Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αρβανίτες’

Αραχναίο (Χέλι) Αργολίδας


 

Το Χωριό Αραχναίο (Χέλι) – Ιστορία του Χελιού (Αραχναίου) – Οι Αρβανίτες στο Χέλι – Ύδρευση του Χελιού – Ασχολίες των κατοίκων του Χελιού –  Επικοινωνία του Χωριού – Η Εκπαίδευση στο Χέλι

 

Το Χέλι (σημερινό Αραχναίο) βρίσκεται στα βόρεια της ψηλότερης κορυφής του Αραχναίου όρους και στη Νότια πλευρά της Τραπεζώνας σε υψόμετρο εξακόσια πενήντα (650) περίπου μέτρα. Πάνω από το χωριό δεσπόζει η Νότια πλευρά της Τραπεζώνας, η ονομαζόμενη Μπρίνια, μια γυμνή από χλωρίδα πλαγιά της Τραπεζώνας της τετάρτης κατά σειρά ύψους κορυφής της οροσειράς του Αραχναίου. [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο συγγραφέας Παναγιώτης Ι. Μπιμπής (1925-2009), όπως ο ίδιος αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου του «Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002», χρησιμοποιεί κύρια το παλαιό όνομα του χωριού «Χέλι» γιατί έτσι αναφέρεται στις ιστορικές πηγές από τις οποίες άντλησε τις πληροφορίες του. Το Χέλι μετονομάστηκε σε Αραχναίο το 1915 (29/7/1915 – ΦΕΚ : 273/1915) είναι χωριό του Δήμου Ναυπλιέων. Μέχρι το 2010 ανήκε στον τέως Δήμο Μιδέας].

Το Χέλι βρίσκεται αποκομμένο από όλα τα κατοικημένα μέρη της Αργολίδας, σε απόσταση 26 περίπου χιλιομέτρων από το Άργος και 28 χιλιομέτρων από το Ναύπλιο και δεν έχει οπτική επαφή με κανένα κατοικημένο χώρο του Νομού. Βέβαια σήμερα ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος που το συνδέει με τα μεγάλα αστικά κέντρα το Άργος και το Ναύπλιο, έχει αρκετά δαμάσει τις άγριες ξεροτοπιές της περιοχής του Χελιού και έχει συνδέσει την αβοήθητη ερημιά του παρελθόντος με τη σημερινή ζωή του Κέντρου και του Πολιτισμού.

 

Χάρτης Νομού Αργολίδας.

 

Το Χέλι έχει σήμερα περίπου 1200 κατοίκους [643 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2011], που μένουν μόνιμα στο χωριό, ενώ είναι πολύ περισσότεροι αυτοί που έχουν μετοικίσει στον Άγιο Δημήτριο, στον Αμαριανό, στο Ναύπλιο στο Άργος, στα χωριά του Κάμπου, στην Κόρινθο, στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, πέρα από τις εκατοντάδες που μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο βρέθηκαν μετανάστες, στην Αυστραλία, στον Καναδά και τη υπόλοιπη Αμερικανική Ήπειρο. Το χωριό είναι μακρόστενο και εκτείνεται από την Ανατολή προς τη Δύση. Βρίσκεται βόρεια της ευρείας Λεκάνης που περιβάλλεται από τους ορεινούς όγκους του όρους Αραχναίου, κυρίως από την Τραπεζώνα και το Σιούρι. Τα περισσότερα σπίτια του χωρίου που είναι και τα παλαιότερα, είναι χτισμένα σύμφωνα με την παλαιά τεχνοτροπία, είναι όλα ορθογώνια παραλληλόγραμμα, στα οποία η μια στενή τους όψη είναι συνήθως στραμμένη πάντοτε προς το δρόμο προσπέλασης και σε αυτή τη πλευρά υπάρχουν πάντοτε δυο στενά παράθυρα, στο δε μέσον της μιας μεγάλης πλευράς, υπάρχει πάντοτε η πόρτα. Στις μεγάλες πλευρές του σπιτιού υπάρχουν και άλλα παράθυρα ανάλογα με τις διαστάσεις του σπιτιού. Όταν τα σπίτια είναι διώροφα, οι πόρτες και τα παράθυρα βρίσκονται στην ίδια ακριβώς θέση επάνω και κάτω. Όλα τα σπίτια είναι λιθόκτιστα και ο χωρισμός μέσα σε δωμάτια έχει γίνει με σανίδες.

Τα σπίτια αυτά είναι χαρακτηριστικά και τα ίδια σε όλα τα Αρβανιτοχώρια της – περιοχής μας και θυμίζουν τα σπίτια της βόρειας Ηπείρου με την μόνη διαφορά ότι είναι κεραμοσκεπή, όλα δε είναι κτισμένα από Νομάδες Λαγκαδιανούς κτίστες που ολόκληρα καλοκαίρια έμεναν και δούλευαν στο χωριό. Σήμερα βέβαια πολλά από τα παλαιά αυτά σπίτια έχουν αντικατασταθεί με μοντέρνα κτίρια κτισμένα με τσιμέντα και τούβλα.

Τα νερά της βροχής της ευρείας λεκάνης που βρίσκεται χτισμένο το χωριό σχηματίσουν ένα μαιανδρικό χείμαρρο που ξεκινάει από τα Φράκια διασχίζει όλη τη λεκάνη, σχηματίζει έπειτα μια βαθιά χαράδρα, περνάει κοντά στο Μοναστήρι (Μονή Ταλαντίου) και συνεχίζει την πορεία του μέσα στη Χούνι, βγαίνει στον Αμαριανό και από εκεί διασχίζει και τον Αργολικό Κάμπο, περνάει από το χωριό Παναρίτη και πολύ σπάνια τα νερά του φθάνουν στον Αργολικό Κόλπο, γιατί μετά το Παναρίτη σήμερα δεν υπάρχει καν κοίτη, επειδή έχει καταστραφεί από τους χωρικούς οι οποίοι την έχουν μετατρέψει σε χωράφια.

Στη διαδρομή του ο χείμαρρος αυτός σχηματίζει σε πολλά σημεία βαθιές χαράδρες και δέχεται πολλούς άλλους χείμαρρους, όπως τον χείμαρρο που κατεβαίνει από τον Αρνά. το ττρόι- Λάζεριτ, το πρόι-Θέου, το πρόι-Φλώρου και άλλους πολλούς και στη λεκάνη του Αραχναίου και στη λεκάνη του Αμαριανού.

Οι σημερινοί κάτοικοι του χωριού είναι όλοι Αρβανίτες και οι μεγάλης ηλικίας μιλάνε ακόμα πολύ καλά τα Αρβανίτικα, αλλά σε διάλεκτο με πολλές παραφθαρμένες σύγχρονες Ελληνικές λέξεις, η οποία διάλεκτος αυτή διαφέρει πολύ από την διάλεκτο των Αρβανιτών των γειτονικών χωριών Λιμνών, Προσύμνης. Μηδέας κ.λπ. όπως επίσης και από την διάλεκτο που μιλάει όλη η Ερμιονίδα.

 

Ιστορία του Χελιού (Αραχναίου)

 

Ο Παναγιώτης Ι. Μπιμπής (Αραχναίο 1925 – Άργος 2009). Προτελευταίο παιδί από τα δέκα του Ιωάννου Δημ. Μπιμπή και της Αναστασίας Αν. Μανώλη. Μετά το Γυμνάσιο Ναυπλίου σπούδασε στο Μαθηματικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως καθηγητής Μαθηματικός στη Μέση Εκπαίδευση, Γυμνασιάρχης, Λυκειάρχης και Προϊστάμενος Μέσης Εκπαιδεύσεως Νομού Αργολίδος ως το 1986 οπότε περάτωσε την υπηρεσία του. Έγραψε το βιβλίο «ΤΟ ΧΕΛΙ», ένα εξαίρετο πόνημα, το οποίο και συνιστά την μοναδική έως τώρα συστηματική καταγραφή της ιστορίας του χωριού μας από τα αρχαία χρόνια ως τις μέρες μας. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου. Λεζάντα: Μαρία Μπιμπή.

Το πότε ακριβώς ιδρύθηκε ο οικισμός αυτός σε αυτή την περιοχή και πότε κτίσθηκε το Χέλι είναι άγνωστο, αφού κανένα γραπτό κείμενο δεν υπάρχει που να μαρτυρεί αυτό το γεγονός. Σε γραπτά κείμενα η ονομασία Χέλι, από ότι τουλάχιστον έχει διαπιστωθεί αναφέρεται για πρώτη φορά το 1463 οπότε σημειώνεται η πρώτη μετακίνηση των Αρβανιτών που ήσαν εγκατεστημένοι στον Αργολικό Κάμπο προς το Χέλι, ύστερα από την ήττα που υπέστησαν οι Ενετοί με τους μισθοφόρους Αρβανίτες στο Ναύπλιο από τα Τουρκικά στρατεύματα και για να αποφύγουν την τελειωτική τους καταστροφή και τον αφανισμό τους. Οπωσδήποτε όμως υπήρχε εκεί ο οικισμός πριν από το 1463 και για το γεγονός αυτό υπάρχουν σαφείς αποδείξεις.

Πρώτη απόδειξη είναι το γεγονός ότι στην κορυφή του όρους Αραχναίου, το σημερινό Προφήτη Ηλία υπήρχε Βωμός του Δία και της Ήρας όπου οι άνθρωποι της εποχής εκείνης θυσίαζαν προς τους θεούς σε περιόδους ανομβρίας, αυτό όμως φανερώνει ότι εκεί στο οροπέδιο του Αραχναίου ζούσαν φυσικά άνθρωποι που υφίσταντο τις συνέπειες της ανομβρίας και έκαναν τις θυσίες αυτές.

Δεύτερη απόδειξη είναι το γεγονός που αναφέρει ο Αισχύλος στον Αγαμέμνονα ( στ. 296 ) ότι στην κορυφή του όρους Αραχναίου ανάφτηκε πυρσός με τον οποίον αναγγέλθηκε στις Μυκήνες η άλωση της Τροίας. Το γεγονός αυτό μαρτυρεί ότι στην περιοχή αυτή κατοικούσαν άνθρωποι στην Ομηρική εποχή, οι οποίοι πήραν το μήνυμα του γεγονότος της άλωσης της Τροίας από κάποια άλλη βουνοκορυφή, πιθανότατα από την Ακρόπολη των Αθηνών που έχει οπτική επαφή με την κορυφή του Αραχναίου και το μετέδωσαν με τον ίδιο τρόπο: με τον πυρσό στις Μυκήνες.

Από τα πάρα πάνω βγαίνει το συμπέρασμα ότι στη Μυκηναϊκή εποχή λειτουργούσε οργανωμένο δίκτυο για τη μετάδοση ειδήσεων από πολύ μακρινές αποστάσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα. Όλα όμως αυτά μαρτυρούν ότι εκεί στην περιοχή του Οροπεδίου του Αραχναίου θα υπήρχε οικισμός για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες λειτουργίας της επικοινωνίας αυτής. Οι σταθμοί αυτοί της λήψης και μετάδοσης των ειδήσεων από και σε μακρινές αποστάσεις ονομάζονταν «Φρυκτωρία» και έτσι ακριβώς αναφέρονται στα αρχαία κείμενα.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη,1886.

 

Τρίτη απόδειξη είναι τα εμφανή ίχνη καρόδρομου που υπάρχουν μέσα στην κοίτη του χειμάρρου από τον Αμαριανό μέχρι το σημερινό Χέλι και ακόμα πέρα από αυτό μέχρι τα Φράκια. Η κοίτη του Χειμάρρου αυτού αποτελεί και σήμερα ακόμα μια φυσική δίοδο από τον Αργολικό κάμπο προς το οροπέδιο του Αραχναίου. Η δίοδος αυτή σε αρκετά σημεία εκεί στη χούνι αποτελεί φαράγγι αρκετά στενό με απότομες βραχώδεις όχθες.

Κατά μήκος λοιπόν αυτής της φυσικής διόδου υπάρχουν και σήμερα ακόμα εμφανή τα ίχνη Καρόδρομου που διαπιστώνεται από τα παράλληλα αυλάκια επάνω στα βραχώδη μέρη της κοίτης και που φαίνεται πως έγιναν από το πέρασμα επάνω σε αυτά παράλληλων σιδερένιων τροχών ιππήλατης άμαξας. Τα ίχνη αυτά φαίνονται καθαρά και η χάραξη σε πολλά σημεία είναι τόσο βαθιά που το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι ο δρόμος αυτός χρησιμοποιήθηκε σε πολύ παλιά εποχή και για πολλές εκατονταετίες.

Σε πολλά σημεία του φαραγγιού όπου στο κάτω μέρος υπάρχουν πολύ καθαρά τα ίχνη του καρόδρομου, φαίνεται ότι και ο άνθρωπος έχει επέμβει εκεί πριν γίνει δρόμος και είχε λαξεύσει το βράχο για να φαρδύνει πρώτα τη πολύ στενή δίοδο, ώστε να αποκτήσει αρκετό πλάτος ικανό να περάσει το κάρο της εποχής εκείνης και στη συνέχεια να έγινε χρήση του δρόμου αυτού για παρά πολλά χρονιά. Τα ίχνη αυτά σήμερα διακρίνονται μόνο στα μέρη της κοίτης του χειμάρρου που είναι βραχώδη. Μέσα στο φαράγγι της Χούνης, όπως ονομάζεται ένα τμήμα του χείμαρρου, είναι εμφανεστέρα τα ίχνη σε αρκετά σημεία και σε πολλά τμήματα το ένα κοντά στο άλλο, ενώ πιο πάνω προς το Μοναστήρι της Παναγίας που η κοίτη είναι αμμώδης και μέχρι το χωριό, τα ίχνη αυτά είναι πολύ αραιά και μονό ση σημεία που μεσολαβούν σκληρά πετρώματα φαίνονται αυτά καθαρά.

Κάτω από το χωριό και στη τοποθεσία που βρισκόταν άλλοτε το αλώνι του Βέτσερι επάνω ακριβώς στον παλαιό δρόμο και που το έδαφος ήταν βραχώδες υπήρχαν τέτοια ίχνη σε μήκος πενήντα περίπου μέτρων με μικρές βέβαια διακοπές, αλλά με την κατασκευή αργότερα του δρόμου προς Άργος και Ναύπλιο, τα ίχνη αυτά, άλλα μεν καταστράφηκαν από τα σκαπτικά μηχανήματα και όσα είχαν απομείνει καλύφθηκαν από τον ασφαλτικό τάπητα που κάλυψε το δρόμο και δεν σώζεται σήμερα κανένα ίχνος στην περιοχή αυτή.

Για όλα αυτά μια εξήγηση μπορεί να δοθεί ότι «Ιππήλατες Άμαξες» (κάρα) ξεκινούσαν από τις κατοικημένες περιοχές του Αργολικού κάμπου πιθανότατα το Άργος ή τις Μυκήνες και ακολουθώντας την κοίτη του χειμάρρου αυτού, που σήμερα υπάρχουν τα ίχνη, περνούσαν κάτω από το σημερινό χωριό και προχωρούσαν ακόμα προς ανατολάς, που είναι άγνωστο μέχρι που έφθαναν, γιατί ίχνη μέσα στο χείμαρρο υπήρχαν και μέχρι λίγο πριν από τα Φράκια και οπό εκεί και πέρα τα ίχνη αυτά χάνονται.

Γεννάται συνεπώς το ερώτημα μέχρι που έφθανε ο Καρόδρομος αυτός; Φυσικά θα κατέληγε σε κάποιον οικισμό. Ο οικισμός αυτός ήταν το Χέλι; η περνούσε από την περιοχή που σήμερα βρίσκεται το Χέλι και κατέληγε κάπου αλλού, ίσως στα Φράκια που και εκεί πιθανόν να υπήρχε οικισμός, αφού βεβαιωμένο είναι ότι αργότερα υπήρχε και μήπως ακόμη από τα φράκια συνέχιζε η οδική αυτή αρτηρία προς Αγγελόκαστρο ίσως και από εκεί προς Παλιά Κόρινθο.

Όλα αυτά είναι πιθανά. Γνωστό είναι ακόμα ότι υπήρχε αρχαίος οικισμός με το όνομα Δασκύλιον στην Δασκυλίτιδα περιοχή (στο σημερινό Δεσκλιά) και υπάρχει σήμερα δρόμος που συνδέει το Χέλι με το Λυγουριό και την Αρχαία Επίδαυρο και περνάει από το Δεσκλιά, δεν είναι δε καθόλου απίθανο ο Καρόδρομος που πάρα πάνω αναφέρεται να συνέδεε τις Μυκήνες και τη Αρχαία Επίδαυρο εξυπηρετώντας έτσι και ενδιάμεσους Οικισμούς που υπήρχαν στο οροπέδιο του Αραχναίου, πιθανότατα δε και σημαντικό οικισμό που θα βρισκόταν στη θέση του σημερινού Αραχναίου ή κάπου εκεί κοντά.

 

Το όρος Αραχναίο σε φωτογραφία, περίπου του 1937, από το Νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο & Ινστιτούτο Πανεπιστημίου Κολωνίας.

 

Τέταρτη απόδειξη ότι στο Χέλι υπήρχε οικισμός τουλάχιστον στην προκλασική περίοδο είναι το γεγονός ότι πριν λίγα χρόνια κατά την εκσκαφή των θεμελίων σπιτιού από τον Γεώργιο Ρόζη μέσο στο χωριό και σε σκληρό μάλιστα έδαφος, βρέθηκε αρχαίος τάφος ο οποίος από την Αρχαιολογική Υπηρεσία του Ναυπλίου τοποθετήθηκε στον 6ο π.Χ. αιώνα. Άρα η περιοχή που σήμερα βρίσκεται το Αραχναίο ήταν κατοικημένη περιοχή τουλάχιστον τον 6ο π.χ. αιώνα.

Πέμπτη απόδειξη για μεταγενέστερες όμως εποχές, δηλαδή την βυζαντινή περίοδο, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι η περιοχή αυτή ήταν κατοικημένη για τους πάρα κάτω λόγους:

Ι. Η αρχαία εκκλησία που βρίσκεται έξω από το χωρίο το Μετόχι και χρονολογείται ότι κτίσθηκε τον 12ο αιώνα μ.χ. ή και παλαιότερα ακόμα είναι δείγμα ότι η περιοχή αυτή ήταν κατοικημένη τότε.

II. Η ύπαρξη του Φρουρίου Γκύκλος κοντά στο χωριό: που η κατασκευή του τοποθετείται γύρω στο 1200 μ.Χ. μαρτυρεί επίσης ότι και τότε η περιοχή του Αραχναίου ήταν κατοικημένη και ότι οι κάτοικοι της περιοχής εκείνης μαζί με τους στρατιώτες των κατακτητών της περιοχής, ήσαν οι φρουροί του Φρουρίου Γκύκλος.

III. Η ύπαρξη κατοίκων στην περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου γίνεται γνωστή και από μια περιγραφή του Ουίλιαμ-Μίλερ, Γερμανού περιηγητή στον Ελλαδικό χώρο ο οποίος στο βιβλίο του «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα» στον δεύτερο τόμο και στη σελίδα 187 αναφέρεται στο τοπωνύμιο «Αρνάς» που υπάρχει Ανατολικά του Χελιού και γράφει:

«Οι ηγεμονίες των Καταλανών που από τον δωδέκατο αιώνα κυριαρχούσαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, καταλύονται η μια μετά την άλλη από τους Βενετούς, οι οποίοι προσαρτούσαν τις περιοχές αυτές των Καταλανών στην ηγεμονία τους και τις καθιστούσαν καινούριες αποικίες.

Το 1451 οι Βενετοί απέκτησαν και το ιστορικό νησί Αίγινα. Την παραχώρηση της Αίγινας έκανε ο Δούκας των Αθηνών Αντώνιος ο Α’, αφού στο μεταξύ είχε πεθάνει χωρίς να αφήσει παιδιά ο γαμπρός του Αντωνέλλος Καοπένας. Οι νησιώτες αποδέχθηκαν με ευχαρίστηση την Βενετική κυριαρχία. Ο θείος του όμως του Αντωνέλου Αρνάς ο οποίος είχε πολλά χωράφια στην Ανατολική Αργολίδα, από το όνομα του οποίου είχε πάρει και η περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου την ονομασία «Αρνάς», όπου και σήμερα υπάρχουν πολλά χωράφια και διατηρείται ακόμα η ονομασία Αρνάς, ήγειρε αξιώσεις από τους Βενετούς για την κτηματική του περιουσία, αλλά οι αξιώσεις αυτές δεν ικανοποιήθηκαν και σε αντάλλαγμα των αξιώσεων αυτών του χορηγήθηκε ισόβια σύνταξη.

Διοικητής τότε της Αίγινας διορίστηκε Βενετός ο οποίος είχε εξάρτηση από τις αρχές του Ναυπλίου. Μετά τον θάνατο του Αρνά ο γιος του Αλιότος επανέλαβε τις αξιώσεις του για το νησί και όλης της περιουσίας του πατέρα του στην Ανατολική Αργολίδα. Αλλά η Βενετία του απάντησε ότι το νησί θα το κρατήσει οπωσδήποτε μαζί με όλη την περιοχή και σε αντάλλαγμα οι Βενετοί παραχώρησαν και σε αυτόν ισόβια σύνταξη, οπότε έγινε σύμμαχος των Βενετών και πολέμησε μαζί με τους Βενετούς εναντίον των Τούρκων που επεδίωκαν να καταλάβουν το νησί.

Το 1537 όμως συνελήφθη μαζί με την οικογένεια του και φυλακίσθηκε όπου και πέθανε μέσα στη φυλακή. Η Βενετία όμως κατόρθωσε να απελευθερώσει τη γυναίκα του και τα παιδιά του
πληρώνοντας λύτρα και στη συνέχεια τους έστειλε στη Βενετία όπου έζησαν εκεί πλέον φτωχικά σαν απλοί πολίτες.

Στη Βενετία έζησαν οι απόγονοι τους μέχρι το 1646 όταν πέθανε και ο τελευταίος απόγονος του Αρνά, σαν ιερέας στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του επονομαζομένου «in Bragora» Αυτό ήταν και το τέλος των δυναστών Καταλανών της Αίγινας που είχαν επεκτείνει την κυριαρχία τους και στον Ανατολικό τμήμα της Αργολικής χερσονήσου και κατείχαν πολλά κτήματα στη σημερινή θέση Αρνά του οροπεδίου του Αραχναίου».

Η παραπάνω περιγραφή του Ουίλιαμ Μίλερ δείχνει ότι τα χωράφια της τοποθεσίας Αρνά ήσαν στην κυριαρχία των Καταλανών που από τον Αύγουστο του 1303 είχαν φθάσει στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία σαν μισθοφόροι αρχικά και από το 1310 εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Θήβα, στην Αθήνα και σε όλη την περιοχή του Δουκάτου των Αθηνών που περιελάμβανε και τα νησιά του Αργοσαρωνικού και την Ανατολική Αργολίδα, δηλαδή την Επιδαυρία και το οροπέδιο του Αραχναίου και ειδικά την περιοχή του Αρνά η οποία είχε πολλά και εύφορα τότε χωράφια.

Σε όλη τη διάρκεια της Καταλανικής κυριαρχίας στην Ελλάδα, η Καταλανική Νομοθεσία απαγόρευε στους Έλληνες να παντρεύονται καθολικές Καταλανές. Επίσης απαγορευόταν στους Έλληνες να έχουν κτηματική περιουσία. Από όλες αυτές τις μαρτυρίες του Μίλερ μπορούμε να βγάλουμε τα παρακάτω συμπεράσματα:

Ότι το 1310 οι Καταλανοί κυριαρχούσαν στην Ανατολική Αργολίδα κα στο οροπέδιο του Αραχναίου στην περιοχή του Αρνά όπου υπήρχαν πολλά κτήματα τα οποία ευνόητο ήταν, αφού οι Καταλανοί δεν είχαν ιδρύσει εκεί οικισμό δικό τους αλλά η διαμονή τους περιοριζόταν στα μεγάλα αστικά κέντρα Θήβα. Αθήνα. Αίγινα κ.λπ., τα κτήματα αυτά τα καλλιεργούσαν κάτοικοι της περιοχής εκείνης.

Κάτοικοι λοιπόν του Χελιού και ίσως του παλαιού οικισμού «Χώριζα» που βρισκόταν πιο κοντά στον Αρνά ήσαν οι μόνοι που θα μπορούσαν να ασχοληθούν με τη καλλιέργεια των κτημάτων του Αρνά και να απέδιδαν ασφαλώς στους ιδιοκτήτες αυτών των κτημάτων, Καταλανούς τα νόμιμα δικαιώματα της ιδιοκτησίας των. Καμιά δε επιμειξία δεν έγινε μεταξύ των γηγενών κατοίκων του Χελιού και των αρχόντων της περιοχής Καταλανών, μια και οι Νομόι των Καταλανών δεν επέτρεπαν αυτό.

Περά όμως από τα συγκεκριμένα αυτά στοιχεία που απορρέουν από τα γραπτά κείμενα, υπάρχουν και άλλα στοιχεία που συνηγορούν νια την ύπαρξη αρχαίων οικισμών στην περιοχή αυτή του Χελιού.

Υπάρχουν ευρήματα διάφορα στο χωριό και στη γύρω από αυτό περιοχή, όπως επίσης και ερείπια και τοπωνύμια που φανερώνουν πως εδώ πάντα υπήρχε οικισμός ή οικισμοί διάφοροι κατά εποχές.

Κατά την εποχή που έγινε η διάνοιξη του αμαξιτού δρόμου που ενώνει το Χέλι με το Άργος και το Ναύπλιο λίγο πριν οπό το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, στην περιοχή απέναντι του χωριού, εκεί ακριβώς που τοποθετείται αρχαίος οικισμός αγνώστου ονόματος, ήρθαν στην επιφάνεια διαφορά αρχαία αντικείμενα, όπως λίθινα εργαλεία σφόνδυλοι από Κεραμίδι ή από πέτρα, κεραμικά διάφορα κ.λπ. τα οποία όμως πέρασαν απαρατήρητα τότε από την αρχαιολογική υπηρεσία, αφού το χωριό βρισκόταν ακόμα σε απομόνωση χωρίς συγκοινωνία και κανείς δεν ενδιαφέρθηκε γι’ αυτό.

Ακόμα η σκαπάνη των εργατών που δούλευαν στο δρόμο, σε διάφορα σημεία αποκάλυψε και τμήματα ισοδομικού τοίχου, που άλλα μεν καταστράφηκαν και οι λαξευμένες πέτρες χρησιμοποιήθηκαν για αγκωνάρια σε νεοαναγειρόμενα σπίτια του χωρίου, και άλλα καταπλακώθηκαν πάλι από χώματα και θάφτηκαν κάτω από τον ασφαλτικό τάπητα οριστικά πλέον. Την ίδια περίοδο της κατασκευής του δρόμου υπήρχε εκεί και πηγάδι με το όνομα «Στέρνα του Ράμου» αλλά και αυτό βρίσκεται καταπλακωμένο σήμερα κάτω από το οδόστρωμα.

Κατά καιρούς επίσης σε διάφορα μέρη του χωρίου είχαν βρεθεί αρχαία νομίσματα που δυστυχώς και αυτά λεηλατήθηκαν και πουλήθηκαν από τους κατοίκους του χωριού για να γίνουν κτήμα των αρχαιοκαπήλων από την πρώτη στιγμή που βρέθηκαν. Είναι αδύνατο βέβαια τα νομίσματα αυτά να καταταγούν σε κάποια συγκεκριμένη εποχή αφού αυτοί που τα είχαν βρει κράτησαν το στόμα τους κλειστό. Φήμες μόνο κυκλοφόρησαν ότι τα νομίσματα αυτά ήσαν της Ρωμαϊκής εποχής και άλλα που είχαν αποκαλυφθεί σε άλλες εποχές ήσαν αρχαία Ελληνικά. Πάντως για να αποκρύψουν οι δράστες το γεγονός αυτό φαίνεται καθαρά πως τα νομίσματα αυτά δεν ήσαν σύγχρονα, ήσαν οπωσδήποτε αρχαία, άγνωστο όμως ποιας εποχής.

Κάτω από το χωριό και στην έκταση που σήμερα βρίσκονται όλα τα ιδιωτικά πηγάδια, κατά καιρούς έχουν ανακαλυφθεί πολλά λιθόκτιστα πηγάδια που ήσαν εξ ολοκλήρου χωμένα και κατά την εκκαθάριση αυτών βρέθηκαν μέσα αντικείμενα λαξευμένα (λίθινα) που οπωσδήποτε ανάγονται σε παλαιότερες εποχές, αλλά και αυτά καμιά αρχαιολογική υπηρεσία δεν τα μελέτησε για να προσδιορίσει την εποχή προέλευσης αυτών.

Αυτό όμως το γεγονός ότι αρκετά πηγάδια βρέθηκαν χωμένα και σε μια περίοδο που τα πηγάδια ήσαν τόσο πολύτιμα στους κατοίκους του χωριού σημαίνει ότι αυτά τα πηγάδια καταχώθηκαν σε πολύ παλαιά εποχή και μάλιστα σε περίοδο παρακμής του χωριού που ίσως να μην υπήρχαν άνθρωποι στο χωριό όχι για να τα συντηρήσουν αλλά ούτε καν να τα χρησιμοποιήσουν.

Όλα τα παραπάνω δείχνουν φανερά ότι η περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου ήταν περιοχή που κατοικούσαν άνθρωποι πάντοτε από τους Ομηρικούς χρόνους ίσως και παλαιότερα και ότι οι κάτοικοι εκεί διατηρήθηκαν συνέχεια σε όλες τις μετέπειτα εποχές μέχρι σήμερα. Ίσως μερικές διακοπές παρακμής να δικαιολογούν και τα ερείπια και τα καταχωμένα πηγάδια και πιθανόν να υπήρχαν και περίοδοι τελείας εξαφάνισης της ζωής από άγνωστες σε εμάς αιτίες, και όλα αυτά βεβαία συνέβησαν πριν από τη δεύτερη Ενετοκρατία, γιατί από το 1.200 μ.Χ. και μετά υπάρχουν στοιχεία ότι η περιοχή αυτή ήταν κατοικημένη χωρίς καμία διακοπή.

 

Οι Αρβανίτες στο Χέλι

 

 

Αναμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι στο Χέλι έγινε εποικισμός από τους Αρβανίτες. Αυτό είναι ιστορικά αποδεδειγμένο και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία, όπως επίσης γεγονός είναι ότι όταν έφθασαν οι Αρβανίτες στο Χέλι δεν βρήκαν εκεί έρημη περιοχή για να εγκατασταθούν. Στο Χέλι προϋπήρχαν και κάτοικοι γηγενείς που δεν γνώριζαν την Αρβανίτικη διάλεκτο. Πως εξηγείται όμως το γεγονός ότι αργότερα όλοι οι κάτοικοι του Χελιού μιλούσαν τα Αρβανίτικα: Αυτό έχει απλή εξήγηση και συνέβη για δύο κυρίως λόγους:

Πρώτος λόγος είναι ότι οι γηγενείς και οι Αρβανίτες έποικοι πολύ γρήγορα ήλθαν σε επιμειξία μεταξύ τους και αφού λοιπόν Αρβανίτες και ντόπιοι συμπεθέριαζαν γρήγορα, αισθάνθηκαν και την ανάγκη να επικοινωνήσουν καλύτερα μεταξύ τους και έτσι έπρεπε να χρησιμοποιήσουν και κοινή γλώσσα, επεκράτησε δε η Αρβανίτικη γλώσσα γιατί ίσως οι Αρβανίτες να ήσαν οι περισσότεροι, ίσως ακόμα και δυνατότεροι και να επέβαλαν τα Αρβανίτικα ευκολότερα από ότι θα μπορούσαν να κάνουν οι γηγενείς με τα Ελληνικά.

Υπάρχει όμως και δεύτερος λόγος που δικαιολογεί ακόμη γιατί δεν επέβαλαν οι γηγενείς την γλώσσα τους αλλά συνέβη το αντίθετο να επιβάλουν οι έποικοι τη δική τους γλώσσα. Είναι γνωστό ότι ο εποικισμός αυτός των Αρβανιτών έγινε στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, επίσης είναι γνωστό ότι σε όλα αυτά τα χωριά που υπήρχαν Αρβανίτες, οι Τούρκοι έστελναν Αγάδες Αλβανόφωνους για να μπορούν να συνεννοούνται με τους κατοίκους καλύτερα. Αφού λοιπόν οι Αγάδες ήσαν Αρβανίτες όλοι οι κάτοικοι του χωριού φρόντιζαν να μάθουν τα Αρβανίτικα, αυτοί βέβαια που δεν τα μιλούσαν, για να έχουν έτσι κάποια πρόσβαση προς τους εκάστοτε Αγάδες και να μπορούν έτσι να κερδίσουν την εύνοια τους και να μη καταπιέζονται από αυτούς όπως συνέβαινε με τους άλλους Έλληνες.

 

Μερική άποψη του Αραχναίου.

 

Έτσι λοιπόν αναγκάζονται οι γηγενείς να μαθαίνουν τα Αρβανίτικα, χωρίς βεβαία να ξεχάσουν και τα Ελληνικά, τα οποία μιλούσαν παράλληλα και έτσι διατηρήθηκε και η Ελληνική γλώσσα σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, αλλά συγχρόνως και τα Αρβανίτικα. Σήμερα μιλάνε ακόμα τα Αρβανίτικα σε όλα εκείνα τα χωριά που ήσαν απομονωμένα μακριά από τα Αστικά Κέντρα και τέτοια χωριά είναι τα ορεινά της δυτικής Αργολίδας και ολόκληρη η Ερμιονίδα σε όσα βέβαια από αυτά είχε γίνει εποικισμός Αρβανιτών.

Για το πως οι Αρβανίτες έφθασαν και εγκαταστάθηκαν στο Χέλι από έρευνες που έγιναν διαπιστώθηκαν τα παρακάτω:

Οι ιστορικοί αναφέρουν για πρώτη φορά το Χέλι το 1463 μ.Χ. δηλαδή δέκα χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Τούρκους. Το 1453 ο Μέγας Βεζίρης Μαχμούτ έρχεται στην Πελοπόννησο για να πολεμήσει τους Ενετούς. Ο Μαχμούτ καταλαμβάνει το Άργος και προχωρεί προς το Ναύπλιο, εκεί τον υποδέχονται οι μισθοφόροι των Ενετών Αρβανίτες με φοβερή πολεμική μανία, οπότε αναγκάζεται ο Μαχμούτ να εγκαταλείψει το Ναύπλιο και να στραφεί προς την Αρκαδία και Μεσσηνία όπου σκορπίζει παντού τον θάνατο. Το ίδιο βέβαια έκανε ο Μαχμούτ και στα χωριά του Αργολικού κάμπου, τις κατούνες όπως τις έλεγαν στα οποία κατοικούσαν κυρίως Αρβανίτες, περνώντας σκότωνε και έκαιγε.

Οι Αρβανίτες του Αργολικού κάμπου τρομοκρατημένοι από την αγριότητα του Μαχμούτ, ετράπησαν σε φυγή προς τις γύρω περιοχές και κατέφυγαν άλλοι προς το Χέλι στο οροπέδιο του Αραχναίου και άλλοι προς Ερμιονίδα και από εκεί πολλοί πέρασαν στα ερημονήσια τότε Ύδρα και Σπέτσες.

Όσοι από αυτούς κατέφυγαν στο οροπέδιο του Αραχναίου, συγκεντρώθηκαν στην τοποθεσία «Τούρμιζα» που βρίσκεται, κοντά στη σκάλα όπως ανεβαίνουμε στο χωριό και από εκεί ήλθαν σε διαπραγματεύσεις με τους ντόπιους κατοίκους του Χελιού για να τους δεχθούν να εγκατασταθούν στα μέρη τους για καλύτερη ασφάλεια από τους Τούρκους.

Οι Χελιώτες μετά από πολυήμερες διαπραγματεύσεις δέχθηκαν τελικά να εγκατασταθούν στο χωριό τους σαν πρόσφυγες αφού ήσαν καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους οι οποίοι ήσαν κοινοί εχθροί.

Οι πρώτοι αυτοί Αρβανίτες που εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Χελιού, ίδρυσαν δικούς τους οικισμούς στην αρχή κατά οικογένειες (φάρες) και σιγά-σιγά με την επιμειξία έγινε η ανάμειξη με τους γηγενείς.

Για δεύτερη φορά αναφέρεται ο εποικισμός του Χελιού από Αρβανίτες το 1715 όταν άλλος Βεζίρης ο Δαμάτ Αλή πασάς με 100.000 στρατό εισβάλει στην Πελοπόννησο και πολιορκεί πάλι το Ναύπλιο που το κατέχουν οι Ενετοί. Οι υπερασπιστές του Ναυπλίου, Ενετοί, Έλληνες και Αρβανίτες προβάλουν σθεναρά αντίσταση και αμύνονται για αρκετές ημέρες. Μετά όμως από σκληρές μάχες που έγιναν έξω και μέσα στην πόλη το Ναύπλιο κυριεύεται από τους Τούρκους, οι οποίοι σφάζουν όλους τους υπερασπιστές του, όσους βέβαια δεν μπόρεσαν να ξεφύγουν από εκεί.

Τότε άλλο ένα κύμα από Αρβανίτες όσοι μπόρεσαν να σωθούν από το ξίφος των Γενιτσάρων και του αιμοβόρου Δαμάτ Αλή πασά, τράπηκαν προς το βουνό Αραχναίο και αφού διείσδυσαν στις απόκρημνες χαράδρες της περιοχής ζήτησαν εκεί καταφύγιο.

Ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας για τη νέα αυτή φυγή των Αρβανιτών γράφει σχετικά:

«Οι Αρβανίτες ετράπησαν προς το όρος Αραχναίο εις ούτοι αιγίλιπας διασφαγάς δίκην εγχελίων διεισδύσαντες εζήτησαν καταφύγιο». Δηλαδή Οι Αρβανίτες ετράπησαν προς το όρος Αραχναίο και αυτοί αφού διείσδυσαν σαν χέλια στις απόκρημνες χαράδρες, ζήτησαν εκεί καταφύγιο.

Στην περικοπή μάλιστα ο Κωνσταντίνος Σάθας προσπαθεί να δώσει και μια ερμηνεία για την ονομασία Χέλι και τους κατοίκους Χελιώτες αλλά η ερμηνεία αυτή δεν ευσταθεί γιατί αποδίδεται στο γεγονός της φυγής των Αρβανιτών από τον αργολικό κάμπο προς το όρος αραχναίο το 1715 ενώ είναι γνωστό ότι το Χέλι αναφέρεται από το 1463 που έγινε η πρώτη φυγή των Αρβανιτών από τον  Αργολικό κάμπο προς το οροπεδίου του Αραχναίου. Πέρα όμως από αυτές τις δύο μαρτυρίες για την εγκατάσταση των Αρβανιτών στο Χέλι υπάρχουν και άλλες εκδοχές για το γεγονός αυτό που πολλές είναι και αντιφατικές. Πρέπει όμως να αναφερθούν όλες οι εκδοχές και ο καθένας από τους αναγνώστες να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

Είναι γνωστό πως στην Ερμιονίδα υπάρχει το χωριό Πόρτο-Χέλι (Λιμάνι-Χέλι) η απλώς Χέλι όπως το λένε οι κάτοικοι της Ερμιονίδας. Από πολλούς γίνεται κάποιος συσχετισμός μεταξύ του Χελιού του οροπεδίου του Αραχναίου και του Πόρτο-Χελιού της Ερμιονίδας, από το γεγονός ότι στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας πάντοτε είχαμε μετακινήσεις πληθυσμών είτε από τα ορεινά προς τις παραλίες, είτε αντίστροφα από τις παραλίες προς τα ορεινά.

Πολλοί λοιπόν υποστηρίζουν ότι έγινε μετακίνηση των κατοίκων από το Χέλι προς τα παράλια της Ερμιονίδας, όπου ιδρύθηκε νέος οικισμός και ονομάστηκε Πόρτο-Χέλι, άλλοι όμως υποστηρίζουν το αντίθετο, ότι κάτοικοι του Πόρτο-Χελίου καταδιωγμένοι από τους Τούρκους, κατέφυγαν προς το ορεινό συγκρότημα του Αραχναίου και ίδρυσαν εκεί το ορεινό Χέλι.

Άλλοι ακόμα υποστηρίζουν ότι οι μετακινήσεις από το Χέλι και το Πόρτο-Χέλι ήσαν αμφίδρομες από το ένα χωριό στο άλλο και κατ’ επανάληψιν έτσι που να πιστεύεται ότι το Χέλι και το Πόρτο-Χέλι να έχουν κοινή προέλευση του ονόματος και το όνομα αυτό να έχει σχέση με τη σούβλα που στα Αρβανίτικα λέγεται Χέου ή Χέλ και ο συσχετισμός αυτός να έγινε πιθανότατα από τη χερσόνησο του Πόρτο-Χελιού λόγω της μορφής της σαν Χέλ (σούβλα) και από εκεί να πήρε το όνομα και το χωριό Χέλι. Στην Ερμιονίδα πολλά τοπωνύμια σχετίζονται με το σχήμα τους όπως π.χ. συναντάμε το τοπωνύμιο Μπίστι που είναι μια μικρή χερσόνησος και που μοιάζει σαν ουρά, και στα Αρβανίτικα η ουρά λέγεται Μπίστι. Ο συσχετισμός όμως αυτός Χελιού και Πορτοχελίου δεν φαίνεται να ευσταθεί για ένα κυρίως λόγο.
Από έρευνα που έχει γίνει έχει διαπιστωθεί πως κανένα από τα ειδικά επώνυμα των κατοίκων των δύο χωριών δεν είναι κοινό, γεγονός που αποκλείει να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ των κατοίκων αυτών των χωριών παρά μόνο η κοινή καταγωγή τους (Αρβανίτες) και η κοινή γλώσσα τους (Αρβανίτικα). Γενική παρατήρηση μπορεί να γίνει ότι σε όλα τα Αρβανιτοχώρια της περιοχής μας δεν υπάρχουν κοινά επώνυμα, πλην των συνηθισμένων που υπάρχουν σε όλη την Ελλάδα για το λόγο ότι η εγκατάσταση των Αρβανιτών στα διάφορα χωριά γίνονταν κατά οικογένειες (φάρες) και συνεπώς διαφορετικές οικογένειες εγκαταστάθηκαν στα διάφορα χωριά.

Βέβαια μετακινήσεις Αρβανιτών ιδιαιτέρα στην ανατολική Αργολίδα έγιναν πολλές κατά διάφορες εποχές από Χέλι όμως προς Πόρτο-Χέλι ή αντίστροφα δεν αναφέρεται καμία. Τέτοιες μετακινήσεις αναφέρονται:

Ι) Φυγή Αρβανιτών από το Κρανιδά Στεφανίου Κορινθίας προς το Κρανίδι Ερμιονίδας και γενικότερα μετακινήσεις Αρβανιτών από το οροπέδιο Αραχναίου και τη δυτική Αργολίδα προς τις Βενετοκρατούμενες περιοχές Ναυπλίας και Ερμιονίδος και προς τα νησιά Ύδρα, Πόρος και Σπέτσες.

ΙΙ) Φυγή Αρβανιτών από τη δυτική Αργολίδα προς το οροπέδιο του Αραχναίου κατά το διάστημα από την Ναυμαχία της Ναυπάκτου (1571) μέχρι την Επανάσταση του Ορλόφ (1789). Τότε δε γίνεται και η τελική επάνδρωση με Αρβανίτες των ορεινών χωριών του συγκροτήματος Αραχναίου με τον πληθυσμό που υπάρχει σήμερα.

ΙΙ) Φυγή Αρβανιτών του συγκροτήματος Αραχναίου προς τη Νότια Ιταλία και τη Σικελία μετά το τέλος της Ενετοκρατίας. Υπάρχει ακόμα και η εκδοχή ότι το Χέλι και γενικά το οροπέδιο του Αραχναίου να αποτελούσε με την ανοχή των Τούρκων, ελεύθερο χώρο διαμονής Επαναστατών, όπως συνέβαινε και με άλλες περιοχές, Μάνη, Άγραφα κ.λπ.

 

Ύδρευση του Χελιού

  

Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι κάτοικοι του χωριού ήταν η ύδρευση, τόσο για της ατομικές ανάγκες όσον και για τα ζώα τους μικρά και μεγάλα που ιδιαιτέρα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες κατανάλωναν μεγάλες ποσότητες νερού.

Στην περιφέρεια του χωριού η ύδρευση γινόταν από έξι κοινόχρηστα πηγάδια που υπήρχαν κοντά στο χωριό, από τα οποία τα πέντε βρίσκονται ακόμα και σήμερα, κατά μήκος του δρόμου από το μέσον του χωριού προς Νότο και το έκτο βρίσκεται ανατολικότερα και έχει ειδική ονομασία, λέγεται πηγάδι του Ποταμιάνου: γιατί είχε ανοιχτεί από τον Ευεργέτη Ποταμιάνο.

Τα τρία από τα πηγάδια αυτά χρησιμοποιούντο αποκλειστικά για το πότισμα των μεγάλων ζώων (κυρίως μουλάρια) που υπήρχαν στο χωριό και ήσαν αυτά αρκετά, πάνω από πεντακόσια, τα δε υπόλοιπα τρία χρησίμευαν για την ύδρευση των κατοίκων, από τα οποία κάθε σπίτι μπορούσε να πάρει 1-2 βαρέλια νερό από 20-25 οκάδες το καθένα και αυτά για μια μέρα. Αυτό το καθόριζε ειδικός υδρονομέας που ήταν διορισμένος από το Κοινοτικό Συμβούλιο του χωριού και ήταν υπεύθυνος για την πιστή τήρηση των αποφάσεων του Κοινοτικού Συμβουλίου νια το πόσο νερό θα πάρει την ημέρα η κάθε οικογένεια.

Όλα τα πηγάδια ήταν σφραγισμένα στο στόμιο και κάθε μέρα ήταν ένα ανοικτό για την ύδρευση στο οποίο επιτηρούσε συνέχεια ο υδρονομέας και ένα δεύτερο για το πότισμα των μεγάλων ζώων που δεν χρειαζόταν επιτήρηση γιατί σε αυτό μόνο τα ζώα ποτίζονταν και η ποσότητα δεν ήταν καθορισμένη.

Τα πηγάδια αυτά ήσαν μικρής απόδοσης. Το χειμώνα βέβαια γέμιζαν μέχρι επάνω σε σημείο που το νερό ξεχείλιζε από το στόμιο. Το νερό αυτό χρησιμοποιείτο το καλοκαίρι, γινόταν όμως και κάποια μικρή αναπλήρωση από αδύνατες πηγές που υπήρχαν στο πυθμένα του πηγαδιού, αλλά αργά ή γρήγορα προς το τέλος του καλοκαιριού όλα αυτά τα πηγάδια στέρευαν τελείως και τότε οι κάτοικοι για να πιουν νερό κατέφευγαν στον Πηλιαρό, μια ώρα περίπου μακριά, όπου υπήρχε κοινόχρηστο πηγάδι για να ποτίσουν τα μουλάρια τους και να γεμίσουν και δύο βαρέλια νερό που το φόρτωναν στα μουλάρια και το έφερναν στο χωριό. Αυτό γινόταν μια φορά την ημέρα.

Επειδή όμως πάντοτε παρουσιαζόταν η έλλειψη αυτή του νερού, οι πιο εύποροι κάτοικοι του χωριού, οι οποίοι διατηρούσαν και χωράφια εκεί κοντά στο χωριό, τα λεγόμενα γιούρτια είχαν αρχίσει από τα παλαιά χρόνια να ανοίγουν δικά τους πηγάδια για τις ανάγκες τους σε νερό, αλλά και πολλοί άνοιγαν τα πηγάδια αυτά για εκμετάλλευση, αφού στην περίοδο της λειψυδρίας πουλούσαν το νερό σε αυτούς που δεν είχαν δικά τους πηγάδια. Η τιμή είχε καθορισθεί σε μία δραχμή το βαρέλι.

Τα πηγάδια αυτά που αριθμούσαν μερικές δεκάδες ήσαν διάσπαρτα έξω από το χωριό, υπήρχαν όμως και μερικά μέσα στο χωριό που ανήκαν στους πιο εύπορους και τα είχαν μέσα στις αυλές τους. Το νερό όμως αυτών των πηγαδιών δεν ήταν καλής ποιότητας. Ήταν γλυφό και ακατάλληλο για το βράσιμο των οσπρίων.

Ιδιωτικά πηγάδια ανοίγονταν πάντοτε δύο με τρία κάθε χρόνο και έτσι αυτά πλήθαιναν αρκετά με αποτέλεσμα το πόσιμο νερό να ήταν αρκετό για τους κατοίκους έστω και με πληρωμή.

Από τα κοινόχρηστα πηγάδια του χωριού για το πότισμα των μικρών ζώων χρησιμοποιείτο ο Πηλιαρός που είχε αρκετό νερό για να ποτιστούν αρκετές χιλιάδες γιδοπρόβατα όλο το καλοκαίρι και ένα πηγάδι στα Φράκια που όμως αυτό τελείωνε πολύ γρήγορα οπότε πολλοί τσοπάνηδες κατέφευγαν στα ιδιωτικά πηγάδια και άλλοι μεν είχαν δικά τους άλλοι όμως αγόραζαν νερό από τους ιδιώτες που δεν είχαν δικά τους γιδοπρόβατα.

Εκτός όμως από τις ανάγκες σε νερό για πότισμα, ανάγκες επίσης για πολύ νερό είχαν οι Χελιώτισες για να πλύνουν τα ρούχα τους και τα μαλλιά των προβάτων που θα χρησιμοποιούσαν για τις δικές τους ανάγκες. Και αυτές τότε κατέφευγαν τουλάχιστον μια φορά το μήνα στον Αμαριανό, στα τρεχούμενα εκεί νερά και έκαναν την μπουγάδα τους που συγχρόνως την στέγνωναν και το βράδυ γύριζαν στο χωριό με τα ρούχα έτοιμα. Αυτό βέβαια γινόταν στους καλοκαιρινούς μήνες γιατί το χειμώνα υπήρχε νερό στα πηγάδια του χωριού, αλλά πιο συχνά μάζευαν και βροχόνερο που ήταν και καταλληλότερο για τη μπουγάδα τους.

Αυτή ήταν δυστυχώς η κατάσταση στο χωριό σχετικά με την ύδρευση μέχρι τη λήξη του δευτέρου παγκόσμιου πολέμου. Για άρδευση ποτέ δεν έγινε λόγος εκεί επάνω στο χωριό γιατί αυτό εθεωρείτο πολυτέλεια και προνόμιο μόνο των κατοίκων του Αργολικού Κάμπου.

Μετά τον πόλεμο και από το 1945 έγιναν συνεχείς προσπάθειες στο χωριό για να βρεθεί νερό αρκετό για τις κύριες ανάγκες των κατοίκων. Το Κοινοτικό Συμβούλιο του χωριού αποφάσισε να ανοίξει ακόμα δυο Κοινοτικά πηγάδια, κοντά στο Κοινοτικό πηγάδι του Ποταμιάνο που είχε άφθονο νερό, αφού πρώτα καθάρισε αυτό που με τα χρόνια αδέσποτο όπως ήταν είχε μπαζωθεί για αρκετά μέτρα. Έτσι στα υπάρχοντα έξι Κοινοτικά πηγάδια προστέθηκαν ακόμα δύο, χωρίς όμως και αυτά να λύσουν το πρόβλημα ύδρευσης του χωριού.

Έγινε σκέψη τότε από το Κοινοτικό Συμβούλιο να εκμεταλλευθεί το νερό του Πηλιαρού και σε αυτό συμφώνησαν και οι ειδικές υπηρεσίας της Νομαρχίας Αργολίδας. Η πρώτη ενέργεια ήταν να ανοίξουν ένα καινούργιο πηγάδι στο Πηλιαρό, κοντά σε εκείνο που υπήρχε και στο πυθμένα αυτού άνοιξαν οριζόντιες γαλαρίες προς διάφορες κατευθύνσεις, έπειτα συνέδεσαν το παλαιό πηγάδι με το καινούργιο για να συγκεντρώσουν έτσι όσο μπορούσαν περισσότερο νερό. Στη συνέχεια από τον πυθμένα του νέου πηγαδιού άνοιξαν μια οριζόντια Γαλαρία προς τα κάτω που λόγω της μεγάλης κλίσης του εδάφους η γαλαρία αυτή σε απόσταση 40-50 μέτρων βγήκε στην επιφάνεια του εδάφους, οπότε το νερό του πηγαδιού άρχισε να τρέχει στην επιφάνεια του εδάφους.

Από το σημείο εκροής κατασκευάστηκε μέχρι το χωριό υπόγειο υδραγωγείο και στο μέρος που τερμάτιζε ο αγωγός αυτός κοντά στο σημείο που είχαν ανοιχτεί τα δύο καινούργια πηγάδια στο χωριό, τοποθετήθηκε βρύση και έτσι το νερό του συστήματος των δύο πηγαδιών του Πηλιαρού με τις γαλαρίες έφθασε στο χωριό και από μια μοναδική βρύση έτρεχε συνεχώς σε σημαντική ποσότητα που κάλυπτε την ημέρα τις ανάγκες του χωριού σε πόσιμο νερό, την δε νύχτα οι τσοπάνηδες γέμιζαν από εκεί τα βυτία για να ποτίζουν τα γιδοπρόβατά τους που αυτή την εποχή είχαν μειωθεί σημαντικά.

Το Κοινοτικό συμβούλιο κατασκεύασε τότε, ακριβώς επάνω από το χωριό στη θέση Σπηλιά και υδροδεξαμενή και συνέχεια δίκτυο διανομής του νερού, τοποθέτησε δε ακόμα και βρύσες στις γειτονιές, χωρίς βέβαια να κατασκευάσει αγωγό που να συνδέει τον αγωγό του Πηλιαρού με την δεξαμενή. Έτσι το υδραγωγείο αυτό μέσα στο χωριό δεν λειτούργησε ποτέ και με το χρόνο αχρηστεύθηκε τελείως, και έτσι το πρόβλημα ύδρευσης του χωριού έμεινε άλυτο. Μια μόνο βρύση δεν μπορούσε να καλύψει όλες τις ανάγκες του χωριού, εκτός του ότι ο αγωγός που έφερνε το νερό από τον Πηλιαρό ήταν τόσο πρόχειρα κατασκευασμένος που συχνά χαλούσε και μέχρι να επισκευασθεί το χωριό έμενε χωρίς νερό για πολλές ημέρες.

Οι Χελιώτες για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά την έλλειψη αυτή του νερού, άρχισαν να κατασκευάζουν στα σπίτια τους δεξαμενές που το χειμώνα τις γέμιζαν με βρόχινο νερό και όταν το νερό αυτό τελείωνε κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, τότε φέρνανε νερό με βυτιοφόρο αυτοκίνητα από τα πηγάδια του Αργολικού κάμπου και ξαναγέμιζαν τις δεξαμενές τους. Πάντοτε όμως οι αρχές του χωριού αναζητούσαν άλλες πηγές για την προμήθεια του νερού. Φέρανε στο χωριό Κρατικό Γεωτρύπανο και έκανε δυο-τρεις Γεωτρήσεις σε βάθος 250 και πλέον μέτρων, χωρίς κανένα θετικό αποτέλεσμα για εύρεση νερού, μέχρι που οι υπηρεσίες βεβαιώθηκαν ότι στο υπέδαφος του Αραχναίου αντί για νερό υπάρχουν σπήλαια που καθιστούν αδύνατη τη συγκέντρωση νερού και έτσι οι προσπάθειες των Γεωτρήσεων σταμάτησαν οριστικά επάνω στο οροπέδιο του Αραχναίου.

Μετά το 1980 γεννήθηκε η σκέψη να ψάξουν για νερό κάτω στον Αμαριανό. Έγιναν εκεί δύο-τρεις Γεωτρήσεις και βρέθηκε νερό. Το δίκτυο όμως μεταφοράς του νερού από τον Αμαριανό στο Χέλι ήταν πολυδάπανο, αλλά το έργο αυτό χρηματοδοτήθηκε από τα κρατικά κονδύλια και κατασκευάστηκε στη δεκαετία του 1980, μέχρι δε και το 1989 είχε κατασκευαστεί και το δίκτυο διανομής του νερού μέσα στο χωριό και δεν έμενε παρά να αρχίσει η άντληση του νερού και η προώθηση αυτού προς το χωριό.

Κατασκευάστηκαν δύο αντλιοστάσια στη διαδρομή λόγω του μεγάλου υψομέτρου που έπρεπε να ανέβει το νερό για να φθάσει στο χωριό. Έτσι το νερό έφθασε στην τοποθεσία Άρεζε- Γκίλεζα, όπου κατασκευάστηκε μικρή δεξαμενή και από εκεί πλέον με φυσική ροή έφθασε μέχρι τη δεξαμενή που βρίσκεται στο επάνω μέρος του χωριού για να γίνει από εκεί η διανομή στο χωριό. Η δεξαμενή αυτή είχε κατασκευαστεί τη δεκαετία του 1940 όπως έχει αναφερθεί προηγούμενα.

Αλλά και πάλι το πρόβλημα του νερού παραμένει για το χωριό, γιατί η Γεώτρηση του Αμαριανού αφού χρησιμοποιήθηκε για μερικούς μήνες έπαψε να δίνει νερό και το χωριό έμεινε πάλι χωρίς νερό για αρκετό διάστημα μέχρις ότου γίνει καινούργια γεώτρηση και να συνδεθεί αυτή με το υπάρχον υδραγωγείο. Στο διάστημα αυτό οι οικιακές δεξαμενές και πάλι ήλθαν να θεραπεύσουν για αρκετό καιρό το πρόβλημα, μέχρις ότου η υδροδότηση αποκατασταθεί από τη νέα Γεώτρηση του Αμαριανού. Αλλά το πρόβλημα όμως δεν έχει λυθεί οριστικά για το χωριό.

Οι πολυήμερες διακοπές συνεχίζονται πότε από έλλειψη νερού στη Γεώτρηση, πότε από βλάβη του αντλητικού συγκροτήματος και του δικτύου μεταφοράς και πότε από διακοπή του ηλεκτρικού ρεύματος. Ας ελπίσουμε ότι κάποτε θα λυθεί οριστικά το πρόβλημα της ύδρευσης του χωριού.

 

Ασχολίες των κατοίκων του Χελιού

 

Παλαιότερα και συγκεκριμένα πριν από το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι μοναδικές ασχολίες των κατοίκων του Χελιού ήσαν η Κτηνοτροφία και η Γεωργία. Από την κτηνοτροφία κυριαρχούσαν τα γιδοπρόβατα που αριθμούσαν 50.000-60.000 κεφάλια και το κύριο εισόδημα των κατοίκων ήταν τα Κτηνοτροφικά προϊόντα και τα έσοδα από την πώληση αυτών. Η επεξεργασία του γάλακτος γινόταν μέσα στο χωριό όπου λειτουργούσαν 5-6 τυροκομεία τα οποία κατασκεύαζαν κυρίως το σκληρό Κεφαλοτύρι σαν κύριο προϊόν και δευτερεύοντα προϊόντα τη μυτζήθρα και το βούτυρο.

Τα αρνιά και τα κατσίκια σφαζόντουσαν στο χωριό από εποχιακούς χασάπηδες οι οποίοι στη συνέχεια τα προωθούσαν στις αγορές της Αθήνας και του Πειραιά κυρίως και ελάχιστα στις αγορές του Άργους, του Ναυπλίου και της Κορίνθου. Η διακίνηση των σφαγείων από το χωριό γινόταν με μουλάρια μέχρι τα συγκοινωνιακά κέντρα, κυρίως στο Χιλιομόδι Κορινθίας και από εκεί σιδηροδρομικώς προς Αθήνα και Πειραιά.

Τα μαλλιά των προβάτων χρησιμοποιούντο κατά κύριο λόγο για τις ατομικές ανάγκες των κατοίκων του χωριού. Με αυτά οι κάτοικοι του χωριού κατασκεύαζαν κλινοσκεπάσματα (Βελέντζες, Χειράμια, Μπατανίες, λιοπάνες κ.λπ.), ατομικά ρούχα (Παλτά, Σακάκια, Παντελόνια, πουλόβερ κ.λπ.), ακόμα και εσώρουχα (φανέλες υφαντές και πλεχτές, γάντια, κάλτσες κ.λ.π.) ελάχιστες δε ποσότητες μαλλιών πωλούντο ακατέργαστα στην αγορά του Άργους.

Από τα γεωργικά προϊόντα μόνο ο καπνός έδινε στους κατοίκους του χωριού κάποιο μικρό εισόδημα, ενώ από τα υπόλοιπα γεωργικά προϊόντα, δηλαδή σιτηρά, όσπρια κ.λπ. η παραγωγή ήταν μικρή που μόλις κάλυπτε τις ατομικές τους ανάγκες και τις ανάγκες σε τροφές των μεγάλων οικόσιτων ζώων (μουλαριών) και δεν περίσσευε τίποτα για πώληση.

Σήμερα οι συνθήκες καλλιέργειας του καπνού έχουν ριζικά αλλάξει στο χωριό καλλιεργούνται ελάχιστες εκτάσεις με καπνά και αυτές επιλεκτικές. Η καλλιέργεια του καπνού έχει μεταφερθεί στον Αργολικό κάμπο σε χωράφια εύφορα τα οποία μισθώνονται από τους καλλιεργητές του χωριού. Τα χωράφια αυτά είναι αρδεύσιμα και η στρεμματική τους απόδοση πολύ ικανοποιητική.

Το βιοτικό επίπεδο των κατοίκων του Χελιού, πριν από το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν πάρα πολύ χαμηλό. Υπήρχαν οικογένειες στο χωριό που το εισόδημα τους ήταν λίγο σιτάρι για το ψωμί τους και σχεδόν τίποτα άλλο. Εργασία για μεροκάματο πολύ περιορισμένη και εποχιακή. Το καλοκαίρι μόνο στο θέρος μπορούσαν να δουλέψουν αλλά και εκεί το μεροκάματο ήταν εξευτελιστικό, δύο οκάδες σιτάρι την ημέρα οι γυναίκες και τρεις οκάδες οι άνδρες. Το χειμώνα στη συλλογή του ελαιοκάρπου το μεροκάματο ήταν 300 δράμια λάδι οι γυναίκες και μία οκά οι άνδρες. Όσοι από τους άνδρες δούλευαν στα ελαιοτριβεία, που τότε ήσαν χειροκίνητα, έπαιρναν μέχρι και δύο οκάδες λάδι την ημέρα.

Για την καθημερινή τους τροφή μαγείρευαν άγρια λαχανικά που τα μάζευαν στα χωράφια. Ήμερα λαχανικά και όλα τα ζαρζαβατικά τα προμηθευόντουσαν από τον Αργολικό κάμπο κάνοντας ανταλλαγές με κοπριά ή και καυσόξυλα που εκείνη την εποχή ήταν περιζήτητα στον κάμπο.

Η Κτηνοτροφία όπως έχει αναφερθεί παραπάνω μέχρι το 1938 ήταν ανθηρή στο χωριό κυρίως δε η αιγοτροφία γιατί υπήρχαν ελεύθερες εκτάσεις για γιδοβοσκή σε ολόκληρο το οροπέδιο του Αραχναίου. Μα και αυτή όμως υπέστη δεινό πλήγμα από την δικτατορία του Μεταξά, που με το πρόσχημα ότι ήθελε να προστατέψει τα δάση, πήρε νομοθετικά μέτρα για την εξόντωση κυριολεκτικά της αιγοτροφίας γιατί πίστευε πως τα γίδια ήταν η κύρια αιτία για την καταστροφή των δασών.

Έτσι το 1938 ψηφίστηκε Νόμος για την απαγόρευση της γιδοβοσκής σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, μεταξύ των οποίων και η περιοχή του οροπεδίου του Αραχναίου, με σταδιακή όμως εφαρμογή από το Δασαρχείο Ναυπλίου. Την πρώτη χρονιά εφαρμογής του Νόμου, απαγορεύτηκε η γιδοβοσκή στη μισή έκταση της περιοχής του οροπεδίου του Αραχναίου και συγκεκριμένα στη βόρεια περιοχή του οροπεδίου με άξονα διαχωρισμού τα Φράκια-Αμαριανός και φυσικό όριο την κοίτη του χείμαρρου που διασχίζει την περιοχή αυτή. και με την προϋπόθεση να επεκταθεί η απαγόρευση και στο υπόλοιπο τμήμα την επόμενη χρονιά.

Συνέπεια των απαγορεύσεων αυτών ήταν να υποστεί η αιγοτροφία ένα δεινό πλήγμα στη περιοχή του Αραχναίου με αποτέλεσμα να αναγκαστούν οι τσοπάνηδες, όσοι μπορούσαν να μεταναστεύσουν σε άλλες περιοχές όπου επιτρεπόταν ακόμα η γιδοβοσκή με σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις, άλλοι αναγκάστηκαν να πουλήσουν τα γίδια τους, οι πιο τολμηροί, να παραβούν το Νόμο και να διατηρήσουν τα γίδια τους παράνομα στην απαγορευμένη περιοχή.

Στο μεταξύ κατά τον δεύτερο χρόνο εφαρμογής του Νόμου κηρύχτηκε ο Ελληνοϊταλικός πόλεμος και όπως ήταν φυσικό όλοι οι Νόμοι ατόνησαν, αλλά όμως η αιγοτροφία είχε μειωθεί πάρα πολύ τότε, ούτε τα μισά γίδια δεν είχαν μείνει από αυτά που υπήρχαν πριν από το 1938 στο χωριό.

Σήμερα η κτηνοτροφία δεν είναι πλέον το κύριο επάγγελμα των κατοίκων του χωριού. Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις όπου διατηρούνται 10-20 μεγάλα κοπάδια από γίδια και λιγότερα από πρόβατα, υπάρχουν στο χωριό και αρκετά οικόσιτα ζώα σε μικρά κοπάδια από δέκα έως είκοσι κεφάλια.

Αλλά και η Γεωργία σήμερα με την παλαιά της μορφή είναι ανύπαρκτη στο χωριό εκτός από την καλλιέργεια του καπνού. Δημητριακά καλλιεργούνται μόνο στα χωράφια που είναι στο Λεκανοπέδιο του χωριού στο Μοναστήρι και σε ελάχιστες ακόμη μικρές εκτάσεις, οι οποίες μπορεί να καλλιεργηθούν με τρακτέρ, ενώ τα χωράφια, που στις πλαγιές έχουν εγκαταλειφθεί τελείως, επειδή είναι άγονα και πετρώδη η καλλιέργεια τους είναι ασύμφορη σαν κοπιαστική και μη αποδοτική με αποτέλεσμα οι εκτάσεις αυτές να έχουν γεμίσει σήμερα με πουρνάρια, σφάκες κ.λπ. και να έχουν μεταβληθεί σε δασικές εκτάσεις.

Σήμερα οι κάτοικοι ασχολούνται εποχιακά και με άλλες εργασίες έξω από το χωριό. Ολόκληρη τη χειμερινή περίοδο που στο χωριό δεν υπάρχουν δουλείες κατεβαίνουν κάτω στον κάμπο και εργάζονται στη συγκομιδή των πορτοκαλιών, είτε στα χωράφια μαζεύοντας πορτοκαλιά, είτε μέσα στα συσκευαστήρια των πορτοκαλιών. Αργότερα στις αρχές του καλοκαιριού ασχολούνται επίσης και στη συλλογή των βερίκοκων, πολλοί δε και μέσα στα εργοστάσια της μεταποίησης των φρούτων και λαχανικών, που λειτουργούν στη περιοχή μας.

 

Επικοινωνία του Χωριού

 

Σήμερα το Χέλι επικοινωνεί με τα δύο μεγάλα αστικά κέντρα του Νομού μας το Άργος και το Ναύπλιο με αμαξιτό και ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Η διάνοιξη του δρόμου αυτού είχε αρχίσει από τα τελευταία προπολεμικά χρόνια και ολοκληρώθηκε τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, δηλαδή από το 1936 μέχρι και το 1950, αργότερα δε στη δεκαετία του 1960 έγινε η διαπλάτυνση αυτού και πήρε την τελική μορφή που έχει σήμερα, τότε δε έγινε και η πρώτη ασφαλτόστρωση αυτού. Παλαιότερα ο δρόμος αυτός ήταν μουλαρόδρομος.

Ο αμαξιτός δρόμος από το χωριό μέχρι τη θέση Σκάλα είναι σήμερα μοναδικός προς την κατεύθυνση του Αργολικού κάμπου. Στο κάτω μέρος της Σκάλας διχάζεται και ο ένας κλάδος κατεβαίνει προς τον Αμαριανό με αρκετές στροφές, έπειτα διασχίζει την καλλιεργήσιμη έκταση του Αμαριανού, περνάει μέσα από τον οικισμό του Αμαριανού και οδηγεί στο Άργος αφού πρώτα περνάει μέσα από την Αγία Τριάδα (Μέρμπακα) το Λάλουκα και την Πυργέλα. Κατά μήκος του δρόμου αυτού από Αμαριανό μέχρι Άργος υπάρχουν δεξιά και αριστερά διάφορες διακλαδώσεις από τις οποίες το Χέλι μπορεί να επικοινωνήσει με όλα σχεδόν τα χωριά του Αργολικού Κάμπου.

Πριν από τα αυτοκίνητα, οι δρόμοι του χωριού ήταν χωματόδρομοι πολυσύχναστοι όπου κυκλοφορούσαν οι κάτοικοι και τα ζώα τους. Στα πλαϊνά τους ήταν μαζεμένες πέτρες και πέτρινες υποτυπώδεις μάντρες ή μαντρότοιχοι. Εδώ κάτω από τον Άγιο Αθανάσιο η μεγάλη ανηφόρα, δύσκολη για τους ηλικιωμένους. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου. Λεζάντα: Μαρία Μπιμπή.

Ο δεύτερος κλάδος του δρόμου από τη Σκάλα που οδηγεί στο διασχίζει τις δυτικές υπώρειες του συγκροτήματος Αραχναίου, περνάει από τον οικισμό της Γκάτζιας, τον Άγιο Δημήτριο, την Καζάρμα, τα Πυργιώτικα την Άρεια, το Πολύγωνο και καταλήγει στο Ναύπλιο.

Στη διαδρομή αυτή υπάρχουν διακλαδίσεις προς Λυγουριό και από εκεί προς Παλαιά και Νέα Επίδαυρο και προς ολόκληρη την Ερμιονίδα. Άλλη διακλάδωση αριστερά οδηγεί προς Λευκάκια, Ασίνη, Τολό και Δρέπανο Βιβάρι, Κάντια, Καρνεζέϊκα, Ίρια, δεξιά δε υπάρχει δρόμος που προς τον Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι) και το Πολύγωνο. Λεωφορειακή επικοινωνία υπάρχει μόνο με Ναύπλιο που είναι η πρωτεύουσα του Νομού και εκεί βρίσκονται όλες οι Αρχές και οι Δημόσιες Υπηρεσίες που εξυπηρετούν το Χέλι. Το ίδιο Λεωφορείο εξυπηρετεί και τους κατοίκους της Γκάζιας και του Αγίου Δημητρίου από όπου περνάει.

Σήμερα όμως οι κάτοικοι του Χελιού που διαθέτουν Ι.Χ. αυτοκίνητο εξυπηρετούνται καλύτερα στην επικοινωνία τους με το Άργος, το Ναύπλιο και τα χωριά του κάμπου από τον αμαξιτό δρόμο Χέλι-Αγία Τριάδα και από εκεί προς Ναύπλιο και Άργος, γιατί είναι πιο ομαλός και συντομότερος κατά πέντε περίπου χιλιόμετρα από τον λεωφορειόδρομο Χέλι-Άγιος Δημήτριος- Ναύπλιο.

Αμαξιτός δρόμος ασφαλτοστρωμένος υπάρχει σήμερα και από Χέλι προς Αγγελόκαστρο και από εκεί προς Κόρινθο και Αθήνα και ο δρόμος αυτός χρησιμοποιείται από τους κατοίκους του Χελιού μόνο για την μετακίνηση τους προς την Κόρινθο-Αθήνα και αντίστροφα με τα Ι.Χ, αυτοκίνητα τους.

Πριν όμως από το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο το Χέλι βρισκόταν κυριολεκτικά σε απομόνωση και η επικοινωνία με τις άλλες περιοχές της Αργολίδας και της γειτονικής Κορινθίας, γινόταν μόνο με τα μουλάρια και μάλιστα από κακής βατότητας δρόμους που περνούσαν από δύσβατες περιοχές και πολλές φορές η πορεία αυτή γινόταν και επικίνδυνη.

Ο σπουδαιότερος μουλαρόδρομος ήταν αυτός που συνέδεε το Χέλι με το Ναύπλιο και το Άργος. Ο δρόμος αυτός μέχρι το κάτω μέρος της Σκάλας είχε την ίδια πορεία με το σημερινό αμαξιτό δρόμο με μερικές μόνο παραλλαγές σε διάφορα σημεία. Στη Σκάλα επάνω η πορεία ήταν τελείως διαφορετική από τη σημερινή. Οι στροφές ήταν περισσότερες, μικρές και απότομες, ενώ οι σημερινές είναι λιγότερες, μεγαλύτερες σε έκταση και αρκετά ομαλές.

Στο κάτω μέρος της Σκάλας ο δρόμος διχαζόταν σε δύο κλάδους. Ο ένας κλάδος ακολουθούσε τον σημερινό αμαξιτό δρόμο με παραλλαγές στις στροφές και κατέβαινε στον Αμαριανό και από εκεί στην ίδια πορεία με τον σημερινό κατέληγε στο Άργος, μια πορεία Χέλι-Άργος περίπου έξι ώρες.

Οι δρόμοι από Αγία Τριάδα προς το Άργος και το Ναύπλιο ήσαν αμαξιτοί όχι όμως και ασφαλτοστρωμένοι. Λίγα χρόνια πριν από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, μικρά φορτηγά αμάξια μπορούσαν να φθάσουν με κάποια βέβαια δυσκολία μέχρι το πηγαδάκι και έτσι οι Χελιώτες τα βαριά εμπορεύματα μπορούσαν να τα μεταφέρουν μέχρι εκεί με αυτοκίνητο και από εκεί βέβαια στο Χέλι οπωσδήποτε μόνο με μουλάρια.

Το δεύτερο μονοπάτι της διακλάδωσης κάτω από τη Σκάλα ακολουθούσε διεύθυνση κατευθείαν προς το Ναύπλιο, ακολουθώντας την κορυφογραμμή των πολλών λόφων που σχημάτιζε το έδαφος στην περιοχή εκείνη και η οποία χώριζε την κοιλάδα του Αμαριανού σε δυο μέρη, στον Αμαριανό και στον Μουσταφά όπως ονομαζόντουσαν τότε. Σήμερα Αμαριανός λέγεται ολόκληρη η περιοχή δυτικά του Αραχναίου όρους και περιλαμβάνει και τις δύο κοιλάδες.

Το πρώτο χωριό που συναντούσαμε πηγαίνοντας προς το Ναύπλιο ήταν το Νέο-Ροεινό (Κιναμπάρδι), πριν δε από αυτό το χωριό και δεξιά του δρόμου υπήρχε ο οικισμός το Μακρύ λιθάρι. Στη συνέχεια ο δρόμος περνούσε από τον Άγιο Αδριανό (Κατσίγκρι) και από εκεί κατευθείαν στο Ναύπλιο, αφού αριστερά άφηνε το μικρό οικισμό Κουμπουρέϊκα και παρακάτω το στρατόπεδο του Πολυγώνου. Η απόσταση Χέλι-Ναύπλιο από αυτόν τον δρόμο ήταν περίπου είκοσι χιλιόμετρα και τα μουλάρια έκαναν περίπου πέντε ώρες.

Από τη Σκάλα υπήρχε και τρίτο μονοπάτι με νοτιοανατολική κατεύθυνση, που περνούσε από τον οικισμό της Γκάτζιας και από εκεί υπήρχαν δύο διακλαδώσεις που η μία οδηγούσε προς το Μοναστήρι του Καρακαλά (σήμερα Μονή Αγίου Δημητρίου-Καρακαλά) και η δεύτερη αφού διέσχιζε την καλλιεργούμενη περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται το χωριό Άγιος Δημήτριος, έφθανε στην Καζάρμα όπου γινόταν η σύνδεση με τον αμαξιτό δρόμο που συνέδεε το Ναύπλιο μα το Λυγουριό και τη νέα Επίδαυρο.

 

Η Εκπαίδευση στο Χέλι

 

Μαθητές στο Χέλι, μέσα της δεκαετίας του 60′. Γελαστά μουτράκια παρ’ όλες τις αντιξοότητες. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

Στο Χέλι λειτουργούσε πάντοτε Δημοτικό Σχολείο από της απελευθερώσεως από τους Τούρκους και μετά με σημαντικό αριθμό μαθητών. Πάντοτε όμως υπήρχε πρόβλημα για την επάνδρωση αυτού σε διδακτικό προσωπικό, επειδή τούτο βρισκόταν κυριολεκτικά σε απομόνωση και ποτέ δεν υπηρέτησαν εκεί περισσότεροι από δύο δάσκαλοι, παρά το γεγονός ότι ο αριθμός των μαθητών ήταν πολύ μεγάλος και δικαιολογούσε περισσότερους δασκάλους. Ο ένας ή κάπου-κάπου οι δύο δάσκαλοι που υπηρετούσαν στο Χέλι, ήσαν πάντα χαλαροί στην εφαρμογή του Νόμου για την υποχρεωτική εκπαίδευση με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός παιδιών να μην πηγαίνουν καθόλου στο σχολείο, ιδιαίτερα δε τα κορίτσια. Ακόμα και στα τελευταία προπολεμικά χρόνια από τα αγόρια οι λιγότεροι από τους μισούς τελείωναν το Δημοτικό σχολείο, ενώ από τα κορίτσια δεν τελείωνε σχεδόν κανένα.

Από τα παλαιότερα χρόνια υπήρχε στο χωριό διθέσιο διδακτήριο κτισμένο στο Κέντρο του χωριού από τον Ανδρέα Συγγρό και ήταν αρκετό για τη στέγαση των μαθητών όσοι και αν ήσαν αφού διδακτικό προσωπικό δεν υπήρχε περισσότερο από δύο δασκάλους. Τα πρώτα όμως μεταπολεμικά χρόνια και αυτό το διδακτήριο ήταν πια ερειπωμένο και είχε κριθεί ακατάλληλο και έτσι άρχισε η μίσθωση ιδιωτικών κτιρίων για την του Σχολείου και οι ανάγκες σε αίθουσες διδασκαλίας έγιναν έντονες.

Επισκευάσθηκε το δημόσιο Διδακτήριο του Συγγρού, όμως για πολύ λίγα χρόνια, γιατί έπειτα από κάποιο σεισμό και πάλι έγινε ακατάλληλο για χρήση και έτσι οι μαθητές που στο μεταξύ είχε αρκετά αυξηθεί στριμώχθηκαν και πάλι μέσα σε ακατάλληλες αίθουσες διδασκαλίες, γιατί και ιδιωτικά σπίτια δεν υπήρχαν της προκοπής στο χωριό τότε.

 

Σχολική Γιορτή 25ης Μαρτίου 1964 στο παλιό δημοτικό σχολείο Αραχναίου. Φωτογραφία από το Ιστορικό Αρχείο Αραχναίου.

 

Τα παιδιά είχαν στο μεταξύ αυξηθεί αρκετά είχαν ξεπεράσει τα διακόσια και το σχολείο παρότι λόγω του αριθμού των μαθητών έπρεπε να λειτουργεί σαν εξαθέσιο συνέχιζε να λειτουργεί σαν τριθέσιο και σε κάθε αίθουσα διδασκαλίας στριμώχνονται περί τα εξήντα περίπου παιδιά. Με τέτοιες συνθήκες λειτουργίας του σχολείου πέρασαν αρκετά από τα μεταπολεμικά χρόνια για να αποφασισθεί εκεί στη δεκαετία του 1970 να εξευρεθεί οικόπεδο και να τεθούν τα θεμέλια ενός νέου και σύγχρονου εξαθέσιου σχολείου με βοηθητικούς χώρους, γραφεία, αίθουσα εργαστηρίου, νηπιαγωγείου κ.λπ.

Οι πιστώσεις όμως τέλειωσαν και το νέο διδακτήριο έμεινε ακόμα στα θεμέλια για μία περίπου δεκαετία. Την επόμενη δεκαετία 1980 άρχισαν πάλι οι εργασίες και σε δυο-τρία χρόνια το διδακτήριο ολοκληρώθηκε και σήμερα προβάλλεται με μεγαλοπρέπεια στο κάτω μέρος του χωριού και μέσα σε άνετες αίθουσες στεγάζονται τα παιδιά των Χελιωτών για την υποχρεωτική τους παιδεία, με την κεντρική τους θέρμανση, με αρκετό αύλειο χώρο και με όλους τους βοηθητικούς χώρους.

 

Αραχναίο, σχολικό έτος 1982-83. Δάσκαλος ο Δημ. Καζάς. Δημοσιεύεται στο βιβλίο «Σχολική ζωή στην Αργολίδα», του Γ. Αντωνίου.

 

Σήμερα το σχολείο λειτουργεί σαν τετραθέσιο και μονοθέσιο Νηπιαγωγείο, παρά το γεγονός ότι όλα τα παιδιά αγόρια και κορίτσια πηγαίνουν στο σχολείο, ο αριθμός τους όμως έχει σημαντικά ελαττωθεί από το γεγονός ότι η υπογεννητικότητα έχει πλέον φθάσει και στο Χέλι αφού οι πολύτεκνες οικογένειες έχουν μειωθεί, σχεδόν μηδενισθεί.

Η δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Χέλι ήταν προνόμιο ελαχίστων τα παλαιότερα χρόνια. Πριν από το δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχαν τρεις μόνο Επιστήμονες. Ο ιατρός Βασίλειος Τόσκας στο Ναύπλιο, ο Δικηγόρος Κωστάκης Γεώργας στη Αθήνα και ο απόστρατος Αξιωματικός Πέτρος Τόσκας στη Θεσσαλονίκη.

Στη δεκαετία του 1930 είχαν εισαχθεί για να φοιτήσουν στο Γυμνάσιο Ναυπλίου επτά συνολικά μαθητές. Το 1930 μπήκε και φοιτούσε στο Γυμνάσιο Ναυπλίου ο Αναστάσιος Ζαφείρης ο οποίος το 1936 μπήκε στη Σχολή των Ευελπίδων από όπου αποφοίτησε το 1940 σαν Ανθυπολοχαγός.

Το 1936 μπήκαν επίσης στο Γυμνάσιο Ναυπλίου δύο ακόμα μαθητές, ο Νικόλαος Κύρκας και ο Σπύρος Κουταβάκης οι οποίοι αφού φοίτησαν δυο χρόνια χωρίς να πάνε στη δεύτερη τάξη, διέκοψαν τη φοίτηση τους και γύρισαν πάλι στο χωριό. Το 1937 μπήκε στο Γυμνάσιο ο υποφαινόμενος ο οποίος τελείωσε το Γυμνάσιο το 1943 και μετά το δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο μπήκε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, στο Μαθηματικό τμήμα της Φυσικομαθηματικής Σχολής, όπου απέκτησε πτυχίο των μαθηματικών και εργάστηκε στη συνέχεια σαν Εκπαιδευτικός στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και υπηρέτησε στο Γυμνάσιο Καρπενησίου, Γυμνάσιο Άστρους, Γυμνάσιο Θηλέων Άργους, Γυμνάσιο Μεγαλουπόλεως σαν Γυμνασιάρχης, Λύκειο Μεγαλουπόλεως σαν Λυκειάρχης, πρώτο Λύκειο Ναυπλίου, πρώτο Λύκειο Άργους και από το 1982 μέχρι και το 1986 σαν Προϊστάμενος της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης του Νομού Αργολίδας από όπου και συνταξιοδοτήθηκε.

Το 1938 μπήκαν στο Γυμνάσιο τρία παιδιά οι Ιωάννης Κ. Ζαφείρης, Ελισαίος Ι. Οικονόμου και Γεώργιος Δημητρίου Μπέλεσης. Από αυτούς ο Ιωάννης Ζαφείρης τελείωσε το Γυμνάσιο το 1944, αλλά ένα μήνα αργότερα, όταν οι Αντάρτες έκαψαν το Χέλι, σκοτώθηκε μέσα στο χωριό στη διάρκεια μάχης που έγινε. Ο Ελισαίος Οικονόμου διέκοψε πολύ γρήγορα τη φοίτηση και ο Γεώργιος Μπέλεσης τελείωσε το Γυμνάσιο στο Άργος κατετάγη στην Αστυνομία πόλεων όπου και σταδιοδρόμησε μέχρι που πήρε σύνταξη.

Μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, άνοιξε επί τέλους ο δρόμος προς το Γυμνάσιο και για τα αγόρια και για τα κορίτσια και από τότε αρκετές δεκάδες επιστήμονες υπάρχουν σήμερα από το Χέλι. Από το 1985 ιδρύθηκε και λειτουργεί Γυμνάσιο στον Άγιο Δημήτριο όπου στις τρεις τάξεις φοιτούν περίπου πενήντα παιδιά, αγόρια και κορίτσια από το Χέλι και άλλα τόσα περίπου από τον Άγιο Δημήτριο.

 

Παναγιώτης Ι. Μπιμπής

Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους, Άργος 2002.

Read Full Post »

Μπούα Θεόδωρος


 

Θεόδωρος Μπούα ήταν γιος του Πέτρου Μπούα, αξιωματούχου στην αυλή των Δεσποτών της Άρτας του Αγγελοκάστρου και του Μυστρά. Καταγόταν από μεγάλη στρατιωτική οικογένεια τον Οίκο Μπούα του Βυζαντίου και συγκεκριμένα από το Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας. Το έτος γεννήσεως του δεν είναι γνωστό. Για πρώτη φορά γίνεται μνεία στο όνομα του το 1480 όταν προσέτρεξε σε ενίσχυση του Κροκόδειλου Κλαδά επικεφαλής 60 στρατιωτών που ήταν αποκλεισμένος στην Μάνη.

Κατά την κάθοδό του, αφού συγκρούστηκε στο Άργος με τους Τούρκους* αιχμαλώτισε 33 από αυτούς. Οι Τούρκοι με δύναμη συνολικά 2.500 ανδρών και έχοντας επικεφαλή τον διοικητή της Πελοποννήσου Σουλεϊμάν Πασά προσέγγισαν το Οίτυλο, από όπου θα επιχειρούσαν προώθηση στο εσωτερικό της Μάνης. Στην αρχή σημείωσαν κάποιες επιτυχίες όπως την εκπόρθηση του πύργου του Τριγοφύλου όπου συνέλαβαν 19 Έλληνες, κυρίευσαν το Οίτυλο, το Μεγαλοχώρι και τον Παπαφίγγο.

Η μάχη έλαβε χώρα κοντά στο Οίτυλο στις 19 Ιανουαρίου του 1481 στην οποία νικήθηκαν οι Τούρκοι και αποσύρθηκαν προσωρινά από την Σπάρτη, αφήνοντας στο πεδίο της μάχης 700 νεκρούς. Η οργή του Οθωμανού Σουλτάνου υπήρξε μεγάλη και διέταξε να εκτελεστούν και οι 19 συλληφθέντες Έλληνες από το πύργο του Τριγγοφύλου. Οι παραπάνω πολεμικές επιχειρήσεις προσέλαβαν διάρκεια και ο έμπειρος πολέμαρχος Θεόδωρος Μπούας έχοντας μαζί του τον επίσης εμπειρότατο Κροκόδειλο Κλαδά αμύνθηκαν με επιτυχία στην Τουρκική εισβολή επί μήνες, την στιγμή που οι περισσότεροι των Ελλήνων είχαν παραδώσει τα όπλα και δεν πρόβαλαν αξιοσημείωτη αντίσταση.

Κατόπιν νέων τουρκικών ενισχύσεων οι εισβολείς υπερέβαιναν τους 8.000 άνδρες. Έτσι στις 4 Απριλίου του 1481 οι Τούρκοι κατέλαβαν την δίοδο του Μαυροβουνίου ο Θεόδωρος Μπούας και ο Κροκόδειλος Κλαδάς αντιστάθηκαν στα ενδότερα επιλέγοντας ως τοποθεσία την οχυρή θέση της Καστανιάς. Σε μια περίπτωση από το Τουρκικό ένοπλο εκστρατευτικό σώμα περισσότεροι από 1.000 άνδρες αιχμαλωτίστηκαν όταν οι Μπούας και Κλαδάς επιτέθηκαν μετωπικά και τους εγκλώβισαν εντός στενωπού. Η Μάνη είχε κατακλυστεί από τους Τούρκους και ο Θεόδωρος Μπούας με τον γιό του Μερκούριο Μπούα και τον συμπολεμιστή του Κλαδά και τους λοιπούς συστρατιώτες του μεταφέρθηκαν με 3 (τρείς) γαλέρες του Βασιλέα της Νεαπόλεως Φερδινάνδου στην Ιταλική Χερσόνησο. Από αυτό το σημείο αρχίζει η δράση του γιου του Μερκούριου Μπούα. Ο Θεόδωρος Μπούας πέθανε στην Βόρειο Ήπειρο το 1492 κατά την εισβολή του Σουλτάνου Βαγιαζήτ όταν στάλθηκε εκεί από τον Βασιλέα Φερδινάνδο της Νεαπόλεως να οργανώσει την αντίσταση κατά των Τούρκων με το Κροκόδειλο Κλαδά

 

Υποσημείωση


* Μετά την κατάληψη του ελληνικού χώρου από τους Οθωμανούς δημιουργήθηκαν  ένοπλα μισθοφορικά σώματα, τα οποία παρείχαν σχετικές υπηρεσίες στα Φεουδαρχικά Βασίλεια της Ευρώπης. Αναφέρονται σχετικά τα ένοπλα σώματα των: Κροκόδειλου Κλαδά, Θεόδωρου Μπούα, Δημήτριου Παλαιολόγου, Πέτρου Ράλλη στην Πελοπόννησο και του Πέτρου Μπούα στην Αργολίδα. Όταν κάθε έννοια αγώνα αποδεικνυόταν μάταιη, τότε έπαιρναν τον δρόμο της προσφυγιάς και τίθονταν υπό τις εντολές και διαταγές κάποιου κράτους, το οποίο ουσιαστικά ήταν και ο προστάτης του σώματος καθόλη την παρουσία του στην Ελληνική χερσόνησο.

 

Βιβλιογραφία

  • Παντελής Καρύκας «Ελληνικές Επαναστάσεις» και «Ελληνες Μισθοφόροι».
  • Μουσείο Ελληνικής παροικίας Βενετίας-Ιταλία (Αρχείο Ελληνικής Αδελφότητας Βενετίας).

 

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Βικιπαίδειας.

Read Full Post »

 

Λέων Σγουρός

                                               

Α΄. Θεόδωρος Σγουρός

 

Όταν ξεκινούσαν σιδηρόφρακτα με τον κόκκινο σταυρό στο στήθος τα Σταυροφορικά τάγματα, ως σκοπό τους και ευγενή φιλοδοξία τους είχαν την απελευθέρωση των αγίων  τόπων από τους Μουσουλμάνους. Στην πορεία όμως παρεκτράπησαν του αρχικού τους σκοπού και άρχισαν να συμπεριφέρονται ως κατακτητές και κυρίαρχοι. Μετά την πολιορκία και κατάληψη της Κωνσταντινούπολης (1204) άρχισαν να υποβλέπουν τον νότο και τέλος θέλησαν να επεκταθούν σε όλο τον Ελλαδικό χώρο. Οι επιδρομές τους υπήρξαν καταστροφικές και οι φιλοδοξίες τους υπερβολικές. Ανδριανούπολη, Κομοτηνή, Θεσσαλονίκη, Στερεά, Πελοπόννησος αλλά και άλλες περιοχές της Ελλάδας, μπήκαν στο στόχαστρό τους.

 

Το Ναύπλιο εκείνη την εποχή γνωρίζει σπουδαία ανάπτυξη. Μαζί του το Άργος και η Κόρινθος. Οι Σταυροφόροι είναι ακόμη μακριά του. Οι Βυζαντινοί το υποστηρίζουν και το υπολογίζουν.  Αυτή την ευλογημένη γωνιά της Ελλάδας καλείται να διοικήσει ο Θεόδωρος Σγουρός, όταν το 1180 το Βυζάντιο ( αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός) τον αναγνωρίζει ως άρχοντα του.  

 

 

Η καταγωγή τους

 

 

Σχετικά με την καταγωγή της οικογένειας η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου γράφει. «…Για τούτη την επωνυμία αναφέρεται πως στο βιβλίο της Κουγκέστας απαντά ως Σγούρος, πράγμα που επιβεβαιώθηκε από μέρους μας στην ίδια έκδοση. Αναφέρεται επίσης ότι « οι Φράγκοι τον λέγανε Lasgur » και φαίνεται ότι από τη γαλλική παραλλαγή του κειμένου της Κουγκέστας* προέρχεται ο αναφερόμενος τύπος της επωνυμίας. Για τους προγόνους του Σγουρού δεν υπάρχουν στοιχεία, το δε μικρό όνομά του πιθανολογείται ως Θεόδωρος. Σημειώνουμε πως ο Λαμπρυνίδης πρώτος πρόσεξε ιδιαίτερα το επίθετο Σγουρός αναφέροντας: « Μαυρίκιος Μπούας Σγουρός, Δεσπότης Άρτης, Ιωαννίνων και Αγγελοκάστρου. Εκ της οικογενείας ταύτης κατήγετο και ο ημέτερος Μερκούριος, ου οι πρόγονοι αρχομένου του ΙΕ΄αι. μετώκησαν εις Ναύπλιον, όπου και εγκατεστάθησαν. Η οικογένεια αύτη ηξίον ότι κατήγετο εκ του γνωστού άρχοντος Ναυπλίου Λέοντος Σγουρού, εφ̉ ω συν τω Μπούα έφερε την προσωνυμίαν Σγουρού».

 

 

Το περιβάλλον

 

 

Από τον 9ο αιώνα, όπως μας πληροφορεί ο ιστορικός Δρ. Βασίλειος Σκουλάτος « συγχρόνως με την πολιτιστική εύδεια, το Άργος ανθεί και οικονομικά. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος ( 912- 959) στο έργο του «περί Θεμάτων» αναφέρει ότι το Θέμα Πελοποννήσου, έκτο στη σειρά ιεραρχήσεως στον Ελλαδικό χώρο, περιλαμβάνει 40 συνολικά πόλεις από τις οποίες, εκτός από την πρωτεύουσα Κόρινθο, οι σπουδαιότερες ήσαν 4. Η Σικυών, το Άργος, η Σπάρτη και η Πάτρα».

 

Τον 10ο και 11ο αιώνα η Αργολίδα αλλά και η Κορινθία, κυρίως λόγω της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και της παραγωγής του μεταξιού, γνωρίζουν μεγάλη άνθηση. Δεν είναι όμως ήρεμες. Επί πολύ χρόνο τα παράλια κυρίως της Πελοποννήσου, ταλανίζουν οι άγριες επιδρομές πειρατών. Αυτές τις πειρατικές εφορμήσεις έχει γνωρίσει η Πελοπόννησος από πολύ παλιότερα, όταν επίσκοπος Άργους ήταν ό Άγιος Πέτρος ο θαυματουργός και Σημειοφόρος. Κυρίως Αγαρηνοί και Κρήτες πειρατές λεηλατούν τα νησιά και τις πόλεις της περιοχής.

 

 

Ο Φιλόλογος Βασίλης Τσιλιμίγκρας γράφει « Πρόκειται για Σαρακηνούς πειρατές που τρομοκρατούσαν  τους  πληθυσμούς  των  παραλιακών  περιοχών  της  Πελοποννήσου      (9ος και 10ος αι.). Αποτέλεσμα της δράσης των πειρατών ήταν η ερήμωση των νησιών και των παραλίων αστικών κέντρων, κάμψη της οικονομίας, πολιτιστική παρακμή και ανασφάλεια στη ναυσιπλοΐα».

 

Η πειρατεία λοιπόν, αποτελούσε μια χαίνουσα πληγή για τις κοινωνίες της Πελοποννήσου και επί των ημερών της ηγεμονίας του Σγουρού.

 

Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Γ΄ Άγγελος (1195-1203) ο και «βαμβακοράβδης» αποκαλούμενος λόγω του χαύνου και μαλθακού χαρακτήρα του, ανάθεσε στον Άρχοντα του Ναυπλίου την εκδίωξη των πειρατών από την Πελοπόννησο, την Στερεά και τα νησιά, αναγκάζοντας τις περιοχές που υπέφεραν από τις επιθέσεις, να καταβάλουν αναγκαστική εισφορά στον Σγουρό « υπέρ πλωῒμων» προκειμένου αυτός να κατασκευάσει και να διατηρεί αξιόμαχο στόλο.

 

Επί της πρώτης βασιλείας του Ισαάκου Β΄Αγγέλου (1185-1195 και 1203-1204) ο Θ. Σγουρός, κατάφερε να αποσπάσει την επισκοπή Άργους και Ναυπλίου από την κηδεμονία της Κορίνθου και να την καταστήσει αυτόνομη, προσαρτώντας την Ερμιονίδα και μέρος ( Θυρέα ) της Κυνουρίας. Εξ᾽ άλλου ο Σγουρός ανήκε στην τάξη των Δυνατών, τους οποίους υπολόγιζαν σοβαρά οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου. Μάλιστα, κάποιοι υπήρξαν φιλικοί και υποστήριζαν τους Δυνατούς και άλλοι ήταν εχθρικοί και πολέμιοι τους. Κατά καιρούς εκδίδουν διάφορους νόμους «Νεαρές» προσπαθώντας να περιορίσουν την δύναμη ή τον πλούτο τους.   

 

Γεγονός είναι ότι επί των ημερών του ο Θ. Σγουρός, πέτυχε σπουδαία προνόμια για το αρχοντάτο του και κατόρθωσε να το αναδείξει ως σημαντικό προπύργιο ασφάλειας της Πελοποννήσου και των νησιών του Αιγαίου.

 

Μετά τον θάνατο του «μέγα ανθρώπου και φοβερού στρατιώτη» Θεόδωρου Σγουρού το 1201, την αρχοντία του Ναυπλίου κληρονομεί ο γιος του Λέων Σγουρός.   

 

 

Β΄Λέων Σγουρός

 

 

 

Ο Λέων Σγουρός, όταν ανέλαβε την ηγεμονία του Ναυπλίου, βρισκόταν στην ακμή της ηλικίας του. Τότε επικρατούσε μια ακραία αντιπάθεια από τους αξιόμαχους νέους, τους αποκαλούμενους στρατιώτες προς τους ιερωμένους και τους μοναχούς. Μαζί με αυτούς και ο Λέων, ο οποίος ήταν διαποτισμένος από δυνατό μίσος και εχθρότητα.

 

Μόλις λίγες ημέρες μετά την ανάληψη της ηγεσίας του αρχοντάτου του Ναυπλίου από τον Λέοντα, ο Μητροπολίτης Κορίνθου Νικόλαος, είτε από εκδικητική διάθεση προς τον πατέρα του επειδή του είχε αφαιρέσει το Άργος και το Ναύπλιο από την επισκοπή του, είτε από πονηρία και εχθρότητα επιχείρησε να τον πολεμήσει και να τον καθαιρέσει, πριν αυτός συγκροτηθεί, ισχυροποιηθεί και παγιωθεί ως άρχοντας.(1201).

 

Ο Σγουρός αν και βρέθηκε απροετοίμαστος για κάτι τόσο σοβαρό, κατόρθωσε να υπερασπίσει το Ναύπλιο και να απωθήσει τον Μητροπολίτη μέχρι το Άργος. Αργότερα, αφού συγκέντρωσε αρκετό στρατό και οργανώθηκε κατάλληλα, επιτέθηκε στο Άργος, το κυρίευσε εκδίωξε τον Μητροπολίτη Νικόλαο και τιμώρησε τον Μητροπολίτη του Άργους, γιατί είχε βοηθήσει τον Κορίνθιο ιερωμένο.

 

 

Στην Κόρινθο

 

 

Τον επόμενο χρόνο (1202) ο Λέων κυριεύει εύκολα την Κόρινθο. Ο Μητροπολίτης Κορίνθου μολονότι παραδόθηκε στον νικητή, τυφλώθηκε και μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο, όπου ο Σγουρός τον έπνιξε με την χορδή ενός τόξου ή κατά μια άλλη εκδοχή, τον γκρέμισε από τον βράχο της Ακροναυπλίας. Στον Μιχαήλ Λαμπρυνίδη διαβάζουμε απόσπασμα επιστολής του Μιχαήλ Ακομινάτου προς τον ανεψιό του Γεώργιο Σεβαστό « …ο δε ιεράρχης Κορίνθου ουδ᾽ όπως ηφάντωται τοις πολλοίς ωμολόγηται, αλλ᾽ οι μεν φασιν εκ των παρακρήμνων Ναυπλίου σκοπέλων ωσθέντα εις βυθόν ριφθήναι θαλάσσιον, οι δε νευράς τόξων απαγχονισθήναι ισχυρίζονται».

 

Η πράξη αυτή τον συνόδεψε σε όλη του την ζωή. Σημάδεψε και αμαύρωσε την εικόνα και την ιστορία του Λέοντα Σγουρού. Οι μεν σύγχρονοί του τον αποκαλούσαν « φοβερό βέβηλο στρατιώτη» οι δε Φράγκοι τον αποκαλούσαν « le miserable tyran ou roi de la Morée, appelé Sgouros,né a Nauplie…», που σημαίνει, ο άθλιος τύραννος ή βασιλιάς του Μωρηά, ονομαζόμενος Σγουρός, που γεννήθηκε στο Ναύπλιο.. κ.λ.π.

                                                                                                                                          

Το Βυζάντιο, πάντα έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση προς τους Σγουρούς και βέβαια και προς το πρόσωπο του νέου Άρχοντα, του Λέοντα. Αυτή η συμπάθεια και υποστήριξη του Βυζαντίου, έδινε δύναμη και ορμή στον φιλόδοξο νεαρό άρχοντα.

 

Επί αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄ Αγγέλου για τον οποίο ο Georg Ostrogofsky γράφει ότι ήταν   «… Ένας τιποτένιος  άνθρωπος, διψασμένος για εξουσία, αντιπροσωπευτικός γόνος της εποχής αυτής, της παρακμής. Σα να ήθελε να γελοιοποιήσει τη δυναστεία των μεγάλων Κομνηνών, ονόμασε τον εαυτό του Κομνηνό, επειδή το όνομα Άγγελος δεν του φαινόταν αρκετά ευγενικό» αλλά και γιατί ήθελε να ξεχαστεί το ανοσιούργημα της τύφλωσης και φυλάκισης του αδελφού του, ξέσπασαν πολλές στάσεις και ταραχές, και πολλές περιοχές αποσπάστηκαν και αυτονομήθηκαν από την αυτοκρατορία.

 

Ο Λέων Σγουρός που ήταν πλέον ισχυρός και είχε εδραιώσει την θέση του άρχοντα του Ναυπλίου, του Άργους και της Κορίνθου, δεν έχασε την ευκαιρία. Αυτοανακηρύχτηκε ανεξάρτητος από την Βυζαντινή κυριαρχία.

 

« Ο Λέων Σγουρός βραχύ προ της κατακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Σταυροφόρων είχε καταστεί κύριος της Ναυπλίας, του Άργους και της Κορίνθου ( ως και της περί τα οχυρά φρούρια υπαίθρου χώρας) και είχεν αναγορεύσει αυτός εαυτόν ανεξάρτητον από της βυζαντινής κυβερνήσεως ηγεμόνα» για το λόγο ότι «μεγάλη μάστιξ των Πελοποννησίων υπήρξεν, ως φαίνεται, ουχί σπανίως κατά τον Μεσαίωνα, και η απληστία και η φαυλότης των κυβερνητικών υπαλλήλων, οι οποίοι εκ Κωνσταντινουπόλεως εξεπέμποντο εις την κυρίως Ελλάδα» και « οίτινες πολλάκις την υπ̉ αυτών διοικουμένην χώραν προσέβλεπον και μετεχειρίζοντο ως εάν ήτο εχθρικό πεδίον». Αυτά γράφει η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου, επικαλούμενη τον ιστορικό Βέη.

 

Το παράδειγμα του Σγουρού μιμήθηκαν και άλλοι φεουδάρχες και άρχοντες. Πολλοί επαναστάτησαν και δημιούργησαν ανεξάρτητα αρχοντάτα ή φέουδα. Ο φεουδάρχης της Τραπεζούντας, οι Βρανάδες και οι Κατακουζηνοί στην Μεσσηνία, ο Λέων Χαμάρετος στη  Λακωνία,  οι Μελισσηνοί στη Φωκίδα,  Ο Βουτζαράς Δοξαπατρής στο Αράκλοβο της Αρκαδίας ( ο θρύλος τον θέλει γίγαντα που κανένας δεν μπορούσε να σηκώσει το ρόπαλό του αλλά και πικραμένο πατέρα αφού η κόρη του Μαρία Δοξαπατρή, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το κάστρο για να μην πέσει στα χέρια των κατακτητών)  κ.α.

 

Έχοντας πάντοτε  την υποστήριξη των γαμβρών και άλλων συγγενών του Αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄του Αγγέλου και κυρίως του Μεγάλου Δούκα Μιχαήλ του Στριφνού, ο Λέων συνεχώς μεγάλωνε το κράτος του, φτάνοντας να είναι ο ισχυρότερος άρχοντας της Πελοποννήσου.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Πολιορκία της Αθήνας

 

 

Ο Λέων παρακινούμενος από τον ορμητικό χαρακτήρα και την ακραία φιλοδοξία του, μετά την κατάληψη της Κορίνθου, πέρασε τον Ισθμό και κατέλαβε με ευκολία τις περιοχές των  Μεγάρων, της Ελευσίνας  και της Αττικής. 

 

Η Επόμενη κίνησή του ήταν η πολιορκία και η κατάληψη της Αθήνας. Αφού ενίσχυσε και οργάνωσε καλλίτερα το στρατό του στράφηκε εναντίον της με ισχυρές θαλάσσιες και χερσαίες δυνάμεις.

 

Εκεί όμως, βρήκε σθεναρή αντίσταση από τον Μητροπολίτη της Αθήνας Μιχαήλ Ακομινάτο ή Χωνιάτη, ο οποίος αρχικά ένοιωθε  φιλικά  αισθήματα  προς τον Σγουρό και τον οποίο αποκαλούσε « εν πνεύματι υιόν». Τώρα, τον παρότρυνε και τον παρακαλούσε να εγκαταλείψει την πολιορκία και να αποχωρήσει ειρηνικά από την Αθήνα.

 

Οι προτροπές και οι παρακλήσεις του Μητροπολίτη, δεν συγκίνησαν τον Λέοντα ο οποίος διέταξε σφοδρή επίθεση. Ο Μητροπολίτης και οι άνδρες του, μη αντέχοντας την ισχυρή πίεση, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να καταφύγουν στην ασφαλή Ακρόπολη, την οποία ο Σγουρός πολιόρκησε στενά.

 

Ο Σγουρός για να λύσει την πολιορκία και να αποχωρήσει, αξίωσε από τον Μητροπολίτη την παράδοση ενός ασήμαντου και αναιδούς νεαρού, προκειμένου να τον τιμωρήσει. Ο Μιχαήλ όμως, μολονότι και αυτόν τον ίδιο είχε βρίσει άσχημα, αρνήθηκε να τον παραδώσει γνωρίζοντας εκ των προτέρων την σκληρή τύχη του κακότροπου νέου.

 

 

Η Άλωση της Θήβας

 

 

Αφού για αρκετό καιρό προσπάθησε να καταλάβει την Ακρόπολη χωρίς αποτέλεσμα, στο τέλος είτε γιατί πείστηκε από τις παραινέσεις του Μητροπολίτη, για τον οποίον κατά βάθος έτρεφε κάποιον σεβασμό, είτε γιατί κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να εκπορθήσει το φρούριο, έλυσε την πολιορκία.

 

Παρ᾽όλο τον όποιο σεβασμό όμως, γκρέμισε την πόλη της Αθήνας για τιμωρία και παίρνοντας ως αιχμάλωτο κάποιον νέο που ήταν συγγενής του Μητροπολίτη, πέρασε στην Βοιωτία, όπου σχεδόν αμαχητί κυρίευσε την Θήβα.

 

 

Ο Σγουρός στην Λάρισα και ο γάμος του

 

 

Μετά από εκεί, αφού πέρασε τις Θερμοπύλες, έφτασε στη Θεσσαλία και κατέλαβε την Λάρισα το 1204. Στόχος και σκοπός του ήταν να προχωρήσει και να καταλάβει την Θεσσαλονίκη η οποία βρισκόταν πλέον  υπό την κυριαρχία των Σταυροφόρων.

 

Οι Σταυροφόροι, μετά την άλωση της ανίσχυρης και σχεδόν διαλυμένης  Κωνσταντινούπολης την ίδια χρονιά και την λεηλασία της, αντί να στραφούν προς την Ιερουσαλήμ προκειμένου να την ελευθερώσουν από τους Μωαμεθανούς, όπως ισχυριζόντουσαν, στράφηκαν στο νότο συμπεριφερόμενοι ως στυγνοί κατακτητές και όχι ως «Στρατιώτες του Χριστού» σημαδεμένοι με το σύμβολο της υπέρτατης θυσίας του.

 

Στη Λάρισα, παντρεύτηκε την Ευδοκία, κόρη του έκπτωτου αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄Αγγέλου που είχε καταφύγει εκεί και χήρα του επί τρίμηνο αυτοκράτορα Αλέξιου Ε΄Δούκα του επονομαζόμενου Μουρτζούφλου (σμιχτοφρύδη)(28/01/1204-13/04/1204).

 

« Ο Αλέξιος Γ΄μη διαθέτοντας ούτε θέλησι ούτε δραστηριότητα εγκατέλειψε την πρωτεύουσα και διέφυγε παίρνοντας μαζί του το δημόσιο θησαυροφυλάκιο» μας πληροφορεί ο Vasiliev στην ιστορία του.

 

Ο Αλέξιος Ε΄Δούκας ήταν ο μοιραίος και δειλός αυτοκράτορας του Βυζαντίου ο οποίος εγκατέλειψε την Πόλη φοβούμενος την αιχμαλωσία του από τους Σταυροφόρους που την πολιορκούσαν και τον οποίο ο ίδιος ο πεθερός του Αλέξιος Γ΄ τύφλωσε, όταν αυτός ως φυγάς έφτασε νύχτα στην Μεσσηνόπολη της Θράκης.

 

 

Και για τον Μουρτζούφλο γράφει ο Vasiliev « …. Ο Μουρτζούφλος, γνωστός ως Αυτοκράτωρ Αλέξιος Ε΄ήτο οπαδός του Εθνικού Κόμματος, που διετίθετο εχθρικά προς τους Σταυροφόρους ….Ο Αυτοκράτωρ Αλέξιος Ε΄, Δούκας Μουρτζούφλος, φοβούμενος μήπως συλληφθή  και πέση «στα δόντια των Λατίνων σαν μεζές ή επιδόρπιο» διέφυγε, ενώ η Κωνσταντινούπολι έπεσε στα χέρια των Σταυροφόρων».   

 

 Ο Σγουρός  αφού   έγινε γαμπρός  του  αυτοκράτορα, πήρε  όπως  ήταν η συνήθεια  και τον τίτλο του « Σεβαστοϋπερτάτου» τον οποίο έσπευσε να χαράξει στην σφραγίδα του, η οποία από την μια πλευρά έφερε την εικόνα του Αγίου Θεοδώρου του Στρατηλάτη με την επιγραφή:

ΑΓΙΟC ΘΕΟΔΩΡΟC

ενώ στην άλλη έγραφε το πιο κάτω δίστιχο:

CEBACTOYΠΕΡΤΑΤΟΝ ΜΑΡΤΥC ΜΕ CKEΠOIC

ΛΕΟΝΤΑ CΓΟΥΡΟΝ ΕΚ ΓΕΝΟΥC ΚΑΤΗΓΜΕΝΟΝ

 

Θα πρέπει εδώ να αναφέρουμε ότι η μέχρι την Λάρισα πορεία του Λέοντα ήταν σκληρή, βίαιη και αιματηρή. Ο Μητροπολίτης Αθήνας Μιχαήλ σε επιστολή του προς τον ανεψιό του Γεώργιο Σεβαστό, τονίζει την σκληρότητα του Λέοντα, και την επιλογή ορισμένων φρουρίων να παραδίδονται στους Φράγκους, που τους θεωρούσαν πιο επιεικείς και ανεκτικούς προς τους γηγενείς.

 

Αλλά και ο αδελφός του Μητροπολίτη, ο ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, δεν υπήρξε φιλικός απέναντι στον Σγουρό. « Ο δε Σγουρός ούτος εκ του Ναυπλίου γεγεννημένος χρόνον μέν τινα των εκ του γένους βία μάλλον ήπερ πειθοί κατίσχυε πατρώον τι μέτρον αναπληρών και χειρίζων ουχ αιμάτων καθαρεύον κληρούχημα. Αεί δε τω των πραγμάτων ανωμάλω εκδιδούς και στασιώδεσι καιροίς οιδαινόμενος μέγας εκ μικρού πρόεισιν, ως οι χείμαρροι τοις όμβροις και τοις βιαίοις τα κύματα πνεύμασι˙το γάρ ιππόβοτον Άργος υπονοθεύσας και επί τωδε την Κόρινθον ληισάμενος και προιών αεί τοις ληστεύμασιν˙είτα και ταίς Αθήναις αυταίς προσήραξε μετά πολεμικών νηών και τον Ισθμόν διελθόντος στρατεύματος». 

 

 

Η Υποχώρηση στην Πελοπόννησο          

 

 

Ο Σγουρός είχε μεγάλες προσδοκίες και βλέψεις. Φλεγόταν από την επιθυμία της δημιουργίας δικού του μεγάλου κράτους που θα απλωνόταν από το Ναύπλιο μέχρι την Θεσσαλονίκη. Τα γεγονότα όμως τον πρόλαβαν.

 

Μετά την άλωση της Πόλης, προέκυψε το σοβαρό πρόβλημα της εκλογής αυτοκράτορα. Ένας ισχυρός άνθρωπος που θα μπορούσε να καταλάβει τον θρόνο ήταν ο αρχηγός της Δ΄ Σταυροφορίας Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Ο Ερρίκος Δάνδολος, Δόγης της Δημοκρατίας της Βενετίας όμως αρνήθηκε σθεναρά. Αντί του Βονιφάτιου, αναρριχήθηκε στο θρόνο ο Βαλδουΐνος, Κόμης της Φλάνδρας.

 

Οι Σταυροφόροι στην συνέχεια ασχολήθηκαν με το μοίρασμα των εδαφών του Βυζαντίου. Στον Βονιφάτιο Μομφερατικό υποσχέθηκαν μερικές κτήσεις της Μικράς Ασίας αλλά τελικά του έδωσαν  την Θεσσαλονίκη με την γύρω περιοχή της Μακεδονίας, την Θεσσαλία και την ηπειρωτική Ελλάδα, που αποτέλεσαν το Βασίλειο της Θεσσαλονίκης το οποίο διαφέντευε ο Βονιφάτιος ως βασιλιάς, υποτελής του Βαλδουίνου.

 

Όταν έφτασε στη Θεσσαλονίκη το 1204, δεν έχασε τον καιρό του. Παντρεύτηκε την Ουγγαρέζα Μαργαρίτα (ή Μαρία), χήρα του αυτοκράτορα Ισαάκιου Β΄Αγγέλου και την οποία προσηλύτισε με την βοήθεια του Καρδιναλίου Σοφρέδου στον Καθολικισμό.

 

Αυτήν άφησε ως επίτροπό του στην Θεσσαλονίκη και αυτός επικεφαλής μεγάλης στρατιάς αποτελούμενης από Γερμανούς, Νορμανδούς, Βουργουνδούς και Καμπανίτες ιππότες αλλά και από Έλληνες, οι οποίοι είχαν ταχθεί με το μέρος του λόγω του ευγενικού και ήπιου χαρακτήρα του. Μαζί του είχε και τον πρόγονό του, γιό του Ισαάκιου και της Μαργαρίτας και τους Γάλλους ευγενείς Γουλιέλμο Σαμπλίτ και Όθωνα ντε λα Ρός.

 

Τον Οκτώβρη του 1204, περνάει τα Τέμπη, εισέρχεται στη Θεσσαλία και επιχειρεί την απόκτηση ολόκληρης της Στερεάς αλλά και της Πελοποννήσου, την οποία του είχαν παραχωρήσει οι Ενετοί λόγω ελλείψεως χερσαίων δυνάμεων, όταν μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, μοίρασαν τις επαρχίες της οι νικητές.

 

Ο Άρχοντας του Ναυπλίου, αντιλαμβάνεται  ότι  οι  δυνάμεις  του  Βονιφάτιου είναι ισχυρότερες και πιο οργανωμένες από τις δικές του. Εγκαταλείπει την Λάρισα και συνοδευόμενος από την οικογένεια του και τον πεθερό του, παραμένει για λίγο στις Θερμοπύλες.

 

Για μια στιγμή σκέπτεται να οχυρωθεί εκεί και να αντισταθεί στις δυνάμεις των Φράγκων. Μετά όμως από ωριμότερη σκέψη αποφασίζει ότι φρονιμότερο είναι να καταφύγει στην Κόρινθο και να οχυρωθεί στο ασφαλέστερο φρούριο της Ακροκορίνθου. Έτσι πράττει.

 

Ο Βονιφάτιος, ακολουθεί τον Σγουρό «κατά πόδας». Κυριεύει την Λάρισα. Γίνεται αμαχητί κύριος της Θήβας.  Κατευθύνεται προς τις Θερμοπύλες. Η μικρή δύναμη που έχει αφήσει πίσω του ο Σγουρός στη θέα των σιδηρόφρακτων ιππέων του Βονιφάτιου, τρέπεται σε φυγή.

 

Μετά την κατάληψη της Αθήνας, εγκαθιστά και ονομάζει « Δούκα των Αθηνών» τον Όθωνα ντε λα Ρός. Με όλες του τις δυνάμεις κατευθύνεται στον Ισθμό. Συντρίβει τα στρατεύματα του Σγουρού και καταλαμβάνει την πόλη της Κορίνθου.

 

Αιχμαλωτίζει τον πεθερό του Λέοντα, τον έκπτωτο αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄και την σύζυγό του Ευφροσύνη, τους οποίους με συνοδεία στέλνει στην Κωνσταντινούπολη προκειμένου να παραδοθούν στον αυτοκράτορα. Αυτοί βέβαια, στο δρόμο δωροδόκησαν τους  στρατιώτες της φρουράς τους και διέφυγαν, εγκαταλείποντας όλα τα πολύτιμα σκεύη ακόμη και τα αυτοκρατορικά διακριτικά, τα οποία παραδόθηκαν στον αυτοκράτορα Βαλδουῒνο.

 

Ο Φράγκος ηγέτης πολιορκεί στενά την Ακροκόρινθο αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Είναι τόση η επιθυμία του και η αποφασιστικότητα του να καταλάβει την συγκεκριμένη περιοχή, που συγχρόνως με την επιχείρηση άλωσης της Ακροκορίνθου, στέλνει μέρος του στρατού του να πολιορκήσουν το Ναύπλιο.

 

Ο Σγουρός από την μεριά του, όποτε του δίνεται η ευκαιρία « …Εκείθεν αφορμώμενος προσέβαλλε συχνά τους κατέχοντας την κάτω πόλιν της Κορίνθου Φράγκους και πολλούς εξ αυτών εξολώθρευσεν».(Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου, επικαλούμενη τους Βέη και Κορδάτο).

 

Εν τω μεταξύ, αγγελιοφόρος πληροφορεί τον Βονιφάτιο ότι η Θεσσαλονίκη βρίσκεται σε κίνδυνο, γιατί ο Βασιλιάς της Βουλγαρίας Ιωάννης ο Αζάνης παρακινούμενος από τους Βυζαντινούς επιτίθεται στην πρωτεύουσά του. Ανήσυχος ο Βονιφάτιος ετοιμάζεται επειγόντως να αναχωρήσει. Λύνει την πολιορκία της Ακροκορίνθου και ανακαλεί τις δυνάμεις που πολιορκούσαν το Ναύπλιο.

 

Μέσα στην σύγχυση που επικρατεί και ζυγίζοντας την κατάσταση ο Σγουρός, αιφνιδιαστικά και αποφασιστικά κατεβαίνει από το φρούριο του νύχτα και προλαβαίνοντας το στρατό του αντιπάλου του στον Ισθμό, προκαλεί σημαντικότατες απώλειες.

 

 

Καπετάνιος των Ρωμαίων

 

 

Ο Μητροπολίτης Μονεμβασιάς Δωρόθεος γράφει στην σύντομη ιστορία του ότι «Ο Σγουρός ο δε Καπετάνιος των Ρωμαίων, όπου ήτανε επάνω εις το κάστρο της Κορίνθου, ως είδεν ότι το Φράγκικο φουσάτο εμίσεψε και επήγεν εις το Άργος (;) κατέβη την νύκτα με τέχνην και εμπήκεν εις την κάτω χώραν της Κορίνθου, εκεί όπου εφύλαγαν οι Φράγκοι, και τους έκοψεν όλους και επήρε την χώραν». ( Μιχαήλ Λαμπρυνίδης).

 

Για τέσσερα χρόνια ο Σγουρός πολεμά και αντιστέκεται στους Φράγκους. Η σύγκρουσή του μαζί τους – έστω κι αν έχει μια προσωπική φιλοδοξία- τον αναδεικνύει υπερασπιστή του Βυζαντινού Κράτους. Στην συγκεκριμένη δε στιγμή η ισχυρή αντίσταση που προβάλλει εκμεταλλευόμενος το φυσικό κάστρο της Ακροκορίνθου, του προσδίδει την τιμητική ιδιότητα του προμάχου και προασπιστή ολόκληρου του Μορηά. 

 

Για το κατόρθωμα αυτό ο γενναίος Θεόδωρος Α΄Λάσκαρης ( 1204-1222) ο οποίος, μετά την άλωση της Πόλης, είχε ιδρύσει την αυτοκρατορία της  ισχυρής Νίκαιας στην Μικρά Ασία το 1206, επιθυμώντας να στηρίξει ηθικά τον Σγουρό για τους αγώνες του, τον τίμησε με τον τίτλο του  Σεβαστοϋπέρτατου το 1207. Αλλά και ο Μιχαήλ Κατακουζηνός, ο οποίος εκτιμούσε και αναγνώριζε τους αγώνες του, υποκίνησε επανάσταση κατά των Φράγκων μετά από συνεννόηση μαζί του.

 

 

 

Ο Γουλιέλμος Σαμπλίτ

 

 

 

Όταν ο Βονιφάτιος ετοιμάστηκε να αναχωρήσει για την Θεσσαλονίκη, ανέθεσε την κατάκτηση της Πελοποννήσου στον φίλο του και συμπολεμιστή του Γουλιέλμο Σαμπλίτ, ο οποίος το 1207 αναγνωρίστηκε από τον Πάπα της Ρώμης Ιννοκέντιο τον Γ΄ ως νόμιμος ηγεμόνας της Πελοποννήσου ή όπως τότε την αποκαλούσαν Αχαΐα. ( Princeps totius Achaiae Provincie).

 

Λίγο νωρίτερα, ένας άλλος ιππότης που τον έλεγαν Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο, ανεψιός και συνονόματος του Σταυροφόρου και ιστορικού Γοδεφρείδου Βιλλαρδουΐνου, συμπολεμιστή του Βονιφάτιου και του Γουλιέλμου Σαμπλίτ στην Δ΄Σταυροφορία, βρισκόταν κάπου μεταξύ Παλαιστίνης και Συρίας, αφού από νωρίς είχε χωριστεί από τους υπόλοιπους Σταυροφόρους και είχε ακολουθήσει την αρχική πορεία προς τους Αγίους τόπους.

 

 Όταν έμαθε την άλωση της Πόλης από τους Σταυροφόρους έσπευσε προς τα εκεί αλλά παρασυρμένος από τους θαλασσινούς ανέμους και μια σφοδρή καταιγίδα, παρασύρθηκε στις νότιες ακτές της Πελοποννήσου και προσορμίστηκε τυχαία στην Μεθώνη.

 

Εκεί αφού αρχικά συναντήθηκε με τον Ιωάννη Κατακουζηνό, συμφώνησε να συνεργαστεί μαζί του και να τον βοηθήσει να καταλάβει τις παραλιακές περιοχές από την Πύλο μέχρι την Πάτρα.

 

Γρήγορα όμως διαφώνησαν. Ο Γοδεφρείδος αποχώρησε. Γνωρίζοντας ότι ο βασιλιάς της Θεσσαλονίκης Βονιφάτιος πολιορκούσε την Ακροκόρινθο, απευθύνθηκε σ᾽ αυτόν και τάχθηκε  στην υπηρεσία του.

 

Μετά την αποχώρηση του Βονιφάτιου, έμεινε κοντά στον Γουλιέλμο Σαμπλίτ, ο οποίος αναγνωρίζοντας τις ικανότητες του, τον διόρισε άρχοντα Καλαμάτας και του ανέθεσε, ως ειδική αποστολή, την πολιορκία του Ναυπλίου.

 

Ο νέος ηγεμόνας προσπάθησε να συνεχίσει το έργο του προκατόχου του και να αποκτήσει το γρηγορότερο την Πελοπόννησο και κυρίως να καταστρέψει το αρχοντάτο του Λέοντα Σγουρού, μη συγχωρώντας σε αυτόν την καταστροφή  που είχε προξενήσει στο στρατό του φίλου του Βονιφάτιου.

 

Ενώ αυτά προγραμμάτιζε και ετοίμαζε τις δυνάμεις του για την εναντίον του Σγουρού επίθεση, ένα μήνυμα από την Γαλλία ανέτρεψε τα πάντα. Ο άτεκνος αδελφός του Λουδοβίκος είχε πεθάνει και μόνος διάδοχος ήταν ο Γουλιέλμος. Τον καλούσαν λοιπόν να αναλάβει την ηγεμονία της Βουργουνδίας.

 

Με την συνοδεία δύο ιπποτών και δώδεκα υπαξιωματικών, αναχώρησε από το λιμάνι της Γλαρέντζας ( Κυλλήνη) το Μάϊο του 1209.

 

Την ηγεμονία της Πελοποννήσου ανάθεσε στον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο εκφράζοντας και πάλι την βαθειά του επιθυμία να καταλάβει τις πόλεις της Κορίνθου, του Άργους και του Ναυπλίου, κάτι που ο ίδιος δεν είχε κατορθώσει.

 

Πριν την ανάθεση των καθηκόντων του τοποτηρητή της ηγεμονίας στον Γοδεφρείδο, οι δύο άντρες υπέγραψαν συμφωνία που επισφραγίστηκε με όρκο, ότι αν μέσα σε ένα χρόνο δεν εμφανιστεί ο ίδιος ο Γουλιέλμος ή άλλος συγγενής του για να αναλάβει την ηγεμονία, τότε αυτή θα έμενε για πάντα στα χέρια του Γοδεφρείδου.

 

 

Γοδεφρείδος Βιλλαρδουΐνος και Ροβέρτος

 

 

 

 

Όταν ο Γουλιέλμος ανέλαβε την εξουσία της Βουργουνδίας και τις ευθύνες της Κομητείας, διαπίστωσε ότι ήταν αδύνατον να επιστρέψει στην Πελοπόννησο. Έστειλε λοιπόν αμέσως τον ανεψιό του Ροβέρτο να αναλάβει την ηγεμονία της περιοχής, σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας.

 

Ο Ροβέρτος αν και αναχώρησε έγκαιρα από την Βουργουνδία αντιμετώπισε πολλές χρονοβόρες δυσκολίες. Κακοκαιρία και τρικυμίες αλλά και διάφορα άλλα εμπόδια που προφανώς με δάκτυλο του Γοδεφρείδου του προέκυψαν, όπως η παραμονή του επί τουλάχιστον δύο μήνες στην Βενετία, τον καθυστέρησαν αρκετά.

 

Κατά μια άλλη εκδοχή, ο Γοδεφρείδος μετά από συνεννόηση με τους Ενετούς καθυστερούσε σκόπιμα την άφιξη του Ροβέρτου. Πέρα από τις καιρικές συνθήκες και την καθυστέρηση στην Βενετία, ο καπετάνιος του πλοίου, αντί να τον αποβιβάσει στη Γλαρέντζα, τον άφησε στην Κέρκυρα.

 

Παρ᾽ όλα αυτά, κατάφερε να φτάσει στην Γλαρέντζα και να αποβιβαστεί στον όρμο του Αγίου Ζαχαρία, λίγες μόλις ημέρες πριν την λήξη της διορίας.

 

Ο Βιλλαρδουΐνος μαθαίνοντας κρυφά από ανθρώπους του ότι τελικά έφτασε ο Ροβέρτος, και παριστάνοντας ότι δεν γνωρίζει την άφιξη, αναχωρεί από την Ανδραβίδα, πηγαίνει στην Καλαμάτα και στην συνέχεια στην Λακωνία, αποφεύγοντας την δυσάρεστη συνάντηση με τον Ροβέρτο.

 

Είχε αποφασίσει να μην αρνηθεί φανερά και καθαρά την παράδοση της ηγεμονίας αλλά να ακολουθήσει την τακτική της καθυστέρησης και κωλυσιεργίας  και επομένως την παραβίαση των χρονικών ορίων τα οποία προβλέπονταν στην συμφωνία.

 

Ο Ροβέρτος, αφού περιπλανήθηκε αρκετές ημέρες ακολουθώντας τον Βιλλαρδουΐνο, κατόρθωσε τελικά να τον συναντήσει στην Λακωνία λίγο μετά την εκπνοή της προθεσμίας.

 

Του ζήτησε  να  του  παραδώσει  την  ηγεμονία  έστω  κι αν  είχε  καθυστερήσει λίγες ημέρες.

Ο Βιλλαρδουΐνος αρνήθηκε κατηγορηματικά, θεωρώντας τον Ροβέρτο έκπτωτο λόγω παραβίασης των όρων της συμφωνίας.

 

Το συμβούλιο των Φράγκων ιπποτών και Φεουδαρχών της Πελοποννήσου, των οποίων την υποστήριξη ζήτησε ο Ροβέρτος, χωρίς καμία επιφύλαξη δικαίωσε τον Βιλλαρδουΐνο, τον οποίο χωρίς καθυστέρηση αναγνώρισαν οριστικά ως ηγεμόνα της Αχαΐας και μάλιστα έσπευσαν να τον στέψουν σύμφωνα με τους ιπποτικούς κανόνες.

 

Μετά από την δυσμενή αυτή εξέλιξη, ο Ροβέρτος επέστρεψε άπρακτος στη Βουργουνδία και ποτέ δεν ξανακούστηκε κάτι γι᾽αυτόν.

 

 

Ο μισέρ Τζεφρές

 

 

 

 

Η χωρίς ενδοιασμούς και καθυστερήσεις αναγνώριση του Γοδεφρείδου από τους υπόλοιπους άρχοντες και Φεουδάρχες της Πελοποννήσου, στηριζόταν κυρίως στα φιλικά αισθήματα και την συμπάθεια που ένοιωθαν προς το πρόσωπο του. Η συμπάθεια και η εκτίμηση όμως προς αυτόν δεν προερχόταν μόνο από τους Φράγκους αλλά και από πολλούς Έλληνες οι οποίοι αποφεύγοντας το κανονικό αλλά δύσκολο όνομά του, τον αποκαλούσαν μισέρ Τζεφρέ.

 

Αυτό γίνεται φανερό από επιστολή του Μητροπολίτη Μονεμβασιάς Δωρόθεου ο οποίος γράφει: « …ο μισέρ Τζεφρές ήτο καλός άνθρωπος και τον αγαπούσαν Ρωμαίοι και Φράγκοι δια τας χάριτας όπου είχε. Και έτσι εβουλεύτησαν οι άρχοντες, οι Ρωμαίοι και οι Φράγκοι, να κάμουν αφέντην του Μορέως τον μισέρ Τζεφρέν».

 

Την υποστήριξη των ιπποτών και αρχόντων ο Βιλλαρδουΐνος δεν την ξέχασε. Μόλις ανέλαβε και επίσημα την εξουσία, παραχώρησε σε αυτούς μεγάλες και εύφορες περιοχές του Πριγκιπάτου του, αναγνωρίζοντας την μεγάλη τους βοήθεια και συνδρομή.

 

Ήταν τόση η υπόληψη και η εμπιστοσύνη που έτρεφαν προς το πρόσωπό του οι Έλληνες ώστε έφθασαν στο σημείο, κυρίως οι κάτοικοι της Πελοποννήσου κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι από τους πολύχρονους πολέμους και τις λεηλασίες, να σκέπτονται την αυτόβουλη παράδοση τους.

 

Ακόμη και κάστρα και πόλεις που δεν είχαν παραδοθεί ούτε είχαν υποκύψει, προτείνουν την παράδοσή τους αρκεί αυτός να υποσχεθεί γραπτά και με όρκο ότι θα σεβαστεί τα έθιμα τους και την θρησκεία τους και ότι δεν θα αναγκάσει τους ίδιους ή τα παιδιά τους να γίνουν καθολικοί.

 

Ο Βιλλαρδουΐνος δέχτηκε αμέσως. Έδωσε το έγγραφο που του είχαν ζητήσει και ορκίστηκε για την τήρηση των υποσχέσεων του, γιατί αφενός δεν ήταν φανατικός Καθολικός ούτε ένοιωθε μίσος προς τους ανθρώπους που πίστευαν σε άλλες θρησκείες και δόγματα.

 

Αλλά ο πιο σημαντικός λόγος που τον οδήγησε στην υπογραφή αυτής της συμφωνίας ήταν τα εχθρικά αισθήματα που έτρεφε για τον Πάπα, ο οποίος πεισματικά αρνιόταν να τον αναγνωρίσει ως νόμιμο ηγεμόνα της Αχαΐας, θεωρώντας τον σφετεριστή της αρχής. 

 

 

 

 

Η κατασκοπευτική επιδρομή των Λομβαρδών και ο θάνατος του Λέοντος Σγουρού

 

 

 

Μετά την αποχώρηση του Βονιφάτιου, ο Λέων Σγουρός παρέμεινε ο αδιαμφισβήτητος ηγεμόνας των πόλεων Ναυπλίου, Άργους και Κορίνθου, υπερασπιζόμενος και των τριών κατά των επιθέσεων των Φράγκων, οι οποίες είχαν πυκνώσει και είχαν γίνει ιδιαίτερα απειλητικές μετά την ανάληψη της εξουσίας της Πελοποννήσου από τον Γοδεφρείδο Βιλλαρδουΐνο.

 

Εκτίμησε ότι θα ήταν πιο ασφαλής αν αποσυρόταν στο Ναύπλιο. Εξασφάλισε λοιπόν άφθονα τρόφιμα και άλλα εφόδια και οχυρώθηκε στο σίγουρο φρούριο του. Έτσι ένοιωθε έτοιμος να αντιμετωπίσει κάθε ενδεχόμενο.

 

Στο τέλος του 1208 ή στην αρχή του 1209, μερικοί Λομβαρδοί ιππείς κατάφεραν να φτάσουν κρυφά μέχρι την πύλη του Ναυπλίου, προφανώς για να κατασκοπεύσουν τις θέσεις και την δύναμη των υπερασπιστών της πόλης.

 

Οι Ναυπλιώτες φρουροί τους κατάλαβαν και  τμήμα της φρουράς με επί κεφαλής τον ίδιο τον Σγουρό τους καταδίωξαν. Η καταδίωξη ήταν άγρια και άτακτη. Οι Λομβαρδοί σκορπίστηκαν πανικόβλητοι στους αγρούς και στα χαντάκια.

 

Ο Σγουρός με την γνωστή του ορμή σε κάποια στιγμή χωρίστηκε από την υπόλοιπη φρουρά. Έφιππος, χτυπούσε τους τρομαγμένους Λομβαρδούς με μανία. Κάποιος Λομβαρδός κρυμμένος σε ένα χαντάκι τον αναγνώρισε. Συγχυσμένος και έντρομος χτυπάει με το δόρυ του  τον ανύποπτο άρχοντα στην κοιλιά. Εκείνος πέφτει. Ο άρχοντας Σγουρός είναι νεκρός.

 

Αργότερα, οι στρατιώτες που γύριζαν στην πόλη μετά την διάλυση των Λομβαρδών, βρήκαν τον άρχοντα τους. Τον μετέφεραν στο Ναύπλιο και τον έθαψαν με μεγαλοπρέπεια στο νάρθηκα του Μητροπολιτικού ναού. Η οδύνη και οι θρήνοι όλου του λαού και κυρίως της συζύγου του, ακουστήκανε  μέχρι τις πιο μακρινές βίγλες του φρουρίου.

 

 

 

Ο Θρύλος της αυτοκτονίας  

 

 

Στην εξιστόρηση ηρωϊκών κατορθωμάτων, που αναφέρονται σε σπουδαίους ανθρώπους, πρίγκιπες, άρχοντες και βασιλιάδες το λόγο παίρνει το τραγούδι ή το ποίημα. Σε όλα όμως χωράει και η φαντασία. Έτσι βλέπουμε καμιά φορά οι ήρωες να πεθαίνουν δύο φορές ή ενώ έχουν ήδη πεθάνει να υπερασπίζονται τα κάστρα τους και τις πριγκίπισσες τους.

 

Άλλες φορές ο λαός τους θέλει αθάνατους. Κοίτα τον Διγενή. Κάπως έτσι γεννώνται οι θρύλοι. Κάπως έτσι μπερδεύεται μέσα μας η ιστορία και ο θρύλος. Αυτό ταιριάζει και στον Λέοντα.

 

Τι τάχα θέλουμε; Εγώ πάντως προτιμώ να βλέπω την ιστορία μέσα από μια αέρινη μυστική αχλή. Να βλέπω στα κάστρα του Ναυπλίου, στις βίγλες του, στον θαλασσινό του πύργο, στην πύλη της ξηράς, τις λαμπερές σιδερένιες πανοπλίες, τα ψηλά λοφία στα κράνη και τα πολύχρωμα φλάμπουρα με τα οικόσημα του, στα χέρια των υπερασπιστών του.

 

Πεθαίνει ένας Σγουρός από σκουτάρι; Μπορεί να σκοτωθεί από ένα φοβισμένο στρατιώτη;    «…υπήρξε δε μακρά η ένοπλος κατά των Φράγκων δράσις του Λέοντος Σγουρού, ο οποίος απελπίσαι επί τέλους έφιππος κατερρίφθη από του απορρώγος Ακροκορίνθου, ίνα επί των κάτωθι αυτού βράχων κατασυντριβή εις άμορφον πτώμα».

 

Η έφιππη θρυλική του αυτοκτονία από τον Ακροκόρινθο. Ηρωϊκός στην απελπισία του.

 

Έτσι τα λέει  η Γιόνα Μικέ Παϊδούση-Παπαντωνίου επικαλούμενη τον ιστορικό Βέη στο ωραίο της βιβλίο « Η Ερμιονίδα ανά τους αιώνες».  

Τέλος, στο καλό βιβλίο του Θοδωρή Γκόνη «Μια πόλη στην Λογοτεχνία. Ναύπλιο» βρίσκουμε σ᾽ ένα κείμενο του Φώτη Κόντογλου, μια άλλη γραφή.

 

« Ήτανε κι αυτός ένας από μας τους ανθρώπους…».

 

 

                                                                                                 Αντώνιος Σιούτος

 

Υποσημείωση

 

 

* Κουγκέστα. Ο Συγγραφέας του βιβλίου είναι άγνωστος. Μάλλον ο πατέρας του ήταν Φράγκος και η μητέρα του Ελληνικής καταγωγής. Αφηγείται την ιστορία της κατάκτησης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους και αρχίζει από το 1104. Από θρησκευτικό φανατισμό, πολλές φορές στρέφεται κατά των Ελλήνων. Υπάρχουν δύο εκδόσεις. Στην Γαλλική και την Ελληνική σε στίχους δεκαπεντασύλλαβους. Από ένα στίχο προκύπτει ότι ο συγγραφέας κάποιες φορές απέδιδε τα κείμενά του προφορικά. « Ει μεν ηξεύρεις γράμματ συχν᾽αναγίνωσκέ τα ει δε και είσ᾽αγράμματος κάθου σιμά μου μάθε».

 

 

 

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  •  Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, Εν Αθήναις 1898.
  •  Θοδωρή Γκόνη, « Ναύπλιο – Μια Πόλη στη Λογοτεχνία», Εκδόσεις Μεταίχμιο, 2002.
  •  Vasiliev, «Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 324-1453», Εκδόσεις Μπεργάδη.
  •  Ηλία Λάσκαρη, «Βυζαντινοί Αυτοκράτορες», Τόμος β,  Έκδοση Ελεύθερος Τύπος, 1995.

 

   

Read Full Post »

Μορμόρηδες

 

 

 

Διάσημοι Ελληνοαλβανοί Στρατιώτες

 

 

 

Ονομαστοί Αναπλιώτες στρατιώτες ήσαν οι αδελφοί Μανόλης και Γεώργιος Μόρμορη. Είναι πολύ πιθανό να ανήκουν στην ίδια γενιά με τους λόγιους Μουρμούρηδες, που αναφέρονται από τον Παρανίκα» και που είχαν εγκατασταθεί στη Βενετία. Οι Μορμόρηδες, μετά την παράδοση του Αναπλιού, ακολούθησαν τους Βενετούς κατά την αποχώρηση τους και μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα, όπου εγκαταστάθηκαν μαζί με εξήντα τέσσερις στρατιωτικές οικογένειες (1541).

 

 Οι Βενετοί παραχώρησαν στους αρχηγούς των οικογενειών αυτών προνόμια πολλά. Οι στρατιώτες αυτοί κράτησαν τα προνόμια ως την κατάλυση της Βενετικής Δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα (1797). Αναφέρονται όμως αυθαιρεσίες τούτων των προνομιούχων σε βάρος των κατοίκων των νησιών του Ιόνιου.

 

Στην Κέρκυρα ο Μανόλης Μόρμορης ανάλαβε και πάλι στρατιωτικά καθήκοντα ως «γκουβερναδόρος» δηλαδή διοικητής της στρατιάς των Αναπλιωτών του νησιού. Και σημειώνουμε πως η αναφορά σε Αναπλιώτες στρατιώτες δεν προϋποθέτει μόνο αυτούς που είχαν γενέτειρα τ’ Ανάπλι. Όλοι οι στρατιώτες της Αργοναυπλίας αποκαλούνταν Αναπλιώτες και είναι αυτονόητο ότι σ’ αυτούς συγκαταλέγονταν και οι προερχόμενοι από την Ερμιονίδα – Θερμήσι, οι περίφημοι Θερμησιώτες στρατιώτες.

 

Λίγα χρόνια μετά την εγκατάσταση αυτή, ο Μανόλης Μόρμορης, για να προκαλέσει αντιπερισπασμό στην εκστρατεία των Τούρκων κατά της Κύπρου (1570), με την έγκριση και τη σύμπραξη του γενικού επίτροπου της Βενετίας στην Ανατολή Σεβαστιανού Βενιέρι, πο­λιόρκησε και κυρίεψε το Σοποτό στην περιοχή της Χιμάρας. Στην τολμηρή αυτή επιχείρηση δυο Αναπλιώτες στρατιώτες διακρίθηκαν ιδιαίτερα για τη γενναιότητα τους: ο Μανόλης Μπλέσης και ο Ιωάννης Μπαρμπάτης – Βαρβάτης, γιος του διοικητή της στρατιάς, πριν από τον Μόρμορη, Αυγουστίνου Βαρβάτη, που είχε ονομάσει Αναπλιτοχώρι και τον τόπο της εγκατάστασης των Αναπλιωτών στην Κέρκυρα.

 

Η επιτυχία του Σοποτού είχε ως αποτέλεσμα την εξέγερση των Χιμαριωτών και των Ηπειρωτών ενάντια στο σουλτάνο. Ο τουρκικός στόλος όμως με ναύαρχο τον Αλγερινό πειρατή και ηγεμόνα της χώρας του Ουλούτς Αλή στάλθηκε στον Αυλώνα μαζί με ισχυρό στρατιωτικό σώμα που είχε επικεφαλής του τον Κρητικό αρνησίθρησκο Χασάν Βάφο.

 

Σε μια πρώτη σύγκρουση ο Γεώργιος Μόρμορης, αδελφός του Μανόλη, ύστερα από ανελέητη σφαγή, ανάγκασε τους Τούρκους σε υποχώρηση. Μια δεύτερη προσπάθεια των τουρκικών δυνάμεων αναχαιτίστηκε από τον επίσης Αναπλιώτη Ελληνοαλβανό αρχηγό στρατιωτών Φίλιππο Προγονή και πάλι με μεγάλες απώλειες του εχθρού».

 

Ύστερα από τις απανωτές αυτές αποτυχίες των τουρκικών δυνάμεων, ο σουλτάνος έστειλε ενισχύσεις που πολιόρκησαν το Σοποτό. Οι κάτοικοι του μαζί με τους στρατιώτες των Μορμόρηδων αντιστάθηκαν πεισματικά, προξενώντας μεγάλη φθορά στους πολιορκη­τές, τελικά όμως αναγκάστηκαν να παραδοθούν, προδομένοι από την πείνα και από την έλ­λειψη πολεμοφοδίων. Ο Μανόλης Μόρμορης αιχμαλωτίστηκε από τον Ουλούτς Αλή. Μετά το θάνατο του τη διοίκηση της στρατιάς ανάλαβε ο αδελφός του Γεώργιος Μόρμορης, που λίγο πριν είχε κατασφάξει το στρατιωτικό σώμα του Βάφου.

 

Στους διαλεχτούς στρατιώτες αναφέρεται ακόμη ο Νικόλαος Μαμωνάς, που είχε δια­κριθεί, συμπράττοντας με τους Βενετούς, στην παράδοση της Κορώνης στον Andrea Doria (1532V«. Τόπος καταγωγής του δεν αναφέρεται, αλλά ίσως στους απογόνους του να συγκα­ταλέγεται και ο Μαμωνάς, που διακρίθηκε κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Αναπλιού (1715) και σκοτώθηκε κατά τη μεγάλη τουρκική έφοδο ενάντια στο κάστρο.

Μνημονεύουμε και πάλι εδώ τα ηρωικά τέκνα της αναπλιώτικης αρχοντικής γενιάς των Μπουζίκηδων, που το ένα σκοτώθηκε στην πρώτη πολιορκία του κάστρου (1500), άλλα δυο στη δεύτερη (1538), ενώ όσα επιζήσανε συνέχισαν τον αγώνα κάτω από τις βενετικές ση­μαίες»».

 

 

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.

 

Read Full Post »

Μπλέσης Μανόλης

 

 

 

Διάσημος ανάμεσα στους Ελληνοαλβανούς στρατιώτες προβάλλει ο Αναπλιώτης ευγενής Μανόλης Μπλέσης, που ανέβαζε την καταγωγή του στον άρχοντα Λέοντα Σγουρό. Ο Μπλέσης, εκτός από στρατιώτης, προβάλλει και ως ποιητής, η δε πολεμική δράση του σημειώνεται σε όλες σχεδόν τις μάχες ενάντια στους Τούρκους και σε εκστρατείες και επιδρομές που έγιναν στη Δυτική Ευρώπη.

Από τα 1560 πολέμησε στη Δαλματία στο πλευρό των Βενετών ενάντια στους Τούρ­κους. Στα 1570 πήρε μέρος στην άμυνα της Λευκωσίας της Κύπρου κατά την πολιορκία της από τα σουλτανικά στρατεύματα. Και στη συνέχεια με τέσσερις μόνο στρατιώτες έφτασε στις Παραδουνάβιες χώρες και διέσχισε την Αυστρία, τη Βαυαρία και την Πρωσία πάντοτε καβαλάρης και πολεμώντας. Κατά τα μέσα του ιστ’ αι. η πολεμική δόξα και τα κατορθώματα του είχαν πλατιά απήχηση και τα τραγούδια του, που τα μελοποιούσαν Φλαμανδοί και Ιταλοί μουσικοί, ακούγο­νταν στους δρόμους των ευρωπαϊκών χωρών και ιδιαίτερα στην Ιταλία.

Ο Μανόλης Μπλέσης τιμήθηκε με μεγάλους τίτλους από το Συμβούλιο των Δέκα για τις μεγάλες υπηρεσίες που πρόσφερε στη Γαληνότατη Δημοκρατία και για την προσωπική αξία του. Στα βενετικά αρχεία διαφυλάχτηκε το οικόσημο του θρυλικού στρατιώτη, που φάνταζε ως ένας νέος Ηρακλής. Μετά την επιστροφή του στη Βενετία έγραψε ποιήματα για την πολιορκία της Λευκω­σίας, ελεγεία για τους διαλεχτούς στρατιώτες που έχασε εκεί. Η έκδοση έγινε στα 1571.

Η φήμη του Μανόλη Μπλέση και τα κατορθώματα του έπλασαν θρύλους γύρω από την ηρωική μορφή του. Ένας από τους θρύλους αυτούς αφορούσε στην αγάπη μιας Κρανιδιώτισσας μάγισσας προς τον Μπλέση, που για χάρη του είχε γίνει αερικό και τον ακολουθούσε παντού, τον προστάτευε από τους κινδύνους και τον όπλιζε με υπεράνθρωπη δύναμη, ώστε να βγαίνει νικητής από τις πολεμικές περιπέτειες του. Και θέλοντας να δοκιμάσει την αφο­σίωση του, μεταμορφώθηκε σε δράκο και επανήλθε στην ανθρώπινη μορφή με ένα φίλημα του ήρωα, που τον αγκάλιασε και τον πήρε μαζί της στην αθανασία με εναέριο άρμα'».

  

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, Εν Αθήναις 1898.

 

Read Full Post »

Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας

 

Διάσημοι Ελληνοαλβανοί Στρατιώτες

 

Οίκος Μπούα

Οι Μπούα ήταν οικογένεια από την Ήπειρο, και συγκεκριμένα από το Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας, από την οποία αναδείχτηκαν αρκετοί σημαντικοί στρατιωτικοί. Συνδέθηκε με τον Οίκο Αγγέλων μέσω γάμου της Πριγκίπισσας Ευδοκίας, κόρης του Αλεξίου του Γ’, με τον Ηγεμόνα του Ναυπλίου Λέοντα Σγουρό, ο οποίος αποτελεί των αρχηγέτη του Οίκου των Μπούα.

Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας

 

Ο Μερκούριος Μπούας,  Νίκος Εγγονόπουλος 1953

Ο Μερκούριος Μπούας, Νίκος Εγγονόπουλος 1953

Ανάμεσα στους ξακουστούς στρατιώτες της Αργολίδας μερικοί από τους αρχηγούς των έγιναν ιδιαίτερα ονομαστοί για την ανδρεία τους και διαπρέψανε σε πολεμικά κατορθώματα.

 

Ένας από τους διαπρεπέστερους αυτούς στρατιώτες ήταν ο Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας, που είχε γεννηθεί στ’ Ανάπλι στα 1496. Ήταν εγγονός του δεσπότη του Αγγελόκαστρου της  Άρτας και των Γιαννίνων Μαυρίκιου Μπούα – Σγουρού (αρχές του ιε’ αι.), που ανέβαζε  την καταγωγή του στο βυζαντινό άρχοντα του Αναπλιού Λέοντα Σγουρό.

 

 

 

Ο Μπούας μεγάλωσε στ’ Ανάπλι, όπου και παντρεύτηκε κόρη της αρχοντικής επίσης οικογένειας των Μποχαλαίων, την Αικατερίνη·». Με τη συνθήκη της παράδοσης του Αναπλιού (1540) έφυγε στην Ευρώπη, όπου τα πρώτα χρόνια κατατάχτηκε στην υπηρεσία του βασιλιά της Γαλλίας Λουδοβίκου IB‘, ως αρχηγός επίκουρων στρατιωτών. Στο πλευρό των Γάλλων διακρίθηκε μαζί με τους στρατιώτες σε πολλές μάχες και ιδιαίτερα στην άλωση της Γένουας. Για τις πολεμικές αρετές του απονεμήθηκε από τον Γάλλο βασιλιά ο τίτλος του κόμη. Στη συνέχεια πέρασε στο βενετικό στρατό και ανέλαβε υπηρεσία στο Treviso, επικεφαλής της φρουράς του. Στο πλευρό των Βενετών συνέβαλε αποτελεσματικά στην κατάκτηση Παβίας (1527) και της Βερόνας, στις μάχες που διεξάγονταν ανάμεσα στη Βενετική Δημοκρατία και τον αυτοκράτορα της Αυστρίας Μαξιμιλιανό. Η πολεμική ικανότητα του αναγνωριστικέ από το δόγη και τη γερουσία και του απονεμήθηκαν εξαιρετικές τιμές.

 

Ο Μερκούρης Μπούας πέθανε στο Treviso μεταξύ 1527-1562 και ενταφιάστηκε στην Εκκλησία της Αγίας Μαρίας Maggiore. Προς τιμή του στήθηκε λαμπρό μνημείο μαρμάρινο 1562), έργο του γλύπτη Antonio Lombardi, όπου αργότερα χαράχτηκε τιμητική επιγραφή 1637) για την προσωπικότητα και το έργο του.  

Ο κόμης Μερκούρης – Μαυρίκης Μπούας διέθετε φιλοπολεμικό πνεύμα, στρατηγικό μυαλό και καρτερικότητα. Τα πολεμικά κατορθώματα του εξύμνησαν σύγχρονοι του ραψωδοί  της Ιταλίας και ο επίσης σύγχρονος του στρατιώτης Ζακυνθινός λόγιος Τζάνες Κορωναίος του αφιέρωσε μακροσκελέστατο ποίημα, τα «Ανδραγαθήματα Μερκουρίου Μπούα», που  το έγραψε στα 1519, όπου περιγράφει τα κατορθώματα του ως τα 1517 και αναφέρει τις τιμές που του απονεμήθηκαν. Τον παρουσιάζει ως Αχιλλέα και Μέγα Αλέξανδρο στην ανδρεία , ως Νέστορα στη γνώση και ως Πάρη στην ομορφιά. Ο Μερκούρης Μπούας χαρακτηρίζεται «Φιλοπόλεμος, καρτερόψυχος, στρατηγικός, υπέρτερος μεν πάντων των τότε μισθοφορούντων συμπατριωτών του, εφάμιλλος δε πολλών περιφανών της Ευρώπης στρατηγών επί τριάκοντα εν έτη (1496-1527) αδιαλείπτως πο­λέμων, πάντοτε έφερε την φρίκην και τον όλεθρον εις τας εχθρικάς φάλαγκας, κλινών την πλάστιγγα της νίκης υπέρ του φιλοξενούντος ηγεμόνος· κατά τας διαφόρους εις Φλανδρίαν, Βαυαρίαν, και προ πάντων την Ιταλίαν εκδρομάς του εκυρίευσε τεσσαράκοντα έξ εχθρικάς σημαίας· διάφοροι ηγεμόνες ανέδειξαν αυτόν ιππότην, είς βασιλεύς και εις αυτοκράτωρ τον ετίμησαν με τον τίτλο του κόμητος, η δε ενετική δημοκρατία με το αξίωμα του αρχιστρατήγου».  

Όσο για το αφιερωμένο στον Μπούα ποίημα αναφέρεται: «Εκτός της μεγάλης ιστορι­κής αξίας, μεγαλυτέραν έχει την φιλολογικήν η εποποιία του Κορωναίου. Είναι το πρώτον απ’ αρχής μέχρι τέλους γεγραμμένον εις καθαρούς ομοιοκατάληκτους στίχους νεοελληνικόν ποίημα, φέρον καθαρόν τον τύπον της πρωτοτυπίας, και επομένως του ελληνικού Παρνασ­σού γνήσιον τέκνον καθιστάμενον».

 

Ο Μπούας θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα, ο δε Κορωναίος «έλαβεν ειδήσεις λεπτομε­ρείς περί των διαφόρων μαχών, εν αις εκείνος διέπρεψε, και τα οικογενειακά του έγγραφα εξήτασεν, αλλά και εις Ελλάδα καταβάς εξηρεύνησεν επιτοπίως τα περί αυτού, ίνα καταδεί­ξει ότι ‘Ελλην και ουχί ξένος, ως τινές διϊσχυρίζοντο, ήτο ο Μπούας».

 

Το οικόσημο του Μερκούρη Μπούα, που σώθηκε στα αρχεία της Βενετίας, το απαρτί­ζουν οι σπουδαιότερες από τις πολεμικές σημαίες που είχε κατακτήσει.

 

Σύγχρονοι και συγγενείς του Μπούα στρατιώτες μνημονεύονται: Ο Λεκαμπούας (Αλέ­ξανδρος Μπούας), ο Αλέξης Μπούας, ο Μαρκαντώνιος Μπούας, ο Αντρέας Μπούας’.

 

Από τους Αναπλιώτες στρατιώτες αναφέρονται επίσης ο Κώστας Μπόχαλης και οι Θε-ράπης, Μπαρμπάτης και Φροσύνας. Όλοι ανήκαν σε αρχοντικές οικογένειες και είχαν τιμη­τικές διακρίσεις. Τιμητικά αναφέρεται ακόμη ο στρατιώτης του Μπούα Μαυρίκης Κόκλας»».

Σημειώνουμε ακόμη ότι από τη μεγάλη οικογένεια των Μπουζίκηδων, όπου αλλού ανα­φερόμαστε σε ηρωικά μέλη της, ο Γεώργιος Μπουζίκης έφτασε στο βαθμό του στρατηγού. Με το στρατηγό Μπουζίκη, τα προτερήματα του και τη θέση του στην αριστοκρατία της Βε­νετίας ασχολήθηκε ο λόγιος πρωτοπαπάς του.

 

 

 

Πηγές

 

  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  •  Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, Μουσείο Ελληνικής Παροικιακής Ιστορίας της Βενετίας.

 

 Επιμέλεια: Τσάγκος Αναστάσιος   

 

 

 

 

 

Υποσημείωση

 

Μπούγα ή Καλλιρρόη και Πέτρος Μπούας.

 

Μπουγαίος, Μπουγαίισα= οι κάτοικοι του χωριού Μπούγα,  όπως λεγόταν παλιά η Καλλιρρόη.

Απ’όσο έχω ψάξει υπάρχουν 2 εκδοχές για αυτή την ονομασία. Η 1η και πιο απλοϊκή είναι αυτή που μου έλεγε ο παππούς μου. Ότι τα παλιά χρόνια είχε πέσει μεγάλη ξηρασία στα χωριά μας και δεν υπήρχε νερό, ώσπου  κάποια μέρα ένας “γελαδάρης” παρατήρησε ότι στις οπλές των ποδιών των βοδιών του βρήκε λάσπη (άρα νερό) και ακολουθώντας την άλλη μέρα το κοπάδι του έφτασε σε μια πηγή στην τοποθεσία Μουντρά (τώρα πια έχει στερέψει)  και βρήκαν το πολυπόθητο νερό. Η οπλή του βοδιού λεγόταν “μπουγά”, και δεν ξέρω αν λέγεται ακόμη, ως εκ τούτου έβγαλαν και το όνομα του χωριού μου Μπούγα.

Η 2η εκδοχή είναι ιστορική και έχει ως εξής: την ονομασία Μπούγα την πήρε το χωριό μου από τον Πέτρο Μπούα της ξακουστής φάρας των Μπουαίων. Περί τα τέλητου 14ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στην περιοχή μας από τους Βυζαντινούς άρχοντες του Μοριά ( Εμ. Κατακουζηνός ) έποικοι από τη Βόρεια Ήπειρο, που ήταν χριστιανοί ορθόδοξοι και που παράλληλα με την Ελληνική μιλούσαν και την Αλβανική γλώσσα, οι γνωστοί Αρβανίτες. Σκοπός της εγκατάστασης τους ήταν να χρησιμοποιηθούν ως συνοριοφύλακες του Βυζαντινού Δέσποτα του Μυστρά, καθόσον στην απέναντι πλευρά της Νέδας, στην Ολυμπία, υπήρχαν οι Φράγκοι. Ένας από τους πρώτους οικισμούς που έκτισαν οι έποικοι εκείνοι ήταν το Λιόπεσι (Άνω Κούβελα), σε υψόμετρο 1000μ., ανατολικά της κορυφής του Κουβελαίικου Αη-Λιά. Το Λιόπεσι φαίνεται να ήταν η έδρα των αλβανόφωνων εποίκων, αφού εδώ είχε το ορμητήριό της η ξακουστή φάρα των Μπουαίων.
Οι Αρβανίτες έποικοι ήλθαν σε πολλές συγκρούσεις με τους Φράγκους και συνέβαλαν αποφασιστικά στην εκδίωξή τους από το Μοριά υπό τον αρχηγό τους Πέτρο Μπούα. Στην συνέχεια αμύνθηκαν με σθένος κατά των Τούρκων εισβολέων και όταν τελικά ο Μοριάς έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ (1461), τέθηκαν στην υπηρεσία των Βενετών, που τότε κατείχαν τα φρούρια Μεθώνης, Κορώνης, Μονεβασιάς και Ναυπλίου, με σκοπό να εξασφαλίσουν την βοήθειά τους για την εκδίωξη των Τούρκων. Το 1479 ο Θεόδ. Μπούας από το Κούβελα (Λιόπεσι) με τον Κροκ. Κλαδά από την Μάνη επαναστάτησαν κατά των Τούρκων, αλλά εγκαταλείφθηκαν από τους Βενετούς και η επανάσταση τους κατεστάλη το 1484.
Κατά το Βενετο-Τουρκικό πόλεμο του 1540 οι κάτοικοι της περιοχής πολέμησαν στο πλευρό των δυτικών συμμάχων. Μετά την πτώση των κάστρων και την αποχώρηση των Βενετών από τον Μοριά, οι περισσότεροι αρβανίτες στρατιώτες αναχώρησαν με τις οικογένειές τους για την Δύση και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Απουλίας (Κάτω Ιταλίας), ελπίζοντας σε σύντομο επαναπατρισμό τους.( Ιστορία Κ. Παπαρρηγόπουλου, Κ. Σαθά, Αθ. Γρηγοριάδη κ.α.). Τις πληροφορίες αυτές τις βρήκα από την ιστορία του Χωριού Κούβελα μιας και ο μπαμπάς μου από την πλευρά της μητέρας του κατάγεται από τη Νέδα.

Η φάρα των ΜΠΟΥΑ κατάγεται απο την Βόρεια Αλβανία.Η ονομασία της προέρχεται απο τον ποταμό Μπουγιάνα που σημαίνει,νερό. Βλέπε μπουγιέλο.Απόγονοι των Μπουαϊων υπήρξαν ονοματοδότες φαρών όπως Σπαταίοι, Γριβαίοι, Μερκουραίοι, Λιοσαίοι, Μουρικαίοι και άλλοι. Βλέπε Αρβανίτες και η καταγωγή των Ελλήνων, Α.ΚΟΛΛΙΑΣ. Βλέπε, Αρβανίτες, Οι Δωριείς του νεώτερου Ελληνισμού, Κ.ΜΠΙΡΗΣ. Πληθωρα Βενετικών αρχείων είναι διαφωτιστικά. ΑΥΤΑ και μόνον περιεκτικά. Σημαντικά μέλη του Οίκου Μπούα ήταν ο Μερκούριος Μπούα ο οποίος τιμήθηκε από τον Γερμανό Αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό και τον Βασιλέα της Γαλλίας Λουδοβίκο τον ΙΒ’ το 1524 με τον τίτλο του Κόμη της Σουαβίας και αργότερα του Πρίγκηπα του Λίχτενμπεργκ (τίτλους που φέρουν έκτοτε οι απόγονοι του Οίκου) για τις υπηρεσίες που προσέφερε. Επίσης, ο Ιωάννης Μπούας και ο Σγουρός Μπούας Δεσπότες Ηγεμόνες του Αγγελοκάστρου, ο Ιωάννης Μπούας και ο Μαυρίκιος Μπούας Δεσπότες του Δεσποτάτου της Άρτας, ο Θωμάς Μπούας που διετέλεσε Διοικητής του Ιππικού του Βασιλέως της Μ. Βρετανίας Ερρίκου Η΄, ο Πέτρος Μπούας που έδρασε στην Ιταλική Χερσόνησο και ο Θεόδωρος Μπούα μαζί με τον Ακροκόνδυλο Κλαδάπου έδρασαν στον Ελληνικό και Βαλκανικό χώρο και Ιταλικό χώρο . Ήταν οι μόνοι που αντισταθήκαν στους κατακτητές στον ελληνικό χώρο και ειδικά στην Πελοπόννησο, στη Θεσπρωτία και στον ευρύτερο γεωγραφικά χώρο της Ηπείρου τον 14ον αιώνα. Από τους Μπούα ξεκίνησε στην Δυτική Ευρώπη η δράση των Ελλήνων μισθοφόρων (Stratioti όπως τους ονόμαζαν) αλλά και στον ελληνικό χώρο η δράση των Αρματωλών και Κλεφτών, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Συνέχεια του Οίκου αποτελεί ο Οίκος Στύλου που συνέχισε την στρατιωτική παράδοση του Οίκου Αγγέλων και Μπούα στην σύγχρονη Ελλάδα. Οι Μπούα ήταν οικογένεια από την Ήπειρο, και συγκεκριμένα από το Αγγελόκαστρο Αιτωλοακαρνανίας, από την οποία αναδείχτηκαν αρκετοί σημαντικοί στρατιωτικοί. Συνδέθηκε με τον Οίκο Αγγέλων μέσω γάμου της Πριγκίπισσας Ευδοκίας, κόρης του Αλεξίου του Γ’, με τον Ηγεμόνα του Ναυπλίου Λέοντα Σγουρό, ο οποίος αποτελεί των αρχηγέτη του Οίκου των Μπούα.  Το χωριό (Καλλιρρόη)ονομαζόταν αρχικά Μπούγα. Χτίστηκε 8 αιώνες πριν και το πρώτο σπίτι είχε σκεπή από πλάκες και κορμούς ασφάκας (δένδρο με στριφτό ξύλο που δεν σπάζει). Το 1928, με το διάταγμα υπ’αρ. Α 156/28 μετονομάστηκε σε Καλλιρόη, κατά μία εκδοχή από την καλή ροή του λαδιού της  και του νερού της και κατά μία άλλη από την πηγή του χωριού Μουντρά που είχε καλή ροή. Με το όνομα Καλλιρόη άλλωστε, υπήρχε και πηγή της περιοχής στην αρχαιότητα. Από ανασκαφές το 1929, προκύπτει ότι οι Σπαρτιάτες είχαν εδώ φυλάκιο για να φορολογούν τους διερχόμενους, διότι ήταν διάβαση από την Ανατολική στην Δυτική Πελοπόννησο. Γι’ αυτό και οι Τούρκοι είχαν εκεί φρουρά και στρατό. Φαίνεται ότι η σημερινή Καλλιρόη βρίσκεται εκεί που άλλοτε υπήρχε η προέκταση της αρχαίας πόλης Ανδανίας (2600-2200 π.Χ.) (πηγή site Δήμου Μελιγαλά http://www.meligala.gr)

Δήμητρα Γιαννοπούλου

(Kopanaki News)

 

 

 

 

cf83ceb7cebcceb1-word-press1

 

Read Full Post »