Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Κατσαγάνη Γεωργία – Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες Επιγραφές της Αργολίδος από την Αρχαϊκή Εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα. Έκδοση: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φιλοσοφική Σχολή. Σαριπόλειος Βιβλιοθήκη.


 

Με το βιβλίο αυτό επιχειρείται η μελέτη των δημοσιευμένων επιτύμβιων, αναθηματικών και τιμητικών έμμετρων επιγραφών που έχουν βρεθεί στην Αργολίδα και καλύπτουν την περίοδο από την αρχαϊκή εποχή μέχρι και την ύστερη αρχαιότητα.

Μετά τη μνημειώδη έκδοση της Ακαδημίας του Βερολίνου (1G IV και 1C IV21) στις αρχές του 20ου αι., έχουν έλθει στο φως πολλές νέες επιγραφές, είτε από συστηματικές ανασκαφές είτε από τυχαίο γεγονός, οι οποίες έχουν μελετηθεί, κυρίως, από αρχαιολόγους, μεμονωμένα και αποσπασματικά. Στην παρούσα εργασία όλες σχεδόν οι δημοσιευμένες επιτύμβιες, αναθηματικές και τιμητικές επιγραφές δίνονται ως αδιάσπαστο σύνολο.

Η επιγραφική μελέτη, η φιλολογική ερμηνεία και η ιστορική επεξεργασία του εν λόγω πρωτογενούς υλικού – αδιερεύνητου ως συνόλου μέχρι σήμερα- προσδιορίζει ακριβέστερα τη θέση ενός σημαντικού τμήματος της Πελοποννήσου στον αρχαίο κόσμο.

 

Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες Επιγραφές της Αργολίδος

 

Το ιστορικό πλαίσιο

Στην αρχαιότητα Ἀργολική ή Ἀργολίς ή Ἀργεία καλούνταν η χερσόνησος που βρίσκεται μεταξύ του Σαρωνικού και του Αργολικού κόλπου, στην οποία ανήκαν οι περιοχές της Τροιζηνίας, της Ερμιονίδος, του Ναυπλίου, του Άργους (εκτός από το δυτικό τμήμα της Αλέας) και ενός τμήματος της Κορινθίας. Στην Αργολίδα ανήκαν επιπλέον τα νησιά: Καλαύρια (Πόρος), Υδρέα (Ύδρα), Πιτυούσα (Σπέτσες) και άλλα μικρότερα. Τέλος, στην εποχή της δυναστείας των Αντωνίνων, η Αργολίδα περιλάμβανε επιπλέον τη Στυμφαλία και την Αλέα.

Το κράτος των Αργείων σε όλες τις περιόδους της ιστορίας του ξεπέρασε όλα τα άλλα (Τίρυνθα, Ναυπλία, Ασίνη, Μυκήνες, Ερμιόνη, Τροιζήνα και Επίδαυρο) σε έκταση και δύναμη και επιχείρησε να ασκήσει ένα είδος επικυριαρχίας στους γείτονες. Τον 7ο αι. π.Χ. σημαντικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε ο Φείδων, παρ’ όλο που οι πληροφορίες γι’ αυτόν είναι ελάχιστες, αόριστες και αντιφατικές. Το έτος 669 π.Χ. σημειώθηκε η πρώτη νίκη των Αργείων εναντίον των Σπαρτιατών στις Υσιές. Στο μεταίχμιο του 6ου προς τον 5ο αι. π.Χ. η ιστορία των εξωτερικών σχέσεων του Άργους ταυτίζεται με τις πολεμικές συγκρούσεις του με τη Σπάρτη. Η χρονολογία της καθοριστικής – για την έκβαση της μακροχρόνιας διαμάχης τους – σύγκρουσης στη Σήπεια τοποθετείται στο 494 π.Χ. Οι Αργείοι έχασαν την Τίρυνθα και τις Μυκήνες, οι οποίες ανέκτησαν την αυτονομία τους, προσχώρησαν στην Πελοποννησιακή Συμμαχία και ακολούθησαν πολιτική διαφορετική από του Άργους.

Κατά τους Περσικούς πολέμους οι Αργείοι τήρησαν ουδετερότητα, ενώ η Τίρυνθα και οι Μυκήνες έστειλαν μικρή δύναμη στις μάχες των Θερμοπυλών και των Πλαταιών. Γύρω στο 472 π.Χ. εγκαθιδρύθηκε στο Άργος δημοκρατικό πολίτευμα με σαφή την επίδραση των αθηναϊκών θεσμών (σημαντικό ρόλο πρέπει να διαδραμάτισε και ο εξόριστος στο Άργος Θεμιστοκλής), κυρίως μετά τη συμμαχία Άργους – Αθήνας (462 π.Χ.). Από τη συμμετοχή τους στους Περσικούς πολέμους, οι Μυκήνες απέκτησαν μεγάλη δόξα, ώστε οι Αργείοι να θελήσουν να τις εξαφανίσουν (468 π.Χ.). Οι Μυκηναίοι αντιστάθηκαν σθεναρά στην επίθεση των Αργείων· υποχρεώθηκαν όμως να παραδώσουν την πόλη τους στους Αργείους, οι οποίοι κυριολεκτικά την ισοπέδωσαν (460 π.Χ.). Αλλά και οι κάτοικοι της Τίρυνθος νικήθηκαν, εκδιώχτηκαν από τους Αργείους και εγκαταστάθηκαν στους Αλιείς.

Όταν ξέσπασε ο Πελοποννησιακός πόλεμος το 431 π.Χ., η Αθήνα ανανέωσε το ενδιαφέρον της για την Ακτή και το 430 π.Χ. λεηλάτησε τους Αλιείς, την Τροιζήνα, την Ερμιόνη και την Επίδαυρο. Στα πρώτα δέκα έτη του πολέμου αυτού, το Άργος παρέμεινε ουδέτερο· προσχώρησε δε για πρώτη φορά στην Πελοποννησιακή Συμμαχία το 418 π.Χ. Σε αυτό το διάστημα οι ολιγαρχικοί κατέλυσαν τη δημοκρατία στο Άργος, αλλά ένα χρόνο αργότερα ανατράπηκε το ολιγαρχικό καθεστώς που είχαν επιβάλει. Με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και παρά την ήττα της Αθήνας, το Άργος δεν συμμάχησε με τη Σπάρτη.

Το 338 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄ ενεπλάκη στα πράγματα της Ν. Ελλάδος και νίκησε στη Χαιρώνεια τους ενωμένους Θηβαίους, Αθηναίους, Κορινθίους και Φωκείς· οι Αργείοι δεν συμμετείχαν, διότι είχαν υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Μακεδόνες και γενικά έτρεφαν φιλικά αισθήματα γι’ αυτούς· αργότερα συμμετείχαν στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου Γ΄ κατά των Περσών. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου Γ΄ το Άργος, η Σικυών, η Κόρινθος και οι πόλεις της Ακτής, παρακινημένες από τον Δημοσθένη, ανέλαβαν πόλεμο κατά των Μακεδόνων (Λαμιακός πόλεμος), αλλά νικήθηκαν από τον Αντίπατρο και, αφού υποτάχτηκαν, δέχτηκαν μακεδονική φρουρά. Στο Άργος η εξουσία μέχρι το 316 π.Χ. περιήλθε στους ολιγαρχικούς, ενώ πολλοί δημοκρατικοί εξορίστηκαν.

Το 305 π.Χ. ο Κάσσανδρος έγινε κύριος του Άργους και εμπιστεύθηκε τη «φύλαξή» του στον αδελφό του Πλείσταρχο. Δύο χρόνια αργότερα (303 π.Χ.) ο Δημήτριος Πολιορκητής εκδίωξε από εκεί τη φρουρά του Κασσάνδρου, μετά από σκληρή αντίσταση των πολιορκημένων. Το Άργος όμως είχε χάσει την παλαιά του δύναμη και είχε περιέλθει σε δεύτερης τάξης πόλη της Πελοποννήσου, ενώ αντίθετα η θρησκευτική ζωή στην Αργολίδα απέκτησε μεγαλύτερη σημασία. Οι Μακεδόνες ηγεμόνες παρέμειναν για αρκετό διάστημα στην πόλη και διηύθυναν τους αγώνες των Νεμείων και των Ηραίων, των οποίων η φήμη είχε εξέλθει των ορίων της ηπειρωτικής Ελλάδος.

Το α΄ τέταρτο του 3ου αι. π.Χ. στην Πελοπόννησο σχηματίστηκε η Αχαϊκή Συμπολιτεία υπό τον Άρατο. Η ειρήνευση, στην οποία εναπέθεσαν τις ελπίδες τους οι πόλεις της Πελοποννήσου μετά τη νίκη των Μακεδόνων στη Σελλασία (222 π.Χ.), δεν διατηρήθηκε για μεγάλο διάστημα.

Πέντε χρόνια αργότερα, η άφιξη του Φιλίππου Ε΄ στο Άργος έγινε δεκτή με ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Οι Μακεδόνες με τη συνεργασία των Αχαιών και με διαπραγματεύσεις με τη φρουρά της ακρόπολης του Άργους Λάρισας έθεσαν υπό την κατοχή τους το Άργος, γεγονός που αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τη Συμπολιτεία. Νέα τροπή πήραν τα πράγματα, όταν ο τύραννος της Σπάρτης Νάβις έγινε κύριος του Άργους, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, διότι οι ρωμαϊκές λεγεώνες με αρχηγό τον ύπατο Τ. Φλαμινίνο μαζί με τη Συμπολιτεία κατάφεραν να το ελευθερώσουν (195 π.Χ.). Το καίριο χτύπημα για την Πελοπόννησο αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα δόθηκε, όταν ο Λ. Μόμμιος νίκησε τους Αχαιούς στην Κόρινθο, τη μετέβαλε σε ερείπια, κατέσφαξε και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Το Άργος, στη συνέχεια, αποτέλεσε τμήμα της επαρχίας της Αχαΐας (146 π.Χ.), ενώ το 115/114 π.Χ. η Επίδαυρος και η Τροιζήνα έγιναν σύμμαχοι της Ρώμης.

Από το 44 π.Χ. και μετά η Κόρινθος έγινε έδρα του Ρωμαίου ανθυπάτου της επαρχίας της Αχαΐας. Αν και οι Ρωμαίοι κυρίευσαν αρκετές πόλεις και κατέλυσαν τα δημοκρατικά πολιτεύματα, ασκούσαν στους Έλληνες την επιρροή τους αρχικά και την κυριαρχία τους αργότερα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο ελληνικός τρόπος ζωής και ο ελληνικός πολιτισμός να παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστοι. Αρκετές φορές, όταν ανέκυπταν διενέξεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων, αυτές αίρονταν με τη χρήση διαιτητών, ξένων προς τις ερίζουσες πόλεις, όπως διαπιστώνεται από ψηφίσματα πολιτικών παραγόντων πόλεων, που ευχαριστούν τους κατοίκους άλλης πόλης για την αποστολή διαιτητών.

Η Ελλάδα βέβαια από τον 1ο αι. π.Χ. άρχισε να αντιμετωπίζει δυσκολίες σε αρκετούς τομείς. Σημαντικό ρόλο φαίνεται ότι έπαιξαν οι πόλεμοι του 1ου αι. π.Χ., οι οποίοι μαίνονταν σε όλη την Ελλάδα, καθώς και η πειρατεία. Το 267 μ.Χ. το Άργος καταλήφθηκε από τους Γότθους, επί Ιουλιανού του Αποστάτη ήταν υποτελές στην Κόρινθο, και το 395 μ.Χ. κατακτήθηκε από τον Αλάριχο… (Από την εισαγωγή του τόμου)

 

Γεωργία Κατσαγάνη Βιογραφικο

 

Η Γεωργία Κατσαγανη γεννήθηκε στην Ανω Βασιλική Αιτωλ/νιας και εί­ναι κλασική φιλόλογος. Οι τίτλοι σπουδών της περιλαμβάνουν τα πτυχία Κλασικής Φιλολογίας, Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών, μεταπτυ­χιακό και διδακτορικό δίπλωμα του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Αρχαία Ελληνική Φιλολογία.

Σήμερα κατέχει τη θέση Σχολικής Συμβούλου. Έχει συμμετασχει με ανα­κοινώσεις της σε διεθνή συνέδρια και έχει δημοσιεύσει άρθρα σε επιστημο­νικά περιοδικά. Το επιστημονικό ενδιαφέρον της εστιάζεται στον τομέα της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας και, κυρίως, της Επιγραφικής.

 

 Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου 

Η «Βιβλιοθήκη Σοφίας Σαριπόλου» εκδίδεται αδιαλείπτως εδώ και πενήντα σχεδόν χρόνια, από το 1968. Μεταξύ των εκδόσεών της, στο διάστημα των πέντε αυτών δεκαετιών, περιλαμβάνονται κορυφαίες μελέτες που έχουν αναγνωριστεί ως βασικά έργα αναφοράς στα επιστημονικά τους πεδία.

 

Η «Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου» εκδίδεται από τη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, χάρη στη χορηγία του ομώνυμου κληροδοτήματος. Η Σοφία Ν. Σαριπόλου (1916–1963), κόρη και εγγονή διαπρεπών καθηγητών της Νομικής μας Σχολής, δώρισε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας, της οποίας τα έσοδα προορίζονται για δύο σκοπούς: τη χορήγηση υποτροφιών σε πτυχιούχους της Φιλοσοφικής Σχολής για μεταπτυχιακές σπουδές και την έκδοση επιστημονικών μελετών γραμμένων από αποφοίτους της ίδιας σχολής. Η άνθιση της παιδείας και της πνευματικής ζωής στον τόπο μας ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένη με τη γενναιοδωρία τέτοιων μεγάλων ευεργετών, που θεωρούσαν τιμή και χρέος τους να δαπανούν την προσωπική τους περιουσία για το καλό της χώρας.

Από το 1968, οπότε δημοσιεύτηκε ο πρώτος τόμος της Βιβλιοθήκης, έως σήμερα, έχουν εκδοθεί πάνω από εκατόν είκοσι βιβλία, κυρίως διατριβές επί διδακτορία και επί υφηγεσία, αλλά και ανεξάρτητες μονογραφίες, καθώς και συλλογικοί τόμοι. Τα δημοσιεύματα αυτά καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα των επιστημονικών κλάδων που θεραπεύει η Φιλοσοφική Σχολή (αρχαία, μεσαιωνική και νέα ελληνική φιλολογία, ιστορία και αρχαιολογία όλων των περιόδων, λατινική φιλολογία, γλωσσολογία, φιλοσοφία, παιδαγωγική, ψυχολογία, θεατρολογία, λαογραφία, ιστορία της τέχνης, καθώς και νεότερες ξένες φιλολογίες). Τα περισσότερα είναι γραμμένα στα ελληνικά και έχουν συνεισφέρει σημαντικά στην καλλιέργεια του νεοελληνικού επιστημονικού λόγου. Δεν αποκλείονται, ωστόσο, άλλες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά). Μεταξύ των εκδόσεων της Βιβλιοθήκης περιλαμβάνονται κορυφαίες μελέτες, συνταγμένες από εξέχοντες ερευνητές, οι οποίες έχουν αναγνωριστεί διεθνώς ως έργα αναφοράς στα αντίστοιχα επιστημονικά πεδία. Εν γένει, παραπομπές και βιβλιοκρισίες για τα δημοσιεύματα της σειράς εμφανίζονται τακτικά σε ελληνικά και διεθνή έντυπα αναγνωρισμένου κύρους.

Η εκδοτική δραστηριότητα της Βιβλιοθήκης συνεχίζεται απτόητη, παρά τις δυσχερείς οικονομικές περιστάσεις του παρόντος. Η επιλογή των δημοσιευμάτων γίνεται με βάση τις εισηγήσεις ειδικών επιστημόνων-κριτών, οι οποίοι αποτιμούν τις μονογραφίες που υποβάλλονται προς έκδοση (“peer review”), σύμφωνα με το καθιερωμένο πλέον πρότυπο των αναγνωρισμένων διεθνών επιστημονικών σειρών. Οι ελληνόγλωσσες μελέτες συνοδεύονται από εκτενή περίληψη σε κάποια από τις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες. Στόχος είναι να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι βασικές αρετές που καθόρισαν τη φυσιογνωμία της σειράς ήδη από το ξεκίνημά της, πριν από πέντε σχεδόν δεκαετίες: η υψηλή ερευνητική ποιότητα και πρωτοτυπία των εργασιών, η συστηματική καλλιέργεια του νεοελληνικού επιστημονικού λόγου και η διεθνής προβολή των δημοσιευόμενων πορισμάτων. ( Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος)

Γεωργία Κ. Κατσαγάνη

Ταφή, ανάθεση, τιμή: έμμετρες επιγραφές της Αργολίδος από την Αρχαϊκή Εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα.

Έκδοση: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2015. Σελίδες: 384.

ΙSBN: 9605260336

Read Full Post »

Η προέλευση του ονόματος ΆργοςΑπόστολος Β. Χατζηστέρης


 

Προσεγγίσεις στις πιθανές προελεύσεις και ερμηνείες της λέξης Άργος. Η διαχρονικότητα και η εμβέλεια διασποράς της ονομασίας.

 

Α. Εισαγωγή

 

«Βραχύ μοι στόμα πάντ’ αναγήσασθ’ όσων Αργείων έχει τέμενος μοίραν εσθλών…»

 «Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύναμη όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω…»

(Πίνδαρος, Νεμ. 10,4)

 

Η γλώσσα που τελικά επικράτησε και μιλήθηκε στην αργειακή πεδιάδα κατά τα αρχαία ιστορικά χρόνια ήταν το ενιαίο και οργανωμένο γλωσσικό προϊόν που προέκυψε μετά τη διαχρονική φθορά της πελασγικής διαλέκτου. Τη γλώσσα αυτή έφεραν μαζί τους και χρησιμοποίησαν οι πρώτοι «γραμματισμένοι» επισκέπτες – και μετά μόνιμοι κάτοικοι- της πεδιάδας: οι Πελασγοί. [1]

Η βαθμιαία αλλοίωση της πλούσιας, σε λεξιλόγιο και εκφράσεις, ντόπιας πελασγικής γλώσσας ξεκίνησε αμέσως μετά την εμφάνιση στον κάμπο των «επικυρίαρχων» ελληνικών φίλων: [2] των Πρωτοαργείων (2300-2250 π.Χ.), των Δαναών (γύρω στο 2100 π.Χ.) και των Δωριέων (μετά το 1300 π.Χ.).

Η συνεχής «απορρόφηση» και παγίωση άφθονων λεκτικών στοιχείων και συντακτικών δομών, που ανήκαν στη γλώσσα των νεοφερμένων πρωτοελληνικών πληθυσμών, [3] «ανάγκασε» την πελασγική να «υποκύψει» και διαχρονικά να καταλήξει στην ομιλούμενη ελληνική ιδιότυπη αργείτικη διάλεκτο του 5ου π.Χ. αι.

Παράλληλα με την είσοδο των ελληνικών γλωσσικών όρων παρεισέφρησαν και «φώλιασαν» μέσα στη μάνα πελασγική και πολλά «γλωσσήματα» της σημιτικής – κυρίως της φοινικικής διαλέκτου. Ήταν το αποτέλεσμα της συχνότατης επαφής [4] – εμπορικής επικοινωνίας – του Άργους, με τους αναπτυγμένους, γλωσσικά και πολιτιστικά, ναυτικούς λαούς της ανατολικής Μεσογείου.

Έτσι, ήταν αρκετά δύσκολη η εργασία της ανακάλυψης των ορθών ριζών και ερμηνειών πολλών λέξεων, κυρίως τοπωνυμίων, της σημερινής ελληνικής γλώσσας και αρκετών της αρχαίας, χωρίς τη συνδρομή της πελασγικής ή ακόμα των σημιτικών. Δυστυχώς, η πρώτη είναι σήμερα νεκρή γλώσσα και οι άλλες δυσνόητες και δύσχρηστες για τους πολλούς. Χρειάζεται, λοιπόν, καλή διάθεση και καρτερία από τους αναγνώστες, όταν κάποιος – ειδικός στα θέματα – προσπαθώντας να εξηγήσει την προέλευση γεωγραφικών ονομάτων που συναντιούνται στην αργείτικη πεδιάδα, χρησιμοποιήσει άγνωστες ρίζες της λησμονημένης πελασγικής, μιας πανέμορφης γλώσσας, καλά κρυμμένης μέσα στον πλούσιο κόσμο του λεξιλογίου της σημερινής ελληνικής.

Τυπικό παράδειγμα αποτελούν οι λέξεις: Άργος, Αργώ, αργός, άργος κ.ά., που έχουν την ίδια φωνητική ή μορφολογική ομοιότητα «σημαίνοντος», αλλά διαφέρουν αισθητά στη σημασία (διαφορά «σημαινομένου»). Το ιδιότυπο αυτό γλωσσικό φαινόμενο, ειδικά για την προηγούμενη ομάδα λέξεων, έχει τις αρχές του στην ευρεία πελασγική γλώσσα [5] και στις δυσδιάκριτες γραμματικές διαφορές ορισμένων λεκτικών ριζών της.

Η δομή του κειμένου της μελέτης αρχίζει με την παράθεση αρχαίων τόπων και κύριων ονομάτων που συγκροτούν μια πλήρη συλλογή λέξεων μονών ή διπλών, στην αναφορά των οποίων απαντιέται το όνομα Άργος.

Ύστερα «ο καπετάνιος ανοίγεται σε βαθύ και ταραγμένο πέλαγος», όπως μπορεί να περιγράφει μια δυσχερής προσπάθεια προσέγγισης, διαλογής και παρουσίασης της γλωσσολογικής ερμηνείας άγνωστων λεκτικών ριζών της πελασγικής, από τις οποίες προέρχεται πλήθος συναφών λέξεων, ομόηχων και ομοιότυπων με το μόρφωμα ΑΡΓΟΣ, αλλά εντελώς διαφορετικής προέλευσης και σημασίας.

Στη συνέχεια της μελέτης «ο καπετάνιος ξαναγυρίζει στο απάνεμο, γαληνεμένο και οικείο λιμάνι», καθώς παρατίθενται όλες οι γραπτές μαρτυρίες, διαλεγμένες με προσοχή μέσα από την πλουσιοπάροχη σε πληροφορίες αρχαία ελληνική γραμματολογία, στις οποίες διαιωνίζεται η λέξη Άργος. Η ενότητα αυτή θα αποτελέσει το πιο ενδιαφέρον και ευχάριστο κομμάτι της εργασίας. Αμέσως θα γίνει αντιληπτή η εμβέλεια διάχυσης της φήμης του μυθικού ονόματος και διάδοσης της δόξας των ηρωικών τέκνων του δικού μας Άργους αυτής της δόξας που έφτασε, μυθοπλασμένη και χιλιοτραγουδισμένη, στα παράλια της Μικρασίας και μετασχηματίστηκε πάνω στη γραφίδα του χαρισματικού Ομήρου σε γραπτό ποιητικό λόγο και ειδικότερα στην Ε ραψωδία (Διομήδεια) της Ιλιάδας.

Στο τελείωμα της έρευνας θα εφαρμόσουμε την αρχή του εκλεκτικισμού. Θα διαλέξουμε δηλαδή ως πιθανότερη ερμηνεία, για το όνομα της περιοχής που κατοικούμε σήμερα, την πιο ταιριαστή ιδεατή συναρμογή με τη φυσική τοπογραφική θέση της πανάρχαιας πόλης: αυτής που χαρακτηρίστηκε σαν το «Ήρας θεοπρεπές δώμα» [6] και στολίστηκε με τόσα άλλα επίθετα, το ξακουστό ΑΡΓΟΣ.

Σκοπός αυτών των ερευνών είναι ένας και μόνος: η ενημέρωση των κατοίκων και φίλων της πόλης του Άργους για καθετί που αφορά την προϊστορία και ιστορία της. Ειδικότερα αυτή η μελέτη στοχεύει στην άντληση πληροφοριών, μυθικών ή ιστορικών, μέσα από ένα λαβύρινθο αναζήτησης της πιθανότερης προέλευσης του ονόματος ΑΡΓΟΣ.

 

Φανταστική απεικόνιση του Άργους. Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

Β. Η συλλογή

  1. Οι τόποι

 

«Το δε Άργος τούτον τον χρόνον προείχε άπασι των εν τη νύν Ελλάδι καλεσμένη χώρη» [7]

 «Αυτά τα χρόνια το Άργος ήταν η πρώτη πόλη από εκείνες που βρίσκονται σήμερα στον τόπο, ο οποίος ονομάζεται Ελλάδα.»

 (Ηρόδοτος, Κλειώ ΑΙ)

 

Αγγίζοντας το τελείωμα του 17ου αιώνα, η ακμή του προϊστορικού Άργους έφθασε στην κορύφωσή της. Στα χρόνια αυτά, που ο μύθος ήθελε να βασιλεύει ο τελευταίος Ιναχίδης βασιλιάς Γελάνορας, η φήμη του ονόματος της πόλης επεκτάθηκε σε ολόκληρο τον τότε γνωστό ελλαδικό ηπειρωτικό χώρο, λες και όλη η Ελλάδα ήταν μια επικράτεια με μητρόπολη το Άργος. Για την εποχή αυτή οι σύγχρονοι ιστορικοί – ερευνητές επιμένουν ότι πρέπει να επικράτησε γεωγραφική σύγχυση, από τους αρχαίους ιστορικούς της κλασικής εποχής, ως προς την πιστοποίηση και τον εντοπισμό αρκετών πόλεων και τοποθεσιών που είχαν άμεση σχέση με το μυθικό Άργος. Η αιτία ήταν ότι η ονομασία έχασε την εντοπισμένη γεωγραφική σημασία της και σήμαινε οποιοδήποτε σημείο από το Ταίναρο μέχρι τη Μακεδονία. Η φήμη εντάθηκε τόσο, ώστε κατάφερε να «διασχίσει» ανέγγιχτη ακόμα και αυτή την ένδοξη μυθική εποχή των γειτονικών Μυκηνών.

Ενισχύθηκε πάλι τη γεωμετρική εποχή, από τους Αργείους Δωριείς και «ταξίδεψε» αλώβητη στο περιβάλλον της Μικρασίας. Εκεί ο φωτισμένος νους των Ιώνων ποιητών έπλασε τα ενθυμήματα της αργειακής παράδοσης και από προφορικό λόγο τα διαμόρφωσε σε γραπτά αιώνια αριστουργήματα.

Την ίδια σχεδόν εποχή του 8ου π.Χ. αιώνα, η «χρυσή» εποχή του Φείδωνα και η εκτεταμένη επικράτεια του Άργους με τα ασαφή σύνορά της επέτειναν τη γεωγραφική σύγχυση. Έτσι είναι εντελώς φυσιολογικό το γεγονός ότι τα μισά σχεδόν έργα των κλασικών του 5ου π.Χ. αιώνα περιέχουν στις υποθέσεις τους «έργα και ημέρες» από τα μυθικά αριστουργήματα των μυθοπλαστών Αργείων Δωριέων. Λίγο αργότερα, η «σκαπάνη» του Μ. Αλεξάνδρου αποκάλυψε ομώνυμες με το Άργος πόλεις στις εσχατιές της Περσίας.

Η πληθώρα των τόπων, που σαν γεωγραφικοί όροι περιέχουν τη λέξη Άργος, συγκεντρώνεται σε μια συλλογή, όπου καταγράφονται με συντομία δύο πληροφορίες: ο εντοπισμός της περιοχής και η πιθανή χρονολογία πρώτης αναφοράς της. Είναι αμέσως φανερή η δύναμη ακτινοβολίας του ονόματος στα πέρατα, σχεδόν, του γνωστού τότε αρχαίου κόσμου.

  1. Η μητρόπολη της Αργολίδας. Μυθικά χρόνια.
  2. Αμφιλοχικόν Άργος, η μητρόπολη της ευρύτερης Αιτωλίας. Μυθική αποικία.
  3. Αχαϊκόν Άργος, ολόκληρο το κράτος του Αγαμέμνονα ή το σύνολο της αχαϊκής Πελοποννήσου. Ομηρικά χρόνια.
  4. Πελασγικόν Άργος, το κράτος του Αχιλλέα ή ολόκληρη η πεδινή Θεσσαλία. Ομηρικά χρόνια.
  5. Πόλη στο νησί Νίσυρο. Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  6. Άργος των Πελασγών, πόλη στο νησί Κάλυμνος. Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  7. Ίππιον Άργος, πόλη της Απουλίας του Λατίου (Ιταλία). Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  8. Πόλη στο νησί των Φαιάκων. Αποικία του 9ου π.Χ. αιώνα.
  9. 0ρεστικόν Άργος, μητρόπολη της μακεδονικής Ορεστείας, 7ος αι. π.Χ.
  10. Πόλη της Κιλικίας (Μ. Ασία). Αποικία του 6ου π.Χ. αιώνα.
  11. Πόλη της Καρίας (Μ. Ασία). Αποικία του 6ου π.Χ. αιώνα.
  12. Πόλη της Τροιζηνίας. Αποικία του 6ου π.Χ. αιώνα.
  13. Ορεινό φρούριο της Καππαδοκίας (εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου), 4ος π.Χ. αιώνας.
  14. Αρκετές πόλεις στις εσχατιές της εκστρατείας του Μ. Αλεξάνδρου (γραπτές αναφορές των ιστοριογράφων που τον ακολούθησαν), 4ος π.Χ. αιώνας.
  15. Πόλη της Λοκρίδας. Αποικία, αβέβαιης χρονολόγησης.

  

  1. Τα κύρια ονόματα

 

«…Χάριτες,… Άργος υμνείτε. Φλέγεται δ’ αρεταίς μυρίαις, έργων θρασέων ένεκεν…» [8]

 «…Υμνείστε, ω Χάριτες, το Άργος. Δόξα άσβηστη καταυγάζει, χάρις στα κατορθώματα των μυριάδων πάντολμων τέκνων του…»

(Πίνδαρος, Νεμ. 10,2)

 

Στην εκτενέστατη μυθοπλασία και μυθογραφία, όπου συγκεντρώνεται ο πλούτος των παραδόσεων της Αργείας γης, συναντιούνται αρκετά κύρια ονόματα της ίδιας φωνητικής απόδοσης με τη λέξη Άργος αλλά με διαφορετική σημασία. Τα πρόσωπα αυτά πρωταγωνιστούν στα ανθολογήματα των μύθων που πλάστηκαν και διατηρήθηκαν από τους αγαθούς κατοίκους του αργειακού κάμπου, πριν ο ορθός λόγος τιθασεύσει τις υπέρμετρες φαντασιώσεις τους.

Η ταξινόμηση που ακολουθεί καταγράφει τα πρόσωπα αυτά και τα εκλεκτότερα μυθολογήματα που σχετίζονται με την παραμυθένια παρουσία τους. Η ετυμολόγηση των ονομάτων είναι κύριο θέμα έρευνας της επόμενης ενότητας.

α) Ο μυθικός βασιλιάς Άργος, ο τέταρτος στη σειρά του γένους των Ιναχιδών και ευεργέτης του λαού του Άργους. «Εκόμισε» από την εξωτική Αφρική το σπόρο του σταριού. «Εδίδαξε» το ψήσιμο του ψωμιού, το ημέρωμα των άγριων αλόγων των φερμένων από τη γη της Θεσσαλίας, τη συστηματοποίηση της κτηνοτροφίας και την τέχνη παρασκευής των προϊόντων της.

Η εποχή του «κατοπτρίζει» τη χρυσή εποχή της ακμής του μεσοελλαδικού Άργους και την αρχή της εμπορικο-πολιτιστικής σύνδεσής του με τους προηγμένους ναυτικούς λαούς της σημιτικής Ανατολής.

β) Ο Πανόπτης Άργος, ο μυθικός και ταγμένος φύλακας της Ιώς, της μο­ναχοθυγατέρας του μελαψού βασιλιά – θεού Ινάχου. Ανθρωπόμορφο, μελανό – δερμο τέρας, με χίλια φωτεινά μάτια, ακολουθούσε πιστά και παντού την κόρη, παρατηρώντας τα πάντα.

Η ανεξάντλητη απλοϊκή φαντασία των μυθοπλαστών κατοίκων της πλούσιας αργείτικης πεδιάδας «ζωγράφισε» τον τετράμορφο Πανόπτη Άργο πανομοιότυπο με το σκοτεινιασμένο ουράνιο θόλο τον γεμάτο αστροήλιους. Ο έναστρος ουρανός πάντα «προστατεύει» και «ορίζει» τη μηνιαία τροχιά και τις φάσεις της ποικιλόμορφης Ιώς, της φεγγαροθεάς των προϊστορικών Αργείων. Φαίνεται ότι ο μύθος του Πανόπτη Άργου «αντιφεγγίζει» κάποιες εμπειρικές αστρονομικές παρατηρήσεις των Αργείων αστρομαντών εκείνης της μυθικής εποχής.

γ) Ο Βουκόλος Άργος, ο απλοϊκός και αγαθός, προϊστορικός κάτοικος του κάμπου, που καταγινόταν με τις αγροτικές και κτηνοτροφικές φροντίδες. Ήταν, φαίνεται, το άλλο όνομα του γηγενή, του αυτόχθονα, που ζούσε έξω από το συνοικισμό του προϊστορικού Άργους, στα βοσκοτόπια της πεδιάδας.

Το όνομα αντιπροσωπεύει τον πληθυσμό του προελληνικού φύλου των Πελασγών που διαβιούσε στην ύπαιθρο, απομονωμένο και παραγκωνισμένο από τις οργανωμένες ομάδες των πρωτοελλήνων Αργείων. Αυτών που διεύρυναν τους οικισμούς στην πλούσια πεδιάδα και συστηματοποίησαν, με τους δικούς τους κανόνες, την πρωτοελληνική αργείτικη κοινωνία.

δ) Ο ναυπηγός Άργος, ο ξυλουργός κατασκευαστής της ταχύπλοης Αργώς. Μυθικός Αργείος θαλασσομαραγκός, έτρεξε στο κάλεσμα του Θεσσαλού πρίγκιπα Ιάσονα, σκαρώνοντας το πανάλαφρο πλεούμενο που πήγε και γύρισε τους Αργοναύτες από τη μακρινή μαυροθαλασσίτικη Κολχίδα.

Ο πρωτομάστορας Άργος εκπροσωπεί τους φημισμένους Αργείους τεχνίτες κι εργάτες της θάλασσας και την αξεπέραστη γνώση τους στη ναυπηγική τέχνη. Συγχρόνως αποκαλύπτει τα μυστικά της ευδοκίμησης του θαλάσσιου εμπορίου στο μεσοελλαδικό Άργος, που δεν ήταν άλλα από τον ικανότατο στόλο των ελαφρών πλοιαρίων και τις παράτολμες μετακινήσεις του στους εμπορικούς σταθμούς – λιμάνια των νησιών του Αιγαίου και των ακτών της Ανατολής. Εκεί οι Αργείτες εμποροκαπετάνιοι αντάλλασσαν τα φυσικά προϊόντα της πλούσιας αργειακής πεδιάδας και τα χειροτεχνήματα των στοιχειωδών βιοτεχνιών της πόλης και γύριζαν πίσω με τα αμπάρια γεμάτα με όλων των ειδών τα πολιτιστικά αγαθά της εξωτικής χώρας του Λεβάντε.

ε) Ο τετράποδος Άργος, ο μυθικός λευκόθωρος και ταχύτατος σκύλος του Οδυσσέα. Η καταγωγή του ονόματος και η προκύπτουσα σημασία του παρατίθενται στην επόμενη ενότητα.

 

Φανταστική απεικόνιση της πόλης του Άργους, Nicolas Gerbel, 1545.

 

Γ. Οι πιθανές προελεύσεις και ερμηνείες 

  1. Οι πελασγικές ρίζες

 

«Δαναός ο πεντήκοντα θυγατέρων πατήρ ελθών εις Άργος, ώκισ’ Ινάχου πό­λιν, Πελασγιώτας δ’ ωνομασμένους το πριν Δαναούς καλείσθαι νόμον έθηκαν Ελλάδα… [9]

 «Ο Δαναός, ο πατέρας με τις πενήντα κόρες, φτάνοντας στο Άργος παρέμεινε στην πόλη του Ινάχου, γι’ αυτούς, μάλιστα, που τους ονόμαζαν Πελασγούς λένε ότι εφάρμοσαν κανόνες (νόμους) στην Ελλάδα, προτού φανούν οι Δαναοί (οι Πρωτοαργείοι Έλληνες)…»

 (Στράβων Γεωγραφικά 2,21)

 

Η εργασία αναζήτησης των πιθανών προελεύσεων του ονόματος ΑΡΓΟΣ ήταν ορθό να αρχίσει από ρίζες λέξεων της μητρικής πελασγικής γλώσσας. Η επίπονη και επίμονη έρευνα αποκάλυψε διαχρονικές αλλοιώσεις κάποιων πρότυπων – αρχέγονων – ριζών, που προκάλεσαν λεκτικές διασπορές -μορφήματα- και διάφορες καταληκτικές σημασίες, αλλά και συνυπάρξεις εννοιών.

Το αποτέλεσμα της μακρόχρονης μελέτης ήταν, απρόσμενα, ανώτερο από το αναμενόμενο. Αναδύθηκαν και διαχωρίστηκαν όλα τα παρακλάδια – διασπορές – της λέξης που σχημάτισαν τις συλλογές των γεωγραφικών όρων και κύριων ονομάτων και καταχωρήθηκαν στην προηγούμενη ενότητα.

Οι παραλλαγές των ριζών που αναφέρονται, αριθμημένες, στη συνέχεια του κειμένου είναι απαλλαγμένες από πρόσθετα δυσνόητα γλωσσολογικά – σημασιολογικά στοιχεία. Υπάρχει μόνο μια μικρή επέκταση στα συμπεράσματα που προέκυψαν, που όλα όμως σχετίζονται με το κύριο θέμα της μελέτης. Οι επεξηγήσεις ήταν αναγκαίες, ώστε να καταφανεί η μοναδική ικανότητα της ζωντανής ελληνικής γλώσσας να παραλαμβάνει έτοιμη την πρώτη γλωσσική ύλη, να μεταπλάθει, μετασχηματίζει και ενδύει μία και μοναδική ρίζα με τόσους τρόπους, που να προκύπτουν διάφορες λέξεις με χωριστές και ευδιάκριτες έννοιες, χωρίς αοριστίες και αμφιβολίες στην έκφραση και γραφή τους.

  1. Από τη ρίζα «άργκι-ου» = έδρα βασιλιά, πρωτεύουσα χώρας, μητρόπολη, προέρχεται το όνομα «Άργος», που δόθηκε στις μεγαλύτερες σε πληθυσμό και όνομα πόλεις ξεχωριστών τόπων και επικρατειών στον ελλαδικό χώρο (Αμφιλοχικό, Ορεστικό κ.α.), αλλά και έξω απ’ αυτόν (Άργος στην Καρία, Κιλικία κ.α.). Την ίδια καταγωγή έχει και το όνομα του Άργου, του μυθικού βασιλιά της πανάρχαιας μητρόπολης της Αργολίδας.
  2. Από τη ρίζα «άρκ-ου» = αγρυπνώ, ξενυχτώ, κρατάω ανοιχτά τα μάτια, προέρχεται το όνομα του «Πανόπτη Άργου», του φύλακα της Ιώς, με τα μύρια μάτια, αλλά και το όνομα «Αργειφόντης» που δόθηκε στο θεό Ερμή, όταν σκότωσε τον Άργο τον Πανοραματικό (Πανόπτη) και απάλλαξε την Ιώ.
  3. Από τη ρίζα «Ηάρκ-ου» = αεικίνητος, ταχύς, ευέλικτος, ζωηρός, προέρχεται το όνομα του «Άργου», του πιστού σκύλου του Οδυσσέα, καθώς και η ονομασία της ταχύπλοης και ανάλαφρης «Αργώς» των Αργοναυτών.

Από την ίδια ρίζα προέρχεται και η λέξη «αργός», που στην αρχαία ελληνική σήμαινε το ζωηρόχρωμο, λαμπρό, στιλπνό, λευκόθωρο, άσπρο. Από εδώ προέρχεται η λέξη «άργυρος», μέταλλο ανοιχτόχρωμο, ακτινοβόλο, σχεδόν λευκό, αλλά και το ρήμα «αργαίνω» που στην αρχαία ελληνική σήμαινε λευκαίνω, ασπρίζω. Πρόσφατα, σε έγκυρο λεξικό, καταχωρήθηκε η άποψη ότι η ονομασία του προϊστορικού οικισμού του Άργους οφειλόταν στη «λευκή» απόχρωση που έπαιρνε ο κάμπος από τα απλωμένα στάχια τον καιρό του θερισμού. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε αντίθεση με το πανέμορφο επίθετο «πολύπορος» (ξανθοκόκκι­νος), που δόθηκε στην πεδιάδα τα αρχαία χρόνια, δανεισμένο από το χρώμα των μεστωμένων σιταγρών (Ιλιάδα Ρ 756 και Αισχύλος, Ικετ. 555).

Οι προηγούμενες – φαινομενικά ξεχωριστές – έννοιες των λέξεων «ταχύς» και «λαμπρός» είναι πρακτικά συναφείς. Αρκεί να ανατρέξουμε στο γνωστό οπτικό φαινόμενο, όπου ένα σώμα ταχύτατα κινούμενο «φαίνεται» κα ξανοίγει το χρώμα του και στιγμιαία να απαστράπτει με συνεχή και έντονη οπτική εντύπωση.

      4. Από τη ρίζα «Fάργ-ου» = ευρύς χώρος, ομαλός τόπος, πεδιάδα, (οι ρηματικοί τύποι πλαταίνω, εκτείνομαι, ευρύνω, εξομαλύνω) προέρχεται το ρήμα της αρχαίας ελληνικής «ορέγω»* που σήμαινε την ευρεία πεδιάδα, την εκτεταμένη πεδινή χώρα.

Από την ίδια ρίζα προέρχεται και το επίθετο «άργος», που στην αρχαία ελληνική σήμαινε ο πεδινός, ο ομαλός, ώστε μερικοί ερευνητές να το σχετίζουν με τη λέξη «αγρός» ή «αγρότης». Εδώ ακριβώς εντοπίζεται και η θέση της σημασίας που είχε το κύριο όνομα του Βουκόλου Άργου, δηλαδή του αγρότη, του γεωργοκτηνοτρόφου.

  1. Από τη ρίζα «όργκι-ου»= αλιεύς, θαλασσινός, ασχολούμενος με τη ναυτιλία, προέρχεται ο «Άργος» ο ναυπηγός και επιβάτης της «Αργώς» των Αργοναυ­τών και «εκπρόσωπος» των ναυτικών – κατασκευαστών του ευκίνητου αργείτικου εμπορικού στόλου των μεσοελλαδικών χρόνων με τα λιγόβαρα σκαριά.

*=εκτείνω. Επίσης και ο γεωγραφικός όρος Φρυγία

 

  1. Η διχοστασία της ερμηνείας κάποιων γεωγραφικών επιθέτων.

 

«Άργος, άειδε θεά πολυδίψιον ένθεν άνακτες…»[10]

 «Τραγούδα θεά το πολυδιψασμένο Άργος, απ’ όπου βασιλιάδες (ξεκίνησαν)…»

(Αισχύλος, Επτά επί Θήβας 35)

 

Η ερμηνεία των περισσότερων γεωγραφικών επιθέτων που συνοδεύουν τη λέξη ΑΡΓΟΣ φαίνεται να συμφωνεί με την περίπτωση Γ(1), που αναπτύχθηκε στην προηγούμενη ενότητα. Όμως, οι γραπτές μαρτυρίες της αρχαίας ελληνικής γραμματολογίας περιέχουν ορισμένα από αυτά που προκάλεσαν διάσταση απόψεων σχετικά με τον εντοπισμό και το γεωγραφικό προσδιορισμό των συγκεκριμένων τόπων, στους οποίους αναφέρονται. Μετά το πεδίο της αναζήτησης και διασάφησης ακολουθεί η παράθεση των σπουδαιότερων περιπτώσεων και οι διάφορες απόψεις που διατυπώθηκαν για καθεμιά.

α) Η πανελλαδική διασπορά της φήμης του Άργους, όπως έφτασε στην Ιωνία, φαίνεται ότι παρέσυρε ακόμα και τον πολυταξιδεμένο Όμηρο. Ο εμπνευσμένος ποιητής, σε αρκετά σημεία των επών του, εκθειάζει το Άργος και το αναγορεύει σε μητρόπολη ολόκληρης της ελληνικής επικράτειας, τους Αργείους μάλιστα σε αντιπροσώπους της ελληνικής φυλής. Δικαιολογημένα, λοιπόν, η παράδοση τον ήθελε να κατάγεται από το Άργος ή τουλάχιστον να επισκέφθηκε τα χώματά του. Θαμπωμένος από το φως και τη δόξα της πόλης, παραδέχτηκε σε πολλά σημεία του κειμένου των επών ότι οι έννοιες Άργος και Ελλάδα ήταν ταυτόσημες γεωγραφικά και εθνολογικά.

Αξιοσημείωτο στοιχείο είναι ότι η λέξη ΑΡΓΌΣ καταμετρήθηκε εκατοντάδες φορές, ενώ η λέξη Ελλάδα μόνο δύο (οι Έλληνες αναφέρονται ως θεσσαλικά φύλα). Έτσι, όταν αναφέρεται η λέξη, παράλληλα αναδύεται το πρόβλημα προσδιορισμού του τόπου που υπονοείται γεωγραφικά. Η δυσκολία είναι εντονότερη, όταν το κείμενο δεν ακολουθείται από συνοδευτικά επικουρικά στοιχεία άμεσου εντοπισμού του τόπου. Το φαινόμενο επαναλαμβάνεται πάμπολλες φορές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, από τα πιο εντυπωσιακά, είναι το παρακάτω. Στην Οδύσσεια (α 282-384) η Πηνελόπη υπενθυμίζει προς τον ποιητή και υμνωδό Φήμιο: «η δόξα του Οδυσσέα είναι απέραντη, απλωμένη στην Ελλάδα και μέσα στο Άργος». Οι ομηριστές φιλόλογοι, μετά από πολλές διαβουλεύσεις, δέχτηκαν ότι ο όρος Άργος δήλωνε ολόκληρη την Πελοπόννησο, οπότε Ελλάδα ήταν ο υπόλοιπος ελλαδικός χώρος.

β) Στην Ιλιάδα αναφέρεται ο γεωγραφικός όρος «Πελασγικόν Άργος»: «… όσσοι το Πελασγικόν Άργος έναιον:.. [11] …των αύ πεντήκοντα νεών ήν αρχός Αχιλλεύς»… [12]

Ο εντοπισμός της τοποθεσίας, που όριζε αυτός ο όρος, προκάλεσε ατέλειωτες συζητήσεις μεταξύ των φιλολόγων ομηριστών. Μερικοί δέχτηκαν την εξήγηση Γ(1)1, οπότε το Πελασγικό Άργος πρέπει να σήμαινε την πρωτεύουσα, την έδρα των Πελασγών που είχαν αρχηγό – ηγεμόνα τον Αχαιό Αχιλλέα, κάποια πόλη δηλαδή της Θεσσαλίας, ίσως κοντά στη σημερινή Λάρισα.

Άλλοι προτίμησαν την ερμηνεία Γ(1)4 ως λογικότερη, οπότε ο όρος παρέπεμπε στη θεσσαλική πεδιάδα ή σε ολόκληρη την αχαϊκή πεδινή επικράτεια του Αχιλλέα κάπως νοτιότερα της Θεσσαλίας.

Οι υπόλοιποι θεώρησαν τον όρο δανεικό, προερχόμενο από το Άργος της Πελοποννήσου. Στήριξαν την άποψή τους στο γεγονός ότι εκτός του Ομήρου και ο τραγικός Ευριπίδης, πολύ αργότερα στην τραγωδία «Φοίνισσαι», [13] ανέφερε το όνομα με σαφή υπόδειξη την πατρίδα των «Εφτά Πολέμαρχων», το Άργος: «Άργος ώ Πελασγικόν, δειμένω τάν σάν αλκάν και το θεόθεν… [14]». (Ευριπ. Φοίνισσαι 256-257).

Μία άλλη αναφορά του όρου «Πελασγικόν Άργος» περιέχεται σε αυθόρμητο(;) χαρακτηρισμό – απάντηση που χρησμοδότησε το μαντείο των Δελφών, ο οποίος τοποθετούσε στην πρώτη θέση την πολεμικότητα των Αργείων:

«Γαίης μέν πάσης τό Πελασγικόν Άργος άμεινον…» [15] (Πυθία)

Στο επίθετο αναγνωρίζεται αναμφίβολα το δωρικό Άργος της Πελοποννήσου.

 Τέλος, ο Στράβων, προσδιορίζοντας τους τόπους κατοικίας των Πελασγών στον ελλαδικό χώρο, πήρε ξεκάθαρη θέση στον εντοπισμό του «Πελασγικού Άργους» και καθόρισε ότι: «…και το Πελασγικόν Άργος ή Θετταλία λέγεται, το μεταξύ των εκβολών τού Πηνειού και των Θερμοπυλών, έως της ορεινής της κατά Πίνδον…» (Στράβων, Γεωγραφικά 2,21).

γ) Στο περιεχόμενο των ομηρικών επών συναντιέται και ο όρος «Αχαϊκόν Άργος». [16] Φαίνεται ότι ο χαρισματικός ποιητής υποχρεώθηκε να «επινοήσει» αυτό το επίθετο για διάκριση από το «Πελασγικόν», μιας και ο εντοπισμός της τοποθεσίας είναι εντελώς διαφορετικός. Με τον όρο «Αχαϊκόν Άργος» ο Όμηρος εννοεί τη μυκηναϊκή επικράτεια του βασιλιά Αγαμέμνονα ή ολόκληρη την αχαϊκή Πελοπόννησο.

 Ο Διονύσιος Αλικαρνασσεύς (1ος π.Χ. -1ος μ.Χ. αι.) μιμήθηκε τον Όμηρο, καθώς αναφέροντας τον όρο Αχαϊκό Άργος εδήλωνε ολόκληρη την Πελοπόννησο. Όμως, συγχέοντας τα πράγματα, όρισε τη γη του Πέλοπα ως κοιτίδα των αρχέγονων προελλήνων Πελασγών: «…ούτοι αυτόχθονες όντες ώκησαν το πρώτον το Αχαϊκόν Άργος … μετέπειτα δε Θεσσαλίαν … πολλής και αγαθής χώρας κρατήσαντες…» (Διον. Αλικαρν., Ρωμαϊκή Αρχαιολογία α 11-26)

δ) Πολύ σπάνια συναντιέται και το επίθετο «Αργόλας», [17] που σήμαινε τον Αργείο στρατιώτη ή ολόκληρο τον αργειακό στρατό.

ε) Μοναδική πληροφορία για τη γραφή του ονόματος Άργος εκτός της επικράτειάς του μας παρέδωσε ο Στράβων. [18] Περιδιαβαίνοντας τα μέρη της Στερεάς Ελλάδας, συνάντησε στη Λοκρίδα τη Φαρυγεία, αργειακή αποικία. Συγκεκριμένα έγραψε (1ος αι. π.Χ.): «…καλείται δε νυν Φαρύγαι ίδρυται δ’ αυτόθι Ήρας Φαρυγαίας ιερόν από τής έν Φαρύγαις τής Αργείας καί δή καί αποικοί φασιν είναι τών Αργείων». [19]

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι παλαιότερα (6ος π.Χ. αι.) η λέξη Άργος γραφόταν ως «Fάργ-ος» και η αργεία Ήρα «Fαργ-εία». Στα κατοπινά χρόνια η μορφή αυτή καταργήθηκε στη μητρόπολη, καθώς η εξέλιξη της γραφής συνεχίστηκε, για να καταλήξει στην ιδιωματική αργείτικη γραφή του 4ος π.Χ. αι. Όμως, στις αποικίες οι μεταλλαγές στο γράψιμο ήταν σχεδόν μηδενικές, ακόμα και μέχρι τα χρόνια του Στράβωνα αι. π.Χ.).

 

Δ. Η ολοκλήρωση

Η εκλογή

 

«…Αργείος ανακαλούμενος…»[20]

  «…Αργείος ονομαζόμενος (καταγόμενος από το Άργος)…»

 (Σοφοκλής, Ηλέκτρα 683)

 

Το τελείωμα της επίμονης αναζήτησης και του μακρόχρονου στοχασμού για το ξεδιάλεγμα των ορθών ριζών και ερμηνειών της λέξης ΑΡΓΟΣ, αποκάλυψε ένα δαιδαλώδες δημιούργημα απόψεων και συμπερασμάτων, ένα πολύπλοκο λεκτικό κατασκεύασμα. Διαφορετικές μορφές γραφών και γλωσσικών προελεύσεων, πάντα διανθισμένων με ελκυστικές ερμηνείες και εξωτικές προσεγγίσεις.

Η ερώτηση είναι αυθόρμητη: «Ποια απ’ όλες τις ερμηνείες ταιριάζει για το δικό μας Άργος;» Η απόκριση είναι μοναδική και απρόβλεπτη:«Όλες!» Αναλύοντας τις συνθήκες ίδρυσης του προϊστορικού συνοικισμού και ακολουθώντας τη διαιώνιση της μυθικής και ιστορικής πορείας της πανάρχαιας πόλης, διαπιστώνουμε ότι σχεδόν όλες οι απόψεις συνδυάζονται και συναρμόζονται με κάποιο ή κάποια από τα μυθιστορικά γεγονότα στη μακραίωνη ύπαρξή της. Οι ελάχιστες που παρεκκλίνουν ανταποκρίνονται ακριβώς στις μορφές της φυσικογεωλογικής τοποθεσίας της.

Περιορίζοντας τη γενικότητα της ερώτησης, η μετατροπή της είναι ριζική: «Ποια περίπτωση αξιολογείται ως πιθανότερη;» Το μοναδικό σίγουρο βοήθημα και μέσο επιλογής είναι το αλάνθαστο κριτήριο που παρέχει η παρατήρηση του επικρατέστερου γεωγραφικού γνωρίσματος του γύρω χώρου. Απ’ όλες τις αισθήσεις η όραση είναι εκείνη που καθοδηγεί και καθορίζει με βεβαιότητα. Είναι αυτή που διεγείρει, στο μεγαλύτερο βαθμό, το μηχανισμό της νόησης και τον αναγκάζει να καταλήξει στην ολοκλήρωση της γνώσης: ΑΡΓΟΣ = ΠΕΔΙΑΔΑ. Τελική επιλογή η περίπτωση Γ(1)4.

Πράγματι το εντυπωσιακότερο γεωλογικό στοιχείο στον περιβάλλοντα χώρο του διαχρονικού Άργους ήταν και είναι η πανέμορφη πεδιάδα του, αυτή που ο χαρισματικός Μικρασιάτης ποιητής στόλισε με τον επινοηματικό χαρακτηρισμό: «ούθαρ αρούρης», [21] δηλαδή «μαστάρι της γης» (ζωοδότρα γη).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το ινδοευρωπαϊκό φύλο των Πελασγών πρωτομπήκε στην αργειακή πεδιάδα γύρω στο 2800 π.Χ., με τελευταίο σταθμό και αρχή διασποράς στον ελληνικό χώρο τον κάμπο της σημερινής Θεσσαλίας. Ήταν λαός συγγενής των πρωτο­ελληνικών φύλων.

[2] Χατζηστέρης Α., «Τα προ των Αχαιών Ελληνικά Φύλα στην Αργειακή Πεδιάδα» Μελέτη υ.έ., ΑΡΓΟΣ 2003.

[3] Οι Αχαιοί – ινδοευρωπαϊκό ελληνικό φύλλο – άρχισαν, πολύ αραιά στην αρχή, να εμφανίζονται στον κάμπο μετά το 1900 π.Χ., διαβαίνοντας τα βόρεια στενά και δύσβατα περάσματα του όρους Τρητού και εγκαταστάθηκαν στα ΒΑ της πεδιάδας. Εκεί, θεληματικά απομονωμένοι, τελειοποίησαν την ελληνική «μυκηναϊκή» γλώσσα, την οποία, από το 1550 π.Χ. περίπου, άρχισαν να αποτυπώνουν στις «οικονομικο-απογραφικές» πήλινες πινακίδες της Γραμμικής Β γραφής τους. Το γειτονικά «άσπονδο» Άργος φαίνεται ότι δεν επηρεάστηκε γλωσσικά από τους «νεόκοπους» πολιτιστικά Μυκηναίους, ακόμα και στα χρόνια της «πολύχρυσης Μυκήνης». Την εποχή αυτή στο Άργος μιλιόταν ένα παρεφθαρμένο κατάλοιπο της πελασγικής, ενισχυμένο έντονα με άφθονα στοιχεία της πρωτοελληνικής γλώσσας.

[4] Οι επαφές του Άργους και των λαών του Λεβάντ(ε) άρχισαν με την αρχή της 2ης π.Χ. χιλιετίας. Οι εμπορικές και πολιτιστικές ανταλλαγές κορυφώθηκαν γύρω στο 1700 π.Χ.

[5] Περισσότερες λεπτομέρειες: Ελευθεριάδης Ν.Π. «Η Πελασγική Ελλάς», ΑΘΗΝΑΙ 1931.

[6] Πίνδαρος, Νεμ. 10,2 Ο πολυταξιδεμένος στο Άργος λυρικός ποιητής (522-442 π.Χ.) «χαρίζει» στην πόλη ομορφοπλασμένα κοσμητικά επίθετα, τονίζοντας τη θεόσταλτη αγάπη της προστάτιδάς της Ήρας. Χαρακτηρίζει την πόλη ως κατοικία της θεάς, εννοώντας το ναό του Ηραίου, όπου η Ήρα λατρευόταν με τελετές αντάξιες της θεϊκής καταγωγής της.

[7] Ο Ηρόδοτος (485 – μετά το 425 π.Χ.) εγκωμιάζει το Άργος και τη φήμη του, αναπολώντας τα χρόνια της ύστερης μεσοελλαδικής εποχής (1750-1600 π.Χ.), όταν η πόλη έφτασε σε μεγάλο βαθμό ανάπτυξης. Η περιεκτική σε μυθοπλασίες αργειακή παράδοση μας πληροφορεί ότι η καταγωγή των περισσότερων ηγεμόνων των ελληνικών πόλεων, καθώς και πολλών των εκτός της Ελλάδας λαών, ήταν την εποχή αυτή από το Άργος. Η πρώιμη σχέση της πόλης προς όλες τις κατευθύνσεις, με τους ηγεμόνες ολόκληρου του γνωστού κόσμου της μέσης χαλκοκρατίας, συνηγορεί με την άποψη ότι το Άργος κατείχε την πρώτη θέση μεταξύ των πόλεων της Ελλάδας και ήταν πολύ σημαντική διεθνώς.

[8] Ο μέγας λυρικός ποιητής Πίνδαρος (522-442 π.Χ.) εξυμνεί τα παράτολμα κατορθώματα των τέκνων του Άργους και ειδικότερα του αθλητή της πάλης Θεαίου, που νίκησε στους αγώνες των Νεμεών. Χρονολογία, γύρω στο 500 π.Χ. Τόπος, το Άργος. Την εποχή αυτή πολλά ονόματα επιφανών Ελλήνων ανήκαν σε Αργείους διασκορπισμένους μακριά από τον τόπο καταγωγής τους.

[9] Ο ιστορικός και γεωγράφος Στράβων (65 π.Χ.-23μ.Χ.) «προσεγγίζει» την προϊστορία της αργειακής γης, μνημονεύοντας ως πρώτους κατοίκους της τους Πελασγούς. Προσδιορίζει, μάλιστα, το χρόνο κατοίκησης με ακρίβεια, συγκρίνοντάς τον με τη μεταγενέστερη εποχή άφιξης των Δαναών (Πρωτοαργείων). Η φράση «νόμον έθηκαν Ελλάδα» περιέχει σύντομο όσο και περιεκτικό νόημα, που μπορεί να συνοψιστεί σε κάποιο τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας των κοινωνικών δομών μιας πρωτόγονης συνάθροισης ατόμων στην αργειακή πεδιάδα (αρχές Πρωτοελλαδικής εποχής, 2800 π.Χ. περίπου).

[10] Ο άγνωστος ποιητής του χαμένου έπους της «θηβαϊδας» (8ος π.Χ. αι.) «παροτρύνει» τη θεά να τραγουδήσει για το πολυδιψασμένο Άργος και τους εφτά στρατηγούς της, που ξεκίνησαν ενάντια στην εφτάπορτη Θήβα. Ο τραγικός Αισχύλος (525 – 456 π.Χ.) «ενσωμάτωσε» το απόσπασμα αυτό στο έργο του «Επτά επί Θήβας». Το συγκεκριμένο επίθετο «πολυδίψιον» σίγουρα αναφέρεται στο δικό μας Άργος. Υπάρχουν όμως επίθετα, κυρίως γεωγραφικά, που προηγούνται ή ακολουθούν τη λέξη, χωρίς να «εντοπίζουν» την Αργολίδα.

[11] Ιλιάδα, Β 681. «όσοι κατοικούσαν το Πελασγικό Άργος.»

[12] Ιλιάδα, Β 685. Εδώ εντάσσεται η πληροφορία της διάθεσης πενήντα καραβιών από την επικράτεια του Αχιλλέα για τη μεταφορά του στρατού στα μικρασιατικά παράλια της Τροίας: «…τούτων βέβαια των πενήντα καραβιών ήταν επικεφαλής ο Αχιλλεύς…».

[13] O Ευριπίδης (485-406 π.Χ.) έγραψε την τραγωδία το 408 π.Χ.

[14] Η υπέροχη μετάφραση του κειμένου: «Ω Άργος των Πελασγών, φοβάμαι τη δύναμή σου και την εύνοια των θεών (που έχεις)». Οι υπερασπιστές της εφτάπυλης Θήβας ομολογούν έντρομοι το δέος που αισθάνονται μπροστά στη θεά του πάνοπλου αργειακού στρατού των εφτά στρατηγών, που είναι στρατοπεδευμένος στον κάμπο, λίγο πιο έξω από τα θεόρατα τείχη της Καδμείας πόλης.

[15] «Απ’ όλες τις πόλεις της γης (Ελλάδας) το Άργος των Πελασγών (είναι) το καλύτερο (πολεμικότερο)». Μετά την τελική επικράτηση των Δωριέων στην Πελοπόννησο (γύρω στο 1100 π.Χ.) η ονομασία «Πελασγικό Άργος» φαίνεται ότι εξακολουθούσε να διατηρείται ανέπαφη, ακόμα και στα μετέπειτα ιστορικά χρόνια. Οι δωρικές πελοποννησιακές πόλεις Άργος, Κόρινθος, Λακεδαίμων, Μεγαρίς κ.ά. συναγωνίζονταν σε πολεμικότητα, κύριο χαρακτηριστικό τους. Κάποτε οι Μεγαρείς, γύρω στο 530 π.Χ. μετά από μια νικηφόρα μάχη ενάντια στους Αθηναίους, ρώτησαν την Πυθία: «Τίνες κρείττονες είεν των Ελλήνων;» Τότε πήραν την προηγούμενη απάντηση – όχι χρησμό διφορούμενο – που κατέτασσε πρώτο το Άργος και μετά τη Λακεδαίμονα. Όσον αφορά τους Μεγαρείς, η κατάληξη του κειμένου ήταν απρόβλεπτη: «…υμείς δ’ ώ Μεγαρήες, ουδέ τρίτοι, ουδέ τέταρτοι, ουδέ δυωδεκαταίοι ούτ’ έν λόγω ούτ’ εν αριθμώ».

[16] Ιλιάς I 141 και I 283

[17] «Πυραίθει στρατός Αργόλας» (Ευριπίδης, Ρήσος 41 και Αριστοφάνης, Αποσπ. 284) δηλαδή: «Ανάβει φωτιές ο στρατός των Αργείων». Μερικοί ομηριστές εξέφρασαν την άποψη ότι με το επίθετο «Αργόλας» ο Ευριπίδης μιμήθηκε τον Όμηρο και την συνήθειά του να περιλαμβάνει ολόκληρο τον ελληνικό στρατό μέσα στη γενικότερη έννοια της λέξης. Ο Ρήσος ήταν βασιλεύς των Θρακών, σύμμαχος των Τρώων.

[18] Στράβων Γεωγραφικά 4,26

[19] «…τώρα δε (η πόλη) ονομάζεται Φαρυγεία. Εδώ ιδρύθηκε ναός αφιερωμένος στη Φαρυγεία Ήρα, όπως με το ναό της Φαρυγείας στο Άργος Μάλιστα (οι κάτοικοι) λένε ότι είναι άποικοι των Αργείων».

Η γλωσσολογική μετάλλαξη – διερεύνηση της λέξης «αργεία» σε «Φαρυγεία» έχει δυσνόητη εξήγηση και παραλείπεται. Μέχρι τις μέρες μας η θέση της αρχαίας Φαρυγείας δεν έχει εντοπισθεί με σιγουριά, ώστε οι χρονολογήσεις που ενδιαφέρουν να είναι απόλυτα ακριβείς.

[20] Ο Ορέστης συστήνεται στην αδελφή του Ηλέκτρα και αυτή τον αναγνωρίζει. Από μικρή παιδούλα τον περίμενε να γυρίσει στο παλάτι και να εκδικηθεί τους δολοφόνους του πατέρα τους. Στα χρόνια του Σοφοκλή (496-406 π.Χ.) το ένδοξο όνομα της «πολύχρυσης Μυκήνης» μισοξεχάστηκε. Οι ποιητές της εποχής αναγνώριζαν ως Αργείους ακόμα και γνήσια τέκνα των Μυκηνών. Το Άργος του 5ου π.Χ. αι. ήταν μια αναγνωρισμένη από όλους τους Έλληνες ισχυρή δωρική πόλη με μεγάλη επικράτεια, σε αντίθεση με τις Μυκήνες που αποτελούσαν μικρή κώμη.

[21] Ιλιάς I 243.

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία


 

Α’ Ελληνική

  • Δορμπαράκης Π., «Λεξικό Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας», Αθήναι 1971.
  • Ελευθεριάδης Ν. Π., «Η Πελασγική Ελλάς», Αθήναι 1931.
  • Κακριδής I., «Ελληνική Μυθολογία», Τόμοι II, III, IV Αθήνα 1986.
  • Κιουπκκλής Κ., «Οι Δωριείς, οι Πελασγοί Αρκάδες, ο Ηρόδοτος», Περιοδικό Ιστορία. Απρίλιος 1973.
  • Μπαμπινιώτης Γ., «Λεξικό Ν. Ελληνικής Γλώσσας», Αθήνα 1997.
  • Μυλωνάς Γ., «Η Νεολιθική Εποχή εν Ελλάδι», Αθήναι 1928.
  • Συριόπουλος Κ. Θ., «Η Προϊστορία της Πελοποννήσου», Αθήναι 1964.
  • Συριόπουλος Κ. Θ., «Οι Μεταβατικοί Χρόνοι από τη Μυκηναϊκή εις την Αρχαϊκή Περίοδο», Αθήναι 1983.
  • Αρχαία Ελληνική Γραμματολογία (52 τόμοι), Εκδ. ΠΑΠΥΡΟΣ, Αθήνα 1995.
  • Liddel Η. – Scott R., «Μέγα λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης», Αθήναι 1970.

 

 ΒΞένη

 

  • Allen T.W., «Argos in Homer», G. Q 1909 81-90.
  • Caskey J. L., «The early Helladic Period in the Argolid», Hesperia 26. 1960.
  • Cooldstream J. N., «Geometric Greece», London 1977.
  • Crossland R. A., «Immigrants from the North», Cambridge 1967.
  • Desporough V. R., «The last Mycenaeans and their Successors», Oxford 1964.
  • Georgiev P., «Greek Indoeuropeans Toponyms with Greek Origin», Oxford 1972.
  • Gimbutas M., «The beginning of the Bronze Age in Europe and the Indoeuropeans», (3500-2500 b.C.) Ox­ford 1973,
  • Hall H., «The Civilization of Greece in the Bronze Age», London 1928.
  • Huxley G., «Argos et les Derniers Temenides», Paris 1958.
  • Hoffmann J. B., «Ετυμολογικό Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας», Αθήναι 1970.
  • Kelly Th., «A History of Argos to 500 b.C.», University of Minneapolis 1976.
  • Lichinson O., «The origins of the Mycenaean Civilization», Coteborg 1977.
  • Myres J. L., «Who were the Greeks», Berkeley 1930.
  • Musti D., «Le Origin! dei Greci Dorie Modo Egeo», Roma 1985.
  • Sakellariou M.,
  1. «Dialectes et Ethne Grecs a l’ Age du Bronze», Thessalonica 1973.
  2. «Pelasqes et Autres Peuples Indo – Europeens en Grece a l’ Age du Bronze», Thessalonika 1975.
  3. « Peuples Prehelleniques d’ Origine Inoeuropeanne » Athens 1977
  • Tomlinson F. A., «Argos and the Argolid», London 1972.
  • Van Windekens A. J., «Le pelasqique», Amsterdam 1952.
  • Zerner K., «The Beginning of the Middle Helladic Period at Lerna», N. Carolina 1978.

 

Απόστολος Β. Χατζηστέρης

 Άργος, Ιούνιος 2004

Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τεύχος 2, Δεκέμβριος, 2004.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Ναύπλιο και η αγροτική του ενδοχώρα τον 19ο αιώνα – Εύη Καρούζου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Αν στηριχθεί κάποιος μόνο στα στατιστικά στοιχεία που αφορούν στην πόλη του Ναυπλίου τον 19ο αιώνα – πληθυσμιακά ή οικονομικά –, τότε είναι πολύ πιθανό να σχηματίσει την εικόνα μιας πόλης που βρίσκεται σε στασιμότητα ή ακόμη και σε παρακμή. Όμως, όσο και αν θέλουμε να εστιάσουμε στην πόλη και τους ανθρώπους της, η πόλη δεν υπάρχει χωρίς την ενδοχώρα της, ακόμη και αν η ενδοχώρα αυτή βρίσκεται πολλά χιλιόμετρα μακριά από τις παρυφές της πόλης.

Μια πόλη χαρακτηρίζεται ως κεντρικό σημείο ενός τόπου, εφόσον είναι σε θέση να προσφέρει στον πληθυσμό της ευρύτερης περιοχής μια σειρά από αγαθά και υπηρεσίες που δεν μπορεί να προσφέρει καμία άλλη πληθυσμιακή συγκέντρωση στην ίδια περιοχή, σε κόστος το οποίο δεν πρέπει να ξεπερνάει ένα συγκεκριμένο ύψος και να γίνεται ασύμφορο για τον δέκτη των υπηρεσιών. Το Ναύπλιο πληροί αυτές τις προδιαγραφές σε ό,τι αφορά στις διοικητικές και δικαστικές υπηρεσίες. Για παράδειγμα, το γεγονός ότι το Ναύπλιο είναι έδρα Εφετείου, στο οποίο υπάγονται τα Πρωτοδικεία Ναυπλίου, Τρι­πόλεως, Σπάρτης, Καλαμών και Κυπαρισσίας, προσδιορίζει την κίνηση του πληθυσμού, ακόμη και των πιο απομακρυσμένων περιοχών, ο οποίος είναι υποχρεωμένος να επισκεφθεί το Ναύπλιο, ακόμη και αν για όλες τις υπόλοιπες συναλλαγές του καταφεύγει σε πλησιέστερες πληθυσμιακές συγκεντρώσεις. Επομένως, για να μελετήσουμε καλύτερα το Ναύπλιο είναι αναγκαίο να δού­με την ενδοχώρα του ή, πιο σωστά τις ενδοχώρες του. Η διοικητική ενδοχώ­ρα της πόλης είναι λίγο-πολύ αυτονόητη, παρόλο που οι μετατοπίσεις της υποδηλώνουν την προσπάθεια προσαρμογής της διοίκησης στα δεδομένα που δημιουργούν οι άλλες ενδοχώρες της πόλης. Εκείνο με το οποίο είναι αναγκαίο να ξεκινήσουμε, είναι να προσδιορίσουμε δημογραφικά την ενδοχώρα της πόλης και, ακολούθως, να εξετάσουμε ποιο είναι το πληθυσμιακό μέγεθος της Επαρχίας Ναυπλίας, ποιον πληθυσμό, δηλαδή, πρέπει να εξυπηρετήσουν οι υπηρεσίες του Ναυπλίου. Στη συνέχεια, θα πρέπει να προσδιορίσουμε την οικονομική φυσιογνωμία αυτής της ενδοχώρας.

Το 1851 ο Ιάκωβος Ρίζος Ραγκαβής αναφέρει στα Ελληνικά του ότι η Επαρχία Ναυπλίας αποτελείται από 4 Δήμους: Ναυπλίας, Νέας Επιδαύρου, Μινώας και Μηδείας. Το μεγαλύτερο τμήμα του Δήμου Ναυπλίας και μέ­ρος του Δήμου Μηδείας βρίσκονται στην αργολική πεδιάδα, ενώ τα υπόλοιπα χωριά είναι ημιορεινά ή ορεινά.

Πέρασμα στο Κατσίγκρι, Chr. Wordsworth, 1839.

Ο πολυπληθέστερος Δήμος είναι εκείνος των Ναυπλιέων, αφού περιλαμβάνει τη μοναδική πόλη της Επαρχίας αλλά και αρκετά χωριά του κάμπου. Ακολουθεί ο Δήμος Μηδείας, ο οποίος επίσης έχει πολλά χωριά στον κά­μπο, ενώ ο Δήμος Επιδαύρου, με πολύ λιγότερα χωριά, οφείλει τη δυναμική του στην παρουσία της Νέας Επιδαύρου και του Λυγουριού. Τέλος, ο Δήμος Μινώας, με μοναδικό οικισμό αρχικά το Τολό, παρουσιάζει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον ως χώρος μελλοντικής εγκατάστασης ορεινών πληθυσμών. Στη στατιστική αυτή εικόνα του 1851 τις εντυπώσεις κερδίζει η πόλη λόγω του πληθυσμού της. Η εικόνα αυτή θα κλονιστεί, αν δούμε τις τάσεις που εμφανίζουν όλες οι πληθυσμιακές συγκεντρώσεις της Επαρχίας μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Έτσι, λοιπόν, βλέπουμε στον Πίνακα 2 ότι η Επαρχία παρουσιάζει σημαντική αύξηση του πληθυσμού της, η οποία όμως δεν σχετίζεται με την πόλη του Ναυπλίου που βλέπει τον πληθυσμό της να παραμένει στάσιμος. Ειδικότερα στον Δήμο Ναυπλιέων, η αύξηση εντοπίζεται στα χωριά του Δήμου.

Ας δούμε τώρα τη σύνθεση του πληθυσμού των Δήμων: όλοι οι Δήμοι παρουσιάζουν ενδιαφέρον με εξαίρεση τον Δήμο Μηδείας. Ο Δήμος Ναυπλιέων έχει ποσοστό ετεροδημοτών 57,5% επί του πληθυσμού του και έρχεται τρίτος, μετά τον Δήμο της Ερμούπολης (79,7%) και τον Δήμο της Αθήνας (64,7%) σε αριθμό ετεροδημοτών. Ο Δήμος Επιδαυρίων έχει ποσοστό ετεροδημοτών που ανέρχεται στο 24,8%, ο Δήμος Μηδείας 0,4%, ενώ ο Δήμος Μινώας έρχεται πρώτος στο Βασίλειο με ποσοστό ετεροδημοτών που ανέρχεται στο 37,7%.3 Το μεγάλο ποσοστό ετεροδημοτών του Δήμου Ναυπλιέων μπορεί να δικαιολογηθεί από την παρουσία στρατιωτικών και δημόσιων υπαλλήλων στην πόλη του Ναυ­πλίου. Ίσως όμως αυτό δεν είναι αρκετό. Αν δούμε τα χωριά του ίδιου Δήμου, παρατηρούμε ότι υπάρχουν οικισμοί που – μέσα σε λιγότερο από 30 χρόνια – σχεδόν διπλασιάζουν τον πληθυσμό τους: Τζαφέραγα, Χαϊδάρι, Κούτσι, Μερζές και έπονται το Σπαϊτζίκο και το Κατσίγκρι. Επομένως, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η ημινομαδική κτηνοτροφία που υπάρχει στην περιοχή, προερχόμενη από την Αρκαδία, ευθύνεται για τη διόγκωση του πληθυσμού στην περιοχή, φαινόμενο που σιγά-σιγά θα πάρει τη μορφή μόνιμων οικισμών με νέα ονόματα.

Αυτή η υπόθεση ενισχύεται, αν δούμε τον Δήμο Μινώας. Αυτός ο Δήμος μέσα σε λίγα χρόνια υπερδιπλασιάζει τον πληθυσμό του, χωρίς όμως να παρουσιάζει σταθερούς μόνιμους οικισμούς, γεγονός που σημαίνει ότι ο δεύτερος οικισμός που εμφανίζεται μετά το Τολό, τα Ίρια, δεν έχει ακόμη παγιωθεί και αποτελεί χώρο περιοδικής εγκατάστασης κτηνοτρόφων. Φαίνεται ότι ο αρχικός πληθυσμός προσφύγων που εγκαταστάθηκε στα Ίρια και στην Κά­ντια, δεν εδραιώθηκε άμεσα ως μόνιμος πληθυσμός με μόνιμη, κυρίως γεωργική, απασχόληση. Το 1841, το επαρχιακό συμβούλιο Ναυπλίας αναφέρει ότι για τη βοσκή των μεγάλων ζώων της επαρχίας, δηλαδή κυρίως των αροτριώ­ντων ζώων, επαρκούν 1.300 στρέμματα γης, τα οποία κατανέμονται ως εξής: 500 στρ. για τον Δήμο Μηδείας, 500 για τον Δήμο Τίρυνθας και Ασίνης, 250 για τον Δήμο Επιδαύρου και μόνο 50 για τον Δήμο Μινώας. Η χαμηλή ζήτηση για τις βοσκές των αροτριώντων ζώων σημαίνει ότι στον Δήμο Μινώας το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια της χρονιάς, δεν είναι μόνιμα εγκατεστημένο και δεν ασκεί συστηματικά τη γεωργία.

Τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι ο πληθυσμός της Επαρχίας είναι μια κινούμενη άμμος· δεν επηρεάζεται μόνο από τη φυσική κίνηση (γεννήσεις – θάνατοι) αλλά και από μετακινήσεις που δημιουργούν μία μεταβλητή ενδοχώρα που προσκολλάται ή απομακρύνεται από το διοικητικό της κέντρο, το Ναύπλιο. Οι οικονομικές δραστηριότητες αυτού του πληθυσμού σε συνάρτηση με τη διοικητική φυσιογνωμία της περιοχής ενισχύουν αυτή την εικόνα του μεταβλητού τοπίου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Ναύπλιο και η αγροτική του ενδοχώρα τον 19ο αιώνα

Read Full Post »

Ρόμβη (Νησίδα, Τολό Αργολίδας)


 

Η Ρόμβη είναι το μεγαλύτερο από τα τρία νησιά με έκταση περίπου 1,6 τετραγωνικά χλμ. που βρίσκεται απέναντι από το Τολό και είναι προσβάσιμο μόνο με σκάφος (οι επισκέπτες και οι κάτοικοι μπορούν να πάνε και κολυμπώντας ή με θαλάσσια ποδήλατα). Η μπούκα του λιμανιού ανάμεσα στη στεριά και τη Ρόµβη μοιάζει με στενό πέρασμα σε πειρατικό μυθιστόρημα. Κοιτώντας το χάρτη καταλαβαίνεις πως η Ρόµβη αποτελούσε κάποτε προέκταση της στεριάς, αλλά κάποιο γεωλογικό φαινόμενο την θέλησε νησίδα.

Η  Ρόμβη έχει ένα πανέμορφο πευκοδάσος, που αδειάζει άφθονο σµαραγδί χρώμα στον καθρέφτη της θάλασσας και αποτελεί καταφύγιο άγριων πουλιών, ενώ η φυσική βλάστηση του νησιού είναι αξιοπρόσεκτη, αφού  στη Ρόμβη βρίσκει κανείς βότανα όπως ρίγανη, θυμάρι, μελισσόχορτο κ.α. Στο πίσω μέρος του νησιού, όπου υπάρχει και μια όμορφη παραλία, υπάρχει εκτεταμένο δάσος με αγριελιές (περιοχή Καρυώτη). Σ’ αυτό το νησί χρωστάει το Τολό όλη σχεδόν τη γραφικότητα και τη ζεστασιά του κλειστού όρμου, όπου λιάζονται ξένοιαστα από ανέμους πολύχρωμα μικρά πλεούμενα.

 

Ρόμβη, Φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Η Ρόµβη είναι  κηρυγμένος αρχαιολογικός χώρος από το 1962 [1]. Παλιά ήταν το καρνάγιο για τους ψαράδες, ενώ υπάρχουν κατεστραμμένα τείχη και χαλάσματα από παλιές κατοικίες και εμφανή λείψανα ενετικών οχυρώσεων και λείψανα κλασσικών και παλαιοχριστιανικών χρόνων σε όλο το εύρος του νησιού, που εντοπίστηκαν ύστερα από επιφανειακές έρευνες αρχαιολόγων [2]. Στη Ρόμβη, όπως και στο Δασκαλειό, βρέθηκαν βυζαντινά μολυβδόβουλα (5 στη Ρόμβη και 4 στο Δασκαλειό) που χρονολογούνται από τον 6ο ως τον 8ο μ.Χ αιώνα και ανήκαν σε κατόχους εκκλησιαστικών αξιωμάτων, σε αξιωματούχους της επαρχιακής διοίκησης και τιτλούχους της βυζαντινής αυλής. Πρόκειται για πολύ σημαντικά ευρήματα, γιατί τα ίχνη οχυρώσεων και οικημάτων και η εύρεση νομισματικών θησαυρών και μολυβδόβουλων του 6ου-8ου αιώνα μ.Χ. αποδεικνύουν ότι τα νησιά του Τολού και της ευρύτερης περιοχής, όπου υπήρξαν αντίστοιχα ευρήματα, αποτέλεσαν καταφύγιο και τόπο κατοικίας των ντόπιων πληθυσμών από τις επιδρομές αρχικά των Βησιγότθων και στη συνέχεια Σλάβων, Αβαροσλάβων και Αράβων μεταξύ του τέλους του 4ου και του 2ου μισού του 7ου αι μ.Χ.

 

Ρόμβη, Φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Στο μεσαιωνικό κείμενο «Χρονικό της Μονεμβασίας», που βρέθηκε στη μονή Ιβήρων, αναφέρεται πως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Σλάβους οι κάτοικοι του Άργους μαζί με τον επίσκοπο Άργους, για να γλιτώσουν από τη σλαβική επιδρομή του 587- 88, κατέφυγαν στο κοντινό νησί Ορόβη [3]. Στη συνέχεια το νησί παραμένει μια ισχυρή θέση της Αργολίδας με διοικητική και εκκλησιαστική σημασία.

Κατά το β’ μισό του 7ου, όταν τα νησιά ερημώνουν εξαιτίας των θαλάσσιων επιδρομών των Αράβων, η Ρόμβη χάρις στην ισχυρή φυσική και τεχνητή οχύρωσή της άργησε να εγκαταλειφθεί. Κατά τον 8ο και 9ο αιώνα στα νησιά του Αργολικού έχουν απομείνει λιγοστές εξαθλιωμένες οικογένειες βοσκών και ψαράδων, για να παρατηρηθεί κατά τον 11ο και12ο αιώνα εντυπωσιακή ανάκαμψη πληθυσμού, που όμως ανακόπηκε εξαιτίας της πειρατείας.

Για την ετυμολογία του ονόματος Ρόµβη υπάρχουν διάφορες απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη το όνομα Ρόμβη είναι σλαβικής προέλευσης από τη λέξη Οροβάς, που σήμαινε νησί.  Άλλοι υποστηρίζουν ότι το όνομα Ρόμβη έχει ετυμολογική συγγένεια με την αρχαία ελληνική λέξη όροβος, ορόβιον, που είναι το όνομα του φυτού ορόβι ή ρόβι ή ροβίτσα, οι σπόροι του οποίου χρησιμοποιούνται ως τροφή βοδιών και προβάτων (σήμερα το φυτό λέγεται Βίκος) [4].  Κατά καιρούς το νησί έδωσε το όνομά του στην ευρύτερη περιοχή αφού οι Ενετοί γεωγράφοι, όταν τον Ιούλιο του 1686 ο στόλος των Ενετών με αρχηγό το Φραντσέσκο Μοροζίνι κατέπλευσε στην περιοχή, έδωσαν στον όρμο του Τολού την ονομασία porto di Rogdi, δηλαδή έναν παρεφθαρμένο τύπο της Ορόβης (λιμάνι της Ορόβης – Ρόβης – Ρόμβης). Ένα άλλο όνομα του νησιού είναι «νησί της Αφροδίτης», ενώ ο Πουκεβίλ σημειώνει ότι η είσοδός του Τολού προφυλάσσεται από ένα νησάκι, το λεγόμενο Μακρονήσι,  όπου βρίσκει κανείς γλυκό νερό [5].

 

Στο χάρτη βλέπουμε τις νησίδες του Τολού, Ρόμβη, Δασκαλειό και Κορωνήσι.

 

Μετά το 1830 και την έλευση των Κρητών αποίκων στην περιοχή τα νησιά ήταν πλέον ακατοίκητα με αραιή θαμνώδη βλάστηση και σποραδικά χαρουπιές. Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν τμήματα της Ρόμβης, αλλά κυρίως τη χρησιμοποιούσαν ως χώρο εκτροφής κατσικιών. Κάποιες κατσίκες χωρίς ιδιοκτήτες να τις μαζέψουν, είχαν περιέλθει σε άγρια κατάσταση και στις αρχές της δεκαετίας του 1970 με επιμέλεια της αγροφυλακής το νησί απαλλάσσεται από τις κατσίκες.

Το 1972 έγινε η πρώτη δενδροφύτευση από την  αγροφυλακή στην μπροστινή πλευρά του νησιού προς το Τολό. Οι δενδροφυτεύσεις συνεχίστηκαν από τα παιδιά του δημοτικού σχολείου Τολού και τον πολιτιστικό σύλλογο Τολού, αλλά τη δεκαετία του 1990 διακόπηκαν λόγω της εμφάνισης κουνελιών που κάποιοι έριξαν ως θηράματα στο νησί. Τα κουνέλια κατέστρεψαν 600 περίπου δέντρα και σώθηκαν μόνο όσα είχαν περιφραχτεί με επίπονη προσπάθεια λόγω του δύσβατου της περιοχής από τον  πολιτιστικό σύλλογο, που έκανε πολλές προσπάθειας για να απαλλαγεί το νησί από τα κουνέλια. Τελικά μια ίωση πιθανώς τα αφάνισε και έτσι το 2009 ξεκίνησαν και πάλι δενδροφυτεύσεις και εντατικός καθαρισμός του νησιού με μέριμνα και έξοδα του πολιτιστικού συλλόγου. Το δάσος είναι «τεχνητό» και αποτελεί πολύχρονη και επίπονη προσπάθεια δενδροφύτευσης των κατοίκων του νησιού µε πρωταγωνιστή τον Πολιτιστικό Σύλλογο δημιουργήθηκε χάρη στον ακάματο μόχθο και ζήλο των ανθρώπων που ασχολήθηκαν με αυτό, παρά τις τρομερά δύσκολες συνθήκες μεταφοράς και φύτευσης. Πλέον παρατηρείται και αυτόματη αναδάσωση με σπόρους, κάτι που αποδεικνύει ότι το δάσος έχει βρει πια τους φυσικούς ρυθμούς του. H δασική υπηρεσία έχει χαρακτηρίσει το νησί αναδασωτέα περιοχή και μόνιμο καταφύγιο θηραμάτων (κυρίως της ορεινής πέρδικας)

 

Υποσημειώσεις


[1] Υ.Α 15904/24/11/62

[2] Ο Aργολικός κόλπος, http://www.argolisculture.gr

[3] Μηναίος Ηλίας, «Από την Επισκοπή Ασίνης στην Επισκοπή Ορόβης», Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII(2009), σελ. 215.

[4] Μηναίος Ηλίας, ο.π., σελ.216.

[5] «Το λιμάνι του πορτ Τουλόν εμφανίζει βάθος δώδεκα ως δεκαπέντε οργιών σ’ όλα σχεδόν τα σημεία του, ενώ η είσοδός του προφυλάσσεται από ένα νησάκι, το λεγόμενο Μακρονήσι,  όπου βρίσκει κανείς γλυκό νερό. ..». [Πουκεβίλ, Ταξίδι στην Ελλάδα, Πελοπόννησος, εκδ. Αφοι Τολίδη, Αθήνα, 1997, σελ. 69].

 

Αλέξης Τότσικας

Ασίνη – Μινώα – Τολό

Από την αρχαία Ασίνη στο κοσμοπολίτικο Τολό

Ιούνιος, 2017

Read Full Post »

Δασκαλειό (Νησίδα, Τολό Αργολίδας) 


 

Το ∆ασκαλειό είναι ένα μικρό νησάκι στο Τολό Αργολίδας που κρύβεται πίσω από τη νότια πλευρά της νήσου Ρόµβης και στον ωραιότερο κόλπο της, αόρατο, κρυφό*, σαν παραπούλι στην αγκαλιά της. Για να συναντήσει κανείς το μικρό αυτό θησαυρό πρέπει να πάρει σκάφος από το λιμάνι του Τολού και να πλεύσει πίσω από τη Ρόµβη. Ένας μικρός ξύλινος µόλος πάνω στα κρυστάλλινα νερά και τα βοτσαλωτά παιχνιδίσματα υποδέχεται τον επισκέπτη.

 

Άποψη του Δασκαλειού στην αγκαλιά της Ρόμβης με το εκκλησάκι στην κορυφή του. Φωτογραφία από τον ιστότοπο Kαστρολόγος – Κάστρα της Ελλάδας.

 

Το Δασκαλειό ήταν ένα από τα νησάκια του αργολικού που κατά το β μισό του 7ου αι. διαδραμάτισε ρόλο νησιωτικού φρουρίου κατά μήκος των νοτιοανατολικών ακτών της Αργολίδας, που παρέμεινε «καθαρή» από το σλαβικό εποικισμό του κεντρικού και δυτικού τμήματος της Πελοποννήσου. Κατά την περίοδο της δεύτερης Ενετοκρατίας και μέχρι το 1718 το Τολό χρησιμοποιήθηκε ως ναύσταθμος του ενετικού στόλου και ορμητήριο για τις επιχειρήσεις εναντίον του Ναυπλίου. Μνημείο της εποχής αυτής είναι η μικρή εκκλησία αφιερωμένη στη Ζωοδόχο Πηγή και τα ερείπια φρουρίου στο Δασκαλειό.

Ένα  ήπια διαμορφωμένο μονοπάτι οδηγεί στην κορυφή, όπου περιμένει το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής µε τον λιτό του αυλόγυρο και την ανεπανάληπτη θέα. Το εκκλησάκι είναι καµαροσκεπής βασιλική µε δίρριχτη στέγη και σύμφωνα µε την κτητορική επιγραφή αγιογραφήθηκε το 1688. Λίγα εντοιχισμένα και σκόρπια λείψανα παλαιοχριστιανικής Βασιλικής στον περίβολο της εκκλησίας του Δασκαλειού και τα εντοιχισμένα σε αυτήν μαρτυρούν την πολύ προγενέστερη ίδρυσή της και υποδηλώνουν την προσωρινή έδρα του επισκόπου Άργους στο νησάκι. Μια επιγραφή στο τέμπλο µας ενημερώνει ότι ανακαινίστηκε το 1869 από τους Κρήτες πρόσφυγες που εγκαταστάθηκαν στο Τολό. Περιμετρικά του ναού σε κάποια απόσταση σώζονται τμήματα ενετικού τείχους σε καλή κατάσταση. Μέρος αυτών καταστράφηκε και οι λίθοι χρησιμοποιήθηκαν από τους Κρήτες πρόσφυγες για την ανοικοδόμηση των σπιτιών τους στο Τολό.

 

Το Δασκαλειό πίσω από το νησί Ρόμβη. Φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Η παράδοση λέει ότι στο ∆ασκαλειό την περίοδο της Τουρκοκρατίας λειτούργησε ιεροδιδασκαλείο, κρυφό σκολειό κατά µια άλλη παραλλαγή, και από εκεί προέρχεται το όνομα του νησιού. Μια άλλη εκδοχή για το όνομά του ισχυρίζεται ότι πρόκειται για παραφθορά του  Scogio di Tolon, όπως ονόμαζαν το λιμάνι του νησιού οι ναυτικοί και οι Ιταλοί γεωγράφοι.

Στην περίμετρο του ∆ασκαλειού διακρίνονται λείψανα ενετικών οχυρώσεων, που παρά τις καταστροφές και την εγκατάλειψη διατηρούνται σε καλή κατάσταση σε αρκετά σημεία, ενώ κοντά στο εκκλησάκι σώζονται τμήματα πύργου. Τόσο το ∆ασκαλειό όσο και η Ρόµβη υπήρξαν συχνά καταφύγια των γύρω πληθυσμών από τους πολλούς επιδρομείς της βυζαντινής περιόδου καθώς και καταφύγια και προσωρινές έδρες Επισκόπων. Αυτό επιβεβαιώνουν μεταξύ πολλών άλλων ευρημάτων και μαρτυριών, τα βυζαντινά µολοβδόβουλα του 6ου-8ου µ.Χ. αι. που βρέθηκαν στα δύο νησάκια, κάτοχοι των οποίων ήταν αξιωματούχοι της εκκλησίας και της επαρχιακής διοίκησης και τιτλούχοι της βυζαντινής Αυλής.

Το ∆ασκαλειό είναι ένα νησί με χαμηλή θαμνώδη βλάστηση. Ανέγγιχτο  σήμερα από την ανθρώπινη παρέμβαση, παρ’ όλους τους επισκέπτες που το κατακλύζουν για να προσκυνήσουν στο ξωκλήσι ή για θαλάσσια μπάνια, είναι τοπίο µε εκπληκτικές εικόνες, ένας παράδεισος για πεζοπορία, βαθιές θεραπευτικές ανάσες και κολύμπι μακριά από το συνωστισμό και τους θορύβους. Ανηφορίζοντας τραβάει την προσοχή του επισκέπτη η παρθένα βλάστηση µε την κάππαρη να κυριαρχεί σε κάθε σχεδόν βήμα και τα διαδοχικά κάδρα µε το βαθύ κυανό της θάλασσας. Ανάμεσα στα υψώματα της Ρόµβης προβάλλει το Τολό. Οι ακτές και οι ράχες της Ρόµβης και οι γκρεμοί του ∆ασκαλειού διανθίζονται µε πινελιές από θαλασσοπούλια και διερχόμενα πλοιάρια. Κατηφορίζοντας το βλέμμα μεθάει από τα γαλάζια ξαφνιάσματα, τις βραχώδεις εξάρσεις, τις πράσινες οάσεις και τους κολπίσκους, που το καλοκαίρι στραφταλίζουν στο άγγιγμα του ήλιου.

 

Υποσημείωση


* Αντωνακάτου Ντιάνα, Αργολίδος Περιήγησις, Εκδ. Νομαρχία Αργολίδος, 1973, σελ. 114.

Αλέξης Τότσικας

Ασίνη – Μινώα – Τολό

Από την αρχαία Ασίνη στο κοσμοπολίτικο Τολό

Ιούνιος, 2017

Read Full Post »

Κορωνήσι  (Νησίδα, Τολό Αργολίδας) 


 

Το απόκρημνο Κορωνήσι είναι το τρίτο και μικρότερο νησάκι του Τολού – μετά τη  Ρόμβη και το Δασκαλειό – ακριβώς απέναντι από το χωριό και σε απόσταση αναπνοής, μόλις 560 μέτρα από την ακτή. Το ακατοίκητο Κορωνήσι (ή Κορωνίδα) είναι προσβάσιμο μόνο με σκάφος, κανό ή θαλάσσιο ποδήλατο που μπορεί να νοικιάσει κανείς από την παραλία στο Τολό, ενώ όσοι έχουν γερά πνευμόνια μπορούν να φτάσουν εκεί και κολυμπώντας. Σίγουρα όμως θα το απολαύσετε φωτισμένο το βράδυ, πίνοντας τον καφές σας ή το ποτό σας στο Τολό. Η θέα της εκκλησίας από τις καφετέριες και τα μπαράκια του Τολού είναι μαγευτική. Οι βραχώδεις πλαγιές του διανθίζονται από άγρια χαμηλή βλάστηση και δέντρα που αντέχουν στην ξηρασία, πεύκα, ελιές και κυπαρίσσια. Η ευρύτερη περιοχή διαθέτει καταπράσινα τοπία πλούσια σε χλωρίδα και πανίδα και φιλοξενεί μερικά σπάνια είδη πτηνών, για τη μελέτη των οποίων καταφθάνουν συχνά στην περιοχή ορνιθολόγοι και ερευνητές.

 

Κορωνήσι, φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

Κορωνήσι, φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

 

Στην κορυφή του λάμπει κάτασπρο εκκλησάκι αφιερωμένο στους Αγίους Αποστόλους χτισμένο μετά το 1830, γραφική σημαδούρα στον ανοιχτό ορίζοντα του νότου [1] και εκλεκτό καταφύγιο των ρομαντικών για γάμους και βαπτίσεις. Απότομες βραχώδεις πλαγιές γεμάτες φραγκοσυκιές, δροσιά, θέα, ένα μικρό ξωκλήσι και αυτά τα ανεπανάληπτα χρώματα του μπλε και του λευκού που θυμίζουν πάντα καλοκαίρι. Στο φόντο του διαγράφονται τα νησιά Υψηλή και Πλατειά μέσα στο απέραντο γαλάζιο. Το Κορωνήσι, όπως και το Δασκαλειό και η Ρόμβη, θεωρούνται αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας και της τουριστικής ανάπτυξης του Τολού.

Στο παρελθόν έγιναν προσπάθειες για την εκμετάλλευση και «αξιοποίηση» των νησιών του Τολού και συγκεκριμένα για εγκατάσταση μονάδας ιχθυοκαλλιέργειας (1985), ίδρυση μονάδας διεθνούς γυμνιστικού κέντρου το 1987, ενώ το 2012 προέκυψε θέμα ενοικίασης ή πώλησής του από το ΤΑΙΠΕΔ.

Κορωνήσι, φωτογραφία από τον ιστότοπο του Τουριστικού Συνδέσμου Τολού.

Οι νέοι επιδρομείς λέγονται επενδυτές και φέρουν σύγχρονα όπλα, που προξενούν βλάβες ανεπανόρθωτες. Η έκταση του νησιού (1,6 τ.χλµ.) και η ωραία και βατή μορφολογία του ανοίγουν προφανώς την όρεξη σε «φιλόδοξες» κερδοσκοπικές εκμεταλλεύσεις. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος και ο Σύλλογος Επαγγελματιών του Τολού υποχρεώθηκαν για άλλη µια φορά να τεκμηριώσουν το αυτονόητο. Η απάντησή τους στις ορέξεις αυτού του είδους υπήρξε κάθετη και αδιαπραγμάτευτη [2]. Το νησί Ρόµβη µε τα παρακείμενα νησάκια ∆ασκαλειό και Κορωνήσι είναι άρρηκτα δεμένα µε την τουριστική αξία, φήμη και προβολή του τόπου µας. Είναι τα στολίδια µας και ο ζωτικός µας χώρος, συνυφασμένα µε την καθημερινότητά µας. Οποιοσδήποτε ενδιαφερόμενος «μνηστήρας» εγείρει αξιώσεις ας γνωρίζει πως, για άλλη µια φορά, θα αντιμετωπίσει την αντίδρασή µας, αλλά και τις απαγορευτικές νομικές διατάξεις.

Η μόνη αποδεκτή αξιοποίηση για το νησάκι είναι λίγες πολύ ήπιες παρεμβάσεις για την δημιουργία πεζοπορικών μονοπατιών στην επικράτειά του. Η ομόθυμη και αγωνιστική αντίδραση των φορέων της τοπικής κοινότητας και του συνόλου των κατοίκων απέτρεψαν τις σχεδιαζόμενες προσπάθειες «αξιοποίησης» του νησιού, που εκτός από αρχαιολογικό χώρο, αποτελεί ένα φυσικό πάρκο με πλούσια και σπάνια πανίδα και χλωρίδα και επιπλέον διαθέτει ελεύθερη παραλία για κολύμβηση.

Πέρασαν Βησιγότθοι, Σλαύοι, Άβαροι, Τούρκοι, πειρατές και τα νησάκια επέζησαν µε τα ιστορικά τους ερείπια να κοσμούν και να τιμούν την περιοχή με την απρόσβλητη ομορφιά τους. Μέχρι σήμερα ο θαλάσσιος περίγυρος των νησιών αποτελεί τον καθημερινό χώρο αλιείας για τους εναπομείναντες ψαράδες του ∆ρεπάνου, της Κάντιας, των Ιρίων, της Κοιλάδας κ.α. και αποτελεί χώρο ζωτικής σημασίας, που τροφοδοτεί µε ολόφρεσκα θαλασσινά το τραπέζι του επισκέπτη.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Παπαδοπούλου Ελένη, Τα νησάκια του Τολού Ρόµβη, Κορωνήσι, ∆ασκαλειό, http://www.epathlo.gr

[2] Ο Σύλλογος Επαγγελματιών Τολού και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Τολού σε επιστολή τους προς τους βουλευτές Αργολίδας το Σεπτέμβρη του 2012 επισημαίνουν:

«…Την 1/9/2012 η εφημερίδα Τα Νέα αναφέρεται σε άρθρο της, ότι ενοικιάζονται 30 νησιά φιλέτα, μεταξύ των οποίων τα νησιά του Αργολικού κόλπου, Ρόμβη, Πλατειά, Ψιλή και Κορωνίδα. Καταρχήν θέλουμε να δηλώσουμε ότι είμαστε αντίθετοι με την παραχώρηση προς εμπορική εκμετάλλευση από ιδιώτες των νησιών της χώρας μας (δεν υπάρχει και αντίστοιχο νομοθετικό πλαίσιο που να το επιτρέπει).Τα νησιά του Αργολικού κόλπου, δεν βρίσκονται καν στα μέσα του αρχιπελάγους, αλλά αντίθετα η απόσταση από τις ακτές είναι μικρή έως ελάχιστη, στη δε Ρόμβη σχεδόν ανύπαρκτη. Τα νησιά μας είναι στολίδι του Αργολικού κόλπου και τουριστικά επισκέψιμα από τους παραθεριστές. Η θαλάσσια περιοχή που τα περιβάλλει είναι ο καθημερινός χώρος αλιείας των ψαράδων της περιοχής (Τολού, Δρεπάνου, Κάντιας, Κοιλάδας, Ιρίων κλπ.)

Όσον αφορά το νησί Ρόμβη, είναι ΚΗΡΥΓΜΕΝΟΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ (Υ.Α.15904/24/11/62), δασική περιοχή, με μεγάλη έκταση πευκοδάσους και αποτελεί τόπο αναπαραγωγής και καταφύγιο θηραμάτων. Παλαιότερα έγιναν δύο προσπάθειες για ενοικίαση χώρου στο νησί, η μία το 1985 για μονάδες ιχθυοκαλλιέργειας και η άλλη το 1987 για λειτουργία διεθνούς γυμνιστικού κέντρου. Εκτός από την καθολική αντίδραση των κατοίκων για εμπορική εκμετάλλευση του νησιού Ρόμβη και την αρνητική θέση των υπηρεσιών, υπήρξαν και οι εξής απορριπτικές αποφάσεις.

* του ΕΟΤ 11/11/1985/Α.Π.538702

* της Εφορίας Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων Ναυπλίου 24/11/1987/Α.Π.Φ5Α/16/418

* της Δασικής Υπηρεσίας 5/6/1987/Α.Π.5199

… Η μακροχρόνια εκμετάλλευση των νησιών μας σημαίνει κατοχή και καταδίκη του επαγγέλματος των αλιέων της περιοχής μας. Η αξιοποίηση του νησιού Ρόμβη αντί να γίνει στην κατεύθυνση έργων ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου και των ευρημάτων, γίνεται στην κατεύθυνση του ξεπουλήματος. Η στάση αυτή είναι ασέλγεια προς την ιστορία μας και δυστυχώς λαός που δεν σέβεται το παρελθόν του δεν έχει σεβασμό ούτε στο μέλλον του.

Ζητάμε να εκφράσετε δημόσια την συμπαράσταση σας προς τους φορείς και τους κατοίκους του Τολού και γενικότερα του Νομού Αργολίδας που διαμαρτύρονται και αρνούνται την εκμετάλλευση των νησιών του Αργολικού Κόλπου και ειδικότερα του νησιού Ρόμβη για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και να καταψηφίσετε οποιαδήποτε νομοθετική πρωτοβουλία που θα δίνει τη δυνατότητα να υλοποιηθεί το απαράδεκτο αυτό σχέδιο.

 

Αλέξης Τότσικας

Ασίνη – Μινώα – Τολό

Από την αρχαία Ασίνη στο κοσμοπολίτικο Τολό

Ιούνιος, 2017

Read Full Post »

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών – «Ο περιηγητής Παυσανίας επισκέπτεται την Επίδαυρο» 


 

 «Events Series 2016-2017»

«Κοινωνίες σε κρίση: οικονομία, πολιτική, πολιτισμός»

 

Harvard

Την Τετάρτη 15 Μαρτίου 2017 και ώρα 7 μ.μ. στην αίθουσα εκδηλώσεων του Πνευματικού Κέντρου Ιερού Ναού Αγίου Βασιλείου Λυγουριού, του Δήμου Επιδαύρου, θα δώσει διάλεξη ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ομότιμος Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και Συγγραφέας. Συνομιλήτρια θα είναι η κα Ρένα Ζαμάρου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας, Τμήμα Φιλολογίας, Πανεπιστημίου Αθηνών.

Θέμα της διάλεξης, θα είναι:«Ο περιηγητής Παυσανίας επισκέπτεται την Επίδαυρο». 

Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Δήμο Επιδαύρου και τη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία.

 

Σύντομη περίληψη της διάλεξης 

Η διάλεξη στηρίζεται στις ποικίλες πληροφορίες (τοπογραφικές, ιστορικές, μυθολογικές κ.ά.) που μας παρέχει ο διάσημος ταξιδευτής του 2ου μ.Χ. αι., Παυσανίας σχετικά με την Επίδαυρο. Στα «Κορινθιακά» (2ο βιβλίο της Περιηγήσεως της Ελλάδος) ο γεωγράφος καταγράφει τον τόπο της Επιδαύρου, παρέχει ιστορικά και μυθολογικά στοιχεία ειδικά για το ιερό άλσος του Ασκληπιού, όπου και το διάσημο θέατρο. Η διάλεξη θα συμπεριλάβει ορισμένες πληροφορίες για τον σύγχρονο θεσμό των θεατρικών Επιδαυρίων όπως επίσης και αναφορές του «περιηγητή» Γ. Σεφέρη για το θέατρο της Επιδαύρου και θα αναγνωσθούν σχετικά ποιήματά του.​

 

Γιώργης Γιατρομανωλάκης

Ο Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι Ομότιμος Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έχει συγγράψει βιβλία και άρθρα για την Αρχαία Ελληνική Λογοτεχνία (ποίηση και πεζογραφία), για την Νέα Ελληνική Λογοτεχνία και έχει μεταφράσει αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Έχει επίσης εκδώσει ένδεκα πεζογραφήματα και τέσσερις ποιητικές συλλογές. Έχει πάρει πρώτο κρατικό βραβείο πεζογραφίας και έχει βραβευθεί από την Ακαδημία Αθηνών.

Ρένα Ζαμάρου

Η Ρένα Ζαμάρου είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας στο Τμήμα Φιλολογίας του ΕΚΠΑ. Έχει ασχοληθεί με τον Όμηρο, τους τραγικούς, τον Καλλίμαχο, τον Χαρίτωνα τον Αφροδισιέα, με την ονειρική εμπειρία των Αρχαίων κ.ά. Έχει γράψει μελέτες για τον Παπαδιαμάντη, τον Εγγονόπουλο, τον Εμπειρίκο, τον Ρίτσο, κ.ά.

Read Full Post »

Older Posts »