Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρα’

Αργείοι πρώτοι οικιστές του Πειραιά –  Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα και Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος – Γράφει ο Γιώργος  Γιαννούσης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ανακοίνωση του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Αργείοι πρώτοι οικιστές του Πειραιά – Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα και Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος».

 

Όταν ο Βασιλιάς Όθωνας, αποφάσισε το 1834 να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ελλάδος από το  Ναύπλιο στην Αθήνα, που ήταν τότε  μια σχεδόν έρημη  και κατεστραμμένη  από τους Τούρκους  κωμόπολη, ο Πειραιάς ήταν ένας έρημος τόπος  που δεν είχε  ούτε καν ένα χωματόδρομο  που να τον ενώνει με την Αθήνα.

Ο πατέρας του Όθωνα, ο Βασιλιάς της Βαυαρίας  Λουδοβίκος ο Α’, ήταν λάτρης της ιστορίας των αρχαίων  Αθηνών και  δική του επιλογή ήταν  η Αθήνα να γίνει πρωτεύουσα του νέου κράτους  και επίνειο της να γίνει ο Πειραιάς. Έτσι μαζί με την ανοικοδόμηση της Αθήνας, άρχισε να δημιουργείται και ο νέος Πειραιάς.

Το 1834 ιδρύεται  ένα υποτυπώδες  τελωνείο και  ένα υπολιμεναρχείο που υπάγεται στο λιμεναρχείο της Ύδρας.  Πρώτος  λιμενάρχης  τοποθετήθηκε  ο Γάλλος  Μπατίν, μέχρι τότε λιμενάρχης Ναυπλίου.

Κυριάκος Σερφιώτης

Ας σημειωθεί πως το 1835 ο Πειραιάς έχει 300 κατοίκους. Το  1836, ένα χρόνο μετά, γίνεται Δήμος και επίσημα ονομάζεται και πάλι Πειραιάς, από  Πόρτο – Λεόνε που λεγόταν μέχρι τότε.  Δυο επιπλέον στοιχεία για την αρχική κατάσταση του Πειραιά: α) Γίνεται  η πρώτη  επίσημη   απογραφή και έχει  1011  κατοίκους, β) Πρώτος Δήμαρχος της γίνεται ο Κυριάκος Σερφιώτης.

Το 1836  κατασκευάζεται η οδός   Αθηνών – Πειραιώς, που ενώνει τη νέα  πρωτεύουσα με το λιμάνι της και αρχίζουν να γίνονται τα αναγκαία έργα υποδομής  σε οικόπεδα που οι πρώτοι οικιστές του Πειραιά  πωλούν  η δωρίζουν στο δημόσιο. Ο  Πειραιάς  αποκτά το πρώτο του σχολείο, νοσοκομείο,  δημόσια κτήρια, όπως το λοιμοκαθαρτήριο, εκκλησίες, αποθήκες κ.α. κύρια  με  δωρεές ευεργετών.  Φυσικά κατασκευάζονται  νέες  οικίες και καταστήματα, που θα  μετατρέψουν  τον έρημο τόπο σε μια νέα πόλη, μ’ ένα λιμάνι που η κίνηση του  συνεχώς  μεγαλώνει.

Οι πρώτοι οικιστές που δημιούργησαν το νέο Πειραιά  ήταν κυρίως νησιώτες:  Υδραίοι, Αιγινείτες, Κουλουριώτες (Σαλαμίνα),  Κρητικοί και από την Πελοπόννησο, οι Μανιάτες και οι  Αργείτες.

Από τους  πρώτους και σπουδαιότερους   οικιστές ήταν  οι Αργείοι, Αφοί Γεώργιος και Σωτήριος Θεοδώρου Ρετσίνας ή  Ρετσινόπουλος και ο Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος.

 

Ο νεογέννητος Πειραιάς σε μια λιθογραφία που τυπώθηκε στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 1857. Η αγαπημένη θέση των περιηγητών ήταν ο λόφος με τις αρχαίες πέτρες της Ηετιώνειας. Απέναντί τους είχαν τον πρώτο πυρήνα της πόλης και στο βάθος, στα βόρεια, το «Χωρίον Μελετοπούλου, τον Ελαιώνα και τους λόφους της Αθήνας με δεσπόζουσα την Ακρόπολη. Ψηφιακή συλλογή Γιώργου Βεράνη. Δημοσιεύεται στο: Νίκος Μπελαβίλας, «Ιστορία της πόλης του Πειραιά, 19ος και 20ός αιώνας», εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Είχε σημασία η διαφορετική γλώσσα; Οι αλβανόφωνοι ορθόδοξοι (Αρβανίτες) στην Ελληνική Επανάσταση – Λάμπρος Μπαλτσιώτης[1]


 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μία προσπάθεια προσέγγισης του πώς βίωναν τη διαφορετική γλώσσα και εθνότητα ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού αυτοί που «πήραν τα όπλα» κατά την Επανάσταση του 1821. Τα έγγραφα και τα κείμενα που χρησιμοποιήσαμε περιορίζονται ουσιαστικά σε όσα γράφτηκαν μέχρι και τη δεκα­ετία του 1840, καθώς όσο προχωράμε στον 19° αιώνα φαίνεται ότι μεταβάλλονται οι προσλήψεις για τις διαφορετικές γλωσσοπολιτισμικές ομάδες, κάτι που αντανακλάται και σε όσους έγραφαν για τις προηγηθείσες χρονικές περιόδους. Καθώς από ένα χρονικό σημείο και πέρα τα εδάφη που διεξάγονταν οι ένοπλες συγκρούσεις, τουλάχιστον οι χερσαίες, περιορίστηκαν στη σημερινή νοτιότερη Ελλάδα, το πληθυσμιακό βάρος όσων αναφέρονταν ως Αλβανοί σε λόγιες μορφές της γλώσσας και Αρβανίτες στις καθομιλούμενες αυξήθηκε.[2]

Ένα σημαντικό τμήμα του πληθυ­σμού των περιοχών που συμπεριλήφθηκαν στον πρώτο ελληνικό κράτος είχε ως μητρική γλώσσα τα αρβανίτικα, δηλαδή μία αλβανική γλώσσα που είχε εξελιχθεί για αρκετούς αιώνες χωρίς σημαντική επίδραση από τις εξελίξεις της γλώσσας στις συμπαγείς περιοχές αλβανοφωνίας των Δυτικών Βαλκανίων. Πρόκειται για εξέλιξη τοσκικών ιδιωμάτων που είναι αρκετά κοντά στην τσάμικη υποδιάλεκτο.[3] Είναι μάλλον αδύνατον να υπολογίσουμε με σχετική ακρίβεια το πόσοι ακριβώς ήταν οι αλβανόφωνοι και τι ποσοστό του πληθυσμού αποτελούσαν. Οι υπολογισμοί δεν σχετίζονται μόνο με τα μειωμένης αξιοπιστίας στατιστικά δεδομένα, αλλά και με τις πληθυσμιακές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου 1821-1830, αλλά και στη συνέχεια. Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί είτε σφαγιάζονται είτε αποχωρούν,[4] νέοι πληθυσμοί ορθοδόξων εγκαθίστανται ως πρόσφυγες, και αργότερα ως μετανάστες, ενώ την επαύριον της παύσης των εχθροπραξιών ένα νέο κύμα μετανάστευσης ξεκινά από το νέο κράτος κυρίως προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι υπολογισμοί δυσχεραίνονται ακόμη περισσότερο από το γε­γονός ότι ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα σε κάποιες περιοχές, ειδικά στη δυτική Πελοπόννησο αλλά και αλλού, είχε αρχίσει η γλωσσική μετατόπιση από τα αρβανίτικα στα ελληνικά. Ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πρώιμης γλωσσικής μετατόπισης συνιστούν οι μουσουλμάνοι Λαλιώτες.

 

Γλωσσικός χάρτης της Πελοποννήσου – 1890 – του Γερμανού γεωλόγου και γεωγράφου Alfred Philippson (1864-1953). Η αλβανοφωνία σημειώνεται με κόκκινο.

 

Παρόλα αυτά, στις αρχές του 19ου αιώνα αρκετές από τις περιοχές αλβανοφωνίας παραμένουν ιδιαίτερα συμπαγείς και καλύπτουν μεγάλες περιοχές του μετέπειτα κράτους. Σε μερικές από αυτές αρκετοί άρρενες ενήλικες εξακολουθούν να αγνοούν τα ελληνικά όχι μόνο τις δε­καετίες που εξετάζουμε αλλά σε ορισμένους οικισμούς μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα.[5] Τα αρβανίτικα άλλωστε θα συνεχίσουν να αποτελούν τη lingua franca [Κοινή γλώσσα ή διάλεκτο] (langue vehiculaire) σε πολλές περιοχές της χώρας ή τη γλώσσα που εξακολουθούσε να έχει ειδική λειτουργία στους ενόπλους και στο ναυτικό.[6] Οι αλβανόφωνοι κάτοικοι των περιοχών που συμπεριλήφθηκαν στον νέο κράτος υπερβαίνουν το ένα πέμπτο του πληθυσμού, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αγγίζουν το ένα τέταρτο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Μαριούπολη στα τέλη του 18ου και τον 19ο αιώνα – Ιρίνα Πονομαριόβα


 

Οι Έλληνες που διέμεναν στην περιοχή της Αζοφικής θάλασσας, ίδρυσαν τη Μαριούπολη. Σήμερα οι Έλληνες, ως προς την εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού του Νομού του Ντονέτσκ, καταλαμβάνουν την τρίτη θέση (1,6%) μετά τους Ρώσους και τους Ουκρανούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της πανουκρανικής απογραφής πληθυσμού, το 2001, 78.000 άτομα δήλωσαν ελληνική καταγωγή.

Οι Έλληνες της Αζοφικής ανήκαν σε δύο υποομάδες, τους «Ρουμέους» [Ρωμιούς] που ήταν ελληνόφωνοι και των οποίων η γλώσσα διακρίνεται σε πέντε διαλέκτους που ανήκουν στην ελληνική ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια, και τους «Ουρούμους» που ήταν τουρκόφωνοι και στο περιβάλλον τους οι ιστορικοί ερευνητές ανακάλυψαν τέσσερις διαλέκτους των τουρκικών γλωσσών της αλταϊκής γλωσσικής οικογένειας. Οι εκπρόσωποι και των δύο υποομάδων αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες, όμως στη διάρκεια της ιστορικής τους διαδρομής κάθε υποομάδα ζούσε χωριστά από την άλλη και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα δεν κρατούσαν μεταξύ τους σχεδόν καμία επαφή. Η ορθοδοξία, ωστόσο, ήταν ο συνδετικός κρίκος των Ρουμέων και των Ουρούμων.

 

Άποψη της πόλης της Μαριούπολης από την προβλήτα. Πηγή: Κεντρικό Κρατικό Αρχείο Ταινιών, Φωτογραφιών και Ηχογραφήσεων του Γ. Σ. Πσενίτσνιι, αρχ. σειρά ar.2-77418(1).

 

Οι Έλληνες της ουκρανικής Αζοφικής είναι απόγονοι των μεταναστών μετοίκων που προέρχονταν από τα χωριά της Κριμαίας. Μετά την κατάληψη της Κάφας από τους Οθωμανούς το 1475, το Χανάτο της Κριμαίας διατήρησε μεν την ελευθερία στην εσωτερική διοίκηση αλλά την επικυριαρχία την είχαν οι Οθωμανοί. Από τα τέλη του 15ου αιώνα η Κάφα έγινε σαντζάκι ενώ τον 17ο και τον 18ο αιώνα αναφέρεται ως εγιαλέτι με διοικητή τον μπεηλέρμπεη της Κάφας. Το εγιαλέτι του κριμαϊκού Χανάτου υποδιαιρείτο στους καζάδες του Κερτς, του Σουγκντάκ και του Μενκούμπ, και τα καϊμακαμλίκια του Μπαχτσισαράι, του Aκμπεχέτ και του Kαρασουμπαζάρ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ελληνόφωνοι και τουρκόφωνοι Έλληνες ζούσαν ξεχωριστά, σε διαφορετικά χωριά, και επικοινωνούσαν μεταξύ τους αποκλειστικά για τις οικονομικές συναλλαγές τους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η οικονομική ανάπτυξη της Μαριούπολης τον 19ο αιώνα – Σβετλάνα Νοβικοβά


 

Ένα από τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά των πόλεων-λιμανιών της Αζοφικής θάλασσας και της παρευξείνιας ζώνης ήταν η πολυεθνοτική σύνθεση του πληθυσμού, ο οποίος αποτελείτο από Έλληνες, Ρώσους, Ουκρανούς, Γερμανούς, Εβραίους, Βούλγαρους κ.ά. Σήμερα οι Έλληνες δεν αποτε­λούν πλέον την πολυπληθέστερη εθνοτική κοινότητα στην περιοχή, αλλά διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική ζωή του τόπου.

Κατά την τελευταία δεκαετία αυξήθηκε σημα­ντικά το ενδιαφέρον των ερευνητών για την ιστορία των ελληνικών κοι­νοτήτων που βρίσκονται στη Ρωσία και την Ουκρανία καθώς και για τις δραστηριότητές τους. Ένας σημαντικός αριθμός μελετών είναι αφιερωμέ­νος σε πτυχές της ιστορίας των Ελλήνων της Μαριούπολης. Μεταξύ αυ­τών θα πρέπει να ξεχωρίσουμε τις έρευνες των Άννα Γεντιό, Μαργαρίτας Αραντζιόνι, Νατάλια Μπατσάκ, Λαρίσσα Γιακούμποβα, Σ. Καλοέροβ, Ρ. Σαένκο, καθώς και της υπογράφουσας. Λείπει, ωστόσο, μια διεξοδικότερη μελέτη των οικονομικών δραστηριοτήτων των Ελλήνων της Μαριούπολης, μιας από τις μεγαλύτερες πόλεις-λιμάνια της Αζοφικής κατά τον 19ο αιώνα. Η μελέτη αυτή θα μπορούσε να φωτίσει τα χαρακτηριστικά της ανάπτυξης της ελληνικής διασποράς.

 

Οδός Τοργόβαγια, Μαριούπολη. Πηγή: ΜΤΙΜ.

 

Η πολυεθνοτική σύνθεση του πληθυσμού της πόλης διαμορφώθηκε στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα υπό την επιρροή της εξωτερι­κής και της εσωτερικής πολιτικής της Ρωσικής αυτοκρατορίας. Πληθυσμιακά η ελληνική κοινότητα ήταν η μεγαλύτερη στην πόλη έως τα μέσα του 19ου αιώνα. Η εγκατάσταση Ελλήνων στα εδάφη της μετέπειτα Μαριούπολης και στις γύρω από αυτήν περιοχές ήταν άμεσο αποτέλεσμα της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσικής αυτοκρατορίας στην Αζοφική μετά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1768-1774. Το σχέδιο του εποικισμού είχε σκοπό την υπεράσπιση των χριστιανών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η εφαρμογή του «ελληνικού σχεδίου» είχε ως συνέπεια την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή το 1774, με την οποία η βόρεια Αζο­φική εντάχθηκε στη Ρωσική αυτοκρατορία. Η ρωσική κυβέρνηση ήταν έτοιμη να προχωρήσει στην όσο το δυνατόν ταχύτερη ανάπτυξη αυτής της περιοχής, την οποία επέβαλλαν όχι μόνο στρατηγικοί αλλά και οικονομι­κοί και δημογραφικοί παράγοντες.

Το πρώτο βήμα στην υλοποίηση του «ελληνικού σχεδίου» ήταν η εγκατάσταση στο Ταγανρόγ των Ελλήνων ναυτικών που πολέμησαν στο πλευρό της Ρωσίας. Το δεύτερο βήμα ήταν η μετεγκατάσταση των χρι­στιανών της Κριμαίας, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων, στα εδάφη της υπό διαμόρφωση Περιφερειακής Διοίκησης (Ουέζντ) της Μαριούπολης καθώς και εντός της πόλης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η «σπηλιά» του Μακρυγιάννη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη της φιλολόγου, κυρίας Κατερίνας Σολακάκη,  που αφορά στη συγκυριακή όσο και συγκινητική ανακάλυψη ενός από τους τόπους που έδρασε ο Ιωάννης Μακρυγιάννης στην Αθήνα. Πρόκειται για τη «σπηλιά» του, της οποίας την ταυτοποίηση είχε την  τιμή να κάνει, το καλοκαίρι του 2019.

 

«Η σπηλιά του Μακρυγιάννη»

  

Η αναγκαιότητα της ησυχίας, η οποία πάντα συνοδεύει την εξεταστική των παιδιών μου, ώθησε τα βήματά μου, ένα ζεστό μεσημέρι του Ιουλίου του 2019, για πολλοστή φορά, στον αγαπημένο τόπο κατά τα διαστήματα των τελευταίων χρόνων που παρεπιδημώ στην Αθήνα· στον κήπο και στη «σπηλιά» του οπλαρχηγού της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Ιωάννη Μακρυγιάννη (1797-1864), στο χώρο του αρχαίου Ολυμπιείου, ο οποίος συνόρευε με το σπίτι και το περιβόλι του. Ίσως, επειδή το σπίτι έχει πια κατεδαφιστεί και ο κήπος χαθεί, βορά στην αδηφάγο ανάπτυξη, το ενδιαφέρον μου ήταν πάντα επικεντρωμένο στον εντοπισμό της «σπηλιάς», η οποία είναι θαμμένη στη δυτική πλευρά του αρχαιολογικού χώρου, σύμφωνα με τις μαρτυρίες και τις διαμαρτυρίες των ανθρώπων που πρόλαβαν να τη δουν, πριν καλυφθεί από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, εδώ και 120 περίπου χρόνια. Το μεσημέρι αυτό, η μυστική μου ευχή να βγει ξανά στο φως, πραγματοποιήθηκε με ένα ιδιαίτερα θαυμαστό τρόπο, αφού η παρουσία μου εκεί συνέβαλε στην ταύτιση της θολωτής κατασκευής, την οποία είχε αποκαλύψει η σκαπάνη της κας Νίκης Σακκά, αρχαιολόγου της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αθηνών, με τη «σπηλιά» του Μακρυγιάννη.

Ιωάννης Μακρυγιάννης, σχέδιο Benjamin Mary, 30 Απριλίου 1840.

Η μελέτη αυτή, η οποία συντάχθηκε με την προτροπή της, ώστε να παρουσιαστεί τεκμηριωμένα η χρήση του χώρου αυτού από τον Ιωάννη Μακρυγιάννη, βασίστηκε κυρίως στις πρωτογενείς πηγές, δηλαδή στα χειρόγραφα του Μακρυγιάννη και στα σχόλια των εκδοτών τους. Θα εκπληρώσει δε ουσιαστικότερα το σκοπό της, αν φανεί χρήσιμη στους σύγχρονους μελετητές, στους εκπαιδευτικούς όπως και στους μαθητές. Ως καθηγήτρια, ερχόμενη καθημερινά σε επαφή με τη νέα γενιά στις αίθουσες διδασκαλίας, διαπιστώνω, ολοένα και περισσότερο, πόσο αναγκαία είναι σήμερα η επαφή των νέων ανθρώπων με τις αξίες που βίωσαν οι πρόγονοί μας και οι οποίες τους ώθησαν να δημιουργήσουν αξιόλογο διαχρονικά πολιτισμό. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διατηρούνται και να αναδεικνύονται στη διαχρονικότητά τους οι χώροι και τα αντικείμενα που συνδέονται με αυτούς, στην προκειμένη περίπτωση «η σπηλιά» του Μακρυγιάννη, διότι έτσι παραμένουν διαχρονικά και τα πρότυπα που εκείνοι αποτελούν και προβάλλουν.

 Η κάρτα της ελευθέρας εισόδου μου, ως εκπαιδευτικού, μου επιτρέπει να μπαινοβγαίνω στον αρχαιολογικό χώρο σαν στο σπίτι μου. Έτσι νιώθω, καθώς περιδιαβάζοντας στο χώρο, αναπλάθω με τη φαντασία μου τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη δυτική πλευρά του ναού, η οποία συνόρευε με το περιβόλι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ο διορισμός του ως Πολιτάρχη των Αθηνών, τον Ιανουάριο του 1823, είναι η αρχή της σχέσης του, εικοσιεξάχρονου τότε, με την πολιτεία των Αθηναίων:

 

Κοινῇ γνώμῃ διορίζονται οἱ Κύριοι Σπυρίδων Πατούσας καί Μακρυγιάννης μέ ἑξῆντα ἀνθρώπους ἀχωρίστως νά καθίσωσιν εἰς τήν κοινήν πόρταν ἐπιστάται κατά τήν συνήθειαν καί νά ἐπαγρυπνῶσιν εἰς τήν φύλαξιν τῶν νόμων καί εὐταξίαν τῆς πόλεως […] ἐσφραγισμένα τῇ κοινῇ σφραγίδι καί ὑπογεγραμμένα. Ἐν Ἀθήναις τῇ 1ῃ Ἰανουαρίου 1823. Οἱ Ἔφοροι Ἀθηνῶν. (Βλαχογιάννης, 1907: Α΄, 3-5)

 

Η σχέση αυτή θα σφραγιστεί με τα σοβαρά τραύματα που θα λάβει κατά τη διάρκεια της υπεράσπισης του κάστρου των Αθηνών από την πολιορκία των δυνάμεων του Κιουταχή (1826-1827), θα γίνει δε καθολικότερη και μονιμότερη, όταν κατά το 1827, ενώ ο Κιουταχής έχει υπό την κατοχή του την Αθήνα, θα αγοράσει μια έκταση εκτός του τείχους των Αθηνών, δίπλα στο ναό του Ολυμπίου Διός. Βαθιά απογοητευμένος από την πολιτική και στρατιωτική κατάσταση, το 1833 θα εγκατασταθεί στην Αθήνα, την ιδιαίτερη πατρίδα της γυναίκας του Αικατερίνης Σκουζἐ, όπου θα χτίσει το σπίτι του και θα φυτέψει το περιβόλι του. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Πανεπιστήμιο Πάδοβας – Η Alma Mater του νέου Ελληνισμού


 

Ακόμη και πριν από την Άλωση, Έλληνες και Κύπριοι φοιτητές ξεκίνησαν να πηγαίνουν στο φημισμένο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Προπύργιο του Ουμανισμού και της Αναγέννησης, το πανεπιστήμιο εξελίχθηκε σε σπουδαίο κέντρο ελληνικών σπουδών, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση. Τη δεκαετία του 1940 φιλοτεχνήθηκαν οι προσωπογραφίες σαράντα σπουδαστών του από άλλες χώρες, που διακρίθηκαν σε πολιτικά αξιώματα της πατρίδας τους. Ανάμεσά τους, τρεις Έλληνες.

 

Πάδοβα, Παδούη και Πατάβιον είναι τα διάφορα ονόματα με τα οποία τίμησαν οι νεότεροι Έλληνες την Alma Mater του υπόδουλου ελληνικού έθνους. Μετέβαιναν εκεί επί σειρά αιώνων για να σπουδάσουν τα ελληνικά γράμ­ματα, για να σπουδάσουν επίσης την ιατρική, τη νομική και τις φυσικές επιστή­μες της εποχής.

Πρόκειται για το δεύτερο αρχαιότερο πανεπιστήμιο της Ιταλίας. Ιδρύθηκε το 1222 και ετοιμάζεται να εορτάσει σε λίγο τα 800 χρόνια του. Συγκαταλέγεται μέχρι σήμερα στα πιο φημισμένα ακαδημαϊκά ιδρύματα της Ευρώπης. Στους αιώνες του Ουμανισμού και της Αναγέννησης, λόγω και των στενών δεσμών του ελληνισμού με τη Βενετία, το Πανεπιστήμιο της Πάδοβας έμελλε να εξελιχθεί σε φημισμένο κέντρο ελληνικών σπουδών. Συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση, αναδείχθηκε σε κύριο πυλώνα της ιταλικής Αναγέννησης. Έγινε επίσης το πανεπιστήμιο στο οποίο φοίτησαν εκατοντάδες Ελληνόπουλα, από την αρχή περίπου του 15ου έως τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι Έλληνες και οι Κύ­πριοι φοιτητές ξεκίνησαν να έρχονται εδώ πριν από την Άλωση της Πόλης. Στη συ­νέχεια έφθαναν στην Πάδοβα νέοι από όλες τις βενετοκρατούμενες περιοχές του ελληνικού χώρου, αργότερα και από τις τουρκοκρατούμενες.

 

Παλάτσο Μπο, Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, γύρω στο 1780.

 

Σε διάρκεια τεσσάρων και πλέον αιώνων, το παταβινό ίδρυμα στάθηκε η τροφός και η θετή μητέρα των υποδούλων. Ο προσήκων χαρακτηρισμός για το λαμπρό Πανεπιστήμιο είναι γνωστός στους ειδικούς. Διατυπώνεται ρητά στο πρόσφατο βιβλίο του Άγγλου ιστορικού David Brewer: «Στην Πάντοβα, όπου λειτουργού­σε πανεπιστήμιο από το 1222, διάσημο για τις ιατρικές και φιλοσοφικές σπουδές του, ιδρύθηκε έδρα ελληνικών το 1463. Η Πάντοβα έχει αποκληθεί η alma mater όλου του υπόδουλου ελληνικού έθνους» (Ελλάδα 1453-1821. Οι άγνωστοι αιώνες, Πατάκη, 2018, σ. 170). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η αποτυχημένη επανάσταση του 1770 (Oρλωφικά)


 

Η ελληνική ιστοριογραφία διαχειρίστηκε αυτό το γεγονός στο πλαίσιο της αφύπνισης του Ελληνισμού, ως ένα επεισόδιο στη μακρά πορεία προς την απελευθέρωση και την πολιτική αυτοδιάθεση που ήρθε αργότερα με την Επανάσταση του 1821. Όπως παρατηρεί, εύστοχα, ο N. Pοτζώκος, η σύγκριση με την επανάσταση του Εικοσιένα οδήγησε πολλούς ιστορικούς στην υποβάθμιση των Ορλωφικών, που θεωρήθηκαν ως «πρώιμη» και «άκαιρη» εξέγερση από έναν λαό του οποίου η εθνική συνείδηση δεν είχε ακόμη ωριμάσει.

Η πρώτη μελέτη αυτού του γεγονότος έγινε από τον Κ. Σάθα ο οποίος την εντάσσει στη μακρά σειρά των κινημάτων του Ελληνισμού για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Στην ίδια γραμμή κινείται και η ερμηνεία του Κων. Παπαρρηγόπουλου. Ο Π. Κοντογιάννης, ο οποίος αφιέρωσε στο ζήτημα αυτό εκτενή μελέτη, τονίζει ότι το απελευθερωτικό όραμα την εποχή της ρωσικής επέμβασης στα ελληνικά πράγματα χαρακτηριζόταν από έναν άκρατο και γενικευμένο ενθουσιασμό για την (ανα)κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Ρώσους και την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Προεστός του 18ου αιώνα με την επίσημη στολή του. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Η πιο σοβαρή προσπάθεια μελέτης αυτού του κινήματος έγινε από τον Μιχαήλ Σακελλαρίου στη μελέτη του για την Πελοπόννησο κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία (1939). Ο συγγραφέας δέχεται (όπως και ο Σάθας) ότι η αντίσταση του ελληνικού λαού στην οθωμανική εξουσία μετά την Άλωση ήταν συνεχής. Στην ανάλυσή του λαμβάνει υπόψη του όλες τις κοινωνικο-οικονομικές αιτίες που οδήγησαν σ’ αυτό και τονίζει ότι ήταν έργο – όσον αφορά στο Μοριά – των ηγετικών του ομάδων, των κοτζαμπάσηδων και των ανώτερων κληρικών, δηλαδή αυτών που η σύγχρονη ιστοριογραφία αποκαλεί τοπικές ελίτ. Θεωρεί την εξέγερση ως ένα σκαλοπάτι στην πορεία του Ελληνισμού προς την εθνική ανεξαρτησία με την Επανάσταση του ’21.

O T. Γριτσόπουλος στη μονογραφία του για τα Ορλωφικά (1967) ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, τον Σακελλαρίου. Ο Απ. Βακαλόπουλος αφιερώνει στον τέταρτο τόμο της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού πολλές σελίδες (372-464) σ’ αυτήν εξετάζοντάς την – όπως και τα άλλα γεγονότα – κάτω από ένα «εθνοκεντρικό» πρίσμα. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ιδιαιτέρως τη σφαιρική μελέτη της από τον Στέφ. Παπαδόπουλο στην οποία, κυρίως, θα στηριχτούμε για την παρουσίασή της.

H πιο πρόσφατη σχετική μονογραφία είναι η μελέτη του Ροτζώκου Εθναφύπνιση και εθνογένεση. Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία, (Αθήνα 2007), στην οποία επιχειρεί μία κριτική αποτίμηση των κυριότερων μελετών για τα Oρλωφικά επί τη βάσει των κεκτημένων της ελληνικής και της ξένης ιστοριογραφίας. Σημαντικές συμβολές στην έρευνα αυτού του γεγονότος συνιστούν και οι πρόσφατες μελέτες του Δ. Tζάκη και του Aθ. Φωτόπουλου, στις οποίες εξετάζεται κυρίως ο ρόλος των Πελοποννησίων κοτζαμπάσηδων. Από τις ξενόγλωσσες μελέτες αξίζει να μνημονεύσουμε την εξαιρετική προσέγγιση του Ιταλού ιστορικού Franesco Venturi. Οι πηγές είναι πολλές: ελληνικές και ξένες (γαλλικές, π.χ. η έκθεση του προξένου της Γαλλίας στο Mοριά A.- A. Lemaire, ρωσικές, βενετικές, οθωμανικές, όπως τα έργα του Vassif effendi και του Mοραΐτη Penah effendi.

 

1. Αίτια και χαρακτήρας της επανάστασης – O ρόλος του ρωσικού παράγοντα

 

H επανάσταση του 1770 στη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1768-1774, γνωστή ως Oρλωφικά, από το όνομα των αδελφών Oρλώφ, διοικητών της ρωσικής δύναμης που στάλθηκε στο Mοριά, είναι, αναμφίβολα, το σημαντικότερο από τα επαναστατικά κινήματα που ξέσπασαν στον ελλαδικό χώρο πριν από το 1821, λόγω της έκτασης και των επιπτώσεών του. Προκειμένου να κατανοήσουμε τις αιτίες που οδήγησαν στην εκδήλωση αυτής της επανάστασης, καθώς και τον ρόλο του ρωσικού παράγοντα είναι απαραίτητο να έχουμε υπόψη μας τις βλέψεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το γνωστό Aνατολικό Zήτημα δηλαδή στον ανταγωνισμό τους για τη διανομή των εδαφών που εγκατέλειπαν οι Οθωμανοί κατά τις διαδοχικές τους ήττες.

 

Αλέξιος και Γκριγκόρι Ορλώφ. Άγνωστος καλλιτέχνης. Δεκαετία του 1770.

 

Στα τέλη 17ου – αρχές του 18ου αι. έσβησαν οι ελπίδες των Ελλήνων για απελευθέρωση με βοήθεια από τη Δύση. Στο εξής, ως τη Γαλλική Επανάσταση, οι ορθόδοξοι λαοί της ΝΑ Ευρώπης θα εναποθέσουν τις ελπίδες για τη λύση του πολιτικού τους προβλήματος στην ομόδοξη Ρωσία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Επισκοπή του Δαμαλά. (Εργασίαι καθαρισμού και νεώτερα στοιχεία περί του αρχιτεκτονικού τύπου αυτής) – Παύλος Λαζαρίδης (1917-1992). Δελτίον Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας 2 (1960-1961), Αθήνα 1962. 


 

Το έτος 1959 ενήργησα, κατ’ εντολήν της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, καθαρισμόν των ερειπίων της μεγαλόπρεπους βυζαντινής εκκλησίας, της γνωστής ως Επισκοπής του Δαμαλά [ανατολικά της αρχαίας Τροιζήνας].

Η εκκλησία αυτή, ευρισκομένη επί υψώματος παρά τους πρόποδας του όρους Αδέρες και δυτικώς του χειμάρρου Κρεμαστού, του κατά την αρχαιότητα καλουμένου Υλλικού και Ταυρίου, ήτο ήδη κατά το δεύτερον ήμισυ του παρελθόντος αιώνος κατερειπωμένη.

 

Αξονομετρική αποκατάσταση του ναού κατά την τελευταία περίοδο.

 

Δια των γενομένων κατά τας τελευταίας δεκαετίας ανασκαφών διεπιπιστώθη, άτι η Επισκοπή είναι εκτισμένη επί της θέσεως του ναού της Αφροδίτης της αρχαίας Τροιζήνος. Κατά τας προσφάτους εργασίας καθαρισμού ήλθον εις φως νέα στοιχεία, τα όποια βοηθούν εις την πληρεστέραν μελέτην του αρχιτεκτονικού τύπου του ενδιαφέροντος τούτου μνημείου και εις την ορθοτέραν τοποθέτησιν αυτού μεταξύ των κτισμάτων της ακμής της βυζαντινής τέχνης εν Ελλάδι.

 

Τα ερείπια της Επισκοπής του Δαμαλά από Ν.Α. μετά τον καθαρισμό.

 

[…] Είναι προφανές, ότι κατά τας ανασκαφικός έρευνας, τας ενεργηθείσας υπό του Welter ( 1932) προς αποκάλυψιν του ναού της Αφροδίτης, επήλθε σοβαρά αναστάτωσις εις τα στοιχεία της ήδη ερειπωμένης και εγκαταλελειμμένης Επισκοπής.

Το πλακόστρωτον δάπεδον του κυρίως ναού, το όποιον, ως φαίνεται, εσώζετο κατά μέγα μέρος, διελύθη και αι μεγάλοι μαρμάρινοι πλάκες του (ύψους 0,15-0,25 μ.), μετακινηθεΐσαι και ανατραπείσαι, προφανώς προς ανεύρεσιν επιγραφών, αφέθησαν κατεσπαρμέναι, εική και ως έτυχεν, εντός και εκτός του χώρου του μνημείου. Αλλά και άλλα μέλη, πολλά των οποίων εσώζοντο εις τας θέσεις των, ως π.χ. αί 4 βάσεις των κιόνων, μετεκινήθησαν κατά τας ανάγκας της ανασκαφής.

Τα εκ της ανασκαφής προελθόντα χώματα επεσωρεύθησαν εις διάφορα σημεία του χώρου του κτίσματος, εις τρόπον ώστε πλείστα μέρη αυτού εκαλύφθησαν πλήρως, ως π.χ. αί αψίδες του Ιερού, οι νάρθηκες, ο δυτικός πυλών, το αρκοσόλιον και ο περίβολος (ύψος επιχώσεως 1,50-1,80 μ. ).

Εις τα εκτός του μνημείου απορριφθέντα χώματα ανευρέθησαν, κατά τας εργασίας του καθαρισμού, σημαντικά αρχιτεκτονικά και άλλα γλυπτά μέλη, ως π.χ. σφόνδυλος δωρικού κίονος μετατραπείς εις επισκοπικόν θρόνον και 2 ιωνικά κιονόκρανα μετ’ επιθήματος, περί των οποίων θα γίνη λόγος κατωτέρω.

Μετά τας ανασκαφικάς εργασίας του Welter η εγκατάλειψις του μνημείου ήτο τελεία. Η προνοητική φύσις, οιονεί θέλουσα να απόκρυψη το κατάντημα του περικαλλούς κτίσματος, εκάλυψε τα πάντα δια πυκνής και υψηλής αγρίας βλαστήσεως και μόνον αί εξέχουσαι κορυφαί των σωζόμενων τοίχων εμαρτύρουν εις τους επισκέπτας την υπαρξίν του…

 

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Επισκοπή Δαμαλών

 

Read Full Post »

Μία περίπτωση ομοφυλοφιλίας σ’ ένα βενετικό σκάφος τον 18ο αιώνα – Ν. Ε. Καραπιδάκης


 

Το 1751 στις 23 Αυγούστου, ο καπετάνιος του βενετικού πλοίου «Άγιος Δημήτριος», Λεονάρδος Αρμένης εισάγει στον Τζιρόλαμο Μπριγκάντι, Γενικό Πρόξενο της Βενετίας στην Κύπρο που είχε την έδρα του στη Σκάλα της Λάρ­νακας, το αίτημα να διενεργηθεί ανάκριση σχετική με την κατηγορία ότι:

Ο ναύτης από την Κεφαλονιά Ιωάννης (Τζουάνε) Γκλέσης και ο ναύτης – δεν αναφέρεται η καταγωγή του -, Δημήτριος Σμαράλδης ανακατεμένοι ήδη σε υποθέσεις κλοπής, προκάλεσαν ένα μεγάλο σκάνδαλο στο υπόλοιπο πλή­ρωμα. Ο καπετάνιος ζητά από τον Πρόξενο να διενεργηθεί η προανάκριση, εξετάζοντας όλα τα μέλη του πληρώματος, ώστε να διερευνηθούν οι λεπτομέ­ρειες του σκανδάλου[1]. Την ίδια μέρα ο Πρόξενος διατάζει τον γραμματέα του Προξενείου, Αντώνιο Κρούτα (Antonio Crutta), να εξετάσει τα μέλη του πληρώματος και να καταρτίσει τη σχετική δικογραφία. Φυσικά το ανακριτικό υλι­κό θα διαβιβαζόταν στη Βενετία και στα αρμόδια δικαστήρια.

 

Η Σκάλα της Λάρνακας, υδατογραφία, 1878. Ellis,Tristram James (1844-1922).

 

Από τις σωζόμενες ανακρίσεις, στα αρχεία του Προξένου της Βενετίας[2], βλέπουμε ότι οι ανακρίσεις στράφηκαν εναντίον κυρίως του ναύτη Τζουάνε Γκλέση αλλά δεν γνωρίζουμε αν έγιναν χωριστές ανακρίσεις κατά του ναύτη Δημήτριου Σμαράλδη, ο οποίος την εποχή κατά την οποία διεπράχθη το «με­γάλο σκάνδαλο» υπηρετούσε ως καμαρότος. Από τα αρχεία που έχουν διασω­θεί, γνωρίζουμε επίσης, εν μέρει, τη συνέχεια της υπόθεσης για τον Τζουάνε Γκλέση αλλά όχι για τον καμαρότο.

Οι ανακρίσεις ξεκίνησαν την 27η Αυγού­στου του 1751 και κράτησαν ως την επομένη 28η Αυγούστου 1751. Ως μάρτυρες στην ανάκριση κλήθησαν να παραστούν οι Χριστόφολος Λιπέρτης, ο Τζουάνε Μποέσο και ο Νικολό Γκαλαρίνι· ο τελευταίος παρέστη μόνο στη δεύτερη πρωινή κατάθεση της 28ης Αυγούστου. Οι δύο από τους μάρτυρες, ο Μποέσο και ο Γκαλαρίνι ήσαν Βενετοί παρεπιδημούντες στη Λάρνακα[3] και εμπορευόμενοι τόσο σ’ αυτήν όσο και στα λιμάνια της απέναντι παλαιστινια­κής ακτής. Ο Χριστόφολος Λιπέρτης, έχουμε σοβαρούς λόγους να το πιστεύ­ουμε, ότι ήταν ο γιος ή συγγενής του Χατζή Φραντσέσκο Λιπέρτη, δραγουμάνου της Βενετίας στο Προξενείο της στη Λάρνακα[4].

Πρώτος κατέθεσε ο Σιμόν Σιμάδα[5], ναύκληρος του πλοίου, χωρίς ν’ ανα­φέρεται η καταγωγή του αλλά μαθαίνουμε, ωστόσο, ότι είχε μπαρκάρει στο πλοίο από το λιμάνι της Λατάκειας. Τι είχε να καταθέσει για το «πανθομολογούμενο σκάνδαλο»; Πως γνώριζε τον Τζουάνε Γκλέση και ήξερε πως κα­ταγόταν από την Κεφαλονιά.

Σε μια σκάλα που είχε πιάσει το πλοίο, ένα άλ­λο μέλος του πληρώματος, ο φύλακας του πλοίου, του είχε πει στον περίπατο πως ο Γκλέσης «είχε κάποιου είδους σχέση (una certa pratica) με τον καμα­ρότο του πλοίου. «Τι πρακτική;» ρώτησε ο ναύκληρος τον φύλακα, κι αυτός του απάντησε πως τους είχε βρει ένα βράδυ στην πλώρη του πλοίου «να τα λένε κρυφά» (in confabulatione secreta) και είχε μάλιστα ακούσει από άλλα μέλη του πληρώματος, όπως από τον Τζοβάνι – Μπατίστα Παντέλα, τον Τζάκομο και τον μάστρο Δομήνικο, πως είχαν δει τον Γκλέση και τον Σμαράλδη ν’ αγγίζονται άσεμνα και να φιλιούνται (in maneggi indecenti con le mani.. a bacciarli molte volte). Ο ναύκληρος Σιμόν Σιμάδα ρωτήθηκε αν ήξερε κάτι άλλο. Και στην ερώτηση απάντησε πως αργότερα, όταν το πλοίο είχε φτάσει στην Κύπρο, προέκυψε μια διαφορά για οκτώ οκάδες ταμπάκου, που ανήκαν στο ύποπτο Τζουάνε Γκλέση και σ’ έναν άλλο ναυτικό, τον Τζώρτζη, επίσης Κεφαλονίτη. Ο ναύκληρος Σιμόν Σιμάδα είχε υποψίες ότι το ταμπάκο είχε κλαπεί από τον ναύτη Σμαράλδη (καμαρότο ακόμα τότε), κι άρχισε να τον δέρνει αλλά αυτός αρνιόταν πως είχε οποιαδήποτε ανάμειξη. Καθώς τον έδερνε τον ρώτησε ιδιαιτέρως αν είναι αλήθεια αυτά που λένε οι ναύτες, πως «έχει σχέση» με τον Γκλέση, και να του πει την αλήθεια. Κι ο μικρός απά­ντησε κι ομολόγησε πως είναι αλήθεια και πως είχε «υποπέσει στο αμάρτη­μα της σοδομίας» με τον Τζουάνε Γκλέση για πέντε φορές. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι Εβραίοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας: πλευρές της ζωής και της δράσης τους – Μαρία Ευθυμίου


 

Η ιστορία των Εβραίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν αρχίζει το 1453 με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης ούτε, περισσότερο, το 1492 με την εκδίωξη των σεφαραδιτών Εβραίων από την Ιβηρική χερσόνησο και την εγκατάστασή τους στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι γεγονός ότι η εντυπωσια­κή παρουσία, κατά τον 16ο αιώνα, των Εβραίων της Ιβηρίας στον οθωμανικό χώρο είχε στρέψει για δεκαετίες τις ιστορικές μελέτες στη δράση των χιλιάδων αυτών σεφαραδιτών, που κατέφυγαν, στο τέλος του 15ου αιώνα στις πόλεις της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας.[1]

Υπογεγραμμένο αντίγραφο από το Διάταγμα της Αλάμπρα, με το οποίο περίπου 200.000 Εβραίοι εκδιώχθηκαν από την Ισπανία το 1492.

Μελέτες που δημοσιεύτηκαν, ωστόσο, κατά την τελευταία δεκαπενταετία εστίασαν το ενδιαφέρον τους στην προ του 1492 ιστορία των Εβραίων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δίνοντας στο φως νέα στοιχεία και επιτρέποντας σημαντικά συμπεράσματα: οι μελέτες του Mark Alan Epstein, του Aryeh Shmuefle-vitz [2] και άλ­λων έδειξαν ότι η δράση των προ του 1492 Εβραίων της Οθωμανι­κής Αυτοκρατορίας προετοίμασε όχι μόνον τη βάση της οικονομικής παρέμβασης των μεταγενεστέρων, αλλά και διαμόρφωσε τους όρους της κοινωνικής τους συνύπαρξης με την υπόλοιπη οθωμανι­κή κοινωνία. Όπως έδειξαν οι ίδιες αυτές μελέτες, οι όροι αυτοί διαμορφώθηκαν κυρίως μέσα από την εμπειρία κατάκτησης της ίδιας της ενδοεβραϊκής αφομοιωσιμότητας των εβραϊκών ομάδων, που, από τον 14ο αιώνα και εξής, βρίσκουν απ’ όλες τις γωνιές της Ευρώπης καταφύγιο στον οθωμανικό χώρο.

Οι μελέτες που εστιάζουν στο εβραϊκό οθωμανικό φαινόμενο συμφωνούν σε ένα σημείο: η Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι προελαύνοντες Τούρκοι δεν απετέλεσαν για τους Εβραίους της Βαλκανικής και των πρώην βυζαντινών εδαφών πραγματικότητα τρόμου και αρνητικών αισθημάτων. Η μουσουλμανική φιλοσοφία της συνύπαρξης των μουσουλμάνων με τους μονοθεϊστές «λαούς της Βίβλου», Εβραίους και Χριστιανούς, καθώς και τα δείγματα γραφής που είχαν οι Οθωμανοί ήδη δώσει κατά την πρώιμη επέ­κτασή τους, [3] έδωσαν στους Εβραίους των βαλκανικών εδαφών ένα αίσθημα εμπιστοσύνης σε σχέση με την προσωπική τους τύχη, στην περίπτωση που οι πόλεις όπου διαβίωναν απορροφούνταν από την ανδρούμενη Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Έτσι, από νωρίς, η νέα πρωτεύουσα των Οθωμανών στην Βαλκανική, η Αδριανούπολη, αποτελεί, μετά το 1365, πόλο έλξης για τους Εβραίους κατοί­κους των πόλεων της χερσονήσου, Βυζαντινών και μη, που βρί­σκονται σε παρακμή και αγωνία. Από τη χρονολογία αυτή και για δύο ακόμη αιώνες τα κύματα μετακίνησης Εβραίων προς τη φιλό­ξενη για τους Εβραίους Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν θα λείψουν: στα 1376 Εβραίοι από την Ουγγαρία, στα 1394 Εβραίοι από τη Γαλλία, στο πρώτο μισό του 15ου αιώνα Εβραίοι από τη Σικε­λία, στη δεκαετία του 1390 Εβραίοι από την Ιβηρική χερσόνησο, στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα Εβραίοι από τη Βαυαρία βρίσκουν το δρόμο τους στις οθωμανικές πόλεις της Βαλκανικής. [4] Οι μετακινήσεις αυτές θα αλλάξουν τη δημογραφική σύνθεση των πό­λεων αυτών και θα αλλοιώσουν την παγιωμένη κοινοτική και θρη­σκευτική ζωή των παλαιότατων ελληνόφωνων ρωμανιώτικων εβραϊκών κοινοτήτων που βρίσκονται στα πρώην βυζαντινά εδάφη της ελληνικής χερσονήσου και της Θράκης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »