Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Αρχαία Τροιζήνα  – Μαρία Γιαννοπούλου (Αρχαιολόγος)


 

Η αρχαία Τροιζήνα βρισκόταν λίγο δυτικότερα του σημερινού ομώνυμου χωριού της βορειοανατολικής Πελοποννήσου. Τα μνημεία της είναι γνωστά κυρίως από την εκτενή περιγραφή του Παυσανία (ΙΙ.30.5-32.10), ο οποίος μνημονεύει πολλά λατρευτικά οικοδομήματα και άλλα δημόσια κτήρια που είδε εκεί, παραθέτοντας ταυτόχρονα αρκετά στοιχεία για τις μυθικές παραδόσεις της πόλης. Σημαντικές είναι και οι μαρτυρίες ξένων περιηγητών που την επισκέφθηκαν στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα (Fourmont, Chandler, Dodwell, Gell, Stackelberg, Pouqueville, Prokesch von Osten, Blouet, Puillon Boblaye, Curtius, Bursian κ.ά.), καθώς μας άφησαν αξιοσημείωτες περιγραφές των ερειπίων που ήταν ορατά πριν από την έναρξη των ανασκαφών.

 

Τροιζήνα

 

Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή της αρχαίας πόλης άρχισαν από τον Legrand στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίστηκαν από τον Welter στις αρχές της δεκαετίας του 1930.[1] Ορισμένα από τα αντικείμενα που έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Legrand εντοπίστηκαν στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και τώρα κοσμούν την έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Πόρου, ενώ η τύχη των κινητών ευρημάτων των ερευνών του Welter παραμένει άγνωστη. Οι σωστικές ανασκαφές της Εφορείας Αρχαιοτήτων ξεκίνησαν το 1979 και μέχρι σήμερα έχουν φέρει στο φως πολλά αξιόλογα ευρήματα,[2] προερχόμενα κυρίως από δύο μεγάλα νεκροταφεία, το ένα στα ανατολικά και το άλλο στα δυτικά της πόλης. Τα σημαντικότερα από αυτά εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιώς και κάποια άλλα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πόρου.

 

Ερείπια της βυζαντινής εκκλησίας της Παναγίας Επισκοπής.

 

Το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας Τροιζήνας είναι θαμμένο κάτω από πυκνοφυτευμένα περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα, αλλά όσα από τα μνημεία της έχουν αποκαλυφθεί ή παρέμειναν ορατά από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, καθώς και η διεξοδική περιγραφή του Παυσανία, μαρτυρούν ότι ήταν μια πολύ σπουδαία πόλη. Μόνο το τέμενος του Ιππολύτου, το οποίο βρισκόταν έξω από τα τείχη της, έχει ανασκαφεί σε μεγάλη έκταση και τώρα αποτελεί τον επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο της Τροιζήνας. Στο ιερό αυτό λατρεύτηκε αρχικά ως ήρωας και κατόπιν ως θεός ο νεαρός γιος του Θησέα, τον οποίο ερωτεύτηκε παράφορα αλλά χωρίς ανταπόκριση η μητριά του Φαίδρα, με αποτέλεσμα να βρουν και οι δύο τραγικό θάνατο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Άργος – Τα ίχνη μιας πόλεως στον Ελληνικό Μεσαίωνα (395-1464)


 

Η επίσημη βυζαντινή ιστοριογραφία, τόσο υπό τη μορφή της χρονογραφίας όσο και υπό τη μορφή της καθαρής, κλασικής ιστορικής αφήγησης, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, αγνοεί συστηματικά την περιφέρεια. Έχοντας σχεδόν πάντοτε ως κέντρο την Κωνσταντινούπολη και τον εκάστοτε αυτοκράτορα, με την προσοχή της εστραμμένη στους πολέμους του, στις συμμαχίες του, στους θριάμβους και τις ήττες του, περιθωριοποιεί τη ζωή της επαρχίας.[1] Και η Πελοπόννησος, ως σύνολο, και η πόλη του Άργους, ως μέρος αποτελούν περιφέρεια. Μέχρι το 1204, οπόταν η ροή των γεγονότων φέρει στο προσκήνιο της ιστορίας την Πελοπόννησο, οι επίσημες ιστορικές πηγές όλως παρεμπιπτόντως αναφέρονται σ’ αυτήν.[2] Την τύχη της, σ’ αυτή τη μεταχείριση και σε μείζονα κλίμακα, ακολουθεί και η περιοχή της Αργολίδας. Από τελείως σποραδικές αναφορές σε πηγές ποικίλες θα προσπαθήσουμε να παρακολουθήσουμε, ιχνηλατούντες, την πορεία της πόλεως Άργους, σε άμεση πάντοτε σχέση με την πορεία της Πελοποννήσου, κατά τη μακρά περίοδο του Ελληνικού Μεσαίωνα.

 

Φανταστική απεικόνιση του Άργους. Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

  1. Η περίοδος από το 395 έως το 587 μ.Χ.

 

Για την Πελοπόννησο ως σύνολο η περίοδος αυτή, η οποία αρχίζει, συμβατικά, από τη διαίρεση του Ρωμαϊκού κράτους υπό του Θεοδοσίου και περατούται, κατά προσέγγιση, το τρίτο έτος της βασιλείας του αυτοκράτορος Μαυρίκιου (582-602), δεν αποτελεί παρά ένα είδος προεκτάσεως της Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Bas empire).[3]

Ήδη από τις αρχές του V αιώνος ο Χριστιανισμός έχει εδραιωθεί στην Πελοπόννησο. Αυτό αποδεικνύεται από το πλήθος των χριστιανικών ναών, οι οποίοι ανεγείρονται κατ’ αυτήν την περίοδο. Σ’ αυτή την οικοδομική έξαρση πρωτοστατεί η πόλη του Άργους. Ήδη στο χώρο της ακροπόλεως υπάρχουν τα ίχνη βασιλικής, η οποία χρονολογείται στις αρχές του V αιώνος και θεωρείται από τις αρχαιότερες της Πελοποννήσου.[4]

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ιδρύθη η επισκοπή Άργους, η οποία εκκλησιαστικώς, υπήγετο στην αρχιεπισκοπή Κορίνθου. Όμως, στη σύνοδο της Χαλκιδόνος του 451 συμμετέχει ήδη ένας επίσκοπος Άργους ονόματι Ονήσιμος.[5] Ακόμη ένας άλλος επίσκοπος Άργους, ο Θαλής, εμφανίζεται ως αποδέκτης επιστολής του αυτοκράτορος Λέοντος Α’ (457-474) χρονολογούμενη κατά το έτος 457.[6]

Κατά την ίδια περίοδο εκτός από φυσικές καταστροφές, ιδίως σεισμούς, η Πελοπόννησος υπέστη τη δοκιμασία της επιδρομής των Γότθων υπό τον Αλάριχο κατά τα έτη 395-97. Ιδιαιτέρως από την επιδρομή εδεινοπάθησε η πόλη του Άργους. Ο ιστορικός Ζώσιμος, του οποίου το έργο Ιστορία Νέα περατούται κατά το έτος 410, μας λέγει ότι οι Γότθοι, αφού σεβάστηκαν την Αθήνα, εισέβαλαν στην Πελοπόννησο, επυρπόλησαν την Κόρινθο και λεηλάτησαν το Άργος και τη Σπάρτη.[7] Η επιδρομή των Γότθων υπήρξε ισχυρό πλήγμα για το Άργος, αλλά φαίνεται ότι ταχύτατα ανάρρωσε. Αυτό πιστοποιείται από τον οικοδομικό οργασμό που παρατηρείται στην πόλη κατά τα πρώτα έτη του V αιώνος[8] και από την εξέχουσα θέση που κατέχει ο επίσκοπος Άργους στην κλίμακα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας.[9] Άλλωστε, ο Συνέκδημος του Ιεροκλέους, ένα είδος γεωγραφικού εγχειριδίου, το οποίο πιθανώς εγράφη κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του Ιουστινιανού και μας παρέχει μια ακριβέστατη εικόνα της Πελοποννήσου, αναφέρει ότι το Άργος ήταν μια ανθούσα πόλη με ιδιαίτερη εμπορική κίνηση.[10] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η  πρώτη αρχαιολογική ανασκαφή στο Ιερό Ασκληπιού Επιδαύρου το 1829 –  Η συμβολή της τοπικής κοινωνίας Λυγουριού  – Αντώνης Ξυπολιάς


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ.  Αντώνη Ξυπολιά,  που αφορά στις Αρχαιολογικές ανασκαφές της Επιδαύρου, με τίτλο:

«Η  πρώτη αρχαιολογική ανασκαφή στο Ιερό Ασκληπιού Επιδαύρου το 1829 –  Η συμβολή της τοπικής κοινωνίας Λυγουριού».

 

Κατά την διαδικασία ψήφισης του άρθρου ΙΗ’, του πρώτου αρχαιολογικού Νόμου την 1η Μαΐου 1827, στην Γ’ Εθνική Συνέλευση Τροιζήνας, έγινε αναφορά για «διαθρυλούμενο θησαυρό» στο Ιερό του Ασκληπιού Επιδαύρου ο οποίος «συνίστατο σε διάφορα πράγματα και εις τούτοις και αγάλματα…».

Δεκατρείς μόλις μέρες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας[1] κατάπαυσης του πολέμου της Απελευθέρωσης, ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας έδωσε εντολή για δοκιμή ανασκαφών στο Ιερό του Ασκληπιείου Επιδαύρου. Η υπ.αρ 6950 διαταγή όριζε «να δαπανηθώσιν ολίγα χρήματα δια ν’ ανασκαφή ο τόπος, όπου ο θρυλούμενος θησαυρός». Αλλά και η υπ.αρ.6951 της Γραμματείας της Επικρατείας επαναλάμβανε … «να δαπανηθώσιν ολίγα τινα χρήματα δια να γενή, η δοκιμή προς διάγνωσιν της υποθέσεως ταύτης».

 Με εντολή του Καποδίστρια υπεύθυνος των ανασκαφών στο Ιερό Επιδαύρου ορίσθηκε ο Αντώνης Τζούνης… «ως γνωρίζοντα και τον τόπον αυτόν» από τα γεγονότα του χειμώνα του 1828, που αφορούσαν στην πρώτη προσπάθεια οργάνωσης του ελληνικού στρατού, στην περιοχή Λυγουριού, Επιδαύρου, Σοφικού.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Χουρμαδιά τ’ Αναπλιού – Χρήστος Πιτερός


 

Και μια κουρμαδιά, λαβωμένη απ’ τις μπάλες

ζούσε μάρτυρας άφωνος τόσων αιμάτων.

Στέφανος Δάφνης

Από την «Πύλη τη Στεριά» / στ’ Ανάπλι ως με την Κουρμαδιά.

Αναπλιώτης

Τη νύχτα της 13ης  Δεκεμβρίου 2008, το παλιότερο δέντρο της παλιάς πόλης του  Ναυπλίου, ο λυγερόκορμος φοίνικας, η χουρμαδιά τ’ Αναπλιού που έστεκε στα Πέντε Αδέλφια, ορόσημο του άκρου της πόλης, ακοίμητος φρουρός της νεότερης ιστορίας, μπροστά στην έπαυλη «Αμυμώνη» του ποιητή και λάτρη του Ναυπλίου, Θ. Κωστούρου, μας άφησε χρόνους.

Το υπεραιωνόβιο δένδρο είχε την ίδια ηλικία με το ανεξάρτητο Νεοελληνικό Κράτος και σύμφωνα με το θρύλο το φύτεψε ο πρώτος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας. Η χουρμαδιά κατάφερε να επιβιώσει ως την εποχή μας με περιπέτειες από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά τη δεκαετία του 1950 γλύτωσε από την μεταπο­λεμική τουριστική «αξιοποίηση» με την κατεδάφιση σημαντικών παρακείμενων νε­οκλασικών κτιρίων της παλιάς πόλης για την κατασκευή, από τον EOT, του ξενοδο­χείου «Αμφιτρύων».

 

Βίλα «Αμυμώνη» με τη χουρμαδιά από Δ.

 

Το ξενοδοχείο Αμφιτρύων, αρχικά προβλεπόταν να επεκταθεί ακόμα δυτικότε­ρα και στο χώρο της χουρμαδιάς, αλλά η αγάπη του ποιητή και λάτρη τ’ Αναπλιού Θ. Κωστούρου πρόβαλε ως ασπίδα σωτηρίας την παράδοση, ότι το δέντρο αυτό το φύτεψε ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, με αποτέλεσμα να μην επεκταθεί το ξενοδοχείο και να εναρμονισθεί κατά το δυνατόν καλύτερα με τον προμαχώνα Πέ­ντε Αδέλφια και τα γειτονικά μνημεία της πόλης.

Αλλά ας παρακολουθήσουμε για λίγο από κοντά τη χουρμαδιά τ’ Αναπλιού στα Πέντε Αδέλφια από τα πρώτα χρόνια της ζωής της μέχρι το ξαφνικό τέλος της, με τον περιβάλλοντα ιστορικό χώρο, ο οποίος μέσα στο διάβα δυο αιώνων περίπου άλλαξε αρκετές φορές πρόσωπο. Η φοινικιά τ’ Αναπλιού είχε φυτρώσει στο χώρο αυτό προφανώς λίγα χρόνια πριν από την άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα το 1828, το πιθανότερο στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.

Το δένδρο εικονίζεται ήδη το 1833, όταν ήταν ακόμα μικρό, σε υδατογραφία του G. Haubenschmidt,[1] την εποχή των Βαυαρών σε ελεύθερο χώρο αμέσως δυτικά από το στρατιωτικό Διοικητήριο και αργότερα Φρουραρχείο της πόλης με φόντο το Μπούρτζι, σ’ ένα ήρεμο τοπίο, με Βαυαρούς αξιωματικούς και φουστανελοφόρους.

 

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών», A. Haubenschmid, 1833-1834, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

 

Σε άλλο πίνακα γύρω στα 1836 του Peytier, ο φοίνικας έχει σημαντικά μεγαλώσει και προεξέχει από τη στέγη ενός ισόγειου κτίσματος, μαγειρείου (;) ενώ στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα εικονίζεται σε φωτογραφία του 1934 δίπλα σε διώροφο  κτίριο, το οποίο στη δεκαετία του 1950 μαζί με τα παρακείμενα νεοκλασικά κτίρια κατεδαφίστηκε για την ανέγερση του ξενοδοχείου «Αμφιτρύων». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καπνοκαλλιέργειες στη Αργολίδα


 

Τα αγροτόσπιτα της Αργολίδας διέθεταν συνήθως ένα χωράφι στο μίσω μέρος, που το λέγανε γιούρτι. Το γιούρτι κατά κανόνα ήτανε κολλητό με το σπίτι. Ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα και τη νοικοκυροσύνη του αγρότη, ήταν περιφραγμένο είτε με κλαδιά και θάμνους είτε με συρματόπλεγμα ή και με πλιθόμαντρα.

Στο γιούρτι έφτιαχναν τα περίφημα τζάκια, τα φυτώρια καπνού, που ήτανε μακρόστενες πρασιές πλάτους ενός μέτρου περίπου, γεμάτες με χωνεμένη κοπριά. Στα τζάκια το Νοέμβριο έσπερναν τον καπνόσπορο, αφού τον είχανε μουσκέψει πρώτα, για να «μαλλιάσει», να πετάξει δηλαδή μάτι, ώστε να φυτρώσει πιο γρήγορα.

Για να προστατεύονται τα νεαρά φυτά από το χαλάζι και τη νύχτα από τον πάγο, έφτιαχναν τις λεγόμενες ψάθες. Η ψάθα γινότανε από ένα μακρόστενο τελάρο από ξύλα ή καλάμια, επάνω απλώνονταν θάμνοι και αφάνες, κι από πάνω άλλο ένα όμοιο τελάρο. Τα δυο τελάρα δένονταν με σπάγκο, για να μη φεύγουν οι αφάνες. Στη συνέχεια κάρφωναν διχαλωτά παλούκια κι από τις δυο μεριές του τζακιού, τέσσερα για κάθε ψάθα, πάνω στα οποία στηριζόταν, ώστε να μην ακουμπάει στο έδαφος και να μην καταστρέφονται τα νεαρά φυτά. Την ημέρα ανασήκωναν την ψάθα από τη μια πλευρά, στηρίζοντάς την σ’ ένα ξύλο, για να λιάζονται και ν’ αερίζονται τα καπνά. Ταυτόχρονα το πότιζαν μ’ ένα ποτιστήρι, αν δεν έβρεχε. Το βράδυ έριχναν πάλι τις ψάθες για τον παγετό. Αργότερα έφτιαχναν χαμηλά τούνελ με νάιλον, χρησιμοποιώντας λυγαρόβεργες και αργότερα καμπυλόσχημα σίδερα.

Η μεταφύτευση του καπνού στο οργωμένο καπνοχώραφο γινότανε το Μάρτιο με καζίκι ή σκεπαρνάκι. Υπήρχαν συνήθως δύο ποικιλίες, ο πλατύφυλλος ή αράπικος καπνός, και ο στενόφυλλος ή γλώσσα. Αλλά με τον καιρό οι δύο αυτές βασικές ποικιλίες διασταυρώθηκαν και έδωσαν διάφορες ενδιάμεσες ποικιλίες. Επίσης, άλλοτε ο καπνός ήτανε ξερικός και άλλοτε ποτιστικός. Ο δεύτερος είχε ύψος μέχρι και δύο μέτρα και η απόδοσή του ήταν πολύ μεγαλύτερη. Μέχρι να μεγαλώσουν τα φυτά γίνονταν τουλάχιστον δύο σκαλίσματα. Η εργασία αυτή ήταν ιδιαίτερα κουραστική.

 

Φύτεμα καπνού. Οι δυο γυναίκες στη φωτογραφία (Αναστ. Αργύρη και η νύφη της Αναστ. Καραμάνου) σε ώρα διαλείμματος. Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Η συγκομιδή ξεκινούσε από το τέλος Ιουνίου περίπου μέχρι και τον Σεπτέμβριο. Περνούσαν τα φυτά του χωραφιού μέχρι πέντε φορές, μαδώντας τα φύλλα λίγα-λίγα από κάτω προς την κορυφή. Η συγκομιδή ξεκινούσε γύρω στις τρεις το πρωί μέσα στα σκοτάδια και τελείωνε γύρω στις επτά. Ας σημειωθεί εδώ ότι όλα τα μέλη της οικογένειας συμμετείχαν σ’ αυτές τις δύσκολες και βασανιστικές δουλειές, και στο μάζεμα και στο βελόνιασμα, που ξεκινούσε αμέσως μετά.

 

Τα «κρεβάτια» των καπνών. (Αρχ. Γ. Καραμάνου). Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Το βελόνιασμα γινόταν είτε κάτω από ένα κιόσκι είτε κάτω από καμιά καρυδιά ή άλλο δένδρο με πλούσια σκιά. Όλα τα καπνόφυλλα ήταν ριγμένα σε μια λινάτσα κι άρχιζαν το βελόνιασμα, καθισμένοι σε σκαμπό και κουτσουράκια. Ένα-ένα φύλλο το περνούσαν με χοντρή βελόνα και γέμιζαν έναν σπάγκο ενόσμισι μέτρου. Αυτός ο σπάγκος ονομαζόταν καζίλι. Στη συνέχεια στερέωναν τις δύο άκρες του καζιλιού στις άκρες ενός καλαμιού ή ενός κορμού ξερού καπνού. Δενόταν επίσης το καζίλι κατά μήκος του καλαμιού σε 3-4 σημεία, για να μην κάνει κοιλιά και ακουμπάνε τα φύλλα χάμω. Αυτή ήταν η λεγόμενη βέργα. Όταν τελείωνε η μία βέργα, ο εργάτης ξεκινούσε την επόμενη.

 

Το βελόνιασμα του καπνού ήταν πολύ κουραστική δουλειά, πιο πολύ για τα παιδιά. (Αρχ. Γ. Καραμάνου). Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Το επόμενο στάδιο ήταν να λιαστούν οι βέργες και να ξεραθούν. Κάρφωναν, λοιπόν, παλούκια στο έδαφος σε δυο σειρές και σε απόσταση ενάμισι μέτρου, τέντωναν σύρμα από τη μιαν άκρη μέχρι την άλλη και κατόπιν ακουμπούσαν τις βέργες δίπλα-δίπλα επάνω στα σύρματα. Αυτά ήταν τα κρεβάτια.

 

Φυτεία καπνού στο Μάνεση Αργολίδας

 

Κάποια στιγμή, όταν τα φύλλα είχανε σχεδόν ξεραθεί, οι βέργες απλώνονταν στο έδαφος και με την υγρασία της νύχτας τα φύλλα αποκτούσαν ένα χρυσοκίτρινο χρώμα. Σ’ αυτό βοηθούσε και το κατάβρεγμα με ποτιστήρι. Πάντως, η υπερβολική υγρασία δημιουργούσε πρόβλημα και καμιά φορά έπρεπε τα βράδια να καλύπτονται τα κρεβάτια με πανιά και λινάτσες. Τα κρεβάτια απαιτούσαν συνεχή επιτήρηση και φροντίδα, ώστε τα καπνόφυλλα να «ψηθούν» σωστά και με τη σχετική υγρασία ν’ αποκτήσουν χρυσοκίτρινο χρώμα. Μόνιμη απειλή για τα κρεβάτια ήταν η καλοκαιρινή μπόρα κι έπρεπε όλη η οικογένεια να έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει τις βέργες στο καλύβι ή σε κιόσκι ή να καλύψει τα κρεβάτια όσο καλύτερα μπορούσε, για να μη βραχούνε τα καπνά και θεωρηθούν κακής ποιότητας.

Στη συνέχεια έπρεπε να γίνει το «σάκιασμα» του καπνού, δηλαδή να συσκευαστεί σε δέματα, τα ονομαστά τέγκια, με τη βοήθεια ενός κασονιού, που το λέγανε καλούπι. Ο τεγκιαδόρος, λοιπόν, ετοίμαζε τα δέματα καπνού, χρησιμοποιώντας ένα ξύλινο μακρόστενο κασόνι, το οποίο στο επάνω μέρος είχε έναν κοχλία για τη συμπίεση του καπνού. Επίσης, σε μία από τις τέσσερις γωνίες είχε κουμπώματα και μπορούσες να το ανοίξεις.

 

Τα τέγκια καπνού μαζεύονταν σε αποθήκες στο Ναύπλιο (οδ. Σιδηράς Μεραρχίας). Στη φωτό εργάτριες μεταφέρουν ένα τέγκι, προφανώς για να φωτογραφηθούν. (Αρχ. Γ. Αντωνίου). Δημοσιεύεται στο: «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Ο τεγκιαδόρος τοποθετούσε τα καπνά μέσα στο καλούπι με μεγάλη προσοχή κι επιδεξιότητα και ήξερε πώς έπρεπε να μπει η μία στρώση και πώς η άλλη, κι έβαζε όλη του την τέχνη, ώστε το τέγκι, που ζύγιζε περίπου 50 οκάδες, να μην είναι παράγωνο αλλά όμορφο και σφιχτό και καλά μοστραρισμένο και να μπορεί να το ελέγξει ο πάντα σχολαστικός και πονηρός έμπορος.

Το καλούπι, λοιπόν, είχε έναν κοχλία, που με την περιστροφή του πίεζε δυνατά ένα σανίδι και τα καπνά συμπιέζονταν πάρα πολύ. Χαρά των παιδιών ήτανε ν’ ανεβαίνουν επάνω στο σανίδι και να βοηθάνε με το βάρος τους. Αυτό γινότανε πολλές φορές, μέχρι να γεμίσει το καλούπι ή μέχρι ν’ αποκτήσει το δέμα το επιθυμητό βάρος. Ύστερα το ανοίγανε από τα κουμπώματα, τυλίγανε το τέγκι από τις τρεις πλευρές με λινάτσα, τις δύο πλαϊνές πλευρές τις ράβανε με σπάγκο, ενώ η μία στενή πλευρά έμενε εντελώς ακάλυπτη και μπορούσες ν’ αγγίξεις τον καπνό, να τον ελέγξειςκαι να τον καμαρώσεις. Γιατί είχε πραγματικά ένα όμορφο χρυσαφί χρώμα, ένα εμπόρευμα άριστης ποιότητας, που φανέρωνε τη φροντίδα και τη νοικοκυροσύνη του παραγωγού και την αξιοσύνη κι επιδεξιότητα του τεγκιαδόρου. Η ακάλυπτη πλευρά ήταν η μόστρα του τεγκιού. Συνήθως ο κάθε παραγωγός ήταν και τεγκιαδόρος, αλλά όχι πάντοτε. Πάντως, το «σάκιασμα» του καπνού γινόταν μ’ αυτό τον τρόπο, με το καλούπι και τον κοχλία, και το κάθε δέμα, βάρους 50 οκάδων περίπου, όπως το περιγράψαμε, ονομαζόταν τέγκι. Αυτή ήταν η συσκευασία για το εμπόριο.

Τα καπνά μεταφέρονταν στο Ναύπλιο και συγκεντρώνονταν σε μεγάλες καπναποθήκες, που είχαν οι έμποροι στην οδό Σιδηράς Μεραρχίας. Κάποια στιγμή φορτώνονταν σε μικρά πλοία και μεταφέρονταν στον Πειραιά, όπου φορτώνονταν σε άλλα μεγάλα εμπορικά για τη μεταφορά τους στο εξωτερικό.

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας της Εθνικής Παλιγγενεσίας στο Κρανίδι και την  Ερμιόνη | Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκου


 

Ιστορικά στοιχεία

 

Σπυρίδων Λάμπρος (1851-1919). Υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης και ιστορικός, διετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας (27 Σεπτεμβρίου 1916 – 21 Απριλίου 1917). Τσιγκογραφία, «Νέα Ελλάς», 2 (1896) σ. 345.

Ο πρώτος που εισηγήθηκε το θέμα του μεγαλοπρεπούς εορτασμού της 100/ετηρίδας της Ελληνικής Επανάστασης ήταν ο Σπύρος Λάμπρου το 1899. Όταν το 1916 ανέλαβε Υπουργός Παιδείας σύστησε Επιτροπή για την προετοιμασία του εορτασμού του 1821. Ωστόσο, οι δύσκολες περιστάσεις εκείνων των χρόνων δεν επέτρεψαν τη λειτουργία της. Το θέμα επανήλθε δύο χρόνια αργότερα και τότε η Βουλή ομόφωνα «ψήφισε τον Νόμο 1375/1 Απριλίου 1918 που προέβλεπε λαμπρό εορτασμό καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους 1921.

Με το Β.Δ. της 11ης Μαΐου 1918 συστάθηκε η Κεντρική Επιτροπή του εορτασμού. Πρόεδρός της ανέλαβε ο Θεμιστοκλής Σοφούλης, Πρόεδρος της Βουλής, Αντιπρόεδροι ο Μητροπολίτης Αθηνών Μελέτιος, ο Παύλος Κουντουριώτης, Αντιναύαρχος και Υπουργός των Ναυτικών και ο Παναγιώτης Δαγκλής, Αντιστράτηγος και Γενικός Αρχηγός του Στρατού. Ως μέλη της Επιτροπής τοποθετήθηκαν πέντε βουλευτές, τέσσερις πρώην υπουργοί, ένας πρώην βουλευτής, τέσσερις καθηγητές Πανεπιστημίου, ο δημοσιογράφος Άδωνις Κύρου και ο λογογράφος Ιωάννης Δαμβέργης.

Θεμιστοκλής Σοφούλης (1860-1949). Πρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, υφηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Για τις ανάγκες του εορτασμού, με το ίδιο Β.Δ., συστάθηκαν, μεταξύ των άλλων, είκοσι ειδικές επιτροπές. Ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ανέλαβε Πρόεδρος της «Επιτροπής Μεγάλου Μνημείου», ενώ ο Εμμανουήλ Ρέπουλης Πρόεδρος της «Επιτροπής πνευματικών αγωνισμάτων». Η παραπάνω Επιτροπή καταργήθηκε μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του Δεκεμβρίου του 1920. Την επόμενη χρονιά καταρτίστηκε νέα πολυμελής Επιτροπή με επίτιμο Πρόεδρο τον διάδοχο Γεώργιο και Πρόεδρο τον πρίγκιπα Νικόλαο, σύμφωνα με το Β.Δ. της 20ης Φεβρουαρίου 1921.

Η Μικρασιατική εκστρατεία δεν επέτρεψε να πραγματοποιηθούν οι εκδηλώσεις του εορτασμού, όπως είχε προβλεφθεί. Στις 17 Μαρτίου 1921 συστάθηκε Εκτελεστική Επιτροπή η οποία, μεταξύ άλλων, καθόρισε ιωβηλαίο το έτος 1930. Έτσι στο διάστημα που θα μεσολαβούσε η Κεντρική Επιτροπή θα μπορούσε να προετοιμάσει τις όποιες εκδηλώσεις.

Η Μικρασιατική καταστροφή και τα τραγικά γεγονότα που ακολούθησαν, όπως ήταν φυσικό, δεν επέτρεψαν να γίνουν οι εορταστικές εκδηλώσεις, χωρίς όμως και να ματαιωθούν οριστικά. Στις 28 Δεκεμβρίου 1928 με Π.Δ. ανασυστάθηκε η Κεντρική Επιτροπή εορτασμού. Πρόεδρος ανέλαβε ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, πρώην Πρωθυπουργός και Αντιπρόεδροι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρυσόστομος και ο Πρόεδρος της Βουλής Ιωάννης Τσιριμώκος. Στην Κεντρική Επιτροπή συμμετείχαν τριάντα οκτώ μέλη, προσωπικότητες των Γραμμάτων και των Τεχνών. Με το Π.Δ. της 22ας Αυγούστου του 1829 συστάθηκαν δέκα πέντε ειδικές επιτροπές, οι οποίες αποτελούνταν από οκτώ έως είκοσι εννέα επιτροπές που ανέλαβαν ισάριθμες δράσεις του εορτασμού.

 

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στο Κρανίδι

 

Στις 29 Σεπτεμβρίου 1930 ημέρα Δευτέρα τελέσθηκε με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια αλλά και συγκίνηση ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στο Κρανίδι. Πρόεδρος της Κοινότητας ήταν τότε ο Εμμανουήλ Σκλαβούνος, ενώ Πρόεδρος της Επιτροπής εορτασμού ανέλαβε ο Ιωάννης Κοκκίνης, Πρόεδρος του Συνδέσμου Κρανιδιωτών «Ο Προφήτης Ελισσαίος». Μέλη της Επιτροπής ήσαν οι Γεώργιος Παρασκευόπουλος, Θεόδωρος Χαρακόπουλος, Δημήτριος Μπαστούνης και Άγγελος Στυλιάτης.

Σύμφωνα με το πρόγραμμα των εορταστικών εκδηλώσεων στις 28 Σεπτεμβρίου 1930 ημέρα Κυριακή θα αναχωρούσε από τον Πειραιά το ατμόπλοιο «Ιωάννα» κατευθείαν για το Πόρτο Χέλι. Όσοι Κρανιδιώτες επιθυμούσαν μπορούσαν να ταξιδεύσουν δωρεάν, για να παρακολουθήσουν και να τιμήσουν με την παρουσία τους τις εκδηλώσεις.

 

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στο Κρανίδι

 

Την επομένη, 29 Σεπτεμβρίου 1930, αναχώρησε από το Φάληρο για το Πόρτο Χέλι το αντιτορπιλικό «ΛΕΩΝ», στο οποίο επέβαιναν οι επίσημοι. Στην είσοδο του Ιερού Ναού της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, τους έγινε η καθιερωμένη υποδοχή και ακολούθησε δοξολογία. Τον πανηγυρικό εκφώνησε ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Ιωάννης Μεσολωράς.

Στη συνέχεια εψάλη επιμνημόσυνη δέηση, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του Ηρώου των πεσόντων και κατάθεση των στεφάνων. Ακολούθησε δεξίωση των επισήμων στο Κοινοτικό κατάστημα και στις 1:00 μ.μ. γεύμα «εις την πλατείαν του Αγίου Χαραλάμπους υπό σκιάδαν» προς τιμή των επισήμων και των καλεσμένων. Το γεύμα περιλάμβανε ορεκτικά Κοιλάδας, μπαρμπούνια Πορτοχελίου, τυρόπιττα Διδύμων, κοτόπουλα Φούρνων, δίπλες Κρανιδίου, φρούτα Ερμιόνης και ρετσινάτο απ’ τα Φλάμπουρα. Την κυβέρνηση εκπροσώπησε ο Ερμιονίτης Υπουργός Οικονομικών Βασίλειος Δεληγιάννης.[1]

Στις 15 Οκτωβρίου 1930 η Επιτροπή των εκδηλώσεων συνέταξε τον οικονομικό απολογισμό του εορτασμού. Τα έσοδα ήσαν 91.554 δραχμές, τα έξοδα 131.443,30 δραχμές, ενώ το «έλλειμμα» ανερχόταν στις 39.894,70 δραχμές. Για να καλυφθεί το έλλειμμα η Επιτροπή απευθυνόμενη «προς τους απανταχού εκ της επαρχίας καταγομένους», σημείωνε στο κάτω μέρος της 4ης σελίδας του εντύπου απολογισμού «να συνεισφέρουν τον οβολόν των».

Επίσης με το από 20 Νοεμβρίου 1930 έγγραφό της ενημέρωνε την Κεντρική Επιτροπή ότι με τους εράνους που έκαμε μεταξύ των Κρανιδιωτών δεν κατάφερε να καλύψει τα έξοδα της ανέγερσης του μνημείου και της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου. Ως εκ τούτου ζητούσε από την Κεντρική Επιτροπή των εκδηλώσεων 15.000 δραχμές, ενώ τις 25.000 δραχμές που υπολείπονταν «θέλομεν εξεύρει αλλαχόθεν». Πάντως από τα σχετικά έγγραφα (έντυπο απολογισμού προς Κ.Ε.) διαπιστώνεται ότι τα μέλη της Επιτροπής εκδηλώσεων Κρανιδίου «έβαλαν βαθιά το χέρι στην τσέπη τους» για τον επετειακό εορτασμό.

 

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στην Ερμιόνη

 

Με ιδιαίτερη λαμπρότητα αλλά και σεμνότητα η Ερμιόνη απέδωσε τον φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης σ’ εκείνους που με τη θυσία τους κράτησαν ζωντανό το δέντρο της λευτεριάς.[2]

Με το υπ’ αριθμ. 3/9 Μαρτίου 1930 ψήφισμά του το Κοινοτικό Συμβούλιο της Ερμιόνης που το αποτελούσαν ο Απόστολος Παπαβασιλείου ως Πρόεδρος, ο Αντώνιος Τσαούσης ως Αντιπρόεδρος και τα μέλη Γεώργιος Φραγκούλης, Δημήτριος Παναγιώτου, Σπύρος Γκάτσος, Δημήτριος Μερτύρης, Εμμανουήλ Σκούρτης και Ιωσήφ Μερτύρης αποφάσιζε η Ερμιόνη, ως ιστορική πόλη, να μετέχει του εορτασμού της 100/ετηρίδας.

 

Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας στην Ερμιόνη

 

Πρότεινε δε να κατασκευαστούν, με δαπάνες της Κοινότητας, δύο αναμνηστικές πλάκες της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης «εκ Πεντελισίου μαρμάρου» με τα σχετικά επιγράμματα και να εντοιχιστούν η μία στην (ανατολική) πρόσοψη του Ι.Ν. των Ταξιαρχών, όπου ορκίστηκαν οι πληρεξούσιοι της Συνέλευσης και η άλλη στη (βορεινή) πρόσοψη της οικίας κληρονόμων Κοσμά Δ. Οικονόμου, όπου συνήλθε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση. Η πίστωση που καταγράφηκε στον κοινοτικό προϋπολογισμό για την αξία της κατασκευής ανερχόταν στις 20.000 δραχμές. Τα αποκαλυπτήρια των δύο μαρμάρινων επιγραφών θα γίνονταν την ημέρα του εορτασμού της 100/ετηρίδας που πρότειναν να είναι η 8η Νοεμβρίου, ημέρα που πανηγυρίζει ο ιστορικός Ι.Ν. των Ταξιαρχών.

Κατόπιν αυτών με την από 20 Μαρτίου 1930 αναφορά του προς την Κεντρική Επιτροπή του εορτασμού της 100/ετηρίδας ο Πρόεδρος της Κοινότητας Απόστολος Παπαβασιλείου παρακαλεί να συμπεριληφθεί η Ερμιόνη στο πρόγραμμα των εκδηλώσεων, οι οποίες θα διεξαχθούν όπως ακριβώς περιγράφονται στο ψήφισμα του Κοινοτικού Συμβουλίου, το οποίο και τους κοινοποιεί.

Επίσης αναφέρει ότι όλοι οι επίσημοι θα τύχουν «αξιοπρεπούς υποδοχής». Για τον σκοπό αυτό με δεύτερο έγγραφό του την ίδια ημερομηνία, 20 Μαρτίου 1930, ζήτησε τη μεσολάβηση του αρχηγού της Αντιπολίτευσης Παναγή Τσαλδάρη στην Κεντρική Επιτροπή, για να συμπεριληφθεί η Ερμιόνη στο πρόγραμμα του εορτασμού της 100/ετηρίδας.

Ζήτησε επίσης και τη μεσολάβηση του Πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου, ο οποίος έστειλε το έγγραφο απευθείας στην Κ.Ε. του εορτασμού ζητώντας ενημέρωση. Ενώ γίνονταν οι παραπάνω διεργασίες και καθώς αναφέρει ο Ιωάννης Ηρ. Μάλλωσης στο βιβλίο του «Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευσις», η Κοινοτική αρχή Ερμιόνης αποφάσισε «να υψώση εις την κεντρικήν πλατείαν της πόλεως εις την του λιμένος εκ λευκού Πεντελησίου μαρμάρου Ηρώον» για εκείνους τους συμπολίτες μας που έπεσαν στους ένδοξους πολέμους 1912-1913 και να χαράξει επ’ αυτού τα ονόματά τους με χρυσά γράμματα.

Όταν η Κ.Ε. απάντησε θετικά στις προτάσεις της Κοινοτικής Αρχής ξεκίνησαν οι προετοιμασίες. Πρόεδρος της τοπικής επιτροπής του εορτασμού ορίστηκε ο πρώην δήμαρχος Ερμιόνης Κωνσταντίνος Κυρ. Γκολεμάς ο οποίος εκπροσωπούσε και τον δήμαρχο Άργους. Παράλληλα εκλέχτηκε 25μελής επιτροπή αποτελούμενη από ευυπόληπτα μέλη της ερμιονίτικης κοινωνίας, για να βοηθήσει στην οργάνωση του τοπικού εορτασμού.

Οι εορτές της 100/ετηρίδας διεξήχθησαν το Σάββατο 8 Νοεμβρίου 1930 με περισσή μεγαλοπρέπεια και τη συμμετοχή πλήθους κόσμου σύμφωνα με το πρόγραμμα, αντίγραφο του οποίου βρίσκεται στο αρχείο μας. Το Υπουργείο των Ναυτικών εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 95/10530/7 Νοεμβρίου 1930 διαταγή του σύμφωνα με την οποία: «Δι’ ατμοπλοίου «Ιωάννα» διερχομένου αύριον Σάββατον εκ Πόρου αποστείλατε εις Ερμιόνη μουσικήν Πόρου όπως παραστή εις τα εκεί εορτάς της 100/ετηρίδας.

Επιπροσθέτως από την Κ.Ε. ο Ιωάννης Δαμβέργης έστειλε το υπ’ αριθμ. 2235/7-11-1930 τηλεγράφημα προς τον Πρόεδρο της Επιτροπής εορτασμού της 100/ετηρίδας Κωνσταντίνο Γκολεμά γνωρίζοντάς του ότι:

«Πολεμικόν φέρον επισήμους αποπλεύσει δεκάτην πρωϊνήν Σάββατον. Κ.Ε. 100/ετηρίδας αντιπροσωπεύσει Στρατηγός Πετρίδης, καταθέσει στέφανον, αναμνηστικήν πλάκα οικία, Γ΄ Εθνοσυνελεύσεως.

 

Πρόγραμμα Εορτών

 

Α΄

Ώρα 8:00 π.μ. αναχώρηση από τον Πειραιά του ατμόπλοιου της γραμμής «Ιωάννα», για να μεταβούν στην Ερμιόνη οι προσκεκλημένοι και όσοι επιθυμούν να παρευρίσκονται στις εορτές.

Ώρα 10:00 π.μ. αναχώρηση από το Ν. Φάληρο πολεμικού του Στόλου για να μεταβούν στην Ερμιόνη οι επίσημοι.

Β΄

Ώρα 2:00 μ.μ. άφιξη των επισήμων και των προσκαλεσμένων στην Ερμιόνη.

Γ΄

Προσφώνηση του Προέδρου της Κοινότητας, μετάβαση στον Ι.Ν. των Ταξιαρχών, Δοξολογία χοροστατούντος του Σεβασμιωτάτου Ύδρας κ. Προκοπίου και αποκαλυπτήρια των δύο επιγραφών.

Δ΄

Επιμνημόσυνη δέηση στο Ηρώον, αποκαλυπτήρια του Ηρώου και κατάθεση στεφάνου.

Ε΄

Μετάβαση στα Μαντράκια και αποκάλυψη της αναμνηστικής μαρμάρινης επιγραφής που εντοιχίστηκε στο σπίτι των Μητσαίων από τον εγγονό τους στρατηγό Σταμάτη Αντ. Μήτσα. Δεξίωση των επισήμων. Λήξη των εορτών.

Την Κεντρική Επιτροπή 100/ετηρίδας εκπροσώπησε ο υποστράτηγος Ιωάννης Πετρίδης, τη δε Κυβέρνηση ο Ερμιονίτης Υφυπουργός Οικονομικών Βασίλειος Δεληγιάννης.

 

Υποσημειώσεις


[1] Λεπτομερής περιγραφή των εκδηλώσεων υπάρχει στο βιβλίο του Γ. Π. Παρασκευόπουλου: «Ακτίνες και Νέφη», Αθήνα 1932.

[2] Ο εορτασμός της 100/ετηρίδας περιγράφεται στο βιβλίο του Ιωάννη Ηρ. Μάλλωση: «Η εν Ερμιόνη Γ΄ Εθνοσυνέλευσις», Αθήναι 1930.

 

Πηγή


Γ.Α.Κ. «Αρχείο Ιωάννη Δαμβέργη»

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης Τζένη Δ. Ντεστάκου

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Δίδυμα – Οδοιπορικό στον τόπο και στο χρόνο


 

Το χωριό Δίδυμα του Νομού Αργολίδας βρίσκεται στο κέντρο μιας μικρής αλλά εύφορης πεδιάδας, που περιβάλλεται από υψηλά βουνά προς το βορρά και από χαμηλότερα προς το νότο. Με την πρώτη ματιά ο επισκέπτης εντυπωσιάζεται από ένα τεράστιο κοίλωμα που βρίσκεται στην πλαγιά του βουνού βορειοδυτικά του χωριού και που οι ντόπιοι ονομάζουν Μεγάλη Σπηλιά. Το κοίλωμα αυτό, όπως και ένα άλλο μικρότερο, η Μικρή Σπηλιά, [Δολίνες] που ανοίγεται στην επιφάνεια του εδάφους με αποτέλεσμα να μη γίνεται ορατό αμέσως, προήλθαν από καθίζηση του εδάφους.

 

Δίδυμα Αργολίδας

 

Σπήλαιο Διδύμων

 

Στον τόπο αυτό τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας χρονολογούνται από την Ύστερη Νεολιθική Εποχή (4.000-2.800 π.Χ.). Πρόκειται για λίθινα εργαλεία, που βρέθηκαν στη Μεγάλη Σπηλιά, όπου βρήκε καταφύγιο από τα στοιχεία της φύσης ο άνθρωπος εκείνης της εποχής.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φως ελάχιστα ευρήματα από την Εποχή του Χαλκού (2.800-1.100 π.Χ.)· αντίθετα εμφανή είναι τα σημάδια από την Κλασική Εποχή (5ος-4ος αι. π.Χ.), περίοδο ακμής για ολόκληρη την Ερμιονίδα. Το σημαντικότερο τεκμήριο αυτής της περιόδου είναι το Κάτω Πηγάδι, που βρίσκεται ανάμεσα στο Πάνω και το Κάτω Χωριό. Σε λίθινη επιγραφή του 2ου αι. π.Χ. συναντούμε για πρώτη φορά το όνομα Διδυμία. Η ονομασία αφορούσε την περιοχή για την οποία έριζαν δύο μεγάλες πόλεις-κράτη εκείνης της εποχής, η Επίδαυρος και η Ερμιόνη. Η περιοχή αυτή, που τοποθετείται στα σύνορα των δύο πόλεων-κρατών, ταυτίζεται με εκείνη των Διδύμων.

Ο γνωστός περιηγητής της αρχαιότητας Παυσανίας το 2ο αι. μ.Χ. γράφει για τα Δίδυμα:

 …χωρίον δέ έτερον, ο Διδύμους ονομάζουσι,… ενταύθα έστι μέν ιερόν Απόλλωνος, έστι δε Ποσειδώνος επί δε αυτοις Δήμητρος. αγάλματα δε ορθά λίθου λευκού.

 (…άλλο χωριό, που το ονομάζουν Διδύμους,… εδώ υπάρχει ιερό του Απόλλωνα και του Ποσειδώνα και πίσω από αυτά της Δήμητρας. (Υπάρχουν) και αγάλματα όρθια από λευκή πέτρα.)

Μάλιστα στο ξωκλήσι της Αγίας Μαρίνας βρίσκεται εντοιχισμένο τμήμα κίονα με επιγραφή, στην οποία αναφέρεται προσφορά στη θεά Δήμητρα. Ακολουθώντας την πορεία του χρόνου, τα επόμενα μνημεία που συναντούμε ανάγονται στη βυζαντινή εποχή. Τα σημαντικότερα είναι το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου στο Αυγό, που χρονολογείται από τον 11ο αι., και το ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου  που βρίσκεται στη Μικρή Σπηλιά πολύ κοντά στο χωριό. Πρόκειται για βραχοσκεπή διακοσμημένη με τοιχογραφίες πιθανά του 13ου αι. (Στη Μικρή Σπηλιά υπάρχει επίσης το ξωκλήσι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, σκαμμένο στο τοίχωμα της σπηλιάς, το οποίο δεν έχει χρονολογηθεί ακριβώς).

 

Η Μονή του Αγίου Δημητρίου Αυγού

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Οικισμός Γκέρμπεσι – Μιδέα της Αργολίδας | Δημιουργία-Ονομασία-Εξέλιξη


 

Κομβικό σημείο για την παρακολούθηση της ίδρυσης, της ονομασίας και της διαδρομής μέσα στο χρόνο του οικισμού Γκέρμπεσι-Μιδέα [1] της Αργολίδας είναι η δεύτερη Βενετοκρατία του Ναυπλίου (1686-1715), αφού σε επίσημο κείμενο της Βενετικής πολιτείας της περιόδου αυτής αναφέρεται για πρώτη φορά, απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, το τοπωνύμιο «Γκέρμπεσι» ως όνομα ζευγολατείου [2].

Με βάση όμως ιστορικά στοιχεία, θεωρώ ότι ο οικισμός Γκέρμπεσι είχε ιδρυθεί από αρβανίτες εποίκους κατά την περίοδο της πρώτης Ενετοκρατίας του Ναυπλίου (1389-1540) στο διάστημα 1406-1457.

Είναι λοιπόν απαραίτητη, για την κατανόηση των γεγονότων που θα εκθέσω παρακάτω, η παράθεση ενός σύντομου ιστορικού περιγράμματος της περιοχής του Ναυπλίου και γενικότερα της Πελοποννήσου, κατά τους τελευταίους αιώνες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και μετέπειτα, γιατί πιστεύω, ότι η ίδρυση του οικισμού πρέπει να έγινε μετά τη μεγάλη μετανάστευση των Αλβανών στην Πελοπόννησο (1405/6) και πριν την κατάκτηση ολόκληρης της Πελοποννήσου από τους Τούρκους (1457), πλην των βενετικών κτήσεων, όπως θα ιδούμε παρακάτω. Διευκρινίζω ότι οι πρώτοι κάτοικοι του οικισμού Γκέρμπεσι πολύ ενωρίς υποχρεώθηκαν να τον εγκαταλείψουν, αλλά διατηρήθηκε το τοπωνύμιο, ενώ οι σημερινοί κάτοικοί του δεν έχουν καμία απολύτως γενεαλογική συνέχεια με εκείνους. Οπωσδήποτε όμως υπάρχει εθνολογική συνέχεια, αφού και οι νέοι οικιστές, που κατά μεγάλη πιθανότητα εγκαταστάθηκαν εκεί γύρω στο 1800, έχουν την ίδια με τους παλαιούς εθνολογική και φυλετική προέλευση, είναι δηλαδή αλβανογενείς Έλληνες.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886.

 

Οι Φράγκοι σταυροφόροι [3] κατάκτησαν την Κωνσταντινούπολη και κατάλυσαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία το έτος 1204, εγκαθιδρύοντας τη Λατινική Αυτοκρατορία της Ρωμανίας με αυτοκράτορα τον Μπάλντουιν, κόμητα της Φλάνδρας. Η κυριαρχία των Φράγκων στον θρόνο της Κωνσταντινούπολης κράτησε 60 περίπου χρόνια, από το 1204 μέχρις στις 27 Ιουλίου 1261 [4], που ανακτήθηκε από τις δυνάμεις της αυτοκρατορίας της Νίκαιας και ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Παλαιολόγος μετέφερε τον θρόνο και την Πατριαρχία στην Κωνσταντινούπολη. Την ίδια χρονιά (1204) οι Φράγκοι κατάκτησαν την ηπειρωτική Ελλάδα και το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου και στη συνέχεια κατάκτησαν κατά σειρά τον Ακροκόρινθο το 1209, το Άργος το 1210, το Ναύπλιο το 1212 και τη Μονεμβασιά το 1248.

Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, η οποία είχε τον έλεγχο της ναυτιλίας και του εμπορίου στην ανατολική μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο, είχε συμβάλει αποφασιστικά με τις ναυτικές της δυνάμεις στην κατάκτηση της Βασιλεύουσας από τους Φράγκους. Κατά τη διανομή των εδαφών της αυτοκρατορίας, που επακολούθησε την άλωση, η Βενετία βάσει της συνθήκης Διανομής των Εδαφών της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας (Partitio Terrarum imperii Romaniae), που υπογράφτηκε μεταξύ των νικητών, έλαβε τα τρία όγδοα της αυτοκρατορίας και τα τρία όγδοα της Βασιλεύουσας. Κατέλαβε επίσης παράκτιες στρατηγικές θέσεις στην Πελοπόννησο, στην Εύβοια και αλλού, όπως τη Μεθώνη και την Κορώνη (1206), που αποτέλεσε τον κύριο σταθμό ανεφοδιασμού των πλοίων της, το Ναύπλιο (1389), την Μονεμβασιά (1464) κ.λ.π. Στις στρατηγικές αυτές θέσεις εγκατέστησε φρουρές και αργότερα τις οχύρωσε, προκειμένου έτσι να  εξουσιάζει την ευρύτερη περιοχή τους και  να διατηρεί ελεύθερους και ασφαλείς τους ναυτικούς δρόμους προς την ανατολή και τη Μαύρη θάλασσα, κυρίως όμως για να δημιουργήσει στα σημεία αυτά εμπορικούς σταθμούς, που διευκόλυναν τη διεξαγωγή και την ανάπτυξη του εμπορίου της.

 

Πρώτη Βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1389-1540)

  

Το Ναύπλιο με τη φυσική του οχύρωση και το σπουδαίο λιμάνι βρισκόταν από το 1212 κάτω από την κυριαρχία των Φράγκων αυθεντών και από το 1377 της  κυριάρχου Μαρίας των Ανδεγαυών (d’ Εngien), της οποίας η «αυθεντία» μετά τον θάνατο του συζύγου της Ενετού ευπατρίδη Πέτρου Κορνάρου άρχισε να απειλείται από τον Φλωρεντινό Νέριο Ακκιαγιόλη (Acciajioli) και τους γαμπρούς του αλλά και από τον σουλτάνο των Οθωμανών. Η Βενετική Δημοκρατία έπειτα από μια σειρά ραδιουργιών έκρινε κατάλληλη την ευκαιρία και το 1388 αγόρασε το Ναύπλιο με την ευρύτερη περιοχή του και το Άργος από την ανωτέρω τελευταία κυρίαρχο των Φράγκων αυθεντών του Ναυπλίου, Άργους και Κιβερίου, Μαρία των Ανδεγαυών [5]. Οι Ενετοί μπήκαν εξουσιαστές στο Ναύπλιο στις 26 Ιανουαρίου 1389, ενώ το 1394 απόκτησαν με ανταλλαγή από τον Θεόδωρο Παλαιολόγο, Δεσπότη του Μυστρά και των Καλαβρύτων, το Άργος και το Θερμίσι [6], που εκείνος είχε καταλάβει το 1388 εκμεταλλευόμενος την αδυναμία της κυριάρχου Μαρίας των Ανδεγαυών να προστατεύσει τις κτήσεις της.

Εν τω μεταξύ το έτος 1453 ο σουλτάνος των Τούρκων Μωάμεθ ο Β΄ κατάκτησε την Κωνσταντινούπολη και κατάλυσε οριστικά τη Βυζαντινή αυτοκρατορία, που είχε ανασυσταθεί το 1261 από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο (1259-1282). Οι Τούρκοι, οι οποίοι άρχισαν την κατάκτηση της Πελοποννήσου το 1458 και την ολοκλήρωσαν το 1460, αναγνώρισαν κατά την πρώτη πενταετία της κυριαρχίας τους τις Βενετικές κτήσεις  στην Πελοπόννησο. Το 1463, όμως, κατά τη συνήθειά τους, κήρυξαν τον πόλεμο κατά των Βενετών διεκδικώντας τις Βενετικές κτήσεις στην Πελοπόννησο και αλλού. Ο πόλεμος έληξε το 1479 με συνθήκη ειρήνης, σύμφωνα με την οποία ο σουλτάνος αναγνώρισε τις κτήσεις των Ενετών στην Αλβανία, Δαλματία και Πελοπόννησο, έναντι όμως βαρύτατων ανταλλαγμάτων [7]. Αμέσως μετά τη συμφωνία οι Τούρκοι αμφισβήτησαν τα εδαφικά όρια της Βενετικής κτήσης της περιοχής του Ναυπλίου, τα οποία καθορίστηκαν το 1480 από επιτόπια διαβούλευση και συμφωνία μεταξύ των αντιπροσώπων των δύο κρατών, ήτοι του Ιωάννη Δαρείου, αποκρισιάρη [8] της Ενετικής Πολιτείας και του Σινάν Μπέη, εμίνη [9] του Μωάμεθ, οι οποίοι έφθασαν στο Ναύπλιο με την ίδια galia [10] στις 12 Αυγούστου 1480 [11].

Από την έκθεση του Βενετού κυβερνήτη του Ναυπλίου Μπαρτολομέο Μίνιο (Bartolomeo Minio provveditor e capitanio a Napoli di Romania) προς τον Δόγη της Βενετίας με ημερομηνία 5 Σεπτεμβρίου 1480 [12], με θέμα τη συμφωνία καθορισμού των αμφισβητούμενων εδαφικών ορίων της Βενετικής κατάκτησης της περιοχής του Ναυπλίου και των αντίστοιχων  όμορων κατακτήσεων των Τούρκων, επιλέγουμε και μεταφέρουμε τα εξής:

«… Επί τέλους αποφασίστηκε ότι οι δικοί τους και οι δικοί μας να πάνε μαζί και από συμφώνου να δείξουν τα σύνορα και εμείς, και τα δύο μέρη να πάμε πίσω τους, και όπου αυτοί μας έδειχναν  να έμπαιναν τα σύνορα. Και έτσι εκάναμε και ο γραμματέας ο δικός μας και ο γραμματέας του Flamburar [13] έβαλαν τα σύνορα από συμφώνου με δύο χέρια (και οι δύο μαζί). Άρχισαν από τον Λευκό Πύργο [14] της παραλίας, περνώντας το ποταμάκι (τη Γλυκειά), που είναι δικό μας, διασχίσαμε την πεδιάδα (και) φτάσαμε τέλος σ’ ένα τόπο λεγόμενο Αητός, σε απόσταση από το Άργος σχεδόν ένα μίλι, και από το Ναύπλιο σχεδόν τέσσερα μίλια, κατόπιν από εκεί επήγαμε προς τα βουνά κατά το βοριά και καταλήξαμε σ’ ένα πηγάδι καλούμενο «το πηγάδι του Λαθουρά [15] … Από εκεί έπρεπε να γυρίσουμε κατ’ ευθείαν προς τα βουνά προς ανατολάς, για να περιλάβουμε και περικλείσουμε το σύνορο και την περιοχή του Ναυπλίου, από την πλευρά των Τούρκων σ’ αυτό υπήρξε ζωηρή αντίρρηση.

Έλεγαν ότι προς αυτή την πλευρά ήσαν πολλά χωριά κατοίκων της Αλβανίας, τα οποία χωριά έλεγε ότι ανήκαν στον Κύριό τους, και τα είχε παραχωρήσει σε τιμαριούχους του, και ότι αυτοί εισέπρατταν τη δεκάτη από τους Αλβανούς που κατοικούσαν  εκεί. Εμείς τους απαντήσαμε γι’ αυτά τα χωριά ότι βρίσκονται σ’ αυτό τον τόπο από τα παλιά χρόνια και ανήκουν στην αυθεντία Σας, και ότι από τους διοικητές αυτού του τόπου είχαν παραχωρηθεί στους Αλβανούς να κατοικήσουν σ’ αυτά, πληρώνοντας το γεώμορο σ’ αυτό το Ταμείο (του Ναυπλίου), για τη νομή του εδάφους όπως φαίνεται από τα βιβλία αυτής της Γραμματείας. Είναι αλήθεια ότι όταν ο Κύριος Τούρκος εισέβαλε σ’ αυτό τον Μωριά με το στρατό του, οι Αλβανοί από τρόμο περιορίστηκαν σ’ αυτό τον τόπο (το Ναύπλιο), και κατόπιν επέστρεψαν στα ρηθέντα χωριά, και διότι δεν τους κακομεταχειρίστηκαν οι Τούρκοι, επειδή ήσαν υπήκοοί τους, συμφώνησαν, πέραν του γεώμορου που πλήρωναν σ’ αυτή την Κυβέρνηση (τη Βενετική), (και) πλήρωναν και τη δεκάτη στους Τούρκους. Και γι’ αυτή την τέτοια πληρωμή ήθελαν να καταλάβουν τη γη που ανήκει στην Αυθεντία Σας. Και πάνω σ’ αυτό έγιναν πολλές αντιρρήσεις, αυτοί οι Τούρκοι με κανένα τρόπο δεν θέλανε να δεχθούν να κοιτάξουν κανένα έγγραφο, ούτε ν’ ακούσουν τους μάρτυρές μας. Αλλά επιμένοντας στην εσφαλμένη γνώμη τους, έλεγαν ότι αυτά τα χωριά ανήκαν στον Κύριό τους, και ήθελαν να διαφυλάξουν ένα μέρος αυτής της πεδιάδας σ’ αυτό το σημείο προς χρήση εκείνων που τώρα κατοικούσαν αυτά τα χωριά που τώρα ήσαν άδεια. Και εμείς από το άλλο μέρος παραμέναμε σταθεροί στις απόψεις μας.

Τελικά είπαν αυτοί ότι θα είναι σύμφωνοι να πάρουν  κάποιο μικρό μέρος, με τρόπο που να γίνει μικρή ζημιά. Και πηγαίνοντας αυτοί από το κάτω μέρος, και εμείς από επάνω από τη δική μας περιοχή κάναμε ένα σχέδιο από το προαναφερθέν πηγάδι του Λαθουρά, και πιάνοντας (καταλαμβάνοντας) μέρος από την πεδιάδα εφτάσαμε τέλος μέχρι το Δρέπανο στην παραλία, αποκλείοντας το δρόμο που πηγαίνει στα προαναφερθέντα φρούρια του Θερμησίου και του Καστρίου και εξαιρώντας ένα τόπο ονομαζόμενο Κάντια και Ίρι, που είναι ο καλλίτερος τόπος που έχει το Ναύπλιο για βοσκή και για σπορά. Επίσης ένα μοναστήρι ονομαστό του αγίου Θεοδοσίου [16] στο οποίο όλος αυτός ο τόπος τρέφει μεγάλη ευλάβεια γιατί είναι Άγιος Θαυματουργός, έβγαλαν έξω από τα σύνορα του Ναυπλίου. Στο οποίο σχέδιο, καμωμένο απ’ αυτούς εμείς δεν θελήσαμε να συμφωνήσουμε, ιδίως για το Ιρι και την Κάντια, που από τα παλιά χρόνια ήσαν και ανήκουν στην περιοχή και δικαιοδοσία του Ναυπλίου.

Αντίθετα αυτοί έλεγαν ότι ανήκε στον κύριό τους…. στο τέλος τους είπαμε ότι ο καθορισμός των συνόρων της πεδιάδας παρέμενε σταθερός μέχρι το Πηγάδι του Λαθουρά και ότι οι διαφορές γι’ αυτούς τους τόπους του Ιρίου και των χωριών παρέμεναν υπό συζήτηση. … Ο εκ των ακολούθων κύριος Zam Dario, ο οποίος έμενε στο σπίτι του πασά με τον Synabei μου έστειλε ένα έγγραφο που του είχε δώσει ο Synabei (διαπραγματευτής των Τούρκων), που έλεγε ότι συμφωνούσε να περιληφθεί  μέσα στα σύνορά μας η εκκλησία του Αγίου Θεοδοσίου και όπου αυτός είχε καθορίσει το σύνορο μέχρι και την παραλία του Δρεπάνου, και μετακινούσε το δρόμο για να πάει στο Ιρι και στα προαναφερθέντα φρούρια, … Το πρωί λοιπόν καβάλησα (το άλογό μου) και πήγα στο σπίτι του πασά, όπου συγκεντρωμένοι μαζί μ΄αυτόν και τον Synabei με τους κατήδες καταλήξαμε ότι τα  σύνορα πρέπει να είναι έτσι όπως τα ζητήσαμε. Και έτσι κάναμε δύο επιστολές στα  ελληνικά, μία με το χέρι του γραμματέα μας, και την άλλη με το χέρι του γραφέα του  Πασά για τον καθορισμό των συνόρων από τον Λευκό Πύργο στην Παραλία όπου αρχίσαμε μέχρι την κοιλάδα καλούμενη Κλεισούρα στην κεφαλή του συνόρου του Δρεπάνου στο οποίο έγγραφο το καμωμένο από τον γραφέα του υπόγραψαν (αναβλήθηκε η συμφωνία για το Ιρι και την Κάντια) …. Και όλοι μας αστοί και λαός όπως και στρατιώτες έμειναν ευχαριστημένοι και ικανοποιημένοι επειδή απέκτησαν  χωράφια, βοσκοτόπια και αρκετό νερό, τόσο για τους χωρικούς όσο και για τους στρατιώτες και τους άλλους Αλβανούς. Και κυρίως οι στρατιώτες θα έχουν κάθε άνεση και ελευθερία να σπείρουν και (να) βοσκήσουν τα άλογά τους και άλλα ζώα. … Τη 5 Σεπτεμβρίου 1480 ».

Η διακρατική αυτή συμφωνία επικυρώθηκε από τα ενδιαφερόμενα μέρη με επίσημες διακοινώσεις τους. Στην τελευταία διακοίνωση του σουλτάνου Μωάμεθ του Β΄ από Απριλίου 1481 περιλαμβάνεται η εξής περικοπή σχετικά με το Ναύπλιο «…έτι δε περί του Ναυπλίου και Άργους και περί των μεθορίων αυτών ορίζει η βασιλεία μου, ότι καθώς οι ειρημένοι διεχώρισαν αυτά, ίνα ώσι βέβαια και αμετάτρεπτα…»[17].

Στην ανωτέρω συμφωνία καθορισμού των εδαφικών ορίων μεταξύ των  Τουρκικών και των Ενετικών κατακτήσεων περιέχονται πολλές και ενδιαφέρουσες πληροφορίες, σχετικά με τους οικισμούς Αλβανών, που είχαν δημιουργηθεί στο ανατολικό τμήμα της Αργολικής πεδιάδας.  Δεν αναφέρονται οι ονομασίες των χωριών αυτών ούτε και οι ιδιαίτερες θέσεις τους, αναμφίβολα όμως πρόκειται για τα αρβανιτοχώρια  του δήμου Μιδέας, που δημιουργήθηκαν στις δυτικές ημιορεινές υπώρειες του όρους Αραχναίο [18]. Τα χωριά αυτά υπάρχουν και σήμερα και είναι γνωστά και με τα παλαιά τους ονόματα.

Κατά την άποψη των Τούρκων τα χωριά αυτά ανήκαν στον Σουλτάνο, που τα είχε παραχωρήσει σε τιμαριούχους του και εκείνοι εισέπρατταν από τους Αλβανούς τη δεκάτη για την παραχώρηση της χρήσης της γης. Δεν διευκρινίζεται εάν αυτά τα χωριά υπήρχαν κατά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τον Σουλτάνο (1457-1460) ή εάν αυτά δημιουργήθηκαν μετά την Τουρκική κατάληψη της Πελοποννήσου.

Κατά την άποψη των Ενετών τα χωριά αυτά «βρίσκονται σ’ αυτόν τον τόπο από τα παλιά τα χρόνια», ανήκουν στην Ενετική Δημοκρατία και το έδαφος παραχωρήθηκε από τους Ενετούς διοικητές  στους Αλβανούς εποίκους για να κατοικήσουν έναντι πληρωμής τιμήματος (γεωμόρου) για την χρήση του εδάφους.  Τα χωριά, δηλαδή, αυτά δημιουργήθηκαν από Αλβανούς πριν από την Τουρκική κατάκτηση της Πελοποννήσου σε εδάφη που τους παραχώρησαν οι Ενετοί διοικητές της περιοχής και για τη χρήση των εδαφών πλήρωναν το γεώμορο.

Η μεγάλη μετανάστευση των Αλβανών στην Πελοπόννησο έγινε κατά τα έτη 1405/1406, όταν δέκα χιλιάδες Αλβανοί με τις οικογένειές τους και τα ποίμνιά τους εμφανίστηκαν στον Ισθμό της Κορίνθου και ζήτησαν την άδεια από τον Δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρο Παλαιολόγο να εγκατασταθούν στην περιοχή του. Ο Θεόδωρος Παλαιολόγος, προκειμένου να ενισχύσει την πυκνότητα του πληθυσμού του Δεσποτάτου, που είχε αραιώσει επικίνδυνα από τις συνεχείς πολεμικές δράσεις και τις επιδημίες χολέρας, επέτρεψε της εγκατάσταση των Αλβανών στην Πελοπόννησο [19]. Έτσι, ο Δεσπότης Θεόδωρος από τη μια θα αύξανε τις καλλιεργούμενες εκτάσεις γης και συνεπώς και τις καλλιεργητικές αποδόσεις και από την άλλη θα διευκόλυνε την εξεύρεση μισθοφορικών στρατευμάτων.

Ένα δεύτερο μεταναστευτικό κύμα επισημαίνεται το 1418, ενώ δεν αποκλείονται «σποραδικές διεισδύσεις»  από την περιοχή της Πάτρας [20]. Επίσης πριν από τη μεγάλη μετανάστευση επισημαίνεται παρουσία Αλβανών στην περιοχή της Βελιγοστής [21] κατά την περίοδο της Δεσποτείας του Μανουήλ Καντακουζηνού (1348-1380) [22]. Οι Αλβανοί έποικοι της Πελοποννήσου διασκορπίστηκαν σ’ όλες σχεδόν τις περιοχές της μεταξύ των οποίων και στην Αργολίδα, από όπου πέρασαν και στα νησιά Ύδρα [23] και Σπέτσες.

«Οι Αλβανοί», γράφει ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος, «διείσδυσαν σ’ ολόκληρο τον πελοποννησιακό χώρο  ως πεπειραμένοι βοσκοί που γνώριζαν να επιλέγουν τους κατάλληλους χώρους για κτηνοτροφικό κατάλυμα. Αφήνοντας πίσω τους εύφορες εκτάσεις, κάποτε μάλιστα τις πιο κατάλληλες για αποδοτικές καλλιέργειες, διάλεξαν τα σημεία εγκατάστασής τους με το μάτι του κτηνοτρόφου που αναζητά τα καλλίτερα βοσκοτόπια για τα κοπάδια του και τις ασφαλέστερες συνθήκες για το νοικοκυριό τους». Αναφερόμενος ο ίδιος στον τρόπο δημιουργίας και ονοματοδοσίας των χωριών επίσης γράφει, «Το μικρό μέγεθος των χωριών, αλλά και τα ονόματά τους, μαρτυρούν τον τρόπο και κάποτε και το χρόνο της δημιουργίας τους. Από τα 148 Αλβανικά χωριά, μόνο τα 36 (2 με απροσδιόριστο όνομα) έχουν ονόματα ελληνικά, τοπωνύμια ποικίλης προέλευσης, προγενέστερα προφανώς της αλβανικής μετανάστευσης, ενώ τα υπόλοιπα 112, δηλαδή το 76%, είτε φέρουν το όνομα της φάρας, όταν όλες οι οικογένειες του χωριού έχουν το ίδιο όνομα, είτε το όνομα της πιο σημαντικής οικογένειας, όταν πολλές οικογένειες με διαφορετικά ονόματα συγκατοικούν στο χωριό»[24].

Μετά τις παραπάνω γενικές πληροφορίες για την Αλβανική μετανάστευση και την εγκατάστασή τους στην Πελοπόννησο επικεντρώνουμε το ενδιαφέρον μας στους Αλβανούς έποικους της ευρύτερης περιοχής του Ναυπλίου. Κατ’ αρχάς πιστεύω πως τους Αλβανούς έποικους του ανατολικού τμήματος της αργολικής πεδιάδας τους εγκατέστησαν οι Βενετοί κατά την πρώτη Βενετική κατάκτηση και όχι αργότερα  οι Τούρκοι. Στηρίζω την άποψή μου στο γεγονός ότι οι Βενετοί κατά τον χρόνο που έγινε η ιστορούμενη ρύθμιση των εδαφικών ορίων των εκατέρωθεν κτήσεων (1480) κατείχαν την περιοχή από 90 χρόνια πριν και προφανώς είχαν οργανώσει την οικονομική εκμετάλλευση και προστασία του χώρου αποτελεσματικά χρησιμοποιώντας και τους Αλβανούς τόσο για την καλλιέργεια της εγκαταλειμμένης γης όσο και για την προστασία της. Είναι άλλωστε ομολογημένη η φροντίδα των Βενετών για την άντληση εσόδων από τις κτήσεις τους μέσω της ανάπτυξης, σε αντίθεση με τους Τούρκους, οι οποίοι κατείχαν το υπόλοιπο της Πελοποννήσου και είναι γνωστή η ραθυμία τους και η έλλειψη ενδιαφέροντος για την οικονομική απόδοση των παραχωρήσεων (τιμαρίων).

Η πολιτική εποικισμού της περιοχής του Ναυπλίου από την πλευρά των Βενετών δεν ήταν βέβαια αποτέλεσμα του ενδιαφέροντος για πρόνοια και περίθαλψη των προσφύγων, αλλά ζήτημα πολιτικού και οικονομικού υπολογισμού, αφού με την πύκνωση του πληθυσμού θα έλυναν αφενός το πρόβλημα της καλλιέργειας των μη καλλιεργούμενων εδαφών – με αποτέλεσμα την αύξηση των εσόδων του δημόσιου ταμείου – και αφετέρου θα εξυπηρετούνταν ως προς την εξεύρεση στρατιωτών για την προστασία όχι μόνο των κτήσεών τους στην Ελλάδα αλλά και για την διεξαγωγή των πολεμικών δραστηριοτήτων τους σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, απαραίτητων για την ύπαρξη και τη συνέχεια της Γαληνοτάτης.

Οι Αλβανοί πολεμιστές, γνωστοί ως stradioti ήσαν υποχρεωμένοι να προσφέρουν έφιππη στρατιωτική υπηρεσία είτε στον τόπο που ζούσαν είτε οπουδήποτε αλλού τους καλούσε η Ενετική πολιτεία. Για το σκοπό αυτό έπρεπε να τρέφουν και να διατηρούν σε κατάσταση πολεμικής ετοιμότητας ένα άλογο. Συνήθως δεν αμείβονταν για τις προσφερόμενες στρατιωτικές τους υπηρεσίες με μετρητά χρήματα, αλλά με την παραχώρηση γης στην ομάδα – οικογένεια – φάρα έκτασης ανάλογης με το μέγεθός της, την οποία η ομάδα καλλιεργούσε και διέθετε την παραγωγή για τη συντήρησή των μελών της. Την παραχώρηση, η οποία δεν γινόταν κατά κυριότητα, ενεργούσε ο τοπικός Διοικητής και γινόταν συνήθως στο όνομα του αρχηγού της ομάδας. Η παραχώρηση των κτημάτων ήταν κληρονομητή από τους άρρενες κληρονόμους των stradioti, για να μένουν και να υπηρετούν και αυτοί τη Βενετία.

Δεν γνωρίζω εάν υπάρχει έγγραφο παραχώρησης κτημάτων στην Αργολίδα από τη Βενετική Πολιτεία σε αρχηγό ομάδας με το όνομα Gerbesis, ούτε κάποια αναφορά ή σημείωση τέτοιας παραχώρησης. Θα πρέπει όμως να δεχθούμε ότι το οικωνύμιο Γκέρμπεσι στην Αργολίδα προέρχεται είτε από το όνομα του αρχηγού της ομάδας ή της πλειονότητας των οικογενειών της, που εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Αργολίδας μετά από παραχώρηση γης από τις Ενετικές αρχές κατά την πρώτη βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου, είτε αποτελεί ανάμνηση ομώνυμου οικισμού στην Αλβανία από τον οποίο κατάγονταν οι οικιστές. Προς το παρόν έχουμε εντοπίσει δύο οικισμούς στην Αλβανία με το όνομα Γκέρμπεσι, έναν στο νομό του Βερατίου (Gjerbësi i Beratit) και έναν άλλο στο νομό του Φίερ (Gjerbësi  i Fierit).

Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του οριστικά, όπως αμέσως παρακάτω αναφέρω και έτσι δεν διασώθηκαν ονόματα των κατοίκων, τα οποία ενδεχομένως να έδιναν κάποια λύση στο ζήτημα αυτό. Τα ονόματα των χωριών του ανατολικού τμήματος της πεδιάδας της Αργολίδας, που δημιουργήθηκαν κατά την πρώτη Βενετική κατάκτηση, επιβίωσαν ως ονόματα τσιφλικιών κατά την πρώτη Τουρκική κατάκτηση (1540-1686), αναφερόμενα σε έγγραφα της Ενετικής Δημοκρατίας της περιόδου 1700-1705, για τα οποία θα κάνουμε λόγο παρακάτω. Τα ίδια αυτά ονόματα των πρώτων οικισμών, που επιβίωσαν ως ονόματα τσιφλικιών, έφεραν ή και ακόμη φέρουν χωριά του ίδιου χώρου, που δημιουργήθηκαν αργότερα περί το 1800 όπως πιστεύω. Τα ονόματα αυτά ως Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Μπάρδι αναμφίβολα προέρχονται είτε από ονόματα Αλβανών stradioti,[25] είτε από το οικωνύμιο του οικισμού προέλευσης των εποίκων Αλβανών.

Από το ίδιο ως άνω έγγραφο, την έκθεση, δηλαδή, του Βενετού Προνοητή του Ναυπλίου Βαρθ. Μίνιο, πληροφορούμαστε επίσης πως όταν οι Τούρκοι κατάκτησαν την Πελοπόννησο (1458-1460), οι Αλβανοί κάτοικοι των χωριών αυτών από το φόβο των κατακτητών εγκατέλειψαν τα χωριά τους και συγκεντρώθηκαν γύρω από το Ναύπλιο. Στη συνέχεια, επειδή οι Τούρκοι δεν τους κακομεταχειρίστηκαν, συμφώνησαν μαζί τους και επέστρεψαν στα χωριά τους πληρώνοντάς τους τη δεκάτη παράλληλα με το γεώμορο, που πλήρωναν στους Βενετούς. Τί συνέβη, όμως, και οι Αλβανοί έποικοι, που είχαν επιστρέψει στα χωριά τους μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από του Τούρκους, τα εγκατέλειψαν και πάλι και βρέθηκαν αυτά ακατοίκητα κατά τον χρόνο υπογραφής της συμφωνίας (1480);

Το 1463 ο σουλτάνος Μωάμεθ ο Β΄ κήρυξε τον πόλεμο κατά των Βενετών, διεκδικώντας τις Πελοποννησιακές τους κτήσεις, όπως αναφέρουμε παραπάνω. Οι Βενετοί ζήτησαν τη συνδρομή των Ελλήνων και των Αλβανών κατοίκων της Πελοποννήσου, οι οποίοι ανταποκρίθηκαν στην πρόσκληση των Ενετών και τάχθηκαν κάτω από τη σημαία του Αγίου Μάρκου. Οι Έλληνες είχαν αρχηγό τον αρματολό της Λακεδαιμονίας Μιχαήλ Ράλλη και οι Αλβανοί τον Πέτρο Μπούα. Τελικά οι Τούρκοι επικράτησαν και περιόρισαν τους Ενετούς στα φρούρια του Ναυπλίου, της Μεθώνης και της Κορώνης, ενώ κατέστειλαν την αποστασία Ελλήνων και Αλβανών, τους οποίους τιμώρησαν σκληρά.

Πεντακόσιους Μεσσήνιους τους έστειλαν στην Κωνσταντινούπολη και τους έκοψαν με πριόνι, ενώ τους Αργείους, ο οποίοι αν και παραδόθηκαν αμαχητί, τους μετέφεραν «συν γυναιξί και τέκνοις» και τους εγκατέστησαν στην Κωνσταντινούπολη. Όσοι από τους Αλβανούς δεν μπόρεσαν να μπουν στα τείχη του Ναυπλίου πέρασαν το Αραχναίο όρος και με ενετικά πλοία διαπεραιώθηκαν στον Πόρο και στα νησιά Ύδρα και Σπέτσες, που ήσαν ακατοίκητα από τον φόβο των πειρατών.

Με την ευκαιρία σημειώνω πως στις δυτικές υπώρειες του Αραχναίου υπάρχει ύψωμα ονομαζόμενο «Τούρμουζα», υποκοριστικό της λέξης turmë, που είναι αλβανική και σημαίνει πλήθος, όχλος, μπουλούκι [26]. Ίσως η Τούρμουζα να ήταν ο τόπος συνάντησης των Αλβανών, πριν αρχίσουν το πέρασμα του Αραχναίου, γιατί αφενός διευκολύνεται η συγκέντρωση του πλήθους στη σημείο αυτό λόγω της βατότητας του εδάφους και αφετέρου από το σημείο αυτό αρχίζει η άνοδος προς το Αραχναίο.

Ο πόλεμος, που διήρκεσε 16 έτη (1463-1479), έληξε με τη συνθήκη ειρήνης της 10ης Ιουλίου 1479 και ο Σουλτάνος αναγνώρισε τις Βενετικές κτήσεις στην Πελοπόννησο [27] παίρνοντας πλούσια ανταλλάγματα από τους Βενετούς. Η εποίκηση της Ύδρας και των Σπετσών από Αλβανούς  επαναλήφθηκε μεταγενέστερα κατά τα έτη 1483-1499  καθώς και κατά τη δεύτερη Τουρκική κατάκτηση της Πελοποννήσου το 1715. Άξια μνείας είναι περιγραφή από τον Λαμπρινίδη της φυγής των κατοίκων της υπαίθρου Αργολίδας το 1715 προς την Ερμιονίδα. Γράφει ο Λαμπρινίδης [28], «Οι ατυχείς της υπαίθρου Αργολίδος Αλβανο-Έλληνες κάτοικοι , όσοι ηδυνήθησαν να διαφύγωσι το ξίφος των Γενιτσάρων και του αιμοβόρου Πασά Διαβεκίρ Καρά-Μουσταφά, ετράπησαν προς το όρος Αραχναίον, εις ου τας αιγίλιπας διασφάγας, δίκην εγχελίων διεισδύσαντες, εζήτησαν καταφύγιονž οι πλείστοι δ’ ετράπησαν προς την Δρυοπίδα και την Επιδαυρίαν και τα παράλια της Ερμιονίδος και Τροιζηνίας, όθεν επί το ασφαλέστερον, τυχούσης ευκαιρίας, διεξεπεραιώθησαν  εις τας εγγύς νήσους Υδραν, Σπέτσας και Πόρον…».

Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι της Αργολίδας πρέπει να δημιουργήθηκε από Αλβανούς εποίκους κατά την πρώτη κατάκτηση της περιοχής του Ναυπλίου από τους Ενετούς (1389-1540) και ειδικότερα μεταξύ των ετών 1405, έτος της μεγάλης μετανάστευσης των Αλβανών στην Πελοπόννησο και 1460, που ολοκληρώθηκε η κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους και σε περιοχή βέβαια που τους παραχώρησε η Ενετική Δημοκρατία, ενώ το οικωνύμιο Γκέρμπεσι οφείλεται είτε στο όνομα του αρχηγού της ομάδας ή των περισσότερων μελών της, που εποίκησε το χώρο, είτε στο όνομα του οικισμού από το οποίο κατάγονταν οι εποικιστές Αλβανοί.

Την ίδια χρονική περίοδο και για τον ίδιο λόγο δημιουργήθηκαν και οι όμοροι οικισμοί Μάνεσι, Μπάρδι κ.λ.π. Η πρώτη  κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του από του Βενετούς διήρκεσε 151 χρόνια και έληξε το 1540 με συνθήκη ειρήνης μεταξύ της Βενετίας και Τουρκίας (τρίτος ΤουρκοΒενετικός πόλεμος 1537-1540).

 

Πρώτη Τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1540-1686)

  

Ο σουλτάνος Σουλεϊμάν διέταξε τον  Κασίμ πασσά, που είχε στρατοπεδεύσει στο Άργος, να καταλάβει το Ναύπλιο. Οι εχθροπραξίες άρχισαν στις 14 Σεπτεμβρίου 1537 και ο πόλεμος έληξε με συνθήκη ειρήνης το 1540. Σύμφωνα με τους όρους της συνθήκης η Βενετία έπρεπε να παραδώσει στους Τούρκους μεταξύ άλλων το Ναύπλιο και τη Μονεμβασιά και να πληρώσει υψηλή χρηματική αποζημίωση.  Οι Βενετοί παρέδωσαν το Ναύπλιο και αναχώρησαν για την Βενετία παίρνοντας μαζί τους όσους Έλληνες, προύχοντες του Ναυπλίου, επιθυμούσαν να φύγουν, ενώ ο Κασίμ πασάς εισήλθε στο Ναύπλιο στις 25 Νοεμβρίου 1540.

Οι Τούρκοι οργάνωσαν την εκμετάλλευση της περιοχής, που κατάκτησαν σύμφωνα με το δικό τους σύστημα εκμετάλλευσης, μοίρασαν δηλαδή την περιοχή σε τιμάρια, που τα παραχώρησαν για εκμετάλλευση σε Τούρκους αξιωματούχους.  Είναι βέβαιο πως οι Τούρκοι δεν άλλαξαν τα διαμορφωμένα τοπωνύμια της περιοχής, αφού τα ίδια αυτά χρησιμοποιήθηκαν και από τον επόμενο κατακτητή, τη γνωστή μας Βενετική πολιτεία, όπως αμέσως παρακάτω θα δείξουμε. Έτσι τα τοπωνύμια Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Μπάρδι κ.λπ. διατηρήθηκαν ως ονομασίες των νεοδημιουργηθέντων τσιφλικιών καθόλη τη διάρκεια της κατάκτησης, δεν έχουμε, όμως, καμία πληροφορία σχετικά με τη δημιουργία οικισμού στο τσιφλίκι Γκέρμπεσι ούτε και στα άλλα όμορα τσιφλίκια: Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Αμαριανός.

Η πρώτη τουρκική κυριαρχία του Ναυπλίου  έληξε το 1686 με την κατάληψη της πόλης και ολόκληρης της Πελοποννήσου πάλι από τους Βενετούς. Η πρώτη Τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του διήρκεσε 146 χρόνια.

 

Δεύτερη Βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1686-1715)

 

Το 1669 η Τουρκία κατέλαβε την Κρήτη, που αποτελούσε πλούσια κτήση της Βενετίας και σημαντικό εμπορικό σταθμό της στην ανατολική Μεσόγειο (πέμπτος Τουρκο-Βενετικός πόλεμος 1645-1669). Η Βενετία για να καλύψει την απώλεια της Κρήτης και να περισώσει το γόητρό της κήρυξε το 1684 τον πόλεμο κατά της Τουρκίας (έκτος Τουρκο-Βενετικός  πόλεμος 1684-1699) και ο αρχιστράτηγος Φραγκίσκος Μοροζίνης επικεφαλής μεγάλων δυνάμεων στρατού και στόλου της Βενετίας κατάκτησε διαδοχικά τα Ιόνια νησιά και ολόκληρη την Πελοπόννησο με τα παράλια της Στερεάς Ελλάδας προς τον Κορινθιακό και τον Πατραϊκό κόλπο. Την κατάκτηση της Πελοποννήσου ολοκλήρωσε ο Μοροζίνης το 1687, πλην της Μονεμβασιάς, την οποία κατάκτησε η Βενετία αργότερα (1690).

Η κατάκτηση της Πελοποννήσου με τους άφθονους πλουτοπαραγωγικούς της πόρους αντιστάθμιζε όσα οι Βενετοί στερήθηκαν από την απώλεια της Κρήτης. Η Γερουσία της Βενετίας όρισε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μωρέως (Regno della Morea), όπως ονομάστηκε η Πελοπόννησος, ενώ τη διοικητική και οικονομική συγκρότηση του Βασιλείου ανάθεσε σε τρεις συνδίκους καταστιχατόρους (Sindici Catasticatori). Η Πελοπόννησος διαιρέθηκε διοικητικά σε τέσσερις επαρχίες (provintiae), ήτοι την επαρχία της Ρωμανίας  (provintia di Romania) με πρωτεύουσα το Ναύπλιο, που ονομάστηκε Napoli di Romania για να διακρίνεται από τη Napoli di Malvasia, την επαρχία της Αχαΐας (Acaia) με πρωτεύουσα την Πάτρα, την επαρχία της Μεσσηνίας (Messenia) με πρωτεύουσα το Νέο Ναβαρίνο (Νιόκαστρο) και την επαρχία της Λακωνίας (Lakonia) με πρωτεύουσα τη Μονεμβασιά (Napoli di Malvasia), που είχε εν τω μεταξύ κατακτηθεί από τη Βενετία. Η επαρχία του Ναυπλίου αποτελέστηκε από πέντε περιφέρειες (territorii), ήτοι Άργους, Ρωμανίας, Κορίνθου, Τριπολιτσάς και Τσακωνιάς (Argos, Romania, Korinto, Tripolizza και Zaccogna), ενώ το territorio του Ναυπλίου διαιρέθηκε σε 29 περιοχές.

Μετά την αποχώρηση των Τούρκων από την Πελοπόννησο οι Βενετοί θεώρησαν όλη τη γη, που ανήκε στους Τούρκους, περιερχόμενη στο Βενετικό Δημόσιο, που την διένειμαν και την παραχώρησαν είτε σε γηγενείς είτε σε επήλυδες που μετέφεραν από την Αθήνα, το Νεγρεπόντε, τη Λειβαδειά, τη Θήβα κ.λπ. [29]. Οι καταστιχάτορες, υπεύθυνοι για την οικονομική συγκρότηση της χώρας σύμφωνα με την εντολή της Γερουσίας, συνέταξαν απογραφή του πληθυσμού και κατάρτισαν κτηματολόγιο, καταγραφή δηλαδή των παντός είδους ακινήτων και των επικειμένων. Έτσι, με βάση τα απογραφικά και κτηματογραφικά δεδομένα οργάνωσαν σε πραγματική βάση  την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων της χώρας και ιδιαίτερα των εδαφών, τα οποία μετά την αποχώρηση των Τούρκων αλλά και την σοβαρή έλλειψη χεριών έμεναν ακαλλιέργητα. Τελικός σκοπός των ενεργειών των καταστιχατόρων, σύμφωνα με την εντολή που είχαν πάρει από τη Σύγκλητο, ήταν η εφαρμογή ενός αποδοτικού φορολογικού συστήματος, που  θα προσπόριζε στο δημόσιο ταμείο της Βενετίας ικανά έσοδα.

Οι κτηματογραφικές εργασίες άρχισαν το 1688, αμέσως δηλαδή με την άφιξη των καταστιχατόρων. Σχετικά με την περιοχή του Ναυπλίου σώζονται δυο ολοκληρωμένα κτηματολόγια, το catastico ordinario, που είχε ολοκληρωθεί το 1700, είναι συνοπτικό και συντάχθηκε κατά τη διάρκεια της θητείας του προβλεπτή Grimani, και το catastico Particolare, που είναι αναλυτικό και συντάχθηκε με εντολή του προβλεπτή Antonio Nani 1703/05 [30].

Μία από της περιοχές στις οποίες διαιρέθηκε το territorio του Ναυπλίου είναι η περιοχή του χωριού Πλατανίτι, που όπως πληροφορούμαστε από το catastico ordinario περιελάμβανε «Ville Platagnitti et Manesi con Gerbesi et Sandra, desabitate», ήτοι «τα χωριά Πλατανήτι και Μάνεσι με το Γκέρμπεσι και Σάντρα, ακατοίκητα». Αντίστοιχα διαβάζουμε στο catastico partocolare, ότι η ίδια περιοχή περιλαμβάνει «Villa Platagniti e suoi seugolatij Manessi, Sanga [31], Bardi, Gerbessi, Calivia [32], e Mariano e sue dillatationi», ήτοι «το χωριό Πλατανήτι και τα ζευγολατεία του Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Γκέρμπεσι, Καλύβια και Μαριανό και την περιοχή τους». Βεβαιώνεται έτσι από τις εγγραφές των κατάστιχων, επίσημων δηλαδή κειμένων της Βενετικής πολιτείας η ύπαρξη των τοπωνυμίων Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Καλύβια και Μαριανός ως ζευγολατείων, δηλαδή τσιφλικιών, όπως σημειώσαμε στην αρχή του κειμένου μας. Τα ζευγολατεία αυτά βρίσκονται στις δυτικές υπώρειες του όρους Αραχναίου και κάποια από αυτά (Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Μπάρδι) είναι αντίστοιχα των ονομάτων των ομώνυμων οικισμών του τέως Δήμου Μιδέας του 1834.

 

Χάρτης του catastico particolare (1703-05) ο οποίος περιλαμβάνει τα όρια του χωριού Πλατανίτι και των Ζευγολατειών του Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Γκέρμπεσι, Καλύβια, Αμαριανό και τις περιοχές τους. Αρχείο: ΓΑΚ Αργολίδας.

 

Είναι βέβαιο πως τα ζευγολατεία Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Καλύβια και Μαριανό δεν κατοικούνταν κατά τον χρόνο σύνταξης των κατάστιχων. Το γεγονός προκύπτει ρητά από το catastico ordinario τουλάχιστον όσον αφορά στο Γκέρμπεσι και Σάντρα ή Σάνγκα, τα οποία αναφέρονται ακατοίκητα. Άλλωστε, αν συνέβαινε αυτά να κατοικούνταν τούτο θα αναφερόταν στις αντίστοιχες εγγραφές του catastico particolare, όπως συμβαίνει με τα ζευγολατεία των περιοχών villa Ligurio κ.λπ. και villa Gragnidi κ.λπ., τις εγγραφές των οποίων ακολουθεί η λέξη habitati, δηλαδή κατοικούμενα.

 

Catastico particolare. Αρχείο: ΓΑΚ Αργολίδας.

 

Εξ άλλου οι Βενετοί, όπως ανωτέρω αναφέρεται, εκτός από το κτηματολόγιο συνέταξαν και απογραφή του πληθυσμού της Πελοποννήσου γνωστή ως απογραφή  Grimani ή απογραφή του 1700, για την οποία ο Β. Παναγιωτόπουλος [33] γράφει: «Έχουμε να κάνουμε με μια πραγματική απογραφή, έγκυρη και αξιόπιστη… διαπιστώνουμε απόλυτη γεωγραφική συνέχεια και ταυτόχρονα μια αξιοσημείωτη αναζήτηση της λεπτομέρειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι καταγράφονται και οι πιο μικροί οικισμοί∙ σε σύνολο 1.532 πόλεων και χωριών και 133 μοναστηριών, 47 χωριά είχανε τη στιγμή της απογραφής μόνο από μία έως δύο οικογένειες. Αυτό δείχνει σε ποιο βαθμό είχε προχωρήσει η συλλογή των στοιχείων και φανερώνει την αυστηρότητα, τη σαφήνεια και τη συνοχή της πηγής μας».

Επισκοπώντας τον παρακάτω κατάλογο των οικισμών του territorii του Ναυπλίου της απογραφής Γκριμάνι παρατηρούμε ότι κανένα από τα παραπάνω αναφερόμενα ζευγολατεία δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των οικισμών και συνεπώς αυτά υπήρχαν μόνο ως ζευγολατεία ακατοίκητα. Η άποψη πως το Γκέρμπεσι δεν έχει διαμορφωθεί σε οικισμό μέχρι το τέλος του 17ου αιώνα ενισχύεται από ένα ακόμη αρχειακό τεκμήριο, την απογραφή, δηλαδή, της εκκλησιαστικής περιουσίας του Μοριά του 1696. Στον κατάλογο των χωριών του τεριτορίου του Ναυπλίου της  απογραφής αυτής δεν αναφέρεται το Γκέρμπεσι ούτε το Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι και Καλύβια [34].

Συνεπώς και κατά την περίοδο της δεύτερης Βενετικής κατάκτησης της επαρχίας του Ναυπλίου (1686-1715) δεν υπάρχει ο οικισμός Γκέρμπεσι ως οργανωμένη οικιστική μονάδα με έστω δύο ή τρεις οικογένειες, παρά μόνο αναφέρεται ως ακατοίκητο ζευγολατιό-τσιφλίκι. Το ίδιο συμβαίνει και με τα λοιπά όμορα ζευγολατιά-τσιφλίκια: Μάνεσι, Σάνγκα, Μπάρδι, Καλύβια αλλά και τα Δένδρα [35], που δεν αναφέρονται στον τίτλο της περιοχής Πλατανίτι, αλλά σημειώνονται στον συνοδευτικό χάρτη.

Στη συνέχεια παρατίθενται δύο πίνακες της απογραφής GRIMANI του 1700. Ο πρώτος περιλαμβάνει τους οικισμούς του TERRITIO DI NAPOLI DI ROMANIA και ο δεύτερος τον πληθυσμό των οικισμών αυτών.

 

ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΤΟΥ TERRITORIO ΤΟΥ

ΝΑΥΠΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1700

(ΑΠΟΓΡΑΦΗ GRIMANI)

 

Δίνεται το όνομα του οικισμού, όπως είναι γραμμένο στο Βενετικό έγγραφο, ακολουθεί το τοπωνύμιο στα ελληνικά και η τυχόν μετονομασία του μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους σημειώνεται με αστερίσκο.

 

TERRITORIO DI NAPOLI DI ROMANIA

 

  1. Borgo di Νapoli ciοė Τrube – Προάστιο Ναυπλίου ή Τρουμπέ Borgo Πόλη (Ναυπλίου)
  2. Turachi ciοė Trapano Τουρκάκι ή Δράπανο
  3. Aria – Αρεια/Αρια
  4. Spai – Σπαΐ / Σπαϊτζίκο : *Λευκάκια
  5. Caidari — Χαϊδάρι: *Δρέπανον
  6. Ζaremella – Τζαρεμέλα
  7. Braimbei – Μπραήμπεη
  8. Irii – Iρια
  9. Pyrgo – Πύργος
  10. Adami – Αδάμι
  11. Liguriο – Λυγουριό
  12. Cacingri – Κατσίγκρι : *Αγ. Αδριανός
  13. Bulmeta – Μπουλμέτα
  14. Cοffini – Κοφίνι: *Νέα Τίρυνς
  15. Palaicastro -Παλαιόκαστρο
  16. Platanichί – Πλατανίτι
  17. Cuchi – Κούτσι: * Αργολικόν
  18. Μerbaca – Μέρμπακα: * Αγ. Τριάς
  19. Μanari – Μάναρι
  20. Stue Μedugnί – Μεντούνι (;)
  21. Μerze – Μερτζέ: *’Εξώστης
  22. Vοlimidi – Βολιμίδι
  23. Sufa Agά – Σούφαγα
  24. Curma – Κούρμα ή Τσούρμα (;)
  25. Luzi – Λούτζι
  26. Μanduli – Μαντούλι (;)
  27. Capse Μanguri – Κάψε Μαγκούρι/Καψομαγκούρι (;)
  28. Catto Scafidachί – Κάτω Σκαφιδάκι
  29. Civeri Pavolata – Κιβέρι

[Β. Παναγιωτόπουλου: «ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ…»  σελ.291.]

 

ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΤΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΤΟΥ TERRITORIO ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

ΣΤΗΝ ΑΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ 1700 – (ΑΠΟΓΡΑΦΗ GRIMANI)

 

[Β. Παναγιωτόπουλου: «ΠΛΗΘΥΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ…» σελ.235.]

  

Σχετικά με την εθνοτική σύνθεση του πληθυσμού της επαρχίας Napoli di Romania πληροφορούμαστε από το κατάστιχο του Βενετού μηχανικού Francesco Vandeyk [36], που πήρε μέρος στη σύνταξη του κτηματολογίου του territorii di Napoli di Romania, πως  «οι κάτοικοι των χωριών (των επαρχιών Ναυπλίας και Ερμιονίδας) είναι σχεδόν όλοι Αλβανοί, αλλά με το να είναι πολύς καιρός αφ’ ότου οδηγήθησαν από τους Τούρκους με τον σκοπόν να εγκατασταθούν εκεί, ισχυρίζονται ότι είναι αυτόχθονες…».

Πληροφορούμαστε επίσης από την από 12ης Μαΐου 1691 έκθεση του Βενετού σύνδικου καταστιχωτή Μαρίνου Μικιέλ [37] πως «ο πληθυσμός της περιοχής αυτής είναι κατά μέγα μέρος Αρβανίτες, αγροίκοι και γεωργοί εύστροφοι, με κλήση στη χρήση των όπλων, όπως επίσης εκείνοι του Άργους, όπου μερικοί ασχολούνται με το εμπόριο… Έχουν πάντως το πρώτιστο ελάττωμα του έθνους τους να μαλώνει ο ένας με τον άλλο και να αγαπούν το ψέμα». Μάλλον μας ήξεραν από τότε! Εν πάσει περιπτώσει, βρίσκω υπερβολικά όσα εκθέτουν οι δύο ανώτατοι υπάλληλοι της Γαληνοτάτης σχετικά με τον κοινωνικό και φυλετικό προσδιορισμό του πληθυσμού του territorii. Το φαινόμενο αυτό θα παρετηρείτο παλαιότερα, κατά το τέλος όμως του 17ου αιώνα είχε επέλθει σημαντική αφομοίωση του Αρβανίτικου στοιχείου σε σημείο ώστε οι ίδιοι οι Αρβανίτες να θεωρούν τους εαυτούς τους «αυτόχθονες», με ελληνική δηλαδή συνείδηση, όπως σημειώνει ο Vandeyk. Δεν παραλείπουμε και την θέση του Μηλιαράκη [38] «Ο πληθυσμός του Δήμου (Μιδέας) ανέρχεται σε 3,378 κατοίκους, και δημότας 3,735 πάντας Αλβανούς». Η απόλυτη αυτή θέση του Μηλιαράκη, που εκφράστηκε το 1886 ίσως να αρμόζει στα λεγόμενα αρβανιτοχώρια της Αργολίδας (Γκέρμπεσι, Μάνεσι, Δένδρα, Μπάρδι, Ντούσια), όχι όμως και στα χωριά του κάμπου, όπως Μέρμπακα, Πλατανίτι, κ.λ.π.

Προκειμένου ο αναγνώστης να σχηματίσει μια εικόνα της κατάστασης που επικρατούσε γύρω στο 1700 στην πεδιάδα της Αργολίδας από πλευράς πυκνότητας πληθυσμού, καλλιεργούμενης γης και κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων κρίνω σκόπιμο να μεταφέρω εδώ κάποια απογραφικά στοιχεία της περιοχής Πλατανίτι και των ζευγολατείων της[39].

Στην περιοχή κατοικούσαν 28 οικογένειες σε 28 σπίτια, από τις οποίες οι τέσσερις ήσαν ξένες. Η καλλιεργημένη έκταση ανερχόταν σε 1.178 στρέμματα, η καλλιεργήσιμη σε 4.631 στρέμματα. Δηλαδή, 3.453 στρέμματα καλλιεργήσιμης γης έμεναν ακαλλιέργητα από έλλειψη αγροτικών χεριών. Οι βοσκότοποι ανέρχονταν σε 5.930  και οι βραχώδεις και συνεπώς άγονες εκτάσεις σε 2.267 στρέμματα. Η γη ήταν διανεμημένη σε 147 μερίδες, που είχαν παραχωρηθεί σε 28 οικογένειες. Αναφέρονται επίσης 1 κήπος, 48 δέντρα και 4 πηγάδια. Απογραφή ζώων: Ζώα αροτήρες 76, ζώα φορτηγά 162, αγελάδες 10, πρόβατα 1.848, κατσίκια 440, χοίροι 115 και κυψέλες 146.

Απίστευτοι αριθμοί για μας σήμερα! Η δεύτερη Βενετική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του διήρκεσε από την 1η Σεπτεμβρίου 1686 μέχρι την 9η Ιουλίου 1715.

 

 Δεύτερη Τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου και της περιοχής του (1715-1822)

 

Στις 9 Δεκεμβρίου 1714 ο σουλτάνος των Τούρκων Αχμέτ ο Γ΄ κήρυξε τον πόλεμο κατά των Ενετών (έβδομος ΤουρκοΒενετικός πόλεμος 1714-1718) και ανάθεσε στον μεγάλο Βεζύρη Δαούτ Πασά, που τον ονόμασε Σερασκέρη, την κατάληψη της Πελοποννήσου. Ο Σερασκέρης με στρατό 120.000 ανδρών ξεκίνησε από την Αδριανούπολη και, αφού κατέλαβε την Κόρινθο και το Άργος αμαχητί, πολιόρκησε το Ναύπλιο μετά την άρνηση της φρουράς του να το παραδώσει. Λέγεται πως κατέλαβε το Παλαμήδι  με προδοσία του επικεφαλής του πυροβολικού Γάλλου Συνταγματάρχη Σάλα (de la Sale) και το Ναύπλιο παραδόθηκε στους Τούρκους χωρίς όρους στις 9 Ιουλίου 1715. Την παράδοση ακολούθησε σφαγή του πληθυσμού. Ο Σουλτάνος Αχμέτ ο Γ΄ έφτασε στο Ναύπλιο και συγχάρηκε τον Δαούτ Πασά στον οποίο πρόσφερε θυγατέρα του ως σύζυγο. Ο Δαούτ Πασάς στη συνέχεια κατέλαβε την Τρίπολη και την Καλαμάτα και το ίδιο έτος ολοκλήρωσε την κατάληψη της Πελοποννήσου.

Οι Τούρκοι οργάνωσαν την οικονομική εκμετάλλευση της Πελοποννήσου εφαρμόζοντας  το δικό τους βέβαια διοικητικό και φορολογικό σύστημα. Τα τσιφλίκια, τα οποία κατά την πρώτη τουρκική κατάκτηση της περιοχής του Ναυπλίου ανήκαν σε Τούρκους και κατά τη δεύτερη Βενετική κατάκτηση που ακολούθησε είτε οι Τούρκοι κάτοχοί τους τα εγκατέλειψαν είτε τους αφαιρέθηκαν από τους Ενετούς, ανακτήθηκαν και πάλι από τους παλαιούς Τούρκους κατόχους τους και εάν αυτοί δεν ήσαν στη ζωή αποδόθηκαν στους κληρονόμους τους σύμφωνα με τον κανουνναμέ του Μοριά του 1716 [40]. Παράλληλα, οι Τούρκοι Αγάδες που πήραν μέρος στην εκπόρθηση του Ναυπλίου και εγκαταστάθηκαν σ᾽ αυτό, αμείφθηκαν για τις υπηρεσίες τους από το σουλτάνο με εύφορα τιμάρια αλλά και με πλούσια λάφυρα[41].

Παρά τη βαρβαρότητα του κατακτητή και την έλλειψη ενδιαφέροντος για την ανάπτυξη των παραγωγικών κλάδων, παρατηρείται προϊούσα ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας της Πελοποννήσου, αφού η γεωργία και η κτηνοτροφία αποδίδουν πολύ περισσότερα από την προηγούμενη περίοδο. Το εμπόριο, που πλέον ελευθερώθηκε από τον περιορισμό της αποκλειστικής άσκησής του από τους Βενετούς, αναπτύχθηκε πολύ περισσότερο. Ο οιοσδήποτε, Τούρκος ή μη, υπήκοος ή όχι μπορούσε να εμπορεύεται εντός του τουρκικού κράτους και μάλιστα με ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση[42]. Έτσι,  στις δεκαετίες που ακολούθησαν τη δεύτερη Τουρκική κατάκτηση παρατηρείται έντονη δημογραφική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα κατά την περίοδο αυτή να δημιουργηθούν οι περισσότεροι νέοι οικισμοί και μάλιστα στα υπάρχοντα τσιφλίκια [43]. Στο πλαίσιο αυτής της δημογραφικής έξαρσης φαίνεται πως δημιουργήθηκε το Γκέρμπεσι ως αυτοτελής οικισμός μέσα στην περιοχή του ζευγολατείου Γκέρμπεσι, από το οποίο πήρε το όνομά του.

Οι Τούρκοι, όπως και παραπάνω σημειώνουμε, εφάρμοσαν το δικό τους διοικητικό σύστημα και η Πελοπόννησος αποτέλεσε χωριστή διοικητική περιφέρεια, πασαλίκι, διοικούμενη από Πασά «τριών ιππουρίδων», τον Μώρα Βαλεσή. Η Πελοπόννησος είχε διαιρεθεί σε 23 βιλαέτια [44], μεταξύ των οποίων και το βιλαέτι του Άργους [45] στο οποίο υπαγόταν το Γκέρμπεσι και όχι στο βιλαέτι του Ναυπλίου. Πότε όμως δημιουργήθηκε το Γκέρμπεσι ως αυτοτελής οικισμός καθώς και τα άλλα γύρω χωριά δεν το γνωρίζω. Από τις μέχρι τώρα γνωστές σε μένα πληροφορίες το Γκέρμπεσι ως οικιστική μονάδα και φορολογικό υποκείμενο εμφανίζεται για πρώτη φορά επίσημα στα φορολογικά κατάστιχα (φορολογικοί κατάλογοι) του βιλαετίου του Άργους του έτους 1805 (αρχείο Περούκα) και έκτοτε η παρουσία του είναι συνεχής.

Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι υπάρχει ως οργανωμένο οικιστικό σύνολο τουλάχιστον από το 1805, αφού αναγνωρίζεται τόσο από τη Δημογεροντία όσο και από την Τουρκική πολιτειακή εξουσία ως συλλογικό φορολογικό υποκείμενο. Η διαδικασία όμως σχηματισμού του θα έπρεπε να είχε αρχίσει ενωρίτερα με τη μόνιμη εγκατάσταση βαθμηδόν κάποιου ελάχιστου αριθμού οικογενειών που δημιούργησαν στη Δημογεροντία και στην Τουρκική εξουσία την βεβαιότητα της μόνιμης ομαδικής οίκησης. Τον χρόνο όμως αυτόν, της μόνιμης δηλαδή εγκατάστασης οικογενειών στον τόπο μας, δεν τον γνωρίζουμε.

Θεωρώ ως πλησιέστερο προς την αλήθεια χρόνο δημιουργίας του οικισμού Γκέρμπεσι την περίοδο 1795-1800, αφού το 1805 ο οικισμός αναμφίβολα έχει δημιουργηθεί, ενώ το πιθανολογούμενο έτος γέννησης των γεναρχών του χωριού (1774-1789), κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων δεν επιτρέπει τη δημιουργία οικογένειας σε χρόνο προγενέστερο του έτους 1795.

Στη διαπραγμάτευση των επί μέρους γενών παραθέτουμε πληροφορίες, εφόσον διαθέτουμε, σχετικές με τον χρόνο εγκατάστασης κάθε γένους στο Γκέρμπεσι καθώς και με τον τόπο καταγωγής ή προέλευσής του. Τα γένη των Αργυρόπουλου (1958), Γαρύφαλου (1916), Γιαννάκου (1902), Καρατζίκου (1950), Κατεμή (1953), Ξύδη (περί το 1905), Παπαγιάννη (περί το 1915), Ράπτη (1920) και Φράγκου (περί το 1950) εγκαταστάθηκαν στο Γκέρμπεσι μετά το 1900 και πρόκειται για γάμους ανδρών που κατάγονται από άλλα χωριά με Γκερμπεσιώτισες και που εγκαταστάθηκαν στο Γκέρμπεσι, εκτός από τον Μιλτιάδη Αργυρόπουλο, που νυμφεύθηκε Μπαρδαία και τον Σπύρο Παπαγιάννη, που από 8 ετών εργάστηκε στο σπίτι του Μάνθου και αργότερα παντρεύτηκε Γκερμπεσιώτισα. Ο αριθμός που ακολουθεί το γένος δείχνει τον χρόνο εγκατάστασής του στο Γκέρμπεσι.

Τα υπόλοιπα γένη εγκατασταθήκαν στο Γκέρμπεσι κατά την εκατονταετία 1800-1900. Πιο αναλυτικά:

  • Οι Βλαχαίοι  εγκατασταθήκαν στο Γκέρμπεσι περί το 1867 και σύντομα διασκορπίστηκαν. Ο Μελέτιος Βλάχος νυμφεύθηκε το 1926 στο Γκέρμπεσι, όπου και εγκαταστάθηκε.
  • Ο γενάρχης των Δουφέκα νυμφεύθηκε στο Γκέρμπεσι το 1897, όπου και εγκαταστάθηκε.
  • Ο γενάρχης των Ζαχαριά, που πιθανολογείται πως γεννήθηκε το 1831, είναι γραμμένος στους εκλογικούς καταλόγους 1867 και 1871 και πρέπει να εγκαταστάθηκε στο Γκέρμπεσι μετά το 1844.
  • Το γένος του Ανδριανού Κώστα-Κώνστα-Κορίλη (Ζιάγκα) εγκαταστάθηκε στο Γκέρμπεσι το 1831 σύμφωνα με σημείωση στον εκλογικό κατάλογο 1844.
  • Το γένος των Υψηλανταίων αποτελεί κλάδο των Κώστα-Κώνστα-Κορίλη, γιατί ο Δημήτριος Ιωάννου Κώνστας άλλαξε το επώνυμό του σε Υψηλάντης μεταξύ των ετών 1850-1852.

 

Ιωάννης Δ. Υψηλάντης (Φαφούτης) (1852) – (Μαρίνα Κ. Υψηλάντη-Λέκκα (1889-1944) και Αναστασία Κ. Υψηλάντη (1917-2007) γύρω στα 1917-18. Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Τα υπόλοιπα γένη, ήτοι: Αντωνίου, Γεώργας, Δήμας, Κώστας-Κώνστας- Κορίλης, Λέκκας, Λιλής, Παπαγεωργόπουλος και Ρέππας, τα οποία θεωρούμε ότι αποτελούν τους πρώτους οικιστές του χωριού, εγκαταστάθηκαν, δίνοντας πολύ μεγάλα χρονικά περιθώρια, κατά την πρώτη τεσσαρακονταετία του 19ου αιώνα. Οι Ιωάννης Λέκας, Παναγιώτης Αντώνη και Γιάννης του παπά Γιώργη, κάτοικοι Γκέρμπεσι είχαν υποβάλει αναφορά στη Βουλή, που συζητήθηκε κατά τη συνεδρίαση της 3-2-1825 (Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, τόμος 7ος, σελ. 115-116) με την οποία ζητούσαν να διορισθούν οι ενοικιαστές των εθνικών προσόδων του χωρίου Γκέρμπεσι. Συνεπώς τα γένη των Παπαγεωργόπουλων, των Αντώνη και των Λέκκα πρέπει να είχαν εγκατασταθεί στο Γκέρμπεσι πριν την παραπάνω χρονολογία (3-2-1825). Για την προέλευση του γένους των Αντωνίου δεν γνωρίζουμε τίποτα. Στον εκλογικό κατάλογο Λιμνών  του 1844 καταγράφεται εκλογέας Αναστάσιος Αντωνίου με α/α 160, ηλικίας 55 ετών, αυτόχθων με περιουσία, γεωργός, γεννημένος κατά πιθανολόγηση το 1789. Δεν έχουμε καμία πληροφορία για συγγενική σχέση μεταξύ των Αντωνίου των Λιμνών και του Γκέρμπεσι.

 

Κάτε Χρ. Κώνστα (1872-1921) – Αθαν. Χρ. Κώνστας (1914-1979), Ναύπλιο, 1919. Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Τα επόμενα γένη δεν κατάγονται ούτε προέρχονται από τις Λίμνες, όπως ισχυρίζονται κάποιοι. Για το γένος των Κώστα-Κώνστα-Κορίλη δεν γνωρίζουμε κάτι σχετικό, οπωσδήποτε όμως το γένος δεν κατάγεται από τις Λίμνες, αφού γνωρίζουμε πως οι δύο κλάδοι των Κοριλέων των Λιμνών προέρχονται από το γένος του Γκερμπεσιού. Επίσης για το γένος των Λιλή δεν γνωρίζουμε κάτι, σύμφωνα όμως με προφορική παράδοση το γένος κατάγεται από τη Μεσσηνία και προέρχεται από το γένος Καλαμαρά. Το ίδιο και για το γένος Ρέππα, δεν γνωρίζουμε κάτι σχετικό με την καταγωγή του, οπωσδήποτε όμως δεν κατάγεται από τις Λίμνες, ούτε φέρεται γραμμένος εκλογέας Ρέππας στον εκλογικό κατάλογο των Λιμνών έτους 1844 ούτε του Μπερμπατιού.

 

Χρήστος Γ. Κορίλης – Κώνστας (Νταής 1874-1955) με μια εγγονή του, Πειραιάς, 1922. Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Βέβαιο είναι πως κατάγονται ή προέρχονται από τις Λίμνες τα γένη των Γεώργα, των Δήμα, των Λέκκα, των Παπαγεωργόπουλου, των Φρίμη (λίγο πριν το 1844) και το γένος των Βλάχου περί το 1867.

 

Αναστάσιος Κορίλης (Κολοντούρος) (1869). Δημοσιεύεται στο: Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Ενδιαφέρον και πολυσυζητημένο θέμα είναι η εθνοτική καταγωγή των πρώτων κατοίκων του χωριού. Αναμφίβολα πρόκειται για Αλβανογενείς Έλληνες, ήτοι Αρβανίτες που αυτοί ή πρόγονοί τους εγκαταστάθηκαν κάποτε στον Ελληνικό χώρο και με την πάροδο του χρόνου απόκτησαν ελληνική συνείδηση, με την έννοια της κοινής αντιμετώπισης των κοινωνικών προ-βλημάτων και της κοινής στάσης έναντι του κατακτητή [46].

Παραπάνω ασχοληθήκαμε εξαντλητικά με τις Αλβανικές εποικίσεις του Ελληνικού χώρου από την περίοδο της πρώτης Βενετοκρατίας και παρακολουθήσαμε την κατά στάδια αφομοίωση του Αλβανικού στοιχείου σε σημείο που μπορούμε χωρίς κανένα ενδοιασμό να μιλάμε σήμερα για απόκτηση Ελληνικής εθνικής συνείδησης.

Συνεπώς, συμπερασματικά δεχόμαστε πως ο νεώτερος οικισμός Γκέρμπεσι της Αργολίδας δημιουργήθηκε από Αλβανογενείς Έλληνες περί το 1795-1800 στο τούρκικο τσιφλίκι Γκέρμπεσι, από το οποίο πήρε το όνομά του.

Σημειώνουμε πως τελευταίος Τούρκος τσιφλικάς ήταν ο Γιαχγιάς ή Γιαχγιαγας, ενώ το 1809 τσιφλικάς ήταν ο Εζέτ Μπέης[47].

Είναι βέβαιο πως το αρχείο Περρούκα, αργείτικης οικογένειας εμπόρων και προεστών, που διαχειριζόταν τις φορολογικές υποχρεώσεις του βιλαετίου προς τις Τουρκικές Αρχές και ειδικότερα από τα διασωθέντα κατάστιχα, δεφτέρια και κιτάπια φορολογίας και δοσιμάτων, όταν αυτό δημοσιευθεί θα προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τη δημιουργία των οικισμών του βιλαετίου, τον πληθυσμό, την οικονομική κατάσταση και την φοροδοτική ικανότητα κάθε χωριού. Έτσι  πιστεύω ότι θα είναι δυνατόν στον μελετητή να προσδιορίσει έστω και κατά προσέγγιση τον χρόνο που δημιουργήθηκε το Γκέρμπεσι.

Συγκέντρωσα και παραθέτω χρονολογικά όσες μπόρεσα γραφτές πληροφορίες σχετικές με το Γκέρμπεσι από το 1805 μέχρι το 1834, χρονολογία που το Γκέρμπεσι εντάχθηκε και αποτέλεσε οικισμό του δήμου Μιδέας του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Α. Από τα δημοσιευμένα αποσπάσματα των φορολογικών κατάστιχων του  αρχείου  Περρούκα, παραθέτω τις εξής πληροφορίες που αφορούν στο Γκέρμπεσι:

α) στα φορολογικά κατάστιχα των ετών 1805-1812 αναφέρεται το Γκέρμπεσι ως οικισμός, που δεν επιβαρύνεται με την πληρωμή φόρων στους Τούρκους [48] και χαρακτηρίζεται «μακτού» [49],

β) στο κατάστιχο εξόδων του βιλαετίου του Άργους της 15 Απριλίου 1809 σημειώνεται ως έξοδο: «Διά ένα φωνικόν οπού έγινε εις του Γκέρμπεσι εις το ζευγολατιό του Εζέτμπέη…γρ. (όσια) 518» (διατηρούμε την ορθογραφία) [50].

Πληροφορούμαστε από την παραπάνω εγγραφή ότι το Γκέρμπεσι το 1809 αποτελεί ζευγολατείο, που κατοικείται και ανήκει στον Τούρκο Εζέτ Μπέη.

γ) επίσης πληροφορούμαστε τον αριθμό των «παρακεντέδων», που εργάζονταν στο Γκέρμπεσι, ήτοι ακτημόνων, συνήθως ξενομεριτών, που απασχολούνταν σε ξένες γαίεςž σήμερα θα τους ονομάζαμε αγρεργάτες: «1810 Απριλίου 6. Δευτέρι των παρακεντέδων…Γκέρμπεσι 3, χαρτία 4». Δηλαδή, στο Γκέρμπεσι εργάζονται τρεις παρακεντέδες, που επιβαρύνονται με την πληρωμή τεσσάρων χαρτίων, δηλαδή, τεσσάρων δελτίων φορολογικής επιβάρυνσης και πληρωμής φόρων προς τους Τούρκους[51].

Β. Στον κατάλογο του πληθυσμού της Πελοποννήσου του έτους 1815, που είχε συντάξει ο Γάλλος Πρόξενος στα Γιάννενα (1805-1815) και αργότερα Πρόξενος στην Πάτρα (1817-1819) Φρ. Πουκιεβίλ [52] το Γκέρμπεσι αναφέρεται με 25 κατοίκους.

Γ. Στα αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας [53], αναφέρονται δύο αναφορές – αιτήσεις κατοίκων Γκέρμπεσι σχετικές με τοπικά θέματα, ήτοι,

  1. i) «Είτα ανεγνώσθη αναφορά των δημογερόντων της επαρχίας Άργους διά τα χωρία Ομέρμπακα, Άρειαν, Γκέρμπεσι και Κούρτα και Πλέσσα τα οποία ζητούσι δια να τα ενώσωσι μετά της επαρχίας Άργους και παρακαλούσι αύτη η αμφισβήτησίς των να διαλυθή. Σκέψεως γενομένης, ενεκρίθη να σταλή προς το Υπουργείον των Εσωτερικών, διά να εξετάση την υπόθεσιν και κατά τον νόμον και κατά την συνήθειαν και ν’ αναφέρει προς την Διοίκησιν… Η αναφορά των  δημογερόντων του Άργους εστάλη προς το Υπουργείον των Εσωτερικών, υπό την υπογραφήν του β΄ Γραμματέως, με την ανωτέρω γνώμην του Βουλευτικού». Επίσης,
  2. ii) «Ανεγνώσθη αναφορά των Ιωάννου Λέκκα, Παναγιώτου Αντώνη, Γιάννη του παππά-Γεώργη, οίτινες παρακαλούν να διορισθώσιν οι ενοικιασταί των εθνικών προσόδων του χωρίου Γκέρμπεσι να μην τους πέρνωσι τοπιάτικον δι’ ολίγα πρόβατά των, βόσκοντα εις την εθνικήν γην, την οποίαν οι ίδιοι καλλιεργούσι, πληρώνοντες το νόμιμον πέμπτοδέκατον. Απεφασίσθη να σταλή η αναφορά εις το Υπουργείον της Οικονομίας διά να πράξει περί τούτου καθ’ ας έλαβεν οδηγίας γενικώς».

Δ. Στη «Στατιστική περιγραφή της επαρχίας Ναυπλίου» της 19ης Οκτωβρίου 1828, που συνέταξε ο Δ. Παπαλεξόπουλος σύμφωνα με τις οδηγίες Επιτροπής του Πανελληνίου, προκειμένου ο Κυβερνήτης Ιωάν. Καποδίστριας να απαντήσει στα 28 ερωτήματα που είχαν υποβάλει οι πρεσβευτές των τριών μεγάλων δυνάμεων, αλλά και για να συγκεντρώσει στατιστικές πληροφορίες γύρω από τον πληθυσμό και την κατάσταση της γεωργίας, περιέχονται πληροφορίες και για το Γκέρμπεσι. Οι πληροφορίες που περιέχονται στην έκθεση χρονικά αναφέρονται στην τελευταία περίοδο της Τουρκοκρατίας, δηλαδή λίγο πριν την κήρυξη της επανάστασης του 1821.

Σύμφωνα με την έκθεση αυτή το Γκέρμπεσι αποτελούσε τότε τσιφλίκι που ανήκε στον Τούρκο Γιαχγιαγά και είχε 10 σπίτια, 1 πύργο [54], 40 χριστιανούς κατοίκους, κανένα τούρκο κάτοικο, 15 στρέμματα αμπέλι, 515 στρέμματα καλλιεργούμενης γης, που ανήκε στους Τούρκους και 500 στρέμματα χέρσας γης μάλλον τουρκικής ιδιοκτησίας. Το ετήσιο εισόδημα των Τούρκων ανερχόταν σε 3.850 γρόσια και των χριστιανών σε 1.750 γρόσια [55], ενώ ο φόρος της δεκάτης ανερχόταν σε 550 γρόσια.  Σύμφωνα με προφορικές πληροφορίες ο αναφερόμενος πύργος χρησίμευε ως μόνιμη κατοικία του Τούρκου τσιφλικά. Ο πύργος, ο οποίος σώζεται, βρίσκεται δυτικά της πλατείας του χωριού και είναι ιδιοκτησία των κληρονόμων Λεωνίδα Λέκκα. Ο πύργος αποτελεί συνέχεια του προς τα δυτικά ευρισκόμενου σπιτιού της οικογένειας Γιαννάκου. Τα δύο κτίσματα έχουν ενιαία εμφάνιση και ανήκαν στους αδελφούς Αναστάσιο και Ιωάννη Λέκκα (Μανθαίους), για τους οποίους δεν γνωρίζουμε πώς απέκτησαν αυτά τα ακίνητα, ούτε γνωρίζουμε εάν και τα δύο αυτά ακίνητα μαζί αποτελούσαν τον πύργο.

Ε. Στη στατιστική περιγραφή της επαρχίας Ναυπλίου του έτους 1829 που συνέταξε η Γαλλική επιστημονική αποστολή, που ακολουθούσε το στράτευμα του στρατηγού Μαιζών, το Γκέρμπεσι αναφέρεται ως οικισμός με 55 άτομα και σημειώνεται στο χάρτη της ίδιας αποστολής ως οικισμός καθώς επίσης και η Μυκηναϊκή ακρόπολη της Μιδέας, που σημειώνεται ως αρχαιολογικός χώρος [56].

ΣΤ.  Η Γραμματεία της Επικρατείας ζήτησε με ειδική εγκύκλιό της από τους κατά τόπους Εκτάκτους Επιτρόπους και Προσωρινούς Διοικητές όλων των Επαρχιών να υποβάλλουν κατάλογο των κατοικουμένων πόλεων και χωριών και χωριστά των ακατοίκητων. Ο Διοικητής της επαρχίας Ναυπλίας, Άργους και Κάτω Ναχαγιέ Κωνστ. Αξιώτης με έγγραφό του υπέβαλε κατάλογο για τις επαρχίες Ναυπλίου και Κάτω Ναχαγιέ, ενώ τον κατάλογο της επαρχίας Άργους, ο οποίος δεν υπάρχει στα Γ.Α.Κ. απέστειλε απ᾽ ευθείας ο τοποτηρητής Άργους Ν. Μαυρομμάτης. Ο κατάλογος της επαρχίας Ναυπλίου περιέχει 43 κατοικημένα χωριά και 20 ακατοίκητα και σε χωριστή στήλη τον αριθμό των οικογενειών. Το Γκέρμπεσι αναφέρεται ως χωριό «ερημωμένο» [57]. Η πληροφορία αυτή, προφανώς, είναι λανθασμένη, αφού, ένα και δύο έτη πριν από τη σύνταξη του προαναφερόμενου καταλόγου, ήτοι κατά τα έτη 1828 (Στατιστική περιγραφή της επαρχίας Ναυπλίου) και 1829 (στατική περιγραφή της Γαλλικής επιστημονικής αποστολής) φέρεται να έχει ικανό για την εποχή αριθμό κατοίκων (40 και 55 αντίστοιχα)  και το 1834 αποτέλεσε ένα από τα χωριά του νεοσύστατου Δήμου Μηδέας με 100 κατοίκους, με το οικωνύμιο Κέρμπεσι ή Γκέρμπεσι [58], ίσως η πληροφορία να έχει σχέση με το Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων.

 

Ετυμολογία του οικωνυμίου Γκέρμπεσι

  

Θα ολοκληρώσουμε την έρευνά μας με την ετυμολογία της ονομασίας Γκέρμπεσι.

Η ονομασία Γκέρμπεσι [59] αποτελεί οικωνύμιο αλβανικής προέλευσης (Gjerbёs) και απαντάται στην Αλβανία στις περιοχές Φιέρι (Gjerbësi i Fierit) και Βεράτι (Gjerbësi i Beratit) καθώς επίσης απαντάται και στο Κόσσοβο. Στην Ελλάδα απαντάται ως τοπωνύμιο σε περιοχές που στο παρελθόν εγκαταστάθηκαν Αλβανόφωνοι πληθυσμοί (Άραξος, Ναύπλιο, Καλάβρυτα, Καρδίτσα). Η ονομασία σχηματίζεται από τη σλαβική λέξη Grba που σημαίνει καμπούρα βουνού, ράχη, κλιτύς + την αλβανική κατάληξη –ësi. Ακόμα υπάρχει ως παλαιότερο σλάβικο τοπωνύμιο Gъrbe∙ ъ = τόπος σε ράχη βουνού καθώς και στην σερβοκροατική γλώσσα Grbe∙ i. Βλ. επίσης και Max Vasmer: Die Slaven in Griechenland Berlin 1941, Leipzig 1970, Γκέρμπεσι ON, Kr. Nauplia (Lex. und Miliarakis AK 78). Ich gehe von einem slav. *Gъrbešь aus, das zu *gъrbъ» Buckel, Erhöhimg «zu stellen ist. Vgl. mit anderer Wortbildung skr.Grbalj. Ein genau entsprechender slavischer ON liegt vor in skr. Grbeši (Mostar).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Χρησιμοποιώ τα δύο ονόματα, που διαδοχικά πήρε ο οικισμός, για να τον διακρίνω από το άλλο Γκέρμπεσι των Δρεπανοχωρίων της Αργολίδας.

[2] Ζευγηλατείο, (ζευγολατείο και ζευγολατιό), Βυζαντινή λέξη, που σημαίνει αγρόκτημα, μικρό τσιφλίκι.

[3] Στην περίπτωσή μας σημαίνει δυτικοευρωπαίοι γενικώς και αορίστως, χωρίς ενιαία εθνικότητα (Ιταλοί, Ελβετοί, Γάλλοι, Γερμανοί κλπ).

[4] Peter Lock, Οι Φράγκοι στο Αιγαίο 1204-1500 σελ. 122, εκδόσεις ΕΝΑΛΙΟΣ Αθήνα 1998.

[5] Θυγατέρα του Γουίδωνα (Guy d᾽ Engien).

[6] Μ. Λαμπρυνίδου, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησο», Εν Αθήναις 1907, σελ. 8. W. Miller, «Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα», ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΑΘΗΝΑ 1990, σελ. 407.

[7] Μ. Λαμπρυνίδου, «Η ΝΑΥΠΛΙΑ», Εκδοσις Γ΄, Ναύπλιον 1975, σελ.71.

[8] Ανώτερος διπλωματικός υπάλληλος.

[9] Οικονομικός Έφορος.

[10] Είδος πλωτού μέσου.

[11] Από την από ΧΙΙΙΙ (όπως στο κείμενο) Αυγούστου 1480 έκθεση του Βενετού κυβερνήτη του Ναυπλίου Bartolomeo Minio (Κ. Σάθα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» τόμος VI σελ. 141-142, το κείμενο στην Ενετική γλώσσα και Μετάφραση Τάκη Μαύρου «Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου», τεύχος 13 σελ. 205), μεταφέρουμε τα επόμενα, «Με αυτή (την επιστολή)  σημειώνω σ᾽εκείνη (την Εξοχότητά Σας), σήμερα ημερομηνία 12 έφθασε  εδώ η γάλια του Cocha η οποία προηγουμένως ανήκε στον Salomona, που είχε φύγει από την Κωνσταντινούπολη στις 3 τρέχοντος, η οποία έφερε τον Μεγαλοπρεπή Sinabei Protogero της Ελλάδας σταλμένο από τον Κύριο Τούρκο για τον καθορισμό των συνόρων και τον χωρισμό των τόπων της Αυθεντίας Σας, και μ᾽ αυτόν ήλθε ο κύριος Zuan Dario, ο οποίος Sinabei, από όσα μου εγνώρισε ο Zuan Dario, είναι άνθρωπος σημαντικός για τον Κύριο Τούρκο, και είναι υπό τον Beilerbei, τον αρχηγό Διοικητή της Ελλάδας, υπεράνω όλων των τοπικών διοικητών (Flamburari) κ.λπ.».

[12] Κ. Σάθα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» τόμος VI σελ. 146 το κείμενο στην Ενετική γλώσσα, μετάφραση Τάκη Μαύρου, «Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου», τεύχη 13/Ιούνιος 1989 σελ. 206 και 14/Ιούλιος 1989 σελ. 217. D.G.Wright and J.Melville-Jones «The greek Correspondence of Bartolomeo Minio v. 1: Dispacci from Nauplion 1479-1483», unipress, Padova 2008, το κείμενο στη Ενετική γλώσσα με παράλληλη μετάφραση στην Αγγλική.

[13] Flamburar, αξιωματούχος του Σουλτάνου.

[14] Ο Τάκης Μαύρος (μετάφραση όπ. ανωτ. σελ. 219 υποσ. 1) εντοπίζει τον «Λευκό Πύργο» στο σημείο «όπου αργότερα ήταν «ο Πύργος του Γενναίου», μεταξύ Δαλαμανάρας και θάλασσας, εκεί που το κανάλι του νερού αλλάζει κατεύθυνση και από βορρά προς νότο ακολουθεί προς ανατολάς».

[15] Πιθανώς το παλαιότατο πηγάδι του χωριού Χώνικα, Τ. Μαύρου μετάφραση ό.α. σελ. 219 υποσ. 2.

[16] Πρόκειται για το μοναστήρι του Αγίου Θεοδοσίου, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση και ανατολικά από το χωριό Παναρήτι.

[17] Λαμπρινίδη, «Η Ναυπλία», Αθήνα 1975 σελ. 74 συνέχεια υποσημείωσης.

[18] Μ. Λαμπρυνίδη, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον», εν Αθήναις 1907, σελ.16. Τρ. Ευαγγελίδου, «Ιστορία του εποικισμού της Ύδρας», εν Αθήναις 1934, σελ. 28 σημ. 64.

[19] Β. Παναγιωτόπουλος, , «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας», Ιστορικό Αρχείο Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, ανατύπωση 1987, σελ. 81.

[20] Β. Παναγιωτόπουλος, «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου κλπ όπ.αν. σελ.88.

[21] Βελιγοστή  ή Σαμαρά, χωριό του Δήμου Μεγαλούποληςž την εποχή της Φραγκοκρατίας αποτέλεσε έδρα μιας από τις 12 βαρονίες, στις οποίες είχε διαιρεθεί η Πελοπόννησος.

[22] Ι. Πούλου, «Η εποίκησις των Αλβανών εις Κόρινθον», εν Αθήναις 1950, σελ. 19.

[23] Τρ. Ευαγγελίδη, «Ιστορία του Εποικισμού της Ύδρας» κλπ, όπ. αν. σελ 17 και επ., Μ. Λαμπρυνίδη, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα» κλπ όπ. αν. σελ. 7 και επ.

[24] Βασ. Παναγιωτόπουλου, , «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου» κλπ, όπ. αν. σελ. 100 το πρώτο απόσπασμα και 95 το δεύτερο.

[25] Ονόματα Αλβανών stradioti αναφέρονται σε επίσημα έγγραφα της Βενετικής Πολιτείας, που περιέχονται στα «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας» του Κ. Σάθα. Από τον  VIII τόμο του έργου του Σάθα παραθέτω αμέσως παρακάτω κάποια ονόματα Αλβανών (ο πρώτος αριθμός δείχνει τη σελίδα και ο δεύτερος τον στίχο αναφοράς).

Cutsis, Piero 361-37, Alessio 388-25, Antonio 353-39, Bella 395-6, Petro 353-27, Dimitri 362-1, Ginis 382-3.

Gerbesis ή Jerbessis Anargyros 338-10, Georges 104-38, 111-10, 144-23, 336-1, 337-35, 348-26, 394-23, 429-3, Ginis 121-20, Marie 407-6, Marin 565-36, Mekaras 105-26, Mexas 76-16, 104-35, 121, 136, 137, 407, Piere 76-14, 137-5, Thuras 348, 428-40.

Manessis 109, 110, Andre 109, 115, 123, 124, 354-37, Anna 158, Demetrius 44-3, 96-4, 328-24, 379-31, 381-24, Dimas 354-37, Dominique 76-9, 92-34, 93-3, Emanuel ou Manuel 44-3, 95, 158-10, Francois 336-38, 345, Georges 76-15, 351-27, Ginis 385-26, Jeanne 345-24, Lecas ou Lekos 104-39, 385-36, Maria 44-4, Mirassis 105-21, Pierre 76-9, Theodore 96-4, 169-36, 171, Theodosia 96-3, Vaϊvodas 97-33.

Bardis Luca 128-31, adamos 392,  Gignis 356-18, Micras 356-18 και 392-4, Piere 338-3.

Lalucas Gignis 338-8, Jean 105-24, Lasare 337-11.

Panaritis Zorzi 351-39, 356-38, Gign 351-39, Maria 439-25.

Sangas Demetrius 339-42.

[26] Ν. Γκίνη, Αλβανο-Ελληνικό λεξικό, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Ιωάννινα 1998.

[27] W. Miller, «Η φραγκοκρατία στην Ελλάδα», ό. α. σελ. 536 επ., Μ. Λαμπρυνίδη,  «Η Ναυπλία» ό.α. σελ. 67 επ., Τρ. Ευαγγελίδη, «Η ιστορία του εποικισμού της Υδρας», ό.α. σελ. 29.

[28] Μ. Λαμπρινίδη, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον», τυπογραφείον ΕΣΤΙΑ Εν Αθήναις 1907, σελ.35.

[29] Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του», Αθήνα 2002, σελ. 83. Α. Τσελίκα, «Μεταφράσεις Βενετικών Εκθέσεων περί Πελοποννήσου», έκθεση του προνοητή Μ. Μικιέλ, «Πελοποννησιακά» τ. 17 σελ. 158-159.

[30] Αναλυτικά για τα κατάστιχα αυτά ίδε Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιον και η ενδοχώρα του», ό.α. σελ. 27 επ.

[31] Το οικωνύμιο Σάνγκα είναι σχεδόν άγνωστο στην περιοχή, είναι όμως γνωστό και χρησιμοποιείται το παρόμοιο ηχητικά και σε αρβανίτικη απόδοση εδαφωνύμιο Σ.γκι, το Σ προφέρεται αυτοτελώς και σε Αλβανική γραφή ίσως Sëgi. Στον χάρτη της περιοχής του χωριού Πλατανίτι  και των ζευγολατείων του τού catastico particolare σημειώνεται σε περιορισμένο πολύγωνο sitto della v.(illa) Sanga, ήτοι θέση του χωριού Σανγκα. Η θέση σημειώνεται δυτικά του Μάνεσι και ανατολικά του λόφου της Πουλακίδας, ενώ στην βορεινή απόληξη του λόφου αυτού βρίσκεται σήμερα η ελαιόφυτος περιοχή Σ.γκι. Νομίζω ή μάλλον είμαι βέβαιος πως το εδαφωνύμιο Σ.γκι αποτελεί παραφθορά του εδαφωνυμίου Σάνγα και η περιοχή του αποτελούσε μέρος του ζευγολατείου Σάνγκα. Προφορικές πληροφορίες (Χρήστος Καραμάνος από τον παππού του) αναφέρουν πως οι κάτοικοι του χωριού (3-4 οικογένειες) σκότωσαν τους φοροεισπράχτορες των Τούρκων και εγκατέλειψαν τα σπίτια τους.

[32] Στον χάρτη της περιοχής του χωριού Πλατανίτι  και των ζευγολατείων του τού catastico particolare σημειώνονται δύο θέσεις με το εδαφωνύμιο Καλύβιហη μια θέση βρίσκεται όπου σήμερα ο οικισμός Αμαριανός και η άλλη λίγο ανατολικότερα στο σημείο που αρχίζει η άνοδος για το κυνηγετικό φυλάκιο του δρόμου προς Αραχναίο, ενώ δεν υπάρχει ένδειξη οικισμού στη θέση που σήμερα βρίσκεται το χωριό Ντούσια. Δεν γνωρίζουμε σε ποια από τις δύο θέσεις Καλύβια αναφέρεται το catastico.

[33] Β. Παναγιωτόπουλου, «Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου», ό.α. σελ. 136 και 231 όπου παρατίθεται ολόκληρη η απογραφή Grimani.

[34] Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιον και η ενδοχώρα του», ό.α.  σελ.109 και πίνακας XII σελ. 154.

[35] Στον χάρτη της σελίδας 40 του catastico particolare σημειώνεται στο σημείο που σήμερα βρίσκεται ο οικισμός Δένδρα «Seug. D. Vendra», δηλαδή, Ζευγολατείο Βεντρά. Σχετικά με την ονομασία Δένδρα-Δενδρά-Βεντρά αναφέρουμε τα επόμενα: Με την ονομασία Δένδρα και με 18 κατοίκους αποτέλεσε οικισμό του συσταθέντος το 1834 Δήμου Μιδέας. Η ίδια ονομασία (Δένδρα) συνεχίστηκε σε όλη την αυτοδιοικητική ιστορία (1912,1919 κ.λ.π.) του οικισμού. Σήμερα η επίσημη ονομασία είναι Δένδρα, έχει όμως γενικευθεί στις καθημερινές σχέσεις η ονομασία Δενδρά. Μέχρι και μετά τον πόλεμο ακουγόταν και η ονομασία Βεντρά. Η γιαγιά μου η Μανεσιώτισσα καταγόταν από τα Δέντρα, ήταν θυγατέρα του μπάρμα Αντρανό Ουλή και δεν ήξερε ελληνικά, ομιλούσε όμως άριστα την αρβανίτικη. Όταν αναφερόταν στα Δέντρα  έλεγε πάντοτε Βεντρά και σε παρατήρησή μου ότι το χωριό της λεγόταν Δέντρα επέμενε στην ονομασία Βεντρά. Αλλά και στο Γκέρμπεσι κάποιοι χρησιμοποιούσαν την ονομασία Βεντρά. Ο Θωμάς Ουλής από τα Δέντρα, αξιόλογος καθηγητής φιλόλογος σε προσωπικές συζητήσεις και ερωτήσεις μου δεχόταν και τις δύο ονομασίες, χωρίς να ορίζει την χρονικά πρότερη. Μάλιστα προσπαθούσε να αιτιολογήσει την ονομασία Βεντρά ως προερχόμενη από τη Βέντρα, δηλαδή δοχείο ξύλινο, που οι τσοπάνηδες χρησιμοποιούσαν για να μετρούν  την ποσότητα του γάλακτος.

[36] Θεόδωρου Γιαννακόπουλου, «Αι περί Ναυπλίου και της περιοχής του ειδήσεις του καταστίχου του Βενετού μηχανικού FR. Vandeyk», ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΑ, τόμος 3 (1976), σελ. 180.

[37] Αγ. Τσελίκας, «Μεταφράσεις Βενετικών κειμένων περί Πελοπoννήσου», Πελοποννησιακά τ. 17, σελ. 155.

[38] Αντ. Μηλιαράκη «Γεωγραφία πολιτική του νομού Αργολίδος και Κορινθίας», εν Αθήναις 1886, σελ.78.

[39] Μεταφορά από Ευτ. Λιάτα, «Το Ναύπλιον και η ενδοχώρα του», ό.α. Βλ. πίνακες στις σελ. 136-161.

[40] Γ. Νικολάου, «Οικισμοί, γαιοκτησία και φορολογία στην περιοχή του Ναυπλίου», περ. Ιστορικά τ. 34 σελ. 84 και εκεί παραπομπές.

[41] Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία» ό.π. σελ. 158, Μ. Σακελλαρίου «Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν Τουρκοκρατίαν» ό.α. σελ. 45.

[42] Μ. Σακελλαρίου «Η Πελοπόννησος  κατά την δευτέραν  Τουρκοκρατίαν», ό.α. σελ. 123.

[43] Βασ. Παναγιωτόπουλου, «Πληθυσμός και οικισμοί», ό.α. σελ.207, Κ. Νικολάου, «Οικισμοί» κ.λ.π. ό.α. σελ.83.

[44]  Συνώνυμος, αλλά μη εννοιολογικά ακριβής είναι ο όρος Καζάς, που προσδιόριζε δικαστική κυρίως περιφέρεια.

[45] Μ. Σακελλαρίου, «Η Πελοπόννησος κατά την δευτέραν  τουρκοκρατίαν», ό.α. σελ. 78 επ. και 98 επ.

[46] Θ. Γιαννακόπουλου, «το Κατάστιχο του Fr. Vandayk», ό.α. σελ.186.

[47] Αθ. Φωτόπουλος, «Στατιστικές ειδήσεις για την επαρχία Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα,τ. IV, 2000, σελ.326,  Κ. Νικολάου, «Οικισμοί, γαιοκτησία» κ.λπ. ό.α. σελ.96, Ευτ. Λιάτα,  «Αργεία γη, από το τεριτόριο στο βιλαέτι» Αθήνα 2003,  σελ. 74.

[48] Ευτ. Λιάτα, «Αργεία γη, από το τεριτόριο στο βιλαέτι», Αθήνα 2003, σελ. 120 και 75.

[49] Ειδικό προνομιακό καθεστώς παρεχόμενο με σουλτανικό φιρμάνι στους υποτελείς, που «υποτάσσονται οικιοθελώς και αυθορμήτως υπό την σημαίαν του Ισλάμ», σύμφωνα με ρήση του κορανίου και με το οποίο αναγνωρίζεται στους υποτελείς δικαίωμα αυτοδιοίκησης, δικαστικής ανεξαρτησίας και απαλλαγής από φόρους και δοσίματα, πλην του Μακτού, ήτοι εφάπαξ χρηματικού ποσού επιβαλλόμενου ως φόρου υποτελείας.

[50] Ευτ. Λιάτα, «Αργεία γη», ό.α. σελ. 74.

[51] Ευτ. Λιάτα, στο ίδιο σελ. 122.

[52] F. Pouqueville , «Voyage de la Grèce…», Αφοί Τολίδη Αθήνα 1995, σελ. 91. Σχετικά ο Β. Παναγιωτόπουλος, «Ο πληθυσμός κ.λπ.» ό. α. σελ. 212, παρατηρεί ότι ο κατάλογος των χωριών του Πουκιεβίλ προέρχεται από κάποιο τουρκικό αρχείο ή από τη χριστιανική κοινοτική διοίκηση, δεν προέρχεται δηλαδή από προσωπική έρευνα.

[53] Αρχεία Ελληνικής Παλιγγενεσίας, το έργο, αποτελούμενο από 25 τόμους, περιέχει έγγραφα από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα μέχρι την εκλογή του «πρώτου βασιλέως Όθωνος» (1821-1832), των εθνικών και τοπικών συνελεύσεων, βουλευτικών περιόδων, συνταγματικά κείμενα, έγγραφα της Καποδιστριακής περιόδου, που έχουν μεταγραφεί, καθώς και φωτογραφικό υλικό και ομοιότυπα χειρογράφων. Το έργο άρχισε να εκδίδεται το 1857 και ψηφιοποιημένο πλέον έχει αναρτηθεί στον ιστότοπο της βουλής.

   α) Πρακτικά της 24 Ιουλίου 1823 τόμος 2, σελ. 265 και

   β) Πρακτικά της 3-2-1825 τόμος 7 σελ. 115 & 116.

[54] Πυργόσπιτο, οχυρωμένη κατοικία, που χρησίμευε για διαμονή του Τούρκου τσιφλικά.

[55] Αθ. Φωτόπουλου, «Στατιστικές ειδήσεις για την επαρχία Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα τ. IV 2000 σελ. 326. Γ.Νικολάου, «Οικισμοί , γαιοκτησία και φορολογία στην περιοχή του Ναυπλίου κατά την ύστερη τουρκοκρατία», περιοδικό «Τα ιστορικά» τεύχ. 34 σελ. 71. Τ. Γριτσόπουλου, «Στατιστικαί ειδήσεις περί Πελοποννήσου», Πελοποννησιακά, τόμ. Η΄1971, σελ. 411 σχετικά με το ιστορικό, (το δημοσίευμα περιλαμβάνει στατιστικές ειδήσεις για όλη την Πελοπόννησο πλην των επαρχιών Ναυπλίας, Άργους και Κ. Ναχαγιέ, που είχαν ήδη δημοσιευθεί από τον Αθ. Φωτόπουλο).

[56] «Expedition Scientifique de la Morèe», Paris 1834, vol. II, pp. 64 και «Feuille de Napoli φύλλο Α1 Εκδόσεις ΜΕΛΙΣΣΑ Αθήνα 2011 και Μ.Χουλιαράκη, «Γεωγραφική, Διοικητική και Πληθυσμική εξέλιξις της Ελλάδος 1821-1971», έκδοση ΕΚΚΕ 1973, σελ. 40.

[57] Ιωάννας Γεναροπούλου, «Κατάλογοι κωμοπόλεων και χωρίων των επαρχιών Ναυπλίας και Κάτω Ναχαγιέ (1830)», Πελοποννησιακά αρ. 4, 1979,  Α΄ συνέδριο  Αργολικών  Σπουδών, σελ. 121.

[58] β.δ. της 28/4 (10/5) 1834 (ΦΕΚ 19) «περί της οροθεσίας και της εις Δήμους διαιρέσεως του νομού Αργολίδος και Κορινθίας».

[59] Χαραλ. Συμεωνίδης: «Ετυμολογικό λεξικό των νεοελληνικών οικωνυμίων», Κέντρο Μελετών Ιεράς Μονής Κύκου, Λευκωσία-Θεσσαλονίκη 2010.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

«Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι», Έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μιδέα (Γκέρμπεσι) Αργολίδας


 

Ο οικισμός Μιδέα, ο οποίος μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1928 ονομαζόταν Γκέρμπεσι, είναι μεσόγειος και βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του αργολικού κάμπου, εκεί όπου καταλήγουν οι βορειοδυτικές υπώρειες του Αραχναίου όρους. Διοικητικά ο οικισμός υπάγεται στο Δήμο Ναυπλιαίων, της επαρχίας Ναυπλίας του νομού Αργολίδας. Βρίσκεται σε υψόμετρο 130 μ. και απέχει από το Ναύπλιο 12 χιλιόμετρα, από το Άργος 14 και από την Αθήνα 130 χιλιόμετρα. Συνδέεται με το επαρχιακό και το εθνικό οδικό δίκτυο με ασφαλτοστρωμένους δρόμους, που εξασφαλίζουν άνετη και ασφαλή πρόσβαση.

 

Μιδέα (Γκέρμπεσι) Αργολίδας

 

Ο οικισμός δημιουργήθηκε σε πρώτη φάση περί τα μέσα του 15ου αιώνα, αλλά πολύ γρήγορα οι κάτοικοί του τον εγκατέλειψαν και σε δεύτερη φάση κατοικήθηκε περί το τέλος του 1700 ή αρχές του 1800 από αρβανίτες μετανάστες και τις δύο φορές. Φυσικά, γλώσσα επικοινωνίας των κατοίκων ήταν η αρβανίτικη, που αποτελούσε τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα σχεδόν αποκλειστικό τρόπο επικοινωνίας. Με την έναρξη του καινούριου αιώνα η ελληνική γλώσσα άρχισε να κερδίζει έδαφος και σήμερα τα αρβανίτικα μόνο από κάποιους ηλικιωμένους μιλιούνται αλλά και από αυτούς απλώς «εις ανάμνησιν» μιας εποχής.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886.

 

Η περιοχή της Μιδέας έχει χαρακτηριστεί επίσημα ως ορεινή.  Οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, μετά όμως τον πόλεμο η κτηνοτροφική απασχόληση μειώθηκε σημαντικά. Βασική γεωργική απασχόληση αποτελούσε η καλλιέργεια του καπνού, ενώ η καλλιέργεια των δημητριακών και της ελιάς εξυπηρετούσε περισσότερο τις διατροφικές ανάγκες της οικογένειας και την παραγωγή ζωοτροφών. Ο οικογενειακός κλήρος ήταν περιορισμένος, αυξήθηκε όμως σημαντικά μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση του κτήματος Αμαριανός της Μονής Ταλαντίου και του κτήματος Καλυμπάκι και Χερώματα της Μονής του Αγίου Θεοδοσίου, που διανεμήθηκαν στους κατοίκους των γύρω οικισμών μεταξύ των οποίων και της Μιδέας κατά την πριν τον πόλεμο 5ετία. Πάντως, η έλλειψη αρδευτικού νερού, η περιορισμένη γονιμότητα του εδάφους και ο κατακερματισμός του οικογενειακού κλήρου ήσαν αποφασιστικοί παράγοντες της περιορισμένης γεωργικής παραγωγής.

Το 1993 το κράτος κάλεσε τους καπνοπαραγωγούς να παραδώσουν τις άδειες καλλιέργειας καπνού έναντι κάποιας αποζημίωσης και από το έτος 2003 απαγόρευσε την καλλιέργεια του καπνού, παρότι τα καπνά της περιοχής μας χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή τσιγάρων  κυρίως εσωτερικής κατανάλωσης. Έτσι, οι κάτοικοι στράφηκαν σε νέες καλλιέργειεςž διευρύνθηκε και εντατικοποιήθηκε η καλλιέργεια της ελιάς, επίσης η υπαίθρια καλλιέργεια λαχανικών και σε περιορισμένη έκταση σε θερμοκήπια, ενώ παράλληλα  έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι πορτοκαλεώνες.

Στην αλλαγή των καλλιεργειών αποφασιστικά συνέβαλε η τεχνική δυνατότητα πραγματοποίησης γεωτρήσεων και άντλησης νερού από μεγάλο βάθος για την άρδευση των χωραφιών, τα οποία μέχρι τότε δεν αρδεύονταν. Το έτος 2006 το αρδευτικό δίκτυο του Αναβάλλου επεκτάθηκε και στη Μιδέα και καλύπτει πλέον τις αρδευτικές ανάγκες του χωριού σε σημαντικό βαθμό. Για να εκτιμήσουμε την έκταση της έλλειψης νερού αναφέρουμε πως οι κάτοικοι του χωριού υδρεύονταν από ένα μόνο κοινοτικό πηγάδι. Υπήρχαν βέβαια και μερικά ιδιωτικά πηγάδια, τα περισσότερα από τα οποία στέρευαν τους θερινούς μήνες και άλλων το νερό ήταν ακατάλληλο για πόση. Αυτά μέχρι το 1961, που η κοινότητα κατασκεύασε δίκτυο διανομής του νερού σε κάθε σπίτι και το χωριό άρχισε να υδρεύεται από την κοινοτική γεώτρηση.  Επίσης, στις 20 Απριλίου 1962 ο οικισμός συνδέθηκε με το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ και έκτοτε τα λαδολύχναρα και οι λάμπες πετρελαίου αποτέλεσαν παρελθόν.

Η μυκηναϊκή ακρόπολη της Μιδέας με τη νεκρόπολη στον διπλανό οικισμό Δένδρα αποτελούν αξιόλογη αρχαιολογική ενότητα, της οποίας τα σημαντικά ευρήματα των ανασκαφών εκτίθενται στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο και στο αρχαιολογικό μουσείο του Ναυπλίου. Επίσης το φαράγγι της Χούνης ή  Καραμπαμπά στην περιοχή του Αμαριανού αποζημιώνει με την ομορφιά του τον πεζοπόρο επισκέπτη.

 

Πηγή


  • Χρίστος Ιωάν. Κώνστας, «Γκέρμπεσι – ΜΙδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι», έκδοση, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού, Άργος, 2018.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Older Posts »