Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άρθρο’

Γερμανική Κατοχή και Γερμανικές Εκκαθαριστικές Επιχειρήσεις στην Αργολίδα – © Χρίστος Ιωάν. Κώνστας


 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτέλεσε ομιλία του γράφοντα σε οργάνωση γιορτής μνήμης των Μιδεατών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες το 1944 και δημοσιεύεται με μικρές προσαρμοστικές  παρεμβάσεις και προσθήκη βιβλιογραφικών παραπομπών. Η γιορτή έγινε στις 8 Ιουνίου 2014 στο εκκλησάκι του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου στο Γκέρμπεσι, όπου έχει ανεγερθεί στήλη ιστορικής μνήμης.

 

Όλα άρχισαν στις 28 του Οκτώβρη του 1940, όταν η τότε φασιστική Ιταλία αξίωσε με ιταμό τρόπο να υποδουλώσει τη χώρα των Ελλήνων. Έλαβε όμως από τον ελληνικό λαό απρόσμενη απάντησηž εκείνο το ηχηρό ΟΧΙ σήμαινε την απόφαση των Ελλήνων να συνεχίσουν να ζουν ελεύθεροι και κυνήγησαν τον εισβολέα. Μπροστά όμως στον κίνδυνο του διασυρμού της Ιταλίας και συνακόλουθα και της φασιστικής ιδεολογίας η επίσης φασιστική Γερμανία, εταίρος και σύμμαχος της Ιταλίας, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας στις  6 Απριλίου 1941 και με την άριστα οργανωμένη πολεμική της μηχανή έσπασε τις Ελληνικές αμυντικές γραμμές και στις 27 Απριλίου 1941 ο Γερμανικός στρατός μπήκε νικητής στην πρωτεύουσα της χώρας μας και η σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό από την ίδια ημέρα κυμάτιζε στον ιερό βράχο της ακρόπολης. Οι Γερμανοί κατέλαβαν το Άργος τις απογευματινές ώρες της 27 Απριλίου μετά από διήμερο αεροπορικό βομβαρδισμό στις 26 και 27 Απριλίου και το Ναύπλιο στις 28 Απριλίου. Έτσι άρχισε η καταθλιπτική περίοδος της  στρατιωτικής κατοχής της πατρίδας μας από τους Γερμανούς που διήρκεσε τριάμισι χρόνια περίπου.

Εν τω μεταξύ από τις 23 Απριλίου 1941 ο βασιλιάς με την κυβέρνηση Τσουδερού είχαν εγκαταλείψει τη χώρα και είχαν καταφύγει στην Αίγυπτο, ενώ στις 30 Απριλίου οι Γερμανοί είχαν διορίσει κυβέρνηση πρόθυμη να εκτελεί τις εντολές τους υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου.

Οι Γερμανικές δυνάμεις εκτός από το Άργος και το Ναύπλιο εγκαταστάθηκαν και στα γύρω χωριܞ μοίρα πυροβολικού στην Πυργέλα, στρατιωτικό άγημα στη Δαλαμανάρα στο εργοστάσιο του ΚΥΚΝΟΥ και τεθωρακισμένα στην Αγία Τριάδα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξαν για το αεροδρόμιο στο Άργος, που το οργάνωσαν  και το χρησιμοποίησαν για την από αέρος κατάληψη της Κρήτης.

Μετά από μερικές ημέρες ήρθαν στο Άργος και Ιταλικά στρατιωτικά αγήματα, που εγκαταστάθηκαν στους γνωστούς μας στρατώνες αλλά και σε άλλα κτήρια.  Οι Ιταλοί ανέλαβαν τη φρούρηση των παράκτιων περιοχών της Αργολίδας, όπου εγκατέστησαν ιδίως μετά τις διαδόσεις για συμμαχική απόβαση αντιαεροπορικές βάσεις και επάκτιο πυροβόλοž στους Μύλους κατασκεύασαν αντιαρματική τάφρο και οργάνωσαν την περιοχή με συρματοπλέγματហ παράλληλα συνέδεσαν με τηλεφωνικά καλώδια τους Μύλους με το αεροδρόμιο, για να ειδοποιούν εγκαίρως για τυχόν εναέρια συμμαχική προσβολή του αεροδρομίου [1].  Τη νύχτα της 20ής προς την 21η Μαḯου Έλληνες πατριώτες με εντολή του συμμαχικού στρατηγείου κατέστρεψαν σε τρία σημεία στον Ξεριά του Άργους τα τηλεφωνικά καλώδια και διέκοψαν την επικοινωνία με το αεροδρόμιο, με αποτέλεσμα τις μεταμεσονύχτιες ώρες της ίδιας νύχτας συμμαχικά αεροπλάνα να βομβαρδίσουν το αεροδρόμιο και να καταστρέψουν στο έδαφος τα Γερμανικά αεροπλάνα και τις αποθήκες υλικών και καυσίμων [2] .

Στις 20 Μαḯου άρχισε η από αέρος κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς. Οι μονάδες της Κοινοπολιτείας που βρίσκονταν στο νησί και η καθολική συμμετοχή του κρητικού λαού στην αντίσταση κατά των εισβολέων καθυστέρησαν την κατάληψη του νησιού για δώδεκα ημέρες, ενώ ο επίσημος απολογισμός των απωλειών των δυνάμεων του άξονα ήσαν 6.000 νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι, και από τα 500 αεροπλάνα που πήραν μέρος στην επιχείρηση τους έμειναν μόνο 185 [3].

Ο Γερμανικός στρατός μπαίνοντας στην Ελλάδα δε μετέφερε επί τόπου  τις επισιτιστικές του υπηρεσίες ούτε τρόφιμα για τη σίτιση των στρατιωτών οι οποίοι έπρεπε πλέον να σιτίζονται σε βάρος των Ελλήνων από την εγχώρια παραγωγή. Έτσι, άρχισε η απαλλοτρίωση και συστηματική λεηλασία του εθνικού μας πλούτου. Το Μάη του 41 ολόκληρη η παραγωγή ορυχείων είχε κλειστεί για τη Γερμανία σε μακροπρόθεσμη βάση.  Ό,τι  βρέθηκε στις ελληνικές αποθήκες κατασχέθηκε και είτε μεταφέρθηκε στη Γερμανία είτε πέρασε στον έλεγχο των Γερμανώνž κατασχέθηκαν  επίσης όλα τα αποθέματα σταφίδας, σύκων, ρυζιού, ελαιολάδου, σταριού και άλλων τροφίμων. Αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής ήταν να σημειωθεί απότομη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, αφού τις πρώτες ύλες είχαν αρπάξει οι κατακτητές και μείωση της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής από τον πρώτο χρόνο της κατοχής. Η έλλειψη βασικών μέσων σίτισης άρχισε να γίνεται αισθητή, και από το χειμώνα του 41 ο ελληνικός λαός κυρίως οι κάτοικοι των αστικών κέντρων βρίσκονται σε κατάσταση λιμού. Υπολογίζεται ότι 300.000 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους από πείνα [4].

 

Ότι απέμεινε από το σπίτι του Δημητρίου Αδρ. Ξύδη, που πυρπόλησαν οι Γερμανοί στις 12 Ιουνίου 1944.

 

Στο ληξιαρχείο Ναυπλίου υπάρχουν καταγεγραμμένοι 124 θάνατοι από πείνα κατά το διάστημα από 29-11-1941 μέχρι τον Οκτώβρη του 44 [5]. Ο πληθωρισμός είναι πια ανεξέλεγκτος. Σε ένα χρόνο από τον Ιούνιο του 41 έως τον Ιούνιο του 42 η τιμή του ψωμιού είχε ανέβει από τις 70 δραχμές στις 2.350, δηλαδή 33 φορές επάνω,  το σαπούνι από τις 65 δραχμές στις 3.100  και τα ξερά φασόλια από τις 90 στις 2.900.

Επειδή το χαρτονόμισμα έχανε την αξία του λόγω του πληθωρισμού και η μεταφορά νέων χαρτονομισμάτων από την Αθήνα ήταν και δύσκολη και επικίνδυνη γιατί οι Γερμανοί περίμεναν έξω από τα λιθογραφεία και άρπαζαν νωπά ακόμη τα τραπεζογραμμάτια, η Τράπεζα της Ελλάδας  για να αντιμετωπίσει την κατάσταση χορήγησε την άδεια στην τοπική Οικονομική Επιτροπή Ναυπλίου να σφραγίζει τραπεζογραμμάτια με νέες πολλή μεγαλύτερες τιμές. Για να πάρουμε μια  γενική έννοια του ύψους του πληθωρισμού σημειώνουμε ότι τον Σεπτέμβριο του 44 τραπεζογραμμάτια των 5.000 δραχμών τα επεσήμανε η επιτροπή για να κυκλοφορήσουν με ονομαστική αξία 500.000.000 δραχμών [6].

Το νόμισμα έπαψε πλέον να αποτελεί μέσο πληρωμής και οι συναλλαγές γίνονταν με τον αρχέγονο τρόπο της ανταλλαγής. Έρχονταν οι Λιγουριάτες στο χωριό και αντάλλασαν μία οκά λάδι με μία οκά σιτάρι. Ο κόσμος των πόλεων μετέφερε στα χωριά τα πράγματα του νοικοκυριού του και τα αντάλλασαν με τρόφιμα. Το Μάη που θερίζαμε τα γεννήματα γυναίκες με τα παιδιά τους εμφανίστηκαν στα χωράφια και ακολουθούσαν τους θεριστές  μαζεύοντας τα σκόρπια στάχια σταριού που ξέφευγαν από τα «χειρόβολα», ήσαν οι περίφημες «σταχομαζώχτρες». Στο χωριό μας (Μιδέα) λίγοι πείνασαν, αλλά κανένας δεν πέθανε από ασιτίហεκτός από τις συνηθισμένες παραγωγές σπείραμε ρεβίθια και φακές και κάθε σπίτι αύξησε τον αριθμό των οικόσιτων προβάτων και κατσικιών. Φάρμακα δεν υπήρχαν και η αντιμετώπιση των ασθενειών γινόταν με ιδιοσκευάσματα, όταν ήταν μπορετό. Γεμίσαμε ψώρα, που αντιμετωπίσαμε με αλοιφή από θειάφι και λάδι, ενώ η ελονοσία μας τάραξεž ακόμη θυμάμαι τα ρίγη όταν ανέβαινε ο πυρετός. Σχετικά με τις άλλες επικίνδυνες ασθένειες αν ήσουν τυχερός μπορούσες να σωθείς. Εδώ θα πρέπει να μνημονεύσουμε την προσφορά του γιατρού Βασιλείου, που έτρεχε όπου τον καλούσαν.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 ιδρύεται η κορυφαία απελευθερωτική οργάνωση, το Εθνικό  Απελευθερωτικό Μέτωπο (Ε.Α.Μ.). Το πρακτικό ίδρυσης υπόγραψαν το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας, η Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας και το Αγροτικό Κόμματος Ελλάδας [7]. Το ΕΑΜ απλώθηκε πολύ γρήγορα σε ολόκληρη την Ελλάδα και συνέβαλε αποφασιστικά τόσο στην επιβίωση του ελληνικού λαού σε όλη τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής όσο και στην απελευθέρωση της χώρας από τον ξενικό ζυγό. Αργότερα στις αρχές Ιανουαρίου του 1942 ιδρύθηκε το στρατιωτικό σκέλος του ΕΑΜ, ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, ο Ε.Λ.Α.Σ. Σχετικά με τη συγκρότηση του ΕΑΜ στην Αργολίδα συναντούμε δύο παράλληλες κινήσεις που συνέπεσαν χρονικܞ τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου του ᾽41 ο Βασίλης Λάσκας από το Λουτράκι επισκέφθηκε τους αδελφούς Τσετσέκου Σπύρο, Κώστα και Βαγγέλη από τα Φίχτια και συζήτησαν για την ανάγκη και τις δυνατότητες δημιουργίας οργανώσεων του ΕΑΜ στην Αργολίδα [8], ενώ ο Πάνος Λιλής από το Γκέρμπεσι αναφέρει πως είχε συνάντηση για τον ίδιο σκοπό στις αρχές του Δεκέμβρη με τον Μήτσο Δεμοίρο από το Ανυφί και Μιχάλη Μεϊδάνη από το Μάνεση και  εκπρόσωπο του ΕΑΜ [9]. Πολύ γρήγορα δημιουργήθηκαν οργανώσεις του ΕΑΜ στις πόλεις και σε όλα τα χωριά της Αργολίδας.

Το καλοκαίρι του 1943 οι Γερμανοί έκαναν διάφορα έργα άμυνας και προστασίας των εγκαταστάσεων και του οπλισμού τους στο αεροδρόμιο του Άργους και στα χωριά που ήσαν εγκατεστημένοι, όπως στην Πυργέλα, στην Ν. Κίο, στην Αγ. Τριάδα και αλλού. Για την εκτέλεση των έργων  με απόφαση του Νομάρχη είχε καθοριστεί ένας αριθμός εργατών για κάθε χωριό που έπρεπε να πηγαίνει στα έργα κάθε μέρα. Το χωριό μας (Μιδέα) έπρεπε να στέλνει κάθε μέρα 17 εργάτες. Η οργάνωση του ΕΑΜ του χωριού πήρε εντολή να σαμποτάρει την αποστολή εργατών. Αντιπροσωπία επισκέφθηκε το Νομαρχούντα Διευθυντή της Νομαρχίας Γεωργιάδη και του είπε να μη στείλει αυτοκίνητο στη Μιδέα γιατί οι άνδρες έχουν προσβληθεί από ψώρα και σταφυλόκοκκο. Μετά από απειλές του Νομάρχη και εμμονή των χωριανών μας η Νομαρχία συμφώνησε και έστειλε το νομίατρο στο χωριό, ο οποίος στην έκθεσή του βεβαίωνε πως οι κάτοικοι κατά ποσοστό 70% έχουν προσβληθεί από ψώρα και έτσι απαλλάχτηκαν από την υποχρέωση της αναγκαστικής εργασίας [10].  Όμως οι Γερμανοί συχνά πυκνά περνούσαν από τα χωριά και όποιον άνδρα εύρισκαν τον έπιαναν και τον οδηγούσαν στα έργα. Το αυτοκίνητο που μάζευε εργάτες το είχαν ονοματίσει «Μπόγια» και με το άκουσμα «έρχεται ο Μπόγιας» όλοι οι άνδρες εξαφανίζονταν. Η οργάνωση του ΕΑΜ  για να προλάβει τυχόν ατυχήματα από επίσκεψη των Γερμανών στο χωριό είχε τοποθετήσει μόνιμο παρατηρητήριο στο Παλιόκαστρο που ήλεγχε  το δρόμο  πρόσβασης των Γερμανών στο χωριό και με το χωνί ειδοποιούσε για την κίνηση Γερμανών. Την υπόθεση αυτή είχαν αναλάβει νεολαίοι  που εκ περιτροπής εκτελούσαν  υπηρεσία παρατηρητηρίου. Οι νεώτεροι ίσως να έχετε ακούσει για το θρυλικό χωνί. Χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά της φωνής σε μεγαλύτερες αποστάσεις  και κυρίως για την εκφώνηση ειδήσεων, ανακοινώσεων, συνθημάτων κλπ.

Στις 9 Ιανουαρίου 1944 οι Γερμανοί έκαναν μπλόκο στο Γκέρμπεσι (Μιδέα)ž συνέλαβαν όλους του άντρες άνω των 14 ετών και τους συγκέντρωσαν στο ρέμμα στο  χώρο που σήμερα βρίσκεται η παιδική χαρά. Ανάμεσά τους ήσαν και μερικοί ξένοι, στελέχη αντιστασιακών οργανώσεων. Οι Γερμανοί επέτρεψαν στους τσοπάνηδες να βγάλουν τα πρόβατά τους έξω από το χωριό, για να βοσκήσουν και μαζί με τους πραγματικούς τσοπάνηδες βγήκαν από τον κλοιό και μερικοί ξένοι. Έκαναν έρευνα σε όλα τα σπίτια του χωριού, αλλά ευτυχώς δεν βρήκαν τίποτα παρά το γεγονός πως στο σπίτι του Μελέτη Βλάχου ήταν εγκατεστημένο το τυπογραφείο της αντίστασης και σε πολλά σπίτια υπήρχε πολεμικό υλικό.  Συνέλαβαν 82 περίπου άνδρες και τους οδήγησαν στο αεροδρόμιο του Άργους. Τους χρησιμοποίησαν για την εκτέλεση έργων στο αεροδρόμιο. Κοιμόντουσαν σε ξύλινες αποθήκες που από παντού έβαζαν αέρα και από την πρώτη μέρα γέμισαν ψείρεςž ο χειμώνας ήταν πολύ σκληρός και δυο φορές κατά τη διάρκεια της κράτησής τους χιόνισε. Επέτρεψαν ευτυχώς στις οικογένειές τους να τους πηγαίνουν φαγητό και κάθε μέρα καραβάνι από γαϊδουράκια ξεκίναγαν για το αεροδρόμιο του Άργους. Μεταξύ των κρατουμένων ήσαν και δύο αντάρτες καθώς και πολλά στελέχη της αντίστασης γνωστά στους κρατούμενους. Τυχόν διεξαγωγή ανακρίσεων θα αποκάλυπτε γεγονότα, που θα είχαν άμεση επίπτωση στη ζωή των κρατουμένων αλλά και στο ίδιο το χωριό. Αποφασίστηκε να παρέμβει στρατιωτικά το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ για την απελευθέρωση των κρατουμένων και ορίστηκε ημέρα διεξαγωγής της επιχείρησης η 22 Ιανουαρίου 1944, ημέρα Σάββατο απόγευμα, που οι Γερμανοί κατέβαιναν στο Άργος για αναψυχή. Ευτυχώς οι Γερμανοί τους άφησαν ελεύθερους  νωρίτερα και αποφεύχθηκαν οι συνέπειες μιας τέτοιας επιχείρησης [11].

Κατά τη διάρκεια του πολέμου και τη διεύρυνση του μετώπου όλος ο Γερμανικός ανδρικός πληθυσμός υπηρετούσε στο στρατό. Έτσι, η Γερμανική βιομηχανία, ιδιαίτερα μετά την απαγόρευση από τον Χίτλερ να εργάζονται οι γυναίκες στα εργοστάσια, δεν είχε εργάτες για να  κινήσουν τα εργοστάσια. Για την κάλυψη των κενών η Γερμανική προπαγάνδα ίδρυσε υπηρεσίες προσέλκυσης εργατών σε διάφορες πόλεις της κατεχόμενης Ευρώπης και στη Θεσσαλονίκη τον Ιανουάριο του 1942. Οι Έλληνες  όμως παρά την πείνα γύρισαν την πλάτη στους Γερμανούς και μόνο 15-20 άτομα ανταποκρίθηκαν. Στις αρχές του 1943 κυκλοφόρησαν φήμες πως οι Γερμανοί σκόπευαν να καταφύγουν σε πολιτική επιστράτευση ελλήνων, για να τους στείλουν εργάτες  στη Γερμανίហτο ΕΑΜ όμως οργάνωσε διαδηλώσεις και απεργίες που συγκλόνισαν την Αθήνα και υποχρέωσαν το πρωθυπουργό Λογοθετόπουλο να διαψεύσει την πληροφορία και η επιστράτευση ματαιώθηκε. Γενικά μπορούμε να πούμε πως οι Έλληνες δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των Γερμανών, αφού στα τέλη του 1943 από τα 5.400.000 αλλοδαπών εργατών, που εργάζονταν στη Γερμανία, μόνο 11. 000 ήσαν Έλληνες [12].

Στις 9 Ιουνίου του 1944 Γερμανικές δυνάμεις ενισχυμένες με άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας κύκλωσαν τα χωριά Γκέρμπεσι, Δένδρα, Μάνεσι, Ντούσια και Μπάρδι. Στο χωριό μας (Γκέρμπεσι = Μιδέα) συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους στο ρέμα, εκεί που βρίσκεται τώρα η παιδική χαρά και Γερμανός αξιωματικός άρχισε να εκφωνεί από κατάλογο ονόματα Γκερμπεσιωτών, ανδρών και γυναικών. Βρέθηκαν παρόντες ο Ιωάννης Δημ. Λιλής και 10 κοπέλες. Τους οδήγησαν στην Ακροναυπλία και στη συνέχεια στο στρατόπεδο της Κορίνθου και μετά στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Τον Λιλή και 5 κοπέλες τους άφησαν ελεύθερους [13], με τη μεσολάβηση κάποιων παραγόντων, τις άλλες πέντε όμως τις φόρτωσαν στο τραίνο και μέσω Γιουγκοσλαβίας της μετέφεραν στη Γερμανία. Εκεί τις οδήγησαν σε διάφορα εργοστάσια και τις υποχρέωσαν να εργάζονται για το Γ΄ Ράιχ. Μετά την κατάρρευση του Ναζισμού τις απελευθέρωσαν  οι Αμερικανοί την 1 Απριλίου 1945, οι οποίοι τις μετέφεραν στο Μπάρι και τις επιβίβασαν σε πλοίο για την Πάτρα. Εκεί τις παρέλαβε ο Ερυθρός Σταυρός [14]. Επέστρεψαν στην Ελλάδα και οι πέντε, οι οποίες ήσαν:

1) Γεώργα Αικατερίνη του Γεωργίου,

2) Κορίλη Γιαννούλα του Ευαγγέλου,

3) Λέκκα Αναστασία του Γεωργίου,

4) Παπαγεωργοπούλου Αικατερίνη του Αναστασίου,

5) Φρίμη Αικατερίνη του Γεωργίου,

Έπιασαν επίσης ομήρους και από τα άλλα γειτονικά χωριά: από το Μπάρδι 1, από του Μάνεσι 4 και από τα Δένδρα 4 [15].

Το 1944 και ιδιαίτερα μετά την ανάληψη της αρχηγίας του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου από τον Άρη Βελουχιώτη οι στρατιωτικές ενέργειες κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους,  των Ταγμάτων Ασφαλείας, είχαν ενταθεί. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο στρατηγός Φέλμυ, διοικητής του 68ου Σώματος στρατού με έδρα την Αθήνα κήρυξε στις 19 Μαḯου 1944 την Πελοπόννησο εμπόλεμη ζώνη και διόρισε τον στρατηγό Λε Σουίρ διοικητή της άμυνας της Πελοποννήσου. Ο Φέλμυ με διακήρυξη όρισε τους όρους διαβίωσης και συμπεριφοράς των κατοίκων της Πελοποννήσου [16].

Σχετικά διαβάζουμε:

  • Απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6.00 το πρωί της επόμενης.
  • Κατά τη χρονική αυτή περίοδο κάθε πολίτης που θα απαντάται στο δρόμο να εκτελείται επί τόπου.
  • Όλα τα καφενεία, εστιατόρια και ταβέρνες κλπ θα κλείσουν.
  • Κάθε συνάθροιση πέραν των πέντε ατόμων ή συγκεντρώσεις, ακόμη και οι λαϊκές αγοράς, σε ανοικτούς χώρους και σε κτήρια απαγορεύονται.
  • Κάθε επικοινωνία με ταχυδρομείο, τηλέγραφο ή τηλέτυπο απαγορεύεται στον άμαχο πληθυσμό.
  • Η χρήση μέσων συγκοινωνίας όπως τραίνων, φορτηγών ή οχημάτων με ρόδες συμπεριλαμβανομένων και των ποδηλάτων στην Πελοπόννησο απαγορεύεται στον άμαχο πληθυσμό.
  • Απεριόριστη ελευθερία κίνησης ισχύει μόνο μέσα στις κατοικημένες περιοχές.
  • Εκτός κατοικημένων περιοχών επιτρέπεται η κυκλοφορία μόνο σε  δρόμους και χαραγμένα μονοπάτια, ενώ εξαιρούνται τα ορεινά  εδάφη.
  • Στις ορεινές περιοχές απαγορεύεται και η συγκοινωνία από χωριό σε χωριό.
  • Κινήσεις σε ακατοίκητες περιοχές και εκτός των επιτρεπόμενων δρόμων θα εμποδίζονται αμέσως και θα ανοίγεται πυρ και χωρίς προειδοποίηση.
  • Όλα τα διαταχθέντα μέτρα θα πρέπει να εφαρμοστούν με απόλυτη σκληρότητα και αυστηρότητα.

Αποφάσισε επίσης:

Να τοποθετηθούν  για λόγους ασφαλείας «μπροστά από της ατμομηχανές, βαγόνια, το καθένα με 15-20 ομήρους». Ο Ελληνικός λαός ονόμασε τα βαγόνια αυτά «κλούβες» και σκοπό είχαν αποτρέψουν την προσβολή των τραίνων από τον ΕΛΑΣ, αφού σε περίπτωση υπονόμευσης των γραμμών του τραίνου  θα σκοτώνονταν πρώτοι οι Έλληνες που βρίσκονταν στις κλούβες, τις οποίες οι Γερμανοί είχαν υπονομεύσει με εκρηκτικά, ενώ σε περίπτωση προσβολής του τραίνου από αντάρτες θα εκτελούσουν επί τόπου τους ομήρους ως αντίποινα. Στην κλούβα σκοτώθηκε ο Βαγγέλης Κορίλης από τα Δένδρα, όταν οι Γερμανοί για αντίποινα  ανατίναξαν την κλούβα στο σταθμό της Κορίνθου. Στην κλούβα είχαν επίσης φορτωθεί και ο Θωμάς Δημητρίου Λιλής από το Γκέρμπεσι καθώς και οι Κωνσταντίνος Σιατερλής, Χρήστος Ξύδης και Παναγιώτης Παναγής από την Πουλακίδα, που ευτυχώς, επέζησαν.

Τέλος, η Γερμανική διοίκηση αποφάσισε τη διεξαγωγή εκτεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων σ΄ όλη την Πελοπόννησο. Μία από αυτές με την κωδική ονομασία «Κοράκι» αφορούσε την Αργολίδα. Στη επιχείρηση έλαβαν μέρος 4 μάχιμες ομάδες  υπό την διοίκηση του Συνταγματάρχη Βάλτερ  Μπαρτ  και σκοπό  είχε «την εξόντωση των ομάδων του ΕΛΑΣ στην περιοχή Κορίνθου – Άργους, στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδας, στην περιοχή Επιδαύρου – Ισθμίων και στα νησιά γύρω από τις Σπέτσες». Πριν ξεκινήσει η επιχείρηση ο Μπαρτ μετά από εντολή του Λε Σουίρ εξέδωσε υπόμνημα με τον τίτλο «συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της επιχείρησης», που περιείχε εντολές που παραβίαζαν κατάφωρα τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Από τις εντολές προς τους στρατιώτες σημειώνουμε μόνο ότι «Γερμανοί στρατιώτες με πολιτικά θα πρέπει να εξουδετερώνουν αθόρυβα κάθε άνδρα που συναντούν στα βουνά, η εκτέλεση αποδεδειγμένα κομμουνιστών μπορεί να γίνει σε οποιονδήποτε αριθμό, όμηροι μπορεί να συλλαμβάνονται όταν θεωρείται αναγκαίο, στην περίπτωση που ο πληθυσμός προσπαθεί να διαφύγει τη στιγμή της προσέγγισης της μονάδας, τότε θα πυροβολούνται οι άνδρες κλπ» [17]-[18]. Κυριολεκτικά σάρωσαν την περιοχή μας, κάθε βράχος και κάθε λόχμη ερευνήθηκαν, μάλιστα οι Έλληνες συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες καλούσαν τους κρυμμένους να βγουν, «Σε βλέπω», τους φώναζαν, «έβγα και θα σωθείς», έτσι λέγεται πως σκότωσαν το Θανάση Αναστασίου Παπαγεωργόπουλο και τον Γεώργιο Αναστ. Λέκκα. Όσους βρήκαν έξω από το χωριό τους σκότωσαν, ακόμη και την 8χρονη Μαρίνα Γεωργίου Παπαγεωργόπουλου και τον 15χρονο Δημήτριο Σπύρου Γεώργα σκότωσαν. Επίσης έκαψαν τα σπίτια του Δημητρίου Ξύδη και του Ιωάννη Ράφτη.

Κατά τον χρόνο των επιχειρήσεων βρισκόταν στην Αργολίδα το 3ο τάγμα του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ.  Η διοίκηση του τάγματος απέφυγε με ελιγμούς και υποχωρήσεις τη σύγκρουση με τους Γερμανούς και μόνο στο Κολιάκι μια ομάδα του αντάλλαξε πυροβολισμούς με την   εμπροσθοφυλακή των Γερμανών για να καθυστερήσει την προέλασή τους. Τη νύχτα 31ης  Μαḯου προς την 1η Ιουνίου ολόκληρο το τάγμα και οι περιφερειακές οργανώσεις του ΕΑΜ διαπεραιώθηκαν στη Σαμπατική,  στην παραλία του Άστρους με πλοιάρια του ΕΛΑΝ και άλλα μέσα που διέθεσαν οι νησιώτες.

Η επιχείρηση «Κοράκι» ολοκληρώθηκε στις 9 Ιουνίου 1944 με την κατάληψη των Σπετσών. Στις Σπέτσες μετά από προδοσία ντόπιων συνελήφθη ο Γεώργιος Δημητρίου Λέκκας, ο γνωστός μας με το αγωνιστικό  ψευδώνυμο «καπετάν Λευτεριάς», που ήταν επικεφαλής στρατιωτικής ομάδας του ΕΛΑΣ και από τους δημιουργούς του ΕΛΑΝ ΑργοΣαρωνικού. Τον κρέμασαν στις 12 Ιουνίου μαζί με άλλους αντάρτες στο Λιμάνι των Σπετσών από τις σιδεροκαλώνες, αφού προηγήθηκε άγριος βασανισμός [19]. Το τέλος το Λευτεριά περιγράφει ο Άγγλος Τζων Φάουλς στο μυθιστόρημά του «Ο Μάγος»ž χρειάζονται πολύ γερά νεύρα για να αντέξει κανείς την περιγραφή των βασανιστηρίων [20].

Σύμφωνα με επίσημες Γερμανικές εκθέσεις  οι Γερμανοί σκότωσαν στην επιχείρηση «Κοράκι» 235 Έλληνες. Το γεγονός αυτό συνδυαζόμενο με το γεγονός πως οι Γερμανοί δεν συγκρούστηκαν με τους αντάρτες και ότι εκτέλεσαν ενόπλους μόνο την ολιγάριθμη ομάδα του Λευτεριά δείχνει την εξαιρετική σκληρότητα με την οποία διεξήχθη η επιχείρηση, αφού όλοι οι υπόλοιποι εκτελεσμένοι ήσαν άοπλοι [21].

Έφτασε όμως το τέλος τους. Η ανθρωπότητα δεν επέτρεψε στο γένος των Αρίων να μεταβάλλουν τους ανθρώπους σε υποζύγια. Οι Γερμανοί  εγκατέλειψαν το Άργος στις 14 Σεπτεμβρίου και την ίδια ημέρα και το Ναύπλιο, αφού κατέστρεψαν το λιμάνι. Από την πρωτεύουσα έφυγαν στις 12 Οκτωβρίου 1944.

Η ποθητή ημέρα της λευτεριά είχε φτάσει.

 

Ακολουθεί κατάλογος των Μιδεατών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς ή άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας:

 

1) Βλάχος Μελέτης του Γεωργίου, ετών 43, στη θέση Κιάφα Μπάρκλια στις 25 Μάη 1944.

2) Γεώργας Αθανάσιος του Δημητρίου, ετών 75, στη θέση «Τρία Ρέμματα» στις  26 Μάη 1944.

3) Γεώργας Αναστάσιος του Ιωάννου, ετών 18, στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη 1944.

4) Γεώργας Γεώργιος του Κωνσταντίνου, ετών 50, στο Μπάρδι κοντά στην εκκλησία στις 25 Μάη του 1944.

5) Γεώργας Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 49, στις 24 Μάη του 1944 στη θέση «Ψωριάρη (Τούρλια)», όπου έβοσκε τα πρόβατα.

6) Γεώργας Δημήτριος του Θωμά, ετών 56,  στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη 1944.

7) Γεώργας Δημήτριος του Σπυρίδωνος, ετών 15,  στις 27 Μάη 1944, στη θέση «Πριόνια» κοντά στα μαντριά του Κράμπα.

8) Γεώργας Ιωάννης του Θωμά, ετών 49,  στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη του 1944.

9) Δήμας Ιωάννης του Γεωργίου, ετών 18, τον εκτέλεσαν Ταγματασφαλίτες το πρώτο 10ήμερο του Ιουνίου 1944 κοντά στα Πυργιώτικα.

10) Δήμας Χρήστος του Γεωργίου, ετών 57,  στη θέση «Βέντρα» της περιοχής Κιάφα Μοναστήρι.

11) Κορίλης Ιωάννης του Δημητρίου, ετών 19, τον συνέλαβαν οι Γερμανοί κατά την  διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων και τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Κορίνθου, όπου τον εκτέλεσαν στα κυπαρίσσια του Νέγρη ίσως το πρώτο 15νθήμερο του Ιουνίου 1944.

12) Κορίλης Χρήστος του Ιωάννη, ετών 20,  έξω από το χωριό στη θέση «Ατζιαλί» την Ιη Ιουνίου 1944.

13) Λέκκας Γεώργιος του Αναστασίου, ετών 54,  στις 26 Μάη 1944 στο φαράγγι του Καραμπαμπά.

14) Λέκκας Γεώργιος του Δημητρίου (Καπετάν Λευτεριάς), ετών 30, τον κρέμασαν οι Γερμανοί με άλλους εφτά και μετά από άγριο βασανισμό στη Ντάπια των Σπετσών στις 12 Ιουνίου 1944.

15) Λέκκας Παναγιώτης του Λεωνίδα, ετών 47,  στη θέση «Βέντρα» της περιοχής Κιάφα Μοναστήρι στις 27 Μάη 1944.

16) Λιλής Μιχαήλ του Δημητρίου, ετών 36, σκοτώθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου στο Πολύγωνο σε σύγκρουση με ομάδα Ταγματασφαλιτών του Ναυπλίου.

17) Λιλής Δημήτριος του Ηλία, ετών 61, στις 24 Μάη του 1944 στη θέση «Ψωριάρης» (Τούρλια).

18) Λιλής Παναγιώτης του Βασιλείου, ετών 31, στις 27 Μάη 1944 στην περιφέρεια των Λιμνών.

19) Ξύδης Παναγιώτης του Ανδριανού, ετών 20, τον εκτέλεσαν άνδρες των ταγμάτων ασφαλείας στις 30 Αυγούστου 1944 στο Ναύπλιο.

20) Παπαγεωργόπουλος Αθανάσιος του Αναστασίου, ετών 21, στις 27 Μάη του 1944 στη «Γκιώνα» Λιμνών.

21) Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Αναστασίου, ετών 45, στις 27 Μάη του 1944 στη θέση «Γκιόναλι» της Τραπεζώνας.

22) Παπαγεωργόπουλος Θεοδόσιος του Δημητρίου, ετών 24, στις 27 Μάη 1944.

23) Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος του Ιωάννη, ετών 43.  στις 27 Μάη 1944 στην Τραπεζώνα θέση «Γκιόναλι».

24) Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Σπυρίδωνος, ετών 22, στο Γκέρμπεσι στις 12 Ιουνίου 1944 με τυφεκισμό μετά από άγριο ξυλοδαρμό, γιατί παραβίασε το ωράριο απαγόρευσης της κυκλοφορίας.

25) Παπαγεωργοπούλου Γεωργία συζ. Γεωργίου, ετών 33, στις 26 Μάη 1944 στο μαντρί του Κράμπα στα πριόνια, μαζί με την οχτάχρονη θυγατέρα της Μαρίνα.

26) Παπαγεωργοπούλου Μαρίνα του Γεωργίου, ετών 8, στις 26 Μάη 1944 στο μαντρί του Κράμπα, στα πριόνια, μαζί με τη μητέρα της.

27) Παπαγεωργοπούλου Σοφία του Σπυρίδωνος, ετών 25, στο Γκέρμπεσι στις 25 Μάη 1944.

28) Υψηλάντης Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 54, στο Γκέρμπεσι στις 12 Ιουνίου 1944.

 

Στη στήλη ιστορικής μνήμης στο εκκλησάκι του Αϊ Γιάννη καταγράφονται ως εκτελεσμένοι από τους Γερμανούς εκτός από τους αναφερόμενους ανωτέρω Γκερμπεσιώτες και οι επόμενοι:

 

Αργυρόπουλος Αγγελής του Σπύρου, ετών 26 από το Ροϊνό Αρκαδίας στις 31-5-1944.

Αργυρόπουλος Πέτρος του Σπύρου,  ετών 37 από το Ροϊνό Αρκαδίας στις 31-5-1944.

Βλάχος Ι. Παναγιώτης, ετών 53 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Διαλιάτσης Λ. Γεώργιος, ετών 21 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Διαλιάτσης Γ. Λεωνίδας, ετών 46 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κακούρος Δ. Γεώργιος, ετών 29 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κακούρος Μ. Ιωάννης, ετών 27 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κυμπούρης Γ. Δημήτριος, ετών 77 από Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Παναγής Δ. Αναστάσιος, ετών 40 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Κ. Δανούση: 50 χρόνια από την απελευθέρωση του Άργους από τους Γερμανούς, περιοδικό «Αναγέννηση» τεύχος 321, Σεπτέμβρης 1994 και ανάρτηση στην argolikivivliothiki.gr/ «Οι Γερμανοί στην Αργολίδα».

[2] Επιστολή Ν. Σαββέα προς την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 20-05-1985.

[3] Χ. Φ. Μάγερ: «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», σελ 38, ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2010.

[4] M.Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», σελ. 67 και αναλυτικά για τον λιμό στην Ελλάδα από τη σελ 49 επ. Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ.

[5] Ν. Γ. Σαββάκη: «Θύματα Ιταλικής-Γερμανικής κατοχής περιόδου 1941-1945 περιφερείας Δήμου Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), σελ.331.

[6] Θ. Δ. Πανταζόπουλου: «Η ταμειακή στενότης στο Ναύπλιον κατά την κατοχή και η έκδοσις τοπικού νομίσματος», Ναύπλιον 1945 και Αθήνα 1963.

[7] Λευτέρη Αποστόλου: «Το ξεκίνημα του ΕΑΜ», έκδοση «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση 1941-1944», Αθήνα 1982, σελ. 62.

[8] Π. Μούτουλα: «Πελοπόννησος 1940-45», σελ.210, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2004.

[9] Έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου.

[10] Έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου.

[11] Προσωπική μαρτυρία, έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου, Γ. Λιλή «Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ», ΣΕΛ. 23, ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, Άργος 1980.

[12] M. Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», σελ 103, Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Αθήνα 1994.

[13] Οι κοπέλες, που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί και τις άφησαν ελεύθερες, ήσαν οι επόμενες: Μαρίνα Δημ. Λιλή, Μαρίνα Ευθ. Παπαγεωργόπουλου, Σπυρούλα Ιωάν. Δήμα, Αικατερίνη Ιωάν. Ράπτη, Αικατερίνη Αναστασίου Λιλή.

[14] Προφορική μαρτυρία στον γράφοντα της όμηρης Κατίνας Γεώργα-Κονδύλη.

[15] Δενδριώτες: Γεώργιος Ιωάν. Κιμπούρης, Ιωάννης Δημητρίου Δουβίκας, Δημήτριος Ιωάννου Ουλής. Μανεσιώτες: Σωτήριος Δημητρίου Καραμάνος, Αναστάσιος Καραμάνος, Σωτήριος Ιωάννου Καραμάνος, Παναγιώτα Χρήστου Καραμάνου. Μπαρδαίοι: Ιωάννης Ευαγγέλου Κακούροςž όλοι επέστρεψαν εκτός από τον Δημήτριο Ουλή, που σκοτώθηκε πολεμώντας τους Γερμανούς με τους παρτιζάνους του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία.

[16] Χ. Φ. Μάγερ: «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», σελ. 554-555, Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2010.

[17] .Χ. Φ. Μάγερ: όπ. αν. σελ.555-564.

[18] Κάποια Κυριακή, πριν την έναρξη των επιχειρήσεων και μετά τη λειτουργία τρεις Γερμανοί συνοδευόμενοι από τον Γεώργιο Τόμπρα από το Μέρμπακα, τον οποίο οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν ως διερμηνέα, ήρθαν στο χωριό. Ο ένας Γερμανός έμεινε έξω και οι δύο άλλοι με τον διερμηνέα μπήκαν μέσα στην εκκλησίហο αξιωματικός με τον διερμηνέα ανέβηκαν στο σκαλί μπροστά από την Ωραία Πύλη. Ο Γ. Τόμπρας, μεταφράζοντας όσα ο Γερμανός έλεγε, ανακοίνωσε μεταξύ άλλων ότι οι Γερμανοί σύντομα θα άρχιζαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή, ότι όποιον εύρισκαν έξω από το χωριό θα τον σκότωναν, ότι όποιος έμενε στο σπίτι μέσα στο χωριό δεν είχε τίποτα να φοβηθεί, ότι είχε επιβληθεί απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6 το πρωί της επόμενης ημέρας και άλλα πολλά.

[19] Για την διαπεραίωση των ανταρτών του ΕΛΑΣ από την Κοιλάδα στο Άστρος και τη σύλληψη και τον απαγχονισμό του Λευτεριά βλ. συνέντευξη του Παναγιώτη Καραμπίνα (Καπετάν Τζαβέλλα) μέλους της ομάδας του ΕΛΑΝ Αργοσαρωνικού από το Φοινίκι της Θεσπρωτίας στον Τάκη Μαύρο, εφημερίδα ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ αρ.φ. 170/ 18-04-1984.

[20] John Fowls: «The Magus», σελ. 503 επ., Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 1997.

[21] Χ. Φ. Μάγερ:  όπ. αν. σελ. 563.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου – ©  Γεώργιος Η. Κόνδης, Αργειακή Γη, τ.1, Άργος,  Δεκέμβριος 2003.


 

Το φαινόμενο της αστικοποίησης είναι τόσο σύνθετο όσο και οι μεταβολές τις οποίες υφίσταται το κοινωνικό σώμα. Όσο περισσότερο έντονες είναι σε αριθμό, σε ρυθμό και σε συχνότητα, τόσο πιο σύνθετη μορφή έχουν. Το φαινόμενο δεν είναι επίσης απλό, διότι καθορίζει και καθορίζεται από οικονομικά συμφέροντα, κοινωνικές διαστρωματώσεις, τυχαία γεγονότα και ιστορικές συγκυρίες. Οι τελευταίες καθορίζουν με τη σειρά τους τη μορφή της αστικοποίησης και της πολεοδομικής συγκρότησης και ανάπτυξης.

Το Σωματείο των σαρωθροποιών σε προπολεμική φωτογραφία κατά τον εορτασμό της εικόνας του Χριστού (26 Δεκεμβρίου) στην Παναγία Κατακεκρυμμένη, Άργος.

Υπάρχουν, για παράδειγμα, διαφοροποιήσεις ως προς την ανάπτυξη των αρχαιοελληνικών πόλεων σε σχέση με τις αντίστοιχες βυζαντινές ή εκείνες της τουρκοκρατίας, και ακόμη μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις σε σχέση με την αστική ανάπτυξη του 19ου αιώνα. Παρ’ ότι, όπως θα εξηγήσουμε και στη συνέχεια, δεν υπάρχουν ασυνέχειες ή διαζεύξεις στο φαινόμενο της αστικοποίησης προκειμένου για τον ίδιο ιστορικό χώρο, οι διαφοροποιήσεις στις οποίες αναφέρομαι αντικατοπτρίζουν το επίπεδο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των μορφών αστικοποίησης δεν είναι τόσο ποσοτική όσο ποιοτική. Για το λόγο αυτό το φαινόμενο της αστικοποίησης δεν ταυτίζεται απόλυτα με εκείνο της δημιουργίας των πόλεων. Η διάκριση έγκειται στο ότι η αστικοποίηση «είναι ένα πλέγμα οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών αντιλήψεων που η δομημένη μορφή έχει προσπαθήσει να αντιπροσωπεύσει και να εκφράσει. Για τον ίδιο λόγο το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως θεωρούσαν οι κοινωνικοί αναλυτές πριν μερικές δεκαετίες. Αντίθετα, προηγείται της γένεσης του καπιταλισμού, διότι απορρέει από την κοινωνική κατανομή της εργασίας μέσα στην κοινωνία και όχι μέσα στη μονάδα παραγωγής…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου

Παράρτημα

Read Full Post »

Οι Μυκήνες και το Άργος μέσα από τα μάτια των περιηγητών © Δημήτρης Τότσικας


 

Αναδρομή στην ιστορία του Άργους και των Μυκηνών

 

Η ευρύτερη περιοχή του Άργους αποτέλεσε μια από τις σπουδαιότερες κοιτίδες του αρχαιοελληνικού πολιτισμού και γέννησε πασίγνωστους ήρωες, μύθους και θρύλους. Η πόλη του Άργους θεωρείται η αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης, καθώς ήδη από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού αποτελούσε ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα του Μυκηναϊκού Πολιτισμού, που κατοικήθηκε αδιάλειπτα μέχρι σήμερα στην ίδια γεωγραφική θέση.

Η αρχαία πόλη των Μυκηνών, χτισμένη σε στρατηγικό σημείο στο βάθος του Αργολικού κόλπου, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό συγκρότημα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Οι σημαντικές αυτές πόλεις ήταν φυσικό να συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον όχι μόνο των ιστορικών και των ποιητών, αλλά και των απλών επισκεπτών τους από την αρχαιότητα. Ανάμεσα στους επισκέπτες ξεχωρίζουν οι περιηγητές, οι οποίοι άφησαν σημαντικά κείμενα με χρήσιμες πληροφορίες για την εποχή τους.

Ο όρος «περιηγητής» (<περί + ηγούμαι) αναφέρεται σε αυτόν που ταξιδεύει σε έναν ξένο τόπο και περιδιαβαίνει είτε για αναψυχή είτε για μελέτη των μνημείων, του τρόπου ζωής των κατοίκων και άλλων επιμέρους θεμάτων. Η κλασική μορφή ενός περιηγητή περιλαμβάνει κάποιον που ταξιδεύει τριγυρίζοντας σε τόπους άγνωστους κι ανεξερεύνητους, με φυσικά μέσα (πεζός ή πάνω σε άλογο ή σε άμαξα), σημειώνοντας τις παρατηρήσεις του συνήθως με τη μορφή χρονικού ή ημερολογίου.

 

Οι αρχαίοι περιηγητές

 

Η ιστορία του περιηγητισμού στην Αργολίδα ξεκινά από τα ομηρικά έπη. Ο Όμηρος απαθανατίζει τόσο τις «πολύχρυσες Μυκήνες» όσο και το «ιπποτρόφον» και «πολυδίψιον Άργος», τις αγαπημένες πόλεις της θεάς Ήρας. Επίσης μας παρουσιάζει τον αρχιστράτηγο των Ελλήνων Αγαμέμνονα με το χρυσό σκήπτρο που φιλοτέχνησε ο Ήφαιστος, τον βασιλιά του Άργους Διομήδη, καθώς και πλήθος μυθολογικών στοιχείων που σχετίζονται με την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας. Στα ομηρικά έπη, την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, το Άργος αναφέρεται (ως ουσιαστικό ή επίθετο) συνολικά 232 φορές. Ωστόσο ο ποιητής δε μας δίνει αξιοσημείωτες τοπογραφικές λεπτομέρειες για καμιά από τις δυο πόλεις.

Οι μετέπειτα αρχαίοι συγγραφείς και γεωγράφοι, Στράβων και Οβίδιος, αναφέρουν ότι ελάχιστα στοιχεία έχουν απομείνει από την εποχή του Χαλκού και έτσι αποθαρρύνουν τους μελλοντικούς αρχαιοδίφες. Ο Στράβων, που περιηγείται την Πελοπόννησο το 29 π.Χ., περιγράφει την πόλη του Άργους, αναφέρει την ακρόπολη Λάρισα, τους ποταμούς Ίναχο και Ερασίνο, ενώ δηλώνει ότι «σή­μερα δεν βρίσκεται ούτε ίχνος από την πόλη των Μυκη­ναίων».

Ο Παυσανίας, που ακολουθεί, τον 2ο αιώνα μ.Χ., εξετάζει σχολαστικά την πόλη του Άργους και επισκέπτεται τα απομεινάρια των Μυκηνών της Ελληνιστικής Εποχής. Ως εκ τούτου, δεν αναφέρει τίποτα για θολωτούς τάφους ή ταφικούς κύκλους, καθώς τα μνημεία αυτά πιθανότατα καλύφθηκαν από τους Αργείους το 468, για να ελαχιστοποιήσουν τη δόξα των Μυκηνών. Πηγές του αρχαίου περιηγητή αποτελούν τόσο οι πληροφορίες που συλλέγει από τους γηγενείς όσο και το έργο δυο τοπικών αρχαίων λογογράφων, του Ακουσίλαου (γεν. 500 π.Χ.) και του Ελλάνικου (490-405 π.Χ.) (Ακουσιλάου Γενεαλογίες, Ελλανίκου Οι ιέρειες της Ήρας στο Άργος). Το έργο του, «Ελλάδος περιήγησις», αποτελεί έναν συνδυασμό μυθολογίας, ιστορίας και αυτοψίας, κατά την οποία ο περιηγητής εξηγούσε ό,τι έβλεπε με βάση το μύθο της Ιλιάδας. Ο ευκατάστατος και φιλομαθέστατος ταξιδιώτης αναφέρεται αναλυτικά σε όλα τα σημαντικά μνημεία που βρήκε στην περιοχή, στους δρόμους που την συνδέουν με γειτονικές πόλεις και στους μύθους που σχετίζονται με κάθε τόπο. Και εάν οι ιστορικές πληροφορίες που παραθέτει ανήκουν περισσότερο στη σφαίρα της μυθολογίας, οι τοπογραφικές και αρχαιολογικές παρατηρήσεις του είναι πολύτιμες και αποτέλεσαν έναν συστηματικό και εξαιρετικής ακρίβειας οδηγό για όλους σχεδόν τους μετέπειτα περιηγητές της αργολικής γης από τον 15ο έως τον 20ό αιώνα. Και, βέβαια, μπορεί οι ανασκαφές που έχουν διενεργηθεί στις Μυκήνες και το Άργος ως τώρα να επικυρώνουν στις περισσότερες περιπτώσεις την ακρίβεια των παρατηρήσεών του, ωστόσο πόσο ειρωνικό μοιάζει αλήθεια το γεγονός ότι οι περισσότεροι μετέπειτα ταξιδιώτες χρησιμοποίησαν ως οδηγό για τις περιηγήσεις τους στην αργολική γη το έργο ενός ανθρώπου που έζησε 7 αιώνες μετά την καταστροφή της πόλης και έμαθε πληροφορίες από τοπικούς οδηγούς και λογογράφους της εποχής του!

 

Από την αρχαιότητα ως τους νεότερους χρόνους

 

Στους αιώνες που μεσολαβούν από το τέλος της αρχαιότητας έως την Αναγέννηση και τους νεότερους χρόνους, το ενδιαφέρον των περιηγητών για την Αργολίδα σβήνει, με αποτέλεσμα οι αρχαιολογικοί χώροι του Άργους και των Μυκηνών να χάνονται στη λήθη των αιώνων. Το σκοτάδι του Μεσαίωνα δεν αφήνει περιθώρια για μεγάλα ταξίδια και εξορμήσεις στην αργολική ύπαιθρο. Εμφύλιοι πόλεμοι, βάρβαροι κατακτητές, υστερόβουλοι τοπικοί ηγεμόνες, ληστρικές επιδρομές και φυσικές καταστροφές αλλοιώνουν σημαντικά την όψη των άλλοτε κραταιών αυτών ιστορικών χώρων και τα μετατρέπουν σε ερειπιώνες και «σκόρπιες πέτρες» για τους Έλληνες της Τουρκοκρατίας. Η Ελλάδα για πολλούς αιώνες αποτελούσε έναν επικίνδυνο και δύσβατο τόπο και η τοποθεσία των Μυκηνών ήταν παντελώς άγνωστη.

 

Η αναβίωση του περιηγητισμού

 

Τον 15ο αιώνα, αμέσως μετά τις Σταυροφορίες, Ευρωπαίοι περιηγητές και ζωγράφοι, φιλέλληνες και αρχαιοδίφες ταξίδεψαν στην Ελλάδα για να ζήσουν την περιπέτεια και να δώσουν εικόνα και τροφή στη φαντασία τους, προσπαθώντας να αναβιώσουν, έστω και στιγμιαία, το αρχαιοελληνικό ιδεώδες. Ειδικότερα οι Μυκήνες για τους περισσότερους Ευρωπαίους περιηγητές – ζωγράφους αποτέλεσαν περισσότερο ένα όραμα, μια ιδέα, και όχι έναν συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Είναι χαρακτηριστική η αξιομνημόνευτη φράση της Βρετανίδας συγγραφέως Βιρτζίνιας Γουλφ, όταν στις αρχές του 20ού αιώνα βρέθηκε μπροστά στην Πύλη των Λεόντων: «τέτοια πράγματα δεν τα συνειδητοποιούμε παρά μόνο για δευτερόλεπτα, όσο βρισκόμαστε στο ίδιο το μέρος, και μετά δεν έχει νόημα να πεις τι βλέπεις». Για αυτά τα δευτερόλεπτα εξακολουθούν ακόμα και σήμερα να επισκέπτονται τις Μυκήνες άνθρωποι από όλες τις γωνιές της γης.

 

Το προφίλ των περιηγητών

 

Οι περιηγητές των Μυκηνών συνθέτουν ένα μωσαϊκό ανθρώπινων τύπων, στόχων και ενδιαφερόντων. Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί, Αμερικανοί, Ρώσοι, Λατίνοι, διάσημοι ως επί το πλείστον και διακεκριμένοι επιστήμονες ή πολιτικοί, άνδρες αλλά και γυναίκες. Η ποικιλία των ανθρώπων που επισκέφθηκαν το Άργος και τις Μυκήνες είναι μεγάλη και αξιοσημείωτη, ενδεικτική του θαυμασμού που επικρατούσε τον 18ο και 19ο αιώνα στον δυτικό κόσμο για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό. Μορφωμένοι άνθρωποι, καθηγητές πανεπιστημίου, μέλη πρεσβειών και κυβερνήσεων, στρατιωτικοί, όλοι τους είχαν ασχοληθεί με τη μελέτη αρχαίων ελληνικών κειμένων και ιδιαίτερα με τα ομηρικά έπη. Οι περισσότεροι μιλούσαν μάλιστα και τη νέα ελληνική γλώσσα.

 

Συνολικός αριθμός περιηγητών ως το 1900:

Συνολικός αριθμός περιηγητών

Έως το 1835:

Έως το 1835

Εθνικότητα

Φύλο

Επάγγελμα

 

Οι κίνδυνοι

 

Ένα ταξίδι στην Ελλάδα από τον 15ο ως τον 19ο αιώνα σίγουρα κόστιζε αρκετά σε χρόνο και σε χρήμα. Εξάλλου, τα πράγματα στη χώρα μας δεν ήταν και τόσο ήρεμα, με τις συνεχείς ελληνοτουρκικές διενέξεις και τις διαρκείς αναζωπυρώσεις της Επανάστασης στη συνέχεια. Επιπλέον η ελονοσία και άλλες μολυσματικές ασθένειες μάστιζαν τον τόπο και αποδεκάτιζαν τον πληθυσμό. Η φτώχεια και η ανέχεια του ελληνικού πληθυσμού σε συνδυασμό με την αγραμματοσύνη και την καχυποψία του, έφτιαχναν ένα μάλλον αφιλόξενο και επικίνδυνο σκηνικό για τους Ευρωπαίους περιηγητές. Χαρακτηριστικό δείγμα της αμορφωσιάς των γηγενών ήταν το γεγονός ότι χρησιμοποίησαν τις πέτρες από τους γκρεμισμένους αρχαίους τάφους για να κατασκευάσουν μάντρες για τα στανοτόπια τους. Το τραγικότερο; ακόμα και σήμερα η πηγή της περίφημης «Περσείας κρήνης» χρησιμεύει για να δροσίζει τα αιγοπρόβατα της περιφραγμένης στάνης που βρίσκεται δίπλα της, ενώ ανάλογη εξέλιξη παρουσιάζει και η ακρόπολη της αρχαίας Τίρυνθας ή «Παλαιόκαστρον», όπως ονόμαζαν ως τον 19ο αιώνα οι γηγενείς τις μυστηριώδεις μισοθαμμένες πέτρες που κείτονταν πλάι στον αμαξιτό δρόμο που ένωνε το Άργος με το Ναύπλιο.

Ο Πουκεβίλ σε προσωπογραφία φιλοτεχνημένη από τον Ντεπρέ (Dupre Louis) 1827.

Το 1799 ο Γάλλος Pouqueville συλλαμβάνεται από πειρατές και φυλακίζεται από τους Τούρκους στην Πελοπόννησο αρχικά και στο Επταπύργιο της Κωνσταντινούπολης ύστερα, λόγω του Γαλλοτουρκικού πολέμου που είχε ξεσπάσει.

Το 1807 ο Άγγλος Leake συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και κρατείται αιχμάλωτος στην Θεσσαλονίκη για πολλούς μήνες, πριν αφεθεί ελεύθερος ύστερα από διαπραγματεύσεις με τον Αλή Πασά της Ηπείρου.

Ο Milnes το 1832 γλιτώνει από τύχη: «Την ώρα που βρισκόμασταν στις Μυκήνες, το γειτονικό χωριό Χαρβάτι είχε μόλις λεηλατηθεί και καεί από τον οπλαρχηγό Γρίβα και περίπου 15 οικογένειες από τους κατοίκους είχαν, κατά συνέπεια, βρει καταφύγιο για τον προελαύνοντα χειμώνα στον αποκαλούμενο Θησαυρό του Ατρέα».

Ο Burgess το 1834 δεν ήταν το ίδιο τυχερός, καθώς λίγο πριν φθάσει στις Μυκήνες μια συμμορία οπλισμένων ανδρών τον λήστεψε.

 

Τα κίνητρα

 

Τι ήταν, λοιπόν, αυτό που τους ώθησε να αψηφήσουν τόσους κινδύνους και να περιηγηθούν στον άγριο και επικίνδυνο Μοριά; Για τους περισσότερους, ο αγνός θαυμασμός προς το αρχαιοελληνικό κάλλος. Ρομαντικοί άνθρωποι που ήθελαν να ξεφύγουν από τη μίζερη καθημερινότητα και να μεταφερθούν για λίγο στην ηρωική εποχή των Ατρειδών. Ωστόσο δεν έλειψαν και οι εξαιρέσεις. Υπήρξαν και περιηγητές αρχαιοκάπηλοι που θέλησαν να εκμεταλλευτούν τους αρχαιολογικούς χώρους προς ίδιον όφελος, συλλέγοντας αρχαία αντικείμενα, κατεστραμμένους κίονες, νομίσματα και αρχαίες επιγραφές. Όλα αυτά τα συγκέντρωναν επί τόπου κατά τη διάρκεια των εξορμήσεών τους ή τα αγόραζαν από φιλάργυρους ντόπιους και στη συνέχεια τα μετέφεραν στην πατρίδα τους, εμπλουτίζοντας τις ιδιωτικές συλλογές τους ή πουλώντας τα σε εξίσου αδίστακτους αρχαιολάτρες αριστοκρατικής συνήθως καταγωγής. Άλλες φορές το αγνό αρχαιοδιφικό ενδιαφέρον συνδυαζόταν με ειδικές διπλωματικές αποστολές πρακτόρων, με στόχο την χαρτογράφηση και τη γεωπολιτική επισκόπηση της αργολικής πεδιάδας ή τη βολιδοσκόπηση της πολιτικής και στρατιωτικής κατάστασης της ευρύτερης περιοχής.

 

Τα είδη των χαρακτικών

 

Οι «γκραβούρες», δηλαδή οι απεικονίσεις ή τα χαρακτικά που θα παρουσιαστούν στη συνέχεια αποτελούν σπουδαία ντοκουμέντα της εκάστοτε εποχής, τα οποία ωστόσο δεν ανταποκρίνονται πάντα στην πραγματικότητα, μιας και στόχος των περιηγητών – ζωγράφων (τουλάχιστον ως τα μέσα του 19ου αιώνα) δεν ήταν η πιστή αναπαράσταση των μνημείων, αλλά μάλλον μια υποκειμενική απεικόνιση του συχνά εξιδανικευμένου περιβάλλοντος κάθε μνημείου, έτσι όπως το αντιλήφθηκε ο καθένας με τα μάτια της φαντασίας, ενορατικά.

Τα χαρακτικά που συναντάμε από την εποχή της Αναγέννησης και ύστερα μπορούν να ταξινομηθούν σε γενικές κατηγορίες, ανάλογα με τα υλικά που χρησιμοποιήθηκαν και την τεχνοτροπία που ακολουθήθηκε: Η Ξυλογραφία ήταν η πρώτη τεχνική που χρησιμοποιήθηκε τον 15ο αιώνα, αμέσως μετά την επινόηση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο, ενώ εξελίχθηκε σημαντικά στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν και επαναχρησιμοποιήθηκε. Αργότερα και σταδιακά ως τον 18ο αιώνα, χρησιμοποιήθηκε ως υλικό για χάραξη ο χαλκός (Χαλκογραφία), ο λίθος (Λιθογραφία) και ο χάλυβας, ενώ πιο σπάνια συναντάμε Οξυγραφίες, τις λεγόμενες «ακουατίντες». Τα περισσότερα χαρακτικά που φιλοτέχνησαν οι περιηγητές στην Ελλάδα είναι Χαλκογραφίες, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κανένα είδος χαρακτικού δεν εγκαταλείπεται, όταν επινοείται μια νέα τεχνική. Τον 19ο αιώνα η εφεύρεση της camera obscura, που εξελίσσεται σε δαγκεροτυπία αρχικά και φωτογραφία αργότερα, σηματοδοτεί τη νέα εποχή στην απεικόνιση των αρχαίων μνημείων.

 

 15ος αιώνας

 

Ο Κυριακός Αγκωνίτης, ήταν ο σημαντικότερος αρχαιοδίφης της Αναγέννησης ενώ θεωρείται ο πρόδρομος τόσο του περιηγητισμού, όσο και της σύγχρονης επιστήμης της αρχαιολογίας.

Τον 15ο αιώνα μ.Χ., αμέσως μετά τις Σταυροφορίες (1.100 – 1.300 μ.Χ.), αρχίζει να εκδηλώνεται βαθμιαία ένα ταξιδιωτικό ρεύμα των Δυτικοευρωπαίων προς την Ανατολή. Οι ταξιδιώτες αυτοί, αναζητώντας πλούτη, δύναμη ή ακόμα και την αθανασία της ψυχής με την επίσκεψή τους στους Άγιους Τόπους, σπεύδουν να συγκεντρώσουν στοιχεία για τα ήθη των λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και επιδίδονται σε ένα ατέλειωτο κυνήγι αρχαίων νομισμάτων, ερειπίων και επιγραφών. Το 1447 ο Κυριακός ο Αγκωνίτης (Ciriaco de Pizzicolli), αυτή η «μοναχική και ιδιαίτερη περίπτωση ταξιδιώτη» που σηματοδοτεί ήδη από τον 15ο αιώνα την αρχαιολόγηση του ελληνικού κόσμου, κατά την επίσκεψή του στην Αργολίδα, εντοπίζει και σχεδιάζει την ακρόπολη των Μυκηνών – εσφαλμένα, όπως αποδείχτηκε, καθώς αυτό που βρίσκει είναι μια άλλη μυκηναϊκή ακρόπολη στο χωριό Κατσίγκρι.

 

16ος αιώνας

 

Φανταστική απεικόνιση της πόλης του Άργους, Nicolas Gerbel, 1545.

Κατά τον 16ο αιώνα, και ενώ οι νέες ανακαλύψεις, η διάδοση της τυπογραφίας και ο ουμανισμός έχουν αλλάξει το πρόσωπο της οικουμένης κι έχουν δώσει νέα πνοή στην κοινωνία και στον πνευματικό κόσμο, οι περιηγητές της Δύσης εξακολουθούν να ταξιδεύουν προς την Ανατολή, περνώντας και από την Ελλάδα, και καταλήγοντας στην Κωνσταντινούπολη και τα Ιεροσόλυμα. Οι σύγχρονοι κάτοικοι της Ελλάδας, εξαθλιωμένοι και υποταγμένοι πια στον οθωμανικό ζυγό, προκαλούν τον οίκτο και τη συμπάθειά τους. Ο Βενετός απεσταλμένος Pietro Zeno, πρόξενος στη Δαμασκό, περιηγείται στην αργολική γη το 1524 και γράφει για τις Μυκήνες, ωστόσο, κατά πάσα πιθανότητα, αυτό που βρίσκει δεν αποτελεί παρά κάποια άλλη μυκηναϊκή ακρόπολη. Λίγο αργότερα, το 1545, δημοσιεύεται μια φανταστική απεικόνιση της πόλης του Άργους από τον Γερμανό νομικό και ουμανιστή Nicolas Gerbel ή Gerbelius, στενό φίλο του Μαρτίνου Λουθήρου και του Εράσμου.

 

 17ος αιώνας

 

Vincenzo Coronelli

Κατά τον 17ο αιώνα μ.Χ. πληθαίνουν οι Ευρωπαίοι περιηγητές που επισκέπτονται την αργολική γη. Ρομαντικοί και ριψοκίνδυνοι ταξιδευτές, βαδίζουν στα χνάρια του Παυσανία, περιηγούνται στο τουρκοκρατούμενο Άργος και ανακαλύπτουν το χαμένο μεγαλείο της πόλης των Μυκηνών. Με τη δημοσίευση των περιηγητικών εκδόσεων μεταλαμπαδεύουν σε όλο τον κόσμο ό,τι ανακαλύπτουν με τα μάτια τους. Χάρη στους ξένους αρχαιόφιλους οι αρχαιολογικοί χώροι του Άργους και των Μυκηνών ξαναβρίσκουν σταδιακά τη χαμένη τους αίγλη.

Το 1668 ο Τούρκος περιηγητής Εβλιγιά Τσελεμπή γράφει την πόλη του Άργους: «Τα σπίτια του Άργους είναι οχτακόσια συνολικά, χτισμέ­να σαν κάστρα, άνετα, γερά και όμορφα, με τ’ αμπέλια και τα πε­ριβόλια τους. Είναι κεραμοσκέπαστα κι έχουν πόρτες σαν να είναι σαράγια. Υπάρχουν δυο τζαμιά. Το ένα μέσα στην αγορά με κερα­μιδένια σκεπή και πέτρινο μιναρέ, χτισμένο σύμφωνα με την παλιά αρχιτεκτονική…. Οι πιο γνωστές είναι οι γειτονιές Μπεσικλέρ και Κετχουντά. Υπάρχουν ένας μεντρεσές, δυο σχολεία, δυο τεκέδες, ένα χαμάμ, ένα χάνι και είκοσι υπαίθρια καταστήματα. Τα πηγάδια με το γλυκό νερό είναι πεντακόσια. Το νερό και το κλίμα είναι καλά, γι’ αυτό και βλέπεις ολόγυρα πολλά αμπέλια και περιβόλια. Σαράντα είδη κρασοστάφυλου αναφέρονται στα κατάστιχα της περιοχής.»

Λίγο αργότερα, το 1669, ο Γάλλος περιηγητής Des Monceaux ανακαλύπτει πρώτος την ακρόπολη της Τίρυνθας.

Ο Βενετός μοναχός και κοσμογράφος Vincenzo Coronelli περιηγείται στην Αργολίδα το 1685, ακολουθώντας τον Ενετικό στόλο και απεικονίζει το φρούριο και την πόλη του Άργους, ενώ o Γάλλος αξιωματικός Nicola Mirabal που επισκέπτεται την Αργολίδα το 1691 ταυτίζει – λανθασμένα – τις Μυκήνες με το χωριό «Άγιος Γεώργιος».

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Argos, Coronelli, «Morea, Negreponte, e Adiazenze», Venezia, 1685

 

Η ταυτοποίηση των Μυκηνών θα γίνει λίγο αργότερα, το 1700, από τον Βενετό τοπογράφο Francesco Vandeyk, ο οποίος με την Περιήγηση του Παυσανία ως οδηγό ανακαλύπτει τόσο την ακρόπολη των Μυκηνών, με βάση την πύλη των Λεόντων, όσο και τον Θησαυρό του Ατρέα.

 

18ος αιώνας (πρώτο μισό)

 

Στις αρχές του 18ου αιώνα ο περιηγητισμός πλησιάζει στην ακμή του. Οι μνημειώδεις εικονογραφημένες εκδόσεις που εμφανίζονται γίνονται bestsellers και αποτελούν πηγή γνώσης, φιλοσοφικών ιδεών και ποικίλου προβληματισμού. Οι συγγραφείς τους – Γάλλοι ως επί το πλείστον – είναι ζωγράφοι, σχεδιαστές, αρχιτέκτονες και αρχαιολόγοι. Ωστόσο τον αιώνα αυτόν εδραιώνεται η τάση των πλουσίων Ευρωπαίων αριστοκρατών, λόρδων και μοναρχών να διακοσμούν τις αυλές τους με συλλογές αρχαιοτήτων και αρχαίων χειρογράφων. Άγγλοι και Γάλλοι ειδικοί απεσταλμένοι πράκτορες, εφοδιασμένοι με χρήμα, φιρμάνια και πλαστά διαβατήρια, οργώνουν την ελληνική περιφέρεια και επιδίδονται σε αγώνες αρχαιοκαπηλίας και ληστείας, αποψιλώνοντας τους αρχαιολογικούς χώρους και βεβηλώνοντας αρχαία μνημεία. Τα όρια μεταξύ αρχαιολογίας και αρχαιοκαπηλίας έχουν χαθεί εντελώς. Δε λείπουν φυσικά και οι ανασκαφές, αυτοσχέδιες ή οργανωμένες, στις οποίες επιδίδονται και συναγωνίζονται διάφοροι περιηγητές, έμποροι και αρχαιοκάπηλοι.

Το 1729 ο βάνδαλος Αββάς Fourmont και η κουστωδία του θα απογυμνώσουν σχεδόν την ελληνική επικράτεια επί 16 μήνες, συλλέγοντας 2.600 επιγραφές, 300 ανάγλυφα, μετάλλια και σχέδια αρχαιοτάτου προελεύσεως, πολλά από τα οποία βρήκαν στην Αργολίδα (40 στην Ερμιόνη). Στην αλληλογραφία με τους πάτρωνές του διαβάζουμε: Έψαξα να βρω τις αρχαίες πολιτείες αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές. Ανάμεσα σ’ αυτές την Ερμιόνη, την Τίρυνθα, την Τροιζήνα, τη μισή Ακρόπολη του Άργους, τη Φλιούντα, το Φενεό και αφού ταξίδεψα στη Μάνη είμαι απασχολημένος εδώ και έξι βδομάδες με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης… Γκρεμίζοντας τα τείχη και τους ναούς της, μη αφήνοντας λίθον επί λίθου, θα κάνω αγνώριστο αυτό τον τόπο.

 

18ος αιώνας (δεύτερο μισό)

 

Κατά το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, ξεκινούν οι πρώτες αποστολές των Dilettanti προς την Ελλάδα (1750-1753 Stuart & Revett, 1764 Chandler & Pars). Η «εταιρεία των ερασιτεχνών» (Society of Dilettanti) ιδρύεται το 1734 από Βρετανούς ευγενείς και διανοούμενους και θέτει ως σκοπό της την καταγραφή και απεικόνιση των μνημείων της ελληνικής και της ρωμαϊκής αρχαιότητας. Ακόμα, στα τέλη του 18ου αιώνα Άγγλοι νεαροί άντρες αριστοκρατικής καταγωγής συρρέουν στη χώρα, θαυμάζοντας τα απομεινάρια της κλασικής, ελληνιστικής και ρωμαϊκής εποχής. Σκοπός τους η επιβεβαίωση του υψηλού κοινωνικού τους status, με την απόκτηση εμπειριών εκπαιδευτικής αλλά και ψυχαγωγικής φύσης. Από το 1790 κι έπειτα η Ελλάδα αποτελεί τον δημοφιλέστερο προορισμό των Ευρωπαίων grandtourers.

Γκίλφορδ Φρέντερικ Νορθ

Το 1791 επισκέπτεται το Άργος ο Λόρδος Guilford, ο μετέπειτα ιδρυτής της «Ιονίου Ακαδημίας» και πρώτος πρόεδρος της «Εταιρίας των Φιλομούσων» και αναφέρει  χαρακτηριστικά: Η φημισμένη αυτή πόλη έχει ακόμη 6.000 χιλιάδες κατοίκους και δεν είναι ούτε βρόμικη ούτε άσχημα χτισμένη για τα δεδομένα μιας τουρκικής πόλης. […] Μείναμε εκεί μία μέρα, για να ξεκουραστούμε, και πήγαμε να δούμε τις αρχαιότητες, που είναι τα ερείπια ενός μεγάλου πλίνθινου ναού, πιθανόν ρωμαϊκής κατασκευής, και ένα εγκαταλειμμένο πλακόστρωτο. Ο πασάς κάνει εκεί ανασκαφές και έχει βρει μερικά σημαντικά πράγματα στην περιοχή.

Το 1795 ο Άγγλος γεωλόγος John Hawkins βρίσκεται στις Μυκήνες, όπου σχεδιάζει τον Θησαυρό του Ατρέα και την Πύλη των Λεόντων.

Το 1799 αρχίζει η περιπέτεια του Γάλλου διπλωμάτη Pouqueville στην Πελοπόννησο, ενός ανθρώπου που έμεινε συνολικά πάνω από 10 χρόνια στην Ελλάδα, σχεδίασε και ερεύνησε επισταμένως πολλά αρχαιολογικά μνημεία, ενώ είναι ο πρώτος που μετρά τις διαστάσεις των μνημείων σε πόδια! Ιδού πώς περιγράφει ο ίδιος ο Γάλλος περιηγητής τη στιγμή που ανακαλύπτει την Πύλη των Λεόντων: Καθώς προχωρούσα, δεν άργησα να ξεχωρίσω στη στέψη ενός άγονου λοφίσκου τη βάση τμήματος τείχους, ενώ παράλληλα ένα βοσκόπουλο μας πληροφόρησε ότι επρόκειτο για την πύλη εκείνη πάνω στην οποία απεικονίζονται δυο λιοντάρια, κι ότι πιστεύεται ότι ήταν έργο των Κυκλώπων. Τρέχοντας φτάσαμε εκεί κι εγώ αντίκρισα επιτέλους τις Μυκήνες… Οι ύψους δέκα ποδών λέοντες, τοποθετημένοι κατά τον ίδιο τρόπο, όπως και στα οικόσημα, έχουν ανάμεσα τους έναν ανεστραμμένο και ανάγλυφο κίονα σκαλισμέ­νο μέσα σ’ έναν τεράστιο οξυκόρυφο λίθο, ο οποίος ακουμπά πάνω στο υπέρθυρο της εισόδου.

 

Pouqueville – Gate of Lions 1835

 

Pouqueville – Treasury of Atreus

 

Pouqueville – Treasury of Atreus (2)

 

1800-1820

 

Οι δυο πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα είναι η σπουδαιότερη περίοδος του περιηγητισμού, λόγω του πλήθους των ταξιδιωτών, του όγκου των έργων τους και της αξίας τους. Καθώς η Οθωμανική Αυτοκρατορία παρακμάζει και οι Μεγάλες Δυνάμεις καραδοκούν για την εκμετάλλευση της λείας, η ελληνική γη αποκτά βαρύνουσα πολιτική σημασία. Από το 1800 ως το 1810 εντολοδόχοι πράκτορες των ευρωπαϊκών δυνάμεων μεταμφιεσμένοι ως περιηγητές ή αρχαιοδίφες (Gell, Dodwell, Leake) περιηγούνται απ’ άκρη εις άκρη την Ελλάδα και παραδίδουν μνημειώδη επιστημονικά έργα ζωής χιλιάδων σελίδων διανθισμένα με πλούσια εικονογράφηση. Με τις δημοσιεύσεις τους προσελκύουν το ενδιαφέρον άλλων περιηγητών και επιστημόνων που συρρέουν έπειτα στην ελληνική γη. Η Ελλάδα και ειδικότερα η Αργολίδα αποτελεί τον κύριο – αν όχι τον αποκλειστικό – προορισμό τους. Οι περιηγητές αυτοί ουσιαστικά προλειαίνουν το έδαφος για τις μετέπειτα ανακαλύψεις του Σλήμαν στην Αργολίδα.

Ο Άγγλος φυσιοδίφης και μεταλλειολόγος Edward Daniel Clarke, δράστης της αρπαγής της κολοσσιαίων διαστάσεων καρυάτιδας από το ιερό της Δήμητρας στην Ελευσίνα, σχεδιάζει την Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες το 1801.

 

Edward Daniel Clarke, Πύλη των Λεόντων, 1801.

 

Ο Ιρλανδός ζωγράφος και αρχαιολόγος Edward Dodwell επισκέπτεται για πρώτη φορά την Αργολίδα το 1801, μαζί με τον Άγγλο τοπογράφο και αρχαιολόγο William Gell και τον προσωπικό του ζωγράφο, τον Ιταλό Simone Pomardi. Οι τρεις αυτοί περιηγητές διεξάγουν συστηματικές έρευνες στους αρχαιολογικούς χώρους της ευρύτερης περιοχής, αφήνοντάς μας πλούσιο και σπουδαίο έργο.

 

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

William Gell, Πύλη των Λεόντων, Μυκήνες,1810.

 

William Gell, Πύλη των Λεόντων, Μυκήνες,1810.

 

William Gell, Πύλη των Λεόντων, Μυκήνες,1810.

 

William Gell, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1810.

 

William Gell, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1810.

 

Simone Pomardi, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1810.

 

Mary Nisbet, Countess of Elgin.

Το 1802 η λαίδη Μαίρη Νίσμπετ – Έλγιν μαζί με τον περιβόητο σύζυγό της έκαναν ένα ταξίδι στην Πελοπόννησο, για να αναζητήσουν τυχόν αξιόλογες αρχαιότητες για τη συλλογή τους. Στο προσωπικό της ημερολόγιο σημειώνει τα εξής για τον Τάφο του Αγαμέμνονα στις Μυκήνες: Σε μικρή απόσταση από αυτά τα ερείπια βρίσκεται ένας καταπληκτικός θόλος, ο τάφος του Αγαμέμνονα…  Δυο επιμήκεις τοίχοι από συμπαγές ξύλο οδηγούν στην είσοδο του υπόγειου αυτού κτίσματος, αλλά οι χείμαρροι των βουνών έχουν συσσωρεύσει τόσο  χώμα, που απαιτεί ασυνήθιστο θάρρος για να συρθεί κανείς μέσα από την τρύπα, μιας και δεν υπάρχει άλλη είσοδος. Ύστερα από κάποιους δισταγμούς μπήκα σερνάμενη στα τέσσερα και αυτό που είδα με αποζημίωσε πλήρως. Η πέτρα που σχηματίζει την αψίδα της θύρας ξεπερνά σε διαστάσεις οτιδήποτε είχα δει στην Αθήνα.  …  Ο θόλος αποτελείται από σκαλιστές πέτρες.  Ανάψαμε μια μεγάλη φωτιά και έρποντας μέσα από ένα υπόγειο πέρασμα βρεθήκαμε σε ένα άλλο δώμα, πιο ακατέργαστο.»

Σημειωτέον ότι από την αρπακτική μανία του Έλγιν και των συνεργατών του δεν ξέφυγε ούτε ο Θησαυρός του Ατρέα στις Μυκήνες.

Το 1803 ο Πρώσος ανθέλληνας Bartholdy σχεδιάζει την Πύλη των Λεόντων, ενώ το 1806 ο Γάλλος υποκόμης Chateaubriand, σπουδαίος συγγραφέας και ιστορικός, εγκαταλείποντας την ακρόπολη των Μυκηνών, αντιλαμβάνεται από τον ήχο των οπλών του αλόγου του ότι βρίσκεται πάνω από ένα θολωτό κτίσμα, το οποίο συγκινημένος υποθέτει ότι είναι ο τάφος της Κλυταιμνήστρας: Επιθυμώντας να ανακτήσω το μονοπάτι της Κορίνθου, άκουσα το έδαφος να αντηχεί κάτω από τις οπλές του αλόγου μου. Ξεπέζεψα αμέσως και ανακάλυψα τον θόλο ενός άλλου τάφου. […] Μήπως αυτός που είχα ανακαλύψει ήταν ο τάφος της Κλυταιμνήστρας και του Αιγίσθου; Τον υπέδειξα στον κύριο Φωβέλ, ο οποίος πρόκειται να τον αναζητήσει στο πρώτο του ταξίδι στο Άργος: μοναδικό πεπρωμένο που με έκανε να εγκαταλείψω άρον-άρον το Παρίσι για να ανακαλύψω την τέφρα της Κλυταιμνήστρας!

 

Bartholdy, Πύλη των Λεόντων, 1803.

William Martin Leake, by Christian Albrecht Jensen oil on canvas, 1838

Την ίδια χρονιά (1806) ο Άγγλος Συνταγματάρχης William Martin Leake, μέλος της Εταιρείας των Dilettanti, «οργώνει» την ελληνική γη καταγράφοντας με λεπτομέρειες όσα είδε, ενώ καταρτίζει σπουδαίες συλλογές αρχαιοτήτων και νομισμάτων. Ερευνώντας σχολαστικά τους αρχαιολογικούς χώρους του Άργους και των Μυκηνών, σημειώνει τα εξής: Τίποτα δε θα μπορούσε να δείξει πιο έντονα την μεγάλη αρχαιότητα των ερειπίων στις Μυκήνες και το ότι πραγματικά ανήκουν στις μακρινές εποχές που αποδίδονται από τον Παυσανία, από ότι η μοναδικότητα κάποιων τμημάτων τους και η γενικότερη ανομοιομορφία τους με τα άλλα ελληνικά απομεινάρια. Δε βρίσκουμε τίποτα στην Ελλάδα που να μοιάζει με τα λιοντάρια ή τις στήλες μπροστά στην πύλη του μεγάλου θησαυρού ή τους ίδιους τους θησαυρούς…

Αργότερα, λίγο μετά το 1810, έχουμε τις έγχρωμες απεικονίσεις του Άγγλου ζωγράφου και ποιητή William Haygarth και του επίσης Άγγλου αρχιτέκτονα και ζωγράφου Charles Robert Cockerell, του ανθρώπου που ανακάλυψε τον ναό του Δία στην Αφαία και τον ναό του Επικουρίου Απόλλωνα στις Βάσσες Αρκαδίας.

 

William Haygarth, Πύλη των Λεόντων, 1810.

William Haygarth, 1810.

 

Charles Robert Cockerell, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1811.

 

Το 1814 σχεδιάζει τον Θησαυρό του Ατρέα ο Εσθονός Βαρόνος Otto Magnus von Stackelberg, ένας από τους πρωτοπόρους στον τομέα της αρχαιολογίας.

 

Η πεδιάδα του Άργους και των Μυκηνών. Λεπτομέρεια λιθογραφίας που σχεδίασε ο Stackelberg και χάραξε ο Brulloff.

 

Ελληνική Επανάσταση

 

Ο Φιλέλληνας, ιστορικός και επικεφαλής του μικτού τάγματος στην πολιορκία της Τρίπολης, Τόμας Γκόρντον. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία.

Η Επανάσταση του 1821 που ακολουθεί, σίγουρα αποτρέπει πολλούς περιηγητές από το να επισκεφθούν την Πελοπόννησο, ενώ όσοι τολμηροί αψηφούν τον κίνδυνο βιώνουν μια μεγάλη απογοήτευση και θλίψη, αντικρίζοντας την καμένη γη που αφήνουν πίσω τους οι καταστροφικές μάχες και τα αντίποινα των Τούρκων. Ωστόσο ούτε η Επανάσταση θα καταφέρει να αναχαιτίσει το περιηγητικό ρεύμα προς την Ελλάδα. Σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα θα δώσει ένα επιπλέον κίνητρο σε αγνούς φιλέλληνες ή στρατιωτικούς να επισκεφθούν την ελληνική γη και να απαθανατίσουν τις εμπειρίες τους. Ο στρατηγός Gordon, για παράδειγμα, έχοντας πολεμήσει στο πλευρό των Ελλήνων από το 1821, επιστρέφει στην Ελλάδα το 1828 και το 1831 ανακαλύπτει το Ηραίον του Άργους, διενεργώντας ανασκαφές μεγάλης κλίμακας.

Νωρίτερα, το 1823, ο Γερμανός κριτικός τέχνης Johann Jakob Horner απεικονίζει τα τείχη της Ακρόπολης του Άργους καθώς και ορισμένα χαρακτηριστικά σημεία των Μυκηνών.

 

Johann Jakob Horner, Μυκήνες, 1823.

 

Το 1824 δημοσιεύεται το εντυπωσιακό χαρακτικό του Γάλλου ζωγράφου AlexisVictor Joly, ο οποίος ωστόσο δεν επισκέφθηκε ποτέ την Ελλάδα, απλά εμπνεύστηκε από τις απεικονίσεις παλαιότερων περιηγητών.

Το 1829 ο Ουαλλός ζωγράφος Hugh William Williams, γνωστός και ως «ο Έλλην», δημοσιεύει μια χαλκογραφία του με τίτλο «Τοπίο στο Άργος».

 

Hugh William Williams, «Τοπίο στο Άργος», 1829.

 

Expedition scientifique de Morée

 

Ο επόμενος σταθμός του περιηγητισμού στην Αργολίδα ακούει στο όνομα “Expedition scientifique de Morée” (= Επιστημονική Αποστολή στο Μοριά). Το 1828 – 1830, με εντολή του βασιλιά της Γαλλίας Καρόλου του Ι’, 17μελής επιστημονική ομάδα ερευνά εξονυχιστικά, χαρτογραφεί και μελετά τα αρχαία μνημεία και το φυσικό περιβάλλον στο Μοριά. Οι Γάλλοι επιστήμονες (με επικεφαλής τον φυσιοδίφη Bory de Saint-Vincent), χρησιμοποιώντας ως οδηγό τα έργα του Στράβωνα και του Παυσανία καθώς και τα ταξιδιωτικά χρονικά του Pouqueville και του Gell, εντοπίζουν και αποτυπώνουν αρχαιολογικές τοποθεσίες, συντάσσουν χάρτες και δημιουργούν λεπτομερή τοπογραφικά σχέδια. Καρπός των ερευνών αυτών ήταν οι έξι πληρέστατοι τόμοι που εκδόθηκαν λίγα χρόνια αργότερα στο Παρίσι.

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ) – Άργος

 

Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ) – Μυκήνες

 

Το τέλος του περιηγητισμού

 

Η Expedition scientifique de Morée θα αποτελέσει ορόσημο για τον περιηγητισμό στην Ελλάδα, καθώς με το πέρας αυτής ένας σπουδαίος κύκλος κλείνει. Από το 1830 και ύστερα το φαινόμενο του περιηγητισμού εισέρχεται σε μια νέα εποχή, πιο επιστημονική και συστηματική. Η εξονυχιστική έρευνα των Γάλλων επιστημόνων, η θέσπιση του πρώτου αρχαιολογικού νόμου στην Ελλάδα (1833), η γενίκευση της χρήσης ατμοκίνητων και μηχανικών μέσων μεταφοράς (ατμόπλοιο, ατμάμαξα) και η εφεύρεση της φωτογραφίας αργότερα, αποτελούν σημαντικούς παράγοντες που συντελούν στον τερματισμό του περιηγητισμού στην Ελλάδα με την πρώτη αγνή έννοιά του. Καθώς ο ταξιδιώτης βλέπει μόνο αποσπασματικά τα μνημεία και δεν έχει πια τον χρόνο να παρατηρήσει, να εμβαθύνει και να εμπνευστεί από το όλο περιβάλλον τους, χάνεται πια η άμεση επαφή του περιηγητή με τα μνημεία, ενώ η δύναμη της εικόνας, με το άπλετο φως που ρίχνει πάνω στα μνημεία, τυφλώνει τα μάτια της φαντασίας, που ως τότε αποτελούσαν το σπουδαιότερο όπλο κάθε περιηγητή.

Επομένως, τα τεκμήρια που δημοσιεύουν όσοι επισκέπτονται την Ελλάδα μετά το 1830 σταδιακά μεταβάλλουν τον αμιγώς περιηγητικό χαρακτήρα τους και αποτελούν μάλλον ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Με άλλα λόγια, ο περιηγητισμός δίνει τη σκυτάλη στον τουρισμό, όχι όμως με τη σημερινή έννοια της τουριστικής βιομηχανίας.

 

Από την Expedition ως τον Σλήμαν

 

Το επόμενο διάστημα (1830-1875) σπουδαίοι περιηγητές και ταξιδιώτες επισκέπτονται το Άργος και τις Μυκήνες. Καθώς έχουν ήδη ταυτοποιηθεί όλα σχεδόν όσα βρίσκονται πάνω από την επιφάνεια της γης, οι ξένοι ταξιδιώτες επιδίδονται σε αναλυτικές μετρήσεις, εικασίες για την προέλευση των υλικών και συγκρίσεις με άλλα μνημεία αρχιτεκτονικής (Πυραμίδες Αιγύπτου, Stonehenge), ενώ δε λείπουν και οι ανασκαφικές έρευνες.

Το 1832 ο Άγγλος καλλιτέχνης, επίσκοπος και άνθρωπος των γραμμάτων Christopher Wordsworth γίνεται ο πρώτος Άγγλος που γίνεται δεκτός στην Ελλάδα του Όθωνα και σχεδιάζει ένα εντυπωσιακό τοπίο στον ποταμό Ίναχο με φόντο το Άργος.

 

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

 

Αργολική ακτή παρά τον Ινάχο. Christopher Wordsworth, « Greece Pictorial, Descriptive and Historical», London 1844.

 

Μια αντίστοιχη άποψη του Άργους βλέπουμε και στο έργο του Άγγλου (γαλλικής καταγωγής) Francis Hervé, το 1837, με την ακρόπολη της Λάρισας να δεσπόζει το βάθος.

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

 

Την επόμενη χρονιά ο σπουδαίος Σκοτσέζος ζωγράφος και συγγραφέας James Skene περιηγείται στην Αργολίδα και απεικονίζει τον Θησαυρό του Ατρέα στις Μυκήνες.

 

James Skene, Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες, 1838.

Λίγο αργότερα, το 1841, ο Ιρλανδός φιλόλογος George Newenham Wright φιλοτεχνεί μια άποψη της ακρόπολης των Μυκηνών, συμπεριλαμβάνοντας και την εξίσου εντυπωσιακή χλωρίδα της μυκηναϊκής υπαίθρου.

 

The Citadel of Mycenas. George Newenham Wright, 1841.

 

Στη συνέχεια, και κοντά στο μέσον του 19ου αιώνα, οι Γάλλοι χαράκτες Théodore du Moncel (1843) και Etienne Rey (1867) μας χαρίζουν εντυπωσιακές απόψεις της Πύλης των Λεόντων, του Θησαυρού του Ατρέα και του αρχαίου θεάτρου του Άργους.

 

Théodore du Moncel, Μυκήνες, 1843.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα φιλοτεχνούνται και οι εντυπωσιακές ξυλογραφίες που περιλαμβάνονται στη συλλογή με τίτλο «Λεύκωμα» του Κύπριου εμπόρου παλαιών βιβλίων, χαρτών και χαρακτικών Α. Νίκολας, που δημοσιεύτηκε το 1984. Τα χαρακτικά αυτά προέρχονται από τα περιοδικά “The Illustrated London News” και “The Graphic” και αφορούν πολιτικά, πολεμικά, κοινωνικά και άλλα γεγονότα και ζητήματα του Ελληνικού Κράτους και του ελλαδικού χώρου από το 1842 έως το 1885.

 

Α. Νίκολας, 1842-1885

 

Α. Νίκολας, 1842-1885

 

Τέλος, τα φωτογραφικά ντοκουμέντα των Schliemann, Cabrol και Reisinger αποτυπώνουν την ακριβή κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι αρχαιολογικοί χώροι του Άργους και των Μυκηνών στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα.

 

Ο Ερρίκος Σλήμαν μιλώντας σε ακροατήριο στο Λονδίνο για τις ανασκαφές που πραγματοποίησε στις Μυκήνες. H ομιλία έγινε στο Burlington House στην Πλατεία Piccadilly, στην Εταιρία Αρχαιοτήτων του Λονδίνου, (από Αγγλική εφημερίδα της εποχής). Αρχείο: Κώστας Καράπαυλος.

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Λίγο πριν το 1927 επισκέπτεται το Άργος ο Νίκος Καζαντζάκης και μας χαρίζει μια εντυπωσιακή περιγραφή της πόλης και των κατοίκων της: Άργος. Η πολιτεία, η εκκλησιά, οι καρέκλες, οι καφενέδες, τα ποτήρια τα νερά…Οι Νεοέλληνες. Σκυθρωπά μούτρα, βου­λιαγμένα μάγουλα, μάτια γαρίδα. Σε κοιτάζουν σα να είσαι κριάρι και θέλουν να σε αγοράσουν. Σε ψάχνουν με το μάτι, ερευνούν τα παπούτσια σου, τα ρούχα, τα καπέλα. Ζυγιάζουν. Τους τρώει το σαράκι -ποιος είσαι; τι καπνό φουμάρεις; τι ήρθες στον τόπο τους να πουλήσεις ή ν’ αγοράσεις; Γουρούνια κυκλοφορούν στους δρόμους, νεαροί επαρχιακοί νταντήδες κάθονται στα καφενεία, μα γυναίκα δεν υπάρχει. Όλη η πλατεία γεμάτη μουστάκια. Πλήθος καλοθρεμμένοι παπάδες. Η εκκλησιά, τριγυρισμένη από καφενέδες, λάμπει γλυκά με το κίτρινο της χρώμα, με το λιγνό σβέλτο καμπα­ναριό της.

 

Η συμβολή των περιηγητών στην ανάδειξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού

 

Πολύ πριν τον Σλήμαν, λοιπόν, οι ξένοι περιηγητές ήταν αυτοί που ήρθαν στη χώρα μας και επανέφεραν στο φως τα κομμάτια που μας ένωναν με το ένδοξο παρελθόν. Οι άνθρωποι αυτοί, ανεξάρτητα από τα κίνητρα και τους σκοπούς του καθενός, έδωσαν σπουδαία ώθηση σε έναν λαό εξαθλιωμένο από το σκοτάδι της Τουρκοκρατίας και εξαντλημένο από τη δίνη της Επανάστασης, ώστε να ανάψει τη φλόγα του αγώνα για ελευθερία και να δημιουργήσει τις βάσεις ενός σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η παρουσία ξένων αρχαιόφιλων στα μισοθαμμένα ερείπια της αρχαίας Ελλάδας κινεί την περιέργεια των γηγενών, που ενδιαφέρονται να ανακαλύψουν και να συντηρήσουν τα λείψανα του αρχαιοελληνικού παρελθόντος.

Ακόμα, τα περιηγητικά χρονικά που δημοσιεύονται στην Ευρώπη στις αρχές του 19ου αιώνα γίνονται ανάρπαστα και συντελούν σε πολύ μεγάλο βαθμό στην ανάπτυξη του κινήματος του Φιλελληνισμού. Οι περισσότεροι άλλωστε από τους περιηγητές της επαναστατικής περιόδου πολέμησαν για την ελευθερία της Ελλάδας ή συνέβαλαν με κάθε δυνατό μέσο.

Ωστόσο η σημαντικότερη ίσως συμβολή των περιηγητικών κειμένων είναι το γεγονός ότι έχουν καταγράψει γεγονότα και στιγμιότυπα του καθημερινού βίου και της κοινωνίας των Ελλήνων που έχουν διαφύγει της ιστορίας και δείχνουν ανάγλυφα τις κοινωνικοπολιτικές ζυμώσεις του ελληνικού λαού. Η δε ζωντάνια των περιγραφών και των απεικονίσεων εξάπτει την περιέργεια και προκαλεί τη φαντασία, κάνοντάς μας να ζούμε το παρελθόν στο παρόν.

 

Αξιοποίηση των περιηγητικών κειμένων και απεικονίσεων

 

Το Άργος και οι Μυκήνες ως εξαιρετικοί πρεσβευτές του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού προάγονται μέσα από τα έργα των περιηγητών σε πολιτιστικά μνημεία παγκόσμιας πλέον εμβέλειας. Τα περιηγητικά κείμενα και οι απεικονίσεις που αφορούν τον τόπο μας αποτελούν ένα ανεκτίμητης αξίας πολιτιστικό κεφάλαιο. Μια τεράστια δεξαμενή σημαντικών πολιτισμικών, λαογραφικών, αρχαιολογικών και κοινωνικών στοιχείων που παραμένει ανεκμετάλλευτη. Όλα αυτά τα κείμενα και οι απεικονίσεις (250 σε αριθμό) θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελέσουν έναν άκρως ενδιαφέροντα τόμο μιας ευρύτερης συλλογής με θέμα: «Το Άργος και οι Μυκήνες των περιηγητών».

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία


 

  • Αγγελομάτη – Τσουγκαράρη Ε., Τα ταξίδια του λόρδου Γκίλφορδ στην Ανατολική Μεσόγειο, Ακαδημία Αθηνών, Αθήνα 2000.
  • Αυγουστίνου Ο., Ιδανικά ταξίδια. Η Ελλάδα στη γαλλική ταξιδιωτική λογοτεχνία, 1550-1821, μετάφραση Π. Ντάλτα, Εκδόσεις ΜΙΕΤ, Αθήνα 2003.
  • Γεωργοπούλου Μ., Guilmet C., Πίκουλας Ι., Στάικος Κ., Τόλιας Γ., Στα βήματα του Παυσανία – Η αναζήτηση της ελληνικής αρχαιότητας, Πρόγραμμα «Ανοιχτές Θύρες» – 2ος Κύκλος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών σε συνεργασία με τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη – Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών, Εκδόσεις Κότινος, Αθήνα 2007.
  • Δανούσης Κ., «Ο William Martin Leake στο Άργος (1806)», Δαναός 2 (2001), 68-77.
  • Κολοκοτρώνη Β. – Μήτση Ε., Στη χώρα του φεγγαριού. Βρετανίδες περιηγήτριες στην Ελλάδα (1718-1932), μετάφραση Σ. Αυγερινού, Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 2007 (β’ έκδ.).
  • Κούρια Α., Το Ναύπλιο των περιηγητών, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Αθήνα 2007.
  • Λακαριέρ Ζ., Στα ίχνη του Παυσανία – Περίπατοι στην Αρχαία Ελλάδα, μετάφραση Ειρήνη Α. Ραφαήλ, Εκδόσεις Χατζηνικολή, Αθήνα 2007.
  • Moore D., Rowlands E., Karadimas N., In search of Agamemnon – Early travellers to Mycenae, Cambridge Scholars Publishing, Newcastle 2014.
  • Μουλλάς Π. – Μέντζου Β., Σελίδες για την Ελλάδα του 20ού αιώνα, κείμενα Γάλλων ταξιδιωτών, Β’ έκδοση, Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα 1995.
  • Παπαχατζής Ν., Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησις. Κορινθιακά-Λακωνικά, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1976.
  • Pouqueville F., Ταξίδι στην Ελλάδα, Πελοπόννησος, μετάφραση Ν. Μολφέτα, Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα 1995.
  • Σατωβριάνδος, Οδοιπορικόν, Α’ τόμ., μετάφραση: Εμμανουήλ Ροΐδης, Εκδόσεις Συλλογή, Αθήνα, ανατύπωση πρώτης έκδοσης 1860.
  • Σιμόπουλος Κ., Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα, τόμ. 1-4, Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 2001.
  • Σπαθάρη Ε., «Το αρχαιολογικό μουσείο των Μυκηνών», Αργειακή γη 2 (2004), 77-98.
  • Σπηλιοπούλου, Ιωάννα: «Το ταξίδι του Φρειδερίκου Θειρσίου στην Ελλάδα (1831-1832) μέσα από τις επιστολές του προς τη σύζυγό του ως πηγή αρχαιολογικής μαρτυρίας για την Πελοπόννησο». Στo: Σωτήριος Γ. Ραπτόπουλος (Επιμ.), Η αρχαιολογία στην Πελοπόννησο, αρ. 2. Πρακτικά Διημερίδας «Η ιστορική και αρχαιολογική έρευνα στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων για την Πελοπόννησο» (Τρίπολη, 4-5 Οκτωβρίου 2013). Τρίπολη: Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, Πελοποννησιακών Σπουδών 2014: 283-307.
  • Stoneman R., Αναζητώντας την Κλασική Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1996.
  • Στράβων, Γεωγραφικά,  βιβλίο 8ο, μετάφραση Π. Θεοδωρίδης, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1994.
  • Τσελεμπί Ε., Οδοιπορικό στην Ελλάδα (1668-1671), απόδοση Δ. Λούπης, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 1999 (β’ έκδ.).
  • Τσιγκάκου Φ.-Μ., Η Αθήνα με τα μάτια των ζωγράφων-περιηγητών 16ος-19ος αιώνας, Εκδόσεις «Τέχνης Οίστρος», Αθήνα 2007.

 

© Δημήτρης Τότσικας

Φιλόλογος

Read Full Post »

Σπήλαιο Καραθώνας Ναυπλίου


 

Το σπήλαιο βρίσκεται στην παραλιακή τοποθεσία Καραθώνας Ναυπλίου, επί της Νότιας πλαγιάς προς Βορρά ευρισκομένου υψώματος (σε κάθετη τρύπα κοντά στην εκκλησία την Κατακρυμμένη στον περιφερειακό δρόμο της Καραθώνας), σε απόσταση από τη θάλασσα 200 μ. π. και σε ύψος από  την επιφάνεια της θάλασσας 100 μ. π. ανήκει στο Δήμο Ναυ­πλίου του Νομού Αργολίδας.

Προσπέλαση. Η τοποθεσία Καραθώνα συνδέεται με την πόλη του Ναυπλίου με δρόμο μήκους 5 χλμ. π. Στη συνέχεια μπορεί να φτάσει κάποιος πεζός από  δύσβατο, δυσδιάκριτο και αρκετά ανηφορικό μονοπάτι μέχρι την είσοδο του σπηλαίου, σε τριάντα λεπτά.

Ιστορικό. Την είσοδο του σπηλαίου ανακάλυψαν τυχαία το 1969 οι Ν. Τσιρίκος και Π. Καούρης, κάτοικοι Ναυπλίου, οι οποίοι το επισκέφτηκαν  για πρώτη φορά το 1970. Ακολούθησε άλλη επίσκεψη την άνοιξη του 1971, κατά την οποία έλαβαν μέρος – εκτός των παραπάνω – η Έφορος αρχαιοτήτων Ναυπλίου Δεηλάκη, ο αρχαιολόγος  I. Γκριτζάς και ο  Χουντάλας κάτοικος Ναυπλίου, κατά την οποία διαπιστώθηκε, ότι το σπήλαιο παρουσιάζει ενδιαφέρον. Λαμβάνοντας  γνώση ο EOT από τον κ. Χουντάλα ενδιαφέρθηκε  για την εξερεύνησή του και ανέθεσε αυτή στην ΕΣΕ, δια των υπ’ αριθ. 500107) 3.5.71 και 515367) 13.9.71 εγγράφων του.

Άννα Πετροχείλου (1910-2001). Ιδρύτρια της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας.

Άννα Πετροχείλου (1910-2001). Ιδρύτρια της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας.

Η εξερεύνηση του σπηλαίου πραγματοποιήθηκε το Δεκέμβριο του 1971 με χορηγία του EOT, έγκριση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και εντολή ΕΣΕ, από την κα Άννα Πετροχείλου αρχηγό και τα μέλη της ΕΣΕ κα Β. Καραγιάννη και κ. Γ. Δηλαράν. Βοήθησαν οι κ.κ. Γ. Μπαζίνας από την Αθήνα και οι  Ν. Τσιρίκος, Π. Καούρης και Ν. Χουντάλας από το Ναύπλιο. Η περιοχή του σπηλαίου είναι αρκετά επικλινής με αγρία θαμνώδη βλάστηση και θαυμάσια θέα προς τη θάλασσα.

Το σπήλαιο. Η είσοδος του σπηλαίου είναι οπή  διαστάσεων 0,90 Χ 0,40 μ. Κατακόρυφη κατάβαση με σκάλα από σχοινί, βάθους 9,8 μ. οδηγεί στο «Πρώτο» πολύ κατηφορικό θάλαμο του σπηλαίου διαστάσεων 9 Χ 6 Χ 2,5 μ. (μήκος, πλά­τος, ύψος) με εντυπωσιακό σταλακτιτικό διάκοσμο.

Προς το τέλος του θαλάμου ογκόλιθος ο οποίος έχει αποσπασθεί  από την οροφή, χωρίζει στα δύο την διάβαση προς το «δεύτερο θάλαμο», ο οποίος διανοίγεται σε κατακόρυφο βάθος 3,5μ. Η διείσδυση σ’ αυτόν πραγματοποιείται από το προς τα αριστε­ρά του ογκολίθου άνοιγμα.

 

Σπήλαιο Καραθώνας Ναυπλίου

Σπήλαιο Καραθώνας Ναυπλίου

 

Ο «Δεύτερος θάλαμος» διαστάσεων 7 Χ 8,5 Χ 8-2 μ. είναι πολύ επικλινής από τα δεξιά προς τα αριστερά, όπως και ο πρώτος θάλαμος, με ωραιότατο σταλακτιτικό διάκοσμο. Προς το τέλος του, σαν συνέχεια του «Δευτέρου θαλάμου», διανοίγεται ο «Τρί­τος θάλαμος» διαστάσεων 6,5X5X2,5-1,2 μ. Προς τα δεξιά του και σε ύψος 3 μ.π. υπάρχει εξώστης με θαυμάσια σταλακτιτικά κιγκλιδώματα, ενώ προς τα αρι­στερά και προς τα εμπρός είναι πολύ επικλινής. Την κλίση του δαπέδου του ακο­λουθεί και η οροφή. Για αυτή την αιτία η πρόσβαση είναι αρκετά δυσχερής. Πρό­κειται περί επικλινούς διακλάσεως με εντυπωσιακό σταλακτιτικό διάκοσμο, κυρίως από παραπετασματοειδείς σταλακτίτες.

Προς το τέλος, το ύψος της οροφής της διάκλασης μειώνεται συνεχώς φθάνοντας  το 1 μ., οπότε σχηματίζει διάδρομο μήκους 3 μ. με πολύ περιορισμένο πλάτος και ύψος.

Στο τέλος του ανωτέρω διαδρόμου, οπή πλάτους 0,8X0,5, οδηγεί στον «Τέταρτο» επίσης κατηφορικό θάλαμο, που διανοίγεται σε απότομο βάθος 8 μ. Η κατάβαση σ’ αυτόν πραγματοποιείται με σχοινόσκαλα. Οι διαστάσεις του είναι 8 Χ 7 Χ 8 μ. Προς τα αριστερά της απότομης κατάβασης  ογκόλιθοι αποσπασμένοι  από την οροφή χωρίζουν το θάλαμο στα δύο. Προς το δεξιό τοίχο σε ύψος 5 μ. σχηματίζεται εξώστης από θαυμάσιους και ογκώδεις σταλαγμίτες, ενώ όλη η οροφή του θαλάμου είναι πλούσια στολισμένη με εντυπωσιακό τρόπο.

Σταλαγμίτες ογκώδεις ή λεπτοί, παραπετασματοειδείς ή κατακόρυφοι σταλακτίτες σχηματίζουν θαυμάσιο σύμπλεγμα σε ύψος 2 μ. πμ –  προς το τέλος του «Τε­τάρτου θαλάμου», το οποίον τον χωρίζει από τον «Πέμπτο θάλαμο». Η πρόσβαση προς αυτόν πραγματοποιείται δια μέσου του προαναφερθέντος συμπλέγματος.

Ο «Πέμπτος θάλαμος» έχει διαστάσεις 11 Χ 8 Χ 5,5 μ. Προς τα δεξιά είναι πολύ ανηφορικός, ενώ προς το αριστερό τέλος του χωρίζεται στα δύο, από τερα­στίους παραπετασματοειδείς σταλακτίτες, που φθάνουν σχεδόν έως το δάπεδο. Ο διάκοσμός του είναι πλουσιώτατος και ποικίλος σε μεγέθη και σχήματα. Οι τοίχοι του καλύπτονται από παραπετάσματα και το δάπεδό του από σταλαγμίτες και ογκόλιθους που δυσχεραίνουν τη διάβαση.

Προς το αριστερό τέλος του θαλάμου, πίσω από τα παραπετάσματα, έχουν κυλίσει και συσσωρευτεί ογκόλιθοι, οι οποίοι έχουν κλείσει σε βάθος τη συνέχεια του σπη­λαίου. Είναι κατορθωτή η κατάβαση προς αυτό, δια μέσου των ογκολίθων, μέχρι βάθους 10 μ. π. Όμως το βάθος του σπηλαίου συνεχίζεται και πέραν αυτού του σημείου, χωρίς να είναι δυνατόν να υπολογιστεί.

Σπηλαιογένεση. Πρόκειται για βαραθρώδες  σπήλαιο, που διανοίχθηκε εντός ασβεστόλιθου με διαβρώσεις και στη συνεχεία με πιέσεις  των υδάτων. Τα ύδατα, εισχώρησαν – κατ’ αρχήν – από διάφορες σχισμές κατά μήκος της οροφής του πρώτου τμήματος του σπηλαίου, διεύρυναν τη διάκλαση και κατευθύνθηκαν προοδευτικά προς τα χαμηλότερα επίπεδα του, πάντοτε από δεξιά προς τα αριστερά.  Τα ύδατα διέφυγαν προς άλλα χαμηλότερα επίπεδα δια μέσου μικρών σχισμών διανοιγμένων προς το τέλος του σπηλαίου, το ακριβές βάθος του οποίου δεν είναι δυνατόν να προσδιορίσουμε, εξ αιτίας της πληρώσεώς του από  ογκόλιθους που έχουν κατρακυλήσει.

Μετά την κένωσή του από τα ύδατα και την απόσπαση των ογκολίθων από την οροφή, άρχισε ο διάκοσμός του. Σήμερα το σπήλαιον είναι νεκρό, ο διάκο­σμός του όμως συνεχίζει την ανάπτυξή του.

Διαστάσεις. Το σπήλαιον εκτείνεται από Β.Α.Β. προς Ν.Δ.Δ. σε κατ’ ευθείαν γραμμή μήκους 45 μ. Σε περιπτώσει τουριστικής αξιοποίησης , οι διά­δρομοί του θα έχουν μήκος 180 μ.π. Το μεγαλύτερο ύψος οροφής ανέρχεται σε 8,5 μ. Το μεγαλύτερο βάθος του σε 50 μ. Καταλαμβάνει έκταση 300 τετραγωνικών μέτρων.

Τουρισμός. Το σπήλαιο της Καραθώνας χαρακτηρίσθηκε ενδιαφέρον για τον εθνικό τουρισμό – αν και υστερεί σε μέγεθος – δια τους εξής λόγους:

  1. Έχει θαυμάσιο και πλουσιότατο διάκοσμο.
  2. Λόγω της μορφολογίας του (βαραθρώδες) παρουσιάζει στον κατερχόμενο ασύλληπτες εικόνες.
  3. Η είσοδός του βρίσκεται σε περίβλεπτη θέση με θαυμάσια θέα προς την γραφικότατη παραλία Καραθώνας.
  4. Η προσπέλαση σε αυτό είναι ευκολότατη, γιατί σε πολύ μικρή απόσταση από την είσοδό του υπάρχει δρόμος, που συνδέει την τοποθεσία Κα­ραθώνας με το Ναύπλιο (απόσταση 5 χλμ. π.).
  5. Αξιοποιούμενο τουριστικώς, θα προστεθεί ακόμη ένα αξιόλογο τουριστικό στοιχείο στην περιοχή μεταξύ των άλλων που διαθέτει: Παναγία Κατακρυμμένη (Εκκλησούλα κτισμένη χαμηλότερα της εισόδου του σπηλαίου, στην αρχή της χαράδρας κατακρυμμένης). Θαυμάσια αμμουδιά στο γραφικό κόλπο πλαισιωμένο με λόφο υψούμενο αμφιθεατρικά, όπου και το σπήλαιο κλπ.
  6. Εάν οι υποθέσεις της κ. Δεηλάκη αποδειχθούν πραγματικές, ότι δη­λαδή, στην ανωτέρω περιοχή γίνονταν τα Ελευσίνια Μυστήρια (τα Δημήτρια), θα είναι δυνατή η συσχέτισης του με αυτά, αν και δε διαπιστώθηκε κανένα ίχνος σχετικό εντός του σπηλαίου.

Επίσης ο Στράβων αναφέρει: «Εφεξής δε τη Ναυπλία τα σπήλαια και οι εν αυτοίς οικοδομητοί λαβύρινθοι, Κυκλώπεια δ’ ονομάζουσι».

 

Άννα Πετροχείλου

Σπηλαιολόγος

Δελτίο Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρίας, τεύχος 8, 1972.

Σπήλαιον Καραθώνας αρ. σπ. μητρ. 3720

Read Full Post »

Οι ξύλινες πόλεις στο Stato Mar: Μεσαιωνική οικοδόμηση στο Ναύπλιο


 

Μια διαθήκη από το Ναύπλιο δεν είναι τόσο σημαντική αν συγκριθεί με τις 790 διαθήκες απ’ τη βενετσιάνικη Κρήτη, που δημοσίευσε το 1998 η Sally McKee. Αλλά είναι το μόνο έγγραφο διαθήκης από 150 χρόνια βενετσιάνικης κυριαρχίας στο Ναύπλιο, η διαθήκη δηλαδή του Giovanni Cavaza το 1405 και σε συνδυασμό με άλλα έγγραφα μας προσφέρει σημαντική πληροφόρηση για το μεσαιωνικό Ναύπλιο και, κατ’ επέκταση, για άλλες βενετσιάνικες πόλεις στην Ελλάδα.

Ο Giovanni Cavaza υπήρξε castellan στο Ναύπλιο τουλάχιστον μεταξύ 1400 και 1405, η δεύτερη υψηλότερη θέση στην πόλη. Ήταν Βενετσιάνος έμπορος, κάτοικος Ναυπλίου και είχε διοριστεί στη θέση του castellan όπου συνήθως διοριζόταν κάποιος σταλμένος από τη Βενετία. Ο castellan του Ναυπλίου είχε προϋπολογισμό περίπου 500 δουκάτα το χρόνο. Ήταν υπεύθυνος για την άμυνα της πόλης, είχε αστυνομικά καθήκοντα για την ασφάλεια του κάστρου, την λειτουργία της φυλακής και τις εκτελέσεις. Υποχρέωνε «τους ξένους» και τους ναυτικούς να κοιμούνται έξω από την πόλη τη νύχτα, κανόνιζε τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας, τις ταβέρνες και τις αγορές, έκλεινε μαγαζιά και εργαστήρια τις αργίες, επέτρεπε να φέρουν όπλα στην πόλη, επέβλεπε τις συντεχνίες, τιμωρούσε παράνομες ρίψεις σκουπιδιών και εξέδιδε οδηγίες, που ανακοινώνοντο στην αγορά «in latino et greco». Εκτός από τα 500 δουκάτα, τα οποία απευθύνοντο στους μισθούς υπαλλήλων και έξοδα, ο castellan συνέλλεγε εισφορές από ταβερνιάρηδες, μαγαζάτορες και φυλακισμένους.

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Ο Cavaza αναφέρεται σε δύο σύντομα έγγραφα του 1400, όπου το Senato Mar παίρνει αποφάσεις για την επισκευή του σπιτιού που υπήρχε για τον castellan. Τα έγγραφα αυτά κάνουν οξείες παρατηρήσεις για την «ruritura» του σπιτιού και του κάστρου και για κάποιον, ο οποίος δεν είχε τόπο να στεγάσει την οικογένειά του. Ο podestá Albano Contarini (1399-1401), που είχε παίξει σημαντικό ρόλο (πετυχαίνοντας το Ναύπλιο για τη Βενετία και κατόπιν υπερασπιζόμενος το Άργος εναντίον της επίθεσης του Θεοδώρου του ΙΙ, Δεσπότη του Μορέα), είχε γράψει στο Senato Mar αρκετά γράμματα για σοβαρές επισκευές, που ήταν απαραίτητες, μέχρις ότου ο Cavaza έκανε μια πρόταση, που οδήγησε σε απόφαση. Ο Cavaza είχε προτείνει να καλύψει τα μισά έξοδα ανοικοδόμησης της επίσημης κατοικίας του. Από τη  λίστα των ξύλων, που αναφέρεται σε κάποιες από τις παρακάτω κατοικίες, δηλαδή του βαΐλου και του capetano στο Negroponte, όπου η βροχή έμπαινε μέσα απ’ τη στέγη, τα ξύλα είχαν σαπίσει κι έσταζε παντού, φαίνεται ότι η κατοικία του castellan χρειαζόταν ακόμα περισσότερες επισκευές.

Το Senato Mar παραθέτει έναν κατάλογο υλικών για την επισκευή του σπιτιού και του πύργου της Παναγίας, καθώς και 200 δουκάτα για τη διαχείριση, άλλα 200 για τη μεταφορά χώματος και για χειρωνακτικές εργασίες και έδωσε στον Cavaza εξαίρεση φόρου για την εισαγόμενη ξυλεία για το δικό του μισό. Επομένως, το σπίτι του castellan έπρεπε να χτιστεί με ένα τυποποιημένο σχέδιο και αποτελείτο κυρίως από ξύλο, τουλάχιστον πάνω από το ισόγειο, και όχι από πέτρα, όπως θα μπορούσαμε να περιμένουμε και όπως είναι τα ύστερα βενετσιάνικα σπίτια του Ναυπλίου του 17ου αιώνα. Μια περιγραφή για τη Μεθώνη στα τέλη του 15ου αιώνα δείχνει πώς θα μπορούσε να είναι το ξύλινο σπίτι του castellan στο Ναύπλιο: Δεν είδα ούτε σπίτια ούτε παλάτια άξια περιγραφής. Έχει πολλά σπίτια αναλόγως του μεγέθους του, κολλημένα το ένα στο άλλο… Τα περισσότερα απ’ τα σπίτια τους, μεγάλα ή μικρά, είναι χτισμένα από ξύλο.

Η αχυρένια σκεπή του Cavaza μας εκπλήσσει κάπως, αλλά όχι και τόσο, σε μια πόλη με οικονομικές δυσκολίες, χωρίς πηλό για τούβλα, καύσιμη ύλη ή ικανές μεταφορές.

Παρόλα αυτά η εικόνα των ξύλινων σπιτιών με αχυρένιες σκεπές αλλάζει ριζικά την εικονική παραδοχή της μεσαιωνικής Ελλάδας και θα έπρεπε να μας θυμίζει ότι το Stato Mar πρέπει να θεωρείται με βενετσιάνικους παρά με ελληνικούς όρους.

Τα χρόνια αμέσως μετά τούτο το έγγραφο, μεγάλες ποσότητες ξυλείας εστάλησαν στην Ελλάδα από τους Βενετσιάνους. Το 1402 ένα φορτίο ξυλείας εστάλη στην Κέρκυρα για επισκευές του κάστρου. Το 1404 1.000 πάσσαλοι εστάλησαν στο Άργος για μία κατασκευή στο κάστρο, που λεγόταν Garland (γιρλάντα).

Διάφορες πηγές μας αποδεικνύουν ότι όταν το Senato Mar έχτιζε στο Stato Mar τούτο ήταν σε αντίδραση για διάφορες κρίσεις. Τα υπόλοιπα άμεσα χρόνια το κάστρο του Ναυπλίου υπέστη μικροεπισκευές. Το 1404 στον  Podesta Οttαviano Bono, του επιτράπη να ξοδέψει 400 χρυσά δουκάτα για επισκευές στον πύργο της κυρίας πύλης του Castel dei Franchi, έναν τοίχο και τις δεξαμενές της πόλης. Προφανώς ξόδεψε μόνο 300 υπέρπυρα, διότι το 1406 ο podestá Franco Cocco έλαβε εντολή να ξοδέψει κι άλλα 700 για επισκευές στα τείχη και 150 υπέρπυρα στο παλάτι του, το οποίο ήταν ερειπωμένο. Το 1409 ο τοίχος στο Castel dei Franchi αναφέρθηκε ερειπωμένος και 500 υπέρπυρα (100 δουκάτα) εγκρίθηκαν για επισκευές. Άλλες επισκευές έγιναν το 1412 και το 1422.

Φυσικά υπήρχαν και μεγαλοπρεπή παλάτια στις βενετσιάνικες αποικίες, π.χ. στην Κάντια, στον Χάντακα της Κρήτης, ενώ πολλά έγγραφα αναφέρουν το Palazzo των Provveditori του Ναυπλίου και της Μεθώνης. Βέβαια τα μέγαρα αυτά του Ναυπλίου δεν συγκρίνονται με εκείνα της Βενετίας, μόλο που στο Ναύπλιο είχαν μία loggia, έστω και ξύλινη.

Υπάρχουν όμως κάποιες υποψίες ότι το Ναύπλιο θα έπρεπε να έχει λίγα πέτρινα σπίτια. Ο Cavaza είχε χτίσει κι ένα άλλο σπίτι, διότι στη διαθήκη του αναφέρει ένα σπίτι στο Burgo, δηλαδή το μέρος της πόλης εκτός των τειχών. Τούτο είναι σημαντικό, διότι όσοι έγραψαν για το Ναύπλιο θεωρούσαν ότι δεν υπήρχαν κτίσματα εκτός του κάστρου μέχρι τα έργα επιχωμάτωσης μετά το 1500. Η διαθήκη του Cavaza παρέχει πληροφόρηση ότι στο Ναύπλιο η οικοδόμηση έλαβε χώρα τουλάχιστον 200 χρόνια πριν από τις χρονολογίες που προβάλλονται συνήθως.

Τον Αύγουστο του 1405 ο castellan Cavaza ήταν άρρωστος και κάλεσε τον συμβολαιογράφο Lorenzo Bono να συντάξει τη διαθήκη του. Ο Bono ήταν τότε cancellier του Ναυπλίου, δηλαδή αρχειοφύλακας της επίσημης αλληλογραφίας και των οικονομικών. Ο Cavaza ζήτησε από τη σύζυγο και τον podestá του Ναυπλίου να είναι εκτελεστές της διαθήκης του και ζήτησε να μοιράσουν 100 δουκάτα «inter pauperes et miserabiles personas», μια συμβατική διάταξη. Άφησε 100 υπέρπυρα στο Σταμάτη, γιο του αποθανόντος Γιάννη, δουλοπάροικού του και άλλα 100 υπέρπυρα στους servicial και τις δουλοπάροικούς του ως προίκα τους. Ο Cavaza αφήνει τα λινά και μάλλινα στη γυναίκα του, καθώς και τα χρήματα, ασημικά, κοσμήματα, έπιπλα και ρούχα και ό,τι άλλο θα μπορούσε να έχει, με υπολογιζόμενη αξία των πάντων σε 900 δουκάτα. Και τούτο ζητώντας από τη Μαρία να παραμείνει χήρα και να ζήσει ηθικά και τίμια. Εάν δεν γινόταν έτσι, η κληρονομία θα πήγαινε στην αδελφή του Magdalena de Finctis και μετά απ’ αυτήν στον Consangineus Ser Andreolimus Detartomis και στους γιους του. Επίσης  δηλώνεται ότι το σπίτι στο Borgo ανήκει στη γυναίκα του, παρόλο που είχε ξοδέψει πολλά χρήματα δικά του.

Η Diana Wright παραθέτει το πλήρες κείμενο της διαθήκης, όπου η γλώσσα είναι τα ύστερα λατινικά του συμβολαιογράφου με βενετσιάνικα ιταλικά.

 

Diana Gilliland Wright, «Studi Veneziani A cura dell’Istituto di Storia della Società e dello Stato Veneziano e dell’Istituto “Venezia e l’Oriente” della Fondazione Giorgio Cini N.S. XL (2000), PISAROMA.

Μετάφραση: Γιώργος Ρούβαλης

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Βενετσιάνοι Μισθοφόροι Stradioti στη Ναυπλία – Γιώργος Ρούβαλης


 

Μια πρακτική της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας της Βενετίας για αμοιβές των μισθοφόρων στρατιωτών της, εκτός από τις πληρωμές σε μετρητά, που συχνά καθυστερούσαν, σε δημητριακά ή και σε υφάσματα για στολές, ήταν κυρίως η παραχώρηση γαιών για να συντηρήσουν εαυτούς, το άλογό τους (αφού ήταν ιππείς) και την οικογένειά τους. Αυτά δεν ήταν φέουδα, αλλά μπορούσαν να μεταβιβαστούν στα παιδιά τους. Η Βενετία μπορούσε να ανακτήσει ενδεχομένως αργότερα αυτές τις γαίες και να τις παραχωρήσει σε άλλους. Έτσι, πολλοί τέτοιοι stradioti εγκαταστάθηκαν και αρκετοί παρέμειναν στη ναυπλιακή πεδιάδα.

Μπορούμε να ανακαλύψουμε σημερινούς απογόνους τους; Μια σαφής ένδειξη είναι και τα επώνυμά τους, ορισμένα βέβαια εξελληνισμένα. Οι stradioti ήταν Έλληνες, Αλβανοί, Ιταλοί, Δαλματοί, αλλά και Γερμανοί, Γάλλοι, Φλαμανδοί, Μπαταβοί (Ολλανδοί) κ.λπ.

Ο Μερκούριος Μπούας, 1953 Νίκος Εγγονόπουλος. Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα. Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης-Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496.

Ο Μερκούριος Μπούας, 1953 Νίκος Εγγονόπουλος. Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα. Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης-Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496.

Μια εξαντλητική έρευνα του λεπτολόγου ιστοριοδίφη μας, Τάκη Μαύρου (1915-2001), που δημοσιεύτηκε σε έξι συνέχειες στο πλουσιότατο Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, που εξέδιδε τη δεκαετία του ’90 με εκδότη τον Δήμο Ναυπλιέων υπό τον τίτλο «Παλαιά Επώνυμα στη Σύγχρονη Αργολίδα», μας επιτρέπει να σταχυολογήσουμε όσα επώνυμα φαίνονται ότι ανήκουν σε στρατιώτες, είτε από τις αρχειακές παραπομπές για καθέναν, που παραθέτει ο Μαύρος (π.χ. «το επώνυμο αναφέρεται σε κατάσταση στρατιωτών του τάδε έτους»), είτε από την προφανή ιταλική καταγωγή τους. Ο Μαύρος σημειώνει επίσης και τις πόλεις και χωριά όπου απαντάται κάθε επώνυμο.

Εάν λοιπόν η αίσθηση που αποκτούμε διαβάζοντας αυτά τα επώνυμα είναι σωστή, οι σύγχρονοι κάτοχοί τους πρέπει να είναι απόγονοι εκείνων των στρατιωτών, που παρέμειναν τελικά στην Αργολίδα. Τούτο ενισχύει περαιτέρω τους δεσμούς της Ναυπλίας με τη Βενετία: αφού οι απόγονοι των στρατιωτών εκείνων παρέμειναν στα μέρη μας και είναι πλέον εξ’ ολοκλήρου Έλληνες, η καταγωγή των προγόνων τους μας φέρνει ακόμα κοντύτερα στο βενετσιάνικο παρελθόν του Ναυπλίου και της περιοχής μας.

Παραθέτουμε λοιπόν ένα τέτοιο κατάλογο, που είναι πιο περιορισμένος από εκείνον του Τάκη Μαύρου, γιατί κρατήσαμε μόνο όσα επώνυμα στρατιωτών σαφώς αναφέρονται ή όσα νομίζουμε ότι ανήκουν σ’ αυτούς.

Οι στρατιώτες αυτοί συμμετείχαν με μεγάλη ανδρεία σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις των Ενετών του καιρού τους, εναντίον των Τούρκων. Πολλοί και οι οικογένειές τους βρίσκονταν στην υπηρεσία της Βενετίας για πάνω από 200 ή 300 χρόνια. Για την ανδρεία αυτή, η Βενετία τους τίμησε κατά καιρούς με παράσημα, απονομή της βενετσιάνικης υπηκοότητας και καταφύγιο για τους ίδιους και τις οικογένειές τους στη Μητρόπολη ή σε άλλες ενετικές κτήσεις, όπως στην Κέρκυρα, Κρήτη, Κύπρο, κατά τις δύο πτώσεις του Ναυπλίου σε οθωμανικά χέρια.

Μάλιστα ένας Βενετσιάνος συνθέτης και ποιητής, ο Antonio Molino, έγραψε υμνητικά άσματα για έναν γενναίο τέτοιο στρατιώτη, τον Μανώλη Μπλέσση, το όνομα του οποίου έχει δοθεί και σε ένα δρόμο του Ναυπλίου.

Άρα οι σημερινοί απόγονοί τους πρέπει να είναι περήφανοι για τους ανδρείους προγόνους τους, οι οποίοι όμως συχνά περνούσαν μεγάλες στερήσεις και από την πείνα τους έσωζε μόνο η καλλιέργεια των χωραφιών τους και ενδεχομένως το ψάρεμα.

 

Ακολουθεί ο κατάλογος:

 

ΑΡΓΕΝΤΟΣ (χ. Πασά – Ίναχος). Ένας Αργέντος αναφέρεται στους λογαριασμούς του Σταύρου Ιωάννου, στο Amsterdam, το 1800 (116:181). “Argenti” και Σία: Τούρκος υπήκοος στη Βιέννη, το 1797 (166:49). Ευστράτιος Αργέντης: συλλαμβάνεται στη Βιέννη, το 1797, σαν συνεργός του Ρήγα Φεραίου (174:607). Ένας Δε Αρζέντας, από την Σαντορίνη, υπογράφει ως μάρτυς σε συμβόλαιο δωρεάς το 1645 στη Νάξο (92:89). Και Άγιος Ανδρέας Αργέντης, Χίος το 1465 (264). «Πρωτογερακάρης» Αργ., στη Χίο, στις αρχές του 14ου αι. (265:196).

ΒΑΡΒΕΡΗΣ (Άργος 1849, Δαλαμανάρα, Κρανίδι). Στρατιώτης Zorgi Ververi, αναφέρεται σε κατάσταση στρατιωτών του Ενετικού στρατού, το 1541 (261:353).

ΒΙΓΓΟΣ (Άργος). Ένας «Αντώνης Βίγκος», γεντεκλής (ναύτης), αναφέρεται, το 1809 σε κατάσταση του καπετάν Ρούσου στη Κ/πολη (20:1).

ΒΛΑΣΗΣ (Άργος, Ερμιόνη). Ένας «Γεώργιος Βλάσσης» μνημονεύεται ως στρατιώτης, το 1547, στα Ενετικά Αρχεία (261:437). Το επώνυμο συναντάται στην Ήπειρο από το 1603 (194:33). Ένας «Ντέντες Βλάσης» αναφέρεται σε έγγραφο του Αιγίνης και Ύδρας Αμβροσίου, το 1805 (18:298). «Θεοδόσιος Βλάσσης» αναφέρεται σε συμβόλαιο αγοραπωλησίας τουρκικό του 1817, στο Κουτσοπόδι (203). Οικογένεια Βλάση αναφέρεται σε τουρκικό χοτζέτι του 1818, που επιλύει δικαστική διένεξη στο Διμηνιό της Κορινθίας (11).

ΒΟΝ (ΜΠΟΝ) (Ναύπλιο). Ένας Scipio Bon, σοπρακόμιτος το 1479-1483 με δράση στα νερά του Αργολικού κόλπου, αναφέρεται στα Dispacci da Napoli di Romania (259:123). Το ιταλικό αυτό επώνυμο είναι ευρύτατα διαδεδομένο και σαν ΒΟΝ αλλά και σαν Μπόνος ή Μπόνης.

ΒΡΕΛΛΟΣ (Άργος) Με το επώνυμο Vorello απαντώνται, το 1473, στρατιώτες: Ηλίας, Δημήτριος, Ιωάννης (Ionio;) και Νικόλας (260:11). Χωρίον Βρέλη επαρχίας Καινούργιου (Κρήτη) (286:330).

ΒΡΕΤΤΟΣ (Ερμιόνη, Κρανίδι). Συνηθισμένο βαπτιστικό όνομα κατά τον Μεσαίωνα. Το όνομα Βρετός ή Βρεττός το έδιναν σε νεογέννητα οικογενειών, που είχαν μεγάλη παιδική θνησιμότητα, ελπίζοντας ότι, μ’ αυτό τον τρόπο, θα απέφευγαν το θανατικό ή τη βασκανία (όπως άλλωστε, και τα ονόματα Στυλιανός, Σταμάτης, Στεκούλα –στη Μεσσηνία– κ.α.). Το παιδί, δηλαδή, δεν ανήκε στην οικογένεια και, επομένως, η Θεία Δίκη πιθανόν να το παρέβλεπε. Βρεττό, επίσης, λεγόταν και το έκθετο. Πολλοί στρατιώτες, από αυτούς που αναγράφονται στις καταστάσεις του Ενετικού στρατού, έχουν αυτό το όνομα.

ΓΕΩΡΓΙΛΑΣ (Άργος). «Γεωργιλάς», στρατηγός Καλαβρίας, αναφέρεται το ΣΤΦΞΑ (1053/54) (155:130). «Γεωργιλάς Εμμανουήλ» (πιθανόν στρατιώτης) υποβάλλει έκθεση έμμετρο στις Ενετικές Αρχές, το 1533, περί του τρόπου με τον οποίον μπορούν να καταστρέψουν τους Τούρκους (259:313, 29:195). Τοπωνύμιο στο χωριό Ρεμούσταφα (Αδριανή) Πυλίας (313:243, 29:195). Περισσότερα (29:195-196).

ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ (Άργος). Γεώργης Γιαννούλης αναφέρεται στον Ενετικό στρατό το 1541. Επίσης, Αποστόλης και Ελένη, το 1547 (261:353, 261:457). Τζώρτζης Γιαννούλης, γιατρός στην Ύδρα το 1803, αναφέρεται σε διαταγή του Γαζή Χουσεΐν καπουδάν πασά (18:38).

ΓΚΙΝΗΣ (Επίδαυρος, Ναύπλιο). Αλβανικό τοπωνύμιο “Ljimi Gjigni” (: το αλώνι του Γκίνη) στο χωριό Χαλκιά της Τριφυλίας (313:327). Στρατιώτης Κων/νος Γκίνης (Gini), αναφέρεται σε Ενετικά έγγραφα το 1535 (260:166). Αντώνιος Βασιλείου Γκίνης: θαρραλέος Σπετσιώτης καπετάνιος ταχυπλόου κιρλαγκίτς (είδος ιστιοφόρου), διασπά τον Εγγλέζικο αποκλεισμό (1793) και μεταφέρει από την Κ/πολη στο γαλλικό λιμάνι Μπριγκανσόν, τον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κ/πολη και 200 γάλλους ναύτες (246).

ΓΚΛΑΒΑΣ (Κρανίδι). “Spectabilis Comes Glava”, άλλοτε κύριος των Αγράφων, αναφέρεται σε Ενετικό έγγραφο του Jacomo Barbarigo, Proveditore Generale Della Morea με χρονολογία 25.6.1465 (259:12). Τοπωνύμιο στην Κεφαλονιά. «Χωράφι του Γκλάβα» στο «Πρακτικόν της Αγιωτάτης Επισκοπής Κεφαλληνίας κλπ» το 1262 (318:53).

ΓΚΟΥΜΑΣ (Άργος, Ναύπλιο). Βαπτιστικό όνομα: Ιάκωβος, Γιακουμής Γκούμας, απαντάται, από το 1524, στο όνομα του στρατιώτη Guma Gia στα Ενετικά Αρχεία (260:132), αλλά και πολλών άλλων. Αλβανικό τοπωνύμιο στη Μεσσηνία, “Kjafaj Guma” (: το πέρασμα του Γκούμα), στο χωριό Ψάρι της Τριφυλίας (313:312), και “Laka Guma” στο Κάτω Κοπανάκι της Τριφυλίας (313:321). Επώνυμο στο Αλουποχώρι (Αγρίδι) Τριφυλίας (17:24). Δημήτριος Γκούμας, προεστώς της Ύδρας, συνυπογράφει ομολογία στις 29.3.1792 στην Ύδρα (17).

ΔΑΜΑΛΑΣ (Καρυά, Άργος). Τοπωνύμιο στην Τροιζήνα. Τοπωνύμιο «στου Δαμαλά» στη Σύρο (73:378). Επώνυμο στη Σύρο: Φραγκίσκος d’ Amalas, ιησουΐτης (1639) (1:593). «Άρχων Ληγουρίου Δαμαλάς» (CA. 1450) (169:11). Ανδρόνικος Ζαχαρία de Damala, μέσα ΙΔ’ αι. (314:472). Το επώνυμο μνημονεύεται μεταξύ των πρώτων μικτών οικογενειών Χίων και Γενοατών, στη Χίο, στις αρχές του 14ου αι. (265:196).

ΔΑΡΜΟΣ, ΝΤΑΡΜΟΣ, και ΝΤΑΡΜΑΣ (Ναύπλιο Κιβέρι). Το επώνυμο προφανώς Βενετσιάνικο, σημαίνει τον εξειδικευμένο στη χρήση κάποιου όπλου, τζάγκρα, βαλίστρα, αρκεβούζια κ.λ.π. βενετό στρατιώτη, σαφώς διαχωριζόμενο από τον FANTI που ήταν ο ιταλός στρατιώτης του πεζικού, τον σολντάτο που ήταν ο στρατιώτης γενικά, και τον Stradioto που ήταν ο έφιππος μισθοφόρος συνήθως Αλβανός ή αλβανόφωνος.

“Le Gente Darme, e Fanti a Squadra”, Μ.Ε.Ι./13,31

“200 Fanti e 20 Homini Darme”, Μ.Ε.Ι. 6/6. Αλλά ενίοτε και οι επαγγελματίες μισθοφόροι, οι σωματοφύλακες Μ.Ε.Ι. 6/6.

Έφιππος stradioti του 15ου αιώνα.

Έφιππος stradioti του 15ου αιώνα.

ΔΕΣΥΛΑΣ (Άργος). Οικογένεια Δεσίλα αναγράφεται στον κώδικα του Αγίου Νικολάου των Λατίνων, στο Αργοστόλι, 2ον ήμισυ του 17ου αι. (294:151). «Θανάσης και Ιωάννης Πάντζας Δεσήλας» «εκ παλαιάς Ηπείρου» υπογράφουν, στις 15.8.1788, έγγραφο προς την Αυτοκράτειρα της Ρωσίας Αικατερίνη, περί πολεμικής συνεργασίας (177:102). Οικογένεια προυχόντων αναφέρεται, στην Πάργα, το 1819 (294:447).

ΔΕΣΥΠΡΗΣ (Ναύπλιο). Γεώργιος De Cipris, αναγράφεται σε διαθήκη του 1497 στην Κρήτη (254:664).

ΔΟΜΑΖΟΣ (Κουτσοπόδι). Πιθανόν από το ιταλικό Tomaso (Θωμάς). Τοπωνύμιο «του Ντουμάζη» στον Άη Γεώργη στα Γουβαλάρια (Άγιος Πέτρος) και του Λάπη ή Μπρέχτη (Ριζοχώρι) της Τριφυλίας (313:301).

ΔΟΡΙΖΑΣ (Ναύπλιο, Άργος). Στρατιώτης Tomaso Doriza αναφέρεται στα σχετικά αρχεία, το 1541 (261:333). Θεόδωρος ιερεύς Δορίζας αναφέρεται, το 1524, στη Ζάκυνθο (104:11).

ΖΑΜΠΑΡΕΛΟΣ (Άργος). Στις 21 Οκτωβρίου του 1508 προτείνεται από τις Ενετικές Αρχές να ζητηθεί η έγκριση του Πάπα για την εκλογή του Παύλου Zabarella σαν (καθολικού) επισκόπου Ναυπλίου (Reg. IU, φ.48V – 236:268). Ζαβαρέλλας «εκ Παταβίου», βιογράφος του οίκου Sanudo (1207-1371) (162:90). Κάμιλλος Σαμπερόλος εκλέγεται μετά του Θωμά Διπλοβαλάτζη, αντιπρόσωπος των Πισαυρηνσίων, παρά τω Πάπα (1511-1515) (201Α:105).

ΖΕΓΚΙΝΗΣ (Άργος). «Ζεγγίνης πελούκμπασης», από την Κορώνη, απαντάται σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας το 1811 (20:165). Τουρκιστί zengin = Ο πλούσιος.

ΖΟΓΙΑΣ και ΖΩΓΙΑΣ (Κρανίδι;).

“Noi Gui do Anguiano Signor di Argues et di Napoli… in compenso di boni agradi et acceittabili servitii, che nostro caro et bene amato Kavalier et compagno il Signor di Zoja noi ha fato…” απαλλάσσεται από την υποχρέωση να συντηρεί 4 έφιππους στρατιώτες. Φρούριο του Ναυπλίου Δεκέμβριος 1364. (314:240). Στον Domino Zorzi de Zoia, ευγενή από το Ναύπλιο, παραχωρούνται, το 1545, γαίες αποδόσεως 900 «μέτρων» σιτηρών στο Λασίθι της Κρήτης, για ανταμοιβή των αγαθών, που εγκατέλειψε στη Napoli di Romania (261:412).

ΖΟΥΓΛΗΣ (Χώνικα, Πυργέλα). Ένας Μάρκος Zogli, Capitano Famosissimo μνημονεύεται με δράση στη Θράκη, επί Βαγιαζήτ, περί το 1510 (262:178).

ΖΩΓΡΑΦΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). Ένας στρατιώτης Στέφανος Ζωγράφος αναφέρεται σε έγγραφα του Ενετικού στρατού, από το 1531 (261:354). Κυριάκος Ζωγράφος γράφει και μαρτυρεί έγγραφο αγοραπωλησίας το 1762, της μονής Αγ. Δημητρίου Ρεοντινού (49:213).

ΙΑΤΡΟΥ (Άργος, Κοιλάδα, Ναύπλιο). Κλάδος των Μεδίκων της Ιταλίας, εγκατεστημένος στην Αθήνα από τα τέλη του 14ου αι. (163:97, 164:244). Μεδιτζήδες (:ιατροί) αναφέρονται στο Οίτυλο της Μάνης όπου και ολόκληρη συνοικία, το μισό σχεδόν της κωμόπολης λέγεται, ακόμα και σήμερα, «Γιατριάνικα». Οικογένεια αργυραμοιβών, εβραϊκής καταγωγής, αναφέρονται στο Ηράκλειο Κρήτης, μεταξύ 1360-1414 (302).

Από το παλιό βιβλίο του Νικήτα Νήφου-Λάκωνος «Λακωνική Χορογραφία» (εν Αθήναις εκ της Τυπογραφίας Ιωάν. Αγγελόπουλου 1853, σ. 6), σταχυολογούμε τα εξής:

-6-

Περί του Ιατρού

«Αυτός μεν ήταν αδελφέ ο ιατρός εβραίος

Ήξευρε δε ρωμέϊκα καλά ωσάν ρωμαίος

Αυτός αν δε επρόφθανε ήμουν εγώ χαμένος

και εις την γην στα χώματα με τους νεκρούς θαμένος»

από τους στίχους που ακολουθούν φαίνεται ότι η θεραπεία έλαβε χώρα στο Ναύπλιο:

«Η θέρμη ουν εκόπησε η μέση επονούσε

και πέντε μήνες αδελφέ όλο με τυραννούσε

Αφού δε ιατρεύτηκα εις τ’ Αναπλιού το κάστρον

Ένα χρόνο εκάθησα με της αυγής το άστρον».

Η γνώμη ότι οι Ιατροί της Μάνης (Μεδιτζήδες), κατάγονται από τους Μεδίκους της Ιταλίας είναι άτοπος (201α:268). Επώνυμον Ιατρού, μεταξύ εκείνων που είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία στη Χαλανδρίτσα (128). Παναγιώτης Ιατρού αναφέρεται στην Ύδρα το 1820, σε έγγραφο της Κοινότητος (22:351), Μιχαήλ και Διονύσιος Ιατροί, έχουν συστήσει εμπορικήν εταιρεία από το 1818 (συμβόλαιο 9353/15.1.1848 του Συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αναστ. Κ. Ελαιώνος).

ΚΑΒΑΛΙΕΡΟΣ Κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας, cavalieri λέγονταν εκείνοι, που είχαν ιδιόκτητο άλογο. Ίσως το επώνυμο να χρονολογείται από τότε.

ΚΑΒΑΛΛΑΡΗΣ (Ναύπλιο). Στη Μεσσηνιακή Μάνη, κοντά στο χωριό Λαγκάδα, υπάρχει ένα μοναστήρι της Παναγίας, που λέγεται «του Καβελλάρη». Η ονομασία πρέπει να είναι παλαιότερη από τη χρονολογία «1673», που βρίσκεται χαραγμένη σε κάποια πέτρα στο μοναστήρι. Λιμπέρης Κ. υπογράφει ομόλογο το 1743 στη Νέδουσα (Μεσ.) (235:106). Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, «κάποτε, τα παιδιά ενός Ιταλού δούκα, που λεγόταν Καβελλάρης, εγκατέλειψαν την πατρίδα τους και κατέφυγαν σ’ αυτή την περιοχή της Μάνης. Ο ένας έγινε γενάρχης της οικογενείας Καπιτσανέα (από το: καπουτσίνος;), και ο δεύτερος έχτισε αυτό το μοναστήρι, του Καβελλάρη».

ΚΑΚΑΡΟΥΚΑΣ (Κρανίδι). Αναφέρεται, μεταξύ των στρατιωτών, στα έγγραφα της Ενετικής Γερουσίας, το 1482 (260:29). Χωριό της επαρχίας Γαστούνης (64:452). Μεταξύ των εγγράφων της Μ. Λουκούς, αναφέρεται: διαθήκη μοναχού Γρηγορίου Κακαρούκα, και πωλητήριο Αγγελίνας Γεωργάκη Κακαρούκα (1817) (61:187). Το όνομα είναι αλβανικό και σημαίνει: κακοκυλημένος (202:192).

ΚΑΚΟΥΡΟΣ (Αχλαδόκαμπος). Στρατιώτης Nicolo Cacouri απαντάται από το 1556. (262:174).

ΚΑΛΑΒΡΟΣ (Ναύπλιο). Το επώνυμο απαντάται, από το 1080, σε έγγραφο της Μονής Ιβήρων (28:130). Τοπωνύμιο παρά την Κίττα Μάνης: «Άη Γεώργης στον Καλαβρό». Τοπωνύμιο στην Κεφαλονιά (318:38). Τοπωνύμιο «στ’ Καλαβρέζ»: στο χωριό Μελισσουργοί της Ηπείρου (282:122). Το 1480, ο Γιαννούλης Καλαβρός, PROCURADOR της επισκοπής Ναυπλίου, δανείζει στον Bartolomeo Minio, PROVEDITOR E CAPITANO a Napoli di Romania, υπέρπυρα CCL (=250) (250:132). «Δημήτρης του Καλαυρού»: το 1509, στο Ναύπλιο (154:274). Σεβασμία Πελαγία, ηγουμένη της μονής της Παναγίας Della Grotta στο Ναύπλιο και χήρα του ποτέ Δαμιανού Καλαυρού: αναφέρεται το 1543 (261:415). Επώνυμο στρατιώτη (1547), καταγόμενου Da Napoli Di Romania (260:455). Νικολός Καλαβρός: συνυπογράφει, το 1679, την «κόποια των υπαρχόντων της αγίας Μονής του Παναγίου Τάφου στο Ναύπλιο» (309:256). «Περιβόλι του Καλαβρού»: στη Χάλαντρη Νάξου, αναφέρεται σε συμβόλαιο του 1654 (93:101). «Καλαβρής»: αναφέρεται στον Κώδικα της μ. Σπηλιώτισσας Ζακύνθου (1605) (126:φ17 σελ. β).

ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ (Άργος). Ένας Καλαφάτης αναφέρεται στην Κορώνη, το 1707 (183:55).

ΚΑΛΚΟΥΝΟΣ (Ναύπλιο, κ.α.). «Γερογηάνις Καλκούνης από τον Πύργο»: αναφέρεται σε σημείωση επί του βιβλίου «Μέλισσα» (με χρονολογία 1725) της μονής Κατερινού Μακρυνείας (μητρόπολις Αιτωλίας και Ακαρνανίας) (218:146).

ΚΑΛΟΓΕΡΑΣ (Άργος). Στρατιώτης Ιωάννης Καλογεράς του ποτέ Δημητρίου Da Napoli Di Romania: αναφέρεται το 1556, στα Ενετικά Αρχεία (262:79). Επίσης, Κων/νος του Δημητρίου Calogiera, Da Napoli Di Romania, το 1567 (262:120). «Μιχαήλ Καλογεράς»: μεταξύ των φυγάδων Αθηναίων, παρουσιάζεται στις Ενετικές Αρχές της Κορώνης και ζητά σπίτι να εγκατασταθεί (Αύγουστος 1689) (162:201). Ευστάθιος Καλογεράς: δάσκαλος του γιου του Αλή πασά, στα Ιωάννινα (277:26). Το επώνυμο απαντάται, επίσης, στην Ύδρα το 1807 (19:40).

ΚΑΜΙΖΗΣ (Κρανίδι). «Ο Ισαάκιος, ίνα καταπολεμήση την στάσιν του Βρανά (1187), ηναγκάσθη να δανεισθή σπουδαία ποσά παρά του πρωτοστράτορος Μανουήλ του Καμύτζη» γράφει ο Μιχαήλ Ακομινάτος (142:492), (255:379).

Για τον ίδιο Καμύτζη, ο Σπ. Λάμπρος συνεχίζει: «…Εις ταύτας τας τοπικάς στάσεις, προσθετέα ίσως και η τυρρανίς του Μανουήλ Καμύτζη όστις ετάραττε την καθεστώσαν τάξιν μετά του γαμβρού αυτού του Βλάχου Χρυσού, και δη ούτοι:

»αφιστώσι τα πόρωθεν, διεκπίπτουσι Τεμπών των Θεσσαλικών, των πεδιάδων επιλαμβάνονται, παρακινούσι την Ελλάδα, παλίμβολον τιθέασιν την Πέλοπος».

(142:535). «Οικία του Καμίτζη» αναφέρεται στην Κεφαλονιά, προ του 1262 (318:47). Μονή Καμύτζιανης στα Ιωάννινα, Καμήσια λέγονται στην Ήπειρο τα μαυρομάτικα φασόλια (220:169). Καμίτζης, στη Ζάκυνθο, το 1611 (120:φ20 σελ. β). Camichi: γένος πτηνών (230:945). Καμίτζης: οικογένεια στους Γοράνους της Λακωνίας (72:812).

ΚΑΜΠΙΤΗΣ (Άργος, 1844). Κατηγορία στρατιωτών του Ενετικού στρατού. Οι “Vecchi Stratioti de questo Territorio (Di Napoli Di Romania), chiamati Cambites”.

(: Οι παλιοί στρατιώτες αυτής της περιοχής, της Napoli Di Romania, οι αποκαλούμενοι Καμπίτες) (259:191). «Καμπίτες», επίσης ελέγοντο οι Αλβανοί, που εγκαταστάθηκαν σε τόπους πεδινούς.

ΚΑΝΑΚΗΣ (Άργος, 1848). Κανάκης Γεώργιος: στρατιώτης, το 1543, στον Ενετικό στρατό (261:380). Και βαπτιστικό Κανάκης Πουλομάτης, στο Ναύπλιο, το 1509 (154:273).

ΚΑΝΤΡΕΒΑΣ (Κρανίδι). Στρατιώτης Domenego Candreva: αναφέρεται σε κατάσταση του Ενετικού στρατού, με χρονολογία 1541 (261:336). Και Chiurca Cantreva, επίσης το 1541 (261:337). Καντρέβα: μικρό χωριό (σημερινή Ασέα) του δήμου Βαλτετσίου (επαρχία Μαντινείας νομού Αρκαδίας), που πιθανόν οφείλει την ονομασία του στους παραπάνω στρατιώτες (185:309). Η λέξη είναι αλβανική και σημαίνει: συμμαζωμένος (202:194).

ΚΑΠΑΡΕΛΟΣ (Άργος, Καπαρέλι, κ.α.). Στρατιώτης με το όνομα αυτό αναφέρεται στον Ενετικό στρατό, το 1541 (261: 353).

ΚΑΠΟΥΡΑΛΟΣ (Άργος, Κεφαλάρι). Το επώνυμο απαντάται στην Αργολίδα το 1548 (262:10).

ΚΑΡΑΒΕΛΟΣ (Άργος). Ένας Leonardus Karavello, βενετός ευγενής, αναφέρεται από το 1403 (256:6).

ΚΑΡΑΚΑΛΟΣ (Ίρια, Δρέπανο, Κρανίδι, Ναύπλιο). Οικογένεια Καρκαλάδες αναφέρεται σε επιστολή Σωφρονίου, πατριάρχου Ιεροσολύμων, με χρονολογία 1609 (56:224). Η οικογένεια αυτή προέρχεται από τη Δημητσάνα, όπου απαντάται το επώνυμο σαν Καράκαλος ή Καρκαλάς, που είναι το ίδιο (56:227). Πιθανόν να πρέπει να συνδεθεί με το Βενετσιάνικο επώνυμο Caracala, που εμφανίζεται στην περιοχή της Napoli Di Romania τουλάχιστον από το 1542 (261:363, 261:366). Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά στη Ναυπλία. Τοπωνύμιο «της Καρκαλούς»: βόρεια από τη Δημητσάνα. Τοπωνύμιο στο χωριό Μύλοι (Περιβόλια) Τριφυλίας (313:150). «Καρκαλούσα» = η ελονοσία, τπνμ. στο χωριό Λαδά της Μεσσηνίας.

ΚΑΡΜΑΝΙΟΛΑΣ (Ασίνη). Ένας «περίδοξος οπλαρχηγός Καρμανιόλα» εκτελείται από τους Ενετούς, το 1432 (176:266). Carmaniola, ενετός στρατηγός εικονίζεται σε τοιχογραφία του Αντων. Βασιλάκη στο Palazzo Ducale στη Βενετία, δεύτερο ήμισυ του 16ου αι. (201Α:165).

ΚΑΡΟΥΣΟΣ, ΚΑΡΟΥΤΣΟΣ, ΚΑΡΟΥΝΤΖΟΣ και ΚΑΡΟΥΖΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). «Αλεξ. Καρούσος», νομομαθής, μεταβαίνει από την Κεφαλονιά στη Βενετία για να υποστηρίξει κάποιο εκκλησιαστικό θέμα στο δεύτερο ήμισυ του 17ου αι. (294:71). «Ευστάθιος Καρούσος», αγιογράφος (1756) στην Κεφαλονιά (105:23). «Ιωάννης Βαπτιστής Καρούσος» αφιερώνει εικόνα του Ιωάννου Προδρόμου στο ναό του Αγ. Γερασίμου, στο Κάστρο της Κεφαλονιάς το 1798 (105:22). Μία κόρη της οικογένειας Καρούτσου, την Κατερίνα, από το Άκοβο της Μεσσηνίας, παντρεύτηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Η οικογένεια Καρούτσου υπήρχε, μέχρι πρότινος στο Άκοβο. Πολλά ονόματα Καρούσου σε κατάλογο μελών του Συμβουλίου Κοινότητος Κεφαλονιάς (1593) (201). Caruso λέγεται στα ιταλικά, ο εργάτης μεταλλείων θείου, στη Σικελία.

ΚΑΡΩΝΗΣ (Ναύπλιο). Σε παλιό κατάστιχο του Δημ. Καρώνη γραμμένο περί το 1880 αναγράφεται ότι παλαιότερα το επώνυμο της οικογενείας η οποία κατάγεται από τα Αχούρια της Τριπόλεως, ήταν Κουτσόπαπας, και ότι στις αρχές του αιώνα μετονομάστηκαν σε Καρώνης.

ΚΑΣΝΕΣΗΣ (Ερμιόνη). Στρατιώτης μ’ αυτό το επώνυμο αναφέρεται το 1482, στις τάξεις του Ενετικού στρατού (259:200). «Οικογένεια Κανιώση ή Κανέση»: στη Ζάκυνθο, διατηρούσε τη μονή της Πικριδιώτισσας, στα τέλη του 15ου με αρχές 16ου αι. (104:66).

ΚΑΤΣΑΙΤΗΣ (Ναύπλιο). «Πέτρος Αναγνώστης Κατσαΐτης»: στρατιώτης στην Κεφαλονιά, αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία το 1564 (262:107). «Ευαγγελινός Κατσαΐτης, γιος του Σοφιανού και της Λάουρα Ασσάνη»: σημειώνεται μεταξύ εκείνων, που φοίτησαν στο Ελληνομουσείο του Αγίου Αθανασίου στη Ρώμη, κατά τα έτη 1610 – 1730. Ο Ευαγγελινός Κατσαΐτης είχε γεννηθεί το 1646 (294:416). «Πέτρος Αναγνώστης Κατσαΐτης», λεγόμενος «Μανταλάς», βιβλιογράφος, υπογράφει εκκλησιαστικό βιβλίο (στιχηράριον): «Ετελιώθηκε εις τας 1176 Δεκεμβρίου 2 και το έγραψα εγώ ο Πέτρος αναγνώστης Κατσαΐτης λεγόμενος Μανταλάς» (3:332). Επειδή τοπωνύμιο «του Μανταλά» σώζεται ακόμα στην περιοχή του χωριού Κούτσι (Αργολικό) της Ναυπλίας, και επειδή ένας Πέτρος Κατσαΐτης είναι και ο συγγραφέας του γνωστού θρήνου για την κατάληψη του Ναυπλίου από τους Τούρκους το 1715, παρ’ όλο που υπάρχει μια διαφορά 60 ετών στις δύο χρονολογίες, συγχωρείται ενδεχομένως η υπόθεση ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο (88:286). Το επώνυμο «Μανταλιάς» συναντάται ακόμα σήμερα στη Ζάκυνθο. Περισσότερα (293:229-2).

ΚΑΤΣΑΡΗΣ (Άργος 1854, Πόρτο Χέλι). «Κάτζαριν» ναύκληρον που ταξίδευε στα νερά της Ανατολικής Πελοποννήσου (Μονεμβασία) μνημονεύει ο Μιχαήλ Ακομινάτος (13ος αι.) (142:137). «Μιχαήλ Κατσάρης», Bombardier, αναγράφεται το 1545 στα έγγραφα του Ενετικού στρατού (259:283). Μητροφάνης Κάτζαρης, το 1624, νοτάριος στην Κεφαλονιά (Ανέκδοτος Κώδικας μονής Αγ. Παρασκευής Ταφιού (Κεφαλονιά) φ. 24).

ΚΑΤΣΙΚΗΣ και ΚΑΤΣΙΚΑΣ (Άργος 1849, Ναύπλιο). Όνομα στρατιώτη του Ενετικού στρατού, χρονολογούμενο από το 1543 (261:378). Ένας «Γιάννης Κατσίκης», υπηρέτης του πασά Ασουμάν (Οσμάν;) των Ιωαννίνων, φονεύεται από τους οπαδούς του Διονυσίου (του Σκυλοσόφου), το 1611 (191:83). «Κατσικά», ονομασία χωριού των Ζαγορίων Ηπείρου (135:7). «Κατζήκας» υπογράφει έγγραφο που βρίσκεται στο αρχείο της μ. Ελώνης (67:118). Οικογενειακό επώνυμο στην Αρτσίστα Ζαγορίων (136:197).

ΚΕΡΑΜΙΔΑΣ (Άργος, Κοφίνι, Πασά). Anagnosti Calogheraki Cheramidi, από τη Ζαρνάτα της Μάνης. Το επίθετο αναφέρεται σε κατάσταση, που συνόδευε έγγραφο αναφορά των Βοιτυλιωτών προς την Ενετική Δημοκρατία, το 1690 (118). Συμβολαιογράφο «Κεραμίδη» συναντούμε, το 1697, στην Αργολίδα (119). Ονομασία χωριού στα Ζαγόρια Ηπείρου (132:75). «Κεραμίδης» στο υπ’ αριθ. 3668, -Νοέμβριος 1845-, συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Άργους Αναστ. Μαυροκεφάλου, (Ανέκδοτο Αρχείο συμβολαιογράφου Ν. Ντόκου).

ΚΛΑΔΟΥΡΗΣ και ΚΛΑΔΟΥΡΑΣ (Άργος κ.α.). Αναφέρεται στρατιώτης «Μανώλης Δημητρίου Claduri» σε κατάσταση του Ενετικού στρατού, το 1541 (261:355). «Acladuri» αναφέρεται σε κατάλογο πολιτών από τα Χανιά Κρήτης, που εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα, τον 17ο αι. (158:454).

ΚΛΙΑΣΟΣ (Άργος). Στρατιώτης «Δημήτριος Κλιάστος» αναφέρεται σε έγγραφα του 1541 των Ενετικών Αρχών (261:356). Η λέξη είναι αλβανική και σημαίνει: κλαψιάρης (202:194).

ΚΟΚΚΙΝΟΣ (Ναύπλιο). «Δημήτριος και Γεώργιος Κόκκινος»: στρατιώτες, αναφέρονται από το 1541 (261:353). Τοπωνύμιο «του Κόκκινου», στο χωριό Κόκκινο της Πυλίας (313:159). «Γεώργης Κόκκινος» αναφέρεται σε προικοσύμφωνο του 1798, στο Λεωνίδιο (178:305).

ΚΟΚΟΤΟΣ (Άργος, 1877). «Θεόδωρο Cocoto» συναντούμε στρατιώτη στον Ενετικό στρατό, το 1541 (261:347). Τοπωνύμιο στο χωριό Καρβούνι Τριφυλίας (313:161).

ΚΟΜΑΣ (Ερμιόνη). Σε έγγραφο των Ενετικών Αρχών, με ημερομηνία 15 Οκτωβρίου 1549, αναφέρεται ένας «Theodosio Coma», στον οποίο χορηγήθηκε μια αποζημίωση 20 δουκάτων (262:23).

ΚΟΜΙΝΗΣ (Ναύπλιο, 1858). Στρατιώτης Cominus απαντάται από το 1492 (260:49).

ΚΟΝΤΟΣ (Ναύπλιο κ.α.). Κόντος ονομαζόταν ο ένας από τους τρεις παιδαγωγούς, που συνόδευσαν τον Μιχαήλ, γιο του Θωμά Παλαιολόγου, δεσπότη του Μορέως, στη Ρώμη, και αργότερα τον συμβούλευσε να καταφύγει στον Μωάμεθ (1465) (152:38). Κόντος ή Κοντός αναφέρεται στρατιώτης, το 1506 (260:81). «Μαρίκος Κόντος» υπογράφει, ως μάρτυς, έγγραφο του μετοχίου του Παναγίου Τάφου (της Αγιά-Μονής), το 1679 (309:257). Τοποθεσία «του Κοντ»: στην Άνω Βίτσα παρά τον αγρό του Κόντου (268:197).

ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). Στρατιώτης «Ιωάννης Κορωναίος» αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία, το 1530 (260:148). «Γεώργιος Κωρονέος» αναφέρεται στο «Πρακτικόν κλπ.» της Εκκλησίας Κεφαλληνίας, το 1262 (318:29).

ΚΟΣΜΑΣ (Άργος). Ονομασία χωριού της Κυνουρίας, πάνω στον Πάρνωνα. Σε έγγραφο του Ενετικού Συμβουλίου με χρονολογία 4 Μαρτίου 1571 αναγνωρίζονται μεταξύ των Capitani της Μάνης και ο «Cosma Dimitri», και μεταξύ των πρεσβευτών ο «Antonio Cosma», που ίσως έχουν κάποια σχέση με τους ιδιοκτήτες της περιοχής της Κυνουρίας, που πήρε και το όνομά τους (185:310). Ένας «Κοσμάς», καταγόμενος από την Κορώνη, αναφέρεται το 1514 (183:56). «γεόργιοσ κοσμάσ» συνυπογράφει με άλλους αναφορά προς τις Ενετικές Αρχές, το 1694. Μετά την εγκατάλειψη των Αθηνών από τον Μοροζίνη (Μάρτιος, 1688), ένας ωρισμένος αριθμός Αθηναίων παρακολούθησε τους Ενετούς στο Ναύπλιο. Ένας από τους φυγάδες αυτούς ήταν και ο «γεόργιοσ κοσμάσ». Με το έγγραφο, υποδείκνυαν τον Μπεναλδή σαν κατάλληλο δάσκαλο των παιδιών τους, στην Πάτρα (189:85). «Κοσμάς Αντρέας» αναφέρεται σε προικοσύμφωνο στη Ζάκυνθο το 1706 (126:φ88). «κγοσμάς ιερομόναχος ο μοραΐτης» υπογράφει πρωτόκολλο παραλαβής του λειψάνου της Αγίας Θεοδώρας της Αυγούστης στις 13 Απριλίου 1725 στην Κέρκυρα, ως καθηγούμενος του μοναστηριού της Αγίας Αικατερίνης (157:466). «Γεώργιος Κοσμάς, τρομερός κλέφτης και απόγονος κλεφτών» από το χωριό Αετός Τριφυλίας, συνόδευε τον Γιάννη Κολοκοτρώνη (Ζορμπά) στην επίθεσή του, το φθινόπωρο του 1805, εναντίον του πρωτοσύγκελλου Άνθιμου Ανδριανόπουλου (177:98, 45:121, 72:717). «Γκίκας του Κοσμά» αναγράφεται σε κατάσταση της Κοιν. Ύδρας το 1802 (17:314).

ΚΟΥΖΗΣ και ΚΟΥΤΣΗΣ (Φούρνοι, Δίδυμα). Απαντάται στα Ενετικά Αρχεία, από το 1482 (260:28, 260:76, 260:111, 260:151, 261:353, 261:344, 261:361, 261:362, 261:388). Επώνυμο στρατιώτη, από το 1542 (261:361). Απαντάται συχνά, στον κώδικα της μ. Σπηλιώτισσας Ζακύνθου (126). «Κούτσι»: χωριό της Β. Ηπείρου, και της Αργολίδας.

ΚΟΥΡΤΕΣΗΣ (Άργος, Κρανίδι). Στρατιώτες «Ανδρέας και Νικολός Cortessis» αναφέρονται σε έγγραφα των Ενετικών Αρχών από το 1541. Καταγόντουσαν από την Μονεμβασία (261:352). Χωριό της Ηλείας. Τοπωνύμια «Κορτέση» στα χωριά: Κόκκινο Πυλίας, Βαριμπόμπη (Μοναστήριον) και Τρουκάκη (Πανόραμα) Τριφυλίας (313:168). «Γεώργιος Κουρτέσης ο Σχολάριος» λεγόταν και ο πρώτος διορισμένος από τον Μωάμεθ Β’ πατριάρχης Κ/πόλεως Γεννάδιος.

ΚΟΥΤΟΥΒΑΛΗΣ (Ερμιόνη). «Δημήτριος Κουτούβαλης», στρατιώτης, αναφέρεται στα έγγραφα των Ενετικών Αρχών, από το 1535 (260:166). «Avocato fiscal Dr Co, Lorenzo Cottuvoli» αναφέρεται από τους Ενετούς συνδίκους εξεταστές του Μορέως, σε έγγραφό τους του 1704 (145:815). «Σωφρόνιος Κουτούβαλης», επίσκοπος στην Κεφαλονιά το 1782 (294:67). Σημαντική οικογένεια στη Ζάκυνθο, τουλάχιστον από το 1610 (126:φ. 20 σελ. β).

ΚΟΥΤΣΟΥΜΠΟΣ (Ναύπλιο). Απαντάται σε κατάσταση, που συνόδευε έγγραφο αναφορά των Βοιτυλιωτών προς την Ενετική Δημοκρατία, το 1690 (118:426, 436). Τοπωνύμιο στη Λιγούδιστα (Χώρα) Τριφυλίας (313:170). Τοποθεσία στη Λαγκάδα Κόνιτσας (283:224).

ΚΥΡΙΑΚΗΣ (Παλ. Επίδαυρος). «Nichiforo Chiriachi» από την Κέρκυρα μνημονεύεται το 1554 (262:64). Ίσως να υπάρχει κάποια σχέση ανάμεσα στους δύο αυτούς κλάδους, της ιδίας πιθανόν οικογένειας. Γιατί, όπως γράφει ο Λ. Βροκίνης, εκείνοι που ακολούθησαν τους Ενετούς, όταν αυτοί εγκατέλειψαν το Ναύπλιο το 1540, ανερχόντουσαν σε 1200, και η περιοχή Επιδαύρου, τότε, περιλαμβανόταν μέσα στα όρια της Napoli di Romania (46:247). Οικογενειακό επώνυμο «Κυργιάκου» στο χωριό Φραγκάδες Ηπείρου (131:243).

ΛΑΚΙΩΤΗΣ (Άργος). «Καπετάν τενετες νάτζος λακιοτης» υπογράφει, στις 15.8.1788, έγγραφο προς την αυτοκράτειρα της Ρωσσίας Αικατερίνη Β’, από την Παλαιά Ήπειρο, περί πολεμικής συνεργασίας κλπ. (177:102).

ΛΑΛΙΩΤΗΣ (Βιβάρι Ναυπλίου). Στα Ενετικά Αρχεία απαντούμε στρατιώτες Pelegrin και Theodoro Laloti da Napoli di Romania σε έγγραφο του 1542 (261:374). Χωριό της Κορινθίας (64:458). «Βουνό του Λαλιώτη»: τοπωνύμιο στο χωριό Φαγιά Ζακύνθου (104:113).

ΛΕΚΑΣ (Άργος, Ναύπλιο κ.α.). Βαπτιστικό όνομα πολλών στρατιωτών, κυρίως αλβανικής καταγωγής, αλλά και επώνυμο. Σε «θύμηση» επί ευαγγελίου της μονής Βίτσης (Δωδώνη Ηπείρου) αναφέρεται ως ιδιοκτήτης του ένας «Γεώργιος Λέκας» ποστέλνικος (ανώτερος υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών), το 1626, καταγόμενος από τα Ιωάννινα (267:107). «Ράχη του Λέκα», στο χωριό Σιδερόκαστρο Τριφυλίας και Αλή-Τσελεπή (Κάτω Σαμικόν) Πυλίας (313:178).

ΛΙΟΝΤΑΣ (Κρανίδι, 1851). Ένας Zorzi de Londa, Zitadin de questo luocho (: Thermissi, Castri et Vorsicha) αναφέρεται σε έγγραφο με χρονολογία 15 Απριλίου 1480, του Bartolomeo Minio προς την Ενετική Σύγκλητο (259:119). Σε έγγραφο του 1545, αναφέρεται ο Domino Franco de Londa cittadino nobile da Napoli di Romania και τα παιδιά του Nicolo και Andrea (261:408). Theodosio da Londa cittadino nobile da Napoli, σε έγγραφο του 1545 (261:414), επίσης Manusso Londa και τα παιδιά του Zorzi και Antonio, σε έγγραφο του 1552 (262:41).

ΛΟΥΜΗΣ (Κρανίδι, 1863). Αλβανικό βαπτιστικό όνομα. Απαντάται στους στρατιώτες Lumo Renessi, το 1504 (258:60) και Lumi Prifti, το 1541 (261:337), όπως ασφαλώς και σε άλλους. «Λούμη»: χωριό της περιοχής Σέρβου Γορτυνίας (185:312).

ΛΥΓΟΥΡΙΑΤΗΣ (Άργος 1892, Κούτσι (Αργολικό), Ναύπλιο 1853). Στρατιώτης Nicolo Liguriati da Napoli di Romania απαντάται, το 1542, σε Ενετικά έγγραφα (261-:374). Το επώνυμο απαντάται σε έγγραφα της μονής Αγ. Δημητρίου Ρεοντινού Κυνουρίας, το 1780 (49:233).

ΜΑΤΖΑΒΡΑΚΟΣ (Ναύπλιο, Ίρια). Στον Γεώργιο Maravracco (γρ. Mazavracco;) πρόσφυγα από την Αθήνα, παραχωρείται εγκατάσταση στα χωριά Cari (;) και Zorzi (;) από τις Ενετικές Αρχές (162:330).

ΜΕΝΤΗΣ (Άργος). Ένας Medin αρχηγός του Κροατικού τμήματος που έλαβε μέρος στην υπεράσπιση του Παλαμηδίου αναφέρεται στην έκθεση του Daniel Dolfin (1715). Ένας Μεντής, διάσημος ιππέας από το Άργος σκοτώνεται έξω από την Αθήνα κατά την Επανάσταση.

ΜΕΞΗΣ (Ερμιόνη, Κρανίδι, Πόρτο Χέλι, Τολό). Στρατιώτης Meza (Μέξα) αναφέρεται στα έγγραφα των Ενετικών Αρχών από το 1473 (260:12). Το επώνυμο απαντάται στις Σπέτσες από το 1803 (18:5).

ΜΗΛΙΩΤΗΣ και ΜΥΛΙΩΤΗΣ (Ναύπλιο). Επώνυμο στρατιώτη, το 1544 (261:391). Τοπωνύμιο «του Μηλιώτη» στην Πυλία Μεσσηνίας (313:196). «Χάνι του Μηλιώτη»: βορεινά από τα Φίχτια Αργολίδας. Νικηφόρος Μηλιώτης, ιερεύς, ιδρύει μοναστήρι το 1660 στη Ζάκυνθο (104:116).

ΜΟΘΩΝΙΟΣ (Άργος). Λέγεται ο από την Μεθώνη καταγόμενος. Απαντάται συχνότατα. Ο αρχαιότερος Μοθωνέος, που συνάντησε ο γράφων, είναι ο στο «Πρακτικόν της εκκλησίας της Κεφαλληνίας κλπ.» αναφερόμενος προ του 1262 (318:29).

ΜΟΙΡΑΣ (Επίδαυρος). Γιάννης Μοίρας, σε έγγραφο του 1794, στη Ζάκυνθο (126:φ. 117 σελ. β). Βαπτιστικό σε στρατιώτη του Ενετικού στρατού: Mira Bardi, το 1511 (258:19).

ΜΟΥΡΜΟΥΡΗΣ (Άργος, Ναύπλιο) ή ΜΟΡΜΟΡΗΣ, ή Μούρμουρας στις 28 Δεκεμβρίου 1539 αποστέλλονται στη Βενετία δύο Ναυπλιώτες, ο Ιάκωβος Μόρμορης και ο Γεώργιος Ραμουσάτης, για να περιγράψουν την κακή κατάσταση του Φρουρίου και να ζητήσουν βοήθεια (236:273). Στρατιώτης Εμμανουήλ Μόρμορης Ναυπλιεύς μνημονεύεται στα Ενετικά Αρχεία από το 1570 (46:253). Διαπρέπει σαν αρχηγός των επαναστατών της Β. Ηπείρου (1570).

«Ανήρ γενναίος και ειδήμων των εν Ηπείρω τοποθεσιών» (249:164). Το επώνυμο απαντάται πολλές φορές και στον Κ. Σάθα (262:393). «Τζόρτζις μούρμουρις» υπογράφει συμβόλαιο το 1594 στη Ζάκυνθο (104:52). Το επώνυμο απαντάται σε σημείωση στον κώδικα της μονής Χρυσοπηγής Στεμνίτσας, το 1790 (51:329). Δημήτρης Μούρμουρης αναγράφεται σε «κατάλογο των ανθρώπων οπού θα ‘ρθούν οι καλοκαιρινοί λουφέδες απάνου» στην Ύδρα (αχρονολόγητο, αλλά πιθανόν περί το 1804) (18:138).

«Το οικόσημον του εκ Κυδωνίας Κρήτης Ιωάννου Μόρμορη, ιχθύς ασημένιος επί κυανού πεδίου με τρεις χρυσούς αστέρας» (290Α:373).

ΜΠΑΛΑΜΠΑΝΗΣ (Άργος 1849). Το 1464 (4 Φεβρουαρίου), ο Σούμπασης Balaban, άνθρωπος μεγάλης φήμης και συστημένος από πολλούς καπετάνιους, στρατηγούς και προνοητές, προσλαμβάνεται στις τάξεις του ενετικού στρατού (261:1). Ένας Marco Balaban, τούρκος βαφτισμένος χριστιανός, βρίσκεται ανακατεμένος σε μια υπόθεση κατασκοπείας στην Κορώνη, το 1465 (259:74). Τοποθεσία «Μπαλαμπάνα» λίγο πριν φθάσουμε στο Μούχλι. Τοπωνύμιο «του Βαλαβάνη». Οικισμός του Άργους, εγκαταλελειμένος το 1868 (14). Ο Χατζή Γιάννης Εμμανουήλ Μπαλαμπάνος, από τα Ψαρά, υπογράφει πωλητήριο έγγραφο στις 25.7.1797 στο Ζητούνι (Λαμία) (17:282).

ΜΠΑΛΑΦΑΡΑΣ (Άργος). Σε μια Agnese Malafara da Napoli και τα παιδιά της Σωτηριανό και Γιαννάκη, που γεννήθηκαν στο Ναύπλιο, παραχωρείται κάποια θέση στο Ριάλτο της Βενετίας (262:459).

ΜΠΑΡΔΗΣ (Άργος 1851, Δίδυμα). Στα Ενετικά Αρχεία, στρατιώτης Pierro Bardi αναφέρεται το 1541 (261:338). Στρατιώτης Gigni Bardi, το 1544 (261:392). Αλβανικό τοπωνύμιο «Laka Bardi» στο χωριό Βαριμπόμπη της Τριφυλίας (313:321). Η λέξη είναι αλβανική και σημαίνει λευκός.

ΜΠΑΣΤΑΣ (Άργος). Επώνυμο οικογένειας στρατιωτών, από το 1512 (260:XIV). Τοπωνύμιο «του Μπάστα» στο χωριό Λογγά της Πυλίας. Όνομα μιας αλβανικής φάρας της νοτίου Αλβανίας αλλά και της Ιταλίας (313:295). Χωριό της Αρκαδίας.

ΜΠΑΤΑΒΟΣ (Ναύπλιο). Μπαταβοί ελέγοντο και λέγονται ακόμα οι Ολλανδοί, που κατάγονται από την Batavia. Το επώνυμο ίσως είναι εθνικής καταγωγής σημαντικό, όπως το Φράγκος, Ρούσσος, Αρβανίτης κλπ. Λαϊκή έκφραση σημαίνει τον ανόητο.

ΜΠΕΛΟΚΑΣ (Άργος). Στις 2 Ιουνίου 1512, αναχωρούν από τη Βενετία τα πλοία ιδιοκτησίας Γεωργίου Ψαρά και Ιωάννου Belocha, που μεταφέρουν εφόδια στο Ναύπλιο (236:268). Μία Κατερίνα Belocha απαντάται το 1548 στα Ενετικά Αρχεία (262:11). Laurenzio Belochio: έχει χαράξει το όνομά του σε μια κολώνα της Αγ. Μονής Ναυπλίου (Bel’ Ochio: αυτός, που έχει ωραία μάτια). Επιτύμβια πλάκα με την επιγραφή: (1630) ΚΥΜΗΤΥΡΙΟΝ ΤΟΥ / ΟΣΙΟΤΑΤΟΥ / ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ ΜΠΕΛΟΚΑ / ΕΚ ΧΩΡΑΣ ΝΑΥΠΛΙΟΥ: βρίσκεται εντοιχισμένη στη νότια πλευρά του καθολικού της μονής Αρτοκοστάς Κυνουρίας (13:259). Ο Νικηφόρος Μπελόκας, με το κοσμικό όνομα Νικόλαος, υπήρξε ο ανακαινιστής της μονής, το 1617, όπως αναγράφει σχετικό σιγίλλιο (13:262).

ΜΠΕΝΟΣ (Άργος). Λατινικό βαπτιστικό όνομα, αργότερα και επώνυμο (119). Γεώργιος Μπένος βεβαιώνει έγγραφο, το 1713, στο χωριό Νεζερά της Αχαΐας (291:63).

ΜΠΕΡΚΕΤΗΣ (Πόρτο Χέλι). Στρατιώτης Thodaro Barcheti στην Κεφαλονιά, το 1561 (262:97). Πέτρος Μπερκέτης, μελογράφος, αναφέρεται σε κώδικα του 18ου αι., στη Ζάκυνθο (40:61).

ΜΠΙΜΠΗΣ (Άργος 1873, Επίδαυρος, Χέλι). Ένας Antionio Bibi, μακαρίτης το 1543, κατείχε το αξίωμα «Di Cao di Guarda nel Sextier di S. Marco et di Casonier del cason di Frezaria…” (261Q383). “Στ’ Βρύσ’ τ’ς Μπιμπαίοι»: πηγή της Καστάνιανης Ηπείρου, όπου κατοικούσε ο Μπίμπας (283:226).

ΜΠΟΓΑΣ (Άργος) και ΜΠΟΥΓΑΣ. Χωριό Μπουγά και Μπουγιάτι στην Αργολίδα, αλλά και αλλού, που οφείλουν την ονομασία τους ενδεχομένως σε μέλη της οικογένειας Μπούα. Το όνομα Μπούας αναφέρεται από τον Κ. Σάθα, το πρώτον αν δεν κάνω λάθος, το 1406, ως Μαυρίκιος Μπούας Σγουρός (256:ΧΧΙΙ). Έκτοτε το επώνυμο επαναλαμβάνεται συχνά. Dιμων Μπουγαc, το 1642, από επιτύμβιο πλάκα μέσα στον καθολικό της μονής του Αγίου Ιωάννου στο Λιβάδι (Καρυάς), στην Λευκάδα. Τοπωνύμιο «Λάκκα του Μπουγά» στο χωριό Αελιάς Ολυμπίας (313:207). Τοπωνύμιο στο Πραστό Κυνουρίας: «στου κυρ Γεωργάκη Μπουγά», σε έγγραφο της μ. Ρεοντινού, το 1762 (49:213). «Ιωάννης Μπογάς»: υπογράφει σε κατάσταση διανομής λαδιού, στα Ιωάννινα, το 1820 (114:117). Μπουγάς: σε διαθήκη τυ 1638, στη Ζάκυνθο (126:φ55). Διεξοδικότερα με την καταγωγή της οικογένειας Μπούα είχε ασχοληθεί ο Κ. Η. Μπίρης (202:39). Βλέπε και: ExJoannis Coronaei rebus a Mercurio Bua gestis (314:367-370).

ΜΠΟΖΙΚΗΣ (Ερμιόνη). Παλαιά οικογένεια από τη Ζάκυνθο.

ΜΠΟΖΟΝΕΛΟΣ (Άργος, Καρυά κ.α.). Πιθανώτατα πρόκειται περί αναγραμματισμού: ο από την Bologna της Ιταλίας καταγόμενος ή προερχόμενος, ο Μπολονέζος, έγινε Μποζονέλος (229:160).

ΜΠΟΝΑΦΙΝ (Ναύπλιο 1800-1893). Τοπωνύμιο «Μποναφέ» ανάμεσα στα χωριά Πισινώντα και Μουζάκη Ζακύνθου (109:174). Κων/νος Μποναφίς, νοτάριος, απαντάται σε διαθήκη του 1617 στη Ζάκυνθο (126:φ26, 84).

ΜΠΟΝΗΣ (Άργος). «Κώστας Μπόνι» αναφέρεται μεταξύ των οφειλετών στην έκθεση, που υπέβαλαν οι πραγματογνώμονες στις Ενετικές Αρχές, σχετικά με την περιουσία των Μαρουτσαίων στην Άρτα της Ηπείρου, το 1756 (189:63). Ένας Μέτσο Μπόνιος, ιταλικής πιθανόν καταγωγής, αναφέρεται μεταξύ του ανωτέρου προσωπικού της αυλής τυ Αλή πασά (141:33). Ένας Μπόνης, πιθανόν στο Βουκουρέστι, αναφέρεται σε επιστολή του Ι. Νικολόπουλου προς τον αδελφό του Κων/νο, στο Παρίσι (;), το 1818 (92:253). Don Paolo de Bonis: λατίνος κληρικός περί το πρώτο μισό του 17ου αι., στην Κέρκυρα (292:137-9). «Φραγκιάς Μπόνης» αναφέρεται να αγοράζει «ένα κατάλυμα εν Μαράθι Μυκόνου», την 2.4.1676 (233).

ΜΠΟΥΖΑΣ και ΜΠΟΥΖΙΟΣ και ΜΠΟΥΖΟΣ (Κρανίδι, Κιβέρι). Στρατιώτης Stephano Busi μνημονεύεται στις τάξεις του Ενετικού στρατού, το 1541 (261:338). Τοπωνύμιο «ο Μπούζης» στο χωριό Κάτω Κοπάνιτσα (Καρυαί) Τριφυλίας και Σμαρλίνα (Στόμιον) Ολυμπίας. Το «Μπούζι», «του Μπούζη»: το σημερινό χωριό Ελαία Τριφυλία (313:208). «Νικολής Κωνσταντή Μπούζα» αναφέρεται στο 1809 σε έγγραφο του Αρχείου Ύδρας (19:424). Το επώνυμο είναι ίσως Ηπειρωτικό, γιατί αναφέρεται και αλβανός Ταφίλ Μπούζης μετεπαναστατικά (131:241). Τοπωνύμιο «του Βούζη» (Μπούζη;) στην περιοχή Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα) Αργολίδας αναφέρεται στο «Υπόμνημα» του Επισκόπου Ναυπλίου και Άργους Λέοντος, το 1144 (12:15).

ΜΠΟΥΚΟΥΡΑΣ (Άργος, Πασά (Ίναχος), Ναύπλιο). Στρατιώτης Γκούμας (Ιάκωβος) Μπούκουρας χρονολογείται από το 1511 (261:338). Τοπωνύμιο «του Μπούκουρα» στο χωριό Ψάρι της Τριφυλίας (313:208). Επώνυμο αναφερόμενο μεταξύ των Φιλικών του χωριού Μαγούλιανα (128:339-42). Χωριό Μπούκουρα στην επαρχία Πατρών (64:450). Και συνθηματική γλώσσα στην Ήπειρο: «τα Μπουκουρέικα» (271). Νικ. Μπούκουρας υπογράφει έγγραφο (τουρκικό), το 1818, στην Αλωνίσταινα (69:367).

ΜΠΟΥΡΛΟΣ (Δερβενάκια). Το «χάνι του Μπούρλου» στα Δερβενάκια. Το επώνυμο γνωστό και από το Αργίτικο δημοτικό: «του Μπουρλού μωρή το σαλβάρι σου κλπ.». Αλβανικό τοπωνύμιο «Laka Mburlu» στο χωριό Μαλίκι (Πολυθέα) Τριφυλίας (313:322). Η λέξη είναι ιταλική και σημαίνει: αστείος.

ΜΩΡΟΣ (Άργος, Κρανίδι). Στρατιώτης Μώρος από την Ναύπακτο, αναφέρεται στο 1563 στα Ενετικά Αρχεία (262:107). Τοπωνύμιο «του Μώρου» στο Σιδερόκαστρο της Τριφυλίας (313:211).

ΝΕΡΟΥΤΣΟΣ (Άργος 1845). Αναφέρεται από τον 15ο αι. (Nerozzo) (88:289-293).

ΝΤΑΝΤΗΣ (Ναύπλιο). Στρατιώτης στον Ενετικό στρατό Ιωάννης Tandi αναγράφεται το 1541 (261:353). Το επώνυμο Tandi αναφέρεται στον κατάλογο των ευγενών από το Ηράκλειο Κρήτης που εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα τον 17ο αι. (158:452). Georgius T., κρητικός, εγγράφεται στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας το 1638 (238:262).

ΝΤΟΚΟΣ (Κουτσοπόδι, Μύλοι). Ένα επώνυμο που απαντάται σχετικά συχνά στην Αργολίδα, είναι και το Ντόκος. Με κέντρο πιθανόν το Κουτσοπόδι, όπου είναι και πολυαριθμότερο, έχει απλώσει μέχρι τους Μύλους, Κούτσι, Ναύπλιο, και φυσικά και την Αθήνα.

Για την προέλευση αυτής της οικογένειας, ούτε ιστορικά είναι βεβαιωμένο τίποτα, αλλά ούτε και τα μέλη της διέσωσαν κάτι σαν παράδοση. Έτσι, στην αναζήτηση της καταγωγής της, μοιραία θα περιοριστούμε σε εικασίες.

Επειδή τα οικογενειακά επώνυμα δεν παρουσιάζονται τυχαία, αλλά πάντα από κάπου ξεκινούν, μπορούμε να κάνουμε την εξής υπόθεση.

Το επώνυμο Ντόκος, το συναντούμε στην Ήπειρο:

– Ως «Ντόκας», στους αγώνες μεταξύ Λιαλιαταίων και Καραμουραταταίων, περί το 1687 για την «προστασία» του χωριού Διπάλιστα της Ηπείρου, το σημερινό Μολυβδοσκέπαστος.[1]

– Μια Αλεξάνδρα Ντόκου, υπογράφει προικοσύμφωνο το 1803 στα Γιάννενα.[2]

– Το 1820, μνημονεύεται το επώνυμο επίσης στα Γιάννενα.[3]

– Αλλά και τοπωνύμιο στο χωριό Γλανιτσιά της Γορτυνίας.[4]

– Στο Πωγώνι της Ηπείρου.[5]

Οι πληροφορίες αυτές είναι βέβαια λίγες, αλλά μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι την αναζήτηση για την προέλευση της οικογένειας αυτής θα πρέπει να την αρχίσουμε από την Ήπειρο.

Στην περιοχή αυτή, εμφανίζεται στα μέσα του ΙΔ’ αιώνα, ο από το Benevento της Ιταλίας καταγόμενος Γουλιέλμος Tocco (+1275), ο οποίος θεωρείται και ο γενάρχης της μεγάλης οικογένειας των Tocchi, μέλη της οποίας παρουσιάζονται αργότερα σαν δούκες της Λευκάδας, κόμητες της Κεφαλονιάς, αυθέντες της Βοστίτζας, κύριοι της Ζακύνθου, δεσπόται της Άρτας και των Ιωαννίνων.

Η δραστηριότητα της οικογένειας αυτής θα μας απασχολήσει μόνο από τον Κάρολο Tocco I., και μεταγενέστερα, γιατί ο Κάρολος αυτός, στις αρχές του ΙΕ’ αι., βοηθούμενο από τον αδελφό του Λεονάρδο, επεξέτεινε την κυριαρχία της οικογένειας από το Αργυρόκαστρο της Β. Ηπείρου, μέχρι το Άργος.[6]

Όταν πέθανε ο Κάρολος Ι (4.7.1429), άφησε πέντε γιους νόθους, τον Μέμνωνα, «…έναν Μοραΐτη», ο οποίος το 1458 όταν ο Μωάμεθ ο ΙΙ εισέβαλε στην Πελοπόννησο, εμάζωξε πολλούς Μοραΐτες λέγοντας να αντισταθεί του Σουλτάν Μεχμέτ. Και εδιάβη και εστάθη επάνω εις τόπον λεγόμενον Φλιούνι (Πιθανόν το όρος Πολύφεγγον της Νεμάς», «εισέ τόπον δυνατόν. Και ο Σουλτάνος διέβη και επήρε τον Ταρσό». (Γεω. Θ. Ζώρα, η Άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως και η Βασιλεία Μωάμεθ Β’ του Κατακτητού, κατά τον ανέκδοτον ελληνικόν Βαρβερίνον κώδικα 111 της Βατικανής Βιβλιοθήκης, ΕΕΒΣ, ΚΒ’ (1952) σ. 263). Τον Ηρακλή, τον Τούρνο, ένας γιος του οποίου, Τζήρνος ή Κύρνος Τόκκος, αναφέρεται στο κείμενο της ειρήνης που σύνηψαν το 1502 η Βενετία και ο Βαγιαζήτ και μνημονεύεται ως κύριος τόπου στη Λευκάδα (Κ. Σάθας, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς, 1869, σ. 68). Έναν άλλο ίσως Αντώνιο, για τον οποίο πάλι ο Κ. Σάθας, ό.π. σ. 58 γράφει: «Ύστερον», μετά την κατάληψη των νήσων Κεφαλληνίας, Ζακύνθου και Λευκάδος υπό των Τούρκων, «Αντώνιος ο Τόκος», βοηθούμενος υπό του βασιλέως της Νεαπόλεως, κατέλαβεν τας δύο πρώτας νήσους. Πλην οι Ενετοί εξαπατήσαντες και τον Σουλτάνον, ευκόλως εγένοντο κύριοι αυτών (1483)». Και τελευταίο τον Ορλάνδο.[7]

Σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, τα παιδιά επειδή ήσαν νόθα, δεν είχαν δικαίωμα στην πατρική κληρονομιά, η οποία περιήλθε στον ανηψιό του Κάρολου, επίσης Κάρολο ΙΙ.

Μικρά κτήματα των πατρικών κτήσεων στην Ακαρνανία παραχωρήθηκαν στον Ηρακλή και στον Τούρνο, οι οποίοι εμφανίζονται αργότερα να συνεχίζουν τις προσπάθειές τους για να τα καταλάβουν (6-79). Στον Μέμνωνα παραχωρήθηκαν κτήματα στο Μοριά, και εμφανίζεται το 1436 ως κύριος της Κερπινής των Καλαβρύτων (7-530).

Για τους άλλους δύο δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες. Τα ίχνη τους χάνονται μέσα στον Τουρκικό Στρατό που είχε ενσκήψει στον ελληνικό χώρο, και στον οποίον κατέφευγαν τότε όλοι οι δυσαρεστημένοι. Η τελευταία αυτή πληροφορία, ότι ο Μέμνων Τόκκος, τελειώνει την παρουσία του στην ιστορία, σαν αυθέντης της Κερπινής, οδηγεί στην υπόθεση ότι αν υπήρχαν ακόμη στην Κερπινή, αναμνήσεις, παραδόσεις ή υπολείμματα των οικογενειών των Τόκκων, ήταν πολύ πιθανό, να μπορούσε να βρεθεί κάποιος σύνδεσμος ανάμεσα στους Τόκκους της Κεφαλονιάς-Ηπείρου, με τους Ντόκους της Αργολίδας.

Πράγματι, σε μια επίσκεψη, το Πάσχα του 1982, στην Κερπινή των Καλαβρύτων διαπιστώθηκε ότι, στο γειτονικό χωριό, το Ορεινό Βυσοκά, που βρίσκεται όμως μέσα στα όρια της Κερπινής, –σήμερα έχει εγκαταλειφθεί και κάτοικοί του κατέβηκαν στο Βυσοκά (Σκεπαστό)–, σώζονται ακόμη 4 οικογένειες με το επώνυμο Ντόκος.

Βέβαια κανείς δεν ήξερε κάτι για την καταγωγή τους. Αλλά όλοι απέκλεισαν την πιθανότητα να είχαν ανέβει εκεί επάνω, –τον χειμώνα τα χωριά αυτά είναι αποκλεισμένα από τα χιόνια–, από τον Αργολικό κάμπο. Θεώρησαν πιθανότερο, οι Ντόκοι του Άργους να προέρχονται από τους ορεινούς Ντόκους των Καλαβρύτων, όπως άλλωστε συμβαίνει συχνά με τους «χειμαδιώτες», που σιγά-σιγά εγκαθίστανται στον κάμπο, εγκαταλείποντας την ορεινή αλλά σκληρή γενέτειρα.

Η παρουσία αυτή των Ντόκων στην Κερπινή, ίσως είναι μία ένδειξη, πολύ πιθανή κατά τον γράφοντα, για τη συγγένεια Τόκκων και Ντόκων, αλλά βέβαια δεν είναι απόδειξη. Χρειάζονται κι άλλες πληροφορίες, οι οποίες σήμερα δεν υπάρχουν. Γι’ αυτό και η πάρα πάνω υπόθεση, όσο ωραία και αν είναι, παραμένει πάντα υπόθεση (139:70).

ΞΙΑΡΧΟΣ (Καρυά, Κρανίδι). Ένας Conte Xarcho… fuggito de Turchia μνημονεύεται στο στρατόπεδο της Zara, το 1503, στα Ενετικά Αρχεία (260:71, κ.ε.). Οι Ενετοί της Επτανήσου, όταν έλεγα TURCHIA, εννοούσαν και την Ηπειρωτική Ελλάδα. Νικόλαος Έξαρχος, πρωθιερέας, γεννημένος γύρω στα 1730-40, ήταν πρό-παππος του Ι. Λαμπρίδου (133:θ’). Κων/νος Ξάρχος, «εκ χώρας Πραστού», ανακαινίζει την εκκλησία του Αγίου Δημητρίου Ρεοντινού (1689) (49:202). «γηοργουλη και θαναση και επηληπι ξηαρχεοι» βεβαιώνουν σε πωλητήριο έγγραφο του 1812 (69:375).

ΞΥΠΟΛΙΑΣ (Άργος, Λιγουριό Ναύπλιο) και ΞΥΠΟΛΗΤΑΣ (Κρανίδι). Sipolisias Δημήτριος και Θεοδώρα, από την Μονεμβασία, αναφέρονται το 1547 στην Napoli di Romania (261:439).

ΞΥΦΤΕΡΗΣ (Κρανίδι). Στους Ενετικούς καταλόγους, μεταξύ εκείνων που πήραν κάποια αμοιβή για τις υπηρεσίες που πρόσφεραν, αναφέρεται και ο Alessandro Xifiteri da Napoli, το 1545 (261:411).

ΠΑΓΚΑΛΟΣ (Ναύπλιο). Ενετός πρόξενος στην Άρτα το 1765, απαντάται ο από την Κρήτη καταγόμενος Μοσχονάς Πάγκαλος (184:292). Νικόλαος Πάγκαλος στέλνεται στην Τεργέστη και από εκεί στην Πετρούπολη σαν πρεσβευτής της Ύδρας, το 1789 (17:28). «Μάστρο Δούκας Πάγκαλος» σε έγγραφο του 1644, στη Ζάκυνθο (104:11). Οικογένεια Παγγάλων, ενετικής καταγωγής, σημειώνεται στην Τζιά (Κέα) (303:203).

ΠΑΛΑΒΙΤΣΙΝΗΣ (Ναύπλιο). Γενάρχης του Παλλαβιτσίνη της Ελλάδας θεωρείται ο Γουΐδων Παλλαβιτσίνη (1204), μαρκίων της Βοδονίτζης (87:475). Κατόπιν, όμως, εμφανίστηκαν και άλλοι: Alberto Pallavicini, μαρκήσιος της Βοδονίτσας, μνημονεύεται το 1310 (319:280), και το 1570 ο Σφόρτσα Παλαβιτσίνης, βενετός αρχιστράτηγος (299:278). Οικογένεια ΠΑΛΑΒΙΤΣΙΝΟΥ, το 1675, στη Ζάκυνθο (82:505).

ΠΑΝΑΡΙΤΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Εκτός από τα χωριά Παναρίτη της Ναυπλίας, Κορινθίας, Αχαΐας, Βορείου Ηπείρου, υπάρχει και στρατιώτης στα Ενετικά Αρχεία, προ του 1511, με το όνομα Panariti (Πανάρετος;) (260:97).

ΠΑΝΤΟΤΗΣ (Άργος). «Αλεξαντρής Πανδεότης» αναφέρεται δημόσιος νοτάριος σε έγγραφο του ολή (1538), στον Κώδικα της μ. Σπηλιώτισσας Ζακύνθου (126:φ. 2 σελ. β). Στην οικογένεια υπάρχει η παράδοση ότι έχουν έρθει από την Ιταλία.

ΠΑΡΑΒΑΝΤΗΣ (Άργος). Στο χωριό Άκοβο της Μεσσηνίας απαντάται, το 1659, οικογένεια με το παρεμφερές επώνυμο Πραβάντο, μέλη της οποίας υπογράφουν επιστολή προς τον Μοροζίνη (91:245). Θα μπορούσαν, πιθανόν, να συσχετισθούν με τους Παραβάντηδες του Αχλαδόκαμπου και του Άργους. Παράβαντα, επίρρημα στην Κάρπαθο, σημαίνει πλαγίως. (198:300).

ΠΑΣΧΑΛΗΣ (Ερμιόνη). Στρατιώτες με το επώνυμο Πασχάλης απαντώνται στα Ενετικά Αρχεία οι εξής: Zorz P. το 1541 (261:353), Ανάργυρος Π., da Napoli di Romania το 1553 (262:44), Ιωάννης Π., da Thine (Τήνος), επίσης το 1553 (262:36). Πασχάλης απαντάται σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας, το 1806 (18:358).

ΠΑΤΡΙΝΙΟΣ (Ναύπλιο). Ένας Zuane Patrino, Ηπειρώτης, αναφέρεται, από το 1575, στο Μητρώο της Αδελφότητος Αγίου Νικολάου στη Βενετία (189:242). «Πατρινιά χωράφια» στα Λαγκάδια της Γορτυνίας (16). Αναγνώστης Πατριναίος, το 1797, πιθανόν από την Σμύρνη (15:474). «Δημ. Πατρινός με 50 ανθρώπους» αναφέρεται σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας, το 1803 (18:79, 31:232).

ΠΑΧΥΣ (Ναύπλιο). Ιωάννης Παχύς στασιάζει εναντίον του αυτοκράτορα Αλεξίου ΙΙΙ κατά το 1198 (142:520). Ένας Κανάκης Παχύς υπογράφει την «κόποια των υπαρχόντων της Αγίας Μονής» το 1679 (309:256). Ένας Zorzi Pacchi da Ma-Ivasia αναφέρεται στα Κύθηρα τον 13ο αι. (259-:301). Παναγιώτης Παχύς αναγράφεται μεταξύ των «οικοκυραίων» της νήσου Ύδρας (19:40). Παναγιώτης Παχύς αναφέρεται σε επιστολή των προεστών Σπετσών το 1816 (21:255). Τζαννέτος Παχύς αναφέρεται σε «μρικοπαράδοση», το 1706 στη Ζάκυνθο (126:φ88).

ΠΕΒΕΡΕΤΟΣ (Άργος, Δαλαμανάρα). «Ποβερέτου Κεφαλλήνος Λόγος επιφανηματικός κλπ.»: έγγραφο του 18ου αι. (156:471). Ένας Πρέβετος Γεώργιος, από τη Ζάκυνθο, εγκαθίσταται στην Τεργέστη το 1740 (298:371). Το επνμ. αναγράφεται συχνά ως Μπεβερέτος στο υπ’ αριθ. 205/30.7.1841 μισθωτήριο συμβόλαιο του συμ/φου Ναυπλίου Α. Κ. Ελαιώνος.

ΠΕΡΠΙΝΙΑΣ (Ναύπλιο). Περπινιάνης Γεώργιος, δυτικός επίσκοπος Τήνου (1594-1616) (285Α:57). ΠΕΡΠΙΝΙΑΣ Σάντος, αναγράφεται σε συμβόλαιο υπ’ αριθ. 88 22.5.1841, του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Αναστ. Κ. Ελαιώνος. Προφανώς ο από το Περπινιάν της Γαλλίας καταγόμενος. Χωριό Πέρπενη στη Λακωνία.

ΠΙΚΟΣ και ΠΙΚΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Αναφέρεται Παναγιώτης Πίκος, φιλικός στη Μολδοβλαχία (1817) (209:69).

ΠΙΠΕΡΟΣ (Άργος, κ.α.). Ο Andreas Piperi cretensis, δηλ. κρητικός, εγγράφεται το 1707 στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. (237:125).

ΠΙΤΣΑΣ (Επίδαυρος, Κρανίδι, Ναύπλιο, Χέλι). Χωριό στην Αχαΐα. «Ο Πιτσάς»: τοπωνύμιο στο Σιτοχώρι της Τριφυλίας (313:337). «Μήτρος Πιτζάς», το 1806, σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας (18:358). «Λάζαρος Πιτσάς», το 1811, σε έγγραφο της Κοιν. Ύδρας (20:164). Πίτσης, το 1675, «εξ Αργολίδος», αναφέρεται από τον Η. Τσιτσέλη (294:253).

ΠΛΑΤΑΝΙΤΗΣ (Άργος 1869). Βρετός Πλατανίτης da Napoli di Romania απαντάται, το 1557, στον Ενετικό στρατό (262:81). Ομώνυμο χωριό κοντά στο χωριό Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα) της Αργολίδας. Αναγνώστης Πλατανίτης αναγράφεται σε κατάσταση της Κοιν. Ύδρας, το 1802 (17:314).

ΠΡΙΦΤΗΣ (Άργος). Πολλοί στρατιώτες στον Ενετικό στρατό ονομάζονταν Prifti (: παπάς) (261:337, 353, 356). Χωριό Πρίφτιανι (Μοναστηράκι) στην Αργολίδα. Χωριό και οπλαρχηγός Πρίφτης στη Σαμαρίνα της Ηπείρου, το 1743 (141:17). Πρίφτης υπογράφει συμβόλαιο αγοραπωλησίας του Αρχείου Νέζου (203).

ΡΑΔΟΣ (Κρανίδι 1884). Χωριό με αυτή την ονομασία, «του Ράδου», βρίσκεται στην επαρχία Ερμιονίδας. Rado: αλβανικό και σλαβικό βαπτιστικό όνομα (: καλός, βλ. και ράδιον), απαντάται στους στρατιώτες Rado Prifti και Rado Renessi, από το 1541 (261:333, 261:358). Ορεινό χωριό της Γορτυνίας.

ΡΑΛΛΗΣ και ΡΑΛΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Η λέξη «Ραλ» είναι αλβανική και σημαίνει: σπάνιος, άτριχος (256:ΧΧVI). Πρώτος με το όνομα αυτό εμφανίζεται στην ιστορία ο Ραούλ ο Λυκοδέρμων, νορμανδικής πιθανόν καταγωγής, κατά τον 11ο αι. Ραούλ Αλέξιος, πρωτοβεστιάριος του Ιωάννου Δούκα Βατάτζη (1222-1254) αναφέρεται από τον Γεώργιο Ακροπολίτη (5:69). Μιχάλης Ράλλης αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία το 1489 (239:162). Βελισάριος Ράλλης αναγράφεται σαν ιδιοκτήτης γαλέρας το 1533 (259:315). Βιβλιογραφία (36:15, 38:139, 37:68, 39:254, 30:217).

ΡΑΧΑΝΙΩΤΗΣ (Άργος, Επίδαυρος, Χέλι (Αραχναίο)). Μήπως το Ραχανιώτης αυτό καλύπτει το Ταρχανειώτης; Γιατί, όπως γράφει ο Κ. Σάθας: «Le poete strathiote (Marulos) quoique s’intitulant Constantinopolitain, il etait originaire de Dume d’Achaïe, sa mere descendait de la célébre maison de Tarchaniotes Argiens seigneurs de Tarchanium (le mont Aracnium des anciens)… » (: Ο Στρατιώτης ποιητής Μάρουλος, παρ’ όλον ότι ετιτλοφορείτο Κωνσταντινουπολίτης, προερχόταν από την Δύμη της Αχαΐας, η μητέρα του καταγόταν από την ένδοξη οικογένεια των Ταρχανειωτών, Αργείων κυρίως του Ταρχανίου, του όρους Αραχναίου των αρχαίων…» (260:IV). Διαμάντε: θυγάτηρ Γεωργίου Τραχανιώτου, μνημονεύεται σε διαθήκη του 1646 στη Ζάκυνθο (106:166). «Στου Ραχανιώτη»: τοπωνύμιο στην περιοχή Χέλι (Αραχναίο) της Αργολίδας. «Ταρχανιώτης (Ραχανιώτης;)», «μέγας δομέστικος Νικηφόρος ο Ταρχανειώτης, στρατιώτης καλός και αγαθός στρατηγός», άντρας της αδελφής του Μιχαήλ VIII του Παλαιολόγου (1261-1283), αναφέρεται από τον Ακροπολίτη (5:60). Φρούραρχος Τζουρουλού επί βασιλείας Ιωάννου Βογάτζη (1222-1254). (255:481). Ταρχάνειον, συνοικισμός παρά τα Κύψελλα της Θράκης, Θεοδοσίου, Μετοχίτου, Πρεσβευτικός, (251:161). Μιχαήλ Μάρουλος Ταρχανειώτης, Έλλην ποιητής των χρόνων της Αναγεννήσεως, (77Α:200-242).

ΡΙΓΚΑΣ (Τολό). Μία Donna Catherina του ποτέ Rigo da Napoli di Romania μνημονεύεται σε έγγραφο των Ενετικών Αρχών, το 1544 (261:394). ΡΙΓΚΑΣ και ΡΗΓΚΑΣ απαντώνται στην περιοχή Τζουμέρκων (136:71).

ΡΟΜΠΟΤΗΣ (Κρανίδι, Ρομπότσης 1874, Ναύπλιο, Πόρτο Χέλι). Ιωάννης Ρομπότης: αναφέρεται το 1262, στο «Πρακτιόν της Αγιωτάτης Επισκοπής Κεφαλληνίας κ.λπ.» (318:27). Ένας Ρομποτής καταφεύγει στην Κεφαλονιά, το 1502 (106:247). Alexio Robotin μνημονεύεται στην Κεφαλονιά, το 1528 (259:278). Ρομπότης: οικογενειακό επώνυμο στην Ήπειρο (131:41). Ρομποτής: οικογενειακό επώνυμο στο χωριό Αθάνα της Λευκάδας. Ρομποτής συμμετέχει στην ανέγερση ναού στον Άγιο Νικόλαο Ιρά (Λευκάδας) προ 300 και πλέον ετών (186:335). Τοπωνύμιο «το Ρομποτό» στο χωριό Καντηλισκέρι, Καλιστήριον (Πλατανόβρυση) Πυλίας (313:244). «Ρομπότα» (η δουλειά) και «ρομποτεύω» (εργάζομαι, σκάβω): στη συνθηματική γλώσσα των «γιοργατζάδων» του Κοσμά (129:67).

ΡΟΥΜΑΝΑΣ (Ναύπλιο). Χωριό στην Τριφυλία Ρουμανού ή Ρωμανού (313:245). Romana: ένδυμα μακρύ, μαύρου χρώματος, που παλαιότερα φορούσαν όλοι οι Ενετοί, στα τελευταία όμως χρόνια της Δημοκρατίας το χρησιμοποιούσαν οι Ενετοί δημόσιοι αντιπρόσωποι σαν ημιεπίσημο ένδυμα (311:582).

ΡΟΥΣΣΟΣ (Άργος, Ναύπλιο). Το επώνυμο απαντάται στη Μάνη από το 1736 (270:86).

ΣΑΒΙΝΗΣ (Άργος). Στρατιώτης Savinas ή Sovina ή Savinos αναφέρεται στα έγγραφα των Ενετικών Αρχείων, το 1539 (261:314). Και Vreto Savino, επίσης το 1539 (261:333). Τοπωνύμιο «του Σαβίνου» στην περιοχή Αγ. Νικόλαος (Κοιλιωμένου) στη Ζάκυνθο.

ΣΑΒΟΓΙΑΣ (Ναύπλιο). Στρατιώτης Manuel Savogia, da Napoli di Romania, απαντάται στα Ενετικά Αρχεία από το 1548 (262:4). Γρηγόριος Θεοδώρου Σαβόγιας από την Κρήτη, ιδρύει, το 1664, το ναό της αγίας Αικατερίνης ή των Τριών Ιεραρχών στο προάστειο Κήποι της Ζακύνθου (104:121). Προφανώς ο εκ Σαβοΐας καταγόμενος. «Ζακύνθιος ποιητής» (254:45).

ΣΑΓΚΑΣ (Ναύπλιο). Στρατιώτης με το επώνυμο Σάγκας απαντάται στον Ενετικό στρατό, το 1481 (259:190).

ΣΑΓΡΕΔΟΣ (Άργος 1853). Πέτρος Sagredo ονομαζόταν ο βενετσιάνος φρούραρχος του Στροβιλίου Ηπείρου, το 1479 (254:214). Από τότε, το επώνυμο απαντάται και σε άλλους Ενετούς αξιωματούχους. Αυγουστής Σαγρέδος: σε έγγραφο του 1623 στη Ζάκυνθο (126:φ87 σελ. β).

ΣΕΡΑΣ (Άργος 1845). Στο Αρχείο συμβολαιογράφου Ντόκου, Τοπωνύμιο στη Ζάκυνθο, το 1689 (126:φ77 σελ. β), και (30:219) – Nicoló Serra hobile Zacinthio το 1784 (814:XXXVI).

ΣΚΑΝΔΑΛΗΣ (Άργος). Ισίδωρος Σκανδάλης, ηρωικός πλοίαρχος στις τάξεις των ιπποτών της Μάλτας (1533-1540) (262:193). Ιωάννης Σκ., Ζακυνθινός, γιος του εν Μεθώνη Σκανδάλη (249:99).

ΣΚΙΑΔΑΣ (Μέρμπακα (Αγ. Τριάδα)). Επώνυμο αναφερόμενο από τον 14ο αι. (314:126, 317:229). Ένας Pietro Γεωργίου Schiada απαντάται σαν στρατιώτης, το 1541 (261:356). Αλβανικό τοπωνύμιο «ráj Skjadá» (: η ράχη του Σκιαδά) στο χωριό Μαλίκι (Πολυθέα) Τριφυλίδας (313:345).

ΣΚΛΗΡΗΣ (Άργος, Καρυά, Ναύπλιο). Ένας Γκιώνης Σκλήρης αναφέρεται σαν στρατιώτης, το 1541 (261:338, 257:LIII). Αλβανικό τοπωνύμιο «ára Skijíra» (: χωράφι του Σκλήρη): στο χωριό Πάνω Ψάρι της Τριφυλίας (313:292). Επώνυμο Σκληρής στην Κέρκυρα το 1611 (197:36). Βυζαντινή οικογένεια Σκλήρη στον δήμο Οινούντος Λακωνίας (72:572). (Σημ. 6).

ΣΚΟΥΡΑΣ (Άργος, Μπερμπάτι (Προσύμνη), Ναύπλιο, Πρίφτιανι (Μοναστηράκι), Χώνικα). Στρατιώτης με το επώνυμο Tonda Scura, από την Μονεμβασία, αναγράφεται στις καταστάσεις του Ενετικού στρατού το 1546 (262:434).

ΣΠΑΘΗΣ (Άργος). Περί το 1388, αναφέρεται από τον Ι. Λαμπρίδη ότι οι Ζαγορίσιοι, βοηθούμενοι από τον Τζασύλο, τοπικό οπλαρχηγό, εξέρχονται κατά του αλβανού λησταντάρτη Σπάθα (Σπάτα;) (131:4). Άνω και Κάτω Σπαθία: περιοχές του Βερατίου, υπαγόμενες πολιτικά στο Ελμπασάν (136:222). Σημαντικός αριθμός Spata αναφέρεται και από τον Κ. Σάθα. «Σπαθής»: νοτάριος σε συμβόλαια των αρχών του 17ου αι. στη Ζάκυνθο (126:φ7).

ΣΠΗΛΙΩΤΗΣ (Κρανίδι, Ναύπλιο). Κατά το 1541, αναφέρονται οι εξής στρατιώτες με το επώνυμο Spilioti: Μιχαήλ, Ιωάννης, Μανουήλ, Νικόλαος και Θεόδωρος (261:355). Το 1820 απαντάται σε κατάσταση επαγγελματιών της νήσου Ύδρας (22:377).

ΣΤΑΪΚΟΣ (Κρανίδι, Ναύπλιο). Αλβανικό τοπωνύμιο (lázi-Stájkose» (: το χέρσο του Στάικου) στα χωριά Κούβελα και Καστρούγκενα (Καρνέικα) Τριφυλίας (313:293). Ανδρέας Στάικος αναφέρεται σαν στρατιώτης στον Ενετικό στρατό, το 1512 (261:105). Στάικος αναφέρεται στους λογαριασμούς του Σταύρου Ιωάννου, στα Ιωάννινα, το 1811 (116:214).

ΣΤΕΦΑΝΗΣ (Άργος). Anagnosti Stefanin, da Napoli di Romania, μνημονεύεται σε έγγραφο των Ενετικών Αρχείων και με χρονολογία 10.11.1548 (262:10).

ΣΤΙΝΗΣ (Κρανίδι 1854). «Strenuissimo et fidel Stratioto da Napoli di Romania Stini Clemente q. Neri et nepote del q. Marin Pizolo, homo virilissimo et strenuissimo κ.λπ (: ο θαρραλέος και πιστός Ναυπλιώτης στρατιώτης Στίνης Κλήμης του ποτέ Neri και ανιψιός του ποτέ Μαρίνου Pizolo, άνθρωπος ανδρειότατος και θαρραλεότατος κ.λπ.): αναφέρεται σε έγγραφο των Ενετικών Αρχών από το 1502 (260:67).

ΣΥΡΓΙΑΝΝΗΣ και ΤΣΙΡΓΙΑΝΝΗΣ (Άργος 1861). Παλαιότερα στο χωριό Γυμνό, σήμερα στο γειτονικό του Λιόντι (Νεμέας). Συργιάννης: διακρίνεται κατά τους εμφυλίους πολέμους (Καντακουζηνός). Βυζαντινός στρατηγός (1399), υποτάσσει τα Ιωάννινα στον Ανδρόνικο Α’ Παλαιολόγο. «Λα Κιάτρα αλ Συργιάννη»: καραούλι στο Δίστρατο, όπου σκοτώθηκε ο κλέφτης Συργιάννης (283:217). Ένας Domenego Surian, da Napoli di Romania, παίρνει σαν ανταμοιβή κάποια θέση στο Antivari, το 1542 (261:371). Το 1599, αναφέρεται ένας Γιάννης Sergiano, επίσης da Napoli di Romania (262:94). Ονομασία μονής στην Αττική: Συριάνη ή Συργιάνη (321:99), σε απόσταση 39’ από την Αθήνα, προς την κατεύθυνση του Υμηττού. Suriano Βερναρδίνος (1580;-1583;), λατίνος αρχιεπίσκοπος Κέρκυρας (292:59). Συργ. Spiridion, αναγράφεται το 1705 στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας (238:278). Συργιάνος ο εκ Συρίας καταγόμενος.

ΣΥΡΜΑΣ (Άργος 1863). Ένας Πέτρος Syrme ή Symi αναφέρεται, το 1471, στα Ενετικά Αρχεία (260:9). Αναγνώστης Σίρμας απαντάται, το 1790, στο χωριό Νεγάδες της Ηπείρου (136:99). Τοπωνύμιο «το ρέμα του Σούρμα» στο χωριό Ποταμιά της Τριφυλίας (313:255). Γιάννης Νικολή Σύρμας αναφέρεται σε κατάσταση, καπεταναίων μικρών πλοίων της Ύδρας, το 1810 (20:130). Νικόλαος Δ. Σίρμας: κατζηλλιέρης Σπετζών, το 1816 (21:300).

ΤΟΣΚΑΣ (Ναύπλιο, Προσύμνη κ.α.). Τόσκας, προφανώς, είναι ο καταγόμενος από την Αλβανική φυλή των Τόσκηδων. Andrea Thoschi: στρατιώτης da Napoli di Romania απαντάται το 1523 (260:130). Ένας Ljamze Glava Tósca αναφέρεται στο χωριό Μολήστι της Ηπείρου, το 1815 (273:44). Χωριό Τόσκα, ακατοίκητο, στην Πρέβεζα (133:154).

ΤΣΙΠΟΚΑΣ (Ναύπλιο). Τοπωνύμιο στην περιοχή του Κοιλιωμένου Ζακύνθου (110:207).

ΦΑΛΙΕΡΟΣ (Άργος). Ένας «ser Zuan Falier conte de Spalato» μνημονεύεται στα Αρχεία της Βενετίας, το 1543 (261:407). Το επώνυμο απαντάται και σε κατάλογο των ευγενών, που εγκατέλειψαν την Κάντια (Ηράκλειο Κρήτης), το 17ο αι. και εγκατεστάθηκαν στην Κέρκυρα (158:452).

ΦΑΝΤΗΣ (Κουτσοπόδι). Το επώνυμο απαντάται τον 18ο αι. σε έγγραφο της μ. Ρεοντινού Κυνουρίας (49:221).

ΦΛΟΚΑΣ (Άργος 1883). Χωριό Φλόκα στην Τριφυλία, Ηλεία, Πάτρα, Μονεμβασία και Ήπειρο. Mathio Floca: στρατιώτης στην Κεφαλονιά, το 1545 (259:282). Κύργιος (Κυριάκος) Φλόκας, κάτοικος Νεοχωρίου Τρίκκης, μνημονεύεται το 1656 (138).

ΦΟΣΚΑΡΙΝΗΣ (Κοφίνι (Νέα Τίρυνθα)). Επώνυμο μεσαιωνικής Ενετικής οικογένειας. Ο αρχαιότερος γνωστός είναι ο Στέφανος Φοσκαρινός ο υπό του Sanuto αναφερόμενος (1207) (201Α:207). Μετά αυτό το επώνυμο αναφέρονται δύο κλάδοι: οι FOSCARINI της Βενετίας, από την πόλη ALTINE, που μετά την καταστροφή της από τους Γότθους κατέφυγαν στα Βενετσιάνικα νησάκια, κατέλαβαν δημοτικά αξιώματα, έγιναν μέλη του Μεγάλου Συμβουλίου, και από το 1297 ονομάστηκαν πατρίκιοι. Ένας Ιάκωβος F., έγινε δόγης το 1762, ένας άλλος Ιάκωβος, στις αρχές του 17ου αι., ήταν Γενικός Διοικητής των ναυτικών δυνάμεων της Βενετίας (Generalissimo di Mare). Στην τελευταία περίοδο της Βενετικής Δημοκρατίας, οι αδελφοί Σεβαστιανός και Νικολό F., ιππότες του Χρυσού Περιδέραιου (stola d’ore) υπηρέτησαν ως πρεσβευταί.

Ο θυρεός των Foscarini ήταν: χρυσός με διαγώνια κυανή ταινία.

Και άλλοι Foscarini, του Lecce, που είναι κλάδος της προηγούμενης οικογένειας μετανάστευσαν στις αρχές του 17ου αι., στο Lecce με επικεφαλής έναν Ιωάννη – Αντώνιο του Καίσαρα Foscarini. Σ’ αυτόν τον κλάδο ανήκει και ένας Νικολό, ο οποίος για πολιτικούς λόγους αναγκάστηκε να εκπατριστεί και εμφανίζεται στην Τσαρική Αυλή. Η Ρωσσική Κυβέρνηση τον στέλνει το 1763 επίτροπό της στην Κέρκυρα. Πιθανόν γυναίκα αυτού του Νικολό Φ. να ήταν και η περίφημη Αδριανή Φ. της οποίας οι έρωτες με τον Καζανόβα προξένησαν σκάνδαλο στην εποχή της. (Ακολουθεί η περιγραφή του θυρεού του) (312:426).

Ο Κ. Σάθας, σχετικά με την οικογένεια F. γράφει: «Μετά την κατάληψη του Ναυπλίου και της Μονεμβασίας από τους Τούρκους, η Σύγκλητος διόρισε έξη Σοφούς (savii) ή Υπουργούς (ministres) για να ασχοληθούν αποκλειστικά με τη συντήρηση και εγκατάσταση σε χριστιανικές χώρες, των ανδρείων Στρατιωτών των ανωτέρω πολιτειών, που προτίμησαν τον εκπατρισμό από τον μουσουλμανικό ζυγό. Τα ονόματα των έξη πρώτων συγκλητικών των αποκαλουμένων sapientes super rebus Naupliensium et Monovasiensium είναι: Antonio Dandolo, Francesco Longo, Aloysio Contarini, Marc Foscarini et Dolfino Dolfini (αναγράφει μόνο πέντε). Αργότερα αυτοί οι σοφοί (λατ. Sapientes) αντικαταστάθηκαν από άλλους ευγενείς» (261:334). Leonardo Foscarini: αναφέρεται Προβλεπτής Ζακύνθου, το 1536 (81:124). Ιάκωβος Foscarini, στην Κρήτη, υποβάλλει έκθεση, το 1577 (315:80). Ιερώνυμος Foscarini: προβλεπτής Ζακύνθου το 1630 (81:126). Αλοΐσιος Φωσκαρίνης: προνοητής Λευκάδας, το 1695 (186:98).

Fr. Foscarini. Προβλεπτής Ζαρνάτας (1699) (119:4). Λουδοβίκος Φορκαρίνης. Ενετός γερουσιαστής και ιστοριογράφος. Συνέγραψε Istoria della Republica Veneta (1722). Γράφει επιστολή προς τον Ιάκωβο Ρατζόνικον (255:6α’).

Johanes Antonius Foscarini (1731-(-)1739): ο τάφος του επιγράφεται: Johannis Antonii Fuscareno – Corcyrae Archiepiscopi – Cineris – Anno MDCCXXXIX (42).

ΦΟΥΝΤΑΣ και ΦΟΥΤΗΣ (Άργος, Ναύπλιο). Στρατιώτης Fudis Lecas Αλβανός από τη Μονεμβασία, αναφέρεται στα Ενετικά Αρχεία, από το 1542 (252:366). Και χωριό Φούτια νότια της Μονεμβασίας).

ΧΑΡΒΟΥΡΗΣ (Ναύπλιο 1841). Marcus Carburi του Διμ., αναγράφεται μεταξύ των φοιτητών του πανεπιστημίου της Πάδοβας το 1745 (237:195).

ΧΑΡΟΣ (Βιβάρι Ναυπλίας). Ο Χάρος Ζένος, με ορμητήριο το Ναύπλιο, επέρχεται κατά της επαρχίας Καλαβρύτων επί κεφαλής στιφών (15000!!) την 27.6.1772 και διαρπάζει το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, αφού υπέβαλε τους μοναχούς σε βασανιστήρια. Εν συνεχεία επιτίθεται και κατά της Κερπινής (75Β:43).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Χρονικά της Ηπείρου θ’ 1 σ. 138.

[2] Συγκούνης Φ., Ανέκδοτος αλληλογραφία των Ζωσιμάδων, Ηπειρωτικά Χρονικά Η’ (1933), 201.

[3] Κυγέας Σ. Β., Ηπειρωτικόν Αρχείον Σταύρου Ιωάννου, Προλεγόμενα, Ηπειρωτικά Χρονικά, 14 (1939), 18.

[4] Γιανναροπούλου Ιωαν., Το περιεχόμενον του κτητορικού κώδικος της παρά την Στεμνίτσαν μονής Ζωοδόχου Πηγής (Χρυσοπηγή), ΓΟΡΤΥΝΙΑΚΑ Β’. (1978), 153.

[5] Λαμπρίδης Ι., Παγωνιακά, (Αθήνα 1889), 70, ΗΜ. Β’ (Ιωάννινα 1971).

[6] Λούντζης Ε., Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήναι 1969, σ. 72-73.

[7] Hopf Charles, Chroniques Gréco-Romanes, inedites oú peu connues publiées avec notes et tables généalogiques, εκδ. Σπανού, Αθήναι 1961, 530.

 

Βιβλιογραφία – (από τα άρθρα του Τάκη Μαύρου)


 

 

  • Αβούρης, Σ.Ν.: Σύντομος εκκλησιαστική ιστορία της Σύρου, ΕΕΚΜ. 6 (1967), 589-615.
  • Αδάμης, Μ.Γ.: Κατάλογος των χειρογράφων της βιβλιοθήκης Παναγιώτη Γκριτσάνη, ΕΕΒΣ, ΛΕ’ (1966-67), 313-365.
  • Ακροπολίτης, Γ., Χρονική συγγραφή, Βόννη 1836.
  • Ανδρεάδης, Μ.Χ.: Τινά περί δικαίου και δικαιοσύνης εν Κορινθία κατά τους πρώτους μετεπαναστατικούς χρόνους, Πελοποννησιακά, ΙΑ’ (1975), 172-179.
  • Αντωνακάτου, Ντ. – Μαύρος, Τ.: Ελληνικά μοναστήρια, Πελοπόννησος, 1 (Μονές Αργολίδας), Αθήνα 1976.
  • Των ιδίων: Ελληνικά μοναστήρια, Πελοπόννησος, 2 (Μονές Αρκαδίας), Αθήνα 1979.
  • Απογραφή Αποστολής Maison.
  • Αραβαντινού, Π., Χρονογραφία της Ηπείρου, Α’-Β’ εν Αθήναις 1856. Επανέκδοση Ηλ. Ρίζου.
  • Αρχείον Ιστορικού Λεξικού Ακαδημίας Αθηνών.
  • Αρχείον Κοινότητος Ύδρας, 1776-1832: 1 (1778-1802), εν Πειραιεί 1920.
  • Του ιδίου: 2 (1803-1806), εν Πειραιεί 1921.
  • Του ιδίου: 3 (1807-1809), εν Πειραιεί 1922.
  • Του ιδίου: 4 (1804-1812), εν Πειραιεί 1923.
  • Του ιδίου: 5 (1813-1817), εν Πειραιεί 1924.
  • Του ιδίου: 6 (1818-1821), εν Πειραιεί 1925.
  • Βαγιακάκος, Δ.Β.: Αρχαία και Μεσαιωνικά τοπωνύμια εκ Μάνης, (συμβολή 2α), Πελοποννησιακά, Β’ (1957), 302-334.
  • Του ιδίου: Βυζαντινά ονόματα και επώνυμα εκ Μάνης, Πελοποννησιακά Γ’-Δ’ (1958-59), 185-221.
  • Του ιδίου: Σχεδίασμα περί των τοπωνυμικών και ανθρωπονυμικών σπουδών εν Ελλάδι, 1833-1962, εν Αθήναις 1964.
  • Του ιδίου: Πάτραι – Πάτρα, Πελοποννησιακά, Ι’ (1974), 223-234.
  • Βέης, Ν.Α.: Χαμάραιτοι, Ιστορικόν και γενεαλογικόν σημείωμα, εν Αθήναις 1903.
  • Του ιδίου: Κατάλογος των χειρογράφων κωδίκων της εν Αροανεία μονής των Αγίων Θεοδώρων, Επετηρίς ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ, Γ’ (1906).
  • Του ιδίου: Επετηρίς ΠΑΡΝΑΣΣΟΥ, Γ’ (1906).
  • Του ιδίου: Κριτική Αντωνίου Χ. Χατζή, Α.Δ.Φ. καθηγητού. Οι Ραούλ, Ραλ, Ράλαι (1080-1800), Βυζαντίς, Β’ (εν Αθήναις 1911-12), 250-255.
  • Του ιδίου: Κατάλογος των ελληνικών χειρογράφων κωδίκων της εν Ζακύνθω Φωσκολιανής Βιβλιοθήκης, ΔΙΕΕ, 8 (1926), 46-65.
  • Βιάζης, Σ.Δ.: Σημειώματα περί των Δυτικών Εκκλησιών, Αρχιεπισκόπων και Επισκόπων Επτανήσων, ΑΡΜΟΝΙΑ (1906).
  • Βλαχογιάννης, Γ.: Άπαντα των Νεοελλήνων κλασσικών. 4. Κλέφτες του Μοριά, Αθήναι, 1966.
  • Βροκίνης, Λ.: Η εν Κέρκυρα αποίκησις. Έργα, Κέρκυρα 1973.
  • Γιανναρόπουλου, Ι.: Δικαιοπρακτικά έγγραφα εκ της μονής Ρεοντινού, Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 201-238.
  • Του ιδίου: Το περιεχόμενον του κτητορικού κώδικος της παρά την Στεμνίτσαν Μονής Ζωοδόχου Πηγής (Χρυσοπηγής), Γορτυνιακά Β’ (1978), 385-393.
  • Γριτσόπουλος, Τ.Α.: Η αρχιεπισκοπή Δημητσάνης και Αργυροκάστρου, ΕΕΒΣ, Κ’ (1950), 209-256.
  • Γριτσόπουλος, Τ.Α.: Η κατά την Κυνουρίαν μονή της Λουκούς, Πελοποννησιακά, ΣΤ’ (1963-68), 129-190.
  • Του ιδίου: Στατιστικαί ειδήσεις περί Πελοποννήσου, Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 411-459.
  • Δεληγιάννης, Γ.Ν.: Η Ιερά Μονή Ελώνης, ΔΙΕΕ, Ι’ (1925), 86-127.
  • Δημητρακόπουλος, Σ.: Προεπαναστατικά δικαιοπρακτικά έγγραφα Αλωνισταίνης, Γορτυνιακά Β’ (1978), 361-384.
  • Δούκας, Π.Χ.: Η Σπάρτη δια μέσου των αιώνων, Νέα Υόρκη 1922.
  • Δρακάκης, Α.Ο.: Η Σύρος επί Τουρκοκρατίας. Η Δικαιοσύνη και το Δίκαιον. ΕΕΚΜ, 6 (1967), 63-492.
  • 75Β.      Ευαγγελάτος, Χρ. Γ.: Η Αγία Λαύρα, Ιστορία της Ι.Μ., 961-1961, Αθήναι 1981.
  • 77Α.     Ζακυθηνού, Διον.: Μιχαήλ Μάρουλλος Ταρχανιώτης, Έλλην ποιητής των χρόνων της Αναγεννήσεων, ΕΕΒΣ, Ε’ (1928), 200-242.
  • Ζώης, Λ.: Ιστορία της Ζακύνθου, Αθήνα 1955.
  • Του ιδίου: Λεξικόν Λαογραφικόν Ζακύνθου, Αθήναι 1963.
  • Καλομενόπουλος, Ν.: Μεγ. Ελλην. Εγκυκλ., λήμμα «Παλαβιτσίνης», 19, σ. 475.
  • Καμπούρογλου, Δ.: Μνημείο της ιστορίας των Αθηναίων, Α’ (1891).
  • Καραθανάσης, Α.Ε.: Επαναστατικαί κινήσεις στην Πελοπόννησο στα 1659, Πελοποννησιακά, Η’ (1971), σ. 239-260.
  • Καρατζάς, Σ.: Ο Αγαθόφρων Λακεδαιμόνιος και το Παρισινό περιοδικό «Μέλισσα», Πελοποννησιακά, Γ’-Δ’ (1958-59), 241-262.
  • Κατσούρος, Α.Φ.: Ναξιακά δικαιοπρακτικά έγγραφα του 17ου αι., ΕΕΚΜ, 7 (1968), 24-337.
  • Κονόμος, Ντ.: Ναοί και μονές στη Ζάκυνθο, Αθήναι 1964.
  • Του ιδίου: Η Χριστιανική τέχνη στην Κεφαλονιά, Αθήναι 1966.
  • Του ιδίου: Εκκλησίες και Μοναστήρια στη Ζάκυνθο, Αθήναι 1967.
  • Του ιδίου: Ο Μαρτινέγκος, Αθήναι 1976.
  • Του ιδίου: Ζάκυνθος (2ος τόμος), Αθήνα 1979.
  • Κουγέας, Σ.Β.: Ηπειρωτικόν Αρχείον Σταύρου Ιωάννου, Έγγραφα Αλή Πασά, Ηπ. Χρον., 14 (1939), σ. 49-144.
  • Του ιδίου: Έγγραφα Σταύρου Ιωάννου, Ηπ. Χρον., 14 (1939), 145-333.
  • Του ιδίου: Αναφορά των Βοιτυλιωτών προς την Ενετικήν Δημοκρατία (7.4.1690). Σύμμεικτα, Πελοποννησιακά, Β’ (1957), 426-430.
  • Του ιδίου: Η καταγωγή του Παναγιώτη Μπενάκη, Πελοποννησιακά, ΣΤ’ (1968), 1-42.
  • Κουκουλές, Φ.: Εκ των Ελληνικών παπύρων, Βυζαντίς, Β’ (εν Αθήναις 1811-12), σ. 474-503.
  • Κώδικας Μονής Σπηλιώτισσας Ζακύνθου. (Ανέκδοτος).
  • Κωνσταντόπουλος, Τ.: Νέα ονόματα Πελοποννησίων Φιλικών από τα Αρχεία της Τσαρικής Αστυνομίας, Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά, 1965, σ. 339-342.
  • Κωστάκης, Θ.: Οι Γεωργατζάδες του Κοσμά και η γλώσσα τους, Πελοποννησιακά, ΣΤ’ (1963-68), 43-91.
  • Λαμπρίδης, Ι.: Ζαγοριακά (Αθήναι 1870), Ηπειρωτικά Αγαθοεργήματα, Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Ζαγοριακά μέρος 2ον (Αθήναι 1889), σ. 1-88, εν Ηπειρωτικά Μελετήματα, Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Ηπειρωτικά Αγαθοεργήματα, Ηπειρ. Αγαθοερ. Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Μαλακασιακά (Αθήναι 1888), Ηπ. Μελετ., Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Περί των εν Ηπείρω Αγαθοεργημάτων (Αθήναι 1880), Ηπειρ. Αγαθ., Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Πολιτική εξάρτησις και διοίκησις Μαλακασίου, ΠΑΡΝΑΣΣΟΣ, 10 (1877), σ. 376-368, εν Ηπειρ. Αγαθ., Α’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Πογωνιακά (Αθήναι 1889), σ. 1-87, εν Ηπειρ. Μελετ., Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Του ιδίου: Ο Τεπελενλή Αλή πασάς, (Αθήναι 1887), σ. 1-84, εν Ηπειρ. Μελετ., Β’ (Ιωάννινα 1971).
  • Λάμπρος, Σπυρ.: Μιχαήλ Ακομινάτου του Χωνιάτου, τα σωζόμενα, τ. Β’ (Αθήναι 1880).
  • Του ιδίου: Εκθέσεις των Βενετών προνοητών της Πελοποννήσου εκ των εν Βενετία Αρχείων, ΔΙΕΕ, 5 (1900), σ. 605-823.
  • Του ιδίου: Τρεις επιστολαί του καρδιναλίου Βησσαρίωνος, Ν.Ε., 5 (1908), σ. 19-38.
  • Του ιδίου: Ναυπλιακόν έγγραφον του οίκου Πουλομάτη, Ν.Ε., 6 (1909), σ. 273-283.
  • Του ιδίου: Ενθυμήσεων, ήτοι χρονικών σημειωμάτων συλλογή πρώτη, Ν.Ε., 7 (1910), σ. 113-313.
  • Του ιδίου: Κατάλογος κωδίκων των εν Αθήναις Βιβλιοθηκών πλην της Εθνικής, Ν.Ε., 7 (1910), σσ. 321-337 και 469-483.
  • Του ιδίου: Κερκυραϊκά έγγραφα ανέκδοτα, Ν.Ε., 7 (1910), σ. 464-468.
  • Του ιδίου: Κατάλογος των Κρητικών οίκων Κερκύρας, Ν.Ε., 10 (1913), σσ. 449-456.
  • Του ιδίου: Σημειώσεις περί της εν Πελοποννήσω Βενετοκρατίας, Ν.Ε., 19 (1925), σ. 90 και 327-334.
  • Του ιδίου: Αι Αθήναι υπό τους Φράγκους, Ν.Ε., 20 (1926), σσ. 67-103.
  • Του ιδίου: Αι Αθήναι υπό τους Φλωρεντινούς, Ν.Ε., 20 (1926), σ. 242-271.
  • Του ιδίου: Έρευναι εν ταις βιβλιοθήκαις και αρχείοις, Ρώμης, Βενετίας, Βουδαπέστης και Βιέννης (επιμέλεια Κ.Ι. Δυοβουνιώτη), Ν.Ε., 20 (1926), 47-54.
  • Λαμπρυνίδης, Μιχ. Γ.: Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον, εν Αθήναις 1907.
  • Λεγκράν, Α.: Ανέκδοτα έγγραφα περί Ρήγα Βελεστινλή, ΔΙΕΕ, 3 (1831), σ. 587-774.
  • Λούντζης, Ε.: Περί της πολιτικής καταστάσεως της Επτανήσου επί Ενετών, Αθήναι 1969.
  • Λυριτζής, Σ.: Οι εκ Γαργαλιάνων αδελφοί Ανδριανόπουλοι Άνθιμος και Ιωάννης. Πελοποννησιακά, Η’ (1971), σ. 97-124.
  • Μακρυμίχαλος, Σ.Ι.: Τσακώνικα προικοσύμφωνα του 18ου και 19ου αι., Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 277-410.
  • Μάραντος, Β.: Κορώνη, Αθήναι 1976.
  • Μάτσης, Νικ.: Ζητήματα εκ του θεσμού της προτιμήσεως εν τω βυζαντινώ δικαίω, ΕΕΒΣ, ΛΣΤ’, σ. 45-54.
  • Μαύρος, Τ.: Συμβολή εις το τοπωνυμικόν της Γορτυνίας, Γορτυνιακά, Β’ (1978), 303-322.
  • Μαχαιράς, Κ.Γ.: Ναοί και μονές Λευκάδος, Αθήναι 1957.
  • Μέρτζιος, Κ.Δ.: Το εν Βενετία Ηπειρωτικόν Αρχείον, Ηπ. Χρον., ΙΙ (1936), 1-341.
  • Του ιδίου: Η επανάστασις Διονυσίου του Φιλοσόφου, Ηπ. Χρον., 13 (1938), σ. 81-90.
  • Του ιδίου: Το εν Βενετία Ηπειρωτικόν Αρχείον, Ηπ. Χρον. 15 (1940), σ. 1-58.
  • Μηνδρινός, Μ.: Τουρκοκρατούμενη Θήρα. Απελευθερωτικά αυτής κινήματα, ΕΕΚΜ, Β’ (1971-73), σ. 718-746.
  • Μιχαηλίδη-Νουάρου, Μιχ. Γ.: Λεξικόν της Καρπαθιακής διαλέκτου, Αθήναι 1972.
  • Μοσχονάς, Ν.Γ.: Πρακτικά συμβουλίου Κοινότητος Κεφαλονιάς, βιβλίο Α’ (1953), Εθνικόν Ίδρυμα Ερευνών, 2 (1979), 276-280.
  • 201Α.    Μουστοξύδου, Ανδρ.: Ελληνομνήμων, (1843-1853), εκδ. Ν. Καραβία, Αθ. 1965.
  • Μπίρης, Κ.Η.: Αρβανίτες οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού, Αθήναι 1960.
  • Νέζος, Α.: Αρχείον (ανέκδοτον).
  • Οικονομίδης, Δ.: Ο Φιλικός Γεώργιος Ε. Λεβέντης, Πελοποννησιακά, Β’ (1957), 50-59.
  • Παπακυριάκος, Σ.: Εκ προχείρων ερευνών, ΔΙΕΕ, Ι (Νέα σειρά), τ. 4ον (1926), 146-148.
  • Παπασπύρου, Π.Β.: Λαογραφική συλλογή, Ηπ. Χρον., 4 (1929), σ. 157-175.
  • Πεντόγαλος, Γ.Η.: Λατίνοι επίσκοποι Κεφαλονιάς-Ζακύνθου. Ανάτυπον Δελτίου Αναγνωστικής Εταιρίας Κερκύρας, 1974.
  • Περίδης, Μ.Π.: Λεξικόν ιταλοελληνικόν, τομ. 2ος, εν Ερμουπόλει Σύρου 1862.
  • Πετρόπουλος, Γ.: Νοταριακαί πράξεις Μυκόνου των ετών 1663-1779, Αθήναι 1960. (Παράρτημα της Επετηρίδος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών).
  • Πεφάνη, Π.: Οι γενιές της Νέδουσας, Αθήναι 1982.
  • Πλουμίδης, Γ.Σ.: Ειδήσεις δια το Βενετοκρατούμενον Ναύπλιον (1440-1540), Πελοποννησιακά, Η’ (1971), 261-275.
  • Του ιδίου: Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών του Πανεπιστημίου της Παδούης, μέρος Β’, ΕΕΒΣ, ΛΗ’ (1971), σ. 84-195.
  • Του ιδίου: Αι πράξεις εγγραφής των Ελλήνων σπουδαστών του Πανεπιστημίου της Παδούης, ΕΕΒΣ, ΛΖ’ (1969-70), σ. 260-336.
  • Του ιδίου: Συλλογή εγγράφων Μεθώνης και Κορώνης, Πελοποννησιακά, Ι’ (1974), 155-164.
  • Πυώ, Ρ.: Ο καπετάν Γκίνης, ΔΙΕΕ, 9 (1926), Σ. 534-538.
  • Σάθας, Κ.: Τουρκοκρατούμενη Ελλάδας, Αθήναι 1869.
  • Του ιδίου: Χατζή Σεχρέτη, Βίος Αλή Πασά. Ιστορικαί διατριβαί, εν Αθήναις 1870.
  • Του ιδίου: Βυζαντινά ανέκδοτα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη, Α’.
  • Του ιδίου: Λεοντίου Μαχαιρά, Χρονικόν Κύπρου, Μεσ. Βιβλ. Β’ (1873), σ. 53-409.
  • Του ιδίου: Κρητικαί διαθήκαι, Μεσ. Βιβλ., ΣΤ’ (1877), σ. 654-652.
  • Του ιδίου: Ανωνύμου, Σύνοψις Χρονική, Μεσ. Βιβλ., Ζ’, σ. 1-556.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος Ι, Paris 1880.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος IV, Paris 1882.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος V, Paris 1883.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος VI, Paris 1884.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος VII, Paris 1888.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος VIIΙ, Paris 1888.
  • Του ιδίου: Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμος IΧ, Paris 1890.
  • Σάρρου, Α.Κ.: Περί μεικτών ναών ορθοδόξων και καθολικών εν Χίω, ΕΕΒΣ, ΙΘ’ (1949), σ. 194-208.
  • Του ιδίου: Ηπειρωτικαί ενθυμήσεις ή χρονικά σημειώματα και επιγραφαί, Ηπ. Χρον. 12 (1937), σ. 104-132.
  • Του ιδίου: Τοπωνυμικόν Ζίτσης και Μονοδενδρίου του Ζαγορίου, Ηπ. Χρον. 12 (1937), σ. 190-204.
  • Σκοπετέας, Σ.Χ.: Η καταγωγή των ζωγράφων Δοξαράδων, Επτανησιακά Φύλλα, περ. Β’, αριθ. 3 (Φεβρουάριος 1954).
  • Σούλης, Χ.Ι.: Τα «Μπουκουρέικα» των Τζουμέρκων, ήτοι περί της συνθηματικής γλώσσης των ραφτάδων των Σχωρετσάνων των Τζουμέρκων, Ηπ. Χρον. 3 (1928), 310-320.
  • Σούρλας, Ε.: Κώστας Γραμματικός, Ηπ. Χρον., 13 (1938), σ. 1-80.
  • Στασινόπουλος, Κ.Α.: Αι πολιορκίαι του Μεσολογγίου, ΔΙΕΕ, 9 (1926), σ. 23-45.
  • Στεργιόπουλος, Κ.Δ.: Συμβολή εις την έρευναν των Ηπειρωτικών τοπωνυμίων, Ηπ. Χρον. 8 (1933), 94-140.
  • Του ιδίου: Τοπωνυμικόν της επαρχίας Κονίτσης, Ηπ. Χρον., 9 (1934), σ. 204-244.
  • 285Α.    Στεφανίδου, Μιχ. Κ.: Περσική και Βυζαντ. βιοτεχνία, ΕΕΒΣ, ΣΤ’ (1929), σ. 284.
  • Σφήκας, Δ.: «Αναμνήσεις» από το Εικοσιένα. Παρουσίαση Ε. Βαγενά, Αρκαδικά, 4 (1977), σ. 9-10.
  • 290Α.    Τζαννετάτος, Κ.: Το Πρακτικόν της Λατινικής Επισκοπής Κεφαλληνίας και η Επιτομή αυτού, Αθήναι 1965.
  • Τριανταφύλλου, Κ.Ν.: Τα τοπωνύμια Καλάβρυτα – Καλάβριτο, Νεζερόν – Νεζερά, Πελοποννησιακά, Ι’ (1974), σ. 61-65.
  • Τσίτσας, Α.Χ.: Η Εκκλησία της Κερκύρας κατά την Λατινοκρατίαν, (1267-1797), Κέρκυρα 1969.
  • Τσιτσέλης, Η.Α.: Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, Α’ (1904).
  • Του ιδίου: Κεφαλληνιακά Σύμμικτα, Β’ εν Αθήναις 1960.
  • Φιλήτας, Χ.: Περί του συνοικισμού των Γραικών εν Τεργέστη, ΔΙΕΕ, Ε’ (1897), σ. 370-376.
  • Φουρίκης, Π.: Μικρά συμβολή εις την Ηπειρωτικήν ιστορίαν. Νικόπολις, Πρέβεζα, Ηπ. Χρον., 4 (1929), σ. 263-294.
  • Χαιρέτη, Μ.Κ.: Ανέκδοτα βενετικά έγγραφα περί των Εβραίων εν Κρήτη, ΕΕΒΣ, ΛΓ’ (1964), 163-184.
  • Χαρτοφυλακίδης, Κ.Γ.: Ιστορικά ανάλεκτα Κέας, ΕΕΚΜ, Β’ (1962), 153-233.
  • Χώρας: Η Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου, εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Άργους, εν Αθήναις 1975.
  • Boerio, G.: Dizionario dei dialeto Veneziano. Venezia 1856.
  • Crollalanza, G.B.: Dizionario storico-blasonico delle famiglie notabili Italiane, Ed. Arnaldo Forni, Bologna 1886.
  • Georgacas, D. and MacDonald, W.A.: Place names of Southwest Peloponnesos, Athens 1967.
  • Hopf Charles: Chroniques Greco-Romanes, inédites ou peu connues publiées avec notes et tables généalogiques, Berlin 1873, επανέκδοσις Σπανού, Αθήναι 1961.
  • Lamansky, N.: Secrets d’etat de Venise, αναφερόμενος υπό Μανούσακα, Μ.Ι.: Βενετικά έγγραφα αναφερόμενα εις την εκκλησιαστική ιστορίαν της Κρήτης του 14ου-16ου αι., ΔΙΕΕ, 15 (1961), σ. 149-233.
  • Lognon, J. et Topping, P.: Documents sur le régime des lettres dans la principauté de Morée au XIV s., Mouton et Cie, Paris MCMLXIX (1969).
  • Miklosich, F. et Miller, I. : Acta de diplomata Graeca medii aevi sacra et profana, V (1887).
  • Miller, W.: Ιστορία της Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα, Αθήνα 1960.
  • Pouqueville, F.G.H.L. : Voyage de la Grèce, 2ème ed., tom. 5, Paris 1827.

 

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Σοφία ΠατούραΗ σύγχρονη μετανάστευση και η γνώση της Ιστορίας, Σοφία Πατούρα- Σπανού, Διευθύντρια Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Σοφίας Πατούρα- Σπανού, Διευθύντριας Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών με θέμα:

«*Η σύγχρονη μετανάστευση και η γνώση της Ιστορίας»

 

Ο λατίνος ποιητής Οβίδιος, στα ποιήματά του Tristia και Ex Ponto, διεκτραγωδώντας «τους σκυθικούς χειμώνες» της εξορίας του στον Εύξεινο Πόντο, κοντά στις όχθες του Δούναβη, αντιμετωπίζει τον ποταμό άλλοτε ως «προστάτη» και «σωτήρα» των κατοίκων της από ‘δώ πλευράς και άλλοτε πάλι ως «βάρβαρο» και «συνωμότη» αφού τα κρυσταλλωμένα νερά του επιτρέπουν την είσοδο των «βαρβάρων» στον πολιτισμένο κόσμο της Δύσης.

Οβίδιος

Οβίδιος

Αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που διαδραματίζονται στο Δούναβη, ιδιαίτερα κοντά στις εκβολές του, βλέπει τους λαούς που τον περιβάλλουν ως «έθνη άγρια» και «ανάξια» να μνημονευθούν από το συγγραφικό ταλέντο του. Πέρα από τα προσωπικά του βιώματα στην εξορία, ο μεγάλος λατίνος ποιητής εκφράζει αναμφίβολα την πολιτική ιδεολογία της εποχής του, την ιδεολογία γύρω από τα σύνορα και το ρόλο τους, την ιδεολογία των Ρωμαίων έναντι των ξένων. Εξάλλου, για την πλειονότητα των αρχαίων συγγραφέων ο Δούναβης αποτελεί σύνορο που χωρίζει (απείργει κατά λέξη) τη βαρβαρότητα από τον πολιτισμό.

Η αλυσίδα των ρωμαϊκών οχυρώσεων κατά μήκος του ποταμού που από μόνος του, ως φυσικό φράγμα, δεν εξασφάλιζε την ακεραιότητα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το περίφημο δηλαδή ρωμαϊκό limes, ήταν για τους ανθρώπους της εποχής η «κόκκινη γραμμή» που χώριζε τους δύο κόσμους: τον πολιτισμένο κόσμο της Δύσης από εκείνον της βαρβαρότητας.

Στους επόμενους, ωστόσο, αιώνες «όταν ο ερημωμένος από ανθρώπους βορράς εξέβαλε τους εισβολείς επάνω μας, όταν όλες οι ακτές του Δούναβη προξενούσαν πολέμους», κατά την ποιητική έκφραση του Κλαύδιου Κλαυδιανού, η εικόνα του Δούναβη και των λαών που τον περιέβαλαν άλλαξε και οι γνώσεις των ανθρώπων εκείνης της μεταβατικής εποχής εμπλουτίστηκαν με νέα στοιχεία. Τα μεταναστευτικά φύλα που κατέκλυζαν τις βόρεια του Δούναβη περιοχές και συνωθούνταν για να περάσουν στη νότια όχθη, εξωθημένα από τους συνεχείς πολέμους με νέους λαούς που κατέφθαναν στα μέρη τους και από την ανάγκη για επιβίωση, αποκτούσαν σιγά-σιγά όνομα· η εικόνα του Δούναβη γινόταν πιο ρεαλιστική, απαλλαγμένη από υπερβολές, μυθοπλασίες και ιδεοληψίες.

Όλο αυτό το συνονθύλευμα των λαών και εθνοτήτων, το μωσαϊκό των πολιτισμών, το αμάλγαμα των γλωσσών, το σκηνικό της σύγχυσης με τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις, τις ωσμώσεις και τις αφομοιώσεις, δημιούργησαν ένα νέο και σύνθετο τοπίο στο σύνορο του Δούναβη. Σιγά-σιγά το άλλοτε ισχυρό και απροσπέλαστο φράγμα του μεγάλου ποταμού έγινε ζώνη επαφής και επικοινωνίας των λαών, τόπος συνάντησης διαφορετικών κόσμων. Ο ίδιος ο Δούναβης αποτελούσε από μόνος του μιαν οικουμένη, μία «Βαβέλ» της εποχής, σύμβολο σύγχυσης αλλά ταυτόχρονα πεδίο ώσμωσης και ενότητας.

Η Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών είχε ήδη δρομολογηθεί και ο Δούναβης επρόκειτο να γίνει σύνορο-σύμβολο για την ιστορία του Βυζαντίου αλλά και των λαών της μεσαιωνικής Ευρώπης. Βρισκόμαστε σε μια εποχή κατά την οποία η νεοσύστατη αυτοκρατορία της Ανατολής, μπροστά στο όραμα της νέας πολιτικής ιδεολογίας της, εγκαταλείπει τις ξενοφοβικές αντιλήψεις τής Ρώμης περί ακεραιότητας και καθαρότητας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του πολιτισμού της. Ανοίγει τα σύνορά της, διευρύνει την πολυεθνικότητά της και με την ενσωμάτωση νέων πληθυσμιακών ομάδων και λαών εμπλουτίζει την πολυπολιτισμικότητά της.

 

Ο Θεοδόσιος (395 μ.Χ.) διαιρεί τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Ανατολική, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, και Δυτική, με πρωτεύουσα την Ρώμη. Ακολουθεί η μεγάλη μετανάστευση των Λαών.

Ο Θεοδόσιος (395 μ.Χ.) διαιρεί τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Ανατολική, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, και Δυτική, με πρωτεύουσα την Ρώμη. Ακολουθεί η μεγάλη μετανάστευση των Λαών.

 

Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία μετεξελίσσεται και μεταλλάσσεται σταδιακά, διεκδικώντας πλέον, εκτός της πολιτικής και στρατιωτικής κυριαρχίας, το δικαίωμα της εκπροσώπησης της οικουμενικότητας και του παγκόσμιου πολιτισμού. Η έννοια του ρωμαϊκού συνόρου καταρρίπτεται σιγά-σιγά και η ίδια η αυτοκρατορία καλείται να πληρώσει το τίμημα των δικών της ιδεολογικών και πολιτικών επιλογών περί παγκοσμιότητας και αιωνιότητας.

Οι απολίτιστοι και περιφρονημένοι «βάρβαροι» σπάζουν σιγά-σιγά τα δεσμά της απομόνωσής τους και έρχονται σ’ επαφή με τον πολιτισμένο κόσμο της αυτοκρατορίας. Προσλαμβάνουν στοιχεία του πολιτισμού του, εγκαταλείπουν τα άγρια ήθη τους, προσαρμόζονται στη νέα συναρπαστική γι’ αυτούς πραγματικότητα, και γίνονται, στο διάβα των αιώνων, μαζί με τους λαούς που συναντούν στη Δύση, οι σφυρηλάτες της νέας Ευρώπης.

Η μετεξέλιξη, ωστόσο, της αυτοκρατορίας που ταυτίζεται με δύο κορυφαίες ιστορικές εμπειρίες, τη διάδοση του χριστιανισμού και τη Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών, πραγματοποιήθηκε μέσα από μακρές, επίπονες και χρονοβόρες διαδικασίες. Ιδιαίτερα ως προς το ζήτημα της αντιμετώπισης των ξένων – εισβολέων, μεταναστών και προσφύγων – τα κείμενα των συγγραφέων της εποχής απεικονίζουν τη διάσταση που επήλθε τότε στους κόλπους της βυζαντινής κοινωνίας.

Παλαιές και νέες ιδεολογίες και αντιλήψεις αντιπαρατέθηκαν σφοδρά, η πολιτική και η στρατιωτική εξουσία ήρθαν σε ανοικτή σύγκρουση κάποιες φορές, κοινωνικές ομάδες αντέδρασαν ξενοφοβικά και βίαια, η περιφέρεια και οι βόρειες επαρχίες, ως πρώτος χώρος υποδοχής των ξένων, στράφηκαν με δριμύτητα κατά της κεντρικής εξουσίας, την οποία μέμφθηκαν για παραμέληση και εγκατάλειψη, παίρνοντας συχνά την τύχη στα χέρια τους.

Ο ρήτορας Θεμίστιος, πολιτικός σύμβουλος τριών αυτοκρατόρων της πρώιμης βυζαντινής αυτοκρατορίας, σε διαρκή αντιπαράθεση προς τον σύγχρονό του, εκφραστή της ρωμαϊκής συντήρησης και ξενοφοβίας, Συνέσιο, μέσα από τους γνωστούς Λόγους που μας κληροδότησε, έχει δικαιωματικά κερδίσει τον τίτλο του μεγάλου θεωρητικού της νέας πολιτικής πρακτικής της αυτοκρατορίας έναντι των ξένων μεταναστευτικών λαών.

Από τη μια επικαλείται τη λογική και τη ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων, και από την άλλη επιστρατεύει το συναίσθημα και την ηθική, μέσ’ από ποικίλα φιλοσοφικά σχήματα περί φιλανθρωπίας, ειρήνης και συμφιλίωσης των λαών. Σε μια διατύπωση πολιτικού ρεαλισμού, περιγράφει με λεπτομέρειες και εκπληκτική ακρίβεια τη φυσική διαμόρφωση του Δούναβη με τις λωρίδες ξηράς και τα έλη που διευκόλυναν τη διέλευση των μεταναστευτικών φύλων και καταλήγει ότι «τίποτε δεν μπορεί να χωρίσει τους Σκύθες (Γότθους) από τούς Ρωμαίους· ούτε ο ποταμός, ούτε τα έλη, ούτε τα φράγματα· αυτά μπορεί κανείς να τα διακόψει, να τα διαπλεύσει και να τα υπερβεί».

Μέσ’ από μια σειρά ερωτημάτων-επιχειρημάτων προς το ακροατήριό του, στα οποία εκείνος ως φιλόσοφος προσδίδει και ιδεολογική διάσταση, αποκαλύπτει τον πολιτικό ρεαλισμό που εμπεριείχε η απόφαση του αυτοκράτορά του Θεοδοσίου να δεχθεί και να εγκαταστήσει τους πρόσφυγες Γότθους στα εδάφη της αυτοκρατορίας: οι έρημες από πληθυσμό αγροτικές περιοχές είχαν ανάγκη από εργατικά χέρια ενώ ο απογυμνωμένος στρατός της αυτοκρατορίας χρειαζόταν ενίσχυση, έστω από τις τάξεις των «βαρβάρων». Εξάλλου η πρόβλεψή του ότι εντός ολίγου χρόνου θα αντιμετωπίσουμε τους Σκύθες (Γότθους) ως ομοσπόνδους, ομοτραπέζους, ομού στρατευομένους, ομού λειτουργούντας, θα επαληθευτεί, καθώς πολλοί Γότθοι θα καταλάβουν σε σύντομο διάστημα καίριες θέσεις και υψηλά αξιώματα στον κρατικό μηχανισμό της αυτοκρατορίας, πολιτικό και στρατιωτικό.

Η πολιτική βούληση και η αποφασιστικότητα της κεντρικής εξουσίας της αυτοκρατορίας και των πνευματικών ταγών της, φαίνεται πως υπερίσχυσαν και κυριάρχησαν για το «κοινό όφελος» (κοινή λυσιτελές). Παρακάμπτοντας σκοπέλους, κατευνάζοντας με ποικίλα μέσα τα πνεύματα στις τάξεις των λαϊκών στρωμάτων που πλήττονταν από την εισδοχή των ξένων στα εδάφη της αυτοκρατορίας και αγνοώντας τις ξενοφοβικές κραυγές των εκπροσώπων της ρωμαϊκής παράδοσης, προσπάθησαν και πέτυχαν ν’ αλλάξουν τον ρου της Ιστορίας και να καταστήσουν την νέα αυτοκρατορία μεγάλη, πολυεθνική και παγκόσμια δύναμη.

Ο Κωνσταντίνος και ο Ευσέβιος υπηρετώντας τη νέα πολιτική φιλοσοφία που οι ίδιοι οικοδόμησαν και εγκαινίασαν από τον 4ο κιόλας αιώνα και λειτουργώντας στο πνεύμα του πολιτικού ρεαλισμού που απαιτούσαν οι καιροί, δικαιώθηκαν με τις επιλογές τους καθώς οι διάδοχοί τους ακολούθησαν το πολιτικό τους όραμα και κατέστησαν πράγματι την αυτοκρατορία μεγάλη και παγκόσμια δύναμη.

 

Έλληνες πρόσφυγες στη Συρία κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης (Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου). Στη λεζάντα της φωτογραφίας, που προφανώς εικονίζει μια σκηνή συσσιτίου, αναγράφεται ότι οι Αμερικανοί σίτισαν 12.000 Έλληνες.

Έλληνες πρόσφυγες στη Συρία κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης (Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου). Στη λεζάντα της φωτογραφίας, που προφανώς εικονίζει μια σκηνή συσσιτίου, αναγράφεται ότι οι Αμερικανοί σίτισαν 12.000 Έλληνες.

 

Το σύγχρονο φαινόμενο – για να περάσω στο σήμερα – της μαζικής μετακίνησης πληθυσμών διαφόρων εθνοτήτων, με όλες τις παραμέτρους και τα στοιχεία που εμπερικλείει, παραπέμπει, περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση, σ’ εκείνη την μακρινή χρονικά περίοδο της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών.

Όλο αυτό το σκηνικό ενός μωσαϊκού λαών, γλωσσών και θρησκειών, που εκτυλίσσεται καθημερινά στις τηλεοπτικές οθόνες μας, σε μια αέναη περιπλάνηση μέσ’ από επικίνδυνα ταξίδια στη θάλασσα, στα ποτάμια και στη στεριά, συχνά μπροστά σε τείχη, σε φράχτες και προτεταμένα όπλα, ανακαλεί στη μνήμη μας την εικόνα που δημιουργούν στη φαντασία του αναγνώστη οι λεπτομερείς και παραστατικές περιγραφές λατίνων και ελλήνων συγγραφέων, γύρω από τα γεγονότα της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών.

Μπροστά σε αυτό το πρωτόγνωρο για την εποχή μας φαινόμενο, η σημερινή Ενωμένη Ευρώπη στέκεται ακόμη αμφίθυμη και διχασμένη· μέχρι πρότινος αδιάφορη και εθελοτυφλούσα σε αυτό που αργά ή γρήγορα θα προκαλούσαν οι δικές της πολιτικές επιλογές, εναρμονισμένες μ’ εκείνες της μεγάλης συμμάχου της, της υπερατλαντικής δύναμης και όχι μόνο.

Λησμονώντας ότι στο επίκεντρο του πολιτικού της δόγματος περί παγκοσμιοποίησης θα έπρεπε να βρίσκονται οι άνθρωποι και η ελεύθερη μετακίνησή τους, στέκεται αμήχανη, διστακτική και αντιφατική μπροστά στην απόγνωση και την απέλπιδα προσπάθεια χιλιάδων ανθρώπων να κερδίσουν την επιβίωσή τους. Αιφνιδιασμένη από το «κακό» που χτύπησε την πόρτα της και διαρκώς πίσω από τις εξελίξεις, προσπαθεί ν’ αντιμετωπίσει το πρόβλημα με ημίμετρα και ασκήσεις επί χάρτου, με τακτικισμούς και διπλωματικούς ελιγμούς, σε κλίμα αναποφασιστικότητας και σύγχυσης.

Θα έλεγα, κλείνοντας, ότι η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα ενώπιον μιας μεγάλης ιστορικής πρόκλησης, παρόμοιας – τηρουμένων των αναλογιών που συνεπάγεται η μεγάλη χρονική απόσταση των γεγονότων- μ’ εκείνη που γνώρισε και εκμεταλλεύθηκε επωφελώς η νέα δύναμη της Ανατολής κατά τη μετάβασή της από τη φθίνουσα ρωμαϊκή στη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Θα ήταν, λοιπόν, χρήσιμο η σημερινή Ευρώπη να λάβει υπ’ όψη της ανάλογες ιστορικές εμπειρίες και να μελετήσει καλύτερα τη δική της ευρωπαϊκή ιστορική αφετηρία. Ίσως έτσι μπορέσει ν’ αποκτήσει όραμα για το μέλλον της μέσ’ από πολιτικές ρεαλισμού αλλά και ευαισθησίας απέναντι στον άνθρωπο και την προστασία της ζωής του.

 

Σοφία Πατούρα- Σπανού

Διευθύντρια Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

* Τα άρθρο φιλοξενείται και στην Εφημερίδα των Συντακτών, 6 Οκτωβρίου 2015.

Read Full Post »

Older Posts »