Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρα’

Η οργάνωση του ένοπλου αγώνα (1821-1827): Προτεραιότητες και εμφύλιες διαμάχες – Δημήτρης Μαλέσης


 

Η μορφή και ο τρόπος οργάνωσης ενός στρατεύματος κατά τη διάρκεια ενός πολέμου -ιδιαίτερα όταν αυτός είναι πολυετής – συνιστά ένα ουσιώδες ζήτημα, από το όποιο εξαρτάται εν πολλοίς και η αίσια έκβασή του. Για την ελληνική ηγεσία, πολιτική και στρατιωτική, του Αγώνα της ανεξαρτησίας του 1821 το πρόβλημα τέθηκε μετ’ επιτάσεως από την πρώτη στιγμή και αποτέλεσε βασικό αίτιο για να διατυπωθούν διαφορετικές και συγκρουόμενες απόψεις, να εκδηλωθούν έριδες αλλά και να προκαλέσουν εμφύλιες ρήξεις, οι όποιες θα δοκιμάσουν με τη σειρά τους τα όρια και τις αντοχές της επαναστατικής προσπάθειας.

Για τους Έλληνες το πρόπλασμα για τον στρατιωτικό μηχανισμό υπήρξε ασφαλώς η προεπαναστατική κλεφταρματολική παράδοση.[1] Ήταν αναμενόμενο οι άνδρες εκείνοι που στελέχωναν τις συγκεκριμένες ομάδες στον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο επί δεκαετίες να επωμισθούν το κύριο βάρος των στρατιωτικών επιχειρήσεων από την πρώτη στιγμή. Και αν το πρώτο διάστημα της Επανάστασης χαρακτηριζόταν περισσότερο από τον ενθουσιασμό και τον αυθορμητισμό, η μακροχρόνια προοπτική των πολεμικών επιχειρήσεων έθετε αναπόφευκτα το ζήτημα της λυσιτελέστερης οργάνωσης του στρατιωτικού μηχανισμού για την αντιμετώπιση ενός αντιπάλου οργανωτικά και αριθμητικά υπέρτερου.

Επικεφαλής των πρώτων ομάδων, των «μπουλουκιών» όπως αποκαλούνταν σε πολλές περιπτώσεις, θα τεθούν εκείνοι που κατείχαν ήδη ηγετικές θέσεις μεταξύ των ενόπλων ομάδων του κλεφταρματολισμού, άνδρες με αδιαμφισβήτητο κύρος και συνακόλουθη αποδοχή μεταξύ των ενόπλων. Οι καπετάνιοι αυτοί θα αποτελέσουν μαζί με τα στελέχη της προυχοντικής παραδοσιακής ολιγαρχίας την ηγέτιδα τάξη του επαναστατικού Αγώνα, με ρόλο πρωταγωνιστικό και συνήθως μεταξύ τους ανταγωνιστικό.

Ο ανταγωνισμός αυτός προέκυψε αναπόφευκτα από τη στιγμή που η διαφαινόμενη εθνική απελευθέρωση έθεσε ισχυρά διλήμματα ως προς τον τρόπο και τη δομή που θα έπαιρνε το υπό διαμόρφωση κράτος. Έτσι το ζήτημα τέθηκε επί του εξής καίριου ζητήματος: άτακτος στρατός ή σύσταση και οργάνωση εξ ύπαρχης τακτικού. Στην πρώτη περίπτωση θα διατηρούνταν τα ένοπλα σώματα, όπως είχαν αποκρυσταλλωθεί σύμφωνα με την κλεφταρματολική παράδοση, με επικεφαλής τους οπλαρχηγούς που αναγνώριζε κάθε ομάδα, ενώ στη δεύτερη όλοι οι πολεμιστές θα υπάγονταν σε μία κεντρική εξουσιαστική Αρχή, η οποία θα είχε τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο ως προς όλα τα διαδικαστικά που αφορούσαν την ιεραρχία και τον ρόλο των διαφόρων σωμάτων. Κάθε ένα από τα δύο αυτά ενδεχόμενα προϋπέθετε ταυτόχρονα και μία διαφορετική κρατική οντότητα. Το πρώτο ενδεχόμενο ισοδυναμούσε με διατήρηση και αναπαραγωγή των αποκεντρωμένων υφιστάμενων δομών, στην κορυφή των οποίων είχαν εδραιωθεί οι πρόκριτοι, ενώ στο δεύτερο η μία και ενιαία αδιαίρετη εξουσία παρέπεμπε σε συγκεντρωτικό κράτος δυτικοευρωπαϊκού, για την εποχή, τύπου.

Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι να σκιαγραφήσει τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για τη σύσταση και την οργάνωση τακτικού στρατού, να παρουσιαστούν οι κύριοι εκπρόσωποι αυτής της πολιτικής και, κυρίως, να ερμηνευθούν οι λόγοι για τους οποίους το όλο εγχείρημα ήταν εξαιρετικά δύσκολο έως αδύνατο να υλοποιηθεί.

Η πρώτη προσπάθεια δημιουργίας τακτικού στρατού συνδέεται με τον Δημήτριο Υψηλάντη, από την πρώτη στιγμή που αφίχθηκε στην επαναστατημένη Ελλάδα το καλοκαίρι του 1821. Προερχόμενος από τις τάξεις του ρωσικού στρατού ο Έλληνας πρίγκιπας τη μόνη στρατιωτική οργάνωση που γνώριζε αφορούσε αυτήν του τακτικού, του απολύτως πειθαρχημένου στην εκάστοτε τεταγμένη ηγεσία.

Μάλιστα, η άφιξή του συνοδεύτηκε από ένα σώμα 300 περίπου εθελοντών Ελλήνων, προερχόμενων από περιοχές όπου δεν μπορούσαν να σημειωθούν στρατιωτικές επιτυχίες και να εδραιωθεί επαναστατικό κλίμα, όπως η Μακεδονία, η Θράκη και η Μικρά Ασία. «Θερμός ζηλωτής»[2] του τακτικού στρατού ο Υψηλάντης έδωσε τέτοια χαρακτηριστικά στο συγκεκριμένο σώμα, όπως ομοιόμορφη στολή, ιεραρχία και μισθό, με βάση τα οικονομικά που είχε εξασφαλίσει από τη Ρωσία.[3] Με τη συμμετοχή του σε κάποιες επιχειρήσεις της Πελοποννήσου κατά τους πρώτους μήνες το συγκεκριμένο σώμα εξάντλησε όλη τη δραστηριότητά του.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος. Peter Von Hess.

 

Η εκτεταμένη αταξία που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας αλλά και της άλωσης της Τριπολιτσάς αποτελούσε ικανή απόδειξη για να κατανοήσει ο Υψηλάντης ότι οι δυσκολίες που είχε να υπερβεί για να υλοποιήσει τα σχέδιά του κάθε άλλο παρά αμελητέες ήταν. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η συμμετοχή των Σαμίων στην επανάσταση του 1821 και η αντίδραση του Οθωμανικού κράτους. Σοφία Λαΐου, Ιόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας


 

Η κήρυξη της επανάστασης τον Μάρτιο του 1821 έφερε αντιμέτωπους τους εκφραστές της ανάγκης δημιουργίας ενός μοντέρνου, εθνικού κρατικού πλαισίου με το παραδοσιακό αυτοκρατορικό οθωμανικό μο­ντέλο· το τελευταίο ήδη έμπαινε στον πέμπτο αιώνα ζωής και είχε υποστεί διαδοχικές φάσεις μετασχηματισμού, με εναλλαγές μεταξύ του συ­γκεντρωτικού και αποκεντρωτικού μοντέλου διοίκησης και αλλαγές στη δημοσιονομική πολιτική που είχαν ευρύτερες κοινωνικο-οικονομικές συνέπειες.

Ο Mahmud Β’ είναι ο σουλτάνος που ήρθε αντιμέτωπος με διάφορες προκλήσεις, μία εκ των οποίων ήταν η «αποστασία» (fesad) ή «εξέγερση» (Tuğyan) των έως τότε ζιμμήδων Ρωμιών. Παρά το γεγονός ότι η έκβαση του αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία ήταν θετική για αυτούς, έστω και με απώλειες, όπως ο αποκλεισμός της Σάμου από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος, η βασιλεία του εν γένει θε­ωρείται καθοριστική. Ο ίδιος ο Mahmud έχει περάσει στην ιστορία ως συγκεντρωτικός σουλτάνος, αφενός γιατί έκανε ουσιαστικές προσπά­θειες για να περιορίσει την ισχύ των επαρχιακών αρχόντων και αφετέ­ρου γιατί κατήργησε το 1826 το παρηκμασμένο πλέον και αναποτελε­σματικό γενιτσαρικό σώμα, ύστερα μάλιστα και από την οδυνηρή για τους Οθωμανούς εμπειρία της ελληνικής επανάστασης. Άλλωστε, το γεγονός ότι ο Mahmud Β’ αναγκάστηκε το 1824 να ζητήσει τη συνδρο­μή του Mehmed Ali της Αιγύπτου για την καταστολή της επανάστα­σης καταδεικνύει τα στρατιωτικά αδιέξοδα που αντιμετώπισε η οθωμα­νική ηγεσία παρά τις μεμονωμένες νίκες.

Μαχμούτ Β΄(1785–1839). 30ός Σουλτάνος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από το 1808 μέχρι τον θάνατό του το 1839. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, ξέσπασε η Ελληνική Επανάσταση. Λιθογραφία του von Josef Kriehuber (1800 -1876), περίπου το 1825.

Το άρθρο αυτό βασίζεται σε οθωμανικά έγγραφα που απόκεινται στα Πρωθυπουργικά Αρχεία της Κωνσταντινούπολης. Τα περισσότερα προέρχονται από την συλλογή των hatti hümayun και ορισμένα από τη συλλογή Cevdet Dahiliye, και οπωσδήποτε δεν αποτελούν το σύνο­λο των εγγράφων που αναφέρονται στην Σάμο τη συγκεκριμένη περίο­δο[1]. Τα έγγραφα καλύπτουν την περίοδο 1821-1826, κυρίως δε τα τρία πρώτα έτη της επανάστασης, και αφορούν αναφορές στρατιωτικών δι­οικητών, όπως της Χίου και του Κουσάντασι, εκπροσώπων διοικητών του σαντζακιού της Σίγλα, στο οποίο υπαγόταν το Κουσάντασι, καθώς και του γειτονικού Μεντεσέ, αναφορές εκπροσώπων καδήδων (ναΐμπηδων), καθώς και αναφορές του Μεγάλου Βεζίρη προς τον σουλτάνο. Στην περίπτωση των hatt-i humayun, πέρα από την αναφορά προς την Υψηλή Πύλη, καταγράφεται η ιδιόχειρη απάντηση του σουλτάνου, η οποία αρκετές φορές εξέφραζε τα συναισθήματά του τη στιγμή που ενημερώνονταν για τις σοβαρές αδυναμίες ενός δυσκίνητου διοικητικού μηχανισμού. Σε γενικές γραμμές, οι πληροφορίες που παρέχουν οι πα­ραπάνω πηγές είναι αποσπασματικές εξαιτίας του στρατιωτικού περιε­χομένου αρκετών εγγράφων. Παρόλα αυτά δίνουν μία πρώτη εικόνα των αντιδράσεων της οθωμανικής διοίκησης απέναντι στην «ανταρσία» των ραγιάδων της Σάμου.

Σκοπός μου δεν είναι να εξιστορήσω γεγονότα, ορισμένα εξ αυτών ήδη γνωστά, αλλά να εντάξω τις ενέργειες των επαναστατημένων Σαμίων στο ευρύτερο οθωμανικό πλαίσιο και να θέσω ζητήματα που έχουν να κάνουν με το ιδεολογικό πρίσμα μέσα από το οποίο οι Οθωμανοί ιθύ­νοντες αντιλήφθηκαν την επανάσταση, τις μεθόδους καταστολής που επιστράτευσαν και το νομιμοποιητικό πλαίσιο στο οποίο αυτές εντά­χθηκαν, καθώς και τις εγγενείς αδυναμίες του οθωμανικού κρατικού μη­χανισμού, οι οποίες φάνηκαν ακόμα πιο έντονες κατά τη διάρκεια της κρίσης.

Εν πρώτοις, η ανάγνωση των πηγών καταδεικνύει το διαφορετικό νοηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι Οθωμανοί ενέταξαν την ελληνική επανάσταση. Είναι γνωστό ότι στην οθωμανική πολιτική ορολογία της εποχής απουσιάζουν οι νεωτερικές έννοιες «έθνος» και «πατρίδα». Η χρήση των όρων «μιλλέτι» και «ταϊφές», προκειμένου να αποδοθεί το «έθνος» και η ομάδα ανθρώπων αντίστοιχα που έχει αποσπαστεί ή επι­διώκει την απόσχιση από την οθωμανική αυτοκρατορία καταργώντας το καθεστώς της υποτέλειας, χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά για τους Σέρβους και στη συνέχεια για τους επαναστατημένους Έλληνες[2].

Ο εθνικιστικός λόγος των επαναστατών μόλις τότε άρχιζε να προκαλεί το ενδιαφέρον των Οθωμανών αξιωματούχων[3]. Άλλωστε, η έναρξη της επίδρασης της Γαλλικής επανάστασης, η οποία οδήγησε στα επανα­στατικά κινήματα των αρχών του 19ου αιώνα, στα οθωμανικά πολιτικά συμφραζόμενα συμπίπτει με την περίοδο των οθωμανικών μεταρρυθμί­σεων στα μέσα του 19ου αιώνα[4].

Έως τότε το ιδεολογικό πεδίο της οθω­μανικής ελίτ στηριζόταν στους κοινωνικούς διαχωρισμούς που επέβαλ­λε η θρησκεία και ειδικότερα στο συμβόλαιο «ζίμμα» βάσει του οποίου η μουσουλμανική κοινότητα αναγνωρίζει ως προστατευόμενα αλλά κα­τώτερα μέλη τους μη μουσουλμάνους υπηκόους. Η έννοια του ζιμμή Οθωμανού υπηκόου είναι θρησκευτικο-πολιτική, εφόσον ο κατώτερος μη μουσουλμάνος υπήκοος οφείλει να αναγνωρίζει την πολιτική εξου­σία του αλλόθρησκου οθωμανικού κράτους. Η επιθυμία για απόσχιση από το κράτος και όχι η απλή εξέγερση ως εναντίωση στην άσκηση τυ­ραννίας εκ μέρους κάποιων Οθωμανών αξιωματούχων σημαίνει απόρρι­ψη του συμβολαίου και την αυτόματη μετατροπή του ζιμμή σε εχθρό του κράτους εναντίον του οποίου επιτρέπεται με βάση τον ισλαμικό ιε­ρό νόμο η κήρυξη του τζιχάντ. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Σχέσεις μοναχών και χριστιανών λαϊκών κατά την Οθωμανική περίοδο (15ος- αρχές 19ου αι.) | Σοφία ΛαΐουΙόνιο Πανεπιστήμιο – Τμήμα Ιστορίας


 

Στη μνήμη της αγαπημένης φίλης Εύης Ολυμπίτου

  

Η ανάλυση των σχέσεων των μοναχών και των ορθοδόξων λαϊκών κατά την οθωμανική περίοδο οφείλει να λάβει υπόψη δύο αυτονόητες για την εποχή αλήθειες: α) την κατίσχυση των θρησκευτικών συναισθημάτων στους ανθρώπους της πρώιμης νεώτερης περιόδου, τουλάχιστον στην συντριπτική πλειονότητά τους και β) τις συνθήκες που διαμόρφωσε η οθωμανική κατάκτηση, θέτοντας μοναχούς και λαϊκούς σε ένα νέο πο­λιτικό και αλλόθρησκο περιβάλλον στο οποίο καλούνταν να προσαρμο­στούν. Πέρα ωστόσο από τις αλήθειες αυτές, η διερεύνηση των εν λόγω σχέσεων περιπλέκεται.

Το εξώφυλλο του τόμου: «Μοναστήρια, οικονομία και πολιτική. Από τους μεσαιωνικούς στους νεώτερους χρόνους».

Ο πλούτος των πληροφοριών που προέρχονται από τα μοναστηριακά αρχεία σε συνδυασμό με ευρύτερα ζητήματα, όπως τα διαφορετικά οικονομικά μεγέθη των μονών, οι αλλαγές στην κοινωνι­κή διαστρωμάτωση των χριστιανών οθωμανών υπηκόων και ο ρόλος του κράτους ως θεματοφύλακα της νομιμότητας, ζητήματα που με τη σειρά τους καθόριζαν την εν λόγω σχέση και την μετάλλασσαν στην πορεία του χρόνου, καταδεικνύουν και την πολυπλοκότητά της. Σπεύδω, ωστόσο, να υπογραμμίσω εξαρχής ότι οι σχέσεις αυτές τη συγκεκριμένη περίοδο είχαν πρόδηλη οικονομική διάσταση, ακόμα και σε πράξεις με κυρίαρχη τη θρησκευτική χροιά, όπως θα φανεί παρακάτω, γεγονός αναπόφευκτο εξαιτίας της ανάγκης επιβίωσης τόσο των χριστιανών οθωμανών υπηκό­ων όσο και των ίδιων των μονών (όχι πάντως στον ίδιο βαθμό).

Κρατώντας ως δεδομένα την πολυπλοκότητα των σχέσεων καθώς και την αναγκαιότητα αποφυγής των όποιων γενικεύσεων, θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω τις σχέσεις μοναχών και λαϊκών κατά το μεγαλύτερο μέρος της οθωμανικής περιόδου (έως τις αρχές του 19ου αιώνα).

Στό­χος μου είναι η διερεύνηση της κοινωνικής θέσης των μονών σε σύγκριση με τους χριστιανούς ραγιάδες και αφετέρου η κατάδειξη της ισχύς του «μονοπωλίου» των μοναχών ως διαμεσολαβητών μεταξύ Θεού/Αγίων και λαϊκών, που καθόριζε με τη σειρά του την ποιότητα των σχέσεων αυτών.

Το αρχειακό δείγμα πάνω στο οποίο κυρίως βασίστηκα είναι: το οθω­μανικό αρχείο της μονής Βαρλαάμ Μετεώρων, το οθωμανικό αρχείο της μονής Λειμώνος Μυτιλήνης για τον 17ο αιώνα, τα οθωμανικά και ελληνικά αρχεία των μονών της Σάμου, δημοσιευμένα μοναστηριακά οθωμανικά έγγραφα από την Άνδρο, το δημοσιευμένο τμήμα του ελλη­νικού αρχείου της μονής Αγίου Ιωάννη Θεολόγου Πάτμου και τα επίσης δημοσιευμένα ελληνικά αρχεία των μονών Σταυρονικήτα, Εσφιγμένου, Χιλανδαρίου και Καρακάλλου του Αγίου Όρους, που αναφέρονται στην οθωμανική περίοδο. Το δείγμα επομένως περιλαμβάνει ηπειρωτικά και νησιωτικά μοναστήρια με ποικίλο οικονομικό και πνευματικό εκτόπι­σμα. Ωστόσο, στον μικρόκοσμο των τοπικών κοινωνιών στις οποίες δραστηριοποιούνταν όλα είχαν – κατά τη γνώμη μου – κυρίαρχη θέση, έστω και υπό διαρκή διαπραγμάτευση, ιδιαίτερα τον 18ο αιώνα, όταν ισχυροποιήθηκαν ομάδες λαϊκών και αναδείχθηκαν ισχυροί οικονομικοί παράγοντες μεταξύ αυτών.

Η σημαντικότερη σχέση μονών και λαϊκών είναι αυτή του ιδιοκτήτη και ενοικιαστή, του γαιοκτήμονα και του απλού χωρικού, του εργοδότη και εργαζομένου.

Είναι γνωστή και έχει μελετηθεί διεξοδικά η πολιτική των μοναστηριών για διατήρηση αρχικώς και επαύξηση στη συνέχεια της ακίνητης περιουσίας τους, παράλληλα με τη συνεχή και συχνά επιτυχή διαπραγμά­τευση με την οθωμανική εξουσία για την αναγνώριση των παλαιότερων από τη βυζαντινή περίοδο φοροαπαλλαγών και προνομίων ή την παρα­χώρηση νέων, όπως ήταν η κατ’ αποκοπή πληρωμή των φόρων (maktu) ή η κατ’ αποκοπή πληρωμή της δεκάτης (bedel-i ο§τ).[1]

Η συγκρότηση μιας μεγάλης – στην κυριολεξία ή για τα δεδομένα της τοπικής κοινωνίας – περιουσίας, η οποία έπρεπε κατά το δυνατόν να είναι ενιαία, γινόταν με αγορές του ιδιοκτησιακού δικαιώματος ή του δικαιώματος εξουσίασης (ταπού) γαιών και κτισμάτων από χριστιανούς αλλά και μουσουλμάνους της περιοχής καθώς και με αφιερώσεις και δωρεές ακινήτων στη μονή. Ας σημειωθεί ότι, εάν δεν υφίστατο το ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί των γαιών, οι μονές ήλεγχαν τις εκτάσεις τους στο πλαίσιο πολύπλοκων νομικών σχέσεων, δημιουργώντας έτσι μοναστηριακά βακούφια εντός ευρύτερου ισλαμικού βακουφίου, ή τσιφλίκια εδραιωμένα σε δημόσιες ή βακουφικές γαίες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι Τελώνες των Ευαγγελίων – Συμβολή στην ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης


 

Στην εποχή του Ιησού, τον 1ο αι. μ.Χ., έργο των Τελωνών ήταν κυρίως η είσπραξη των τελών, δηλ. των έμμεσων φόρων. Όπως είναι γνωστό πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους ήταν άδικοι και άπληστοι, ενώ αυτά που συνέλεγαν έπρεπε να ικανοποιούν την κρατική εξουσία που τους είχε παραχωρήσει αυτό το έργο, αλλά και τους ίδιους. Εξ αιτίας αυτών, σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, [1] θεωρούνταν από την κοινωνία της Παλαιστίνης μισητοί και ξένα σώματα, που δεν ανήκαν στους «υιούς του Αβραάμ» κάτι που κυρίως ισχυρίζονταν οι ιουδαϊκές θρησκευτικές παρατάξεις, [2] ενώ εξισώνονταν με τους αμαρτωλούς, τους εθνικούς και τις πόρνες.

Πιο αναλυτικά, ο Π. Ν. Τρεμπέλας, [3] συνδέει την δυσμενή αντιμετώπιση των τελωνών από τους ευσεβείς Ιουδαίους, με την αργία του Σαββάτου και την επαφή τους με Έλληνες (δηλ. ειδωλολάτρες) εμπόρους την ιερή ημέρα. Όπως γράφει «αι απαιτήσεις του επαγγέλματος των (των τελωνών) καθίστων πρακτικός αδύνατον την τήρησιν του Σαββάτου (Έλληνες έμποροι διέσχιζον τα σύνορα κατά το Σάββατον και συνεπώς οι τελώναι ώφειλον να ευρίσκονται εκεί κατά την ημέραν ταύτην). Ούτω δε ήσαν εν διαρκεί επαφή μετά του εθνικού κόσμου. Ουδείς ευσεβής Ιουδαίος θα εξέλεγε τοιούτον επάγγελμα».

Παραπλήσια, χωρίς να είναι ακριβώς ίδια, φαίνεται να είναι η θέση του G. B. Caird, ο οποίος συναρτά το κοινωνικό στίγμα των τελωνών με την συνεργασία που είχαν – εξ αιτίας του επαγγέλματός τους – με εθνικούς ανώτερους υπάλληλους και εμπόρους. Παράλληλα και αυτός υπογραμμίζει πως οι άδικοι μέθοδοι που χρησιμοποιούσαν εξασκώντας το επάγγελμά τους (εκβιασμοί) τους οδηγούσαν στην κοινωνική περιθωριοποίηση.[4]

 

Συλλογή φόρων από τελώνες. (Ανάγλυφο του 2ου αι. μ. Χ.)

 

Πράγματι το επάγγελμα – και πιθανόν η καταγωγή τους, όπως θα φανεί παρακάτω – τοποθετούσε τους τελώνες πολύ χαμηλά στην κοινωνική κλίμακα της Παλαιστίνης. Είναι γνωστό πως ο λαός παρόλη την προφανή οικονομική τους επιφάνεια δεν τους εκτιμούσε, ενώ οι νομοδιδάσκαλοι και οι Φαρισαίοι τους χρησιμοποιούσαν ως παραδείγματα προς αποφυγή. Θεωρούνταν αδιανόητο, όπως συμπεραίνεται από αρκετά χωρία της Καινής Διαθήκης, να τρώει κάποιος μαζί τους στο ίδιο τραπέζι ή να πηγαίνει σπίτι τους, ενώ σε καμία περίπτωση οι ραβίνοι δεν θα δέχονταν έναν τελώνη για μαθητή τους, [5] γιατί τότε, εφόσον είχαν τέτοιες συναναστροφές, θα γίνονταν υπαινιγμοί σε βάρος τους, κάτι που συνέβη στον Ιησού, και θα κινδύνευαν να χαρακτηριστούν και αυτοί αμαρτωλοί που δεν τηρούσαν τα καθιερωμένα.

Αυτές οι ενδεικτικές ακραίες εκδηλώσεις σε βάρος των τελωνών είναι δύσκολο να ερμηνευτούν μόνο ως αποτέλεσμα της απληστίας τους και του σκληρού τρόπου με τον οποίο συγκέντρωναν τα οφειλόμενα στην εξουσία. Άραγε στην ιουδαϊκή κοινωνία των χρόνων του Ιησού δεν θα υπήρχαν και άλλες επαγγελματικές ομάδες, οι οποίες εξαιτίας της εργασίας τους, θα φέρονταν με σκληρότητα προκαλώντας το μίσος των πολιτών;

Για παράδειγμα οι στρατιώτες της φρουράς των Ηρωδών, (μεταξύ των οποίων υπήρχαν και άτομα ιουδαϊκής καταγωγής) που συνεργάζονταν με τους Ρωμαίους και έπαιρναν μέρος σε αντιδημοφιλείς ενέργειες, σαν τη σύλληψη του Ιωάννη του Βαπτιστή, γιατί να ήταν περισσότερο αποδεκτοί, κοινωνικά και θρησκευτικά απ’ ότι οι τελώνες. Ή γιατί να μην εξισώνονται με τους εθνικούς και τις πόρνες αυτοί που ασκούσαν επονείδιστα επαγγέλματα στην Παλαιστίνη,[6] όπως π. χ. οι κάπηλοι και οι έμποροι των καρπών του Σαββατικού έτους. Και τέλος, γιατί να μην θεωρούνται άνθρωποι του Θεού, άτομα όπως ο αρχιτελώνης Ζακχαίος, που η συμπεριφορά του φανέρωνε και τις θρησκευτικές του ανησυχίες και την συμπάθειά του, σε λανθάνουσα ίσως μορφή, για τους αναξιοπαθούντες συμπολίτες του.

 

Ιωάννης ο Βαπτιστής. Αρχείο: Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου Τμήμα εκτυπώσεων και φωτογραφιών Washington, 1872.

 

Βεβαίως είναι σοβαροί λόγοι, εφόσον ισχύουν, η μη τήρηση της αργίας του Σαββάτου και η συναναστροφή με ειδωλολάτρες υπαλλήλους και εμπόρους ώστε να θεωρηθούν οι τελώνες θρησκευτικά και κοινωνικά απόβλητοι. Τίθεται όμως το ερώτημα, εφόσον οι ίδιοι ήταν υπεύθυνοι των τελωνείων, δεν θα μπορούσαν, αν το ήθελαν, να σταματούν την εργασία τους αυτή την ημέρα και να ζητούν από τους εμπόρους να περιμένουν την επόμενη για να πληρώσουν τους δασμούς και να περάσουν; Άλλωστε κανένας δεν θα τους ανάγκαζε να εργαστούν το Σάββατο, αφού οι ίδιοι ως επιχειρηματίες είχαν ενοικιάσει τους φόρους και τους εισέπρατταν πλέον για δικό τους όφελος. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Παναγιά Πορτοκαλούσα, η Ήρα Ακραία και το «κρυφό σχολειό» | Χρήστος Πιτερός


 

Στα βορειοανατολικά του λόφου της Λάρισας στο απότομο πρανές και σε προεξέχουσα άκρα (=προεξοχή, κορυφή λόφου ή βουνού), είναι κτισμένος ο μνημειακός ολόλευκος εμβληματικός ναός της Παναγίας της Πορτοκαλούσας με το χαρακτηριστικό καμπαναριό, προστάτις της πόλης του Άργους. Ο ναός αυτός προβάλλεται στον φωτεινό ορίζοντα του Αργολικού πεδίου και αποτελεί από μακριά χαρακτηριστικό τοπόσημο αναγνώρισης της πόλης του Άργους και προσανατολισμού και για τους πιλότους της πολεμικής αεροπορίας, που κυριαρχούν στον ελληνικό ουρανό.

Ο ναός πανηγυρίζει στις 21 Νοεμβρίου εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου. Η Παναγία διαδέχθηκε στην Αργολίδα την λατρεία της Ήρας που έχει βαθιές ρίζες από τα προϊστορικά χρόνια, κυρίαρχη θεότητα της φύσης και σύζυγος του Δία στη συνέχεια, προστάτης της οικογένειας «κρατούσε τα κλείδας του γάμου» και ήταν αμείλικτη τιμωρός των επίορκων γυναικών.

 

Ο Ιερός Ναός της Παναγίας Πορτοκαλούσας ή Κατακεκρυμμένης. Λήψη από το λόφο της Δειράδας – Προφήτη Ηλία. Φωτογραφία Ηλίας Αντωνάκος.

 

Η παλαιότερη χριστιανική λατρεία στην επιφανέστερη αυτή θέση της Πορτοκαλούσας ανάγεται γύρω στον δέκατο αι. μ. Χ., όπως έχει επισημανθεί από την αρχαιολογική έρευνα. Ανάλογη λατρεία υπήρχε και στο χαμηλότερο ορατό σπήλαιο, όπου διατηρούνται στους βράχους υπολείμματα τοιχογραφιών. Αλλά η λατρεία αυτή εγκαταλείφθηκε το πιθανότερο για λόγους ανασφάλειας σε δύσκολους καιρούς.

 

Ο Ιερός Ναός της Παναγίας Πορτοκαλούσας, ακριβώς κάτω το σπήλαιο.

 

Το σπήλαιο που βρίσκεται κάτω από την Παναγιά την Κατακεκρυμμένη.

Η Παναγία της Λάρισας είναι γνωστή και ως Παναγία του Βράχου και ως Κατακεκρυμμένη. Το δεύτερο αυτό όνομα αυστηρώς αρχαϊστικό είναι το πιθανότερο δημιούργημα των λόγιων εκπροσώπων της Εκκλησίας. Ωστόσο από τους περιηγητές η εκκλησία αυτή αναφέρεται και ως Κατηχουμένη. Το όνομα αυτό προφανώς αποτελεί παραφθορά του παλαιότερου ονόματος Καταχωμένη και έλαβε το όνομα το πιθανότερο από την εικόνα που βρέθηκε χωμένη στο σπήλαιο κάτω από την εκκλησία, στη θέση που είναι γνωστή ως Εύρεση. (Για την ιστορία της εκκλησίας αυτής, Α.Π. Τσακόπουλος, Ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου, συμβουλαί εις την ιστορίαν της εκκλησίας της Αργολίδος, Αθήναι 1953, 17-30). Ωστόσο το κυρίαρχο όνομα της εκκλησίας στην εποχή μας είναι Πορτοκαλούσα.

Σύμφωνα με την κρατούσα παράδοση έλαβε το όνομα λόγω παλαιού εθίμου, σύμφωνα με το οποίο οι Αργείοι έριχναν πορτοκάλια στα νεόνυμφα ζευγάρια, που επισκέπτονταν την εκκλησία κατά την πανήγυρι (21η Νοεμβρίου). Ωστόσο το έθιμο αυτό που απηχεί παλιά παράδοση ανταλλαγής μηνυμάτων μεταξύ των νέων όπως αναφέρεται και σήμερα π.χ. σε λαϊκό άσμα: «Σου στέλνω μήλο μου στέλνεις πορτοκάλι». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας της Εθνικής Παλιγγενεσίας στο Κρανίδι και την  Ερμιόνη | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Ιστορικά στοιχεία

 

Σπυρίδων Λάμπρος (1851-1919). Υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης και ιστορικός, διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας (27 Σεπτεμβρίου 1916 – 21 Απριλίου 1917). Τσιγκογραφία, «Νέα Ελλάς», 2 (1896) σ. 345.

Ο πρώτος που εισηγήθηκε το θέμα του μεγαλοπρεπούς εορτασμού της 100/ετηρίδας της Ελληνικής Επανάστασης ήταν ο Σπύρος Λάμπρου το 1899. Όταν το 1916 ανέλαβε Υπουργός Παιδείας σύστησε Επιτροπή για την προετοιμασία του εορτασμού του 1821. Ωστόσο, οι δύσκολες περιστάσεις εκείνων των χρόνων δεν επέτρεψαν τη λειτουργία της. Το θέμα επανήλθε δύο χρόνια αργότερα και τότε η Βουλή ομόφωνα «ψήφισε τον Νόμο 1375/1 Απριλίου 1918 που προέβλεπε λαμπρό εορτασμό καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους 1921.

Με το Β.Δ. της 11ης Μαΐου 1918 συστάθηκε η Κεντρική Επιτροπή του εορτασμού. Πρόεδρός της ανέλαβε ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, Πρόεδρος της Βουλής, Αντιπρόεδροι ο Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος, ο Παύλος Κουντουριώτης, Αντιναύαρχος και Υπουργός των Ναυτικών και ο Παναγιώτης Δαγκλής, Αντιστράτηγος και Γενικός Αρχηγός του Στρατού. Ως μέλη της Επιτροπής τοποθετήθηκαν πέντε βουλευτές, τέσσερις πρώην υπουργοί, ένας πρώην βουλευτής, τέσσερις καθηγητές Πανεπιστημίου, ο δημοσιογράφος Άδωνις Κύρου και ο λογογράφος Ιωάννης Δαμβέργης.

Θεμιστοκλής Σοφούλης (1860-1949). Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, υφηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Για τις ανάγκες του εορτασμού, με το ίδιο Β.Δ., συστάθηκαν, μεταξύ των άλλων, είκοσι ειδικές επιτροπές. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ανέλαβε Πρόεδρος της «Επιτροπής Μεγάλου Μνημείου», ενώ ο Εμμανουήλ Ρέπουλης Πρόεδρος της «Επιτροπής πνευματικών αγωνισμάτων». Η παραπάνω Επιτροπή καταργήθηκε μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1920. Την επόμενη χρονιά καταρτίστηκε νέα πολυμελής Επιτροπή με επίτιμο Πρόεδρο τον διάδοχο Γεώργιο και Πρόεδρο τον πρίγκιπα Νικόλαο, σύμφωνα με το Β.Δ. της 20ης Φεβρουαρίου 1921.

Η Μικρασιατική εκστρατεία δεν επέτρεψε να πραγματοποιηθούν οι εκδηλώσεις του εορτασμού, όπως είχε προβλεφθεί. Στις 17 Μαρτίου 1921 συστάθηκε Εκτελεστική Επιτροπή η οποία, μεταξύ άλλων, καθόρισε ιωβηλαίο το έτος 1930. Έτσι στο διάστημα που θα μεσολαβούσε η Κεντρική Επιτροπή θα μπορούσε να προετοιμάσει τις όποιες εκδηλώσεις.

Η Μικρασιατική καταστροφή και τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν, όπως ήταν φυσικό, δεν επέτρεψαν να γίνουν οι εορταστικές εκδηλώσεις, χωρίς όμως και να ματαιωθούν οριστικά. Στις 28 Δεκεμβρίου 1928 με Π.Δ. ανασυστάθηκε η Κεντρική Επιτροπή εορτασμού. Πρόεδρος ανέλαβε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, πρώην Πρωθυπουργός και Αντιπρόεδροι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος και ο Πρόεδρος της Βουλής Ιωάννης Τσιριμώκος. Στην Κεντρική Επιτροπή συμμετείχαν τριάντα οκτώ μέλη, προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών. Με το Π.Δ. της 22ας Αυγούστου του 1829 συστάθηκαν δέκα πέντε ειδικές επιτροπές, οι οποίες αποτελούνταν από οκτώ έως είκοσι εννέα επιτροπές που ανέλαβαν ισάριθμες δράσεις του εορτασμού.

 

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στο Κρανίδι

 

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1930 ημέρα Δευτέρα τελέσθηκε με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια αλλά και συγκίνηση ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στο Κρανίδι. Πρόεδρος της Κοινότητας ήταν τότε ο Εμμανουήλ Σκλαβούνος, ενώ Πρόεδρος της Επιτροπής εορτασμού ανέλαβε ο Ιωάννης Κοκκίνης, Πρόεδρος του Συνδέσμου Κρανιδιωτών «Ο Προφήτης Ελισσαίος». Μέλη της Επιτροπής ήσαν οι Γεώργιος Παρασκευόπουλος, Θεόδωρος Χαρακόπουλος, Δημήτριος Μπαστούνης και Άγγελος Στυλιάτης.

Σύμφωνα με το πρόγραμμα των εορταστικών εκδηλώσεων στις 28 Σεπτεμβρίου 1930 ημέρα Κυριακή θα αναχωρούσε από τον Πειραιά το ατμόπλοιο «Ιωάννα» κατευθείαν για το Πόρτο Χέλι. Όσοι Κρανιδιώτες επιθυμούσαν μπορούσαν να ταξιδεύσουν δωρεάν, για να παρακολουθήσουν και να τιμήσουν με την παρουσία τους τις εκδηλώσεις.

 

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στο Κρανίδι

 

Την επομένη, 29 Σεπτεμβρίου 1930, αναχώρησε από το Φάληρο για το Πόρτο Χέλι το αντιτορπιλικό «ΛΕΩΝ», στο οποίο επέβαιναν οι επίσημοι. Στην είσοδο του Ιερού Ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, τους έγινε η καθιερωμένη υποδοχή και ακολούθησε δοξολογία. Τον πανηγυρικό εκφώνησε ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Μεσολωράς.

Στη συνέχεια εψάλη επιμνημόσυνη δέηση, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου των πεσόντων και κατάθεση των στεφάνων. Ακολούθησε δεξίωση των επισήμων στο Κοινοτικό κατάστημα και στις 1:00 μ.μ. γεύμα «εις την πλατείαν του Αγίου Χαραλάμπους υπό σκιάδαν» προς τιμή των επισήμων και των καλεσμένων. Το γεύμα περιλάμβανε ορεκτικά Κοιλάδας, μπαρμπούνια Πορτοχελίου, τυρόπιττα Διδύμων, κοτόπουλα Φούρνων, δίπλες Κρανιδίου, φρούτα Ερμιόνης και ρετσινάτο απ’ τα Φλάμπουρα. Την κυβέρνηση εκπροσώπησε ο Ερμιονίτης Υπουργός Οικονομικών Βασίλειος Δεληγιάννης.[1]

Στις 15 Οκτωβρίου 1930 η Επιτροπή των εκδηλώσεων συνέταξε τον οικονομικό απολογισμό του εορτασμού. Τα έσοδα ήσαν 91.554 δραχμές, τα έξοδα 131.443,30 δραχμές, ενώ το «έλλειμμα» ανερχόταν στις 39.894,70 δραχμές. Για να καλυφθεί το έλλειμμα η Επιτροπή απευθυνόμενη «προς τους απανταχού εκ της επαρχίας καταγομένους», σημείωνε στο κάτω μέρος της 4ης σελίδας του εντύπου απολογισμού «να συνεισφέρουν τον οβολόν των».

Επίσης με το από 20 Νοεμβρίου 1930 έγγραφό της ενημέρωνε την Κεντρική Επιτροπή ότι με τους εράνους που έκαμε μεταξύ των Κρανιδιωτών δεν κατάφερε να καλύψει τα έξοδα της ανέγερσης του μνημείου και της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου. Ως εκ τούτου ζητούσε από την Κεντρική Επιτροπή των εκδηλώσεων 15.000 δραχμές, ενώ τις 25.000 δραχμές που υπολείπονταν «θέλομεν εξεύρει αλλαχόθεν». Πάντως από τα σχετικά έγγραφα (έντυπο απολογισμού προς Κ.Ε.) διαπιστώνεται ότι τα μέλη της Επιτροπής εκδηλώσεων Κρανιδίου «έβαλαν βαθιά το χέρι στην τσέπη τους» για τον επετειακό εορτασμό.

 

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στην Ερμιόνη

 

Με ιδιαίτερη λαμπρότητα αλλά και σεμνότητα η Ερμιόνη απέδωσε τον φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης σ’ εκείνους που με τη θυσία τους κράτησαν ζωντανό το δέντρο της λευτεριάς.[2]

Με το υπ’ αριθμ. 3/9 Μαρτίου 1930 ψήφισμά του το Κοινοτικό Συμβούλιο της Ερμιόνης που το αποτελούσαν ο Απόστολος Παπαβασιλείου ως Πρόεδρος, ο Αντώνιος Τσαούσης ως Αντιπρόεδρος και τα μέλη Γεώργιος Φραγκούλης, Δημήτριος Παναγιώτου, Σπύρος Γκάτσος, Δημήτριος Μερτύρης, Εμμανουήλ Σκούρτης και Ιωσήφ Μερτύρης αποφάσιζε η Ερμιόνη, ως ιστορική πόλη, να μετέχει του εορτασμού της 100/ετηρίδας.

 

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στην Ερμιόνη

 

Πρότεινε δε να κατασκευαστούν, με δαπάνες της Κοινότητας, δύο αναμνηστικές πλάκες της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης «εκ Πεντελισίου μαρμάρου» με τα σχετικά επιγράμματα και να εντοιχιστούν η μία στην (ανατολική) πρόσοψη του Ι.Ν. των Ταξιαρχών, όπου ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Συνέλευσης και η άλλη στη (βορεινή) πρόσοψη της οικίας κληρονόμων Κοσμά Δ. Οικονόμου, όπου συνήλθε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση. Η πίστωση που καταγράφηκε στον κοινοτικό προϋπολογισμό για την αξία της κατασκευής ανερχόταν στις 20.000 δραχμές. Τα αποκαλυπτήρια των δύο μαρμάρινων επιγραφών θα γίνονταν την ημέρα του εορτασμού της 100/ετηρίδας που πρότειναν να είναι η 8η Νοεμβρίου, ημέρα που πανηγυρίζει ο ιστορικός Ι.Ν. των Ταξιαρχών.

Κατόπιν αυτών με την από 20 Μαρτίου 1930 αναφορά του προς την Κεντρική Επιτροπή του εορτασμού της 100/ετηρίδας ο Πρόεδρος της Κοινότητας Απόστολος Παπαβασιλείου παρακαλεί να συμπεριληφθεί η Ερμιόνη στο πρόγραμμα των εκδηλώσεων, οι οποίες θα διεξαχθούν όπως ακριβώς περιγράφονται στο ψήφισμα του Κοινοτικού Συμβουλίου, το οποίο και τους κοινοποιεί.

Επίσης αναφέρει ότι όλοι οι επίσημοι θα τύχουν «αξιοπρεπούς υποδοχής». Για τον σκοπό αυτό με δεύτερο έγγραφό του την ίδια ημερομηνία, 20 Μαρτίου 1930, ζήτησε τη μεσολάβηση του αρχηγού της Αντιπολίτευσης Παναγή Τσαλδάρη στην Κεντρική Επιτροπή, για να συμπεριληφθεί η Ερμιόνη στο πρόγραμμα του εορτασμού της 100/ετηρίδας.

Ζήτησε επίσης και τη μεσολάβηση του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος έστειλε το έγγραφο απευθείας στην Κ.Ε. του εορτασμού ζητώντας ενημέρωση. Ενώ γίνονταν οι παραπάνω διεργασίες και καθώς αναφέρει ο Ιωάννης Ηρ. Μάλλωσης στο βιβλίο του «Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευσις», η Κοινοτική αρχή Ερμιόνης αποφάσισε «να υψώση εις την κεντρικήν πλατείαν της πόλεως εις την του λιμένος εκ λευκού Πεντελησίου μαρμάρου Ηρώον» για εκείνους τους συμπολίτες μας που έπεσαν στους ένδοξους πολέμους 1912-1913 και να χαράξει επ’ αυτού τα ονόματά τους με χρυσά γράμματα.

Όταν η Κ.Ε. απάντησε θετικά στις προτάσεις της Κοινοτικής Αρχής ξεκίνησαν οι προετοιμασίες. Πρόεδρος της τοπικής επιτροπής του εορτασμού ορίστηκε ο πρώην δήμαρχος Ερμιόνης Κωνσταντίνος Κυρ. Γκολεμάς ο οποίος εκπροσωπούσε και τον δήμαρχο Άργους. Παράλληλα εκλέχτηκε 25μελής επιτροπή αποτελούμενη από ευυπόληπτα μέλη της ερμιονίτικης κοινωνίας, για να βοηθήσει στην οργάνωση του τοπικού εορτασμού.

Οι εορτές της 100/ετηρίδας διεξήχθησαν το Σάββατο 8 Νοεμβρίου 1930 με περισσή μεγαλοπρέπεια και τη συμμετοχή πλήθους κόσμου σύμφωνα με το πρόγραμμα, αντίγραφο του οποίου βρίσκεται στο αρχείο μας. Το Υπουργείο των Ναυτικών εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 95/10530/7 Νοεμβρίου 1930 διαταγή του σύμφωνα με την οποία: «Δι’ ατμοπλοίου «Ιωάννα» διερχομένου αύριον Σάββατον εκ Πόρου αποστείλατε εις Ερμιόνη μουσικήν Πόρου όπως παραστή εις τα εκεί εορτάς της 100/ετηρίδας.

Επιπροσθέτως από την Κ.Ε. ο Ιωάννης Δαμβέργης έστειλε το υπ’ αριθμ. 2235/7-11-1930 τηλεγράφημα προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής εορτασμού της 100/ετηρίδας Κωνσταντίνο Γκολεμά γνωρίζοντάς του ότι:

«Πολεμικόν φέρον επισήμους αποπλεύσει δεκάτην πρωϊνήν Σάββατον. Κ.Ε. 100/ετηρίδας αντιπροσωπεύσει Στρατηγός Πετρίδης, καταθέσει στέφανον, αναμνηστικήν πλάκα οικία, Γ΄ Εθνοσυνελεύσεως.

 

Πρόγραμμα Εορτών

 

Α΄

Ώρα 8:00 π.μ. αναχώρηση από τον Πειραιά του ατμόπλοιου της γραμμής «Ιωάννα», για να μεταβούν στην Ερμιόνη οι προσκεκλημένοι και όσοι επιθυμούν να παρευρίσκονται στις εορτές.

Ώρα 10:00 π.μ. αναχώρηση από το Ν. Φάληρο πολεμικού του Στόλου για να μεταβούν στην Ερμιόνη οι επίσημοι.

Β΄

Ώρα 2:00 μ.μ. άφιξη των επισήμων και των προσκαλεσμένων στην Ερμιόνη.

Γ΄

Προσφώνηση του Προέδρου της Κοινότητας, μετάβαση στον Ι.Ν. των Ταξιαρχών, Δοξολογία χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Ύδρας κ. Προκοπίου και αποκαλυπτήρια των δύο επιγραφών.

Δ΄

Επιμνημόσυνη δέηση στο Ηρώον, αποκαλυπτήρια του Ηρώου και κατάθεση στεφάνου.

Ε΄

Μετάβαση στα Μαντράκια και αποκάλυψη της αναμνηστικής μαρμάρινης επιγραφής που εντοιχίστηκε στο σπίτι των Μητσαίων από τον εγγονό τους στρατηγό Σταμάτη Αντ. Μήτσα. Δεξίωση των επισήμων. Λήξη των εορτών.

Την Κεντρική Επιτροπή 100/ετηρίδας εκπροσώπησε ο υποστράτηγος Ιωάννης Πετρίδης, τη δε Κυβέρνηση ο Ερμιονίτης Υφυπουργός Οικονομικών Βασίλειος Δεληγιάννης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Λεπτομερής περιγραφή των εκδηλώσεων υπάρχει στο βιβλίο του Γ. Π. Παρασκευόπουλου: «Ακτίνες και Νέφη», Αθήνα 1932.

[2] Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας περιγράφεται στο βιβλίο του Ιωάννη Ηρ. Μάλλωση: «Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευσις», Αθήναι 1930.

 

Πηγή


Γ.Α.Κ. «Αρχείο Ιωάννη Δαμβέργη»

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ανάλυση της στρατηγικής των Ιταλών στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο (1940-41) βάσει των στρατηγικών αναλυτών Σουν Τσου, Κλαούζεβιτς, Ζομινί και Φούλερ | Αντιπλοίαρχος Θεόφιλος Νικολαΐδης


 

Μπενίτο Μουσολίνι (1883-1945).

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος εντάσσεται στα πλαίσια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και του ευρύτερου στρατηγικού σχεδιασμού της πολιτικής του Μουσολίνι, στο χώρο της Μεσογείου. Ο Μουσολίνι στα μέσα του 1940 έχοντας ως πρότυπο τις κατακτήσεις του Αδόλφου Χίτλερ, θέλησε να αποδείξει στους συμμάχους του ότι μπορεί και ο ίδιος να οδηγήσει την Ιταλία σε ανάλογες στρατιωτικές επιτυχίες και να αναδειχθεί σε ρυθμιστική δύναμη της Νότιας Βαλκανικής. Αποτελεί δε, προϊόν της επεκτατικής πολιτικής του φασιστικού καθεστώτος, η οποία διαφάνηκε με την κατάληψη της Αλβανίας (Άνοιξη 1939), διαταράσσοντας την έως τότε πολιτική και στρατιωτική ισορροπία στα Βαλκάνια [1] ενώ την ίδια χρονική περίοδο Αγγλία και Γαλλία εγγυούνταν την ανεξαρτησία της Ελλάδας, σχηματοποιώντας έμμεσα τις συμμαχίες που διαμορφώνονταν στην περιοχή.

Ο σκοπός του άρθρου είναι να αναλύσει τη στρατηγική των Ιταλών στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, υπό το πρίσμα των βασικών εννοιών που αναπτύχθηκαν από τους κορυφαίους διανοητές και στρατηγικούς αναλυτές, με σκοπό την εξαγωγή χρήσιμων και επωφελών συμπερασμάτων για την άσκηση της σύγχρονης στρατηγικής σκέψης και της επιχειρησιακής τέχνης.

 

Διεθνές Περιβάλλον

  

Ο Χίτλερ με προσωπικές του ενέργειες, για τις οποίες δεν είχε ενημερώσει το σύμμαχό του, Μουσολίνι:

– Εξασφάλισε συμμαχία με Ουγγαρία, Ρουμανία και Βουλγαρία, (Μάιος – Ιούλιος 1939).

– Επιτέθηκε στην Πολωνία, (1 Σεπτέμβριο 1939).

– Κατέλαβε τις πετρελαιοπηγές της Ρουμανίας, (12 Οκτώβριο 1940).

Οι ανωτέρω επεκτατικές ενέργειες, εξόργισαν το Μουσολίνι και έδρασαν καταλυτικά στην απόφασή του για επίθεση στην Ελλάδα [2], με σκοπό την απόκτηση ηγεμονικής κυριαρχίας στα Βαλκάνια. Αντίθετα η Μ. Βρετανία και η Γαλλία, παρέμεναν επίσημα θεατές εν ονόματι της φιλειρηνικότητας. [3]

 

Πολιτικός Αντικειμενικός Σκοπός (ΑΝΣΚ) Ιταλών

 

Ο πολιτικός Αντικειμενικός Σκοπός (ΑΝΣΚ)  που είχε τεθεί, ήταν η κατάληψη της Ελλάδας, όπως προκύπτει κι από το τελεσίγραφο της 28ης Οκτωβρίου. Για την επίτευξή του, χρησιμοποιήθηκε αρχικά διπλωματία εξαναγκασμού, με μεθοδευμένη κλιμάκωση των προκλητικών ενεργειών με απειλή χρήσης βίας (πειθαναγκασμός) και στη συνέχεια, από 28 Οκτωβρίου 1940, με την ανάληψη επιθετικών επιχειρήσεων, επιδιώκοντας αποφασιστικό αποτέλεσμα με τη χρήση βίας.

 

Αίτια Πολέμου

 

Τα αίτια του πολέμου προσδιορίζονται σε 3 επίπεδα [4] και αποτελούν απόρροια τόσο των προσωπικών επιδιώξεων του δικτάτορα, (ατομικό επίπεδο) όσο και των κρατικών δομών αλλά και του διεθνούς συστήματος, όπως αυτά αναλύονται παρακάτω:

Συστημικό Επίπεδο: Επιδίωξη ηγεμονικής κυριαρχίας της Ιταλίας στην περιοχή των Βαλκανίων, υπό την πίεση του διεθνούς ανταγωνισμού. Ο δικτάτορας αντιλαμβανόμενος την ανισοκατανομή ισχύος που θα δημιουργούνταν στην περιοχή ενδιαφέροντός του, με την πρόσκτηση των πετρελαιοπηγών της Ρουμανίας από τη Γερμανία, αναλαμβάνει επιθετικές επιχειρήσεις για να αποκτήσει μερίδιο στη διακυβέρνηση του διεθνούς συστήματος.

Κρατικό επίπεδο: Η καλλιέργεια στο εσωτερικό της χώρας και στη συνείδηση του ιταλικού λαού, μέσω προπαγανδιστικών ενεργειών, του κινήτρου προσφυγής στον πόλεμο, με την αναβίωση του αισθήματος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Ατομικό επίπεδο: Βιολογικά ορμέμφυτα του Μουσολίνι. Η ιδιοσυγκρασία [5] και η αλαζονεία του δικτάτορα για εξομοίωση στα μάτια του ιταλικού λαού με τον Χίτλερ καθώς και οι οραματισμοί του για αναβίωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, επέδρασαν καταλυτικά στη διαμόρφωση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας και στην κήρυξη του πολέμου στην Ελλάδα. [6] Επιπλέον δε, επιζητούσε και τη στρατιωτική δόξα, όπως χαρακτηριστικά σημειώνει ο Τσιάνο, «το ασύλληπτο όνειρο της ζωής του, η δόξα επί του πεδίου της μάχης».[7] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η δίωξη της Εφημερίδας «Ο Απόλλων»


 

Το καλοκαίρι του 1830 ο Αναστάσιος Πολυζωίδης επέστρεψε στην Ελλάδα, υστέρα από συμπληρωματικές σπουδές δύο χρόνων περίπου στο εξωτερικό. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης είχε διαδραματίσει δευτερεύοντα ρόλο, τώρα όμως ένοιωθε αρκετά ικανός για ουσιαστικότερη παρουσία στο ελεύθερο πια κράτος. Η πολιτική κατάσταση στο μεταξύ είχε αλλάξει: το σύνταγμα της Τροιζήνας, στη σύνταξη του όποιου και ο ίδιος συνέβαλε, είχε ανασταλεί και όλη η εξουσία βρισκόταν στα χέρια του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Ο Πολυζωίδης, σαν φιλελεύθερος, ανήκε ιδεολογικά στην αντιπολίτευση. Παρόλα αυτά θέλησε να υπηρετήσει κάτω από τις διαταγές του Κυβερνήτη, τον όποιο σεβόταν και ευγνωμονούσε για τη χρηματική ενίσχυση των σπουδών του. Στην αρχή προσπάθησε να καταλάβει υπεύθυνη θέση στον κρατικό μηχανισμό, αλλά οι ελπίδες του διαψεύστηκαν. Οι θέσεις που του πρόσφερε η Κυβέρνηση έθιγαν, κατά τη γνώμη του, τη φιλοτιμία του και, το σπουδαιότερο, δεν του παρείχαν την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει γόνιμα όσα έμαθε σπουδάζοντας τόσα χρόνια. Η πεποίθηση ότι σαν πνευματικός άνθρωπος είχε υψηλότερη αποστολή τον ώθησε στην απόρριψή τους. Συγχρόνως άλλη απογοήτευση περίμενε τον νεαρό διανοούμενο: η επιθυμία του να εκδώσει μετάφραση της Πολιτικής Οικονομίας του Ιωσήφ Δροζίου δεν έγινε ευνοϊκά δεχτή από τον Κυβερνήτη, ο όποιος θεώρησε τους Έλληνες ανώριμους ακόμη για να ωφεληθούν από το έργο αυτό. Η δημοσιογραφία πρόβαλε τότε στον Πολυζωίδη σαν το μόνο μέσο αξιόλογης προσφοράς στους συμπολίτες του. Στην απόφασή του αυτή θα παρακινήθηκε ασφαλώς από τους αντιπολιτευόμενους την Κυβέρνηση φίλους του και ιδιαίτερα από τον παλιό του προστάτη Αλ. Μαυροκορδάτο. Οι τελευταίοι επιθυμούσαν να καλύψουν το κενό που άφησε, ύστερα από τη δίωξή της, η ανεξάρτητη εφημερίδα «Η Ηώς» του Εμμ. Άντωνιάδη.

Ο Πολυζωίδης γνωστοποίησε την έκδοση της εφημερίδας του «Ο Απόλλων» με την προκήρυξη της 13 Δεκεμβρίου 1830. Σ’ αυτή τόνιζε την ιερή αποστολή του τύπου: ότι είναι φύλακας όλων των ελευθεριών και ότι συμβάλλει ουσιαστικά στο φωτισμό του έθνους. Υποσχέθηκε την καταχώριση ειδήσεων από το εξωτερικό και διακήρυξε την αμετάτρεπτη απόφασή του να υπηρετήσει, μέσα στα όρια του νόμου και χωρίς καμιά παρέκκλιση η συγκατάβαση, την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.

Τα πρώτα αντίτυπα της προκήρυξης στάλθηκαν στον Γραμματέα της Δημόσιας Παιδείας Ν. Χρυσόγελο για να παραδοθούν στον Κυβερνήτη, ο όποιος ετοιμαζόταν τότε να αναχωρήσει από το Ναύπλιο. Η ενέργεια αυτή δεν σήμαινε αίτηση επίσημης άδειας για την έκδοση, αλλά αποτελούσε απλή γνωστοποίηση και πρόσκληση συνδρομής.

Ο Πολυζωίδης γνώριζε καλά ότι σύμφωνα με τις αρχές των επαναστατικών Εθνοσυνελεύσεων, οι όποιες αποτέλεσαν τις συνταγματικές βάσεις της Κυβέρνησης Ιω. Καποδίστρια και τις όποιες αναγνώρισε χωρίς τροποποιήσεις η Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους (1829), ο εκδότης ενός εντύπου δεν υπέκειτο σε κανένα περιορισμό παρά μόνο στην τήρηση των έξης όρων: να σεβαστή τη χριστιανική θρησκεία και τις αρχές της ηθικής· να αποφύγει κάθε προσωπική ύβρη και συκοφαντία. Κατά συνέπεια η άδεια ήταν περιττή και αν τυχόν η Κυβέρνηση διεκδικούσε το δικαίωμα συγκατάθεσης ή άρνησης στην έκδοση μιας εφημερίδας, θα ενεργούσε αντίθετα προς τη συνταγματική διάταξη που όριζε τον τύπο ανεξάρτητο. Εξ άλλου είχε ήδη εκδοθεί η «Ηώς» χωρίς να χρειαστεί κυβερνητική άδεια. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Περιμένοντας τους Γερμανούς…» – Φόβοι και ελπίδες στην Ελλάδα του Διχασμού | Δημήτρης Μπαχαράς


 

Η ιστορία του Εθνικού Διχασμού και η δημιουργία της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης είναι λίγο-πολύ γνωστές: η σύγκρουση μεταξύ Βενιζέλου και βασιλιά Κωνσταντίνου το 1915, σχετικά με τη συμμετοχή ή όχι στον πόλεμο, οδήγησε τον Βενιζέλο, ύστερα από διπλές εκλογές το ίδιο έτος, σε αποχώρηση από την πρωτεύουσα και ύστερα από ένα διάστημα λίγων μηνών στη Θεσσαλονίκη (τον Σεπτέμβριο του 1916), όπου ανέλαβε την αρχηγία του κινήματος της Εθνικής Αμύνης και τη δημιουργία κυβέρνησης θετικά διακείμενης στους συμμάχους. Υπό τη δεύτερη αυτή κυβέρνηση τέθηκαν όλες οι βενιζελικές περιοχές, σε άμεση συνεργασία με τη Στρατιά της Ανατολής, που είχε αποβιβαστεί στη Μακεδονία ήδη από το 1915. Η Παλαιά Ελλάδα παρέμεινε υπό την επίσημη κυβέρνηση των Αθηνών, θεωρητικά ουδέτερη, πρακτικά διοικούμενη από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση του συζύγου της αδερφής του Κάιζερ, Κωνσταντίνου, η οποία άφηνε ευλόγως υπόνοιες δυνητικής συνεργασίας με τη Γερμανία στους βενιζελικούς – άποψη που διατρέχει και τη μετέπειτα ιστοριογραφία του Διχασμού.

Έτσι είχαμε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: τους βενιζελικούς και τους συμμάχους στις Νέες Χώρες από τη μία, και τη βασιλική κυβέρνηση των Αθηνών από την άλλη. Εκ πρώτης όψεως μάλιστα, η αντιμαχία μοιάζει εκ των υστέρων άνιση για την εποχή, τόσο σε επίπεδο δυνάμεων όσο και σε επίπεδο φόβων και ελπίδων. Οι βενιζελικοί είχαν τη στήριξη του τεράστιου στρατού των συμμάχων στη Μακεδονία και την ελπίδα ότι μετά τον πόλεμο θα έπαιρναν είτε τη Μικρά Ασία, είτε την Κωνσταντινούπολη, είτε την Κύπρο, [1] ενώ οι βασιλικοί είχαν μόνο τα δικά τους στρατεύματα και την ελπίδα ότι στην καλύτερη περίπτωση η Ελλάδα θα παρέμενε ουδέτερη και δεν θα είχε πρόβλημα με τις γείτονες χώρες. Οι βενιζελικοί ήλπιζαν ότι θα επέστρεφαν θριαμβευτικά στην Αθήνα κάποια στιγμή, και θα έβαζαν ολόκληρη τη χώρα στον πόλεμο στην πλευρά των συμμάχων, ενώ οι βασιλικοί φοβούνταν ότι μπορεί να έχαναν τα πάντα ανά πάσα στιγμή. [2] Οι ελπίδες λοιπόν των βενιζελικών αποτελούσαν ταυτοχρόνως τον φόβο των αντιβενιζελικών: ποιος θα τους σταματούσε σε περίπτωση που οι βενιζελικοί και οι σύμμαχοι αποφάσιζαν να κατέβουν προς τον νότο; Είχαν εναλλακτικές λύσεις και πού μπορεί να στηρίζονταν οι ελπίδες τους;

 

Πορτρέτο του Βενιζέλου στο εξώφυλλο του «Le Petit Journal», 29 Οκτωβρίου 1916.

 

Στη συνέχεια αυτού του άρθρου παρουσιάζονται στοιχεία που αφορούν αυτά τα ερωτήματα και ρίχνουν φως σε μία σχετικά άγνωστη πτυχή που πήρε μικρή δημοσιότητα στον Τύπο εκείνα τα χρόνια: το ενδεχόμενο μιας μεγάλης στρατιωτικής επέμβασης της Γερμανίας στη Μακεδονία και τη Θράκη για να βοηθήσει τον βασιλιά και την κυβέρνησή του εναντίον της Στρατιάς της Ανατολής. Αυτό θα αποτελούσε την κρυφή ελπίδα και προσδοκία των βασιλέων για ένα σύντομο, αλλά κρίσιμο, χρονικό διάστημα.

Τα δεδομένα που παρατίθενται στη συνέχεια προέρχονται κυρίως από το προσωπικό ημερολόγιο του Γεωργίου Στρέιτ και την απόρρητη αλληλογραφία των βασιλικών πρεσβευτών κυρίως στο Βερολίνο και στη Ρώμη (Γ. Θεοτόκης και Ε. Ζαλοκώστας αντίστοιχα) με το παλάτι, ενώ η ιστορία εκτυλίσσεται κυρίως από το καλοκαίρι του 1916 – πριν τον σχηματισμό της Προσωρινής Κυβέρνησης – έως τους πρώτους μήνες του 1917. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι δεν επρόκειτο απλώς για φόβους που καλλιέργησαν οι σύμμαχοι και οι βενιζελικοί, όπως έχει υποστηριχτεί, [3] αλλά για πραγματικά σχέδια που είχαν βάση και δυνατότητες πραγματοποίησης.

 

Γεώργιος Στρέιτ (1868-1948) καθηγητής νομικής, πολιτικός. Στενός φίλος του βασιλιά Κωνσταντίνου, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ως σύμβουλός του στα γεγονότα του Εθνικού Διχασμού.

 

Πρώτα από όλα πρέπει να καταστεί σαφές ότι τα σχέδια στα οποία θα αναφερθούμε εντάσσονταν απολύτως στο ευρύτερο πλαίσιο των στρατιωτικών σχεδιασμών και επιχειρήσεων της Γερμανίας στο Ανατολικό μέτωπο εκείνης της εποχής. Συγκεκριμένα, ξεκίνησαν ως σκέψεις από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του καλοκαιριού του 1916, όταν οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι αντεπιτέθηκαν ύστερα από την αγγλογαλλική επίθεση κατά της λίμνης Δοϊράνης τον Αύγουστο (9-18), και συνεχίστηκαν με συγκεκριμένες προτάσεις μετά τη δημιουργία της Προσωρινής Κυβέρνησης της Θεσσαλονίκης από τον Βενιζέλο.

 

Κωνσταντίνος Α΄, έργο του Philip de László (1868-1937) φιλοτεχνημένο τον Απρίλιο του 1914. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Η αντεπίθεση της Γερμανίας και της Βουλγαρίας στα Βαλκάνια[4] πυροδότησε παρασκηνιακά μια συζήτηση που ξέφευγε από την μέχρι τότε ανοιχτά διατυπωμένη άποψη των αντιβενιζελικών και των βασιλέων περί ουδετερότητας. Και η συζήτηση αυτή αφορούσε την ένταξη της Ελλάδας στον πόλεμο με την πλευρά της Γερμανίας. Οι Γερμανοί είδαν ότι με τη βοήθεια των Βούλγαρων είχαν καταφέρει να κερδίσουν σημαντικές μάχες στα ανατολικά της Μακεδονίας εναντίον των συμμάχων, και ότι είχαν σοβαρές πιθανότητες να τους κερδίσουν και στα δυτικά, ειδικά αν κατάφερναν να εξασφαλίσουν τη συμμετοχή της βασιλικής ελληνικής κυβέρνησης και του στρατού στο πλευρό τους. Έτσι ξεκίνησαν τις διαπραγματεύσεις.[5] Κύριος μοχλός και μέσο των διαπραγματεύσεων αυτών ήταν ο στρατιωτικός ακόλουθος της γερμανικής πρεσβείας στην Αθήνα ταγματάρχης Falkenhausen (Φαλκενχάουζεν).

Συγκεκριμένα, από τα μέσα Αυγούστου και ύστερα ο ταγματάρχης πύκνωσε τις επαφές του με το παλάτι. Οι προτάσεις του Falkenhausen όμως, δεν ήταν αρκετά πειστικές για τους βασιλείς (Κωνσταντίνο και Σοφία). Ουσιαστικά τους ζητούσε να ξεκινήσουν προετοιμασίες πολέμου, καλώντας 2-3 κλάσεις στρατού,[6] χωρίς κανένα αντάλλαγμα και χωρίς καμία εγγύηση ότι θα τους βοηθούσε άμεσα και από κοντά η Γερμανία, δηλαδή ουσιαστικά στηριζόταν μόνο στα φιλογερμανικά αισθήματα του Κωνσταντίνου και στη σχέση της γυναίκας του με τον αδερφό της.

Έτσι, σε συνεργασία με τους κοντινούς τους ανθρώπους, απέρριψαν, αρχικά τουλάχιστον, τις προτάσεις, παρ’ όλο που οι φόβοι, ειδικά της Σοφίας, ότι οι σύμμαχοι μπορεί να επέβαλλαν τελικά τον Βενιζέλο συλλαμβάνοντας τους βασιλείς, εκφράζονταν στο κοντινό τους περιβάλλον,[7] – άλλωστε η χώρα δεν είχε ακόμη διαιρεθεί. Παρ’ όλα αυτά οι συναντήσεις δεν σταμάτησαν. Αντιθέτως, τον Σεπτέμβρη του 1916 πύκνωσαν τόσο, που δικαίως προκάλεσαν διάφορα σχόλια στον Τύπο και την κοινή γνώμη, αλλά και διαμαρτυρίες ξένων πρεσβευτών που εύλογα πίστευαν ότι οι βασιλείς συνεννοούνταν έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας,[8] – ειδικά αν λάμβανε κανείς υπόψη του και την πρόσφατη (Μάιος 1916) παράδοση του Ρούπελ στη Βουλγαρία.

Η στάση των βασιλικών απέναντι στις γερμανικές προτάσεις φάνηκε να αλλάζει με την άφιξη του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη, τον Σεπτέμβριο του 1916, όταν την ημέρα που έμαθαν ότι ο Βενιζέλος πάει στη Θεσσαλονίκη, ο Στρέιτ έγραφε ότι «ο Πρωθυπουργός και ο υπουργός των εξωτερικών, λέγει, ήσαν το πρωί πανικόβλητοι, συνεβούλευον δ’ ότι πρέπει να εξέλθωμεν αμέσως της ουδετερότητος».[9] Αυτό βέβαια δεν έγινε, όμως η ταυτόχρονη σκλήρυνση της στάσης των συμμάχων και η ανοιχτή συμμαχία τους με τον Βενιζέλο, οδήγησε σε σοβαρές σκέψεις ακόμη και για δημοψήφισμα για την έξοδο της Ελλάδας στον πόλεμο – σχέδιο το οποίο εγκρίθηκε από το συμβούλιο του στέμματος και ανατέθηκε στους Γούναρη και Ζαΐμη.[10]

 

Εθνικός Διχασμός: Πρωτοσέλιδο με τον Ελευθέριο Βενιζέλο και το βασιλιά Κωνσταντίνο, με τον τίτλο «Η Ελλάδα δεν είναι πια ουδέτερη». Εφημερίδα The New York Times: Mid-week pictorial, Σεπτέμβριος 1916.

 

Παρ’ όλα αυτά, όμως, και παρά τις συνεχιζόμενες πιέσεις του Φαλκενχάουζεν, οι βασιλικοί παρέμεναν αναποφάσιστοι. Καταλύτης στον τρόπο που έβλεπαν τα πράγματα υπήρξαν τα Νοεμβριανά, τα οποία τους ανάγκασαν να στρέψουν τις όποιες ελπίδες τους πλέον αποκλειστικά σε μια επέμβαση της Γερμανίας. Άλλωστε οι Γερμανοί τούς είχαν εγγυηθεί από νωρίτερα ότι σε ενδεχόμενη σύγκρουση με τους συμμάχους στον βορρά, θα νικούσαν.[11] Και η πρότασή τους αυτή τη φορά δεν αφορούσε απλώς μια μετριοπαθή στάση – όπως ουδετερότητα, επιστράτευση, κ.λπ.-, αλλά ένα σχέδιο αντεπίθεσης: οι βασιλικές στρατιωτικές δυνάμεις θα επιτίθονταν από τον νότο και οι Γερμανοί θα εισέβαλλαν από τον βορρά, δημιουργώντας ένα διπλό μέτωπο που δύσκολα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η Στρατιά της Ανατολής.

Το πρόβλημα, βέβαια, ήταν ότι οι σύμμαχοι ζητούσαν πλέον (Δεκέμβρης 1916) την αποχώρηση των βασιλικών στρατευμάτων από τη Θεσσαλία, πράγμα που θα δυσκόλευε εξαιρετικά τους βασιλικούς στο κοινό σχέδιο με τους Γερμανούς. Γι’ αυτό τον λόγο είχαν ξεκινήσει τη συγκρότηση ομάδων ατάκτων που θα δρούσαν στα βόρεια της Θεσσαλίας, με στόχο να βοηθήσουν στην αναχαίτιση ενδεχόμενης προέλασης της Στρατιάς της Ανατολής προς τα νότια, αλλά και την αναμενόμενη γερμανική επίθεση από τον βορρά.

Τις άτακτες αυτές ομάδες, τις οργάνωνε ο ταγματάρχης Φαλκενχάουζεν,[12] με βασικό βοηθό του τον επίστρατο Φραγκίσκο[13] και τον Καραβίτη. Για τον εξοπλισμό τους είχαν προβλεφθεί 5.000 τυφέκια, 6 μυδραλιοφόρα και 11 κανόνια, με τα παρελκόμενά τους, και τις προμήθειες.[14] Μάλιστα, στη δημιουργία αυτών των ομάδων ενεργό ρόλο φαίνεται πως είχε παίξει η βασίλισσα Σοφία, η οποία εκτός των συναντήσεων που προαναφέρθηκαν στην Αθήνα με τον Φαλκενχάουζεν, είχε και μυστική αλληλογραφία μαζί του, με τηλεγραφήματα μέσω Βερολίνου. Η δράση της (μέσω αλληλογραφίας) πρέπει να έγινε πιο έντονη μετά τα Νοεμβριανά του 1916, οπότε τρομοκρατημένη έγραφε: «Από θαύμα σωθήκαμε μετά τον τρίωρο βομβαρδισμό εναντίον του παλατιού […] σωθήκαμε κατεβαίνοντας στα υπόγεια […] περιμένουμε τα πάντα τώρα […] σας παρακαλώ να μας πληροφορήσετε πότε ο στρατός της Μακεδονίας θα είναι έτοιμος με ενισχύσεις ώστε να περάσει στην αντεπίθεση. Πείτε στον Φαλκενχάουζεν να επικοινωνήσει μαζί μας πριν φύγει για τη Μακεδονία. Σοφία».[15]

 

Η βασίλισσα Σοφία της Ελλάδας. Στην φωτογραφία το 1887 ως πριγκίπισσα της Πρωσίας και της Γερμανίας. National Portrait Gallery, London.

 

Η βασίλισσα Σοφία της Ελλάδας (1870-1932) αδελφή του Γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου Β΄. Στην φωτογραφία το 1887 ως πριγκίπισσα της Πρωσίας και της Γερμανίας. National Portrait Gallery, London.

 

Το σχέδιο λοιπόν ήταν να λειτουργήσουν οι άτακτες ομάδες συμπληρωματικά στην κινητοποίηση των βασιλικών στρατευμάτων, σε περίπτωση που υποχωρούσαν στα βόρεια της Πελοποννήσου. Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση, οι βασιλικοί είχαν έτοιμο σχέδιο να επαναφέρουν άμεσα τα στρατεύματά τους στη Στερεά – πράγμα που δικαιολογεί και την πρωθύστερη ανησυχία των βενιζελικών και των συμμάχων.[16] Αν ο γερμανικός στρατός κατέβαινε προς τον νότο, οι βασιλικοί θα προέλαυναν προς βορρά, έχοντας έτοιμα τα αντάρτικα σώματα που θα καθυστερούσαν τη Στρατιά της Ανατολής μέχρι να φτάσουν.

 

Ο Βενιζέλος μετακινείται από τα Χανιά στη Θεσσαλονίκη, όπου δημιουργεί την Προσωρινή Κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης. Η πρώτη σελίδα του «Exelsior» που απεικονίζει την άφιξη του Βενιζέλου και την υποδοχή του από τον στρατηγό Sarrail, διοικητή του Armée d’ Orient. «Exelsior», Οκτώβριος 1916.

 

Το δεύτερο όμως, και μεγαλύτερο, πρόβλημα των βασιλικών ήταν ότι οι Γερμανοί δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να αναλάβουν την πρωτοβουλία της επίθεσης. Άφηναν μεν να κυκλοφορούν φήμες πως θα επέμβουν, αλλά υποδείκνυαν στα τηλεγραφήματά τους στους βασιλείς να ενεργήσουν πρώτοι. Οι γερμανοί στρατηγοί έβλεπαν ότι το θέατρο των επιχειρήσεων στα Βαλκάνια είχε αλλάξει σε σχέση με το καλοκαίρι και ότι η Στρατιά της Ανατολής είχε δυναμώσει κι άλλο. Ταυτοχρόνως, είχαν να αντιμετωπίσουν το πολύ σοβαρό πρόβλημα της Ρουμανίας. Δεν ήταν λοιπόν έτοιμοι να αναλάβουν ένα καινούργιο μέτωπο, αν δεν είχαν ενδείξεις ότι υπάρχει σοβαρή στρατιωτική δύναμη που θα βοηθούσε. Αν οι συρράξεις ξεκινούσαν και οι συμμαχικές δυνάμεις βρίσκονταν απασχολημένες στον νότο, θα ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία για αυτούς να χτυπήσουν από τον βορρά. Στις 3 Δεκεμβρίου, ο Κάιζερ έγραφε σχεδόν εκβιαστικά στη Σοφία:

 

Είδα τους κινδύνους που εσύ και ο Τίνο περάσατε […] Η Αντάντ έδειξε ποιος είναι πλέον ο σκοπός της […] O Τίνο δεν έχει πλέον άλλη επιλογή παρά να στραφεί ανοιχτά εναντίον των σφαγέων του. Η παρέμβαση του Τίνου με τις συνεργαζόμενες δυνάμεις του εναντίον της δυτικής πτέρυγας του Σαράιγ θα φέρει τη λύση για την απόφαση σχετικά με τη Μακεδονία και την απελευθέρωση της φτωχής Ελλάδος. Ο Τίνο το ξέρει. Σκεφτόμενος εσένα και τον Τίνο, Βίλχελμ.[17]

 

Για τους βασιλικούς όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Αν δεν ερχόταν σε βοήθειά τους η Γερμανία, θεωρούσαν πως ήταν χαμένοι και ότι οι βασιλείς θα βρίσκονταν σε κίνδυνο. Πώς θα αναλάμβαναν πρώτοι την πρωτοβουλία μιας επίθεσης, χωρίς να γνωρίζουν αν τελικά θα τους βοηθήσουν εγγυημένα οι Γερμανοί; Θα ήταν σαν άλμα στο κενό. Επιβεβαιώνοντας λοιπόν την πρόθεσή τους να υλοποιήσουν το κοινό σχέδιο, προσπαθούσαν να πείσουν τους Γερμανούς να επιτεθούν αυτοί πρώτοι. Γι’ αυτόν τον λόγο και η Σοφία απαντούσε έξυπνα στις 26 Δεκεμβρίου στον αδελφό της πως, δεδομένης της κατάστασης για τους γερμανόφιλους στην Ελλάδα:

 

[…] η λύση που προτείνεις είναι η μόνη πιθανή, καθώς εάν επιτεθείτε εσείς στον Σαράιγ από βόρεια, θα αναγκαστεί να υποχωρήσει προς τα νοτιοανατολικά, όπου θα τον περιμένει ο δικός μας στρατός. Αυτή τη στιγμή όμως η απόσταση είναι μεγάλη, οι επικοινωνίες αποκομμένες και οι προμήθειες ελάχιστες. Μια δική σας αποφασιστική και άμεση επίθεση θα δημιουργούσε για την Ελλάδα τις προϋποθέσεις για επέμβαση και για έξοδο από τη φρικτή κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Σε φιλώ, Σοφία.[18]

 

Ουσιαστικά, δηλαδή, προσπαθούσε να ερμηνεύσει την απάντηση του Κάιζερ ως πρωτοβουλία επίθεσης πρώτα από μέρους τους. Ταυτόχρονα, και οι υπόλοιποι βασιλικοί αποφάσισαν να πιέσουν. Στις 31 Δεκεμβρίου ο Ζαλοκώστας τηλεγραφούσε στον Θεοτόκη, στο Βερολίνο, τα αιτήματα των συμμάχων μετά τα Νοεμβριανά, περί εκκένωσης της Θεσσαλίας και απομάκρυνσης του στρατού στη βόρεια Πελοπόννησο, και ζητούσε να μάθει αν η επίθεση των Γερμανών στη Θράκη θα ξεκινούσε και πότε, ώστε να οργανώσουν την απάντησή τους στους συμμάχους. Δύο μέρες αργότερα, μετέφερε τηλεγράφημα της Σοφίας που προσπαθούσε να πιέσει να ξεκινήσει η επίθεση όσο το δυνατόν πιο γρήγορα (2.1.1917).[19] Παράλληλα με τον Ζαλοκώστα, και ο Θεοτόκης τηλεγραφούσε στον Κωνσταντίνο στις 30 Δεκεμβρίου 1916, λέγοντάς του ότι είδε τον Ζίμερμαν που συμφωνούσε μεν με τη γερμανική αντεπίθεση από τον βορρά, ωστόσο έπρεπε να πάρει την έγκριση του Χίντεμπουργκ. Ο Θεοτόκης ζητούσε να λάβει σαφή απάντηση αν θα γίνει η επίθεση. Αν αυτό δεν γινόταν, τότε το βασιλικό συμβούλιο, – «αν και θα ήθελε πάρα πολύ» [sic] -, δεν μπορούσε να αναλάβει καμία δράση.[20]

 

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ της Ελλάδας στο γραφείο του, με τη βασίλισσα Σόφια την 1η Φεβρουαρίου 1921. Bibliothèque nationale de France.

 

Γεώργιος Θεοτόκης (1844 – 1916). Πολιτικός, διετέλεσε τέσσερις φορές πρωθυπουργός της χώρας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα. Κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού υποστήριξε την ουδετερότητα και την ελληνογερμανική προσέγγιση, συνταχθείς με τον βασιλιά Κωνσταντίνο και τις αντιβενιζελικές δυνάμεις.

Σε αυτές τις πιέσεις οι Γερμανοί απάντησαν ζητώντας ξανά την εγκατάλειψη της θέσης ουδετερότητας και την ένταξη στον πόλεμο φανερά, με το πλευρό της Γερμανίας. Μάλιστα, σε τηλεγραφήματα του Θεοτόκη αναφέρονταν τα οφέλη που θα υπήρχαν για τη χώρα από τη συνεργασία με Βουλγαρία και Τουρκία. Επίσης ρωτούσαν αν τα στρατιωτικά σώματα, που βρίσκονταν πίσω από τη συμφωνηθείσα με τους συμμάχους γραμμή, θα προχωρούσαν πάνω από τη γραμμή ουδετερότητας, ώστε τη στιγμή που θα ερχόταν ο γερμανικός στρατός να τους συναντούσε ευκολότερα στην Καβάλα. Αυτή όμως η λύση δεν ήταν δυνατή, όπως αρχικά ανέφεραν οι έλληνες αξιωματούχοι και στη συνέχεια και ο ίδιος Φαλκενχάουζεν.

Ένα από τα προβλήματα του σχεδίου ήταν η διάσπαση των αντιβενιζελικών δυνάμεων σε διαφορετικά σημεία. Στη μεταξύ τους αλληλογραφία για το παραπάνω σχέδιο, ο γερμανός στρατηγός πρότεινε στον Κωνσταντίνο να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του στην Καβάλα, τη Δράμα και τις Σέρρες, και να τις θέσει υπό τις διαταγές του Makheuser, ενώ ο ίδιος (ο Κωνσταντίνος) θα συγκέντρωνε υπό τις διαταγές του τους στρατιώτες που είχαν αποχωρήσει από τη Θεσσαλονίκη και αυτούς που βρίσκονταν ακόμη εκεί και όλες τις υπόλοιπες δυνάμεις της Παλαιάς Ελλάδας που βρίσκονταν διασκορπισμένες. Τότε θα έρχονταν οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι στο Μοναστήρι και θα άρχιζε η επίθεση.

Όμως, τα Νοεμβριανά, οι απαιτήσεις των συμμάχων που ήταν ασφυκτικές, ο αποκλεισμός, η δημιουργία της ουδέτερης ζώνης στη Θεσσαλία, η επικείμενη αποχώρηση των βασιλικών στρατευμάτων από την περιοχή και η συγκέντρωσή τους στο βόρειο μέρος της Πελοποννήσου, είχαν δημιουργήσει ένα κλίμα που, όσο περνούσε ο καιρός, γινόταν όλο και πιο δύσκολο για τους βασιλικούς. Οι περιορισμοί στις επικοινωνίες, η εξάντληση των αποθεματικών συντήρησης των υπαρχόντων στρατευμάτων λόγω του αποκλεισμού και η σταδιακή ενδυνάμωση της Στρατιάς της Ανατολής, είχαν φτάσει στα όριά τους τους βασιλικούς, τη στιγμή μάλιστα που οι φόβοι ότι οι σύμμαχοι θα κατέβαιναν προς τον νότο ανά πάσα στιγμή, με τελικό στόχο τη σύλληψη του βασιλιά και την επιβολή του Βενιζέλου, αυξάνονταν. Έτσι η ανάγκη επέμβασης του γερμανικού στρατού ήταν περισσότερο επιτακτική από ποτέ, και όσο καθυστερούσε, τόσο αυξάνονταν οι φόβοι και οι ανασφάλειες των βασιλικών. Εκείνη την περίοδο η βασίλισσα έγραφε: «αν η επίθεση δεν γίνει γρήγορα, θα είναι πολύ αργά».[21]

Ευγένιος Ζαλοκώστας (1855-1919 ). Διπλωμάτης, υπουργός εξωτερικών της Ελλάδας στην κυβέρνηση Σπυρίδωνος Λάμπρου στα χρόνια 1916-1977.

Τη στιγμή λοιπόν, που ακόμη και η διατήρηση των ομάδων ατάκτων του Φαλκενχάουζεν είχε καταστεί δυσχερής, καθώς οι προμήθειες είχαν σχεδόν τελειώσει – όπως τηλεγραφούσε η Σοφία στις 2 Ιανουάριου 1917 – και που ο Ζαλοκώστας απευθυνόταν με αγωνία στον Θεοτόκη στο Βερολίνο, ζητώντας του να μάθει πότε επιτέλους θα ξεκινούσε η γερμανική επίθεση,[22] οι Γερμανοί φαίνεται ότι είχαν εγκαταλείψει πια οριστικά το σχέδιο της επίθεσης στη Στρατιά της Ανατολής. Και δεν ήταν μόνο οι καθυστερήσεις που οδηγούσαν σε αυτό το συμπέρασμα, αλλά και η επικέντρωση σε έναν άλλο στόχο: αυτόν της σωτηρίας των βασιλικών όπλων από τα χέρια των βενιζελικών και των συμμάχων.

Στις αρχές Ιανουάριου ο Θεοτόκης τηλεγραφούσε από το Βερολίνο (5.1.1917) ότι οι Γερμανοί ζητούσαν διαβεβαίωση πως η Αθήνα θα φροντίσει ώστε τα όπλα τους να μην πέσουν στα χέρια των συμμάχων και, σε περίπτωση που χρειαζόταν, να τα καταστρέψουν – θα τους αποζημίωναν οι ίδιοι οι Γερμανοί. Οι προσπάθειες μεταφοράς των όπλων αυτών στην Πελοπόννησο μετά τις 19 Ιανουάριου έβαζαν στην ουσία τέλος στις ελπίδες των βασιλικών,[23] παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις των Γερμανών στον Ζαλοκώστα ότι η επίθεση θα γίνει τελικά, αλλά μετά το τέλος της επίθεσης στη Ρουμανία.[24]

Η μόνη δραστηριότητα που μάλλον διατηρήθηκε για κάποιον καιρό ακόμη ήταν οι ομάδες των Φαλκενχάουζεν και Φραγκίσκου, για τη μεγάλη σημασία των οποίων τηλεγραφούσε η Σοφία στις 14 Ιανουάριου 1917. Φαίνεται ότι οι ομάδες αυτές ήταν ακόμη χρήσιμες για την απόκρυψη των όπλων και για τις απαραίτητες μικροσυμπλοκές που χρειάζονταν στη ζώνη ουδετερότητας για να δείξουν ότι οι βασιλικοί δεν θα παραδίδονταν αμαχητί.

Από τα παραπάνω φαίνεται πως το πρόβλημα ήταν ότι καμιά από τις δυο πλευρές δεν ήταν διατεθειμένη να κάνει το πρώτο βήμα χωρίς τις απαραίτητες εξασφαλίσεις. Οι Γερμανοί του Κάιζερ δεν μπορούσαν να στείλουν πρώτοι στρατό να αντιπαρατεθεί σε μια τεράστια στρατιά, όπως αυτή του Σαράιγ, χωρίς να είναι σίγουροι ότι τους ευνοούσαν οι συνθήκες. Και αν οι συνθήκες έμοιαζαν ευνοϊκές για αυτούς μετά το καλοκαίρι του 1916, η είσοδος της Ρουμανίας στον πόλεμο, το φθινόπωρο, με την πλευρά των συμμάχων, σίγουρα άλλαξε άρδην τα δεδομένα. Αυτό εξηγεί και την αναποφασιστικότητα του Χίντεμπουργκ – την οποία θεωρούσαν υπεύθυνη για τη συνεχή αναβολή της γερμανικής επίθεσης τόσο ο Ζαλοκώστας, όσο και ο Θεοτόκης.[25] Ο επικεφαλής του γερμανικού στρατού παρ’ όλα αυτά δεν ήθελε να αποκλείσει το ενδεχόμενο ανοίγματος ενός νέου μετώπου για τους συμμάχους στον νότο, τη στιγμή που ήταν απασχολημένοι στον βορρά. Ούτε όμως και ο Κωνσταντίνος και η Σοφία μπορούσαν να αρχίσουν πρώτοι τις διαδικασίες σύγκρουσης με τους συμμάχους, καθώς θα διακινδύνευαν την απόλυτη καταστροφή των δυνάμεών τους, σε περίπτωση που οι Γερμανοί αποφάσιζαν τελικά να μην έρθουν σε βοήθεια. Έτσι, η όλη προσπάθεια διακόπηκε ουσιαστικά στις αρχές του 1917, βάζοντας τέλος στις βασιλικές ελπίδες, παρ’ όλο που τα αντάρτικα σώματα του Φαλκενχάουζεν συνέχισαν να δρουν τουλάχιστον έως τον Μάιο του 1917.[26]

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Νικ. Πετσάλης – Διομήδης, «Τη Σμύρνη ή την Πόλη; Μια εναλλακτική λύση που ο Βενιζέλος απέρριψε μάλλον βεβιασμένα» και Γ. Πικρός, «Ο Βενιζέλος και το κυπριακό ζήτημα», Θ. Βερέμης, Οδ. Δημητρακόπουλος (επιμ.), Μελετήματα γύρω από τον Βενιζέλο και την εποχή του, Αθήνα, Φιλιππότης, 1980, σ. 101-118.

[2] Στο επίπεδο των φόβων μάλιστα, παρατηρείται το εξής παράδοξο: οι αντιβενιζελικοί φαίνεται ότι φοβούνταν οποιαδήποτε ανάμιξη στον πόλεμο, υπολογίζοντας σοβαρά και την περίπτωση νίκης των Κεντρικών Δυνάμεων – πράγμα διόλου απίθανο το 1915 ως πιθανότητα -, ενώ οι βενιζελικοί, όπως φαίνεται και από τη μετέπειτα ιστοριογραφία του Διχασμού, δεν φαίνεται να φοβούνταν καθόλου ένα τέτοιο ενδεχόμενο.

[3] Για να απαιτήσουν την αποστράτευση και μεταφορά των βασιλικών δυνάμεων στην Πελοπόννησο και την παράδοση του πολεμικού υλικού και του στόλου, βλ. Πετσάλη- Διομήδη, Η Ελλάδα των δύο κυβερνήσεων, σ. 39-40.

[4] Η οποία ήταν γνωστή εκ των προτέρων στο παλάτι – ο Θεοτόκης είχε τηλεγραφήσει για αυτήν από το Βερολίνο από τις 4 Αυγούστου – χωρίς όμως να είναι γνωστή και η έκτασή της («Δεν γνωρίζω αν αυτή η επίθεση θα είναι αποφασιστική και γρήγορη, υποθέτω ότι θα είναι περιστασιακή»), ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, Θεοτόκης προς βασιλιά Κωνσταντίνο, 4.8.1916.

[5] Παρασκηνιακά βέβαια οι Γερμανοί είχαν προσπαθήσει και νωρίτερα να προσεγγίσουν τη βασιλική κυβέρνηση, για παράδειγμα υποσχόμενοι χρηματική βοήθεια για να κερδίσουν τις εκλογές – πρόταση την οποία απέρριψαν οι Σκουλούδης και Γούναρης – αλλά και μέσω παραινέσεων του αυτοκράτορα της Γερμανίας προς τον Κωνσταντίνο. ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Στρέιτ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 6 και 7.7.1916.

[6] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Στρέιτ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 31.8.1916.

[7] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 4.7.1916. Αυτοί οι φόβοι του παλατιού πάντως δεν φαίνεται να ήταν γνωστοί στον Φαλκενχάουζεν, αφού δεν τους χρησιμοποίησε καθόλου ως μέσο πίεσης.

[8] Βλ. διαμαρτυρίες Guillemin, ο οποίος κατηγορούσε τους βασιλείς ότι έκαναν σαφείς διακρίσεις («Ημερολόγιο Στρέιτ», 13.8.1916). Ειδικά με τη Σοφία υπήρχε πιο συχνή επαφή. Ο Στρέιτ έγραφε στο προσωπικό του ημερολόγιο «Αληθώς εις την Βασίλισσαν έρχονται συχνάκις την Κυριακήν, λέγει ο Βασιλεύς, αλλ’ αυτός (ο Βασιλιάς) δεν τους είδεν ή σπανιώτατα ακριβώς κατερχόμενος την ώραν εκείνη, ανά πάσαν Κυριακήν εις της Πριγκηπίσσης Ελένης» («Ημερολόγιο Στρέιτ», 6.9.1916).

[9] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 12.9.1916.

[10] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 8.11.1916.

[11] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, «Ημερολόγιο Στρέιτ», 31.8.1916.

[12] Πετσάλη-Διομήδη, Η Ελλάδα των δύο κυβερνήσεων, σ. 70. Για την οργάνωση βλ. και τηλεγράφημα Ζαλοκώστα, 17.12.1916, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 5, υπ. 2.

[13] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη, 14.1.1917.

[14] Θεωρούσε μάλιστα πως ένα περιστατικό στην Κορυτσά θα έδινε πάτημα για την ανάπτυξη αυτών των δυνάμεων ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Τηλεγράφημα Ζαλοκώστα, 17.12.1916.

[15] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, Τηλεγράφημα Θεοτόκη, 23.11.1916.

[16] Οι σύμμαχοι και οι βενιζελικοί ανησυχούσαν αμέσως μετά τα Νοεμβριανά για το ενδεχόμενο ένοπλης σύρραξης στη Θεσσαλία. Γι’ αυτό και είχαν επιμείνει τόσο στη μεταφορά του βασιλικού στρατού στην Πελοπόννησο· βλ. Γιάνν. Μουρέλος, Τα «Νοεμβριανά» του 1916, Αθήνα, Πατάκης, 2007, σ. 313.

[17] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, Τηλεγράφημα Θεοτόκη 3.12.1916.

[18] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, Τηλεγράφημα Θεοτόκη 26.12.1916.

[19] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 31.12.1916 και 2.1.1917.

[20] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 30.12.1916.

[21] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 2.1.1917.

[22] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς Θεοτόκη 6.1.1917.

[23] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 4, υπ. 2, Ζαλοκώστας προς πρέσβη στο Βερολίνο (20.1.1917), όπου του αναφέρει ότι όπλα και πυρομαχικά θα μεταφερθούν στην Πελοπόννησο.

[24] Στο ίδιο.

[25] ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, cp. 4, υπ. 2, Αλληλογραφία Ζαλοκώστα-Θεοτόκη 30.12.1916 και 13.1.1917.

[26] Βλ. συγκρούσεις με βενιζελικές και συμμαχικές δυνάμεις τον Μάιο του 1917 στην ουδέτερη ζώνη· ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, Αρχείο Μερκάτη, φ. 5, Έκθεση του διοικητή του Γ’ Σώματος Στρατού.

 

Δημήτρης Μπαχαράς

Ο Δημήτρης Μπαχάρας είναι ιστορικός και εργάζεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης (ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ).  Έχει σπουδάσει στο Λονδίνο (MA, King’s College) και το Παρίσι (διδακτορικό, EHESS) και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στην περίοδο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, σε θέματα δημοκρατίας, φασισμού και αντικομμουνισμού την περίοδο του Μεσοπολέμου, καθώς και στην ιστορία των προκρίτων της Πελοποννήσου του 19ου αιώνα. Έχει συμμετάσχει σε συνέδρια στο εξωτερικό και την Ελλάδα και άρθρα του έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά στη Γαλλία και την Ελλάδα.

«Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

ΚυπροΑργολικά | Χαράλαμπος Β. Κριτζάς2013, Epigraphy, Numismatics, Prosopography and History of Ancient Cyprus. Papers in Honour of Ino Nicolaou, (Demetrios Michaelides, ed.), Uppsala (2013), 213-225.


 

Κατά τα έτη 2000–2001 η Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων διενήργησε σωστική ανασκαφή στο μικρό οικόπεδο ιδιοκτησίας Ευαγγέλου Σμυρναίου, στην οδό Κορίνθου 48 στο Άργος, περίπου 200 μ. βορείως της κεντρικής πλατείας του Αγίου Πέτρου…

Epigraphy, Numismatics, Prosopography and History of Ancient Cyprus.

[…]   Η ανασκαφή αποκάλυψε, σε βάθος περίπου 3 μ. και κάτω από ποτάμιες προσχώσεις, τα πενιχρά λείψανα ενός δωματίου (για τοπογραφικό και κάτοψη της ανασκαφής. Κατά μήκος του κυρίου άξονά του υπήρχε μια σειρά από λίθινες θήκες, μεγάλα πήλινα αγγεία, καθώς και ένας χάλκινος λέβης (ή κρατήρας). Στα ίδια τα κείμενα οι λίθινες θήκες αποκαλούνται πέτροι (στον ενικό ὁ πέτρος) και τα αγγεία (ενδεχομένως μόνο το χάλκινο) λέκεα ( εν. τὸ λέκος). Όλα ήταν καλυμμένα με βαριές λίθινες πλάκες, που σε ορισμένες περιπτώσεις ζύγιζαν 1,5 τόννο. Μέσα περιείχαν χάλκινους ενεπίγραφους πίνακες, με οικονομικούς απολογισμούς και δοσοληψίες διαφόρων σωμάτων αρχόντων και επιτροπών. Βρέθηκαν περί τους 136 πίνακες, αλλά είναι βέβαιο ότι υπάρχουν και άλλες θήκες στα όμορα οικόπεδα…

Φαίνεται ότι οι θαμμένες στη γη θήκες και τα αγγεία αποτελούσαν ένα είδος πρωτόγονων θησαυροφυλακίων (θησαυρών). Μέσα εκεί φυλάσσονταν χρήματα και πολύτιμα μέταλλα και σκεύη του θησαυρού της Παλλάδος (Αθηνάς), παλιάς πολιούχου του Άργους, καθώς και της Ήρας, που την υποκατέστησε ως πολιούχος τον 5ο π.Χ. αιώνα. Εκτός από ρητές αναφορές στα ίδια τα κείμενα, ένα κομμάτι χρυσού σύρματος που βρέθηκε μέσα στον χάλκινο λέβητα, καθώς και πολυάριθμα ψηγμάτια χρυσού, υπό μορφή μικροσκοπικών κόκκων, συσσωματωμένων στην οξείδωση των χαλκών πινάκων, δεν αφήνουν αμφιβολία για τον χαρακτήρα των θηκών…

Εκτός από τις άφθονες πληροφορίες για την ιστορία, την τοπογραφία και τους θεσμούς του Άργους που παρέχουν τα νέα κείμενα, ιδιαίτερης σημασίας είναι και τα στοιχεία που μας δίνουν για το κύριο ιερό της Ήρας, το φημισμένο Ἡραῖον. Υπάρχουν απολογισμοί για την οικοδόμηση και τη διακόσμηση του νέου ναού της Ήρας, μετά την καταστροφή του παλιού ναού από φωτιά το 423 π.Χ., καθώς και για την κατασκευή του χρυσελεφάντινου αγάλματος της θεάς, που η παράδοση απέδιδε στον Αργείο γλύπτη Πολύκλειτο. Τα νέα κείμενα ενίσχυσαν μια παλιά πρόταση, να αποδοθεί το άγαλμα στον Πολύκλειτο τον Νεώτερο, που ήκμασε στις αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα.

Παράλληλα γίνεται λόγος για διάφορες δαπάνες που σχετίζονται με τους αγώνες προς τιμήν της Ήρας. Πρόκειται για τους πεντετηρικούς αγώνες με πανελλήνια φήμη, που από τον 5ο έως τον 3ο π.Χ αιώνα απεκαλούντο Ἑκατόμβουα (και με αυτή την ονομασία αναφέρονται στις νέες επιγραφές), από τον 3ο έως τον 1ο π.Χ. αιώνα Ἡραῖα και από τον 1ο π.Χ. έως τον 3ο μ.Χ. αιώνα Ἡ ἐξ Ἄργους ἀσπίς (Amandry 1980 και 1983). Η τελευταία ονομασία υποδηλώνει και τα βραβεία που δίνονταν στους νικητές. Στην τελευταία φάση ήταν οι περιζήτητες χάλκινες στρογγυλές αργειακές ασπίδες. Πριν όμως τα βραβεία ήταν διάφορα χάλκινα χρηστικά σκεύη, όπως υδρίες, λέβητες ή τρίποδες, όμοιοι με αυτόν που βρέθηκε στον λεγόμενο «τάφο του Φιλίππου» της Βεργίνας…

[…] Στο Άργος και γενικά στην κυρίως Ελλάδα δεν υπάρχουν μεταλλεία χαλκού και η εισαγωγή του γινόταν κυρίως από την Κύπρο. Είναι γνωστό το επίγραμμα στη βάση χαλκού τιμητικού ανδριάντα του βασιλιά της Σαλαμίνος της Κύπρου Νικοκρέοντος (βασ. 332–311 π.Χ.), που βρέθηκε στο Άργος.  Ο ανδριάντας είχε στηθεί από τους Αργείους σε ένδειξη ευγνωμοσύνης για τον χαλκό που έστειλε από τα πλούσια μεταλλεία του βασιλείου του ο Νικοκρέων, προκειμένου να κατασκευασθούν τα χάλκινα βραβεία, κυρίως ασπίδες, που θα δινόταν ως έπαθλα στους νικητές…

[…] Στο επίγραμμα η λέξη ἄεθλα, στην οποία θα αναφερθούμε εκτενέστερα, σημαίνει τα έπαθλα, τα βραβεία που έδιναν στους νικητές. Η ίδια όμως λέξη στον πληθυντικό σημαίνει και αυτούς καθ᾽ εαυτούς τους αγώνες. Πρόκειται φυσικά για ασυναίρετους τύπους των λέξεων ἆθλον, ἆθλα, που στις διαλεκτικές επιγραφές αναγράφονται ως hάFεθλον, hάFεθλα, με πλεοναστική δάσυνση και δίγαμμα μεταξύ των φωνηέντων. Οι τύποι των επιγραφών που φέρουν τα χάλκινα βραβεία είναι: Παρ᾿ Ηέρας Ἀργείας ἐμὶ τõν hαFέθλον (Είμαι από τους αγώνες της Ήρας του Άργους) ή Παρ᾿ Ηέρας Ἀργείας ἐμὶ hάFεθλον (Είμαι βραβείο από την Ήρα του Άργους).

Στα νέα κείμενα υπάρχουν πολλές αναφορές στους αγώνες της Ήρας του Άργους, που πλουτίζουν το σχετικό λεξιλόγιο και μας δίνουν ενδεικτικές πληροφορίες για το κόστος της προετοιμασίας των αγώνων και των βραβείων. Μπορούμε έτσι έμμεσα να εκτιμήσομε περίπου το ύψος της δωρεάς του Νικοκρέοντος.

Η κρατική αρχή που είχε την ευθύνη της προετοιμασίας των αγώνων και της διεξαγωγής τους ήταν οι τέσσερεις hαFεθλοθέται (= ἀθλοθέται), ένας από κάθε φυλή του Άργους, που ήταν ως γνωστόν οι Ὑλλέες, οι Παμφύλαι Πάμφυλοι), οι Δυμᾶνες και οι Ὑρνάθιοι. Τους hαFεθλοθέτας πλαισίωναν δύο γροφεῖς (= γραμματεῖς).

Τα έξοδα των αγώνων καλύπτονταν από το ταμείο του ιερού, στο οποίο συγκεντρώνονταν χρήματα από διάφορες πηγές. Ενδεικτικά αναφέρομε τα έσοδα από την ενοικίαση των ιερών και δημοσίων γαιών, τους τόκους από χρήματα που δάνειζε το ιερό, τη δεκάτη που ανετίθετο στην Ήρα από διάφορα προϊόντα ή λάφυρα πολέμου, τα χρήματα από την πώληση περιουσιών που κατασχέθηκαν, τα έσοδα από τα ιερά κοπάδια, τα ποσά από πάσης φύσεως πρόστιμα, καθώς και χρήματα από προσφορές των πιστών…

 

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Κυπρο-Αργολικά

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »