Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρα’

Παλαιών Πατρών Γερμανός: Οδεύοντας προς το θρύλο – Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης


 

Με αφορμή την εκδοτική σειρά «Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας», [1] ήλθαν και πάλι στο προσκήνιο, με μεγαλύτερη ίσως ένταση, ορισμένα από τα πρόσωπα που προετοίμασαν ή υπηρέτησαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το μεγαλύτερο γεγονός της ελληνικής ιστορίας, την Επανάσταση του 1821. Ανάμεσα στις προσωπικότητες αυτές μία από τις πιο ενδιαφέρουσες, μολονότι δεν έζησε όλη την διαδρομή της επαναστατικής δράσης και βέβαια την κορύφωσή της, δηλαδή την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1830), είναι ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός (1771-1826) [2] και μάλιστα για λόγους τελείως διαφορετικούς από αυτούς που, κατά τρόπο πλέον γνωστό σε όλη την έκτασή του, μία ιστορική αφήγηση επιχείρησε και εν πολλοίς κατάφερε να αναδείξει.

Συγκεκριμένα, ο Π. Πατρών Γερμανός γίνεται πρόσωπο οικείο σχεδόν στο σύνολο του ελληνικού πληθυσμού από τα πρώτα μαθητικά του χρόνια στην ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, σχεδόν βεβαιότητα, που τον θέλει να ευλογεί τα όπλα του Αγώνα στην Αγία Λαύρα Καλαβρύτων την 25η Μαρτίου 1821, σε αντίθεση με την κατάθεση των πηγών που προσδιορίζουν με σαφήνεια ότι ο Γερμανός τη μέρα αυτή πρωταγωνιστούσε στα επαναστατικά γεγονότα που διαδραματίζονταν, όμως, στην έδρα της μητρόπολής του, την Πάτρα. [3] Και αν αυτό στα προηγούμενα χρόνια ήταν απλώς μια διαπίστωση μεταξύ ειδικών και λιγότερο ειδικών, που συχνά αποτυπωνόταν και ως γραπτή παραγωγή, τώρα πια στις μέρες μας αρκεί μια απλή πληκτρολόγηση στο διαδίκτυο για να διαπιστώσει κανείς ότι η διάσταση αυτή συνεχίζεται και τα πάθη εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα, και βέβαια να εκφράζονται σε ένα άλλο ίσως επίπεδο.

Και όμως, ο Παλαιών Πατρών, ο οποίος βρέθηκε να είναι το κεντρικό πρόσωπο μιας αφήγησης την οποία φαίνεται να μην οργάνωσε ούτε καν στο αφετηριακό της μέρος, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα προσωπικότητα για άλλους λόγους, όπως κιόλας αναφέραμε, οι οποίοι σπάνια συναριθμούνται στις πράξεις του. Σκέπτομαι λ.χ. την εμπλοκή του στα αμέσως προεπαναστατικά γεγονότα και κυρίως τη σύμπραξή του με την ομάδα προυχόντων που συνεργάστηκαν με τον Βελή πασά, όταν ο τελευταίος διορίστηκε στο πασαλίκιο του Μοριά (1806-1812), σύμπραξη που η δημοσίευση του Αρχείου Αλή πασά[4] ενισχύει αποφασιστικά. Και ακόμα σκέπτομαι τον σχεδόν διετή εγκλωβισμό του στην Αγκώνα της Ιταλίας[5] – όπου είχε αποσταλεί εκ μέρους των επαναστατημένων Ελλήνων για να προβάλλει το ελληνικό πρόβλημα – και την επιστολική δραστηριότητα που από την πόλη αυτή πραγματοποιεί προς δεκάδες πρόσωπα για την ευόδωση των σκοπών της Επανάστασης, στοιχεία που μαζί με άλλα αναμένουν ακόμα τον συστηματικό μελετητή.

 

Γερμανός, ο Αρχιεπίσκοπος Παλαιών Πατρών. Λιθογραφία, A. Friedel. Λονδίνο, Ιανουάριος 1826.

 

Ας είναι. Όποιος άτυχε να ξεφυλλίσει τις σελίδες της τελευταίας βιογραφικής απόπειρας για τον Γερμανό [6] θα διαπίστωσε ότι για τον Γερμανό και το ταλαιπωρημένο αφήγημα για την Αγία Λαύρα, την ευλογία των όπλων και το λάβαρό της, και κυρίως για τον προσδιορισμό της μυθοπλασίας [7] αυτής ως αφετηρία του Αγώνα, κάνουμε μια σύντομη αναφορά απλώς για να το προσπεράσουμε, επειδή πιστεύουμε ότι η συζήτηση αυτή δεν έχει νόημα να συνεχίζεται, τουλάχιστον στην πραγματολογική της εκδοχή.

Επειδή όμως, όπως καλά γνωρίζουμε, ιστορία είναι και οι μύθοι και τα μυθολογικά της κενά, ακόμα και η πλαστογράφησή της, η λίγο πιο συστηματική ματιά στα πράγματα που οργανώθηκαν γύρω από τον Γερμανό προσκομίζει, αν όχι άγνωστα, πάντως ενδιαφέροντα στοιχεία. Δηλαδή φαίνεται ότι στη γραμμή καθιέρωσης της μορφής του Γερμανού στην πρώτη – πρώτη γραμμή των ηρώων του Αγώνα, υπάρχουν ορισμένα παράπλευρα αλλά πολύ ενδεικτικά έως γοητευτικά, θα έλεγα, στην αφέλειά τους στοιχεία, τα οποία είναι σκόπιμο να επαναφέρουμε στο προσκήνιο, στο πλαίσιο του ωραίου θέματος «Με τα μάτια των άλλων», γύρω από το οποίο κινήθηκε η συζήτηση ενός από τους τελευταίους κύκλους παρουσιάσεων των Σεμιναρίων της Ερμούπολης.[8]

Και τούτο, επειδή μπορεί να υποστηριχθεί ότι η επίσημη καθιέρωση [9] της 25ης Μαρτίου ως ημέρα έκρηξης της Επανάστασης στη συνάφειά της με την Αγία Λαύρα και τον Γερμανό, και βέβαια με τον ισχυρό συμβολισμό που εκπέμπει η γιορτή του Ευαγγελισμού, αποτέλεσε πράξη τέτοιας εμβέλειας ώστε η επίκληση των άλλων στοιχείων πέραν, ίσως, μιας αρκετά διευρυμένης αναπαραγωγής βιβλιογραφικού τύπου με ό,τι αυτό συνεπάγεται, δεν κρίθηκε απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν ως ενισχυτικά επιχειρήματα. Φυσικά συγκροτούσαν ένα εν δυνάμει καλό οπλοστάσιο, στο οποίο η προσφυγή ήταν εύκολη, αλλά έως ένα μεγάλο βαθμό αυτό μάλλον δεν πραγματοποιήθηκε ή τουλάχιστον παρέμεινε στενά περιορισμένο· ή μήπως τα πράγματα έγιναν αλλιώς και όλα αυτά τα παράπλευρα μυθοπλαστικά στοιχεία συνέβαλλαν ώστε να καθιερωθεί η ηρωική προσωπικότητα του Γερμανού και, κυρίως, να συνδεθεί με αυτόν το μεγάλο γεγονός της έκρηξης του Αγώνα;

 

Μαρμάρινη προτομή του Παλαιών Πατρών Γερμανού στο Πεδίον του Άρεως, η οποία κατασκευάστηκε το 1937. Δημιουργός της προτομής ήταν ο Γεώργιος Συννέφας ο οποίος γεννήθηκε και πέθανε στην Αθήνα (1880-1941). Η μαρμάρινη προτομή παρουσιάζει τον Παλαιών Πατρών Γερμανό σε μεγάλη ηλικία, με πλούσια γενειάδα και μακριά μαλλιά. Στη δεξιά πλευρά της προτομής βρίσκεται η υπογραφή του γλύπτη: «ΓΕΩΡ. Ι. ΣΥΝΝΕΦΑΣ. Στην πρόσοψη του βάθρου αναγράφεται: «ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ 1771-1826. Πρόκειται για ένα εκ των αγαλμάτων που «κοσμούν» τη «Λεωφόρο των Ηρώων» στο Πεδίον του Άρεως. Συγκεκριμένα, είναι γνωστό ότι από το 1918 ξεκίνησαν ενέργειες για την ανέγερση Πανελλήνιου Ηρώου στο Πεδίο του Άρεως. Τη δαπάνη θ’ αναλάμβανε η τότε κυβέρνηση και ο ελληνικός λαός (με έρανο)! Το μεγαλόπνοο όμως σχέδιο περιορίστηκε απλά στη δημιουργία μιας «λεωφόρου» από ήρωες. Γι’ αυτό, ο τότε αρμόδιος υπουργός απευθύνθηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών ώστε η τελευταία ν’ αναθέσει στους καλύτερους Έλληνες γλύπτες τη φιλοτέχνηση μαρμάρινων προτομών, σε ακαδημαϊκό, ρεαλιστικό ιδίωμα. Στις 25 Μάρτη 1937 έγιναν τ’ αποκαλυπτήρια προτομών σε σχηματοποιημένες βάσεις των 2 μέτρων που στην πρόσοψή τους γράφεται το όνομα, η ημερομηνία γέννησης και θανάτου του ήρωα. (Φώτο και λεζάντα από τον ιστότοπο «Γλυπτά της Αθήνας»).

 

Ας δούμε όμως περί τίνος πρόκειται, με άλλα λόγια ας δούμε ποια μυθοπλαστικά, υπερβολικά ή μη τεκμηριωμένα στοιχεία συνδέθηκαν με τον βίο και τη δράση του Γερμανού, από την παιδική του ηλικία ακόμα, με άλλα λόγια πώς παρουσιάζεται στα μάτια των άλλων, πώς προσλαμβάνεται η προσωπικότητα του μητροπολίτη Π. Πατρών.

Αρχικά, όπως συμβαίνει συχνά με τους απανταχού ήρωες, υπάρχει η θαυματουργική επιβίωση από τους κινδύνους των πρώτων χρόνων της ζωής, δηλαδή η σύνδεση της γέννησης και των πρώτων παιδικών χρόνων με ορισμένες εμφατικές εκδηλώσεις, που αποτελούν τα σημεία, [10] που προκαθορίζουν τις εξελίξεις.

Στην περίπτωση του Γερμανού ο κίνδυνος και η αποσόβησή του προέρχεται από ένα φίδι που απειλεί τη ζωή του νηπίου, υπό δύο εκδοχές:

α) στην πρώτη βρίσκεται με τον πατέρα του στα χωράφια, παιδί στην κούνια, όταν δέχεται την επίθεση μεγάλου φιδιού, το οποίο αρχικά το νήπιο καθηλώνει με τα χέρια του και παράλληλα με τις φωνές του ειδοποιεί τον πατέρα του που σπεύδει, αντικρίζει τα καθέκαστα και τρέχει για να αρπάξει το ψαλίδι ενός βοσκού που κούρευε τα πρόβατά του εκεί κοντά, και με αυτό να κόψει στα δυο, το ήδη εξουδετερωμένο από τον μικρό Γεώργιο (έπειτα Γερμανό) φίδι.[11]

β) στη δεύτερη εκδοχή, το γεγονός διαδραματίζεται στην αυλή του σπιτιού τους και η εξουδετέρωση γίνεται τώρα από τη μάνα, με τη συνεργία βέβαια και πάλι του νηπίου. Μόνο που στη δεύτερη αυτή περίπτωση το φίδι ήταν το στοιχειό του σπιτιού, γεγονός που εκτιμήθηκε ως κακός οιωνός, [12] χωρίς ωστόσο κάποια μελλοντική κακοτυχία να το επαληθεύσει, το αντίθετο μάλιστα. Φυσικά οι αναλογίες με το πασίγνωστο επεισόδιο που έχει ως επίκεντρο τον αρχαίο ήρωα Ηρακλή που εξουδετερώνει τα φίδια, χωρίς να αναφέρονται, είναι προφανείς.

Πέρα από αυτά όμως τα προδήλως μυθολογικά γεγονότα, ένα πραγματικό γεγονός, δηλαδή η ημερομηνία της γέννησής του, γίνεται ένα καλό αφετηριακό γεγονός θεοσημίας, πάνω στο οποίο εύκολα θα μπορούσε να συντονιστεί και η παρουσία του μητροπολίτη κατά την 25η Μαρτίου 1821 στην Αγία Λαύρα. Συγκεκριμένα, και εκκινώντας ανάποδα, όπως πολλές φορές για τα χρόνια αυτά τα χωρίς ληξιαρχεία, συμβαίνει, εκκινώντας δηλαδή από την ημερομηνία του θανάτου, που ξέρουμε ότι είναι η 30ή Μαΐου 1826, και με βάση διάφορες εκτιμήσεις ότι όταν πέθανε ο Γερμανός ήταν 56 χρονών, κάποιοι τοποθετούν την γέννησή του στο 1771 – άλλοι στα 1777 – και ειδικότερα στο μήνα Μάρτιο του έτους αυτού και ακόμη ειδικότερα στην 25η Μαρτίου, η οποία ήταν και Μ. Παρασκευή, [13] με τον προφανή και πάλι συμβολισμό της μέρας αυτής. Αλλά, επιπλέον, ο Αν. Γούδας [14] θα εντοπίσει και μια τρίτη 25η Μαρτίου, η οποία θα ταυτισθεί με την ημέρα της εκλογής του, το έτος 1806, στον μητροπολιτικό θρόνο της Πάτρας. Το τελευταίο ήταν άλλωστε και αρκετά πιο εύκολο να γίνει δεδομένου ότι στα Πρακτικά εκλογών του Οικουμενικού Πατριαρχείου όντως καταχωρίζεται η εκλογή αυτή ως πράξη, αλλά χωρίς να προσδιορίζεται η ακριβής ημέρα του Μαρτίου του 1806. [15]

 

Βρυζάκης Θεόδωρος, «Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ευλογεί τη σημαία της Επανάστασης», Λάδι σε μουσαμά ,164 x 126 εκ., 1865, Εθνική Πινακοθήκη.
Ο ευσεβής και συγκινητικός θρύλος για την κήρυξη του Αγώνα στην Αγία Λαύρα στις 25 Μαρτίου 1821, εκφράζει βαθύτατα το πνεύμα του Αγώνα. Θρησκεία και Πατρίδα γυρεύουν τη λύτρωση, τη λευτεριά.

 

Ο Μανουήλ Γεδεών [16] προσδιορίζει ότι αυτό έγινε το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα αυτού, την επομένη δηλαδή της μετάθεσης του πρώην μητροπολίτη Παλαιών Πατρών στη μητρόπολη Κυζίκου, παρέχοντας μάλιστα τις σχετικές πληροφορίες στον Δημήτριο Καμπούρογλου, ο οποίος όμως, αφού το σημειώσει, προτιμά, και αυτός, να ακολουθήσει τον ασφαλέστερο… δρόμο της σύμπλευσης με την θεοσημία. Με άλλα λόγια η μετακίνηση κατά λίγες μέρες δεν είναι δύσκολο πράγμα αλλά πολύ χαρακτηριστικό και ενισχυτικό της θεοσημίας, καθώς η εμφατική ημέρα της 25ης Μαρτίου, αποτελεί για τον Γερμανό εκδήλωση της θείας αποστολής από κάθε άποψη, καθώς σημαδεύει διαδοχικά τη ζωή του, αποτελώντας σημείο αναφοράς για σημαντικά γεγονότα (γέννηση, εκλογή του ως μητροπολίτης), τα οποία θα επιστέψει, λίγο αργότερα, ως φυσική συνέπεια, το μεγάλο γεγονός της 25ης Μαρτίου 1821.

Αλλά τα εμφατικά για τον Παλαιών Πατρών Γερμανό γεγονότα, που θα πλαισιώσουν την μυθοπλασία της Αγίας Λαύρας, έχουν και συνέχεια. Συγκεκριμένα, και το γεγονός της μύησής του στη Φιλική Εταιρεία θα αποκλίνει, και αυτό, από τη συνήθη διαδικασία. Οι περισσότεροι, βέβαια, από τους βιογράφους του, θα συνδέσουν τη μύηση αυτή με τον προβληματισμό που δημιούργησε, σε ανύποπτο χρόνο, στον Γερμανό μια φράση σε ένα γράμμα προς αυτόν, του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, όπου ο τελευταίος ανέφερε ότι ήλπιζε κάποια στιγμή να του φιλήσει το χέρι επ’ αγαθώ της Ελλάδος. [17] Ο προβληματισμός αυτός του Γερμανού, κατά τις πηγές, διαλύθηκε με την εμφάνιση του γνωστού φιλικού Αντώνη Πελοπίδα στην Πάτρα, στα τέλη του 1818. Ο τελευταίος επιχειρώντας να μυήσει τον γνωστό προύχοντα Ανδρέα Καλαμογδάρτη βρέθηκε σε δύσκολη θέση καθώς, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, ο Καλαμογδάρτης πρόβαλε κάποιες αντιρρήσεις που οδήγησαν στη διακοπή της μύησής του. Τότε, και μπροστά στον κίνδυνο της ενδεχόμενης αποκάλυψης της συνωμοτικής δράσης των Φιλικών, η παρέμβαση μέσω της μάλλον εκτός προγράμματος, μύησης του Γερμανού, κρίθηκε απολύτως απαραίτητη, καθώς ο Καλαμογδάρτης ήταν γαμπρός του.

Αλλά και εδώ τα πράγματα δεν έγιναν με τον τρόπο των Φιλικών, ο Πελοπίδας όταν παρουσιάστηκε στον Γερμανό τον προσφώνησε με τα λόγια: «Παραστάτης Ελλήνων ήλθον προς σε τον ποιμένα των Πατρών», κατά τον Ιω. Φιλήμονα, [18] τον οποίο ο Αμβρόσιος Φραντζής στην Ιστορία του θα τροποποιήσει σε «Γραικών παραστάτης απεστάλην προς σε τον ποιμένα των Πατρών, κομίζων ευαγγέλια: μη με φοβού, σοφώτατε, τον μάλλον σε φοβούμενον, μη ευλαβού δέσποτα, τον σε σεπτώς ευλαβούμενον». [19] Φυσικά, η όλη ατμόσφαιρα ανακαλεί τον Ευαγγελισμό της Παναγίας, όπου στη θέση του αγγέλου στέκεται ο φιλικός Αντώνιος Πελοπίδας και στη θέση της Παναγίας ο Γερμανός, και βέβαια και πάλι η 25η Μαρτίου υποδηλώνεται καταφανώς. Ίσως, μάλιστα, να είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται να δημιουργηθεί η συνάφεια του Γερμανού με την 25η Μαρτίου.

 

Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός υψώνει τη σημαία της Ανεξαρτησίας στα Καλάβρυτα, έργο του Ιταλού καλλιτέχνη Λουδοβίκου Λιπαρίνι, (Ludovico Lipparini, 1800-1856), λιθογραφία, μέσα 19ου αιώνα.

 

Εκτός από αυτά τα παράπλευρα, θα έλεγα, μοτίβα που μπορούν εύκολα να πλαισιώσουν και να ενισχύσουν το κεντρικό της Αγίας Λαύρας, υπάρχουν και λιγότερο σημαντικά, τα οποία συναντούμε μελετώντας τις βιογραφίες και άλλων προσώπων αυτής ή άλλων ιστορικών περιόδων και τα οποία αποτελούν τις συνηθισμένες υπερβολές και ανακρίβειες αυτού του είδους. Όσον αφορά λ.χ. την περίπτωσή μας αναφέρεται ότι: ο Γερμανός έμαθε καλά γράμματα και γαλλικά στο Άργος, το οποίο εγκατέλειψε με απροσδόκητο τρόπο, για να βρεθεί στη Σμύρνη, όπου κοντά στον μητροπολίτη αυτής της πόλης, συμπατριώτη του και αργότερα πατριάρχη, Γρηγόριο Ε’ απέκτησε γνώσεις ελληνικής και γαλλικής γραμματείας· ότι ο Γερμανός στάλθηκε με εξαρχική αποστολή γύρω στα 1800, δηλαδή πριν εκλεγεί μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, στην Πελοπόννησο για να διενεργήσει έλεγχο στο προνομιακό καθεστώς των σταυροπηγιακών μοναστηριών της περιοχής, γεγονός στο οποίο οφείλεται η γρήγορη ανέλιξή του στον θρόνο της πελοποννησιακής μεγαλούπολης· ότι Γερμανός ακολούθησε τον Γρηγόριο Ε’ στο Άγιο Όρος, όπου αυτός εξορίστηκε μετά την πρώτη απομάκρυνσή του (1798) από τον οικουμενικό θρόνο, και μάλιστα ότι θέλησε να παραμείνει κοντά του υπηρετώντας τον, αλλά ο πρώην πατριάρχης τον απέτρεψε και του επέβαλε να επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη.

Παλαιών Πατρών Γερμανός, «ο Μητροπολίτης Γερμανός ευλογεί την σημαίαν της ελευθερίας».

Κοντά σε αυτά υπάρχουν όμως και κάποια, ήσσονος ενδεχομένως σημασίας, στοιχεία, τα οποία όμως αποτελούν καλή σερμαγιά για την πλαισίωση της προσωπικότητάς του. Αναφέρεται λ.χ. ότι ο Γερμανός το 1809, όταν η περιοχή της Αχαΐας μαστιζόταν από ανομβρία και αφού οι εκπρόσωποι των άλλων δογμάτων (Εβραίοι, μουσουλμάνοι) δεν κατάφεραν να προσελκύσουν τα σύννεφα, εκείνος, επικεφαλής της χριστιανικής λιτανείας, με τις δεήσεις του κατάφερε να φέρει την πολυπόθητη βροχή· [20] ή, όταν επανέκαμψε στην Πάτρα (1818), μετά την τουλάχιστον τριετή παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη ως μέλος της πατριαρχικής συνόδου, έγινε δεκτός από παραληρούντα πλήθη χριστιανών, τα οποία πλαισίωναν Οθωμανοί επίσημοι, από τους οποίους εξάλλου είχαν σταλεί «πολλοί χρυσοστόλιστοι λαμπροί ίπποι… ευτυχής δ’ ελογίζετο ο ιπποκόμος εκείνος ούτινος τον ίππον ήθελε προτιμήσει ο μεγαλόδωρος Γερμανός». [21] Τέλος, αργότερα, το 1825, κατά την εξέλιξη των εμφυλίων συγκρούσεων στο Μοριά, ο Γερμανός ταλαιπωρήθηκε από τον Νικολέτο Σοφιανόπουλο – το απόσπασμά του ανήκε στις δυνάμεις του Γκούρα που λεηλατούσαν τον Μοριά – που τον συνέλαβε και τον φυλάκισε. Ο Σοφιανόπουλος λοιπόν, κατά την περιγραφή των γεγονότων, δέχθηκε την κατάρα του Γερμανού και «ω του θαύματος… ενώ έχαιρεν άκραν υγείαν, εξεκενώθη όλον του το αίμα από λυσεντερίαν και εντός τεσσάρων ημερών απέθανε. Το αιφνίδιον τούτο γεγονός έφερε τον Γκούραν και τους στρατιώτας εις συναίσθησήν και έπαυσαν να τον κακομεταχειρίζωνται, φοβούμενοι μήπως πάθουν τα αυτά και εκείνοι». [22]

Είναι βέβαιο ότι κάποια από αυτά που αναφέραμε είναι στοιχεία φανταστικά, κάποια άλλα δεν τεκμηριώνονται από τη διασταύρωση με τις πηγές ή μπορεί να κινούνται στην ασάφεια και στην υπερβολή, ωστόσο δημιουργούν ένα καλό κλίμα από το οποίο δεν υπήρξε δυνατόν ούτε ο Δημ. Καμπούρογλου που γράφει στα 1915-1916 χρησιμοποιώντας όλες τις πηγές, και με σαφή πρόθεση να παρακάμψει τις υπερβολές, να ξεφύγει: [23] αναφέρει δηλαδή με αναλυτικό τρόπο όλες τις πηγές και τις πληροφορίες τους, έστω και αν αυτές δεν είναι εξακριβωμένες, προσπαθεί να κινηθεί με τρόπο έξυπνο ανάμεσα στις υπερβολές και ασάφειες, αλλά δεν τοποθετείται κριτικά απέναντι τους. Βρισκόμαστε, άλλωστε, στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και κάποια πράγματα έχουν πάρει το δρόμο τους.

Ωστόσο, το θέμα παραμένει ανοικτό και ελκυστικό, επειδή με τη σύντομη αυτή αναφορά μας δεν είναι δυνατόν να παραθέσουμε όλο το εύρος της πληροφόρησης, να ανασυνθέσουμε δηλαδή όλο το εύρος της πορείας που ακολουθεί ένα στοιχείο μυθοπλαστικό και τον τρόπο με τον οποίο αυτό αναπαράγεται για να πλαισιώσει το πρόσωπο του Π. Πατρών Γερμανού με όλα τα απαραίτητα στοιχεία της θεοσημίας που προοιωνίζει την κορύφωση. Με άλλα λόγια, η ανάγκη μιας νέας προσέγγισης στη ζωή του Γερμανού και η μελέτη της μετάλλαξης κάποιων σημείων της σε στοιχεία μιας ισχυρής μυθοπλασίας που θα πλαισιώσει την κορυφαία ηρωική πράξη, είναι πρόδηλη και επιτακτική.

Πέρα από αυτά όμως, η πορεία του Γερμανού, δηλαδή η ηρωική αναγωγή, δεν υπήρξε δρόμος χωρίς εμπόδια, επειδή «τα μάτια των άλλων» κοίταξαν και με τον ανάποδο τρόπο. Με άλλα λόγια, η πορεία προς τον θρύλο συνάντησε και εμπόδια, η πρόσληψη του Γερμανού ως κεντρικού προσώπου της ελληνικής εξέγερσης, δηλαδή ως προσώπου που συνδέεται πρωτίστως με το αφετηριακό γεγονός της Λαύρας, αλλά και με άλλες πράξεις, δεν εμπεδώθηκε χωρίς αντιστάσεις. Ας παραθέσουμε ορισμένες.

 

Ο πατριωτικός όρκος των Ελλήνων κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία των R. Bettannier και Morton από ομώνυμο ζωγραφικό έργο του Γάλλου ζωγράφου, Alphonse de Neuville. Παρίσι, 1865.

 

Ο Ιωάννης Φιλήμων, προλογίζοντας μάλιστα την α’ έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, απορρίπτει την έναρξη της Επανάστασης την 25η Μαρτίου, [24] ταυτόχρονα όμως εγκωμιάζει τον Γερμανό ως πρωτεργάτη του Αγώνα αλλά με άμεση συμμετοχή στην εξέγερση της Πάτρας. Την ίδια ψύχραιμη ματιά θα ρίξει στα γεγονότα και ο Δημήτριος Αινιάν γράφοντας το 1854. [25] Ο Σπυρίδων Τρικούπης, αφού ομολογήσει ότι και ο ίδιος νεκρολογώντας τον Ανδρέα Ζαΐμη υποστήριξε τα σχετικά με την Αγία Λαύρα, ανασκευάζει στην Ιστορία του τα πράγματα, γράφοντας ότι «ψευδής είναι η εν Ελλάδι επικρατούσα ιδέα, ότι εν τη μονή της Αγίας Λαύρας ανυψώθη κατά πρώτον η σημαία της ελληνικής Επαναστάσεως». [26] Ο ίδιος θα επανέλθει με δριμύτητα για το ίδιο θέμα και άλλες φορές. Και αν ο γάλλος Πουκεβίλ έχει άμεση σχέση με πολλές από τις αβέβαιες έως αβάσιμες πληροφορίες για τον Π. Πατρών, οι οποίες όμως φαίνεται ότι αποτέλεσαν ένα ισχυρό πλαίσιο για την 25η Μαρτίου και τα συναφή, υπήρξαν πολλοί άλλοι ξένοι, επίσης λόγιοι, που έγραψαν αρνητικά για τον Γερμανό και τις ενέργειες του (Μίλλερ, Ζουριέν ντελα Γκραβιέρ, Γκόρντον). [27]

Παράλληλα, μια αντίδραση ισχυρή εναντίον του Γερμανού θα προέλθει από τα γραπτά άλλων απομνημονευματογράφων και πρωταγωνιστών του Αγώνα, όπως ο Φωτάκος, ο Αμβρόσιος Φραντζής που θα προσβάλλουν τα Απομνημονεύματα του Γερμανού ως ανακριβή. [28] Και αν αυτό μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογικό, έως ένα βαθμό, για τα πρόσωπα που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο έζησαν τα γεγονότα και τα αφηγούνται αργότερα εκτιμώντας τα διαφορετικά, οι κατηγορίες που εκπορεύτηκαν από τον Κανέλλο Δεληγιάννη προσέβαλλαν απευθείας το κύρος και την ηθική υπόσταση τον Γερμανού. Το σχετικό επεισόδιο, με στοιχεία που θα αποτελούσαν την ύλη ενός πολύ καλού αστυνομικού μυθιστορήματος, αποδίδουν στον Γερμανό την ηθική αυτουργία της εξόντωσης Τούρκων αιχμαλώτων με σκοπό την ιδιοποίηση των κοσμημάτων που αυτοί κατείχαν και είχαν εμπιστευθεί στον Γερμανό για να τους τα επιστρέφει υπό καλύτερες συνθήκες. Η όλη ιστορία θα εκτυλιχθεί σε αφήγημα που θα ακολουθήσει τον Γερμανό στην Ιταλία και θα συνδεθεί με τον θάνατό του και τις διενέξεις μεταξύ των συγγενών του. [29] Εξάλλου ο ίδιος ο Κανέλλος Δεληγιάννης αλλά και άλλοι θα αμφισβητήσουν ευθέως το κείμενο των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, με τεκμηριωμένη, θα έλεγα, επιχειρηματολογία.

Δεν κρίνουμε σκόπιμο να επεκταθούμε περισσότερο στις πλέον πρόσφατες διενέξεις περί τον Γερμανό, την προσωπικότητά του και κυρίως την Λαύρα και την 25η Μαρτίου, που όλοι γνωρίζουμε. Ας μνημονεύσω μόνο τον Τάκη Σταματόπουλο, ο οποίος στο γνωστό αφήγημά του για τον Γερμανό, [30] δεν θα διστάσει να ισχυριστεί ότι πολλές πράξεις του Γερμανού είχαν την αφετηρία τους στα συμπλεγματικά παιδικά χρόνια του Γερμανού που οφείλονταν στην φοβερή δυσμορφία του, πράγμα που δεν επιβεβαιώνεται με κανένα τρόπο, αλλά δηλώνει, πιστεύουμε, ανάγλυφα την πορεία που μπορεί να πάρει η ιστορική προσέγγιση, όταν επιζητεί απλώς να κατασκευάσει ή να αναιρέσει έναν θρύλο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Αναφέρομαι στη σειρά Ιστορική Βιβλιοθήκη: Οι Ιδρυτές της Νεότερης Ελλάδας, επιστημονική επιμέλεια: Βασ. Παναγιωτόπουλος, Αθήνα. Τα Νέα. 2010.

[2] Η βιβλιογραφία για τον Γερμανό είναι εκτεταμένη και δεν υπάρχει ιδιαίτερος λόγος να την παραθέσουμε εδώ· βλ. πάντως, την πρόσφατη βιογραφία του στο: Παν. Μιχαηλάρης – Βασ. Παναγιωτόπουλος. Κληρικοί στον Αγώνα, στη σειρά Οι Ιδρυτές, αρ. 15. Αθήνα 2010. σ. 11-44, όπου και η βασική βιβλιογραφία.

[3] Στο ίδιο, σ. 35-38.

[4] Βασ. Παναγιωτόπουλος, με τη συνεργασία των Δημ. Δημητρόπουλου, Παναγ. Μιχαηλάρη, Αρχείο Αλή πασά Συλλογής I. Χώτζη Γενναδείου Βιβλιοθήκης, τ. Α’ (1747-1808), Αθήνα, ΙΝΕ/ΕΙΕ, 2007, σ. 547, έγγρ. αρ. 295 και τ. Β’ (1809-1817), σ. 250-252, έγγρ. αρ. 589.

[5] Βλ. πρόχειρα, Μιχαηλάρης – Παναγιωτόπουλος, Κληρικοί, σ. 38-42.

[6] Στο ίδιο.

[7] Για το ζήτημα αυτό, για το οποίο έχουν γραφτεί πολλές σελίδες, παραπέμπουμε στο τελευταίο δημοσίευμα: Βασ. Κρεμμυδάς, «Μηχανισμοί παραγωγής ιστορικών μύθων», Μνήμων 18 (1996), σ. 9-21.

[8] Φυσικά αναφέρομαι στο Σεμινάριο του 2010, του οποίου οι εργασίες αποτελούν την ύλη του παρόντος δημοσιεύματος.

[9] Είναι γνωστό ότι η ημέρα αυτή καθιερώθηκε ως εθνική εορτή από τον Όθωνα το 1838, χωρίς αναφορά, όμως, στον Γερμανό και την Αγία Λαύρα· βλ. Χριστίνα Κουλούρη, Μύθοι και σύμβολα μιας εθνικής επετείου, Κομοτηνή, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, 1995.

[10] Δημ. Γρ. Καμπούρογλου, «Μελέτη επί του βίου και της δράσεως του Παλαιών Πατρών Γερμανού 1771-1826», Αθηνά 27 (1915), σ. 209-272 και 28 (1916), σ. 205-251 (το πρώτο μέρος της μελέτης με ελαφρώς τροποποιημένο τίτλο δημοσιεύτηκε και αυτοτελώς το 1912)· εδώ η παραπομπή στην Αθηνά 27, σ. 213.

[11] Αναστ. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, τ. Α’: Κλήρος Αθήνα 1869, σ. 51-52.

[12] Παραδίδεται από τον Γ. I. Παπούλα, στον πρόλογό του στην τρίτη έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού, Αθήνα 1900, σ. 8· βλ. και Μητροπολίτου Παλ. Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα, επιμ. Ιωάννα Γιανναροπούλου – Τάσος Γριτσόπουλος, Εκδόσεις της Δημοσίας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης, αρ. 2, Αθήνα 1975, σ. 9 (η τελευταία αυτή έκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού είναι φωτομηχανική αναπαραγωγή της β’ έκδοσης του 1837, αλλά εκδίδονται χρήσιμα στοιχεία και από τις άλλες εκδόσεις, όπως λ.χ. ο πρόλογος του Γ. Παπούλα).

[13] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 9Τ Τάκης Κανδηλώρος, Η Δημητσάνα. Ιστορική μονογραφία μετά βιογραφιών του Πατριάρχου και του Γερμανού, Αθήνα 1897, σ. 89.

[14] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 100.

[15] Η μόνη έγκυρη πληροφορία για την εκλογή του Γερμανού ως μητροπολίτη είναι του Καλλίνικου Δεληκάνη, «Επισκοπικοί Κατάλογοι», Εκκλησιαστική Αλήθεια, έτος 28 (1908), σ. 245, ο οποίος αντιγράφοντας τη σχετική πράξη από τον κώδικα εκλογών, παραθέτει: «1806… Παλαιών Πατρών Γερμανού, (Πρωτοσ. Μητρ. Κυζίκου), Μαρτίω».

[16] Ο Μαν. Γεδεών, προσδιορίζει ότι αυτό έγινε την 14η ή 15η Μαρτίου, όταν καλείται να δώσει την σχετική πληροφόρηση στον Καμπούρογλου (σ. 229), αλλά ο τελευταίος δεν θα διστάσει ανεπιφύλακτα να αποδεχτεί ως ημέρα εκλογής την 25η Μαρτίου 1806 (σ. 230), αναφέροντας επί λέξει: «Ιδού λοιπόν ο Γερμανός Μητροπολίτης από της 25ης Μαρτίου (δεχόμεθα τούτο) του έτους 1806»; φυσικά η μετάθεση κατά δέκα ημέρες είναι εύκολο να γίνει – και μάλιστα αναιτιολόγητα – αφού κάλλιστα μπορεί να αιτιολογηθεί χ.χ. και ως τυπογραφικό σφάλμα.

[17] Τις σχετικές πληροφορίες διασώζουν ο Ιωάννης Φιλήμων, στα Προλεγόμενα της πρώτης και δεύτερης έκδοσης των Απομνημονευμάτων του Γερμανού (Αθήνα 1837), ο οποίος (σ. 41) θα υποστηρίξει ότι ο Γερμανός ήταν «άνθρωπος μάλλον της Ελλάδος απάσης, ή της Πελοποννήσου», και ο Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, έκδ. β’, τ. Α’, Λονδίνο 1860, σ. 315-316.

[18] Ιωάννης Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1834, σ. 206.

[19] Αμβρόσιος Φραντζής, Επίτομή της Ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τ. Δ’, Αθήνα 1841, σ. 92-93.

[20] Στέφ. Θωμόπουλος, Ιστορία της πόλεως Πατρών, Πάτρα 1950, σ. 585· Παναγ. Δ. Μιχαηλάρης, «Την γοητείαν του εστερέωσεν ωρισμένον γεγονός», εφ. Πελοπόννησος, 19 Νοεμβρίου 2011.

[21] Γούδας, Βίοι Παράλληλοι, σ. 104-105.

[22] Βλ. τα σχετικά γεγονότα και την τεκμηρίωσή τους στον Καμπούρογλου, «Μελέτη», Αθηνά 28 (1916), σ. 238-239.

[23] Εκτιμούμε ότι η μελέτη του Καμπούρογλου (βλ. εδώ σημ. 10), μαζί με τη μικρή μελέτη (16 σ.) του Δημ. Αινιάνος, Γερμανός ο Παλαιών Πατρών, Αθήνα 1854, αποτελούν καλές βιογραφικές αποτιμήσεις του Γερμανού· σε αυτές ας προστεθεί και η εκτενής εισαγωγή (σ. III- CXLVI) του Τ. Γριτσόπουλου, στη φωτομηχανική επανέκδοση των Απομνημονευμάτων του Γερμανού (βλ. εδώ σημ. 12).

[24] Βλ. τον πρόλογο του Φιλήμονος στο Γερμανού. Υπομνήματα περί της Επαναστάσεως της Ελλάδος, β’ έκδ., Αθήνα 1837. σ. κστ-κζ.

[25] Αινιάν, Γερμανός, σ. 11.

[26] Τρικούπης. Ιστορία, σ. 312.

[27] Βλ. Κρεμμυδάς. «Μηχανισμοί παραγωγής».

[28] Παν. Μιχαηλάρης. «Γερμανός μητροπολίτης Παλαιών Πατρών», στο Μιχαηλάρης -Παναγιωτόπουλος, Κληρικοί, σ. 25-27.

[29] Στο ίδιο, σ. 41- 42.

[30] Τάκης Αργ. Σταματόπουλος, Ο Π. Π. Γερμανός χωρίς θρύλο, Αθήνα. Κάλβος, 1974 (α’ έκδ. 1958).

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

«Η ματιά των άλλων» – Προσλήψεις προσώπων που σφράγισαν τρεις αιώνες (18ος – 20ος). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών. Αθήνα, 2012.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ένας Κωνσταντινουπολίτης μεταξύ Ανατολής και Δύσης: To Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle (1827) του Γρηγορίου Παλαιολόγου (Ιδεολογικές κατευθύνσεις και διακειμενικές προεκτάσεις)* – Πέρσα Αποστολή


 

 Η ανακοίνωση διερευνά ποικίλες πτυχές της ενδιαφέρουσας «πραγματείας» (Φαρίνου) ή «δοκίμιου» (Tonnet) του Γρ. Παλαιολόγου, Esquisses de Mœurs Turques aux xixe siècle (1827), [Σκίτσα τουρκικών εθίμων τον 19ο αιώνα], όπου περιγράφονται όψεις του δημόσιου και ιδιωτικού βίου των Οθωμανών.

******

Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος (1793 – 1844), άφησε ανεξίτηλη την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή του Άργους. Αποτελεί μία από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της Καποδιστριακής περιόδου και των πρώτων ετών της βασιλείας του Όθωνος. Γεωπόνος, γεωργοοικονομολόγος, οικονομολόγος, αλλά και λογοτέχνης, εκδότης περιοδικού, συνέβαλε από τη θέση του και με τις δυνάμεις του στην προαγωγή της γεωργικής οικονομίας της χώρας.

Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα – πιθανόν το 1793 – στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στη Βλαχία, αφού ο πατέρας του διετέλεσε επιτετραμμένος του ηγεμόνα της Βλαχίας στην Οθωμανική Πύλη, σπούδασε στην Πατριαρχική Ακαδημία και στη συνέχεια με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας των Παρισίων» παρακολούθησε θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα Γεωπονικής στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ελβετία. Τις χώρες αυτές φαίνεται ότι τις γνώρισε πραγματικά, όπως μαρτυρείται από το έργον του «Πολυπαθής». Το γεγονός ότι οι νέοι της εποχής του Παλαιολόγου ακολουθούσαν συνήθως σπουδές Ιατρικής και Νομικής, ενώ αυτός ακολούθησε σπουδές Γεωπονικής, αποδεικνύουν μία διαφορετική, ξεχωριστή προσωπικότητα. Στην Αγγλία μεταβαίνει για να εξασφαλίσει τη μεσολάβηση της αγγλικής κυβερνήσεως για να του αποδοθούν κάποια κτήματά του στη Βλαχία, γεγονός που θα του έδινε την οικονομική δυνατότητα να τελειοποιήσει τις γνώσεις του στην αγγλική γλώσσα και να παρακολουθήσει μαθήματα «πολιτικής». Οι προσπάθειες του αυτές δεν τελεσφόρησαν, προσπάθησε να διδάξει έναντι αμοιβής την ελληνική στο Cambridge, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα, και τελικά μετέφρασε στην αγγλική το θεατρικό έργο του Ν.Σ. Πίκκολου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους», έργο που έχει ως σκοπό να ευαισθητοποιήσει τη συνείδηση των Άγγλων ουμανιστών απέναντι στην ελληνική υπόθεση.

Το 1827 δηλώνει στον πρόλογο του βιβλίου του «Esquisses de moeures turques de XIXe siècle», τυπωμένου στο Παρίσι, ότι έχει περατώσει τις σπουδές του και ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Όμως, η αναχώρησή του δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή τα δύο επόμενα έτη τον συναντούμε ακόμα στη Γαλλία ως υπότροφο της «Societe Philanthropique en faveur des Grecs» στο Παρίσι και είναι ένας από τους σπουδαστές για τον οποίο γίνονται θερμές συστάσεις προς τον Καποδίστρια, ο οποίος είχε ενδιαφερθεί για νέους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος.

Το 1828 εκδίδει με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας» το έργον του με τίτλο «Ερμηνεία της καλλιέργειας του γεωμήλου» (Paris: F. Didot). Ο ίδιος ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι όσα γράφει για το φυτό, αποτελούν γνώσεις που τις απέκτησε από την μελέτη των καλυτέρων συγγραφέων για το ίδιο θέμα, η διετής διατριβή του σε ένα από τα πλέον γνωστά Γεωργικά Καταστήματα της Ευρώπης, του Ροβελίου, καθώς και το γεγονός ότι γνώρισε την καλλιέργεια του γεωμήλου στην Αγγλία και Γερμανία.

Τον επόμενο χρόνο, το 1829, ολοκληρώνει τις γεωπονικές του σπουδές και επιστρέφει στην Ελλάδα, έτοιμος να προσφέρει στην ανασύνταξη του νεοτεύκτου ελληνικού κράτους. Η οποιαδήποτε συνεισφορά του ως Διευθυντού του Αγροκηπίου της Τίρυνθος πρέπει να αποτιμηθεί μέσα στα πλαίσια της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια.  [Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού].

 

Το 1827 η Ελληνική Επανάσταση βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση της πορείας της: Έχουν προηγηθεί δύο εμφύλιοι, πόλεμοι, ενώ σημαντικά εδάφη τόσο της Πελοποννήσου όσο και της Στερεάς Ελλάδας έχουν απολεσθεί, εξαιτίας των συντονισμένων ενεργειών Τούρκων και Αιγυπτίων.

Την ίδια περίοδο έχει αρχίσει σταδιακά να κάμπτεται η αρνητική στάση των περισσότερων Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και παράλληλα αναπτύσσεται κλίμα έντονης φιλελληνικής δράσης. Σε αυτό συμβάλλουν αφενός μεν οι επαναστατικές διακηρύξεις ελλήνων στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών που μεταφράζονται και κυκλοφορούν διεθνώς, και αφετέρου πλήθος βιβλίων, φυλλαδίων και μαχητικών άρθρων γραμμένων από Έλληνες λογίους της διασποράς, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Κωνσταντίνος Μηνωίδης Μηνάς, ο Παναγιώτης Κοδρικάς και ο Κωνσταντίνος Πολυχρονιάδης, αλλά και από Ευρωπαίους λογοτέχνες, ανάμεσα στους οποίους ο Choiseul  – Gouffier, ο Chateaubriand, ο Byron και ο Pouqueville. [1]

Μέσα σε αυτό το φορτισμένο κλίμα και διαπνεόμενος από την ίδια πρόθεση να ενημερώσει την κοινή γνώμη για την κατάσταση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και να την επηρεάσει θετικά υπέρ των Ελλήνων, ο Κωνσταντινουπολίτης Γρηγόριος Παλαιολόγος εκδίδει το 1827 στο Παρίσι μια περιγραφή των Οθωμανικών ηθών, το γαλλόφωνο Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle, [Σκίτσα τουρκικών εθίμων τον 19ο αιώνα], με την οικονομική υποστήριξη του εκεί φιλελληνικού κομιτάτου. [2]

 

Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle, [Σκίτσα τουρκικών εθίμων τον 19ο αιώνα],

 

Τρία χρόνια νωρίτερα, είχε μεταφράσει στα αγγλικά τη διδακτική τραγωδία του Νικολάου Πίκκολου Ο θάνατος τον Δημοσθένους, την οποία και εξέδωσε στο Λονδίνο, και πάλι με την υποστήριξη των εκεί φιλελληνικών κύκλων. [3] Απευθυνόμενος τότε στον Φιλέλληνα αναγνώστη, που γνώριζε την Ελλάδα μόνο μέσα από τον αρχαίο πολιτισμό της, τον καλούσε να συμμεριστεί το δίκαιο του Αγώνα για τη δημιουργία ενός ελεύθερου και ανεξάρτητου κράτους. Αν αυτό το κράτος εξασφάλιζε τα εχέγγυα για μια σταθερή οικονομική ανάπτυξη, οι Έλληνες θα μπορούσαν κατά την άποψη του να αποκτήσουν και πάλι πνευματική καλλιέργεια αντάξια με εκείνη των αρχαίων προγόνων τους.[4]

Πατριωτικά είναι τα κίνητρα που προβάλλει ο Παλαιολόγος και στον πρόλογο του Esquisses de Mceurs Turques. [5] Εκεί εξομολογείται το ανεξόφλητο χρέος που αισθάνεται ότι έχει απέναντι στην πατρίδα, καθώς λόγω της «ασθενικής» – όπως αναφέρει – «κράσης» του δεν συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα (νίΐ). (Παρενθετικά να σημειωθεί εδώ ότι κατά την έκδοση του βιβλίου ο Παλαιολόγος φέρεται να έχει ήδη ολοκληρώσει τις σπουδές του (νίΐ), η παραμονή του όμως στην Ευρώπη παρατείνεται μέχρι τα τέλη περίπου του 1829).[6]

Προκειμένου να κάμψει τη δυσπιστία του δυτικού αναγνώστη, στον οποίο και απευθύνεται, ο συγγραφέας σπεύδει να τον διαβεβαιώσει για τον αμερόληπτο τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τα Οθωμανικά ήθη (ix-x). Τονίζει δε με έμφαση πως τα όσα καταγράφει είναι έγκυρα και επαρκώς τεκμηριωμένα, καθώς κατά κύριο λόγο αποτελούν προϊόν αυτοψίας: επικαλείται το γεγονός ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη, ότι μιλάει την τουρκική γλώσσα και ότι λόγω της Φαναριώτικης καταγωγής του είχε τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με ντόπιους διαφορετικών τάξεων και διαφορετικών εθνοτήτων αποκομίζοντας έτσι από πρώτο χέρι γνώσεις ακόμα και για την ιδιωτική ζωή των Οθωμανών (vii-ix). Η παραπάνω διευκρίνιση αποτελεί έμμεση βολή κατά ορισμένων Ευρωπαίων περιηγητών που μετέφεραν μια αλλοιωμένη εικόνα για τον Οθωμανικό κόσμο, καθώς δεν ήταν επαρκώς εξοικειωμένοι με αυτόν. [7]

 

Oι Οθωμανοί χλευάζουν κι αποκαλούν

ανόητους τους Ευρωπαίους, επειδή

βάζουν τα κλάματα όταν αντικρίζουν

τον Βράχο της Ακρόπολης

 

Ο Παλαιολόγος υιοθετεί το ειδολογικά ανοιχτό σχήμα μιας «πραγματείας» (ο όρος «πραγματεία» είναι της Φαρίνου) ή ενός «δοκιμίου», κατά τον Tonnet, [8] σε μορφή διαλόγων, [9] τείνοντας με αυτόν τον τρόπο στις παρυφές της λογοτεχνίας. Πιο συγκεκριμένα, τo Esquisses de Moeurs Turques αποτελείται από 20 αυτόνομους διαλόγους, 20 διαφορετικές σκηνές, όπου κατά κύριο λόγο Οθωμανοί, προερχόμενοι από διαφορετικές επαγγελματικές και κοινωνικές τάξεις και από διαφορετικές γωνιές της Οθωμανικής επικράτειας, συζητούν για θέματα που συνδέονται με την ιδιωτική και τη δημόσια σφαίρα του βίου.

Ο συγγραφέας εξηγεί την επιλογή του διαλογικού σχήματος στον πρόλογο. Υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο θέλησε να κινήσει την προσοχή του αναγνώστη και να αμβλύνει τα αισθήματα αγανάκτησης και περιφρόνησης που ενδεχομένως θα του προκαλούσαν τα όσα θα διάβαζε. [10] Πράγματι, η πολυφωνία και η ζωντάνια των διαλόγων, επιτείνουν όχι μόνο το αναγνωστικό ενδιαφέρον του κειμένου αλλά και τη δραστικότητά του. Όπως επισημαίνεται και σε επαινετική βιβλιοκρισία στο περιοδικό Oriental Herald, οι διάλογοι «ενεργοποιούν έναν αριθμό λεπτομερειών που, σε μια απλή εξιστόρηση, θα έμεναν αόριστες και απαρατήρητες ενώ και οι λίγες λέξεις ενός διαλόγου είναι ικανές να καταστήσουν κατανοητό αυτό που μια μακρά έκθεση μόνον ατελώς θα μπορούσε να σκιαγραφήσει».[11]

Επιπλέον, μέσω της χρήσης του διαλογικού σχήματος, δημιουργείται η ψευδαίσθηση μιας αδιαμεσολάβητης και ανεπηρέαστης μεταφοράς της γνώσης, καθώς το συγγραφικό υποκείμενο φαινομενικά αποσύρεται από το κυρίως κείμενο: Οι διάλογοι δεν τιτλοφορούνται, ούτε συνοδεύονται από εισαγωγικά σημειώματα· στην αρχή κάθε κεφαλαίου αναγράφονται μόνο επιγραμματικά και με ουδέτερο ύφος τα θέματα των συζητήσεων και τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτές, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και ο τόπος· οι σημειώσεις, στις οποίες θα επανέλθουμε παρακάτω, μεταφέρονται σε ξεχωριστό τμήμα στο τέλος του βιβλίου. Εξαίρεση αποτελούν 1) κάποιες υποσελίδιες σημειώσεις, οι οποίες υποδηλώνονται με αστερίσκους και 2) οι γαλλικές αποδόσεις που συνοδεύουν εντός παρενθέσεως τις πολυάριθμες (γύρω στις διακόσιες) τουρκικές λέξεις.[12]

Πρόκειται όμως μόνο για μια προσεκτικά οικοδομημένη ψευδαίσθηση. Αν εστιάσει κανείς στις συγγραφικές στρατηγικές που υιοθετούνται, θα διαπιστώσει ότι ο Παλαιολόγος, ακόμα κι όταν δεν σχολιάζει, ευθέως, τοποθετείται απέναντι στην Ανατολή ποικιλοτρόπως:[13] μέσα από τα θέματα στα οποία επέλεξε να στρέψει την προσοχή του δυτικού αναγνώστη· μέσα από τον λόγο των προσώπων του που εκείνος κατασκεύασε, ώστε να μεταφέρει όχι μόνο τις θέσεις των Οθωμανών αλλά και τον αντίλογο της Δύσης ή την οπτική του συγγραφέα·[14] μέσα από τις καρικατουρίστικες υπερβολές στις οποίες οδηγεί κάποια από τα πρόσωπά του ή τις ειρωνικές και κωμικές απολήξεις ορισμένων σκηνών. Ενδιαφέρον για την διπλή του στόχευση είναι π.χ. ο 12ος  διάλογος. Εδώ οι Οθωμανοί του διαλόγου χλευάζουν κι αποκαλούν ανόητους τους Ευρωπαίους, επειδή βάζουν τα κλάματα όταν αντικρίζουν τον Βράχο της Ακρόπολης, γεγονός που για τους Ευρωπαίους καταδεικνύει απεναντίας την ανοησία των Οθωμανών: ότι δηλαδή αγνοούν τη σημασία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Παράλληλα όμως μέσα από τις σατιρικά υπονομευτικές σκηνές του διαλόγου, επικυρώνεται ο χαρακτηρισμός των Ευρωπαίων ως ανόητων, καθώς λόγω της αρχαιομανίας τους πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από τους Τούρκους.

 

Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle

 

Ας δούμε όμως από πιο κοντά τη θεματική των διαλόγων. Ο συγγραφέας φωτίζει αρκετές πτυχές του Οθωμανικού βίου, αν και, όπως ξεκαθαρίζει, η περιγραφή του περιορίζεται στα βασικά σημεία και δεν είναι εξαντλητική, γι’ αυτό και έδωσε στο έργο του τον τίτλο «Esquisses», δηλαδή σκίτσα: Πιο συγκεκριμένα, ο Παλαιολόγος δίνει λεπτομερείς πληροφορίες για θέματα που αφορούν τη θρησκεία: από τις αντιλήψεις και τις προκαταλήψεις, μέχρι τις συνήθειες και τα καθήκοντα των πιστών ή τον ρόλο των θρησκευτικών λειτουργούν στην οθωμανική κοινωνία.[15]

Παράλληλα αποτυπώνει τον τρόπο οργάνωσης του κράτους (το νομικό και δικαστικό σύστημα, τα αξιώματα και τις ιεραρχίες), ανατέμνει όμως και την ιδιωτική ζωή των Οθωμανών (καθώς περιγράφει π.χ. τα έθιμα, τις οικογενειακές στιγμές, τη μυστική ζωή των οθωμανίδων στο χαρέμι, τις συζητήσεις των ανδρών στα καφενεία, τις καταχρήσεις όπως το όπιο και το ποτό ή τις ομοφυλοφιλικές αποκλίσεις, αποφεύγοντας όμως λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να σκανδαλίσουν.)[16]

Η θεματολογία του Esquisses de Moeurs Turques συγκλίνει σε αρκετά σημεία με εκείνη των περιηγητικών και άλλων κειμένων του ευρωπαϊκού και του νεοελληνικού ανατολισμού της ίδιας περιόδου.[17]

Πιο συγκεκριμένα, ο Παλαιολόγος προβάλλει μια σειρά από χαρακτηριστικά του Οθωμανικού βίου, τα οποία εμφανίζονται τυποποιημένα, όπως ο θρησκευτικός φανατισμός, η μοιρολατρία, η διαφθορά και η δυσλειτουργία του κρατικού μηχανισμού, ο δεσποτισμός, η ακαμψία απέναντι σε κάθε είδους μεταρρύθμιση, η προκατάληψη απέναντι στα επιστημονικά και τα τεχνολογικά επιτεύγματα που προέρχονται από τη Δύση.

Το γεγονός ότι επέλεξε να συμπεριλάβει στους διαλόγους του πολλά πρόσωπα και των δύο φύλων, διαφορετικών επαγγελματικών και κοινωνικών θέσεων, του δίνει την ευελιξία να κινηθεί άνετα σε αυτό το ευρύ φάσμα θεμάτων: Επίσης καθώς από διάλογο σε διάλογο μετατοπίζει το βλέμμα του σε διαφορετικές γωνίες της Οθωμανικής επικράτειας (Κωνσταντινούπολη, Βλαχία, Αθήνα, Γιάννενα, Θεσσαλία, Μακεδονία), επιτυγχάνει να καταδείξει πως τα όσα περιγράφει αφορούν μια μεγάλη γεωγραφική έκταση, η οποία μάλιστα δεν περιορίζεται στο Ασιατικό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά επεκτείνεται και στο Ευρωπαϊκό, και κατά συνέπεια ότι επηρεάζουν μεγάλο όγκο πληθυσμού και μεγάλο αριθμό διαφορετικών εθνών.

 

Παίρνει θέση στο ζήτημα της συνέχειας

του ελληνικού έθνους, απορρίπτοντας

την προσφώνηση «Ρωμιοί» και προκρίνοντας

την ονομασία «Έλληνες»

 

Ένα άλλο μεγάλο θέμα που θίγεται στο Esquisses de Moeurs Turques είναι οι σχέσεις των Οθωμανών με τους άλλους λαούς: αφενός μεν με τους υποτελείς της Πύλης, ιδίως τους Έλληνες, και αφετέρου με τους Ευρωπαίους, γεγονός το οποίο δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να τοποθετηθεί απέναντι στην ελληνική υπόθεση.

Η οπτική του Παλαιολόγου ευθυγραμμίζεται εν πολλοίς με την επιχειρηματολογία αρκετών φιλελληνικών κειμένων της εποχής: Θίγοντας π.χ. το ζήτημα της αρχαιοκαπηλίας και της καταστροφής των αρχαίων μνημείων (12ος  διάλογος) επικαλείται τον θαυμασμό των Ευρωπαίων για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Αποτυπώνοντας το μίσος των Οθωμανών για τους Χριστιανούς [18], τις ωμές σφαγές αθώων πολιτών ιδίως από τους γενίτσαρους, τις υφαρπαγές ξένων περιουσιών και τους βιασμούς γυναικών [19] καταγγέλλει την κατάλυση κάθε νομιμότητας στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προβάλλοντας παράλληλα εμμέσως τα φιλελεύθερα αιτήματα της δικαιοσύνης, της ισότητας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας του λόγου. Επίσης, ενημερώνοντας τους Ευρωπαίους αναγνώστες για τις πολυάριθμες επαναστατικές εστίες των Ελλήνων και την νικηφόρο έκβαση αρκετών μαχών σε στεριά και θάλασσα, [20] επιδιώκει να τους πείσει ότι ο Ελληνικός Αγώνας έχει στερεωθεί για τα καλά και δεν είναι ένα πρόσκαιρο πυροτέχνημα, όπως αρχικά θεωρούσαν. [21] Ενώ πληροφορώντας τους αφενός μεν για τη διείσδυση των μοναρχικών Αυστριακών στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας, ιδίως σε σχέση με την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού (14ος  και 20ος διάλογος), και αφετέρου για τις Ρωσικές διεκδικήσεις (11ος  διάλογος), το Ρωσικό Τελεσίγραφο (20ος διάλογος) και την προφητεία για το ξανθό γένος (171, 383), επιδιώκει να κινητοποιήσει και τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά κράτη προκειμένου να αναλάβουν ενεργό δράση υπέρ των Ελλήνων.

Κι αν στο πλαίσιο των διαλόγων η προβολή των παραπάνω θέσεων γίνεται με έμμεσο τρόπο, ο συγγραφέας καθιστά σαφέστερες τις προθέσεις του στις σημειώσεις που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου και καταλαμβάνουν έκταση 64 σελίδων. Σε αρκετές από αυτές απλώς μεταφέρονται με αποστασιοποιημένο και ουδέτερο ύφος συμπληρωματικές γεωγραφικές, ιστορικές και γλωσσικές πληροφορίες ή λεπτομέρειες σχετικά με τα έθιμα της Ανατολής, που δεν γινόταν να ενσωματωθούν στο κυρίως σώμα των διαλόγων.

Σε άλλες, παρατίθενται αποσπάσματα από το κοράνι, από νομικούς ή στρατιωτικούς κώδικες, και από γνωστά περιηγητικά ή άλλα κείμενα που ανατέμνουν τα οθωμανικά ήθη, όπως του J. Ε. Beauvoisins, του R. Chandler, του F. Pouqueville, του Du Vigneau, του C. Ε. Savary, του Μ. D’ Ohson κ.ά., προκειμένου να δοθεί στο κείμενο του Παλαιολόγου η αίσθηση της αυθεντικότητας και της αξιοπιστίας. Τα αποσπάσματα τίθενται εντός εισαγωγικών, ενίοτε δε προσδιορίζεται το κεφάλαιο ή η σελίδα από την οποία προέρχεται το παράθεμα. Εδώ προκύπτουν βεβαίως αρκετά ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης: πόσο αξιόπιστες είναι τελικά οι πηγές που επικαλείται ο Παλαιολόγος προς επίρρωσιν της εγκυρότητας των δικών του ισχυρισμών (π.χ. το -σαφών φιλελληνικών προαιρέσεων – άνισο έργο τού Pouqueville). Κατά πόσο στηρίχτηκε ο Παλαιολόγος σε αυτές τις πηγές για την ανεύρεση υλικού; Με ποιον δηλαδή τρόπο και σε ποιο βαθμό τις αξιοποίησε – πέραν των σημειώσεων – και για τη συγκρότηση των ίδιων των διαλόγων του; Σε σχόλιό του ο Παλαιολόγος μας δίνει κάποια ιδέα για τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε: στην προσπάθεια του να αναπτύξει πληρέστερα τα θέματά του παραδέχεται ότι άντλησε στοιχεία που μπορεί να αφορούν διαφορετικές ιστορικές περιόδους ή διαφορετικά ιστορικά πρόσωπα. «Δεν ανέλαβα να γράψω την ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», ξεκαθαρίζει, «αλλά μονάχα να γνωστοποιήσω τα ήθη και τα έθιμα των Οθωμανών», γι’ αυτό και ως μόνη και απαρέγκλιτη αρχή του είχε καθετί που γράφει και βασίζεται σε γεγονότα (395).

Ενδιαφέρον έχει, πάντως, να δούμε πώς ο Παλαιολόγος σχολιάζει πλέον εδώ ανοιχτά μια σειρά θεμάτων. Μεταξύ άλλων μιλάει με υπερηφάνεια για τις πολεμικές επιδόσεις του Κανάρη (399) και με αγανάκτηση για τις σφαγές των Ελλήνων (π.χ. 399). Εκφράζει ευθέως τη διαφωνία του με τα φιλοτουρκικά δημοσιεύματα της Quotidienne (395-396) και τις αναξιόπιστες συγγραφικές πρακτικές κάποιων ευρωπαίων ταξιδιωτών (π.χ. 379, 385, 395-96), που στηρίζονται αποκλειστικά στις μονόπλευρες μαρτυρίες των Τούρκων. Παίρνει θέση στο ζήτημα της συνέχειας του ελληνικού έθνους, απορρίπτοντας την προσφώνηση «Ρωμιοί» και προκρίνοντας την ονομασία «Έλληνες» (357). Στρέφεται κατά του θρησκευτικού φανατισμού και της μοιρολατρίας των μουσουλμάνων, την οποία αποκαλεί γελοία (357, 369, 373 κ.ά.).[22]

Σε γενικές γραμμές, όμως, δεν παρασύρεται σε προπαγανδιστικές ακρότητες ή σε υβριστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον των Τούρκων, όπως συνέβαινε σε αρκετά φυλλάδια ή μαχητικά άρθρα της δεκαετίας του 1820. Ούτε περιορίζεται σε μια συλλήβδην απόρριψη του Οθωμανικού κόσμου. [23] Ο Παλαιολόγος αποδίδει πολιτικές και ηθικές ευθύνες για το αδιέξοδο της χώρας κυρίως στους κρατούντες: Ασκεί σκληρή αλλά καλοζυγισμένη κριτική στην πολιτική του Σουλτάνου και των υπουργών του, που, όπως υποδεικνύει, έχει ολέθριες επιπτώσεις και στους ίδιους τους Τούρκους. [24] Παρουσιάζει, τέλος, στο κοινό και μια μειοψηφία Οθωμανών η οποία επιζητά μεταρρυθμίσεις (13ος  και 16ος  διάλογος).

Αυτό που αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης διαβάζοντας το Esquisses de Mazurs Turques είναι ότι, κάνοντας λόγο για τα οθωμανικά ήθη, ο Παλαιολόγος επιδιώκει να μιλήσει γενικότερα για την ηθική, όπως υποδεικνύεται και από το απόφθεγμα που παραθέτει στο εξώφυλλο του βιβλίου: «Le vice n’ arrive dans le monde que par l’ ignorance des choses qui constituent la vertu.» Και σε αυτή την περίπτωση η ηθική συνδέεται με τις φιλελεύθερες διαφωτιστικές αντιλήψεις της Δύσης ενώ η ανηθικότητα με τις πρακτικές της Ανατολής. Οι διάλογοι του Esquisses de Moeurs Turques αντικατοπτρίζουν ακριβώς αυτή την αντιπαράθεση του ιδεολογικοί) και πολιτικο-κοινωνικού συστήματος της Ανατολής και της Δύσης. Κι αυτό που κατά ειρωνικό τρόπο προκύπτει είναι ότι λόγω της αδιαλλαξίας των Οθωμανών είναι τελικά αδύνατη η πραγματοποίηση διαλόγου, είναι αδύνατη η επικοινωνία μεταξύ των δύο κόσμων.[25]

Η αντιπαράθεση Δυτικού και Ανατολικού κόσμου επανέρχεται 12 χρόνια αργότερα στον Πολύπαθη (1839), το πρώτο, ηθογραφικών και πάλι προθέσεων, μυθιστόρημα του Παλαιολόγου, όταν βέβαια οι συνθήκες για τους Έλληνες είναι πολύ διαφορετικές. Και εδώ ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετές σελίδες για την περιγραφή των Οθωμανικών ηθών, για τις οποίες, όπως αρχικά επισήμανε η Φαρίνου και διεξοδικά κατέδειξε με τις πολυάριθμες συγκριτικές επισημάνσεις του ο Tonnet, μεταφέρθηκαν αρκετές σκηνές και μοτίβα από το Esquisses de Moeurs Turques.[26]

Και στο πλαίσιο του Πολυπαθούς ο Παλαιολόγος επισημαίνει αρκετές αδυναμίες της Οθωμανικής κοινωνίας (π.χ. 22-26, 87-107).[27] Δεν παραλείπει, όμως, να αναφερθεί επίσης στα θετικά βήματα που έχουν αρχίσει πλέον να σημειώνονται στον οθωμανικό χώρο. Προβαίνει μάλιστα κάποτε σε συγκρίσεις με τη Δύση, συχνά δε εις βάρος της δεύτερης. Θίγοντας, π.χ. το θέμα της κρατικής ασυδοσίας, ο συγγραφέας υπογραμμίζει σε υποσημείωση την περιστολή των καταχρήσεων επί Σουλτάν Μαχμούτ και συνεχίζει:

 

«Ο Σουλτάν Απδούλ Μετζίτης, όχι μόνον ακολουθεί τα προοδευτικά ίχνη του πατρός του αλλά δίδει παραδείγματα, άξια να τα μιμηθώσι τινές των Ευρωπαϊκών και Χριστιανικών Δυνάμεων. Όλοι οι επιθυμούντες την πρόοδον του ανθρωπίνου γένους εύχονται την πραγματοποίησιν και την διατήρησιν αυτών των θεσμοθεσιών, διά των οποίων μόνον θα ευτυχήση το οθωμανικόν Κράτος» (104).

Για να καταλήξει: «[…] αν και οι Οθωμανοί έχουν, ένεκα της αμαθείας των, πολλάς προλήψεις και άλλα τινά ελαττώματα, είναι όμως ειλικρινέστεροι εις την φιλίαν των και τιμιώτεροι εις τα συναλλάγματά των από πολλά χριστιανικά έθνη.» (104).

Ενώ σε άλλο σημείο, αναφερόμενος στην ηθική των γυναικών, ο ήρωάς του δηλώνει ότι προτιμά τα «ήθη των Ασιανών» (206). Χαρακτηριστική είναι, όμως, και σχετική σημείωσή του στον Ζωγράφο (1842), το δεύτερο μυθιστόρημά του: Εδώ ο Παλαιολόγος χαρακτηρίζει, με κάποια ίσως υπερβολή, την Οθωμανική Κυβέρνηση «φρονιμωτέρα» έναντι των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων λόγω των απαγορεύσεων που έχει επιβάλει για την περιστολή της χαρτοπαιξίας: «Ίσως τινές ονομάζουν τούτο περιορισμόν της ελευθερίας· [σχολιάζει] αλλ’ ας μάθουν, ότι εις την Τουρκίαν είναι περισσοτέρα ελευθερία, παρά εις πολλά άλλα Ευρωπαϊκά κράτη. Τουλάχιστον, όχι μόνον βιβλία και εφημερίδες παντός είδους αναγινώσκονται δημοσίως, και καθείς ομιλεί ελευθέρως ό,τι φρονεί, αλλ’ ο λαός ψάλλει εις τας οδούς αυτής της Πρωτευούσης άσματα, διά τα οποία η Αστυνομία και αυτών των Παρισίων ήθελε φυλακίσει τους τραγωδιστάς».[28]

 

 

Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο ήρωας του

θα διαπιστώσει φατριασμούς

και αναξιοκρατία που εμποδίζουν την πολυπόθητη

αλλά ουδόλως διαφαινόμενη Αναγέννηση του Έθνους.

 

 

Επιπλέον, εκμεταλλευόμενος τις περιπλανήσεις του ήρωά του, που δεν περιορίζονται μόνο στον Ανατολικό χώρο, αλλά επεκτείνονται στη Ρωσία και σε μια σειρά δυτικών κρατών, ο συγγραφέας θα αδράξει την ευκαιρία να αποτυπώσει τα ήθη και τα ελαττώματά της Δύσης.[29] Θα απορρίψει, διά στόματος του ήρωά του, συλλήβδην τα ήθη των Ρώσων (76) και θα διαπιστώσει στο τέλος του ταξιδιού του μελαγχολικά πόσο «σπανία είναι σήμερον η ηθική αύτη! Μάλιστα εις τας πολιτισμένος κοινωνίας» (206). «Φαίνεται ότι ο άνθρωπος είναι παντού ο αυτός και τοιούτος θα μείνη μέχρι της συντέλειας των αιώνων» (232), καταλήγει.

Ερχόμενος εν συνεχεία στην Ελλάδα, ο ήρωας του θα διαπιστώσει φατριασμούς και αναξιοκρατία που εμποδίζουν την πολυπόθητη αλλά ουδόλως διαφαινόμενη Αναγέννηση του Έθνους. Ο Παλαιολόγος, πάντοτε διά στόματος του ήρωά του, σαφώς θα εξακολουθεί, όπως και στο Esquisses de Moeurs Turques, να εκφράζει «το φιλελεύθερο πνεύμα του μετριοπαθούς Διαφωτισμού»,[30] θεωρώντας πως εκεί βρίσκεται η μόνη λύση για τη βιωσιμότητα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους: «Η παιδεία και ο καιρός, με την σύμπραξιν εμφρόνου Κυβερνήσεως, θα βελτιώσουν βαθμηδόν τα ήθη» (228), θέλει να ελπίζει. Από το κείμενο διακρίνεται πάντως η απογοήτευση του από την τρέχουσα κατάσταση του Έθνους, την οποία σκιαγραφεί με ιδιαιτέρως καυστικό τρόπο στα δύο τελευταία κεφάλαια. Στο τέλος του βιβλίου ο Παλαιολόγος παρουσιάζει τον ήρωά του, Φαβίνη, του οποίου ο όψιμος γάμος με τη Ρωξάνδρα δίνει αφορμή στον «φιλόμωμον κόσμον να γελάση» (242) να αποσύρεται στην εξοχή, διατηρώντας όμως την επικοινωνία του με τα τεκταινόμενα στον πολιτικό χώρο.

 

Άποψη των τειχών της αρχαίας Τίρυνθας. Στο πρώτο επίπεδο απεικονίζεται η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας (σήμερα Αγροτικές Φυλακές), την οποία ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο βάθος διακρίνονται το Ναύπλιο και το Μπούρτζι.

 

Η στάση του Παλαιολόγου όπως αποτυπώνεται στον Πολύπαθη, ενδεχομένως συνδέεται με τις προσωπικές απογοητεύσεις που βίωσε ο συγγραφέας ερχόμενος στην Ελλάδα: Τα φιλόδοξα γεωπονικά του σχέδια ναυάγησαν, ο ίδιος διώχθηκε από το Αγροκήπιο της Τίρυνθας και έκτοτε δεν χρησιμοποιήθηκε σε τομείς της αρμοδιότητάς του. Επιπλέον, η κριτική εξαπέλυσε εναντίον του δριμεία επίθεση όταν εξέδωσε τον Πολύπαθη, ενώ το δεύτερο μυθιστόρημά του, Ο ζωγράφος, που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη, είχε αποκλειστικά ετερόχθονες συνδρομητές. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Παλαιολόγος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Αρχικά απασχολήθηκε στην εκεί ελληνική πρεσβεία, ενώ σύμφωνα με την νεκρολογία του εργάστηκε για λογαριασμό του τουρκικού κράτους για την ανασυγκρότηση των ταχυδρομείων.

Πολυταξιδεμένος και πολυπαθής ο Κωνσταντινουπολίτης Γρηγόριος Παλαιολόγος θα εμπνέεται από τα φιλελεύθερα ιδανικά της Δύσης, χωρίς να μπορεί να απαρνηθεί τα παράλια του Βοσπόρου, τα οποία τόσο συγκινημένος περιγράφει σε σημείωσή του στο Esquisses de Mοeurs Turques (400).

 

Υποσημειώσεις


  1. Από την εκτεταμένη σχετική βιβλιογραφία, βλ. ενδεικτικά: Κ. Θ. Λημαράς (επιμ.), Περιηγήσεις στον ελληνικό χώρο, Αθήνα 1967· Λ. Δρούλια, «Η δικαίωση του αγώνα στα ξενόγλωσσα ελληνικά κείμενα του 1821», περ. Νέα Εστία, (Χριστούγεννα 1970), σ. 286-93· Droulia, Philhellénisme. Ouvrages inspirés par la guerre de I’indépendance grecque, 1821-1833. Repertoire bibliographique, K.N.E./E.I.E, Αθήνα 1974· Απ. Βακαλόπουλος, «Ο φιλελληνισμός μέσα στο πλαίσιο των μεγάλων ευρωπαϊκών ιδεολογικών ρευμάτων», Ιστορία του νέου ελληνισμού, τόμ. Ε’, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 568-609· Κ. Σιμόπουλος, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21: απομνημονεύματα, χρονικά, ημερολόγια, υπομνήματα, αλληλογραφία εθελοντών, διπλωματικών, ειδικών απεσταλμένων, περιηγητών, πρακτόρων κ.ά., 5 τόμοι, Αθήνα2 1984-1990· Βιγγοπούλου, Ρ. Πολυκανδριώτη, «Περιηγητικά κείμενα για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο 15ος—19ος αιώνας. Κατάλογος Συντομευμένων τίτλων», στον τόμο: Περιηγητικά θέματα. Υποδομή και προσεγγίσεις, Τετράδια Εργασίας, τόμ. 17, Κ.Ν.Ε/Ε.Ι.Ε., Αθήνα 1993, σ. 17-157· S. Moussa, La relation orientate: enquête sur la communication dans les récits de voyage en Orient, 1811-1861, Klincksieck, Παρίσι 1995.
  2. Esquisses de Mceurs Turques au XIXe siècle; ou scènes populates, usages religieia; cérémonies publiques, vie intérieure, habitudes societies., idées politiques des Mahométans, en fotine de dialogues. Paris, Moutardier, 1827, σ. XVI + To κείμενο μεταφράστηκε στα ολλανδικά το 1829. (Βλ. Μ. X. Χατζηιωάννου, «Ο θάνατος τον Δημοσθένους του Ν. Σ. Πίκκολου και ο Γρ. Παλαιολόγος», Μνημών 9 (1984), σ. 248, σημ. 4 και Γ. Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», στο: Η παλαιότερη πεζογραφία μας, Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ, Γ, Σοκόλης, Αθήνα 1996, σ. 359.) Να αναφερθεί εδώ ότι το φιλελληνικό κομιτάτο είχε συνδράμει οικονομικά προκειμένου ο Παλαιολόγος να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του στο Παρίσι. Τον βοήθησε επίσης αργότερα προχειμένου να εκδώσει κάποια γεωπονικά του συγγράμματα και να εφαρμόσει τα γεωπονικά του προγράμματα στην ελληνική επικράτεια. (Βλ. Γ, Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., σ. 156).
  3. The Death of Demosthenes. A Tragedy in Four Acts in Prose. Translated from the Modern Greek by Gregorios Paleologos, of Constantinople. Cambridge. Printed for the Author and Sold by Richard Newby, Trinity Street, 1824, σ. X + Βλ. Μ. X. Χατζηιωάννου, ό.π., σ. 247-54, όπου και στοιχεία για τις διασυνδέσεις του Παλαιολόγου με το αγγλικό φιλελληνικό κομιτάτο.
  4. Βλ. Μ. X. Χατζηιωάννου, ό.π., σ. 249.
  5. Βλ. και την αφιέρωση στον Lieutenant – Général Alexandre Lameth, ο οποίος, όπως σημειώνει ο Παλαιολόγος, είναι «un des premiers, avez tendu unemain secourable à la Grèce abandonnée, el qut avez été un des plus zéJés et des plus constants défenseurs de notre sainte cause».
  6. Βλ. την επιστολή του Κόμη Lasteyrie με ημερομηνία 8 Σεπτεμβρίου 1829, στην οποία ο Παλαιολόγος φέρεται να μην έχει αποχωρήσει ακόμη για την Ελλάδα. Η επιστολή παρατίθεται στο: Ελένη Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο διπλωμάτης, Εστία, Αθήνα2 1984, σ. 316, 406, (Πληροφορία από: Gr, Palaiologue, L’ Homme aux mille mésaventures, μτφρ., εισαγ., επιμ., H. Tonnet, L’ Harmattan, Παρίσι 2000, σ. 14).
  1. Βλ. και Γ. Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., σ. 161. Στις πρακτικές των ξένων περιηγητών επανέρχεται και στο κυρίως κείμενο του Esquisses de Moeurs Turques (π.χ. σ, 143-44) αλλά και στις σημειώσεις του (Βλ, παρακάτω).
  2. Βλ. αντιστοίχως Γ. Φαρίνου, «“Ελληνικός Ζιλβλάσιος;” Ο Πολνπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», ΕΕΦΣΑΠΘ 1 (1991), σ. 311 και Η. Tonnet, «Κωνσταντίνος Ράμφος», στο: Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ. Δ’, Σοκόλης, Αθήνα 1996, σ. 298.
  3. Ο διάλογος, έμμετρος ή πεζός, αυτόνομος ή ενσωματωμένος σε διάφορα λογοτεχνικά είδη, έχει μια μακρά ιστορία, με ποικίλες ειδολογικές διακλαδώσεις, τόσο στις δυτικοευρωπαϊκές όσο και στις ανατολικές γραμματείες, και με ιδιαίτερη διάδοση κατά τον 18° αιώνα στον ελληνικό και στον ευρύτερο Βαλκανικό χώρο. Όπως σημειώνει ο Γ. Κεχαγιόγλου: «[…] στιχομυθία, διάλογος και πρόσωπα-χαρακτήρες απαντούν και σε μεγάλο αριθμό πεζών θεατρικοίν έργων, πεζών έργων με δραματικό περιεχόμενο και δοκιμιακών-στοχαστικών έργων, από τα αιγαιοπελαγίτικα «θρησκευτικά δράματα» του Μπαρόκ ως το Κριτήριον ή Διάλεξις του Σοφού με τον Κόσμον του πολυγλώσσου μολδαβοΰ Καντεμίρη (Dimitrie Cantemir) και τους διαλόγους της φαναριώτικης γραμματείας, από τους πρώτους Μαυροκορδάτους ως τον Κοραή, την παρέα του και τους αντιπάλους του, τον Σολωμό.» («Γραμματολογική εισαγωγή. Η αφηγηματική πεζογραφική παραγωγή της “παλαιότερης” γραμματείας μας: δεδομένα, παρεξηγήσεις, προτάσεις. Μερικές πρώτες προϋποθέσεις και σταθμίσεις», στο: Η Παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ. ΒΊ, Σοκόλης, Αθήνα 1999, σ. 1). Το περιορισμένο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης δεν επιτρέπει την απαιτούμενη διερεύνηση της σχέσης του Esquisses de Moeurs Turques, με την παράδοση (/παραδόσεις). Για το διαλογικό είδος στον δυτικοευρωπαϊκό χοίρο, βλ. ενδεικτικά S. Guellouz, Le dialogue, Presse Universitaires de France, Παρίσι 1992 (όπου και εκτενής περαιτέρω βιβλιογραφία). Για τον διάλογο κατά τον 18° και κυρίως τον 19ο αιώνα στον νεοελληνικό χοίρο, βλ. Παν, Μουλλάς, «Εισαγωγή», στο: Η Παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσιιιο πόλεμο, τόμ. Α’, Σοκόλης, Αθήνα 1998, σ. 39-49.
  1. Γράφει ο Παλαιολόγος στην εισαγοιγή: «J’ ai préféré cette méthode, parce que je la crois la plus propre â intéresser le lecteur, et â adoucir I’indignation que pourraient lui inspirer les vices, les atrocites el les horreurs du fanatisme.» (ix)
  2. Βλ. «Pictures of Turkish Manners and Opinions», περ. Oriental Herald, τχ. 14 (Ιούλιος 1827), σ. Η μετάφραση είναι της Γ. Φαρίνου («Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., α. 161).
  3. Σχετικά με το φωνητικό-ορθογραφικό σύστημα που υιοθετεί ο Παλαιολόγος για την καταγραφή των τουρκικών λέξεων, βλ. τη σχετική σημείωση του Παλαιολόγου (348-349) και Γ. Κεχαγιόγλου, «Εισαγωγή», στο: Βασίλειος-Μιλτιάδης Νικολαΐδης, Αλί-Χουρσίντ Μπέης. Επει- σόόιον της ελληνικής επαναστάσεως, επιμ. Γ. Κεχαγιόγλου, Νεφέλη, Αθήνα 2001, σ. 99-100, σημ. 77.

[13] Όπως σημειώνει και ο Edward Said: «Καθένας που γράφει για την Ανατολή πρέπει να τοποθετηθεί πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι της· μεταφρασμένη σε κείμενο, αυτή του η θέση περικλείνει το είδος της αφηγηματικής φωνής που υιοθετεί, τον τύπο δομής που οικοδομεί, τα είδη των εικόνων, των θεμάτων, των μοτίβων που ανακυκλώνονται μέσα στο κείμενό του – που όλα συνοψίζονται, εντέλει σε εσκεμμένους τρόπους ν’ απευθυνθεί στον αναγνώστη περικλείνοντας την Ανατολή και, τελικά, να την εκπροσωπήσει ή να μιλήσει για λογαριασμό της.» (Οριενταλασμός, μτφρ. Φ. Τερζάκης, Νεφέλη, Αθήνα 1996, σ. 33).

[14] Χαρακτηριστικός από αυτήν την άποψη είναι π.χ. ο δραματικός μονόλογος της Khadidgé, η οποία εκθέτει τη δυστυχία της και τη δυστυχία αρκετών Οθωμανίδων (34-35) ή το καταγγελτικό ξέσπασμα ενός Οθωμανού ναύτη εναντίον της υποκρισίας των ομοθρήσκων του (321-22).

[15] Σχετικά με τα θέματα και τα μοτίβα τα οποία πραγματεύεται ο Παλαιολόγος στο Esquisses de Moeurs Turques, βλ. και Γ. Κεχαγιόγλου, «Εισαγωγή», ό.π., σ. 98-99, σημ. 76.

[16] Όπως δήλωνε και στον πρόλογο: «Je passerai même sous silence mille choses qui auraient pu blesser la pudeur et le sentiment des convenances», (x) Έτσι, π.χ. στη σελ. 200 διακόπτει την αφήγηση ενός επεισοδίου με ομοφυλοφιλικό περιεχόμενο, για λόγους σεμνοπρέπειας.

[17] Σχετικά με τη θεματολογία των περιηγητικών κειμένων και των κειμένων του Ευρωπαϊκού ανατολισμού της περιόδου, βλ. παραπάνω, υποσημείωση αρ. 1. Ένα πρώτο διάγραμμα του νεοελληνικού ανατολισμού δίνεται στο: Γ. Κεχαγιόγλου, «Νεοελληνικός ανατολισμός: Συνέχεια και ασυνέχεια στις γραμματειακές προσεγγίσεις του Αραβικού κόσμου», στο: Μνήμη Λίνου Πολίτη. Φιλολογικό μνημόσυνο και επιστημονική συνάντηση, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 157-65. Ειδικότερα όσον αφορά το Esquisses de Moeurs Turques και τη σχέση του με άλλα κείμενα του νεοελληνικού ανατολισμού, θα περιοριστώ εδώ στην περίπτωση του Αλί-Χονρσίντ Μπέη, του Β. Μ. Νικολάιδη που όπως επισημαίνει ο Γ. Κεχαγιόγλου, παρουσιάζει αρκετές θεματικές και άλλες ομοιότητες με το κείμενο του Παλαιολόγου. (Βλ. Γ. Κεχαγιόγλου, «Εισαγωγή», ό.π., σ. 97-100).

[18] Π.χ. σ. 100, 114, 132, 284, 298 και σε πολλά άλλα σημεία. Επίσης, συχνά παρουσιάζονται οι Τούρκοι να βρίζουν τους Χριστιανούς, αποκαλώντας τους «chiens» (σκυλιά).

[19] Π.χ. τρίτος, πέμπτος, δέκατος και δέκατος πέμπτος διάλογος.

[20] Π.χ. σ. 54,169,177, 299, 311-15, 338, 339.

[21] Χαρακτηριστική είναι επίσης η αναφορά κάποιων Οθωμανών σε προφητικά βιβλία που προβλέπουν ότι οι Έλληνες θα νικήσουν τους Τούρκους κι ότι επίκειται το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (235-236) όπως και η πληροφορία ότι πολλές αρχοντικές οικογένειες Τούρκων επιλέγουν να θάβουν τους δικούς τους στο Σκούταρι, στο Ασιατικό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι τάφοι δεν θα πέσουν κάποτε στα χέρια των Χριστιανών (388).

[22] Να σημειωθεί ότι ο Παλαιολόγος στρέφεται συλλήβδην κατά του θρησκευτικού φανατισμού, επισημαίνοντας ότι το φαινόμενο δεν εντοπίζεται μονάχα στο Ισλάμ, αλλά και στους κόλπους του Χριστιανισμού (357).

[23] Π.χ. εντοπίζει μεν στο Κοράνι αντιφάσεις και παραλογισμούς, υποστηρίζει όμως ότι περιέχει και αρκετά λογικά πράγματα και ωραία γνωμικά. Κατά την άποψή του, το πρόβλημα είναι ότι οι διδαχές από το Κοράνι ερμηνεύονται και μεταφράζονται σχεδόν πάντοτε σύμφωνα με το συμφέρον του φανατισμένου κλήρου ή του διεφθαρμένου και βάναυσου κράτους (373).

[24] Γράφει χαρακτηριστικά: «Les injustices et les cruautés de la politique du sultan et des ses ministres ne pèsent pas seulement sur les sujets tributaires, elles se font sentir sur les Turcs eux- memes. Musulmans ou chrétiens, pauvres ou riches, petits ou grands, tous partagent les malheurs et les vexations auxquels donne naissance ce gouvernement absurde et sanguinaire» (365).

[25] Την αδυναμία πραγματοποίησης διαλόγου μεταξύ των δυο κόσμων αντικατοπτρίζει με ιδιαίτερα εύγλωττο τρόπο ο 16ος διάλογος.

[26] Βλ. Γ. Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., σ. 161, σημ. 6 και Gr. Palaiologue, ό.π., passim. Συμπληρωματικές επισημάνσεις γίνονται και στο Π. Αποστολή, Το πικαρικό μυθιστόρημα και η παρουσία του στον ελληνικό 190 αιώνα (Από τον Ερμήλο ως την Πάπισσα Ιωάννα), αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2003, σ. 170-71.

[27] Οι παραπομπές στον Πολύπαθη αφορούν την έκδοση: Γρ. Παλαιολόγος, Ο πολυπαθής, εισαγ.- επιμ. Ά. Αγγέλου, Ερμής, Αθήνα 1989. Για το θέμα βλ. Και Π. Αποστολή, ό.π., σ. 174-76.

[28] Βλ. Γρ. Παλαιολόγος, Ο ζωγράφος, εισαγ.-επιμ. Ά. Αγγέλου, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1989, σ. 226-27.

[29] Βλ. Γ. Φαρίνου, «“Ελληνικός Ζιλβλάσιος;” Ο Πολύπαθης του Γρ. Παλαιολόγου», ό.π., σ. 311- 12 και Π. Αποστολή, ό.π., σ. 177-80,187.

[30] Γ. Φαρίνου, «“Ελληνικός Ζιλβλάσιος;” Ο Πολυπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», ό.π., σ. 315.

 

* Η ανακοίνωση αυτή αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης μελέτης που ετοιμάζω για το θέμα. Θα ήθελα να ευχαριστήσω και από εδώ τη Ράνια Πολυκανδριώτη, τη Στέση Αθήνη και τον Λάμπρο Βαρελά για τις χρήσιμες υποδείξεις τους.

Πέρσα Αποστολή*

Διδάκτωρ Φιλολογίας, Διδάσκουσα στο ΕΑΠ

«Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του Διαφωτισμού και στον εικοστό αιώνα», Πρακτικά του Γ’ Ευρωπαϊκού Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (Βουκουρέστι, 2-4 Ιουνίου 2006), επιμ. Κ. Α. Δημάδης, Ελληνικά Γράμματα, 2007.

 

* Η Πέρσα Αποστολή είναι απόφοιτη Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (Β.Α., Ph.D.) και του King’sCollegeτου Πανεπιστημίου του Λονδίνου (M.A.). Η διδακτορική της διατριβή είχε θέμα: «Το πικαρικό μυθιστόρημα και η παρουσία του στον ελληνικό 19ο αιώνα». Από το 2003 εργάζεται ως μέλος Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και Νεοελληνική Φιλολογία, 19ος-20ός αι.), ενώ έχει διδάξει ως Ειδική Επιστήμονας με βάση το Π.Δ. 407/80 στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Έχει επίσης συμμετάσχει σε ερευνητικά προγράμματα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας («Μεταπολιτευτικά περιοδικά, 1974 έως σήμερα») και της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών («Η γυναικεία λογοτεχνική και εικαστική παρουσία σε περιοδικά λόγου και τέχνης, 1900-1940»). Υπήρξε μέλος της ομάδας φιλολογικής επιμέλειας του Λεξικού Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007), ενώ το 2011 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Περίπλους ο τόμος: Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου, Η αυθεντική ιστορία τις πάπισσας Ιωάννας, που επιμελήθηκε φιλολογικά. Έχει λάβει μέρος σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια, ενώ μελέτες της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά και σύμμικτους τόμους. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: Πεζογραφία του 19ου και του 20ού αιώνα, περιοδικός τύπος (19ος-20ός αι.), συγκριτική φιλολογία, γυναικεία συγγραφική δραστηριότητα. Είναι τακτικό μέλος της Ελληνικής και της Διεθνούς Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Η αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας (1931) της Μαριέττας Γιαννοπούλου – Μινώτου: Μια άγνωστη λογοτεχνική μετάπλαση ενός διαβόητου μύθου[1] – Πέρσα Αποστολή


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την ανακοίνωση  της Δρ. Πέρσας Αποστολή, στο Δ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών που πραγματοποιήθηκε στη Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010, με τίτλο:

 

«Η αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας (1931) της Μαριέττας Γιαννοπούλου – Μινώτου: Μια άγνωστη λογοτεχνική μετάπλαση ενός διαβόητου μύθου».

 

Η σκανδαλιστική ιστορία της Πάπισσας έχει προσελκύσει για περισσότερο από οκτώ αιώνες τώρα το ενδιαφέρον πλήθους κληρικών, θεολόγων, ιστορικών, λογοτεχνών, φιλολόγων, καλλιτεχνών κ.ά. Οι πρώτες σχετικές αναφορές από τον 13ο αιώνα, σε εκκλησιαστικά χρονικά, βίους παπών, συλλογές με υποδειγματικές αφηγήσεις (exempla) κ.ά., είναι σύντομες και γενικές: Μια γυναίκα μεταμφιεσμένη σε άνδρα καταφέρνει να ανέλθει στον παπικό θρόνο, ως τη στιγμή που το σκάνδαλο αποκαλύπτεται, όταν κατά τη διάρκεια λιτανείας ο πάπας γεννάει ένα ημιθανές βρέφος εν μέσω του οργισμένου πλήθους. Δεν δίνεται το όνομα ή η καταγωγή αυτής της γυναίκας, ούτε χωροχρονικές πληροφορίες για τη διαδρομή και τη θητεία της ή εξηγήσεις σχετικά με την παρενδυσία και την εγκυμοσύνη. [2]

Έκτοτε η ιστορία αναπαράγεται, αναπλάθεται και ανασημασιοδοτείται ξανά και ξανά. Τα αρχικά κενά του μύθου συμπληρώνονται σταδιακά από μεταγενέστερους συγγραφείς, καθένας από τους οποίους επιχειρεί να διαμορφώσει τη δική του εκδοχή της ιστορίας και κατ’ επέκταση να κατασκευάσει τη δική του εικόνα αυτής της θρυλικής γυναικείας μορφής, ανάλογα με τις όποιες θρησκευτικές, ιδεολογικές, αισθητικές ή άλλες προθέσεις του.

Η υπόθεση της Πάπισσας αρχικά τροφοδοτεί εκκλησιαστικές συζητήσεις στους κόλπους των ίδιων των Καθολικών, για να περάσει αργότερα και στο στρατόπεδο των Προτεσταντών. Έτσι, εκτός από το επίμαχο ερώτημα για την ιστορικότητα του μύθου, δίνει μεταξύ άλλων την αφορμή για ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τον αποκλεισμό των γυναικών από την ιερουργία, το αλάθητο του πάπα και τη διαφθορά της Καθολικής Εκκλησίας. [3] Η Ιωάννα (ή κατ’ άλλους Αγνή, Άννα, Γκιλμπέρτα ή Γκλάνσια) [4] αποτυπώνεται άλλοτε ως μια βλάσφημη και αδίστακτη γυναίκα που με τη βοήθεια του διαβόλου γνώρισε την υπέρτατη Δόξα και τον έσχατο εξευτελισμό, άλλοτε ως θηλυκός Φάουστ ή και προάγγελος του Αντίχριστου, [5] ενώ ορισμένοι φτάνουν να αναγνωρίσουν στο πρόσωπό της ακόμα και τη «Μεγάλη Πόρνη της Βαβυλώνος» της Αποκαλύψεως (κεφ. 17). [6]

Καθώς από τον 15o αιώνα η Πάπισσα περνάει και στη λογοτεχνία, οπότε καταργούνται τα ήδη ρευστά όρια μεταξύ ιστορικής καταγραφής και μυθοπλαστικής επεξεργασίας, η υπόθεση αποκτά νέα συμφραζόμενα, που επιδέχονται νέες αναγνώσεις: αλληγορικές ή μεταφυσικές, μπουρλέσκες, σατιρικές ή ρομαντικές, μισογυνικές ή φεμινιστικές κ.ά. Μέσα από αυτές τις αναγνώσεις τίθενται νέα ερωτήματα: για τη γυναικεία φύση σε συνάρτηση με την ερωτική επιθυμία, τη φιλοδοξία και την ηθική, για την απόκρυψη της γυναικείας ταυτότητας μέσω της μεταμφίεσης, για τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων κ.ά. [7] Έτσι, π.χ. κατά τον βραζιλιάνο μεσαιωνολόγο Hilario Franco Jr. η Πάπισσα Ιωάννα συγκεφαλαιώνει την «Ουτοπία της ανδρογυνίας»· [8] ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, πάλι, διαβάζει τον μύθο ως «μια παραβολή που εξερευνά τους κινδύνους με τους οποίους έρχονται αντιμέτωπες οι γυναίκες […] εάν απατηθούν ότι μπορούν να απαρνηθούν εντελώς το φύλο και τη φύση τους», ενώ αντιθέτως ο Jacques Le Goff κάνει λόγο για την «άρνηση του άλλου φύλου». [9] Και η ιστορία της ιστορίας της Πάπισσας συνεχίζεται, καθώς πολλαπλασιάζονται διαρκώς οι γραπτές ή άλλες πηγές που επιχειρούν να την καταγράψουν, συγκροτώντας μια τεράστια διεθνή «γενεαλογία». [10]

Σε ό,τι αφορά την ελληνική συμμετοχή σε αυτή τη διεθνή «γενεαλογία», η πρωτοκαθεδρία αναμφισβήτητα ανήκει στο περίφημο έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη (Η Πάπισσα Ιωάννα. Ιστορική μελέτη, 1866), ενώ θα πρέπει να προστεθεί εδώ και η πιο πρόσφατη ελεύθερη διασκευή του ροϊδικού έργου από τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο (Η απίστευτη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, Κέδρος 2000).

Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου (1900-1962).

Στόχος της παρούσας ανακοίνωσης είναι να φέρει στο φως μια ακόμη, εν πολλοίς άγνωστη Πάπισσα Ιωάννα, την οποία έγραψε η δραστήρια λογία Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου (1900-1962). [11] Γνωστή επίσης με τα ψευδώνυμα «Επτανησία» και «Χειραφετημένη», η Μινώτου υπήρξε ένθερμη οπαδός του δημοτικισμού, με πλούσιο πνευματικό και συγγραφικό έργο (λογοτεχνικό, φιλολογικό, μεταφραστικό, λαογραφικό κ.ά.), αποτελούμενο από εξακόσια περίπου δημοσιεύματα, στον τύπο ή σε αυτοτελείς εκδόσεις. Εξίσου πλούσια είναι και η εκδοτική της δράση: Μεταξύ άλλων, μόλις στα εικοσιένα της χρόνια εξέδωσε το πρώτο ζακυνθινό φεμινιστικό περιοδικό Εύα Νικήτρια (1921-1923) και από το 1927 ως τον Οκτώβριο του 1935 υπήρξε συνεκδότρια του γνωστού «μηνιαίου φιλολογικού και καλλιτεχνικού περιοδικού» Ιόνιος Ανθολογία. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να συμβάλει στη διάδοση των επτανησιακών γραμμάτων, ενώ, τέλος, με δική της πρόταση καθιερώθηκαν από το 1932 οι εβδομάδες ελληνικού βιβλίου. [12]

Η Αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας της Μινώτου δημοσιεύτηκε σε 18 συνέχειες, από τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο 1931, στο αθηναϊκό λογοτεχνικό περιοδικό Εβδομάς. [13] Με αυτή τη δημοσίευση, εγκαινιάζεται μια τακτική συνεργασία της συγγραφέως με το εν λόγω έντυπο, η οποία διατηρείται ως το 1936. [14]

Ήδη από τον τίτλο («αυθεντική ιστορία») αλλά και από σχετικές αναφορές εντός του κειμένου, υποδηλώνεται η πρόθεση της συγγραφέως να αποκαταστήσει την αλήθεια γύρω από την περίπτωση της Πάπισσας, [15] μέσα από μια τεκμηριωμένη και πιστή καταγραφή των γεγονότων, και σε αντιδιαστολή όπως υπονοείται με παλαιότερα αντίστοιχα εγχειρήματα. (Να σημειωθεί πάντως ότι η συγγραφέας αποφεύγει και την παραμικρή αναφορά στο εμβληματικό κείμενο του Ροΐδη.) Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει στον «Πρόλογο», στόχος της είναι να «κατατοπίσει πραγματικά τον αναγνώστη πάνω στο τόσο ενδιαφέρον πρόσωπο της Πάπισσας Ιωάννας, χωρίς φανταστικά παραφουσκώματα που καταντούν την ιστορία μυθιστόρημα» (σ. 1216).

Για τον σκοπό αυτό, η Μινώτου δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της τεκμηρίωσης: Προκειμένου να ενισχύσει το κύρος της αφήγησής της, μνημονεύει επανειλημμένως τις πηγές στις οποίες βασίστηκε, υπογραμμίζοντας την αξιοπιστία τους, [16] ενσωματώνει παραθέματα (είτε αυτούσια είτε σε ελεύθερη απόδοση, εντός και εκτός εισαγωγικών), καταφεύγει σε παρεκβάσεις προκειμένου να ανασυνθέσει τα ήθη και τις ιστορικοκοινωνικές συνθήκες της περιόδου που εξετάζει, [17] διανθίζει μάλιστα το κείμενό της με εικονογραφικό υλικό από τις πηγές αυτές, προκειμένου να ενισχύσει την αίσθηση της αυθεντικότητας, αλλά και για να κρατάει το ενδιαφέρον του κοινού, ενώ τέλος επισημαίνει το πλήθος των έγκριτων άλλων συγγραφέων που έχουν καταγράψει το επεισόδιο (σσ. 1216, 1648). Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την ενημέρωση της συγγραφέως, η οποία πάντως δεν στοχεύει στην εξαντλητική διερεύνηση του θέματος.[18]

Σε ό,τι αφορά τις πηγές που χρησιμοποίησε η Μινώτου, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο κατηγορίες: εκείνες από τις οποίες άντλησε υλικό για την εποχή, τα ιστορικά πρόσωπα ή τον χώρο της εκκλησίας [19] και εκείνες που αναφέρονται στην ίδια την Πάπισσα. Ως προς τις δεύτερες, η συγγραφέας κατονομάζει: α) Το περίφημο χρονικό του Μαριανού του Σκώτου [Marianus Scotus, Chronicon, 14ος αι.], που και ο Ροΐδης είχε αξιοποιήσει, β) ένα κείμενο «του εκκλησιαστικού συγγραφέως Αλβερίκου Μονκασίν» [Albéric du Mont-Cassin, 11ος αι.], που δεν διευκρινίζεται ποιο, και γ) «δύο σχετικ[ές] μελέτ[ες] των Λασάτρ και Φιορέττι» (σσ. 1216, 1540). Από τις δύο τελευταίες πηγές, που αναφέρονται στους βίους των παπών, μπόρεσα μέχρι στιγμής να ταυτοποιήσω μόνο την πρώτη: Πρόκειται, για τον τρίτο τόμο του έργου του Maurice Lachâtre, Histoire des Papes (1842). [20]

Η χρήση των πηγών δεν γίνεται με αυστηρά φιλολογικό τρόπο, όπως σε μια βιογραφική μελέτη, δηλαδή με ακριβείς παραπομπές, πιστή μεταφορά των παραθεμάτων και αναλυτικό κατάλογο βιβλιογραφίας στο τέλος. Θυμίζουμε εξάλλου ότι το κείμενο δημοσιεύεται σε ένα ποικίλης ύλης περιοδικό, απευθυνόμενο στο ευρύτερο κοινό. Η ίδια δε η συγγραφέας στον κατάλογο εργογραφίας – βιβλιογραφίας που εξέδωσε το 1957 δεν κατατάσσει την Πάπισσα Ιωάννα της στις βιογραφικές μελέτες, αλλά στις «μυθιστορηματικές βιογραφίες».[21] Μάλιστα πρόκειται για την πρώτη της μυθιστορηματική βιογραφία.

Πράγματι, πέρα από την αμφισβητούμενη υπόσταση της Πάπισσας και το γεγονός ότι στο κείμενο της Μινώτου συνυπάρχουν ιστορικά και ψευδοϊστορικά πρόσωπα ή γεγονότα, [22] ο ίδιος ο τρόπος παρουσίασης και οργάνωσης του υλικού μάς απομακρύνουν από το είδος της βιογραφικής μελέτης. Παρά τις αντίθετες προγραμματικές δηλώσεις της στον πρόλογο, γίνεται σαφές ότι η Μινώτου δεν περιορίζεται στην καταγραφή μόνο των περιστατικών που τεκμηριώνονται από τις πηγές, αλλά ότι μεγάλο μέρος του υλικού της αποτελεί προϊόν μυθοπλαστικής επεξεργασίας. Συχνά καταφεύγει σε τεχνικές από τον χώρο του μυθιστορήματος, όπως επινοημένους διαλόγους, δραματοποιημένες σκηνές και εσωτερικούς μονολόγους, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον της από τα εξωτερικά γεγονότα στις εσωτερικές διεργασίες, από την αλήθεια των γεγονότων σε μια βαθύτερη αλήθεια που αφορά το πρόσωπο της Ιωάννας. Τα παραπάνω αποτελούν βασικά γνωρίσματα της νεότερης μορφής της μυθιστορηματικής βιογραφίας που – υπό την επίδραση της σύγχρονης ψυχολογίας – κάνει την εμφάνισή της τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, [23] γνωρίζοντας ιδιαίτερη άνθιση και στον ελλαδικό χώρο κατά τον μεσοπόλεμο.[24]

H Πάπισσα Ιωάννα, δημοσιεύεται στο: « Histoire de la Papesse Jeanne, fidèlement tirée de la dissertation latine de Monsieur de Spanheim,…1695».

Ποια είναι όμως η «αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας» όπως καταγράφεται σε αυτή τη μυθιστορηματική βιογραφία; Η Ιωάννα είναι νόθα κόρη του Καρλομάγνου, ο οποίος, μεταμφιεσμένος σε απλό στρατιώτη, αποπλανεί την νεαρή Αγνή και εξαφανίζεται. Η Αγνή, προκειμένου να αποφύγει το σκάνδαλο, προστρέχει στον ηγούμενο του Ίνγκελχάιμ, πατέρα Γιλβέρτο, ο οποίος την εξαναγκάζει να φύγουν μαζί και να παντρευτούν.

Γεννιέται η Ιωάννα, η οποία αγνοεί την βασιλική καταγωγή της. Από μικρή επιδεικνύει εξαιρετικές πνευματικές ικανότητες και αισθάνεται το περιβάλλον γύρω της περιοριστικό. Μπαίνει στον πειρασμό να το σκάσει με κάποιον από τους ηλικιωμένους θαυμαστές της, ώσπου γνωρίζει έναν νεαρό σπουδαστή, μοναχό στο μοναστήρι της Φούλδας. Τον ερωτεύεται και μεταμφιεσμένη σε μοναχό τον ακολουθεί στη μονή του.

Όταν ο ηγούμενος τη μονής, Ραμπάν Μάουρ, ανακαλύπτει την αλήθεια, οι νέοι φεύγουν και περιπλανιούνται αρχικά στην Αγγλία και εν συνεχεία στη Γαλλία, όπου η ετεροθαλής αδερφή της Ιωάννας, Ίμμα, την ερωτεύεται. Η Ιωάννα αναγκάζεται να της αποκαλύψει το φύλο της και για να γλιτώσουν από την οργή της, το ξανασκάνε για τη Μασσαλία, όπου η Ιωάννα ανακτά για λίγο την γυναικεία της ταυτότητα, οι δυο νέοι συστήνονται ως αδέρφια και αναζητούν εργασία. Ακολουθούν δέκα ειδυλλιακά χρόνια στην Αθήνα, όπου η Ιωάννα διαπρέπει πνευματικά, ώσπου ένας επίδοξος θαυμαστής της δηλητηριάζει τον νέο της Φούλδας. Εκείνη κατευθύνεται τότε στη Ρώμη, και για να ξεπεράσει τη θλίψη της αφοσιώνεται στη δουλειά. Διδάσκει στην περίφημη Ελληνική Σχολή της Ρώμης, ανελίσσεται στην εκκλησιαστική ιεραρχία κι εντέλει καταλαμβάνει τον παπικό θρόνο.

Η μονοτονία του παπικού βίου την οδηγεί στην αναζήτηση ενός εραστή, τον οποίο βρίσκει στο πρόσωπο του Καρδινάλιου Μπρενάου. Τότε την επισκέπτεται ένας άγγελος που της ζητά να επιλέξει το είδος της τιμωρίας που προτιμά. Εκείνη επιλέγει επί γης καταισχύνη, ώστε να λάβει την μετά θάνατον εξιλέωση. Ακολουθεί εσωτερική πάλη. Η Ιωάννα σκέπτεται τελικά να αποκαλύψει η ίδια την αλήθεια, προκειμένου να γίνουν γνωστά τα επιτεύγματά της, αλλά και να ζητήσει έλεος από το πλήθος, ενώ λίγο μετά ανακαλύπτει την εγκυμοσύνη της. Δεν καταφέρνει εντούτοις να πραγματοποιήσει τα σχέδιά της. Γεννά πρόωρα και πεθαίνει κατά τη διάρκεια λιτανείας.

Η αφήγηση της Μινώτου ευθυγραμμίζεται εν πολλοίς με την κύρια διεθνή παράδοση του μύθου, διαφοροποιούμενη σε αρκετά σημεία από την εκδοχή του Ροΐδη, του οποίου τις επινοήσεις δεν υιοθετεί ούτε στο ελάχιστο. Λ.χ. ο Νέος της Φούλδας – ο Φρουμέντιος του Ροΐδη – παραμένει εδώ ανώνυμος. Διαφορετικός είναι επίσης ο τρόπος γνωριμίας των δύο νέων, όπως και η μετέπειτα τύχη του νέου: όχι εγκατάλειψη του νέου από την Ιωάννα, όπως στον Ροΐδη, αλλά θάνατος, εκδοχή την οποία είχε εισαγάγει στον μύθο ο Βοκκάκιος.[25]

Παράλληλα, η αφήγηση της Μινώτου περιλαμβάνει κάποια νεοφανή στοιχεία, κατά πάσα πιθανότητα δικής της επινόησης, καθώς σύμφωνα τουλάχιστον με τη μέχρι στιγμής έρευνα, δεν μπόρεσα να τα εντοπίσω σε κάποια άλλη πηγή. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι πως η Ιωάννα μας συστήνεται από την Μινώτου όχι ως αγνώστου πατρός, αλλά ως νόθα κόρη του Καρλομάγνου, προκειμένου να καταδειχθεί ότι «η λάμψη της μεγαλοφυΐας της κι η τόση ερωτική της ορμή» έχουν ενδεχομένως κληρονομική εξήγηση (σ. 1216). Νεοφανές είναι και το επεισόδιο με την ετεροθαλή αδερφή της Ίμμα, το οποίο μάλιστα καταλαμβάνει αρκετή έκταση (σσ. 1432-3, 1468-9, 1504-5).

 

Η πρόωρη γέννα της Πάππισας κατά τη διάρκεια λιτανείας. Trechos do livro «De Mulieribus Claris» («Mulheres Famosas»), de 1362, escrito por Giovanni Boccaccio (1313–1375).

 

Η ιδιαιτερότητα της αφήγησης συνίσταται, ωστόσο, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο σκιαγραφείται η προσωπικότητα της Ιωάννας. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, παρά τη βασική επιδίωξή της Μινώτου να καταγράψει την «αυθεντική ιστορία» της Πάπισσας και να ανασυνθέσει ανάγλυφα την εποχή και τα ήθη, η συγγραφέας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διερεύνηση του ψυχισμού της ηρωίδας, ευθυγραμμιζόμενη με ένα από τα βασικά αιτήματα της γενιάς του ’30, «το αίτημα της εσωτερικότητας».[26] Παραμένοντας εντός του πλαισίου της ρεαλιστικής πεζογραφικής παράδοσης (γραμμική ακολουθία των γεγονότων, τριτοπρόσωπη συνεκτική αφήγηση από έναν παντογνώστη αφηγητή κ.λπ.), η Μινώτου επιτρέπει στον αναγνώστη, κυρίως μέσα από εσωτερικούς μονολόγους και ελεύθερους πλάγιους λόγους, να έχει πρόσβαση στην εσωτερική ζωή της πρωταγωνίστριας και να παρακολουθήσει τη σταδιακή πορεία της προς την αυτοσυνείδηση.[27]

Η πορεία αυτή παρουσιάζεται ως μια διαλεκτική διαδικασία που συντελείται μέσα από την επαφή της ηρωίδας με εκπροσώπους και των δύο φύλων και την οδηγεί από την μονότονη ακινησία της ιδιωτικότητας στην ενεργό συμμετοχή στο δημόσιο βίο και δη στο κατεξοχήν ανδροκρατούμενο απαγορευμένο χώρο της Εκκλησίας, [28] κάτι το οποίο βεβαίως γίνεται εφικτό μόνο μέσω της παρενδυσίας, δηλαδή μόνο μέσα από την απόκρυψη της γυναικείας ταυτότητάς της.

Κατ’ αρχάς λοιπόν η Ιωάννα αντιδιαστέλλεται από το πρότυπο της παθητικής και υποταγμένης γυναίκας – θύματος, που αντιπροσωπεύει η μητέρα της: [29] Στον αντίποδα, η Ιωάννα σκιαγραφείται ως μια ισχυρή και ασυμβίβαστη προσωπικότητα, που επιδιώκει να υπερβεί τους ασφυκτικούς κοινωνικούς περιορισμούς, διεκδικώντας το δικαίωμα στη μόρφωση, τον έρωτα και τη δημόσια δράση. Περιγράφεται ως «ανυπόταχτη φύση που δεν υποχωρεί σε τίποτα, που δεν εννοεί να σκλαβώσει την ελευθερία της θέλησής της, έστω και στην φοβερότερη ανάγκη» (σ. 1396) και που επιθυμεί «ν’ αποχτήσει οπωσδήποτε την ελευθερία της όπως αυτή ήθελε. Πραγματική ελευθερία. Χωρίς συμβιβασμούς και όρους» (σ. 1324).

Παράλληλα, η συγγραφέας διαχωρίζει την Ιωάννα από το πρότυπο των φιλάρεσκων και διεφθαρμένων γυναικών που κυριαρχούσε στη μεσαιωνική Γαλλία και Ρώμη:

 

«Η πώρωση των γυναικών είχε φτάσει σε τέτοιαν υπερβολή που προκαλούσε την αηδία, και η ξετσιπωσιά τους ποτέ άλλοτε δεν υπερέβη τους σκοτεινούς εκείνους χρόνους. Ένα μονάχα κοίταζαν, το πώς να κατακτήσουν τους περισσότερους άντρες. […] Εδημιουργείτο έτσι ένα ελεεινό περιβάλλον μια ανήκουστη παραλυσία στα ήθη, όπου κυριαρχούσεν ο φθόνος και τα τρομερότερα πάθη» (σ. 1469).

 

Αντιθέτως η Ιωάννα:

 

«Δεν ήταν ο μαλθακός τύπος της γυναίκας της εποχής εκείνης, που […] θα ήταν ευτυχισμένη να περνάει ώρες ολόκληρες μέσα σ’ ένα νοσηρό ρεμβασμό για μικροεπεισόδια ερωτικά και άλλα ασήμαντα πράγματα» (σ. 1576). Και σε άλλο σημείο: «Δεν ήταν μια γυναίκα που μπορούσε να πουλήσει τον εαυτό της σ’ αντάλλαγμα της δόξας. Ούτε ήταν από τις πραγματικά διεφθαρμένες γυναίκες που πουλιούνται για το χρυσάφι κι αδιαφορούν για όλα τ’ άλλα» (σ. 1288).

 

Η ηθική ανωτερότητα της Ιωάννας θεμελιώνεται, όμως, και μέσα από την αντιπαράθεσή της με το ανδρικό φύλο. Υιοθετώντας την στερεοτυπική εικόνα του αρσενικού που κυριαρχείται από ανεξέλεγκτα ερωτικά πάθη, η Μινώτου αποτυπώνει τους περισσότερους ανδρικούς χαρακτήρες ως υστερόβουλους και ακόλαστους, συχνά σε βαθμό ώστε, στην προσπάθειά τους να υποτάξουν την Ιωάννα, να καταντούν καταγέλαστες καρικατούρες (π.χ. σσ. 1288, 1324, 1396). Εξαίρεση αποτελούν κυρίως ο νέος της Φούλδας και ο μετέπειτα εραστής της Ιωάννας, Καρδινάλιος Μπρενάου.

Αντιθέτως η Ιωάννα, αν και έχει επίγνωση της έλξης που ασκεί στο άλλο φύλο, εμφανίζεται να περιφρονεί όσους επιχειρούν να τη διαφθείρουν, ενώ διακρίνεται μάλλον για την αγνότητα των συναισθημάτων (π.χ. σσ. 1288, 1324). Δεν θυμίζει δηλαδή σε τίποτα το αμαρτωλό και λάγνο θηλυκό του Ροΐδη ή του Ραπτόπουλου, πόσο μάλλον τη «Μεγάλη Πόρνη της Βαβυλώνος». Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η αφελής ονειροπόλησή της καθώς και η παρθενική της συστολή κατά την ερωτική εξομολόγηση του Νέου της Φούλδας (σ. 1360), που μας παραπέμπουν περισσότερο σε ρομαντικές ηρωίδες.

Η Ιωάννα υιοθετεί μια ρομαντική αντίληψη για τον έρωτα, τον οποίο συνδέει περισσότερο με το συναίσθημα παρά με την ερωτική πράξη. Έτσι, η ηρωίδα εμφανίζεται αφοσιωμένη στον Νέο της Φούλδας ακόμα και μετά τον θάνατό του, καθώς εξακολουθεί να αποκρούει τους αντεραστές του (σσ. 15761577, 1612). Ενώ, όταν – πολύ αργότερα – επιλέγει τον καρδινάλιο ως σύντροφό της, αυτό αποδίδεται όχι στα σεξουαλικά της ένστικτα, αλλά κυρίως στη μονοτονία του παπικού βίου και στην ανάγκη να μοιραστεί με κάποιον το βάρος του μυστικού της (δηλαδή της επί χρόνια κρυμμένης της ταυτότητας), το οποίο την έχει ουσιαστικά οδηγήσει στην απομόνωση και την ψυχική εξάντληση (σ. 1649). Είναι, τέλος, ενδεικτικό ότι απουσιάζουν από το κείμενο οι περιγραφές αισθησιακών σκηνών ή ερωτικού πάθους, ενώ και η αποτύπωση της εξωτερικής ομορφιάς τη Ιωάννας περιορίζεται σε γενικές και όχι υπερβολικά ηδυπαθείς αναφορές (σσ. 1288, 1360, 1396, 1720).

Παράλληλα με την ηθική ακεραιότητα της Ιωάννας, η συγγραφέας επιχειρεί να αναδείξει και την ψυχική και πνευματική της υπεροχή: Εξαίρει τον δυναμισμό της, έναντι των δύο εραστών της, που προβάλλουν αδύναμοι σαν «χάρτιν[α] ανδρείκελ[α]» (σσ. 1576, 1756)· δίνει έμφαση στην ξεχωριστή προσωπικότητα, στα έμφυτα χαρίσματα, τις ικανότητες και τη μόρφωσή της, όπως επίσης στο πολύτιμο έργο που προσέφερε κατά τη διάρκεια της παπικής της θητείας (π.χ. σσ. 1288, 1361, 1432, 1576, 1612-13, 1648). Μάλιστα η βιογραφία τελειώνει με τον έπαινο αυτής ακριβώς της θαυμαστής προσφοράς:

 

«Στον παπικό θρόνο συχνά ανέβηκαν άνθρωποι που τον δόξασαν. Ιδίως οι Ουμανιστές πάπαι της Αναγεννήσεως που υποστήριξαν με τόση θέρμη την εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού του Βυζαντίου, τα γράμματα και τις ωραίες τέχνες.

Μα αν και τόσα χρόνια πίσω, στη σκοτεινή εκείνη εποχή του Μεσαίωνος, η Ιωάννα κυβέρνησε, απ’ όσες πηγές διεσώθηκαν, κατά τον ίδιο επωφελή τρόπο την αιωνία Πόλη, κι αν δεν επρόκειτο για γυναίκα, ορισμένως η ιστορία των παπών θα την κατέτασσε περήφανα δίπλα στους Ουμανιστές εκείνους πάπας που με τ’ όνομά τους λαμπρύνουν τις σελίδες της» (σ. 1829).

 

Όπως έχει επισημάνει η κριτική, τα φεμινιστικά κινήματα τόσο στον ελληνικό όσο και στον διεθνή χώρο, «ανατρέχουν συχνά», κυρίως στα πρώτα τους βήματα, «στον νομιμοποιητικό λόγο της ιστορίας.» [30] Στα καθ’ ημάς, συγγραφείς, όπως λ.χ. η Καλλιρρόη Παρρέν, η Σωτηρία Αλιμπέρτη, η Αθηνά Ταρσούλη αλλά και η Μαριέττα Μινώτου (μέσα από τις σελίδες του περιοδικού της Εύα νικήτρια αλλά και με πλήθος ιστορικών, φιλολογικών κ.ά. κειμένων και διαλέξεών της), [31] επιχειρούν να ανασύρουν στην επιφάνεια παραδείγματα γυναικών με πολλαπλή συνεισφορά στον χώρο του πνεύματος, των τεχνών, αλλά και σε άλλους τομείς της δημόσιας δράσης, από το παρελθόν αλλά και κατά τα μεταγενέστερα χρόνια.

 

«Η Γέννηση», σκηνή από τον θρύλο της Πάπισσας Ιωάννας. Αναπαράσταση από την Αναγεννησιακή περίοδο.

 

Θα μπορούσε άραγε η Πάπισσα Ιωάννα της Μινώτου να λειτουργήσει ως ένα τέτοιο αντίστοιχο παράδειγμα; Η απάντηση είναι εντέλει μάλλον αρνητική, εν πρώτοις επειδή η ίδια η περίπτωση της Πάπισσας δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ανήκει στον χώρο της ιστορίας και όχι του μύθου. Επιπλέον, επειδή, παρά το γεγονός ότι συγκεντρώνει αρκετά στοιχεία που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μια θετική εικόνα για τη γυναικεία ταυτότητα, όπως ξεχωριστές πνευματικές ικανότητες, μόρφωση, δυναμισμός, η Ιωάννα δεν ξεφεύγει εντελώς από ορισμένους ιδεολογικούς κοινούς τόπους για το γυναικείο φύλο: η Ιωάννα δεν αποτυπώνεται ως μια απολύτως απελευθερωμένη γυναίκα, δεν επιδιώκει μια εντελώς αυτοδύναμη και ανεξάρτητη πορεία προς την προσωπική ολοκλήρωση και δεν διανοείται καν να εγκαταλείψει την πατρική εστία χωρίς την ανδρική προστασία. Αρχικά της τίθεται μόνο το ηθικό δίλημμα αν, προκειμένου να πετύχει τον στόχο της, θα πρέπει να υποταχθεί στις ορέξεις κάποιου γηραλέου θαυμαστή της ή όχι, και ποιος είναι αυτός που θα επιλέξει (σ. 1288). Κι όταν κάποτε το σκάει από το σπίτι, αυτό δεν γίνεται εντέλει προκειμένου να κυνηγήσει τα όνειρά της, αλλά προς χάριν του έρωτα, για τον οποίο για μεγάλο διάστημα «παράτ[άει] τα μεγάλα σχέδια για την κατάκτηση της δόξας. Τώρα στην εφαρμογή καταλάβαινε πως δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν η αγάπη της κι η δόξα μαζί», όπως εξομολογείται (σ. 1360-1). Επίσης, παρά τον δυναμικό της χαρακτήρα, η Ιωάννα εμφανίζεται να δηλώνει πλήρη υποταγή και στους δύο εραστές της:

 

«Η Ιωάννα έβλεπε πια την αδυναμία της. Ο νέος της Φούλδας δεν ήταν σαν τους άλλους. Κυριαρχούσεν επάνω της, σαν αφέντης» (σ. 1360).

 

Ομοίως αργότερα γράφει στον Μπρενάου:

 

«Στο εξής ο πάπας Ιωάννης δεν υπάρχει πια για σένα. Έχεις μια φίλη, μιαν αδελφή που σου ανήκει ό,τι και σ’ αυτήν ανήκει. Ο θρόνος του Βατικανού θα ‘ναι στα χέρια σου όπως και ολόκληρη η Ιωάννα. Κατά τη βούλησή σου θα κυβερνάς και τους δυο χωρίς αντίσταση» (σ. 1721).

 

Τέλος, ας μην ξεχνάμε πως η προσπάθεια της ηρωίδας να υπερβεί τους κοινωνικούς φραγμούς εντέλει τιμωρείται.[32] Ίσως επειδή παρά τις όποιες ευγενείς αρχικές προθέσεις της, η μετέπειτα πορεία της Ιωάννας ξεφεύγει από τα συνήθη μέτρα και η στάση της μάλλον αγγίζει τα όρια της ύβρεως: Λίγο πριν εμφανιστεί ο άγγελος θέτοντάς της το γνωστό δίλημμα «μαρτυρικός θάνατος επί γης και συγχώρεση ή αιώνια καταδίκη στην κόλαση», η Πάπισσα έχει ήδη σκεφτεί να αποκαλύψει από μόνη της την αλήθεια, με μοναδικό κίνητρο τη μετά θάνατον δόξα (άλλο ένα νεοφανές στοιχείο στο κείμενο της Μινώτου). Η Ιωάννα υπολογίζει πως μόνο μέσα από μια τέτοια προσωπική θυσία, την οποία συγκρίνει με εκείνη του Χριστού, θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά τα επιτεύγματά της, τα οποία διαφορετικά θα ήταν καταδικασμένα να παραμείνουν στη λήθη:

 

«Και κείνο ιδίως που της έβαζε στο μυαλό τη σκέψη ν’ αποκαλυφθεί ήταν και πάλιν η δόξα. Συχνά αναρωτιόταν μόνη της πού θα τελείωνε αυτή η ιστορία. Αν πέθαινε και το πράγμα έμενε σκεπασμένο, τότε ποια σημασία θα είχε όλος αυτός ο όγκος της δράσεως που στο διάστημα της παποσύνης της έδειξε; Απλώς οι επερχόμενες γενεές θα ανάφεραν πως ο πάπας Ιωάννης ο Ζ’ κυβέρνησε καλά. Για έναν άντρα επιτέλους ήταν φυσικό. Μα για μια γυναίκα δεν ήταν το ίδιο. Θα έμενε για πάντα ως το μοναδικό φαινόμενο, το πιο παράξενο που είχε να επιδείξει η ιστορία, πως μια γυναίκα μόνο με την αξία της κατόρθωσε ν’ ανέβει στην παπική έδρα. […] Τι ήταν επιτέλους μερικές στιγμές, μερικές ώρες βασανιστηρίων μπροστά στην αθάνατη δόξα που το όνομά της θ’ αποχτούσε; Μήπως ο Χριστός, σκεφτόταν, απόχτησε διαφορετικά την αθανασία;» (σ. 1757)

 

Όταν λίγο μετά ανακαλύπτει πως είναι έγκυος, δεν φαίνεται να την απασχολεί ιδιαιτέρως ότι μαζί με τη δική της ζωή θα χαθεί και η ζωή του εμβρύου που κυοφορεί. Χωρίς να ελλείπουν κάποιες στιγμιαίες υπαναχωρήσεις και παλιμβουλίες, η Ιωάννα θεωρεί την εγκυμοσύνη της πρωτίστως σαν ένα γεγονός «υποβοηθητικό των σχεδίων της» (σ. 1757), καθώς θα μπορούσε να επιτείνει το στοιχείο του εντυπωσιασμού κατά την αποκάλυψη της πραγματικής της ταυτότητας. Δυστυχώς για την ίδια, η Μοίρα αποφασίζει διαφορετικά: πρόωρος τοκετός και θάνατος τόσο για εκείνη όσο και για το βρέφος.

Μια τέτοια περίπτωση, όπως εκείνη της Πάπισσας Ιωάννας – η οποία ούτως ή άλλως υπερβαίνει τα συνήθη μέτρα και δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική – είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορούσε τελικά να λειτουργήσει αφυπνιστικά προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης μιας έμφυλης συνείδησης, την οποία μάλιστα η ίδια η ηρωίδα δεν εμφανίζεται να έχει. [33] Η Ιωάννα εγγράφεται εντέλει στη βιογραφία της Μινώτου ως μια γυναικεία μορφή αινιγματική και αντιφατική.

Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους για τον οποίο η συγγραφέας δεν εξέδωσε το κείμενό της και σε αυτοτελή τόμο, όπως συνέβη με άλλες μυθιστορηματικές βιογραφίες της. [34] Με την έκδοση της Αυθεντικής Ιστορίας της Πάπισσας Ιωάννας της Μαριέττας Μινώτου ίσως μπορέσει ετούτη η από πολλές απόψεις ενδιαφέρουσα λογοτεχνική μετάπλαση αυτού του διαβόητου μύθου να πάρει τη θέση που της αναλογεί στο πλαίσιο της διεθνούς γενεαλογίας της Πάπισσας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί συνεπτυγμένη μορφή της «Εισαγωγής» που συνοδεύει το βιβλίο: Μαριέττα Γιαννοπούλου – Μινώτου, Η Αυθεντική Ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, σε φιλολογική επιμέλεια της υποφαινόμενης. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την κ. Μαριέττα Δ. Μινώτου  – Παπαδημητρίου, τη Σοφία Ντενίση, τη Νίνα Παλαιού και τον Νίκο Μαυρέλο για τη συνδρομή τους.

[2] Για μια ενδελεχή εξέταση των πηγών που αναφέρονται στην Π.Ι., βλ. Alain Boureau, The Myth of Pope Joan, μτφ. Lydia G. Cochrane, The University of Chicago Press, Chicago and London 2001 (γαλλ. έκδοση 1988) και Rosemary και Darroll Pardoe, The Female Pope: The Mystery of Pope Joan [εκδ. Crucible (Thorsons) 1988], < http://www.users.globalnet.co.uk/~pardos/PopeJoanHome.html>. 25/8/2010. Στις δύο αυτές μελέτες στηρίχτηκα για τις πληροφορίες που αφορούν την διεθνή παράδοση της Πάπισσας. Για μια κατατοπιστική επισκόπηση του θέματος, βλ. επίσης Δημήτρης Δημηρούλης, «Εισαγωγή. Η διαρκής γοητεία της Πάπισσας», στο: Εμμανουήλ Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα. Το αυθεντικό κείμενο του 1866, εισ.-επιμ. Δημήτρης Δημηρούλης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2005: xi-lxxxiv.

[3] Για τα ζητήματα αυτά, εκτός από τις μελέτες των Boureau και Pardoe, που αναφέρθηκαν παραπάνω, βλ. επίσης Cesare D’ Onofrio, Mille Anni di Leggenda. Una Donna sul Trono di Pietro, Romana Societa Editrice, Roma 1978 (ειδική έκδοση εκτός εμπορίου) [= La papessa Giovanna: Roma e papato tra storia e leggenda, Romana Societa Editrice, Roma 1979].

[4] Ως Agnes απαντά π.χ. στον Adam Usk (Chronicon, περ. 1405) και στον Jan Hus (De Ecclesia, 1415), ως Anna στον John Wycliffe (Cruciata, 1382), ως Glancia στο Χρονικό της μονής του Tegernsee (14ος αι.) και ως Gilberta στον Giovanni Boccaccio (De mulieribus claris, περ. 1361) και αργότερα στον John Bale (Illustrium majoris Britanniae scriptores Summarium, 1548). Ως Jutta, βαυαρική εκδοχή του ονόματος Johanna, απαντά π.χ. στον Dietrich Schernberg (Fraw Jutta, περ. 1480, εκδ. 1565).

[5] Π.χ. στον Etienne de Bourbon (Tractatus de diversis materiis praedicadibilibus, περ. 1261), στον Βοκκάκιο (ό.π.) κ.α· ειδικότερα ως θηλυκή εκδοχή του Φάουστ στο Flores temporum (περ. 1290) και στον Dietrich Schernberg Fraw Jutta (ό.π.)· τέλος ως προάγγελος του Αντίχριστου στον Pier Paolo Vergerio (Historia di papa Giovanni VIII che fu meretrice e strega, 1557).

[6] Π.χ. Alexander Cooke (Pope Joane, a dialogue between a Protestant and a Papist, 1610), Ανωνύμου, A Present for a Papist, or The Life and Death of Pope Joan (1678) και Sabine Baring-Gould, Curious Myths of the Middle Ages (1877). Αναλυτικότερα για το θέμα βλ. Pardoe, ό.π.: κεφ. 5. και Boureau, ό.π.: σσ. 229-231 και passim.

[7] Για τους σχετικούς προβληματισμούς, βλ. Boureau, ό.π.: 165-167, 215-216, και κεφ. 7 (σσ. 255-296). Επίσης Pardoe, ό.π.: κεφ. 7.

[8] Παρατίθεται στο Ζακ λε Γκοφ, «Η Πάπισσα Ιωάννα», Ελευθεροτυπία, Ένθετο Βιβλιοθήκη 380 (4/11/2005).

[9] Αντιστοίχως Βαγγέλης  Ραπτόπουλος,     «Ξαναγράφοντας την Πάπισσα Ιωάννα», <http://vangelisraptopoulos.wordpress.com>. 15/8/2010 και Λε Γκοφ, ό.π.

[10] Ο όρος «γενεαλογία» από τον A. Boureau, ό.π.: 266. Βλ. και Δημηρούλης, ό.π.: xiii.

[11] Το κείμενο εντοπίστηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος με θέμα: «Η γυναικεία λογοτεχνική και εικαστική παρουσία στα περιοδικά λόγου και τέχνης (1900-1940)», που εντάσσεται στο: «Φύλο – Πυθαγόρας ΙΙ – Ενίσχυση ερευνητικών ομάδων στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών – ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ» και είχε ως επιστημονική υπεύθυνη την επίκουρη καθηγήτρια κ. Σοφία Ντενίση. Αναλυτική παρουσίαση του προγράμματος στην ιστοσελίδα: <http://www.asfa.gr/greek/aclivilies/sile denissi/index.html> 3/9/2010.

[12] Βλ. τον αναλυτικό κατάλογο εργογραφίας – βιβλιογραφίας που συνέταξε η ίδια η συγγραφέας: Μαριέττα Ευστ. Γιαννοπούλου, Η αναγραφή μου, πρόλ. Γεώργιος Ζώρας, χ.ε, Αθήνα 1957. Για τη ζωή και το έργο της Μινώτου, βλ. κυρίως τα αφιερώματα των περιοδικών Περίπλους 3 (Φθινόπωρο 1984) και Επτανησιακά Φύλλα ΚΒ’/3-4 (Φθινόπωρο-Χειμώνας 2002). Επίσης: Μάρη Θεοδοσοπούλου, «Η δυναμική Επτανησία», Το Βήμα (2/2/2003)· Αλίκη Ξένου-Βενάρδου, «Ελισάβετ Μουτζάν  – Μαρτινέγκου,­­ Μαριέττα Γιαννοπούλου – Μινώρου», Ριζοσπάστης (17/8/2003):16· Μαριέττα Δ. Μινώτου-Παπαδημητρίου, «Το ζακυνθινό περιοδικό Εύα Νικήτρια: 1921-1923», στο: Πρακτικά Στ’ Διεθνούς Πανιόνιου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), Κέντρο Μελετών Ιονίου / Εταιρεία Ζακυνθιακών Σπουδών, Αθήνα 2004: 291-310 και Ευγενία Κεφαλληναίου, «Η παρουσίαση στην Ελλάδα του Ούγου Φώσκολου από την Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου», ό.π.: 159-177.

[13] Η Εβδομάς είναι μια «Εβδομαδιαία Εικονογραφημένη Επιθεώρησις» η οποία εκδίδεται από τον Οκτώβριο 1927 ως τον Ιούνιο 1940, με εκδότες τους αδερφούς Γεράρδου και αρχισυντάκτη αρχικά τον Φώτο Γιοφύλλη και αργότερα τον Ντόλη Νίκβα (ψευδ. του Απόστολου Βασιλειάδη). Εκτός από την πλούσια λογοτεχνική ύλη (ελληνική και μεταφρασμένη) το περιοδικό δημοσιεύει κείμενα για την πνευματική και καλλιτεχνική επικαιρότητα (θέατρο, κινηματογράφος, συναυλίες, διαλέξεις, εκθέσεις, εκδόσεις κ.ά.), για τη γυναικεία ζωή, επίσης ευθυμογραφήματα κ.ά. Ανάμεσα στους συνεργάτες του περιοδικού συγκαταλέγονται οι Δημ. Βουτυράς, Διον. Κόκκινος, Κ. Μπαστιάς, Μυρτιώτισσα, Π. Νιρβάνας, Κλ. Παράσχος, Λ. Πριονιστή, Σοφ. Σπανούδη, Γερ. Σπαταλάς, Α. Ταρσούλη, Παντ. Χορν κ.ά. Η δημοσίευση της Πάπισσας Ιωάννας της Μινώτου γίνεται στα τεύχη 190-207 (23/5/1931-19/9/1931). Καθώς η σελιδαρίθμηση των τευχών της Εβδομάδος είναι ενιαία, στο εξής οι παραπομπές στο κείμενο της Μινώτου θα γίνονται μόνο σε αριθμό σελίδας από τον τόμο του έτους 1931.

[14] Βλ. Γιαννοπούλου, ό.π.: passim.

[15] Υπογραμμίζει μάλιστα τις προσπάθειες του Βατικανού να «ρίξει στάχτη στα μάτια του κόσμου» (σ. 1216) και να εξαλείψει «κάθε ίχνος που συνδεόταν με την ύπαρξή της» (σ. 1829).

[16] Βλ. π.χ. σ. 1216 και σ. 1648, όπου κάνει λόγο για ντοκουμέντα «αδιαφιλονίκητα», «αναμφισβήτητα».

[17] Βλ. π.χ. τις παρεκβάσεις για τη ζωή του Καρλομάγνου (σ. 1216), για τις απαγωγές νεαρών κοριτσιών από καλόγερους (σ. 1289), για τις γυναίκες που ιερουργούσαν με ανδρικά άμφια και την φήμη της Πατριάρχισσας (σ. 1324), για την ιστορία της Αθήνας την εποχή εκείνη και για την Ειρήνη την Αθηναία (σ. 1540-1541), για την παραλυσία των γυναικείων ηθών της Δύσης και την εποχή της γυναικοκρατίας τη Ρώμη (αντιστοίχως σσ. 1469 και 1504).

[18] Π.χ. στη σ. 1324, παραδέχεται πως απλώς μεταφέρει κάποιες πληροφορίες από την πηγή που χρησιμοποίησε και πως δεν της δόθηκε η ευκαιρία να κάνει πιο ενδελεχή έρευνα για να εξακριβώσει την αλήθεια, ενώ όπως διευκρινίζει π.χ. στη σ. 1648 αποφεύγει την λεπτομερή παράθεση των σχετικών πηγών, για να μην κουράσει τους αναγνώστες.

[19] Σε ό,τι αφορά τις γενικότερες ιστορικές πηγές που χρησιμοποίησε, η Μινώτου αναφέρει: α) κάποιες βιογραφίες του Καρλομάγνου, χωρίς να τις κατονομάζει (σ. 1216)· β) το «χρονικό του πάτερ-Χερεμπέρ» (σ. 1324), που από την έρευνα διαπίστωσα πως αναφέρεται στο Histoire des Lombardes (10ος αιώνας) του Herembert / Herempert ή Erchembert / Erchempert du Mont Cassin. Να σημειωθεί πως οι πληροφορίες από το εν λόγω κείμενο σχετικά με την ύπαρξη Πατριάρχισσας στην Κωνσταντινούπολη περιλαμβάνονται και στον Σπανχάιμ (Βλ. Ιεζεκιήλ Σπανχάιμ, Η Ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας. Αντιπαραβολή με την Πάπισσα του Ροΐδη, μτφ. Περικλής Ροδάκης, πρόλ.-επιμ. Αγησίλαος Τσελάλης, Γιαννίκος, Αθήνα 1963: 64)· γ) Το «χρονικό του Λορχ» και «τον ιστορικό Αιμοέν», για την ιστορία της Ιμμας και του Έγκενχαρντ (σ. 1432). Πρόκειται αντιστοίχως για το Χρονικό της μονής του Lauresheim ή Lorch (Annales Laureshamenses, 9ος αι.;) και το έργο του βενεδικτίνου χρονικογράφου Aimoin de Fleury, Historia Francorum (αρχές 11ου αι.)· δ) τον «Γρηγόροβιτς», για την ιστορία των Αθηνών κατά τον 8ο και 9ο αιώνα (σ. 1540). Εικάζω πως αναφέρεται στο έργο του γερμανού ιστορικού Ferdinand Gregorovius, Geschichte der Stadt Athen im Mittelalter (1889)· και ε) τον χρονικογράφο Θεοφάνη [Χρονογραφία, περ. 811-814] για τη ζωή και τη δράση της Ειρήνης της Αθηναίας (σ. 1541).

[20] Maurice Lachâtre, «Histoire de la Papesse Jeanne», Histoire des Papes. Crimes, Meurtres, Empoisonnements, Parricides, Adultères, Incestes, τόμ. 3, Administration de Librairie, Paris 1842: 28-42. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η Μινώτου να χρησιμοποίησε μόνο αυτά τα δύο τελευταία έργα, καθώς τα αποσπάσματα που παραθέτει από τον Μονκασίν και τον Σκώτο, περιλαμβάνονται στον Lachâtre (ό.π.: 28, 31, 32), ο οποίος με τη σειρά του ακολουθεί, όπως διαπίστωσα, σε μεγάλο βαθμό στενά τον Σπανχάιμ (Frederick Spanheim, Disquisitio historica de papa foemina inter Leonem IV et Benedictum III, 1691).

[21]Βλ. Γιαννοπούλου, ό.π.:11 (αρ. 188).

[22] Π.χ. ιστορικά πρόσωπα είναι ο βενεδικτίνος μοναχός και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος του Mainz, θεολόγος και συγγραφέας Ράμπαν Μάουρ (Rabanus Maurus Magnentius, περ. 780-856)· επίσης ο γάλλος θεολόγος και ουμανιστής λόγιος Λου ντε Φεριέρ (Loup de Ferrières, περ. 805-862), αλλά και ο φράγκος λόγιος, βιογράφος του Καρλομάγνου, Έγκενχαρντ (Eginhard, Einhard ή Einhart, περ. 775-840). Τέλος η Ίμμα είναι πρόσωπο ψευδοϊστορικό, καθώς ο Καρλομάγνος δεν είχε καμία κόρη Ιμμα. (Βλ. Frangois M. Guizot, The History of Civilization. From the Fall of the Roman Empire to the French Revolution, μτφ. William Hazlitt, τόμ. 3, D. Appleton & Company, New York 1854: 70).

[23] Βλ. Alan Shelston, Βιογραφία, μτφ. Ιουλιέττα Ράλλη, Καίτη Χατζηδήμου, Ερμής, Αθήνα 1982 (Σειρά: Η γλώσσα της κριτικής 24): ιδίως σελ. 99-116 και Laura Marcus, «The Newness of the ‘New Biography’: Biographical Theory and Practice in the Early Twentieth Century», στο: Peter France, William St Clair (επιμ.), Mapping Lives: The Uses of Biography, Oxford University Press, Oxford 2004: 193-218. Για τις σχέσεις βιογραφίας – ιστορικής αλήθειας – μυθοπλασίας αλλά και για ορισμένες επιμέρους κατηγοριοποιήσεις του είδους (historical biography, fictionalized biography, historicized fictional biography, fictional biography), βλ. επιλεκτικά και Dorrit Cohn, The Distinction of Fiction, The Johns Hopkins University Press, Baltimore 2000: ιδίως 18-34 και 85. Για την πλουσιότατη σχετική διεθνή βιβλιογραφία, βλ. Carl Rollyson, Biography: An Annotated Bibliography, BackInprint.com Editions, Pasadena 2007.

[24] Βλ. Απόστολος Σαχίνης, Προσεγγίσεις. Δοκίμια Κριτικής, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1989: 206, 257.

[25] Βλ. Boureau, ό.π.: 211. Ασφαλώς οι διαφοροποιήσεις δεν περιορίζονται μόνο σε επίπεδο περιεχομένου, αλλά αφορούν επίσης στο ύφος και τη στόχευση, θέμα το οποίο θα απαιτούσε ιδιαίτερη πραγμάτευση.

[26] Παναγιώτης Μουλλάς, «Το αίτημα της εσωτερικότητας», Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), τόμ. Α’, Σοκόλη, Αθήνα 1993: 83-93.

[27] Από αυτή την άποψη το κείμενο της Μινώτου θα μπορούσε να διαβαστεί και σε συνάρτηση με το είδος της «γυναικείας αφήγησης αυτοανακάλυψης» («narrative of female self-discovery») και πιο συγκεκριμένα του «γυναικείου μυθιστορήματος διαμόρφωσης» («feminist Bildungsroman»), θέμα στο οποίο δεν μπορώ να επεκταθώ στο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης. Βλ. σχετικά Rita Felski, «The Novel of Self-Discovery: Integration and Quest», Beyond Feminist Aesthetics. Feminist Literature and Social Change, Harvard University Press, Cambridge, Massachussets 1989: 122-153, 209-213.

[28] Για τη γυναικεία ταυτότητα όχι ως κάτι σταθερό και εγγενές, αλλά ως διαδικασία που καθορίζεται από την αλληλεπίδραση, την ταύτιση ή την διαφοροποίηση από τον «άλλο», βλ. Judith Kegan Gardiner, «On Female Identity and Writing by Women», στο: Elizabeth Abel (επιμ.), Writing and Sexual Difference, The University of Chicago Press, Chicago 1982: 177-191. Για τη «σχεσιακή σύλληψη της ταυτότητας» γενικότερα, βλ. Δημήτρης Τζιόβας, Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία, μτφ. Άννα Ρόζενμπεργκ, θεώρ. μτφ.-επιμ. Ουρανία Ιορδανίδου, Πόλις, Αθήνα 2007: κυρίως 22-34.

[29] Για το ρόλο της αποστασιοποίησης από το μητρικό πρότυπο της γυναίκας-θύματος στη διαμόρφωση της γυναικείας ταυτότητας, βλ. ενδεικτικά Gardiner, ό.π.: 186.

[30] Αγγέλικα Ψαρρά, «Το μυθιστόρημα της χειραφέτησης ή η ‘συνετή’ ουτοπία της Καλλιρόης Παρρέν», επίμετρο στο: Καλλιρρόη Παρρέν, Η χειραφετημένη, Εκάτη, Αθήνα 1999: 416. Βλ. επίσης Ελένη Βαρίκα, Η εξέγερση των κυριών. Η γένεση μιας φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα 1833-1907, Κατάρτι, Αθήνα 42004 [1987]: 252, 341347· Κωστούλα Σκλαβενίτη, «Τα γυναικεία έντυπα 1908-1918», Διαβάζω, 198 (14/9/1988): 18, η οποία επισημαίνει πάντως την αισθητή μείωση αυτού του είδους κειμένων την περίοδο του μεσοπολέμου· Έφη Αβδελά, «Ιστορία των γυναικών, ιστορία του φύλου, φεμινιστική ιστορία: μεθοδολογικές διεργασίες και θεωρητικά ζητήματα μιας εικοσαετίας», Δίνη 6 (1993): 12-29. Σε ό,τι αφορά τον διεθνή χώρο, από την πλουσιότατη βιβλιογραφία, βλ. επιλεκτικά: Berenice Caroll (επιμ.), Liberating Women’s History, Urbana, Illini Books Editions 1976· Karen Offen, Ruth Roach Pierson, Jane Rendall (επιμ.), Writing Women’s History: International Perspectives, Indiana University Press, Bloomington 1991 και Judith Bennett, History matters: patriarchy and the challenge of feminism, University of Pennsylvania Press, Philadelphia 2006.

[31] Βλ. π.χ. τις μελέτες της Μινώτου «Η γυναικεία βιοτεχνία Ζακύνθου» (1921), Οι γυναίκες εις την ιταλικήν Αναγέννησιν (1922), «Ελεονώρα Ντουζε» (1924), «Ελισάβετ Μαρτινέγκου Μουτσά» (1952), «Γύρω στην Αγγελική Νίκλη» (1952), «Κάλη Καρτάνου» (1952), «Ροξάνδρα Μαυροκορδάτου» (1953) και πολλές άλλες. Πλήρης κατάλογος σχετικών κειμένων με ακριβή βιβλιογραφικά στοιχεία στο Γιαννοπούλου, ό.π.: passim. Σε ό,τι αφορά τα σχετικά δημοσιεύματα στο περιοδικό Εύα Νικήτρια, βλ. Μινώτου-Παπαδημητρίου, ό.π.

[32] Σύμφωνα με τη Felski (ό.π.: 124-125), ο συμβολικός ή κυριολεκτικός θάνατος της πρωταγωνίστριας ως τίμημα για την προσπάθεια υπέρβασης των κοινωνικών αξιών, απαντά πολύ συχνά σε παλαιότερα μυθιστορήματα, ιδίως του 19ου αιώνα.

[33] Όπως εξηγεί η Felski (ό.π.: 94), η φεμινιστική εξομολόγηση τείνει «να δίνει έμφαση στα συνηθισμένα γεγονότα της ζωής μιας πρωταγωνίστριας, στην αντιπροσωπευτικότητά τους σε σχέση με την έννοια της κοινοτικής ταυτότητας», και όχι τόσο στην «καταγραφή ενός ασυνήθιστου αλλά παραδειγματικού βίου». (Η ελληνική μετάφραση από τον Τζιόβα (ό.π.: 110). Για το θέμα βλ. και το ενδιαφέρον άρθρο της Rosalind Coward, «Are Women’s Novels Feminist Novels», στο: Elaine Showalter (επιμ.), The New Feminist Criticism. Essays on Women, Literature and Theory, Virago Press, London 1993: 225-239.

[34] Π.χ. Τζιάκομο Λεοπάρντι. Ο ποιητής του παγκόσμιου πόνου, του έρωτος και του θανάτου (1934) και Ισαβέλλα Θεοτόκη. Η μεγάλη εμπνεύστρια (1959).

 

Πέρσα Αποστολή

Διδάκτωρ Φιλολογίας, Διδάσκουσα στο ΕΑΠ

«Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα) – Δ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010.  Πρακτικά, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα, 2011.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ο ωρολογοποιός, μοναχός Γαλακτίων και το σχέδιο του Ιωάννη Καποδίστρια να ιδρύσει την πρώτη σχολή ωρολογοποιίας στην Ελλάδα – Νικολέττα Ζυγούρη Ιστορικός, ΜΔΕ


 

Με αφορμή το ρολόι του Ανδρέα Μιαούλη που βρίσκεται στις Συλλογές του Ε.Ι.Μ., ξεκίνησε η έρευνα για την αναζήτηση του μοναχού Γαλακτίωνος στον οποίο ο ναύαρχος είχε δωρίσει το ρολόι του. Η πληροφορία που μας μετέφεραν οι επιστολές που συνόδευαν τη δωρεά, για το μοναχό Γαλακτίωνα από τη μονή της Πάτμου, δεν επαληθεύτηκε από την έρευνά μας [1], η οποία ωστόσο, δεν απέβη άκαρπη. Μας επέτρεψε να ιχνηλατήσουμε τη ζωή ενός άλλου ιερομονάχου με το ίδιο όνομα, του Γαλακτίωνος Γαλάτη από το Μοναστήρι του Πόρου, ο οποίος αν και δεν ήταν ο κάτοχος του ρολογιού της Συλλογής μας, ωστόσο, υπήρξε μια μοναδική προσωπικότητα που συνδέθηκε με το όνειρο του Ιωάννη Καποδίστρια να ιδρυθεί σχολή ωρολογοποιίας στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

Ο ιερομόναχος Γαλακτίων Γαλάτης, από τη Μονή Ζωοδόχου Πηγής στον Πόρο, υπήρξε ο πρώτος αυτοδίδακτος ωρολογοποιός που εστάλη από τον Καποδίστρια στη Γενεύη, για την τελειοποίηση της τέχνης του. Με την παρακίνηση και την προσωπική φροντίδα του Ελβετού φιλέλληνα ιατρού Louis Andre Gosse, ο Γαλακτίων ταξιδεύει το 1829 από τον Πόρο στη Γενεύη, όπου τοποθετείται αμέσως δίπλα σ’  έναν ωρολογοποιό για την εκμάθηση της τέχνης. Ακολουθώντας τις οδηγίες του Ι. Καποδίστρια ο Γαλακτίων, μετά το πρώτο εξάμηνο των σπουδών του, εκπαιδεύεται στο σχέδιο και την κατασκευή μεγάλων ρολογιών που τόσο απαραίτητα ήταν στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Ο Κυβερνήτης σκόπευε να συστήσει στο άμεσο μέλλον, μια δημόσια σχολή ωρολογοποιίας [2], όπου εκεί θα αξιοποιούσε το ταλέντο και τις γνώσεις του Έλληνα ωρολογοποιού.

Μετά το θάνατο του I. Καποδίστρια (27/9/1831), το σχέδιο για τη σύσταση της σχολής μένει μετέωρο, ωστόσο, επανέρχεται ως προσδοκία σε επιστολή που στέλνει το 1835 ο Βιάρος Καποδίστριας στον Gosse. Σε αυτή γίνεται λόγος για τον ιερομόναχο Γαλακτίωνα που βρισκόταν στη Γενεύη και την προοπτική να επιστρέφει στην πατρίδα του για να προσφέρει με τις γνώσεις του σε αυτή και εκφράζεται η πρόθεση δημιουργίας ενός ιδρύματος τεχνολογίας στο Ιόνιο, όπου ο μοναχός θα μπορούσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του.

Το 1835 ο ιερομόναχος Γαλακτίων έφυγε από τη Γενεύη. Από το 1835 έως το 1837 υπάρχουν αναφορές ότι εργάζεται στο Λονδίνο και καλύπτει με διάκριση, ως πνευματικός, τις ανάγκες της ελληνικής κοινότητας του Λονδίνου, χωρίς να έχει επισήμως διοριστεί. Μετά από ένα κενό διάστημα εννέα ετών, το όνομα του Γαλακτίωνος το εντοπίζουμε σε επιστολή που ο ίδιος από την Αθήνα απέστειλε προς το Υπουργείο περί των Εκκλησιαστικών και Εκπαιδεύσεως την 1η Δεκεμβρίου 1846.

Σε αυτή την επιστολή ο ιερομόναχος, αφού συστηνόταν παρουσιάζοντας εν συντομία τη ζωή του, ζητούσε την άδεια να επιστρέφει στη Μονή του στον Πόρο, όπου ο ίδιος ανήκε εξ απαλών ονύχων, για να λάβει μετάνοια και να προσφέρει τις υπηρεσίες του στους νεότερους μοναχούς που θα επιθυμούσαν να μάθουν την τέχνη των κρεμαστών ρολογιών. Το αίτημά του, το οποίο προωθήθηκε με την προσωπική μέριμνα του ίδιου του Υπουργού Κωνσταντίνου Κανάρη, αν και έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από τον Ηγούμενο της Μονής Ζωοδόχου Πηγής – ο οποίος εξέφρασε την επιθυμία να τον αξιοποιήσει ως δάσκαλο της τέχνης του στη Μονή για να διδάξει όχι μόνο τους μοναχούς αλλά και τους συμπατριώτες του Ποριώτες – δεν υλοποιήθηκε ποτέ, αφού εν τω μεταξύ, μέσα σε διάστημα μόλις 40 ημερών μετά από τη συνταχθείσα από τον ίδιο επιστολή, ο μοναχός Γαλακτίων πεθαίνει και στη Μονή επιστρέφει πλέον για να ταφεί. Έτσι, το όνειρο δημιουργίας μιας σχολής ωρολογοποιίας που είχε συνδεθεί με την προσωπικότητα του μοναχού – ωρολογοποιού Γαλακτίωνος Γαλάτη, κατά την πρώιμη περίοδο του ελληνικού κράτους, χάνεται οριστικά μαζί του στις 10 Ιανουάριου 1847.

 

Ο μοναχός Γαλακτίων και το ταξίδι του στη Γενεύη

 

Η αρχή του μίτου που ξεδιπλώνει μέσα από τα αρχειακά έγγραφα τη ζωή του ιερομόναχου Γαλακτίωνος, βρίσκεται στο έτος 1829, έτος κατά το οποίο ο μοναχός αφήνει το μοναστήρι του για να εγκατασταθεί στην Ελβετία.

Η αλληλογραφία που σώζεται στο αρχείο της οικογένειας Gosse στην Ελβετία [3] αλλά και στο Αρχείο Καποδίστρια στην Κέρκυρα [4], μεταξύ του φιλέλληνα Louis-Andre Gosse και του Κυβερνήτη της Ελλάδος, ξεδιπλώνει μπροστά στα μάτια μας το ταξίδι του Έλληνα μοναχού από τον Πόρο στη Γενεύη και τη συστηματική φροντίδα, τόσο του Ελβετού φιλέλληνα γιατρού, όσο και του Ιωάννη Καποδίστρια για την ολοκλήρωση των σπουδών του στην τέχνη της ωρολογοποιίας. Απώτερη επιθυμία όλων ήταν μετά το πέρας των σπουδών του, να επιστρέψει ο μοναχός στην Ελλάδα για να διδάξει την τέχνη στους νεότερους.

(εικ.1) Στον εξωτερικό νότιο τοίχο του καθολικού τη Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου υπάρχει μέχρι και τις μέρες μας το ηλιακό ρολόι που κατασκεύασε ο ηγούμενος της Μονής Γαλακτίων Γαλάτης πριν το ταξίδι του στην Ελβετία, δείγμα του αυτοδίδακτου ταλέντου του.

Ο μοναχός Γαλακτίων Γαλάτης ήταν αυτοδίδακτος ωρολογοποιός και είχε ήδη δημιουργήσει στη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής Πόρου [5] ένα ηλιακό ρολόι (εικ.1), όταν τον γνώρισε ο Ελβετός γιατρός Louis – Andre Gosse ο οποίος αποφάσισε να τον βοηθήσει ώστε να σπουδάσει την τέχνη στην Ελβετία.

Ο θαυμασμός που ο Gosse ένοιωθε για τις ικανότητες αλλά και το ήθος του μοναχού Γαλακτίωνος, φανερώνεται στην επιστολή που στέλνει στον Κυβερνήτη στο Ναύπλιο από την Ύδρα στις 26 Φεβρουαρίου/10 Μαρτίου 1829 [6] όπου διαβάζουμε:

Ο φέρων την παρούσα επιστολή εκεί, είναι ο Γαλακτίων «ιερομόναχος» ηγούμενος στο Μοναστήρι του Πόρου. Πρόκειται για τον ιερέα για τον οποίο είχα την τιμή να σας μιλήσω όταν σας συνάντησα στην Αίγινα και ο οποίος διακρινόμενος για την ευφυΐα του στις μηχανικές τέχνες και ειδικά στην ωρολογοποιία, αξίζει να ενθαρρυνθεί και να αποκτήσει τα μέσα για να τελειοποιήσει το αξιοσημείωτο ταλέντο του. Ένα διάστημα στη Γενεύη θα του προσέφερε αυτό το προνόμιο και θα μπορούσε σύντομα διατηρώντας την έντιμη και ανεξάρτητη προσωπικότητά του, να προσφέρει τις γνώσεις του στους νέους Έλληνες είτε ως εκπαιδευτικός είτε ακόμη και ως υπουργός Εκκλησιαστικών και Θρησκείας. Είναι ένας άνθρωπος βαθιά σεμνός, καθόλου εκπαιδευμένος (με την κοινή έννοια) που θα μπορούσε λοιπόν έχοντας το προνόμιο της εκπαίδευσης να διατηρήσει τις σταθερές αρχές των οποίων εσείς γνωρίζετε καλύτερα να εκτιμάτε την αξία. Η γολέτα που θα φύγει από την Ύδρα για Μασσαλία θα μπορούσε αρκετά να μειώσει τα μεταφορικά έξοδα, αφού θα χρειαστεί μόνο τα χρήματα για την καραντίνα και τα έξοδα μεταφοράς του από τη Μασσαλία στη Γενεύη. H διαμονή του στη Γενεύη ίσως θα μπορούσε να περιληφθεί και επίσης θα είχα το προνόμιο να προβλέψω ότι θα μπορούσα να αξιοποιήσω άμεσα τα ταλέντα του και να πληρώσω γι’ αυτά.

Εύχομαι ότι αυτή η πρόταση προς την εξοχότητά σας προς όφελος ενός τίμιου μοναχού, λίγο τυχερού, αλλά αξιοπρεπή, θα τύχει της ευνοίας και του ενδιαφέροντός σας για τους νέους Έλληνες που οφείλουν να γίνουν πολίτες ενάρετοι και χρήσιμοι στο κράτος.

 Ο αμοιβαίος σεβασμός και η εκτίμηση που υπήρχε μεταξύ του φιλέλληνα γιατρού και του Κυβερνήτη της Ελλάδος Ι. Καποδίστρια, καθώς και οι πολλές φορές διατυπωμένη σε επιστολές σκέψη του Καποδίστρια για την αναγκαιότητα κατασκευής δημοσίων ρολογιών στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος υπήρξαν οι λόγοι που το όνειρο του μοναχού έγινε πραγματικότητα.

Σε επιστολή που βρίσκεται στο Αρχείο της οικογένειας Gosse στη Γενεύη [7] παρακολουθούμε βήμα προς βήμα την προσπάθεια που έκανε ο φιλέλληνας γιατρός να βρει πλοίο με το οποίο θα μπορούσε να μεταφερθεί δωρεάν ο Γαλακτίων από την Ύδρα στη Μασσαλία. Φαίνεται σε αυτήν ότι ο Gosse ζήτησε από τον καραβοκύρη Τριέντη στην Αίγινα να προσφέρει στο μοναχό Γαλακτίωνα τη δωρεάν μεταφορά του, με ένα από τα πλοία του από τον Πόρο στη Μασσαλία. Ενώ με επισυναπτόμενα σημειώματα που έστειλε προς τον Κουντουριώτη του ζητούσε να δώσει τις επιστολές που επιθυμούσε στον ιερομόναχο Γαλακτίωνα, ο οποίος θα έφθανε πριν από αυτόν στη Γενεύη. Επίσης, ο Gosse με σημείωμά του προς τον Ιάκωβο Τομπάζη, τον ενημερώνει ότι ο ιερομόναχος Γαλακτίων θα μπορούσε να φύγει είτε με το πλοίο που είχε ναυλώσει ένας Γάλλος έμπορος, είτε με το πλοίο του Μοσκόβου που είχε φορτίο με λάδι για τη Μασσαλία και αναφέρει ότι θα ήταν ευχής έργο να του εξασφάλιζαν τα δωρεάν μεταφορικά του έξοδα.

Φεύγοντας από την Ελλάδα, ο Gosse φρόντισε με τη συγκατάθεση του Καποδίστρια να πάρει μαζί του και τον Γαλακτίωνα τον οποίο, με τη βοήθεια του διάσημου ωρολογοποιού της Γενεύης, Jean Francois Bautte [8], τοποθέτησε δίπλα σ’ ένα δάσκαλο ωρολογοποιίας Nauchelatois, για την εκμάθηση της τέχνης.

Το ιστορικό της εγκατάστασης του μοναχού στη Γενεύη και της οικονομικής του ενίσχυσης από τον Κυβερνήτη, όπως και πληροφορίες για την πρόοδό του, διαβάζουμε στην επιστολή που ο Louis Andre Gosse (εικ.2) από τη Γενεύη, στις 8 Απριλίου 1830 [9], απέστειλε στον Ιω. Καποδίστρια.

 

(εικ.2) Andre Louis Gosse (1791-1873). Ελβετός φιλέλληνας γιατρός, επίτιμος πολίτης του Πόρου, διορισμένος (15/3/1829) από τον Ιωάννη Καποδίστρια στην «επί των Ναυτικών Επιτροπή», επιφορτισμένος με τη σύσταση ναυστάθμου και τη συγκέντρωση και διανομή πολεμικού υλικού.

 

Μιλώντας τώρα σχετικά με τον γενναίο μοναχό μας τον Γαλακτίωνα, θα πληροφορήσω την εξοχότητά σας ότι κατά την άφιξή τον στην Γενεύη τον τοποθέτησα με τη βοήθεια του κυρίου Bautte δίπλα σε ένα δάσκαλο ωρολογοποιίας Nauchelatois, άνθρωπο αξίας, με την τιμή των τριακοσίων φράγκων το χρόνο, για την εκπαίδευσή του. Στην τιμή δεν περιλαμβάνεται η διατροφή του ωστόσο περιλαμβάνονται τα προϊόντα εργασίας τον, κάτι που είναι μεγάλο πλεονέκτημα. Τα χρήματα του ταξιδιού του εξαντλήθηκαν, τα 600 φράγκα που είχατε φροντίσει να έχει μαζί του δαπανήθηκαν είτε για τα έξοδα της διατροφής του, είτε για την αγορά ενδυμάτων, διαφόρων εργαλείων και βασικών υλικών και με βαθιά ευγνωμοσύνη έλαβε τη δεύτερη αποστολή του ποσού των 600ων φράγκων που μόλις του κάνατε και τα οποία θα χρησιμοποιηθούν στην πληρωμή των διδάκτρων τον και της διαμονής τον. Έχει ήδη συμπληρώσει όλα τα στάδια μέσα στον τομέα της βιομηχανίας με τον οποίο απασχολείται, έχει ήδη ολοκληρώσει δηλαδή το βασικό μηχανισμό των ρολογιών και ασχολείται με την κατασκευή του άξονα και τη διάνοιξη με τη χρήση σκληρών λίθων. Ήδη έχει τελειώσει το μηχανισμό ενός ρολογιού τον οποίο επιθυμεί να σας στείλει, ως την καλύτερη απόδειξη του ταλέντου του μετά από έξι μηνών εκμάθηση. Ο μοναχός Γαλακτίων είναι ένας πολύτιμος άνθρωπος για την Ελλάδα. Οι δάσκαλοί του έχουν τις πιο ικανοποιητικές αποδείξεις. Η συνέπειά του είναι υποδειγματική, διότι εργάζεται από το πρωί έως το βράδι, γίνεται σεβαστός δείχνοντας τον χαρακτήρα του Έλληνα μοναχού και εκτιμάται από όλους όσους τον γνωρίζουν. Η ευγνωμοσύνη τον για εσάς είναι χωρίς όρια. Ξεκινά να μιλά γαλλικά και τα καταλαβαίνει ακόμη καλύτερα ώστε να μπορεί να συνεννοείται σε αυτή την γλώσσα. Θα τον στείλουμε στον οίκο More Dapt. στο καντόνι Jura, για να σπουδάσει την κατασκευή μεγάλων ρολογιών, ακολουθώντας τις τόσο σωστές οδηγίες που μας υποδείξατε και παίρνει μαθήματα σχεδίου για να μπορέσει να αντιγράψει τις μηχανές. Σκέπτομαι πως στο ταλέντο του θα μπορούσε να βασιστεί ένα σχολείο ωρολογοποιίας στεγαζόμενο στο ορφανοτροφείο. Ωστόσο, γι’ αυτόν τον λόγο θα πρέπει να μάθει όλους τους κλάδους της ωρολογοποιίας και η μάθησή του δεν θα τελειώσει παρά σε δέκα με δώδεκα μήνες. Μια συμπληρωματική εκπαίδευση για το μέλλον θα τον ήταν απαραίτητη και γι’ αυτό χρειάστηκε να αγοράσει ένα σετ εργαλείων τα οποία θα φροντίσετε να πληρωθούν από το ποσό των 15.000 φράγκων που το κομιτάτο της Γενεύης τοποθέτησε στον λογαριασμό τον κυρίου Hentch, στη δική σας διάθεση, με σκοπό να σας διευκολύνει στις αναγκαίες επιχορηγήσεις με σκοπό τη δημόσια εκπαίδευση και διοίκηση[…].

Ο Ελβετός φιλέλληνας μεριμνώντας για τον μοναχό που έφερε μαζί του από την Ελλάδα, μεσολαβούσε στον Κυβερνήτη της Ελλάδος για να του διατεθούν τα χρήματα και ο χρόνος που χρειαζόταν ώστε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Εξάλλου, η σαφής οδηγία που είχε δοθεί από τον Ιω. Καποδίστρια[10] να εκπαιδευτεί ο μοναχός στον σχεδίασμά αλλά και την κατασκευή μεγάλων ρολογιών του επέβαλε να παραμείνει στην Ελβετία τουλάχιστον για δώδεκα μήνες. Επίσης μοιράστηκε με τον Κυβερνήτη το όνειρο να στηριχτεί πάνω στο ταλέντο και στις γνώσεις του Γαλακτίωνος κατά την επιστροφή του, ένα σχολείο ωρολογοποιίας στεγαζόμενο στο ορφανοτροφείο.

Ο Γαλακτίων μετά από μόλις έξι μήνες εκπαίδευσης είχε ήδη τελειώσει το μηχανισμό ενός ρολογιού (εικ.3), το οποίο και απέστειλε στον Κυβερνήτη με τον κομιστή της επιστολής Γερμανό φαρμακοποιό Mahn, ο οποίος επρόκειτο να κατέβει στην Ελλάδα για να ιδρύσει ένα φαρμακείο συστημένος στον Καποδίστρια από τον Gosse.

 

(εικ.3) Ανάμεσα στα προσωπικά αντικείμενα του Κυβερνήτη που σήμερα σώζονται στο Μουσείο Καποδίστρια – Κέντρο Καποδιστριακών Μελετών στην Κέρκυρα, υπάρχει και ένα ηλιακό ρολόι. Το γεγονός ότι δεν έχει καταγραφεί ανάμεσα στα αντικείμενα που ο Καποδίστριας έφερε μαζί του από το εξωτερικό στην Ελλάδα το 1828 (ΓΑΚ χειρόγρ.40) μας οδηγεί στη σκέψη ότι ίσως πρόκειται για το ρολόι που ο Γαλακτίων Γαλάτης έστειλε στον Κυβερνήτη τέλη του 1830 από την Ελβετία (ΜΚ087, Διαστ: 7,5×7,5 cm).

 

Η προσφορά του Ελβετού γιατρού που έφθασε τέλη του 1826 στην Ελλάδα ως απεσταλμένος του κομιτάτου της Γενεύης, τόσο στη διοικητική οργάνωση του ναυτικού κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, όσο και στον περιορισμό της επιδημίας της πανώλης που είχε πλήξει τον ελλαδικό χώρο τα έτη 1827-1828 [11] είχε ήδη εκτιμηθεί από τον Ιωάννη Καποδίστρια, όπως φαίνεται και από την αποχαιρετιστήρια – ευχαριστήρια επιστολή που του απέστειλε στις 23/2/1829 παραμονές της αποχώρησης του Gosse από την Ελλάδα, και η οποία δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα στις 9/3/1829.

(εικ.4) Η επιστολή πολιτογράφησης του φιλέλληνα γιατρού Andre Louis Gosse υπογεγραμμένη στις 28-6- 1828 από τους κατοίκους της κοινότητας του Πόρου και εγκεκριμένη από τον Βιάρο Καποδίστρια BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2683 fr201.

Η εκτίμηση και ο σεβασμός στο πρόσωπό του επιβεβαιώνεται επιπλέον και από το γεγονός ότι ο Gosse ήταν ο μόνος φιλέλληνας τον οποίο η κοινότητα του Πόρου πολιτογράφησε τιμητικά, δείχνοντας την ευγνωμοσύνη της για την ανιδιοτελή προσφορά του στον Αγώνα. Το δίπλωμα πολιτογράφησής του σώζεται στα γαλλικά και στα ελληνικά στο Αρχείο της Βιβλιοθήκης της Γενεύης, (εικ.4)

Οι δεσμοί του με τον Πόρο ήταν πραγματικά ειλικρινείς και όπως αναφέρει στο έργο του για τον Ελβετό φιλέλληνα ο Ιάκωβος Τομπάζης [12], το μόνο που πήρε μαζί του το 1829 φεύγοντας από την Ελλάδα, ήταν ένα μπαστούνι από αγριελιά της Αρχαίας Επιδαύρου πάνω στο οποίο είχε χαράξει από τη μια πλευρά τη φράση ΓΕΝΕΥΑΙΟΣ ΚΑΙ ΠΟΡΙΩΤΗΣ και από την άλλη Ο ΙΑΤΡΟΣ Λ. Α. ΓΚΟΣ ΠΟΛΙΤΗΣ.

Το γνήσιο φιλελληνικό του συναίσθημα και η ανθρωπιά του αναδεικνύονται και από την ευεργετική και υπεύθυνη στάση του απέναντι στον Ποριώτη μοναχό, τον οποίο με κάθε τρόπο προστατεύει και νοιάζεται, ακόμη και μετά το θάνατο του Κυβερνήτη.

Ο Καποδίστριας, μέχρι και το καλοκαίρι του 1831, φρόντισε να εξασφαλίσει στο μοναχό το χρόνο και τα χρήματα που ο Gosse με τις επιστολές του, τού ζητούσε για την εκπαίδευσή του στην Ελβετία. Από επιστολή που ο Κυβερνήτης έλαβε από τους τραπεζίτες Hentsch, με ημερομηνία 19 Ιουλίου 1831 [13], μαθαίνουμε ότι ο ίδιος φρόντισε να δοθεί στον Γαλακτίωνα το ποσό των 500 γαλλικών φράγκων από το λογαριασμό που το φιλελληνικό κομιτάτο είχε θέσει στην διάθεσή του. Επίσης, πληροφορούμαστε ότι την επιστολή αυτή θα την παρέδιδε στον Κυβερνήτη ο ίδιος ο μοναχός, γεγονός που μας οδηγεί στη σκέψη ότι πιθανώς ο Γαλακτίων επέστρεψε στην Ελλάδα για μικρό διάστημα και συνάντησε τον Κυβερνήτη το καλοκαίρι του 1831.

Δυστυχώς, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, το όνειρο του μοναχού να επιστρέφει στην Ελλάδα ολοένα και απομακρύνεται. Αναφορά στην επικείμενη επιστροφή του βρίσκουμε στην επιστολή που ο Βιάρος Καποδίστριας από την Κέρκυρα στέλνει στον Gosse στις 26 Ιουνίου 1835. [14]

Στην πολυσέλιδη επιστολή του μιλάει για την πρόσφατη συζήτηση που είχε κάνει με τον Κόμη Λούντζι [15] στην Κέρκυρα για το πώς θα μπορούσε ο Γαλακτίων να είναι ωφέλιμος στην πατρίδα του προτείνοντας να αξιοποιηθεί ως δάσκαλος της τέχνης του, σε κάποια σχολή εφαρμοσμένης τεχνολογίας στο Ιόνιο. Ωστόσο, η επιθυμία τους να επιστρέψει στην Ελλάδα δεν ικανοποιήθηκε, αφού το 1835 ο Γαλακτίων έφυγε από τη Γενεύη και εγκαταστάθηκε για δύο τουλάχιστον χρόνια στο Λονδίνο, όπου ενώ εργαζόταν, ασκούσε χωρίς να είναι διορισμένος, την πνευματική καθοδήγηση των Ελλήνων της παροικίας. [16]

Την αναφορά αυτή βρίσκουμε στο έργο του Edwin W. Fletcher, Hellenism in England, όπου φαίνεται ότι ο πρώτος πνευματικός της Ελληνικής κοινότητας, από το 1835 έως και το 1837, ήταν ο μοναχός Γαλακτίων Γαλάτης, ο οποίος αν και δεν ήταν διορισμένος, αφού δεν υπήρχε ακόμη στο Λονδίνο επίσημος τόπος λατρείας για τους ορθόδοξους Έλληνες, ωστόσο, κάλυπτε με ιδιαίτερη φροντίδα και διάκριση, τις πνευματικές ανάγκες των συμπατριωτών του. Η ευεργετική παρουσία του συνέβαλε στο να αναγεννηθεί η ελληνική κοινότητα του Λονδίνου, η οποία απέκτησε το 1838 το δικό της τόπο λατρείας.

 

Η επιστροφή στην Ελλάδα

 

Οκτώ χρόνια αργότερα, ο Γαλακτίων φθάνει στην Ελλάδα και μάλιστα στην Αθήνα, από όπου απευθύνει επιστολή στο Υπουργείο επί των Εκκλησιαστικών και της Εκπαιδεύσεως (1-12-1846)[17] με την οποία, αφού αναφέρεται εν συντομία στο βίο του, ζητά να του επιτραπεί η επιστροφή στη Μονή του για μετάνοια ώστε να προσφέρει εκεί τις υπηρεσίες του, διδάσκοντας στους νεότερους μοναχούς την τέχνη των κρεμαστών ρολογιών.

Η επιστολή της 1ης Δεκεμβρίου αποτελεί και τη σωζόμενη αυτοβιογραφία του. Σε αυτή διαβάζουμε μέσα από τον ιδιαίτερα εναργή και εκλεπτυσμένο λόγο του τα εξής:

Ο υποφαινόμενος, κατά τους νόμους της μοναστικής πολιτείας, είμαι συγκαταριθμημένος στην χορεία της αδελφότητος της κατά τον Πόρον Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής, προ χρόνων τριάκοντα πέντε. Ενδυθών εν αυτή το μοναδικό σχήμα και συγχρόνως χειροτονηθείς ιερεύς ενταύθα και κανονικός ηγούμενος χρηματίσας το 1815 και ως τοιούτος διακονίσας χρόνους σχεδόν επτά και ησύχως διαβιώσας εν αυτή μέχρι του έτους 1829: ως γνωστόν τοις πάσι και αναντίρρητον ότε ο αοίδιμος κυβερνήτης, ως έχοντα αρχάς της ωρολογικής τέχνης, με απέστειλεν εις Ελβετίαν προς τελειοποίησιν αυτής. Προ ενός ήδη έτους και επέκεινα επανελθών, διατρίβω εις την πρωτεύουσαν ταύτην, μετερχόμενος την ωρολογικήν, αλλ’ άπρεπον και εναντίον της συνειδήσεώς μου θεωρώ την ενταύθα συμπεριφορά μου, δι’ αυτόν εθεώρησα αναγκαίον την μεταβασίν εις την ειρημένη Μονήν της μετανοίας μου, όπου μετά των αδελφών μου εν Χριστώ συμβιωτεύων, διέλθω το υπόλοιπον της ζωής μου. Συμμορφώμενος με τα έθιμα της Ιεράς Μονής καθά εξ’ απαλών ονύχων αδελφός γνήσιος και συγκοινοβιώτης και προηγούμενος και προαιρούμενος εν ταυτώ να διδάξω εις τους θέλοντας εκ των νεοτέρων μοναχών την τέχνην των κρεμαστών ρολογιών, αν τούτο εγκριθή και παρά του ηγουμένου και εκ των λοιπών αδελφών, μη διακοπτομένης της μοναστηριακής λειτουργίας. Εγώ δεν διστάζω εις την αγάπην και καλήν διάθεση των συναδελφών μου μήτε αμφιβάλλω ότι και Εκκλησιαστικοί κανόνες και Βασιλικά Διατάγματα καθιστώσι νόμιμον την μεταβασίν μου εις την Ιεράν Μονήν της μετανοίας μου αλλά επικαλούμαι κατά χρέος την συγκατάθεσιν του Σ: Υπουργείου σε ότι παρά τούτου κρίνη εύλογον και υποκλίνομαι με το προσήκον Σέβας.

 

Γαλακτίων Γαλάτης

 

Από την επιστολή αυτή μάθαμε από τον ίδιο τον Γαλακτίωνα ότι ανήκε στη Μονή από το 1811, οπότε εκάρη μοναχός και παράλληλα εχρίσθη ιερέας, ενώ για 7 χρόνια, από το 1815 μέχρι και το 1822, χρημάτισε και ηγούμενός της. Το 1829 εστάλη από τον Κυβερνήτη στην Ελβετία για την τελειοποίηση της τέχνης του ως ωρολογοποιός και επέστρεψε μετά από 16 χρόνια, το 1845, στην Αθήνα, όπου για ένα έτος ζούσε ασκώντας το επάγγελμα του ωρολογοποιού. Το ταπεινό αίτημά του, να επιστρέψει στην Ιερά Μονή της μετανοίας του στην οποία ανήκε εξ’ απαλών ονύχων , πραγματικά μας συγκινεί.

Ο Γαλακτίων ήταν ένα αναγνωρίσιμο και σεβαστό πρόσωπο και όλοι όπως και ο ίδιος τόνισε στην επιστολή του, γνώριζαν την ιστορία του και τους λόγους αποστολής του στη Γενεύη από τον Ι. Καποδίστρια, γι’ αυτό και ο ίδιος ο Υπουργός Κωνσταντίνος Κανάρης σπεύδει να προωθήσει το αίτημά του στις 2/16 Δεκεμβρίου 1846 [18] μόλις μία μέρα μετά, προς τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, σημειώνοντας τη δική του ευνοϊκή ως προς το αίτημα τού μοναχού, απάντηση. Με την απαντητική επιστολή που η Μονή στέλνει προς το Υπουργείο στις 12 Ιανουαρίου 1847 [19] πληροφορούμαστε ότι ο μοναχός εκοιμήθη την ημέρα που επρόκειτο να επιστρέψει στη Μονή του, γεγονός που γέμισε με θλίψη τους αδελφούς του που τον περίμεναν.

Έτσι τελειώνει η ιστορία του ιερομόναχου Γαλακτίωνος Γαλάτη, του πρώτου Έλληνα σπουδαγμένου στην Ελβετία ωρολογοποιού και ταυτοχρόνως ενός σεβάσμιου πνευματικού οδηγού, ο οποίος ήταν γνωστός σε όλους τους φιλελληνικούς κύκλους της Γενεύης καθώς και στον παροικιακό ελληνισμό του Λονδίνου. Το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με το όνειρο δημιουργίας μιας δημόσιας σχολής ωρολογοποιίας στα πρώτα χρόνια ίδρυσης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από τον Ιωάννη Καποδίστρια. Με το θάνατο του Γαλακτίωνος έσβησαν και οι προσδοκίες για τη δημιουργία μιας Σχολής Ωρολογοποιίας στην Ελλάδα κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Θερμά ευχαριστώ τον Γραμματέα της Βιβλιοθήκης της Μονής Ι. Μελιανό ο οποίος μας έδωσε την πληροφορία ότι μοναχός με το όνομα Γαλακτίων δεν υπήρξε ποτέ κατά το παρελθόν στην Μονή Ι. Θεολόγου στην Πάτμο, στηριζόμενος στην ανέκδοτη μελέτη του διακ. Χρυσοστόμου Φλωρεντή, βιβλιοφύλακα της Μονής, με τίτλο «Κατάλογος Ηγουμένων Ι. Μονής Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου», και στο «Βραβείο» της Μονής, τον κώδικα με τα σύντομα χρονικά των θανάτων των μοναχών της Μονής (16ος-20ός αι.), το οποίο και έχει εκδοθεί από τον ίδιο στην σειρά Διπτύχων Παράφυλλα, αρ. 1, της Εταιρείας Βυζ. και Μεταβυζαντινών Μελετών, Αθήνα 1980.

[2] Σύμφωνα με όσα έγραψε ο Α. Μουστοξύδης στην Έκθεση που συνέταξε στις 18/2/1831 (Αρχείο της Ιονίου Γερουσίας αρ.584) Περί από της συστάσεως του ορφανοτροφείου της Αιγίνης φαίνεται ότι είχε προβλεφθεί η ίδρυση στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας χειροτεχνικών σχολών διδασκαλίας της βιβλιοδετικής, ξυλουργικής, τυπογραφίας αλλά και ραπτικής στις οποίες θα απασχολούνταν οι μαθητές που επιθυμούσαν να μάθουν μια τέχνη. Μάλιστα, υπήρχε η πρόνοια ώστε τα χρήματα από τα παραγόμενα προϊόντα κατά τη διάρκεια της μαθητείας τους, να αποταμιευτούν, ώστε να τους χρησιμεύσουν για μελλοντικό επαγγελματικό τους ξεκίνημα. Παπαγεωργίου, Β. 1939. Ο Καποδίστριας εις την Εκπαίδευσιν. Αθήναι: Εκδοτικός οίκος «Ερμού», 58.

[3] BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2682 f 213-4, 2686 f 217. Οι επιστολές αυτές ψηφιοποιημένες καθώς και το δικαίωμα έκδοσης τους δόθηκαν από τη Βιβλιοθήκη της Γενεύης. Προγενέστερες αναφορές στις επιστολές αυτές υπάρχουν στο έργο του Βακαλόπουλου. Α. Κ. 2008. Ευρωπαίοι παρατηρητές και τεχνοκράτες στην επαναστατημένη Ελλάδα και στο Ελλαδικό Βασίλειο (1821-1843), Θεσσαλονίκη : Αντ. Σταμούλη, 239-242.

[4] ΓΑΚ Κέρκυρας: Αρχείο Καποδίστρια, φακ. Gosse 342. Θερμά ευχαριστώ τον ιστορικό και ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Χρήστο Λούκο, ο οποίος αφού εντόπισε πρώτος τις ανέκδοτες αυτές επιστολές, είχε την καλοσύνη ευεργετικά να μου τις παραχωρήσει σε ψηφιακή μορφή, προς μελέτη.

[5] Ευχαριστώ θερμά τη Μονή της Ζωοδόχου Πηγής για τη φωτογραφία του ηλιακού ρολογιού που μου έστειλε καθώς και για τις πληροφορίες για τη ζωή του μοναχού που προέρχονται από το βιβλίο της κ. Ι. Ρουμάνη Μονή Ζωοδόχου Πηγής Πόρου (1992).

[6] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φακ. 342/14, επιστ. Louis – Andre Gosse: 26 Φεβρ.ουαρίου/10 Μαρτίου 1829.

[7] BGE: Les papiers de la famille Gosse, 2686 f.253.

[8] Jean Franpois Bautte (1772-1837). Υπήρξε ο πιο διάσημος ωρολογοποιός και κοσμηματοποιός της εποχής του. Γεννήθηκε στη Γενεύη το 1772 και από την ηλικία των δώδεκα ετών μπήκε στον τομέα της ωρολογοποιίας και κοσμηματοποιίας. Περνώντας από όλα τα στάδια τελειοποίησε την τέχνη του και ήδη από πολύ νωρίς το 1793 έφτιαξε το δικό του οίκο συνεργαζόμενος με το πρώην αφεντικό του, Mouligne-Bautte. Δεν άργησε να αναγνωριστεί διεθνώς για την τέχνη του, ενώ πελάτες του υπήρξαν σημαίνουσες προσωπικότητες της εποχής του. Βλ. Ζυγούρη, Ν. 2016. Τα πολύτιμα δώρα τον Ιωάννη Καποδίστρια και ο δημιουργός τους Jean Francois Bautte, Αθήνα: ΙΕΕΕ, 56-59.

[9] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φακ. 342/9.

[10] Η προνοητικότητα του Ιωάννη Καποδίστρια για την κατασκευή μεγάλων δημοσίων ρολογιών στο Ναύπλιο ώστε να υπάρχει ένα κοινό σημείο μέτρησης του χρόνου, αποκαλύπτεται στην επιστολή που στέλνει στον Ανδρέα Μουστοξύδη το έτος 1828 στην οποία του ζητά να αγοράσει δύο μεγάλα ρολόγια από τη Βενετία και να έρθει σε επαφή με τον Ελβετό αρχιτέκτονα Bogutti για να επιμεληθεί την απαραίτητη ξυλοκατασκευή για τη στερέωσή τους Betan, Ε.Α. 1839. Correspondance du Comte J. Capodistrias, President de la Grece, tome deuxieme Geneve, 36-38.

[11] Gosse, A.L.1838. Relation de la peste qui a regne en Greee en 1827 et 1828, Geneve και Bouvier-Bron, M. 1973. Le sejour en Greee Louis Andre Gosse (1827-1829), Geneve, 1-5.

[12] Τομπάζης, Ιακ. 1910. Ο Φιλέλλην Ελβετός ιατρός Λουδοβίκος Γκος. Αθήνα:Τύποις Π.Δ. Σακελλαρίου, 28. Στην αναφορά του αυτή ο Τομπάζης παρακινεί την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία Ελλάδος να ζητήσει από τους κληρονόμους του Γκος τη βακτηρία καθώς και τη φουστανέλα που ο Ελβετός φιλέλληνας συνήθιζε να φορά.

[13] ΓΑΚ Κέρκυρας, Αρχείο Καποδίστρια, φ.347/2.

[14] BGE: Les papiers de la Famille Gosse, fr.2682 f.214.

[15] Πρόκειται πιθανώς για τον κόμη Ερμάννο Λούντζη (1806-1878), ο οποίος φιλοξενούμενος από τον αδελφό του για ένα διάστημα στη Γενεύη το 1833, πρέπει να γνώρισε τον Γαλακτίωνα. Ο ίδιος τον Ιούλιο του 1834, κατά το ταξίδι της οριστικής επιστροφής του από τη Βενετία στη Ζάκυνθο, πέρασε από την Κέρκυρα, συναντήθηκε με τον Βιάρο Καποδίστρια και συζήτησε μεταξύ άλλων για την τύχη του ωρολογοποιού μοναχού Γαλακτίωνα Γαλάτη. Βλ. Συνοδινός, Χ. Ζ. 2004. Αρχείο Οικογένειας Λούντζη. Αθήνα: εκδ. Περίπλους, 163.

[16] Fletcher, E. W 1915. Hellenism in England… London by the Faith press at the Faith House, 86, 110.

[17] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά, φακ. 255, έγγρ. 1ης Δεκ. 1846.

[18] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά φακ.255.

[19] ΓΑΚ ΚΥ, Μοναστηριακά φακ.255.

 

Νικολέττα Ζυγούρη

Ιστορικός, ΜΔΕ

Τεκμήρια Ιστορίας Μονογραφίες,  Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2017.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Πανούκλα – Ο μαύρος θάνατος στο Μεσαίωνα | Στέφανος Γερουλάνος, καθηγητής Ιστορίας Ιατρικής, Ιωάννινα


 

Ιωάννης Βοκάκιος, από το βιβλίο «Académie Des Sciences Et Des Arts» του Isaac Bullart, που εκδόθηκε στο Άμστερνταμ από τον Elzevier το 1682.

Ποτέ άλλη αρρώστια δεν προκάλεσε τόσο πολλούς νεκρούς στον κόσμο όσο ο Μαύρος θάνατος ή πανούκλα. Μόνο η Ευρώπη θρήνησε πάνω από 25 εκατομμύρια νεκρούς από το 1348 μέχρι και το 1420. Πέρα απ’ αυτό όμως καμιά άλλη επιδημία δεν προκάλεσε τέτοιο φόβο, πανικό και φρίκη. Όπως αναφέρει ο Βοκάκιος: «Αυτή η συμφορά προξένησε τέτοια τρομάρα στις ψυχές ανδρών και γυναικών, ώστε απαρνήθηκε αδελφός τον αδελφό, θείος τον ανιψιό και αδελφή τον αδελφό. Οι γυναίκες συχνά εγκατέλειπαν τους άνδρες τους. Και το χειρότερο, αν και φαντάζει απίστευτο, πατεράδες και μανάδες φέρονταν στα παιδιά τους σαν ξένα, αρνούμενοι να τα δουν και να τα φροντίσουν». Ο κίνδυνος να κολλήσει ο ένας απ’ τον άλλο ήταν τόσο μεγάλος και ο θάνατος κάτω από τραγικές συνθήκες τόσο βέβαιος, ώστε οδήγησε ο’ αυτές τις απάνθρωπες συμπεριφορές.

Μια πρώτη περιγραφή της αρρώστιας συναντάμε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη και μάλιστα γύρω στο 1060 π.Χ., στον πόλεμο των Ιουδαίων με τους Φιλισταίους. Περισσότερες από 30 αναφορές σε ανάλογες επιδημίες συναντάμε στη Βίβλο. Είναι ο θεός που τιμωρεί τους ανθρώπους για τις άδικες ή αμαρτωλές πράξεις τους. Εδώ διαφαίνεται ήδη ότι η ασθένεια συναντάται συχνότερα σε πολέμους, σε λιμούς, ή άλλες καταστροφές.

Τον τιμωρό θεό τον φαντάζονταν Εβραίοι, Αιγύπτιοι και Μεσοποτάμιοι, όπως και στην Ελλάδα του Ομήρου ή του Σοφοκλή, με τόξο στα χέρια και θανατηφόρα Βέλη. Στην αρχαία Ελλάδα ήταν ο Απόλλων συχνά μαζί με την Άρτεμη που εκτόξευαν αυτά τα βέλη.

Σε πείσμα της χριστιανικής θρησκείας, η πεποίθηση ότι η πανώλης προκαλείται από αόρατα βέλη θα κυριαρχήσει μέχρι και το Μεσαίωνα. Από αυτά τα βέλη θεωρούσαν τότε ότι προστάτευε τους πιστούς ο Άγιος Σεβαστιανός. Από τον καιρό αυτό οι αναφορές για επιδημίες πανώλους στην Αθήνα, τη Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη ή αλλού είναι πολλές. Συχνά όμως εξελάμβαναν διάφορες άλλες επιδημίες για πανώλη, όπως π.χ. τον περίφημο λοιμό των Αθηνών, που περιέγραψε ο Θουκυδίδης. Παλαιότερα πίστευαν ότι επρόκειτο για πανώλη, σήμερα πιστεύουμε ότι ήταν μάλλον ή ευλογιά ή συνδυασμός ευλογιάς με εξανθηματικό τύφο.

 

Από την πανούκλα μόνο η Ευρώπη

Θρήνησε πάνω από 25 εκατομμύρια νεκρούς,

από το 1348 μέχρι και το 1420.

 

 

Ρούφος ο Εφέσιος.

Ο πρώτος που περιγράφει πραγματικά την πανώλη είναι ο Ρούφος ο Εφέσιος (110-180 μ.Χ.), που την ξεχωρίζει από τις άλλες επιδημίες. Αναφερόμενος στην επιδημία που άρχισε την εποχή του Τραϊανού (100 μ.Χ.) αναφέρει για πρώτη φορά το «βουβώνα», δηλαδή τη διόγκωση και διαπύηση λεμφαδένων και τις θέσεις που η αρρώστια μπορεί να πρωτοεμφανιστεί. Ο ίδιος, αναφερόμενος σε κάποιον Διονύσιο, περιγράφει και μια όμοια επιδημία του 280 π.Χ. σε Λιβύη, Αίγυπτο και Συρία. Όπως μας λέει, και οι δύο αυτοί λοιμοί ήταν τραγικά θανατηφόροι.

Πολύ γνωστή είναι και η επιδημία που ενέσκηψε επί Μάρκου Αυρηλίου το 164 μ.Χ. Ο στρατός του νίκησε μεν τους Πάρθους στην Κτησιφώντα της Μεσοποταμίας, αλλά προσβλήθηκε από πανώλη που εξαπλώθηκε μετά σ’ όλη τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Διήρκεσε 24 ολόκληρα χρόνια και τελικά σκότωσε και τον ίδιο τον αυτοκράτορα έξω απ’ τη Βιέννη. Είναι η εποχή του Γαληνού (130-198 μ.Χ.), ο οποίος φοβούμενος μην κολλήσει εγκαταλείπει την πόλη της Ρώμης δυο φορές. Σε πολλά από τα βιβλία του που διασώθηκαν, ο Γαληνός αναφέρεται συχνά στην πανώλη αλλά και σε άλλους λοιμούς. Αιτία αυτών των επιδημιών είναι ο μολυσμένος αέρας, το μίασμα, που έλεγε ο Ιπποκράτης, μαζί με «τη δυσκρασία των χυμών». Με φωτιές, καπνούς και θυμιάματα προσπαθούν λοιπόν να απολυμάνουν τους χώρους και τον αέρα, κάτι που επέζησε μέχρι την εποχή μας. Ποιος δεν θυμάται το σφράγισμα των δωματίων νοσοκομείων έπειτα από θάνατο ασθενούς με λοίμωξη και την «απολύμανση» με ατμούς φορμαλίνης ή άλλων αντισηπτικών. Κατάλοιπα της αρχαίας και μεσαιωνικής ιατρικής.

Ανάλογα γνωστή είναι και η επιδημία επί Ιουστινιανού, που περιγράφει ο ιστορικός Προκόπιος. Μια νέα ενδιαφέρουσα παρατήρηση καταγράφει πρώτος ο μεγάλος Άραβας ιατρός Αβικέννας (980- 1037). Πριν εκδηλωθεί επιδημία πανώλους, αρχί­ζουν να βγαίνουν απ’ τη γη ποντικοί, αρουραίοι και άλλα πολλά τρωκτικά. Συμπεριφέρονται σαν μεθυσμένα, γεννάνε όπου βρουν και πεθαίνουν σωρηδόν.

 

Αβικέννας, ο μεγάλος άραβας ιατρός που συνέδεσε πρώτος την πανώλη με τους ποντικούς. Πορτρέτο σε ασημένιο βάζο. Museum at BuAli Sina (Avicenna) Mausoleum – Hamadan – Western Iran.

 

Τεράστιες απώλειες είχαν και οι σταυροφό­ροι κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Αντιόχειας το 1097-98. Εδώ πέθαναν περί­που 50.000 σταυροφόροι. Μία ομάδα από 1.500 Γερμανούς, που έφθασαν με πλοία απ’ το Ρέγκενσμπουργκ (Regensburg) της Βαυα­ρίας, πέθαναν μέσα σε λίγες μέρες μετά την απο­βίβασή τους. Τελικά από τους 100.000 σταυροφό­ρους που ξεκίνησαν την πολιορκία της Αντιόχειας, μόνο 21.000 γλίτωσαν και προχώρησαν προς την Ιε­ρουσαλήμ. Υπάρχουν ανάλογες αναφορές και από επόμενες σταυροφορίες. Πολλοί ιστορικοί μιλούν για 4, άλλοι για 7 σταυροφορίες. Στην πραγματι­κότητα όμως πρόκειται για διάφορα κύματα σταυ­ροφόρων. Το πήγαιν’-έλα δεν σταμάτησε ποτέ. Συ­νήθως πήγαιναν πεζή για να προσκυνήσουν και αφού πλιατσικολογούσαν ό,τι έβρισκαν στο δρόμο, έφθαναν στην Ιερουσαλήμ και έφευγαν, όντας «πιο πλούσιοι», με πλοία. Εκτός από τα κλοπιμαία έ­φερναν μαζί τους στα πλοία τους μαύρους αρουραίους, τους πιο επικίνδυνους ξενιστές της ασθέ­νειας. Έτσι, η αρρώστια δεν μπορούσε να καταλα­γιάσει ποτέ στη Δύση.

Οι πόλεις στην Ευρώπη ήταν τότε πολύ φτωχές. Οι αγρότες από το φόβο των επιδρομών κατέφευγαν μαζί με τα ζώα τους μέσα στις πόλεις. Κάθε πρωί τα έβγαζαν έξω από τα τείχη για να βοσκή­σουν ελεύθερα. Το απόγευμα τα έφερναν πίσω. Ο δρόμος μπροστά από κάθε σπίτι θεωρούνταν τότε ιδιοκτησία του σπιτιού. Εκεί στάβλιζαν τα ζώα τους και στοίβαζαν τα ξύλα. Ιδεώδης χώρος για τους πο­ντικούς και τους αρουραίους όπου εύρισκαν τροφή και κατοικία.

 

Η επιδημία πρωτάρχισε στην Κίνα,

όπου η πανώλης θέρισε 13 εκατομμύρια

ανθρώπους μέσα σε λίγα χρόνια

 

Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες ανέτειλε ο 14ος αι­ώνας, που έμελλε να φέρει σε όλη την τότε γνωστή οικουμένη μια νέα καταστροφή. Η επιδημία πρω­τάρχισε στην Κίνα, όπου η πανώλης θέρισε κυριολεκτικά τον πληθυσμό και 13 εκατομμύρια άνθρω­ποι πέθαναν μέσα σε λίγα χρόνια. Η μογγολική δυναστεία που κυβερνούσε τότε την Κίνα – ας θυ­μηθούμε τις στενές σχέσεις τους με το Βυζάντιο  τη Μαρία των Μογγόλων, την εκκλησία της Παναγίας των Μογγόλων στην Κωνσταντινούπολη, κ.ά.- αποδεκατίστηκε και αντικαταστάθηκε από τοπικούς ηγεμόνες, τη μετέπειτα περίφημη δυναστεία των Μινγκ (Ming) (1368-1644). Από εκεί η επιδημία πέρασε στις Ινδίες όπου σκόρπισε το θανατικό. Το 1347 μαζί με το μετάξι έφθασε στην Κριμαία. Οι Τάταροι πολιορκούσαν τότε την πόλη Φεοδοσία, που κατείχαν Γενουάτες. Η κατάσταση μέσα στην πόλη χειροτέρευε όλο και περισσότερο. Τότε εμφανίστηκε η επιδημία πανώλους στο στρατό των Τατάρων. Εκατοντάδες στρατιωτικοί πέθαιναν καθημερινά. Για να σπάσουν την αντίσταση των Ιτα­λών οι Τάταροι άρχισαν να πετάνε με τους καταπέλτες πτώματα μέσα στα τείχη. Η πανώλης εξα­πλώθηκε και εκεί. Οι Τάταροι όμως λόγω του λοιμού αναχώρησαν. Τότε οι Γενουάτες μπήκαν αμέ­σως στα πλοία τους και έφυγαν για τη Δύση. Στο δρόμο τους έφεραν την πανώλη στην Κωνσταντι­νούπολη. Από εκεί πήγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν στη Σικελία. Όταν τα 12 πλοία έφθασαν αρχές Οκτωβρίου του 1347 στη Μεσσήνη, λίγες μέ­ρες μετά άρχισε το μεγάλο θανατικό (Mortalega grande). Έδιωξαν αμέσως τους Γενουάτες από την

πόλη τους, οι οποίοι συνέ­χισαν την επι­στροφή προς την πα­τρίδα τους, φέρνοντας ό­που άραζαν το θάνατο. Οι πανικοβλημένοι Μεσσήνιοι έφυγαν από την πόλη ζητώντας προστασία από την Αγία Αγάθη, τα θαυματουργά λείψανα της οποίας φυλάσσο­νταν στην Κατάνια. Η επιδημία εξαπλώθηκε κι εκεί. Όσοι Κατάνιοι επέζησαν βγήκαν στην ενδοχώρα ή πήγαν στο Παλέρμο. Από την αρρώστια πέθαναν στο Παλέρμο 60.000 άτομα.

Φεύγοντας από τη Μεσσήνη τα περισσότε­ρα πλοία με τους Γενουάτες ανέβηκαν τα δυτικά παράλια της Ιταλίας και έφεραν το θανατικό στην Πίζα, τη Γένοβα και το Νοέμβριο στη Μασσαλία. Ένα μικρό μέρος των καραβιών ανέβηκε την Αδριατική. Ο λοιμός εξαπλώθηκε στις Δαλματικές ακτές και με­τά στη Βενετία. Την εποχή εκείνη έγραψε ο Βοκάκιος το γνωστό «Δεκαήμερο». Στην αρχή του βι­βλίου περιγράφει την ασθένεια, το «βουβώνα» και τους μαύρους ή μπλε λεκέδες στο δέρμα. Είναι αυ­τός που δίνει στην αρρώστια το όνομα «Μαύρος θά­νατος». Ο ανίδεος περί την ιατρική συγγραφέας ανατρέπει πρώτος τις παλιές θεωρίες του Γαληνού, περί μιάσματος και δυσκρασίας των χυμών.

 

Η πανώλη στη Φλωρεντία το 1348, όπως περιγράφεται στο «Δεκαήμερο» του Βοκάκιου.

 

Αρχές Ιανουάριου του επομένου έτους η πανώλης φθάνει στην Αβινιόν, που ήταν τότε έδρα του πάπα Κλήμη ΣΤ. Μέχρι το τέλος του Απριλίου υπολογίζεται ότι είχαν πεθάνει 60.000 άνθρωποι, μεταξύ των οποίων και 9 καρδινάλιοι.

Οι αδυναμία των ιατρών να καταπολεμήσουν την αρρώστια συνοψίζεται στον αφορισμό της εποχής: «Fuge, fuge cito, fuge long, fuge tadre» = Φύγε, φύγε μακριά, φύγε για μεγάλο διάστημα.

Τον Ιούνιο η πανώλης είχε φθάσει στο Παρίσι, τον Αύγουστο στο Καλέ, τον Οκτώβριο στο Λονδίνο. Απ’ τα 4 εκατομμύρια που είχε πληθυσμό το Λονδίνο μέσα σε 16 μήνες έμειναν 2,5. Στη Γερμανία το 1349 πέθαναν μέσα σ’ ένα χρόνο τουλάχιστον 1,2 εκατομμύριο άνθρωποι.

 

Είναι η εποχή που η Ευρώπη

θρήνησε μέσα σε λίγα χρόνια

από το Μαύρο θάνατο 25

εκατομμύρια νεκρούς,

 δηλαδή το 1/2 του τότε πληθυσμού της.

 

Είναι η εποχή που η Ευρώπη θρήνησε μέσα σε λίγα χρόνια από το Μαύρο θάνατο 25 εκατομμύρια νεκρούς, δηλαδή το 1/2 του τότε πληθυσμού της. Στη δυστυχία αυτή πρέπει να προστεθεί και η καταδίωξη των Εβραίων, επειδή κάποιος αντισημίτης διαδίδει ότι οι Εβραίοι έριξαν δηλητήριο στα πηγάδια και τις στέρνες. Με τη δικαιολογία αυτή, άλλους σκοτώνουν, άλλους διώχνουν απ’ τις πόλεις, άλλους πάλι τους καίνε ζωντανούς. Υπάρχουν περιγραφές ότι μέσα σε μια Κυριακή έκαψαν ζωντανά πάνω στην ίδια φωτιά κάπου 300 άτομα.

Η επιδημία και οι μαζικοί θάνατοι έφεραν βέβαια και οικονομικό μαρασμό. Τα χωράφια έμεναν ακαλλιέργητα αφού δεν υπήρχαν εργάτες να τα δουλέψουν. Έτσι, έλειπαν τα αγαθά πρώτης ανάγκης. Οι δρόμοι και οι γέφυρες δεν επισκευάζονταν. Το εμπόριο φυτοζωούσε. Όσοι χωρικοί μπορούσαν μετανάστευαν, όσοι έμεναν πίσω καταπιέζονταν και δεν είχαν να φάνε. Το 1358 στη Γαλλία και το 1381 στην Αγγλία οι χωρικοί επαναστατούν. Όμως οι επαναστάσεις αυτές καταπνίγονται τελικά στο αίμα, προσθέτοντας στους νεκρούς του λοιμού και τους νεκρούς των εμφυλίων πολέμων.

Μέσα απ’ τη δυστυχία αυτή, οι άνθρωποι έμαθαν και καθιέρωσαν κάποιες βασικές πρακτικές για την καταπολέμηση της πανώλους, όπως: η απομόνωση όσων αρρώσταιναν, ο ψεκασμός ή η κάλυψη των νεκρών με ασβέστη, νιτρικό οξύ, θειάφι ή καμφορά, το πλύσιμο των χεριών και του προσώπου με ξίδι που περιέχει αντισηπτικές πολυφενόλες, η υποχρέωση να δηλώνεται κάθε κρούσμα, η απαγόρευση των συναθροίσεων. Για πρώτη φορά απαγορεύονται οι σκουπιδότοποι (χωματερές) μέσα στις πόλεις και αν δεν γινόταν αλλιώς, τις σκέπαζαν κάθε τόσο με ασβέστη. Επίσης απαγορεύονται τα χοιροστάσια μέσα στην πόλη.

Οι προφυλακτικές αυτές μέθοδοι υγιεινής βοήθησαν κυρίως στην προστασία από άλλες ασθένειες. Η μόνη μέθοδος όμως που βοήθησε πραγματικά στο να μη διαδοθεί περαιτέρω η πανώλης ήταν η απομόνωση.

 

Ο θρίαμβος του θανάτου, περ. 1562, έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου (Pieter Bruegel περ. 1525-1530 – 1569). Μουσείο ντελ Πράδο, Μαδρίτη.Στη μακάβρια παράσταση ο αυτοκράτορας, ο καρδινάλιος, ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Αριστερά, ο θάνατος απλώνει ένα δίχτυ για να πιάσει μέσα τους ανθρώπους και τους οδηγεί στα βάθη της γης.

 

Το 1374 η Βενετία, που είχε τραγικά δοκιμαστεί από επανειλημμένες επιδημίες, αποφασίζει να απομονώνεται κάθε πλοίο, πραμάτεια, ή ταξιδιώτες που έρχονταν από μολυσμένα μέρη στην αρχή για 30 και αργότερα για 40 ημέρες (καραντίνα). Τα πλοία έπρεπε να σηκώνουν κίτρινη σημαία και αγκυροβολούσαν στο νησάκι του Αγίου Λαζάρου (Isola di S. Lazaro), όπου υπήρχε και μικρό νοσοκομείο, το Lazaretto. Από εδώ προέρχονται και οι όροι καραντίνα (ιταλικά quaranta =σαράντα), Λαζαρέτο και η λέξη isolation= απομόνωση, από τη λέξη isola=νηοί. Για να γλιτώσουν την καραντίνα που τους κόστιζε ακριβά, οι καπετάνιοι ζη­τούσαν από το λιμάνι αναχώρησης και τα ενδιάμε­σα λιμάνια όπου άραζαν επιστολή που βεβαίωνε ό­τι στο συγκεκριμένο λιμάνι δεν υπήρχε επιδημία πανώλους. Πολλά απ’ αυτά ήταν ψεύτικα. Έτσι απέφευγαν την καραντίνα. Τα μέτρα δεν έφερναν το προσδοκώμενο αποτέλεσμα και ο πληθυσμός στράφηκε προς τους δύο μεγάλους προστάτες, τον Άγιο Ρόκο και τον Άγιο Σεβαστιανό.

 

Νησάκι του Αγίου Λαζάρου (Isola di S. Lazaro).

 

Με την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως το 1453, αρχίζει δυστυχώς μια νέα εποχή για την πανώλη στην Ανατολή. Το περίφημο Επταπύργιο, το ση­μερινό Jedi Kule, τόπος καραντίνας στη βυζαντινή εποχή, καταργείται και μετατρέπεται σε φυλακή, καθ’ ότι η θέση του Κορανιού στο θέμα των ασθενειών είναι ξεκάθαρη: οι αρρώστιες στέλνονται α­πό τον Αλλάχ και εκείνος αποφασίζει αν οι άν­θρωποι θα ζήσουν ή θα πεθάνουν. Ακόμη και αν βρίσκεται κανείς στον πιο ισχυρό πύργο, ο θάνατος αν είναι να τον βρει θα τον βρει. Η θέση αυτή του Κορανιού ήταν μέχρι το 1836 αμετακίνητη. Η Πόλη αλλά και ολόκληρη η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα παραμείνει μια μεγάλη δεξαμενή της πανώλους μέχρι το 1836, οπότε ο Τούρκος Σεχουνισλάμ για πρώτη φορά έλαβε θέση λέγοντας ότι δεν είναι όλες οι αρρώστιες από τη μοίρα.

Στη Δύση το 1546 ο Τζιρολάμο Φρακαστόρο (Girolamo Fracastoro) (1483-1553) θα γράψει το περίφημο βιβλίο του για τις μεταδοτικές λοιμώξεις. Εκεί ξεχωρίζει ξανά, 1.400 χρόνια μετά τον Ρούφο, την πανώλη από άλλες μεταδοτικές ασθένειες κα πιστοποιεί ότι είναι τρομερά επικίνδυνο ακόμη και το να πάρεις ένα ρούχο από κάποιον άρρωστο με πανώλη. Όμως ούτε ο ίδιος ούτε ο Τζερόνιμο Μερκουριάλε (Geronimo Mercuriale), που συνέχισε την παράδοσή του, υποπτεύθηκαν ότι η αιτία της μόλυνσης ήταν οι ψύλλοι των ποντικών που κρύβονταν στα υπάρχοντα των πεθαμένων.

 

O Ιταλός γιατρός και ποιητής Τζιρολάμο Φρακαστόρο, συγγραφέας του βιβλίου για τις μεταδοτικές λοιμώξεις.

 

Τον ίδιο καιρό περίπου, ο Αμβρόσιος Παρέ (Ambroise Paré, 1510-1590), πατέρας της νεότερης χειρουργικής, πλησίασε κοντότερα στα αίτια της λοίμωξης. Επισήμανε ξανά το γεγονός του θανάτου των αρουραίων λίγο πριν από την έναρξη επιδημίας πανώλους. Χρειάστηκε όμως να περάσουν άλλα 250 χρόνια μέχρις ότου ο Ελβετός Γιερσέν (Yersin) ανακαλύψει την αιτία και τη σχέση της αρρώστιας με τους αρουραίους και τους ψύλλους των τρωκτικών.

 

Αμβρόσιος Παρέ (Ambroise Paré, 1510-1590), πατέρας της νεότερης χειρουργικής, ενώ εξετάζει ασθενή.

 

Την ίδια εποχή η Γερμανία θρήνησε 12 με 13 εκατομμύρια νεκρούς μόνο από επιδημίες που ενέσκηψαν λίγα χρόνια μετά τη Μεταρρύθμιση του Λούθηρου, μεγάλο μέρος από τις οποίες οφειλόταν στην πανώλη. Οι πόλεμοι που ακολούθησαν τις μεταρρυθμίσεις χειροτέρεψαν τα πράγματα. Όταν οι Σουηδοί κατέλαβαν τη Γερμανία στον τριακονταετή πόλεμο, η πανώλης εξαπλώθηκε και πάλι σε όλη τη χώρα. Ο πληθυσμός του Άουγκσμπουργκ (Augsburg) και του Ρέγκενσμπουργκ σχεδόν εξαφανίστηκε. Σε μια πολίχνη, ονόματι Σβέιντνιτς (Schweidnitz), πίσω απ’ τα τείχη της οι δρόμοι είχαν γεμίσει άθαφτους νεκρούς που τους μετέφεραν μαζικά. Για να μην ακούγεται ο μακάβριος θόρυβος της ρόδας στο λιθόστρωτο αναγκάστηκαν να βάλουν στις ρόδες των κάρων πέτσινα λουριά, μια εφεύρεση που καθιερώθηκε από τότε και για τις άμαξες μεταφοράς ατόμων.

Μια και δεν υπήρχαν νεκροθάφτες, πετούσαν τους νεκρούς σε κάρα και από εκεί στο ποτάμι ή τους έθαβαν σε κοινό τάφο. Στο νεκροταφείο του Αγίου Λεονάρδου διατηρείται και σήμερα ταφόπλακα με γραπτή μαρτυρία του γεγονότος: «Εδώ είμαστε θαμμένοι 77, που πεθάναμε σε μια μέρα από την πανώλη, έτος 1637». Ανάλογα περιστατικά διαδραματίζονταν στη Γαλλία, την Αγγλία και την υπόλοιπη Ευρώπη. Παντού υπήρχε σκηνικό φρίκης. Στα σπίτια έφθασαν να μένουν μόνον κατοικίδια ζώα. Στις πόλεις κατέβαιναν λύκοι και επετίθεντο στους ανθρώπους. Αγελάδες και πρόβατα έμεναν έρημα στα χωράφια και μούγκριζαν γιατί δεν υπήρχε κανείς να τ’ αρμέξει, ενώ τα σιτηρά δεν υπήρχε κανείς για να τα κόψει. Σ’ όλα αυτά πρέπει να προστεθεί ο φθόνος, η επιβουλή της περιουσίας των άλλων (αρκούσε να κατηγορήσει κανείς τη διπλανή του για μάγισσα, ώστε να καεί στην πυρά και να καρπωθεί αυτός την περιουσία της), και γενικά η επικράτηση του νόμου του ισχυροτέρου. Στην επιδημία του 1636 ο αρχιεπίσκοπος του Μάιντς (Mainz) απαγόρευσε για πρώτη φορά τα βασανιστήρια και τις δίκες των μαγισσών, παρακινούμενος από το φίλο του ιησουίτη Φρειδερίκο φον Σπέε (1591-1635), που ως εξομολογητής των άτυχων αυτών ανθρώπων είχε κατανοήσει ότι ήταν θύματα. Το βιβλίο του Σπέε, που πρωτοτυπώθηκε το 1631, επανατυπώθηκε πολλές φορές στις επόμενες δεκαετίες, πάντα με ψευδώνυμο για το φόβο των αντιποίνων.

 

Χάρτης διασποράς της πανδημίας.

 

Το 1631 ένας άλλος Ιησουίτης, ο Αθανάσιος Κίρχνερ, θα ανακαλύψει με το μικροσκόπιο μέσα στο πύον από βουβώνες, αλλά και στο αίμα ασθενών, κάτι μικρά σκουληκάκια που ονόμασε «vermiculi» και εντόπισε σ’ αυτά την αιτία της πανώλους. Αν ήταν πράγματι τα Gram – αρνητικά βακτήρια που προκαλούν την πανώλη, είναι δύσκολο να το πει κανείς σήμερα. Δεν παύει όμως να είναι ο πρώτος που έγραψε ότι το λεγόμενο «μίασμα» δεν είναι τίποτε άλλο από ένας στρατός από μικρά σκουληκάκια που μπαίνει με την αναπνοή ή από το δέρμα στο σώμα, κάνει τους αδένες να γεμίζουν πύον και σκοτώνουν τον ασθενή. Οι πρακτικές όμως που ακολουθούσαν τότε οι ιατροί ήταν ακόμη «μεσαιωνικές». Ο φόβος για το μίασμα τους έκανε να ντύνονται με βαριά ρούχα ποτισμένα σε κερί και να φοράνε μια περίεργη μάσκα, μέσα στην οποία έβαζαν σφουγγάρι ποτισμένο με ξίδι, καμφορά ή άλλα αντισηπτικά ονομαζόμενα «νερά της πανώλους». Ένα από αυτά ανακάλυψαν γύρω στο 1700 στην Κολονία δύο Ιταλοί αδελφοί, ο Ιωάννης-Βαπτιστής και ο Ιωάννης-Μαρία Φαρίνα Είναι το επιλεγόμενο «Eau de Cologne», η σημερινή κολόνια.

 

Ο Ιησουίτης Αθανάσιος Κίρχνερ που πρώτος είδε μέσα στο πύον και το αίμα παθογόνους μικροοργανισμούς που αποκάλεσε σκουληκάκια (vermiculi).

 

Ιατρική προφυλαχτική φορεσιά του 17ου αι. που «προφύλασσε» από την πανώλη. Στην κορακοειδή μύτη τοποθετούσαν ένα σφουγγαράκι που το πότιζαν με ξίδι και μετά το 1700 με κολόνια.Χαλκογραφία του Γιατρού Schnabel [εδώ Dr. Beak], ένας γιατρός της πανούκλας του 17ου αιώνα, στη Ρώμη, περίπου το 1656.

 

Όμως ήδη πριν από το 1700 στη διάρκεια του αγγλοολλανδικού πολέμου (1665-67), μια νέα επιδημία ξέσπασε στο Λονδίνο και απ’ τους 500.000 κατοίκους πέθαναν οι 70.000. Στο ημερολόγιο του γραμματέα του αγγλικού ναυαρχείου Σαμουήλ Πέπι (1633-1703) περιγράφονται τραγικές λεπτομέρειες για την επιδημία αυτή. Κατά την ίδια επιδημία ξεσπά στις 2 Σεπτεμβρίου του 1666 η μεγάλη πυρκαγιά που αποτέφρωσε το μεγαλύτερο μέρος του Λονδίνου. Στη φωτιά παραδόθηκαν 460 δρόμοι με 14.000 σπίτια και 80 εκκλησίες. Το ευτύχημα όμως ήταν ότι μαζί μ’ αυτά κάηκαν οι ποντικοί και οι φωλιές τους. Λίγο μετά, το αγγλικό Κοινοβούλιο αποφασίζει να απαγορεύσει τις ξύλινες κατασκευές σπιτιών για να μην ξαναπροκληθούν τέτοιας έκτασης ζημιές από τη φωτιά. Δίνονται άδειες κατασκευής μόνο σε σπίτια που κτίζονται με πυρότουβλα. Στο μέρος αυτό του Λονδίνου δεν ξαναεμφανίστηκε επιδημία πανώλους. Τα ποντίκια δεν μπορούσαν να φωλιάσουν κοντά σε ανθρώπους και οι ψύλλοι να μεταδώσουν τα βακτήρια στον άνθρωπο.

 

Φέρετρο πολλαπλών χρήσεων για νεκρούς από πανώλη, 17ος αι. Δίπλα ιατρική προφυλακτική φορεσιά του 10ου αι. Από πίσω αντίγραφο της ελαιγραφίας «Ο θρίαμβος του θανάτου». Κάτω από το φέρετρο δύο αρουραίοι. Μουσείο Ιστορίας Ιατρικής Πανεπιστημίου Ζυρίχης.

 

Στις άλλες ευρωπαϊκές πόλεις οι επιδημίες έρχονται κι επανέρχονται. Το 1679 η Βιέννη μετρά 140.516 νεκρούς. Μόλις συνέρχεται η πόλη εισάγεται για πρώτη φορά ο θεσμός του διαβατηρίου υγείας για τον καθένα που θα μπει. Σώμα στρατού 10.000 ανδρών γύρω απ’ την πόλη ελέγχει τον καθένα και την πραμάτειά του και διασφαλίζει την τήρηση του θεσμού. Έτσι γεννιέται γενικότερα ο θεσμός του διαβατηρίου και του τελωνείου.

Οι αυστηροί έλεγχοι, είτε στα λιμάνια της Μεσογείου είτε γύρω απ’ τις πόλεις, όπως η Βιέννη, δεν είχαν πάντα αποτέλεσμα. Στις 25 Μαΐου 1720 άραξε στη Μασσαλία το πλοίο «Le Grand Saint Antoine». Το περίμεναν με ανυπομονησία γιατί έφερνε πραμάτεια απ’ την Ανατολή για μια μεγάλη εμπορική έκθεση. Ο καπετάνιος του είχε ήδη μαζί του τρία διαβατήρια υγείας από τη Σίδη, την Τρίπολη και την Κύπρο, που του επέτρεπαν ελεύθερη πρόσβαση, αλλά και ένα άλλο απ’ τον ιατρό του πλοίου – που είχε ήδη πεθάνει μετά από 7 ναύτες -, το οποίο έλεγε ότι πέθαναν από πανώλη. Στις 27 Μαΐου πεθαίνει άλλος ένας μέσα στο πλοίο. Τον νεκροτομούν στο νοσοκομείο του λιμανιού, αλλά κρύβουν πάλι ότι ήταν πανώλης. Στις 12 Ιουνίου  πεθαίνει ο υπάλληλος του τελωνείου που είχε επισκεφθεί το πλοίο και κατόπιν δύο ναύτες. Ο αρμόδιος χειρουργός το αποκρύπτει ξανά μέχρις ότου πεθαίνει κι αυτός. Η πραμάτεια έχει βγει πια στο λιμάνι. Λίγο αργότερα, την 1η Αυγούστου, πεθαίνουν μαζικά 100 άτομα, ενώ στις αρχές Σεπτεμβρίου πάνω από 1.000. Κανείς δεν δέχεται να τους θάψει και οι αρχές πανικοβλημένες φέρνουν καταδίκους απ’ τις φυλακές. Από τους 698 πεθαίνουν οι 457.

 

Ένα τυπικό φορτηγό πλοίο του 17ου – 18ου αιώνα, όπως το Grand Saint-Antoine.

 

Στην επιδημία αυτή ο καθηγητής Παθολογίας Ντεϊντιέ (Deidier) απ’ τη Ζυρίχη θα κάνει στο Μονπελιέ  τα πρώτα πειράματα που αποδεικνύουν τη μεταδοτικότητα της αρρώστιας. Παίρνοντας χολή από ασθενή και δίνοντάς την ενδοφλεβίως, από το στόμα ή υποδόρια, μεταδίδει την αρρώστια σε σκύλους. Από τότε η αυστηρή επιτήρηση των ταξιδιωτών γίνεται νόμος.

 

Οι νεκροί από την πανώλη θάβονταν στην αρχή των επιδημιών σε φέρετρα, συχνά σε αγρούς και όχι στα νεκροταφεία. Εκεί θάβονταν αργότερα χωρίς φέρετρα, ενώ όταν άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, θάβονταν σε ομαδικούς τάφους ή πετιούνταν σε ποτάμια. Ανάμεσά τους και κάποιοι μισοπεθαμένοι.

 

Στην Τουρκία, που οι αρχές δεν παίρνουν καμιά προφύλαξη, ο πληθυσμός συνεχίζει να αφανίζεται. Οι πολλοί θάνατοι του 1836 αναγκάζουν το σουλτάνο Μαχμούτ Β’ να ακολουθήσει την εισήγηση των ιατρών Στεφάνου και Κωνσταντίνου Καραθεοδωρή (παππού του περίφημου μαθηματικού), για άμεση μεταφορά όσων έχουν προσβληθεί από πανώλη στο λοιμοκαθαρτήριο του Πύργου του Λεάνδρου. Το μέτρο αυτό βοηθά στο να καταστείλουν την επιδημία. Για να τους ευχαριστήσει ο σουλτάνος τούς έδωσε την άδεια να ανεγερθεί η εκκλησία της Παναγίας Κουμαριώτισσας στο Νεοχώρι.

 

Την αποφασιστική ανακάλυψη

για την αντιμετώπιση

της πανώλους θα κάνει το 1894

ο Ελβετός Αλέξανδρος Υερσέν

 

Την αποφασιστική ανακάλυψη για την αντιμετώπιση της πανώλους θα κάνει στις 22 Ιουνίου του 1894 ο Ελβετός Αλέξανδρος Υερσέν (Alexander Yersin, 1863-1943), που φέρνει στο φως το αιτιογόνο βακτήριο της πανώλους, τη Yersinia pestis, όπως αυτό ονομάστηκε προς τιμήν του μετά το θάνατό του. Επιπλέον, ο Γιερσέν απέδειξε ότι ο πρώτος κρίκος στην αλυσίδα ήταν ο αρουραίος. Είχε εντυπωσιαστεί από τις εκατοντάδες νεκρών αρουραίων που είδε στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ, και από την εικόνα αυτή βοηθήθηκε να κάνει τον πρώτο συνειρμό.

 

Αλέξανδρος Υερσέν (1863-1943). Γιατρός, γεννημένος στην πόλη Aubonne της Ελβετίας, ο άνθρωπος που ανακάλυψε την αιτία μετάδοσης της πανούκλας και παρασκεύασε τους πρώτους αποτελεσματικούς ορούς.

 

Τον Απρίλιο του 1895 κλήθηκε από το Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι να αναλάβει την έρευνα για την προφύλαξη και θεραπεία της πανώλους. Τον ίδιο χρόνο, στο τεύχος Ιουλίου του περιοδικού του Ινστιτούτου δημοσίευσε τα πρώτα αποτελέσματα με αντιτοξικούς ορούς. Το Σεπτέμβριο σώζει με τους ορούς αυτούς εκατοντάδες αρρώστους με πανώλη στην Ινδοκίνα, όπου είχε κληθεί.

Τον τρίτο κρίκο της αλυσίδας έκλεισε στη Βομβάη ο Ισπανός Σιμόντ (Simond) που εργαζόταν με τον Υερσέν στο Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι. Παρατήρησε ότι οι ξυπόλυτοι Hindus πριν εμφανίσουν αποστήματα στη βουβωνική χώρα, εμφάνιζαν μικρή φλύκταινα στο δέρμα του ποδιού τους, συνήθως κάτω απ’ τα σφυρά. Την ονόμασε «Phlyktaena praecox»= πρώιμη φλύκταινα. Από το υγρό αυτό καλλιέργησε Yersinia. Βλέποντας την ομοιότητα με τα τσιμπήματα των ψύλλων «ψυλλιάστηκε»!

Όπως έγραψε αργότερα, εκείνη την ώρα ανατρίχιασε πιστεύοντας ότι ίσως ανακάλυψε το μεγάλο μυστικό της αρρώστιας. Συγκέντρωσε τότε ψύλλους από αρουραίους που πέθαναν και με το μικροσκόπιο, αλλά και στις καλλιέργειες, ανακάλυψε Yersiniae. Κατόπιν τοποθέτησε δοκιμαστικά σε θάλαμο που χωριζόταν με συρμάτινο δίχτυ, απ’ τη μια μεριά έναν αρουραίο με πανώλη, γεμάτο ψύλλους, και απ’ την άλλη έναν υγιή αρουραίο, που είχε αφαιρέσει όλους τους ψύλλους. Το ήδη άρρωστο ζώο πέθανε μέσα σε μια μέρα, ενώ το υγιές έπειτα από έξι ημέρες. Έκανε το ίδιο πείραμα με έναν άρρωστο αρουραίο χωρίς ψύλλους και έναν υγιή χωρίς ψύλλους. Το αποτέλεσμα ήταν ο άρρωστος να πεθάνει και ο υγιής να επιζήσει. Ήταν πια φανερό ότι το βακτήριο της πανώλους το περνούσαν οι ψύλλοι απ’ τον έναν αρουραίο στον άλλο μέσα απ’ το συρμάτινο δίχτυ, ενώ ο ένας αρουραίος δεν μπορούσε να κολλήσει απ’ ευθείας τον άλλο αν δεν υπήρχαν ψύλλοι. Στα χρόνια που ακολούθησαν ήρθε το DDT και τα άλλα εντομοκτόνα και έτσι η ασθένεια περιορίστηκε σημαντικά.

[ Αλέξανδρος Υερσέν (1863-1943). Γιατρός, γεννημένος στην πόλη Aubonne της Ελβετίας, ο άνθρωπος που ανακάλυψε την αιτία μετάδοσης της πανούκλας και παρασκεύασε τους πρώτους αποτελεσματικούς ορούς. Σπούδασε στα πανεπιστήμια της Λωζάννης, τού Μαρβούργου  και των Παρισίων και ακολούθως εργάστηκε ως ερευνητής στο Ινστιτούτο Παστέρ των Παρισίων, συνεργαζόμενος με τον Εμίλ Ρου πάνω στην τοξίνη της διφθερίτιδας.

Στο Χονγκ Κονγκ, στις 22 Ιουνίου του 1894, ανακάλυψε, την ίδια στιγμή με τον Κιτασάτο, το Βάκιλο της πανούκλας, ο οποίος ονομάστηκε προς τιμήν του Yersinia pestis. Ο Υερσέν, εντυπωσιασμένος από το πλήθος των νεκρών αρουραίων που έβλεπε στους δρόμους του Χονγκ Κονγκ, κατέληξε στη σκέψη πως αυτή θα μπορούσε να είναι η πρώτη αιτία μετάδοσης της νόσου. Τον Απρίλιο του 1895 κλήθηκε πάλι στο Ινστιτούτο Παστέρ στο Παρίσι και τέθηκε επικεφαλής των ερευνών εναντίον της πανούκλας, ενώ τον ίδιο χρόνο δημοσίευσε τα πρώτα του συμπεράσματα πάνω στους ορούς για την αντιμετώπιση της νόσου, Το Σεπτέμβριο μάλιστα του 1895 κλήθηκε στην Ινδοκίνα για να αντιμετωπίσει την επιδημία πανούκλας που είχε ενσκήψει και έσωσε με τους ορούς αυτούς εκατοντάδες αρρώστους. Ίδρυσε τέλος δύο Ινστιτούτα Παστέρ στην Κίνα].

Σήμερα αν κάποιος προσβληθεί από πανώλη θεραπεύεται με αντιβιοτικά. Η στρεπτομυκίνη, οι τετρακυκλίνες και η χλωραμφενικόλη είναι τα φάρμακα επιλογής.

Η πανώλης νικήθηκε πια σχεδόν οριστικά, παρ’ όλο που πολλά τρωκτικά (κάπου 200 είδη) παραμένουν ακόμη σαν φυσική δεξαμενή στη νοτιοανατολική Ασία, το Ιράν, τις Ινδίες, την κεντρική και νότια Αφρική, αλλά και στις δυτικές πολιτείες της Αμερικής, προκαλώντας σποραδικά μικρές επιδημίες και μεμονωμένους θανάτους.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  • Lode Η., Stahlmann R., Infektiologie, Aesopus, Zug 1984, 168-71.
  • Lyons A., Petrucelli R., Medicine – An Illustrated History, Abrams, New York 1987.
  • Margotta R., The Hamlyn History of Medicine, Octopus, London 1996.
  • Moergeli Chr., Das Medizinhistorische, Museum der Universitaet Zurich.
  • Παπαβασιλείου I., Ρόζου B., Εγχειρίδιο Ιστορίας Ιατρικής, Εκδ. Πανεπιστημίου, Αθήναι, 1979.
  • Schreiber W., Mathys F., Infectio, Ed. Roche, Basel, 1987 Surbeck R., Fernsehen in die An tike – Die Welt von gestern mit den Augen von heute, Wiese, Basel, 1994, 117 ff.
  • Τσονίδη T., To γένος Καραθεοδωρή, Μέλισσα, Νέα Ορεστιάς 1989.
  • Winkle S., Kulturgeschichte der Seuchen, Artemis & Winkler, Duesseldorf/Zurich.

 

 

Στέφανος Γερουλάνος,

καθηγητής Ιστορίας Ιατρικής – Ιωάννινα

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Πανούκλα – Ο Μαύρος θάνατος», τεύχος 101, 20 Σεπτεμβρίου 2001.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη στην Κόρινθο – Δημήτριος Ι. Μπάρτζης[1]


 

 

Πήραν τα κάστρα πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια,

Πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένη χώρα.

Κλαίουν στους δρόμους Τούρκισσες, κλαίουν Εμιροπούλες,

Κλαίει και μια χανούμισσα τον δόλιο τον Κιαμήλη.

 

-Αχ! πού ’σαι και δε φαίνεσαι, καμαρωμένε αφέντη;

Ήσουν κολόνα του Μοριά και φλάμπουρο στην Κόρθο,

Ήσουν και στην Τριπολιτσά θεμελιωμένος πύργος.

 

Στην Κόρθο πλια δε φαίνεσαι, ουδέ μες τα σαράγια.

Ένας παπάς σου τα ’καψε τα έρμα τα παλάτια.

Κλαίουν τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά γι’ αγάδες,

Κλαίει και η Κιαμήλαινα το δόλιο της τον άντρα.

Σκλάβος ραγιάδων έπεσε και ζει ραγιάς ραγιάδων.[2]

 

 

Το παραπάνω δημοτικό τραγούδι είναι γνωστό ως «Του Κιαμήλ Μπέη» και είναι αξιοσημείωτο, διότι αναφέρεται σε έναν ισχυρό Τούρκο του Μοριά και στα δεινά που υπέφερε από τον αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία. Η ειδική μνεία στα παλάτια του, δηλαδή το σεράι του, δείχνει πως αυτή η κατοικία πρέπει να ήταν οπωσδήποτε κάτι το ξεχωριστό από τον μέσο όρο της εποχής. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η ανασύσταση της εικόνας αυτού του μεγαλοπρεπούς κτηρίου και της ζωής σε αυτό, μέσα από μαρτυρίες και απεικονίσεις περιηγητών του 19ου αιώνα.

 

Κιαμήλ Μπέης

 

Ο Κιαμήλ Μπέης γεννήθηκε το 1784 [3]. Γιος του Νουρή Μπέη, ήταν διοικητής του καζά της Κορίνθου από το 1815. Είχε υπό την εποπτεία του τις περιοχές Ισθμίας, Κορινθίας, Σικυωνίας, Πελλήνης, Φενεού, Στυμφαλίας, Επιδαυρίας, Τροιζήνας και εκτός της Πελοποννήσου τα Δερβενοχώρια των Μεγάρων [4]. Συνολικά η κυριαρχία του εκτεινόταν σε 163 χωριά [5]. Καταγόταν από την οικογένεια των Απδίμ-Παγιάνων, μια εκ των ισχυρότερων της Πελοποννήσου, η οποία τοποθετήθηκε στη διοίκηση της Κορίνθου σχεδόν αμέσως μετά το τέλος της Βενετοκρατίας στο Μοριά (1717) [6]. Η περιοχή γνώρισε τότε πρωτοφανή άνθηση. Έγινε συστηματική εκμετάλλευση των καλλιεργειών, ιδίως ελαιόδεντρων [7] και συσσωρεύτηκε πολύς πλούτος. Φαίνεται δε ότι η καταπίεση του αγροτικού πληθυσμού δεν ήταν ανάλογη άλλων περιοχών [8]. Τα μέλη της οικογένειας ζούσαν πλουσιοπάροχα και το αξίωμά τους είχε γίνει σχεδόν κληρονομικό, αφού διοικούσαν επί σχεδόν έναν αιώνα την περιοχή [9].

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης ο Κιαμήλ Μπέης βρίσκεται στην Τριπολιτσά και μετά την κατάληψη της πόλης πιάνεται όμηρος από τους Έλληνες. Εκτελέστηκε από τον φρούραρχο Αχιλλέα Θεοδωρίδη στις 7 Ιουλίου 1822 στον Ακροκόρινθο, ενώ πλησίαζε η στρατιά του Δράμαλη.

 

Υποδοχή και φιλοξενία Ευρωπαίων από τους Μπέηδες της Κορίνθου

 

Πλήθος περιηγητών πέρασαν από το σεράι του Μπέη στην Κόρινθο. Οι μαρτυρίες για το κτήριο καθεαυτό είναι λιγοστές, αλλά συμπληρώνονται από αρκετές απεικονίσεις. Για τους ίδιους τους χρήστες του χώρου έχουμε όμως πολλές μαρτυρίες, οι οποίες φανερώνουν ένα τελετουργικό υποδοχής των ξένων στο παλάτι.

Ο Daniel Clarke, ευρισκόμενος στην Κόρινθο το Νοέμβριο του 1802, προσκλήθηκε από τον Νουρή Μπέη στο σερά [10]. Ακολουθήθηκε πιστά το τελετουργικό προσφοράς καφέ και καπνίσματος. Η κουβέντα όμως που ακολούθησε, ενώ ξεκίνησε κατά το τυπικό, με γενικές ερωτήσεις που αφορούσαν στα ταξίδια του, τελικά εκτράπηκε με ειρωνείες, σαρκασμούς και απαξίωση από μέρους του Μπέη. Ο Οθωμανός είχε εξοργιστεί που δεν του είχαν φέρει δώρα, αλλά είχαν την απαίτηση να αναλάβει την τροφή και διαμονή τους. Έφτασε λοιπόν να μην μπορεί να πειστεί ότι πρόκειται για «Άγγλους αφεντάδες, τζέντλεμεν», αλλά για ρακοσυλλέκτες, αφού τους βρήκε να μαζεύουν από σωρούς με μπάζα «κομμάτια από σπασμένα κατσαρόλια» [11].

 

Κόρινθος, το κάστρο του Κιαμίλ-μπέη, Th. du Moncel, 1843

 

Ο Λόρδος Βύρων το 1810 είχε μάλλον μια ατυχή εμπειρία[12]. Κατατρεγμένος από ισχυρή καταιγίδα ζήτησε κατάλυμα στο σεράι και τον έδιωξαν. Ο ποιητής φανερά προσβεβλημένος συντάσσει ένα γράμμα διαμαρτυρίας προς τον Άγγλο πρόξενο στην Κωνσταντινούπολη. Εν τέλει ο Νουρή Μπέης δέχεται επίπληξη από τον Βελή Πασά της Τριπολιτσάς και εντέλεται να φέρεται φιλόξενα σε κάθε ταξιδιώτη, ενώ απαντά στον Βύρωνα με μια απολογητική επιστολή στα ελληνικά, η οποία ξεκίναγε με την προσφώνηση: «Εξοχότατε, εκπλαμπρότατε, πανευγενέστατε και επιπόθητέ μοι φίλε μηλιόρδ πυρόν, ακριβώς και φιλικώς χαιρετώ, και ερωτώ το ακριβόν μοι χατήρι σας»[13]. Αντίθετα ο γιος του, Κιαμήλ Μπέης, ευγενέστερη φυσιογνωμία, δέχεται με χαρά τους Ευρωπαίους περιηγητές.

Η μετέπειτα βασίλισσα της Αγγλίας Καρολίνα, το 1816 φτάνει στην Κόρινθο και χαίρει μεγάλης τελετής υποδοχής, παρουσία του Κιαμήλ Μπέη και όλων των αξιωματούχων του. Την περίμεναν έφιπποι έξω από την πόλη και τη συνόδεψαν με άγημα έως το παλάτι[14], όπου σειρά διαμερισμάτων είχε προετοιμαστεί για τη φιλοξενία της[15]. Αν και ο Μπέης εξέφρασε μια δυσαρέσκεια, που μια κυρία ταξίδευε ασυνόδευτη χωρίς κάποιο συγγενικό πρόσωπο μαζί της[16], εντούτοις φρόντισε η διαμονή της στο σεράι να είναι κατά το δυνατόν ευχάριστη και της απέδιδε τα σέβη του καθημερινά[17].

Τον John Galt υποδέχτηκε επίσης μια παρέλαση, την οποία όμως βρήκε ακριβή και άχρηστη, κάνοντάς τον να εγκαταλείψει την Κόρινθο μια ώρα αρχύτερα[18].

Η υποδοχή των επισκεπτών γινόταν κανονισμένα. Συνήθως από την προηγούμενη ημέρα οι ταξιδιώτες έστελναν κάποιον να αναγγείλει την άφιξή τους, μαζί με τα απαιτούμενα έγγραφα από τον Πασά. Ο Turner έχοντας το μπουγιουρντί από την Τριπολιτσά, αλλά και γράμμα του Νουρή Μπέη προς το γιο του, Κιαμήλ[19], γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό. Ο Μπέης του προσφέρει όσα άλογα και άνδρες χρειαζόταν για συνοδεία, ανταλλάσουν νέα πίνοντας καφέ και καπνίζοντας τσιμπούκια[20].

Ο T.S. Hughes μας πληροφορεί το τι είναι τα δώρα[21]. Ο Νουρή Μπέης του ζητά ένα χρυσό ρολόι – άρεσαν στους Τούρκους και τα χρησιμοποιούσαν για διάκοσμο των οντάδων τους[22]-, ωστόσο αρκείται τελικά σε ένα μεγάλο καλό τηλεσκόπιο. Άλλοι φρόντιζαν να κρατούν το δώρο στα χέρια τους καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης με τον Μπέη, προκειμένου να εξασφαλίσουν το μπουγιουρντί που ζητούσαν[23]. Δώρα όμως έκανε και ο Μπέης. Στη σύζυγο του Λόρδου Έλγιν πρόσφερε μια εσάρπα και ένα κουτί ντυμένο με ύφασμα, διακοσμημένο με κεντήματα[24]. Ο Hughes εξηγεί πως η ανταλλαγή δώρων είναι τόσο κοινή πρακτική στην οθωμανική αυτοκρατορία, όσο και η ανταλλαγή φιλοφρονήσεων[25]. Είναι δε ο μόνος τρόπος να εκπληρωθεί το οποιοδήποτε αίτημα προς τις αρχές. Όμως με συστατικά γράμματα ανά χείρας από τον Νουρή, έγινε δεκτός από τον Κιαμήλ στην Κόρινθο. Υπέβαλε τα σέβη του στο νεαρό άνδρα και έχαιρε εγκάρδιας υποδοχής. Ο Μπέης προθυμοποιήθηκε να του ετοιμάσει διαμερίσματα για να τον φιλοξενήσει, κάνοντας τον Hughes να μειδιάσει σκεπτόμενος, πως η παράδοση του Ξένιου Δία καλλιεργείται ακόμη σε αυτή τη χώρα[26].

 

Το παλάτι, όπως το είδαν και το έζησαν οι περιηγητές

 

Οι μαρτυρίες περιηγητών για το παλάτι του Κιαμήλ Μπέη αρκούνται σε γενικότητες θαυμασμού για την ειδυλλιακή τοποθεσία, τη γραφικότητα, την μεγαλοπρέπεια και την ανατολίτικη πολυτέλεια του κτηρίου[27]. Ο Gell θεωρεί πως το σπίτι του Νουρή Μπέη είναι καλύτερο από του Πασά στην Τριπολιτσά[28]. Ο Leake αναφέρει πως πρόκειται για ένα συγκρότημα κτηρίων εντός κλειστού περιβόλου[29], τέτοιας έκτασης, που χρειαζόταν κανείς μισή ώρα για να το διασχίσει[30] μέσα από τους κήπους του γεμάτους κυπαρίσσια[31] και λεμονοπορτοκαλιές. Αποτελούσε ουσιαστικά ακόμη ένα προάστιο της τότε αραιοδομημένης Κορίνθου[32], καταλαμβάνοντας το βορειοανατολικό άκρο της πόλης, επάνω σε ένα φυσικό άνδηρο με εποπτεία τον κάμπο της Βόχας και τον Κορινθιακό κόλπο.

Σε πανόραμα της Κορίνθου, σχεδιασμένου από τον Gell[33], γίνεται σαφής διάκριση του κτηριακού συγκροτήματος σε δύο κύριες ενότητες: Παλάτι του Μπέη (Σελαμλίκι) και Χαρέμι.

Το πρώτο καταλαμβάνει το δυτικό άκρο του υψιπέδου. Η σημαντικότερη μαρτυρία γι’ αυτό είναι του αρχιτέκτονα Joseph Woods. Έχοντας περιγράψει τις γενικές αρχές διάρθρωσης ενός τυπικού οθωμανικού σπιτιού[34], παραθέτει μια αναλυτική περιγραφή του σεραγιού του Μπέη στην Κόρινθο: «Το καλύτερο σπίτι το οποίο είδα, ήταν αυτό του μπέη στην Κόρινθο. Το κυρίως μέρος του κτηρίου είναι σχήματος Γ σε κάτοψη, δημιουργώντας δύο πλευρές τετραγώνου, ενώ στη γωνία υπάρχει κλιμακοστάσιο που οδηγεί στη στοά και τον κύριο όροφο. Αυτή η στοά δεν παραλείπεται ποτέ σε οποιοδήποτε αξιοπρεπές σπίτι. Είναι πάντοτε ξύλινη και τα κύρια δωμάτια ανοίγονται απευθείας σε αυτήν. Οι βεράντες μας φαίνεται να έχουν ως πρότυπο τη στοά, αλλά το μεγαλύτερο βάθος της, η προεξοχή της στέγης και οι διακοσμημένες μαρκίζες την καθιστούν κατά πολύ αποτελεσματικότερη. Η είσοδος στο παλάτι, όπως και στις άλλες κατοικίες, γίνεται μέσω προαυλίου, αλλά εξωτερικά οι τοίχοι ξεπροβάλλουν πάνω από τα απότομα βράχια, κάτω από τα οποία είναι οι κήποι. Το μέρος είναι ιδανικό, καθώς παρέχει εποπτεία του κάμπου και του Κορινθιακού. Κάτω από τη στοά, στο προαύλιο, είναι μια τοξοστοιχία, υποβασταζόμενη από κοντούς στρογγυλούς πέτρινους στύλους, οι οποίοι δεν έχουν αντιστοιχία με τους ξύλινους στύλους της υπερκείμενης στοάς. Οι τοίχοι της στοάς έχουν ζωγραφιστεί με διακοσμητικά στοιχεία, τα οποία όμως έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Πέρα από αυτά που περιγράψαμε, είναι μια σειρά γραφείων και πέρα από αυτά βρίσκονται τα διαμερίσματα των γυναικών (χαρέμι) που φυσικά είναι αόρατα» [35].

Η εικόνα μας για το κτήριο μπορεί να ολοκληρωθεί με τα δύο γνωστά σχέδια των Gell[36] και Hallerstein[37], τα οποία έρχονται σε απόλυτη αντιστοιχία με τη γραπτή περιγραφή του Woods (Εικ. 1α, 1β).

 

Εικ. 1α: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση με βάση τα σχέδια των Gell και Hallerstein. Τομή στους άξονες Βορρά- Νότου και Ανατολής – Δύσης, όπου απεικονίζεται το χαγιάτι και η τοξοστοιχία. Κλίμακα 1:500.

 

Εικ. 1β: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση με βάση τα σχέδια των Gell και Hallerstein. Τομή στους άξονες Βορρά- Νότου και Ανατολής – Δύσης, όπου απεικονίζεται το χαγιάτι και η τοξοστοιχία. Κλίμακα 1:500.

 

Κι αν από τα παραπάνω σχέδια λείπουν οι ανθρώπινες φιγούρες, ο Γάλλος ποιητής Pierre Lebrun, κάνει πλήρη, γεμάτη ενάργεια ανασύσταση της ζωής στο παλάτι μέσα από τη γλαφυρότατη περιγραφή της επίσκεψής του εκεί: «Τον Κιαμήλ Μπέη τον είδα μόνο μια φορά και πέρασα μαζί του μόλις μια ώρα. […] Ήταν νύχτα, στην εποχή που είχαν ραμαζάνι. […] Έφθασα στο παλάτι. Μια αχανής αυλή, όπου πρωτομπήκα, φωτιζόταν από μια μεγάλη φλόγα από πευκόξυλα, που έκαιγε. Ήταν σαν ένα καμινέτο, μια πυρά υψωμένη στο κέντρο με ένα παλούκι. Η φλόγα, κίτρινη και απαλή παρείχε διαύγεια μέσα στο σκοτάδι. Έτσι μου επέτρεψε να δω άλογα δεμένα, φρουρούς και ποικίλες ομάδες ατόμων που περίμεναν ακρόαση, ενώ ακουγόταν θόρυβος από νερό.

Μια φαρδιά σκάλα οδηγεί στη στοά. Βρέθηκα στη μέση ενός πλήθους από αξιωματούχους, υπηρέτες, διερμηνείς να πηγαινοέρχονται. Έμπαιναν, έβγαιναν, εξαφανίζονταν και επανεμφανίζονταν, χωρίς σταματημό. Πείστηκα λοιπόν ότι ο κόσμος μέσα σε ένα ανατολίτικο παλάτι, όπως ακριβώς σε ένα ευρωπαϊκό, είναι συνεχώς απασχολημένος με μικροπράγματα.

Οι αίθουσες ανοίγονταν σε αυτή τη στοά, φωτισμένες από το εσωτερικό τους και ήταν όλες γεμάτες. Μερικές καταλαμβάνονταν από τους υψηλόβαθμους αξιωματικούς του Μπέη, άλλες από λιγότερο σημαντικά στελέχη, εδώ συνάνταγες δερβίσηδες, εκεί στρατιώτες, αλλού γραμματείς. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι κάθονταν σε ντιβάνια, τοποθετημένα γύρω σε κάθε αίθουσα. Η όλη ακινησία τους ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον πανικό που γινόταν στη στοά. Όλοι κάπνιζαν με αξιοπρέπεια, ατάραχοι μέσα σε απόλυτη ψυχραιμία, εκτός από τους δερβίσηδες. Αυτοί φαίνονταν να τους κινεί μια παράξενη ευθυμία. […]

Βιαστικός όπως ήμουν για να εξασφαλίσω ένα μπουγιουρντί, διέκοψα τις παρατηρήσεις των αξιωματούχων του, που με κράτησαν στην πόρτα της εξοχότητάς του. Μου έλεγαν να περιμένω. Πότε γιατί ο Μπέης γευμάτιζε, πότε επειδή είχαν έρθει πραματευτές. Απελπίστηκα, οπότε τους παραμέρισα, σήκωσα την κουρτίνα της πόρτας και βρέθηκα μπροστά στον Μπέη.

Στη μέση μιας μεγάλης αίθουσας πλούσια διακοσμημένης, πάνω σε ένα βάθρο σκεπασμένο με ψάθες ήταν τοποθετημένα τρία κηροπήγια, σαν αυτά των εκκλησιών, τοποθετημένα χάμω, ενώ ένας σκλάβος ερχόταν αραιά και που για να τα ξεφυτιλίσει τα τεράστια κεριά. Ένας άνδρας 36 ως 40 χρονών, με όμορφο και σοβαρό πρόσωπο, ήταν ξαπλωμένος με τα πόδια σταυρωμένα σε ένα ντιβάνι στο βάθος της αίθουσας. Ήταν ο Κιαμήλ. Όλοι τριγύρω κάπνιζαν και τον κοιτάγαμε σιωπηλά να καπνίζει και αυτός. Ήταν σαν μια παγόδα που ανέδιδε λιβάνι στον ίδιο τον εαυτό της. Στο ντιβάνι αριστερά του Μπέη δυο αξιωματικοί κάθονταν σε μια σεβαστή απόσταση, ενώ στη βάση της εξέδρας μερικοί αξιωματούχοι και μια ομάδα Έλληνες συνωστίζονταν εμποδίζοντας την είσοδο. Ξεφύτρωσα λοιπόν ανάμεσά τους και διέκοψα τη σιωπή της συγκέντρωσης αυτής. […]

Ξαφνιασμένος ο Μπέης ρώτησε τι ήθελα, ποιος ήμουν, από πού ερχόμουν, πού πήγαινα… Σε κάθε απάντηση του διερμηνέα μου, με κοίταγε με μια ευγενική προσοχή. Έπειτα μου έκανε νόημα να ανέβω [τα σκαλοπάτια] και να κάτσω στο ντιβάνι δίπλα του. Ένας σκλάβος μου έφερε τον καφέ και επικράτησε πάλι σιωπή. Έγινα λοιπόν και εγώ με τη σειρά μου μέλος αυτής της βουβής σκηνής, της οποίας την ηρεμία είχα διακόψει μπαίνοντας πριν. […]

Μια μικρή περίσταση […] με έπεισε ότι παρ’ όλες τις συνήθειες που κληρονόμησε από τον τούρκικο δεσποτισμό, ο Κιαμήλ είχε διατηρήσει μια απέχθεια για τον εξευτελισμό του ανθρώπου ενώπιον της εξουσίας. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο απέκρουσε την ταπείνωση ενός ανθρώπου που ήρθε ικετεύοντας δίπλα του. Είχε ανέβει στην εξέδρα, προσκύνησε μπροστά στον Μπέη και ετοιμαζόταν να του φιλήσει τα πόδια. Ο Κιαμήλ, χωρίς να χάνει τη σοβαρότητά του, τράβηξε ξαφνικά τα πόδια του κάτω από τη φορεσιά του και άφησε τον κακόμοιρο ντροπιασμένο και σαστισμένο […]»[38].

 

Μαρτυρίες για το χαρέμι

 

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ένα τυπικό οθωμανικό σπίτι χωριζόταν σε ανδρώνα (selamlik) και γυναικωνίτη (haremlik) [39]. Στην περίπτωση των παλατιών του Κιαμήλ Μπέη, το χαρέμι είναι ένα ανεξάρτητο κτήριο [40], το οποίο καταλαμβάνει το βορειοανατολικό άκρο του περιβόλου, έρχεται σχεδόν στο χείλος του βραχώδους ανδήρου (Εικ. 2) και περιτοιχίζεται από υψηλή μάντρα, που το αποκόπτει οπτικά από το υπόλοιπο σύνολο [41].

 

Εικ.2: Χαρέμι: Γραφική αποκατάσταση της βορειοδυτικής όψης με βάση σχέδιο του Gell. Κλίμακα 1:500.

 

Ο χρονικογράφος της Καρολίνας αναφέρει πως οι σύζυγοι του Κιαμήλ Μπέη δεν ήταν αναρίθμητες[42], αλλά ομορφότερες από άλλες που είχαν δει[43] και προσθέτει κάτι αξιοσημείωτο: Ο Κιαμήλ είχε παντρευτεί λίγα χρόνια πριν μια όμορφη χωρική, της φερόταν με σεβασμό και ουσιαστικά σχετιζόταν μόνο με αυτήν έκτοτε, ενώ την παρουσίαζε ως τη μοναδική σύζυγό του[44]. Ωστόσο στο χαρέμι ζούσαν τόσο οι γυναίκες του Νουρή Μπέη[45], όσο και αυτές του αδελφού του, Μπεκήρ Αγά[46]. Κάποιος περιηγητής θεώρησε ότι αυτές οι γυναίκες ήταν θαμμένες ζωντανές στο σεράι[47]. Μιλώντας τους όμως εξεπλάγη, διότι τον διαβεβαίωσαν πως είναι πολύ ευτυχισμένες και δε σκέφτονταν ποτέ τον έξω κόσμο, ούτε το τι συνέβαινε σε αυτόν. Οι ψηλές μάντρες εξασφάλιζαν ότι κανένα γεγονός δε θα εξάψει τη φαντασία τους και έτσι, υποστήριζαν, ήταν ευτυχισμένες. Λίγες ήξεραν γραφή και ανάγνωση, αλλά το μεγάλο δεινό τους ήταν άλλο: «Το μεγάλο μας βάσανο, αυτό που κάτι φορές προκαλεί τρομακτικές συνέπειες ανάμεσά μας, είναι η ζήλεια. Όποτε βλέπαμε τον Μπέη να τον έλκει κάποια περισσότερο από τις υπόλοιπες, κάτι το οποίο συνέβαινε συχνά, μας καταβρόχθιζε η οργή και το μίσος και κάποιες φορές θα είχαμε αλληλοσκοτωθεί, εάν δεν μας περικύκλωναν οι φρουροί»[48].

Από το παλάτι έφευγαν μόνο για να επισκεφτούν τα άλλα ενδιαιτήματα των κυρίων τους στην εξοχή. Η μεταφορά τους γινόταν «μέσα σε καλυμμένα κουτιά, ανά δύο δεμένα με σχοινιά στο σαμάρι ενός μουλαριού, σαν τα καλάθια που κρεμάνε οι γύφτοι στα ζώα. Στο κάθε κουτί καθόταν μια γυναίκα, ενώ κουρτίνες από πορφυρό ύφασμα εμπόδιζαν τους περαστικούς από το να τις δουν»[49]. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα (1818) φαίνεται πως χρησιμοποιούσαν για τον ίδιο σκοπό άμαξες[50].

Ξεχωριστό γεγονός για τις γυναίκες του χαρεμιού πρέπει να ήταν η επίσκεψη της Λαίδης Έλγιν το 1802: Ύστερα από παρακάλια στον ευνούχο, τον έπεισαν να τη φωνάξει. Αυτή όμως δε θέλησε να πάει, διότι δεν είχε μαζί της δραγουμάνο (διερμηνέα), αλλά τελικά υποχώρησε. «Την υποδέχτηκαν με πολλή θέρμη. Την περιέλουσαν με ροδόνερο, κάτι που μάλλον την αιφνιδίασε, μετά την αρωμάτισαν και στη συνέχεια μια γυναίκα πεσμένη στα γόνατα της προσέφερε εκλεκτά γλυκίσματα, νερό και καφέ. Με τις τρεις τέσσερις λέξεις τουρκικές που γνώριζε η κυρία Έλγιν, υποβοηθούμενη από νεύματα των χεριών και των ματιών, κατάφερε τελικά να περάσει είκοσι λεπτά μαζί τους. Όταν πλέον σηκώθηκε για να φύγει, η «Μεγάλη γυναίκα» του Νουρή Μπέη, όπως την κατονομάζουν, την συνόδεψε ως την κορυφή της σκάλας, ενώ δυο γυναίκες την κράτησαν από τα μπράτσα αγκαζέ και την οδήγησαν στην πόρτα»[51]. Φαίνεται λοιπόν πως ακολουθείται ένα τελετουργικό υποδοχής που ομοιάζει με αυτό των ανδρών, ενώ συνάγεται η ύπαρξη χαγιατιού και στο χαρέμι και μια πυλίδα που οδηγεί στο υπόλοιπο σεράι.

Οκτώ χρόνια αργότερα οι γυναίκες του χαρεμιού θα συναναστραφούν με τη Λαίδη Hester. Η συνάντησή τους εξελίσσεται σε θέμα ελαιογραφίας ρομαντικού οριενταλισμού. Αυτό όμως που δε γνώριζαν ήταν, πως τη συνάντηση παρακολουθούσαν κρυφά οι άνδρες ακόλουθοι της Hester, κρυμμένοι στη μουσάντρα: «… οι κοπέλες γρήγορα απέκτησαν οικειότητα με τη λαίδη Hester. Ξεσκέπασαν τα πρόσωπά τους αλλά με μελετημένη χάρη, ώστε να δείχνουν το σώμα τους, τα κοσμήματά τους. Η συζήτηση διεξαγόταν με νοήματα και χειρονομίες. Επίσης άρχισαν να εξετάζουν το φόρεμα της λαίδης Hester και να το συγκρίνουν με τα δικά τους. Μη γνωρίζοντας ότι τις παρακολουθούν μάτια ανδρών, γύμνωσαν τα πόδια και το στήθος τους. Στο τέλος απαλλάξαμε τη λαίδη Hester από τη δυσάρεστη θέση που είχε βρεθεί άθελά της, μ’ ένα πνιχτό γέλιο που πανικόβαλε τις μουσουλμάνες. Ξαναφορώντας τα πέπλα και τους φερετζέδες έπνιξαν την ευθυμία τους αμέσως…»[52].

Ένα ζήτημα που δημιουργεί σύγχυση είναι ο συσχετισμός των χαρεμιών με την πηγή νερού ακριβώς κάτω από τα παλάτια, στη ρίζα του βράχου. Το συγκεκριμένο τοπωνύμιο φαίνεται να εμφανίζεται πρώτη φορά στην Επανάσταση[53], για να γενικευτεί από το 1834 και μετά[54]. Οι ποικίλες περιγραφές περιηγητών, πιθανότατα όλες αποκυήματα φαντασίας, αναπαράγουν σκηνές μακαριότητας του Μπέη σε αυτά τα λουτρά περιστοιχισμένου από τις οδαλίσκες του χαρεμιού.

Το δροσερό αυτό μέρος (μια όαση το θέρος) μαζί με τους γύρω κήπους, αποδίδεται εν πολλοίς στο χαρέμι[55]. Μόνο ο Πουκεβίλ άκουσε να αναφέρονται σε αυτόν τον τόπο με το όνομα «souhamam»[56]. Ο χώρος πιθανόν λειτουργούσε και ως υπαίθριο λουτρό, πράγμα που δικαιολογεί έναν επιμήκη τοίχο που ανέσκαψε ο Robinson και χρησίμευε, όπως υποστηρίζει, για να ορίζει αφενός το χώρο της πηγής και να προστατεύει αφετέρου από τα βλέμματα των χωρικών τα μέλη του νοικοκυριού του παλατιού που κατέβαιναν εκεί για να πάρουν νερό ή να πλυθούν[57]. Επομένως, ο ανασκαφέας, λαμβάνοντας υπόψη του την παράδοση, που σχετίζει την Κόρινθο με την θεά της ομορφιάς, θεωρεί προφανές πως ο χαρακτηρισμός του χώρου ως «Λουτρών της Αφροδίτης» οφείλεται στη χρήση του από τις γυναίκες του χαρεμιού του Μπέη. Οπωσδήποτε η μετεπαναστατική ζώσα μνήμη των Κορίνθιων πρέπει να διέσωσε έναν απόηχο, μιας περιστασιακής ίσως χρήσης του χώρου από τις γυναίκες, ίσως τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο συσχετισμός της πηγής με το χαρέμι, ως ομάδας ατόμων καταλήγει σε λογικό συμπέρασμα. Δεν μπορούμε όμως να υποστηρίξουμε το ίδιο για το κτήριο, το οποίο βρίσκεται αντιδιαμετρικά στο συγκρότημα στα ανατολικά, συνεπώς δε μπορεί να έχει καμία σχέση με το καλούμενο λουτρό της Αφροδίτης στα δυτικά.

 

Τα κατάλοιπα των παλατιών μετά την καταστροφή τους

 

Τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη κάηκαν από τον Παπαφλέσσα στις 23 Απριλίου 1821[58]. Σημαντικό μέρος τους πρέπει να σώθηκε σε χαλάσματα, όπως συνάγεται από μαρτυρία του Ludwig Ross, που τα βρίσκει άδεια, εθνική πλέον περιουσία[59]. Αντίθετα ο Anderson υποστηρίζει πως είναι ισοπεδωμένα[60]. Στα μέσα του 19ου αιώνα η περιοχή συνεχίζει να είναι ένας ερειπιώνας, με το μόνο πράγμα που φαίνεται να σώζεται να είναι ένας πύργος με την ονομασία «του Κιαμήλ Μπέη»[61]. Ο ισχυρός σεισμός του 1858 και οι συνεχείς αρόσεις του χώρου οδήγησαν στο να μη σώζεται σήμερα σχεδόν τίποτα πέρα από κάποια θεμέλια τοίχων, ένα ερειπωμένο λουτρό και μια επιμελημένη λίθινη κλίμακα που οδηγεί στα «Λουτρά της Αφροδίτης». Ο Robinson στις δοκιμαστικές τομές που έσκαψε, βρήκε ίχνη της μεγάλης αυλής, στρωμένης με κροκάλες και τα θεμέλια της δυτικής πτέρυγας του παλατιού[62].

Πολύτιμα για την ταύτιση των καταλοίπων του παλατιού είναι δυο πολεοδομικά σχέδια της Κορίνθου εκπονημένα ανεξάρτητα από τους Peytier (1829)[63] και Abelé (για λογαριασμό του Schaubert το 1833)[64]. Ο συνδυασμός τους μας παρέχει ασφαλή συμπεράσματα για τη διάρθρωση του οικοδομικού συγκροτήματος.

Ο Γάλλος πολεοδόμος Peytier στο σχέδιό του δίνει σαφή τα όρια του περιβόλου της ιδιοκτησίας του Μπέη και σημειώνει τρία κτήρια ιστάμενα εντός του: Δύο λουτρά και έναν πύργο[65], τα οποία απεικονίζει ο Du Moncel με λεπτομέρεια σε δύο πίνακές του[66], οι οποίοι συνθέτουν ένα ευρύ πανόραμα (Εικ. 3).

 

Εικ. 3: Συναρμογή δύο πινάκων του Du Moncel σε ένα ενιαίο πανόραμα. Στο μέσον ο σωζόμενος πύργος πλαισιωμένος από δύο λουτρά, τα μόνα ιστάμενα κτήρια από το συγκρότημα του Μπέη το 1843. Σήμερα σώζεται ερειπωμένο μόνο το λουτρό στα δεξιά.

 

Τα παραπάνω εντοπίζονται εύκολα στο σχέδιο του Abelé, στο οποίο σημειώνονται τα περιγράμματα όλων των κτηρίων του συγκροτήματος μαζί με τους μεσότοιχούς τους και τις μάντρες των επί μέρους αυλών (Εικ. 4).

 

Εικ.4: Γραφική αποκατάσταση του οικοδομικού συγκροτήματος του Μπέη και υπέρθεσή του σε δορυφορική λήψη του 2016. Τα κατάλοιπα των κυριώτερων κτηρίων βρίσκονται θαμμένα σε αδόμητα αγροτεμάχια. 1) Πλατεία μπροστά από το μεγάλο τζαμί του Κάτω Μαχαλά, με δύο μεγάλες κρήνες. 2) Η κύρια πύλη εισόδου. 3) Σελαμλίκι, όπου γινόταν επίσης η υποδοχή των Ευρωπαίων περιηγητών. 4) Χαρέμι, 5) Πύργος με οχυρωματικά χαρακτηριστικά. 6) Πύργος που λειτουργούσε ως μπελβεντέρε. 7) Βενετικές οχυρωματικές κατασκευές. 8) Λουτρά. 9) Λουτρά Αφροδίτης. Κλίμακα 1:2000.

 

Γραφική αποκατάσταση συγκροτήματος

 

Τρεις βασικοί δρόμοι της Κορίνθου οδηγούσαν από το κέντρο του οικισμού (Παζάρι) σε ένα πλάτωμα, μπροστά από το μεγάλο τζαμί του μαχαλά «του Μπέη». Ο χώρος αυτός, πλαισιωμένος με δύο κρήνες[67], είχε ως βόρειο και δυτικό όριο τον περίβολο του συγκροτήματος των παλατιών και εκεί πρέπει να βρισκόταν η είσοδος[68] προς την κεντρική λιθόστρωτη[69]αυλή.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, το οικοδομικό συγκρότημα απαρτίζεται από δύο κύριες ενότητες, το σελαμλίκι και το χαρέμι, τα οποία συνοδεύονται από βοηθητικά κτίσματα. Το κυρίως κτήριο κάθε ενότητας έχει σχήμα ισοσκελούς Γ σε κάτοψη και αναπτύσσεται κατά μήκος του χείλους του υψιπέδου. Η χωροθέτησή τους αντιδιαμετρικά στο συγκρότημα, ενδεχομένως εξαρτήθηκε από προϋπάρχουσες[70] αντιστηρίξεις του απότομου, βραχώδους πρανούς, καθώς έτσι εξασφαλιζόταν η ευστάθεια του εδάφους θεμελίωσης και απρόσκοπτη εποπτεία του Κορινθιακού κόλπου. Μεταξύ των δύο ενοτήτων ορθώνονταν δύο πύργοι, με διαφορετική χρήση ο καθένας.

Με βάση τις γραπτές μαρτυρίες και τις απεικονίσεις περιηγητών, είναι φανερό πως το σελαμλίκι φέρει τα τυπικά χαρακτηριστικά των πλούσιων αρχοντικών της οθωμανικής εποχής: Οντάδες σε παράθεση ανοίγονται προς ένα ευρύχωρο χαγιάτι και η περίπτωση που εξετάζουμε ανήκει στον τύπο σπιτιού με «εξωτερικό σοφά» κατά S.H. Eldem[71]. Η γραφική αποκατάσταση που προτείνεται για κάθε κτήριο βασίστηκε για το περίγραμμα της κάτοψης και των γενικών διαστάσεων στο σχέδιοAbelé. Ο αριθμός των οντάδων και η διάταξή τους στην κάτοψη, συνεπώς και η διάρθρωση των όψεων, βασίστηκε στα διαθέσιμα σχέδια και χαρακτικά περιηγητών[72]. Τα μεγέθη προσεγγίστηκαν με βάση τον οθωμανικό τεκτονικό πήχη[73] τιμής 76.4 εκ[74].

Τα στοιχεία για την μια σχετικά ασφαλή αποκατάσταση της κατοικίας του Μπέη είναι αρκετά[75]. Το κτήριο αποτελείται από δύο πτέρυγες κάθετες μεταξύ τους, μήκους περίπου 52 μ. η δυτική και περίπου 47 μ. η βόρεια, στις οποίες είναι εφικτή η ύπαρξη δώδεκα οντάδων, αριθμός που φανερώνει το πρωτοφανές μέγεθος του οικοδομήματος[76] (Εικ. 5).

 

Εικ.5: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση κάτοψης ορόφου. Κλίμακα 1:500.

 

Δύο μεγάλοι οντάδες με σαχνισιά που ξεχωρίζουν στη βόρεια όψη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως χώροι ακροάσεων του Μπέη (Εικ. 6). Ιδιαίτερη είναι επίσης η μορφή της σκάλας, στη συμβολή των δύο πτερύγων, με δύο σκέλη να οδηγούν σε αντίθετες κατευθύνσεις[77] (Εικ. 1α, 1β).

 

Εικ.6: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση βόρειας όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Η σκάλα απόληγε σε δύο πλατύσκαλα που έβαιναν στο χαγιάτι, ενώ αμέσως πλάι σε αυτά υπήρχε από ένα μικρό κιόσκι. Στο κτήριο υπήρχε επίσης ενσωματωμένο χαμάμ, το μόνο σωζόμενο έως σήμερα κατάλοιπο από τα παλάτια. Τέλος, κοντά στο νότιο άκρο της δυτικής πτέρυγας βρισκόταν η μνημειακή κλίμακα καθόδου στα «Λουτρά της Αφροδίτης» (Εικ. 7).

 

Εικ.7: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση δυτικής όψης. Δεξιά η μνημειακή κλίμακα προς τα λουτρά της Αφροδίτης. Κλίμακα 1:500. Yπόβαθρο σχεδίασης από Ι. Τραυλό στο ROBINSON 1962, 129, εικ.9.

 

Σε σχετική γειτνίαση με το σελαμλίκι υπήρχε πύργος με ξύλινο όροφο σε προεξοχή[78] και το πιθανότερο ήταν κάποιου είδους μπελβεντέρε. (Εικ. 8). Η ταύτισή του στο σχέδιο Abelé είναι η πιο επισφαλής. Η θέση που προτείνεται εδώ βασίστηκε σε απεικονίσεις, στις οποίες εμφανίζονται κολλητά σε αυτόν άλλα χαμηλότερα κτήρια[79].

 

Εικ.8: Πύργος-Μπελβεντέρε: Γραφική αποκατάσταση βόρειας όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Το χαρέμι είναι ένα κτήριο σχήματος Γ σε κάτοψη με άνισα σκέλη, με γενικές διαστάσεις 46.5 Χ 27 μ., διαθέτει δικό του περίβολο αλλά και τειχισμένη αυλή. Η βόρεια πτέρυγα έχει ένα ιδιόμορφο περίγραμμα, με τέσσερις εσοχές[80], που δεν αποκλείεται να αποτελεί αποτέλεσμα προσαρμογής στο περίγραμμα προϋφιστάμενου τείχους, το οποίο αντιστήριζε ταυτόχρονα το απότομο πρανές (Εικ. 9).

 

Εικ.9: Χαρέμι: Γραφική αποκατάσταση της κάτοψης ορόφου. Κλίμακα 1:500.

 

Ένα πολύ ιδιαίτερο στοιχείο στο χαρέμι είναι ένας ψηλός και ογκώδης πύργος-μπελβεντέρε, προσαρτημένος στο κύριο σώμα του κτηρίου[81], ωστόσο δε φέρει καθόλου οχυρωματικά χαρακτηριστικά, όπως σε άλλα αντίστοιχα παραδείγματα[82], αποτελώντας μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, τόσο από άποψη χωροθέτησής του στο κτήριο, όσο και για τη χρήση του (Εικ. 10).

 

Εικ.10: Χαρέμι: Γραφική αποκατάσταση βόρειας όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Το κτήριο αποκαθίσταται, τουλάχιστον όσον αφορά στην κάτοψή του με μεγάλη επιφύλαξη και παραδοχές, έχοντας επτά οντάδες. Η ύπαρξη χαγιατιού είναι βέβαιη, ενώ πρέπει να στηριζόταν σε τοξωτή κιονοστοιχία[83]. Το λουτρό των γυναικών (Εικ. 3) ήταν αυτοτελές κτίσμα τειχισμένο με μάντρα και επικοινωνούσε με την αυλή του χαρεμιού[84].

Τέλος θα πρέπει να γίνει αναφορά στον πύργο με οχυρωματικά χαρακτηριστικά, το πρωιμότερο ίσως κτήριο του συγκροτήματος (Εικ. 11). Λόγω στιβαρής κατασκευής σωζόταν τουλάχιστον μέχρι το 1874[85] σε ερειπωμένη μορφή[86]. Η θέση του στο συγκρότημα ταυτίζεται με ασφάλεια, καθώς έχει σημειωθεί από τον Peytier, ενώ ο Du Moncel απεικονίζει με ευκρίνεια βασικά χαρακτηριστικά του, όπως η υπερυψωμένη είσοδος με καταχύστρα, η πρόσβαση σε αυτή με λίθινη κλίμακα, η οποία όμως δεν ακουμπούσε στον τοίχο[87]. Μόνο στον τελευταίο όροφο υπήρχε σε κάθε όψη από ένα ζεύγος παραθύρων με μικρούς φεγγίτες.

 

Εικ.11: Πύργος: Γραφική αποκατάσταση βόρειας και δυτικής όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί πως οι γραφικές αποκαταστάσεις, που προτείνονται στην παρούσα εργασία, βασίστηκαν αποκλειστικά σε σχέδια του 19ου αιώνα και όχι σε επί τόπου μετρήσεις όσων καταλοίπων διακρίνονται ακόμη. Στόχος ήταν να φανεί έστω και προσεγγιστικά η μορφή και το μέγεθος αυτού του πρωτοφανούς – ίσως μοναδικού για τη Νότια Ελλάδα – κτηριακού συνόλου της οθωμανικής εποχής. Για ασφαλέστερα συμπεράσματα απαιτείται πρωτίστως η εκπόνηση με ακρίβεια ενός τοπογραφικού με τα ορατά κατάλοιπα κτηρίων. Για ό,τι ενδεχομένως σώζεται θαμμένο, ίσως μπορεί να εντοπιστεί χωρίς ανασκαφή, με συνδυασμό μεθόδων δορυφορικής τηλεπισκόπησης και γεωφυσικών διασκοπήσεων εδάφους. Σε κάθε περίπτωση τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη απαιτούν επί τόπου ενδελεχή μελέτη, συνεπώς το θέμα θεωρείται πως παραμένει ανοιχτό προς έρευνα στο μέλλον.

 

Υποθέσεις για τις απαρχές του συγκροτήματος

 

Ένα πολυγωνικό πρόχωμα δυτικά των παλατιών, το οποίο δείχνει ο Peytier στο χάρτη του[88], ταυτίζεται σε δύο χάρτες της βενετοκρατίας[89], συνεπώς μπορούμε με σχετική ασφάλεια να συσχετίσουμε το χώρο των παλατιών του Μπέη με ακόμη ένα οχυρό σημείο των Βενετσιάνων, που αποτελούσε τμήμα ευρύτερης άμυνας του οικισμού της Κορίνθου. Η οχύρωση ξεκινούσε από το λιμάνι του Λεχαίου και έφτανε έως τα νοτιοανατολικά της πόλης, κοντά στον Ακροκόρινθο, στο μεγάλο φρούριο – ανάχωμα. Στο χάρτη του Morosini το 1687[90] βλέπουμε στην ίδια θέση με τα παλάτια του Μπέη μια ομάδα σπιτιών, μάλλον τειχισμένων με περίβολο, τα οποία θα εκμεταλλεύονταν το νερό της κρήνης για το πότισμα των καλλιεργειών τους[91]. Αυτός ο μικρός οικιστικός θύλακας, προϊόν του μηχανισμού επανοικισμού της Κορίνθου στις αρχές του 17ου αιώνα[92], θα μπορούσε να έχει την μορφή που μας δίνει ο Bernard Randolf, σε απεικόνιση της Κορίνθου[93]. Ίσως ακόμη ο ένας από τους δύο πύργος να υψωνόταν από τότε εκεί και να ταυτίζεται με παρόμοιες κατασκευές που περιγράφει ο περιηγητής ως προσωρινά ενδιαιτήματα Οθωμανών στις εξοχές, έξω από τα φρούρια[94] (Εικ. 8).

Οι Βενετοί στη συνέχεια φαίνεται πως αξιοποίησαν το φυσικό άνδηρο και το μετέτρεψαν σε προμαχώνα. Η γεωμορφολογία εκεί δημιουργεί ουσιαστικά μια φυσική οχύρωση, με το μεγάλο πλεονέκτημα της παροχής νερού ακριβώς από κάτω. Το επιχείρημα ενισχύει το γεγονός, ότι σε ικανό ποσοστό τα πρανή ή ο βράχος έχουν επενδυθεί ή αντιστηριχτεί κατά περίπτωση με λιθοδομή, ομοιάζοντας έτσι με προμαχώνα. Όπως υποστηρίζει ο Bon αυτή η κατασκευή (talus, όπως την αποκαλεί) δεν μπορεί να ερμηνευτεί παρά μόνο αν αποτελεί τμήμα βενετικής οχύρωσης[95] (Εικ. 7), ενώ φαίνεται να είναι ίδιας τεχνικής με άλλα οχυρωματικά έργα Βενετών στην ευρύτερη περιοχή[96]. Η επιμελημένη λίθινη κλίμακα, που οδηγεί στα «λουτρά της Αφροδίτης», θα πρέπει επίσης να θεωρηθεί μέρος του ίδιου Βενετικού προγράμματος οχύρωσης[97].

Πάντως δεν αποκλείεται οι Βενετοί να αξιοποίησαν κάποιες υφιστάμενες κτηριακές ενότητες και υποδομές πάνω στο υψίπεδο, για τη γρήγορη μετατροπή τους σε αμυντικό συγκρότημα και στη συνέχεια πάνω σε αυτό το υπόβαθρο οι πρόγονοι του Νουρή Μπέη οικοδόμησαν σταδιακά τα παλάτια.

Ωστόσο ο χάρτης του Morosini δεν έχει ενδείξεις για την ύπαρξη κάποιου πλούσιου οικοδομήματος σε αυτή τη θέση πριν το 1687. Το παλάτι ή σπίτι του τότε διοικητή της Κορίνθου θα πρέπει να αναζητηθεί στον Ακροκόρινθο ή στην περιοχή κοντά στο παζάρι. Εκεί ανασκαφές έφεραν στο φως ευρήματα, τα οποία συνθέτουν ένα συγκρότημα κατοικίας προορισμένης για Οθωμανό υψηλό αξιωματούχο[98]. Επίσης σε απεικόνιση με την κατάληψη της Κορίνθου από τους Βενετούς, σημειώνεται πάνω από ένα κτήριο: «το φλεγόμενο παλάτι του Σερασκέρη»[99], στο κέντρο της πόλης δίπλα στο τζαμί.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, επομένως το νωρίτερο που μπορεί να αναχθεί η κατασκευή των παλατιών του Μπέη είναι το πρώτο τέταρτο του 18ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά την οριστική αποχώρηση των Βενετών το 1715. Η παλαιότερη γνωστή αναφορά σε αυτά γίνεται το 1749 από τον James Caulfeild Charlemont[100]: «Η Κόρινθος έχει ελαττωθεί σε πολλά μικρά χωριά και όλα μαζί αποτελούν την πόλη. Ένα από τα μεγαλύτερα χωριά το έχει καταλάβει ο Μπέης». Το ότι ο Μπέης έχει καταλάβει το μεγαλύτερο προάστιο της Κορίνθου, φανερώνει πως το οικοδομικό συγκρότημα του παλατιού ήταν σε πλήρη έκταση ή έχει ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό.

Η πρωιμότερες γνωστές απεικονίσεις της κατοικίας του Μπέη είναι του Ferdinand Bauer το 1786[101]. Το συγκρότημα είναι πλήρως τειχισμένο, διακρίνεται ο πύργος, το σεράι αλλά και το χαρέμι. Με τα δεδομένα τα χρονολογικά termina λοιπόν, τα παλάτια του Μπέη χτίστηκαν την περίοδο που χαρακτηρίζεται ως «Tulip Period» (1703-1730)[102] και με την πάροδο του χρόνου ενδεχομένως διανθίστηκαν από στοιχεία Τουρκομπαρόκ (1730-1803), τα οποία όμως, όπως και σε άλλες περιοχές, μάλλον περιορίζονταν στον διάκοσμο[103] ή στην ιδιαίτερη μορφή του κλιμακοστάσιου που οδηγούσε στο χαγιάτι (Εικ. 1α, 1β).

Επίλογος

 

Η εκτεταμένη κατοικία του Κιαμήλ Μπέη, όπως και άλλα αντίστοιχα κονάκια της οθωμανικής διοικητικής και φεουδαρχικής αριστοκρατίας, που δεν υπάρχουν πια, αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση στην οικοδόμηση αρχοντικών, καθώς «μεταφέρουν τον απόηχο της τελευταίας λέξης της αστικής αρχιτεκτονικής της πρωτεύουσας»[104]. Τα παλάτια των Μπέηδων ενδεχομένως αποτέλεσαν πρότυπο με ακτινοβολία πολύ πέραν των στενών ορίων της Κορίνθου και να έδωσαν σαφές στίγμα τουλάχιστον στην ανέγερση των πλούσιων αστικών σπιτιών της Πελοποννήσου[105].

Τέλος ας σημειωθεί πως τόσο τα παλάτια ως κτήριο, όσο και η ζωή σε αυτά, αποτελούσαν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα στην οθωμανική Κόρινθο. Η πόλη στην πλειονότητά της αποτελείται κυρίως από φτωχά ισόγεια καλύβια, φτιαγμένα από πλιθιά, ενώ ο περισσότερος πληθυσμός, χριστιανοί και μουσουλμάνοι υποφέρουν υπό το βάρος της φτώχειας και της κακουχίας των χειρονακτικών εργασιών[106].

Ωστόσο, ο Κιαμήλ ως προσωπικότητα δεν έφερε χαρακτηριστικά απόλυτου δυνάστη. Φαίνεται πως στοιχειωδώς νοιαζόταν για τους υποτελείς του και λίγο πριν πεθάνει είχε πλήρη επίγνωση για το ποιόν αυτών που έρχονταν να παραλάβουν τη σκυτάλη της εξουσίας. Επιλέγουμε λοιπόν να κλείσουμε την παρούσα εργασία με τα λόγια του ίδιου του Κιαμήλ:

 «Ούτε η γυναίκα μου ούτε η μάνα μου γνωρίζουν που έχω τους θησαυρούς και είναι ανώφελο να ξεσπάτε την οργή σας πάνω σε αθώους ανθρώπους. Ό,τι όρους και να μου θέσετε, δεν θα συμφωνήσω, καθώς βλέπω πως ποτέ δεν τηρείτε τον λόγο σας. Είμαι σίγουρος πως, είτε σας αποκαλύψω αυτά που θέλετε είτε όχι, θα θανατωθώ σε κάθε περίπτωση. Έτσι επιλέγω να πεθάνω με την ικανοποίηση ότι δεν θα σας κάνω πλουσιότερους. Ένα πράγμα, ωστόσο, να θυμάστε: Αντιμετώπισα το λαό μου ως υπηκόους και όχι ως σκλάβους. Αν όλοι οι Μπέηδες είχαν αντιμετωπίσει τους Έλληνες όπως εγώ, αυτή η επανάσταση ποτέ δεν θα είχε ξεσπάσει»[107].

 

Υποσημειώσεις


[1] *Η προσωπική ενασχόληση του γράφοντος με το παρόν θέμα ξεκίνησε από τις προπτυχιακές σπουδές στο ΕΜΠ, ως μέρος μιας ευρύτερης ερευνητικής εργασίας (Διάλεξης) βλ. ΜΠΑΡΤΖΗΣ 2011, 62-64. Η παρούσα εργασία κατατέθηκε στον τόμο προς δημοσίευση τον Απρίλιο του 2014 και αναρτήθηκε τον Ιούνιο του 2015 υπό τον ίδιο τίτλο χωρίς εικονογράφηση από τον γράφοντα στον ιστότοπο academia.edu με ανοιχτή πρόσβαση. Στο διάστημα που μεσολάβησε δημοσιεύτηκε το συλλογικό έργο Ottoman Corinthia. Σε αυτό γίνεται αναφορά στα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη στο KANETAKI 2015, 173-182. Ακολούθησε ακόμη μια ανακοίνωση σε συνέδριο με το ίδιο θέμα στο ΚΑΝΕΤΑΚΗ 2015, χωρίς, ας σημειωθεί εν παρόδω, να γίνεται παραπομπή στις προαναφερθείσες εργασίες του γράφοντος. Οι δημοσιεύσεις αυτές, ωστόσο, δεν μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστική συμβολή στη μελέτη των παλατιών του Κιαμήλ Μπέη, καθώς κυριαρχεί η παράθεση των πιο γνωστών δεδομένων, χωρίς περαιτέρω σύνθεσή τους για εξαγωγή συμπερασμάτων, ενώ δε συνοδεύονται από πρωτότυπα σχέδια. Συνεπώς η παρούσα δε θεωρούμε πως στερείται σκοπιμότητας, καθώς το θέμα παραμένει ουσιαστικά ανοιχτό. Παρόλα αυτά το αρχικό χειρόγραφο αναθεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό και εμπλουτίστηκε με σχέδια του γράφοντα, που συντάχθηκαν ειδικά για το παρόν άρθρο.

Από τη θέση αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Ομότιμο καθηγητή ΕΜΠ και Ακαδημαϊκό κ. Μανόλη Κορρέ, ο οποίος με παρότρυνε να ασχοληθώ με τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη, σε συνέχεια της προπτυχιακής ερευνητικής μου εργασίας. Πολλές ευχαριστίες οφείλω επίσης στον τέως διευθυντή των ανασκαφών της Αμερικανικής Σχολής στην Αρχαία Κόρινθο κ. Guy Sanders, ο οποίος συνέβαλε ποικιλοτρόπως με τις γνώσεις του και τις παρατηρήσεις του. Ευχαριστώ τον καθηγητή κ. John McK Camp II, διευθυντή των ανασκαφών της ΑΣΚΣΑ στην αγορά της Αθήνας και τον κ. David Packard πρόεδρο του Packard Humanities Institute (PHI), οι οποίοι ευγενικά μου παραχώρησαν προς μελέτη αδημοσίευτα σχέδια του Dodwell από την Κόρινθο.Τέλος θα ήθελα να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον κ. Σταύρο Μαμαλούκο, Αναπληρωτή καθηγητή στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών για τις ουσιαστικές παρατηρήσεις του, τη γενναιόδωρη παροχή στοιχείων συγκριτικής ανάλυσης από αδημοσίευτες μελέτες του και εν γένει για την καθοδήγησή του στη διαμόρφωση της τελικής μορφής αυτής της εργασίας με αμείωτο ενδιαφέρον.

[2] ΤΑΡΣΟΥΛΗ 1971, 37.

[3] ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ 1960, 19.

[4] ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1939, 102

[5] ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1939, 46

[6] Ό.π.

[7] Βλ. SHARIAT-PANAHI 2015, 59-60.

[8] «Από το αρχείο Λόντου καταγράφονται περιστατικά καταφυγής Ελλήνων χωρικών καταπιεσμένων από την οικογένεια της Αιγιαλείας, προκειμένου να έρθουν στην εκδούλευση της οικογένειας των Απδίμ-Παγιάνων», ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1939, 47.

[9] LEAKE 1830, 263- WYSE 1865, 314.

[10] CLARKE 1810-1823, 555-557.

[11] Ό.π., 557. Προφανώς αναζητούσαν όστρακα αγγείων.

[12] PETEINARIS P., «The Bey apologizes», http://www.internationalbyronsociety.org/images/stories/pdf_files/bey_apologies.pdf

[13] Ό.π.

[14] WILLIAMS 1820, 356.

[15] WILKS 1822, 358-359.

[16] WILLIAMS 1820, 356.

[17] WILKS 1822, 358-359.

[18] GALT 1813, 97.

[19] TURNER 1820, 227.

[20] Ό.π., 292.

[21] HUGHES 1820, 188-189.

[22] TURNER 1820, 227.

[23] WILLIAMS 1820, 395.

[24] ESSEX KAREN, «Lady Elgin’s journal excerpt written for her mother and grandmother», http://www.karenessex.com/stealingathenapersonalpapers.html

[25] HUGHES 1820, 188-189.

[26] Ό.π., 239.

[27] Ενδεικτικά βλ. WILLIAMS 1820, 393. GALT 1813, 69. SLADE 1837, 284. TURNER 1820, 290.

[28] GELL 1823, 274.

[29] LEAKE 1830, 261.

[30] VON PROKESCH 1962, 120, σημ. 1.

[31] Ο Dodwell ενοχλείται γιατί «ο κήπος του  Μπέη κοσμείται με αποκεφαλισμένα κυπαρίσσια, γεγονός που δημιουργεί έντονη αντίθεση με τα λεγόμενα των Θεόφραστου και Πλίνιου, ο οποίοι πρεσβεύουν πως ένα κυπαρίσσι πεθαίνει, σαν του κόψουν την κορυφή…», DODWELL 1819, 193.

[32] HOLLAND 1815, 197

[33] Δημοσιευμένο πρώτη φορά στο ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988,40, εικ. 65

[34] WOODS 1828, 268-269.

[35]  Ό.π.

[36] Αναρτημένο στην ψηφιακή συλλογή του British Museum, No 1853,0307.429.

[37] BANKEL 1986, 114, εικ. 3.5

[38] LEBRUN 1822, 375-380, Note 80.

[39] ÜNSAL 1959, 70.

[40] GELL 1823, 274.

[41] WOODS 1828, 269.

[42] Σύμφωνα με τον Laurent είναι τέσσερις ή πέντε γυναίκες. LAURENT 1821, 155.

[43] WILKS 1822, 358-359.

[44] HUGHES 1820, 238.

[45] Ο Νουρή Μπέης επίσης είχε μια επίσημη σύζυγο, την περίφημη Νουρή-Μπεγίνα και άλλες δώδεκα θεραπαινίδες της στο χαρέμι του. HESTER STANHOPE 1846, περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 96.

[46] ESSEX KAREN, ό.π. (σημ. 24).

[47] SCOTT – TAYLOR 1826, 181.

[48] Ό.π.

[49] ESSEX KAREN, ό.π. (σημ. 24).

[50] LAURENT 1821, 155.

[51] ESSEX KAREN, ό.π. (σημ. 24).

[52] HESTER ό.π. (σημ. 45), 97.

[53] SCOTT -TAYLOR 1826, 181.

[54] ROBINSON 1962, 120.

[55] TEMPLE 1836, 58.

[56] ROBINSON 1962, 120.

[57] Ό.π., 130.

[58] ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ 1971, 8

[59] ΡΟΣ 1976, 247-249.

[60] ANDERSON 1830, 55.

[61] BURNOUF 1856, 41, 43.

[62] ROBINSON 1962, 120-130.

[63] Τα πρωτότυπα σχέδια του Peytier στο Παρίσι, Depot de la Gerre, archives des Cartes, collection 4.10.C.65. Βλ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ 1994, 202-203. Νεώτερη αναπαραγωγή στο ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ 2012, 33-34. Το σχέδιο είναι αναρτημένο με ανοιχτή πρόσβαση σε πολύ υψηλή ανάλυση και με γεωαναφορά στον ιστότοπο της ΑΣΚΣΑ: http://www.ascsa.edu.gr

[64] Το πρωτότυπο σχέδιο στο Αρχείο Χαρτών ΥΠΕΧΩΔΕ. Αναπαραγωγές του περιέχονται μαζί με άλλα στοιχεία στα: ROBINSON 1986 και SANDERS 2011.

[65] Τα λουτρά με τον πύργο διακρίνονται έμμεσα σε πανοραμικές απεικονίσεις, όπως του William Cole (Ναός του Ποσειδώνα, 1833) ή του James Skene (Ruins of the Turkish town of Corinth), περιέχονται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΊΟΥ 2009, 126, εικ. 48 και 131, εικ. 51.

[66] DU MONCEL 1994, 110, 112-113.

[67] Σχέδιο Gell (1805), BritishMuseumNo 1853, 0307.647 και Haygarth (1810) στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 102, εικ. 34. Περί των κρηνών βλ. ROBINSON 2011, 308.

[68]Στον χάρτη Peytier υπάρχει αυτή η ένδειξη εισόδου στο συγκρότημα.

[69]ROBINSON 1962, 122.

[70] Βλ. σχετικά παρακάτω.

[71]Συνοπτική ανάλυση της τυπολογίας του Eldem στο ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ 2001, 28-32. Για περαιτέρω εμβάθυνση βλ. ενδεικτικά ΚΙΖΗΣ 1994, 76-81.

[72] Για παράδειγμα μετρήθηκαν ζεύγη παραθύρων εκατέρωθεν καπνοδόχων, για τα οποία έγινε παραδοχή πως αντιστοιχούν σε έναν οντά.

[73] Βλ. ενδεικτικά ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ 2011.

[74] Ενδείξεις για τη χρήση του στο σωζόμενο λουτρό του συγκροτήματος βλ. ΜΠΑΡΤΖΗΣ 2016.

[75] Χρησιμοποιήθηκαν τα σχέδια: Hallerstein (1810) στο BANKEL 1986, 114, εικ. 3.5, Gell (1805) και (1811) BritishMuseumNo 1853, 0307.429 και 1853,0307.648 (πρώτη δημοσίευση στο ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988, 40, εικ. 65), Koch (1818) στο BENDTSEN 1993, εικ. 125, ενώ για την κάτοψη πολύτιμο το σχέδιο Τραυλού στο ROBINSON 1962, 123, εικ. 8.

[76] Αντίστοιχου μεγέθους κτήριο φαίνεται να ήταν το σεράι του Σουλεϊμάν Πασά στην Οινόη της Μ. Ασίας, βλ. ΚΙΖΗΣ 1994, 99 εικ. 83.

[77] Κάθε ένα οδηγούσε στην αντίστοιχη πτέρυγα και ενδεχομένως υπήρχε σαφής λειτουργικός διαχωρισμός τους, π.χ. ξενώνας και καθαρά ιδιωτικοί χώροι, όπως συνέβαινε με το κλιμακοστάσιο της οικίας Μερτρούδ στην Αθήνα. Βλ. ΚΟΡΡΕΣ 2010, 126, εικ. 5.1.2.

[78] Φαίνεται σε διάφορα πανοράματα της Κορίνθου, κυρίως του Gell. Η καλύτερη απεικόνισή του από αδημοσίευτο σχέδιο του Dodwell (1805), PHI Νο 665T. Άλλη άποψή του από τον Koch (1818)BENDTSEN 1993, Εικ. 125.

[79] Σχέδιο Gell (1811) στο ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988, 40 εικ. 65 καιVon Stackelberg «Ville de Corinthe» στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 112, εικ. 39.

[80] Σημειώνεται σε κάτοψη στα σχέδια Peytier (1829), Abelé (1833) και αποδίδεται από τον Dodwell (1805) PHI No 665T.

[81] Βλ. Dodwell (1805) δύο σχέδια PHI Nο 663T, 665T. Παραδόξως ο Gell τον παραλείπει σε δύο κοντινά σχέδια του παλατιού (British Museum No 1853,0307.574 και 1853,0307.648), διακρίνεται όμως σε πολύ γενικότερα πανοράματα της Κορίνθου, όπως π.χ στο 1853,0307.576.

[82] Περί του φαινομένου προσαρτημένων πύργων σε οικίες με και αναφορών σε παραδείγματα βλ. ΜΑΜΑΛΟΥΚΟΣ (υπό έκδοση), 25-26.

[83] Βλ. σχέδιο του James Skene (No 51) το οποίο πρέπει να εκτελέστηκε από τα ερείπια του χαρεμιού κοιτώντας προς τον Ακροκόρινθο. Περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 131, εικ.51.

[84] Ένα αδημοσίευτο σχέδιο της Pauline Trevelyan (1842) ίσως απεικονίζει το εσωτερικό του, όσο ακόμη σωζόταν ο θόλος με περίτεχνες φωτιστικές οπές. Αντίγραφο του σχεδίου απόκειται στο αρχείο της ΑΣΚΣΑ στην Αρχαία Κόρινθο.

[85] SALVATOR 2000, 215.

[86] Απεικονίσεις σε διάφορα στάδια της ερείπωσής του βλ. Ενδεικτικά Trevelyan (1842), Skene (1838-1845), Edward Lear (1849) και σε γενικές απόψεις της Κορίνθου από τους William Cole 1833, Carl Anton Joseph Rotman 1843, Ludwig Salvator 1874.

[87] Βλ. για παράδειγμα τον πύργο Κορδή στον Πύργο Κορινθίας (Δήμος Ευρωστίνης) ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988, 32, εικ. 44.

[88] Ο Dinsmoor το αναγνωρίζει ως κατασκευή των Βενετών, οικοδομημένη με πώρινα spolia από κιονοστοιχία ιωνικού ρυθμού. DINSMOOR 1949, 104.

[89] Αναπαραγωγές τους περιέχονται στο Bon – Carpenter 1936, 153-154, εικ. 96-97, και 268, εικ. 219.

[90] ROHN – SANDERS – BARNES 2009, 509, εικ. 6.

[91] Όπως φαίνεται και από σχετικά ευρήματα: « Οι αποθέσεις στο κοίλωμα των λουτρών της Αφροδίτης χρονολογούνται στα τέλη του 17ου αι. μ.Χ. Επίσης βρέθηκε κατασκευή άρδευσης των χωραφιών λίγο παρακάτω, καλυμμένη με κεραμίδια», ROBINSON 1962, 129.

[92] Βλ. ΜΠΑΡΤΖΗΣ 2011, 26-30 όπου και η σχετική βιβλιογραφία. Νεώτερα στοιχεία για τη σταδιακή αύξηση του πληθυσμού στην κάτω πόλη εκείνη την περίοδο, παρέχονται από τα φορολογικά οθωμανικά κατάστιχα βλ. SHARIAT-PANAHI 2015, 28-29.

[93] RANDOLPH 1991, 2

[94] «Οι Τούρκοι τον περισσότερο χρόνο ζουν μέσα ή υπό τη διοίκηση κάστρων και στις φάρμες τους στην εξοχή περιστασιακά. Έχουν πύργους χτισμένους τριάντα πόδια ψηλούς (9 m.), η πόρτα των οποίων στέκει σε δέκα πόδια (3 m.) ύψος από το έδαφος. Απέναντί της είναι χτισμένος ένας τοίχος με σκαλοπάτια, σε απόσταση πέντε περίπου ποδών από τον πύργο, από τον οποίο κατεβαίνει μια κρεμαστή γέφυρα προτού μπει κανείς από την πόρτα. Κάθε βράδυ η γέφυρα τραβιέται, για να προστατέψει τους ένοικους από τους πειρατές. Άλλοι έχουν μόνον μια σκάλα, την οποία τραβούν μέσα στον πύργο», RANDOLPH 1991, 15. Η περιγραφή των πύργων έρχεται σε αντιστοιχία με την απεικόνιση του Du Moncel από τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη.

[95] BON – CARPENTER 1936, 271.

[96] Όπως για παράδειγμα οι Βενετικές οχυρώσεις στα Όνεια όρη νοτιοανατολικά των Κεγχρεών. Βλ. CARABER & GREGORY 2006.

[97] Λόγω μορφολογικών χαρακτηριστικών, βλ. ΚΑΝΕΤΑΚΗ 2015α, 176. Ενδιαφέρουσα είναι η επιχειρηματολογία του Bon, ο οποίος υποστηρίζει πως η κατασκευή της λίθινης κλίμακας θα μπορούσε και να μην είναι χτισμένη μεταξύ 1687-1715, λόγω της ύπαρξης κάποιων οθωμανικών κτηρίων στην Κόρινθο, με αντίστοιχη ποιότητα κατασκευής και λιθοξοϊκή επιμέλεια, βλ. BON – CARPENTER 1936, 271.

[98] SCRANTON 1957, 93.

[99] La Prise de la Ville et Chateau de Corinthe dans la Morée, par les Armée Venitiene Comandées par le General Morosini 1687, Edition 1688. Bibliotheque Nationale de France, Départment Estampes et Photographie, Reserve QB-201 (171)-FT 5 Hennin 5611.

[100] CHARLEMONT JAMES CAULFEILD, «The travels of Lord Charlemont in Greece and Turkey», 1749, περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 87.

[101] ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 50, εικ. 17 και 51 εικ. 18.

[102] ÜNSAL 1959, 14.

[103] ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ 2001, 35.

[104] ΚΙΖΗΣ 1994, 82.

[105] «Και δε θα πρέπει κανείς να αμφιβάλει ότι ένα πλήθος από μεγάλα τουρκικά κτήρια που δεν σώζονται πια, όπως τα παλάτια του Αλή Πασά στα Γιάννενα, του Κιαμήλ Μπέη στην Κόρινθο, το βοεβοδαλίκι στη Χαλκίδα, ή το σεράγι στο Ναύπλιο, έπαιξαν το ρόλο τους στη διάπλαση της σύγχρονής τους αρχιτεκτονικής, το καθ’ ένα στην περιοχή του», βλ. ΜΠΟΥΡΑΣ 1989, 25.

[106] Βλ. ROHN – SANDERS – BARNES 2009 και SANDERS 2015.

[107] SCOTT – TAYLOR 1826, 190.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ Λ. 1971. Η Κορινθία στην επανάσταση του 1821, τόμ. 2ος, Αθήνα.
  • ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ, ΝΤ. Α. 1960. Το κάστρο της Κορίνθου (Β΄ έκδοσις συμπληρωμένη), Αρχαία Κόρινθος.
  • DU MONCEL, tH. 1994. Οδοιπορικό του 1843, Αθήνα-Ναύπλιο (μτφρ. Ε. Λούβρου Ειρήνη), Αθήνα.
  • ΚΙΖΗΣ Ι. 1994. Πηλιορείτικη Οικοδομία, Η αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Πήλιο από τον 17ο στον 19ο αιώνα, Αθήνα.
  • ΚΑΝΕΤΑΚΗ, Ε. 2015. «Το σεράι του Κιαμήλ Μπέη στην οθωμανική Κόρινθο μέσα από τις ιστορικές πηγές», ανακοίνωση στο 9ο Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών, Ναύπλιο.
  • ΚΟΡΡΕΣ, Μ. 2010. Οι πρώτοι χάρτες της πόλεως των Αθηνών, Αθήνα.
  • ΜΑΜΑΛΟΥΚΟΣ, Σ. (υπό έκδοση). «Η ιστορία και η αρχιτεκτονική των Μποτσαρέϊκων», Αναγνώριση, Τεκμηρίωση, Καταγραφή και Προτάσεις για την Ανάδειξη και Προστασία του Ιστορικού Οικισμού Ναυπάκτου, Ερευνητικό Πρόγραμμα Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστημίου Πατρών.
  • ΜΠΑΡΤΖΗΣ, Δ. 2016. «Τεκτονικός πήχης στην Πελοπόννησο και το καθολικό του Παλαιομονάστηρου Αγίου Γεωργίου Φενεού», ανακοίνωση στο 3ο Συνέδριο Κορινθιακών Σπουδών, Ιστορικά Κορινθιακά Μοναστήρια, Κόρινθος (πρακτικά υπό έκδοση).
  • ΜΠΑΡΤΖΗΣ Δ. 2011. Από το borgo di Corinto στην Παλαιά Κόρινθο, το χρονικό μιας πόλης και των σπιτιών της (αδημ. Ερευνητική εργασία, Ε.Μ.Π.), Αθήνα.
  • ΜΠΟΥΡΑΣ Χ. 1989. «Γενική Εισαγωγή», στο: Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τόμ. Α΄: Ανατολικό Αιγαίο – Σποράδες – Επτάνησα, Αθήνα.
  • ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Π. 2012. «Η Αναγνώριση του Αστικού Χώρου: Αποτυπώσεις Οικισμών και Πολεοδομικά Σχέδια», Το έργο της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μοριά 1829-1838 (Μέρος Ι), επιμ. Γ. Σαΐτας, Αθήνα, 29-34.
  • ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ, Μ. 1988. «Κορινθία», Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Πελοπόννησος, τομ. 5, Αθήνα, 9-42.
  • ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Σ. 2009. Ζωγράφοι και περιηγητές στην Κόρινθο 12ος-19ος αιώνας, Αθήνα.
  • ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ, Γ.Α. 2001. Το αρχοντικό του Γ. Βούλγαρη στην Ύδρα, Αθήνα.
  • ΡΟΣ, λ. 1976. Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα 1832-1833 (επιμ. Βουρνά Τάσου, μτφρ. Σπήλιου Α.), Αθήνα.
  • ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, Μ. 1939. Η Πελοπόννησος κατά τη β΄ Τουρκοκρατίαν (1715-1821), verlag der byzantinisch-neugriechischen Jahrbucher, athen (ανατύπωση εκδ. Ερμής, Αθήνα 2009).
  • SALVATOR, L., 2000. Περίπλους του Κορινθιακού κόλπου (μτφρ. Γ. Γιαννόπουλος), Κιάτο.
  • SANDERS, G.D.r. 2011. «Η Κόρινθος κατά τις δεκαετίες αμέσως πριν το σεισμό του 1858 υπό το φως της αρχαιολογικής έρευνας και ανασκαφών από το 1959 ως σήμερα», στο: Πρακτικά του Η΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 26-28 Σεπτεμβρίου 2008, Αφιέρωμα στην Αιώνια Κόρινθο, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα.
  • ΤΑΡΣΟΥΛΗ, Α. 1971. Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά, Αθήνα.
  • ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΟΣ, Π. 1994. «Οι μαρτυρίες για τις πόλεις της Πελοποννήσου», στο: Περιηγητές και αξιωματούχοι στην Πελοπόννησο, περιγραφές-αναφορές-στατιστικές, Μονεμβασία (ανατύπωση 2005).
  • ANDERSON, r. 1830. Observations upon the Peloponnesus and Greek Islands made in 1829, Boston.
  • BEHCET, U. 1959. Turkish islamic architecture in Seljuk and Ottoman times 1071-1923, London.
  • BANKEL, H. 1986. Carl Haller von Hallerstein in Griechenland, 1810-1817 : Architekt, Zeichner, Bauforscher, Berlin.
  • BENDTSEN, M. 1993. Sketches and measurings: Danish architects in Greece, 1818-1862, Copenhagen.
  • CARABER, W. – GREGORY, T. 2006. «Fortifications of Mount Oneion, Corinthia», Hesperia 75, 327-356.
  • ΚΑΝΕΤΑΚΗ, Ε. 2015. «Architectural Study of Corinthia during the Ottoman period», Ottoman Corinthia, επιμ. S.M.T. Shariat-Panahi, Volos, 111-256
  • LIANOS, N. 2003. Le Fortezze Della serenissima nel Peloponneso (1687-1715), Rome.
  • OIKONOMOU, A. 2011. «The Use of the Module, Metric Models and Triangular Tracing in the Traditional Architecture of Northern Greece», Nexus Network Journal 13.3, 763-792
  • ROBINSON, B. 2011. Histories of Perene: A Corinthian fountain in three millennia, Ancient Art and Architecture in context 2, Princeton
  • SHARIAT-PANAHI, S.M.T. 2015. «Demography, Economy and Settlements. The life of the common people in Ottoman Corinthia», Ottoman Corinthia, επιμ. S.M.T. Shariat-Panahi, Volos, 21-98
  • SANDERS, G.D.R 2015. «Introduction. Corinth and the archaeology of the poor», Ottoman Corinthia, επιμ. S.M.T. Shariat-Panahi, Volos, 7-20.
  • BON, A. – R. CARPENTER 1936. Corinth, vol. iii, Part ii: The Defenses of Acrocorinth and the Lower Town, Cambridge mass.
  • BURNOUF, E. 1856. D’ Athenes a Corinthe, Paris.
  • CLARKE, D.E. 1810-1823. Travels in various Countries of Europe, Asia and Africa, vol. 6, London.
  • DINSMOOR, W.B. 1949. The Largest Temple in the Peloponnesos, (Hesperia suppl. 8, Commemorative Studies in Honor of Theodore Leslie Shear), ATHENS.
  • DODWELL, E. 1819. A Classical and Topographical Tour through Greece: 1801, 05, 06, vol. 2, London.
  • GALT, J. 1813. Letters from the Levant, London.
  • GELL SIR,W. 1823. Narrative of a Journey in the Morea, London.
  • HESTER STANHOPE L. (Lady), Travels of Lady Hester Stanhope, forming the completion of her memoirs, narrated by her physician Charles Lewis Meryon, vol. 1, London 1846, περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓIΟΥ 2009.
  • HOLLAND SIR, H. 1815. Travels in the Ionian Isles, Albania, Thessaly, Macedonia during the years 1812 and 1813, vol. 2, London.
  • HUGHES, S.T. 1820. Travels in Sicily, Greece and Albania, vol. 1, London.
  • LAURENT, P. 1821. Recollections of a Classical Tour through Various Parts of Greece, Τurkey and Italy, made in the years 1818 and 1819, London.
  • LEAKE, M.W. 1830. Travels in the Morea, London.
  • LEBRUN, A.P. 1822. Oeuvres, Poem de la Grece, τόμ. 2ος, Paris.
  • VON PROKESCH, O. 1962. Denkwurdigkeiten und Erinnerungen aus dem Orient, περιέχεται στο ROBINSON 1962.
  • RANDOLPH, B. 1890. The Present State of the Morea, Called Anciently Peloponnesus, Βιβλιοπωλείο Δ. Ν. Καραβία, Αθήνα.
  • ROBINSON, H.S. 1962. «Excavations at Corinth, 1960», Hesperia, 31.
  • ROBINSON, H. 1986. «urban Designs for Corinth, 1829-1833», στο: Φίλια Έπη εις Γεώργιον Ε. Μυλωνάν, τόμ. Γ΄, Αθήνα.
  • SCOTT, J. – J. TAYLOR 1826. The London Magazine, September to December 1826, vol. vi, London.
  • SCRANTON, R. 1957. Corinth xvi. Medieval Architecture in the central area of Corinth, Princeton.
  • SLADE SIR, a. 1837. Turkey, Greece and Malta, vol. 2, London.
  • TEMPLE SIR, G. 1836. Travels in Greece and Turkey, Excursions in the Mediterranean, vol. 1, London.
  • TURNER, W. 1820. Journal of a tour in the Levant, vol. 1, London.
  • WILLIAMS, H. 1820. Travels in Italy, Greece and the Ionian Islands, vol. 2, Edinburgh.
  • WILKS, J. 1822. Memoirs of Her Majesty Queen Caroline Amelia Elizabeth, vol. 1, London.
  • WOODS, J. 1828. Letters of an Architect from France, Italy and Greece, London.

 

Δημήτριος Μπάρτζης

Αρχιτέκτων Μηχανικός Ε.Μ.Π, MSc «Προστασία Μνημείων» Ε.Μ.Π.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Από το Θουκυδίδη στον Κορονοϊό


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Από το Θουκυδίδη στον Κορονοϊό»

 

Ο Θουκυδίδης, ο αντικειμενικότερος όλων των ιστορικών της αρχαιότητας, στο δεύτερο βιβλίο της Ιστορίας του, αμέσως μετά τον περίφημο Επιτάφιο του Περικλή, που αποτελεί έναν ύμνο στην αυτοπεποίθηση της πόλης, ένα εγκώμιο στη δύναμή της,  περιγράφει το διαβόητο λοιμό που ξέσπασε ξαφνικά στην Αθήνα κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου το καλοκαίρι του 430 π.Χ., ενώ οι Πελοποννήσιοι είχαν εισβάλει στην Αττική. Ο λοιμός αυτός ήταν μια καταστροφική επιδημία που κράτησε αρχικά δύο χρόνια και κυριολεκτικά αποδεκάτισε τον πληθυσμό της αρχαίας Αθήνας μέχρι το καλοκαίρι του 428 π.Χ.  Έπειτα από μία μικρή περίοδο ύφεσης η επιδημία εμφανίστηκε ξανά το χειμώνα του 427 π.Χ. και διήρκεσε μέχρι το χειμώνα του 426 π.Χ.

Σύμφωνα με την περιγραφή του Θουκυδίδη επρόκειτο για άκρως μεταδοτική νόσο, που έπληττε τους ανθρώπους και τα ζώα. Όσοι προσβάλλονταν και διέφευγαν το θάνατο είχαν πλέον ανοσία. Χιλιάδες Αθηναίοι όμως βρήκαν φρικτό θάνατο. Υπολογίζεται ότι περίπου ένας στους τρεις κατοίκους της Αθήνας χάθηκε από την επιδημία. Ο Περικλής, ο ηγέτης που σηματοδότησε εκείνη την εποχή, ήταν ένας από τους χιλιάδες πολίτες που υπέκυψε χτυπημένος από τη νόσο. Και ένα μεγάλο μέρος της πολιτικής ηγεσίας και των στρατιωτικών του στόλου και της ξηράς πέθανε κατά τη διάρκεια του λοιμού. Αυτή ήταν και μία, ίσως η κυριότερη, από της αιτίες της ήττας των Αθηναίων από τη Σπαρτιατική Συμμαχία στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, αφού μετά το λοιμό την εξουσία στην πόλη ανέλαβαν διάφοροι αντικαταστάτες, τους οποίους ο Θουκυδίδης χαρακτηρίζει ως ανίκανους και αδύναμους. Η Αθήνα που εγκωμιάζει ο Περικλής στον «Επιτάφιο» υπέκυψε στο λοιμό.  Η θέα των αναρίθμητων νεκρικών πυρών στην πόλη έκανε τους Σπαρτιάτες να αποχωρήσουν για να αποφύγουν την επιδημία.

 

Λοιμός σε αρχαία πόλη, έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Μίχιελ Σβέιρτς (Michiel Sweerts, 1618-1664), 17ος αιώνας, Los Angeles County Museum of Art (LACMA). Ο πίνακας θεωρείται ότι αναφέρεται στο λοιμό της Αθήνας ή έχει στοιχεία από αυτόν.

 

Ο Θουκυδίδης, ζώντας ο ίδιος από κοντά τα γεγονότα του Πελοποννησιακού Πολέμου και με την εμπειρία του ανθρώπου που νόσησε ο ίδιος, αφιερώνει  στο δεύτερο βιβλίο της Ιστορίας του εννέα κεφάλαια (Θουκ. ΙΙ 2.47-255) στον πρωτοφανή λοιμό που έπληξε την πόλη – κράτος της Αθήνας.

Ο ιστορικός, θέλοντας μεταξύ άλλων να είναι η μαρτυρία του και πρακτικά χρήσιμη, αν τυχόν εμφανιζόταν και πάλι κάποια ανάλογη επιδημία, περιγράφει με  λεπτομέρειες τα συμπτώματα και την εξελικτική της πορεία, καθώς και τις σοβαρές επιπτώσεις που είχε στην τότε αθηναϊκή κοινωνία. Αναφέρει την πορεία που ακολουθούσε η νόσος, τα εξωτερικά και εσωτερικά συμπτώματα, τα γενικά χαρακτηριστικά της, τις επιπτώσεις της στην κοινωνική συνοχή και την κατάρρευση των ηθικών φραγμών και αξιών που επέφερε ο λοιμός. Στην Αθήνα επικράτησε το χάος και η αβεβαιότητα. Τα ήθη χαλάρωσαν και επικράτησαν ανόσιες και παράνομες συμπεριφορές από τους ανθρώπους. Έβλεπαν ότι η ζωή τους είναι πρόσκαιρη, εφήμερη και αδιαφορούσαν για τα όσια και την εντιμότητα ακόμα και για τους νόμους των θεών, όπως αναφέρει ο ιστορικός. Εγκατέλειψαν ακόμα και την ελπίδα στους θεούς, άφηναν τη φαντασία τους να εξυφαίνει σενάρια συνωμοσίας. Κατηγορούσαν τον Περικλή για τα δεινά τους, ενώ συνωμοσιολογίες, προφητείες και χρησμοί ήρθαν στην επικαιρότητα και στις καθημερινές συζητήσεις.

Η βιωματική περιγραφή του λοιμού από τον Θουκυδίδη είναι από τα συγκλονιστικότερα χωρία της συγγραφής του. Ανεξάρτητα από την όποια επιστημονική αξία της περιγραφής, βέβαιη είναι η λογοτεχνική της αξία, αφού η περιγραφή αυτή αποτελεί το αρχέτυπο για τις περιγραφές λοιμών, ένα θέμα που άσκησε ιδιαίτερη έλξη στη λατινική και στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Το κείμενο του Θουκυδίδη για τον λοιμό στην αρχαία Αθήνα είναι ακόμα ζωντανό και επίκαιρο, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες της πανδημίας του κορονοϊού που αντιμετωπίζει ο κόσμος μας. Ας την παρακολουθήσουμε σε μετάφραση Ε. Λαμπρίδη ελαφρώς διασκευασμένη:

 

«Πριν  περάσουν πολλές ημέρες από την ώρα που μπήκαν στην Αττική οι Λακεδαιμόνιοι, πρωτοφανερώθηκε στην Αθήνα αρρώστια, που λένε πως έπεσε άλλοτε και σε πολλούς τόπους, όπως γύρω στη Λήμνο και αλλού, αλλά πουθενά δεν θυμούνται να παρουσιάστηκε τόσο φοβερή, ούτε να χάλασε τόσους ανθρώπους. Οι γιατροί που κοίταζαν τους αρρώστους δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα, γιατί δεν ήξεραν τη φύση του κακού, ενώ πέθαιναν και οι ίδιοι σε μεγαλύτερη αναλογία όσο περισσότερο τους πλησίαζαν. Κάθε άλλη ανθρώπινη τέχνη κι όλες οι παρακλήσεις που έκαναν στους ναούς και τα προσκυνήματα στα μαντεία κι άλλα τέτοια ήταν όλα του κάκου. Στο τέλος τα παράτησαν κι αυτά, γιατί τους χαντάκωσε το κακό.

Η αρρώστια ξεκίνησε, καθώς λένε, πρώτα–πρώτα από την Αιθιοπία, κατέβηκε ύστερα στην Αίγυπτο κι από κει στη Λιβύη και σε πολλά μέρη της μεγάλης επικράτειας του Πέρση βασιλιά.

Στην πολιτεία της Αθήνας φανερώθηκε ξαφνικά, αφού πείραξε μερικούς πρώτα στον Πειραιά. Οι Πειραιώτες είπαν πως οι Πελοποννήσιοι είχανε ρίξει φαρμάκι στα πηγάδια και τις στέρνες, γιατί δεν είχαν ακόμα βρύσες στον Πειραιά. Αργότερα όμως ήρθε και στην απάνω πολιτεία και τότε πέθαιναν πολύ περισσότεροι. 

Ο καθένας, λοιπόν, είτε γιατρός είναι είτε και άμαθος, λέει γι’ αυτό όσα ξέρει, από τι δηλαδή ήταν πιθανό να γεννήθηκε, και αναφέρει τις αιτίες που νομίζει πως ήταν αρκετά ισχυρές, για να φέρουν τέτοια μεγάλη αλλαγή σε μια κατάσταση από την υγεία στο θανατικό. Εγώ θα φανερώσω μόνο τι λογής ήταν και από τι συμπτώματα θα μπορούσε κανείς καλύτερα να εξετάσει το πράμα και να το γνωρίσει από πριν, ώστε να μην τα ‘χει εντελώς χαμένα, αν τύχει και ξανάρθει ποτέ, γιατί την πέρασα κι εγώ ο ίδιος και είδα πολλούς άλλους που υπέφεραν απ’ αυτή.

… Όσους δεν είχαν καμιά φανερή αιτία κακοδιαθεσίας, έξαφνα, ενώ ήταν πρωτύτερα εντελώς γεροί, τους έπιαναν πρώτα δυνατές θέρμες στο κεφάλι, κοκκίνιζαν τα μάτια τους και ερεθίζονταν πολύ, άναβαν και μάτωναν τα μέσα τους, ο φάρυγγας και η γλώσσα, και η αναπνοή τους έβγαινε παράξενη και βρωμούσε· Έπειτα άρχιζε δυνατό φτάρνισμα και βραχνάδα και σε λίγο το πάθημα κατέβαινε στο στήθος με δυνατό βήχα. Και, όταν έφτανε στην καρδιά, προκαλούσε μεγάλη αναταραχή. Έβγαινε χολή από το στόμα και μάλιστα με δυνατούς πόνους. Μετά τους περισσότερους τους έπιανε ξερό ρέψιμο που τους έφερνε δυνατούς σπασμούς, που σε άλλους σταματούσαν ύστερα’ από λίγο, σε άλλους όμως κρατούσαν μέρες ολόκληρες.

Όποιον άρρωστο άγγιζες απ’ έξω, το κορμί του δεν ήταν ούτε υπερβολικά ζεστό, ούτε υγρό, αλλά κοκκινωπό, μελανιασμένο, γεμάτο εξανθήματα, μικρά σπυριά ή και πληγές. Από μέσα τους όμως ένιωθαν τέτοιο πυρετό, που δεν μπορούσαν να υποφέρουν να τους αγγίζουν ούτε τα πιο  ψιλά και μαλακά ρούχα ή σεντόνια και ήθελαν να μένουν γυμνοί. Ένιωθαν την πιο μεγάλη ανακούφιση, αν μπορούσαν να ριχτούν μέσα σε κρύο νερό. Και πολλοί δεν είχαν κανένα να τους κοιτάξει, έπεφταν μέσα σε πηγάδια βασανισμένοι από αδιάκοπη και ανυπόφορη δίψα και όσο νερό κι αν έπιναν δεν μπορούσαν να την σβήσουν.

Πάνω απ’ όλα όμως τους βασάνιζε η στενοχώρια που δεν μπορούσαν να βρουν ανακούφιση σε τίποτα και δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Το σώμα τους, όσον καιρό ήταν η αρρώστια στην οξεία φάση της, δε αδυνάτιζε, αλλά άντεχε στο βάσανο περισσότερο απ’ ό,τι θα μπορούσε κανείς να περιμένει. Οι περισσότεροι πέθαιναν ύστερα’ από εφτά ή εννιά ημέρες από τον ψηλό πυρετό, χωρίς να έχει εξαντληθεί εντελώς η δύναμή τους.

Αν περνούσαν αυτό το στάδιο, η αρρώστια κατέβαινε στην κοιλιά, όπου προκαλούσε έλκος, τους έπιανε δυνατή και ασταμάτητη διάρροια και πέθαιναν οι περισσότεροι σ’ αυτό το δεύτερο στάδιο από την  εξάντληση. Η αρρώστια διαπερνούσε όλο το σώμα. Ξεκινούσε από το κεφάλι, κατέβαινε σ᾽ ολόκληρο το σώμα και, αν κανείς άντεχε, περνούσε στα άκρα όπου φανερώνονταν τα σημάδια της. Πρόσβαλλε τα γεννητικά όργανα και τα χέρια και τα πόδια. Πολλοί σώθηκαν, άλλοι έμειναν παράλυτοι στα άκρα τους. Άλλοι  πάλι έχασαν το φως τους ή το θυμητικό τους. Ενώ δηλαδή άντεξαν την αρρώστια στην αρχή, ξέχασαν μόλις σηκώθηκαν ποιοι ήταν οι ίδιοι και δε γνώριζαν ούτε τους πιο στενούς συγγενείς και φίλους τους.

Η μορφή της αρρώστιας ήταν τέτοια, ώστε οι λέξεις δεν φτάνουν για να την περιγράψει κανείς και πρόσβαλλε τον καθένα πιο βαριά απ’ όσο μπορεί να βαστάξει η ανθρώπινη φύση. Ότι δεν ήταν καμιά από τις συνηθισμένες αρρώστιες, φανερώθηκε κι από το γεγονός ότι τα όρνια και τα τετράποδα ζώα, όσα τρώνε ανθρώπινη σάρκα, παρόλο που είχαν μείνει πολλά κορμιά άταφα, δεν τα πλησίαζαν, ή, αν τα δοκίμαζαν, πέθαιναν κι αυτά.  Παρουσιάστηκε μάλιστα καθαρά ελάττωση των πουλιών αυτών και δεν τα έβλεπε κανείς ούτε αλλού, ούτε γύρω σε νεκρούς από την αρρώστια, ενώ τα σκυλιά, επειδή ζούνε μαζί με τον άνθρωπο, έδιναν ακόμα καλύτερη αφορμή να το παρατηρήσει κανείς αυτό.

Αυτά ήταν γενικά τα χαρακτηριστικά της αρρώστιας, αν και παραλείπω πολλά ασυνήθιστα συμπτώματα που διαφέραν από περίπτωση σε περίπτωση. Καμιά άλλη από τις συνηθισμένες αρρώστιες δε βασάνιζε τον κόσμο εκείνο τον καιρό. Γιατί κι αν τύχαινε να παρουσιαστεί καμιά, κατέληγε σε τούτη εδώ. Οι άνθρωποι πέθαιναν, άλλοι χωρίς περιποίηση και άλλοι, παρόλο που είχαν κάθε δυνατή φροντίδα. Δε βρέθηκε κανένα γιατρικό αυτής της αρρώστιας που να βοηθήσει τον άρρωστο, αν του το ‘δινε κανείς. Γιατί  ό,τι ωφελούσε τον ένα, το ίδιο χειροτέρευε τον άλλον και καμιά ανθρώπινη κράση, είτε ήταν πολύ δυνατή είτε τόσο αδύνατη, δε φάνηκε από μόνη της άξια ν’ αντισταθεί στην αρρώστια, ώστε να μην την πιάσει το κακό. Τους σάρωσε όλους, ακόμα κι εκείνους που είχαν την πιο περιποιημένη δίαιτα και τρόπο ζωής.

Χειρότερο απ’ όλα ήταν η κατάθλιψη που έπιανε τον καθένα μόλις ένιωθε πως αδιαθετούσε. Η ψυχική τους κατάσταση γύριζε στην απελπισία, αφήνονταν πολύ περισσότερο από την αρχή και δεν αντιδρούσαν. Τη μεγαλύτερη φθορά όμως την προξενούσε τούτο: Καθώς ο ένας περιποιόταν τον άλλον, κολλούσαν την αρρώστια και πέθαιναν αράδα σαν τα πρόβατα. Αν πάλι δεν ήθελαν να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον από φόβο μην κολλήσουν, πέθαιναν οι άρρωστοι μόνοι κι έρημοι. Έτσι άδειασαν  πολλά σπίτια, γιατί δεν ήταν κανείς να τους κοιτάξει. Εκείνους πάλι που ήθελαν να φερθούνε καθώς πρέπει, γιατί ντρέπονταν να δείξουν πως λογαριάζουν τον εαυτό τους και πήγαιναν κοντά στους άρρωστους αγαπημένους τους, τους τσάκιζε η αρρώστια.

Στο τέλος ακόμα και οι συγγενείς παράτησαν τα μοιρολόγια των πεθαμένων αποκαμωμένοι από τη μεγάλη συμφορά.  Όμως εκείνοι που είχαν περάσει την αρρώστια και είχαν σωθεί, σπλαχνίζονταν περισσότερο τους άρρωστους και τους ετοιμοθάνατους και δε φοβούνταν. Ήξεραν τί σημαίνει η αρρώστια, ενώ οι ίδιοι δεν είχαν πια φόβο. Η αρρώστια δεν πρόσβαλλε ποτέ τον ίδιο άνθρωπο δεύτερη φορά ή, αν τούτο συνέβαινε, δεν ήταν θανατηφόρα. Οι άλλοι μακάριζαν όσους είχαν σωθεί, και οι ίδιοι απ᾽ την μεγάλη χαρά για τη σωτηρία τους, είχαν την μάταιη ελπίδα ότι δεν θα πέθαιναν πια ποτέ από άλλη αρρώστια.

Εκείνο που χειροτέρεψε πολύ την κατάσταση ήταν η συγκέντρωση μέσα στην πόλη όλου του πληθυσμού της υπαίθρου. Περισσότερο υπέφεραν οι πρόσφυγες, γιατί δεν υπήρχαν αρκετά σπίτια, έμεναν σε πνιγηρές καλύβες μέσα στο καλοκαίρι και πέθαιναν ανάκατα ο ένας πάνω στον άλλο ή σέρνονταν μέσα στους δρόμους μισοπεθαμένοι, ενώ άλλοι, από την άσβηστη δίψα τους, μαζεύονταν γύρω από τις βρύσες. Οι περίβολοι των ναών, όπου είχαν κατασκηνώσει, ήταν γεμάτοι νεκρούς που πέθαιναν εκεί, γιατί καθώς φούντωνε το κακό, οι άνθρωποι, βασανισμένοι από την αρρώστια, έφταναν σε απόγνωση και αδιαφορούσαν πια για τα ιερά και τα όσια.  Όλες οι κανονικές τελετές, που συνηθίζονταν άλλοτε στις κηδείες, έγιναν άνω–κάτω και έθαβαν τους νεκρούς όπως μπορούσε ο καθένας. Πολλοί κατάντησαν να κηδεύουν τους δικούς τους χωρίς καμιά ντροπή, γιατί τους έλειπαν τα απαραίτητα, αφού τους είχαν πεθάνει τόσοι συγγενείς. Άλλοι αποθέταν τον δικό τους νεκρό σε ξένη έτοιμη πυρά κι έβαζαν φωτιά στα ξύλα κι άλλοι έριχναν τον νεκρό τους επάνω σε πυρά όπου καιγόταν άλλος νεκρός κι έφευγαν γρήγορα.

Η αρρώστια έδωσε την κυριότερη αφορμή για παρανομίες και σε άλλα πράματα. Γιατί, βλέποντας κανείς πως η τύχη γύριζε γρήγορα, τολμούσε εύκολα να κάνει πιο φανερά τώρα εκείνα που πρωτύτερα τα έκανε κρυφά ή δεν τα έκανε καθόλου. Πλούσιοι πέθαιναν ξαφνικά και φτωχοί, που δεν είχαν ποτέ τίποτε, τους κληρονομούσαν κι έπαιρναν αμέσως όλη τους την περιουσία.  Έτσι, οι περισσότεροι, βλέποντας πόσο εφήμερος είναι ο πλούτος και αβέβαιη η ζωή, βιάζονταν να ξοδέψουν τα χρήματά τους και να τα χαρούν. Κανένας πια δεν είχε όρεξη να κοπιάσει για κάτι που άλλοτε μπορούσε να φανεί χρήσιμο, επειδή σκεπτόταν ότι ήταν πιθανό να πεθάνει πριν το φτάσει.

 

Ο θρίαμβος του θανάτου, περ. 1562, έργο του Φλαμανδού ζωγράφου Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου (Pieter Bruegel περ. 1525-1530 – 1569). Μουσείο ντελ Πράδο, Μαδρίτη. Στη μακάβρια παράσταση ο αυτοκράτορας, ο καρδινάλιος, ένα ερωτευμένο ζευγάρι. Αριστερά, ο θάνατος απλώνει ένα δίχτυ για να πιάσει μέσα τους ανθρώπους και τους οδηγεί στα βάθη της γης.

 

Το κέρδος με οποιοδήποτε μέσον και η ευχαρίστηση της στιγμής κατάντησε να θεωρείται και ωφέλιμο και σωστό. Ούτε ο φόβος των Θεών ούτε οι νόμοι των ανθρώπων τους συγκρατούσαν  πια. Έβλεπαν ότι όλοι πέθαιναν χωρίς διάκριση, δεν είχαν πια την αίσθηση για το τί ήταν ευσέβεια και τί δεν ήταν και κανείς δεν πίστευε πως θα γλυτώσει από την αρρώστια, για να δώσει λόγο και να τιμωρηθεί για τις άδικες πράξεις του. Όλοι θεωρούσαν ότι η τιμωρία, που κρεμόταν κιόλας πάνω στο κεφάλι τους, ήταν πολύ βαρύτερη από κάθε άλλη κι έπρεπε, προτού την υποστούν, να χαρούν κάτι απ’ τη ζω.

Τέτοιες ήταν οι συμφορές που πάθαιναν οι Αθηναίοι. Μέσα στην πολιτεία πέθαιναν οι άνθρωποι κι έξω στην ύπαιθρο τα κτήματά τους καταστρέφονταν. Και μέσα στα βάσανά τους θυμήθηκαν και ένα χρησμό, που έλεγαν οι γεροντότεροι πως το τραγουδούσαν άλλοτε: «Πόλεμος θά ‘ρθει Δωρικός, και μαζί μ’ αυτόν λιμός».  Και, όπως ήταν επόμενο, πολλές συζητήσεις άναβαν. Άλλοι υποστήριζαν πως δεν έλεγε ο στίχος «λοιμό» (επιδημία), αλλά «λιμό» (πείνα). Με όσα όμως δοκίμαζαν τότε επικράτησε η γνώμη, όπως ήταν φυσικό, πως η λέξη ήταν λοιμός (αρρώστια). Γιατί οι άνθρωποι εξηγούν ανάλογα με τα παθήματά τους.

Μου φαίνεται όμως ότι, αν καμιά φορά έρθει άλλος  Δωρικός πόλεμος και τύχει να πέσει πείνα, θα τον ερμηνεύουν όπως θα ταιριάζει στην περίσταση, δηλαδή όπως τους βολεύει.

Θυμήθηκαν ακόμα και ένα χρησμό που δόθηκε στους Λακεδαιμονίους, όταν ρώτησαν το θεό αν πρέπει να κηρύξουν πόλεμο και τους προφήτεψε πως, αν πολεμήσουν μ’ όλη τους τη δύναμη θα νικήσουν, και ότι ο ίδιος θα τους βοηθήσει. Γι᾽ αυτό και θεωρούσαν ότι τα όσα συνέβαιναν είχαν σχέση με τον χρησμό, γιατί η επιδημία άρχισε μόλις είχαν κάνει εισβολή οι Πελοποννήσιοι.

Η αρρώστια ήταν βαριά στην Αθήνα και σ’ άλλα μέρη με σχετικά πυκνότερο πληθυσμό. Στην Πελοπόννησο δεν έπεσε, εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, που δεν αξίζει τον κόπο να τις αναφέρει κανείς.  Αυτά λοιπόν ήταν όσα έγιναν με την αρρώστια».

 

Η αιτία που προκάλεσε τον λοιμό της Αθήνας αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ιστορίας της ιατρικής. Στα χρόνια που πέρασαν οι μελετητές ανέπτυξαν αρκετές θεωρίες και ταύτισαν τον λοιμό με δεκάδες σύγχρονες ασθένειες, όπως χολέρα, ελονοσία, ευλογιά, τύφο, βουβωνική πανώλη, Ιλαρά, σύνδρομο τοξικού shock, ασθένεια του άνθρακα, αιμορραγικός πυρετός (Έμπολα), μηνιγγίτιδα, κακοήθη οστρακιά κ.α., χωρίς όμως να καταφέρουν να καταλήξουν σε ασφαλή συμπεράσματα για την αιτία που προκάλεσε τον λοιμό της Αθήνας. Σήμερα είναι λογικό να συσχετίζει κανείς το λοιμό της Αθήνας με την πανδημία του κορονοϊού, που ταλαιπωρεί τις περισσότερες χώρες του πλανήτη μας, επειδή και ο λοιμός εκείνος είχε τα χαρακτηριστικά πανδημίας, αφού κατά τον Θουκυδίδη, ξεκίνησε  από την Αιθιοπία, μεταδόθηκε στην Αίγυπτο, στη Λιβύη και σε πολλά μέρη της Περσίας, δηλαδή απλώθηκε σε όλο τον τότε γνωστό κόσμο.

Αν και η ακρίβεια και η αξιοπιστία Θουκυδίδη δεν αμφισβητούνται, η κλινική εικόνα της περιγραφής του λοιμού δεν ταιριάζει σε καμία από τις σύγχρονες μορφές λοιμώξεων. Άλλωστε ο ίδιος ο Θουκυδίδης δεν διέθετε εξειδικευμένες γνώσεις ιατρικής, ώστε να δώσει έμφαση σε ορισμένα σημεία και συμπτώματα της νόσου, που να αποτελούν παθολογικά χαρακτηριστικά για συγκεκριμένες παθήσεις. Τόνισε απλώς τα στοιχεία που τον εντυπωσίασαν περισσότερο, ίσως σε βάρος άλλων. Εξ άλλου η ίδια νόσος είναι δυνατόν να μην εκδηλώνεται με τον ίδιο τρόπο σήμερα όπως στην αρχαιότητα.

Σίγουρα ο λοιμός του 5ου αιώνα π.Χ. δεν έχει σχέση με τη σημερινή πανδημία. Ο πολιτισμός δεν είχε βρει τον τρόπο να αναγνωρίζει μικρόβια και ιούς, όργανα δεν υπήρχαν εκτός από την παρατήρηση διά γυμνού οφθαλμού και η σημερινή τεχνολογία της ιατρικής ήταν αδιανόητη.

Και στο σημείο αυτό εμφανίζεται το ενδιαφέρον. Ενώ τα εργαλεία της Ιατρικής το 2020 απέχουν έτη φωτός απ’ αυτά του 5ου αιώνα π. Χ., η μέθοδος αναχαίτισης του εχθρού δεν αλλάζει. Η επιστήμη έχει χαρτογραφήσει τον ανθρώπινο οργανισμό, έχει υποσχεθεί την αθανασία με την τεχνητή νοημοσύνη, όμως όταν βρίσκεται αντιμέτωπη με έναν εχθρό σαν τον κορονοϊό, καταφεύγει στα σχέδια αμύνης που είχαν εκπονήσει οι πρόγονοι των σημερινών επιστημόνων χιλιάδες χρόνια πίσω. Αποφύγετε τους συνωστισμούς και τις συναθροίσεις.

Αποφύγετε την κοινωνική συναναστροφή, η οποία, ενώ είναι προϋπόθεση επιβίωσης του καθενός μας, σ’ αυτές τις περιπτώσεις μεταμορφώνεται σε απειλή. Αποφυγή του συνωστισμού εντός των τειχών τον 5ο αιώνα, αποφυγή συνωστισμών το 2020. Και όλα αυτά από την αδυναμία του ανθρώπου, όσο ισχυρός κι αν νομίζει ότι είναι, να αντιμετωπίσει κάτι που έρχεται έξω από αυτόν, μια καταστροφή που δεν κάνει διακρίσεις σε φύλλο, ηλικία, θρήσκευμα, οικονομικό και κοινωνικό status.

Το δίδαγμα που βγαίνει από τη σύγκριση της μικροβιακής επίθεσης τότε και σήμερα δείχνει ότι ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει όλες τις λοιμώδεις νόσους και τους ιούς που μεταλλάσσονται εδώ και εκατομμύρια χρόνια, ως πρώτοι κάτοικοι του πλανήτη χωρίς να παίρνουν την άδειά μας. Ο παντοδύναμος πολιτισμός μας, η εκπληκτικά εξελιγμένη τεχνολογίας μας τρέμει μπροστά σ’ έναν ιό, ο οποίος, όπως όλοι οι ιοί, θα εξουδετερωθεί μόλις τα εργαστήρια παράγουν το εμβόλιό του. Είναι βέβαιο ότι κάποια στιγμή θα βρεθεί το εμβόλιο. Όλη η ανθρώπινη ευφυΐα και γνώση πολεμάει την πανδημία! Μυριάδες εργαστήρια, αναρίθμητοι επιστήμονες, μαζί και η τεχνητή νοημοσύνη, συνδυάζουν απειράριθμα στοιχεία για να τον τσακίσουν. Είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα τα καταφέρουν στην επόμενη στροφή του δρόμου! Ως τότε όμως οι άνθρωποι και οι «θεωρίες συνωμοσίας» δεν αλλάζουν.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας 

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

«[…] να νομίζωμεν εμαυτούς απηλπισμένους, χωρίς να βλέπωμεν διόρθωσιν τινά προς οικονομίαν». Φόβος για την αναπότρεπτη εξέγερση, Φεβρουάριος 1821 – Βαγγέλης Σαράφης στο: «Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια»,  Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.


 

Τον Φεβρουάριο του 1821 όλα έμοιαζαν έτοιμα για την εξέγερση. Ο «υπόκωφος ήχος της επανάστασης» δυνάμωνε και η έκρηξή της δεν θα αργούσε·[1] «η Πελοπόννησος όλη υπόκωφα εσείετο», θα γράψει αργότερα στα απομνημονεύματά του ο Φωτάκος.[2] Μέσα σε αυτό το κλίμα οι προσδοκίες των ανθρώπων καλλιεργούνταν· «ό,τι άκουαν οι Έλληνες περί της ελευθερίας το επίστευαν και εφαρμόσθη η κοινή παροιμία να μου λέγης ό,τι αγαπώ και το πιστεύω».[3] Παράλληλα, όμως, αυτή η αίσθηση του αναπότρεπτου ενίσχυε και το αίσθημα φόβου σε όσους αμφισβητούσαν την επιτυχία του εγχειρήματος.[4]

Με το παρόν άρθρο θα επιχειρηθεί να εντοπιστεί, μέσα από μία περίπτωση, το αίσθημα φόβου, να συνδεθεί με τα αίτια που το γεννούσαν και, κυρίως, να συσχετισθεί με τη δράση των υποκειμένων· να ειδωθεί δηλαδή σε σχέση με τους σχεδιασμούς, τις επιλογές και τις πράξεις συγκεκριμένων ανθρώπων μέσα σε αυτή την ταραγμένη περίοδο. Βάση της μελέτης αποτελεί μία επιστολή, που βρίσκεται στο αρχείο της οικογένειας των ισχυρών προεστών του Άργους, Περούκα, το οποίο απόκειται στο Αρχείο Ιστορικών Εγγράφων της Ιστορικής Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος.[5] Η επιστολή αυτή – ανυπόγραφη, αχρονολόγητη και κρυπτογραφική – εντοπίστηκε, αποκρυπτογραφήθηκε και εκδόθηκε στο περιοδικό Πελοποννησιακά (1986) από τον ιστορικό Αθανάσιο Φωτόπουλο.[6]

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Πριν προχωρήσουμε στο περιεχόμενο της επιστολής, θα επιχειρήσουμε να προσδιορίσουμε τον χρόνο σύνταξής της και κυρίως τον συντάκτη και τον παραλήπτη. Στη σχολιασμένη έκδοσή της έχει υποστηριχθεί πως έχει συνταχθεί στα μέσα Φεβρουαρίου του 1821, λίγο πριν από την πρόσκληση που απηύθυνε ο οθωμανός καϊμακάμης προς τους χριστιανούς προεστούς και αρχιερείς της Πελοποννήσου να συγκεντρωθούν στην Τριπολιτσά.[7] Ενδεχομένως θα πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την ημερομηνία σύνταξής της λίγες ημέρες αργότερα, μετά από την κοινοποίηση της πρόσκλησης· «Τι λοιπόν να κάμωσιν και αυτοί δεν ηξεύρουσι· σημείον αυτό προφανές ότι είναι ζαλισμένοι και πάσχουσι με διαφόρους τρόπους να βάλωσι τους προεστώτας εις Τριπολιτζάν». Η παραπάνω φράση υποδηλώνει τη γνώση από τον συντάκτη της πρόσκλησης, ενώ γνώριζε και τις προηγούμενες διαβουλεύσεις των Οθωμανών.[8] Το αίσθημα φόβου εύλογα θα είχε ενταθεί μπροστά στην κινητοποίηση της οθωμανικής διοίκησης.

Όσον αφορά στον αποδέκτη της επιστολής, ο εκδότης της έχει σωστά υποστηρίξει πως ήταν ο Δημήτριος Περούκας, καθώς ο τόπος αποστολής ήταν η Κωνσταντινούπολη. Ο Δημήτριος Περούκας ήταν απεσταλμένος στην Κωνσταντινούπολη ως βεκίλης του βιλαετιού Άργους από το 1812 κ.ε.[9] Στις αρχές του 1821 διέφυγε από την Κωνσταντινούπολη,[10] ένα χρόνο περίπου αργότερα βρισκόταν στην Πίζα,[11] ενώ το 1824 τον εντοπίζουμε στη Ζάκυνθο, από όπου μετέβη στην Κέρκυρα και από εκεί στην Αγκώνα και τη Γενεύη.[12] Στην επαναστατημένη Πελοπόννησο, στην πόλη του Άργους, επέστρεψε στα 1826.[13] Έκτοτε φύλασσε εκεί το οικογενειακό αρχείο – μαζί με το προσωπικό του – έως τα 1851, οπότε και δολοφονήθηκε στην πατρική του οικία.[14]

Σχετικά με τον αποστολέα της επιστολής δεν μπορούμε παρά μόνο να διατυπώσουμε εικασίες. Χωρία της επιστολής υποδεικνύουν κάποια χαρακτηριστικά του συντάκτη – «Κατά τας 25 Δεκεμβρίου σας έγραφον εκτεταμένως μέσον Άργους – κατά τας 11 Ιανουάριου κατ’ ευθείαν απ’ εδώ […] κατά τας 12 ιδίου μέσον Τριπολιτσάς […] έλειπον εις Βοστίτζαν […] απέρασεν [ο Παπαφλέσσας] εις Άργος, Κόρινθον και ήλθεν εις Καλάβρυτα». Ο συντάκτης, λοιπόν, φαίνεται να είχε συχνή επικοινωνία με τον Δημήτριο Περούκα, ενώ ταυτόχρονα μετακινείτο μεταξύ Άργους, Τριπολιτσάς, Καλαβρύτων και Βοστίτσας. Άτομα που συγκέντρωναν τέτοια χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να είναι πρόσωπα του στενού οικογενειακού κύκλου, όπως ο προεστός Κερπινής, Δημητράκης Ζαΐμης, γαμβρός και συνεργάτης των αδελφών Περούκα[15] ή ο Χαραλάμπης Περούκας, ο νεότερος από την τελευταία γενιά της οικογένειας,[16] ο οποίος κατοικούσε μόνιμα στην Πάτρα από το 1816, όπου είχε ιδρύσει εμπορικό πρακτορείο, ενώ παράλληλα διηύθυνε και εμπορικό κατάστημα στο Άργος, αναλαμβάνοντας πιθανότατα τη λειτουργία του πατρικού καταστήματος.[17] Επίσης, φαίνεται πως είχε οικονομικές δοσοληψίες στη Βοστίτσα.[18]

Μία φράση της επιστολής περιπλέκει κάπως τον προσδιορισμό του προσώπου του συντάκτη· «Εγώ απεσταλμένος διά να εξακολουθήσω τας διαταγάς σας […] και αγκαλά διότι βλέπων το ανοικονόμητον του Άργους απερνώ εις τα εκείσε διά να βαστάξω την αλληλογραφίαν των Υδροπετζιωτών». Είναι πιθανό ο συντάκτης της επιστολής να ήταν κάποιος έμπιστος γραμματικός. Σε κάθε περίπτωση πάντως, ο αποστολέας εντοπίζεται στον στενό κύκλο της οικογένειας.

Η επιστολή αποτελεί ένα είδος έγγραφης αναφοράς – ενημέρωσης του βεκίλη Δημητρίου Περούκα. Ο συντάκτης της είναι γνώστης των πολιτικών πραγμάτων στην Πελοπόννησο, καθώς και όσων συνέβαιναν στην Ήπειρο. Αναφέρεται στην άφιξη του αρχιμανδρίτη Γρηγορίου Δικαίου στην Πελοπόννησο, παραθέτει το δρομολόγιό του έως τη Βοστίτσα (Σπέτσες – Άργος – Κόρινθος – Καλάβρυτα), γνωρίζει όσα συνέβησαν στη συνέλευση της Βοστίτσας και μας πληροφορεί για τις προσπάθειες ορισμένων προεστών να προχωρήσουν σε στρατολόγηση ανδρών. Ακόμη πληροφορεί τον Περούκα για τα σχέδια αποχώρησης κάποιων προεστών και αρχιερέων από την Πελοπόννησο, όταν θα ξέσπαγε η εξέγερση. Κυρίως, όμως, αποδίδει, σε ορισμένα σημεία αρκετά γλαφυρά, το κλίμα έντασης που επικρατούσε ένα μήνα πριν από την Επανάσταση.

Ας δούμε τα σημεία ένα- ένα. Κατ’ αρχήν ας σημειωθεί ότι γνώριζε αρκετά σχετικά με τη συνέλευση. Αναφέρεται στα πρόσωπα που συμμετείχαν: ο Παλαιών Πατρών, ο Χριστιανουπόλεως και Κερνίτζης, ο Σωτήριος Χαραλάμπης, ο Ασημάκης Ζαΐμης και οι λοιποί Καλαβρυτινοί προεστοί.[19] Η γνώση αυτή μπορεί να μας υποψιάσει πως και ο ίδιος ανήκε στη Φιλική Εταιρεία· ενισχύεται έτσι η υπόθεση πως συντάκτης ήταν ο Δημητράκης Ζαΐμης ή ο Χαραλάμπης Περούκας, μέλη κι οι δύο της εταιρείας.[20] Γνωρίζει ακόμη για τις αμφιβολίες που εκφράστηκαν σχετικά με τη δυνατότητα των Πελοποννησίων να προσχωρήσουν στην επανάσταση, καθώς επίσης και για το συμπέρασμα της συνέλευσης· «απεδείχθησαν πραγματικαί αι αδυναμίαι του Μορέως και είδον προφανέστατα το σφάλμα το οποίον έκαμον [τη στρατολόγηση], αλλά παρακαίρως…».[21]

Δεν παραλείπει να σχολιάσει τη δράση του Γρηγόριου Δικαίου και ορισμένων προεστών, οι οποίοι κατά τη γνώμη του δρούσαν επιπόλαια και βιαστικά· «ο κυρ- Ανδρέας Ζαΐμης και Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, αφού έλαβον ειδήσεις μερικάς από αυτόν [τον Δικαίο], χωρίς να κρίνωσι τα πράγματα είτε αλόγω φιλοτιμία παρακινηθέντες, δεν περιέμενον να ακούσωσι τας γνώμας των μεγαλυτέρων, αλλά απέστειλον εις όλα τα μέρη του Μορέως ζητούντες να καταγράφωσι ανθρώπους κοινοποιούντες το μυστήριον και φιλοτιμηθέντες όποιος να κάμη περισσοτέρους» και «αυτοί από το μέρος των Καλαβρύτων, ο Λόντος από την Βοστίτζαν και ο Κανέλλος από την Καρύταιναν, ακρίτως εναγκαλισθέντες τας διαταγάς Δικαίου, εκίνησαν την στρατολογίαν, ήτις έφερε αυτών την ήδη διατρέχουσαν κατάστασιν ενταύθα». Το μένος του, όμως, κατευθύνεται κυρίως στον Δικαίο, καθώς θεωρείται ο κύριος υπαίτιος γι’ αυτήν την κατάσταση· «Και ανάθεμα τον Δικαίον οπoύ ήλθεν ενταύθα, διότι εκείνου ελλείποντος τα πράγματα ήθελε οικονομηθώσι κάλλιστα».

Πέρα από τα ανωτέρω, μέσα από δύο χωρία αποδίδεται το γενικότερο κλίμα στην Πελοπόννησο στις αρχές του 1821· «Τι το όφελος όμως αδελφέ, οπού η στρατολογία την οποίαν εζήτησαν να κάμωσι οι προρρηθέντες εκίνησε τα πνεύματα των μικρών εις την αποστασίαν και δεν μένει ελπίς να ησυχάσωμεν· μάλιστα οπού τώρα έπεσον όλα εις ακοάς των Τούρκων και έλαβον υπονοίας μεγάλας […] Το κακόν όμως είναι προπαντός οπού τα μικρά παιδία φωνάζουσι εις τα σοκάκια την αποστασίαν και πλέον οι Τούρκοι επήραν μέτρα».

Η περιγραφή είναι σαφής: το μυστικό είχε σχεδόν αποκαλυφθεί· η εξέγερση ή η προληπτική αντίδραση της οθωμανικής διοίκησης εμφανίζονταν αναπότρεπτες πια. Το αναπότρεπτο δημιουργεί ένα αίσθημα φόβου στον επιστολογράφο ή, για να μείνουμε κοντά στα γραφόμενά του, τον οδηγεί σε απελπισία· «και δεν μένει ελπίς να ησυχάσωμεν […] Αυταί λοιπόν αι υπόνοιαι αναγκάζουσι ημάς να νομίζωμεν εμαυτούς απηλπισμένους, χωρίς να βλέπωμεν διόρθωσιν τινά προς οικονομίαν […] καθώς τα πράγματα κατήντησαν είναι αδύνατον διά να ελπίσωμεν ζωήν».

Μπροστά στις αναπότρεπτες εξελίξεις ο επιστολογράφος περιγράφει ένα σχέδιο σωτηρίας. Αρχικά περιλάμβανε την αποχώρηση των προεστών και των αρχιερέων από την Πελοπόννησο και τη μετάβασή τους στην Ύδρα ή στις Σπέτσες. Ύστερα θα έστελναν αναφορές στον σουλτάνο, παρουσιάζοντας την κακή κατάσταση των ραγιάδων της Πελοποννήσου, ενώ ταυτόχρονα θα αιτούνταν άδεια να κατοικήσουν σε συγκεκριμένο τόπο, τον οποίο εκείνος θα τους υποδείκνυε και, όταν τα πράγματα θα ήταν έτοιμα, θα προωθούσαν την εξέγερση. Το σχέδιο αυτό μας είναι γνωστό κι ο ίδιος ο συντάκτης το αποδίδει στον Παλαιών Πατρών Γερμανό.[22]

Στη συνέχεια θα επιχειρηθεί να συσχετισθεί το ρητό αίσθημα φόβου με τη δράση της οικογένειας Περούκα κατά τους πρώτους επαναστατικούς μήνες. Πριν, ωστόσο, θα αναφερθώ σε ένα μικρό επεισόδιο, που χρονολογείται τον Δεκέμβριο του 1820, το οποίο, κατά τη γνώμη μου, έχει κάποια σημασία, καθώς αναδεικνύει τη γενικότερη στάση των Περούκα αυτήν την περίοδο. Αμέσως μετά την άφιξή του στην Πελοπόννησο, ο Δικαίος είχε συνάντηση με μέλη της Φιλικής Εταιρείας στο Άργος, τον προεστό Ιωάννη Περούκα και τον επίσκοπο Ναυπλίας και Άργους Γρηγόριο. Η συνάντηση έγινε σε πολύ άσχημο κλίμα και ο Δικαίος αναχώρησε από το Άργος· «αμυδρώς πως εννόησεν επιβουλήν ομιλών μετά των αδερφών Περουκαίων», σχολίαζε αργότερα ο Φωτάκος στη βιογραφία του Παπαφλέσσα.[23]

Ας μεταφερθούμε στον Μάρτιο του 1821. Ο τρόπος με τον οποίο εξερράγη η επανάσταση στην πόλη του Άργους, καθώς και τα όσα συνέβησαν τους πρώτους μήνες στην περιοχή, επιβεβαιώνουν τη μη ενεργό συμμετοχή της οικογένειας στην επαναστατική προπαρασκευή. Μολονότι τον Μάρτιο του 1821 στην Πελοπόννησο υπήρχε ένας επαναστατικός μηχανισμός σε ετοιμότητα, ο οποίος εκτός των άλλων μαρτυρείται και από τη σχεδόν ταυτόχρονη έκρηξη της επανάστασης σε πολλά σημεία,[24] η έκρηξη της εξέγερσης στο Άργος περιγράφεται μάλλον ως τυχαία. Με βάση ανώνυμη μαρτυρία πληροφορούμαστε ότι στις 23 Μαρτίου ακούστηκαν πυροβολισμοί στην αγορά του Άργους, οι οποίοι είχαν ριφθεί από κάποιον μεθυσμένο Οθωμανό. Αυτό το τυχαίο γεγονός ήταν αρκετό για να τρομοκρατήσει τους Οθωμανούς της πόλης και να αποσυρθούν στο κάστρο του Ναυπλίου. Όταν στις 27 Μαρτίου επέστρεφαν, για να μεταφέρουν τις οικογένειες των χριστιανών προεστών στο Ναύπλιο με πρόσχημα την ασφάλειά τους, αντιμετώπισαν ένοπλους στη Δαλαμανάρα.[25] Παρά τον ανεκδοτολογικό χαρακτήρα της μαρτυρίας, αναδεικνύεται η αναντιστοιχία με την ετοιμότητα για εξέγερση, όπως αυτή παρατηρείται σε άλλες περιοχές.

Σταματέλος Αντωνόπουλος με τη χαρακτηριστική ενδυμασία των προυχόντων. Φοράει τζουμπέ και στο κεφάλι σφαιροειδές κάλυμμα.

Όταν ξέσπασε η επανάσταση, ο Ιωάννης Περούκας βρισκόταν στην Τριπολιτσά συμμορφούμενος με την πρόσκληση του καϊμακάμη. Στη θέση του προεστού τον υποκαθιστούσε ο γηραιός πατέρας του και πρώην προεστός Νικόλαος.[26] Η στάση του Νικόλαου και του συμπέθερού του, Θεοδωράκη Βλάση,[27] κατά τις πρώτες ημέρες της Επανάστασης, έδωσε τη δυνατότητα σε τοπικούς αντίπαλους της οικογένειας να την υπονομεύσουν. Ηγετικές φυσιογνωμίες αναδείχθηκαν οι Σταματέλος Αντωνόπουλος,[28] Νικόλαος Σπηλιωτόπουλος και Αθ. Καϋμένος ή Ασημακόπουλος. Τις πρώτες εβδομάδες της Επανάστασης συγκροτήθηκαν σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου οιονεί διοικητικά όργανα με στόχο την αντιμετώπιση της νέας πραγματικότητας, την εξυπηρέτηση αναγκών που το καθεστώς πολέμου επέβαλλε: τον εφοδιασμό, τη στρατολόγηση, το συντονισμό δράσης, τη διεύθυνση των ενόπλων.[29]

 Στο Άργος συγκροτήθηκαν δύο τέτοια, ανταγωνιστικά μεταξύ τους, διοικητικά όργανα. Οι αντίπαλοι των Περούκα ίδρυσαν το «κονσολάτο του Άργους» με στόχο να αναλάβουν τη διεύθυνση των επαναστατών· ήταν εξάλλου εκείνοι που οδήγησαν τους πρώτους ενόπλους στη θέση Δαλαμανάρα στις 27 Μαρτίου. Οι Περούκας και Βλάσης, σε μία προσπάθεια να αντιδράσουν, ίδρυσαν την «καγκελαρία του Άργους».[30] Παράλληλα, προσπάθησαν να καλέσουν ενόπλους από χωριά της περιοχής των Καλαβρύτων,[31] για να αντιμετωπίσουν το κονσολάτο. Η οικογένεια, ωστόσο, απομακρύνθηκε από την πόλη μετά τις κατηγορίες των μελών του κονσολάτου για προδοτική στάση.[32] Η οικογένεια Περούκα, τελικά, κατόρθωσε να επανακάμψει τον Ιούνιο του 1821, όταν ο Χαραλάμπης διορίστηκε τοπικός έφορος από την Πελοποννησιακή Γερουσία με την υποστήριξη των Σπετσιωτών προεστών.[33]

Η στάση των Περούκα – Βλάση έχει ήδη επιχειρηθεί να ερμηνευθεί από τον Φωτάκο: πίστευαν πως η Επανάσταση δεν θα ευδοκιμούσε.[34] Η πεποίθηση αυτή ένα μήνα πριν από την έκρηξη διατυπώνεται στην επιστολή, εξηγώντας την απελπισία του συντάκτη: «Το να κινηθώμεν, βλέπομεν την αδυναμίαν μας, οπού ούτε κανένα τουφέκι δεν έχομεν».

Τι είναι, όμως, αυτό που διαμορφώνει αυτήν την πεποίθηση και προκαλεί τον συνακόλουθο φόβο στους αδελφούς Περούκα; Τι είναι εκείνο που πραγματικά φοβούνται; Στο σημείο αυτό θα διατυπώσω μία υπόθεση προς διερεύνηση. Γνωρίζουμε ήδη πως οι Περούκα είχαν αποκτήσει ισχύ μετά την εκτέλεση του Ιωάννη Δεληγιάννη (1816), όταν το πλήγμα στην ηγετική αυτή οικογένεια έδωσε τη δυνατότητα να αναμορφωθούν οι συμμαχίες μεταξύ των προεστών. Μία τέτοια συμμαχία ήταν των Περούκα – Χαραλάμπη – Φωτήλα, στην οποία φαίνεται να πρόσκειντο και οι Ανδρέας Νοταράς και Παναγιώτης Κρεββατάς.[35]

Υπό διερεύνηση μένει το πότε και εάν διερράγη η συμμαχία μεταξύ των Περούκα και των Χαραλάμπη – · πάντως η αναφορά στην επιστολή στους Καλαβρυτινούς προεστούς ως ενιαία ομάδα («Αυτοί από το μέρος των Καλαβρύτων…») υποδεικνύει πως πρέπει να ερευνηθεί αυτό το ενδεχόμενο.[36]

Η ισχυροποίηση της οικογένειας μετά το 1816 προϋπέθετε στενότερη σύνδεση με τους οθωμανούς αγιάνηδες.[37] Πράγματι οι Περούκα είχαν ενταχθεί στο δίκτυο του πανίσχυρου Κιαμήλ μπέη, ένα δίκτυο συγκροτημένο στη βάση του συστήματος υπάλληλων εκμισθώσεων των φορολογικών προσόδων (iltizam).[38] Ας σημειωθεί εδώ πως από την επεξεργασία των χρεωστικών ομολογιών του βιλαετιού Άργους έχουν αναδειχθεί οι σχέσεις συνεργασίας με τον Αλή μπέη του Άργους, στενό και ισχυρό φίλο του Κιαμήλ μπέη, και με τον υιό του Νουμάν μπέη, αλλά και με συγγενείς του Κιαμήλ: τους Ζουλφικάρ μπέη, Ιζέτ μπέη και Ισούφ μπέη.[39] Οι Οθωμανοί αυτοί παρείχαν πιστώσεις στο «κοινό» του βιλαετιού Άργους, και, παράλληλα, οι αδελφοί Περούκα υπεκμίσθωναν τις φορολογικές προσόδους και δάνειζαν τα λοιπά χωριά του βιλαετιού. Η οικονομική αυτή σχέση εμφανίζεται και στο πολιτικό πεδίο. Ο Κιαμήλ μπέης στα 1818 είχε στείλει απεσταλμένο στην Υψηλή Πύλη με σκοπό την απομάκρυνση των υιών Δεληγιάννη από την Κωνσταντινούπολη. Τελικώς, επετεύχθη η ανάκληση των δύο εκ των τριών ύστερα από τη συνεργασία με τους Δημήτριο Περούκα και Θάνο Κανακάρη.[40]

Η θέση τους μέσα στο δίκτυο έως ένα βαθμό εξηγεί την πεποίθηση για την αποτυχία και κυρίως τον φόβο τους μπροστά σε αυτό που έβλεπαν να έρχεται. Η ισχυρή τους θέση βρισκόταν σε εξάρτηση με την ισχύ του δικτύου του Κιαμήλ. Η ενδεχόμενη ανατροπή του θα αμφισβητούσε τη δυνατότητα επιρροής τους. Ακόμη κι αν αποτύγχανε η εξέγερση, η θέση τους στο δίκτυο του Κιαμήλ θα ετίθετο πάλι σε αμφισβήτηση.[41] Η εμπειρία των Ορλωφικών και της καταστροφής πολλών οικογενειών προεστών δεν ήταν μακρινή.[42] Γι’ αυτό τον λόγο προέκριναν ως λύση τη φυγή· έτσι οι ίδιοι θα εμφανίζονταν πιστοί στην οθωμανική εξουσία και μετά την κατάπνιξη της εξέγερσης, την οποία θεωρούσαν βέβαιη, θα μπορούσαν να διεκδικήσουν ξανά τη θέση τους.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η γνωστή φράση του Victor Hugo, που έχει χρησιμοποιηθεί επιλογικά από τον Eric J. Hobsbawm, αποδίδει ικανοποιητικά το κλίμα στην Πελοπόννησο την τελευταία προεπαναστατική περίοδο, Eric J. Hobsbawm, Η Εποχή των Επαναστάσεων, 1789-1848, μτφρ. Μαριέττα Οικονομοπούλου, Αθήνα, Μ.Ι.Ε.Τ., 62008, σ. 431· μία γλαφυρή και, νομίζω, αξιόπιστη περιγραφή αυτού του κλίματος βλ. στο Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1858, σ. 7-13.

[2] Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1858, σ. 7.

[3] Στο ίδιο, σ. 9.

[4] Ο Φωτάκος πάλι: «Παντού έβλεπες κίνησιν και συνάμα φόβον και χαράν διά το άρχισμα της επαναστάσεως», στο ίδιο, σ. 14.

[5] Το Αρχείο Περούκα δυστυχώς είναι μερικώς ταξινομημένο και καταλογογραφημένο, βλ. σχετικές με το αρχείο πληροφορίες στο Ηλ. Γιαννικόπουλος, «Το Αρχείο Περρούκα του Άργους», Πρακτικά του Γ΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιο 18-20 Φεβρουαρίου 2005), Αθήνα, 2006, σ. 333-350· βλ. ακόμη Ευτυχία Λιάτα, Αργεία γη: Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου-αρχές 19ου αι.), Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, 2003, σ. 69-70.

[6] Για τις ανάγκες του παρόντος κειμένου χρησιμοποιήθηκε η έκδοση της αποκρυπτογραφημένης επιστολής χωρίς αντιπαραβολή με το κρυπτογραφικό πρωτότυπο, βλ.  Αθ. Θ. Φωτόπουλος, «Τα πολιτικά της Πελοποννήσου στις παραμονές του Αγώνα: (ανέκδοτη επιστολή του Αρχείου Περούκα)», Πελοποννησιακά 16 (1985-1986), σ. 579-589· για τις κρυπτογραφικές επιστολές του αρχείου της οικογένειας βλ. ακόμη Αναστασία Κυρκίνη- Κούτουλα, Η Οθωμανική διοίκηση στην Ελλάδα: Η περίπτωση της Πελοποννήσου, (1715-1821), Αθήνα, Αρσενίδης, 1996, σ. 213.

[7] Η πρόσκληση προς τους χριστιανούς προεστούς εστάλη γύρω στα μέσα του Φεβρουαρίου, βλ. Διον. Α. Κόκκινος, Η Ελληνική Επανάστασις, τ. 1, Αθήνα, Μέλισσα, 51967, σ. 172· Απ. Ε. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Η μεγάλη Ελληνική Επανάσταση (1821- 1829), τ. 5, Θεσσαλονίκη, χ.ε., 1980, σ. 326· βλ. τη μαρτυρία του απομνημονευματογράφου Φωτάκου στο Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1858, σ. 14· πρβλ. τη μαρτυρία του Κανέλλου Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα, στη σειρά Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Απομνημονεύματα Αγωνιστών του ’21, τ. 16, Αθήνα, Γ. Τσουκαλάς, 1957, σ. 117-118.

[8] «Προ ημερών οι εν Τριπολιτζά έκαμον διαφόρους συνελεύσεις», Φωτόπουλος, «Πολιτικά της Πελοποννήσου», σ. 585.

[9] Αθ. Θ. Φωτόπουλος, Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη Δεύτερη Τουρκοκρατία (1715-1821), Αθήνα, Ηρόδοτος, 2005, σ. 73. Πληροφορίες σχετικά με τον Δημήτριο Περούκα βλ. στο Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335· βλ. και Λιάτα, Αργεία γη, σ. 54.

[10] Οι Δημήτριος Περούκας και Θάνος Κανακάρης για κάποιο διάστημα κρύβονταν μέχρι την τελική διαφυγή τους από την οθωμανική πρωτεύουσα, Δεληγιάννης, Απομνημονεύματα, σ. 134· έπειτα φαίνεται πως μετέβησαν στην Πελοπόννησο, βλ. ειδικότερα για τον Θάνο Κανακάρη στο Αναστ. Ν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, τ. 6, Αθήνα 1874, σ. 315· βλ. και την υπ’ αριθ. 1821/40 επιστολή του Φωκιανού προς τον Εμμανουήλ Ξάνθο (14 Μαΐου 1821 από Ισμαήλιο), όπου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «του Μωραίως το πάρσιμον από τους εδικούς μας εστάθη άμα όπου έφθασεν εκεί ο Περούκας και κάποιος άλλος Θάνος» στο Αρχείο Εμμανουήλ Ξάνθου, τ. 3, Αθήνα, ΙΕΕΕ, 2002, σ. 228, αν και η πληροφορία δεν είναι απόλυτα αξιόπιστη, καθώς είναι έμμεση: ο Φωκιανός φαίνεται πως έλαβε τη σχετική πληροφόρηση από κάποιον Νάζο, ο οποίος έφτασε στο Ισμαήλιο από την Κωνσταντινούπολη την 1η Μαΐου.

[11] Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιγνάτιος μητροπολίτης Ουγγροβλαχίας (1766-1828), τ. 4, τχ. 2: Αλληλογραφία, Πολιτικά Υπομνήματα, Λόγοι, Σημειώματα περί Ιγνατίου, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1961, σ. 141· Εμμ. Πρωτοψάλτης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου: έγγραφα των ετών 1803-1822, τ. 5, τχ. 1, Αθήνα, Ακαδημία Αθηνών, 1963, σ. 134.

[12] Για την εμπλοκή του Δημητρίου Περούκα στην υπόθεση του πρώτου εθνικού δανείου και τη δράση του σε πόλεις εκτός της επαναστατημένης χώρας, βλ. Αναστ. Δ. Λιγνάδης, «Το πρώτον δάνειον της Ανεξαρτησίας», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 1970, σ. 29-30 και σ. 243-246· βλ. και Δέσποινα Κατηφόρη, «Η Επανάσταση κατά το 1824: Τα πολιτικά γεγονότα ως τον Ιούνιο», στο Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 326, όπου τονίζεται η σχέση του με το κόμμα του Κολοκοτρώνη.

[13] Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335· η πληροφορία όμως δεν τεκμηριώνεται. Βλ. και Αμβρ. Φραντζής, Η επιτομή της ιστορίας της αναγεννημένης Ελλάδος: Αρχομένη από του έτους 1715 και λήγουσα το 1837, Αθήνα 1839, σ. 107, όπου αναφέρει πως ο Δημ. Περούκας βρισκόταν σε ευρωπαϊκές χώρες έως τα 1828· ο Λιγνάδης αναφέρει πως ο Περούκας το 1823 βρισκόταν στην Πελοπόννησο, Λιγνάδης, «Το πρώτον δάνειον της Ανεξαρτησίας», σ. 106.

[14] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη: ιστορική μελέτη, Τρίπολη, χ.ε., 1913, σ. 259.

[15] Ο Δημητράκης Ζαΐμης είχε νυμφευτεί την Ευδοκία Περούκα, Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 152.

[16] Από την τριάδα των υιών του Νικολή Περούκα – Ιωάννη, Δημητρίου και Χαραλάμπη- γνωρίζουμε την ακριβή ηλικία μόνο του Χαραλάμπη, καθώς αυτή αναγράφεται στον κατάλογο των μελών της Φιλικής Εταιρείας: στα 1819 ήταν 26 ετών Βαλ. Γ. Μέξας, Οι Φιλικοί: κατάλογος των μελών της Φιλικής Εταιρείας εκ του αρχείου Σέκερη, Αθήνα, χ.ε., 1937, σ. 66.

[17] Martha Pylia, «Les notables moreotes, fin du XVIIe – debut du XIXe siecle fonc- tions et comportements», αδημ. διδ. διατριβή, Lille, Atelier national de Reproduction des Theses, 2003, o. 228· Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335. Σε έγγραφο ανώνυμου συντάκτη αναφέρεται πως κατά τις ημέρες της έκρηξης της Επανάστασης λεηλατήθηκαν δύο καταστήματα στην πόλη του Άργους από τους Οθωμανούς, από τα οποία το ένα ανήκε στον Χαραλάμπη Περούκα, βλ. έγγρ. υπ’ αριθ. 559 στο Τάσος Γριτσόπουλος και Κ. Λ. Κοτσώνης (επιμ.), «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον (1791-1878)», Πελοποννησιακά 20 (1993- 1994), σ. 473· το ίδιο έγγραφο είχε δημοσιευτεί αυτοτελώς στις αρχές του 20ού αι., βλ. Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, «Η επανάστασις εν Άργει», Αργειακόν Ημερολόγιον 1 (1910), σ. 227-228.

[18] Στέφ. Δραγούμης (επιμ.), Ιστορικόν Αρχείον του στρατηγού Ανδρέα Λόντου (1789-1847), τ. 1: (1789-1823), Αθήνα 1914, σ. 37.

[19] Μία συστηματική προσπάθεια εξακρίβωσης όσων έλαβαν μέρος στη συνέλευση βλ. στο Τάσος Γριτσόπουλος, «Η εις Βοστίτζαν μυστική συνέλευσις των Πελοποννησίων ηγετών (26-29 Ιαν. 1821)», Μνημοσύνη 4 (1972-1974), σ. 36· ακόμη αναφέρεται μόνο από τον Ιω. Φιλήμονα πως συμμετείχε και ο Χαραλάμπης Περούκας, βλ. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ναύπλιο 1834, σ. 355, πληροφορία που πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμη, καθώς οπωσδήποτε θα αναφερόταν στην επιστολή· βλ. και Φραντζής, Επιτομή ιστορίας, τ. 1, σ. 95, όπου διαψεύδει ρητά την παρουσία του Χαραλάμπη Περούκα στη συνέλευση.

[20] Μυήθηκαν την ίδια μέρα, την 20ή Δεκεμβρίου 1819, από τον ίδιο απόστολο, τον Ιωάννη Παπαρρηγόπουλο, Μέξας, Φιλικοί, σ. 66· ας σημειωθεί εδώ πως ο παραλήπτης της επιστολής Δημήτριος Περούκας δεν ήταν μέλος της Φιλικής Εταιρείας, ενώ ο επίσης βεκίλης Θάνος Κανακάρης μυήθηκε μόλις την 5η Φεβρουαρίου 1821, δηλαδή περίπου ένα μήνα πριν την τελική διαφυγή του από την οθωμανική πρωτεύουσα και ενώ ήταν ήδη φυγάς.

[21] Βλ. ακόμη στο Γερμανός μητροπολίτης Παλαιών Πατρών, Απομνημονεύματα: επιγραφόμενα απομνημονεύματα τινά της κατά του τυράννου των Ελλήνων οπλοφορίας, και τινών πολιτικών συμβεβηκότων εν Πελοποννήσω κατά την πρώτην της διοικήσεως περίοδον, Δημ. Γρ. Καμπούρογλου (επιμ.), Αθήνα,³  1900, σ. 24, όπου καταγράφονται οι ίδιες σκέψεις για το εγχείρημα της Επανάστασης. Τις ίδιες ανησυχίες σχετικά με τις ελλείψεις σε εφόδια είχε εκφράσει και ο Ιωάννης Ορλάνδος σε συζήτησή του με τον Οθωμανό Mîr Yusuf el-Moravî (Οκτώβριος 1822), βλ. Σοφία Λαΐου, «Η Ελληνική Επανάσταση στην Πελοπόννησο σύμφωνα με την περιγραφή ενός ντόπιου οθωμανού λογίου», Πέτρ. Πιζάνιας (επιμ.), Η Ελληνική Επανάσταση του 1821: ένα ευρωπαϊκό γεγονός, Αθήνα, Κέδρος, 32009, 314.

[22] Γερμανός, Απομνημονεύματα, σ. 25· Φωτόπουλος, «Πολιτικά της Πελοποννήσου» όπου το χωρίο: «αφού λοιπόν αυτά χθες και σήμερον μετά του Δέσποτα εσκέφθημεν», ο Φωτόπουλος λανθασμένα καταλαβαίνει πως πρόκειται για συνεννοήσεις με τον μητροπολίτη Ναυπλίας και Άργους Γρηγόριο· βλ. ακόμη στο Λαΐου, «Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο», σ. 314, αντίστοιχους σχεδιασμούς των Υδραίων για διαφυγή προς ευρωπαϊκές χώρες, κατά τη μαρτυρία του Ορλάνδου.

[23] Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Βίος του παπά Φλέσα, Αθήνα 1858, σ. 13· Κόκκινος, Ελληνική Επανάστασις, τ. 1, σ. 165, όπου θεωρείται πως ο Ιωάννης Περούκας δρούσε κατόπιν συνεννόησης με τους υπόλοιπους προεστούς της Πελοποννήσου, χωρίς ωστόσο τεκμηρίωση.

[24] Βασ. Παναγιωτόπουλος, «Η έναρξη του Αγώνα της Ανεξαρτησίας στην Πελοπόννησο. Μία ημερολογιακή προσέγγιση», τ. 3, Πρακτικά του Στ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών. Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου 2000, Αθήνα, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, 2001, σ. 449-461.

[25] Έγγρ. υπ’ αριθ. 559, Γριτσόπουλος και Κοτσώνης, «Αργολικό Αρχείο», σ. 473.

[26] Ιω. Ερν. Ζεγκίνης, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Θεσσαλονίκη, Αφοί Νικολόπουλου, 1948, σ. 135· Έφη Αλλαμανή, «Έναρξη της Επαναστάσεως στην Ελλάδα. Εξάπλωση και τοπική επικράτησή της», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. 12, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 81.

[27]  Η οικογένεια Βλάση είλκε την καταγωγή της από την Κοτίτσα Λακωνίας, η οποία καταστράφηκε ολοσχερώς την περίοδο των Ορλωφικών, και επομένως η μετάβαση της οικογένειας στο Άργος χρονολογείται μετά τα 1770, βλ. Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 100.

[28] Για τον Σταματέλο Αντωνόπουλο έχει εκδοθεί μία βιογραφία από τον εγγονό του, βλ. Σταμ. Αντωνόπουλος, Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος: βιογραφούμενος υπό του εγγονού αυτού, Αθήνα 1918, η οποία, παρά τον εξωραϊσμό του οικογενειακού παρελθόντος και την ηρωοποίηση του προγόνου, προσφέρει χρήσιμες πληροφορίες για την περίοδο.

[29] Γεωργ. Δ. Δημακόπουλος, «Η διοικητική οργάνωσις κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν, 1821-1827: Συμβολή εις την ιστορίαν της ελληνικής διοικήσεως», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, Πάντειος, 1966, σ. 39-44· βλ. και την ανάλυση του Gunnar Hering σχετικά με τις νέες πραγματικότητες και τις συνέπειές τους, που ο πόλεμος είχε επιβάλει, G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, μτφρ. Θόδωρος Παρασκευόπουλος, τ. 1, Αθήνα, ΜΙΕΤ, 2004, σ. 70-72.

[30] Γενικά για τα γεγονότα του Μαρτίου στο Άργος βλ. Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 353· βλ. και Ζεγκίνης, Άργος, σ. 134-136.

[31] Πρόκειται για ενόπλους των χωριών Χαλκιάνικα και Δουμενά, Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Στ. Ανδρόπουλος (επιμ.), Αθήνα 1899, σ. 71. Για τα όρια του βιλαετιού Άργους και την ένταξη σε αυτό συγκροτημάτων που απείχαν σημαντικά βλ. κυρίως Λιάτα, Αργεία γη, σ. 29-33· βλ. ακόμη Όλγα Καραγεώργου – Κουρτζή, «Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη Β.Α. Πελοπόννησο στην εικοσαετία 1800- 1820 (με βάση το αρχείο της οικογένειας Περούκα)», αδημ. διδ. διατριβή, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 2000, σ. 2-3· βλ. και Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν (1715-1821), Αθήνα, Ερμής, 2009, σ. 101, υποσημείωση 4· τα χωριά αυτά μετά την Επανάσταση ανήκαν στον οικείο δήμο τους, Νωνάκριδος και Κερπινής αντίστοιχα βλ. Γεώργ. Παπανδρέου, Καλαβρυτινή Επετηρίς: ήτοι πραγματεία περί της ιστορικής των Καλαβρύτων επαρχίας, Αθήνα 1906, σ. 240 και 304.

[32] Ζεγκίνης, Άργος, 136· βλ. και Λαΐου, «Η Επανάσταση στην Πελοπόννησο», σ. 312, όπου η αναφορά του οθωμανού λογίου Mîr Yusuf el-Moravî, ο οποίος κατοικούσε στην πόλη του Ναυπλίου κατά τα πρώτα δύο έτη της Επανάστασης, σε χριστιανούς του Άργους που «δεν ξέχασαν τα δίκαια του ψωμιού και αλατιού» και σε άλλους που διοργάνωσαν κρυφά την εξέγερση, ενισχύει την άποψη πως οι Περούκα δεν είχαν μετάσχει στην επαναστατική προετοιμασία. Βλ. ακόμη την επιστολή ανωνύμου (2 Μαΐου 1821), η οποία αναφέρει την πληροφορία πως «Ένας κάποιος Περούκκας, πάρα πολύ πλούσιος, δε σκέφτηκε τίποτα άλλο, παρά πώς να γλυτώσει τους θησαυρούς του», Γεώργ. Λάιος, Ανέκδοτες επιστολές και έγγραφα του 1821: ιστορικά δοκουμέντα από τα αυστριακά αρχεία, Αθήνα, Δίφρος, 1958, σ. 104.

[33] Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 353· Γιαννικόπουλος, «Αρχείο Περρούκα», σ. 335. Από την ίδια την επιστολή φαίνεται πως υπήρχαν σχέσεις με τα νησιά Ύδρα και Σπέτσες: «διά να βαστάξω την αλληλογραφίαν των Υδροπετζιωτών».

[34] Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα, 1899, σ. 449.

[35] Η ισχυροποίηση της οικογένειας και η συγκρότηση συμμαχίας κυρίως με τον Σωτήριο Χαραλάμπη έχει ήδη υπογραμμιστεί, βλ. στο Τάκης Α. Σταματόπουλος, Ο εσωτερικός αγώνας: πριν και κατά την επανάσταση του 1821, Αθήνα, Κάλβος, 31979, σ. 136-137· βλ. και στο Τάσος Γριτσόπουλος, «Διαμάχη των κομμάτων Πελοποννήσου διά τον δραγομάνον Θεοδόσιον το 1820», Πελοποννησιακά 10 (1974), σ. 165-171, όπου έχει επισημανθεί η προσπάθεια υπονόμευσης της οικογένειας Δεληγιάννη από τους Περούκα. Μία πληρέστερη ανασύσταση των προεστωτικών ανταγωνισμών γι’ αυτήν την περίοδο βλ. στο Dem. Stamatopoulos, «Constantinople in the Peloponnese: the case of the Dragoman of the Morea Georgios Wallerianos and some aspects of the revolutionary process», Ant. Anastasopoulos και Elias Kolovos (επιμ.), The Ottoman Rule and the Balkans, 1760-1850: Conflict, Transformation, Adaptation. Proceedings of an international conference held in Rethymno, Greece, 13-14 December 2003, Ρέθυμνο, University of Crete-Department of History and Archaeology, 2007, σ. 149-165, όπου πειστικά υποστηρίζεται πως από το 1816 κ.ε. οι προεστωτικοί ανταγωνισμοί σχετικά με τον διορισμό Δραγομάνου του Μορέως οδήγησαν σε μικρότερες ή μεγαλύτερες νίκες των Περούκα.

[36] Μία ένδειξη: τον Σεπτέμβριο του 1820 στην επαρχία Καλαβρύτων υπογράφηκε συνυποσχετικό ομόνοιας μεταξύ των προεστών Σωτήριου Χαραλάμπη, Ανδρέα Ζαΐμη, Δημητράκη Ζαΐμη, Ασημάκη Φωτήλα, Γιάννη Παπαδόπουλου και Σωτήριου Θεοχάρη, βλ. στο Ντίνος Κονόμος, «Ανέκδοτα κείμενα (1816-1820) (από το αρχείο του Σωτήρη Χαραλάμπη)», Πελοποννησιακά 6 (1963-1968), σ. 203· βλ. ακόμη Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 315.

[37] Για τις καλές σχέσεις του Κιαμήλ μπέη με την οικογένεια Περούκα βλ. κυρίως: Σταματόπουλος, Εσωτερικός αγώνας, τ. 1, 139· και Γριτσόπουλος, «Διαμάχη», σ. 166. Ακόμη,

Κυρκίνη – Κούτουλα, Οθωμανική Διοίκηση, σ. 157-158· Stamatopoulos, «Constantinople in the Peloponnese», σ. 152.

[38] Ενδεικτικά ανάλογα παραδείγματα: Κατερίνα Γαρδίκα, «Δανεισμός και φορολογία στα χωριά της Καρύταινας, 1817-1821», Δελτίο του Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Νεώτερου Ελληνισμού 1 (1998), σ. 67-79· Δημ. Παπασταματίου, «Οικονομικοκοινωνικοί μηχανισμοί και το προυχοντικό φαινόμενο στην οθωμανική Πελοπόννησο του 18ου αιώνα: η περίπτωση του Παναγιώτη Μπενάκη», αδημ. διδ. διατριβή, Θεσσαλονίκη, ΑΠΘ, 2009, κυρίως σ. 129-159· βλ. και σχόλια για τις οικονομικές δραστηριότητες του Παναγιώτη Παπατσώνη στο Σπ. Ι. Ασδραχάς, Βίωση και καταγραφή του οικονομικού: η μαρτυρία της απομνημόνευσης, Αθήνα, ΚΝΕ/ΕΙΕ, 2007, σ. 149-151.

[39] Ευ. Σαράφης, «Κοινοτικός δανεισμός στην προεπαναστατική Πελοπόννησο: η περίπτωση του βιλαετιού Άργους, 1810-1820», μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία, Αθήνα, ΕΚΠΑ, 2015, σ. 61-64.

[40] Φωτόπουλος, Κοτζαμπάσηδες, σ. 83· Martha Pylia, «Conflits politiques et comportements des primats chrétiens en Morée, avant la guerre de l’indépendance», Ant. Anastasopoulos και Elias Kolovos (επιμ.), The Ottoman Rule and the Balkans, σ. 145.

[41] Την αρνητική στάση των Περούκα, όπως και των Νοταρά, απέναντι στην εξέγερση έχει συσχετίσει ήδη ο Απ. Βακαλόπουλος με τον Κιαμήλ, Βακαλόπουλος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ. 5, σ. 313.

[42] Σακελλαρίου, Δευτέρα Τουρκοκρατία, σ. 229· John C. Alexander, Brigadange and Public Order in the Morea, 1685-1806, Αθήνα, χ.ε., 1985, σ. 52.

 

Βαγγέλης Σαράφης

 «Φόβοι και ελπίδες στα νεότερα χρόνια»,  Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2017.

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αργολιδείς Stradioti: O Μερκούρης Μπούας εκ Ναυπλίου και o Θωμάς Μπούας εξ Άργους


 

 Η Πατριά (φάρα) των Μπουΐων

 

«Η νυν σατραπεία της Σκόδρας διατέμνεται» λέγει ο Σάθας «υπό δυο ποταμών, του Δρίνου και της Μπουγιάνας. Τα περί την Μπουγιάναν εξ  αμνημονεύτων χρόνων ενέμετο φυλή ιθαγενής από του ποταμού λαβούσα το επώνυμον (Μπούιοι ή Μπουγιάνοι) και υπό ομωνύμους φυλάρχους διατελούσα».

Τοιχογραφία που απεικονίζει τον Ντούσαν στο μοναστήρι του Λέσνοβο, π. 1350.

Πρώτος γνωστός γενάρχης αυτής της ηπειρώτικης φυλής – φάρας αναφέρεται στην ιστορία, κατά το διάστημα 1333 – 1349, ο Νικόλαος Μπούας, σύγχρονος του Σέρβου κράλη Στέφανου Δουσάν, ο οποίος του είχε απονείμει το αξίωμα του πρωτοβεστιάριου (1345-1347) έναντι υπηρεσιών που του προσέφερε ως επικεφαλής της φάρας του.

Οι ίδιοι οι Μπούιοι καμάρωναν πως η καταγωγή των χανόταν στα βάθη των αιώνων και πως πέρναγε μέσα από τους βασιλικούς οίκους του Αντίνοου και του Πύρρου! Το οικόσημο, μάλιστα, του Πύρρου, το είχαν εντάξει σε αυτά της οικογένειάς των. «Την σημαίαν των τεσσάρων όφεων με την χείρα, παλαιότατα την εβάσταζεν ο ρε (σ.σ. βασιλιάς) Πύρρος και όλοι εκείνοι όπου ήσαν εκ της ρίζης αυτού» υποστηρίζει ο βιογράφος του Μερκούρη Μπούα, Τζάνες ο Κορωναίος.

Εντυπωσιακό, επίσης, είναι ότι μεταξύ των οικοσήμων της οικογένειάς των, οι Μπούιοι περιλάμβαναν και το λάβαρο του Μεγάλου Κωνσταντίνου, για το οποίο γράφει ο Κορωναίος: «Την σημαίαν του σταυρού κίτρινην μετά δυο άστρων λευκών είχε χαρίσει ο Κωνσταντίνος Βασιλεύς (σ.σ. στον Μπούα), όταν εμίσευσεν από την Ρώμην και επέρασεν εις το Τουράτζον (Τάραντα;), δια να υπάγη να κτίση την Κωνσταντινούπολιν».

Ο Νικόλαος Μπούας, που αναφέρεται μέχρι το 1349, άφησε διάδοχό του τον γιο του Πέτρο. Ο Πέτρος Μπούας ηγήθηκε της φάρας των Μπουίων, η οποία είχε κατεβεί, μαζί με άλλες ηπειρώτικες – αρβανίτικες φάρες στη Νότιο Ήπειρο και την Θεσσαλία μέσω Πίνδου το διάστημα 1081-1319.  Ο Πέτρος Μπούας, ως αρχηγός των Αρβανιτών της Άρτας, μαζί με τον μεγάλο του γιο Ιωάννη έπιασαν και σκότωσαν τον Δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρο Β΄ το 1358, κυριεύοντας το Αγγελόκαστρο και τις γύρω περιοχές.

Πύρρος της Ηπείρου

Ο Πέτρος είχε δυο γιούς, τον Ιωάννη και τον Μαυρίκιο. Ο Ιωάννης, ο αποκαλούμενος στα αρβανίτικα Γκιώνης και Γκίνος, διαδέχτηκε τον πατέρα του στην περιοχή της Αιτωλίας, έχοντας ως έδρα του το Αγγελόκαστρο. Ήταν, μάλιστα, γνωστός με το παρωνύμιο Σπάτας (άνθρωπος του σπαθιού). Ο Γκίνος Μπούας ή Σπάτας πέθανε το 1400, αφήνοντας τρεις θυγατέρες και στο «πόδι» του ένα γιό, τον Παύλο, που κληρονόμησε τη Δεσποτεία της Αιτωλίας και της Ναυπακτίας. Παράλληλα, ο αδελφός του Γκίνου Σπάτα, Μαυρίκιος, ο επιλεγόμενος και Σγούρος, είχε καταλάβει την Άρτα και το 1418, μετά τον θάνατο του Δεσπότη Ησαύ Μπουοντελμόντε, τα Γιάννενα.

Δυστυχώς για τον ανιψιό και τον θείο του, δεν χάρηκαν για μεγάλο διάστημα τις κατακτήσεις των. Το 1405 ο Κάρολος Τόκος εισέβαλε στις επικράτειές των και τις κατέλαβε, τελικά,  το 1420, παίρνοντας αυτός τον τίτλο του Δεσπότη. Οι γιοί του Παύλου Μπούα ή Σπάτα, Γκίνος και Αλέξιος, μετά τον θάνατο του πατέρα τους και του θείου τους κατέφυγαν στον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης Μανουήλ Β΄Παλαιολόγο, που τους δέχτηκε με τιμές και τους παρεχώρησε γαίες και φρούρια στο Μοριά, όπου πήγαν και εγκαταστάθηκαν με όλη τη φάρα τους, παίρνοντας μαζί τους και συγγενείς από αυτούς που είχαν κατεβεί εκεί το 1392.

«Κι’ ο Κάρλος τ’  Αγγελόκαστρον αφέντευσε κι’ εμπήκεν,/ κι όπου ποτέ δεν τώριζε δικόν του το εποίκεν./ Και δυό ανεψίδια Μπούα του κυρ Μουρίκη,/ εκρύβησαν κι εφύγασι, γυρεύει δεν τα βρίσκει./ Και ήγγιζέ των εκεινών νάχουν την αυθεντείαν, για τούτο τα εγύρευε με την μεγάλην βίαν./ Κι’ αυτά στην Πόλιν έδραμαν, στον μέγα βασιλέα,/ δια νάχουσι το σκέπος του, να μη φοβούνται πλέα./ Και είδε τους ο βασιλεύς με την ευγνωμοσύνην,/ κι’ αυτός καλά τους δέχτηκε με πάσαν καλωσύνην./ Και χώρες των εχάρισε, καστέλλια και χωρία,/ για νάχουν πάλ’ ευημεριάν, νάχουν παρηγορία./ Κι’ εις τον Μοριάν τους έστειλε, ως δια ν’ αφεντεύουν, και χαρισέ των άλογα, ως να καβαλικεύουν./ Μέγαν μεσάζον έκαμε σ’ εκείνη την ημέραν/ τον έναν απ’ αυτους τους δυό κι’ ώριζε τον Μορέαν» (Τζάνε Κορωνέος).

 

Τζάνε Κορωναίου: Μπούα Ανδραγαθήματα (το πρωτότυπο)

 

Μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (πλην των κάστρων Μεθώνης, Κορώνης και Μονεμβασίας και της Αργολίδας, που κατείχαν οι Ενετοί) άλλοι Μπούιοι κατετάγησαν μισθοφόροι στους Ενετούς και κάποιοι άλλοι πολεμούσαν με τα σώματα του Κροκόνδειλου Κλαδά τους Τούρκους.

 

Ο Ναυπλιώτης Μερκούρης Μπούας

 

Ο Μερκούρης Μπούας (Lorenzo Lotto

Πρίγκιπας της Πελοποννήσου, Διοικητής των Ηπειρωτών ιππέων, Στρατηγός της Γερμανικής Αυτοκρατορίας, Πρίγκιπας του Λίχτενμπεργκ, Κόμης του Ιλάζ, της Σουαβίας αλλά και Κόμης της Γαλλίας… Καταγόμενος από τη Σκόνδρα, απόγονος του Αντίνοου και του Πύρρου, απόγονος Δεσποτών της Ηπείρου, γεννημένος στ’ Ανάπλι, τριάντα δύο χρόνια κυρίαρχος στα πεδία των μαχών σε όλη την Ευρώπη. Ανίκητος!

Ο Μερκούρης – Μαυρίκιος Μπούας Σπάτας ήταν εγγονός του Αλέξιου Σπάτα (κατ’ άλλους του Πέτρου) και γιος του Θεόδωρου, αξιωματούχου στην αυλή των Δεσποτών του Μυστρά και συμπολεμιστή του Κροκόνδειλου Κλαδά, οι οποίοι συνέχισαν να μάχονται τους Οθωμανούς και μετά την κατάλυση του Δεσποτάτου του Μορέως. Γεννήθηκε στο Ενετικό Ναύπλιο το 1478. Από το Μοριά έφυγε 11 χρονών, ακολουθώντας τον πατέρα του και τον Κροκόνδειλο Κλαδά, οι οποίοι, μαζί με το στράτευμά τους, μεταφέρθηκαν με τρείς γαλέρες του Βασιλέα της Νεαπόλεως Φερδινάνδου στην Ιταλία.  Εκεί άλλαξε το όνομά του από Μαυρίκιος σε Μερκούριος.

Για πρώτη φορά γίνεται λόγος για το όνομά του μετά τη συμμετοχή του στην μάχη του Φόρνοβο το 1495 στην Ιταλική χερσόνησο, κατά την οποία και διακρίθηκε ως επικεφαλής σώματος Ελλήνων Αρκεβουζίων και Αργουλέτων. Σύμφωνα με τον ιστορικό της εποχής Ενετό Σανούτο, αλλά και μεταγενέστερους, όπως ο Κ. Σάθας, ο Μερκούρης Μπούας επιτέθηκε κατά του ιδίου του Γάλλου Βασιλέα Καρόλου, τον οποίο και τραυμάτισε στο πρόσωπο!

 

Η μάχη του Φόρνοβο – Αριστερά κάτω οι Stradioti.

 

Ο θυρεός του Μερκούρη Μπούα. Του τον παραχώρησε το 1510 ο αυτοκράτωρ Μαξιμιλιανός. Φέρει δικέφαλο αετό, τα πέντε Β των Παλαιολόγων και τον σταυρό του Αγίου Ανδρέα.

Έπειτα πολέμησε στο πλευρό του Αψβούργου Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού, ο οποίος του επέτρεψε να φέρει κατά τις μάχες δική του πολεμική σημαία, εν αντιθέσει με τους υπόλοιπους ευγενείς που συμμετείχαν και υποχρεώνονταν να πολεμούν κάτω από την σημαία του Αυτοκράτορα. Από τον εν λόγω Αυτοκράτορα ονομάσθηκε στρατηγός της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επίσης του αποδόθηκε ο τίτλος ευγενείας του Πρίγκηπος του Λίχτενμπεργκ και χρίσθηκε Κόμης του Ιλάζ, της Σουαβίας, αλλά και Κόμης της Γαλλίας τόσο από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό όσο και από τον Γάλλο Βασιλέα Λουδοβίκο τον ΙΒ΄ για τις προσφερθείσες σε αυτούς υπηρεσίες.

Πάνω από 30 έτη (1495-1527), όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Κώστας Κρυστάλλης, «επολέμησεν αδιαλείπτως ούτος επί κεφαλής των Ελλήνων συντρόφων του στρατιωτών εις τας πεδιάδας και τα όρη της Ευρώπης, φέρων πάντοτε την φρίκην και τον όλεθρον εις τον εχθρόν, παραχωρών την νίκην εις τον φιλοξενούντα αυτόν ηγεμόνα και την δόξαν εις την καταγωγήν του την ελληνικήν».

«Φιλοπόλεμος, καρτερόψυχος, στρατηγικός, υπέρτερος μεν πάντων των τότε μισθοφορούντων συμπατριωτών του, εφάμιλλος δε πολλών περιφανών της Ευρώπης στρατηγών επί τριάκοντα εν έτη (1496-1527) αδιαλείπτως πο­λέμων, πάντοτε έφερε την φρίκην και τον όλεθρον εις τας εχθρικάς φάλαγκας, κλίνων την πλάστιγγα της νίκης υπέρ του φιλοξενούντος ηγεμόνος· κατά τας διαφόρους εις Φλανδρίαν, Βαυαρίαν, και προ πάντων την Ιταλίαν εκδρομάς του, εκυρίευσε τεσσαράκοντα έξ εχθρικάς σημαίας· διάφοροι ηγεμόνες ανέδειξαν αυτόν ιππότην, είς βασιλεύς και εις αυτοκράτωρ τον ετίμησαν με τον τίτλο του κόμητος, η δε ενετική δημοκρατία με το αξίωμα του αρχιστρατήγου».  

Πρωτοστάτησε μαζί με τους υπόλοιπους Έλληνες αρχηγούς σωμάτων στρατιωτών στην ίδρυση της Ελληνικής Αδελφότητας στην Βενετία και στην ανέγερση του Ιερού Ναού του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων, που αποτέλεσε έκτοτε σημείο αναφοράς των Ελλήνων της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.

Σύγχρονοι και συμπολεμιστές του Μερκούρη Μπούα βρίσκονταν τότε στη Δύση και οι συγγενείς του Λέκας Μπούας, Αλέξιος Μπούας, Μάρκος Αντώνιος Μπούας και Ανδρέας Μπούας. Άλλοι απ’ αυτούς ήσαν φρούραρχοι πόλεων και άλλοι αρχηγοί σωμάτων ιππέων. Από τους Αναπλιώτες στρατιώτες του είναι γνωστοί, επίσης, ο Κώστας Μπόχαλης και οι Θεράπης, Μπαρμπάτης και Φροσύνας. 

 

Ο Μερκούριος Μπούας, 1953 Νίκος Εγγονόπουλος. Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα. Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης-Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496.

 

Παντρεύτηκε δυο φορές. Πρώτη σύζυγός του ήταν η Αικατερίνη Μπόχαλη, η οποία του έδωσε ένα γιο, το Φλάβιο, και πέθανε το 1524. Δεύτερη σύζυγός του ήταν η Elisabetta Balbi, που ο Μερκούρης Μπούας παντρεύτηκε το 1525 και του έδωσε τέσσερα παιδιά: Την Έλενα Μαρία, τον Κούριο, την Πολυξένη και τον Αλέξανδρο. Υποφέροντας κατά το τέλος της ζωής του από ουρική αρθρίτιδα, εικάζεται ότι πέθανε το 1542 (αν και μόνο ενδείξεις υπάρχουν γι’ αυτό) στο Τρεβίζο, όπου και ετάφη κατόπιν δικής του επιθυμίας.  Στο Τρεβίζο, όπου υπηρέτησε ως διοικητής στρατιωτικής μονάδος, αποτελούμενης από 50 άνδρες και ήταν ο τόπος της τελευταίας του διαμονής. Το Ναύπλιο και η Αργολίδα ολόκληρη είχαν πέσει στα χέρια των Οθωμανών από το 1540 (το Άργος το κατείχαν από το 1464).

Η κηδεία του έγινε, με ιδιαίτερη λαμπρότητα, στο Ναό της Παναγίας (Santa Maria Maggiore) στo Τρεβίζο. Το ταφικό του μνημείο, έργο του γλύπτη Agostino Busti, του επονομαζόμενου Bambaia (σύμφωνα με άλλη πηγή, έργο του Antonio Lombardi), τοποθετήθηκε το 1562 και φέρει επιγραφή, που χαράχτηκε το 1637, με πρωτοβουλία του ευγενή από το Τρεβίζο Francesco Agolanti, μικρανιψιού της εγγονής του, η οποία λέει: «Mercurio Bua Comiti E. Principibus Peloponnesi Epirotarum Equitum Ductori, Anno Salu. MDCXXXVII….» δηλαδή:

«Στον Κόμη Μερκούριο Μπούα, Πρίγκιπα της Πελοποννήσου, Διοικητή των Ηπειρωτών ιππέων,  που αφού νίκησε πολλές φορές τους Γάλλους που πολεμούσαν κατά των Αραγωνέζων και τους εκδίωξε από το Βασίλειο της Νάπολης και εξασφάλισε την ειρήνη στην Πίζα, αποδίδοντας στον Λουδοβίκο Σφόρτσα το δουκάτο του Μιλάνου, έφυγε από το Τριβούλτσιο μετά την κατάκτηση της Νοβάρα και, έχοντας αλώσει την Παβία με μάχη,  πήρε από εκεί αυτό το άξιο ενός βασιλιά μνημείο, ως πολύτιμη πολεμική λεία και αφού απέδωσε την Μπολόνια στον Πάπα Ιούλιο Β΄ και επανέφερε τους Βαυαρούς υπό την εξουσία του αυτοκράτορα Μαξιμιλιανού,  υπερασπίστηκε από τους Ελβετούς , στο Μαρινιάνο, τον Φραγκίσκο Α΄ βασιλιά της Γαλλίας, σύμμαχο των Ενετών και τέλος έγινε ανώτατος διοικητής όλου του στρατού, μετά τον θάνατο του Αλβιάνο, κατατροπώνοντας τους Ισπανούς κοντά στη Βερόνα, θαυμαστός για τη στρατιωτική του ικανότητα, ενθάδε κείται εν ειρήνη, στην αιωνιότητα».

 

Τζάνε Κορωναίου. Μπούα ανδραγαθήματα (σύγχρονη Ιταλική έκδοση).

 

Και ο γιός σε περιπέτειες…

 

Στις 11 Αυγούστου 1545 το βράδυ, στο Τρεβίζο, τρία άτομα επιτέθηκαν στον κόμη Curio Bua. Δύο από αυτούς του είχαν πιάσει κουβέντα, κοντά στο σπίτι του, και ο τρίτος τον μαχαίρωσε τρεις ή τέσσερις φορές. Κατόπιν, δύο από αυτούς ξέφυγαν μετά από καταρρίχηση των τειχών της πόλης σε σημείο όπου είχαν κρύψει άλογα, ο άλλος όμως πιάστηκε και ομολόγησε. Κατονόμασε τον Βενετό Ludovico Da l’Armi σαν τον άνθρωπο για λογαριασμό του οποίου είχε γίνει η επίθεση. Ο Curio δεν μπορεί να ήταν παραπάνω από 20 χρονών τότε. Το πιθανότερο, είναι να είχε αντιδράσει στις προσπάθειες του Da l’ Armi να στρατολογήσει κάποιους από τους δικούς του Στρατιώτες για να πολεμήσουν κάτω από τη σημαία του βασιλιά Ερρίκου του 8ου της Αγγλίας (του Κυανοπώγωνα). Ήταν πολύ τυχερός που επιβίωσε της απόπειρας…

 

Έφιππος stradioti του 16ου αιώνα.

 

Στην Αργολίδα όπου γεννήθηκε

 

Το οικόσημο του Μερκούρη Μπούα

Δυστυχώς, δεν βρίσκεται πουθενά στην Αργολίδα κάποιο σημείο που να μνημονεύει τον μεγαλύτερο πολεμιστή του τόπου μετά τον μυθικό Διομήδη… Στη διαδρομή, πάντως, για την Καρυά του Άργους συναντάμε, μετά τα Σπανέικα, κάπου στο αριστερό μας χέρι, το χωριό Μερκούρη. Συνεχίζοντας λίγο πιο πάνω, προς την κατεύθυνση του ορεινού όγκου του Κτενιά, συναντάμε το Τουρνίκι και αμέσως μετά του Μπούγα (Κρυονέρι). Και  στις πλαγιές του όρους Τραχύ,  που βρίσκεται στα σύνορα Αργολίδας και Αρκαδίας, βρίσκεται η Αλέα, που μέχρι πρότινος ονομαζόταν Μπουγιάτι (σπίτι του Μπούα). Στα βάθη της ιστορίας χαμένη η απαρχή των τοπωνυμίων…

Μερκούρη, Μπού(γ)α και Μπουγιάτι τρία χωριά στα όρια της Ενετικής επικράτειας στην Αργολίδα.  Να ήσαν τιμάρια, που είχαν αποδοθεί στους Μπούιους από τους Ενετούς; Αυτό λέει η γνωστή πρακτική, όπως, σε άλλες περιοχές της Αργολίδας υπήρχαν του Μάνεση, του Μπέλεση, του Μάζη, του Κόκλα, του Λάλουκα, του Πριγέλα, του Κούτση, του Μπόρσα, του Παναρίτη, του, του, του….

Να προσθέσω ότι το γάμα ενυπάρχει ανεπαίσθητα στην εκφορά του ονόματος. Ο Κώστας Κρυστάλλης, στη σχετική ιστορική – λαογραφική μελέτη, από όπου άντλησα πολύτιμες πληροφορίες, αποδίδει το όνομα της οικογενείας ως Μπούια, ακουστικώς προσλαμβανόμενο ως Μπούγια. Γι’ αυτό και στο κείμενό μου κρατώ την απόδοση του πληθυντικού ως Μπούιοι, που χρησιμοποιεί στο κείμενό του ο Κρυστάλης…

 

Επίμετρον

 

Μπούα ανδραγαθήματα, υπό Κ. Σάθα.

Καταγόμενος από την κορυφαία ηπειρώτικη – αρβανίτικη φάρα των Μπουΐων, ο Μερκούρης Μπούας είχε απόλυτη συνείδηση Ελληνικής καταγωγής, εξ’ ου και η καθοριστική συμμετοχή του στην δημιουργία του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων και ο χαρακτηρισμός του ως Διοικητή των Ηπειρωτών ιππέων…

Το πρωτοπαλίκαρό του και ακόλουθός του στα πεδία των μαχών, ο τροβαδούρος Τζάνες (Ιωάννης) ο Κορωναίος από την Ζάκυνθο, λάτρης της αρχαίας ελληνικής ιστορίας και της Ιλιάδας, συνέγραψε, όταν βρισκόταν στη Βενετία, τους άθλους και τους ηρωισμούς του Μερκούρη Μπούα,  αντάξιους ομηρικού ήρωα (μέχρι το 1517), με έμμετρο λόγο, σε ένα μακροσκελές ομοιοκατάληκτο ποίημα, αποτελούμενο από 4.500 στίχους, που έχει τίτλο: «Μερκουρίου Ανδραγαθήματα» (1519).

Το έργο αυτό βρέθηκε το 1856 στο Τορίνο της Ιταλίας από τον Π. Λάμπρου και δημοσιεύθηκε το 1867 από τον Κωνσταντίνο Σάθα, ο οποίος σημείωσε πως ο Κορωναίος «έλαβεν ειδήσεις λεπτομε­ρείς περί των διαφόρων μαχών, εν αις εκείνος διέπρεψε, και τα οικογενειακά του έγγραφα εξήτασεν, αλλά και εις Ελλάδα καταβάς εξηρεύνησεν επιτοπίως τα περί αυτού, ίνα καταδεί­ξει ότι ‘Ελλην και ουχί ξένος, ως τινές διϊσχυρίζοντο, ήτο ο Μπούας».

Ο Κορωναίος έγραψε και ένα μικρότερο ποίημα, ονομαζόμενο «Πιττάκιον», αποτελούμενο από 125 στίχους, το οποίο απέστειλε στον Μερκούρη Μπούα, επίσης σε Ελληνική γλώσσα.

 

Και ο Θωμάς Μπούας εξ Άργους

 

Μικρή σε εύρος χρόνου, εξ ίσου ηρωική αλλά με τραγική κατάληξη ήταν η παρουσία και ενός ακόμη μέλους της φάρας των Μπούιων, που προερχόταν από το γειτονικό του Ναυπλίου Άργος. Κατά το 1514, ο Ερρίκος Η΄της Αγγλίας προχωρεί στην στρατολόγηση Ελλήνων Αρβανιτών Stradioti, ενισχύοντας τις μονάδες κυρίως του ιππικού του στις συγκρούσεις του με το Βασίλειο της Σκωτίας και μετά το 1540 ο Δούκας Edward Seymour του Somerset αξιοποιεί συνεχώς ομάδες αποτελούμενες από Stradioti στις επιχειρήσεις του κατά της Σκωτίας.

 

Έφιππος stradioti του 15ου αιώνα.

 

Μία διαφωτιστική περιγραφή για τις δραστηριότητες των Stradioti στην Βρετανία παρουσιάζει ο Νίκανδρος Νούκιος από την Κέρκυρα, καθώς κατά το 1545, ακολουθώντας τα στρατεύματα εισβολής των Βρετανών στην Σκωτία με την ιδιότητα του περιηγητή και του ιστοριογράφου, επισημαίνει, πως οι Stradioti που εκστρατεύουν με τους Βρετανούς, διοικούνται από τον Θωμά από το Άργος, του οποίου το θάρρος, η φρόνηση και οι πολεμικές του εμπειρίες τον καθιστούν εξαιρετικά σημαντικό εταίρο για τον στρατό του Βρετανού βασιλιά.

Ένα τμήμα των χειρογράφων του Νουκίου (αρχικά στα ελληνικά), εκδίδεται σε αγγλική μετάφραση το 1841, με το δεύτερο μέρος που αναφέρεται σε αρκετά περιστατικά σχετικά με τον Θωμά από το Άργος να εκδίδεται από τον Έλληνα ιστοριογράφο Α. Μουστοξύδη.

 

Νίκανδρος Νούκιος. Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αναφέρεται σε αρκετά περιστατικά σχετικά με τον Θωμά από το Άργος.

 

Ο Θωμάς  συγκέντρωσε Stradioti καταγόμενους από το Άργος και την ευρύτερη περιοχή και φθάνει στην Αγγλία για να αποσπασθεί αρχικά, μαζί με τους ενόπλους του, στα σύνορα της Αγγλίας με το τότε Βασίλειο της Σκωτίας. Εκεί διοργανώνει ενέδρες και διεισδύσεις στον βορρά, με εφαλτήριο τον ποταμό Tweed, που αποτελούσε εκείνη την εποχή και το σύνορο μεταξύ των δύο επικρατειών. Οι δυνατότητες και οι ικανότητες της μονάδας ελαφρού ιππικού που διοικεί κρίνονται εξαιρετικά θετικά από τον Βρετανό μονάρχη, που αντιλαμβάνεται πως οι Stradioti είναι πολύτιμοι σε επιχειρήσεις που απαιτούν ταχύτητα, ελιγμούς και κυρίως αιφνιδιασμούς. Οι Stradioti στην Σκωτία υπάγονται στην διοίκηση των λοχαγών Θωμά Μπούα από το Άργος, Αντωνίου Στησίνου και Θεοδώρου Λουχίση, με τον Μπούα να προάγεται σε συνταγματάρχη και γενικό διοικητή των Stradioti στην υπηρεσία του Ερρίκου Η΄, μετακινούμενος κατόπιν με την μονάδα του το 1546 στο Καλαί.

Ο Νίκανδρος περιγράφει μία σύγκρουση της μονάδας του Θωμά, αποτελούμενης από 550 άνδρες, με ένα σώμα 1.000 βαρύτατα οπλισμένων Γάλλων ιππέων κατά την διάρκεια της πολιορκίας της Βουλώνης, διαφωτίζοντας αρκετά για τις ανορθόδοξες τακτικές που μεταχειρίζεται ο Θωμάς, που αναμφίβολα αποτελούν τυπικό δείγμα των επιχειρήσεων των Stradioti, ειδικά μάλιστα όταν αντιμετωπίζουν μονάδες βαρέως ιππικού.

Πριν από την σύγκρουση ο Θωμάς απευθύνεται στους ιππείς του για να τους εμψυχώσει, λέγοντας: «Σύντροφοι,  όπως έχετε αντιληφθεί καταλήξαμε στα πέρατα του κόσμου υπηρετώντας έναν μονάρχη και ένα έθνος του μακρινού βορρά.  Δεν διαθέτουμε τίποτε άλλο από την χώρα μας εκτός από το θάρρος και την ανδρεία μας και κατά συνέπεια με την ανδρεία μας θα αντιπαραταχθούμε κατά των αντιπάλων μας, από την στιγμή που οι μεγαλύτεροι αριθμοί τους δεν είναι δυνατόν να αντιπαραβληθούν με τις αρετές μας. Είμαστε τέκνα των Ελλήνων και δεν έχουμε κανένα φόβο για τις βαρβαρικές ορδές, οπότε δεν έχουμε παρά να βαδίσουμε με θάρρος κατά των αντιπάλων, αποδεικνύοντας με τις πράξεις μας την πασίγνωστη από την αρχαία εποχή πολεμική αρετή των Ελλήνων». Στη σύγκρουση που ακολουθεί παγιδεύει και εγκλωβίζει τους προερχόμενους από την Βουλώνη Γάλλους ιππείς με την ανατολή του ηλίου, επιχειρώντας αλλεπάλληλες ταχύτατες επελάσεις με χρήση λόγχης και ξίφους, υποχρεώνοντας τον διοικητή τους να υποχωρήσει, εγκαταλείποντας 360 νεκρούς στο πεδίο της μάχης, έναντι μόνον 35 νεκρών Stradioti.

Ο αρκετά σοβαρός τραυματισμός του Θωμά κατά την διάρκεια αυτής της μάχης, η ευρηματικότητα του, η γενναιότητα, αλλά και η αφοσίωσή του εκτιμώνται ιδιαίτερα από τον Ερρίκο Η΄, που τον τιμά με σημαντικά δώρα και αποφασίζει να του χορηγηθεί στο εξής ετήσιος μισθός για τις υπηρεσίες του.

Αν και ο Νούκιος δεν αναφέρει το επώνυμο του Θωμά, καθώς μετά την πολιορκία της Βουλώνης επιστρέφει στην Ιταλία, στοιχειοθετείται από άλλες πηγές πως πρόκειται για τον Θωμά Μπούα που συλλαμβάνεται από τους Γάλλους και εκτελείται στο Τουρίνο το 1546 (Pappas, Nicholas C. J. STRADIOTI: BALKAN MERCENARIES IN FIFTEENTH AND SIXTEENTH CENTURY ITALY, Sam Houston State University, 2001).

Βιβλιογραφία: Βικιπαίδεια, wikivisually, Κώστα Κρυστάλλη «Άπαντα»,  Τζάνε Κορωναίου «Μερκουρίου Ανδραγαθήματα», Κωνσταντίνου Σάθα «Ελληνικά Ανέκδοτα».

Γιώργος Ν. Μουσταΐρας

Δημοσιογράφος – Ιστορικός ερευνητής

Ευχαριστώ τον συγγραφέα – ιστορικό ερευνητή Γιώργο Ηλιόπουλο για τις χρήσιμες βιβλιογραφικές πληροφορίες που αφορούσαν την ιστορία του Θωμά Μπούα.

Δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο 2020 στο περιοδικό ΙΣΤΟΡΙΑ Εικονογραφημένη, τεύχος 619.

  

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Older Posts »