Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Ο Οικισμός Γκέρμπεσι – Μιδέα της Αργολίδας | Δημιουργία-Ονομασία-Εξέλιξη


 

Κομβικό σημείο για την παρακολούθηση της ίδρυσης, της ονομασίας και της διαδρομής μέσα στο χρόνο του οικισμού Γκέρμπεσι-Μιδέα [1] της Αργολίδας είναι η δεύτερη Βενετοκρατία του Ναυπλίου (1686-1715), αφού σε επίσημο κείμενο της Βενετικής πολιτείας της περιόδου αυτής αναφέρεται για πρώτη φορά, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, το τοπωνύμιο «Γκέρμπεσι» ως όνομα ζευγολατείου [2].

Με βάση όμως ιστορικά στοιχεία, θεωρώ ότι ο οικισμός Γκέρμπεσι είχε ιδρυθεί από αρβανίτες εποίκους κατά την περίοδο της πρώτης Ενετοκρατίας του Ναυπλίου (1389-1540) στο διάστημα 1406-1457.

Είναι λοιπόν απαραίτητη, για την κατανόηση των γεγονότων που θα εκθέσω παρακάτω, η παράθεση ενός σύντομου ιστορικού περιγράμματος της περιοχής του Ναυπλίου και γενικότερα της Πελοποννήσου, κατά τους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και μετέπειτα, γιατί πιστεύω, ότι η ίδρυση του οικισμού πρέπει να έγινε μετά τη μεγάλη μετανάστευση των Αλβανών στην Πελοπόννησο (1405/6) και πριν την κατάκτηση ολόκληρης της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (1457), πλην των βενετικών κτήσεων, όπως θα ιδούμε παρακάτω. Διευκρινίζω ότι οι πρώτοι κάτοικοι του οικισμού Γκέρμπεσι πολύ ενωρίς υποχρεώθηκαν να τον εγκαταλείψουν, αλλά διατηρήθηκε το τοπωνύμιο, ενώ οι σημερινοί κάτοικοί του δεν έχουν καμία απολύτως γενεαλογική συνέχεια με εκείνους. Οπωσδήποτε όμως υπάρχει εθνολογική συνέχεια, αφού και οι νέοι οικιστές, που κατά μεγάλη πιθανότητα εγκαταστάθηκαν εκεί γύρω στο 1800, έχουν την ίδια με τους παλαιούς εθνολογική και φυλετική προέλευση, είναι δηλαδή αλβανογενείς Έλληνες.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886.

 

Οι Φράγκοι σταυροφόροι [3] κατάκτησαν την Κωνσταντινούπολη και κατάλυσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το έτος 1204, εγκαθιδρύοντας τη Λατινική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας με αυτοκράτορα τον Μπάλντουιν, κόμητα της Φλάνδρας. Η κυριαρχία των Φράγκων στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης κράτησε 60 περίπου χρόνια, από το 1204 μέχρις στις 27 Ιουλίου 1261 [4], που ανακτήθηκε από τις δυνάμεις της αυτοκρατορίας της Νίκαιας και ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Παλαιολόγος μετέφερε τον θρόνο και την Πατριαρχία στην Κωνσταντινούπολη. Την ίδια χρονιά (1204) οι Φράγκοι κατάκτησαν την ηπειρωτική Ελλάδα και το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου και στη συνέχεια κατάκτησαν κατά σειρά τον Ακροκόρινθο το 1209, το Άργος το 1210, το Ναύπλιο το 1212 και τη Μονεμβασιά το 1248.

Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, η οποία είχε τον έλεγχο της ναυτιλίας και του εμπορίου στην ανατολική μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο, είχε συμβάλει αποφασιστικά με τις ναυτικές της δυνάμεις στην κατάκτηση της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους. Κατά τη διανομή των εδαφών της αυτοκρατορίας, που επακολούθησε την άλωση, η Βενετία βάσει της συνθήκης Διανομής των Εδαφών της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας (Partitio Terrarum imperii Romaniae), που υπογράφτηκε μεταξύ των νικητών, έλαβε τα τρία όγδοα της αυτοκρατορίας και τα τρία όγδοα της Βασιλεύουσας. Κατέλαβε επίσης παράκτιες στρατηγικές θέσεις στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια και αλλού, όπως τη Μεθώνη και την Κορώνη (1206), που αποτέλεσε τον κύριο σταθμό ανεφοδιασμού των πλοίων της, το Ναύπλιο (1389), την Μονεμβασιά (1464) κ.λ.π. Στις στρατηγικές αυτές θέσεις εγκατέστησε φρουρές και αργότερα τις οχύρωσε, προκειμένου έτσι να  εξουσιάζει την ευρύτερη περιοχή τους και  να διατηρεί ελεύθερους και ασφαλείς τους ναυτικούς δρόμους προς την ανατολή και τη Μαύρη θάλασσα, κυρίως όμως για να δημιουργήσει στα σημεία αυτά εμπορικούς σταθμούς, που διευκόλυναν τη διεξαγωγή και την ανάπτυξη του εμπορίου της.

 

Πρώτη Βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1389-1540)

  

Το Ναύπλιο με τη φυσική του οχύρωση και το σπουδαίο λιμάνι βρισκόταν από το 1212 κάτω από την κυριαρχία των Φράγκων αυθεντών και από το 1377 της  κυριάρχου Μαρίας των Ανδεγαυών (d’ Εngien), της οποίας η «αυθεντία» μετά τον θάνατο του συζύγου της Ενετού ευπατρίδη Πέτρου Κορνάρου άρχισε να απειλείται από τον Φλωρεντινό Νέριο Ακκιαγιόλη (Acciajioli) και τους γαμπρούς του αλλά και από τον σουλτάνο των Οθωμανών. Η Βενετική Δημοκρατία έπειτα από μια σειρά ραδιουργιών έκρινε κατάλληλη την ευκαιρία και το 1388 αγόρασε το Ναύπλιο με την ευρύτερη περιοχή του και το Άργος από την ανωτέρω τελευταία κυρίαρχο των Φράγκων αυθεντών του Ναυπλίου, Άργους και Κιβερίου, Μαρία των Ανδεγαυών [5]. Οι Ενετοί μπήκαν εξουσιαστές στο Ναύπλιο στις 26 Ιανουαρίου 1389, ενώ το 1394 απόκτησαν με ανταλλαγή από τον Θεόδωρο Παλαιολόγο, Δεσπότη του Μυστρά και των Καλαβρύτων, το Άργος και το Θερμίσι [6], που εκείνος είχε καταλάβει το 1388 εκμεταλλευόμενος την αδυναμία της κυριάρχου Μαρίας των Ανδεγαυών να προστατεύσει τις κτήσεις της.

Εν τω μεταξύ το έτος 1453 ο σουλτάνος των Τούρκων Μωάμεθ ο Β΄ κατάκτησε την Κωνσταντινούπολη και κατάλυσε οριστικά τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, που είχε ανασυσταθεί το 1261 από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1259-1282). Οι Τούρκοι, οι οποίοι άρχισαν την κατάκτηση της Πελοποννήσου το 1458 και την ολοκλήρωσαν το 1460, αναγνώρισαν κατά την πρώτη πενταετία της κυριαρχίας τους τις Βενετικές κτήσεις  στην Πελοπόννησο. Το 1463, όμως, κατά τη συνήθειά τους, κήρυξαν τον πόλεμο κατά των Βενετών διεκδικώντας τις Βενετικές κτήσεις στην Πελοπόννησο και αλλού. Ο πόλεμος έληξε το 1479 με συνθήκη ειρήνης, σύμφωνα με την οποία ο σουλτάνος αναγνώρισε τις κτήσεις των Ενετών στην Αλβανία, Δαλματία και Πελοπόννησο, έναντι όμως βαρύτατων ανταλλαγμάτων [7]. Αμέσως μετά τη συμφωνία οι Τούρκοι αμφισβήτησαν τα εδαφικά όρια της Βενετικής κτήσης της περιοχής του Ναυπλίου, τα οποία καθορίστηκαν το 1480 από επιτόπια διαβούλευση και συμφωνία μεταξύ των αντιπροσώπων των δύο κρατών, ήτοι του Ιωάννη Δαρείου, αποκρισιάρη [8] της Ενετικής Πολιτείας και του Σινάν Μπέη, εμίνη [9] του Μωάμεθ, οι οποίοι έφθασαν στο Ναύπλιο με την ίδια galia [10] στις 12 Αυγούστου 1480 [11].

Από την έκθεση του Βενετού κυβερνήτη του Ναυπλίου Μπαρτολομέο Μίνιο (Bartolomeo Minio provveditor e capitanio a Napoli di Romania) προς τον Δόγη της Βενετίας με ημερομηνία 5 Σεπτεμβρίου 1480 [12], με θέμα τη συμφωνία καθορισμού των αμφισβητούμενων εδαφικών ορίων της Βενετικής κατάκτησης της περιοχής του Ναυπλίου και των αντίστοιχων  όμορων κατακτήσεων των Τούρκων, επιλέγουμε και μεταφέρουμε τα εξής:

«… Επί τέλους αποφασίστηκε ότι οι δικοί τους και οι δικοί μας να πάνε μαζί και από συμφώνου να δείξουν τα σύνορα και εμείς, και τα δύο μέρη να πάμε πίσω τους, και όπου αυτοί μας έδειχναν  να έμπαιναν τα σύνορα. Και έτσι εκάναμε και ο γραμματέας ο δικός μας και ο γραμματέας του Flamburar [13] έβαλαν τα σύνορα από συμφώνου με δύο χέρια (και οι δύο μαζί). Άρχισαν από τον Λευκό Πύργο [14] της παραλίας, περνώντας το ποταμάκι (τη Γλυκειά), που είναι δικό μας, διασχίσαμε την πεδιάδα (και) φτάσαμε τέλος σ’ ένα τόπο λεγόμενο Αητός, σε απόσταση από το Άργος σχεδόν ένα μίλι, και από το Ναύπλιο σχεδόν τέσσερα μίλια, κατόπιν από εκεί επήγαμε προς τα βουνά κατά το βοριά και καταλήξαμε σ’ ένα πηγάδι καλούμενο «το πηγάδι του Λαθουρά [15] … Από εκεί έπρεπε να γυρίσουμε κατ’ ευθείαν προς τα βουνά προς ανατολάς, για να περιλάβουμε και περικλείσουμε το σύνορο και την περιοχή του Ναυπλίου, από την πλευρά των Τούρκων σ’ αυτό υπήρξε ζωηρή αντίρρηση.

Έλεγαν ότι προς αυτή την πλευρά ήσαν πολλά χωριά κατοίκων της Αλβανίας, τα οποία χωριά έλεγε ότι ανήκαν στον Κύριό τους, και τα είχε παραχωρήσει σε τιμαριούχους του, και ότι αυτοί εισέπρατταν τη δεκάτη από τους Αλβανούς που κατοικούσαν  εκεί. Εμείς τους απαντήσαμε γι’ αυτά τα χωριά ότι βρίσκονται σ’ αυτό τον τόπο από τα παλιά χρόνια και ανήκουν στην αυθεντία Σας, και ότι από τους διοικητές αυτού του τόπου είχαν παραχωρηθεί στους Αλβανούς να κατοικήσουν σ’ αυτά, πληρώνοντας το γεώμορο σ’ αυτό το Ταμείο (του Ναυπλίου), για τη νομή του εδάφους όπως φαίνεται από τα βιβλία αυτής της Γραμματείας. Είναι αλήθεια ότι όταν ο Κύριος Τούρκος εισέβαλε σ’ αυτό τον Μωριά με το στρατό του, οι Αλβανοί από τρόμο περιορίστηκαν σ’ αυτό τον τόπο (το Ναύπλιο), και κατόπιν επέστρεψαν στα ρηθέντα χωριά, και διότι δεν τους κακομεταχειρίστηκαν οι Τούρκοι, επειδή ήσαν υπήκοοί τους, συμφώνησαν, πέραν του γεώμορου που πλήρωναν σ’ αυτή την Κυβέρνηση (τη Βενετική), (και) πλήρωναν και τη δεκάτη στους Τούρκους. Και γι’ αυτή την τέτοια πληρωμή ήθελαν να καταλάβουν τη γη που ανήκει στην Αυθεντία Σας. Και πάνω σ’ αυτό έγιναν πολλές αντιρρήσεις, αυτοί οι Τούρκοι με κανένα τρόπο δεν θέλανε να δεχθούν να κοιτάξουν κανένα έγγραφο, ούτε ν’ ακούσουν τους μάρτυρές μας. Αλλά επιμένοντας στην εσφαλμένη γνώμη τους, έλεγαν ότι αυτά τα χωριά ανήκαν στον Κύριό τους, και ήθελαν να διαφυλάξουν ένα μέρος αυτής της πεδιάδας σ’ αυτό το σημείο προς χρήση εκείνων που τώρα κατοικούσαν αυτά τα χωριά που τώρα ήσαν άδεια. Και εμείς από το άλλο μέρος παραμέναμε σταθεροί στις απόψεις μας.

Τελικά είπαν αυτοί ότι θα είναι σύμφωνοι να πάρουν  κάποιο μικρό μέρος, με τρόπο που να γίνει μικρή ζημιά. Και πηγαίνοντας αυτοί από το κάτω μέρος, και εμείς από επάνω από τη δική μας περιοχή κάναμε ένα σχέδιο από το προαναφερθέν πηγάδι του Λαθουρά, και πιάνοντας (καταλαμβάνοντας) μέρος από την πεδιάδα εφτάσαμε τέλος μέχρι το Δρέπανο στην παραλία, αποκλείοντας το δρόμο που πηγαίνει στα προαναφερθέντα φρούρια του Θερμησίου και του Καστρίου και εξαιρώντας ένα τόπο ονομαζόμενο Κάντια και Ίρι, που είναι ο καλλίτερος τόπος που έχει το Ναύπλιο για βοσκή και για σπορά. Επίσης ένα μοναστήρι ονομαστό του αγίου Θεοδοσίου [16] στο οποίο όλος αυτός ο τόπος τρέφει μεγάλη ευλάβεια γιατί είναι Άγιος Θαυματουργός, έβγαλαν έξω από τα σύνορα του Ναυπλίου. Στο οποίο σχέδιο, καμωμένο απ’ αυτούς εμείς δεν θελήσαμε να συμφωνήσουμε, ιδίως για το Ιρι και την Κάντια, που από τα παλιά χρόνια ήσαν και ανήκουν στην περιοχή και δικαιοδοσία του Ναυπλίου.

Αντίθετα αυτοί έλεγαν ότι ανήκε στον κύριό τους…. στο τέλος τους είπαμε ότι ο καθορισμός των συνόρων της πεδιάδας παρέμενε σταθερός μέχρι το Πηγάδι του Λαθουρά και ότι οι διαφορές γι’ αυτούς τους τόπους του Ιρίου και των χωριών παρέμεναν υπό συζήτηση. … Ο εκ των ακολούθων κύριος Zam Dario, ο οποίος έμενε στο σπίτι του πασά με τον Synabei μου έστειλε ένα έγγραφο που του είχε δώσει ο Synabei (διαπραγματευτής των Τούρκων), που έλεγε ότι συμφωνούσε να περιληφθεί  μέσα στα σύνορά μας η εκκλησία του Αγίου Θεοδοσίου και όπου αυτός είχε καθορίσει το σύνορο μέχρι και την παραλία του Δρεπάνου, και μετακινούσε το δρόμο για να πάει στο Ιρι και στα προαναφερθέντα φρούρια, … Το πρωί λοιπόν καβάλησα (το άλογό μου) και πήγα στο σπίτι του πασά, όπου συγκεντρωμένοι μαζί μ΄αυτόν και τον Synabei με τους κατήδες καταλήξαμε ότι τα  σύνορα πρέπει να είναι έτσι όπως τα ζητήσαμε. Και έτσι κάναμε δύο επιστολές στα  ελληνικά, μία με το χέρι του γραμματέα μας, και την άλλη με το χέρι του γραφέα του  Πασά για τον καθορισμό των συνόρων από τον Λευκό Πύργο στην Παραλία όπου αρχίσαμε μέχρι την κοιλάδα καλούμενη Κλεισούρα στην κεφαλή του συνόρου του Δρεπάνου στο οποίο έγγραφο το καμωμένο από τον γραφέα του υπόγραψαν (αναβλήθηκε η συμφωνία για το Ιρι και την Κάντια) …. Και όλοι μας αστοί και λαός όπως και στρατιώτες έμειναν ευχαριστημένοι και ικανοποιημένοι επειδή απέκτησαν  χωράφια, βοσκοτόπια και αρκετό νερό, τόσο για τους χωρικούς όσο και για τους στρατιώτες και τους άλλους Αλβανούς. Και κυρίως οι στρατιώτες θα έχουν κάθε άνεση και ελευθερία να σπείρουν και (να) βοσκήσουν τα άλογά τους και άλλα ζώα. … Τη 5 Σεπτεμβρίου 1480 ».

Η διακρατική αυτή συμφωνία επικυρώθηκε από τα ενδιαφερόμενα μέρη με επίσημες διακοινώσεις τους. Στην τελευταία διακοίνωση του σουλτάνου Μωάμεθ του Β΄ από Απριλίου 1481 περιλαμβάνεται η εξής περικοπή σχετικά με το Ναύπλιο «…έτι δε περί του Ναυπλίου και Άργους και περί των μεθορίων αυτών ορίζει η βασιλεία μου, ότι καθώς οι ειρημένοι διεχώρισαν αυτά, ίνα ώσι βέβαια και αμετάτρεπτα…»[17].

Στην ανωτέρω συμφωνία καθορισμού των εδαφικών ορίων μεταξύ των  Τουρκικών και των Ενετικών κατακτήσεων περιέχονται πολλές και ενδιαφέρουσες πληροφορίες, σχετικά με τους οικισμούς Αλβανών, που είχαν δημιουργηθεί στο ανατολικό τμήμα της Αργολικής πεδιάδας.  Δεν αναφέρονται οι ονομασίες των χωριών αυτών ούτε και οι ιδιαίτερες θέσεις τους, αναμφίβολα όμως πρόκειται για τα αρβανιτοχώρια  του δήμου Μιδέας, που δημιουργήθηκαν στις δυτικές ημιορεινές υπώρειες του όρους Αραχναίο [18]. Τα χωριά αυτά υπάρχουν και σήμερα και είναι γνωστά και με τα παλαιά τους ονόματα.

Κατά την άποψη των Τούρκων τα χωριά αυτά ανήκαν στον Σουλτάνο, που τα είχε παραχωρήσει σε τιμαριούχους του και εκείνοι εισέπρατταν από τους Αλβανούς τη δεκάτη για την παραχώρηση της χρήσης της γης. Δεν διευκρινίζεται εάν αυτά τα χωριά υπήρχαν κατά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τον Σουλτάνο (1457-1460) ή εάν αυτά δημιουργήθηκαν μετά την Τουρκική κατάληψη της Πελοποννήσου.

Κατά την άποψη των Ενετών τα χωριά αυτά «βρίσκονται σ’ αυτόν τον τόπο από τα παλιά τα χρόνια», ανήκουν στην Ενετική Δημοκρατία και το έδαφος παραχωρήθηκε από τους Ενετούς διοικητές  στους Αλβανούς εποίκους για να κατοικήσουν έναντι πληρωμής τιμήματος (γεωμόρου) για την χρήση του εδάφους.  Τα χωριά, δηλαδή, αυτά δημιουργήθηκαν από Αλβανούς πριν από την Τουρκική κατάκτηση της Πελοποννήσου σε εδάφη που τους παραχώρησαν οι Ενετοί διοικητές της περιοχής και για τη χρήση των εδαφών πλήρωναν το γεώμορο.

Η μεγάλη μετανάστευση των Αλβανών στην Πελοπόννησο έγινε κατά τα έτη 1405/1406, όταν δέκα χιλιάδες Αλβανοί με τις οικογένειές τους και τα ποίμνιά τους εμφανίστηκαν στον Ισθμό της Κορίνθου και ζήτησαν την άδεια από τον Δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρο Παλαιολόγο να εγκατασταθούν στην περιοχή του. Ο Θεόδωρος Παλαιολόγος, προκειμένου να ενισχύσει την πυκνότητα του πληθυσμού του Δεσποτάτου, που είχε αραιώσει επικίνδυνα από τις συνεχείς πολεμικές δράσεις και τις επιδημίες χολέρας, επέτρεψε της εγκατάσταση των Αλβανών στην Πελοπόννησο [19]. Έτσι, ο Δεσπότης Θεόδωρος από τη μια θα αύξανε τις καλλιεργούμενες εκτάσεις γης και συνεπώς και τις καλλιεργητικές αποδόσεις και από την άλλη θα διευκόλυνε την εξεύρεση μισθοφορικών στρατευμάτων.

Ένα δεύτερο μεταναστευτικό κύμα επισημαίνεται το 1418, ενώ δεν αποκλείονται «σποραδικές διεισδύσεις»  από την περιοχή της Πάτρας [20]. Επίσης πριν από τη μεγάλη μετανάστευση επισημαίνεται παρουσία Αλβανών στην περιοχή της Βελιγοστής [21] κατά την περίοδο της Δεσποτείας του Μανουήλ Καντακουζηνού (1348-1380) [22]. Οι Αλβανοί έποικοι της Πελοποννήσου διασκορπίστηκαν σ’ όλες σχεδόν τις περιοχές της μεταξύ των οποίων και στην Αργολίδα, από όπου πέρασαν και στα νησιά Ύδρα [23] και Σπέτσες.

«Οι Αλβανοί», γράφει ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «διείσδυσαν σ’ ολόκληρο τον πελοποννησιακό χώρο  ως πεπειραμένοι βοσκοί που γνώριζαν να επιλέγουν τους κατάλληλους χώρους για κτηνοτροφικό κατάλυμα. Αφήνοντας πίσω τους εύφορες εκτάσεις, κάποτε μάλιστα τις πιο κατάλληλες για αποδοτικές καλλιέργειες, διάλεξαν τα σημεία εγκατάστασής τους με το μάτι του κτηνοτρόφου που αναζητά τα καλλίτερα βοσκοτόπια για τα κοπάδια του και τις ασφαλέστερες συνθήκες για το νοικοκυριό τους». Αναφερόμενος ο ίδιος στον τρόπο δημιουργίας και ονοματοδοσίας των χωριών επίσης γράφει, «Το μικρό μέγεθος των χωριών, αλλά και τα ονόματά τους, μαρτυρούν τον τρόπο και κάποτε και το χρόνο της δημιουργίας τους. Από τα 148 Αλβανικά χωριά, μόνο τα 36 (2 με απροσδιόριστο όνομα) έχουν ονόματα ελληνικά, τοπωνύμια ποικίλης προέλευσης, προγενέστερα προφανώς της αλβανικής μετανάστευσης, ενώ τα υπόλοιπα 112, δηλαδή το 76%, είτε φέρουν το όνομα της φάρας, όταν όλες οι οικογένειες του χωριού έχουν το ίδιο όνομα, είτε το όνομα της πιο σημαντικής οικογένειας, όταν πολλές οικογένειες με διαφορετικά ονόματα συγκατοικούν στο χωριό»[24].

Μετά τις παραπάνω γενικές πληροφορίες για την Αλβανική μετανάστευση και την εγκατάστασή τους στην Πελοπόννησο επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας στους Αλβανούς έποικους της ευρύτερης περιοχής του Ναυπλίου. Κατ’ αρχάς πιστεύω πως τους Αλβανούς έποικους του ανατολικού τμήματος της αργολικής πεδιάδας τους εγκατέστησαν οι Βενετοί κατά την πρώτη Βενετική κατάκτηση και όχι αργότερα  οι Τούρκοι. Στηρίζω την άποψή μου στο γεγονός ότι οι Βενετοί κατά τον χρόνο που έγινε η ιστορούμενη ρύθμιση των εδαφικών ορίων των εκατέρωθεν κτήσεων (1480) κατείχαν την περιοχή από 90 χρόνια πριν και προφανώς είχαν οργανώσει την οικονομική εκμετάλλευση και προστασία του χώρου αποτελεσματικά χρησιμοποιώντας και τους Αλβανούς τόσο για την καλλιέργεια της εγκαταλειμμένης γης όσο και για την προστασία της. Είναι άλλωστε ομολογημένη η φροντίδα των Βενετών για την άντληση εσόδων από τις κτήσεις τους μέσω της ανάπτυξης, σε αντίθεση με τους Τούρκους, οι οποίοι κατείχαν το υπόλοιπο της Πελοποννήσου και είναι γνωστή η ραθυμία τους και η έλλειψη ενδιαφέροντος για την οικονομική απόδοση των παραχωρήσεων (τιμαρίων).

Η πολιτική εποικισμού της περιοχής του Ναυπλίου από την πλευρά των Βενετών δεν ήταν βέβαια αποτέλεσμα του ενδιαφέροντος για πρόνοια και περίθαλψη των προσφύγων, αλλά ζήτημα πολιτικού και οικονομικού υπολογισμού, αφού με την πύκνωση του πληθυσμού θα έλυναν αφενός το πρόβλημα της καλλιέργειας των μη καλλιεργούμενων εδαφών – με αποτέλεσμα την αύξηση των εσόδων του δημόσιου ταμείου – και αφετέρου θα εξυπηρετούνταν ως προς την εξεύρεση στρατιωτών για την προστασία όχι μόνο των κτήσεών τους στην Ελλάδα αλλά και για την διεξαγωγή των πολεμικών δραστηριοτήτων τους σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, απαραίτητων για την ύπαρξη και τη συνέχεια της Γαληνοτάτης.

Οι Αλβανοί πολεμιστές, γνωστοί ως stradioti ήσαν υποχρεωμένοι να προσφέρουν έφιππη στρατιωτική υπηρεσία είτε στον τόπο που ζούσαν είτε οπουδήποτε αλλού τους καλούσε η Ενετική πολιτεία. Για το σκοπό αυτό έπρεπε να τρέφουν και να διατηρούν σε κατάσταση πολεμικής ετοιμότητας ένα άλογο. Συνήθως δεν αμείβονταν για τις προσφερόμενες στρατιωτικές τους υπηρεσίες με μετρητά χρήματα, αλλά με την παραχώρηση γης στην ομάδα – οικογένεια – φάρα έκτασης ανάλογης με το μέγεθός της, την οποία η ομάδα καλλιεργούσε και διέθετε την παραγωγή για τη συντήρησή των μελών της. Την παραχώρηση, η οποία δεν γινόταν κατά κυριότητα, ενεργούσε ο τοπικός Διοικητής και γινόταν συνήθως στο όνομα του αρχηγού της ομάδας. Η παραχώρηση των κτημάτων ήταν κληρονομητή από τους άρρενες κληρονόμους των stradioti, για να μένουν και να υπηρετούν και αυτοί τη Βενετία.

Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει έγγραφο παραχώρησης κτημάτων στην Αργολίδα από τη Βενετική Πολιτεία σε αρχηγό ομάδας με το όνομα Gerbesis, ούτε κάποια αναφορά ή σημείωση τέτοιας παραχώρησης. Θα πρέπει όμως να δεχθούμε ότι το οικωνύμιο Γκέρμπεσι στην Αργολίδα προέρχεται είτε από το όνομα του αρχηγού της ομάδας ή της πλειονότητας των οικογενειών της, που εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Αργολίδας μετά από παραχώρηση γης από τις Ενετικές αρχές κατά την πρώτη βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου, είτε αποτελεί ανάμνηση ομώνυμου οικισμού στην Αλβανία από τον οποίο κατάγονταν οι οικιστές. Προς το παρόν έχουμε εντοπίσει δύο οικισμούς στην Αλβανία με το όνομα Γκέρμπεσι, έναν στο νομό του Βερατίου (Gjerbësi i Beratit) και έναν άλλο στο νομό του Φίερ (Gjerbësi  i Fierit).

Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του οριστικά, όπως αμέσως παρακάτω αναφέρω και έτσι δεν διασώθηκαν ονόματα των κατοίκων, τα οποία ενδεχομένως να έδιναν κάποια λύση στο ζήτημα αυτό. Τα ονόματα των χωριών του ανατολικού τμήματος της πεδιάδας της Αργολίδας, που δημιουργήθηκαν κατά την πρώτη Βενετική κατάκτηση, επιβίωσαν ως ονόματα τσιφλικιών κατά την πρώτη Τουρκική κατάκτηση (1540-1686), αναφερόμενα σε έγγραφα της Ενετικής Δημοκρατίας της περιόδου 1700-1705, για τα οποία θα κάνουμε λόγο παρακάτω. Τα ίδια αυτά ονόματα των πρώτων οικισμών, που επιβίωσαν ως ονόματα τσιφλικιών, έφεραν ή και ακόμη φέρουν χωριά του ίδιου χώρου, που δημιουργήθηκαν αργότερα περί το 1800 όπως πιστεύω. Τα ονόματα αυτά ως Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Μπάρδι αναμφίβολα προέρχονται είτε από ονόματα Αλβανών stradioti,[25] είτε από το οικωνύμιο του οικισμού προέλευσης των εποίκων Αλβανών.

Από το ίδιο ως άνω έγγραφο, την έκθεση, δηλαδή, του Βενετού Προνοητή του Ναυπλίου Βαρθ. Μίνιο, πληροφορούμαστε επίσης πως όταν οι Τούρκοι κατάκτησαν την Πελοπόννησο (1458-1460), οι Αλβανοί κάτοικοι των χωριών αυτών από το φόβο των κατακτητών εγκατέλειψαν τα χωριά τους και συγκεντρώθηκαν γύρω από το Ναύπλιο. Στη συνέχεια, επειδή οι Τούρκοι δεν τους κακομεταχειρίστηκαν, συμφώνησαν μαζί τους και επέστρεψαν στα χωριά τους πληρώνοντάς τους τη δεκάτη παράλληλα με το γεώμορο, που πλήρωναν στους Βενετούς. Τί συνέβη, όμως, και οι Αλβανοί έποικοι, που είχαν επιστρέψει στα χωριά τους μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από του Τούρκους, τα εγκατέλειψαν και πάλι και βρέθηκαν αυτά ακατοίκητα κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας (1480);

Το 1463 ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Β΄ κήρυξε τον πόλεμο κατά των Βενετών, διεκδικώντας τις Πελοποννησιακές τους κτήσεις, όπως αναφέρουμε παραπάνω. Οι Βενετοί ζήτησαν τη συνδρομή των Ελλήνων και των Αλβανών κατοίκων της Πελοποννήσου, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση των Ενετών και τάχθηκαν κάτω από τη σημαία του Αγίου Μάρκου. Οι Έλληνες είχαν αρχηγό τον αρματολό της Λακεδαιμονίας Μιχαήλ Ράλλη και οι Αλβανοί τον Πέτρο Μπούα. Τελικά οι Τούρκοι επικράτησαν και περιόρισαν τους Ενετούς στα φρούρια του Ναυπλίου, της Μεθώνης και της Κορώνης, ενώ κατέστειλαν την αποστασία Ελλήνων και Αλβανών, τους οποίους τιμώρησαν σκληρά.

Πεντακόσιους Μεσσήνιους τους έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη και τους έκοψαν με πριόνι, ενώ τους Αργείους, ο οποίοι αν και παραδόθηκαν αμαχητί, τους μετέφεραν «συν γυναιξί και τέκνοις» και τους εγκατέστησαν στην Κωνσταντινούπολη. Όσοι από τους Αλβανούς δεν μπόρεσαν να μπουν στα τείχη του Ναυπλίου πέρασαν το Αραχναίο όρος και με ενετικά πλοία διαπεραιώθηκαν στον Πόρο και στα νησιά Ύδρα και Σπέτσες, που ήσαν ακατοίκητα από τον φόβο των πειρατών.

Με την ευκαιρία σημειώνω πως στις δυτικές υπώρειες του Αραχναίου υπάρχει ύψωμα ονομαζόμενο «Τούρμουζα», υποκοριστικό της λέξης turmë, που είναι αλβανική και σημαίνει πλήθος, όχλος, μπουλούκι [26]. Ίσως η Τούρμουζα να ήταν ο τόπος συνάντησης των Αλβανών, πριν αρχίσουν το πέρασμα του Αραχναίου, γιατί αφενός διευκολύνεται η συγκέντρωση του πλήθους στη σημείο αυτό λόγω της βατότητας του εδάφους και αφετέρου από το σημείο αυτό αρχίζει η άνοδος προς το Αραχναίο.

Ο πόλεμος, που διήρκεσε 16 έτη (1463-1479), έληξε με τη συνθήκη ειρήνης της 10ης Ιουλίου 1479 και ο Σουλτάνος αναγνώρισε τις Βενετικές κτήσεις στην Πελοπόννησο [27] παίρνοντας πλούσια ανταλλάγματα από τους Βενετούς. Η εποίκηση της Ύδρας και των Σπετσών από Αλβανούς  επαναλήφθηκε μεταγενέστερα κατά τα έτη 1483-1499  καθώς και κατά τη δεύτερη Τουρκική κατάκτηση της Πελοποννήσου το 1715. Άξια μνείας είναι περιγραφή από τον Λαμπρινίδη της φυγής των κατοίκων της υπαίθρου Αργολίδας το 1715 προς την Ερμιονίδα. Γράφει ο Λαμπρινίδης [28], «Οι ατυχείς της υπαίθρου Αργολίδος Αλβανο-Έλληνες κάτοικοι , όσοι ηδυνήθησαν να διαφύγωσι το ξίφος των Γενιτσάρων και του αιμοβόρου Πασά Διαβεκίρ Καρά-Μουσταφά, ετράπησαν προς το όρος Αραχναίον, εις ου τας αιγίλιπας διασφάγας, δίκην εγχελίων διεισδύσαντες, εζήτησαν καταφύγιονž οι πλείστοι δ’ ετράπησαν προς την Δρυοπίδα και την Επιδαυρίαν και τα παράλια της Ερμιονίδος και Τροιζηνίας, όθεν επί το ασφαλέστερον, τυχούσης ευκαιρίας, διεξεπεραιώθησαν  εις τας εγγύς νήσους Υδραν, Σπέτσας και Πόρον…».

Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι της Αργολίδας πρέπει να δημιουργήθηκε από Αλβανούς εποίκους κατά την πρώτη κατάκτηση της περιοχής του Ναυπλίου από τους Ενετούς (1389-1540) και ειδικότερα μεταξύ των ετών 1405, έτος της μεγάλης μετανάστευσης των Αλβανών στην Πελοπόννησο και 1460, που ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους και σε περιοχή βέβαια που τους παραχώρησε η Ενετική Δημοκρατία, ενώ το οικωνύμιο Γκέρμπεσι οφείλεται είτε στο όνομα του αρχηγού της ομάδας ή των περισσότερων μελών της, που εποίκησε το χώρο, είτε στο όνομα του οικισμού από το οποίο κατάγονταν οι εποικιστές Αλβανοί.

Την ίδια χρονική περίοδο και για τον ίδιο λόγο δημιουργήθηκαν και οι όμοροι οικισμοί Μάνεσι, Μπάρδι κ.λ.π. Η πρώτη  κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του από του Βενετούς διήρκεσε 151 χρόνια και έληξε το 1540 με συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Βενετίας και Τουρκίας (τρίτος ΤουρκοΒενετικός πόλεμος 1537-1540).

 

Πρώτη Τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1540-1686)

  

Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν διέταξε τον  Κασίμ πασσά, που είχε στρατοπεδεύσει στο Άργος, να καταλάβει το Ναύπλιο. Οι εχθροπραξίες άρχισαν στις 14 Σεπτεμβρίου 1537 και ο πόλεμος έληξε με συνθήκη ειρήνης το 1540. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης η Βενετία έπρεπε να παραδώσει στους Τούρκους μεταξύ άλλων το Ναύπλιο και τη Μονεμβασιά και να πληρώσει υψηλή χρηματική αποζημίωση.  Οι Βενετοί παρέδωσαν το Ναύπλιο και αναχώρησαν για την Βενετία παίρνοντας μαζί τους όσους Έλληνες, προύχοντες του Ναυπλίου, επιθυμούσαν να φύγουν, ενώ ο Κασίμ πασάς εισήλθε στο Ναύπλιο στις 25 Νοεμβρίου 1540.

Οι Τούρκοι οργάνωσαν την εκμετάλλευση της περιοχής, που κατάκτησαν σύμφωνα με το δικό τους σύστημα εκμετάλλευσης, μοίρασαν δηλαδή την περιοχή σε τιμάρια, που τα παραχώρησαν για εκμετάλλευση σε Τούρκους αξιωματούχους.  Είναι βέβαιο πως οι Τούρκοι δεν άλλαξαν τα διαμορφωμένα τοπωνύμια της περιοχής, αφού τα ίδια αυτά χρησιμοποιήθηκαν και από τον επόμενο κατακτητή, τη γνωστή μας Βενετική πολιτεία, όπως αμέσως παρακάτω θα δείξουμε. Έτσι τα τοπωνύμια Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Μπάρδι κ.λπ. διατηρήθηκαν ως ονομασίες των νεοδημιουργηθέντων τσιφλικιών καθόλη τη διάρκεια της κατάκτησης, δεν έχουμε, όμως, καμία πληροφορία σχετικά με τη δημιουργία οικισμού στο τσιφλίκι Γκέρμπεσι ούτε και στα άλλα όμορα τσιφλίκια: Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Αμαριανός.

Η πρώτη τουρκική κυριαρχία του Ναυπλίου  έληξε το 1686 με την κατάληψη της πόλης και ολόκληρης της Πελοποννήσου πάλι από τους Βενετούς. Η πρώτη Τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του διήρκεσε 146 χρόνια.

 

Δεύτερη Βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1686-1715)

 

Το 1669 η Τουρκία κατέλαβε την Κρήτη, που αποτελούσε πλούσια κτήση της Βενετίας και σημαντικό εμπορικό σταθμό της στην ανατολική Μεσόγειο (πέμπτος Τουρκο-Βενετικός πόλεμος 1645-1669). Η Βενετία για να καλύψει την απώλεια της Κρήτης και να περισώσει το γόητρό της κήρυξε το 1684 τον πόλεμο κατά της Τουρκίας (έκτος Τουρκο-Βενετικός  πόλεμος 1684-1699) και ο αρχιστράτηγος Φραγκίσκος Μοροζίνης επικεφαλής μεγάλων δυνάμεων στρατού και στόλου της Βενετίας κατάκτησε διαδοχικά τα Ιόνια νησιά και ολόκληρη την Πελοπόννησο με τα παράλια της Στερεάς Ελλάδας προς τον Κορινθιακό και τον Πατραϊκό κόλπο. Την κατάκτηση της Πελοποννήσου ολοκλήρωσε ο Μοροζίνης το 1687, πλην της Μονεμβασιάς, την οποία κατάκτησε η Βενετία αργότερα (1690).

Η κατάκτηση της Πελοποννήσου με τους άφθονους πλουτοπαραγωγικούς της πόρους αντιστάθμιζε όσα οι Βενετοί στερήθηκαν από την απώλεια της Κρήτης. Η Γερουσία της Βενετίας όρισε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μωρέως (Regno della Morea), όπως ονομάστηκε η Πελοπόννησος, ενώ τη διοικητική και οικονομική συγκρότηση του Βασιλείου ανάθεσε σε τρεις συνδίκους καταστιχατόρους (Sindici Catasticatori). Η Πελοπόννησος διαιρέθηκε διοικητικά σε τέσσερις επαρχίες (provintiae), ήτοι την επαρχία της Ρωμανίας  (provintia di Romania) με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, που ονομάστηκε Napoli di Romania για να διακρίνεται από τη Napoli di Malvasia, την επαρχία της Αχαΐας (Acaia) με πρωτεύουσα την Πάτρα, την επαρχία της Μεσσηνίας (Messenia) με πρωτεύουσα το Νέο Ναβαρίνο (Νιόκαστρο) και την επαρχία της Λακωνίας (Lakonia) με πρωτεύουσα τη Μονεμβασιά (Napoli di Malvasia), που είχε εν τω μεταξύ κατακτηθεί από τη Βενετία. Η επαρχία του Ναυπλίου αποτελέστηκε από πέντε περιφέρειες (territorii), ήτοι Άργους, Ρωμανίας, Κορίνθου, Τριπολιτσάς και Τσακωνιάς (Argos, Romania, Korinto, Tripolizza και Zaccogna), ενώ το territorio του Ναυπλίου διαιρέθηκε σε 29 περιοχές.

Μετά την αποχώρηση των Τούρκων από την Πελοπόννησο οι Βενετοί θεώρησαν όλη τη γη, που ανήκε στους Τούρκους, περιερχόμενη στο Βενετικό Δημόσιο, που την διένειμαν και την παραχώρησαν είτε σε γηγενείς είτε σε επήλυδες που μετέφεραν από την Αθήνα, το Νεγρεπόντε, τη Λειβαδειά, τη Θήβα κ.λπ. [29]. Οι καταστιχάτορες, υπεύθυνοι για την οικονομική συγκρότηση της χώρας σύμφωνα με την εντολή της Γερουσίας, συνέταξαν απογραφή του πληθυσμού και κατάρτισαν κτηματολόγιο, καταγραφή δηλαδή των παντός είδους ακινήτων και των επικειμένων. Έτσι, με βάση τα απογραφικά και κτηματογραφικά δεδομένα οργάνωσαν σε πραγματική βάση  την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της χώρας και ιδιαίτερα των εδαφών, τα οποία μετά την αποχώρηση των Τούρκων αλλά και την σοβαρή έλλειψη χεριών έμεναν ακαλλιέργητα. Τελικός σκοπός των ενεργειών των καταστιχατόρων, σύμφωνα με την εντολή που είχαν πάρει από τη Σύγκλητο, ήταν η εφαρμογή ενός αποδοτικού φορολογικού συστήματος, που  θα προσπόριζε στο δημόσιο ταμείο της Βενετίας ικανά έσοδα.

Οι κτηματογραφικές εργασίες άρχισαν το 1688, αμέσως δηλαδή με την άφιξη των καταστιχατόρων. Σχετικά με την περιοχή του Ναυπλίου σώζονται δυο ολοκληρωμένα κτηματολόγια, το catastico ordinario, που είχε ολοκληρωθεί το 1700, είναι συνοπτικό και συντάχθηκε κατά τη διάρκεια της θητείας του προβλεπτή Grimani, και το catastico Particolare, που είναι αναλυτικό και συντάχθηκε με εντολή του προβλεπτή Antonio Nani 1703/05 [30].

Μία από της περιοχές στις οποίες διαιρέθηκε το territorio του Ναυπλίου είναι η περιοχή του χωριού Πλατανίτι, που όπως πληροφορούμαστε από το catastico ordinario περιελάμβανε «Ville Platagnitti et Manesi con Gerbesi et Sandra, desabitate», ήτοι «τα χωριά Πλατανήτι και Μάνεσι με το Γκέρμπεσι και Σάντρα, ακατοίκητα». Αντίστοιχα διαβάζουμε στο catastico partocolare, ότι η ίδια περιοχή περιλαμβάνει «Villa Platagniti e suoi seugolatij Manessi, Sanga [31], Bardi, Gerbessi, Calivia [32], e Mariano e sue dillatationi», ήτοι «το χωριό Πλατανήτι και τα ζευγολατεία του Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Γκέρμπεσι, Καλύβια και Μαριανό και την περιοχή τους». Βεβαιώνεται έτσι από τις εγγραφές των κατάστιχων, επίσημων δηλαδή κειμένων της Βενετικής πολιτείας η ύπαρξη των τοπωνυμίων Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Καλύβια και Μαριανός ως ζευγολατείων, δηλαδή τσιφλικιών, όπως σημειώσαμε στην αρχή του κειμένου μας. Τα ζευγολατεία αυτά βρίσκονται στις δυτικές υπώρειες του όρους Αραχναίου και κάποια από αυτά (Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Μπάρδι) είναι αντίστοιχα των ονομάτων των ομώνυμων οικισμών του τέως Δήμου Μιδέας του 1834.

 

Χάρτης του catastico particolare (1703-05) ο οποίος περιλαμβάνει τα όρια του χωριού Πλατανίτι και των Ζευγολατειών του Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Γκέρμπεσι, Καλύβια, Αμαριανό και τις περιοχές τους. Αρχείο: ΓΑΚ Αργολίδας.

 

Είναι βέβαιο πως τα ζευγολατεία Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Καλύβια και Μαριανό δεν κατοικούνταν κατά τον χρόνο σύνταξης των κατάστιχων. Το γεγονός προκύπτει ρητά από το catastico ordinario τουλάχιστον όσον αφορά στο Γκέρμπεσι και Σάντρα ή Σάνγκα, τα οποία αναφέρονται ακατοίκητα. Άλλωστε, αν συνέβαινε αυτά να κατοικούνταν τούτο θα αναφερόταν στις αντίστοιχες εγγραφές του catastico particolare, όπως συμβαίνει με τα ζευγολατεία των περιοχών villa Ligurio κ.λπ. και villa Gragnidi κ.λπ., τις εγγραφές των οποίων ακολουθεί η λέξη habitati, δηλαδή κατοικούμενα.

 

Catastico particolare. Αρχείο: ΓΑΚ Αργολίδας.

 

Εξ άλλου οι Βενετοί, όπως ανωτέρω αναφέρεται, εκτός από το κτηματολόγιο συνέταξαν και απογραφή του πληθυσμού της Πελοποννήσου γνωστή ως απογραφή  Grimani ή απογραφή του 1700, για την οποία ο Β. Παναγιωτόπουλος [33] γράφει: «Έχουμε να κάνουμε με μια πραγματική απογραφή, έγκυρη και αξιόπιστη… διαπιστώνουμε απόλυτη γεωγραφική συνέχεια και ταυτόχρονα μια αξιοσημείωτη αναζήτηση της λεπτομέρειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι καταγράφονται και οι πιο μικροί οικισμοί∙ σε σύνολο 1.532 πόλεων και χωριών και 133 μοναστηριών, 47 χωριά είχανε τη στιγμή της απογραφής μόνο από μία έως δύο οικογένειες. Αυτό δείχνει σε ποιο βαθμό είχε προχωρήσει η συλλογή των στοιχείων και φανερώνει την αυστηρότητα, τη σαφήνεια και τη συνοχή της πηγής μας».

Επισκοπώντας τον παρακάτω κατάλογο των οικισμών του territorii του Ναυπλίου της απογραφής Γκριμάνι παρατηρούμε ότι κανένα από τα παραπάνω αναφερόμενα ζευγολατεία δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των οικισμών και συνεπώς αυτά υπήρχαν μόνο ως ζευγολατεία ακατοίκητα. Η άποψη πως το Γκέρμπεσι δεν έχει διαμορφωθεί σε οικισμό μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα ενισχύεται από ένα ακόμη αρχειακό τεκμήριο, την απογραφή, δηλαδή, της εκκλησιαστικής περιουσίας του Μοριά του 1696. Στον κατάλογο των χωριών του τεριτορίου του Ναυπλίου της  απογραφής αυτής δεν αναφέρεται το Γκέρμπεσι ούτε το Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι και Καλύβια [34].

Συνεπώς και κατά την περίοδο της δεύτερης Βενετικής κατάκτησης της επαρχίας του Ναυπλίου (1686-1715) δεν υπάρχει ο οικισμός Γκέρμπεσι ως οργανωμένη οικιστική μονάδα με έστω δύο ή τρεις οικογένειες, παρά μόνο αναφέρεται ως ακατοίκητο ζευγολατιό-τσιφλίκι. Το ίδιο συμβαίνει και με τα λοιπά όμορα ζευγολατιά-τσιφλίκια: Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Καλύβια αλλά και τα Δένδρα [35], που δεν αναφέρονται στον τίτλο της περιοχής Πλατανίτι, αλλά σημειώνονται στον συνοδευτικό χάρτη.

Στη συνέχεια παρατίθενται δύο πίνακες της απογραφής GRIMANI του 1700. Ο πρώτος περιλαμβάνει τους οικισμούς του TERRITIO DI NAPOLI DI ROMANIA και ο δεύτερος τον πληθυσμό των οικισμών αυτών.

 

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΤΟΥ TERRITORIO ΤΟΥ

ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1700

(ΑΠΟΓΡΑΦΗ GRIMANI)

 

Δίνεται το όνομα του οικισμού, όπως είναι γραμμένο στο Βενετικό έγγραφο, ακολουθεί το τοπωνύμιο στα ελληνικά και η τυχόν μετονομασία του μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους σημειώνεται με αστερίσκο.

 

TERRITORIO DI NAPOLI DI ROMANIA

 

  1. Borgo di Νapoli ciοė Τrube – Προάστιο Ναυπλίου ή Τρουμπέ Borgo Πόλη (Ναυπλίου)
  2. Turachi ciοė Trapano Τουρκάκι ή Δράπανο
  3. Aria – Αρεια/Αρια
  4. Spai – Σπαΐ / Σπαϊτζίκο : *Λευκάκια
  5. Caidari — Χαϊδάρι: *Δρέπανον
  6. Ζaremella – Τζαρεμέλα
  7. Braimbei – Μπραήμπεη
  8. Irii – Iρια
  9. Pyrgo – Πύργος
  10. Adami – Αδάμι
  11. Liguriο – Λυγουριό
  12. Cacingri – Κατσίγκρι : *Αγ. Αδριανός
  13. Bulmeta – Μπουλμέτα
  14. Cοffini – Κοφίνι: *Νέα Τίρυνς
  15. Palaicastro -Παλαιόκαστρο
  16. Platanichί – Πλατανίτι
  17. Cuchi – Κούτσι: * Αργολικόν
  18. Μerbaca – Μέρμπακα: * Αγ. Τριάς
  19. Μanari – Μάναρι
  20. Stue Μedugnί – Μεντούνι (;)
  21. Μerze – Μερτζέ: *’Εξώστης
  22. Vοlimidi – Βολιμίδι
  23. Sufa Agά – Σούφαγα
  24. Curma – Κούρμα ή Τσούρμα (;)
  25. Luzi – Λούτζι
  26. Μanduli – Μαντούλι (;)
  27. Capse Μanguri – Κάψε Μαγκούρι/Καψομαγκούρι (;)
  28. Catto Scafidachί – Κάτω Σκαφιδάκι
  29. Civeri Pavolata – Κιβέρι

[Β. Παναγιωτόπουλου: «ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ…»  σελ.291.]

 

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΤΟΥ TERRITORIO ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1700 – (ΑΠΟΓΡΑΦΗ GRIMANI)

 

[Β. Παναγιωτόπουλου: «ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ…» σελ.235.]

  

Σχετικά με την εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού της επαρχίας Napoli di Romania πληροφορούμαστε από το κατάστιχο του Βενετού μηχανικού Francesco Vandeyk [36], που πήρε μέρος στη σύνταξη του κτηματολογίου του territorii di Napoli di Romania, πως  «οι κάτοικοι των χωριών (των επαρχιών Ναυπλίας και Ερμιονίδας) είναι σχεδόν όλοι Αλβανοί, αλλά με το να είναι πολύς καιρός αφ’ ότου οδηγήθησαν από τους Τούρκους με τον σκοπόν να εγκατασταθούν εκεί, ισχυρίζονται ότι είναι αυτόχθονες…».

Πληροφορούμαστε επίσης από την από 12ης Μαΐου 1691 έκθεση του Βενετού σύνδικου καταστιχωτή Μαρίνου Μικιέλ [37] πως «ο πληθυσμός της περιοχής αυτής είναι κατά μέγα μέρος Αρβανίτες, αγροίκοι και γεωργοί εύστροφοι, με κλήση στη χρήση των όπλων, όπως επίσης εκείνοι του Άργους, όπου μερικοί ασχολούνται με το εμπόριο… Έχουν πάντως το πρώτιστο ελάττωμα του έθνους τους να μαλώνει ο ένας με τον άλλο και να αγαπούν το ψέμα». Μάλλον μας ήξεραν από τότε! Εν πάσει περιπτώσει, βρίσκω υπερβολικά όσα εκθέτουν οι δύο ανώτατοι υπάλληλοι της Γαληνοτάτης σχετικά με τον κοινωνικό και φυλετικό προσδιορισμό του πληθυσμού του territorii. Το φαινόμενο αυτό θα παρετηρείτο παλαιότερα, κατά το τέλος όμως του 17ου αιώνα είχε επέλθει σημαντική αφομοίωση του Αρβανίτικου στοιχείου σε σημείο ώστε οι ίδιοι οι Αρβανίτες να θεωρούν τους εαυτούς τους «αυτόχθονες», με ελληνική δηλαδή συνείδηση, όπως σημειώνει ο Vandeyk. Δεν παραλείπουμε και την θέση του Μηλιαράκη [38] «Ο πληθυσμός του Δήμου (Μιδέας) ανέρχεται σε 3,378 κατοίκους, και δημότας 3,735 πάντας Αλβανούς». Η απόλυτη αυτή θέση του Μηλιαράκη, που εκφράστηκε το 1886 ίσως να αρμόζει στα λεγόμενα αρβανιτοχώρια της Αργολίδας (Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Δένδρα, Μπάρδι, Ντούσια), όχι όμως και στα χωριά του κάμπου, όπως Μέρμπακα, Πλατανίτι, κ.λ.π.

Προκειμένου ο αναγνώστης να σχηματίσει μια εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε γύρω στο 1700 στην πεδιάδα της Αργολίδας από πλευράς πυκνότητας πληθυσμού, καλλιεργούμενης γης και κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων κρίνω σκόπιμο να μεταφέρω εδώ κάποια απογραφικά στοιχεία της περιοχής Πλατανίτι και των ζευγολατείων της[39].

Στην περιοχή κατοικούσαν 28 οικογένειες σε 28 σπίτια, από τις οποίες οι τέσσερις ήσαν ξένες. Η καλλιεργημένη έκταση ανερχόταν σε 1.178 στρέμματα, η καλλιεργήσιμη σε 4.631 στρέμματα. Δηλαδή, 3.453 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης έμεναν ακαλλιέργητα από έλλειψη αγροτικών χεριών. Οι βοσκότοποι ανέρχονταν σε 5.930  και οι βραχώδεις και συνεπώς άγονες εκτάσεις σε 2.267 στρέμματα. Η γη ήταν διανεμημένη σε 147 μερίδες, που είχαν παραχωρηθεί σε 28 οικογένειες. Αναφέρονται επίσης 1 κήπος, 48 δέντρα και 4 πηγάδια. Απογραφή ζώων: Ζώα αροτήρες 76, ζώα φορτηγά 162, αγελάδες 10, πρόβατα 1.848, κατσίκια 440, χοίροι 115 και κυψέλες 146.

Απίστευτοι αριθμοί για μας σήμερα! Η δεύτερη Βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του διήρκεσε από την 1η Σεπτεμβρίου 1686 μέχρι την 9η Ιουλίου 1715.

 

 Δεύτερη Τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1715-1822)

 

Στις 9 Δεκεμβρίου 1714 ο σουλτάνος των Τούρκων Αχμέτ ο Γ΄ κήρυξε τον πόλεμο κατά των Ενετών (έβδομος ΤουρκοΒενετικός πόλεμος 1714-1718) και ανάθεσε στον μεγάλο Βεζύρη Δαούτ Πασά, που τον ονόμασε Σερασκέρη, την κατάληψη της Πελοποννήσου. Ο Σερασκέρης με στρατό 120.000 ανδρών ξεκίνησε από την Αδριανούπολη και, αφού κατέλαβε την Κόρινθο και το Άργος αμαχητί, πολιόρκησε το Ναύπλιο μετά την άρνηση της φρουράς του να το παραδώσει. Λέγεται πως κατέλαβε το Παλαμήδι  με προδοσία του επικεφαλής του πυροβολικού Γάλλου Συνταγματάρχη Σάλα (de la Sale) και το Ναύπλιο παραδόθηκε στους Τούρκους χωρίς όρους στις 9 Ιουλίου 1715. Την παράδοση ακολούθησε σφαγή του πληθυσμού. Ο Σουλτάνος Αχμέτ ο Γ΄ έφτασε στο Ναύπλιο και συγχάρηκε τον Δαούτ Πασά στον οποίο πρόσφερε θυγατέρα του ως σύζυγο. Ο Δαούτ Πασάς στη συνέχεια κατέλαβε την Τρίπολη και την Καλαμάτα και το ίδιο έτος ολοκλήρωσε την κατάληψη της Πελοποννήσου.

Οι Τούρκοι οργάνωσαν την οικονομική εκμετάλλευση της Πελοποννήσου εφαρμόζοντας  το δικό τους βέβαια διοικητικό και φορολογικό σύστημα. Τα τσιφλίκια, τα οποία κατά την πρώτη τουρκική κατάκτηση της περιοχής του Ναυπλίου ανήκαν σε Τούρκους και κατά τη δεύτερη Βενετική κατάκτηση που ακολούθησε είτε οι Τούρκοι κάτοχοί τους τα εγκατέλειψαν είτε τους αφαιρέθηκαν από τους Ενετούς, ανακτήθηκαν και πάλι από τους παλαιούς Τούρκους κατόχους τους και εάν αυτοί δεν ήσαν στη ζωή αποδόθηκαν στους κληρονόμους τους σύμφωνα με τον κανουνναμέ του Μοριά του 1716 [40]. Παράλληλα, οι Τούρκοι Αγάδες που πήραν μέρος στην εκπόρθηση του Ναυπλίου και εγκαταστάθηκαν σ᾽ αυτό, αμείφθηκαν για τις υπηρεσίες τους από το σουλτάνο με εύφορα τιμάρια αλλά και με πλούσια λάφυρα[41].

Παρά τη βαρβαρότητα του κατακτητή και την έλλειψη ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη των παραγωγικών κλάδων, παρατηρείται προϊούσα ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας της Πελοποννήσου, αφού η γεωργία και η κτηνοτροφία αποδίδουν πολύ περισσότερα από την προηγούμενη περίοδο. Το εμπόριο, που πλέον ελευθερώθηκε από τον περιορισμό της αποκλειστικής άσκησής του από τους Βενετούς, αναπτύχθηκε πολύ περισσότερο. Ο οιοσδήποτε, Τούρκος ή μη, υπήκοος ή όχι μπορούσε να εμπορεύεται εντός του τουρκικού κράτους και μάλιστα με ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση[42]. Έτσι,  στις δεκαετίες που ακολούθησαν τη δεύτερη Τουρκική κατάκτηση παρατηρείται έντονη δημογραφική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα κατά την περίοδο αυτή να δημιουργηθούν οι περισσότεροι νέοι οικισμοί και μάλιστα στα υπάρχοντα τσιφλίκια [43]. Στο πλαίσιο αυτής της δημογραφικής έξαρσης φαίνεται πως δημιουργήθηκε το Γκέρμπεσι ως αυτοτελής οικισμός μέσα στην περιοχή του ζευγολατείου Γκέρμπεσι, από το οποίο πήρε το όνομά του.

Οι Τούρκοι, όπως και παραπάνω σημειώνουμε, εφάρμοσαν το δικό τους διοικητικό σύστημα και η Πελοπόννησος αποτέλεσε χωριστή διοικητική περιφέρεια, πασαλίκι, διοικούμενη από Πασά «τριών ιππουρίδων», τον Μώρα Βαλεσή. Η Πελοπόννησος είχε διαιρεθεί σε 23 βιλαέτια [44], μεταξύ των οποίων και το βιλαέτι του Άργους [45] στο οποίο υπαγόταν το Γκέρμπεσι και όχι στο βιλαέτι του Ναυπλίου. Πότε όμως δημιουργήθηκε το Γκέρμπεσι ως αυτοτελής οικισμός καθώς και τα άλλα γύρω χωριά δεν το γνωρίζω. Από τις μέχρι τώρα γνωστές σε μένα πληροφορίες το Γκέρμπεσι ως οικιστική μονάδα και φορολογικό υποκείμενο εμφανίζεται για πρώτη φορά επίσημα στα φορολογικά κατάστιχα (φορολογικοί κατάλογοι) του βιλαετίου του Άργους του έτους 1805 (αρχείο Περούκα) και έκτοτε η παρουσία του είναι συνεχής.

Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι υπάρχει ως οργανωμένο οικιστικό σύνολο τουλάχιστον από το 1805, αφού αναγνωρίζεται τόσο από τη Δημογεροντία όσο και από την Τουρκική πολιτειακή εξουσία ως συλλογικό φορολογικό υποκείμενο. Η διαδικασία όμως σχηματισμού του θα έπρεπε να είχε αρχίσει ενωρίτερα με τη μόνιμη εγκατάσταση βαθμηδόν κάποιου ελάχιστου αριθμού οικογενειών που δημιούργησαν στη Δημογεροντία και στην Τουρκική εξουσία την βεβαιότητα της μόνιμης ομαδικής οίκησης. Τον χρόνο όμως αυτόν, της μόνιμης δηλαδή εγκατάστασης οικογενειών στον τόπο μας, δεν τον γνωρίζουμε.

Θεωρώ ως πλησιέστερο προς την αλήθεια χρόνο δημιουργίας του οικισμού Γκέρμπεσι την περίοδο 1795-1800, αφού το 1805 ο οικισμός αναμφίβολα έχει δημιουργηθεί, ενώ το πιθανολογούμενο έτος γέννησης των γεναρχών του χωριού (1774-1789), κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων δεν επιτρέπει τη δημιουργία οικογένειας σε χρόνο προγενέστερο του έτους 1795.

Στη διαπραγμάτευση των επί μέρους γενών παραθέτουμε πληροφορίες, εφόσον διαθέτουμε, σχετικές με τον χρόνο εγκατάστασης κάθε γένους στο Γκέρμπεσι καθώς και με τον τόπο καταγωγής ή προέλευσής του. Τα γένη των Αργυρόπουλου (1958), Γαρύφαλου (1916), Γιαννάκου (1902), Καρατζίκου (1950), Κατεμή (1953), Ξύδη (περί το 1905), Παπαγιάννη (περί το 1915), Ράπτη (1920) και Φράγκου (περί το 1950) εγκαταστάθηκαν στο Γκέρμπεσι μετά το 1900 και πρόκειται για γάμους ανδρών που κατάγονται από άλλα χωριά με Γκερμπεσιώτισες και που εγκαταστάθηκαν στο Γκέρμπεσι, εκτός από τον Μιλτιάδη Αργυρόπουλο, που νυμφεύθηκε Μπαρδαία και τον Σπύρο Παπαγιάννη, που από 8 ετών εργάστηκε στο σπίτι του Μάνθου και αργότερα παντρεύτηκε Γκερμπεσιώτισα. Ο αριθμός που ακολουθεί το γένος δείχνει τον χρόνο εγκατάστασής του στο Γκέρμπεσι.

Τα υπόλοιπα γένη εγκατασταθήκαν στο Γκέρμπεσι κατά την εκατονταετία 1800-1900. Πιο αναλυτικά:

  • Οι Βλαχαίοι  εγκατασταθήκαν στο Γκέρμπεσι περί το 1867 και σύντομα διασκορπίστηκαν. Ο Μελέτιος Βλάχος νυμφεύθηκε το 1926 στο Γκέρμπεσι, όπου και εγκαταστάθηκε.
  • Ο γενάρχης των Δουφέκα νυμφεύθηκε στο Γκέρμπεσι το 1897, όπου και εγκαταστάθηκε.
  • Ο γενάρχης των Ζαχαριά, που πιθανολογείται πως γεννήθηκε το 1831, είναι γραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους 1867 και 1871 και πρέπει να εγκαταστάθηκε στο Γκέρμπεσι μετά το 1844.
  • Το γένος του Ανδριανού Κώστα-Κώνστα-Κορίλη (Ζιάγκα) εγκαταστάθηκε στο Γκέρμπεσι το 1831 σύμφωνα με σημείωση στον εκλογικό κατάλογο 1844.
  • Το γένος των Υψηλανταίων αποτελεί κλάδο των Κώστα-Κώνστα-Κορίλη, γιατί ο Δημήτριος Ιωάννου Κώνστας άλλαξε το επώνυμό του σε Υψηλάντης μεταξύ των ετών 1850-1852.

 

Ιωάννης Δ. Υψηλάντης (Φαφούτης) (1852) – (Μαρίνα Κ. Υψηλάντη-Λέκκα (1889-1944) και Αναστασία Κ. Υψηλάντη (1917-2007) γύρω στα 1917-18. Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Τα υπόλοιπα γένη, ήτοι: Αντωνίου, Γεώργας, Δήμας, Κώστας-Κώνστας- Κορίλης, Λέκκας, Λιλής, Παπαγεωργόπουλος και Ρέππας, τα οποία θεωρούμε ότι αποτελούν τους πρώτους οικιστές του χωριού, εγκαταστάθηκαν, δίνοντας πολύ μεγάλα χρονικά περιθώρια, κατά την πρώτη τεσσαρακονταετία του 19ου αιώνα. Οι Ιωάννης Λέκας, Παναγιώτης Αντώνη και Γιάννης του παπά Γιώργη, κάτοικοι Γκέρμπεσι είχαν υποβάλει αναφορά στη Βουλή, που συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 3-2-1825 (Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τόμος 7ος, σελ. 115-116) με την οποία ζητούσαν να διορισθούν οι ενοικιαστές των εθνικών προσόδων του χωρίου Γκέρμπεσι. Συνεπώς τα γένη των Παπαγεωργόπουλων, των Αντώνη και των Λέκκα πρέπει να είχαν εγκατασταθεί στο Γκέρμπεσι πριν την παραπάνω χρονολογία (3-2-1825). Για την προέλευση του γένους των Αντωνίου δεν γνωρίζουμε τίποτα. Στον εκλογικό κατάλογο Λιμνών  του 1844 καταγράφεται εκλογέας Αναστάσιος Αντωνίου με α/α 160, ηλικίας 55 ετών, αυτόχθων με περιουσία, γεωργός, γεννημένος κατά πιθανολόγηση το 1789. Δεν έχουμε καμία πληροφορία για συγγενική σχέση μεταξύ των Αντωνίου των Λιμνών και του Γκέρμπεσι.

 

Κάτε Χρ. Κώνστα (1872-1921) – Αθαν. Χρ. Κώνστας (1914-1979), Ναύπλιο, 1919. Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Τα επόμενα γένη δεν κατάγονται ούτε προέρχονται από τις Λίμνες, όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Για το γένος των Κώστα-Κώνστα-Κορίλη δεν γνωρίζουμε κάτι σχετικό, οπωσδήποτε όμως το γένος δεν κατάγεται από τις Λίμνες, αφού γνωρίζουμε πως οι δύο κλάδοι των Κοριλέων των Λιμνών προέρχονται από το γένος του Γκερμπεσιού. Επίσης για το γένος των Λιλή δεν γνωρίζουμε κάτι, σύμφωνα όμως με προφορική παράδοση το γένος κατάγεται από τη Μεσσηνία και προέρχεται από το γένος Καλαμαρά. Το ίδιο και για το γένος Ρέππα, δεν γνωρίζουμε κάτι σχετικό με την καταγωγή του, οπωσδήποτε όμως δεν κατάγεται από τις Λίμνες, ούτε φέρεται γραμμένος εκλογέας Ρέππας στον εκλογικό κατάλογο των Λιμνών έτους 1844 ούτε του Μπερμπατιού.

 

Χρήστος Γ. Κορίλης – Κώνστας (Νταής 1874-1955) με μια εγγονή του, Πειραιάς, 1922. Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Βέβαιο είναι πως κατάγονται ή προέρχονται από τις Λίμνες τα γένη των Γεώργα, των Δήμα, των Λέκκα, των Παπαγεωργόπουλου, των Φρίμη (λίγο πριν το 1844) και το γένος των Βλάχου περί το 1867.

 

Αναστάσιος Κορίλης (Κολοντούρος) (1869). Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Ενδιαφέρον και πολυσυζητημένο θέμα είναι η εθνοτική καταγωγή των πρώτων κατοίκων του χωριού. Αναμφίβολα πρόκειται για Αλβανογενείς Έλληνες, ήτοι Αρβανίτες που αυτοί ή πρόγονοί τους εγκαταστάθηκαν κάποτε στον Ελληνικό χώρο και με την πάροδο του χρόνου απόκτησαν ελληνική συνείδηση, με την έννοια της κοινής αντιμετώπισης των κοινωνικών προ-βλημάτων και της κοινής στάσης έναντι του κατακτητή [46].

Παραπάνω ασχοληθήκαμε εξαντλητικά με τις Αλβανικές εποικίσεις του Ελληνικού χώρου από την περίοδο της πρώτης Βενετοκρατίας και παρακολουθήσαμε την κατά στάδια αφομοίωση του Αλβανικού στοιχείου σε σημείο που μπορούμε χωρίς κανένα ενδοιασμό να μιλάμε σήμερα για απόκτηση Ελληνικής εθνικής συνείδησης.

Συνεπώς, συμπερασματικά δεχόμαστε πως ο νεώτερος οικισμός Γκέρμπεσι της Αργολίδας δημιουργήθηκε από Αλβανογενείς Έλληνες περί το 1795-1800 στο τούρκικο τσιφλίκι Γκέρμπεσι, από το οποίο πήρε το όνομά του.

Σημειώνουμε πως τελευταίος Τούρκος τσιφλικάς ήταν ο Γιαχγιάς ή Γιαχγιαγας, ενώ το 1809 τσιφλικάς ήταν ο Εζέτ Μπέης[47].

Είναι βέβαιο πως το αρχείο Περρούκα, αργείτικης οικογένειας εμπόρων και προεστών, που διαχειριζόταν τις φορολογικές υποχρεώσεις του βιλαετίου προς τις Τουρκικές Αρχές και ειδικότερα από τα διασωθέντα κατάστιχα, δεφτέρια και κιτάπια φορολογίας και δοσιμάτων, όταν αυτό δημοσιευθεί θα προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τη δημιουργία των οικισμών του βιλαετίου, τον πληθυσμό, την οικονομική κατάσταση και την φοροδοτική ικανότητα κάθε χωριού. Έτσι  πιστεύω ότι θα είναι δυνατόν στον μελετητή να προσδιορίσει έστω και κατά προσέγγιση τον χρόνο που δημιουργήθηκε το Γκέρμπεσι.

Συγκέντρωσα και παραθέτω χρονολογικά όσες μπόρεσα γραφτές πληροφορίες σχετικές με το Γκέρμπεσι από το 1805 μέχρι το 1834, χρονολογία που το Γκέρμπεσι εντάχθηκε και αποτέλεσε οικισμό του δήμου Μιδέας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Α. Από τα δημοσιευμένα αποσπάσματα των φορολογικών κατάστιχων του  αρχείου  Περρούκα, παραθέτω τις εξής πληροφορίες που αφορούν στο Γκέρμπεσι:

α) στα φορολογικά κατάστιχα των ετών 1805-1812 αναφέρεται το Γκέρμπεσι ως οικισμός, που δεν επιβαρύνεται με την πληρωμή φόρων στους Τούρκους [48] και χαρακτηρίζεται «μακτού» [49],

β) στο κατάστιχο εξόδων του βιλαετίου του Άργους της 15 Απριλίου 1809 σημειώνεται ως έξοδο: «Διά ένα φωνικόν οπού έγινε εις του Γκέρμπεσι εις το ζευγολατιό του Εζέτμπέη…γρ. (όσια) 518» (διατηρούμε την ορθογραφία) [50].

Πληροφορούμαστε από την παραπάνω εγγραφή ότι το Γκέρμπεσι το 1809 αποτελεί ζευγολατείο, που κατοικείται και ανήκει στον Τούρκο Εζέτ Μπέη.

γ) επίσης πληροφορούμαστε τον αριθμό των «παρακεντέδων», που εργάζονταν στο Γκέρμπεσι, ήτοι ακτημόνων, συνήθως ξενομεριτών, που απασχολούνταν σε ξένες γαίεςž σήμερα θα τους ονομάζαμε αγρεργάτες: «1810 Απριλίου 6. Δευτέρι των παρακεντέδων…Γκέρμπεσι 3, χαρτία 4». Δηλαδή, στο Γκέρμπεσι εργάζονται τρεις παρακεντέδες, που επιβαρύνονται με την πληρωμή τεσσάρων χαρτίων, δηλαδή, τεσσάρων δελτίων φορολογικής επιβάρυνσης και πληρωμής φόρων προς τους Τούρκους[51].

Β. Στον κατάλογο του πληθυσμού της Πελοποννήσου του έτους 1815, που είχε συντάξει ο Γάλλος Πρόξενος στα Γιάννενα (1805-1815) και αργότερα Πρόξενος στην Πάτρα (1817-1819) Φρ. Πουκιεβίλ [52] το Γκέρμπεσι αναφέρεται με 25 κατοίκους.

Γ. Στα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας [53], αναφέρονται δύο αναφορές – αιτήσεις κατοίκων Γκέρμπεσι σχετικές με τοπικά θέματα, ήτοι,

  1. i) «Είτα ανεγνώσθη αναφορά των δημογερόντων της επαρχίας Άργους διά τα χωρία Ομέρμπακα, Άρειαν, Γκέρμπεσι και Κούρτα και Πλέσσα τα οποία ζητούσι δια να τα ενώσωσι μετά της επαρχίας Άργους και παρακαλούσι αύτη η αμφισβήτησίς των να διαλυθή. Σκέψεως γενομένης, ενεκρίθη να σταλή προς το Υπουργείον των Εσωτερικών, διά να εξετάση την υπόθεσιν και κατά τον νόμον και κατά την συνήθειαν και ν’ αναφέρει προς την Διοίκησιν… Η αναφορά των  δημογερόντων του Άργους εστάλη προς το Υπουργείον των Εσωτερικών, υπό την υπογραφήν του β΄ Γραμματέως, με την ανωτέρω γνώμην του Βουλευτικού». Επίσης,
  2. ii) «Ανεγνώσθη αναφορά των Ιωάννου Λέκκα, Παναγιώτου Αντώνη, Γιάννη του παππά-Γεώργη, οίτινες παρακαλούν να διορισθώσιν οι ενοικιασταί των εθνικών προσόδων του χωρίου Γκέρμπεσι να μην τους πέρνωσι τοπιάτικον δι’ ολίγα πρόβατά των, βόσκοντα εις την εθνικήν γην, την οποίαν οι ίδιοι καλλιεργούσι, πληρώνοντες το νόμιμον πέμπτοδέκατον. Απεφασίσθη να σταλή η αναφορά εις το Υπουργείον της Οικονομίας διά να πράξει περί τούτου καθ’ ας έλαβεν οδηγίας γενικώς».

Δ. Στη «Στατιστική περιγραφή της επαρχίας Ναυπλίου» της 19ης Οκτωβρίου 1828, που συνέταξε ο Δ. Παπαλεξόπουλος σύμφωνα με τις οδηγίες Επιτροπής του Πανελληνίου, προκειμένου ο Κυβερνήτης Ιωάν. Καποδίστριας να απαντήσει στα 28 ερωτήματα που είχαν υποβάλει οι πρεσβευτές των τριών μεγάλων δυνάμεων, αλλά και για να συγκεντρώσει στατιστικές πληροφορίες γύρω από τον πληθυσμό και την κατάσταση της γεωργίας, περιέχονται πληροφορίες και για το Γκέρμπεσι. Οι πληροφορίες που περιέχονται στην έκθεση χρονικά αναφέρονται στην τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας, δηλαδή λίγο πριν την κήρυξη της επανάστασης του 1821.

Σύμφωνα με την έκθεση αυτή το Γκέρμπεσι αποτελούσε τότε τσιφλίκι που ανήκε στον Τούρκο Γιαχγιαγά και είχε 10 σπίτια, 1 πύργο [54], 40 χριστιανούς κατοίκους, κανένα τούρκο κάτοικο, 15 στρέμματα αμπέλι, 515 στρέμματα καλλιεργούμενης γης, που ανήκε στους Τούρκους και 500 στρέμματα χέρσας γης μάλλον τουρκικής ιδιοκτησίας. Το ετήσιο εισόδημα των Τούρκων ανερχόταν σε 3.850 γρόσια και των χριστιανών σε 1.750 γρόσια [55], ενώ ο φόρος της δεκάτης ανερχόταν σε 550 γρόσια.  Σύμφωνα με προφορικές πληροφορίες ο αναφερόμενος πύργος χρησίμευε ως μόνιμη κατοικία του Τούρκου τσιφλικά. Ο πύργος, ο οποίος σώζεται, βρίσκεται δυτικά της πλατείας του χωριού και είναι ιδιοκτησία των κληρονόμων Λεωνίδα Λέκκα. Ο πύργος αποτελεί συνέχεια του προς τα δυτικά ευρισκόμενου σπιτιού της οικογένειας Γιαννάκου. Τα δύο κτίσματα έχουν ενιαία εμφάνιση και ανήκαν στους αδελφούς Αναστάσιο και Ιωάννη Λέκκα (Μανθαίους), για τους οποίους δεν γνωρίζουμε πώς απέκτησαν αυτά τα ακίνητα, ούτε γνωρίζουμε εάν και τα δύο αυτά ακίνητα μαζί αποτελούσαν τον πύργο.

Ε. Στη στατιστική περιγραφή της επαρχίας Ναυπλίου του έτους 1829 που συνέταξε η Γαλλική επιστημονική αποστολή, που ακολουθούσε το στράτευμα του στρατηγού Μαιζών, το Γκέρμπεσι αναφέρεται ως οικισμός με 55 άτομα και σημειώνεται στο χάρτη της ίδιας αποστολής ως οικισμός καθώς επίσης και η Μυκηναϊκή ακρόπολη της Μιδέας, που σημειώνεται ως αρχαιολογικός χώρος [56].

ΣΤ.  Η Γραμματεία της Επικρατείας ζήτησε με ειδική εγκύκλιό της από τους κατά τόπους Εκτάκτους Επιτρόπους και Προσωρινούς Διοικητές όλων των Επαρχιών να υποβάλλουν κατάλογο των κατοικουμένων πόλεων και χωριών και χωριστά των ακατοίκητων. Ο Διοικητής της επαρχίας Ναυπλίας, Άργους και Κάτω Ναχαγιέ Κωνστ. Αξιώτης με έγγραφό του υπέβαλε κατάλογο για τις επαρχίες Ναυπλίου και Κάτω Ναχαγιέ, ενώ τον κατάλογο της επαρχίας Άργους, ο οποίος δεν υπάρχει στα Γ.Α.Κ. απέστειλε απ᾽ ευθείας ο τοποτηρητής Άργους Ν. Μαυρομμάτης. Ο κατάλογος της επαρχίας Ναυπλίου περιέχει 43 κατοικημένα χωριά και 20 ακατοίκητα και σε χωριστή στήλη τον αριθμό των οικογενειών. Το Γκέρμπεσι αναφέρεται ως χωριό «ερημωμένο» [57]. Η πληροφορία αυτή, προφανώς, είναι λανθασμένη, αφού, ένα και δύο έτη πριν από τη σύνταξη του προαναφερόμενου καταλόγου, ήτοι κατά τα έτη 1828 (Στατιστική περιγραφή της επαρχίας Ναυπλίου) και 1829 (στατική περιγραφή της Γαλλικής επιστημονικής αποστολής) φέρεται να έχει ικανό για την εποχή αριθμό κατοίκων (40 και 55 αντίστοιχα)  και το 1834 αποτέλεσε ένα από τα χωριά του νεοσύστατου Δήμου Μηδέας με 100 κατοίκους, με το οικωνύμιο Κέρμπεσι ή Γκέρμπεσι [58], ίσως η πληροφορία να έχει σχέση με το Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων.

 

Ετυμολογία του οικωνυμίου Γκέρμπεσι

  

Θα ολοκληρώσουμε την έρευνά μας με την ετυμολογία της ονομασίας Γκέρμπεσι.

Η ονομασία Γκέρμπεσι [59] αποτελεί οικωνύμιο αλβανικής προέλευσης (Gjerbёs) και απαντάται στην Αλβανία στις περιοχές Φιέρι (Gjerbësi i Fierit) και Βεράτι (Gjerbësi i Beratit) καθώς επίσης απαντάται και στο Κόσσοβο. Στην Ελλάδα απαντάται ως τοπωνύμιο σε περιοχές που στο παρελθόν εγκαταστάθηκαν Αλβανόφωνοι πληθυσμοί (Άραξος, Ναύπλιο, Καλάβρυτα, Καρδίτσα). Η ονομασία σχηματίζεται από τη σλαβική λέξη Grba που σημαίνει καμπούρα βουνού, ράχη, κλιτύς + την αλβανική κατάληξη –ësi. Ακόμα υπάρχει ως παλαιότερο σλάβικο τοπωνύμιο Gъrbe∙ ъ = τόπος σε ράχη βουνού καθώς και στην σερβοκροατική γλώσσα Grbe∙ i. Βλ. επίσης και Max Vasmer: Die Slaven in Griechenland Berlin 1941, Leipzig 1970, Γκέρμπεσι ON, Kr. Nauplia (Lex. und Miliarakis AK 78). Ich gehe von einem slav. *Gъrbešь aus, das zu *gъrbъ» Buckel, Erhöhimg «zu stellen ist. Vgl. mit anderer Wortbildung skr.Grbalj. Ein genau entsprechender slavischer ON liegt vor in skr. Grbeši (Mostar).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Χρησιμοποιώ τα δύο ονόματα, που διαδοχικά πήρε ο οικισμός, για να τον διακρίνω από το άλλο Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων της Αργολίδας.

[2] Ζευγηλατείο, (ζευγολατείο και ζευγολατιό), Βυζαντινή λέξη, που σημαίνει αγρόκτημα, μικρό τσιφλίκι.

[3] Στην περίπτωσή μας σημαίνει δυτικοευρωπαίοι γενικώς και αορίστως, χωρίς ενιαία εθνικότητα (Ιταλοί, Ελβετοί, Γάλλοι, Γερμανοί κλπ).

[4] Peter Lock, Οι Φράγκοι στο Αιγαίο 1204-1500 σελ. 122, εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ Αθήνα 1998.

[5] Θυγατέρα του Γουίδωνα (Guy d᾽ Engien).

[6] Μ. Λαμπρυνίδου, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησο», Εν Αθήναις 1907, σελ. 8. W. Miller, «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα», ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΘΗΝΑ 1990, σελ. 407.

[7] Μ. Λαμπρυνίδου, «Η ΝΑΥΠΛΙΑ», Εκδοσις Γ΄, Ναύπλιον 1975, σελ.71.

[8] Ανώτερος διπλωματικός υπάλληλος.

[9] Οικονομικός Έφορος.

[10] Είδος πλωτού μέσου.

[11] Από την από ΧΙΙΙΙ (όπως στο κείμενο) Αυγούστου 1480 έκθεση του Βενετού κυβερνήτη του Ναυπλίου Bartolomeo Minio (Κ. Σάθα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» τόμος VI σελ. 141-142, το κείμενο στην Ενετική γλώσσα και Μετάφραση Τάκη Μαύρου «Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου», τεύχος 13 σελ. 205), μεταφέρουμε τα επόμενα, «Με αυτή (την επιστολή)  σημειώνω σ᾽εκείνη (την Εξοχότητά Σας), σήμερα ημερομηνία 12 έφθασε  εδώ η γάλια του Cocha η οποία προηγουμένως ανήκε στον Salomona, που είχε φύγει από την Κωνσταντινούπολη στις 3 τρέχοντος, η οποία έφερε τον Μεγαλοπρεπή Sinabei Protogero της Ελλάδας σταλμένο από τον Κύριο Τούρκο για τον καθορισμό των συνόρων και τον χωρισμό των τόπων της Αυθεντίας Σας, και μ᾽ αυτόν ήλθε ο κύριος Zuan Dario, ο οποίος Sinabei, από όσα μου εγνώρισε ο Zuan Dario, είναι άνθρωπος σημαντικός για τον Κύριο Τούρκο, και είναι υπό τον Beilerbei, τον αρχηγό Διοικητή της Ελλάδας, υπεράνω όλων των τοπικών διοικητών (Flamburari) κ.λπ.».

[12] Κ. Σάθα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» τόμος VI σελ. 146 το κείμενο στην Ενετική γλώσσα, μετάφραση Τάκη Μαύρου, «Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου», τεύχη 13/Ιούνιος 1989 σελ. 206 και 14/Ιούλιος 1989 σελ. 217. D.G.Wright and J.Melville-Jones «The greek Correspondence of Bartolomeo Minio v. 1: Dispacci from Nauplion 1479-1483», unipress, Padova 2008, το κείμενο στη Ενετική γλώσσα με παράλληλη μετάφραση στην Αγγλική.

[13] Flamburar, αξιωματούχος του Σουλτάνου.

[14] Ο Τάκης Μαύρος (μετάφραση όπ. ανωτ. σελ. 219 υποσ. 1) εντοπίζει τον «Λευκό Πύργο» στο σημείο «όπου αργότερα ήταν «ο Πύργος του Γενναίου», μεταξύ Δαλαμανάρας και θάλασσας, εκεί που το κανάλι του νερού αλλάζει κατεύθυνση και από βορρά προς νότο ακολουθεί προς ανατολάς».

[15] Πιθανώς το παλαιότατο πηγάδι του χωριού Χώνικα, Τ. Μαύρου μετάφραση ό.α. σελ. 219 υποσ. 2.

[16] Πρόκειται για το μοναστήρι του Αγίου Θεοδοσίου, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση και ανατολικά από το χωριό Παναρήτι.

[17] Λαμπρινίδη, «Η Ναυπλία», Αθήνα 1975 σελ. 74 συνέχεια υποσημείωσης.

[18] Μ. Λαμπρυνίδη, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον», εν Αθήναις 1907, σελ.16. Τρ. Ευαγγελίδου, «Ιστορία του εποικισμού της Ύδρας», εν Αθήναις 1934, σελ. 28 σημ. 64.

[19] Β. Παναγιωτόπουλος, , «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας», Ιστορικό Αρχείο Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ανατύπωση 1987, σελ. 81.

[20] Β. Παναγιωτόπουλος, «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου κλπ όπ.αν. σελ.88.

[21] Βελιγοστή  ή Σαμαρά, χωριό του Δήμου Μεγαλούποληςž την εποχή της Φραγκοκρατίας αποτέλεσε έδρα μιας από τις 12 βαρονίες, στις οποίες είχε διαιρεθεί η Πελοπόννησος.

[22] Ι. Πούλου, «Η εποίκησις των Αλβανών εις Κόρινθον», εν Αθήναις 1950, σελ. 19.

[23] Τρ. Ευαγγελίδη, «Ιστορία του Εποικισμού της Ύδρας» κλπ, όπ. αν. σελ 17 και επ., Μ. Λαμπρυνίδη, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα» κλπ όπ. αν. σελ. 7 και επ.

[24] Βασ. Παναγιωτόπουλου, , «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου» κλπ, όπ. αν. σελ. 100 το πρώτο απόσπασμα και 95 το δεύτερο.

[25] Ονόματα Αλβανών stradioti αναφέρονται σε επίσημα έγγραφα της Βενετικής Πολιτείας, που περιέχονται στα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» του Κ. Σάθα. Από τον  VIII τόμο του έργου του Σάθα παραθέτω αμέσως παρακάτω κάποια ονόματα Αλβανών (ο πρώτος αριθμός δείχνει τη σελίδα και ο δεύτερος τον στίχο αναφοράς).

Cutsis, Piero 361-37, Alessio 388-25, Antonio 353-39, Bella 395-6, Petro 353-27, Dimitri 362-1, Ginis 382-3.

Gerbesis ή Jerbessis Anargyros 338-10, Georges 104-38, 111-10, 144-23, 336-1, 337-35, 348-26, 394-23, 429-3, Ginis 121-20, Marie 407-6, Marin 565-36, Mekaras 105-26, Mexas 76-16, 104-35, 121, 136, 137, 407, Piere 76-14, 137-5, Thuras 348, 428-40.

Manessis 109, 110, Andre 109, 115, 123, 124, 354-37, Anna 158, Demetrius 44-3, 96-4, 328-24, 379-31, 381-24, Dimas 354-37, Dominique 76-9, 92-34, 93-3, Emanuel ou Manuel 44-3, 95, 158-10, Francois 336-38, 345, Georges 76-15, 351-27, Ginis 385-26, Jeanne 345-24, Lecas ou Lekos 104-39, 385-36, Maria 44-4, Mirassis 105-21, Pierre 76-9, Theodore 96-4, 169-36, 171, Theodosia 96-3, Vaϊvodas 97-33.

Bardis Luca 128-31, adamos 392,  Gignis 356-18, Micras 356-18 και 392-4, Piere 338-3.

Lalucas Gignis 338-8, Jean 105-24, Lasare 337-11.

Panaritis Zorzi 351-39, 356-38, Gign 351-39, Maria 439-25.

Sangas Demetrius 339-42.

[26] Ν. Γκίνη, Αλβανο-Ελληνικό λεξικό, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1998.

[27] W. Miller, «Η φραγκοκρατία στην Ελλάδα», ό. α. σελ. 536 επ., Μ. Λαμπρυνίδη,  «Η Ναυπλία» ό.α. σελ. 67 επ., Τρ. Ευαγγελίδη, «Η ιστορία του εποικισμού της Υδρας», ό.α. σελ. 29.

[28] Μ. Λαμπρινίδη, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον», τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ Εν Αθήναις 1907, σελ.35.

[29] Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του», Αθήνα 2002, σελ. 83. Α. Τσελίκα, «Μεταφράσεις Βενετικών Εκθέσεων περί Πελοποννήσου», έκθεση του προνοητή Μ. Μικιέλ, «Πελοποννησιακά» τ. 17 σελ. 158-159.

[30] Αναλυτικά για τα κατάστιχα αυτά ίδε Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιον και η ενδοχώρα του», ό.α. σελ. 27 επ.

[31] Το οικωνύμιο Σάνγκα είναι σχεδόν άγνωστο στην περιοχή, είναι όμως γνωστό και χρησιμοποιείται το παρόμοιο ηχητικά και σε αρβανίτικη απόδοση εδαφωνύμιο Σ.γκι, το Σ προφέρεται αυτοτελώς και σε Αλβανική γραφή ίσως Sëgi. Στον χάρτη της περιοχής του χωριού Πλατανίτι  και των ζευγολατείων του τού catastico particolare σημειώνεται σε περιορισμένο πολύγωνο sitto della v.(illa) Sanga, ήτοι θέση του χωριού Σανγκα. Η θέση σημειώνεται δυτικά του Μάνεσι και ανατολικά του λόφου της Πουλακίδας, ενώ στην βορεινή απόληξη του λόφου αυτού βρίσκεται σήμερα η ελαιόφυτος περιοχή Σ.γκι. Νομίζω ή μάλλον είμαι βέβαιος πως το εδαφωνύμιο Σ.γκι αποτελεί παραφθορά του εδαφωνυμίου Σάνγα και η περιοχή του αποτελούσε μέρος του ζευγολατείου Σάνγκα. Προφορικές πληροφορίες (Χρήστος Καραμάνος από τον παππού του) αναφέρουν πως οι κάτοικοι του χωριού (3-4 οικογένειες) σκότωσαν τους φοροεισπράχτορες των Τούρκων και εγκατέλειψαν τα σπίτια τους.

[32] Στον χάρτη της περιοχής του χωριού Πλατανίτι  και των ζευγολατείων του τού catastico particolare σημειώνονται δύο θέσεις με το εδαφωνύμιο Καλύβιហη μια θέση βρίσκεται όπου σήμερα ο οικισμός Αμαριανός και η άλλη λίγο ανατολικότερα στο σημείο που αρχίζει η άνοδος για το κυνηγετικό φυλάκιο του δρόμου προς Αραχναίο, ενώ δεν υπάρχει ένδειξη οικισμού στη θέση που σήμερα βρίσκεται το χωριό Ντούσια. Δεν γνωρίζουμε σε ποια από τις δύο θέσεις Καλύβια αναφέρεται το catastico.

[33] Β. Παναγιωτόπουλου, «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου», ό.α. σελ. 136 και 231 όπου παρατίθεται ολόκληρη η απογραφή Grimani.

[34] Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιον και η ενδοχώρα του», ό.α.  σελ.109 και πίνακας XII σελ. 154.

[35] Στον χάρτη της σελίδας 40 του catastico particolare σημειώνεται στο σημείο που σήμερα βρίσκεται ο οικισμός Δένδρα «Seug. D. Vendra», δηλαδή, Ζευγολατείο Βεντρά. Σχετικά με την ονομασία Δένδρα-Δενδρά-Βεντρά αναφέρουμε τα επόμενα: Με την ονομασία Δένδρα και με 18 κατοίκους αποτέλεσε οικισμό του συσταθέντος το 1834 Δήμου Μιδέας. Η ίδια ονομασία (Δένδρα) συνεχίστηκε σε όλη την αυτοδιοικητική ιστορία (1912,1919 κ.λ.π.) του οικισμού. Σήμερα η επίσημη ονομασία είναι Δένδρα, έχει όμως γενικευθεί στις καθημερινές σχέσεις η ονομασία Δενδρά. Μέχρι και μετά τον πόλεμο ακουγόταν και η ονομασία Βεντρά. Η γιαγιά μου η Μανεσιώτισσα καταγόταν από τα Δέντρα, ήταν θυγατέρα του μπάρμα Αντρανό Ουλή και δεν ήξερε ελληνικά, ομιλούσε όμως άριστα την αρβανίτικη. Όταν αναφερόταν στα Δέντρα  έλεγε πάντοτε Βεντρά και σε παρατήρησή μου ότι το χωριό της λεγόταν Δέντρα επέμενε στην ονομασία Βεντρά. Αλλά και στο Γκέρμπεσι κάποιοι χρησιμοποιούσαν την ονομασία Βεντρά. Ο Θωμάς Ουλής από τα Δέντρα, αξιόλογος καθηγητής φιλόλογος σε προσωπικές συζητήσεις και ερωτήσεις μου δεχόταν και τις δύο ονομασίες, χωρίς να ορίζει την χρονικά πρότερη. Μάλιστα προσπαθούσε να αιτιολογήσει την ονομασία Βεντρά ως προερχόμενη από τη Βέντρα, δηλαδή δοχείο ξύλινο, που οι τσοπάνηδες χρησιμοποιούσαν για να μετρούν  την ποσότητα του γάλακτος.

[36] Θεόδωρου Γιαννακόπουλου, «Αι περί Ναυπλίου και της περιοχής του ειδήσεις του καταστίχου του Βενετού μηχανικού FR. Vandeyk», ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΑ, τόμος 3 (1976), σελ. 180.

[37] Αγ. Τσελίκας, «Μεταφράσεις Βενετικών κειμένων περί Πελοπoννήσου», Πελοποννησιακά τ. 17, σελ. 155.

[38] Αντ. Μηλιαράκη «Γεωγραφία πολιτική του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», εν Αθήναις 1886, σελ.78.

[39] Μεταφορά από Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιον και η ενδοχώρα του», ό.α. Βλ. πίνακες στις σελ. 136-161.

[40] Γ. Νικολάου, «Οικισμοί, γαιοκτησία και φορολογία στην περιοχή του Ναυπλίου», περ. Ιστορικά τ. 34 σελ. 84 και εκεί παραπομπές.

[41] Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία» ό.π. σελ. 158, Μ. Σακελλαρίου «Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν» ό.α. σελ. 45.

[42] Μ. Σακελλαρίου «Η Πελοπόννησος  κατά την δευτέραν  Τουρκοκρατίαν», ό.α. σελ. 123.

[43] Βασ. Παναγιωτόπουλου, «Πληθυσμός και οικισμοί», ό.α. σελ.207, Κ. Νικολάου, «Οικισμοί» κ.λ.π. ό.α. σελ.83.

[44]  Συνώνυμος, αλλά μη εννοιολογικά ακριβής είναι ο όρος Καζάς, που προσδιόριζε δικαστική κυρίως περιφέρεια.

[45] Μ. Σακελλαρίου, «Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν  τουρκοκρατίαν», ό.α. σελ. 78 επ. και 98 επ.

[46] Θ. Γιαννακόπουλου, «το Κατάστιχο του Fr. Vandayk», ό.α. σελ.186.

[47] Αθ. Φωτόπουλος, «Στατιστικές ειδήσεις για την επαρχία Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα,τ. IV, 2000, σελ.326,  Κ. Νικολάου, «Οικισμοί, γαιοκτησία» κ.λπ. ό.α. σελ.96, Ευτ. Λιάτα,  «Αργεία γη, από το τεριτόριο στο βιλαέτι» Αθήνα 2003,  σελ. 74.

[48] Ευτ. Λιάτα, «Αργεία γη, από το τεριτόριο στο βιλαέτι», Αθήνα 2003, σελ. 120 και 75.

[49] Ειδικό προνομιακό καθεστώς παρεχόμενο με σουλτανικό φιρμάνι στους υποτελείς, που «υποτάσσονται οικιοθελώς και αυθορμήτως υπό την σημαίαν του Ισλάμ», σύμφωνα με ρήση του κορανίου και με το οποίο αναγνωρίζεται στους υποτελείς δικαίωμα αυτοδιοίκησης, δικαστικής ανεξαρτησίας και απαλλαγής από φόρους και δοσίματα, πλην του Μακτού, ήτοι εφάπαξ χρηματικού ποσού επιβαλλόμενου ως φόρου υποτελείας.

[50] Ευτ. Λιάτα, «Αργεία γη», ό.α. σελ. 74.

[51] Ευτ. Λιάτα, στο ίδιο σελ. 122.

[52] F. Pouqueville , «Voyage de la Grèce…», Αφοί Τολίδη Αθήνα 1995, σελ. 91. Σχετικά ο Β. Παναγιωτόπουλος, «Ο πληθυσμός κ.λπ.» ό. α. σελ. 212, παρατηρεί ότι ο κατάλογος των χωριών του Πουκιεβίλ προέρχεται από κάποιο τουρκικό αρχείο ή από τη χριστιανική κοινοτική διοίκηση, δεν προέρχεται δηλαδή από προσωπική έρευνα.

[53] Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, το έργο, αποτελούμενο από 25 τόμους, περιέχει έγγραφα από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα μέχρι την εκλογή του «πρώτου βασιλέως Όθωνος» (1821-1832), των εθνικών και τοπικών συνελεύσεων, βουλευτικών περιόδων, συνταγματικά κείμενα, έγγραφα της Καποδιστριακής περιόδου, που έχουν μεταγραφεί, καθώς και φωτογραφικό υλικό και ομοιότυπα χειρογράφων. Το έργο άρχισε να εκδίδεται το 1857 και ψηφιοποιημένο πλέον έχει αναρτηθεί στον ιστότοπο της βουλής.

   α) Πρακτικά της 24 Ιουλίου 1823 τόμος 2, σελ. 265 και

   β) Πρακτικά της 3-2-1825 τόμος 7 σελ. 115 & 116.

[54] Πυργόσπιτο, οχυρωμένη κατοικία, που χρησίμευε για διαμονή του Τούρκου τσιφλικά.

[55] Αθ. Φωτόπουλου, «Στατιστικές ειδήσεις για την επαρχία Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα τ. IV 2000 σελ. 326. Γ.Νικολάου, «Οικισμοί , γαιοκτησία και φορολογία στην περιοχή του Ναυπλίου κατά την ύστερη τουρκοκρατία», περιοδικό «Τα ιστορικά» τεύχ. 34 σελ. 71. Τ. Γριτσόπουλου, «Στατιστικαί ειδήσεις περί Πελοποννήσου», Πελοποννησιακά, τόμ. Η΄1971, σελ. 411 σχετικά με το ιστορικό, (το δημοσίευμα περιλαμβάνει στατιστικές ειδήσεις για όλη την Πελοπόννησο πλην των επαρχιών Ναυπλίας, Άργους και Κ. Ναχαγιέ, που είχαν ήδη δημοσιευθεί από τον Αθ. Φωτόπουλο).

[56] «Expedition Scientifique de la Morèe», Paris 1834, vol. II, pp. 64 και «Feuille de Napoli φύλλο Α1 Εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ Αθήνα 2011 και Μ.Χουλιαράκη, «Γεωγραφική, Διοικητική και Πληθυσμική εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971», έκδοση ΕΚΚΕ 1973, σελ. 40.

[57] Ιωάννας Γεναροπούλου, «Κατάλογοι κωμοπόλεων και χωρίων των επαρχιών Ναυπλίας και Κάτω Ναχαγιέ (1830)», Πελοποννησιακά αρ. 4, 1979,  Α΄ συνέδριο  Αργολικών  Σπουδών, σελ. 121.

[58] β.δ. της 28/4 (10/5) 1834 (ΦΕΚ 19) «περί της οροθεσίας και της εις Δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας».

[59] Χαραλ. Συμεωνίδης: «Ετυμολογικό λεξικό των νεοελληνικών οικωνυμίων», Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκου, Λευκωσία-Θεσσαλονίκη 2010.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

«Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μιδέα (Γκέρμπεσι) Αργολίδας


 

Ο οικισμός Μιδέα, ο οποίος μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1928 ονομαζόταν Γκέρμπεσι, είναι μεσόγειος και βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του αργολικού κάμπου, εκεί όπου καταλήγουν οι βορειοδυτικές υπώρειες του Αραχναίου όρους. Διοικητικά ο οικισμός υπάγεται στο Δήμο Ναυπλιαίων, της επαρχίας Ναυπλίας του νομού Αργολίδας. Βρίσκεται σε υψόμετρο 130 μ. και απέχει από το Ναύπλιο 12 χιλιόμετρα, από το Άργος 14 και από την Αθήνα 130 χιλιόμετρα. Συνδέεται με το επαρχιακό και το εθνικό οδικό δίκτυο με ασφαλτοστρωμένους δρόμους, που εξασφαλίζουν άνετη και ασφαλή πρόσβαση.

 

Μιδέα (Γκέρμπεσι) Αργολίδας

 

Ο οικισμός δημιουργήθηκε σε πρώτη φάση περί τα μέσα του 15ου αιώνα, αλλά πολύ γρήγορα οι κάτοικοί του τον εγκατέλειψαν και σε δεύτερη φάση κατοικήθηκε περί το τέλος του 1700 ή αρχές του 1800 από αρβανίτες μετανάστες και τις δύο φορές. Φυσικά, γλώσσα επικοινωνίας των κατοίκων ήταν η αρβανίτικη, που αποτελούσε τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα σχεδόν αποκλειστικό τρόπο επικοινωνίας. Με την έναρξη του καινούριου αιώνα η ελληνική γλώσσα άρχισε να κερδίζει έδαφος και σήμερα τα αρβανίτικα μόνο από κάποιους ηλικιωμένους μιλιούνται αλλά και από αυτούς απλώς «εις ανάμνησιν» μιας εποχής.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886.

 

Η περιοχή της Μιδέας έχει χαρακτηριστεί επίσημα ως ορεινή.  Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, μετά όμως τον πόλεμο η κτηνοτροφική απασχόληση μειώθηκε σημαντικά. Βασική γεωργική απασχόληση αποτελούσε η καλλιέργεια του καπνού, ενώ η καλλιέργεια των δημητριακών και της ελιάς εξυπηρετούσε περισσότερο τις διατροφικές ανάγκες της οικογένειας και την παραγωγή ζωοτροφών. Ο οικογενειακός κλήρος ήταν περιορισμένος, αυξήθηκε όμως σημαντικά μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση του κτήματος Αμαριανός της Μονής Ταλαντίου και του κτήματος Καλυμπάκι και Χερώματα της Μονής του Αγίου Θεοδοσίου, που διανεμήθηκαν στους κατοίκους των γύρω οικισμών μεταξύ των οποίων και της Μιδέας κατά την πριν τον πόλεμο 5ετία. Πάντως, η έλλειψη αρδευτικού νερού, η περιορισμένη γονιμότητα του εδάφους και ο κατακερματισμός του οικογενειακού κλήρου ήσαν αποφασιστικοί παράγοντες της περιορισμένης γεωργικής παραγωγής.

Το 1993 το κράτος κάλεσε τους καπνοπαραγωγούς να παραδώσουν τις άδειες καλλιέργειας καπνού έναντι κάποιας αποζημίωσης και από το έτος 2003 απαγόρευσε την καλλιέργεια του καπνού, παρότι τα καπνά της περιοχής μας χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή τσιγάρων  κυρίως εσωτερικής κατανάλωσης. Έτσι, οι κάτοικοι στράφηκαν σε νέες καλλιέργειεςž διευρύνθηκε και εντατικοποιήθηκε η καλλιέργεια της ελιάς, επίσης η υπαίθρια καλλιέργεια λαχανικών και σε περιορισμένη έκταση σε θερμοκήπια, ενώ παράλληλα  έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι πορτοκαλεώνες.

Στην αλλαγή των καλλιεργειών αποφασιστικά συνέβαλε η τεχνική δυνατότητα πραγματοποίησης γεωτρήσεων και άντλησης νερού από μεγάλο βάθος για την άρδευση των χωραφιών, τα οποία μέχρι τότε δεν αρδεύονταν. Το έτος 2006 το αρδευτικό δίκτυο του Αναβάλλου επεκτάθηκε και στη Μιδέα και καλύπτει πλέον τις αρδευτικές ανάγκες του χωριού σε σημαντικό βαθμό. Για να εκτιμήσουμε την έκταση της έλλειψης νερού αναφέρουμε πως οι κάτοικοι του χωριού υδρεύονταν από ένα μόνο κοινοτικό πηγάδι. Υπήρχαν βέβαια και μερικά ιδιωτικά πηγάδια, τα περισσότερα από τα οποία στέρευαν τους θερινούς μήνες και άλλων το νερό ήταν ακατάλληλο για πόση. Αυτά μέχρι το 1961, που η κοινότητα κατασκεύασε δίκτυο διανομής του νερού σε κάθε σπίτι και το χωριό άρχισε να υδρεύεται από την κοινοτική γεώτρηση.  Επίσης, στις 20 Απριλίου 1962 ο οικισμός συνδέθηκε με το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ και έκτοτε τα λαδολύχναρα και οι λάμπες πετρελαίου αποτέλεσαν παρελθόν.

Η μυκηναϊκή ακρόπολη της Μιδέας με τη νεκρόπολη στον διπλανό οικισμό Δένδρα αποτελούν αξιόλογη αρχαιολογική ενότητα, της οποίας τα σημαντικά ευρήματα των ανασκαφών εκτίθενται στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο και στο αρχαιολογικό μουσείο του Ναυπλίου. Επίσης το φαράγγι της Χούνης ή  Καραμπαμπά στην περιοχή του Αμαριανού αποζημιώνει με την ομορφιά του τον πεζοπόρο επισκέπτη.

 

Πηγή


  • Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – ΜΙδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι», έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Ναύπλιο 1841. Το χαρακτικό σχεδιάστηκε από το βρετανό,  William Henry Bartlett (Γουίλιαμ Χένρι Μπάρλετ 1809-1854) και χαράχθηκε από τον W. Floyd.

 

Ναύπλιο – Χαρακτικό σε σχέδιο του W. H. Bartlett, 1841.

 

Όπως γράφει η λεζάντα, το χαρακτικό σχεδιάστηκε από τον W. H. Bartlett και χαράχθηκε από τον W. Floyd. Το βρίσκουμε για πρώτη φορά στο βιβλίο «The shores and islands of the Mediterranean» (Οι ακτές και τα νησιά της Μεσογείου) του εκδοτικού οίκου Fisher, Son & Co (1841) με συνοδευτικό κείμενο του G. N. Wright.

Ο Wright αναφέρεται στο Ναύπλιο ως Napoli di Romania όπως ήταν το όνομά του υπό ενετική κυριαρχία. Στην εικόνα διακρίνονται τα ενετικά θαλάσσια τείχη της πόλης και τα δύο φρούρια, η Ακροναυπλιά και το Παλαμήδι.

 Τα θαλάσσια τείχη γκρεμίστηκαν το 1867 και τα υπόλοιπα τείχη της Κάτω Πόλης το 1894-1897 με εξαίρεση αρχικά την Πύλη της Ξηράς που είχε στην επίστεψη τον ενετικό λέοντα. Τελικά κατεδαφίστηκε κι αυτή ενώ σήμερα είναι ανακατασκευασμένη. Το Ναύπλιο ήταν πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους μέχρι το 1834. Ο Wright γράφει στο συνοδευτικό κείμενο ότι εκείνη την εποχή αριθμούσε 10000 κατοίκους.

 

 

Read Full Post »

Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου: Διαχρονικός οδηγός για την ανάπτυξη του συστήματος των προμαχώνων (15ος -18ος αι.) – Ιωάννα Στεριώτου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Αρχίζοντας την παρουσίαση περίπου δυόμισι αιώνων, πριν το τέλος μιας επο­χής, το 1715, θα αναπτύξουμε σύντομα ποιες ήταν οι οχυρώσεις του Ναυπλίου κατά την περίοδο της βενετοκρατίας στην πόλη, μια περίοδο καθοριστική για τη Βενετία, το Ναύπλιο και την Πελοπόννησο, και πολύ σημαντική επίσης για την εξέλιξη της τεχνικής των οχυρωματικών έργων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου είναι μοναδικές στο είδος τους σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο και από τις σημαντικότερες της ανατολικής Μεσογείου.[1] Στην παρουσίαση αυτή δεν θα κάνουμε μόνο ανακεφαλαίωση της κατασκευής των οχυρώσεων από τον 15ο αι. έως και το τέλος της βενετικής κατοχής (1389­-1540, 1686-1715), αλλά θα παρουσιάσουμε, για πρώτη φορά, σχέδια με προ­τάσεις βελτίωσης των θαλάσσιων τειχών της πόλης, που εκπονήθηκαν στην εκπνοή της δεύτερης βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο.

Το 1389 άρχισε η πρώτη βενετική κατοχή για την πόλη, που διήρκεσε έως το 1540. Με την κτήση αυτή η βενετική Δημοκρατία συμπλήρωνε την αλυσίδα των λιμανιών-βάσεων που κατείχε, ώστε με μια συνεχή γραμμή ναυσιπλοΐας, διά μέσου της Κέρκυρας, της Μεθώνης και της Κορώνης, του Ναυπλίου, της Χαλκίδας (Negroponte) και φυσικά της Κρήτης, να φτάνει με ασφάλεια στα λιμάνια της Ανατολής.

Ήδη όμως, από το β’ μισό του 15ου αι., η θέση του Ναυπλίου άρχισε να γίνεται επισφαλής και οι οχυρώσεις του αποδεικνύονταν ανεπαρκείς. Έπρεπε, ωστόσο, να καταλάβουν οι Τούρκοι το Άργος (1463) και τη Χαλκίδα (1470) για ν’ αρχίσουν οι Βενετοί τη συστηματική οχύρωση του Ναυπλίου. Ο διοικη­τής του Vittore Pasqualigo συνεργάστηκε με τον μηχανικό Antonio Gambello. Οι επεμβάσεις εκείνες ήταν:

α) Το φρούριο Μπούρτζι στη βραχονησίδα του Αγίου Θεοδώρου, το «κλει­δί του Ναυπλίου», το οποίο άρχισε να κατασκευάζεται το 1471.

β) Σε συνέχεια του Κάστρου των Φράγκων, προς τα ανατολικά, οι Βενετοί άρχισαν να κατασκευάζουν έναν τρίτο περίβολο, οχυρώνοντας τον λόφο που απέμενε ακάλυπτος σ’ εκείνη την πλευρά. Το ισχυρότερο σημείο αυτού του φρουρίου ήταν ένας ογκώδης, διπλός κυκλικός προμαχώνας (Torrione), με δύο πυροβολεία σε διαφορετικά επίπεδα, σχηματισμό από τον οποίο λέγεται ότι ονομάστηκε ολόκληρο το οχυρό Castel Toro.

γ) Η περιτείχιση της πόλης, η οποία ολοκληρώθηκε στις αρχές του 16ου αι., κάτω από το φρουριακό συγκρότημα της Ακροναυπλίας, προς τα βόρεια.

Υποστηρίζεται ότι κάποιο προάστιο πρέπει να υπήρχε στις ρίζες του λό­φου, έξω από τα τείχη της Ακρόπολης, από τους βυζαντινούς ακόμη χρόνους. Από το β’ μισό του 15ου αι. θα πρέπει να άρχισε η οριστική μετατροπή του προαστίου σε κανονική πόλη, με κυβερνητικά μέγαρα, εκκλησίες, πλατεία, λιμάνι, χάραξη δρόμων και πολεοδομικό σχεδιασμό. Αναπτύχθηκε έτσι μια πόλη πάνω σε μια πλατιά επίχωση, την οποία δημιούργησαν οι Βενετοί προς τη θάλασσα, πάνω σε πασσαλώσεις, μέθοδο που γνώριζαν άριστα από τα έργα τους στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας. Το 1502 πάντως είναι η πρώτη χρονιά που αναφέρεται ότι αρχίζουν να κτίζονται τα χαμηλά τείχη του Ναυπλίου.

Ο περίβολος της πόλης, απλός στη χάραξή του, ξεκινούσε από τον Torrione του Castel Toro, κατέβαινε μέχρι τη θάλασσα στον Torrioncino Contarina (μι­κρό κυκλικό πύργο). Στο μέσο αυτής της ανατολικής πλευράς σχηματιζόταν αμβλεία γωνία, όπου ανοιγόταν η Ανατολική κύρια Πύλη, στο ένα πλευρό της οποίας αναπτυσσόταν ορθογωνικός πύργος για τη φύλαξή της. Στην ίδια ανατολική πλευρά η θάλασσα εισχωρούσε μέσα στην ξηρά δημιουργώντας έναν κολπίσκο, ο οποίος έπαιζε τον ρόλο τάφρου και έφτανε μέχρι τη βάση του Castel Toro. Στο βόρειο θαλάσσιο τείχος της πόλης, όχι μακριά από τον ΒΑ μικρό πύργο Contarina, υπήρχε η Πύλη της Θάλασσας. Σε ολόκληρο τον περίβολο της πόλης, που συνέχιζε την πορεία του προς τα δυτικά, για να κλεί­σει πάνω στους βράχους της χερσονήσου, έως τα τείχη του Κάστρου των Ελλήνων, ακολουθώντας τη μορφολογία του εδάφους, βρίσκονταν και άλλες βοηθητικές πύλες, όπως η Porta della Piazza, η Porta dei Fomi κ.ά.

Ανακεφαλαιώνοντας, για την περίοδο της πρώτης βενετοκρατίας στο Ναύ­πλιο, θα λέγαμε ότι η μαζική κατασκευή οχυρώσεων στις τελευταίες δεκαετίες του 15ου και στις πρώτες του 16ου αι. είναι ένα προοίμιο των βενετσιάνικων οχυρώσεων μεγάλης κλίμακας που κατασκευάστηκαν, εκτός από το Ναύπλιο, στη Μεθώνη και στην Κορώνη, για ν’ ακολουθήσουν οι περίφημες οχυρώσεις της Κρήτης και φυσικά της πόλης της Κέρκυρας, από το 1538-1540 (διαρκούντος του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου) και αργότερα, στις επόμενες δεκαετίες του 16ου και του 17ου αι.

Από το 1540 έως το 1686, οι Οθωμανοί, αν και όρισαν το Ναύπλιο πρω­τεύουσα του Μοριά, παραμέλησαν τις οχυρώσεις του. Το μόνο που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι στη ΒΔ γωνία του περιβόλου της πόλης αναπτύχθηκε ένα είδος παράκτιου προμαχώνα, τα «Πέντε Αδέλφια», ονομασία που πήρε από την οργάνωση στην ίδια θέση πυροβολαρχίας με πέντε κανόνια. Μετά την επανακατάληψη του Ναυπλίου από τις δυνάμεις του Morosini, το 1686, η πόλη ορίστηκε ως πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μοριά. Ήταν, λοιπόν, επόμενο να φροντίσουν οι Βενετοί να επιδιορθώσουν τις ζημιές που είχαν υποστεί οι οχυρώσεις από τον πόλεμο και τη μακροχρόνια εγκατάλειψη.

 

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών», A. Haubenschmid, 1833-1834, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

 

Σύμφωνα με την Έκθεση του Filippo Besseti di Verneda – από τους πλέον ειδικούς στη στρατιωτική τέχνη –[2] τα αμυντικά μειονεκτήματα του Ναυπλίου επικεντρώνονταν στην ύπαρξη του βουνού του Παλαμηδιού, που κυριαρχού­σε πάνω από την πόλη. Γι’ αυτό πρότεινε την ενίσχυση της ζώνης του ισθμού που ένωνε τη χερσόνησο με την ξηρά, στη βάση του βουνού.

Οι Βενετοί επικέντρωσαν τη δραστηριότητά τους κυρίως στον ανατολι­κό περίβολο, όπου ανέπτυξαν, στις αρχές του 18ου αι., ένα κανονικό μέτω­πο με προμαχώνες. Η υπό σχεδίαση οχύρωση αποτελείτο από μια κεντρική cortina, στο μέσο της οποίας θα ανοιγόταν η μνημειακή κεντρική Πύλη της Ξηράς, και από δύο προμαχώνες (στα δύο άκρα της cortina): του San Antonio ή Grimani, προσκολλημένου στη βάση του Torrione του Castel Toro, και του San Marco ή Dolfin, στο ΒΑ άκρο πάνω στη θάλασσα, ενισχυόμενου και από το αποσπασμένο οχυρό του San Sebastiano ή Mocenigo, μέσα στη θάλασσα.

 

Η ενετική Πύλη του Ναυπλίου (η Πύλη της Ξηράς – εξωτερική όψη), τέλος 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων. British Museum.

 

Τελικά, στη ΒΑ γωνία κτίστηκε ο νέος προμαχώνας San Marco ή Dolfin, με έναρξη των εργασιών στα τέλη του 1702. Σχεδιαστής του ήταν ο μηχανι­κός Levasseur και κατασκευαστής ο μηχανικός Pietro de Lasalle. Παρά τις δυσκολίες του έργου, εξαιτίας κυρίως του αμμώδους εδάφους θεμελίωσης, το έργο περατώθηκε το 1704 χάρη και στην παρέμβαση του προνοητή του στό­λου Loredan.

Μετά τον προνοητή Dolfin, που προγραμμάτισε και άρχισε διάφορα συ­μπληρωματικά έργα στο ίδιο ανατολικό μέτωπο, μόνο ο διάδοχός του Fran­cesco Grimani προχώρησε σημαντικά τις εργασίες, ήδη από την άνοιξη του 1706, με αρκετές όμως διαφοροποιήσεις. Στις 31 Μαρτίου 1708 ο Grimani έγραφε ότι η παλιά Πύλη της Ξηράς, που ήταν εκτεθειμένη σε βολές από το Παλαμήδι, δεν καλυπτόταν αμυντικά από τους γειτονικούς προμαχώνες, γι’ αυτό σχεδίασε καινούργια πύλη, που θα ήταν πραγματικά προφυλαγμένη, ασφαλής, με ξύλινη γέφυρα και δύο ανασυρόμενα τμήματα. Από το 1706 ο Grimani δεν παρέλειπε να υπενθυμίζει την ακαταλληλότητα που δημιουργούνταν στον προμαχώνα Dolfin (ΒΑ) εξαιτίας της προσάμμωσης, η οποία όχι μόνο μείωνε την ασφάλειά του, αλλά – ως γνωστόν – αποτελούσε το μείζον πρόβλημα της μη συστηματικής λειτουργίας του λιμανιού του Ναυπλίου.

Μετά από πολλές συζητήσεις και σχεδιασμούς αποφασίστηκε η κατα­σκευή ενός προμαχώνα «αποκομμένου» στη θάλασσα, προς τη Θαλασσινή Πύλη. Το σχέδιο αυτού του οχυρώματος, με την ονομασία «opera Moceniga» φέρει την υπογραφή του μηχανικού Lasalle.

Μια άλλη κύρια επέμβαση που πραγματοποιήθηκε το 1708, κατά την περί­οδο της διοίκησης του Grimani, ήταν ο επιβλητικός περίβολος που αγκάλιασε την ανατολική – ΒΑ γωνία του Castel Toro, προκειμένου να ανταποκριθεί και αυτή η πλευρά στις νέες τεχνικές της οχυρωματικής. Ο Grimani κατασκεύασε και δύο caponiere[3] στην τάφρο πάνω στον βράχο, στη βάση του βουνού του Παλαμηδιού, πριν αποφασιστεί η ανέγερση του φρουρίου σ’ αυτό.

Η τελευταία από τις βενετσιάνικες κατασκευές, στους χαμηλότερους βρά­χους του Ναυπλίου, ήταν η μνημειώδης πύλη στο βόρειο τείχος του Κάστρου των Ελλήνων, η οποία κατασκευάστηκε στα 1713 από τον γενικό προνοητή Agostino Sagredo για να συντομεύσει την επικοινωνία μεταξύ της πόλης και της ακρόπολης σ’ εκείνη την πλευρά.

Σ’ όλα τα έργα αυτής της περιόδου οι Βενετοί χρησιμοποιούσαν τα πληρώ­ματα των πλοίων τους, όπως αναφέρει ο Kevin Andrews.[4] Πάνω στην Ακροναυπλία, τέλος, έγιναν μόνο εργασίες συντήρησης και ενίσχυσης του οπλι­σμού, και το ίδιο πρέπει να συνέβαινε και στο φρούριο Μπούρτζι.

Θα ακολουθήσει σύντομη περιγραφή ορισμένων σχεδιαγραμμάτων της περι­όδου της δεύτερης βενετοκρατίας, ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα της αμυ­ντικής κατάστασης του Ναυπλίου. Όλα έχουν ήδη δημοσιευθεί αναλυτικά από τη γράφουσα.

Αρχίζουμε την παρουσίαση με δύο σχέδια, τα οποία αναφέρονται στις προαναφερθείσες επεμβάσεις και είναι δημοσιευμένα με λεπτομέρεια στα Πρα­κτικά του Γ’ Συμποσίου Ιστορίας και Τέχνης (Μονεμβασιά 1990).[5] Χρονολο­γούνται στον 18ο αι., χωρίς ακριβή χρονολογία. Στο ένα σχέδιο (εικ. 1) παρα­τηρούμε το ανατολικό χερσαίο τείχος από το Castel Toro μέχρι τον ΒΑ μικρό στρογγυλό πύργο Contarina, την Ανατολική Πύλη και το τμήμα του βόρειου παραθαλάσσιου τείχους με τη Θαλασσινή Πύλη. Το κυριότερο στοιχείο του είναι ένα νέο οχυρό (Α) μέσα στην «τάφρο», έξω από την Ανατολική Πύλη, στο βραχώδες έδαφος, καθώς και το οχυρό (Β) για την κάλυψη της Πύλης της Θάλασσας, που θα παρατηρήσουμε στο επόμενο σχέδιο αναλυτικά. Στο δεύ­τερο σχέδιο (εικ. 2) παρουσιάζεται το οχυρό (Β), γνωστό ως προμαχώνας San Sebastiano ή Mocenigo. Ήταν ένα οχυρό που προστάτευε και ένα μέρος του λιμανιού, το μαντράκι του Ναυπλίου. Μέσα σε αυτό υπήρχαν θέσεις πυρο­βολαρχιών, καλυμμένο κανονιοστάσιο, μικρή αποθήκη πυρίτιδας και κτήριο στρατώνα, στο οποίο στεγαζόταν και μια αποθήκη ξυλείας με εξαρτήματα πλοιαρίων και επίσης το Φρουραρχείο.

 

Εικ. 1: Σχέδιο του τμήματος των τειχών της πόλης του Ναυπλίου προς την ξηρά και το Παλαμήδι (A.S.V, Provveditori da Terra e da Mar, ex. B. 79, dis. 37b).

 

Εικ. 2: Προοπτικό σχέδιο του οχυρού s. Sebastiano ή του Mocenigo στο βόρειο τείχος της πόλης του Ναυπλίου (A.S.V., Provveditori da Terra e da Mar, ex. B. 79, dis. 37).

 

Στη συνέχεια παρουσιάζουμε σύντομα ένα άλλο σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου και των οχυρώσεών της, κατά την πολιορκία από τις συμμαχι­κές δυνάμεις των Βενετών (31 Ιουλίου – 29 Αυγούστου 1686). Έχει δημοσιευθεί αναλυτικά, πέραν των απλών δημοσιεύσεών του σε διάφορα επιστημονικά άρθρα, στα Θησαυρίσματα το 2003, περιλαμβάνεται δε στον περίφημο Κώδι­κα Morosini για τον «Πόλεμο του Μοριά (1684-1697)», που βρίσκεται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας.[6]

Τη σύνταξη του σχεδιαγράμματος υπο­γράφει ο μηχανικός Giovanni Bassignani και έγινε κατ’ εντολή του Francesco Morosini, πριν από τον θάνατό του το 1694 (εικ. 3). Αρχίζοντας την περιγρα­φή από την ανατολική πλευρά (ο βορράς προς τα κάτω), βλέπουμε το βουνό Παλαμήδι, τις προσβάσεις από την ενδοχώρα, τις θέσεις των πυροβολαρχιών των Βενετών, το σύνολο των χερσαίων τειχών του Ναυπλίου (από την περί­οδο της πρώτης βενετοκρατίας), το Κάστρο των Ελλήνων, των Φράγκων και το Castel Toro. Έξω από το ανατολικό τείχος παρατηρούμε το έλος, δίπλα στον κολπίσκο που σχηματιζόταν με την εισχώρηση της θάλασσας προς τις υπώρειες του Παλαμηδιού, λειτουργώντας ως ένα είδος τάφρου. Στην κάτω πόλη το τζαμί είχε μετατραπεί σε αποθήκη πυρομαχικών, εικονίζεται ο Άγιος Δομήνικος και η εγκατάσταση (εκκλησία [;]) των Καρμελιτών, ακριβώς δίπλα και εσωτερικά του παραθαλάσσιου τείχους. Ειδικότερα, παρατηρούμε το Νο 13 του υπομνήματος με την επεξήγηση «επίπεδος ημιπρομαχώνας αποσπα­σμένος» (μέσα στην τάφρο) και το Νο 40 ως «Θαλασσινή Πύλη», με τον σχεδιασμό και χωρίς αρίθμηση του αποσπασμένου οχυρού San Sebastiano ή Mocenigo (Β) που περιγράψαμε προηγουμένως. Και τα δύο αναφέρονται στα υπομνήματα με πολλές τεχνικές λεπτομέρειες, ως αμυντικά έργα και με χρώ­μα κίτρινο, δηλαδή κατασκευές «που έγιναν από τον ίδιο τον γενικό καπιτάνο». Επίσης, περιγράφει αναλυτικότατα και όλες τις προσθήκες στα αμυντικά έργα της Ακροναυπλίας, όλων των ιστορικών περιόδων.

 

Εικ. 3: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1686 (B.M.V., It. Cl VII, 94 [10051], No 93).

 

Ακολουθεί συνοπτική περιγραφή τριών σχεδίων της συλλογής Grimani, η οποία βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στην Αθήνα, που δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό της Europa Nostra, Bulletin (αρ. 59 [2005]).[7]

Σχέδιο ΧΧΙ (Kevin Andrews) (εικ. 4): σε χαρτί με πένα και ακουαρέλα. Υπο­γράφεται από τον μηχανικό Giovanni Bassignani. Η ακριβέστερη χρονολογία, σύμφωνα με τα εικονιζόμενα στοιχεία, συγκρινόμενα και με άλλα ντοκουμέ­ντα, είναι 1699-1701. Παρατηρούμε τις οχυρώσεις της Ακροναυπλίας, όλων των εποχών, τα χερσαία και θαλάσσια τείχη, τις πρώτες επεμβάσεις της δεύ­τερης βενετοκρατίας, όπως τα δύο οχυρά στην τάφρο (Α) και μπροστά και δίπλα στην Πύλη της Θάλασσας (Β), ενώ το φρούριο του Παλαμηδιού δεν εικονίζεται ακόμη.

 

Εικ. 4: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1686 (Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Συλλογή Grimani, Kevin Andrews, plate XXI).

 

Σχέδιο ΧΧΙΙ (Kevin Andrews) (εικ. 5): σε χαρτί, με πένα και ακουαρέ­λα. Δεν υπογράφεται ούτε έχει ακριβή χρονολογία γραμμένη πάνω σε αυτό. Υπάρχει σχετικό επεξηγηματικό υπόμνημα. Σε αυτό διακρίνουμε για πρώτη φορά τον νέο ΒΑ προμαχώνα (Dolfin) των χερσαίων τειχών, που αντικατέ­στησε το 1704 τον μικρό στρογγυλό πύργο Contarina, καθώς και τον προμα­χώνα Grimani που κατασκευάστηκε το 1706 κάτω από το Castel Toro, προς τη νότια βραχώδη ακτή, κάτω από το Παλαμήδι Επίσης, εικονίζεται το αποκομμένο οχυρό, μέσα στην τάφρο, έξω από την Πύλη της Ξηράς (Α), αμυ­ντικά έργα πέραν της ανατολικής τάφρου στην περιοχή του έλους καθώς και στην άνοδο προς το βουνό του Παλαμηδιού (προκαταρκτικά αμυντικά έργα σε περίπτωση ανόδου του εχθρού εκεί). Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι η επισήμανση του χώρου έξω από το θαλάσσιο τείχος από τον ΒΑ προμαχώνα Dolfin και προς τα δυτικά, πέραν της Θαλασσινής Πύλης, όπου αναγράφει το υπόμνημα τα εξής (σε μετάφραση): «Θεμέλια= ενίσχυση του υπεδάφους, για να συγκρατηθεί το έδαφος και να δημιουργηθεί πλατεία (= ελεύθερος, επί­πεδος χώρος), όπου μπορούν να κατασκευαστούν αποθήκες ή να καλυφθεί η όποια άλλη ανάγκη». Επίσης, σημειώνονται πάνω στο σχέδιο οι ενδείξεις για τον υποθαλάσσιο μώλο που περιέβαλλε το Μπούρτζι, και για τη δημιουργία νέου λιμανιού (μαντράκι) κάτω από τις ΒΑ υπώρειες της Ακροναυπλίας με την κατασκευή νέου μώλου.

 

Εικ. 5: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1700 περ. (Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Συλλογή Grimani, Kevin Andrews, plate XXIΙ).

 

Σχέδιο ΧΧΙΙΙ (Kevin Andrews) (εικ. 6): σε χαρτί, με πένα και ακουαρέλα. Υπογράφεται από τον Bartolomeo Carmoy Colle, ο οποίος παρουσιάζει εξω­τερικά οχυρά ήδη κατασκευασμένα, καθώς και εκείνα που επρόκειτο να κα­τασκευαστούν. Η πόλη του Ναυπλίου εικονίζεται με τις γνωστές οχυρώσεις της στην Ακροναυπλία και στην πόλη, στη βόρεια ακτή και στην ανατολική πλευρά, με την κύρια χερσαία πρόσβασή της κάτω από το Παλαμήδι. Μέσα στην πόλη εικονίζονται: το τζαμί που έγινε η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου (Β), η εκκλησία της Παναγίας των Καρμελιτών – Madonna de Carmine C, μια σειρά από palazzi αξιωματούχων, του capitan general (D), του provveditore del Regno (E), του rettore (F), του provveditore (G). Ενδιαφέρον έχει η επι­σήμανση των νέων στρατώνων εσωτερικά και δίπλα στο ανατολικό τείχος, κοντά στην Πύλη της Ξηράς. Επίσης, έξω από τα τείχη της πόλης, προς την ενδοχώρα, παρουσιάζονται πολλά εξωτερικά αμυντικά έργα που περιγράφο­νται με αρκετή ακρίβεια. Τέλος, στο βουνό του Παλαμηδιού προτείνεται η κατασκευή ενός οχυρού συνόλου, αποτελούμενου από μεμονωμένους πύρ­γους που συνδέονταν με τείχος. Ασφαλώς πρόκειται για πρόταση που όμως δεν υλοποιήθηκε.

 

Εικ. 6: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1699-1701 (Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Συλλογή Grimani, Kevin Andrews, plate XXIII).

 

Τέλος, παρουσιάζουμε τα δύο νέα σχέδια, αδημοσίευτα από όσο γνωρίζω, προ­ερχόμενα από το Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. Βρίσκονται στη σειρά των Provveditori da Terra e da Mar.[8]

Σχέδιο 1 (εικ. 7 και 8): υπογράφεται από κάποιον Maconcin και έχει χρονο­λογία 1715, όταν γενικός προνοητής ήταν ο Alessandro Bon. Ειδικότερα, εί­ναι συνημμένο στο έγγραφο Νο 16, με χρονολογία 20 Ιουνίου 1715. Το σχέ­διο είναι με πένα και ακουαρέλα. Έχει τίτλο «Napoli di Romania. Porzione della Fortezza ossia il baluardo detto Mocenigo con la pianta degli edifici del molo Sovrapposizione pieghevole con la pianta delle strutture da eseguirsi nel settore del molo» [= Ναύπλιο. Τμήμα της οχύρωσης ή του προμαχώνα ονομα­ζόμενου Μοτσενίγκο, με την κάτοψη (σχέδιο) των κτηρίων του μώλου και με επανατοποθέτηση τμήματος χαρτιού πάνω από το σχέδιο με τις κατασκευές που πρέπει να γίνουν στον τομέα του μώλου]. Βλ. και εικ. 9 και 10. Υπάρχει υπόμνημα γραμμένο πάνω στο σχέδιο, ενώ συνδέεται και με σχετικά έγγραφα της ίδιας περιόδου (Ιούνιος 1715), τα οποία πρέπει να διερευνηθούν περαιτέ­ρω. Είναι προτάσεις για την ενίσχυση των οχυρώσεων της πόλης, προκειμένου να μπορούν να αντιμετωπίσουν το προηγμένο οθωμανικό πυροβολικό, σε περίπτωση επίθεσης. Οι προτάσεις ήταν του cavalier de Silva και είχαν εγκριθεί από την ολομέλεια του Πολεμικού Συμβουλίου.

 

Εικ. 7: Σχεδιάγραμμα του παράλιου τείχους του Ναυπλίου και του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo, με την υπάρχουσα τότε κατάσταση (Βενετία, Archivio di Stato, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, disegno 1, collocazione fotographica 14111, foto 361-362).

 

Εικ. 8: Υπομνηματισμός του σχεδιαγράμματος εικ. 7.

 

Η αναλυτική περιγραφή με βάση το υπόμνημά του είναι η ακόλουθη:

Με κόκκινο χρώμα σημειώνεται η κατάσταση στην οποία βρισκόταν εκεί­νο το τμήμα της οχύρωσης. Διακρίνουμε το αποσπασμένο οχυρό Mocenigo (Β.Α.), με τον μώλο (Β.Β.), ένα σύνολο κατοικιών πάνω στον μώλο (D.D.), τον μικρό κυκλικό πύργο της Πύλης (εννοεί της Θαλασσινής) (Ε), μια falsabraga ή falsabraca (είδος προτειχίσματος, δηλαδή ένα ανάχωμα στη βάση των τειχών για τη διέλευση των περιπόλων και την αμυντική κάλυψη, εξωτερικά, της βάσης ενός οχυρού περιβόλου), η οποία βρίσκεται μπροστά στα τείχη της οχυρωμένης πόλης (F). Επίσης, διακρίνονται ένας «ημιπρομαχώνας» μπροστά στο παλάτσο (G) και ο στρογγυλός πύργος (κοντά) στους Πατέρες των Καρμελιτών (Η).

Με κίτρινο χρώμα σημειώνεται το χαμηλό οχυρό, σχεδόν τελειωμένο, με υπεύθυνο τον ίδιο ιππότη de Silva: (ειδικά) το «φάλσο οχυρό» (W) με επάλ­ξεις, από τις οποίες οι βολές είναι παράλληλες με το μέτωπο του οχυρού Mo- cenigo, στοχεύοντας πλευρικά τις «εργασίες» (τα έργα), που μπορεί να γίνουν από τους εχθρούς σε περίπτωση επίθεσης.

Με πράσινο χρώμα σημειώνονται οι εργασίες που θα γίνουν με επίχωση, αποτελούμενη από χώμα, δέματα από άχυρα, χόρτα και πασσάλους, δημιουργώ­ντας επίπεδες επιφάνειες στον μώλο. Ειδικότερα στο σχέδιο υπομνηματίζονται:

(X.X.) «Καλυμμένη οδός», με «μπανκέτα» (πεζούλι, πασσάλωση) και «σπάλ- το» (αντέρεισμα εξωτερικά).

(Y.Y.) Πεδίο ασκήσεων, παράταξης στρατού, που περνά ξυστά στο μέτω­πο του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo.

(Z.Z.) «Τραβέρσες» (πρόχειρο ανάχωμα ή χωμάτινο παραπέτο, με κατεύ­θυνση εγκάρσια ως προς τα εχθρικά πυρά. Κατασκευαζόταν για την ενίσχυση των μειονεκτικών θέσεων και την κάλυψη των αμυνομένων, σε διάφορα οχυ­ρώματα της τάφρου ή επάνω στις επιχωματώσεις τμημάτων του περιβόλου, που ήταν εκτεθειμένα σε εξωτερικά υψώματα – traversa di trincea, ritirata).

(R.R.) (semplice) Tenaglia, tanaglia, forbice. Απλή «τανάλια» ή «ψαλί- δα» (χαμηλό προτείχισμα σε σχήμα ανοικτής «ψαλίδας», μπροστά σε «κορ- τίνα»-τείχος, για χαμηλά πυρά πάνω από την τάφρο. Υπήρχε απλή και διπλή «ψαλίδα». Συνήθως οι πλευρές της ακολουθούσαν την κατεύθυνση των γραμ­μών άμυνας).

(&.&.) Τμήμα (τείχους) που δέχεται τις βολές που προορίζονταν για το οχυ­ρό Mocenigo, το οποίο έπρεπε να επιχωματωθεί.

(ο.) Άλλο τμήμα (τείχους) για τις βολές «ραντέντε» (επίπεδες) του ίδιου οχυρού Mocenigo.

(y.) Άλλο τμήμα (τείχους) που εκτείνεται (διασταυρώνεται;) με το μέτωπο που είναι στραμμένο προς το «μπόργκο».

(Z.) Alvise Maconcin, a. D.o (το όνομα του υπεύθυνου αξιωματούχου).

Τέλος, αναγράφεται η γραμμική κλίμακα του σχεδίου που είναι σε βενε­τικά «βήματα», no 90.

Σχέδιο 1Α: το αναφερόμενο ως δεύτερο σχέδιο είναι το προηγούμενο, του ίδιου σχεδιαστή αξιωματούχου, στο οποίο επικολλάται χωριστό χαρτί με την πρόταση αναμόρφωσης των κατασκευών στην ίδια περιοχή. Είναι οι κατα­σκευές με το πράσινο χρώμα, όπως περιγράφηκαν παραπάνω. Στην καταχώ­ριση του φωτογραφικού αρχείου στην ίδια σειρά, αναγράφεται ως 1Α (εικ. 9 και 10).

 

Εικ. 9: Παραλλαγή του σχεδιαγράμματος εικ. 7, με τις προτεινόμενες κατασκευές.

 

Εικ. 10: Υπομνηματισμός του σχεδιαγράμματος εικ. 9.

 

Η Βενετία και πάλι εκπλήσσει με τη γραφειοκρατική της τυπολατρία επι­τρέποντας πάντα στους μισθοφόρους επιτελείς της να προγραμματίζουν και να σχεδιάζουν την καλύτερη άμυνα των κτήσεών της, ακόμη και αν γνώριζαν πολύ καλά ότι ο εχθρός ήταν προ των πυλών.

Σχέδιο 2 (εικ. 11 και 12): το δεύτερο, αδημοσίευτο, σχέδιο βρίσκεται στην ίδια σειρά με το προηγούμενο, έχει την υπογραφή του μηχανικού de Lassale και χρονολογία 1715, όταν γενικός προνοητής του στρατού του Βασιλείου ήταν ο Alessandro Bon. Είναι σχεδιασμένο σε χαρτί με πένα και ακουαρέλα, και βρί­σκεται συνημμένο στο έγγραφο της ίδιας σειράς, No 16 της 20ής Ιουνίου 1715. [9]

Από το υπόμνημα που είναι γραμμένο επάνω, προκύπτει ότι πρόκειται για σχέδιο του μώλου του Ναυπλίου, με πρόταση για κατασκευή διάφορων χαρα­κωμάτων και ορυγμάτων, μετά από επίχωση με χόρτα και κλαδιά. Προτάθηκε από τον μηχανικό Lassale, με σκοπό να καλύψει το ασθενές, παράλιο τείχος της πόλης και ταυτόχρονα για να ενισχύσει την άμυνα του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo. Οι κατασκευές αυτές αποδίδονται με κίτρινο χρώμα.

 

Εικ. 11: Σχεδιάγραμμα του παράλιου τείχους του Ναυπλίου και του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo, με διαφορετικές προτάσεις βελτίωσης της αμυντικής κατάστασης (Βενετία, Archivio di Stato, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, Disegno 2, collocazione fotografica 14112, foto 363).

 

Εικ. 12: Υπομνηματισμός του σχεδιαγράμματος εικ. 11.

 

Ειδικότερα αναγράφονται τα ακόλουθα:

  • «Πλευρό» του «αποσπασμένου» οχυρού-προμαχώνα.
  • Μεγάλο όρυγμα, που προτάθηκε να κατασκευαστεί από χώμα, κλα­διά με χόρτα και επίχωση· έπρεπε μάλιστα να υψωθεί κατά 12 πόδια.
  • «Πλευρό» για την άμυνα του μώλου σε εκείνη τη θέση.
  • «Πλευρό» που χρειαζόταν (;) να κατασκευαστεί για βοήθεια (υπο­στήριξη) του οχυρού στη θέση της Αγίας Τερέζας.
  • Χώρος μεταξύ της οχύρωσης του μώλου για την άνεση του στόλου και άλλων – σωμάτων (;).
  • Δημόσιες αποθήκες πυρομαχικών, χωρίς να εμποδίζουν την οχύρωση.
  • Falsabraga(είδος προτειχίσματος για την άμυνα στον πυθμένα της τάφρου).

Πάνω στο σχέδιο αναγράφονται και οι ενδείξεις «μώλος» και «αποσπα­σμένος προμαχώνας». Τέλος, αναγράφεται η γραμμική κλίμακα του σχεδίου, που είναι σε βενετικά «βήματα», no 50.

Τελευταίο στην αναφορά μας αφήσαμε το φρούριο του Παλαμηδιού. Η επι­βλητική του παρουσία πάνω από την Ακροναυπλία και από ολόκληρη την πόλη του Ναυπλίου, αποτελούσε μια συνεχή απειλή γι’ αυτήν, το κυριότερό του ίσως μειονέκτημα, όπως αναφέρουν οι Βενετοί αξιωματούχοι.

Παρόλο που αρχικά το έργο της κατασκευής ενός ολόκληρου οχυρού στο βουνό του Παλαμηδιού θεωρήθηκε πολύ δύσκολο και οικονομικά ασύμφο­ρο, τελικά, ύστερα από ποικίλες προτάσεις, αποφασίστηκε να γίνει. Ο πρώ­τος που πίστεψε στη σημασία και την αναγκαιότητά του ήταν ο προνοητής Agostino Sagredo, ο οποίος ανέθεσε τον σχεδιασμό του στους μηχανικούς Giaxich και Lasalle.

Είναι πράγματι θαυμαστό πώς μέσα σε τρία χρόνια (1711-1714) ένα τέ­τοιο αμυντικό έργο ολοκληρώθηκε και είναι ιδιαιτέρως σημαντικό γιατί είναι το μοναδικό αυτής της περιόδου σε ολόκληρη την Ελλάδα. Μπορεί να θε­ωρηθεί ότι το Παλαμήδι ήταν η τελευταία κυριότερη αρχιτεκτονική κατα­σκευαστική δραστηριότητα στον τομέα των δημοσίων έργων, και βέβαια των οχυρώσεων της Βενετίας στον ελλαδικό χώρο. Η βασική ιδέα της οργάνωσής του ήταν η κατασκευή μεμονωμένων οχυρωμάτων που θα ακολουθούσαν τις βασικές αρχές της εποχής στο σύστημα κατασκευής προμαχώνων, οχυρών που μπορούσαν να λειτουργήσουν και ανεξάρτητα, αυτοτελώς τοποθετημένα στα κρίσιμα σημεία του ορεινού αναγλύφου του βουνού, έτσι ώστε το πυρο­βολικό, με το οποίο θα ήταν εφοδιασμένο κάθε ένα, να κάλυπτε τα διπλανά οχυρά-προμαχώνες. Ολόκληρο αυτό το αμυντικό σύνολο περιέβαλλε οχυρός περίβολος, με την κύρια πύλη προς την πλευρά της ενδοχώρας και μια δευτερεύουσα προς την πλευρά της πόλης του Ναυπλίου.

Ένα μόλις χρόνο μετά την αποπεράτωση των εργασιών, το Παλαμήδι, η Ακροναυπλία, η Κάτω Πόλη και το Μπούρτζι καταλήφθηκαν από τους Οθω­μανούς, μετά από εννέα μέρες σκληρού αγώνα. Ουσιαστικά μαζί με το Ναύ­πλιο κατακτήθηκε ολόκληρη η Πελοπόννησος και χάθηκε για τη Βενετία το Βασίλειο του Μοριά. Η ειρήνη του Πασάροβιτς, το 1718, υπογράφθηκε από την Αυστρία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κλείνοντας με τρόπο πο­λύ οδυνηρό για τη Βενετία την τελευταία περίοδο του μακροχρόνιου αγώνα εναντίον των Οθωμανών. Σε αυτόν τον αγώνα, παρά τα λάθη της, η Βενετία κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τον φοβερό εχθρό, τον οποίο, έστω και αν δεν μπό­ρεσε να κατατροπώσει, τον κατέστησε εξαντλημένο και κουρασμένο.

Παρ’ όλα αυτά, μέχρι την τελευταία στιγμή η συστηματικότητα με την οποία ήταν οργανωμένη η διοίκηση της μητρόπολης, ιδίως στον στρατιωτικό τομέα, αποδεικνύει ότι η Γαληνοτάτη υπήρξε μια μεγάλη δύναμη που άφη­σε ανεξίτηλα τα σημάδια της στην ελληνική γη. Τα βενετσιάνικα φρούρια των παράκτιων περιοχών της Πελοποννήσου, και όχι μόνο, με τον όγκο τους και την επιβλητικότητά τους είναι οι μάρτυρες αυτής της παρουσίας, μνημεία συνδεδεμένα άρρηκτα με την ιστορία του τόπου.[10]

Καταλήγοντας, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι τα οχυρωματικά έργα των Βενετών της τελευταίας περιόδου της κυριαρχίας τους στην Ελλάδα, από τον 16ο αι. έως και τις αρχές του 18ου, έχουν μια αμείλικτη μεγαλοπρέπεια. Τα ισχυρά τείχη του Ηρακλείου της Κρήτης, τα φρούρια της Κέρκυρας και τα δυνατά τείχη του Παλαμηδιού και της Κάτω Πόλης του Ναυπλίου, για ν’ ανα­φέρουμε τα πλέον σημαντικά, είναι από τα σπουδαιότερα μνημεία που διατη­ρούνται στον ελληνικό χώρο.

 

IOANNA STERIOTOU

THE FORTIFICATIONS OF NAFPLIO: A TIMELESS GUIDE FOR THE DEVELOPMENT OF BASTION SYSTEM (15th-18th C.)

 

The Venetians began to organize the defense of the city of Nafplio since 1470, with the construction of several fortifications: the fort Bourtzi on the rocky island at the entrance to the gulf; the Castel del Toro, that was a third fortified enclosure at the eastern end of the hill of Akronafplia, in extension of the me­dieval fortifications; and the walls of the city, as it was developed towards the port, completed in the early 16th century.

During the period of the second Venetian rule, Nafplio played a leading role, as defined capital of the “Kingdom of Morea”. In Nafplio, the Venetians developed the greatest building activity in the field of public works, construct­ing new fortifications, until the second decade of the 18th century. The main concern was the defensive zone coverage in the land (isthmus) that connected the mainland to the peninsula, where the town developed beneath the moun­tain of Palamidi. Those works were completed in 1704.

The highlight though this activity is the fortress Palamidi at the top of the homonymous mountain that dominates over the town of Nafplio. It is indeed significant that within three years (1711-1714) a similar defensive work was completed and it is important, because it is a unique fortification, ex-novo constructed that time across Greece. The basic idea of its organization was the construction of individual strongholds (bastions), which would follow the ba­sic principles of bastion system, meanwhile they could function independent­ly, autonomously, placed at critical points of the rocky terrain of the mountain; so the artillery with which would be provided each bastion, could cover the adjacent ones.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1]   Ι. Στεριώτου, «Συμπληρωματικά αμυντικά έργα στις οχυρώσεις της Πελοποννήσου (1684-1715). Δύο σχέδια του τείχους της πόλης του Ναυπλίου (18ος αι.) από το αρχείο της Βενετίας», Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης (Μονεμβασιά, 20-22 Ιουλίου 1990), Αθήνα 1998, σ. 135-154. Της ίδιας, «Βενετοί και δημόσια έργα στον ελλαδικό χώρο», Όψεις της Ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού – Αρχειακά τεκμήρια, Ίδρυμα Ελληνικού Πο­λιτισμού, Αθήνα 1993, σ. 489-518. Της ίδιας, Τα βενετικά τείχη του Χάνδακα (τον 16ο και τον 17ο αιώνα). Το ιστορικό της κατασκευής τους σύμφωνα με βενετικές αρχειακές πηγές, «Βικελαία Βιβλιοθήκη» Δήμου Ηρακλείου, Ηράκλειον 1998. Δ. Αθανασούλης, «Η Ενε­τοκρατία στα Ιόνια, τη Δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Η νέα οχυρωματική τεχνο­λογία και η εφαρμογή της στα ενετικά κάστρα του ελλαδικού χώρου», “Ενετοί και Ιωα- ννίτες Ιππότες, Δίκτυο Οχυρωματικής Αρχιτεκτονικής”, Πειραματική Ενέργεια Αrchi-Μed, Αθήνα 2001, σ. 35-46. Ι. Στεριώτου, «Ο πόλεμος του Μοριά (1684-1697) και ο Κώδικας της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας», Θησαυρίσματα 33 (2003), σ. 241-283. I. Ste- riotou, «The Palamida fortress in Nauplia in the Peloponnese: a unique fortification of the XVIII century in Greece», Europa Nostra – Bulletin 59 (2005), σ. 69-78. Της ίδιας, «The bastioned fortresses in Greek territories under the influence of Vauban», Europa Nostra – Bulletin 62 (2008), σ. 81-90.

[2] O Filippo Besseti di Verneda ήταν στρατιωτικός μηχανικός και γενικός επιθεωρη­τής οχυρώσεων και πυροβολικού στη μακρόχρονη πολιορκία του Χάνδακα στην Κρήτη (17ος αι.), πάντα στην υπηρεσία της Βενετίας.

[3] Η capponiera ήταν ένας καλυμμένος διάδρομος (πέρασμα), συνήθως πασσαλόφρακτος, στον πυθμένα της τάφρου, για την επικοινωνία των αμυνομένων με τα εξωτερικά οχυρά και τη διασφάλιση χαμηλών πυρών.

[4]  Kevin Andrews, The Castles of Morea, Πρίνστον 1953, σ. 90-105.

[5] Στεριώτου, «Συμπληρωματικά αμυντικά έργα», ό.π. Απλά τα παρουσιάζουμε για να γίνει κατανοητή η συνέχεια των οχυρωματικών έργων των Βενετών εκείνη την περίοδο.

[6]  Στεριώτου, «Ο πόλεμος του Μοριά», ό.π.

[7]  Steriotou, «The Palamida fortress», ό.π. Andrews, The Castles of Morea, ό.π.

[8] Archivio di Stato di Venezia, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, disegno 1 (collocazione fotographica 14111, foto 361-362). Διαστάσεις σχεδίου: 585×217 mm.

[9] Archivio di Stato di Venezia, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, disegno 2, collocazione fotografica 14112, foto 363. Διαστάσεις σχεδίου: 436×293 mm.

[10]  Μια πλήρης και συστηματική έρευνα όλων των σχεδίων και των σχετικών με τις οχυρώσεις γραπτών αναφορών που βρίσκονται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας, με τη μεθοδολογία που ήδη περιγράψαμε, θα τεκμηριώσει απόλυτα τα όσα προαναφέραμε και είναι γνωστό ότι παρόμοια τεκμήρια υπάρχουν πολλά για όλα τα κάστρα του Μοριά.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι όλα τα στοιχεία από το Αρχείο της Βενετίας, που αναφέρθηκαν στην παρουσίαση αυτή, ερευνήθηκαν από τη γράφουσα σε διαφορετι­κές περιόδους, κατά τις δεκαετίες του 1980, 1990 και 2000, που σημαίνει πολύς χρόνος και φυσικά έξοδα. Αν εκείνες τις περιόδους υπήρχε οργανωμένη, όπως τα τελευταία χρό­νια, η βάση δεδομένων του Πολιτιστικού Ιδρύματος του Ομίλου Πειραιώς (Π.Ι.Ο.Π.), οι δυνατότητες θα ήταν διαφορετικές. Το υλικό αυτής της βάσης είναι η καταχώριση όλων των σχεδιαστικών τεκμηρίων όλων των Αρχείων της Βενετίας και αφορούν όλα τα τεχνικά έργα που κατασκεύασαν οι Βενετοί στις κτήσεις τους στην Ελλάδα, σε όλες τις περιόδους της βενετοκρατίας, σε διάφορες φάσεις. Αυτή η τόσο σημαντική έρευνα έγινε μετά από πρωτοβουλία της καθηγήτριας και ακαδημαϊκού κυρίας Χρύσας Μαλτέζου, όταν ήταν διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας, σε συνεργασία με το Π.Ι.Ο.Π. Έτσι, κάθε ερευνητής που θέλει να ασχοληθεί με ανάλογα θέματα, μπορεί να κερδίσει πολύτιμο χρόνο και χρήμα, προετοιμάζοντας στην Ελλάδα ένα μεγάλο μέρος του υλικού της έρευνάς του, πριν την ολοκληρώσει στα ίδια τα Αρχεία της Βενετίας.

 

Ιωάννα Στεριώτου

Δρ. Αρχιτέκτων, Επιτ. Έφορος Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠΠΟΑ

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Ακρόπολη Λυρκείας


 

Με την ονομασία Παλιοκαστράκι είναι γνωστό το ύψωμα BA του χωριού Λύρκεια (Κάτω Μπέλεσι), στην Αργολίδα. Στις νότιες υπώρειες του λόφου διέρχεται η νέα εθνική οδός Κορίνθου – Τριπόλεως. Στην κορυφή του διατηρούνται κατάλοιπα ισχυρού τείχους με πύλες, μαρτυρία ότι πρόκειται για σημαντική οχυρωμένη θέση – αρχαία ακρόπολη των κλασικών χρόνων με θέα προς την κοιλάδα που διασχίζει ο Ίναχος ποταμός.

Σύμφωνα με τον Παυσανία μια από τις πύλες του Άργους, προς την Δειράδα, οδηγούσε σε απόσταση εξήντα περίπου σταδίων προς την Λύρκεια, γνωστή από τον μύθο του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας. Κατά την παράδοση ο Λυγκέας ήταν γιός του Αίγυπτου και της Αργυφίας παντρεμένος με την Υπερμνήστρα, κόρη του Δαναού, με την οποία απέκτησε τον Άβαντα. Μόνο αυτή από τις Δαναΐδες αδελφές της αρνήθηκε να υπακούσει στην πατρική εντολή και δεν δολοφόνησε τον σύζυγό της την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Ανέβηκε στην ακρόπολη του Άργους και συνεννούνταν με τους πυρσούς με τον Λυγκέα που είχε καταφύγει στην Λύρκεια.

 

Ακρόπολη Λυρκείας – Φωτογραφία από τον ιστότοπο argolisculture (Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας).

 

Φόνοι, κοινωνική ρήξη και αντιπαράθεση, πολιτική συνυπάρχουν στον εντυπωσιακό αυτό μύθο του κύκλου του Άργους, τον οποίο παλαιότερα η έρευνα είχε συνδέσει με το ύψωμα Παλιοκαστράκι αποδίδοντας στη θέση και την ευρύτερη περιοχή την ονομασία Λύρκεια. Ωστόσο η απόσταση της ακρόπολης δεν συμπίπτει με τις πληροφορίες της αρχαίας γραμματείας καθώς απέχει από το Άργος περίπου εκατό στάδια (18 χλμ) και όχι εξήντα (11 περίπου χλμ).

 

Ακρόπολη Λυρκείας – Φωτογραφία από τον ιστότοπο argolisculture (Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας).

 

Η επανεξέταση των πηγών σε συνδυασμό με τη μελέτη της αρχαίας τοπογραφίας της περιοχής οδήγησαν στην ταύτιση της οχύρωσης στο Παλιοκαστράκι με την ακρόπολη των Ορνεών. Η ονομασία της πόλης οφείλεται στον οικιστή της Ορνέα, γιο του Ερεχθέα. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι Ορνεάτες και Κλεωναίοι μάχονται στο πλευρό των Αργείων αντιμετωπίζοντας τη σπαρτιατική υπεροχή στη μάχη της Μαντίνειας (418 π.Χ.). Όμως η στρατηγική θέση των Ορνεών εντείνει την παραδοσιακή εχθρότητα Άργους – Σπάρτης και δύο χρόνια αργότερα οι Αργείοι δεν διστάζουν να την καταστρέψουν. Η ανάμειξη των Ορνεών στις συγκρούσεις με τον Αρχίδαμο (352 π.Χ.) πιθανότατα απηχεί μια προηγηθείσα επανοίκηση της περιοχής. Στη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων συγκαταλέγονται στις κώμες του Άργους.

Σε ό,τι δε αφορά την αργεία κώμη των ιστορικών χρόνων Λύρκειον, αυτή τεκμηριώνεται δυτικά του Άργους στην αριστερή όχθη του Ινάχου στην περιοχή με την ονομασία Σύνορο, θέση όπου πλήθος αρχαιολογικών δεδομένων (οικισμός, ιερά, νεκρόπολη, αρχαία οχύρωση, επιγραφική μαρτυρία) και η απόσταση που αναφέρει ο περιηγητής συνηγορούν στην ταύτιση αυτή.

 

Πηγή


 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου «Κιβέρι – Από τον Μύθο στην Ιστορία»


 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, ο Αθλητικός Όμιλος Ερμής Κιβερίου, ο Δήμος Άργους Μυκηνών, και η Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους – Μυκηνών (ΚΕΔΑΜ),  σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου:

 

«Κιβέρι – Από τον Μύθο στην Ιστορία»

 

του εκπαιδευτικού και συγγραφέα  Αλέξη Τότσικα, που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Κιβερίου π. Γεώργιος Νταβέλος, στο Κιβέρι, την Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018 στις 7 το βράδυ.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

Ο φιλόλογος Γεώργιος Τασσιάς και ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Κιβερίου Κώστας Τσακίρης.

Την παρουσίαση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος Θεόδωρος Νταβέλος.

 

Κιβέρι – Από τον Μύθο στην Ιστορία

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο:

 

Το Κιβέρι είναι ένα μεγάλο χωριό της Αργολίδας, ένα παραθαλάσσιο χωριό στη δυτική ακτή του Αργολικού κόλπου, απέναντι ακριβώς από το Ναύπλιο. Η ιστορία του είναι από μόνη της μια ολόκληρη αφήγηση, ένα παραμύθι με αφετηρία τη Λερναία Ύδρα και το μυθικό Δαναό, με παρουσία στην κλασική περίοδο, τη Βενετοκρατία και τη Φραγκοκρατία και τέρμα την επανάσταση του 1821, οπότε τερματίζει την περιπέτεια στο χρόνο και κατακτά την οριστική του θέση στο σημείο που βρίσκεται σήμερα.

Αυτή την ιστορία επιχειρεί να καταγράψει το βιβλίο αυτό σε τρεις φάσεις. Το πρώτο μέρος εξιστορεί και τεκμηριώνει την ιστορική διαδρομή από τη μυθολογική περίοδο μέχρι την επανάσταση του 21, που το χωριό καταστάλαξε στους πρόποδες του μικρού λόφου δίπλα στη θάλασσα. Στο δεύτερο μέρος δίνει την εικόνα της παραδοσιακής κοινωνίας και τους όρους με τους οποίους επιβίωσε σ’ αυτό τον τόπο μέχρι τη δεκαετία του 1950, χωρίς τα χαρακτηριστικά της βιομηχανικής και καταναλωτικής εποχής, που ακολούθησε. Το τελευταίο μέρος αναφέρεται στο νεότερο Κιβέρι με τη ραγδαία οικονομική και οικιστική του ανάπτυξη και την εξέλιξή του σ’ έναν αξιόλογο παραθαλάσσιο τουριστικό προορισμό…

Read Full Post »

Πρόνοια Ναυπλίου – Περιδιάβαση στο Χώρο και το Χρόνο © Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος


 

Στη μνήμη του π. Γεώργιου Αθ. Χώρα

«Καλείσθω δε το όνομα του νέου χωρίου, Πρόνοια» [1]

 

Η Πρόνοια είναι προάστιο του Ναυπλίου. Βρίσκεται στα ανατολικά της παλιάς πόλης και απέχει από αυτήν 5 λεπτά με τα πόδια. Νότια και ανατολικά την «αγκαλιάζουν» οι λόφοι του Παλαμηδιού και της Ευαγγελίστριας. Βόρεια ανοίγεται η αργολική πεδιάδα και δυτικά ο αργολικός κόλπος και τα βουνά της Αρκαδίας.

Η Πρόνοια ήταν ο πρώτος οργανωμένος προσφυγικός συνοικισμός που δημιούργησε ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, για να στεγάσει Κρήτες και άλλους πρόσφυγες. Ο ίδιος, μάλιστα, «βάφτισε» αυτό το προάστιο, δίνοντάς του το όνομα «Πρόνοια».

Η Πρόνοια, όχι ως τοπωνύμιο αλλά ως κατοικημένος τόπος, είναι γνωστή από τα προϊστορικά χρόνια. Η αρχαιολογική σκαπάνη έδειξε ότι χιλιάδες χρόνια πριν, τουλάχιστον από τη μεσολιθική περίοδο (8.000 – 7.000 π. Χ.) [2], άνθρωποι κατοίκησαν στους πετρώδεις λόφους της Πρόνοιας. Η θάλασσα έφτανε μέχρις εκεί και οι άνθρωποι λάξευσαν στους βράχους «λαβύρινθους» για να κατοικήσουν. Τρέφονταν με ψάρια και χρησιμοποιούσαν οψιανό, το σκληρό πέτρωμα από τη Μήλο, για να κατασκευάζουν εργαλεία και όπλα. Οι ανασκαφές των αρχαιολόγων μας έδειξαν ότι υπήρχε ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή και κατά τη νεολιθική περίοδο (7.000 – 3.000 π. Χ.) [3].

Η ζωή στην περιοχή συνεχίστηκε για πολλούς αιώνες. Αυτό μαρτυρείται από τάφους του τέλους της Υστερομυκηναϊκής περιόδου (1200 –1100 π. Χ.), γνωστούς ως «λαγούμια», που βρέθηκαν στη βορειοανατολική πλαγιά του Παλαμηδιού [4]. Οι τάφοι αυτοί ήταν γνωστοί από την εποχή του γεωγράφου Στράβωνα. Ο Στράβωνας, στις αρχές του 1ου μ. Χ. αιώνα, αποδίδει την κατασκευή τους, όπως και την κατασκευή των τειχών της γειτονικής Τίρυνθας, στους Κύκλωπες. Όμως και ο ίδιος και οι σύγχρονοί του γνώριζαν ότι οι κατασκευαστές δεν ήσαν άλλοι παρά εργάτες που ήλθαν από τη Λυκία της Μικράς Ασίας [5]. Μερικοί από αυτούς τους τάφους, όπως αναφέρει η αρχαιολόγος Σέμνη Καρούζου, «ανασκάφηκαν το 1873 από έναν αγνό φιλάρχαιο των παλαιών καιρών, τον Νομάρχη Ναυπλίας Κονδάκη». Οι τάφοι αποτελούνταν από μακρύ διάδρομο και κυρίως θάλαμο. Ο διάδρομος φραζόταν με τοίχο από ξερολιθιά, που τον χώριζε από το θάλαμο. Ο τύπος των τάφων και τα κτερίσματα που βρέθηκαν βεβαιώνουν τη χρονολόγηση τους στο τέλος της Υστερομυκηναϊκής εποχής. Για τους τάφους αυτούς γράφει η Καρούζου: «Η ταπεινότητα των ευρημάτων … μαρτυρεί ότι μερικά γένη τοπικών αρχόντων, χωρίς δύναμη και ακτινοβολία, υποταγμένα ίσως στους δυνάστες της Τίρυνθας, είχαν ταφεί στους βράχους του Παλαμηδιού τον 12ο αιώνα π. Χ., όταν ο μυκηναϊκός πολιτισμός σερνόταν προς τη δύση του» [6]. Επίσης, στο λόφο της Ευαγγελίστριας βρέθηκαν και ανασκάφηκαν λακκοειδείς τάφοι της ίδιας εποχής [7].

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Το 1953 ο αρχαιολόγος Σ. Χαριτωνίδης αποκάλυψε ταφές των γεωμετρικών χρόνων. Οι ταφές αυτές γίνονταν σε πιθάρια, στηριγμένα με πέτρες. Η κεφαλή του νεκρού ήταν στο μέρος της δύσης. Ένας τέτοιος αμφορέας με τρία πόδια, δημιούργημα κάποιου αργείτικου εργαστηρίου περί το 750 π.Χ., βρέθηκε στις ανασκαφές και εκτίθεται στο αρχαιολογικό μουσείο Ναυπλίου [8].

Για τα κατοπινά χρόνια δεν έχουμε πληροφορίες σχετικά με την Πρόνοια. Και τούτο γιατί η Πρόνοια ήταν πάντα ένας τόπος που έζησε στη σκιά της πόλης της Ναυπλίας. Ήταν ένας βοηθητικός χώρος και μάλιστα ένας χώρος «νεκροταφειακός, αφιερωμένος στη μνήμη των νεκρών» [9].

Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι η Ναυπλία, που εκτεινόταν τότε επάνω στο βράχο της Ακροναυπλίας συμμετείχε στην αμφικτιονία των ιωνικών πόλεων, που σχηματίστηκε νωρίς τον 7ο αιώνα και είχε ως κέντρο της το ναό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία του Πόρου [10], και ότι τον 6ο αιώνα καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε από το γειτονικό Άργος [11]. Από τότε κανείς λόγος δε γίνεται για την πολιτεία τούτη, που είναι ένα απλό επίνειο, ένα λιμάνι του Άργους [12]. Μάλιστα, ο Παυσανίας που πέρασε από την περιοχή το 2ο μ. Χ. αιώνα βρήκε τη Ναυπλία «έρημον» [13]. Μόνο κατά την επιδρομή των Αβάρων το 589 αναφέρεται ότι καταλαμβάνεται από βυζαντινή φρουρά και αντιστέκεται με επιτυχία. Από αυτή τη χρονολογία η ονομασία της πόλης αλλάζει. Καταγράφεται ως «Ναύπλιον» πλέον και όχι ως «Ναυπλία».

Στα μέσα του 11ου αιώνα οι Βυζαντινοί αναγνωρίζοντας τη στρατηγική θέση του Ναυπλίου οχύρωσαν την Ακροναυπλία [14]. Οι καιροί ήταν ταραγμένοι και οι πειρατές λυμαίνονταν τις θάλασσες, τα νησιά και τα παράλια. Η οχυρή θέση του Ναυπλίου και το καλό λιμάνι του προσέφεραν ασφάλεια από τους κάθε είδους και προέλευσης επιδρομείς. Με το πέρασμα του χρόνου η πόλη, που τότε εκτεινόταν επάνω στην Ακροναυπλία, εξελίχθηκε σε διοικητικό, στρατιωτικό και εμπορικό κέντρο [15].

Το 1212 κύριοι του Ναυπλίου, μετά από συνθηκολόγηση, έγιναν οι Φράγκοι. Μέχρι το 1389, όταν οι Βενετοί εξαγόρασαν τα δικαιώματα κυριαρχίας επί της πόλης από τη Μαρία ντ’ Ενζιέν, πολλές οικογένειες δυτικών τιτλούχων κυριάρχησαν στην πόλη.

Εν τω μεταξύ η παρουσία των Οθωμανών Τούρκων, μέρα με την ημέρα, γινόταν όλο και πιο αισθητή. Ήταν γι’ αυτούς επιδίωξη ζωτικής σημασίας να κυριαρχήσουν στην περιοχή της «Άσπρης Θάλασσας», δηλαδή του Αιγαίου πελάγους. Έτσι, το Ναύπλιο έγινε το μήλο της έριδας μεταξύ των Βενετών και των Τούρκων, των δύο μεγάλων δυνάμεων, που εκείνη την εποχή εξουσίαζαν την Ανατολική Μεσόγειο. Το 1500 δημιουργήθηκε η Κάτω Πόλη, δηλαδή το σημερινό Ναύπλιο, γιατί πλέον ο πληθυσμός της πόλης δε χωρούσε στην Ακροναυπλία.

 

Εικόνα 1: E. Peytier, Γενική άποψη Πρόνοιας και Ναυπλίου.

 

Το 1540 οι Τούρκοι έγιναν κύριοι του Ναυπλίου. Η Βενετία έχασε ένα σημαντικό ναυτικό και εμπορικό κέντρο. Και σαν να μην έφτανε αυτό πολλά χρόνια αργότερα, το 1669, με την πτώση του Χάνδακα, όπως λεγόταν τότε το Ηράκλειο, έχασε και την Κρήτη «Το πλήγμα και η ταπείνωση που υπέστη η Βενετία με την απώλεια της Κρήτης, μιας από τις σημαντικότερες κτήσεις της στην Ανατολή, είχαν θαμπώσει το γόητρό της και είχαν θέσει υπό αμφισβήτηση τον κυρίαρχο ρόλο της ανάμεσα στα χριστιανικά κράτη της Δύσης. Σε στρατιωτικό επίπεδο ο βενετικός στόλος είχε χάσει τον ηγεμονικό του ρόλο στις ελληνικές θάλασσες» [16]. Θέλοντας, λοιπόν, η Βενετία να ανακτήσει το γόητρο και τη φήμη της αλλά και ένα σημαντικό λιμάνι, αρμάτωσε στις αρχές του 1684 μια μεγάλη αρμάδα. «Πρωτεργάτης και αρχιτέκτονας αυτών των πολεμικών επιχειρήσεων, αρχιστράτηγος όλου του εκστρατευτικού σώματος …. » ο Francesco Morozini [17]. Στη βιβλιοθήκη Querini Stampalia της Βενετίας υπάρχει χειρόγραφο στο οποίο περιγράφεται η εκστρατεία και μάλιστα υπάρχουν απεικονίσεις των κάστρων – πόλεων που κατέλαβε ο Morozini. Η ιστορικός Ευτυχία Λιάτα, ερευνήτρια του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, με τη συνεργασία του Κώστα Τσικνάκη, ιστορικού και ερευνητή του Ινστιτούτου Βυζαντινών Ερευνών του ίδιου Ιδρύματος, εξέδωσαν το χειρόγραφο – ημερολόγιο της εκστρατείας.

Η Αρμάδα, που θα αποκαθιστούσε το γόητρο της Βενετίας, αναχώρησε από την πόλη των τενάγων στις 2 Ιουνίου του έτους 1684. Αφού πολιόρκησε και κατέλαβε πολλά κάστρα – πόλεις της δυτικής Ελλάδας (τη Λευκάδα, την Πρέβεζα, την Κορώνη, την Καλαμάτα κ.ά.) έφτασε στις 29 Ιουλίου του 1686 στον κόλπο του Τολού. Εκεί, αποβιβάστηκαν πάνω από 10.000 άνδρες, πεζικό και ιππικό, και ξεκίνησαν αμέσως για το Ναύπλιο.

Στους πρόποδες του Παλαμηδιού, εκεί δηλαδή που σήμερα είναι η Πρόνοια, υπήρχε προάστιο, όπου κατοικούσαν Έλληνες, στην πλειοψηφία τους εργάτες. Μόλις μαθεύτηκε η απόβαση των βενετικών στρατιωτικών δυνάμεων στο Τολό, αντιλαμβανόμενοι το τι θα επακολουθούσε, θέλησαν να απομακρυνθούν από την περιοχή που θα διεξάγονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Άφησαν, λοιπόν, τα σπίτια τους και κατέφυγαν με τις οικογένειές τους στο Θερμήσι της Ερμιονίδας, όπου και παρέμειναν [18].

Η πόλη πολιορκήθηκε στενά. Οι αδιάκοποι και σφοδροί κανονιοβολισμοί, καθώς και οι συνεχείς επιθέσεις των Ενετών ανάγκασαν τους Τούρκους να συνθηκολογήσουν και να παραδώσουν τα κάστρα του Ναυπλίου [19]. Ο Morozini εισήλθε θριαμβευτής στην πόλη την 1η Σεπτεμβρίου 1686.

Το επόμενο έτος (1687) φοβερή πανώλης ενέσκηψε στο Ναύπλιο. Μεταδόθηκε από ένα γαλλικό πλοίο και επεκτάθηκε με μεγάλη ταχύτητα στην πόλη και τα περίχωρα, καθώς και στην υπόλοιπη Πελοπόννησο. Ο Ιμπραήμ- Πασάς, διοικητής του τουρκικού στρατού στην Πελοπόννησο, αδιαφορώντας για την επιδημία και πιστεύοντας ότι ήταν ευκαιρία να καταλάβει το Ναύπλιο, έφτασε στην Αργολίδα και εμφανίστηκε προ των Πυλών της πόλης. Τότε την κατάσταση έσωσαν οι Έλληνες κάτοικοι των περιχώρων και του προαστίου, δηλαδή της σημερινής Πρόνοιας, οι οποίοι αντιστάθηκαν, ενώ η φρουρά της πόλης έχοντας ταλαιπωρηθεί από την αρρώστια, ελάχιστη βοήθεια μπόρεσε να προσφέρει. Αυτή την προσφορά των Ελλήνων ο Morosini αντάμειψε με χρήματα και φορολογικές ατέλειες [20].

Στη διάρκεια της πολιορκίας η πόλη είχε υποστεί σοβαρές καταστροφές. Οι Ενετοί επιδόθηκαν αμέσως στο έργο της επισκευής των τειχών και των οικημάτων της πόλης. Θέλοντας, όμως, να καταστήσουν το Ναύπλιο ένα φρουριακό σύνολο απόρθητο, απαγόρευσαν την κατοίκηση των φρουρίων της Ακροναυπλίας και όλη η περιοχή διαμορφώθηκε κατάλληλα για την κάλυψη των αναγκών του πυροβολικού. Βέβαια, το μεγαλύτερο οχυρωματικό έργο που θεμελίωσαν οι Βενετοί ήταν το Παλαμήδι, το απόρθητο φρούριο που πήρε το όνομά του από τον ομώνυμο λόφο. Το Παλαμήδι αποτελεί πρότυπο οχυρωματικής τέχνης [21] και προκαλεί «στον ταξιδευτή ένα διπλό συναίσθημα, κατάπληξη μαζί και φόβο» [22].

Εξαιτίας του πολέμου, της πανώλης και της αποχώρησης των Τούρκων ο πληθυσμός της πόλης είχε μειωθεί. Οι Ενετοί φρόντισαν για τη συμπλήρωση του πληθυσμού με μετακινήσεις οικογενειών από την Αθήνα και άλλες ελληνικές πόλεις. Την πολιτική αυτή ακολούθησαν και σε άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Η Ευτυχία Λιάτα στο βιβλίο της «Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι.» γράφει:

«Τα κίνητρα για τη μετοικεσία εκτός από κοινωνικά – εξασφάλιση καλύτερων όρων διαβίωσης – ήταν κυρίως οικονομικά, αφού οι νέοι κύριοι του Μοριά είχαν λάβει πρόνοια μέσω του θεσμού των εκχωρήσεων (γαιών και οικημάτων) για την εξασφάλιση της επιβίωσης των πληθυσμών αυτών.

Οι εγκαταλειμμένες από τους Τούρκους και διαθέσιμες για εκμετάλλευση γαίες χρειάζονταν χέρια για να τις καλλιεργήσουν. Με τις μετοικεσίες αυτές οι Βενετοί απέβλεπαν αφενός στην αναζωογόνηση του Μοριά, προκειμένου με την αύξηση του ανθρώπινου δυναμικού να μεγιστοποιηθεί η παραγωγικότητα του τόπου και αφετέρου να ενισχυθεί η αμυντική του ικανότητα απέναντι στη μόνιμη τουρκική απειλή»[23].

Προκειμένου, λοιπόν, να εκμεταλλευτούν ορθολογικά τον τόπο και να επιβάλουν ένα αποδοτικό φορολογικό σύστημα, έπρεπε να γνωρίζουν τις εκμεταλλεύσιμες εκτάσεις γης, την ποιότητα και το νομικό καθεστώς της γης, καθώς και το πραγματικό μέγεθος του πληθυσμού. Το μεγάλο αυτό έργο η Βενετία το ανέθεσε σε τρεις Συνδίκους Καταστιχωτές, οι οποίοι το 1687 στάλθηκαν στο Μοριά. Αυτοί θα έπρεπε για κάθε επαρχία να κάνουν το τοπογραφικό σχέδιο της περιοχής και να καταγράψουν τους αγρούς, τους μύλους, τα οικοδομήματα, τα ορυχεία, τα ιχθυοτροφεία, τα δένδρα και ό,τι άλλο θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμο στο βενετικό κράτος [24].

Για το τεριτόριο, δηλαδή την επαρχία, του Ναυπλίου υπάρχουν δύο κτηματολόγια, προϊόντα αυτής της πολιτικής των Βενετών, τα οποία συντάχθηκαν στο τέλος του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα. Πρόκειται για το Catastico Ordinario (C.O.), που είναι γενικότερο, και το Catastico Particolare (C.P.), που είναι αναλυτικότερο [25]. Εκτός, όμως, από αυτά τα δύο κτηματολόγια στο αρχείο Grimani, που βρίσκεται στα Κρατικά Αρχεία της Βενετίας, υπάρχει τοπογραφικό σχέδιο φιλοτεχνημένο στις αρχές της β΄. ενετοκρατίας (περίπου το 1700), στο οποίο απεικονίζονται τα δύο προάστια του Ναυπλίου[26]. Δανειζόμαστε την περιγραφή του τοπογραφικού σχεδίου από το άρθρο «Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας», της Αναπληρώτριας καθηγήτριας στο Ε.Μ.Π. Μάρως Καρδαμίτση – Αδάμη. Γράφει η κα Αδάμη:

 

«Το σχέδιο περιλαμβάνει έκταση που ξεκινά από την Τάφρο της Πόλης του Ναυπλίου (… διακρίνεται καθαρότατα η πύλη της Ξηράς) και φθάνει μέχρι περίπου τη σημερινή Λεωφόρο Ασκληπιού. Μια στενή λωρίδα γης που περιλαμβάνει μονάχα το χώρο, όπου σήμερα ο (παλαιός) σιδηροδρομικός σταθμός και το πάρκο, ενώνει την πόλη με την έξω από αυτή ξηρά. Δύο μόνο κτίσματα σημειώνονται στην περιοχή αυτή, τα σφαγεία, δυτικά, προς την τάφρο και μια ιχθυόσκαλα προς το μέρος της Πρόνοιας. Και τα δύο είναι τοποθετημένα χαμηλά δίπλα στη θάλασσα. Η ακτογραμμή συνεχίζεται στη θέση όπου σήμερα η λεωφόρος Άργους.

Όλη η υπόλοιπη περιοχή, όπου αναπτύσσεται σήμερα η περιοχή Κούρτη της Νέας πόλης, καλύπτεται από θάλασσα μέχρι τη Γλυκειά, όνομα που αναφέρεται ήδη από την εποχή αυτή» [27]. Σ’ αυτή τη στενή λωρίδα γης που ένωνε την πόλη με το προάστιο, στα ριζά του λόφου του Παλαμηδιού, παράλληλα προς την ακτογραμμή, υπήρχε μακρύ τείχος, που ξεκινούσε από τα πρώτα σπίτια του προαστίου και έφτανε μέχρι την τάφρο. Επρόκειτο για το υδραγωγείο μέσω του οποίου μεταφερόταν νερό στο Ναύπλιο. Ψηλά στους πρόποδες του οικισμού, εκεί ακριβώς όπου αρχίζουν και στις μέρες μας τα πρώτα οικοδομικά τετράγωνα της Πρόνοιας, άρχιζε το προάστιο Trombè (Τρομπέ). Το όνομα του προαστίου είναι πολύ πιθανό να προήλθε από την τρόμπα, δηλαδή την αντλία, που υπήρχε περίπου στο κέντρο του.

Βόρεια του προαστίου Trombè υπήρχε το άλλο προάστιο, το Techiè (Τεκέ), μικρότερο από το πρώτο. Ο όνομά του είναι πιθανό να το πήρε από τον τεκέ, δηλαδή το μοναστήρι των Τούρκων δερβίσηδων, που υπήρχε εκεί. Στην ύπαρξη τεκέ αναφέρεται και ο μηχανικός του ναυτικού M. Bellin στο έργο του «Description du Golph de Venise et de la Moree», που κυκλοφόρησε το 1711. Γράφει ο Bellin: «Στο προάστειο του Ναυπλίου, όπου σε καλύβες κατοικούν οι Αλβανοί, υπάρχουν τρεις ή τέσσερις ελληνικές εκκλησίες και ένας τεκές δερβίσηδων κτισμένος από το Mustafa πασά». Και συνεχίζει: «Στον τεκέ αυτόν κατοικούν δώδεκα δερβίσηδες με τις γυναίκες τους, γιατί οι δερβίσηδες έχουν δικαίωμα να παντρεύονται αν το επιθυμούν, παρόλο ότι όσοι ταξιδεύουν στην Ανατολή ισχυρίζονται το αντίθετο» [28].

 

Αυτή την εποχή, δηλαδή γύρω στα 1700, υπήρχαν και στα δύο προάστια 487 οικήματα (κατοικίες, ενδεχομένως αποθήκες ή εργαστήρια, παράγκες). Η δόμησή τους ακολουθούσε τις φυσικές καμπύλες του εδάφους και δεν υπήρχαν οικοδομικά τετράγωνα [29]. Αυτά τα οικιστικά σύνολα μοιάζουν με τα αιγαιοπελαγίτικα οικιστικά συγκροτήματα. Τα σπίτια, δηλαδή, εφάπτονταν το ένα στο άλλο σχηματίζοντας μεταξύ τους τείχος. Ήταν τοποθετημένα είτε σε παράλληλη γραμμική παράταξη (περισσότερο στο Trombè) είτε σε συστάδες τετράγωνων ή πολύπλευρων συγκροτημάτων ή σε οικιστικά συγκροτήματα, που εξωτερικά σχημάτιζαν τείχος κι εσωτερικά είχαν ακάλυπτο χώρο, είδος εσωτερικής κοινόχρηστης αυλής, κατά το πρότυπο των βενετσιάνικων campi (η εικόνα κυρίως στο Techiè) [30].

Τα σπίτια στο σύνολό τους ήταν μικρά έως μεσαία με μήκος πρόσοψης 7-15 μέτρα. Ελάχιστες ήταν οι εξαιρέσεις πραγματικά μεγάλων σπιτιών, ενώ υπήρχε και ένας αριθμός πολύ μικρών σπιτιών, προφανώς μονόχωρων, περίπου στο μέγεθος ενός μεγάλου δωματίου [31].

Και στα δύο προάστια κατοικούσαν 392 οικογένειες, δηλαδή περίπου 1430 ψυχές [32]. Ο πληθυσμός αυτός αποτελούνταν από ντόπιους αλλά και από πολλούς ξένους, κυρίως Τσιριγώτες (δηλαδή Κυθήριους), Κρητικούς, Αθηναίους και άλλους Έλληνες. Εκτός των Ελλήνων στα δύο προάστια κατοικούσαν και Ενετοί, ο αριθμός των οποίων δεν ξεπερνούσε το 1/8 του συνόλου των κατοίκων [33].

Ως προς τις ασχολίες των κατοίκων οι αρχειακές πηγές για την εποχή αυτή δεν παρέχουν πολλά στοιχεία. Από τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας βλέπουμε ότι υπήρχαν στρατιωτικοί και κληρικοί [34]. Βέβαια, δεν θα πρέπει να αποκλείσουμε την ύπαρξη κτηματιών, αφού γνωρίζουμε ότι οι Βενετοί προχώρησαν σε εκχωρήσεις γης σε μεμονωμένους έποικους ή σε ομάδες εποίκων [35].

Οι Βενετοί δεν μπόρεσαν να κρατήσουν για πολλά χρόνια τις κτήσεις τους στην Πελοπόννησο. Το 1715 οι Τούρκοι πολιόρκησαν και κατέλαβαν το Παλαμήδι και την πόλη του Ναυπλίου. Οι Βενετοί δεν είχαν άλλη επιλογή: παρέδωσαν «άνευ όρων» και την Ακροναυπλία. Έτσι, άρχισε η Β΄. Τουρκοκρατία που κράτησε μέχρι το 1822, όταν οι Έλληνες με ρεσάλτο κατέλαβαν το Παλαμήδι.

Κατά τη Β΄. Τουρκοκρατία η στάση των Τούρκων απέναντι στους Έλληνες του Ναυπλίου ήταν σκληρή. Τους απαγόρευσαν να τελούν ακόμη και ιεροπραξίες μέσα στην πόλη και οι εκκλησίες είχαν μετατραπεί σε τζαμιά ή αποθήκες. Οι Έλληνες της πόλης του Ναυπλίου και όσοι κατοικούσαν έξω από αυτήν εκκλησιάζονταν στον ταπεινό ναό των Αγίων Πάντων, στην Πρόνοια, όπου υπήρχε και το νεκροταφείο των χριστιανών. Πολύ αργότερα, το 1779, οι Τούρκοι τους επέτρεψαν να λειτουργήσουν το ναό της Αγίας Σοφίας, που βρισκόταν στην ελληνική συνοικία της πόλης και ο οποίος μέχρι τότε χρησιμοποιούταν ως αποθήκη άχυρων [36].

Το 1790 επισκέφθηκε το Ναύπλιο ο περιώνυμος Ολλανδός ναύαρχος Ιωάννης Ερρίκος Van Kiusbergen, ο οποίος μελέτησε τα φρούρια και τον εξοπλισμό τους. Τις εντυπώσεις του περιέλαβε στο έργο του «Περιγραφή του Αρχιπελάγους», το οποίο εξέδωσε μετά από 2 χρόνια. Αναφερόμενος στον πληθυσμό γράφει:

 

«Ο αριθμός των κατοίκων του Ναυπλίου υπολογίζεται περίπου εις 6.000 ψυχάς, συνυπολογιζομένων και των εν τω φρουρίω του Παλαμηδίου οικούντων. Οι πλείστοι των κατοίκων είναι Τούρκοι. Οι Έλληνες αποτελούσιν ακριβώς υπολογιζόμενοι διακοσίας οικογενείας και οι Ιουδαίοι έτι ολιγοτέρας. Οι Φράγκοι κατοικούσι το προάστειον εκτός του Ναυπλίου, ασκούντες αρκούντως επικερδή εμπορείαν ιδίως του ελαίου, των σιτηρών, μαλλίων, μετάξης κ.λ.π. και εισάγοντες αντ’ αυτών εκ Γαλλίας πανικά (δηλαδή υφάσματα), καφέ, λουλάκι, ζάχαριν κ.λ.π.» [37].

 

Αυτή την εμπορική δραστηριότητα τόνιζε 10 χρόνια νωρίτερα και ο Sonnini, ο οποίος, όμως, επισήμαινε ότι Τούρκοι αποτελούσαν καταστροφή για το εμπόριο με τα προσκόμματα που έθεταν στη διεξαγωγή του [38].

Και πράγματι, όταν το 1816 επισκέφθηκε το Ναύπλιο ο Γάλλος φιλέλληνας Pouqueville, στο λιμάνι υπήρχε λάσπη, έτσι ώστε τα πλοία δεν μπορούσαν να πλησιάσουν. Όμως, παρά την αρνητική κατάσταση που επικρατούσε στο λιμάνι ένα μεγάλο μέρος των προϊόντων του τόπου διακινούνταν από το Ναύπλιο και πολλά ξένα πλοία ήταν αραγμένα στην παραλία του [39].

Βέβαια, η καθόλα αρνητική στάση των Τούρκων για το εμπόριο είχε σαν αποτέλεσμα την χαλάρωση του εμπορίου και την σταδιακή απομάκρυνση των Ευρωπαίων εμπόρων. Έτσι, το τοπικό εμπόριο πέρασε στα χέρια μικρεμπόρων, που, όμως, και αυτοί απομακρύνθηκαν εξαιτίας της φοβερής πίεσης των Γενίτσαρων. Οι μόνοι που παρέμειναν ήταν δεκαπέντε «Ιουδαϊκοί οίκοι», οι οποίοι εμπορεύονταν κυρίως το μετάξι. Επακόλουθο αυτής της κατάστασης ήταν να απομακρυνθούν οι «Φράγκοι» έμποροι από την Πρόνοια και γενικώς ο τόπος να ερημώσει. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις τοπικές παραδόσεις του τέλους του 19ου αιώνα αλλά και από τις αρχειακές πηγές. Συγκεκριμένα, ο οικισμός δεν αναφέρεται στην απογραφή πληθυσμού του 1814 ούτε σημειώνεται στον τοπογραφικό χάρτη του Pouqueville. Αντίθετα, στο χάρτη αυτό σημειώνεται νεκροταφείο βόρεια της Πρόνοιας, το οποίο προφανώς είναι το νεκροταφείο που υπήρχε στους Άγιους Πάντες και λειτούργησε μέχρι τη δεκαετία του 1850. Ακόμη και σήμερα βλέπουμε μαρμάρινες πλάκες από αυτό το νεκροταφείο να έχουν ενσωματωθεί στο δάπεδο και στα εξωτερικά σκαλιά του ναού [40].

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης οι Τούρκοι κλείστηκαν στα φρούρια για να προστατευθούν. Το Ναύπλιο και τα φρούριά του πολιορκήθηκαν στενά από τους Έλληνες. Ξημερώνοντας η 30η Νοεμβρίου του 1822 ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης με 80 παλικάρια κατέλαβαν με ρεσάλτο το Παλαμήδι. Οι Τούρκοι, αφού παρέδωσαν την πόλη του Ναυπλίου και το φρούριο της Ακροναυπλίας, πήραν το δρόμο για τη Μικρά Ασία. Από τότε και μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια δεν αναφέρεται να κατοικείται ο χώρος της Πρόνοιας.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1828 έφτασε στο Ναύπλιο ως Κυβερνήτης της Ελλάδας ο Ιωάννης Καποδίστριας. Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ήταν πολλά, ποικίλα και μεγάλα. Ένα από αυτά ήταν η συσσώρευση στο Ναύπλιο πλήθους κόσμου από κάθε μεριά του ελλαδικού χώρου. Οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν σε μια πόλη κατεστραμμένη και ακάθαρτη με σπίτια ερειπωμένα. Εγκαταστάθηκαν όπου μπορούσε να φανταστεί κανείς, φτιάχνοντας καλύβες. Οι συνθήκες υγιεινής ήταν άθλιες και υπήρχε μεγάλος κίνδυνος επιδημιών.

Στις αρχές Απριλίου ο Κυβερνήτης έστειλε επιστολή προς τους μηχανικούς Σταμάτη Βούλγαρη και Ν. Μαυρομμάτη με την εντολή να επισκεφθούν μία προς μία τις καλύβες και να καταγράψουν ονομαστικά τους ενοίκους τους. Επίσης, να συντάξουν προϋπολογισμό για την κατασκευή καλυβών σε μέρος κατάλληλο, προκειμένου να στεγαστεί όλος αυτός ο κόσμος. Η τοποθεσία, που εκείνος πρότεινε, βρισκόταν κοντά στο χωριό Άρια, όπου ο τόπος ήταν υγιεινός και κατάλληλος, ενώ η τελική και ακριβής επιλογή του τόπου θα ήταν έργο και των τριών, δηλαδή του ίδιου και των δύο μηχανικών [41].

Σε μία εβδομάδα, στις 17 Απριλίου, είχε γίνει η καταγραφή του πληθυσμού που έπρεπε να μετακινηθεί: 2.500 ψυχές ή, σύμφωνα με την τότε καταμέτρηση, 2.158 άτομα, που είχαν εγκατασταθεί σε 662 καλύβες [42]. Επίσης, είχε επιλεγεί ο τόπος εγκατάστασης και είχε εκπονηθεί το πολεοδομικό σχέδιο. Τέλος, είχε υπολογιστεί και το κόστος κατασκευής. Μάλιστα, ο ίδιος ο Κυβερνήτης «βάφτισε» το νέο προάστιο δίνοντάς του το όνομα «Πρόνοια» [43].

Οι εργασίες κατασκευής είχαν ήδη αρχίσει στις 5 Μαΐου. Στις 24 Μαΐου οι μάστορες παρέδωσαν 96 καλύβες [44]. Όμως, μετά από δυο μέρες ξέσπασε επιδημία πανώλης, και όπως ήταν αναμενόμενο, πρωτοεμφανίστηκε στις φτωχές οικογένειες, που έμεναν στα παραπήγματα, έξω από την πύλη της Ξηράς [45]. Οι πύλες της πόλης έκλεισαν, οι εργασίες σταμάτησαν και οι μάστορες παραπονιόταν ότι δεν είχαν εξοφληθεί [46].

 

Η ενετική Πύλη του Ναυπλίου (η Πύλη της Ξηράς – εξωτερική όψη), τέλος 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων. British Museum.

 

Τα σπίτια αυτά ήταν πέτρινα, χτισμένα σε οικόπεδα με πρόσοψη 3 μ. και βάθος 6. Ήταν χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Είχαν ένα μόνο χώρο, σχεδόν τετράγωνο, και καλύπτονταν με μονοκλινή στέγη, η οποία ήταν μάλλον από ψαθί. Η προς το δρόμο όψη είχε ύψος 2 μ. και διακοπτόταν από τα ανοίγματα μιας πόρτας και ενός παραθύρου. Στο πίσω μέρος του οικοπέδου, όπου υπήρχαν οι βοηθητικοί χώροι, αφηνόταν ένας μικρός υπαίθριος χώρος. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν τέτοια σπίτια στην Πρόνοια [47].

Πολύ σύντομα τα σπίτια αυτά φαίνεται ότι άρχισαν να αντικαθίστανται από μεγαλύτερα οικοδομήματα· το Νοέμβριο του 1830 ο Καποδίστριας έγραφε σε επιστολή του: «Αι δε καλύβαι, τας οποίας είχα κατασκευάσει έξω [από το Ναύπλιο] προ δύο ετών, εκλείπουσι, και αντ’ αυτών εγείρονται οίκοι μεγάλοι και ευπρεπείς, συστήσαντες το προάστειον, την Πρόνοιαν» [48].

Στο σχεδιασμό της Πρόνοιας εφαρμόστηκε το Ιπποδάμειο σύστημα, δηλαδή ορθογώνια παραλληλεπίπεδα οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία ορίζονταν από οριζόντιους και κάθετους δρόμους. Το αρχικό σχέδιο του Βούλγαρη, καθώς και το επόμενο που συνέταξε μετά την επιδημία της πανώλης, περισσότερο εκτεταμένο από το πρώτο, δε σώζονται. Από τότε εκπονήθηκαν αρκετά πολεοδομικά σχέδια για την Πρόνοια, από τα οποία άλλα σώζονται και άλλα όχι. Πάντως, το βέβαιο είναι ότι για τη σύνταξη όλων αυτών των σχεδίων χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο το σχέδιο του Βούλγαρη [49].

Ο ρυθμός κατοίκησης και οικοδομικής δραστηριότητας στο νέο προάστιο υπήρξε έντονος. Το 1829 ο πληθυσμός του αριθμούσε 2.500 ψυχές, ενώ την άνοιξη του 1830 πραγματοποιήθηκε ομαδική άφιξη Κρητών, οι οποίοι συγκρότησαν δική τους συνοικία, «τα κρητικά», στο λόφο της Ευαγγελίστριας [50]. Ακόμη και σήμερα αυτό το οικιστικό σύνολο ξεχωρίζει με τα ταπεινά σπίτια και τα στενά σοκάκια.

Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Πρόνοια[51] συνοδεύτηκε από παρατυπίες, παραλήψεις και παράνομες πράξεις. Γράφει ο αείμνηστος Γεώργιος Χώρας:

«Γενικώς όλοι προέβαλαν αδυναμία πληρωμής της οφειλής τους. Μεταξύ αυτών άλλοι είχαν καταβάλει τις πρώτες δόσεις, άλλοι ώφειλαν ακόμη στο Δημόσιο Ταμείο. Άλλοι ήσαν οφειλέτες για όλο το χρηματικό ποσό της αξίας του οικοπέδου. Άλλοι είχαν εγκατασταθή χωρίς καμμία άδεια, άτυπα ή αυθαίρετα. Μια άλλη κατηγορία «των ευπόρων», κατέλαβαν οικόπεδα στην Πρόνοια για επένδυση των χρημάτων τους και εκμετάλλευση. Αυτοί έβλεπαν μακριά. Ήξεραν ότι υπήρχε οικιστικό πρόβλημα και συνωστισμός στο Ναύπλιον συνεχώς αυξανόμενος. Εζήτησαν λοιπόν να επωφεληθούν από τη μεγάλη ζήτηση κατοικίας. Σημαντικός ήταν ο αριθμός των απόρων, για τους οποίους δεν υπήρχε δυνατότητα ούτε ελπίδα εξοφλήσεως της οφειλής τους προς το Δημόσιο. Πολλοί μάλιστα άποροι συνέχισαν να μένουν σε καλύβες, τις οποίες απλώς μετέφεραν στα οικόπεδα της Πρόνοιας, χωρίς δυνατότητα να στήσουν ούτε παράπηγμα καλλίτερο ούτε οικοδομή»[52].

Ο Καποδίστριας θέλοντας να δώσει λύση στο πρόβλημα που είχε προκύψει υπέγραψε στις 3 Ιουνίου 1831 το ΚΣΤ΄. Ψήφισμα της Δ΄Εθνοσυνέλευσης του Άργους, το οποίο αναφερόταν ειδικά στην Πρόνοια και με το οποίο οι άποροι και οι φτωχοί, που είχαν καλύβες, δεν πλήρωναν καμία εισφορά ενόσο κατοικούσαν σ’ αυτές, ενώ, όσοι είχαν κτίσει σπίτια, εργαστήρια ή οποιοδήποτε άλλο κτίριο με σκοπό να ωφεληθούν, έπρεπε να πληρώσουν το εθνικό δικαίωμα της γης. Τα χρήματα που επρόκειτο να καταβληθούν θα χρησίμευαν για τον καλλωπισμό της πόλης του Ναυπλίου και της Πρόνοιας [53].

Η στυγερή δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 και η αναταραχή που ακολούθησε είχε τις συνέπειές της και στον τομέα της δόμησης της Πρόνοιας. Ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση του ψηφίσματος, το 1832, είχαν κτιστεί στο προάστιο αρκετές οικοδομές δίχως άδεια. Η κατάσταση της αυθαίρετης δόμησης συνεχίστηκε και επεκτάθηκε μέχρι το τέλος του 1833, γι’ αυτό οι Βαυαροί διόρισαν, ειδικά για την Πρόνοια, μηχανικό με σκοπό να τηρηθεί ακριβώς το σχέδιο [54].

Σε όλα τα πολεοδομικά σχέδια της Πρόνοιας σημειώνονται δύο ελεύθεροι χώροι. Ο ένας βρίσκεται στο κέντρο σχεδόν του οικισμού, στο μέρος εκείνο που το 1836 κτίστηκε η εκκλησία της Αγίας Τριάδας, και ο άλλος στα ανατολικά όριά του. Σ’ αυτόν τον τελευταίο τον Ιούλιο του 1832 διεξήχθησαν οι εργασίες της Δ΄. Εθνοσυνέλευσης [55]. Βέβαια, δεν υπήρχε η υποδομή, δηλαδή ένα κτίριο στο οποίο θα συνεδρίαζαν οι 224 βουλευτές του Έθνους. Για το σκοπό αυτό κατασκευάστηκε ένα ξύλινο παράπηγμα, η γνωστή «παράγκα». Ήταν ένα ξύλινο ορθογώνιο παράπηγμα από δοκάρια και σανίδες με πλάτος 10-12 μ. και διπλάσιο μήκος. Το ύψος του έφτανε τα 3 μ. και η σκεπή του ήταν «μυτερή». Εσωτερικά, απέναντι από την είσοδο υπήρχαν τα έδρανα του Προέδρου και των Γραμματέων της Εθνοσυνέλευσης, ενώ αριστερά και δεξιά υπήρχαν εξέδρες για το διπλωματικό σώμα και τους ξένους επίσημους. Απέναντι από το προεδρείο είχαν δημιουργηθεί σε ακανόνιστο κύκλο 3 επάλληλες σειρές από σκαμνιά, όπου κάθονταν οι Πληρεξούσιοι.

Το κάπνισμα απαγορευόταν μέσα στην αίθουσα. Όμως, οι «θεριακλήδες» [56] Πληρεξούσιοι δεν μπορούσαν να αντέξουν τόσες ώρες [57] χωρίς να καπνίσουν. Είχαν, λοιπόν, μαζί και τους «τσιμπουκτσήδες» τους, που τριγυρνούσαν έξω από την παράγκα και έχωναν μέσα στα κενά που δημιουργούσαν οι σανίδες των τοιχωμάτων την άκρη του αναμμένου τσιμπουκιού ή το μαρκούτσι του ναργιλέ, έτσι ώστε να ρουφούν οι βουλευτές. Το αποτέλεσμα ήταν πολλές φορές συννεφάκια καπνού να αναδύονται μέσα στο χώρο της Συνέλευσης [58].

Όμως, κάποια παλικάρια από τη Ρούμελη, που είχαν στρατοπεδεύσει στην Άρια, δεν είχαν πληρωθεί τους στρατιωτικούς μισθούς τους και πίεζαν την Κυβέρνηση να τους πληρώσει. Η Κυβέρνηση δεν είχε χρήματα και για πάνω από 20 μέρες το μόνο που έδινε ήταν υποσχέσεις. Η κατάσταση μέρα με τη μέρα εκτραχυνόταν μέχρι που στις 14 Αυγούστου 1832 «ως άγρια θηρία, ως τίγρεις λυσσώδεις επέπεσαν οι στρατιώται κατά των Πληρεξουσίων· εκραύγαζον ότι παρήλθε και η δευτέρα παρ’ αυτών ταχθείσα προθεσμία, ότι η Συνέλευσις κατεδαπάνα τον καιρόν αυτής εις ελεεινάς σκευωρίας, αντί να φροντίση περί των ατυχών πολεμιστών του τόπου· κατεβίβασαν της έδρας του τον ογδοηκοντούτη Πρόεδρον Νοταράν, ύβρισαν και ηπείλησαν διά θανάτου τους Πληρεξουσίους, εγύμνωσαν αυτούς και απήγαγον τέλος επτά τους πλουσιώτερους αυτών και τον Πρόεδρον εις Άρειαν, όπως κρατήσωσιν αυτούς ως ομήρους μέχρι της πληρωμής των καθυστερουμένων στρατιωτικών μισθών.

Επειδή δε η Κυβέρνησις δεν είχε χρήματα, ηναγκάσθησαν ούτοι να καταβάλλωσιν εξ ιδίων 100.000 γρόσια ως λύτρα, ανθ’ ων απελύθησαν τη 18η Αυγούστου» [59]. Έτσι, η Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων διαλύθηκε άδοξα. Στο χώρο όπου συνεδρίαζαν τότε οι Πληρεξούσιοι του Έθνους υπάρχει σήμερα πλατεία με το όνομα «Πλατεία Εθνοσυνέλευσης».

Στις 25 Ιανουαρίου 1833 αποβιβάστηκε κοντά στο Ναύπλιο, στη Γλυκειά [60], ο Όθωνας ως Βασιλιάς της Ελλάδας. Η μεγαλειώδης πομπή κατευθύνθηκε και εισήλθε στην πόλη «εν μέσω των αδιακόπων κανονιοβολισμών των πλοίων και των φρουρίων και των φρενιτιωδών επευφημιών του Λαού» [61]. Τον ακολουθούσαν 3.500 Βαυαροί αξιωματικοί και στρατιώτες.

Πολλοί από τους Βαυαρούς στρατιωτικούς εγκαταστάθηκαν οικογενειακός σε κατοικίες στην Πρόνοια, τα ενοίκια των όποιων κατέβαλε η Δημογεροντία Ναυπλίου [62]. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Άγγλος ζωγράφος Francis Hervè, ο οποίος τότε έμενε στο Ναύπλιο, πολλοί από τους Βαυαρούς στρατιώτες έτρωγαν τους γάτους, με αποτέλεσμα την απειλητική αύξηση των ποντικών. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε πολλά παράπονα εκ μέρους των κατοίκων της Πρόνοιας, οι οποίοι έβλεπαν τις αποθήκες τους να μαστίζονται από τις επιδρομές των ποντικών [63].

Όμως, η τύχη υπήρξε τραγική για πολλούς από του Βαυαρούς στρατιώτες. Τα έτη 1833 – 1834 προσεβλήθησαν από επιδημία κοιλιακού τύφου εξαιτίας της κατανάλωσης άγουρων φρούτων και υπερώριμων αγγουριών. Πολλοί πέθαναν και τάφηκαν στο νεκροταφείο μπροστά από την εκκλησία των Αγίων Πάντων και σε μια τοποθεσία βορειοανατολικά του ναού της Ευαγγελίστριας, που από τότε πήρε το όνομα «τα βαυαρικά μνήματα».

Όταν το Φεβρουάριο του 1836 επισκέφθηκε το Ναύπλιο ο Βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος ο Α΄., πατέρας του Όθωνα, διέταξε να ιδρυθεί μνημείο στο βράχο, στους πρόποδες του οποίου είχαν ταφεί οι Βαυαροί στρατιώτες. Το 1840-1841 ο Γερμανός γλύπτης H. Siegel λάξευσε επάνω στο φυσικό βράχο, με δαπάνες του βασιλιά Λουδοβίκου, τεράστιο λιοντάρι κατ’ απομίμηση του λιονταριού που έστησαν οι Ελβετοί στη Λουκέρνη εις ανάμνηση των συμπατριωτών τους, που φονεύθηκαν στο Παρίσι κατά τη Γαλλική Επανάσταση [64]. Το λιοντάρι παρουσιάζεται κοιμισμένο με θαυμαστή έκφραση ανθρωπομορφικής θλίψης. Βεβαίως, είναι φανερή η συμβολική συσχέτιση με τον άδικο χαμό των Βαυαρών στρατιωτών [65]. Στα πόδια του λιονταριού έχει χαραχθεί στα γερμανικά η επιγραφή:

Οι Αξιωματικοί και Στρατιώται

της Βασιλικής βαυαρικής μεραρχίας

προς τους Συστρατιώτας των.

† 1833 – 1834

Το παρόν Μνημείον ίδρυσεν ο Λουδοβίκος

Βασιλεύς της Βαυαρίας.

 

Όπως προαναφέραμε ο χώρος της Πρόνοιας ήταν νεκροταφειακός. Ήδη, από το 1696 ο εφημέριος της ενορίας των Αγίων Πάντων Ιωάννης Περής βεβαίωνε: «Ι696 Αυγούστου 26 – Ενορία των Αγίων Πάντων έξο εις τα Νεκροταφήα. Εκκλησία Αγίοι Πάντες. έχη ολήγην αυλήν που χώνουν του(ς) χριστιανούς και τζελια (κελιά) τρία με την περιοχην τους που κάθετε ο ευφημερίος, καθώς εκράτι ο τόπως από το παλεόν …».

 

Ανυπόγραφo χαρακτικό σε ατσάλι (24 x 16,7 εκ.), το οποίο αναπαριστά το μνημείο της Πρόνοιας. Μουσείο του βασιλιά Όθωνα στο Οττομπρούν του Μονάχου (König-Otto-von-Griechenland-Museum der Gemeinde Ottobrunn). Στο κάτω μέρος φέρει την εξής επιγραφή: «Denkmal der in Griechenland gefallenen Baiern von Christian Siegel». [= Μνημείο των Βαυαρών πεσόντων στην Ελλάδα του Χριστιανού Ζίγκελ].

 

Αλλά και το 1816 σε χάρτη που παραθέτει ο Pouqueville το νεκροταφείο τοποθετείται στην ίδια περιοχή. Όμως, δεν ήταν μόνο το χριστιανικό νεκροταφείο στο μέρος αυτό. Ο Φωτάκος περιγράφοντας την πρώτη επιχείρηση των Ελλήνων για την κατάληψη του Ναυπλίου την άνοιξη του 1821 και αναφερόμενος στην τοπογραφία της περιοχής γράφει: «…. Ήτο όλη σχεδόν (η περιοχή) γεμάτη Τουρκομνήματα έως πέρα είς τους Αγίους Πάντας κι το Αγγουρώον λεγόμενον… (το μνημείο των Βαυαρών). Ήτο δε γεμάτος ο τόπος μάνδραις, μνήματα, κυπαρίσσια και άλλα δένδρα διάφορα, αθάνατοι φυτευμένοι πολλοί, ώστε εδυσκολεύετο ο άνθρωπος να περάση εύκολα …» [66].

Το 1852 δημιουργήθηκε το σημερινό νεκροταφείο σε οικόπεδο, το οποίο δώρισε ο εύπορος Ναυπλιώτης Μιχαήλ Αναστασίου Ιατρός. Μετά τη δημιουργία του νέου νεκροταφείου άρχισε σταδιακά η μεταφορά των ταφικών μνημείων σ’ αυτό. Πολλές, όμως, επιτύμβιες πλάκες επιφανών κατοίκων της πόλης καθώς και ξένων χρησιμοποιήθηκαν για την πλακόστρωση του δαπέδου του ναού των Αγίων Πάντων και της σκάλας που οδηγεί σ’ αυτόν. Επίσης, είναι πιθανό πολλά έργα να καταστράφηκαν.

Το νεκροταφείο στην Πρόνοια παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο για την ιστορία της νεοελληνικής γλυπτικής αλλά και για την ιστορία της πόλης του Ναυπλίου. Εκεί, οι εύποροι Ναυπλιώτες, ενδιαφερόμενοι για την υστεροφημία τους, κατασκεύασαν μνημεία μεγαλοπρεπή [67].

Στο χώρο αυτό μπροστά από την εκκλησία των Αγίων Πάντων εγκαταστάθηκαν το 1936-1939 πρόσφυγες ελληνικής καταγωγής από την πρώην Σοβιετική Ένωση δημιουργώντας μια νέα συνοικία, «τα ρώσικα».

Όπως αναφέραμε στην αρχή αυτής της περιήγησης, η Πρόνοια υπήρξε ένας τόπος βοηθητικός για το κλεισμένο μέσα στα τείχη του Ναύπλιο. Το Ναύπλιο ήταν μια σύγχρονη πόλη εκείνης της εποχής που για να λειτουργήσει είχε ανάγκη από κάποιους απαραίτητους χώρους. Θα έπρεπε π.χ. να είχε στάβλους για τα ζώα και υπόστεγα για τις άμαξες. Καταλύματα για τους κάθε είδους επισκέπτες, καθώς και εργαστήρια. Στο Ναύπλιο λόγω στενότητας χώρου οι λειτουργίες αυτές ήταν δύσκολο να εξυπηρετηθούν και επιπλέον στοίχιζαν ακριβά [68]. Έτσι, το λαϊκό προάστιο της Πρόνοιας προσέφερε στο αστικό Ναύπλιο χώρους και υπηρεσίες. Ενδιαφέρουσες είναι οι περιγραφές των ξένων περιηγητών για τα καταλύματα της Πρόνοιας.

Την 1η Αυγούστου 1836 ο George Cochran έφτασε στο Ναύπλιο μέσω Επιδαύρου. Έφτασε όμως αργά τη νύχτα, όπως μας διηγείται ….:

«Γύρω στις δέκα το βράδυ φθάσαμε στην Πρόνοια, ένα χωριό στα περίχωρα του Ναυπλίου, όπου είμαστε αναγκασμένοι να σταματήσουμε για να περάσουμε τη νύχτα μας. Το Ναύπλιο ήταν οχυρωμένη πόλη και ως εκ τούτου οι πύλες του έκλειναν πάντοτε στις εννέα το βράδυ. Ο ταξιδιώτης θα πρέπει να φεύγει από την Επίδαυρο στις δέκα το πρωί και όχι στις μία, όπως κάναμε εμείς. Έτσι, είμαστε υποχρεωμένοι να βολευτούμε κάτω από άσχημες συνθήκες. Οι αγωγιάτες μάς οδήγησαν σε ένα μεγάλο κτίριο, οι ένοικοι του οποίου κοιμούνταν. Κτυπήσαμε τη μεγάλη πόρτα για δέκα περίπου λεπτά και τελικά ένα άτομο κατέβηκε και μας άνοιξε. Μπήκαμε με τις αποσκευές μας σε μια αυλή, η οποία προοριζόταν για τα εμπορεύματα. Υπήρχαν, όμως, και μερικά δωμάτια σε ένα διάδρομο επάνω για τους ταξιδιώτες εκείνους, που έφταναν αργά και δεν μπορούσαν να μπουν στο Ναύπλιο. Το δωμάτιο στο οποίο τακτοποιηθήκαμε ήταν αρκετά ευρύχωρο αλλά χωρίς καμιά επίπλωση. Τακτοποιήσαμε τα στρώματά μας και κοιμηθήκαμε, αφού φάγαμε λίγο κρύο κρέας και ψωμί και ήπιαμε ένα πολύ καλό κρασί»[69].

Μια άλλη υπηρεσία που προσέφεραν οι γυναίκες της Πρόνοιας ήταν η ανατροφή έκθετων βρεφών. Το 19ο αιώνα την πρόνοια για τα έκθετα βρέφη την είχε ο Δήμος. Επειδή, όμως, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τραφούν και να επιβιώσουν αυτά τα βρέφη παρά μόνο με μητρικό γάλα, ο Δήμος ανέθετε, «επί πληρωμή», σε γυναίκες που θηλάζονταν να θρέψουν αυτά τα παιδιά. Πολλά από τα παιδιά συνέχιζαν να ζουν μ’ αυτές τις οικογένειες και μετά τον απογαλακτισμό [70].

 

Η Πρόνοια και ο σιδηροδρομικός σταθμός Ναυπλίου (ΕΣΤΙΑ 1890).

 

Επιπλέον, η Πρόνοια αποτέλεσε και αποτελεί πηγή εργατικού δυναμικού. Μεγάλο μέρος του προσωπικού του εργοστασίου κονσερβών «ΚΥΚΝΟΣ» κατοικούσε στην Πρόνοια. Ο «ΚΥΚΝΟΣ» δημιουργήθηκε το 1910 και αποτελούσε για το Ναύπλιο μια σημαντική βιομηχανική μονάδα, όπου εργαζόταν ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού (ανδρικού και γυναικείου) των συνοικισμών της Πρόνοιας και του Νέου Βυζαντίου, καθώς και των γύρω χωριών. Στις αρχές του 21ου αιώνα το εργοστάσιο έκλεισε, γιατί οι εγκαταστάσεις της βιομηχανίας μεταφέρθηκαν στη δυτική Πελοπόννησο. Σήμερα, εκεί όπου γινόταν η επεξεργασία των προϊόντων που παλαιότερα παρήγαγε ο τόπος, ορθώνεται και λειτουργεί Super Market. Μια μονάδα μεταποίησης αντικαταστάθηκε από μια μονάδα διανομής. Ένα ακόμη παράδειγμα αποβιομηχάνισης του τόπου.

 

Άποψη της Πρόνοιας Ναυπλίου από Καρτ ποστάλ.

 

Αφήσαμε τελευταίο ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο της φυσιογνωμίας της Πρόνοιας. Είναι οι ταβέρνες της, τα «κρασοπουλιά» της και τα γλέντια της. Οι άνθρωποι του μόχθου μετά τη σκληρή δουλειά έβρισκαν καταφύγιο στις ταβέρνες και τα κρασοπωλεία. Με την παρέα και το κρασί η χαρά γινόταν διπλή και η λύπη μισή. Ήταν τέτοια τα γλέντια που πολλοί κάτοικοι από το Ναύπλιο έρχονταν για να τα απολαύσουν. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Αντώνης Λεκόπουλος – Αναπλιώτης μας έδωσε με τον προσωπικό του στίχο μια εικόνα της Πρόνοιας [71].

Πρόνοια! / (Παλιών καιρών, / παλιών καρδιών, / παλιών βιολιών, /

παλιών γλεντιών μας χρόνια …) / – Εγώ δεν είμ’ ο ποιητής / που θα σε

τραγουδήση. / Μια απλή, αναπλιώτικη ψυχή / ……/ στους δρόμους,

στα δρομάκια σου, / αυλές, παραθυράκια σου, / στα φτωχοανηφοράκια σου,/

θα ’ρθή να ξαναζήση, / να ξαναπερπατήση, / να ξανανηφορήση, / και στου

Κατσούλη ένα κρασί / – Φτωχή, καλή μου Πρόνοια, εσύ- / να πιη και να καθήση.

Τη δεκαετία του 1990 πολλοί παλιοί κάτοικοι της Πρόνοιας μετακινήθηκαν προς τις Εργατικές Κατοικίες, που τότε κατασκευάστηκαν, ενώ, στα σπίτια που άδειασαν, εγκαταστάθηκαν οικονομικοί μετανάστες.

 

Πρόνοια Ναυπλίου (Καρτ ποστάλ – Στέφανος Στουρνάρας).

 

Σήμερα η Πρόνοια επεκτείνεται βόρεια και ανατολικά και «ανακαινίζεται». Τα παλιά, μικρά σπίτια πέφτουν και στη θέση τους σηκώνονται σύγχρονα οικοδομήματα. Επειδή τα οικόπεδα είναι μικρά, χτίζονται μονοκατοικίες και έτσι δεν αλλοιώνεται η φυσιογνωμία του οικισμού από ογκώδεις κατασκευές. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η κεντρική οδός της Πρόνοιας, όπου και εδώ η «αντιπαροχή» έχει κάνει αισθητή την παρουσία της.

Παρόλα αυτά στον κεντρικό δρόμο της Πρόνοιας υπάρχουν ακόμη σπίτια που βλέποντάς τα κανείς ανασυνθέτει την «ταπεινή» ιστορία αυτού του προαστίου, που είχε την τύχη, και την ατυχία, να ζει δίπλα στο δοξασμένο και ξακουστό ΝΑΥΠΛΙΟ. Πάντως, οι παλιοί Προνοιώτες, ακόμη και αν δε ζουν πλέον στην Πρόνοια, έχουν συνείδηση της ταυτότητάς τους και είναι υπερήφανοι γι’ αυτήν.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια προς τον Ν. Καλλέργη, έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας, με ημερομηνία 17/4/1828. Η επιστολή δημοσιεύεται σε: Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, «Απόπειρα» (Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία), [Ναύπλιο], χ. χ. , σ.16 (βλ. και Αρχαιολογία, τχ. 51 (Ιούνιος 1994).

[2] Ευαγγελία Πρωτονοταρίου – Δεϊλάκη, Ακροναυπλία και Ανασκαφικαί Έρευναι εις περιοχήν

Ναυπλίου, Αρχαιολογικόν Δελτίον 28 (1973): Χρονικά, σ. 90.

[3] Ντιάνα Αντωνακάτου, Τάκης Μαύρος, Αργολίδος Περιήγησις, Ναύπλιο, 1973, σ. 105.

[4] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979, σ. 19.

[5] Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, Ναύπλιο, 1975 (Γ.΄ έκδοση), σ.σ. 12-13.  

[6] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 19.

[7] Ευαγγελία Δεϊλάκη και Χαράλαμπος Κριτζάς, Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας, Αρχαιολογικόν Δελτίον 29 (1973-1974): Χρονικά, Αθήνα 1979, σ.σ. 202-204. Ντιάνα Αντωνακάτου, Τάκης Μαύρος, Αργολίδος Περιήγησις, ό.π., σ. 105 (φωτογραφία).

[8] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 21.

[9] Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια προάστειο του Ναυπλίου, Πελοποννησιακά, τ. ΙΣΤ΄. , Αθήνα 1986, σ. 535.

[10] Μιχαήλ Σακελλαρίου, Οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξέλιξη των ελληνικών κρατών, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα 1971, τ. Β΄., σ. 236.

[11] Όσοι κάτοικοι σώθηκαν πήραν το δρόμο της προσφυγιάς και εγκαταστάθηκαν με την άδεια των συμμάχων τους Σπαρτιατών στη Μεθώνη.

[12] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 21.

[13] Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.16.

[14] Δ. Μεταλλινός, Α.Ν.Μπούρα, Μ. Τσιτιμάκη, Napoli di Romania. Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου και η εξέλιξή τους, Αθήνα 1993, σ.3 (δακτυλόγραφη διάλεξη. Έδρα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Ε.Μ.Π.). Σε πολλές περιπτώσεις τα αρχαία τείχη χρησιμοποιήθηκαν ως βάσεις για το χτίσιμο των νέων.

[15] Μάλιστα, «στα 1199 ο Αλέξιος Γ΄. Άγγελος παραχώρησε στη Βενετία το δικαίωμα του ελευθέρου εμπορίου σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων και το Ναύπλιο», Δ. Μεταλλινός … ό.π., σ.σ. 3-4.

[16] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Με την Αρμάδα στο Μοριά 1684-1687, Αθήνα, 1998, σ.σ. 9-10.

[17] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Με την Αρμάδα ….., ό.π., σ. 11 και 49.

[18] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 104. Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια … ό.π., σ. 537.

[19] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 103-109.

[20] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 112-113.

[21] Τάκης Μαύρος, Το Παλαμήδι, Αθήνα 1988.

[22] Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 44.

[23] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι., Αθήνα 2002, σ. 17.

[24] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο ….. ό.π., σ. 25

[25] Το C.O. σώζεται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας και το C.P. απόκειται στο Κέντρο Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Η Ευτυχία Δ. Λιάτα στο βιβλίο της, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι., «αξιοποιώντας λεπτομερώς αυτά τα δύο κτηματολόγια αλλά και άλλες αρχειακές πηγές, δημοσιευμένες και αδημοσίευτες, ανασυνθέτει το πλούσιο απογραφικό υλικό που περιέχουν, φωτίζοντας καίριους τομείς της ιστορίας του Ναυπλίου και της ενδοχώρας του …» (από τον πρόλογο του Κώστα Λάππα).

[26] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο ….. ό.π., φωτ. 6. Πρώτη δημοσίευση, Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, «Απόπειρα» (Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία), [Ναύπλιο], χ.χ. (βλ. και Αρχαιολογία, τχ. 51 (Ιούνιος 1994).

[27] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 8.

[28] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, …  ό.π., σ.σ. 9-10.

[29] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 9.

[30] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο … ό.π., σ. 95.

[31] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο ….  ό.π., σ. 91.

[32] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο …. ό.π., σ. 90.

[33] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.14.

[34] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.12.

[35] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο … ό.π., σ. 73.

[36] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 154 και 166. και Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια … ό.π., σ.σ. 549-550.

[37] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 180.

[38] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 184.

[39] Απόσπασμα από τις εντυπώσεις του Pouqueville σε Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 83.

[40] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 180.

[41] Βλ. επιστολή Ι. Καποδίστρια προς Στ. Βούλγαρη και Ν. Μαυρομμάτη σε Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 5.

[42] Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828- 1833), Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας με θέμα τη Νεοελληνική Πόλη, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1985, σ. 293.

[43] Επιστολή Ι. Καποδίστρια προς Ν. Καλλέργη, έκτακτο επίτροπο Αργολίδας, σε Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 16.

[44] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια,… ό.π., σ. 17.

[45] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 279-280.

[46] Βλ. απόσπασμα επιστολής των μαστόρων προς τον έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας σε Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.σ. 17-18.

[47] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.σ. 18, 19 και 21.

[48] Απόσπασμα επιστολής Ι. Καποδίστρια σε Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ. 543.

[49] Για τα τοπογραφικά σχέδια της Πρόνοιας βλ. Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.σ. 18 – 21.

[50] Οι ελπίδες των Κρητών να συμπεριληφθεί η Κρήτη στην ελληνική επικράτεια διαψεύσθηκαν με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου (22 Ιανουαρίου /3 Φεβρουάριου 1830). Η Κρήτη παρέμεινε δούλη και παραχωρήθηκε για μια δεκαετία από το Σουλτάνο στον Πασά της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλη. Οι Κρήτες τότε καταθορυβημένοι αποφάσισαν να καταφύγουν στην ελεύθερη Ελλάδα. Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ.σ. 541 – 542.

[51] Θεωρητική νομική προϋπόθεση για την εγκατάσταση των προσφύγων στην Πρόνοια υπήρξε το ΙΓ΄. Ψήφισμα της 25 Μαρτίου 1830 «περί εκποιήσεως των φθαρτών εθνικών κτημάτων» με σκοπό, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό του ψηφίσματος αυτού, «να προμηθεύσωμεν οικίας εις τους πολίτας της Ελλάδος και κατ’ εξοχήν εις τους απόρους και να τους ευκολύνωμεν εις την αγοράν αυτών». Βασική διάταξη του ψηφίσματος ήσαν η δυνατότητα πώλησης εθνικών κτημάτων διά πλειοδοτικής δημοπρασίας με δικαίωμα πιστώσεως και εξόφληση των αγοραζομένων ακινήτων σε προθεσμία οκτώ ετών. Βλ. Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ.σ. 544.

[52] Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ.σ. 545.

[53] Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ.σ. 545-546.

[54] Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Ο σχεδιασμός …, ό.π., σ. 293.

[55] Η σύγκληση και η έναρξη των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης πραγματοποιήθηκε στο Άργος. Κρίθηκε, όμως, ασφαλέστερο οι εργασίες να διεξαχθούν στο Ναύπλιο. Επειδή, όμως, τα πνεύματα ήταν οξυμένα, οι Αντιπρέσβεις των Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας) απαίτησαν οι συνεδριάσεις των Πληρεξουσίων του Έθνους να μη διεξαχθούν στην πόλη του Ναυπλίου αλλά στην Πρόνοια. Εκεί υπήρχε ευρυχωρία, έτσι ώστε η ισχυρή φρουρά που είχε διατεθεί για την ασφάλεια των Πληρεξουσίων να ελέγχει ευκολότερα την κατάσταση.  Δυστυχώς, όμως, τα έκτροπα δεν έλειψαν. Βλ. Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 302.

[56] Θεριακλής, ο: αυτός που του αρέσει υπερβολικά κάτι (κυρίως για καπνιστή ή καφεπότη), Εμμ. Κριαρά, Νέο Ελληνικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, σ. 587.

[57] Οι συνεδριάσεις άρχιζαν στις 8 το πρωί και τελείωναν στις 2-3 μετά το μεσημέρι.

[58] Την περιγραφή της «παράγκας» καθώς και άλλες πληροφορίες σχετικά με τις εργασίες της Εθνοσυνέλευσης δίνει στα Απομνημονεύματά του ο Γερμανός Φιλέλληνας Λουδοβίκος Ρος. Επίσης βλ. Μ.Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. σ. 302-303 και Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.σ. 26-27.

[59] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. σ. 304-305. Το δράμα των ομήρων πληρεξουσίων χαρακτηρίζεται από το τετράστιχο, που εκείνες τις ημέρες τραγουδιόταν από τον κόσμο στους δρόμους του Ναυπλίου: Έ, για μόλα, Έ, για λέσα, / Παραστάταις χωρίς φέσια. / Παραστάταις εις την Άρια / Χωρίς παπούτζια και ζουνάρια».

[60] Πρόκειται για τοποθεσία που βρίσκεται περίπου 2 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης του Ναυπλίου στους πρόποδες του λόφου του Προφήτη Ηλία. Εκεί υπήρχε πηγή με άφθονο νερό.

[61] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 310-311.

[62] Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας, Αρχείο Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου, φ. 6, 7 και 21.

[63] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Γατών περιπέτειαι εν Ναυπλίω, στο: Κωνσταντίνος Σκόκος, Εθνικόν Ημερολόγιον 1902, σ. 295.

[64] Το μνημείο αυτό οι σύγχρονοι Προνοιώτες το ονόμασαν «Αγγουρώον», γιατί, όπως γράφει ο Φωτάκος, «έθαπτον τους αποθνήσκοντας εκεί Βαυαρούς, οι οποίοι έτρωγαν τα παραγινομένα κίτρινα αγγούρια, έτρωγαν τα κολοκύθια άβραστα και τα πεπόνια βρασμένα, καθώς και τους σκύλους, της γάταις κλπ.», βλ. ό.π., σ. 296. Από τους επιζήσαντες Βαυαρούς ελάχιστοι επανήλθαν στη Βαυαρία. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο και την Πρόνοια και μερικοί, αργότερα, πήγαν στην Αθήνα. Βλ. Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 315.

[65] Ντιάνα Αντωνακάτου, Τάκης Μαύρος, Αργολίδος Περιήγησις, ό. π., σ. 105.

[66] Κώστας Δανούσης, Έργα τέχνης στο Νεκροταφείο του Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα Ι (1992), Ναύπλιο 1992, σ. 109.

[67] Περισσότερα για το νεκροταφείο στην Πρόνοια βλ. στα άρθρα της Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 28 και Κώστα Δανούση, Έργα τέχνης …, ό.π. σ.σ. 110-130.

[68] Σε ανώνυμη αναφορά προς τη Βαυαρική Αυλή για την κατάσταση που επικρατεί στο Ναύπλιο στο τέλος του καλοκαιριού ή τις αρχές του φθινοπώρου του 1832 αναφέρεται: «…. Το Ναύπλιο είναι τόσο σφιγμένο από τα τείχη του περιβόλου , που δεν μπορεί κανείς να βρει παρά ελάχιστα άνετα (κτίρια). Η νέα πόλη η Πρόνοια έξω από την πύλη προσφέρει πολλά καινούρια σπίτια, που μπορούν εύκολα να κατοικηθούν, αλλά ο αέρας εκεί είναι τόσο ανθυγιεινός, που πρέπει κανείς να απομακρύνει κάθε παρόμοια επιθυμία προς αυτή την κατεύθυνση. Θα μπορούσε κανείς παρ’ όλα αυτά να ψάξει εκεί για στάβλους και για αμαξοστάσια που πολύ δύσκολα και πολύ ακριβά θα βρει στο Ναύπλιο.» σε: Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833, Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000), Ναύπλιο 2000, σ. 17.

[69] Κώστας Δανούσης, Ξένοι ταξιδιώτες στην Αργολίδα, Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τ. 3, τχ. 47, σ. 101, Απρίλιος 1992. Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 90.

[70] Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, Ευρετήριο Δημοτικού Αρχείου Ναυπλίου 1828-1899, Αθήνα 1984, κατάστιχα ενότητα 12.4, έγγραφα ενότητα 12.

[71] Πάνος Λιαλιάτης, Ναύπλιον, (τουριστικός οδηγός), Ναύπλιο 1972, σ. 21.

  

Βιβλία – Άρθρα


  

  • Αντωνακάτου Ντιάνα, Μαύρος Τάκης, Αργολίδος Περιήγησις, Νομαρχία Αργολίδος, 1973.
  • Αντωνακάτου Ντιάνα, Ναύπλιο ’88, Αθήνα 1988.
  • Δανούσης Κώστας, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Αργολίδα», Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τ. 3, τχ. 47, σ.σ. 99-103, Απρίλιος 1992.
  • Δανούσης Κώστας, «Έργα τέχνης στο Νεκροταφείο του Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα Ι (1992), Ναύπλιο 1992, σ.σ. 109-130.
  • Δεϊλάκη Ευαγγελία και Κριτζάς Χαράλαμπος, «Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας», Αρχαιολογικόν Δελτίον 29 (1973-1974): Χρονικά, Αθήνα 1979, σ.σ. 202-204.
  • Δωροβίνης Βασίλης Κ., «Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1833)», Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας με θέμα τη Νεοελληνική Πόλη, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1985, σ.σ. 287-296.
  • Ζάιντλ Βόλφ, Βαυαροί στην Ελλάδα, Αθήνα 1984.
  • Καρούζου Σέμνη, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979.
  • Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, «Απόπειρα» (Αστική μη κερδοσκοπική Εταιρία), [Ναύπλιο], χ.χ.
  • Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, «Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833», Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000), Ναύπλιο 2000, σ.σ. 11-30.
  • Λαμπρυνίδης Μιχαήλ Γ., Η Ναυπλία, Ναύπλιο, 1975 (Γ.΄ έκδοση).
  • Λιαλιάτης Πάνος, Ναύπλιον, (τουριστικός οδηγός), Ναύπλιο 1972.
  • Λιάτα Ευτυχία Δ., Με την Αρμάδα στο Μοριά 1684-1687, Αθήνα, 1998.
  • Λιάτα Ευτυχία Δ., Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι., Αθήνα 2002.
  • Μεταλλινός Δ., Μπούρα Α.Ν., Τσιτιμάκη Μ., «Napoli di Romania. Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου και η εξέλιξή τους, Αθήνα 1993», (δακτυλόγραφη διάλεξη. Έδρα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Ε.Μ.Π.).
  • Πρωτονοταρίου– Δεϊλάκη Ευαγγελία, «Ακροναυπλία και Ανασκαφικαί Έρευναι εις περιοχήν Ναυπλίου», Αρχαιολογικόν Δελτίον 28 (1973): Χρονικά, σ. 90.
  • Σακελλαρίου Μιχαήλ, «Οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξέλιξη των ελληνικών κρατών», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα 1971, τ. Β΄., σ. 236.
  • Χώρας Γεώργιος Αθ., «Η Πρόνοια προάστειο του Ναυπλίου», Πελοποννησιακά, τ. ΙΣΤ΄., Αθήνα 1986, σ.σ. 535 – 560.

 

Αρχεία


  • Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχεία νομού Αργολίδας. Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου 1835-1899.

 

Ευχαριστίες:

Ευχαριστώ θερμά τη Δρ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, Ιστορικό – Ερευνήτρια του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και τη Δρ. Μαρία Βελιώτη- Γεωργοπούλου, Κοινωνική Ανθρωπολόγο – Ερευνήτρια στα Γενικά Αρχεία του Κράτους- Αρχεία Νομού Αργολίδας για την ανάγνωση του χειρογράφου και τις καίριες παρατηρήσεις τους.

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Ιστορικός – Αρχειονόμος

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου – «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας: O χώρος – Η ιστορία – Οι άνθρωποι»


 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού και οι εκδόσεις «Εκ Προοιμίου» σας προσκαλούν στην  παρουσίαση  του βιβλίου του Χρίστου Ι. Κώνστα με τίτλο:

 

«Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας: O χώρος – Η ιστορία – Οι άνθρωποι».

 

Η παρουσίαση θα γίνει την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου (11 πμ) στην αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου Μιδέας.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνιολογίας – Εκπαιδευτικός – Συγγραφέας.
Γιάννης Δ. Μπάρτζης, Δρ. Φ. – Πρόεδρος της Εταιρείας Κορινθίων Συγγραφέων.

Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Δημήτρης Γεωργόπουλος, ιστορικός και πρώην Διευθυντής των Γ.Α.Κ. Αργολίδας.

 

Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας

 

Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε:  

 

[…] Κομβικό σημείο για την παρακολούθηση της ίδρυσης, της ονομασίας και της διαδρομής μέσα στο χρόνο του οικισμού Γκέρμπεσι-Μιδέα της Αργολίδας είναι η δεύτερη Βενετοκρατία του Ναυπλίου (1686-1715), αφού σε επίσημο κείμενο της Βενετικής πολιτείας της περιόδου αυτής αναφέρεται για πρώτη φορά, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, το τοπωνύμιο «Γκέρμπεσι» ως όνομα ζευγολατείου. Με βάση όμως ιστορικά στοιχεία, θεωρώ ότι ο οικισμός Γκέρμπεσι είχε ιδρυθεί από αρβανίτες εποίκους κατά την περίοδο της πρώτης Ενετοκρατίας του Ναυπλίου…

 … Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι υπάρχει ως οργανωμένο οικιστικό σύνολο τουλάχιστον από το 1805, αφού αναγνωρίζεται τόσο από τη Δημογεροντία όσο και από την Τουρκική πολιτειακή εξουσία ως συλλογικό φορολογικό υποκείμενο. Η διαδικασία όμως σχηματισμού του θα έπρεπε να είχε αρχίσει ενωρίτερα με τη μόνιμη εγκατάσταση βαθμηδόν κάποιου ελάχιστου αριθμού οικογενειών που δημιούργησαν στη Δημογεροντία και στην Τουρκική εξουσία την βεβαιότητα της μόνιμης ομαδικής οίκησης. Τον χρόνο όμως αυτόν, της μόνιμης δηλαδή εγκατάστασης οικογενειών στον τόπο μας, δεν τον γνωρίζουμε…

 … Οι γυναίκες, αν ήσαν ανύπαντρες προσδιορίζονταν με το όνομά τους και το όνομα του πατέρα τους ενωμένο με το παρατσούκλι του, η Σοφία του ΚίτσιοΜαλλή. Εάν ήσαν παντρεμένες προσδιορίζονταν με το όνομά τους και το όνομα του συζύγου τους ενωμένο με το παρατσούκλι του, η Φωτεινή του ΓιάνΝταή…

 … Τα παιδιά ήταν του πατέρα και ερωτώμενα τίνος είναι έπρεπε να απαντήσουν με το όνομα του πατέρα τους και ποτέ της μάνας. Εάν παρέβαιναν τον κανόνα, δέχονταν τις παρατηρήσεις των ηλικιωμένων. Θυμάμαι πως η γριά Τζιότζιλια ρώτησε την αδερφή μου, «Μωρή, ποιανού είσαι σύ; Της Φωτεινής του Νταή, απάντησε εκείνη και η ΓριάΤζιότζιλια, «Μωρή, πού σε βρήκε η Φωτεινή; Του ΓιάνhΝταή είσαι»…

Read Full Post »

Χρήστος Τσούντας (1857-1934) – Ερευνητικό, δημιουργικό και πειθαρχημένο πνεύμα. Σταυρούλα Μασουρίδη, Αρχαιολόγος – Θέματα Αρχαιολογίας [τ.1.1] Ιανουάριος – Απρίλιος 2017


 

Ο Χρήστος Τσούντας (1857-1934), φοιτητής στη Γερμανία. Δημοσιεύεται στο «Ο Μέντωρ», τ. 91, Απρίλιος, 2009.

Ο Χρήστος Τσούντας, από τις σπουδαιότερες επιστημονικές φυσιογνωμίες της Ελλάδας, γεννήθηκε το 1857 και μεγάλωσε στη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας. Τις εγκύκλιες σπουδές του έκανε στη Στενήμαχο, τη Φιλιππούπολη και την Αθήνα, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, δίπλα στον Heinrich Brunn. Το 1880, σε ηλικία 23 ετών, πήρε τον τίτλο του διδάκτορος από το Πανεπιστήμιο της Ιένας. Όταν επέστρεψε από τη Γερμανία, δίδαξε για έναν χρόνο στα Ζαρίφεια διδασκαλεία στη Φιλιππούπολη.

Το 1882 προσελήφθη στην Αρχαιολογική Εταιρεία και πολύ σύντομα, στις 5 Αυγούστου 1883, διορίσθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία ως Έφορος των Αρχαιοτήτων στους νομούς Άρτας και την Αιτωλοακαρνανίας. Ποτέ δεν ανέλαβε, όμως, καθήκοντα στις περιοχές αυτές, καθώς παρέμεινε στην Αθήνα, υπηρετώντας το Υπουργείο αλλά και την Εταιρεία (υπό την αιγίδα της οποίας ποτέ δεν σταμάτησε να εργάζεται), σε διάφορες αποστολές ανά την Ελλάδα.

Ο Τσούντας ήταν μεγάλος και συστηματικός ανασκαφέας. Ξεκίνησε το 1882 με την εποπτεία των ανασκαφών του Άγγλου αρχιτέκτονα Francis Penrose στο Ολυμπιείο. Ο Παναγιώτης Σταματάκης του ζήτησε να τον συνοδεύσει σε ταξίδι του στη Βοιωτία, όπου η αρχαιοκαπηλία βρισκόταν σε έξαρση, και από τότε ο Τσούντας μαθήτευσε κοντά του. Το 1884 επόπτευσε τις έρευνες στον βυθό του στενού της Σαλαμίνας για την αναζήτηση λειψάνων πλοίων της μεγάλης ναυμαχίας. Συνέχισε το 1886 και 1891 με την ανασκαφή των νεκροταφείων της Ερέτριας, που λεηλατούσαν τότε οι αρχαιοκάπηλοι, και το 1887 με τις έρευνές του στην Τανάγρα.

 

Ο Χρήστος Τσούντας κατά τα πρώτα χρόνια της καθηγεσίας του. Πρωτοπόρος της ελληνικής αρχαιολογίας διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακαδημαϊκός. Δημοσιεύεται στο «Ο Μέντωρ», τ. 91, Απρίλιος, 2009.

 

Ο Χρήστος Τσούντας, υπήρξε πρωτοπόρος στην επιστημονική έρευνα των προϊστορικών πολιτισμών της Ελλάδας. Το 1886 άρχισε τις ανασκαφές του στις Μυκήνες, συνεχίζοντας το έργο του Σλήμαν. Έγραψε ο Χρήστος Καρούζος, «Το ερευνητικό, δημιουργικό αλλά και πειθαρχημένο μυαλό του Τσούντα μπόρεσε να δώσει λύση σε προβλήματα που κανείς ως τότε δεν τα είχε υποψιαστεί και να ολοκληρώσει την εικόνα του Μυκηναϊκού κόσμου». Οι εκεί έρευνές του κράτησαν ως το 1910, ενώ παράλληλα έκανε ως Έφορος ανασκαφές και σε άλλα μέρη, στη Λακωνική το 1890 (τάφος Βαφειού, Αμυκλαίο, Θεράπνες, Αρκίνες, Παληόπυργος), στην Τίρυνθα το 1890-1891 και στον Κάμπο της Λακωνικής επίσης το 1891.

Κατά τα έτη 1894-1898, στράφηκε στην έρευνα και μελέτη του κυκλαδικού πολιτισμού, πραγματοποιώντας ανασκαφές στην Αμοργό, στην Πάρο, την Αντίπαρο, στο Δεσποτικό, στη Σύρο και την Σίφνο. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν οι λαμπρές του έρευνες στη Θεσσαλία, αρχικά με τις ανασκαφές στη Μαρμάριανη το 1899 και στον Βόλο το 1901, και κατόπιν με την ανασκαφή του Σέσκλου το 1901-1903 και του Διμηνίου το 1903. Έτσι, ο Τσούντας, ίδρυσε και θεμελίωσε τη συστηματική αποκάλυψη και μελέτη τριών πολιτισμών της Ελλάδας, του Μυκηναϊκού, του Κυκλαδικού και του Νεολιθικού της Θεσσαλίας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως σκόπευε να στραφεί στην Κρήτη, όπως φαίνεται από μεγάλη περιοδεία που πραγματοποίησε στο νησί το 1903, προς αναζήτηση κατάλληλου μέρους για ανασκαφή από την Αρχαιολογική Εταιρεία.

«Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός», Χρήστος Τσούντας (1893)

Στην Αρχαιολογική Υπηρεσία παρέμεινε έως το 1904 και στη συνέχεια, θυσιάζοντας τη χαρά της επιστημονικής έρευνας, διορίστηκε τακτικός καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το 1904 έως το 1925. Στο διάστημα αυτό σταμάτησε εντελώς τις ανασκαφές και περιόρισε το συγγραφικό του έργο, προκειμένου να προετοιμάζει τα μαθήματά του. Επιτομή της πανεπιστημιακής του διδασκαλίας αποτελεί η «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης», που δημοσιεύθηκε το 1928. Μετά την παραίτησή του από το Πανεπιστήμιο, του αποδόθηκε ο τίτλος του ομότιμου καθηγητή. Για λίγο (10/11-20/12/1926), δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Το 1926 διορίστηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Είχε διατελέσει Γραμματέας και Σύμβουλος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και έγινε επίτιμο μέλος της Society for the Promotion of Hellenic Studies στο Λονδίνο.

Ο Τσούντας, απαλλαγμένος από τη μονομέρεια, δημοσίευσε εξαίρετες μελέτες τόσο για την προϊστορική όσο και για την κλασική αρχαιολογία, την αττική αγγειογραφία, τα ειδώλια της Τανάγρας, τις επιγραφές της Ακροπόλεως, της Ελευσίνας και της Ερέτριας. Από τις πρώτες δημοσιεύσεις του ήταν έκδηλη η διαύγεια του μυαλού του, η κριτική αλλά και η συνθετική του ικανότητα. Ανάμεσα στα κορυφαία έργα του συγκαταλέγεται το «Μυκῆναι καὶ Μυκηναῖος Πολιτισμὸς (1893)». Αν και όταν ο Τσούντας έγραψε το βιβλίο του ήταν μόλις 36 ετών, το έργο αυτό θεωρείται σήμερα κλασικό, καθώς αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη ιστορία του μυκηναϊκού κόσμου, παρουσιάζοντάς τον με τρόπο σαφή σε μία εποχή που η έρευνα ήταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Θεμελιώδες σύγγραμμά του ήταν επίσης το «Αι Προϊστορικαί Ακροπόλεις Διμηνίου και Σέσκλου (1908)». Και εδώ, όπως και στα Κυκλαδικά του (1898, 1899), ο Τσούντας πρώτα εξέτασε και περιέγραψε λεπτομερώς όλα τα ευρήματα και στη συνέχεια διατύπωσε θεωρίες. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποτραβηγμένος, με τη μελέτη μόνο των αρχαίων κειμένων.

Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του μαθητή του Χρήστου Καρούζου στα 1934: «Μεγάλος νους, ανώτερος άνθρωπος, έσβησε ήσυχα και μακριά από το θόρυβο, που συστηματικά τον απόφυγε σ΄όλη του τη ζωή… Με το θάνατο του Χρήστου Τσούντα χάσαμε μια σπάνια ανθρώπινη και επιστημονική συνείδηση».

 

Σταυρούλα Μασουρίδη

Αρχαιολόγος

Θέματα Αρχαιολογίας [τ.1.1] Ιανουάριος – Απρίλιος 2017

http://www.themata-archaiologias.gr

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Για περισσότερο διάβασμα:

  • Καρούζος, Χ. (1934) «Χρήστος Τσούντας», Νέα Εστία 180, σ. 564.
  • Καρούζου, Σ. (1993) «Χρήστος Τσούντας, ένας ήρωας της αρχαιολογικής έρευνας», Ο Μέντωρ 28 (1993), σ. 178-183.
  • Μασουρίδη, Σ. (2013) «1885-1909. Η Υπηρεσία στα χρόνια του Π. Καββαδία. Συστηματική οργάνωση και επιτεύγματα», σ. 30, 31, 32, 91-92, στο: Ιστορίες επί χάρτου. Μορφές και θέματα της Αρχαιολογίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (επιμ. Ε. Κουντούρη, Σ. Μασουρίδη), Κατάλογος Έκθεσης του Ιστορικού Αρχείου του ΥΠΠΟΑ, Αθήνα, Βιβλιοσυνεργατική.
  • Πετράκος, B. Χ. (2009) «Χρήστος Τσούντας (1857-1934)», Ο Μέντωρ 91 (2009), σ. 6-34.
  • Πετράκος, Β. Χ. (2011) Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Οι αρχαιολόγοι και οι ανασκαφές (1837-2011), κατάλογος έκθεσης, Αθήνα, Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, σ. 4, 16, 21, 143-144, φωτ. σ. 52, 66.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ταύρ(ι)ος  – (Υλλικός)


 

Αρχαίος ποταμός στην Τροιζήνα. Ο Παυσανίας [1] εντοπίζει την πηγή του Υλλικού [2], που αρχικά ονομαζόταν όπως λέει Ταύριος, ακολουθώντας τον ορεινό δρόμο από Τροιζήνα για Ερμιόνη. Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος μιλώντας γενικά για το νερό κάνει μνεία σ’ αυτό της Τροιζήνας: Αλλά πριν απ’ όλα είναι καταδικασμένα τα πικρά νερά κι αυτά που δίνουν μια αίσθηση πληρότητας ευθύς μόλις τα πιεις, όπως κάνει το νερό της Τροιζήνας [3]. Ο μεταγενέστερός του Αθήναιος ξεκαθαρίζει ότι το νερό αυτό είναι το Ταύρειον ύδωρ, στο οποίο αναφέρεται τέσσερεις φορές: Ο Κύνουλκος λέει απευθυνόμενος στον Ουλπιανό: Δεν θα σου πω να πιω το νερό του Ταύρου που συ δεν ξέρεις ποιο είναι [4] και ο συνομιλητής του περίεργος του λέει: …μην αρνηθείς να μας πεις τι είναι αυτό το Ταύριο νερό [5]. Αλλού περιγράφει το νερό της Τροιζήνας το οποίο των γευομένων ευθύς ποιεί πλήρες το στόμα αφού ανήκει στα ύδατα που …και σωματώδη εστί καί έχει ώσπερ τι βάρος εν εαυτοίς [6]. Ο σοφιστής συγγραφέας βάζει στο στόμα του Κύνουλκου [7] απόσπασμα που λέει πως πήρε από την κωμωδία Πυθαγορίζουσα του Άλεξι [8] ένα ποτήρι νερό που βράστηκε καλά αλλ’ αν άβραστο το πιεις είναι βαρύ κουραστικό, και εξηγεί πως το Ταύρειον ύδωρ ονόμασε ο Σοφοκλής στον «Αιγέα» [9] από το όνομα του περί την Τροιζήνα ποταμού Ταύρου, μνημονεύοντας παράλληλα κοντά στον ποταμό κρήνη Υόεσσα.

 

Baron de Stackelberg

Η Τροιζήνα και ο Πόρος, λιθογραφία από το βιβλίο La Grece, σχέδιο του Baron de Stackelberg, Παρίσι, 1834.

 

Το νερό του Ταύρου πρέπει να εννοεί και ο Βιτρούβιος, που αναφέρει πως προκαλούσε ποδάγρα σχεδόν σε όλους τους κατοίκους της Τροιζήνας [10], αφού ό,τι άλλο νερό υπήρχε ήταν μολυσμένο. Ανάλογες πληροφορίες μεταδίδει και ο Πλίνιος λέγοντας: Οφείλεται στο νερό της Τροιζήνας ότι όλοι εκεί υποφέρουν από ασθένεια των ποδιών [11]. Στον Ησύχιο τέλος καταγράφεται: Ταύρειον πώμα: Σοφοκλής Αιγεί, από Ταύρου ποταμού Τροιζήνα, παρ’ώ και κρήνη Υόεσσα. Στην κρήνη αυτή αναφέρεται και ο Ευστάθιος [12], συνδέοντάς την με ποταμό της Τροιζήνας. Στα νερά του ποταμού αυτού πρέπει να αναφέρεται και η τροφός της μητριάς του Ιππόλυτου Φαίδρας, απαντώντας στη δύστυχη κυρά της, που ονειρεύεται να φύγει στα βουνά και να πιει νερό δροσεράς από κρηνίδος καθαρών υδάτων:

τι αναζητάς πηγής τρεχούμενα νερά

δίπλα στον πύργο σου είναι πλαγιά

όπου πώμα εσύ μπορείς να βρεις [13].

H ονομασία του ποταμού μας βάζει στον πειρασμό να θυμηθούμε τον άγριο ταύρο που βγήκε από τη θάλασσα, προκαλώντας θανάσιμο ατύχημα στον Ιππόλυτο, που έτρεχε στην ακτή με το άρμα του. Άλλωστε, ο ταύρος αποτελεί μια συνήθη απεικόνιση ποταμών. Το τοπωνύμιο αυτό θα το βρούμε εκτός από την ομώνυμη μικρασιατική οροσειρά και σε ένα ακρωτήρι στην ανατολική Σικελία, πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η πόλη Ταυρομένιο, κοντά στον ομώνυμό της ποταμό [14].  Όσον αφορά στην ονομασία Υλλικός, ο Σ. Βυζάντιος στο λήμμα Υλλείς γράφει: έστιν Υλλίς και φυλή Άργους και Δωριέων και Τροιζινίων ο φυλέτης Υλλεύς. Ίσως εννοεί τον Ύλλο, γιο του Ηρακλή και της Δηιάνειρας, ο οποίος λατρευόταν και στην Τροιζήνα. Αναφέρονται και δύο παραπόταμοι του Έρμου με το όνομα Ύλλος[15] στην Ιωνία, ενώ παρεμφερής είναι και η ονομασία της βοιωτικής λίμνης Υλίκη. Τέλος ο Μελέτιος, προφανώς από λάθος, τον γράφει Υλισό: Ευρίσκεται αύτη η πόλις (η Ερμιόνη)…ου μακράν του Υλισού ποταμού.

Στα νότια της Τροιζήνας υπάρχει στο βουνό πηγή, που σήμερα υδροδοτεί το χωριό. Ίσως να είναι η πηγή του Ταύριου, ίσως Ταύριος να ήταν ο Κρεμαστός, ή τέλος ίσως Ταύριος να ήταν ένα ασήμαντο σήμερα ρέμα, που εκκινώντας Ν. του χωριού, καταλήγει Δ. της Τροιζήνας,  στον  όρμο του Πώγωνα, στην αρχαία παραλία της Κελενδέρεως.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  2, 32, 7. [«Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980].

[2] Γράφεται σε χειρόγραφα των Κορινθιακών και Υλικού ή Υλυκού ή και Ολικού.

[3] «Φ. Ιστορία» XXXI, 36

[4] «Δειπνοσοφισταί», 3,122 a.

[5] «Δειπν.», 3, 122, e.

[6] «Δειπνοσοφισταί» 2,42 α.

[7]  «Δειπν.», 3, 122, f.

[8] Πολυγραφώτατος σκωπτικός ποιητής της Κάτω Ιταλίας (3ος π.Χ. αιώνας). Σώζονται αποσπάσματα.

[9] «Αιγεύς», απ. 20 Ν.

[10]  8, 3, 6.

[11] «Φυσική Ιστορία», XXXI, 12.

[12]  881, 24.

[13] Ευρ. «Ιππόλυτος», 225-227.

[14] Ανώνυμου XXI, Keller «Scriptores Graeci Minores».

[15] Ηροδ. Α΄. 80.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

 Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας

Read Full Post »

Older Posts »