Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αρχαιολόγος’

Οικονόμου Τασούλα – Αρχαιολόγος, Βυζαντινολόγος (1956-1998)


 

 

Τασούλα Οικονόμου

Η Τασούλα Οικονόμου γεννήθηκε στις 15 Μαρτίου 1956 στις Λίμνες της Αργολίδας. Ήταν μοναχοκόρη του Δημητρίου και της Χρυσούλας Οικονόμου. Αφού τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο στις Λίμνες, συνέχισε στο Γυμνάσιο του Άργους, φιλοξενούμενη στο Οικοτροφείο της Χριστιανικής Ένωσης. Το 1974, μετά από εξετάσεις, εισήχθη στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, από όπου έλαβε το πτυχίο της το 1979.

Την διετία 1989-1990 φοίτησε στο Universite de Paris I- Pantheon- Sorbonne, λαμβάνοντας το Diplome d’ Etudes Approfondies (D.E.A.) στη Βυζαντινή Αρχαιολογία, με θέμα: La ceramigue des cimetieres paleochretiens d’ Argos. Συνέχισε τις σπουδές της και το 1994, έλαβε το διδακτορικό της δίπλωμα από το ίδιο πανεπιστήμιο, με τίτλο: Argos paleochretienne et protobyzantine με επιβλέποντα καθηγητή J.P. Sodini.

Στο  Παρίσι,  κατά  την  διάρκεια  των  σπουδών  της,  εργάστηκε  ως preparateur temporaire (εποχιακή βοηθός) στο Centre de recherché d’ histoire et civilization de Byzance του C.N.R.S. και του College de  France (1989-1992).

H Τασούλα, γνώριζε πέντε γλώσσες. Μιλούσε απταίστως τα Γερμανικά και τα Γαλλικά, λιγότερο τα Αγγλικά και τα Ιταλικά, ενώ από τους γονείς της είχε μάθει τα Αρβανίτικα. Υπήρξε τακτικό μέλος της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας και της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών.

Το 1981, μετά από εξετάσεις, διορίστηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία του Υπουργείου Πολιτισμού. Εργάστηκε στην 2η ΕΒΑ και στην 5η ΕΒΑ. Τον Ιούλιο του 1987 τοποθετήθηκε στο Γραφείο Άργους της 5ης ΕΒΑ. Διενήργησε πολλές ανασκαφές στην πόλη του Άργους αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας, όπως στην Τίρυνθα, το Νέο Ηραίο (Χώνικα) και την Επίδαυρο. Συμμετείχε στην ομάδα εκπόνησης του αρχαιολογικού χάρτη του Άργους, σε συνεργασία με την Δ΄ Εφορία Κλασσικών Αρχαιοτήτων και την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή. Για μικρό χρονικό διάστημα τοποθετήθηκε στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο Αθηνών.         ( Μάρτιος-Ιούλιος 1995).

Παντρεύτηκε τον Ισραηλινό Βυζαντινολόγο, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Τελ- Αβίβ Avshalom Laniado ( Αβεσαλώμ- Άβη Λανιάντο) με τον οποίο απέκτησε τον μοναχογιό της  Δημήτρη- Δανιήλ.  Στις 17 Μαρτίου 1998, η Τασούλα πιεσμένη από διάφορες καταστάσεις που λύγισαν την ευαίσθητη ψυχή της, αυτοκτόνησε στο υπόγειο της  πατρικής της οικίας. Ήταν μόλις 42 χρόνων.

Ο Αρχαιολόγος Χρήστος Πιτερός γράφει:

« Σαν κεραυνός ακούστηκε το πρωινό της 17ης Μαρτίου 1998 ημέρα Τρίτη στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου ο απροσδόκητος χαμός της φίλης και αγαπητής μας συναδέλφου Αναστασίας Οικονόμου. Κανένας δεν μπορούσε λογικά να απο­δεχθεί την τραγική πραγματικότητα.

Η Τασούλα Οικονόμου (τρίτη από αριστερά) με συναδέλφους της, στην είσοδο του Μουσείου Άργους το 1989.

Η Αναστασία καταγόταν από το χωριό Λίμνες της Αργολίδας και η ψυχή της ήταν καλή και αγέρωχη σαν τα ψηλά βουνά του χωριού της. Ήταν παιδί αγροτικής οικογένειας, όπως πολλοί από εμάς. Σπούδασε αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Παν/μίου Αθηνών από όπου απεφοίτησε το 1978. Το 1981 διορίστηκε μετά από εξετάσεις στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και από το 1987 εργαζόταν στο Άργος ως υπεύθυνη των Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Το 1993 έγινε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Σορβόννης και είχε διαρκή επιστημονική παρουσία.

Η ενασχόληση της με το Άργος, όπως και του υπογράφοντος και άλλων συναδέλφων, μας είχε συνδέσει με βαθιά ψυχική επαφή, που έχουν συνήθως οι αρχαιολόγοι μεταξύ τους, η οποία, όταν υπάρχει, είναι δύσκολο να γίνει αντιληπτή από μη αρχαιολόγους, διότι σχετίζεται με τη βαθύτερη ιστορική-αρχαιολογική συνείδηση της ουσίας των πραγμάτων.

Τον τελευταίο χρόνο είχε συμβεί να σκάβουμε παράλληλα στο Άργος δυο διπλανά οικόπεδα. Η σχεδόν καθημερινή επαφή, οι επιστημονικοί προβληματισμοί και η υπηρεσιακή συνεργασία μας είχε συνδέσει πιο στενά. Το ενδιαφέρον της να γίνει το συντομότερο δυνατόν το Βυζαντινό Μουσείο του Άργους στους Στρατώνες, οι επισκευές του οποίου καθυστερούν απαράδεκτα, το ενδιαφέρον της για την επιστημονική έρευνα παράλληλα με την μεγάλη της αγάπη, το μικρό Δημητρό, η συνεργασία της με το Δήμο Μιδέας για τη διοργάνωση φωτογραφικής έκθεσης των Βυζαντινών μνημείων της περιοχής φανέρωναν ότι από καιρό είχε ξεπεράσει τη συνήθη στενή και ατομική αρχαιολογική έρευνα και είχε συλλάβει τα μηνύματα του καιρού μας.

Στις 15 Φεβρουαρίου 1998 μίλησε στο Άργος στην αίθουσα του «Δαναού» με θέμα: «Το Άργος από τον 5ον μέχρι τον 7ον μ.Χ. αιώνα». Ήταν ένα χρέος και μια οφειλή για την πόλη που αγαπούσε και, χωρίς κανείς να το γνωρίζει, και το κύκνειο άσμα της.

Λίγο πριν την ομιλία θυμάμαι που με παρεκάλεσε να μην την παρεξηγήσω, γιατί οι διαφάνειες (σλάιτς) που θα πρόβαλε στην ομιλία της δεν ήταν τόσο καλές – λες και δεν γνωρίζαμε τις καθημερινές δυσκολίες που αντιμετώπιζε.

Και στις 23 Φεβρουαρίου 1998, όταν μίλησε η πρύτανις του Πανεπιστημίου της Ευρώπης κ. Ελ. Γλύκαντζη-Αρβελέρ στο Ναύπλιο με θέμα: «Αργολίδα και Βυζάντιο», η Αναστασία την ενημέρωσε για τη νέα χρονολόγηση της βυζαντινής εκκλησίας του Μέρμπακα (Αγίας Τριάδας) στον 13ον μ. Χ. αι. Η κ. Γλύκαντζη-Αρβελέρ χάρηκε ιδιαίτερα και της παράγγειλε με τον υπογράφοντα να της στείλει αντίτυπο της εργασίας μόλις δημοσιευθεί.

Τον τελευταίο αρχαιολογικό χώρο που επισκέφθηκε για υπηρεσιακούς λόγους λίγες μόλις ημέρες πριν μας αφήσει ήταν το Παλαμήδι, όπως με πληροφόρησαν οι φύλακες, το χώρο που τόσο αγαπούσε, αλλά και οι φύλακες την αγαπούσαν.

Στο χώρο αυτό λοιπόν που αγναντεύει τον Αργολικό από ψηλά, το αγαπημένο της Άργος αλλά και το χωριό της, πρότεινα στους φύλακες του Παλαμηδιού, οι οποίοι το δέχτηκαν με την καρδιά τους, να φυτέψουμε τρεις ελιές, έτσι που κάτω από τον ίσκιο τους να δροσίζονται οι επισκέπτες του Παλαμηδιού και τρία κυπαρίσσια, τα οποία όσο θα μεγαλώνουν θα ανεβαίνουν στον ουρανό και, όταν ο άνεμος θα τα φυσάει, οι κορφές τους θα σιγοψιθυρίζουν και θα επιβεβαιώνουν ότι η αγαπημένη μας Αναστασία βρίσκεται ανάμεσα μας».

Τον Μάρτιο του 2009 ο Σύλλογος Αργείων « Ο Δαναός» οργάνωσε την παρουσίαση της έκδοσης των πρακτικών της ημερίδας που είχε πραγματοποιηθεί στις 15 Νοεμβρίου 2007 με τον χαρακτηριστικό τίτλο  “Μνήμη Τασούλας Οικονόμου (1998-2008)”.  Την ευθύνη της έκδοσης είχαν αναλάβει η Δημοτική Επιχείρηση Πολιτισμού Άργους, το Τμήμα ιστορίας, Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και ο Δήμος Μυκηναίων. Την έκδοση επιμελήθηκαν ο Λέκτορας Ι.Δ. Βαραλής και ο Καθηγητής Γ.Α. Πίκουλας.

Στο σημείωμά τους οι δυο Επιμελητές, μεταξύ άλλων γράφουν:

Είναι καιρός τώρα που σε κάθε συνάντηση συμφοιτητών και συναδέλφων σχεδόν πάντοτε ερχόταν η συζήτηση στην Τασούλα Οικονόμου, την πρόωρη εκδημία της (17.3.1998) και το συνακόλουθο χρέος μας να τιμήσουμε τη μνήμη της. Όσοι, μάλιστα, σχετίζονταν με το προσφιλές της Άργος και τα περίχωρα του, ένιωθαν ακόμη πιο έντονο τούτο το χρέος, αφού η παρουσία, το έργο και η ζωή της εκεί κατέλιπαν ανεξίτηλες μνήμες.

Το 2008 ήταν η χρονιά που αποτελούσε έναν αξεπέραστο terminus για την εκπλήρωση αυτού του χρέους: με τη συμπλήρωση δέκα ολόκληρων χρόνων από τότε πού έφυγε από κοντά μας, δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια υπεκφυγών….   

Μετά από περίσκεψη, καταλήξαμε ότι της άρμοζε μία επιστημονική ημερίδα, πού θα άφηνε πίσω της έναν τόμο, δείγμα εσαεί μνήμης, και μάλιστα με πραγμάτωση στον τόπο της και με άμεση εμπλοκή των τοπικών αρχών και φορέων. Προφανής απώτατος στόχος η ανάδειξη του έργου της, συνάμα της προσωπικότητας της, η ήττα της λήθης, το δώρον στους δικούς της, ιδίως τον Άβη και τον λατρεμένο της Δημήτρη…. 

 

Δημοσιεύσεις  


Βιβλία

  • Argos Paléochrétienne: Contribution à l’étude du Péloponnèse Byzantin. BAR IS
    1173, Oxford 2003.

Άρθρα σε περιοδικά

 

  • H εκκλησιαστική αρχιτεκτονική τον 12ον αιώνα στην Αργολίδα. Ελλέβορος 3 (1986)153-159.
  • Lampes paléochrétiennes d’Argos. BCH 112(1988)481-502.
  • Παλαιοχριστιανικά λυχνάρια από τη Σπάρτη. ΛακΣπ 9(1988)286-300 [Ανα­κοίνωση στο Έβδομο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολο­γίας και Τέχνης, Αθήνα 1987].
  • Un sceau de Georges Akropolite trouvé à Argos. REB 55(1997)289-293.]
  • Une représentation pornographique sur un tesson d’Argos byzantine. ΔΧΑΕ 20(1998)259-260.

 

Άρθρα σε Πρακτικά Επιστημονικών Συνεδρίων

 

  • Συμβολή στην τοπογραφία της περιοχής Άνω Επιδαύρου στους μέσους χρό­νους. Στο Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Άργος 30.5-1.6.1986, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 14, Αθήνα 1989, 303-312.
  • Το Άργος κατά τη ρωμαϊκή και την παλαιοχριστιανική περίοδο: σύνθεση των αρχαιολογικών δεδομένων, στο Α. Pariente – G. Touchais (éd.), Άργος και Αργολίδα. Τοπογραφία και πολεοδομία. Argos et l’Argolide : topographie et urbanisme, Actes de la table ronde internationale, 28.4-1.5.1990, Athènes -Argos, ÉFA, Recherches Franco-Helléniques 3, Paris, Athènes, Nauplie 1998, 327-336 (σε συνεργασία με τις Α. Μπανάκα-Δημάκη και Α. Παναγιωτοπούλου).
  • Les cimetières paléochrétiens d’Argos. Στο A. Pariente – G. Touchais (éd.), Άργος και Αργολίδα…, όπ. π., Λ05-Μ6 [Ανακοίνωση στο Ενδέκατο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, Αθήνα 1991].
  • La céramique protomajolique d’Argos. Στο S. Gelichi (éd.), La ceramica nel mondo bizantino tra XI e XV secolo e i suoi rapporti con Γ Italia, Atti del Seminario, Certosa di Pontignano (Siena), 11-13 marzo 1991, Firenze 1993,307-316.
  • Céramique commune byzantine d’Argos. Στο G. Démians d’Archimbaud (éd.), Actes du 6e congrès international de l’Association internationale pour l’étude des céramiques médiévales méditerranéennes, Aix-en-Provence, 12-18 novembre 1995, Aix-en-Provence 1997,237-238.
  • Βυζαντινή κεραμική από το Άργος (12ος-13ος αιώνας). Στο Α’ Αρχαιολογική Σύνοδος Νότιας και Δυτικής Ελλάδας, Πάτρα 9-12.6.1996, Αθήνα 2006, 345-348.

 

Ανακοινώσεις – Διαλέξεις


 

  • La céramique glaçurée dArgos. Διεθνές συνέδριο Recherches sur la céramique byzantine, Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, Αθήνα 8-10.4.1987.
  • Κεραμική του 12ον αιώνα από το Άργος. Όγδοο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, Πρόγραμμα και περιλήψεις ειση­γήσεων και ανακοινώσεων, Αθήνα 1988, 75.
  • Συμβολή στην τοπογραφία της Αργολίδας στους μέσους χρόνους. Ένατο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, όπ. π., Αθήνα 1989, 63.
  • Παλαιοχριστιανικό Άργος (5ος-7ος αι.). Δέκατο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, όπ. π., Αθήνα 1990, 60-61.
  • Ένα εργαστήριο λαγήνων του 12ου αιώνος στο Άργος. Δ’ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 9-16.9.1990.
  • Το Άργος στους βυζαντινούς χρόνους. Δέκατο Πέμπτο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, όπ. π., Αθήνα 1995,53 [βλ. στον παρόντα τόμο Παράρτημα I, 205-214].
  • Η αρχιτεκτονική και ο ζωγραφικός διάκοσμος της Παλαιάς Μονής Ταλαντίου, Ε’ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών, Άργος – Ναύπλιο 6-10.9. 1995 [βλ. στον παρόντα τόμο Παράρτημα II, 215-220].
  • Το Άργος από τον 4ο στον 7ο αιώνα. Δέκατο Έβδομο Συμπόσιο Βυζαντινής και Μεταβυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης, όπ. π., Αθήνα 1997,51-52.
  • Το Άργος από τον 5ο μέχρι τον 7ο αιώνα μ.Χ. Άργος 15.2.1998, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός».

 

Κατάλοιπα

  • Η παλαιοχριστιανική κεραμική της βασιλικής του Λεχαίου (ανασκαφές καθ. Δ.I. Πάλλα).
  • Η μεσοβυζαντινή, υστεροβυζαντινή και εισηγμένη από την Ιταλία κεραμική του Άργους.

 

Πηγή


  • Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, «Μνήμη Τασούλας Οικονόμου 1998-2008», Βόλος, 2009.                                                                                                                                

 

Read Full Post »

Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)

 


 

Το Ναύπλιο δεν είναι μόνο μια πανάρχαια πόλη, στην οποία ο Μύθος και η Ιστορία χάνονται στο βάθος του χρόνου, η πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους, στους δρόμους της οποίας παίχθηκε η ιστορία του Νέου Ελληνισμού αλλά και μια τραγική και «θανάσιμη» πόλη. Το κυριακάτικο πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 στις 6.45′ περίπου με το παλιό ημερολόγιο, στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδω­νος δολοφονήθηκε ο πρώτος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας.

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια

Ο κυβερνήτης το πρωινό της αποφράδας εκείνης ημέρας ξεκίνησε για να εκκλησιαστεί, όπως συνήθιζε, στον Άγιο Σπυρίδωνα, προστάτη άγιο της πατρίδας του της Κέρκυρας. Βγήκε από την κυβερνητική κατοικία, το γνωστό παλατάκι, αργότερα κατοικία και του Όθωνα, (που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα του Όθωνα), από την κύρια ανατολική καμαρωτή είσοδο προς την πλατεία Σιντριβανιού, σημερινή πλατεία Τριών Ναυάρχων, φορώντας τη βαθυγάλαζη ρεντικότα, άσπρο παντελόνι και βαθυγάλαζο καπέλο, συνοδευόμενος από τους δυο φρουρούς, τον Γ. Κοζώνη και Α. Λεωνίδα, έστριψε δεξιά και έφθασε στο Μεγάλο Δρόμο (οδό Βασ. Κων/νου), ακολούθησε πορεία προς τα δυτικά και σε λίγο συνάντησε, την σημερινή οδό Αγγέλου Τερζάκη, (πρώην Ε. Σωφρόνη), και έστριψε αριστερά κατευθυνόμενος προς τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Σχέδιο πόλης Ναυπλίου (1834) με την πορεία του Καποδίστρια

Προχώρησε στην οδό Αγγέ­λου Τερζάκη λίγα μέτρα και στην συμβολή των οδών Δ. Πλαπούτα και Αγγέλου Τερζάκη μέσα στο μουχρωμένο πρωινό πάνω στο σταυροδρόμι συνάντησε μπροστά του κακό σημάδι, τους δυο Μαυρομιχαλαίους, Κωνσταντίνο και Γεώργιο ντυμένους με τα καλά τους, φορώντας φουστανέλες, συνοδευόμενους από δυο φρουρούς τον Ι. Καραγιάννη και τον Α. Γεωργίου διότι ήταν υπό επιτήρηση, με τον οπλισμό τους, καινούριες μπιστόλες που είχαν αγοράσει πριν από λίγες μέρες από μαγαζί του Ναυ­πλίου.

Οι Μαυρομιχαλαίοι κατοικούσαν σε μικρή απόσταση ανατολικότερα από τον τόπο συνάντησης στην οδό Γ. Τερτσέτη, πάροδο της οδού Πλαπούτα μεταξύ της πλατείας του Αγίου Γεωργίου και της οδού Αγγέλου Τερζάκη, και είχαν βγει με κακό σκοπό, αναζητώντας πρωΐ – πρωΐ την Κυριακή τον Κυβερνήτη για ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον γνωστό μανιάτικο τρόπο για λόγους τιμής.

Ο κυβερνήτης τους χαιρέτησε βγάζοντας το καπέλο του αμίλητος, εκείνοι ξαφνιάστηκαν και του ανταπέδωσαν σιωπηλοί τον χαιρετισμό. Στη συνέχεια ο Κυβερ­νήτης συνέχισε απρόσκοπτα με τους δυο συνοδούς φρουρούς του την πορεία του προς την εκκλησία, ακολουθώντας το καθιερωμένο σύντομο δρομολόγιο του κυριακάτικου εκκλησιασμού του με αργό περπάτημα συνολικής διάρκειας επτά λεπτών περίπου. Έστριψε δεξιά στην αρχή της οδού Σταϊκοπούλου και προχώρησε προς την εκκλησία.

Οι Μαυρομιχαλαίοι μετά τον χαιρετισμό μέσα στο πρωινό δεν ακολούθησαν τον Κυβερνήτη, αλλά έφυγαν γρήγορα ανηφορίζοντας νότια της οδού Τερζάκη το ανηφορικό στενό με τα σκαλοπάτια, διέσχισαν στη συνέχεια τη μικρή πλατεία μπροστά από την εκκλησία και έφτασαν νωρίτερα στον Άγιο Σπυρίδωνα, όπου περίμεναν τον Κυβερνήτη στην πόρτα της εκκλησίας, όπως έκαναν και την προηγούμενη Κυριακή, αλλά ο Κυβερνήτης έγκαιρα ειδοποιημένος δεν είχε πάει στην εκκλησία.

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα

Ο Κυβερνήτης αφού προχώρησε αριστερά (δυτικά) στην αρχή της οδού Σταϊκοπού­λου, έστριψε δεξιά στο πρώτο στενό ανηφορικό δρόμο, που οδηγεί από την Σταϊκο­πούλου, στην πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα, μπροστά από το ιερό της εκκλησί­ας. Μόλις ανέβηκε τον ανηφορικό δρόμο και πρόβαλε στο στενό του Αγίου Σπυρίδωνα, σημερινή οδό Ιωάννη Καποδίστρια, κοντοστάθηκε για λίγο να αναπνεύσει και να ξεκουραστεί, αλλά αντίκρυσε ξανά μπροστά του τον Κωνσταντίνο Μαυ­ρομιχάλη, να στέκεται έξω στη δεξιά πλευρά της πόρτας της εκκλησίας, υποπτεύθη­κε το κακό, έστρεψε για λίγο το κεφάλι του προς τα ανατολικά στη μικρή πλατεία, όπου βρισκόταν η οικία του υπουργού Ροδίου, και αψηφώντας τον κίνδυνο και με πίστη στο θεό συνέχισε την ηρωική πορεία του προς τον τόπο του μαρτυρίου.

Όπως προκύπτει από τη δικογραφία δημοσιευμένη στη Γενική Εφημερίδα, ο Κυβερνήτης μόλις έφθασε στην πόρτα και πάτησε το πόδι του στο πλατύσκαλο και έμπαινε στην εκκλησία, ο Κων/νος Μαυρομιχάλης, κρατώντας με το αριστερό κατεβασμένο χέρι το φέσι του, σήκωσε το δεξιό χέρι που κρατούσε κρυμμένη την οπλισμένη μπιστόλα κάτω από λευκό μπουρνούζι, τράβηξε τη σκανδάλη και τον πυροβόλησε εκ των όπισθεν στην πίσω δεξιά πλευρά της κεφα­λής, ενώ συγχρόνως ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, που στεκόταν στην εσωτερική πλευρά της πόρτας, όρ­μησε και τον χτύπησε με μαχαίρι στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς στη βουβωνική χώρα.

Η πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα. Δεξιά η λαβωματιά της σφαίρας από τον πυροβολισμό του φρουρού Ι. Καραγιάννη.

Στη συνέχεια ο I. Καραγιάννης ένας από τους φρουρούς των Μαυρομιχαλαίων, ο οποίος στεκόταν εξωτερικά της εκκλησίας απέναντι στην είσοδο της εκκλησίας κοντά στην τούρκικη κρήνη, πυροβόλησε άστοχα κατά των φρουρών του Καποδίστρια, αλλά η σφαίρα αστόχησε και χτύπησε στη δεξιά πλευρά της πόρτας όπου σώζεται και σήμερα η λαβωματιά της πέτρας από το κτύπημα της σφαίρας.

Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχά­λης μετά το φονικό ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια στο απέναντι σοκκάκι από την πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα, την οδό Πλάτωνος, αλλά τον πυροβόλησε θανάσιμα ο μονόχειρας φρουρός του Καποδίστρια, Γ. Κοζώνης. Ο Κωνσταντίνος, θανάσιμα τραυματισμένος, ανέβηκε τη σκάλα, έστριψε αριστερά στο σοκκάκι αναζητώντας καταφύγιο σε σπίτια της περιοχής ξεσηκώνοντας με τις φωνές τη γειτονιά.

Δ. Τσόκου: Ο Γεώργιος Κοζώνης. Σπουδή για τη «Δολοφονία του Καποδίστρια» της Τεργέστης. Τέμπερα σε χαρτόνι, 0,28Χ0,17 μ. Μουσείο Μπενάκη. Ο Γεώργιος Κοζώνης επί Καποδίστρια ανήκε στη σωματοφυλακή του κυβερνήτη.

Συνελήφθη όμως σε λίγο, η πόλη ολόκληρη αναστατώθηκε από το φονικό του Κυβερνήτη, το οργισμένο πλήθος και στρατιώτες τον λιντσάρισαν, κτυ­πώντας τον με ξύλα και σπαθιά και τον έσερναν στα καλντερίμια τ’ Αναπλιού ως την πλατεία του Πλάτανου (Συντάγματος), μπροστά από το ενετικό κτίριο του στρατώνα (σημερινό Μουσείο), όπου εξεψύχησε. Το οργισμένο πλήθος έριξε το άψυχο κορμί του στη θάλασσα.

Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης αμέσως μετά το φονικό, μαζί με τους δυο φρουρούς των Μαυρομιχαλαίων έφυγε προς τα δυτικά της εκκλησίας τρέχοντας προς το Βου­λευτικό, ακολουθώντας στη σημερινή οδό Καποδιστρίου, και κατέφυγε στη Γαλλι­κή πρεσβεία, που βρισκόταν στην οδό Σταϊκοπούλου, δυτικότερα από το Μουσείο, δίπλα στην οικία του ταγματάρχη Θ. Βαλλιάνου, λέγοντας «τον σκοτώσαμε… χίλια κομμάτια έγινε…».

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Διονύσιος Τσόκος, 1850, Λάδι σε καμβά. Ελληνική Κοινότητα Τεργέστης.

 

Στη συνέ­χεια παραδόθηκε στις αρχές, φυλακίστηκε δικάσθηκε από στρατοδικείο και εκτελέσθηκε διά τουφεκισμού στις 10 Οκτωβρίου στην Πλατεία, έξω από τα ανατολικά τείχη της πόλης και της Πύλης της Ξηράς, στην περιοχή που σήμερα βρίσκεται το κτίριο του ΟΤΕ και ο σταθ­μός του τραίνου. Το φονικό του Κυβερνήτη βύθισε σε βαθύ πένθος και απογοήτευση το πα­νελλήνιο.

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας προσέφερε τον εαυτό του θυσία και με το αίμα του βάφτηκε στο Ναύπλιο η πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα, προστάτη της πατρίδας του της Κέρκυρας. Με την δολοφονία του κόπηκε βίαια η προσπάθεια ανάκαμψης και εκσυγχρονισμού του μόλις ελεύθερου νέου Ελληνικού κράτους. Ο θάνατος του Κυβερνήτη έγινε λαϊκός θρήνος, μέσα από τα δημοτικά τραγούδια. Ο χώρος της δολοφονίας του I. Καποδίστρια στο Ναύπλιο είναι ένας από τους τραγικότερους και ιερότερους χώρους της πατρίδας μας.

Μπροστά από την εκκλησία, λίγο πριν την είσοδο, υπάρχει ακόμα το καντήλι, στον τόπο μαρτυρίου του Κυβερνήτη. Ο άδικος και τραγικός θάνατος του I. Καποδίστρια παραμένει ζωντανός στη μνήμη των Ελλήνων που επισκέπτονται καθημερινά τον μαρτυρικό τόπο του θανά­του του. Τη θλιβερή είδηση της δολοφονίας του Κυβερνήτη με χαρακτηριστικά μοτίβα της δημοτικής ποίησης την περιγράφει, μεταξύ των άλλων, και το ακόλουθο πελο­ποννησιακό τραγούδι, που αποτελείται από 14 δεκαπεντασύλλαβους στίχους:

Ένα πουλάκι ξέβγαινε ‘πό μέσ’ από τ’ Ανάπλι,

στηγ Κόρθο κάνει κολατσιό και στη Βστίτσα γιόμα,

στημ Πάτρα μπαρκαρίζεται, στο Μεσολόγγι πάει,

πάει χαμπέρια των Κλεφτών και των καπεταναίων.

-Πες μας, πες μας, πουλάκι μου, κανα-καλό χαμπέρι.

-Τι να σας πω, μωρέ παιδιά, τι να σας μολογήσω,

εψές, προψές που πέρναγ’ από μέσ’ από τ’ Ανάπλι,

άκουσα το μουσαφερέ και τηγ κρυφή κουβέντα,

τόγ Κυβερνήτη σκότωσαν οι Μαυρομιχαλαίοι.

Τρεις ντουφεκιές του ρίξανε με τρι’ ασημένια βόλια.

Το ‘να τόμ πήρε στηγ καρδιά και τ’ άλλο στο πλεμόνι,

το τρίτο το φαρμακερό τόμ πήρε στο κεφάλι.

Το στόμα τ’ αίμα γέμισε, τ’ αχείλι του φαρμάκι

κ’ η γλώσσα τ’ αηδονολαλεί σαν το χελιδονάκι.

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι στο δημοτικό τραγούδι, με βάση το δημοτικό μοτίβο δεν αναφέρει μια ντουφέκια (μπιστολιά) αλλά τρεις(!) με τρία ασημένια! βόλια.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι σε άλλο εκτενέστερο δημοτικό τραγούδι με εμφανή λόγια στοιχεία περιγράφει με ιστορική ακρίβεια τη σκηνή της δολοφονίας :

«Μια Κυριακή ξημέρωσε, να μη είχε ξημερώσει

ο Κυβερνήτης κίνησε να πάει στην Εκκλησία,

στην πόρτα όπου επάτησε, σκύβει να προσκυνήσει,

ο Γιώργης και ο Κωνσταντής δυο μπέηδες της Μάνης,

μια μπιστολιά του ρίξανε, φαρμακερό μαχαίρι.»

 

Χρήστος Πιτερός

Αρχαιολόγος Δ’ ΕΠΚΑ Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2009.

  

Σχετικά θέματα

Read Full Post »

Ανασκάπτοντας την Ιστορία του Άργους


 

Στην ζεστή και άνετη αίθουσα της ιστορικής οικίας του στρατηγού Γκόρντον, που διασώθηκε και ανακαινίστηκε από την Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, παρουσιάστηκαν δύο σημαντικά βιβλία από τον εκδοτικό οίκο « Εκ Προοιμίου» του κ. Τάκη Ουλή με την συνεργασία της Δημοτικής Κοινωφελούς Επιχείρησης Πολιτισμού Άργους και την υποστήριξη της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης, το Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010.

Πρόκειται για τα βιβλία «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΤΑΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΜΕΧΡΙΣ ΗΜΩΝ» του Ιωάννου Κοφινιώτου και το μικρότερο αλλά επίσης σημαντικό «Ο ΙΩΑΝΝΗΣ Κ. ΚΟΦΙΝΙΩΤΗΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ» του Βασίλη Δωροβίνη, στου οποίου το δεύτερο μέρος, ο συγγραφέας παραθέτει μια σύντομη  μελέτη για τους λόγιους του Άργους που, από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι και  μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, ασχολήθηκαν με την ιστορία του Άργους, άλλοι ως ιστορικοί και άλλοι ως ιστοριοδίφες, εν πολλοίς ξεχασμένους σήμερα, ορισμένους με ακτινοβολία όσο έζησαν, πέρα από το Άργος, που όμως συνέβαλαν ώστε να κρατηθεί ζωντανή η ιστορική μνήμη της πόλης.  

Ομιλητές ήσαν οι: κ. Χαράλαμπος Κριτζάς, Αρχαιολόγος- τέως Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου Αθηνών, ο Δρ. Κοινωνιολογίας κ. Γεώργιος Κόνδης και ο ίδιος ο συγγραφέας κ. Βασίλης Δωροβίνης, Δικηγόρος- πολιτικός Επιστήμων και Ιστορικός, ενώ ο κ. Νικόλας Ταρατόρης, Καλλιτεχνικός Διευθυντής και Σκηνοθέτης της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης, διάβασε αποσπάσματα από το βιβλίο του Ι. Κοφινιώτη.

« Οι εμπειρίες και οι γνώσεις του κ. Κριτζά, πολύτιμες και ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσες, διάνθισαν την προσπάθεια της ιστορικής καταγραφής και την μετέφεραν στο επίπεδο της επιτόπιας ερευνητικής ανασκαφής και διάσωσης».

 

Χαράλαμπος Κριτζάς


 

 Παρουσίαση του Βιβλίου Ιω. Κοφινιώτη

Ιστορία του Άργους από των αρχαιοτάτων χρόνων Μέχρις ημών

 (Αθήνα 1892 – Άργος 2008)

Άργος, Σάββατο 20 -2 -10, οικία Gordon

 

Κυρίες και Κύριοι,

Η επανέκδοση ενός ιστορικού βιβλίου 116 ολόκληρα χρόνια μετά την αρχική του έκδοση δεν είναι ένα συνηθισμένο γεγονός. Γι’ αυτό, όσοι ασχολούνται με την ιστορία και αρχαιολογία του Άργους, αλλά και γενικότερα οι φιλίστορες αναγνώστες πρέπει να οφείλουν χάριτες στον εκδότη κ. Παναγιώτη Ουλή που ανέλαβε τη σχετική πρωτοβουλία, καθώς και σε όσους τον παρότρυναν και τον ενεθάρρυναν να πραγματώσει το πολυδάπανο αυτό έργο. Η Ιστορία του Κοφινιώτη ήταν το πρώτο βιβλίο που διάβασα όταν το 1970, νεαρός Επιμελητής Αρχαιοτήτων, διορίστηκα στη Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

Έχοντας σήμερα στα χέρια τη συλλεκτική επανέκδοση το εξαντλημένο εδώ και πολλά χρόνια βιβλίου, μπορεί κανείς να επανεκτιμήσει το μέγεθος της προσφοράς του Ιω. Κοφινιώτη.

Συνέγραψε το βιβλίο του με προσωπική έρευνα, σε μια εποχή που δεν είχαν γίνει ακόμη ανασκαφές και δεν υπήρχε καμία ειδική μονογραφία, ελληνική ή ξένη, για το Άργος. Το συνέγραψε παράλληλα με τα κύρια διδακτικά του καθήκοντα και χωρίς απ’ ότι φαίνεται καμίαν άλλη οικονομική ενίσχυση.

Ο Κοφινιώτης έζησε σε μια εποχή, κατά την οποία το Ελληνικό Κράτος έχοντας πια εδραιώσει την κυριαρχία του, αναζητούσε μέσω των λογίων τις ρίζες της εθνικής του ταυτότητας, με αναδρομές στο ένδοξο παρελθόν. Βοηθούσε σ’ αυτό το γενικότερο κλίμα του ρομαντισμού και του νεοκλασικισμού, που εξακολουθούσε να διατρέχει την Ευρώπη και την Αμερική, ενώ στην Ελλάδα άρχιζαν οι μεγάλες ανασκαφές και ιδρύονταν η μία μετά την άλλη  οι ξένες Αρχαιολογικές Σχολές.

Σε πανελλήνιο επίπεδο, η μνημειώδης «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» του Κ. Παπαρρηγόπουλου αποτέλεσε τη βίβλο της εθνικής αυτογνωσίας. Σε τοπικό επίπεδο, δημιουργήθηκε έκτοτε μια ευγενής άμιλλα μεταξύ των λογίων να αναδείξουν  και να προβάλουν τα κλέη της ιδιαίτερης πατρίδας τους.

Στην Αθήνα τον ρόλο αυτό είχε αναλάβει ο φλογερός αρχαιοδίφης Κυριάκος Πιττάκης, στη Μακεδονία ο Μαργαρίτης Δημιτσάς, στην Εύβοια ο Παπαβασιλείου, στην Κρήτη οι Χατζηδάκης  και Ξανθουδίδης, για να αναφέρω ελάχιστους από τους πολλούς πνευματικούς εργάτες της ελλαδικής περιφέρειας.

Σ’ αυτή τη χορεία εντάσσεται ο Ιω. Κοφινιώτης για το Άργος με έτερο Διόσκουρο τον Μιχαήλ Λαμπρυνίδη για τη Ναυπλία. Το έργο και τον δύο ήλθε την κατάλληλη στιγμή. Είχαν έλθει στο φως τα λαμπρά ευρήματα του Σλήμαν στις Μυκήνες και την Τίρυνθα, που είχαν στρέψει τα έκθαμβα μάτια του πολιτισμένου κόσμου στην Αργολίδα, λίκνο των μύθων που γαλούχησαν τον δυτικό πολιτισμό.

Ας μην ξεχνάμε ότι ο ίδιος ο Κοφινιώτης ήταν από τους πρώτους που διενήργησε ανασκαφές στο θέατρο του Άργους και στο ιερό της Ορθίας Αρτέμιδος στη Λυκώνη, τις οποίες και περιγράφει. Ο ίδιος μας δίνει και την παλαιότερη περιγραφή των αρχαίων που φυλάσσονταν στο υπόγειο του Δημαρχείου, τα οποία αποτέλεσαν τον πυρήνα του μελλοντικού Μουσείου.

Ακόμη πιο πολύτιμες είναι οι αναφορές του για τα αρχαία που βρίσκονταν τότε εντοιχισμένα σε εκκλησίες και ιδιωτικά σπίτια. Θα ήταν μεγάλη συνδρομή στην επιστήμη αν κάποιος νέος Αργείος αρχαιολόγος  αναλάμβανε να ταυτίσει αυτά τα σπίτια  (αν βέβαια σώζονται ακόμη, όπως το σπίτι του Τσώκρη) και να τα τοποθετήσει σε ένα τοπογραφικό σχέδιο, αναζητώντας παράλληλα τα αρχαία μέλη.

Θυμάμαι, ότι όταν το 1972, με τις ευλογίες και την επιμονή του τότε Δεσπότη, γκρεμίζονταν ο παλιός Άγιος Δημήτριος, μάζεψα μαζί με τον Νυκτοφύλακα Νίκο Καραβά μέσα από τα μπάζα σε 7 κομμάτια τη σπουδαία αρχαϊκή αναθηματικά επιγραφή στους Διοσκούρους του αθλητή Αισχύλου Θίοπος, καθώς και 2 – 3 άλλες εντοιχισμένες επιγραφές.

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στο βιβλίο:

Διαβάζοντας κανείς τις 510 σελίδες της Ιστορίας του Άργους, θαυμάζει κατ’ αρχήν τον μόχθο και την επιστημονική ευσυνειδησία του συγγραφέα, ο οποίος κατά κανόνα παραθέτει τις πηγές του, δίνοντας βιβλιογραφία και αυτούσιο το κείμενο του αρχαίου χωρίου, γεγονός που διευκολύνει τον μελετητή. 

Όμως το βιβλίο του δεν αποτελεί μια ιστορία με τη στενή και αυστηρή έννοια του όρου (κάτι που θα έκανε το 1945 με δωρική λιτότητα ο Μάρκελλος Μιτσός).

Ο κύριος κορμός του βιβλίου είναι πράγματι τα ιστορικά γεγονότα, κυρίως μάχες και επαναστάσεις, από την αυγή των ιστορικών χρόνων μέχρι τη ρωμαϊκή κατάκτηση το 146 π.Χ.

Παράλληλα όμως ο συγγραφέας θεώρησε σκόπιμο να παραθέσει ένα τεράστιο πλούτο στοιχείων και πληροφοριών, που καθιστούν το βιβλίο του μια μικρή εγκυκλοπαίδεια για το Άργος και την Αργολίδα γενικότερα.

Πολλές από τις πληροφορίες για τον τοπικό μικρόκοσμο είναι πραγματικά πολύτιμες και μόνο ένας τοπικός λόγιος θα μπορούσε να τις δώσει. Προτάσσει έναν εκτενέστατο πρόλογο, που αποτελεί στην ουσία συμπύκνωση του περιεχομένου των δύο τόμων που σκόπευε να εκδώσει. Περιγράφεται αδρά η ιστορική διαδρομή του Άργους, από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι και τον 19ο αιώνα.

Διαβάζοντας τον πρόλογο, μαντεύει κανείς τι πρωτογενές υλικό θα περιείχε ο δεύτερος τόμος, που δυστυχώς δεν πρόλαβε να εκδώσει ο συγγραφέας. Πριν αρχίσει την κυρίως ιστορία, ο Κοφινιώτης θεώρησε σκόπιμο  να προσδιορίσει το φυσικό σκηνικό των γεγονότων, με περιγραφή της γεωγραφίας και της υδρογεωλογίας της Αργολίδας.

Οι πληροφορίες του για τον ρου τον ποταμών, πριν γίνουν διευθετήσεις της κοίτης τους, και για τις πηγές του Κεφαλαρίου και της Λέρνης, πριν η αμάθεια και η κερδοσκοπία εξαφανίσουν με επιχώσεις τα ίχνη που έθρεψαν τη μυθολογία του δυτικού κόσμου, είναι μοναδικές.

Εξαιρετικά χρήσιμες είναι και οι αναφορές του στα τοπωνύμια και τα μικροτοπωνύμια της περιοχής, πολλά από τα οποία έχουν έκτοτε αλλάξει. Δίνει ακόμα πολύτιμες πληροφορίες για τις ασχολίες των κατοίκων, τις φυτείες και τις καλλιέργειες της εποχής του, τότε που στον κάμπο υπήρχαν, εκτός από τα σιτηρά, σταφιδάμπελα και σουλτανίνα, ορυζοκαλλιέργειες και βαμβάκι.

Κάνει αναφορές στην πανίδα και την άγρια χλωρίδα της περιοχής, δίνοντας στοιχεία ακόμα και για τις θεραπευτικές ιδιότητες ορισμένων φυτών. Σημείωσα με νοσταλγία την αναφορά του στα σάρωθρα (δηλαδή τις σκούπες), που παρήγε σε μεγάλες ποσότητες τότε η Αργολίδα και θυμήθηκα το τελευταίο σαρωθροποιείο που πρόλαβα  στην αρχή του δρόμου προς Ναύπλιο. 

Μια άλλη κατηγορία πληροφοριών σχετίζεται με τα λαϊκά έθιμα και θρησκευτικά δρώμενα, με τον καθημερινό βίο των κατοίκων, με τις αρρώστιες και τις επιδημίες, κυρίως την ελονοσία που μάστιζε τον κάμπο.

Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου καταλαμβάνουν οι σχετικοί με το Άργος και την Αργολίδα μύθοι, τους οποίους ο Κοφινιώτης εντάσσει στο ανθρωπογεωγραφικό τους πλαίσιο. Τους θεωρεί σχεδόν πραγματικά γεγονότα. Γι’ αυτό και εκλαμβάνει ως πραγματικές αποικίες του Άργους δεκάδες πόλεις, που επιδιώκοντας να αποκτήσουν ηρωικές ρίζες είχαν συνδέσει  την ίδρυση  τους με μυθικούς ήρωες της Αργολίδας.

Στην ενιαία θεώρηση του ιστορικού παρελθόντος με το παρόν, θεωρεί απόλυτα φυσικό να αναφέρει ως διαδοχικούς οικιστές του τόπου τους Πελασγούς, τους Ίωνες, τους Δρύοπες, τους Αιολείς, τους Αχαιούς, τους Δωριείς και τελευταίους τους Αλβανούς! Δεν έχει καμία δυσκολία να συνδέσει την Τελέσιλλα με την Μπουμπουλίνα και τον Αννίβα με τον Μπραΐμη!

Τα κυρίως ιστορικά κεφάλαια καταλαμβάνουν, όπως είναι φυσικό, το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου. Πρόκειται για μια επική κυριολεκτικά εξιστόρηση. Τα γεγονότα της ιστορίας εξελίσσονται ως τραγωδία με εναλλασσόμενους πρωταγωνιστές. Ο συγγραφέας συμπάσχει και συγχαίρει για όσα συνέβησαν. Είναι έκδηλη η λατρεία του  για την ιδιαίτερη πατρίδα και ο θαυμασμός του για το μεγαλείο της, ώστε ένας ουδέτερος μελετητής θα μπορούσε να του καταμαρτυρήσει κάποιο τοπικισμό.

 Δύο είναι οι κύριοι άξονες στους οποίους στηρίζεται η διήγησή του:

 Ο ύμνος για τα δημοκρατικά ιδεώδη του Άργους και το μίσος για τη Σπάρτη και την επιθετικότητα της. Η διαρκής αντιπαλότητα μεταξύ των δυο αυτών πόλεων ήταν άλλωστε ο καμβάς πάνω στον οποίο εξυφάνθηκαν σχεδόν όλα τα ιστορικά γεγονότα.

 Νικητής από τη μακραίωνη διαμάχη θα βγει τελικά το Άργος, που χάρις στη μετριοπαθή δημοκρατία του κατάφερε να είναι η επί μακρότερο χρονικό διάστημα δημοκρατούμενη πόλη του αρχαίου κόσμου, καταφύγιο των κατατρεγμένων και στήριγμα των δημοκρατών άλλων πόλεων. 

Η αίγλη αλλά και η οικονομική ευρωστία του Άργους, που οφείλονταν κυρίως στα έσοδα από την πλούσια πεδιάδα, βρήκε την έκφρασή της  με την κατασκευή λαμπρών οικοδομημάτων και την αφιέρωση σπουδαίων αναθημάτων σε πανελλήνια ιερά.

Δόξα επίσης της πόλης του Δαναού υπήρξαν οι μεγάλοι καλλιτέχνες, κυρίως γλύπτες, που δημιούργησαν περιώνυμη σχολή και κατατάσσονται μεταξύ των σπουδαιότερων δημιουργών παγκοσμίως. Ανάλογη φήμη είχαν και οι Αργείοι μουσικοί και συγγραφείς, κυρίως ιστορικοί και μυθογράφοι.

Στον τομέα του αθλητισμού, το Άργος είχε επίσης να επιδείξει διαχρονικά πλειάδα αθλητών – νικητών σε διάφορα αγωνίσματα, ενώ η μακριά ιππική του παράδοση του είχε εξασφαλίσει πολυάριθμες νίκες στα ιππικά αγωνίσματα. Αλλά και οι ίδιοι οι αγώνες που διοργάνωνε, τα Νέμεα και τα Ηραία είχαν πανελλήνια φήμη και προσέλκυαν αθλητές  από τα πέρατα του ελληνικού κόσμου.

Όλοι θυμόμαστε τη συγκίνηση που νοιώσαμε όταν στον λεγόμενο «τάφο του Φιλίππου» , στη Βεργίνα βρέθηκε χάλκινη ενεπίγραφη βάση λέβητα, βραβείο από τους αγώνες της Ήρας. Η βασιλική οικογένεια της Μακεδονίας, που σεμνυνόταν ότι ήλκε την καταγωγή από τους Ηρακλείδες του ‘Αργους, την είχε φυλάξει ως πολύτιμο κειμήλιο, πριν την καταθέσει ως κτέρισμα στον τάφο του σπουδαίου βασιλιά.

Είχα κι εγώ παρουσιάσει μιαν ενεπίγραφη αργείτικη υδρία, επίσης βραβείο από τα Ηραία, που είχε βρεθεί σε τάφο αθλητή σε μακρινή Σινώπη του Πόντου.  Για όλα αυτά καθώς και για τις γιορτές και λατρείες ο Κοφινιώτης αφιερώνει ειδικά κεφάλαια, που πλαισιώνουν και διανθίζουν την καθ’ αυτό πολιτική ιστορία, δίνοντας ολοκληρωμένη εικόνα για την ένδοξη πόλη.

Είναι άριστος χρήστης της πέννας και κατορθώνει να προσδώσει γλαφυρότητα στην ιστορική διήγηση. Η γλώσσα που χρησιμοποιεί είναι η γλώσσα των λογίων του καιρού του, δηλαδή η καθαρεύουσα με αρκετούς αρχαϊσμούς. Θα χρειαστεί να ανοίξει που και που το λεξικό ο σημερινός αναγνώστης για να καταλάβει ότι «οι φιλοπευθείς και φιλόκαινοι  παρθένοι» σημαίνει τις περίεργες και αρεσκόμενες σε νεωτερισμούς κοπέλες, «ο κατακεκηλημένος εκ της ωραιότητος» σημαίνει ο μαγεμένος από την ομορφιά, «ο αμφιλαφής πλάτανος» είναι το μεγάλο και φουντωτό πλατάνι, κ.λ.π.  Πιστεύω πάντως ότι θα έχανε σε γοητεία το κείμενο, αν άλλαζε η γλώσσα, που αποπνέει το άρωμα του καιρού της.

Ο εκδότης βιβλίου σημειώνει, ότι θέλοντας να δώσει μια συλλεκτική πιστή επανέκδοση, το τύπωσε «όπως ακριβώς κατετέθη στην ελληνική γραμματολογία από τον συγγραφέα». Για τον λόγο αυτό δεν θέλησε να προσθέσει ευρετήριο και γλωσσάριο, που θα διευκόλυναν τον σημερινό αναγνώστη.

Ακολούθησε επίσης την αρχική σελίδωση των εικόνων, που διατάσσονται σκόρπιες μεταξύ των σελίδων, ανάλογα με τον διαθέσιμο χώρο, και μερικές φορές είναι δύσκολο να εντοπισθούν. Ορισμένες μάλιστα έχουν εκτυπωθεί κατοπτρικά. Τα χρόνια που πέρασαν από την πρώτη έκδοση του δίνουν στο βιβλίο του Κοφινιώτη τον χαρακτήρα ιστορικής πηγής.

Αυτό δίνει το δικαίωμα στους σημερινούς χρήστες να το πλησιάζουν με κριτική διάθεση ώστε να αποφύγουν τα αναπόφευκτα λάθη, που είναι φυσικό να υπάρχουν σε τόσο παλιά συγγράμματα.  Πρόκειται για ακούσια λάθη του συγγραφέα που υιοθέτησε συμπεράσματα  της τότε έρευνας και διεθνούς βιβλιογραφίας.

Έτσι για παράδειγμα, τα κείμενα των επιγραφών που παραθέτει, επειδή δεν είχε ακόμη εκδοθεί ο τόμος IV των IG, στηρίχθηκαν σε απόγραφα περιηγητών και λογίων, που έχουν παραναγνώσεις και παραφθορές των αρχαίων λέξεων. Πρέπει επομένως να παραβάλλονται οπωσδήποτε με τις μεταγενέστερες δόκιμες εκδόσεις.

Ανακριβείς με τα σημερινά κριτήρια είναι και ορισμένες ταυτίσεις της θέσης αρχαίων μνημείων, πόλεων και οικισμών, επειδή δεν είχαν γίνει όπως είπαμε ακόμη ανασκαφές. Έτσι για παράδειγμα ταυτίζει την ακρόπολη της Μιδέας με το Παλιόκαστρο κοντά στο Κατσίγκρι – Άγιο Αδριανό, ενώ τοποθετεί στη Λάρισα του Άργους τα ιερά του Απόλλωνα Δειραδιώτη και  της Αθήνας Οξυδερκούς. (Λίγα χρόνια αργότερα θα τα εύρισκε στην Ασπίδα ο Vollgraff, που μας ατενίζει από την κορνίζα του).

Υπάρχουν άλλα λάθη στο σχολιασμό αρχαίων χωρίων, που οφείλονται σε αβλεψία ή σε σύγχυση. Μερικά είναι χαριτωμένα, όπως για παράδειγμα η περιγραφή του αγάλματος  της ποιήτριας Τελέσιλλας, που παριστανόταν με τα χειρόγραφα  ριγμένα δίπλα στα πόδια της «και παρατηρούσα ασπίδα, ήν εκράτει εις τάς χείρας  θέλουσα να επιθέσει αυτήν επί της κεφαλής».

Φυσικά ο Παυσανίας αναφέρει ότι κρατούσε κράνος, που ετοιμαζόταν να φορέσει για να πρωτοστατήσει στη σωτηρία της πατρίδας, αποθέτοντας προσωρινά την ποιητική της ιδιότητα. Παραλείπω άλλα λάθη, σημειώνοντας απλώς ότι πρέπει πάντα να παραβάλλεται το κείμενο του Κοφινιώτη με το αρχαίο πρωτότυπο.

Θα ήταν όμως άδικο και μικρόψυχο να κλείσω αυτή την παρουσίαση ενός έργου που δονείται από φιλοπατρία και θαυμασμό για τα επιτεύγματα των ανά τους αιώνες Αργείων, με την επισήμανση λαθών και παρανοήσεων από ένα συγγραφέα, στον οποίο οφείλομε μονάχα σεβασμό και ευγνωμοσύνη.

Προτιμώ λοιπόν να αφήσω τον ίδιο να κάνει τον επίλογο της παρουσίασης. 

Είνε μεν αληθές, ότι επίσημοι τινες πόλεις εξηφανίσθησαν εντελώς καταστραφείσαι, εις άλλας όμως ενεχάραξεν  η δαιμονία φύσις κατά την πρώτην αυτών γέννησιν την σφραγίδα της αιωνιότητος. Το Άργος διελθόν δι’ απείρων δοκιμασιών, πολλάς καταστροφάς υποστάν από των αρχαιωτάτων χρόνων μέχρι του Όθωνος,  ανέζησε και ανεγεννήθη ως ο φοίνιξ εκ της τέφρας αυτού, ήδη δε διασώζον  και το αρχαίον όνομα και την τερπνότητα και γλυκύτητα του κλίμακος εξέχει εν τω μέσω της ευφόρου Αργολικής πεδιάδος, κατοικείται δ’ υπό λαού φιλονόμου και εργατικού, και διασώζει τας πατρικάς παραδόσεις και οργά οσημέραι είς τήν πρόοδον και πολιτισμόν.

Ταύτης λοιπόν της μεγαλουργού πόλεως  την ιστορίαν επιχειρήσας να συγγράψω από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών παραδίδωμι σήμερον είς δημοσιότητα. Και ανεγνώρισα μέν ευθύς εξ αρχής το βαρύ και δύσκολον του έργου, αλλά κατακεκηλημένος έκ της ωραιότητος της ύλης και πεπεισμένος, ότι η λεπτομερής και ακριβής γνώσις της ιδιαιτέρας εκάστου πατρίδος ανυψοί  και φρονηματίζει  τον λαόν, δεν απεδυσπέτησα αλλά μετά θάρρους απεδύθην εις τον αγώνα.

 

Ο δεύτερος Ομιλητής κ. Γεώργιος Κόνδης, με γλαφυρό και μεστό λόγο, αναφέρθηκε στον Ι. Κοφινιώτη αλλά κυρίως στην ερευνητική δουλειά του κ. Βασίλη Δωροβίνη.

 

Γεώργιος Κόνδης


 

Κυρίες και Κύριοι,

Κατά περίεργο τρόπο σήμερα ζώντας μια οδυνηρή κρίση που δεν είναι και τόσο οικονομική όσο φαίνεται, ξανακούμε όλο και περισσότερο για τις μεγάλες αρετές της φυλής μας απέναντι στους φλεγματικούς ευρωπαίους, οι ηλεκτρονικές μας διευθύνσεις γεμίζουν με κείμενα και συνθήματα για το λίκνο του πολιτισμού που ενώ έφτιαχνε Παρθενώνες οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, ο τύπος γέμισε γραμμές για τη μουμιοποιημένη δύση που αδυνατεί να καταλάβει την ανυπότακτη μικρή Ελλαδίτσα.

Να πρόκειται άραγε για μια πραγματική τάση αυτογνωσίας ή για μια ακόμα μηχανιστική επιστροφή στους προγόνους, από εκείνες τις γνωστές που μας επιτρέπουν την αυταπάτη της συμμετοχής σε κάτι μεγάλο για το οποίο όμως δεν έχουμε κάνει το παραμικρό;

«Η κυριαρχία του παρελθόντος δεν σημαίνει μια εικόνα κοινωνικής ακινησίας. Είναι συμβατή με τις κυκλικές αντιλήψεις για την ιστορική αλλαγή, και σίγουρα με την παρακμή και την καταστροφή (δηλαδή την αδυναμία αναπαραγωγής του παρελθόντος). Αυτό με το οποίο είναι ασύμβατη, είναι η ιδέα μιας συνεχούς προόδου. Οφείλουμε να επιστρέψουμε στους προγόνους όταν πλέον έχουμε πάψει να ακολουθούμε, ή να πιστεύουμε πως ακολουθούμε, αυτόματα τα βήματά τους. Αυτό σημαίνει μια θεμελιακή μεταμόρφωση του ίδιου του παρελθόντος».

Τα λόγια αυτά ανήκουν σε έναν μεγάλο διανοούμενο ιστορικό της εποχής μας τον Εric Hobsbawm για να συνοδέψει τη μέχρι τώρα κατάσταση λήθης, αμνησίας, για εκείνες και εκείνους που το έργο τους θα μπορούσε να φωτίσει τις διαδρομές μας και να σταθούν πραγματικοί οδηγοί. Συνοδεύει όμως παράλληλα όσες και όσους τολμούν να ανασκάψουν, να αναδείξουν και κυρίως να σκεφτούν πάνω στα ευρήματα της ανασκαφικής τους δραστηριότητας. Η παρουσίαση του υλικού που βγήκε στο φως της μέρας δεν μπορεί και δεν πρέπει να είναι θέμα κοσμικής συγκέντρωσης. Η ανασκαφή έχει και ποικίλες προεκτάσεις.

Έτσι, το υλικό που παρουσιάζει ο Β. Δωροβίνης σήμερα μας επιτρέπει να γνωρίσουμε έναν σημαντικό για την πόλη διανοούμενο του τέλους του 19ου – και της αρχής του 20ου  αιώνα, δηλαδή μιας περιόδου κατά την οποία συντελείται στην περιοχή ένα σοβαρό έργο κοινωνικής και πολιτισμικής αναστήλωσης και ανανέωσης.

Ιδρύεται ο Σύλλογος Αργείων «Δαναός» το 1894, δημιουργείται η πρώτη Δημόσια βιβλιοθήκη σε ολόκληρη την Αργολίδα από τον ίδιο Σύλλογο, οι εκδόσεις βιβλίων αλλά ιδιαίτερα των εφημερίδων πιστοποιούν την σταδιακή οργάνωση ενός αναγνωστικού κοινού τα χαρακτηριστικά του οποίου παγιώνονται σταδιακά μέχρι το Μεσοπόλεμο και μια ομάδα φωτισμένων ανθρώπων, Δ. Βαρδουνιώτης, Ι. Κοφινιώτης, Δ. Δεσμίνης, Κ. Ολύμπιος και άλλοι των οποίων τα βιογραφικά θα βρείτε στο τέλος του βιβλίου αυτού, δημιουργούν ένα πλαίσιο αναφοράς πρωτόγνωρο για τοπικές κοινωνίες που στο μεταξύ έχουν γνωρίσει στην ιστορική τους τροχιά πολεμικές καταστροφές και θεομηνίες. Το τονίζω για να δώσω ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στη σκέψη και στο έργο των ανθρώπων αυτών.

Ο Ιωάννης Κοφινιώτης  παρουσιάζεται με μια διπλή ιδιότητα εκτός από την επαγγελματική. Παρουσιάζεται ως ιστορικός που αναζητά στην έρευνά του τα διαπιστευτήρια της επιστημονικής ανάλυσης και ως πολίτης που δρα και καταθέτει δημόσια τις εμπειρίες και τις απόψεις του για θέματα της εποχής του. Και οι δυο ιδιότητες εξίσου σημαντικές και αποκαλυπτικές για το χρόνο που πρέπει να αφιερώσει κανείς στην έρευνα ενός θέματος, για το θάρρος και το σθένος να διαμορφώνει και να υποστηρίζει δημόσια τις απόψεις του, για την ικανότητα και τη σοβαρότητα με την οποία συντηρεί την ιδέα της προσφοράς στο κοινωνικό σύνολο. Για όλα αυτά μαζί, που δεν κολλάνε στη σύγχρονη πραγματικότητα του τόπου μας, ο Ιω. Κοφινιώτης, ο λόγιος πολίτης, πετάχτηκε στη λήθη, σε κάποιο υπόγειο με ξεχασμένα υλικά της τοπικής ιστορίας, ακριβώς όπως και τα αρχεία της πόλης για την οποία εργάστηκε.

Επιστρέφω όμως στην διπλή του ιδιότητα για να σημειώσω αρχικά το παράδοξο του τότε και του σήμερα: ένας ξενοτοπίτης οργανώνει μια δυναμική σχέση αγάπης με το Άργος. Μάλλον αυτό συμβάλει, αν δεν οφείλεται, στον πλούτο αυτής της πόλης. Και είναι ενδεικτικές της δυναμικής αυτής σχέσης οι αποτυπώσεις του Ιω. Κοφινιώτη σε ορισμένα του κείμενα.

Γράφοντας, για παράδειγμα, στον Δ. Βαρδουνιώτη στις 16 Δεκεμβρίου 1887, αναφέρει μεταξύ άλλων για την πόλη του Άργους :

 «Αφ’ ότου συνεδέθην μετά τις ωραίας πατρίδος σου δι’εμψύχου δεσμού…

  …η πόλις αύτη είναι το λίκνον του πολιτισμού… η κολυμβήθρα εν τη οποία ο πολιτισμός εβάπτισε την ανθρωπότητα, μόνη αύτη διετήρησε το αρχαίον όνομα και την θέσιν, φιλόξενον γην, η ιστορία του ελληνικού έθνους άρχεται από της ιστορίας του Άργους», κ.λ.π.

Ταυτόχρονα, ο Ιω. Κοφινιώτης, συνεχίζοντας την παράδοση των Ταξιδιωτικών καταγραφών μας χαρίζει μερικές από τις πιο γοητευτικές αλλά και εμπεριστατωμένες καταγραφές του αργολικού πεδίου. Στην «Υδατογραφία του Άργους» που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Πλάτων» το 1889, ο Ι. Κοφινιώτης ανανεώνει την περιγραφική παράδοση που εγκαινιάζει το 1791 η «Νεωτερική Γεωγραφία» των Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγορίου Κωνσταντά και συνεχίζεται μέχρι το έργο του Αντωνίου Μηλιαράκη το 1886 «Γεωγραφία Πολιτική Αργολίδος και Κορινθίας», συμβάλλοντας έτσι στην ανάπτυξη του επιστημονικού τομέα που σήμερα ονομάζουμε ανθρωπογεωγραφία.

Στην «Υδατογραφία» ο Ι. Κοφινιώτης συνδυάζει στοιχεία γεωγραφίας, ιστορίας και εθνογραφίας καθώς καταγράφει, μεταξύ άλλων συνήθειες, θρύλους και παραδόσεις. Είναι για παράδειγμα, σημαντικές οι πληροφορίες που μας δίνει για τον Ερασίνο σε σημείο κοντά στην πόλη του Άργους όπου είχαν εγκατασταθεί από το 1833 πολλά «δημόσια καταστήματα κινουμένων δι’ υδραυλικών τροχών υπό του ύδατος του Ερασίνου: Νιτροκαθαρτήριον, Ανθρακείον, Αναμιγνυτήριον, Ζυμωτήριον, Κοκκοτείον, Στιλβωτήριον, Ξηραντήριον,…. Μέχρι 4 Ιουνίου 1868 ότε κατεστράφησαν εξ εκρήξεως πυρίτιδος».

Στο ίδιο κείμενο αναφέρεται μια άλλη τοποθεσία θρύλος για την σύγχρονη Αργολίδα και θα ήταν ίσως καλό να διαβάσουμε ξανά τη σχετική περιγραφή :

«Παρά το Γενέσιον υπάρχει πηγή Δείνη ή Ανάβολος (αναβάλλω) ονομαζομένη, ήτις εν γαλήνη αναβλύζει γλυκύ ύδωρ εκ της θαλάσσης αν και η θάλασσα έχει 8-10 μέτρα βάθος».

Το ίδιο σημαντικές είναι οι περιγραφές του στο «Όροι, βουνά, λόφοι περί το Άργος» που δημοσιεύεται σε άλλη έκδοση του ίδιου περιοδικού.

Ο Ιω. Κοφινιώτης φαίνεται πως δεν είναι όμως μόνο άνθρωπος της μεγάλης Ιστορίας, αλλά και μέτοχος στη δημιουργία της ιστορίας των καθημερινών γεγονότων, των ιδεών και των συγκρούσεων. Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας για δυο χρόνια (1895-1897) δεν θα μπορούσε να μην τον ενδιαφέρουν οι αναμετρήσεις σ’ ένα κατεξοχήν πεδίο άσκησης πολιτικών και ιδεολογικών θέσεων ακόμα και σήμερα. Δεν είναι τυχαίο πως οι θέσεις του Κοφινιώτη για διάφορα θέματα θα μπορούσαν, τηρουμένων των αναλογιών, να θεωρούνται πολύ πολύ επίκαιρες.

Το 1914 είναι το 2010; Θα μπορούσε να είναι ένα ρητορικό ερώτημα αν η λογική, η ιδεολογία και οι πρακτικές πολιτικής παρέμβασης δεν ήταν απολύτως οι ίδιες. Η συγγραφή της σχολικής ιστορίας αποτελεί ένα πεδίο πάνω στο οποίο εφαρμόζονται πολιτικές και ιδεολογικές κυρίαρχες απόψεις, ενώ η ίδια η συγγραφή της μετατρέπεται αενάως σε κατασκευή ή ανακατασκευή της ακολουθώντας συγκεκριμένες πολιτικές συνταγές.

Από την άποψη αυτή είναι αποκαλυπτικό το άρθρο της εφημερίδας «Άργος» της 25/7/1914 με τίτλο «Τα νέα διδακτικά βιβλία και ο Ιω. Κοφινιώτης», όπου δίνεται το στίγμα για το πώς πρέπει να αντιλαμβάνονται οι συγγραφείς την συγγραφή της σχολικής, τουλάχιστον, ιστορίας και το πώς το κράτος πρέπει να προστατεύει την αντίληψη αυτή :

«Ήδη απομένει εις την Δικαιοσύνην η τιμωρία των μεγαλοσχήμων ενόχων και η ανύψωσις των αληθών παιδαγωγών συγγραφέων καθ’ όσον, ως μας πληροφορεί η «Σημαία» εις εν εκ των τελευταίων φύλλων, ο κ. Κοφινιώτης κατήγγειλε την επιτροπήν δηλώσας ότι θα παραστή και ως ιδιώτης κατήγορος».

Δεν γνωρίζουμε αν υπήρξε συνέχεια ή τελικά έγινε η οποιαδήποτε δίκη. Είναι πάντως ενδεικτικό του κλίματος που συναντά κανείς την εποχή εκείνη. Απολύτως ενδεικτική όμως είναι και η στάση ορισμένων εκ των διανοουμένων της εποχής σχετικά με τα θέματα αυτά. Ο Ιω. Κοφινιώτης υπογραμμίζει την κλασική πια πολιτική διαστροφή να προγραμματίζεται κάτι και στη συνέχεια να αναιρείται με συγκεκριμένα μέτρα.

Ας παρακολουθήσουμε το σκεπτικό του για το θέμα της κακομοιριασμένης από τότε «δωρεάν παιδείας» :

«Μα την αλήθειαν ημείς δεν δυνάμεθα να εννοήσωμεν δημοτικήν εκπαίδευσιν παρεχομένην δωρεάν κατά το ψηφισθέν άρθρον του Συντάγματος και φορολογίαν επί του βιβλίου και εκπαιδευτικά τέλη και χαρτόσημον επί των ενδεικτικών και των απολυτηρίων». Οποιαδήποτε σύγκριση με το παρόν θα ήταν απολύτως κατανοητή.

Αλλά και στο θέμα των σχολικών βιβλίων η θέση του Ιω. Κοφινιώτη δεν είναι απλά προοδευτική, είναι ανατρεπτική τόσο για τα ιδεολογικά δεδομένα όσο και για τις παιδαγωγικές πρακτικές. Να θυμίσω μόνο πως η πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα είναι μια περίοδος βρασμού γύρω από την εκπαίδευση και το σχολείο : το γλωσσικό εισβάλει ορμητικά, με συγκρούσεις, νεκρούς αλλά και σημαντικές παρουσιάσεις (Το γλωσσικό ζήτημα του Φωτιάδη, το Κοινωνικό ζήτημα του Σκληρού και πολλά άλλα).

Στις 19 Μαΐου 1911 ο Κοφινιώτης διατυπώνει την άποψή του για το λεγόμενο σήμερα πολλαπλό βιβλίο ή σύγγραμμα που η σημερινή υποτίθεται διανόηση απορρίπτει σχεδόν στο σύνολό της.

«Κατά ταύτα έχομεν την γνώμην, ότι πρέπει να καταργηθή παν είδος μονοπωλίου πνευματικού, πας τρόπος διαγωνισμού, να αφεθώσι δε οι συγγραφείς ελεύθεροι εις συγγραφήν διδακτικών βιβλίων κατά το επίσημον πρόγραμμα του Υπουργείου, οι δε Σύλλογοι της μέσης εκπαιδεύσεως αυτοί μόνοι να εκλέγωσι τα όργανα της διδασκαλίας των, διότι αυτοί ούτοι υπέχουσι την ευθύνην της εκλογής του καταλληλοτέρου βιβλίου (…)

Καταργήσατε τα πνευματικά μονοπώλια, τα οποία ουδέν έθνος έχει, καταργήσατε τους εγκληματικούς διαγωνισμούς και άφετε ελεύθερον το στάδιον της πνευματικής αναπτύξεως και της βελτιώσεως του διδακτικού βιβλίου».

Ελευθερία συγγραφής αντί μονοπωλίου πνευματικής διαστροφής, έρευνα και επιλογή αντί κατευθυνόμενων διαγωνισμών, καλλιέργεια πνεύματος εκπαιδευτικής έρευνας και παιδευτικής διάθεσης αντί μπούσουλα αποστεωμένων γνώσεων, διδακτικό βιβλίο αντί καθορισμού συμπυκνωμένης ύλης. Αυτές οι αρχές διατυπώνονται το 1911. Τα σχόλια μπορεί να είναι δικά σας.

Κυρίες και Κύριοι,

Νομίζω πως δεν ενδιαφέρει και τόσο αν ο Ιω. Κοφινιώτης είναι ένας ιστορικός ή ένας ιστοριοδίφης, όσο η παρουσία, η δράση και το έργο του που επιτρέπουν να προστεθεί ένα κομμάτι στην τοπική και την εθνική ιστορία. Ενδιαφέρει πως στάθηκαν πέρα από τα στενά επαγγελματικά και επιστημονικά τους ενδιαφέροντα, πολίτες αυτού του τόπου. Με άλλα λόγια, άνθρωποι που προσέφεραν έργο, ιδέες, εντέλει βηματισμούς προς τα μπρος. Ενδιαφέρει επίσης πως χάρη στους ανθρώπους αυτούς διαθέτουμε σήμερα σώματα γνώσεων που μας επιτρέπουν να δούμε ξανά τη συνολική μας πορεία και να αναρωτηθούμε για τις δικές μας δυνατότητες και ικανότητες αυτογνωσίας.

Όσο για μας εδώ σήμερα, εκείνο που νομίζω πως πετύχαμε με την σημερινή ανασκαφή του κ. Κριτζά, είναι μια μικρή βοήθεια στο σημαντικό διασωστικό έργο του κ. Δωροβίνη και του κ. Ουλή που ανέλαβε την έκδοση, με την κρυφή ελπίδα πως η κοινωνία και κυρίως οι κεφαλές της θα αποφασίσουν να επωφεληθούν από το έργο αυτό.

Μετά την παρέμβαση του κ. Ταρατόρη, την παρουσίαση έκλεισε ο κ. Βασίλης Δωροβίνης, ο οποίος με ενεργό λόγο έδωσε έμφαση, μεταξύ άλλων, στο σημαντικό ρόλο των αναπαλαιώσεων για την διατήρηση όχι απλά του ιστορικού παρελθόντος αλλά του παρελθόντος ως κύριου συστατικού μιας ελκυστικής φυσιογνωμίας και μιας δυναμικής προσωπικότητας της πόλης. Τόνισε την αναγκαιότητα ανάληψης πρωτοβουλιών για την διάσωση της πολιτιστικής κληρονομιάς και κυρίως των ιστορικών κτιρίων αφού «Τα περισσότερα σπίτια των αγωνιστών του ’21 που  βρίσκονται στο Άργος, είναι σε άσχημη κατάσταση»  είπε, διατυπώνοντας το αίτημα και πολλών συμπολιτών.

Read Full Post »

Κριτζάς Β. Χαράλαμπος 


 

 Επίτιμος Διευθυντής του Επιγραφικού Μουσείου,  τέως Επιμελητής Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Κριτζάς Β. Χαράλαμπος

Ο Χαράλαμπος Β. Κριτζάς γεννήθηκε το 1944 στο Ηράκλειον της Κρήτης, όπου και τελείωσε τις γυμνασιακές του σπουδές. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας) και έχει κάνει επί διετία μεταπτυχιακές σπουδές στην Επιγραφική και Διαλεκτολογία στο Παρίσι (Ecole Normale Superieure, Universite de Paris I, Ecole Pratigue des Hautes Etudes, Ive Section).

Από  το 1970, μετά από σχετικό διαγωνισμό, είναι μέλος της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. Έχει υπηρετήσει διαδοχικά στη Δ’ Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολιδοκορινθίας (1970 – 1977), στο Τμήμα Αρχαιολογικών Χώρων του Υπουργείου Πολιτισμού (1978 – 1981), στη Γ’ Εφορεία Αρχαιοτήτων Αθηνών (1983 – 1987), στην ΚΓ’ Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηρακλείου και το αντίστοιχο Μουσείο ως προϊστάμενος (1988 – 1993), ενώ από τον Ιανουάριο του 1994 ανέλαβε την διεύθυνση του Επιγραφικού Μουσείου. Συνταξιοδοτήθηκε το έτος 2005.

Εκτός από τις ανασκαφικές εκθέσεις για τις πολυάριθμες, κυρίως σωστικές ανασκαφές που έχει πραγματοποιήσει, τα περίπου 90 επιστημονικά του δημοσιεύματα αφορούν κυρίως σε θέματα επιγραφικής και υποβρύχιας αρχαιολογίας. Έχει λάβει μέρος σε πολλά Συνέδρια και έχει δώσει κατά καιρούς διαλέξεις σε ελληνικά και ξένα Πανεπιστήμια.

Είναι Εταίρος της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας, μέλος του Comite της  Association Internationale  d’ Epigraphie Grecgue et Latine, μέλος της Association des Etudes Grecgues, αντεπιστέλλον μέλος του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, ιδρυτικό μέλος του Ινστιτούτου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών, μέλος της Εταιρίας Κρητικών Ιστoρικών Μελετών, καθώς και άλλων μορφωτικών σωματείων.

  

Αρχαιολογικά δημοσιεύματα 


           

 Α. Μελέτες

 

  • «Το βυζαντινόν ναυάγιον Πελαγοννήσου – Αλοννήσου», Αρχαιολογικά Ανάλεκτα Αθηνών (ΑΑΑ), IV, 2 (1971), 176 – 182.
  • «Νέα εκ της πόλεως Επιδαύρου», ΑΑΑ, V,2 (1972), 186 – 199.
  • «Ηρακλής Πανκάμης», Αρχαιολογική Εφημερίς 1973, 106 – 119.
  • «Μυκηναϊκό πηγάδι με σκελετούς στο Άργος», Πρακτικά του Α΄Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμ. Β΄(1976), 173 – 180.
  • «Κατάλογος πεσόντων από το Άργος», ΣΤΗΛΗ, Τόμος εις μνήμην Ν. Κοντολέοντος, (1979), 497 – 510.
  • «Η υποβρύχια αρχαιολογία στην Ελλάδα», ειδικό κεφάλαιο στην ελληνική έκδοση του βιβλίου του Hans Wolf Rackl, Βουτιά στα περασμένα, Αθήναι (1978), 414 – 429.
  • «Muses delphiques à Argos», BCH, Suppl. VI [Études Argiennes], (1980), 195 – 209.
  • «Νεώτερες έρευνες για τον εντοπισμό της Ελίκης», Αρχαία Ελίκη, Πρακτικά του Α΄Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου διά την Αρχαίαν Ελίκην, Αίγιον 14 – 16 Δεκεμβρίου 1979, [Αθήνα (1981)], 97 – 104.
  • «Remarques sur trois inscriptions de Cynourie», BCH CIX, (1985), 709 – 716.
  • «Κόλιξ – κύλιξ», Ηόρος V, (1986), 162 – 165.
  • «Boupyga – Kassotis», BCH CX-II, (1986), 611 – 617.
  • «Το πρώτο μεγαρικό όστρακον», Ηόρος V, (1987), 59 – 73.
  • «Νέα ανάγνωση της IG IV2 1, 711», Ηόρος VI, (1988), 65 – 67.
  • «Τα ταξίδια μιας αργείτικης υδρίας», Πρακτικά του Β΄Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986 [Αθήναι (1989)], 161 -166.
  • «Remarks on an inscribed anchor stock from Aegina (IG IV, 176)», in H.Tzalas (ed.), TROPIS I (=Proceedings of the 1st Symposium on Ship Construction in Antiquity, Piraeus 1985), [1989], 203 – 206.
  • «Κατάλογος πεσόντων από τα Μέγαρα», Φίλια Έπη εις Γ.Ε.Μυλωνάν, τόμ. Γ΄, Αθήναι (1989), 167 – 187.
  • «Στα Χίλια Οχτακόσα Ογδοήντα Εννέα…», Παλίμψηστον Βικελαίας Δημοτικής Βιβλιοθήκης Ηρακλείου, 9/10, (Δεκ. 1989 / Ιούν. 1990), 239 – 262.
  • «Recherches sur les amphores crétoises II: Les centres de fabrication d’amphores en Crète Centrale» (en collaboration avec J. – Y. Empereur et A. Marangou), BCH CXV (1991), 481 – 523.
  • «Aspects de la vie politique et économique d’Argos au Ve siècle avant J.– C.», in M. Piérart (éd.), Polydipsion Argos. Argos de la fin des palais mycéniens à la construction de l’État classique, BCH, Suppl. XXII, (1992), 231 – 240.
  • «Δύο επιγράμματα από το Πετρί Νεμέας», Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου για την Αρχαία Θεσσαλία στη μνήμη του Δημήτρη Ρ. Θεοχάρη, Βόλος 1987, [Αθήνα (1992)], 398 – 413.
  • «Κρητικές επιγραφές», Κρητικά Χρονικά, τόμ. Λ΄(1990), 7 – 17.
  • «Παλαιοχριστιανική επιγραφή από τη Γόρτυνα», ΛΟΙΒΗ, εις μνήμην Ανδρέα Γ. Καλοκαιρινού, Ηράκλειον (1994), 253 – 260.
  • «Ἀνὴρ φέρων ταῦρον. Επιγραφικά σχόλια σε ένα μνημείο της αγοράς του Άργους», Πρακτικά του Ε΄Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Ναύπλιο, 6 – 10 Σεπτ. 1995, Αθήναι (1997), 33 – 42.
  • «Επισκόπιση των επιγραφικών μαρτυριών για σχέσεις Κύπρου και Αργολίδος – Επιδαυρίας», Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου «Κύπρος και Αιγαίο στην Αρχαιότητα», Λευκωσία, 8 – 10 Δεκ. 1995, [Λευκωσία (1997)], 313 – 322.
  • «Νέα επιγραφικά στοιχεία για την ετυμολογία του Λασυθίου», Πεπραγμένα του Η΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Ηράκλειον, 9 – 14 Σεπτ. 1996, [Ηράκλειο (2000)], 81 – 97.
  • «Nouvelle inscription provenant de l’Asclépieion de Lebena (Crète)», Annuario della Scuola Archeologica di Atene, vol. LXX – LXXI (1992 – 93) [1998], 275 – 290.
  • «Νέο δικαστικό πινάκιο από την Αθήνα», ΤΙΜΑΙ, τιμητικός τόμος Ιω. Τριανταφυλλόπουλου, Αθήνα (2000), 101 – 107.
  • «La dédicace argienne attribuée à Wriknidas», PHILOKYPROS, Mélanges O. Masson, [MINOS Suppl. 16], Salamanca (2000),191 – 195.
  • «Αναθηματική επιγραφή από τη Χερσόνησο», ΣΗΜΑ Μενελάου Παρλαμά, Αθήνα (2002), 267 – 280. Για την ίδια επιγραφή βλ. τροποποιημένο άρθρο «A new dedicatory inscription of imperial times from Chersonesos, Crete», Acta XII Congressus Internationalis Epigraphiae Graecae et Latinae, Barcelona, Sept. 2002,[2007], 793 – 796.
  • «Nuova copia da Gortina del trattato fra Gortinii, Hierapytnii e Priansii», EPIGRAPHICA, Atti delle Giornate di Studio di Roma e di Atene in memoria di Margherita Guarducci (1902 – 1999), Roma (2003), 107 – 125.
  • «Ρωμαϊκό επιτύμβιο ανάγλυφο από την περιοχή Τυμπακίου – Γόρτυνος», Atti del Congresso Internationale «Creta Romana e Protobizantina», Iraklion, 23 – 30 settembre 2000, Padova, (2004), vol. III/2, 1089 – 1102. Συνοπτικά το ίδιο άρθρο στα αγγλικά «A roman funerary stele with a representation of a ship from the Tymbaki area in Crete»,  ΕΝΑΛΙΑ VI, (2002), 66 – 72.
  • «Αναθηματικό βάθρο λαμπάδος», Αττικαί Επιγραφαί. Πρακτικά Συμποσίου εις μνήμην Adolf Wilhelm (1864 – 1950), (επιμ. Α. Ματθαίου), Αθήναι (2004), 271 – 289.
  • «The “bilingual” inscription from Psychro (Crete). A coup de grâce», ΜΕΓΑΛΑΙ ΝΗΣΟΙ. Studi dedicate a Giovanni Rizza per il suo ottantesimo compleanno, vol. I, Catania (2005), 255 – 261.
  • «Επιτύμβια επιγραφή από το Ναό Αγίων Πάντων Αμπελοκήπων (Αθηνών)», ΘΩΡΑΚΙΟΝ, τόμος εις μνήμην Παύλου Λαζαρίδη, Αθήνα (2004), 205 – 218.
  • «Νέο τεμάχιο της συνθήκης Λυττίων και Ολουντίων του 111/110 π.Χ. (IC I, XVIII, 9) από τη Χερσόνησο» (ευρεία περίληψη ανακοίνωσης), Πεπραγμένα του Θ΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Ελούντα, Οκτ. 2001, τόμ. Α5, [Ηράκλειο (2006)], 267 – 272.
  • «Απολογισμός και προοπτικές των κρητολογικών ερευνών. Οι ιστορικοί χρόνοι», Πεπραγμένα του Θ΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Ελούντα, Οκτ. 2001, τόμος Κεντρικών Εισηγήσεων, [Ηράκλειο (2006), 169 – 192.
  • «Sur quelques noms argiens rares ou nouveaux», XXXX Nommer les hommes XXXX, Athènes déc. 2002 (sous presse).
  • «Ενδείξεις αρχαίας λατρείας στην κορυφή της Ίδης», Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου «Ο Μυλοπόταμος από την αρχαιότητα ως σήμερα», Οκτ. 2006 (επιμ. Ειρ. Γαβριλάκη, Γ. Τζιφόπουλος), τόμ. ΙΙΙ, Αρχαίοι Χρόνοι. Ιδαίο Άντρο, [Ρέθυμνο (2006)], 183 – 203.
  • «Literacy and Society. The case of Argos», Proceedings of the International Symposium on Ancient Mediterranean World, Tokyo 16 – 18 Apr. 2004, KODAI 13/14 (2003/2004), 53 – 60.
  • «Οι χαλκοί ενεπίγραφοι πίνακες του Άργους», Αργειακή Γη 3 (Δεκ. 2005), 13 – 26.
  • «Nouvelles inscriptions d’Argos: les archives des comptes du trésor sacré (IVe siècle av. J. – C.», CRAI 2006 I, 397 – 434. Ελληνική μετάφραση του ίδιου άρθρου στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής «Sur les pas de W. Vollgraff / Στα βήματα του W. Vollgraff», Αθήνα 2003, (επιμ. Α. Μπανάκα, S. Huber) (υπό εκτύπωση).
  • «Ετυμολογικές παρατηρήσεις σε νέα επιγραφικά κείμενα του Άργους», Φωνής χαρακτήρ εθνικός. Actes du Ve Congrès International de dialectologie grecque (Athènes 28 – 30 sept. 2006), (sous la direction de M.B. Hatzopoulos) [ΜΕΛΕΤΗΜΑΤΑ 52], Athènes (2007), 135 – 160.
  • «Οβολοί αργολικοί», Κερμάτια φιλίας. Τιμητικός τόμος για τον Ιωάννη Τουράτσογλου, (επιμ. Δ. Ευγενίδου κα.), Αθήνα (2009), Α, 9-23.
  • «Αττικό επιτύμβιο επίγραμμα», Ψηφίδες. Μελέτες ιστορίας, αρχαιολογίας και τέχνης στη μνήμη της Στέλλας Παπαδάκη – Oekland, Ηράκλειο (2009), 61-72.
  • «Κύπρο – αργολικά», Τιμητικός τόμος Ινούς Νικολάου. (υπό εκτύπωση).
  • «Κρητικές επιγραφές ΙΙ», Ηόρος ΩΩΩ (υπό εκτύπωση).
  • «New Names from Argos», τιμητικός τόμος Elaine Matthews. (υπό εκτύπωση).
  • «Συνθήκη Λυττίων και Ολουντίων», Πεπραγμένα Ι΄Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου, Χανιά 2006 (υπό εκτύπωση).
  • «Φοινικήια Γράμματα: Νέα αρχαϊκή επιγραφή από την Έλτυνα» (υπό εκτύπωση).
  • «Επιγραφικές ενδείξεις για την ιππάφεσιν του ιπποδρόμου των Δελφών», τιμητικός τόμος Φανουρίας Δακορώνια (υπό εκτύπωση).

  

Β. Χρονικά – ανασκαφικές εκθέσεις – συνεργασίες σε λεξικά – διάφορα

  • «Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας», Αρχ. Δελτίον 27 (1971), Χρονικά, Β1, 192 – 219.
  • «Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας», Αρχ. Δελτίον 28 (1972), Χρονικά, Β1, 122 – 135.
  • «Αρχαιότητες και μνημεία Αργολιδοκορινθίας», Αρχ. Δελτίον 29 (1973 – 74), Χρονικά, Β2, 212 – 249.
  • «Αρχαία θέατρα Αργολιδοκορινθίας», THESPIS 7 (1973).
  • «Σύντομο χρονικό των ερευνών στο Άβατο Επιδαύρου», στο τεύχος Η στοά του Αβάτου στο Ασκληπιείο της Επιδαύρου, (επιμ. Β.Λαμπρινουδάκης, έκδοση ΥΠΠΟ), Αθήνα (1987), 11 – 14.
  • «Δία, σκιαγραφία μιας ερημονήσου», Ναυτική Παράδοση, τόμ. 1, τεύχ. 2 (1988), 8 – 9.
  • «Υποβρύχια αρχαιολογία στην Ελλάδα», [εναρκτήρια ομιλία στο 31ο Συνέδριο CIESM (=Comité International pour l’exploration scientifique de la Méditerranée), Αθήνα, 1988], Ναυτική παράδοση, τόμ. 1, τεύχ. 6, (1988), 8 – 12.
  • «Συνέχιση της αναγνωριστικής έρευνας [στο ναυάγιο Δοκού] (1977)», Ενάλια, τόμ. 1, τεύχ. Β (1988),10 – 11.
  • «L’organisation territoriale de l’archéologie en Grèce», in V. Negri (éd.), L’organisation territoriale de l’archéologie en Europe. Actes des rencontres européennes de l’archéologie, Montpellier 22 – 23 – 24 mai 1991, [Paris (1992)], 105 – 111.
  • «Αρχαίων νόστοι», Μέντωρ 32, (1994), 211 – 214.
  • «ΚΓ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων», Αρχ. Δελτίον 47 (1992)[1997], Χρονικά, Β2, 555.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 49 (1994), Χρονικά, Β1, 16 – 17.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 50 (1995), Χρονικά, Β1, 16 – 18.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 51 (1996), Χρονικά, Β1, 19 – 22.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 52 (1997), Χρονικά, Β1, 19 – 21.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 53 (1998), Χρονικά, Β1, 18 – 19.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 54 (1999), Χρονικά, Β1, (υπό εκτύπωση).
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 55 (2000), Χρονικά, Β1, 34-35.
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 56 (2001), Χρονικά, Β1, (υπό εκτύπωση).
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 57 (2002), Χρονικά, Β1, (υπό εκτύπωση).
  • «Επιγραφικό Μουσείο», Αρχ. Δελτίον 58 (2003), Χρονικά, Β1, (υπό εκτύπωση).
  •  Περί τα 100 λήμματα νέων ονομάτων της Αργολίδος στο Lexicon of Greek Personal Names, vol. III A, (P.M.Fraser, E Matthews eds.) Oxford (1997).
  • «Ο ψυχολογικός παράγοντας στη θεραπεία των ασθενών κατά την αρχαιότητα: μερικά παραδείγματα», Η ψυχανάλυση, τεύχ. 2 (1996).
  • «Ευτυχία Καλή. Στοιχεία για τα ευετηριακά έθιμα των Αρχαίων», Αρχαιολογία, τεύχ. 65, (Δεκ. 1997), 74 – 80.
  • «The Archaeological Sites and Monuments as Elements for Sustainable Development», in M.J. Scoullos (ed.), “Environment and Society. Education and Public Awareness for Sustainability”.Proceedigs of the Thessaloniki International Conference Organized by UNESCO and the Government of Greece (8 – 12 Dec. 1997), Athens (1998), 688 – 689.
  • «Το Επιγραφικό Μουσείο», Αρχαιολογία, τεύχ. 73 (Δεκ. 1999), 107 – 110.
  • «Η Αρχαιολογία στον ελλαδικό χώρο κατά τον 20ο αιώνα», στον τόμο «Η Ελλάδα στο γύρισμα του εικοστού αιώνα» των Εκπαιδευτηρίων Γείτονα, Αθήνα (2000), 341 – 351.
  • Λήμματα για επιγραφές στον κατάλογο της έκθεσης «Κρήτη – Αίγυπτος. Πολιτιστικοί δεσμοί τριών χιλιετιών» (επιμ. Α. Καρέτσου κα.), Ηράκλειο (2000).
  • Λήμματα για επιγραφές στον κατάλογο της έκθεσης «Η πόλη κάτω από την πόλη», (επιμ. Λ. Παρλαμά, Ν. Σταμπολίδης), Αθήνα (2000).
  • Λήμματα για επιγραφές στον κατάλογο της έκθεσης «Καθημερινή ζωή στο Βυζάντιο», (επιμ. ΩΩΩΩΩ), Αθήνα (2002).
  • Λήμμα για επιγραφές στον κατάλογο της έκθεσης «Αρχαίες ελληνικές επιγραφές τεχνολογικού περιεχομένου», (επιμ. Επιγραφικό Μουσείο), Αθήνα (2002), 52 – 61.
  • Κεφάλαια του βιβλίου The Greek Script / Die griechische Schrift,Αθήνα (2001). Ελληνική έκδοση Η Ελληνική Γραφή, Αθήνα (2002).
  • Εισαγωγικό κεφάλαιο και λήμματα στο βιβλίο Η Ελληνική Γραφή. Κατάλογος Εκθέσεως Αντιγράφων (ελληνικά και αγγλικά), Αθήνα (2002).
  • «Les Programmes éducatifs du Musée Épigraphique», Acta XII Congressus Internationalis Epigraphiae Graecae et Latinae, Barcelona, Sept. 2002,[2007], 797 – 800.
  • Εισαγωγικό κεφάλαιο για τη γραφή στον κατάλογο εκθέσεως του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης (Ιδρυμα Ν. Γουλανδρή) «Πλόες», (επιμ. Ν. Σταμπολίδης), Αθήνα (2003).
  • Λήμματα στον κατάλογο Ελληνική και Ρωμαϊκή Γλυπτική από τις συλλογές του Μουσείου Μπενάκη, (επιμ.Σ,Βλίζος), Αθήνα (2004).
  • «Illegale Archäologie –die Situation in Griechenland», στα Πρακτικά του Διεθνούς Συνεδρίου Illegale Archäologie?, Berlin 23 – 25.5.2003, (W.-D. Heilmeyer, J.-C. Eule eds), Berlin (2004), 178 – 180.
  • Κεφάλαιο “Fortune et infortune” στο ThesCRA, troisième niveau, XXXXX (σε συνεργασία με τον Μ. Βουτυρά) ΧΧΧΧΧ. (υπό εκτύπωση).

  

Γ. Νεκρολογίες

 

  • «Peter Throckmorton, an Odysseus of the Deep», ΕΝΑΛΙΑ Suppl. 2 (1991), 15 – 23. [Ελληνική μετάφραση στη Ναυτική Παράδοση, τόμ. 3, τεύχ. 10 (1991), 10 – 13.
  • «Το μεγάλο ταξίδι ενός αρχαιολόγου. Νικόλαος Πλάτων (1909 – 1992)», περιοδικό Η Λέξη, 108 (1992), 275 – 276.
  • «Επιτύμβιο στον Doro Levi, Κρητικά Χρονικά, τόμ. Λ΄(1990), 162 – 164
  • «Σέμνη Παπασπυρίδη – Καρούζου (1897 – 1994)». ΕΝΑΛΙΑ IV (1992), 35.
  • «Paul Courbin», περιοδικό Αναγέννηση, τεύχ. 319 (Ιούν. 1994) και ημερήσιος τύπος του Άργους.
  • «J.-Y. Cousteau», ΕΝΑΛΙΑ V (1993) [1998], τεύχη 1/2, 42 – 45.
  • «Δημήτρης Πλάκας, ο Δάσκαλος», στον τόμο Δημήτρης Πλάκας, ο μάγος δάσκαλος. Μνήμης χάριν, Βιβλιοθήκη Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, Αθήνα 2001, 31 – 35.
  • «Νίκος Τσούχλος», ΕΝΑΛΙΑ VII (2003),22 – 24.
  • «Μαρία Αναγνωστοπούλου», ΕΝΑΛΙΑ VII (2003), 11 – 12.

Read Full Post »

Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο».

 

 

Περιγραφή:

Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο».Σέμνη Καρούζου (18898 Δεκεμβρίου 1994). Το Ναύπλιο, η γραφική αυτή πόλη του Μοριά, είναι γεμάτη με μνήμες ιστορικές. Η συγγραφέας, από τις πρώτες Ελληνίδες αρχαιολόγους, αφηγείται τους αρχαίους μύθους που σχετίζονται με το Ναύπλιο και προχωρεί στο ξετύλιγμα της ιστορίας, από την αρχαιότητα ως τη Βενετοκρατία και την Τουρκοκρατία και, τέλος, ως τα χρόνια του Κλασικισμού, στον 19ο αιώνα, όταν το Ναύπλιο ανακηρύχθηκε πρώτη πρωτεύουσα του νεοελληνικού κράτους.

Εκδόσεις: Εμπορικής Τράπεζας

Χρονολογία Έκδοσης:

 1979
Σελίδες: 216

Read Full Post »

« Newer Posts