Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρα’

Τι διάβαζε ο Κολοκοτρώνης; © Δημήτρης Δημητρόπουλος, Διευθυντής Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ


 

[…] Αφηγούμενος ο Κολοκοτρώνης το 1836 στον Γεώργιο Τερτσέτη τα του προ της επαναστάσεως βίου του λέγει και τα εξής: «Εις τον καιρό της νεότητος οπού ημπορούσα να μάθω κάτι τί, σχολεία, ακαδημίαι δεν υπήρχαν μόλις ήσαν μερικά σχολεία, εις τα όποια εμάθαιναν να γράφουν και να διαβάζουν. Οι παλαιοί κοτζαμπάσηδες οπού ήσαν οι πρώτιστοι του τόπου, μόλις ήξευραν να γράφουν το όνομά τους· το μεγαλύτερο μέρος των αρχιερέων δεν ήξευρε παρά εκκλησιαστικά κατά πράξιν, κανένας όμως δεν είχε μάθησι, το ψαλτήρι, το κτωήχι, ο μηναϊος, άλλαι προφητείαι, ήσαν τα βιβλία οπού ανέγνωσα» [1].

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Καταρχήν λοιπόν η νεανική παιδεία στην Πελοπόννησο. Κάποιος που ανήκε σε πολύκλαδη οικογένεια, σε «μεγάλο σόι» που τα μέλη του εναλλάξ δούλευαν ως κά­ποι σε προεστούς της Πελοποννήσου ή διαβιούσαν ως ορεσίβιοι κλέφτες, λέει ότι διαβάζει: τον «Οκτώηχο», το «Ψαλτήριο» και τα «Μηναία», εκκλησιαστικά λειτουργικά βιβλία δηλαδή που σημείωναν μεγάλη κυκλοφορία και πολλαπλές εκδόσεις. Τα δύο πρώτα αποτελούσαν ταυτόχρονα και τα βασικά διδακτικά εγχειρίδια που έφερναν σε επαφή τους μαθητές με τα γράμματα [2]. Λέει ότι διάβαζε επίσης και «προφητείες», φυλλάδες δηλαδή σαν τον Αγαθάγγελο που γνώριζε μεγάλη διάδοση [3], γιατί, όπως έγραφε ο Φωτάκος στο δικό του απομνημόνευμα, «τροφή και πα­ρηγοριάν έβλεπαν εις αυτόν οι Έλληνες» [4], ή όπως προσφυώς επισημαίνει ο I. Φιλήμων: «το πλήθος τούτου [του έθνους] εχειραγωγείτο ωφελίμως από τας οπτασίας του Αγαθάγγελου πιστεύον δογματικώς την μέλλουσαν μεταβολήν της τύχης του»[5].

Τότε όμως ο Κολοκοτρώνης ήταν ακόμη νιός και κλέφτης. Όταν πάει κυνηγημένος στα Επτάνησα τα πράγματα αλλάζουν. Εντάσσεται στον αγγλικό στρατό και γνωρίζει έναν άλλο κόσμο, που του ήταν τελείως άγνωστος. Στην Ζάκυνθο επίσης, την 1η Δεκεμβρίου 1818, μυείται στη Φιλική Εταιρεία, γίνεται δηλαδή δραστήριο μέλος μιας μυστικής οργάνωσης πού οραματίζεται, σχεδιάζει και ετοιμάζει μια επανάσταση. Μεταμορφώνεται συνεπώς σε νεωτερικό επαναστάτη – με το πέρασμά του μάλιστα στην Πελοπόννησο θα λέγαμε – με μια γερή δόση αναχρονισμού – γίνεται επαγγελματίας επαναστάτης. Διηγείται λοιπόν για τα τοτινά, νέα, διαβάσματά του: «Δεν είναι παρά αφού επήγα στη Ζάκυνθο οπού εύρηκα την Ιστορία τής Ελλάδος εις την άπλο-ελληνικήν τα βιβλία οπού εδιάβαζα συχνά ήτον η ιστορία της Ελλάδος, η ιστορία του Αριστομένη και Γοργώ και η Ιστορία του Σκεντέρμπεη» [6].

Να σημειώσουμε καταρχήν το χρόνο που χρησιμοποιεί ο Κολοκοτρώνης. Τα βιβλία δεν τα «διάβασε», τα «διάβαζε συχνά». Σημαίνει αυτό άραγε τα διάβαζε τμηματικά; Τα διάβαζε κατ’ επανάληψη: Και τα δύο: Ο χρόνος πάντως που επιλέγει δεν είναι αθώος, γιατί δηλώνει την υφιστάμενη σχέση του αναγνώστη με το ανάγνωσμα.

Τι είναι όμως αυτά τα βιβλία; Η βιβλιογραφία που οραματίστηκε ο Φίλιππος Ηλιού, ο  πρώτος τόμος και ο δεύτερος τον όποιο γιορτάζουμε εδώ σήμερα, μας επιτρέπουν να τα εντοπίσουμε. Η πολύτιμη «Ανέμη» που δημιούργησε ο Αλέξης Πολίτης επιτρέπει και να τα αποκτήσουμε σε ηλεκτρονική μορφή με ένα κλικ τού ποντικιού. Ας δούμε με μια γρήγορη ματιά περί τίνος πρόκειται. Και τα τρία βι­βλία είναι μεταφράσεις:

Το πρώτο, Η ιστορία συνοπτική της Ελλάδος, συντάχθηκε, όπως δηλώνεται στη σελίδα τίτλου, αρχικά στα αγγλικά, και κατόπιν μεταφράστηκε στα γερμανι­κά, από τα όποια το απέδωσε στα ελληνικά ο δάσκαλος στη Βιέννη Βασίλειος Παπαευθυμίου [7]. Τυπώθηκε στη Βιέννη το 1807, μάλιστα με δύο τραβήγματα ώστε να υπάρχουν στην εκάστοτε σελίδα τίτλου αφιερώσεις, στην Αδελφότητα των εντο­πίων Γραικών και σε εκείνην των εντοπίων Ρωμαιοβλάχων [8]. Πρόκειται για ένα σχολικό εγχειρίδιο συνταγμένο με μορφή ερωταπαντήσεων, σχετικών με τη γεω­γραφία, την ιστορία και τη θρησκεία της αρχαίας Ελλάδας, καθώς και ένα τμήμα γενικών ερωτήσεων περί των σύγχρονων τεχνών και επιστημών.

Το δεύτερο, το Αριστομένης και Γοργώς, είναι μυθιστόρημα του πολυγραφότατου και πολυδιαβασμένου γερμανού μυθογράφου Αύγουστου Λαφονταίν [9]. Ή δράση του τοποθετείται στην αρχαία Ελλάδα, στα χρόνια των πολέμων ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους Μεσσήνιους. Εκδόθηκε σε δύο τόμους στη Μόσχα το 1820 από τον πηλιορίτη Νικόλαο Β. Γκούστη [10], σε μετάφραση από τα γερμανικά του Γεωργίου Λασσάνη [11], του κοζανίτη λόγιου, δάσκαλου και ένθερμου Φιλικού που χρησιμοποίησε το θέατρο και την πρόζα ως μέσο αφύπνισης, συνδέθηκε στε­νά με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, αγωνίστηκε μαζί του στη Μολδοβλαχία και τον ακλούθησε στη φυλάκιση και στις άλλες περιπέτειές του, ενώ μετά τον θάνατό του ήρθε να πολεμήσει στην Ελλάδα [12].

Το τρίτο είναι η Επιτομή της Ιστορίας Γεώργιου του Καστριώτου του επονομασθέντος Σκεντέρμπεη, που εκδόθηκε το 1812 στη Μόσχα [13]. Μεταφραστής και συγγραφέας δεν δηλώνονται, έχει υποστηριχτεί όμως βάσιμα ότι πρόκειται για συνοπτική απόδοση του έργου του γάλλου Ιησουίτη Ρ. Duponcet, Histoire de Scandaberg Roy d’Albanie, που είχε εκδοθεί στο Παρίσι, τω 1709 [14]. Στο τέλος τις έκδο­σης υπάρχει ενσωματωμένος και κατάλογος των διατελεσάντων σουλτάνων μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, τον οποίο συνέταξε ο Ευγένιος Βούλγαρης [15].

Σύμφωνα με τα δικά του τουλάχιστον λεγόμενα, τα αναγνώσματα του Κολοκοτρώνη είναι κείμενα που λόγιοι της εποχής, δάσκαλοι κυρίως, επέλεξαν να με­ταφράσουν από το ξενόγλωσσο πρωτότυπο στα ελληνικά για εκπαιδευτικούς ή μάλλον ευρύτερα παιδευτικούς σκοπούς. Περιεχόμενό τους ο αρχαιοελληνικός κόσμος, όπως γίνεται κατανοητός από τις πιο στοιχειώδεις γνώσεις της εποχής και τη μυθοπλαστική του αφήγηση· επίσης ένας αλβανός ηγεμόνας που αντιστέκεται με ηρωισμό και επιτυχία στην οθωμανική επέλαση στα μέσα του 15ου αιώνα. Ένα ερώτημα που γεννιέται είναι: πυροδοτούν τα βιβλία αυτά την εθνική αφύπνιση; Ή ακόμη επαρκούν τα αναγνώσματα αυτά για τον εξοπλισμό ενός ανθρώπου στρατευμένου στο όραμα μιας επανάστασης; Φτάνουν για τη σκευή του επανα­στάτη; Τί είδους γνωστικά ερεθίσματα προσφέρουν; Που είναι ο Ρήγας, ο Κοραής, η Ελληνική Νομαρχία, ο Περραιβός έστω, τόσοι και τόσα άλλα; Οι άνθρωποι της πράξης σαν τον Κολοκοτρώνη, οι οπλαρχηγοί της Επανάστασης, σε ποιό βαθμό κοινωνούσαν με το έργο των λογιών, των στρατευμένων στην εθνική υπόθεση λο­γιών;

Τεκμηριωμένη απάντηση φυσικά δεν έχω να δώσω, παλαιότεροι και σύγχρονοι ιστορικοί, καλοί γνώστες της πνευματικής κίνησης στα προεπαναστατικά χρόνια έχουν εντρυφήσει σε θέματα όπως αυτά. Για τις ανάγκες της σημερινής συζήτησης μόνο, μια σκέψη. Δεν νομίζω ότι υπάρχει προδιαγεγραμμένος συντονισμός του βηματισμού των διανοουμένων με τους αποδέκτες των διανοημάτων τους· ακόμη και με τους πιο ιδανικούς αποδέκτες των μηνυμάτων τους. Οι διανοούμενοι μέσα από πνευματικές διαδικασίες – άγνωστης ταχύτητας και απροσδιόριστης αποτελεσματικότητας – διαμορφώνουν μια εν δυνάμει κατάσταση, πότε όμως και υπό ποιές προϋποθέσεις αυτή η κατάσταση είναι ικανή να γεννήσει κάτι νέο, κάτι άλλο, είναι εν πολλοίς άγνωστο. «Καιρός του σπείρειν καιρός του θερίζειν» που λέει και ο ποιητής [16], δεν υπάρχει εντούτοις ευθεία αντιστοιχία στο εκπεμπόμενο σύνθημα και την υλοποίησή του. Δεν αρκεί να φωνάξουν κάποιοι πάρτε τα όπλα, ώστε οι μάζες να σπεύσουν να ακολουθήσουν. Οι πρόσφατες εμπειρίες, στην Ελλάδα και αλλού στον κόσμο, νομίζω, το καταδεικνύουν.

Αναγκαία προϋπόθεση όμως είναι η συγκρότηση ενός μύθου, ενός μεγάλου αφηγήματος ποταμού, ο όποιος θα τροφοδοτείται από ποικίλα ποτάμια, μικρά ποταμάκια και ρυάκια που θα συγκλίνουν στην κοίτη του. Στην περίπτωση της Επανάστασης του 1821, το ποτάμι αυτό που πότισε και γονιμοποίησε τη χέρσα σκέψη νομίζω ότι ήταν η ελληνική αρχαιότητα, ο αρχαίος ελληνικός κόσμος. Η εργογραφία των λογιών, οι μεταφραστικές πρωτοβουλίες με κορυφαία του Α. Κοραή, αλλά και οι ποικίλες όψεις του φαινομένου στους θεσμούς, στην κοινωνική ζωή, στην καθημερινότητα το δείχνουν [17]. Για να ξαναγυρίσουμε όμως στον Κολοκοτρώνη, από τα τρία βιβλία που μνημονεύει, τα δύο πρώτα εντάσσονται καλά σε αυτή τη χορεία. Στο μυθιστόρημα του Λαφονταίν μάλιστα ο κλασικός κόσμος απο­τελεί το πλαίσιο για να αναδεχθεί η αγάπη για την πατρίδα που τρέφει ο νεαρός ήρωας, ως το υπέρτατο αγαθό [18]. Το τρίτο βιβλίο, με έντονο και αυτό το μυθικό στοιχείο – αφού αναπλάθει τη ζωή ενός στρατηλάτη που μάχεται με τους Τούρ­κους – ακούμπα πιο πολύ στις δικές του προσωπικές προτεραιότητες. Σε ένα από τα ανέκδοτα που του αποδίδει ο Τερτσέτης αποκαλύπτει μιά όψη του πράγματος: «Ανέγνωσα, έλεγε, τον βίον του Σκεντέρμπεη, εσυλλογούμουν τα έργα του, δεν εκλεισθεί ποτέ εις την Κρόγια» [19], αναφερόμενος στη στρατηγική επιλογή του Γε­ωργίου Καστριώτη να συγκεντρώσει τις στρατιωτικές του δυνάμεις στην οχυρή Κρούγια και να καταστήσει την πολιορκημένη πόλη στα 1466-1467, κέντρο της άμυνάς του απέναντι στα οθωμανικά στρατεύματα που οδηγούσε ο Μεχμέτ Β’: [20].

Ο Κολοκοτρώνης λοιπόν μορφώνει γνώμη μέσα από μύθους, διαβάζει ευχάριστα και διδακτικά κείμενα που ανήκουν σε ένα πνευματικό περιβάλλον που διαμόρφωσαν λόγιοι της εποχής του. Στον δικό του όμως κώδικα άξιων – όπως πιθανότατα και στων όμοιων του- υπάρχει ένα όριο στην ανάγνωση, γιατί η μελέτη και η γνώση δεν είναι αυτοσκοπός, είναι εργαλείο για τη δράση. Αν το πούμε σχηματικά, θα λέγαμε: δεν διαβάζουμε για να μάθουμε, μαθαίνουμε για να πολεμήσουμε.

Ο Τερτσέτης διηγείται μια μικρή ιστορία από τη Ζάκυνθο, που περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο τη σχέση αυτή και το σημείο που τίθεται το όριο: «επήγε, ο τότε Μαγιόρος Κολοκοτρώνης προς χαιρετισμόν του αξιοτίμου διδασκάλου Νικολάου Καλύβα[21], εκάθιζε και ακροάζετο την παράδοσιν. Τι είναι τούτα, λέγει με μιας, πού διδάσκεις τα παιδιά τώρα, – τούτο να τα φώτισης – και εχύθη με γελούμενον πρόσωπο να σχίση ένα Βόλφιον, ϊν φόλιο, μεγάλο βιβλίο[22], να δείξει πως φτιάνουν τα φυσέκια. Ο διδάσκαλος, διά να σώση τον Γερμανόν φιλόσοφον, έπεσε με τα στήθη του εις το in folio. Τα παιδιά εγελούσαν και εκείνα, ως είδαν πιασμένους καθηγητήν και γέρο Κολοκοτρώνην, ο ένας να φυλάξη το βιβλίον του, ο άλλος να το κάμη φυσέκια. Ο ιατρός Καλύβας ήτον θερμός εταιριστής και οι κίνδυνοι του in folio τον χειμώνα του έτους 1820»[23].

Η χρονολογία έχει τη δική της σημασία. Χειμώνας του 1820, όταν πλέον πλησιάζει το πλήρωμα του χρόνου, η προσχεδιασμένη ώρα της εξέγερσης και συνεπώς οι προτεραιότητες έχουν αλλάξει άρδην.

Άν η ανάγνωση, η παιδεία γενικότερα, αποτελούν το υπόβαθρο, υπάρχει λοιπόν και ένα άλλο δρομολόγιο που οδηγεί τον Κολοκοτρώνη στην Επανάσταση: είναι ή βιωμένη εμπειρία, τα γεγονότα και οι αλλαγές που σηματοδοτούν αυτά, στον δικό του μικρό τόπο, όπως και στη γνωστή σε αυτόν οικουμένη. Ξαναπιάνουμε την αφήγησή του εκεί που την αφήσαμε στην αρχή και κλείνουμε: «Η Γαλ­λική Επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε, κατά την γνώμην μου, να άνοιξη τα μάτια του κόσμου. Προτήτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο, τους βασιλείς τους ενό- μιζαν ως θεούς της γης, και ό,τι και αν έκαμναν το έλεγαν: καλά καμωμένο»[24].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Θ. Κ. Κολοκοτρώνης. Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Επιμέλεια: Τ. Γριτσόπουλος, φωτομηχ. ανατύπωση, Αθήνα 1981 (α’ έκδ. Αθήνα 1846), σ. 48-49.

[2] Φ. Ηλιού, «Το ελληνικό βιβλίο στα χρόνια της ακμής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού», Ιστορίες του ελληνικού βιβλίου, Εκδοτική φροντίδα: Άννα Ματθαίου – Στρ. Μπουρνάζος – Πό- πη Πολέμη. Ηράκλειο 2005, σ. 59-62- του ιδίου, «Οκτωήχια και μέτρηση της βιβλιοπαραγωγής», ο.π., σ. 583-585 – Πόπη Πολέμη (επιμέλεια, με τη συνεργασία της Αναστασίας Μυλωνοπούλου και της Ειρήνης Ριζάκη), Φίλιππου Ηλιού Κατάλοιπα. Ελληνική Βιβλιογραφία τον 19ον αιώνα, τ. Β’, 1819-1832,  Αθήνα 2011, σ. κστ’-κζ’.

[3] Αλέξης Πολίτης, «Η προσγραφόμενη στο Ρήγα πρώτη έκδοση του Αγαθάγγελου», π. Ο Ερανιστής, τ. 7,1969, σ. 175-177- Μ. Hatzopoulos, «Ancientprophecies, modern predictions»: My­ths and symbols of Greek nationalism, δακτ. διδ. διατρ., University of London 2005, σ. 36-39.

[4] Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί τής Ελληνικής Έπαναστάσεως, Έκδοση: Στ. Ανδρόπουλος, τ. 1, Αθήνα 1899, σ. 35.

[5] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ναύπλιο 1834, σ. 217.

[6] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, δ.π., σ. 48-49.

[7] Ο Βασίλειος Παπαευθυμίου συστήνεται στην σελίδα τίτλου ως: «εκ του Κωστάντζικου της Μακεδονίας» (σήμερα Αυγερινός του Βοΐου Κοζάνης). Είναι συγγραφέας διδακτικών εγχει­ριδίων (Αλφαβητάριον Απλοελληνικόν, Βιέννη 1807. Φεραυγής Γραμματική, Βιέννη 1811, Στοι­χεία της ελληνικής γλώσσης, τ. 1-3, Βιέννη 1812, Στοιχεία της ελληνικής ήτοι Ανθολογία Ποιητι­κή, Βιέννη 1813) και μεταφραστής (Σύνοψις όλων των ελευθέρων τεχνών και επιστημών. Βιέννη 1819) βλ. αντιστοίχως Φ. Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα, τ. Α’, 1801-1818, Αθή­να 1997, σ. 202-203, 317, 345-346, 375-376 και Πόπη Πολέμη (έπιμ.), Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα, τ. Β’, δ.π., σ. 58-59. Μνεία του μεταξύ των λογιών της τουρκοκρατίας βλ. Ανδρέας Παπαδόπουλος – Βρετός, Νεοελληνική Φιλολογία, τ. Β’, Αθήνα 1857, σ. 315.

[8] Ιστορία συνοπτική της Ελλάδος, Διηρημένη εις τέσσαρα μέρη… Συνδεθείσα μεν αγγλιστί υπότινος Ανωνύμου εις χρήσιν των Σχολείων της Λόνδρας, μεταφρασθείσα δε επ’ αυτώ τούτω εις την Γερμανικήν, και εξ αυτής μετενεχθείσα εις την απλοελληνικήν ημών διάλεκτον παρά Βα­σιλείου Π. Ευθυμίου, Βιέννη 1807, βλ. Φ. Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ον αιώνα, τ. Α’, δ.π., σ. 213-215.

[9] Αριστομένης και Γοργώς Πόνημα Αύγουστου Λαφονταίνου. Εκ του Γερμανικού μετα- φρασθέν παρά Γ.[εωργίου] Λ[ασσάνη]. Κ’ έκδοθέν υπό Νικολάου Β. Γκούστη του εκ Μακρηνί- τσης του Πηλείου όρους, τ. 1-2, Μόσχα 1820, βλ. Πόπη Πολέμη (έπιμ.), Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα, τ. Β’, δ.π., σ. 70-71.

[10] Ο Νικόλαος Β. Γκούστης (ή Γούστης) το 1820 είχε εκδώσει στη Μόσχα και άλλο ένα κεί­μενο του Γ. Λασσάνη με τον τίτλο Ελλάς, που αποτελούσε πρόλογο στην τραγωδία του Αρμό­διος και Αριστογείτων. Τον επόμενο χρόνο εξέδωσε στη Μόσχα επίσης το κείμενο: Επιτάφιος λόγος εις τον αείμνηστον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρήγοριον, που είχε εκφωνήσει ο Κωνσταντίνος Οικονόμος. Ήταν επιστάτης για τη συλλογή της συνδρομής του Λόγιου Έρμη στη Μόσχα, ενώ το Φεβρουάριο του 1821 ανακοινώνει τη σύσταση βιβλιοπωλείου στην Οδησσό που θα λειτουργεί υπό την επιστασία του Γεωργίου Γαλάτη – την αναγγελία βλ. Πόπη Πολέμη, με τη συνεργασία της ’Αννας Ματθαίου και της Ειρήνης Ριζάκη, Διά του γένους τον φωτισμόν. Αγγελίες προεπαναστατικών εντύπων (1734-1821) από τα κατάλοιπα του Φίλιππου Ηλιού, Αθήνα 2008, σ. 440,479.502.

[11] Παρότι ο μεταφραστής αναγράφεται στη σελίδα τίτλου με τα αρχικά του Γ. Λ., έχει ταυ­τιστεί με ασφάλεια με τον Γεώργιο Λασσάνη. Το όνομά του άλλωστε δημοσιεύεται και στην αναγ­γελία έκδοσης του έργου πού δημοσιεύτηκε στον Ερμή το Λόγιο, την 1 Δεκεμβρίου 1819- την αναγγελία βλ. Πόπη Πολέμη, Διά τον γένους τον φωτισμόν, ό.π., σ. 441.

[12] Για τον Γ. Λασσάνη βλ. πρόχειρα Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Τρία ανέκδοτα ιστορικά δοκίμια του φιλικού Γεωργίου Λασσάνη, Θεσσαλονίκη, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, 1973, σ. 11-34· Βάλτερ Πούχνερ. «Εισαγωγή», στο Γεωργίου Λασσάνη, Τα Θεατρικά, Αθήνα 2002, σ. 11 κ.ε.

[13] Επιτομή της Ιστορίας Γεωργίου του Καστριώτου του επονομασθέντος Σκεντέρμπεη, με- μεταφρασθείσα εκ του γαλλικού μετά προσθήκης του γενεαλογικού καταλόγου των Οθωμανών Σουλτάνων σνερανισθέντος παρά του σοφωτάτου Αρχιεπισκόπου Ευγενίου του Βουλγάρεως, Μόσχα 1812. βλ. Φ. Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ον αιώνα, τ. Λ’, ό.π., σ. 331-332.

[14] Βλ. σχετικά Τίτος Γιοχάλας, Ο Γεώργιος Καστριώτης – Σκεντέρμπεης στα νεοελληνικά γράμματα, Αθήνα 1994, ιδίως σ. 21-39, όπου και αναλυτική αναφορά στην προέλευση του έργου και στους πιθανούς μεταφραστές του.

[15] Επιτομή της Ιστορίας Γεωργίου του Καστριώτου, ό.π., σ. 293-348.

[16] Γιώργος Σεφέρης. Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’, Αθήνα 1945, ποίημα «Τελευταίος Σταθμός».

[17] Ενδεικτικά από την πρόσφατη βιβλιογραφία για τη χρήση των αρχαιοελληνικών συμ­βόλων βλ. Λουκία Δρούλια, «Η θεά Αθηνά, θεότητα έμβλημα του νέου ελληνισμού», Επιστημονικό Συμπόσιο: Οι χρήσεις της αρχαιότητας από το νεότερο ελληνισμό, Αθήνα 2002, σ. 221- 240.

[18] Για την υπόθεση του έργου και την επιλογή του από τον Γ. Λασσάνη, βλ. Αριάδνη Cama- riano-Cioran, «Ο επιφανής Φιλικός Γεώργιος Λασσάνης», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 21,1965, σ. 139.

[19] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, ό.π., «Ρητά του Γέρου Κολοκοτρώνη», σ. 276.

[20] Για τα γεγονότα βλ. ενδεικτικά: Fan S. Noli, Scanderbeg, Μετάφραση από τα αλβανικά: Α1. Laporta, Η. Myrto, Lecce 1993, σ. 142-148· Th. Stavrides, The Sultan of Vezirs. The life and times of the Ottoman Grand Vezir Mahmud Pasha Angelovic (1453-1474), Leiden 2001, σ. 162-164.

[21] Βιογραφικά του Ζακυνθού ιατροφιλόσοφου, δασκάλου και Φιλικού Νικολάου Καλύ­βα, βλ. Ντίνος Κονόμος, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Αθήνα 1966. σ. 42-44.

[22] Ο Ιερώνυμος Βόλφιος (Hieronymus Wolf), γερμανός φιλόλογος και ανθρωπιστής που έζησε τον 16ο αιώνα, θεωρείται ο ιδρυτής της βυζαντινής φιλολογίας. Μετέφρασε και εξέδωσε αρχαίους ρήτορες, Ισοκράτη και Δημοσθένη· ορισμένες από τις εκδόσεις αυτές ήταν in folio, μεγάλου μεγέθους (σχήμα 2ο), σε κάποια από τις όποιες αναφέρεται και το περιστατικό που διασώζει ο Γ. Τερτσέτης. Στη βιβλιογραφία του Φ. Ηλιού (ό.π., τ. Α’), αναφέρονται τρεις ελληνικές εκδόσεις με έργα Αττικών ρητόρων (1812.48, σ. 338,1813.38 σ. 368 και 1816.47 σ. 462), στις όποιες περιλαμβάνονται μεταφρασμένα κείμενα του Η. Wolf, ως εισαγωγές σε Λόγους – τα βιβλία αυτά είναι όμως 8ου σχήματος.

[23] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, «Προλεγόμενα» Γεωργίου Τερτσέτη, σ. λγ’. Το επεισόδιο επισημαίνει ο Αλκής Αγγέλου στη μελέτη του Οι λόγιοι και ο Αγώνας, Αθήνα 1971, σ. 15-16, ως χαρακτηριστικό της μεταβαλλόμενης σχέσης που είχε τα χρόνια αυτά «η πέννα» και «το πάλα».

[24] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, ό.π.. σ. 49.

 

Δημήτρης Δημητρόπουλος

Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ

«Τα Ιστορικά», τόμος 29ος, τεύχος 56, Ιούνιος, 2012.

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία του συγγραφέως.

 

Read Full Post »

Επιφάνια, «Πλυντήρια» και Θεοφάνεια


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Επιφάνια, «Πλυντήρια» και Θεοφάνεια».

 

Μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου σε ανάμνηση της βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (ή Βαπτιστή). Είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου, που ξεκινά με τα Χριστούγεννα, συνεχίζεται με την πρωτοχρονιά, εορτή του αγίου Βασιλείου και ολοκληρώνεται με το «τριήμερο των Φώτων», που περιλαμβάνει την παραμονή των Θεοφανίων (5 Ιανουαρίου), την ημέρα των Θεοφανίων (6 Ιανουαρίου) και τη γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου). Στο  τριήμερο αυτό στην εκκλησία μας γίνονται διάφορες τελετές, που δημιουργούν ένα εορταστικό κλίμα σε συνδυασμό με τα έθιμα του λαού μας.

Σύμφωνα με τις γραφές ο Ιησούς βαπτίστηκε όταν έγινε 30 ετών στον Ιορδάνη Ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, που ήταν έξι μήνες μεγαλύτερός του και ασκήτευε στην έρημο. Τη στιγμή της βάπτισης του Ιησού κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή περιστεράς και ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε: «Ούτος εστί ο Υιός του Θεού ο αγαπητός, δια του οποίου ευδόκησε ο Θεός να σώσει τους αμαρτωλούς». Από τη φωνή του Θεού που ακούστηκε στη γη και επιβεβαίωσε τη φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, την τριαδική θεότητα, (η φωνή του Θεού, το Πνεύμα εν είδη περιστεράς και ο βαπτιζόμενος Υιός του Θεού) προήλθε το όνομα των Θεοφανίων. Είναι η πρώτη και μοναδική εμφάνιση της Αγίας Τριάδας στη γη και την έχουν καταγράψει οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές, ο Μάρκος, ο Ματθαίος και ο Λουκάς. (Ματθαίος Γ’:13-17 – Μάρκος Α’:9-11, και  Λουκάς Γ΄:21,22).

 

Η βάπτιση του Ιησού Χριστού.

 

Ο εορτασμός των Θεοφανίων ξεκίνησε νωρίς στη πρώτη εκκλησία των Χριστιανών, δεν είναι βέβαιο όμως πότε καθιερώθηκε. Τα πρώτα Χριστιανικά χρόνια γινόταν μαζί με τα Χριστούγεννα και οι δύο γιορτές συμβόλιζαν τη γέννηση και την αναγέννηση του ανθρώπου. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει ότι από τις αρχές του Β΄ αιώνα κάποιοι αιρετικοί, οι περί τον Βασιλείδη γνωστικοί, γιόρταζαν τη βάπτιση του Ιησού «προδιανυκτερεύοντες» στις 6 Ιανουαρίου ή στις 10 Ιανουαρίου (Στρωματείς, βιβλ. α΄).  Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρη στην Αντιόχεια και υποστηρίζει ότι από εκεί την παρέλαβαν οι Γνωστικοί.

Κατά τις Αποστολικές Διαταγές (η΄ 38) η εορτή των Επιφανείων «ήγετο δια το εν αυτή ανάδειξιν γεγενήσθαι της του Χριστού θεότητος». Ο ξεχωριστός εορτασμός των Θεοφανίων και των Χριστουγέννων καθιερώθηκε το 335 μ.Χ. από τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Χρυσόστομο. Τον τέταρτο αιώνα η εορτή των Θεοφανίων γιορτάζεται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την εκκλησία ως εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας. Τα Θεοφάνια όμως λέγονται και Επιφάνια ή Φώτα (εορτή των Φώτων), καθώς ο Χριστός ήλθε για να φωτίσει τον κόσμο, όπως λέει στο τέλος το απολυτίκιο της εορτής (Ὁ ἐπιφανεὶς Χριστὲ ὁ Θεὸς καὶ τὸν κόσμον φωτίσας, δόξα σοι).

 

Η επιφάνεια των αρχαίων

 

Η εορτή των Θεοφανείων περικλείει εκδηλώσεις που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων ελληνικών εθίμων. H χρήση της λέξης Επιφάνεια καθιερώθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. αλλά η πίστη στην εμφάνιση του Θείου στους ανθρώπους με σκοπό να τους βοηθήσει ή να τους νουθετήσει ανάγεται στη νεολιθική περίοδο. Το πρώτο παράδειγμα Επιφάνειας απαντάται στη μινωική Κρήτη και απεικονίζεται στο ολόχρυσο «δακτυλίδι του Μίνωα», που βρέθηκε το 1928 σε αγρό κοντά στο βασιλικό τάφο-ιερό της Κνωσού, στο λόφο Γυψάδες, θεωρείται ένα από τα καλύτερα δείγματα της κρητομυκηναϊκής σφραγιδικής του 15ου π.Χ. και κοσμεί σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου. Αποτελεί το μεγαλύτερο σφραγιστικό δακτυλίδι που βρέθηκε ποτέ με βάρος 32 γραμμάρια από ατόφιο χρυσάφι και θέμα του είναι τα μινωικά Θεοφάνεια.

 

Το δακτυλίδι του «Μίνωα» με θέμα τα μινωικά Θεοφάνεια.

 

Ο καλλιτέχνης – δημιουργός του εμφανίζει τη μινωική Μητέρα – Θεά να έρχεται από τη θάλασσα πάνω σε καράβι, σύμβολο της θαλασσοκρατορίας των μινωιτών, που έχει τη μορφή ιππόκαμπου. Στη σύνθεση ξεχωρίζουν και δύο δένδρα, ένα στοιχείο δενδρολατρείας, εξέλιξη του οποίου αποτελεί, πιθανότατα, και το Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Το ένα δένδρο είναι πάνω αριστερά και το τραβάει προς τα κάτω μια γυναικεία μορφή και το άλλο πάνω σε βωμό στο κέντρο και το τραβάει μια ανδρική μορφή. Στο δεξί άκρο της εικόνας μια μορφή κάθεται πάνω σε μια κατασκευή και μπροστά της μια γυναικεία μορφή μικρού μεγέθους φαίνεται να κατεβαίνει από τον ουρανό.

Στο μυκηναϊκό πολιτισμό μια αντίστοιχη τελετουργική σκηνή σώθηκε στο περίφημο χρυσό δακτυλίδι της Τίρυνθας, ένα αριστούργημα της μυκηναϊκής σφραγιδογλυφίας, που ανακαλύφθηκε βορειοανατολικά της μυκηναϊκής ακρόπολης της Τίρυνθας το 1915. Φέρει έγγλυφη παράσταση και ανάγλυφη διακόσμηση σε τρεις σειρές. Στο αριστερό άκρο εμφανίζεται μια  γυναικεία θεότητα με μακρύ ιερατικό ένδυμα και κάλυμμα στο κεφάλι, που κάθεται σε θρόνο, ακουμπάει σε υποπόδιο και με το δεξί της χέρι υψώνει ένα κωνικό κύπελλο προς τέσσερις λεοντοκέφαλους δαίμονες, που κατευθύνονται σ’ αυτήν ο ένας πίσω από τον άλλο κρατώντας σπονδικές πρόχους. Γύρω από τη γυναικεία μορφή απεικονίζονται διάφορα στοιχεία που τονίζουν το θρησκευτικό χαρακτήρα της παράστασης: πίσω της ένα πουλί, πιθανότατα αετός, μπροστά της κιονίσκος με θυμιατήριο και ψηλά, επάνω από τις μορφές, ο ουρανός με τον τροχό του ήλιου και τη σελήνη.

 

Σφραγιστικό δακτυλίδι από το «θησαυρό της Τίρυνθας».

 

Θέμα  πολλών αμφορέων και κυλίκων είναι n εμφάνιση της Δήμητρας, θέας της γεωργίας, στον Τριπτόλεμο, τον ηγεμόνα της Ελευσίνας, στον οποίο δίνει τους σπόρους και του αποκαλύπτει τα μυστικό της καλλιέργειας της γης ως δώρο για τη φιλοξενία που της προσέφερε ο πατέρας του, όταν n θεά αναζητούσε την Περσεφόνη. Σ’ ένα μαρμάρινο ανάγλυφο, που ανακαλύφθηκε στην Ελευσίνα το 1859 και εκτίθεται στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας, παρουσιάζονται τρεις μορφές, δύο γυναίκες και ένας έφηβος. Στα αριστερά η θεά Δήμητρα, στα δεξιά η κόρη της Περσεφόνη και στη μέση ο νεαρός Τριπτόλεμος, που παραλαμβάνει τα στάχυα, για να διαδώσει στους ανθρώπους την καλλιέργεια του σίτου.

 

Οι θεές της Ελευσίνας Δήμητρα και Περσεφόνη εικονίζονται σε μυστηριακή τελετή. Η Δήμητρα αριστερά παραδίδει στον νέο Τριπτόλεμο στάχυα για να διαδώσει την καλλιέργειά τους στον κόσμο. Δεξιά η Περσεφόνη. Ανάγλυφο. Γύρω στα 440 – 430 π. Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Στα μεταγενέστερα χρόνια οι θεοί εμφανίζονται στους ήρωες και στους ανθρώπους συνήθως με τη μορφή ανθρώπου χωρίς να γίνεται αντιληπτή η θεϊκή τους ιδιότητα (ενανθρώπιση), όπως η θεά  Ίρις που με τη μορφή της θνητής Λαοδίκης ειδοποιεί την Ελένη ότι ο Πάρης και ο Μενέλαος θα μονομαχήσουν (Ιλιάδα Γ  στιχ. 121-140).  Κάποιες φορές όμως η εμφάνιση των θεών γίνεται με τη θεϊκή τους ιδιότητα, οπότε μιλάμε για επιφάνεια των θεών, όπως η εμφάνιση της θεάς Αθηνάς στον Αχιλλέα, για να του προτείνει να συμφιλιωθεί με τον Αγαμέμνονα:

«Κατέβηκα απ’ τον ουρανό να παύσω την οργή σου,

εάν μ’ ακούσεις. Μ’ έστειλε η λευκοχέρα Ήρα,

που ολόψυχα σας αγαπά παρόμοια και τους δύο.

(Ιλιάδα, Α 207-209)

Συγκλονιστική είναι η επιφάνεια στο Ω της Ιλιάδας, όταν ο Δίας στέλνει την Ίριδα στον Πρίαμο με το μήνυμα να πάει στον Αχιλλέα και να ζητήσει το νεκρό γιο του Έκτορα.

«Πετάξου από τον Όλυμπο, ανεμοπόδαρη Ίρις,

μέσα στο Ίλιο να πεις του σεβαστού Πριάμου

να κατεβεί στις πρύμνες του με δώρα στον Πηλείδη,

να τον πραΰνει, το ακριβό παιδί του να του δώσσει».

(Ιλιάδα, Ω 144-147)

Αργότερα στέλνει και τον  Ερμή να οδηγήσει τον γέρο Πρίαμο στην σκηνή του Αχιλλέα στο στρατόπεδο των Αχαιών, για να ζητήσει γονυπετής το νεκρό γιο του Έκτορα.

«Ερμή, που τόσο αγαπάς τη συντροφιά του ανθρώπου
όσο κανείς άλλος θεός και ακούεις όποιον θέλεις,
κατέβα και τον Πρίαμο στων Αχαιών τα πλοία
οδήγα τον να μην τον ιδεί κανείς ή τον νοήσει
από τους άλλους Δαναούς, πριν φθάσει στον Πηλείδη».

(Ιλιάδα, Ω 334-338)

Φαίνεται ότι οι ρίζες των εορτών των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων χάνονται βαθιά μέσα στο χρόνο και αποτελούν εξέλιξη πανάρχαιων εορτών σε μία εποχή του χρόνου που αρχίζει να φαίνεται η καιρική αλλαγή με το μεγάλωμα της ημέρας. Σκοπός όλων των θρησκευτικών τελετών είναι η δημόσια ευχαριστία του θεού με προσφορές και η επίκληση της βοήθειάς του, για να διατηρηθεί η ευημερία της κοινότητας. Έτσι εξηγούνται οι χριστιανικές ικεσίες και οι πολυάριθμες θρησκευτικές παραστάσεις, όπου θεοί με ανθρώπινες μορφές δέχονται δώρα από λατρευτές.

 

Ο αγιασμός των υδάτων

 

Το τριήμερο των Θεοφανείων ξεκινά με τον εκκλησιασμό των χριστιανών το πρωί της παραμονής των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου). Στις  εκκλησίες ψάλλεται η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών» και κατόπιν γίνεται σε δύο φάσεις ο «αγιασμός των υδάτων» κατά μίμηση της βάπτισης του Θεανθρώπου. Στην Ελλάδα ο πρώτος αγιασμός γίνεται την παραμονή των Θεοφανίων στις 5 Ιανουαρίου και λέγεται «μικρός Αγιασμός» ή «Πρωτάγιαση» ή «Φώτιση. Οι πιστοί θα πάρουν αγιασμό και το αντίδωρο στην εκκλησία και θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Εκεί οι νοικοκυρές θα ετοιμάσουν το νηστίσιμο φαγητό για το μεσημέρι, ενώ τα παιδιά θα ξεχυθούν στα σπίτια, για να ψάλουν τα κάλαντα των Θεοφανείων.

Μετά τη πρωτάγιαση ο ιερέας με το βοηθό του γυρίζει όλα τα σπίτια και τα καταστήματα της  ενορίας με το Σταυρό και ένα κλωνί βασιλικό και «αγιάζει» ή «φωτίζει» (ραντίζει) τους χώρους των σπιτιών, για να φύγει μακριά κάθε κακό. Ο αγιασμός βρίσκεται μέσα σ’ ένα χάλκινο συνήθως δοχείο, που κουβαλάει ο βοηθός του ιερέα. Σε αυτό βρέχει ο ιερέας την «αγιαστούρα» του και ραντίζει όλους τους χώρους του σπιτιού ή του καταστήματος. Μόλις ο ιερέας τελειώσει τον αγιασμό του σπιτιού, ο νοικοκύρης δίνει συνήθως χρήματα στο βοηθό του. Παλιά τα χρήματα αυτά ήταν μεταλλικά κέρματα, τα οποία έριχνε ο νοικοκύρης μέσα στο σκεύος με τον αγιασμό, ώστε να αγιασθούν ακόμα και τα λεφτά, όπως έλεγαν.

Οι λαϊκές δοξασίες συνδέουν τον φωτισμό των σπιτιών και με την εξαφάνιση των καλικάντζαρων, τους οποίους φαντάζονταν με την έλευση του ιερέα να φεύγουν περίτρομοι κραυγάζοντας: «Φύγετε να φύγουμε κι έφτασε ο τρελόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του!» και να χώνονται στα έγκατα της γης  μέσα στις τρύπες από τις οποίες είχαν βγει δώδεκα ημέρες πριν. Οι γνωστοί σε όλους μας  καλικάντζαροι, τα αερικά, τα ξωτικά, τα παγανά, τα φοβερά δαιμόνια, που επιβουλεύονται το μέλλον του κόσμου και κάθε χρόνο προσπαθούν να πριονίσουν το δένδρο της ζωής, εγκαταλείπουν τις εγκόσμιες αταξίες τους και ξαναγυρίζουν στο αιώνιο «μαράζι» τους να κόβουν το δέντρο που κρατάει τον κόσμο, για να εκδικηθούν τους ανθρώπους. Οι  μοχθηροί, επίβουλοι, ασχημομούρηδες και βρωμεροί καλικάντζαροι επιβίωσαν στη λαϊκή παράδοση ως δαίμονες του Δωδεκαημέρου και είναι κληρονομιά των προϊστορικών δαιμόνων που απεικονίζονται στους μινωικούς και μυκηναϊκούς σφραγιδόλιθους.

 Μετά τον αγιασμό των χώρων του σπιτιού έρχεται η ώρα να μαζευτεί η στάχτη από τη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι το «Δωδεκαήμερο», η φωτιά δηλαδή που ξεκίνησε με το «Χριστόξυλο». Μαζεύουν το βράδυ τη στάχτη από την παραστιά και το πρωί, πριν πάνε στην εκκλησία, τη ρίχνουν γύρω από το σπίτι και στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, στους στάβλους και στα χωράφια, επειδή  πιστεύουν ότι η στάχτη του Δωδεκαημέρου έχει αποτρεπτική δύναμη και προφυλάσσει το σπίτι από τα κακά. Πολλοί γεωργοί φυλάνε τη στάχτη και την ανακατεύουν με το σπόρο, για να έχουν καλή σπορά. Τα έθιμα της ημέρας τελειώνουν αργά το βράδυ όπου πιστεύεται ότι ανοίγουν οι ουρανοί τα μεσάνυχτα. Την ώρα εκείνη, λέει η παράδοση, όποιος ευχηθεί κάτι με όλη του την καρδιά, αυτό θα πραγματοποιηθεί. Αφού κάνουν και την ευχή τους, έρχεται η ώρα να πέσουν για ύπνο, γιατί ξημερώνουν τα Άγια Θεοφάνεια και πρωί – πρωί θα πάνε στην εκκλησία.

Ο μεγάλος αγιασμός γίνεται ανήμερα των Θεοφανίων στις 6 Ιανουαρίου. Στις πόλεις και στα χωριά, όπου δεν υπάρχει θάλασσα, ποτάμι, λίμνη ή κατάλληλη δεξαμενή, η κατάδυση και ο αγιασμός γίνεται στην εκκλησία μέσα σ’ ένα μεγάλο χάλκινο σκεύος γεμάτο νερό, ένα είδος κολυμβήθρας, τοποθετημένο πάνω σε ειδική στολισμένη εξέδρα. Ο  παπάς ψάλλει την ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών», όπως και την προηγουμένη, και ρίχνει το Σταυρό στο νερό, για να γίνει ο «Αγιασμός των Υδάτων». Οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα και ο ιερέας ρίχνοντας τον σταυρό στο νερό ψάλλει το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε», ενώ λευκά περιστέρια ελευθερώνονται και πετούν στον ουρανό. Όσοι βρίσκονται στην εκκλησία θα πάρουν απαραιτήτως αγιασμό και θα πιούν μερικές γουλιές. Πολλοί μάλιστα πίνουν το μεγάλο Αγιασμό νηστικοί, πριν πάρουν και αντίδωρο, έθιμο που φανερώνει την πίστη το λαού στην αγιαστική δύναμη του αγιασμού. Όσοι παρέμειναν στο σπίτι πίνουν αγιασμό μόλις γυρίσει από την εκκλησία κάποιος δικός τους με τον αγιασμό. Όλοι οι πιστοί πίνουν συμβολικά και με ευλάβεια τρεις γουλιές από τον αγιασμό και ραντίζουν μ’ αυτόν τα σπίτια, τα εικονίσματα, τα δέντρα, τα χωράφια και τα ζώα τους.

Το νερό ως μέσο καθαρμού και εξαγνισμού απαντάται στη λατρευτική ζωή πολλών Θρησκειών και η τελετουργία των υδάτων με τους αρχέγονους συμβολισμούς της αποτελούσε βασικό μέσο κάθαρσης. Το  νερό άλλωστε θεωρείται συστατικό στοιχείο της δημιουργίας του κόσμου από πολλούς φιλοσόφους στην αρχαία Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Θαλή η φυσική αρχή και αιτία των όντων είναι το ύδωρ (παν συνίσταται εξ ύδατος) και όλα τα φυσικά όντα αποτελούν μετατροπές του αρχέγονου αυτού στοιχείου με πύκνωση ή αραίωση. Το ύδωρ διαστελλόμενο με την εξάτμιση δημιουργεί τον αέρα, ενώ με τη συστολή και τη συμπύκνωσή του παράγει τη γη, πράγμα που επιβεβαιώνεται, όπως λέει, με την εμφάνιση των προσχώσεων στους ποταμούς. Η  διδασκαλία του Εμπεδοκλή ανάγει την γέννηση του κόσμου και τις κοσμικές μεταβολές σε τέσσερα «ριζώματα», δηλαδή τη γη, το νερό, τη φωτιά και τον αέρα. Ο Πλάτωνας στον διάλογο «Τίμαιος» αναφέρει ότι ο δημιουργός έπλασε το σύμπαν από την ολότητα τεσσάρων στοιχείων, από τη φωτιά, το νερό, τον αέρα και τη γη, «τῶν δὲ δὴ τεττάρων ἓν ὅλον ἕκαστον εἴληφεν ἡ τοῦ κόσμου σύστασις. ἐκ γὰρ πυρὸς παντὸς ὕδατός τε καὶ ἀέρος καὶ γῆς συνέστησεν αὐτὸν ὁ συνιστάς » (Πλάτων, Τίμαιος 32 c 5-7).

Ο αγιασμός στη χώρα μας έχει την έννοια του καθαρμού, του εξαγνισμού των ανθρώπων, και την απαλλαγή τους από την επήρεια των δαιμονίων. Η έννοια αυτή δεν είναι αυστηρά χριστιανική και έχει ρίζες στην αρχαία λατρεία. Στην αρχαιότητα το νερό αξιοποιήθηκε ως μέσο καθαρμού και μύησης στα διάφορα μυστήρια και συνδέθηκε με τις τρεις σημαντικές στιγμές στη ζωή του ανθρώπου: τη γέννηση, το γάμο και το θάνατο. Στην Ιλιάδα κύρια θέση κατέχουν οι αναφορές στο λουτρό των νεκρών και τον καθαρμό των πολεμιστών, πριν από διάφορες τελετουργικές ή λατρευτικές πράξεις. O καθαρμός κατά τη γέννηση αποτελούσε αναπαράσταση του μύθου, ότι μόλις γεννήθηκε ο Δίας τον έλουσαν στον ποταμό Γορτύνιο, ο οποίος μετονομάσθηκε σε Λούσιο. Το λουτρό αυτό του νεογέννητου ανθρώπου συνιστά και τον πρώτο θρησκευτικό καθαρμό του. Και εδώ οι ομοιότητες με τη χριστιανική βάπτιση, κατά τη διάρκεια της οποίας δίδεται n άφεση του προπατορικού αμαρτήματος, είναι εμφανείς.

 

Οι «βουτηχτάδες» των Φώτων

 

Σε πολλές περιοχές η κατάδυση του Σταυρού γίνεται στη Θάλασσα, σε γειτονικό ποταμό ή λίμνη και στην ανάγκη σε κάποια δεξαμενή (όπως στην Αθήνα). Ο Ιερέας και οι πιστοί βγαίνουν από το ναό και κατευθύνονται στη θάλασσα, σε κάποιο λιμάνι ή ποτάμι, όπου θα γίνει η «κατάδυση του Σταυρού». Μεγάλη πομπή σχηματίζεται με τα εξαπτέρυγα μπροστά, πίσω τους παπάδες με τα καλά τους άμφια, ύστερα τις αρχές κάθε περιοχής και παραπίσω το πλήθος. Στις πόλεις η πομπή γίνεται πιο πλούσια με μουσική μπάντα και στρατιωτική παράταξη. Ο πληθυσμός των παραλιακών πόλεων κατεβαίνει στη θάλασσα για να παρακολουθήσει την τελετή της κατάδυσης του Σταυρού. Με τους τελευταίους τόνους του τροπαρίου «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε» ο σταυρός υψώνεται στον αέρα από τον ιερέα, διαγράφει μία καμπύλη και βυθίζεται στα νερά, ενώ ο τόπος σείεται από τους αλαλαγμούς του συγκεντρωμένου πλήθους και οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα μαζί με τις σειρήνες των πλοίων στη θάλασσα. Όταν ακούγεται «και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς», λευκά περιστέρια αφήνονται και πετούν πάνω από τη θάλασσα και τον οικισμό.

 

Αγιασμός. Φωτογραφία Κοσμάς Καραγιάννης, ΙΜΒΗΚ.

 

Η ανέλκυση (το «πιάσιμο»)  του Σταυρού γίνεται από κολυμβητές, τους λεγόμενους «βουτηχτάδες». Νεαροί, κυρίως, άνδρες γυμνοί, οι «βουτηχτάδες», βουτάνε στα παγωμένα χειμωνιάτικα νερά και αγωνίζονται να πιάσουν το Σταυρό. Τα παλληκάρια ορμούν προς το σημείο της κατάδυσης του Σταυρού και ακολουθεί σκληρός αγώνας μεταξύ τους. Ο σταυρός κάποιες φορές αλλάζει διαδοχικά χέρια, μέχρι που ο πιο δυνατός ή ο πιο επιτήδειος κατορθώσει να διαφύγει από τον κλοιό των υπολοίπων και να φτάσει στην παραλία, όπου με τις ευχές και τους επαίνους του κόσμου παραδίδει το ιερό έπαθλο στον ιερέα, αφού φιλήσει πρώτα ευλαβικά το σταυρό και το χέρι του παπά. Ο νικητής του αγώνα είναι ο άξιος και ο δακτυλοδεικτούμενος της ημέρας, δέχεται τις τιμές και τις ευχές των συντοπιτών του, είναι το καμάρι των κοριτσιών και έχει το δικαίωμα να συνοδεύσει τους ιερείς στην περιφορά του Σταυρού στα σπίτια για το καθιερωμένο προσκύνημα.

Το έθιμο αυτό ονομάζεται «πιάσιμο του σταυρού» και όποιος βρει και πιάσει το σταυρό θεωρείται τυχερός και ευλογημένος. Όσοι πέφτουν στο ποτάμι για το έθιμο, το θεωρούν μεγάλη τιμή και νιώθουν μεγάλη ικανοποίηση να ανασύρουν το Σταυρό, να τον προσκυνήσουν και να τον παραδώσουν στον παπά. Είναι μεγάλη ευλογία να πιάσει κάποιος το σταυρό και τα παλιότερα χρόνια αυτός που τον έβρισκε είχε το δικαίωμα να τον περιφέρει στα σπίτια της ενορίας και να δεχθεί φιλοδωρήματα, που τα κρατούσε για τον εαυτό του ή τα έδινε στους φτωχούς. Σε κάποια μέρη της Ελλάδας ο νέος που θα πιάσει τον σταυρό, τον κρατάει στο σπίτι του για ευλογία όλο το χρόνο και τον επιστρέφει την παραμονή των Θεοφανίων στην εκκλησία. Μετά την ανέλκυση του σταυρού η πομπή με την ίδια επιβλητική σύνθεση επιστρέφει στην εκκλησία μαζί με το νικητή, που έχει αποκτήσει φήμη ήρωα για ένα έτος, ώσπου να τον επισκιάσει κάποιος άλλος την επόμενη χρονιά.

Παρόμοιες τελετές γίνονται σε όλους τους νομούς και τις ενορίες της χώρας, αλλά η καρδιά των εορταστικών εκδηλώσεων των Θεοφανίων χτυπά στον Πειραιά. Η επίσημη κατάδυση του σταυρού στην πρωτεύουσα ορίστηκε από το 1900 να γίνεται στον Πειραιά απέναντι από την παλαιά βασιλική της αποβάθρας ή του παλιού Δημαρχείου. Αργότερα  αποφασίσθηκε η κατάδυση να γίνεται στη θάλασσα μπροστά από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Λίγο πριν τον Β΄  Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά από μια θανατηφόρα συμπλοκή  μεταξύ κολυμβητών για το ποιος θα πιάσει και θα ανασύρει το Σταυρό, απαγορεύτηκε η ανέλκυση του από βουτηχτές. Για αυτό μέχρι σήμερα ρίχνεται στη θάλασσα δεμένος με μια κορδέλα και στη συνέχεια ανασύρεται από τον Επίσκοπο. Το έθιμο της ανάδυσης του Σταυρού από βουτηχτάδες καταργήθηκε και σε πολλά παραθαλάσσια μέρη τα τελευταία χρόνια, γιατί πολλοί κληρικοί ρίχνουν το Σταυρό στα νερά δεμένο με μια κορδέλα και τον ανασύρουν οι ίδιοι. Η κατάδυση του Σταυρού δίνει, κατά τη λαϊκή πίστη, στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες.

 

Η εορτή των «πλυντηρίων» στην αρχαία Αθήνα

 

Η εορτή των Θεοφανίων περικλείει πολλές εκδηλώσεις, που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων ελληνικών εθίμων. Πολλοί λαογράφοι υποστηρίζουν ότι η τελετή του αγιασμού των υδάτων στη θάλασσα την ημέρα των Θεοφανίων έχει τις ρίζες της στην εορτή των «Πλυντηρίων», που γινόταν μία φορά το χρόνο στην αρχαία Αθήνα προς τιμήν της θεάς Αθηνάς και είχε καθαρτήριο χαρακτήρα. Οι αρχαίοι Αθηναίοι στην εορτή των «Πλυντηρίων» μετέφεραν «εν πομπή» στην ακτή του Φαλήρου το άγαλμα της Αθηνάς και το έπλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν από τον «προσιζάνοντα ρύπον» των κακών πράξεων των ανθρώπων και να ανανεωθούν οι ιερές δυνάμεις του.

Οι τελετές αυτές  γίνονταν, κατά τους αρχαίους συγγραφείς και τις επιγραφές, ως εξής: Αρχικά καθάριζαν και εξάγνιζαν το ναό της Παλλάδος  Αθηνάς στην Ακρόπολη. Στο  χρονικό αυτό διάστημα το Ιερό δένονταν με σχοινιά (μία πρακτική που τηρείται ακόμα και σήμερα σε Χριστιανικούς ναούς). Οι ιέρειες του ναού που ήταν επιφορτισμένες  με τον καθαρισμό ήταν παρθένες και ονομάζονταν «λουτρίδες» ή «πλυντρίδες». Μία ακόμη ιέρεια, η οποία λεγόταν  «κατανίπτης», ήταν ειδικά επιφορτισμένη να επιμελείται του αγάλματος της θεάς. Η προπαρασκευαστική αυτή εργασία αποτελούσε την εορτή των Καλλυντηρίων.

Έπειτα άρχιζε η μεγάλη ήμερα των Πλυντηρίων. Σε αυτή κύριο ρόλο είχαν οι λεγόμενες «Πραξιεργίδες», ιέρειες  που ήταν  υπεύθυνες  να ετοιμάζουν το άγαλμα για το λουτρό. Έβγαζαν από το ξόανο τα ενδύματα και τα κοσμήματα, το κάλυπταν με  πέπλα και άρχιζε η πομπή με την εποπτεία των «νομοφυλάκων». Το άγαλμα της θεάς  μεταφερόταν επισήμως στον όρμο του Φαλήρου, βαπτίζονταν μέσα στη θάλασσα και παρέμενε εκεί όλη την ημέρα. Η ημέρα αυτή θεωρείτο στην Αθήνα ως αποφράδα,  γιατί η πόλη κατά το χρονικό αυτό διάστημα στερούνταν την προστασία της πολιούχου θεάς. Για αυτό  έπαυε κάθε  εργασία και ήταν επιβεβλημένη και επίσημη αργία. Το βράδυ το άγαλμα της Θεάς  επανέρχονταν στην Αθήνα συνοδευόμενο από τις  «Πραξιεργίδες» και εφήβους που κρατούσαν δάδες αναμμένες.  Στόλιζαν το άγαλμα όπως πριν και καθαρισμένο μετά το λουτρό το τοποθετούσαν και πάλι επισήμως στο ναό.

Οι τελετές αυτές γίνονταν το μήνα Θαργηλιώνα (Μάιο), είναι αόριστο όμως  ποια προηγείτο της άλλης. Κατά το λεξικογράφο Φώτιο τα Καλλυντήρια τελούνταν την 19η του μηνός Θαργηλιώνος και τα Πλυντήρια την 29η του ίδιου μήνα.  Η ετυμολογική έννοια των δύο λέξεων όμως θέτει σε αμφισβήτηση τις ημερομηνίες αυτές, καθώς λογικό είναι το πλύσιμο να προηγείται του καλλωπισμού.  Κάποιοι μελετητές συμφωνούν με το Φώτιο και υποστηρίζουν ότι τα Καλλυντήρια ήταν προπαρασκευαστική εορτή καθαρισμού του ιερού της Αθηνάς στην Ακρόπολη και προηγούνταν, ενώ τα Πλυντήρια ήταν η τελετή του λουτρού του ξόανου της θεάς και ακολουθούσε.

Ανάλογη με την πεποίθηση των αρχαίων ότι το θαλασσινό νερό καθάριζε το άγαλμα της πολιούχου θεάς τους, είναι  και η λαϊκή πίστη ότι η κατάδυση του Σταυρού δίνει στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες. Δεν είναι λίγες οι περιοχές στην Ελλάδα, όπου μετά την κατάδυση του σταυρού και τον αγιασμό των υδάτων οι κάτοικοι τρέχουν και πλένουν σε θάλασσες και ποτάμια τα αγροτικά τους εργαλεία και τα εικονίσματα,  γιατί κατά τη λαϊκή δοξασία με το πέρασμα του χρόνου χάνουν την αρχική δύναμη και αξία τους και την αποκτούν εκ νέου από το αγιασμένο νερό. Στη Μυτιλήνη, οι γυναίκες παίρνουν με μια νεροκολοκύθα νερό από 40 κύματα κι έπειτα με βαμβάκι που βουτούν σ΄ αυτό καθαρίζουν τα εικονίσματα με το λεγόμενο «άλαλο νερό», γιατί κατά την ιερή αυτή διαδικασία δεν μιλούν. Σε πολλά μέρη η νοικοκυρά χύνει το βράδυ της παραμονής το νερό από τις κανάτες, για να πάρει το πρωί καινούργιο, αγιασμένο νερό.

Τις τελευταίες ημέρες του Δωδεκαημέρου και συγκεκριμένα το διήμερο (παραμονή και ανήμερα) των Θεοφανίων και στην εορτή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και άλλα πανάρχαια έθιμα με παγανιστικές διαστάσεις αναβιώνουν μέχρι τις μέρες μας διατηρώντας αναλλοίωτες παραδόσεις αιώνων και κρατώντας ζωντανούς συμβολισμούς, που σχετίζονται με την απομάκρυνση των κακών πνευμάτων, τη γονιμότητα του ανθρώπου και την ευφορία της γης.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο εορτασμός των Θεοφανίων στη Δράμα με πληθώρα εκδηλώσεων και δρώμενων, σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της καλοχρονιάς, δηλαδή η καλή υγεία και η πλούσια γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή. Με μαύρες κάπες, δέρματα ζώων, μάσκες, κουδούνια και θορύβους, σταχτώματα και χορούς, αναπαράσταση οργώματος και σποράς, πλούσιο φαγοπότι και ευχές επιδιώκουν να επενεργήσουν στην καρποφορία της φύσης. Στο Μοναστηράκι, τέσσερα χιλιόμετρα από την πόλη της Δράμας, και στα χωριά Βώλακας, Πετρούσα και Ξηροπόταμος, αλλά και στη Νίκησιανη του Δήμου Παγγαίου στο νομό Καβάλας κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανίων αναβιώνει το έθιμο των Αράπηδων, ένα δρώμενο με έντονη την υπερβολή, το μαγικό και το λατρευτικό στοιχείο, στο οποίο συμμετέχουν οι κάτοικοι της περιοχής. Έχει τις ρίζες του στην αρχαία ελληνική θρησκεία και στις διονυσιακές τελετές, ενώ έχει δεχτεί και χριστιανικές επιρροές.

Άλλο γνωστό έθιμο των Θεοφανίων, τα «ραγκουτσάρια», αναβιώνει κάθε χρόνο στην πόλη της Καστοριάς, όπου οι κάτοικοι μεταμφιέζονται για να ξορκίσουν το κακό. Στην Ερμιόνη της Αργολίδας αναβιώνει πάνω από 50 χρόνια το «γιάλα – γιάλα». Την παραμονή των Φώτων οι κάτοικοι στολίζουν της βάρκες τους με φοίνικες, νεραντζιές, μυρτιές και χρωματιστές γιορτινές σημαίες και τις δένουν στο λιμάνι. Τα ξημερώματα των Φώτων τα αγόρια, που πρόκειται τη νέα χρονιά να παρουσιαστούν στο στρατό, συγκεντρώνονται, γευματίζουν όλοι μαζί και έπειτα γυρνούν σε όλα τα σπίτια της περιοχής από σοκάκι σε σοκάκι φορώντας παραδοσιακές ναυτικές φορεσιές και τραγουδούν το τοπικό τραγούδι   «γιάλα – γιάλα» με στιχάκια για την ξενιτιά, τον έρωτα και τη θάλασσα πριν την καθιερωμένη βουτιά για το σταυρό. Ανάλογα έθιμα επιβιώνουν και σε πολλά ψαροχώρια της περιοχής, όπως στο Πόρτο Χέλι και την Κοιλάδα.

 

Θεοφάνεια στην Ερμιόνη

 

Στην Λευκάδα τηρείται το έθιμο «των πορτοκαλιών». Πριν την τελετή της κατάδυσης του Σταυρού ρίχνουν στη θάλασσα πολλά πορτοκάλια. Έπειτα οι πιστοί βουτούν στη θάλασσα πορτοκάλια που κρατούν στα χέρια τους και είναι δεμένα μεταξύ τους με σπάγκο και τα παίρνουν στο σπίτι τους για ευλογία. Ένα από αυτά το αφήνουν για ένα ολόκληρο χρόνο στα εικονίσματα του σπιτιού. Παρόμοιες τελετές και έθιμα αναβιώνουν σε όλους τους νομούς της χώρας. Στην αντίληψη του Ελληνικού λαού τα Θεοφάνια είναι «Μεγάλη γιορτή Θεότρομη». Για μερικές μάλιστα περιφέρειες της δυτικής Μακεδονίας αποτελούν τη μεγαλύτερη γιορτή του έτους και κάθε καινούργιο ρούχο το «πρωτοφορούν στα Φώτα για να φωτιστεί». Η έκφραση του λαού «κάθε Φώτα και Λαμπρή» είναι ενδεικτική της σπουδαιότητας της γιορτής αυτής.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Ο Ιησούς Χριστός ως ιστορικό πρόσωπο – Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος – Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.


 

Όταν λέμε «Ιστορικότητα του Ιησού», εννοούμε από τη μιά πλευρά τη μελέτη της ιστορικής πραγματικότητας προσώπων και γεγονότων, και από την άλλη την ανάλυση των διαθέσιμων ιστορικών στοιχείων για την εξακρίβωση ότι: (α). ο Ιησούς Χριστός υπήρξε ως ιστορική μορφή και (β). κάποια από τα μεγάλα ορόσημα της ζωής του, όπως αυτά περιγράφονται στα Ευαγγέλια, μπορούν να επιβεβαιωθούν ως ιστορικά γεγονότα.

Σήμερα, οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές της αρχαιότητας συμφωνούν ότι ο Ιησούς Χριστός υπήρξε. Για τη γενική πορεία της ζωής του Ιησού δεν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες. Υπάρχουν όμως ως προς την ιστορικότητα συγκεκριμένων γεγονότων, τα οποία περιγράφονται στις βιβλικές αναφορές για τον Ιησού. Τη συνολική αποδοχή συγκεντρώνουν μονάχα δύο γεγονότα: (α). ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε από τον Ιωάννη Βαπτιστή και (β). ότι σταυρώθηκε με διαταγή του Ρωμαίου Επάρχου Πόντιου Πιλάτου.

Ο Ιησούς δεν ήταν εξ αρχής κάποιο σημαίνον ιστορικό πρόσωπο, αλλά ένας ηγέτης μιας ομάδας ανθρώπων που κατοικούσαν σε μία από τις μικρότερες και ασήμαντες επαρχίες και λόγω της ταπείνωσής του δε συγκέντρωσε πάνω του όσο ζούσε «δημοσιότητα». Όμως, την ιστορικότητα του Ιησού δεν την αμφισβητούν ούτε οι άθεοι.

Οι όποιες αμφιβολίες υπήρξαν ή υπάρχουν περί της ιστορικής υπάρξεως του Ιησού εμφανίστηκαν μετά τον 17ο αιώνα μ.Χ. Η αναζήτηση για το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού ξεκινά διακόσια χρόνια πριν, όταν στα τέλη του 18ου αιώνα μερικοί Ευρωπαίοι διαφωτιστές και διανοούμενοι άρχισαν να εφαρμόζουν τη φιλολογική και ιστορική κριτική στα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Επομένως, εάν ο Ιησούς δεν υπήρξε σαν ιστορική προσωπικότητα, τότε τί συνέβη και το θυμήθηκαν μερικοί μετά από 17 αιώνες?

Κοιτίδα των αμφιβολιών αυτών και της αμφισβήτησης για την ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού φαίνεται ότι ήταν οι λιγοστές αναφορές – πληροφορίες ή ιστορικές πηγές που υπάρχουν περί του Ιησού. Θα δούμε στη συνέχεια ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και καταρρίπτεται επιστημονικά και ιστορικά. Να σημειωθεί ότι υπάρχουν πολλά ιστορικά πρόσωπα, τα οποία έχουν σαφώς λιγότερες πηγές, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Σωκράτης που δεν άφησε ο ίδιος γραπτά έργα αλλά οι μαθητές του, ο Πυθαγόρας κ.α., και παρά ταύτα είναι εκτός αμφισβήτησης.

Αξίζει να σημειωθεί ιδιαιτέρως ότι το 70 μ.Χ. οι Ρωμαίοι εισέβαλαν και κατέστρεψαν την Ιερουσαλήμ και το μεγαλύτερο μέρος του Ισραήλ γενικότερα. Είναι πιθανόν πολλά από τα ιστορικά στοιχεία της ύπαρξης του Ιησού να καταστράφηκαν και επιπλέον πολλοί αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού θα πρέπει να σκοτώθηκαν, με συνέπεια ο αριθμός των επιζώντων που θα μπορούσαν να ομολογήσουν για τον Ιησού να περιορίστηκε σημαντικά.

 

Χριστός Παντοκράτωρ. Εγκαυστική εικόνα από το πρώτο μισό του 6ου αιώνα, Μονή της Αγίας Αικατερίνης, Σινά.

 

Ιστορικές πηγές – Στοιχεία

 

Υπάρχει ένα πλήθος στοιχείων υπέρ της ιστορικής ύπαρξης του Ιησού Χριστού, τόσο στην κοσμική όσο και στην εκκλησιαστική ιστορία. Η Καινή Διαθήκη είναι η κύρια πηγή των αποδείξεων για την ύπαρξη του Ιησού Χριστού, αφού περιλαμβάνει εκατοντάδες αναφορές για το πρόσωπο του.

Όσον αφορά τα ιστορικά στοιχεία, έχουμε γραπτά κείμενα που συγγράφτηκαν εντός 200 χρόνων από τότε που έλαβαν χώρα τα ιστορικά γεγονότα που σχετίζονται με τη ζωή, τη δράση και το έργο του Ιησού Χριστού στην Ιουδαία και τη Γαλιλαία, τα οποία θεωρούνται ιδιαίτερα αξιόπιστα στοιχεία, όπως π.χ. οι περισσότερες από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου που συγγράφτηκαν από τον ίδιο στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. (λιγότερο από 40 χρόνια μετά το θάνατο του Ιησού), τα τέσσερα ευαγγέλια των Μάρκου, Ματθαίου, Ιωάννη και Λουκά κ.α.

Ιστορικά όμως στοιχεία εντοπίζονται και σε διάφορα αρχαία συγγράμματα, τα οποία αποτελούν ισχυρή απόδειξη της ύπαρξης ενός άνδρα στο Ισραήλ με την επωνυμία «Ιησούς» κατά τις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. Οι πηγές αυτές είναι οι εξής:

 

Πρώτη πηγή: Κορνήλιος Τάκιτος (Ρωμαίος ιστορικός, β΄ μισό του 1ου μ.Χ. – α΄ μισό του 2ου μ.Χ. αιώνα)

 

Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος (56; – 120;) Από τους σημαντικότερους Λατίνους ιστορικούς. Στα δύο μεγάλα του έργα «Annales» (Χρονικά) και «Historiae», εξετάζει την ιστορία της Ρώμης από τον θάνατο του Αυγούστου (14 μ.Χ.) μέχρι τον θάνατο του Δομιτιανού (96 μ.Χ.).

Θεωρείται ένας από τους πιο αξιόπιστους ιστορικούς του αρχαίου κόσμου. Στο έργο του «Χρονικά» (Annales) αναφέρει για τους προληπτικούς «Χριστιανούς», που έλαβαν το όνομά τους από τον Christus (λατινική ονομασία του Χριστού), ο οποίος υπέφερε από τον Πόντιο Πιλάτο κατά τη βασιλεία του Τιβέριου (14 μ.Χ. – 37 μ.Χ.). Ο Τάκιτος έγραφε, όπως αναφέρει, έχοντας ως πηγή τα Ρωμαϊκά αρχεία, τα οποία όμως δεν σώζονται. Αναφέρει και τις ιδιαίτερες τιμωρίες που υπέβαλε ο Νέρων το 64 μ.Χ. στους Χριστιανούς, οι οποίοι όπως προσθέτει ήταν πολυάριθμοι, λόγω της μεγάλης πυρκαγιάς – πυρπόλησης της Ρώμης.

Ειδικότερα, γράφει ότι: «ο Νέρων υπέδειξε άλλους ως ενόχους και υπέβαλεν εις ιδιαιτέρας τιμωρίας εκείνους τους οποίους ο λαός μισώντας τους για τις ανομίες τους ωνόμαζε χριστιανούς. Εκείνος από τον οποίον προήλθε το όνομα είναι ο Χριστός, ο οποίος εθανατώθη επί της βασιλείας του Τιβέριου, όταν Επίτροπος ήτο ο Πόντιος Πιλάτος. Η προς καιρόν κατασταλείσα ολέθρια δεισιδαιμονία ανεφάνη πάλιν όχι μόνον εις την Ιουδαίαν, την εστίαν αυτού του κακού, αλλά και εις την Πόλιν (Ρώμην), όπου από παντού μαζεύονται και ακούονται όλα τα κακά και τα αισχρά (Annales, XV, 44)».

Από τη μαρτυρία αυτή του Κορνήλιου Τάκιτου προκύπτουν τα εξής στοιχεία: (α). Δίνεται συγκεκριμένος χρόνος και τόπος δράσεως, δηλαδή «επί Τιβερίου βασιλέως και διοικητού της Ιουδαίας Ποντίου Πιλάτου», (β). πιστοποιείται η ύπαρξη του Ιησού Χριστού και μιλάει για τον θάνατό του ως «κακοποιού» από τον Πιλάτο και (γ). μιλά για τον Ιησού με απλότητα χωρίς να φαίνεται ότι αμφισβητεί την ύπαρξή του.

Ο Κορνήλιος Τάκιτος, παρόλο που ήταν αντίθετος στον Χριστιανισμό, δεν αμφισβητεί ούτε ότι υπήρξε ο Χριστός ούτε ότι ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε παρά τους διωγμούς που υπέστη. Εάν είχε την οποιαδήποτε αμφιβολία, με κάποιο τρόπο θα κατάγραφε αυτήν στο έργο του.

 

Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος. Αυστρία, Βιέννη, Κτήριο Αυστριακού Κοινοβουλίου.

 

Δεύτερη πηγή: Γάιος Σουητώνιος Τρανκίλλιος (Gaius Suetonius Tranquillus, Ρωμαίος ιστορικός, 67/77 – 141/168  μ.Χ.)

 

Ο Σουητώνιος, σύγχρονος του Τάκιτου, ήταν ένας σπουδαίος ιστορικός και αρχιγραμματέας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Ανδριανού (76μ.Χ. – 138 μ.Χ.). Στο κυριότερο έργο του «Βίοι Καισάρων» (Vitae XII Caesarum) καταγράφει και τον βίο του αυτοκράτορα Κλαύδιου που βασίλεψε από το 41 μ.Χ έως το 54 μ.Χ., όπου αναφέρει στο κεφάλαιο XXV, 4 για το διάταγμα του αυτοκράτορα Κλαυδίου με το οποίο οι Ιουδαίοι της Ρώμης εξορίζονταν απ’ αυτήν: «Iudaeos impulsore Chresto assidue tumultuants Roma expulit». Δηλαδή: «Τους Ιουδαίους οι οποίοι τη υποκινήσει του Χριστού εδημιούργουν θόρυβον εις την Ρώμη τους  εξόρισε».

 

Γάιος Σουητώνιος Τράγκυλλος (περ. 69/75 – περ. 130). Λατίνος ιστορικός και λόγιος.

 

Στο σημείο αυτό χρειάζεται μια αναγκαία επεξήγηση προς αποφυγή παρερμηνειών και παρεξηγήσεων. Ο Χριστιανισμός είχε γίνει δεκτός πρώτα στις Ιουδαϊκές κοινότητες. Από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου γνωρίζουμε ότι οι πρώτοι χριστιανοί ήταν Ιουδαίοι. Επομένως, υπήρχαν Ιουδαίοι χριστιανοί από τη μία και Ιουδαίοι πιστοί στο γράμμα του Μωσαϊκού νόμου από την άλλη. Είναι πιθανόν να σημειώθηκαν θερμά επεισόδια μεταξύ των δύο αυτών ομάδων, λόγω των δογματικών τους διαφορών, γι’ αυτό και εξορίστηκαν όλοι από τη Ρώμη. Για τη Ρώμη δεν υπήρχε κάποιος διαχωρισμός ή διάκριση σε Ιουδαίους και Χριστιανούς, αντίθετα χαρακτηρίζονταν όλοι ως Ιουδαίοι.

Το ερώτημα είναι πώς προέκυψε η εξορία αυτή από τη Ρώμη. Οι Χριστιανοί της Ρώμης κατηγορήθηκαν από ειδωλολάτρες και εβραίους για τον εμπρησμό της βιβλιοθήκης της Ρώμης που ήταν πλούσια και αξιόλογη, όπως της Αλεξάνδρειας. Η ίδια όμως η ιδεολογία ή το φρόνημα των πρωτοχριστιανών ήταν αντίθετη με τέτοιου είδους πράξεις.

Η απάντηση στο ερώτημα έγκειται στο γεγονός ότι η Ρώμη αντιδρούσε έντονα απέναντι σε μια θρησκεία που αμφισβητούσε την θεϊκότητα του αυτοκράτορά της και κατ’ επέκταση την εξουσία του, κυρίως με διωγμούς, συλλήψεις, φυλακίσεις, μαρτυρικά βασανιστήρια. Η Ρώμη είδε τους Χριστιανούς ως απειλή. Οι Χριστιανοί απειλούσαν τη Ρώμη μέσω της «Αποκάλυψης» και επιπλέον δεν δέχονταν να κάνουν θυσίες στους θεούς και δεν λάτρευαν την εικόνα του αυτοκράτορα.

Με βάση αυτά, ο Σουητώνιος στο Βίο του Κλαύδιου μιλάει για Χριστιανούς και δεν εννοεί τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος είχε θανατωθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα. Πώς είναι δυνατόν ένας νεκρός να  «υποκινεί φασαρίες και θορύβους»?

Η μαρτυρία αυτή του Σουητώνιου για το διάταγμα του Κλαυδίου διασταυρώνεται ως ιστορικό γεγονός με τις «Πράξεις των Αποστόλων», αφού όταν ο Απόστολος Παύλος πήγε στην Κόρινθο βρήκε εκεί τους Ιουδαίους Ακύλα και Πρίσκιλλα που είχαν εξοριστεί από τη Ρώμη: «Μετά δέ ταύτα χωρισθείς ο Παύλος εκ των Αθηνών ήλθεν εις Κόρινθον και ευρών τινα Ιουδαίον ονόματι Ακύλαν, Ποντικόν τω γένει, προσφάτως εληλυθότα από της Ιταλίας, και Πρίσκιλλαν γυναίκα αυτού, δια το διατεταχέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πάντας τους Ιουδαίους από τής Ρώμης, προήλθεν αυτοίς» (Πράξ. ιη’, 1-2).

Ο Σουητώνιος αναφέρεται και αυτός στις ειδικές τιμωρίες που υπέβαλε ο Νέρων τους Χριστιανούς της εποχής εκείνης.

 

Τρίτη πηγή: Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιόσεφ μπεν Μαθιά (Ιουδαίος ιστορικός, 38 μ.Χ. – 100 μ.Χ.)

 

Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιοσέφ μπεν Μαθιά, Εβραίος λόγιος, ιστορικός και αγιολόγος.

Είναι ο γνωστότερος Εβραίος λόγιος, ιστορικός και συγγραφέας. Ήταν Φαρισαίος και διατηρούσε στενούς δεσμούς με τις οικογένειες των αρχιερέων Άννα και Καϊάφα. Αυτό δείχνει ότι δεν ήταν διατεθειμένος να κινηθεί ευνοϊκά υπέρ του Χριστού.

Στο έργο του «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία», όπου έγραψε στα Ελληνικά την Ιστορία των Ιουδαίων, αναφέρεται στον Ιάκωβο, «τον αδερφό του Ιησού, που ονομάστηκε Χριστός». Γράφει ειδικότερα ότι: «ο αρχιερέας Άνανος καθίζει συνέδριο κριτών και παραγαγών εις αυτόν τον αδελφόν Ιησού τον λεγόμενον Χριστόν (Ιάκωβος το όνομα αυτού) και τινας εταίρους, ως παρανομησάντων κατηγορίαν ποιησάμενος παρέδωσε λευθησομένους (για να λιθοβοληθούν)».

Σε άλλο απόσπασμα του έργου του (XVIII 3,3) γράφει: «Γίγνεται δε κατά τούτον τον χρόνον Ιησούς, σοφός ανήρ, ει γε άνδρα αυτόν λέγειν χρη. Ην γαρ παραδόξων έργων ποιητής, διδάσκαλος ανθρώπων των ηδονή ταληθή δεχομένων. Και πολλούς δέ και του Ελληνικού επηγάγετο, ο Χριστός ούτος ήν και αυτόν ενδείξει των πρώτων ανδρών, παρ’ ημίν, σταυρώ επιτετιμηκότος Πιλάτου,ουκ επαύσαντο οι το πρώτον αυτόν αγαπήσαντες, εφάνη γαρ αυτοίς τρίτην έχων ημέραν πάλιν ζων των θείων προφητών ταύτα τε και άλλα μύρια θαυμάσια περί αυτού ειρηκότων».

Με βάση το απόσπασμα αυτό, ο Ιώσηπος μαρτυρεί ότι την εποχή της ηγεμονίας του Πιλάτου εμφανίστηκε ο Ιησούς που ήταν άνδρας σοφός αν μπορεί να τον πει κανείς άνθρωπο!! Ο άνθρωπος αυτός έκανε παράδοξα έργα, δίδασκε στους ανθρώπους την αλήθεια και προσέλκυσε πολλούς Ιουδαίους και Εθνικούς. Ακόμη, μας πληροφορεί για τον τρόπο θανάτωσης του Ιησού, στον σταυρό. Τέλος, μας μαρτυρεί την ανάσταση του Κυρίου τρεις ημέρες μετά την Ταφή του.

Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια σημαντικότατη μαρτυρία ιστορικού και μάλιστα Εβραίου, ο οποίος δεν είχε κανένα λόγο να υποστηρίξει την ιστορικότητα του Ιησού. Μήπως τελικά ο Χριστιανισμός είχε εξαπλωθεί σε βαθμό που ήταν πλέον αδύνατο κάποιος ιστορικός να αποσιωπήσει τα γεγονότα?

 

Τέταρτη πηγή: Σέξτος Ιούλιος ο Αφρικανός & Θάλλος

 

Ο Σέξτος Ιούλιος υπήρξε ιστορικός και εκκλησιαστικός συγγραφέας των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Είχε εγκατασταθεί στην Παλαιστίνη. Αναφέρει στο έργο του τον ιστορικό Θάλλο (1ος μ.Χ. αιώνα) που έγραψε την Ιστορία της Συρίας και μια αντιπαράθεσή τους σχετικά με την έκκλειψη του ηλίου που ακολούθησε τη Σταύρωση του Χριστού.

Για το γεγονός της ολικής εκκλείψεως του ηλίου ιδιαίτερα σημαντική είναι η φράση του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Ο Διονύσιος πριν γίνει χριστιανός και πρώτος επίσκοπος Αθηνών, ήταν δικαστής, μέλος του Αρείου Πάγου. Κατά το Συναξάριο, την ημέρα της σταύρωσης του Χριστού βρισκόταν στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου με τον φιλόσοφο  Απολλοφάνη. Μόλις είδε τον σκοταδισμό του ηλίου, ανεφώνησε ότι «ή η φύσις αλλοιούται ή θεός πάσχει».

 

Πέμπτη πηγή: Πλίνιος Καικίλιος Σεκούνδος ή Πλίνιος ο Νεότερος (61 μ.Χ.-113 μ.Χ.)

 

Σύγχρονος του Τάκιτου και του Σουητώνιου. Ήταν Ρωμαίος αξιωματούχος, ποιητής, ρήτορας και φιλόσοφος.  Το 110 μ.Χ. στάλθηκε από τον αυτοκράτορα Τραϊανό στη Βιθυνία της Μικράς Ασίας ως Legatus Caesaris (πρέσβης του Καίσαρα). Το 112 μ.Χ. ο Πλίνιος έγραψε σε επιστολή του προς τον Τραϊανό : «Το μίασμα της δεισιδαιμονίας των Χριστιανών εκτείνεται όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στους αγρούς και στα χωριά». Επιπρόσθετα αναφέρει (Επιστολή Χ,96) ότι «Οι Χριστιανοί συνηθίζουν να συνέρχονται μια τακτή ημέρα πριν την ανατολή του ήλιου, και να αναπέμπουν ύμνους στον Χριστό, σαν να μιλούν σε Θεό». Η τακτή αυτή ημέρα ήταν και είναι η Κυριακή.

Στη συνέχεια ανέκρινε προσωπικά πολλούς Χριστιανούς και συγκέντρωσε πολλές πληροφορίες για τη ζωή και την πίστη τους. Ο ίδιος ήθελε να προστατέψει την ειδωλολατρική θρησκεία και γι’ αυτό επικοινώνησε με τον αυτοκράτορα, προκειμένου να εμποδίσουν την εξάπλωση της νέας θρησκείας.

Είναι ξεκάθαρο ότι ο Πλίνιος δέχεται ότι ο Χριστός είναι ιστορικό πρόσωπο. Εάν είχε την υποψία ότι ήταν μυθικό πρόσωπο, τότε θα υποστήριζε ότι οι Χριστιανοί πιστεύουν σε έναν μύθο. Αναφέρεται στον Χριστό και όχι «σε κάποιον Χριστό», και ενοχλείται γιατί τον υμνούν «σαν Θεό».

 

Έκτη πηγή: Ταλμούδ (το ιερό βιβλίο των Εβραίων)

 

Το Ταλμούδ αποτελείται από τα βιβλία της Mishnah  και της Gemara. Η Mishnah (ο προφορικός νόμος) είναι η παράδοση των πρεσβυτέρων, ενώ η Gemara είναι σχόλια των Ραβίνων πάνω σε ότι περιέχει η Mishnah. Τα ιερά βιβλία των Εβραίων μιλούν με βεβαιότητα για την ύπαρξη του Ιησού Χριστού χωρίς όμως να παραδέχονται την θεότητά του. Προσπαθούν, όπως είναι φυσικό, να τον υποτιμήσουν. Έτσι γράφεται ότι «κατά την εσπέρα του Εβραϊκού Πάσχα κρέμασαν τον Ιησού από την Ναζαρέτ». Τονίζουν μάλιστα ότι ο Ιησούς ήταν καρπός πορνείας και έκανε θεραπείες που βασίζονταν σε μαγεία.

Στο ταλμούδ γίνεται λόγος περί των θαυμαστών ιάσεων επί ονόματος Ιησού Χριστού, τις οποίες πραγματοποίησε ο Ιάκωβος, τον οποίο γνώριζε ο ραβίνος Ελιέζερ (90 – 110 μ.Χ.). Γίνεται επίσης αναφορά στη σταύρωσή Του, μόνο που για χώρο της σταύρωσης αναφέρει την Λύδδη που βρίσκεται στα ΝΔ της Παλαιστίνης.

 

Έβδομη πηγή: J. Klausner (Εβραίος καθηγητής)

 

Αναφέρει ότι «ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ ήταν προδότης του Ισραήλ, ο οποίος ασκούσε μαγεία, περιφρονούσε τους λόγους της σοφίας, οδήγησε το λαό στην πλάνη και έλεγε ότι δεν ήρθε για να καταλύσει τον Μωσαϊκό νόμο αλλά να τον συμπληρώσει. Κρεμάστηκε την παραμονή του Πάσχα σαν αιρετικός και πλάνος του λαού. Οι μαθητές του έκαναν τα ίδια έργα στο όνομά του».

 

Όγδοη πηγή: Mara BarSerapion (Ασσύριος Στωϊκός φιλόσοφος)

 

Ο φιλόσοφος αυτός έζησε στη Ρωμαϊκή επαρχία της Συρίας κατά τον 2ο με 3ο αιώνα μ.Χ. περίπου και είναι γνωστός μόνο από ένα γράμμα του που έγραψε στα Συριακά προς το γιό του Σεραπίωνα. Στο γράμμα αυτό (73 μ.Χ.) συγκρίνει τους θανάτους του Σωκράτη, του Πυθαγόρα και του Ιησού, επιβεβαιώνοντας παράλληλα ότι ο Ιησούς ήταν ένας σοφός και ευσεβής άνδρας, ο οποίος θεωρούνταν από πολλούς Βασιλιάς του Ισραήλ, θανατώθηκε από τους Ιουδαίους και συνέχισε να ζει μέσω της διδασκαλίας των οπαδών Του.

Σε άλλο σημείο του γράμματος γράφει ότι: «οι Ιουδαίοι καταστραφέντες εκ της χώρας αυτών, διωχθέντες ζώσιν εν τη διασπορά, ο σοφός βασιλεύς όμως δεν απέθανε χάρις εις τους νόμους που έδωσε. Ένεκα της καταδίκης του σοφού βασιλέως αφαιρέθη από τους Ιουδαίους το Βασίλειον».

Ο μοναδικός «σοφός βασιλεύς» που καταδικάστηκε, πριν το 73 μ.Χ. όπου και γράφτηκε το εν λόγω γράμμα, ήταν ο Ιησούς Χριστός.

 

Ένατη πηγή: Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (2ος αιώνας μ.Χ.)

 

Ήταν Έλληνας ρητοροδιδάσκαλος και σατιρικός συγγραφέας. Αναγνωρίζει ότι ο Χριστός λατρευόταν από τους Χριστιανούς, εισήγαγε νέες διδασκαλίες και σταυρώθηκε γι’ αυτό. Επιπλέον, αναφέρει ότι οι διδασκαλίες του Ιησού περιλαμβάνουν την αδελφότητα των πιστών, τη σημασία της μεταστροφής και την αναγκαιότητα της άρνησης άλλων θεών.

 

Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (125 – 180 μ.Χ.) Ρητοροδιδάσκαλος και σατιρικός συγγραφέας. Γύρω στα σαράντα του χρόνια εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, βιοποριζόμενος από τη σοφιστική, και ασχολήθηκε παράλληλα με τον σατιρικό διάλογο και την επικούρεια φιλοσοφία.

 

Δέκατη πηγή: Η περιγραφή του Ιησού Χριστού από τον διοικητή της Ιουδαίας Πούλβιο Λέντουλο

 

Πρόκειται για ένα γράμμα που βρέθηκε στη Βιβλιοθήκη των Λαζαριστών της Ρώμης, το οποίο έγραψε ο Πούλβιος Λέντουλος, διοικητής της Ιουδαίας, πριν από τον Πόντιο Πιλάτο και το έστειλε στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Τιβέριο και στο οποίο περιγράφεται η μορφή του Ιησού Χριστού. Το πρωτότυπο είναι γραμμένο στα λατινικά και βρίσκεται στη βιβλιοθήκη Cesarini στην Ρώμη.

 

«…Ήκουσα, ω Καίσαρ, ότι επιθυμείς να μάθης ότι σοί γράφω νυν περί ανθρώπου τινός λίαν εναρέτου καλουμένου ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ών ο λαός θεωρεί Προφήτην και οι μαθηταί του Θεόν, λέγοντες ότι είναι Υιός Θεού, πλάστου των ουρανών και της γης και παντός ό,τι εν αύτη ευρίσκεται και υπάρχει.

Τη αληθεία, ω Καίσαρ, ακούονται καθ’ εκάστην θαυμάσια πράγματα περί του Χριστού αυτού. Ανεγείρει νεκρούς και ιατρεύει ασθενείς δια μιας μόνης λέξεως. Είναι ανήρ αναστήματος μετρίου, καλός την όψιν και μεγαλοπρέπειαν περιβεβλημένος, ιδίως κατά το πρόσωπον, ώστε όσοι Τον ατενίζουν αναγκάζονται να Τον αγαπούν και να Τον φοβώνται.

Έχει την κόμην χρώματος καρύου ώριμου εξικνουμένην μέχρι των ώτων Του, εκείθεν δε μέχρι των ωμοπλατών Του καταντά γαιόχρους αλλά μάλλον στιλπνή, διχάζεται δ’ αυτή εν τω μέσω άνωθεν κατά το σύστημα των Ναζαρηνών. Το μέτωπόν Του είναι λείο και γαλήνιον, το πρόσωπόν Του άνευ ρυτίδος ή κηλίδος, η ρίς και τα χείλη Του κανονικώτατα. Το γένειόν Του είναι πυκνόν και του αυτού χρώματος της κόμης, δεν είναι δε μακρόν και διχάζεται εν τω μέσω. Το βλέμμα Του είναι σοβαρόν και εμποιούν φόβον, έχει δε δύναμιν ακτίνος ηλιακής.

Ουδείς δύναται να Τον παρατηρήση ατενώς. Όταν επιτιμά, φοβίζει. Όταν δε πράττη τούτο, κλαίει. Είναι αξιαγάπητος και χαριείς μετά σοβαρότητος. Λέγουσιν ότι ουδέπωτε ώφθη γελών, αλλά πλειστάκις κλαίων. Έχει ωραίας τας χείρας και τους βραχίονας. Εν τη συνομιλία ευαρέστει τους πάντας. Δυσκόλως όμως φαίνεται, όταν δε φανή που, είναι μετριόφρων και το ωραιότερον παράστημα του κόσμου. Είναι ωραίος ως την Μητέρα Του, ήτις έστιν η ωραιοτέρα γυνή, ήτις ποτέ εθεάθη εις τα μέρη ταύτα.

Εάν όμως η Ση μεγαλειότης, ω Καίσαρ, ποθή να ιδή Αυτόν ως μοι έγραφες άλλοτε, πληροφόρησόν με, διότι θα σοί Τον στείλω πάραυτα. Πάντες εν Ιερουσαλήμ θαυμάζουσιν την σοφίαν Του, και τι ουδέποτε εσπούδασε τι, και όμως είναι κάτοχος πάσης επιστήμης. Περιπατεί ανυπόδητος και ασκεπής την κεφαλήν. Πολλοί βλέποντες Αυτόν γελώσιν, αλλ’ όταν ευρίσκονται προ Αυτού τρέμουσιν και θαυμάζουσιν αυτόν.

Λέγουσιν ότι ουδέποτε άνθρωπος ως αυτός ενεφανίσθη εις τα μέρη ταύτα. Τη αληθεία ως μοι λέγουσιν οι Εβραίοι, ουδέποτε εδόθησαν συμβουλαί, ουδέποτε εκηρύχθη διδασκαλία ως η ιδική Του, πολλοί δε των Ιουδαίων θεωρούσιν αυτόν Θεόν. Άλλοι πάλιν μοι λέγουν ότι είναι εχθρός της Σης Μεγαλειότητος, ω Καίσαρ. Πολλαχώς με παρενοχλούσιν οι μοχθηροί αυτοί Εβραίοι. Λέγεται ότι αυτός ουδέποτε δυσαρέστησε τινά, αλλ’ ότι μάλλον εποίησε το αγαθόν. Όλοι όσοι εγνώρισαν Αυτόν λέγουσιν ότι ευεργετήθηκαν παρ’ Αυτού. Όμως εις την σην Μεγαλειότητα, ω Καίσαρ, εις την πρός σε υπακοήν, ειμί πρόθυμος. Ό,τι διατάξεις θέλει εκτελεσθή ».

Εν Ιερουσαλήμ Ινδικτίωνος ζ΄, Σελήνης ια΄

Της Σης Μεγαλειότητος πιστότατος και ευπειθέστατος

ΠΟΥΒΛΙΟΣ ΛΕΝΤΟΥΛΟΣ

Κυβερνήτης της Ιουδαίας

 

Μετάφραση

 

«….Μεγαλειότατε Καίσαρα,

Άκουσα ότι επιθυμείς να μάθεις αυτά που σου γράφω για κάποιον άνθρωπο που είναι πολύ ενάρετος και ονομάζεται Ιησούς Χριστός, τον οποίο ο Λαός θεωρούσε προφήτη, οι μαθητές Του όμως Τον θεωρούσαν Θεό κι έλεγαν ότι είναι Υιός του Θεού, Δημιουργός του ουρανού και της γης και όλων, και ότι βρίσκεται παντού. Είναι αλήθεια Καίσαρα ότι ακούγονται κάθε μέρα θαυμάσια πράγματα για τον άνθρωπο αυτό. Ανασταίνει νεκρούς και θεραπεύει αρρώστους, με μια Του λέξη.

Είναι άνδρας, μετρίου αναστήματος, όμορφος στην όψη και αρχοντικός, ιδιαίτερα το πρόσωπό Του, ώστε όσοι Τον κοιτούν, τους προκαλεί αγάπη και σεβασμό. Τα μαλλιά Του είναι μέχρι τα αφτιά Του και πίσω φτάνουν μέχρι τους ώμους, καστανά και λαμπερά, διαχωρίζονται κατά το έθιμο των Ναζωραίων. Το μέτωπό Του είναι καθαρό και γαλήνιο, το πρόσωπό Του χωρίς σημάδια και ρυτίδες.

Η μύτη και τα χείλη Του είναι κανονικότατα. Τα γένια Του είναι πυκνά, καστανά και μακριά, που χωρίζουν στη μέση. Το βλέμμα Του είναι σοβαρό και προκαλεί σεβασμό, είναι δε δυνατό σαν ακτίνατου ήλιου. Όταν είναι αυστηρός, κανείς δεν μπορεί να Τον ατενίσει και όταν μαλώνει κάποιον, κλαίει… Τα χέρια και τα μπράτσα Του είναι όμορφα. Όταν συνομιλεί, τους ικανοποιεί όλους. Δεν εμφανίζεται συχνά, αλλά όταν αυτό συμβαίνει είναι μετριόφρων και έχει το ωραιότερο παράστημα του κόσμου. Είναι ωραίος, όπως και η μητέρα Του, η οποία είναι η ωραιότερη γυναίκα από όσες ποτέ φάνηκαν στα μέρη αυτά.

Εάν όμως η Μεγαλειότητά σου Καίσαρα θέλει να Τον δεί, όπως μου είχες γράψει, πές το μου για να σου τον στείλω αμέσως. Αν και ποτέ δεν έκανε σπουδές, ξέρει όμως κάθε επιστήμη. Περπατάει ξυπόλητος και ασκεπής. Πολλοί σαν Τον βλέπουν γελάνε, αλλά όταν στέκονται μπροστά Του τρέμουν και Τον θαυμάζουν. Λένε ότι ποτέ ξανά δεν έχει εμφανιστεί στα μέρη αυτά άνθρωπος σαν κι Αυτόν.

Επίσης λένε οι Εβραίοι ότι ποτέ δεν δόθηκαν συμβουλές ούτε κηρύχθηκε διδασκαλία σαν τη δική Του, πολλοί δέ από τους Ιουδαίους Τον θεωρούν Θεό. Άλλοι πάλι λένε ότι είναι εχθρός του Καίσαρα. Λένε επίσης ότι Αυτός ποτέ δεν δυσαρέστησε κάποιον, αλλά αντίθετα πάντα έκανε το καλό. Όλοι όσοι Τον γνωρίζουν λένε ότι τους ευεργέτησε. Παρόλα αυτά Καίσαρα είμαι πρόθυμος να υπακούσω στην Μεγαλειότητά σου και ότι με διατάξεις θα το κάνω ».

Ιερουσαλήμ

Ινδικτίωνος 7, σελήνης 11

ΠΟΥΛΒΙΟΣ ΛΕΝΤΟΥΛΟΣ

Διοικητής της Ιουδαίας

Υπάρχουν όμως και άλλες πηγές που μας μαρτυρούν την ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Αυτές είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν βρεθεί.

 

Αρχαιολογικά ευρήματα

 

E. L. Sukenik

Eleazar Lipa Sukenik (1889 – 1953) Ισραηλινός αρχαιολόγος και καθηγητής στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ.

Καθηγητής του εβραϊκού πανεπιστημίου, ο οποίος το 1945 ανακάλυψε σε ανασκαφή κοντά στην Ιερουσαλήμ δύο τάφους, οι οποίοι περιείχαν από μια σκαλιστή επιγραφή. Τις επιγραφές αυτές αργότερα τις ονόμασε «το αρχαιότερο έγγραφο του Χριστιανισμού». Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι επιγραφές αυτές χαράχθηκαν περίπου το 50 μ.Χ. και είναι αρχαιότατες, δηλαδή 15 χρόνια μόνο από το θάνατο του Ιησού.

Η πρώτη επιγραφή περιλάμβανε μια προσευχή προς τον Ιησού Χριστό για βοήθεια, ενώ η δεύτερη επιγραφή ήταν μια ικεσία που απευθύνονταν πάλι στον Ιησού και ζητούσε την ανάσταση εκ νεκρών.

Πάπυροι Οξυρρύγχου

 

Οι πάπυροι αυτοί αποδεικνύουν την ιστορικότητα του Ιησού. Πρόκειται για μια συλλογή παπύρων οι οποίοι γράφτηκαν μέχρι το 140 μ.Χ. Ορισμένοι από αυτούς τους παπύρους αναφέρουν λόγια του Ιησού που θυμίζουν κατά πολύ το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο.

 

Τίμιος Σταυρός

 

Η ανακάλυψή του αποτελεί το αδιαμφισβήτητο τεκμήριο της υπάρξεως του Κυρίου μας. Είναι γνωστό, ότι για να ανακόψει τις επισκέψεις των χριστιανών ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Ανδριανός, έκτισε πάνω στον Γολγοθά το ναό της Αφροδίτης. Το 326 μ.Χ. η Αγία Ελένη γκρέμισε τον ναό και άρχισαν εργασίες για να βρεθεί το Τίμιο ξύλο. Τελικά βρέθηκαν και οι τρείς σταυροί, του Ιησού Χριστού και των δύο ληστών. Για να καταλάβουν ποιός ήταν ο σταυρός του Ιησού, έφεραν και τους τρείς σε μια ετοιμοθάνατη άρρωστη γυναίκα. Μόλις αυτή ακούμπησε τον Τίμιο Σταυρό έγινε αμέσως καλά.

Ο Τίμιος Σταυρός αποτελεί κειμήλιο της παγκόσμιας κληρονομιάς, αλλά και αδιάσειστο στοιχείο που αποδεικνύει όχι μόνο την ιστορική ύπαρξη του Ιησού αλλά και το ότι η χριστιανική πίστη είναι ζωντανή, αφού η Σταύρωση, τα Πάθη και η Ανάσταση του Κυρίου αποτελούν τους θεμέλιους λίθους του Χριστιανισμού.

 

Η επιγραφή Ι. Ν. Β. Ι

 

Την 1η Φεβρουαρίου 1492 σημειώθηκε στη Ρώμη μια συγκλονιστική ανακάλυψη. Κατά τη διάρκεια των εργασιών για την αποκατάσταση μιας τοιχογραφίας, βρέθηκε πίσω από αυτήν μια πέτρινη πλάκα με χαραγμένη την επιγραφή «TITULUS CRUCIS». Οι εργάτες κατά την αφαίρεση της πλάκας αυτής, ανακάλυψαν μία κόγχη εντός της οποίας υπήρχε ένα μολύβδινο κιβώτιο που είχε σφραγισθεί από τον Αρχιεπίσκοπο της Μπολόνια καρδινάλιο Γεράρδο, τον μετέπειτα Πάπα Φωτεινό Β΄ (1144-1145). Μέσα σε αυτό υπήρχε ένα τεμάχιο της εγχάρακτης πινακίδας από το Σταυρό του Ιησού. Το τεμάχιο ήταν από ξύλο καρυδιάς και είχε χαραγμένη σε τρείς σειρές μια επιγραφή. Στη δεύτερη σειρά έγραφε «ΝΑΖΑΡΕΝΟΥΣ Β(ΑΣΙΛΕΥΣ)» και στη τρίτη σειρά «ΝΑΖΑRINUS RΕ(Χ)».

Σύμφωνα με τον Ρουφίνο και τον Θεοδώρητο Κύρου, η αυτοκράτειρα Ελένη, αφού βρήκε το Σταυρό του Χριστού, αφαίρεσε δύο κομμάτια. Το πρώτο το έστειλε στο γιο της στην Κωνσταντινούπολη και το δεύτερο το πήρε μαζί της στη βασιλική της κατοικία στη Ρώμη. Το ότι δεν γίνεται ξεχωριστή αναφορά για την αφαίρεση του επίμαχου τεμαχίου από την επιγραφή του Σταυρού, αυτό συνέβη κατά πάσα πιθανότητα, επειδή Σταυρός και επιγραφή θεωρούνταν ως ένα πράγμα. Μετά το θάνατό της, κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 4ου αιώνα μ.Χ., η μεγαλύτερη αίθουσα του παλατιού της μετετράπη σε χριστιανικό ναό, ο οποίος έλαβε την ονομασία «Ιερουσαλήμ». Μάλιστα, ο επίσκοπος Μεδιολάνων (374-397 μ.Χ.) Αμβρόσιος αναφέρει την ύπαρξη του επίμαχου τεμαχίου στη Ρώμη.

Στην εκκλησία αυτή και πιο συγκεκριμένα στο παρεκκλήσιο της Αγίας Ελένης, τοποθετήθηκε το τεμάχιο από την επιγραφή της θανατικής καταδίκης του Ιησού. Οι ιερείς του ναού έκρυψαν το κομμάτι αυτό το 455 μ.Χ., φοβούμενοι πιθανή καταστροφή του από επιδρομές των Βησιγότθων. Το ίδιο τεμάχιο ξανακρύφτηκε, αυτή τη φορά για άγνωστο λόγο, το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, από τον καρδινάλιο Γεράρδο και ανακαλύφθηκε κατά τύχη το 1492.

Από το 1520 έως το 1930, η επιγραφή παρέμεινε στο ναό του Αγίου Σταυρού (πρώην Ιερουσαλήμ). Το 1930 κτίστηκε δίπλα σ’ αυτόν ένα παρεκκλήσιο προς τιμήν της Αγίας Ελένης, και από τότε έως σήμερα η επιγραφή φυλάσσεται εκεί.

 

Βιβλία  με αναφορές στη σταύρωση του Χριστού

 

Νέα δεδομένα για τα τελευταία χρόνια του Χριστού πρόκειται να δουν το φως της δημοσιότητας μετά από ανακάλυψη 70 μεταλλικών εγχειριδίων με κρυπτογραφημένο υλικό για τη Σταύρωση Του, τα οποία βρέθηκαν σε σπηλιά της Ιορδανίας και αναμένεται ότι θα φέρουν στο φως άγνωστες πτυχές των πρώιμων χρόνων του Χριστιανισμού.

Το μέγεθος των σελίδων είναι παρόμοιο με πιστωτικής κάρτας και υπάρχουν χαραγμένες εικόνες και σύμβολα, που αναφέρονται στο Μεσσία και ειδικότερα στη Σταύρωση και την Ανάσταση Του. Τα εγχειρίδια είναι δεμένα με μεταλλικό σύρμα, ενώ κάποια από αυτά είναι σφραγισμένα.

Ο Βρετανός καθηγητής Αρχαιολογίας και Ιστορίας των Θρησκειών Ντέιβιντ Έλινγκτον ισχυρίζεται ότι «ίσως είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη στην ιστορία του Χριστιανισμού», ενώ ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σέφιλντ, Φίλιπ Ντέιβις, υποστηρίζει ότι «ανάμεσα στα περιεχόμενα διακρίνονται εικόνες που δείχνουν τα τείχη μιας πόλης, ένα σταυρό και ένα τάφο. Είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι πρόκειται για τα Ιεροσόλυμα και τη Σταύρωση του Χριστού».

Για να λυθεί το μυστήριο γύρω από το περιεχόμενο των εγχειριδίων χρειάζεται πρώτα να τα δώσει πίσω ένας Ισραηλινός, ο οποίος υποστηρίζει ότι είναι δικά του και της οικογένειάς του εδώ και εκατό χρόνια. Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι οι αποκαλύψεις από τα βιβλία αυτά θα ξεπεράσουν αυτές των 900 χειρογράφων της Νεκρής Θάλασσας που βρέθηκαν το 1947.

 

Το πρώτο πορτραίτο που φτιάχτηκε με τον Ιησού Χριστό

 

Ερευνητές έφεραν στο φως και ένα πορτραίτο το οποίο απεικονίζει μια φιγούρα ιδιαίτερα γνωστή που παραπέμπει σε έναν γενειοφόρο νέο άνδρα με μακριά, σγουρά μαλλιά. Παρ’ όλα αυτά, αν και όντας θαμμένο για περίπου 2.000 χρόνια σε ένα σπήλαιο κοντά στον Ιορδάνη ποταμό, στο ιδιότυπο αυτό πορτραίτο εύκολα μπορεί να διακρίνει κάποιος και τα σημάδια που έχει αφήσει στο μεταλλικό φύλλο το ακάνθινο στεφάνι στο μέτωπο του άνδρα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, το πορτραίτο αυτό είναι αποτυπωμένο επάνω σε ένα από τα συνολικά εβδομήντα λεπτά μεταλλικά φύλλα-κώδικες που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και ήδη κάποιοι ερευνητές πιθανολογούν πως ίσως να πρόκειται για το παλαιότερο πορτρέτο του Ιησού Χριστού δηλαδή μια εικόνα που φιλοτέχνησε κάποιος σύγχρονος του που τον ήξερε!

Το μέγεθος του κώδικα είναι μικρότερο από μια πιστωτική κάρτα, ενώ εντυπωσιακό είναι και το γεγονός πως είναι σφραγισμένος από όλες τις πλευρές κι έχει μία τρισδιάστατη απεικόνιση του ανθρώπινου κεφαλιού τόσο στο μπροστινό όσο και στο πίσω μέρος του. Τέλος, εύκολα διακρίνει κανείς επάνω στον κώδικα και το δακτυλικό αποτύπωμα του άγνωστου δημιουργού του (βλέπε εφημερίδα «Δημοκρατία», Δευτέρα 4 Απριλίου 2011).

 

Επίλογος

 

Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται και επιβεβαιώνεται επιστημονικά και ιστορικά η ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός δεν είναι απλά ο ιστορικός ιδρυτής ενός θρησκευτικού κινήματος, αλλά κάποιος που το πρόσωπο και το έργο του υπήρξαν αντικείμενο φιλοσοφικής και θεολογικής σκέψης.

Ως ιστορικό πρόσωπο, δηλαδή ως πρόσωπο υπαρκτό, εξετάζεται ως ένα ανθρώπινο ον που έζησε σε έναν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Καταδικάστηκε από τις ρωμαϊκές αρχές στην Ιουδαία με μαρτυρικό σταυρικό θάνατο, επειδή είχε ισχυριστεί πώς ήταν «Βασιλέας των Ιουδαίων», τίτλος που ουσιαστικά είχε πολιτικό περιεχόμενο.

Να σημειωθεί ότι την εποχή που έζησε ο Χριστός, η πολιτική εξουσία ασκούνταν από τον Ηρώδη Αντίπα (Γαλιλαία, Περαία), τον Πόντιο Πιλάτο (Ιουδαία, Σαμάρεια, Ιδουμαία) και τον Ιωσήφ Καϊάφα (αρχιερέας της Ιερουσαλήμ).

Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Μάρκο, ο Ιησούς Χριστός καταδικάστηκε επειδή διεκδικούσε δύο τίτλους (Μεσσίας και Υιός του Θεού). Το θέμα όμως των τίτλων αποτελούσε πρόφαση. Η άμεση αιτία της θανάτωσης του Ιησού ήταν η απειλή εναντίον του Ναού (Εβραϊκό ιερατείο).

 

Βιβλιογραφία


 

  • Καινή Διαθήκη (Ευαγγέλια κατά Μάρκον, κατά Ματθαίον, κατά Ιωάννη, κατά Λουκά).
  • Πράξεις των αποστόλων (ιη, 2).
  • Πλίνιος ο νεότερος, Επιστολή προς τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό Ανδριανό (Epist. X, XCVI).
  • Φλάβιος Ιώσηπος, Ιουδαϊκή αρχαιολογία, Άπαντα, τ. 14: Βιβλία ΙΖ, ΙΗ και  τ. 15: Βιβλία ΙΘ, Κ), Κάκτος, Αθήνα 1998.
  • The Complete Works of Takitus, New York, 1942.
  • Τάκιτος, Χρονικά, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, τόμος Β΄, βιβλίο XV (38,44),  2012.
  • Γάιος Σουητώνιος, Οι βίοι των Καισάρων: Περί επιφανών ανδρών, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1999.
  • Klausner, Jesus of Nazareth: His Life, Times and Teaching.
  • Εθνική Βρετανική Βιβλιοθήκη, αριθ. χειρογράφου BL Add. 14658 [ το χειρόγραφο αυτό αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης συλλογής περγαμηνών με κωδ. 14425, 14741 και βρέθηκε στο Συριακό μοναστήρι της Αιγύπτου].
  • Ε.Π. Σάντερς, Το Ιστορικό Πρόσωπο του Ιησού, εκδ. Φιλίστωρ.
  • Αρχιμ. Λεωνίδας Διαμαντόπουλος, Ιησούς Χριστός ως ιστορική προσωπικότης, ΕΚΔ. «Ο Σωτήρ», 1979.
  • F.F. Bruce, Η Ιστορικότητα του Ιησού Χριστού.
  • Κωνσταντίνος  Σ. Χατζηελευθερίου, Που βρίσκεται ο Σταυρός του Ιησού, περιοδικό απαγορευμένη ιστορία, τεύχος 3, σελ. 32.
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://www.apologitis.com
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://www.pentapostagma.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://pneymatiko.wordpress.com/

 

Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος

Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η πραγματική ιστορία για τον Άγιο Βασίλειο – Μύθοι και πραγματικότητα – Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος – Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.


 

Η παρούσα εργασία σκοπό έχει την ανάδειξη και παρουσίαση των πραγματικών ιστορικών στοιχείων που αφορούν το πρόσωπο του Μεγάλου Βασιλείου και τις διαφορές αυτού με άλλα «μυθικά πρόσωπα» της δυτικής παράδοσης.

Είναι γεγονός αναμφισβήτητο ότι η κάθε εποχή προσφέρει πάντοτε ερεθίσματα, στα οποία ανταποκρίνονται διάφορες ιστορικές μορφές, ποικίλου μεγέθους και σημασίας, καθώς επίσης θέτει και μια σειρά από ερωτήματα στα οποία απαντούν. Οι μεγάλες όμως μορφές υπερβαίνουν την εποχή τους, την διαμορφώνουν, την καθοδηγούν και κάποιες φορές την ανατρέπουν. Επιπλέον, ζουν μέσα σε αυτήν, αποδέχονται όσα τους προσφέρει αλλά και της προσφέρουν από τον πλούσιο εσωτερικό τους κόσμο.

Κάποιες φορές η εποχή δεν είναι έτοιμη, ενδεχομένως επειδή δεν είναι αρκετά ώριμη, να αξιοποιήσει όλα όσα της προσφέρουν ορισμένες μεγάλες μορφές, γι’ αυτό και επωφελείται από το έργο τους μεταγενέστερα. Σε αυτό τον κύκλο των μεγάλων ιστορικών μορφών ανήκει και ο Μέγας Βασίλειος της Καισαρείας, του οποίου η ζωή και η δράση δεν σημάδευσε μόνο την δική του εποχή, αλλά και τις επόμενες από αυτήν. Πόσοι όμως από εμάς γνωρίζουμε την πραγματική ιστορική ταυτότητα του Μεγάλου αυτού εκκλησιαστικού ανδρός?

Ειδικότερα, τις τελευταίες δεκαετίες όπου παρατηρείται η εισχώρηση στην Ελλάδα  μορφών, στοιχείων ή εθίμων δυτικής προελεύσεως και καταβολής, τα οποία έχουν οδηγήσει στην αλλοτρίωση συνειδήσεων και παραδόσεων. Κι αυτό συμβαίνει σήμερα σε ένα μεγάλο ποσοστό διότι ο Έλληνας λειτουργεί, εργάζεται και δημιουργεί ως μέλος μιας σύγχρονης τεχνολογικά ανεπτυγμένης αστικοβιομηχανικής κοινωνίας.

Μέσα σε μια τέτοια κοινωνία υλιστική, επιστρατεύθηκαν ήθη, έθιμα, παραδόσεις, ακόμα και Άγιοι της Ορθοδοξίας με σκοπό την προώθηση και την ικανοποίηση των υλικών αναγκών της. Από την άλλη, η έλλειψη υψηλών νοημάτων και αρχών οδήγησε στην αποξένωση του σύγχρονου Έλληνα από τον ίδιο του τον εαυτό και την ταύτισή του με την υλική αυτή πραγματικότητα.

Ο Άγιος Βασίλειος αποτελεί ένα κραυγαλέο παράδειγμα αλλοτρίωσης. Η εικόνα του σεμνού και ασκητικού Ιεράρχη που συνδέθηκε με την εορτή της Πρωτοχρονιάς αντικαταστάθηκε σιγά σιγά από τη πληθωρική μορφή του δυτικού Santa Claus όχι όμως για λόγους πνευματικούς, αλλά για εξυπηρέτηση υλικών – καταναλωτικών αναγκών και επιχειρηματικών συμφερόντων.

Μέσα από τη μελέτη αυτή θα επιχειρηθεί η διάκριση ανάμεσα στον Ορθόδοξο Μέγα Ιεράρχη Άγιο Βασίλειο και στις δυτικές απομιμήσεις ή παραλλαγές αυτού. Θα δούμε ότι η ιστορία του Αγίου Βασιλείου έχει υποστεί ουσιώδεις αλλαγές από την ορθόδοξη παράδοση. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η μετατροπή της μορφής του Αγίου Βασιλείου στο βορειοευρωπαίο και βορειοαμερικανό Santa Claus φαίνεται πως πέρασε στην αστική κυρίως τάξη κατά τη δεκαετία του 1950 και 1960 από τους συγγενείς μετανάστες, οι οποίοι με τις ευχητήριες κάρτες τους εισήγαγαν και στην Ελλάδα τη νέα μορφή του Αϊ Βασίλη.

  1. Ο Μ έ γ α ς  Β α σ ί λ ε ι ο ς  [330 μ.Χ – 379 μ.Χ]

 

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας

Ο Μέγας Βασίλειος ήταν ένας από τους Πατέρες και Αγίους της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπήρξε εξέχουσα εκκλησιαστική προσωπικότητα, σπουδαίος ιεράρχης και κορυφαίος θεολόγος. Γεννήθηκε στη Νεοκαισάρεια του Πόντου το 330 μ.Χ. από εύπορη οικογένεια χριστιανών και μεγάλωσε στην Καισαρεία της Καππαδοκίας. Οι σύγχρονοί του, ενώ ζούσε ακόμη, τον ονόμασαν «Μέγα», τόσο για την πίστη και τη σωφροσύνη του, όσο και για τη γενναιοδωρία του.

Ονομάστηκε από την Εκκλησία «Μέγας Οικουμενικός Διδάσκαλος» και «Ουρανοφάντωρ». Υπήρξε η μεγαλύτερη χριστιανική φυσιογνωμία μετά τον Μέγα Αθανάσιο. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Νανζιαζηνό υπήρξε «φίλος σοφώτατος, μεγαλόφρων και έξοχος εις παιδείαν». Ο άγιος Γρηγόριος αποκαλούσε τον Μέγα Βασίλειο ως «τον σπουδαιότερο άνθρωπο της εποχής του».

Ο Μέγας αυτός Ιεράρχης διέθετε μεγάλη παιδεία και ήταν προικισμένος με έξοχες πνευματικές και ηθικές αρετές. Υπήρξε πολύπλευρη προσωπικότητα, αμείλικτος διώκτης κάθε μορφής κοινωνικής αδικίας, υπερασπιστής των αδυνάτων, μέγας διδάσκαλος και θεσπέσιος ρήτορας, άμεμπτος άνθρωπος, αλλά και ένας ακατάβλητος αγωνιστής της πίστεως.

Αξιοποίησε το έπακρο και κατά τον καλύτερο τρόπο ότι διδάχθηκε κατά τους χρόνους της φοίτησής του στις ελληνικές φιλοσοφικές σχολές, υιοθετώντας ως οδηγό ζωής το Ευαγγέλιο του Χριστού. Με τον Μέγα Βασίλειο έγινε ο εκχριστιανισμός του Ελληνισμού και ο εξελληνισμός του Χριστιανισμού. Προήλθε η Ελληνοχριστιανική παιδεία, η οποία και αποτέλεσε τη βάση για την ανάπτυξη του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

 

Η οικογένειά του

 

Οσία Εμμελεία. Μητέρα δέκα τέκνων, ανάμεσά τους ο Άγιος Βασίλειος, ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο Άγιος Πέτρος Σεβαστείας, η Οσία Μακρίνα και ο Όσιος Ναυκράτιος. Η Εκκλησία την ανακήρυξε Αγία και τιμά τη μνήμη της κάθε χρόνο την 1η Ιανουαρίου και στις 30 Μαΐου. Τις ημέρες αυτές γιορτάζουν όσες φέρουν το όνομα Εμμέλεια.

Ο πατέρας του, ο Βασίλειος, ήταν δικηγόρος και δάσκαλος ρητορικής στον Πόντο, ενώ η μητέρα του Εμμέλεια ή Εμμελία [1] ήταν από τις πιο μορφωμένες και ενάρετες γυναίκες της εποχής. Οι γονείς του τον ανέθρεψαν με χριστιανικά ιδεώδη, ενώ φρόντισαν πολύ και για τη μόρφωσή του.

Ο αδελφός του Γρηγόριος ήταν επίσκοπος Νύσσης, ο αδελφός του Πέτρος επίσκοπος Σεβαστείας και ο αδελφός του Ναυκράτιος ασκήτευε στην έρημο του Πόντου και πέθανε σε ηλικία μόλις 27 χρόνων. Επιπλέον, οι αδελφές του ήταν όλες αφιερωμένες στο Θεό και μια από αυτές, η Αγία Μακρίνα, τον επηρέασε στη χριστιανική του πορεία.

 

Οι σπουδές του

 

Ο Μέγας Βασίλειος κατά το χρονικό διάστημα 341 – 343 μ.Χ έμαθε τα πρώτα του γράμματα στην Καισάρεια. Από εκεί, το 346 μ.Χ πήγε στην Κωνσταντινούπολη για ανώτερες σπουδές, όπου σπούδασε θεολογία και νομική από τον περίφημο εθνικό ρήτορα και σοφιστή Λιβάνιο. Τη χρονική περίοδο 347 – 350 μ.Χ μαθήτευσε πιθανόν κοντά στον ίδιο σοφιστή στη Νικομήδεια. Αργότερα, το χρονικό διάστημα 351 – 356 μ.Χ. συνέχισε τις σπουδές του στην Φιλοσοφική Σχολή των Αθηνών [2], όπου για πέντε χρόνια διδάχτηκε τη φιλοσοφία, τη ρητορική, την αστρονομία, την ιατρική, την φυσική, την φιλολογία, τη γεωμετρία και τα μαθηματικά.

Στην Αθήνα γνωρίστηκε καλά με τον ανιψιό του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου, τον Ιουλιανό, που αργότερα έγινε αυτοκράτορας. Επίσης, συνδέθηκε με βαθιά και ισόβια φιλία με τον συμφοιτητή του Γρηγόριο, που αργότερα έγινε επίσκοπος στη Ναζιανζό (μετέπειτα Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός).

 

Ο μοναχικός βίος και το συγγραφικό του έργο

 

Όταν επέστρεψε στην Καισαρεία, δίδαξε με επιτυχία τη ρητορική, όμως γρήγορα αποφάσισε να ασπασθεί το μοναχικό βίο. Επισκέφτηκε τα μεγάλα κέντρα του μοναχισμού στην Αίγυπτο, στη Μεσοποταμία, στην Παλαιστίνη και στην Κοίλη Συρία, για να γνωρίσει από κοντά τους ασκητές και να σπουδάσει το μοναχισμό, που του ασκούσε από πάντα μια ιδιαίτερη γοητεία.

Υπήρξε ένας μεγάλος μεταρρυθμιστής. Με συντροφιά το φίλο του Γρηγόριο Ναζιανζηνό, συνέταξαν ένα απάνθισμα από τα έργα του Ωριγένη, τη «Φιλοκαλία», και τους μοναχικούς κανόνες που αποτελούν τη βάση του ορθόδοξου μοναχισμού.

Η απαίτηση του λαού του τον έκαναν να διακόψει το μοναχικό βίο και να χειροτονηθεί πρεσβύτερος στην Καισαρεία της Καππαδοκίας. Στη μεγάλη πείνα του 368 κινητοποίησε τους πλούσιους να βοηθήσουν εκείνους, που είχαν ανάγκη και καθιέρωσε τη διανομή τροφίμων, ρούχων, χρημάτων και κάθε είδους βοήθειας σε φτωχές οικογένειες απόρων. Παράλληλα, ίδρυσε κοντά στην Καισαρεία μια ολόκληρη πόλη από φιλανθρωπικά ιδρύματα, γηροκομεία, νοσοκομεία, ξενοδοχεία και ορφανοτροφεία, που προς τιμήν του ονομάστηκε Βασιλειάδα.

 

Μέγας Βασίλειος

 

Το 370 μ.Χ διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο το μητροπολίτη Καισάρειας Ευσέβιο και αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην αντιμετώπιση των σοβαρών προβλημάτων της Εκκλησίας και στη φροντίδα του ποιμνίου του. Φρόντιζε πάντα όσους είχαν την ανάγκη του. Προς ανακούφιση των δεινοπαθούντων μερίμνησε να χτιστούν νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία και γηροκομεία.

Ως επίσκοπος Καισαρείας αντιμετώπισε διάφορες αιρέσεις και δογμάτισε για τον Τριαδικό Θεό. Έγραψε δογματικά, ασκητικά, ηθικά, παιδαγωγικά έργα, καθώς και ομιλίες, κηρύγματα και επιστολές. Κήρυξε την ελληνοχριστιανική παιδεία, στηριζόμενη στον Απόστολο Παύλο και τον Πλάτωνα. Άσκησε δριμεία πολεμική εναντίον της αίρεσης του Αρειανισμού με λόγους και συγγράμματα. Συμπλήρωσε με ευχές τη Θεία Λειτουργία και διακρίθηκε για το ήθος, τη σοβαρότητα και την αξιοπρέπειά του, καθώς επίσης για την ευσέβεια, την καλοσύνη και την ανθρωπιά του και παρέμεινε μέχρι το τέλος ακλόνητος στις αρχές και στα πιστεύω του.

Οι πολλές κοινωνικές και εκκλησιαστικές φροντίδες επηρέασαν αρνητικά τον ασθενικό οργανισμό του ασκητικού αυτού Ιεράρχη, που εκδήλωσε οξεία νόσο των νεφρών. Άρρωστος βαριά ο Βασίλειος εγκατέλειψε τα εγκόσμια πάμπτωχος σε ηλικία 48 ετών στις 31 Δεκεμβρίου του 378, αφήνοντας πίσω μεγάλη θλίψη και γενικό πένθος στο λαό. Η ταφή του αγίου λειψάνου του έγινε την 1η Ιανουαρίου του 379 μ.Χ. στην Καισάρεια της Καππαδοκίας.

 Ο πρωτοχρονιάτικος εορτασμός της μνήμης του Ιεράρχη, μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά σε όλο τον Ορθόδοξο Ελληνισμό και το φιλανθρωπικό του έργο ενέπνευσε πράξεις αλληλεγγύης και αγάπης. Τη μνήμη του Αγίου ή Μεγάλου Βασιλείου τη γιορτάζουμε δύο φορές μέσα στον Ιανουάριο, την Πρωτοχρονιά και την 30η του μηνός με τους Τρεις Ιεράρχες.

  1. Ο Άγιος Βασίλειος της Ελληνικής Λαογραφίας και της Ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης

 

Μέχρι το έτος 732 μ.Χ. η Ελλάδα υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Ρώμη και εόρταζε  την πρωτοχρονιά την 1η Ιανουαρίου, ενώ η Κωνσταντινούπολη εόρταζε την πρωτοχρονιά το Σεπτέμβριο. Έτσι δεν δυσκολεύτηκαν οι Έλληνες να δώσουν στη μνήμη του Μ. Βασιλείου πρωτοχρονιάτικο χαρακτήρα.

Μέχρι το 1922 στα χωριά της Καππαδοκίας το βράδυ της παραμονής ξεκινούσε πομπή που κατευθυνόταν στα σπήλαια, μακριά από τον οικισμό, όπου έλεγαν ότι ο Άγιος Βασίλειος είχε περάσει κάποτε από εκεί. Όσοι συμμετείχαν, κρατούσαν αναμμένες δάδες. Επικεφαλής της πομπής πήγαιναν οι ιερείς. Ακολουθούσαν τα μουσικά όργανα, οι νέοι του χωριού κρατώντας τουφέκια και οι νοικοκυρές που κουβαλούσαν  δίσκους και ταψιά με διάφορα φαγητά. Όταν έφθαναν στη σπηλιά κρεμούσαν σε ένα δέντρο τα φαγητά, πιστεύοντας ότι θα τα ευλογήσει ο Άγιος. Στη συνέχεια οι Ιερείς τελούσαν ολιγόλεπτη δέηση. Επέστρεφαν στο χωριό αργά τα μεσάνυχτα.

Ο Αϊ Βασίλης των Ελλήνων απέχει πολύ από το χοντρούλη και εύθυμο Santa Claus της Βόρειας Ευρώπης. Η παράδοση και οι γραπτές μαρτυρίες τον παρουσιάζουν αδύνατο, μελαχρινό, με μαύρα γένια και γελαστό πάντα. Σύμφωνα με την παράδοση αμέσως μετά τα Χριστούγεννα ξεκινούσε πεζός μ’ ένα ραβδί στο χέρι, απ’ όπου με θαυμαστό τρόπο βλάσταιναν ή ζωντάνευαν κλαδιά και πέρδικες -σύμβολα δώρων- και περνούσε από διάφορους τόπους. Δεν έφερνε στους ανθρώπους δώρα. Τα δώρα του ήταν περισσότερο συμβολικά: η ιερατική ευλογία του και η καλή τύχη.

Κατά τους χριστιανικούς χρόνους, οι εορταζόμενοι Άγιοι έγιναν προστάτες των αγρών, όπως οι Άγιοι Γεώργιος και Τρύφων, ή της κτηνοτροφίας (Άγιος Μόδεστος), και στη μνήμη τους γίνονται εκδηλώσεις – λιτανείες, αγώνες ιππασίας κ.α. Το ίδιο συμβαίνει και με την περίπτωση του Αγίου Βασιλείου που ως ζευγολάτης ή σπορέας πίστευαν ότι τριγυρίζει στους ελληνικούς αγρούς και συμμετέχει στο μόχθο των αγροτών.

Ο Μ. Βασίλειος είναι δημοφιλής στην ελληνική ύπαιθρο, γιατί όχι μόνο διότι συμμερίζεται το μόχθο και την ταλαιπωρία του αγρότη, αλλά και γιατί είναι πάντοτε κοντά του, τον διδάσκει και τον αγαπά. Οι αγρότες του ζητούν να ακουμπήσει το ραβδί του, όπως οι παλαιοί Ραψωδοί, και να τους πεί λόγους παραμυθίας. Χαρακτηριστική είναι και η χαλκογραφία που εικονίζει τον Άγιο ως «Οδοιπόρο» που περιφέρεται από χωριό σε χωριό, στηρίζεται στη ράβδο του φιλοσόφου και κρατάει τα παραδοσιακά εργαλεία της γραφής, δηλαδή «κάλαμο», «καλαμάριον – μελανοδοχείο», «χαρτία».

Ο Μηνάς Αλεξιάδης, καθηγητής λαογραφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, υποστηρίζει ότι ο Άγιος Βασίλειος είναι «κάτι ανάμεσα στον Μέγα Βασίλειο της Καισαρείας (έναν από τους Τρείς Ιεράρχες) και σε ένα πρόσωπο – σύμβολο του Ελληνισμού, που έφευγε από τα βάθη της Ασίας και έφτανε μέχρι την Πελοπόννησο και τη Μακεδονία, και από εκεί μέχρι την Κύπρο. Ο δικός μας Άγιος Βασίλης είναι πεζοπόρος, κρατά στα χέρια του ένα ραβδί, συζητά με όλους τους ανθρώπους στο δρόμο και εύχεται καλοτυχία και καλή χρονιά στον κόσμο. Δεν έχει σάκο, ούτε κοφίνι. Δε φέρνει δώρα, αλλά την καλοχρονιά. Η 1η Ιανουαρίου ήταν η ημέρα θανάτου του Μ. Βασιλείου και έτσι η ελληνική παράδοση θεώρησε ότι ο Άγιος Βασίλειος είναι εκείνος που φέρνει καλοτυχία και ευλογεί τη χρονιά».

Σύμφωνα με τον Δημήτριο Λουκάκο, καθηγητή της λαογραφίας, ο Άγιος Βασίλειος «ήταν ένας πρωτοχρονιάτικος Άγιος που ξεκινούσε από τα βάθη της Μικράς Ασίας και έφθανε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του Ελληνισμού. Δεν κρατούσε στην πλάτη του σακί με δώρα αλλά έφερνε στους ανθρώπους την καλή τύχη και την ευλογία του. Στο χέρι του κρατούσε ραβδί από το οποίο βλάσταιναν κλαδιά και πετούσαν πέρδικες, σύμβολα των δώρων που θα μπορούσε να μοιράζει στους ευνοούμενούς του».

Στην Ορθόδοξη χριστιανική παράδοση γενικά, ο Άγιος Βασίλειος ήταν μικρασιάτης, μελαχρινός, αδύνατος, γελαστός, με μαύρα γένια και σμιχτά φρύδια. Ήταν ντυμένος σαν βυζαντινός πεζοπόρος και φορούσε σκουφί στο κεφάλι και πέδιλα στα πόδια του.

  1. Ο Άγιος Βασίλειος στην παράδοση της Δύσεως και των λαών της Ευρώπης

 

Οι ρίζες της εορτής της Πρωτοχρονιάς, με την οποία έχει συνδεθεί και η μορφή του Αγίου Βασιλείου, εντοπίζονται κατά την εορτή του χειμερινού ηλιοστασίου που εορταζόταν από την προϊστορική εποχή από όλους σχεδόν τους λαούς της βορειοδυτικής Ευρώπης. Την ημέρα εκείνη οι άρχοντες κάθε τόπου συνήθιζαν να γιορτάζουν μαζί με τους υπηκόους τους στους δρόμους, προσφέροντας δώρα στα μικρά παιδιά, φυτεύοντας και στολίζοντας αειθαλή δένδρα και φτιάχνοντας στεφάνια από τα κλωνάρια τους.

Στις παραδόσεις των λαών της Ευρώπης υπάρχει παντού κάποιο μυθικό πρόσωπο (νεράϊδα, ξωτικό ή θεός) που κάποια συγκεκριμένη ημέρα του χρόνου και για κάποιον συγκεκριμένο λόγο μοιράζει δώρα στα μικρά παιδιά.

Ρωμαίοι

Την 25η Δεκεμβρίου γιόρταζαν τα Μπρουμάλεια (η λέξη υποδηλώνει την μικρότερη ημέρα του χρόνου, dies brevissima > brevma > bruma), όπου τιμούσαν την «ημέρα του αήττητου Ήλιου» (dies natalis invicti solis).

Κέλτες

Στην παράδοσή τους υπάρχει ο καλοκάγαθος γίγαντας Γκαργκάν, ο οποίος κουβαλούσε πάντα ένα τεράστιο καλάθι γεμάτο δώρα.

Ιταλία

Στην παράδοση των Ιταλών υπάρχει η Λα Μπεφάνα, η οποία μοίραζε δώρα στα παιδιά και αποκάλυπτε στις νέες και τους νέους μυστικά για το μελλοντικό τους γάμο. Αυτό το έκανε σαν τιμωρία επειδή αμέλησε να ακολουθήσει τους τρείς μάγους κατά την επίσκεψη αυτών στο νεογέννητο Χριστό.

Ρωσία

Στην παράδοση της προεπαναστατικής Ρωσίας υπάρχει η γριά Μπαμπούσκα, η οποία καταδικάστηκε να τριγυρνάει την ημέρα των Θεοφανίων και να μοιράζει δώρα στα παιδιά, επειδή έδωσε λάθος κατευθύνσεις για το δρόμο προς τη Βηθλεέμ.

Ολλανδία – Βέλγιο – Γερμανία

Στις χώρες αυτές το πρόσωπο του φορέα των δώρων έχει ταυτιστεί με την ιστορία του Αγίου Νικολάου, αρχιεπισκόπου Μύρων, ο οποίος φημιζόταν για τη γενναιοδωρία του. Ο Άγιος Νικόλαος ενέπνευσε την μυθική μορφή του Sinter Klaas, που τιμάται σε Βέλγιο, Ολλανδία και Γερμανία.

Κατά τον 12ο αιώνα Γαλλίδες καλόγριες μοίραζαν δώρα στη μνήμη του Αγίου Νικολάου στις 6 Δεκεμβρίου. Αυτή θεωρείται και η απαρχή του εθίμου στη δυτική κουλτούρα. Την ίδια εποχή γίνεται και η σύνδεση του Αγίου Νικολάου με την πληθωρική σκανδιναβική θεότητα Οντίν, ο οποίος διέθετε πλούσια γενειάδα και πετούσε καβάλα σε οκτάποδο άλογο.

 

  1. Ο Άγιος Νικόλαος στην ορθόδοξη παράδοση. Ο Saint Nicholas στην Ευρώπη.

 

Στην Ευρώπη, το πρόσωπο του φορέα δώρων έχει ταυτιστεί με την ιστορία του Αγίου Νικολάου, αρχιεπίσκοπου Μύρων, που φημιζόταν για τη γενναιοδωρία και τις καλές πράξεις του.

Σύμφωνα με την ορθόδοξη παράδοση, ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε το 280 μ.Χ. στα Πάταρα, μια παραθαλάσσια πόλη της Λυκίας, στη σημερινή Τουρκία, από ευσεβείς και πολύ πλούσιους γονείς. Ο Νικόλαος, όμως, τους έχασε σε ηλικία δεκατριών ετών εξαιτίας ενός λοιμού και έγινε κληρονόμος μιας μεγάλης περιουσίας, την οποία διέθεσε για να ανακουφίζει τους φτωχούς και όλους όσοι είχαν ανάγκη. Ο θείος του, που ήταν ιερέας, τον έβαλε σε μοναστήρι ώστε να γίνει και ο ίδιος ιερέας. Σε ένα ταξίδι του στα Ιεροσόλυμα, χειροτονήθηκε ιερέας και σε σύντομο χρονικό διάστημα έγινε επίσκοπος Μύρων (σημ. το Ντεμρέ της νότιας Τουρκίας), παρόλο που ήταν πολύ νέος. Ήταν γνωστός ως «το αγόρι επίσκοπος».

Την εποχή εκείνη, ο ρωμαίος αυτοκράτορας Διοκλητιανός εξέδωσε διάταγμα, που όριζε ότι όλοι οι υπήκοοι θα πρέπει να προσκυνούν τον αυτοκράτορα σαν θεό. Η άρνηση του Νικολάου, όπως και χιλιάδων άλλων χριστιανών να υπακούσουν στο διάταγμα, τους οδήγησε στη φυλακή. Ύστερα από δέκα χρόνια ο Νικόλαος και οι υπόλοιποι φυλακισμένοι ελευθερώθηκαν χάρη στον Μέγα Κωνσταντίνο, διάδοχο του Διοκλητιανού.

 

Άγιος Νικόλαος Αρχιεπίσκοπος Μύρων της Λυκίας – Β΄ μισό 17ου αιώνα. Αποκαλύφθηκε κάτω από νεώτερο στρώμα με παράσταση του αγίου Σπυρίδωνα. Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.

 

Το 313 μ.Χ. ο Νικόλαος έγινε και πάλι επίσκοπος Μύρων και απέκτησε ιδιαίτερα καλή φήμη. Έφυγε από τη ζωή σε βαθύ γήρας το 330 ή 333/4 μ.Χ. Σύμφωνα με την Καθολική εκκλησία πέθανε στις 6 Δεκεμβρίου του 342 μ.Χ. Την 6η Δεκεμβρίου τιμάται η μνήμη του και από τις δύο εκκλησίες, Ανατολική Ορθόδοξη και Δυτική.

Πώς, όμως, ο επίσκοπος Μύρων έγινε ο Άγιος του Μπάρι; Πώς έγινε και ο θρύλος του προστάτη των ναυτικών εξελίχθηκε σ’ αυτόν που προσφέρει δώρα στα παιδιά; Πώς εμφανίστηκε στη δυτική Ευρώπη το έθιμο της ανταλλαγής και της προσφοράς δώρων στα παιδιά την ημέρα της μνήμης του Αγίου στις 6 Δεκεμβρίου;

Με το πέρασμα των χρόνων η φήμη του ως θαυματουργού αγίου εξαπλώθηκε στη δύση, ιδιαίτερα μεταξύ των ναυτικών. Το 1087 τρία ιταλικά εμπορικά πλοία από το Μπάρι, επέστρεφαν στην Ιταλία από την Αντιόχεια. Έκαναν στάση στη Μύρα, προσκύνησαν τον τάφο του Αγίου προστάτη των θαλασσινών, καθώς και το μέρος που έβγαινε το «Άγιο μύρο». Παρά τις αντιρρήσεις των ντόπιων χριστιανών, έσπασαν τη σαρκοφάγο του Αγίου και πήραν τα λείψανα με το πρόσχημα, ότι θα τα διαφυλάξουν από τους Σελτζούκους που διαφέντευαν την περιοχή.

Η πραγματική αιτία όμως έγκειται στο γεγονός ότι ο τάφος του Αγίου υπήρξε ανέκαθεν τόπος προσκυνήματος και η πόλη που τον φιλοξενούσε απολάμβανε πολλά οικονομικά οφέλη από τους προσκυνητές, που έρχονταν από διάφορα μέρη. Έτσι, με την πρώτη ευκαιρία οι Ιταλοί θέλησαν να κερδίσουν αυτά τα οφέλη.

Οι Ιταλοί ναυτικοί έφτασαν στο Μπάρι έχοντας φτιάξει μια ειδική θήκη για τα λείψανα του Αγίου. Η υποδοχή του λαού υπήρξε θερμή και έγινε μεγάλος εορτασμός, ενώ διαδόθηκαν φήμες ότι εκείνη την ημέρα θεραπεύτηκαν σαράντα επτά άνθρωποι και πολλοί άλλοι τις επόμενες ημέρες. Οι κάτοικοι του Μπάρι έχτισαν προς τιμήν του αγίου ένα μεγαλόπρεπο ναό, για να στεγάσουν το λείψανό του, ο οποίος κηρύχθηκε ιερός τόπος προσκυνήματος από τον πάπα Ουρβανό Β’. Πολύ σύντομα ο ναός έγινε ένα από τα σπουδαιότερα χριστιανικά κέντρα στη διάρκεια του μεσαίωνα. Ακόμα και σήμερα την ημέρα της εορτής του γίνεται μεγάλο θρησκευτικό πανηγύρι στο Μπάρι.

Μαζί όμως με τα λείψανα του Αγίου ήρθαν στη Δύση και οι θρύλοι που τον συνόδευαν. Ο θρύλος του Αγίου Νικολάου απέκτησε ιδιαίτερη φήμη και άρχισε να απεικονίζεται με λευκή γενειάδα, να πετάει στον ουρανό πάνω σε ένα λευκό άλογο.

Σύμφωνα με ένα γνωστό μύθο, ένας έμπορος στα Πάταρα έχασε την περιουσία του και δεν μπορούσε να ζήσει την οικογένειά του. Οι τρεις κόρες του, για να βγάλουν την οικογένεια από τη δύσκολη θέση, αποφάσισαν να ρίξουν κλήρο και όποια έβγαινε, θα γινόταν πόρνη για να μαζέψει χρήματα για την προίκα των άλλων δυο αδελφών της. Ο κλήρος έπεσε στη μεγαλύτερη.

Ο Άγιος Νικόλαος έμαθε την τραγική κατάσταση της οικογένειας και θέλησε να βοηθήσει. Έτσι, κατά τη διάρκεια της νύχτας για να μη γίνει αντιληπτός, έριξε χρυσό από την καμινάδα και αυτός προσγειώθηκε μέσα σε μια κάλτσα, που οι κόρες είχαν κρεμάσει στο τζάκι για να στεγνώσει. Έτσι, προέκυψε το έθιμο να μπαίνουν τα δώρα σε κάλτσες κρεμασμένες στο τζάκι. Επίσης, επειδή ο Άγιος Νικόλαος δώριζε στους ανθρώπους ό,τι είχαν ανάγκη, προέκυψε το έθιμο της ανταλλαγής δώρων την παραμονή της ημέρας του θανάτου του. Τα έθιμα αυτά γνώρισαν μεγάλη αποδοχή στη μεσαιωνική Ευρώπη, ιδιαίτερα στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία, όπου τα δώρα ήταν συνήθως χειμωνιάτικα φρούτα, καρύδια και γλυκά.

Στην ορθόδοξη παράδοση έγινε ο προστάτης των παιδιών και των ναυτικών. Επιπλέον, είναι ο προστάτης της Μόσχας και της γεωργίας στη Ρωσία, και του ναυτικού στην Ολλανδία. Στην Ολλανδία, τα χρόνια εκείνη ο Προτεσταντισμός απαγόρευε την αναγνώριση αγίων. Όμως ο Άγιος Νικόλαος επέζησε με το όνομα Sinter Klaas, ο οποίος την 6η Δεκεμβρίου παριστάνεται με ιερατική στολή και επισκοπική ράβδο να μοιράζει δώρα στα παιδιά.

Χρειάστηκε να περάσουν αιώνες για να μεταμορφωθεί η εικόνα του καλού επισκόπου σε αυτήν του Άη Βασίλη με τα κόκκινα. Με τα χρόνια ο Saint Nicholas μετατράπηκε σε Santa Claus και το έθιμο της ανταλλαγής δώρων συνδέθηκε σιγά, σιγά με τα Χριστούγεννα. Να σημειωθεί ότι κατά τον 19ο αιώνα ο Άγιος Νικόλαος θεωρήθηκε σε ολόκληρη περίπου την Ευρώπη το christkindlein δηλαδή ως το παιδί του Χριστού.

 

The Feast of Saint Nicholas

 

  1. Από τον Saint Nicholas στον Sinter Klaas

 

Κάρτα Αγίου Νικολάου. Αρχείο της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου στο North Walsham, Αγγλία.

Στα χρόνια της μεταρρύθμισης του προτεσταντισμού, η Καθολική εκκλησία βρισκόταν σε παρακμή. Ο Μαρτίνος Λούθηρος δε δεχόταν τη λατρεία των αγίων και θεωρούσε, ότι η γιορτή του Αγίου Νικολάου ήταν «παιδική και ψεύτικη», με αποτέλεσμα η φήμη του Αγίου να περιοριστεί σχεδόν σε όλη την Ευρώπη. Στις Κάτω Χώρες όμως και ιδίως στο Βέλγιο και στην Ολλανδία, ο Sinter Klaas (Saint Nicholas) εξακολουθούσε να λατρεύεται από τους προτεστάντες ως προστάτης των ναυτικών, των εμπόρων και των παιδιών.

Οι Ολλανδοί, που ήταν ναυτικός λαός, μετέφεραν τη φήμη του Αγίου Νικολάου από την Ιταλία και την Ισπανία στο Άμστερνταμ. Επηρεασμένοι από τη συμμαχία τους με τους Ισπανούς και συμμετέχοντας στις πανηγυρικές τους εκδηλώσεις για τη γιορτή του Αγίου Νικολάου, σύντομα τον συγχώνευσαν με ένα δικό τους παγανιστικό, πληθωρικό τοπικό ήρωα του χειμώνα, τον Wooden, που ήταν γερμανικής και σκανδιναβικής προέλευσης. Η θεότητα αυτή διέθετε πλούσια γενειάδα και πετούσε καβάλα σε οκτάποδο άλογο.

Η νέα μορφή του Αγίου Νικολάου για τους Ολλανδούς δεν είχε πια αυστηρή μαύρη γενειάδα, αλλά ολόλευκη και πολύ μεγάλη. Δεν έμοιαζε με τον αδύνατο, αυστηρό Επίσκοπο των Καθολικών. Αντίθετα, ερχόταν με πλοίο από την Ισπανία, είχε μαζί του ένα μαυριτανό βοηθό τον Zwart Piet (Μαύρο Πητ) και γύριζε τη χώρα καβάλα στο άσπρο άλογό του. Η φιγούρα του Sinter Klaas μπορεί ακόμη να γυρίζει στους δρόμους και τα κανάλια του Άμστερνταμ, όμως το ταξίδι του συνεχίστηκε στην Αμερική.

  1. Από τον Ολλανδό Sinter Klaas στον Αμερικανό Santa Claus

 

Το όνομα «Santa Claus» αποτελεί μια παράφραση του Ολλανδικού ονόματος «Sinter Klaas». Προέκυψε από το όνομα Claus (Klaas και Claus από το Nicholas ή Nicholaus).

Το έτος 1626 Ολλανδοί Καλβινιστές μεταναστεύοντας στην Αμερική, πήραν μαζί τους για φυλακτό και την εικόνα του Αγίου Νικολάου (Sinter Klaas). Το Νέο Άμστερνταμ, που αργότερα ονομάστηκε Νέα Υόρκη, ήταν ο επόμενος σταθμός του Αϊ Βασίλη. Στην Αμερική, ο Άγιος Βασίλειος αλλάζει μορφή και αποκτά αμερικάνικα χαρακτηριστικά.

Στην Αμερική για πολλά χρόνια, εξαιτίας της επικράτησης των αγγλικής καταγωγής μεταναστών, ο Sinter Klaas παρέμεινε στα αζήτητα, ώσπου το έτος 1773 επανεμφανίζεται. Το Δεκέμβριο του 1773 και του 1774, εφημερίδα της Νέας Υόρκης αναφέρει, ότι ομάδες ολλανδικών οικογενειών συγκεντρώθηκαν για να τιμήσουν την επέτειο του θανάτου του Αγίου Νικολάου.

 

Sinter Klaas ((Άγιος Νικόλαος)

 

Το 1804 ο John Pintard, μέλος της Ιστορικής Κοινότητας της Νέας Υόρκης (New York Historical Society), στην ετήσια συγκέντρωση του συλλόγου στην πόλη της Νέας Υόρκης, μοίρασε ξυλογραφίες με τη μορφή του Αγίου Νικολάου. Το φόντο της εικόνας περιλάμβανε οικείες εικόνες του Αγίου με έντονες τις αρχικές ορθόδοξες ρίζες της, αλλά και με ένα τζάκι δίπλα του που είχε κρεμασμένες πάνω του κάλτσες γεμάτες δώρα, παιχνίδια και φρούτα. Η εικόνα αυτή υπονοούσε την επίσκεψη του Αγίου στα σπίτια. Επί της εικόνας αναγραφόταν ρητά η εορτή στις 6 Δεκεμβρίου και το πραγματικό ελληνικό όνομα του Αγίου Νικολάου.

Thomas Nast (1840-1902)

Αυτός όμως που ανασκεύασε το θρύλο, φαίνεται ότι είναι ο Αμερικανός λαϊκός συγγραφέας Washington Irving. Το 1809, γράφοντας την ιστορία της Νέας Υόρκης για λογαριασμό του Ιστορικού Συλλόγου της Νέας Υόρκης, ανέφερε τον Άγιο Νικόλαο σαν τον προστάτη άγιο της Νέας Υόρκης. Εκεί ο Άγιος Νικόλαος εμφανίζεται ως πολεμικός προστάτης των Αμερικανών επαναστατών, σαν ένα αντίβαρο του Αγίου Γεωργίου, που ήταν ο προστάτης του αγγλικού στρατού. Ο Washington Irving δανείστηκε στοιχεία από την ολλανδική εκδοχή του Αγίου Νικολάου και τον περιέγραψε να έρχεται πάνω στο άλογό του την παραμονή της εορτής του και να μοιράζει δώρα.

Το έτος 1812 ο συγγραφέας Washington Irving αναθεώρησε το βιβλίο του και ο Άγιος Νικόλαος εμφανιζόταν μέσα σε ένα βαγόνι, το οποίο μπορούσε και πετούσε πάνω από τα δέντρα.

Το Δεκέμβριο του έτους 1823, ο προτεστάντης αστός καθηγητής Κλέμεντ Κλάρκ Μούρ έγραψε για τις τρείς κόρες του ένα χριστουγεννιάτικο παιδικό ποίημα με τίτλο «Η νύχτα του Άγιου Νικόλα» ή όπως έμεινε γνωστή «The Night before Christmas» (Η νύχτα πριν από τα Χριστούγεννα) και το δημοσίευσε σε μια εφημερίδα της Νέας Υόρκης. Στο ποίημα αυτό περιέγραφε τον Άγιο Νικόλαο σαν καλικάντζαρο που έμπαινε στα σπίτια από την καμινάδα και ταξίδευε με ένα ιπτάμενο έλκηθρο που το έσερναν οκτώ τάρανδοι: Ντάσερ, Ντάνσερ, Μπράνσερ, Βίξεν, Κόμετ, Κιούμπιντ, Ντόντερ και Μπλίτσεν. Έχοντας με αυτό τον τρόπο δανειστεί στοιχεία από τη φιγούρα του Irving, αλλά και από γερμανικούς και σκανδιναβικούς μύθου, η αμερικανική εκδοχή του Santa Claus και της δράσης του στη σημερινή παγκόσμια αποδοχή ήταν πια γεγονός.

Η ιστορία αυτή εικονογραφήθηκε το 1863 κατά τη διάρκεια του αμερικανικού Εμφυλίου από τον χιουμοριστικό πολιτικό καρτουνίστα Τόμας Νάστ, γερμανικής καταγωγής, ο οποίος εργαζόταν στο Harper’s Weekly, το μεγαλύτερο εικονογραφημένο περιοδικό της εποχής και του είχε ανατεθεί να απεικονίζει με αλληγορικές εικόνες τα δρώμενα του πολέμου. Μία από αυτές ήταν «Ο Άγιος Βασίλης στο στρατόπεδο», όπου παρουσιάστηκε για πρώτη φορά ο Άγιος με τα χαρακτηριστικά ενός ευτραφούς, ροδαλού άνδρα, στολισμένου από άστρα, ο οποίος μοίραζε δώρα σε ένα στρατόπεδο των Βορείων.

 

«Ο Άγιος Βασίλης στο στρατόπεδο», σχέδιο του Τόμας Νάστ για το εικονογραφημένο περιοδικό Harper’s Weekly, 1863.

 

Ο σκιτσογράφος Τόμας Νάστ δανείστηκε για τη δημιουργία του στοιχεία από γερμανική λαϊκή παράδοση των Χριστουγέννων, αλλά και την παραδοσιακή μορφή του πλανόδιου Γερμανού εμπόρου. Βασισμένος στην επιτυχία που γνώρισε το έργο του ο Ναστ συνέχισε να παράγει σχέδια του Άγιου Βασίλη κάθε Χριστούγεννα κατά την περίοδο του Εμφυλίου Πολέμου. Και η σύλληψή του έγινε αποδεκτή, γιατί έδωσε στην παραδοσιακή ασκητική, αυστηρή και αποστεωμένη εικόνα του Father Christmas μια άλλη διάσταση, που αντικατόπτριζε την αφθονία και την ευμάρεια της Αμερικανικής κοινωνίας εκείνης της εποχής.

 

Santa Claus. Σχέδιο του Τόμας Νάστ.

 

Santa Claus. Thomas Nast (1840-1902)

 

Μετά το τέλος του Αμερικανικού Εμφύλιου, κυκλοφόρησε η πιο γνωστή απεικόνιση του Αγίου, όπου παρουσιάζεται να διακοσμεί ένα έλατο, να φτιάχνει παιχνίδια, να διαβάζει παραμύθια στα παιδιά και να εξερευνά τον κόσμο με το τηλεσκόπιό του προς αναζήτηση σοφών παιδιών. Στη δημοφιλία του Άη Βασίλη συμμετοχή είχε και το παιδικό βιβλίο «The Life and Adventures of Santa Claus» που εκδόθηκε και κυκλοφόρησε το έτος 1902.

Ο Αμερικανός Άγιος Βασίλης δείχνει το όνειρο της τότε αμερικανικής κοινωνίας, η οποία στηριζόταν στην ευημερία, την καλοπέραση, την ευδαιμονία, την αγαθοσύνη και την μακροημέρευση του ανθρώπου. Απέρριπτε την ηθική που δίδασκε ο Χριστιανισμός. Δεν καταδίκαζε τους πλούσιους, ούτε απαιτούσε από αυτούς να δίνουν και στους φτωχούς, αντίθετα μοίραζε δώρα και στα πλούσια και στα φτωχά παιδιά χωρίς να ξεχωρίζει.

  1. Ο Santa Claus της Coca-Cola

 

Μέχρι τη δεκαετία του 1930 η στολή του Αϊ Βασίλη είχε τα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τι έγινε, όμως, και άλλαξε μορφή; Ποιος τον έκανε έτσι, όπως ακριβώς τον γνωρίζουμε σήμερα;

 

H πρώτη εταιρία που χρησιμοποίησε τον Άγιο Βασίλη  ήταν η εταιρία αναψυκτικών «white Rock Beverages» το έτος 1915 για να πουλήσει μεταλλικό νερό.  Η ίδια εταιρία τον ξαναχρησιμοποίησε το 1923 για να πουλήσει το αναψυκτικό τζίντζερ – έιλ. Αν και ο σκιτσογράφος Τόμας Νάστ φαντάστηκε πρώτος την εικόνα του Άϊ Βασίλη, η εταιρία Coca-Cola όμως αποτέλεσε την αφορμή για να γίνει η μορφή του τόσο δημοφιλής. Η  Coca-Cola δημιουργήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Όταν πρωτοδημιουργήθηκε, σκοπός της εταιρίας για το προϊόν ήταν να λανσαριστεί ως ένα προϊόν με θεραπευτικές ιδιότητες.

Haddon Sundblom (1899 -1976)

 

Κατά τη δεκαετία του 1930, οι πωλήσεις του προϊόντος είχαν πέσει αισθητά. Η εταιρία τότε αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τον Santa Claus στη χειμωνιάτικη διαφημιστική της εκστρατεία και ανέθεσε σε έναν άλλο Αμερικανό καλλιτέχνη, τον Haddon Sundblom (Χέιντον Σάντμπλομ), να τον σχεδιάσει. Εκείνος διάλεξε για τον Άγιο τα χρώματα του δημοφιλούς αναψυκτικού, για να σηματοδοτεί στους καταναλωτές το συσχετισμό του κόκκινου της Coca Cola και του Άη Βασίλη. Να σημειωθεί ότι μέχρι τότε ο Άγιος Βασίλης απεικονιζόταν με πράσινα ρούχα.

 H νέα εικόνα περιλάμβανε έναν λευκό άνδρα που φορούσε μαύρες μπότες, μακρύ κόκκινο σκουφί, κόκκινη στολή, είχε λευκή γενειάδα, άσπρη γούνα,  έλκηθρο και οκτώ τάρανδους, και έφερνε χαρά στην οικογένεια απλά με ένα μπουκάλι coca cola. Η Coca Cola  χρησιμοποίησε την εικόνα αυτή για να αυξήσει την κατανάλωσή της κατά την χειμερινή περίοδο μέσω των γνωστών της διαφημίσεων. Στη συνέχεια οι εφημερίδες αναπαρήγαγαν τον μύθο. Αυτή η εικόνα παραμένει μέχρι σήμερα.

  1. Σ υ μ π έ ρ α σ μ α

 

Είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι ο Άγιος Βασίλειος παραμένει μέχρι σήμερα ο αγαπημένος άγιος των παιδιών. Το διαχρονικό ερώτημα που υπάρχει και σχετίζεται με την ύπαρξή του, αφορά κυρίως τη σχέση του κοκκινοφορεμένου με την άσπρη γενειάδα παππού με την ελληνική χριστιανική παράδοση και λιγότερο με την προσφορά των δώρων.

Η σημερινή μορφή του Άϊ – Βασίλη αποτελεί μια διεθνή λαογραφική μορφή, η οποία διανέμει δώρα σε παιδιά και ενήλικους που υπήρξαν «καλοί» κατά τη διάρκεια του έτους. Δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένα συνονθύλευμα διαφορετικών μύθων από διαφορετικές εποχές και περιοχές του κόσμου, το οποίο εξελίχθηκε μέσα στο χρόνο σύμφωνα με τις ανάγκες της κάθε εποχής. Σε κάθε περίπτωση ο σημερινός Άη Βασίλης είναι δημιούργημα του Αγγλοσαξονικού κόσμου και απηχεί την νοοτροπία του.

Ειδικότερα, για τους Αμερικάνους είναι ο Σάντα Κλάους (Άγιος Νικόλαος), για τους Αγγλοσάξωνες είναι ο father christmas, για τους Γάλλους είναι ο Πέρ Νοέλ, για τους Ολλανδούς είναι ο Σίντερ Κλάας, για τους Γερμανούς είναι ο Βάϊναχτσμαν, για τους Ιταλούς είναι ο Babbo Natale, για τους Κινέζους είναι ο Λάμ-Κουνγκ-Κουνγκ (ο καλός γερο-πατέρας) και για τους Ιάπωνες είναι ο Χοτέισο.

Για εμάς τους ελληνορθόδοξους ο Άγιος Βασίλειος, όπως παρουσιάζεται σήμερα, δεν υπήρξε ποτέ, αφού αποτελεί εφεύρεση της Coca Cola. Για εμάς τους Ορθόδοξους, ο Άγιος Βασίλειος είναι ο Μέγας Βασίλειος που έζησε στη Καππαδοκία και αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή του στη βοήθεια προς τον συνάνθρωπο.

Αποτελεί ουσιαστικά το σύμβολο της λιτότητας και της ασκητικής ζωής της Ορθοδοξίας. Είναι ένας ασκητής που ακολουθούσε τα χριστιανικά πρότυπα και ιδεώδη. Στα Κάλαντα της Πρωτοχρονιάς «βαστάει κόλλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι», για να προσφέρει ως δώρο τη σταθερή και διαχρονική χαρά της γνώσης στο σπιτονοικοκύρη.

Στην παγκόσμια ιστορία θεωρείται ως ο εμπνευστής, αλλά και ο πρώτος δημιουργός της οργανωμένης φιλανθρωπίας.

 

Υποσημειώσεις


[1] Έμεινε στους αιώνες ως υπόδειγμα αρετής.

[2] Την εποχή εκείνη η Αθήνα υπήρξε η Μητρόπολη των γραμμάτων, των τεχνών και των επιστημών.

 

Β ι β λ ι ο γ ρ α φ ί α  –  Π η γ έ ς


 

  • Γεωργίου Μέγα, Ελληνικαί εορταί και έθιμα της λαϊκής λατρείας, Αθήναι, 1957
  • Διαδικτυακός ιστότοπος  http://www.24grammata.com
  • Διαδικτυακός ιστότοπος  http://www.feleki.wordpress.com
  • Διαδικτυακός ιστότοπος  http://www.livannis.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος  http://www.makeleio.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος http://www.vita.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος http://www.sigmalive.com
  • Διαδικτυακός ιστότοπος http://www.livanis.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος el.wikipedia.org, λήμμα «Βασίλειος ο Μέγας»
  • Διαδικτυακός ιστότοπος LiveScience.com, άρθρο με τίτλο «The Delicate Matter of the Truth About Santa» (μτρφ. το λεπτό ζήτημα της Αλήθειας σχετικά με τον Άγιο Βασίλη)
  • Διαδικτυακός ιστότοπος  http://www.nomika–epilekta.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος   users.sch.gr, άρθρο του Γιώργου Ιωαννίδη
  • Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica, λήμμα «Βασίλειος ο Μέγας», τόμος 13, σελ. 350 – 352.
  • Ευάγγελος Πονηρός, Ελληνισμός και χριστιανισμός από την Καινή Διαθήκη έως και τον Μέγα Βασίλειο, Γεωργιάδης – Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Αθήνα, εκδ. 2010.
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, λήμμα «Βασίλειος ο Μέγας», τόμος 4  σελ. 209 – 210, εκδ. 1947.
  • Περιοδικό Ζενίθ  (zenithmag.wordpress.com)

 

Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος

Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Το περιβάλλον της δράσης του Ιησού – (Η Ιουδαία και η Γαλιλαία τον 1ο αιώνα μ.Χ.) – Δρ. Νίκος Παύλου, Θεολόγος – Ιστορικός


 

Η Παλαιστίνη του πρώτου μισού του 1ου αι. μ.Χ. είναι η περιοχή που άκουσε τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού. Αφορμές για το κήρυγμά Του ήταν οι οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές και θρησκευτικές συνθήκες που χαρακτήριζαν αυτή τη γωνία του μεσογειακού κόσμου. Η γνωριμία με την ιστορία της βοηθάει σημαντικά στην προσέγγιση της προσωπικότητας του Χριστού. Κυρίως οι ιδιαιτερότητες που παρουσίαζε η Γαλιλαία και η Ιουδαία – οι κατεξοχήν τόποι της δράσης του Ιησού – τον 1ο αιώνα, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον γιατί η «συνάντηση» με αυτές βοηθάει στην πληρέστερη «ανακάλυψη» του Υιού του Ανθρώπου.

  1. Αρχέλαος και ρωμαίοι επίτροποι

Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιοσέφ μπεν Μαθιά, Εβραίος λόγιος, ιστορικός και αγιολόγος.

Είναι γνωστό πως κυριότερη πηγή της ιστορίας της Ιουδαίας τον 1ο αι. π. Χ. – όπως άλλωστε και της υπόλοιπης Παλαιστίνης – είναι ο Φλάβιος Ιώσηπος. Ο στρατηγός με την αμφιλεγόμενη δράση δίνει στα έργα του αρκετές πληροφορίες για την περιοχή, με μία δόση υπερβολής είναι αλήθεια, και βοηθάει έτσι στην καλύτερη κατανόηση του πλαισίου της δράσης του Χριστού στην Ιουδαία. Κυρίως δύο έργα του ο «Ιουδαϊκός πόλεμος» και η «Ιουδαϊκή αρχαιολογία» είναι πολύτιμες πηγές για την ιστορία της και δείχνουν τον τρόπο με τον οποίο η ρωμαϊκή διοίκηση ασκούσε την εξουσία της στις επαρχίες της αυτοκρατορίας, είτε μέσω των γηγενών φίλων της είτε μέσω των επιτρόπων που η ίδια έστελνε.

Όπως η υπόλοιπη Παλαιστίνη έτσι και η Ιουδαία, στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. ανήκε στο πελατειακό σύστημα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Είναι μέρος της επικράτειας των «ανεξάρτητων» Ηρωδών, οι οποίοι φυσικά όχι μόνο δεν διανοούνταν να έχουν δική τους πολιτική αλλά έπρεπε να έχουν τη συγκατάθεση της Ρώμης για τις πράξεις τους και να είναι αρεστοί στον αυτοκράτορα ώστε να διατηρούν την εξουσία στην περιοχή.

Πιο αναλυτικά το 63 π.Χ. οι Ρωμαίοι εισέρχονται στην Ιερουσαλήμ και ο στρατηγός Πομπήιος βεβηλώνει τα Άγια των Αγίων του Ναού. Το πρόσχημα αυτής της εισβολής ήταν το κάλεσμα που τους απηύθυνε ο διεκδικητής της εξουσίας στη περιοχή Υρκανός Β΄ για να τον βοηθήσουν στον αγώνα του εναντίον του άλλου διεκδικητή, του αδελφού του Αριστόβουλου Β΄. Αυτοί με τη δύναμη των όπλων τους, διορίζουν τον Υρκανό εθνάρχη και αρχιερέα, ενώ το ιουδαϊκό κρατίδιο που είχε ιδρυθεί από τους Ασμοναίους βασιλιάδες γίνεται ρωμαϊκή κτίση που υπάγεται στον έπαρχο της Συρίας. Ουσιαστικά όμως η ρωμαϊκή κυριαρχία αρχίζει μετά την οριστική ήττα του Αριστόβουλου και του γιου του Αντίγονου από τις ρωμαϊκές λεγεώνες.

Αυτή την ταραγμένη εποχή αναδύεται το άστρο του Ιδουμαίου Αντίπατρου ή Αντίπα. Γίνεται «επιμελητής» των Ιουδαίων και του Υρκανού, βοηθάει τον Καίσαρα και αυτός για ανταμοιβή του απονέμει τον τίτλο του ρωμαίου πολίτη και του εθνάρχη, ενώ ο γιος του Ηρώδης γίνεται στρατηγός της Γαλιλαίας. Αργότερα με τη βοήθεια των ρωμαίων ο Ηρώδης – πρόκειται για τον γνωστό, στην εποχή του οποίου γεννήθηκε ο Χριστός – γίνεται ο ισχυρός άντρας της περιοχής, ιδρύει την τοπική δυναστεία των Ηρωδών και ο αυτοκράτορας του απονέμει τον τίτλο Rex socius et amicus populi Romani. Φαίνεται να διατηρούσε καλές σχέσεις με το κέντρο της εξουσίας και έτσι του συγχωρούνταν οι παρεκτροπές και οι βιαιότητές που απηχούνται και στα ευαγγελικά κείμενα. Γνωστή ήταν η μεγαλομανία του και τα πολλά κτίσματα που δημιουργούσε με αποκορύφωμα το Ναό των Ιεροσολύμων, που ήταν το κέντρο του ιουδαϊσμού στα χρόνια του Ιησού, αν και μέχρι την καταστροφή του στην επανάσταση του 60 μ.Χ. παρέμεινε ημιτελής. Χαρακτηριστική ήταν και η προσπάθειά του να οικειοποιηθεί μεσσιανικούς τίτλους για τον εαυτό του και τους διαδόχους του. Μάλιστα υπήρχε και ολόκληρη παράταξη, οι Ηρωδιανοί, που προπαγάνδιζαν, σύμφωνα με μία άποψη, αυτή τη θέση. Τα ευαγγέλια τους παρουσιάζουν να έρχονται σε σύγκρουση με τον Ιησού και να επιθυμούν, σε συνεργασία με τους Φαρισαίους να επιδιώκουν την παράδοση Του στους ρωμαίους.

Ηρώδης Α΄, βασιλιάς της Ιουδαίας από το 37 π.Χ. μέχρι το έτος 4 π.Χ.

Μετά το θάνατό του Ηρώδη ανοίγεται η τελευταία διαθήκη που είχε συντάξει, σύμφωνα με την οποία φανερώνεται η επιθυμία του να πάρει τη μερίδα του λέοντος από την επικράτειά του ο γιος του Αρχέλαος ο οποίος έτσι «βασιλεύς…απεδείκνυτο» ( Ιουδ. Πόλ. Ι 668).

Γίνεται δεκτή η διαθήκη από το στρατό και ο ρωμαιοθρεμένος Αρχέλαος φροντίζει για τη μεγαλοπρεπή ταφή του πατέρα του. Για να μπορέσει όμως να ασκήσει την εξουσία και να μη μείνει η διαθήκη κενός λόγος θα έπρεπε αυτή να επικυρωθεί από τη Ρώμη, η οποία έτσι θα έδειχνε πως τον θεωρεί άνθρωπό της στην Παλαιστίνη που θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της.

Πάντως δεν αποδέχεται την εξουσία όταν στρατιώτες του προσφέρουν το στέμμα στην Ιεριχώ. Είναι φανερό πως θα ήταν κίνηση χωρίς αντίκρισμα αν δεν είχε τη συγκατάθεση της αυτοκρατορίας. Ταυτόχρονα παρουσιάζονται και άλλοι διεκδικητές του κράτους του Ηρώδη και μεταξύ αυτών ο αδελφός του Αρχέλαου Αντίπας, που αισθάνεται παραγκωνισμένος. Φεύγει λοιπόν ο νόμιμος κληρονόμος γρήγορα για τη Ρώμη, εκεί πέφτει στα γόνατα του Αυγούστου και έτσι χορηγείται σ’ αυτόν η πολυπόθητη συγκατάθεση για την άσκηση της εξουσίας, όχι όμως όπως αυτός περίμενε. Του δίνεται λοιπόν μόνο το μισό βασίλειο, ο τίτλος του εθνάρχη και η υπόσχεση πως θα ονομαστεί βασιλιάς, αν βέβαια ικανοποιούσε τους ρωμαίους πάτρωνές του. Το υπόλοιπο πελατειακό κρατίδιο παραχωρείται στον Φίλιππο και τον Ηρώδη Αντίπα. Συγκεκριμένα οι Ρωμαίοι δίνουν στον Αρχέλαο (4 π.Χ. – 6 μ.Χ), προσδοκώντας να γίνει ο άνθρωπός τους, την Ιδουμαία, την Ιουδαία και τη Σαμάρεια, ο Φίλιππος παραλαμβάνει τη Βαταναία, την Τραχωνίτιδα και την Πανειάδα και ο Αντίπας την Περαία και τη Γαλιλαία με τον τίτλο του τετράρχη.

Ηρώδης Αρχέλαος. εθνάρχης της Ιουδαίας της Σαμάρειας και της Ιδουμαίας (4 π.Χ.-6). Γιος του Ηρώδη του Μεγάλου.

Ο Αρχέλαος δε φαίνεται να διαφέρει στη βιαιότητα του χαρακτήρα από τον πατέρα του, πράγμα που απηχείται και στο Ματθ. 2,22.Ταυτόχρονα προκαλεί το θρησκευτικό αίσθημα του λαού νυμφευόμενος τη γυναίκα του αδελφού του, διώκοντας ταυτόχρονα τη νόμιμη σύζυγό του. Εναντίον του δυσφορούν όχι μόνο οι Ιουδαίοι αλλά και οι Σαμαρείτες και εξαιτίας της συμπεριφοράς του καταφεύγουν στον Οκταβιανό. Αυτός βλέποντας να διαψεύδονται οι προσδοκίες του, πως δηλ. ο Αρχέλαος ήταν κατάλληλος για άνθρωπός του στην Παλαιστίνη, τον εξορίζει στη «Βιέννα , πόλιν της Γαλλίας» (Ιουδ. Πόλ. ΙΙ 111), μετά από εννιά χρόνια παραμονής του στην εξουσία ενώ δημεύει και την περιουσία του.

Η αυτοκρατορία αντιλαμβάνεται πως δεν υπάρχει άλλος ικανός αντικαταστάτης του Αρχέλαου που θα μπορούσε να γίνει ο «πελάτης» της – ο όρος με τη σημασία που είχε την ρωμαϊκή εποχή- στην Ιουδαία. Αναλαμβάνει λοιπόν η ίδια χωρίς ντόπιους μεσολαβητές την διοίκηση. Άλλωστε αυτό φαίνεται να ήταν τώρα στα σχέδιά της: μετά την επιβολή της Pax Romana, της ήταν άχρηστοι ηγεμονίσκοι που τελικά μόνο ενοχλητικοί ήταν, εφόσον με τη συμπεριφορά τους δεν ήταν ανεκτοί από τον ντόπιο πληθυσμό και δημιουργούσαν προβλήματα στην κεντρική εξουσία.

Η Ιουδαία λοιπόν μεταβάλλεται σε επαρχία του ρωμαϊκού κράτους. Στο εξής θα κυβερνάται από ρωμαίους επιτρόπους που θα υπάγονται στον ανθύπατο της Συρίας.

Πρώτος ρωμαίος έπαρχος διορίζεται ο Coponius (6-9). Μαζί μ’ αυτόν έρχεται στην Ιουδαία ο γνωστός από το ευαγγέλιο του Λουκά Publius Sulpicius Quirinius, που έχει διοριστεί έπαρχος της Συρίας (ο πλήρης τίτλος που του απονέμεται είναι δικαιοδότης του έθνους, απεσταλμένος και τιμητής των ουσιών) με ειδική αποστολή: να εκτιμήσει, δηλ. να κάνει εκκαθάριση της περιουσίας του Αρχέλαου η οποία πλέον αποτελεί κτήμα του ρωμαϊκού κράτους και να απογράψει τον ιουδαϊκό λαό.

Δε φαίνεται να υπάρχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον των επιτρόπων για την Ιουδαία. Προτιμούν για διαμονή τους την παραλιακή Καισάρεια, όπου διαμένουν σε κτίσμα του Ηρώδη, ενώ την Ιερουσαλήμ την επισκέπτονται μόνο στη γιορτή του Πάσχα προσπαθώντας να επιβάλλουν την τάξη ανάμεσα στους χιλιάδες ιουδαίους που επισκέπτονταν την ιερή πόλη.

Όμως αυτό δεν πρέπει να ήταν και τόσο εύκολο μιας και οι άνδρες των ρωμαϊκών φρουρών ήταν ολιγάριθμοι στην περιοχή. Η φρουρά της πόλης διέμενε στο φρούριο Αντωνία, που ήταν δίπλα στο ναό. Οι στρατιώτες απέφευγαν την επαφή με τους ιουδαίους και περνούσαν τον καιρό τους στο στρατόπεδο γνωρίζοντας πόσο επικίνδυνη ήταν μία συνάντηση με άτομα που θα μπορούσαν να αποδειχτούν Ζηλωτές ή Σικάριοι.

Όμως και στην υπόλοιπη Ιουδαία δεν υπήρχαν πολλοί Ρωμαίοι ικανοί να αποτρέψουν από μόνοι τους εξέγερση του ντόπιου πληθυσμού. Σε τέτοια περίπτωση, όπως είναι γνωστό, κινούνταν εναντίον των επαναστατών τα στρατεύματα της Συρίας και επανέφεραν το προηγούμενο status quo.

Αυτή η λειψανδρία που διέκρινε τις ρωμαϊκές φρουρές της Ιουδαίας την εποχή του Ιησού δημιουργούσε μία ιδιότυπη αυτοδιοίκηση της που δεν επιτρέπει να γίνεται λόγος για καταπίεση, με την κυριολεκτική έννοια του όρου, από τα όργανα της αυτοκρατορίας. Περισσότερα προβλήματα φαίνεται πως δημιουργούσε στη θεοκρατική ιουδαϊκή κοινωνία το χάσμα – κατεξοχήν πνευματικό – που δημιουργούνταν μεταξύ των υποβαθμισμένων θρησκευτικά στρωμάτων (τελώνες, am- haarez [1]) και των αυτοδιορισμένων θεματοφυλάκων των ιερών του ιουδαϊσμού (Φαρισαίοι κ. α.) παρά μεταξύ Ιουδαίων και Ρωμαίων.

Σ΄αυτό το σημείο είναι απαραίτητη μία διευκρίνιση: Αν γίνουν δεκτά τα παραπάνω, τότε για ποιους λόγους σημειώνονται οι εξεγέρσεις εναντίον του κατακτητή; Η απάντηση, νομίζουμε, πρέπει να αναζητηθεί στην ιδεολογία των ανώτερων, κυρίως τάξεων του πληθυσμού που χαρακτηρίζονταν από την προσήλωσή της στην θεοκρατία. Οι παρατάξεις με εθνικοθρησκευτικό προσανατολισμό (Φαρισαίοι , κ. α.) θεωρούσαν βλασφημία την κατάληψη της ιερής γης από τους Ρωμαίους και την καταβολή φόρου σ’ αυτούς. Ήταν αδύνατο, αυτοί οι πιστοί του αληθινού Θεού να αποδέχονταν τους «θνητούς δεσπότας» (Ιουδ. Πόλ. ΙΙ, 118), όπως υπογραμμίζει ο Ιώσηπος. Έτσι βασική θέση τους είναι η εκδίωξή τους. Με άλλα λόγια στην προκειμένη περίπτωση ο φόρος αποτελούσε αιτία εξέγερσης, και μάλιστα από τις πλέον βασικές, και όχι μόνο αφορμή. Πάντως οι κινήσεις τους δε φαίνεται να είχαν την καθολική επιδοκιμασία του πληθυσμού. Είναι γνωστό πως οι Ζηλωτές – οι κατεξοχήν εξεγερμένοι εναντίον της αυτοκρατορίας – αποτελούσαν τη ριζοσπαστική πτέρυγα του Φαρισαϊσμού. Πως λοιπόν θα συμπαρατάσσονταν μαζί τους, για παράδειγμα, οι am- haarez , που είχαν γνωρίσει την περιφρόνηση τους και υφίσταντο την πνευματική τους τρομοκρατία;

Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να μιλήσει για την εξής μορφή διακυβέρνησης της Ιουδαίας τα χρόνια του Χριστού μετά την ανάληψη της εξουσίας απευθείας, χωρίς πλέον προσχήματα από τη Ρώμη: Ανώτατη αρχή ήταν οι ρωμαίοι επίτροποι, που πράγματι είχαν σημαντικές αρμοδιότητες, όπως για παράδειγμα το jus gladii, δηλ. το δικαίωμα της επιβολής της θανατικής ποινής. Δε φαίνεται όμως να το χρησιμοποιούσαν συχνά γιατί ενδιαφέρονταν ν’ αποφύγουν την ένταση με τον ντόπιο πληθυσμό. Και οι Ιουδαίοι μπορούσαν πάντα να στείλουν αντιπροσωπείες στη Ρώμη διαμαρτυρόμενοι για τυχόν αυθαιρεσίες τους, αν και ο έπαρχος φρόντιζε να έχει καλυμμένα τα νώτα του κρατώντας ομήρους.

Δεν θα ήταν όμως υπερβολή αν τονίζονταν πως με την ανοχή της αυτοκρατορίας η περιοχή είχε μία ιδιότυπη μορφή – ας ονομαστεί έτσι – τοπικής αυτοδιοίκησης. Συγκεκριμένα όπως πληροφορεί ο Ιώσηπος στο τρίτο βιβλίο του Ιουδαϊκού πολέμου (στ 54- 58) η Ιουδαία ήταν χωρισμένη σε έντεκα κληρουχίες ή τοπαρχίες, της Ιερουσαλήμ, Γόφνας, Ακράβετας, Θάμνας, Λύδδας, Εμμαούς, Πέλλας, Ιδουμαίας, Ενγαδδαί, Ηρώδειου και Ιεριχώς. Σ’ αυτό το σύστημα προστέθηκαν η Ιάμνεια και η Ιόππη. Εδώ επικεφαλής με πραγματικές εξουσίες ήταν επιφανείς Ιουδαίοι (ιερείς κλπ). Ταυτόχρονα δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής η δύναμη που είχε το συλλογικό όργανο του Ιουδαϊσμού, το Μεγάλο Συνέδριο που συγκέντρωνε νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές εξουσίες καθώς και ο αρχιερέας.

Τα παραπάνω βέβαια σε καμία περίπτωση δεν έχουν σκοπό να υποβαθμίσουν το εύρος της ρωμαϊκής δύναμης και την αποφασιστικότητα που είχε για να επιβάλλει τις αποφάσεις της κάθε στιγμή. Τα ρωμαϊκά στρατεύματα που έδρευαν στη Συρία δεν είχαν ενδοιασμούς να εισβάλλουν στην Παλαιστίνη και να δείξουν ποιος είναι ο πραγματικός κυρίαρχος. Όμως για την αυτοκρατορία προείχε η διατήρηση εντός της επικράτειάς τους της «ειρήνης» που είχε επιβάλλει με την δύναμη των όπλων της καθώς και η γραμμή της να μην ανοίγει εσωτερικά μέτωπα, τη στιγμή που ακολουθούσε ιμπεριαλιστική πολιτική και ήθελε να επεκτείνει τις κτήσεις της ενώ θα έπρεπε ταυτόχρονα να αντιμετωπίζει και τους εισβολείς στα βόρεια κυρίως σύνορά της. Δεν ήταν λοιπόν για το συμφέρον της να φανερώνει τον αυταρχισμό της σε περιοχές που θεωρούνταν θρησκευτικά ιδιόρρυθμες, όπως η Ιουδαία.

Ο Κωπώνιος, λοιπόν, μέλος της τάξης των ιππέων, γίνεται ο πρώτος ρωμαίος έπαρχος της Ιουδαίας (6-9 μ.Χ.). Δύο φαίνεται να είναι τα σημαντικά γεγονότα της επιτροπείας του: η προσπάθεια του Ιούδα του Γαλιλαίου να ξεσηκώσει τους συμπατριώτες του κατά της αυτοκρατορίας και η μόλυνση του Ναού από Σαμαρείτες κατά τη γιορτή του Πάσχα.

Είναι γνωστοί οι λόγοι της εξέγερσης του Ιούδα και των Ζηλωτών: Τους ήταν αδύνατο, όπως τονίστηκε και παραπάνω, να δεχτούν τη φορολογία που επέβαλλαν οι κατακτητές και έτσι να θεωρούν ανθρώπους ως κυρίαρχους της άγιας γης, η οποία, όπως είναι γνωστό, σύμφωνα με την αντίληψή τους, ανήκε μόνο στο Θεό και επομένως μόνο σ’ Αυτόν, δηλ. στο Ναό Του θα έπρεπε να αποδίδεται ο φόρος. Ταυτόχρονα και η απογραφή που είχε διατάξει ο Κυρήνιος, συνδεόμενη και αυτή άμεσα με το ζήτημα του φόρου, δημιουργούσε προϋποθέσεις ώστε όλο και περισσότεροι Ιουδαίοι να πυκνώσουν τις τάξεις των επαναστατών.

Η μόλυνση του Ναού από τους Σαμαρείτες οφείλονταν στο βαθύ μίσος που χώριζε τις δύο περιοχές, την Ιουδαία και τη Σαμάρεια. Στη διάρκεια του εορτασμού του Πάσχα, μόλις άνοιξαν οι πυλώνες του ιερού, άνδρες Σαμαρείτες που είχαν εισχωρήσει κρυφά στην Ιερουσαλήμ, έριξαν κόκαλα στις στοές του Ναού και έτσι μίαναν και αυτόν και τη σημαντικότερη γιορτή του Ιουδαϊσμού.

Χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα άξια να μνημονευτούν, ήταν η διακυβέρνηση της Ιουδαίας από τους υπόλοιπους επιτρόπους μέχρι τον Πόντιο Πιλάτο. Ούτε όμως και οι ίδιοι φαίνεται να έκαναν κάτι σημαντικό, ώστε να αξίζουν μία ιδιαίτερη αναφορά, εκτός βεβαίως της μνείας του ονόματός τους. Με την παντελή απουσία τους από το ιστορικό γίγνεσθαι της περιοχής επιβεβαιώνουν αυτό που τονίστηκε προηγουμένως: η μη ανάμειξη της Ρώμης στα εσωτερικά του Ιουδαϊσμού, εκτός αν επρόκειτο για κάτι πολύ σοβαρό που διακύβευε τα συμφέροντά της, όπως για παράδειγμα η απόφαση κάποιου να αυτοανακηρυχτεί βασιλιάς και συνεπώς αντίπαλός της.

Αυτοί οι επίτροποι ήταν οι Μάρκος Αμβίβουλος (Marcus Ambibulus ή Ambivius, 9- 12 μ.Χ.), Άννιος Ρούφος (Annius Rufus, 12- 15 μ.Χ.), Ουαλέριος Γράτος (Valerius Gratus, 15- 26 μ.Χ.).

 

Ο επίτροπος της Ιουδαίας Πόντιος Πιλάτος

 

Πόντιος Πιλάτος (Pontius Pilate), πέμπτος επίτροπος της Ιουδαίας, υπηρέτησε υπό τον αυτοκράτορα Τιβέριο. Περισσότερο γνωστός επειδή το όνομά του συνδέθηκε με την δίκη και την σταύρωση του Ιησού Χριστού.

Στα χρόνια 26-36 π.Χ. η Iουδαία γνωρίζει τη διακυβέρνηση του Ποντίου Πιλάτου. Μία αμφιλεγόμενη προσωπικότητα [2] η οποία γνώρισε ακόμη και την αγιοποίηση από την Αιθιοπική εκκλησία. Πάντως οι πράξεις του στην Ιουδαία δε δικαιολογούν αυτή την ενέργεια. Αντίθετα οι πληροφορίες που περιέχονται γι αυτόν στα έργα του Ιώσηπου και του Φίλωνα δείχνουν έναν άνθρωπο που δε διστάζει να θυσιάσει ακόμη και ανθρώπινες ζωές προκειμένου να εξυπηρετήσει τα δικά του συμφέροντα καθώς και αυτά της εξουσίας που ήταν άνθρωπός της, ενώ αφήνουν και υπαινιγμούς για οικειοποίηση από μέρους του χρημάτων που δεν του ανήκαν.

Φαίνεται λοιπόν να είναι απόλυτα πιστός στην αρχή που τον έχει στείλει στην Ιουδαία χωρίς, όμως να διευκρινίζεται αν η αφοσίωσή του είναι ειλικρινής ή προέρχεται από ιδιοτέλεια και φόβο. Μάλιστα, όπως είναι γνωστό, παρακάμπτονται οι αντιστάσεις του και οδηγεί τον Ιησού στο σταυρό μόνο όταν απειλείται ότι θα καταγγελθεί στη Ρώμη ότι ελευθερώνει κάποιον που ισχυρίζονταν, σύμφωνα με τις καταγγελίες των Ιουδαίων, πως ήταν βασιλιάς και συνεπώς υποκινούσε σε επανάσταση το λαό της Παλαιστίνης. Δηλαδή η συμπεριφορά του υπαγορεύεται από τις πιθανές ευθύνες που θα επέρριπτε ο Τιβέριος σ’ αυτόν και από τις συνέπειες που θα δέχονταν αυτός για την απόφασή του.

Τα έργα του Πιλάτου στην Ιουδαία προκαλούσαν αρκετές φορές το θρησκευτικό αίσθημα του λαού. Προσπάθησε να κάνει αισθητή την παρουσία της ρωμαϊκής ισχύος, ανακατεύθηκε σε ιουδαϊκές θρησκευτικές υποθέσεις διαβλέποντας πως έκρυβαν σπέρματα εξέγερσης.

Πιο συγκεκριμένα μεταφέρει νύχτα στην Ιερουσαλήμ εικόνες του αυτοκράτορα, τις σημαίες, σύμβολα της εξουσίας. Αυτό προκαλεί μεγάλη ταραχή την άλλη ημέρα ανάμεσα στους ιουδαίους. Συγκεντρώνονται όλοι, γιατί ο νόμος απαγορεύει τα «δίκηλα» στην ιερή πόλη. Πηγαίνουν στην Καισάρεια και τον ικετεύουν να βγάλει τις εικόνες, σεβόμενος τις πάτριες αρχές. Ο Πιλάτος αρνείται και τότε αυτοί καθισμένοι γύρω από τον οίκο του περιμένουν πέντε ημέρες και πέντε νύχτες.

Στρατιώτες τους περικυκλώνουν και ο επίτροπος απειλεί πως θα τους σκοτώσει αν δεν αποδεχτούν τις εικόνες του Καίσαρα. Μάλιστα οι στρατιώτες για να κάνουν πιο πειστικά τα λόγια του βγάζουν τα ξίφη τους. Οι ιουδαίοι όμως, όλοι μαζί, γυμνώνουν τους αυχένες τους και φωνάζουν πως προτιμούν να χάσουν το κεφάλι τους παρά να παραβούν το νόμο. Τότε ο επίτροπος θαύμασε την προσκόλλησή τους στις πάτριες παραδόσεις και διατάζει να βγάλουν τα αυτοκρατορικά σύμβολα από την Ιερουσαλήμ και να τα φέρουν στην Καισάρεια. Εξαιτίας αυτού οι κατοπινοί ηγεμόνες δεν τόλμησαν στο εξής να κάνουν κάτι παρόμοιο.

Υπεύθυνος και άλλης όμως αναταραχής γίνεται ο Πιλάτος: Συγκεκριμένα θέλει να κατασκευάσει υδραγωγείο στα Ιεροσόλυμα μεταφέροντας ύδατα από ένα σημείο που απείχε από την πόλη 400 στάδια. Για το σκοπό αυτό θέλει να πάρει χρήματα από το ταμείο του Ναού, τον κορβωνά. Ξεσηκώνονται τότε οι ιουδαίοι και αρχίζουν να φωνάζουν εκδηλώνοντας έτσι τη δυσαρέσκειά τους για την προσπάθεια αφαίμαξης χρημάτων από το ιερό. Τότε αυτός τοποθετεί ανάμεσά τους ένοπλους στρατιώτες με πολιτική περιβολή, οι οποίοι αρχίζουν να χτυπούν το πλήθος με ξύλα, αφού προηγουμένως αυτός δίνει το σύνθημα από το βήμα του πραιτορίου. Πολλοί ιουδαίοι πληγώνονται και άλλοι χάνουν και τη ζωή τους αφού καταπατήθηκαν από τους πανικόβλητους συμπατριώτες τους. Οι υπόλοιποι βλέποντας τη συμφορά υποχωρούν.

Ο Πιλάτος όμως φανερώνει και πάλι το στυγνό πρόσωπο της εξουσίας του: Ψευδομεσσίας προσκαλεί το λαό να τον ακολουθήσει στο όρος Γαριζείν ισχυριζόμενος πως θα αποκαλύψει ιερά σκεύη που είχε κρύψει εκεί ο Μωϋσής. Πράγματι ανταποκρίνονται στο κάλεσμά του και με όπλα αρκετοί συγκεντρώνονται σε μία κωμόπολη ονόματι Τιραναθά. Ο Πιλάτος που υποψιάζεται – μάλλον όχι άδικα- εξέγερση φτάνει με τους στρατιώτες του και διαλύει βίαια τους συγκεντρωμένους σκοτώνοντας ταυτόχρονα τους επικεφαλής.

Με όλα τα παραπάνω συγκεντρώνει στο πρόσωπό του πολλές αντιπάθειες. Τον κατηγορούν και ανακαλείται στη Ρώμη. Έτσι τελειώνει μετά από δέκα χρόνια η επιτροπεία του σ’ αυτή την ταραγμένη γωνιά της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

Χαρακτηριστική για τον Πιλάτο είναι η παρατήρηση του Φίλωνα στο έργο του «Πρεσβεία προς Γάϊον»: «την φύσιν ακαμπής και μετά του αυθάδους αμείλικτος» (ΧΧΧVΙΙΙ 301) δηλ. αλύγιστος, μίγμα ισχυρογνωμοσύνης και σκληρότητας. Βέβαια σ’ ένα έργο σαν αυτό του ιουδαίου φιλοσόφου που είχε σκοπό να κολακέψει τους αυτοκράτορες είναι φυσικό να υπερτονίζονται τα ελαττώματα των υφισταμένων τους, εκτελεστικών οργάνων, ώστε αυτοί να αποποιηθούν οποιαδήποτε ευθύνη για τις μελανές σελίδες της διακυβέρνησής τους. Πάντως η παραπάνω κρίση φαίνεται να είναι σωστή αν ληφθούν υπόψη τα γραφόμενα για τις ημέρες του στην Παλαιστίνη.

Πρωταγωνιστικός φαίνεται να είναι ο ρόλος του Πιλάτου στη δίκη του Ιησού. Βέβαια το συμπέρασμα που βγαίνει από τις σχετικές διηγήσεις είναι πως κατεξοχήν υπεύθυνοι για τη σταύρωση είναι οι Ιουδαίοι. Οι ρωμαίοι και ο επίτροπος φαίνονται να οδηγούνται από τις εξελίξεις και από την πίεση που ασκούν για καταδικαστική απόφαση οι άνθρωποι που καθοδηγούνται από τους θεωρούμενους εκπροσώπους του Θεού. Ουσιαστικά οι αφηγήσεις του Πάθους τονίζουν πως διεξάγεται ένας αγώνας ερήμην των κατακτητών που παραμένουν οι θεατές των δρώμενων μη μπορώντας να αρθρώσουν λόγο που να μπορεί να ανατρέψει μία προκαθορισμένη πορεία.

 

«Ιδού ο άνθρωπος», ο Πόντιος Πιλάτος παρουσιάζοντας τον Ιησού στον οργισμένο λαό της Ιερουσαλήμ, έργο του Αντόνιο Κισέρι.

 

Η στάση του Πιλάτου όταν ο Ιησούς οδηγείται ενώπιον του είναι από αδιάφορη μέχρι και συγκαταβατική – φιλική θα έλεγε κανείς – για το πρόσωπο του Κυρίου. Αν και δείχνει να έχει πειστεί για την αθωότητα του Χριστού δεν είναι όμως διατεθειμένος να αναλάβει την ευθύνη της απελευθέρωσής Του γιατί δε φαίνεται να τον ενδιαφέρει η λάμψη της αλήθειας (πρβλ. το ερώτημά του «τι εστίν αλήθεια;» Ιωαν. 18, 38) αλλά η υποταγή της στο προσωπικό του συμφέρον, που στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε να κάνει με τη διάσωση της εξουσίας του η οποία κινδύνευε από τους ιουδαίους που απειλούσαν πως θα τον κατήγγειλαν στη Ρώμη αν ελευθέρωνε κάποιον που διακήρυττε πως είναι βασιλιάς δηλαδή αντίπαλος του Καίσαρα και της αυτοκρατορίας.

 

Γαλιλαία και Ηρώδης Αντίπας

 

Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης του Ιησού, όπως διηγούνται κυρίως τα συνοπτικά ευαγγέλια, τοποθετείται στην Γαλιλαία. Σ’ αυτή την εύφορη και πολυάνθρωπη, όπως μαρτυρεί ο Ιώσηπος (Ιουδ. Πόλ. ΙΙΙ 42), περιοχή, διδάσκει με το κήρυγμα, τις παραβολές και τα θαύματα για τη Βασιλεία του Θεού.

Ηγέτης της Γαλιλαίας από το 4 π.Χ. ως το 39 μ. Χ είναι ο Ηρώδης Αντίπας. Η περιοχή του είχε δοθεί σύμφωνα με τη διαθήκη του πατέρα του Ηρώδη, και φυσικά με τη συγκατάθεση των Ρωμαίων. Ταυτόχρονα με την ίδια διαθήκη του δίδεται και η περιοχή της Περαίας και εισόδημα διακοσίων ταλάντων ( Ιώσηπος, Ιουδ. Πολ. ΙΙ 95).

Από τα ευαγγέλια γνωστός είναι κυρίως ο ρόλος που έπαιξε στη σύλληψη και τη θανάτωση του Ιωάννη του Βαπτιστή καθώς και η αφορμή για τα παραπάνω. (Ματθ. 14, 1 –12 και τα παράλληλα Μκ. 6, 14 –29, Λκ. 9, 7 – 9). Ωστόσο ο Ιώσηπος παρουσιάζει έναν διαφορετικό λόγο σύλληψης του Προδρόμου. Συγκεκριμένα θεωρεί πως ο Αντίπας τον φοβήθηκε γιατί προέτρεπε το λαό σε στάση εναντίον του. Πάντως εξαιτίας του γάμου του Αντίπα με την Ηρωδιάδα ο πατέρας της πρώτης του γυναίκας βασιλιάς της Πετραίας Αρέτας του κηρύσσει τον πόλεμο.

Εμφανίζεται στο ευαγγέλιο του Λουκά ζητώντας να γνωρίσει τον Ιησού (9,9), ενώ στην αφήγηση των γεγονότων του Πάθους από τον τρίτο ευαγγελιστή, ο Πιλάτος στέλνει τον Ιησού στον Ηρώδη, ο οποίος μάλιστα του υποβάλλει πολλές ερωτήσεις (23, 6 – 12).

Γνωστός είναι ακόμη ο χαρακτηρισμός του Κυρίου γι’ αυτόν («αλώπηξ» Λκ. 13, 12: είπατε τη αλώπεκι ταύτη). Ο χαρακτηρισμός φανερώνει σύμφωνα με τον καθηγητή Σ. Αγουρίδη [3] «το ταπεινό και χαμηλό επίπεδο του χαρακτήρα του, γιατί στην ιουδαϊκή γραμματεία το λιοντάρι είναι το αντίθετο της αλεπούς».

Τον Ηρώδη Αντίπα η Ρώμη τον αναγορεύει τετράρχη (ο τίτλος δίνονταν σε ηγεμονίσκους που κυβερνούσαν μικρές περιοχές υπό την κηδεμονία της αυτοκρατορίας) ο Μάρκος όμως του αποδίδει τον τίτλο του βασιλιά (6,14). Αν και είχε καλές σχέσεις με τα όργανα της αυτοκρατορίας φρόντιζε ταυτόχρονα να μην ερεθίζει τα θρησκευτικά αισθήματα των υπηκόων του. Έτσι ποτέ δεν έκοψε νόμισμα με τα ρωμαϊκά εμβλήματα,  ενώ από το ευαγγέλιο του Ματθαίου (17, 24) είναι γνωστό πως εισπράκτορες του φόρου για το Ναό περιόδευαν τη Γαλιλαία για να τον εισπράξουν.

Πιστός στην παράδοση των Ηρωδών ιδρύει στη Γαλιλαία την πόλη Τιβεριάδα και αναγκάζει πολλούς Γαλιλαίους με παροχές ή απειλές να την κατοικήσουν. Αυτοί την απέφευγαν γιατί στην περιοχή υπήρχε παλαιότερα νεκροταφείο. Παράλληλα στην Περαία ιδρύει την Ιουλία.

Η φιλοδοξία της Ηρωδιάδας σήμανε το τέλος της εξουσίας του. Τον έπεισε να ζητήσει από τη Ρώμη τον τίτλο του βασιλιά. Ο Καλιγούλας τότε του αφαιρεί την εξουσία και τον εξορίζει στο Λούγδουνο της Γαλλίας.

Τα πάντα λοιπόν στην Παλαιστίνη το πρώτο μισό του 1ου αι μ.Χ. στην Παλαιστίνη, εξαρτώνταν από την θέληση των Ρωμαίων. Οι τοπικοί ηγεμονίσκοι, οι «πελάτες της» στην περιοχή, προσπαθούσαν να κερδίσουν την εύνοια του αυτοκράτορα, ενώ οι επίτροποι της Ιουδαίας και της Σαμάρειας, υπάλληλοι της κοσμοκράτειρας, δεν έδειξαν τίποτα σπουδαίο ώστε να αξίζουν περισσότερο σχολιασμό από την ιστορία. Τα ονόματά τους και η δράση τους μνημονεύονται μόνο και μόνο γιατί συνδέθηκαν με το έργο του Κυρίου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Am – Haarez δηλ. άνθρωποι της γης. Επρόκειτο για ανάμεικτους πληθυσμούς από Σαμαρείτες, Αραμαίους, Φιλισταίους, Μεσοποτάμιους που αδιαφορούσαν για την τήρηση του Νόμου και ήταν προσκολλημένοι σε δεισιδαιμονίες και προλήψεις. Βλέπε και Ντ. Ροπς, 1988, σελ.178, Χρ. Βούλγαρη: «Εσκυλμένοι και ερριμένοι». Παρακμή και κατάπτωσις του Ιουδαϊσμού κατά τους χρόνους της Καινής Διαθήκης. Στην Επιστ. Επετηρίδα Θεολ. Σχολής Παν. Αθηνών, τόμος ΚΔ, εν Αθήναις 1979 –80, σελ.533 –34.

[2] Χαρακτηριστική είναι και η προσπάθεια της πρώτης εκκλησίας, όπως τουλάχιστο αντικατοπτρίζεται στα ευαγγελικά κείμενα, να αποσείσουν κάθε ευθύνη από τον Πιλάτο και τις ρωμαϊκές αρχές γενικότερα, για τη σταύρωση του Ιησού. Αποκλειστικά υπεύθυνες θεωρούνται οι ιουδαϊκές αρχές.

[3] Σ. Αγουρίδη 1980, σελ. 271.

 

Πηγές 


  • Καινή Διαθήκη, Το πρωτότυπο κείμενο με νεοελληνική δημοτική μετάφραση των καθηγητών Σ. Αγουρίδη, Π. Βασιλειάδη, Ι. Γαλάνη, Γ. Γαλίτη, Ι. Καραβιδόπουλου, Β. Στογιάννου, Αθήνα 1985.
  • Ιώσηπος: «Ιουδαϊκός Πόλεμος», εκδ. Loeb, 1989 (6η έκδοση).
  • Ιώσηπος: «Iουδαϊκή Αρχαιολογία» (κυρίως το βιβλίο ΧVIII) εκδ. Loeb, 1996 (5η έκδοση
  • Φίλων: Πρεσβεία προς Γάϊον, εκδ. Loeb, 1962.

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία


  • Αγουρίδη Σ., «Ιστορία των χρόνων της Καινής Διαθήκης», Θεσσαλονίκη 1980.
  • Γαλίτη Γ., «Ιστορία εποχής της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη», 1991 (4η έκδοση).
  • Ροπς Ντ., «Η καθημερινή ζωή στην Παλαιστίνη στους χρόνους του Χριστού», μετ. Έλλης Αγγέλου, Αθήνα 1988.
  • Σάντερς Ε. Π., «Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού», μετάφραση Γιώργος Βλάχος, Αθήνα 1988.

 

Δρ. Νίκος Παύλου, Θεολόγος – Ιστορικός 

* Η παραπάνω εργασία πρωτοδημοσιεύτηκε στη φιλόξενη σελίδα του «ΜΙΚΡΟΥ ΑΠΟΠΛΟΥ» στην ενότητα «Άρθεα». Στην παρούσα μορφή της έχουν γίνει μικροδιορθώσεις.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Πρόνοια Ναυπλίου – Περιδιάβαση στο Χώρο και το Χρόνο © Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος


 

Στη μνήμη του π. Γεώργιου Αθ. Χώρα

«Καλείσθω δε το όνομα του νέου χωρίου, Πρόνοια» [1]

 

Η Πρόνοια είναι προάστιο του Ναυπλίου. Βρίσκεται στα ανατολικά της παλιάς πόλης και απέχει από αυτήν 5 λεπτά με τα πόδια. Νότια και ανατολικά την «αγκαλιάζουν» οι λόφοι του Παλαμηδιού και της Ευαγγελίστριας. Βόρεια ανοίγεται η αργολική πεδιάδα και δυτικά ο αργολικός κόλπος και τα βουνά της Αρκαδίας.

Η Πρόνοια ήταν ο πρώτος οργανωμένος προσφυγικός συνοικισμός που δημιούργησε ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, για να στεγάσει Κρήτες και άλλους πρόσφυγες. Ο ίδιος, μάλιστα, «βάφτισε» αυτό το προάστιο, δίνοντάς του το όνομα «Πρόνοια».

Η Πρόνοια, όχι ως τοπωνύμιο αλλά ως κατοικημένος τόπος, είναι γνωστή από τα προϊστορικά χρόνια. Η αρχαιολογική σκαπάνη έδειξε ότι χιλιάδες χρόνια πριν, τουλάχιστον από τη μεσολιθική περίοδο (8.000 – 7.000 π. Χ.) [2], άνθρωποι κατοίκησαν στους πετρώδεις λόφους της Πρόνοιας. Η θάλασσα έφτανε μέχρις εκεί και οι άνθρωποι λάξευσαν στους βράχους «λαβύρινθους» για να κατοικήσουν. Τρέφονταν με ψάρια και χρησιμοποιούσαν οψιανό, το σκληρό πέτρωμα από τη Μήλο, για να κατασκευάζουν εργαλεία και όπλα. Οι ανασκαφές των αρχαιολόγων μας έδειξαν ότι υπήρχε ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή και κατά τη νεολιθική περίοδο (7.000 – 3.000 π. Χ.) [3].

Η ζωή στην περιοχή συνεχίστηκε για πολλούς αιώνες. Αυτό μαρτυρείται από τάφους του τέλους της Υστερομυκηναϊκής περιόδου (1200 –1100 π. Χ.), γνωστούς ως «λαγούμια», που βρέθηκαν στη βορειοανατολική πλαγιά του Παλαμηδιού [4]. Οι τάφοι αυτοί ήταν γνωστοί από την εποχή του γεωγράφου Στράβωνα. Ο Στράβωνας, στις αρχές του 1ου μ. Χ. αιώνα, αποδίδει την κατασκευή τους, όπως και την κατασκευή των τειχών της γειτονικής Τίρυνθας, στους Κύκλωπες. Όμως και ο ίδιος και οι σύγχρονοί του γνώριζαν ότι οι κατασκευαστές δεν ήσαν άλλοι παρά εργάτες που ήλθαν από τη Λυκία της Μικράς Ασίας [5]. Μερικοί από αυτούς τους τάφους, όπως αναφέρει η αρχαιολόγος Σέμνη Καρούζου, «ανασκάφηκαν το 1873 από έναν αγνό φιλάρχαιο των παλαιών καιρών, τον Νομάρχη Ναυπλίας Κονδάκη». Οι τάφοι αποτελούνταν από μακρύ διάδρομο και κυρίως θάλαμο. Ο διάδρομος φραζόταν με τοίχο από ξερολιθιά, που τον χώριζε από το θάλαμο. Ο τύπος των τάφων και τα κτερίσματα που βρέθηκαν βεβαιώνουν τη χρονολόγηση τους στο τέλος της Υστερομυκηναϊκής εποχής. Για τους τάφους αυτούς γράφει η Καρούζου: «Η ταπεινότητα των ευρημάτων … μαρτυρεί ότι μερικά γένη τοπικών αρχόντων, χωρίς δύναμη και ακτινοβολία, υποταγμένα ίσως στους δυνάστες της Τίρυνθας, είχαν ταφεί στους βράχους του Παλαμηδιού τον 12ο αιώνα π. Χ., όταν ο μυκηναϊκός πολιτισμός σερνόταν προς τη δύση του» [6]. Επίσης, στο λόφο της Ευαγγελίστριας βρέθηκαν και ανασκάφηκαν λακκοειδείς τάφοι της ίδιας εποχής [7].

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Το 1953 ο αρχαιολόγος Σ. Χαριτωνίδης αποκάλυψε ταφές των γεωμετρικών χρόνων. Οι ταφές αυτές γίνονταν σε πιθάρια, στηριγμένα με πέτρες. Η κεφαλή του νεκρού ήταν στο μέρος της δύσης. Ένας τέτοιος αμφορέας με τρία πόδια, δημιούργημα κάποιου αργείτικου εργαστηρίου περί το 750 π.Χ., βρέθηκε στις ανασκαφές και εκτίθεται στο αρχαιολογικό μουσείο Ναυπλίου [8].

Για τα κατοπινά χρόνια δεν έχουμε πληροφορίες σχετικά με την Πρόνοια. Και τούτο γιατί η Πρόνοια ήταν πάντα ένας τόπος που έζησε στη σκιά της πόλης της Ναυπλίας. Ήταν ένας βοηθητικός χώρος και μάλιστα ένας χώρος «νεκροταφειακός, αφιερωμένος στη μνήμη των νεκρών» [9].

Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι η Ναυπλία, που εκτεινόταν τότε επάνω στο βράχο της Ακροναυπλίας συμμετείχε στην αμφικτιονία των ιωνικών πόλεων, που σχηματίστηκε νωρίς τον 7ο αιώνα και είχε ως κέντρο της το ναό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία του Πόρου [10], και ότι τον 6ο αιώνα καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε από το γειτονικό Άργος [11]. Από τότε κανείς λόγος δε γίνεται για την πολιτεία τούτη, που είναι ένα απλό επίνειο, ένα λιμάνι του Άργους [12]. Μάλιστα, ο Παυσανίας που πέρασε από την περιοχή το 2ο μ. Χ. αιώνα βρήκε τη Ναυπλία «έρημον» [13]. Μόνο κατά την επιδρομή των Αβάρων το 589 αναφέρεται ότι καταλαμβάνεται από βυζαντινή φρουρά και αντιστέκεται με επιτυχία. Από αυτή τη χρονολογία η ονομασία της πόλης αλλάζει. Καταγράφεται ως «Ναύπλιον» πλέον και όχι ως «Ναυπλία».

Στα μέσα του 11ου αιώνα οι Βυζαντινοί αναγνωρίζοντας τη στρατηγική θέση του Ναυπλίου οχύρωσαν την Ακροναυπλία [14]. Οι καιροί ήταν ταραγμένοι και οι πειρατές λυμαίνονταν τις θάλασσες, τα νησιά και τα παράλια. Η οχυρή θέση του Ναυπλίου και το καλό λιμάνι του προσέφεραν ασφάλεια από τους κάθε είδους και προέλευσης επιδρομείς. Με το πέρασμα του χρόνου η πόλη, που τότε εκτεινόταν επάνω στην Ακροναυπλία, εξελίχθηκε σε διοικητικό, στρατιωτικό και εμπορικό κέντρο [15].

Το 1212 κύριοι του Ναυπλίου, μετά από συνθηκολόγηση, έγιναν οι Φράγκοι. Μέχρι το 1389, όταν οι Βενετοί εξαγόρασαν τα δικαιώματα κυριαρχίας επί της πόλης από τη Μαρία ντ’ Ενζιέν, πολλές οικογένειες δυτικών τιτλούχων κυριάρχησαν στην πόλη.

Εν τω μεταξύ η παρουσία των Οθωμανών Τούρκων, μέρα με την ημέρα, γινόταν όλο και πιο αισθητή. Ήταν γι’ αυτούς επιδίωξη ζωτικής σημασίας να κυριαρχήσουν στην περιοχή της «Άσπρης Θάλασσας», δηλαδή του Αιγαίου πελάγους. Έτσι, το Ναύπλιο έγινε το μήλο της έριδας μεταξύ των Βενετών και των Τούρκων, των δύο μεγάλων δυνάμεων, που εκείνη την εποχή εξουσίαζαν την Ανατολική Μεσόγειο. Το 1500 δημιουργήθηκε η Κάτω Πόλη, δηλαδή το σημερινό Ναύπλιο, γιατί πλέον ο πληθυσμός της πόλης δε χωρούσε στην Ακροναυπλία.

 

Εικόνα 1: E. Peytier, Γενική άποψη Πρόνοιας και Ναυπλίου.

 

Το 1540 οι Τούρκοι έγιναν κύριοι του Ναυπλίου. Η Βενετία έχασε ένα σημαντικό ναυτικό και εμπορικό κέντρο. Και σαν να μην έφτανε αυτό πολλά χρόνια αργότερα, το 1669, με την πτώση του Χάνδακα, όπως λεγόταν τότε το Ηράκλειο, έχασε και την Κρήτη «Το πλήγμα και η ταπείνωση που υπέστη η Βενετία με την απώλεια της Κρήτης, μιας από τις σημαντικότερες κτήσεις της στην Ανατολή, είχαν θαμπώσει το γόητρό της και είχαν θέσει υπό αμφισβήτηση τον κυρίαρχο ρόλο της ανάμεσα στα χριστιανικά κράτη της Δύσης. Σε στρατιωτικό επίπεδο ο βενετικός στόλος είχε χάσει τον ηγεμονικό του ρόλο στις ελληνικές θάλασσες» [16]. Θέλοντας, λοιπόν, η Βενετία να ανακτήσει το γόητρο και τη φήμη της αλλά και ένα σημαντικό λιμάνι, αρμάτωσε στις αρχές του 1684 μια μεγάλη αρμάδα. «Πρωτεργάτης και αρχιτέκτονας αυτών των πολεμικών επιχειρήσεων, αρχιστράτηγος όλου του εκστρατευτικού σώματος …. » ο Francesco Morozini [17]. Στη βιβλιοθήκη Querini Stampalia της Βενετίας υπάρχει χειρόγραφο στο οποίο περιγράφεται η εκστρατεία και μάλιστα υπάρχουν απεικονίσεις των κάστρων – πόλεων που κατέλαβε ο Morozini. Η ιστορικός Ευτυχία Λιάτα, ερευνήτρια του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, με τη συνεργασία του Κώστα Τσικνάκη, ιστορικού και ερευνητή του Ινστιτούτου Βυζαντινών Ερευνών του ίδιου Ιδρύματος, εξέδωσαν το χειρόγραφο – ημερολόγιο της εκστρατείας.

Η Αρμάδα, που θα αποκαθιστούσε το γόητρο της Βενετίας, αναχώρησε από την πόλη των τενάγων στις 2 Ιουνίου του έτους 1684. Αφού πολιόρκησε και κατέλαβε πολλά κάστρα – πόλεις της δυτικής Ελλάδας (τη Λευκάδα, την Πρέβεζα, την Κορώνη, την Καλαμάτα κ.ά.) έφτασε στις 29 Ιουλίου του 1686 στον κόλπο του Τολού. Εκεί, αποβιβάστηκαν πάνω από 10.000 άνδρες, πεζικό και ιππικό, και ξεκίνησαν αμέσως για το Ναύπλιο.

Στους πρόποδες του Παλαμηδιού, εκεί δηλαδή που σήμερα είναι η Πρόνοια, υπήρχε προάστιο, όπου κατοικούσαν Έλληνες, στην πλειοψηφία τους εργάτες. Μόλις μαθεύτηκε η απόβαση των βενετικών στρατιωτικών δυνάμεων στο Τολό, αντιλαμβανόμενοι το τι θα επακολουθούσε, θέλησαν να απομακρυνθούν από την περιοχή που θα διεξάγονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Άφησαν, λοιπόν, τα σπίτια τους και κατέφυγαν με τις οικογένειές τους στο Θερμήσι της Ερμιονίδας, όπου και παρέμειναν [18].

Η πόλη πολιορκήθηκε στενά. Οι αδιάκοποι και σφοδροί κανονιοβολισμοί, καθώς και οι συνεχείς επιθέσεις των Ενετών ανάγκασαν τους Τούρκους να συνθηκολογήσουν και να παραδώσουν τα κάστρα του Ναυπλίου [19]. Ο Morozini εισήλθε θριαμβευτής στην πόλη την 1η Σεπτεμβρίου 1686.

Το επόμενο έτος (1687) φοβερή πανώλης ενέσκηψε στο Ναύπλιο. Μεταδόθηκε από ένα γαλλικό πλοίο και επεκτάθηκε με μεγάλη ταχύτητα στην πόλη και τα περίχωρα, καθώς και στην υπόλοιπη Πελοπόννησο. Ο Ιμπραήμ- Πασάς, διοικητής του τουρκικού στρατού στην Πελοπόννησο, αδιαφορώντας για την επιδημία και πιστεύοντας ότι ήταν ευκαιρία να καταλάβει το Ναύπλιο, έφτασε στην Αργολίδα και εμφανίστηκε προ των Πυλών της πόλης. Τότε την κατάσταση έσωσαν οι Έλληνες κάτοικοι των περιχώρων και του προαστίου, δηλαδή της σημερινής Πρόνοιας, οι οποίοι αντιστάθηκαν, ενώ η φρουρά της πόλης έχοντας ταλαιπωρηθεί από την αρρώστια, ελάχιστη βοήθεια μπόρεσε να προσφέρει. Αυτή την προσφορά των Ελλήνων ο Morosini αντάμειψε με χρήματα και φορολογικές ατέλειες [20].

Στη διάρκεια της πολιορκίας η πόλη είχε υποστεί σοβαρές καταστροφές. Οι Ενετοί επιδόθηκαν αμέσως στο έργο της επισκευής των τειχών και των οικημάτων της πόλης. Θέλοντας, όμως, να καταστήσουν το Ναύπλιο ένα φρουριακό σύνολο απόρθητο, απαγόρευσαν την κατοίκηση των φρουρίων της Ακροναυπλίας και όλη η περιοχή διαμορφώθηκε κατάλληλα για την κάλυψη των αναγκών του πυροβολικού. Βέβαια, το μεγαλύτερο οχυρωματικό έργο που θεμελίωσαν οι Βενετοί ήταν το Παλαμήδι, το απόρθητο φρούριο που πήρε το όνομά του από τον ομώνυμο λόφο. Το Παλαμήδι αποτελεί πρότυπο οχυρωματικής τέχνης [21] και προκαλεί «στον ταξιδευτή ένα διπλό συναίσθημα, κατάπληξη μαζί και φόβο» [22].

Εξαιτίας του πολέμου, της πανώλης και της αποχώρησης των Τούρκων ο πληθυσμός της πόλης είχε μειωθεί. Οι Ενετοί φρόντισαν για τη συμπλήρωση του πληθυσμού με μετακινήσεις οικογενειών από την Αθήνα και άλλες ελληνικές πόλεις. Την πολιτική αυτή ακολούθησαν και σε άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Η Ευτυχία Λιάτα στο βιβλίο της «Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι.» γράφει:

«Τα κίνητρα για τη μετοικεσία εκτός από κοινωνικά – εξασφάλιση καλύτερων όρων διαβίωσης – ήταν κυρίως οικονομικά, αφού οι νέοι κύριοι του Μοριά είχαν λάβει πρόνοια μέσω του θεσμού των εκχωρήσεων (γαιών και οικημάτων) για την εξασφάλιση της επιβίωσης των πληθυσμών αυτών.

Οι εγκαταλειμμένες από τους Τούρκους και διαθέσιμες για εκμετάλλευση γαίες χρειάζονταν χέρια για να τις καλλιεργήσουν. Με τις μετοικεσίες αυτές οι Βενετοί απέβλεπαν αφενός στην αναζωογόνηση του Μοριά, προκειμένου με την αύξηση του ανθρώπινου δυναμικού να μεγιστοποιηθεί η παραγωγικότητα του τόπου και αφετέρου να ενισχυθεί η αμυντική του ικανότητα απέναντι στη μόνιμη τουρκική απειλή»[23].

Προκειμένου, λοιπόν, να εκμεταλλευτούν ορθολογικά τον τόπο και να επιβάλουν ένα αποδοτικό φορολογικό σύστημα, έπρεπε να γνωρίζουν τις εκμεταλλεύσιμες εκτάσεις γης, την ποιότητα και το νομικό καθεστώς της γης, καθώς και το πραγματικό μέγεθος του πληθυσμού. Το μεγάλο αυτό έργο η Βενετία το ανέθεσε σε τρεις Συνδίκους Καταστιχωτές, οι οποίοι το 1687 στάλθηκαν στο Μοριά. Αυτοί θα έπρεπε για κάθε επαρχία να κάνουν το τοπογραφικό σχέδιο της περιοχής και να καταγράψουν τους αγρούς, τους μύλους, τα οικοδομήματα, τα ορυχεία, τα ιχθυοτροφεία, τα δένδρα και ό,τι άλλο θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμο στο βενετικό κράτος [24].

Για το τεριτόριο, δηλαδή την επαρχία, του Ναυπλίου υπάρχουν δύο κτηματολόγια, προϊόντα αυτής της πολιτικής των Βενετών, τα οποία συντάχθηκαν στο τέλος του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα. Πρόκειται για το Catastico Ordinario (C.O.), που είναι γενικότερο, και το Catastico Particolare (C.P.), που είναι αναλυτικότερο [25]. Εκτός, όμως, από αυτά τα δύο κτηματολόγια στο αρχείο Grimani, που βρίσκεται στα Κρατικά Αρχεία της Βενετίας, υπάρχει τοπογραφικό σχέδιο φιλοτεχνημένο στις αρχές της β΄. ενετοκρατίας (περίπου το 1700), στο οποίο απεικονίζονται τα δύο προάστια του Ναυπλίου[26]. Δανειζόμαστε την περιγραφή του τοπογραφικού σχεδίου από το άρθρο «Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας», της Αναπληρώτριας καθηγήτριας στο Ε.Μ.Π. Μάρως Καρδαμίτση – Αδάμη. Γράφει η κα Αδάμη:

 

«Το σχέδιο περιλαμβάνει έκταση που ξεκινά από την Τάφρο της Πόλης του Ναυπλίου (… διακρίνεται καθαρότατα η πύλη της Ξηράς) και φθάνει μέχρι περίπου τη σημερινή Λεωφόρο Ασκληπιού. Μια στενή λωρίδα γης που περιλαμβάνει μονάχα το χώρο, όπου σήμερα ο (παλαιός) σιδηροδρομικός σταθμός και το πάρκο, ενώνει την πόλη με την έξω από αυτή ξηρά. Δύο μόνο κτίσματα σημειώνονται στην περιοχή αυτή, τα σφαγεία, δυτικά, προς την τάφρο και μια ιχθυόσκαλα προς το μέρος της Πρόνοιας. Και τα δύο είναι τοποθετημένα χαμηλά δίπλα στη θάλασσα. Η ακτογραμμή συνεχίζεται στη θέση όπου σήμερα η λεωφόρος Άργους.

Όλη η υπόλοιπη περιοχή, όπου αναπτύσσεται σήμερα η περιοχή Κούρτη της Νέας πόλης, καλύπτεται από θάλασσα μέχρι τη Γλυκειά, όνομα που αναφέρεται ήδη από την εποχή αυτή» [27]. Σ’ αυτή τη στενή λωρίδα γης που ένωνε την πόλη με το προάστιο, στα ριζά του λόφου του Παλαμηδιού, παράλληλα προς την ακτογραμμή, υπήρχε μακρύ τείχος, που ξεκινούσε από τα πρώτα σπίτια του προαστίου και έφτανε μέχρι την τάφρο. Επρόκειτο για το υδραγωγείο μέσω του οποίου μεταφερόταν νερό στο Ναύπλιο. Ψηλά στους πρόποδες του οικισμού, εκεί ακριβώς όπου αρχίζουν και στις μέρες μας τα πρώτα οικοδομικά τετράγωνα της Πρόνοιας, άρχιζε το προάστιο Trombè (Τρομπέ). Το όνομα του προαστίου είναι πολύ πιθανό να προήλθε από την τρόμπα, δηλαδή την αντλία, που υπήρχε περίπου στο κέντρο του.

Βόρεια του προαστίου Trombè υπήρχε το άλλο προάστιο, το Techiè (Τεκέ), μικρότερο από το πρώτο. Ο όνομά του είναι πιθανό να το πήρε από τον τεκέ, δηλαδή το μοναστήρι των Τούρκων δερβίσηδων, που υπήρχε εκεί. Στην ύπαρξη τεκέ αναφέρεται και ο μηχανικός του ναυτικού M. Bellin στο έργο του «Description du Golph de Venise et de la Moree», που κυκλοφόρησε το 1711. Γράφει ο Bellin: «Στο προάστειο του Ναυπλίου, όπου σε καλύβες κατοικούν οι Αλβανοί, υπάρχουν τρεις ή τέσσερις ελληνικές εκκλησίες και ένας τεκές δερβίσηδων κτισμένος από το Mustafa πασά». Και συνεχίζει: «Στον τεκέ αυτόν κατοικούν δώδεκα δερβίσηδες με τις γυναίκες τους, γιατί οι δερβίσηδες έχουν δικαίωμα να παντρεύονται αν το επιθυμούν, παρόλο ότι όσοι ταξιδεύουν στην Ανατολή ισχυρίζονται το αντίθετο» [28].

 

Αυτή την εποχή, δηλαδή γύρω στα 1700, υπήρχαν και στα δύο προάστια 487 οικήματα (κατοικίες, ενδεχομένως αποθήκες ή εργαστήρια, παράγκες). Η δόμησή τους ακολουθούσε τις φυσικές καμπύλες του εδάφους και δεν υπήρχαν οικοδομικά τετράγωνα [29]. Αυτά τα οικιστικά σύνολα μοιάζουν με τα αιγαιοπελαγίτικα οικιστικά συγκροτήματα. Τα σπίτια, δηλαδή, εφάπτονταν το ένα στο άλλο σχηματίζοντας μεταξύ τους τείχος. Ήταν τοποθετημένα είτε σε παράλληλη γραμμική παράταξη (περισσότερο στο Trombè) είτε σε συστάδες τετράγωνων ή πολύπλευρων συγκροτημάτων ή σε οικιστικά συγκροτήματα, που εξωτερικά σχημάτιζαν τείχος κι εσωτερικά είχαν ακάλυπτο χώρο, είδος εσωτερικής κοινόχρηστης αυλής, κατά το πρότυπο των βενετσιάνικων campi (η εικόνα κυρίως στο Techiè) [30].

Τα σπίτια στο σύνολό τους ήταν μικρά έως μεσαία με μήκος πρόσοψης 7-15 μέτρα. Ελάχιστες ήταν οι εξαιρέσεις πραγματικά μεγάλων σπιτιών, ενώ υπήρχε και ένας αριθμός πολύ μικρών σπιτιών, προφανώς μονόχωρων, περίπου στο μέγεθος ενός μεγάλου δωματίου [31].

Και στα δύο προάστια κατοικούσαν 392 οικογένειες, δηλαδή περίπου 1430 ψυχές [32]. Ο πληθυσμός αυτός αποτελούνταν από ντόπιους αλλά και από πολλούς ξένους, κυρίως Τσιριγώτες (δηλαδή Κυθήριους), Κρητικούς, Αθηναίους και άλλους Έλληνες. Εκτός των Ελλήνων στα δύο προάστια κατοικούσαν και Ενετοί, ο αριθμός των οποίων δεν ξεπερνούσε το 1/8 του συνόλου των κατοίκων [33].

Ως προς τις ασχολίες των κατοίκων οι αρχειακές πηγές για την εποχή αυτή δεν παρέχουν πολλά στοιχεία. Από τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας βλέπουμε ότι υπήρχαν στρατιωτικοί και κληρικοί [34]. Βέβαια, δεν θα πρέπει να αποκλείσουμε την ύπαρξη κτηματιών, αφού γνωρίζουμε ότι οι Βενετοί προχώρησαν σε εκχωρήσεις γης σε μεμονωμένους έποικους ή σε ομάδες εποίκων [35].

Οι Βενετοί δεν μπόρεσαν να κρατήσουν για πολλά χρόνια τις κτήσεις τους στην Πελοπόννησο. Το 1715 οι Τούρκοι πολιόρκησαν και κατέλαβαν το Παλαμήδι και την πόλη του Ναυπλίου. Οι Βενετοί δεν είχαν άλλη επιλογή: παρέδωσαν «άνευ όρων» και την Ακροναυπλία. Έτσι, άρχισε η Β΄. Τουρκοκρατία που κράτησε μέχρι το 1822, όταν οι Έλληνες με ρεσάλτο κατέλαβαν το Παλαμήδι.

Κατά τη Β΄. Τουρκοκρατία η στάση των Τούρκων απέναντι στους Έλληνες του Ναυπλίου ήταν σκληρή. Τους απαγόρευσαν να τελούν ακόμη και ιεροπραξίες μέσα στην πόλη και οι εκκλησίες είχαν μετατραπεί σε τζαμιά ή αποθήκες. Οι Έλληνες της πόλης του Ναυπλίου και όσοι κατοικούσαν έξω από αυτήν εκκλησιάζονταν στον ταπεινό ναό των Αγίων Πάντων, στην Πρόνοια, όπου υπήρχε και το νεκροταφείο των χριστιανών. Πολύ αργότερα, το 1779, οι Τούρκοι τους επέτρεψαν να λειτουργήσουν το ναό της Αγίας Σοφίας, που βρισκόταν στην ελληνική συνοικία της πόλης και ο οποίος μέχρι τότε χρησιμοποιούταν ως αποθήκη άχυρων [36].

Το 1790 επισκέφθηκε το Ναύπλιο ο περιώνυμος Ολλανδός ναύαρχος Ιωάννης Ερρίκος Van Kiusbergen, ο οποίος μελέτησε τα φρούρια και τον εξοπλισμό τους. Τις εντυπώσεις του περιέλαβε στο έργο του «Περιγραφή του Αρχιπελάγους», το οποίο εξέδωσε μετά από 2 χρόνια. Αναφερόμενος στον πληθυσμό γράφει:

 

«Ο αριθμός των κατοίκων του Ναυπλίου υπολογίζεται περίπου εις 6.000 ψυχάς, συνυπολογιζομένων και των εν τω φρουρίω του Παλαμηδίου οικούντων. Οι πλείστοι των κατοίκων είναι Τούρκοι. Οι Έλληνες αποτελούσιν ακριβώς υπολογιζόμενοι διακοσίας οικογενείας και οι Ιουδαίοι έτι ολιγοτέρας. Οι Φράγκοι κατοικούσι το προάστειον εκτός του Ναυπλίου, ασκούντες αρκούντως επικερδή εμπορείαν ιδίως του ελαίου, των σιτηρών, μαλλίων, μετάξης κ.λ.π. και εισάγοντες αντ’ αυτών εκ Γαλλίας πανικά (δηλαδή υφάσματα), καφέ, λουλάκι, ζάχαριν κ.λ.π.» [37].

 

Αυτή την εμπορική δραστηριότητα τόνιζε 10 χρόνια νωρίτερα και ο Sonnini, ο οποίος, όμως, επισήμαινε ότι Τούρκοι αποτελούσαν καταστροφή για το εμπόριο με τα προσκόμματα που έθεταν στη διεξαγωγή του [38].

Και πράγματι, όταν το 1816 επισκέφθηκε το Ναύπλιο ο Γάλλος φιλέλληνας Pouqueville, στο λιμάνι υπήρχε λάσπη, έτσι ώστε τα πλοία δεν μπορούσαν να πλησιάσουν. Όμως, παρά την αρνητική κατάσταση που επικρατούσε στο λιμάνι ένα μεγάλο μέρος των προϊόντων του τόπου διακινούνταν από το Ναύπλιο και πολλά ξένα πλοία ήταν αραγμένα στην παραλία του [39].

Βέβαια, η καθόλα αρνητική στάση των Τούρκων για το εμπόριο είχε σαν αποτέλεσμα την χαλάρωση του εμπορίου και την σταδιακή απομάκρυνση των Ευρωπαίων εμπόρων. Έτσι, το τοπικό εμπόριο πέρασε στα χέρια μικρεμπόρων, που, όμως, και αυτοί απομακρύνθηκαν εξαιτίας της φοβερής πίεσης των Γενίτσαρων. Οι μόνοι που παρέμειναν ήταν δεκαπέντε «Ιουδαϊκοί οίκοι», οι οποίοι εμπορεύονταν κυρίως το μετάξι. Επακόλουθο αυτής της κατάστασης ήταν να απομακρυνθούν οι «Φράγκοι» έμποροι από την Πρόνοια και γενικώς ο τόπος να ερημώσει. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις τοπικές παραδόσεις του τέλους του 19ου αιώνα αλλά και από τις αρχειακές πηγές. Συγκεκριμένα, ο οικισμός δεν αναφέρεται στην απογραφή πληθυσμού του 1814 ούτε σημειώνεται στον τοπογραφικό χάρτη του Pouqueville. Αντίθετα, στο χάρτη αυτό σημειώνεται νεκροταφείο βόρεια της Πρόνοιας, το οποίο προφανώς είναι το νεκροταφείο που υπήρχε στους Άγιους Πάντες και λειτούργησε μέχρι τη δεκαετία του 1850. Ακόμη και σήμερα βλέπουμε μαρμάρινες πλάκες από αυτό το νεκροταφείο να έχουν ενσωματωθεί στο δάπεδο και στα εξωτερικά σκαλιά του ναού [40].

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης οι Τούρκοι κλείστηκαν στα φρούρια για να προστατευθούν. Το Ναύπλιο και τα φρούριά του πολιορκήθηκαν στενά από τους Έλληνες. Ξημερώνοντας η 30η Νοεμβρίου του 1822 ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης με 80 παλικάρια κατέλαβαν με ρεσάλτο το Παλαμήδι. Οι Τούρκοι, αφού παρέδωσαν την πόλη του Ναυπλίου και το φρούριο της Ακροναυπλίας, πήραν το δρόμο για τη Μικρά Ασία. Από τότε και μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια δεν αναφέρεται να κατοικείται ο χώρος της Πρόνοιας.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1828 έφτασε στο Ναύπλιο ως Κυβερνήτης της Ελλάδας ο Ιωάννης Καποδίστριας. Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ήταν πολλά, ποικίλα και μεγάλα. Ένα από αυτά ήταν η συσσώρευση στο Ναύπλιο πλήθους κόσμου από κάθε μεριά του ελλαδικού χώρου. Οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν σε μια πόλη κατεστραμμένη και ακάθαρτη με σπίτια ερειπωμένα. Εγκαταστάθηκαν όπου μπορούσε να φανταστεί κανείς, φτιάχνοντας καλύβες. Οι συνθήκες υγιεινής ήταν άθλιες και υπήρχε μεγάλος κίνδυνος επιδημιών.

Στις αρχές Απριλίου ο Κυβερνήτης έστειλε επιστολή προς τους μηχανικούς Σταμάτη Βούλγαρη και Ν. Μαυρομμάτη με την εντολή να επισκεφθούν μία προς μία τις καλύβες και να καταγράψουν ονομαστικά τους ενοίκους τους. Επίσης, να συντάξουν προϋπολογισμό για την κατασκευή καλυβών σε μέρος κατάλληλο, προκειμένου να στεγαστεί όλος αυτός ο κόσμος. Η τοποθεσία, που εκείνος πρότεινε, βρισκόταν κοντά στο χωριό Άρια, όπου ο τόπος ήταν υγιεινός και κατάλληλος, ενώ η τελική και ακριβής επιλογή του τόπου θα ήταν έργο και των τριών, δηλαδή του ίδιου και των δύο μηχανικών [41].

Σε μία εβδομάδα, στις 17 Απριλίου, είχε γίνει η καταγραφή του πληθυσμού που έπρεπε να μετακινηθεί: 2.500 ψυχές ή, σύμφωνα με την τότε καταμέτρηση, 2.158 άτομα, που είχαν εγκατασταθεί σε 662 καλύβες [42]. Επίσης, είχε επιλεγεί ο τόπος εγκατάστασης και είχε εκπονηθεί το πολεοδομικό σχέδιο. Τέλος, είχε υπολογιστεί και το κόστος κατασκευής. Μάλιστα, ο ίδιος ο Κυβερνήτης «βάφτισε» το νέο προάστιο δίνοντάς του το όνομα «Πρόνοια» [43].

Οι εργασίες κατασκευής είχαν ήδη αρχίσει στις 5 Μαΐου. Στις 24 Μαΐου οι μάστορες παρέδωσαν 96 καλύβες [44]. Όμως, μετά από δυο μέρες ξέσπασε επιδημία πανώλης, και όπως ήταν αναμενόμενο, πρωτοεμφανίστηκε στις φτωχές οικογένειες, που έμεναν στα παραπήγματα, έξω από την πύλη της Ξηράς [45]. Οι πύλες της πόλης έκλεισαν, οι εργασίες σταμάτησαν και οι μάστορες παραπονιόταν ότι δεν είχαν εξοφληθεί [46].

 

Η ενετική Πύλη του Ναυπλίου (η Πύλη της Ξηράς – εξωτερική όψη), τέλος 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων. British Museum.

 

Τα σπίτια αυτά ήταν πέτρινα, χτισμένα σε οικόπεδα με πρόσοψη 3 μ. και βάθος 6. Ήταν χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Είχαν ένα μόνο χώρο, σχεδόν τετράγωνο, και καλύπτονταν με μονοκλινή στέγη, η οποία ήταν μάλλον από ψαθί. Η προς το δρόμο όψη είχε ύψος 2 μ. και διακοπτόταν από τα ανοίγματα μιας πόρτας και ενός παραθύρου. Στο πίσω μέρος του οικοπέδου, όπου υπήρχαν οι βοηθητικοί χώροι, αφηνόταν ένας μικρός υπαίθριος χώρος. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν τέτοια σπίτια στην Πρόνοια [47].

Πολύ σύντομα τα σπίτια αυτά φαίνεται ότι άρχισαν να αντικαθίστανται από μεγαλύτερα οικοδομήματα· το Νοέμβριο του 1830 ο Καποδίστριας έγραφε σε επιστολή του: «Αι δε καλύβαι, τας οποίας είχα κατασκευάσει έξω [από το Ναύπλιο] προ δύο ετών, εκλείπουσι, και αντ’ αυτών εγείρονται οίκοι μεγάλοι και ευπρεπείς, συστήσαντες το προάστειον, την Πρόνοιαν» [48].

Στο σχεδιασμό της Πρόνοιας εφαρμόστηκε το Ιπποδάμειο σύστημα, δηλαδή ορθογώνια παραλληλεπίπεδα οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία ορίζονταν από οριζόντιους και κάθετους δρόμους. Το αρχικό σχέδιο του Βούλγαρη, καθώς και το επόμενο που συνέταξε μετά την επιδημία της πανώλης, περισσότερο εκτεταμένο από το πρώτο, δε σώζονται. Από τότε εκπονήθηκαν αρκετά πολεοδομικά σχέδια για την Πρόνοια, από τα οποία άλλα σώζονται και άλλα όχι. Πάντως, το βέβαιο είναι ότι για τη σύνταξη όλων αυτών των σχεδίων χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο το σχέδιο του Βούλγαρη [49].

Ο ρυθμός κατοίκησης και οικοδομικής δραστηριότητας στο νέο προάστιο υπήρξε έντονος. Το 1829 ο πληθυσμός του αριθμούσε 2.500 ψυχές, ενώ την άνοιξη του 1830 πραγματοποιήθηκε ομαδική άφιξη Κρητών, οι οποίοι συγκρότησαν δική τους συνοικία, «τα κρητικά», στο λόφο της Ευαγγελίστριας [50]. Ακόμη και σήμερα αυτό το οικιστικό σύνολο ξεχωρίζει με τα ταπεινά σπίτια και τα στενά σοκάκια.

Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Πρόνοια[51] συνοδεύτηκε από παρατυπίες, παραλήψεις και παράνομες πράξεις. Γράφει ο αείμνηστος Γεώργιος Χώρας:

«Γενικώς όλοι προέβαλαν αδυναμία πληρωμής της οφειλής τους. Μεταξύ αυτών άλλοι είχαν καταβάλει τις πρώτες δόσεις, άλλοι ώφειλαν ακόμη στο Δημόσιο Ταμείο. Άλλοι ήσαν οφειλέτες για όλο το χρηματικό ποσό της αξίας του οικοπέδου. Άλλοι είχαν εγκατασταθή χωρίς καμμία άδεια, άτυπα ή αυθαίρετα. Μια άλλη κατηγορία «των ευπόρων», κατέλαβαν οικόπεδα στην Πρόνοια για επένδυση των χρημάτων τους και εκμετάλλευση. Αυτοί έβλεπαν μακριά. Ήξεραν ότι υπήρχε οικιστικό πρόβλημα και συνωστισμός στο Ναύπλιον συνεχώς αυξανόμενος. Εζήτησαν λοιπόν να επωφεληθούν από τη μεγάλη ζήτηση κατοικίας. Σημαντικός ήταν ο αριθμός των απόρων, για τους οποίους δεν υπήρχε δυνατότητα ούτε ελπίδα εξοφλήσεως της οφειλής τους προς το Δημόσιο. Πολλοί μάλιστα άποροι συνέχισαν να μένουν σε καλύβες, τις οποίες απλώς μετέφεραν στα οικόπεδα της Πρόνοιας, χωρίς δυνατότητα να στήσουν ούτε παράπηγμα καλλίτερο ούτε οικοδομή»[52].

Ο Καποδίστριας θέλοντας να δώσει λύση στο πρόβλημα που είχε προκύψει υπέγραψε στις 3 Ιουνίου 1831 το ΚΣΤ΄. Ψήφισμα της Δ΄Εθνοσυνέλευσης του Άργους, το οποίο αναφερόταν ειδικά στην Πρόνοια και με το οποίο οι άποροι και οι φτωχοί, που είχαν καλύβες, δεν πλήρωναν καμία εισφορά ενόσο κατοικούσαν σ’ αυτές, ενώ, όσοι είχαν κτίσει σπίτια, εργαστήρια ή οποιοδήποτε άλλο κτίριο με σκοπό να ωφεληθούν, έπρεπε να πληρώσουν το εθνικό δικαίωμα της γης. Τα χρήματα που επρόκειτο να καταβληθούν θα χρησίμευαν για τον καλλωπισμό της πόλης του Ναυπλίου και της Πρόνοιας [53].

Η στυγερή δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 και η αναταραχή που ακολούθησε είχε τις συνέπειές της και στον τομέα της δόμησης της Πρόνοιας. Ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση του ψηφίσματος, το 1832, είχαν κτιστεί στο προάστιο αρκετές οικοδομές δίχως άδεια. Η κατάσταση της αυθαίρετης δόμησης συνεχίστηκε και επεκτάθηκε μέχρι το τέλος του 1833, γι’ αυτό οι Βαυαροί διόρισαν, ειδικά για την Πρόνοια, μηχανικό με σκοπό να τηρηθεί ακριβώς το σχέδιο [54].

Σε όλα τα πολεοδομικά σχέδια της Πρόνοιας σημειώνονται δύο ελεύθεροι χώροι. Ο ένας βρίσκεται στο κέντρο σχεδόν του οικισμού, στο μέρος εκείνο που το 1836 κτίστηκε η εκκλησία της Αγίας Τριάδας, και ο άλλος στα ανατολικά όριά του. Σ’ αυτόν τον τελευταίο τον Ιούλιο του 1832 διεξήχθησαν οι εργασίες της Δ΄. Εθνοσυνέλευσης [55]. Βέβαια, δεν υπήρχε η υποδομή, δηλαδή ένα κτίριο στο οποίο θα συνεδρίαζαν οι 224 βουλευτές του Έθνους. Για το σκοπό αυτό κατασκευάστηκε ένα ξύλινο παράπηγμα, η γνωστή «παράγκα». Ήταν ένα ξύλινο ορθογώνιο παράπηγμα από δοκάρια και σανίδες με πλάτος 10-12 μ. και διπλάσιο μήκος. Το ύψος του έφτανε τα 3 μ. και η σκεπή του ήταν «μυτερή». Εσωτερικά, απέναντι από την είσοδο υπήρχαν τα έδρανα του Προέδρου και των Γραμματέων της Εθνοσυνέλευσης, ενώ αριστερά και δεξιά υπήρχαν εξέδρες για το διπλωματικό σώμα και τους ξένους επίσημους. Απέναντι από το προεδρείο είχαν δημιουργηθεί σε ακανόνιστο κύκλο 3 επάλληλες σειρές από σκαμνιά, όπου κάθονταν οι Πληρεξούσιοι.

Το κάπνισμα απαγορευόταν μέσα στην αίθουσα. Όμως, οι «θεριακλήδες» [56] Πληρεξούσιοι δεν μπορούσαν να αντέξουν τόσες ώρες [57] χωρίς να καπνίσουν. Είχαν, λοιπόν, μαζί και τους «τσιμπουκτσήδες» τους, που τριγυρνούσαν έξω από την παράγκα και έχωναν μέσα στα κενά που δημιουργούσαν οι σανίδες των τοιχωμάτων την άκρη του αναμμένου τσιμπουκιού ή το μαρκούτσι του ναργιλέ, έτσι ώστε να ρουφούν οι βουλευτές. Το αποτέλεσμα ήταν πολλές φορές συννεφάκια καπνού να αναδύονται μέσα στο χώρο της Συνέλευσης [58].

Όμως, κάποια παλικάρια από τη Ρούμελη, που είχαν στρατοπεδεύσει στην Άρια, δεν είχαν πληρωθεί τους στρατιωτικούς μισθούς τους και πίεζαν την Κυβέρνηση να τους πληρώσει. Η Κυβέρνηση δεν είχε χρήματα και για πάνω από 20 μέρες το μόνο που έδινε ήταν υποσχέσεις. Η κατάσταση μέρα με τη μέρα εκτραχυνόταν μέχρι που στις 14 Αυγούστου 1832 «ως άγρια θηρία, ως τίγρεις λυσσώδεις επέπεσαν οι στρατιώται κατά των Πληρεξουσίων· εκραύγαζον ότι παρήλθε και η δευτέρα παρ’ αυτών ταχθείσα προθεσμία, ότι η Συνέλευσις κατεδαπάνα τον καιρόν αυτής εις ελεεινάς σκευωρίας, αντί να φροντίση περί των ατυχών πολεμιστών του τόπου· κατεβίβασαν της έδρας του τον ογδοηκοντούτη Πρόεδρον Νοταράν, ύβρισαν και ηπείλησαν διά θανάτου τους Πληρεξουσίους, εγύμνωσαν αυτούς και απήγαγον τέλος επτά τους πλουσιώτερους αυτών και τον Πρόεδρον εις Άρειαν, όπως κρατήσωσιν αυτούς ως ομήρους μέχρι της πληρωμής των καθυστερουμένων στρατιωτικών μισθών.

Επειδή δε η Κυβέρνησις δεν είχε χρήματα, ηναγκάσθησαν ούτοι να καταβάλλωσιν εξ ιδίων 100.000 γρόσια ως λύτρα, ανθ’ ων απελύθησαν τη 18η Αυγούστου» [59]. Έτσι, η Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων διαλύθηκε άδοξα. Στο χώρο όπου συνεδρίαζαν τότε οι Πληρεξούσιοι του Έθνους υπάρχει σήμερα πλατεία με το όνομα «Πλατεία Εθνοσυνέλευσης».

Στις 25 Ιανουαρίου 1833 αποβιβάστηκε κοντά στο Ναύπλιο, στη Γλυκειά [60], ο Όθωνας ως Βασιλιάς της Ελλάδας. Η μεγαλειώδης πομπή κατευθύνθηκε και εισήλθε στην πόλη «εν μέσω των αδιακόπων κανονιοβολισμών των πλοίων και των φρουρίων και των φρενιτιωδών επευφημιών του Λαού» [61]. Τον ακολουθούσαν 3.500 Βαυαροί αξιωματικοί και στρατιώτες.

Πολλοί από τους Βαυαρούς στρατιωτικούς εγκαταστάθηκαν οικογενειακός σε κατοικίες στην Πρόνοια, τα ενοίκια των όποιων κατέβαλε η Δημογεροντία Ναυπλίου [62]. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Άγγλος ζωγράφος Francis Hervè, ο οποίος τότε έμενε στο Ναύπλιο, πολλοί από τους Βαυαρούς στρατιώτες έτρωγαν τους γάτους, με αποτέλεσμα την απειλητική αύξηση των ποντικών. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε πολλά παράπονα εκ μέρους των κατοίκων της Πρόνοιας, οι οποίοι έβλεπαν τις αποθήκες τους να μαστίζονται από τις επιδρομές των ποντικών [63].

Όμως, η τύχη υπήρξε τραγική για πολλούς από του Βαυαρούς στρατιώτες. Τα έτη 1833 – 1834 προσεβλήθησαν από επιδημία κοιλιακού τύφου εξαιτίας της κατανάλωσης άγουρων φρούτων και υπερώριμων αγγουριών. Πολλοί πέθαναν και τάφηκαν στο νεκροταφείο μπροστά από την εκκλησία των Αγίων Πάντων και σε μια τοποθεσία βορειοανατολικά του ναού της Ευαγγελίστριας, που από τότε πήρε το όνομα «τα βαυαρικά μνήματα».

Όταν το Φεβρουάριο του 1836 επισκέφθηκε το Ναύπλιο ο Βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος ο Α΄., πατέρας του Όθωνα, διέταξε να ιδρυθεί μνημείο στο βράχο, στους πρόποδες του οποίου είχαν ταφεί οι Βαυαροί στρατιώτες. Το 1840-1841 ο Γερμανός γλύπτης H. Siegel λάξευσε επάνω στο φυσικό βράχο, με δαπάνες του βασιλιά Λουδοβίκου, τεράστιο λιοντάρι κατ’ απομίμηση του λιονταριού που έστησαν οι Ελβετοί στη Λουκέρνη εις ανάμνηση των συμπατριωτών τους, που φονεύθηκαν στο Παρίσι κατά τη Γαλλική Επανάσταση [64]. Το λιοντάρι παρουσιάζεται κοιμισμένο με θαυμαστή έκφραση ανθρωπομορφικής θλίψης. Βεβαίως, είναι φανερή η συμβολική συσχέτιση με τον άδικο χαμό των Βαυαρών στρατιωτών [65]. Στα πόδια του λιονταριού έχει χαραχθεί στα γερμανικά η επιγραφή:

Οι Αξιωματικοί και Στρατιώται

της Βασιλικής βαυαρικής μεραρχίας

προς τους Συστρατιώτας των.

† 1833 – 1834

Το παρόν Μνημείον ίδρυσεν ο Λουδοβίκος

Βασιλεύς της Βαυαρίας.

 

Όπως προαναφέραμε ο χώρος της Πρόνοιας ήταν νεκροταφειακός. Ήδη, από το 1696 ο εφημέριος της ενορίας των Αγίων Πάντων Ιωάννης Περής βεβαίωνε: «Ι696 Αυγούστου 26 – Ενορία των Αγίων Πάντων έξο εις τα Νεκροταφήα. Εκκλησία Αγίοι Πάντες. έχη ολήγην αυλήν που χώνουν του(ς) χριστιανούς και τζελια (κελιά) τρία με την περιοχην τους που κάθετε ο ευφημερίος, καθώς εκράτι ο τόπως από το παλεόν …».

 

Ανυπόγραφo χαρακτικό σε ατσάλι (24 x 16,7 εκ.), το οποίο αναπαριστά το μνημείο της Πρόνοιας. Μουσείο του βασιλιά Όθωνα στο Οττομπρούν του Μονάχου (König-Otto-von-Griechenland-Museum der Gemeinde Ottobrunn). Στο κάτω μέρος φέρει την εξής επιγραφή: «Denkmal der in Griechenland gefallenen Baiern von Christian Siegel». [= Μνημείο των Βαυαρών πεσόντων στην Ελλάδα του Χριστιανού Ζίγκελ].

 

Αλλά και το 1816 σε χάρτη που παραθέτει ο Pouqueville το νεκροταφείο τοποθετείται στην ίδια περιοχή. Όμως, δεν ήταν μόνο το χριστιανικό νεκροταφείο στο μέρος αυτό. Ο Φωτάκος περιγράφοντας την πρώτη επιχείρηση των Ελλήνων για την κατάληψη του Ναυπλίου την άνοιξη του 1821 και αναφερόμενος στην τοπογραφία της περιοχής γράφει: «…. Ήτο όλη σχεδόν (η περιοχή) γεμάτη Τουρκομνήματα έως πέρα είς τους Αγίους Πάντας κι το Αγγουρώον λεγόμενον… (το μνημείο των Βαυαρών). Ήτο δε γεμάτος ο τόπος μάνδραις, μνήματα, κυπαρίσσια και άλλα δένδρα διάφορα, αθάνατοι φυτευμένοι πολλοί, ώστε εδυσκολεύετο ο άνθρωπος να περάση εύκολα …» [66].

Το 1852 δημιουργήθηκε το σημερινό νεκροταφείο σε οικόπεδο, το οποίο δώρισε ο εύπορος Ναυπλιώτης Μιχαήλ Αναστασίου Ιατρός. Μετά τη δημιουργία του νέου νεκροταφείου άρχισε σταδιακά η μεταφορά των ταφικών μνημείων σ’ αυτό. Πολλές, όμως, επιτύμβιες πλάκες επιφανών κατοίκων της πόλης καθώς και ξένων χρησιμοποιήθηκαν για την πλακόστρωση του δαπέδου του ναού των Αγίων Πάντων και της σκάλας που οδηγεί σ’ αυτόν. Επίσης, είναι πιθανό πολλά έργα να καταστράφηκαν.

Το νεκροταφείο στην Πρόνοια παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο για την ιστορία της νεοελληνικής γλυπτικής αλλά και για την ιστορία της πόλης του Ναυπλίου. Εκεί, οι εύποροι Ναυπλιώτες, ενδιαφερόμενοι για την υστεροφημία τους, κατασκεύασαν μνημεία μεγαλοπρεπή [67].

Στο χώρο αυτό μπροστά από την εκκλησία των Αγίων Πάντων εγκαταστάθηκαν το 1936-1939 πρόσφυγες ελληνικής καταγωγής από την πρώην Σοβιετική Ένωση δημιουργώντας μια νέα συνοικία, «τα ρώσικα».

Όπως αναφέραμε στην αρχή αυτής της περιήγησης, η Πρόνοια υπήρξε ένας τόπος βοηθητικός για το κλεισμένο μέσα στα τείχη του Ναύπλιο. Το Ναύπλιο ήταν μια σύγχρονη πόλη εκείνης της εποχής που για να λειτουργήσει είχε ανάγκη από κάποιους απαραίτητους χώρους. Θα έπρεπε π.χ. να είχε στάβλους για τα ζώα και υπόστεγα για τις άμαξες. Καταλύματα για τους κάθε είδους επισκέπτες, καθώς και εργαστήρια. Στο Ναύπλιο λόγω στενότητας χώρου οι λειτουργίες αυτές ήταν δύσκολο να εξυπηρετηθούν και επιπλέον στοίχιζαν ακριβά [68]. Έτσι, το λαϊκό προάστιο της Πρόνοιας προσέφερε στο αστικό Ναύπλιο χώρους και υπηρεσίες. Ενδιαφέρουσες είναι οι περιγραφές των ξένων περιηγητών για τα καταλύματα της Πρόνοιας.

Την 1η Αυγούστου 1836 ο George Cochran έφτασε στο Ναύπλιο μέσω Επιδαύρου. Έφτασε όμως αργά τη νύχτα, όπως μας διηγείται ….:

«Γύρω στις δέκα το βράδυ φθάσαμε στην Πρόνοια, ένα χωριό στα περίχωρα του Ναυπλίου, όπου είμαστε αναγκασμένοι να σταματήσουμε για να περάσουμε τη νύχτα μας. Το Ναύπλιο ήταν οχυρωμένη πόλη και ως εκ τούτου οι πύλες του έκλειναν πάντοτε στις εννέα το βράδυ. Ο ταξιδιώτης θα πρέπει να φεύγει από την Επίδαυρο στις δέκα το πρωί και όχι στις μία, όπως κάναμε εμείς. Έτσι, είμαστε υποχρεωμένοι να βολευτούμε κάτω από άσχημες συνθήκες. Οι αγωγιάτες μάς οδήγησαν σε ένα μεγάλο κτίριο, οι ένοικοι του οποίου κοιμούνταν. Κτυπήσαμε τη μεγάλη πόρτα για δέκα περίπου λεπτά και τελικά ένα άτομο κατέβηκε και μας άνοιξε. Μπήκαμε με τις αποσκευές μας σε μια αυλή, η οποία προοριζόταν για τα εμπορεύματα. Υπήρχαν, όμως, και μερικά δωμάτια σε ένα διάδρομο επάνω για τους ταξιδιώτες εκείνους, που έφταναν αργά και δεν μπορούσαν να μπουν στο Ναύπλιο. Το δωμάτιο στο οποίο τακτοποιηθήκαμε ήταν αρκετά ευρύχωρο αλλά χωρίς καμιά επίπλωση. Τακτοποιήσαμε τα στρώματά μας και κοιμηθήκαμε, αφού φάγαμε λίγο κρύο κρέας και ψωμί και ήπιαμε ένα πολύ καλό κρασί»[69].

Μια άλλη υπηρεσία που προσέφεραν οι γυναίκες της Πρόνοιας ήταν η ανατροφή έκθετων βρεφών. Το 19ο αιώνα την πρόνοια για τα έκθετα βρέφη την είχε ο Δήμος. Επειδή, όμως, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τραφούν και να επιβιώσουν αυτά τα βρέφη παρά μόνο με μητρικό γάλα, ο Δήμος ανέθετε, «επί πληρωμή», σε γυναίκες που θηλάζονταν να θρέψουν αυτά τα παιδιά. Πολλά από τα παιδιά συνέχιζαν να ζουν μ’ αυτές τις οικογένειες και μετά τον απογαλακτισμό [70].

 

Η Πρόνοια και ο σιδηροδρομικός σταθμός Ναυπλίου (ΕΣΤΙΑ 1890).

 

Επιπλέον, η Πρόνοια αποτέλεσε και αποτελεί πηγή εργατικού δυναμικού. Μεγάλο μέρος του προσωπικού του εργοστασίου κονσερβών «ΚΥΚΝΟΣ» κατοικούσε στην Πρόνοια. Ο «ΚΥΚΝΟΣ» δημιουργήθηκε το 1910 και αποτελούσε για το Ναύπλιο μια σημαντική βιομηχανική μονάδα, όπου εργαζόταν ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού (ανδρικού και γυναικείου) των συνοικισμών της Πρόνοιας και του Νέου Βυζαντίου, καθώς και των γύρω χωριών. Στις αρχές του 21ου αιώνα το εργοστάσιο έκλεισε, γιατί οι εγκαταστάσεις της βιομηχανίας μεταφέρθηκαν στη δυτική Πελοπόννησο. Σήμερα, εκεί όπου γινόταν η επεξεργασία των προϊόντων που παλαιότερα παρήγαγε ο τόπος, ορθώνεται και λειτουργεί Super Market. Μια μονάδα μεταποίησης αντικαταστάθηκε από μια μονάδα διανομής. Ένα ακόμη παράδειγμα αποβιομηχάνισης του τόπου.

 

Άποψη της Πρόνοιας Ναυπλίου από Καρτ ποστάλ.

 

Αφήσαμε τελευταίο ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο της φυσιογνωμίας της Πρόνοιας. Είναι οι ταβέρνες της, τα «κρασοπουλιά» της και τα γλέντια της. Οι άνθρωποι του μόχθου μετά τη σκληρή δουλειά έβρισκαν καταφύγιο στις ταβέρνες και τα κρασοπωλεία. Με την παρέα και το κρασί η χαρά γινόταν διπλή και η λύπη μισή. Ήταν τέτοια τα γλέντια που πολλοί κάτοικοι από το Ναύπλιο έρχονταν για να τα απολαύσουν. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Αντώνης Λεκόπουλος – Αναπλιώτης μας έδωσε με τον προσωπικό του στίχο μια εικόνα της Πρόνοιας [71].

Πρόνοια! / (Παλιών καιρών, / παλιών καρδιών, / παλιών βιολιών, /

παλιών γλεντιών μας χρόνια …) / – Εγώ δεν είμ’ ο ποιητής / που θα σε

τραγουδήση. / Μια απλή, αναπλιώτικη ψυχή / ……/ στους δρόμους,

στα δρομάκια σου, / αυλές, παραθυράκια σου, / στα φτωχοανηφοράκια σου,/

θα ’ρθή να ξαναζήση, / να ξαναπερπατήση, / να ξανανηφορήση, / και στου

Κατσούλη ένα κρασί / – Φτωχή, καλή μου Πρόνοια, εσύ- / να πιη και να καθήση.

Τη δεκαετία του 1990 πολλοί παλιοί κάτοικοι της Πρόνοιας μετακινήθηκαν προς τις Εργατικές Κατοικίες, που τότε κατασκευάστηκαν, ενώ, στα σπίτια που άδειασαν, εγκαταστάθηκαν οικονομικοί μετανάστες.

 

Πρόνοια Ναυπλίου (Καρτ ποστάλ – Στέφανος Στουρνάρας).

 

Σήμερα η Πρόνοια επεκτείνεται βόρεια και ανατολικά και «ανακαινίζεται». Τα παλιά, μικρά σπίτια πέφτουν και στη θέση τους σηκώνονται σύγχρονα οικοδομήματα. Επειδή τα οικόπεδα είναι μικρά, χτίζονται μονοκατοικίες και έτσι δεν αλλοιώνεται η φυσιογνωμία του οικισμού από ογκώδεις κατασκευές. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η κεντρική οδός της Πρόνοιας, όπου και εδώ η «αντιπαροχή» έχει κάνει αισθητή την παρουσία της.

Παρόλα αυτά στον κεντρικό δρόμο της Πρόνοιας υπάρχουν ακόμη σπίτια που βλέποντάς τα κανείς ανασυνθέτει την «ταπεινή» ιστορία αυτού του προαστίου, που είχε την τύχη, και την ατυχία, να ζει δίπλα στο δοξασμένο και ξακουστό ΝΑΥΠΛΙΟ. Πάντως, οι παλιοί Προνοιώτες, ακόμη και αν δε ζουν πλέον στην Πρόνοια, έχουν συνείδηση της ταυτότητάς τους και είναι υπερήφανοι γι’ αυτήν.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια προς τον Ν. Καλλέργη, έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας, με ημερομηνία 17/4/1828. Η επιστολή δημοσιεύεται σε: Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, «Απόπειρα» (Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία), [Ναύπλιο], χ. χ. , σ.16 (βλ. και Αρχαιολογία, τχ. 51 (Ιούνιος 1994).

[2] Ευαγγελία Πρωτονοταρίου – Δεϊλάκη, Ακροναυπλία και Ανασκαφικαί Έρευναι εις περιοχήν

Ναυπλίου, Αρχαιολογικόν Δελτίον 28 (1973): Χρονικά, σ. 90.

[3] Ντιάνα Αντωνακάτου, Τάκης Μαύρος, Αργολίδος Περιήγησις, Ναύπλιο, 1973, σ. 105.

[4] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979, σ. 19.

[5] Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, Ναύπλιο, 1975 (Γ.΄ έκδοση), σ.σ. 12-13.  

[6] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 19.

[7] Ευαγγελία Δεϊλάκη και Χαράλαμπος Κριτζάς, Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας, Αρχαιολογικόν Δελτίον 29 (1973-1974): Χρονικά, Αθήνα 1979, σ.σ. 202-204. Ντιάνα Αντωνακάτου, Τάκης Μαύρος, Αργολίδος Περιήγησις, ό.π., σ. 105 (φωτογραφία).

[8] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 21.

[9] Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια προάστειο του Ναυπλίου, Πελοποννησιακά, τ. ΙΣΤ΄. , Αθήνα 1986, σ. 535.

[10] Μιχαήλ Σακελλαρίου, Οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξέλιξη των ελληνικών κρατών, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα 1971, τ. Β΄., σ. 236.

[11] Όσοι κάτοικοι σώθηκαν πήραν το δρόμο της προσφυγιάς και εγκαταστάθηκαν με την άδεια των συμμάχων τους Σπαρτιατών στη Μεθώνη.

[12] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 21.

[13] Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.16.

[14] Δ. Μεταλλινός, Α.Ν.Μπούρα, Μ. Τσιτιμάκη, Napoli di Romania. Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου και η εξέλιξή τους, Αθήνα 1993, σ.3 (δακτυλόγραφη διάλεξη. Έδρα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Ε.Μ.Π.). Σε πολλές περιπτώσεις τα αρχαία τείχη χρησιμοποιήθηκαν ως βάσεις για το χτίσιμο των νέων.

[15] Μάλιστα, «στα 1199 ο Αλέξιος Γ΄. Άγγελος παραχώρησε στη Βενετία το δικαίωμα του ελευθέρου εμπορίου σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων και το Ναύπλιο», Δ. Μεταλλινός … ό.π., σ.σ. 3-4.

[16] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Με την Αρμάδα στο Μοριά 1684-1687, Αθήνα, 1998, σ.σ. 9-10.

[17] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Με την Αρμάδα ….., ό.π., σ. 11 και 49.

[18] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 104. Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια … ό.π., σ. 537.

[19] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 103-109.

[20] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 112-113.

[21] Τάκης Μαύρος, Το Παλαμήδι, Αθήνα 1988.

[22] Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 44.

[23] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι., Αθήνα 2002, σ. 17.

[24] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο ….. ό.π., σ. 25

[25] Το C.O. σώζεται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας και το C.P. απόκειται στο Κέντρο Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Η Ευτυχία Δ. Λιάτα στο βιβλίο της, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι., «αξιοποιώντας λεπτομερώς αυτά τα δύο κτηματολόγια αλλά και άλλες αρχειακές πηγές, δημοσιευμένες και αδημοσίευτες, ανασυνθέτει το πλούσιο απογραφικό υλικό που περιέχουν, φωτίζοντας καίριους τομείς της ιστορίας του Ναυπλίου και της ενδοχώρας του …» (από τον πρόλογο του Κώστα Λάππα).

[26] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο ….. ό.π., φωτ. 6. Πρώτη δημοσίευση, Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, «Απόπειρα» (Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία), [Ναύπλιο], χ.χ. (βλ. και Αρχαιολογία, τχ. 51 (Ιούνιος 1994).

[27] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 8.

[28] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, …  ό.π., σ.σ. 9-10.

[29] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 9.

[30] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο … ό.π., σ. 95.

[31] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο ….  ό.π., σ. 91.

[32] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο …. ό.π., σ. 90.

[33] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.14.

[34] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.12.

[35] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο … ό.π., σ. 73.

[36] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 154 και 166. και Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια … ό.π., σ.σ. 549-550.

[37] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 180.

[38] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 184.

[39] Απόσπασμα από τις εντυπώσεις του Pouqueville σε Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 83.

[40] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 180.

[41] Βλ. επιστολή Ι. Καποδίστρια προς Στ. Βούλγαρη και Ν. Μαυρομμάτη σε Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 5.

[42] Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828- 1833), Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας με θέμα τη Νεοελληνική Πόλη, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1985, σ. 293.

[43] Επιστολή Ι. Καποδίστρια προς Ν. Καλλέργη, έκτακτο επίτροπο Αργολίδας, σε Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 16.

[44] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια,… ό.π., σ. 17.

[45] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 279-280.

[46] Βλ. απόσπασμα επιστολής των μαστόρων προς τον έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας σε Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.σ. 17-18.

[47] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.σ. 18, 19 και 21.

[48] Απόσπασμα επιστολής Ι. Καποδίστρια σε Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ. 543.

[49] Για τα τοπογραφικά σχέδια της Πρόνοιας βλ. Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.σ. 18 – 21.

[50] Οι ελπίδες των Κρητών να συμπεριληφθεί η Κρήτη στην ελληνική επικράτεια διαψεύσθηκαν με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου (22 Ιανουαρίου /3 Φεβρουάριου 1830). Η Κρήτη παρέμεινε δούλη και παραχωρήθηκε για μια δεκαετία από το Σουλτάνο στον Πασά της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλη. Οι Κρήτες τότε καταθορυβημένοι αποφάσισαν να καταφύγουν στην ελεύθερη Ελλάδα. Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ.σ. 541 – 542.

[51] Θεωρητική νομική προϋπόθεση για την εγκατάσταση των προσφύγων στην Πρόνοια υπήρξε το ΙΓ΄. Ψήφισμα της 25 Μαρτίου 1830 «περί εκποιήσεως των φθαρτών εθνικών κτημάτων» με σκοπό, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό του ψηφίσματος αυτού, «να προμηθεύσωμεν οικίας εις τους πολίτας της Ελλάδος και κατ’ εξοχήν εις τους απόρους και να τους ευκολύνωμεν εις την αγοράν αυτών». Βασική διάταξη του ψηφίσματος ήσαν η δυνατότητα πώλησης εθνικών κτημάτων διά πλειοδοτικής δημοπρασίας με δικαίωμα πιστώσεως και εξόφληση των αγοραζομένων ακινήτων σε προθεσμία οκτώ ετών. Βλ. Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ.σ. 544.

[52] Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ.σ. 545.

[53] Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ.σ. 545-546.

[54] Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Ο σχεδιασμός …, ό.π., σ. 293.

[55] Η σύγκληση και η έναρξη των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης πραγματοποιήθηκε στο Άργος. Κρίθηκε, όμως, ασφαλέστερο οι εργασίες να διεξαχθούν στο Ναύπλιο. Επειδή, όμως, τα πνεύματα ήταν οξυμένα, οι Αντιπρέσβεις των Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας) απαίτησαν οι συνεδριάσεις των Πληρεξουσίων του Έθνους να μη διεξαχθούν στην πόλη του Ναυπλίου αλλά στην Πρόνοια. Εκεί υπήρχε ευρυχωρία, έτσι ώστε η ισχυρή φρουρά που είχε διατεθεί για την ασφάλεια των Πληρεξουσίων να ελέγχει ευκολότερα την κατάσταση.  Δυστυχώς, όμως, τα έκτροπα δεν έλειψαν. Βλ. Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 302.

[56] Θεριακλής, ο: αυτός που του αρέσει υπερβολικά κάτι (κυρίως για καπνιστή ή καφεπότη), Εμμ. Κριαρά, Νέο Ελληνικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, σ. 587.

[57] Οι συνεδριάσεις άρχιζαν στις 8 το πρωί και τελείωναν στις 2-3 μετά το μεσημέρι.

[58] Την περιγραφή της «παράγκας» καθώς και άλλες πληροφορίες σχετικά με τις εργασίες της Εθνοσυνέλευσης δίνει στα Απομνημονεύματά του ο Γερμανός Φιλέλληνας Λουδοβίκος Ρος. Επίσης βλ. Μ.Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. σ. 302-303 και Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.σ. 26-27.

[59] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. σ. 304-305. Το δράμα των ομήρων πληρεξουσίων χαρακτηρίζεται από το τετράστιχο, που εκείνες τις ημέρες τραγουδιόταν από τον κόσμο στους δρόμους του Ναυπλίου: Έ, για μόλα, Έ, για λέσα, / Παραστάταις χωρίς φέσια. / Παραστάταις εις την Άρια / Χωρίς παπούτζια και ζουνάρια».

[60] Πρόκειται για τοποθεσία που βρίσκεται περίπου 2 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης του Ναυπλίου στους πρόποδες του λόφου του Προφήτη Ηλία. Εκεί υπήρχε πηγή με άφθονο νερό.

[61] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 310-311.

[62] Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας, Αρχείο Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου, φ. 6, 7 και 21.

[63] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Γατών περιπέτειαι εν Ναυπλίω, στο: Κωνσταντίνος Σκόκος, Εθνικόν Ημερολόγιον 1902, σ. 295.

[64] Το μνημείο αυτό οι σύγχρονοι Προνοιώτες το ονόμασαν «Αγγουρώον», γιατί, όπως γράφει ο Φωτάκος, «έθαπτον τους αποθνήσκοντας εκεί Βαυαρούς, οι οποίοι έτρωγαν τα παραγινομένα κίτρινα αγγούρια, έτρωγαν τα κολοκύθια άβραστα και τα πεπόνια βρασμένα, καθώς και τους σκύλους, της γάταις κλπ.», βλ. ό.π., σ. 296. Από τους επιζήσαντες Βαυαρούς ελάχιστοι επανήλθαν στη Βαυαρία. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο και την Πρόνοια και μερικοί, αργότερα, πήγαν στην Αθήνα. Βλ. Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 315.

[65] Ντιάνα Αντωνακάτου, Τάκης Μαύρος, Αργολίδος Περιήγησις, ό. π., σ. 105.

[66] Κώστας Δανούσης, Έργα τέχνης στο Νεκροταφείο του Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα Ι (1992), Ναύπλιο 1992, σ. 109.

[67] Περισσότερα για το νεκροταφείο στην Πρόνοια βλ. στα άρθρα της Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 28 και Κώστα Δανούση, Έργα τέχνης …, ό.π. σ.σ. 110-130.

[68] Σε ανώνυμη αναφορά προς τη Βαυαρική Αυλή για την κατάσταση που επικρατεί στο Ναύπλιο στο τέλος του καλοκαιριού ή τις αρχές του φθινοπώρου του 1832 αναφέρεται: «…. Το Ναύπλιο είναι τόσο σφιγμένο από τα τείχη του περιβόλου , που δεν μπορεί κανείς να βρει παρά ελάχιστα άνετα (κτίρια). Η νέα πόλη η Πρόνοια έξω από την πύλη προσφέρει πολλά καινούρια σπίτια, που μπορούν εύκολα να κατοικηθούν, αλλά ο αέρας εκεί είναι τόσο ανθυγιεινός, που πρέπει κανείς να απομακρύνει κάθε παρόμοια επιθυμία προς αυτή την κατεύθυνση. Θα μπορούσε κανείς παρ’ όλα αυτά να ψάξει εκεί για στάβλους και για αμαξοστάσια που πολύ δύσκολα και πολύ ακριβά θα βρει στο Ναύπλιο.» σε: Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833, Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000), Ναύπλιο 2000, σ. 17.

[69] Κώστας Δανούσης, Ξένοι ταξιδιώτες στην Αργολίδα, Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τ. 3, τχ. 47, σ. 101, Απρίλιος 1992. Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 90.

[70] Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, Ευρετήριο Δημοτικού Αρχείου Ναυπλίου 1828-1899, Αθήνα 1984, κατάστιχα ενότητα 12.4, έγγραφα ενότητα 12.

[71] Πάνος Λιαλιάτης, Ναύπλιον, (τουριστικός οδηγός), Ναύπλιο 1972, σ. 21.

  

Βιβλία – Άρθρα


  

  • Αντωνακάτου Ντιάνα, Μαύρος Τάκης, Αργολίδος Περιήγησις, Νομαρχία Αργολίδος, 1973.
  • Αντωνακάτου Ντιάνα, Ναύπλιο ’88, Αθήνα 1988.
  • Δανούσης Κώστας, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Αργολίδα», Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τ. 3, τχ. 47, σ.σ. 99-103, Απρίλιος 1992.
  • Δανούσης Κώστας, «Έργα τέχνης στο Νεκροταφείο του Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα Ι (1992), Ναύπλιο 1992, σ.σ. 109-130.
  • Δεϊλάκη Ευαγγελία και Κριτζάς Χαράλαμπος, «Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας», Αρχαιολογικόν Δελτίον 29 (1973-1974): Χρονικά, Αθήνα 1979, σ.σ. 202-204.
  • Δωροβίνης Βασίλης Κ., «Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1833)», Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας με θέμα τη Νεοελληνική Πόλη, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1985, σ.σ. 287-296.
  • Ζάιντλ Βόλφ, Βαυαροί στην Ελλάδα, Αθήνα 1984.
  • Καρούζου Σέμνη, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979.
  • Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, «Απόπειρα» (Αστική μη κερδοσκοπική Εταιρία), [Ναύπλιο], χ.χ.
  • Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, «Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833», Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000), Ναύπλιο 2000, σ.σ. 11-30.
  • Λαμπρυνίδης Μιχαήλ Γ., Η Ναυπλία, Ναύπλιο, 1975 (Γ.΄ έκδοση).
  • Λιαλιάτης Πάνος, Ναύπλιον, (τουριστικός οδηγός), Ναύπλιο 1972.
  • Λιάτα Ευτυχία Δ., Με την Αρμάδα στο Μοριά 1684-1687, Αθήνα, 1998.
  • Λιάτα Ευτυχία Δ., Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι., Αθήνα 2002.
  • Μεταλλινός Δ., Μπούρα Α.Ν., Τσιτιμάκη Μ., «Napoli di Romania. Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου και η εξέλιξή τους, Αθήνα 1993», (δακτυλόγραφη διάλεξη. Έδρα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Ε.Μ.Π.).
  • Πρωτονοταρίου– Δεϊλάκη Ευαγγελία, «Ακροναυπλία και Ανασκαφικαί Έρευναι εις περιοχήν Ναυπλίου», Αρχαιολογικόν Δελτίον 28 (1973): Χρονικά, σ. 90.
  • Σακελλαρίου Μιχαήλ, «Οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξέλιξη των ελληνικών κρατών», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα 1971, τ. Β΄., σ. 236.
  • Χώρας Γεώργιος Αθ., «Η Πρόνοια προάστειο του Ναυπλίου», Πελοποννησιακά, τ. ΙΣΤ΄., Αθήνα 1986, σ.σ. 535 – 560.

 

Αρχεία


  • Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχεία νομού Αργολίδας. Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου 1835-1899.

 

Ευχαριστίες:

Ευχαριστώ θερμά τη Δρ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, Ιστορικό – Ερευνήτρια του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και τη Δρ. Μαρία Βελιώτη- Γεωργοπούλου, Κοινωνική Ανθρωπολόγο – Ερευνήτρια στα Γενικά Αρχεία του Κράτους- Αρχεία Νομού Αργολίδας για την ανάγνωση του χειρογράφου και τις καίριες παρατηρήσεις τους.

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Ιστορικός – Αρχειονόμος

Read Full Post »

Η άλωση του Παλαμηδίου (30 Νοεμβρίου 1822) και η συμβολή του Σταμάτη Αδρ. Μήτσα. Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Μια από τις σπουδαιότερες νίκες των Ελλήνων κατά των Τούρκων στη διάρκεια του επαναστατικού αγώνα του 1821 ήταν και η κατάληψη του φοβερού και άπαρτου κάστρου του Παλαμηδίου. Η κατοχή του, όπως ισχυρίζονταν, επηρέαζε τις τύχες όχι μόνο του Ναυπλίου και της ευρύτερης περιοχής αλλά και ολόκληρου του Μοριά, γι’ αυτό και οι Έλληνες την πανηγύρισαν με ιδιαίτερο ενθουσιασμό.

 

Η άλωση του φρουρίου

 

Τη νύχτα της 29ης προς την 30η Νοεμβρίου το φρούριο ήταν σχεδόν αφύλακτο, αφού οι περισσότεροι Τούρκοι είχαν φύγει και είχαν κατέβη στην πόλη, σύμφωνα με την πληροφορία που έδωσαν δύο Αλβανοί φυγάδες. Τότε οι Έλληνες βοηθούμενοι από το βαθύ σκοτάδι, τη βροχή και τον σφοδρό άνεμο, πάτησαν αθόρυβα και αναίμακτα το πολυθρύλητο κάστρο. Πρώτος αναρριχήθηκε στη Γιουρούς ντάπια του κάστρου ο, νεαρός τότε, Σταμάτης Μήτσας.

Ο Μιχαήλ Οικονόμου, γραμματέας του Κολοκοτρώνη γράφει:

«Και αναβάντες εκυρίευσαν αυτήν, πρώτων εισπηδησάντων των Κρανιδιωτών Δημ. Ν. Μοσχονησιώτη, Μανώλη Σκρεπετού και Κώστα Γκιώνη. Μη φθανούσης της κλίμακος ζώνης διπλής ριφθείσης επί πυροβόλου βοηθεία αυτής, υποβοηθείς από τον Γκιώνην ο εξ Ερμιόνης Σταμάτης Μήτσας αναβάς πρώτος, εβοήθησε και ηυκόλυνεν την των άλλων ανάβασιν εν οις και τίνα γέροντα Κρανιδιώτην ειδήμονα και την πύλην ανοίξαντα δι ης οι λοιποί εισήλθον».

 

Το ίδιο παραστατική είναι και η αφήγηση του Βασίλη Κωνσταντινόπουλου στην εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ» της 25ης Μαρτίου 1966.

«Ο Μοσχονησιώτης ρίχνει τη σκάλα πάνω στα τείχη μα δεν έφτανε εις το ύψος τους. Τότε ο Σταμάτης Μήτσας, ένας νέος… ανεβαίνει εις το τελευταίο σκαλοπάτι, ρίχνει το ζωνάρι του σ’ ένα κανόνι και σκαρφαλώνει πάνω στο τείχος. Ύστερα βοηθεί το Μοσχονησιώτη να ανέβη και πηδάνε μαζί μέσα στα τείχη. Προχωρούν και διακρίνουν μέσα στο σκοτάδι λίγο φως. Ήταν το τούρκικο φυλάκιο. Μέσα ο Τούρκος φρουρός έτρωγε φύλλα φραγκοσυκιάς. Ο Μοσχονησιώτης ορμά, τον αφοπλίζει, τον φιμώνει και φωνάζει τους συντρόφους που έμειναν κάτω να αναρριχηθούν…».

 

Το ξημέρωμα της νέας μέρας

 

Με την ανατολή της 30ης Νοεμβρίου που η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του Αποστόλου Ανδρέα, προστάτη Αγίου της Πελοποννήσου, τα τηλεβόλα του Παλαμηδίου ανήγγειλαν στους κατοίκους την άλωση του φρουρίου. Υψώθηκε η «σημαία του Σταυρού» και η νίκη χαιρετίσθηκε με αλαλαγμούς και κανονιοβολισμούς. Διαλεχτά παλληκάρια των Ελλήνων πάνω στα τείχη φώναζαν προς τους έκπληκτους Τούρκους: «Καλημέρα, Αγάδες καλώς σας ηύραμε και του χρόνου του Αγίου Ανδρέου Αγάδες· ο Θεός μας έδωσε το Παλαμήδι, κοιτάξτε γρήγορα να μας αδειάσετε και τ΄ Ανάπλι και το Ιτσ-καλέ δια να μη φάτε το κεφάλι σας».

Ξέφρενοι ήταν και οι πανηγυρισμοί των εξήντα (60) Κατωναχαϊτών παλληκαριών που με μια ψυχή κραύγαζαν: «Γιόνα Κάστρα! (δικό μας το κάστρο!), ενώ το λευκό μπαϊράκι με τον κόκκινο σταυρό, πολεμικό σύμβολο του Κάτω Ναχαγέ, κυμάτιζε περήφανο στις επάλξεις του φρουρίου.

Γύρω στις 8 το πρωί ανέβηκε στο Παλαμήδι ο Κολοκοτρώνης. Αμέσως διάταξε να στρέψουν τα κανόνια προς την πόλη και με επιστολή του παράγγελνε στους Τούρκους να παραδοθούν. Επειδή εκείνοι καθυστερούσαν ν’ απαντήσουν άρχισε να χτυπάει, αρχικά με άσφαιρα πυρά, στη συνέχεια με κανονικούς πυροβολισμούς, το Ναύπλιο όπου εκείνοι βρίσκονταν. Τότε, οι Τούρκοι τρομοκρατημένοι και επειδή δεν μπορούσαν να ξεφύγουν, υπόγραψαν τη συνθήκη και παραδόθηκαν.

 

Το εκκλησάκι του Αγιαντρέα

 

Οι Έλληνες και ιδιαίτερα όσοι κατάγονταν από τη γύρω περιοχή είχαν ακούσει ότι στο κάστρο του Παλαμηδίου υπήρχε από την εποχή των Ενετών (1690) παλαιός ναός αφιερωμένος στον Άγιο Ανδρέα για άγνωστους λόγους. Έψαξαν λοιπόν παντού, έχοντας πάντοτε μαζί τους τον γέροντα Κρανιδώτη Μανόλη Σκρεπετό που γνώριζε σπιθαμή προς σπιθαμή το μέρος. Έτσι οδηγούμενοι από «ίχνη αρχαίων εικονογραφιών» ανακάλυψαν τον ζητούμενο ναΐσκο, που ήταν «κρυμμένος» πίσω από έναν μεγάλο σωρό άχρηστου πολεμικού υλικού. Στην εκκλησούλα αυτή, σύμφωνα με την παράδοση, όταν το 1715 οι Τούρκοι πήραν το Ναύπλιο από τους Ενετούς, κρύφτηκε η γυναίκα του Ενετού φρούραρχου του Παλαμηδιού Λεονάρδου Ταρωνίτη με τα παιδιά της και τα φλουριά της.

 

Το παλληκάρι

 

Ο καπετάν Σταμάτης Μήτσας, ισάξιος πολεμιστής με τον αδελφό του Γιάννη, γαλουχημένος με τις ίδιες αρχές και αρετές και τα ίδια οράματα, γεννήθηκε στην Ερμιόνη περί το 1800.

Ήταν βραχύσωμος, με υπέροχα πλατιά στήθη, καλογυμνασμένο σώμα, ευκίνητος, φτεροπόδαρος, θυελλώδης. Το μέτωπό του πλατύ, τα μάτια του μεγάλα, το βλέμμα βλοσυρό αλλά αετίσιο, σπινθηροβόλο, ανήσυχο. Παρατηρούσε κάθε τι που συνέβαινε γύρω του και «τρυπούσε» τη σκέψη των συνομιλητών του. Η μύτη ερμιονίτικη, ευθεία, πλάταινε στο τελείωμά της και ακριβώς κάτω απ’ αυτή ένα αρειμάνιο μουστάκι έφτανε μέχρι πίσω από τ΄ αυτιά του! Ενωνόταν με τα πλούσια μακριά μαλλιά του, τα ριγμένα στις φαρδιές του πλάτες και γι’ αυτό είχε και το προσωνύμιο «λεοντοχαίτης»! Το πρόσωπό του άλλοτε ήρεμο, άλλοτε συννεφιασμένο και παθιασμένο έδειχνε τον ατρόμητο πολέμαρχο που έκρυβε στα στήθη του καρδιά λιονταριού.

 

Η είδηση φτάνει στην Κυβέρνηση

 

Ο ανδρείος αρχηγός Στάικος Σταϊκόπουλος μόλις έγινε «κύριος του Παλαμηδίου» έστειλε έφιππο ταχυδρόμο στην Ερμιόνη, έδρα της Κυβέρνησης εκείνη την περίοδο, για να γνωστοποιήσει όσο πιο γρήγορα γινόταν την κατάληψη του Κάστρου. Τη χαρμόσυνη είδηση έσπευσε να ανακοινώσει επίσης και ο αρχιστράτηγος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με τη με ημερομηνία 1η Δεκεμβρίου επιστολή του, που ξεκινούσε ως εξής:

«Εις δόξαν του αηττήτου Σταυρού και του Πρωτοκλήτου Ανδρέα

Υπερτάτη Διοίκησις

Χθες επήλθομεν εις το υπερήφανον Παλαμήδι και υψώσαμεν τας νικητικάς του Σταυρού σημαίας…».

 

Χαρές και πανηγυρισμοί

 

Η νίκη των Ελλήνων χαροποίησε ιδιαίτερα τα μέλη της Κυβέρνησης και τους κατοίκους του Κάτω Ναχαγέ. Ο Ιωάννης Ορλάνδος, με οικογενειακή καταγωγή από το Κρανίδι και παντρεμένος με την αδελφή των Κουντουριώτηδων, Λάζαρου και Γιώργου, μέλος του Εκτελεστικού, αναγγέλλοντας την πτώση του Παλαμηδιού μεταξύ άλλων έγραφε προς αυτούς.

«Η σωτηριώδης κατάπτωσις του Παλαμηδίου… εμέθυσεν και με από ευχαρίστησιν… διεξοδικωτέραν έκθεσίν μου μη ζητείτε καθότι και η στενότης του καιρού… και το υπερέξοχον της εγκαρδίου ευφροσύνης μου μάλιστα δε και η παρουσία μου εις την Αγίαν εκκλησίαν δια την δοξολογίαν της τρισυποστάτου θεότητος… δεν μου συγχωρούν να εκτανθώ, και αρκεσθήτε τα διεξοδικώτερα από την της Διοικήσεως».

Εν Ερμιόνη την αην Δεκεμβρίου αωκβω

(1822)

Ιωάννης Ορλάνδος

(Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου τομ. Α΄)

Σύμφωνα με το έγγραφο και έχοντας υπόψη την πληροφορία ότι το μεσημέρι της 30ης Νοεμβρίου οι Έλληνες τέλεσαν δοξολογία στον ναό του Αγίου Ανδρέα στο Παλαμήδι με προεξάρχοντα τον ιερέα Γεώργιο Βολίνη έναν από τους πολιορκητές, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η επίσημη δοξολογία που αναφέρει ο Ιωάννης Ορλάνδος τελέσθηκε στην Ερμιόνη, έδρα τότε της Κυβέρνησης, στον Ι.Ν. των Ταξιαρχών ή στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, όπου φιλοξενούνταν αρκετά μέλη της Κυβέρνησης. Ωστόσο, κάτι σχετικό οι γραπτές πηγές δεν αναφέρουν και η προφορική παράδοση δεν μας άφησε.

Πάραυτα ο Αντιπρόεδρος του Εκτελεστικού Αθανάσιος Κανακάρης με διακήρυξή του από την Ερμιόνη αναγγέλει στο Πανελλήνιο την άλωση του Παλαμηδίου «το οποίον εθεωρείτο τότε Παλάδιον της Ελληνικής ανεξαρτησίας και Γιβλατάρ (Γιβραλτάρ) της Ελλάδος».

Στην επιστολή του μεταξύ άλλων γράφει: «Ιδού η σταθερότης της Διοικήσεως, η γενναιότης των στρατιωτών μας, η ανδρεία και φρόνησις του γενναιοτάτου χιλιάρχου μας Στάικου Σταϊκόπουλου και η προς αυτόν θεία χάρις τον ανέδειξε πορθητήν, εκυρίευσεν το Παλαμήδι Ναυπλίου με έφοδον εις τας εξ ώρας της νυκτός ξημερώνοντας Πέμπτη και εορτή του πρωτόκλητου Αποστόλου Ανδρέου ευρέθησαν οι Έλληνες εις το Παλαμήδι κυριεύσαντες αυτό και στήσαντες τας τροπαιοφόρους σημαίας του σταυρού. Χαίρετε, νέοι Έλληνες, χαίρετε…».

Στη συνέχεια της διακήρυξης συνιστά μεταξύ άλλων φιλανθρωπίαν, ευσπλαχνία, φρόνηση. Να λείψουν οι αταξίες που είναι μικροψυχία και «γυναικότης». Να δείξουν μεγαλοφροσύνη, ανδρεία και καλή τάξη. Να μη φερθούν στους εχθρούς με σκληρότητα. Αυτά θα τα δουν τα έθνη της Ευρώπης, ότι οι Έλληνες είμαστε τακτικοί και φρόνιμοι και έτσι θα κερδίσουμε «την ποθητήν ημών ανεξαρτησίαν».

Εν Ερμιόνη την αη Δεκεμβρίου  αωκβω

και βω της ανεξαρτησίας

Ο αντιπρόεδρος Ο αρχιγραμματεύς της Επικρατείας
  Μινίστρος των εξωτερικών υποθέσεων
Αθανάσιος Κανακάρης Θεόδωρος Νέγρης

 (Αρχείον της Κοινότητος Ύδρας τομ. Η΄)

Γνωστοποίηση της νίκης, «την οποίαν έδωκεν ο Θεός εις τα Ελληνικά όπλα», έγινε από την Ερμιόνη αμέσως και στους «ευγενεστάτους προκρίτους της Ν. Ύδρας» για να χαρούν. Επιπροσθέτως αποφασίσθηκε να δοθούν αντίγραφα του ίδιου εγγράφου και στους προκρίτους των άλλων νησιών «για να γνωστοποιηθή η εξ εφόδου ανάκτησις του τρομερού τούτου φρουρίου και να φθάση ταχέως εις την Ευρώπην η είδησις».

Εξάλλου με την υπ’ αριθ. 2296/1η Δεκεμβρίου 1822 πρόταση του Εκτελεστικού προς το Βουλευτικό, δηλαδή της Κυβέρνησης προς τη Βουλή, προήχθη ο Πορθητής του Παλαμηδίου χιλίαρχος Στάικος Σταϊκόπουλος σε στρατηγό. Το έγγραφο με το οποίο ο Πρόεδρος του Βουλευτικού ενημέρωνε τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού για το παραπάνω θέμα συντάχθηκε στην Ερμιόνη την 3η Δεκεμβρίου 1822.

 

Τα επινίκια στην Ερμιονίδα

 

Φανταζόμαστε πως η κατάληψη του Παλαμηδίου, ιδιαίτερα θα ενθουσίασε τους Ερμιονίτες, γιατί ο συμπολίτης Σταμάτης Αδρ. Μήτσας, αν και νεαρός τότε, ευτύχησε να είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της.

Πανηγύρισαν σίγουρα τη νίκη και οι Κρανιδιώτες καθώς και όλο το Κάτω Ναχαγέ, αφού ντόπιοι οπλαρχηγοί και διαλεχτά παλληκάρια πήραν μέρος σ’ αυτή την πολεμική επιχείρηση. Έτσι απάλυνε ο πόνος που είχαν νιώσει δυο μέρες πριν με το θάνατο του ηρωικού Αρχιμανδρίτη Παπαρσένη Κρέστα και γέλασαν τα χείλη τους.

Τέλος θεωρούμε βέβαιο πως η αποστολή των εγγράφων της Κυβέρνησης από την Ερμιόνη, όπου η έδρα της, προς τους λαούς της Ευρώπης ασφαλώς θα τους κίνησε την περιέργεια αλλά και το ενδιαφέρον να αναζητήσουν τη μικρή μας πόλη και να πληροφορηθούν την ιστορία της. [1]

 

Δύο ζωγραφικοί πίνακες

 

Η εξιστόρηση των γεγονότων της άλωσης του Παλαμηδίου μεταμορφώθηκε από σπουδαίους καλλιτέχνες σε όμορφους ζωγραφικούς πίνακες. Ένα τέτοιο «εικαστικό αφήγημα» εμποτισμένο με πατριωτικά συναισθήματα, γεμάτο πολεμική κίνηση και ζωντανά χρώματα, που βοηθούν τον θεατή να εννοήσει καλύτερα τα γεγονότα, μας έδωσε η κ. Ανθούλα Λαζαρίδου-Δουρούκου. Θεωρούμε πως με τον πίνακά της η κ. Ανθούλα προβάλλει έντονα τον ψυχισμό του Σταμάτη Μήτσα αλλά και την τοπική μας παράδοση, αφού του δίνει να κρατάει κοντάρι όμοιο με αυτό που φυλάσσεται στο (Ι.Λ.Μ.Ε.) Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Ερμιόνης.

 

Σταμάτης Μήτσας. Έργο της Ανθούλας Λαζαρίδου-Δουρούκου.

 

Εξαιρετικοί και οι πίνακες – σκίτσα του συμπολίτη μας νέου καλλιτέχνη Θανάση Γεωργίου Παπαθανασίου, που βρίσκονται στο Ι.Λ.Μ.Ε. Στα έργα κυριαρχεί ο νεανικός ενθουσιασμός, ο δυναμισμός και η αποφασιστικότητα του ήρωα.

 

Σκηνή από την άλωση του Παλαμηδίου. Δημιουργία ενός νέου καλλιτέχνη, του Ερμιονίτη Θανάση Γεωργίου Παπαθανασίου.

 

 

Νικητήρια τραγούδια

 

Θεά γοργόφτερη η λαϊκή μούσα και γλυκόφθογγη υμνήτρια των αρετών και των θριάμβων της φυλής, πέταξε πάνω από το απόρθητο κάστρο. Στάθηκε, θαύμασε, αγκάλιασε το τοπίο, σύνθεσε στίχους εγκωμιαστικούς και έψαλε όπως αυτή μόνο ξέρει τον αξεπέραστο Ελληνικό θρίαμβο.

«Όλα τα κάστρα και αν χαθούν

και όλα κι αν ρημάξουν,

το Παλαμήδι τώμορφο

Θεός να το φυλάξη».

Δεν ξέχασε, ωστόσο, και τους πρωταγωνιστές από το Κάτω Ναχαγέ και γι’ αυτούς τραγουδά:

 

«Το ψηλό το Παλαμήδι

που το πήρε το Κρανίδι».

 

Υποσημείωση


[1] Γιάννης Μ. Σπετσιώτης, «Ιστορικές σελίδες της Ερμιόνης – Ημερολόγιο».

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »