Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αναπλιώτης’

 Πέντε Αργείτικα του Αναπλιώτη 


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ο Γιώργος Γιαννούσης, Οικονομολόγος και Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, σκιαγραφεί με απλά λόγια τον Ναυπλιώτη ποιητή  Αντώνη Αναπλιώτη  και παραθέτει  πέντε ποιήματά του αφιερωμένα στο Άργος.

 

«Πέντε Αργείτικα του Αναπλιώτη»

 

Το βιβλίο «Αναπλιώτικα» του Αντώνη Αναπλιώτη, εκδόθηκε στην Αθήνα το 1958, εφτά χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Είναι μια υπέροχη έκδοση που επιμελήθηκαν οι φίλοι του λογοτέχνες Σπύρος Παναγιωτόπουλος, Γιώργος Τσουκαντάς, και Νίκος Δεληβοριάς.

Σκίτσο του Αντώνη Αναπλιώτη που φιλοτέχνησε ο Νίκος Καστανάκης.

Ο Αναπλιώτης, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Αντώνη Λεκόπουλου, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1888 και πέθανε στη Αθήνα το 1951, υπήρξε ένας μοναδικός βάρδος που ύμνησε και τραγούδησε την Αργολίδα και ιδιαίτερα την πατρίδα του, το πολυαγαπημένο του Ανάπλι. Και είναι μεγάλη αλήθεια αυτό που οι φίλοι του τονίζουν στη εισαγωγή του στο βιβλίο, ότι «σπάνια ποιητής αγαπήθηκε τόσο πολύ από το λαό όσο ο Αναπλιώτης». Και όχι μόνο από τους συμπολίτες του, που του έστησαν  την προτομή του στον περίβολο της Δημοσίας Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», αλλά και οι άνθρωποι της τέχνης και της επιστήμης τον αναγνώρισαν καθολικά ως μεγάλο έλληνα λυρικό ποιητή και συγχρόνως λαϊκό υμνητή – τραγουδιστή της ιδιαίτερης πατρίδας του.

Ζώντας μακριά από το Ανάπλι του, ήταν ανώτερος κρατικός λειτουργός και υπηρετούσε στην Αθήνα, η αγάπη και η νοσταλγία για την πατρίδα του, οδήγησαν το μοναδικό ταλέντο του να περιγράψει τις αναμνήσεις του υμνώντας και τραγουδώντας τα παλιά ξέγνοιαστα νεανικά του χρόνια, τις ομορφιές της πόλης του, τους ανθρώπους, όχι μόνο τα γνωστά ή συγγενικά του πρόσωπα, αλλά και κάθε ιδιαίτερο, μοναδικό, αλλιώτικο ή γραφικό, τα ήθη και έθιμα, τα πανηγύρια και τις γιορτές, τις λύπες και τις χαρές, τους έρωτες και τους καημούς, μ’ ένα μοναδικό τρόπο, που ξεχειλίζει από συναίσθημα και λυρισμό.

Για το γειτονικό Άργος, ο Αντώνης Αναπλιώτης, με πολύ αγάπη και νοσταλγία, θυμάται και τραγουδά τις γυναίκες του Άργους τις όμορφες, «τις καλοφτιαγμένες και κοσμοξακουσμένες»,  τους άνδρες με τα μάγκικα τραγούδια τους, τους χορούς και τα γλέντια, τα πανηγύρια με τους υπέροχους λαϊκούς μουσικούς, ένα Άργος που φαντάζει μέσα από τις περιγραφές του λεβέντικό και εργατικό και συγχρόνως μερακλίδικο, γλετζέδικο και ερωτικό.

Ας απολαύσουμε  πέντε ποιήματα – τραγούδια αφιερωμένα στο Άργος, τα οποία συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο του  τα «Αναπλιώτικα», για να τον γνωρίσουν και οι νεώτεροι Αργείτες. Και ίσως να τους βοηθήσουν τα τραγούδια αυτά να γνωρίσουν  καλύτερα το Άργος των πατεράδων και  των παππούδων  τους  και να αγαπήσουν και αυτοί σήμερα την πόλη τους, τόσο, όσο και ο Ναυπλιώτης ποιητής.

 

ΑΡΓΕΙΤΙΚΟ

 

Ο Μπίρμπος κι’ ο Νταή – Αρματάς,

Με κλαριτζή το Φέκα,

Τραγούδησαν στην Κοτσινιά,

Τσ’ ακούστη στη Χαλιέπα!…

 

Ρεμπούμπλικες, ψηλά – στραβά

– Κλαρίνο Αργείτικον – χαβά –

Μουστάκες ξαγριεμένες

Και «πατατούκες» στόνα τους

Μανίκι, φορεμένες !…

– Ζουνάρες – κρεμασμένες…

 

Ο Μπίρμπος κι’ ο Νταή – Αρματάς,

Με κλαριτζή το Φέκα,

Τραγούδησαν στην Κοτσινιά,

Τσε τα’ ακούσε η Χαλιέπα,

 

Για μιάν Αργείτισσα γλυτσά

Νταρντάνα και δουλιεύτρα…

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου. Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1930;).

 

 

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

 

(Mιά φορά κι’ έναν καιρό…)

Eις μνήμην Σαρδέλλη – Νίνου – Μπουμπούκη, παληών αμαξάδων Του Άργους, που μετέφεραν την Παιδική ψυχή στο «πανηγύρι!»…   

 

– Άϊντες!.. Να ιδής τις νειόπαντρες,

Στ’ Άργους το πανηγύρι…

– Κιλίμι ασημοπότηρο,

Γυαλί, μαλλί, μπακίρι

Λάμπα, καθρέφτη, εικόνισμα,

Μύλο, λιβανιστήρι,

– Άϊντες!.. να ιδής τις νειόπαντρες,

Στ’ Άργους το πανηγύρι…

 

Και μιά μικρή, μιά νειόνυφη,

Αργείτικο καμάρι,

– Ψηλά – στραβά το φέσι της,

– Η φούντα του, ως τη μέση της –

Κι’ ασίκικο «μπουμπάρι»*,

Και μιά μικρή, μιά νειόνυφη.

Μιά μικροπαντρεμένη,

Στο πανηγύρι μπαίνει…

 

Κρατάει το νηό – το ταίρι της,

– Στο χέρι του το χέρι της –

Πυρρή και ξαναμμένη,

(Μικρούλα και πρωτόβγαλτη

Στο πανηγύρι μπαίνει…)

 

Και γουρνοπούλα Άργείτικη,

Ροδοκοκκινισμένη,

– Μαστόρικα ψημμένη,

(Η κοσμοξακουσμένη !…)

Μυρίζει της – μυρίζει της,

Και στέκει ζαλισμένη,

Ως ναν της φέρουν το «μεζέ»·

Γιατ’ είναι… γκαστρωμένη…

* Μπουμπάρι: Παραδοσιακός πικάντικος μεζές. Είναι λουκάνικο με γέμιση κρέας μοσχαρίσιο ή αρνί ή κατσίκι και τα εντόσθια του, εκτός από το συκώτι.

 

ΣΤΗ «ΣΟΥΣΤΑ» ΤΗΝ ΑΡΓΕΙΤΙΚΗ…

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Άργος – Άργος –

Στη «σούστα» την καμπίτικη,

– Κάμπος – κάμπος –

τη «μέγκλα* – μερακλίτικη»·

– Καθρέφτες μ’ αγγελάκια –

Ζουγραφιστά, πολύχρωμα,

Του κάμπου λουλουδάκια,

Και με τα χρυσοκόκκινα

στις ρόδες της «παρμάκια»,

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Τη «μέγκλα – μερακλίτικη»,

Νά ξανακαβαλλήσω,

Κανονικό κι ανάλαφρο

Κουδούνι ν’ αγροικήσω

Με της αυγούλας τη δροσιά,

– Κορδέλλα – πέρα ή δημοσιά,

Να σιγοτραγουδήσω…

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Βλάγκα φοράδα**

(Φέλπα ή γυαλάδα!)***

Λεβεντιά κι’ ωμορφάδα

(Το βελουδένιο σου πετσί,)

Πως να σηκώση καμουτσί;

– Στράκες,**** μονάχα, αράδα…

– Γκέμι – γερό!

– Σούζες – σωρό!

– Τρέκλες – Χορό!

– Βλάγκα – φοράδα,

(Ομήρου Ιλιάδα…)

Με μπάσταρδο πουλάρι

Καμπίσιο θρεφτάρι

– Καμπίσιο βλαστάρι!

Του κάμπου καμάρι.

 

Στη «σούστα» την Αργείτικη

– Άργος – Άργος –

τη «μέγκλα – μερακλίτικη»·

– Κάμπος – κάμπος –

Στου χρόνου τα γυρίσματα,

Για τα καλωσωρίσματα,

Σούς «μπάγκους» – στα καθίσματα –

Αργείτικα κιλίμια

Στο καμουτσί, στα γκέμια της

Αργείτικα «τσαλίμια…»

 

* Μέγκλα: Μάγκικη λέξη που εννοεί το άριστο, το πολύ καλό.

** Βλέγκα: Λέξη στην Κύπρο. Εννοούν το πολύ θερμό κλίμα, την ζεστή ατμόσφαιρα.

*** Φέλπα ή γυαλάδα: Ιταλική λέξη για το μαλακό ύφασμα με τη βελούδινη υφή.

**** Στράκα: Ξερός διαπεραστικός ήχος που παράγεται όταν κτυπάς το καμουτσίκι στον αέρα.

 

 

Άργος. Η οδός Βασ. Κωνσταντίνου (1930;). Στο βάθος διακρίνεται το κάστρο της Λάρισας και η Παναγία η Κατακεκρυμμένη.

 

ΤΟ ΤΟΥΜΠΟΥΡΛΟΥ

 

«Τουμπουρλού μωρή,

Το σαλβάρι* σου,

Στρογγυλό παχύ,

Το ποδάρι σου».

 

Τουμπουρλού μωρή

Τουμπουρλού μωρή

Μπήκε η Αποκρηά,

Στρώσανε οι χοροί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Του Φέκα το κλαρίνο,

Κανείς δεν το βαρεί,

Τουμπουρλού μωρή

Του Μπόγια το ζουνάρι,

Κανείς δεν το φορεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Του Μπόγια, του Μπεκιάρη**

– Άργείτη μακελλάρι –

Ο Χάρος χάρισέ του,

Λεπίδα κοφτερή,

Τουμπουρλού μωρή…

Κι’ έκοβεν ανθρώπους

(Χρόνια καί καιροί)

Τουμπουρλού μωρή…

 

Τ’  Αργείτικο μαχαίρι,

(Δεν το πιάνει χέρι)

Βγήκε απ’ το θηκάρι

Κι’ άσπλαχνο βαρεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Ο Μάνος ο Καλλέργης,***

Άγάπησε Κορώνα,

Βασίλισσα, γοργόνα,

Να ζήση δεν μπορεί,

Τουμπουρλού μωρή.

Και παλαβωμένος,

Στα σοκάκια του Άργους

Κλαίει και καρτερεί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

Τα κορίτσια του Άργους,

Τα καλοφτειασμένα,

Κοσμοξακουσμένα,

Τ’ Άργους οι χοροί,

Τουμπουρλού μωρή…

 

* Σαλβάρι: Περσική λέξη. Φαρδιά γυναικεία παντελόνα που φορούσαν παλιά οι χωρικές.

** Μπεκιάρης: Παλαιός δήμιος εξ Άργους.

*** Καλλέργης: Ο εραστής της αυτοκράτειρας Ευγενίας.

 

Ο ΓΙΑΛΕΛΗΣ

 

Ο Γιαλελής ο Κίτσος,

Καρίπης αμαξάς,

Κι’ ο κλαριτζής ο Γιώργης

Ο Καραμουτζάς,

Το βλάγχο τον ανέμη,

Το βλάγκο τον ασίκη,

Πού δεν σηκώνει γκέμι,

Δεν παίρνει καμουτσίκι,

Τον ζέψανε στη σούστα,

Στη φτεροσούστα τους,

Και βγήκανε στην τσάρκα,

– Αμάν, και διπλοστράκα –

Και βγήκανε να κάνουν

Στ’ Άργος τα γούστα τους.

 

Ο Αραμπάς περνάει,

Κι’ ο αραμπατζής τρελλός

Φεύγατε Αργειτοπούλες,

Να μη σας πάρη ομπρός…

 

Τα μάγκικα τραγούδια,

– Της λεβεντιάς λουλούδια –

Τα μάγκικα τραγούδια

Τ’ αποκρέψανε,

Πέντε – έξη μπαγλαρώσαν

Κάνα – δύο μαχαιρώσαν

Και… ξεζέψανε…

 

Γιώργος Γιαννούσης

Οικονομολόγος – Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

Ιστορίας & Πολιτισμού

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Αναπλιώτης Αντώνης (1888-1951)


 

Σκίτσο του Αντώνη Αναπλιώτη που φιλοτέχνησε ο Νίκος Καστανάκης.

Ο Αντώνης Αναπλιώτης (φιλ. ψευδ. του Αντώνη Λεκόπουλου), ποιητής και θεατρικός συγγραφέας, γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1888 πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρα, όπου τελείωσε το γυμνάσιο το 1902. Εργάσθηκε στο πρωτοδικείο Ναυπλίου και παράλληλα σπούδασε στη Νομική σχολή του πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1908 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, σταδιοδρόμησε ως υπάλληλος του υπουργείου Εσωτερικών και έφθασε ως το Βαθμό του επιθεωρητή. Την πρώτη λογοτεχνική του εμφάνιση έκανε το 1910, τυπώνοντας την ποιητική του συλλογή «Τo Βιολί». Ωστόσο είχε ήδη από το 1907 γράψει το τρίπρακτο δράμα «Ο Πιπιάς», το οποίο τυπώθηκε το 1992 από τη βιβλιοθήκη του Ναυπλίου «Παλαμήδης».

Ασχολήθηκε με την ποίηση, το διήγημα, τη λαογραφία, το θέατρο, το χρονογρά­φημα και έγραψε ποικίλες διατριβές. Στα σαράντα χρόνια της πνευματικής του πορείας συνεργάσθηκε με πολλά έντυπα της επαρχίας και της πρωτεύουσας («Ευβοϊκά Γράμματα», «Εμπρός», «Πρωία», «Νέα Εστία», «Ατλαντίς» Ν. Υόρκης κ.ά.), στα οποία βρίσκεται κατεσπαρμένο μεγάλο μέρος του έργου του. Το θεατρικό του έργο «Ο Πιπιάς» βραβεύθηκε το 1938 στον «Καλοκαιρίνειο Διαγωνισμό».

Ο Αντώνης Αναπλιώτης ήταν ο πρώτος μεγάλος δωρητής της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και συντάκτης του πρώτου καταλόγου των βιβλίων της, το 1949. Προτομή του κοσμεί την αυλή της Βιβλιοθήκης από το 1957.

Με επιμέλεια του Σπ. Παναγιωτόπουλου, του Γ. Τσουκαντά και του Ν. Δεληβοριά κυκλοφόρησε μεταθα­νάτια (1958) επιλογή της ιδιότυπης ποίησης του Αντώνη Αναπλιώτη με τίτλο «Αναπλίωτικα». Πέθανε στην Αθήνα το 1951.

 

 Μια κριτική για τον ποιητή Αντώνη Αναπλιώτη στο Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών (1953) 

Επιμέλεια: Γιώργος Ρούβαλης

 

Μια κριτική του τότε εκλεκτού κριτικού Γιώργου Φτέρη που έγινε στη ραδιοφωνική του ομιλία απ’ το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών στις 15-2-53, δύο χρόνια μετά το θάνατο του ποιητή. Αναδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Σύνταγμα» στις 25 Μαρτίου 1953 με τη φροντίδα του Θ. Κωστούρου.

 

ΜΙΑ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΑΝΑΠΛΙΩΤΗΣ
ΤΟΥ κ. Γ. ΦΤΕΡΗ

(Όπως υποσχεθήκαμε στο προηγούμενο φύλλο, δίνουμε σήμερα ολόκληρη την ομιλία του εκλεκτού λογίου κ. Γεωργ. Φτέρη, για τον ποιητή μας Α. Αναπλιώτη. Την ομιλία αυτή που έγινε στον Ρ. Σταθμό Αθηνών στις 15-2-53 ο κ. Φτέρης είχε την καλοσύνη να την αποστείλη, μέσω του Λογοτεχνικού συνεργάτου μας κ. Θ. Κωστούρου, στο «ΣΥΝΤΑΓΜΑ».)

 

«Είχεν επάνω σ’ όλο το παρουσιαστικό του κάτι το συμπαθέστατα επαρχιακό, τόσο που να φαίνεται σχεδόν ξένος, σχεδόν νιόφερτος στην Αθήνα, αν κι εδώ εζούσε χρόνια ολόκληρα. Είχεν ακόμη εκείνον τον ειδικό, τον χαρακτηριστικό τόνο στο ντύσιμο που θύμιζε Κυριακή της επαρχίας, όταν είναι κλεισμένα τα μαγαζιά, τα εμπορικά. Κι οι άνθρωποι, ιδίως οι μεσόκοποι που εκφράζουν περισσότερο την ηλικία της επαρχιακής πολιτείας – εν αντιθέσει προς τη νεότητα, που δίνει έναν τόνο επικρατέστερο στα μεγάλα κέντρα – οι Κυριακάτικοι άνθρωποι με την τσάκιση στα παντελόνια και τα κομπολόγια στα χέρια τους, κάνουν τον αργό λικνιστικό περίπατο στην κεντρική πλατεία και χαιρετά ο ένας τον άλλον με οικειότητα. Είχε προπάντων μια γελαστή συστολή, κάτι το ντροπαλά εγκάρδιο στο πρόσωπό του και μαζί μ’ αυτό μια υποχωρητικότητα, μια προκαταβολική συγκατάθεση μέσα στο βλέμμα, βαθειά ανθρώπινη. Ποτέ δεν επρόβαλε στη συζήτηση τον εαυτό του, το έργο του, μ’ όλο που τ’ αγαπούσε τόσο τρυφερά.

Αναπλιώτης (Αντώνης Λεκόπουλος)

Μιλάμε για τον ποιητή Αναπλιώτη, τον Αντώνιο Λεκόπουλο, που ετιμήθη τελευταία στο Ανάπλι η μνήμη του μετά τα αποκαλυπτήρια της προτομής του. Και μιλάμε για να εξάρωμε πρώτα-πρώτα το παράδειγμα. Εννοούμε το γεγονός ότι η επαρχία παίρνει πρωτοβουλίες αυτού του τύπου, αισθάνεται δηλαδή την ανάγκη να τιμήση τους πνευματικούς εκπροσώπους της. Πρόκειται για μια κίνηση που θάπρεπε με κάθε δυνατό τρόπο να ενθαρρυνθεί, για να γίνη συστηματικώτερη και ευρύτερη, όχι μόνον γιατί έτσι μπορούν να αξιοποιηθούν αισθητικά, τουριστικά, διάφορες επαρχιακές πολιτείες. Αλλά και γιατί είναι δίκαιο να αναγνωρισθούν επί τέλους και στην επαρχία – που όσο κι αν παρουσιάζεται εγκαταλελειμμένη αποτελεί πάντα τον πυρήνα, τη ρίζα της ελληνικής ζωής – οι πνευματικοί τίτλοι της. Το νομίζομε, γιατί η ελληνική επαρχία έχει αποκτήσει, όσο καμμιά άλλη επαρχία συγχρόνου τόπου, ένα σύμπλεγμα κατωτερότητος πνευματικής. Της το εδημιούργησε η πρωτεύουσα, όπως έχει συγκεντρώσει, όπως εξακολουθεί να συγκεντρώνη μ’ έναν τρόπο σχεδόν μονοπωλιακό, όλη την πνευματική δραστηριότητα της χώρας και ν’ απορροφά κάθε φλέβα, κάθε ικμάδα ταλέντου που εκδηλώνεται στην περιοχή των επαρχιών. Αυτό κανταντά βέβαια μοιραίο, με τη σημερινή διαμόρφωση της Ελληνικής ζωής, με το γενικώτερα συγκεντρωτικό σύστημα που τη χαρακτηρίζει και με την εγκατάλειψη της επαρχίας στην τύχη της. Ούτε μπορεί ν’ ακολουθήση ο καθένας το παράδειγμα του Μιστράλ και του Φρανσίς Ζαμ – για ν’ αναφέρωμε τους γνωστοτέρους ποιητές, που για χάρη της επαρχίας επεριφρόνησαν και τη διαμονή στο Παρίσι και τη δόξα του Ακαδημαϊκού. Ωστόσο πρέπει να θυμίζεται ότι οι Ελληνικές επαρχίες δεν βγάζουν μόνο προϊόντα για την αγορά, αλλά τροφοδοτούν επίσης τα Ελληνικά γράμματα.

Ότι εκείνες ανανεώνουν διαρκώς τα Ελληνικά γράμματα. Και ότι το Μεσολόγγι, το Αγρίνιο, το Καρπενήσι, ο Έπαχτος με τον Παλαμά, με το Μαλακάση, με το Χατζόπουλο, με τον Παπαντωνίου, με το Βλαχογιάννη, η Καλαμάτα με τον Νικόλαο Πολίτη, τον Καμπίση και τον Αποστολάκη, τα Λεχαινά με τον Καρκαβίτσα, η Σπάρτη με το Μητσάκη, η Μάνη με τους Πασαγιάννηδες – για να μη προχωρήσουμε στα νησιά – έχουν προσφέρει στην πνευματική μας αναγέννηση πολύ περισσότερα από την Αθήνα.

Μιλάμε επίσης για τον Αναπλιώτη, επειδή θέλομε στο πρόσωπό του να τιμήσωμε μια κατηγορία ποιητών που το έργο τους, με το να είναι σε ελάσσονα τόνο τους τοποθετεί στο ημίφωτο, στο βάθος, πίσω από τις προνομιούχες μορφές όπου πέφτει η αντηλιά της δόξης μ’ όλη της την ένταση, είναι οι «MINORES» οι ποιητές που έχουν μια μετριώτερη απήχηση και αναγνώριση στην εποχή τους, κάτι το ωχρό μπροστά στη θαμπωτική λάμψη των άλλων, που τους κάνει μέσα στη γραμματολογία βαθύτατα συμπαθείς. Και που υποχρεώνει την ανθρώπινη μνήμη να μη τους εγκαταλείπη στη λησμονιά, να τους σέβεται.

Είπαμε παραπάνου ότι ο Αναπλιώτης ποτέ δεν επρόβαλε στη συζήτηση το έργο του, μ’ όλο που το αγαπούσε τρυφερά. Και το αγαπούσε ότι όπως κάθε ποιητής αγαπά τη δημιουργία του, σ’ ότι τον εζέστανε, σε ότι τον εγοήτεψε πιο πολύ. Γιατί το έργο του Αναπλιώτη δεν το συνέθεταν λυρικές προσπάθειες λιγώτερο ή περισσότερο επιτυχείς, που αρχίζουν πάντως από καταστάσεις αφηρημένες, αυτές που πλαισιώνουν την πρώτη έμπνευση. Εδώ τα τραγούδια είναι πρωτ’ απ’ όλα βιώματα, μέσα στις φόρμες τους έχει μεταφέρει ο ποιητής το υλικό της ζωής του. Έχει βάλει την τοπογραφία της, την πραγματογνωσία της, την ονοματολογία της τα πάντα. Διαθέτοντας μία εξαίρεση, μία ασφαλεστάτη αναδρομική αίσθηση, κάνει άμεσα τα γεγονότα και τα πρόσωπα που θυμάται, τα παρουσιάζει σχεδόν ζωντανά. Οι άνθρωποί του δεν είναι αόριστοι, ανώνυμοι, τοποθετημένοι μέσα σε πλασματικές περιπτώσεις. Είναι συγκεκριμένοι με τα ονόματά τους, τα μικρά και τα μεγάλα, με τα επαγγέλματά τους, με τα παρατσούκλια τους. Είναι ο Τσορονίκος ο Γουρλής, ο Γιώργος ο Παπαθανάσης, του Νίκου και του Κώστα ο αδερφός, είναι η κυρά Σπύραινα, η «χήρα η κακομοίραινα», ο Μπεκιάρης, ο Παναγιώτης, ο Ψάλτης ο Παβουγαδές, ο Κορομίχης με τον Κορομπίλη «σαράντα χρόνια χρυσοί γειτόνοι και φίλοι».

Είναι ο Γρίντζος, ο Μετζίτης κι ο Μπιτζαξής, που μικρά παιδιά τόσκαζαν απ’ το σχολείο στο μάθημα των γαλλικών. Και όταν τους φώναζε ο καθηγητής:

– Ω με ζ-ανφάν! Ου βου ζ-αλλέ; του απαντούσανε κι οι τρεις:
– Στο Ιτσ-Καλέ! Στο Ιτσ-Καλέ! ώσπου έπαιρναν στο τέλος, όταν εγένοντο οι εξετάσεις:
– Στου Κατελούζου τον καιρό. Τρουά ζερό! Τρουά ζερό!

Ότι γίνεται στ’ Ανάπλι, τα γλέντια, οι μικρές οικογενειακές έγνοιες για τους δύσκολους γάμους των προχωρημένων σε ηλικία κοριτσιών, αθώοι παιδικοί έρωτες, το σχολείο, οι ταβέρνες, οι μπουζουξήδες, οι εκκλησιές, οι ψαλτάδες, τα ψυχοσάββατα, όλα περιγράφονται με ένα λυρικό και μαζί γελοιογραφικό τρόπο γεμάτον συμπάθεια για τον άνθρωπο.

Τελειώνουμε την ομιλία τούτη μ’ ένα χαρακτηριστικό τραγούδι του Αναπλιώτη αφιερωμένο στο «Μιστό».

Εμπήκα στο μιστό
της μοίρας τα γραμμένα
τ’ αναθεματισμένα…
Για κείνο το μιστό
πού νάειθε τσακιστώ
στερήθηκα τ’ Ανάπλι
στερήθηκα και σένα.

Γ. ΦΤΕΡΗΣ

 

Πηγές


  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας 1798 – 1957», Αθήνα, 1958.
  •  Κώστα Μιχ. Σταμάτη, « Πελοποννησιακή Λογοτεχνία – Η Λογοτεχνία της Αργολίδας », Αθήνα, 1995.
  • Εφημερίδα «Σύνταγμα».

Read Full Post »