Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αρχαιολογική Εταιρεία’

Σχινάς Κωνσταντίνος (1801-1857)


   

Κωνσταντίνος Σχινάς

Ο Κωνσταντίνος Σχινάς γεννήθηκε στο Φανάρι, της Κωνσταντινουπόλεως το 1801. Ο πατέρας του, Δημήτριος Σχινάς, υπηρέτησε ως πρώτος Γραμματεύς της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, ως Γραμματεύς των ηγεμόνων Κωνσταντίνου και Αλεξάνδρου Μουρούζη της Μολδαβίας, ως καπουκεχαγιάς Μολδαβίας και Βλαχίας και τέλος, επί Ιωάννου Καρατζά, διετέλεσε Διερμηνεύς του Αυτοκρατορικού Στόλου και πρώτος καπουκεχαγιάς της Βλαχίας.[i] Η μητέρα του Μαρία, ήταν κόρη του Λογοθέτου Γαβριήλ Φεταλά και ανεψιά του Μητροπολίτου Νικομήδειας Μελετίου του Καντακουζηνού.[ii]

Ο Σχινάς παρακολούθησε τα πρώτα εγκύκλια μαθήματα στη γενέτειρά του με δάσκαλο τον Πλάτωνα Φραγκιάδη και έναν Τούρκο που ονομαζόταν Λαμή. Μετά την έκρηξη της Επαναστάσεως και την φυγή της οικογενείας του στην Βεσσαραβία αναχώρησε για τη Γερμανία και τη Γαλλία, ὀπου σπούδασε Νομικά με δασκάλους τον Savigny, του οποίου την κόρη Elisabeth [ Μπεττίνα] παντρεύτηκε αργότερα[iii], τον Clenton κ.ά.

Στο διάστημα των σπουδών του στο εξωτερικό φαίνεται ότι συνδέθηκε με πολλούς αξιόλογους άνδρες, ανάμεσα στους οποίους και ο Γκαίτε. Σχετικό με την γνωριμία αυτή και τη μετάβασή του από το Βερολίνο στη Βαϊμάρη τον Οκτώβριο του 1825 είναι κι ένα γράμμα της ποιήτριας Μπεττίνας φόν Άρνιμ προς τον Γκαίτε όπου αναφέρονται και τα εξής σχετικά με το νεαρό Κωνσταντίνο Σχινά:

« ο κομιστής είναι, αριστοκράτης από γέννηση και από φρόνημα. Κατάγεται από μία των πρώτων οικογενειών της Ελλάδας. Το όνομά του είναι Σχινάς Μαυροκορδάτος και (ό) Υψηλάντης είναι γαμβρός του. Νέος ακόμα, αποδείχθηκε καλός κολυμβητής στα ταραγμένα κύματα της ζωής του. Με ψυχική γαλήνη είδε να ναυαγήσουν τα πλούτη και τα αξιώματα του. Με ψυχικό μεγαλείο αντιμετώπισε την πιο μεγάλη απώλεια πατέρα και φίλων και με αξιοπρέπεια επέρασε από τις μεγαλύτερες στενοχώριες.

Την γερμανική γλώσσα έμαθε με μια σπάνια εξυπνάδα σε πολύ λίγο καιρό. (Η επιστημονική του μόρφωση είναι πολύ γερή, ώστε προκαλεί σε κάθε συζήτηση αληθινό θαυμασμό. Καλός και ευγενής με όλους, απέχτησε τη συμπάθεια και την αγάπη όλων. . . Θα επιθυμούσα να πάρη ο ξενιτεμένος αυτός νέος μαζύ του, αν ποτέ γυρίση στην πατρίδα του, την πιο υψηλή ιδέα για σένα. Το βλέμμα σου πού είναι ο καθρέφτης της θείας φωτιάς, ας τον ευλόγηση».[iv]

Γνήσιος εκπρόσωπος Φαναριώτη διανοούμενου με εξαιρετική μόρφωση και αναμφισβήτητες ικανότητες, ο Κ. Σχινάς δεν άργησε να παίξει ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή της μετεπαναστατικής Ελλάδος. Αφού επέστρεψε από το εξωτερικό οπού είχε τελειώσει τις σπουδές του (1828), διορίσθηκε από τον Ι. Καποδίστρια πρώτος Πάρεδρος της Γραμματείας των Εσωτερικών.

Το 1833 έλαβε μέρος στην μεγάλη επιτροπή πού συγκρότησε η Αντιβασιλεία για την διοργάνωση της δημοσίας εκπαιδεύσεως. Η επιτροπή, αποτελούμενη από τους Κ. Σχινά, Αλεξ. Σούτσο, Αναστ. Πολυζωίδη και άλλους, εργάστηκε συλλέγοντας στοιχεία σχετικά με τις εκπαιδευτικές ανάγκες του τόπου. Αποτέλεσμα των εργασιών αυτής της επιτροπής υπήρξε ο Οργανικός Νόμος περί Εκπαιδεύσεως, με τον οποίον έγιναν γνωστές οι εκπαιδευτικές επιδιώξεις του Κράτους που σε γενικές γραμμές ήταν:

 1) η σύσταση σχολείων Στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, Μέσης, Πανεπιστημίου και Ακαδημίας

2) η προικοδότηση των σχολείων αυτών

3) η επιμόρφωση δασκάλων και καθηγητών για την επάνδρωση τους

4) η ανέγερση διδακτηρίων

5) η χορήγηση υποτροφιών

6) η ίδρυση Τεχνικών Σχολών

7) ο διορισμός προσωπικού σε όλα τα σχολεία κ.ά.

Παράλληλα με αυτό, στην προσπάθειά της να οργανώσει την νομοθεσία του νεοσυσταθέντος κράτους ή Αντιβασιλεία ανέθεσε το 1833 στον Πολυζωΐδη και στον Σχινά να μεταφράσουν στα ελληνικά τον Ποινικό Νόμο του Maurer που είχε στηριχθεί κυρίως στον Βαυαρικό Ποινικό Κώδικα του 1813[v] και στις μεταγενέστερες μεταρρυθμιστικές εργασίες, των ετών 1822, 1827 και 1831. Ο ελληνικός Ποινικός Νόμος, χωρισμένος σε τρία βιβλία, περιέλαβε 708 άρθρα και δημοσιεύθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1834 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Τον Οκτώβριο του 1833 ο Κ. Σχινάς διορίσθηκε, επί κυβερνήσεως Α. Μαυροκορδάτου, υπουργός Δικαιοσύνης, Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.[vi] Κατά το διάστημα της υπουργίας του αυτής εξέδωσε πολλά διατάγματα ανάμεσα στα οποία και τα ακόλουθα:

1) περί διαιρέσεως των Επισκοπών

2) περί οργανισμού του Ορφανοτροφείου Αιγίνης

3) περί συστάσεως Γυμνασίου στο Ναύπλιο

4) περί ανεγέρσεως του Ναού του Σωτήρος στην Αθήνα

5) περί καθηκόντων πρωτοσυγγέλων και αρχιδιακόνων

6) περί συστάσεως δώδεκα ανέξοδων θέσεων στο Σχολείο θηλέων Ναυπλίου

7) περί συστάσεως Γερμανικής Σχολής στο Ναύπλιο

8) περί Δημοτικών Σχολείων

9) περί προνομίου εκδόσεως λεξικού του Σ. Βυζαντίου

10) περί γυναικείων μονών

11) περί αριθμού των γυναικείων μονών

12) περί ιδιοκτήτων μονών και εκκλησιών

13) περί διδασκαλίας δι’ εξόδων του Εκκλησιαστικού Ταμείου τριάντα ιερομόναχων και διακόνων και

14) περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων [vii]

Ως υπουργός των Εκκλησιαστικών ο Κ. Σχινάς έλαβε μέρος στις εργασίες της επταμελούς επιτροπής που αποφάσισε την ίδρυση της «Ιεράς Συνόδου του Βασιλείου της Ελλάδος».[viii] H οργάνωση της Συνόδου έγινε με τέτοιο τρόπο, ώστε ή εξάρτηση της Εκκλησίας από την Πολιτεία να είναι απόλυτη.

Όπως ήταν φυσικό, η στάση του Κ. Σχινά ως υπουργού Δικαιοσύνης στην πολύκροτη δίκη του Κολοκοτρώνη, οπού εξεβίασε τον Πολυζωΐδη και τον Τερτσέτη να υπογράψουν την καταδίκη [ix], η συμμετοχή του στην επιτροπή για την Ιερά Σύνοδο [x] και τέλος το διάταγμα περί διαλύσεως 412 γυναικείων μονών προκάλεσαν μεγάλη δυσαρέσκεια και αντίδραση με αποτέλεσμα να παυθή από την θέση του και να αναχώρησει για την Ευρώπη απ’ όπου επέστρεψε και πάλι το 1836.

Κωνσταντίνος Σχινάς, ο πρώτος πρύτανης του Ιδρύματος.

Ένα χρόνο μετά την επάνοδό του (1837) διορίστηκε με Β. Διάταγμα Πρύτανις του νεοσυσταθέντος Πανεπιστημίου Αθηνών και καθηγητής της αρχαίας ιστορίας. Για την προσωρινή στέγαση του Πανεπιστημίου χρησιμοποιήθηκε τότε το σπίτι του Κλεάνθη. Επειδή, όμως, ο χώρος δεν επαρκούσε για τις ανάγκες του Πανεπιστημίου, τον δεύτερο χρόνο (1838 – 39) συγκροτήθηκε επιτροπή από τους Κ. Σχινά, Γ. Κουντουριώτη, Α. Ζαΐμη, Θ. Κολοκοτρώνη, C. Α. Brandis, [xi]  Γ. Α. Ράλλη, Θ. Ράλλη, Γ. Γεννάδιο και Ν. Βάμβα η οποία με Β. Διάταγμα (23 Φεβρουαρίου 1839) έλαβε επίσημο χαρακτήρα με την επωνυμία «η επί των συνδρομών προς ανέγερσιν του ελληνικού Πανεπιστημίου επιτροπή». [xii] 

Ο Σχινάς εργάσθηκε με ενθουσιασμό για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες που είχε στο εξωτερικό. Χαρακτηριστική της προσπάθειας του αυτής είναι μία επιστολή πού απευθύνει από την Βιέννη (30 Ιουνίου 1842) στον Όθωνα και στην οποία αναφέρει….

« ό,τι τέλος αφορά το Πανεπιστήμιον εμόχθησα απιστεύτως και επέτυχον τέλος το αποτέλεσμα, ότι ενεθουσίασα ολόκληρον την οικογένειαν Σίνα και αυτόν τον γηραιόν βαρώνον Σίναν, όστις εις όμοιας περιπτώσεις λίαν δυσχερώς φθάνει εις αποφάσεις, αν όμως είπη άπαξ το ναι, κρατεί πιστότατα την υπόσχεσίν του. Ο βαρώνος Σίνας υπεσχέθη μοι ότι θα πράξη τα πάντα και θα υποκινήση και άλλους». . .

Ο ίδιος ζήλος σχετικά με την ανεύρεση πόρων για την ανέγερση του Πανεπιστημίου φανερώνεται και σ’ ένα σχέδιο επιστολής του προς τον Ζηνόβιο Πώπ που βρίσκεται στα κατάλοιπά του.

Ο  Κ. Σχινάς δίδαξε, συνολικά στο Πανεπιστήμιο επτά χρόνια: το 1837 (πρύτανις) το 1838 – 41 (αντιπρύτανις) το 1841 (επίτιμος καθηγητής) το 1844 (τακτικός) το 1846 – 47 βουλευτής του Πανεπιστημίου) και το 1851 (επίτιμος καθηγητής). Ανάμεσα στα έγγραφά του βρέθηκαν πολλές σημειώσεις ιστορίας που αφορούν στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις καθώς και αποσπάσματα της συγγραφής του Β’ βιβλίου του έργου του « Ιστορία των αρχαίων εθνών» που, όπως φαίνεται, έμεινε τελικά ανέκδοτο. [xiii] 

Αλλά η συμμετοχή του στα κοινά δεν περιορίστηκε εκεί. Από τα πρακτικά της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, που ιδρύθηκε το 1837, φαίνεται ότι ο Σχινάς υπήρξε ιδρυτής — εταίρος και σύμβουλος σ’ αυτήν από το 1837 ως το 1843.

Τον Σεπτέμβριο του 1843 ο Σχινάς ανέλαβε και πάλι το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως καθώς και το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Στο διάστημα της δεύτερης αυτής θητείας του (3 Σεπτεμβρίου 1843 – 30 Μαρτίου 1844) εξέδωσε δύο διατάγματα: 1) περί προσδιορισμού των ορίων της επισκοπής Κυναίθης και 2) περί προσωρινού διευθυντού της Ριζαρείου Σχολής.

Τέλος, το 1849 διορίζεται από τον Όθωνα πρεσβευτής στη Βαυαρία και αργότερα (1854) στη Βιέννη όπου και πέθανε στις 9/21 Ιουλίου 1857.

  

Έργα


 

  • Λογίδριον εκφωνηθέν κατά την ημέραν της εγκαθιδρύσεως του Πανεπιστημίου Όθωνος υπό του κ. Κωνστ. Σχινά, πρυτάνεως. Εν Αθήναις, 1837.
  • Λόγος εκφωνηθείς υπό του κυρίου Κωνστ. Σχινά κατά την γ’ Μαΐου , αωλη’ περιέχων την έκθεσιν των εν τω Οθωνικώ Πανεπιστημίω κατά την παύσασαν διοικητικήν περίοδον γενομένων. Εν Αθήναις, 1838.[xiv]
  • Ο πολιτικός της Γαλλίας νόμος μετενεχθείς εις την νεωτέραν ελληνικήν κατά διαταγήν της κυβερνήσεως υπό Γ. Βέλλιου, Α. Πολυζωïδου, Π. Πιτζιπίου και Κωνστ. Δ. Σχινά. Εν Αθήναις, 1838.[xv]
  • Ιστορία του Βασιλείου της Βαυαρίας και του εν αυτή άρχοντος οίκου ερανισθείσα κατ’ επιτομήν εκ της του Μιλβιλέρου Ιστορίας η επιτέτακται εν παραρτήματι και περιληπτικωτάτη γενεαλογική πραγματεία περί του Ολδεμβουργικού οίκου. Εν Αθήναις, 1841.
  • Ιστορία των αρχαίων εθνών, συνταχθείσα εν τρισί βιβλίοις υπό Κωνσταντίνου Δ. Σχινά. Βιβλίον πρώτον περιέχον τα Ασιανά καί Λιβυκά.  Αθήνησιν, 1845.[xvi]

  

Δήμητρα Ανδριτσάκη

Κέντρον Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., «Κατάλοιπα Κ. Σχινά – Π. Αργυρόπουλου», Αθήναι, 1974.

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Οι πληροφορίες πού αφορούν σε ορισμένα μέλη της οικογενείας Σχινά έχουν ληφθεί από αρχειακά στοιχεία πού ανήκουν στην συλλογή του κ. Κ. Θ. Δημαρά.

[ii]  Για το πλήρες γενεαλογικό δέντρο της οικογενείας βλ. E. R. R[angabé], Livre cl’ or de la noblesse phanariote et des familles princières de Valachie et de Moldavie. 2ème éd. Athènes, 1904. Για άλλο κλάδο της οικογενείας Σχινά βλ. Ελένη Δ. Μπελιά, Οι λόγιοι αδελφοί Δημήτριος και Μιχαήλ Γεωργίου Σχινά, περ. «Μνημοσύνη» τ. 2 (1969), σ. 174-218.

[iii] Εκτός από την Elisabeth Savigny ο Κ. Σχινάς παντρεύτηκε μια κόρη Σπανοπούλου και μετά τον θάνατο και αυτής την Αριστέα, κόρη τού Μεγάλου Λογοθέτη C. Balsche (1847) με την οποία απέκτησε δύο τέκνα τον Δημήτριο και την Ελένη, σύζυγο αργότερα του Περικλή Π. Αργυρόπουλου.

[iv]  Βλ. Αλέξανδρος Στάϊνμετζ, Γκαίτε και η Νέα Ελλάς, στο περ. «Κρητικές σελίδες», έτος 1939, άρ. 10-12, σ. 684-685, όπου γίνεται η ταύτιση του Σχινά.

[v]  Έργο του Anselm von Feuerbach.

[vi]  Βλ. Σ. Κτεναβέα, Αι ελληνικαί κυβερνήσεις, αι εθνικαί συνελεύσεις και τα δημοψηφίσματα από το 1821 μέχρι σήμερον. Αθήναι 1947, σ. 10.

[vii] Για κρίσεις και σχόλια σχετικά με τα διατάγματα αυτά βλ. Αναστασίου Παπαζαφειροπούλου, Παράλληλοι, δημόσιοι, βίοι των υπουργών του Βασιλείου της Ελλάδος, Βιβλίον Α’. Παράλληλοι, δημόσιοι βίοι των υπουργών της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και των Εκκλησιαστικών. Εν Τριπόλει, 1860. σ. 5-7, 17.

[viii]  Βλ. Τ. Ν. Πιπινέλη, Η μοναρχία εν Ελλάδι- 1833-1843. Εν Αθήναις, 1932. σ. 75-81.

[ix]  Βλ. Γ. Τερτσέτη, Άπαντα (αναστ. Γ. Βαλέτα) τ. Γ.’ Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, εκδ. 3η. ‘Αθήνα 1967. σ. 222 και 229.

[x]  Εκτός από τον Σχινά στην επιτροπή αυτή είχαν λάβει μέρος και οι Π. Νοταράς, θ. Φαρμακίδης, Σ. Βυζάντιος, Σ. Τρικούπης και δύο πρόσφυγες αρχιερείς.

[xi]  Ο Christian A. Brandis ήλθε το 1837 στην Ελλάδα και διετέλεσε επί τρία έτη σύμβουλος του βασιλέως Όθωνος.

[xii]  Βλ. Ι. Πανταζίδου, Χρονικόν της πρώτης πεντηκονταετίας του ελληνικού Πανεπιστημίου… Αθήνησι, 1889. σ. 17.

[xiii]  Ο πρώτος τόμος της « Ιστορίας των αρχαίων εθνών» κυκλοφόρησε στα 1845.

[xiv] Ο λόγος δημοσιεύεται στην ελληνική και γαλλική γλώσσα.

[xv] Ο Κ. Σχινάς μετέφρασε στο έργο αυτό τα άρθρα 1101-2231.

[xvi]  Το δεύτερο και τρίτο βιβλίο δεν εξεδόθησαν.

 

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Αρχαιολογικό Μουσείο Ασκληπιείου Επιδαύρου


 

Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου

Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου

Το αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου ιδρύθηκε από την Αρχαιολογική Εταιρεία το έτος 1897 και κτίστηκε το 1898 – 1900 από την ίδια. Άρχισε να λειτουργεί από το 1909.Το κτήριο του Μουσείου αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα αρχαιολογικά Μουσεία της Ελλάδος, βρίσκεται εντός του Αρχαιολογικού Χώρου του ιερού του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, που αποτελούσε τη μητρόπολη όλων των ασκληπιείων του αρχαίου κόσμου. Κτίστηκε για να στεγάζει τα πολλά και σημαντικά ευρήματα της πολυετούς ανασκαφής του Ιερού του Ασκληπιού (1881-1928), η οποία διεξήχθη από τον αρχαιολόγο Παναγή Καββαδία και την Αρχαιολογική Εταιρεία.

Πρόκειται για επίμηκες κτήριο, κτισμένο μεταξύ του αρχαίου Θεάτρου και του υπόλοιπου ιερού του Ασκληπιού, στη νότια πλευρά μικρού χειμάρρου, προσαρμοσμένο με επιτυχία από αισθητικής πλευράς στο φυσικό, κλασσικό τοπίο του ιερού. Η εμπρόσθια και δυτική πλευρά καταλήγουν σε διώροφες απολήξεις σε σχήμα διπλού Τ. Το Μουσείο αποτελείται από τον προθάλαμο και δύο μακρόστενες αίθουσες. Το 1958 κατασκευάσθηκαν οι αίθουσες φύλαξης γλυπτών και κεραμεικών και η αποθήκη στο ΒΔ άκρο του αρχαιολογικού χώρου. Το 1971 οικοδομήθηκε η αίθουσα της Επιγραφικής Συλλογής στα ΒΔ του Μουσείου, της οποίας την έκθεση του υλικού επιμελήθηκε ο αρχαιολόγος Μάρκελλος Μιτσός.

Προθάλαμος. Νότιο τμήμα. Φωτο: Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Προθάλαμος. Νότιο τμήμα. Φωτο: Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Η υπάρχουσα έκθεση του Μουσείου είναι παλιά, έγινε από τον Παναγή Καββαδία και αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της μουσειακής αντίληψης των αρχών του 20ου αι. αιώνα, με την πυκνή παρατακτική διάταξη των εκθεμάτων, η οποία ήταν υποχρεωτική και λόγω του μεγάλου αριθμού.

Τα εκθέματα του Μουσείου χρονολογούνται από την αρχαϊκή ως τη ρωμαϊκή εποχή. Το είδος των εκθεμάτων ποικίλει και περιλαμβάνει, επιγραφές, ιατρικά εργαλεία, σίμες αρχαίων κτηρίων, ακροκέραμα, ανάγλυφα, αγάλματα μεγάλου μεγέθους αλλά και πολλά αναθήματα μικρού μεγέθους, καθώς και μεγάλα τμήματα σημαντικών αρχαίων κτηρίων από το ιερό του Ασκληπιού: α) Προπύλαια, β) Ναός Ασκληπιού, γ) Ναός Άρτεμης, δ) Θόλος Επιδαύρου, ε) καθώς και το σημαντικό γνωστό ημιτελές Κορινθιακό κιονόκρανο που βρέθηκε κοντά στη Θόλο. Επίσης στο Μουσείο εκτίθενται και εκμαγεία σημαντικών αγαλμάτων όπως της Υγείας 4ου π.Χ. αι. της Αφροδίτης (ρωμαϊκό αντίγραφο), του Ασκληπιού (ρωμαϊκής εποχής), των αετωμάτων του ναού του Ασκληπιού, των ακρωτηρίων του ναού της Άρτεμης καθώς και αναγλύφων, τα οποία βρίσκονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αθήνα.

Πληροφορίες: Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Ιερό Ασκληπιού Επιδαύρου, 21052 – Λυγουριό, (Νομός Αργολίδας). Τηλέφωνο: 27520 27502

 

Χρήστος Πιτερός, αρχαιολόγος Δ’ ΕΠΚΑ

 

Πηγή  


  • Υπουργείο Πολιτισμού

Read Full Post »