λόφους 289 μ. που ορίζουν προς Δ. και Β. το Άργος με ισοπεδωμένη την κορφή μήκους 200 μ. και για λόγους μίας άμυνας «εις βάθος» έχει εσωτερικό φρούριο μήκους 7μ. στον κεντρικό χώρο. Μπορεί να συγκριθεί στο σημείο αυτό με το εσωτερικό φρούριο στο κάστρο Χλεμούτσι της Ηλείας [12] και της Πάτρας.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Παραλληλίζοντας την ιστορία του Άργους και της Λάρισας βρίσκουμε στα διαφορετικά οικοδομικά υλικά κατά εποχές και τους σταθμούς στη μακραίωνη ιστορία του Άργους. Τα μυκηναϊκά κατάλοιπα έχουν ενσωματωθεί στα μεταγενέστερα τείχη που χαρακτηρίζονται: α) αρχαϊκά 6ος αι. π.Χ. και β) κλασσικά 5ος στη Βόρεια, ανατολική και βορειοδυτική πλευρά. Χρησιμοποιούνται κατά τη Ρωμαϊκή εποχή (αρχίζει με την καταστροφή της Κορίνθου το 146 π.Χ.) και κατά την ακόλουθη Βυζαντινή από τον 4ο μ.Χ. αι.

Ο Λέων Σγουρός καταλαμβάνει το κάστρο το 1203 ένα χρόνο πριν από τη Φραγκοκρατία 1204 και ο Θεόδωρος Άγγελος το 1210 για να καταληφθεί τα επόμενα χρόνια 1212-1381 από τους Φράγκους που έχουν ιδρύσει με τους Βιλλεαρδουΐνους το Πριγκηπάτο του Μορέως με έδρα την Ηλεία (Ανδραβίδα) [13].

Το 1389 το κατέχει ο Θεόδωρος Ά  Παλαιολόγος μέχρι το 1394 που καταλαμβάνεται από τους Τούρκους. Μέχρι τότε έγιναν οι μεγαλύτερες αλλαγές στα αρχαία του τείχη που αντικαταστάθηκαν με μεσαιωνικές κατασκευές και με φραγκικές προσθήκες τον 13ο αι. και μετά. Το 1397-1463 έχουμε ανανέωση οχυρωματική από τους Βενετούς κατά την πρώτη περίοδο της Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο.

Το 1463-1686 καταλαμβάνεται από τους Τούρκους την πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας (μετά την Άλωση της Πόλης το 1453). Μετά τη νίκη των Βενετών ανακαταλαμβάνεται το 1686 – 1715 στη Β’ Ενετοκρατία για να καταληφθεί πάλι από τους Τούρκους το 1715 που κράτησαν το φρούριο μέχρι την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης το 1821.

Από τότε αρχίζει με την έρευνα να «ξεκαθαρίζει» η οικοδομική ιστορία της Λάρισας και να βρίσκονται μνημεία και ενδείξεις όλων των προηγούμενων του 19ου αιώνα εποχών όπως: τα θεμέλια του ναού του Διός Λαρισαίου και της Αθηνάς Πολιάδος. Στην ερειπωμένη εκκλησία μέσα στο κάστρο έχει χρησιμοποιηθεί αρχαίο οικοδομικό υλικό [14].

Υπάρχουν δεξαμενές για αλλαγή του νερού των βροχών, η μία σκαλισμένη στο Βράχο. Το αρχαίο ιερό της Ήρας Ακραίας στη βορειοανατολική πλευρά του λόφου έχει πιθανώς τη θέση του μοναστηριού της Παναγίας Κατακεκρυμμένης ή του Βράχου. Σήμερα διαθέτουμε μία ευρεία βιβλιογραφία για τα κάστρα που ανήκουν χρονολογικά στις διάφορες εποχές στις οποίες ανήκαν τμήματα του φρουρίου Λάρισα. Μπορεί να αναπαρασταθεί το φρούριο στις διάφορες εποχές του και να εντοπισθούν καταστροφές που έγιναν όχι από τους πολιορκητές του, αλλά από σύγχρονους ανασκαφείς για την εύρεση παλαιοτέρων στρωμάτων[15].

Υπάρχει έτσι περιθώριο για επιδιορθώσεις, αναστηλώσεις και χρήση του χώρου που συγκινεί ιδιαίτερα τους Ευρωπαίους επισκέπτες οι οποίοι αναζητούν μνημεία που σχετίζονται με την ιστορία της Δύσης (Φράγκων, Σταυροφόρων – Βενετών). Αυτό συμβαίνει και λόγω της πλούσιας λογοτεχνίας που επικεντρώνεται στην ιστορία των κάστρων και απαρχή της είναι οι ιστορίες των ιπποτών, τροβαδούρων, σταυροφόρων όπως κυρίως διαδόθηκαν με τις μεσαιωνικές μυθιστορίες, ποιήματα και όσα αναβίωσαν με το ρομαντισμό στη λογοτεχνία των δυτικών κρατών [16] και της Ελλάδος.

Η σύγχρονη χρήση του φρουρίου της Πάτρας (εσωτερική αυλή) και της Κυλλήνης (Χλεμούτσι) για παραστάσεις είναι πόλος έλξεως τουριστικής, αλλά και τοπικών πολιτιστικών εκδηλώσεων. Ίσως με την αξιοποίηση των περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων[17] για τη Λάρισα και το Άργος, όπως έγινε με τα πιο πάνω κάστρα, αξιοποιηθούν και οι κόποι των ειδικών ερευνητών (ιστορικών, αρχαιολόγων, αρχιτεκτόνων) για την «ειρηνική» αντιμετώπιση του φρουρίου της Λάρισας. Ενός φρουρίου που ατενίζει από ψηλά την πανέμορφη γη της Αργολίδας ως σύμβολο της ιστορικής μνήμης της πόλεως του Άργους, την οποία υπηρετεί τα τελευταία 110 χρόνια ανελλιπώς ο ιστορικός της Σύλλογος «ΔΑΝΑΟΣ».

 

Γεώργιος Ντελόπουλος

Ιστορικός, Γλωσσολόγος, τ. ερευνητής Ακαδημίας Αθηνών.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Σχετικά θέματα:

Υποσημειώσεις

 

[1] Βλ. λήμμα ΑΡΓΟΣ – ΛΑΡΙΣΑ στον 14ο τόμο της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών και στο Αρχείο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού (ΚΕΙΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών.

[2] Βλ. λήμμα ΑΡΓΟΣ – ΑΡΓΟΛΙΔΑ στην Εγκ. ΠΑΠΥΡΟΣ – ΛΑΡΟΥΣ – ΜΠΡΙΤΑΝΙΚΑ – πνευματική κίνηση – προϊόντα και ΕΛΛΑΣ, Μορφωτική Εταιρεία. Αθήναι 1959.

[3] Παράβαλε τη γιορτή με τα πορτοκάλια (22 Νοεμβρίου) με την αρχαία γιορτή με τα αχλάδια «Βαλαχράδες» (Πλούταρχος).

[4] Βλ. – Andrews Kevin, Castles of the Morea. Princeton 1963.

– Ι. Σφηκόπουλος, Τα Μεσαιωνικά Κάστρα του Μοριά. Αθήναι 1968.

– W. Leake, Travels in the Morea, London 1835, B’. Ansterdam 1967, τ.2, σελ. 400.

– A. Bon, «A propos des chatfeaux de plan polygonal», Rev. Arch., 28, 1947.

[5] Πρβ. προτάσεις μου στην ανακοίνωση, Γ. Ντελόπουλος, «Το Άργος εις την αγγλική Βιβλιογραφία», Πρακτικά Πρώτου Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, εκδ. ετ. Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα 1976 με του παρόντος Συνεδρίου για α) έκδοση Ιστορικού Λεξικού του Άργους (πρότυπό του το ιστ. Λεξ. των Πατρών του Κ. Τριανταφύλλου) και β) Εισαγωγή της αργολικής βιβλιογραφίας στη δημόσια εκπαίδευση για παραδείγματα κατά μάθημα θεωρητικών και θετικών σπουδών (Βλ. για πρότυπο τα Πρακτικά Συνεδρίου ΠΥΛΟΣ 1998. Αθήνα, Δ. Παπαδήμας, 2000) και Γ. Ντελόπουλος, «Βελεστίνο και Εκπαίδευση», Πρακτικά Συνεδρίου ΥΠΕΡΕΙΑ, τομ. Δ . Αθήνα 2008.

[6] Βλ. εκδ. για το Άργος του Συλλόγου ΔΑΝΑΟΣ.

[7] Βλ. Vladimir I. Georgiev, Introduction to the History of the Indoeuropean Languages, Sofia 1981, σ. 162–164.

[8] Ο Βούλγαρος Συμεών (9ος αι. μ.Χ.) ονομάσθηκε «ημιαργείος (κατά το ήμισυ έλληνας), επειδή είχε ελληνική παιδεία (από τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη). Αντίθετες γνώμες για άνοδο των νοτίων αντί της καθόδου βορείων φύλων βλ. Α. Πουλιανός, Η καταγωγή των Ελλήνων. Αθήνα 1956 για την ερμηνεία της επανόδου των Ηρακλειδών στην Αργολίδα από το Βορρά, όπου Ορεστικόν – Ορέστης σημαίνει ορεινό – ορεινός (εκ του όρος).

[9] Η ρίζα ΔΑΝ ως ενδεικτικό ποταμού απαντά σε πολλά υδρωνύμια του Ευρωπαϊκού – Μεσογειακού χώρου Δαν-ακός (Σύρος) Δανούβιος, Ηριδαν-ός Αττική) Δανούβιος > Δούναβις – Δον – Ιορδάν-ης.

[10] Με τους Ρωμαίους έφθασε ως την Αγγλία, όπου το castra έγινε chester σε καταλήξεις πόλεως που είχαν ρωμαϊκά στρατόπεδα όπως: Manchester, Colchester Winchester.

[11] Βλ. Ν. Παπαχατζής, Κορινθιακά, Λακωνικά, εις Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις. Αθήνα, εκδοτική Αθηνών, 1976, σ. 174.

[12] Βλ. Γ. Ντελόπουλος, «Δυτικά πρότυπα των κάστρων της Ηλείας», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Ηλειακών Σπουδών. Αθήναι 1980, σ. 149-158.

[13] Στο Χρονικό του Μορέως, 2084–2088, εκδ. Καλονάρος αναφέρεται ως ένα από τα ισχυρότερα κάστρα του Μοριά για τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουΐνο.

 «Τέσσερα κάστρα αφέντη μας

σε λείπουσιν ακόμη·

το πρώτο ένι η Κόρινθος, το δεύτερο

το Ανάπλιν,

το τρίτον ένι η Μονοβασιά, το

τέταρτο το Άργος·

πολλά είν’ τα κάστρα δυνατά

καλά σωταρχισμένα,

Με πόλεμον ούχ ημπορείς

ποτέ σου να τα επάρης».

[14] Είναι ακόμη εμφανές σε εξωτερικούς τοίχους Βλ. Εικονογράφηση ένθ. άν. Παπαχατζή.

[15] Ο A. Bon σημειώνει για αλόγιστες ανασκαφές χωρίς να έχουν ληφθεί μέτρα συντήρησης. Βλ. Αρχαιολογικόν Δελτίον 29 (1973 –74) 101-505.

[16] Βλ. τα κάστρα στην Ελληνική και ξένη (δυτική) λογοτεχνία όπως:

– Α. Δουμά (πατρός) Ο πύργος της Νέσλ (1832).

– Κ. Ουράνης, Ταξίδια στην Ελλάδα.

– Α. Τερζάκη, Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ μυθιστόρημα.

– Ν. Καζαντζάκη, «Τοπία και κάστρα του Μοριά», Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1960.

[17] Αυτή η τάση αξιοποίησης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τη διατήρηση- συντήρησης όλων των ιστορικών αρχιτεκτονικών στοιχείων των διασωθέντων κάστρων όπως έχουν καταγραφεί σε ειδικά Συνέδρια που έγιναν κατά καιρούς στην Ελλάδα και το Εξωτερικό. Βλ. σχετική βιβλιογραφία εις G. Dimitrocallis – N. Moutsopoulos, «Bibliographie principale de chateaux–forts de la Grece», Τεχνικά Χρονικά, Φεβρουάριος, τεύχος 500, Αθήναι 1968 και την από τότε μέχρι σήμερα (2006) στα αντίστοιχα κάστρα Ελλάδος, Ιταλίας, Γαλλίας στο διαδίκτυο και στο Κέντρο Τεκμηρίωσης του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (Ε.Ι.Ε.), Αθήνα.

Read Full Post »

Η διάδοση των Ρωμαϊκών Ονομάτων στην Αργολίδα (1ος  αι. π.Χ. – 3ος αι. μ.Χ.)

 

 


 

 Από τις 250 επιγραφές της Αργολίδας, στις οποίες μαρτυρούνται περίπου 200 πρόσωπα, που απόκτησαν το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη από το τέλος του 1ου αι. π.Χ. μέχρι το 212 μ.Χ., παρακολουθείται η σταδιακή διείσδυση των ρωμαϊκών ανθρωπωνυμίων στις τέσσερεις αρχαίες πόλεις του νομού, σύμφωνα με την σύγχρονη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας, στο Άργος, την Επίδαυρο, την Ερμιόνη και την Τροιζήνα.

Τα λιγοστά ρωμαϊκά ονόματα που εμφανίζονται στις επιγραφές που χρονολογούνται στην περίοδο μεταξύ του τελευταίου τετάρτου του 1ου αι. π.Χ. ως την πρώτη τριακονταετία του 1ου μεταχριστιανικού αιώνα θα πολλαπλασιαστούν προϊόντος του αιώνα, για να αυξηθούν ακόμα περισσότερο στον 2ο αι. Στην ουσία η αύξηση αυτή αφορά κυρίως στα gentilicia και όχι στα cognomina, τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία παραμένουν ελληνικά.

 

Η προσέγγιση του επιγραφικού υλικού από την Αργολίδα αφορά κυρίως στην μελέτη των επιγραφών που προέρχονται από τις τέσσερεις πόλεις – κράτη της αρχαιότητος, του Άργους, της Επιδαύρου, της Ερμιόνης και της Τροιζήνας, που γεωγραφικά περιλαμβάνονται στον νομό Αργολίδας, στην βορειοανατολική Πελοπόννησο, σύμφωνα με την σύγχρονη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας.[1]

Στις τετρακόσιες περίπου επιγραφές που χρονολογούνται από τον 2ο π.Χ. αιώνα μέχρι και τον 4ο μεταχριστιανικό, αν και το διαθέσιμο υλικό από τα μέσα του 3ου αι. και μετά είναι ελάχιστο, μαρτυρούνται 272 πρόσωπα που φέρουν ρωμαϊκά ονόματα. Από τα πρόσωπα αυτά τα 78 ταυτίζονται είτε με γνωστούς Ρωμαίους, υπηρέτες της κεντρικής διοίκησης στην επαρχία της Αχαΐας – δεν συμπεριλαμβάνονται οι αυτοκράτορες και τα μέλη των αυτοκρατορικών οικογενειών – είτε με Έλληνες μη καταγόμενους από την Αργολίδα. Στα 272 πρόσωπα που αναφέρθηκαν θα πρέπει να προστεθούν και οι αντίστοιχοι Αργείοι, Επιδαύριοι, Τροιζήνιοι και Ερμιονείς, που έχουν ρωμαϊκά ονόματα και μαρτυρούνται σε επιγραφές προερχόμενες από άλλες ελληνικές πόλεις.

Στον 1ο αι. π.Χ. σε επιτύμβιες επιγραφές από το Άργος απαντούν πρόσωπα με ονόματα όπως Γάϊος, Λεύκιος[2], Αύλος[3] η Πρείμα[4], χωρίς gentilicium ή cognomen, ενώ τα πατρώνυμα όλων, καθώς και τα ονόματα των αδελφών ενός Αύλου και της Πρείμας είναι ονόματα ελληνικά.

Παρά τις επιφυλάξεις ορισμένων ερευνητών για το κατά πόσον τα αρσενικά τουλάχιστον ονόματα που προαναφέρθηκαν είναι πράγματι λατινικής προελεύσεως ή ελληνικής, θα πρέπει για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο να θεωρηθεί ότι οφείλονται σε ρωμαϊκή επίδραση.[5]

Σε δύο τιμητικές επιγραφές από το Άργος, μία λατινική για τον Καικίλιο Μέτελλο, που χρονολογείται το 69/68 π.Χ.[6] και μία δίγλωσση για τον γαμβρό του Μάρκιο Ρήγα του 67/ 66 π.Χ.,[7] αναφέρονται Ιταλοί negotiatores εγκατεστημένοι στην πόλη, Italici quei Argeis negotiantur. Επομένως τουλάχιστον στο α’ μισό του 1ου αι. π.Χ. στο Άργος υπήρχε μία κοινότητα Ιταλών.[8]

Η εποχή της εγκατάστασης των Ιταλών negotiatores στο Άργος ίσως να πρέπει να συνδυαστεί με την καταστροφή του λιμανιού του Πειραιά από τον Σύλλα το 86 π.Χ. και την παρακμή των μεγάλων εμπορικών κέντρων με τις εξαιρετικά ανθηρές κοινότητες των Ιταλών και των Ρωμαίων εμπορευομένων, όπως η περίπτωση της Δήλου.

Ασφαλώς το Άργος, χωρίς να προσφέρει τα πλεονεκτήματα της Δήλου ή της Ρόδου, διέθετε ορισμένα πολύ θετικά στοιχεία που ευνοούσαν την εγκατάσταση των Ιταλών negotiatores.[9] Η πόλη διέθετε ένα πολύ καλό λιμάνι, πάνω στο δρόμο επικοινωνίας του Αιγαίου και της Ασίας με την Ιταλία και την Δύση. Η καταστροφή της Κορίνθου λειτουργεί απόλυτα θετικά στην εξέλιξη του Άργους σε κέντρο εμπορίου. Και το κυριότερο ίσως, η πόλη διέθετε πλούσια γη για καλλιέργεια και νομές.[10]

Είναι πολύ πιθανό μετά την παρακμή της Δήλου ένα μέρος των εκεί εμπορευομένων να εγκαταστάθηκε στο Άργος μεταθέτοντας εκεί τις δραστηριότητες και τα συμφέροντα τους. Κατά μίαν άποψη η συνέχεια αυτή δικαιολογεί και τη χρήση του όρου Ιταλοί / Italici, στις προαναφερθείσες αργολικές επιγραφές, σε εποχή μετά τον Συμμαχικό πόλεμο, που θεωρητικά τουλάχιστον όλοι οι κάτοικοι της Ιταλικής χερσονήσου είχαν αποκτήσει το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Οι έμποροι που εγκαταστάθηκαν στο Άργος θέλησαν να περιβάλουν τη νέα τους έδρα με την δύναμη και το κύρος που είχε αποκτήσει η συντεχνία τους στη Δήλο.[11]

  

 

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

  

Αυτό που φαίνεται να προκύπτει από την μελέτη του δημοσιευμένου τουλάχιστον ανθρωπωνυμικού υλικού του Άργους είναι ότι η κοινότητα των negotiatores θα πρέπει να ανέπτυξε δραστηριότητες περιορισμένης εμβέλειας και διαφορετικής ενδεχομένως φύσεως. Η σύγκριση των προσωπογραφικών και ανθρωπωνυμικών δεδομένων της Δήλου[12], αλλά και της Ρόδου[13], με αυτά του Άργους παρέχει σαφείς ενδείξεις.

Τέσσερα μόνο πρόσωπα στις επιγραφές του Άργους, που χρονολογούνται στο τελευταίο τρίτο του 1ου αι. π.Χ. ή στις αρχές του 1ου μεταχριστιανικού αιώνα, είναι φορείς των tria nomina[14]. Το παλαιότερο και μοναδικό για τα συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια λατινικό cognomen είναι το Ινγένουος[15] και φέρεται από τον Λεύκιο Κορνήλιο Ινγένουο ή Ίνγενο, σε διαφορετική απόδοση, πρόσωπο γνωστό από δύο τιμητικές επιγραφές[16].

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης. Τria nomina: Χαρακτηριστικά τρία ονόματα που συμπλήρωναν την ονοματοδοσία των Ρωμαίων πολιτών. Αποτελούνταν από το praenomen (το μικρό όνομα), το nomen gentilicium (το όνομα της οικογένειας ή της φυλής στην οποία ανήκε) και το cognomen (το όνομα του συγκεκριμένου κλάδου της οικογένειάς του) ή το agnomen (ένα χαρακτηριστικό προσωπικό όνομα που οφειλόταν σε κάποια ιδιότητα, ένα είδος παρωνυμίου δηλαδή).]

Είναι πιθανό ο Ινγένουος, ο οποίος τιμάται από την συντεχνία των Λεειτών, ενδεχομένως των λιθοξόων (από το λείος, λειαίνω)[17] να ανήκε ή να προερχόταν από τον κύκλο των Ιταλών. Το βέβαιο όμως είναι ότι είχε πολιτογραφηθεί και Αργείος, αφού στην δεύτερη επιγραφή που τιμάται από τον δήμο των Αργείων αναφέρεται ότι είχε διατελέσει γυμνασίαρχος, αγορανόμος, γραμματεύς, ταμίας και αγωνοθέτης[18].

Εξ ίσου πιθανή βέβαια είναι και η περίπτωση να πρόκειται για ντόπιο που οφείλει ενδεχομένως την πολιτεία στον Πόπλιο Κορνήλιο Σκιπίωνα, ταμία και αντιστράτηγο στην Αχαΐα το 25 π.Χ. περίπου,[19] και ο οποίος, αν και σε πρώιμους σχετικά χρόνους, υιοθέτησε το λατινικό cognomen. Ίσως μάλιστα η ίδια η σημασία, η ελληνική ερμηνεία, του cognomen να αποτελεί ένδειξη για την καταγωγή του.

Σε δίγλωσση επιτύμβια επιγραφή μαρτυρείται το όνομα του Μάρκου Περπέρνα Ύμνου[20], ενδεχομένως απελεύθερου[21], ο οποίος θα μπορούσε να είναι και αυτός μέλος της κοινότητας των εμπορευομένων. To gentilicium Περπέρνας, όχι συχνό στον ελλαδικό χώρο, είναι κοινό στο ονοματολόγιο των Ετρούσκων[22]. Αντίθετα το cognomen υποδηλώνει ελληνική προέλευση. Απαντάται σε κείμενα πολλών ελληνικών πόλεων ως απλό όνομα[23].

Ο ρήτορας και φίλος του Μάρκου Αντώνιου, Μάρκος Αντώνιος Αριστοκράτης, υιός Αναξίωνος[24], θα πρέπει να αναγνωριστεί σε τιμητική επίσης επιγραφή του β’ μισού του 1ου αι. π.Χ.[25]. Δεν είναι βέβαιο αν είναι Αργείος ή Αθηναίος, καθώς εκτός από την συντεχνία των Αργείων σπατοληαστών, των βυρσοδεψών (από το σπάτος), τιμάται και από τον δήμο των Αθηναίων[26]. Το βέβαιο πάντως είναι ότι υπεύθυνος για την πολιτεία του είναι ο ίδιος ο Μάρκος Αντώνιος.

Ο αριθμός των ρωμαϊκών ονομάτων στο Άργος αυξάνεται προϊόντος του 1ου αι. μ.Χ., για να γίνει ακόμα μεγαλύτερος τον 2ο αι. Τον 3ο αι. παρατηρείται μία σημαντική μείωση, άλλωστε και γενικά οι επιγραφικές μαρτυρίες ελαχιστοποιούνται, για να καταλήξουμε τελικά σε μόνο ένα όνομα στον 4ο αι. Στις επιγραφές μαρτυρούνται 15 gentilicia Αργείων, εκ των οποίων τα 6 είναι αυτοκρατορικά και φέρονται από 25 πρόσωπα. 19 ακόμα Αργείοι ανήκουν σε διαφορετικές οικογένειες.

Οι περισσότεροι από τους Αργείους που έχουν την πολιτεία ανήκουν στο γένος των Κλαυδίων. Από τους πρώτους Κλαυδίους του Άργους φαίνεται ότι ήταν ο Τιβέριος Κλαύδιος, υιός Διοδότου, Διόδοτος, αγορανόμος, γραμματέας, ιερέας και αγωνοθέτης των Νεμείων και των πρώτων Σεβαστείων σε αντικατάσταση των μέχρι τότε τελουμένων Καισαρείων[27], τον οποίον τιμούν οι Ρωμαίοι οι εν Άργει κατοικούντες.[28]

Στο ίδιο αυτό γένος ανήκουν και οι δύο από τις τρεις σημαντικές οικογένειες Αργείων των δύο πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων του Τιβερίου Κλαυδίου Αντιγόνου, γερουσιαστή και αγωνοθέτη Νεμείων και Σεβαστείων, ο οποίος αποκτά την πολιτεία μεταξύ 49 και 54[29], και του Τιβερίου Κλαυδίου Τυχικού[30]. Η τρίτη οικογένεια είναι αυτή του Γναίου Πομπηίου Κλεοσθένη, επίσης γερουσιαστή και αγωνοθέτη[31]. Ο 2ος αι. αποτελεί περίοδο ακμής για το Άργος μετά την ευεργετική πολιτική του Αδριανού προς την πόλη και την συμμετοχή του στο Πανελλήνιο[32].

Σε αντίθεση με τις οικογένειες των Αργείων, για τις οποίες οι σωζόμενες μαρτυρίες δεν αφορούν περισσότερες από τρεις γενεές, οι μεγάλες οικογένειες της γειτονικής Επιδαύρου, τα μέλη των οποίων αρκετά νωρίς αποκτούν την ρωμαϊκή πολιτεία, έχουν μία μακρά παράδοση που ανάγεται τουλάχιστον στο α’ μισό του 3ου αι. π.Χ., και παρακολουθείται αδιάσπαστα μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 2ου μεταχριστιανικού αιώνα[33].

Βεβαίως είναι πολύ πιθανόν αυτή η αδιατάρακτη διαδοχή των γενεών να οφείλεται στην ίδια την φύση των επιγραφών, στο σύνολο τους σχεδόν αναθηματικές και τιμητικές. Το μέγιστο μέρος του δημοσιευμένου τουλάχιστον υλικού προέρχεται από το ιερό του Ασκληπιού και ένα μικρότερο ποσοστό από το ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα, ένα χώρο με πανελλήνια ακτινοβολία από τον 4ο αι. π.Χ. Όπως είναι φυσικό σε τέτοιου είδους κείμενα σώζονται μαρτυρίες για πρόσωπα προερχόμενα από μία συγκεκριμένη τάξη, από ένα περιορισμένο σχετικά κύκλο, που η κοινωνική τους θέση επιτρέπει την ανάληψη του κόστους ενός αναθήματος ή ενός τιμητικού ανδριάντα και την συναναστροφή τους άμεσα ή έμμεσα με τους εκάστοτε κρατούντες. Όντας μέλη της ηγετικής τάξης της πόλης, μπορούσαν ευκολότερα να συνδεθούν με τους φορείς της ρωμαϊκής εξουσίας.

Τα στέμματα των μεγάλων οικογενειών της Επιδαύρου έχουν αποκατασταθεί από τον Fraenkel και τον Hiller von Gaertringen στους τόμους των Inscriptiones Graecae IV και IV Ι2 αντίστοιχα, ενώ ειδικά για την οικογένεια των Στατειλίων υπάρχει η πρόσφατη διεξοδική μελέτη του Α. Spawforth[34]. Στην οικογένεια των Κλαυδίων είναι πιθανή η προσθήκη της οικογένειας του Τιβερίου Κλαυδίου Πολυκράτη[35], πατέρα της Κλαυδίας Δαμαρούς[36], συζύγου του Τιβερίου Κλαυδίου Ξενοκλή[37], συγγενούς των Στατειλίων, η οποία επιτρέπει την παρακολούθηση ενός ακόμα κλάδου των Κλαυδίων μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 2ου αι.

 

Πολυκράτης Ευάνθους

Χ

Τιβ. Κλαύδιος Πολυκράτης                      Τιβ. Κλαύδιος

                                                                              Φαιδρίας

Κλαύδια Δαμαρώ                                          Τιβ. Κλαύδιος

                                                                             Ξενοκλης

Τιβ. Κλαύδιος Φαιδρίας[38]                   Τιβ. Κλαύδιος

                                                                           Παύλος

  

Στο δεύτερο μισό του 2ου αι. τα μέλη των μεγάλων οικογενειών παύουν να κατέχουν τα αξιώματα της πόλης και εμφανίζονται νέα πρόσωπα. Με την παρακμή των παλαιών αριστοκρατικών γενών, φαινόμενο γενικότερο της εποχής, ίσως να μπορεί να συνδυαστεί και η παρακμή του ιερού, που προκειμένου να συντηρηθεί και να επισκευαστεί απαιτήθηκαν τα χρήματα του Ρωμαίου συγκλητικού Σέξτου Ιουλίου Μαΐωρος Αντωνίνου Πυθοδώρου Νυσαέως [39].

Ο πρώτος Επιδαύριος ο οποίος παίρνει την ρωμαϊκή πολιτεία θα πρέπει να είναι ο Νικάτας Σωδάμου, για να ονομαστεί Γναίος Κορνήλιος Νικάτας, ενδεχομένως στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 1ου αι. π.Χ. Ίσως και αυτός να οφείλει την πολιτεία του στον ταμία και αντιστράτηγο της Αχαΐας Πόπλιο Κορνήλιο Σκιπίωνα. Οι Κορνήλιοι φαίνεται ότι ήταν βασικοί υποστηρικτές της αυτοκρατορικής λατρείας στην Επίδαυρο.

Ο Γναίος Κορνήλιος Νικάτας στα χρόνια του Αυγούστου θέσπισε για πρώτη φορά τα Καισάρεια και καθιέρωσε να συνεορτάζονται με τα Απολλωνιεία και τα Ασκληπιεία, αγωνοθετήσαντα πρώτον τα Απολλωνίεια και Ασκληπίεια κτίσαντά τε ταν Καισαρείων πανάγυριν και αγώνας και πρώτον αγωνοθετήσαντα, και διετέλεσε δύο φορές ιερέας της αυτοκρατορικής λατρείας. Όταν αργότερα τα Καισαρεία έγιναν Σεβάστεια, από τους τελευταίους αγωνοθέτες στην Επίδαυρο είναι ο δισέγγονος του Γναίος Κορνήλιος Φαβία Πούλχερ, ο γνωστός από επιγραφές της Κορίνθου, της Τροιζήνας, του Άργους, της Αθήνας, αρχιερέας της αυτοκρατορικής λατρείας, ελλαδάρχης και γραμματέας του Κοινού των Αχαιών[40]».

Ο γιος του Νικάτα, Γναίος Κορνήλιος Πούλχερ, είναι ο πρώτος Επιδαύριος με λατινικό cognomen, σε εποχή αρκετά πρώιμη, τουλάχιστον στην πρώτη δεκαπενταετία του 1ου αι. μ.Χ., σαφέστατη ένδειξη του εκρωμαϊσμού της οικογένειας του. Ο Πούλχερ ήταν νικητής εν κέλητι τελείω και συνωρίδί τελεία σε αγώνες του 32 / 33[41], αγωνοθέτης των Ισθμίων και των αυτοκρατορικών αγώνων του 43, ενώ τιμάται από την πόλη των Επιδαυρίων ετών οντά τεσσάρων και αγορανομήσαντα και γυμνασιαρχήσαντα εν ταις πανυγήρεσιν, αρετάς ένεκεν και ευνοία, ένδειξη της εξέχουσας θέσης της οικογένειας του και της μεγάλης επιρροής της στα κοινά.

Στην ίδια οικογένεια με τον Νικάτα ανήκει και ο Νικοτέλης Ευνόμου, αγωνοθέτης των Ασκληπιείων και των αυτοκρατορικών αγώνων του, ο οποίος είναι και ο πρώτος από τον κλάδο των Κλαυδίων που αποκτά την ρωμαϊκή πολιτεία μεταξύ 49 και 54. Στο Ασκληπιείο σώζεται η βάση των ανδριάντων που ο Τιβέριος Κλαύδιος Ευνόμου υιός Νικοτέλης ίδρυσε προς τιμή του Κλαυδίου και της Αγριππίνας.

Στην περίοδο της αρχής του Πόπλιου Μέμμιου Ρέγουλου, ανάμεσα 35 και 44, αποκτά την πολιτεία ο Τίτος Στατείλιος Τιμοκράτης, ο πρώτος από την τρίτη μεγάλη οικογένεια της Επιδαύρου, τα μέλη της οποίας διαδραματίζουν βασικό ρόλο στα κοινά μέχρι το τέλος σχεδόν του 2ου αι.

Όπως είναι φανερό ήδη από τα στέμματα του Hiller von Gaertringen οι τρεις οικογένειες των Κορνηλίων, των Στατειλίων και των Κλαυδίων αποτελούν στην ουσία τρία παρακλάδια του ίδιου βασικού κορμού. Στην πραγματικότητα είναι μία κλειστή κοινότητα στα μέλη της οποίας εναλλάσσονται τα αξιώματα της πόλης, του ιερού και όχι μόνο. Διατηρούν στενές σχέσεις με το Άργος, που στον 1ο αιώνα είναι η έδρα του συνεδρίου των Αχαιών, αξιώματα του οποίου καταλαμβάνουν, την Κόρινθο, την Σπάρτη, την Αθήνα, που ασφαλώς έχουν να τους προσφέρουν περισσότερες δυνατότητες πλουτισμού και κοινωνικής ανόδου απ’ ότι η ίδια η πόλη τους, η οικονομία της οποίας θα πρέπει και στην αυτοκρατορική περίοδο, όπως και στα κλασικά χρόνια, να ήταν κατά βάση γεωργική, ενώ μερικά από τα μέλη τους φτάνουν στο να αποκτούν αξιώματα της κεντρικής εξουσίας. Η βασική αντίληψη των αρχαίων ελλήνων, ότι κανείς μπορούσε να είναι πολίτης μίας μόνο πόλης, ως γνωστό, στους αυτοκρατορικούς χρόνους περιήλθε σε αχρηστία και η ρωμαϊκή πολιτεία κατέστη συμβατή με την πολιτεία μιας ή και περισσότερων πόλεων. Και η παλαιά αριστοκρατία της Επιδαύρου δεν θα ξέφευγε από τον κανόνα.

Λίγα είναι τα διαθέσιμα στοιχεία για τις δύο μικρότερες πόλεις της Αργολίδας, την Ερμιόνη και Τροιζήνα. Εδώ όμως το διαθέσιμο υλικό είναι πολύ μικρότερο. Οι Ερμιονείς φορείς της ρωμαϊκής πολιτείας που μπορούν να χρονολογηθούν δεν είναι παλαιότεροι από τον 2ο μεταχριστιανικό αιώνα. Από τα 20 χρονολογημένα πρόσωπα τα 18 ανήκουν στο γένος των Αυρηλίων, 1 στους Ιουλίους και 1 στους Καικιλίους.

Τέσσερα ονόματα γένους μαρτυρούνται στις επιγραφές για τους πολίτες της Τροιζήνας και συμπεριλαμβάνουν μόλις 7 πρόσωπα. Όπως και στο Άργος, παρατηρείται μία υπεροχή των Κλαυδίων, αν και με τόσο λίγο υλικό οποιαδήποτε σύγκριση είναι κάθε άλλο παρά ασφαλής. 

Σε σχέση με το σύνολο των πολιτών των τεσσάρων πόλεων που προαναφέρθηκαν και μέσα στα υπό εξέταση χρονικά πλαίσια, από τον 2ο αι. π.Χ. ως το 212, το ποσοστό των Αργείων και Επιδαυρίων που φέρουν ρωμαϊκά ονόματα πριν το διάταγμα του Καρακάλλα –συμπεριλαμβάνονται και οι αντίστοιχοι Αργείοι, Επιδαύριοι, Τροιζήνιοι και Ερμιονείς, που έχουν ρωμαϊκά ονόματα και μαρτυρούνται σε επιγραφές προερχόμενες από άλλες πόλεις – δεν ξεπερνά το 25%, ενώ είναι μερικές μονάδες μικρότερο για τους Τροιζηνίους και τους Ερμιονείς.

Τα λιγοστά ρωμαϊκά ονόματα που μαρτυρούνται στις επιγραφές της Αργολίδας μέχρι το α’ τρίτο του 1ου αι.μ.Χ., αυξάνονται σημαντικά κατά την διάρκεια του β ‘ μισού του ίδιου αιώνα, από την εποχή της αρχής του Κλαυδίου. Ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο τον 2ο αι. Όσον αφορά μάλιστα στα μέλη των παλαιών αριστοκρατικών γενών είναι φανερό ότι μέχρι το τέλος του 2ου αι. είχαν αποκτήσει στο σύνολο τους τον τίτλο του ρωμαίου πολίτη.

Όμως η αύξηση αυτή αφορά κυρίως στα ονόματα γένους. Τα cognomina ακολουθούν την ίδια μεν αύξηση, ο αριθμός τους αυξάνεται παράλληλα με τα gentilicia, αλλά το ποσοστό τους σε σχέση με τα ονόματα γένους είναι εξαιρετικά μικρό. Η προτίμηση στα ελληνικά cognomina είναι αναμφισβήτητη. Αν το λατινικό cognomen θεωρηθεί σαφής ένδειξη εκρωμαϊσμού του φέροντος, τότε ενδεχομένως η εμμονή στα ελληνικά cognomina να αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο για την ύπαρξη της ελληνικής εθνικότητας και της εθνικής συνείδησης.

 

Λίνα Γ. Μενδώνη

 Κέντρο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

 

  

Υποσημειώσεις

 

 


 

 [1] Η μελέτη του ανθρωπωνυμικού υλικού της ρωμαϊκής περιόδου από την Αργολίδα εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του έργου Nomina Romana του προγράμματος Νότιας Ελλάδας του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

 [2] Ο Λεύκιος Λευκίου, τραγικός χοροδιδάσκαλος (SEG 33 [1983] 290), αναγραφόμενος σε κατάλογο τεχνιτών από το Άργος, δεν μπορεί να θεωρηθεί με βεβαιότητα Αθηναίος (πρβλ. LGPN, s. ν. Λεύκιος, αριθμ. 5). Βλ. Ι. Στεφανής, Διονυσιακοί Τεχνίται. Συμβολές στην Προσωπογραφία του Θεάτρου και της Μουσικής των αρχαίων Ελλήνων (Ηράκλειο 1988) 282, αριθμ. 1540.

 [3] SEG 11 (1950)344· /GII2 8378 (για την χρονολόγηση της επιγραφής, Μ. Μιτσός, Αργολική Προσωπογραφία [Αθήνα 1952] 5. ν. Αύλος II).

 [4] SEG 11(1950)344.

[5] E. Kapetanopoulos, «Romanitas and the Athenian Prytaneis», AE 1981,24-25.

[6] CIL III 531.

[7] IG IV 604.

[8] J. Hatzfeld, Les Trafiquants Italiens dans Ι’ Orient Hellénique (Paris 1919) 78· η περιοχή του Κλείτορος που συζητάται από τον Hatzfeld δεν ανήκει στη σύγχρονη Αργολίδα, αλλά στην Αρκαδία. D. van Berchem, «Les Italiens d’Argos et le déclin de Délos», BCH86 ( 1962) 305 – 313 και του ιδίου, «Les Italiens d’ Argos. Un post-scriptum», BCH81 (1963) 322-324.

[9] D. van Berchem, «Les Italiens d’Argos et le déclin de Délos», όπ. π., 306.

[10] Για το ενδιαφέρον των Ρωμαίων σε θέματα γεωργίας και κτηνοτροφίας, S. Zoumbaki, «Ρωμαίοι ενγαιούντες. Römische Grundbesitzer in Eleia», Tyche 9 (1994)213-218.

[11] Πρβλ. D. van Berchem, όπ. π. (υποσημ. 8).

[12] J. Hatzfeld, «Les Italiens résidant à Délos mentionnés dans les inscriptions de l’île», BCH36 (1912) 5-218 και M.-F. Basiez, 215-224. Πρβλ. επίσης, Chr. Le Roy, «EncoreF agora des Italiens à Délos», MélangesP. Leveque 7(1993)183-208.

[13] A. Bresson, infra, 225-238.

[14] 1. Λ(εύκιος) Κορνήλιος Ίνγένουος ή «Ινγενος (= IGIV 607 και SEG 13 [1956]244). ΟΜ. Fraenkel στην έκδοση των IG αναπτύσσει το όνομα ως Λ(ούκιος)· η ανάπτυξη Λ(εύκιος) είναι μάλλον προτιμότερη λόγω της πρωϊμότητας της επιγραφής. 2. Μάρκος Περπέρνας Ύμνος (= SEG25 [1971] 370). 3. Μάρκος Αντώνιος Αριστοκράτης (= IG IV 581). 4. Μάρκος Άνταλίνιος Σιλάσιμος(=/σΐν538+641).

[15] 1. Kajanto, The Latin Cognomina (Roma 1982) 314 (= Η. Solin – Ο. Salomies, Repertorium nomimumgentilium et cognominum latinorum [Mainz 1988] 345).

[16] Βλ. ανωτέρω σημ. 14

[17] Λεεΐται videtur derivatum esse a λείος, ut forma principalis fuerit λεΐτης… quod ex itacisco mutatum est in λεΐτης. Habemus igitur praeter collegia Argiva occurrentiaen. 530,581,608 aliud: «levigantium, levigaverit quidem ligna s. lapides», M. Frankel σχόλια στην έκδοση των IG.

[18] P. Chameaux, «Inscriptions d’ Argos», BCH16 ( 1953) 400-402 και H. W. Pleket, «Three Epigraphic Notes», Mnemosyne (ser. 4) 10(1957) 141-143.

[19] PIR II2 C 1438- E. Groag, Die Römischen Reichsbeamten von Achaia bis auf Diokletian (Wien-Leipzig 1939) 113.

[20] Βλ. ανωτέρω σημ. 14.

[21] Η. Solin, Die griechischen Personennamen in Rom. Ein Namenbuch (Βερολίνο 1982) III, 1177.

[22] W. Schulze, Zur Geschichte lateinischer Eigennamen (Βερολίνο 1904)88(= H. Solin- O. Salomies,ÓJt. π., 141).

[23] Βλ. πρόχειρα LGPN1 – II, s. ν. Ύμνος. Η παλαιότερη μαρτυρία του ονόματος, όσο τουλάχιστον γνωρίζω, είναι σε επιγραφή από την αγορά των Αθηνών, που χρονολογείται στα τέλη του 3ου/αρχές 2ου αι. π.Χ., D. W. Bradeen, Inscriptions. The funerary monuments (1973) 407.

[24] Πλούταρχος, Αντώνιος 69  και P. Graindor, Athènes sous Auguste (Κάϊρο 1927) 236.

[25] Βλ. ανωτέρω σημ. 14.

[26] IG II2 3899. Πρβλ. Ε. Kapetanopoulos, The Early Expansion of Roman Citizenship into Attica during the first part of the Empire (200 B. C. -A. D. 70) [Yale 1963] (αδημ. διδ. διατριβή) 215 και Prosopographia 187.

[27] Α. Β. West, «Achaean Prosopography and Chronology», CPh 23 (1928) 258-269 και ειδικότερα 260, σημ. 2.

[28] IG IV 606.

[29] SEG28 (1978) 396 και 397. Πρβλ. Α. Β. West, όπ. π., 260-261.

[30] M. Piérart, «A propos des subdivisions de la population argienne», BCH 109 (1985) 345-356 και ειδικά 355-356 (= SEG 35 [1985] 270-271).

[31] P. Chameaux, «Inscriptions d’ Argos», BCH80 ( 1956) 598-618 και ειδικότερα 610-614 (SEG 16 [1959] 258 και 259).

[32] A. J. Spawforth – S. Walker, «The World of the Panhellenion II. Three Dorian Cities», JRS 1986, 88-105 και ειδικότερα 101-105, όπου διαπραγματεύονται την δραστηριότητα των μεγάλων οικογενειών της πόλης.

[33] F. Hiller von Gaertringen, JGIV2 1 (Βερολίνο 1929) Prolegomena, XXV, XXX-XXXI, XXXIV.

[34] «Families at Roman Sparta and Epidaurus: Some Prosopographical Notes», ABS A 80 (1985) 191-258 και ειδικότερα 248-258.

[35] IG IV2 1, 685 και 686, ο οποίος χρονικά τοποθετείται στο β ‘ μισό του 1ου αι. μ.Χ. Ο Τιβ. Κλαύδιος Πολυκράτης θα μπορούσε να είναι εγγονός του Πολυκράτους Ευάνθους (= 7GIV21,647), ο οποίος χρονολογείται στο τέλος του 1ου αι. π.Χ.

[36] IG IV2 1,678.

[37] IG IV2 1,678. Αυτός ο Ξενοκλής ταυτίζεται πιθανότατα με τον αναθέτη ενός ανδριάντα στον αξιωματούχο της εποχής του Αδριανού, Γναίο Κορνήλιο Πούλχερ (PIR IIC, 1424). Βλ. W. Peek, Neue Inshrìften aus Epidaurus, Abhandlungen der Sächsischen Akademie der Wissenschaften zu Leipzig, Band 63.5 (Λειψία 1972) 47.

[38] IG IV2 1,686.

[39] F. Hiller von Gaertringen, όπ., π., XXXIV. Ο Ρωμαίος συγκλητικός Sextus Julius Major Antoninus Pythodorus συντήρησε διάφορα κτήρια στο Ασκληπιείο και στο Ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα και έκτισε αρκετά νέα, Παυσανίας II. 27,6-7.

[40] PIR II2 C, 1424· για την σταδιοδρομία του Γναίου Κορνηλίου Ποϋλχερ, και κυρίως για τις δραστηριότητες του ως στρατηγός, γραμματεύς των Αχαιών και αρχιερεύς της αυτοκρατορικής λατρείας, βλ. Β. Puech, «Grands Prêtres et Helladarques d’Achaie», REA 85 ( 1983) 17-21. Πρβλ. επίσης G. Bowersock, «Some persons in Plutarch’s moralia», CQ 15 (1965)267-270.

[41] IG IV2 1, 101 και W. Peek, Inschriften aus dem Asklepieion von Epidaurus, Abhandlungen der Sächsischen Akademie der Wissenschaften zu Leipzig (Λειψία 1969) 40-41, αριθμ. 45.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Δούλοι και Κύριοι στη Ρωμαιοκρατούμενη Ελληνική Κοινωνία του Άργους

          


 

                                                                                               

Σε δύο επιγραφικά κείμενα, που βρέθηκαν στο Άργος της Πελοποννήσου, χρονολογούμενα κατά την ηγεμονία του Κλαύδιου ή ίσως λίγο μεταγενέστερα, αναφέρεται η προσωπικότητα του Τιβέριου Κλαύδιου Διοδότου, ανθρώπου που θα μπορούσε να καυχηθεί πως ήταν ο πρώτος, ίσως και ο μόνος εκείνη την εποχή, που προέβη σε διανομή λαδιού στα γυμνάσια και στα λουτρά, διανομή με αποδέκτες τόσο τους ελεύθερους, όσο και τους δούλους άνδρες της πόλης (IG IV 606). Εάν ο εν λόγω χορηγός ήταν ο πρώτος, ο Ονησιφόρος, άτομο που έδρασε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Τραϊανού, υπήρξε διάδοχός του στην πρακτική αυτή, καθώς με δικά του έξοδα διένειμε ελαιόλαδο αδιακρίτως σε κάθε γυμνάσιο και λουτρό (βαλανείον), από την αυγή ως τη δύση του ηλίου, σε ελεύθερους και σκλάβους άνδρες στην ίδια πόλη (IG IV 597).

Η χρήση του λαδιού της ελιάς στα γυμνάσια ήταν γνωστή σε όλο τον αρχαιοελληνικό κόσμο. Οι αθλητές συνήθιζαν να αλείφουν το σώμα τους με ελαιόλαδο πριν από κάθε προπόνηση ή αγώνα. Στην συνέχεια, όταν τελείωνε η άσκηση, αφαιρούσαν (απέξεαν) το ελαιόλαδο μαζί με τη σκόνη και τον ιδρώτα με ένα μεταλλικό εργαλείο, τη στλεγγίδα. Επίσης, μετά από τους αγώνες, η τεχνική μάλαξη των μυών με ελαιόλαδο βοηθούσε στην ξεκούραση του αθλητή.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αδιάκριτη παροχή του λαδιού στους άνδρες του Άργους, ελεύθερους και δούλους, και μάλιστα σε μια εποχή, την αυτοκρατορική Ρωμαιοκρατία, κατά την οποία οι κοινωνικές διακρίσεις στην Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα έντονες. Η πρόβλεψη της παροχής ελαιολάδου σε όλο τον άρρενα πληθυσμό της πόλης χωρίς διάκριση αναδεικνύει ίσως τη σημασία που αποδιδόταν από τους ανθρώπους της εποχής εκείνης στη σωματική φροντίδα. Αυτή η τελευταία αποτελούσε εξισωτικής φύσεως παράγοντα ως προς το status των ανδρών, ελεύθερων και δούλων. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί πως το πασίγνωστο γνωμικό «νους υγιής εν σώματι υγιεί» ίσχυε και για τους ευρισκόμενους σε κατάσταση δουλείας άνδρες και ίσως έτσι αναγνωριζόταν η νοητική τους υπεροχή απέναντι στις άλλες έμψυχες ιδιοκτησίες.

Επειδή το έξοδο της προμήθειας λαδιού για τα γυμνάσια ήταν αρκετά σημαντικό, το αναλάμβανε είτε η ίδια η πόλη, είτε χορηγοί, όπως οι ανωτέρω. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η εφηβική επιγραφή που βρίσκεται εντοιχισμένη στο μοναστήρι της Παναγίας Σισανίου στο νομό Κοζάνης (αρχαία Ορεστίς). Αυτή η επιγραφή αρχίζει με τη φράση «αλειφούσης της πόλεως…»

Οι παραπάνω χορηγίες μας δίδουν ένα δείγμα της φιλελεύθερης αντίληψης των πραγμάτων στην Ρωμαιοκρατούμενη Ελλάδα, εν αντιθέσει προς τα σκληρά Ρωμαϊκά ήθη. Θα ήταν σε θέση να ισχυριστεί κάποιος πως η χειραφέτηση των δούλων είχε ήδη ξεκινήσει από τα χώματα της Αργολίδας κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα και ότι το παραπάνω επίτευγμα δεν απετέλεσε κατάκτηση του 19ου αιώνα στις Αγγλοσαξονικές χώρες.

 

Αθανάσιος Ζιάκας

Φιλόλογος, Υποψήφιος Διδάκτορας ΕΚΠΑ



Πηγή


  • Clarence A. Forbes, «The education and training of Slaves in Antiquity», Transactions  and proceedings of the American Philological Association, Vol. 86, 1955, pp 321-360.

Read Full Post »

Η Δημαρχοκρατία στην Ελλάδα κατά τον 19ον αιώνα – Η περίπτωση του Άργους

    


 

 Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.

 

1. Εισαγωγή

Στην ανακοίνωση αυτή θα αναφερθούμε στο φαινόμενο της δημαρχοκρατίας στην Ελλάδα το οποίο κατά κοινή ομολογία, παρατηρήθηκε στην Ελλάδα τον 19ον αιώνα παραθέτοντας ως παράδειγμα την Επαρχία του Άργους. Για να επιτύχουμε τις αναγκαίες διαμεσολαβήσεις ανάμεσα στο ειδικό και το γενικό, κρίνουμε σκόπιμο εισαγωγικά να παρατεθεί σύντομα, η διαχρονική εξέλιξη γενικά του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης. Εξάλλου, ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης όλο και περισσότερο αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα στο σύστημα Δημόσιας Διοίκησης. Η καταγωγή του όμως χάνεται στα βάθη των αιώνων. [1]

Πολλοί μελετητές υποστηρίζουν την άποψη ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έλκει την καταγωγή του στην αρχαία Ελλάδα και στις μεταρρυθμίσεις του Αθηναίου πολιτικού Κλεισθένη, ο οποίος διένειμε τους Αθηναίους σε 10 Φυλές, 30 Τριττύες και 100 Δήμους[2].

Αντιθέτως άλλοι μελετητές καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και κατ’ επέκταση ο κοινοτισμός αναπτύχθηκε κατά την διάρκεια του Βυζαντίου[3]. Η επικρατέστερη όμως άποψη την οποία και υποστηρίζουμε είναι ότι ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αναπτύχθηκε με την σημερινή του μορφή κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας [4].

 

2. Οι Ελληνικές Κοινότητες της Τουρκοκρατίας

 

 

Οι Τούρκοι κατακτητές με την παραχώρηση μιας σειράς δημοσιονομικών και διοικητικών «προνομίων», ανάμεσα στα άλλα, συγκαταλέγονταν και η αναγνώριση στους ραγιάδες ενός ελάχιστου πλαισίου αυτοδιοίκησης. Μάλιστα κατά την διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε ορισμένες περιοχές, είτε ως τοπική αυτοδιοίκηση των ελλήνων, είχε οργανωθεί από τους Έλληνες κατά Επαρχία, είτε με τη μορφή της ομοσπονδίας κοινοτήτων τοπική αυτοδιοίκηση δευτέρου βαθμού [5].

Η αναγνώριση μιας κάποιας κοινοτικής αυτοδιοίκησης στους χριστιανούς βοήθησε το οθωμανικό κράτος να λειτουργήσει αποτελεσματικά το διοικητικό του σύστημα, χωρίς ωστόσο να απαλλοτριώσει τα δημοσιονομικά και άλλα δικαιώματα τα οποία απέρρεαν από τη λογική της κατάκτησης[6].

Τα πράγματα διευκολύνθηκαν προς την κατεύθυνση αυτή από το γεγονός ότι στην ισλαμική ιδεολογία η έννοια της κατάκτησης ολοκληρώνεται κατά έναν τρόπο με την καταβολή του κεφαλικού φόρου. [7]  Στο πλαίσιο αυτό έχουμε ομοσπονδία κοινοτήτων στα 46 Ζαγοροχώρια στην Ήπειρο,  κάτι ανάλογο στα  Μαντεμοχώρια της Χαλκιδικής. Η ομοσπονδία των Μαντεμοχωριών απαρτίζονταν από 12 κωμοπόλεις και 360 χωριά. Στο Πήλιο έχουμε συνένωση 24 κοινοτήτων οι οποίες όφειλαν κυρίως την ευημερία τους στην επεξεργασία και την εμπορία της μετάξης. Τα Αμπελάκια στη Λάρισα απετέλεσαν, την κατεξοχήν παραγωγική ένωση, η οποία υφάνθηκε γύρω από τον κοινωνικοπολιτικό ιστό του κοινοτικού συστήματος αυτοδιοίκησης [8].

Με βάση την κοινωνική ζωή της περιόδου της Τουρκοκρατίας  η Συνέλευση των Καλτεζών με την «Εγκύκλιο» της Γερουσίας της Πελοποννήσου η οποία εκδόθηκε στις 30/3/1821 η νέα διοίκησης της Πελοποννήσου βασιζόταν στην επαρχιακή και την κοινοτική οργάνωση που ήταν ήδη γνωστή κατά την αμέσως προηγούμενη περίοδο της Τουρκοκρατίας. Έτσι, συγκροτήθηκαν οι «Εφορίες» στα χωριά και οι «Γενικές Εφορίες» στην πρωτεύουσα της κάθε Επαρχίας. Κατά  την διάρκεια της επανάστασης του 1821 συγκροτήθηκε λοιπόν σύστημα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τόσο κοινοτικό, όσο και επαρχιακό, στη βάση και στη συνέχεια του προηγούμενου συστήματος [9].

 
 
 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

 

3. Η δημαρχοκρατία του Maurer  

 

Στη συνέχεια, ο θεσμός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα φέρει βαριά την σφραγίδα του βασιλιά Όθωνα και της αντιβασιλείας του. Η πρώτη μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους, διαίρεση της χώρας σε διοικητικές περιφέρειες έγινε το Απρίλιο του 1833 όπου ακυρώνεται η προηγούμενη διοικητική δομή, και η χώρα διαιρέθηκε σε 10 νομούς και 47 επαρχίες. Κατά τα γαλλικά πρότυπα. Με τον νόμο του 1833 «περί συστάσεως των Δήμων» της 27ης Δεκεμβρίου οι βαυαροί έδωσαν το στίγμα της εξουσίας τους και για τον θεσμό της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Αξίζει να επισημανθεί ότι ο νόμος των Maurer,  Armansperg και  Heideck [10] παρέμεινε σε ισχύ μέχρι την ψήφιση από τον Ελευθέριο Βενιζέλο του  νόμου  ΔΝΖ/1912. Με τον νόμο του 1833 οι βαυαροί επέκτειναν τον συγκεντρωτικό χαρακτήρα της διοίκησης  και στον χώρο της Αυτοδιοίκησης, με τη δημιουργία νέων οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) που ονομάσθηκαν δήμοι και οι οποίοι σχηματίσθηκαν με την συνένωση των χωριών και των μικρών συνοικισμών.

Οι χιλιάδες κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταργήθηκαν και οι συνοικισμοί τους ενσωματώθηκαν διοικητικά σε 750 περίπου Δήμους. Οι νέοι, ολιγάριθμοι και πληθυσμιακά εύρωστοι (μέσος όρος: 1.000 κάτοικοι) για τα  μέτρα της εποχής ΟΤΑ, αποστερούσαν από πολλούς παραδοσιακούς τοπάρχες την «επιχειρησιακή» τους βάση. Μετά την πικρή εμπειρία των εμφυλίων πολέμων και της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια από γόνους παραδοσιακών προεστών («μπέηδων»), οι βαυαροί σάρωσαν με γερμανική πυγμή τις κοινότητες – εμπόδια στη συγκρότηση ενός συγκεντρωτικού και αυταρχικού κράτους. Η επικράτεια διαιρέθηκε σε δήμους που διακρίνονταν σε τρεις τάξεις, ανάλογα με τον πληθυσμό τους. Δήμοι α’ τάξεως, όσοι είχαν τουλάχιστον 10.000 κατοίκους, δήμοι β’ τάξεως, όσοι είχαν 2.000 κατοίκους και γ’ τάξεως οι υπόλοιποι.

Η μάλλον άκριτη μεταφύτευση θεσμών που είχαν ανδρωθεί μέσα σε εντελώς διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές (αλλά και γεωγραφικές) συνθήκες ενείχε, ωστόσο, το σπέρμα της φαλκίδευσής τους από την αδυσώπητη ελληνική πραγματικότητα της εποχής. Ελλείψει αντίστοιχης τάξεως αστών που θα αναλάμβαναν «αμισθί και τιμής ένεκεν» τα δημοτικά λειτουργήματα – όπως στην Δ. Ευρώπη – οι θεσμοί εκφυλίστηκαν πολύ γρήγορα σε μηχανισμούς – κλειδιά του πελατειακού συστήματος που άρχισε να αναπτύσσεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς μετά την επάνοδο των κομμάτων κατά το 1844 [11].

Το γεγονός ότι η εκλογική περιφέρεια στην Ελλάδα ταυτίστηκε λίγο πολύ με την  επαρχία, όπου λίγοι δήμαρχοι (οι δήμαρχοι μειώθηκαν αργότερα σε 250 περίπου επί συνόλου 47 επαρχιών) δέσποζαν στο πελατειακό σύστημα και συχνά ασκούσαν ασφυκτική επιρροή στον τοπικό βουλευτή, οδήγησε αργότερα σε διαπιστώσεις περί «δημαρχοκρατίας».

Ο Δήμαρχος συχνά βρισκόταν πάνω από τον βουλευτή. Αυτή η «αιχμαλωσία» των βουλευτών από τους δημάρχους δηλητηρίαζε τον κοινοβουλευτισμό, ενώ οι αναμνήσεις από τον «χαμένο παράδεισο» των Κοινοτήτων παρέμειναν ζωντανές.[12] Η παντοδυναμία του βουλευτή συνδυασμένη με την τοπική δύναμη του δημάρχου οδήγησαν σε καταστάσεις που δίκαια καταδικάστηκαν στην ιστορική συνείδηση της εποχής και κατέληξε στο νόμο ΔΝΖ’ του Βενιζέλου [13].

Μια μορφή «αναβίωσης» των παλαιών κοινοτήτων προτάθηκε ακόμα το 1863 με το σχέδιο της Επιτροπής Αινιάν.  Το εν λόγω σχέδιο προέβλεπε την αναγνώριση των κοινοτήτων ως υποδιαιρέσεων των δήμων και την εγκαθίδρυση αντίστοιχου συστήματος «δημοτικής αποκέντρωσης». Αν και το σχέδιο Αινιάν δεν υιοθετήθηκε τότε, αργότερα τον 1884, μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, στις λεγόμενες νέες χώρες αναγνωρίσθηκαν οι Κοινότητες ως βαθμίδα αποκέντρωσης των δήμων. Τελικά η αναγέννηση των κοινοτήτων πραγματοποιήθηκε 79 χρόνια αργότερα από τον Ε. Βενιζέλο ο οποίος για την εξυγίανση του κοινοβουλευτισμού επανέφερε τις κοινότητες της Τουρκοκρατίας καταφέρνοντας ισχυρό πλήγμα στην «δημαρχοκρατία».

Ο Ελ. Βενιζέλος την 5η Σεπτεμβρίου 1910, στον πρώτο του λόγο στην Αθήνα, έλεγε:

«Σύστημα δημοτικόν στηριζόμενον επί του δήμου, ο οποίος απετελέσθη από τμήμα της χώρας αυθαιρέτως χαραχθέν επί του γεωγραφικού χάρτου και ο οποίος δια τούτο εστερημένος οργανικής ζωής, απέβη κατά μακρόν, από παράγοντας κοινωνικής ζωής, κοινωνικής προόδου, από σχολείον διαπαιδαγωγήσεως του Λαού, δια την χρήσιν των ελευθέρων θεσμών, όργανον καταδυναστεύσεως των φατριών».

Ενώ στο λόγο του στη Λάρισα, την 14ην Νοεμβρίου 1910, τόνιζε:

«Η κυβέρνησης της ανορθώσεως θέλει επιδιώξη την εξυγίανσιν της διοικήσεως δια της αναπτύξεως του κοινοτικού θεσμού, ο οποίος αποτελεί την βάσιν της αληθούς αυτοδιοικήσεως».[14]

Βασική επιδίωξη των φιλελευθέρων υπήρξε βέβαια ο πάση θυσία δραστικός περιορισμός της επιρροής των δήμαρχων – τοπαρχών και η εγκαθίδρυση ενός αυστηρά μονοκεντρικού πολιτικού συστήματος με την ελπίδα ότι έτσι θα εξυγιαίνονταν ο κοινοβουλευτισμός. Με βάση το νόμο ΔΝΖ/1912 η χώρα κατακερματίστηκε σε 6000 περίπου ΟΤΑ.

Με  τον νόμο των βαυαρών του 1833, οι δήμαρχοι διορίζονταν απ’ το βασιλιά, από κατάλογο υποψηφίων  που υποδείκνυε ένα ειδικό «δημαιρεσιακό συμβούλιο» κάθε δήμου και το οποίο αποτελούνταν απ’ τα μέλη του δημοτικού συμβουλίου κι από ίσο αριθμό «των πλέον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα ψηφοφορίας δημοτών. Τα δημοτικά συμβούλια εκλέγονταν όχι από απ’ το σύνολο των ενηλίκων πολιτών, αλλά από συνέλευση των «μάλλον φορολογουμένων και εχόντων το δικαίωμα της ψηφοφορίας δημοτών»[15].

Την διοίκηση του δήμου αποτελούσε ο δήμαρχος, ο πάρεδρος και το δημοτικό συμβούλιο. Ο αριθμός των παρέδρων ανήρχετο από 1 έως 6 και των δημοτικών συμβούλων, ανάλογα με την τάξη του δήμου, από 6 έως 18.

Ο δήμαρχος ήταν«η πρώτη εκτελεστική αρχή» του δήμου, ενώ οι πάρεδροι ήταν κυρίως βοηθοί του. Το δημοτικό συμβούλιο ήταν «συμβουλευτική και συνεπιτηρούσα αρχή», που βοηθούσε το δήμαρχο στο έργο του. Οι δημοτικοί σύμβουλοι εκλέγονταν για 9 έτη με άμεση εκλογή και κάθε 3 έτη γινόταν ανανέωση του δημοτικού συμβουλίου κατά το 1/3. Εκλογείς δεν ήταν όλοι οι δημότες που είχαν δικαίωμα ψήφου, αλλά μόνον οι ευκατάστατοι, δηλαδή όσοι μπορούσαν να καταβάλουν την πληρωμή των φόρων.

Ο βασιλιάς μπορούσε να παύσει οποτεδήποτε οριστικά τον δήμαρχο. Προσωρινά μπορούσε να παύσει το δήμαρχο και ο νομάρχης. Επίσης ο βασιλιάς είχε το δικαίωμα να διαλύσει οποτεδήποτε και κατά την ελεύθερη κρίση του κάθε δημοτικό συμβούλιο. Πολύ αργά με την διάταξη του άρθρου 105 του Συντάγματος του 1864 οι δημοτικές αρχές έπρεπε να εκλέγονται με «άμεση, καθολική και μυστική δια σφαιριδίων ψηφοφορία».  

Κατά κοινή ομολογία ο νόμος του 1833 των βαυαρών, κατηγορήθηκε από το ελληνικό συνταγματικό «κίνημα» ως νόμος συγκεντρωτικός και προϊόν του αυταρχισμού, αντιδημοκρατικού πνεύματος των βαυαρών [16]. Σε κάθε περίπτωση ο συγκεντρωτισμός των βαυαρών τσάκισε με σιδερένια γροθιά τον όποιο κοινοτισμό που προϋπήρχε. Εξ’ άλλου, όσο περιορισμένη είναι η περιφέρεια, εντός της οποίας πρέπει να γίνει η εκλογή, τόσο δυσκολότερη καταντά η αναζήτηση των αρίστων τοπικών αρχόντων.

      

4. Ο Νομός Αργολίδος και Κορινθίας τον 19ον αιώνα




 

 Στο πλαίσιο αυτό ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, σχηματίσθηκε με βάση τον νόμο του 1833 «περί διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του»  και περιελάμβανε έξι επαρχίες οι οποίες ήσαν οι εξής: [17]

1. Ναυπλίας με πρωτεύουσα τη Ναύπλιο, 2. Άργους, με πρωτεύουσα το Άργος, 3. Κορινθίας, με πρωτεύουσα την Κόρινθο 4. Ύδρας, με πρωτεύουσα την Ύδρα, 5. Ερμιονίδος, με πρωτεύουσα τις Σπέτσες,  και 6. Τροιζήνας, με πρωτεύουσα τον Πόρο.

Με το ίδιο διάταγμα, σχηματίσθηκαν οι 65 δήμοι του νομού. Σύμφωνα με το  νόμο ΒΧΔ΄ της 6ης Ιουλίου 1899, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας, διαιρέθηκε σε δύο νομούς. Το νομό Αργολίδος, αποτελούμενο από τις επαρχίες Ναυπλίας, Άργους, Σπετσών, Ερμιονίδος, Ύδρας και Τροιζηνίας με έδρα το Ναύπλιο και το νομό Κορινθίας. Με τον ίδιο νόμο, η επαρχία Κυθήρων, υπάχθηκε διοικητικά στο νομό Λακωνίας. Ενώ το 1909 με το νόμο, «περί διοικητικής διαιρέσεως του Κράτους», ανασυστάθηκε ο νομός Αργολίδος και Κορινθίας και περιέλαβε την επαρχία Κυθήρων η οποία αποσπάσθηκε ξανά, από το νομό Λακωνίας. Όπως παρατηρούμε, ανεξάρτητο νομό Αργολίδος τον 19ον αιώνα, έχουμε μόνο κατά το χρονικό διάστημα 1899-1909. Ο πληθυσμός του νομού Αργολίδος και Κορινθίας το έτος 1838 ανήρχετο  σε 82.571 κατοίκους το 1854 σε 108.886 και το 1896 σε 157.578.[18] Το 1834 η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα.

 

5. Η Επαρχία Άργους

   

Με το νόμο του 1834, «περί της οροθεσίας και της εις δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», σχηματίσθηκαν οι 15 δήμοι της επαρχίας Άργους ως εξής: [19]

1. Αργείων, 2. Αλέας, 3. Λιμνών, 4. Γενεσίου, 5. Μυσίας, 6. Λυρκείας, 7. Οινόης, 8. Ορνεών, 9. Ιναχίας, 10. Θορνακίου, 11. Κηλώσσης, 12. Τημενίου, 13. Υσιών, 14. Μυκηνών και 15. Γυμνού.

Στη συνέχεια δέκα έτη αργότερα με το νόμο του 1844, «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι 15 δήμοι που ίσχυαν ως τότε συγχωνεύθηκαν σε 6 ως εξής:

1. Αργείων, 2. Υσιών, 3. Λυρκείας, 4. Αλέας, 5. Μυκηνών και 6. Ιναχίας. Ο πληθυσμός της Επαρχίας Άργους το έτος 1839 ανήρχετο σε 18.535 κατοίκους, το 1854 αυξήθηκε σε 19.864 και το 1896 σε 27.637. Η συγκέντρωση και η συγκεντροποίηση του συστήματος τοπικής αυτοδιοίκησης από τους βαυαρούς φαίνεται ανάγλυφα και στην περίπτωση της επαρχίας του Άργους,  δηλαδή, λιγότερα δημαρχεία και ταυτόχρονη αύξηση του πληθυσμού. Πρόκειται για την κατάργηση των μισών σχεδόν δήμων της Ελλάδας που έγιναν με τις συγχωνεύσεις του 1840.   

 

6. Ο Δήμος Αργείων το 19ον αιώνα

 

Ο δήμος Αργείων σχηματίσθηκε με το νόμο του 1834, ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Β’ τάξη, με πληθυσμό 6.694 κατοίκους και έδρα το Άργος. Ο δημότης ονομάσθηκε Αργείος.  Στη συνέχεια ακολούθησαν μια σειρά προσαρτήσεις για το δήμο Άργους, όπως του δήμου Τημενίου, και του δήμου Γενεσίου, και το 1840 με το νόμο «περί συγχωνεύσεως των δήμων της επαρχίας Άργους», οι δήμοι Τημενίου και Γενεσίου συγχωνεύθηκαν στο δήμο Άργους, ο οποίος με τη νέα σύστασή του κατατάχθηκε στην Α’ τάξη, με πληθυσμό 10.243 κατοίκους και την ίδια έδρα την πόλη του Άργους.  

 

Σημείωση Βιβλιοθήκης:

 

 

Δήμος Άργους,  αρχική σύσταση: Άργος (6644), Μονή Κατακεκρυμμένη, Κεφαλάρι (μύλοι του Ερασίνου ποταμού) (50).

 

Μεταγενέστερες προσαρτήσεις: Δήμος Τημενίου [Τημένιον (Μύλοι) (66), Τημένιον (Σκαφιδάκι) (137), Τσακίρι (25), Κυβέρι (70), Κρόι (45)].

 

Ο Δήμος Τημενίου σχηματίσθηκε με το Β.Δ. της 28ης Απριλίου ( 10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ τάξη, με πληθυσμό 343 κατοίκους και έδρα το Τημένιον (Μύλοι). Ο δημότης ονομάσθηκε Τημενιεύς. Το όνομα του δήμου προήλθε από το Τημένιο, αρχαία κωμόπολη της Αργολίδος που όφειλε το όνομά της, στον Τήμενο, γιο του Αριστομάχου (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνικά», τα, Β., σελ. 268).

Δήμος Γενεσίου [Γενέσιον (Δαλαμανάρα) (260), Κουρτάκι (200), Πυργέλα (117), Λάλουκα (140)] και Ιπποφορβείον, Πυριτοποιείον, Σιδηρουργείον, Κόκλα, Καλαμανή, Λέρνη ή Μύλοι.

Ο Δήμος Γενεσίου σχηματίσθηκε με το Β. Δ. της 28ης Απριλίου (10 Μαΐου) 1834 (ΦΕΚ 19), ως δήμος της επαρχίας Άργους. Κατατάχθηκε στη Γ’ τάξη, με πληθυσμό 717 κατοίκους και έδρα το Γενέσιον (Δαλαμανάρα). Ο δημότης ονομά­σθηκε Γενέσιος. Το όνομα του δήμου προήλθε από «… τόπο παραθαλάσσιο ονομαζόμενο Γεννέσιον, μεταξύ της Λέρνης και των Αποβάθμων… όπου υπήρχε και μικρός ναός του Ποσειδώνος επί της θαλάσσης..». (Ι. Ρ. Ραγκαβή, «Τα Ελληνι­κά», τ. Β’, σελ. 228).

 

Ο πληθυσμός που συνοδεύει τα χωριά και τους συνοικισμούς των δήμων Τημενίου και Γενεσίου, αφορά το χρόνο σχηματισμού τους (1834).

 

Κυριάκος Κατσαρός

Οικονομολόγος υπ. Δρ. Παντείου Πανεπιστημίου

Τρύφων Κωστόπουλος

Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας 

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 
 
 
Υποσημειώσεις

[1] βλ.  Κοσμάς Ψυχοπαίδης, «Η τοπική αυτοδιοίκηση ως πολιτικός θεσμός», Τοπική Αυτοδιοίκηση, τεύχος 6/1982.

[2] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συνεισφορά της πολιτικής μεταρρύθμισης του Κλεισθένη του Αθηναίου εις τον σχηματισμό του κράτους, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1979.

[3] βλ. Αντώνης Αντωνακόπουλος, Η συμβολή του Βυζαντίου στη δυτική αναγέννηση και στη διαμόρφωση του ελληνικού πολιτισμού, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα  -Κομοτηνή, 1980.[4] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα – Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982.

[5] Θεόδωρου Θεοδώρου, Η ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1995, σελ. 19.

[6] Γιώργος  Κοντογιώργης, Οι ελληνικές κοινότητες της τουρκοκρατίας, εκδ. Νέα Σύνορα -Α. Α. Λιβάνη, Αθήνα, 1982. σελ. 30.

[7] Γιώργος  Κοντογιώργης, ο.π. σελ. 30

[8] Γιώργος Κοντογιώργης ο.π. σελ. 185-191.

[9] Θεόδωρου Θεοδώρου, ο. π. σελ. 20.

[10] Τριμελές Συμβούλιο Αντιβασιλείας, του Όθωνα, το οποίο το αποτελούσαν, ο κόμης Joseph von Armansperg  ως πρόεδρος, ο καθηγητής  Ludwig von Maurer, και ο αντιστράτηγος Karl Wilhelm von Heideck. Ο βασιλιάς και οι αντιβασιλείς αποβιβάσθηκαν στο Ναύπλιο τον Φεβρουάριο 1833.

[11] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας, «Παρελθόν και μέλλον των συνενώσεων ΟΤΑ στην Ελλάδα», Επιθεώρηση Τοπικής Αυτοδιοίκησης, εκδ. ΚΕΔΚΕ τεύχος 92/1997.

[12] Νίκος – Κομνηνός Χλέπας ο.π.

[13] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[14] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 16.

[15] Θεόδωρου Θεοδώρου, «Η νομικοπολιτική θέση της τοπικής αυτοδιοίκησης», Θέματα της τοπικής αυτοδιοίκησης, εκδ. Αφοί Τολίδη, Αθήνα, 1982, σελ. 14.

[16] Σπύρου Φλογαϊτη, Κλασικά κείμενα και βασική νομοθεσία για την τοπική αυτοδιοίκηση, εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή, 1986, σελ. 8.

[17] Ελευθέριος Σκιαδάς, Ιστορικό διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος 1833-1912, Αθήνα, 1994, σελ. 256

[18] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 257.

[19] Ελευθέριος Σκιαδάς, ο.π. σελ. 264.

 

 



Read Full Post »

Άργος – Ο Βομβαρδισμός της 14ης Οκτωβρίου 1943 από τους συμμάχους


Το αεροδρόμιο του Άργους απετέλεσε πολλές φορές στό­χο των συμμαχικών αεροπλάνων, τα οποία επέδραμαν ενα­ντίον του, άλλοτε με μεγαλύτερη και άλλοτε με μικρότερη ε­πιτυχία, πάντα όμως χωρίς να αφήνουν περιθώρια στους Γερμανούς για εφησυχασμό. Η πρώτη επιδρομή που έχει καταγραφεί έγινε το Νοέμβριο του 1942. Προηγήθηκε νυχτε­ρινή επίθεση με αρκετές γερμανικές απώλειες και το πρωί, καθώς οι Γερμανοί του αεροδρομίου και του Αγίου Νικολά­ου (ναού) είχαν παραταχθεί για προσκλητήριο, δύο συμμαχι­κά αεροσκάφη (Hurricanes) – το ένα μέσα από την Πάνιτσα και το άλλο από τη Χούνη του Κάστρου – επέπεσαν εναντίον τους προκαλώντας μεγάλες απώλειες σε άνδρες και αερο­σκάφη (καταστράφηκαν 13 στούκας επί τόπου). Φήμες επέ­μεναν πως πιλότος του ενός αεροσκάφους ήταν ο Βαρβέρης από το Άργος. Άλλες δύο τουλάχιστον σοβαρές επιδρομές ε­ναντίον του αεροδρομίου έγιναν τον Απρίλιο και το Σεπτέμβριο του 1943. Τέλος ο μοιραίος βομβαρδισμός της 14.10. 1943. 

Τα θύματα αμέτρητα. Περί τους 100 οι νεκροί Αργείτες, πολύ περισσότεροι οι τραυματίες. Από τους Γερ­μανούς υπολογίζεται πως νεκροί και τραυματίες έφτασαν τους 75.

Ας δούμε πως περιγράφει τον βομβαρδισμό ο Ανδρέας Χριστόπουλος  στο βιβλίο του «Οι Ιταλογερμανοί στην Αργολίδα».

Βομβαρδιστικά κάθετης εφόρμησης Douglas SBD-3 Dauntless του Αμερικανικού Ναυτικού.

« Βροντολογάνε οι κανονιές στις πλαγιές στα στενορύμια, στις κορφές, στις δημοσιές και στις ταράτσες της Αργολίδας. Λες κι άνοιξεν ο Άδης και σκορπάει σίδερο και φωτιά. Ο ουρανός έπηξε από καπνούς των αντιαεροπορικών.

Ο κροταλισμός των πολυβόλων, ο γδούπος των κανονιών και το υπόκωφο χτύπημα των ταχυβόλων ταράζει σύγκορμα τ’ ανθρώπινο κουφάρι και τα νεύρα σπάνε ανεπανόρθωτα.

Ένα σμήνος από καμμιά τριανταριά Αγγλοαμερικανικά αεροπλάνα, όλα δικινητήρια, πετάν μεγαλόπρεπα σε σχηματισμό χήνας πάνω από τη πόλη κι ο πληθυσμός περήφανα και με κρυφό καρδιοχτύπι τα καμαρώνει και καρτεράει με κρυφή χαρά να φτάσουνε έγκαιρα στ’ αεροδρόμι των Ούννων και να τους γαζώσουνε κυριολεκτικά, μια και κυριάρχησαν στον αέρα πια.

Κρυφογελάν οι ψυχές στ’ αντίκρυσμα τους και στο ξεφάντωμα τους αναδεύονται περήφανα οι Εθνικοί παλμοί κι ακαρτεράμε ανυπόμονα ν’ ανθίσουν τ’ ασπρογάλαζα λουλούδια της λευτεριάς.

Ποιος ξέρει …κει πάνου μπορεί νά ‘ναι κι Ελληνόπουλα… μας τόπε μια προκήρυξη της Μέσης Ανατολής – κι ως τόσο η καρδιά μας σκιρτάει διπλά γιατί πλάι στους μεγάλους μας Συμμάχους κρατάμε κι εμείς μια αντενίτσα του χρυσοκαραβιού, που άφοβα πλέει για το μεγάλο λιμάνι της Νίκης. Είναι περήφανη η Ελλάδα μας γι αυτό και κράτησε καλά ως τώρα τ’ όνομα της το παλιό.

Χίλιες φορές στο Ράδιο μάς είπανε οι Σύμμαχοι, πως χρωστάνε πολλά σε μας. Μα πάρα πολλά … κι’ ότι μα αδίκησαν στο παρελθόν, μα θα μας φτιάξουνε στο μέλλον. Η πικράδα που ποτίστηκε το 1922 η Ελληνική ψυχή ξεχάστηκε, απάλυνε μπρος στο μεγαλόπρεπο πανηγύρι της Αλβανίας και των Μακεδονικών οχυρών. Το Περθώρι σκιάσε τ’ Αρκάδι κι’ οι Σύμμαχοι μας υμνολόγησαν πολύ, τόσο, που τους πιστέψαμε απόλυτα.

Κι ως τόσο ο βομβαρδισμός τ’ Άργους αρχίζει. Πρώτος βάλλεται ο κάμπος κι η συνοικία των Ταμπάκικων. Δεύτερος ο Κραβασαράς, τα Ρεντζέϊκα, ο Πρόδρομος, το Κέντρο, ο Αρχοντομαχαλάς, τα Γεφύρια, ο Σταθμός, ο Ξεργιάς. Δέσμες – δέσμες θανάτου ξαπολύονται από Συμμαχικά χέρια και σκοτώνουν Έλληνες.

Κάθε μεριά, κάθε γωνιά, κάθε δρόμος, κάθε αυλή, κάθε σπίτι, κάθε χωράφι, κάθε πλαγιά και ριζοβούνι, δέχονται τις βολιδοφόρες των αεροπλάνων. Κόλαση Δάντι, νύχτα Αγίου Βαρθολομαίου, βομβαρδισμός Βελιγράδιου από τους Ούννους! Να η 14η Οκτωβρίου 1943 στ’ Άργος.

Χέρια πετάν στον αγέρα μ’ ορθάνοιχτα δάχτυλα. Ποδάρια τινάζουνται ψηλά βαριοχτυπάν στις πόρτες των σπιτιών. Μυαλά ανθρώπινα πιτσιλίζουν τους τοίχους σαν μυστριά χτιστάδων αλείβοντας τα τοιχώματα. Κουφάρια χιλιοτρυπημένα κυλιούνται σαν βρικόλακες στις αυλές και τους δρόμους. Κεφάλια αγνώριστα, μαυρισμένα, παραμορφωμένα, που ως χθες κρυφοκαμάρωναν για την ομορφιά τους, στριφογυρίζουνε στα ματωμένα χώματα σαν μπάλες ποδοσφαίρου. Αυλάκι τ’ αχνιστό Ελληνικό αίμα στα γκαλτερίμια, στις δημοσιές, στα σπιτικά, στις πλατείες, στα πεζοδρόμια. Μάνες ριγμένες στα σκοτωμένα τους παλικάρια, τραβολογιούνται ξεσκίζοντας τα μούτρα από πόνο κι απελπισία. Παιδιά θρηνολογάνε απαρηγόρητα, σπαραχτικά πάνου στις σκοτωμένες μάνες. Πατέρες μ’ αλλήθωρο μάτι, χαλκοπράσινο πρόσωπο και με στυγνή ψυχή απ’ τον πόνο γλυκοφιλάν τα πεθαμένα τους παιδιά. Τοίχοι και σκεπές σωριάζουνται τυλίγοντας πρόωρα πεθαμένους και τραυματισμένους. Μύρια βλήματα σέρνουνται σαν φίδια κατάχαμα και ξεσκίζουν ανθρώπινες σάρκες, κόβουν ποδάρια, σπάνε πλευρά, συντρίβουν κεφάλια και τα πεζοδρόμια κι οι δημοσιές πλημμυρίζουν κουφάρια ανθρώπινα.

Ένα πεζοδρόμι εκεί αυλακωμένο από άλυκο Ελληνικό αίμα. Ένα τοίχος με ψηφιδωτά από αίμα, κόκαλα και σάρκες ανθρώπινες. Ένα πλακόστρωτο πασαλιμένο μυαλά. Μια δημοσιά με χέρια και πόδια ανάμιχτα με συντρίμμια.

 Φουλ τα χειρουργεία και τα ιατρεία. Ο Δαναός επίσης και τα Γερμανικά νοσοκομεία ασφυχτικά γεμάτα Γερμανούς κι Έλληνες μαζί. Λες και γίναμε σύμμαχοι την ώρα του θανάτου, κι αγκαλιασμένοι εχθροί και φίλοι κάνουν ανθρωπιστικά το καθήκον τους.

Σπανίζουν τα φάρμακα στα Ελληνικά Ιατρεία και οι γιατροί μας μάταια αγωνίζονται να σώσουν τους λαβωμένους. Οι πιότεροι σε λίγο θα πεθάνουν από γάγγραινα. Καμιά βοήθεια δε φτάνει σήμερα, από πουθενά και μόνον ο Νομάρχης Γαρδίκης Π. φόρεσε το παπιγιόν του και έφτασε στο Άργος να πάρει αναφορά … χωρίς να φέρει ένα γιατρό απ’ τ’ Ανάπλι για βοήθεια κι ένα φάρμακο. Κι αυτός είναι Νομάρχης μας….

Τα νεκροταφεία γέμισαν σκοτωμένους. Κάθε μεταφορικό μέσο αρπάζει τους πεθαμένους απ’ τις συνοικίες και τους παρατάει αραδιαστά στα νεκροταφεία. Πομπές από δικούς, δυο τρεις γνωστούς παραστάτες, χωρίς παπά, δίχως σταυρό, κεριά και διάβασμα και βίρα για τον τάφο.

Μπουλούκια οι δικοί των σκοτωμένων στα κοιμητήρια κι’ ο σπαραγμός μεγάλος κι’ ανείπωτος. Οι νεκροθάφτες έχουν πολλή δουλειά σήμερα και μ’ άλλους πολλούς εργάτες των μαχαλάδων ανοίγουνε αδιάκοπα πρόχειρους λάκκους και χώνουνε κει μέσα για πάντα νέους, γέρους, νέες, παιδιά, μάνες κι’ αδέρφια, που σκοτώθηκαν από Συμμαχικά χέρια!

Είναι ανάπηροι της Αλβανίας μέσα κει, είναι παλικάρια, που τα σεβάστηκαν τα κανόνια των Ιταλών, είναι Ελληνόπουλα του Ρούπελ, του Περιθωρίου, της Καλαμπάκας, των Θερμοπυλών και του Ολύμπου κι’ ακόμα είναι άντρες του 18 του Κιλκίς, του «Ραβινέ» που πολέμησαν κι αυτοί για τη Συμμαχική ιδέα πλάι μ’ Αγγλοαμερικάνους και που ύμνησαν τη παλικαριά τους και την Ελληνοπρέπειά τους.

Τέτοιοι είναι οι σκοτωμένοι απ’ τα Συμμαχικά φτερά στ’ Άργος και οι ψυχές τους αιώνια θα πλανώνται στ’ άπειρο με το πικρό παράπονο στα χείλη για τον άδικο κι’ άσκοπο χαμό τους από χέρια φιλικά. Αιωνία σας η μνήμη!

Όλοι Εσείς που πέσατε στις 14 Οκτωβρίου ας είστε βέβαιοι, πως η αδέκαστη Ιστορία κάποτε θα μιλήσει για Σας και για τον άδικο χαμό Σας.

Πιστεύουμε ακράδαντα, πως κάποιο γλυκομύριστο ανοιξιάτικο πρωινό το περιστέρι της Ειρήνης και την Νίκης θα φέρει μαζί στους λουλουδένιους τάφους σας και το μήνυμα της μεγάλης Ελλάδας μας. Τότε οι ψυχές σας θ’ αγαλλιάσουν και το πικρό παράπονο σας θα σβηστεί μπρος στη χαρά και το ξεφάντωμα των ζωντανών».

* Διατηρήθηκε η ορθογραφία του πρωτοτύπου. 

  

Τα θύματα του βομβαρδισμού


Σε ένδειξη τιμής στη μνήμη των αθώων νεκρών εκείνου του βομβαρδισμού αναδημοσιεύουμε τα ονόματά τους, όπως τα διέσωσε ο Χριστόπουλος από κατάλογο που συνέταξε ο ιστοριοδίφης Αναστάσιος Τσακόπουλος :

Δημ. Γεωργόπουλος, Παναγ. Κράντας, Κωνστ. Σταύρου, Κωνστ. Μαρούσης, Κ Σκίκος, Σπυρ. Μαραγκός, Παύλος Βαρβάτης, Δ. Αθανασό­πουλος, Δανάη Χαντζηιωάννου, Νίτσα Ψωμά, Θεοδ. Χαντζής, Θεοδ. Τόμπρας, Σωτ. Αδρακτάς, Κ. Αδρακτάς, Ιω. Παπαδάτος, Κ. Μπολόσης, Κ. Μωράτσος, Τάκης Γκουμάκης, Πιπίνα Κούρου, Ιω. Λάμπρου, Κατίνα Πάγκα, Ελένη Αθηνιού, Δημ. Καραλής, Δημ. Σμυρλής, Μιχ. Παγώνης, Κ. Μαρίνης, Ιω. Κοροβέσης, Ελένη Μαραγκού, Φανή Γεωργαντά, Ιω. Μαρλαγκούτσος, Γεώργ. Βούλγαρης, Βασ. Γιαννάτος, Θεοφ. Κωτσαντής, Αναστ. Γεώργας, Παναγ. Ανέστης, Πόπη Γυφτοπούλου, Θεοφ. Καλαντζής, Καλαντζής Αντ., Ελένη Στεφανή, Άννα Γκαργκάσουλα, Θεοδ. Τσεκές, Αντ. Χαλέπας, Ευάγγ. Κλειώσης, Παν. Παπαϊωάννου, Νικόλ. Θεωνάς, Γεωργ. Κουρέτσου, Γεωργία Τρισπαγώνα, Κική Ανδριανόπουλου, Χρυσώ Κυριακοπούλου, Βασ. Σκλήρης, Πέτρος Πάγκας, Βασ. Χαμπίμπης, Κατίνα Κρητικού, Ν. Λιτσαρδάκης, Επαμ. Μαρούτσος, Γ. Αντωνακόπουλος, Αμαλία Πινάτση, Γεωργ. Κλεισάρη, Αθ. Καρούτας, Παναγ. Δανιήλ, Γεώργιος Στέκας, Δημ. Λαδάς, Πέτρος Σπυρόπουλος, Αθαν. Πιπιλάς, Ευάγ. Καραμαλίκης, Ιω. Τσίγγας, Δημ. Παΐσης, Αικατ. Χρυσικού, Κωστούλα Μαρλαγκούτσου, Φανή Μάγειρα, Ευάγγ. Καράμπελας, Νικόλαος Τόλιας, Δημ. Δήμας και Γεώργ. Τσιμπής.

Πηγές


  • Ανδρέας Χ. Χριστόπουλος, «Οι Ιταλογερμανοί στην Αργολίδα», Έκδοσις 1946, Τυπογραφείον Εφημερίδος «Σύνταγμα», Εν Ναυπλίω.
  • Περιοδικό « Αναγέννηση», Κώστας Δανούσης, «1944-1994: 50 χρόνια από την απελευθέρωση του Άργους από τους Γερμανούς», τεύχος 321, Άργος, Σεπτέμβρης 1994.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μελάμπους, ο μέγας θεραπευτής του Άργους


 

Ο Μελάμπους*, μάντης, ιατρομάντης και καθαρτής των πρωίμων ιστορικών χρόνων, είναι άμεσα συνδεδεμένος με το Άργος. Μορφή εξέχουσα της ελληνικής μυθολογίας, υμνήθηκε ιδιαίτερα κατά την αρχαιότητα. Ένα μεγάλο έπος που θεωρείται, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ότι περιελάμβανε τουλάχιστον τρία βιβλία, ίσως και περισσότερα, έφερε την ονομασία Μελαμπόδεια ή Μελαμποδία. Δυστυχώς δεν έχει διασωθεί.

Οι προσπάθειες των ερευνητών κατόρθωσαν μόνον να ταυτίσουν ορισμένα αποσπάσματα και να οδηγήσουν σε κάποια συμπεράσματα. Αρχικά ο Marckscheffel ανεγνώρισε ότι η Μελαμποδία ξεκινώντας από τον Μελάμποδα διηγείτο την ιστορία των περιφημότερων Ελλήνων μάντεων και εξυμνούσε με λαμπρά παραδείγματα την μαντική τους τέχνη (Loffler, σελ. 30).

Ο Friedlander στα Argolica, 1905, υποστήριξε τη γνώμη ότι η Μελαμποδία ήταν ένα γενεαλογικό έπος που διηγείτο, ακολουθώντας χρονολογική σειρά, τους μύθους τους συνδεδεμένους με τα ονόματα των μάντεων του γένους των Μελαμποδιδών.

Νεότερη εργασία στο θέμα της Μελαμποδίας παρουσίασε η Ingrid Löffler, στα Beitrage zur klassischen Philologie το 1963. Η Loffler καταλήγει ότι η Μελαμποδία πρέπει να ακολουθούσε τη γενεαλογική σειρά του Ησιόδου, αλλά η διήγηση πρέπει να ήταν πολύ πιο ζωντανή, διότι περιελάμβανε ένα πλούσιο υλικό λαϊκών παραδόσεων (σελ. 3).

Παρ’ όλες όμως τις προσπάθειες, η Μελαμποδία παραμένει κατά το μεγαλύτερο μέρος άγνωστη και μαζί της ίσως πολλοί από τους αρχαίους μύθους, τους συνδεδεμένους με τον Μελάμποδα. Σε ότι όμως αφορά το Άργος οι μαρτυρίες που έχουμε είναι αρκετά ικανοποιητικές. Ο Μελάμπους αναδεικνύεται μέγας θεραπευτής. Στο Άργος κατόρθωσε να θεραπεύσει τις κόρες του βασιλιά Προίτου ή κατ’ άλλους, τις γυναίκες των Αργείων από την πάθηση που η αρχαιότητα την χαρακτηρίζει ως μανία. Ανάμεσα στις θεραπευτικές μεθόδους που εφήρμοσε, ανήκει και ο καθαρμός με τον μέλανα    ελλέβορο.

Ο Μελάμπους, για την επιτυχία του αυτή, έγινε ένας από τους τρεις βασιλείς του Άργους και η μυθική μέθοδος της θεραπείας της μανίας με τον μέλανα ελλέβορο πάνω από 3000 χρόνια κατέκτησε την λαϊκή και την επιστημονική ιατρική. Το γεγονός όμως αυτό, έκτος από το ότι είναι εντυπωσιακό, γίνεται και παράδοξο, αν λάβουμε υπόψη μας σύγχρονα πειράματα εφαρμογής του ελλέβορου επί ψυχοπαθών.

Τα συμπεράσματα είναι αρνητικά, τονίζει ο καθηγητής της Φαρμακογνωσίας Παναγιώτης Κρητικός στην εργασία του «Συμβολή εις την ιστορίαν των ελλεβόρων» το 1962 (σελ. 107). (Το θέμα όμως δεν τελείωσε ως εκεί. Το εργαστήριο Φαρμακογνωσίας συνέχισε τις έρευνες του και ο καθηγητής Κ. Φιλιάνος – όπως μου ανακοίνωσε προφορικά- έχει αναπτύξει μια δική του θεωρία επί του θέματος των ελλέβορων γενικότερα).

Πέρα όμως από την φαρμακολογική πλευρά του θέματος, ο Μελάμπους και η θεραπευτική του μέθοδος επί της μανίας, προσφέρουν στην έρευνα ένα άλλο σπουδαίο θέμα: τη θέση του αρχαίου ιατρομάντη στη συνείδηση του αρχαίου κόσμου και την επίδραση του στην ιστορία της Ιατρικής. Στην ανακοίνωσή μου αυτή θα ασχοληθώ κατ’ αρχήν με την γνωριμία των τριών παραγόντων, που συνιστούν το όλο θέμα, δηλαδή, Π ρ ώ τ ο ν  με τον Μελάμποδα, Δ ε ύ τ ε ρ ο ν  με τη νόσο μανία κατά την αρχαιότητα και Τ ρ ί τ ο ν  τον ελλέβορο, πού χρησιμοποιείται ως θεραπευτικό. Εν συνεχεία θα ερευνήσω την εξέλιξη της μορφής του ιατρομάντη στον αρχαίο κόσμο.

  

Ο μύθος του Μελάμποδα


  

Ο Μελάμπους, γιος του Αμιθάονος και της Ειδομένης, ήταν εγγονός του οικιστή της Ιωλκού Κρηθέως και γεννήθηκε στην Πύλο (Απολλόδωρος, βιβλ. Α, 11). Σύμφωνα με την παράδοση ονομάστηκε Μελάμπους, γιατί η μητέρα του τον άφησε βρέφος κάτω από την σκιά ενός δένδρου. Τα πόδια του παιδιού έμειναν εκτεθειμένα στον ήλιο και μαύρισαν. Αργότερα, φίδια, που είχε ο ίδιος προστατέψει και αναθρέψει, λένε ότι καθάρισαν τ’ αυτιά του με τις γλώσσες τους και έτσι μπορούσε να εννοεί τις φωνές των πτηνών και μαθαίνοντας απ’ εκείνα, έγινε ικανός να προλέγει τα μέλλοντα. Ακόμη, σύμφωνα με τον Στράβωνα (Γεωγρ. Η, 347), την τέχνη της μαντικής την διδάχτηκε από τον ίδιο τον Απόλλωνα και έγινε έτσι άριστος μάντης (Απολλόδωρος, όπ.π.). Τέλος, συνδέθηκε με τη λατρεία του Διονύσου και σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, εκείνος που τον μύησε στα μυστήρια του Θεού, ήταν ο Κάδμος (Ηρό­δοτος, Ίστορ. Β, 49).

Η παράδοση για την μαντική τέχνη του Μελάμποδα εξιστορείται λεπτομερώς κυρίως από τον μυθογράφο Απολλόδωρο, εν συντομία από τον Παυσανία και από διάφορους άλλους συγγραφείς. Με την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται την γλώσσα των ζώων κατόρθωσε να πάρει από τον Φύλακο τα κοπάδια των βοδιών προς χάριν του αδελφού του Βίαντα και να θεραπεύσει τον γιο του Φύλακος Ίφικο από την σεξουαλική του ανικανότητα.

Εκεί όμως που κορυφώνεται η θεραπευτική του δεινότητα είναι στη θεραπεία των Προιτίδων ή κατά τον Παυσανία, στη θεραπεία των Αργείων γυναικών, που τιμωρήθηκαν με μανία, από τον Διόνυσο ή κατ’ άλλους από την Ήρα ή την Αφροδίτη.

Ο Μελάμπους, τονίζει ο Απολλόδωρος, «μάντης ων, και δια φαρμάκων και καθαρμών θεραπείαν πρώτος ευρηκώς», θεραπεύει τις κόρες του Προίτου με διαφόρους τρόπους, σύμφωνα με τις διάφορες εκδοχές που εκφράζουν οι αρχαίοι συγγραφείς. Κατά μίαν εκδοχή, «παραλαβών τους δυνατοτέρους των νεανιών, μετ’ αλαλαγμού και τινος ενθέου χορείας εκ των όρων αυτάς ες Σικυώνα συνεδίωξε», οπότε κατά την καταδίωξη πέθανε η πρώτη από τις θυγατέρες του Προίτου, η Ιφινόη, «ταις δε λοιπαίς τυχούσαις καθαρμού σωφρονήσαι συνέβη».

Για αυτή και άλλες μεθόδους του χαρακτηρίζεται σήμερα ο Μελάμπους ως ο πρώτος ψυχοθεραπευτής. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή, που καταγράφει ο Παυσανίας (Αρκαδικά Η, 18, 7-8), «ο Μελάμπους θυσίαις τε απορρήτοις και καθαρμοίς κατήγαγεν τας θυγατέρας του Προίτου ες χωρίον καλούμενον Λουσούς… και ηκέσατο της μανίας εν Αρτέμιδος ιερώ», ενώ σύμφωνα με τρίτη πληροφορία (Ηλιακά, Ε, 5, 5), πάλι από τον Παυσανία, τα «καθάρσια» ερρίφθησαν εις το Άγρινον ποταμόν. Τέλος, κατ’ άλλους, καθήρε τις Προιτίδες με τον μέλανα ελλέβορο. Ουσιαστικά δηλαδή, η θεραπεία των γυναικών από την μανία έγινε με ένα σοκ και με κάποια μορφή καθαρμού. Ένα βασικό μέσον γι’ αυτόν τον καθαρμό υπήρξε ο ελλέβορος ο μέλας, ή μελαμπόδιον, για το οποίον θα μιλήσουμε σε λίγο, αφού γνωρίσουμε πρώτα την ίδια την νόσο, την μανία.

  

Η νόσος της μανίας κατά την αρχαιότητα


 

Με το θέμα της μανίας στον αρχαίο ελληνικό χώρο έχει ασχοληθεί ένας μεγάλος αριθμός συγγραφέων, διαφόρων ειδικοτήτων. Από το πλήθος των γνωμών πού έχουν εκφρασθεί, θα προσπαθήσω να αναφέρω τις βασικότερες. Είναι αλήθεια πώς από καμιά από αυτές τις εργασίες δεν λείπει το θέμα της μανίας των Προιτίδων ή γενικά των Αργείων γυναικών.

Κατ’ αρχήν είναι γνωστό ότι η πρωτόγονη σκέψη δέχεται πως όλοι οι τύποι των νοητικών διαταραχών είναι αποτέλεσμα υπερφυσικής επεμβά­σεως (Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο σελ. 70 κ.έξ.). Αυτή η βασική εντύπωση είναι έντονη στον αρχαίο κόσμο. Το βήμα στο οποίο προχώρησαν οι Έλληνες ήταν να διαχωρίσουν τη μανία που οφείλεται σε ασθένεια, από τη «θεία» μανία, που με τέσσερις «θείους» τύπους της ασχολήθηκε η φιλοσοφία με επί κεφαλής τον Πλάτωνα.

Ο Ηρόδοτος αναγνωρίζει τουλάχιστον δύο τύπους μανίας, έναν που έχει υπερφυσική καταγωγή, χωρίς να είναι αγαθοποιός και ένα δεύτερο που οφείλεται σε φυσικές αιτίες. Επίσης, είναι γνωστό πώς ο Εμπεδοκλής και η σχολή του είχαν χωρίσει τη μανία που προέρχεται ex purgamento animae από τη μανία που οφείλεται σε σωματικές αρρώστιες (Dodds, σελ. 70). Πάντως στη λαϊκή αντίληψη από την απώτατη αρχαιότητα η μανία εθεωρείτο ως αποτέλεσμα υπερφυσικών δυνάμεων που επενεργούν πάνω στον άνθρωπο και μάλιστα ως τιμωρία.

Όσο κι αν ορισμένοι σύγχρονοι μελετητές υποστήριξαν την ιδέα ότι η δαιμονική αυτή κατοχή απουσιάζει από τον Όμηρο, ο Dodds στο βιβλίο του, «Οι Έλληνες και το παράλογο», έχει αποδείξει ότι «η υπερφυσική καταγωγή της ψυχικής ασθένειας ήταν κοινός τόπος στη λαϊκή σκέψη των χρόνων του Ομήρου και πιθανόν πολύ πριν». Αργότερα, μέσα στην Αθήνα των κλασσικών χρόνων, πολλοί απέφευγαν τους ψυχικά αρρώστους, γιατί ήταν πρόσωπα που κουβαλούσαν μια θεία κατάρα. Κάθε επαφή μαζί τους ήταν επικίνδυνη, τους έριχναν πέτρες για να τους κρατήσουν μακριά ή έπαιρναν άλλες προφυλάξεις (Dodds, σελ. 72).

Παρ’ ολ’ αυτά τους απέδιδαν ένα σεβασμό που έφθανε στο δέος, επειδή βρίσκονταν σε επαφή με τον υπερφυσικό κόσμο και καμιά φορά μπορούσαν να επιδείξουν δυνάμεις απαγορευμένες σε κοινούς θνητούς (Dodds, όπ.π.). Όσο και αν οι φιλόσοφοι στην κλασσική εποχή προχώρησαν σε μια εκλογικευμένη μελέτη και προσέγγιση της «θείας» μανίας, ο λαός συνέχισε να ζει το μύθο της μανίας μέσα από την Διονυσιακή λατρεία και την τραγωδία.

Ο Ηρακλής μαινόμενος και οι Βάκχες του Ευριπίδη προβάλλουν ανάγλυφα τη δραματική παρουσία της θεϊκής καταλήψεως ή τιμωρίας. Έτσι, φιλοσοφία και ποίηση έζησαν για αιώνες και προβληματίστηκαν με την εικόνα της ψυχής του ανθρώπου, που βρίσκεται σε επαφή ή ταυτίζεται με υπερφυσικά όντα ή δυνάμεις τέτοιες που τον ξεχωρίζουν από τους συνανθρώπους του.

Ακόμη, η ιατρική του 5ου π.Χ. αιώνα, με εκπρόσωπο τον Ιπποκράτη, στράφηκε γύρω από το θέμα αυτό. Το περί «ιερής νόσου» βιβλίο του Corpus Hippocraticum είναι το χαρακτηριστικότερο δείγμα για την σκέψη και την αντιμετώπιση των ιερών αυτών καταλήψεων. Η όλη θέση της καινούργιας εκλογικευμένης ιατρικής είναι χαρακτηριστική των βασικών προσπαθειών ερμηνείας των ψυχικών παθήσεων. Πάντα όμως μέσα στους μύθους, που άφθονα στην ύστερη πλέον αρχαιότητα εμφανίζονται, προβάλλει το μεγάλο και παλιό πρότυπο μανίας των Προιτίδων και των Αργείων γυναικών.

 

Ο μέλας ελλέβορος


 

Αυτή τη μανία, ο μάντης Μελάμπους κάπου στα πρώιμα ιστορικά χρόνια τη θεραπεύει εκτός των άλλων τρόπων και με τον μέλανα ελλέβορο. Είναι περίεργο πώς ο συνδυασμός ελλέβορου και Μελάμποδα εμφανίζεται ουσιαστικά στην αρχαία ελληνική γραμματεία μόλις τον 4 π.Χ. αιώνα από τον Θεόφραστο. Ο Θεόφραστος τονίζει: «καλούσι δε τον μέλανα τινές έκτομον μελαμπόδιον, ως εκείνου (του Μελάμποδα)  πρώτον ταμόντος και ανευρόντος» (Hist. Plant. IX, 10, 4).

Tοv Θεόφραστο ακολουθεί ο Διοσκουρίδης: «ελλέβορον μέλας, οι δε μελαμπόδιον, οι δε έκτομον, οι δε πολύρριζον καλούσι. Μελαμπόδιον δε, επειδή δοκεί Μελάμπους τις αιπόλος τας Προίτου θυγατέρας μανείσας αυτώ καθήραι και θεραπεύσαι» (De materia Medica II, 306).

Παράλληλη είναι η μαρτυρία του Πλινίου, ο οποίος προσθέτει μιαν άλλη εκδοχή, που δείχνει πως προχωρεί η εκλογίκευση. Ο Πλίνιος, γράφει, ότι ο Μελάμπους θεράπευσε τις Προιτίδες δίδοντας τους να πιουν γάλα αιγών που είχαν φάει ελλέβορο.

Ακόμη, τον 2ο αιώνα μ.Χ. παρόμοια γνώμη εκφράζεται από τον ιατρό Ρούφο τον Εφέσιο: «Λέγουσι δε και Μελάμποδα τον Αμαθάονος τούτω (τω μέλανι ελλεβόρω) καθήραι τας θυγατέρας του Προίτου μανείσας, όθεν δη και την επωνυμίαν μελαμπόδιον έσχε καλείσθαι» (Ορειβάσιος, τόμ. II, 108).

Την ίδια εποχή ο Γαληνός στη Ρώμη αναφωνεί: «ουδείς γάρ ούτως απαίδευτός εστί των εν Έλλησι τεθραμμένων, ος μητ’ αναγνωκέναι μήτ’ ακηκοέναι τας Προίτου θυγατέρας μανείσας υπό Μελάμποδος ιαθήναι καθαρθείσας ούτως» (Γαληνού περί μελαίνης χολής, I, σελ. 132, Kuhn).

Αν όμως ως τώρα δεν ανέφερα την θεραπευτική του Ιπποκράτους, δεν σημαίνει ότι δεν γνώριζε τον ελλέβορο, μόνον στο Corpus δεν αναφέρεται ο Μελάμπους, αλλά χρησιμοποιείται ευρύτατα το φαρμακευτικό μέσο όχι μόνον επί παραφροσύνης ή οξείας μανίας, αλλά και σε πάμπολλες άλλες περιπτώσεις.

Μετά τον Ιπποκράτη ο ελλέβορος κυριαρχεί στην θεραπεία της μανίας. Ο Έλληνας ιατρός Ηρόδοτος (τέλη του 1ου αιώνα μ.Χ.), ο Αρχιγένης στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού και ο Αντίλλος τον 2ο αιώνα μ.Χ., ο Ορειβάσιος τον 4ο και ο Αφρικανός ιατρός Cassius Felix τον 5ον αιώνα, ο Αέτιος ο Αμιδηνός τον 7ο και ο Παύλος Νικαίος τον 8ο, ο Ιωάννης Σεραπίων Δαμασκηνός τον 9ο και ο Θεοφάνης Νόννος, ο Ιωάννης Μεσσούης και ο Αβικένας τον 10ο αιώνα, για να σταματήσω ως εδώ, με μια εκπληκτική εμμονή, συνιστούν τον ελλέβορο για την θεραπεία της μανίας.

Αυτή η εμμονή, όπως δείχνουν οι αρχαίες μαρτυρίες, στηρίζεται στην εγγύηση που δίδει το γεγονός ότι πρώτος εφήρμοσε την θεραπεία ο σπουδαίος ιατρομάντης, ο Μελάμπους, και αποκαλύπτει την εξέχουσα θέση που κατείχε στην συνείδηση του αρχαίου κόσμου. Ο Μελάμπους, ο μελανοπόδης θεραπευτής και καθαρτής, αυτός μπορούσε να θεραπεύει τη μαύρη αρρώστια, τη μανία και τη μελαγχολία, αυτός επέβαλε και το μελαμπόδιο. Ο μέλας ελλέβορος, παλαιό δυναμικό αποτροπαϊκό μέσο με έντονη καθαρτική δράση στο γαστρεντερικό σύστημα ταυτίστηκε με το μέσον που θα έπρεπε ένας αρχαίος θεραπευτής να χρησιμοποιεί, έγινε μελαμπόδιον και συνέχισε για αιώνες να ζει στην επίσημη Ιατρική.

 Αν όμως ο μέλας ελλέβορος διέγραψε μια τόσο ένδοξη πορεία στην ιστορία της θεραπευτικής και έφτασε μέχρι τις μέρες μας να αποτελεί τον πονοκέφαλο των ειδικών, δεν μπορούμε να πούμε ότι συνέβη το ίδιο και με τους απογόνους του ίδιου του Μελάμποδα.

Είναι αλήθεια ότι η μορφή, η θέση και οι τρόποι ενεργείας των μάντεων διέγραψαν μέσα στους αιώνες μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα καμπύλη. Στην απώτατη αρχαιότητα οι μάντεις, με επί κεφαλής τον Μελάμποδα, είχαν μια εξέχουσα θέση στη ζωή των αρχόντων, στον πόλεμο και στην θεραπευτική.

Στο πρόσωπό τους συγκεντρώθηκε η δύναμη του νου που μπορεί να κατευθύνει τους λαούς χαρίζοντάς τους τη ζωή και την επιτυχία. Η μεγάλη όμως δυναστεία των ιατρομάντεων διασπάσθηκε κάποτε στα ιστορικά χρόνια. Ο Μελάμπους και οι απόγονοί του έγιναν οι μυθικοί πρόδρομοι των μεγάλων οικογενειών-μάντεων του Πελοποννησιακού πολέμου.

Το θεραπευτικό όμως λειτούργημα του Μελάμποδα απορροφήθηκε:

α. από την κοσμική ιατρική

β. από τα μαντεία, π.χ. των Δελφών

γ. από τους θεραπευτές θεούς και ήρωες και

δ. μεταφέρθηκε στα μαγικά θεραπευτικά μέσα των καθαρτών του 5ου και 4ου π.Χ. αιώνων.

Τους καθαρτές αυτούς το Corpus Hippocraticum τους κατακεραυνοβολεί, ενώ ο Δίφιλος τους διακωμωδεί. Ήσαν λοιπόν αγύρτες; Εμφανίζονται έτσι αφότου επιβάλλεται η ορθολογιστική θεραπευτική του Ιπποκράτους. Πρέπει να δεχθούμε αναμφισβήτητα ένα πράγμα: πώς οι αρχαίοι ιατρομάντεις ήσαν σπουδαίοι, διότι απαντούσαν στην αιώνια ανάγκη του ανθρώπου για θεραπεία. Κάποτε όμως άρχισε να διαφαίνεται η διαφορά ανάμεσα στον ιατρικό και τον τελετουργικό καθαρμό. Η σχέση ανάμεσα στις δυο μορφές καθαρμού διά της τελετουργίας και διά της Ιατρικής είναι πολύ λεπτή.

Ο κύκλος όμως κλείνει και πάλι, διότι και οι δύο μέθοδοι προέρχονται από ένα αδιαφοροποίητο ιδεώδες καθαρότητας, φυσικό και υπερφυσικό. Και τα δυο ήταν αναγκαία: α) για την διατήρηση της ζωής και της υγείας και β) για την καθαυτό σχέση με τους θεούς.

Στην θεραπεία της μανίας, που καταχωρείται στον Μελάμποδα, οι δύο μέθοδοι συγκλίνουν. Έτσι, παράλληλα με το τελετουργικό, στο οποίον αναφέρονται οι αρχαίοι συγγραφείς, που ήταν σύνηθες για την θεραπεία της μανίας, μια άλλη λαϊκή μορφή θεραπείας εφαρμόζει ο Μελάμπους στις κόρες του Προίτου, κάθαρση με τον ελλέβορο. Ο ελλέβορος, είναι γνωστό σήμερα, όπως ανέφερα ήδη, ότι δεν έχει θεραπευτικά αποτελέσματα επί της μανίας, δρα στο γαστρεντερικό σύστημα, εθεωρείτο όμως από την απώτατη αρχαιότητα σπουδαίο μαγικό μέσο καθαρμού. Ο μέλας ελλέβορος με τις κάποιες φαρμακολογικές του επενέργειες και το κύρος του μεγάλου καθαρτή σχηματίζουν ένα ακαταγώνιστο σύμπλεγμα.

Ο λόγος του Γαληνού που ακούσατε το βεβαιώνει: «Ουδείς γαρ ούτως απαίδευτός εστί των εν Έλλησι τεθραμμένων, ος μητ’ αναγνωκέναι μητ’ ακηκοέναι τας Προίτον θυγατέρας μανείσας υπό Μελάμποδος ιαθήναι καθαρθείσας ούτως».

Το Άργος, με τον μεγάλο του μάντη, ιατρομάντη, θεραπευτή και βασιλιά, τον Μελάμποδα, κυριάρχησε πάνω από 3000 χρόνια στο ιατρικό στερέωμα. Κυριάρχησε δηλ. περίπου από το 1500 π.Χ. έως το 1500 μ.Χ.

Καθώς έχω φθάσει στο τέλος της ανακοίνωσής μου, θα μου επιτρέψετε να τονίσω τα εξής: εκτός από τα αλλεπάλληλα προσωπικά μου πορίσματα στην εργασία μου αυτή επιχειρείται για πρώτη φορά και η ολοκληρωτική συγκέντρωση και ανασύνθεση όλων των επιχειρημάτων και πορισμάτων της ευρωπαϊκής βιβλιογραφίας για το ίδιο θέμα.

 

                                  

Υποσημείωση


 

* Melampus, Pauly-Wissowa, R. E. 1931, τόμ. 29, στ. 392-399. Τα αρχαία Αιγόσθενα ήταν ο κατεξοχήν τόπος της λατρείας του μάντη και θεραπευτή ήρωα Μελάμποδα. Το τοπωνύμιο Αιγόσθενα πιστεύουν μερικοί πως οφείλεται στον τοπικό θεό που ήταν αρχικά αιγόμορφος. Το όνομα Μελάμπους υποτίθεται πως αποτελεί υπαινιγμό στην αρχική φύση του θεού ως μαυρόποδος κατσικιού (συγγενικό ήταν το επίθετο του Διονύσου μελάναιγες, (Ερμιόνη, Κορ. Λακωνίας) με τη λατρεία του οποίου παρέμειναν στενά σχετισμένοι οι τράγοι). Στα Αιγόσθενα όμως απουσιάζει η μαντική ιδιότητα του Μελάμποδα από την τοπική λατρεία. Το γεγονός επιτρέπει την υπόθεση πως ο αιγόμορφος Μελάμπους των υπωρειών του Κιθαιρώνα αρχικά ήταν διαφορετικός θεός από τον Αργείο μάντη Μελάμποδα, προς τον οποίον αργότερα ταυτίστηκε (Παπαχατζής, Παυσ. I, 44, 5, σημ. σελ. 511 κ.έξ.).

  

Αγλαΐα Μπιμπή – Παπασπυροπούλου

Dr Med. Dent. Πανεπ. Mainz και δ.Φ.

Πελοποννησιακά. Πρακτικά του Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήνα, 1989. 

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ντούσιας Κ. Παναγιώτης (1795; – 1865;)


 

Ο Παναγιώτης Ντούσιας του Κωνσταντίνου, γεννήθηκε στον Αχλαδόκαμπο Αργολίδας γύρω στο 1795. Είναι γιος του κλεφταρματολού Κωνσταντίνου Ντούσια, που σκοτώθηκε σε συμπλοκή με τους Τούρκους έξω από την Αθήνα,  μεγαλύτερος και περισσότερο εγγράμματος από τον αδελφό του Αγωνιστή του 1821 Κωνσταντίνο Ντούσια.

Όπως φαίνεται από αίτηση των κληρονόμων του, που ζητούν αποζημίωση για τις εκδουλεύσεις του κατά τη διάρκεια του Αγώνα του 1821, της 24ης Μαΐου 1865 και από το πιστοποιητικό του τότε Δημάρχου Υσιών Αντωνίου Δημ. Αντωνοπούλου, της 24ης Μαΐου 1865, που απόκεινται στον οικείο φάκελλο, στο κουτί αριθ. 151, στο Τμήμα Χειρογράφων και ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης των Αθηνών, ο Παναγιώτης Ντούσιας έλαβε μέρος στις περισσότερες μάχες της Πελοποννήσου, Τρίκορφα, Βαλτέτσι, Άγιο Γεώργιο, Δολιανά, Γράνα, Δερβενάκια, Άργος κλπ., κάτω από τις διαταγές των οπλαρχηγών Π. Ζαφειροπούλου και Γενναίου Κολοκοτρώνη, ότι είχε κληρονόμους τα γνήσια παιδιά του Γεώργιο, Χρίστο, Παναγούλα, Γιαννούλα, και Κυριακή και ότι είχε στο μεταξύ αποβιώσει.

Πάντως δε φαίνεται πουθενά να πέτυχε η οικογένειά του υλικά οφέλη. Στο Νέο Μητρώο των Αγωνιστών του 1821 με αύξοντα αριθ. 586, αναγράφονται τα ακόλουθα:

«Ντούσιας Παναγιώτης, ως οδηγός στρατιωτών. Υπηρέτησε καθ’ όλον τον Αγώνα, Τάξεως Πέμπτης (Συνεδρίαση 432)».

Τη δράση του μαζί με τον αδελφό του Κωνσταντίνο, κατά την Επανάσταση του 1821, μαρτυρεί και ο ιστορικός Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος στο έργο του, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών, σ.73: «Ο Κωνσταντίνος και Παναγιώτης, αδελφοί Δούσα, κατήγοντο από τον Αχλαδόκαμπον του Άργους και υπηρέτησαν στρατιωτικώς αμφότεροι».

Απεβίωσε με φυσιολογικό θάνατο στον Αχλαδόκαμπο, πριν το 1865, γιατί δεν αναφέρεται στην Απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Υσιών, της 23ης Μαΐου 1865.

  

Πηγή


  • Ιωάννης Σπ. Αναγνωστόπουλος, « Αχλαδοκαμπίτες Αγωνιστές του 1821 / Συμβολή του Αχλαδοκάμπου στην Επανάσταση του 1821», Αθήνα, 1989.

 

 

Read Full Post »

Μελάμπους ο Αργείος: μαγεία, ιατρική και πολιτική εξουσία


 

 Ομιλία του Ιατρού Παναγιώτη Ν. Τσελφέ, στην τελετή απονομής «Βραβείων Ανδρέα Λεούση», 31 Ιανουαρίου 2010, στο Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός».

  

Σήμερα, σ’ αυτή την εκδήλωση, η οργανωμένη κοινωνίας του Άργους, βραβεύει δύο επίλεκτους νέους που τάχτηκαν στην υπηρεσία της επιστήμης του Ιπποκράτη και τιμά τη μνήμη ενός ιατρού, του Ανδρέα Λεούση, ο οποίος γεννήθηκε στην Καρυά και αφού σπούδασε την ιατρική σε σπουδαία πανεπιστήμια της Ευρώπης, αφιέρωσε τη ζωή του στην Αργολίδα, όπου διακρίθηκε για την επιστημονική και την κοινωνική του δραστηριότητα.

Το θέμα που σας παρουσιάζω επιλέχτηκε γιατί αναφέρεται στο μυθικό βασιλιά του Άργους Μελάμποδα, ο οποίος θεωρείται ο πρώτος ιατρός της Ευρωπαϊκής ιστορίας. Έδρασε τον 14ο π.Χ. αιώνα, 400 χρόνια προ του Ασκληπιού και 900 χρόνια προ του Ιπποκράτους. Στις ιστορικές πήγες φέρεται με το προσωνύμιο «Αργείος», αφού το μέγιστο μέρος των δραστηριοτήτων του αναπτύχθηκε στο Άργος, παρ’ όλο που πιθανότατα έλκει την καταγωγή του από την Πύλο.

Η μυθική ζωή του φέρει χαρακτηριστικά που έχουν σχέση και αναφέρονται άμεσα σε δραστηριότητες των συγχρόνων ιατρών. Έτσι οι νέοι που θα γίνουν ιατροί, θα μπορούσαν ίσως να λάβουν πληροφορίες, μηνύματα ή και «διδάγματα», χωρίς τον απεχθή δασκαλίστικο τρόπο και να τ’ αξιολογήσουν θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με την παιδεία και την προσωπική τους ηθική ή τους καταγεγραμμένους ηθικούς κανόνες που επιβάλλει η σύγχρονη ιατρική δεοντολογία.

Είναι σωστό να γνωρίζουμε πως τα θαυμαστά πεπραγμένα των σπουδαίων προγόνων μας δεν συμβαδίζουν πάντα με τους ηθικούς κανόνες της εποχής μας. Αυτό θα ήταν αδύνατο, αφού δεκάδες είναι τα σύγχρονα προβλήματα της ιατρικής και της βιοτεχνολογίας, που ήταν ανύπαρκτα πριν λίγα χρόνια, που προκαλούν σήμερα ηθικά διλήμματα και απαιτούν την τοποθέτησή μας απέναντι τους.

Μερικά από αυτά μπορεί να είναι:

1) Μεταμοσχεύσεις οργάνων

2) Χρησιμοποίηση εθελοντών για δοκιμή νέων φαρμάκων.

3) Χρήση παρένθετης μητέρας

4) Εξωσωματική γονιμοποίηση

5) Εξωσωματική γονιμοποίηση με σπέρμα συζύγου που ήδη έχει πεθάνει

6) Κατεψυγμένα έμβρυα που ανήκουν σε ζευγάρι που έχει χωρίσει.

7) Έμβρυο που είναι φορέας ανίατης ασθένειας.

8) Προεμφυτευτική και προγεννητική διάγνωση

9) Παρασκευή επιθυμητών τύπων ανθρώπων

10) Δημιουργία τραπεζών πληροφοριών DNA

11) Θεραπευτική και αναπαραγωγική κλωνοποίηση

12) Μεταλλαγμένα τρόφιμα

13) Υπερήλικες μητέρες

14) Παθητική και ενεργητική ευθανασία, εντολή «μη αναζωογόνησης»   

15) Επιλογή φύλου

Από αυτή τη θέση θα παρουσιάσω τέσσερις από τις ιδιότητες – δραστηριότητες που αναφέρονται στον Μελάμποδα και έχουν άμεση σχέση με τη σύγχρονη άσκηση της ιατρικής:

Α. Ο Μελάμπους ήταν ιατρός.

Β. Ο Μελάμπους ήταν μάγος.

Γ.  Ο Μελάμπους απαιτούσε για τις υπηρεσίες του υπέρογκες αμοιβές

Δ. Ο Μελάμπους χρησιμοποίησε την άσκηση της ιατρικής, για ν’ αποκτήσει πολιτική εξουσία.

  

Ο Μελάμπους λοιπόν ήταν γιατρός


 

Μελάμπους – Αργειακά Ιατρικά Χρονικά

Ένας από τους μεγαλύτερους γιατρούς των αρχαίων χρόνων. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, τον Ησίοδο, τον Απολλόδωρο τον Αθηναίο, τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, τον Διώδορο τον Σικελιώτη, τον Στράβωνα, αλλά και τον ίδιο τον Όμηρο, ο Μελάμπους θεωρείται ο πρώτος γιατρός της ανθρωπότητας, αρχαιότερος από τον Ασκληπιό. «Την δια φαρμάκων και καθαρμών θεραπείαν πρώτος ευρηκώς» (Απολλόδωρος, βιβλίο Α΄ κεφ 9,3).

Θεωρείται πως αυτός θεμελίωσε την ιατρική επιστήμη στον ελλαδικό χώρο και κατά συνέπεια σε ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό. Κατά την άσκηση της επιστήμης του, εξισορρόπησε με απόλυτη επιτυχία την Θεουργική Ιατρική και την Επιστημονική Ιατρική, κλίνοντας έντονα προς την δεύτερη.

Πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ πως η πρώτη απεμπλοκή από ιερουργίες πραγματοποιείται (στην αρχαία Ελλάδα) από τον Ιπποκράτη (460-370 π.Χ.).

Ο Μελάμπους διέθετε πλούσιες διαγνωστικές και θεραπευτικές γνώσεις και δυνατότητες. Η διαγνωστική του μέθοδος αποτελεί την πρώτη βάση και την απαρχή της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης. 

Η θεραπευτική του παραπέμπει σε ομοιοπαθητικές θεραπείες με την εξώθηση της νόσου στα όρια της.

Η ομοιοπαθητική ασκήθηκε κυρίως με τη χρήση του Ελλέβορου, που είναι ένα ήπιο δηλητήριο. Σε μικρές δόσεις δρα ως καθαρτικό, και σε μεγαλύτερες προκαλεί δηλητηρίαση. Για πολλά χρόνια και μέχρι τις μέρες μας, ο καθαρμός με ελλέβορο (και άλλα καθαρτικά), και το σοκ από την έντονη διάρροια, χρησιμοποιήθηκε δια πάσα νόσο, ιδίως ψυχιατρική.

Ο Μελάμπους θεωρείται ο ιδρυτής του πρώτου ιατρικού σώματος, ως ανεξάρτητης κοινωνικής κατηγορίας, η οποία απέδωσε και τους περιοδεύοντες ιατρούς.

Άλλες πρωτιές που αποδίδονται στον Μελάμποδα είναι η εισαγωγή της λατρείας του Διονύσου στην Πελοπόννησο και η ανάμειξη του οίνου με νερό.

Ο ιατρός – μάγος


 

Ο Μελάμπους ήταν και μάγος. Μάντη τον έλεγαν οι αρχαίοι συγγραφείς, αλλά η δραστηριότητά του ήταν σαφώς μαγική. Ο μύθος που περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο Μελάμπους απέκτησε τις εξαιρετικές του ικανότητες, έχει δύο σκέλη.

Στο πρώτο, κάποια φιδάκια που ο Μελάμπους ευεργέτησε, σύρθηκαν ως τους ώμους του την ώρα που κοιμόταν, με τις γλώσσες τους «καθάρισαν» την ακοή του. Ο Μελάμπους ξύπνησε τρομαγμένος, αλλά με έκπληξη ανακάλυψε ότι μπορούσε να καταλαβαίνει τις φωνές των πουλιών και των ζώων. Και από τότε, αντλώντας πληροφορίες από αυτή την ανεξάντλητη πηγή, προέλεγε στους ανθρώπους τα μέλλοντα.

Αργότερα, σ’ ένα δεύτερο σκέλος του μύθου, ολοκλήρωσε τα υπερφυσικά του χαρίσματα όταν συνάντησε τον ίδιο τον Απόλλωνα κοντά στον Αλφειό και έτσι έγινε «μάντης άριστος«.

Ο μύθος φαίνεται απλός, όμως κρύβει μια μεγάλη αλήθεια. Οι δύο διαφορετικές παραδόσεις σχετικά με τον τρόπο που αυτός απέκτησε την μαντική του ικανότητα οφείλονται στην διαμάχη της Διονυσιακής με την Απολλώνια θρησκεία με αντικείμενο τον προσεταιρισμό του περίφημου μάντη.

Πιθανότατα ο Μελάμπους ήταν απόστολος της λατρείας του Διονύσου. Η συγγένεια του Διονύσου με τις χθόνιες θεότητες εξηγεί ικανοποιητικά την προέλευση της μαντικής ικανότητας του Μελάμποδα. Το δώρο της πρόγνωσης το παίρνει από τη γη και τα φίδια που «καθαρίζουν» την ακοή του Μελάμποδα είναι κατεξοχήν χθόνια στοιχεία. Είναι η πρώτη εμφάνιση των όφεων, συμβόλων της ιατρικής επιστήμης μέχρι σήμερα, σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Αργότερα, το Ιερατείο της Απολλώνιας θρησκείας έκανε προσπάθεια να προσδέσει τον Μελάμποδα στο άρμα του Θεού της, που αποτελούσε εκείνη την εποχή το κατεστημένο της μαντικής.

 Η οντότητα του ιατρού – μάγου, είτε το αναγνωρίζουμε είτε όχι, διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας.

Ευνοείται από το «μαγικό» περιβάλλον που συγκροτείται π.χ. από το άβατο ορισμένων χώρων άσκησης της ιατρικής, όπως είναι τα χειρουργεία ή τα εργαστήρια. Ενισχύεται από το εξαιρετικά ψυχρό παλαιότερα και το συγκεκριμένα πολυτελές σημερινό, περιβάλλον των ιδιωτικών κλινικών, των νοσοκομείων και των ιδιωτικών ιατρείων. Σηματοδοτείται από συγκεκριμένες στολές όπως είναι η άσπρη μπλούζα, τ’ ακουστικά που κρέμονται στο λαιμό, ή από τις τρομακτικές μάσκες και τα καπέλα που φορούν οι χειρουργοί.

Τέλος καλλιεργείται και επιτείνεται από κάποιους ιατρούς που με συγκεκριμένη συμπεριφορά κατασκευάζουν γύρω από το άτομό τους το μύθο του μάγου του χωριού ή της πόλης. Δεν μπορώ να ξεχάσω τον πασίγνωστο μάγο της Τρίπολης, που έζησα στα μαθητικά μου χρόνια, ο οποίος βέβαια απομυθοποιήθηκε όταν αποδείχτηκε επικίνδυνος, αλλά δεν είναι και ο μοναδικός.

Σαν αναισθησιολόγος έχω ζήσει χειρουργούς που στο τέλος της επεμβάσεως, βγαίνουν με τη ματωμένη μπλούζα από το χειρουργείο για να ενημερώσουν τους έντρομους συγγενείς, πως τον άνθρωπό τους «τον έσωσαν».

 

Απαίτηση υπέρογκων αμοιβών για ιατρικές πράξεις


  

Μια από τις σημαντικότερες ιατρικές πράξεις του Μελάμποδα, ήταν η θεραπεία του Ίφικλου, γιου του βασιλιά της Φυλάκης, Φύλακου, στη Θεσσαλία. Δεν θα παρουσιάσω ολόκληρο το μύθο, αλλά στη Θεσσαλία ο Μελάμπους πήγε για να κλέψει ένα περίφημο κοπάδι βοδιών, που κατείχε ο Φύλακος, να το δώσει στον αδελφό του Βίαντα, ο οποίος θα το πήγαινε ως «έδνα» στο βασιλιά της Πύλου Νηλέα και θα έπαιρνε την πανέμορφη Πηρώ, κόρη του βασιλιά για σύζυγο. 

Ο Ίφικλος λοιπόν, ο γιος του βασιλιά ήταν ανίκανος. Ο Μελάμπους διέγνωσε ψυχογενή ανικανότητα και δέχτηκε να τον θεραπεύσει απαιτώντας να συμφωνήσει εκ των προτέρων ο πατέρας του, στην υπέρογκη αμοιβή του μοναδικού κοπαδιού των βοδιών. Έτσι κι έγινε. Ο Μελάμπους θεράπευσε τον Ίφικλο και πήρε τα περίφημα βόδια σαν αμοιβή.

 Ο Προίτος τώρα, γιος του Άβαντα, συμβασιλιάς της Αργολίδας μαζί με τον Ακρίσιο, είχε παντρευτεί τη Σθενέβοια, που του είχε κάνει τρεις κόρες ονομαζόμενες Λυσίππη, Ιφινόη και Ιφιάνασσα – μερικοί ωστόσο ονομά­ζουν τις δύο νεότερες Ιππονόη και Κυριάνασσα. Είτε επειδή είχαν προσβάλει τον Διόνυσο είτε επειδή είχαν προσβάλει την Ήρα με την υπερβολική κλίση τους στις ερωτοδουλειές είτε επειδή είχαν κλέψει χρυσάφι από το άγαλμα της στην Τίρυνθα, την πρωτεύουσα του πατέρα τους, οι κόρες του Προίτου προσβλήθηκαν και οι τρεις από θεϊκή μανία, και περιφέρονταν έξαλλες εδώ κι εκεί στα βουνά, σαν αγελάδες που τις έχει τσιμπήσει η μύγα, όπου συμπεριφέρονταν με τρόπο εντελώς αχαλίνωτο και ρίχνονταν στους ταξιδιώτες.

Ο Μελάμπους, όταν έμαθε τα νέα, πήγε στην Τίρυνθα και προσφέρθηκε να τις θεραπεύσει, με τον όρο ότι ο Προίτος θα του κατέβαλλε για αμοιβή το ένα τρίτο του βα­σιλείου του.

Η αναφορά αυτού του μύθου βεβαίως γίνεται, για να υπενθυμίσει, πως μέχρι σήμερα παρατηρείται η εκ των προτέρων απαίτηση υπέρογκων αμοιβών για ιατρικές πράξεις.

Θα ήταν παράλειψη να μη σημειώσω εδώ πως η διάγνωση και η μέθοδος θεραπείας του Ιφίκλου θεωρείται διεθνώς η πρώτη θεραπεία με εφαρμογή ψυχανάλυσης και η πρώτη θεραπεία ψυχοσωματικής νόσου.

Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί ψυχαναλυτές θεωρούν τον Μελάμποδα ως τον παγκόσμια πρώτο ψυχαναλυτή και τον τιμούν συχνά, επισκεπτόμενοι τα ερείπια του ιερού του Μελάμποδος που βρίσκονται μέσα σε αρχαίο οχυρό στα Αιγόσθενα (νυν Πόρτο Γερμενό) της Μεγαρίδος.

Ένα άλλο ιερό στο οποίο ο Μελάμπους λατρεύτηκε σαν θεός, είναι το Ιερό της Ημερασίας Αρτέμιδος ή Αρτέμιδος Ημέρας. Είναι η Άρτεμις που ημερεύει τους ανθρώπους και προκαλεί πνευματική, σωματική και ψυχική ευεξία και βρίσκεται κοντά στο χωριό Λουσικό (Χαμάκου) λίγο έξω από τα Καλάβρυτα.

Εδώ στο οροπέδιο των Σουδενών και στους πρόποδες του Χελμού, βρίσκεται σε υψόμετρο 1.200 μ. το Ιερό και η Αρχαία πόλη των Λουσών. Εδώ ήρθε στο φως ο Ναός της Ημερασίας Αρτέμιδος κατά τις ανασκαφές οι οποίες έγιναν τα έτη 1898 και 1899, από το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών.

Η φήμη του Ιερού αυτού, στο οποίο δραστηριοποιήθηκε ο Μελάμπους ως θεραπευτής, ήταν τόσο μεγάλη στον τότε ελλαδικό χώρο, ώστε να θεωρείται ότι η αρχαία πόλη των Λουσών κτίστηκε εκεί εξαιτίας του Ιερού. Προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος και του Μελάμποδα ετελούντο στους αρχαίους Λουσούς τα ΗΜΕΡΑΣΙΑ.

  

Ο ιατρός – πολιτικός


 

Ο Μελάμπους είχε πολιτικές φιλοδοξίες και κατόρθωσε να γίνει βασιλιάς στο Άργος, δείχνοντας το δρόμο για την πολιτική στους νεότερους ιατρούς – πολιτικούς. Όταν του δόθηκε η ευκαιρία, απαίτησε και πήρε σαν αμοιβή για τις ιατρικές του υπηρεσίες το ανώτατο αξίωμα της πόλης του Άργους.

Η ευκαιρία που εκμεταλλεύτηκε για να γίνει βασιλιάς, ήταν η πρόσκληση που του απηύθυνε ο τότε βασιλιάς του Άργους Προίτος, όταν οι τρεις πανέμορφες κόρες του Λυσίππη , Ιφινόη και Ιφιάνασσα, διέπραξαν την ύβρη να θεωρήσουν τους εαυτούς τους πιο όμορφες από την Ήρα και την Αφροδίτη και τιμωρήθηκαν με ιερή μανία. Ο βασιλιάς ζήτησε από το Μελάμποδα να θεραπεύσει τις κόρες του και ο Μελάμπους απαίτησε σαν αμοιβή το ένα τρίτο του θρόνου.

Ο βασιλιάς αρχικά αντέδρασε αρνητικά, αλλά αναγκάστηκε να δεχτεί, όταν η ιερή μανία εξαπλώθηκε σ’ όλες τις γυναίκες του Άργους. Ο Μελάμπους μάζεψε τους πιο εύρωστους νέους και τους έκλεισε με τις μαινάδες γυναίκες στο Σπήλαιο των Λιμνών, ή κάπου εκεί στο ειδυλλιακό περιβάλλον της Κλειτορίας ή της Κυλλήνης. Εκεί θεραπεύτηκαν. Είναι η πρώτη περιγραφή ομαδικής ψυχοθεραπείας. Υπονοείται μάλιστα η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της ερωτικής συνεύρεσης

Σαν αμοιβή για τη θεραπεία των γυναικών του Άργους, έγινε βασιλιάς. «Τακτοποίησε» μάλιστα και τους συγγενείς του. Συμβασίλεψε με τον αδελφό του, ενώ οι απόγονοί του έμειναν για μερικές γενιές στο θρόνο του Άργους, με το γενικό όνομα Μελαμποδίδες.  Ο πιο διάσημος από τους Μελαμποδίδες ήταν ο Αμφιάραος, σπουδαίος μάγος – μάντης – ιατρός, που πήρε μέρος στην εκστρατεία των επτά εναντίον της Θήβας, ίδρυσε απομονωμένα θεραπευτήρια (σαν τα νεότερα Ασκληπιεία) που καλούνται Αμφιαράεια και λατρεύτηκε σαν θεός στον Ορωπό, όπου και το πιο γνωστό Αμφιαράειο.

Η πολιτική εξουσία σε πολλά μέρη της γης, δεν είναι πλέον δοτή ή κληρονομική. Οι πολίτες επιλέγουν σε μεγάλο βαθμό αυτούς που θα κυβερνήσουν. Όταν όμως επιλέγουν γι αυτή τη θέση τον θεράποντα ιατρό τους, η σχέση που αναπτύσσεται δεν είναι καθαρά πολιτική.

Η σχέση ιατρού – ασθενούς είναι εξαιρετικά ευαίσθητη και ο ιατρός είναι το ισχυρό μέρος αυτής της σχέσης. Η εκμετάλλευση της ισχύος, της επιρροής αλλά και της γοητείας που κάποιοι ιατροί ασκούν στους ασθενείς και πιθανούς ασθενείς συμπολίτες τους, έχει κατά καιρούς αποτελέσει το μέσο για την εξασφάλιση της υποστήριξής τους για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας.

Οι περισσότεροι ιατροί βεβαίως, αναδείχτηκαν σε πολιτικούς ηγέτες, χωρίς ν’ ασκήσουν την ιατρική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο περίφημος Τσε Γκεβάρα, που αν και ιατρός, κατέκτησε την εμβληματική θέση του παγκόσμιου επαναστάτη, χάρη στη μαχητικότητα, τον ηρωισμό και την ηγετική του φυσιογνωμία. Ο Τσε ουδέποτε άσκησε την ιατρική, εκτός πεδίου μάχης.

Ένθερμος υποστηρικτής του συνδυασμού των δύο ιδιοτήτων του ιατρού δηλαδή και του πολιτικού, είναι ο Κύπριος πολιτικός Βάσος Λυσσαρίδης. Σε πολλά άρθρα και ομιλίες του θεωρεί πως οι ιατροί γίνονται ικανοί και αποτελεσματικοί πολιτικοί, γιατί «η πολιτική είναι θεραπευτική κοινωνικών ασθενειών ή έστω φαινομένων». Και αλλού δηλώνει: «Θεώρησα τον εαυτό μου λιποτάκτη όταν μεταπήδησα από την ιατρική στην πολιτική. Παράμεινα γιατί την αντιμετώπισα ως θεραπευτική κοινωνικών νόσων και διατήρησα στην αντιμετώπιση της την ιατρική προσέγγιση».

Τελειώνοντας, δεν μπορώ να μην αναφέρω τον σπουδαίο Ιατρό και λογοτέχνη Γεώργιο Τσουκαντά, ο οποίος αν και γεννήθηκε στη Λαύκα Κορινθίας εγκαταστάθηκε στην Λύρκεια, πατρίδα της μητέρας του, αγάπησε με πάθος το Άργος και υπηρέτησε με συνέπεια τον Αργειακό λαό. Μελέτησε όσο κανένας άλλος τον Μελάμποδα  

Δημοσίευσε πολλές μελέτες που τον αναδεικνύουν σαν τον παγκόσμια πρώτο ψυχαναλυτή και τον πρώτο «Ψυχοσωματιστή», τόσο στην Ελλάδα όσο στο Βέλγιο και τη Γαλλία, στη γαλλική γλώσσα (τις δημοσιεύσεις στη Γαλλική συνυπογράφει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Δ. Κουρέτας).   

Από αυτήν εδώ τη θέση, παρουσίασε στο ακροατήριο του Δαναού τις περιπτώσεις ψυχοθεραπείας των θυγατέρων του Προίτου, της ομαδικής μανίας των Αργείων γυναικών, της ατεκνίας του Ιφίκλου και της ψυχώσεως του Αλκάθου (βασιλέα των Μεγάρων, από το γένος των Πελοπιδών, πάσχοντα από μελαγχολία).

Ανακεφαλαιώνοντας:

 Σ’ αυτή την εκδήλωση, η οργανωμένη κοινωνίας του Άργους, βράβευσε δύο επίλεκτους νέους που τάχτηκαν στην υπηρεσία της ιατρικής επιστήμης και τίμησε τη μνήμη του Ανδρέα Λεούση, ενός ιατρού που ξεχώρισε για την επιστημονική και την κοινωνική του δραστηριότητα.

Εγώ παρουσίασα κάποιες πτυχές των δραστηριοτήτων του θεωρούμενου πρώτου ιατρού της Ευρωπαϊκής ιστορίας, του μυθικού βασιλιά του Άργους Μελάμποδα, γιατί αυτές οι δραστηριότητες έχουν σχέση και αναφέρονται άμεσα σε δραστηριότητες των συγχρόνων ιατρών. Αναφέρονται στην άσκηση της ιατρικής, στην κεκαλυμμένη άσκηση μαγείας και στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.

Καθένας από τους ακροατές βγάζει συμπεράσματα ανάλογα με την προσωπική του ηθική και τους καταγεγραμμένους ηθικούς κανόνες (δεοντολογία) της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης.

 

Παναγιώτης Ν. Τσελφές

Ιατρός Αναισθησιολόγος

Διευθυντής Τμήματος Αναισθησιολογίας

Γενικού Νοσοκομείου Άργους

 

Read Full Post »

Το ηλεκτρικό ρεύμα στο Άργος (1913)


  

…ΔΙ’ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ

Εγκαίνια της Ηλεκτρικής εταιρίας στο Άργος, αρχές του προηγούμενου αιώνα. Αρχείο: Άκη Ντάνου

Το κείμενο που παραθέτουμε πιο κάτω δεν αποτελεί ιστορική έρευνα. Είναι όμως ένα δημόσιο έγγραφο που έχει ιστορική αξία για το Άργος, συμπληρωμένο με ένα μικρό σχολιασμό. Τα στοιχεία βρέθηκαν στο βιβλίο «ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΦΩΤΙΣΜΟΥ ΔΙ’ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΕΡΙΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ» του «Υπουργείου ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΣ» ΠΟΥ ΕΚΔΟΘΗΚΕ ΤΟ 1915.

Η αξία του βρίσκεται στο γεγονός ότι σηματοδοτεί την ιστορία της πόλης στο μεταβατικό στάδιο με κοινωνικές, οικονομικές, πολιτισμικές προεκτάσεις, και ό,τι άλλο φέρνει μαζί του το πέρασμα από «… του δια πετρελαίου φωτισμού της πόλεως Άργους δια του ηλεκτρικού φωτός…» όπως αναφέρεται και στην σύμβαση.

Το Άργος μπορεί να καθυστέρησε συγκριτικά έναντι των άλλων Πελοποννησιακών  πόλεων (παραθέτουμε πίνακα στο τέλος) στον εξηλεκτρισμό του, αλλά προηγείται πολλών άλλων Ελληνικών. Πέρασε όμως δυναμικά στον εξηλεκτρισμό από τα πετρελαιοφάναρα, αφήνοντας τον καθ’ όλα  ρομαντικό τρόπο φωτισμού της πόλης με Φωταέριο.

Παρά το γεγονός ότι το κείμενο της σύμβασης είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα και με συμβολαιογραφικούς όρους, γνωρίζοντας το μεγάλο γλωσσικό μας πρόβλημα, το παραθέτουμε όπως ακριβώς είναι:

  

Σ Υ Μ Β Α Σ Ι Σ

ΗΛΕΚΤΡΟΦΩΤΙΣΜΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

Εργολαβία δραχ. 684, 000

 Αριθ. 3454

 

Εν Άργει σήμερον την τρίτην 3 του μηνός Απριλίου του 1913 χιλιοστού εννεακοσιοστού δεκάτου τρίτου έτους, ημέραν Τετάρτην και εντός του κατά την επάνω αγοράν και ενορίαν του ναού του Αγίου Πέτρου δημοσίου γραφείου μου, ιδιοκτησίας των  κληρονόμων, της Ανδριανής Ζαχαρία Σακελλαροπούλου, ενώπιον εμού του εδρεύοντος εν Άργει Συμβολαιογράφου και κατοίκου Άργους Γεωργίου Α. Μέντζα, και των κάτωθι προσυπογγεγραμμένων δυο μαρτύρων, γνωστών μοι, πολιτών Ελλήνων, ενηλίκων και ασχέτων προς εμέ και αλλήλους  συγεννείας μηδ’ υπαγομένων εις ουδεμίαν εξαίρεσιν Ιωάννου Χ. Μυστακοπούλου, εμπόρου και Γεωργίου Καραμούτζα, φαρμακοποιού κατοίκων Άργους, ενεφανίσθησαν οι προς εμέ τους ανωτέρω μάρτυρας γνωστοί και άσχετοι συγγενείας αφ’ ενός Ανδρέας Νεοκλέους Καραντζάς, δικηγόρος και Δήμαρχος Αργείων, κάτοικος Άργους, ενεργών επί του προκειμένου ως αντιπρόσωπος του δήμου Αργείων και αφ’ ετέρου Παναγιώτης Δημητρίου Κοκκινόπουλος, Μηχανικός, κάτοικος Χαλκίδος και προσωρινώς διατριβών ενταύθα, ενεργών επί του προκειμένου ως πληρεξούσιος  και αντιπρόσωπος  του Διονυσίου Π. Βαλλιάνου, εμπόρου, κατοίκου Κεραμικού του δήμου  Άνω Δειβαθούς, δυνάμει του υπ’ αριθ. 938 εννεκοσιοστού τριακοστού ογδόου της 26 εικοστής έκτης Νοεμβρίου του 1912 χιλιοστού εννεακοσιοστού δωδεκάτου έτους πληρεξουσίου συμβολαίου του εν Γαλαζίω της Ρουμανίας Προξένου της Ελλάδος Νικολάου Μπατιστάτου, προσαρτωμένου τω παρόντι εν αντιγράφω, κεκυρωμένω δια της υπογραφής του Συμβολαιογράφου Χαλκίδος Γ. Ν. Αποστολίδου και εκδεδομένου εξ αντιγράφου κατατεθειμένου εις την υπ’ αριθμόν 22786 είκοσι δύο χιλιάδες επτακόσια ογδοήκοντα εξ πράξιν του, και εζήτησαν την σύνταξιν του παρόντος συνομολογήσαντες τα εξής.

Ότι του δήμου Αργείων αποφασίσαντος να αντικαταστήση το κρατούν σύστημα του δια πετρελαίου φωτισμού της πόλεως Άργους δια του δι’ ηλεκτρικού φωτός  και εξουσιοδοτήσαντος τον κ. Δήμαρχον  αυτού την πραγματοποίησιν της αποφάσεως του αυτής

1)      δια του υπ’ αριθ. ογδόου 8 της δεκάτης Ιανουαρίου ενεστώτος έτους ψηφίσματος του Δημοτικού Συμβουλίου αυτού, εγκριθέντος  με τινας τροποποιήσεις, ας τινας προσέθεσεν εν τη προσύμβασει η Βασιλική Νομαρχία Αργολίδος και Κορινθίας συμφώνως προς τα διατάξεις της αμέσως κατωτέρω αναφερομένης διαταγής και αποφάσεως του Υπουργείου των Εσωτερικών διά της υπ’ αριθμόν 2358 δυο χιλιάδες τριακόσια πεντήκοντα οκτώ  της 5 πέμπτης  Μαρτίου ενεστώτος έτους  διαταγής του επί των Εσωτερικών Υπουργείου (Τμήμα Δημοσίων Έργων) της εγκρίσεως ταύτης του Υπουργείου κοινοποιηθείσης  εις των δήμον Αργείων δια της υπ’ αριθμόν 2215 δυο χιλιάδες διακόσια δεκαπέντε της 13 δεκάτης τρίτης Μαρτίου ενεστώτως έτους του εγγράφου του Νομάρχου Αργολίδος και Κορινθίας και

2)      δια του υπ’ αριθμόν 18 δεκάτου ογδόου της 21 εικοστής πρώτης Μαρτίου του 1913 χιλιοστού δεκάτου τρίτου έτους ψηφίσματος του Δημοτικού Συμβουλίου του δήμου Αργείων και εγκριθέντος δια της υπ’ αριθ. 2746 δυο χιλιάδες επτακόσια τεσσαράκοντα εξ της 30 τριακοστής Μαρτίου ενεστώτος έτους αποφάσεως του Νομάρχου Αργολίδος  και Κορινθίας, ο Διονύσιος Βαλλιάνος από συμφώνου μετά του δήμου Αργείων αναδέχεται δια του παρόντος τον δι’ ηλεκτρισμού φωτισμόν της πόλεως Άργους υπό τους εξής όρους και συμφωνίας. 

Ακολουθούν 35 άρθρα που αποτελούν το οικονομοτεχνικό πλαίσιο  σύμβασης και μερικούς συμπληρωματικούς όρους. Παρόλο που θεωρούμε αναγκαίο να εμβαθύνουμε στα άρθρα της σύμβασης, αυτό είναι αδύνατο, γιατί μόνο για την αντιγραφή τους θα μας χρειαστούν πάμπολλες σελίδες.

Σταχυολογούμε όμως ελάχιστα δείγματα:

Άρθρον 1 … Το παραγόμενο ηλεκτρικό ρεύμα θα χρησιμοποιηθεί όχι μόνο για το δημοτικό φωτισμό, αλλά και για τα σπίτια της βιοτεχνίες , τη θέρμανση… αλλά και τη βοήθεια άρδευσης  του Αργολικού κάμπου…η σύμβαση θα έχει ισχύ 36  χρόνια…

Άρθρον 3 … ο ανάδοχος αναλαμβάνει να εγκαταστήσει 275 λαμπτήρες με μέση φωτιστική ικανότητα 32 κεριών… και 12 λαμπτήρες τοξοειδείς των 50 κεριών…

Άρθρον 4 … οι 275 λαμπτήρες θα καίνε 3140 ώρες το χρόνο ο καθένας… και οι 12 λαμπτήρες  1600 ώρες το χρόνο ο καθένας …

 Άρθρον 7… για το φωτισμό της πόλης (275 και 12) ο Δήμος θα πληρώνει 19.000 δραχμές το χρόνο…

 Άρθρον 19 … οι ιδιώτες μπορούν να προμηθευτούν ηλεκτρικό ρεύμα βάσει μετρητών προς 8 λεπτά τα εκατό βαττ…

Τέλος στους Γενικούς Όρους παραχορείται οικόπεδο 1650 τ.μ. για την εγκατάσταση του εργοστασίου.

Τα παραπάνω αποτελούν τη βάση για το ερέθισμα σε όσους θέλουν να ασχοληθούν με το θέμα της ηλεκτροφώτισης του Άργους. Στη βιβλιοθήκη του περιοδικού «ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ»  θα βρουν όλη τη σύμβαση. Επίσης θα πρέπει να ανατρέξουν στο Υποθηκοφυλακείο ή σε συνάδελφους του συγγράψαντος τη σύμβαση συμβολαιογράφους του Άργους, που πιθανά να διατηρούν το αρχείο του Γ. Α. ΜΕΝΤΖΑ βρίσκοντας και άλλα στοιχεία.

  

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΕΞΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΤΩΝ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΩΝ ΠΟΛΕΩΝ

 

  • ΠΑΤΡΑ               1898   (αρχικά με Φωταέριο)
  • ΚΑΛΑΜΑΤΑ           1899
  • ΠΥΡΓΟΣ            1901
  • ΤΡΙΠΟΛΗ          1902
  • ΚΟΡΙΝΘΟΣ        1912
  • ΑΡΓΟΣ                 1913

Θέλουμε  επίσης να σας γνωρίσουμε ότι οι εκπρόσωποι  των Δήμων έρχονταν σε      συμφωνείς – συμβάσεις  με ιδιώτες που μπορούσαν να τους παρέχουν ηλεκτρική ενέργεια.

Μερικές συμβάσεις δεν τηρήθηκαν ή μετατέθηκαν χρονικά για αργότερα. Οι περισσότερες όμως δεν μπόρεσαν να εξαντλήσουν  την χρονική περίοδο των συμβάσεων, από την παρεμβολή του κράτους για ενιαία ηλεκτροφώτιση της χώρας.

 

Κωστής Σπανόπουλος

Περιοδικό Ελλέβορος «…ΔΙ’ ΗΛΕΚΤΡΙΚΟΥ ΡΕΥΜΑΤΟΣ», σελ. 142-145, τεύχος 2, 1986.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »