Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αλβανία’

Η δημιουργία του Αλβανικού κράτους


 

Με μεγάλη καθυστέρηση σε σύγκριση με τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς, ο αλβανικός εθνικισμός, με τη μορφή μιας αναπτυγμένης ήδη σε μεγάλο βαθμό εθνικής συνείδησης και της διατύπωσης αιτημάτων υπέρ ενός ενιαίου αλβανικού έθνους, επιχείρησε την πρώτη δυναμική εμφάνισή του στα 1878, με τη σύμπηξη του Συνδέσμου της Πρισρένης (Πρίζρεν), ενέργεια που στόχευε κατ’ εξοχήν στο να εκμεταλλευτεί υπέρ των Αλβανών τις ανακατατάξεις που προκάλεσε στη Βαλκανική χερσόνησο η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος. Τη σημαντικότερη, όμως, ώθηση στις πρώτες αυτές προσπάθειες έδωσε το κίνημα των Νεότουρκων, το 1908, που επέτρεψε αρχικά στους Αλβανούς να ιδρύσουν σχολεία και συλλόγους, αλλά και γενικότερα να αναπτύξουν μια εκτεταμένη εθνικιστική προπαγάνδα που απέβλεπε στην άνοδο του μορφωτικού επιπέδου και στην καλύτερη οργάνωση των αλβανικών πληθυσμών στη Βαλκανική. Παράλληλα με τη μορφωτική προσπάθεια παρατηρήθηκε και μια πιο ενεργητική δραστηριοποίηση των Αλβανών πατριωτών για τη δημιουργία ενός αυτόνομου αρχικά, ανεξάρτητου στη συνέχεια αλβανικού κράτους. [1]

Ο Αλβανό – Κοσοβάρος πολιτικός Χασάν Πρίστινα (Hasan Pristina,1873-1934). Αυτοεξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη το 1924. Ο Πρίστινα διατέλεσε μέλος του Αλβανικού κοινοβουλίου, υπουργός αγροτικής οικονομίας (1913) και υπηρεσιακός πρωθυπουργός της χώρας για 5 μέρες το Δεκέμβρη του 1921. Ο πάμπλουτος Αλβανός πολιτικός που για χρόνια χρηματοδοτούσε την αλβανική αντιπολίτευση, τελικά, δολοφονήθηκε σε ένα καφέ της Θεσσαλονίκης από πολιτικούς του αντιπάλους το 1934.

Η αλλαγή, ωστόσο, της στάσης των Νεότουρκων και η αφομοιωτική πολιτική που επέβαλαν πολύ σύντομα οδήγησαν τους Αλβανούς στην απόφαση να καταφύγουν σε δυναμικές αντιδράσεις. Ήδη από τις αρχές του 1912 η ιδέα είχε αρκετά ωριμάσει και οι προετοιμασίες είχαν ξεκινήσει. Όπως αναφέρει ένας από τους Αλβανούς εθνικιστές ηγέτες της εποχής, ο Χασάν Πριστίνα από το Κόσοβο, η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης στο βόρειο Κοσσυ­φοπέδιο (Ιπέκ, Τζιακόβα, Δίβρα, Πρίστινα, Πρισρένη) είχε κάνει αξιοσημείωτη πρόοδο και οι Κοσοβάροι ηγέτες εργάζονταν για την επίτευξη συμφωνίας με τους Αλβανούς των άλλων περιοχών για μια γενική εξέγερση. Πράγματι, το ίδιο καλοκαίρι άρχισαν οι εχθροπραξίες, που από το Κόσοβο γρήγορα επεκτάθηκαν σε περιοχές της βόρειας Αλβανίας (Σκόδρα) και του βιλαετιού του Μοναστηριού, φτάνοντας έως τα Σκόπια.

Το πρόγραμμα των επαναστατών ισοδυναμούσε με αυτονομία: 1) να ενωθούν τα τέσσερα βιλαέτια, που θεωρούνταν από τους εξεγερθέντες ως αλβανικά, σε ένα· 2) να χρησιμοποιείται η αλβανική γλώσσα στην εκπαίδευση και να δημιουργηθούν σχολεία με τα χρήματα από τους φόρους που συλλέγονταν από την Αλβανία· 3) να διοριστούν Αλβανοί λειτουργοί για την Αλβανία και να χρησιμοποιείται η αλβανική γλώσσα στα δικαστήρια· 4) σε καιρό ειρήνης η στρατιωτική θητεία να υπηρετείται στην Αλβανία. Η ανάγκη των Τούρκων να κλείσουν το μέτωπο με τους Αλβανούς τούς υποχρέωσε σε παραχωρήσεις, σημαντικότερη των οποίων υπήρξε ο γεωγραφικός προσδιορισμός της Αλβανίας – έως τότε ο όρος ήταν μια απλή γεωγραφική έκφραση, χωρίς ακριβή όρια: σ’ αυτόν θα περιλαμβάνονταν πλέον τα βιλαέτια Κοσόβου, Μοναστηρίου, Σκόδρας και Ιωαννίνων. [2]

Σ’ αυτή την προνομιακή θέση βρήκε τους Αλβανούς η έκρηξη του A’ Βαλκανικού Πολέμου. Οι θεαματικές στρατιωτικές επιτυχίες των Βαλκάνιων συμμάχων θορύβησαν τους εθνικιστές ηγέτες των Αλβανών, οι οποίοι είδαν το στρατό της Σερβίας και του Μαυροβούνιου να καταλαμβάνει περιοχές της Σκόδρας και της βόρειας Αλβανίας και τον ελληνικό στρατό να προελαύνει στην Ήπειρο, με κατεύθυνση τα Ιωάννινα. Η διαφαινόμενη από νωρίς ήτα της Τουρκίας στο πεδίο της μάχης έθετε σε κίνδυνο την υλοποίηση του εθνικού προγράμματος των Αλβανών, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μέσα από την εκπαιδευτική δραστηριότητα και τις εξεγέρσεις των προηγούμενων χρόνων πολύ δε περισσότερο έθετε σε κίνδυνο την ακεραιότητα των εδαφών που μόλις μερικούς μήνες νωρίτερα η τουρκική διοίκηση είχε χαρακτηρίσει ως «αλβανικά». Η κατάσταση για τους Αλβανούς περιπλεκόταν ακόμη περισσότερο, καθώς οι ηγέτες τους ήταν διαφοροποιημένοι ως προς τις πολιτικές προτιμήσεις τους και απουσίαζε μία κεντρική εξουσία αποδεκτή από όλους, ικανή να ελέγξει τις τοπικές μεμονωμένες δράσεις και να κατευθύνει την απαιτούμενη διπλωματική δραστηριότητα.

Προκειμένου να καταλήξουν σε μια ενιαία πολιτική και να συντονίσουν τις πολεμικές δραστηριότητες, σι Αλβανοί ηγέτες συγκεντρώθηκαν στα Σκόπια, στις 14 Οκτωβρίου 1912. Ο δρόμος που επέλεξαν τελικά προκειμένου να αποτρέψουν το διαμελισμό όσων θεωρούσαν ως αλβανικά εθνικά εδάφη ήταν μια ανεπίσημη συμμαχία με την Τουρκία. Όπως δήλωσαν τα μέλη της «Μαύρης Οργάνωσης για τη Σωτηρία της Πατρίδας», με διακοίνωσή τους προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, με την επιλογή τους αυτή δεν επιθυμούσαν να στηρίξουν την Τουρκία, η οποία προφανώς θα έχανε τον πόλεμο, αλλά να διαφυλάξουν την ενότητα των Βιλαετίων που οι ίδιοι διεκδικούσαν, για τα οποία επεδίωκαν ενιαία διακυβέρνηση. [3]

Ο Ισμαήλ Κεμάλ Μπέι Βλόρα (Ismail Qemal Bej Vlora‎ 1844-1919), ιδρυτής του Αλβανικού Κράτους και ο πρώτος πρωθυπουργός της Αλβανίας. Γεννήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1844 στην Αυλώνα και ήταν ο πρώτος που υπέγραψε την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Αλβανίας.

Ταυτόχρονα εντάθηκαν και οι διπλωματικές προσπάθειες των Αλβανών προς τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, από τις αποφάσεις των οποίων θα καθοριζόταν εν πολλοίς και η δική τους μοίρα. Την κρίσιμη εκείνη περίοδο σημαντικό ρόλο ανέλαβε ο Ισμαήλ Κεμάλ. Ο ίδιος γράφει στα απομνημονεύ­ματά του: «Όταν οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία, και οι Σέρβοι κατέλαβαν τα Σκόπια, συνειδητοποίησα ότι είχε έρθει η ώρα για εμάς, τους Αλβανούς, να λάβουμε δραστικά μέτρα για τη δική μας σωτηρία». Εκμεταλλευόμενος την ευτυχή συγκυρία της σύμπτωσης των αλβανικών εθνικών επιδιώξεων με τα στρατηγικά συμφέροντα των Αυστριακών και των Ιταλών στη δυτική Βαλκανική και την Αδριατική θάλασσα, καθώς και τον ανταγωνισμό μεταξύ αυτών και των υπόλοιπων δυνάμεων της εποχής (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) για τον καθορισμό ζωνών επιρροής στην περιοχή, έφτασε στην Αυλώνα, όπου στις 28 Νοεμβρίου 1912 διακήρυξε την αλβανική ανεξαρτησία και ανέλαβε πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης που σχηματίστηκε την ίδια ημέρα. Δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα έλπιζε βάσιμα ότι θα επηρέαζε και τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων γύρω από την επίλυση του αλβανικού ζητήματος, λόγω και της κρίσιμης κατάστασης που είχε προκληθεί από τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας, δύο ήταν πλέον οι προτεραιότητες του Αλβανού ηγέτη: η αναγνώριση του αλβανικού κράτους από τις Μεγάλες Δυνάμεις και ο καθορισμός των συνόρων του. [4] Το πρώτο από τα δύο ζητήματα λύθηκε στις 29 Ιουλίου 1913, όταν η Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη αποφάσισε πως η Αλβανία θα ήταν στο εξής ανεξάρτητο κράτος υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Λίγο νωρίτερα είχε δοθεί λύση και στο θέμα των βόρειων και βορειοανατολικών συνόρων της, όταν ύστερα από πιέσεις της Ρωσίας αποφασίστηκε να δοθεί η περιοχή του Κοσσυφοπεδίου στη Σερβία, ως αντάλλαγμα για τον αποκλεισμό της τελευταίας από την έξοδο προς την Αδριατική. Ανοιχτό απέμενε μόνο το ζήτημα των νότιων συνόρων της Αλβανίας.

Στο σημείο αυτό τα σχέδια των Αλβανών εθνικιστών έμελλε να συγκρουστούν με τις ελληνικές διεκδικήσεις. Κατά βάση οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν ήταν αντίθετες στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, εφ’ όσον αυτό περιοριζόταν εδαφικά εκτός της ελληνικής Ηπείρου. Οι Αλβανοί απαιτούσαν τα σύνορά τους να εκτείνονται ως τον Αμβρακικό κόλπο και η στήριξη των αιτημάτων τους από τις δύο αδριατικές δυνάμεις (Αυστρία και Ιταλία) ήταν αυτή που κατ’ εξοχήν ανησυχούσε την ελληνική πλευρά. Η οργάνωση εκτεταμένου ένοπλου αλβανικού κινήματος στα αμφισβητούμενα εδάφη, που θα στρεφόταν εναντίον των Ελλήνων, ασφαλώς θα ενίσχυε τις θέσεις τους στη διπλωματική κονίστρα, τα σχέδια όμως αυτά δεν πραγματοποιήθηκαν. Εστίες δράσης των Αλβανών εθνικιστών, είτε με τη μορφή ένοπλου αγώνα άτακτων σωμάτων είτε με τη διενέργεια προπαγάνδας μεταξύ των αλβανικών πληθυσμών, επισημάνθηκαν σε μερικά τμήματα (με συντονιστικό κέντρο στην Αυλώνα), χωρίς ωστόσο να πάρουν γενικευμένη μορφή.

Η έκρηξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, το καλοκαίρι του 1913, περιέπλεξε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η προσωρινή κυβέρνηση του Ισμαήλ Κεμάλ, με περιορισμένη πια επιρροή και αντιμέτωπη με το χωριστικό κίνημα των αντιπάλων του μπέηδων, με ηγέτη τον Εσάτ πασά στα Τίρανα, δεν είχε αποδειχθεί ικανή να ικανοποιήσει τις ελπίδες των Αλβανών εθνικιστών, οι οποίοι είχαν εναποθέσει σ’ αυτήν τη λύση του εθνικού τους ζητήματος. Ο Κεμάλ, προκειμένου να εδραιώσει την εξουσία του, επιχείρησε να συνομολογήσει συμμαχία με τους Βούλγαρους, οι οποίοι, σε περίπτωση νίκης επί των Ελλήνων και των Σέρβων, προσέφεραν στους Αλβανούς την Ήπειρο και τμήματα της Μακεδονίας. Εν όψει αυτής της συμφωνίας, σε περιοχές της κεντρικής και Βόρειας Αλβανίας ετοιμάζονταν ήδη επιχειρήσεις αλβανικών ένοπλων σωμάτων εναντίον Ελλήνων και Σέρβων, με τη Βουλγαρική στήριξη. Οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης ωστόσο έδωσαν τέλος στα σχέδια αυτά.

Η μεγάλη εδαφική αύξηση της Ελλάδας, όμως, μέχρι τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου κρίθηκε υπερβολική από τις δυνάμεις εκείνες που δεν επιθυμούσαν να εξελιχθεί η χώρα αυτή σε ισχυρή δύναμη της Αδριατικής, ούτε και να αποδυναμωθεί υπερβολικά η Αλβανία. Με οδηγό την ικανοποίηση των αναγκών αυτών, αποφασίστηκε η οροθέτηση της συνοριακής γραμμής μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Ο τελικός καθορισμός των συνόρων με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, στις 17 Δεκεμβρίου 1913, δεν ικανοποίησε καμιά από τις δύο πλευρές: ούτε την ελληνική, καθώς άφηνε στην αλβανική επικράτεια τις περιοχές του Αργυροκάστρου και της Κορυτσάς, ούτε και την αλβανική, που διεκδικούσε πολλά από τα εδάφη της ελληνικής Ηπείρου.

Έτσι, μέσα σε μόλις ένα χρόνο οι Αλβανοί, με τις μικρότερες δυνατές απώλειες και δίχως ουσιαστικά να πάρουν μαζικά τα όπλα εναντίον των κυρίαρχων Τούρκων, εκμεταλλευόμενοι όμως τόσο τις στρατιωτικές επιτυχίες των Βαλκάνιων συμμάχων, που προκάλεσαν την κατάρρευση του οθωμανικού κράτους, όσο και τις στρατηγικές επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων για την περιοχή της Βαλκανικής, κατόρθωσαν να αποκτήσουν ανεξάρτητο κράτος.

Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι στα εδάφη του νέου αυτού κράτους δεν περιλήφθηκαν όλες εκείνες οι περιοχές που διεκδικούσαν, κατοικούμενες από περισσότερο ή λιγότερο συμπαγείς αλβανικούς πληθυσμούς, προκάλεσε στους Αλβανούς εθνικιστές ένα αίσθημα πικρίας για την «αδικία» που είχε διαπραχθεί σε βάρος τους εκ μέρους των δυνάμεων της εποχής, αποτέλεσμα της οποίας ήταν κάποιοι αλβανικοί πληθυσμοί να παραμείνουν εκτός των αλβανικών συνόρων. [5] Το αίσθημα αυτό της «αδικίας του 1913» θα παραμείνει έκτοτε ζωντανό στη σκέψη των Αλβανών και θα εκθρέψει τον αλβανικό αλυτρωτισμό, που θα βρει τπ δυνατότατα να εκφραστεί σε αρκετές περιπτώσεις καθ’ όλο τον 20ό αιώνα, κάθε φορά που οι συνθήκες θα το επέτρεπαν.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για την αλβανική εθνική αφύπνιση ως την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, Βλ. τη διαχρονική μελέτη του St. Skendi, The Albanian National Awakening 1908-1912, Πρίνστον 1967, καθώς και τις ενδιαφέρουσες απόψεις του Τ. Zavalani, «Albanian Nationalism», στο Nationalism in Eastern Europe, Sugar P.-Lederer I. (eds), Σιάτλ 1994, σ. 55-92.

[2] Bασ. Κόντης,  Ευαίσθητες ισορροπίες. Ελλάδα και Αλβανία στον 20ό αιώνα, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 48.

[3] Χρ. Πιτούλη-Κίτσου, Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις και το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα κατά την περίοδο 1907-1914, Αθήνα 1997, σ. 205 κ. εξ.

[4] Αναλυτικά για τα ζητήματα αυτά βλ. Βασ. Κόντης, ό.π., σ. 50 κ. εξ., καθώς και στο Κ.Α. Βακαλόπουλου, ιστορία του βόρειου Ελληνισμού. Ήπειρος, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 559 κ. εξ.

[5] Η άποψη αυτή είναι κυρίαρχη στην αλβανική ιστοριογραφία. Βλ. χαρακτηριστικά Ar. Puto, Pavaresia shqiptare dhe diplomacia e fuqive te medha 1912-1914 (H αλβανική ανεξαρτησία και η διπλωματία των Μεγάλων Δυνάμεων 1912-1914), Τίρανα 1978, καθώς και το έργο του γνωστού R. Qosja, La question albanaise, Παρίσι 1995.

 

Ελευθερία Μαντά

Η Ελευθερία Μαντά είναι Επίκουρη καθηγήτρια Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, όπου και έλαβε το διδακτορικό τίτλο σπουδών με γενικό βαθμό «Άριστα». Εργάστηκε ως Επιστημονική συνεργάτης του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (1992-2008) και στη συνέχεια ως Διευθύντρια του Ιδρύματος (2008-2011).

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Βαλκάνια – Η γέννηση των εθνών», τεύχος 141, 4 Ιουλίου 2002.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Θρησκεία και εθνική ταυτότητα στην Αλβανία. Η περίπτωση των Μπεκτασήδων


  

Γεώργιος Καστριώτης

Ο N. Malkolm στο άρθρο του «Myths of Albanian national identity»[i] προσδιορίζει την «αδιαφορία για τη θρησκεία» (indifference to religion) ως έναν από τους βασικούς μύθους, στη βάση των οποίων συγκροτήθηκε η αλβανική εθνική ταυτότητα (οι υπόλοιποι είναι: ο μύθος της καταγωγής, ο μύθος της εθνικής ομοιογένειας και της πολιτισμικής καθαρότητας και ο μύθος των διαρκών εθνικών αγώνων). Το μυθικό σχήμα που διέπει τις εθνικές ρητορικές με λίγα λόγια είναι το εξής: Η θρησκευτική επιλογή και προσκόλληση σε ένα θρησκευτικό δόγμα δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα τους Αλβανούς, διότι η εθνική τους ταυτότητα συγκροτήθηκε ανεξάρτητα από τέτοιου είδους ταυτίσεις και είναι ριζωμένη στο αρχαίο Ιλλυρικό της παρελθόν. Παρότι ο Malkolm αναφέρεται στους Αλβανούς συγγραφείς των αρχών του εικοστού αιώνα που ζουν στην Αμερική, μπορούμε να πούμε ότι αυτό το στερεότυπο με διάφορες παραλλαγές αναπαράγεται στις εθνικές αφηγήσεις των Αλβανών από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.

Από τις απαρχές του αλβανικού εθνικισμού παρατηρείται η προώθηση μιας συγκεκριμένης αντίληψης περί της θρησκείας και της εθνικής ταυτότητας, η οποία βρήκε την ιδανική της έκφραση σε ένα από τα ποιήματα του γνωστού εθνικιστή συγγραφέα Pashko Vasa, το O moj Shqypni (ω φτωχή μου Αλβανία): « Ξυπνείστε, Αλβανοί, ξυπνείστε απ’ τον βαθύ σας ύπνο. Ελάτε όλοι σαν αδερφοί να δώσουμε όρκο χωρίς να σκεφτόμαστε εκκλησιά η τζαμί. Η πίστη των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός!»[ii]

Αυτή η άποψη αποτελεί βασικό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε όλα τα κείμενα της αλβανικής Rilindja (Αναγέννηση), γεγονός που δείχνει από μόνο του ότι η θρησκεία κάθε άλλο παρά αδιάφορη ήταν. Το αντίθετο, απασχολούσε ως πρόβλημα σε σχέση με τη συγκρότηση μιας ενιαίας εθνικής ταυτότητας και την προώθηση της εθνικής εν γένει ενότητας. Και πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αφού για πολλούς αιώνες, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, το βασικό κριτήριο για τη συγκρότηση  συλλογικών ταυτοτήτων, πέρα από την κλίμακα των μικρών κοινοτήτων, ήταν η θρησκεία. Ουσιαστικά μια ιδεολογική επιλογή και μια εθνική επιθυμία προβάλλεται εκ των υστέρων σε μια ιστορική πραγματικότητα που είναι διαφορετική. Αυτή άλλωστε είναι και η ενοποιητική λειτουργία των μύθων, οι οποίοι έπαιξαν έναν καταλυτικό ρόλο στη συγκρότηση των νεωτερικών εθνικών ταυτοτήτων.

Μπορούμε να παραπέμψουμε εδώ στη μπροσούρα του Μ. Konitza, που είναι αντιπροσωπευτικό κείμενο της αλβανικής «Αναγέννησης».  Γράφει λοιπόν αναφερόμενος στη θρησκεία τα εξής: « Ανάμεσα στα πολλά ψεύδη που διαδίδονται προκειμένου να στηριχτεί η άποψη ότι οι Αλβανοί δεν μπορούν να συγκροτήσουν ένα ανεξάρτητο κράτος είναι και η θέση ότι αυτοί είναι διαιρεμένοι από θρησκευτικές διαφορές …Παρόλα αυτά η Αλβανία είναι ίσως η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου η θρησκεία δεν έχει προκαλέσει καθόλου διχασμούς ανάμεσα στους κατοίκους, οι οποίοι έχουν παραμείνει ενωμένοι καθ’ όλη τη διάρκεια της εθνικής τους ιστορίας… Γάμοι ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους είναι συνηθισμένοι στην Αλβανία… Χριστιανοί και μουσουλμάνοι μπορεί να βρεθούν στην ίδια οικογένεια, ζώντας ειρηνικά κάτω από την ίδια στέγη… Οι Έλληνες, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι που, σε μεγάλους αριθμούς, εξισλαμίστηκαν, απαρνήθηκαν την εθνικότητά τους και έγινα πράγματι πιο Τούρκοι κι απ’ τους Τούρκους. Οι Αλβανοί παρέμειναν για πάντα Αλβανοί.»[iii]

Πράγματι, με τον καιρό ο μύθος «έπιασε τόπο» και η ιδέα της εθνικής ενότητας εξουδετέρωσε σταδιακά τους θρησκευτικούς διαχωρισμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη θέση των θρησκευτικών αντιπαλοτήτων εμφανίζονται εθνοτικού τύπου διαφορές και συγκρούσεις που εκφράζουν ακριβώς την υποχώρηση του θρησκευτικού παράγοντα ως κυρίαρχου σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των ομάδων. Παρατηρούνται για παράδειγμα εντάσεις ανάμεσα στους Αλβανούς χριστιανούς ορθόδοξους που αποκτούν έναν εθνικό προσανατολισμό και την ορθόδοξη εκκλησιαστική ιεραρχία, όπως και ανάμεσα στους εθνικιστές μπεκτασήδες του νότου και την σουνιτική ιεραρχία.[iv]

Pashko Vasa (1825 – 1892 )

Η κορύφωση αυτής της εθνικής προσπάθειας των Αλβανών να καταστήσουν τον ίδιο τον αλβανισμό θρησκεία, περιθωριοποιώντας τις  θρησκείες που διαιρούσαν το λαό, συμβαίνει στη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος. Έχω την εντύπωση ότι η επιβολή του αθεϊσμού έχει να κάνει λιγότερο με τη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία και περισσότερο με τον ιδιότυπο εθνικισμό του Εμβέρ Χότζα, ο οποίος εξέλαβε κατά γράμμα τον ποιητικό λόγο του Pashko Vasa, καθιστώντας τον αλβανισμό θρησκεία και καταργώντας δια νόμου οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική πίστη και πρακτική.[v]

Χαρακτηριστική είναι και η πραγματικότητα της Αλβανίας κατά την μετα-κομμουνιστική περίοδο. Η ανάκαμψη των θρησκειών, εκτός των άλλων, θα μπορούσε να θέσει σε αμφισβήτηση την ενότητα του αλβανικού λαού, εάν επικρατούσαν διαιρετικές αντιλήψεις και τάσεις σχετικά με το ρόλο της θρησκείας. Η ίδια η αλβανική ταυτότητα έπρεπε να αντιμετωπίσει διλήμματα ταύτισης με τη μια ή την άλλη θρησκεία, γεγονός που είχε ευρύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις. Και εδώ είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πως, μπροστά στον κίνδυνο να επικρατήσουν διαιρετικές λογικές με βάση τις θρησκευτικές διαφοροποιήσεις στους κόλπους του έθνους, εμφανίζεται μια φιλολογία περί αλβανικού οικουμενισμού, η οποία αρδεύει στα ιδεολογικά νερά της σκέψης των πρωτοπόρων αλβανών εθνικιστών.

Ο S. Maliqi γράφει χαρακτηριστικά: «Εάν η γύμνια που άφησε πίσω ο Κομμουνισμός μπορεί να αντικατασταθεί από κάτι, από κάποιο είδος εθνικής πίστης ή πεποίθησης, τότε είναι η πίστη ότι οι Αλβανοί είναι ένα έθνος οικουμενισμού, συνεχίζοντας την παράδοση ανθρώπων όπως ο Naim Frashëri, ο  Fan Noli  και o Gjergj Fista».[vi]

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι τρεις συγκεκριμένοι εκπρόσωποι της αλβανικής εθνικής κίνησης ανήκουν σε διαφορετικές θρησκευτικές ομάδες. Ο Naim Frasheri είναι μουσουλμάνος, ο Fan Noli ορθόδοξος και ο Gjergj Fista καθολικός χριστιανός. Αυτό που τους ενώνει και που τους προσανατολίζει στην υποβάθμιση του θρησκευτικού παράγοντα είναι η πίστη στην εθνική ιδέα και στην «αναγέννηση» του αλβανικού έθνους με τη μορφή ενός ενιαίου και ανεξάρτητου κράτους. Να σημειώσουμε επίσης ότι κατά κάποιον τρόπο από τις απαρχές του αλβανικού εθνικού κινήματος διαμορφώνεται ένα κλίμα μέσα στο οποίο οι επιμέρους θρησκευτικές κοινότητες συναγωνίζονται μεταξύ τους ως προς τον αλβανισμό.

 

Naim Frashëri (1846 –1900)

 

Οι ορθόδοξοι χριστιανοί σ’ αυτό το πλαίσιο αρχίζουν να αναπροσδιορίζονται ως πιο γνήσιοι Αλβανοί, υποστηρίζοντας ότι ο ορθόδοξος χριστιανισμός είναι η παλιότερη θρησκεία των Αλβανών, ενώ αντίθετα οι μουσουλμάνοι συνεργάστηκαν και ταυτίστηκαν εν πολλοίς με τους Οθωμανούς (άλλωστε γι’ αυτό τους αποκαλούν ακόμα και σήμερα «Τούρκους»). Από την πλευρά τους οι μουσουλμάνοι θεωρούν ότι αυτοί είναι πιο γνήσιοι Αλβανοί, καθώς αποτέλεσαν τον πυρήνα της εθνικής αναγέννησης και σαν μεγάλοι πατριώτες αντιστάθηκαν στους Σέρβους που επιδίωξαν να διεισδύσουν και να καταλάβουν αλβανικά εδάφη. Για τους χριστιανούς αντίθετα υποστηρίζουν ότι οι μεν ορθόδοξοι ταυτίστηκαν με τους Έλληνες οι δε καθολικοί με τους Ιταλούς. Οι καθολικοί με τη δική τους σειρά διεκδικούν μεγάλο μερίδιο της αλβανικής γνησιότητας, επειδή διατηρούν ανέπαφα τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα και ιδιαίτερα το αλβανικό εθιμικό δίκαιο με τους ανάλογους κώδικες τιμής (kanuni).[vii]

Παρατηρείται λοιπόν ένας υπερθεματισμός  των θρησκευτικών ομάδων σε σχέση με την ιδεολογία του αλβανισμού που τείνει να υποκαταστήσει τη θρησκευτική πίστη. Με την αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την ανάδυση των εθνικών κινημάτων στη Βαλκανική οι Αλβανοί βρέθηκαν μπροστά σε μια κατάσταση υστέρησης ως προς την ανάπτυξη της δικής τους εθνικής αυτοσυνειδησίας και έτσι, έστω και καθυστερημένα, προσπαθούν να ξεπεράσουν τις όποιες θρησκευτικές και άλλες πολιτισμικές διαφορές και να διαμορφώσουν κι αυτοί μια κοινή εθνική πολιτισμική κοινότητα, η οποία θα στηρίζεται σε άλλα πράγματα και όχι στη θρησκεία που έτσι κι αλλιώς διαιρεί το έθνος. Η κοινή «φυλετική» καταγωγή  και η κοινή γλώσσα αποτέλεσαν τους δύο βασικούς πυλώνες, πάνω στους οποίους έμελλε να στηριχτεί η ανάπτυξη της κοινής εθνικής συνείδησης και ταυτότητας, ζητούμενο που προϋπέθετε βεβαίως τη δημιουργία ιδεολογικών μηχανισμών όπως τα σχολεία και την ανάπτυξη ενός κοινού γλωσσικού οργάνου και μιας εθνικής λογοτεχνίας.

Ο αδελφός του Naim Frasheri Sami το έθεσε με τον πιο επιτακτικό τρόπο σε βιβλίο που εξέδωσε στο τέλος του 19ου αιώνα. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η Αλβανία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τους Αλβανούς, οι Αλβανοί δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς την αλβανική γλώσσα, και η τελευταία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το δικό της αλφάβητο και χωρίς σχολεία».[viii]

Γεώργιος Καστριώτης- Σκεντέρμπεης

Ενδιαφέρον παρουσιάζει σ’ αυτό το πλαίσιο και η χρήση της ιστορίας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον εθνικό ήρωα των Αλβανών Gjergj KastriotiSkanderberg ( Γεώργιο Καστριώτη- Σκεντέρμπεη). Ο Σκεντέρμπεης καταγόταν από χριστιανική φεουδαρχική οικογένεια και από παιδί τον είχαν πάρει όμηρο οι οθωμανοί στην Πύλη, προκειμένου να διασφαλίσουν τη νομιμοφροσύνη των δικών του. Εκεί ανατράφηκε ως μουσουλμάνος, πήρε το όνομα Skanderberg και υπηρέτησε ως αξιωματικός τον Σουλτάνο, φτάνοντας ως το βαθμό του στρατηγού και κερδίζοντας τον τίτλο του μπέη. Το 1443 ο Σκεντέρμπεης επέστρεψε στην πατρίδα του στη σημερινή βορειοδυτική Αλβανία, αποκήρυξε το Ισλάμ, ενώθηκε με άλλους ευγενείς της περιοχής και με την υποστήριξη του Βατικανού και της Βενετίας αντιστάθηκε για πολλά  χρόνια,  κρατώντας τον οθωμανικό στρατό έξω από την περιοχή μέχρι το θάνατό του το 1468.[ix]

 Στο παράδειγμα του Σκεντέρμπεη οι Αλβανοί εθνικιστές βρήκαν βάση για να αναπτύξουν μια εθνική ρητορική και ιδεολογία περί εθνικής αντίστασης στους εχθρούς που επιβουλεύονται την ακεραιότητα της πατρίδας και την ενότητα του αλβανικού λαού. Η περίπτωση του Σκεντέρμπεη, εκτός από τα ηρωικά χαρακτηριστικά και τις αρετές που συμπυκνώνει, φαίνεται να «βολεύει» τον εθνικό μύθο και ως προς τα θρησκευτικά του χαρακτηριστικά, καθώς αλλαξοπίστησε επανειλημμένα. Μάλιστα είναι χαρακτηριστική η επιλεκτική χρήση των χαρακτηριστικών του, αφού αποσιωπάται το βασικό στοιχείο της ιστορίας του που είναι η αντίσταση ενός χριστιανού απέναντι στους μουσουλμάνους κατακτητές.  Η εικόνα του Σκεντέρμπεη φιλοτεχνείται με τα υλικά του εθνικού μύθου, όπου η θρησκευτική διάσταση της ταυτότητάς του υποβαθμίζεται. Πάνω του προβάλλεται ο ιδεώδης τύπος του Αλβανού που υλοποιεί ανά πάσα στιγμή το δόγμα  Ky është shpata është feja («εκεί που είναι το σπαθί εκεί και η πίστη»). Ο Fan Noli στο πολύ γνωστό και δημοφιλές βιβλίο του Historia e Skëndërbeut ( Η ιστορία του Σκεντέρμπεη) γράφει: « Ο Σκεντέρμπεης ήταν ένας γνήσιος Αλβανός αφού άλλαζε την θρησκευτική του πίστη ανάλογα με την πολιτική συγκυρία».[x]

Ακόμα και οι κομμουνιστές, στην προσπάθεια τους να σφυρηλατήσουν την εθνική ταυτότητα στο πλαίσιο ενός ιδιόρρυθμου εθνικισμού, συνέδεσαν το κίνημά τους με τους αγώνες του Σκεντέρμπεη ενάντια στις εξωτερικές επιβουλές. Μάλιστα, στο πλαίσιο μιας ρητορικής για τους συνεχείς και ακατάπαυστους αγώνες του αλβανικού λαού μέσα στην ιστορία, παραλληλίζουν την αντίσταση των παρτιζάνων κατά των δυνάμεων του Άξονα με αυτή του Σκεντέρμπεη εναντίον του Σουλτάνου, τονίζοντας τα στοιχεία της αυτοάμυνας και του «μοναχικού» ηρωικού αγώνα ως τεκμηρίων της συνέχειας του αλβανικού χαρακτήρα. Ενδιαφέρων είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο το καθεστώς, μέσω επιλεκτικής χρήσης, προσαρμόζει την ιστορία του Σκεντέρμπεη στις ιδεολογικές του ανάγκες. Έτσι αποσιωπά το γεγονός ότι ο αγώνας του ήταν κατ’ εξοχήν αντίσταση εναντίον των μουσουλμάνων κατακτητών, υποβαθμίζοντας έτσι τη θρησκευτική διάσταση, καθώς ο θρησκευτικός παράγοντας είναι διαιρετικός για το αλβανικό έθνος.

Πρόκειται για ένα κλασικό παράδειγμα «ανάγνωσης» του παρελθόντος με βάση τις ανάγκες του παρόντος. Ουσιαστικά  μια επιθυμία, ένα ζητούμενο του παρόντος, προβάλλεται στην ιστορική πραγματικότητα. Επειδή ακριβώς το καθεστώς γνωρίζει ότι η θρησκεία μπορεί να υπονομεύσει την ενότητα του λαού, καθώς η σύνθεσή του είναι πολύ-θρησκευτική, γι’ αυτό ακριβώς υιοθετεί το μύθο για την αδιαφορία του προς αυτή. Και αυτός ο μύθος προβάλλεται ακόμα και στον Σκεντέρμπεη, στου οποίου τους αγώνες κάθε άλλο παρά απουσίαζε η θρησκευτική διάσταση.[xi] Νομίζω ότι απόδειξη για το φόβο του καθεστώτος απέναντι στη θρησκεία και ουσιαστική αναίρεση της άποψης περί αδιαφορίας του λαού αποτελεί η ίδια η επιβολή της αθεΐας στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και η μανία με την οποία αυτό επιδόθηκε στην καταστροφή των θρησκευτικών ιδρυμάτων με αποκορύφωμα την ίδρυση «Μουσείου Αθεΐας» στη Σκόδρα, μια πόλη με έντονες θρησκευτικές παραδόσεις.

Αν ρίξει κανείς μια ματιά στην ιστοριογραφία της εποχής, θα διαπιστώσει εύκολα την προσπάθεια που γίνεται να προσαρμοστεί η ιστορία του Σκεντέρμπεη στα σύγχρονα ιδεολογικά ζητούμενα. Στο βιβλίο των Pollo και  Puto Ιστορία της Αλβανίας ο Σκεντέρμπεης παρουσιάζεται σαν Αλβανός πατριώτης που αγωνίζεται εναντίον των Τούρκων και όχι σαν χριστιανός που πολεμά εναντίον μουσουλμάνων. Όταν οι συγκεκριμένοι συγγραφείς αναγκάζονται να αναφερθούν στο θέμα της θρησκευτική ταυτότητας του Σκεντέρμπεη, σπεύδουν να ξεκαθαρίσουν ότι «ποτέ του δεν υπήρξε πρόμαχος της θρησκείας, όχι ότι ήταν αντιθρησκευόμενος ή αντικαθολικός, μα γιατί μια τέτοια στάση θα είχε ολέθρια αποτελέσματα στον εθνικό πόλεμο που διεξήγαν καθολικοί και ορθόδοξοι Αλβανοί.»[xii]

Στο ίδιο βιβλίο συναντά κανείς την επίσημη θέση του Κόμματος Εργασίας για τη θρησκεία και το ρόλο της στην ιστορία της Αλβανίας: «Το πρόβλημα του ιστορικού ρόλου της θρησκείας στην Αλβανία θα πρέπει να ιδωθεί κάτω από δύο θεμελιακές πλευρές. Οι Αλβανοί χωρισμένοι από τον 11ο αιώνα σε δύο θρησκείες (καθολικοί και ορθόδοξοι) και μετά από τον 15ο αιώνα σε τρεις (καθολικοί, ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι), αντίθετα με τους άλλους  βαλκανικούς λαούς δε χωρίστηκαν σε τόσες ανάλογες εθνικότητες. Αυτή η ιδεολογική διαφοροποίηση, παρά τις νοσηρές συνέπειες που είχε τόσους αιώνες στη χώρα, δεν κατάφερε να εξαλείψει την εθνική συνείδηση των Αλβανών. Η Αλβανία παρόλο που ήταν χωρισμένη σε τρεις εχθρικές η μια για την άλλη θρησκείες, δε γνώρισε θρησκευτικούς πολέμους στην ιστορία της.

Ο Αλβανός έγραφε ο Λόρδος Χομπχάουζ, σύντροφος του Μπάυρον στα ταξίδια του Τσάιλντ Χάρολντ στην Αλβανία, θα σας πει στην αρχή ότι είναι Αλβανός και μετά ποια είναι η θρησκεία του. Το έντονο ένστικτο της διαφύλαξης της αλβανικής εθνικότητας, ο θρησκευτικός προσηλυτισμός που επιβλήθηκε στο λαό από τους καταχτητές και το σχετικά χαμηλό επίπεδο της μάζας των κληρικών, ήταν πιθανώς, οι παράγοντες που, μόνοι ή μαζί μ’ άλλους, εμπόδισαν το ρίζωμα της θρησκείας στην ψυχή των Αλβανών.

Οι σχετικά χαλαροί δεσμοί που είχαν οι Αλβανοί με τη θρησκεία, οφείλονταν επίσης στον πολιτικό ρόλο που έπαιξε η τελευταία. Αυτή είναι  η δεύτερη θεμελιακή πλευρά του ιστορικού τα ρόλου στην Αλβανία. Οι θρησκείες χρησιμοποιήθηκαν πάντα σαν ιδεολογικά  όπλα των κατακτητών, που από τη Δύση και από την Ανατολή τις έφεραν μαζί τους. Έτσι ήδη από την καταγωγή τους βρίσκονταν ανακατεμένες με την πολιτική, χρησιμεύοντας ως στήριγμα των εισβολέων και όργανο των δυνάμεων που ενδιαφέρονταν ώστε ο θρησκευτικός διαμελισμός των Αλβανών να παίξει έναν τελείως διαλυτικό ρόλο στο πολιτικό επίπεδο…»[xiii]

Με την κατάρρευση του καθεστώτος το 1991, το ζήτημα της θρησκείας επανέρχεται και συνδέεται, όπως είναι φυσικό, και με το θέμα της εθνικής ταυτότητας των Αλβανών στο πλαίσιο αναζήτησης νέων προσανατολισμών. Η ιδέα ότι το αλβανικό κράτος είναι κοσμικό κράτος και ότι η θρησκεία δεν πρέπει να συνδέεται με την πολιτική, κάτι που συνάδει και με την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία, τίθεται υπό συζήτησιν. Ο προσανατολισμός προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, σε ό,τι αφορά τις θρησκευτικές επιλογές, δεν είναι απλά ζήτημα πίστης αλλά θέτει ευρύτερα ζητήματα πολιτισμικής και πολιτικής ένταξης, γεγονός που προσλαμβάνει σημαντικές διαστάσεις στο πλαίσιο της γνωστής συζήτησης για τη «σύγκρουση των πολιτισμών», που επικεντρώνεται στην υποτιθέμενη διαπάλη μεταξύ του δυτικού χριστιανικού κόσμου και του ανατολικού ισλάμ, όπου τα Βαλκάνια ως οριακή περιοχή με σημαντικές «ισλαμικές νησίδες» αποκτούν μια νέα επικαιρότητα και σημασία.

Το ερώτημα πράγματι τίθεται: Quo vadis Albania? Ο απαντήσεις διάφορες και ανάλογες της οπτικής γωνίας και της πολιτικής επιλογής του καθενός. Μια  πρόχειρη σχηματοποίηση θα μας έδινε τρεις βασικά απόψεις.

Η πρώτη μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ευρωκεντρική» και αξιοποιεί το αθεϊστικό παρελθόν, χρησιμοποιώντας το ως μηδενική βάση για την ανάπτυξη μιας νέας κατά βάση χριστιανικής ταυτότητας που θα βλέπει προς τη Δύση. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι καθολικοί υποστηρίζουν ότι  καθολικισμός είναι ο πιο κατάλληλος δρόμος ένταξης στην ευρωπαϊκή πολιτισμική κοινότητα, αφού αποτελεί την κυρίαρχη μορφή θρησκευτικής έκφρασης στην Ευρώπη. Η ορθοδοξία δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τόσο καλά το σκοπό αυτό λόγω του περιθωριακού της ρόλου στην Ευρώπη αλλά και της ίδιας της πολιτισμικής υπόστασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι την άποψη αυτή την υποστηρίζουν διανοούμενοι χριστιανικής και μουσουλμανικής καταγωγής, μεταξύ αυτών και ο Ισμαήλ Κανταρέ. Είναι μια άποψη που, εκτός των άλλων, συνάδει και με μια συγκεκριμένη ανάγνωση της περίπτωσης του Σκεντέρμπεη, ιδιαίτερα ως προς τη διάσταση της επιλογής μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό αυτό, παραπέμπω και πάλι στους Pollo και Puto, οι οποίοι χρόνια πριν και επί καθεστώτος Χότζα έγραφαν: « Κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει το ρόλο που έπαιξε ο Σκεντέρμπεης στις συνθήκες που δημιούργησε η οθωμανική κάθοδος στην ίδια την καρδιά της Ευρώπης, σαν υπερασπιστή του ευρωπαϊκού πολιτισμού και στρατιώτη της Αναγέννησης…».[xiv]

 

Γεώργιος Καστριώτης, αποκαλούμενος και Σκεντέρμπεης

 

Η δεύτερη άποψη σχεδόν ταυτίζεται με την κυρίαρχη αντίληψη περί της εθνικής ταυτότητας των Αλβανών, που προβάλλει τον πολύ-θρησκευτικό  της χαρακτήρα από τη μια αλλά και τη μικρή σημασία που έχει θρησκεία στη συγκρότηση της αλβανικής εθνικής ταυτότητας. Σ’ αυτή τη βάση υποστηρίζεται τόσο ο θρησκευτικός πλουραλισμός και η ανεξιθρησκία όσο και ο διαχωρισμός της θρησκείας από την πολιτική.

Η τρίτη άποψη είναι λιγότερο διαδεδομένη και αφορά τη σχέση του αλβανισμού με το ισλάμ («ισλαμο-εθνικισμός»). Παρουσιάζει μάλιστα  ενδιαφέρον η προσπάθεια των εκφραστών της να αποσείσουν το στίγμα της ταύτισης των μουσουλμάνων Αλβανών με τους Οθωμανούς, υποστηρίζοντας ότι ο εξισλαμισμός συνιστούσε «εθνική στρατηγική» για την αποφυγή του εκσλαβισμού ή εξελληνισμού του αλβανικού λαού. Προφανώς αυτή η άποψη έχει έναν αντιδυτικό χαρακτήρα και γι’ αυτό δεν μπορεί να κερδίσει έδαφος, δεδομένου του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας.[xv]

 

Η περίπτωση των Μπεκτασήδων

 

Και οι μπεκτασήδες; Που εντάσσονται σ’ όλα αυτά οι μπεκτασήδες; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Και πρώτα από όλα τι είναι οι μπεκτασήδες. Ο R. Elsie στο βιβλίο του A Dictionary of Albanian religion, mythology, and folk culture αναφέρει σε γενικές γραμμές τα ακόλουθα:

Το τάγμα των μπεκτασήδων λέγεται ότι ιδρύθηκε στην Ανατολία από τον Haji Bektash Veli που έζησε τον 13ο αιώνα. Με την επέκταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας απλώθηκε και στα Βαλκάνια. Πολύ λίγα ξέρουμε για την πρώιμη παρουσία του μπεκτασισμού στην Αλβανία αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι εδραιώθηκε στα τέλη του 16ου μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα.

Οι Αλβανοί ήσαν ιδιαίτερα δεκτικοί σε ορισμένα χαρακτηριστικά του, όπως η ανεκτικότητα και ο σεβασμός στις διαφορετικές θρησκείες και στις πρακτικές τους. Επιπλέον, αντίθετα με τις πρακτικές του ορθόδοξου ισλάμ (Sunni), που ταυτιζόταν με την οθωμανική εξουσία και την αραβική γλώσσα, ο μπεκτασισμός έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σεβασμό στους τοπικούς πολιτισμούς και τις γλώσσες.

Ο μπεκτασισμός γνώρισε μεγάλη διάδοση τα χρόνια του Αλή Πασά, που ήταν και ο ίδιος μπεκτασής, για να διαδραματίσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κίνηση της «εθνικής αναγέννησης» (Rilindja) των Αλβανών τον 19ο αιώνα. Εκτιμάται ότι στις αρχές του 20ού αιώνα το 15% του αλβανικού πληθυσμού ήταν μπεκτασήδες, δηλαδή το ένα τέταρτο των μουσουλμάνων της χώρας. Οι μπεκτασίδικοι τεκέδες υπήρξαν κέντρα  της αλβανικής εθνικής κίνησης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά  την παράνομη προπαγάνδα υπέρ της αλβανικής γλώσσας και εκπαίδευσης, συμβάλλοντας αρκετά στη διακίνηση των πρώτων βιβλίων στην αλβανική γλώσσα.

Στο πρώτο εθνικό τους συνέδριο, που έγινε στην Prιshta στο Skrapar το 1922, οι μπεκτασήδες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους από τους Τούρκους μπεκτασήδες και είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, μετά την απαγόρευση του μπεκτασισμού στην Τουρκία το 1925, κέντρο του παγκόσμιου μπεκτασισμού έγιναν τα Τίρανα.

Στον μπεκτασισμό αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία είναι το εσωτερικό μήνυμα και όχι οι εξωτερικές συμβάσεις. Οι τελετές και οι πρακτικές τους χαρακτηρίζονται από έναν μεγάλο βαθμό ελευθεριότητας. Μερικοί μπεκτασήδες πίνουν αλκοόλ και μάλιστα σε αρκετούς τεκέδες το παράγουν οι ίδιοι. Οι γυναίκες συμμετέχουν ισότιμα με τους άνδρες στις τελετές και τις γιορτές. Επίσης ο μπεκτασισμός έχει αφομοιώσει πολλά στοιχεία από άλλες θρησκείες και συγκεκριμένα στα Βαλκάνια από τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Ένα από τα βασικά του θεολογικά χαρακτηριστικά είναι και ένα είδος πανθεϊσμού για τον οποίο οι ίδιοι επιδεικνύουν μια μάλλον μυστικιστική συμπεριφορά.

Η σημαντικότερη ίσως πηγή για τον αλβανικό μπεκτασισμό είναι το Φυλλάδιο του μπεκτασισμού (Fletore e Bektashism) του Naim Frashëri, ηγετικής μορφής του αλβανικού εθνικού κινήματος. Ο Naim Frashëri πίστευε ότι οι φιλελεύθερες ιδέες και πανθεϊστικός και συγκρητιστικός χαρακτήρας του μπεκτασισμού μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για την ανάπτυξή του ως εθνικής θρησκείας των Αλβανών. Ο συνδυασμός  μάλιστα στοιχείων του Κορανίου και της Βίβλου στην πίστη των μπεκτασήδων πίστευε ότι θα βοηθούσε στην προώθηση της ενότητας στον διαφορετικά διαιρεμένο από τις θρησκείες αλβανικό λαό.

Παραθέτουμε δύο αποσπάσματα από το έργο αυτό του N. Frasheri, που δείχνουν τόσο τον πανθεϊσμό και το συγκρητισμό όσο και τον εθνικό χαρακτήρα του αλβανικού μπεκτασισμού:

 

«Οι μπεκτασήδες πιστεύουν στο Θεό το μεγάλο και αληθινό, Μωάμεθ Αλή, Χατζή, Φατιμά, Χασάν και Χουσεϊν. Στους δώδεκα ιμάμηδες που είναι …Όλοι αυτοί έχουν τον Αλή ως πατέρα τους και τη Φατιμά ως μητέρα τους. Επίσης πιστεύουν σε όλους τους ευλογημένους του παρελθόντος και του μέλλοντος, επειδή αυτοί πιστεύουν στο καλό και το λατρεύουν. Και ακριβώς επειδή πιστεύουν σ’ αυτούς και τους αγαπούν, γι’ αυτό πιστεύουν και στο Μωυσή, τη Μαρία και τον Ιησού και στους μαθητές τους. Ως ιδρυτή τους έχουν τον Jafer Sadik και ως ανώτερο τον Haji Bektash Veli που είναι από την ίδια οικογένεια. Όλοι αυτοί έχουν πει: να κάνεις το καλό και να αποφεύγεις το κακό… Η πίστη των Μπεκτασήδων είναι ένας πλατύς δρόμος που φωτίζεται από σοφία, αδελφοσύνη, φιλία, αγάπη, ανθρωπιά και όλη την καλοσύνη…»

 «Οι Μπεκτασήδες είναι αδέρφια και μια ψυχή, όχι μόνο μεταξύ τους αλλά  με όλη την ανθρωπότητα. Αγαπούν τους άλλους Μουσουλμάνους και τους Χριστιανούς σαν την ψυχή τους την ίδια και συμπεριφέρονται ευγενικά και καλά προς όλη την ανθρωπότητα. Αλλά πάνω από όλα αυτοί αγαπούν την πατρίδα τους και τους συμπατριώτες τους, γιατί αυτό είναι το καλύτερο πράγμα… Είθε να αγωνίζονται νύχτα και μέρα για το έθνος τους που το αποκαλούν πατέρα και στο οποίο ορκίζονται. Είθε να εργάζονται ενωμένοι με τους υπόλοιπους πολίτες και με τους μεγαλύτερους για τη σωτηρία της Αλβανίας και των Αλβανών, για την παιδεία και τον πολιτισμό του έθνους και της πατρίδας, για τη γλώσσα και για κάθε πρόοδο και ευτυχία…»[xvi]

 

Ας προβληματιστούμε λίγο πάρα πάνω γύρω από αυτό το ζήτημα της σχέσης του μπεκτασισμού με το αλβανικό εθνικό κίνημα. Η N. Clayer, που ασχολείται συστηματικά με το θέμα εδώ και πολλά χρόνια, κατά την έκδοση στα ελληνικά του σημαντικού άρθρου της με τίτλο  «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός» αισθάνθηκε την ανάγκη να στείλει στον εκδότη για δημοσίευση ως συμπλήρωμα στο τέλος ένα σημείωμα. Στο σημείωμα αυτό ομολογεί ότι στο συγκεκριμένο άρθρο της  που είχε δημοσιευτεί δώδεκα χρόνια πριν (και πριν από την κατάρρευση του καθεστώτος) δεν είχε καταφέρει να ξεφύγει από τις «κατασκευές» του αλβανικού εθνικού μύθου γύρω από το δεσμό ανάμεσα στο μπεκτασισμό και το αλβανικό εθνικό κίνημα.

Γενίτσαρος. Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι.

Γράφει χαρακτηριστικά ότι στο άρθρο της αναδεικνύει αυτόν τον δεσμό από το 1826 (χρονολογία της κατάργησης του σώματος  των Γενιτσάρων και της απαγόρευσης του τάγματος των μπεκτασήδων στην οθωμανική αυτοκρατορία), ενώ ο εθνικισμός δεν υφίστατο ακόμη εκείνη την εποχή μεταξύ των Αλβανών. Και συνεχίζει: «Το αντιτουρκικό και εθνικιστικό συναίσθημα», το οποίο θα έπρεπε μάλλον να χαρακτηρίσουμε ως αντιοθωμανικό, ή ακόμη μόνο αντιχαμιτικό και εθνικιστικό, γεννήθηκε επομένως αργότερα στους  αλβανούς Μπεκτασήδες και με πάρα πολλές περιπέτειες. Έτσι, δεν έχουμε τελική εικόνα του κινήματος της εθνικής αναγέννησης για τη δημιουργία της Αλβανίας που ανέφερα στο κείμενο εκείνο. Επαναλάμβανα, πράγματι, ως ιστορικές αλήθειες πολλές παραδόσεις που είχαν επινοηθεί, οι οποίες, είναι αλήθεια, κυκλοφορούν ακόμη σε πολλές μελέτες… Δεν απομένει παρά το κείμενο που φωτίζει επακριβώς το ρόλο του μπεκτασικού δικτύου  στη διακίνηση των εντύπων στην αλβανική γλώσσα και στην εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής της γλώσσας αυτής  κατά τις τελευταίες δεκαετίες της οθωμανικής περιόδου, στη θέση που έλαβε η πλειοψηφία των μπεκτασήδων υπέρ του λατινικού αλφαβήτου, στην υποστήριξή τους προς τους αλβανούς τσέτες, στην είσοδο του εθνικισμού στο δόγμα του τάγματος από τον Ναΐμ Φράσερη, ή ακόμη στη σύνθεση εθνικιστικών ποιημάτων από μερικούς μπαμπά.. Η μελέτη αυτή προβάλλει, επίσης, την μετατροπή της αδελφότητας των Μπεκτασήδων σε μια θρησκευτική ξεχωριστή κοινότητα στα πλαίσια του ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, λόγω της αριθμητικής της δύναμης αλλά και του ρόλου της στην ανάπτυξη του αλβανικού εθνικισμού.»[xvii]

Ανεξάρτητα από τη αποσαφήνιση των παραπάνω ερωτημάτων και πέρα από τη συζήτηση περί «επινοημένης παράδοσης», είναι γεγονός ότι από ένα σημείο και ύστερα ο μπεκτασισμός συνδέθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ιδιαίτερα με τον αλβανικό εθνικισμό. Είναι γνωστό, άλλωστε, πως και οι σουνίτες Αλβανοί μουσουλμάνοι, από τη στιγμή που αρχίζει να καταρρέει η οθωμανική αυτοκρατορία, φροντίζουν να διαφοροποιηθούν σε μια προσπάθεια να αποβάλλουν από πάνω τους το στίγμα της ταύτισής τους με αυτή [xviii].

Η περίπτωση των μπεκτασήδων πέρα από τα θεολογικά της  και ευρύτερα πολιτισμικά της χαρακτηριστικά που ευνοούν την θετική της σχέση με την εθνική ιδεολογία, έχει το επιπλέον πλεονέκτημα  όχι απλά μιας πρώιμης διαφοροποίησης αλλά και μιας ουσιαστικής σύγκρουσης με το κυρίαρχο ισλάμ που εκφράζει και οθωμανική κυριαρχία. Σ’ αυτή τη βάση γίνεται περισσότερο κατανοητό γιατί ο μπεκτασισμός «βόλεψε» αρκετά στην συγκρότηση του εθνικού μύθου από τη μια και από την άλλη βοήθησε στην πραγματικότητα το αλβανικό εθνικό κίνημα.

Ο μύθος, άλλωστε, δεν είναι παρά ένας ιδεολογικός μοχλός για την ίδια τη δράση των ανθρώπων και ένας σημαντικός μηχανισμός ενεργοποίησης συλλογικών οραμάτων. Το πώς επενδύεται κάθε φορά με διαφορετικά μυθικά στοιχεία όλη αυτή η ιστορία παρουσιάζει έτσι κι αλλιώς μεγάλο ενδιαφέρον.

Η εκάστοτε εξουσία προβάλλει πάνω της το δικό της όραμα με μια επιλεκτική ανάγνωση και χρήση του ιστορικού παρελθόντος. Επιλέγω ξανά ένα κείμενο «σοσιαλιστικής» παραγωγής, όπου φαίνεται πεντακάθαρα πέρα από την εθνική και η κοινωνική ανάγνωση με ιδεολογικούς όρους: «Η αιτία της κλίσης του Ναΐμ Φράσιερη προς τον μπεκτασισμό πρέπει να αναζητηθεί επίσης στα  πραγματικά ιστορικά καθήκοντα για την επιτέλεση των οποίων εργαζόταν και μάχονταν ο Ν. Φράσιερη… Ο σουφισμός αν και αίρεση αντιπροσώπευε την ιδεολογική μορφή, που εξέφραζε την αντίθεση και τη διαμαρτυρία των λαών κατά της φεουδαρχίας, τη αντίθεση των λαών που ήταν υποδουλωμένοι και καταδυναστευόμενοι από την οθωμανική κυριαρχία… Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο λαός μας, του οποίου η παιδεία για πολλούς αιώνες ήταν στραμμένη προς το πνεύμα της θρησκείας, καταλάβαινε καλύτερα και πιο εύκολα την θρησκευτική γλώσσα. Γι’ αυτό δεν πρέπει καθόλου να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ο Ν. Φράσερη ψάχνει να βρει το δρόμο προς το πνεύμα και την καρδιά του αλβανικού λαού. Γι’ αυτό επικαλύπτει τις ιδέες του με θρησκευτικό περίβλημα…».[xix]

Abdyl Frashëri (1839 – 1892)

Ωστόσο, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι μπεκτασισμός και αλβανικό εθνικό κίνημα συνδέθηκαν άρρηκτα μεταξύ τους από τις απαρχές του δεύτερου. Μιας και ό,τι λέμε το λέμε με αφορμή την επίσκεψή μας στον τεκέ της Φράσιερης μπορούμε να αναφέρουμε και τα εξής ιστορικά στοιχεία: Όταν επέστρεψε από τη Σύνοδο της Πριζρένης ο Abdul Frasheri μαζί με τον  Baba Alush του τεκέ της Φράσιερης, οργάνωσε τη γνωστή συγκέντρωση, που αναφέρεται και στην επιγραφή στην είσοδο και που ήταν ουσιαστικά η πρώτη εθνικιστική συγκέντρωση στο νότο. Λέγεται μάλιστα ότι οι μπεκτασήδες δερβίσηδες στη συνέχεια δεν έπαιξαν μόνο καταλυτικό ρόλο στη διάδοση των εθνικών ιδεών αλλά άσκησαν επιρροή και στους ίδιους τους χριστιανικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής.[xx]

Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι επινοημένη ή όχι, πρώιμη ή όψιμη, η σχέση του μπεκτασισμού με το αλβανικό εθνικό κίνημα είναι δεδομένη, γι’ αυτό και αναγνωρίστηκε επίσημα από το κράτος ως μια από τις θρησκείες του αλβανικού έθνους. Έτσι εξηγείται και η αναγωγή της Φράσιερης σε συμβολικό τόπο εθνικής μνήμης. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, παρά το κλείσιμο του τεκέ από το καθεστώς, το σπίτι της οικογένειας Φράσιερη μετατρέπεται σε μουσείο εθνικής ιστορίας. Είναι έτσι κατανοητή και η παρουσία της επιγραφής για τη συγκέντρωση του 1878 στην είσοδο του τεκέ και η τοποθέτηση της μπεκτασίδικης με την αλβανική σημαία στις δυο πλευρές της εισόδου κατά τη διάρκεια του πανηγυριού της 5ης Σεπτεμβρίου.

 

Βασίλης Νιτσιάκος

Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Εισήγηση στο Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών με θέμα: Διαστάσεις της μετάβασης και η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Φλώρινα, 10-12/11/2006.

 

Υποσημειώσεις


[i] Noel Malkolm, «Myths of Albanian national identity», στο St. Schwandner-Sievers and Bern. J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company,London, 2002, σελ. 70-87.

[ii] Βλ. G. Duijzings,  «Religion and the politics of ‘Albanianism’» , ο.π., σελ. 60-69, 61.

[iii] Mehmed Bey Konitza, «The Albanian Question», International conciliation,138(!919), New York, σελ. 745-788, σελ. 747-749.

[iv] Βλ. G. Duijzings, ο.π. , σελ. 62 και Stavro Skendi, The Albanian national awakening,1872-1912, Princeton U.P., Princeton,N. Jersey, 1967.

[v] Βλ. B.J. Fischer, «Albanian nationalism in the twentieth century», sto P.F.Sugar (ed.), Eastern European nationalism in the twentieth century, U.P. ofAmerica,WashingtonD.C., 1995,  σελ. 21-54.

[vi] S. Maliqi, «Albanians between east and west», στο G. Duijzings, D. Janjic and S. Maliqi (eds), Kosovo-Kosova: Confrontation or coexistence, Peace Research Center, University of Nijmegen, 1997, σελ. 115-122, 122. Πρβλ. G. Duijning, ο.π., σελ.63. Επίσης βλ. St Draper, The conceptualization of an Albanian nation, Ethnic and Racial Studies, 20(1), 1997, σελ. 21-54.

[vii] Βλ. Stavro Skendi The Albanian national awakening 1872-1912, Princeton U.P., Primceton, New Jersey, 1967, M. Vickers, Οι Αλβανοί, Οδυσσέας, Αθήνα, 1997 (αγγλική έκδοση 1995) και St.Draper, ο.π.

[viii] S. Sami Bey Frasheri, Was war Albanien,was ist es, was wird es werden?, aus dem Turkischen ubersertzt von A. Traxler, Vienna and Leipsig, 1913, σελ. 46, πρβλ. Stavo Sκεndi, ο.π. σελ. 129.

[ix] Βλ. M. Vickers, ο.π., σελ. 29-31 και St. Draper, ο.π., σελ.130 –131.

[x] Fan Noli, Historia e Skëndrbeut, Boston, 1921 και George Castrioti Scanderberg, New York, 1947. Βλ.  Γκάζι Καπλάνι, «Θρησκεία και αλβανική εθνική ταυτότητα. Μύθοι και πραγματικότητες», Σύγχρονα Θέματα, 81(2002), σελ. 50-57.

[xi] Βλ. St. Draper, ο.π., σελ. 130-131

[xii] St. Pollo – Ar. Puto, Ιστορία της Αλβανίας, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη, χ.χ. ,σελ. 111.

[xiii] Ο.π. σελ. 366.

[xiv]Βλ. St. Pollo – Ar. Puto, o.π., σελ.122

[xv] Βλ. N. Clayer, «Ισλάμ, κράτος και κοινωνία στην μετακομμουνιστική Αλβανία», στο Ε. Ζεγκίνης (επιμ), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία  Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005, σελ. 127-157, St. Draper, ο.π. και Γκ. Καπλάνι, ο.π.

[xvi] Βλ. R. Elsie, A dictionary of Albanian religion, mythology, and  folk culture, Hurst and Company, London, 2001, σελ. 25-34. Περισσότερες πληροφορίες για το μπεκτασισμό και την εξάπλωσή στα Βαλκάνια βλ. Fr. W. Hasluck, Χριστιανισμός και ισλάμ την εποχή των Σουλτάνων, τ. Α.-Β., Εκάτη, Αθήνα, 2004 και για τη σχέση του μπεκτασισμού με το εθνικό κίνημα στην Αλβανία βλ. Ευστρ. Ζεγκίνης (εισ.-επιμ.), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005. Ολόκληρο το κείμενο του Φυλλαδίου των Μπεκτασήδων υπάρχει δημοσιευμένο και στα δύο παραπάνω βιβλία. Σημειωτέον ότι το φυλλάδιο αυτό γνώρισε δύο εκδόσεις, μία στο Βουκουρέστι το 1896 και μία στη Θεσσαλονίκη το 1910.

[xvii] Natalie Clayer, «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός», στο Ευστρ. Ζεγκίνης (εις.-επιμ.), ο.π., σελ. 75- 126, σελ. 125-126.

[xviii] Βλ. ενδεικτικά St. Skendi, ο.π.

[xix] Ziya Xholi, «A propos du pantheism de N. Frasheri », Studia Albanica, 1 (1965),  σελ. 131-152. Βλ. N. Clayer, ο.π., σελ. 118.

[xx] Βλ. N. Clayer, ο.π., σελ. 79-80.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Clayer N., «Ισλάμ, κράτος και κοινωνία στην μετακομμουνιστική Αλβανία», στο Ζεγκίνης E.(επιμ), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία,  Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005.
  • Draper St., The conceptualization of an Albanian nation, Ethnic and Racial Studies, 20(1), 1997, σελ. 21-54.
  • Duijzings G.,  «Religion and the politics of ‘Albanianism’» στο  Schwandner-Sievers St. and B.J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company, London, 2002, σελ. 60-69.
  • Elsie R., A dictionary of Albanian religion, mythology, and  folk culture, Hurst and Company,London, 2001
  • Fischer B.J., «Albanian nationalism in the twentieth century», στο P.F.Sugar (ed.), Eastern European nationalism in the twentieth century, U.P. ofAmerica,WashingtonD.C., 1995,  σελ. 21-54.
  • Frasheri S. Bey, Was war Albanien,was ist es, was wird es werden?, aus dem Turkischen ubersertzt von A. Traxler, Vienna and Leipsig, 1913.
  • Hasluck Fr. W., Χριστιανισμός και ισλάμ την εποχή των Σουλτάνων, τ. Α.-Β., Εκάτη, Αθήνα, 2004.
  • Konitza M. Bey, «The Albanian Question», International conciliation,138(1919), New York, σελ. 745-788.
  • Maliqi S., «Albanians between east and west», στο Duijzings G., Janjic D. and  Maliqi S.(eds), Kosovo-Kosova: Confrontation or coexistence,PeaceResearchCenter,University ofNijmegen, 1997, σελ. 115-122.
  • Malkolm N., «Myths of Albanian national identity», στο St. Schwandner-Sievers and Bern. J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company,London, 2002, σελ. 70-87.
  • Natalie Clayer, «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός», στο Ευστρ. Ζεγκίνης (επιμ.). Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005.
  • Noli F., George Castrioti Scanderberg, New York, 1947.
  • Noli F., Historia e Skëndrbeut, Boston, 1921.
  • Pollo St.-Puto Ar., Ιστορία της Αλβανίας, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη, χ.χ.
  • Skendi St., The Albanian national awakening, 1872-1912, Princeton U.P., Princeton,N. Jersey, 1967.
  • Vickers M., Οι Αλβανοί, Οδυσσέας, Αθήνα, 1997 (αγγλική έκδοση 1995).
  • Ziya Xholi, «A propos du pantheism de N. Frasheri », Studia Albanica, 1 (1965),  σελ. 131-152.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

«Τετράδιο Πολέμου 1940», Γεώργιος Η. Κόνδης


 

Δημήτριος Σιώτος: Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940). Φώτο από το βιβλίο του Γ. Κόνδη, «Τετράδιο Πολέμου 1940».

Το νέο βιβλίο του Κοινωνιολόγου – Εκπαιδευτικού, Γεωργίου Η. Κόνδη, « Τετράδιο Πολέμου 1940» έρχεται  να  προστεθεί  και  να  εμπλουτίσει την ήδη σημαντική σειρά ερευνητικών βιβλίων, των εκδόσεων « Εκ προοιμίου».  Στις σελίδες ενός κιτρινισμένου και φθαρμένου τετραδίου που χρόνια κρατούσε ο Δημήτριος Ι. Σιώτος από τα Σταθέϊκα Άργους, είχε φυλαγμένες τις σκληρές αναμνήσεις μιας ολόκληρης εποχής. Κληρωτός του 1936, στην επιστράτευση του Οκτωβρίου 1940, εντάχθηκε στον 10ο Λόχο του 8ου Συντάγματος Πεζικού που είχε έδρα το Ναύπλιο.

Στο βιβλίο ο  Δημήτριος Ι. Σιώτος περιγράφει τις μάχες που δόθηκαν αλλά και πολλές λεπτομέρειες από την καθημερινότητα του μετώπου: την προσπάθεια εξεύρεσης τροφής, την αντιμετώπισή τους από τους ντόπιους πληθυσμούς, την άφιξη στον Πειραιά, τη νοσηλεία στην Αθήνα, την επιστροφή στο σπίτι που συμπίπτει, χωρίς να το γνωρίζει με την είσοδο του γερμανικού στρατού στο Άργος. Το τετράδιο του Δημητρίου Ι. Σιώτου συμπληρώνουν οι ενθυμίσεις ενός από τους επιζώντες μαχητές του Έπους της Αλβανίας, του Γεωργίου Νανόπουλου που δίνει συμπληρωματικές πληροφορίες για πρόσωπα και τοποθεσίες.

Πρόκειται για μια κριτική έκδοση σημειώσεων για τον πόλεμο που γράφονται  «εν θερμώ». Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται πολλές από τις σημειώσεις ή τα ημερολόγια του 1940 που έχουν ήδη εκδοθεί σε μια κριτική έκδοση ενός «Τετραδίου Πολέμου».

 

Τετράδιο Πολέμου 1940

 

Από την άποψη αυτή, η έρευνα του Γεωργίου Κόνδη παρουσιάζει ένα πλούσιο βιβλιογραφικό υλικό που στηρίζεται στις καταγραφές των ίδιων των πρωταγωνιστών.  Η έρευνα του συγγραφέα επεκτάθηκε στα αρχεία του Δήμου Άργους και του τοπικού τύπου για την περίοδο αυτή. Παρατίθενται τα πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων και οι πληροφορίες που προέρχονται από το Πρωτόκολλο του Δήμου, οι οποίες έχουν ταξινομηθεί σε θεματικές κατηγορίες. Το ίδιο συμβαίνει και με μια σειρά από άρθρα της εποχής που έρχονται στο φως για πρώτη φορά,  καθώς επίσης και στην αναζήτηση στοιχείων για Αργολιδείς που χάθηκαν στο μέτωπο.   

Η παρουσίαση του «Τετραδίου Πολέμου» υποστηρίζεται από κείμενα και φωτογραφίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και έγραψαν γι’ αυτά καθώς επίσης και από την παράθεση στοιχείων αναζήτησης για όσους έμειναν στα βουνά της Αλβανίας. Τέλος για πρώτη φορά παρατίθεται ολόκληρο το «Τετράδιο» και η μεταγραφή του με κάποιες αλλαγές που υποβοηθούν την ανάγνωση.

Η έρευνα αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό αρχείο για την Αργολίδα του 1940 και εμπλουτίζει την εθνική βιβλιογραφία για την περίοδο αυτή. Είναι τέλος, ένας οφειλόμενος φόρος τιμής, ένα χρέος,  σε όσους αγωνίστηκαν για την ελευθερία και την πρόοδο της πατρίδας. Είναι ίσως το μόνο χρέος που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να παραγραφεί.

Γεώργιος Η. Κόνδης, «Τετράδιο Πολέμου 1940»,  Εκδόσεις, Εκ Προοιμίου, Άργος, 2011.  Σελίδες 282, ISBN 978-960-89-719-7-4. Σε όλα τα ενημερωμένα  βιβλιοπωλεία.

 

Read Full Post »

Ελληνοϊταλικός Πόλεμος 1940


 

Την επαύριο του τορπιλισμού της «Έλλης» η ελληνική κυβέρνηση αποσιώπησε ότι η επίθεση ήταν έργο των Ιταλών. Παρά τα α­διάσειστα στοιχεία και τις υποψίες του λαού για τους ενόχους, η Ελλάδα απέφυγε τη σύρραξη. Έτσι, ο Ιωάννης Μεταξάς κέρδιζε κι άλλον χρόνο προκειμένου να προετοιμάσει τη χώρα του ενάντια σε μια μεγάλη ιταλική εισβολή την οποία ανέμενε από καιρό. Τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο πρεσβευτής της Ιταλίας στην Αθήνα, Εμανουέλε Γκράτσι επέδωσε στον Μεταξά τελεσίγραφο της ιταλικής κυβέρνησης. Με αυτό, η Ρώμη ζητούσε να επιτραπεί η ελεύθερη διέλευση ιταλικών στρα­τευμάτων, τα οποία θα κατελάμβαναν απροσδιόριστα «στρατηγικά σημεία» εντός της ελληνικής επικράτειας.

Ιωάννης Μεταξάς

Ο Μεταξάς αρνήθηκε, απαντώντας στα γαλλικά: «Alors, c’ est la guerre» («Λοιπόν, έχουμε πόλεμο»). Με το «ΟΧΙ» άρχισε ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος. Οι εντυπωσιακές νίκες των Ελλήνων κατά των Ιταλών θα έφερναν εν καιρώ τους Γερμανούς στην Ελλάδα, οι οποίοι θα έσπευδαν σε βοήθεια των συμμάχων τους που αποτύγχαναν στην επίθεσή τους από την Αλβανία. Πολλοί ιστορικοί υποστηρίζουν ότι η αναγκαστική γερμανική επέμβαση στα Βαλκάνια επηρέασε την έκβαση του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς καθυστέρησε την Επιχείρη­ση Μπαρμπαρόσα στην ΕΣΣΔ. Άλλοι ιστορικοί διαφωνούν με αυτήν τη θέση. Το βέβαιο είναι πως η απόκρουση της ιταλικής εισβολής αποτέλεσε την πρώτη νίκη κατά μιας χώρας του Άξονα. Το ηθικό παράδειγμα από το «Έπος του ’40» τονιζόταν τότε στους διθυραμβικούς επαίνους για τη μικρή Ελλάδα. Όπως είχε πει και ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ: «Εφεξής δεν θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες».

 

Η στροφή του Μεταξά προς τη Μεγάλη Βρετανία

 

«Δηλαδή θα έπρεπε δια ν’ αποφύγωμεν τον πόλεμον να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού από την Βουλγαρίαν. Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να πρόβλεψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος».

Ανακοίνωσις του Πρωθυπουργού Ι. Μεταξά προς τους ιδιοκτήτας και αρχισυντάκτας του Αθηναϊκού Τύπου εις το Γενικόν Στρατηγείον (ξενοδοχείον «Μεγάλη Βρεταννία»)

Τα παραπάνω λόγια αποτελούν απόσπασμα από ομιλία του Ιωάννη Μεταξά στους διευθυντές των αθη­ναϊκών εφημερίδων δυο μόνο ημέρες μετά την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, στις 30 Οκτωβρίου 1940. Η στάση του Μεταξά στη διάρκεια του πολέμου δεν αποτελούσε ευκαιριακή τοποθέτηση, αλλά υπήρξε φυσιολογικό επακόλουθο της συνεπούς διπλωματικής πορείας της χώρας, από τις αρχές κιόλας της δεκαετίας του 1910, να συνεργάζεται με τη Βρετανία που αποτελούσε τη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη στον χώρο της Μεσογείου.

Τα σύννεφα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πύκνωσαν στην Ευρώπη ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, όταν μια σειρά από ναζιστικά και φασιστικά καθεστώτα ανέλαβαν τον κυβερνητικό έλεγχο σε χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Ισπανία. Την ίδια στιγμή στα Βαλκάνια οι ζυμώσεις για τη διαμόρφωση σφαιρών επιρροής άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Η περιοχή άλλωστε αποτελούσε προνομιακό χώρο, όπου τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων τέμνονταν προκαλώντας έτσι αναπόφευκτες εντάσεις, συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις.

Η Ιταλία και η Μεγάλη Βρετανία ήταν οι δυο χώρες που ανταγωνίζονταν για τον έλεγχο της περιοχής και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να προωθήσουν τα ερείσμα­τά τους. Ο ανταγωνισμός αυτός προσείλκυσε αναπόφευκτα πολιτικούς από όλα τα Βαλκάνια, πολλοί από τους οποίους ανέλαβαν συγκεκριμένες πρωτοβουλίες θέλοντας να εκμεταλλευτούν προς όφελος των ιδίων και των κρατών τους την αντιπαράθεση των ισχυρών.

Μουσολίνι και Χίτλερ

Στο πλαίσιο αυτό, παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Ιωάννης Μεταξάς ανέλαβε πρωτοβουλίες, που τελικά ενίσχυσαν τα αγγλικά συμφέροντα στην Ελλάδα. Πιο συγκεκριμένα, κατέφυγε σε αγγλικές τράπεζες για την παροχή δανείων, παρέδωσε τον αποκλειστικό έλεγχο των τηλεπικοινωνιών με το εξωτερικό για δεκαέξι χρόνια σε αγγλικές εταιρείες, ενώ διατήρησε το εργοστάσιο συναρμολόγησης αεροπλάνων υπό βρετανικό έλεγχο,

Η εκχώρηση των κρατικών υποδομών στους Βρετανούς διέλυσε, όπως ήταν λογικό, τους ενδοιασμούς του Λονδίνου για τις προθέσεις του Μεταξά. Στα τέλη του 1938 ο Βρετανός πρεσβευτής στην Αθήνα βομβάρδιζε την υπηρεσία του με αναφορές εκθειάζοντας το καθεστώς Μεταξά, τη μόνη λύση στο πολιτικό χάος τα χώρας, όπως έλεγε. Η απροκάλυπτη αγγλική υποστήριξη εξώθησε τον Μεταξά σε ακόμη μεγαλύτερη προσχώρηση στη βρετανική συμμαχία.

«Αυτό που επιθυ­μώ», εκμυστηρευόταν στον Βρετανό πρεσβευτή στα τέλη του 1938, «είναι μια συμμαχία με τη Μεγάλη Βρετα­νία. Και γιατί όχι. Θα πρέπει να δεχτούμε ως δεδομένο ότι σε περίπτωση ευρωπαϊκού πολέμου, το ναυτικό και η αεροπορία της Μεγάλης Βρετανίας θα έχουν απόλυτη ανάγκη των ελληνικών νησιών και λιμα­νιών… Μια συμμαχία επομένως θα ήταν το φυσικότερο πράγμα, από την άποψη ότι δεν υπάρχει άνδρας ή γυναίκα ή παιδί στην Ελλάδα που να μην είναι ολόψυχα αφοσιωμένοι στη χώρα σας».

Οι προτάσεις Μεταξά οδήγησαν τον Waterlow στην άποψη ότι ο Έλληνας δικτάτορας ήταν πολύ καλύτερος από τους συνηθισμένους πολιτικούς και ότι «αν και γερμανόφιλος, οι σχέσεις μας με τον τωρινό πρόεδρο του Υπουργικού Συμβουλίου υπήρξαν φιλικότερες από τις σχέσεις μας με τους προκατόχους του». Οι επισημάνσεις του πρεσβευτή κλόνισαν τελικά τις επιφυλάξεις του Λονδίνου, παραμερίζονται και τους τελευταίους δισταγμούς του για τα οφέλη από μια πιθανή συμμαχία με την Ελλάδα.

Έτσι τον Απρίλιο του 1939, όταν ο Μου­σολίνι κατέλαβε στρατιωτικά την Αλβανία, η Αγγλία και η Γαλλία εγγυήθηκαν επίσημα την ανεξαρτησία της Ελλάδας και της Ρουμανίας σχηματοποιώντας έτσι τα στρατόπεδα που διαμορφώνονταν στην περιοχή. Αν και η παραπάνω εγγύηση δημιουργούσε περισσότερο μια ηθική υποχρέωση και δεν αποτελούσε σαφή δέσμευση από την πλευρά της Βρετανίας κήρυξης πολέμου για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας, έγινε δεκτή με ανακούφιση.

 

Σύγκλιση βασικής στρατηγικής με αποκλίσεις τακτικής

 

Ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄στο αλβανικό μέτωπο.

Από τη στιγμή εκείνη και έπειτα, ενάμιση, δηλαδή, χρόνο πριν από την επίσημη κήρυξη του πολέμου, οι ενέργειες του Μεταξά ήταν όλο και πιο εναρμονισμένες με την πολιτική του Λονδίνου. Έτσι, οι προσπάθειες της Ρώμης να προσεγγίσει την Αθήνα κοινοποιήθηκαν στο Λονδίνο και όπως ήταν φυσικό απορρί­φθηκαν. Την ίδια στιγμή το «φλερτ» της Βουλγαρίας με τις δυνάμεις του Άξονα μεγάλωνε την ανασφάλεια της Αθήνας για την τύχη της Μακεδονίας στην αγκαλιά της Βρετανίας.

Η οριστικοποίηση της ελληνοβρετανικής συνεργασίας επικυρώθηκε με την υπογραφή διμερούς εμπορικής συμφωνίας τον Ιανουάριο του 1940, που προέβλεπε περικοπή των ελληνικών εξαγωγών προς τη Γερμανία. Η Ελλάδα είχε καταστεί δέσμια των βρετανικών οικονομικών συμφερόντων, κάτι που βεβαίως έγινε αντιληπτό τόσο στο Βερολίνο όσο και στη Ρώμη. Ως εκ τούτου, το καθεστώς ουδετερότητας είχε πια τυπική μόνο σημασία, αφού κατ’ ουσίαν η Αθήνα είχε ήδη με τις ενέργειές τις επιλέξει τελεσίδικα το στρατόπεδο του Λονδίνου.

Θα πρέπει βεβαίως να επισημανθεί πως η πολιτική της Βρετανίας στα Βαλκάνια απέβλεπε κυρίως στην υπεράσπιση της Τουρκίας και των Στενών, σε αντίθεση με τους Γάλλους που προτιμούσαν την ανάληψη πιο ριζοσπαστικών πρωτοβουλιών, όπως την εγκατάσταση συμμαχικού προγεφυρώματος στη Θεσσαλονίκη. Όσον αφορά την Ελλάδα, η βρετα­νική θέση συνοψιζόταν πως σε περίπτωση ιταλικής εισβολής, βρετανικές δυνάμεις θα αποβιβάζονταν στην Κρήτη για να βοηθήσουν τους Έλληνες στην απόκρουση τα ιταλικής επίθεσης, ενώ ταυτόχρονα ο βρετανικός στόλος στο Αιγαίο θα κι­νητοποιούνταν για να διασφαλίσει τον έλεγχο των επικοινωνιών στην περιοχή. Η διασφάλιση δηλαδή τα εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας εξαρτάτο πολύ περισσότερο από την ικανότητα της Βρετανίας να νικήσει την Ιταλία σε έναν διμερή πόλεμο, παρά από τη δυνατότητα τα να προσφέρει στρατιωτική βοήθεια στην ηπειρωτική Ελλάδα.

 

Πορεία μεταγωγικών του στρατού στον ποταμό Δεβόλη. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

 

Οι ελληνικές πρωτοβουλίες δεν έμεναν φυσικά απαρατήρητες από το καθεστώς του Μουσολίνι προκαλώντας τη δυσαρέσκειά του. Από τις αρχές κιόλας του 1940 η ιταλική επιθετικότητα έναντι της χώρας κλιμακώθηκε, αφού η Ρώμη επιθυμούσε να δοκιμάσει τις αντοχές της Αθήνας στις παράλογες αξιώσεις της. Τον Αύγουστο μάλιστα σημειώθηκε συνδυασμένη επίθεση των ιταλικών εφημερίδων εναντίον της Ελλάδας, ενώ ελληνικά πλοία παρενοχλούνταν στο Αιγαίο από την ιταλική διοίκηση της Δωδεκανήσου.

Σύμφωνα με πρόσφατες αρχειακές μαρτυρίες από τα ιταλικά αρχεία, ο Μουσολίνι είχε αποφασίσει να κηρύξει τον πόλεμο στην Ελλάδα ήδη από το καλοκαίρι του 1940 με συμβολική κίνηση τον τορπιλισμό της «Έλλη», αλλά υποχρεώθηκε να αναβάλει για μερικούς μήνες τα σχέδιά του έπειτα από συμβουλές των Γερμανών. Αμέσως μετά τα γεγονότα του Δεκαπενταύγουστου ο Μεταξάς σε μια συγκινησιακά φορτισμένη συνάντησή του με τον Βρετανό πρε­σβευτή, του ζήτησε την αμέριστη βρετανική υποστήριξη δηλώνοντάς του κατηγορηματικά ότι είχε αποφασίσει να αντισταθεί σε κάθε επιβουλή του Άξονα εναντίον της Ελλάδα και ότι σε κάθε περίπτωση προτιμούσε την καταστροφή της χώρας του, από την ταπείνωσή της.

Η αποφασιστικότητα του Μεταξά προκάλεσε την αντίδραση του ίδιου του Τσόρτσιλ, ο οποίος σε μήνυμά του προς τον Έλληνα δικτάτορα, στις 25 Αυγούστου 1940, εξέφρασε τον θαυμασμό του για τον τρόπο με τον οποίο ο Μεταξάς είχε χειριστεί την κρίση και τον διαβεβαίωνε πως η θαρραλέα στάση των Ελλήνων, υπό την ηγεσία του, είχε κερδίσει τον θαυμασμό του αγγλικού λαού, που έβλεπε στη στάση των Ελλήνων το παράδειγμα των προγόνων τους μπροστά στον περσικό κίνδυνο.

Ωστόσο, ο Βρετανός πρωθυπουργός επανέλαβε και πάλι τη γνωστή θέση του Λονδίνου πως σε περίπτωση ελληνοϊταλικής σύρραξης η Ελλάδα δεν θα έπρεπε να αναμένει βρετανική βοήθεια για την προστασία των ηπειρωτικών περιοχών της, αλλά να προσδοκά μόνο βρετανική αεροπορική επίθεση εναντίον της Ιταλίας καθώς και αποστολή δυνάμεων για την άμυνα της Κρήτης. Παρά τη βρετανική διστακτικότητα, όμως ο Μεταξάς δεν έδειξε να υπαναχωρεί από τις θέσεις του. «Απόφασίς μου εις αντίστασιν μέχρις εσχάτων» σημείωνε με αποφασιστικότητα στο «Ημερολόγιό» του. Η άρνησή του να αποδεχθεί το ιταλικό τελεσίγραφο τα χαράματα της 28ns Οκτωβρίου 1940 ήρθε απλώς να επισφραγίσει τις εκπεφρασμένες πεποιθήσεις του.

  

Οι λανθασμένες εκτιμήσεις των Ιταλών «πληρώθηκαν» στην κορυφογραμμή της Πίνδου

 

Ο Μουσολίνι και ο Καβαλλέρο προετοιμάζουν τη μεγάλη επίθεση, Μάρτιος 1941. Αρχείο: Ν. Σ. Μάργαρη.

Στις 15 Οκτωβρίου 1940 στο γραφείο του Μπενίτο Μουσολίνι στη Ρώμη πραγματοποιήθηκε κρίσιμη σύσκεψη, στην οποία ελήφθησαν οι τελικές αποφάσεις για τη διεξαγωγή επιθετικής στρατιωτικής επιχείρησης εναντίον της Ελλάδας. Παρόντες στη σύσκεψη ήταν, εκτός του Ιταλού δικτάτορα, ο υπουργός των Εξωτερικών Γκαλεάτσο Τσιάνο, ο αρχηγός και ο υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού καθώς και οι επικεφαλής των στρατευμάτων που βρίσκονταν στην Αλβανία. Μέσα σε κλίμα έκδηλου ενθουσιασμού ο Ντούτσε ανακοίνωσε την απόφασή του για την κήρυξη πολέμου εναντίον της Ελλάδας, απόφαση που, όπως είπε, είχε ωριμάσει μέσα του «επί πολύ καιρό». Ήταν η ομολογία μιας επιθυμίας που είχε χαραχθεί αρκετούς μήνες νωρίτερα και είχε σε αρχικό στάδιο εκ­φρασθεί με τον τορπιλισμό της «Έλλης» ανήμερα της Παναγίας, στις 15 Αυγούστου του 1940.

Οι επιθετικές διαθέσεις του Μουσο­λίνι ενισχύθηκαν από τις διαβεβαιώσεις της στρατιωτικής ηγεσίας πως οι Ιτα­λοί στρατιώτες ανυπομονούσαν να εμπλακούν στις πολεμικές συγκρούσεις σε αντίθεση με τους Έλληνες, που φαίνονταν απρόθυμοι αλλά και ανέτοιμοι να αντιπαραθέσουν αξιόλογη αντίσταση. Ωστόσο, παρά τις εισηγήσεις των Ιταλών στρατηγών τα δεδομένα παραμονές της ελληνοϊταλικής σύγκρουσης φαίνεται ότι ήταν αρκετά διαφορετικά.

Η Ελλάδα όχι μόνο δεν ήταν απροετοίμαστη αλλά είχε φροντίσει ήδη, έστω και καθυστερημένα, από τον Απρίλιο του 1939, όταν η Ιταλία κατέλαβε την Αλβανία, να αναθεωρήσει το αμυντικό της δόγμα που έως τότε βασιζόταν κυρίως στα οχυρωματικά έργα κατά μήκος των βορείων συνόρων της και να προετοιμασθεί για το ενδεχόμενο χερσαίας επίθεσης από την πλευρά της Ηπείρου. Από την άλλη, οι Έλληνες στρατιώτες μόνο απρόθυμα δεν αντιμετώπισαν την κήρυξη του πολέμου. Τέλος, το φρόνημα των Ιταλών στρατιωτών υπερτονιζόταν δυσανάλογα σε σχέση με τις πραγματικές διαθέσεις τους και τη νομιμοφροσύνη τους απέναντι στο φασιστικό καθεστώς.

  

Το «μαρτύριο» του πρεσβευτή

 

Προφανώς τέτοιου είδους αποθαρρυντικές πληροφορίες θα είχαν φθάσει στα αυτιά του Ιταλού πρεσβευτή στην Αθήνα, Εμμανουέλε Γκράτσι, ο οποίος δεν έκρυβε την αγωνία του για τις πρωτοβουλίες των πολιτικών του προϊσταμένων. «Φαντάζομαι ότι στο κελί του θανάτου οι καταδικασμένοι θα περνούν ώρες όχι πολύ διαφορετικές από αυτές που περνώ εγώ τώρα», σημείωνε, λίγο πριν την έναρξη των εχθροπραξιών. Το «μαρτύριο» του Ιταλού πρεσβευτή ολοκληρώθηκε τα χαράματα της 28ns Οκτωβρίου, όταν επέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά το ιταλικό τελεσίγραφο. «Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα τη μεγαλύτερη απέχθεια για το επάγγελμά μου», εξομολογείται ο Ιταλός διπλωμάτης.

 

Έλληνες στρατιώτες στο αλβανικό μέτωπο. Φωτογραφία, Λάζαρος Ακερμανίδης.

 

Η είδηση της κήρυξης του πολέμου προκάλεσε παλλαϊκές εκδηλώσεις ενθουσιασμού στην Αθή­να. «Σιγά σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει λ.χ. Τα Εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα και πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων, με στολές της EON ή με πολιτικά, έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους, με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Κρατούν εικόνες του βασιλιά, του Μεταξά, του καταδρομικού Έλλη με την επιγραφή: Δεν λησμονούμε. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητω­κραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιο ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες στον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου που αισθάνομαι τέτοιαν ομόνοια να βασιλεύει στον τό­πο: Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμή ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σ’ αυτόν τον λαμπρό ουρανό», περιγράφει εκείνο το πρωινό του Οκτωβρίου ο Γιώργος Θεοτοκάς.

Δημήτριος Σιώτος, από τα Σταθέικα Άργους: Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940). Φώτο από το βιβλίο του Γ. Κόνδη, «Τετράδιο Πολέμου 1940».

Αλλά και στην κορυφογραμμή της Πίνδου ο ελληνικός στρατός ήταν πιο αποφασισμένος από ποτέ. Εμψυχώνοντας τους άνδρες του ο διοικητής του Αποσπάσματος Πίνδου, Συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Δαβάκης, σε ημερήσια διαταγή του αναφέρθηκε στο δίκαιο του ελληνικού αγώνα επικαλούμενος τα κατορθώματα των προγό­νων: «Οι Επαναστάται του ’21 με ξύλα και δρεπάνια αντιμε­τώπισαν Στρατόν της εποχής επιστημονικώς οπλισμένον χάρις εις το εξυψωμένον ηθικόν των… σήμερον εμείς με οπλισμόν σχεδόν ισάξιον του αντιπάλου θα υστερήσωμεν των προγόνων μας; Με το ανώτερον ηθικόν μας, με το δίκαιον του αγώνος μας, με τη δύναμιν του Θεού, θα εξέλθωμεν νικηφόροι της δοκιμασίας. Η πίστις μετακινεί όρη».

Οι ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις στο μέτωπο (Ήπειρος και Δυτική Μα­κεδονία) υπερτερούσαν αριθμητικά των αντίστοιχων ελληνικών, χωρίς όμως να υπολογίζονται οι ελληνικές εφεδρείες. Σύμφωνα με το σχέδιο του ι­ταλικού Γενικού Επιτελείου, θα εκδηλώνονταν δυο κύριες επιθετικές επιχειρήσεις, η πρώτη με στόχο την κατάληψη του Μετσόβου, όπου μάλιστα είχε διατεθεί και η περίφημη μεραρχία των Ιταλών Αλπινιστών «Τζούλια», και η δεύτερη με στόχο την Πρέβεζα για την εξασφάλιση βάσης για το ιταλικό πολεμικό ναυτικό. Αντίθετα, στο μέτωπο της Δυτικής Μακεδονίας το αρχικό ιταλικό σχέδιο ήταν αμυντικό. Ωστόσο, για διάφορους λόγους το ιτα­λικό επιτελικό σχέδιο δεν μπόρεσε τε­λικά να υλοποιηθεί.

 

Οι τρεις φάσεις του πολέμου

 

Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος χωρίζεται σε τρεις φάσεις. Στη φάση από τις 28 Οκτω­βρίου έως τις 13 Νοεμβρίου 1940, ο ελληνικός στρατός βρέθηκε σε θέση άμυνας και τελικά σταμάτησε την ιταλική προέλαση. Στη συνέχεια, οι Έλληνες στρατιώτες εισήλθαν στο έδαφος της Βορείου Ηπείρου πετυχαίνοντας για περίπου δυο μήνες μεγάλες στρατιωτικές νίκες σε βάρος των Ιταλών. Στην τρίτη φάση του πολέμου από τις 7 Ιανουαρίου έως τις 26 Μαρτίου 1941, αρχικά διακόπηκε η ελ­ληνική αντεπίθεση, ενώ αργότερα εκ­δηλώθηκε η εαρινή ιταλική επίθεση, χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα.

 

Αλέξανδρος Παπάγος. Ο Αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων στο Αλβανικό Μέτωπο. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

 

Κορυφαία στιγμή της τρίτης φάσης αποτελεί αναμφίβολα η πολύνεκρη μάχη που δό­θηκε γύρω από το «ύψωμα 731». Τόσο οι Έλληνες όσο και οι Ιταλοί στρατιώτες πολέμησαν με γενναιότητα, τιμώντας τον όρκο που είχαν δώσει προς την πατρίδα τους. Πληθώρα μαρτυριών της εποχής καταγράφουν τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις τους, τις στιγμές μεγαλείου αλλά και – όχι σπάνιες – σκηνές αβρότητας μεταξύ τους.

Κρίσιμος διαχωριστικός παράγοντας, πάντως, στάθηκε το αίσθημα του δικαίου που τόνωνε το φρόνημα των Ελλήνων στρατιωτών.

«Πόσες φορές δεν είδα Έλληνες στρατιώτες να δί­νουν τα τελευταία τσιγάρα τους, την πε­ριορισμένη μερίδα του ψωμιού τους σε Ιταλούς που είχαν αιχμαλωτισθεί. Γιατί ο Έλληνας, μολονότι περιέβαλλε με περιφρόνηση τον Ιταλό στρατιώτη, δεν αισθανόταν γι’ αυτόν, ανθρώπινο μίσος. Όλο το μίσος τους οι Έλληνες το επεφύλαξαν για τον Μουσολίνι και τον κόμητα Τσιάνο, για τους ανθρώπους που είχαν ρί­ξει τον ιταλικό στρατό στον πόλεμο. Και αυτό φαινόταν από τα τραγούδια που τραγουδούσαν, ενώ προήλαυναν», επεσήμαινε Άγγλος πολεμικός ανταποκριτής.

 

Ο βαρύς χειμώνας

 

Σφοδρός αντίπαλος και για τους δυο αντιμαχόμενους στάθηκε ο βαρύς χειμώνας. Οι πολικές καιρικές συνθήκες με τις συχνές χιονοθύελλες και τη χαμηλή ορατότητα, όπως καταγράφονται στα κινηματογραφικά επίκαιρα της εποχής, ευθύνονται για πλήθος από κρυοπαγήματα που οδήγησαν ακόμη και σε ακρωτηριασμούς. Επέφεραν έτσι πολλές δυσχέρειες στα πεζοπόρα τμήματα, ενώ επέτειναν τις δυσκολίες στον εφοδιασμό των μο­νάδων με τρόφιμα και πυρομαχικά.

 

Πορεία μεταγωγικών. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

 

Η παθιασμένη ελληνική αντίσταση και οι απρόσμενες, για πολλούς, επιτυχίες των Ελλήνων στρατιωτών υποχρέωσαν τους Βρετανούς να επανεξετάσουν τη στάση τους απέναντι στη «μάχη της Ελλάδας» και να δηλώσουν ετοιμότητα για προσφορά ουσιαστικότερης βοήθειας.

Από την άλλη, οι εξελίξεις στο μέτωπο προκάλεσαν βαθύτατη κρίση στους κόλπους της ιταλικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας οδηγώντας σε παραιτήσεις αλλά και ανακλήσεις Ιταλών στρατηγών από την Αλβανία, γεγονότα που τραυμάτισαν σοβαρά το γόητρο του Ιταλού δικτάτορα. Καθήλωσαν επίσης σημαντικές ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις που υπό άλλες συνθήκες θα είχαν διατεθεί σε άλλα μέτωπα, όπως εκείνο της Βόρειας Αφρικής. Υποχρέωσαν, τέλος, τη Γερμανία του Χίτλερ να επέμβει η ίδια στο ελληνικό μέτωπο προκειμένου να δώσει το αποφασιστικό χτύπημα.

 

Ιάκωβος Μιχαηλίδης

Επίκουρος καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

 

Πηγή


  • Καθημερινή, «Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος », Κυριακή 13 Ιουνίου 2010.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Βραχνός Βασίλειος (1887 – 1971)


 

Βραχνός Βασίλειος

Έλληνας στρατιωτικός. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1887. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και πήρε μέρος σε όλους τους πολέμους από το 1912 μέχρι το 1922. Το 1940 έγινε υποστράτηγος και διορίστηκε διοικητής της 1ης Μεραρχίας Πεζικού. Μετά την έναρξη των επιχειρήσεων, έσπευσε σε βοήθεια του Αποσπάσματος Πίνδου και συνέβαλε στην ήττα της Μεραρχίας Αλπινιστών Τζούλια. Στη διάρκεια της Κατοχής ήταν ένας από τους ιδρυτές της αντιστασιακής οργάνωσης «Άγνωστος Μεραρχία». Συνελήφθη και εκτοπίστηκε πρώτα στην Ιταλία και μετά στη Γερμανία. Απελευθερώθηκε το 1945. Το 1946 προήχθη σε αντιστράτηγο και το 1948 αποστρατεύτηκε. Εξελέγη βουλευτής το 1951 και το 1952. Το 1954 ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος τον διόρισε υφυπουργό Εξωτερικών. Πέθανε στην Αθήνα το 1971.

 

Πηγή


  • National Geographic, «1940-41 Ελλάδα, η Πρώτη Νίκη», Αθήνα, 2000.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Παρουσίαση του Βιβλίου « Τετράδιο Πολέμου 1940 »


 

Λίγο πριν φτάσουν στο μέτωπο. Ο Δ. Σιώτος δεξιά.

Η Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους-Μυκηνών (ΚΕΔΑΜ), οι Εκδόσεις « Εκ Προοιμίου» και η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, σας προσκαλούν στην παρουσίαση του Βιβλίου « Τετράδιο Πολέμου 1940 » του Γιώργου Κόνδη, που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα εκδηλώσεων του Μπουσουλοπούλειου 1ου Γυμνασίου Άργους ( Δαναού 26) το Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011 και ώρα 8.00 μ.μ.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

Ο Αγαθοκλής Π. Παναγούλιας, Ιστορικός – Ερευνητής,

Ο Βασίλης Τσιλιμίγκρας, Φιλόλογος – Ιστορικός και ο Συγγραφέας.

Αποσπάσματα θα διαβάσει ο Σκηνοθέτης της Αργολικής Πολιτιστικής Πρότασης Νικόλας Ταρατόρης.

Η παρουσία σας θα μας δώσει ιδιαίτερη χαρά.

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο


 

Αλβανικό μέτωπο.

Το νέο βιβλίο του Κοινωνιολόγου – Εκπαιδευτικού « Τετράδιο Πολέμου 1940» έρχεται  να  προστεθεί  και  να  εμπλουτίσει την ήδη σημαντική σειρά των ερευνητικών βιβλίων, που αφορούν κυρίως στην τοπική ιστορία και παράδοση,  των εκδόσεων « Εκ προοιμίου».  Στις σελίδες ενός κιτρινισμένου και φθαρμένου τετραδίου που χρόνια κρατούσε κρυμμένο στο μπαούλο του ο Δημήτριος Ι. Σιώτος από τα Σταθέϊκα Άργους, είχε φυλαγμένες τις σκληρές αναμνήσεις μιας ολόκληρης εποχής. Κληρωτός του 1936, στην επιστράτευση του Οκτωβρίου 1940, εντάχθηκε στον 10ο Λόχο του 8ου Συντάγματος Πεζικού που είχε έδρα το Ναύπλιο.

« Στις 23/11/40 το βράδι εξεκίνησε όλο το σύνταγμα να φύγει πήραμε έναν ατραπό δρόμο ένας πίσω τον άλλον μέσα σε κάτι ρεματιές και σε κάτι δάση που δεν έβλεπες ούτες θεό από τις οξιές. Δο να μίνουμε κι να φθάσουμε που να μίνουμε άλος έπεφτε δόθε άλος γλίστραγε κίθε από τις λάσπες και την κακοτοπιά…».

Έτσι ξεκινάει η μακρά πορεία στο μέτωπο. Ο Δημήτριος Σιώτος με τα λιγοστά γράμματα της Δ΄ Δημοτικού καταγράφει το έπος της Αλβανίας με ένα πηγαίο λόγο, απλό και απέριττο. Η ιστορία του μπορεί να είναι η ιστορία κάθε στρατιώτη εκείνων των ημερών. Στις σελίδες του τετραδίου του, παρουσιάζονται οι κακουχίες και οι περιπέτειες ενός στρατού που κλήθηκε να υπερασπίσει την πατρίδα του σ’ έναν πόλεμο που κήρυξαν απροκάλυπτα οι δυνάμεις του άξονα.

 

Τετράδιο Πολέμου 1940

 

Περιγράφοντας την πεζοπορία προς το μέτωπο, ο Δημήτριος Σιώτος κατορθώνει με την αμεσότητα και την απλότητα της γλώσσας να μας δώσει εξαιρετικές εικόνες μιας δραματικής έντασης και ενός απίστευτου βαθμού δυσκολίας που ενισχύει στα μάτια μας την αίσθηση ηρωισμού των μαχητών αυτών.

Ελληνοαλβανικά σύνορα. Χαιρετιστήριο από εξάδελφο του Γ. Νανόπουλου.

Αυτό το τετράδιο – που μέσα του έκλεινε τη νιότη του- ο Δημήτριος Σιώτος εμπιστεύθηκε στον Κοινωνιολόγο και Εκπαιδευτικό Γιώργο Κόνδη. Αυτός το παρέλαβε με χαρά και σεβασμό. Το Τετράδιο Πολέμου ήταν ο πυρήνας μιας σπουδαίας έρευνας, που σήμερα ο συγγραφέας μας παραδίδει εμπλουτισμένη με συνεντεύξεις και αφηγήσεις κι άλλων μαχητών, όπως του Γεωργίου Δ. Νανόπουλου από την Πυργέλα.

Επιχειρεί στο βιβλίο του να καταγράψει άγνωστες λεπτομέρειες και προσωπικές εμπειρίες των μαχητών του ’40 αναζητώντας πληροφορίες σε αρχεία, σε παλιά έγγραφα, σε δημοσιεύματα εκείνης της περιόδου αλλά και επίσημα στοιχεία από τον Δήμο του Άργους. Αντιπαραβάλει σχετικά κείμενα σπουδαίων ποιητών και συγγραφέων όπως το « Άξιον Εστί» του Οδυσσέα Ελύτη, οι συγκλονιστικές περιγραφές του Άγγελου Τερζάκη για τις μάχες που δόθηκαν για την κατάληψη της Κλεισούρας και Τεπελενίου κ.α.

« στην 1 η όρα κατέβηκα στο άργος και τόκοψα στα πόδια και το προΐ με τον ίλιο έφθασα στο χωριό …τέλος. Στης 27/4/41 έφθασα στο σπίτη».

28/10/1940 – 27/4/41. Μια συγκλονιστική ιστορία ενός απλού ανθρώπου, ενός απλού μαχητή, που χώρεσε σε 70 σελίδες ενός απλού τετραδίου.

 

Read Full Post »

Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα 1941


 

Προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων προς το νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Τον χειμώνα του 1940 και ενώ σχεδόν ολόκληρη η Ευρώπη έχει υ­ποταχθεί στις δυνάμεις του ναζισμού, η Ελλάδα καταφέρνει να α­ποκρούσει με επιτυχία την εισβολή της Ιταλίας στην επικράτειά της, αναπτερώνοντας το ηθικό όσων κρατών απέμεναν ακόμη να αντιστέκονται. Θορυβημένος από την ήττα του Μουσολίνι στην Ήπειρο, ο Χίτλερ αποφασίζει να παρέμβει. Ο ήδη εξαντλημένος από τις πολύμηνες μάχες στην Πίνδο ελληνικός στρατός δεν ήταν σε θέση να αντιπαρατεθεί με τις αριθμητικά πολλαπλάσιες δυνάμεις της Ιταλίας, της Γερμανίας και της Βουλγαρίας, μο­λονότι 60.000 Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί, Κύπριοι και Παλαιστίνιοι στρατιώτες προσέφεραν πολύτιμη βοήθεια. Πάντως, ο απελπισμένος αγώνας που δόθηκε μέχρι να σβήσει και η τελευταία εστία αντίστασης, στην Κρήτη, αποτέλεσε μια από τις συγκλονιστικότερες στιγμές του 20ού αιώ­να.

Από τους Έλληνες υπερασπιστές των οχυρών της γραμμής Μεταξά, που συνέχισαν να πολεμούν ακόμη και όταν όλα είχαν τελειώσει, μέχρι τους απαράμιλλης ανδρείας Νεοζηλανδούς, από τους οποίους ζητήθηκε να δώ­σουν και την τελευταία ρανίδα του αίματός τους, στον Πλαταμώνα, η μά­χη της Ελλάδας ανέδειξε τα όρια του ανθρώπινου θάρρους. Παρά τα λάθη, η Γερμανία χρειάστηκε περισσότερες ημέρες για να θέσει υπό τον έλεγχό της ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, απ’ ό,τι χρειάστηκε για να καταλάβει τη Γαλλία. Εντούτοις, απέδειξε – σε όσους ακόμη αμφέβαλλαν – ότι διαθέτει την αρτιότερη πολεμική μηχανή που είχε εμφανιστεί έως τότε στην ιστορία και θα χρειαζόταν χρόνια για να νικηθεί.

 

Άκαρποι διπλωματικοί ελιγμοί

 

Αλέξανδρος Παπάγος, αρχιστράτηγος των ελληνικών δυνάμεων.

Η γερμανική εισβολή στη Γιουγκοσλαβία και την Ελλάδα, στις 6 Απριλίου του 1941, σηματοδοτούσε την περιέλευση της Βαλκανικής υπό τον γερμανικό έ­λεγχο. Η χερσόνησος δεν αποτελούσε στο σύνολό της πεδίο προτεραιότητας για το Βερολίνο. Καθοριστικός για τον γερμανικό σχεδιασμό ήταν ο έλεγχος των πετρελαιοπηγών της Ρουμανίας. Το ενδιαφέρον της Γερμανίας για την Ελλάδα προέκυψε ως αποτέλεσμα της ιταλικής επίθεσης τον Οκτώβριο του 1940. Σε σχετική ιταλική βολιδοσκό­πηση, το Βερολίνο είχε απαντήσει αρ­νητικά, επικαλούμενο την ανάγκη αποφυγής εγκατάστασης των Βρετα­νών στο νότιο άκρο της χερσονήσου με συνέπεια να απειληθεί η ανεμπόδιστη χρήση των ρουμανικών πετρελαιοπη­γών, αφού η Ρουμανία θα βρισκόταν εντός του βεληνεκούς της βρετανικής αεροπορίας.

Η ιταλική εμπλοκή και κυρίως η ήτ­τα των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβα­νία έθετε την Ελλάδα στο επίκεντρο του γερμανικού στρατιωτικού σχεδιασμού. Τον Δεκέμβριο του 1940, ο Χίτλερ έδι­νε τη συγκατάθεσή του για το σχέδιο «Μαρίτα», που προέβλεπε την κατάληψη της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας προκειμένου να εξασφαλιστούν η νότια και ανατολική γερμανική πλευρά εν ό­ψει της εκστρατείας κατά της Σοβιετικής Ένωσης που επρόκειτο να αναλη­φθεί εντός του 1941. Πριν προσφύγει, όμως, τελικά στη στρατιωτική λύση, το Βερολίνο θα αναλάμβανε διπλωματική προσπάθεια για ανακωχή μεταξύ της Ιταλία και της Ελλάδας.

Οι προσπάθειες αυτές που εξελίχθηκαν από τον Δε­κέμβριο του 1940 έως και τον Φεβρου­άριο του 1941 απέβησαν άκαρπες, καθώς η Αθήνα δεν ήταν διατεθειμένη να εγκαταλείψει τη συμμαχία της με τη Βρε­τανία, αλλά μόνο να εξασφαλίσει τη δια­κοπή των εχθροπραξιών με την Ιταλία.

Αντίθετα, η προτεραιότητα για το Βερολίνο ήταν να εκδιώξει τους Βρετανούς από την Ελλάδα. Η τελευταία θα προ­σπαθούσε να τηρήσει ιδιαίτερα προ­σεκτική στάση, αποφεύγοντας να προκαλέσει τη γερμανική πλευρά. Ήδη, κα­τά τις συνομιλίες της με τους Βρετανούς, η Αθήνα είχε αρνηθεί να δεχθεί βρετανικές δυνάμεις στο έδαφός της, αφού η βρετανική ενίσχυση φαινόταν ανεπαρκής για την απώθηση γερμανικής εισβολής αλλά επαρκής για να προκα­λέσει το Βερολίνο.
 
 

Γερμανοί στρατιώτες στην Ελλάδα, Απρίλιος 1941. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

 

Όταν τελικά, προς το τέλος Φεβρουαρίου, η Αθήνα θα δεχό­ταν τη βρετανική ενίσχυση ήταν περί­που βέβαιο ότι οι γερμανικές δυνάμεις θα επενέβαιναν υπέρ των Ιταλών. Η είσοδος του γερμανικού στρατού στη Βουλγαρία ήταν η από μακρού αναμε­νόμενη επιβεβαίωση των γερμανικών προθέσεων.

Στον γερμανικό σχεδιασμό σημαντική θέση κατείχε και η Γιου­γκοσλαβία. Το Βελιγράδι αισθανόταν α­πό καιρό τη γερμανική πίεση και η θέ­ση του δεν ήταν αναμφισβήτητη στο πλευρό των δυτικών δυνάμεων. Στις 25 Μαρτίου, υπό την επίδραση του αντιβασιλέως Παύλου, η Γιουγκοσλαβία ε­πρόκειτο να προσχωρήσει στον Άξονα. Η εικόνα ανατράπηκε άρδην στις 27 Μαρτίου, όταν πραξικόπημα φιλοβρετανικών στοιχείων στον στρατό και στις υπηρεσίες ασφαλείας, με τη συνδρομή των βρετανικών υπηρεσιών, ανέτρεψε τον αντιβασιλέα και την κυβέρνησή του.

 

Η 6η Μεραρχία του Στρατού της Αυστραλίας περνά τον Αλιάκμονα στις 13 Απριλίου 1941. Φωτογραφία από το βιβλίο του Μιχάλη Ν. Κατσίγερα, «Ελλάδα 20ος αιώνας: Οι φωτογραφίες».

 

Ο νεαρός βασιλέας που ανέλαβε την άσκηση των βασιλικών του καθηκό­ντων χωρίς αντιβασιλεία διόρισε μια νέα κυβέρνηση που δεν συμμεριζόταν τον προσανατολισμό της γιουγκοσλαβικής πολιτικής προς τον Άξονα. Το πραξικόπημα στο Βελιγράδι θα αντιμετωπιζόταν από τη γερμανική πλευ­ρά με την προσφυγή στη στρατιωτική επιλογή. Αυτή είχε γίνει υποχρεωτική και για την Ελλάδα από την οπτική του Βερολίνου ήδη από τα μέσα Μαρτίου, αφού η εαρινή επίθεση των Ιταλών στην Αλβανία είχε αποκρουστεί από τις ελληνικές δυνάμεις και συνεπώς δεν δια­φαινόταν δυνατότητα ανατροπής της στρατιωτικής κατάστασης.

 

Η κεραυνοβόλος επιχείρηση «Μαρίτα» στα Βαλκάνια

 

Γερμανικά πολεμικά πάνω από τον Παρθενώνα.

Από στρατιωτική άποψη, οι γερμανικές δυνάμεις ήταν αναμφισβήτητα υπερέχουσες και η εξέλιξη των επι­χειρήσεων αποτελούσε μια βαλκανι­κή εκδοχή του κεραυνοβόλου πολέ­μου που είχαν εφαρμόσει με επιτυχία οι Γερμανοί στη δυτική Ευρώπη τον Μάιο του 1940. Οι Έλληνες είχαν ισχυρές οχυρώσεις στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο αλλά όχι στην ελληνογιουγκοσλαβική. Πέραν αυτού, ο ελληνοβρετανικός σχεδιασμός έπα­σχε, καθώς δεν ήταν σαφές αν θα ε­πιδιωκόταν η άμυνα σε προωθημένη γραμμή ή η εκκένωση της ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης ώστε να στηριχθεί αμυντικά μια γραμμή στον ποταμό Αλιάκμονα. Η εξέλιξη των ε­πιχειρήσεων κατέστησε μάλλον ακαδημαϊκές τις σχετικές συζητήσεις.

Οι Γερμανοί επιτέθηκαν ταυτόχρονα στην Ελλάδα και στη Γιουγκοσλαβία στις 6 Απριλίου. Η υπεροχή τους σε τεθωρακισμένα και στον αέρα ήταν σαφής, ενώ αντίθετα, οι βρετανικές, νεοζηλανδικές και αυστραλιανές δυ­νάμεις που είχαν εισέλθει στον ελ­ληνικό χώρο τον Μάρτιο δεν διέθεταν τα μηχανοκίνητα μέσα και την αε­ροπορική κάλυψη σε επάρκεια. Από ελληνικής πλευράς, ο κύριος όγκος των δυνάμεων ήταν δεσμευμένος στο μέτωπο της Αλβανίας. Τα οχυρά στην ελληνοβουλγαρική μεθόριο α­ποδείχθηκαν αξιόπιστα ως προς τη δυ­νατότητά τους να καθυστερήσουν την προέλαση του επιτιθέμενου, δεν είχαν όμως πρακτική αξία από τη στιγμή που οι γερμανικές δυνάμεις έκαμψαν εύ­κολα τη γιουγκοσλαβική αντίσταση και εισήλθαν ταχύτατα στο ελληνικό έδαφος, μέσω της κοιλάδας του Αξι­ού και κατέλαβαν τελικά τη Θεσσα­λονίκη στις 9 Απριλίου.

Αλέξανδρος Κορυζής, πρωθυπουργός της Ελλάδας παραμονές της γερμανικής εισβολής.

Οποιαδήπο­τε περαιτέρω αντίσταση στα οχυρά δεν είχε νόημα. Η προέλαση ήταν τα­χεία και στη Γιουγκοσλαβία, το Βελι­γράδι καταλήφθηκε στις 17, ενώ η γραμμή των Θερμοπυλών ήταν προφανές τις ίδιες μέρες ότι δεν μπορούσε να αντέξει. Η ραγδαία γερμανική προέλαση απέκοψε και τις ελληνικές δυνάμεις που βρίσκονταν στο μέτω­πο της Αλβανίας. Η συντριπτική γερ­μανική υπεροχή άσκησε μεγάλη ψυ­χολογική και υλική πίεση στον ελλη­νικό στρατιωτικό μηχανισμό και στην πολιτική ηγεσία.

Ο διάδοχος του Με­ταξά στην πρωθυπουργία, Αλέξανδρος Κορυζής, αυτοκτόνησε στις 18 Απρι­λίου, ενώ διοικητές των μονάδων της στρατιάς Ηπείρου με επικεφαλής τον στρατηγό Τσολάκογλου, ενώπιον του αδιεξόδου στο οποίο βρίσκονταν, προχώρησαν σε συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς στις 20 Απριλίου, παρά τις αντίθετες διαταγές του βασιλιά Γεωργίου του Β’ και του αρχιστρα­τήγου Αλεξάνδρου Παπάγου, οι οποίοι κατανοούσαν την πολιτική, ψυχολο­γική σημασία, αλλά και τη στρατηγι­κή προοπτική της παραμονής τα Ελλάδας στο πλευρό των Βρετανών.

Ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, πρώτος κατοχικός πρωθυπουργός.

Η συνθηκολόγηση δεν επηρέασε πάντως την προσπάθεια εκκένωσης των συμμαχικών δυνάμεων από την ηπειρωτική Ελλάδα. Η επιχείρηση εξελίχθηκε με επιτυχία και μεγάλο μέρος των δυνάμεων αυτών μεταφέρ­θηκαν στην Κρήτη, όπως άλλωστε ο βασιλιάς, η κυβέρνηση και υπολείμ­ματα των ελληνικών ενόπλων δυνά­μεων.

Οι γερμανικές δυνάμεις εισήλ­θαν στην Αθήνα στις 27 Απριλίου. Η ελληνική επικράτεια, με εξαίρεση την Κρήτη, βρισκόταν πλέον υπό την τριπλή, γερμανική, βουλγαρική και ι­ταλική κατοχή. Τα κίνητρα του Τσολάκογλου και των στρατηγών θεωρήθηκαν δια­βλητά όταν αυτοί ανέλαβαν να σχη­ματίσουν μια κυβέρνηση συνεργασίας με τις δυνάμεις Κατοχής, ευθύς μετά την είσοδο των Γερμανών στην Αθή­να. Την κατάληψη της ηπειρωτικής Ελλάδας ακολούθησε η κατάληψη της Κρήτης τον Μάιο του 1941.

 

Οι επιπτώσεις

 

Αν και η γερμανική επίθεση δεν μπορούσε να αντιμετωπιστεί από τους Έλληνες και τους Συμμάχους, προκάλεσε απώλειες σε επίλεκτες γερμανικές μονάδες και ενδεχομένως κάποια καθυστέρηση στην έναρξη της γερμανικής επίθεσης κατά της Σοβιετικής Ένωσης, που τελικά πραγ­ματοποιήθηκε στις 22 Ιουνίου.

 

Ξεσπιτωμένοι Έλληνες. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

 

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν κρίθηκε στα Βαλκάνια, η κλίμακα των δυνά­μεων στη γωνία αυτή της Ευρώπης δεν ήταν συγκρίσιμη με αυτή των άλλων μετώπων. Ούτε είναι βέβαιο ότι η γερμανική προέλαση στο σοβιετι­κό έδαφος καθυστέρησε καθοριστικά λόγω της βαλκανικής εκστρατείας. Αυ­τό που ανέδειξε όμως ο πόλεμος και η Κατοχή στα Βαλκάνια, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ήταν ότι η κυ­ριαρχία της ναζιστικής Γερμανίας εί­χε πολύ λίγους υποστηρικτές, η Γερ­μανία έπρεπε να επέμβει στρατιωτι­κά και να υποστεί το κόστος σε έμ­ψυχο και άψυχο δυναμικό μιας μακροχρόνιας επιβολής δια της βίας, εγ­χείρημα το οποίο τελικά υπερέβαινε τις δυνατότητες της Γερμανίας.

 

Σωτήρης Ριζάς

Διευθυντής Ερευνών

στο Κέντρο Έρευνας της Ιστορίας του Νεότερου Ελληνισμού

της Ακαδημίας Αθηνών.

 

 

Πηγή


  • Καθημερινή, «Η γερμανική επίθεση στην Ελλάδα», Κυριακή 27 Ιουνίου 2010.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Older Posts »