Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρα’

Τα Τελωνεία του Ναυπλίου και η διαχρονική τους εξέλιξη – Χρήστος Πιτερός


 

Το παλιό τελωνείο (περιβάλλεται από τους δρόμους Μπουμπουλίνας, Μπλέσση και Όθωνος) διαστάσεων 25×15 μ. είναι ένα βαρύ ισόγειο κτίριο, με την κύρια πρόσοψη προς βορράν, με εμφανή συμμετρία με μία κεντρική, τριπλή, καμαρωτή στοά με ισχυρούς πεσσούς 1,40×0,70 μ., που απηχεί την Ενετική Αποθήκη του Στόλου (1713) αλλά και με εμφανή νεοκλασικά χαρακτηριστικά. Η στοά και τα θυρώματα, πόρτες και παράθυρα αλλά και η απόληξη της οροφής έχουν κατασκευασθεί από πωρολίθους. Το κτίριο φέρει ανοίγματα στις τρεις πλευρές, την κύρια βόρεια, τη δυτική με την κεντρική πόρτα που έχει μετατραπεί σε παράθυρο και δύο εκατέρωθεν συμμετρικά παράθυρα, καθώς και από τη νότια μακρά πλευρά με μία μεγάλη πόρτα και παράθυρα (εικ. 1,2,3).

 

Εικ. 1. Βόρεια κύρια πρόσοψη τελωνείου.

 

Εικ. 2. Δυτική πλευρά τελωνείου.

 

Εικ. 3. Νότια πλευρά τελωνείου.

 

Πάνω από τη δυτική πλευρά υπάρχει επιμήκης κορνίζα, όπου παλιότερα έφερε την επιγραφή: «Τελωνείο-Douane» (=τελωνείο).  Για το μνημείο αυτό έχουν εκφρασθεί διάφορες υποθετικές απόψεις, ενώ ο αρχιτέκτονας του κτιρίου λανθάνει.  Η άποψη ότι στο κτίριο αυτό λειτούργησε το πρώτο τελωνείο το 1832, όπως αναγράφεται σε αναρτημένη πινακίδα στην είσοδο του κτιρίου είναι εσφαλμένη.

 

Το λιμάνι και το παλιό Τελωνείο Ναυπλίου στην περιοχή του Αγίου Νικολάου, περ. 1915.

 

Η Σ. Καρούζου[1] κάνει διεξοδική αναφορά για το τελωνείο με τα νεοκλασικά χαρακτηριστικά χωρίς τεκμηρίωση, όπως επισημαίνει, και μόνο για συναισθηματικούς λόγους συσχετίζει το κτίριο με τον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη, συγκρίνοντας την κύρια πρόσοψη με το γνωστό έργο του, το Παλάτι της Δουκίσης Πλακεντίας (Βυζαντινό Μουσείο). Την άποψη της Σ. Καρούζου για τον Στ. Κλεάνθη επανέλαβε η καθηγήτρια Μ. Καρδαμίτση[2] στην σχετική ανακοίνωσή της το 2012 στο συμπόσιο για τη Ναυπλιακή Επανάσταση. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Χαραλάμπης Περρούκας ως έμπορος στην Πάτρα προεπαναστατικώς – Ηλίας Γιαννικόπουλος, Πρακτικά του Εκτάκτου Αχαϊκού Πνευματικού Συμποσίου 2006.


 

Στο πλουσιότατο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους, το  οποίο απόκειται στο Αρχείο Εγγράφων της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος,[1] διασώζεται ικανός αριθμός εγγράφων αφορώντων στον νεότερο υιό του Νικολάου Περρούκα Χαραλάμπη (1793-1824). Στην παρούσα μελέτη θα μας απασχολήσουν μόνο τα έγγραφα της προεπαναστατικής εποχής, αρχής γενομένης από το έτος 1814. Πρόκειται περί διάσπαρτων στο Αρχείο Περρούκα ιδιωτικών εγγράφων, δηλ. ιδιωτικών επιστολών, οι οποίες έχουν ως παραλήπτη ή αποστολέα τον Χαραλάμπη Περρούκα.

Οι επιστολές αυτές είναι οικογενειακής και εμπορικής φύσεως. Ανταλλάσσονται κυρίως μεταξύ των αδελφών Νικολάου Περρούκα, ανέρχονται σε περίπου 300 και κατανέμονται ως εξής:

α) 115 επιστολές έχουν ως αποστολέα τον Χαραλάμπη και αποδέκτη τον αδελφό του Ιωάννη, προεστό του Άργους, μόνιμο κάτοικο αυτής της πόλης, αλλά ενίοτε διαμένοντα προσωρινά στην Τριπολιτσά λόγω των καθηκόντων του,

β) 70 επιστολές του ιδίου απευθύνονται προς τον έτερο αδελφό του Δημήτριο, βεκίλη (=αντιπρόσωπο) της Πελοποννήσου στην Κωνσταντινούπολη από το έτος 1813,

γ) ελάχιστες επιστολές, τέσσερις τον αριθμό, όλες του έτους 1816, απευθύνονται από τον Χαραλάμπη στον πατέρα του Νικόλαο, και τέλος,

δ) 12 περίπου επιστολές του Χαραλάμπη έχουν άδηλον παραλήπτη.

Εξάλλου, ε) 104 επιστολές απευθύνονται στον Χαραλάμπη εκ μέρους του αδελφού του Ιωάννη. Γύρω στις 50 επιστολές έχουν αποστολέα ή παραλήπτη τον Χαραλάμπη, αλλά σχετίζονται με πρόσωπα εκτός του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος (Σωτήριο Περρούκα, Σωτήριο Χαραλάμπη, Διονύσιο Αβραμιώτη, Απόστολο Κωνσταντίνου, Γ. Ταμπακόπουλο, Ανδρέα Κασιμάτη, κ.ά.).

Είναι αξιοπερίεργο ότι μολονότι έχουν διασωθεί δεκάδες επιστολές του Δημητρίου προς τον Ιωάννη κατά την προεπαναστατική περίοδο, δεν έχει διασωθεί ούτε μία επιστολή του Δημητρίου προς τον Χαραλάμπη κατά την αυτή περίοδο. Στατιστικά, οι περισσότερες επιστολές του Χαραλάμπη προς τον Ιωάννη έχουν αποσταλεί κατά το έτος 1818 (32 επιστολές), του ιδίου προς τον Δημήτριο επίσης το έτος 1818 (20 επιστολές), ενώ του Ιωάννη προς τον Χαραλάμπη το έτος 1819 (42 επιστολές).

Όλα σχεδόν τα έγγραφα είναι πρωτότυπα και σε καλή κατάσταση, καλογραμμένα και ορθογραφημένα. Ειδικά οι επιστολές του Χαραλάμπη είναι εκφραστικά άψογες και ορθογραφικά αλάνθαστες, δείγμα ότι το αρχοντόπουλο του Άργους ήταν κάτοχος ικανής παιδείας, τις στερεές βάσεις της οποίας ασφαλώς θα απέκτησε στην ιδρυθείσα κατά το έτος 1798 Σχολή του Άργους.

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό, του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Η αλληλογραφία από και προς τον Χαραλάμπη Περρούκα περιέχει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία, όχι μόνο για τον ίδιο και την προσωπικότητά του, αλλά και για πτυχές της εμπορικής κίνησης, της οικονομικής ζωής, και του καθημέραν κοινωνικού βίου του λαού μας στην Πελοπόννησο κατά την δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα.

Η αλληλογραφία αυτή μας βοηθά να γνωρίσουμε καλύτερα τον Χαραλάμπη και ως άνθρωπο και ως επαγγελματία, και να αντλήσουμε πληροφορίες, χρήσιμες για την κατανόηση των εμπορικών σχέσεων, τη διακίνηση των προϊόντων, την διακύμανση των τιμών, την αναζήτηση κεφαλαίων, την παρεμβατική πολιτική των Τούρκων αξιωματούχων και των τοπικών προκρίτων στο εμπόριο, κλπ., καθώς και πληροφορίες γενικότερου ενδιαφέροντος. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Καραθώνας [Αγία  Παρασκευή Ασίνης] Ναυπλίου – Κωνσταντίνος Α. Μαλεβίτης


 

Η Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Καραθώνα Ναυπλίου [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Η ιστορική μονή αναφέρεται σήμερα ως: Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Τσέλου (Αγίας  Παρασκευής) Ασίνης], α­ποτελεί ένα από τα πολλά εκκλησιαστικά μνημεία της Βυζαντινής περιόδου στον τόπο μας, για τα οποία οι περισσότεροι αγνοούμε όχι μόνο την ιστο­ρία τους αλλά και την ύπαρξή τους. Η μελέτη που ακολουθεί, αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος επιχειρείται μία παρουσίαση της διαλελυμένης αυτής Μονής, όπως σώζεται σήμερα, με στόχο να κινήσει το ενδια­φέρον των αναγνωστών αλλά και των ειδικών. Αξιοσημείωτο είναι ότι η ε­πιστημονική έρευνα στάθηκε μέχρι σήμερα αδιάφορη για την ιστορία και τα αξιόλογα κτίσματα της Μονής αυτής, γεγονός που δυσχέρανε τη προσπάθεια μας, λόγω ακριβώς της έλλειψης σχετικής βιβλιογραφίας. Στο δεύτερο μέρος της μελέτης μας παρουσιάζονται αξιόλογες ειδήσεις για τη δράση της  Μονής Μεταμορφώσεως κατά την περίοδο της Ελληνικής Επαναστάσεως. Από αυτές αντλούμε ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με την θρησκευτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης του Ναυπλίου την εποχή εκείνη.

Στο σημείο αυτό αισθάνομαι την υποχρέωση να ευχαριστήσω ειλικρινώς για την πρόθυμη προσφορά της γνώσης και της εμπειρίας του, τον κ. Γεώργιον Αθ. Χώρα, διότι χωρίς την ενθάρρυνσή του δε θα είχα επιδοθή στην παρούσα έρευνα. Επίσης ευχαριστώ πολύ τον καθηγητή της Βυζαντι­νής Ιστορίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Louvain (Βέλγιο), κύριο Πα­ναγιώτη Γιαννόπουλο, για τη θερμή συμπαράστασή του κατά τα διαδοχικά στάδια μελέτης και σύνταξης της εργασίας μου αυτής.

 

Μονή Μεταμόρφωσης Σωτήρος, Αγία Παρασκευή Ασίνης. Φωτογραφία: Eφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας – Περιήγηση στα μνημεία της Αργολίδας (www.argolisculture.gr)

 

  1. Η σημερινή κατάσταση της διαλελυμένης Μονής Μεταμορφώσεως Του Σωτήριος Καραθώνας
  1. Η τοπογραφία της Μονής

 

Η Μεταμόρφωση ή ο «Σωτήρ», όπως μονολεκτικά δηλώνεται ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα στα σχετικά έγγραφα των γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ.) είναι προσιτή από το χωριό Τσέλο (τώρα Αγία Πα­ρασκευή Ναυπλίας). Ο επισκέπτης θα πρέπει να ακολουθήσει ανατολικά του Ναυπλίου το δρόμο προς το Τολό και την Ασίνη (παλαιότερα Τζαφέρ-Αγά),[1] ωσότου στρίψει δεξιά, για το χωριό Τσέλο, σύμφωνα με τη σχετική σήμαν­ση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η αρχόντισσα του Άργους Αγγελική Νικ. Περρούκα (1756-1836) – Ηλίας Γιαννικόπουλος, Μνημοσύνη, τόμ. 17 (2006-2009), Εν Αθήναις.


 

Από την έρευνα και μελέτη του πλουσιότατου σε ανέκδοτο ιστορικό υλικό Αρχείου της οικογένειας Περρούκα του Άργους,[1] συνάγονται ενδιαφέροντα στοιχεία για όψεις του καθ΄ ημέραν κοινωνικού, οικονομικού και πολιτιστικού βίου του λαού μας στην Πελοπόννησο, κατά την περίοδο της Β’ Τουρκοκρατίας και αργότερα. Φυσικά, πολλά από αυτά τα στοιχεία αφορούν την ευρύτερη οικογένεια Περρούκα,[2] η οποία διέπρεψε στα πολιτικά πράγματα της περιοχής Άργους και ολόκληρης της Πελοποννήσου, τουλάχιστον από τις αρχές του 18ου αιώνα, δεδομένου ότι μέλη της αποτελούσαν επί πολλές δεκαετίες την προυχοντική οικογένεια της πόλης και του βιλαετίου Άργους, με ευρύτερες διασυνδέσεις σε όλη την Πελοπόννησο.

Στην παρούσα εργασία θα παρουσιάσουμε στοιχεία για τη σύζυγο του Νικολάου Περρούκα Αγγελική, μια δυναμική γυναίκα και μια ισχυρή προσωπικότητα, που έζησε βίο μακρό και ταραχώδη, όχι μόνο ως αρχόντισσα του Άργους, αλλά και ως θύμα των μεταβολών της τύχης και της γενικής ανατροπής των πραγμάτων που έφερε η Επανάσταση και τα μετέπειτα γεγονότα.

Σίγουρα, η ζωή της την γέμισε με κάθε είδους βιώματα. Έπαιξε ασφαλώς πρωτεύοντα ρόλο στην ανατροφή των παιδιών της. Πολλούς εξέχοντες Τούρκους και Έλληνες γνώρισε από κοντά, υποδέχτηκε και φιλοξένησε. Έζησε στη σκιά πολυάσχολων και δυναμικών ανδρών. Συμπαραστάθηκε στο δύσκολο έργο του συζύγου και των τέκνων της κατά τη διαχείριση των κοινών υποθέσεων. Πολλές φροντίδες και σκοτούρες τους μοιράστηκε, και πολλές  συμβουλές ασφαλώς έδωσε με συζυγική και μητρική αγάπη. Συμμερίστηκε τις πίκρες και τις απογοητεύσεις τους και χάρηκε για τις προόδους και τις επιτυχίες τους. Και ως κυρία του οίκου της είχε όλη τη φροντίδα του σπιτιού και της ευρύτερης οικογένειας, επικουρούμενη ασφαλώς από υπηρέτες και βοηθούς.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.

 

Είχε την τύχη να χαρεί σύζυγο και γιο προεστούς του Άργους, σύζυγο και γιο βεκίλη στην Κωνσταντινούπολη, κουνιάδο και γιο εμπόρους στην Πάτρα. Είχε την ευκαιρία να συμπεθερέψει με πλούσιες και αρχοντικές οικογένειες (Ζαΐμηδες, Σεβαστούς, Βλάσηδες) και να συνάψει κουμπαριές με επιφανείς Αργείτες και προκρίτους άλλων χωριών. Χάρηκε τους γάμους των παιδιών της, Ευδοκίας, Ευγενίας και Ιωάννη.

Δυστυχώς, η μοίρα τής επεφύλαξε και πολλές τραγικές στιγμές, πολλά βάσανα, ξενιτιές, στενοχώριες, θανάτους προσφιλών προσώπων. Μέσα σε λίγα χρόνια, την περίοδο ακμής, τιμής και δόξας της οικογένειας διαδέχτηκε η πλήρης παρακμή, η απότομη πτώση, η φτώχεια, σχεδόν η αθλιότητα. Το 1821 η γη ταράχτηκε κάτω από τα πόδια της. Η οικογένεια έχασε την εξουσία που είχε στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και την επιρροή που ασκούσε σε Τούρκους και Ρωμιούς. Η Αγγελική πήρε το δρόμο της φυγής και της αναζήτησης ασφάλειας σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου μακριά από το Άργος, για να επιβιώσει η ίδια και για να σώσει από την αρπαγή όσα από τα υπάρχοντα της οικογένειας μπορούσε. Τον Οκτώβριο του 1821 νεκροστόλισε πρόωρα το γιο της Ιωάννη, που είχε σαπίσει στα μπουντρούμια της Τριπολιτσάς από τη στιγμή που ξέσπασε η Επανάσταση. Το 1822 έχασε τον άντρα της και τους δύο κουνιάδους της, Σωτήρη και Αποστόλη. Το 1823 μάλλον έχασε το φιλάσθενο γαμπρό της Χριστόδουλο, το «δοτόρο ιατροφιλόσοφο». Το 1824 έχασε πρόωρα και το γιό της Χαραλάμπη, που είχε διατελέσει για λίγο Υπουργός Οικονομικών κατά το 1823. Το 1826 έθαψε την κόρη της Ευγενία.

Όμως δεν ήταν μόνο ο Χάρος που την πίκρανε. Το ίδιο έκανε και η ξενιτιά, κυρίως του μόνου εναπομείναντος γιου της Δημητρίου, ο οποίος από το 1813 διέμενε μονίμως στη Βασιλεύουσα ως βεκίλης της Πελοποννήσου στην Υψηλή Πύλη και ο οποίος μετά την έκρηξη της Επανάστασης δεν ήλθε στην Ελλάδα, όπως τόσοι άλλοι, αλλά διέμενε σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού, κυρίως για λόγους υγείας, αλλά και υπερασπίζοντας τις εθνικές υποθέσεις από διπλωματικής και πολιτικής πλευράς, γιατί είχε πολλές ικανότητες και μεγάλη μόρφωση.[3] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Όψεις καθημερινότητας στην ιδιωτική ζωή του Βεκίλη Δημητρίου Περρούκα στην Κωνσταντινούπολη (1813-1821) – Ηλίας Γιαννικόπουλος | Πρακτικά του Θ’ Διεθνούς Συνέδριου Πελοποννησιακών Σπουδών – Ναύπλιο 30 Οκτωβρίου – 2 Νοεμβρίου 2015. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος Γ’, Αθήνα, 2021.


 

Ι. Μία από τις επιφανέστερες οικογένειες της Πελοποννήσου κατά τη διάρκεια της Β’ Τουρκοκρατίας ήταν η αρχοντική οικογένεια Περρούκα του Άργους.[1] Κατά τις παραμονές της Επαναστάσεως βρισκόταν σε μεγάλη ακμή ο κλάδος του Νικολάου Περρούκα, προεστού της πόλης και της επαρχίας. Από τον γάμο του με την Αγγελική Σιλιβέργου ο Νικόλαος Περρούκας απέκτησε πέντε παιδιά, τρία άρρενα και δύο θήλεα: τον Ιωάννη, τον Δημήτριο, τον Χαραλάμπη, την Ευδοκία και την Ευγενία. Από τα άρρενα τέκνα ο Δημήτριος και ο Χαραλάμπης παρέμειναν άγαμοι, ενώ ο Ιωάννης νυμφεύθηκε την Ελένη Βλάση, κόρη του εμπόρου του Άργους Θεοδωράκη Βλάση, χωρίς να αποκτήσουν τέκνα. Ως εκ τούτου ο κλάδος του Νικολάου Περρούκα εντελώς εξέλιπε. Μπορεί η οικογένεια Νικολάου Περρούκα να μην άφησε απογόνους, άφησε όμως για τους επιγιγνομένους ένα από τα πλουσιότερα διασωθέντα ελληνικά Αρχεία.[2] Το Αρχείο αυτό αποτελεί πλουσιότατη πηγή πληροφοριών για την προεπαναστατική και μετεπαναστατική εποχή και αποτελεί την αποκλειστική πρωτογενή πηγή για την παρούσα μελέτη.

ΙI. Τα έγγραφα που αναφέρονται στην εν γένει βεκιλική θητεία του Δημητρίου Περρούκα στην Οθωμανική πρωτεύουσα είναι αποκλειστικά και μόνον επιστολές από και προς αυτόν. Ανέρχονται σε τετρακόσια (400) περίπου, είναι καθ’ ολοκληρίαν ανέκδοτα και βρίσκονται διάσπαρτα στο Αρχείο. Η πρώτη χρονολογικά επιστολή που σώζεται είναι του Δημητρίου Περρούκα προς τον πατέρα του Νικόλαο και έχει αποσταλεί από τη Βασιλεύουσα στις 8 Δεκεμβρίου 1813 (45449).[3] Η τελευταία προεπαναστατική επιστολή του Δημητρίου από την Πόλη είναι της 22ας Δεκεμβρίου 1820 (45506). Ωστόσο, η τελευταία χρονολογικά επιστολή της μεταξύ των Περρουκαίων προεπαναστατικής αλληλογραφίας είναι του Ιωάννη από την Τριπολιτσά προς τον Δημήτριο στις 6 Μαρτίου 1821, την οποία όμως ο Δημήτριος μετά την βεβιασμένη αναχώρησή του από την Κωνσταντινούπολη έλαβε στην Ύδρα στις 11 Απριλίου 1821, όταν ήδη είχε εκραγεί στον Μοριά η ελληνική Επανάσταση (46292).

Από απόψεως ποσοτικής, οι περισσότερες επιστολές είναι του έτους 1818 (90 επιστολές), και ακολουθούν τα έτη 1817 (85 επιστολές), 1816 (80 επιστολές), 1815 (47 επιστολές), 1819 (43 επιστολές) και 1820 (40 επιστολές), με πολύ λιγότερες για τα υπόλοιπα έτη. Συχνότεροι αλληλογράφοι του Δημητρίου είναι τα αδέλφια του Ιωάννης (με 67 επιστολές) και Χαραλάμπης (με 66 επιστολές), ο θείος του Σωτήριος (με 26 επιστολές), ο πατέρας του Νικόλαος (με 11 επιστολές) και ο γαμβρός του Χριστόδουλος Σεβαστός (με 10 επιστολές).

Άλλοι επιστολογράφοι του είναι η αδελφή του Ευδοκία και ο σύζυγός της Δημητράκης Ζαΐμης, ο θείος του Απόστολος, ο συμπέθερός του Θεοδωράκης Βλάσης και διάφοροι άλλοι (Δημ. Κριεζής, Χατζηνικόλαος Σέκερης, Γεώργιος Βάρβογλης, Μιχ. Ιατρός, Σταματέλος Αντωνόπουλος, Λιμπέρης Γιαννoυκόπουλος, οι προεστώτες του Μιστρά Κοπανίτσας και Κρεββατάς κ. ά.), καθώς και διάφοροι Τούρκοι (Ησούφ και Ζουλφικάρ μπέηδες, Φεϊζουλάς Λέλες κ.ά.).

Από την πλευρά του, ο Δημήτριος αποστέλλει προς διάφορους παραλήπτες 127 επιστολές, τη μεγάλη πλειονότητα των οποίων στον αδελφό του Ιωάννη (105 επιστολές). Είναι άξιο απορίας ότι δεν έχει διασωθεί ούτε μία επιστολή του Δημητρίου προς οιονδήποτε κατά το 1814, ενώ κατά το έτος 1813 σώζεται μία και μοναδική προς τον πατέρα του, κάτι που μας οδηγεί στο  συμπέρασμα ότι μερικές από τις επιστολές που αντηλλάγησαν δεν έχουν σωθεί. Αυτό συνάγεται και από το γεγονός ότι πολλές επιστολές δεν ανευρίσκονται στο Αρχείο, μολονότι μνημονεύονται σε άλλες επιστολές ως αποσταλείσες.

Η αλληλογραφία του Δημητρίου με τους συγγενείς του ήταν πυκνή. Είναι χαρακτηριστικό ότι έχουν σωθεί τρεις επιστολές του Δημητρίου προς τον αδελφό του Ιωάννη γραμμένες την ίδια ακριβώς ημέρα, μία φορά στις 12 Φεβρουαρίου 1816 (45612, 45613, 45357), άλλη στις 28 Ιουνίου 1816 (45607, 45371/2, 45606), ίσως και άλλοτε. Ήταν επίσης αναλυτική. Έτσι, και τα δύο μέρη είχαν κατά το μέτρο του δυνατού πλήρη γνώση των διατρεχόντων στην Κωνσταντινούπολη και στον Μοριά, σχετικά με πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις, ακόμα και στις παραμικρότερες  λεπτομέρειες.

Το πλήθος των επιστολών εύκολα εξηγείται, αν ληφθεί υπόψιν ότι η αλληλογραφία αποτελούσε τότε τον μοναδικό τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων που βρίσκονταν σε διαφορετικούς και μεμακρυσμένους τόπους. Η διακίνηση της αλληλογραφίας δεν διεξαγόταν, βέβαια, από κάποια κρατική υπηρεσία, που θα εξασφάλιζε την ασφάλεια και την τακτικότητα της μεταφοράς και της διανομής, αλλά γινόταν με ειδικούς ιδιωτικούς ταχυδρόμους («τατάρηδες») ή, κατά παράκληση, από αξιόπιστους ταξιδιώτες, φίλους, συγγενείς, συμπατριώτες και άλλους, που μετέβαιναν για κάποιο λόγο στον τόπο διαμονής των παραληπτών.[4]

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Στην περίπτωση του Δημητρίου Περρούκα είναι πολύ συνηθισμένο να αποστέλλονται γράμματα από την Πόλη προς το Άργος, και αντιστρόφως, με Τούρκους άρχοντες, αλλά και με τους ιδιωτικούς «τατάρηδες» των πασάδων, των μπέηδων και άλλων Τούρκων αξιωματούχων, ακόμα και με το ταχυδρομείο της τουρκικής αυλής![5] Τα γράμματα αποστέλλονταν είτε ανοικτά είτε κλειστά και ενίοτε βουλωμένα με βουλοκέρι. Πολλές φορές και τα κλειστά έφθαναν ανοιγμένα και πολλές φορές καπνισμένα για απολύμανση από τυχόν λοιμώδεις νόσους (17311/12 της 28ης Σεπτεμβρίου 1814). (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Νεοφώτιστοι» στην Πελοπόννησο την περίοδο της Επανάστασης και κατά τα μετεπαναστατικά χρόνια: θρησκευτικές, δημογραφικές και κοινωνικο – οικονομικές διαστάσεις του ζητήματος (πρόδρομη δημοσίευση)[1] – Γιώργος Β. Νικολάου[2]


 

Είναι πολύ γνωστό στην ελληνική και στη διεθνή ιστοριογραφία το φαινόμενο των εξισλαμισμών, της μετα­στροφής δηλαδή χριστιανών ή ατόμων άλλου θρησκεύματος στο ισλάμ, που παρατηρείται σε περιοχές όπου επικράτησε το ισλάμ μετά τον 7° μ. X. αι.· φαινόμενο, πολυδιάστατο, το οποίο εντάσσεται στο γενικότερο διαχρο­νικό ζήτημα των θρησκευτικών μεταστροφών[3]. Αντίθετα, δεν είναι πολύ γνωστό και δεν έχει μελετηθεί εξίσου το αντίστροφο φαινόμενο των μεταστροφών στον χριστιανισμό μουσουλμάνων, το οποίο, αν και – όπως έχει δείξει η έρευνα – δεν πήρε τόσο μεγάλη έκταση, όσο αυτό των εξισλαμισμών, παρατηρείται τόσο σε περιοχές που πέρασαν από την αραβική κυριαρχία σε μία άλλη πολιτική κατάσταση (π. χ. στην ιβηρική χερσόνησο με την Reconquista, μετά τον 12° αι.) ή στα Βαλκάνια μετά τη σταδιακή αποχώρηση των Οθωμανών Τούρκων από αυτά[4].  Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η ανακοίνωσή μας, στην οποία θα εξετάσουμε το ζήτημα των νεοφώτιστων, όπως χαρακτηρίζονται τα άτομα που βαπτίζονται και ασπάζονται την χριστιανική πίστη.

Θα εστιάσουμε στην Πελοπόννησο στα χρόνια της Επανάστασης και στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, γιατί εκεί αυτές οι μεταστροφές πήραν μεγαλύτερη έκταση, προκειμένου να εξετάσουμε τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν, καθώς και τις θρησκευτικές, δημογραφικές, κοινωνικοοικονομικές και νομικές διαστάσεις τους.

Με την έναρξη του Αγώνα της ανεξαρτησίας οι μουσουλμάνοι της Πελοποννήσου – οι οποίοι ανέρχονταν στο 10 με 15% περίπου του συνολικού πληθυσμού της – βρέθηκαν σε δεινή θέση. Για δεύτερη φορά μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από το Βενετούς, στο γύρισμα του 17ου προς τον 18 αι. ο μουσουλμανικός πληθυσμός της βρέθηκε από τη θέση του κυρίαρχου στη θέση του καταδιωκόμενου. Πολλοί άμαχοι εξοντώθηκαν, άλλοι αιχμαλω­τίστηκαν και ανταλλάχθηκαν αργότερα με Έλληνες αιχμαλώτους, άλλοι έφυγαν για τη Μ. Ασία, ύστερα από τις συνθήκες παράδοσης των κάστρων, ενώ άλλοι παρέμειναν στη χώρα και εκχριστιανίστηκαν[5].

 

Ελληνορδόδοξος ιερωμένος και μουσουλμάνος, 1819;. Η φιγούρα στα δεξιά είναι ο Μεχμέτ Αγά Σαλάμ, εκπρόσωπος του Μεγάλου Βεζίρη στην Αθήνα. Louis Dupré, «Voyage A Athènes et A Constantinople», Paris, 1825.

 

Τα ερωτήματα που θέτει στον ερευνητή αυτό το γεγονός είναι πολλά. Για παράδειγμα, ποιοι ήταν οι λόγοι που ώθησαν αυτά τα άτομα να απαρνηθούν τη μουσουλμανική τους πίστη και να αποδεχθούν τη χριστιανική. Επρόκειτο για μία ελεύθερη επιλογή ή για μία ενέργεια που έγινε κάτω από την πίεση της δεινής θέσης στην οποία βρέθηκαν οι μουσουλμάνοι μετά την έκρηξη της Επανάστασης; Υπάρχει σχέση αυτών των εκχριστιανισμών με τους εξισλαμισμούς που είχαν προηγηθεί στην Πελοπόννησο την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας; Ποιες ήταν οι διαστάσεις αυτού του φαινομένου; Θα προσπαθήσουμε στον χρόνο που έχουμε στη διάθεσή μας να δώσουμε απάντηση σ’ αυτά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Βελή πασάς στη Βλαχία: προεπαναστατικά σχέδια απελευθερώσεως στην Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο – Δημήτρης Μπαχάρας


 

Κατά τα έτη 1810-1812 ο γιος του Αλή Πασά, Βελής, μορά βαλισής της Πελοποννήσου από το 1806-1807 θα εκστρατεύσει δύο φορές στη Βλαχία κατόπιν εντολής του πατέρα του, Αλή Πασά, προκειμένου να λάβει μέρος στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο που είχε ξαναρχίσει μετά από ένα σύντομο διάλειμμα το 1808. Στην πραγματι­κότητα η συμμετοχή αυτή του Βελή στον πόλεμο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα των διαρκών πιέσεων του Σουλτάνου προς τον Αλή Πασά, ο οποίος είχε ήδη υποχρεωθεί μία φορά να στείλει τον πρωτότοκο γιο του Μουχτάρ, χωρίς όμως καμία επιτυχία. Καθώς φαίνεται λοιπόν ότι ήταν αδύνατον να το αποφύγει, το 1810 θα ορ­γανώσει τον στρατό του και θα φύγει για τη Βλαχία το ίδιο έτος.

Για την εκστρατεία αυτή, ωστόσο ο Βελής έπρεπε να συγκεντρώσει στρατό και εφόδια, κάτι που σήμαινε βαριά φορολογία,[1] χρηματική και σε είδος (τρόφιμα[2]), για όλους. Έτσι θα αρχίσει μία περίοδος συνεχούς επιβάρυνσης των πληθυσμών της Πελοποννήσου (προεστών και αγιάνηδων, χωρικών και αγάδων), η οποία θα χειροτερεύσει μετά και τη δεύτερη εκστρατεία του Βελή το 1811.[3]

Σε αυτό το διάστημα, ο καζάς του Άργους για παράδειγμα, θα αναγκαστεί να πληρώσει σχεδόν τα διπλάσια (1810) ή και τετραπλάσια (1811) χρήματα.[4] Το δε 1812, από όλη την Πελοπόννησο δίνονται 200.000 γρόσια σε φόρους, από τους οποίους οι 50.000 είναι από το Άργος[5] – με αποτέλεσμα οι πληθυσμοί να αρχίσουν να εγκαταλείπουν τα χωριά τους και να καταφεύγουν στα γύρω νησιά και ιδίως στην Ύδρα.[6] Αντίστοιχα δύσκολη θα είναι και η κατάσταση για τους τούρκους αγάδες και μπέηδες. Υπήρχαν πολλοί λοιπόν παραπονούμενοι από όλη τη διοίκηση του Βελή πασά και, από το 1810 και έως το 1812, η κατάσταση είχε χειροτερέψει για τους περισσότερους Πελοποννήσιους, Τούρ­κους και Έλληνες, θέτοντας ζήτημα τρόπου αλλαγής της ή αντικατάστασης του δυνάστη.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας. Amand Freiherr «Griechenland in Wort und Bild», Lipsie, 1882.

 

Κατά την επικρατούσα ιστοριογραφία λοιπόν, τα χρόνια της απουσίας του Βελή πασά στη Βλαχία βρήκαν ευκαι­ρία οι δυσαρεστημένοι να οργανώσουν διάφορα σχέδια αντίδρασης, ένα εκ των οποίων αφορούσε και το ενδεχό­μενο δημιουργίας ενός αυτόνομου κρατιδίου υπό τον Ναπολέοντα από μια ελληνοτουρκική συμμαχία προκρίτων και αγιάννηδων.[7] Τα άλλα, αφορούσαν μία αντίδραση του Αλή Φαρμάκη, τον οποίο και κατατρόπωσε ο Βελής σε μία από τις επιστροφές του από τη Βλαχία, και μία των Βαρδουνιωτών, τους οποίους επίσης κατέπνιξε ο Βελής. Όλα τα παραπάνω τοποθετούνται λοιπόν σε αυτή τη δύσκολη περίοδο. Άλλωστε έμοιαζε λογικό: τα δύο τρία πρώτα χρόνια οι πελοποννήσιοι πρόκριτοι και αγιάννηδες υποφέρουν, ενώ από τον τέταρτο που φεύγει ο Βελής στο εξωτερικό οργανώνουν κινήματα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αργείοι πρώτοι οικιστές του Πειραιά –  Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα και Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος – Γράφει ο Γιώργος  Γιαννούσης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ανακοίνωση του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Αργείοι πρώτοι οικιστές του Πειραιά – Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα και Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος».

 

Όταν ο Βασιλιάς Όθωνας, αποφάσισε το 1834 να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ελλάδος από το  Ναύπλιο στην Αθήνα, που ήταν τότε  μια σχεδόν έρημη  και κατεστραμμένη  από τους Τούρκους  κωμόπολη, ο Πειραιάς ήταν ένας έρημος τόπος  που δεν είχε  ούτε καν ένα χωματόδρομο  που να τον ενώνει με την Αθήνα.

Ο πατέρας του Όθωνα, ο Βασιλιάς της Βαυαρίας  Λουδοβίκος ο Α’, ήταν λάτρης της ιστορίας των αρχαίων  Αθηνών και  δική του επιλογή ήταν  η Αθήνα να γίνει πρωτεύουσα του νέου κράτους  και επίνειο της να γίνει ο Πειραιάς. Έτσι μαζί με την ανοικοδόμηση της Αθήνας, άρχισε να δημιουργείται και ο νέος Πειραιάς.

Το 1834 ιδρύεται  ένα υποτυπώδες  τελωνείο και  ένα υπολιμεναρχείο που υπάγεται στο λιμεναρχείο της Ύδρας.  Πρώτος  λιμενάρχης  τοποθετήθηκε  ο Γάλλος  Μπατίν, μέχρι τότε λιμενάρχης Ναυπλίου.

Κυριάκος Σερφιώτης

Ας σημειωθεί πως το 1835 ο Πειραιάς έχει 300 κατοίκους. Το  1836, ένα χρόνο μετά, γίνεται Δήμος και επίσημα ονομάζεται και πάλι Πειραιάς, από  Πόρτο – Λεόνε που λεγόταν μέχρι τότε.  Δυο επιπλέον στοιχεία για την αρχική κατάσταση του Πειραιά: α) Γίνεται  η πρώτη  επίσημη   απογραφή και έχει  1011  κατοίκους, β) Πρώτος Δήμαρχος της γίνεται ο Κυριάκος Σερφιώτης.

Το 1836  κατασκευάζεται η οδός   Αθηνών – Πειραιώς, που ενώνει τη νέα  πρωτεύουσα με το λιμάνι της και αρχίζουν να γίνονται τα αναγκαία έργα υποδομής  σε οικόπεδα που οι πρώτοι οικιστές του Πειραιά  πωλούν  η δωρίζουν στο δημόσιο. Ο  Πειραιάς  αποκτά το πρώτο του σχολείο, νοσοκομείο,  δημόσια κτήρια, όπως το λοιμοκαθαρτήριο, εκκλησίες, αποθήκες κ.α. κύρια  με  δωρεές ευεργετών.  Φυσικά κατασκευάζονται  νέες  οικίες και καταστήματα, που θα  μετατρέψουν  τον έρημο τόπο σε μια νέα πόλη, μ’ ένα λιμάνι που η κίνηση του  συνεχώς  μεγαλώνει.

Οι πρώτοι οικιστές που δημιούργησαν το νέο Πειραιά  ήταν κυρίως νησιώτες:  Υδραίοι, Αιγινείτες, Κουλουριώτες (Σαλαμίνα),  Κρητικοί και από την Πελοπόννησο, οι Μανιάτες και οι  Αργείτες.

Από τους  πρώτους και σπουδαιότερους   οικιστές ήταν  οι Αργείοι, Αφοί Γεώργιος και Σωτήριος Θεοδώρου Ρετσίνας ή  Ρετσινόπουλος και ο Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος.

 

Ο νεογέννητος Πειραιάς σε μια λιθογραφία που τυπώθηκε στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 1857. Η αγαπημένη θέση των περιηγητών ήταν ο λόφος με τις αρχαίες πέτρες της Ηετιώνειας. Απέναντί τους είχαν τον πρώτο πυρήνα της πόλης και στο βάθος, στα βόρεια, το «Χωρίον Μελετοπούλου, τον Ελαιώνα και τους λόφους της Αθήνας με δεσπόζουσα την Ακρόπολη. Ψηφιακή συλλογή Γιώργου Βεράνη. Δημοσιεύεται στο: Νίκος Μπελαβίλας, «Ιστορία της πόλης του Πειραιά, 19ος και 20ός αιώνας», εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Είχε σημασία η διαφορετική γλώσσα; Οι αλβανόφωνοι ορθόδοξοι (Αρβανίτες) στην Ελληνική Επανάσταση – Λάμπρος Μπαλτσιώτης[1]


 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μία προσπάθεια προσέγγισης του πώς βίωναν τη διαφορετική γλώσσα και εθνότητα ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού αυτοί που «πήραν τα όπλα» κατά την Επανάσταση του 1821. Τα έγγραφα και τα κείμενα που χρησιμοποιήσαμε περιορίζονται ουσιαστικά σε όσα γράφτηκαν μέχρι και τη δεκα­ετία του 1840, καθώς όσο προχωράμε στον 19° αιώνα φαίνεται ότι μεταβάλλονται οι προσλήψεις για τις διαφορετικές γλωσσοπολιτισμικές ομάδες, κάτι που αντανακλάται και σε όσους έγραφαν για τις προηγηθείσες χρονικές περιόδους. Καθώς από ένα χρονικό σημείο και πέρα τα εδάφη που διεξάγονταν οι ένοπλες συγκρούσεις, τουλάχιστον οι χερσαίες, περιορίστηκαν στη σημερινή νοτιότερη Ελλάδα, το πληθυσμιακό βάρος όσων αναφέρονταν ως Αλβανοί σε λόγιες μορφές της γλώσσας και Αρβανίτες στις καθομιλούμενες αυξήθηκε.[2]

Ένα σημαντικό τμήμα του πληθυ­σμού των περιοχών που συμπεριλήφθηκαν στον πρώτο ελληνικό κράτος είχε ως μητρική γλώσσα τα αρβανίτικα, δηλαδή μία αλβανική γλώσσα που είχε εξελιχθεί για αρκετούς αιώνες χωρίς σημαντική επίδραση από τις εξελίξεις της γλώσσας στις συμπαγείς περιοχές αλβανοφωνίας των Δυτικών Βαλκανίων. Πρόκειται για εξέλιξη τοσκικών ιδιωμάτων που είναι αρκετά κοντά στην τσάμικη υποδιάλεκτο.[3] Είναι μάλλον αδύνατον να υπολογίσουμε με σχετική ακρίβεια το πόσοι ακριβώς ήταν οι αλβανόφωνοι και τι ποσοστό του πληθυσμού αποτελούσαν. Οι υπολογισμοί δεν σχετίζονται μόνο με τα μειωμένης αξιοπιστίας στατιστικά δεδομένα, αλλά και με τις πληθυσμιακές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου 1821-1830, αλλά και στη συνέχεια. Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί είτε σφαγιάζονται είτε αποχωρούν,[4] νέοι πληθυσμοί ορθοδόξων εγκαθίστανται ως πρόσφυγες, και αργότερα ως μετανάστες, ενώ την επαύριον της παύσης των εχθροπραξιών ένα νέο κύμα μετανάστευσης ξεκινά από το νέο κράτος κυρίως προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι υπολογισμοί δυσχεραίνονται ακόμη περισσότερο από το γε­γονός ότι ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα σε κάποιες περιοχές, ειδικά στη δυτική Πελοπόννησο αλλά και αλλού, είχε αρχίσει η γλωσσική μετατόπιση από τα αρβανίτικα στα ελληνικά. Ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πρώιμης γλωσσικής μετατόπισης συνιστούν οι μουσουλμάνοι Λαλιώτες.

 

Γλωσσικός χάρτης της Πελοποννήσου – 1890 – του Γερμανού γεωλόγου και γεωγράφου Alfred Philippson (1864-1953). Η αλβανοφωνία σημειώνεται με κόκκινο.

 

Παρόλα αυτά, στις αρχές του 19ου αιώνα αρκετές από τις περιοχές αλβανοφωνίας παραμένουν ιδιαίτερα συμπαγείς και καλύπτουν μεγάλες περιοχές του μετέπειτα κράτους. Σε μερικές από αυτές αρκετοί άρρενες ενήλικες εξακολουθούν να αγνοούν τα ελληνικά όχι μόνο τις δε­καετίες που εξετάζουμε αλλά σε ορισμένους οικισμούς μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα.[5] Τα αρβανίτικα άλλωστε θα συνεχίσουν να αποτελούν τη lingua franca [Κοινή γλώσσα ή διάλεκτο] (langue vehiculaire) σε πολλές περιοχές της χώρας ή τη γλώσσα που εξακολουθούσε να έχει ειδική λειτουργία στους ενόπλους και στο ναυτικό.[6] Οι αλβανόφωνοι κάτοικοι των περιοχών που συμπεριλήφθηκαν στον νέο κράτος υπερβαίνουν το ένα πέμπτο του πληθυσμού, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αγγίζουν το ένα τέταρτο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Μαριούπολη στα τέλη του 18ου και τον 19ο αιώνα – Ιρίνα Πονομαριόβα


 

Οι Έλληνες που διέμεναν στην περιοχή της Αζοφικής θάλασσας, ίδρυσαν τη Μαριούπολη. Σήμερα οι Έλληνες, ως προς την εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού του Νομού του Ντονέτσκ, καταλαμβάνουν την τρίτη θέση (1,6%) μετά τους Ρώσους και τους Ουκρανούς. Σύμφωνα με τα στοιχεία της πανουκρανικής απογραφής πληθυσμού, το 2001, 78.000 άτομα δήλωσαν ελληνική καταγωγή.

Οι Έλληνες της Αζοφικής ανήκαν σε δύο υποομάδες, τους «Ρουμέους» [Ρωμιούς] που ήταν ελληνόφωνοι και των οποίων η γλώσσα διακρίνεται σε πέντε διαλέκτους που ανήκουν στην ελληνική ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια, και τους «Ουρούμους» που ήταν τουρκόφωνοι και στο περιβάλλον τους οι ιστορικοί ερευνητές ανακάλυψαν τέσσερις διαλέκτους των τουρκικών γλωσσών της αλταϊκής γλωσσικής οικογένειας. Οι εκπρόσωποι και των δύο υποομάδων αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες, όμως στη διάρκεια της ιστορικής τους διαδρομής κάθε υποομάδα ζούσε χωριστά από την άλλη και μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα δεν κρατούσαν μεταξύ τους σχεδόν καμία επαφή. Η ορθοδοξία, ωστόσο, ήταν ο συνδετικός κρίκος των Ρουμέων και των Ουρούμων.

 

Άποψη της πόλης της Μαριούπολης από την προβλήτα. Πηγή: Κεντρικό Κρατικό Αρχείο Ταινιών, Φωτογραφιών και Ηχογραφήσεων του Γ. Σ. Πσενίτσνιι, αρχ. σειρά ar.2-77418(1).

 

Οι Έλληνες της ουκρανικής Αζοφικής είναι απόγονοι των μεταναστών μετοίκων που προέρχονταν από τα χωριά της Κριμαίας. Μετά την κατάληψη της Κάφας από τους Οθωμανούς το 1475, το Χανάτο της Κριμαίας διατήρησε μεν την ελευθερία στην εσωτερική διοίκηση αλλά την επικυριαρχία την είχαν οι Οθωμανοί. Από τα τέλη του 15ου αιώνα η Κάφα έγινε σαντζάκι ενώ τον 17ο και τον 18ο αιώνα αναφέρεται ως εγιαλέτι με διοικητή τον μπεηλέρμπεη της Κάφας. Το εγιαλέτι του κριμαϊκού Χανάτου υποδιαιρείτο στους καζάδες του Κερτς, του Σουγκντάκ και του Μενκούμπ, και τα καϊμακαμλίκια του Μπαχτσισαράι, του Aκμπεχέτ και του Kαρασουμπαζάρ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ελληνόφωνοι και τουρκόφωνοι Έλληνες ζούσαν ξεχωριστά, σε διαφορετικά χωριά, και επικοινωνούσαν μεταξύ τους αποκλειστικά για τις οικονομικές συναλλαγές τους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »