Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρα’

Η προστασία των αρχαιοτήτων της Αργολίδας κατά τον 19ο αιώνα: Τεκμήρια από το Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Προϊστάμενος Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Αργολίδας


 

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας απόκειται το Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων, τα τεκμήρια του οποίου καλύπτουν τη χρονική περίοδο από το 1835 έως το 1980. Πρόκειται για αρχειακό υλικό που συμβάλλει κυρίως στη γνώση της μικροϊστορίας. Είναι ένα σημαντικό αρχείο, αν λάβουμε υπόψη μας τη μεγάλη χρονική του διάρκεια και πληρότητα, τις αδιάσπαστες σειρές στοιχείων, καθώς και το ότι το αρχείο της Νομαρχίας Αργολίδας σώζεται από το 1965 και μετά. [1]

Στην παρούσα δημοσίευση θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τα σχετικά με τις αρχαιότητες τεκμήρια του Δημοτικού Αρχείου υπό το πρίσμα των τοπικών συνθηκών και του ιστορικού γίγνεσθαι της εποχής.

Είναι γνωστά τα μέτρα τα οποία έλαβε ο Καποδίστριας, η Αντιβασιλεία και ο Όθωνας για την προστασία των αρχαιοτήτων. Όμως, παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί, υπήρξε πληθώρα περιπτώσεων αρχαίων που πουλήθηκαν σε ξένους, λεηλατήθηκαν από ξένους και δωρίστηκαν από το Ελληνικό Κράτος σε ξένους. [2]

Επιπλέον, ενώ ο αρχαιολογικός νόμος της Αντιβασιλείας, τον Ιούνιο του 1834, προστάτευε τα μνημεία και τα ερείπια, εντούτοις υπήρξαν περιπτώσεις, όπου λίθοι αρχαίων ερειπίων χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή οικοδομημάτων κατά τον οικοδομικό οργασμό που ακολούθησε τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και το κτίσιμο των νέων πόλεων.

Βέβαια κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί πριν τη δημοσίευση του αρχαιολογικού νόμου, αν λάβουμε υπόψη μας τί θεωρείτο ως αρχαίο, το οποίο και θα έπρεπε να προστατευθεί. Διαφωτιστικό γι’ αυτό το θέμα είναι έγγραφο του 1829 που απέβλεπε αφενός να ευαισθητοποιηθούν οι κάτοικοι για τα λείψανα της αρχαιότητας και αφετέρου να μάθουν να τα αναγνωρίζουν και να τα καταλαβαίνουν. [3]

Το έγγραφο υπογράφει ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο γνωστός Φιλικός, ο οποίος τότε κατείχε τη θέση του Εκτάκτου Επιτρόπου της Ήλιδας. Το παραθέτω:

 

Μουσείον ονομάζεται το μέρος, όπου τίθενται αι αρχαιότητες και φυλάττονται. Αρχαιότητες λέγονται αι παλαιότητες, όσα δηλαδή είναι έργα των προγόνων Ελλήνων και διεσώθησαν υποκάτω ή επάνω της γης. Συνίστανται αι αρχαιότητες από είδωλα λίθινα, ή από μάρμαρον, ή χρυσόν, άργυρον, χαλκόν, ή ορείχαλκον (προύντζος), σχηματίζοντα είδος ανθρώπου ή άλλου ζώου, γερά ή σπασμένα. Συνίστανται από δουλευμένας πέτρας, οπού έχουν επιγράμματα. Συνίστανται από αγγεία αργυρά, χρυσά, ορειχάλκινα, χάλκινα, πήλινα, ευρισκόμενα πολλάκις θαμμένα εις την γην ανάμεσα εις παλαιά ερείπια, ή τους ελληνικούς παλαιούς τάφους. Συνίστανται από διάφορα νομίσματα (μονέδες) χρυσά, αργυρά, ορειχάλκινα, χάλκινα και μολυβένια διαφόρου μεγέθους και βαρύτητος. Συνίστανται από βιβλία εις μεμβράνας. Και τέλος συνίστανται αι αρχαιότητες και εις άλλα διάφορα τεχνητά, δηλαδή εις δακτυλίδια χρυσά, ή αργυρά, εις δακτυλιδόπετρες με έγγλυφα ή ανάγλυφα, παριστώντα μορφήν ανθρώπων, ζώων, πτηνών, εντόμων, όφεων, φυτών. Όλα αυτά συνιστώσι τας αρχαιότητας, και δι’ αυτάς η Σ. Κυβέρνησις εσύστησε το Μουσείον και τας συναθροίζει.

 

Πουθενά στο έγγραφο δε γίνεται λόγος για ερείπια δημόσιων ή ιδιωτικών κτισμάτων είτε αυτά είναι τείχη, είτε είναι ναοί, είτε είναι ιερά, είτε είναι κατοικίες κ.λπ.. Άρα στη συνείδηση των διοικούντων, και βέβαια πολύ περισσότερο του λαού, τα παραπάνω κτίσματα δεν ήταν «αρχαία», οπότε δεν έχριζαν προστασίας και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τις όποιες ανάγκες από τον οποιοδήποτε. Έτσι εξηγείται γιατί ξηλώθηκαν τα θεμέλια του ναού του Απόλλωνα στην Αίγινα για να κατασκευαστεί η προκυμαία, γιατί κατεδαφίστηκε στο Γαλαξείδι το αρχαίο τείχος για να κατασκευαστεί και εκεί η προκυμαία, [4] γιατί δημοπρατήθηκε το τείχος της Αθήνας και γιατί στο Ναύπλιο χρησιμοποιήθηκαν πέτρες από «τα παλαιά τείχη» [5], οι οποίες μάλιστα μεταφέρθηκαν με τις εθνικές άμαξες, προκειμένου να κατασκευαστεί προκυμαία και λιμενοβραχίονες μετά την πώληση των οικοπέδων στην παραλία το 1832, [6] για να δημιουργηθεί το «Προάστειον του Αιγιαλού».

Η παραπάνω πρακτική, λοιπόν, ανάγκασε το Μάιο του 1837 την επί των Εσωτερικών Βασιλική Γραμματεία να αποστείλει εγκύκλιο, [7] με την οποία, μέσω του Διοικητών των Νομών, έδινε εντολή στους Δημάρχους αφενός να εκδώσουν αυστηρές διαταγές προς τους δημότες και αφετέρου οι ίδιες οι Δημοτικές Αρχές να δείχνουν ιδιαίτερη προσοχή «εις την διατήρησιν των σωζομένων αρχαιοτήτων». Και τούτο γιατί η Κυβέρνηση είχε πληροφορίες «από υποκείμενα αξιόπιστα περιελθόντα διαφόρους Επαρχίας… ότι εις πολλά μέρη συντρίβονται και ακρωτηριάζονται αρχαίοι λίθοι, μεταφερόμενοι από ναούς και άλλα μνημεία εις τας πόλεις και τα χωρία προς χρήσιν δημοσίων και ιδιωτικών οικοδομών». Μάλιστα, προειδοποιούσε τους δημότες ότι «όστις συντρίψει ή ακρωτηριάσει αρχαιότητά τινα θέλει καταμηνύεται εις τον αρμόδιον εισαγγελέα διά να ενεργούνται κατ’ αυτού τα παρά του νόμου διακελευόμενα».

 

Εγκύκλιος

 

Ένας άλλος τρόπος προστασίας των αρχαιοτήτων ήταν η συγκέντρωση και φύλαξή τους. Έτσι μετά τρία χρόνια, το Μάιο του 1840, ο υπουργός της «επί των εκκλησιαστικών και της δημοσίου εκπαιδεύσεως» απέστειλε εγκύκλιο [8] προς στους διοικητές με το ερώτημα εάν ήταν δυνατή η σύσταση μουσείου, προκειμένου να συγκεντρωθούν οι αρχαιότητες. Ο διοικητής Αργολίδας τη διαβίβασε προς στους Δημάρχους του Νομού. Όσον αφορά την πόλη του Ναυπλίου ο Δήμαρχος προέβη σε κάποιες ενέργειες χωρίς αποτέλεσμα. Το θέμα ούτε καν συζητήθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο. Ίσως, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η οικονομική κατάσταση του Δήμου, η οποία χαρακτηρίζεται από το Δήμαρχο ως «ελεεινή». Προφανώς, υπήρχαν άλλες προτεραιότητες. [9]

Το Μάρτιο του 1843 ο Διοικητής Αργολίδας επανήλθε με μακροσκελή εγκύκλιο προς τους Δημάρχους της Διοίκησής του, με την οποία τους καθιστούσε προσωπικά υπεύθυνους «διά πάσαν βλάβην ή αφαίρεσιν αρχαιοτήτων» [10]. Την εγκύκλιο αυτή προκάλεσε η επιδεινούμενη κατάσταση σχετικά με τα λείψανα της αρχαιότητας, τα οποία «φθείρονται και εξαφανίζονται από χείρας βεβήλους και απειροκάλους άλλοτε μεν συντριβόμενα, άλλοτε δε καιόμενα, [11] άλλοτε εντοιχιζόμενα και άλλοτε τέλος απαγόμενα ακαταζητήτως». Τέλος, έδινε οδηγίες για τη συλλογή και φύλαξη των αρχαιοτήτων.

Όμως, η κατάσταση όχι μόνο δεν βελτιωνόταν, αλλά μάλλον χειροτέρευε. Οι αρχαιότητες ήταν στο έλεος των αρχαιοκάπηλων σε σημείο που το Μάρτιο του 1854 το υπουργείο των Εσωτερικών να αποστείλει εγκύκλιο [12] προς τους Νομάρχες ζητώντας επαγρύπνηση για τη διαφύλαξη των αρχαιοτήτων και την παρεμπόδιση των ανασκαφών. Και ενώ η περίληψη της εγκυκλίου είχε τον τίτλο «Περί αρχαιοτήτων», ο Γραμματέας σημειώνει χαρακτηριστικά στο κάτω μέρος του εγγράφου «περί παρεμποδίσεως ανασκαφών», δηλαδή την πραγματική αιτία που προκάλεσε την αποστολή της εγκυκλίου.

Σε άλλη εγκύκλιο [13] προς τους Δημάρχους, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα γράφοντας ότι «ουδείς εξ υμών κατεννόησεν οπόσον ενδιαφέρει την πατρίδα κοινώς και έκαστον Δήμον, ιδίως η καλή διατήρησις των επιτοπίως ανευρισκομένων εκάστοτε, ή και σωζομένων έκπαλαι αρχαιοτήτων» και συνεχίζει κατηγορώντας τους Δημάρχους και τους Παρέδρους ότι, είτε από ραθυμία, είτε από απειροκαλία, είτε από αισχροκέρδεια οι αρχαιότητες καταστρέφονται ή εξάγονται «εις ξένην γην». Μάλιστα, καθιστούσε τους Δημάρχους και τους Παρέδρους προσωπικά υπεύθυνους. Κατέληγε δε με την αναγγελία ότι «εντός ολίγου θέλουν διορισθεί εκ των απομάχων φύλακες παρ’ εκάστω Δήμω περιέχοντα λείψανα αρχαιότητος». [14] Γενικώς αυτή τη χρονιά υπήρξε μεγάλη κινητικότητα σχετικά με τις αρχαιότητες. Μένει να ερευνηθεί εάν η αρχαιοκαπηλία και η καταστροφή των αρχαίων είχε τέτοια έκταση, ώστε να σταλεί από το υπουργείο των εκκλησιαστικών η εγκύκλιος του 1854, [15] η οποία μάλιστα επρόκειτο να διαβαστεί στις εκκλησίες των Δήμων και των χωριών του νομού και η οποία όριζε «ότι όστις καταστρέψει αρχαιότητας, ήτοι αγάλματα, επιγραφάς, αρχαία τείχη και παν ότι είναι έργον των αρχαίων ημών προγόνων ούτος εκτός της προσωπικής αυτού κρατήσεως… θέλει υπόκειται και εις πρόστιμον, ανάλογον της τιμής της Αρχαιότητος εκείνης, την οποίαν κατέστρεψεν,…». Μάλιστα, προβλεπόταν και αμοιβή για εκείνον ο οποίος θα έκανε την καταμήνυση, η οποία αμοιβή ανερχόταν στο μισό του προστίμου, που θα κατέβαλλε ο καταστροφέας. Η εγκύκλιος επιστράφηκε στο Δήμο Ναυπλίου με τη σημείωση «ανέγνωσα την Διαταγίν σας … επεκλισίαις την εν Μουράταγα [16] 7 Σεπτεμβρίου 1854 ο εφιμεριος Παππά Αθ: (ανάσιος) Τσιπόκας»(sic). [17]

 

Εγκύκλιος

 

Μεσολαβεί ένα διάστημα άνω των 15 χρόνων χωρίς να ανιχνεύονται αρχειακά τεκμήρια για τις αρχαιότητες. Το 1870 το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως αποστέλλει μακροσκελή εγκύκλιο [18] προς τους Νομάρχες και τους Επάρχους. Ο συντάκτης της εγκυκλίου περιγράφει το πρόβλημα της καταστροφής και της καπήλευσης των αρχαιοτήτων ξεκάθαρα, χωρίς υπεκφυγές και συγκαλύψεις. Καυτηριάζει την αρχαιοκαπηλία, που, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται για την περιστολή της, όχι μόνο αυξάνει, αλλά και κάποιοι το έχουν καταστήσει επάγγελμα. Παρομοιάζει τους αρχαιοκάπηλους με τυμβωρύχους «οίτινες του κέρδους χάριν ήθελον ανορύττει τους τάφους των πατέρων των». Χαρακτηρίζει ως «μεγίστην καταισχύνην» τα αρχαία να κοσμούν τα Μουσεία της Ευρώπης και όχι το Εθνικό Μουσείο της Ελλάδας. Καταλήγει ότι η σωτηρία των αρχαίων επαφίεται στην ευσυνείδητη εκτέλεση των καθηκόντων εκ μέρους των Δημάρχων, των συμβούλων τους και των λοιπών υπαλλήλων.

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα σχετικά με τις αρχαιότητες. Βέβαια δεν είναι άμοιρο ότι ιδρύονται οι περισσότερες ξένες Αρχαιολογικές Σχολές και Ινστιτούτα, οι οποίες και αναλαμβάνουν να εκτελέσουν ανασκαφές. Επίσης, ιδρύεται και η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. [19]  Είναι χαρακτηριστικό το έγγραφο που αποστέλλει το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης προς το Νομάρχη Αργολίδας και Κορινθίας, με το οποίο του γνωστοποιεί το διορισμό του Αθανάσιου Δημητριάδη, ως Εφόρου Αρχαιοτήτων Πελοποννήσου [20] και Επιτρόπου της Κυβέρνησης «διά τας εν τη αρχαία Ολυμπία ανασκαφάς, ας ανέλαβε να εκτελέσει η Γερμανική αυτοκρατορική κυβέρνησις ιδία δαπάνη εκ συμφώνου μετά της Ελληνικής κυβερνήσεως». [21]

 

Εγκύκλιος

 

Ειδικότερα για την Αργολίδα το αρχειακό υλικό μας πληροφορεί ότι με δαπάνες της Αρχαιολογικής Εταιρείας είχε πραγματοποιηθεί ανασκαφή τάφων στη βόρεια πλαγιά του Παλαμηδιού από το Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Κονδάκη (1873). [22] Η Εταιρεία επανήλθε το 1892 και ζητούσε πληροφορίες για το εάν η απέναντι από αυτή την ανασκαφή πλαγιά είναι εθνικός ή ιδιόκτητος τόπος, προκειμένου να αναθέσει ανασκαφή στον Έφορο Αρχαιοτήτων Βαλέριο Στάη. Επίσης, πληροφορούμαστε ότι, προκειμένου η Αρχαιολογική Εταιρεία να καλύψει τις οικονομικές ανάγκες της, της επιτράπηκε το 1874 «να προκηρύξει λαχείον εκ δραχμών νέων ή φράγκων ενός εκατομμυρίου». [23] Μάλιστα, το υπουργείο των εσωτερικών προέτρεπε μέσω των Νομαρχών τις δημοτικές αρχές «να λάβωσι τοιαύτα γραμμάτια» και «να συντελέσωσιν όπως τα οικία Δημοτικά Συμβούλια ψηφίσωσι ποσόν τι προς αγοράν τοιούτων». [24]

Όμως, παράλληλα με τις επίσημες ανασκαφές συνέχιζαν να εκτελούνται και παράνομες και μάλιστα από άτομα της διοίκησης. Το φαινόμενο αυτό ανάγκασε το Υπουργείο Εσωτερικών να αποστείλει εγκύκλιο με την οποία απαγόρευε αυστηρώς να εκτελούνται ανασκαφές από διοικητικούς και δημοτικούς υπαλλήλους, καθώς και την αγορά εκ μέρους τους αρχαιοτήτων από χωρικούς και τη μεταπώλησή τους σε αρχαιοκάπηλους· δηλαδή οι εντεταλμένοι από το νόμο υπάλληλοι να προστατεύουν τις αρχαιότητες, αντί να τις προστατεύουν συνεργάζονταν με αρχαιοκάπηλους. [25]

 

Εγκύκλιος

 

Τέλος, τα έτη 1889-1891 παρατηρείται κινητικότητα σχετικά με τους Φύλακες Αρχαιοτήτων. Υπάρχουν αρκετά έγγραφα τα οποία μας πληροφορούν για απολύσεις και μετακινήσεις Φυλάκων Αρχαιοτήτων, β΄ και γ΄ τάξης, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί σε αρχαιολογικούς χώρους, όπως η Τίρυνθα, οι τάφοι της Επιδαύρου και της Πρόνοιας, καθώς και το Ηραίο. Μάλιστα, πληροφορούμαστε ότι ο Φύλακας της Τίρυνθας Ι. Μιντζόπουλος το 1891 πληρωνόταν από την Αρχαιολογική Εταιρεία και λάμβανε μισθό 60 δρχ..

Κλείνοντας θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, αν και τα στοιχεία που παραθέσαμε είναι αποσπασματικά, η παρούσα έρευνα, θέλουμε να πιστεύουμε, ότι έδειξε:

  1. Το μέγεθος της καταστροφής των αρχαιοτήτων αλλά και την έκταση της αρχαιοκαπηλίας. Προφανώς η ρήση του Μακρυγιάννη, «γι’ αυτά πολεμήσαμε», δεν εισακούστηκε από ένα τμήμα του πληθυσμού του ελεύθερου ελληνικού κράτους, το οποίο τμήμα δεν θα πρέπει να ήταν μικρό. [26]
  1. Τον τρόπο αντιμετώπισης από τη Νομαρχιακή και Δημοτική Αρχή του προβλήματος της καταστροφής των αρχαίων και της αρχαιοκαπηλίας, οποίος τρόπος θυμίζει περισσότερο γραφειοκρατική διεκπεραίωση μιας υπόθεσης, παρά επίδειξη ζήλου και αγωνιστικότητας για τη διάσωση της εθνικής κληρονομιάς.
  1. Τη σχετικά μικρή εμπλοκή της Δημοτικής Αρχής στο θέμα των αρχαιοτήτων, αν λάβουμε υπόψη μας ότι το 19ο αιώνα ο Δήμαρχος ήταν ισχυρός τοπικός άρχοντας.

Τέλος, θα ήταν καλό, εάν υπάρχει αρχειακό υλικό σε άλλες αρχειακές μονάδες, αυτό να δημοσιοποιηθεί, ώστε να γνωρίζουμε πως αντιμετώπισαν την καταστροφή των αρχαίων και την αρχαιοκαπηλία άλλες νομαρχιακές και δημοτικές αρχές.

 

Υποσημειώσεις


 

 [1] Το κτίριο της Νομαρχίας κάηκε για πρώτη φορά το 1929. Τότε η Νομαρχία στεγαζόταν στο «παλατάκι του Καποδίστρια», εκεί που σήμερα βρίσκεται ο ανδριάντας του Όθωνα. Για δεύτερη φορά κάηκε το 1964, όταν στεγαζόταν σε κτίριο της Πλατείας Συντάγματος, όπου σήμερα λειτουργεί το καφενείο «Κεντρικόν». Οι πυρκαγιές κατέστρεψαν το Αρχείο της Νομαρχίας, όμως στο Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων έχουν σωθεί αφενός η αλληλογραφία του Δήμου με τη Νομαρχία (σχέδια εγγράφων και απαντήσεις του Νομάρχη) και αφετέρου οι εγκύκλιοι που έστελνε ο Νομάρχης, αλλά και οι εγκύκλιοι των διαφόρων Υπουργείων που διαβίβαζε ο Νομάρχης προς όλους τους Δήμους και τις Κοινότητες.

[2] Κόκκου 2009.

[3] Πρωτοψάλτης 1967, 107-109, αρ. 82, στο Κόκκου 2009, 54.

[4] Κόκκου 2009, 55.

[5] Κυριαζής 1973, 64.

[6] Εθνική Εφημερίς 1832, 266.

[7] ΔΑΝ 1837, φ. 27 90, αρ.πρωτ. 4436/9 Ιουνίου 1837.

[8] ΔΑΝ 1840, φ. Ρ 36, αρ.πρωτ. 1046/13 Μαϊου 1840.

[9] Γεωργόπουλος 2009, 99.

[10]ΔΑΝ 1843, φ. Ρ 36 ε, αρ.πρωτ. 870/1 Μαρτίου 1843. Βλ. και Μπίχτα 2008, 23.

[11] Εννοεί τα ασβεστοκάμινα, όπου ως πρώτη ύλη για την παρασκευή ασβέστη χρησιμοποιούσαν λίθους από αρχαία κτίσματα. Για το λόγο αυτό ο αρχαιολογικός νόμος, άρθρο 85, παρ. β΄ (δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αρ. 22/16 Ιουνίου 1834) αναφέρει ότι απαγορεύεται στους ιδιώτες, χωρίς άδεια, «να κατασκευάζουν εις περιφέρειαν ενός τετάρτου μυριομέτρου Ελληνικών λειψάνων ασβεστοκαμίνους, διά να μη δίδεται αφορμή και περίστασις εις βλάβην και φθορά των αρχαιοτήτων». Βλ. και Κόκκου 2009, 105, όπου αναφέρεται ότι ο Κυριάκος Πιττάκης σε έγγραφό του προς την «των Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Β. Γραμματείαν» με ημερομηνία 15/2/1838 προτείνει, να διαταχθούν οι Δασονόμοι να προσέχουν «εις τα χωρία και ερήμους τόπους, όπου κατασκευάζεται άσβεστος, διά να μη λαμβάνωσιν οι ασβεστοποιοί αρχαίας πέτρας από οικοδομάς, …».

[12] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ. εγκυκλίου 19/6 Μαρτίου 1854 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 1).

[13] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 7370/ Αύγουστος 1854 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 2).

[14] Ήδη από το 1835 απόμαχοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη της Ακρόπολης. Βλ. Χαραλαμπίδης

2008, 15.

[15] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 3766/ Αύγουστος 1854.

[16] Το χωριό Μουράταγα είναι η σημερινή Καλλιθέα μεταξύ Ασίνης και Δρεπάνου.

[17] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 668/ 1 Σεπτεμβρίου 1854.

[18] ΔΑΝ 1870, φ. Ω 39, αρ.πρωτ. 7600/ 23 Οκτωβρίου 1870. Την ίδια κατάσταση περιέγραφε σε εγκύκλιό του ο υπουργός Παιδείας Ν. Δρόσος, Κόκκου 2009, 124.

[19] Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που αποστέλλεται από την Εταιρεία προς το Δήμαρχο, όπου περιγράφεται το έργο της και ζητείται συνδρομή του Δήμου τακτική ή έκτακτη. ΔΑΝ 1892, φ. Ω 39, αρ. πρωτ. 87/ 30 Οκτωβρίου 1892.

[20] Ο Αθανάσιος Δημητριάδης ήταν Έφορος Αρχαιοτήτων Στερεάς Ελλάδας. Στη θέση του

μετακινήθηκε ο Παναγιώτης Σταματάκης, Έφορος Αρχαιοτήτων Πελοποννήσου. ΔΑΝ 1875, φ. Ω40, αρ.πρωτ. 6423/ 25 Αυγούστου 1875. (Ο Σταματάκης αναβαθμίστηκε από βοηθός του

Αρχαιολογικού Γραφείου και διορίστηκε Έφορος αρχαιοτήτων Πελοποννήσου τον Απρίλιο του

ίδιου έτους. Βλ. ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ.πρωτ. 2718/ 11 Απριλίου 1875).

[21] Βλ. ό.π. Σχετικά με τη συμφωνία και την ανασκαφή βλ. Παπαθεοδώρου 2008, 19.

[22] ΔΑΝ 1870, φ. Ω 39, αρ.πρωτ. 7600/ 23 Οκτωβρίου 1870 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 3).

[23] Εφημερίς της Κυβερνήσεως 1874, φ. 44.

[24] ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ. εγκυλ. 4/12 Φεβρουαρίου 1875 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 4).

[25] ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ. 95/ 16 Ιανουαρίου 1875 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 5).

[26] Δε γνωρίζω εάν έχουν εντοπιστεί και καταγραφεί οι ελληνικές αρχαιότητες που έχουν εξαχθεί νόμιμα ή παράνομα από τον ελλαδικό χώρο και βρίσκονται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές απανταχού του πλανήτη. Εάν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, νομίζω ότι είναι υποχρέωση της Ελληνικής Πολιτείας να το δρομολογήσει. Για δε τους νέους επιστήμονες «ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν».

 

Βιβλιογραφία


 

  • Δ. Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου και η συμβολή των Σουηδών στην οργάνωσή του (1833-1933), ΜΝΗΜΗ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (1998-2008), Βόλος 2009, 97-118.
  • ΕΘΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ, αρ. φύλου 50, 13 Οκτωβρίου 1832.
  • Α. ΚΟΚΚΟΥ, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία, Αθήνα 2009 (α΄ έκδοση 1977).
  • Π. ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Σταμάτης Βούλγαρης. Ο πρώτος πολεοδόμος της νεωτέρας Ελλάδος, Ιστορία, 1973, τχ. 64, 60-69.
  • Κ. ΜΠΙΧΤΑ, Το επίπονο έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας κατά τον 19ο αιώνα: Περισυλλογή και καταγραφή των αρχαιοτήτων, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 23-31.
  • ΕΡ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ, Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας για την ανασκαφή της αρχαίας Ολυμπίας, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 19-21.
  • ΕΜΜ. ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ, Ιστορικά έγγραφα περί αρχαιοτήτων και λοιπών μνημείων κατά τους χρόνους της Επαναστάσεως και του Καποδίστρια, Αθήναι 1967.
  • Δ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, Θεσμοθέτηση και ίδρυση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 13-17.

 

Πηγές


  • Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου (ΔΑΝ), Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Αργολίδας, ΔΗΜ.1.1.

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Προϊστάμενος Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Αργολίδας

Διημερίδα «Η Ιστορική και σρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η Ελληνική ως διεθνής γλωσσά: Μια ουτοπική πρόταση του Gustave D’EichthalΔέσποινα Προβατά, Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών


 

Η θέση της γλώσσας ως λογική έκφραση και ως κορυφαίο μέσο των διαπολιτισμικών ανταλλαγών, είχε βρεθεί στο επίκεντρο του προβληματισμού όσων στοχαστών ήδη από τον 19° αιώνα διατύπωναν τις θεωρίες για τη συνένωση των ευρωπαϊκών χωρών και την ειρηνική συνύπαρξη και συνεργασία των λαών τους. Ο SaintSimon υπήρξε από τους πρώτους θεωρη­τικούς της ενωμένης Ευρώπης, ενός θεσμού ο οποίος υπερβαίνοντας τα όρια των διαφορετικών εθνοτήτων θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο βήμα για τη συγκρότηση ενός παγκόσμιου συνόλου [1]. Μετά το θάνατό του το 1825, οι μαθητές του ανέλαβαν να διαδώσουν τις ιδέες του και συμμερίστηκαν το όραμά του για τη δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας. Προϋπόθεση όμως της συνύπαρξης, συνεργασίας και διακίνησης των ιδεών μεταξύ των διαφορετικών φυλών και εθνοτήτων, ήταν για τους σαινσιμονιστές μια κοινή γλώσσα.

Το θέμα αυτό είχε απασχολήσει έντονα τους επιγόνους του Saint-Simon στη διάρκεια ενός ιδιότυπου πειράματος, της απομόνωσής τους στο Ménilmontant τον Απρίλιο 1832, όπου επεξεργάστηκαν μια νέα θεωρία, προϊόν συγκερασμού των θέσεων του Saint-Simon και των δικών τους οραμάτων για το μέλλον της ανθρωπότητας [2]. Μεταξύ άλλων επιθυμούσαν να συμβάλλουν στην επικράτηση νέας γλώσσας, «μιας γενικής γλώσσας, συγχορδία της φωνής του κόσμου και της φωνής της ανθρωπότητας, ποίηση των ποιήσεων» (Le Livre Nouveau: 83-150).

Το ζήτημα της οικουμενικής γλώσσας (lingua universalis) ασφαλώς δεν ήταν καινούργιο· είχε πολλαπλώς απασχολήσει κατά το παρελθόν φιλοσόφους, όπως ο Leibniz ή τους ιδεολόγους Volney και Destutt de Tracy, φιλολόγους και γλωσσολόγους. Για τους σαινσιμονιστές, όμως, η κοινή γλώσσα αποτελούσε αναπόσπαστο στοιχείο της μεταρρύθμισης που επαγγέλονταν και συνδεόταν άμεσα με την επιτυχή έκβαση της κοινωνικής αναδιοργάνωσης.

 Η συντροφιά του Menilmontant κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η γαλλική γλώσσα ήταν αυτή που διέθετε όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά προκειμένου να αναγορευθεί ως η παγκόσμια γλώσσα. Η σαφής και άρτια γλώσσα του Καρτέσιου κρίθηκε ως η καταλληλότερη για να εκφράσει τις γνωστικές διαδικασίες που ακολουθεί η σκέψη (Charléty, 1931: 161-162· Gouvard, 2002: 69-71). Η πεποίθηση αυτή ενισχυόταν στη σαινσιμονική λογική και από την ακτινοβολία που γνώριζε η γαλλική γλώσσα στην Ευρώπη ήδη από τον 18° αιώνα, όταν επι­κράτησε ως μέσο διάδοσης των ιδεών του Διαφωτισμού. Η καθιέρωσή της ως διπλωματικής γλώσσας κατά τον 19° αιώνα, η ευρεία χρήση της στις εμπορικές και οικονομικές συναλλαγές και η ολοένα αυξανόμενη διάδοσή της στον ευρωπαϊκό χώρο, ευνοούσε την άποψη των σαινσιμονιστών ότι μπορούσε να αποτελέσει το μέσο για τη συναδέλφωση των λαών. Επι­πλέον, η γαλλική γλώσσα είχε κατορθώσει κατά την περίοδο της Γαλλικής επανάστασης να συνενώσει κάτω από μια κοινή προσδοκία και ένα κοινό ιδεώδες ανομοιογενείς γλωσσικά πληθυσμούς. Υπό αυτή την έννοια, θεωρήθηκε ότι η Γαλλική ήταν το πλησιέστερο γλωσσικό σύστημα προς την οικουμενική γλώσσα.

Gustave d’Eichthal (Γκυστάβ ντ’Εϊστάλ 1804 – 1886). Γάλλος συγγραφέας, εκδότης και ελληνιστής. Στην ελληνική βιβλιογραφία αναφέρεται και με το όνομα Γουσταύος Εϊχτάλ. Μετά το 1832 ηγήθηκε του γραφείου Πολιτικής Οικονομίας που στόχευε στην οικονομική και κοινωνική αναδιοργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Υποστήριξε ένθερμα και με ενθουσιασμό την ελληνική γλώσσα.

Με αυτά τα πνευματικά εφόδια φτάνει στην Ελλάδα το 1833 ο Gustave dEichthal, ηγετικό στέλεχος της ομάδας των σαινσιμονιστών. Προσωπικότητα ανήσυχη, κράμα των εβραϊκών καταβολών του και της χριστιανικής φιλοσοφίας, λόγιος, δημοσιολόγος αλλά και αυθεντικός εκπρόσωπος της αστικής τάξης, ο d’Eichthal υπήρξε από τους πρωτεργάτες για την προσπάθεια της συνέχισης αλλά και της εν μέρει αμφισβήτησης του έργου του Saint-Simon μετά το θάνατό του. Μετά τη διάλυση της σαινσιμονικής εταιρείας το 1832 και το διωγμό που υπέστησαν τα μέλη της, ο d’Eichthal, μαζί με ορισμένους παλιούς συντρόφους του βρήκε καταφύγιο στο Ναύπλιο, όπου ηγήθηκε του γραφείου Πολιτικής Οικονομίας που στόχευε στην οικονομική και κοινωνική αναδιοργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους [3]. Δύο χρόνια αργότερα εγκατέλειψε την Ελλάδα υπό το βάρος των κατηγοριών ότι υπέθαλπε οπαδούς του σαινσιμονισμού. Η παραμονή του ωστόσο στη χώρα υπήρξε καθοριστική για την εξέλιξη της σκέψης του και τη μετέπειτα διαδρομή του.

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα γνώρισε και μελέτησε τις ιδιαιτερότητες της βαυαροκρατούμενης τότε Ελλάδας, ενώ συγχρόνως εξοικειώθηκε με τη γλώσσα της (Queux de Saint Hilaire, 1887: 64). Μετά την επιστροφή του στη Γαλλία ο d’Eichthal δεν ξέχασε την Ελλάδα. Αντιθέτως και παρά το γεγονός ότι δεν διέθετε κατάρτιση ελληνιστή, συνέδεσε το όνομά του με την προσπάθεια διάδοσης των ελληνικών γραμμάτων στη Γαλλία ως ιδρυτικό μέλος της Association pour I’Encouragement des Études Grecques en France και υπηρέτησε ως το τέλος της ζωής του τους σκοπούς της.

Ως γνήσιο τέκνο του σαινσιμονισμού, ο d’Eichthal προσπάθησε να αναδείξει στις μελέτες του τις μεγάλες ιδέες που από καταβολής του πολιτισμού είχαν επιτρέψει την επικοινωνία των λαών. Στην ιουδαϊκή, ελληνική και χριστιανική φιλοσοφία διέκρινε την πορεία του ανθρώπινου γένους προς την δημιουργία μιας παγκόσμιας ειρηνικής κοινότητας. Η πεποίθησή του αυτή ενισχυόταν από τις γεωπολιτικές αλλαγές που βίωνε η εποχή του. Η ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου, του τηλέγραφου, οι διανοίξεις ισθμών και σηράγγων, που διευκόλυναν την προσέγγιση των λαών συνέβαλλαν στην πραγματοποίηση του σαινσιμονικού ιδεώδους, θέτοντας με πιο επιτακτικό τρόπο το ζήτημα της γλωσσικής αλληλο­κατανόησης.

Μάρκος Ρενιέρης (1815 – 1897). Νομικός, λόγιος του 19ου αιώνα, Πανεπιστημιακός καθηγητής, διπλωμάτης που διατέλεσε πρέσβης της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, υποδιοικητής και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1815 στην Τεργέστη και πέθανε στις 8 Απριλίου 1897 στην Αθήνα. Η προσωπογραφία προέρχεται από το «Πανόραμα Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας 1828-1862», εκδόσεις Κ. Κουμουνδουρέας, Αθήνα, 1995.

Το 1864, ο d’Eichthal δημοσιεύει τη μελέτη του De I’usage pratique de la langue grecque, στην οποία διατυπώνει για πρώτη φορά την πρότασή του να υιοθετηθεί η Ελληνική ως διεθνής γλώσσα, θέμα που θα τον απασχολήσει και σε μεταγενέστερα δημοσιεύματά του (1871,1884) [4]. Η πρόταση αυτή δεν ήταν καινούργια: είχε υποστηριχθεί μια δεκαετία νωρίτερα από τον Μάρκο Ρενιέρη σε άρθρο του στο περιοδικό Spectateur de I’Orient [5], το οποίο μάλιστα αναδημοσιεύει ο d’Eichthal. Ο Ρενιέρης, απαντώντας τότε σε όσους είχαν κατά καιρούς υποστηρίξει τη θέση ότι η γαλλική γλώσσα ήταν αυτή που μπορούσε να αποτυπώσει με τον πληρέστερο και ικανοποιητικότερο τρόπο τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος, διατύπωνε την άποψη ότι η ελληνική είναι ακόμα περισσότερο διαδεδομένη από τη γαλλική μια και διδάσκεται σε όλα τα σχολεία των πολιτισμένων εθνών. Με δεδομένο ότι κάθε καλλιεργημένος άνθρωπος έχει διδαχθεί Αρχαία Ελληνικά, ο Έλληνας λόγιος πίστευε ότι συγκροτείται κατ’ αυτόν τον τρόπο μια παγκόσμια κοινότητα η οποία έχει στη διάθεσή της ένα κοινό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας, την ελληνική γλώσσα.

Από αυτή τη βασική θέση του Ρενιέρη ξεκινά ο d’Eichthal, ο οποίος με εμφατικό τρόπο διατυπώνει τη βεβαιότητά του για τη μελλοντική δημιουργία μιας παγκόσμιας κοινότητας που θα διέπεται από μια κοινή οργάνωση. Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσει την αναγκαιότητα ύπαρξης μιας κοινής γλώσσας, η οποία, χωρίς να αναιρεί η να αντικαθιστά τις εθνικές γλώσσες – χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιδιοσυστασίας κάθε λαού – θα αποτελέσει το μέσο για την οικοδόμηση διεθνών σχέσεων. «Για όποιον έχει κατανοήσει την εποχή μας, γράφει, θεωρείται δεδομένο ότι τόσο το θέμα της παγκόσμιας γλώσσας, όσο και το θέμα της παγκόσμιας μητρόπολης, δεν μπορούν να παραμείνουν στην κατάσταση ύπνωσης που βρίσκονται σήμερα» (D’Eichthal, 1887:114). Η διεθνής κοινή γλώσσα, όμως, δεν μπορεί να είναι ένα αυθαίρετο δη­μιούργημα, μια τεχνητή γλώσσα [6]. Πρέπει να αναζητηθεί μεταξύ των ομιλουμένων γλωσσών.

Παίρνοντας αποστάσεις από τους παλιούς σαινσιμονιστές συντρόφους του που στήριζαν την επιλογή τους στο γεγονός ότι η γαλλική γλώσσα ήταν γλώσσα με παρελθόν, με πλούσια ιστορία και ποικίλες γλωσσολογικές διαδρομές (Gouvard, 2002:69) και απαντώντας στις μεμονωμένες φωνές που ήδη είχαν αρχίσει, να προβάλλουν την Αγγλική ως διεθνή γλώσσα, ο d’Eichthal υποστηρίζει ότι μόνο η Ελληνική μπορεί να διαδραματίσει αυτό το ρόλο. Χωρίς να διαφοροποιείται από το θεωρητικό πλαίσιο που είχε τεθεί από τους σαινσιμονιστές, καθορίζει τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να πληροί μια γλώσσα η οποία προορίζεται για διεθνή χρήση: αυτές δεν μπορούν να περιορίζονται μόνο στο βαθμό διάδοσής της, στην πρακτική ωφέλεια, στην πολιτική και εμπορική σημασία της. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η γραμματική τελειότητα του γλωσσικού συστήματος στο οποίο ανήκει, η ευφωνία, ο λογοτεχνικός πλούτος που διαθέτει ενώ ιδιαίτερο βάρος δίδεται στον ιστορικό της ρόλο (D’Eichthal, 1887: 224).

Έτσι λοιπόν, οι λόγοι για τους οποίους ο d’Eichthal πιστεύει ότι η ελληνική γλώσσα μπορεί να αποτελέσει την κοινή διεθνή γλώσσα, είναι τόσο πολιτισμικοί, όσο και πολιτικοί. Τονίζει ότι η συγκρότηση της ελληνικής γλώσσας συμπίπτει με τις απαρχές του ίδιου του πολιτισμού και ότι θεωρείται ήδη από τον 16° αι. αναπόσπαστο στοιχείο της παιδείας κάθε καλλιεργημένου νου, ενώ είναι η μόνη γλώσσα που παρουσιάζει αδιάλειπτη ιστορική συνέχεια. Στην Ελληνική απαντούν, στον ίδιο βαθμό με τη Γαλλική, οι λογικές σχέσεις και τα ορθολογικά χαρακτηριστικά που πρέπει να διαθέτει η ιδανική οικουμενική γλώσσα, προκειμένου να μπορεί να εκφράσει χωρίς αμφισβήτηση όλα τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος, από τα γράμματα και τις τέχνες ως την πολιτική και τις επιστήμες. Η γλώσσα του Ομήρου και του Ησίοδου σημειώνει ο d’Eichthal, είναι συγχρόνως γλώσσα του Ευαγγελίου και των πατέρων της Εκκλησίας και τονίζει τη διαχρονική της διάσταση (D’Eichthal 1887: 110). Έχοντας διατηρήσει αναλλοίωτο στο πέρασμα των αιώνων, το λεξιλογικό πλούτο της και την πλαστικότητά της, η ελληνική γλώσσα διαθέτει την απαραίτητη σαφήνεια και καθαρότητα που την καθιστούν ιδιαιτέρως κατάλληλη να εκφέρει επιστημονικό λόγο. Επιπλέον, ως «η κατ’ εξοχήν λογική και ευφωνική γλώσσα», η Ελληνική μοιάζει να δίνει απάντηση και στους προβληματισμούς σχετικά με την προσωδία που είχαν απασχολήσει τους σαινσιμονιστές το 1832 [7].

Επιπλέον, η γλώσσα συνδέθηκε στον ελληνικό χώρο με το αίτημα της εθνικής ολοκλή­ρωσης. Η πορεία της Ελληνικής από την αρχαιότητα ως τη σύγχρονη εποχή, η ικανότητά της να επανακτήσει μετά από παρατεταμένη περίοδο σκλαβιάς τη χαμένη αίγλη της και η συμβολή της στην αναγέννηση του Έθνους, της προσδίδουν σαφή ιστορικό ρόλο. Τέλος, στο επιχείρημα ότι η γαλλική είναι ευρύτατα διαδεδομένη στην Ευρώπη, ο d’Eichthal αντιπαραθέτει τη συμβολή της ελληνικής γλώσσας ως μοχλού εκπολιτισμού της Ανατολής, διαμέσου κυρίως των εμπορικών συναλλαγών και της παρουσίας των ακμαίων κοινοτήτων του ευρύτερου ελληνισμού και της Διασποράς.

Η πρότασή του βασίζεται συνεπώς στη διαχρονική παρατήρηση της γλώσσας ενώ τα επιχειρήματά του οικοδομούνται γύρω από δύο βασικούς άξονες: τον ενιαίο χαρακτήρα της ελληνικής από την αρχαιότητα έως τη σύγχρονη εποχή αφενός, και την οικουμενικότητά της αφετέρου, λόγω του γοήτρου που απέκτησε, τόσο χάρη στα κείμενα του στοχασμού της αρχαι­ότητας, όσο και ως γλώσσα του πολιτισμού και του εμπορίου.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο d’Eichthal στο ρόλο που οφείλει να επιτελέσει η διεθνής γλώσσα ως γλώσσα του μέλλοντος, κυρίως στο πεδίο των επιστημών, όπου η υποχώρηση της χρήσης των λατινικών, ευνοώντας την πολυγλωσσία, δημιουργούσε ένα ουσιαστικό πρόβλημα επικοινωνίας στον αλλόγλωσσο επιστημονικό κόσμο. Απ’ την άλλη, ο πνευματικός κόσμος στην Ελλάδα είχε από νωρίς διαισθανθεί – ήδη από το δεύτερο μισό του 18ου αι.- την ένδεια επιστημονικής γνώσης και είχε στραφεί στις μεταφράσεις [8]. Η μεταφραστική πρακτική που συνεχώς εμπλούτιζε την ελληνική γραμματεία με τους θησαυρούς της γνώσης του ευρωπαϊκού πνεύματος, αξιοποιήθηκε από τον d’Eichthal σε άρθρο του το 1884 [9], ως ένα επιπλέον επιχείρημα για την ικανότητα της ελληνικής γλώσσας να αποτελέσει το κοινό γλωσσικό όργανο επικοινωνίας. Ως μεταφραστικό μέσο και άλλοτε ως διάμεση γλώσσα, η Ελληνική είχε κα­τορθώσει να επιδείξει τις αρετές ενός γλωσσικού συστήματος που με σαφήνεια, ορθότητα και ακρίβεια του λόγου μπορούσε να μεταλαμπαδεύσει την επιστημονική γνώση. Υποστηρίζοντας την αξία αυτών των μεταφράσεων, ο d’Eichthal απαριθμεί τα βασικά εγχειρίδια μεταφρασμένα από τα Γαλλικά που χρησιμοποιούνται στην ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών καθώς και ανάλογες προσπάθειες εκλαΐκευσης της επιστημονικής γνώσης που κατέβαλλαν φύλλα ευρείας κυκλοφορίας όπως η Κλειώ της Τεργέστης (D’Eichthal 1887: 312-313). Η αντιπαραβολή μάλιστα της γαλλικής και της ελληνικής απόδοσης ενός αποσπάσματος γερμανικού βιβλίου φυσιολογίας αποδεικνύει ότι «η νέο ελληνική γλώσσα […] ως μεταφραστικό μέσο, μπορεί να αποτελέσει έναν πιστό και πρακτικό μηχανισμό διάδοσης των έργων και της επιστημονικής έρευνας καθενός αλλά και συνολικά. Υπό αυτή την έννοια, η Ελλάδα θα μπορούσε ήδη από σήμερα γράφει ο dEichthal να καταλάβει μια ιδιαίτερη θέση στο παγκόσμιο επιστημονικό εργαστήριο» (DEichthal, 1887: 318).

Η πρόταση του d’Eichthal για τη διεθνοποίηση της ελληνικής γλώσσας είχε ωστόσο να αντιμετωπίσει δύο εμπόδια. Το πρώτο ήταν ότι τα Ελληνικά διδάσκονταν στα σχολεία και Πανεπιστήμια της Γαλλίας – και μάλιστα πλημμελώς – ως νεκρή γλώσσα με αποτέλεσμα η πλειονότητα των γάλλων μαθητών, που δεν ακολουθούσαν συναφείς σπουδές, να την ξεχνούν σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Γι αυτούς τους λόγους, η εκμάθηση της Ελληνικής πρέπει, σύμφωνα με τον d’Eichthal, να έχει αφετηρία τη Νέα Ελληνική. Μέσω της διδασκαλίας της σύγχρονης μορφής της γλώσσας, ο κάθε μαθητής θα μπορεί να κατακτήσει – με σχετική ευχέρεια – το λεξιλόγιο και τις γραμματικές δομές που είναι απαραίτητα για την επικοινωνία. Η νέα γενιά των πολιτισμένων εθνών, θα έχει «έτσι στη διάθεσή της «έναν ανεκτίμητο θησαυρό […], μια καθολική γλώσσα ικανή να ανταποκριθεί σε όλες ανάγκες της ανθρώπινης δραστηριότητας και σκέψης» (D’Eichthal, 1887:113).

Κύριο, όμως, πρόσκομμα στην επικράτηση της χρήσης της Ελληνικής ως διεθνούς γλώσσας αποτελούσε το θέμα της προφοράς, καθώς η επικράτηση στη Δύση και ειδικότερα στη Γαλλία της ερασμιακής προφοράς, αλλοίωνε την εκφορά της Αρχαίας και κατ’ επέκταση της Νεοελληνικής, εμποδίζοντας την επικοινωνία και αλληλοκατανόηση [10]. Προς αυτή την κατεύθυνση θα επικεντρωθούν οι προσπάθειες του d’Eichthal, για τον οποίο η υιοθέτηση της νεοελληνικής προφοράς στο πλαίσιο της δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης αποτελούσε τη βάση για τη διάδοση, επικράτηση και γενίκευση της χρήσης της νεοελληνικής γλώσσας. Η ίδρυση της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής το 1845, που μεταξύ άλλων είχε στόχο την αναγέννηση της μελέτης των Αρχαίων Ελληνικών μέσα από τη γνώση της νέας ελληνικής, και η συνέχιση του έργου του Villoison από τον Hase και τον Brunet de Presle στην École des Langues Orientales, όπου τα Νέα Ελληνικά διδάσκονταν με τη νεοελληνική προφορά, ευνοούσαν το αίτημα για την εισαγωγή της στη γαλλική εκπαίδευση. Έχοντας εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη του Victor Duruy, υπουργού Παιδείας της Γαλλίας, ο d’Eichthal μεθοδεύει από κοινού με τους ελληνιστές Dehèque, Egger και Brunet de Presle, την υιοθέτηση σχετικού ψηφίσματος από τη Γαλλική Ακαδημία. Στις 18 Νοεμβρίου 1864, η Ακαδημία αποδέχτηκε ομό­φωνα (με μια μόνο αρνητική ψήφο) την πρόταση του να εισαχθεί με τον επισημότερο τρόπο η νεοελληνική προφορά στη δημόσια γαλλική εκπαίδευση, σχέδιο που τελικά όμως δεν υλοποιή­θηκε ποτέ (Queux de Saint Hilaire, 1887: 87-92).

Η ριζοσπαστική όσο και ουτοπική πρόταση του d’Eichthal για την ελληνική γλώσσα αλλά και οι άοκνες προσπάθειές του για την καθιέρωση της νεοελληνικής προφοράς11, δεν πέρασαν απαρατήρητες. Σειρά άρθρων στο γαλλικό και ευρωπαϊκό τύπο δημοσιοποιούν τους προβληματισμούς που ανέπτυσσε γύρω από το ζήτημα αυτό ο επιστημονικός κόσμος και διευρύνουν το διάλογο12.

Παρά το γεγονός, λοιπόν, ότι ο d’Eichthal καλλιεργεί σε πολλά επίπεδα την πρόταση για διεθνοποίηση της Ελληνικής, δεν ξεχνά εντούτοις ότι απαιτούνται και άλλες μεταρρυθμίσεις προκειμένου να κατακτήσει η γλώσσα το επιθυμητό επίπεδο, άποψη που φαίνεται να συμμερίζεται και ο Ρενιέρης (D’Eichthal, 1887: 361). Το γλωσσικό ζήτημα και οι ποικίλες αντι­παραθέσεις που προκαλούσε, απασχολεί έντονα και τους γάλλους ελληνιστές. Η αναγέννηση της ελληνικής γλώσσας, σύμφωνα με τον d’Eichthal πρέπει να συνεχιστεί, ο καθαρμός της από τα κατάλοιπα του παρελθόντος (τουρκικές και ενετικές λέξεις) να ολοκληρωθεί χωρίς βεβαίως να στερηθεί τα εκσυγχρονιστικά χαρακτηριστικά της που τη συνδέουν με τις τάσεις της εποχής και την προετοιμάζουν για το μελλοντικό ρόλο της. Καθοριστική είναι προς την κατεύθυνση αυτή, η συνδρομή ελληνιστών και γλωσσολόγων – με ορισμένους εκ των οποίων ο d’Eichthal συνδεόταν στενά – οι οποίοι οφείλουν να προασπίσουν την ελληνική γλώσσα και μέσα από το έργο τους να αναδείξουν τη διαχρονική και συγχρονική αξία της.

Το σχέδιο του d’Eichthal για την καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας ως διεθνούς, στον απόηχο του οράματος για την κοινωνική αναδιοργάνωση που είχε συνεπάρει τους οπαδούς του Saint-Simon, καθιστούσε την ελληνική γλώσσα κοινό κρίκο και απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνεύρεση των λαών και τη συνένωση δύο διαφορετικών κόσμων, της Ανατολής και της Δύσης. Συγχρόνως, όμως, η θεωρία του για τη γλώσσα όσο ουτοπική κι αν φάνταζε, αποτελεί ση­μαντική συμβολή για την αναγνώριση της ιδιαίτερης και πανθομολογούμενης διαχρονικής ενότητας της ελληνικής γλώσσας στον ευρωπαϊκό χώρο. Επιπλέον, οι μελέτες του συνέβαλαν ουσιαστικά στη μεταστροφή της αντίληψης της γαλλικής κοινής γνώμης που θεωρούσε τα νέα ελληνικά φθαρμένο και αλλοιωμένο γλωσσικό ιδίωμα ενός παρηκμασμένου έθνους. Μέσα από τη δράση που ανέπτυξε ο d’Eichthal προσωπικά αλλά και σε συλλογικό επίπεδο στο πλαίσιο της Association, αναδείχθηκε η αξία της ελληνικής γλώσσας και μέσω αυτής καλλιεργήθηκε στο γαλλικό πνευματικό κόσμο η εικόνα μιας νέας Ελλάδας, απαγκιστρωμένης από τα στερεότυπα του παρελθόντος13.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Βλ. Grenouilleau (2001: 272-282), Carbonell (2002).

[2]  Βλ. Picon (2002:144-145).

[3]  Βλ. Πρόβατά 2006:148-158, όπου και βιβλιογραφία.

[4] Τα άρθρα του Gustave d’Eichthal για την ελληνική γλώσσα συγκεντρώθηκαν μετά το θάνατό του στον τόμο Gustave d’Eichthal, La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884. Precede dune notice sur les services rendus par M. G. d’Eichthal, a la Grece et aux etudes grecques par le Mis de Queux de Saint-Hilaire, Paris, Hachette, 1887.

[5] «De I’avenir du peuple grec et de la langue grecque», Spectateur de I’Orient, 10/22 fevrier 1855. To φύλλο αυτό εξέδιδε ο Ρενιέρης την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου σε συνεργασία με τον Παπαρρηγόπουλο και τον Ραγκαβή με στόχο να υποστηρίξει τα αιτήματα της Ελλάδας στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη.

[6] Οι προσπάθειες για τη δημιουργία μιας κοινής τεχνητής γλώσσας εντείνονται αργότερα με τη δημιουργία της λεγάμενης Volapuk (1880) και της Esperanto (1887). Ευχαριστώ τη συνάδελφο Ρέα Δελβερούδη που έθεσε υπόψη μου αυτές τις πληροφορίες.

[7] Η κριτική της γαλλικής στιχουργικής και η απουσία τονικού συστήματος στη γαλλική γλώσσα βρίσκονταν στο επίκεντρο των διεργασιών στο πλαίσιο της δημιουργίας του Livre Nouveau των σαινσιμονιστών στη διάρκεια της απομόνωσής τους Menilmontant (Gouvard, 2002: 79-90).

[8] Βλ. σχετικά Πάτσιου (1993: 210-234 και κυρίως 213).

[9] Βλ. D’Eichthal (1887: 307-320).

[10] Το ζήτημα της ενδεδειγμένης προφοράς τόσο της Αρχαίας όσο και της Νέας Ελληνικής είχε απασχολήσει αρκετούς γάλλους ελληνιστές των αρχών του 19ου αι. οι οποίοι αποδοκίμαζαν την ερασμιακή προφορά. Μεταξύ αυτών τους Gaspard d’Ansse de Villoison και Fleury Lecluse. Βλ. σχετικά Tolias (1997:138-140),· Παπαγεωργίου-Προβατά (1984).

[11] Ο d’Eichthalεπανέρχεται στο θέμα της προφοράς και σε μεταγενέστερο δημοσίευμά του το 1869 (D’Eichthal1887: 183- 215).

[12] Η περιορισμένη έκταση αυτής της ανακοίνωσης δεν μου επιτρέπει να αναφερθώ εκτενέστερα στις απηχήσεις της πρότασης του d’Eichthal.

[13] Για την εικόνα της Ελλάδας στη Γαλλία κατά την περίοδο αυτή βλ. Basch (1995:129-170).

 

Βιβλιογραφία


 

  • Basch, S., (1995). Le Mirage Grec. La Grece modeme devant l’opinion frangaise (1846-1946). Hatier-Kauffmann.
  • CarboneH, Ch.O. (2002). L’Europe de Saint-Simon. Toulouse: Privat.
  • Chariety, S. (1931 ). Histoire du saint-simonisme (1825-1884). Paris: Hartmann.
  • D’Eichthal, G. (1887). La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884. Paris: Hachette.
  • Gouvard, J.M. (2002). Le probleme du langage dans Le Livre nouveau des saint-simoniens. In Etudes saint- simoniennes, (επιμ. Ph. Regnier). Presses Universitaires de Lyon. 61-91.
  • Grenouilleau, O.P. (2001). Saint-Simon. L’utopie oula raison enactes. Paris: Payot
  • Le Livre nouveau des saint-simoniens, (1991) (επιμ. Ph. Regnier). Tusson: du Lerot.
  • Queux de Saint-Hilaire (Marquis de) (1887). Notice sur les services rendus par M. G. d’Eichthal, a la Grece et aux etudes grecques. In G. d’Eichthal, La langue grecque. Memoires et notices 1864-1884, Paris: Hachette.
  • Παπαγεωργίου – Προβατά, E. (1984). Fleury Lecluse. Ένας άγνωστος γάλλος ελληνιστής. Αθήνα.
  • Πάτσιου, Β. (1993). Μεταφραστικές δοκιμές και προϋποθέσεις στα όρια του νεοελληνικού διαφωτισμού. Στο Ο Ερανιστής, 19: 210-234.
  • Πρόβατά, Δ. (2006). Η διάδοση του σαινσιμονισμού στην Ελλάδα. Στο Ουτοπικές θεωρίες και κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη, από τον 18° ως τον 20ό αιώνα, (επιμ. Μ. Μενεγάκη). Αθήνα: Φιλίστωρ. 148-158.
  • Picon, A. (2002). Les saint-simoniens. Raison, imaginaire et utopie. Paris: Belin.
  • Tolias, G. (1997). La medaille et la rouille. Hatier-Kauffmann.

 

Δέσποινα Προβατά*

Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας, Πανεπιστήμιο Αθηνών

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών – Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών. 1° Διεθνές Συνέδριο, «Η γλώσσα σε έναν κόσμο που αλλάζει», Αθήνα, 9-11 Δεκεμβρίου 2005, Πρακτικά τόμος 1ος 2008.

 

* H Δέσποινα Προβατά είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Ιστορίας του γαλλικού πολιτισμού, με έμφαση στις Διαπολιτισμικές σχέσεις στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα, διδάσκει Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο από το 2000 έως και σήμερα. Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων που διερευνούν τις διαπολιτισμικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Δύση. Το ερευνητικό της έργο και οι δημοσιεύσεις της, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, εστιάζονται σε θέματα συγκριτικής φιλολογίας και ελληνογαλλικών διαπολιτισμικών σχέσεων.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα – Σάββας Παρ. Σπέντζας, Ομότ. τακτικός Καθηγητής Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών, Σχολής Ευελπίδων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Το Άργος όμως κατά την προσωπική μας εκτίμηση διαθέτει και ένα άλλο πολύτιμο στοιχείο, έναν άλλον πλούτο, που μέχρι σήμερα δεν έχει αξιοποιηθεί, όπως θα έπρεπε και συστηματικά. Ο πλούτος αυτός είναι γνωστός σε όλους μας. Είναι το Αρχείο της Οικογενείας Περρούκα, το οποίο φυσικά συνδέεται άμεσα με την πόλη του Άργους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι αποτελεί ζήτημα τοπικού ενδιαφέροντος. Αντίθετα, αφορά και ενδιαφέρει, ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, την ελληνική επιστήμη και φυσικά τον κάθε Έλληνα ξεχωριστά, για την Ιστορία του, για την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους.

Οι σοβαρότεροι ιστορικοί, μελετητές, ερευνητές και ιστοριοδίφες έχουν αναφερθεί στην «προυχοντική» αυτή οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά στην προσφορά της όχι μόνο στην τοπική κοινωνία του Άργους, αλλά γενικότερα για την παρουσία της τόσο στην προετοιμασία και την στήριξη του απελευθερωτικού αγώνα του Εικοσιένα, όσο και στις θυσίες των μελών της, αφού άλλοι «Περρουκαίοι» η «Μπερουκαίοι» φυλακίσθηκαν, άλλοι πέθαναν και άλλοι δολοφονήθηκαν. Η πλούσια βιβλιογραφία πιστοποιεί το γεγονός.

 

Δείγμα εγγράφου από το αρχείο Περρούκα.
Αριθμ. Έγγραφου 17.246 (1)
Γέροντες του χωρίου Άλβαινας, Νικολό και Χρίστο, και επίλοιποι ραγιάδες του ιδίου χωρίου είητε υγιαίνοντες. Σας φανερώνομεν, ότι με το να έπεσε ζήτησις αναμεταξύ του καζά Άργους, και του καζά Αρκαδίας δια το χωρίον σας, ο μεν καζάς της Αρκαδίας εζήτει δια να πλερώνετε
δια τα τεκιαλίφια του {βιλα}ετίου και τα ματλουπάτια του Μωρέως, εις την Αρκαδίαν, ο δε καζάς του Άργους εγύρισε τα ίδια, και δια να παύση η τέτοια ζήτησις και λογοτριβή, ευρέθη εύλογον και από τους λοιπούς προεστώτας των άλλων καζάδων, όπου ευρέθησαν εδώ, και αποφασίσθη, όπου εις τον καζά της Αρκαδίας να δώσετε δια τον τρέχοντα χρόνον μόνο γρόσια εννιακόσια, και όχι άλλο τίποτα περισσότερον. Και εις τον καζά σας Άργος να δώσετε δια τον ίδιον τούτον χρόνον γρόσια δύω χιλιάδες τρακόσια όπου είναι παρακάτω γρόσια διακόσια πενήντα από την ποσότητα εκείνην, όπου με γράμμα των προεστώτων του βιλαετίου σας Άργους εσυμφωνήσατε…

 

Οι μελετητές του Άργους ιδιαίτερα της δεύτερης τουρκοκρατικής περιόδου αντλούν στοιχεία οπωσδήποτε ενδιαφέροντα από τις δραστηριότητες της οικογένειας «Περρούκα», αφού τα μέλη της είχαν πολλές και διάφορες ιδιότητες, τόσο στο Άργος, όσο και την Κωνσταντινούπολη, ενώ παράλληλα υπολογίζονταν και ως παράγοντες που οδήγησαν σε σύγκρουση με τους Τούρκους αψηφώντας τις συνέπειες οι οποίες ακολουθούσαν με αγριότητα είτε για την ίδια την ζωή τους, είτε για φορολογικές και τη γενικότερα οικονομικής φύσεως υποθέσεις. Γι’ αυτό οι αναφορές είναι πολλές και διάφορες.

Μικρότερη βέβαια δραστηριότητα παρουσιάζει ο κλάδος της ιδίας οικογένειας «Περρούκα» στην Πάτρα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει «ανυπαρξία», αφού οι δραστηριότητές της είναι υπαρκτές και «καταγεγραμμένες», όπως μάλιστα παρουσιάζονται στην εργασία του Ηλ. Γιαννικοπούλου με πληθώρα ειδήσεων.

Το γεγονός όμως ότι ήταν πραγματικά μία αξιόλογη οικογένεια δεν σημαίνει ότι αδιαφορούσε για τον οικονομικό παράγοντα, για τα χρήματα, αφού αναφέρονται ακόμα και αντιδικίες μεταξύ συγγενικών προσώπων και μάλιστα πολύχρονοι δικαστικοί αγώνες, όπως διαπίστωσε ο Ηλ. Γιαννικόπουλος, μετά από επισταμένη έρευνα, την οποία και παρουσίασε τελευταία στο Ζ’  Διεθνές Συνέδριο της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (Πύργος – Αμαλιάδα 11-17/9/2005).

Ο Ν. Σπηλιάδης στο πολύτιμο έργο του με τίτλο Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, την έκδοση του οποίου επιμελήθηκε, ο προσφάτως βραβευθείς (2008) από την Ακαδημία Αθηνών ιστορικός Π. Φ. Χριστόπουλος, Καθηγητής του ιονίου Πανεπιστημίου, αναφέρεται τριάντα φορές και για διαφορετικές περιπτώσεις στην οικογένεια «Περρούκα» και φυσικά για όλα της τα μέλη και ειδικότερα στους τόμους Α, Β, Δ και Ε και για άλλες κατά καιρούς καταστάσεις.

Η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα του συγγραφέα αντανακλά φυσικά και στις αναφορές η υποσημειώσεις σχετικά με την οικογένεια Περρούκα ή τα μέλη της που κατά καιρούς σημειώνονται.

Ο Τ. Γριτσόπουλος (1910-2008)  στην εργασία του «Η εις Βοστίτζαν μυστική Συνέλευσις των Πελοποννησίων Ηγετών (26-29/1/1821)», αναφέρεται συχνά στην Οικογένεια «Περρούκα» για αρκετές, αλλά και διαφορετικές περιπτώσεις.

Θετική αναφορά βέβαια παραμένει για τον αναγνώστη η πληροφορία, ότι τόσο ο Ιωάννης, όσο και ο Χαράλαμπος είχαν μυηθεί και κατηχηθεί στην Φιλική Εταιρεία, ήσαν Φιλικοί. Ο Ιωάννης, προεστός του Άργους, μυήθηκε από τον Π. Αρβάλη στις 2/5/1819, ενώ ο Χαράλαμπος, έμπορος στην Πάτρα, μυήθηκε από τον Ι. Παπαρρηγόπουλο στις 20/5/1819. Για τον Δημήτριο όμως Περρούκα, Βικέλη, που κατοικούσε στην Κωνσταντινούπολη από αρκετά χρόνια, αμφισβητείται αν είχε μυηθεί στην Φιλική Εταιρεία κάποτε και από ποιόν, αφού δεν αναφέρεται στον σχετικό κατάλογο του Παναγιώτη Σέκερη.

Για την κατήχηση και τη μύηση στη Φιλική Εταιρεία τόσο για τον Ιωάννη Περρούκα όσο και για τον Χαράλαμπο Περρούκα αναφέρονται στις εργασίες τους ο Βαλ. Μέξας και ο Ι. Μελετόπουλος. Αντίθετα, δεν αναφέρεται από τους συγγραφείς αυτούς κάτι σχετικό με τον Βικέλη, «Δημήτριο Περρούκα» και τη Φιλική Εταιρεία.

Ο Τ. Γριτσόπουλος περιγράφει με αρνητική τοποθέτηση για την οικογένεια «Περρούκα», όσα ελάμβαναν χώρα το 1819 αναφορικά με την πολιτική κατάσταση της εποχής εκείνης, όταν δηλαδή παρά το επίσημο «υποσχετικό» της 1-4-1816, μεταξύ των διαφόρων ισχυρών οικογενειών της Πελοποννήσου, παρουσιάσθηκε «υποτροπή» τότε, το 1819, όχι από τις γνωστές ισχυρές αντιμαχόμενες οικογένειες, δηλαδή εκείνες που υπέγραψαν το «υποσχετικό» αλλά από την εξ ίσου ισχυρή οικογένεια «Περρούκα»…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές και Οικονομικές πληροφορίες από το αρχείο Περρούκα

 

     Σχετικά θέματα:  

 

 

Read Full Post »

Η συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος στην οικονομική ανάπτυξη του Άργους*. Χρήστος Π. Μπαλόγλου, Διδάκτωρ Οικονομικών Επιστημών Πανεπιστημίου Φρανκφούρτης. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Δράττομαι της ευκαιρίας να ασχοληθώ με μία επιφανή προσωπικότητα του ελληνικού κράτους από της ιδρύσεώς του, τον Γρηγόριο Παλαιολόγο, ο οποίος άφησε ανεξίτηλη την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή του Άργους. Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος αποτελεί μία από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της Καποδιστριακής περιόδου και των πρώτων ετών της βασιλείας του Όθωνος. Γεωπόνος, γεωργοοικονομολόγος, οικονομολόγος, αλλά και λογοτέχνης, εκδότης περιοδικού, συνέβαλε από τη θέση του και με τις δυνάμεις του στην προαγωγή της γεωργικής οικονομίας της χώρας.

Η πρώτη ενότητα παρουσιάζει τα βιογραφικά στοιχεία του Παλαιολόγου που σχετίζονται με τις σπουδές του στην Ευρώπη και το έργο του έως την άφιξή του στην Ελλάδα. Η παρουσία και συμβολή του Παλαιολόγου αποτιμώνται μέσα στο πλαίσιο της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια (Ενότητα 2). Δεν είναι μικρότερης σημασίας και η παρουσία του Κωνσταντινουπολίτη λογίου κατά την περίοδο διακυβερνήσεως της χώρας από την Αντιβασιλεία και τον Όθωνα (Ενότητα 3). Η τετάρτη ενότητα παρουσιάζει, για λόγους πληρότητος, τον λογοτέχνη Παλαιολόγο. Τα Συμπεράσματα ανακεφαλαιώνουν τα πορίσματα της ερεύνης.

  1. Βιογραφικά στοιχεία [1]

Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα – πιθανόν το 1794 – στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στη Βλαχία, αφού ο πατέρας του διετέλεσε επιτετραμμένος του ηγεμόνα της Βλαχίας στην Οθωμανική Πύλη, σπούδασε στην Πατριαρχική Ακαδημία και στη συνέχεια με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας των Παρισίων» παρακολούθησε θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα Γεωπονικής στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ελβετία. Τις χώρες αυτές φαίνεται ότι τις γνώρισε πραγματικά, όπως μαρτυρείται από το έργον του Πολυπαθής. Το γεγονός ότι οι νέοι της εποχής του Παλαιολόγου ακολουθούσαν συνήθως σπουδές Ιατρικής και Νομικής, ενώ αυτός ακολούθησε σπουδές Γεωπονικής, αποδεικνύουν μία διαφορετική, ξεχωριστή προσωπικότητα. Στην Αγγλία μεταβαίνει για να εξασφαλίσει τη μεσολάβηση της αγγλικής κυβερνήσεως για να του αποδοθούν κάποια κτήματά του στη Βλαχία, γεγονός που θα του έδινε την οικονομική δυνατότητα να τελειοποιήσει τις γνώσεις του στην αγγλική γλώσσα και να παρακολουθήσει μαθήματα «πολιτικής» [2]. Οι προσπάθειες του αυτές δεν τελεσφόρησαν, προσπάθησε να διδάξει έναντι αμοιβής την ελληνική στο Cambridge, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα, και τελικά μετέφρασε στην αγγλική το θεατρικό έργο του Ν.Σ. Πίκκολου [3], Ο θάνατος του Δημοσθένους, έργο που έχει ως σκοπό να ευαισθητοποιήσει τη συνείδηση των Άγγλων ουμανιστών απέναντι στην ελληνική υπόθεση [4] 

Το 1827 δηλώνει στον πρόλογο του βιβλίου του Esquisses de moeures turques de XIXe siecle, τυπωμένου στο Παρίσι, ότι έχει περατώσει τις σπουδές του και ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Όμως, η αναχώρησή του δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή τα δύο επόμενα έτη τον συναντούμε ακόμα στη Γαλλία ως υπότροφο της «Societe Philanthropique en faveur des Grecs» στο Παρίσι και είναι ένας από τους σπουδαστές για τον οποίο γίνονται θερμές συστάσεις προς τον Καποδίστρια, ο οποίος είχε ενδιαφερθεί για νέους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος [5].

Το 1828 εκδίδει με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας» το έργον του με τίτλο Ερμηνεία της καλλιεργείας του γεωμήλου (Paris: F. Didot). Ο ίδιος ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι όσα γράφει για το φυτό, αποτελούν γνώσεις που τις απέκτησε από την μελέτη των καλυτέρων συγγραφέων για το ίδιο θέμα, η διετής διατριβή του σε ένα από τα πλέον γνωστά Γεωργικά Καταστήματα της Ευρώπης, του Ροβελίου, καθώς και το γεγονός ότι γνώρισε την καλλιέργεια του γεωμήλου στην Αγγλία και Γερμανία.

Τον επόμενο χρόνο, το 1829, ολοκληρώνει τις γεωπονικές του σπουδές και επιστρέφει στην Ελλάδα, έτοιμος να προσφέρει στην ανασύνταξη του νεοτεύκτου ελληνικού κράτους [6]. Η οποιαδήποτε συνεισφορά του ως Διευθυντού του Αγροκηπίου της Τίρυνθος πρέπει να αποτιμηθεί μέσα στα πλαίσια της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια.

  1. Πτυχές της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια

Το έργο της αναδημιουργίας του Καποδίστρια αρχίζει με ανεπαρκέστατα και πενιχρότατα εφόδια, αρκεί να σκεφθεί κανείς ότι ο σχετικά ευκατάστατος θεωρούμενος χωρικός διέθετε ένα ησιόδειο άροτρο, ένα ζεύγος βοδιών για την καλλιέργεια της γης και μερικούς όνους για την μεταφορά των προϊόντων από τους αγρούς [7]. Οι περισσότεροι ήσαν αναγκασμένοι να καλλιεργούν τη γη με τη σκαπάνη και την τσάπα. Η καλλιέργεια της σικάλεως και της βρώμης ήταν άγνωστη και μόνη διαδεδομένη καλλιέργεια ήταν της κριθής και του σίτου. Τα γνωστά εισοδήματα της Ελλάδος, η σταφίδα και οι ελιές, είχαν σημαντικά μειωθεί. Σ’ αυτό συνετέλεσαν ανεπιφύλακτα οι δηώσεις και οι καταστροφές που συνετελέσθησαν από την εισβολή και παραμονή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο [8].

Έκδηλο είναι το ενδιαφέρον και η αγάπη του Καποδίστρια για την ανάπτυξη της γεωργίας. Έχοντας ο ίδιος παρακολουθήσει κατά το χρόνο των σπουδών του στην Πάδοβα μαθήματα Πειραματικής Γεωργίας του Καθηγητή Pietro Arduino (728-1805), ο οποίος διηύθυνε το πρότυπο πειραματικό φυτοκομείο [9] και έχοντας επισκεφθεί τα σύγχρονα για την εποχή τους Αγροκήπια και Γεωργικά Καταστήματα στην Ελβετία και Γερμανία [10], θα διατρανώσει ότι οι γεωργοί  είναι η μόνη παραγωγική τάξη, που αξίζει τη συμπάθεια και την υποστήριξη της Κυβερνήσεως. Αντίστοιχη άποψη εκφράζει και ο συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας [11], ο οποίος τους χαρακτηρίζει ως «η σεβασμιωτέρα τάξις μιας πολιτείας, ο σταθερώτερος πόρος της πολιτικής ευτυχίας…». «Μόνους τους χωρικούς και τους βιομηχάνους (sc. βιοτέχνες)», γράφει ο Τρικούπης, «εθεώρει αξίους της αγάπης και προστασίας του, και έλεγεν αναφανδόν, ότι προς το συμφέρον μόνων αυτών απέβλεπεν η κυβέρνησίς του» [12]. Τους γεωργούς θεωρούσε ως τους πλέον πιστούς συμμάχους για να πλήξει τη δύναμη των κοτζαμπάσηδων. Τη συστηματική καλλιέργεια της γης θεωρούσε ως την πλέον απαραίτητη προϋπόθεση για την μελλοντική ευδαιμονία του ελληνικού λαού [13].

Ο Καποδίστριας, συνεπικουρούμενος από τις τοπικές αρχές, προσκαλεί τους γεωργούς να επιστρέψουν πίσω στις κατεστραμμένες πατρίδες τους, και με το αίσθημα της ασφαλείας να επιδοθούν στα ειρηνικά τους έργα [14]. Αρωγός στην προσπάθειά του αυτή είναι οι ενισχύσεις είτε σε χρήμα είτε σε είδος των κυβερνήσεων των Μ. Δυνάμεων και των φιλελληνικών εταιρειών [15]. Πράγματι, ο Κυβερνήτης διανέμει στους γεωργούς βόδια, σπόρους και εργαλεία, προπάντων άροτρα [16].

Ο Καποδίστριας διαβλέπει την οικονομική σημασία και αξία της τεχνικής εκπαιδεύσεως, ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα. Με την εκπαίδευση και τεχνική κατάρτιση των γεωργών θα προαχθεί η γεωργία και κατ’ επέκταση η εθνική οικονομία [17]. Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται η εισαγωγή της καλλιέργειας των γεωμήλων με τη βοήθεια του Ιρλανδού γεωπόνου Stevenson, η εισαγωγή νέων τεχνικών μέσων για την άροση των αγρών, η ίδρυση της πρώτης Γεωργικής Σχολής στην Τίρυνθα και προτύπου αγροκηπίου [18]. Η τοποθέτηση του Παλαιολόγου στη διεύθυνση της Σχολής υπήρξε καθοριστική για την προαγωγή της γεωργίας. 

  1. Η επιλογή και τοποθέτηση του Παλαιολόγου ως Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθος

 

Στα τέλη του 1828 υπογράφει ο Καποδίστριας το διορισμό του Παλαιολόγου ως Διευθυντού του Αγροκηπίου. Ο Παλαιολόγος αναπτύσσει μεγάλη δραστηριότητα και μεταβάλλει το σχολείο σε υποδειγματικό αγροκήπιο. Η φιλοδοξία του Παλαιολόγου, καθώς και του Καποδίστρια ήταν να μυήσουν τον ελληνικό λαό στις σύγχρονες εξελίξεις της γεωργίας. Το ιδανικό των δύο ανδρών ήταν να ανυψωθεί όσον το δυνατόν συντομότερα ο ελληνικός λαός στο επίπεδο των λαών της Δύσεως [19]. Ο Καποδίστριας αισθανόταν μεγάλη χαρά και ικανοποίηση, όταν με δαπάνες του φιλέλληνα Eynard και με διευθυντή τον Παλαιολόγο κατόρθωσε να ανοικοδομήσει στην Τίρυνθα την πρώτη Γεωργική Σχολή [20]. Στόχος της Σχολής ήταν να δείξει στους κατοίκους την ωφέλεια της γεωργίας και των τελειοποιουμένων εργαλείων, να φέρει νέα ζώα στο κράτος, να πολλαπλασιάσει τα δένδρα, να βελτιώσει την αμπελουργία, οινοποιία, ελαιοποιΐα, μεταξουργία κτλ. Επίσης αποσκοπούσε στην μόρφωση και διαπαιδαγώγηση των γεωργών με τις συγχρόνους μεθόδους τεχνικής και παράλληλα την ύπαρξη της δυνατότητος να μεταδώσουν στους υπολοίπους Έλληνες τις γνώσεις και δεξιότητες που είχαν αποκτήσει από τη φοίτησή τους στη Σχολή.

 

Άποψη των τειχών της αρχαίας Τίρυνθας. Στο πρώτο επίπεδο απεικονίζεται η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας (σήμερα Αγροτικές Φυλακές), την οποία ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο βάθος διακρίνονται το Ναύπλιο και το Μπούρτζι.

 

Παρόλο που το φθινόπωρο του 1829 θεωρείται οριστική η ίδρυση του Αγροκηπίου, εν τούτοις τον Φεβρουάριο του 1830 δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί η πλήρης εγκατάστασή του. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την επιστολή του Καποδίστρια της 20ης Φεβρουαρίου 1830 προς τον Eynard, στην οποία του επισημαίνει: «Κατασκευάζεται η σύσταση ενός προτύπου γεωργικού αγροκηπίου, για το οποίο χρησιμοποιήθηκε αξιόλογη γη μεταξύ Ναυπλίου και Άργους. Τα άροτρα τα οποία έχουν έλθει από τη Γαλλία, χρησιμοποιήθησαν αρκετά. Μας απομένει να κατασκευάσουμε το οίκημα, τις αποθήκες, τα ζωοστάσια, τα εργαστήρια και να αγοράσουμε βοοειδή. Εάν ολοκληρωθεί το έργο αυτό, θα βοηθήσει σε μέγιστο βαθμό τη βελτίωση της γεωργίας του τόπου. Για τη διαδικασία αυτή μεγάλη ήταν η συμβολή του Κυρίου Παλαιολόγου γι’ αυτό και τον ευχαριστούμε πολύ».

 Ο Παλαιολόγος είναι εκείνος που θα προκρίνει τον τόπο εγκαταστάσεως του Αγροκηπίου. Η τοποθεσία που επιλέχθηκε για την εγκατάσταση του Καταστήματος και του Αγροκηπίου ήταν μεταξύ ΆργουςΝαυπλίου, πάνω στον μεγάλο δρόμο. Ο δρόμος είχε προοπτικές να γίνει βαθμιαία εφάμιλλος των ευρωπαϊκών, έτσι ώστε να διευκολύνει τη διέλευση των αμαξιών, καθώς και την επικοινωνία μεταξύ των δύο πόλεων. Στη θέση αυτή και ειδικότερα προς την πλευρά της θαλάσσης υπήρχαν αρκετοί βάλτοι, οι οποίοι είχαν αποξηρανθεί και θα μπορούσαν να αποκατασταθούν σε πολλά και γόνιμα χωράφια. Ποτάμια και πηγάδια δεν υπήρχαν κοντά στην περιοχή, επειδή όμως ο τόπος ήταν χαμηλός, το νερό θα μπορούσε να βρεθεί και να εξαντληθεί εύκολα. Οι πέτρες των ερειπίων της Τίρυνθος θα χρησίμευαν για την κατασκευή των αναγκαίων οικοδομών. Οι οικοδομές αυτές θα αποτελούνταν από το κτήριο, στο οποίο θα στεγάζεται ο διευθυντής, οι επιστάτες και οι υπηρέτες γεωργοί, από ένα αγελαδοστάσιο, ένα προβοτοστάσιο, τους στάβλους των βοδιών και αλόγων, από μία σιταποθήκη, έναν αχυρώνα, το τμήμα παραγωγής οίνου, μετάξης και τυριού. Επίσης, θα αποτελείται από το σχολείο και το Ορφανοτροφείο, όπου θα κατοικούν και θα διδάσκονται τη γεωργία είκοσι περίπου άποροι νέοι. Κοντά στο κατάστημα θα προσδιορισθεί μέρος της γης, το οποίο θα ετοιμάζεται για να δεχθεί σπόρους και φυτά διαφόρων δένδρων.

Ένας δεύτερος σκοπός του Καταστήματος είναι η διδασκαλία της χρήσεως των διαφόρων τελειοποιημένων εργαλείων και ειδικότερα αρότρων, τα οποία απέστειλαν οι Φιλέλληνες της Γαλλίας. Ο Παλαιολόγος υπήρξε ο πρώτος εισηγητής εισαγωγής προηγμένης τεχνολογίας στην Ελλάδα, η οποία θα βελτιώσει την παραγωγή, αλλά και την ποιότητα των παραγομένων προϊόντων, που θα συντελέσουν στη διατροφή του χειμαζομένου από την πείνα λαού [21].

  1. Οι απόψεις του Παλαιολόγου περί Γεωργίας

Ενωτισμένος ο Παλαιολόγος από την προτροπή και θέση του Ξενοφώντος στον Οικονομικό, ότι η γεωργία είναι η «μήτηρ πασών των τεχνών» [22], υποστηρίζει ότι η γεωργία είναι η πρώτη τέχνη που εφεύρε ο άνθρωπος. Ακολουθώντας το σχήμα των σταδίων εξελίξεως του ανθρωπίνου βίου από τον πρωτόγονο τρόπο διαβιώσεως, όπου αυτόδοτα έδιδε τα αγαθά η φύση έως την εμφάνιση του πολιτισμένου βίου [23], θα διακηρύξει τη συμβολή της γεωργίας, μέσω της οποίας ο άνθρωπος μετέβη από τον άγριο στον πολιτισμένο βίο [24]. Η γεωργία ως πηγή της βιομηχανίας και του εμπορίου είναι η βάση της δυνάμεως και της ανεξαρτησίας των εθνών. Η πολύτιμη αυτή τέχνη, η οποία ήταν πολύ παραμελημένη στην Ελλάδα έχει ανάγκη μεταρρυθμίσεως και βελτιώσεως [25].

 

Γεωργικά εργαλεία. Δημοσιεύεται στο: Γρ. Παλιολόγου, «Γεωργική και οικιακή οικονομία», τομ. Ά, σελ. 76, Ναύπλιο, 1833.

 

Καίρια και χωρίς μικρότερη σημασία είναι η συνεισφορά του Παλαιολόγου στο διαφωτισμό του λαού για αγροτικά θέματα και ειδικότερα στον τρόπο καλλιεργείας και επεξεργασίας διαφόρων προϊόντων. Για το σκοπό αυτό συνέγραψε μία σειρά άρθρων στην Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος (ΓΕΕ) [26] υπό τον γενικό τίτλο «Γεωργία» και με υπότιτλο το ερευνώμενο θέμα. Άξιον προσοχής είναι το άρθρο του με τον τίτλο «Γεωργία», το οποίο δημοσιεύθηκε στη Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος [27] και αυτοτελώς [28] και επέχει θέση πλήρους γεωργικού προγράμματος της Ελλάδος. Παράλληλα, προτίθετο και ο ίδιος να διδάξει τη γεωργία σε δημόσια απλά μαθήματα, πράγμα του όπως φαίνεται δεν πραγματοποιήθηκε [29].

  1. Η απομάκρυνση του Παλαιολόγου από το Αγροκήπιο

 Από τον Μάρτιο του 1831 η διοίκηση του Αγροκηπίου ανατέθηκε σε Επιτροπή υπό τις διαταγές της οποίας βρισκόταν ο Παλαιολόγος. Η απομάκρυνσή του οφείλεται στις κατηγορίες ορισμένων ατόμων για υπερβολικές δαπάνες [30]. Και ο μετά τον Τρικούπη Γραμματέας της Επικρατείας Νικόλαος Σπηλιάδης κατηγορεί τον Παλαιολόγο ότι ο Κυβερνήτης περίμενε πολλά απ’ αυτόν, αλλά δεν είδε τίποτε και τον απέλυσε, όταν έμαθε ότι – ενώ είχε έλθει πάμπτωχος στην Ελλάδα- είχε αρχίσει να πλουτίζει δανείζοντας στους χωρικούς με υψηλό τόκο [31]. Ο Γάλλος περιηγητής Michaud, επιφυλακτικός στις κρίσεις του, μάλλον αποδοκιμάζει την πορεία των εργασιών στο Γεωργικό Σχολείο, οι οποίες αποβλέπουν στη μίμηση ξένων προτύπων ιδρυμάτων, κυρίως γαλλικών, μη λαμβάνοντας υπόψη τη διαφορά κλίματος κατά την καλλιέργεια των διαφόρων προϊόντων ούτε και τις συνήθειες των λαών [32].

 

Τίρυνθα, Αγροτικές φυλακές, από καρτ ποστάλ εποχής.

 

Έως τα τέλη του 1831 ο Παλαιολόγος συνεχίζει να υπηρετεί και να αγωνίζεται για τη γεωργική εκπαίδευση του λαού. Αψευδής μάρτυς η συνεχής αρθρογραφία του στην εφημερίδα Αθηνά [33]. Η δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) δε σημαίνει την οριστική απομάκρυνσή του από το Αγροκήπιο. Το αντίθετο, μάλιστα. Η Διοικητική Επιτροπή της Ελλάδος [34], η οποία είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια διόρισε τον Παλαιολόγο στη θέση του διευθυντού του Αγροκηπίου στις 21 Απριλίου 1832. Τη θέση αυτή διατήρησε έως τα τέλη Αυγούστου 1832, οπότε αποχώρησε οριστικά και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου συντηρούσε ιδιωτικό κήπο. Τούτο φαίνεται από τα ίδια του τα λόγια: «Στα τέλη του Αυγούστου του 1832, φύτεψα τρεις οκάδες πατάτες στο περιβόλι της Αθήνας».

  1. Η συγγραφική δραστηριότητα του Παλαιολόγου

 Η προσπάθεια του Παλαιολόγου για την πνευματική και πολιτιστική προαγωγή των γεωργών συνεχίζεται και μετά την οριστική του απομάκρυνση από το Αγροκήπιο. Το 1833 εκδίδει στο Ναύπλιο την περιοδική εφημερίδα Τριπτόλεμος. Το έντυπο κυκλοφορείται κάθε Τετάρτη και Σάββατο. Ο τίτλος είναι δηλωτικός του περιεχομένου του εντύπου. Ο Παλαιολόγος το αφιερώνει στον Τριπτόλεμο, τον αρχαίο θεό, προστάτη της γεωργίας. Ο κυριότερος σκοπός της εκδόσεώς του είναι η βελτίωση της γεωργίας, των τεχνών και του εμπορίου.

Το περιοδικό κυκλοφορήθηκε σε 39 τεύχη. Τόσο πολλή ήταν τότε η κομματική εμπάθεια, ώστε να κατασχεθεί το υπ’ αριθμ. 25 φύλλο του περιοδικού από την εισαγγελική αρχή και δεν κατέστη δυνατόν να συνεχίσει να εκδίδεται. Η καταπολέμηση κάθε προσπάθειας του Παλαιολόγου υπέρ της γεωργίας και κτηνοτροφίας της χώρας, η απομάκρυνσή του από το Αγροκήπιο σε συνδυασμό με την αχρήστευση της Σχολής της Τίρυνθος από τον εμφύλιο του 1832 χαρακτηρίζουν την εποχή αυτή. Η αυθαιρεσία της πολιτείας και η αδιαφορία της κοινωνίας οδήγησαν τον Παλαιολόγο στη διακοπή λειτουργίας του περιοδικού [35].

Από το α’ έως το ζ’ φύλλο δημοσίευε περίληψη των περιεχομένων των εφημερίδων του Ναυπλίου Αθηνά, Χρόνος και Ήλιος. Στα φύλλα 1 και 3 δημοσιεύεται μελέτη με τον τίτλο «Βιομηχανία» και σε υποσημείωση αναφέρεται, ότι η βιομηχανία είναι όρος γενικός και περιλαμβάνει τις τέχνες, τη γεωργία και το εμπόριο. Στο φύλλο 2 δημοσιεύει μελέτη με τον τίτλο «Γεωργία», η οποία είναι συνέχεια της προηγούμενης μελέτης που δημοσίευσε στο φύλλο 1. Στα υπ’ αριθμ. 4 και 5 φύλλα δημοσιεύεται μελέτη με τον τίτλο «Τι πρέπει να γίνη απο τις Αρχες δια την πρόοδον της γεωργίας». Το φύλλο 6 αναφέρεται στο θέμα της κτηνοτροφίας. Στο φ. 7 δημοσιεύονται «Οδηγίες» για τη σύναξη οψίμων καρπών. Αξία προσοχής είναι η υποδεικνυομένη δοκιμή ξηρού αραβοσίτου για τη λήψη της δεκάτης. Στα υπ’ αριθμ. 5,7 και 10 φύλλα δημοσιεύεται επιστολή που αφορά τις ενοικιάσεις γεωργικών προϊόντων και τους δεκατισμούς τους. Στο φ. 8 δημοσιεύεται άρθρο σχετικό με τον αραβόσιτο. Στο υπ’ αριθμ. 9 φύλλο δημοσιεύεται εγκύκλιος της 12ης Ιουλίου 1833, η οποία απευθύνεται στους Εφόρους και αναφέρεται στις εισπράξεις της αμπέλου και των σταφίδων. Στο φ. 10 δημοσιεύεται άρθρο σχετικό με τη διατήρηση του σίτου και στο φ. 11 άρθρο σχετικό με την οινοποιία. Στα φ. 17,19,20, 26 και 27 γίνεται λόγος για το γάλα και την τυροποιΐα και μεταφέρει τα σχετικά κεφάλαιο του έργου του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία. Στο φ. 24 (14-10-1833) δημοσιεύεται άρθρο με θέμα το δασμό της λιανοσταφίδος. Στο φ. 27 γίνεται λόγος για το θεό Τριπτόλεμο, στο φ. 29 αναφέρεται στις δενδροφυτείες και στο φ. 31 για τα φιστίκια. Παράλληλα, δίδει οδηγίες για το πώς διατηρούνται και πως πρέπει να χρησιμοποιούνται τα πούπουλα και τα φτερά των πτηνών. Στα φ. 34 και 37 γίνεται λόγος για την αμπελουργία.

Συναφές με το αντικείμενο του Τριπτολέμου είναι και το δίτομο έργο του Γεωργική και Οικιακή Οικονομία [36]. Το έργο αυτό παρέχει πλούσιο υλικό για την κατάσταση της γεωργίας την εποχή αυτή. Έκδηλη είναι στο έργο αυτό η εγκυκλοπαιδική του μόρφωση και επιστημονική του κατάρτιση, ο πατριωτισμός και ο πόθος του για τη γεωργική πρόοδο του Νέου Ελληνισμού.        

  1. Η συμβολή του στην εμπέδωση βιομηχανικής συνειδήσεως

Κατ’ εντολήν της Αντιβασιλείας που αναλαμβάνει τη διοίκηση του Κράτους με την έλευση του Όθωνος τον Ιανουάριο του 1833 (30 Ιανουαρίου 1833) συντάσσει έκθεση με τον τίτλο «Γεωργία και Βιομηχανία», την οποία δημοσιεύει στην εφημερίδα Αθηνά [37]. Η εμπορική δραστηριότητα της χώρας είναι περιορισμένη, επειδή η βιομηχανία είναι σχεδόν νεκρή και η γεωργία σε νηπιακό στάδιο. Η χώρα δεν αγοράζει μόνον προϊόντα, τα οποία δε παράγει, αλλά και άλλα ομοειδή με τα εγχώρια και, το χειρότερο απ’ όλα, το συνάλλαγμα για την πληρωμή τους προέρχεται από δάνεια του εξωτερικού και όχι από εξαγωγές προϊόντων. Για τη βελτίωση της καταστάσεως προτείνεται σε πρώτη φάση σε πρώτη φάση η ίδρυση τριών ή περισσοτέρων προτύπων κτημάτων διδασκαλίας της επιστημονικής καλλιέργειας της γης και εθνικού χειροτεχνείου για την παρασκευή εργαλείων. Αξιοσημείωτο είναι ότι προτείνεται ως κίνητρο σε όποιον μαθητευόμενο εφαρμόσει διδάγματα που θα αντλήσει από το εκπαιδευτικό αυτό κέντρο, την πληρωμή μόνο του ημίσεος της δεκάτης. Τοιουτοτρόπως, η παιδεία θα βελτιωθεί και οι τέχνες θα προοδεύσουν. Επιτροπή για τη φροντίδα γεωργίας-βιομηχανίας θα συντονίσει τις απαραίτητες ενέργειες για την οικονομική πρόοδο του τόπου. Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η βιομηχανία μέλλει να υπάρξει μόνον ως κλάδος επεξεργασίας αγροτικών προϊόντων και όταν η αγροτική παραγωγή ακμάσει [38].

Ο Παλαιολόγος είναι ο πρώτος, ο οποίος ασχολείται με τη βιομηχανία, εξ όσων είμεθα σε θέση να γνωρίζουμε. Κάνει λόγο για εγχώρια βιομηχανία και καταβάλλει μεγάλες προσπάθειες για τη διάδοσή της. «Τρία σημαντικά αντικείμενα, τα οποία κατ’ εξοχήν πρέπει να σύρουν την προσοχή μιάς φωτισμένης και πατριωτικής διοικήσεως», επισημαίνει ο Παλαιολόγος, «είναι η γεωργία, η βιομηχανία και το εμπόριον» [39]. Στις προτάσεις του ο Παλαιολόγος φαίνεται επηρεασμένος από τις απόψεις του Γάλλου οικονομολόγου J. B. Say, ο οποίος διατυπώνει ιδέες περί βιομηχανίας και δίδει έμφαση στον επιχειρηματία ως παραγωγικό συντελεστή.

Σημαντική είναι και μία άλλη πτυχή της συμβολής του Παλαιολόγου, η οποία δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Στις 9/21 Μαρτίου 1833 ο «μηχανικός» Παλαιολόγος, υποψήφιος για τη διεύθυνση των έργων, και ο λοχαγός Μηχανικού Σταυρίδης υπέβαλαν ένα σχέδιο για την κατασκευή του δρόμου Άργους – Ναυπλίου και δύο προϋπολογισμούς [40].

 

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

 

Στην έκθεσή του για την προαγωγή της Βιομηχανίας επισημαίνει ότι η δύναμη και η ευδαιμονία κάθε έθνους εξαρτάται από την πρόοδο και ευτυχή κατάσταση των τριών παραγωγικών τομέων, του πρωτογενούς, δευτερογενούς και τριτογενούς τομέα. Προτείνεται η σύσταση μιας Επιτροπής, η οποία θα έχει ως σκοπό να διδάξει τους γεωργούς, να τους προσφέρει νέες και χρήσιμες γνώσεις, έτσι ώστε να τους βοηθήσει να αναπτύξουν και να βελτιώσουν τη γεωργία με τελικό αποτέλεσμα τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου του λαού. Η Κυβέρνηση πρέπει να βοηθήσει στην εισαγωγή νέων και συγχρόνων αρότρων, στην κατασκευή αγροκηπίων, στην ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, στη φύτευση διαφόρων δένδρων και φυτών. Η συμβολή της Κυβερνήσεως με τον τρόπο αυτό θα έχει θετικά αποτελέσματα. Αρκετοί γεωργοί θα δουν τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας και με τη σειρά τους θα εφαρμόσουν τις νέες μεθόδους.

Η σύσταση βιομηχανικών καταστημάτων από την Κυβέρνηση θα βελτιώσει την κατάσταση της οικονομίας. Δεν είναι λίγοι οι ξένοι, οι οποίοι θα ήθελαν να προβούν σε επενδύσεις στη χώρα μας, όμως φοβούμενοι την κακή διοίκηση της χώρας φοβούνται να προβούν σε τέτοιου είδους επενδυτικές πρωτοβουλίες. Αν όμως καταστεί στους ξένους υποψηφίους επενδυτές γνωστό ότι μπορούν  να διασφαλισθούν οι επενδύσεις τους, τότε αυτοί θα αποπειραθούν μία τέτοια πρωτοβουλία. Παράλληλα, η κατασκευή οδικού δικτύου και η ανάπτυξη των συγκοινωνιών με έναν τρόπο, ώστε ο τόπος παραγωγής να συνδέεται με τον τόπο καταναλώσεως προάγει την οικονομία.

Τέλος, προτείνεται η σύσταση μιας Επιτροπής, αποτελουμένης από εμπείρους Έλληνες και ξένους, φιλέλληνες, οι οποίοι αμισθί θα μπορούν να παρέχουν συμβουλές στην Κυβέρνηση. Ο Γραμματέας των Εσωτερικών ή της Οικονομίας θα προΐσταται της Επιτροπής [41].

Η πρόταση του Παλαιολόγου, υποβληθείσα στην Αντιβασιλεία, πραγματοποιήθηκε από την Κυβέρνηση του Όθωνος. Πράγματι με το Β.Δ. της 25ης Ιανουαρίου/6ης Φεβρουαρίου 1837 συστάθηκε η «Επιτροπή επί της Εμψυχώσεως της Εθνικής Βιομηχανίας» (ΦΕΚ 5/9-2-1837) [42]. Ο Παλαιολόγος διετέλεσε το 1837 μέλος της Επιτροπής [43]. Έως το 1838 υπηρετεί στο Γραφείο Δημοσίας Οικονομίας, το οποίο απηχεί την προσπάθεια εφαρμογής των σαινσιμονιστικών ιδεών στην Ελλάδα [44].

Τελευταία προσπάθεια του Παλαιολόγου να επανέλθει στο γεωργικό στίβο γίνεται το 1837, όταν ζητεί από την Κυβέρνηση να του δώσει τα μέσα που χρειάζεται για να ιδρύσει στον κήπο του, στην Αθήνα, ένα πρότυπο τυροκομείο. Αντιμετωπίζει, όμως, την κομματική αντίδραση, η οποία τον σαρκάζει, τον ειρωνεύεται, τον αποκαλεί αμαθή, εκμεταλλευτή και αποκρούει κάθε ενίσχυσή του για οποιαδήποτε πραγματοποίηση των επιθυμιών και σχεδίων του [45].

  1. H δραστηριότητα του Παλαιολόγου ως λογοτέχνου

Κατά το 1839 ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι το διάστημα αυτό δεν είχε κάποια σπουδαία εργασία να τον απασχολεί, γι’ αυτό και αποφάσισε να γράψει το μυθιστόρημα Ο Πολυπαθής [46]. Ο μυθιστοριογράφος μας δηλώνει ότι στο βιβλίο αυτό προσπαθεί να ενώσει το «ηδύ» με το «ωφέλιμο». Ο ήρωας του βιβλίου φέρει το όνομα Αλέξανδρος Φαβίνης και περιγράφεται η ιστορία της ζωής του από την κοιλιά της μητέρας του έως την ηλικία των 65 ετών. Ο πρωταγωνιστής του Παλαιολόγου έζησε σε πάρα πολλούς τόπους και άσκησε τα κυριότερα επαγγέλματα. Υπήρξε υπουργός, δικαστής, άρχοντας, υπηρέτης, στρατιώτης, δάσκαλος, έμπορος και διανοούμενος. Κατά τη διάρκεια της ζωής του πλούτισε και δυστύχησε πολλές φορές, βρέθηκε σε πολέμους και κινδύνους, ναυάγησε, έζησε το φόβο της πειρατείας, έπεσε στα χέρια ληστών, βοηθήθηκε και κατατρέχθηκε από δυνατούς, εξορίσθηκε, αιχμαλωτίσθηκε, άλλαξε ακόμα και θρησκεία, ερωτεύθηκε, απατήθηκε από γυναίκες και άνδρες, φυλακίσθηκε, έμεινε έγκλειστος σε φρενοκομείο  και τέλος αποκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του.

Διηγούμενος τη βιογραφία του παριστάνει με τρόπο κωμικό όλες τις ελλείψεις της τότε κοινωνίας, τα πάθη και τα παθήματα του ανθρώπου από τη νηπιακή ηλικία μέχρι τα γεράματα. Εξιστορεί όλα τα ήθη και έθιμα των διαφόρων εθνών, των Κυβερνήσεων και των Αυλών. Στιγματίζει με τρόπο θεατρικό και επιδέξιο την αυθαιρεσία, τη δεισιδαιμονία, τη θεοβλάβεια, την ασελγία, τη φιλαργυρία, την κολακεία, την ασωτία, την αλαζονεία, την υπουλότητα, τη χαμέρπεια, καθώς επίσης τις διάφορες καταχρήσεις, τις παρεκτροπές και κυρίως την αγυρτεία όλων των τάξεων της κοινωνίας από τον ηγεμόνα έως τον υπηρέτη.

Στον Πολυπαθή παρατηρείται η ζωηρή φαντασία του Παλαιολόγου, η αγχίνοια, η εύρεση, η ποικιλία των περιπετειών, η υποστήριξη των διηγήσεων με διάφορες καταστάσεις, οι οποίες έχουν διαδραματισθεί και η κομψότητα στην περιγραφή. Επίσης φαίνεται η βαθειά αίσθηση των καλλονών του χαρακτήρα, της φύσεως και της τέχνης, η ικανή εκτίμηση της αρετής και η δίκαιη εκλογή της κακίας και της διαφθοράς. Όλα αυτά βοηθούν τη ψυχή του αναγνώστη να διακρίνει τα ωφέλημα και αξιέπαινα ιδιώματα στην κοινωνία και την αποστροφή προς τα μικροπρεπή και τα ολέθρια. Όλα αυτά είναι πολλά από τα πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος [47].

  1. Το δεύτερο σημαντικό του έργο Ο Ζωγράφος

Το εξώφυλλο του μυθιστορήματος «Ο Ζωγράφος».

Το 1842 μας δίνει ο Γρηγόριος Παλαιολόγος το δεύτερο και τελευταίο του μυθιστόρημα, με τίτλο Ο Ζωγράφος [48]. Θεωρητικά Ο Ζωγράφος πρέπει να αποτελεί μία εξέλιξη και πρόοδο σε σχέση με το προηγούμενο μυθιστόρημα. Στο έργο αυτό, ο ήρωας δεν έχει την ιδιότητα του καλλιτέχνη και το θέμα δε σχετίζεται προς το χώρο των εικαστικών τεχνών. Ο τίτλος εδώ είναι υπαινικτικός. Με τον Ζωγράφο ο παλαιολόγος δηλώνει ότι πρόκειται για έργο με σαφή πρόθεση να εικονογραφήσει μία εποχή.

Ο θεματικός χώρος, τον οποίο επέλεξε ο μυθιστοριογράφος για την εικονογραφία του είναι η πολιτική. Ο ήρωας του ο Φιλάρετος εγκαταλείπει την επαρχία για να σταδιοδρομήσει στην πρωτεύουσα. Η αφήγηση γίνεται σε τρίτο πρόσωπο και δίνεται έτσι η ευκαιρία να πραγματοποιηθεί μέσα από ουδέτερο κλίμα, τόσο η αναγκαία αναδρομή στο παρελθόν για να στηθεί το κατάλληλο σκηνικό, όσο και η παρουσίαση του αθηναϊκού περιβάλλοντος, μέσα από το πρόσωπο του πολιτευτή θείου του ήρωα και της οικογενείας του. Από τα μέσα όμως περίπου του πρώτου τόμου, ο συγγραφέας παραδίδει τη σκυτάλη της αφηγήσεως στον ήρωα. Ο άξονας μέσα στον οποίο θα διαδραματισθεί το μυθιστόρημα είναι «πολιτική και έρωτας».

Με άξονα λοιπόν την πολιτική ζωή θα στήσει ο Παλαιολόγος το μυθιστόρημά του. Φυσικά δε του αρκεί το στοιχείο αυτό, αφού σύμφωνα με τους κλασσικούς κανόνες του παιχνιδιού θα πρέπει να προσφέρει και μία ερωτική ιστορία. Ο κεντρομόλος όμως ρόλος, τον οποίο έχει χαρίσει στην πολιτική, θα τον υποχρεώσει να υποτάξει και την ιστορία αυτή μέσα στο χώρο της πολιτικής. Από την άλλη μεριά όμως η μεταχείριση του ερωτικού στοιχείου στο μυθιστόρημα ποτέ δεν οδηγήθηκε προς την κατεύθυνση αυτή. Ο παλαιολόγος χρησιμοποιεί στο έργο αυτό ένα πολύ ειρωνικό ύφος, με το οποίο εκδικείται και γελοιοποιεί την τότε νεαρή αριστοκρατία της Ελλάδος [49]. 

  1. Η σχέση ανάμεσα στα δύο έργα

Μπορούμε να δούμε τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στα δύο έργα του Παλαιολόγου, αλλά επίσης μπορούμε  να δούμε και τη μετάβαση από το ένα έργο στο άλλο. Με άλλα λόγια είμαστε σε θέση να δούμε τον τρόπο με τον οποίο μεταβαίνει ο ίδιος από τον Πολυπαθή στον Ζωγράφο. Και τα δύο έργα έχουν συγκεκριμένους στόχους. Τα «ελαττώματα της κοινωνίας» και οι «ανθρώπινες παρεκτροπές» κατολισθαίνουν από τον ευρωπαϊκό χώρο μέσα στον οποίο κινείται με σχετική άνεση ο ήρωας του Πολυπαθούς, στη στενάχωρη, γεωγραφικά και ηθικά, νεοελληνική επικράτεια και ακόμη ειδικότερα νεοελληνική πρωτεύουσα, μέσα στην οποία κινείται ο ήρωας του Ζωγράφου. Με άλλα λόγια υπάρχει μία διαφορά επιπέδου ανάμεσα στα δύο έργα του Παλαιολόγου, την οποία και θα πρέπει να διακρίνει ο αναγνώστης, για να είναι σε θέση να δει και την θεματική διαφορά που τα διακρίνει. Άλλωστε ο ίδιος ο Παλαιολόγος αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί μέσα από το έργο του Ο Ζωγράφος για τον Πολυπαθή [50]

11. Τελικές Παρατηρήσεις

Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος υπήρξε μία από τις πλέον αξιόλογες μορφές του νεοελληνικού βίου που προσπάθησε «λόγω τε και έργω» να συμβάλλει στην ανάπτυξη της γεωργίας, κτηνοτροφία και βιομηχανίας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Η προσωπικότητα του έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και ανάπτυξη του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθος. Μέσα από τη λειτουργία του Αγροκηπίου, καθώς επίσης και μέσα από τις μελέτες και τα άρθρα που έγραψε για θέματα γεωργίας και βιομηχανίας έδειξε την εργατικότητά του, το πάθος και το ζήλο με τα οποία μπορούσε να επιδοθεί σε αυτά που έκανε. Οι ικανότητές του, αν είχαν περισσότερο αξιοποιηθεί από την Πολιτεία, θα συνέβαλαν στην αναδημιουργία και ανασυγκρότηση της χώρας μετά από τον επταετή πόλεμο της Ανεξαρτησίας και τον αδελφοκτόνο εμφύλιο σπαραγμό. Αγαπούσε την πατρίδα του και έδειξε έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την πρόοδό της. Φθονήθηκε και συκοφαντήθηκε από τους συγχρόνους του και αναγκάσθηκε να επιστρέψει στη γενέτειρά του, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες του στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

 

Υποσημειώσεις


 

* Τις ευχαριστίες μου θέλω να εκφράσω στην Κυρία Μαρίνα Παπανικολάου, πτυχιούχο του Τμήματος Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, για την ουσιαστική της βοήθεια στην αναζήτηση και αποδελτίωση του περιοδικού Τριπτόλεμος. Οποιαδήποτε σφάλματα ή παραλείψεις βαρύνουν τον γράφοντα.

[1] Πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και το έργον του Γρηγορίου Παλαιολόγου εις Revue Encyclopédique 36 (Δεκέμβριος 1827) 760. Β. Κριμπά, «Περί Γρηγορίου Παλαιολόγου», εις: Τελετή εις την μνήμην των εκλιπόντων διαπρεπεστέρων γεωπόνων κατά την τελευταίαν εκατονταετίαν. Αθηναι 1936, σσ. 16-18. Δ. Α. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως, τόμ. Α’. Αθήναι 1936. Πλούσιο υλικό στο έργο του Δ. Α. Ζωγράφου, Ιστορία της ελληνικής γεωργίας, τόμ. Α’. Αθήναι 1921 [ανατ. ΑΤΕ 1976], τόμ. Α’, σσ. 293-352. Πρβ. την εκτενή, εμβριθή Εισαγωγή του Άλκη Αγγέλου στην ανατύπωση του έργου του Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής, Αθήνα: Ερμής, 1989 [ΝΕΒ 52]. Γ. Δημακοπούλου, Ιστορία της Τοπικής Αυτοδιοικήσεως στην Ελλάδα. Αθήνα: Εταιρεία Αρχειακών Εκδόσεων και Μελετών , 2001, σσ. 70-74, 132-134.

[2] Πρβ. επιστολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου προς J. Bowring (14.11.1824), δημοσιευμένη εις Μαρίας – Χριστίνας Χατζηϊωάννου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους» του Ν. Σ. Πίκκολου και ο Γρ. Παλαιολόγος», Μνήμων 9 (1984) 247-254, εδώ σσ. 252-253.

[3] Πληροφορίες σχετικά με τη ζωή και το έργον του Ν.Σ. Πίκκολου εις Εμμ. Πρωτοψάλτη, «Ο Νικόλαος Πίκκολος και το έργον του», Αθηνά 68 (1965).

[4] Μαρίας – Χριστίνας Χατζηϊωάννου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους» του…», ό.π. σ.252.

[5] Α. Αγγέλου, «Εισαγωγή: Το Ρομάντσο του Νεοελληνικού Μυθιστορήματος», εις Γρ. Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής. Αθήνα: Ερμής, 1989, σ. 120*.

[6] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της ελληνικής …ό.π., τόμ. Α’, σσ. 297-298.

[7] Fr. Thiersch, De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’ arriver à sa Restauration. Leipzig 1833, μτφ. Α. Σπήλιου. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Α’. Η πολιτική κατάσταση και ειρήνευση της Ελλάδος. Αθήναι: Toλίδη, 1972, σ. 203.   

[8] Για την κατάσταση της γεωργίας και των γεωργικών προϊόντων βλ. Fr. Thiersch, De l’ état actuel de la Grèce et des moyens d’ arriver à sa Restauration.Leipzig 1833, μτφ. Α. Σπήλιου. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Β’. Τα μέσα για την επίτευξη της ανοικοδομήσεως της Ελλάδος. Αθήναι: Toλίδη , 1972, σ. 226. Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Η’, τελευταίος (1828-27 Σεπτ. 1831):Ιωάννης Καποδίστριας ή η επώδυνη γένεση του Νεοελληνικού Κράτους. Θεσσαλονίκη 1988, σσ. 212 –238.

[9] Φρ. Αλβάνα, «Ιωάννης Καποδίστριας», Αττικόν Ημερολόγιον 1888, σ. 278. Γρ. Δαφνή, Ιωάννης Α. Καποδίστριας. Η γένεση του Ελληνικού Κράτους. Αθήνα: Ικαρος, 1977, σ. 245.

[10] Ελένης Κούκκου και Ερασμίας Παυλώφ-Βαλμά, Ιωάννης Καποδίστριας. Ανέκδοτη αλληλογραφία με τους PhilippeEmmanuel de Fellenberg και Rudolf Abraham de Schiferli 1814-1827. Κέρκυρα 1996. Πρβ. C. Baloglou, «Capodistrias’ interest in agricultural economics and education», Μésogeios 9-10 (2000) 225-228.

[11] Ανωνύμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία(1809). Αθήνα: Bαγιονάκη, 1989, σ.99.    

[12] Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, 2η έκδοση, τόμ. Δ’ Αθήνα: Γιοβάνης, 1978, σ. 220.

[13] G. L. von Maurer, Das griechische Volk in geschichtlicher, kirchlicher und privatrechtlicher Beziehung vor und nach dem Freiheitskampfe bis zum 31. Juli 1834. Heidelberg 1835, ελλ. μτφ. υπό Όλγας Ρομπάκη, με τίτλο, Ο Ελληνικός Λαός. Δημόσιο, Ιδιωτικό και Εκκλησιαστικό Δίκαιο από την έναρξη του Αγώνα για την ανεξαρτησία ως την 31η Ιουλίου 1834. Εισαγωγή-Επιμέλεια-Σχολιασμός Τ. Βουρνά. Αθήνα: Τολίδη, 1976, τόμ. Α’, σσ. 445-446. 

[14] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας… ό.π., τόμ. Α’, σσ. 237-238. 

[15] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του… ό.π., σσ. 217-218.

[16] Σπ. Θεοτόκη, Αλληλογραφία Ι. Γ. Εϋνάρδου 1826-1831. Αθήναι 1929, σσ. 63-65. Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της… ό.π.,  τόμ. Α’, σσ. 262-266. 

[17] Χ. Π. Μπαλόγλου, «Η οικονομική φιλοσοφία του Ιωάννη Καποδίστρια όπως αυτή μετουσιώνεται στο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής», Πρακτικά ΣΤ’ Διεθνούς Πανιονίου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), τόμ. Β’. Αθηνα 2001, σσ. 479-493, εδώ σ. 487. 

[18] Πρβ. τις επιστολές του προς Εϋνάρδο 19/31 Δεκεμβρίου 1829 (Correspondance , τ. 3, σσ. 430-431. Α.Ι.Κ., τόμ. Ι’, σσ. 5-6), 25 Δεκεμβρίου 1829/6 Ιανουαρίου 1830 ( Correspondance, τ. 3, σσ. 434-438. Α.Ι.Κ. , τόμ. Ι’, σσ. 7-9). 20 Φεβρουαρίου / 4 Μαρτίου 1830 (Correspondance, τ.3, σσ. 485-494. Α.Ι.Κ. τόμ. Ι’, σσ. 13-18). Βλ. Σπ. Λουκάτου, «Πρότυπο αγροκήπιο και σχολείο Τίρυνθος στα καποδιστριακά χρόνια», Πρακτικά Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών. Αθήνα 1985, σσ. 65-83.

[19] Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου…, ό.π, τόμ,. Η’, σσ. 217-222. 

[20] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως. Αθήνα: Yπουργείο Γεωργίας, 1936.

[21] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της Ελληνικής Γεωργίας…, ό.π, σσ. 300-308.

[22] Ξενοφώντος, Οικονομικός V 17.

[23] H θεωρία των τεσσάρων σταδίων εξελίξεως του ανθρωπίνου βίου αποτελεί κοινό τόπο στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία, αλλά και στους Γάλλους και Σκώτους συγγραφείς του 18ου αιώνα. Πρβ. Χ. Μπαλόγλου, «Η περί τεσσάρων σταδίων θεωρία οικονομικής αναπτύξεως στους Νόμους και η Σκωτική Πολιτική Οικονομία», Πλάτωνος Νόμοι. Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου (7-8 Μαϊου2001), επιμ. Εμμ. Μικρογιαννάκη. Αθήνα:Σάκκουλας, 2003, σσ. 193-206. 

[24] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, σ. α’.

[25] Γρ. Παλαιολόγου,Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, σ. ιθ’.

[26] Γρ. Παλαιολόγου, «Γεωργία. Αμπελουργία», ΓΕΕ, φ. 28, 5 Απριλίου 1830, σσ. 110-11. Του Ιδίου, «Γεωργία. Περί οινοποιϊας», ΓΕΕ , φ. 67, 20 Αυγούστου 1830, σ. 276. Του Ιδίου, «Περί γεωμήλων», ΓΕΕ , φ. 22, 21 Μαρτίου 1831, σ. 116. Του Ιδίου, «Αιτία ακαρπίας των καρποφόρων δένδρων», ΓΕΕ , φ. 23, 25 Μαρτίου 1831.

[27] ΓΕΕ φ. 10, 1 Φεβρουαρίου 1830, σσ. 38-40.

[28] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργία. Η πατρική Κυβέρνησις της Ελλάδος βλέπυσα την λυπηράν κατάστασιν…Εν Ναυπλίω την 25 Ιανουαρίου 1830. Ο Έφορος των εθνικών κτημάτων και Διευθυντής του Προτύπου Αγροκηπίου της Τίρυνθος Γρηγόριος Παλαιολόγος. 

[29] Ελένης Μπελιά, «Η «Ηώς» και η «Αθηνά» του Ναυπλίου», Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον, 4-6 Δεκεμβρίου 1976). Εν Αθήναις 1979, σσ. 219-244, εδώ σ. 231

[30] Πρβ. τις επιστολές του ιδίου του Παλαιολόγου προς τον Κυβερνήτη από 27 Φεβρουαρίου και 26 Μαϊου 1831, φακ. 490, έγγρ. 23 και 24 του Αρχείου Καποδίστρια, αναφ. υπό Απ. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 222.

[31] Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τόμ. Δ’: Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας και τα μετ’ αυτόν (2 Απριλίου 1827-25 Ιανουαρίου 1833). Μέρος Α’: 1827-1831. Εισαγωγή Κ. Διαμάντη. Αθήναι 1970, σ. 152.

[32] Μ. Michaud-Poujoulat, Correspondance d’Orient (1830-1831), τόμ. 1ος. Bruxelles 1841, σ. 62, αναφ. υπό Απ. Βακαλοπούλου, ό.π., σ. 222.

[33] Για έναν πλήρη κατάλογο των δημοσιευμάτων του Παλαιολόγου στην εφημ. Αθηνά , βλ. Ελένης Μπελιά, « Η «Ηώς» …», ό.π., σ. 244. 

[34] Η περίοδος που μεσολαβεί ανάμεσα στη δολοφονία του Καποδίστρια (27 Σεπτεμβρίου 1831) και στην άφιξη του Όθωνος, ως βασιλέα της Ελλάδος (20 Ιανουαρίου/8 Φεβρουαρίου 1833) έχει καθιερωθεί στην ιστορική επιστήμη ως η «περίοδος της Αναρχίας». Κ. Βακαλοπούλου, Η Περίοδος της Αναρχίας (1831-1833). Θεσσαλονίκη: Παρατηρητής, 1984. Πρβ. Ν. Κασομούλη, Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων. Εισαγωγή-Σημειώσεις Γ. Βλαχογιάννη, τόμ. Γ’. Αθήνα 1942 [ανατ. Δημιουργία 1998], σσ. 457-460. G. Finlay, History of the Greek Revolution and the Reign of King Otho.London 1877, μτφ. Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως. Πρόλογος Γ. Κορδάτου. Επιμέλεια και σχόλια Τ. Βουρνά, τόμ. Β’. Αθήνα: Ο Κόσμος, n.d., σσ. 235-270. Στ. Παπαδοπούλου, Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, τόμ. Α’. Η «Ελληνική Πολιτεία» (1828-1832). Ιωάννινα 1979, σσ. 88-103.  

Η πρώτη  τριμελής Διοικητική Επιτροπή που συστήθηκε την επομένη της δολοφονίας του Ι. Καποδίστρια, αποτελουμένη από τους Αυγουστίνο Καποδίστρια, Θ. Κολοκοτρώνη και Ιωάννη Κωλέττη, συνεκάλεσε την Ε’ Εθνική Συνέλευση στο Άργος (5/17 Δεκεμβρίου 1832), χωρίς την παρουσία του Κωλέττη, ο οποίος είχε προσχωρήσει στους «αντικυβερνητικούς», και εψήφισε στο Ναύπλιο την 15/27 Μαρτίου 1832, το «Ηγεμονικόν Σύνταγμα», το οποίο λόγω του εμφυλίου πολέμου ουδέποτε εφαρμόσθηκε.

Η ουσιαστική παρέμβαση των ξένων λόγω του εμφυλίου πολέμου οδήγησε τον Αυγουστίνο Καποδίστρια στην παραίτηση και στη φυγή του από την Ελλάδα (28 Μαρτίου/9 Απριλίου 1832). Η πενταμελής Διοικητική Επιτροπή αποτελούμενη από τους Κολοκοτρώνη, Ζαϊμη, Μεταξά, Βουδούρη και Κωλέττη έδωσε τη θέση της σε επταμελή των Γ. Κουντουριώτη, Δ. Υψηλάντη, Α. Ζαίμη, Α. Μεταξά, Ιω. Κωλέττη, Δ. Πλαπούτα και Σπυρ. Τρικούπη, του προέδρου αυτής εναλλασσομένου κατά μήνα, αρχής γενομένης με τον Κουντουριώτη. Σπ. Μαρκεζίνη, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964, τόμ. Α’. Αθηναι: Πάπυρος, 1966, σσ. 88-90.  

[35] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν γεωργικής εκπαιδεύσεως. Αθήναι 1936, σ. 44.

[36] Γρ. Παλαιολόγου, Γεωργική και Οικιακή Οικονομία, τόμ. Α’. Ναύπλιον 1833, τόμ. Β’. Αθήναι 1835 [ανατ. Αθήναι 1887].

[37] Γρ. Παλαιολόγου, «Περί Γεωργίας και Βιομηχανίας», εφημ. Αθηνά 10, 14 και 17 Ιουνίου 1833, αναδημ. εις Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν Γεωργικής Εκπαιδεύσεως, τόμ. Α’. Αθηναι : Yπουργείον Γεωργίας, 1936, σσ.  34-40, αναδημ. εις Μ. Ψαλιδοπούλου, επιμ., Κείμενα για την ελληνική βιομηχανία τον 19ο αιώνα. Φυσική εξέλιξη ή προστασία; Aθήνα: Τεχνολογικό Ίδρυμα  ΕΤΒΑ, 1994, σσ. 25-45.  

[38] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν Γεωργικής Εκπαιδεύσεως, ό.π., σ. 45.

[39] Γρ. Παλαιολόγου, « Περί Γεωργίας και Βιομηχανίας», ένθ’αν., εις Μ. Ψαλιδόπουλον, επιμ., Κείμενα για την …, ό.π., σ. 29.

[40] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Εσωτερικών, φ. 236.

[41] Γρ. Παλαιολόγου, «Γεωργία και Βιομηχανία. Έκθεση παρουσιασθείσα στην Γραμματεία της Επικρατείας», εφημ. Αθηνά 10, 14 και 17 Ιουνίου 1833.

[42] Αναδημοσιεύθηκε στου Λ. Καλλιβρετάκη, Η δυναμική του αγροτικού εκσυγχρονισμού στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Αθήνα: Μορφωτικόν Ινστιτούτον ΑΤΕ, 1990, Παράρτημα 4, σσ. 358-362. 

[43] Εφημ. Αθηνά φ. 475 (29.9.1837) , σ. 1959.

[44] Δεν αποκλείουμε να επηρεάσθηκε ο Παλαιολόγος από τη διδασκαλία του Saint-Simon κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γαλλία, αν και ουδαμού αναφέρεται ότι υπήρξε οπαδός του Γάλλου οικονομολόγου και φιλοσόφου. Χ. Μπαλόγλου, «Προσπάθειες διαδόσεως των ιδεών του Saint-Simon και πρακτικής των εφαρμογής στον ελλαδικό χώρο 1825-1837», Σπουδαί 53 (3) (2003) 77-108.

[45] Δ. Ζωγράφου, Ιστορία της παρ’ ημίν… ό.π., σ. 56.

[46] Γρ. Παλαιολόγου, Ο Πολυπαθής, τόμ. Α’. Αθήναι 1839, τόμ. Β’. Αθήναι 1840 [ανατ. 1989]. Πρβ. Μαλαματάρη – Φαρίνου, «Ελληνικός Ζιλβάζιος; Ο Πολυπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», Επιστημονική Επετηρίς Φιλοσοφικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Τμήμα Φιλολογίας,  Α(1991) 297-324. Η. Τοnnet, «Επιδράσεις της γαλλικής λογοτεχνίας του 18ου αιώνα στην ελληνική πεζογραφία από τον Ρήγα και τον Στέφανο Δημητριάδη έως τον Γρηγόριο Παλαιολόγο», Παρνασσός ΜΑ’ (1999) 5-14.    

[47] Γρ. Παλαιολόγου, ό.π., σσ. 247-253.

[48] Γρ. Παλαιολόγου, Ο Ζωγράφος, τόμοι Α’-Β’. Αθήναι 1842 [ανατ. Με φιλολογική επιμέλεια Α. Αγγέλου. Αθήνα 1989 [Ίδρυμα Ελένης και Κώστα Ουράνη αρ.7]. Πρβ. Απ. Σαχίνη, Το Νεοελληνικό Μυθιστόρημα. Αθήναι 1958, σσ. 61-65.

[49] Γρ. Παλιολόγου, Ο Ζωγράφος… ό.π., σσ. 18-24.

[50] Γρ. Παλιολόγου, Ο Ζωγράφος… ό.π., σ. 138.

 

Χρήστος Π. Μπαλόγλου

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Στην Αργολίδα η πρώτη αγαθή Συνταγματική Μερίδα – Κωνσταντίνος Χρ. Τράκας, Επίτιμος Αντιπρόεδρος  Ελεγκτικού Συνεδρίου. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Η Αργολική Χερσόνησος, του Μεγάλου Μυκηναϊκού Πολιτισμού, επέπρωτο να δικαιωθεί και με την ιστορική σύγκληση σ’ αυτή των αλληλοδιαδόχων Εθνικών Συνελεύσεων για την κατάρτιση και ψήφιση του πρώτου και των μετέπειτα ισχυσάντων Συνταγμάτων της αγωνιζομένης Ελλάδος για την ανεξαρτησία της.

Μετά από 400 χρόνια ταλαιπωρίας στα έλη της φρικώδους τουρκικής τυραννίας, αμέσως, στα πρώτα ελεύθερα ελληνικά εδάφη, άρχισε και συνεχίστηκε, μαζί με τον αγώνα της ανεξαρτησίας, και η προσπάθεια της ιδρύσεως τοπικών πολιτευμάτων μέχρι την ευλογημένη επέκταση της ανεξαρτησίας, σε όλα ή, έστω, τα περισσότερα ελληνικά εδάφη, και την σύσταση, από Εθνική Συνέλευση, της «Βουλής του Έθνους».

Πράγματι, τα τρία πρώτα τοπικά πολιτεύματα, ήτοι, ο Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας, ο Οργανισμός της Δυτικής Ελλάδος και η Νομική Διάταξη της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, μέχρι τον Νοέμβριο του 1821, προέβλεπαν την μελλοντική σύσταση «της Βουλής του Έθνους», στην οποία θα υπάγοντο και οι τρεις αυτές «Διοικήσεις», ως η Γερουσία της Πελοποννήσου, η Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος και ο Άρειος Πάγος της Ανατολικής Ελλάδος.

Οι ονομασίες και η κοινή πρόβλεψη των τριών αυτών τοπικών πολιτευμάτων εξέφραζαν την ιστορική και εθνική ενότητα της Ελλάδος και των Ελλήνων.

 

Α. Το Σύνταγμα της Επιδαύρου

 

 

Το κοινό ιδανικό και όραμα των ανωτέρω τοπικών πολιτευμάτων «η Βουλή του Έθνους», από Εθνοσυνέλευση, οδήγησε τους «νομίμους παραστάτες», όπως απεκλήθησαν, ως οι νόμιμοι αντιπρόσωποι, της Πελοποννήσου, της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος και μερικών νήσων, στην Επίδαυρο, οι οποίοι την 20η Δεκεμβρίου 1821 συνήλθαν σε Εθνική Συνέλευση. Η πρώτη αυτή Εθνική Συνέλευση, της Επιδαύρου, μετά από σχετικές διαβουλεύσεις και συζητήσεις, εψήφισε το Σύνταγμα της Επιδαύρου, της 1ης Ιανουαρίου 1822, το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδος, αποκληθέν «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος κατά την εν Επιδαύρω Α΄ Εθνικήν Συνέλευσιν» ως το πρώτο πολίτευμα της όλης αγωνιζομένης Ελλάδος.

Του Συντάγματος της Επιδαύρου είχαν προηγηθεί Σχέδια Συνταγμάτων και Συντάγματα, όπως: Το συνταγματικό σχεδίασμα του Ρήγα Φερραίου- Βελεστινλή, με τον τίτλο «Νέα Πολιτική Διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδανίας, υπέρ των νόμων, ελευθερία, ισότης, αδελφότης και της πατρίδος». Τούτο συνέταξε λίγο πριν από τον μαρτυρικό θάνατό του, τον Ιούνιο του 1798, σε ηλικία, μόλις, 41 ετών. Ο φρικτός θάνατός του, από τους Τούρκους, τον ανέδειξε μεγάλο Εθνομάρτυρα και Πρωτομάρτυρα των απελευθερωτικών αγώνων.

Το πολίτευμα του Ρήγα ήτο δημοκρατία και απετέλει μίμηση των γαλλικών επαναστατικών Συνταγμάτων, κατά βάση  δε απετέλει μετάφραση του γαλλικού Συντάγματος του 1793.

Επακολούθησαν τα τρία Συντάγματα της Επτανήσου, των ετών 1800, 1803 και 1817.

Το πρώτο, επεβλήθη με την συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας.

Το δεύτερο, παρασκευάστηκε από επιτροπή του νομοθετικού σώματος των Ιονίων νήσων. Καθιέρωνε, λεπτομερώς, πολλά ατομικά δικαιώματα, κατά το πρότυπο των γαλλικών επαναστατικών διακηρύξεων, καθώς και την διάκριση  των εξουσιών. Ήτο δε, καταφανώς, επηρεασμένο από τις ιδέες της Γαλλικής Επαναστάσεως.

Το τρίτο, Σύνταγμα, καταρτίστηκε σ’ εκτέλεση της συνθήκης των Παρισίων, στις 5 Νοεμβρίου 1815. Με την συνθήκη αυτή, οι Ιόνιοι Νήσοι απετέλεσαν ίδιο Κράτος υπό «την άμεσον και αποκλειστικήν προστασίαν» της Αγγλίας.

Μετά την ανωτέρω σύντομη ιστορική σύνδεση επανερχόμαστε στο Σύνταγμα της Επιδαύρου, το οποίο επακολούθησε.

Η πρώτη Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων, στην Επίδαυρο, ίδρυσε το πρώτο στην Ελλάδα ελεύθερο πολίτευμα, με προσφυγή στις αξίες και αρχές της Διακηρύξεως της Ανεξαρτησίας των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, του 1776 και, κυρίως, της γαλλικής Διακηρύξεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτου, του 1789 και των γαλλικών Συνταγμάτων του 1793 και του 1795. Οι αρχές δε αυτές των γαλλικών Συνταγμάτων διαρρέουν, όπως προαναφέρθηκε, και το συνταγματικό σχεδίασμα του Ρήγα και τα Συντάγματα της Επτανήσου.

Λεκτέον, για την ιστορική αλήθεια, ότι τα Σεβάσμια κείμενα των δύο αυτών κοσμοϊστορικών Διακηρύξεων, τα οποία, μαζί με την Magna Carta  Libertatum, του 1215 (της Αγγλίας), φυλάσσονται, ως παγκόσμια κειμήλια, στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των ΗΠΑ στην Ουάσιγκτον (στο Κέντρο το Αμερικανικό και εκατέρωθεν τα άλλα δύο), τα οποία επεσκέφθηκα, αποτελούν την δεξαμενή του Δικαίου της πολιτισμένης Ανθρωπότητας. Την πηγή όμως αποτελεί η Αρχαία Ελληνική Γραμματεία, ιδίως, των κλασικών χρόνων, η οποία, μεταξύ άλλων αγαθών της ευγενούς φύσεως του Ανθρώπου, αναγορεύει σε ύψιστες αξίες την «αιδώ» και την «δίκη», ήτοι, την αξιοπρέπεια και την δικαιοσύνη (Πλάτων) και καθιερώνει την τριμερή διάκριση της κρατικής εξουσίας, σε νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική (Αριστοτέλης).

 

Μάγκνα Κάρτα Λιμπερτάτουμ (Μεγάλος Χάρτης των Ελευθεριών), είναι αγγλικός καταστατικός χάρτης, ο οποίος αρχικά εκδόθηκε το 1215. Η Μάγκνα Κάρτα θεωρείται ένα από τα πιο σημαντικά έγγραφα στην ιστορία της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου.

 

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου προτάσσει την επίκληση της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος και εν συνεχεία την Διακήρυξη της Επιδαύρου, η οποία έλεγε: «Το Ελληνικόν Έθνος, το υπό την φρικώδη Οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον δια των νομίμων παραστατών του εις Εθνικήν συνηγμένων Συνέλευσιν, ενώπιον Θεού και ανθρώπων, την Πολιτικήν αυτού Ύπαρξιν και Ανεξαρτησίαν».

Η επίκληση του Θεού αποτελεί και μίμηση του ιερού συνοδικού κανόνα, του Α΄ κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου του 691/692, που ορίζει: «Εκ Θεού τε άρχεσθαι και εις Θεόν αναπαύεσθαι….».

Η Διακήρυξη αποτελεί θρήνο και διαρκή υπόμνηση για τα δεινά των Ελλήνων της ελληνικής Πατρίδας, από την τουρκική τυραννία, αλλά και πίστη στο Θεό και λατρεία στην ελευθερία, την βγαλμένη από τα κόκαλα των Ελλήνων τα ιερά.

Σημειωτέον ότι όλα τα ισχύσαντα ελληνικά Συντάγματα προτάσσουν την επίκληση της Τριαδικής Θεότητος, από δε του 1844 και εφεξής, της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, πλην του Συντάγματος του 1927.

Το πρώτο άρθρο ορίζει ότι «η επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, ανέχεται όμως η Διοίκησις της Ελλάδος πάσαν άλλην θρησκείαν και αι τελεταί και ιεροπραγίαι εκάστης αυτών εκτελούνται ακωλύτως».

Η Διοίκησις σύγκειται εκ δύο σωμάτων, Βουλευτικού και Εκτελεστικού. Τα δύο αυτά σώματα ισοσταθμίζονται με την αμοιβαίαν συνδρομήν των εις την κατασκευήν των νόμων…».

Το Δικαστικόν είναι ανεξάρτητον από τας άλλας δύο δυνάμεις, την Εκτελεστικήν και Βουλευτικήν.

Το προτελευταίο άρθρο ορίζει ότι «Οφείλει η Διοίκησις μετά την αποκατάστασιν των ελληνικών πραγμάτων να αντιβραβεύση όλους όσους συνεισέφερον και συνεισφέρουσιν άχρι τέλους εις θεραπείαν των χρηματικών χρειών της Ελλάδος και να ανταμείψη τους προφανώς υπέρ αυτής δυστυχήσαντας».

 

Β. Το Σύνταγμα του Άστρους

 (Νόμος της Επιδαύρου)

 

Το Σύνταγμα της Επιδαύρου αναθεωρήθηκε από την Β΄ Εθνοσυνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άστρος την 29 Μαρτίου 1823. Η Εθνοσυνέλευση αυτή απεφάσισε «να διαφυλαχθώσιν αμετάτρεπτοι και αμετακίνητοι» όλες οι θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματος της Επιδαύρου «ως αποδεδειγμένως λαοσώοι»,  μετωνόμασε δε τούτο «Νόμο της Επιδαύρου». Μετερρύθμισε τις αρμοδιότητες της Εκτελεστικής Εξουσίας, τις αναφερόμενες στην κατάρτιση των νόμων, στη νομοθέτηση. Ώρισε ότι «τα σχέδια των νόμων προβάλλονται από το Βουλευτικόν εις το Εκτελεστικόν, και τανάπαλιν, αλλ’ όταν το Εκτελεστικόν αρνηθή την επικύρωσιν, αποδίδον εγγράφως τους λόγους της αρνήσεως, το Βουλευτικόν επιμείνει, προτείνον τους λόγους της επιμονής, και εκ δευτέρου αρνηθή το Εκτελεστικόν την επικύρωσιν, το Βουλευτικόν αναβάλλει δύο ολόκληρους μήνες την τρίτην πρότασιν και εις το τέλος των δύο τούτων μηνών, εάν προτείνει τον νόμον εκείνον εκ τρίτου εις το Εκτελεστικόν, αναγκαίως επικυρούται απ’ αυτό». Με την μεταρρύθμιση αυτή το απόλυτο veto του Εκτελεστικού μετετράπη σε αναβλητικό.

Την επομένη ημέρα, 30 Μαρτίου 1823, η Εθνοσυνέλευση του Άστρους κατάρτησε με ψήφισμα τις τοπικές Γερουσίες.

 

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

 

Κατά τα λοιπά, το αναθεωρηθέν Σύνταγμα της Επιδαύρου, το οποίο ονομάσθηκε, εφεξής, «Νόμος της Επιδαύρου» διέλαβε διατάξεις οι οποίες προστατεύουν, για πρώτη φορά, «την ιδιοκτησία, την τιμή και την ασφάλεια», όχι μόνο, «εκάστου Έλληνος», όπως ώριζε το Σύνταγμα της Επιδαύρου, αλλά «και παντός ανθρώπου εντός της Επικρατείας ευρισκομένου», επίσης δε και την ελευθερία του τύπου, με τους ακολούθους τρεις όρους:

α. Να μη γίνεται λόγος κατά της χριστιανικής θρησκείας.

β. Να μην αντιβαίνουσιν εις τας κοινώς αποδεδειγμένας αρχάς της ηθικής.

γ. Να αποφεύγωσι πάσαν προσωπικήν ύβριν.

Σημειωτέον ότι οι τρεις αυτοί περιοριστικοί όροι του δικαιώματος της ελευθεροτυπίας ήσαν όροι υπέρ της χριστιανικής θρησκείας και υπέρ της ευπρεπείας.

Σημειωτέον, επίσης, ότι και οι τρεις αυτοί περιοριστικοί όροι διαφυλάσσονται και από το ισχύον Σύνταγμα. Ο πρώτος από το ταυτόσημο άρθρο 14 παρ. 3 περ. α΄ και ο δεύτερος και ο τρίτος από το άρθρο 5 παρ. 1.

Αξιοσημείωτες είναι επίσης και οι διατάξεις περί ευθύνης των μελών της Κυβερνήσεως και περί της αρμοδιότητος και συγκροτήσεως των δικαστηρίων. Διότι εκφράζουν την βούληση του πρωτο-δευτέρου Έλληνος συντακτικού νομοθέτου για την εγκαθίδρυση Δημοκρατικού Πολιτεύματος και Κράτους Δικαίου.

Το Σύνταγμα τούτο, εθέσπισε τον ακόλουθο όρκο των δημοσίων αξιωματούχων:

«Ορκίζομαι εις το άγιον όνομα της Τρισυποστάτου Θεότητος, και εις την γλυκυτάτην Πατρίδα, πρώτον μεν, ή να ελευθερωθή το Ελληνικόν Έθνος, ή με τα όπλα εις τας χείρας να αποθάνω χριστιανός και ελεύθερος. Έπειτα δέ, να υποτάσσωμαι μ’ όλην την πίστιν εις τον παρόντα Νόμον της Πατρίδος, ό,τι λογής αι δύο Εθνικαί Νομοδοτικαί Συνελεύσεις του αωκβ΄ και γ΄ παρέδωκαν εις το Ελληνικόν Έθνος».

Εννοεί τις Εθνοσυνελεύσεις της Επιδαύρου, του 1822,  και του Άστρους, του 1823.

Ο ιερός και εθνικός αυτός όρκος του δημοσίου αξιωματούχου αναδεικνύει τούτον και γενικώς τον Έλληνα πολίτη σε καλό και αγαθό πολίτη και πιστό του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας.

 

Γ. Το Σύνταγμα της Τροιζήνος

 

Το Σύνταγμα της Τροιζήνος είναι το τελειότερο από τα Συντάγματα της Επαναστάσεως, το οποίο εφήψισε η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνος, τον μήνα Μάιο του 1827.

Είναι εμπνευσμένο από τις δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες. Προξενεί εντύπωση και η νομοτεχνική υφή και δομή του και το πλούσιο δημοκρατικό και πατριωτικό περιεχόμενό του.

Για πρώτη φορά, με το άρθρο 5, διακηρύσσεται ότι «η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος. πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού».

Η διάταξη επαναλαμβάνεται ταυτόσημη σε όλα τα ελληνικά συντάγματα, από του έτους 1864 και εφεξής.

Υπό τον τίτλο «Δημόσιο Δίκαιο των Ελλήνων» παρατίθεται ο πλήρης κατάλογος των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, επαναλαμβάνεται δε σε όλα τα μετέπειτα ελληνικά Συντάγματα, πλέον, εμπλουτισμένος και με κοινωνικά δικαιώματα, ιδιαιτέρως, στο ισχύον Σύνταγμα, του έτους 1975, αναθεωρηθέν κατά τα έτη 1986 και 2001.

Περαιτέρω, καθορίζεται η πλήρης διάκριση των τριών εξουσιών, στις οποίες «διαιρείται η κυριαρχία του Έθνους».

Ο Κυβερνήτης, ως ο αρχηγός του Κράτους, είχε μόνο αναβλητικό veto στην κύρωση των νόμων.

Ο Κυβερνήτης ήτο προσωπικώς «απαραβίαστος», δηλαδή, ανεύθυνος. Οι Υπουργοί, καλούμενοι Γραμματείς της Επικρατείας, ήσαν υπεύθυνοι και κατηγορούντο «έμπροσθεν της Βουλής δια προδοσίαν, κατάχρησιν δημοσίων χρημάτων και δι’ υπογραφήν των εις διάταγμα αντιβαίνον εις τους θεμελιώδεις νόμους» (άρθρο 131).

Δηλαδή, η συνταγματική διάταξη αυτή εθέσπιζε ιδιώνυμο έγκλημα των Υπουργών, της προσβολής της Πατρίδος, της Πολιτείας και της Δημοκρατίας.

Εν τέλει, καθορίζει τους όρκους, τον Ελληνικό, τον Βουλευτικό και του Κυβερνήτου, περίπου, ταυτοσήμους και με τον όρκο των δημοσίων αξιωματούχων του προηγουμένου Συντάγματος του  Άστρους, ως Νόμου της Επιδαύρου.

Ο όρκος του Προέδρου της Δημοκρατίας και των Βουλευτών επαναλαμβάνεται στα Ελληνικά Συντάγματα, μέχρι και το ισχύον Σύνταγμα.

Εν τούτοις, το τελειότερο αυτό Σύνταγμα της Επαναστάσεως ανεστάλει μετά από οκτώ (8) περίπου μήνες, κατά τα κατωτέρω.

 

Δ.  Η Δ΄ Εθνική Συνέλευση του Άργους

 

Ο Καποδίστριας αναλαμβάνοντας χρέη Κυβερνήτου, τον Ιανουάριο του 1828, εισηγήθηκε στην Βουλή την αναστολή της λειτουργίας του Συντάγματος της Τροιζήνος, επικαλούμενος, κυρίως, την διάρκεια του πολέμου της Πατρίδος υπέρ αυτής. Η Βουλή απεδέχθη, με ψήφισμά της, από 18 Ιανουαρίου 1828, την εισήγηση του Κυβερνήτου. Με το ψήφισμα  αυτό διελύθη η Βουλή και αντ’ αυτής συνεστήθη το «Πανελλήνιον». Ακολούθως, ο Καποδίστριας, με προκήρυξή του, από 20 Ιανουαρίου 1828, συνεκάλεσε Εθνική Συνέλευση, με την ονομασία Δ΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άργος. Η Εθνική αυτή Συνέλευση, με ψήφισμά της, από 22 Ιανουαρίου  1829, επεκύρωσε το από 18 Ιανουαρίου 1828, ψήφισμα της, ήδη, διαλυθείσης Βουλής. Αντί του «Πανελληνίου», ιδρύθη η Γερουσία, Σώμα συμβουλευτικό, αποτελεσθέν από 27 μέλη εκλεγμένα από τον Κυβερνήτη.  Ο Κυβερνήτης με έκθεσή του προς την Εθνοσυνέλευση του Άργους, ετόνισε ότι η αναστολή του Συντάγματος θα είναι προσωρινή, μέχρις ότου «η τύχη της Ελλάδος αποφασισθή οριστικώς». Εν τω μεταξύ, η Εθνοσυνέλευση «πρέπει να προπαρασκευάζη την σύνταξιν σχεδίου θεμελιώδους νόμου». Η Εθνοσυνέλευση δε αυτή υπεσχέθη ότι «θέλει συμμορφωθή με τας αρχάς, τας οποίας παραδέχθησαν αι εν Επιδαύρω και εν Άστρει και εν Τροιζήνι Συνελεύσεις».

 

Ε.  Η Ε΄ Εθνική Συνέλευση

 

Στην εσωτερική αναταραχή που επακολούθησε μετά την δολοφονία του Καποδίστρια, στο Ναύπλιο, την 27 Σεπτεμβρίου 1831, συγκροτήθηκε η Ε΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία συνήλθε κατ’ αρχάς στο Άργος, την 5 Δεκεμβρίου 1831, και ύστερα στο Ναύπλιο.

Η Συνέλευση αυτή εφήφισε, την 15 Μαρτίου 1832, νέο Σύνταγμα, αποκληθέν «ηγεμονικόν», «πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος».

Το Σύνταγμα αυτό καθιέρωνε την συνταγματική μοναρχία.

Το Σύνταγμα τούτο, του 1832, ουδέποτε εφαρμόστηκε. Ούτε αναγνωρίστηκε η νομιμότητα της συγκροτήσεως της Ε΄ Εθνοσυνελεύσεως.

 

Συμπέρασμα

 

Έτσι, η Αργολική γη, της ιεράς προστασίας της Ήρας, το πρότυπο της αγροτικής καλλιεργείας του βασιλέως του Άργους Δαναού, το Κέντρο του πολύφημου Μυκηναϊκού Πολιτισμού και το ιερό προσκύνημα των Αγίων Πέτρου και Θεοδοσίου, κατέστη και το φυτώριο των Συνταγμάτων της Ελλάδος και δι’ αυτών η προοπτική του όλου Δικαίου Της.

 

Κωνσταντίνος Χρ. Τράκας

Επίτιμος Αντιπρόεδρος  Ελεγκτικού Συνεδρίου

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Πολιτική και Διακυβέρνηση την εποχή της αβεβαιότητας. Πέντε συν μία προτεραιότητες  για την ανανέωση του  «Πολιτεύεσθαι» – Θεόδωρος Ν. Τσέκος.


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Εκτενές σημείωμα του κυρίου Θεόδωρου Ν. Τσέκου με θέμα: Πολιτική και Διακυβέρνηση την εποχή της αβεβαιότητας. Πέντε συν μία προτεραιότητες  για την ανανέωση του  «Πολιτεύεσθαι», φιλοξενείται σήμερα  στο «Ελεύθερο Βήμα»,  φιλοδοξώντας διαβάζοντάς  το να μας κάνει να σταματήσουμε  να αναπαράγουμε το κακό παρελθόν μας, εις βάρος του μέλλοντός μας.

 

Οι σημερινές κοινωνίες διανύουν μια περίοδο ριζικών αλλαγών. Οι συνδυασμένες τεχνολογίες της πληροφορικής και των επικοινωνιών μεταβάλουν δραματικά τον τρόπο που παράγουμε, καταναλώνουμε, μαθαίνουμε, ψυχαγωγούμαστε. Οι ήπιες μορφές ενέργειας μπορούν, εξελισσόμενες, να αποδεσμεύσουν τον πλανήτη από τις ενεργειακές του ανάγκες. Οι εμμένουσες χαώδεις διαφορές βιοτικού επιπέδου μεταξύ κρατών και γεωγραφικών περιφερειών, ανάμεσα στ’ άλλα,  υποκινούν εκτεταμένες μεταναστεύσεις. Η κλιματική αλλαγή γεννά νέους κινδύνους. Νέες γεωπολιτικές εντάσεις αναδύονται. Νέες μορφές κοινωνικής δυσαρέσκειας αναδεικνύονται και νέες μορφές πολιτικής έκφρασής τους διαμορφώνονται.

Όλα τα παραπάνω επηρεάζουν τον τρόπο διακυβέρνησης και τον τρόπο άσκησης της πολιτικής. Όχι μόνο το περιεχόμενό τους αλλά και τις διαδικασίες άσκησής τους. Όχι μόνο την πολιτική και τις (δημόσιες) πολιτικές αλλά και το «πολιτεύεσθαι». Για να διαμορφώσουμε όμως τρόπους άσκησης πολιτικής κατάλληλους για την νέα εποχή, για να ανανεώσουμε το «πολιτεύεσθαι», χρειάζεται πρώτα απ’ όλα  να σκεφθούμε κριτικά τις μέχρι τώρα πολιτικές μας «συνήθειες», τις κυρίαρχες πρακτικές πολιτικής και διακυβέρνησης του παρελθόντος. Ακολουθούν μερικές σκέψεις επ’ αυτών.

  1. Να ξανασκεφθούμε τα βασικά

Η Ευρώπη, η Ελλάδα, τα ευρωπαϊκά αλλά και τα ελληνικά κόμματα – φιλελεύθερα και σοσιαλδημοκρατικά – στέκονται αμήχανα μπροστά σε κρίσιμα σταυροδρόμια.  Οι τεχνολογικές, παραγωγικές και οικονομικές εξελίξεις και οι κοινωνικές τους επιπτώσεις είναι πρωτόγνωρες. Το μέλλον ασφαλώς, όπως μας διαβεβαιώνει ο Ισοκράτης, ήταν ανέκαθεν «αόρατον». Ωστόσο η επιστήμη και ο ορθός λόγος επιχείρησαν, στην νεωτερικότητα ιδίως,  να το καταστήσουν στατιστικά  προγνώσιμο.

Τελευταία όμως το μέλλον καθίσταται αντιθέτως ολοένα και πιο ασαφές. Η ικανότητα πρόβλεψης των ατόμων, των οργανωμένων ομάδων αλλά και των ίδιων των θεσμών, μειώνεται. Κυρίαρχα χαρακτηριστικά της εποχής μας, όπως υποστηρίζουν κάποιοι, είναι η Ρευστότητα, η Αβεβαιότητα, η Πολυπλοκότητα και η Αμφισημία ( a VUCA World- Volatility, Uncertainty, Complexity, Ambiguity). Και το μόνο σταθερό, είναι η Αστάθεια. Ανατρέπονται και διαψεύδονται κατά συνέπεια και τα σταθερότυπα πρόσληψης και ερμηνείας της πραγματικότητας τα οποία χρησιμοποιούσαμε μέχρι τώρα ως οικονομικά και ως πολιτικά υποκείμενα.

Μια τέτοια κατάσταση ανατροπής των μέχρι τώρα βεβαιοτήτων μας, προσφέρεται για αναστοχασμό και επαναξιολόγηση των βασικών μας – ρητών ή άρρητων – παραδοχών. Αρχής γενομένης από το πώς αντιλαμβανόμαστε και το πως ασκούμε την πολιτική.

  1. Πολιτική ή Πολιτικαντισμός

Η κριτική παρατήρηση της δημόσιας σφαίρας – στην χώρα μας, αλλά όχι μόνο – εύκολα διαπιστώνει δύο τρόπους άσκησης πολιτικής. Κατ’ όνομα συμπληρωματικούς αλλά στην ουσία αντιθετικούς.

Ο πρώτος είναι η πολιτική των ιδεών και των προγραμμάτων. Ζητούμενο σ’  αυτόν τον τύπο πολιτικής είναι ο συλλογικός προσδιορισμός και η προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος. Κύρια πολιτικά εργαλεία της είναι ο οραματικός και προγραμματικός λόγος και η συμμετοχική επεξεργασία δημοσίων πολιτικών. Το πολιτικό παιχνίδι στην περίπτωση αυτή είναι παιχνίδι αμοιβαίου οφέλους  (win-win game). Δεν ανταγωνίζονται αντίπαλες ομάδες αλλά αντιπαρατίθενται ιδέες και προγράμματα. Η αντιπαράθεση γίνεται με τεκμηρίωση, επιχειρήματα και κριτήριο την συγκριτική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων υπό το φώς της πραγματικότητας. Στις πλείστες των περιπτώσεων δεν καταγράφονται απόλυτες αλήθειες και απόλυτες πλάνες. Και οι ασκούμενες πολιτικές προκύπτουν ως συνθέσεις απόψεων και προτεραιοτήτων. Αναμενόμενο, άλλωστε, αφού οι κοινωνίες συναπαρτίζονται από διαφορετικές υπο-ομάδες συμφερόντων, με διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικές αξίες που πρέπει να όμως συνυπάρξουν.

Ο δεύτερος τρόπος είναι η πολιτική των θώκων και των προσώπων. Αυτός ασκείται από επαγγελματίες ή φερέλπιδες επαγγελματίες της πολιτικής. Το ζητούμενο είναι η πολιτική σταδιοδρομία.  Η διαχείριση του δημοσίου συμφέροντος δεν είναι ο σκοπός αλλά η αρένα μέσα στην οποία διαδραματίζεται το πολιτικό παιχνίδι. Κύριο μέσο είναι η δημιουργία εντυπώσεων και βασικό εργαλείο η πολιτική επικοινωνία. Δεν έχει σημασία το τι πραγματικά συμβαίνει αλλά το ποια εικόνα θα προβάλλουμε στα μέσα και το τι θα πείσουμε το εκλογικό σώμα ότι συμβαίνει.

Οι φορείς διαφορετικών πολιτικών αντιλήψεων και προτάσεων είναι εχθροί (δικοί μας και του έθνους).  Εμείς είμαστε οι διαχειριστές της απόλυτης αλήθειας και οι «άλλοι» κήρυκες του απολύτου σφάλματος. Εμείς είμαστε οι σωτήρες και οι «άλλοι» οι ολετήρες. Διότι το διακύβευμα δεν είναι η άσκηση αποτελεσματικών δημοσίων πολιτικών αλλά η κατάληψη της εξουσίας. Και αυτή περνά μέσα από την πολιτική απαξίωση και την εκλογική συντριβή του «εχθρού».  Εκλαμβάνεται ως αυτονόητο και δεδομένο ότι αρκεί να καταλάβουμε εμείς την εξουσία και όλα θα πάνε καλά.

Η πολιτική κινητοποίηση γίνεται με «οπαδική» λογική. Και επιτυγχάνεται με την καθημερινή και εφ’ όλης της ύλης καταγγελία του «εχθρού». Τίποτα από ότι λέει και ότι κάνει ο πολιτικός αντίπαλος δεν είναι σωστό. Ακόμα και όταν ταυτίζεται με τις δικές μας απόψεις. Ακόμα και αν περιλαμβάνεται στο δικό μας πρόγραμμα. Όταν το υποστηρίζει ή το εφαρμόζει ο «εχθρός» είναι λάθος. Διότι αυξάνει τις πιθανότητες να καταλάβει ή να παραμείνει στην εξουσία. Σωστό γίνεται όταν το πρεσβεύουμε και το εφαρμόζουμε ασκώντας την εξουσία εμείς.

Αυτή η λογική του διαχωρισμού σε εχθρούς και φίλους και η στρατηγική του «πάρτα όλα» δεν χαρακτηρίζει μόνο τις διακομματικές αλλά και τις ενδοκομματικές σχέσεις και διεργασίες υποβαθμίζοντας έτσι δραματικά την εσωκομματική δημοκρατία.

Θα ρωτήσουν κάποιοι, «μα μπορεί να ασκηθεί πολιτική χωρίς πρόσωπα;». Σωστά. Δεν μπορεί. Η πολιτική (όπως και κάθε κοινωνική δραστηριότητα) ασκείται μέσω προσώπων. Έχει όμως τεράστια σημασία που βρίσκεται το κέντρο βάρους. Αν τα πρόσωπα κινητοποιούνται από «φιλοδοξίες πολιτικής», φιλοδοξούν δηλαδή πρωτίστως να συμβάλουν στην άσκηση αποτελεσματικών δημοσίων πολιτικών προς χάριν του δημοσίου συμφέροντος, ή «πολιτικές φιλοδοξίες» επιδιώκοντας κυρίως την ατομική προβολή, την εκλογική επιτυχία, την κατάληψη θώκων εξουσίας και την επαγγελματική πολιτική σταδιοδρομία.

Στην δεύτερη περίπτωση οι ιδέες, οι πολιτικές και τα προγράμματα καταλήγουν να είναι προσχηματικά και απλά υπο-προϊόντα της επικοινωνιακής στρατηγικής.  Έχουν εκλογική και μόνο σημασία και μεταβάλλονται με βάση την συγκυρία και την βελτιστοποίηση της άγρας ψήφων.   Εξηγείται έτσι  όχι μόνο η μεταπήδηση προσώπων αλλά και η μετακίνηση φορέων σε διαφορετικά ιδεολογικά πεδία.  Ισχύει εδώ η ρήση του Γκρούτσο Μαρξ: «Αυτές είναι οι αρχές μου. Αλλά αν δεν σας αρέσουν, έχω κι άλλες».

Από τους δύο αυτούς τρόπους τον πρώτο τον αποκαλούμε «Πολιτική» και τον δεύτερο «Πολιτικαντισμό». Ως προς τον δεύτερο τρόπο, Γάλλοι μιλάνε για «politique politicienne»  και οι  Άγγλοι για «game of politics» ή  «party politics»,  εννοώντας περίπου το ίδιο.

Δεν χρειάζεται νομίζω περαιτέρω ανάλυση – τα βιώματά μας αρκούν- για να καταλήξουμε σε δύο βασικά συμπεράσματα:

  • Ο πρώτος τρόπος άσκησης πολιτικής είναι κοινωνικά επωφελής και ο δεύτερος επιβλαβής.
  • Στην χώρα μας ιστορικά κυρίαρχη – με εξαίρεση ορισμένες βραχείες περιόδου – είναι η «πολιτικάντικη» πολιτική.

Η μετάβαση από τον πολιτικαντισμό στην πολιτική, ή,  για να είμαστε ρεαλιστές, η  σταδιακή ενίσχυση της πολιτικής και η αποδυνάμωση του πολιτικαντισμού,  είναι η πρώτη και βασική προϋπόθεση για τον εκσυγχρονισμό και τον εξορθολογισμό της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας. Οι δυνάμεις που πρεσβεύουν την μεταρρύθμιση και την ανανέωση θα πρέπει να εργαστούν σ’ αυτή την κατεύθυνση. Αρχίζοντας πρώτα από τον εαυτό τους.

  • Εστιάζοντας σε μακροπρόθεσμες πολιτικές και προγραμματικές επεξεργασίες και όχι σε βραχυπρόθεσμες εκλογικές τακτικές.
  • Εισάγοντας  στιβαρούς θεσμούς και διαδικασίες εσωκομματικής δημοκρατίας και συμμετοχής όχι μόνο επί χάρτου,  δηλαδή στο καταστατικό, αλλά στην πραγματική λειτουργία του κόμματος.
  • Βασίζοντας τις πολιτικές τους συμμαχίες σε προγραμματικές συγκλίσεις και όχι σε παράθυρα εκλογικής και κυβερνητικής ευκαιρίας.
  • Ασκώντας προγραμματική και όχι «δομική» (δηλαδή «οπαδική», χωρίς αρχές και με  βάση το εφήμερο δημοσκοπικό όφελος) αντιπολίτευση.
  • Κατανοώντας τον διαπαιδαγωγητικό  ρόλο που καλείται, δια του παραδείγματός της, να παίξει προς την ελληνική κοινωνία, ακόμα και αν αυτό δεν προσπορίσει βραχυπρόθεσμα δημοσκοπικά και εκλογικά οφέλη.
  1. Η Μόνη μας Κληρονομιά: η Δημοκρατία

Μετά από χιλιάδες χρόνια πολιτικού βίου των ανθρωπίνων κοινωνιών, μετά από εκατοντάδες χρόνια από την είσοδο στην νεωτερικότητα (που σηματοδοτείται από τον Διαφωτισμό και την Βιομηχανική Επανάσταση) και λίγες δεκαετίες μετά από την (διαμφισβητούμενη) είσοδό μας στην μετα-νεωτερικότητα (του ατομισμού, του χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού και της ψηφιακής επανάστασης) η ιδεολογική και αξιακή πολλαπλότητα εξελίσσεται καλειδοσκοπικά. Πανσπερμία ιδεών και προτάσεων πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης. Ποικιλία αφηγημάτων (και ραβδογραμμάτων – δηλαδή αντιφατικών ποσοτικών δεδομένων) για το πως λειτουργεί η οικονομία και τι την κατευθύνει. Ένταξη σε πολλά και διαφορετικά κοινωνικά δίκτυα που διαμορφώνουν ιδιαίτερους τρόπους ζωής (lifestyles). Ανασφάλεια μπροστά στην διαπερατότητα του εθνικά και τοπικά «οικείου» και κρίσεις ταυτότητας από την έκθεση στο «ξένο» της παγκοσμιοποίησης. Αναζήτηση της σιγουριάς στον πατερναλισμό των μονοδιάστατων αφηγήσεων και των ισχυρών ηγετών.

Μέσα σ’ αυτή την ενοχλητική,  συχνά αφόρητη για τον μέσο πολίτη, πολυσημία και αταξία της ζωής μας υπάρχει ένα και μόνο σταθερό και αδιαμφισβήτητο πεδίο. Η λειτουργία της Δημοκρατίας. Αυτή αποτελεί την μόνη μας κληρονομιά από τις πολιτικές κοινωνίες του παρελθόντος. Αυτήν οφείλουμε να διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού στις δύσκολες εποχές που διασχίζουμε.


3.1. Δημοκρατικός πολιτικός πολιτισμός: τα δικαιώματα  της μειοψηφίας και η νομιμοποίηση του αντιπάλου

 

Όπως όμως μας διδάσκουν πρόσφατες εξελίξεις που οδήγησαν στην  – δημοκρατική – ανάδειξη στην εξουσία ηγετών όπως ο Πούτιν, ο Τράμπ, ο Ερντογάν, ο Όρμπαν, οι Κατσίνσκι και στην ισχυρή εκλογική παρουσία της Μαρί Λεπέν, της Λέγκας του Βορρά  ή των αυστριακών και ολλανδών ακροδεξιών, η δημοκρατία κινδυνεύει από την ίδια την λειτουργία της και υπάρχουν πιθανότητες να καταρρεύσει από τα μέσα. Αυτό μπορεί να συμβεί εάν λησμονηθεί πως η ουσία της δημοκρατίας δεν έγκειται μόνον στην εφαρμογή της αρχής της πλειοψηφίας αλλά κυρίως στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας. Εκεί ακριβώς κρίνεται η ποιότητά της.

Επειδή ακριβώς δημοκρατία σημαίνει πολυφωνία, προϋπόθεση άσκησής της είναι η αμοιβαία αποδοχή, εντός του πλαισίου της,  των άλλων φωνών. Η αμοιβαία αναγνώριση του δικαιώματος όλων, πλειοψηφούντων ή μειοψηφούντων,  να υποστηρίζουν και να πράττουν κάτι διαφορετικό. Η νομιμοποίηση της παρουσίας  τους στην πολιτική αρένα ως  ισότιμων μετόχων και ως νόμιμων δυνητικών διαχειριστών της εξουσίας. Η αντιμετώπισή τους ως αντιπάλων και όχι ως εχθρών. Η ανταγωνιστική συνύπαρξη και όχι η αμοιβαία καταστροφή.  Αυτά ακριβώς συγκροτούν ένα πολιτικό σύστημα ως σύστημα δημοκρατικών πολιτικών αξιών. Διαμορφώνουν τον, απολύτως απαραίτητο, δημοκρατικό πολιτικό πολιτισμό.

Σε πρόσφατο βιβλίο τους (How Democracies Die, Εκδ. Crown, 2018 ) οι καθηγητές της Πολιτικής Επιστήμης στο  Χάρβαρντ Steven Levitsky και  Daniel Ziblatt υποστηρίζουν ότι οι δημοκρατίες λειτουργούν καλύτερα, και γι’ αυτό επιβιώνουν περισσότερο, εκεί όπου πέραν των συνταγματικών εγγυήσεων εμπεδώνονται κατά την άσκηση της πολιτικής δύο βασικοί κανόνες:

  • η αμοιβαία ανοχή, δηλαδή η αποδοχή του πολιτικού ανταγωνιστή ως νομίμου αντιπάλου και διεκδικητή της εξουσίας, και
  • η αυτοσυγκράτηση δηλαδή η ιδέα ότι οι ασκούντες την διακυβέρνηση οφείλουν να αυτοπεριορίζονται κατά την άσκηση των θεσμικών τους προνομίων ασκώντας τα με μέτρο και χωρίς να τα χρησιμοποιούν ως εργαλείο εκλογικής επικράτησης.

Η διάβρωση των δημοκρατιών, υποστηρίζουν οι συγγραφείς,  αρχίζει όταν τα κόμματα συλλογικά και τα μέλη τους ατομικά αμφισβητούν τη νομιμότητα των αντιπάλων τους, δηλαδή το δικαίωμά τους  να μετέχουν στην πολιτική κονίστρα και να διεκδικούν την εξουσία. Όταν δηλαδή εγκαταλείπουν την ανεκτικότητα και υιοθετούν την στρατηγική του «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Άρα καταλήγουν να διεκδικούν την εξουσία  με οποιοδήποτε τρόπο.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο η  αποδυνάμωση των δημοκρατικών κανόνων επέρχεται όταν οι πολιτικές διαφορές μετατρέπονται σε υπαρξιακή σύγκρουση που τροφοδοτεί μια γενικευμένη πόλωση. Και αυτή η ακραία πόλωση, η διάβρωση δηλαδή του δημοκρατικού πολιτικού πολιτισμού,  μπορεί να σκοτώσει τις δημοκρατίες.


3.2. Αντιπροσωπευτική ή εξουσιοδοτική δημοκρατία;

 

Μια δεύτερη διάσταση των σύγχρονων δημοκρατιών που χρήζει αναστοχασμού είναι ο αντιπροσωπευτικός τους χαρακτήρας.

Η ιστορική εμπειρία διδάσκει ότι η άμεση δημοκρατία δεν είναι εφικτή παρά μόνο σε περιορισμένα πληθυσμιακά και χωρικά μεγέθη. Η ελληνική πόλις υπήρξε η κοιτίδα της δημοκρατίας στο βαθμό που ήταν τεχνικά εφικτό οι πολίτες (κατ’ ακρίβεια οι ελεύθεροι άρρενες πολίτες) να συνέρχονται τακτικά σε συγκεκριμένο χώρο, την εκκλησία του δήμου, το βουλευτήριο,  να διαλέγονται, να διαβουλεύονται, να αποφασίζουν  και να δικάζουν γνωρίζοντας την ουσία των δημοσίων προβλημάτων και κατανοώντας τα βασικά τους διακυβεύματα.

Η «αμεσο-δημοκρατική» αυτή πρακτική διευκόλυνε εξ άλλου τον δημόσιο έλεγχο όσων αναλάμβαναν «αξιώματα». Στην ουσία τους τα δημόσια αξιώματα (ανατιθέμενα ενίοτε όχι με ψηφοφορία αλλά με κλήρωση) δεν αποτελούσαν εκχώρηση εξουσίας αλλά δεσμευτική εντολή εκπροσώπησης της κοινότητας σε λειτουργίες που δεν μπορούσαν να ασκηθούν συλλογικά. Ο αξιωματούχος (άρχων, στρατηγός) ήταν ο εντολοδόχος ενώ η κοινότητα, δηλαδή ο εντέλλων, είχε τεχνικά την δυνατότητα να ενημερώνεται συλλογικά επί των πεπραγμένων του και να τα αξιολογεί στις λεπτομέρειές τους. Η άμεση λογοδοσία διατηρούσε την σχέση μεταξύ κοινότητας – αξιωματούχου ως σχέση εντέλλοντος – εντελλομένου και δεν επέτρεπε την  μετατροπή της «αντιπροσώπευσης» σε «εξουσιοδότηση» δηλαδή σε εν λευκώ ανάθεση του δικαιώματος του αποφασίζειν και ενεργείν,  τύποις μεν εν ονόματι της κοινότητας αλλά στην πράξη ερήμην αυτής.

Η εκτατική και πληθυσμιακή διεύρυνση των δημοκρατικών πολιτειών, με την δημιουργία των εθνικών κρατών (και τώρα ακόμη περισσότερο, με το ευρωπαϊκό πείραμα), αναίρεσε την υλική – τεχνική βάση της άμεσης δημοκρατίας και κατέστησε την αντιπροσωπευτική δημοκρατία μονόδρομο.  Ταυτόχρονα, η προϊούσα πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνιών και οικονομιών κατέστησε τα διακυβεύματα υπερβολικά τεχνικά και δυσνόητα. Ο συνδυασμός των δύο αυτών μεταβολών μετέτρεψε την αντιπροσώπευση σε εξουσιοδότηση.

Τα πολιτικά προγράμματα των κομμάτων, βάσει των οποίων το εκλογικό σώμα, θεωρητικά τουλάχιστον,  επιλέγει τους εκπροσώπους του και ταυτόχρονα τους κυβερνώντες,  είναι γενικευτικά και εν πολλοίς αόριστα. Αφήνουν συνεπώς πολύ μεγάλα περιθώρια διακριτικής ευχέρειας στους αιρετούς. Στην πράξη οι αιρετοί ούτε λαμβάνουν δεσμευτική εντολή ούτε ελέγχονται από τον εντολέα τους (δηλαδή το εκλογικό σώμα) με βάση συγκεκριμένους – δηλαδή αναλυτικούς, χρονο-προγραμματισμένους και κοστολογημένους- στόχους.

Η δημοκρατία μετατρέπεται έτσι από «αντι – προσωπευτική» δηλαδή βασιζόμενη σε εντολή διαχείρισης της εξουσίας δεσμευτική επί του περιεχομένου των ενεργειών των εκπροσώπων, σε «εξουσιο-δοτική», δηλαδή σε εν λευκώ  εκχώρηση της εξουσίας και άσκησή της με πολύ μεγάλους, ενίοτε απεριόριστους, βαθμούς ελευθερίας. Η κατάσταση επιβαρύνεται περαιτέρω με την άμεση διασύνδεση μεταξύ της νομοθετικής (και ελεγκτικής) και της εκτελεστικής  εξουσίας, όπου με βάση την (αναγκαία) αρχή της δεδηλωμένης το πλειοψηφούν στην βουλή κόμμα ασκεί την κυβέρνηση. Έτσι η εκτελεστική εξουσία ταυτίζεται με την πλειοψηφία της νομοθετικής εξουσίας και ο ελεγκτικός ρόλος της τελευταίας υποβαθμίζεται δραστικά.

Οι Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος και Λεωνίδας Χριστόπουλος  σημειώνουν στην μελέτη τους για την πολυνομία και κακονομία στην Ελλάδα (Εκδόσεις διαΝΕΟσις, 2017)  σχετικά με την «ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας  εις βάρος της νομοθετικής εξουσίας στις σύγχρονες φιλελεύθερες δημοκρατίες»: Μέσω μονοκομματικών κυβερνήσεων ή συνεκτικών κυβερνήσεων συνασπισμού που ελέγχουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η Βουλή, η οποία είναι ο συγκριτικά ανίσχυρος πόλος στο δίπολο Βουλή-Κυβέρνηση, καθίσταται ο εύπλαστος νομοθετικός βραχίονας της κυβέρνησης. Δεν ελέγχει τόσο την κυβέρνηση, όσο τη διευκολύνει να νομοθετεί. Η σχετική αδυναμία της Βουλής έναντι της κυβέρνησης είναι φαινόμενο που ανάγεται σε γενικότερες τάσεις του 20ού και 21ου αιώνα. Τέτοιες τάσεις, μεταξύ άλλων, είναι η ανάγκη ταχείας προσαρμογής των εθνικών κυβερνήσεων, με τη θέσπιση νέων ρυθμίσεων, στο δυναμικά μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον ανοικτών οικονομιών, ο εξειδικευμένος και τεχνικός χαρακτήρας των προβλημάτων προς ρύθμιση, προς τον οποίο δύσκολα μπορεί να ανταποκριθεί ένα σώμα αντιπροσώπων χωρίς ειδικές γνώσεις το οποίο διαβουλεύεται, Γι’ αυτούς και άλλους λόγους, το ελληνικό και άλλα κοινοβούλια έχουν αποκτήσει εν μέρει ένα ρόλο περισσότερο διεκπεραιωτικό, παρά ουσιαστικό ως προς την παραγωγή ρυθμίσεων.

Γίνεται αντιληπτό ότι η μετάπτωση από την αντιπροσωπευτική στην εξουσιοδοτική εκδοχή της δημοκρατίας επηρεάζει την ουσία της άσκησής της και, μεταξύ άλλων, την βασική δικλείδα ασφαλείας λειτουργίας της που είναι η διάκριση των εξουσιών.

  1. Η αποφυγή του πειρασμού της πολυσυλλεκτικότητας: Προγραμματική σαφήνεια

Εκ των κεντρικών στοιχείων του δημοκρατικού πολιτισμού είναι ασφαλώς η διεκδίκηση άσκησης της εξουσίας και η, για τον σκοπό αυτόν, προσέλκυση της πλειοψηφίας των εκλογέων. Όμως δεν πρέπει να λησμονούμε ότι στις δημοκρατίες η άσκηση της εξουσίας δεν συνιστά αυτοσκοπό. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται παρά ως μέσο για την εφαρμογή εγκεκριμένων από την πλειοψηφία δημοσίων πολιτικών, με στόχο την προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος. Είναι λοιπόν προϋπόθεση της δημοκρατίας η σαφής, και κατά το δυνατόν αναλυτική, χρονο-προγραμματισμένη και κοστολογημένη, διατύπωση του περιεχομένου των προτεινόμενων δημοσίων πολιτικών.

Κάθε σύγχρονο πολιτικό κόμμα χρειάζεται συνεπώς να αντισταθεί στον πειρασμό της πολυσυλλεκτικότητας νοούμενης ως προσπάθειας να προσελκυσθούν ψηφοφόροι πανταχόθεν, με αόριστες υποσχέσεις των πάντων στους πάντες. Μια πολιτική παράταξη που φιλοδοξεί να αποτελέσει δύναμη μεταρρύθμισης πρέπει να διατυπώσει με σαφήνεια το πρόγραμμά της. Να εξηγήσει ποιες ρήξεις και ποιες ανατροπές θα επιδιωχθούν, ποιοί θα επωφεληθούν από αυτές και ποιοί θα κληθούν πληρώσουν το κόστος. Διότι οι μεταρρυθμίσεις έχουν κόστος οικονομικό αλλά και κοινωνικό, υπό την έννοια της ανατροπής κεκτημένων. Και ιδίως για ομάδες τα «κεκτημένα» των οποίων υποσκάπτουν το δημόσιο συμφέρον.

Κάθε δημοκρατική πολιτική παράταξη,  οφείλει να επιδιώκει την κατάκτηση της εξουσίας  πείθοντας την πλειοψηφία του εκλογικού σώματος ότι το συγκεκριμένο, κοστολογημένο και χρονο-προγραμματισμένο πολιτικό σχέδιό της  υπηρετεί καλύτερα τα ευρύτερα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου. Δεν έχει νόημα να αναρριχάται στην εξουσία έχοντας μεν πείσει τους πάντες, αλλά τον καθέναν για κάτι διαφορετικό και αντιφατικό προς τις άλλες της υποσχέσεις. Δεν έχει νόημα να λέει στον καθένα αυτό που θέλει να ακούσει. Και ασφαλώς δεν έχει νόημα να προσπαθήσει να παραμείνει στην εξουσία με πελατειακές εξυπηρετήσεις. Το «δεν έχει νόημα» αναφέρεται βέβαια στο δημόσιο συμφέρον και στην χώρα συνολικά. Διότι η πολυσυλλεκτικότητα έχει βεβαίως νόημα για όσους αναμειγνύονται στην πολιτική με αποκλειστικό ζητούμενο την νομή της εξουσίας. Για όσους η εξουσία συνιστά αυτοσκοπό και η παραγωγή δημοσίων πολιτικών αναγκαίο μπελά, υποπροϊόν και πάρεργο της επικοινωνιακής και εκλογικής διαχείρισής της. Για όσους ζουν μέσα στην  – και από την- «πολιτικάντικη πολιτική».

  1. Πολιτικό μάρκετινγκ ή τεκμηριωμένες δημόσιες πολιτικές;

Αντικείμενο της πολιτικής διαδικασίας στις σύγχρονες δημοκρατίες πρέπει να είναι η προαγωγή του δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή η μεγιστοποίηση του κοινού οφέλους μέσα από την επίλυση συλλογικών προβλημάτων και την αξιοποίηση συλλογικών ευκαιριών. Κατ’ αυτή την έννοια εφαρμοσμένη πολιτική δεν είναι τίποτε άλλο παρά το σύνολο των ασκούμενων δημοσίων πολιτικών. Η πολιτική κρίνεται εκ του αποτελέσματος. Ορθή πολιτική είναι το σύνολο των επιτυχημένων τομεακών δημοσίων πολιτικών ενώ λανθασμένη πολιτική είναι το άθροισμα των αποτυχημένων τομεακών πολιτικών.

Το πολιτικό παιχνίδι όμως δεν παίζεται, δυστυχώς, με αυτούς τους όρους. Η πολιτική επικοινωνία, το πολιτικό μάρκετινγκ, χρησιμοποιείται για να μεγιστοποιήσει τα πολιτικά οφέλη στο εκλογικό πεδίο ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων  στο πεδίο των εφαρμοσμένων τομεακών πολιτικών. Η πολιτική μετατρέπεται σε ένα παιχνίδι με τους φόβους και τις προσδοκίες του εκλογικού σώματος, σε ένα παιχνίδι εντυπώσεων χωρίς μεγάλη επαφή με την πραγματικότητα των δημοσίων πολιτικών και των αποτελεσμάτων τους. Το πολιτικό μάρκετινγκ συγκρούεται ασφαλώς με την πραγματικότητα, όπως ακριβώς το μάρκετινγκ των αγαθών και υπηρεσιών. Και πολύ συχνά (μεσο-βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον) κερδίζει το μάρκετινγκ και όχι η πραγματικότητα. Η πολιτική ασκείται με στερεότυπα και συναισθήματα και όχι με τεκμηριωμένες προτάσεις και μετρήσιμα αποτελέσματα. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε επιτυχημένους πολιτικούς αλλά αποτυχημένες πολιτικές.

Είναι εξαιρετικά ενδιαφέροντα τόσο το εγχείρημα όσο και τα ευρήματα της «Vote for Policies», μιάς βρετανικής διαδικτυακής πλατφόρμας πού ίδρυσε το 2010 ο Matt Chocqueel-Mangan και η οποία έκτοτε και  προ των εκάστοτε εκλογών διερευνά τις προτιμήσεις των ψηφοφόρων, όχι ως προς τα κόμματα αλλά ως προς τις προτεινόμενες από τα κόμματα δημόσιες πολιτικές. (Ένα ελληνικό ανάλογο είναι το Help Me Vote http://www.helpmevote.gr/, που ανέπτυξαν οι καθηγητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Ιωάννης Ανδρεάδης και Θεόδωρος Χατζηπαντελής).

Στο Vote for Policies οι προτεινόμενες πολιτικές αντιγράφονται κατά λέξη από τα προγράμματα των κομμάτων  αλλά ταξινομούνται σε θεματικά πεδία (14 συνολικά: υγεία, εκπαίδευση, απασχόληση, φορολογία, ασφάλεια, συνταξιοδοτικό κλπ.) χωρίς να αναφέρεται η κομματική προέλευση κάθε πρότασης και κάθε θέσης. Οι ενδιαφερόμενοι δυνητικοί ψηφοφόροι καλούνται δηλαδή να επιλέξουν από κάθε θεματικό πεδίο τις προτάσεις χωρίς να γνωρίζουν από ποιο κόμμα προέρχονται. Τα αποτελέσματα είναι εντυπωσιακά. Στις δύο τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο οι προτιμήσεις των ψηφοφόρων με βάση τις δημόσιες πολιτικές ήταν ριζικά διαφορετικές από εκείνες που εκφράσθηκαν στις κάλπες .

Ενδεικτικά παρουσιάζονται στο πίνακα που ακολουθεί τα αποτελέσματα για τις Βρετανικές εκλογές του 2017. Στην πρώτη στήλη παρατίθενται τα αποτελέσματα του Vote for Policies (390.400 συμμετέχοντες) και στην δεύτερη τα αποτελέσματα της κάλπης ενώ στις δύο επόμενες οι τομεακές δημόσιες πολιτικές όπου οι προτάσεις του  κάθε κόμματος προηγούνται (1η και 2η επιλογή).

 

Πίνακας

 

(*)Σε σύνολο 390.400 συμμετεχόντων στην έρευνα – Αναφέρονται εδώ μόνο τα βασικά κόμματα εθνικής εμβέλειας .  https://voteforpolicies.org.uk/survey/results/ke8YaXMTPdyncVuJu#/total-results)

(**) Πηγή: https://www.bbc.co.uk/news/election/2017/results

 

Από τον πίνακα προκύπτει ότι:

  • Οι μεν νικητές των εκλογών Συντηρητικοί (42,4%) έρχονται τελευταίοι από τα πέντε βασικά κόμματα ως προς τις προτιμήσεις στις προτάσεις πολιτικής τους αφού συγκέντρωσαν – επι 390.400 απαντήσεων – μόλις 16,5% των προτιμήσεων, ενώ καμία από τις τομεακές τους προτάσεις δεν πλειοψήφησε ως πρώτη προτεραιότητα και μόλις τρεις πλειοψήφησαν ως δεύτερη προτεραιότητα.
  • Αντίθετα οι Εργατικοί, δεύτεροι στις εκλογές με 40%, αναδεικνύονται πρώτοι σε προτιμήσεις προτάσεων πολιτικής με 24,1%, με τρεις από τις προτάσεις πολιτικής τους πλειοψηφικές ως πρώτη προτεραιότητα και επτά ως δεύτερη προτεραιότητα.
  • Οι Πράσινοι (Οικολόγοι) που στις εκλογές απέσπασαν μόλις 1,6% έρχονται δεύτεροι στις προτιμήσεις προτάσεων πολιτικής με 19,6% και πέντε από τις προτάσεις τους πλειοψηφικές ως πρώτη προτεραιότητα.
  • Ακολουθούν οι Φιλελεύθεροι που, ενώ στις εκλογές έλαβαν 7,4% των ψήφων, απέσπασαν το 19,3% των προτιμήσεων στις προτάσεις πολιτικής τους με τρείς εξ αυτών ως πρώτη προτεραιότητα και μία ως δεύτερη προτεραιότητα.
  • Τέλος, το ευρωσκεπτικιστικό κόμμα UKIP, με 1,8% στις εκλογικές κάλπες, απέσπασε 19% στις προτάσεις πολιτικής του με τέσσερεις ως πρώτη προτεραιότητα και δύο ως δεύτερη προτεραιότητα των 390.400 πολιτών που συμμετείχαν στην έρευνα του Vote for Policies.

Με  βάση τα παραπάνω ευρήματα (με όλες τις μεθοδολογικές επιφυλάξεις που θα μπορούσε να έχει κανείς για την έρευνα του Vote for Policies,  το γεγονός ότι συμμετείχαν σε αυτήν περίπου 400.000 άτομα παρέχει εχέγγυα αντιπροσωπευτικότητας) νομιμοποιούμαστε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι το γεγονός πως η πλειοψηφία των πολιτών ψηφίζει ένα κόμμα με τις πολιτικές προτάσεις του οποίου δεν συμφωνεί, σημαίνει ότι οι ψηφοφόροι γίνονται θύματα συστηματικής επικοινωνιακής εξαπάτησης και η ψήφος τους υφαρπάζεται όχι με βάση τις πραγματικές προτιμήσεις τους αλλά με βάση επικοινωνιακές εντυπώσεις. Η «επιτυχημένη» εκστρατεία του Brexit με τα τερατώδη και προφανή ψεύδη επί των οποίων βασίστηκε επιβεβαιώνει το ως άνω συμπέρασμα.

Θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει πως στις κοινοβουλευτικές εκλογές η επιλογή κόμματος επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από παράγοντες όπως η ικανότητα διακυβέρνησης των υποψηφίων σχηματισμών. Σε αυτήν την βάσιμη, κατ’ αρχήν, οντολογική διαπίστωση  μπορούν  να διατυπωθούν δύο ενστάσεις, η πρώτη οντολογική και η δεύτερη δεοντολογική.

Πρώτον, η ικανότητα διακυβέρνησης είναι ένα μέγεθος για το οποίο οι εντυπώσεις παίζουν κομβικό ρόλο άρα είναι επικοινωνιακά χειραγωγήσιμο, μπορεί δηλαδή να διαμορφωθεί με βάση το κατάλληλο πολιτικο-εκλογικό μάρκετινγκ.

Δεύτερον, τίθεται ένα κομβικό ερώτημα: Επιλέγω «ικανότητα διακυβέρνησης» για την εφαρμογή ποιού προγράμματος; Ενός  προγράμματος με το οποίο το διαφωνώ; Αυτό θα ήταν δείγμα απόλυτου ανορθολογισμού. Ο μέσος πολίτης, το εκλογικό σώμα, δεν επιλέγουν όμως ανορθολογικά. Επιλέγουν ορθολογικά με βάση ανακριβή δεδομένα και με βάση γενικές αξίες («ορθολογισμός με βάση τις αξίες» κατά Weber) που αδυνατούν να συνδέσουν πρακτικά με μια πολύπλοκη πραγματικότητα.

Η απάντηση λοιπόν είναι «ψηφίζω ένα πρόγραμμα το οποίο αγνοώ και για το οποίο, τελικά, αδιαφορώ», διότι το  κυρίαρχο «μίγμα (πολιτικού) μάρκετινγκ» δεν το περιλαμβάνει, αφού εστιάζεται αποκλειστικά σε πρόσωπα και συνθήματα (και «κλαδικά ή τοπικά ρουσφέτια» θα μπορούσαμε να προσθέσουμε στα καθ’ ημάς).

Τελικά, μια πολιτική –προϊόν του εκλογικού μάρκετινγκ είναι μια πολιτική που αποβαίνει πάντοτε εις όφελος των επαγγελματιών του μάρκετινγκ, συνήθως υπερ των επαγγελματιών της πολιτικής, σπανίως όμως υπερ της κοινωνίας.

  1. Συνοψίζοντας: τι πολιτικούς οργανισμούς χρειαζόμαστε;

Δεν συζητήσαμε στο εκτενές αυτό σημείωμα επί του περιεχομένου της πολιτικής. Άλλωστε, είναι δεδομένο ότι εντός των δημοκρατικών κοινωνιών συγκροτούνται και συνυπάρχουν διαφορετικές αντιλήψεις για το δέον γενέσθαι – συχνά αντιδιαμετρικές. Η θέση του κάθε προσώπου και κάθε ομάδας στον καταμερισμό εργασίας και στην παραγωγή, ο χώρος εγκατάστασης και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε τόπου, η ιστορική εμπειρία, αλλά και ψυχολογικές προδιαθέσεις  όπως η προτίμηση για την ασφάλεια και την σταθερότητα ή αντίθετα για το ρίσκο και τις αλλαγές, και άλλα συναφή, διαμορφώνουν τις πολιτικές αντιλήψεις, την πρόσληψη των προβλημάτων και τις προτιμήσεις για την μία ή την άλλη λύση. Η «οργανική ενότητα» του λαού είναι μια ρομαντική και εξωπραγματική αντίληψη. Οι σύγχρονες κοινωνίες είναι εσωτερικά διαφοροποιημένες και αντιφατικές. Για να αποκατασταθεί δε η «λειτουργική ενότητά» τους, προκειμένου να μην καταρρεύσουν, απαιτείται ειδική και διαρκής μέριμνα.

Αυτή η μέριμνα μας απασχόλησε εδώ. Με κεντρικό ερώτημα ποιές οι προϋποθέσεις ομαλής διεξαγωγής της πολιτικής διαδικασίας και των λειτουργιών διακυβέρνησης. Δηλαδή

(α) της συλλογικής ιεράρχησης των επι μέρους κοινωνικών προτεραιοτήτων,

(β) της διακρίβωσης της τεχνικής εφικτότητας της εφαρμογής τους και

(γ) της βέλτιστης κατανομής των συνολικά διαθέσιμων πόρων,

προκειμένου να διαμορφωθεί τελικά ένα μίγμα εφαρμοσμένης πολιτικής – δηλαδή ένα σύνολο συμμετοχικά επεξεργασμένων, συμφωνημένων και τεκμηριωμένων τομεακών πολιτικών – που να μεγιστοποιεί το συλλογικό όφελος.

Οι λειτουργίες αυτές αποτελούν συγκοινωνούντα δοχεία και καθορίζουν την ποιότητα της δημοκρατίας, και κατ’ επέκταση τον βαθμό ευημερίας, δεδομένης κοινωνίας. Ουσιαστική προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκησή τους  είναι το να αναπτυχθούν τέτοιες μορφές πολιτικής και διακυβέρνησης  που να επιτρέπουν την ομαλή συνύπαρξη αλλά και κάποιους βαθμούς σύνθεσης ή εξισορρόπησης διαφορετικών ιδεών, υπό τον όρο ότι οι ιδέες αυτές εμπεριέχουν ως κοινό τόπο την ίδια την δημοκρατική διαδικασία.

Ως εργαλείο για την διασφάλιση των παραπάνω προϋποθέσεων απαιτούνται οργανισμοί  άσκησης πολιτικής και διακυβέρνησης. Όμως πολιτικοί οργανισμοί κατάλληλοι για τον 21ο αιώνα.

  • Πολιτικοί οργανισμοί που θα διαφέρουν ριζικά από τα κόμματα «συγκεντρωτικού οπορτουνισμού» και πελατειακότητας όπως αυτά που γνωρίσαμε.
  • Πολιτικοί οργανισμοί «δημοκρατικής και συμμετοχικής αποτελεσματικότητας».
  • Πολιτικοί οργανισμοί που δεν θα περιορίζονται στο γνωστό τρίπτυχο μικροπολιτικής: ατάκες, συνθήματα και συναισθήματα.
  • Πολιτικοί οργανισμοί που θα λειτουργούν προγραμματικά αναλύοντας, τεκμηριώνοντας, και συζητώντας δημόσια συγκεκριμένες – δηλαδή μετρήσιμες, χρονο-προγραμματισμένες και κοστολογημένες- δημόσιες πολιτικές.
  • Πολιτικοί οργανισμοί που θα αντιπαρατίθενται μεταξύ τους σε σημεία ουσιαστικών πολιτικών διαφορών και δεν θα εφευρίσκουν  επικοινωνιακές διαφορές προς χάριν της αντιπαράθεσης.
  • Πολιτικοί οργανισμοί που θα ασκούν προγραμματική και όχι δομική αντιπολίτευση.
  • Πολιτικοί οργανισμοί που θα αξιοποιούν νέες μορφές πολιτικής κινητοποίησης ανοίγοντας διαύλους προς την νέα γενιά που δυσπιστεί προς το παραδοσιακό «πολιτεύεσθαι».
  • Πολιτικοί οργανισμοί, τέλος, που θα παίζουν διαπαιδαγωγητικό ρόλο προς την κοινωνία καλλιεργώντας αξίες, εισάγοντας αρχές, αποκωδικοποιώντας απλουστεύοντας και καθιστώντας κατανοητές τις οικονομικές και κοινωνικές πολυπλοκότητες , δίνοντας σαφές ιδεολογικό και προγραμματικό στίγμα και αποφεύγοντας τον πειρασμό της υπέρμετρης πολυσυλλεκτικότητας (ναι σε όλα, τα πάντα στους πάντες) που ακυρώνει την πολιτική.

Ο ρόλος των πολιτικών οργανισμών είναι κομβικός για την ποιότητα της δημοκρατίας και την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης. Αποτελούν το μοναδικό όπλο της κοινωνίας κατά της ανεξέλεγκτης οικονομικής ισχύος και της αυθαιρεσίας. Αποτελούν επίσης το βασικό μέσο διαμόρφωσης του ίδιου του  πολιτικού συστήματος. Αν δεν μπορέσουμε να συγκροτήσουμε  νέες μορφές πολιτικών οργανισμών, νέους τύπους κομμάτων, δεν θα κατορθώσουμε να αλλάξουμε τον τρόπο άσκησης πολιτικής. Θα περιοριστούμε τότε στο να αναπαράγουμε το κακό παρελθόν μας. Εις βάρος του μέλλοντός μας.

Θεόδωρος Ν. Τσέκος

Καθηγητής Δημόσιας Διοίκησης – ΤΕΙ Πελοποννήσου   

Δημοσιεύεται και στον διαδικτυακό τόπο, Public Policies Greece – Όμιλος για την Μελέτη των Δημοσίων Πολιτικών στην Ελλάδα: Κείμενα και σχόλια για την άσκηση (δημόσιας) πολιτικής στην Ελλάδα.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Φορολογικό κατάστιχο της δημογεροντίας Άργους των ετών 1806-1807. Αθανάσιος  Θ. Φωτόπουλος, Ιστορικός – Πανεπιστήμιο Πατρών. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Όπως είναι γνωστό, στα χρόνια της τουρκοκρατίας ίσχυε στην Πελοπόννησο το διανεμητικό σύστημα φορολογίας. Κατ’ αυτό, οι επαρχίες και οι κοινότητες έπρεπε να καταβάλουν το ποσό που αναλογούσε σ’ αυτές σύμφωνα με τον καταλογισμό που έκανε το κράτος. Στην πρωτεύουσα του πασαλικίου, την Τριπολιτσά, οι εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων μοραγιάνηδων, συνέτασσαν κάθε έτος το «Κοινόν κατάστιχον του Μορέως», βάσει του οποίου κάθε επαρχία συνέτασσε το δικό της φορολογικό κατάστιχο και το έστελνε στην Τριπολιτσά για να το επικυρώσει ο αρμόδιος καδής. Το κατάστιχο αυτό χρησίμευε και στον απολογισμό που έκανε κάθε δημογεροντία σε επαρχιακή συνέλευση, με την παρουσία του βοεβόδα και του καδή, προς απαλλαγή των προεστών από τις ευθύνες της διαχείρισης.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Ορισμένα κατάστιχα επαρχιακών συνελεύσεων της Πελοποννήσου και συγκεκριμένα της Καρύταινας (1819-1820) και της Πάτρας (1819) έχουν ήδη δημοσιευθεί. Υπάρχει όμως και ένα ανέκδοτο κατάστιχο της δημογεροντίας του Άργους των ετών 1806-1807, το οποίο παρουσιάζει ικανό ενδιαφέρον λόγω της έκτασής του και του πλήθους των αναγραφών και εν γένει των καταγεγραμμένων στοιχείων. Φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και περιλαμβάνεται στο αρχείο του Ρήγα Παλαμήδη. Το πώς βρέθηκε το έγγραφο αυτό στο αρχείο του ανωτέρω δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί, αν λάβουμε υπόψη μας ότι αυτός είχε χρηματίσει κοινός γραμματικός της πελοποννησιακής «γερουσίας» και υπηρετούσε κοντά στον δραγομάνο της Πελοποννήσου. Φαίνεται πως για κάποιο λόγο είχε τεθεί υπόψη του και το κράτησε στο αρχείο του.

Το κατάστιχο αποτελείται από 7 ημίκλαστες κόλλες διαστάσεων 28,5 x 38 εκ. μ., δηλ. από 28 σελίδες χωρίς αρίθμηση, οι οποίες απαρτίζουν τεύχος που συγκρατείται στη ράχη με κλωστή. Άγραφες είναι μόνο οι σελίδες 18 και 25. Η γραφή είναι επιμελημένη και διορθώσεις υπάρχουν μόνο σε ορισμένους αριθμούς-ποσά.

Στην πρώτη σελίδα υπάρχει η εξής επιγραφή: «δευτέρι του αναγνώστη ντοροβίνη. 1806: μαρτίου 9». Συμπεραίνουμε ότι ο αναφερόμενος Αναγνώστης Ντοροβίνης υπήρξε συντάκτης του καταστίχου και αποτελούσε εκτελεστικό μέλος της επαρχιακής δημογεροντίας Άργους. Προφανώς ήταν ο σεντούκ εμίνης  (τουρκ. sendik emin-i), ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με τη σύνταξη των καταστίχων και των φορολογικών καταλόγων της επαρχίας του, καθώς και την φύλαξη των ποσών που συγκεντρώνονταν για τις τουρκικές αρχές. Γνωστοί, ύστερα από αυτόν  σεντούκ εμίνηδες της ίδιας επαρχίας ήσαν οι Αναγνώστης Γκελμπερής και Νικ. Ζεγκίνης. Όπως σημειώνει ο περιηγητής W. M. Leake (1805) ο μουκατάς (δικαίωμα είσπραξης προσόδων) του Άργους ανήκε σε μία από τις αδελφές του σουλτάνου, η οποία είχε αναθέσει την είσπραξή του σε Έλληνες.

Το κατάστιχο είναι διαιρεμένο σε δύο μέρη. Το α’ μέρος περιλαμβάνει αναγραφές για τα «έξοδα της εξαμηνιαίας του μουαρεμίου» (9η Μαρτίου έως 8η Σεπτεμβρίου του έτους 1806 [σσ. 2-7]) και το τύπωμα, δηλαδή η διανομή και η είσπραξη των φόρων κατά χωριό (σσ. 8-9). Ακολουθούν οι αναγραφές «της εξαμηνίας του ρετζεπίου» (9 Σεπτ. 2006 – 25 φεβρ. 1807 [σσ. 10-15]) με το αντίστοιχο τύπωμα (σσ. 16-17). Το β΄μέρος περιλαμβάνει αναγραφές του έτους 1807 (26 Φεβρ. – 29 Ιουνίου) [σσ. 19-24] και στο τέλος (σσ. 26-27) καταχωρίζεται συγκεντρωτικός πίνακας δοσοληψιών των προαναφερθέντων ετών. Έχουμε δηλαδή αναγραφές για τρία εξάμηνα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικό κατάστιχο της δημογεροντίας Άργους των ετών 1806-1807

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Older Posts »