Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αρχαιολόγος’

Χρήστος Τσούντας (1857-1934) – Ερευνητικό, δημιουργικό και πειθαρχημένο πνεύμα. Σταυρούλα Μασουρίδη, Αρχαιολόγος – Θέματα Αρχαιολογίας [τ.1.1] Ιανουάριος – Απρίλιος 2017


 

Ο Χρήστος Τσούντας (1857-1934), φοιτητής στη Γερμανία. Δημοσιεύεται στο «Ο Μέντωρ», τ. 91, Απρίλιος, 2009.

Ο Χρήστος Τσούντας, από τις σπουδαιότερες επιστημονικές φυσιογνωμίες της Ελλάδας, γεννήθηκε το 1857 και μεγάλωσε στη Στενήμαχο της Ανατολικής Ρωμυλίας. Τις εγκύκλιες σπουδές του έκανε στη Στενήμαχο, τη Φιλιππούπολη και την Αθήνα, όπου τελείωσε το Γυμνάσιο. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, δίπλα στον Heinrich Brunn. Το 1880, σε ηλικία 23 ετών, πήρε τον τίτλο του διδάκτορος από το Πανεπιστήμιο της Ιένας. Όταν επέστρεψε από τη Γερμανία, δίδαξε για έναν χρόνο στα Ζαρίφεια διδασκαλεία στη Φιλιππούπολη.

Το 1882 προσελήφθη στην Αρχαιολογική Εταιρεία και πολύ σύντομα, στις 5 Αυγούστου 1883, διορίσθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία ως Έφορος των Αρχαιοτήτων στους νομούς Άρτας και την Αιτωλοακαρνανίας. Ποτέ δεν ανέλαβε, όμως, καθήκοντα στις περιοχές αυτές, καθώς παρέμεινε στην Αθήνα, υπηρετώντας το Υπουργείο αλλά και την Εταιρεία (υπό την αιγίδα της οποίας ποτέ δεν σταμάτησε να εργάζεται), σε διάφορες αποστολές ανά την Ελλάδα.

Ο Τσούντας ήταν μεγάλος και συστηματικός ανασκαφέας. Ξεκίνησε το 1882 με την εποπτεία των ανασκαφών του Άγγλου αρχιτέκτονα Francis Penrose στο Ολυμπιείο. Ο Παναγιώτης Σταματάκης του ζήτησε να τον συνοδεύσει σε ταξίδι του στη Βοιωτία, όπου η αρχαιοκαπηλία βρισκόταν σε έξαρση, και από τότε ο Τσούντας μαθήτευσε κοντά του. Το 1884 επόπτευσε τις έρευνες στον βυθό του στενού της Σαλαμίνας για την αναζήτηση λειψάνων πλοίων της μεγάλης ναυμαχίας. Συνέχισε το 1886 και 1891 με την ανασκαφή των νεκροταφείων της Ερέτριας, που λεηλατούσαν τότε οι αρχαιοκάπηλοι, και το 1887 με τις έρευνές του στην Τανάγρα.

 

Ο Χρήστος Τσούντας κατά τα πρώτα χρόνια της καθηγεσίας του. Πρωτοπόρος της ελληνικής αρχαιολογίας διετέλεσε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ακαδημαϊκός. Δημοσιεύεται στο «Ο Μέντωρ», τ. 91, Απρίλιος, 2009.

 

Ο Χρήστος Τσούντας, υπήρξε πρωτοπόρος στην επιστημονική έρευνα των προϊστορικών πολιτισμών της Ελλάδας. Το 1886 άρχισε τις ανασκαφές του στις Μυκήνες, συνεχίζοντας το έργο του Σλήμαν. Έγραψε ο Χρήστος Καρούζος, «Το ερευνητικό, δημιουργικό αλλά και πειθαρχημένο μυαλό του Τσούντα μπόρεσε να δώσει λύση σε προβλήματα που κανείς ως τότε δεν τα είχε υποψιαστεί και να ολοκληρώσει την εικόνα του Μυκηναϊκού κόσμου». Οι εκεί έρευνές του κράτησαν ως το 1910, ενώ παράλληλα έκανε ως Έφορος ανασκαφές και σε άλλα μέρη, στη Λακωνική το 1890 (τάφος Βαφειού, Αμυκλαίο, Θεράπνες, Αρκίνες, Παληόπυργος), στην Τίρυνθα το 1890-1891 και στον Κάμπο της Λακωνικής επίσης το 1891.

Κατά τα έτη 1894-1898, στράφηκε στην έρευνα και μελέτη του κυκλαδικού πολιτισμού, πραγματοποιώντας ανασκαφές στην Αμοργό, στην Πάρο, την Αντίπαρο, στο Δεσποτικό, στη Σύρο και την Σίφνο. Τα επόμενα χρόνια ακολούθησαν οι λαμπρές του έρευνες στη Θεσσαλία, αρχικά με τις ανασκαφές στη Μαρμάριανη το 1899 και στον Βόλο το 1901, και κατόπιν με την ανασκαφή του Σέσκλου το 1901-1903 και του Διμηνίου το 1903. Έτσι, ο Τσούντας, ίδρυσε και θεμελίωσε τη συστηματική αποκάλυψη και μελέτη τριών πολιτισμών της Ελλάδας, του Μυκηναϊκού, του Κυκλαδικού και του Νεολιθικού της Θεσσαλίας. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός πως σκόπευε να στραφεί στην Κρήτη, όπως φαίνεται από μεγάλη περιοδεία που πραγματοποίησε στο νησί το 1903, προς αναζήτηση κατάλληλου μέρους για ανασκαφή από την Αρχαιολογική Εταιρεία.

«Μυκήναι και Μυκηναίος Πολιτισμός», Χρήστος Τσούντας (1893)

Στην Αρχαιολογική Υπηρεσία παρέμεινε έως το 1904 και στη συνέχεια, θυσιάζοντας τη χαρά της επιστημονικής έρευνας, διορίστηκε τακτικός καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, από το 1904 έως το 1925. Στο διάστημα αυτό σταμάτησε εντελώς τις ανασκαφές και περιόρισε το συγγραφικό του έργο, προκειμένου να προετοιμάζει τα μαθήματά του. Επιτομή της πανεπιστημιακής του διδασκαλίας αποτελεί η «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης», που δημοσιεύθηκε το 1928. Μετά την παραίτησή του από το Πανεπιστήμιο, του αποδόθηκε ο τίτλος του ομότιμου καθηγητή. Για λίγο (10/11-20/12/1926), δίδαξε και στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Το 1926 διορίστηκε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Είχε διατελέσει Γραμματέας και Σύμβουλος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και έγινε επίτιμο μέλος της Society for the Promotion of Hellenic Studies στο Λονδίνο.

Ο Τσούντας, απαλλαγμένος από τη μονομέρεια, δημοσίευσε εξαίρετες μελέτες τόσο για την προϊστορική όσο και για την κλασική αρχαιολογία, την αττική αγγειογραφία, τα ειδώλια της Τανάγρας, τις επιγραφές της Ακροπόλεως, της Ελευσίνας και της Ερέτριας. Από τις πρώτες δημοσιεύσεις του ήταν έκδηλη η διαύγεια του μυαλού του, η κριτική αλλά και η συνθετική του ικανότητα. Ανάμεσα στα κορυφαία έργα του συγκαταλέγεται το «Μυκῆναι καὶ Μυκηναῖος Πολιτισμὸς (1893)». Αν και όταν ο Τσούντας έγραψε το βιβλίο του ήταν μόλις 36 ετών, το έργο αυτό θεωρείται σήμερα κλασικό, καθώς αποτέλεσε ουσιαστικά την πρώτη ιστορία του μυκηναϊκού κόσμου, παρουσιάζοντάς τον με τρόπο σαφή σε μία εποχή που η έρευνα ήταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Θεμελιώδες σύγγραμμά του ήταν επίσης το «Αι Προϊστορικαί Ακροπόλεις Διμηνίου και Σέσκλου (1908)». Και εδώ, όπως και στα Κυκλαδικά του (1898, 1899), ο Τσούντας πρώτα εξέτασε και περιέγραψε λεπτομερώς όλα τα ευρήματα και στη συνέχεια διατύπωσε θεωρίες. Πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποτραβηγμένος, με τη μελέτη μόνο των αρχαίων κειμένων.

Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια του μαθητή του Χρήστου Καρούζου στα 1934: «Μεγάλος νους, ανώτερος άνθρωπος, έσβησε ήσυχα και μακριά από το θόρυβο, που συστηματικά τον απόφυγε σ΄όλη του τη ζωή… Με το θάνατο του Χρήστου Τσούντα χάσαμε μια σπάνια ανθρώπινη και επιστημονική συνείδηση».

 

Σταυρούλα Μασουρίδη

Αρχαιολόγος

Θέματα Αρχαιολογίας [τ.1.1] Ιανουάριος – Απρίλιος 2017

http://www.themata-archaiologias.gr

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Για περισσότερο διάβασμα:

  • Καρούζος, Χ. (1934) «Χρήστος Τσούντας», Νέα Εστία 180, σ. 564.
  • Καρούζου, Σ. (1993) «Χρήστος Τσούντας, ένας ήρωας της αρχαιολογικής έρευνας», Ο Μέντωρ 28 (1993), σ. 178-183.
  • Μασουρίδη, Σ. (2013) «1885-1909. Η Υπηρεσία στα χρόνια του Π. Καββαδία. Συστηματική οργάνωση και επιτεύγματα», σ. 30, 31, 32, 91-92, στο: Ιστορίες επί χάρτου. Μορφές και θέματα της Αρχαιολογίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (επιμ. Ε. Κουντούρη, Σ. Μασουρίδη), Κατάλογος Έκθεσης του Ιστορικού Αρχείου του ΥΠΠΟΑ, Αθήνα, Βιβλιοσυνεργατική.
  • Πετράκος, B. Χ. (2009) «Χρήστος Τσούντας (1857-1934)», Ο Μέντωρ 91 (2009), σ. 6-34.
  • Πετράκος, Β. Χ. (2011) Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία. Οι αρχαιολόγοι και οι ανασκαφές (1837-2011), κατάλογος έκθεσης, Αθήνα, Η εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία, σ. 4, 16, 21, 143-144, φωτ. σ. 52, 66.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Παπαδημητρίου Άλκηστις


  

Άλκηστις Παπαδημητρίου

Η δρ. Άλκηστις Παπαδημητρίου γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι αρχαιολόγος, Διευθύντρια της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας και συγγραφέας. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές Κλασικής Αρχαιολογίας, Προϊστορικής Αρχαιολογίας και Αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Albert – Ludwig του Freiburg της Γερμανίας, όπου εκπόνησε τη διδακτορική της διατριβή με τίτλο: «Die früheisenzeitliche bemalte Keramik aus Tiryns» (Η γραπτή κεραμεική της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου από την Τίρυνθα). Υπήρξε υπότροφος της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών (DAAD) και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου. Ως φοιτήτρια συμμετείχε σε πανεπιστημιακές ανασκαφές στη Βασιλική Ιεράπετρας στην Κρήτη, στη Γρόττα Νάξου και στο ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα στην Επίδαυρο.

Μετά την απόκτηση του διδακτορικού της τίτλου διετέλεσε επί σειρά ετών (1987-1991) επιστημονική συνεργάτης στις ανασκαφές του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στην Τίρυνθα υπό τη διεύθυνση του καθηγητή Klaus Kilian.

Από το 1991 έως σήμερα υπηρετεί στη Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Ως «μάχιμη αρχαιολόγος» έχει διενεργήσει μεγάλο αριθμό σωστικών ανασκαφών στο Άργος, την Τίρυνθα και την Ερμιόνη (ο αριθμός των ανασκαφών ανέρχεται στις 320 και συνεχώς αυξάνεται).

Πέρα από το πλούσιο ανασκαφικό της έργο, η Άλκηστις Παπαδημητρίου έχει να επιδείξει έντονη δραστηριότητα στο χώρο της Μουσειολογίας και της ανάδειξης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Συγκεκριμένα:

  • Υλοποίησε το πρόγραμμα απογραφής και ταξινόμησης των αποθηκών του Αρχαιολογικού Μουσείου του Άργους.
  • Συμμετείχε στην ομάδα εργασίας για την έκθεση του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Μυκηνών.
  • Ήταν υπεύθυνη για την υποβολή φακέλου ένταξης των Μυκηνών και της Τίρυνθας στον κατάλογο των Μνημείων Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Unesco. Επίσης, υπήρξε επικεφαλής του προγράμματος αποκατάστασης και ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου της Τίρυνθας που χρηματοδοτήθηκε από το Β΄ και Γ΄ΚΠΣ.
  • Κατά τα έτη 2003-2004 ήταν επιβλέπουσα του έργου «στερέωση-αποκατάσταση του αρχαίου θεάτρου Άργους», ενώ από το 2004 έως το 2009 ήταν υπεύθυνη για τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις που διοργανώνονταν στο συγκεκριμένο θέατρο σε συνεργασία με το Δήμο του Άργους.

Για τη σημαντική προσφορά και το πολυετές έργο της στον τομέα της προστασίας και ανάδειξης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, η δρ. Α. Παπαδημητρίου τιμήθηκε με βραβείο από το Δήμο Άργους και τη Νομαρχία Αργολίδας κατά τα έτη 2003 και 2004 αντίστοιχα. Στις 8 Μαρτίου 2018, Ημέρα της Γυναίκας, τιμήθηκε από το Δήμο Ναυπλιέων για το αρχαιολογικό και ανασκαφικό της έργο, και την προσφορά της στον πολιτισμό.

Η Α. Παπαδημητρίου είναι αντεπιστέλλον μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου και τακτικό μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής Μυκηνών, του Τοπικού Συμβουλίου Μνημείων Πελοποννήσου, του Εθνικού Συμβουλίου Μουσείων, καθώς και του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου. Στο διάστημα 2005-2011 διετέλεσε ταμίας, αντιπρόεδρος και γενική γραμματέας του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων.

 

Εργογραφία

Η δρ. Α. Παπαδημητρίου έχει να επιδείξει ένα εκτενές συγγραφικό και επιστημονικό έργο στην ελληνική, αγγλική και γερμανική γλώσσα.

 

Βιβλία

  • «Μυκήνες», Εκδόσεις Ιδρύματος Λάτση, Ο κύκλος των Μουσείων, Αθήνα 2015.
  • Π. Πάντος, Α. Παπαδημητρίου, Α. Κόσσυβα, «Οι Αρχαιολόγοι στην Ελλάδα: Συλλογή πληροφοριών για την Αγορά Εργασίας και Περιγραφή του Επαγγέλματος 2007-2008», Αθήνα 2008.
  • «Τουριστικός οδηγός του Δήμου της Νέας Τίρυνθας», Αργολίδα 2005.
  • «Τίρυνς. Ιστορικός και Αρχαιολογικός οδηγός», Αθήνα 2000.
  • «Die früheisenzeitliche bemalte Keramik aus Tiryns» (Διδακτορική Διατριβή Πανεπιστημίου του Freiburg 1987).

 

Άρθρα (επιλεκτικά)

  • Maran, A. Papadimitriou & U. Thaler, “Palatial wall paintings from Tiryns. New finds and new perspectives” στο: A.-L. Schallin & I. Tournavitou (επιμ.), Mycenaeans up to date.The archaeology of the north-eastern Peloponnese – current concepts and new directions, Stockholm 2015, 99-116.
  • «Στερέωση, συντήρηση, ανάδειξη της Κάτω Ακρόπολης της Τίρυνθας» στο: Το Παρόν και το Μέλλον των Μνημείων μας. Πολιτιστική Κληρονομιά και Γ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης. Η προσφορά της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στην κοινωνία των πολιτών: 5ο συνέδριο, Θεσσαλονίκη 2007, 308-309.
  • «Αρχαιολογικά ευρήματα από την Ερμιόνη», Ναύδετο 4, 2007, 92-95.
  • J. Maran – A. Papadimitriou, «Forschungen im Stadtgebiet von Tiryns 1999-2002», Archäologischer Anzeiger 2006, 97-169.
  • «The Early Iron Age in the Argolid: Some new aspects» στο: S. Deger-Jalkotzy – I. Lemos (επιμ.), Ancient Greece: From the Mycenaean Palaces to the Age of Homer, Edinburgh 2006, 531-547.
  • «Υπομυκηναϊκή και πρωτογεωμετρική κεραμεική στο Άργος» και «Οργάνωση αποθηκών Μουσείου Αργους» στο: Α΄ Αρχαιολογική Σύνοδος Νότιας και Δυτικής Ελλάδος: Πάτρα 9-12 Ιουνίου 1996. Πρακτικά. Αθήνα 2006, 281-288, 349-354.
  • «Οι νέοι χαλκοί ενεπίγραφοι πίνακες από το Αργος» στο: Αργειακή γη. Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Αργους, Αργος 2004, 37-51.
  • «Οι υπομυκηναϊκοί και πρωτογεωμετρικοί τάφοι της Τίρυνθας. Ανάλυση και ερμηνεία», στο Α.Γ. Βλαχόπουλος (επιμ.), Αργοναύτης. Τιμητικός τόμος για τον Καθηγητή Χρίστο Γ. Ντούμα από τους μαθητές του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1980-2000), Αθήνα 2003, 713-727.
  • Τα λήμματα «Το νέο αρχαιολογικό μουσείο Μυκηνών» και «Τίρυνθα» στο: Ελλάδα, Προϊστορικά και Κλασικά μνημεία. Παγκόσμια Πολιτιστική Κληρονομιά, Αθήνα 2002, 16 και 176-191.
  • «Η οικιστική εξέλιξη της Τίρυνθας μετά τη μυκηναϊκή εποχή. Τα αρχαιολογικά ευρήματα και η ιστορική τους ερμηνεία», στο: Αργος και Αργολίδα, τοπογραφία και πολεοδομία. Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου Αθήνα-Αργος 28/4-1/5/1990 (εκδ. A. Pariente & G. Touchais, 1998, 117-130.
  • Μια πρώιμη χάλκινη φωκική κοπή» στο: Ευ. Κυπραίου (επιμ.), Χαρακτήρ: Αφιέρωμα στη Μαντώ Οικονομίδου, Αθήνα 1996, 225-230.
  • «Bericht zur früheisenzeitlichen Keramik aus der Unterburg von Tiryns», Archäologischer Anzeiger 1982, 227-243.

 

Πηγή


  • Μαρία Μικεδάκη, Επίκουρη Καθηγήτρια Αρχαίου Θεάτρου, «Άλκηστις Παπαδημητρίου: Η Συγγραφέας πίσω από την Αρχαιολόγο», Συμπόσιο για τους συγγραφείς της Αργολίδας,  Ναύπλιο, 2016.

Read Full Post »

Hackens Tony (1939-1997)


 

Tony Hackens

Ο Tony Hackens γεννήθηκε στις 23 Αυγούστου του 1939 στο Eupen του Βελγίου. Εκεί έλαβε τη βασική κλασική μόρφωσή του στα γαλλικά και στα γερμανικά, γεγονός που τον βοήθησε να αναπτύξει τη φυσική του κλίση προς τις ξένες γλώσσες και την αγάπη του για τα ταξίδια. Φοίτησε στο Πανεπιστήμιο της Louvain και έλαβε πτυχίο στην κλασική φιλολογία και αρχαιολογία. Συνέχισε τις σπουδές του στη Ρώμη, όπου απέκτησε το διδακτορικό του δίπλωμα με θέμα τις νομισματικές απεικονίσεις του ναού του Διός του Καπιτωλίου, την πρώτη από τις νομισματικές του εργασίες, που έμεινε ανέκδοτη.

Ήταν βαθύς γνώστης του ιταλικού πολιτισμού και συμμετείχε συχνά στις συναντήσεις του Διεθνούς Κέντρου Νομισματικής της Νάπολης, όπως και στο Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Ravello. Η αγάπη του για την Ιταλία υπερκεράσθηκε από την αγάπη του για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που τον κατέκτησε, όταν ήλθε στην Ελλάδα, ως μέλος εκ του εξωτερικού στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, το 1962.

Ο G. Daux, Διευθυντής τότε της Σχολής, του ανέθεσε έρευνες στη Φωκίδα (Μεδεών), στην Κρήτη (Μάλια), αλλά κυρίως στο Άργος, όπου ανέλαβε να ταυτίσει, να καταγράψει και να μελετήσει τα νομίσματα των ανασκαφών της Γαλλικής Σχολής για τη σύνταξη του Corpus των αρχαίων νομισμάτων του Άργους. Για τις μελέτες του αυτές πήγαινε συχνά στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών, όπου γνώρισε τη Μάντω Οικονομίδου, με την οποία συνδέθηκε με βαθειά και ειλικρινή φιλία.

Στην Αθήνα γνώρισε και τη Ρένα Ευελπίδου – Αργυροπούλου, με την οποία συνεργάστηκε για την έκδοση της συλλογής της στη σειρά Sylloge Nummorum Graecorum. Επίσης, για να αποκτήσουν οι φοιτητές του ανασκαφική εμπειρία, διενήργησε ανασκαφές στην Κέρκυρα, αρχικά στο κτήμα της Ρένας Ευελπίδου, αλλά και σε άλλες θέσεις, σε συνεργασία με την Εφορεία Κλασικών Αρχαιοτήτων στην οποία τότε προΐστατο η κυρία Καλλιόπη Πρέκα – Αλεξανδρή.

Στις προσωπικές του μελέτες και έρευνες αφιέρωνε τον ελεύθερο χρόνο του από τα διδακτικά του καθήκοντα στο Πανεπιστήμιο της Louvain, όπου έγινε καθηγητής, διαγράφοντας μια λαμπρή σταδιοδρομία. Δίδαξε ελληνική αρχαιολογία, νομισματική και οικονομική ιστορία της αρχαιότητας, πεδία που ανέπτυξε σημαντικά, ιδρύοντας μία εταιρεία για την προώθηση των νομισματικών σπουδών (Εταιρεία «Professeur Marcel Hoc») με νομισματική βιβλιοθήκη.

Μέσω αυτής της Εταιρείας δημιούργησε μία περιοδική έκδοση (Revue des Archéologues et Historiens d’art de Louvain), αλλά και πολλές άλλες εκδόσεις, μεταξύ των οποίων και τις Publications dhistoire de l’art et darchéologie de lUniversité Catholique de Louvain (96 τόμοι εκδόθηκαν υπό τη διεύθυνσή του, από τους οποίους η σειρά Arcaeologia Transatlantica σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Brown και τα Numismatica Lovaniensia).

Επίσης, τη διάσημη σειρά PACT αφιερωμένη στις επιστήμες και τις τεχνικές στην υπηρεσία της πολιτιστικής κληρονομιάς, στην προαγωγή της οποίας έλαβε ενεργό μέρος, ταξιδεύοντας σε ολόκληρο τον κόσμο και μετέχοντας στο προεδρείο ενός ευρύτατου ευρωπαϊκού δικτύου επιστημονικής συνεργασίας, το οποίο υποστηρίχθηκε από την Unesco, το Συμβούλιο της Ευρώπης και την Ε.Ο.Κ.

Αυτές οι πολλαπλές δραστηριότητες δεν τον εμπόδισαν να ασκήσει και πολλά άλλα καθήκοντα στην υπηρεσία της Βελγικής Νομισματικής Εταιρεί­ας, στην οποία υπήρξε διαδοχικά Γραμματέας, Αντιπρόεδρος και Πρόεδρος. Εξελέγη κοσμήτωρ στη Σχολή Φιλοσοφίας και Γραμμάτων του Πανεπιστημίου της Louvain και σ’ αυτό το αξίωμα τον βρήκε αναπάντεχα ο θάνατος στις 28 Νοεμβρίου του 1997 στερώντας μας από ένα μοναδικό άνθρωπο και επιστήμονα.

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το Corpus των νομισμάτων του Άργους, έργο που ανέλαβαν οι μαθητές του, βασιζόμενοι στις δικές του σημειώσεις. Η αγαθή ανάμνηση του μεγάλου φιλέλληνα και επιστήμονα, που άφησε τη σφραγίδα του στο Άργος και στην Ελλάδα γενικότερα, η δράση του οποίου είχε αναγνωρισθεί και από την ελληνική πολιτεία με τον ορισμό του ως πρόξενος επί τιμή, ήταν η αιτία που οι «Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου» και η «Γαλλική Σχολή Αθηνών», αφιέρωσαν στη μνήμη του, την 6η  Επιστημονική Συνάντηση με θέμα, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», που πραγματοποιήθηκε  στους στρατώνες Καποδίστρια, στο Άργος, από τις 26 έως τις 29 Μαΐου 2011.   

 

Πηγή


  • Πρόγραμμα 6ης Επιστημονικής Συνάντησης, «Το νόμισμα στην Πελοπόννησο», Άργος, 26 – 29 Μαΐου 2011.

 

Read Full Post »

Παπαοικονόμου – Κηπουργού Κατερίνα


 

 

Η κ. Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού στο βήμα του «Δαναού», ( Απρίλιος 2011).

Η Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου του 1941, από γονείς Αργειακής καταγωγής. Πατέρας της υπήρξε ο Δικηγόρος Αθηνών Παρ’ Αρείω Πάγω Βασίλειος Παπαοικονόμου, γυιός του Διδάκτορος – Θεολόγου Σχολάρχου Άργους και κατόπιν Ιερέως Χρήστου Παπαοικονόμου, του ιδρυτού του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», και της Αικατερίνης το γένος Βασιλείου Μπόμπου, αδελφής των Αγγελή και Κωνσταντίνου Μπόμπου, Δημάρχων Άργους. Μητέρα της ήταν η Αγγελική το γένος Μιχαήλ Στρατοπούλου. Ο Μιχαήλ Στρατόπουλος ήταν Αργείος, εγκατεστημένος στην Αθήνα, όπου υπήρξε γνωστός επιχειρηματίας. Η ίδια υπήρξε σύζυγος του αειμνήστου Οφθαλμιάτρου Νικολάου Κηπουργού.  

Η Κατερίνα Παπαοικονόμου – Κηπουργού είναι Σολίστ – Πιανίστα (Α΄ Βραβείο παμψηφεί και Αριστείο Εξαιρετικής Επίδοσης) και Καθηγήτρια Πιάνου στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών, με μεταπτυχιακές μουσικές σπουδές στη Μουσική Ακαδημία της Βιέννης. Το 1968 συμμετείχε στον 4ο Διεθνή Διαγωνισμό Πιάνου Vianna da Motta στη Λισσαβώνα, όπου και διακρίθηκε μεταξύ 86 διαγωνιζομένων, επίσης είναι πτυχιούχος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ασχολείται και με τους δύο κύκλους των γνωστικών της αντικειμένων.

Ως πιανίστα, εκτός του διδακτικού της έργου, έχει πολλές και συνεχείς εμφανίσεις σε συναυλίες και σε ρεσιτάλ στην Αθήνα και σε μεγάλες πόλεις της Ελλάδος, είναι σολίστ της ΕΡΤ και έχει συμπράξει ως σολίστ με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και την Ορχήστρα της Φιλικής Εταιρείας Επιστημόνων – Καλλιτεχνών, της οποίας είναι τακτικό μέλος. Ίδρυσε και διηύθυνε επί διετία το Παράρτημα του Εθνικού Ωδείου της Νέας Φιλαδελφείας. Έχει εγγράψει δύο δίσκους μακράς διαρκείας με κλασική μουσική.

Ως επιστήμων δημοσιεύει άρθρα σε περιοδικά και δίδει διαλέξεις ιστορικού – αρχαιολογικού και μουσικού περιεχομένου. Επί  πολλά έτη μελετά και τη μουσική των Αρχαίων Ελλήνων και μετά από σειρά σχετικών διαλέξεων δημοσίευσε το 1997 σύντομο βιβλίο με τίτλο Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα, από τις εκδόσεις Γεωργιάδη, το οποίο έχει εξαντληθεί μετά τρεις επανεκδόσεις.

Συνεργάστηκε, ως συγγραφέας, με το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, για λογαριασμό του οποίου συνέγραψε πολλά και εκτεταμένα Κεφάλαια περί της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής (συνολικά 170 σελίδες), που έχουν συμπεριληφθεί στους Τόμους Α΄ και Β΄ και στα Συνοδευτικά Κείμενα της Θεματικής Ενότητας Σπουδές στον Ελληνικό Πολιτισμό (ΕΛΠ 40: Τέχνες ΙΙ. Επισκόπηση Ελληνικής Μουσικής και Χορού. Έκδοση Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου. Πάτρα 2003). Τα βιβλία αυτά εκδόθηκαν από το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο με συγχρηματοδότηση του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διδάσκονται έκτοτε στους φοιτητές του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.

Το 2007 εκδόθηκε και νέο, μεγάλο πλέον, βιβλίο της με τίτλο και πάλι Η Μουσική στην Αρχαία Ελλάδα (Εκδόσεις Γεωργιάδης, σελ. 487), το οποίο ήδη έχει αποσπάσει εγκωμιαστικά σχόλια από Έλληνες και ξένους ειδικούς, βρίσκεται σε Πανεπιστημιακές και άλλες Δημόσιες Βιβλιοθήκες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία.

  

Πηγή


  • Αργολική Αρχειακή  Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού. 

Read Full Post »

Καρούζου – Παπασπυρίδη Σέμνη  ( 1889 – 8 Δεκεμβρίου 1994)


 

Η Σέμνη Καρούζου  γεννήθηκε στην Τρίπολη. Ήταν αρχαιολόγος και υπήρξε η πρώτη γυναίκα έφορος αγγείων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Ονομαζόταν Πολυσέμνη Παπασπυρίδη και ήταν παντρεμένη με τον αρχαιολόγο και ακαδημαϊκό Χρήστο Καρούζο (1900 – 1977). 

Στην αρχαιολογική υπηρεσία εισήχθη το 1921. Στην Κρήτη, όταν μετατέθηκε το 1924, συνδέθηκε φιλικά με το Ν. Καζαντζάκη, τον Άγγελο και την Εύα Σικελιανού και το Δημήτρη Μητρόπουλο. Στην Ερέτρια ήταν η επόμενη μετάθεσή της όπου μελέτησε τον αρχαιολογικό χώρο και συνέταξε ένα ευρετήριο των εκθεμάτων του μουσείου, εγχειρίδιο που στα χρόνια του πολέμου αποδείχτηκε πολυτιμότατο γιατί βοήθησε στην ανεύρεση των αρχαίων μετά τον ενταφιασμό τους για προστασία από τους κατακτητές.

Μετά από τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου επέστρεψε στην Ελλάδα στα 1930 και προβιβάστηκε σε Έφορο. Μετατέθηκε στο Βόλο κι αργότερα στο δικό μας τόπο, την Αργολίδα, την οποία αγάπησε. Το βιβλίο της για το Ναύπλιο είναι ένα αξεπέραστο δείγμα αυτής της αγάπης, αλλά και της επιστημονικής της κατάρτισης.

Συμμετείχε σε ανασκαφές εδώ και ανέλαβε πρωτοβουλίες για τη διάσωση των παραδοσιακών και ιστορικών κτισμάτων της πόλης του Ναυπλίου…

Στην διάρκεια του πολέμου του ΄40 εργάστηκε εντατικά για τον ενταφιασμό των αρχαίων του Εθνικού Μουσείου. Το τεράστιο έργο που κατάφερε να φέρει σε πέρας μαζί με το σύζυγό της, ήταν η επανέκθεση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου (1964), ενός από τα πλουσιότερα μουσεία του κόσμου, μετά από τον πόλεμο. Ένα τιτάνιο έργο, μια και έπρεπε να ξαναβρούν τη θέση τους στις μισοκατεστραμμένες αίθουσες τα αναρίθμητα έργα που είχαν ταφεί για προστασία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Στις αναμορφωμένες αίθουσές τους με τη νέα αισθητική αντίληψη όλοι κατάλαβαν τότε ότι τα έργα έπαιρναν μια νέα διάσταση. Και μόνο γι’ αυτή της την προσφορά θα άξιζε η Καρούζου την ευγνωμοσύνη όλου του κόσμου.

Εξέδωσε συνολικά 18 αυτοτελή έργα, δημοσίευσε 110 μελέτες κι έγραψε σειρά κριτικών βιβλίων, μεταφράσεων και άρθρων σε εφημερίδες. Μετά τη δικτατορία έγινε πρόεδρος του ελληνικού τμήματος του Διεθνούς Μεγάλου Μυθολογικού Λεξικού. Αξίζει να προσέξουμε τι γράφει γι’ αυτή ένας μεγάλος συνάδελφός της, ο Μανόλης Ανδρόνικος:

«Όταν πριν από μερικά χρόνια ένας καλοπροαίρετος δημοσιογράφος, σε κάποιο δημοσίευμά του που αναφερόταν στο πρόσωπό μου, με χαρακτήρισε ως το μέγιστο Έλληνα αρχαιολόγο, ένιωσα ντροπή και ταραχή για το λάθος του. Όταν υπάρχει μια Σέμνη Καρούζου, σκέφθηκα, πως μπορούν να το αγνοούν;»

Και καταλήγει στο άρθρο του στις 9.4.89 στο Βήμα ο Ανδρόνικος: «Και η αγάπη, ο απέραντος σεβασμός, η ευγνωμοσύνη όλων μας για την προσφορά της στην επιστήμη και στον τόπο είναι το μικρό μας ευχαριστώ στη μεγάλη κυρία της οικογένειάς μας».

Συνέγραψε οδηγούς για το Εθνικό Μουσείο και άλλα έργα. Υπήρξε αντιπρόεδρος (1975-1977) της “Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας”. Πέθανε σε ηλικία 105 ετών.

 

Έργα


  • National Museum : Illustrated Guide to the Museum, Εκδοτική Αθηνών, 2000,ISBN: 960-213-004-0
  • Εθνικό Μουσείο : Γενικός οδηγός, Εκδοτική Αθηνών, 1999, ISBN: 960-213-084-9.
  • Museo Nazionale : Guida illustrata del museo, Εκδοτική Αθηνών, 1996, ISBN: 960-213-087-3
  • Περίπατοι στην Ιταλία, εκδ. Ερμής, 1983.
  • Το Ναύπλιο, εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, 1979.
  • Αγγεία του αναγορούντος (1963)

 

Πηγές


  • Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 324, Άργος 1994.
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό (τομ. 4, σ. 320), Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1983-1988.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών / ΕΙΕ

Read Full Post »

Κουρμπέν Πωλ – Paul Courbin (1922-1994)


 

Paul Courbin

Παύλος Κουρμπέν. Διαπρεπής Γάλλος αρχαιολόγος και καθηγητής. Γεννήθηκε στη Λυών και σπούδασε στην Εκόλ Νορμάλ Σουπεριέρ του Παρισιού. Υπήρξε μέλος της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών (1949-1954) και Γενικός Γραμματέας της ίδιας Σχολής (1954-1960). Αργότερα εκλέχτηκε καθηγητής στην Ανωτάτη Σχολή Κοινωνικών Επιστημών του Παρισιού, όπου δίδαξε επί σειρά ετών αρχαιολογία και μεθόδους ανασκαφής, από το 1960 μέχρι το 1991.

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1950 η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών αρχίζει τις ανασκαφές στο Άργος, ο Πωλ Κουρμπέν συνδέθηκε με την ιστορική πόλη, όπου η ανασκαφική και ερευνητική του δραστηριότητα υπήρξε πολύ αξιόλογη. Με την εποπτεία του άρχισαν οι Γάλλοι νεαροί επιστήμονες τις έρευνες και χάρη στο ενδιαφέρον και στο ζήλο του Κουρμπέν κτίστηκε η νέα πτέρυγα του μουσείου σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από το Δήμο και με έξοδα του Γαλλικού κράτους. Τα εγκαίνια της νέας πτέρυγας έγιναν τον Ιούνιο1961 και άρχισε να φιλοξενεί τα διάφορα ευρήματα των ανασκαφών.

Ο Πωλ Κουρμπέν έχει δημοσιεύσει για το Άργος πολλές μελέτες και άρθρα στο επιστημονικό περιοδικό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής «Δελτίον Ελληνικής Αρχαιολογίας» (BCH). Μνημονεύουμε μερικές από τις εργασίες αυτές: «Γεωμετρικοί τάφοι του Άργους» (1974), που αναφέρεται στην ταφική αρχιτεκτονική και στα ταφικά έθιμα της γεωμετρικής εποχής, «Η σημασία του Αργειακού γεωμετρικού ρυθμού» (1992), «Μία οδός του Άργους» (1956), που αναφέρεται στην τοπογραφία της αρχαίας πόλης, και άλλες. Επίσης, έγραψε το πολύτιμο βιβλίο του «Η Γεωμετρική κεραμεική της Αργολίδας» (1966) και έλαβε μέρος σε διάφορα διεθνή επιστημονικά συμπόσια με θέματα για το Άργος.

«…Ένας από τους φίλους του Paul Courbin έγραψε ότι διατηρούσε την ανάμνηση «μιας δυνατής προσωπικότητας, ενός ενεργητικού και μεθοδικού δουλευτή, ενός οξυμένου κριτικού πνεύματος, ενός ανθρώπου γεμάτου από αιχμηρό χιούμορ και ενός συναδέλφου που τον διακατείχε η απόλυτη ειλικρίνεια»… Ο Ρ. Courbin έφτασε μαζί με τη γυναίκα του Colette Courbin και τα δύο παιδιά τους το 1949 στην Αθήνα, όπου και έμεινε δέκα χρόνια, σαν μέλος αρχικά και στη συνέχεια σαν Γενικός Γραμματέας της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής. Η κόρη τους, κυρία Florence Courbin, που είναι σήμερα μαζί μας, διάλεξε για να ζήσει στην Ελλάδα». 

Από την ομιλία του Δ/ντή της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής κ. Rouland Etienne στην αίθουσα του «Δαναού» (8-9-1995).

Ο Κουρμπέν δεν ασχολήθηκε μόνο με το Άργος. Πολλά χρόνια αφιέρωσε για τις έρευνές του στο Μπασίτ των ακτών της Συρίας, όπου διεξήγαγε ανασκαφές από το 1971 έως το 1984, επειδή τον απασχολούσε ο ελληνικός αποικισμός στην ανατολική Μεσόγειο και οι σχέσεις των Ελλήνων με τη Φοινίκη. Τα αποτελέσματα των ανασκαφών αυτών δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο του «Ανασκαφές στο Mπασiτ. Τάφοι του Σιδήρου» (1993).

Επίσης, εργάστηκε στην Αθήνα και στη Δήλο. Από μαθητής ήδη της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό της άρθρα για «Έναν νέο αττικό αρχαϊκό κάνθαρο» (1952) και για την «Καταγωγή του αττικού κανθάρου» (1953). Για τις έρευνές του στη Δήλο έγραψε το βιβλίο «Ο οίκος των Ναξίων» (1980). Επίσης, δημοσίευσε το 1982 το βιβλίο του «Τι είναι αρχαιολογία».

Το ανασκαφικό και συγγραφικό έργο του Κουρμπέν αποτελεί σταθμό για την ιστορία του Άργους, για το οποίο έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη. Ο Δήμος Άργους τον τίμησε  ανακηρύσσοντάς τον επίτιμο Δημότη Άργους. Μιλούσε αρκετά καλά την ελληνική γλώσσα. Πέθανε στην πατρίδα του ύστερα από μακρά ασθένεια στις 22 Μαΐου 1994.

  

Πηγές


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Χαράλαμπος Κριτζάς, « Πωλ Κουρμπέν – Μια από τις κορυφαίες μορφές της Αρχαιολογίας της Εποχή μας», Περιοδικό Αναγέννηση, σελ. 16-17, τεύχος 319, 1994.

Read Full Post »

Καββαδίας Παναγής (1850-1928)


Καββαδίας Παναγής

 

Ο Παναγής Καββαδίας γεννήθηκε στον Κοθρέα Κεφαλλονιάς το 1850. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και μετά στο Βερολίνο, το Μόναχο και το Παρίσι. Το 1881 άρχισε ανασκαφές στην Επίδαυρο, αποτέλεσμα των οποίων ήταν ευρήματα ανεκτίμητης αξίας. Το 1885, οπότε και έγινε γενικός έφορος αρχαιοτήτων, άρχισε ανασκαφές στην Ακρόπολη και τα ευρήματά του εκτέθηκαν στο Μουσείο Ακροπόλεως που ίδρυσε ο ίδιος.

Μερίμνησε για τη δημιουργία μουσείων ανά την Ελλάδα, για την οργάνωση του Αρχαιολογικού Μουσείου και την ίδρυση του “Αρχαιολογικού δελτίου”.  

Το 1904 έγινε καθηγητής της Ιστορίας της Αρχαίας Τέχνης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1924 εξελέγη ακαδημαϊκός. Πέθανε το 1928.

Ενδεικτικά έργα του:

“Το θέατρο της Επιδαύρου” (1881), “Ιστορία ελληνικής καλλιτεχνίας” (1884), “Γλυπτά του Εθνικού Μουσείου” (1892), “Προϊστορική αρχαιολογία”, (1909), “Ιστορία της ελληνικής τέχνης” (1916-1924), «Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών’’ (1900),  κ.ά.

 

Πηγή


  • Παναγής Καββαδίας, «Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου», Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα, 2006.

Read Full Post »

Older Posts »