Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ακαδημία Αθηνών’

Διεθνές Συνέδριο – Τα επαιτικά τάγματα στην ανατολική Μεσόγειο:Τέχνη, αρχιτεκτονική και υλικός πολιτισμός (13ος-16ος αι.)



Διεθνές Συνέδριο – Τα επαιτικά τάγματα στην ανατολική Μεσόγειο:

Τέχνη, αρχιτεκτονική και υλικός πολιτισμός (13ος-16ος αι.)

(Ναύπλιο, 19-23 Απριλίου 2017)

Kέντρο  Έρευνας της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης της Ακαδημίας Αθηνών

International ConferenceMendicant Orders in the Eastern Mediterranean:

Art, Architecture and Material Culture (13th  ̶  16th c.)

 Nafplion, 19  ̶  23 April 2017, Vouleftiko (Old Parliament Building)

 

Icon of the Dormition of the Virgin with Saint Dominic and Saint Francis (end of 15th c.) © Moscow, Pushkin Museum

 

Οι Φραγκισκανοί, μαζί με τους Δομηνικανούς, ήταν τα δύο γνωστότερα επαιτικά τάγματα του Μεσαίωνα. Πρόκειται για μοναστικά τάγματα, τα οποία, ακολουθώντας το παράδειγμα του Χριστού, είχαν ως βασική αρχή την αποποίηση κάθε περιουσίας, ατομικής ή συλλογικής. Η ζωή τους ήταν ασκητική και βασιζόταν στην επαιτεία, μία πρακτική από την οποία πήραν το όνομά τους. Ταξίδευαν ως περιπλανώμενοι ιεροκήρυκες σε όλο τον τότε γνωστό μεσαιωνικό κόσμο, βοηθώντας τους φτωχούς και προσπαθώντας συγχρόνως να προωθήσουν την ιδέα της Ένωσης των Εκκλησιών. Δραστηριοποιούνταν στην ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, από την Ιταλία και την Δαλματία, φτάνοντας μέχρι την Ινδία και την Κίνα. Άλλα μικρότερα επαιτικά τάγματα ήταν οι Καρμηλίτες, οι Αυγουστινιανοί, οι Καπουτσίνοι  και οι Πτωχές Κλαρίσσες.

Αν και εκ πρώτης όψεως η παρουσία των επαιτικών ταγμάτων στην Ελλάδα είναι φαινομενικά ισχνή, μία προσεκτικότερη ματιά διαψεύδει την εντύπωση αυτή. Στο Ναύπλιο, η λεγόμενη «Φραγκοκλησιά», πίσω από τον γνωστό ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, προοριζόταν πιθανότατα για φραγκισκανές μοναχές. Στο κάστρο της Γλαρέντζας στην Κυλλήνη της Πελοποννήσου έχει ανασκαφεί ναός του φραγκισκανικού τάγματος. Εντονότερη είναι η παρουσία των Φραγκισκανών στην Κρήτη, όπου το τάγμα είχε πολλές και σημαντικές εκκλησίες σε κάθε μεγάλη πόλη του νησιού. Ο μεγαλεπήβολος και πλούσιος ναός του Αγίου Φραγκίσκου στο Ηράκλειο κατεδαφίστηκε τον 19ο αιώνα και δυστυχώς πάνω στα ερείπιά του θεμελιώθηκε εν μέρει το σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου. Καλύτερη τύχη είχε ο φραγκισκανικός ναός των Χανίων, ο οποίος σήμερα στεγάζει το Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Στο ναό του Αγίου Πέτρου, που ανήκε στο τάγμα των Δομηνικανών και δεσπόζει στο λιμάνι του Ηρακλείου, έχουν πρόσφατα αποκαλυφθεί πολύτιμες τοιχογραφίες. Άλλοι ναοί που ανήκαν στο τάγμα των Δομηνικανών είναι η Αγία Παρασκευή στην Χαλκίδα, η Αγία Σοφία στην Ανδραβίδα του νομού Ηλείας και η Παναγία του Μέρμπακα, στο ομώνυμο χωριό της Αργολίδας.

Ο κύριος σκοπός αυτού του συνεδρίου είναι να εξερευνήσει μία σχετικά άγνωστη και παραγνωρισμένη πτυχή του Μεσαίωνα στην ανατολική Μεσόγειο. Παρά το γεγονός ότι έχει γίνει εκτεταμένη έρευνα σχετικά με την ιστορία, την θεολογία και τον υλικό πολιτισμό των επαιτικών ταγμάτων στην Δυτική Ευρώπη, και ιδιαίτερα την Ιταλία, οι δραστηριότητές τους στην ανατολική Μεσόγειο και εντεύθεν έχουν μέχρι στιγμής ελάχιστα μελετηθεί. Είναι γνωστό ότι οι μοναχοί των επαιτικών ταγμάτων ήρθαν σε επαφή με την βυζαντινή τέχνη κατά τις ιεραποστολικές τους δράσεις στα εδάφη της πρώην βυζαντινής αυτοκρατορίας.  Έτσι ανακάλυψαν την πνευματική αξία και την εικαστική δύναμη των βυζαντινών εικόνων, τις οποίες υιοθέτησαν για να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς της ιεραποστολικής τους δράσης.

Κατά την παραμονή τους στην Ανατολή, τα μέλη των επαιτικών ταγμάτων έκτισαν ναούς και τους διακόσμησαν με τοιχογραφίες, παράγγειλαν εικόνες και αντέγραψαν εικονογραφημένα χειρόγραφα. Όλα αυτά τα υλικά κατάλοιπα της παρουσίας των επαιτικών ταγμάτων στην ανατολική Μεσόγειο θα αποτελέσουν αντικείμενο μελέτης του συνεδρίου, ως πολύτιμες μαρτυρίες της πολιτισμικής τους δραστηριότητας και της καλλιτεχνικής κληρονομιάς που άφησαν στο πέρασμά τους.

Απώτερος στόχος αυτού του συνεδρίου είναι να φέρει σε επαφή τους ανά τον κόσμο ειδήμονες περί των επαιτικών ταγμάτων, ώστε να παρουσιάσουν καινούρια ευρήματα, να ανταλλάξουν ιδέες και να προτείνουν νέους τρόπους προσέγγισης.

Εξέχοντες επιστήμονες αλλά και νέοι ερευνητές από 13 διαφορετικές χώρες θα συμμετάσχουν. Οι χώρες προέλευσης των ομιλητών περιλαμβάνουν, εκτός από την Ελλάδα και την Κύπρο, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, την Βρετανία, την Γαλλία, την Γερμανία, την Ολλανδία, την Πολωνία, το Ισραήλ, την Κροατία, την Τουρκία, την Ισπανία και την Ελβετία.

Το συνέδριο θα διαρκέσει 5 μέρες, ξεκινώντας από την Τετάρτη, 19 Απριλίου μέχρι και την Κυριακή, 23 Απριλίου 2017. Θα διεξαχθεί στο Βουλευτικό Ναυπλίου και  είναι ανοιχτό σε πανεπιστημιακούς και ερευνητές, αρχαιολόγους, ιστορικούς αλλά και στο ευρύ κοινό.

Διοργάνωση: Kέντρο  Έρευνας της Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Τέχνης της Ακαδημίας Αθηνών

Στο διαδίκτυο: Mendicant Orders in the Eastern Mediterranean: Art, Architecture and Material Culture (13th  ̶  16th c.)

Πρόγραμμα συνεδρίου: Mendicant Orders in the Eastern Mediterranean

Read Full Post »

Marco Renieri, Armonie Della Storia DellUmanità, Εισαγωγική ΜελέτηΈκδοσηΣχόλια, Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου, Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Έρευνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας, Αθήναι, 2014.


 

Η Αργεία στην καταγωγή Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου είναι Ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα με κύριο άξονα την ιστορία της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής φιλοσοφίας από τον δέκατο όγδοο έως τον εικοστό αιώνα με έμφαση στον Διαφωτισμό και το κίνημα του ρομαντισμού. Οι έρευνές της την οδήγησαν επίσης στην κριτική έκδοση ανέκδοτων φιλοσοφικών έργων αυτής της περιόδου.

Συνεχίζοντας το έργο της, μας δίνει ένα ακόμη  βιβλίο της, το Marco Renieri, Armonie Della Storia DellUmanità, προϊόν της υποδειγματικής επιστημονικής έρευνάς της, που την χαρακτηρίζει πάντοτε η ευσυνειδησία, και το ερευνητικό πάθος της για την εξαντλητική αναζήτηση πηγών – πληροφοριών που αποκαλύπτουν οι πλούσιες και ιδιαίτερα διαφωτιστικές  υποσημειώσεις της.

 

Marco Renieri, «Armonie Della Storia Dell' Umanità»,

Marco Renieri, «Armonie Della Storia Dell’ Umanità»,

 

Εξέχουσα μορφή της κοινωνικής και οικονομικής ζωής του νεοπαγούς ελληνικού κράτους, ο Μάρκος Ρενιέρης (Τεργέστη 1815 – Αθήνα 1897) υπήρξε φορέας των ιδεών του ρομαντισμού και διακρίθηκε για τα πρωτότυπα ιστο­ρικά, φιλοσοφικά και πολιτικά του δημοσιεύματα. Προερ­χόμενος από την ελληνική Διασπορά της Ιταλίας, σε νεαρή ηλικία σημείωσε στη Βενετία μία σύντομη αλλά επιτυχή παρουσία στα ιταλικά γράμματα. Σε αυτήν ακριβώς την ενότητα εντάσσεται το ανέκδοτο έως τώρα φιλοσοφικό του δοκίμιο με τίτλο Armonie della Storia dellUmanita (1839), ορόσημο της ιταλικής του συγγραφικής παρα­γωγής.

Με μιαν αντίληψη της φιλοσοφίας της Ιστορίας, η οποία στηρίζεται στη μελέτη των μύθων, των γραπτών μαρτυριών, της θρησκείας και του δικαίου, ο νεαρός Μ. Ρενιέρης πραγματοποιεί έναν διάλογο με τη φιλοσο­φία και τη γραμματεία του Risorgimento, η ερμηνευτική προσπέλαση του οποίου φωτίζει πτυχές των προβλημα­τισμών που αργότερα θα αναπτύξει κατά την ωριμότητά του στην Ελλάδα.

(Από το σημείωμα της συγγραφέως στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Marco Renieri

Armonie Della Storia DellUmanità

Εισαγωγική Μελέτη- Έκδοση-Σχόλια

Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου

Σελίδες 224

ISBN 978-960-404-289-0

Ακαδημία Αθηνών

Κέντρον Έρευνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας

Αθήναι, 2014.

 

Read Full Post »

Κριτική βιβλίου – Δ. Κιτσίκη, «Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924», σειρά: Πολιτική και Ιστορία 29, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 21988, σσ. 243. 


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» κριτική της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, που αφορά στο βιβλίο του Δ. Κιτσίκη με τίτλο:

Δ. Κιτσίκη, «Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924», σειρά: Πολιτική και Ιστορία 29, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 21988, σσ. 243.

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του ο κ. Κιτσίκης*, ο οποίος διετέλεσε καθηγητής ιστορίας των διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Οττάβας, διατείνεται ότι «η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρξε όχι μόνον η πολιτιστική αλλά και η πολιτική έκφραση του ελληνισμού»· γι’ αυτό αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο με σκοπό ν’ αποδείξει ότι «η Οθωμανική Αυτοκρατορία όχι μόνον δεν υπήρξε μια περίοδος “400 χρόνων σκλαβιάς” για τον ελληνισμό αλλά, αντιθέτως, ένα λαμπρότατο (!) οικοδόμημα της παγκόσμιας ιστορίας» (σ. 19).

Στην προσπάθειά του υποπίπτει σε πολλές αντιφάσεις και αλλοπρόσαλλη επιχειρηματολογία. Π.χ. τα προνόμια που ο Μωάμεθ Β΄ παραχώρησε στην ορθόδοξη εκκλησία πώς έθεταν «τις βάσεις τής από κοινού ελληνοτουρκικής κυριαρχίας», τη στιγμή που επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν η οθωμανική (δηλ. ένα μείγμα από αραβικά, περσικά και τουρκικά), επίσημη θρησκεία η μουσουλμανική και κυρίαρχος λαός ο τουρκικός (σσ. 39-40); Πόσο προστατευτική σημασία περιέκλειε η λ. ραγιάς (= κοπάδι) για τους χριστιανικούς λαούς της αυτοκρατορίας (σ. 31) οι οποίοι ήταν υπόδουλοι και ανελεύθεροι; Εάν μάλιστα ήθελαν ν’ ανέλθουν σε ανώτερα αξιώματα ή στην ανώτερη κοινωνική τάξη έπρεπε οπωσδήποτε να εξισλαμιστούν (βλ. περίπτωση Εβρενού και βυζαντινής πριγκίπισσας, σ. 55, 101). Πόσο «οικειοθελώς» γίνονταν οι εξισλαμισμοί (σ. 192), όταν αυτοί αποτελούσαν τον μόνο τρόπο για μια αξιοπρεπή ανθρώπινη επιβίωση; Πώς η αυτοκρατορία των Οσμανιδών «υπήρξε αυτοκρατορία των Ρωμηών» (σ. 65), τη στιγμή που οι Ρωμιοί είχαν χάσει την πρώτη θέση και είχαν υποταχθεί, προσπαθώντας να επιβιώσουν ως «δεύτερος λαός» (σ. 105); Ποια ισότιμη συνύπαρξη μεταξύ Οθωμανών δυναστών και Ελλήνων υποδούλων ήταν δυνατή; Ένα αποδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η εκτέλεση του Μιχαήλ Καντακουζηνού από τον οθωμανό αυτοκράτορα Μουράτ Γ΄, επειδή ο Μουράτ «ανησυχούσε να βλέπει τον Μιχαήλ τόσο ισχυρό» (σ. 110). Τι περιθώρια βελτίωσης βιοτικού επιπέδου επέτρεπαν στους ραγιάδες οι οθωμανοί δυνάστες, όταν αδιάλειπτη επιδίωξή τους ήταν να παραμένει ο καθένας στην τάξη του προκειμένου να διατηρηθεί η κοινωνική αρμονία (σ. 87); Πώς μπορούσαν να επικοινωνούν απρόσκοπτα και να συμβιώνουν αρμονικά δύο λαοί με μεγάλες διαφορές στο επίπεδο του πολιτισμού; Όταν το 1280 ο Οσμάν Α΄, ένας φύλαρχος με κύριο μέλημα να εξασφαλίζει στους συντρόφους του καλά λιβάδια για βοσκή και πλούσια λάφυρα, ίδρυε τη νομαδική τουρκομάνικη ηγεμονία (σ. 66, 68), οι Έλληνες είχαν ήδη πίσω τους έναν λαμπρό πολιτισμό 28 περίπου αιώνων. Ποια ελληνοτουρκική ομοσπονδία ήταν δυνατόν να επιθυμεί ο Ατατούρκ, τη στιγμή που δεν αντιμετώπιζε τους Έλληνες εξ ίσου με τους Τούρκους; Απόδειξη ότι δεν αντικατέστησε το αραβικό αλφάβητο της τουρκικής γλώσσας με το ελληνικό αλλά με το λατινικό, επειδή φοβόταν (όπως οι προγενέστεροί του οθωμανοί σουλτάνοι) τον κίνδυνο αφομοίωσης των Τούρκων από τους Έλληνες. Ο Ατατούρκ δεν θα μπορούσε ποτέ ν’ αποδεχθεί τα ελληνικά, γλώσσα «συνδεδεμένη με μια θρησκεία διαφορετική απ’ αυτή των Τούρκων» (σσ. 66-67).

 Σε «ενδιάμεσες περιοχές» (σ. 150 κ.ε.) και «ειδικές θάλασσες» (σ. 204) μπορεί κανείς ν’ αναγάγει πολλές περιοχές του πλανήτη γη. Δεν βλέπω όμως να γίνεται λόγος «για γαλλογερμανική ομοσπονδία» ή «αγγλογαλλική συνομοσπονδιακή κυβέρνηση» και «κράτος της Μάγχης», όπως ο συγγραφέας προπαγανδίζει το «κράτος του Αιγαίου». «Κράτος Αιγαίου» δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία ούτε είναι δυνατόν ένα τέτοιο κατασκεύασμα να καταστεί βιώσιμο, καθώς οι Έλληνες και οι Τούρκοι αποτελούν λαούς με διαφορετική κουλτούρα, γλώσσα, θρησκεία που δεν τους επιτρέπουν να βαδίσουν έναν κοινό δρόμο. Όταν υπάρχουν μεγάλα προβλήματα συμπόρευσης μεταξύ των δύο Τουρκιών (δυτικά και ανατολικά της Άγκυρας χωρίς καμιά βαθιά συγγένεια μεταξύ τους, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας στη σ. 200), τότε πώς είναι δυνατόν να συμβιώσουν αρμονικά σε μία συνομοσπονδία λαοί τόσο διαφορετικοί όπως οι Έλληνες και οι Τούρκοι;

Μια ακόμη παρατήρηση: η αλλοίωση πηγών με αυθαίρετο κόψιμο – ράψιμο των τμημάτων τους, δεν χαρακτηρίζει σοβαρή και αξιόπιστη ιστορική προσέγγιση. Έτσι, ο συγγραφέας θέτει ως μότο του βιβλίου ένα δικό του κατασκεύασμα αναμιγνύοντας φράσεις του Ρήγα Φεραίου, οι οποίες αν ιδωθούν απείραχτες και στο σύνολο του κειμένου τους αναδίδουν ένα διαφορετικό μήνυμα. Παραθέτω τα δύο κείμενα προκειμένου να κρίνει ο αναγνώστης:

Α. κείμενο Κιτσίκη (σ. 9) «Η Οθωμανική αυτοκρατορία υπήρξε “το πλέον ωραιότερον βασίλειον του κόσμου, οπού εκθειάζεται πανταχόθεν από τους σοφούς”» (Ρήγας Φεραίος, σχέδιο συντάγματος, 1797), Β. κείμενο Ρήγα (σ. 159) «Στοχαζόμενοι ότι ο τύραννος ονομαζόμενος σουλτάνος κατέπεσεν ολοτελώς εις τας βρωμεράς θηλυμανείς ορέξεις του…και το πλέον ωραιότερον βασίλειον του Κόσμου, όπου εκθειάζεται πανταχόθεν από τους σοφούς, κατήντησεν εις μίαν βδεληράν αναρχίαν, τόσον ώστε κανένας… δεν είναι σίγουρος μήτε δια την ζωήν του, μήτε δια την τιμήν του, μήτε δια τα υποστατικά του…κηρύττεται…».

Ποια «κοινή οθωμανική πατρίδα» είχαν προδώσει οι Έλληνες σύμφωνα με την κατηγορία που τους προσήπταν οι Τούρκοι τον 19ο αι. (σ. 153), όταν αυτή η «πατρίδα» τούς φερόταν με τον στυγερό τρόπο που περιγράφει παραπάνω ο Ρήγας; Γιατί ο συγγραφέας δεν αναφέρεται στις φρικτές σφαγές της Χίου ή των Ποντίων; Έτσι, δεν ισχύει η ρομαντική άποψή του (σ. 182) ότι οι Έλληνες και οι Τούρκοι αποτελούσαν δύο λαούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας «που είχαν επωφεληθεί το περισσότερο (!) απ’ αυτήν».

Κοντολογίς, οι δύο λαοί πρέπει σήμερα να μάθουν να συνυπάρχουν σε πνεύμα ειρήνης, αρμονίας, σεβασμού και συνεργασίας, ζώντας καθένας στον δικό του γεωγραφικό χώρο όπως αυτός έχει οροθετηθεί από διεθνείς συνθήκες. Όποιος πολίτης επιθυμεί για προσωπικούς λόγους να εγκατασταθεί στη χώρα του άλλου (χωρίς όμως να σπέρνει ζιζάνια), ας έχει κάθε δικαίωμα να το πράξει. Μια συνομοσπονδία – αχταρμάς θα επιφέρει επικίνδυνη νόθευση της αξιόλογης κουλτούρας των δύο λαών με σοβαρές αλλοιώσεις των πολιτισμικών τους ιδιαιτεροτήτων. Προσωπικά, θα τιμώ πάντοτε όσους πραγματικά αγωνίστηκαν το ’21 για να κερδίσουν την ελευθερία και αυτοδιάθεσή τους, δύο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Θ’ αντικρίζω με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη τους ανώνυμους τυφλούς και χωλούς αγωνιστές που έχουν αποτυπώσει σε πίνακές τους οι σπουδαίοι ζωγράφοι Θεόδωρος Βρυζάκης (Oανάπηρος του αγώνα, 1850) και Διονύσιος Τσόκος (Μικρός οδηγεί τυφλό αγωνιστή, 1849), επειδή αυτοί οι αγωνιστές προτίμησαν να σακατευθούν για να ζήσουν ελεύθεροι το υπόλοιπο της ζωής τους και να εξασφαλίσουν την ελευθερία στις επόμενες γενιές των Ελλήνων (βλ. Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου).

 

 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

 

* Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Δημήτρης Ν. Κιτσίκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935, γιος του πρύτανη του Πολυτεχνείου και πολιτικού της αριστεράς, Νίκου Κιτσίκη (Ναύπλιο, 14 Αυγούστου 1887, Αθήνα, 26 Ιουλίου 1978) και της ελασίτισας και ελληνίδας φεμινίστριας Μπεάτας Κιτσίκη, το γένος Πετυχάκη.

Εγκατέλειψε την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, το 1947, καταφεύγοντας στη Γαλλία, όπου σπούδασε σε γαλλικό γυμνάσιο, λύκειο και στη Σορβόννη. Εκεί υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή, το 1962, με τίτλο «Προπαγάνδα και πιέσεις στη διεθνή πολιτική» (στα … διαβάστε περισσότερα γαλλικά, εκδόσεις PUF). Από το 1960 έως το 1970 εργάστηκε ως εντεταλμένος ερευνών σε ανώτατα επιστημονικά κέντρα (Institut des Hautes Etudes Internationales, Γενεύη, CERI/FNSP και CNRS, Παρίσι), και αναδείχθηκε από τους γνωστότερους τουρκολόγους.

Ασπαζόμενος τον μαοϊσμό, μετά από επανειλημμένα ταξίδια στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, ήδη από το 1958, έλαβε ενεργό μέρος στην εξέγερση του Μάη του 1968 στη Γαλλία και, εξαιτίας της, εξεδιώχθη από το γαλλικό πανεπιστήμιο. Κατέφυγε στον Καναδά, όπου το 1970 εξελέγη τακτικός καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Οττάβα και το 1974 εισήγαγε τις κινεζικές σπουδές. Το 1999 εξελέγη τακτικό μέλος της Καναδικής Ακαδημίας.

Στην Ελλάδα υπήρξε εντεταλμένος ερευνών στο ΕΚΚΕ. Στην Τουρκία υπήρξε εντεταλμένος καθηγητής στα πανεπιστήμια Μπογάζιτσι (Κωνσταντινούπολη) και Μπιλκέντ (Άγκυρα). Διετέλεσε σύμβουλος του προέδρου Τουργκούτ Οζάλ και υπήρξε στενός συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή του πρεσβύτερου, κατά τη διάρκεια της αυτοεξορίας του στο Παρίσι. Είναι κάτοχος τριών υπηκοοτήτων (ελληνικής, γαλλικής, καναδικής), κάτι που ικανοποιεί τον πανελληνισμό του: θεωρεί ότι ο Έλληνας είναι και πρέπει να είναι πλανητικός. Εκτός από τα βιβλία, διαδίδει τις ιδέες του και μέσω του περιοδικού γεωπολιτικής «Ενιάμεση Περιοχή».

Πηγή: Βιβλιονέτ: Υπηρεσία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Read Full Post »

Η επιστροφή των «Μαρμάρων»


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

Η επιστροφή των «Μαρμάρων»

 

Κατά καιρούς ακούγονται απόψεις από Έλληνες μορφωμένους για τη μη επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα στον τόπο όπου αυτά δημιουργήθηκαν. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αν επιστρέψουν τα «μάρμαρα» στην Αθήνα θα κλειστούν σ’ ένα μουσείο όπου θα τα βλέπουν πολύ λιγότεροι επισκέπτες απ’ ό,τι στο Βρετανικό,  ενώ εκεί που τώρα βρίσκονται έρχονται συνεχώς να τα θαυμάσουν άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο. Προφανώς, οι υποστηρικτές της ανωτέρω άποψης δεν έχουν επισκεφθεί το νέο Μουσείο Ακρόπολης όπου (εκτός από τα εκθέματα) ό,τι καλύτερο βιώνει ο επισκέπτης είναι η απρόσκοπτη επικοινωνία με τον εξωτερικό περιβάλλοντα χώρο.

Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Φωτογραφία: Andrew Dunn, 5 December 2004.

Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου.
Φωτογραφία: Andrew Dunn, 5 December 2004.

Συγκεκριμένα, τα γλυπτά του Παρθενώνα δεν παρουσιάζονται ξεκομμένα από το περιβάλλον ούτε είναι φυλακισμένα μέσα σε τσιμεντένιους τοίχους. Η τεράστια τζαμαρία (από πάνω έως κάτω και γύρω-γύρω) προσφέρει ένα μοναδικό σε τέρψη θέαμα: να παρατηρεί κανείς τα γλυπτά και ταυτόχρονα να βλέπει τον Ιερό Βράχο, τον εξωραϊσμένο πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου και τη συνοικία Μακρυγιάννη. Ας πληροφορηθούν ακόμη ότι το νέο Μουσείο Ακρόπολης είναι πυκνά επισκέψιμο όλες τις εποχές του χρόνου. Αν εξακολουθούν να μη πείθονται με τα παραπάνω, τότε ας απαντήσουν στο εξής ερώτημα: αφού (όπως λένε) στο Βρετανικό μουσείο θαυμάζουν τα «μάρμαρα» περισσότεροι άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο, τότε γιατί δεν τους στέλνουμε και τους υπόλοιπους αρχαιολογικούς θησαυρούς μας αδειάζοντας τα μουσεία της χώρας; Ας στείλουμε λοιπόν ό,τι έχουμε και δεν έχουμε με την παράκληση να τα φυλάνε και να τα παρουσιάζουν σ’ όλη την ανθρωπότητα, ενώ εμείς θα τους οφείλουμε αιώνια ευγνωμοσύνη!

Άλλοι περισπούδαστοι προσπαθούν με λεπτολόγα νομικίστικα επιχειρήματα να θολώσουν περισσότερο την υπόθεση, προτρέποντάς μας ν’ αναγνωρίσουμε στο Βρετανικό Μουσείο την κυριότητα των αρπαγμένων γλυπτών με την ελπίδα ότι ίσως έτσι αυτό θα συγκατανεύσει σε μια μόνιμη έκθεσή τους στην Αθήνα.

Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης ή είναι αφελείς ή τους έχουμε δώσει το δικαίωμα να μας θεωρούν αφελείς. Είναι δυνατόν το Βρετανικό Μουσείο να επιτρέψει (μ’ όποια διεύθυνση του τύχει και μ’ όποια αγγλική κυβέρνηση) τον παντοτινό δανεισμό των «ελγινείων» στην Αθήνα; Ας θυμηθούμε ότι στις αρχές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου οι βρετανικές αρχές κατοχής εξαπάτησαν τους Κυπρίους προκειμένου να στρατολογήσουν περισσότερους εθελοντές με το σύνθημα «Κύπριοι εντασσόμενοι στον αγγλικό στρατό, πολεμάτε για την Ελλάδα και για τη δική σας ελευθερία»! Όμως μετά το τέλος του πολέμου το Υπουργείο Αποικιών και οι Αρχηγοί των Επιτελείων τους απέρριπταν κάθε συζήτηση για Ένωση, ενώ ο Τσώρτσιλ πεισματικά ενέμενε στη διατήρηση πλήρους βρετανικής κυριαρχίας στη Μεγαλόνησο.

Για να επιστρέψω στο θέμα, όταν τα γλυπτά διερπάγησαν από τον Έλγιν με τον γνωστό αναίσχυντο τρόπο, όταν ο Παρθενώνας λεηλατήθηκε βιαιότατα, οι Έλληνες ήταν υπόδουλοι και δεν μπορούσαν να προστατεύσουν την πολιτιστική κληρονομιά τους. Τώρα γίναμε έθνος ελεύθερο, φτιάξαμε ένα κατάλληλο μουσείο και τα διεκδικούμε δικαίως.

Όταν τα αγόρασε η Αγγλία, στη Βουλή των Κοινοτήτων αμφισβητήθηκε έντονα η νομιμότητα της απόκτησής τους. Το βρετανικό κοινοβούλιο δεν είναι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ όπου εξαγνίζεται η αγορά παράνομου εμπορεύματος. Ούτε το Βρετανικό Μουσείο ως άλλος Πόντιος Πιλάτος μπορεί να νίπτει τας χείρας του και να ισχυρίζεται ότι δικαίως κατέχει το παράνομο εμπόρευμα. Το καλύτερο είναι ν’ αρθεί πάνω από τις φοβίες και τις αναστολές του, να δείξει επιτέλους ήθος και γενναιοψυχία και να επιτρέψει την επιστροφή των αρπαγμένων γλυπτών στον τόπο τους. Ειδάλλως, θα φέρει μονίμως τη στάμπα ενός άδικου και ανήθικου Μουσείου.

 

Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική, (Ένα οδοιπορικό των λέξεων «Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός»)


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

 Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική

(Ένα οδοιπορικό των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός)

 

Ο ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ. και τακτικός επιφυλλιδογράφος του «Βήματος της Κυριακής» κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης στο άρθρο του «΄Οπερ έδει δείξαι» (18-08-13) θέλησε «φθίνοντος Αυγούστου και αύξουσας μοναξιάς» (οι λέξεις δικές του) ν’ αναφερθεί μεταξύ άλλων στην «αρχαιοελληνική γραικική καταγωγή και επωνυμία» της γλώσσας μας. Επειδή ο κ. Μαρωνίτης αναμιγνύει κάπως άτακτα κι αρκετά αποσπασματικά τους «πρώιμους Γραικούς», οι οποίοι ως λεκτικό αντιδάνειο έγιναν «στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης αυθεντικό σήμα της φυλής, αποτυπωμένοι στον γενναίο δεκαπεντάσυλλαβο: «εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε να πεθάνω», με τους Ρωμιούς που «ενδιαμέσως στα χρόνια των Ρωμαίων γίναμε και μείναμε», και τέλος με τους Έλληνες, μια λέξη που «έχει την αρχή της σ’ ένα περιορισμένο γεωγραφικό τμήμα ανάμεσα στον Παγασητικό και στον Μαλιακό», αποφάσισα να παρουσιάσω πιο συστηματικά την πορεία και χρήση των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός μέσα στον χρόνο.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Μετεωρ. 1.352a-b) Γραικοί ονομάζονταν παλαιότατα οι Έλληνες που κατοικούσαν στη Δωδώνη και στον Αχελώο. Πριν από τον Αριστοτέλη δεν μαρτυρείται το Γραικός ως ονομασία των Ελλήνων· όμως, ο Ησίοδος αναφέρει έναν επώνυμο ήρωα Γραικόν, γιο του Δία και της Πανδώρας (απ. 5 M.-W.). Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο ο Γραικός ήταν γιος του Θεσσαλού (ως κύριο όνομα απαντούσε και Γραίκος).

Ο Έλλην (σύμφωνα με την πιο διαδομένη εκδοχή) ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Αμφικτίωνα· γιοι του Έλληνα ήταν ο Αίολος, ο Δώρος, ο Ξούθος, ενώ εγγονοί του ο Αχαιός και ο Ίων. Αυτή η γενεαλογία καταδεικνύει τη συγγένεια των ελληνικών φυλών (Αιολέων, Δωριέων, Αχαιών και Ιώνων) και την αμφικτιονική σύνδεσή τους. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Δία και της Πύρρας· λόγω καταγωγής από τον Δία οι απόγονοι τού Έλληνα αποτελούσαν ένα ευγενές έθνος. Σύμφωνα με μία τρίτη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Προμηθέα.

Έλληνες ονομάστηκαν αρχικά οι κάτοικοι ενός τμήματος του βασιλείου του Αχιλλέα, στην περιοχή της Φθιώτιδας· μόνον αυτούς ο Όμηρος ονομάζει έτσι (Ιλ. Β 683-4), ενώ για τους υπόλοιπους Έλληνες ο ποιητής χρησιμοποιεί τα ονόματα Αχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Αργείοι και Πανέλληνες (Β 530). Πρώτος ο ιστορικός Θουκυδίδης (1.3.2) αντιλήφθηκε ότι η εξάπλωση του ονόματος προήλθε από την υπερίσχυση των Ελλήνων της Φθιώτιδας στην Κεντρική Ελλάδα: «Από την εποχή όμως που ο Έλληνας και οι γιοι του απόκτησαν δύναμη στη Φθιώτιδα, και οι άλλες πόλεις άρχισαν να τους ζητούν βοήθεια, όλο και πιο πολύ εξ αιτίας αυτής της επικοινωνίας λέγονταν πια Έλληνες μεταξύ τους· πέρασε ωστόσο πολύς καιρός ώσπου τ’ όνομα να επικρατήσει γενικά». Για πρώτη φορά σε μια επιγραφή του 586 π.Χ. εμφανίζεται τ’ όνομα Έλληνες για να χαρακτηρίσει όλους τους κατοίκους του νότιου Ολύμπου (βλ. Παυσ. 10.7.4-6). Από την άλλη όμως, ο Ησίοδος στα Έργα του (στ. 653) χρησιμοποιεί τη λέξη Ελλάς ήδη με τη σημερινή σημασία.

 Δεν θα παραλείψω κάποιους ωραίους θρύλους που έπλασαν οι Νεοέλληνες για τον «Έλληνα» και την «Ελλήνισσα», δηλ. τον ήρωα και την ηρωίδα που αποτελούσαν προσωποποίηση του αρχαίου ελληνικού λαού· ήταν τόσο πελώριοι και δυνατοί ώστε το μνήμα του πρώτου στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου είχε «πέντε μέτρα μάκρος και δυόμισι πλάτος», ενώ η Ελλήνισσα της αρχαίας Μεσσήνης «εβαστούσε απάνου εις το κεφάλι της και ένεθε και τη ρόκα της» έναν μονόλιθο μήκους έξι μέτρων, τον οποίο «έφερνε από μακριά». Αυτός ο ογκόλιθος δεν είναι άλλος από τη σωζόμενη δεξιά παραστάδα της αρκαδικής πύλης των τειχών της αρχαίας Μεσσήνης (βλ. Ν. Πολίτη, Παραδόσεις τ. Α΄ αρ. 101, 106).

Με την εμφάνιση του χριστιανισμού και ιδίως από τότε που ο Άγιος Αθανάσιος έγραψε τον λόγο του κατά των Ελλήνων, τ’ όνομα αναθεματιζόταν από τους άμβωνες και χλευαζόταν σ’ εκκλησιαστικά συγγράμματα ως συνώνυμο του ‘ειδωλολάτρη’ ή ‘αιρετικού’. Κανείς από τους εκχριστιανισθέντες Έλληνες δεν τολμούσε ν’ αποκληθεί έτσι, με αποτέλεσμα να επανέλθουν τα παλαιά και λησμονημένα ονόματα· οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας ονομάζονταν Ελλαδικοί (το επίθετο απαντά ήδη στον Ξενοφάνη τον 6ο αι. π.Χ.). Αλλά την πιο μεγάλη διάδοση έλαβε τότε το Γραικός· σ’ αυτό συνετέλεσαν και οι Ιταλοί καθώς αποκαλούσαν τους Έλληνες Graeci είτε από τους Γραικούς της Ηπείρου είτε από την περιοχή της Γραίας (σημερινή Τανάγρα και Ωρωπός), οι οποίοι μαζί με Κυμαίους και Χαλκιδείς από την Εύβοια αποίκισαν την Κύμη της Ν. Ιταλίας. Από το λατινικό Graeci προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά Greek, Grec, Grieche, κ.λπ. Η προέλευση του βυζαντινού κράτους από τα σπλάχνα του ρωμαϊκού είχε ως αποτέλεσμα οι υπήκοοι του Βυζαντίου να προσαγορευθούν Ρωμαίοι (ή μετέπειτα Ρωμιοί).

Από τον 11ο αι. και εξής επανήλθε η χρήση τού Έλληνες, αφού λησμονήθηκε η αρνητική σημασία που του είχε προσδώσει η χριστιανική εκκλησία. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204) έκανε μισητό τ’ όνομα των Ρωμαίων και πολύ αγαπητό το Έλλην, καθώς μάλιστα αντιδιαστελλόταν προς οποιονδήποτε βάρβαρο (όπως γινόταν στην κλασική εποχή μετά τους περσικούς πολέμους). Όταν το γένος υποδουλώθηκε στους Τούρκους, τότε η εκκλησία έκρινε συμφέρουσα την ονομασία Ρωμαίοι και ο σουλτάνος αναγνώρισε τον πατριάρχη ως πατριάρχη των Ρωμαίων, δηλ. όλων των ορθόδοξων πληθυσμών της αλλοτινής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όσες φορές παρουσιαζόταν η ανάγκη να διακριθούν οι Έλληνες ορθόδοξοι από τους καθολικούς οπαδούς του πάπα, η Εκκλησία χρησιμοποιούσε τ’ όνομα Γραικός (= Έλληνας ορθόδοξος χριστιανός). Έτσι δεν είναι διόλου τυχαία η επιλογή Γραικός στην περήφανη απάντηση του Αθανάσιου Διάκου προς τους Τούρκους πριν από το μαρτύριό του, όταν του πρότειναν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Με τη φράση «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» ο Διάκος δηλώνει κατηγορηματικά ότι γεννήθηκε και θέλει να παραμείνει Ελληνορθόδοξος και ότι δεν πρόκειται ν’ αλλαξοπιστήσει για να σώσει τη ζωή του. Ας αναφέρω ότι ο Κοραής και οι προεπαναστατικοί (Ρήγας, Χριστόπουλος, κ.ά.) μιλούσαν για το «γένος των Γραικών». Παρ’ όλ’ αυτά στα δημοτικά τραγούδια από τον 16ο αι. και μετά, ήταν προτιμότερο το Έλλην που υιοθέτησαν οι αγωνιστές της Επανάστασης και τελικά επικράτησε επισήμως μετά την απελευθέρωση. Υπενθυμίζω τον γνωστό στίχο από το τραγούδι του Μακρυγιάννη «Ο Ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου, …», σχολιάζοντας ότι ο στρατηγός δεν επιλέγει να πει «Γραικέ μου»!

Σύμφωνα με τον κ. Μαρωνίτη «υπερβάλλει μάλλον ο Ελύτης όταν αποφαίνεται στο Άξιον Εστί: τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική· / το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου». Δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να πει ο Ελύτης ως νεοέλληνας ποιητής: «Τη γλώσσα μού έδωσαν γραικική»; Κάτι τέτοιο θα ήταν κουφό. Ή «Τη διάλεκτο μού έδωσαν αιολική»; Μα όταν γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ποιητής δεν υπήρχαν πλέον οι αρχαίες διάλεκτοι. Εκτός αυτών, η επίμαχη φράση του Ελύτη εναρμονίζεται τόσο όμορφα με τον στίχο 1254 από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (ομιλεί η Κασσάνδρα) «και μην άγαν γ’ Έλλην’ επίσταμαι φάτιν» (μτφρ. «ειλικρινά, κατέχω πολύ καλά την ελληνική γλώσσα»). Ας υπενθυμίσω ακόμη ότι στους κλασικούς Πίνδαρο, Ηρόδοτο, Πλάτωνα, κ.ά. εμφανίζονται κατά κόρον οι λέξεις Έλλην, ελληνικός για όσους είχαν κοινή ελληνική καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία κι έθιμα.

Συμφωνώ με την άποψη του ανωτέρω επιφυλλιδογράφου ότι «η γλώσσα μας καθ’ οδόν συνεχώς εξελισσόμενη, υπήρξε και παραμένει πολυώνυμη, ίσως γιατί ο ενικός αριθμός της φαίνεται στενός κορσές». Επίσης, δίκαια ειρωνεύεται την απόλυτη ρήση: «Μόνον όσοι γνωρίζουν Αρχαία Ελληνικά μπορούν να χρησιμοποιούν σωστά την Νεοελληνική Δημοτική»! Αλλά το ειρωνικό του σχόλιο «Όπερ εδει βήξαι», θα ήταν πιο σωστό: «εφ’ ωιπερ έδει βήξαι».

Τέλος, όλ’ αυτά γράφονται για να μη νιώθει ο διαπρεπής ομηριστής μας μοναξιά…

 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

Για το άρθρο «Οπερ έδει δείξαι» του κ. Δημήτρη Μαρωνίτη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Οπερ έδει δείξαι – Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

 

Read Full Post »

Διάλεξη στο Harvard: «Πελοπόννησος, Μύθος και Ιστορία»


 

Την Τετάρτη 6 Ιουνίου και ώρα 20.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο κ. Θανάσης Βαλτινός, Τακτικό Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, Έδρα της Νέας Ελληνικής Πεζογραφίας.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2012”του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Πελοπόννησος, Μύθος και Ιστορία».

Η σειρά εκδηλώσεων Events Series 2012 πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους – Μυκηνών και Ερμιονίδας.

  

Θανάσης Βαλτινός

 

Θανάσης Βαλτινός

Ο πεζογράφος, σεναριογράφος και μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, Θανάσης Βαλτινός,  γεννήθηκε το 1932 στο Καστρί Κυνουρίας και φοίτησε στα γυμνάσια Σπάρτης, Γυθείου και Τρίπολης. Από το 1950 ζει στην Αθήνα, αλλά έχει ζήσει και μεγάλα διαστήματα στο εξωτερικό (Αγγλία, Βερολίνο και ΗΠΑ) προσκεκλημένος πανεπιστημίων και πνευματικών ιδρυμάτων.

Έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο και πολλά μυθιστορήματα: «Συναξάρι του Ανδρέα Κορδοπάτη», «Η κάθοδος των εννιά», «Τρία ελληνικά μονόπρακτα», «Βαθύ μπλε, σχεδόν μαύρο», «Στοιχεία για τη δεκαετία του ’60», «Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν», «Φτερά μπεκάτσας», «Ορθοκωστά», «Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη, βιβλίο δεύτερο» και το «Άνθη της αβύσσου».

Το 1984 τιμήθηκε με το βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ των Καννών για την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα», ενώ το 1990 τιμήθηκε επίσης με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο του «Στοιχεία της δεκαετίας του ’60».

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Older Posts »