Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αντάρτες’

Η Μακρόνησος μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού


 

Τασούλα Βερβενιώτη, «Αναπαραστάσεις της Ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού», Εκδόσεις Μέλισσα 2009, σελ. 112-133 (στην παρούσα δημοσίευση δεν περιλαμβάνονται οι φωτογραφίες).

Εάν το «πείραμα» των αναμορφωτηρίων κείτεται σήμερα σε άμορφα ερείπια πάνω στα γυμνά βράχια της Μακρονήσου, το πτώμα του δεν έπαψε να μυρίζει. Και πρέπει κάποτε να θαφτεί. (Νίκος Μάργαρης [1])

 

Η Μακρόνησος, το νησί από όπου πέρασε η Ωραία Ελένη, απέναντι από τα ανατολικά παράλια της Αττικής, με πρόσβαση από το Λαύριο, έχει μήκος 18 και φάρδος ένα χιλιόμετρο. Δεν έχει νερό και δεν κατοικείται, αν και υπάρχουν προϊστορικά ευρήματα. Η μνήμη της όμως είναι συνδεδεμένη με βασανιστήρια, «Νταχάου» την ονόμασαν, και με τον εξευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που οδήγησαν σε σωρεία υπογραφών δηλώσεων μετανοίας. Τα βασανιστήρια καταγγέλθηκαν ήδη από το 1947 στην ελληνική και παγκόσμια κοινή γνώμη και συζητήθηκαν στον ΟΗΕ. Ωστόσο, την εποχή της λειτουργίας της, οι αντικομμουνιστές εξέφραζαν έναν υπέρμετρο θαυμασμό για το έργο που συντελούνταν στη Μακρόνησο και για το μεγάλο αριθμό «ανανηψάντων». Ο θαυμασμός όμως έμεινε να αιωρείται στο κενό μετά τα αποτελέσματα των εκλογών του Μαρτίου 1950, όπου πάνω από το 50% των «αναμορφωμένων» ψήφισε αριστερά ή κέντρο.

Στη Μακρόνησο λειτούργησαν πολλά στρατόπεδα. Η χρησιμοποίηση της ως χώρος εγκλεισμού αποφασίστηκε στο ΓΕΣ τον Απρίλιο του 1947 και η λειτουργία της ανατέθηκε στη Διεύθυνση Β ΧΙ, με Δ/ντη τον Ταξίαρχο Μπαϊρακτάρη. Οι στρατιώτες που στέλνονταν εκεί ονομάζονταν σκαπανείς και ήταν άοπλοι, εξαιτίας των πολιτικών τους φρονημάτων. Στη Μακρόνησο όμως λειτούργησαν και στρατόπεδα για πολίτες, ιδιώτες τους ονόμαζαν. Το παράδοξο είναι ότι, όσο μειωνόταν ο αριθμός των στρατιωτών, τόσο αυξανόταν ο αριθμός των πολιτών.

Όλα τα στρατόπεδα βρίσκονταν στη δυτική πλευρά του νησιού, από όπου διέκρινε κανείς πολύ καλά την Αττική. Στο νοτιότερο άκρο ήταν οι Στρατιωτικές Φυλακές Αθηνών (ΣΦΑ), οι οποίες είχαν μεταφερθεί από την οδό Βουλιαγμένης, και στο βορειότερο, στις θέσεις Τρισανέμι και Αη Γιώργη, τα στρατόπεδα των πολιτικών εξορίστων. Στον ενδιάμεσο χώρο ήταν τα τρία Τάγματα Σκαπανέων: το Α΄ στο μέσο, προς βορράν το Β΄ και νοτιότερα, κοντά στις ΣΦΑ, το Γ΄ Τάγμα. Ανάμεσα στο Γ΄ και στο Α΄ ήταν το «Κέντρο», όπου έδρευε ο στρατοπεδάρχης όλου του νησιού.

Η πρώτη επίσκεψη του εκπροσώπου του ΔΕΣ (Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού), Α. Λαμπέρ, στη Μακρόνησο έγινε τον Ιούνιο 1948. Τότε, εκτός από το Γ΄ Τάγμα, το επονομαζόμενο «Γαλάζιο», ήδη και το Α΄ Τάγμα, το «Κόκκινο», μετά τα αιματηρά γεγονότα του Μαρτίου 1948, τον θάνατο κρατουμένων φαντάρων και τη δίκη για «στάση» που ακολούθησε [2], είχε δεχτεί τα νάματα της «ανάνηψης». Τα βασανιστήρια είχαν ήδη δει το φως της δημοσιότητας και οι εκθέσεις του ΔΕΣ (Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού) χαρακτηρίζονται «άκρως εμπιστευτικές». Οι εκπρόσωποί του επισκέφτηκαν δύο στρατόπεδα ιδιωτών και το «Κέντρο», όπου βρισκόταν και το στρατόπεδο των αξιωματικών.

 

Το εξώφυλλο του βιβλίου της Τασούλας Βερβενιώτη, «Αναπαραστάσεις της Ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού», Εκδόσεις Μέλισσα 2009.

 

Τα ΕΤΑΞ

 

Το «Γ΄ Κέντρο Παρουσίας Αξιωματικών» ή Στρατόπεδο Δημοκρατικών Αξιωματικών ιδρύθηκε το Σεπτέμβρη του 1947 από αξιωματικούς του ΕΛΑΣ που βρίσκονταν ήδη στα νησιά της εξορίας και από έφεδρους αξιωματικούς αποδεδειγμένα μη κομμουνιστές (Βήμα 6.12.47). Σπουδαία προσωπικότητα μεταξύ των κρατουμένων ο Κ. Δεσποτόπουλος, υφηγητής τότε της Φιλοσοφίας του Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο Διοικητής του στρατοπέδου και τότε στρατοπεδάρχης Μακρονήσου, συνταγματάρχης Δαούλης, γνωστός και ως «Γάτος», του ανέθεσε την ομιλία για την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1948. Επειδή όμως θεώρησε ότι ο λόγος του δεν ήταν μέσα στα πλαίσια της εθνικοφροσύνης, του είπε «Σκάσε!» και αποχώρησε.

Η καθαίρεσή των αξιωματικών έγινε στις 7 Απριλίου 1948. Τους πήραν τα πηλήκια και όταν τους κούρεψαν τους έβγαλαν και φωτογραφίες. Την προηγούμενη μέρα, με την ευκαιρία της επετείου της χιτλερικής επίθεσης στην Ελλάδα, τους είχαν οδηγήσει στο Γ΄Τάγμα, όπου οι «αναμορφωμένοι» φαντάροι τους διαπόμπευσαν με φωνές, κατάρες, βλαστήμιες και λιθοβολισμούς. Όσοι δεν υπέγραψαν, 147 αρχικά και στη συνέχεια 29, μεταφέρθηκαν σε άλλο κλωβό, πιο μακριά, στη χαράδρα [3].

Τον Ιούνιο του 1948 που πήγε ο Α. Λαμπέρ, το στρατόπεδο είχε 650 άνδρες, τους οποίους η διοίκηση τους είχε κατατάξει σε τέσσερις κατηγορίες ανάλογα όχι μόνο με τα φρονήματα αλλά και με την πίστη τους στο καθεστώς. Η κατηγορία Α΄ περιλάμβανε τους νομιμόφρονες, οι οποίοι σύντομα θα επέστρεφαν στις μονάδες τους. Η Β΄ αξιωματικούς που δεν ήταν πλήρως νομιμόφρονες και είχαν ακόμα ανάγκη αναμόρφωσης. Στην Γ΄κατηγορία ανήκαν οι νεοφερμένοι που δεν θεωρούνταν ανεπίδεκτοι αναμόρφωσης. Η Δ΄ περιλάμβανε κυρίως αξιωματικούς της εφεδρείας και κάποιους άλλους όχι επικίνδυνους αλλά αμετανόητους που σκόπευαν να τους διαγράψουν από τις τάξεις του στρατού [4].

Τον Αύγουστο του 1948, οι «αναμορφωμένοι» αξιωματικοί έφυγαν από τη Μακρόνησο, πήραν όπλα, καθώς και τη σημαία από τα χέρια του βασιλιά, στη διάρκεια μιας πανηγυρικής τελετής στο Στάδιο. Έτσι δημιουργήθηκαν τα Ειδικά Τάγματα Αξιωματικών (ΕΤΑΞ), τα οποία στάλθηκαν στο μέτωπο για να πολεμήσουν τους «κομμουνιστάς». Στα ΕΤΑΞ συμμετείχαν και φαντάροι, αρχικά κυρίως από το Γ΄ Τάγμα, το «Γαλάζιο» [5]. Μετά την αποχώρηση των αξιωματικών, το «Κέντρο» παρέμεινε ως έδρα του στρατοπεδάρχη. Εκεί κτίστηκε αργότερα και το Νοσοκομείο.

 

Τα Τάγματα Σκαπανέων

 

Το Γ΄ Τάγμα Σκαπανέων ιδρύθηκε τον Ιούνιο του 1947 και άνοιξε το δρόμο για τη μαζική «ανάνηψη» των στρατιωτών. Παρομοιαζόταν με «κολυμπήθρα του Σιλωάμ», όπου οι «εαμοβούλγαροι» αναβαπτίζονταν στα νάματα της εθνικοφροσύνης και έβγαιναν απαλλαγμένοι από το μικρόβιο του κομμουνισμού. Στο γκρι τοπίο και στο βαρύ κλίμα της Μακρονήσου το γαλάζιο της θάλασσας και η δυνατότητα να κάνουν μπάνιο αποτελούσε μια παρηγοριά.

Η επιχείρηση αναμόρφωσης είναι συνδεδεμένη με το όνομα του Ταγματάρχη Π. Σκαλούμπακα, ο οποίος υπήρξε αρχικά υποδιοικητής και στη συνέχεια Διοικητής του Γ΄Τάγματος, μέχρι το Σεπτέμβριο του 1948. Άμεσος βοηθός του ο Μάκης Δόγκας, πρώην κομμουνιστής, αρχισυντάκτης του περιοδικού Σκαπανεύς, συντάκτης του Ύμνου του Γ΄Τάγματος και δημιουργός της χορωδία που το τραγουδούσε. Η εκκλησία, την οποία έκτισαν οι φαντάροι και διακόσμησαν μετά από έρανο, είχε ονομαστεί, συνδηλωτικά, Απόστολος Παύλος. Όπως ο Παύλος, από φανατικός αντίπαλος του χριστιανισμού μετατράπηκε σε φανατικό υπέρμαχο, έτσι και οι φαντάροι θα….

 

Καθαριότητα, Γ’ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών Μακρονήσου, 1953 (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Όταν οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ επισκέφθηκαν τη Μακρόνησο, τον Ιούνιο του 1948, τα τρία Τάγματα είχαν 15.300 άνδρες και η Διοίκηση τους πληροφόρησε ότι 5.000 είχαν ήδη επανενταχθεί στο στρατό. Οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ, πήγαν ή τους πήγαν στο Γ΄ Τάγμα, το οποίο εκείνη την εποχή λειτουργούσε ως «βιτρίνα». Τους έκανε εξαιρετική εντύπωση. Οι σκηνές ήταν βαλμένες τακτικά, οι κουβέρτες επαρκείς, τα κτίρια της διοίκησης καλής κατασκευής. Το μενού και οι μερίδες ήταν αναρτημένα μια εβδομάδα νωρίτερα, για να λαμβάνει γνώση ο καθένας. Η Έκθεσή του Α. Λαμπέρ αποπνέει ένα θαυμασμό. Γράφει ότι οι φαντάροι το πρωί έπιναν τσάι ή καφέ, το μεσημέρι έτρωγαν ψάρι ή κρέας με λαχανικά, το βράδυ σούπα με λαχανικά ή ζυμαρικά, όλα φτιαγμένα με λάδι. Οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ δοκίμασαν τη σούπα και την αξιολόγησαν ως πολύ καλής ποιότητας και επαρκούς ποσότητας. Ενημερώθηκαν ότι η μερίδα του ψωμιού ήταν 250 δράμια (800 γραμ.). Σημείωσαν ότι δεν υπήρχε εστιατόριο, αλλά υπήρχε καντίνα ευπρόσιτη σε όλους, που λειτουργούσε υπό την εποπτεία της Διοίκησης και διέθετε και χυμούς. Η καντίνα διέθετε επίσης και μεγάφωνα για να ακούν ραδιόφωνο [6].

Τα ρούχα και τα παπούτσια τους φάνηκαν σε εξαιρετική κατάσταση και οι σχέσεις των στρατιωτών με τη διοίκηση «εγκάρδιες». Οι «ανανήψαντες» έπαιρναν και άδειες για το σπίτι τους. Όσοι θα επανεντάσσονταν σύντομα στο Στρατό έπαιρναν 2.500 δραχμές την ημέρα, όσοι ήταν υπό «επιτήρηση» 500 δραχμές. Το Τάγμα χορηγούσε και έντεκα τσιγάρα την ημέρα. Η Διοίκηση τους ενημέρωσε ότι η καταναγκαστική εργασία δεν ήταν υποχρεωτική, αλλά οι στρατιώτες «συγύριζαν» το στρατόπεδο, κατασκεύαζαν και βελτίωναν τους δρόμους που το συνέδεαν με τα άλλα. Το πρωί οι κρατούμενοι έκαναν ασκήσεις και όσοι ήταν αναλφάβητοι παρακολουθούσαν μαθήματα στοιχειώδους εκπαίδευσης. Τα απογεύματα ήταν αφιερωμένα σε θεωρητικά μαθήματα και η παρουσία όλων ήταν υποχρεωτική. Το Τάγμα διέθετε μια μικρή ορχήστρα με κιθάρες και καλούς τραγουδιστές, καθώς και μία μπάντα. Η χορωδία του είχε κάνει επιτυχή εμφάνιση στη Σύρο, όπου και η ποδοσφαιρική ομάδα «Μακρόνησος» είχε νικήσει την αντίστοιχη της Σύρου με 6-0.

Την ιατρική περίθαλψη, η οποία εξασφαλιζόταν από στρατιωτικούς γιατρούς και νοσοκόμους, τη βρήκαν επαρκή. Οι βαριά ασθενείς μεταφέρονταν στο στρατιωτικό νοσοκομείο Αθηνών, ενώ στο νοσηλευτήριο του Τάγματος βρίσκονταν 40 ασθενείς. Είχαν μεγάλη έλλειψη από φάρμακα και εργαλεία, αλλά και από ζάχαρη και ο ΔΕΣ υποσχέθηκε να συμβάλει.

Οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ, γνώστες των δημοσιευμάτων για τα βασανιστήρια, αλλά και «ενθουσιασμένοι από τη συμπεριφορά όχι μόνο των αρχών αλλά κυρίως από την έκφραση της συμπάθειας των στρατιωτών απέναντι τους» θεώρησαν ότι στους πρώτους έξι μήνες έγιναν «κάποια λάθη κυρίως ψυχολογικού τύπου», αλλά ότι έχει γίνει μια «αξιοσημείωτη επανόρθωση» από νέους αξιωματικούς, ειδικά επιλεγμένους, οι οποίοι κατηύθυναν τη διαδικασία αναμόρφωσης. Οι νεοφερμένοι μοιράζονταν αναλογικά στα τρία τάγματα και μεγάλο μέρος της αναμόρφωσης γινόταν από τους συντρόφους τους. Και η Έκθεση καταλήγει ότι, αν και κινήθηκαν ελεύθερα μεταξύ των στρατιωτών, κανείς δεν εξέφρασε κανένα παράπονο [7].

Η επόμενη επίσκεψη των εκπροσώπων του ΔΕΣ έγινε το Δεκέμβρη 1948. Στο διάστημα των έξι μηνών που μεσολάβησε από την πρώτη επίσκεψη η δύναμη των τριών Ταγμάτων είναι μειωθεί σχεδόν στο μισό: το Α΄ Τάγμα είχε 4.000 άνδρες με Διοικητή τον Αντώνη Βασιλόπουλο, το Β΄ 2.500 άνδρες με Διοικητή το Γιώργο Τζανετάτο, ο οποίος αργότερα φυλακίστηκε για κατάχρηση του επιδόματος των κρατουμένων [8] και το Γ΄ 2.300 με Διοικητή το Γιώργο Σγούρο. Το στρατόπεδο αξιωματικών είχε 702. Επρόκειτο να ενταχθούν στο στράτευμα ακόμα 1.600 στρατιώτες.

Ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι οι συνθήκες δεν είχαν αλλάξει. Οι στρατιώτες τρέφονταν με 3.300 έως 3.900 θερμίδες την ημέρα. Μόνο στην καντίνα οι τιμές είχαν αυξηθεί κατά 10%. Με τα χρήματα αυτά όμως σκόπευαν να αγοράσουν μουσικά όργανα, δίσκους γραμμοφώνου, είδη αθλητισμού, να δημιουργήσουν δικό τους ραδιοφωνικό σταθμό, να ανεβάσουν θεατρικές παραστάσεις και να βοηθήσουν τις οικογένειες των στρατιωτών που είχαν ανάγκη. Η «αναμόρφωση» είχε οργανωθεί καλύτερα. Σε κάθε στρατόπεδο είχε ιδρυθεί Γραφείο Ηθικής και Εθνικής Αγωγής, με τμήμα συνεδρίων, τμήμα τύπου (Βλ. Παράρτημα, τέχνης (μουσική, θέατρο) καθώς και τμήμα αθλητισμού. Υπήρχε μεγάλη πειθαρχία. Οι Διοικητές ενδιαφέρονταν όμως για τους άντρες τους και εκείνοι τους αποκαλούσαν «παππού» ή «μπαμπά» [9].

 

Το θέατρο του Γ’ Τάγματος Σκαπανέων, 5/7/1948 (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Μετά από μερικούς μήνες, τον Απρίλιο του 1949, η δύναμη των τριών Ταγμάτων είχε μειωθεί ακόμα περισσότερο. Το Α΄ είχε 1.700 άντρες, το Β΄ 3.500 και το Γ΄ 2.500. Αξιωματικοί 500. Ο ραδιοφωνικός σταθμός είχε αρχίσει τις εκπομπές του και είχε αρχίσει να κατασκευάζεται μια αίθουσα φαγητού για τους αξιωματικούς καθώς και το νοσοκομείο. Ο Α. Λαμπέρ στην Έκθεσή του σημειώνει ότι είναι «αδύνατο» να περιγράψει κανείς την εντύπωση που αποκομίζει από αυτά τα στρατόπεδα, τα περιφραγμένα με αγκαθωτό σύρμα, καθώς και από το πνεύμα που τα διακατέχει. Αναφέρει ότι ρώτησε για κάποιον που ήταν κουρεμένος «γουλί», εάν ήταν νεοσύλλεκτος και του απάντησαν ότι μετά από μερικούς μήνες παραμονής στη Μακρόνησο χορηγούσαν στους φαντάρους μια 48ωρη άδεια. Ο συγκεκριμένος στρατιώτης παραβίασε την άδεια του και το κούρεμα «εν χρω» ήταν τιμωρία, γιατί κανείς, εκείνη την εποχή, δεν ήθελε να τον δουν έτσι [10].

Το γεγονός αυτό δίνει μια εξήγηση γιατί, τους αξιωματικούς, όταν τους καθαίρεσαν, τους κούρεψαν και επιπλέον τους φωτογράφισαν κουρεμένους. Στη Μακρόνησο η βία δεν ήταν μόνο σωματική. Το σύστημα αναμόρφωσης στόχευε στον εξευτελισμό του ανθρώπου, δημιουργώντας μια κατάσταση συνεχούς ψυχικής αγωνίας, άγχους και απροσδιόριστου φόβου που άγγιζε κάθε πλευρά της ανθρώπινης συγκρότησης και καθημερινότητας, ακόμα και τις «τρίχες». Εκείνη την εποχή το μουστάκι θεωρείτο συνώνυμο του ανδρισμού. Στη Μακρόνησο το ξερίζωναν. Κάποιοι, για να αποφύγουν τη σωματική βία (τον πόνο από το ξερίζωμα) και την ηθική (τον εξευτελισμό) αποφάσιζαν να το ξυρίσουν μόνοι τους. Συνειδητά ή ασυνείδητα μια τέτοια ενέργεια συνιστούσε μια πράξη υποταγής, μια άλλου είδους δήλωση μετανοίας. Ωστόσο οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ ήταν πολύ μακριά από όλα αυτά.

 

Άποψη του Β’ Τάγματος Σκαπανέων (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Στρατόπεδα για «ιδιώτες»

 

Μπορεί η Μακρόνησος να δημιουργήθηκε από το ΓΕΣ, η παρουσία όμως των πολιτών, οι οποίοι ανήκαν στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως και του υπουργείου Δικαιοσύνης, ήταν έντονη. Η έννοια του πολίτη, του ανθρώπου που ασχολείται με τα κοινά, με τα δημόσια, με την πολιτική, ήταν ίσως ακατανόητη για τους στρατιωτικούς που εμπνεύστηκαν και οργάνωσαν τη Μακρόνησο, γι αυτό χρησιμοποίησαν τη λέξη «ιδιώτης». Τα στρατόπεδα πολιτών τα ονόμαζαν «Στρατόπεδα Ιδιωτών». Από αυτά «πέρασαν» όλες οι προσωπικότητες της αριστεράς που δεν πήγαν φυλακή ή δεν βρέθηκαν «έξω» ως πολιτικοί πρόσφυγες, αλλά και «προληπτικοί» επαρχιώτες, συγγενείς ανταρτών, άντρες γυναίκες και παιδιά που είχαν συλληφθεί για προληπτικούς λόγους, επειδή βοηθούσαν τους αντάρτες ή πιθανόν να τους βοηθούσαν.

Στη διάρκεια της πρώτης τους επίσκεψη στη Μακρόνησο οι εκπρόσωποι του ΔΕΣ, Α. Λαμπέρ και ο Ρ. Ροθ, επισκέφτηκαν και τα δύο στρατόπεδα πολιτών. Το «Ειδικό» όπου κρατούνταν οι προληπτικοί, κυρίως από την Πελοπόννησο, το οποίο ανήκε στο Γ΄ Τάγμα Σκαπανέων και το στρατόπεδο «Ιδιωτών», το οποίο βρισκόταν στη ΣΦΑ, όπου κρατούνταν και οι στρατηγοί του ΕΛΑΣ Σ. Σαράφης [11]11, Εμ. Μάντακας (Βλ. Δεκεμβριανά) και Μ. Χατζημιχάλης [12], ο Κ. Γαβριηλίδης, αρχηγός του Αγροτικού Κόμματος, πρώην βουλευτής, κ.ά..

Τον Ιούνιο του 1948 το στρατόπεδο «ιδιωτών» στη ΣΦΑ, είχε 224 άνδρες, Διοικητή το Λοχαγό της Χωροφυλακής Μιχαλόπουλο και περιβαλλόταν από σύρμα αγκαθωτό. Στην πράξη λειτουργούσαν δύο στρατόπεδα, ένα για τους δεξιούς (δοσίλογους, Μάυδες) και ένα για τους αριστερούς, εξ ολοκλήρου χωρισμένα το ένα από το άλλο, με δικές τους εισόδους. Και η ΣΦΑ είχε δύο στρατόπεδα, ένα για τους κρατούμενους κοινού ποινικού δικαίου (κυρίως ναρκομανείς) και ένα για τους «άλλους», τους πολιτικούς. Όλοι οι κρατούμενοι ζούσαν στοιβαγμένοι σε σκηνές, στις οποίες είχαν κτίσει τοιχία και κοιμόνταν πάνω σε ψάθες ή/και κουβέρτες. Οι γηραιότεροι απολάμβαναν κάποιας εύνοιας και οι σκηνές τους είχαν κρεβάτια.

Μπαίνοντας στο στρατόπεδο ο Α. Λαμπέρ και ο Ρ. Ροθ, συνοδευόμενοι από τον Διοικητή του στρατοπέδου, από τον Γενικό Διευθυντή του υπουργείου Δικαιοσύνης και από τον Διοικητή του Γ΄ Τάγματος (Π. Σκαλούμπακα) συνάντησαν τον Α. Λούλη, μέλος της ΚΕ του ΕΑΜ, τον οποίο ο Α. Λαμπέρ γνώριζε από την Κατοχή και είχαν συνεργαστεί στη διάρκεια των Δεκεμβριανών (βλ. Δεκεμβριανά). Ο Α. Λούλης τους προσκάλεσε στη σκηνή του την οποία μοιραζόταν με πέντε άλλους, μεταξύ των οποίων και ο στρατηγός Μιχάλης Χατζημιχάλης του ΕΛΑΣ [13].

Ο Α. Λούλης, μιλώντας εν ονόματι όλων, έκανε κριτική στις συνθήκες κράτησης και επικαλέστηκε τους συγκρατούμενούς του στρατηγούς Σαράφη, Μάντακα και τον Κ. Γαβριηλίδη. Ο Α. Λαμπέρ σημειώνει «Βρισκόμαστε λοιπόν ενώπιον ενός πραγματικού κομμουνιστικού συνεδρίου» και υπογραμμίζει – μάλλον έκπληκτος – ότι μιλούσαν ελεύθερα μπροστά στους «αξιωματούχους». Ο Α. Λούλης επισήμανε ότι φοβόντουσαν κυρίως τα μέτρα που επρόκειτο να εφαρμοστούν και σε αυτό ήταν σύμφωνος και ο στρατηγός Σαράφης. Ο Α. Λαμπέρ δεν ήθελε ή/και δεν μπορούσε να μπει σε μια συζήτηση πολιτική και διευκρίνισε, όπως έκανε συνήθως, ότι η Συνθήκη της Γενεύης δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στη δική τους περίπτωση και ότι η παρουσία του ΔΕΣ στο στρατόπεδο οφειλόταν στην καλή θέληση των ελληνικών αρχών.

Στην Έκθεση του, όσον αφορά τις συνθήκες κράτησης, μας πληροφορεί ότι η «καταναγκαστική» εργασία δεν ήταν υποχρεωτική, ότι οι κρατούμενοι μπορούσαν να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, ότι περνούσαν το χρόνο τους διαβάζοντας βιβλία και παίζοντας σκάκι ή τάβλι. Δεν είχαν όμως βιβλιοθήκη, ούτε ορχήστρα, ούτε ράδιο, ούτε θέαμα. Δικαιούνταν να γράφουν ένα γράμμα την εβδομάδα, αλλά δέχονταν απεριόριστα και γράμματα και δέματα. Με τα δέματα που έστελναν οι οικογένειές τους οι περισσότεροι συμπλήρωναν τη διατροφή τους. Δεν υπήρχε εστιατόριο και έτρωγαν κάτω από τις σκηνές. Φορούσαν τα δικά τους ρούχα. Το νερό το μετέφεραν δεξαμενόπλοια από το Λαύριο και θεωρητικά ο κάθε κρατούμενος δικαιούτο οκτώ λίτρα την ημέρα. Τα αποχωρητήρια απολυμαίνονταν με ασβέστη και γινόταν ψεκασμός με DTT. Στην ιατρική περίθαλψη, εκτός από το ιατρικό προσωπικό του υπουργείου Δικαιοσύνης, συμμετείχαν και έξι γιατροί κρατούμενοι και ο ΔΕΣ ενήργησε ώστε να απομακρυνθεί ένας κρατούμενος με ανοικτή φυματίωση [14].

Η επόμενη επίσκεψη στο στρατόπεδο «ιδιωτών», έγινε από τον Α. Λαμπέρ το Δεκέμβρη του 1948. Ως Διοικητής του στρατοπέδου αναφέρεται ο Διοικητής της ΣΦΑ, ο πρώην Συνταγματάρχης του ιππικού Θωμάς Σούλης, γνωστός και με το παρατσούκλι «παππούς». Ανέλαβε Διοικητής στις ΣΦΑ το Μάρτιο του 1948 και έφυγε τον Ιούλιο του 1949, κατηγορούμενος για οικονομικές ατασθαλίες αλλά και για ασέλγεια σε βάρος ανηλίκων [15].

Η σημαντικότερη διαφορά από την προηγούμενη επίσκεψη ήταν ότι ο αριθμός των κρατουμένων είχε αυξηθεί: 902 άνδρες, από τους οποίους οι 808 ήταν υπόδικοι και οι 94 καταδικασμένοι. Οι συνθήκες δεν είχαν αλλάξει. Ο ΔΕΣ έκανε ονομαστική διανομή και φρόντισε να πάρει έστω και κάτι, κάθε ένας από τους 94 καταδικασμένους. Στις γενικές παρατηρήσεις ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι ένας μεγάλος αριθμός υποδίκων έχει υπογράψει δήλωση, αφού απομόνωσαν τους αρχηγούς σε ένα στρατόπεδο που βρισκόταν στο βόρειο τμήμα της Μακρονήσου, σε 13 χλμ. απόσταση, το οποίο δεν ήταν δυνατόν να το επισκεφτεί, λόγω έλλειψης μεταφορικών μέσων. Εκεί θα εγκαθιστούσαν και τους εξόριστους που θα έφερναν από την Ικαρία [16].

 

Οι πολιτικοί εξόριστοι

 

Το Δεκέμβριο του 1948, τελικά όλο το στρατόπεδο των πολιτών από το νοτιότερο άκρο του νησιού, όπου ήταν οι ΣΦΑ, μεταφέρθηκε στο βορειότερο σημείο, στο Τρισανέμι. Ονομαζόταν «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων» ή «Πειθαρχημένη» (συντόμευση του «Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης») ή «Δ΄ Τάγμα» (το Α΄, Β΄ και Γ΄ αποτελούνταν από στρατιώτες) ή «Στρατόπεδο Ρέντη», γιατί ιδρύθηκε όταν Υπουργός Δημόσιας Τάξεως ήταν ο Κ. Ρέντης. Η μεταφορά των εξορίστων από τα νησιά οδήγησε και στην επέκταση του στρατοπέδου, 1.000 μ. νοτιότερα, στην περιοχή του Αη Γιώργη. Σε σύντομο χρονικό διάστημα στη θέση Τρισανέμι –  Άη Γιώργης λειτούργησε το μεγαλύτερο στρατόπεδο πολιτών του εμφυλίου πολέμου [17].

 

Πολιτικοί εξόριστοι στο Στρατόπεδο Πειθαρχημένης Διαβίωσης (Αη Γιώργης-Τρισανέμι), 5/1949, (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Ο Α. Λαμπέρ το επισκέφτηκε στις 2 Απριλίου 1949. Είχε 5.000 άντρες, από τους οποίους οι 4.370 ήταν στο Τρισανέμι και οι 630 στον Αη Γιώργη που άρχιζε και αυτός σιγά σιγά να γεμίζει με εξόριστους. Διοικητής ήταν ο Συνταγματάρχης της Χωροφυλακής Σηφάκης. Οι κρατούμενοι έμεναν σε σκηνές υπερπλήρεις και μόνο κάποιοι ηλικιωμένοι είχαν κρεβάτια. Οι σκηνές ήταν σε κακή κατάσταση και τις επιδιόρθωναν μόνοι τους, ενώ δεν υπήρχε καμιά πρόνοια για θέρμανση. Υπήρχε μια ηλεκτρογεννήτρια, δύο εγκαταστάσεις με νιπτήρες, η μία σκεπασμένη και η άλλη υπαίθρια και κτίρια υπό κατασκευή. Οι κρατούμενοι μπορούσαν να τριγυρνούν στο στρατόπεδο και να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, καθώς και την τουαλέτα τους. Δεν ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν και οι αγγαρείες γίνονταν εκ περιτροπής. Η θρησκευτική ζωή ήταν ανύπαρκτη, αφού οι εξόριστοι ήταν μέλη του ΚΚΕ, σύμφωνα με τον Α. Λαμπέρ. Δεν υπήρχε ούτε βιβλιοθήκη, ούτε ραδιόφωνο [18].

Τα γεύματα κανονίζονταν από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, με βάση το επίδομα των 3.000 δρχ. την ημέρα. Το πρωί έπιναν καφέ ή τσάι, το μεσημέρι και το βράδυ ¾ του κιλού σούπα με φασόλια ή φακές. Η μερίδα του ψωμιού ήταν 120 δράμια (384 γραμ.). Η τροφή ήταν λιγοστή, καθώς και το γάλα για τους αρρώστους. Πολλοί κρατούμενοι δεν είχαν ούτε κουβέρτες, ούτε ρούχα.

Υπήρχε γιατρός στο στρατόπεδο αλλά και γιατροί εξόριστοι. Οι φυματικοί είχαν απομονωθεί σε τέσσερις σκηνές, οι οποίες δεν είχαν καλό αερισμό. Ο γιατρός είπε στον Α. Λαμπέρ ότι υπήρχαν 80 άτομα με ανοιχτή φυματίωση και ότι τον προηγούμενο μήνα είχε πεθάνει κάποιος, ενώ τον μετέφεραν στο νοσοκομείο. Η έλλειψη φαρμάκων ήταν μεγάλη και φεύγοντας ο Α. Λαμπέρ πήρε μαζί του μία κατάσταση τεσσάρων σελίδων με τα αναγκαία φάρμακα. Στην περιοδεία του στις σκηνές των αρρώστων συνοδεύτηκε από τους Στρατηγούς Σαράφη και Μάντακα, τον Κ. Γαβριηλίδη και το γιατρό Κ. Ζωγράφο. Τους υποσχέθηκε ότι ο Ελληνικός και ο Διεθνής ΕΣ θα φροντίσουν για φάρμακα, καθώς και για τη διατροφή των αρρώστων και τη λειτουργία ενός νοσοκομείου [19].

Τέσσερις μήνες αργότερα, τον Ιούλιο 1949, ο Α. Λαμπέρ επισκέφτηκε ξανά το στρατόπεδο. Ο αριθμός των κρατουμένων είχε διπλασιαστεί: 10.494. Στο Τρισανέμι ήταν 4.994 άντρες και στον Άη Γιώργη 5.500: από 630 στις 2 Απριλίου. Μεγάλο μέρος από τις σκηνές των νεοφερμένων ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Σε έναν από τους «κλωβούς» μόνο οι επτά σκηνές, από τις 45, ήταν σε καλή κατάσταση. Έλειπε το σαπούνι, όπως σε όλα τα στρατόπεδα, και το μπάνιο στη θάλασσα είχε περιοριστεί στις τρεις φορές την εβδομάδα, με αιτιολογικό το μεγάλο αριθμό των εξορίστων. Το φαγητό δεν ήταν καλό. Είχε πολύ νερό και λίγο ρύζι. Οι κρατούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να εργάζονται έξι ώρες την εβδομάδα. Στους τέσσερις μήνες που μεσολάβησαν είχαν φτιάξει φούρνο, δεξαμενές νερού, αποθήκες τροφίμων και κτίρια για τη Διοίκηση [20].

Η περίθαλψη δεν ήταν καλή, παρόλο που υπήρχαν 46 γιατροί μεταξύ των κρατουμένων. Δεν υπήρχε συνολική διαχείριση του φαρμακευτικού υλικού στα στρατόπεδα. Ο Διεθνής μαζί με τον Ελληνικό ΕΣ σχεδίαζαν να λειτουργήσουν ένα αναρρωτήριο με 80 κρεβάτια και ήδη ο Ελληνικός ΕΣ είχε πάρει δυο παραπήγματα για να οργανώσει το φαρμακείο. Οι γιατροί θεωρούσαν ότι οι 80 φυματικοί έπρεπε να σταλούν πίσω στην Ικαρία και ότι 13 έπρεπε να απομονωθούν άμεσα. Κάποιοι εξόριστοι εξέφρασαν την επιθυμία να δημιουργηθεί μια βιβλιοθήκη με βιβλία επιστημονικά αλλά και μυθιστορήματα.

 

Πολιτικοί εξόριστοι στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο (Μίκης θεοδωράκης, Μανώλης Παπουτσάκης, Μανώλης Φουρτούνης), 3/1949, (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Μαζί με τη γυναίκα του ο Α. Λαμπέρ περιηγήθηκαν ανάμεσα στις σκηνές και μίλησαν με τους κρατούμενους. Αυτοί παραπονέθηκαν ότι τα γράμματα αλλά και τα δέματα με τα τρόφιμα που τους έστελναν οι δικοί τους ή δεν τα έπαιρναν καθόλου ή καθυστερούσαν έως και 15 μέρες και πίστευαν ότι αυτό γινόταν επίτηδες, ενώ ο Λαμπέρ θεωρούσε ως αιτία την κακή οργάνωση. Οι κρατούμενοι διαμαρτυρήθηκαν για την έλλειψη νερού και υποστήριξαν ότι, εάν η υδροφόρα ερχόταν καθημερινά, όλοι οι εξόριστοι θα μπορούσαν να είχαν τέσσερις οκάδες πόσιμο νερό την ημέρα. Διαμαρτυρήθηκαν και για τη μείωση των ημερών του θαλάσσιου μπάνιου καθώς και ότι το μπάνιο γινόταν κοντά στις αποχετεύσεις και τα μαγειρεία, πράγμα επικίνδυνο για την υγεία τους. Υποστήριξαν επίσης ότι η εργασία ήταν υποχρεωτική και κατήγγειλαν ότι τους ξυλοκοπούσαν, εάν δεν την έκαναν γρήγορα. Κατήγγειλαν ακόμα ότι δεν έστελναν στο νοσοκομείο όσους δεν είχαν υπογράψει δήλωση, ακόμα και εάν ήταν βαριά άρρωστοι. Κάποιοι κατηγόρησαν ευθέως τον ΔΕΣ ότι φέρει ευθύνη για όσα τους συμβαίνουν, γιατί δεν τα καταγγέλλει. Ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι αυτές οι διαμαρτυρίες εκπορευόταν από μια συγκεκριμένη ομάδα εξορίστων, η οποία τους πολιορκούσε «στενά» σε όλη τη διάρκεια της περιοδείας τους στις σκηνές [21].

Ο Διοικητής Σηφάκης είπε στον Α. Λαμπέρ ότι επιθυμούσε να βελτιώσει τις συνθήκες στο στρατόπεδο. Κατηγόρησε τους κρατούμενους ότι δήλωναν άρρωστοι ή τρελοί χωρίς να είναι και ανέφερε την περίπτωση του Θ. Μακρίδη, στρατιωτικού στελέχους του ΚΚΕ. Ο συγκεκριμένος κρατούμενος είχε σταλεί στην Αθήνα δύο φορές ως ασθενής αλλά αποδείχτηκε ότι δεν είχε τίποτα [22]. Είπε ακόμα ότι οι φυματικοί ήθελαν να γυρίσουν στην Ικαρία, όχι γιατί εκεί θα γίνονταν καλά, αλλά γιατί εκεί η ζωή ήταν πιο ευχάριστη.

 

Οι Μάνος Κατράκης, Τ. Καρούσος, Γιάννης Ιμβριώτης, Μενέλαος Λουντέμης, Δημήτρης Φωτιάδης, Νίκος Παπαπερικλής στη Μακρόνησο, 1949 (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Η γνώμη του Α. Λαμπέρ για τα αίτια της σωρείας των προβλημάτων που παρουσίαζε το στρατόπεδο ήταν η απότομη αύξηση του αριθμού των κρατουμένων και η παντελής έλλειψη οργάνωσης. Επιπλέον είχε τη γνώμη ότι οι κρατούμενοι, ως εξόριστοι στα νησιά, είχαν μια ζωή ασύγκριτα πιο ελεύθερη και ανεξάρτητη απ’ ό,τι στη Μακρόνησο και ότι κάποιοι ήθελαν να υπάρχει σύγχυση, ακαταστασία και βρωμιά για να έχουν μια ακόμα ευκαιρία να διαμαρτύρονται. Το «συν Αθηνά και χείρα κίνει» δεν εκτιμάται σε αυτό το στρατόπεδο, γράφει. Θεωρεί επίσης ότι μια από τις αιτίες της κακής λειτουργίας ήταν η έλλειψη απασχόλησης και ήλπιζε ότι τα πράγματα θα διορθώνονταν με τον καιρό. Ως άμεση ανάγκη, πριν πιάσει ο χειμώνας, ήταν να βρεθούν 3-4.000 κουβέρτες, παρόλο που η Λίγκα για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα, από το Λονδίνο είχε στείλει αρκετές. Γενικότερα σημειώνει ότι σε αυτό το στρατόπεδο «οι συνθήκες ήταν αντίθετες και με τους πιο βασικούς ανθρωπιστικούς κανόνες» [23].

Μετά από δύο εβδομάδες ο Α. Λαμπέρ πήγε ξανά στο στρατόπεδο συνοδεύοντας τα φάρμακα και τα κρεβάτια για το αναρρωτήριο του Ελληνικού ΕΣ. Αυτά είχαν μεταφερθεί με καμιόνι στο Λαύριο για να φορτωθούν στο καΐκι, αλλά ο καιρός δεν το επέτρεψε και έμειναν σε μια στρατιωτική αποθήκη. Οι κρατούμενοι πίστευαν ότι η Διοίκηση του στρατοπέδου μπλόκαρε τα φάρμακα, με το αιτιολογικό ότι περίμενε γράμμα από τον Ελληνικό ΕΣ και ο Α. Λαμπέρ θεώρησε ότι πρόκειται για παρεξήγηση. Συναντήθηκε με τους κρατούμενους γιατρούς και ο Κ. Ζωγράφος τον ενημέρωσε ότι υπήρχαν πια μόνο 30 φυματικοί και ότι θα έστελναν και αυτούς στην Ικαρία. Ο αριθμός των κρατουμένων είχε λίγο μειωθεί (9.996), αφού 500 περίπου εξόριστοι είχαν απελευθερωθεί την προηγούμενη εβδομάδα [24].

 

Σκαπανεύς Μακρονήσου. Μηνιαίο περιοδικό των Μονάδων Μακρονήσου, τχ. 7 (11/1949) (Βιβλιοθήκη ΑΣΚΙ).

 

Οι «προληπτικοί»

 

Στη Μακρόνησο, εκτός από τα στρατόπεδα πολιτών στο βόρειο άκρο του νησιού, στο Τρισανέμι και τον Αη Γιώργη που δημιουργήθηκαν στα τέλη του 1948, τον Απρίλιο του 1949 συγκεντρώθηκαν πολίτες, οι οποίοι δεν ήταν ούτε εξόριστοι, ούτε φυλακισμένοι, σε ένα «Ειδικό» στρατόπεδο, το οποίο ανήκε στο Α΄ Τάγμα Σκαπανέων ή Α΄ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών (ΑΕΤΟ), με Διοικητή τον Α. Βασιλόπουλο, από το οποίο και ηλεκτροφωτίζονταν. Τη «μαγιά» αποτέλεσαν 2.200 κρατούμενοι που είχαν συλληφθεί για προληπτικούς λόγους στη διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του Στρατού στην Πελοπόννησο, οι οποίοι βρίσκονταν στη ΣΦΑ από το Δεκέμβριο του 1948 [25]. Η παρουσία ηλικιωμένων αλλά και ανηλίκων ήταν σημαντική. Το «Ειδικό» αυτό στρατόπεδο ήταν ένας από τους προάγγελους του «Οργανισμού Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου» (ΟΑΜ), που ιδρύθηκε μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού.

Ο Α. Λαμπέρ επισκέφτηκε το «Ειδικό» στρατόπεδο το Μάιο 1949. Αποτελείτο από τέσσερις τομείς/κλωβούς, με διοικητή έναν υπολοχαγό. Είχε 7.000 άντρες από τους οποίους οι 150 ήταν ανήλικοι από 10 έως 20 χρονών. Οι κρατούμενοι έμεναν σε τεράστιες, ψηλές, στρατιωτικές σκηνές, τακτικά βαλμένες. Μπορούσαν να περιφέρονται ελεύθερα στον κλωβό τους και να κάνουν μπάνιο στη θάλασσα. Στο στρατόπεδο υπήρχαν εγκαταστάσεις με νιπτήρες, αλλά δεν υπήρχε καθόλου σαπούνι, ούτε για το πόσιμο νερό, ούτε για το νερό της θάλασσας, το οποίο συνήθως χρησιμοποιούσαν και για καθαριότητα, αφού το πόσιμο ήταν σπάνιο [26].

Τα τρία τέταρτα των κρατουμένων ήταν πολύ φτωχοί. Φορούσαν τα ρούχα που είχαν φέρει, όταν τους συνέλαβαν, αλλά δεν επαρκούσαν. Χρειάζονταν επίσης εσώρουχα, κάλτσες και κουβέρτες για να στρώνουν κάτω να κοιμούνται. Οι 3.000 την ημέρα που διατίθεντο για τον καθένα δεν κάλυπταν τις βασικές ανάγκες διατροφής τους. Η μερίδα του ψωμιού, 120 δράμια (384 γραμ.), ήταν ανεπαρκής και τα τρόφιμα στην καντίνα ήταν ακριβότερα, λόγω των εξόδων μεταφοράς.

Ο γιατρός ήταν στρατιωτικός, από το ΑΕΤΟ, αλλά υπήρχαν και γιατροί μεταξύ των κρατουμένων. Δεν υπήρχε αναρρωτήριο αλλά είχαν απομονώσει τους 80 φυματικούς. Από τότε που άνοιξε το στρατόπεδο είχαν πεθάνει δύο άνθρωποι. Δεν υπήρχε φαρμακείο, ενώ χρειάζονταν άμεσα φάρμακα. Και ενώ υπήρχαν πολλοί τεχνίτες, κουρείς, ράφτες, δεν είχαν υλικά για τη δουλειά τους. Είχαν προγραμματιστεί μαθήματα για τους αναλφάβητους, αλλά από τους 400, μόνο 150 τα παρακολουθούσαν. Δεν έκαναν αθλήματα, ούτε γυμναστική. Τις Κυριακές όμως και τις γιορτές γίνονταν λειτουργίες και Κατηχητικό μια φορά την εβδομάδα. Το Τάγμα, όταν οργάνωσε μια εκδήλωση με χορωδία και ορχήστρα και θεατρική παράσταση που συμμετείχε και ένας γνωστός ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου, προσκάλεσε και τους πολίτες.

Ο Α. Λαμπέρ συναντήθηκε με το Διοικητή της Μακρονήσου Ταξίαρχο Μπαϊρακτάρη, ο οποίος αρνήθηκε ότι οι πολίτες ήταν χωρισμένοι σε κατηγορίες και υποστήριξε ότι οι τέσσερις τομείς / κλωβοί του στρατοπέδου είχαν δημιουργηθεί για να διευκολύνουν την τάξη και την πειθαρχία. Είπε ακόμα ότι σιγά σιγά θα έκανε το στρατόπεδο των «ιδιωτών» να μοιάζει με το στρατιωτικό, το ΑΕΤΟ. Και ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι οι σκηνές ήταν καθαρές και εσωτερικά και εξωτερικά.

Στις συνομιλίες που είχε ο Α. Λαμπέρ με τους κρατούμενους κάποιοι του εκμυστηρεύτηκαν ότι είχαν πολύ φόβο μαθαίνοντας ότι θα σταλούν στη Μακρόνησο, αλλά αναγνώριζαν ότι αντιμετωπίζονται πολύ ανθρώπινα, με καλοσύνη και μεγάλη κατανόηση. Ένας δικηγόρος όμως παρατήρησε ότι ο ΔΕΣ δεν είχε υποβάλει μέχρι τώρα καμιά Έκθεση για το τι συμβαίνει στη Μακρόνησο, ούτε έκανε κάποια διαμαρτυρία για όσα έβλεπε να γίνονται. Φεύγοντας ο Α. Λαμπέρ πήρε μαζί του μία κατάσταση με τα αναγκαία φάρμακα, με υλικά ραπτικής, με υλικά απαραίτητα για τον τσαγκάρη, για τον κουρέα και μια συγκεντρωτική κατάσταση για ρούχα, εσώρουχα και κάλτσες, που οι αριθμοί άρχιζαν από 1.500 κουβέρτες μέχρι 10.000 σαπούνια για πλύσιμο στη θάλασσα [27].

Η επόμενη επίσκεψη του εκπροσώπου του ΔΕΣ στο στρατόπεδο έγινε μετά από δυόμιση μήνες. Στο διάστημα αυτό είχαν απελευθερωθεί περίπου 2.000. Η κινητικότητα του στρατοπέδου ήταν μεγάλη, γιατί την προηγούμενη εβδομάδα, από την επίσκεψη του Α. Λαμπέρ, είχαν μεταχθεί 654 άντρες από τη Μακεδονία, ο αριθμός των ανηλίκων είχε φτάσει τους 200 και μαζί με τους 25 φυματικούς που είχαν σταλεί στο Νοσοκομείο Σωτηρία η συνολική δύναμη του στρατοπέδου ανερχόταν σε 7.780 άνδρες [28].

Η έλλειψη ρούχων, εσωρούχων, παπουτσιών, κουβερτών καθώς και σαπουνιού συνέχιζε να είναι μεγάλη. Ο Διοικητής Μακρονήσου Μπαϊρακτάρης, είπε στον Α. Λαμπέρ, ότι δεν μπορούσε να αυξήσει τη μερίδα του ψωμιού από 120 δράμια (384 γραμ) σε 140, παρόλο που ήξερε ότι δεν ήταν επαρκής, γιατί ο προϋπολογισμός του ήταν ισχνός. Συμπλήρωσε μάλιστα ότι για να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες στη διατροφή των «ιδιωτών» αύξησε τον αριθμό των αδειών των στρατιωτών, ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί τις μερίδες τους. Είπε ακόμα, ότι με τον ίδιο τρόπο κατόρθωσε να τους δίνει κρέας δύο φορές την εβδομάδα. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αύξησε τις τιμές στην καντίνα από 5 έως 10% για να βελτιώσει το συσσίτιο.

Την ιατρική περίθαλψη του στρατοπέδου είχαν έξι στρατιωτικοί γιατροί και έξι κρατούμενοι. Από την προηγούμενη επίσκεψη είχαν πεθάνει δύο ακόμα άνθρωποι: ένας 77 και ένας 89 χρονών(!). Εκτός από τους ηλικιωμένους και τα παιδιά οι υπόλοιποι κρατούμενοι ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν εκ περιτροπής πέντε ώρες τη μέρα, όλες τις μέρες, για την κατασκευή δρόμων και κτιρίων. Μεγάφωνα είχαν στηθεί σε όλους τους κλωβούς για να ακούν το ραδιοφωνικό σταθμό της Μακρονήσου. Όλοι έπρεπε να παρακολουθούν τα μαθήματα «κοινωνικής διαπαιδαγώγησης». Κάθε κλωβός είχε και δική του χορωδία και θέατρο που έδιναν παραστάσεις κάθε εβδομάδα, εκ περιτροπής. Ο Α. Λαμπέρ παρακολούθησε μια παράσταση του 1ου κλωβού και ενθουσιάστηκε από το χιούμορ και το πνεύμα του έργου και σημείωσε ότι η χορωδία ήταν εξαιρετική [29].

 

Μακρόνησος. Δεκαπενθήμερος έκδοσις του Ειδικού Τάγματος Αξιωματικών (Ε.Τ.ΑΞ.), αρ. φ. 4 (10/9/1948) (Βιβλιοθήκη ΑΣΚΙ).

 

Μετά τις εκλογές του Μαρτίου 1950

 

Μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, το Νοέμβριο του 1949, ιδρύθηκε ο Οργανισμός Αναμορφωτηρίων Μακρονήσου (ΟΑΜ), ο οποίος υπαγόταν στο ΓΕΣ αλλά εποπτευόταν από ένα πενταμελές συμβούλιο που αποτελείτο από τους υπουργούς Δικαιοσύνης, Στρατιωτικών, Παιδείας, Δημοσίας Τάξεως, Τύπου και Πληροφοριών [30]. Ήταν η αποκορύφωση των «έκτακτων μέτρων». Στο πλαίσιο της λειτουργίας του ΟΑΜ ιδρύθηκαν τα Ειδικά Σχολεία Αναμορφώσεως Ιδιωτών (ΕΣΑΙ) στο Α΄ και το Β΄ Ειδικό Τάγμα Οπλιτών (ΑΕΤΟ και ΒΕΤΟ), στα οποία «αναμορφώνονταν» οι άνδρες πολιτικοί κρατούμενοι. Για τις εξόριστες που έφεραν από το Τρίκερι τον Ιανουάριο του 1950 ιδρύθηκε το Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών (ΕΣΑΓ). Και ενώ οι «αμετανόητοι» αποτελούσαν ένα πολύ μικρό ποσοστό, περίπου 10%, στις εκλογές του έγιναν το Μάρτιο του 1950 το 35,3% από τους «αναμορφωμένους» Μακρονησιώτες ψήφισε τη Δημοκρατική Παράταξη (αριστερά) και το 24,7% την ΕΠΕΚ (κέντρο)  [31]. Με την άνοδο των κομμάτων του Κέντρου στην εξουσία το κατασκεύασμα της «εθνικοφροσύνης» μετεωρίστηκε για μικρό χρονικό διάστημα και στη συνέχεια άρχισε να καταρρέει.

Η κυβέρνηση όρισε μια τετραμελή επιτροπή με πρόεδρο τον Υπουργό Δικαιοσύνης, η οποία στις 29 Μαρτίου πήγε στη Μακρόνησο για να εξετάσει την κατάσταση και να μιλήσει με τους κρατούμενους. Την ίδια μέρα – και την επόμενη – ο Α. Λαμπέρ που βρισκόταν και αυτός στη Μακρόνησο επισκέφτηκε σχεδόν όλα τα στρατόπεδα, το ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ, το ΓΕΤΟ, το ΕΣΑΓ, τις ΣΦΑ και το Πρότυπο Κέντρο Διαπαιδαγωγήσεως Ανηλίκων Φυλακισμένων. Έκανε δύο διανομές και συνέταξε επτά Εκθέσεις [32].

 

ΣΦΑ

 

Το καθεστώς στις Στρατιωτικές Φυλακές ελάχιστα είχε διαφοροποιηθεί με την κυβερνητική αλλαγή. Στο στρατόπεδο των στρατιωτών κρατούνταν 664 καταδικασμένοι με μικρές ποινές. Το στρατόπεδο των πολιτών περιείχε διπλάσιους κρατούμενους (1.288), οι περισσότεροι υπόδικοι. Υπήρχαν δύο θανατοποινίτες και 142 ανήλικοι από 16 έως 20 χρονών, υπόδικοι. Οι στρατιώτες σιτίζονταν καλύτερα, αφού τους έκοβαν το ένα τρίτο του μισθού τους. Έτρωγαν μισή οκά ψωμί (640 γραμ), ενώ οι πολίτες 140 δράμια (448 γραμ). Οι πολίτες χρειάζονταν 600 κουβέρτες ακόμα και το 70% είχε ανάγκη από ρούχα.

Για όλους το σαπούνι ήταν ανεπαρκές και υπήρχε επίσης έλλειψη στα αναγκαία φάρμακα. Στις 9 Ιανουαρίου είχε πεθάνει ένας άνθρωπος από αιματουρία. Οι κρατούμενοι δούλευαν σε διάφορες εργασίες χωρίς να πληρώνονται, έκαναν κάθε πρωί γυμναστική και οι παπάδες κανονικά την κατήχηση. Τα μαθήματα αναμόρφωσης γίνονταν δυο φορές την ημέρα, μία ώρα το πρωί και μία το βράδυ και ο Διοικητής είπε ότι τα αποτελέσματα ήταν θετικά, γιατί υπήρχαν μόνο 14 «αμετανόητοι» [33].

 

ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ

 

Μπορεί στις ΣΦΑ οι εκλογές να μην άλλαξαν σχεδόν τίποτα, αλλά η Έκθεση που συντάσσει ο Α. Λαμπέρ για το ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ, το οποίο βρισκόταν στο κέντρο σχεδόν του νησιού, μαρτυρεί μια εντελώς διαφορετική κατάσταση, αν και τόσο ο Ταξίαρχος Μπαϊρακτάρης, Διοικητής Μακρονήσου, όσο και ο Αντώνης Βασιλόπουλος, Διοικητής του ΑΕΤΟ, παρέμεναν στη θέση τους. Η βασική ανατροπή αφορούσε την αναλογία μεταξύ των φαντάρων στο ΑΕΤΟ και των πολιτών στο ΕΣΑΙ. Ενώ στις 16 Δεκεμβρίου 1949 στο ΑΕΤΟ υπήρχαν περίπου 8.500 πολίτες, στις 29 Μαρτίου 1950 είχαν μείνει 1.312 άντρες. Οι ηλικιωμένοι είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους και 1.700 «ιδιώτες» που δεν είχαν συμπληρώσει τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις είχαν ντυθεί στρατιώτες. Γι’ αυτό οι στρατιώτες από 1.000 είχαν αυξηθεί σε 2.671 [34].

Την αλλαγή σηματοδοτούσε επίσης το γεγονός ότι η καταναγκαστική εργασία γινόταν μέρα παρά μέρα, χωρίς όμως να σταματήσει το κτίσιμο της εκκλησίας του Αγίου Αντωνίου, που έφερε το όνομα του Διοικητή του ΑΕΤΟ Αντώνη Βασιλόπουλου. Μικρότερες αλλαγές ήταν ότι οι κρατούμενοι μπορούσαν να στέλνουν δύο γράμματα την εβδομάδα, οι φυματικοί είχαν συγκεντρωθεί όλοι στο ΒΕΤΟ, ενώ οι βαριές περιπτώσεις είχαν μεταφερθεί στο Νοσοκομείο Σωτηρία και ότι δεν υπήρξε νέος νεκρός. Οι ανάγκες σε κουβέρτες είχαν καλυφθεί, αλλά το 50% των πολιτών δεν είχε ρούχα. Στρατιώτες και πολίτες είχαν ανάγκη από σαπούνι. Ο ΔΕΣ μοίρασε 4.000 κομμάτια, καθώς και ρούχα και κουβέρτες.

Ο Α. Λαμπέρ ενθουσιάστηκε όταν άκουσε μια χορωδία 70 ατόμων, τα περισσότερα μέλη της οποίας ήταν από το ΕΣΑΙ. Η ορχήστρα και η θεατρική ομάδα επίσης έδινε συχνά παραστάσεις, και για τους στρατιώτες και για τους πολίτες, στο ανοικτό θέατρο του στρατοπέδου που είχαν φτιάξει οι κρατούμενοι.

Ο Α. Βασιλόπουλος διαβεβαίωσε τον Α. Λαμπέρ ότι γινόταν επιλογή, ώστε να απελευθερωθεί -το συντομότερο – όσο γίνεται μεγαλύτερος αριθμός «αναμορφωμένων». Στο ερώτημα για τους τρελούς είπε ότι οι περισσότεροι παριστάνουν τους τρελούς αλλά δεν είναι, ενώ παραδέχτηκε ότι μερικοί έχουν σταλεί για θεραπεία. Για τους φυματικούς είπε ότι πρόκειται να κάνουν όλοι οι κρατούμενοι ακτινογραφίες. Τέλος, ο Α. Λαμπέρ σημειώνει στην Έκθεσή του ότι το στρατόπεδο διακατείχετο από ένα μεγάλο πνεύμα ελευθερίας και οι κρατούμενοι έλπιζαν να γυρίσουν σύντομα στα σπίτια τους [35].

 

Αναμόρφωσις. Εβδομαδιαία εφημερίς του Α΄ Τάγματος Σκαπανέων, αρ. φ. 44 (25/3/1949) (Βιβλιοθήκη ΑΣΚΙ).

 

Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών

 

Το Ειδικόν Σχολείον Αναμορφώσεως Γυναικών (ΕΣΑΓ) αποτελούσε τμήμα του ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ, είχε τον ίδιο Διοικητή, τον Α. Βασιλόπουλο, ίδια μαγειρεία και καντίνα. Οι κρατούμενες ήταν περίπου 2.000 και 50 παιδιά. Είχαν μεταφερθεί στη Μακρόνησο από το Τρίκερι τον Ιανουάριο του 1950. Αυτές που είχαν μείνει «αμετανόητες», περίπου 600, διαβιούσαν σε χωριστό στρατόπεδο από τις 1.300 «αναμορφωμένες». Το στρατόπεδο των γυναικών είχε το μεγαλύτερο ποσοστό ατόμων που δεν είχαν υπογράψει δήλωση.

Η φαρμακευτική περίθαλψη χαρακτηρίζεται ως ανεπαρκής και οι κρατούμενες έδωσαν στον Α. Λαμπέρ μια κατάσταση με τα αναγκαία φάρμακα. 110 γυναίκες ήταν άρρωστες, οι 55 με φυματίωση από τις οποίες οι έντεκα είχαν άμεση ανάγκη από νοσηλεία. Στα μέσα Μαρτίου 1950 μια γυναίκα είχε πεθάνει [36].

Στο στρατόπεδο των αμετανόητων η μεταχείριση ήταν σκληρότερη και η πειθαρχία αυστηρότερη. Οι γυναίκες υποστήριξαν ότι εξαιτίας της αγριότητας που υφίσταντο, αρρώστησαν και ένας μεγάλος αριθμός γυναικών κακοποιήθηκε και τρελάθηκε.

Ο Α. Λαμπέρ μετέφερε τα λεγόμενα των γυναικών στον Διοικητή του ΑΕΤΟ, Α. Βασιλόπουλο, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι οι στρατιώτες δεν χτύπησαν ποτέ καμιά γυναίκα, ούτε την κακομεταχειρίστηκαν [37]. Ο Α. Λαμπέρ του έδωσε τα δημοσιεύματα τη εφημερίδας Μάχη, όπου αναφέρονταν ονομαστικά επτά «τρελές» και 49 «τραυματισμένες και κακοποιημένες» γυναίκες. Το απόκομμα της εφημερίδας επισυνάπτεται στην Έκθεσή του μαζί με την Έκθεση του γιατρού από το Ψυχιατρείο Δαφνίου που αναφέρεται στις επτά «τρελές» και άλλες τόσες κακοποιημένες γυναίκες. Ο Διοικητής αρνήθηκε και πάλι κατηγορηματικά ότι οι στρατιώτες συμπεριφέρθηκαν άσχημα στις γυναίκες και για να αποδείξει το «ποιόν» αυτών των γυναικών ανέφερε δύο παραδείγματα. Το πρώτο ήταν η στάση τους ήταν ήρθε στο στρατόπεδο η Επιτροπή από το Υπουργείο Δικαιοσύνης: πήγαν προς τη θάλασσα και φώναζαν ότι θα πέσουν να πνιγούν. Το δεύτερο αφορούσε τις αντάρτισσες. Ο Α. Βασιλόπουλος είπε ότι οι «αγνές διανοούμενες κομουνίστριες» τις αντιμετώπιζαν με σκαιότητα και είχαν ζητήσει να φύγουν από το στρατόπεδο [38].

 

Εξόριστες γυναίκες στο αναμορφωτήριο του Α’ Τάγματος, Άνοιξη 1950, (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Ο Α. Βασιλόπουλος είχε «προηγούμενα» με τις κρατούμενες. Και οι δύο λόχοι γυναικών, δηλωσίες και μη, δεν χειροκροτούσαν ούτε ζητωκραύγαζαν σε κείνες τις πανηγυρικές επισκέψεις που έκαναν διάφοροι «επίσημοι» στη Μακρόνησο. Και το χειρότερο ήταν, ότι, όταν στις 13 Μαρτίου 1950 επισκέφτηκαν το νησί ξένοι δημοσιογράφοι και ενώ οι αξιωματικοί τους συνόδευαν μέχρι τα αυτοκίνητα για να φύγουν, αφού τους είχαν δείξει τη «βιτρίνα», ξεχύθηκε η φάλαγγα των γυναικών, τους γύρισε πίσω και τους «ξενάγησε» στις σκηνές με τις τρελές. «Η φωνή μας βγήκε έξω απ’ τα συρματοπλέγματα. Ό,τι κι αν έφερνε κείνη η νύχτα θα το δεχόμαστε με εγκαρτέρηση», γράφουν οι γυναίκες [39].

Στο στρατόπεδο των γυναικών ο ΔΕΣ έκανε δύο διανομές μεταχειρισμένων ρούχων και άλλων αναγκαίων πραγμάτων. Η πρώτη ξεκίνησε από την πολυπληθέστερη ομάδα, τις «αναμορφωμένες». Η δεύτερη από τις «αμετανόητες». Στην πρώτη διανομή οι κρατούμενες αφέθηκαν να επιλέξουν το μέγεθος και το χρώμα, αλλά η διαδικασία αποδείχτηκε χρονοβόρα. Γι’ αυτό στη δεύτερη έδωσε ο ΔΕΣ τα ρούχα, τα οποία στη συνέχεια μπορούσαν να τα ανταλλάξουν μεταξύ τους [40].

Οι περισσότερες οργανώσεις οι οποίες έστειλαν πράγματα στους κρατούμενους της Μακρονήσου ήταν οργανώσεις του εξωτερικού, φιλικά προσκείμενες προς το ΚΚΕ. Η πρώτη οργάνωση που αναφέρεται στην Έκθεση του ΔΕΣ είναι η Λίγκα για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα, με έδρα το Λονδίνο. Αυτή ιδρύθηκε το 1945 και διαλύθηκε το 1975. Η δράση της διήρκεσε 30 χρόνια, όσα περίπου το ΚΚΕ βρισκόταν εκτός νόμου.

Η δραστηριότητά της ήταν έντονη την περίοδο των «έκτακτων μέτρων» και της ένοπλης εμφύλιας σύγκρουσης (1946-1949) καθώς και στην επτάχρονη δικτατορία (1967-1974). Στυλοβάτες των δραστηριοτήτων της Λίγκας υπήρξαν δύο γυναίκες: η Νταϊάνα Πιμ και η Μάριον Πασκόε – Σαράφη, η γυναίκα του Στρατηγού. Στην ίδια κατηγορία με τη Λίγκα πρέπει να εντάξουμε και την Ελβετική Επιτροπή Βοήθειας στη Δημοκρατική Ελλάδα καθώς και την Παγκόσμια Ένωση Σπουδαστών Πράγας. Παρείχαν όμως «βοήθεια» και οργανώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης όπως η αμερικάνικη Unitarian Service Committee, η ελβετική Centrale Sanitaire, ο Ελληνικό ΕΣ, ο Πορτογαλλικός ΕΣ κ.ά.  Τα είδη που διανεμήθηκαν ήταν κυρίως μεταχειρισμένα ρούχα, κουβέρτες, σαπούνι Μασσαλίας, δέματα με τρόφιμα, παιγνίδια για τα παιδιά, γάλα και ζάχαρη, ένα «Λινγκουαφόν» με δύο σειρές ξένων γλωσσών, μία αγγλική και μία γαλλική, ένα μικροσκόπιο, 20 κρεβάτια, κλινοσκεπάσματα και φάρμακα για το νοσοκομείο και ένα μπετόνι με πομάδα. Τα ρούχα στις γυναίκες και τα παιδιά τα μοίρασε η Αντιπροσωπεία μαζί με ένα κομμάτι σαπούνι [41].

Η διανομή είχε έναν πανηγυριώτικο τόνο, τον οποίο ενέτειναν τα αποτελέσματα των εκλογών. Τα παιδιά πρωτοστατούσαν. Εκτός από παιγνίδια υπήρχαν και γι αυτά παπούτσια που μπορούσαν να τα δοκιμάσουν πριν τα πάρουν. Για τις γυναίκες μικροπράγματα όπως τα κουμπιά, οι κλωστές και οι αγκράφες ήταν επίσης πολύ χρήσιμα. Αυτό που έκανε δύσκολη την επιλογή, κυρίως στα ρούχα, ήταν ο φοβερός αέρας της Μακρονήσου. Η Ντόλλα Λαμπέρ ήταν και αυτή παρούσα. Εξάλλου είχε ενδιαφερθεί ιδιαίτερα για το νοσοκομείο και το αναρρωτήριο στο ΕΣΑΙ, αλλά και στο στρατόπεδο του Άη Γιώργη [42]. Επιπλέον είχε τη δυνατότητα να μιλήσει με «παλιές γνωστές» από τη Χίο και το Τρίκερι.

 

ΓΕΤΟ – ΒΕΤΟ

 

Το Μάρτιο του 1950, στο ΓΕΤΟ, με νέο Διοικητή τον Ασημάκη Καράγιωργα, υπήρχαν 1.200 στρατιώτες. Τίποτα καινούργιο δεν συμβαίνει, όλα όπως και στην προηγούμενη Έκθεση, γράφει ο Α. Λαμπέρ. Η αναμόρφωση συνεχιζόταν κανονικά με μαθήματα για τη νεότερη ελληνική ιστορία και όταν ο καιρός ήταν καλός γίνονταν στο ύπαιθρο. Η Έκθεση επισημαίνει ακόμα ότι οι στρατιώτες είχαν δημιουργήσει θίασο καλά στελεχωμένο καθώς και ορχήστρα. Το περιοδικό Σκαπανεύς, μηνιαίο πια και για όλη τη Μακρόνησο, συνέχιζε να εκδίδεται στο ΓΕΤΟ. Επίσης ο ραδιοφωνικός σταθμός ήταν και αυτός εγκατεστημένος εκεί, ενώ πολυάριθμα μεγάφωνα τοποθετημένα σε όλα τα στρατόπεδα επέτρεπαν στους κρατούμενους να ακούν τις εκπομπές του, άλλες «τοπικές» και άλλες πανελλήνιου χαρακτήρα [43].

Στο ΒΕΤΟ, με Διοικητή τον Γ. Τζανετάτο, ο αριθμός των στρατιωτών (1.300) σε σχέση με τον αριθμό των πολιτών (3.508) ήταν αντιστρόφως ανάλογη. Οι πολίτες κατανέμονταν σε τέσσερις επιμέρους κατηγορίες και αντίστοιχα στρατόπεδα:

  • των «δηλωσιών», με 2.324 άνδρες
  • των παλιών αξιωματικών, με 64 άνδρες
  • των αμετανόητων, με 720 άνδρες και
  • του Άη Γιώργη με 400 αμετανόητους που είχαν εξαιρεθεί από την εργασία λόγωηλικίας ή αρρώστιας.

Παρόλα αυτά και ο αριθμός των πολιτών είχε μειωθεί αισθητά, γιατί πριν τρεις μήνες ήταν διπλάσιοι: 6.637. Η διαφορά οφειλόταν σε απελευθερώσεις που έγιναν σε αυτό το διάστημα. Η εφημερίδα Καθημερινή (1.3.1950) με τίτλο «1.406 ανανήψαντες απελύθησαν εκ Μακρονήσου» δημοσίευσε τα ονόματά τους και ο Διοικητής του στρατοπέδου θεωρούσε ότι μέχρι το Πάσχα θα απολύονταν άλλοι 1.000 περίπου κρατούμενοι [44].

Ο Α. Λαμπέρ σημειώνει ότι από την 1η Νοεμβρίου 1949 που ανέλαβε ο στρατός (δηλαδή ο ΟΑΜ) τους πολίτες, αυτοί σιτίζονταν καλύτερα από την εποχή που ανήκαν στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Πέρασε από τα μαγειρεία την ώρα που ετοίμαζαν τα γεύματα και δοκίμασε το φαγητό. Και η μερίδα του ψωμιού είχε αυξηθεί σε 180 δράμια (575 γραμ). Επίσης ο στρατός εξέτασε τους 10.000 εξόριστους που παρέλαβε και βρήκε ότι 2.058 ήταν άρρωστοι: περίπου 500 φυματικοί και 1.500 με χρόνιες ή/και πολλαπλές παθήσεις που τους καθιστούσαν ανίκανους για εργασία και γι’ αυτό σκόπευε να στείλει τις βαριές περιπτώσεις στα νοσοκομεία και άλλους 624 στο στρατόπεδο του Άη Γιώργη, όπου βρίσκονταν όσοι ήταν ανίκανοι προς εργασία.

 

Μακρόνησος 1950. Απομονωμένοι στη χαράδρα του ΕΣΑΙ. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας ο Ν.Μ. αναφέρει: «Μοναδική φωτογραφία των απομονωμένων στη χαράδρα του ΕΣΑΙ την ώρα που οδηγούνται στη θάλασσα για να πλυθούν. Είναι στα τέλη Απριλίου 1950, δυο μήνες μετά τις βουλευτικές εκλογές. Οι μεγάλες δοκιμασίες έχουν σταματήσει. […] Αλλά ποιος αποθανάτισε αυτή τη σπάνια εικόνα; Ποιος άλλος από τις γυναίκες; Όταν είδαν τη φάλαγγα των ανδρών να κατηφορίζει από τη χαράδρα και να μπαίνει στον κεντρικό δρόμο που περνούσε μπροστά από τον κλωβό τους, πετάχτηκαν από τις σκηνές τους κι αγνάντευαν την πορεία, πίσω από τα σύρματα. Κάποια ξέθαψε τη φωτογραφική μηχανή και «κλικ». (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Στο στρατόπεδο του Άη Γιώργη, στο βόρειο άκρο του νησιού, το φαρμακείο και τα δύο αναρρωτήρια λειτουργούσαν σε σκηνές. Οι εξόριστοι γιατροί δούλευαν κάτω από τη διεύθυνση ενός στρατιωτικού γιατρού. Τους τελευταίους πέντε μήνες είχαν έξι θανάτους, ο ένας ήταν αυτοκτονία. Εκεί υπήρχαν 86 ανάπηροι πολέμου που υπολόγιζαν να τους φτιάξουν πρόσθετα μέλη. Είχαν ανάγκη από γάλα για τους αρρώστους και από πιζάμες, αλλά κυρίως από φάρμακα και DTT.

Οι κρατούμενοι έκαναν αγγαρείες στα μαγειρεία, έφτιαχναν δρόμους, τοίχους, διαμερίσματα ή τούβλα, όλα αμισθί. Οι πολίτες είχαν φτιάξει χορωδία, θέατρο, γήπεδο ποδοσφαίρου με αποδυτήρια και ντους. Έκαναν μπάνιο στη θάλασσα και γίνονταν μαθήματα ιστορίας καθώς και μαθήματα για τους αναλφάβητους.

Οι «αμετανόητοι» δεν συμμετείχαν καθόλου σε όλα αυτά. Ο Α. Λαμπέρ επισκέφτηκε το στρατόπεδό τους και πίστευε ότι, εάν γινόταν μια καλύτερη διαλογή, ένας μεγάλος αριθμός θα «ανένιπτε» και θα γύριζε στα σπίτια του. Η συζήτηση μαζί τους δεν του ήταν ευχάριστη, όπως και την προηγούμενη φορά ή όπως και στην Ικαρία. Άκουσε όμως τις καταγγελίες τους ότι δεν είχαν ούτε ένα ποτήρι νερό την ημέρα, ενώ δικαιούντο δύο οκάδες (2,6 λίτρα), καθώς και για τους άρρωστους, τους τρελούς από τα βασανιστήρια και τους φυματικούς. Σε όλα αυτά ο εκπρόσωπος του ΔΕΣ είχε μια μόνιμη απάντηση: συνεργάζεται με τις κρατικές, στρατιωτικές και πολιτικές, αρχές για να βελτιώσει την ιατρική περίθαλψη των κρατουμένων και δεν αναμειγνύεται σε πολιτικές παραμέτρους.

 

Μακρόνησος 1947. Το Πειθαρχείο του Β’ Τάγματος. (ΑΣΚΙ/Φωτογραφικό Αρχείο Νίκου Μάργαρη).

 

Ωστόσο ο Α. Λαμπέρ μετέφερε τις καταγγελίες των κρατουμένων στο Διοικητή Γ. Τζανετάτο. Αυτός απάντησε ότι το γεγονός ότι μπορούν να διαμαρτύρονται αποτελεί την καλύτερη απόδειξη ότι είχαν ελευθερία και ότι δεν κακοποιούνταν. Υποστήριξε ότι θα μπορούσαν να τους κακοποιήσουν, μετά την αποχώρηση του ΔΕΣ, αλλά δεν το έκαναν, γιατί ήταν ενάντια στις αρχές τους. Συμπλήρωσε ότι κάποιοι από τους κρατούμενους με τις πράξεις τους επιδίωκαν να βασανιστούν, ώστε να γίνουν μάρτυρες. Οι 700 ηγέτες δεν ανέχονταν να βλέπουν να φεύγουν από τις γραμμές τους, όσους, πριν λίγο, θεωρούσαν ότι βρίσκονταν κάτω από την εξουσία τους, συμπλήρωσε. Είναι υποχρέωσή μας, είπε ο Διοικητής, να συνεχίσουμε το έργο της αναμόρφωσης. Η άποψή του για τους αρρώστους ήταν ότι έπρεπε να φύγουν, γιατί η Μακρόνησος δεν ήταν ούτε σανατόριο, ούτε νοσοκομείο, αλλά στρατόπεδο αναμόρφωσης. Και τελειώνοντας επισήμανε ότι είναι θαύμα πως με τις συνθήκες περίθαλψης που επικρατούσαν δεν υπήρχαν περισσότεροι θάνατοι.

Ο Α. Λαμπέρ στην Έκθεσή του, θέλοντας να τονίσει το έργο του ΔΕΣ στον τομέα της περίθαλψης των κρατουμένων, αναφέρεται στη συνομιλία του με τον Κ. Γαβριηλίδη, έναν «αμετανόητο» που είχε πρόσφατα νοσηλευτεί στο Κεντρικό Νοσοκομείο Μακρονήσου. Σε ερώτηση του, ο Κ. Γαβριηλίδης απάντησε ότι η περίθαλψη που του παρείχαν εκεί ήταν καλή. Ωστόσο ο Α. Λαμπέρ παραπονείται ότι τα μέλη του ΚΚΕ ποτέ δεν εξέφρασαν μια ευχαριστία προς τον ΔΕΣ, με εξαίρεση τις «αμετανόητες» γυναίκες [45].

 

Η κατάρρευση

 

Μετά τις εκλογές τα στρατόπεδα των πολιτών άρχισαν να διαλύονται. Οι ηλικιωμένοι και οι δηλωσίες επέστρεψαν σπίτια τους. Τον Αύγουστο του 1950 περίπου 500 «αμετανόητες» ξαναπήγαν στο Τρίκερι, στο Δεύτερο Τρίκερι. Τους «επικίνδυνους» άντρες τους έστειλαν στον Αη Στράτη ή σε φυλακές. Η Μακρόνησος παρέμεινε ως στρατιωτικό κέντρο. Απέμειναν τα τρία στρατόπεδα (πρώην ΑΕΤΟ, ΒΕΤΟ και ΓΕΤΟ), το νοσοκομείο και οι Στρατιωτικές Φυλακές Μακρονήσου (ΣΦΜ), πρώην Αθηνών. Στις ΣΦΜ οι κρατούμενοι δούλευαν στα εργαστήρια και στο κτίσιμο κτιρίων. Εκεί εκδίδονταν και Η Φωνή των Σ.Φ.Μ., δεκαπενθήμερη [46].

Την Άνοιξη του 1951 κρατούνταν στις ΣΦΜ περίπου 600 πολίτες, οι μισοί από τους οποίους ήταν «πολιτικοί». Από αυτούς πάνω από το ένα τρίτο ήταν ανήλικοι, από το Στρατόπεδο Ανηλίκων που βρισκόταν στο ΓΕΤΟ. Όταν το ΓΕΤΟ διαλύθηκε οι ανήλικοι μεταφέρθηκαν στις ΣΦΜ.

Το Νοέμβριο του 1951 όλοι οι πολίτες στάλθηκαν σε άλλες φυλακές της χώρας. Το αίτημα να κλείσει η Μακρόνησος είχε κατατεθεί στον ΟΗΕ τόσο από την Ελληνική Επιτροπή για την Κατάργηση της Μακρονήσου, που αποτελείτο από προσωπικότητες Ελλήνων προσφύγων του Εμφυλίου, όσο και από την Ελληνο-Αμερικάνικη Επιτροπή για την κατάργηση της Μακρονήσου, καθώς και από το συγκλονιστικό «Κατηγορώ» προς το ΒΕΤΟ του Μανώλη Πρωιμάκη, πρώην βουλευτή [47].

Η κατάρρευση του αναμορφωτικού συστήματος της Μακρονήσου συμπαρέσυρε και τα δημιουργήματα των ανθρώπων. Τη δεκαετία του 1960 δεν έχει απομείνει σχεδόν τίποτα από τις βίλες των διοικητών, τις λέσχες αξιωματικών, τα φυλάκια, τα διοικητήρια, τις προβλήτες, τις γέφυρες και τις λιμενικές εγκαταστάσεις, τις αποθήκες, τις δεξαμενές, τους καλοστρωμένους δρόμους, τις τεράστιες πλατείες, τα γήπεδα, τις εκκλησίες με τα χρωματιστά τζάμια, τα τρία θέατρα, του ΑΕΤΟ με τις πέτρινες κερκίδες για 5.000 θεατές, το μνημείο ηρώων του ΓΕΤΟ, τις αψίδες, τα κιονόκρανα και τις τσιμεντένιες γλάστρες στις ΣΦΑ, τους αρτοκλίβανους του ΑΕΤΟ, το εργοστάσιο παραγωγής λεμονάδας, την κεραμοποιία και το τουβλοκάμινο, την κάτασπρη πολιτεία του ΒΕΤΟ με το λιοντάρι, τις αψίδες, τους κρεμαστούς κήπους που «έμοιαζε με λουλουδιασμένη μυγδαλιά μέσα στην παγωνιά του Γενάρη». Τα οικοδομικά υλικά ληστεύτηκαν ή πουλήθηκαν και ο καιρός συμπλήρωσε την καταστροφή [48]. Κανένα άτομο και καμιά κοινωνική ή εθνική ομάδα δεν θέλει να συντηρεί μνήμες που προξενούν ντροπή και αποτελούν όνειδος.

Ωστόσο η συλλογική μνήμη δεν μπορούσε να σβήσει, να ταφεί. Στο τέλος της δεκαετίας του 1980, με απόφαση που πάρθηκε όταν υπουργός πολιτισμού ήταν η Μελίνα Μερκούρη (16.5.1989), η Μακρόνησος ανακηρύχτηκε Ιστορικός Τόπος, «σύμβολο καταδίκης του εμφυλίου πολέμου, όλων των βασανιστηρίων και κάθε καταπίεσης». Συγκροτήθηκε μια ομάδα εργασίας (2.4.1990), οργανώθηκε μία ημερίδα (28.4.1993), όπου αναγνωρίστηκε ότι η Μακρόνησος «αποτελεί εθνικό μνημείο εξαιρετικής σημασίας για την αυτογνωσία και τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης του λαού μας», εκδόθηκε ένα Προεδρικό Διάταγμα για τις χρήσεις γης (30.8.1995) και οργανώθηκε μία διημερίδα, με τη συμμετοχή και ιστορικών (6-7.3.1998) [49]. Στο πλαίσιο αυτό φτιάχτηκε μια μικρή προβλήτα και αναστηλώθηκαν εν μέρει οι αρτοκλίβανοι και το θέατρο του ΑΕΤΟ. Μέχρι σήμερα έχουν οργανωθεί κάποιες εκδηλώσεις στο θέατρο και η Πανελλήνια Ένωση Κρατουμένων Αγωνιστών Μακρονήσου πραγματοποιεί την καθιερωμένη ετήσια επίσκεψη τιμής και μνήμης.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μάργαρης Νίκος, Ιστορία της Μακρονήσου, Αθήνα: Δωρικός 1982, τόμ. Α΄, σελ. 6.

[2] United Nations, General Assembly, Fifth Session, New York 1950. Annexes:A/C.1/626, σελ. 36-37.

[3] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Α΄, σελ. 405-6, 445-463, τόμ. Β΄ σελ. 259-274, 298-305.

[4] «Στρατιωτικό Κέντρο Αναμόρφωσης, Ειδικόν Τάγμα Αξιωματικών Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Ρ. Ροθ και Α. Λαμπέρ, 14 Ιουνίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. Ι, σελ. 148-151.

[5] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 344-351.

[6] «Στρατιωτικό κέντρο αναμόρφωσης, Γ΄ Τάγμα Σκαπανέων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Ρ. Ροθ και Α. Λαμπέρ, 14 Ιουνίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. Ι, σελ. 135-147.

[7] Στο ίδιο.

[8] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 546.

[9] «Στρατιωτικό κέντρο αναμόρφωσης Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 13 Δεκεμβρίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙΙ, σελ. 83-88.

[10] «Στρατιωτικό Κέντρο Αναμόρφωσης Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 3 Απριλίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙV, σελ. 12- 19.

[11] Στέφανος Σαράφης, πρώην αξιωματικός του τακτικού στρατού, Στρατιωτικός Αρχηγός του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ.

[12] Στρατηγός Χατζημιχάλης, Στρατιωτικός Διοικητής του Α΄ Σώματος Στρατού, μέλος της ΚΕ του ΕΛΑΣ.

[13] «Στρατόπεδο σωφρονισμού και υποδίκων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική» Ρ. Ροθ και Α. Λαμπέρ, 14 Ιουνίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. Ι, σελ. 128- 134.

[14] Στο ίδιο.

[15] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 372, 423.

[16] «Στρατόπεδο σωφρονισμού και υποδίκων Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 18 Δεκεμβρίου 1948, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙΙ, σελ. 89-99.

[17] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 393-5, 529-31.

[18] «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Α. Λαμπέρ, 2 Απριλίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙV, σελ. 1-11.

[19] Στο ίδιο.

[20] «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Α. Λαμπέρ, 31 Ιουλίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΙV, σελ. 171-185.

[21] Στο ίδιο.

[22] Στο Deuxieme Livre Bleu, Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση, Αύγουστος 1949, σελ. 59, καθώς και στο Υπόμνημα που κατέθεσε η Λίγκα για τη Δημοκρατία στην Ελλάδα στον ΟΗΕ, στις 8 Φεβρουαρίου 1950 (UN, A/C.1/626, σελ. 41) αναφέρεται ότι ο υποστράτηγος Θ. Μακρίδης είχε τρελαθεί από τα βασανιστήρια και είχε σταλεί σε άσυλο.

[23] «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων Μακρονήσου, Έκθεση άκρως εμπιστευτική», Α. Λαμπέρ, 31 Ιουλίου 1949, ό.π.

[24] «Στρατόπεδο πολιτικών εξορίστων Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 17 Αυγούστου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. V, σελ. 53-57.

[25] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 439, 382-390.

[26] «Ειδικόν Στρατόπεδον Ιδιωτών Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 16 Μαίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. IV, σελ. 20-40.

[27] Στο ίδιο.

[28] «Ειδικόν Στρατόπεδον Ιδιωτών Μακρονήσου (ΕΣΑΙ)», Α. Λαμπέρ, 30 Ιουλίου 1949, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. IV, σελ. 163-170.

[29] Στο ίδιο.

[30] Μπουρνάζος Στρατής, «Το Μέγα Εθνικόν Σχολείον Μακρονήσου 1947-1950», Ιστορικό τοπίο και ιστορική μνήμη. Το παράδειγμα της Μακρονήσου, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 115-145.

[31] Νικολακόπουλος Ηλίας, «Εκλογές στη Μακρόνησο», Ιστορικό τοπίο και ιστορική μνήμη. Το παράδειγμα της Μακρονήσου, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 329-336.

[32] Υπήρχαν και προηγούμενες επισκέψεις στις 10 και 16 Δεκεμβρίου 1949, καθώς και στις 2-5 Μαρτίου 1950, τουλάχιστον στο ΑΕΤΟ/ΕΣΑΙ και στο ΒΕΤΟ, αλλά οι εκθέσεις δεν εντοπίστηκαν στο αρχείο του ΔΕΕΣ.

[33]  «Στρατιωτικές φυλακές και στο Στρατόπεδο Σωφρονισμού Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 29 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 12-23.

[34] «ΑΕΤΟ και ΕΣΑΙ», Α. Λαμπέρ, 29 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 1-11.

[35] Στο ίδιο.

[36] «Στρατόπεδο εξορίστων γυναικών Μακρονήσου [ΕΣΑΓ]», Α. Λαμπέρ, 30 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 24-38.

[37] Για το τι υπέστησαν οι γυναίκες στη Μακρόνησο βλ. Θεοδώρου Βικτωρία, «Τα τετράδια της Βικτωρίας Θεοδώρου» στο Θεοδώρου Βικτωρία (επιμ.) Στρατόπεδα Γυναικών, Αθήνα 1976, σελ. 121-221.

[38] «Στρατόπεδο εξορίστων γυναικών Μακρονήσου [ΕΣΑΓ]», ό.π..

[39] Μαυροειδή – Παντελέσκου, Αφροδίτη, «Γράφει η Αφροδίτη Μαυροειδή – Παντελέσκου για την αναμόρφωση στη Μακρόνησο» στο Στρατόπεδα Γυναικών, ό.π., σελ. 385-393.

[40] «Διανομή ρούχων και σαπουνιού στις εξόριστες της Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 30 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 39-68.

[41] «Διανομή του Τομέα Βοήθειας ΔΕΣ, Γενεύη, στα στρατόπεδα της Μακρονήσου», Α. Λαμπέρ, 30 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 95-98.

[42] «Στρατόπεδο εξορίστων γυναικών Μακρονήσου [ΕΣΑΓ]», ό.π.

[43] «ΓΕΤΟ και Στρατόπεδο καταδικασμένων ανηλίκων», Α. Λαμπέρ, 29 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 69-79.

[44] «ΒΕΤΟ και Στρατόπεδο εξορίστων ιδιωτών [ΕΣΑΙ]», Α. Λαμπέρ, 30 Μαρτίου 1950, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. VΙ, σελ. 80-94

[45] «ΒΕΤΟ και Στρατόπεδο εξορίστων ιδιωτών [ΕΣΑΙ]», ό.π.

[46] «Στρατιωτικές φυλακές Μακρονήσου [ΣΦΜ]», Γ. Κολλαντόν, 24 Μαρτίου και 25 Μαίου 1951, ACICR, C Sc, Grèce, Guerre Civile, τόμ. ΧΙV, σελ. 40- 68.

[47] United Nations, General Assembly, Fifth Session, New York 1950. Annexes:A/C.1/626/Add.1, σελ. 42-43, A/C.1/626/Add.2, σελ. 43-46 και A/C.1/626/Add.3, σελ. 46-50.

[48] Μάργαρης, ό.π., τόμ. Β΄, σελ. 226-7, 464-8, 476, 537.

[49] Ιστορικό τοπίο και ιστορική μνήμη. Το παράδειγμα της Μακρονήσου, Αθήνα, Φιλίστωρ, 2000, σελ. 13-33.

 

Τασούλα Βερβενιώτη,

 «Αναπαραστάσεις της Ιστορίας. Η δεκαετία του 1940 μέσα από τα αρχεία του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού», Εκδόσεις Μέλισσα 2009.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »