Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου: Διαχρονικός οδηγός για την ανάπτυξη του συστήματος των προμαχώνων (15ος -18ος αι.) – Ιωάννα Στεριώτου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Αρχίζοντας την παρουσίαση περίπου δυόμισι αιώνων, πριν το τέλος μιας επο­χής, το 1715, θα αναπτύξουμε σύντομα ποιες ήταν οι οχυρώσεις του Ναυπλίου κατά την περίοδο της βενετοκρατίας στην πόλη, μια περίοδο καθοριστική για τη Βενετία, το Ναύπλιο και την Πελοπόννησο, και πολύ σημαντική επίσης για την εξέλιξη της τεχνικής των οχυρωματικών έργων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου είναι μοναδικές στο είδος τους σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο και από τις σημαντικότερες της ανατολικής Μεσογείου.[1] Στην παρουσίαση αυτή δεν θα κάνουμε μόνο ανακεφαλαίωση της κατασκευής των οχυρώσεων από τον 15ο αι. έως και το τέλος της βενετικής κατοχής (1389­-1540, 1686-1715), αλλά θα παρουσιάσουμε, για πρώτη φορά, σχέδια με προ­τάσεις βελτίωσης των θαλάσσιων τειχών της πόλης, που εκπονήθηκαν στην εκπνοή της δεύτερης βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο.

Το 1389 άρχισε η πρώτη βενετική κατοχή για την πόλη, που διήρκεσε έως το 1540. Με την κτήση αυτή η βενετική Δημοκρατία συμπλήρωνε την αλυσίδα των λιμανιών-βάσεων που κατείχε, ώστε με μια συνεχή γραμμή ναυσιπλοΐας, διά μέσου της Κέρκυρας, της Μεθώνης και της Κορώνης, του Ναυπλίου, της Χαλκίδας (Negroponte) και φυσικά της Κρήτης, να φτάνει με ασφάλεια στα λιμάνια της Ανατολής.

Ήδη όμως, από το β’ μισό του 15ου αι., η θέση του Ναυπλίου άρχισε να γίνεται επισφαλής και οι οχυρώσεις του αποδεικνύονταν ανεπαρκείς. Έπρεπε, ωστόσο, να καταλάβουν οι Τούρκοι το Άργος (1463) και τη Χαλκίδα (1470) για ν’ αρχίσουν οι Βενετοί τη συστηματική οχύρωση του Ναυπλίου. Ο διοικη­τής του Vittore Pasqualigo συνεργάστηκε με τον μηχανικό Antonio Gambello. Οι επεμβάσεις εκείνες ήταν:

α) Το φρούριο Μπούρτζι στη βραχονησίδα του Αγίου Θεοδώρου, το «κλει­δί του Ναυπλίου», το οποίο άρχισε να κατασκευάζεται το 1471.

β) Σε συνέχεια του Κάστρου των Φράγκων, προς τα ανατολικά, οι Βενετοί άρχισαν να κατασκευάζουν έναν τρίτο περίβολο, οχυρώνοντας τον λόφο που απέμενε ακάλυπτος σ’ εκείνη την πλευρά. Το ισχυρότερο σημείο αυτού του φρουρίου ήταν ένας ογκώδης, διπλός κυκλικός προμαχώνας (Torrione), με δύο πυροβολεία σε διαφορετικά επίπεδα, σχηματισμό από τον οποίο λέγεται ότι ονομάστηκε ολόκληρο το οχυρό Castel Toro.

γ) Η περιτείχιση της πόλης, η οποία ολοκληρώθηκε στις αρχές του 16ου αι., κάτω από το φρουριακό συγκρότημα της Ακροναυπλίας, προς τα βόρεια.

Υποστηρίζεται ότι κάποιο προάστιο πρέπει να υπήρχε στις ρίζες του λό­φου, έξω από τα τείχη της Ακρόπολης, από τους βυζαντινούς ακόμη χρόνους. Από το β’ μισό του 15ου αι. θα πρέπει να άρχισε η οριστική μετατροπή του προαστίου σε κανονική πόλη, με κυβερνητικά μέγαρα, εκκλησίες, πλατεία, λιμάνι, χάραξη δρόμων και πολεοδομικό σχεδιασμό. Αναπτύχθηκε έτσι μια πόλη πάνω σε μια πλατιά επίχωση, την οποία δημιούργησαν οι Βενετοί προς τη θάλασσα, πάνω σε πασσαλώσεις, μέθοδο που γνώριζαν άριστα από τα έργα τους στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας. Το 1502 πάντως είναι η πρώτη χρονιά που αναφέρεται ότι αρχίζουν να κτίζονται τα χαμηλά τείχη του Ναυπλίου.

Ο περίβολος της πόλης, απλός στη χάραξή του, ξεκινούσε από τον Torrione του Castel Toro, κατέβαινε μέχρι τη θάλασσα στον Torrioncino Contarina (μι­κρό κυκλικό πύργο). Στο μέσο αυτής της ανατολικής πλευράς σχηματιζόταν αμβλεία γωνία, όπου ανοιγόταν η Ανατολική κύρια Πύλη, στο ένα πλευρό της οποίας αναπτυσσόταν ορθογωνικός πύργος για τη φύλαξή της. Στην ίδια ανατολική πλευρά η θάλασσα εισχωρούσε μέσα στην ξηρά δημιουργώντας έναν κολπίσκο, ο οποίος έπαιζε τον ρόλο τάφρου και έφτανε μέχρι τη βάση του Castel Toro. Στο βόρειο θαλάσσιο τείχος της πόλης, όχι μακριά από τον ΒΑ μικρό πύργο Contarina, υπήρχε η Πύλη της Θάλασσας. Σε ολόκληρο τον περίβολο της πόλης, που συνέχιζε την πορεία του προς τα δυτικά, για να κλεί­σει πάνω στους βράχους της χερσονήσου, έως τα τείχη του Κάστρου των Ελλήνων, ακολουθώντας τη μορφολογία του εδάφους, βρίσκονταν και άλλες βοηθητικές πύλες, όπως η Porta della Piazza, η Porta dei Fomi κ.ά.

Ανακεφαλαιώνοντας, για την περίοδο της πρώτης βενετοκρατίας στο Ναύ­πλιο, θα λέγαμε ότι η μαζική κατασκευή οχυρώσεων στις τελευταίες δεκαετίες του 15ου και στις πρώτες του 16ου αι. είναι ένα προοίμιο των βενετσιάνικων οχυρώσεων μεγάλης κλίμακας που κατασκευάστηκαν, εκτός από το Ναύπλιο, στη Μεθώνη και στην Κορώνη, για ν’ ακολουθήσουν οι περίφημες οχυρώσεις της Κρήτης και φυσικά της πόλης της Κέρκυρας, από το 1538-1540 (διαρκούντος του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου) και αργότερα, στις επόμενες δεκαετίες του 16ου και του 17ου αι.

Από το 1540 έως το 1686, οι Οθωμανοί, αν και όρισαν το Ναύπλιο πρω­τεύουσα του Μοριά, παραμέλησαν τις οχυρώσεις του. Το μόνο που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι στη ΒΔ γωνία του περιβόλου της πόλης αναπτύχθηκε ένα είδος παράκτιου προμαχώνα, τα «Πέντε Αδέλφια», ονομασία που πήρε από την οργάνωση στην ίδια θέση πυροβολαρχίας με πέντε κανόνια. Μετά την επανακατάληψη του Ναυπλίου από τις δυνάμεις του Morosini, το 1686, η πόλη ορίστηκε ως πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μοριά. Ήταν, λοιπόν, επόμενο να φροντίσουν οι Βενετοί να επιδιορθώσουν τις ζημιές που είχαν υποστεί οι οχυρώσεις από τον πόλεμο και τη μακροχρόνια εγκατάλειψη.

 

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών», A. Haubenschmid, 1833-1834, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

 

Σύμφωνα με την Έκθεση του Filippo Besseti di Verneda – από τους πλέον ειδικούς στη στρατιωτική τέχνη –[2] τα αμυντικά μειονεκτήματα του Ναυπλίου επικεντρώνονταν στην ύπαρξη του βουνού του Παλαμηδιού, που κυριαρχού­σε πάνω από την πόλη. Γι’ αυτό πρότεινε την ενίσχυση της ζώνης του ισθμού που ένωνε τη χερσόνησο με την ξηρά, στη βάση του βουνού.

Οι Βενετοί επικέντρωσαν τη δραστηριότητά τους κυρίως στον ανατολι­κό περίβολο, όπου ανέπτυξαν, στις αρχές του 18ου αι., ένα κανονικό μέτω­πο με προμαχώνες. Η υπό σχεδίαση οχύρωση αποτελείτο από μια κεντρική cortina, στο μέσο της οποίας θα ανοιγόταν η μνημειακή κεντρική Πύλη της Ξηράς, και από δύο προμαχώνες (στα δύο άκρα της cortina): του San Antonio ή Grimani, προσκολλημένου στη βάση του Torrione του Castel Toro, και του San Marco ή Dolfin, στο ΒΑ άκρο πάνω στη θάλασσα, ενισχυόμενου και από το αποσπασμένο οχυρό του San Sebastiano ή Mocenigo, μέσα στη θάλασσα.

 

Η ενετική Πύλη του Ναυπλίου (η Πύλη της Ξηράς – εξωτερική όψη), τέλος 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων. British Museum.

 

Τελικά, στη ΒΑ γωνία κτίστηκε ο νέος προμαχώνας San Marco ή Dolfin, με έναρξη των εργασιών στα τέλη του 1702. Σχεδιαστής του ήταν ο μηχανι­κός Levasseur και κατασκευαστής ο μηχανικός Pietro de Lasalle. Παρά τις δυσκολίες του έργου, εξαιτίας κυρίως του αμμώδους εδάφους θεμελίωσης, το έργο περατώθηκε το 1704 χάρη και στην παρέμβαση του προνοητή του στό­λου Loredan.

Μετά τον προνοητή Dolfin, που προγραμμάτισε και άρχισε διάφορα συ­μπληρωματικά έργα στο ίδιο ανατολικό μέτωπο, μόνο ο διάδοχός του Fran­cesco Grimani προχώρησε σημαντικά τις εργασίες, ήδη από την άνοιξη του 1706, με αρκετές όμως διαφοροποιήσεις. Στις 31 Μαρτίου 1708 ο Grimani έγραφε ότι η παλιά Πύλη της Ξηράς, που ήταν εκτεθειμένη σε βολές από το Παλαμήδι, δεν καλυπτόταν αμυντικά από τους γειτονικούς προμαχώνες, γι’ αυτό σχεδίασε καινούργια πύλη, που θα ήταν πραγματικά προφυλαγμένη, ασφαλής, με ξύλινη γέφυρα και δύο ανασυρόμενα τμήματα. Από το 1706 ο Grimani δεν παρέλειπε να υπενθυμίζει την ακαταλληλότητα που δημιουργούνταν στον προμαχώνα Dolfin (ΒΑ) εξαιτίας της προσάμμωσης, η οποία όχι μόνο μείωνε την ασφάλειά του, αλλά – ως γνωστόν – αποτελούσε το μείζον πρόβλημα της μη συστηματικής λειτουργίας του λιμανιού του Ναυπλίου.

Μετά από πολλές συζητήσεις και σχεδιασμούς αποφασίστηκε η κατα­σκευή ενός προμαχώνα «αποκομμένου» στη θάλασσα, προς τη Θαλασσινή Πύλη. Το σχέδιο αυτού του οχυρώματος, με την ονομασία «opera Moceniga» φέρει την υπογραφή του μηχανικού Lasalle.

Μια άλλη κύρια επέμβαση που πραγματοποιήθηκε το 1708, κατά την περί­οδο της διοίκησης του Grimani, ήταν ο επιβλητικός περίβολος που αγκάλιασε την ανατολική – ΒΑ γωνία του Castel Toro, προκειμένου να ανταποκριθεί και αυτή η πλευρά στις νέες τεχνικές της οχυρωματικής. Ο Grimani κατασκεύασε και δύο caponiere[3] στην τάφρο πάνω στον βράχο, στη βάση του βουνού του Παλαμηδιού, πριν αποφασιστεί η ανέγερση του φρουρίου σ’ αυτό.

Η τελευταία από τις βενετσιάνικες κατασκευές, στους χαμηλότερους βρά­χους του Ναυπλίου, ήταν η μνημειώδης πύλη στο βόρειο τείχος του Κάστρου των Ελλήνων, η οποία κατασκευάστηκε στα 1713 από τον γενικό προνοητή Agostino Sagredo για να συντομεύσει την επικοινωνία μεταξύ της πόλης και της ακρόπολης σ’ εκείνη την πλευρά.

Σ’ όλα τα έργα αυτής της περιόδου οι Βενετοί χρησιμοποιούσαν τα πληρώ­ματα των πλοίων τους, όπως αναφέρει ο Kevin Andrews.[4] Πάνω στην Ακροναυπλία, τέλος, έγιναν μόνο εργασίες συντήρησης και ενίσχυσης του οπλι­σμού, και το ίδιο πρέπει να συνέβαινε και στο φρούριο Μπούρτζι.

Θα ακολουθήσει σύντομη περιγραφή ορισμένων σχεδιαγραμμάτων της περι­όδου της δεύτερης βενετοκρατίας, ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα της αμυ­ντικής κατάστασης του Ναυπλίου. Όλα έχουν ήδη δημοσιευθεί αναλυτικά από τη γράφουσα.

Αρχίζουμε την παρουσίαση με δύο σχέδια, τα οποία αναφέρονται στις προαναφερθείσες επεμβάσεις και είναι δημοσιευμένα με λεπτομέρεια στα Πρα­κτικά του Γ’ Συμποσίου Ιστορίας και Τέχνης (Μονεμβασιά 1990).[5] Χρονολο­γούνται στον 18ο αι., χωρίς ακριβή χρονολογία. Στο ένα σχέδιο (εικ. 1) παρα­τηρούμε το ανατολικό χερσαίο τείχος από το Castel Toro μέχρι τον ΒΑ μικρό στρογγυλό πύργο Contarina, την Ανατολική Πύλη και το τμήμα του βόρειου παραθαλάσσιου τείχους με τη Θαλασσινή Πύλη. Το κυριότερο στοιχείο του είναι ένα νέο οχυρό (Α) μέσα στην «τάφρο», έξω από την Ανατολική Πύλη, στο βραχώδες έδαφος, καθώς και το οχυρό (Β) για την κάλυψη της Πύλης της Θάλασσας, που θα παρατηρήσουμε στο επόμενο σχέδιο αναλυτικά. Στο δεύ­τερο σχέδιο (εικ. 2) παρουσιάζεται το οχυρό (Β), γνωστό ως προμαχώνας San Sebastiano ή Mocenigo. Ήταν ένα οχυρό που προστάτευε και ένα μέρος του λιμανιού, το μαντράκι του Ναυπλίου. Μέσα σε αυτό υπήρχαν θέσεις πυρο­βολαρχιών, καλυμμένο κανονιοστάσιο, μικρή αποθήκη πυρίτιδας και κτήριο στρατώνα, στο οποίο στεγαζόταν και μια αποθήκη ξυλείας με εξαρτήματα πλοιαρίων και επίσης το Φρουραρχείο.

 

Εικ. 1: Σχέδιο του τμήματος των τειχών της πόλης του Ναυπλίου προς την ξηρά και το Παλαμήδι (A.S.V, Provveditori da Terra e da Mar, ex. B. 79, dis. 37b).

 

Εικ. 2: Προοπτικό σχέδιο του οχυρού s. Sebastiano ή του Mocenigo στο βόρειο τείχος της πόλης του Ναυπλίου (A.S.V., Provveditori da Terra e da Mar, ex. B. 79, dis. 37).

 

Στη συνέχεια παρουσιάζουμε σύντομα ένα άλλο σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου και των οχυρώσεών της, κατά την πολιορκία από τις συμμαχι­κές δυνάμεις των Βενετών (31 Ιουλίου – 29 Αυγούστου 1686). Έχει δημοσιευθεί αναλυτικά, πέραν των απλών δημοσιεύσεών του σε διάφορα επιστημονικά άρθρα, στα Θησαυρίσματα το 2003, περιλαμβάνεται δε στον περίφημο Κώδι­κα Morosini για τον «Πόλεμο του Μοριά (1684-1697)», που βρίσκεται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας.[6]

Τη σύνταξη του σχεδιαγράμματος υπο­γράφει ο μηχανικός Giovanni Bassignani και έγινε κατ’ εντολή του Francesco Morosini, πριν από τον θάνατό του το 1694 (εικ. 3). Αρχίζοντας την περιγρα­φή από την ανατολική πλευρά (ο βορράς προς τα κάτω), βλέπουμε το βουνό Παλαμήδι, τις προσβάσεις από την ενδοχώρα, τις θέσεις των πυροβολαρχιών των Βενετών, το σύνολο των χερσαίων τειχών του Ναυπλίου (από την περί­οδο της πρώτης βενετοκρατίας), το Κάστρο των Ελλήνων, των Φράγκων και το Castel Toro. Έξω από το ανατολικό τείχος παρατηρούμε το έλος, δίπλα στον κολπίσκο που σχηματιζόταν με την εισχώρηση της θάλασσας προς τις υπώρειες του Παλαμηδιού, λειτουργώντας ως ένα είδος τάφρου. Στην κάτω πόλη το τζαμί είχε μετατραπεί σε αποθήκη πυρομαχικών, εικονίζεται ο Άγιος Δομήνικος και η εγκατάσταση (εκκλησία [;]) των Καρμελιτών, ακριβώς δίπλα και εσωτερικά του παραθαλάσσιου τείχους. Ειδικότερα, παρατηρούμε το Νο 13 του υπομνήματος με την επεξήγηση «επίπεδος ημιπρομαχώνας αποσπα­σμένος» (μέσα στην τάφρο) και το Νο 40 ως «Θαλασσινή Πύλη», με τον σχεδιασμό και χωρίς αρίθμηση του αποσπασμένου οχυρού San Sebastiano ή Mocenigo (Β) που περιγράψαμε προηγουμένως. Και τα δύο αναφέρονται στα υπομνήματα με πολλές τεχνικές λεπτομέρειες, ως αμυντικά έργα και με χρώ­μα κίτρινο, δηλαδή κατασκευές «που έγιναν από τον ίδιο τον γενικό καπιτάνο». Επίσης, περιγράφει αναλυτικότατα και όλες τις προσθήκες στα αμυντικά έργα της Ακροναυπλίας, όλων των ιστορικών περιόδων.

 

Εικ. 3: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1686 (B.M.V., It. Cl VII, 94 [10051], No 93).

 

Ακολουθεί συνοπτική περιγραφή τριών σχεδίων της συλλογής Grimani, η οποία βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στην Αθήνα, που δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό της Europa Nostra, Bulletin (αρ. 59 [2005]).[7]

Σχέδιο ΧΧΙ (Kevin Andrews) (εικ. 4): σε χαρτί με πένα και ακουαρέλα. Υπο­γράφεται από τον μηχανικό Giovanni Bassignani. Η ακριβέστερη χρονολογία, σύμφωνα με τα εικονιζόμενα στοιχεία, συγκρινόμενα και με άλλα ντοκουμέ­ντα, είναι 1699-1701. Παρατηρούμε τις οχυρώσεις της Ακροναυπλίας, όλων των εποχών, τα χερσαία και θαλάσσια τείχη, τις πρώτες επεμβάσεις της δεύ­τερης βενετοκρατίας, όπως τα δύο οχυρά στην τάφρο (Α) και μπροστά και δίπλα στην Πύλη της Θάλασσας (Β), ενώ το φρούριο του Παλαμηδιού δεν εικονίζεται ακόμη.

 

Εικ. 4: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1686 (Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Συλλογή Grimani, Kevin Andrews, plate XXI).

 

Σχέδιο ΧΧΙΙ (Kevin Andrews) (εικ. 5): σε χαρτί, με πένα και ακουαρέ­λα. Δεν υπογράφεται ούτε έχει ακριβή χρονολογία γραμμένη πάνω σε αυτό. Υπάρχει σχετικό επεξηγηματικό υπόμνημα. Σε αυτό διακρίνουμε για πρώτη φορά τον νέο ΒΑ προμαχώνα (Dolfin) των χερσαίων τειχών, που αντικατέ­στησε το 1704 τον μικρό στρογγυλό πύργο Contarina, καθώς και τον προμα­χώνα Grimani που κατασκευάστηκε το 1706 κάτω από το Castel Toro, προς τη νότια βραχώδη ακτή, κάτω από το Παλαμήδι Επίσης, εικονίζεται το αποκομμένο οχυρό, μέσα στην τάφρο, έξω από την Πύλη της Ξηράς (Α), αμυ­ντικά έργα πέραν της ανατολικής τάφρου στην περιοχή του έλους καθώς και στην άνοδο προς το βουνό του Παλαμηδιού (προκαταρκτικά αμυντικά έργα σε περίπτωση ανόδου του εχθρού εκεί). Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι η επισήμανση του χώρου έξω από το θαλάσσιο τείχος από τον ΒΑ προμαχώνα Dolfin και προς τα δυτικά, πέραν της Θαλασσινής Πύλης, όπου αναγράφει το υπόμνημα τα εξής (σε μετάφραση): «Θεμέλια= ενίσχυση του υπεδάφους, για να συγκρατηθεί το έδαφος και να δημιουργηθεί πλατεία (= ελεύθερος, επί­πεδος χώρος), όπου μπορούν να κατασκευαστούν αποθήκες ή να καλυφθεί η όποια άλλη ανάγκη». Επίσης, σημειώνονται πάνω στο σχέδιο οι ενδείξεις για τον υποθαλάσσιο μώλο που περιέβαλλε το Μπούρτζι, και για τη δημιουργία νέου λιμανιού (μαντράκι) κάτω από τις ΒΑ υπώρειες της Ακροναυπλίας με την κατασκευή νέου μώλου.

 

Εικ. 5: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1700 περ. (Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Συλλογή Grimani, Kevin Andrews, plate XXIΙ).

 

Σχέδιο ΧΧΙΙΙ (Kevin Andrews) (εικ. 6): σε χαρτί, με πένα και ακουαρέλα. Υπογράφεται από τον Bartolomeo Carmoy Colle, ο οποίος παρουσιάζει εξω­τερικά οχυρά ήδη κατασκευασμένα, καθώς και εκείνα που επρόκειτο να κα­τασκευαστούν. Η πόλη του Ναυπλίου εικονίζεται με τις γνωστές οχυρώσεις της στην Ακροναυπλία και στην πόλη, στη βόρεια ακτή και στην ανατολική πλευρά, με την κύρια χερσαία πρόσβασή της κάτω από το Παλαμήδι. Μέσα στην πόλη εικονίζονται: το τζαμί που έγινε η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου (Β), η εκκλησία της Παναγίας των Καρμελιτών – Madonna de Carmine C, μια σειρά από palazzi αξιωματούχων, του capitan general (D), του provveditore del Regno (E), του rettore (F), του provveditore (G). Ενδιαφέρον έχει η επι­σήμανση των νέων στρατώνων εσωτερικά και δίπλα στο ανατολικό τείχος, κοντά στην Πύλη της Ξηράς. Επίσης, έξω από τα τείχη της πόλης, προς την ενδοχώρα, παρουσιάζονται πολλά εξωτερικά αμυντικά έργα που περιγράφο­νται με αρκετή ακρίβεια. Τέλος, στο βουνό του Παλαμηδιού προτείνεται η κατασκευή ενός οχυρού συνόλου, αποτελούμενου από μεμονωμένους πύρ­γους που συνδέονταν με τείχος. Ασφαλώς πρόκειται για πρόταση που όμως δεν υλοποιήθηκε.

 

Εικ. 6: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1699-1701 (Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Συλλογή Grimani, Kevin Andrews, plate XXIII).

 

Τέλος, παρουσιάζουμε τα δύο νέα σχέδια, αδημοσίευτα από όσο γνωρίζω, προ­ερχόμενα από το Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. Βρίσκονται στη σειρά των Provveditori da Terra e da Mar.[8]

Σχέδιο 1 (εικ. 7 και 8): υπογράφεται από κάποιον Maconcin και έχει χρονο­λογία 1715, όταν γενικός προνοητής ήταν ο Alessandro Bon. Ειδικότερα, εί­ναι συνημμένο στο έγγραφο Νο 16, με χρονολογία 20 Ιουνίου 1715. Το σχέ­διο είναι με πένα και ακουαρέλα. Έχει τίτλο «Napoli di Romania. Porzione della Fortezza ossia il baluardo detto Mocenigo con la pianta degli edifici del molo Sovrapposizione pieghevole con la pianta delle strutture da eseguirsi nel settore del molo» [= Ναύπλιο. Τμήμα της οχύρωσης ή του προμαχώνα ονομα­ζόμενου Μοτσενίγκο, με την κάτοψη (σχέδιο) των κτηρίων του μώλου και με επανατοποθέτηση τμήματος χαρτιού πάνω από το σχέδιο με τις κατασκευές που πρέπει να γίνουν στον τομέα του μώλου]. Βλ. και εικ. 9 και 10. Υπάρχει υπόμνημα γραμμένο πάνω στο σχέδιο, ενώ συνδέεται και με σχετικά έγγραφα της ίδιας περιόδου (Ιούνιος 1715), τα οποία πρέπει να διερευνηθούν περαιτέ­ρω. Είναι προτάσεις για την ενίσχυση των οχυρώσεων της πόλης, προκειμένου να μπορούν να αντιμετωπίσουν το προηγμένο οθωμανικό πυροβολικό, σε περίπτωση επίθεσης. Οι προτάσεις ήταν του cavalier de Silva και είχαν εγκριθεί από την ολομέλεια του Πολεμικού Συμβουλίου.

 

Εικ. 7: Σχεδιάγραμμα του παράλιου τείχους του Ναυπλίου και του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo, με την υπάρχουσα τότε κατάσταση (Βενετία, Archivio di Stato, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, disegno 1, collocazione fotographica 14111, foto 361-362).

 

Εικ. 8: Υπομνηματισμός του σχεδιαγράμματος εικ. 7.

 

Η αναλυτική περιγραφή με βάση το υπόμνημά του είναι η ακόλουθη:

Με κόκκινο χρώμα σημειώνεται η κατάσταση στην οποία βρισκόταν εκεί­νο το τμήμα της οχύρωσης. Διακρίνουμε το αποσπασμένο οχυρό Mocenigo (Β.Α.), με τον μώλο (Β.Β.), ένα σύνολο κατοικιών πάνω στον μώλο (D.D.), τον μικρό κυκλικό πύργο της Πύλης (εννοεί της Θαλασσινής) (Ε), μια falsabraga ή falsabraca (είδος προτειχίσματος, δηλαδή ένα ανάχωμα στη βάση των τειχών για τη διέλευση των περιπόλων και την αμυντική κάλυψη, εξωτερικά, της βάσης ενός οχυρού περιβόλου), η οποία βρίσκεται μπροστά στα τείχη της οχυρωμένης πόλης (F). Επίσης, διακρίνονται ένας «ημιπρομαχώνας» μπροστά στο παλάτσο (G) και ο στρογγυλός πύργος (κοντά) στους Πατέρες των Καρμελιτών (Η).

Με κίτρινο χρώμα σημειώνεται το χαμηλό οχυρό, σχεδόν τελειωμένο, με υπεύθυνο τον ίδιο ιππότη de Silva: (ειδικά) το «φάλσο οχυρό» (W) με επάλ­ξεις, από τις οποίες οι βολές είναι παράλληλες με το μέτωπο του οχυρού Mo- cenigo, στοχεύοντας πλευρικά τις «εργασίες» (τα έργα), που μπορεί να γίνουν από τους εχθρούς σε περίπτωση επίθεσης.

Με πράσινο χρώμα σημειώνονται οι εργασίες που θα γίνουν με επίχωση, αποτελούμενη από χώμα, δέματα από άχυρα, χόρτα και πασσάλους, δημιουργώ­ντας επίπεδες επιφάνειες στον μώλο. Ειδικότερα στο σχέδιο υπομνηματίζονται:

(X.X.) «Καλυμμένη οδός», με «μπανκέτα» (πεζούλι, πασσάλωση) και «σπάλ- το» (αντέρεισμα εξωτερικά).

(Y.Y.) Πεδίο ασκήσεων, παράταξης στρατού, που περνά ξυστά στο μέτω­πο του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo.

(Z.Z.) «Τραβέρσες» (πρόχειρο ανάχωμα ή χωμάτινο παραπέτο, με κατεύ­θυνση εγκάρσια ως προς τα εχθρικά πυρά. Κατασκευαζόταν για την ενίσχυση των μειονεκτικών θέσεων και την κάλυψη των αμυνομένων, σε διάφορα οχυ­ρώματα της τάφρου ή επάνω στις επιχωματώσεις τμημάτων του περιβόλου, που ήταν εκτεθειμένα σε εξωτερικά υψώματα – traversa di trincea, ritirata).

(R.R.) (semplice) Tenaglia, tanaglia, forbice. Απλή «τανάλια» ή «ψαλί- δα» (χαμηλό προτείχισμα σε σχήμα ανοικτής «ψαλίδας», μπροστά σε «κορ- τίνα»-τείχος, για χαμηλά πυρά πάνω από την τάφρο. Υπήρχε απλή και διπλή «ψαλίδα». Συνήθως οι πλευρές της ακολουθούσαν την κατεύθυνση των γραμ­μών άμυνας).

(&.&.) Τμήμα (τείχους) που δέχεται τις βολές που προορίζονταν για το οχυ­ρό Mocenigo, το οποίο έπρεπε να επιχωματωθεί.

(ο.) Άλλο τμήμα (τείχους) για τις βολές «ραντέντε» (επίπεδες) του ίδιου οχυρού Mocenigo.

(y.) Άλλο τμήμα (τείχους) που εκτείνεται (διασταυρώνεται;) με το μέτωπο που είναι στραμμένο προς το «μπόργκο».

(Z.) Alvise Maconcin, a. D.o (το όνομα του υπεύθυνου αξιωματούχου).

Τέλος, αναγράφεται η γραμμική κλίμακα του σχεδίου που είναι σε βενε­τικά «βήματα», no 90.

Σχέδιο 1Α: το αναφερόμενο ως δεύτερο σχέδιο είναι το προηγούμενο, του ίδιου σχεδιαστή αξιωματούχου, στο οποίο επικολλάται χωριστό χαρτί με την πρόταση αναμόρφωσης των κατασκευών στην ίδια περιοχή. Είναι οι κατα­σκευές με το πράσινο χρώμα, όπως περιγράφηκαν παραπάνω. Στην καταχώ­ριση του φωτογραφικού αρχείου στην ίδια σειρά, αναγράφεται ως 1Α (εικ. 9 και 10).

 

Εικ. 9: Παραλλαγή του σχεδιαγράμματος εικ. 7, με τις προτεινόμενες κατασκευές.

 

Εικ. 10: Υπομνηματισμός του σχεδιαγράμματος εικ. 9.

 

Η Βενετία και πάλι εκπλήσσει με τη γραφειοκρατική της τυπολατρία επι­τρέποντας πάντα στους μισθοφόρους επιτελείς της να προγραμματίζουν και να σχεδιάζουν την καλύτερη άμυνα των κτήσεών της, ακόμη και αν γνώριζαν πολύ καλά ότι ο εχθρός ήταν προ των πυλών.

Σχέδιο 2 (εικ. 11 και 12): το δεύτερο, αδημοσίευτο, σχέδιο βρίσκεται στην ίδια σειρά με το προηγούμενο, έχει την υπογραφή του μηχανικού de Lassale και χρονολογία 1715, όταν γενικός προνοητής του στρατού του Βασιλείου ήταν ο Alessandro Bon. Είναι σχεδιασμένο σε χαρτί με πένα και ακουαρέλα, και βρί­σκεται συνημμένο στο έγγραφο της ίδιας σειράς, No 16 της 20ής Ιουνίου 1715. [9]

Από το υπόμνημα που είναι γραμμένο επάνω, προκύπτει ότι πρόκειται για σχέδιο του μώλου του Ναυπλίου, με πρόταση για κατασκευή διάφορων χαρα­κωμάτων και ορυγμάτων, μετά από επίχωση με χόρτα και κλαδιά. Προτάθηκε από τον μηχανικό Lassale, με σκοπό να καλύψει το ασθενές, παράλιο τείχος της πόλης και ταυτόχρονα για να ενισχύσει την άμυνα του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo. Οι κατασκευές αυτές αποδίδονται με κίτρινο χρώμα.

 

Εικ. 11: Σχεδιάγραμμα του παράλιου τείχους του Ναυπλίου και του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo, με διαφορετικές προτάσεις βελτίωσης της αμυντικής κατάστασης (Βενετία, Archivio di Stato, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, Disegno 2, collocazione fotografica 14112, foto 363).

 

Εικ. 12: Υπομνηματισμός του σχεδιαγράμματος εικ. 11.

 

Ειδικότερα αναγράφονται τα ακόλουθα:

  • «Πλευρό» του «αποσπασμένου» οχυρού-προμαχώνα.
  • Μεγάλο όρυγμα, που προτάθηκε να κατασκευαστεί από χώμα, κλα­διά με χόρτα και επίχωση· έπρεπε μάλιστα να υψωθεί κατά 12 πόδια.
  • «Πλευρό» για την άμυνα του μώλου σε εκείνη τη θέση.
  • «Πλευρό» που χρειαζόταν (;) να κατασκευαστεί για βοήθεια (υπο­στήριξη) του οχυρού στη θέση της Αγίας Τερέζας.
  • Χώρος μεταξύ της οχύρωσης του μώλου για την άνεση του στόλου και άλλων – σωμάτων (;).
  • Δημόσιες αποθήκες πυρομαχικών, χωρίς να εμποδίζουν την οχύρωση.
  • Falsabraga(είδος προτειχίσματος για την άμυνα στον πυθμένα της τάφρου).

Πάνω στο σχέδιο αναγράφονται και οι ενδείξεις «μώλος» και «αποσπα­σμένος προμαχώνας». Τέλος, αναγράφεται η γραμμική κλίμακα του σχεδίου, που είναι σε βενετικά «βήματα», no 50.

Τελευταίο στην αναφορά μας αφήσαμε το φρούριο του Παλαμηδιού. Η επι­βλητική του παρουσία πάνω από την Ακροναυπλία και από ολόκληρη την πόλη του Ναυπλίου, αποτελούσε μια συνεχή απειλή γι’ αυτήν, το κυριότερό του ίσως μειονέκτημα, όπως αναφέρουν οι Βενετοί αξιωματούχοι.

Παρόλο που αρχικά το έργο της κατασκευής ενός ολόκληρου οχυρού στο βουνό του Παλαμηδιού θεωρήθηκε πολύ δύσκολο και οικονομικά ασύμφο­ρο, τελικά, ύστερα από ποικίλες προτάσεις, αποφασίστηκε να γίνει. Ο πρώ­τος που πίστεψε στη σημασία και την αναγκαιότητά του ήταν ο προνοητής Agostino Sagredo, ο οποίος ανέθεσε τον σχεδιασμό του στους μηχανικούς Giaxich και Lasalle.

Είναι πράγματι θαυμαστό πώς μέσα σε τρία χρόνια (1711-1714) ένα τέ­τοιο αμυντικό έργο ολοκληρώθηκε και είναι ιδιαιτέρως σημαντικό γιατί είναι το μοναδικό αυτής της περιόδου σε ολόκληρη την Ελλάδα. Μπορεί να θε­ωρηθεί ότι το Παλαμήδι ήταν η τελευταία κυριότερη αρχιτεκτονική κατα­σκευαστική δραστηριότητα στον τομέα των δημοσίων έργων, και βέβαια των οχυρώσεων της Βενετίας στον ελλαδικό χώρο. Η βασική ιδέα της οργάνωσής του ήταν η κατασκευή μεμονωμένων οχυρωμάτων που θα ακολουθούσαν τις βασικές αρχές της εποχής στο σύστημα κατασκευής προμαχώνων, οχυρών που μπορούσαν να λειτουργήσουν και ανεξάρτητα, αυτοτελώς τοποθετημένα στα κρίσιμα σημεία του ορεινού αναγλύφου του βουνού, έτσι ώστε το πυρο­βολικό, με το οποίο θα ήταν εφοδιασμένο κάθε ένα, να κάλυπτε τα διπλανά οχυρά-προμαχώνες. Ολόκληρο αυτό το αμυντικό σύνολο περιέβαλλε οχυρός περίβολος, με την κύρια πύλη προς την πλευρά της ενδοχώρας και μια δευτερεύουσα προς την πλευρά της πόλης του Ναυπλίου.

Ένα μόλις χρόνο μετά την αποπεράτωση των εργασιών, το Παλαμήδι, η Ακροναυπλία, η Κάτω Πόλη και το Μπούρτζι καταλήφθηκαν από τους Οθω­μανούς, μετά από εννέα μέρες σκληρού αγώνα. Ουσιαστικά μαζί με το Ναύ­πλιο κατακτήθηκε ολόκληρη η Πελοπόννησος και χάθηκε για τη Βενετία το Βασίλειο του Μοριά. Η ειρήνη του Πασάροβιτς, το 1718, υπογράφθηκε από την Αυστρία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κλείνοντας με τρόπο πο­λύ οδυνηρό για τη Βενετία την τελευταία περίοδο του μακροχρόνιου αγώνα εναντίον των Οθωμανών. Σε αυτόν τον αγώνα, παρά τα λάθη της, η Βενετία κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τον φοβερό εχθρό, τον οποίο, έστω και αν δεν μπό­ρεσε να κατατροπώσει, τον κατέστησε εξαντλημένο και κουρασμένο.

Παρ’ όλα αυτά, μέχρι την τελευταία στιγμή η συστηματικότητα με την οποία ήταν οργανωμένη η διοίκηση της μητρόπολης, ιδίως στον στρατιωτικό τομέα, αποδεικνύει ότι η Γαληνοτάτη υπήρξε μια μεγάλη δύναμη που άφη­σε ανεξίτηλα τα σημάδια της στην ελληνική γη. Τα βενετσιάνικα φρούρια των παράκτιων περιοχών της Πελοποννήσου, και όχι μόνο, με τον όγκο τους και την επιβλητικότητά τους είναι οι μάρτυρες αυτής της παρουσίας, μνημεία συνδεδεμένα άρρηκτα με την ιστορία του τόπου.[10]

Καταλήγοντας, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι τα οχυρωματικά έργα των Βενετών της τελευταίας περιόδου της κυριαρχίας τους στην Ελλάδα, από τον 16ο αι. έως και τις αρχές του 18ου, έχουν μια αμείλικτη μεγαλοπρέπεια. Τα ισχυρά τείχη του Ηρακλείου της Κρήτης, τα φρούρια της Κέρκυρας και τα δυνατά τείχη του Παλαμηδιού και της Κάτω Πόλης του Ναυπλίου, για ν’ ανα­φέρουμε τα πλέον σημαντικά, είναι από τα σπουδαιότερα μνημεία που διατη­ρούνται στον ελληνικό χώρο.

 

IOANNA STERIOTOU

THE FORTIFICATIONS OF NAFPLIO: A TIMELESS GUIDE FOR THE DEVELOPMENT OF BASTION SYSTEM (15th-18th C.)

 

The Venetians began to organize the defense of the city of Nafplio since 1470, with the construction of several fortifications: the fort Bourtzi on the rocky island at the entrance to the gulf; the Castel del Toro, that was a third fortified enclosure at the eastern end of the hill of Akronafplia, in extension of the me­dieval fortifications; and the walls of the city, as it was developed towards the port, completed in the early 16th century.

During the period of the second Venetian rule, Nafplio played a leading role, as defined capital of the “Kingdom of Morea”. In Nafplio, the Venetians developed the greatest building activity in the field of public works, construct­ing new fortifications, until the second decade of the 18th century. The main concern was the defensive zone coverage in the land (isthmus) that connected the mainland to the peninsula, where the town developed beneath the moun­tain of Palamidi. Those works were completed in 1704.

The highlight though this activity is the fortress Palamidi at the top of the homonymous mountain that dominates over the town of Nafplio. It is indeed significant that within three years (1711-1714) a similar defensive work was completed and it is important, because it is a unique fortification, ex-novo constructed that time across Greece. The basic idea of its organization was the construction of individual strongholds (bastions), which would follow the ba­sic principles of bastion system, meanwhile they could function independent­ly, autonomously, placed at critical points of the rocky terrain of the mountain; so the artillery with which would be provided each bastion, could cover the adjacent ones.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1]   Ι. Στεριώτου, «Συμπληρωματικά αμυντικά έργα στις οχυρώσεις της Πελοποννήσου (1684-1715). Δύο σχέδια του τείχους της πόλης του Ναυπλίου (18ος αι.) από το αρχείο της Βενετίας», Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης (Μονεμβασιά, 20-22 Ιουλίου 1990), Αθήνα 1998, σ. 135-154. Της ίδιας, «Βενετοί και δημόσια έργα στον ελλαδικό χώρο», Όψεις της Ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού – Αρχειακά τεκμήρια, Ίδρυμα Ελληνικού Πο­λιτισμού, Αθήνα 1993, σ. 489-518. Της ίδιας, Τα βενετικά τείχη του Χάνδακα (τον 16ο και τον 17ο αιώνα). Το ιστορικό της κατασκευής τους σύμφωνα με βενετικές αρχειακές πηγές, «Βικελαία Βιβλιοθήκη» Δήμου Ηρακλείου, Ηράκλειον 1998. Δ. Αθανασούλης, «Η Ενε­τοκρατία στα Ιόνια, τη Δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Η νέα οχυρωματική τεχνο­λογία και η εφαρμογή της στα ενετικά κάστρα του ελλαδικού χώρου», “Ενετοί και Ιωα- ννίτες Ιππότες, Δίκτυο Οχυρωματικής Αρχιτεκτονικής”, Πειραματική Ενέργεια Αrchi-Μed, Αθήνα 2001, σ. 35-46. Ι. Στεριώτου, «Ο πόλεμος του Μοριά (1684-1697) και ο Κώδικας της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας», Θησαυρίσματα 33 (2003), σ. 241-283. I. Ste- riotou, «The Palamida fortress in Nauplia in the Peloponnese: a unique fortification of the XVIII century in Greece», Europa Nostra – Bulletin 59 (2005), σ. 69-78. Της ίδιας, «The bastioned fortresses in Greek territories under the influence of Vauban», Europa Nostra – Bulletin 62 (2008), σ. 81-90.

[2] O Filippo Besseti di Verneda ήταν στρατιωτικός μηχανικός και γενικός επιθεωρη­τής οχυρώσεων και πυροβολικού στη μακρόχρονη πολιορκία του Χάνδακα στην Κρήτη (17ος αι.), πάντα στην υπηρεσία της Βενετίας.

[3] Η capponiera ήταν ένας καλυμμένος διάδρομος (πέρασμα), συνήθως πασσαλόφρακτος, στον πυθμένα της τάφρου, για την επικοινωνία των αμυνομένων με τα εξωτερικά οχυρά και τη διασφάλιση χαμηλών πυρών.

[4]  Kevin Andrews, The Castles of Morea, Πρίνστον 1953, σ. 90-105.

[5] Στεριώτου, «Συμπληρωματικά αμυντικά έργα», ό.π. Απλά τα παρουσιάζουμε για να γίνει κατανοητή η συνέχεια των οχυρωματικών έργων των Βενετών εκείνη την περίοδο.

[6]  Στεριώτου, «Ο πόλεμος του Μοριά», ό.π.

[7]  Steriotou, «The Palamida fortress», ό.π. Andrews, The Castles of Morea, ό.π.

[8] Archivio di Stato di Venezia, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, disegno 1 (collocazione fotographica 14111, foto 361-362). Διαστάσεις σχεδίου: 585×217 mm.

[9] Archivio di Stato di Venezia, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, disegno 2, collocazione fotografica 14112, foto 363. Διαστάσεις σχεδίου: 436×293 mm.

[10]  Μια πλήρης και συστηματική έρευνα όλων των σχεδίων και των σχετικών με τις οχυρώσεις γραπτών αναφορών που βρίσκονται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας, με τη μεθοδολογία που ήδη περιγράψαμε, θα τεκμηριώσει απόλυτα τα όσα προαναφέραμε και είναι γνωστό ότι παρόμοια τεκμήρια υπάρχουν πολλά για όλα τα κάστρα του Μοριά.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι όλα τα στοιχεία από το Αρχείο της Βενετίας, που αναφέρθηκαν στην παρουσίαση αυτή, ερευνήθηκαν από τη γράφουσα σε διαφορετι­κές περιόδους, κατά τις δεκαετίες του 1980, 1990 και 2000, που σημαίνει πολύς χρόνος και φυσικά έξοδα. Αν εκείνες τις περιόδους υπήρχε οργανωμένη, όπως τα τελευταία χρό­νια, η βάση δεδομένων του Πολιτιστικού Ιδρύματος του Ομίλου Πειραιώς (Π.Ι.Ο.Π.), οι δυνατότητες θα ήταν διαφορετικές. Το υλικό αυτής της βάσης είναι η καταχώριση όλων των σχεδιαστικών τεκμηρίων όλων των Αρχείων της Βενετίας και αφορούν όλα τα τεχνικά έργα που κατασκεύασαν οι Βενετοί στις κτήσεις τους στην Ελλάδα, σε όλες τις περιόδους της βενετοκρατίας, σε διάφορες φάσεις. Αυτή η τόσο σημαντική έρευνα έγινε μετά από πρωτοβουλία της καθηγήτριας και ακαδημαϊκού κυρίας Χρύσας Μαλτέζου, όταν ήταν διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας, σε συνεργασία με το Π.Ι.Ο.Π. Έτσι, κάθε ερευνητής που θέλει να ασχοληθεί με ανάλογα θέματα, μπορεί να κερδίσει πολύτιμο χρόνο και χρήμα, προετοιμάζοντας στην Ελλάδα ένα μεγάλο μέρος του υλικού της έρευνάς του, πριν την ολοκληρώσει στα ίδια τα Αρχεία της Βενετίας.

 

Ιωάννα Στεριώτου

Δρ. Αρχιτέκτων, Επιτ. Έφορος Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠΠΟΑ

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Ακρόπολη Λυρκείας


 

Με την ονομασία Παλιοκαστράκι είναι γνωστό το ύψωμα BA του χωριού Λύρκεια (Κάτω Μπέλεσι), στην Αργολίδα. Στις νότιες υπώρειες του λόφου διέρχεται η νέα εθνική οδός Κορίνθου – Τριπόλεως. Στην κορυφή του διατηρούνται κατάλοιπα ισχυρού τείχους με πύλες, μαρτυρία ότι πρόκειται για σημαντική οχυρωμένη θέση – αρχαία ακρόπολη των κλασικών χρόνων με θέα προς την κοιλάδα που διασχίζει ο Ίναχος ποταμός.

Σύμφωνα με τον Παυσανία μια από τις πύλες του Άργους, προς την Δειράδα, οδηγούσε σε απόσταση εξήντα περίπου σταδίων προς την Λύρκεια, γνωστή από τον μύθο του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας. Κατά την παράδοση ο Λυγκέας ήταν γιός του Αίγυπτου και της Αργυφίας παντρεμένος με την Υπερμνήστρα, κόρη του Δαναού, με την οποία απέκτησε τον Άβαντα. Μόνο αυτή από τις Δαναΐδες αδελφές της αρνήθηκε να υπακούσει στην πατρική εντολή και δεν δολοφόνησε τον σύζυγό της την πρώτη νύχτα του γάμου τους. Ανέβηκε στην ακρόπολη του Άργους και συνεννούνταν με τους πυρσούς με τον Λυγκέα που είχε καταφύγει στην Λύρκεια.

 

Ακρόπολη Λυρκείας – Φωτογραφία από τον ιστότοπο argolisculture (Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας).

 

Φόνοι, κοινωνική ρήξη και αντιπαράθεση, πολιτική συνυπάρχουν στον εντυπωσιακό αυτό μύθο του κύκλου του Άργους, τον οποίο παλαιότερα η έρευνα είχε συνδέσει με το ύψωμα Παλιοκαστράκι αποδίδοντας στη θέση και την ευρύτερη περιοχή την ονομασία Λύρκεια. Ωστόσο η απόσταση της ακρόπολης δεν συμπίπτει με τις πληροφορίες της αρχαίας γραμματείας καθώς απέχει από το Άργος περίπου εκατό στάδια (18 χλμ) και όχι εξήντα (11 περίπου χλμ).

 

Ακρόπολη Λυρκείας – Φωτογραφία από τον ιστότοπο argolisculture (Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας).

 

Η επανεξέταση των πηγών σε συνδυασμό με τη μελέτη της αρχαίας τοπογραφίας της περιοχής οδήγησαν στην ταύτιση της οχύρωσης στο Παλιοκαστράκι με την ακρόπολη των Ορνεών. Η ονομασία της πόλης οφείλεται στον οικιστή της Ορνέα, γιο του Ερεχθέα. Ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι Ορνεάτες και Κλεωναίοι μάχονται στο πλευρό των Αργείων αντιμετωπίζοντας τη σπαρτιατική υπεροχή στη μάχη της Μαντίνειας (418 π.Χ.). Όμως η στρατηγική θέση των Ορνεών εντείνει την παραδοσιακή εχθρότητα Άργους – Σπάρτης και δύο χρόνια αργότερα οι Αργείοι δεν διστάζουν να την καταστρέψουν. Η ανάμειξη των Ορνεών στις συγκρούσεις με τον Αρχίδαμο (352 π.Χ.) πιθανότατα απηχεί μια προηγηθείσα επανοίκηση της περιοχής. Στη διάρκεια των ελληνιστικών χρόνων συγκαταλέγονται στις κώμες του Άργους.

Σε ό,τι δε αφορά την αργεία κώμη των ιστορικών χρόνων Λύρκειον, αυτή τεκμηριώνεται δυτικά του Άργους στην αριστερή όχθη του Ινάχου στην περιοχή με την ονομασία Σύνορο, θέση όπου πλήθος αρχαιολογικών δεδομένων (οικισμός, ιερά, νεκρόπολη, αρχαία οχύρωση, επιγραφική μαρτυρία) και η απόσταση που αναφέρει ο περιηγητής συνηγορούν στην ταύτιση αυτή.

 

Πηγή


 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου «Κιβέρι – Από τον Μύθο στην Ιστορία»


 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, ο Αθλητικός Όμιλος Ερμής Κιβερίου, ο Δήμος Άργους Μυκηνών, και η Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους – Μυκηνών (ΚΕΔΑΜ),  σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου:

 

«Κιβέρι – Από τον Μύθο στην Ιστορία»

 

του εκπαιδευτικού και συγγραφέα  Αλέξη Τότσικα, που θα πραγματοποιηθεί στην αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Κιβερίου π. Γεώργιος Νταβέλος, στο Κιβέρι, την Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2018 στις 7 το βράδυ.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

Ο φιλόλογος Γεώργιος Τασσιάς και ο πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Κιβερίου Κώστας Τσακίρης.

Την παρουσίαση θα συντονίσει ο δημοσιογράφος Θεόδωρος Νταβέλος.

 

Κιβέρι – Από τον Μύθο στην Ιστορία

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο:

 

Το Κιβέρι είναι ένα μεγάλο χωριό της Αργολίδας, ένα παραθαλάσσιο χωριό στη δυτική ακτή του Αργολικού κόλπου, απέναντι ακριβώς από το Ναύπλιο. Η ιστορία του είναι από μόνη της μια ολόκληρη αφήγηση, ένα παραμύθι με αφετηρία τη Λερναία Ύδρα και το μυθικό Δαναό, με παρουσία στην κλασική περίοδο, τη Βενετοκρατία και τη Φραγκοκρατία και τέρμα την επανάσταση του 1821, οπότε τερματίζει την περιπέτεια στο χρόνο και κατακτά την οριστική του θέση στο σημείο που βρίσκεται σήμερα.

Αυτή την ιστορία επιχειρεί να καταγράψει το βιβλίο αυτό σε τρεις φάσεις. Το πρώτο μέρος εξιστορεί και τεκμηριώνει την ιστορική διαδρομή από τη μυθολογική περίοδο μέχρι την επανάσταση του 21, που το χωριό καταστάλαξε στους πρόποδες του μικρού λόφου δίπλα στη θάλασσα. Στο δεύτερο μέρος δίνει την εικόνα της παραδοσιακής κοινωνίας και τους όρους με τους οποίους επιβίωσε σ’ αυτό τον τόπο μέχρι τη δεκαετία του 1950, χωρίς τα χαρακτηριστικά της βιομηχανικής και καταναλωτικής εποχής, που ακολούθησε. Το τελευταίο μέρος αναφέρεται στο νεότερο Κιβέρι με τη ραγδαία οικονομική και οικιστική του ανάπτυξη και την εξέλιξή του σ’ έναν αξιόλογο παραθαλάσσιο τουριστικό προορισμό…

Read Full Post »

Πρόνοια Ναυπλίου – Περιδιάβαση στο Χώρο και το Χρόνο © Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος


 

Στη μνήμη του π. Γεώργιου Αθ. Χώρα

«Καλείσθω δε το όνομα του νέου χωρίου, Πρόνοια» [1]

 

Η Πρόνοια είναι προάστιο του Ναυπλίου. Βρίσκεται στα ανατολικά της παλιάς πόλης και απέχει από αυτήν 5 λεπτά με τα πόδια. Νότια και ανατολικά την «αγκαλιάζουν» οι λόφοι του Παλαμηδιού και της Ευαγγελίστριας. Βόρεια ανοίγεται η αργολική πεδιάδα και δυτικά ο αργολικός κόλπος και τα βουνά της Αρκαδίας.

Η Πρόνοια ήταν ο πρώτος οργανωμένος προσφυγικός συνοικισμός που δημιούργησε ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, για να στεγάσει Κρήτες και άλλους πρόσφυγες. Ο ίδιος, μάλιστα, «βάφτισε» αυτό το προάστιο, δίνοντάς του το όνομα «Πρόνοια».

Η Πρόνοια, όχι ως τοπωνύμιο αλλά ως κατοικημένος τόπος, είναι γνωστή από τα προϊστορικά χρόνια. Η αρχαιολογική σκαπάνη έδειξε ότι χιλιάδες χρόνια πριν, τουλάχιστον από τη μεσολιθική περίοδο (8.000 – 7.000 π. Χ.) [2], άνθρωποι κατοίκησαν στους πετρώδεις λόφους της Πρόνοιας. Η θάλασσα έφτανε μέχρις εκεί και οι άνθρωποι λάξευσαν στους βράχους «λαβύρινθους» για να κατοικήσουν. Τρέφονταν με ψάρια και χρησιμοποιούσαν οψιανό, το σκληρό πέτρωμα από τη Μήλο, για να κατασκευάζουν εργαλεία και όπλα. Οι ανασκαφές των αρχαιολόγων μας έδειξαν ότι υπήρχε ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή και κατά τη νεολιθική περίοδο (7.000 – 3.000 π. Χ.) [3].

Η ζωή στην περιοχή συνεχίστηκε για πολλούς αιώνες. Αυτό μαρτυρείται από τάφους του τέλους της Υστερομυκηναϊκής περιόδου (1200 –1100 π. Χ.), γνωστούς ως «λαγούμια», που βρέθηκαν στη βορειοανατολική πλαγιά του Παλαμηδιού [4]. Οι τάφοι αυτοί ήταν γνωστοί από την εποχή του γεωγράφου Στράβωνα. Ο Στράβωνας, στις αρχές του 1ου μ. Χ. αιώνα, αποδίδει την κατασκευή τους, όπως και την κατασκευή των τειχών της γειτονικής Τίρυνθας, στους Κύκλωπες. Όμως και ο ίδιος και οι σύγχρονοί του γνώριζαν ότι οι κατασκευαστές δεν ήσαν άλλοι παρά εργάτες που ήλθαν από τη Λυκία της Μικράς Ασίας [5]. Μερικοί από αυτούς τους τάφους, όπως αναφέρει η αρχαιολόγος Σέμνη Καρούζου, «ανασκάφηκαν το 1873 από έναν αγνό φιλάρχαιο των παλαιών καιρών, τον Νομάρχη Ναυπλίας Κονδάκη». Οι τάφοι αποτελούνταν από μακρύ διάδρομο και κυρίως θάλαμο. Ο διάδρομος φραζόταν με τοίχο από ξερολιθιά, που τον χώριζε από το θάλαμο. Ο τύπος των τάφων και τα κτερίσματα που βρέθηκαν βεβαιώνουν τη χρονολόγηση τους στο τέλος της Υστερομυκηναϊκής εποχής. Για τους τάφους αυτούς γράφει η Καρούζου: «Η ταπεινότητα των ευρημάτων … μαρτυρεί ότι μερικά γένη τοπικών αρχόντων, χωρίς δύναμη και ακτινοβολία, υποταγμένα ίσως στους δυνάστες της Τίρυνθας, είχαν ταφεί στους βράχους του Παλαμηδιού τον 12ο αιώνα π. Χ., όταν ο μυκηναϊκός πολιτισμός σερνόταν προς τη δύση του» [6]. Επίσης, στο λόφο της Ευαγγελίστριας βρέθηκαν και ανασκάφηκαν λακκοειδείς τάφοι της ίδιας εποχής [7].

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Το 1953 ο αρχαιολόγος Σ. Χαριτωνίδης αποκάλυψε ταφές των γεωμετρικών χρόνων. Οι ταφές αυτές γίνονταν σε πιθάρια, στηριγμένα με πέτρες. Η κεφαλή του νεκρού ήταν στο μέρος της δύσης. Ένας τέτοιος αμφορέας με τρία πόδια, δημιούργημα κάποιου αργείτικου εργαστηρίου περί το 750 π.Χ., βρέθηκε στις ανασκαφές και εκτίθεται στο αρχαιολογικό μουσείο Ναυπλίου [8].

Για τα κατοπινά χρόνια δεν έχουμε πληροφορίες σχετικά με την Πρόνοια. Και τούτο γιατί η Πρόνοια ήταν πάντα ένας τόπος που έζησε στη σκιά της πόλης της Ναυπλίας. Ήταν ένας βοηθητικός χώρος και μάλιστα ένας χώρος «νεκροταφειακός, αφιερωμένος στη μνήμη των νεκρών» [9].

Γνωρίζουμε, βεβαίως, ότι η Ναυπλία, που εκτεινόταν τότε επάνω στο βράχο της Ακροναυπλίας συμμετείχε στην αμφικτιονία των ιωνικών πόλεων, που σχηματίστηκε νωρίς τον 7ο αιώνα και είχε ως κέντρο της το ναό του Ποσειδώνα στην Καλαυρεία του Πόρου [10], και ότι τον 6ο αιώνα καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε από το γειτονικό Άργος [11]. Από τότε κανείς λόγος δε γίνεται για την πολιτεία τούτη, που είναι ένα απλό επίνειο, ένα λιμάνι του Άργους [12]. Μάλιστα, ο Παυσανίας που πέρασε από την περιοχή το 2ο μ. Χ. αιώνα βρήκε τη Ναυπλία «έρημον» [13]. Μόνο κατά την επιδρομή των Αβάρων το 589 αναφέρεται ότι καταλαμβάνεται από βυζαντινή φρουρά και αντιστέκεται με επιτυχία. Από αυτή τη χρονολογία η ονομασία της πόλης αλλάζει. Καταγράφεται ως «Ναύπλιον» πλέον και όχι ως «Ναυπλία».

Στα μέσα του 11ου αιώνα οι Βυζαντινοί αναγνωρίζοντας τη στρατηγική θέση του Ναυπλίου οχύρωσαν την Ακροναυπλία [14]. Οι καιροί ήταν ταραγμένοι και οι πειρατές λυμαίνονταν τις θάλασσες, τα νησιά και τα παράλια. Η οχυρή θέση του Ναυπλίου και το καλό λιμάνι του προσέφεραν ασφάλεια από τους κάθε είδους και προέλευσης επιδρομείς. Με το πέρασμα του χρόνου η πόλη, που τότε εκτεινόταν επάνω στην Ακροναυπλία, εξελίχθηκε σε διοικητικό, στρατιωτικό και εμπορικό κέντρο [15].

Το 1212 κύριοι του Ναυπλίου, μετά από συνθηκολόγηση, έγιναν οι Φράγκοι. Μέχρι το 1389, όταν οι Βενετοί εξαγόρασαν τα δικαιώματα κυριαρχίας επί της πόλης από τη Μαρία ντ’ Ενζιέν, πολλές οικογένειες δυτικών τιτλούχων κυριάρχησαν στην πόλη.

Εν τω μεταξύ η παρουσία των Οθωμανών Τούρκων, μέρα με την ημέρα, γινόταν όλο και πιο αισθητή. Ήταν γι’ αυτούς επιδίωξη ζωτικής σημασίας να κυριαρχήσουν στην περιοχή της «Άσπρης Θάλασσας», δηλαδή του Αιγαίου πελάγους. Έτσι, το Ναύπλιο έγινε το μήλο της έριδας μεταξύ των Βενετών και των Τούρκων, των δύο μεγάλων δυνάμεων, που εκείνη την εποχή εξουσίαζαν την Ανατολική Μεσόγειο. Το 1500 δημιουργήθηκε η Κάτω Πόλη, δηλαδή το σημερινό Ναύπλιο, γιατί πλέον ο πληθυσμός της πόλης δε χωρούσε στην Ακροναυπλία.

 

Εικόνα 1: E. Peytier, Γενική άποψη Πρόνοιας και Ναυπλίου.

 

Το 1540 οι Τούρκοι έγιναν κύριοι του Ναυπλίου. Η Βενετία έχασε ένα σημαντικό ναυτικό και εμπορικό κέντρο. Και σαν να μην έφτανε αυτό πολλά χρόνια αργότερα, το 1669, με την πτώση του Χάνδακα, όπως λεγόταν τότε το Ηράκλειο, έχασε και την Κρήτη «Το πλήγμα και η ταπείνωση που υπέστη η Βενετία με την απώλεια της Κρήτης, μιας από τις σημαντικότερες κτήσεις της στην Ανατολή, είχαν θαμπώσει το γόητρό της και είχαν θέσει υπό αμφισβήτηση τον κυρίαρχο ρόλο της ανάμεσα στα χριστιανικά κράτη της Δύσης. Σε στρατιωτικό επίπεδο ο βενετικός στόλος είχε χάσει τον ηγεμονικό του ρόλο στις ελληνικές θάλασσες» [16]. Θέλοντας, λοιπόν, η Βενετία να ανακτήσει το γόητρο και τη φήμη της αλλά και ένα σημαντικό λιμάνι, αρμάτωσε στις αρχές του 1684 μια μεγάλη αρμάδα. «Πρωτεργάτης και αρχιτέκτονας αυτών των πολεμικών επιχειρήσεων, αρχιστράτηγος όλου του εκστρατευτικού σώματος …. » ο Francesco Morozini [17]. Στη βιβλιοθήκη Querini Stampalia της Βενετίας υπάρχει χειρόγραφο στο οποίο περιγράφεται η εκστρατεία και μάλιστα υπάρχουν απεικονίσεις των κάστρων – πόλεων που κατέλαβε ο Morozini. Η ιστορικός Ευτυχία Λιάτα, ερευνήτρια του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, με τη συνεργασία του Κώστα Τσικνάκη, ιστορικού και ερευνητή του Ινστιτούτου Βυζαντινών Ερευνών του ίδιου Ιδρύματος, εξέδωσαν το χειρόγραφο – ημερολόγιο της εκστρατείας.

Η Αρμάδα, που θα αποκαθιστούσε το γόητρο της Βενετίας, αναχώρησε από την πόλη των τενάγων στις 2 Ιουνίου του έτους 1684. Αφού πολιόρκησε και κατέλαβε πολλά κάστρα – πόλεις της δυτικής Ελλάδας (τη Λευκάδα, την Πρέβεζα, την Κορώνη, την Καλαμάτα κ.ά.) έφτασε στις 29 Ιουλίου του 1686 στον κόλπο του Τολού. Εκεί, αποβιβάστηκαν πάνω από 10.000 άνδρες, πεζικό και ιππικό, και ξεκίνησαν αμέσως για το Ναύπλιο.

Στους πρόποδες του Παλαμηδιού, εκεί δηλαδή που σήμερα είναι η Πρόνοια, υπήρχε προάστιο, όπου κατοικούσαν Έλληνες, στην πλειοψηφία τους εργάτες. Μόλις μαθεύτηκε η απόβαση των βενετικών στρατιωτικών δυνάμεων στο Τολό, αντιλαμβανόμενοι το τι θα επακολουθούσε, θέλησαν να απομακρυνθούν από την περιοχή που θα διεξάγονταν οι πολεμικές επιχειρήσεις. Άφησαν, λοιπόν, τα σπίτια τους και κατέφυγαν με τις οικογένειές τους στο Θερμήσι της Ερμιονίδας, όπου και παρέμειναν [18].

Η πόλη πολιορκήθηκε στενά. Οι αδιάκοποι και σφοδροί κανονιοβολισμοί, καθώς και οι συνεχείς επιθέσεις των Ενετών ανάγκασαν τους Τούρκους να συνθηκολογήσουν και να παραδώσουν τα κάστρα του Ναυπλίου [19]. Ο Morozini εισήλθε θριαμβευτής στην πόλη την 1η Σεπτεμβρίου 1686.

Το επόμενο έτος (1687) φοβερή πανώλης ενέσκηψε στο Ναύπλιο. Μεταδόθηκε από ένα γαλλικό πλοίο και επεκτάθηκε με μεγάλη ταχύτητα στην πόλη και τα περίχωρα, καθώς και στην υπόλοιπη Πελοπόννησο. Ο Ιμπραήμ- Πασάς, διοικητής του τουρκικού στρατού στην Πελοπόννησο, αδιαφορώντας για την επιδημία και πιστεύοντας ότι ήταν ευκαιρία να καταλάβει το Ναύπλιο, έφτασε στην Αργολίδα και εμφανίστηκε προ των Πυλών της πόλης. Τότε την κατάσταση έσωσαν οι Έλληνες κάτοικοι των περιχώρων και του προαστίου, δηλαδή της σημερινής Πρόνοιας, οι οποίοι αντιστάθηκαν, ενώ η φρουρά της πόλης έχοντας ταλαιπωρηθεί από την αρρώστια, ελάχιστη βοήθεια μπόρεσε να προσφέρει. Αυτή την προσφορά των Ελλήνων ο Morosini αντάμειψε με χρήματα και φορολογικές ατέλειες [20].

Στη διάρκεια της πολιορκίας η πόλη είχε υποστεί σοβαρές καταστροφές. Οι Ενετοί επιδόθηκαν αμέσως στο έργο της επισκευής των τειχών και των οικημάτων της πόλης. Θέλοντας, όμως, να καταστήσουν το Ναύπλιο ένα φρουριακό σύνολο απόρθητο, απαγόρευσαν την κατοίκηση των φρουρίων της Ακροναυπλίας και όλη η περιοχή διαμορφώθηκε κατάλληλα για την κάλυψη των αναγκών του πυροβολικού. Βέβαια, το μεγαλύτερο οχυρωματικό έργο που θεμελίωσαν οι Βενετοί ήταν το Παλαμήδι, το απόρθητο φρούριο που πήρε το όνομά του από τον ομώνυμο λόφο. Το Παλαμήδι αποτελεί πρότυπο οχυρωματικής τέχνης [21] και προκαλεί «στον ταξιδευτή ένα διπλό συναίσθημα, κατάπληξη μαζί και φόβο» [22].

Εξαιτίας του πολέμου, της πανώλης και της αποχώρησης των Τούρκων ο πληθυσμός της πόλης είχε μειωθεί. Οι Ενετοί φρόντισαν για τη συμπλήρωση του πληθυσμού με μετακινήσεις οικογενειών από την Αθήνα και άλλες ελληνικές πόλεις. Την πολιτική αυτή ακολούθησαν και σε άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Η Ευτυχία Λιάτα στο βιβλίο της «Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι.» γράφει:

«Τα κίνητρα για τη μετοικεσία εκτός από κοινωνικά – εξασφάλιση καλύτερων όρων διαβίωσης – ήταν κυρίως οικονομικά, αφού οι νέοι κύριοι του Μοριά είχαν λάβει πρόνοια μέσω του θεσμού των εκχωρήσεων (γαιών και οικημάτων) για την εξασφάλιση της επιβίωσης των πληθυσμών αυτών.

Οι εγκαταλειμμένες από τους Τούρκους και διαθέσιμες για εκμετάλλευση γαίες χρειάζονταν χέρια για να τις καλλιεργήσουν. Με τις μετοικεσίες αυτές οι Βενετοί απέβλεπαν αφενός στην αναζωογόνηση του Μοριά, προκειμένου με την αύξηση του ανθρώπινου δυναμικού να μεγιστοποιηθεί η παραγωγικότητα του τόπου και αφετέρου να ενισχυθεί η αμυντική του ικανότητα απέναντι στη μόνιμη τουρκική απειλή»[23].

Προκειμένου, λοιπόν, να εκμεταλλευτούν ορθολογικά τον τόπο και να επιβάλουν ένα αποδοτικό φορολογικό σύστημα, έπρεπε να γνωρίζουν τις εκμεταλλεύσιμες εκτάσεις γης, την ποιότητα και το νομικό καθεστώς της γης, καθώς και το πραγματικό μέγεθος του πληθυσμού. Το μεγάλο αυτό έργο η Βενετία το ανέθεσε σε τρεις Συνδίκους Καταστιχωτές, οι οποίοι το 1687 στάλθηκαν στο Μοριά. Αυτοί θα έπρεπε για κάθε επαρχία να κάνουν το τοπογραφικό σχέδιο της περιοχής και να καταγράψουν τους αγρούς, τους μύλους, τα οικοδομήματα, τα ορυχεία, τα ιχθυοτροφεία, τα δένδρα και ό,τι άλλο θα μπορούσε να αποβεί χρήσιμο στο βενετικό κράτος [24].

Για το τεριτόριο, δηλαδή την επαρχία, του Ναυπλίου υπάρχουν δύο κτηματολόγια, προϊόντα αυτής της πολιτικής των Βενετών, τα οποία συντάχθηκαν στο τέλος του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα. Πρόκειται για το Catastico Ordinario (C.O.), που είναι γενικότερο, και το Catastico Particolare (C.P.), που είναι αναλυτικότερο [25]. Εκτός, όμως, από αυτά τα δύο κτηματολόγια στο αρχείο Grimani, που βρίσκεται στα Κρατικά Αρχεία της Βενετίας, υπάρχει τοπογραφικό σχέδιο φιλοτεχνημένο στις αρχές της β΄. ενετοκρατίας (περίπου το 1700), στο οποίο απεικονίζονται τα δύο προάστια του Ναυπλίου[26]. Δανειζόμαστε την περιγραφή του τοπογραφικού σχεδίου από το άρθρο «Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας», της Αναπληρώτριας καθηγήτριας στο Ε.Μ.Π. Μάρως Καρδαμίτση – Αδάμη. Γράφει η κα Αδάμη:

 

«Το σχέδιο περιλαμβάνει έκταση που ξεκινά από την Τάφρο της Πόλης του Ναυπλίου (… διακρίνεται καθαρότατα η πύλη της Ξηράς) και φθάνει μέχρι περίπου τη σημερινή Λεωφόρο Ασκληπιού. Μια στενή λωρίδα γης που περιλαμβάνει μονάχα το χώρο, όπου σήμερα ο (παλαιός) σιδηροδρομικός σταθμός και το πάρκο, ενώνει την πόλη με την έξω από αυτή ξηρά. Δύο μόνο κτίσματα σημειώνονται στην περιοχή αυτή, τα σφαγεία, δυτικά, προς την τάφρο και μια ιχθυόσκαλα προς το μέρος της Πρόνοιας. Και τα δύο είναι τοποθετημένα χαμηλά δίπλα στη θάλασσα. Η ακτογραμμή συνεχίζεται στη θέση όπου σήμερα η λεωφόρος Άργους.

Όλη η υπόλοιπη περιοχή, όπου αναπτύσσεται σήμερα η περιοχή Κούρτη της Νέας πόλης, καλύπτεται από θάλασσα μέχρι τη Γλυκειά, όνομα που αναφέρεται ήδη από την εποχή αυτή» [27]. Σ’ αυτή τη στενή λωρίδα γης που ένωνε την πόλη με το προάστιο, στα ριζά του λόφου του Παλαμηδιού, παράλληλα προς την ακτογραμμή, υπήρχε μακρύ τείχος, που ξεκινούσε από τα πρώτα σπίτια του προαστίου και έφτανε μέχρι την τάφρο. Επρόκειτο για το υδραγωγείο μέσω του οποίου μεταφερόταν νερό στο Ναύπλιο. Ψηλά στους πρόποδες του οικισμού, εκεί ακριβώς όπου αρχίζουν και στις μέρες μας τα πρώτα οικοδομικά τετράγωνα της Πρόνοιας, άρχιζε το προάστιο Trombè (Τρομπέ). Το όνομα του προαστίου είναι πολύ πιθανό να προήλθε από την τρόμπα, δηλαδή την αντλία, που υπήρχε περίπου στο κέντρο του.

Βόρεια του προαστίου Trombè υπήρχε το άλλο προάστιο, το Techiè (Τεκέ), μικρότερο από το πρώτο. Ο όνομά του είναι πιθανό να το πήρε από τον τεκέ, δηλαδή το μοναστήρι των Τούρκων δερβίσηδων, που υπήρχε εκεί. Στην ύπαρξη τεκέ αναφέρεται και ο μηχανικός του ναυτικού M. Bellin στο έργο του «Description du Golph de Venise et de la Moree», που κυκλοφόρησε το 1711. Γράφει ο Bellin: «Στο προάστειο του Ναυπλίου, όπου σε καλύβες κατοικούν οι Αλβανοί, υπάρχουν τρεις ή τέσσερις ελληνικές εκκλησίες και ένας τεκές δερβίσηδων κτισμένος από το Mustafa πασά». Και συνεχίζει: «Στον τεκέ αυτόν κατοικούν δώδεκα δερβίσηδες με τις γυναίκες τους, γιατί οι δερβίσηδες έχουν δικαίωμα να παντρεύονται αν το επιθυμούν, παρόλο ότι όσοι ταξιδεύουν στην Ανατολή ισχυρίζονται το αντίθετο» [28].

 

Αυτή την εποχή, δηλαδή γύρω στα 1700, υπήρχαν και στα δύο προάστια 487 οικήματα (κατοικίες, ενδεχομένως αποθήκες ή εργαστήρια, παράγκες). Η δόμησή τους ακολουθούσε τις φυσικές καμπύλες του εδάφους και δεν υπήρχαν οικοδομικά τετράγωνα [29]. Αυτά τα οικιστικά σύνολα μοιάζουν με τα αιγαιοπελαγίτικα οικιστικά συγκροτήματα. Τα σπίτια, δηλαδή, εφάπτονταν το ένα στο άλλο σχηματίζοντας μεταξύ τους τείχος. Ήταν τοποθετημένα είτε σε παράλληλη γραμμική παράταξη (περισσότερο στο Trombè) είτε σε συστάδες τετράγωνων ή πολύπλευρων συγκροτημάτων ή σε οικιστικά συγκροτήματα, που εξωτερικά σχημάτιζαν τείχος κι εσωτερικά είχαν ακάλυπτο χώρο, είδος εσωτερικής κοινόχρηστης αυλής, κατά το πρότυπο των βενετσιάνικων campi (η εικόνα κυρίως στο Techiè) [30].

Τα σπίτια στο σύνολό τους ήταν μικρά έως μεσαία με μήκος πρόσοψης 7-15 μέτρα. Ελάχιστες ήταν οι εξαιρέσεις πραγματικά μεγάλων σπιτιών, ενώ υπήρχε και ένας αριθμός πολύ μικρών σπιτιών, προφανώς μονόχωρων, περίπου στο μέγεθος ενός μεγάλου δωματίου [31].

Και στα δύο προάστια κατοικούσαν 392 οικογένειες, δηλαδή περίπου 1430 ψυχές [32]. Ο πληθυσμός αυτός αποτελούνταν από ντόπιους αλλά και από πολλούς ξένους, κυρίως Τσιριγώτες (δηλαδή Κυθήριους), Κρητικούς, Αθηναίους και άλλους Έλληνες. Εκτός των Ελλήνων στα δύο προάστια κατοικούσαν και Ενετοί, ο αριθμός των οποίων δεν ξεπερνούσε το 1/8 του συνόλου των κατοίκων [33].

Ως προς τις ασχολίες των κατοίκων οι αρχειακές πηγές για την εποχή αυτή δεν παρέχουν πολλά στοιχεία. Από τα δεδομένα που έχουμε στη διάθεσή μας βλέπουμε ότι υπήρχαν στρατιωτικοί και κληρικοί [34]. Βέβαια, δεν θα πρέπει να αποκλείσουμε την ύπαρξη κτηματιών, αφού γνωρίζουμε ότι οι Βενετοί προχώρησαν σε εκχωρήσεις γης σε μεμονωμένους έποικους ή σε ομάδες εποίκων [35].

Οι Βενετοί δεν μπόρεσαν να κρατήσουν για πολλά χρόνια τις κτήσεις τους στην Πελοπόννησο. Το 1715 οι Τούρκοι πολιόρκησαν και κατέλαβαν το Παλαμήδι και την πόλη του Ναυπλίου. Οι Βενετοί δεν είχαν άλλη επιλογή: παρέδωσαν «άνευ όρων» και την Ακροναυπλία. Έτσι, άρχισε η Β΄. Τουρκοκρατία που κράτησε μέχρι το 1822, όταν οι Έλληνες με ρεσάλτο κατέλαβαν το Παλαμήδι.

Κατά τη Β΄. Τουρκοκρατία η στάση των Τούρκων απέναντι στους Έλληνες του Ναυπλίου ήταν σκληρή. Τους απαγόρευσαν να τελούν ακόμη και ιεροπραξίες μέσα στην πόλη και οι εκκλησίες είχαν μετατραπεί σε τζαμιά ή αποθήκες. Οι Έλληνες της πόλης του Ναυπλίου και όσοι κατοικούσαν έξω από αυτήν εκκλησιάζονταν στον ταπεινό ναό των Αγίων Πάντων, στην Πρόνοια, όπου υπήρχε και το νεκροταφείο των χριστιανών. Πολύ αργότερα, το 1779, οι Τούρκοι τους επέτρεψαν να λειτουργήσουν το ναό της Αγίας Σοφίας, που βρισκόταν στην ελληνική συνοικία της πόλης και ο οποίος μέχρι τότε χρησιμοποιούταν ως αποθήκη άχυρων [36].

Το 1790 επισκέφθηκε το Ναύπλιο ο περιώνυμος Ολλανδός ναύαρχος Ιωάννης Ερρίκος Van Kiusbergen, ο οποίος μελέτησε τα φρούρια και τον εξοπλισμό τους. Τις εντυπώσεις του περιέλαβε στο έργο του «Περιγραφή του Αρχιπελάγους», το οποίο εξέδωσε μετά από 2 χρόνια. Αναφερόμενος στον πληθυσμό γράφει:

 

«Ο αριθμός των κατοίκων του Ναυπλίου υπολογίζεται περίπου εις 6.000 ψυχάς, συνυπολογιζομένων και των εν τω φρουρίω του Παλαμηδίου οικούντων. Οι πλείστοι των κατοίκων είναι Τούρκοι. Οι Έλληνες αποτελούσιν ακριβώς υπολογιζόμενοι διακοσίας οικογενείας και οι Ιουδαίοι έτι ολιγοτέρας. Οι Φράγκοι κατοικούσι το προάστειον εκτός του Ναυπλίου, ασκούντες αρκούντως επικερδή εμπορείαν ιδίως του ελαίου, των σιτηρών, μαλλίων, μετάξης κ.λ.π. και εισάγοντες αντ’ αυτών εκ Γαλλίας πανικά (δηλαδή υφάσματα), καφέ, λουλάκι, ζάχαριν κ.λ.π.» [37].

 

Αυτή την εμπορική δραστηριότητα τόνιζε 10 χρόνια νωρίτερα και ο Sonnini, ο οποίος, όμως, επισήμαινε ότι Τούρκοι αποτελούσαν καταστροφή για το εμπόριο με τα προσκόμματα που έθεταν στη διεξαγωγή του [38].

Και πράγματι, όταν το 1816 επισκέφθηκε το Ναύπλιο ο Γάλλος φιλέλληνας Pouqueville, στο λιμάνι υπήρχε λάσπη, έτσι ώστε τα πλοία δεν μπορούσαν να πλησιάσουν. Όμως, παρά την αρνητική κατάσταση που επικρατούσε στο λιμάνι ένα μεγάλο μέρος των προϊόντων του τόπου διακινούνταν από το Ναύπλιο και πολλά ξένα πλοία ήταν αραγμένα στην παραλία του [39].

Βέβαια, η καθόλα αρνητική στάση των Τούρκων για το εμπόριο είχε σαν αποτέλεσμα την χαλάρωση του εμπορίου και την σταδιακή απομάκρυνση των Ευρωπαίων εμπόρων. Έτσι, το τοπικό εμπόριο πέρασε στα χέρια μικρεμπόρων, που, όμως, και αυτοί απομακρύνθηκαν εξαιτίας της φοβερής πίεσης των Γενίτσαρων. Οι μόνοι που παρέμειναν ήταν δεκαπέντε «Ιουδαϊκοί οίκοι», οι οποίοι εμπορεύονταν κυρίως το μετάξι. Επακόλουθο αυτής της κατάστασης ήταν να απομακρυνθούν οι «Φράγκοι» έμποροι από την Πρόνοια και γενικώς ο τόπος να ερημώσει. Αυτό επιβεβαιώνεται από τις τοπικές παραδόσεις του τέλους του 19ου αιώνα αλλά και από τις αρχειακές πηγές. Συγκεκριμένα, ο οικισμός δεν αναφέρεται στην απογραφή πληθυσμού του 1814 ούτε σημειώνεται στον τοπογραφικό χάρτη του Pouqueville. Αντίθετα, στο χάρτη αυτό σημειώνεται νεκροταφείο βόρεια της Πρόνοιας, το οποίο προφανώς είναι το νεκροταφείο που υπήρχε στους Άγιους Πάντες και λειτούργησε μέχρι τη δεκαετία του 1850. Ακόμη και σήμερα βλέπουμε μαρμάρινες πλάκες από αυτό το νεκροταφείο να έχουν ενσωματωθεί στο δάπεδο και στα εξωτερικά σκαλιά του ναού [40].

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης οι Τούρκοι κλείστηκαν στα φρούρια για να προστατευθούν. Το Ναύπλιο και τα φρούριά του πολιορκήθηκαν στενά από τους Έλληνες. Ξημερώνοντας η 30η Νοεμβρίου του 1822 ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος και ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης με 80 παλικάρια κατέλαβαν με ρεσάλτο το Παλαμήδι. Οι Τούρκοι, αφού παρέδωσαν την πόλη του Ναυπλίου και το φρούριο της Ακροναυπλίας, πήραν το δρόμο για τη Μικρά Ασία. Από τότε και μέχρι την άφιξη του Καποδίστρια δεν αναφέρεται να κατοικείται ο χώρος της Πρόνοιας.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1828 έφτασε στο Ναύπλιο ως Κυβερνήτης της Ελλάδας ο Ιωάννης Καποδίστριας. Τα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ήταν πολλά, ποικίλα και μεγάλα. Ένα από αυτά ήταν η συσσώρευση στο Ναύπλιο πλήθους κόσμου από κάθε μεριά του ελλαδικού χώρου. Οι άνθρωποι αυτοί ήρθαν σε μια πόλη κατεστραμμένη και ακάθαρτη με σπίτια ερειπωμένα. Εγκαταστάθηκαν όπου μπορούσε να φανταστεί κανείς, φτιάχνοντας καλύβες. Οι συνθήκες υγιεινής ήταν άθλιες και υπήρχε μεγάλος κίνδυνος επιδημιών.

Στις αρχές Απριλίου ο Κυβερνήτης έστειλε επιστολή προς τους μηχανικούς Σταμάτη Βούλγαρη και Ν. Μαυρομμάτη με την εντολή να επισκεφθούν μία προς μία τις καλύβες και να καταγράψουν ονομαστικά τους ενοίκους τους. Επίσης, να συντάξουν προϋπολογισμό για την κατασκευή καλυβών σε μέρος κατάλληλο, προκειμένου να στεγαστεί όλος αυτός ο κόσμος. Η τοποθεσία, που εκείνος πρότεινε, βρισκόταν κοντά στο χωριό Άρια, όπου ο τόπος ήταν υγιεινός και κατάλληλος, ενώ η τελική και ακριβής επιλογή του τόπου θα ήταν έργο και των τριών, δηλαδή του ίδιου και των δύο μηχανικών [41].

Σε μία εβδομάδα, στις 17 Απριλίου, είχε γίνει η καταγραφή του πληθυσμού που έπρεπε να μετακινηθεί: 2.500 ψυχές ή, σύμφωνα με την τότε καταμέτρηση, 2.158 άτομα, που είχαν εγκατασταθεί σε 662 καλύβες [42]. Επίσης, είχε επιλεγεί ο τόπος εγκατάστασης και είχε εκπονηθεί το πολεοδομικό σχέδιο. Τέλος, είχε υπολογιστεί και το κόστος κατασκευής. Μάλιστα, ο ίδιος ο Κυβερνήτης «βάφτισε» το νέο προάστιο δίνοντάς του το όνομα «Πρόνοια» [43].

Οι εργασίες κατασκευής είχαν ήδη αρχίσει στις 5 Μαΐου. Στις 24 Μαΐου οι μάστορες παρέδωσαν 96 καλύβες [44]. Όμως, μετά από δυο μέρες ξέσπασε επιδημία πανώλης, και όπως ήταν αναμενόμενο, πρωτοεμφανίστηκε στις φτωχές οικογένειες, που έμεναν στα παραπήγματα, έξω από την πύλη της Ξηράς [45]. Οι πύλες της πόλης έκλεισαν, οι εργασίες σταμάτησαν και οι μάστορες παραπονιόταν ότι δεν είχαν εξοφληθεί [46].

 

Η ενετική Πύλη του Ναυπλίου (η Πύλη της Ξηράς – εξωτερική όψη), τέλος 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων. British Museum.

 

Τα σπίτια αυτά ήταν πέτρινα, χτισμένα σε οικόπεδα με πρόσοψη 3 μ. και βάθος 6. Ήταν χτισμένα το ένα δίπλα στο άλλο. Είχαν ένα μόνο χώρο, σχεδόν τετράγωνο, και καλύπτονταν με μονοκλινή στέγη, η οποία ήταν μάλλον από ψαθί. Η προς το δρόμο όψη είχε ύψος 2 μ. και διακοπτόταν από τα ανοίγματα μιας πόρτας και ενός παραθύρου. Στο πίσω μέρος του οικοπέδου, όπου υπήρχαν οι βοηθητικοί χώροι, αφηνόταν ένας μικρός υπαίθριος χώρος. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν τέτοια σπίτια στην Πρόνοια [47].

Πολύ σύντομα τα σπίτια αυτά φαίνεται ότι άρχισαν να αντικαθίστανται από μεγαλύτερα οικοδομήματα· το Νοέμβριο του 1830 ο Καποδίστριας έγραφε σε επιστολή του: «Αι δε καλύβαι, τας οποίας είχα κατασκευάσει έξω [από το Ναύπλιο] προ δύο ετών, εκλείπουσι, και αντ’ αυτών εγείρονται οίκοι μεγάλοι και ευπρεπείς, συστήσαντες το προάστειον, την Πρόνοιαν» [48].

Στο σχεδιασμό της Πρόνοιας εφαρμόστηκε το Ιπποδάμειο σύστημα, δηλαδή ορθογώνια παραλληλεπίπεδα οικοδομικά τετράγωνα, τα οποία ορίζονταν από οριζόντιους και κάθετους δρόμους. Το αρχικό σχέδιο του Βούλγαρη, καθώς και το επόμενο που συνέταξε μετά την επιδημία της πανώλης, περισσότερο εκτεταμένο από το πρώτο, δε σώζονται. Από τότε εκπονήθηκαν αρκετά πολεοδομικά σχέδια για την Πρόνοια, από τα οποία άλλα σώζονται και άλλα όχι. Πάντως, το βέβαιο είναι ότι για τη σύνταξη όλων αυτών των σχεδίων χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο το σχέδιο του Βούλγαρη [49].

Ο ρυθμός κατοίκησης και οικοδομικής δραστηριότητας στο νέο προάστιο υπήρξε έντονος. Το 1829 ο πληθυσμός του αριθμούσε 2.500 ψυχές, ενώ την άνοιξη του 1830 πραγματοποιήθηκε ομαδική άφιξη Κρητών, οι οποίοι συγκρότησαν δική τους συνοικία, «τα κρητικά», στο λόφο της Ευαγγελίστριας [50]. Ακόμη και σήμερα αυτό το οικιστικό σύνολο ξεχωρίζει με τα ταπεινά σπίτια και τα στενά σοκάκια.

Η εγκατάσταση των προσφύγων στην Πρόνοια[51] συνοδεύτηκε από παρατυπίες, παραλήψεις και παράνομες πράξεις. Γράφει ο αείμνηστος Γεώργιος Χώρας:

«Γενικώς όλοι προέβαλαν αδυναμία πληρωμής της οφειλής τους. Μεταξύ αυτών άλλοι είχαν καταβάλει τις πρώτες δόσεις, άλλοι ώφειλαν ακόμη στο Δημόσιο Ταμείο. Άλλοι ήσαν οφειλέτες για όλο το χρηματικό ποσό της αξίας του οικοπέδου. Άλλοι είχαν εγκατασταθή χωρίς καμμία άδεια, άτυπα ή αυθαίρετα. Μια άλλη κατηγορία «των ευπόρων», κατέλαβαν οικόπεδα στην Πρόνοια για επένδυση των χρημάτων τους και εκμετάλλευση. Αυτοί έβλεπαν μακριά. Ήξεραν ότι υπήρχε οικιστικό πρόβλημα και συνωστισμός στο Ναύπλιον συνεχώς αυξανόμενος. Εζήτησαν λοιπόν να επωφεληθούν από τη μεγάλη ζήτηση κατοικίας. Σημαντικός ήταν ο αριθμός των απόρων, για τους οποίους δεν υπήρχε δυνατότητα ούτε ελπίδα εξοφλήσεως της οφειλής τους προς το Δημόσιο. Πολλοί μάλιστα άποροι συνέχισαν να μένουν σε καλύβες, τις οποίες απλώς μετέφεραν στα οικόπεδα της Πρόνοιας, χωρίς δυνατότητα να στήσουν ούτε παράπηγμα καλλίτερο ούτε οικοδομή»[52].

Ο Καποδίστριας θέλοντας να δώσει λύση στο πρόβλημα που είχε προκύψει υπέγραψε στις 3 Ιουνίου 1831 το ΚΣΤ΄. Ψήφισμα της Δ΄Εθνοσυνέλευσης του Άργους, το οποίο αναφερόταν ειδικά στην Πρόνοια και με το οποίο οι άποροι και οι φτωχοί, που είχαν καλύβες, δεν πλήρωναν καμία εισφορά ενόσο κατοικούσαν σ’ αυτές, ενώ, όσοι είχαν κτίσει σπίτια, εργαστήρια ή οποιοδήποτε άλλο κτίριο με σκοπό να ωφεληθούν, έπρεπε να πληρώσουν το εθνικό δικαίωμα της γης. Τα χρήματα που επρόκειτο να καταβληθούν θα χρησίμευαν για τον καλλωπισμό της πόλης του Ναυπλίου και της Πρόνοιας [53].

Η στυγερή δολοφονία του Καποδίστρια στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 και η αναταραχή που ακολούθησε είχε τις συνέπειές της και στον τομέα της δόμησης της Πρόνοιας. Ένα χρόνο μετά τη δημοσίευση του ψηφίσματος, το 1832, είχαν κτιστεί στο προάστιο αρκετές οικοδομές δίχως άδεια. Η κατάσταση της αυθαίρετης δόμησης συνεχίστηκε και επεκτάθηκε μέχρι το τέλος του 1833, γι’ αυτό οι Βαυαροί διόρισαν, ειδικά για την Πρόνοια, μηχανικό με σκοπό να τηρηθεί ακριβώς το σχέδιο [54].

Σε όλα τα πολεοδομικά σχέδια της Πρόνοιας σημειώνονται δύο ελεύθεροι χώροι. Ο ένας βρίσκεται στο κέντρο σχεδόν του οικισμού, στο μέρος εκείνο που το 1836 κτίστηκε η εκκλησία της Αγίας Τριάδας, και ο άλλος στα ανατολικά όριά του. Σ’ αυτόν τον τελευταίο τον Ιούλιο του 1832 διεξήχθησαν οι εργασίες της Δ΄. Εθνοσυνέλευσης [55]. Βέβαια, δεν υπήρχε η υποδομή, δηλαδή ένα κτίριο στο οποίο θα συνεδρίαζαν οι 224 βουλευτές του Έθνους. Για το σκοπό αυτό κατασκευάστηκε ένα ξύλινο παράπηγμα, η γνωστή «παράγκα». Ήταν ένα ξύλινο ορθογώνιο παράπηγμα από δοκάρια και σανίδες με πλάτος 10-12 μ. και διπλάσιο μήκος. Το ύψος του έφτανε τα 3 μ. και η σκεπή του ήταν «μυτερή». Εσωτερικά, απέναντι από την είσοδο υπήρχαν τα έδρανα του Προέδρου και των Γραμματέων της Εθνοσυνέλευσης, ενώ αριστερά και δεξιά υπήρχαν εξέδρες για το διπλωματικό σώμα και τους ξένους επίσημους. Απέναντι από το προεδρείο είχαν δημιουργηθεί σε ακανόνιστο κύκλο 3 επάλληλες σειρές από σκαμνιά, όπου κάθονταν οι Πληρεξούσιοι.

Το κάπνισμα απαγορευόταν μέσα στην αίθουσα. Όμως, οι «θεριακλήδες» [56] Πληρεξούσιοι δεν μπορούσαν να αντέξουν τόσες ώρες [57] χωρίς να καπνίσουν. Είχαν, λοιπόν, μαζί και τους «τσιμπουκτσήδες» τους, που τριγυρνούσαν έξω από την παράγκα και έχωναν μέσα στα κενά που δημιουργούσαν οι σανίδες των τοιχωμάτων την άκρη του αναμμένου τσιμπουκιού ή το μαρκούτσι του ναργιλέ, έτσι ώστε να ρουφούν οι βουλευτές. Το αποτέλεσμα ήταν πολλές φορές συννεφάκια καπνού να αναδύονται μέσα στο χώρο της Συνέλευσης [58].

Όμως, κάποια παλικάρια από τη Ρούμελη, που είχαν στρατοπεδεύσει στην Άρια, δεν είχαν πληρωθεί τους στρατιωτικούς μισθούς τους και πίεζαν την Κυβέρνηση να τους πληρώσει. Η Κυβέρνηση δεν είχε χρήματα και για πάνω από 20 μέρες το μόνο που έδινε ήταν υποσχέσεις. Η κατάσταση μέρα με τη μέρα εκτραχυνόταν μέχρι που στις 14 Αυγούστου 1832 «ως άγρια θηρία, ως τίγρεις λυσσώδεις επέπεσαν οι στρατιώται κατά των Πληρεξουσίων· εκραύγαζον ότι παρήλθε και η δευτέρα παρ’ αυτών ταχθείσα προθεσμία, ότι η Συνέλευσις κατεδαπάνα τον καιρόν αυτής εις ελεεινάς σκευωρίας, αντί να φροντίση περί των ατυχών πολεμιστών του τόπου· κατεβίβασαν της έδρας του τον ογδοηκοντούτη Πρόεδρον Νοταράν, ύβρισαν και ηπείλησαν διά θανάτου τους Πληρεξουσίους, εγύμνωσαν αυτούς και απήγαγον τέλος επτά τους πλουσιώτερους αυτών και τον Πρόεδρον εις Άρειαν, όπως κρατήσωσιν αυτούς ως ομήρους μέχρι της πληρωμής των καθυστερουμένων στρατιωτικών μισθών.

Επειδή δε η Κυβέρνησις δεν είχε χρήματα, ηναγκάσθησαν ούτοι να καταβάλλωσιν εξ ιδίων 100.000 γρόσια ως λύτρα, ανθ’ ων απελύθησαν τη 18η Αυγούστου» [59]. Έτσι, η Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων διαλύθηκε άδοξα. Στο χώρο όπου συνεδρίαζαν τότε οι Πληρεξούσιοι του Έθνους υπάρχει σήμερα πλατεία με το όνομα «Πλατεία Εθνοσυνέλευσης».

Στις 25 Ιανουαρίου 1833 αποβιβάστηκε κοντά στο Ναύπλιο, στη Γλυκειά [60], ο Όθωνας ως Βασιλιάς της Ελλάδας. Η μεγαλειώδης πομπή κατευθύνθηκε και εισήλθε στην πόλη «εν μέσω των αδιακόπων κανονιοβολισμών των πλοίων και των φρουρίων και των φρενιτιωδών επευφημιών του Λαού» [61]. Τον ακολουθούσαν 3.500 Βαυαροί αξιωματικοί και στρατιώτες.

Πολλοί από τους Βαυαρούς στρατιωτικούς εγκαταστάθηκαν οικογενειακός σε κατοικίες στην Πρόνοια, τα ενοίκια των όποιων κατέβαλε η Δημογεροντία Ναυπλίου [62]. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Άγγλος ζωγράφος Francis Hervè, ο οποίος τότε έμενε στο Ναύπλιο, πολλοί από τους Βαυαρούς στρατιώτες έτρωγαν τους γάτους, με αποτέλεσμα την απειλητική αύξηση των ποντικών. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε πολλά παράπονα εκ μέρους των κατοίκων της Πρόνοιας, οι οποίοι έβλεπαν τις αποθήκες τους να μαστίζονται από τις επιδρομές των ποντικών [63].

Όμως, η τύχη υπήρξε τραγική για πολλούς από του Βαυαρούς στρατιώτες. Τα έτη 1833 – 1834 προσεβλήθησαν από επιδημία κοιλιακού τύφου εξαιτίας της κατανάλωσης άγουρων φρούτων και υπερώριμων αγγουριών. Πολλοί πέθαναν και τάφηκαν στο νεκροταφείο μπροστά από την εκκλησία των Αγίων Πάντων και σε μια τοποθεσία βορειοανατολικά του ναού της Ευαγγελίστριας, που από τότε πήρε το όνομα «τα βαυαρικά μνήματα».

Όταν το Φεβρουάριο του 1836 επισκέφθηκε το Ναύπλιο ο Βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος ο Α΄., πατέρας του Όθωνα, διέταξε να ιδρυθεί μνημείο στο βράχο, στους πρόποδες του οποίου είχαν ταφεί οι Βαυαροί στρατιώτες. Το 1840-1841 ο Γερμανός γλύπτης H. Siegel λάξευσε επάνω στο φυσικό βράχο, με δαπάνες του βασιλιά Λουδοβίκου, τεράστιο λιοντάρι κατ’ απομίμηση του λιονταριού που έστησαν οι Ελβετοί στη Λουκέρνη εις ανάμνηση των συμπατριωτών τους, που φονεύθηκαν στο Παρίσι κατά τη Γαλλική Επανάσταση [64]. Το λιοντάρι παρουσιάζεται κοιμισμένο με θαυμαστή έκφραση ανθρωπομορφικής θλίψης. Βεβαίως, είναι φανερή η συμβολική συσχέτιση με τον άδικο χαμό των Βαυαρών στρατιωτών [65]. Στα πόδια του λιονταριού έχει χαραχθεί στα γερμανικά η επιγραφή:

Οι Αξιωματικοί και Στρατιώται

της Βασιλικής βαυαρικής μεραρχίας

προς τους Συστρατιώτας των.

† 1833 – 1834

Το παρόν Μνημείον ίδρυσεν ο Λουδοβίκος

Βασιλεύς της Βαυαρίας.

 

Όπως προαναφέραμε ο χώρος της Πρόνοιας ήταν νεκροταφειακός. Ήδη, από το 1696 ο εφημέριος της ενορίας των Αγίων Πάντων Ιωάννης Περής βεβαίωνε: «Ι696 Αυγούστου 26 – Ενορία των Αγίων Πάντων έξο εις τα Νεκροταφήα. Εκκλησία Αγίοι Πάντες. έχη ολήγην αυλήν που χώνουν του(ς) χριστιανούς και τζελια (κελιά) τρία με την περιοχην τους που κάθετε ο ευφημερίος, καθώς εκράτι ο τόπως από το παλεόν …».

 

Ανυπόγραφo χαρακτικό σε ατσάλι (24 x 16,7 εκ.), το οποίο αναπαριστά το μνημείο της Πρόνοιας. Μουσείο του βασιλιά Όθωνα στο Οττομπρούν του Μονάχου (König-Otto-von-Griechenland-Museum der Gemeinde Ottobrunn). Στο κάτω μέρος φέρει την εξής επιγραφή: «Denkmal der in Griechenland gefallenen Baiern von Christian Siegel». [= Μνημείο των Βαυαρών πεσόντων στην Ελλάδα του Χριστιανού Ζίγκελ].

 

Αλλά και το 1816 σε χάρτη που παραθέτει ο Pouqueville το νεκροταφείο τοποθετείται στην ίδια περιοχή. Όμως, δεν ήταν μόνο το χριστιανικό νεκροταφείο στο μέρος αυτό. Ο Φωτάκος περιγράφοντας την πρώτη επιχείρηση των Ελλήνων για την κατάληψη του Ναυπλίου την άνοιξη του 1821 και αναφερόμενος στην τοπογραφία της περιοχής γράφει: «…. Ήτο όλη σχεδόν (η περιοχή) γεμάτη Τουρκομνήματα έως πέρα είς τους Αγίους Πάντας κι το Αγγουρώον λεγόμενον… (το μνημείο των Βαυαρών). Ήτο δε γεμάτος ο τόπος μάνδραις, μνήματα, κυπαρίσσια και άλλα δένδρα διάφορα, αθάνατοι φυτευμένοι πολλοί, ώστε εδυσκολεύετο ο άνθρωπος να περάση εύκολα …» [66].

Το 1852 δημιουργήθηκε το σημερινό νεκροταφείο σε οικόπεδο, το οποίο δώρισε ο εύπορος Ναυπλιώτης Μιχαήλ Αναστασίου Ιατρός. Μετά τη δημιουργία του νέου νεκροταφείου άρχισε σταδιακά η μεταφορά των ταφικών μνημείων σ’ αυτό. Πολλές, όμως, επιτύμβιες πλάκες επιφανών κατοίκων της πόλης καθώς και ξένων χρησιμοποιήθηκαν για την πλακόστρωση του δαπέδου του ναού των Αγίων Πάντων και της σκάλας που οδηγεί σ’ αυτόν. Επίσης, είναι πιθανό πολλά έργα να καταστράφηκαν.

Το νεκροταφείο στην Πρόνοια παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο για την ιστορία της νεοελληνικής γλυπτικής αλλά και για την ιστορία της πόλης του Ναυπλίου. Εκεί, οι εύποροι Ναυπλιώτες, ενδιαφερόμενοι για την υστεροφημία τους, κατασκεύασαν μνημεία μεγαλοπρεπή [67].

Στο χώρο αυτό μπροστά από την εκκλησία των Αγίων Πάντων εγκαταστάθηκαν το 1936-1939 πρόσφυγες ελληνικής καταγωγής από την πρώην Σοβιετική Ένωση δημιουργώντας μια νέα συνοικία, «τα ρώσικα».

Όπως αναφέραμε στην αρχή αυτής της περιήγησης, η Πρόνοια υπήρξε ένας τόπος βοηθητικός για το κλεισμένο μέσα στα τείχη του Ναύπλιο. Το Ναύπλιο ήταν μια σύγχρονη πόλη εκείνης της εποχής που για να λειτουργήσει είχε ανάγκη από κάποιους απαραίτητους χώρους. Θα έπρεπε π.χ. να είχε στάβλους για τα ζώα και υπόστεγα για τις άμαξες. Καταλύματα για τους κάθε είδους επισκέπτες, καθώς και εργαστήρια. Στο Ναύπλιο λόγω στενότητας χώρου οι λειτουργίες αυτές ήταν δύσκολο να εξυπηρετηθούν και επιπλέον στοίχιζαν ακριβά [68]. Έτσι, το λαϊκό προάστιο της Πρόνοιας προσέφερε στο αστικό Ναύπλιο χώρους και υπηρεσίες. Ενδιαφέρουσες είναι οι περιγραφές των ξένων περιηγητών για τα καταλύματα της Πρόνοιας.

Την 1η Αυγούστου 1836 ο George Cochran έφτασε στο Ναύπλιο μέσω Επιδαύρου. Έφτασε όμως αργά τη νύχτα, όπως μας διηγείται ….:

«Γύρω στις δέκα το βράδυ φθάσαμε στην Πρόνοια, ένα χωριό στα περίχωρα του Ναυπλίου, όπου είμαστε αναγκασμένοι να σταματήσουμε για να περάσουμε τη νύχτα μας. Το Ναύπλιο ήταν οχυρωμένη πόλη και ως εκ τούτου οι πύλες του έκλειναν πάντοτε στις εννέα το βράδυ. Ο ταξιδιώτης θα πρέπει να φεύγει από την Επίδαυρο στις δέκα το πρωί και όχι στις μία, όπως κάναμε εμείς. Έτσι, είμαστε υποχρεωμένοι να βολευτούμε κάτω από άσχημες συνθήκες. Οι αγωγιάτες μάς οδήγησαν σε ένα μεγάλο κτίριο, οι ένοικοι του οποίου κοιμούνταν. Κτυπήσαμε τη μεγάλη πόρτα για δέκα περίπου λεπτά και τελικά ένα άτομο κατέβηκε και μας άνοιξε. Μπήκαμε με τις αποσκευές μας σε μια αυλή, η οποία προοριζόταν για τα εμπορεύματα. Υπήρχαν, όμως, και μερικά δωμάτια σε ένα διάδρομο επάνω για τους ταξιδιώτες εκείνους, που έφταναν αργά και δεν μπορούσαν να μπουν στο Ναύπλιο. Το δωμάτιο στο οποίο τακτοποιηθήκαμε ήταν αρκετά ευρύχωρο αλλά χωρίς καμιά επίπλωση. Τακτοποιήσαμε τα στρώματά μας και κοιμηθήκαμε, αφού φάγαμε λίγο κρύο κρέας και ψωμί και ήπιαμε ένα πολύ καλό κρασί»[69].

Μια άλλη υπηρεσία που προσέφεραν οι γυναίκες της Πρόνοιας ήταν η ανατροφή έκθετων βρεφών. Το 19ο αιώνα την πρόνοια για τα έκθετα βρέφη την είχε ο Δήμος. Επειδή, όμως, δεν υπήρχε άλλος τρόπος να τραφούν και να επιβιώσουν αυτά τα βρέφη παρά μόνο με μητρικό γάλα, ο Δήμος ανέθετε, «επί πληρωμή», σε γυναίκες που θηλάζονταν να θρέψουν αυτά τα παιδιά. Πολλά από τα παιδιά συνέχιζαν να ζουν μ’ αυτές τις οικογένειες και μετά τον απογαλακτισμό [70].

 

Η Πρόνοια και ο σιδηροδρομικός σταθμός Ναυπλίου (ΕΣΤΙΑ 1890).

 

Επιπλέον, η Πρόνοια αποτέλεσε και αποτελεί πηγή εργατικού δυναμικού. Μεγάλο μέρος του προσωπικού του εργοστασίου κονσερβών «ΚΥΚΝΟΣ» κατοικούσε στην Πρόνοια. Ο «ΚΥΚΝΟΣ» δημιουργήθηκε το 1910 και αποτελούσε για το Ναύπλιο μια σημαντική βιομηχανική μονάδα, όπου εργαζόταν ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού (ανδρικού και γυναικείου) των συνοικισμών της Πρόνοιας και του Νέου Βυζαντίου, καθώς και των γύρω χωριών. Στις αρχές του 21ου αιώνα το εργοστάσιο έκλεισε, γιατί οι εγκαταστάσεις της βιομηχανίας μεταφέρθηκαν στη δυτική Πελοπόννησο. Σήμερα, εκεί όπου γινόταν η επεξεργασία των προϊόντων που παλαιότερα παρήγαγε ο τόπος, ορθώνεται και λειτουργεί Super Market. Μια μονάδα μεταποίησης αντικαταστάθηκε από μια μονάδα διανομής. Ένα ακόμη παράδειγμα αποβιομηχάνισης του τόπου.

 

Άποψη της Πρόνοιας Ναυπλίου από Καρτ ποστάλ.

 

Αφήσαμε τελευταίο ένα άλλο χαρακτηριστικό στοιχείο της φυσιογνωμίας της Πρόνοιας. Είναι οι ταβέρνες της, τα «κρασοπουλιά» της και τα γλέντια της. Οι άνθρωποι του μόχθου μετά τη σκληρή δουλειά έβρισκαν καταφύγιο στις ταβέρνες και τα κρασοπωλεία. Με την παρέα και το κρασί η χαρά γινόταν διπλή και η λύπη μισή. Ήταν τέτοια τα γλέντια που πολλοί κάτοικοι από το Ναύπλιο έρχονταν για να τα απολαύσουν. Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Αντώνης Λεκόπουλος – Αναπλιώτης μας έδωσε με τον προσωπικό του στίχο μια εικόνα της Πρόνοιας [71].

Πρόνοια! / (Παλιών καιρών, / παλιών καρδιών, / παλιών βιολιών, /

παλιών γλεντιών μας χρόνια …) / – Εγώ δεν είμ’ ο ποιητής / που θα σε

τραγουδήση. / Μια απλή, αναπλιώτικη ψυχή / ……/ στους δρόμους,

στα δρομάκια σου, / αυλές, παραθυράκια σου, / στα φτωχοανηφοράκια σου,/

θα ’ρθή να ξαναζήση, / να ξαναπερπατήση, / να ξανανηφορήση, / και στου

Κατσούλη ένα κρασί / – Φτωχή, καλή μου Πρόνοια, εσύ- / να πιη και να καθήση.

Τη δεκαετία του 1990 πολλοί παλιοί κάτοικοι της Πρόνοιας μετακινήθηκαν προς τις Εργατικές Κατοικίες, που τότε κατασκευάστηκαν, ενώ, στα σπίτια που άδειασαν, εγκαταστάθηκαν οικονομικοί μετανάστες.

 

Πρόνοια Ναυπλίου (Καρτ ποστάλ – Στέφανος Στουρνάρας).

 

Σήμερα η Πρόνοια επεκτείνεται βόρεια και ανατολικά και «ανακαινίζεται». Τα παλιά, μικρά σπίτια πέφτουν και στη θέση τους σηκώνονται σύγχρονα οικοδομήματα. Επειδή τα οικόπεδα είναι μικρά, χτίζονται μονοκατοικίες και έτσι δεν αλλοιώνεται η φυσιογνωμία του οικισμού από ογκώδεις κατασκευές. Μόνη εξαίρεση αποτελεί η κεντρική οδός της Πρόνοιας, όπου και εδώ η «αντιπαροχή» έχει κάνει αισθητή την παρουσία της.

Παρόλα αυτά στον κεντρικό δρόμο της Πρόνοιας υπάρχουν ακόμη σπίτια που βλέποντάς τα κανείς ανασυνθέτει την «ταπεινή» ιστορία αυτού του προαστίου, που είχε την τύχη, και την ατυχία, να ζει δίπλα στο δοξασμένο και ξακουστό ΝΑΥΠΛΙΟ. Πάντως, οι παλιοί Προνοιώτες, ακόμη και αν δε ζουν πλέον στην Πρόνοια, έχουν συνείδηση της ταυτότητάς τους και είναι υπερήφανοι γι’ αυτήν.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Επιστολή του Ιωάννη Καποδίστρια προς τον Ν. Καλλέργη, έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας, με ημερομηνία 17/4/1828. Η επιστολή δημοσιεύεται σε: Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, «Απόπειρα» (Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία), [Ναύπλιο], χ. χ. , σ.16 (βλ. και Αρχαιολογία, τχ. 51 (Ιούνιος 1994).

[2] Ευαγγελία Πρωτονοταρίου – Δεϊλάκη, Ακροναυπλία και Ανασκαφικαί Έρευναι εις περιοχήν

Ναυπλίου, Αρχαιολογικόν Δελτίον 28 (1973): Χρονικά, σ. 90.

[3] Ντιάνα Αντωνακάτου, Τάκης Μαύρος, Αργολίδος Περιήγησις, Ναύπλιο, 1973, σ. 105.

[4] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979, σ. 19.

[5] Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, Ναύπλιο, 1975 (Γ.΄ έκδοση), σ.σ. 12-13.  

[6] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 19.

[7] Ευαγγελία Δεϊλάκη και Χαράλαμπος Κριτζάς, Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας, Αρχαιολογικόν Δελτίον 29 (1973-1974): Χρονικά, Αθήνα 1979, σ.σ. 202-204. Ντιάνα Αντωνακάτου, Τάκης Μαύρος, Αργολίδος Περιήγησις, ό.π., σ. 105 (φωτογραφία).

[8] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 21.

[9] Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια προάστειο του Ναυπλίου, Πελοποννησιακά, τ. ΙΣΤ΄. , Αθήνα 1986, σ. 535.

[10] Μιχαήλ Σακελλαρίου, Οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξέλιξη των ελληνικών κρατών, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα 1971, τ. Β΄., σ. 236.

[11] Όσοι κάτοικοι σώθηκαν πήραν το δρόμο της προσφυγιάς και εγκαταστάθηκαν με την άδεια των συμμάχων τους Σπαρτιατών στη Μεθώνη.

[12] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 21.

[13] Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.16.

[14] Δ. Μεταλλινός, Α.Ν.Μπούρα, Μ. Τσιτιμάκη, Napoli di Romania. Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου και η εξέλιξή τους, Αθήνα 1993, σ.3 (δακτυλόγραφη διάλεξη. Έδρα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Ε.Μ.Π.). Σε πολλές περιπτώσεις τα αρχαία τείχη χρησιμοποιήθηκαν ως βάσεις για το χτίσιμο των νέων.

[15] Μάλιστα, «στα 1199 ο Αλέξιος Γ΄. Άγγελος παραχώρησε στη Βενετία το δικαίωμα του ελευθέρου εμπορίου σε διάφορες πόλεις της Ελλάδος, μεταξύ των οποίων και το Ναύπλιο», Δ. Μεταλλινός … ό.π., σ.σ. 3-4.

[16] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Με την Αρμάδα στο Μοριά 1684-1687, Αθήνα, 1998, σ.σ. 9-10.

[17] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Με την Αρμάδα ….., ό.π., σ. 11 και 49.

[18] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 104. Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια … ό.π., σ. 537.

[19] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 103-109.

[20] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 112-113.

[21] Τάκης Μαύρος, Το Παλαμήδι, Αθήνα 1988.

[22] Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 44.

[23] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι., Αθήνα 2002, σ. 17.

[24] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο ….. ό.π., σ. 25

[25] Το C.O. σώζεται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας και το C.P. απόκειται στο Κέντρο Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Η Ευτυχία Δ. Λιάτα στο βιβλίο της, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι., «αξιοποιώντας λεπτομερώς αυτά τα δύο κτηματολόγια αλλά και άλλες αρχειακές πηγές, δημοσιευμένες και αδημοσίευτες, ανασυνθέτει το πλούσιο απογραφικό υλικό που περιέχουν, φωτίζοντας καίριους τομείς της ιστορίας του Ναυπλίου και της ενδοχώρας του …» (από τον πρόλογο του Κώστα Λάππα).

[26] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο ….. ό.π., φωτ. 6. Πρώτη δημοσίευση, Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, «Απόπειρα» (Αστική μη κερδοσκοπική εταιρία), [Ναύπλιο], χ.χ. (βλ. και Αρχαιολογία, τχ. 51 (Ιούνιος 1994).

[27] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 8.

[28] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, …  ό.π., σ.σ. 9-10.

[29] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 9.

[30] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο … ό.π., σ. 95.

[31] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο ….  ό.π., σ. 91.

[32] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο …. ό.π., σ. 90.

[33] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.14.

[34] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.12.

[35] Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο … ό.π., σ. 73.

[36] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 154 και 166. και Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια … ό.π., σ.σ. 549-550.

[37] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 180.

[38] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 184.

[39] Απόσπασμα από τις εντυπώσεις του Pouqueville σε Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 83.

[40] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 180.

[41] Βλ. επιστολή Ι. Καποδίστρια προς Στ. Βούλγαρη και Ν. Μαυρομμάτη σε Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 5.

[42] Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828- 1833), Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας με θέμα τη Νεοελληνική Πόλη, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1985, σ. 293.

[43] Επιστολή Ι. Καποδίστρια προς Ν. Καλλέργη, έκτακτο επίτροπο Αργολίδας, σε Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 16.

[44] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια,… ό.π., σ. 17.

[45] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 279-280.

[46] Βλ. απόσπασμα επιστολής των μαστόρων προς τον έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας σε Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.σ. 17-18.

[47] Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.σ. 18, 19 και 21.

[48] Απόσπασμα επιστολής Ι. Καποδίστρια σε Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ. 543.

[49] Για τα τοπογραφικά σχέδια της Πρόνοιας βλ. Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.σ. 18 – 21.

[50] Οι ελπίδες των Κρητών να συμπεριληφθεί η Κρήτη στην ελληνική επικράτεια διαψεύσθηκαν με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου (22 Ιανουαρίου /3 Φεβρουάριου 1830). Η Κρήτη παρέμεινε δούλη και παραχωρήθηκε για μια δεκαετία από το Σουλτάνο στον Πασά της Αιγύπτου Μωχάμετ Άλη. Οι Κρήτες τότε καταθορυβημένοι αποφάσισαν να καταφύγουν στην ελεύθερη Ελλάδα. Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ.σ. 541 – 542.

[51] Θεωρητική νομική προϋπόθεση για την εγκατάσταση των προσφύγων στην Πρόνοια υπήρξε το ΙΓ΄. Ψήφισμα της 25 Μαρτίου 1830 «περί εκποιήσεως των φθαρτών εθνικών κτημάτων» με σκοπό, όπως αναφέρεται στο σκεπτικό του ψηφίσματος αυτού, «να προμηθεύσωμεν οικίας εις τους πολίτας της Ελλάδος και κατ’ εξοχήν εις τους απόρους και να τους ευκολύνωμεν εις την αγοράν αυτών». Βασική διάταξη του ψηφίσματος ήσαν η δυνατότητα πώλησης εθνικών κτημάτων διά πλειοδοτικής δημοπρασίας με δικαίωμα πιστώσεως και εξόφληση των αγοραζομένων ακινήτων σε προθεσμία οκτώ ετών. Βλ. Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ.σ. 544.

[52] Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ.σ. 545.

[53] Γεώργιος Αθ. Χώρας, Η Πρόνοια …, ό.π., σ.σ. 545-546.

[54] Βασίλης Κ. Δωροβίνης, Ο σχεδιασμός …, ό.π., σ. 293.

[55] Η σύγκληση και η έναρξη των εργασιών της Εθνοσυνέλευσης πραγματοποιήθηκε στο Άργος. Κρίθηκε, όμως, ασφαλέστερο οι εργασίες να διεξαχθούν στο Ναύπλιο. Επειδή, όμως, τα πνεύματα ήταν οξυμένα, οι Αντιπρέσβεις των Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας) απαίτησαν οι συνεδριάσεις των Πληρεξουσίων του Έθνους να μη διεξαχθούν στην πόλη του Ναυπλίου αλλά στην Πρόνοια. Εκεί υπήρχε ευρυχωρία, έτσι ώστε η ισχυρή φρουρά που είχε διατεθεί για την ασφάλεια των Πληρεξουσίων να ελέγχει ευκολότερα την κατάσταση.  Δυστυχώς, όμως, τα έκτροπα δεν έλειψαν. Βλ. Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 302.

[56] Θεριακλής, ο: αυτός που του αρέσει υπερβολικά κάτι (κυρίως για καπνιστή ή καφεπότη), Εμμ. Κριαρά, Νέο Ελληνικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, σ. 587.

[57] Οι συνεδριάσεις άρχιζαν στις 8 το πρωί και τελείωναν στις 2-3 μετά το μεσημέρι.

[58] Την περιγραφή της «παράγκας» καθώς και άλλες πληροφορίες σχετικά με τις εργασίες της Εθνοσυνέλευσης δίνει στα Απομνημονεύματά του ο Γερμανός Φιλέλληνας Λουδοβίκος Ρος. Επίσης βλ. Μ.Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. σ. 302-303 και Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ.σ. 26-27.

[59] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. σ. 304-305. Το δράμα των ομήρων πληρεξουσίων χαρακτηρίζεται από το τετράστιχο, που εκείνες τις ημέρες τραγουδιόταν από τον κόσμο στους δρόμους του Ναυπλίου: Έ, για μόλα, Έ, για λέσα, / Παραστάταις χωρίς φέσια. / Παραστάταις εις την Άρια / Χωρίς παπούτζια και ζουνάρια».

[60] Πρόκειται για τοποθεσία που βρίσκεται περίπου 2 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης του Ναυπλίου στους πρόποδες του λόφου του Προφήτη Ηλία. Εκεί υπήρχε πηγή με άφθονο νερό.

[61] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ.σ. 310-311.

[62] Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας, Αρχείο Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου, φ. 6, 7 και 21.

[63] Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Γατών περιπέτειαι εν Ναυπλίω, στο: Κωνσταντίνος Σκόκος, Εθνικόν Ημερολόγιον 1902, σ. 295.

[64] Το μνημείο αυτό οι σύγχρονοι Προνοιώτες το ονόμασαν «Αγγουρώον», γιατί, όπως γράφει ο Φωτάκος, «έθαπτον τους αποθνήσκοντας εκεί Βαυαρούς, οι οποίοι έτρωγαν τα παραγινομένα κίτρινα αγγούρια, έτρωγαν τα κολοκύθια άβραστα και τα πεπόνια βρασμένα, καθώς και τους σκύλους, της γάταις κλπ.», βλ. ό.π., σ. 296. Από τους επιζήσαντες Βαυαρούς ελάχιστοι επανήλθαν στη Βαυαρία. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στο Ναύπλιο και την Πρόνοια και μερικοί, αργότερα, πήγαν στην Αθήνα. Βλ. Μ.Γ.Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία, ό.π., σ. 315.

[65] Ντιάνα Αντωνακάτου, Τάκης Μαύρος, Αργολίδος Περιήγησις, ό. π., σ. 105.

[66] Κώστας Δανούσης, Έργα τέχνης στο Νεκροταφείο του Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα Ι (1992), Ναύπλιο 1992, σ. 109.

[67] Περισσότερα για το νεκροταφείο στην Πρόνοια βλ. στα άρθρα της Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Πρόνοια, … ό.π., σ. 28 και Κώστα Δανούση, Έργα τέχνης …, ό.π. σ.σ. 110-130.

[68] Σε ανώνυμη αναφορά προς τη Βαυαρική Αυλή για την κατάσταση που επικρατεί στο Ναύπλιο στο τέλος του καλοκαιριού ή τις αρχές του φθινοπώρου του 1832 αναφέρεται: «…. Το Ναύπλιο είναι τόσο σφιγμένο από τα τείχη του περιβόλου , που δεν μπορεί κανείς να βρει παρά ελάχιστα άνετα (κτίρια). Η νέα πόλη η Πρόνοια έξω από την πύλη προσφέρει πολλά καινούρια σπίτια, που μπορούν εύκολα να κατοικηθούν, αλλά ο αέρας εκεί είναι τόσο ανθυγιεινός, που πρέπει κανείς να απομακρύνει κάθε παρόμοια επιθυμία προς αυτή την κατεύθυνση. Θα μπορούσε κανείς παρ’ όλα αυτά να ψάξει εκεί για στάβλους και για αμαξοστάσια που πολύ δύσκολα και πολύ ακριβά θα βρει στο Ναύπλιο.» σε: Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833, Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000), Ναύπλιο 2000, σ. 17.

[69] Κώστας Δανούσης, Ξένοι ταξιδιώτες στην Αργολίδα, Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τ. 3, τχ. 47, σ. 101, Απρίλιος 1992. Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, ό.π., σ. 90.

[70] Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης, Ευρετήριο Δημοτικού Αρχείου Ναυπλίου 1828-1899, Αθήνα 1984, κατάστιχα ενότητα 12.4, έγγραφα ενότητα 12.

[71] Πάνος Λιαλιάτης, Ναύπλιον, (τουριστικός οδηγός), Ναύπλιο 1972, σ. 21.

  

Βιβλία – Άρθρα


  

  • Αντωνακάτου Ντιάνα, Μαύρος Τάκης, Αργολίδος Περιήγησις, Νομαρχία Αργολίδος, 1973.
  • Αντωνακάτου Ντιάνα, Ναύπλιο ’88, Αθήνα 1988.
  • Δανούσης Κώστας, «Ξένοι ταξιδιώτες στην Αργολίδα», Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τ. 3, τχ. 47, σ.σ. 99-103, Απρίλιος 1992.
  • Δανούσης Κώστας, «Έργα τέχνης στο Νεκροταφείο του Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα Ι (1992), Ναύπλιο 1992, σ.σ. 109-130.
  • Δεϊλάκη Ευαγγελία και Κριτζάς Χαράλαμπος, «Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας», Αρχαιολογικόν Δελτίον 29 (1973-1974): Χρονικά, Αθήνα 1979, σ.σ. 202-204.
  • Δωροβίνης Βασίλης Κ., «Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή Περίοδο (1828-1833)», Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας με θέμα τη Νεοελληνική Πόλη, Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1985, σ.σ. 287-296.
  • Ζάιντλ Βόλφ, Βαυαροί στην Ελλάδα, Αθήνα 1984.
  • Καρούζου Σέμνη, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979.
  • Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, Πρόνοια, ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, «Απόπειρα» (Αστική μη κερδοσκοπική Εταιρία), [Ναύπλιο], χ.χ.
  • Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, «Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833», Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000), Ναύπλιο 2000, σ.σ. 11-30.
  • Λαμπρυνίδης Μιχαήλ Γ., Η Ναυπλία, Ναύπλιο, 1975 (Γ.΄ έκδοση).
  • Λιαλιάτης Πάνος, Ναύπλιον, (τουριστικός οδηγός), Ναύπλιο 1972.
  • Λιάτα Ευτυχία Δ., Με την Αρμάδα στο Μοριά 1684-1687, Αθήνα, 1998.
  • Λιάτα Ευτυχία Δ., Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι., Αθήνα 2002.
  • Μεταλλινός Δ., Μπούρα Α.Ν., Τσιτιμάκη Μ., «Napoli di Romania. Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου και η εξέλιξή τους, Αθήνα 1993», (δακτυλόγραφη διάλεξη. Έδρα Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Ε.Μ.Π.).
  • Πρωτονοταρίου– Δεϊλάκη Ευαγγελία, «Ακροναυπλία και Ανασκαφικαί Έρευναι εις περιοχήν Ναυπλίου», Αρχαιολογικόν Δελτίον 28 (1973): Χρονικά, σ. 90.
  • Σακελλαρίου Μιχαήλ, «Οικονομική, κοινωνική και πολιτική εξέλιξη των ελληνικών κρατών», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα 1971, τ. Β΄., σ. 236.
  • Χώρας Γεώργιος Αθ., «Η Πρόνοια προάστειο του Ναυπλίου», Πελοποννησιακά, τ. ΙΣΤ΄., Αθήνα 1986, σ.σ. 535 – 560.

 

Αρχεία


  • Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχεία νομού Αργολίδας. Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου 1835-1899.

 

Ευχαριστίες:

Ευχαριστώ θερμά τη Δρ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, Ιστορικό – Ερευνήτρια του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και τη Δρ. Μαρία Βελιώτη- Γεωργοπούλου, Κοινωνική Ανθρωπολόγο – Ερευνήτρια στα Γενικά Αρχεία του Κράτους- Αρχεία Νομού Αργολίδας για την ανάγνωση του χειρογράφου και τις καίριες παρατηρήσεις τους.

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Ιστορικός – Αρχειονόμος

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου – «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας: O χώρος – Η ιστορία – Οι άνθρωποι»


 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού και οι εκδόσεις «Εκ Προοιμίου» σας προσκαλούν στην  παρουσίαση  του βιβλίου του Χρίστου Ι. Κώνστα με τίτλο:

 

«Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας: O χώρος – Η ιστορία – Οι άνθρωποι».

 

Η παρουσίαση θα γίνει την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου (11 πμ) στην αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου Μιδέας.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνιολογίας – Εκπαιδευτικός – Συγγραφέας.
Γιάννης Δ. Μπάρτζης, Δρ. Φ. – Πρόεδρος της Εταιρείας Κορινθίων Συγγραφέων.

Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Δημήτρης Γεωργόπουλος, ιστορικός και πρώην Διευθυντής των Γ.Α.Κ. Αργολίδας.

 

Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας

 

Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε:  

 

[…] Κομβικό σημείο για την παρακολούθηση της ίδρυσης, της ονομασίας και της διαδρομής μέσα στο χρόνο του οικισμού Γκέρμπεσι-Μιδέα της Αργολίδας είναι η δεύτερη Βενετοκρατία του Ναυπλίου (1686-1715), αφού σε επίσημο κείμενο της Βενετικής πολιτείας της περιόδου αυτής αναφέρεται για πρώτη φορά, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, το τοπωνύμιο «Γκέρμπεσι» ως όνομα ζευγολατείου. Με βάση όμως ιστορικά στοιχεία, θεωρώ ότι ο οικισμός Γκέρμπεσι είχε ιδρυθεί από αρβανίτες εποίκους κατά την περίοδο της πρώτης Ενετοκρατίας του Ναυπλίου…

 … Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι υπάρχει ως οργανωμένο οικιστικό σύνολο τουλάχιστον από το 1805, αφού αναγνωρίζεται τόσο από τη Δημογεροντία όσο και από την Τουρκική πολιτειακή εξουσία ως συλλογικό φορολογικό υποκείμενο. Η διαδικασία όμως σχηματισμού του θα έπρεπε να είχε αρχίσει ενωρίτερα με τη μόνιμη εγκατάσταση βαθμηδόν κάποιου ελάχιστου αριθμού οικογενειών που δημιούργησαν στη Δημογεροντία και στην Τουρκική εξουσία την βεβαιότητα της μόνιμης ομαδικής οίκησης. Τον χρόνο όμως αυτόν, της μόνιμης δηλαδή εγκατάστασης οικογενειών στον τόπο μας, δεν τον γνωρίζουμε…

 … Οι γυναίκες, αν ήσαν ανύπαντρες προσδιορίζονταν με το όνομά τους και το όνομα του πατέρα τους ενωμένο με το παρατσούκλι του, η Σοφία του ΚίτσιοΜαλλή. Εάν ήσαν παντρεμένες προσδιορίζονταν με το όνομά τους και το όνομα του συζύγου τους ενωμένο με το παρατσούκλι του, η Φωτεινή του ΓιάνΝταή…

 … Τα παιδιά ήταν του πατέρα και ερωτώμενα τίνος είναι έπρεπε να απαντήσουν με το όνομα του πατέρα τους και ποτέ της μάνας. Εάν παρέβαιναν τον κανόνα, δέχονταν τις παρατηρήσεις των ηλικιωμένων. Θυμάμαι πως η γριά Τζιότζιλια ρώτησε την αδερφή μου, «Μωρή, ποιανού είσαι σύ; Της Φωτεινής του Νταή, απάντησε εκείνη και η ΓριάΤζιότζιλια, «Μωρή, πού σε βρήκε η Φωτεινή; Του ΓιάνhΝταή είσαι»…

Read Full Post »

Χρήστος Τσούντας (1857-1934) – Ερευνητικό, δημιουργικό και πειθαρχημένο πνεύμα. Σταυρούλα Μασουρίδη, Αρχαιολόγος – Θέματα Αρχαιολογίας [τ.1.1] Ιανουάριος – Απρίλιος 2017


 

Ο Χρήστος Τσούντας (1857-1934), φοιτητής στη Γερμανία. Δημοσιεύεται στο «Ο Μέντωρ», τ. 91, Απρίλιος, 2009.

Ο Χρήστος Τσούντας, από τις σπουδαιότερες επιστημονικές φυσιογνωμίες της Ελλάδας, γεννήθηκε το 1857 και μεγάλωσε στη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας. Τις εγκύκλιες σπουδές του έκανε στη Στενήμαχο, τη Φιλιππούπολη και την Αθήνα, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, δίπλα στον Heinrich Brunn. Το 1880, σε ηλικία 23 ετών, πήρε τον τίτλο του διδάκτορος από το Πανεπιστήμιο της Ιένας. Όταν επέστρεψε από τη Γερμανία, δίδαξε για έναν χρόνο στα Ζαρίφεια διδασκαλεία στη Φιλιππούπολη.

Το 1882 προσελήφθη στην Αρχαιολογική Εταιρεία και πολύ σύντομα, στις 5 Αυγούστου 1883, διορίσθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία ως Έφορος των Αρχαιοτήτων στους νομούς Άρτας και την Αιτωλοακαρνανίας. Ποτέ δεν ανέλαβε, όμως, καθήκοντα στις περιοχές αυτές, καθώς παρέμεινε στην Αθήνα, υπηρετώντας το Υπουργείο αλλά και την Εταιρεία (υπό την αιγίδα της οποίας ποτέ δεν σταμάτησε να εργάζεται), σε διάφορες αποστολές ανά την Ελλάδα.

Ο Τσούντας ήταν μεγάλος και συστηματικός ανασκαφέας. Ξεκίνησε το 1882 με την εποπτεία των ανασκαφών του Άγγλου αρχιτέκτονα Francis Penrose στο Ολυμπιείο. Ο Παναγιώτης Σταματάκης του ζήτησε να τον συνοδεύσει σε ταξίδι του στη Βοιωτία, όπου η αρχαιοκαπηλία βρισκόταν σε έξαρση, και από τότε ο Τσούντας μαθήτευσε κοντά του. Το 1884 επόπτευσε τις έρευνες στον βυθό του στενού της Σαλαμίνας για την αναζήτηση λειψάνων πλοίων της μεγάλης ναυμαχίας. Συνέχισε το 1886 και 1891 με την ανασκαφή των νεκροταφείων της Ερέτριας, που λεηλατούσαν τότε οι αρχαιοκάπηλοι, και το 1887 με τις έρευνές του στην Τανάγρα.

 

Ο Χρήστος Τσούντας κατά τα πρώτα χρόνια της καθηγεσίας του. Πρωτοπόρος της ελληνικής αρχαιολογίας διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακαδημαϊκός. Δημοσιεύεται στο «Ο Μέντωρ», τ. 91, Απρίλιος, 2009.

 

Ο Χρήστος Τσούντας, υπήρξε πρωτοπόρος στην επιστημονική έρευνα των προϊστορικών πολιτισμών της Ελλάδας. Το 1886 άρχισε τις ανασκαφές του στις Μυκήνες, συνεχίζοντας το έργο του Σλήμαν. Έγραψε ο Χρήστος Καρούζος, «Το ερευνητικό, δημιουργικό αλλά και πειθαρχημένο μυαλό του Τσούντα μπόρεσε να δώσει λύση σε προβλήματα που κανείς ως τότε δεν τα είχε υποψιαστεί και να ολοκληρώσει την εικόνα του Μυκηναϊκού κόσμου». Οι εκεί έρευνές του κράτησαν ως το 1910, ενώ παράλληλα έκανε ως Έφορος ανασκαφές και σε άλλα μέρη, στη Λακωνική το 1890 (τάφος Βαφειού, Αμυκλαίο, Θεράπνες, Αρκίνες, Παληόπυργος), στην Τίρυνθα το 1890-1891 και στον Κάμπο της Λακωνικής επίσης το 1891.

Κατά τα έτη 1894-1898, στράφηκε στην έρευνα και μελέτη του κυκλαδικού πολιτισμού, πραγματοποιώντας ανασκαφές στην Αμοργό, στην Πάρο, την Αντίπαρο, στο Δεσποτικό, στη Σύρο και την Σίφνο. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν οι λαμπρές του έρευνες στη Θεσσαλία, αρχικά με τις ανασκαφές στη Μαρμάριανη το 1899 και στον Βόλο το 1901, και κατόπιν με την ανασκαφή του Σέσκλου το 1901-1903 και του Διμηνίου το 1903. Έτσι, ο Τσούντας, ίδρυσε και θεμελίωσε τη συστηματική αποκάλυψη και μελέτη τριών πολιτισμών της Ελλάδας, του Μυκηναϊκού, του Κυκλαδικού και του Νεολιθικού της Θεσσαλίας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως σκόπευε να στραφεί στην Κρήτη, όπως φαίνεται από μεγάλη περιοδεία που πραγματοποίησε στο νησί το 1903, προς αναζήτηση κατάλληλου μέρους για ανασκαφή από την Αρχαιολογική Εταιρεία.

«Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός», Χρήστος Τσούντας (1893)

Στην Αρχαιολογική Υπηρεσία παρέμεινε έως το 1904 και στη συνέχεια, θυσιάζοντας τη χαρά της επιστημονικής έρευνας, διορίστηκε τακτικός καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το 1904 έως το 1925. Στο διάστημα αυτό σταμάτησε εντελώς τις ανασκαφές και περιόρισε το συγγραφικό του έργο, προκειμένου να προετοιμάζει τα μαθήματά του. Επιτομή της πανεπιστημιακής του διδασκαλίας αποτελεί η «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης», που δημοσιεύθηκε το 1928. Μετά την παραίτησή του από το Πανεπιστήμιο, του αποδόθηκε ο τίτλος του ομότιμου καθηγητή. Για λίγο (10/11-20/12/1926), δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Το 1926 διορίστηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Είχε διατελέσει Γραμματέας και Σύμβουλος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και έγινε επίτιμο μέλος της Society for the Promotion of Hellenic Studies στο Λονδίνο.

Ο Τσούντας, απαλλαγμένος από τη μονομέρεια, δημοσίευσε εξαίρετες μελέτες τόσο για την προϊστορική όσο και για την κλασική αρχαιολογία, την αττική αγγειογραφία, τα ειδώλια της Τανάγρας, τις επιγραφές της Ακροπόλεως, της Ελευσίνας και της Ερέτριας. Από τις πρώτες δημοσιεύσεις του ήταν έκδηλη η διαύγεια του μυαλού του, η κριτική αλλά και η συνθετική του ικανότητα. Ανάμεσα στα κορυφαία έργα του συγκαταλέγεται το «Μυκῆναι καὶ Μυκηναῖος Πολιτισμὸς (1893)». Αν και όταν ο Τσούντας έγραψε το βιβλίο του ήταν μόλις 36 ετών, το έργο αυτό θεωρείται σήμερα κλασικό, καθώς αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη ιστορία του μυκηναϊκού κόσμου, παρουσιάζοντάς τον με τρόπο σαφή σε μία εποχή που η έρευνα ήταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Θεμελιώδες σύγγραμμά του ήταν επίσης το «Αι Προϊστορικαί Ακροπόλεις Διμηνίου και Σέσκλου (1908)». Και εδώ, όπως και στα Κυκλαδικά του (1898, 1899), ο Τσούντας πρώτα εξέτασε και περιέγραψε λεπτομερώς όλα τα ευρήματα και στη συνέχεια διατύπωσε θεωρίες. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποτραβηγμένος, με τη μελέτη μόνο των αρχαίων κειμένων.

Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του μαθητή του Χρήστου Καρούζου στα 1934: «Μεγάλος νους, ανώτερος άνθρωπος, έσβησε ήσυχα και μακριά από το θόρυβο, που συστηματικά τον απόφυγε σ΄όλη του τη ζωή… Με το θάνατο του Χρήστου Τσούντα χάσαμε μια σπάνια ανθρώπινη και επιστημονική συνείδηση».

 

Σταυρούλα Μασουρίδη

Αρχαιολόγος

Θέματα Αρχαιολογίας [τ.1.1] Ιανουάριος – Απρίλιος 2017

http://www.themata-archaiologias.gr

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Για περισσότερο διάβασμα:

  • Καρούζος, Χ. (1934) «Χρήστος Τσούντας», Νέα Εστία 180, σ. 564.
  • Καρούζου, Σ. (1993) «Χρήστος Τσούντας, ένας ήρωας της αρχαιολογικής έρευνας», Ο Μέντωρ 28 (1993), σ. 178-183.
  • Μασουρίδη, Σ. (2013) «1885-1909. Η Υπηρεσία στα χρόνια του Π. Καββαδία. Συστηματική οργάνωση και επιτεύγματα», σ. 30, 31, 32, 91-92, στο: Ιστορίες επί χάρτου. Μορφές και θέματα της Αρχαιολογίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (επιμ. Ε. Κουντούρη, Σ. Μασουρίδη), Κατάλογος Έκθεσης του Ιστορικού Αρχείου του ΥΠΠΟΑ, Αθήνα, Βιβλιοσυνεργατική.
  • Πετράκος, B. Χ. (2009) «Χρήστος Τσούντας (1857-1934)», Ο Μέντωρ 91 (2009), σ. 6-34.
  • Πετράκος, Β. Χ. (2011) Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Οι αρχαιολόγοι και οι ανασκαφές (1837-2011), κατάλογος έκθεσης, Αθήνα, Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, σ. 4, 16, 21, 143-144, φωτ. σ. 52, 66.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ταύρ(ι)ος  – (Υλλικός)


 

Αρχαίος ποταμός στην Τροιζήνα. Ο Παυσανίας [1] εντοπίζει την πηγή του Υλλικού [2], που αρχικά ονομαζόταν όπως λέει Ταύριος, ακολουθώντας τον ορεινό δρόμο από Τροιζήνα για Ερμιόνη. Ο Πλίνιος ο πρεσβύτερος μιλώντας γενικά για το νερό κάνει μνεία σ’ αυτό της Τροιζήνας: Αλλά πριν απ’ όλα είναι καταδικασμένα τα πικρά νερά κι αυτά που δίνουν μια αίσθηση πληρότητας ευθύς μόλις τα πιεις, όπως κάνει το νερό της Τροιζήνας [3]. Ο μεταγενέστερός του Αθήναιος ξεκαθαρίζει ότι το νερό αυτό είναι το Ταύρειον ύδωρ, στο οποίο αναφέρεται τέσσερεις φορές: Ο Κύνουλκος λέει απευθυνόμενος στον Ουλπιανό: Δεν θα σου πω να πιω το νερό του Ταύρου που συ δεν ξέρεις ποιο είναι [4] και ο συνομιλητής του περίεργος του λέει: …μην αρνηθείς να μας πεις τι είναι αυτό το Ταύριο νερό [5]. Αλλού περιγράφει το νερό της Τροιζήνας το οποίο των γευομένων ευθύς ποιεί πλήρες το στόμα αφού ανήκει στα ύδατα που …και σωματώδη εστί καί έχει ώσπερ τι βάρος εν εαυτοίς [6]. Ο σοφιστής συγγραφέας βάζει στο στόμα του Κύνουλκου [7] απόσπασμα που λέει πως πήρε από την κωμωδία Πυθαγορίζουσα του Άλεξι [8] ένα ποτήρι νερό που βράστηκε καλά αλλ’ αν άβραστο το πιεις είναι βαρύ κουραστικό, και εξηγεί πως το Ταύρειον ύδωρ ονόμασε ο Σοφοκλής στον «Αιγέα» [9] από το όνομα του περί την Τροιζήνα ποταμού Ταύρου, μνημονεύοντας παράλληλα κοντά στον ποταμό κρήνη Υόεσσα.

 

Baron de Stackelberg

Η Τροιζήνα και ο Πόρος, λιθογραφία από το βιβλίο La Grece, σχέδιο του Baron de Stackelberg, Παρίσι, 1834.

 

Το νερό του Ταύρου πρέπει να εννοεί και ο Βιτρούβιος, που αναφέρει πως προκαλούσε ποδάγρα σχεδόν σε όλους τους κατοίκους της Τροιζήνας [10], αφού ό,τι άλλο νερό υπήρχε ήταν μολυσμένο. Ανάλογες πληροφορίες μεταδίδει και ο Πλίνιος λέγοντας: Οφείλεται στο νερό της Τροιζήνας ότι όλοι εκεί υποφέρουν από ασθένεια των ποδιών [11]. Στον Ησύχιο τέλος καταγράφεται: Ταύρειον πώμα: Σοφοκλής Αιγεί, από Ταύρου ποταμού Τροιζήνα, παρ’ώ και κρήνη Υόεσσα. Στην κρήνη αυτή αναφέρεται και ο Ευστάθιος [12], συνδέοντάς την με ποταμό της Τροιζήνας. Στα νερά του ποταμού αυτού πρέπει να αναφέρεται και η τροφός της μητριάς του Ιππόλυτου Φαίδρας, απαντώντας στη δύστυχη κυρά της, που ονειρεύεται να φύγει στα βουνά και να πιει νερό δροσεράς από κρηνίδος καθαρών υδάτων:

τι αναζητάς πηγής τρεχούμενα νερά

δίπλα στον πύργο σου είναι πλαγιά

όπου πώμα εσύ μπορείς να βρεις [13].

H ονομασία του ποταμού μας βάζει στον πειρασμό να θυμηθούμε τον άγριο ταύρο που βγήκε από τη θάλασσα, προκαλώντας θανάσιμο ατύχημα στον Ιππόλυτο, που έτρεχε στην ακτή με το άρμα του. Άλλωστε, ο ταύρος αποτελεί μια συνήθη απεικόνιση ποταμών. Το τοπωνύμιο αυτό θα το βρούμε εκτός από την ομώνυμη μικρασιατική οροσειρά και σε ένα ακρωτήρι στην ανατολική Σικελία, πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η πόλη Ταυρομένιο, κοντά στον ομώνυμό της ποταμό [14].  Όσον αφορά στην ονομασία Υλλικός, ο Σ. Βυζάντιος στο λήμμα Υλλείς γράφει: έστιν Υλλίς και φυλή Άργους και Δωριέων και Τροιζινίων ο φυλέτης Υλλεύς. Ίσως εννοεί τον Ύλλο, γιο του Ηρακλή και της Δηιάνειρας, ο οποίος λατρευόταν και στην Τροιζήνα. Αναφέρονται και δύο παραπόταμοι του Έρμου με το όνομα Ύλλος[15] στην Ιωνία, ενώ παρεμφερής είναι και η ονομασία της βοιωτικής λίμνης Υλίκη. Τέλος ο Μελέτιος, προφανώς από λάθος, τον γράφει Υλισό: Ευρίσκεται αύτη η πόλις (η Ερμιόνη)…ου μακράν του Υλισού ποταμού.

Στα νότια της Τροιζήνας υπάρχει στο βουνό πηγή, που σήμερα υδροδοτεί το χωριό. Ίσως να είναι η πηγή του Ταύριου, ίσως Ταύριος να ήταν ο Κρεμαστός, ή τέλος ίσως Ταύριος να ήταν ένα ασήμαντο σήμερα ρέμα, που εκκινώντας Ν. του χωριού, καταλήγει Δ. της Τροιζήνας,  στον  όρμο του Πώγωνα, στην αρχαία παραλία της Κελενδέρεως.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  2, 32, 7. [«Παυσανίου – Ελλάδος περιήγησις, Αττικά, Κορινθιακά, Λακωνικά, Αρκαδικά, Μεσσηνιακά, Αχαϊκά, Ηλειακά», Ν.Δ. Παπαχατζή, Εκδοτική Αθηνών, 1976, 1979,  1980].

[2] Γράφεται σε χειρόγραφα των Κορινθιακών και Υλικού ή Υλυκού ή και Ολικού.

[3] «Φ. Ιστορία» XXXI, 36

[4] «Δειπνοσοφισταί», 3,122 a.

[5] «Δειπν.», 3, 122, e.

[6] «Δειπνοσοφισταί» 2,42 α.

[7]  «Δειπν.», 3, 122, f.

[8] Πολυγραφώτατος σκωπτικός ποιητής της Κάτω Ιταλίας (3ος π.Χ. αιώνας). Σώζονται αποσπάσματα.

[9] «Αιγεύς», απ. 20 Ν.

[10]  8, 3, 6.

[11] «Φυσική Ιστορία», XXXI, 12.

[12]  881, 24.

[13] Ευρ. «Ιππόλυτος», 225-227.

[14] Ανώνυμου XXI, Keller «Scriptores Graeci Minores».

[15] Ηροδ. Α΄. 80.

 

Κωνσταντίνος Π. Δάρμος

 Κωνσταντίνος Π. Δάρμος, «Οι Αρχαίοι Ποταμοί της Αργολίδας». Έκδοση: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, Δεκέμβριος, 2013.

 

Διαβάστε ακόμη:

Αρχαίοι Ποταμοί Αργολίδας

Read Full Post »

Older Posts »