Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αλεξάνδρα Ροζοκόκη’

Κλασικά Γράμματα και Έλληνες φιλόλογοι: ανασκόπηση της συμβολής τους από τους αλεξανδρινούς χρόνους μέχρι τις ημέρες μας* – Αλεξάνδρα Ροζοκόκη


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

«Κλασικά Γράμματα και Έλληνες φιλόλογοι: ανασκόπηση της συμβολής τους από τους αλεξανδρινούς χρόνους μέχρι τις ημέρες μας».

 

Ο χαρακτηρισμός κλασικός (classicus) προκειμένου να προσδιορίσει τους συγγραφείς της ελληνορωμαϊκής αρχαιότητας ως συγγραφείς «πρώτης τάξεως», χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά τον 2ο αι. μ.Χ. από τον λατίνο συγγραφέα Αύλο Γέλλιο (NA 19.8.15). Ο όρος Κλασικά Γράμματα*  περιλαμβάνει την αρχαία ελληνική και λατινική γραμματεία επειδή για την ποιότητά τους κρίθηκαν άριστες και ανυπέρβλητες, άξιες ν’ αποτελούν πρότυπο. Τα ομηρικά έπη τράβηξαν από νωρίς την προσοχή γραμματισμένων (γραμματικών) οι οποίοι ασχολήθηκαν με τη διάσωση, την αποκατάσταση, την ερμηνεία τους. Τον 6ο αι. π.Χ. στην Αθήνα μ’ εντολή του Πεισιστράτου ένας κύκλος λογίων από τη μητροπολιτική και Μ. Ελλάδα ασχολήθηκε με την εξυγίανση του κειμένου της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Από τους παλαιότερους γραμματικούς και κριτικούς του Ομήρου ήταν ο Θεαγένης από το Ρήγιο της Κ. Ιταλίας (έζησε τον 6ο αι. π.Χ.), ο Στησίμβροτος από τη Θάσο (δίδαξε στην Αθήνα κατά τα τέλη του 5ου αι. π.Χ.), ο Αντίμαχος από την Κολοφώνα (επιμελήθηκε έκδοση των ομηρικών επών κι έγραψε Βίο Ομήρου τον 4ο αι. π.Χ.). Ως πρόδρομοι της φιλολογίας μπορούν να εκληφθούν ο Εκαταίος ο Μιλήσιος, ο Ηράκλειτος και ο Ηρόδοτος για το ενδιαφέρον τους να ετυμολογούν λέξεις· ακόμη οι σοφιστές Πρωταγόρας, Πρόδικος και Ιππίας, οι φιλόσοφοι Σωκράτης και Πλάτων, επειδή ερμήνευαν επικά και αρχαϊκά ποιήματα και γενικώς ασχολούνταν με τη γλώσσα. Ο Αριστοτέλης δικαίως μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος φιλόλογος καθώς τόσο η λογοτεχνική κριτική όσο και η τέχνη της ερμηνείας βρίσκουν τις αρχές τους σ’ αυτόν (Διον. Χρυσ. 53.1· βλ. Ποιητική και δύο χαμένα έργα του Περί ποιητών, Απορήματα Ομηρικά).

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ Σάντσιο. Τοιχογραφία. Ανάκτορα του Βατικανού, Ρώμη. Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

Βέβαια, η φιλολογία θ’ αναπτυχθεί συστηματικά στα ισχυρά και πλούσια ελληνιστικά βασίλεια. Στις βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας, της Αντιόχειας, της Περγάμου και στο Μουσείο της Αλεξάνδρειας (το πρώτο ερευνητικό ίδρυμα), διασώζονται, μελετώνται και προβάλλονται με συστηματικό τρόπο τ’ αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής κληρονομιάς. Φιλόλογοι (όπως ο Καλλίμαχος και ο Ερατοσθένης ο Κυρηναίος, ο Αλέξανδρος Αιτωλός, ο Λυκόφρων από τη Χαλκίδα, ο Ζηνόδοτος ο Εφέσιος, ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, ο Αρίσταρχος από τη Σαμοθράκη, ο Κράτης από την Κιλικία, ο Ευφορίων από τη Χαλκίδα, ο Δίδυμος από την Αλεξάνδρεια, κ.ά.π.) εκδίδουν με κριτικό τρόπο τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, παραμερίζοντας ψευδεπίγραφα, αντιπαραβάλλοντας γραφές χειρογράφων, απομακρύνοντας προσθήκες/παρεμβολές και διορθώνοντας φθαρμένα σημεία του κειμένου· συντάσσουν πλούσια ερμηνευτικά υπομνήματα και μελέτες, γεωγραφικές, γλωσσικές, γραμματολογικές, ιστορικές, βιογραφικές, μετρικές, ή γενικώς μελέτες που αφορούν κάθε έκφανση του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Χωρίς τους αλεξανδρινούς φιλολόγους πολλά θα είχαν χαθεί ήδη από νωρίς. Μολονότι το έργο τους δεν είναι απαλλαγμένο από σφάλματα ή ατέλειες, εντούτοις θεωρείται κεφαλαιώδους σημασίας: οι κριτικές εκδόσεις και τα σχόλιά τους επηρέασαν όλες τις μεταγενέστερες εκδόσεις και σχολιασμούς. Κάποιες από τις βασικές φιλολογικές αρχές τους ισχύουν ακόμη.

Τον 3ο και 2ο αι. π.Χ., οι Ρωμαίοι από τη μια κατακτούσαν τις ελληνικές πόλεις της Κ. Ιταλίας και Σικελίας, από την άλλη εμπιστεύονταν την εκπαίδευση των παιδιών τους σ’ Έλληνες δασκάλους, δούλους ή απελεύθερους. Οι ημιέλληνες Λίβιος Ανδρόνικος κι Έννιος μετέφραζαν συνεχώς Έλληνες συγγραφείς, ενώ οι διαλέξεις που ο Κράτης από την Κιλικία έδωσε στη Ρώμη, έθεσαν τις βάσεις της λατινικής φιλολογίας.

Οι βυζαντινοί λόγιοι, έχοντας συνείδηση ότι είναι φορείς μιας σημαντικής παράδοσης, μελέτησαν, σχολίασαν, προσέλαβαν και διέσωσαν κείμενα της αρχαιότητας. Καταλυτική η επίδραση του Πλάτωνα και Αριστοτέλη σε φιλοσόφους όπως ο Μιχαήλ Ψελλός, Ιωάννης Ιταλός, Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων. Τον 9ο αι. η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την αρχαία ελληνική παράδοση οδήγησε στον πρώτο βυζαντινό ουμανισμό. Ο Λέων ο Σοφός, ο πατριάρχης Φώτιος, ο αρχιεπίσκοπος Αρέθας, κ.ά. έσκυψαν με αγάπη, μελέτησαν, ερμήνευσαν και διέσωσαν αρχαίους συγγραφείς. Ο Ευστάθιος, αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, αποτελεί τη σημαντικώτερη φιλολογική μορφή του 12ου αι. για το μνημειώδες του υπόμνημα των ομηρικών επών· φαίνεται ότι ανακάλυψε δώδεκα επιπλέον τραγωδίες του Ευριπίδη. Αξιόλογο το έργο των αδελφών Ισαάκ και Ιωάννη Τζέτζη ( του πρώτου για τα μετρικά σχόλια στον Πίνδαρο, του δεύτερου για τα σχόλια στον Ησίοδο, Αριστοφάνη και Λυκόφρονα). Κορυφαίος φιλόλογος της παλαιολόγειας αναγέννησης (13ος/14ος αι.) και κάτοχος της λατινικής γλώσσας ο Μάξιμος Πλανούδης μετέφρασε στα ελληνικά, έργα του Αυγουστίνου και του Οβιδίου, ενώ εξέδωσε πλήθος κειμένων της κλασικής και ελληνιστικής εποχής. Άξιος μαθητής του ο Μανουήλ Μοσχόπουλος (σχολίασε Όμηρο, Ησίοδο, Πίνδαρο, τραγικούς και Θεόκριτο). Με τον Δημήτριο Τρικλίνιο η φιλολογία έφτασε στο απόγειό της. Ο Τρικλίνιος εξέδωσε και υπομνημάτισε Ησίοδο, τραγικούς, Αριστοφάνη, Πίνδαρο, Θεόκριτο· η μεγαλύτερη προσφορά του έγκειται στην ορθή ανάλυση των μετρικών δομών του αρχαίου δράματος. Από τα μαθήματα ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά στη Φλωρεντία και στο Μιλάνο (τέλη του 14ου αι.) ωφελήθηκαν αρκετοί Ιταλοί, με αποτέλεσμα ν’ αρχίσει η μετάφραση ελληνικών κειμένων. Μετά την άλωση της Κων/λης Έλληνες λόγιοι δίδαξαν στη Δύση, ενώ άλλοι όπως ο καρδινάλιος Βησσαρίων συγκρότησαν βιβλιοθήκες με ελληνικά χειρόγραφα. Η δημοσίευση έργων των Ελλήνων κλασικών σε τυπογραφεία της Φλωρεντίας και Βενετίας μ’ επιμέλεια του Δημήτριου Χαλκοκονδύλη, Μάρκου Μουσούρου, κ.ά. συνετέλεσε στην αναγέννηση των γραμμάτων στη Δύση. Στη Γαλλία ο Ερμώνυμος από τη Σπάρτη, καθηγητής στο Παν/μιο των Παρισίων, έβγαλε επιφανείς μαθητές, μεταξύ των οποίων ο Έρασμος.

Κι ενώ στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Ιταλία οι κλασικές σπουδές αναπτύσσονταν σταθερά, στον υπόδουλο ελλαδικό χώρο είχαν σβήσει. Εξαίρεση αποτέλεσαν όσοι Έλληνες είχαν την οικονομική δυνατότητα να σπουδάσουν στη φωτισμένη Ευρώπη. Ένας απ’ αυτούς ο Αδαμάντιος Κοραής (1748-1833) που για το πλούσιο εκδοτικό του έργο (17 τόμους περιλαμβάνει η σειρά Ελληνική Βιβλιοθήκη με έργα αρχαίων Ελλήνων) θεωρείται ως ο πατριάρχης των κλασικών γραμμάτων στη νεώτερη Ελλάδα.

Η οικονομική ένδεια και άλλες δυσχέρειες που κατέτρυχαν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος (πόλεμοι, πολιτικές ταραχές, κ.λπ.) δεν ευνόησαν την πρόοδο των κλασικών σπουδών. Μετρημένοι στα δάχτυλα είναι οι Έλληνες κλασικοί φιλόλογοι των οποίων το επιστημονικό έργο χάρη στην πρωτοτυπία, την ορθότητα, την ευφυΐα έδωσε ώθηση στη μελέτη των κλασικών γραμμάτων και αποτέλεσε σε διεθνές επίπεδο σημείο αναφοράς. Αναφέρω τους Γρηγόριο Βερναρδάκη (1848-1925), Ιωάννη Συκουτρή (1901-1937), Ιωάννη Θ. Κακριδή (1901-1991) και Στυλιανό Καψωμένο (1907-1978). Η βελτίωση της οικονομικής κατάστασης στην Ελλάδα από τη δεκαετία του 60 και μετά, είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των πανεπιστημιακών τμημάτων κλασικής φιλολογίας, τη συγκρότηση επιστημονικών βιβλιοθηκών, τη χορήγηση περισσότερων υποτροφιών για μετεκπαίδευση πτυχιούχων στο εξωτερικό με σκοπό την αρτιότερη κατάρτισή τους. Τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες κλασικοί φιλόλογοι με επιστημονικές μελέτες και άρθρα δείχνουν μια παρουσία στο διεθνές στερέωμα. Ζητούμενο όμως, εξακολουθεί να παραμένει η ποιότητα – όχι η ποσότητα· δηλ. η εκπόνηση μελετών που δεν αναμασούν ούτε περιπλέκουν χιλιοειπωμένα, αλλά όντως ανοίγουν δρόμους στην κλασική φιλολογία επιλύοντας ή συνεισφέροντας στην επίλυση προβλημάτων.

Οι στέρεοι επιστήμονες αποτελούν προϊόν ενός στέρεου εκπαιδευτικού συστήματος. Οι πανεπιστημιακοί καθηγητές πρέπει να είναι ικανώς καταρτισμένοι για να μπορούν να διδάσκουν μ’ επάρκεια τους φοιτητές. Τούτο επιτυγχάνεται όταν οι πανεπιστημιακοί εκλέγονται μ’ επιστημονικά και όχι μ’ άλλου είδους κριτήρια (π.χ. πολιτικά, οικογενειακά, φιλικά, κ.λπ.). Η πλημμελής, μαζική παραγωγή χιλιάδων εξερχομένων πτυχιούχων δεν ωφελεί σε τίποτα. Η συρρίκνωση του μαθήματος των Αρχαίων Ελληνικών (είτε από μετάφραση είτε από πρωτότυπο) στη Μέση Εκπαίδευση, η επαφή των μαθητών με την αρχαία ελληνική γλώσσα μέσα από βαρυφορτωμένα – συχνά ακατάλληλα για την ηλικία τους – διδακτικά εγχειρίδια, οι ελάχιστες γνώσεις Λατινικών που οι μαθητές λαμβάνουν στο Λύκειο, δεν δομούν μιά κατάλληλη βάση για σοβαρές πανεπιστημιακές σπουδές. Ακούγεται όλο και πιο συχνά ότι η ίδρυση Κλασικών Λυκείων θα λύσει το πρόβλημα καθώς εκεί θα μορφώνονται όσοι μαθητές ενδιαφέρονται για τα κλασικά γράμματα· κι αυτοί θα εξέρχονται καλύτερα προετοιμασμένοι να παρακολουθήσουν ανώτατες σπουδές. Τα Κλασικά Λύκεια μπορούν ν’ αποβούν ωφέλιμα, αρκεί οι διδάσκοντες σ’ αυτά να διαθέτουν γερή κατάρτιση και να έχουν εκλεγεί μετά από σοβαρές αξιοκρατικές διαδικασίες. Οι Έλληνες φιλόλογοι δεν υπολείπονται σε οξύνοια των ξένων συναδέλφων τους. Η εγγύτητα που εκ φύσεως διαθέτουν λόγω γλώσσας και νοοτροπίας, αποτελεί πλεονέκτημα ώστε να προσπελάσουν καλύτερα τα κείμενα των προγόνων τους. Όμως το πλεονέκτημα από μόνο του δεν αρκεί· χρειάζεται άρτια μόρφωση, πειθαρχία, αφιέρωση στο αντικείμενο, σοβαρή κι υπεύθυνη δουλειά· έτσι οι κλασικές σπουδές θ’ ακτινοβολήσουν με λαμπρό τρόπο στη χώρα μας.

 

 Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύντρια Ερευνών στην Ακαδημία Αθηνών

 

* Ομιλία στο Ίδρυμα «Μαρία Τσάκου», 17.12.2017.

* Οι επισημάνσεις με bold έγιναν  από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

Read Full Post »

Ο Γιώργος Σεφέρης και τα ποιήματά του από το 1941-44


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» μελέτη της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

«Ο Γιώργος Σεφέρης και τα ποιήματά του από το 1941-44»

 

Ο Γιώργος Σεφέρης (29.2/13.3.1900 – 20.9.1971) είναι αναμφίβολα ένας από τους κορυφαίους νεοέλληνες ποιητές και συνάμα σπουδαίος ποιητής παγκοσμίου βεληνεκούς. Στα ποιήματά του προβάλλει ανάγλυφη η εκπληκτική ικανότητα χειρισμού της γλώσσας. Λυρικός, με βαθιά φιλοσοφημένη σκέψη, ευφυής και ευφάνταστος στο πλάσιμο εννοιών, στη διάλυση ή στον συνδυασμό λέξεων, υποβάλλει μέσα από στίχους πλήθος συναισθημάτων.

Γιώργος Σεφέρης, 1957. Από το αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης.

Γιώργος Σεφέρης, 1957. Από το αρχείο του Μορφωτικού Ιδρύματος της Εθνικής Τραπέζης.

Τρία βασικά χαρακτηριστικά συνθέτουν τη μορφή του: αστικός βίος, επαγγελματική διπλωματία και ποιητικό ταλέντο. Το 1914, με το ξέσπασμα του Α΄ παγκοσμίου πολέμου, η οικογένεια Σεφεριάδη μετοικεί από τη Σμύρνη στην Αθήνα· έτσι δεν βιώνει από πρώτο χέρι τη μικρασιατική καταστροφή. Ο πατέρας του, Στυλιανός Σεφεριάδης, υπήρξε καθηγητής Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Πρύτανης και Ακαδημαϊκός. Γαμπρός του ο πανεπιστημιακός καθηγητής, πολιτικός και Ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Τσάτσος. Ο Γιώργος μετά την αποφοίτησή του από τη Βαρβάκειο Πρότυπο Σχολή (1917) γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, σπούδασε νομικά και «πολλή λογοτεχνία» στο Παρίσι (1918-24) και στο Λονδίνο (1924-25). Εν συνεχεία διορίσθηκε «ακόλουθος» στο Υπουργείο Εξωτερικών (1927) και μέχρι το 1962 που συνταξιοδοτήθηκε, διετέλεσε Υποπρόξενος και Προϊστάμενος Γενικού Προξενείου στο Λονδίνο (1931-34), Πρόξενος στην Κορυτσά (1936-38), Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου στη Αθήνα (1938), Διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα και Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού (1945-46), Σύμβουλος στην Ελληνική Πρεσβεία της Άγκυρας (1948-50), του Λονδίνου (1951-1952), Πρέσβης της Ελλάδας στη Βηρυτό (1953-56), Διευθυντής της β΄ Πολιτικής Διεύθυνσης του Υπουργείου Εξωτερικών (1956-57), και τέλος Πρέσβης της Ελλάδας στο Λονδίνο (1957-62).

Έζησε μια άνετη ζωή, χωρίς στερήσεις, στους ανώτερους πνευματικούς και πολιτικούς κύκλους της κοινωνίας· κάθε φορά είχε την τύχη ή τη δυνατότητα την κρίσιμη στιγμή να βρίσκεται μακριά από τον τόπο καταστροφής. Κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940/41 υπηρέτησε ως υπάλληλος στις υπηρεσίες λογοκρισίας του Τύπου στην Αθήνα. Η είσοδος των Γερμανών στην Αθήνα (27.4.1941) τον βρίσκει στη Κρήτη· όταν στις 20 Μαΐου 1941 πέφτουν οι πρώτοι Γερμανοί αλεξιπτωτιστές στο νησί, ο Σεφέρης βρίσκεται ήδη στην Αλεξάνδρεια. Επιστρέφει στην Αθήνα στις 22.10.1944, δέκα μέρες μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Κατά τη διάρκεια της τριπλής κατοχής στην Ελλάδα εργάζεται στην Ελληνική Πρεσβεία της Ν. Αφρικής (1941-42) και στη Δ/νση Τύπου & Πληροφοριών του Καΐρου (1942-44). Όταν ο Ρόμελ φτάνει με τον στρατό του έξω από την Αλεξάνδρεια τον Ιούνιο του 1942, οι περισσότεροι Έλληνες αξιωματούχοι και πολιτικοί (μαζί τους ο Γιώργος και η Μαρώ) διαφεύγουν στα Ιεροσόλυμα μέσω Σουέζ· με το που περνά ο κίνδυνος, επιστρέφουν στο Κάιρο.

Το 1960 αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας Φιλολογίας στο Καίμπριτζ, το 1961 λαμβάνει το βραβείο Foyle και το 1963 το Νόμπελ λογοτεχνίας. Ακολουθούν οι τίτλοι: επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και του Πανεπιστημίου Οξφόρδης (1964), επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Princeton (1965), επίτιμο μέλος της American Academy of Arts and Sciences (1966), εταίρος του Institute for Advanced Study του Princeton (1968), μέλος της American Academy of Arts and Letters & The National Institute of Arts and Letters (1971).

Σε αρκετά ποιήματα και σε άφθονα χωρία των πεζών του ο Σεφέρης κρίνει συμπεριφορές ή χειρισμούς πολιτικών προσώπων της εποχής του, τους οποίους γνώρισε καλά λόγω επαγγέλματος. Τις περισσότερες φορές είναι δριμύς, ψογερός, πλουσιοπάροχα ειρωνικός· ελάχιστες οι φορές που θα εκφρασθεί θετικά για κάποιον πολιτικό (π.χ. εκτιμούσε τον Γ. Καρτάλη, με τον Π. Κανελλόπουλο έγινε φίλος· τον θεωρούσε διορατικό πολιτικό αλλά έψεγε την τακτική του ως επιπόλαια οχλαγωγική, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σσ. 70-71). Αντίθετα απ’ ό,τι στα πεζά, στα ποιήματα η κριτική εμφανίζεται συγκαλυμμένη καθώς χρησιμοποιεί αλληγορίες, μεταφορές, συμβολισμούς, κ.λπ. («Κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα», Τελευταίος σταθμός).

Στο Υστερόγραφο (Πρετόρια, 11.9.1941) σκιαγραφεί πικρόχολα τον Εμμανουήλ Τσουδερό και τον περίγυρό του: «Αλλά έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα / και τα χέρια τους είναι λιγνά σαν τα καλάμια. Κύριε, όχι μ’ αυτούς, η φωνή τους / δε βγαίνει καν από το στόμα τους. / Στέκεται εκεί κολλημένη σε κίτρινα δόντια». Μέσα σ’ αυτό τον περίγυρο βρίσκεται κι ο ίδιος («Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;», Η μορφή της μοίρας 1.10.1941). Στο Kerk Str. Oost, Pretoria, Transvaal θ’ αποκαλέσει τον Τσουδερό «Ονοκρόταλο Πελεκάνο» που έχει «ένα ύφος τσαλαπατημένου πρωθυπουργού / στο ζωολογικό κήπο του Καΐρου». Το ποίημα γράφεται τον Οκτώβριο του 1941 όταν η Ελλάδα στενάζει κάτω από τριπλή κατοχή, και η πείνα στις μεγάλες πόλεις (ιδίως Αθήνα) έχει αρχίσει να θερίζει· οι εκτελέσεις από τους Γερμανούς αποτελούν καθημερινό φαινόμενο. Ο ποιητής περνά τις μέρες του ειδυλλιακά, ήρεμα και μ’ ευμάρεια στο «Βένουσμπεργκ της γραφειοκρατίας με τους διπλούς / του πύργους και τα διπλά του επίχρυσα ρολόγια / ναρκωμένο βαθιά». Οι τζακαράντες, τροπικά δένδρα με μωβ λουλούδια, λικνίζουν τους κλώνους τους στο απαλό φύσημα του αγέρα «παίζοντας καστανιέτες και χορεύοντας» ενώ ρίχνουν «γύρω στα πόδια τους ένα μενεξεδένιο χιόνι». Γυαλιστερά τ’ αυτοκίνητα της ελληνικής πρεσβείας και «στο τέλος του δρόμου», τον περιμένει «δρασκελώντας αργόσχολα μες στο κλουβί του / ο ασημένιος φασιανός της Κίνας / ο Ευπλόκαμος Νυχθήμερος». Νυχθημερόν περισφιγμένος στα ωραία πλοκάμια της ευδαιμονίας ο Σεφέρης παρασύρεται λοιπόν σαν ένας άλλος Τανχόυζερ στα κατάβαθα του πύργου της Αφροδίτης, περνώντας μέρες αμαρτωλής αργίας.

Ο ποιητής θαυμάζει τους ανθρώπους «όταν κοιτάζουν ίσια-πέρα / χωρίς το φόβο μες στην καρδιά τους, / χωρίς την καθημερινή τρεμούλα για τα μικροπράματα». Αυτός μαζί με άλλους που αποτελούν το «υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου», κοιτάζουν «το κλειστό περιβόλι στο κοιμισμένο αράπικο σπίτι / πίσω από τα καφασωτά…πιασμένοι στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής» που άφησε πίσω της το μεθυστικό «απροσδιόριστο λίκνισμα…μιας αψηλής φοινικιάς» (Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, Κάιρο 20.6.1942). Μαζί με τους πολιτικούς άρχοντες που προσφεύγουν στην Ιερουσαλήμ, είναι «όλοι καθώς η Νεκρή θάλασσα / πολλές οργιές κάτω απ’ την επιφάνεια του Αιγαίου»· εκεί «η καταφρόνια / είναι η πραμάτεια / του κανενού». Στη Νεκρή θάλασσα «δεν έχει ζωή…οχτρούς και φίλους / παιδιά, γυναίκα / και συγγενείς, / άει να τους βρεις». Αλλ’ αυτός είναι ο τόπος που τους έταξαν οι Εγγλέζοι, όπως αποκαλύπτει η επωδός του ποιήματος «This is the place, gentlemen!» (Ο Στρατής Θαλασσινός στη Νεκρή Θάλασσα, Ιούλιος 1942).

Ένα χρόνο αργότερα στους δρόμους του Καΐρου θα περπατά «με προσοχή, να μη γλιστρήσει / στις πεπονόφλουδες που ρίχνουν αδιαφόρετοι αραπάδες / ή πρόσφυγες πολιτικάντηδες και το σινάφι, / παραμονεύοντας: θα τηνε πατήσει; – δε θα την πατήσει; / Όπως μαδάς μια μαργαρίτα·/ προχωρεί / κουνώντας μιαν υπέρογκη αρμαθιά ανωφέλευτων κλειδιών… Προχωρεί πηγαίνοντας στη δουλειά του καθώς / χίλια λιμάρικα σκυλιά τού κουρελιάζουν τα μπατζάκια / και τον γυμνώνουν. / Προχωρεί, παραπατώντας, δαχτυλοδειχτούμενος, / κι ένας πηχτός αγέρας φέρνει γύρα / σκουπίδια, καβαλίνα, μπόχα και καταλαλιά» (Μέρες τ’ Απρίλη 1943, Κάιρο, Σάρια Εμάντ ελ Ντιν, 24.6.1943).

Στο ποίημα Θεατρίνοι, Μ.Α. (Αύγουστος 1943) αποκαλύπτονται οι ατέρμονες στημένες παραστάσεις της εξόριστης ελληνικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή: «Στήνουμε θέατρα και τα χαλνούμε / όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε / στήνουμε θέατρα και σκηνικά, όμως η μοίρα μας πάντα νικά / και τα σαρώνει και μας σαρώνει / και τους θεατρίνους και το θεατρώνη / υποβολέα και μουσικούς / στους πέντε ανέμους τους βιαστικούς». Ο ποιητής παρομοιάζει την καρδιά του μ’ «ένα σφουγγάρι» που σέρνεται στον δρόμο και στο παζάρι «πίνοντας το αίμα και τη χολή / και του τετράρχη (= υποτελής ηγεμόνας) και του ληστή».

Στις 9 Αυγούστου 1943 φτάνει στο Κάιρο η «αντιπροσωπεία των βουνών», δηλ. των ελληνικών αντιστασιακών δυνάμεων: από το ΕΑΜ είναι οι Τζίμας, Ρούσος, Τσιριμώκος και Δεσποτόπουλος, από τον ΕΔΕΣ ο Πυρομάγλου, από την ΕΚΚΑ ο Καρτάλης. Στο Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ (σ. 123) ο Σεφέρης σημειώνει ότι οι Άγγλοι χαρακτηρίζουν αυτό τον ερχομό “συμπτωματικό γεγονός”. Ο ποιητής εμπνέεται απ’ τον ερχομό τους και γράφει το Ανάμεσα στα κόκαλα εδώ, όπου σχολιάζει ότι ο καθαρός αγέρας των ψηλών βουνών δροσίζει τους ξεραμένους κάμπους της Αιγύπτου· ηχεί σα μουσική από φλογέρα ή απόμακρο τύμπανο, διαπερνώντας σωρούς από κόκαλα πολιτικάντηδων. «Ψηλά βουνά, δε μας ακούτε! / Βοήθεια! Βοήθεια! / Ψηλά βουνά θα λιώσουμε, νεκροί με / τους νεκρούς!». Η «αντιπροσωπεία των βουνών» θέτει ως βασικό όρο να μην επιστρέψει ο βασιλιάς στην Ελλάδα χωρίς να έχει προηγηθεί δημοψήφισμα για τη μορφή του πολιτεύματος που επιθυμεί ο λαός μετά την απελευθέρωση της χώρας. Το ποίημα Αντάρτες στη Μ.Α. (Αφήγηση για τα παιδιά) διαπερνά ο σαρκασμός: «Ήσυχοι ήμασταν, ας πούμε, / εδώ που ’λαχε να ζούμε / μες στη ζέστη την ογρή / μες στη Μέση Ανατολή. / Φούσκωνε και το ποτάμι, / φούσκωναν και τα μυαλά / κι ήμασταν σαν το καλάμι / στην παχιά ακροποταμιά. / Όταν ήρθανε οι αντάρτες / με πιστόλες και με χάρτες / να ταράξουν τη ζωή μας… “Τί γυρεύουν; Τί γυρεύουν;” φώναζαν στις παροικίες… “Ποιός τους έφερε δω-πέρα / να μάς πάρουν τον αέρα;” / “Μην τους φέραν οι Συμμάχοι;” / “Αλλ’ αυτοί μας αγαπούν / και δε θέλουν την αμάχη / στους λαούς που πολεμούν / για να ζήσει η ανθρωπότη / έξω απ’ της σκλαβιάς τα σκότη” … “Αδερφέ μου, οι Ελληνάδες (= οι Ελλαδίτες) / που γλεντούν σε κάθε κρίση, / αυτοί πάλι βρήκαν κάτι / να μας κόψουν το ραχάτι.” … Οι αντάρτες σαν τον είδαν / πήγε να τους φύγει η βίδα. / Μέρα-νύχτα συζητούσαν, / μέρα-νύχτα πολεμούσαν, / για να βρούνε κάποια λύση / στης Ανατολής την κρίση / που ήταν πια μασκαραλίκι. / Μα οι Εγγλέζοι που τους θρέφαν / χωρίς να πλερώνουν νοίκι, / έπαψαν να παίζουν πρέφα / και σα να μοιράζαν κόλλυβα / τους εμάζεψαν αθόρυβα / και τους στείλανε ξανά / στα ψηλά τους τα βουνά» («Τα Περιστέρια», 5.9-24.10.1943).

Το χορικό απ’ τον «Μαθιό Πασκάλη Δεσμώτη» (Sh. Emad el Din, 6.5.1944) έχει γραφεί μ’ αφορμή την καταστολή του κινήματος των ελληνικών σωμάτων Μ.Α. από τους Άγγλους. Πρόκειται για την πρώτη φανερή ένοπλη επέμβαση των Άγγλων σε εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις· πολλοί οι νεκροί και οι τραυματίες: τον Μάρτιο του 1944 Έλληνες αξιωματικοί και στρατιώτες ζήτησαν την παραίτηση του Τσουδερού και τη συγκρότηση κυβέρνησης εθνικής ενότητας. Ο Γεώργιος Β΄ προσπάθησε να λύσει το πρόβλημα κάνοντας πρωθυπουργό τον Σοφ. Βενιζέλο (14 Απριλίου) ο οποίος λίγες μέρες μετά αναγκάσθηκε να παραιτηθεί, και τη θέση του έλαβε ο Γ. Παπανδρέου (26 Απριλίου). Μια από τις πρώτες ενέργειες του Παπανδρέου ως πρωθυπουργού ήταν να διώξει τον Σεφέρη από τη Δ/νση Τύπου (28 Απριλίου). Η αρνητική κριτική που ασκεί ο Σεφέρης προς τον Παπανδρέου (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 216) ξεκινά από προσωπικούς/επαγγελματικούς λόγους. Ο ποιητής χορεύει εμπαίζοντας, και δείχνει να το απολαμβάνει. Η δηκτική χλεύη φτάνει μέχρι την αθυροστομία: «Κάτω απ’ το δέ-, κάτω απ’ το -ντρό, / κάτω απ’ το δέντρο του μπαμπού / ακούστη μπαμ, ακούστη μπουμ / και βρεθήκανε χεσμένοι».

Το καλό του ήθος δεν διαβρώθηκε τα χρόνια της πολιτικής προσφυγιάς· τον κάνει να αισθάνεται τύψεις λίγο προτού επιστρέψει σε μια καθημαγμένη από πόλεμο και κατοχή πατρίδα, εκεί όπου οι πολιτικοί δεν θα διστάσουν να εμφανισθούν ως απελευθερωτές, καρπούμενοι «το αίμα των άλλων». Η αιδώς δαγκώνει την ψυχή του ποιητή όταν συλλογίζεται τη στιγμή που θ’ αντικρίσει τους βασανισμένους από κακουχίες συμπατριώτες του. Ο Σεφέρης εκμυστηρεύεται τις τύψεις του στον Τελευταίο σταθμό (Cava dei Tirreni, 5.10.1944): «Ερχόμαστε απ’ την Αραπιά, την Αίγυπτο την Παλαιστίνη τη Συρία…ψυχές μαραγκιασμένες από δημόσιες αμαρτίες, / καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του», «σε τούτη τη στερνή μας σκάλα / όπου προσμένουμε την ώρα της επιστροφής μας να χαράξει / σαν ένα χρέος παλιό, μονέδα που έμεινε για χρόνια / στην κάσα ενός φιλάργυρου, και τέλος / ήρθε η στιγμή της πλερωμής…».

Στην Cava dei Tirreni, ένα ειδυλλιακό ιταλικό «χωριουδάκι πάνω από το Σαλέρνο», έδρα των βρετανικών στρατιωτικών δυνάμεων, ο Σεφέρης γράφει ένα από τα πιο δυνατά ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας: Το Απομεσήμερο ενός φαύλου (7.10.1944). Η προαίσθησή του είναι βαριά ήδη από τον Αύγουστο του 1944 για «το παρανοϊκό ταξίδι στην Ιταλία (αυτό το ανεξήγητο δώρο του Churchill)», όπου «θα περάσουμε άθλιες στιγμές μ’ αυτό το μπουλούκι» (Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 258). Μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Καζέρτας (26.9.1944) η οποία όριζε τον Σκόμπι ως αρχιστράτηγο των αγγλικών και ελληνικών δυνάμεων στην Ελλάδα, ο Σεφέρης σημειώνει την 1η Οκτωβρίου: «Ο στρατηγός- βάφτισε την Cava dei Tirreni, Φάκα dei Greci» (Μέρες Δ΄ σ. 362, Πολιτικό Ημερολόγιο Α΄ σ. 269). Ο ποιητής με την ενόραση και τη διαύγεια τού νου που πάντοτε τον διέκριναν, προβλέπει τον επικείμενο άγριο εμφύλιο: «Τράβα αγωγιάτη, καρότσα τράβα, / τράβα να φτάσουμε γοργά στην Κάβα! / Φύσα βαπόρι, βόα μηχανή, / να ’ρθούμε πρώτοι εμείς! – οι στερνοί. // Τα στερνοπαίδια και τ’ αποσπόρια / και τ’ αποβράσματα και τ’ αποφόρια / μιας μάχης που ήτανε γι’ άλλα κορμιά / για μάτια αλλιώτικα κι άλλη καρδιά. // Πολιτικάντηδες, καραβανάδες, / ψιλικατζήδες, κολλυβιστάδες, / μούργοι, μουνούχοι και θηλυκά- / τράβα αγωγιάτη! βάρα αμαξά! // Φτωχή Πατρίδα, στα μάγουλά σου / μαχαίρια γράφουνε το γολγοθά σου· / μάνα λιοντόκαρδη, μάνα ορφανή, / κοίτα αν αντέχεις τέτοια πομπή: // το ματσαράγκα, το φαταούλα / με μπογαλάκια και με μπαούλα· / τη χύτρα που έβραζε κάθε βρωμιά / λες και την άδειασαν όλη μεμιά // σ’ αυτούς ανάμεσα τους ήπιους λόφους / όπου μας κλείσανε σαν υποτρόφους / ενός αδιάντροπου φρενοβλαβή / που στο βραχνά του παραμιλεί. // Δες το σελέμη, δες και το φάντη / πώς θυμιατίζουνε τον ιεροφάντη / που ρητορεύεται λειτουργικά / μπρος στα πιστά του μηρυκαστικά. // Μαυραγορίτες από τα Νάφια / της προσφυγιάς μας άθλια σινάφια, / γύφτοι ξετσίπωτοι κι αρπαχτικοί, / λένε, πατρίδα, πως πάνε εκεί // στα χώματά σου τα λαβωμένα / γιατί μαράζωσαν, τάχα, στα ξένα / και δεν μπορούνε χωρίς εσέ- // οι φαύλοι: τρέχουνε για το λουφέ.» (Διευκρινίσεις: κολλυβιστής = αργυραμοιβός, ματσαράγκας = απατεώνας, σελέμης = παράσιτο, φάντης = βαλές [τραπουλόχαρτο], σαν υποτρόφους: ο Σεφέρης βλέποντας το απόγευμα της 1ης Οκτωβρίου Έλληνες υπουργούς και στρατιωτικούς να φορούν ίδια ρούχα που πήραν από τη NAAFI, σχολιάζει στο Πολ. Ημερολ. Α΄ σ. 269 και στις Μέρες Δ΄ σ. 362 πως έμοιαζαν με «οικοτρόφους ενός ορφανοτροφείου που φόρεσαν καινούργια χειμωνιάτικα», Νάφια = από τ’ αγγλ. NAAFI [Navy, Army and Air Force Institute], καντίνες ή πρατήρια για μέλη των ενόπλων δυνάμεων· λειτούργησαν κι ως βασικές πηγές μαύρης αγοράς, λουφές = κέρδος χωρίς κόπο). Ο αναγνώστης μπορεί ν’ αντιληφθεί ποιοι υπονοούνται στο παραπάνω ποίημα εάν διαβάσει τις ημερολογιακές σημειώσεις του ποιητή. Εδώ θα υπογραμμίσω την αξιοθαύμαστη ικανότητα του Σεφέρη να πλάθει σωστά τη νεοελληνική γλώσσα ανάλογα με όσα επιδιώκει να εξωτερικεύσει· τούτο φαίνεται κυρίως στη μετατροπή του ρήματος ρητορεύω από ενεργητικό σε μέσο δυναμικό/περιποιητικό: ο ιεροφάντης ρητορεύεται, δηλ. ρητορεύει ενεργοποιώντας όλες τις σωματικές και πνευματικές του δυνάμεις με σκοπό την προσωπική ικανοποίηση, ηδονή ή ωφέλεια, κι όχι το κοινό καλό!

Ολοκληρώνοντας: κάθε άνθρωπος έχει αδυναμίες κι είναι λάθος να επιζητούμε σε κάποιον την τελειότητα ή την αγιότητα. Στις Μέρες Δ΄ σ. 55 (16.4.1941) ο Σεφέρης δικαιολογείται: «Συλλογίστηκα πολύ αν θα ’φευγα μαζί τους. Ο συγχρωτισμός μ’ αυτούς τους ανθρώπους μού φέρνει σηψαιμία. Έπειτα παραδέχτηκα πως αν μείνω οι Γερμανοί θα με αχρηστέψουν απ’ την πρώτη μέρα· ο πόλεμος δεν πρόκειται να τελειώσει με τη μάχη στα ελληνικά χώματα. Αναρωτήθηκα πού θα ήμουν πιο χρήσιμος και πιο συνεπής και τ’ αποφάσισα». Ο Σεφέρης δεν επέλεξε να μπει στην αντίσταση όπως άλλοι. Η καταγωγή και η κοινωνική/επαγγελματική θέση τού προσέφεραν τη δυνατότητα διαφυγής. Εάν η ζωή του κινδύνευε τόσο πολύ απ’ τους κατακτητές, τότε πιο μπροστά, στον πόλεμο του ’40, γιατί δεν πολέμησε όπως χιλιάδες άλλοι Έλληνες; Γιατί απέφυγε τον κίνδυνο επιλέγοντας τη σιγουριά της Αθήνας; Η σκληρή αλλά δίκαιη κριτική που ασκεί για πολιτικάντηδες «που ήταν κίτρινοι από το φόβο τους όταν πήγαινε να ξεσπάσει η καταιγίδα, κάνουν τον παλικαρά, και κορδώνονται…τώρα που άλλοι πολεμούν και τους προστατεύουν» (Μέρες Δ΄ σ. 14, 26.1.1941) δεν γίνεται ν’ αφήσει άθικτο τον ίδιο. Ανυπόφορη γι’ αυτόν η ξενιτειά, όπως μ’ έμφαση τιτλοφορεί ένα του ποίημα, πλην όμως πολύ πιο υποφερτή από την παραμονή σε μια χειμαζόμενη πατρίδα. Από την άλλη, έχει μεγάλο δίκαιο όταν λέει ότι ο άνθρωπος «σαν έρθει ο θέρος / προτιμά να σφυρίξουν τα δρεπάνια στ’ άλλο χωράφι» (Τελευταίος σταθμός).

Στον άνθρωπο Σεφέρη η σάρκα δεν ήταν εύψυχη, αλλά ήταν η συνείδησή του. Ευτυχώς που επέζησε, αφού έζησε όλ’ αυτά, και με την ευσυνειδησία που τον κατείχε, θέλησε να τ’ αφήσει παρακαταθήκη στις επερχόμενες γενιές. Ας βάλουν μυαλό οι νεώτεροι Έλληνες κι ας καταλάβουν ότι όλοι είναι χρήσιμοι σε μια κοινωνία, ότι κανείς δεν περισσεύει, αρκεί να τοποθετείται εκεί όπου είναι κατάλληλος και μπορεί ν’ αποδώσει τα μέγιστα. Διότι σε τελευταία ανάλυση, το ατομικό καλό απορρέει από το γενικό καλό.

 

Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Read Full Post »

Γλωσσολογία και ορθογραφία


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

«Γλωσσολογία και ορθογραφία»

 

 

Πολύς κόπος καταβάλλεται σε έγκριτα λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας προκειμένου να μας πείσουν ότι η γραφή αβγό και αφτί είναι η σωστή έναντι της σχολικής (όπως τη χαρακτηρίζουν) ορθογραφίας αυγό και αυτί. Εξετάζοντας την επιχειρηματολογία τους, βρίσκω αδύνατα σημεία.

Στο Λεξικό Μπαμπινιώτη (σ. 43) παρουσιάζεται η ακόλουθη πορεία για τη λ. αυγό: τα ωά > ταωά > ταuά > ταγuά > ταuγά. Το u θεωρείται από τους γλωσσολόγους φωνηεντικό ημίφωνο, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση εμφανίζει συμφωνική προφορά /v/ πριν από το ηχηρό γ. Τι εμποδίζει λοιπόν να μη μεταγράψουμε ταuγά ως τ’ αυγά, αφού και οπτικώς το u ταιριάζει με το υ, και ουσιαστικώς ο συνδυασμός αυ– αποδίδει το /v/ που έχει προκύψει από τη φωνητική εξέλιξη; Υπενθυμίζω ότι οι συνδυασμοί αυ– και ευ– στη νεοελληνική έχουν διπλή προφορά: αβ και εβ μπροστά από φωνήεν ή ηχηρό σύμφωνο, ενώ αφ και εφ μπροστά από άηχο σύμφωνο (π.χ. αύρα, Αύγουστος, ευωδιάζω, ναύτης, ευχαριστώ). Το επιχείρημα ότι η λ. αυγό «δεν δικαιολογείται να γραφεί με δίφθογγο αυ-, διότι η δίφθογγος δεν υπήρχε εξ αρχής στη λέξη» δεν ευσταθεί, καθώς ούτε ο συνδυασμός αβ– υπήρχε εξαρχής στη λέξη. Τόσο το αυ– όσο και το αβ– αποδίδουν εξ ίσου καλά τη φωνητική εξέλιξη /av/· ως εκ τούτου η λέξη μπορεί να γραφεί διττώς. Παρομοίως το αυτί (έ.α. σ. 337). Η πορεία της λέξης είναι: τα ωτία > ταουτία > tautia > tavtia > taftia. Η φωνητική εξέλιξη /af/ δηλώνεται στα νέα ελληνικά είτε με το αυ- είτε με το αφ-. Είναι θέμα προτίμησης να γραφεί αυτί ή αφτί καθώς δεν υπάρχει ετυμολογική βάση ούτε για το υ ούτε για το φ.

Επειδή βρίσκω τις γραφές αυγό και αυτί πολύ πιο κοντά στις βαθμίδες ταuγά και ταουτία, επειδή αγαπώ να χρησιμοποιώ φωνήεντα καθώς η ελληνική (γλώσσα πλούσια σε φωνήεντα) είναι η μητρική μου γλώσσα, επιλέγω τη γραφή με –υ-. Το υ δείχνει στα μάτια μου πιο κομψό και χαρούμενο, είναι ανοιχτό και βλέποντάς το ανοίγει η ψυχή μου έναντι των κλειστών β, φ.

Η λ. ορθοπαιδική είναι άστοχη για να αποδώσει τον ιατρικό κλάδο που ασχολείται με τις παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος. Οι ιατροί αυτού του κλάδου δεν ασχολούνται μόνο με παιδιά (ώστε να ευσταθεί η λέξη), αλλά μ’ όλες τις ηλικίες. Με βάση την ανωτέρω γραφή θα έπρεπε οι θεράποντες ιατροί ανάλογα με τον ασθενή τους ν’ αποκαλούνται ορθοβρεφικοί, ορθοεφηβικοί, ορθονεανικοί, ορθογεροντικοί, κ.λπ. Όμως κάτι τέτοιο είναι γελοίο. Tο ίδιο γελοίο είναι να χαρακτηρίζονται οι νάρθηκες για τετράποδα (σκύλους, γάτες, πρόβατα, κατσίκια, κ.λπ.) ως ορθοπαιδικοί!

Όταν το 1741 ο Γάλλος Nicolas Andry έπλασε τον όρο ορθοπαιδική, έπραξε ορθώς διότι αντικείμενο της ενασχόλησής του ήταν αποκλειστικά οι σωματικές δυσπλασίες των παιδιών. Τώρα όμως ο όρος δεν καλύπτει όλη την ειδικότητα. Μυοσκελετική και μυοσκελετικός ιατρός αποτελούν κατά τη γνώμη μου επιτυχέστερους χαρακτηρισμούς. Πάντως, μέχρι να βρεθεί ένας καλύτερος όρος για τον συγκεκριμένο κλάδο (η Εταιρεία τους θα μπορούσε να προκηρύξει μέσω διαδικτύου ένα βραβείο σ’ όποιον καταθέσει την καλύτερη πρόταση), καλύτερα να χρησιμοποιείται η γραφή ορθοπεδική, ορθοπεδικός. Αφήνοντας στην άκρη κατά πόσον η γραφή με –ε– οφείλεται σε παρετυμολογική σύνδεση ή όχι, θα προσπαθήσω ν’ ανιχνεύσω εκ των υστέρων την ετυμολογία της λέξης μήπως αποδειχθεί κατάλληλη για τη χρήση που επιθυμούμε. Το ρ. ορθόω σημαίνει και ‘κτίζω’, η πέδη σημαίνει ‘δεσμός’. Με τη σημασία στον ενικό χρησιμοποιεί τη λέξη ήδη ο Σημωνίδης (μέσα 7ου αι. π.Χ., απ. 7.116 W.) και στον ενικό την ερμηνεύουν ο Ηρωδιανός (Επιμερ. σ. 105.9 Boiss. πέδη, ο δεσμός), ο Ησύχιος (λ. πέδη), διάφορα βυζαντινά λεξικά όπως το Etymologicum genuinum (λ. ανδράποδον), το λεξικό τού Ζωναρά (λ. πέδη), κ.ά. Οι γιατροί αυτού του κλάδου προσπαθούν να θεραπεύσουν το πονεμένο ή τραυματισμένο μέρος του σώματος ‘δένοντάς’ το με νάρθηκες, ζώνες, κολάρα, κ.λπ. Αν δεν είναι σε θέση να χρησιμοποιήσουν τον σωστό δεσμό, τότε ο ασθενής κινδυνεύει να μετατραπεί σε νευρόσπαστο που τρεκλίζει. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η γραφή ορθοπεδική / ορθοπεδικός μπορεί να χρησιμοποιηθεί άφοβα για να περιγράψει τον συγκεκριμένο ιατρικό κλάδο.

 

Γλωσσολογία και ελληνικά

 

Αρκετούς αλλόκοτους όρους σε –ότητα έχουν πλάσει και χρησιμοποιούν οι γλωσσολόγοι: αποδεκτότητα, γραμματικότητα, καταστασιακότητα, κειμενικότητα, πληροφορητικότητα, προθετικότητα, κ.ο.κ. Πρόκειται για μη ευφυείς νεολογισμούς που έχουν προκύψει από τη μετάφραση αντίστοιχων αγγλικών όρων. Ο απλός χρήστης της νεοελληνικής απογοητεύεται καθώς θα περίμενε από επιστήμονες της γλώσσας να της φερθούν καλύτερα. Αντ’ αυτού αποδεικνύεται ότι ο γλωσσολόγος δεν ισοδυναμεί με τον ικανό γλωσσοπλάστη. Όσο για τον όρο σύμπλοκο που χρησιμοποιούν προκειμένου ν’ αποδώσουν φράσεις όπως φαύλος κύκλος, παιδική χαρά, λευκός θάνατος, κ.λπ., μου φέρνει στο νου ελληνικούρες σοφολογιότατων. Κατά τη γνώμη μου η λ. σύμπλεγμα (ενν. λέξεων) είναι πιο ομαλή και ταιριαστή από το εξεζητημένο σύμπλοκο, ενώ καλύτερη από τις δύο παραμένει η λ. φράση.

 

Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Φιλόλογος

 

Read Full Post »

Κριτική βιβλίου – Δ. Κιτσίκη, «Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924», σειρά: Πολιτική και Ιστορία 29, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 21988, σσ. 243. 


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» κριτική της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, που αφορά στο βιβλίο του Δ. Κιτσίκη με τίτλο:

Δ. Κιτσίκη, «Ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας 1280-1924», σειρά: Πολιτική και Ιστορία 29, εκδ. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Αθήνα 21988, σσ. 243.

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του ο κ. Κιτσίκης*, ο οποίος διετέλεσε καθηγητής ιστορίας των διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Οττάβας, διατείνεται ότι «η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρξε όχι μόνον η πολιτιστική αλλά και η πολιτική έκφραση του ελληνισμού»· γι’ αυτό αποφάσισε να γράψει ένα βιβλίο με σκοπό ν’ αποδείξει ότι «η Οθωμανική Αυτοκρατορία όχι μόνον δεν υπήρξε μια περίοδος “400 χρόνων σκλαβιάς” για τον ελληνισμό αλλά, αντιθέτως, ένα λαμπρότατο (!) οικοδόμημα της παγκόσμιας ιστορίας» (σ. 19).

Στην προσπάθειά του υποπίπτει σε πολλές αντιφάσεις και αλλοπρόσαλλη επιχειρηματολογία. Π.χ. τα προνόμια που ο Μωάμεθ Β΄ παραχώρησε στην ορθόδοξη εκκλησία πώς έθεταν «τις βάσεις τής από κοινού ελληνοτουρκικής κυριαρχίας», τη στιγμή που επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν η οθωμανική (δηλ. ένα μείγμα από αραβικά, περσικά και τουρκικά), επίσημη θρησκεία η μουσουλμανική και κυρίαρχος λαός ο τουρκικός (σσ. 39-40); Πόσο προστατευτική σημασία περιέκλειε η λ. ραγιάς (= κοπάδι) για τους χριστιανικούς λαούς της αυτοκρατορίας (σ. 31) οι οποίοι ήταν υπόδουλοι και ανελεύθεροι; Εάν μάλιστα ήθελαν ν’ ανέλθουν σε ανώτερα αξιώματα ή στην ανώτερη κοινωνική τάξη έπρεπε οπωσδήποτε να εξισλαμιστούν (βλ. περίπτωση Εβρενού και βυζαντινής πριγκίπισσας, σ. 55, 101). Πόσο «οικειοθελώς» γίνονταν οι εξισλαμισμοί (σ. 192), όταν αυτοί αποτελούσαν τον μόνο τρόπο για μια αξιοπρεπή ανθρώπινη επιβίωση; Πώς η αυτοκρατορία των Οσμανιδών «υπήρξε αυτοκρατορία των Ρωμηών» (σ. 65), τη στιγμή που οι Ρωμιοί είχαν χάσει την πρώτη θέση και είχαν υποταχθεί, προσπαθώντας να επιβιώσουν ως «δεύτερος λαός» (σ. 105); Ποια ισότιμη συνύπαρξη μεταξύ Οθωμανών δυναστών και Ελλήνων υποδούλων ήταν δυνατή; Ένα αποδεικτικό παράδειγμα αποτελεί η εκτέλεση του Μιχαήλ Καντακουζηνού από τον οθωμανό αυτοκράτορα Μουράτ Γ΄, επειδή ο Μουράτ «ανησυχούσε να βλέπει τον Μιχαήλ τόσο ισχυρό» (σ. 110). Τι περιθώρια βελτίωσης βιοτικού επιπέδου επέτρεπαν στους ραγιάδες οι οθωμανοί δυνάστες, όταν αδιάλειπτη επιδίωξή τους ήταν να παραμένει ο καθένας στην τάξη του προκειμένου να διατηρηθεί η κοινωνική αρμονία (σ. 87); Πώς μπορούσαν να επικοινωνούν απρόσκοπτα και να συμβιώνουν αρμονικά δύο λαοί με μεγάλες διαφορές στο επίπεδο του πολιτισμού; Όταν το 1280 ο Οσμάν Α΄, ένας φύλαρχος με κύριο μέλημα να εξασφαλίζει στους συντρόφους του καλά λιβάδια για βοσκή και πλούσια λάφυρα, ίδρυε τη νομαδική τουρκομάνικη ηγεμονία (σ. 66, 68), οι Έλληνες είχαν ήδη πίσω τους έναν λαμπρό πολιτισμό 28 περίπου αιώνων. Ποια ελληνοτουρκική ομοσπονδία ήταν δυνατόν να επιθυμεί ο Ατατούρκ, τη στιγμή που δεν αντιμετώπιζε τους Έλληνες εξ ίσου με τους Τούρκους; Απόδειξη ότι δεν αντικατέστησε το αραβικό αλφάβητο της τουρκικής γλώσσας με το ελληνικό αλλά με το λατινικό, επειδή φοβόταν (όπως οι προγενέστεροί του οθωμανοί σουλτάνοι) τον κίνδυνο αφομοίωσης των Τούρκων από τους Έλληνες. Ο Ατατούρκ δεν θα μπορούσε ποτέ ν’ αποδεχθεί τα ελληνικά, γλώσσα «συνδεδεμένη με μια θρησκεία διαφορετική απ’ αυτή των Τούρκων» (σσ. 66-67).

 Σε «ενδιάμεσες περιοχές» (σ. 150 κ.ε.) και «ειδικές θάλασσες» (σ. 204) μπορεί κανείς ν’ αναγάγει πολλές περιοχές του πλανήτη γη. Δεν βλέπω όμως να γίνεται λόγος «για γαλλογερμανική ομοσπονδία» ή «αγγλογαλλική συνομοσπονδιακή κυβέρνηση» και «κράτος της Μάγχης», όπως ο συγγραφέας προπαγανδίζει το «κράτος του Αιγαίου». «Κράτος Αιγαίου» δεν υπήρξε ποτέ στην ιστορία ούτε είναι δυνατόν ένα τέτοιο κατασκεύασμα να καταστεί βιώσιμο, καθώς οι Έλληνες και οι Τούρκοι αποτελούν λαούς με διαφορετική κουλτούρα, γλώσσα, θρησκεία που δεν τους επιτρέπουν να βαδίσουν έναν κοινό δρόμο. Όταν υπάρχουν μεγάλα προβλήματα συμπόρευσης μεταξύ των δύο Τουρκιών (δυτικά και ανατολικά της Άγκυρας χωρίς καμιά βαθιά συγγένεια μεταξύ τους, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας στη σ. 200), τότε πώς είναι δυνατόν να συμβιώσουν αρμονικά σε μία συνομοσπονδία λαοί τόσο διαφορετικοί όπως οι Έλληνες και οι Τούρκοι;

Μια ακόμη παρατήρηση: η αλλοίωση πηγών με αυθαίρετο κόψιμο – ράψιμο των τμημάτων τους, δεν χαρακτηρίζει σοβαρή και αξιόπιστη ιστορική προσέγγιση. Έτσι, ο συγγραφέας θέτει ως μότο του βιβλίου ένα δικό του κατασκεύασμα αναμιγνύοντας φράσεις του Ρήγα Φεραίου, οι οποίες αν ιδωθούν απείραχτες και στο σύνολο του κειμένου τους αναδίδουν ένα διαφορετικό μήνυμα. Παραθέτω τα δύο κείμενα προκειμένου να κρίνει ο αναγνώστης:

Α. κείμενο Κιτσίκη (σ. 9) «Η Οθωμανική αυτοκρατορία υπήρξε “το πλέον ωραιότερον βασίλειον του κόσμου, οπού εκθειάζεται πανταχόθεν από τους σοφούς”» (Ρήγας Φεραίος, σχέδιο συντάγματος, 1797), Β. κείμενο Ρήγα (σ. 159) «Στοχαζόμενοι ότι ο τύραννος ονομαζόμενος σουλτάνος κατέπεσεν ολοτελώς εις τας βρωμεράς θηλυμανείς ορέξεις του…και το πλέον ωραιότερον βασίλειον του Κόσμου, όπου εκθειάζεται πανταχόθεν από τους σοφούς, κατήντησεν εις μίαν βδεληράν αναρχίαν, τόσον ώστε κανένας… δεν είναι σίγουρος μήτε δια την ζωήν του, μήτε δια την τιμήν του, μήτε δια τα υποστατικά του…κηρύττεται…».

Ποια «κοινή οθωμανική πατρίδα» είχαν προδώσει οι Έλληνες σύμφωνα με την κατηγορία που τους προσήπταν οι Τούρκοι τον 19ο αι. (σ. 153), όταν αυτή η «πατρίδα» τούς φερόταν με τον στυγερό τρόπο που περιγράφει παραπάνω ο Ρήγας; Γιατί ο συγγραφέας δεν αναφέρεται στις φρικτές σφαγές της Χίου ή των Ποντίων; Έτσι, δεν ισχύει η ρομαντική άποψή του (σ. 182) ότι οι Έλληνες και οι Τούρκοι αποτελούσαν δύο λαούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας «που είχαν επωφεληθεί το περισσότερο (!) απ’ αυτήν».

Κοντολογίς, οι δύο λαοί πρέπει σήμερα να μάθουν να συνυπάρχουν σε πνεύμα ειρήνης, αρμονίας, σεβασμού και συνεργασίας, ζώντας καθένας στον δικό του γεωγραφικό χώρο όπως αυτός έχει οροθετηθεί από διεθνείς συνθήκες. Όποιος πολίτης επιθυμεί για προσωπικούς λόγους να εγκατασταθεί στη χώρα του άλλου (χωρίς όμως να σπέρνει ζιζάνια), ας έχει κάθε δικαίωμα να το πράξει. Μια συνομοσπονδία – αχταρμάς θα επιφέρει επικίνδυνη νόθευση της αξιόλογης κουλτούρας των δύο λαών με σοβαρές αλλοιώσεις των πολιτισμικών τους ιδιαιτεροτήτων. Προσωπικά, θα τιμώ πάντοτε όσους πραγματικά αγωνίστηκαν το ’21 για να κερδίσουν την ελευθερία και αυτοδιάθεσή τους, δύο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα. Θ’ αντικρίζω με συγκίνηση και ευγνωμοσύνη τους ανώνυμους τυφλούς και χωλούς αγωνιστές που έχουν αποτυπώσει σε πίνακές τους οι σπουδαίοι ζωγράφοι Θεόδωρος Βρυζάκης (Oανάπηρος του αγώνα, 1850) και Διονύσιος Τσόκος (Μικρός οδηγεί τυφλό αγωνιστή, 1849), επειδή αυτοί οι αγωνιστές προτίμησαν να σακατευθούν για να ζήσουν ελεύθεροι το υπόλοιπο της ζωής τους και να εξασφαλίσουν την ελευθερία στις επόμενες γενιές των Ελλήνων (βλ. Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Παράρτημα Ναυπλίου).

 

 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

 

* Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Δημήτρης Ν. Κιτσίκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1935, γιος του πρύτανη του Πολυτεχνείου και πολιτικού της αριστεράς, Νίκου Κιτσίκη (Ναύπλιο, 14 Αυγούστου 1887, Αθήνα, 26 Ιουλίου 1978) και της ελασίτισας και ελληνίδας φεμινίστριας Μπεάτας Κιτσίκη, το γένος Πετυχάκη.

Εγκατέλειψε την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου, το 1947, καταφεύγοντας στη Γαλλία, όπου σπούδασε σε γαλλικό γυμνάσιο, λύκειο και στη Σορβόννη. Εκεί υποστήριξε τη διδακτορική του διατριβή, το 1962, με τίτλο «Προπαγάνδα και πιέσεις στη διεθνή πολιτική» (στα … διαβάστε περισσότερα γαλλικά, εκδόσεις PUF). Από το 1960 έως το 1970 εργάστηκε ως εντεταλμένος ερευνών σε ανώτατα επιστημονικά κέντρα (Institut des Hautes Etudes Internationales, Γενεύη, CERI/FNSP και CNRS, Παρίσι), και αναδείχθηκε από τους γνωστότερους τουρκολόγους.

Ασπαζόμενος τον μαοϊσμό, μετά από επανειλημμένα ταξίδια στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, ήδη από το 1958, έλαβε ενεργό μέρος στην εξέγερση του Μάη του 1968 στη Γαλλία και, εξαιτίας της, εξεδιώχθη από το γαλλικό πανεπιστήμιο. Κατέφυγε στον Καναδά, όπου το 1970 εξελέγη τακτικός καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Οττάβα και το 1974 εισήγαγε τις κινεζικές σπουδές. Το 1999 εξελέγη τακτικό μέλος της Καναδικής Ακαδημίας.

Στην Ελλάδα υπήρξε εντεταλμένος ερευνών στο ΕΚΚΕ. Στην Τουρκία υπήρξε εντεταλμένος καθηγητής στα πανεπιστήμια Μπογάζιτσι (Κωνσταντινούπολη) και Μπιλκέντ (Άγκυρα). Διετέλεσε σύμβουλος του προέδρου Τουργκούτ Οζάλ και υπήρξε στενός συνεργάτης του Κωνσταντίνου Καραμανλή του πρεσβύτερου, κατά τη διάρκεια της αυτοεξορίας του στο Παρίσι. Είναι κάτοχος τριών υπηκοοτήτων (ελληνικής, γαλλικής, καναδικής), κάτι που ικανοποιεί τον πανελληνισμό του: θεωρεί ότι ο Έλληνας είναι και πρέπει να είναι πλανητικός. Εκτός από τα βιβλία, διαδίδει τις ιδέες του και μέσω του περιοδικού γεωπολιτικής «Ενιάμεση Περιοχή».

Πηγή: Βιβλιονέτ: Υπηρεσία του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Read Full Post »

Η επιστροφή των «Μαρμάρων»


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

Η επιστροφή των «Μαρμάρων»

 

Κατά καιρούς ακούγονται απόψεις από Έλληνες μορφωμένους για τη μη επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα στον τόπο όπου αυτά δημιουργήθηκαν. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι αν επιστρέψουν τα «μάρμαρα» στην Αθήνα θα κλειστούν σ’ ένα μουσείο όπου θα τα βλέπουν πολύ λιγότεροι επισκέπτες απ’ ό,τι στο Βρετανικό,  ενώ εκεί που τώρα βρίσκονται έρχονται συνεχώς να τα θαυμάσουν άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο. Προφανώς, οι υποστηρικτές της ανωτέρω άποψης δεν έχουν επισκεφθεί το νέο Μουσείο Ακρόπολης όπου (εκτός από τα εκθέματα) ό,τι καλύτερο βιώνει ο επισκέπτης είναι η απρόσκοπτη επικοινωνία με τον εξωτερικό περιβάλλοντα χώρο.

Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Φωτογραφία: Andrew Dunn, 5 December 2004.

Τα Μάρμαρα του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου.
Φωτογραφία: Andrew Dunn, 5 December 2004.

Συγκεκριμένα, τα γλυπτά του Παρθενώνα δεν παρουσιάζονται ξεκομμένα από το περιβάλλον ούτε είναι φυλακισμένα μέσα σε τσιμεντένιους τοίχους. Η τεράστια τζαμαρία (από πάνω έως κάτω και γύρω-γύρω) προσφέρει ένα μοναδικό σε τέρψη θέαμα: να παρατηρεί κανείς τα γλυπτά και ταυτόχρονα να βλέπει τον Ιερό Βράχο, τον εξωραϊσμένο πεζόδρομο της Διονυσίου Αρεοπαγίτου και τη συνοικία Μακρυγιάννη. Ας πληροφορηθούν ακόμη ότι το νέο Μουσείο Ακρόπολης είναι πυκνά επισκέψιμο όλες τις εποχές του χρόνου. Αν εξακολουθούν να μη πείθονται με τα παραπάνω, τότε ας απαντήσουν στο εξής ερώτημα: αφού (όπως λένε) στο Βρετανικό μουσείο θαυμάζουν τα «μάρμαρα» περισσότεροι άνθρωποι απ’ όλο τον κόσμο, τότε γιατί δεν τους στέλνουμε και τους υπόλοιπους αρχαιολογικούς θησαυρούς μας αδειάζοντας τα μουσεία της χώρας; Ας στείλουμε λοιπόν ό,τι έχουμε και δεν έχουμε με την παράκληση να τα φυλάνε και να τα παρουσιάζουν σ’ όλη την ανθρωπότητα, ενώ εμείς θα τους οφείλουμε αιώνια ευγνωμοσύνη!

Άλλοι περισπούδαστοι προσπαθούν με λεπτολόγα νομικίστικα επιχειρήματα να θολώσουν περισσότερο την υπόθεση, προτρέποντάς μας ν’ αναγνωρίσουμε στο Βρετανικό Μουσείο την κυριότητα των αρπαγμένων γλυπτών με την ελπίδα ότι ίσως έτσι αυτό θα συγκατανεύσει σε μια μόνιμη έκθεσή τους στην Αθήνα.

Οι υποστηρικτές αυτής της άποψης ή είναι αφελείς ή τους έχουμε δώσει το δικαίωμα να μας θεωρούν αφελείς. Είναι δυνατόν το Βρετανικό Μουσείο να επιτρέψει (μ’ όποια διεύθυνση του τύχει και μ’ όποια αγγλική κυβέρνηση) τον παντοτινό δανεισμό των «ελγινείων» στην Αθήνα; Ας θυμηθούμε ότι στις αρχές του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου οι βρετανικές αρχές κατοχής εξαπάτησαν τους Κυπρίους προκειμένου να στρατολογήσουν περισσότερους εθελοντές με το σύνθημα «Κύπριοι εντασσόμενοι στον αγγλικό στρατό, πολεμάτε για την Ελλάδα και για τη δική σας ελευθερία»! Όμως μετά το τέλος του πολέμου το Υπουργείο Αποικιών και οι Αρχηγοί των Επιτελείων τους απέρριπταν κάθε συζήτηση για Ένωση, ενώ ο Τσώρτσιλ πεισματικά ενέμενε στη διατήρηση πλήρους βρετανικής κυριαρχίας στη Μεγαλόνησο.

Για να επιστρέψω στο θέμα, όταν τα γλυπτά διερπάγησαν από τον Έλγιν με τον γνωστό αναίσχυντο τρόπο, όταν ο Παρθενώνας λεηλατήθηκε βιαιότατα, οι Έλληνες ήταν υπόδουλοι και δεν μπορούσαν να προστατεύσουν την πολιτιστική κληρονομιά τους. Τώρα γίναμε έθνος ελεύθερο, φτιάξαμε ένα κατάλληλο μουσείο και τα διεκδικούμε δικαίως.

Όταν τα αγόρασε η Αγγλία, στη Βουλή των Κοινοτήτων αμφισβητήθηκε έντονα η νομιμότητα της απόκτησής τους. Το βρετανικό κοινοβούλιο δεν είναι η κολυμβήθρα του Σιλωάμ όπου εξαγνίζεται η αγορά παράνομου εμπορεύματος. Ούτε το Βρετανικό Μουσείο ως άλλος Πόντιος Πιλάτος μπορεί να νίπτει τας χείρας του και να ισχυρίζεται ότι δικαίως κατέχει το παράνομο εμπόρευμα. Το καλύτερο είναι ν’ αρθεί πάνω από τις φοβίες και τις αναστολές του, να δείξει επιτέλους ήθος και γενναιοψυχία και να επιτρέψει την επιστροφή των αρπαγμένων γλυπτών στον τόπο τους. Ειδάλλως, θα φέρει μονίμως τη στάμπα ενός άδικου και ανήθικου Μουσείου.

 

Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική, (Ένα οδοιπορικό των λέξεων «Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός»)


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Αλεξάνδρας Ροζοκόκη, Διευθύνουσας του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας στην Ακαδημία Αθηνών, με θέμα:

 Τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική

(Ένα οδοιπορικό των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός)

 

Ο ομότιμος καθηγητής Α.Π.Θ. και τακτικός επιφυλλιδογράφος του «Βήματος της Κυριακής» κ. Δ. Ν. Μαρωνίτης στο άρθρο του «΄Οπερ έδει δείξαι» (18-08-13) θέλησε «φθίνοντος Αυγούστου και αύξουσας μοναξιάς» (οι λέξεις δικές του) ν’ αναφερθεί μεταξύ άλλων στην «αρχαιοελληνική γραικική καταγωγή και επωνυμία» της γλώσσας μας. Επειδή ο κ. Μαρωνίτης αναμιγνύει κάπως άτακτα κι αρκετά αποσπασματικά τους «πρώιμους Γραικούς», οι οποίοι ως λεκτικό αντιδάνειο έγιναν «στα χρόνια της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης αυθεντικό σήμα της φυλής, αποτυπωμένοι στον γενναίο δεκαπεντάσυλλαβο: «εγώ γραικός γεννήθηκα, γραικός θε να πεθάνω», με τους Ρωμιούς που «ενδιαμέσως στα χρόνια των Ρωμαίων γίναμε και μείναμε», και τέλος με τους Έλληνες, μια λέξη που «έχει την αρχή της σ’ ένα περιορισμένο γεωγραφικό τμήμα ανάμεσα στον Παγασητικό και στον Μαλιακό», αποφάσισα να παρουσιάσω πιο συστηματικά την πορεία και χρήση των λέξεων Γραικός, Έλληνας, Ρωμιός μέσα στον χρόνο.

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη (Μετεωρ. 1.352a-b) Γραικοί ονομάζονταν παλαιότατα οι Έλληνες που κατοικούσαν στη Δωδώνη και στον Αχελώο. Πριν από τον Αριστοτέλη δεν μαρτυρείται το Γραικός ως ονομασία των Ελλήνων· όμως, ο Ησίοδος αναφέρει έναν επώνυμο ήρωα Γραικόν, γιο του Δία και της Πανδώρας (απ. 5 M.-W.). Σύμφωνα με τον Στέφανο Βυζάντιο ο Γραικός ήταν γιος του Θεσσαλού (ως κύριο όνομα απαντούσε και Γραίκος).

Ο Έλλην (σύμφωνα με την πιο διαδομένη εκδοχή) ήταν γιος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, αδελφός του Αμφικτίωνα· γιοι του Έλληνα ήταν ο Αίολος, ο Δώρος, ο Ξούθος, ενώ εγγονοί του ο Αχαιός και ο Ίων. Αυτή η γενεαλογία καταδεικνύει τη συγγένεια των ελληνικών φυλών (Αιολέων, Δωριέων, Αχαιών και Ιώνων) και την αμφικτιονική σύνδεσή τους. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Δία και της Πύρρας· λόγω καταγωγής από τον Δία οι απόγονοι τού Έλληνα αποτελούσαν ένα ευγενές έθνος. Σύμφωνα με μία τρίτη εκδοχή ο Έλλην ήταν γιος του Προμηθέα.

Έλληνες ονομάστηκαν αρχικά οι κάτοικοι ενός τμήματος του βασιλείου του Αχιλλέα, στην περιοχή της Φθιώτιδας· μόνον αυτούς ο Όμηρος ονομάζει έτσι (Ιλ. Β 683-4), ενώ για τους υπόλοιπους Έλληνες ο ποιητής χρησιμοποιεί τα ονόματα Αχαιοί, Παναχαιοί, Δαναοί, Αργείοι και Πανέλληνες (Β 530). Πρώτος ο ιστορικός Θουκυδίδης (1.3.2) αντιλήφθηκε ότι η εξάπλωση του ονόματος προήλθε από την υπερίσχυση των Ελλήνων της Φθιώτιδας στην Κεντρική Ελλάδα: «Από την εποχή όμως που ο Έλληνας και οι γιοι του απόκτησαν δύναμη στη Φθιώτιδα, και οι άλλες πόλεις άρχισαν να τους ζητούν βοήθεια, όλο και πιο πολύ εξ αιτίας αυτής της επικοινωνίας λέγονταν πια Έλληνες μεταξύ τους· πέρασε ωστόσο πολύς καιρός ώσπου τ’ όνομα να επικρατήσει γενικά». Για πρώτη φορά σε μια επιγραφή του 586 π.Χ. εμφανίζεται τ’ όνομα Έλληνες για να χαρακτηρίσει όλους τους κατοίκους του νότιου Ολύμπου (βλ. Παυσ. 10.7.4-6). Από την άλλη όμως, ο Ησίοδος στα Έργα του (στ. 653) χρησιμοποιεί τη λέξη Ελλάς ήδη με τη σημερινή σημασία.

 Δεν θα παραλείψω κάποιους ωραίους θρύλους που έπλασαν οι Νεοέλληνες για τον «Έλληνα» και την «Ελλήνισσα», δηλ. τον ήρωα και την ηρωίδα που αποτελούσαν προσωποποίηση του αρχαίου ελληνικού λαού· ήταν τόσο πελώριοι και δυνατοί ώστε το μνήμα του πρώτου στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου είχε «πέντε μέτρα μάκρος και δυόμισι πλάτος», ενώ η Ελλήνισσα της αρχαίας Μεσσήνης «εβαστούσε απάνου εις το κεφάλι της και ένεθε και τη ρόκα της» έναν μονόλιθο μήκους έξι μέτρων, τον οποίο «έφερνε από μακριά». Αυτός ο ογκόλιθος δεν είναι άλλος από τη σωζόμενη δεξιά παραστάδα της αρκαδικής πύλης των τειχών της αρχαίας Μεσσήνης (βλ. Ν. Πολίτη, Παραδόσεις τ. Α΄ αρ. 101, 106).

Με την εμφάνιση του χριστιανισμού και ιδίως από τότε που ο Άγιος Αθανάσιος έγραψε τον λόγο του κατά των Ελλήνων, τ’ όνομα αναθεματιζόταν από τους άμβωνες και χλευαζόταν σ’ εκκλησιαστικά συγγράμματα ως συνώνυμο του ‘ειδωλολάτρη’ ή ‘αιρετικού’. Κανείς από τους εκχριστιανισθέντες Έλληνες δεν τολμούσε ν’ αποκληθεί έτσι, με αποτέλεσμα να επανέλθουν τα παλαιά και λησμονημένα ονόματα· οι κάτοικοι της κυρίως Ελλάδας ονομάζονταν Ελλαδικοί (το επίθετο απαντά ήδη στον Ξενοφάνη τον 6ο αι. π.Χ.). Αλλά την πιο μεγάλη διάδοση έλαβε τότε το Γραικός· σ’ αυτό συνετέλεσαν και οι Ιταλοί καθώς αποκαλούσαν τους Έλληνες Graeci είτε από τους Γραικούς της Ηπείρου είτε από την περιοχή της Γραίας (σημερινή Τανάγρα και Ωρωπός), οι οποίοι μαζί με Κυμαίους και Χαλκιδείς από την Εύβοια αποίκισαν την Κύμη της Ν. Ιταλίας. Από το λατινικό Graeci προέκυψαν όλα τα δυτικοευρωπαϊκά Greek, Grec, Grieche, κ.λπ. Η προέλευση του βυζαντινού κράτους από τα σπλάχνα του ρωμαϊκού είχε ως αποτέλεσμα οι υπήκοοι του Βυζαντίου να προσαγορευθούν Ρωμαίοι (ή μετέπειτα Ρωμιοί).

Από τον 11ο αι. και εξής επανήλθε η χρήση τού Έλληνες, αφού λησμονήθηκε η αρνητική σημασία που του είχε προσδώσει η χριστιανική εκκλησία. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204) έκανε μισητό τ’ όνομα των Ρωμαίων και πολύ αγαπητό το Έλλην, καθώς μάλιστα αντιδιαστελλόταν προς οποιονδήποτε βάρβαρο (όπως γινόταν στην κλασική εποχή μετά τους περσικούς πολέμους). Όταν το γένος υποδουλώθηκε στους Τούρκους, τότε η εκκλησία έκρινε συμφέρουσα την ονομασία Ρωμαίοι και ο σουλτάνος αναγνώρισε τον πατριάρχη ως πατριάρχη των Ρωμαίων, δηλ. όλων των ορθόδοξων πληθυσμών της αλλοτινής βυζαντινής αυτοκρατορίας. Όσες φορές παρουσιαζόταν η ανάγκη να διακριθούν οι Έλληνες ορθόδοξοι από τους καθολικούς οπαδούς του πάπα, η Εκκλησία χρησιμοποιούσε τ’ όνομα Γραικός (= Έλληνας ορθόδοξος χριστιανός). Έτσι δεν είναι διόλου τυχαία η επιλογή Γραικός στην περήφανη απάντηση του Αθανάσιου Διάκου προς τους Τούρκους πριν από το μαρτύριό του, όταν του πρότειναν να προσκυνήσει και να συνεργαστεί μαζί τους. Με τη φράση «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» ο Διάκος δηλώνει κατηγορηματικά ότι γεννήθηκε και θέλει να παραμείνει Ελληνορθόδοξος και ότι δεν πρόκειται ν’ αλλαξοπιστήσει για να σώσει τη ζωή του. Ας αναφέρω ότι ο Κοραής και οι προεπαναστατικοί (Ρήγας, Χριστόπουλος, κ.ά.) μιλούσαν για το «γένος των Γραικών». Παρ’ όλ’ αυτά στα δημοτικά τραγούδια από τον 16ο αι. και μετά, ήταν προτιμότερο το Έλλην που υιοθέτησαν οι αγωνιστές της Επανάστασης και τελικά επικράτησε επισήμως μετά την απελευθέρωση. Υπενθυμίζω τον γνωστό στίχο από το τραγούδι του Μακρυγιάννη «Ο Ήλιος εβασίλεψε, Έλληνά μου, …», σχολιάζοντας ότι ο στρατηγός δεν επιλέγει να πει «Γραικέ μου»!

Σύμφωνα με τον κ. Μαρωνίτη «υπερβάλλει μάλλον ο Ελύτης όταν αποφαίνεται στο Άξιον Εστί: τη γλώσσα μού έδωσαν ελληνική· / το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Ομήρου». Δεν ξέρω τι άλλο θα μπορούσε να πει ο Ελύτης ως νεοέλληνας ποιητής: «Τη γλώσσα μού έδωσαν γραικική»; Κάτι τέτοιο θα ήταν κουφό. Ή «Τη διάλεκτο μού έδωσαν αιολική»; Μα όταν γεννήθηκε και μεγάλωσε ο ποιητής δεν υπήρχαν πλέον οι αρχαίες διάλεκτοι. Εκτός αυτών, η επίμαχη φράση του Ελύτη εναρμονίζεται τόσο όμορφα με τον στίχο 1254 από τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου (ομιλεί η Κασσάνδρα) «και μην άγαν γ’ Έλλην’ επίσταμαι φάτιν» (μτφρ. «ειλικρινά, κατέχω πολύ καλά την ελληνική γλώσσα»). Ας υπενθυμίσω ακόμη ότι στους κλασικούς Πίνδαρο, Ηρόδοτο, Πλάτωνα, κ.ά. εμφανίζονται κατά κόρον οι λέξεις Έλλην, ελληνικός για όσους είχαν κοινή ελληνική καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία κι έθιμα.

Συμφωνώ με την άποψη του ανωτέρω επιφυλλιδογράφου ότι «η γλώσσα μας καθ’ οδόν συνεχώς εξελισσόμενη, υπήρξε και παραμένει πολυώνυμη, ίσως γιατί ο ενικός αριθμός της φαίνεται στενός κορσές». Επίσης, δίκαια ειρωνεύεται την απόλυτη ρήση: «Μόνον όσοι γνωρίζουν Αρχαία Ελληνικά μπορούν να χρησιμοποιούν σωστά την Νεοελληνική Δημοτική»! Αλλά το ειρωνικό του σχόλιο «Όπερ εδει βήξαι», θα ήταν πιο σωστό: «εφ’ ωιπερ έδει βήξαι».

Τέλος, όλ’ αυτά γράφονται για να μη νιώθει ο διαπρεπής ομηριστής μας μοναξιά…

 Δρ. Αλεξάνδρα Ροζοκόκη

Διευθύνουσα του Κέντρου Ερεύνης

της Ελληνικής και Λατινικής Γραμματείας

στην Ακαδημία Αθηνών

Για το άρθρο «Οπερ έδει δείξαι» του κ. Δημήτρη Μαρωνίτη, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:  Οπερ έδει δείξαι – Μαρωνίτης Δημήτρης Ν.

 

Read Full Post »