Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρα’

Ο επισιτισμός του Ναυπλίου κατά το Α’  έτος της πείνας 1941- 1942 – © Θεόδωρος Δ. Γιαννακόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000).


 

[…] Το Ναύπλιο, κέντρο μιας αρκετά πλουτοπαραγωγικής περιφερείας, έπρεπε να υποφέρη επισιτιστικώς ελάχιστα. Ο γύρωθεν γεωργικός χώρος ήτο ικανός, εφ’ όσον υπήρχε καλή προαίρεσι και διάθεσι εκ μέρους των παραγωγών, να διαθρέψη, άνευ αισθητής ελαττώσεως των ορίων της παραγωγής, τους κατοίκους τους πόλεως, οι οποίοι ήσαν κυρίως εργάτες, μικροεπαγγελματίες και δημόσιοι υπάλληλοι. Ατυχώς ούτε τέτοια προαίρεσι ούτε κοινωνική αλληλεγγύη υπήρξε, και άρχισαν τα προβλήματα στερήσεων και αισχροκερδείας, η οποία έκτοτε ωνομάσθη κοινώς «μαύρη αγορά», δηλ. οι τιμές των αγαθών έβαινον σταθερώς προς τα ύψη, χωρίς οποιοδήποτε μέτρο κρίσεως και συγκρίσεως, και οι τέτοιοι έμποροι, πρωτοεμφανισθέντες, ελέγοντο «μαυραγορίτες». Ενεθύμιζαν τους «τιμιοπώλας», δηλ. όσους πουλούσαν ακριβά κατά την αρχαιότητα και συνεπώς τους αισχροκερδείς, τους οποίους ανέφερε και ασφαλώς εκωμωδούσε ο αρχαίος Αθηναίος κωμωδιογράφος Φρύνιχος (2ο ήμισυ του 5ου π.Χ. αι.), ή εκείνους τους «τιμιουλκούντας», που έσυραν προς τα ύψη τις τιμές των προϊόντων και μάλιστα των σιτηρών κατά τις σιτοδείες τόσο στην αρχαία Αίγυπτο, όσο και στη ρωμαιοκρατία, γι’ αυτό και «δημοκατάρατοι» εχαρακτηρίζοντο. Πολύ σοφώς και ως γνήσιος οικονομολόγος ο πολυμαθής εκ Πατρών επίσκοπος Καισαρείας (901-932) Αρέθας υποδεικνύει ότι το γεγονός του «τον σίτον τιμιουλκείσθαι», δηλ. της διογκώσεως της τιμής των σιτηρών, είναι «δείγμα λιμού», τον οποίον και έχει προκαλέσει.

 

Ειδικό δελτίο διανομής τσιγάρων. Κατά την Κατοχή οργίαζε η μαύρη αγορά των τσιγάρων. Κυκλοφορούσαν μόνο κάτι φτηνά τσιγάρα σε κούτες, «στούκας» τα είχαν παρονομάσει, βαριά, πού κατέστρεφαν πνεύμονες, και, μόνον οι θεριακλήδες λυσσούσαν να τα βρουν. Και για την προμήθεια τους είχε εφαρμοστή ειδικό δελτίο διανομής. Στο Ναύπλιο τυπώθηκαν τον Αύγουστο «ατομικά δελτία καπνιστού», δεν υπήρχε μάλιστα κατάλληλο χαρτί εκτυπώσεως και ο μακαρίτης Κων. Αποστολόπουλος, πατέρας του αξέχαστου Θύμιου, ο όποιος είχε προπολεμικά συνεταιρική με τον αδελφό του βιοτεχνία σιγαρέτων, παρεχώρησε παλαιό, της πρώτης περιόδου της δραστηριότητας των, αχρησιμοποίητα κουτιά, τα όποια τυπώθηκαν στην πίσω λευκή πλευρά.

 

Οι απαιτήσεις των παραγωγών εστερούντο λογικής, πολλοί των οποίων επίστεψαν, ότι ήρθε γι’ αυτούς η μεγάλη ευκαιρία, για να ικανοποιήσουν όλες τις ελλείψεις και στερήσεις των σε «πολυτελή» είδη επιπλώσεως και ενδύσεως και για ν’ αυξήσουν γενικώς την περιουσία τους. Το αθέμιτο της τέτοιας συμπεριφοράς των και μάλιστα προς γνωστούς και συνεπαρχιώτες δεν τους ενδιέφερε. Το πνεύμα του Αλβανικού μετώπου της ομοψυχίας και της αλληλεγγύης μονομιάς εξέλειπε. Ο ατομικός και οικογενειακός εγωισμός και η συντήρησι, αλλά και ο πλουτισμός εκυριάρχησε σχεδόν απόλυτα και καμμία νόμιμη η παράνομη οργάνωσι δεν ετάχθη, εξ αρχής, ανοικτά με τα προγράμματά της ή τις ένέργειές της κατά της τέτοιας συμπεριφοράς, ούτε εξετράπη προκαταβολικώς σε τιμωρία των παραγωγών εκείνων που ανελέητα εξεμεταλλεύοντο μαυραγοριτικώς τον πεινώντα πληθυσμό. Ενώ «βορά» της αδηφαγίας αρκετών γεωργών είχε πέσει ο αστικός πληθυσμός, οι ίδιοι σαν εξίσωσι ίσως και αυτοπεριορισμό και χαλιναγώγησι άρχισαν να υφίστανται μια μάστιγα που ενεφανίσθη τότε και που έδρα στην ύπαιθρο: κάποιοι Έλληνες έμποροι του ποδαριού και των περιστάσεων μαυραγορίτες, συνεργαζόμενοι με μερικούς Ιταλούς καραμπινιέρους και διερμηνείς των Ιταλικών και Γερμανικών υπηρεσιών, έφθαναν στα χωριά με φορτηγά και αφαιρούσαν με βίαιο τρόπο ή εξαγόραζαν σε χαμηλότατες τιμές, προπολεμικές μερικές φορές, ό,τι ήθελαν και εύρισκαν, κυρίως λάδι, σιτηρά, τυριά, εσπεριδοειδή και ό,τι άλλο φαγώσιμο και εμπορεύσιμο, κάνοντας αυθαίρετες έρευνες, εκβιάζοντας και απειλώντας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Θεόδωρου Γιαννακόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο επισιτισμός του Ναυπλίου κατά το Α_ έτος της πείνας 1941- 1942

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Τα στέκια του Άργους. Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840 – 1940) – © Γεώργιος Η. Κόνδης, Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης 22-23 Μαρτίου 2003, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», τόμος 4, 2009.


 

Χάνι Κούρου στην πλατεία Λαϊκής Αγοράς Άργους. Μοναδική εικόνα ο πίνακας της Ντιάνας Αντωνακάτου.

Προσπαθώντας να κατανοήσει ο ερευνητής τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνονται, εξελίσσονται και αλλάζουν τα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων σε συγκεκριμένους χώρους ή κόσμους, είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει ορισμένες βασικές προκαταρκτικές επεξηγήσεις. Κατ’ αρχήν γιατί θα πρέπει να προδιαγραφεί ένας χώρος, ο συγκεκριμένος χώρος του Άργους, ως ημιαστικός; Τι σημαίνει δίκτυο κοινωνικών σχέσεων και πως εντάσσεται σ’ ένα πλαίσιο ανάλυσης που αφορά σε διαδικασίες αστικοποίησης; Πως και με ποια λογική δημιουργούνται δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι με ιδιαίτερο χαρακτήρα; Τι είναι τα στέκια, ποια η σημασία τους και γιατί αποτελούν όχι μόνο πολιτισμικό δεδομένο ή λαογραφικό στοιχείο προς καταγραφή ως τμήμα μιας συγκεκριμένης ιστορίας, αλλά κυρίως πηγή πληροφοριών για την κατάσταση, τη λειτουργία και την οργάνωση κοινωνικών ομάδων ή κοινωνιών, καθώς επίσης και για την παραγωγή και διαχείριση της ατομικής και ομαδικής μας ταυτότητας. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα μας δώσει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε ευκολότερα την οργάνωση, τη λειτουργία και την εξέλιξη των δικτύων κοινωνικών σχέσεων στο χώρο και το χρόνο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Τα στέκια του Άργους. Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840 – 1940)

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η κοινωνική και πολιτική οργάνωση των Ερμιονέων στην Αρχαιότητα, μέσα από έμμετρες επιγραφές* –  © Γεωργία Κ. Κατσαγάνη, Δρ. Κλασικής Φιλολογίας


 

Στη μελέτη αυτή θα επικεντρωθούμε στα χαρακτηριστικά της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης των Ερμιονέων στην Αρχαιότητα. Ειδικότερα, θα μας απασχολήσει η επιβεβαίωσή τους από επιγραφικές μαρτυρίες, που περιέχονται σε επιγραφές και μάλιστα έμμετρες, διότι σε αυτές ενυπάρχει και το στοιχείο της λογοτεχνικότητας.

Η ονομασία Ερμιόνη

Προσωπογραφία της Ερμιόνης, κόρης του Μενέλαου και της Ωραίας Ελένης, από την έκδοση:
Guillaume Rouillé, «Promptuarii Iconum Insigniorum», Lyon, France 1553.

Η Ερμιών ή Ερμιόνη είναι μια από τις αρχαιότερες πόλεις στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδος. Ιδρύθηκε από Δρύοπες που εκτοπίστηκαν από την κεντρική Ελλάδα, μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι τελευταίοι κυριάρχησαν στην περιοχή της Αργολίδος, και με κέντρο το Άργος επεκτάθηκαν σταδιακά σε ολόκληρη την Αργολίδα και κατέλαβαν και την πόλη της Ερμιόνης.

Σύμφωνα με μυθολογική παράδοση οικιστής της αρχαίας Ερμιόνης ήταν ο Ερμίων, γιος του Εύρωπος και εγγονός του Φορμίωνος, του βασιλιά του Άργους, και σε αυτόν οφείλει το όνομά της η πόλη. Στα Σχόλια στην Ἰλιάδα του Ομήρου [1] αναφέρεται ότι η Ερμιόνη έλαβε την ονομασία της από το ρ. ὁρμίζω, επειδή ο Ζεύς και η Ήρα σε αυτό το σημείο ορμίσθηκαν (αγκυροβόλησαν) φτάνοντας από την Κρήτη. Μαρτυρία για ονομασία του τοπωνυμίου Ερμιόνη από την κόρη του Μενελάου και της Ελένης δεν τεκμηριώνεται από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς.

Επιστημονικά, η ονομασία Ερμιών ή Ερμιόνη, κατά μία εκδοχή, παράγεται παρὰ τὸ εἵρω, τὸ ἁρμόζω, ἀφ’ οὗ Ἑρμῆς, Ἑρμίων καὶ παράγωγον, Ἑρμιόνη[2] Άλλοι θεωρούν ότι προέρχεται από το ουσ. ἕρμα, που σημαίνει, το ύψωμα, τον λόφο, το βουνό, τον σωρό χωμάτων ή λίθων [3].

Στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς οι λλ. Ἑρμιόνη, Ἑρμιονεὺς και Ἑρμίονες απαντούν περισσότερες από τριακόσιες φορές.

 

Η πολιτική οργάνωση της Ερμιόνης

Στην Ερμιόνη αξιωματούχοι που έπαιζαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική ή οικονομική ζωή της ήταν ο ταμίας και ο νομογράφος (IG IV 679), οι άρχοντες, οι δαμιουργοί (IG IV 679), ο στρατηγός (IG IV 743), ο τοξάρχης, επιφορτισμένος με αστυνομικές αρμοδιότητες (IG IV 698), ο περιηγητής (IG IV 723), δηλ. ο ξεναγός ή ο θρησκευτικός λειτουργός, και ο αρχίατρος (IG IV 723). Με βάση τις επιγραφές, στην πόλη υπήρχε και βουλή [4].

Η θρησκευτική ζωή στην Ερμιόνη

Κατά τον Παυσανία [5], στον λόφο Πρώνα [6] βρισκόταν το ιερό της Χθονίας Δήμητρος [7]. Κατά τον ίδιο συγγραφέα, στην Ερμιόνη λατρευόταν η Δήμητρα και Κόρη, η Δήμητρα Θερμασία, ο Απόλλων Πυθαεύς, ο Απόλλων Όριος, ο Απόλλων Πλατανίστιος, η Ήρα, ο Ήλιος, οι Χάριτες, η Αθηνά Προμαχόρμα [8], η Αφροδίτη Ποντία και Λιμενία, η Εστία, η Άρτεμις, η Παρθένος Ήρα, ο Άρης, ο Ποσειδών, η Ειλείθυια, ο Ήλιος, και οι ανατολικοί θεοί Σάραπις και Ίσις [9].

Κατά τον ίδιο συγγραφέα [10], στην Ερμιόνη υπήρχε και ναός του Μελαναίγιδος Διονύσου, προς τιμήν του οποίου τελούνταν αγώνες και απονέμονταν βραβεία για τη μουσική, την κολύμβηση και τον συναγωνισμό πλοίων.

Η οικονομική ζωή στην Ερμιόνη

Η Ερμιόνη με βάση τις αρχαίες πηγές, διέθετε νομισματοκοπείο [11]. Από την κλασική εποχή και κυρίως μετά το έτος 380 π.Χ., η Ερμιόνη ως πόλη έκοπτε αργυρά νομίσματα με εμβλήματα της Χθονίας Δήμητρος, στον εμπροσθότυπο των οποίων παριστανόταν η κεφαλή της θεάς και στον οπισθότυπο δύο στάχυα που σχημάτιζαν στεφάνι, μέσα στο οποίο υπήρχαν τα κεφαλαία γράμματα ΕΡ [12]. Στην ελληνιστική περίοδο η Ερμιόνη έκοπτε νόμισμα που στον μεν εμπροσθότυπο παριστανόταν η κεφαλή του Διός ενώ στον οπισθότυπο το  μονόγραμμα ΑΧ (από τη λ. ΑΧΑΙΟΙ) και στην περιφέρεια υπήρχε η φράση Ἀχαιῶν ρμιονέων. Στην αυτοκρατορική περίοδο, στον εμπροσθότυπο του νομίσματος παριστανόταν η κεφαλή ενός από τους Αντωνίνους και στον οπισθότυπο κάποια από τις προαναφερόμενες θεότητες ή ένας άνδρας που οδηγούσε αγελάδα για θυσία.

Η πνευματική ζωή στην Ερμιόνη

Η Ερμιόνη διακρινόταν για τη μουσική και ποιητική παράδοσή της: Σημαντικότερος όλων ο μουσικός και ποιητής του 6ου αι. π.Χ. Λάσος [13]. Στα Σχόλια [14] των Νεφελών του Αριστοφάνη γίνεται αναφορά στον λυρικό ποιητή και κιθαριστή Κυδίδη· στη βιογραφία του Πλουτάρχου για τον Θεμιστοκλή [15], γίνεται αναφορά στον Επικλή, κιθαριστή των αρχών του 5ου αι. π.Χ. Σημαντικά ονόματα, επίσης, είναι ο ποιητής προσοδίων Πυθόνικος Νίκιος (3ος αι. π.Χ.)[16], τα αδέλφια Παντακλής και Πυθοκλής γιοι του Αριστάρχου (3ος αι. π.Χ.) [17], ο αυλητής Θεόπομπος (3ος αι. π.Χ.) [18], και δύο αδέλφια υποκριτές, ο Ονασικράτης και ο Ποσείδαιος, γιοι του Σωφρονίωνος (1ος αι. π.Χ.) [19].

Διάλεκτοι της αργολικής χερσονήσου

Η συνύπαρξη δύο διαλέκτων στην αργολική χερσόνησο, δηλ. της Αργειακής, που χρησιμοποιούνταν στο Άργος, και της Αργολικής που χρησιμοποιούνταν στην υπόλοιπη Αργολίδα, αποτελεί μοναδικό φαινόμενο, επειδή αυτό δεν απαντά σε άλλο γεωγραφικό χώρο. Σημαντικό ρόλο για τη δημιουργία του φαίνεται να έπαιξαν γεωφυσικοί παράγοντες (λοφώδης περιοχή της χερσονήσου ως διαχωριστική γραμμή) και πολιτικοί (ελλιπής πολιτική ενότητα της περιοχής) αλλά και η ανομοιογενής σύσταση του πληθυσμού: Οι Δωριείς με την κάθοδό τους στην Αργολίδα βρήκαν έναν εθνογραφικά ανομοιογενή πληθυσμό, διότι εκτός από τους Ίωνες, η παρουσία των οποίων μαρτυρείται στην Επίδαυρο και την Τροιζήνα, στην Αργολίδα ήταν εγκατεστημένα και παλαιοαχαϊκά φύλα [20].

Με αυτά τα εισαγωγικά στοιχεία, επιλεγμένα από κείμενα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, λεξικογράφους, επιγραφικά δεδομένα και τη μυθολογική παράδοση, παρουσιάσαμε σύντομα αλλά, πιστεύω, περιεκτικά τη σημαντική πολιτισμική ανάπτυξη που διέκρινε την Ερμιόνη στην ιστορική πορεία της, στους Αρχαίους χρόνους, και ταυτόχρονα δώσαμε το πλαίσιο για την πληρέστερη κατανόηση του περιεχομένου των επιγραφών που ακολουθούν.

Η πρώτη από τις έμμετρες επιγραφές (IG IV 682), που βρέθηκε, κατά τον Kaibel,[21] στην Ερμιόνη, ήταν χαραγμένη σε βάση η οποία σήμερα δεν σώζεται. Ο Fraenkel[22] εξέδωσε τo κείμενο από σχέδια του Fourmont·  στον Boeckh οφείλονται πολλές συμπληρώσεις συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων του αναθέτη και του τιμώμενου προσώπου, τα οποία επιβεβαιώθηκαν στον κατάλογο των νικητών στα Σωτήρια[23] του έτους 265 π.Χ.

 

Χρονολόγηση

 265-255 π.Χ. Nachtergael[24].

Δημοσιεύσεις

 CIG I iv 1212 με απόγρ.   Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 926   Cougny 1890: 47 αρ. 291 ἄλλο   IG IV 682   Nachtergael 1977: 15 bis    Mickey 1981: vol. II κεφ. 3.A-41 Β113    Κωστούρος 2008: τόμ. Β΄ 168 αρ. 179.

 

             [Παν]τακλῆς μἀνέθηκεν· ἀδελφεός εἰμι δ’ ἐκείν[ου] |

                         [Πυθο]κλέης πλείστων ἀντιτυχὼν ἀέθλων·|

             [ἑλλαδικαὶ ν]ῖκ[αι] τ[ρε]ῖς καὶ δέκα, τὰς [Νεμέηι619 τε] |

                         [καὶ π]α<ρ><Π>ειρήνην Κασταλίαν τ’ ἔλ[α]βον, ǁ

5          [τὰς δ’ ἄλλας Ζεὺ]ς οἶδε[ν] Ὀλύμπ[ι]ος ὡς ἐτύμας [τοι] |

                         [εἰπεῖν ἐξ ἱ]ε[ρ]οῦ [φθ]εγγόμενος στόματος·|

             [ἄσπετα δ’ ἄλλων φ]ῦλ’ οὐ[κ ἄ]ν τις ἀ[ρ]ι[θ]μήσειεν, |

                         [οὓς ἀν’ Ἀχαιίδα] γῆ[ν ἠ]γαγόμ<η>ν στεφάνους, |

             [ἀλλ’ ὁπόσ’ αὐλωι]δός τε καὶ ἐγκυκλίοισι χοροῖσιν ǁ

10                    [ὅσσα τε ῥαψωι]δός, ταῦτα καταγράφεται, |

             [ἡνίκα Βοιωτῶν] με [π]αν[ήγυ]ρι[ς] ἐστεφάν[ω]σεν |

                        – υ υ – υ υ – πρῶτ[π]ε[ν]εγ[κά]μεν[ον]· |

             χὠ στέφανος Μούσαις Ἑλι[κω]νίσι καὶ Διονύσ[ωι] |

                         [Κ]αδμείωι, τρίτατ’ ἦν κῦδος ἐμοῖς γενέταις·ǁ

15         [κ]αὶ [β]ασιλεῖς δώροισί [μ’] ἐτίμησαν τὸν ἀοιδὸν |

                         [υ]ἱὸν Ἀριστάρχου, θεοῖς φίλον, Ἑρμιονῆ.

 

Ο Παντακλής μ’ ανέθεσε. Είμαι ο αδελφός του ο Πυθοκλής, που κέρδισα πολυάριθμα βραβεία. Οι ελληνικές μου νίκες είναι δεκατρείς. Τις κατήγαγα στη Νεμέα και στην Πειρήνη και στην Κασταλία. Ο Ολύμπιος Δίας γνωρίζει τις άλλες που μπορεί να τις πιστοποιήσει με βεβαιότητα, διακηρύσσοντάς τες με τη θεία του φωνή. Δεν θα μπορούσε κάποιος να μετρήσει τα αναρίθμητα στεφάνια που έφερα στην αχαϊκή γη. Όλα όμως τα βραβεία που πήρα ως αυλωδός συνοδεύοντας κυκλικούς χορούς, όλα όσα πήρα ως ραψωδός, όλα αυτά ακολουθούν, από τη στιγμή που με στεφάνωσε η εορτή των Βοιωτών, παίρνοντας το πρώτο βραβείο. Και το στεφάνι μου ήταν δόξα για τις Μούσες του Ελικώνα και για τον Κάδμειο Διόνυσο και, τρίτον, ήταν δόξα για τους γονείς μου. Και βασιλείς με τίμησαν με τα δώρα τους, εμένα τον τραγουδιστή, γιο του Αριστάρχου, αγαπημένο των θεών, από την Ερμιόνη.

Η επιγραφή αποτελείται από οκτώ ελεγειακά δίστιχα. Στον 1ο, στον 9ο και στον 15ο στίχο τομή η κατά τρίτον τροχαίο∙ στον 3ο, στον 5o, στον 11o και στον 13ο η βουκολική διαίρεση, και στον 7ο η πενθημιμερής τομή.

[Πυθο]κλῆς: Πολυπράγμων τεχνίτης, καταγόμενος από την Ερμιόνη, μετείχε στα Σωτήρια των Δελφών ως ιερεύς των Τεχνιτών [25] επί άρχοντος [Πειθαγόρα] (μεταξύ 265 και 258; π.Χ.) και επί δύο άλλων άγνωστων αρχόντων. Εμφανίστηκε στα Σωτήρια και επί άρχοντος Εμμενίδα (259/8 ή 255/4; π.Χ.) ως χορευτής. Το όνομά του υπάρχει σε πέντε θραύσματα καταλόγων των Σωτηρίων. [26] Σε ανάλογες εμφανίσεις του οφείλονται οι τιμές που του έχουν αποδώσει οι Δελφοί με προγενέστερο ψήφισμα επί άρχοντος Θεσσαλού (270/269 π.Χ.) [27]. Από τους καταλόγους γίνεται εμφανές ότι διακρίθηκε ως [αὐλωι]δὸς(σε συμπλήρωση), χορευτὴς και [ραψωι]δὸς(σε συμπλήρωση) στον Ισθμό, στις Θεσπιές, στη Θήβα και ίσως στο Δίον. [28]

[Παν]τακλῆς [29]: Εμφανίστηκε στα Σωτήρια των Δελφών επί άρχοντος Εμμενίδα (259/8 ή 255/4; π.Χ.) και επί άρχοντος [Πειθαγόρα], πιθανώς, λίγο ενωρίτερα, και ανέθεσε ανδριάντα του αδελφού του Πυθοκλή [30].

Ἀρίσταρχος: Ως κύριο όνομα απαντά μία φορά ακόμη στην Τροιζήνα (IG IV 773), και τρεις φορές στην Επίδαυρο, από τον 5ο έως τον 2ο αι. π.Χ.

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο ὁ δεῖνα μ’ ἀνέθηκε, και από άποψη δομής είναι τεχνικά άρτια: Παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά μιας παραγράφου, όπου οι στίχοι 1-2 αποτελούν τη θεματική πρόταση, οι 3-14 το κυρίως μέρος και οι 15-16 την πρόταση κατακλείδα∙ καθένα από τα μέρη αποτελεί και διαφορετική ενότητα. Η θεματική πρόταση και η πρόταση κατακλείδα θα μπορούσαν να αποτελέσουν μία «πλήρη» έμμετρη επιγραφή, χωρίς την παρεμβολή του κυρίως μέρους, όπου αναφέρονται οι λεπτομέρειες, οι οποίες, προφανώς, θεωρούνται απαραίτητες από την ποιητή, λόγω του πλήθους των νικών του Πυθοκλή σε μουσικούς αγώνες διάφορων πόλεων της Ελλάδος.

Στην α΄ ενότητα (στίχοι 1-2) με πρωτοπρόσωπη αφήγηση ο Πυθοκλής δηλώνει ότι ο ανδριάντας του αποτελεί ανάθεση του αδελφού του Παντακλή, ταυτόχρονα δίνει και αδρομερώς την προσωπικότητά του: Είναι νικητής σε πάρα πολλούς αγώνες. Η ίδρυση μνημείου από αδελφό είναι συνηθισμένο φαινόμενο στις επιγραφές όλων των περιοχών (IG II2 3934, κ.α., IG IV 689, 726, κ.α.) Στην παρούσα περίπτωση αποδεικνύεται η ακεραιότητα του χαρακτήρα του αναθέτη και η απουσία ζηλοφθονίας, διότι ο Παντακλής, βάσει των καταλόγων των Σωτηρίων και των ψηφισμάτων, φαίνεται να υστερούσε έναντι του αδελφού του.

Στην β΄ ενότητα (στίχοι 3-14) απαριθμούνται οι νίκες που πραγματοποιήθηκαν σε πανελλήνιες και σε τοπικές εορτές: δεκατρείς νίκες ([ἑλλαδικαὶ ν]ῖκ[αι] τ[ρε]ῖς καὶ δέκα) στους μεγάλους αγώνες της Ελλάδος, στα [Νέμεια], στα Ίσθμια και στα Πύθια[31] ενώ νίκη στους Ολυμπιακούς αγώνες δεν διαφαίνεται, διότι σ’ αυτούς δεν είχαν ενταχθεί οι μουσικοί αγώνες[32]. Ο ποιητής με αριστοτεχνικό τρόπο χρησιμοποιώντας τη μετωνυμία παραθέτει τα ονόματα των περιοχών ([καὶ π]αρὰ Πειρήνην (Ίσθμια) Κασταλίαν τε (Πύθια)) που συμμετείχε ο Πυθοκλής, αντί για τα ονόματα των ίδιων των αγώνων, και θεωρεί απαραίτητο να επικαλεστεί τον Ολύμπιο Δία [33], για να τις επιβεβαιώσει με το ιερό του στόμα, μετωνυμική χρήση του ιερού Διός.

Στη συνέχεια, απαριθμούνται οι ιδιότητες του Πυθοκλή: Ήταν αυλωδός, ραψωδός και επικεφαλής των χορών ανδρών και παίδων (ὁπόσ’ αὐλωι]δός τε καὶ ἐγκυκλίοισι χοροῖσιν [ὅσσα τε ῥαψωι]δός[34]. Για τις νίκες που έχει καταγάγει ο ίδιος στα Μουσεία των Θεσπιών και στα Αγριώνια της Θήβας, αποκόμισε στεφάνια που τα έφερε ως έπαθλο στην πατρική του γη, την Ερμιόνη. Η επιμονή του ποιητή στην παρουσίαση των νικών του Πυθοκλή στους αγώνες της Βοιωτίας (Μουσεία, Αγριώνια) οφείλεται στο γεγονός ότι ο Πυθοκλής, αν και καταγόταν από την Ερμιόνη, ανήκε στο «βοιωτικό τμήμα των Τεχνιτών του Ισθμού και της Νεμέας» [35].

Μεγαλύτερη τιμή αποτέλεσε για τον Πυθοκλή η νίκη του στα Μουσεία των Θεσπιών, όπου δόξασε τις Μούσες του Ελικώνα, τις προστάτισσες της Μουσικής∙ η νίκη του αυτή υπερείχε των άλλων νικών του ως αυλωδού στους κύκλιους χορούς. Επίσης, νίκησε και στα Αγριώνια των Θηβών, εορτή προς τιμήν του Καδμείου Διονύσου, τοπικού θεού της Βοιωτίας. Επιπλέον, αποτελεί τιμή και για τους γονείς που τον  ανέθρεψαν. Δεν προκύπτει, βέβαια σαφώς, αν τους γονείς τούς αναφέρει τελευταίους (τρίτατ᾿), λόγω σεμνότητας ή βαθιάς πίστης στις θεότητες –ἀπὸ θεοῦ ἄρξασθαι– ή για έμφαση, οπότε θα υπάρχει μια αμυδρή παρουσία priamel [36]. Βέβαια, αν ίσχυε το τελευταίο, ίσως θα έπρεπε αυτό να αναφέρεται σαφέστερα.

Στην γ΄ ενότητα (στίχοι 15-16) ο Πυθοκλής διατείνεται ότι έχει τιμηθεί από βασιλείς. Αν και δεν αναφέρεται κανένα όνομα, η χρήση του πληθ. αριθμού δεν φαίνεται να είναι υπερβολή, δεδομένου ότι οι μονάρχες της ελληνιστικής εποχής προστάτευαν τους Τεχνίτες και τους απέδιδαν τιμές [37]. H άποψη του Fraenkel [38] ότι βασιλείς είναι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, είναι άνευ ερείσματος, αφού η επιγραφή χρονολογείται με ασφάλεια στον 3ο αι. π.Χ. Καθώς ο ανδριάντας του Πυθοκλή στήθηκε στους Δελφούς, κρίθηκε απαραίτητο να αναγραφεί το πατρώνυμο και το εθνικό του όνομα. Στο σύνολο του ποιήματος ο ποιητής επιδεικνύει μεγάλη ευχέρεια στη σύνθεσή του, και με τη χρήση επικού λεξιλογίου (ἀδελφεός, τρίτατ’, κῦδος, κ.ά.) του προσδίδει μεγαλοπρέπεια και σοβαρότητα.

Η δεύτερη επιγραφή (IG IV 743) ήταν χαραγμένη σε πέτρα εντοιχισμένη –κάποτε– σε δεύτερη χρήση στον ναό της Παναγίας στην Ερμιόνη. Σήμερα η πέτρα έχει χαθεί. Αντίγραφο της επιγραφής έκανε ο Boeckh το 1868.

 

Χρονολόγηση

 2ος/3ος αι. μ.Χ. LBW[39], βάσει της μορφής των γραμμάτων.

Δημοσιεύσεις

 LBW 75 αρ. 159g   Kaibel 1965 ανατ. [1878]: xxiii αρ. 1046a   Cougny 1890: 309 αρ. 115 ἄλλο   IG IV 743.

 

Tὸν Παρθενῶνα τόνδ’ ἔτε[υξε – υ -] |

πορὼν θεῆς Δήμητρος ἱερείαις [ἕδος] |

ἐπὶ στρατηγοῦ τοῦ νέου Πα[- υ -].

 

Τον Παρθενώνα αυτόν εδώ κατασκεύασε […], προσφέροντας στέγη στις ιέρειες της Δήμητρος, όταν ήταν στρατηγός ο νέος […].

Μέτρο το ιαμβικό τρίμετρο, με πενθημιμερή τομή στον 1ο στίχο και στον 3ο, και εφθημιμερή στον 2ο.

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο ὁ δεῖνα ἔτευξε τόδε. Αν και στις IG IV εντάσσεται η επιγραφή στα varia, αυτή έχει τα χαρακτηριστικά των αναθηματικών, και δεν ομοιάζει με απλή οικοδομική: ρήμα ανάθεσης (ἔτε[υξεν]), θεότητα που ανατίθεται το αντικείμενο είναι η Δήμητρα, αντικείμενο και είδος ανάθεσης είναι ναός (ἕδος). Ωστόσο, η χρονολόγηση (ἐπὶ στρατηγοῦ τοῦ νέου Πα[- υ -]) δίνει επίσημο δημόσιο χαρακτήρα.

Κατά τον Rouse, [40] στη ρωμαϊκή εποχή οι αναθέσεις δεν αποτελούν απλή προσφορά των πιστών, αλλά μέσο για την προβολή τους και για την κολακεία αυτών για τους οποίους αναθέτουν. Όμως, είναι γνωστό ότι η θεότητα δεν διαφέρει πολύ από τους πιστούς της, επομένως ευχαριστείται, εξευμενίζεται με δώρα. Σ’ αυτή τη βασική για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο αντίληψη στηρίζεται η ίδρυση του ναού, που θα εξυπηρετεί την ανάγκη της θεάς Δήμητρος να διαθέτει τον δικό της χώρο κατοικίας και λατρείας.

Η Δήμητρα κατείχε κεντρικό ρόλο στη θρησκευτική ζωή της Ερμιόνης, στην οποία ήταν αφιερωμένα αρκετά ιερά και όπου λατρευόταν ως Χθονία, με μυστηριακές τελετές (Παυσανίας, 2.35.4)∙ ο ίδιος συγγραφεύς (2.35.7 κ.ε.) αναφέρει ότι οι ιέρειες της Δήμητρος ήταν γραίες. Πιθανότατα, δε να ήταν παρθένες. Έτσι, μπορούμε να δικαιολογήσουμε τον χαρακτηρισμό του ναού της Δήμητρος ως Παρθενῶνος. Οι ιέρειες της Δήμητρος, λοιπόν, αποκτούν οικοδόμημα για τη στέγασή τους στη ρωμαϊκή εποχή, ἐπὶ δεῖνος στρατηγοῦ . . . , χωρίς να γίνεται εμφανές αν αυτό οφείλεται σε δημόσια ή ιδιωτική πρωτοβουλία∙ μάλλον, οφείλεται στην πρώτη, διότι δεν φαίνεται πιθανό να κτίζεται κάτι με ιδιωτική πρωτοβουλία και να έχει δημόσια χρονολόγηση, χωρίς την έγκριση της πόλης ή κάποιου σώματος.

Η επιγραφή αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για ύπαρξη στρατηγού στην Ερμιόνη, οι αρμοδιότητες του οποίου στην Αθήνα της ρωμαϊκής εποχής περιγράφονται από τον Φιλόστρατο (Σοφ. 1.23.1). Απορία δημιουργεί το επίθετο νέου που προτάσσεται του ονόματος του στρατηγού∙ ίσως, αυτό τίθεται σε αντιδιαστολή προς κάποιον ομώνυμό του πρεσβύτερο.

Μια άλλη επιγραφή, αναθηματική και αυτή είναι χαραγμένη σε ελαφρώς κυρτή μαρμάρινη βάση, ύψους 0,86 μ. και μήκους 0,85 μ. Σήμερα είναι εντοιχισμένη στην εξωτερική όψη του Ιερού του ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών στην Ερμιόνη.

Χρονολόγηση

3ος αι. μ.Χ. SEG 17: 164, βάσει εξωτερικών στοιχείων της επιγραφής.

Δημοσιεύσεις

IG IV 700    Vermaseren 1982: 2.480.

Ἠελίῳ βασιλῆι, θεῷ Ὑπερείονι βωμὸν |

                 σηκοῖς πὰρ Μητρὸς εἵσατο ἀθανάτων.

 

Για τον βασιλιά Ήλιο, τον Υπερίονα θεό, ανέθεσε βωμό κοντά στα ιερά της Μητέρας των αθανάτων.

Μέτρο το ελεγειακό δίστιχο, με κατά τρίτον τροχαίο τομή στον 1ο στίχο [41].

Η επιγραφή ανήκει στον δομικό τύπο (ὁ δεῖνα) ἀνέθηκε τῷ δεῖνι. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, και με αυτή γίνεται φανερή η αντικειμενικότητα των ειδήσεων που παρέχει ο αφηγητής. Άξιο αναφοράς είναι το γεγονός ότι για πρώτη φορά στις αναθηματικές έμμετρες επιγραφές της Αργολίδος απουσιάζει το όνομα του αναθέτη, αφού στη βάση διακρίνεται σαφέστατα η λ. βασιλῆι αντί Κασίλης του Fraenkel [42].  Άλλωστε, αυτό το κύριο όνομα δεν απαντά πουθενά στις επιγραφές. Κατά τον Τρυπάνη, [43] στις έμμετρες αναθηματικές επιγραφές ουδέποτε παραλείπεται το όνομα του αναθέτη, και αυτό διότι «ήδη από τους πρώτους αιώνες ο αναθέτης μεταχειρίζεται την επιγραφή ως μέσο προς επίδειξη και διαιώνιση του ιδίου ονόματος». Αυτό συμβαίνει σπανιότατα, και μάλιστα, όταν ο ποιητής επιθυμεί να αποδώσει καθολικότερο νόημα στα λεγόμενα∙ εδώ δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Με δεδομένο ότι η βάση είναι ελαφρώς κυρτή, πιθανότατα, αυτή να ήταν τμήμα ενός κυκλικού βάθρου, όπου σε άλλο τμήμα στα αριστερά, ίσως, αναγραφόταν το όνομα του αναθέτη.

Η ανάθεση γίνεται στον Υπερίονα Ήλιο, τον βασιλιά θεό. Η έκφραση Ὑπερίονος Ἠελίοιο είναι ομηρική (Ἰλ. Θ 480, Ὀδ. α 8 και μ 263). Το ουσιαστικοποιημένο επίθετο με την ίδια μορφή απαντά σε επιγραφή της Φρυγίας (MAMA I 390) και σε επιγραφή της Ίμβρου (IG XII.3 74). Στη Σούδα σ. λ. Ὑπερίονα: τὸν ἥλιον, ὑπὲρ ἡμᾶς ἀνατέλλοντα. καὶ Ὑπεριονίδης, ὁ αὐτός. Στη λατρεία του Ηλίου στην Ερμιόνη αναφέρεται ο Παυσανίας (2.34.10). Η επιγραφή παρουσιάζει πρωτοτυπία: Γίνεται ανάθεση αυτόνομη στον Θεό Ήλιο, στο Ιερό της Μητέρας των Θεών, άλλης ονομασίας της Μεγάλης Μητέρας ή της φρυγικής Μητέρας Κυβέλης για αρκετές περιοχές της Ελλάδος [44]. Με τον χαρακτηρισμό της ως Μητρὸς ἀθανάτων υποδηλώνεται η ιδιότητά της ως μητέρας όλων των θεών. Ήδη στο Άργος (Παυσανίας, 2.18.3) και την Τροιζήνα (Παυσανίας, 2.31.5) υπήρχε βωμός του Ηλίου. Από την παρούσα επιγραφή δίνεται η πληροφορία για βωμό του στην Ερμιόνη∙ ο βωμός, κατά τη συγκεκριμένη επιγραφή, ανατέθηκε στους σηκούς [45] του ναού της Μητέρας των θεών [46]. Ο Παυσανίας (2.34.10) αναφέρει ύπαρξη ναού του Ηλίου στην ίδια περιοχή. Από την παρουσία της λ. Ὑπερείων και της έκφρασης Μητρὸς ἀθανάτων ο αναθέτης προερχόταν, πιθανότατα, από τις ανατολικές περιοχές της Μεσογείου.

Τέλος, μία τέταρτη επιγραφή (Peek 1941: 68-69 αρ. 16) είναι χαραγμένη σε βάση μαρμάρινη με μορφή βωμού –ύψους 0,95 μ., μήκους 0,59 μ. και πάχους 0,55 μ.– βρίσκεται σήμερα in situ εντός του βυζαντινού τείχους της Ερμιόνης, στη θέση Μπίστι. Στην επάνω πλευρά υπάρχουν ίχνη δύο πελμάτων. Στην 8η αράδα μετά το ἅμα τ’ υπάρχει στη βάση χαραγμένη απόστροφος.

Χρονολόγηση

 3ος ή/και 2ος αι. μ.Χ. Ζουμπάκη[47].

Δημοσιεύσεις

 Peek 1941: 68-69 αρ. 16    SEG 11: 384    Peek 1988 ανατ. [1955]: 1773.

 

(i)                     Σῶμα μὲν εἰς αἰῶνα | λυθέν, ψυχὴ δὲ ἐς Ὄλυμπον

                          ἀρτιτελὴς ἀνoροῦσa | λίπεν πόθον οἰκείοισιν. ‖

                          Λουκίου ἠνορέης [κ]αὶ σ[ω]| φροσύνης μέγα ἄγαλμ[α], |

                          ὅς ποτ’ ἔην εἱρεὺς καὶ ἀγ̣[ω]|νοθέτης ἅμα τἄρχων∙|

              5          ὃν στῆσεν φιλέουσα γυν[] ‖ ψηφίσματι βουλῆς. |

(ii)                    Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς).

 

Το σώμα που διαλύθηκε διά παντός και η ψυχή που πρόσφατα αναλήφθηκε στον Όλυμπο άφησε στους συγγενείς σφοδρή λαχτάρα. (Αυτός είναι) ο σπουδαίος ανδριάντας της γενναιότητας και της σύνεσης του Λουκίου, που ήταν κάποτε ιερεύς και αγωνοθέτης και ταυτόχρονα άρχων∙ τον έστησε η αγαπημένη του γυναίκα με ψήφισμα της βουλής. Με ψήφισμα της βουλής.

Μέτρο το δακτυλικό εξάμετρο, με εφθημιμερή τομή στον 1ο και στον 5ο στίχο, πενθημιμερή στον 3ο και στον 4ο, και κατά τρίτον τροχαίο στον 2ο.

Λούκιος: Κατά τη Ζουμπάκη, [48] το praenomen Λούκιος της παρούσας επιγραφής και των επιγραφών IG IV 726, SEG 11: 385 δεν μπορεί να αναφέρεται σε ρωμαίο πολίτη, διότι, αν συνέβαινε αυτό, θα έπρεπε να υπάρχει οπωσδήποτε και nomen και ίσως και cognomen [49]. Επομένως, επειδή αυτό χρησιμοποιείται μεμονωμένα, δεν αποτελεί όνομα γένους αλλά προσωπικό όνομα. Σύμφωνα με το stemma της Ζουμπάκη [50] και τη χρονολόγηση των προηγούμενων μελετητών (βλ. υποσ. 38) ο Λούκιος της παρούσας επιγραφής είναι ή ο πατέρας της Λουκίας, της συζύγου του Επικτήτου (SEG 11: 385), που φαίνεται να έζησε τον 2ο αι. μ.Χ. ή ο γιος της ίδιας Λουκίας και σύζυγος της Ερμοδώρας, που φαίνεται να έζησε τον 3ο αι. μ.Χ. Οποιοδήποτε συμπέρασμα υπέρ της μιας ή της άλλης εκδοχής θα ήταν αυθαίρετο.

Αν και η επιγραφή χρονολογείται στον 2ο ή 3ο αι. μ.Χ., φαίνεται να ανήκει στις τιμητικές που έχουν τα χαρακτηριστικά επιτυμβίων [51]. Ο Peek [52] και o Ριζάκης [53] τη χαρακτηρίζουν επιτύμβια. Όπως προκύπτει από την παρουσία του ονόματος του τιμωμένου (Λουκίου), της τυπικής για τις τιμητικές επιγραφές φράσης Ψ(ηφίσματι) β(ουλῆς), του ρ. τιμής στῆσεν, καθώς και της αναφοράς του κινήτρου της προσφοράς (ἠνορέης [κ]αὶ σ[ω]φροσύνης), όλα τυπικά χαρακτηριστικά των τιμητικών επιγραφών, πρόκειται, προφανώς, για τιμητική επιγραφή. Τα γεγονότα εκτυλίσσονται σε τρεις χρονικές βαθμίδες του παρελθόντος: Αυτήν του προσφάτου που δηλώνεται με τα λίπεν, στῆσεν, του απωτέρου με τα λυθέν, ἀνοροῦσα –η παρατακτική σύζευξη μὲν-δὲ αντιθέτει τις μτχ.– και του απωτάτου με τον παρ. ἔην. Οι ρηματικοί τύποι που φανερώνουν συνοπτικό τρόπο αναφέρονται σε ενέργειες που συνέβησαν μετά τον θάνατο του Λουκίου, ενώ ο ρηματικός τύπος που δηλώνει διάρκεια αναφέρεται σε ιδιότητες-αξιώματα που κατείχε ο Λούκιος σε απροσδιόριστο χρόνο. Άλλωστε, ο ποιητής ενδιαφέρεται να παρουσιάσει μόνο τα αξιώματα και όχι τη χρονική στιγμή που τα έλαβε.

Η επιγραφή αποτελείται από τρεις ενότητες [54]: Η πρώτη (στίχοι 1-2) στηρίζεται στην αντίθεση σῶμαψυχή, αντίθεση που απαντά σε επιγραφές της Αττικής (IG II2 11169, κ.α., IG II2 13104-5 4ος αι π.Χ.), της Ρώμης (Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 642 3ος/4ος αι. μ.Χ.), της Κεντρικής Ελλάδας (IG ΙΧ.1 882), κ.α. Κατά τον Peek [55], στον 2ο στίχο καθίσταται ενεργούν υποκείμενo η ψυχή και όχι ο ίδιος ο νεκρός, ενώ είναι εμφανές ότι το λίπεν αρμόζει ως σημασία περισσότερο στο σώμα παρά στην ψυχή.

Για την ανάληψη της ψυχής στον Όλυμπο, την έδρα των θεών και τον διαχωρισμό ψυχής–σώματος μετά τον θάνατο, υπάρχει επίδραση της χριστιανικής θρησκείας, χωρίς όμως η επιγραφή να θεωρείται χριστιανική, απλώς η περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής δεν ήταν δυνατό να μην επηρεάσει τη σκέψη του ποιητή και, επιπλέον, ο Λούκιος είναι ιερεύς σε ειδωλολατρικό ναό. Σε όλες τις επιγραφές που απαντά ρηματικός τύπος του ἀνορούω, αυτός έχει τη σημασία της ανάληψης της ψυχής είτε στον αιθέρα είτε στον χώρο των μακάρων πρβ. επιτύμβια επιγραφή των Μεγάρων (Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 462c 2ος/3ος αι. μ.Χ.), της Νάπολης (Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 651 του 2ος αι. μ.Χ.), κ.ά. Σε επίγραμμα της ΑΠ (Waltz 1938: 7.362 Φιλίππου Θεσσαλονικέως (1ος αι. μ.Χ.), το νεκρό σώμα βρίσκεται στον Άδη και η ψυχή πηγαίνει στον Όλυμπο, και σε άλλο 7.337 ἀδέσποτον, επίσης αναφέρεται ανάληψη της ψυχής και λαϊκή πίστη στην αθανασία της ψυχής. Ο ποιητής για να προσδιορίσει χρονικά το συμβάν, δηλ. τον θάνατο του Λουκίου και να δώσει έμφαση σ’ αυτό, χρησιμοποιεί αφ’ ενός το λογοτεχνικό σχήμα του διασκελισμού αφ’ ετέρου το επιρρηματικό κατηγορούμενο χρόνου ἀρτιτελής, αντί επιρρήματος ως ποιητικότερο∙ άλλωστε το επίθετο απαντά ελάχιστες φορές στην αρχαία ελληνική γραμματεία (πρβ. Πλάτων, Φαῖδρ. 251 a, και Νόννος, Διον. 26.46). Από τον 2ο στίχο (λίπεν πόθον οἰκείοισιν) γίνεται φανερό ότι υπάρχουν «εν ζωή» προσφιλή συγγενικά πρόσωπα (φιλέουσα γυνὴ), στα οποία η οδύνη για την απώλεια του αγαπημένου τους προσώπου είναι έντονη.

Στη 2η ενότητα (στίχοι 3-4) κυριαρχούν οι αρετές και τα αξιώματα του Λουκίου. Δυσαναπλήρωτο κενό φαίνεται να άφησε ο θάνατός του και στην κοινωνία της Ερμιόνης, διότι ο Λούκιος είχε αναλάβει τα αξιώματα του ιερέως, του αγωνοθέτη και του άρχοντος. Η αναφορά των αξιωμάτων δίνεται από τον ποιητή με κλιμάκωση, από το κατώτερο προς το ανώτερο, θέλοντας να δώσει έμφαση στο τελευταίο από αυτά, αφού, πιθανώς, είναι αυτό για το οποίο τον τίμησε η βουλή της Ερμιόνης. Δεν είναι γνωστό, μάλιστα, στον ναό ποιας θεότητας ήταν ιερεύς∙ κατά τον Παυσανία [56], στην Ερμιόνη υπήρχε εκτός των άλλων και ναός του Μελαναίγιδος Διονύσου, προς τιμήν του οποίου τελούνταν αγώνες και απονέμονταν βραβεία για τη μουσική, την κολύμβηση και τον συναγωνισμό πλοίων. Εικάζεται, λοιπόν, ότι ο Λούκιος ήταν αγωνοθέτης αυτών των αγώνων, πιθανώς, και ιερεύς του Μελαναίγιδος Διονύσου.

Ο ποιητής κρίνει απαραίτητο να τονίσει τη γενναιότητα (ἠνορέη) και τη σύνεση του άνδρα, αρετές που αποτελούν χαρακτηριστικά της κλασικής, κυρίως, εποχής. Έκπληξη προκαλεί ο προσδιορισμός (μέγα) που αναφέρεται στη λ. ἄγαλμα, διότι στις επιγραφές άλλων περιοχών το συγκεκριμένο ουσιαστικό συνάπτεται με τα επίθετα σεμνόν, ἱερόν, καλόν, μικρόν, περικαλλές, αλλά και με επίθετα που δηλώνουν το υλικό (χαλκοῦν, λίθινον κ.λπ.) κατασκευής του αντικειμένου. Εδώ, εκτός από την ερμηνεία ότι η σύζυγος έστησε ένα μεγάλο άγαλμα για τον σύντροφό της, ανάλογο του ηθικού και πνευματικού διαμετρήματός του, θα μπορούσε να λεχθεί ότι, βάσει του λογοτεχνικού σχήματος της υπαλλαγής, έστησε άγαλμα αντάξιο της μεγάλης ανδρείας του και σωφροσύνης.

Ο ποιητής συνδέει την 3η ενότητα (στίχος 5) με τη λ. ἄγαλμα της προηγουμένης, μέσω του αρσεν. γένους της αναφορικής αντωνυμίας (ὃν) –χάριν του μέτρου– αντί του ουδ. () που θα αναμενόταν. Στην ενότητα αυτή παρουσιάζεται το αποτέλεσμα: Η σύζυγος του Λουκίου, πρωτίστως, και η βουλή της Ερμιόνης, δευτερευόντως, τίμησαν τον σπουδαίο άντρα. Από την παρουσία της φράσης στῆσεν φιλέουσα γυνὴ και την απουσία οποιασδήποτε άλλης πληροφορίας από το κείμενο, εικάζεται ότι τα έξοδα για την ίδρυση του μνημείου ανέλαβε η σύζυγος, ενώ η πόλη της Ερμιόνης περιορίστηκε στην τιμή, στην έγκριση και διάθεση του δημόσιου χώρου για την ανέγερση του μνημείου [57]. Άξια προσοχής είναι η χρήση του ρ. φιλῶ –από τον Όμηρο, ήδη, χρησιμοποιουμένου– αντί του ἐρῶ, δύο ρήματα των οποίων η σημασία για τους αρχαίους είναι διακριτή∙ η προτίμηση στο πρώτο οφείλεται στο ότι σε αυτό ενυπάρχει και το στοιχείο της τρυφερότητας. Σε ολόκληρο το κείμενο είναι διάχυτη η πρόθεση του ποιητή να του προσδώσει μεγαλοπρέπεια και επισημότητα με τη χρήση επικών λέξεων, την προτίμηση του δακτυλικού εξάμετρου στίχου, την αναφορά αρετών που αποτελούν κατ’ εξοχήν χαρακτηριστικά της κλασικής εποχής και την τοποθέτηση της φράσης ψηφίσματι βουλῆς τόσο στο έμμετρο τμήμα της επιγραφής όσο και σε συντομογραφία στο τέλος της, για να προσδοθεί εγκυρότητα στις τιμές και να προβληθεί ο δημόσιος έπαινος. Η τιμή απονέμεται τόσο από τους οικείους (γυνὴ) όσο και από τα πολιτικά όργανα της Ερμιόνης, διότι ο Λούκιος ξεχώρισε τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο βίο (εἱρεὺς καὶ ἀγ̣[ω]|νοθέτης ἅμα τἄρχων). Η τιμή σε σημαίνοντα πρόσωπα της κοινωνίας της Ερμιόνης αποδίδεται, εκτός από τις έμμετρες επιγραφές, κυρίως, με τα ψηφίσματα της βουλής της (IG IV 718, κ. α.).

 

Συμπεράσματα

Με βάση τα ανωτέρω, η Ερμιόνη λειτουργούσε, κατά την Αρχαιότητα, με συγκεκριμένη πολιτική και κοινωνική οργάνωση, αφού από τις επιγραφές γίνεται γνωστή η ύπαρξη πολιτικών θεσμών, όπως της βουλής αλλά και αξιωμάτων, όπως του ταμία και του νομογράφου, των αρχόντων, του στρατηγού, του τοξάρχη, του περιηγητή, του αρχιάτρου. Επίσης μνημονεύεται και η διεξαγωγή αγώνων προς τιμήν θεότητας.

Στον θρησκευτικό τομέα η λατρεία του δωδεκάθεου συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια της περιόδου που ανήκουν οι συγκεκριμένες τέσσερις επιγραφές. Αξιοσημείωτος, ωστόσο, είναι και ο θρησκευτικός συγκρητισμός, η συγχώνευση δηλ. της λατρείας των θεοτήτων του ελληνικού χώρου με θεότητες ανατολικής προέλευσης (π.χ. λατρεία του Ηλίου, της Μητέρας των θεών, κ.ά.), στοιχείο που εντοπίζεται, κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους, στις επιγραφές της Ερμιόνης αλλά και της γειτονικής Τροιζήνος.

Εν κατακλείδι, στην Ερμιόνη και ευρύτερα στη νοτιοανατολική Αργολίδα διαπιστώνεται μια πολιτισμική ώσμωση με τον πολιτισμό άλλων πόλεων ή λαών, η οποία δικαιολογείται από το γεγονός ότι οι κάτοικοι αυτής της περιοχής έρχονταν σε συνεχή επαφή με την ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου, μέσω του θαλάσσιου εμπορίου.

 

Υποσημειώσεις


 

  • Εισήγηση η οποία πραγματοποιήθηκε στην Ερμιόνη, κατόπιν πρόσκλησης του Ιστορικού και Λαογραφικού Μουσείου Ερμιόνης, στις 8/7/2017.

[1] Commentarii ad Homeri Iliadem 1.441.17.

[2] Etymologicum magnum 376.45.

[3] LSJ σ.λ.

[4] Κατσαγάνη 2015, 21-22.

[5] Παυσανίας, 2.24.11.

[6] Στ σημείο αυτό έχει κτιστεί ο ναός των Παμμεγίστων Ταξιαρχών.

[7] Παυσανίας, 2.25.4–7. Κατά τον Περιηγητή, κάθε χρόνο, το καλοκαίρι, οι Ερμιονείς διεξάγουν την εορτή Χθόνια με τον εξής τρόπο. Μπροστά από την πομπή προχωρούν οι ιερείς των θεών και οι άρχοντες της συγκεκριμένης χρονιάς· ακολουθούν γυναίκες και άνδρες, αλλά ακόμη και τα παιδιά συνηθίζουν να τιμούν τη θεά κατά την πομπή· είναι ντυμένα με άσπρη εσθήτα και έχουν στο κεφάλι στεφάνια, που είναι πλεγμένα από το λουλούδι που ονομάζουν κοσμοσάνδαλο, που από το μέγεθος και το χρώμα μου φαίνεται πως είναι ο υάκινθος· πάνω τους έχουν τα γράμματα του θρήνου.

Στο τέλος της πορείας ακολουθούν άνδρες που σέρνουν από την αγέλη μια πολύ δυνατή αγελάδα, αδάμαστη και άγρια ακόμη. Όταν τη φέρουν στον ναό, άλλοι τη λύνουν για να μπει στο ιερό κι άλλοι, που πριν κρατούσαν ανοιχτές τις πόρτες, μόλις δουν την αγελάδα να μπαίνει στον ναό, τις κλείνουν. Τέσσερις γριές που βρίσκονται μέσα σφάζουν την αγελάδα· όποια τύχει κόβει με δρεπάνι τον λαιμό της αγελάδας. Έπειτα ανοίγουν τις πόρτες και οι άντρες που έχουν οριστεί φέρνουν δεύτερη αγελάδα, ύστερα τρίτη και μετά τέταρτη. Οι γριές τις σφάζουν όλες με τον ίδιο τρόπο· υπάρχει μάλιστα και τούτο το αξιοπερίεργο: σ’ όποια πλευρά πέσει η πρώτη αγελάδα είναι ανάγκη να πέσουν όλες. Μ’ αυτό τον τρόπο, λοιπόν, προσφέρουν θυσία οι Ερμιονείς. Μπροστά στον ναό υπάρχουν λίγες εικόνες γυναικών που ήταν ιέρειες της Δήμητρας και μέσα υπάρχουν θρόνοι, στους οποίους κάθονται οι γριές που περιμένουν να μπει κάθε αγελάδα. Υπάρχουν και αγάλματα όχι πολύ παλιά της Αθηνάς και της Δήμητρας. Δεν μπόρεσα, όμως, να δω —ούτε εγώ ούτε κανένας άλλος άνδρας, ξένος ή από τους Ερμιονείς— αυτό που λατρεύουν περισσότερο από τ’ άλλα· μόνο οι γριές ξέρουν πώς είναι.

[8] Λατρευόταν στον Βούπορθμο, αρχαία ονομασία του ακρωτηρίου Μουζάκι, απέναντι από το νησάκι Δοκός, LSJ σ.λ.

[9] Παυσανίας, 2.24.6–2.25.11.

[10] Παυσανίας, 2.25.1.

[11] Οικονομίδου 1995, 264-265.

[12] Τσαγκάρη 2006, 11.

[13] Για τη ζωή και το έργο του, βλ. Privitera 1965.

[14] Σχόλια στον Αριστοφάνη, Νεφ. 967a.15.

[15] Πλούταρχος, Θεμ. 5.3.

[16] Στεφανής 1988: 540.

[17] Βλ. σ. 4.

[18] Ασπιώτης 1997: 19.

[19] Βλ. και Κατσαγάνη 2015, 21-23.

[20] Κατσαγάνη 2015, 27.

[21]. Kaibel 1965 ανατ. [1878]: 926.

[22]. IG IV 682.

[23]. Το 276 π.Χ. οι Αιτωλοί γιόρτασαν τη νίκη τους επί των Γαλατών, οι οποίοι επιθυμούσαν να καταλάβουν το Ιερό των Δελφών για να συλήσουν τους αμύθητους θησαυρούς του. Σε ανάμνηση του γεγονότος η Αμφικτυονία των Δελφών καθιέρωσε τη δελφική εορτή Σωτήρια, προς τιμήν του Διός Σωτήρος και του Πύθιου Απόλλωνος. «Πιθανότατα το 246 π.Χ. μετέτρεψαν την εορτή σε τετραετή και την έκαμαν ισότιμη των Πυθίων –ως προς το μουσικό της σκέλος–, και ισότιμη των Νεμείων, ως προς το αθλητικό και ιππικό της σκέλος. Η αλλαγή της μορφής και η ενίσχυση του κύρους της εορτής αυτής εξασφάλιζε οικονομικά οφέλη, αφού συνέρρεαν πολλοί επισκέπτες και θεατές στους διαγωνισμούς, αλλά και πολιτικά, διότι κοινοποιούνταν στο σύνολο του ελληνικού κόσμου το γεγονός ότι το πανελλήνιο Ιερό των Δελφών βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο των Αιτωλών», Walbank 1999: 206 (βλ. και Nachtergael 1977: 295-298).

[24]. Nachtergael 1977: 15 bis. Από τις IG IV 682 χρονολογείται στους Αυτοκρατορικούς χρόνους.

[25]. Στις επτά διασωθείσες επιγραφές (Ga 1-7), (Aneziri 2003: 135 και 402-412) των αμφικτυονικών Σωτηρίων εμφανίζονται μόνο δύο διαφορετικοί «ιερείς των Τεχνιτών»: ο Πυθοκλής, γιος Αριστάρχου από την Ερμιόνη στα Ga 1-3 και ο Φιλωνίδης, γιος Αριστάρχου από τη Ζάκυνθο, στα Ga 4-7.   Βλ. και Pickard-Cambridge 19682: 283-284.

[26]. Με βάση τους σωζόμενους καταλόγους των Δελφών ο Πυθοκλής παρέστη πέντε φορές στα Σωτήρια, στο διάστημα 265 έως 255 π.Χ.:   1) . . . Πυθοκλῆς Ἀριστάρχου Ἑρμ]ιονεὺς Nachtergael 1977: 406 αρ. 2bis (=F.Delphes III.1 563)   2) . . .  Πυθοκλῆς [Ἀριστάρχου Ἑρμιονεύς. ἄνδρες χορευταί∙ Παντακλῆς(?) Ἀρι]στάρχου Ἑρμιονεὺς Nachtergael 1977: 407-408 αρ. 3 (=Aneziri 2003: 403-404 Ga 3)    3) . . . [ἐπὶ] ἱερέως δὲ Πυθοκλέους τοῦ  Ἀρι[στάρ]χου Ἑρμιονέος ἐκ τῶν Τεχνιτῶν Nachtergael 1977:  409-410 αρ. 4 (=Aneziri 2003: 403 Ga 1)   4) . . . [πὶ ἱερέως δὲ Πυθοκλέους] τοῦ Ἀριστάρχου Ἑρ[μιονέος] Nachtergael 1977: 410-411 αρ. 5 (=Aneziri 2003: 404-405 Ga 3) και    5) . . . Πυθοκλῆς Ἀριστάρχου Ἑρ[μ]ιονεύς, Παντακλῆς Ἀρι[στάρχ]ου Ἑρμιονεὺς Nachtergael 1977:  416-417 αρ. 8 (=Aneziri 2003: 407-408 Ga 5).

[27]. SGDI II 2062. Το ψήφισμα, κατά τον Nachtergael 1977: 317 και 322, έγινε περίπου το 270 π.Χ.

[28]. Στεφανής 1988: 379-380 αρ. 2174.

[29]. Nachtergael 1977: 407-408 αρ. 3.

[30]. Στεφανής 1988: αρ. 1993.

[31]. Στα Πύθια οι μουσικοί αγώνες δεν συνοδεύονταν από αυλό, διότι το μουσικό αυτό όργανο συνηθιζόταν στα μοιρολόγια και τις θρηνωδίες, που βέβαια στη συγκεκριμένη εορτή δεν άρμοζε, Casson 1996: 94.

[32]. Nachtergael 1977: 320.

[33]. Το ποιητικό θέμα της επίκλησης μαρτύρων αποτελεί, κατά τον Σκιαδά 1975: 77, ποιητική παρακμή, «διότι η επιγραφή δεν πείθει πλέον αφ’ εαυτής, όπως συνέβαινε με τις επιγραφές των παλαιότερων εποχών, και η αναγνώριση του ενάρετου τρόπου διαβίωσης κάποιου χρήζει της διαβεβαίωσης μαρτύρων». Όμως η επίκληση μαρτύρων στη συγκεκριμένη επιγραφή θεωρούμε ότι δεν επαληθεύει το σχόλιο του Σκιαδά.

[34]. Nachtergael 1977: 321.

[35]. Nachtergael 1977: 321. Η Ανεζίρη 2003: 276-277 παραθέτοντας επιχειρήματα θεωρεί ότι ο Πυθοκλής ανήκε στο «Ισθμικόν Κοινόν», το οποίο πρέπει να έπαιζε σημαντικό ρόλο στα Μουσεία των Θεσπιών και στα Αγριώνια των Θηβών.

[36]. Για τον όρο priamel στην αρχαϊκή λυρική ποίηση, βλ. Γεωργαντζόγλου 2005: 220, όπου και βιβλιογραφία.

[37]. Nachtergael 1977: 322  “on pourrait songer, en particulier, à Antigone Gonatas, mais il est notoire que tous les souverains de l’époque hellénistique protégeaient les technites et les couvraient d’honneurs”.

[38]. IG IV 682.

[39]. LBW 2iii 75 αρ. 159g. O Kaibel 1965 ανατ. [1878]: xxiii αρ. 1046a τη χρονολογεί στον 2ο αι. μ.Χ.

[40]. Rouse 1976 ανατ. [1902]: 269.

[41]. Στη λ. βασιλῆι προσγραφόμενο ιώτα, χάριν του μέτρου, σε αντίθεση προς τις λλ. Ἠελίῳ και θεῷ, όπου δεν υπάρχει μετρική ανάγκη. Ο Fraenkel (IG IV 700) θεωρεί ότι στον εξάμετρο στίχο υπάρχουν αρκετά προβλήματα και ότι στη λ. θεῷ πρέπει να σημειωθεί συνίζηση, άποψη όμως που αντίκειται στο μέτρο του στίχου.

[42]. IG IV 700∙ πρόκειται, προφανώς, για παρανάγνωση του βήτα από τον Fraenkel.

[43]. Τρυπάνης 1937: 826.

[44]. Burkert 1997: 18. Ο πιο συχνός όρος ήταν Μήτηρ θεῶν, τίτλος που πρωτοεμφανίζεται στον Ομηρικό Ύμνο, Εἰς Μητ. 1. Στον 5ο αι. π.Χ. η Μητέρα εμφανίζεται είτε ως Κυβέλη είτε ως Ρέα. Συχνός είναι ο συγκρητισμός της φρυγικής Μητέρας με τη Ρέα και τη Δήμητρα, Roller 1999: 144, 170, 176 και 216.

[45]. Ο σηκός, κατ’ αρχάς, χωριζόταν σε δύο τμήματα (υποστάσεις). Αργότερα, επειδή η μοναδική κιονοστοιχία κάλυπτε το λατρευτικό άγαλμα της θεότητας που βρισκόταν στο μέσον του σηκού, οι σηκοί κατασκευάζονται τρισυπόστατοι.

[46]. Η έννοια της μητρός, όταν αποδίδεται σε θεότητα, δεν σημαίνει τη φυσική μητέρα, αλλά θεϊκή ύπαρξη, πλήρη στοργής σε όσους την τιμούν, Παπαχατζής 1993: 63.

[47]. Ζουμπάκη 1995-1996: 126. Άλλες χρονολογήσεις: 3ος αι. μ.Χ. Peek 1988 ανατ. [1955]: 1773, 2ος αι. μ.Χ. SEG 11: 384 και RPN Ι  Aργολ. 206 αρ. 172.

[48]. Ζουμπάκη 1995-1996: 126.

[49]. Στην Κλασική εποχή η επίσημη ονομασία ενός ελεύθερου άρρενος Ρωμαίου πολίτη περιλάμβανε πέντε συστατικά: το praenomen, το nomen ή gentilicium, τη δήλωση πα­τρωνύμου, τη δήλωση της ρωμαϊκής γενεάς στην οποία ανήκε ο πολίτης, και το cognomen (προαιρετικό στην εποχή της Δημοκρατίας). Από το τέλος του 2ου αι. μ.Χ. εμφανίζεται και το supernomen και λίγο αργότερα τα παλαιά μονά ονόματα έγιναν praenomina (περίπου δεκαοχτώ στην Αργολίδα με συνηθέστερα τα: Λούκιος, Αύλος, Μάρκος, Τιβέριος και Τίτος, βλ. πίνακα της Ζουμπάκη 2003: τόμ. Β΄ 163). Σε επιγραφές των αυτοκρατορικών χρόνων τα praenomina Τιβέριος και Τίτος οφείλουν την ευρεία χρήση τους, το μεν πρώτο στους αυτοκράτορες της δυναστείας των Κλαυδίων ενώ το δεύτερο στους αυτοκράτορες της δυναστείας των Φλαβίων. Αν το gentilicium αναγράφεται ολογράφως και όχι συντομογραφημένο, ανήκει στον 2ο αι. μ.Χ., ενώ το praenomen σταδιακά παραλείπεται ή συντομογραφείται. Η ονοματολογία των ελεύθερων γυναικών διέφερε στο ότι αυτές, κατά την κλασική περίοδο, δεν είχαν praenomen (OCD3 1024-1025, Kajanto 1977: 422, και Rizakis 1996: 17-18).

[50]. Ζουμπάκη 1995-1996: 134.

[51]. Gerlach 1908: 103.

[52]. Peek 1988 ανατ. [1955]: 1773.

[53]. RPN Ι  Aργολ. 172.

[54]. Η επιγραφή έχει τη δομή της εισαγωγής –του πρώτου δηλ. από τα τρία μέρη– ενός τιμητικού ψηφίσματος, όπου το προοίμιό αποσκοπεί στην παρηγοριά των οικείων, και στη συνέχεια προβαίνει στην αξιολόγηση του εκλιπόντος, στις αρετές του στην προσωπική του ζωή και οι επιδόσεις του στoν κοινωνικό-πολιτικό βίο, Erhardt 1994: 42.

[55]. Peek 1941: 68-69 αρ. 16.

[56]. Παυσανίας, 2.34.35.

[57]. Κατά τον Welsh 1904-1905: 36 στους Ρωμαϊκούς χρόνους η πολιτεία αποφάσιζε, συνήθως, για την ανέγερση του ανδριάντα του τιμωμένου, ενώ τα έξοδα επιβάρυναν τον τιμώμενο, τα συγγενικά ή φιλικά του πρόσωπα.

 

Βιβλιογραφία


  • Aneziri S. (2003). Die Vereine der dionysischen Techniten im Kontext der hellenistischen Gesellschaft, Dresden.
  • Ασπιώτης Ν. Σ. (1997). Ἀρχαῖοι Ἕλληνες μουσικοί καί σωζόμενα μουσικά ἀποσπάσματα μέ μεταγραφήν τους εἰς τήν σύγχρονον εὐρωπαϊκήν σημειογραφίαν. Αθήνα.
  • Burkert W. (1997). Μυστηριακές λατρείες της αρχαιότητας, μτφρ. Έ. Ματθαίου (τίτλος πρωτοτύπου: Ancient Mystery Cults. Cambridge, Massachusetts, and London, England: Harvard University Press, 1987). Αθήνα.
  • Casson L. (1996). Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο, 2η έκδ. [1η έκδ. 1995], μτφρ. Λ. Αναστασιάδη, επιμ. Α. Φιλιπποπούλου (τίτλος πρωτοτύπου: Travel in the Ancient World. Toronto: Hakkert, 1974). Αθήνα: ΜΙΕΤ.
  • Erhardt Ν. (1994). Tod, Trost und Trauer. Zur Funktion griechischer Trostbeschlüsse und Ehrendekrete post mortem. Laverna 5, 38-55.
  • Gerlach G. (1908). Griechische Ehreninschriften. Halle.
  • Grotius, H. – F. Dübner – E. Cougny (1888-1890). Epigrammatum Anthologia Pala­tina: cum Planudeis et Appendice nove Epigrammatum veterum ex libris et mar­moribus Ductorum, annotatione inedita Boissonadii, Chardonis de la Rochette, Bothii, partim inedita Jacobsii, metrica versione Hugonis Grotii, et apparatu critico instruxit, Parisiis ΙΙΙ 1890 (Cougny).
  • IG IV Fraenkel M. (1902). Inscriptiones Aeginae Pityonesi Cecryphaliae Argolidis, vol. IV, Berolini.
  • Kaibel G. (1965 ανατ.). Epigrammata Graeca ex lapidibus conlecta. Hildesheim [1η έκδ.
  • Berlin 1878]. Kajanto I. (1977). The Emergence of the Late Single Name System. Στο N. Duval, – D. Briquel, – M. Hamieaux (επιμ.). L’onomastique latine, Colloques internationaux du Centre National de la Recherche Scientifique 564, Paris. 421-428.
  • Κατσαγάνη Γ.Κ. (2015). Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες επιγραφές της Αργολίδος. Από την Αρχαϊκή εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα. Αθήνα.
  • Koster W. I. W. (1974). Scholia in Aristophanem, vol. I.3.2: In Nubes. Groningen.
  • Κωστούρος Γ. Π. (2008). Νεμέων ἄθλων διήγησις, τόμ. 1-2, χωρίς τόπο έκδοσης.
  • LBW Le Bas Ph. – W. H. Waddington (1870). Voyage archéologique en Grèce et en Asie Mineure. III.       Inscriptions grecques et latines, recueillies en Grèce et en Asie Mineure. 2 Mégaride et Péloponnèse, Section I Textes. III Explications des inscriptions. Paris. LBW 2iii 75 αρ. 159g.
  • Mickey K. (1981). Studies in the Greek Dialects and the Language of Greek Verse Inscriptions (Diss.), vols I-II. Somerville.
  • Nachtergael G. (1977). Les Galates en Grèce et les Sôtéria de Delphes: Recherches d’histoire et d’épigraphie hellenistiques. Bruxelles.
  • OCD3 Hornblower S. – A. Spawford (2000). The Oxford classical dictionary. 3η έκδ. [1η έκδ. 1949]. Oxford.
  • Οικονομίδου-Καραμεσίνη Μ. (1996). Ελληνική τέχνη : Αρχαία νομίσματα. Αθήνα.
  • Peek W. (1941). Griechische Epigramme IΙI. ΜDAI(A) 66, 47-86.
  • Peek W. (1988 ανατ.). Greek Verse Inscriptions. Epigrams on Funerary Stelae and Monuments, with an Index to the First Words of the Epigrams and a Concord­ance with G. Kaibel Epigrammata etc. [1η έκδ. 1955]. Chicago.
  • Picard-Cambridge A. W. Sir – J. Gould – D. M. Lewis (2011). Οι δραματικές εορτές   της Αθήνας, μτφρ. Μ. Υψηλάντη – Η. Τσολακόπουλος – Α. Α. Ευσταθίου, (επιμ.) (τίτλος πρωτοτύπου: The Dramatic Festivals of Athens, Oxford 1968, 2η έκδ. [1η έκδ. 1953]). Θεσσαλονίκη.
  • Privitera G. A. (1965). Laso di Ermione. Nella cultura Ateniese e nella tradizione sto­ riografica. Roma.
  • Παπαχατζής Ν. (1993). Ἡ ἑλληνική θεά Ρέα καί ἡ φρυγική Μητέρα τῶν θεῶν ἢ Μεγάλη Μητέρα. ΑΕ, 49-82.
  • Rizakis A. D. (1996). Anthroponymie et société: les noms romains dans les provinces hellénophones de l’Empire. Στο A. D. Rizakis (επιμ.). Roman Onomastics in the Greek East. Social and Political Aspects. Proceedings of the International Colloquium on Roman Onomastics. Athens, 7-9 September 1993. Athens [Μελετήματα 21], 11-29.
  • Roller L. E. (1999). In Search of God Mother. The Cult of Anatolian Cybele. Berkeley.
  • Rouse W. H. D. (1976 ανατ.). Greek Votive Offerings. An Essay in the History of Greek Religion, [1η έκδ. Cambridge 1902]. Hildescheim.
  • Σκιαδάς Α. (1975 ανατ.). Ἐπὶ τύμβῳ. Συμβολή εἰς τήν ἑρμηνείαν τῶν ἑλληνικῶν ἐπιτυμβίων ἐμμέτρων ἐπιγραφῶν. [1967] Ἀθῆναι.
  • Στεφανής Ι. Ε. (1988). Διονυσιακοί τεχνίται: Συμβολές στην προσωπογραφία του θεάτρου και της μουσικής των αρχαίων Ελλήνων. Ηράκλειο.
  • Τρυπάνης, Κ. Α. (1937). Το Ελληνικόν αναθηματικόν επίγραμμα μέχρι των χρόνων των Περσικών πολέμων. ΑΕ 3, 824-832.
  • Τσαγκάρη Δ. (2006). Τα αρχαία νομίσματα της Πελοποννήσου. Αθήνα.
  • Vermaseren M. J. (1982). Corpus Cultus. Cybelae Attidisque II: Graecia atque Insulae.  Leiden.
  • Walbank F. W. (1999) Ο ελληνιστικός κόσμος, μτφρ. Τ. Δαρβέρης (τίτλος πρωτοτύπου: The Hellenistic World. London 1992 ανατ. [1η έκδ. 1981). Θεσσαλονίκη.
  • Welsh M. K. (1904-1905). Honorary Statues in Ancient Greece. ABSA 11, 32-49.
  • Ζουμπάκη Σ. (1995-1996). Παρατηρήσεις στη ρωμαϊκή κοινωνία της Ερμιόνης.
  • Αρχαιογνωσία 9, 111-135.

Γεωργία Κ. Κατσαγάνη 

Δρ. Κλασικής Φιλολογίας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Περίγραμμα οργάνωσης του δημοσίου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας – © Γεώργιος Η. Κόνδης, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», τόμος ΙΙΙ, Άργος, 2003.


 

Η κοινωνική και οικονομική συγκρότηση ενός χώρου στην ευρύτερή του έννοια (γεωγραφική, χωροταξική, κτλ), είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις συνθήκες και τις ιστορικές συγκυρίες οι οποίες επικρατούν και τον επηρεάζουν. Από την πλούσια βιβλιογραφία που υπάρχει, γίνεται σαφές ότι κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, εντελώς διαφορετικά αναπτύχθηκαν οι ορεινές κοινότητες από τις πεδινές, οι νησιωτικές από τις ηπειρωτικές, οι παράκτιες από εκείνες της ενδοχώρας. Διαφορετικά επίσης αναπτύχθηκαν οι κοινότητες, οι άμεσα υποκείμενες στο δοσιματικό-φορολογικό σύστημα του οθωμανικού κράτους, από εκείνες που αποτελούσαν αντικείμενο συγκεκριμένων προνομιακών διαχειρίσεων (π.χ. βακούφια).

Οι μαχαλάδες του οθωμανικού Άργους, κατά το Ζεγκίνη. Χαρακτηριστικοί οι διασταυρούμενοι οδικοί άξονες. Σημειώνονται με κόκκινο τα δύο κεντρικά τζαμιά του, τα οποία διακρίνονται εμβληματικά και στην γκραβούρα του Coronelli, στην οποία αποτυπώνονται και μικρότερα οξυκόρυφα κτίρια, πιθανότατα μικρότεροι ιεροί χώροι.

Η περίπτωση που εξετάζουμε σήμερα παρουσιάζει όλα τα στοιχεία της γενικότερης ιδιομορφίας της Πελοποννήσου. Το γεγονός δηλαδή, ότι για τρεις δεκαετίες (1685-1715) είχε καταληφθεί από τους Βενετούς, για να ανακαταληφθεί από τους Τούρκους την περίοδο 1715-1821. Θα πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι η έλλειψη πληροφοριών για την καθημερινή ζωή και τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές δραστηριότητες στο Άργος της Τουρκοκρατίας, αναγκάζουν τον ερευνητή να εντάξει τις παρατηρήσεις και τις ειδικές αναφορές, στο γενικότερο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας των δημόσιων χώρων των ελληνικών κοινοτήτων της Τουρκοκρατίας.

Έτσι λοιπόν, ένα πλήθος χαρακτηριστικών στοιχείων καθόρισαν την οργάνωση, τη λειτουργία και τους τύπους ανάπτυξης των κοινοτήτων αυτών. Από τα στοιχεία αυτά το κυριότερο είναι, ασφαλώς, η προνομία της αυτοδιοικήσεως η οποία αποτέλεσε και το καθοριστικό γνώρισμα του δημοσίου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Περίγραμμα οργάνωσης του δημοσίου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας

Read Full Post »

Ο βοτανολόγος Θεόδωρος Ορφανίδης και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου


 

Θεόδωρος Ορφανίδης

Ο Θεόδωρος Γ. Ορφανίδης, γεννήθηκε στη Σμύρνη, το 1817 από γονείς Χιώτες. Μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, η οικογένειά του αναγκάστηκε να μετακομίσει. Πέρασε τα παιδικά χρόνια του στη Σύρο και την Τήνο. Μετά την Απελευθέρωση η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και από το 1835 στην Αθήνα, όπου ο ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του και διορίστηκε γραφέας στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Στην Αθήνα, επιδόθηκε – μιμούμενος τον Αλέξανδρο Σούτσο – στην πολιτική σάτιρα, εκδίδοντας την ποιητική συλλογή «Ο Μένιππος» (1836) και το περιοδικό «Ο Τοξότης» (1840).

Σε σατιρικό ποίημα της συλλογής του «Ο Μένιππος» προανήγγειλε την ίδρυση του Πανεπιστημίου με τους εξής ευρηματικούς στίχους: «θε να κάμωμεν ακόμα και μεγάλον και τρανόν / το Πανεπιστήμιόν μας εις την πόλιν Αθηνών. / Τότε θε να αναλάμψη στας Αθήνας η σοφία, / και τα καφενεία όλα θα γενούν διδασκαλεία. / Την σοφίαν τότε όλοι απ’ τ’ αυτιά θε να βαστούν, / και σοφίαν κ’ οι βαστάζοι άφευκτα θα εμπλησθούν».

Ωστόσο, επειδή ασκούσε δριμεία κριτική κατά της βαυαρικής αντιβασιλείας με τα γραπτά του, απολύθηκε από τη θέση του στο Υπουργείο και φυλακίστηκε για τρείς ημέρες.

Το 1844, με προσωπική παρέμβαση του Πρωθυπουργού, Ιωάννη Κωλέττη – ο οποίος ήθελε να τον απομακρύνει από την Αθήνα – πήγε με υποτροφία της Ελληνικής Κυβέρνησης στο Παρίσι όπου σπούδασε Φυτολογία κοντά στους διακεκριμένους Καθηγητές Adrien de Jussieu, Adolphe – Théodore Brogniart, Joseph Decaisne και Achille Richard. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα διορίζεται, στις 11 Μαρτίου 1850, Έκτακτος Καθηγητής της Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο και στις 18 Αυγούστου 1854 Τακτικός Καθηγητής, θέση στην οποία παρέμεινε για περισσότερο από τριάντα χρόνια.
Το 1862 συμμετείχε ως Πληρεξούσιος του Πανεπιστημίου στη Β’ Εθνική Συνέλευση των Αθηνών, ενώ κατά το ακαδημαϊκό έτος 1867 – 1868 χρημάτισε Πρύτανης.

Υπήρξε ακούραστος ερευνητής της ελληνικής χλωρίδας (chloris hellenica) από το 1848, συλλέγοντας, καταγράφοντας και περιγράφοντας τα διάφορα είδη της, με αποτέλεσμα να διαθέτει μια ιδιαίτερα αξιόλογη συλλογή αποξηραμένων φυτών που αριθμούσε 45.000 είδη, η οποία το 1873 αγοράστηκε από τον ομογενή εθνικό ευεργέτη Θεόδωρο Π. Ροδοκανάκη για να παραχωρηθεί στη συνέχεια στο νεοσύστατο Βοτανικό Μουσείο του Πανεπιστημίου.

Ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα μελετώντας συστηματικά τον φυτικό της πλούτο και δημοσίευσε τα πορίσματα των ερευνών του στο έργο του «Flora Graeca Exciccata». Οι μελέτες του αξιοποιήθηκαν από αρκετούς ευρωπαίους επιστήμονες και τον καθιέρωσαν στον επιστημονικό χώρο.

Με την ιδιότητα του Εφόρου του Βοτανικού Κήπου και του Δημόσιου Δενδροκομείου εισήγαγε στην Ελλάδα άγνωστα ως τότε καλλωπιστικά και άλλα φυτά (π.χ. ευκάλυπτος, φυστικιά κ.ά.) και δραστηριοποιήθηκε στο σχεδιασμό και τη δημιουργία δημόσιων πάρκων, προεξάρχοντος του Εθνικού (Βασιλικού) Κήπου.

Ανακάλυψε πενήντα περίπου είδη ελληνικών βοτάνων και έθεσε τις βάσεις της ελληνικής ονοματολογίας τους, μελετώντας τους αρχαίους (Λατίνους) συγγραφείς και εντοπίζοντας τις αρχαίες ονομασίες που εκείνοι έδιναν στα βότανα. Ασχολήθηκε με την ελληνική αμπελουργία και διέκρινε 111 ποικιλίες που καλλιεργούνταν στην Αττική από τις 480 και πλέον που καλλιεργούνταν σε όλη την Ελλάδα.

-Πήρε μέρος σε πολλά επιστημονικά συνέδρια και εξέδωσε το επιστημονικό περιοδικό «Γεωπονικά» (1872 – 1876), του οποίου κυκλοφόρησαν έξι τόμοι. Σκοπός των δημοσιευμάτων του περιοδικού ήταν «η παροχή γνώσεων καλλιέργειας και κτηνοτροφίας σε ύφος απλούν, συγγενεύον προς τα ήθη και την γλώσσαν των πλείστων αναγνωστών». Για το λόγο αυτό τα άρθρα του παρείχαν «επεξηγήσεις επιστημονικών και βοτανολογικών όρων καθώς και φυσικών, χημικών και κλιματολογικών γνώσεων χρησίμων για τον Γεωπόνο ο οποίος ασχολείται είτε με την καλλιέργεια των φυτών είτε με την ανατροφήν και περιποίησιν των ωφελίμων ζώων».

Στο περιοδικό υπήρχαν μόνιμες στήλες όπως: Δενδροκομία – Ανθοκομία, Στοιχεία βοτανικής αναγκαία εις πάντα άνθρωπον, Φυσικαί και χημικαί γνώσεις αναγκαίαι εις τον Γεωπόνον, Γεωργικά εργαλεία κ.ά., αλλά και άρθρα αφιερωμένα σε ειδικά θέματα. Στη στήλη «Διάφορα» αναφέρονταν γεωργικά και κτηνοτροφικά νέα από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Επίσης υπήρχαν υπέροχα σχεδιαγράμματα συνοδευτικά των κειμένων και παράθεση της επιστημονικής ονομασίας (στα λατινικά) των φυτών στα οποία γινόταν αναφορά. Κληροδότησε στο Πανεπιστήμιο μια πολύτιμη συλλογή του από ξύλα εκατόν πενήντα, περίπου, ελληνικών ειδών δέντρων.

Στις επιστημονικές εργασίες του περιλαμβάνονται: Περί της αυτοφυούς ελληνικής βλαστήσεως (Πρυτανικός Λόγος, 1868) – Catalogus systematicus herbariis florentine (1877) – Σύντομος πραγματεία περί τινών σπουδαίων φυτών, νεωστί καλλιεργηθέντων εν’ Ελλάδι (1870). Επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τόσο η Έκθεσή του σχετικά με την κατάσταση του Φυσιογραφικού Μουσείου του Πανεπιστημίου (1865), όσο και η Έκθεσή του προς την Πρυτανεία του Εθνικού Πανεπιστημίου, σχετικά με την αγορασθείσα από τον Θεόδωρο Π. Ροδοκανάκη και δωρηθείσα στο νεοσύστατο Βοτανικό Μουσείο του Πανεπιστημίου φυτολογική συλλογή του (1874).

Η ακαδημαϊκής του σταδιοδρομία συμπορεύθηκε με τη λογοτεχνία και την ποίηση δημοσιεύοντας έργα του στο περιοδικό «Πανδώρα» και συμμετέχοντας, είτε ως υποψήφιος, είτε ως εισηγητής σε ποιητικούς διαγωνισμούς σε τρείς από τους οποίους διακρίθηκε.

Σύμφωνα με ένα άρθρο του περιοδικού Μπουκέτο – περιοδικό ποικίλης ύλης, του μεσοπολέμου – ο Ορφανίδης έγραψε τον «Καρασεβδαλή» λίγο πριν φύγει για τη Γαλλία, το 1844, όταν είχε έρθει στο Ναύπλιο για να αποχαιρετήσει τους εδώ φίλους του. Ήταν καλεσμένος από τον δήμαρχο Ναυπλίου Σπ. Παπαλεξόπουλο και στο αποχαιρετιστήριο τραπέζι το κρασί τελείωσε νωρίς, οπότε ο Ορφανίδης έστειλε την εξής έμμετρη παράκληση στην οικοδέσποινα, την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.

ΤΗι ΚΑΛΛΙΟΠΗι ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Δύο λάβετε φιάλας, κι αντ’ αυτών παρακαλώ σας
στείλατέ μου δύο άλλας, πλήρεις όμως και κλειστάς
από το γλυκύ σας μαύρο και από το κόκκινό σας,
το οποίον εμψυχώνει τους αψύχους ποιητάς.

Ο θεάνθρωπος Χριστός μας μετεποίησεν εις οίνον
πλήρεις ύδατος υδρίας εις τον γάμον του Κανά
Συ, Κυρά μου, χωρίς άλλο υπερβαίνεις και εκείνον
επειδή πληροίς δι’ οίνου τας φιάλας τας κενάς!

Η οικοδέσποινα,πιθανόν κολακευμένη από την ελαφρώς βέβηλη σύγκριση, έστειλε μια ντουζίνα μποτίλιες οίνου στην παρέα, και το βράδυ ο Ορφανίδης της παρουσίασε σε περγαμηνή το ποίημα Καρασεβνταλής (αυτός που έχει καρασεβντά, μεγάλο ερωτικό καημό).

Ο Καρασεβνταλής

Ποιός είδε νέον σεβνταλή, καρδιών ποιός είδε κλέφτη,
να εξυπνάει με το αχ! και με το βαχ! να πέφτει;
Ωσάν το χιόνι ν’ αναλεί, σαν το κερί να σβήνει,
και μοναχός το ντέρτι του να πικροκαταπίνει;
Εγώ τον είδα, κ’ εις εμέ εφάνη ο καημένος
ωσάν δερβίσης σκυθρωπός, σαν μπεκτασής θλιμμένος.
Για μιά μικρή Γενί-ντουνιά, πού’ δαν τα δυό του μάτια,
καρά-σεβντάς τον έπιασε, και θα γενεί κομμάτια.
Οπόταν τα μεσάνυχτα αργολαλούν οι κούκκοι,
πηγαίνει και της τραγουδεί με νάι και με μπουζούκι:

»Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! Κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω.

Είναι το άσπρο στήθος σου ταζέδικο κα’ι’μάκι,
του Αϊντίν-ισάρ χαλβάς το κάθε σου χεράκι,
μουχαλεμπί και γκιούλ-σερμπέτ ο αναστεναγμός σου,
και του Χατζή-Μπεκίρ λουκούμ ο τρυφερός λαιμός σου΄
ο κάθε λόγος σου γλυκός σαν ραβανί αφράτο
και σαν ζεστός σαράι-λοκμάς με μέλι μυρωδάτο.
Κι είν’ ο σεβντάς μου δυνατός, που να γραφεί δε φτάνει
κι αν γίνει ο ουρανός χαρτί κι η θάλασσα μελάνι.

Τι αγοράζεις κάρβουνα να ψήνεις το φαΐ σου;
Γιαγκίνι έχω στην καρδιά, που τ’ άναψες ατή σου!
Αντίκρυ μου τον τεντζερέ με το φαΐ σου στήσε,
και λάδι στο γιαγκίνι μου με μια ματιά σου χύσε!
Κι ευθύς που ένα Αχ εντέρ! το στόμα μου αναδώσει,
και το φαΐ σου θα ψηθεί κι ο τεντζερές θα λιώσει!
»Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! Κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω.

Εσύ ’σαι η χρυσή ουρί, και διά σε, ντουντού μου,
ή ντιπ θα χάσω, ή θα βρω το ρέμπελο το νου μου!
Κι εις το Τζενέτ, στους πρόποδας του πιλαφένιου όρους,
θε να περάσω μετά σού στιγμάς αγγελοφόρους.
Ο βουτυρένιος ποταμός και του μελιού το ρεύμα,
τόσον δεν θα ευχαριστούν του σκλάβου σου το πνεύμα,
όσο το νούρι σου, κουζούμ, και το γλυκό φιλί σου,
και όσο το ναζλίδικο και τρυφερό κορμί σου.

Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω!»

Αυτά της λέει ο ντερτιλής και πριν ακόμα φύγει,
σαν του Τσεχνέμ το βάραθρον το στόμα του ανοίγει,
κι ελπίζων ιλαρότερος ο πόνος του να γίνει,
βώλον δραμίων είκοσι αφιόνι καταπίνει.

Πηγές


 

  • Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιον Αθηνών Τμήμα Βιολογίας- Ιστορικά Στοιχεία
  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών
  • Sarantakos.wordpress.com «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

 

Επιμέλεια Κειμένου
Μαρία Βασιλείου
Βιολόγος-Ωκεανογράφος

Read Full Post »

Οι Απαρχές της Νεοελληνικής Ταυτότητας στο Ύστερο Βυζάντιο


«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα το «Ελεύθερο Βήμα» φιλοξενεί  άρθρο του κυρίου Γεωργίου Στείρη, Επίκουρου Καθηγητή Φιλοσοφίας των Μέσων Χρόνων και της Αναγέννησης στη Δύση, Τμήμα Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, με θέμα:

«Οι Απαρχές της Νεοελληνικής Ταυτότητας στο Ύστερο Βυζάντιο».

 

Το ζήτημα της ελληνικής ταυτότητας είναι ανοιχτό και δεν παύει να απασχολεί την επικαιρότητα. Η ταυτότητα βασίζεται στη διαφορά, είναι μία διαδικασία που στηρίζεται στην ετερότητα και τον πολιτισμικό διάλογο. Η πλειοψηφία των σύγχρονων μελετητών υποστηρίζει ότι η προσπάθεια δημιουργίας μιας νεοελληνικής ταυτότητας ξεκινά τον 18ο αιώνα, ως αποτέλεσμα του λεγόμενου «νεοελληνικού διαφωτισμού». Πρόσφατα, διάβασα σε κείμενο λόγιου συναδέλφου ότι στο παρελθόν είχαμε γίνει Ρωμαίοι (Ρωμιοί), ξεχνώντας την ιδιότητά μας ως Ελλήνων, οπότε ας είναι καλά ο αγράμματος Κολοκοτρώνης, που μας το θύμισε. Θα προσπαθήσω να αποδείξω ότι η συζήτηση περί ελληνικής ταυτότητας και ελληνικότητας ξεκινά τουλάχιστον από τον 15ο αιώνα, από τους υστεροβυζαντινούς λογίους. Οι πλέον σημαίνοντες εξ αυτών προτίμησαν να αυτοπροσδιορίζονται ως Έλληνες, αντί της επίσημης ονομασίας Ρωμαίος και της κοινής ονομασίας Γραικός.

Είναι κοινός τόπος στους περισσότερους ερευνητές ότι οι υπήκοοι της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι ή Ρωμιοί, με όποια σημασία αποδίδει καθένας στους όρους. Επρόκειτο, κατά βάση, για μια ρωμαϊκότητα με ελληνικές διαστάσεις. Η έρευνά μου, όμως, υποδεικνύει ότι από τα τέλη του 14ου αιώνα, τουλάχιστον, σημειώνεται μια στροφή προς την ελληνικότητα καθαυτήν, όχι τη ρωμιοσύνη, όπως αυτή νοείται σήμερα από νεοσυντηρητικούς κύκλους.

Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων

Αρχικά, ο Μανουήλ Χρυσολωράς υπογραμμίζει τη διττή ταυτότητα των βυζαντινών: ελληνική και ρωμαϊκή. Όπως και να τους αποκαλέσει κανείς, είναι το ίδιο. Μετά όμως τον Χρυσολωρά, η ελληνικότητα θα αποκτήσει έντονη δυναμική. Είναι γνωστή η θέση του Πλήθωνα: είμαστε Έλληνες κατά το γένος, όπως μαρτυρεί η γλώσσα και η πάτρια παιδεία. Ο Πλήθων επανειλημμένα συνιστούσε στους συγχρόνους του να στηρίζονται στην αρχαιοελληνική παράδοση και να απορρίπτουν τη δυτική κουλτούρα, ώστε να μην αλλοτριωθεί το ελληνικό γένος. Παρά την αμφισβήτηση του χριστιανισμού εκ μέρους του, είναι γνωστή η ανθενωτική στάση του, αφού δεν δίστασε να υποστηρίξει το ορθόδοξο δόγμα στη Σύνοδο της Φλωρεντίας και μετέπειτα.

Ο Μιχαήλ Αποστόλης είχε παρόμοιες με τον Πλήθωνα απόψεις για την επαπειλούμενη πολιτισμική και εθνική αποξένωση. Ο Πλήθων και ο Αποστόλης επιχείρησαν να χαράξουν μια διαχωριστική γραμμή μεταξύ της ελληνικής και της δυτικής κουλτούρας. Ο Αποστόλης αποκαλούσε τους συγχρόνους του υιούς των Ελλήνων. Επιπλέον, υποστήριζε ότι είναι απόγονος των αρχαίων Ελλήνων και ότι κοινωνούσε στην ίδια πολιτισμική κληρονομιά. Πρωταρχικός στόχος του Πλήθωνα και του Αποστόλη δεν ήταν να αντιπαρατεθούν με τον χριστιανισμό και να υπερασπιστούν τον αρχαίο ελληνικό τρόπο. Πρωτίστως, στόχευαν στην απόκρουση του ιμπεριαλισμού των Λατίνων, που απειλούσε να αλλοτριώσει τον ελληνικό πολιτισμό.

Από τη μεριά του, ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος σε έναν διάλογο με κάποιον Εβραίο, έθεσε το ερώτημα: ποιος είμαι; Για να απαντήσει: είμαι χριστιανός. Παρεκτός του θρησκευτικού πλαισίου, ο Σχολάριος εκλάμβανε εαυτόν και τους συγχρόνους του ως Έλληνες και ονόμαζε την πατρίδα του Ελλάδα. Παραδεχόταν ότι ήταν απόγονος των Ελλήνων (Ἑλλήνων γάρ ἐσμέν παῖδες) και ότι η Κωνσταντινούπολη ήταν η πατρίδα του ελληνικού γένους στην εποχή του. Κομβικής σημασίας είναι η ανησυχία του για την πιθανότητα αφανισμού του ελληνικού γένους. O Σχολάριος, όμως, δεν συμμεριζόταν τον φόβο του Πλήθωνα για την πολιτισμική αλλοτρίωση του γένους. Αντίθετα, θεωρούσε ότι ήταν απαραίτητο να αξιοποιηθεί η πρόοδος του δυτικού κόσμου. Οι σύγχρονοί του δεν έπρεπε να μιμηθούν τους αρχαίους Έλληνες κατά αποκλειστικότητα. Κάτι τέτοιο δεν ήταν αρκετό. Ο Σχολάριος ένιωθε μια σύνδεση με τους Έλληνες της κλασσικής αρχαιότητας και θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, πέρα από χριστιανό και Ρωμαίο. Ωστόσο, ο ίδιος δεν συμφωνούσε με την ιδέα ενός ελληνισμού, που θα εμπνεόταν μόνο από την κλασική αρχαιότητα, όπως είχε προταθεί από τον Πλήθωνα. Αντίθετα, επιδίωκε έναν ανανεωμένο και επίκαιρο ελληνισμό, που θα εμπλουτιζόταν από τα αξιόλογα στοιχεία που είχε να προσφέρει ο δυτικός πολιτισμός· έναν ελληνισμό σύγχρονο, ικανό να ανταποκριθεί στις ανάγκες του 15ου αιώνα.

Γεώργιος Τραπεζούντιος

Επιπλέον, ο Γεώργιος Τραπεζούντιος επαινεί συνειδητά τους αρχαίους Έλληνες για τη συμβολή τους στην παγκόσμια ιστορία και την ίδια στιγμή κατηγορεί τους συγχρόνους του Έλληνες για την ανεπαρκέστατη προσφορά τους στην εξέλιξη του ελληνικού πνεύματος. Συνδύασε, έτσι, τον ελληνοκεντρισμό με τον ελληνοκριτικισμό. Την ίδια στιγμή δήλωνε χριστιανός, πρεσβεύοντας ότι αυτός που συνδέεται και εμπνέεται από το ελληνικό παρελθόν μπορεί να είναι και χριστιανός, χωρίς αυτή του η ιδιότητα να αναιρεί εκείνη του Έλληνα. Τον απασχολούσαν δυο συνιστώσες – Έλληνας και χριστιανός – που δημιουργούσαν μια ταυτότητα, πράγμα που στα μάτια του Πλήθωνα θα φάνταζε τουλάχιστον περίεργο. Παρά τη διαφωνία μεταξύ του Πλήθωνα και του Τραπεζούντιου, και οι δύο τους συμμερίζονταν την άποψη ότι η κύρια απειλή για το ελληνικό γένος ήταν η πολιτισμική αλλοτρίωση. Ως εκ τούτου, η αναφορά του Τραπεζούντιου θέτει υπό αμφισβήτηση το επιχείρημα του Αγγέλου ότι η λέξη Ἓλλην τον 15ο αιώνα σήμαινε Ορθόδοξος.

Επίσης, οι Θεόδωρος Γαζής και Νικόλαος Σεκουνδινός τονίζουν τη διαχρονικότητα του ελληνισμού και την ελληνικότητα των βυζαντινών. Από τη μεριά του ο Βησσαρίων αναφέρεται στο ελληνικό γένος ως γένος ἡμέτερον. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, πάλι, είχε επισημάνει στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ότι η βασιλεία του θα έπρεπε να έχει ως στόχο της το όφελος του γένους και της κοινής εστίας των Ελλήνων. Απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο, τον προσφωνεί βασιλιά της Ελλάδας (Ὦ τῆς Ἑλλάδος ἣλιε βασιλεῦ), όπως αργότερα και τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο.

Συμπερασματικά, οι Έλληνες φιλόσοφοι του 15ου αιώνα συνέβαλαν στην αναζήτηση μιας ελληνικής ταυτότητας πολύ πριν από τον «νεοελληνικό διαφωτισμό». Η άποψη ορισμένων μελετητών περί του ασύμβατου της ελληνικότητας (ως πολιτισμικής και ιστορικής ταυτότητας) και του χριστιανισμού, δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τα συγγράμματα των σπουδαιότερων διανοητών του 15ου αιώνα.  Οι λόγιοι της υστεροβυζαντινής περιόδου θρήνησαν για την πτώση της αυτοκρατορίας και αναζήτησαν υπερηφάνεια στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, εκκινώντας παράλληλα ένα γόνιμο διάλογο για τον προσδιορισμό της ελληνικότητας και της νεοελληνικής ταυτότητας.

Γιώργος Στείρης

Επίκουρος καθηγητής Φιλοσοφίας, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Το άρθρο φιλοξενείται και στο: In(telligent) Deep Analysis , Μάιος 2017.

Read Full Post »

Παράκτιοι Απολιθωματοφόροι Σχηματισμοί – Ζωή του Παρελθόντος


 

Η ιστορία των φυσικών επιστημών δεν ακολουθεί μια γραμμική πορεία στον χρόνο.   Υπερφυσικές αντιλήψεις της πρώιμης ανθρώπινης σκέψης αλληλοκαλύπτονται με φιλοσοφικές θεωρήσεις για τον κόσμο, που και αυτές με την σειρά τους συμπλέκονται και συμπορεύονται με νεότερες επιστημονικές ιδέες βασισμένες στο πείραμα και την παρατήρηση. Επιπρόσθετα, οι οικονομικές, κοινωνικές και θρησκευτικές αντιλήψεις κάθε εποχής και τόπου, δημιουργούν τον καμβά πάνω στον οποίον παλιές και νέες ιδέες αλληλοσυγκρούονται.

Τα κάθε λογής υπολείμματα ή ίχνη οργανισμών (ζώων και φυτών) που διατηρούνται μέσα στους γεωλογικούς σχηματισμούς καλούνται απολιθώματα (από +λίθος=πέτρα, αγγλικά fossil, από το λατινικό fossilis=εξορυγμένος) (Stearn & Carroll 1989, Babin 1991).

Το απολίθωμα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του γεωλογικού περιβάλλοντος, που το φιλοξενεί (πέτρωμα) και των γεωλογικών διεργασιών που το δημιούργησαν, ενώ, παράλληλα, συνιστά τη μαρτυρία ενός οργανισμού που έζησε σε κάποιο πραγματικό παρελθόντα χρόνο και τόπο. Το απολίθωμα συμπυκνώνει στην ύλη και μορφή του πληροφορίες που καλούνται να ανιχνεύσουν και ερμηνεύσουν οι βιολογικές και γεωλογικές επιστήμες. Με άλλα λόγια, τα απολιθώματα είναι τα γράμματα με τα οποία ο πλανήτης μας γράφει την ιστορία του, ενώ τα στρώματα (πετρώματα) της Γης είναι οι σελίδες της.

 

Θωράκιο του Ταφικού Κύκλου Α των Μυκηνών, από κογχυλιάτη λίθο.

 

Τα απολιθώματα διακρίνονται σε δύο γενικές κατηγορίες: α) τα σωματικά απολιθώματα (body fossils), τα οποία αντιπροσωπεύουν διατήρηση σωματικού ιστού, συνήθως σκληρά εσω – ή εξω – σκελετικά μέρη ή σπανιότερα το σύνολο των σκληρών ή ακόμη πιο σπάνια και των μαλακών μερών του οργανισμού και β) τα ιχνοαπολιθώματα (trace fossils ή ichnofossils), τα οποία αποτελούν μαρτυρίες της παρουσίας και δράσης του οργανισμού χωρίς όμως να διατηρείται ο ίδιος (π.χ. ίχνη βάδισης, ερπυσμού).

 

Αμμωνίτης Επιδαύρου από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Ασκληπιείου Επιδαύρου.

 

Η χρονική κλίμακα της Παλαιολιθικής προιστορίας στηρίζεται στην γεωλογική κλίμακα του χρόνου και σε αλληλένδετα γεωλογικά-κλιματικά φαινόμενα, όπως οι παγετώδεις και οι μεσοπαγετώδεις περίοδοι του Τεταρτογενούς.

Το Τεταρτογενές που είναι η πιο σημαντική περίοδος για την εξέλιξη του Ανθρώπου (HOMO SAPIENS – Ο Σοφός Άνθρωπος) χωρίζεται σε: Πλειστόκαινο (από 1,8 εκατ. χρόνια έως 10.000 χρόνια πριν από σήμερα) και Ολόκαινο (από 10.000 χρόνια έως σήμερα), που είναι δύο πολύ σημαντικές περίοδοι της εξέλιξης.

Στο Πλειστόκαινο, που είχε διάρκεια 1,8 εκατ. χρόνια, υπήρξαν τέσσερις παγετώδεις περίοδοι με τα αντίστοιχα μεσοπαγετώδη διαστήματα. Μέσα στο Πλειστόκαινο εξαφανίστηκε ο Homo habilis (Ο ικανός άνθρωπος), και εμφανίστηκαν ο Homo erectus (ο όρθιος άνθρωπος) πριν 1,6 εκατ. χρόνια, ο Homo sapiens neandertalis πριν 80.000 χρόνια και ο Homo sapiens sapiens (ο σοφότατος άνθρωπος) πριν 35.000 χρόνια. Η Πλειστοκαινική περίοδος συμπίπτει σχεδόν  με την Παλαιολιθική εποχή. Στα απολιθώματα δόθηκε  υπερφυσική διάσταση, μέσα στο γενικό κλίμα δεισιδαιμονικών και μυθολογικών θεωρήσεων για την φύση, που φαίνεται  να κυριαρχεί και στην αντίληψη των πρώτων ιστορικών χρόνων.

Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570 π.Χ. – 480 π.Χ.)

Μια νέα αντίληψη αρχίζει να διαμορφώνεται από το 700 π.χ, στην αρχαία Ιωνία. Εκεί  Έλληνες φιλόσοφοι θέτουν τους θεμέλιους λίθους της επιστήμης. Μερικοί απ’ αυτούς όπως, ο Θαλής ο Μιλήσιος (640-550 π.χ), ο Αναξίμανδρος (610-545 π.χ), ο Πυθαγόρας (580-500 π.χ), ο Ξενοφάνης  ο Κολοφώνιος (570-480 π.χ) και ο Ηρόδοτος (484-425 π.χ) θα αναγνωρίσουν την οργανική προέλευση των απολιθωμάτων (Kuban 2000, Δερμιτζάκης & Τσούρου 2002, Παυλίδης 2007). Γι αυτούς  τα απολιθωμένα όστρακα σε διάφορες περιοχές της ενδοχώρας του τότε γνωστού κόσμου, αποτελούν μαρτυρίες της αλλοτινής παρουσίας της θάλασσας εκεί.

Σχεδόν δύο αιώνες μετά, ο Αριστοτέλης (384-322 π.χ) στα Μετεωρολογικά του, θα ενστερνισθεί τις απόψεις αυτές θεωρώντας ότι τα απολιθωμένα όστρακα υπήρξαν κάποτε ζώντες οργανισμοί. Ωστόσο, παρανοήσεις επικρατούν μέχρι και τον Μεσαίωνα (500-1450 μ.Χ.), συνδυάζοντας δύο αντιθετικές αντιλήψεις για την ιστορία της Γης και της Ζωής:

Την αριστοτέλεια φιλοσοφία αφενός, που θεωρεί τον κόσμο, τα φυτά και τα ζώα αιώνια, αδημιούργητα και αμετάβλητα και αφετέρου την αναδυόμενη στον δυτικό κόσμο βιβλική διδασκαλία, που θεωρεί το σύμπαν και τα περιεχόμενά του δημιουργήματα του Θεού και την ηλικία της πλάσης μόλις μερικών χιλιάδων χρόνων (Kuban 2000, Δερμιτζάκης & Τσούρου 2002). Στον Μεσαίωνα τα απολιθώματα αντιμετωπίζονται ως έργα του Θεού ή του Διαβόλου, ιδιοτροπίες της φύσης υπολείμματα του κατακλυσμού του Νώε ή το αποτέλεσμα «πλαστικής δύναμης» (vis plastica), μιας ακαθόριστης ενδογενούς διεργασίας της Γης.

Ο πολυσχιδής αναγεννησιακός ζωγράφος Λεονάρντο ντα Βίντσι (1452-1519) σηματοδοτεί την είσοδο στην περίοδο του πολιτιστικού κινήματος της Αναγέννησης (14ος-17ος αιώνας), κατά την οποία αναπτύσσεται η σύγχρονη επιστημονική μέθοδος, που αλλάζει οριστικά τον τρόπο μελέτης του κόσμου (Kuban 2000, Δερμιτζάκης 2002). Παρατηρώντας απολιθώματα στα ιζήματα της Λομβαρδίας όπου κατοικούσε σημειώνει: Πάνω από τις πεδιάδες της Ιταλίας, όπου σήμερα πετάνε σμήνη πουλιών, κολυμπούσαν κάποτε κοπάδια από ψάρια. Διαπίστωσε επιπλέον ότι οι διάφοροι ορίζοντες απολιθωμάτων αντιστοιχούν σε διαφορετικούς χρόνους δημιουργίας/καταστροφής, αμφισβητώντας  με τεκμήρια την ευρύτατη διαδεδομένη αντίληψη πως όλα προέρχονται από τον βιβλικό Κατακλυσμό. Είναι η εποχή του Γαλιλαίου, του Νεύτωνα, του Ντεκάρτ, του Μπέικον κ.ά. Εντούτοις, η κοινή αντίληψη αλλά και μεγάλη μερίδα των λογίων της εποχής , εξακολουθούν να πιστεύουν  πως τα απολιθώματα προέρχονται από τον κατακλυσμό του Νώε ή άλλες καταστροφές που συνέβησαν λίγες μόλις χιλιάδες χρόνια πριν.

Στα τέλη του 17ου και αρχές 18ου αιώνα, η επιστημονική επανάσταση θα οδηγήσει την Γαλλία και άλλες ευρωπαικές χώρες στον Διαφωτισμό, της ανερχόμενης αστικής τάξης του Βολταίρου, του Μοντεσκιέ, του Ντιντερό,του Ρουσσώ κ.ά.

Η γαλλική Επανάσταση (1789-1799) θα φέρει μία ακόμη καινοτομία στις επιστήμες της φυσικής ιστορίας. Οι διατηρούμενες από την Αναγέννηση ιδιωτικές συλλογές αξιοπερίεργων αντικειμένων (συμπεριλαμβανομένων των απολιθωμάτων, γνωστές ως Cabinet de Curiosites ή Wunderkammer (Δωμάτια Αξιοπερίεργων ή Θαυμάτων) θα φύγουν από τα χέρια της εκπίπτουσας αριστοκρατίας του 18ου αιώνα, δημιουργώντας τα πρώτα δημόσια ευρωπακά Μουσεία Φυσικής Ιστορίας. Είναι γνωστο ότι μέσα από το σύνολο των υλικών καταλοίπων ανθρωπογενών αλλά και ζωικών/φυτικών που έρχονται στο φως σε μια αρχαιολογική ανασκαφή, μια ξεχωριστή κατηγορία που χρήζει ειδικής μελέτης είναι αυτή των μαλακίων.

Τα μαλάκια συνιστούν μια συνομοταξία του ζωικού βασιλείου που χαρακτηρίζεται από τεράστια ποικιλομορφία ειδών. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός τους φτάνει τα 150.000 αρτίγονα είδη και είναι η δεύτερη συνομοταξία μετά τα αρθρόποδα. Μαλάκια σημαίνει ζώα με μαλακό σώμα και στην πλειοψηφία τους καλύπτονται από σκληρό κέλυφος.

Tο μέρος του μαλακίου που αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου είναι το  εξωτερικό του κέλυφος, αποκτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αρχαιολογική αξία. Το όστρεο, λοιπόν, στα μαλάκια εκκρίνεται από την εξωτερική αδενική επιφάνεια του μανδύα, ο οποίος καλύπτει το μαλακό σώμα του ζώου.  Tα εξωτερικά κελύφη των μαλακίων (με εξαίρεση τα πολυπλακοφόρα) είναι βασικά όμοια: υπάρχει ένα εξωτερικό στρώμα, το περιόστρακο, που αποτελείται από κεράτινη ουσία, την κογχυολίνη, και χρωστικές. Το στρώμα αυτό προστατεύει τα υποκείμενα στρώματα από οξέα που περιέχονται στο νερό και δίνει το χρώμα στο κέλυφος. Έχει οργανική σύσταση και δε διασώζεται αρχαιολογικά. Το υπόλοιπο κέλυφος είναι ασβεστιτικό.

Χάρις στην αξιοσημείωτη ανθεκτικότητά τους σε συνθήκες φυσικής ή χημικής διάβρωσης,-γεγονός που οφείλεται στην παρουσία του ανθρακικού ασβεστίου στην σύστασή τους -τα θαλάσσια μαλάκια αποτελούν σύνηθες εύρημα αρχαιολογικών θέσεων και ιδιαίτερα αυτών που βρίσκονται κοντά στην θάλασσα.

Τα μαλάκια, είτε προέρχονται από την θάλασσα, είτε είναι του γλυκού νερού ή και χερσαία, συνιστούν μια κατηγορία του ζωικού βασιλείου που απ’ ότι φαίνεται αποτέλεσε αντικείμενο συλλογής και κατανάλωσης από τον άνθρωπο, μάλλον σ’ ένα ύστερο στάδιο της εξέλιξής του, γύρω στα 300.000 χρόνια από σήμερα (Claassen 1998).

Η συστηματική εκμετάλλευση οστράκων διαπιστώνεται αρχαιολογικά, σε οικουμενική κλίμακα μόλις κατά την γεωλογική περίοδο του Ολόκαινου (περίπου 10.000 χρόνια από σήμερα). Τα ευρήματα της παλαιολιθικής περιόδου είναι περιορισμένα, γεγονός που ίσως οφείλεται στις δραματικές αλλαγές που γνώρισε η επιφάνεια και το κλίμα του πλανήτη κατά το πέρας του Πλειστόκαινου, με πιο βασική την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, που με την σειρά της οδήγησε στον καταποντισμό απέραντων παραθαλάσσιων εκτάσεων.

Με την έναρξη του Ολοκαίνου και την σταδιακή σταθεροποίηση των ακτογραμμών στην κατάσταση που είναι σήμερα, διαπιστώνεται μια αλλαγή και αρχίζει πλέον η συστηματική κατανάλωση οστρέων από τον άνθρωπο σε παγκόσμιο επίπεδο, από την Ιαπωνία μέχρι την Γη του Πυρρός και από την Καλιφόρνια έως την Τασμανία.

Στην Ελλάδα, οι πρώτες μνείες για μαλακολογικό υλικό γίνονται από τον Τσούντα στο έργο του για τις Κυκλάδες το 1898-1899, μόλις το 1968.

Ο N. j. Shackleton στήνει τον θεμέλιο λίθο στην έρευνα, δημοσιεύοντας τις πρώτες συστηματικές μελέτες για τα είδη των μαλακίων που συλλέχθηκαν από τις ανασκαφές στην νεολιθική Κνωσσό (1968). Αξιοσημείωτη είναι η ογκώδης και συνάμα φιλόδοξη εργασία της Judith C. Shackleton για τα μαλάκια από το σπήλαιο Φράχθι της Αργολίδας (1988).

Τα μαλάκια υπήρξαν, ανέκαθεν, μια από τις θεμελιώδεις πηγές διατροφής του προϊστορικού ανθρώπου στο Αιγαίο. Τόσο τα θαλάσσια όσο και του γλυκού νερού, αλλά και τα χερσαία, έπαιζαν πάντοτε έναν ρόλο έστω και περιορισμένο στο διατροφικό σύστημα των διαφόρων κοινωνιών του πλανήτη. Οι λόγοι που συνετέλεσαν σ’ αυτό είναι αφενός η ευκολία με την οποία συλλέγονται και αφετέρου η θρεπτική τους αξία (Καραλή 2001). Το κέλυφος των μαλακίων χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τον προϊστορικό άνθρωπο (αλλά μέχρι και σήμερα) ως αντικείμενο διακόσμησης. Εκτός από κόσμημα, το όστρεο του μαλακίου χρησιμοποιήθηκε από τον άνθρωπο και ως εργαλείο, για το σχήμα του, την ευκολία κατεργασίας του και την ανθεκτική του φύση.

Όπως έχει αποδειχτεί, τα όστρεα κατά την προϊστορία χρησίμευσαν και ως ανταλλάξιμα προϊόντα που μάλιστα, μέσω πολύπλοκων δικτύων ταξίδευαν εκατοντάδες χιλιόμετρα στην ενδοχώρα της Ευρώπης. Ο λόγος γίνεται για τα περίφημα βραχιόλια από Spondylus (σπανιότερα και από Glycimeris) τα οποία κατά τη διάρκεια της Μέσης και Νεότερης νεολιθικής είχαν αποκτήσει μεγάλη ανταλλακτική αξία, γι’ αυτό και τα βρίσκουμε σε προϊστορικές θέσεις των Βαλκανίων και της ανατολικής Ευρώπης (Karali 1999: 47).

Όπως με όλα τα αντικείμενα του υλικού πολιτισμού και του φυσικού περίγυρου του ανθρώπου, έτσι και στα κοχύλια είχαν αποδοθεί ιδιότητες συμβολικές ήδη από τα πανάρχαια χρόνια. Ο χρωματισμός της επιφάνειάς τους, το σχήμα, το μέγεθος είναι οι πιο εμφανείς παράγοντες για την απόκτηση μιας πλειάδας συμβολισμών που έχουν σχέση αφενός με τη γυναικεία γονιμότητα και σεξουαλικότητα και αφετέρου με την επιθυμία για ευτυχισμένο βίο, για ευζωία (Claassen 1998: 203).

Τα μαλάκια, εκτός από τις πληροφορίες που μας προσφέρουν για τις διατροφικές, κοινωνικές και γενικότερες πολιτιστικές συνήθειες των προϊστορικών πληθυσμών, αποτελούν αξιόλογους αρχαιοπεριβαλλοντικούς δείκτες (Καραλή 2002α: 745).

Η γνώση των τόπων διαβίωσης, το σχήμα και μέγεθος του οστρέου καθώς και η χημική ανάλυση της σύστασής του παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις για το μορφοκλιματολογικό πλαίσιο της εποχής, δηλαδή την παλαιογεωγραφία, τις κλιματικές συνθήκες και την πανίδα της εκάστοτε περιοχής. Έτσι για παράδειγμα, σε ιζήματα μιας θαλάσσιας επίκλυσης που έγινε στο Πλειστόκαινο (Τυρρήνιο) συναντάμε συνήθως τα χαρακτηριστικά είδη Natica lactea, Strombus bubonius, Conus guinaicus που δείχνουν θερμή μεσοπαγετώδη εποχή.

Το Strobus bubonius είναι ένα γαστερόποδο που έζησε στην τελευταία Μεσοπαγετώδη  Περίοδο του Πλειστοκαίνου, όταν  το επίπεδο της θάλασσας ήταν πέντε (5) μέτρα υψηλότερα από ότι είναι σήμερα. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, το strombus bubonius αποτελεί τον «μάρτυρα»  που δείχνει ότι η θερμή θάλασσα από το Γιβλαρτάρ εισχώρησε στην Μεσογειακή λεκάνη.

 

Strombus bubonius

 

Στην ακτή Αρβανιτιάς, στο Ναύπλιο, είναι γνωστή απολιθωματοφόρος εμφάνιση Τυρρηνίου που περιγράφεται από τον Keraudren (1970-72). Αντιπροσωπεύεται από επικλυσιγενή κροκαλοπαγή και ψηφιδοκροκαλοπαγή, εντός των οποίων διατηρούνται τα πλέον ανθεκτικά απολιθώματα Strombus bubonius.

 

Λεπτομέρεια της εμφάνισης strombus bubonius στην ακτή της Αρβανιτιάς.

 

Στην παραλία της Αρβανιτιάς, ο βράχος είναι ασβεστόλιθος, που έχει υποστεί έντονη διαγένεση και το υλικό από το οποίο προήλθε είναι ο άργιλος Πρόκειται σύμφωνα με τους γεωλόγους για «νεαρό βράχο», μόλις 120.000 ετών ή και νεότερο μόλις 80.000 ετών!

 

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος-Ωκεανογράφος

MS, στην Οργάνωση και Διοίκηση, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »