Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αρχαιότητες’

Thomas Hope (Τόμας Χόουπ 1769-1831)


 

Ο Thomas Hope με τουρκική ενδυμασία, έργο του Sir William Beechey
λάδι σε καμβά, 1798. National Portrait Gallery, London.

O Thomas Hope (Τόμας Χόουπ) (1769-1831), από τις θεαματικότερες προσωπικότητες της αγγλικής κοινωνίας στις αρχές του 19ου αιώνα, αναμείχτηκε σε κάθε τομέα καλλιτεχνικής δραστηριότητας, στη ζωγραφική, την αρχιτεκτονική, την εσωτερική διακόσμηση, την ενδυματολογία και τη λογοτεχνία. Κάτοχος μίας σπουδαίας συλλογής ελληνικών αρχαιοτήτων υπήρξε από τους σημαντικότερους προπαγανδιστές του Greek Revival («Ελληνική Αναβίωση») στην Αγγλία και συνέβαλε ουσιαστικά στην εξοικείωση της αγγλικής καλαισθησίας με μία αυθεντικότερη ελληνική αισθητική.

Ο Hope ταξίδεψε στην Ευρώπη και την ανατολική Μεσόγειο. Επισκέφθηκε την Ελλάδα δύο φορές, μία για την προσωπική του περιήγηση, που κράτησε οκτώ χρόνια (1787-1795), και μία δεύτερη, κατά την οποία περιορίστηκε στην Πελοπόννησο. Εκπόνησε ο ίδιος σχέδια των τόπων που επισκέφθηκε, κάποια από τα οποία ωστόσο αντιγράφουν έργα του Fauvel. Κάποια άλλα τα έχει εκπονήσει ο Γάλλος ζωγράφος Michel-François Préault.

Τα σχέδια αυτά συγκεντρώθηκαν από τον ίδιο σε έξι τόμους. Η θεματική τους δεν περιορίζεται στην απεικόνιση αρχαιοτήτων, αλλά περιλαμβάνει και απόψεις των σύγχρονων πόλεων και κτηρίων, καθώς και απεικονίσεις προσώπων με παραδοσιακές ενδυμασίες. Υπάρχει και ένας τόμος με ενδυμασίες και δείγματα επίπλων της αρχαιότητας.

Ο Hope αποτελούσε τυπικό αρχαιόφιλο τουρίστα της εποχής. Από τα προϊστορικά μνημεία που ήταν γνωστά την εποχή αυτή ο Hope απεικόνισε αυτά των Μυκηνών. Υπάρχουν οκτώ εικόνες με σχετικά θέματα, από τις οποίες επτά είναι σχέδια. Η όγδοη είναι υδατογραφία, η οποία απεικονίζει μια γενική άποψη των Μυκηνών και ουσιαστικά αποτελεί διαφορετική εκδοχή ενός από τα σχέδια. Και στις δύο εικόνες απεικονίζονται σύγχρονες ανθρώπινες μορφές, ενώ η υδατογραφία διακρίνεται για τον ρομαντικό τόνο που της δίνει η φωτοσκίαση. Το προοπτικό σχέδιο της Πύλης των Λεόντων έχει επίσης σύγχρονες μορφές, οι οποίες απεικονίζονται να μετρούν τις διαστάσεις του μνημείου και να το σχεδιάζουν.

 

Μυκήνες, άποψη τής Ακρόπολης. Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Mycenae-platform or esplanade of the citadel-gate of the lions-wall of the cyclops- wall of Agamemnon’s tomb-bed of the torrent at the bottom of the precipice wh. separates the esplanade of the citadel from the mountains behind it». «Μυκήνες-κρηπίδωμα ή esplanade της ακρόπολης – πύλη των λεόντων – τείχος των κυκλώπων – τοίχος του τάφου του Αγαμέμνονος – κοίτη του ποταμού στο βάθος του γκρεμού που χωρίζει την esplanade της ακρόπολης από τα πίσω βουνά». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, άποψη της Ακρόπολης – Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Υδατογραφία σε χαρτί.

 

Μυκήνες, ή Πύλη των Λεόντων, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί.

 

Μυκήνες, ή Πύλη των Λεόντων, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Gate of the Cyclops at Mycenae – n.b. the top stone with the Lions measures 10 1/2 ft 5 in height in the center». «Πύλη των Κυκλώπων στις Μυκήνες – ή ανώτατη πέτρα με τούς λέοντες έχει διαστάσεις 10 1/2 πόδια ύψος, στο κέντρο». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, θολωτός τάφος ό λεγόμενος Θησαυρός ή Τάφος του Άτρέως, εξωτερική άποψη, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Treasury of Atreus, Mycenae – Lowest visible tier of stone». «Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες – Η κατώτατη ορατή σειρά από πέτρες». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, θολωτός τάφος ό λεγόμενος Θησαυρός ή Τάφος του Άτρέως, εξωτερική άποψη, Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. Χειρ, σημ.: «Treasury of Atreus, Mycenae – Lowest visible tier of stone». «Θησαυρός του Ατρέως, Μυκήνες – Η κατώτατη ορατή σειρά από πέτρες». (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Μυκήνες, τμήμα τής εισόδου του λεγόμενου Τάφου τής Κλυταιμνήστρας – Thomas Hope, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με σέπια σε χαρτί. «Entrance of the Treasury of Atreus, Mycenae». «Είσοδος τού Θησαυρού τού Ατρέως, Μυκήνες».
Ο Hope παρεννόησε το μνημείο και το αναφέρει ως «ο Τάφος του Ατρέως». Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον άλλο θολωτό τάφο, πού βρίσκεται δυτικά της Πύλης των Λεόντων και πού είναι γνωστός ως «ο Τάφος της Κλυταιμνήστρας». Ο τάφος αυτός ήταν ελάχιστα γνωστός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, πράγμα που εξηγεί την παρανόηση του Hope. Ο Γ. Ε. Μυλωνάς στο βιβλίο του «Πολύχρυσοι Μυκήνες», Αθήνα, 1983, αναφέρει (σελ. 175): «Κατά την τοπική παράδοση ο τάφος απεκαλύφθη από χωρικούς που κατασκεύασαν την αύλακα του παλιού των υδραγωγείου, είτε το 1808 είτε το 1812. Κατά τύχην η αύλαξ αυτή περνούσε επάνω από την κορυφή της θόλου του τάφου και κατά την κατασκευή του ευρέθη η λίθινη κορυφή τού θαλάμου». Στο σχέδιο του Hope διακρίνεται – στο πρώτο επίπεδο – ένα είδος αυλακιού που φθάνει έως το τύμπανο. Η παράσταση αυτή θα πρέπει να θεωρηθεί από τις πρωιμότερες απεικονίσεις του μνημείου. (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

 

Στο ταξίδι του αυτό απεικόνισε και το Ναύπλιο και την Κρήνη του Χασάν Πασά.

 

Thomas Hope – Ναύπλιο, μερική άποψη τής πόλης από δυτικά. Σχέδιο με μελάνι και υδρόχρωμα σε χαρτί, τέλος 18ου αιώνα.

 

Thomas Hope – Ναύπλιο, γενική άποψη τής πόλης από τη θάλασσα, τέλος 18ου αιώνα. Σχέδιο με μελάνι σε χαρτί. Η άποψη αυτή θα πρέπει να σχεδιάστηκε από το Μπούρτζι, διότι όχι μόνο είναι αρκετά κοντινή, άλλα επιπλέον απεικονίζεται ολόκληρο το αριστερό τμήμα της πόλης το όποιο συνήθως καλύπτει ο όγκος του φρουρίου. Η άποψη αποτελεί μία εξαιρετικής σημασίας οπτική μαρτυρία για το προεπαναστατικό Ναύπλιο, δεδομένου ότι διασώζει παραδοσιακούς αρχιτεκτονικούς τύπους, αποκαλύπτοντας και την παραμικρή λεπτομέρεια.
Στην επάνω εικόνα (λεπτομέρεια) απεικονίζεται και το τουρκικό περίπτερο (τουρμπές) στην αποβάθρα του Ναυπλίου. (Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope…)

 

Η Κρήνη του Χασάν Πασά στο Ναύπλιο, τέλος 18ου αιώνα. (Thomas Hope ή Michel-François Préault).

 

O Thomas Hope (Τόμας Χόουπ) γεννήθηκε στο Άμστερνταμ το 1769 από εύπορη οικογένεια Σκοτσέζων τραπεζιτών που, από τα τέλη του 17ου αιώνα, ήταν εγκατεστημένοι στην Ολλανδία. Ο πατέρας του, John Hope (1737-84), είχε παντρευτεί το 1764 την κόρη τού δημάρχου του Ρότερνταμ, Philipinna van der Hoeven (1738-90) και είχαν αποκτήσει τρία παιδιά: τον Thomas, τον Adrian-Elias και τον Henry-Philip. Oι  Hope έχοντας διασφαλίσει την κοινωνική παραδοχή ως αριστοκράτες του εμπορίου καταξιώθηκαν και στο χώρο της καλλιτεχνίας ως διακεκριμένοι συλλέκτες και μαικήνες της τέχνης.

Μόλις έκλεισε τα 18 του χρόνια ο Thomas, όπως όλοι οι νέοι τής τάξης του, ξεκίνησε για το καθιερωμένο Grand Tour· αλλά η δική του περιοδεία στην Ευρώπη κράτησε περισσότερο από το συνηθισμένο, οκτώ χρόνια, από το 1787 έως το 1795. Πριν από το τέλος του 18ου αιώνα ο Tomas Hope είχε πραγματοποιήσει επανειλημμένες επισκέψεις στην Ιταλία, την Ισπανία, τη Γαλλία, την Ελλάδα, την Αίγυπτο και τη Μ. Ασία.

Η επέλαση της Ναπολεόντειας στρατιάς στην Ευρώπη ανάγκασε τους Hope να εγκαταλείψουν την Ολλανδία και να εγκατασταθούν, το 1795, στο Λονδίνο. Ο Thomas, που ο θάνατος των γονιών του τον είχε καταστήσει κληρονόμο ενός τεράστιου μέρους της οικογενειακής περιουσίας, επιδίωξε τότε να προβληθεί στην υψηλή αγγλική κοινωνία.

Το 1799 απέκτησε ένα πολυτελές μέγαρο στο κέντρο του Λονδίνου (Duchess street) έργο του αρχιτέκτονα Robert Adam, και το 1807, ένα χρόνο μετά το γάμο του με την Louisa Beresford, αγόρασε την εξοχική έπαυλη και το κτήμα του Deepdene στο Surray. Τα δύο κτίρια δεν υπηρετούσαν απλώς την ανάγκη του ιδιοκτήτη τους να φιλοξενεί με τον πιο φανταχτερό τρόπο την κοσμική αγγλική κοινωνία· παράλληλα, σκοπός τους ήταν να στεγάσουν τις πολυπληθείς συλλογές του μέσα σε ένα αρκετά ιδιόρρυθμο και εκθαμβωτικό περιβάλλον, πού αποτελούσε την έκφραση των αισθητικών αντιλήψεων του ιδιοκτήτη, δηλαδή του λεγόμενου «στυλ Hope».

 

Το πολυτελές μέγαρο στο κέντρο του Λονδίνου (Duchess street), έργο του αρχιτέκτονα Robert Adam.

 

Οι συλλογές Hope ήταν αναμφίβολα μουσειακού επιπέδου ως προς την ποιότητα άλλα και ως προς την ποικιλία των ειδών. Ήδη σε ηλικία είκοσι ετών ο Hope είχε δείξει δείγματα του ώριμου καλλιτεχνικού του αισθητηρίου με την αγορά δύο εξαιρετικών ρωμαϊκών γλυπτών, πού είχε δει στη Ρώμη. Μέσα σε ελάχιστα χρόνια η συλλογή του με αρχαιότητες αυξήθηκε θεαματικά. Το 1801 απόκτησε τα δύο τρίτα από τα αγγεία της συλλογής Hamilton, που δημοπρατήθηκαν στο Ghristie’s ενώ, τρία χρόνια αργότερα, η συλλογή του περιλάμβανε συνολικά 1500 αγγεία. Οι διάφορες συλλογές από ελληνικές, ρωμαϊκές και αιγυπτιακές αρχαιότητες είχαν τοποθετηθεί στις νέες πτέρυγες, πού είχαν προστεθεί στο μέγαρο της οδού Duchess, ενώ αριστουργηματικοί πίνακες των Παλαιών Δασκάλων ήταν εκτεθειμένοι σε ειδικά διαρρυθμισμένες αίθουσες του μεγάρου, όπως «Η Πινακοθήκη» και «Η Φλαμανδική Πινακοθήκη».

Δεκτικός σε σύγχρονα καλλιτεχνικά ερεθίσματα, ο Hope κατόρθωσε – πριν ακόμα συμπληρώσει τα τριάντα του χρόνια – να ξεχωρίσει πρωτοποριακούς καλλιτέχνες όπως τον John Flaxman, για τα έργα του όποιου δημιουργήθηκαν ειδικές αίθουσες στο μέγαρο της οδού Duchess, και τον Bertel Thorvaldsen ο όποιος φιλοτέχνησε μία πλήρη σειρά από προτομές των μελών της οικογένειας του. Αυτός αγόρασε τον πρώτο πίνακα του Benjamin Haydon, που παρουσιάστηκε στη Βασιλική Ακαδημία το 1807. Και το 1804 δημοσίευσε το μαχητικό φυλλάδιο με τον τίτλο Παρατηρήσεις σχετικά με τα σχέδια του Dowing College, υπέρ της επαναστατικής πρότασης του άσημου – τότε – αρχιτέκτονα, William Wilkins, που τον έφερε αντιμέτωπο με το σύνολο των μελών της Βασιλικής Ακαδημίας.

Παρόλο που οι αφορισμοί του Hope, πάνω σε θέματα αρχιτεκτονικής και τέχνης δεν διευκόλυναν τις σχέσεις του με τις αυθεντίες του καλλιτεχνικού κατεστημένου της εποχής, κατάφερε ωστόσο να γίνει αποδεκτός ως ένας παράγοντας τού δημόσιου βίου και μία προσωπικότητα ικανή να ασκεί επιρροή πάνω στην πνευματική ζωή τού τόπου.

Η δραστήρια ανάμιξή του σε μία σειρά καλλιτεχνικών εταιριών είναι χαρακτηριστική· παράλληλα, αυτή ακριβώς η σχέση του με υψηλούς φορείς επιρροής ισχυροποιούσε τη δυνατότητά του να προωθεί τις προσωπικές του αισθητικές αντιλήψεις.

Πραγματικά, το «στυλ Hope», δηλαδή μία σύνθεση από πρότυπα που είχαν σαν πηγή έμπνευσης ένα σύνθετο όραμα αρχαίων πολιτισμών, βοήθησε στη διαμόρφωση της αγγλικής καλαισθησίας της περιόδου Regency. Επιπλέον η ανοιχτή επιδοκιμασία του Hope για την αρχαία ελληνική αρχιτεκτονική και ο ενθουσιασμός του για τα αρχαιοελληνικά ιδεώδη συνέβαλαν ουσιαστικά στη δημιουργία ενός ευνοϊκού κλίματος για την ανάπτυξη του Greek Revival («Ελληνική Αναβίωση»).

Το ενδιαφέρον του για την καθιέρωση μιας κλασικής αρχιτεκτονικής με αφετηρία αυθεντικότερα ελληνικά πρότυπα – το όποιο είχε εκδηλωθεί το 1804 με τη δημοσίευση τού φυλλαδίου για το Dowing College – συνοδεύτηκε από μία περαιτέρω διάδοση αρχαιοελληνικών διακοσμητικών στοιχείων στη σύγχρονη ζωή με μία σειρά εκδόσεων όπως: Οικιακή Επίπλωση και Εσωτερική Διακόσμηση (Household Furniture and Interior Deco­ration, 1807), Η ενδυμασία των Αρχαίων (Costume of the Ancients, 2 τόμοι, 1812) και Σχέδια για τη Σύγχρονη Ενδυμασία (Designs of Modern Costume, 1812). Οι πίνακες των εκδόσεων χαράχτηκαν με βάση τα σχέδια πού φιλοτέχνησε ο ίδιος μελετώντας σχολαστικά και αντιγράφοντας παραστάσεις αρχαίων αγγείων όπως αυτά που είχε στην ιδιωτική του συλλογή.

Η εικονογράφηση των εκδόσεων, που συχνά περιλαμβάνει αντικείμενα που μπορούσε να τα δει κανείς στο σπίτι του Hope, ενίσχυσε το αρχαιοπρεπές ύψος πού χαρακτήριζε την εσωτερική διακόσμηση της εποχής Regency. Επιπλέον οι συνδυασμοί μορφολογικών λεπτομερειών από κλασικές ενδυμασίες και έπιπλα πρόσφεραν ένα απλουστευμένο αρχαιοελληνικό ρεπερτόριο, κατάλληλο για την επιτυχή διακόσμηση ενός εσωτερικού χώρου σε στυλ «antique». Με τον τρόπο αυτό δεν κατόρθωσε μόνο να υλοποιήσει τις θεωρίες του, δημιουργώντας μεγαλοπρεπείς χώρους διακοσμημένους με πρωτότυπα έπιπλα, αλλά χάρη στις εικονογραφημένες εκδόσεις, που αποτελούν τα εγχειρίδια του στυλ Hope, συνέβαλε στην εξοικείωση της αγγλικής καλαισθησίας με μία νέα αισθητική.

Το ταλέντο του να αναπλάθει την ατμόσφαιρα μακρινών πολιτισμών και τόπων χάρισε στον Hope έναν ακόμη τίτλο, του συγγραφέα ενός δημοφιλέστατου μυθιστορήματος, πού δημοσιεύτηκε ανώνυμα το 1819 με τον τίτλο: Αναστάσιος ή οι Αναμνήσεις ενός σύγχρονου Έλληνα γραμμένες στο κλείσιμο του 18ον αιώνα (Αηαstasius or the Memoirs of a Modern Greek, written at the close of the 18th Century). Σε μία τρίτομη δραματική ιστορία ενός νεαρού Χιώτη, που αναγκάζεται να καταφύγει στη θάλασσα επειδή αποπλάνησε την ανήλικη κόρη του αφεντικού του πατέρα του, και μέχρι το τέλος της ζωής του δοκιμάζει θρυλικές περιπέτειες σε εξωτικές χώρες γύρω από τη Μεσόγειο και τη Μ. Ασία, ο Hope ζωντανεύει το σκηνικό, τα ήθη και τα έθιμα των ανθρώπων που ο ίδιος είχε γνωρίσει στη διάρκεια των ταξιδιών του. «Πήγα σε κάθε ένα από τα μέρη που περιγράφω λεπτομερειακά στον ’Αναστάσιο» εξομολογείται και πραγματικά δεν είναι δύσκολο να τον πιστέψει κανείς, κυρίως αφοί ξεφυλλίσει τούς τόμους με τά σχέ­διά του που φυλάγονται σήμερα στο Μουσείο Μπενάκη.

Ο Hope επισκέφτηκε την Ελλάδα, δύο φορές: τη μία στη διάρκεια του Grand Tour της περιόδου 1787 – 95 και τη δεύτερη γύρω στα τέλη τού 1799. Κατά τη δεύτερη επίσκεψή του περιηγήθηκε την Πελοπόννησο, τον συνόδευε ο Προκόπιος Μακρής, Αντιπρόσωπος της Εταιρείας της Μέσης Ανατολής (Levant Company) στην Αθήνα και ο πατέρας της Τερέζας Μακρή, της «Κόρης των Αθηνών» του Byron.

Φαίνεται πώς προκειμένου να αποκτήσει ένα πληρέστερο λεύκωμα με ελληνικές απόψεις ο Hope αγόρασε ελληνικά έργα και από άλλους καλλιτέχνες. Γνωρίζουμε ότι προσέλαβε το Γάλλο ζωγράφο MichelFrançois Préault, ο όποιος προηγουμένως είχε εργαστεί για τον Προκόπιο Μακρή καθώς και για τον Άγγλο περιηγητή JohnTweddel. Χρησιμοποίησε επίσης και μερικά έργα του Γάλλου Προξένου Louis Sebastien Fauvel. Στις παραστάσεις του Μνημείου της Σαλαμίνας και της Κορίνθου ο Hope σημειώνει ότι τις έχει αντιγράψει από τον Fauvel.

Ο Hope κάνει αναφορές σε παλιότερους περιηγητές σχολιάζοντας – και συχνά αντικρούοντας – τις απόψεις τους. Ο κάπως υπεροπτικός τόνος και η αυτοπεποίθηση με την όποια διατυπώνει τις σκέψεις του πάνω σε προβλήματα ταύτισης των μνημείων ή διαφόρων κλασικών τοποθεσιών είναι χαρακτηριστικά του «πεφωτισμένου» αρχαιόφιλου τουρίστα.

Φανή-Μαρία Τσιγκάκου «Thomas Hope (1769-1831) – Εικόνες από την Ελλάδα του 18ου αιώνα». Μουσείο Μπενάκη, Βρετανικό Συμβούλιο,  Εκδοτικός οίκος «Μέλισσα», Αθήνα, 1985.

 

Read Full Post »

Η προστασία των αρχαιοτήτων της Αργολίδας κατά τον 19ο αιώνα: Τεκμήρια από το Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Προϊστάμενος Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Αργολίδας


 

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας απόκειται το Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων, τα τεκμήρια του οποίου καλύπτουν τη χρονική περίοδο από το 1835 έως το 1980. Πρόκειται για αρχειακό υλικό που συμβάλλει κυρίως στη γνώση της μικροϊστορίας. Είναι ένα σημαντικό αρχείο, αν λάβουμε υπόψη μας τη μεγάλη χρονική του διάρκεια και πληρότητα, τις αδιάσπαστες σειρές στοιχείων, καθώς και το ότι το αρχείο της Νομαρχίας Αργολίδας σώζεται από το 1965 και μετά. [1]

Στην παρούσα δημοσίευση θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τα σχετικά με τις αρχαιότητες τεκμήρια του Δημοτικού Αρχείου υπό το πρίσμα των τοπικών συνθηκών και του ιστορικού γίγνεσθαι της εποχής.

Είναι γνωστά τα μέτρα τα οποία έλαβε ο Καποδίστριας, η Αντιβασιλεία και ο Όθωνας για την προστασία των αρχαιοτήτων. Όμως, παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί, υπήρξε πληθώρα περιπτώσεων αρχαίων που πουλήθηκαν σε ξένους, λεηλατήθηκαν από ξένους και δωρίστηκαν από το Ελληνικό Κράτος σε ξένους. [2]

Επιπλέον, ενώ ο αρχαιολογικός νόμος της Αντιβασιλείας, τον Ιούνιο του 1834, προστάτευε τα μνημεία και τα ερείπια, εντούτοις υπήρξαν περιπτώσεις, όπου λίθοι αρχαίων ερειπίων χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή οικοδομημάτων κατά τον οικοδομικό οργασμό που ακολούθησε τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και το κτίσιμο των νέων πόλεων.

Βέβαια κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί πριν τη δημοσίευση του αρχαιολογικού νόμου, αν λάβουμε υπόψη μας τί θεωρείτο ως αρχαίο, το οποίο και θα έπρεπε να προστατευθεί. Διαφωτιστικό γι’ αυτό το θέμα είναι έγγραφο του 1829 που απέβλεπε αφενός να ευαισθητοποιηθούν οι κάτοικοι για τα λείψανα της αρχαιότητας και αφετέρου να μάθουν να τα αναγνωρίζουν και να τα καταλαβαίνουν. [3]

Το έγγραφο υπογράφει ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο γνωστός Φιλικός, ο οποίος τότε κατείχε τη θέση του Εκτάκτου Επιτρόπου της Ήλιδας. Το παραθέτω:

 

Μουσείον ονομάζεται το μέρος, όπου τίθενται αι αρχαιότητες και φυλάττονται. Αρχαιότητες λέγονται αι παλαιότητες, όσα δηλαδή είναι έργα των προγόνων Ελλήνων και διεσώθησαν υποκάτω ή επάνω της γης. Συνίστανται αι αρχαιότητες από είδωλα λίθινα, ή από μάρμαρον, ή χρυσόν, άργυρον, χαλκόν, ή ορείχαλκον (προύντζος), σχηματίζοντα είδος ανθρώπου ή άλλου ζώου, γερά ή σπασμένα. Συνίστανται από δουλευμένας πέτρας, οπού έχουν επιγράμματα. Συνίστανται από αγγεία αργυρά, χρυσά, ορειχάλκινα, χάλκινα, πήλινα, ευρισκόμενα πολλάκις θαμμένα εις την γην ανάμεσα εις παλαιά ερείπια, ή τους ελληνικούς παλαιούς τάφους. Συνίστανται από διάφορα νομίσματα (μονέδες) χρυσά, αργυρά, ορειχάλκινα, χάλκινα και μολυβένια διαφόρου μεγέθους και βαρύτητος. Συνίστανται από βιβλία εις μεμβράνας. Και τέλος συνίστανται αι αρχαιότητες και εις άλλα διάφορα τεχνητά, δηλαδή εις δακτυλίδια χρυσά, ή αργυρά, εις δακτυλιδόπετρες με έγγλυφα ή ανάγλυφα, παριστώντα μορφήν ανθρώπων, ζώων, πτηνών, εντόμων, όφεων, φυτών. Όλα αυτά συνιστώσι τας αρχαιότητας, και δι’ αυτάς η Σ. Κυβέρνησις εσύστησε το Μουσείον και τας συναθροίζει.

 

Πουθενά στο έγγραφο δε γίνεται λόγος για ερείπια δημόσιων ή ιδιωτικών κτισμάτων είτε αυτά είναι τείχη, είτε είναι ναοί, είτε είναι ιερά, είτε είναι κατοικίες κ.λπ.. Άρα στη συνείδηση των διοικούντων, και βέβαια πολύ περισσότερο του λαού, τα παραπάνω κτίσματα δεν ήταν «αρχαία», οπότε δεν έχριζαν προστασίας και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τις όποιες ανάγκες από τον οποιοδήποτε. Έτσι εξηγείται γιατί ξηλώθηκαν τα θεμέλια του ναού του Απόλλωνα στην Αίγινα για να κατασκευαστεί η προκυμαία, γιατί κατεδαφίστηκε στο Γαλαξείδι το αρχαίο τείχος για να κατασκευαστεί και εκεί η προκυμαία, [4] γιατί δημοπρατήθηκε το τείχος της Αθήνας και γιατί στο Ναύπλιο χρησιμοποιήθηκαν πέτρες από «τα παλαιά τείχη» [5], οι οποίες μάλιστα μεταφέρθηκαν με τις εθνικές άμαξες, προκειμένου να κατασκευαστεί προκυμαία και λιμενοβραχίονες μετά την πώληση των οικοπέδων στην παραλία το 1832, [6] για να δημιουργηθεί το «Προάστειον του Αιγιαλού».

Η παραπάνω πρακτική, λοιπόν, ανάγκασε το Μάιο του 1837 την επί των Εσωτερικών Βασιλική Γραμματεία να αποστείλει εγκύκλιο, [7] με την οποία, μέσω του Διοικητών των Νομών, έδινε εντολή στους Δημάρχους αφενός να εκδώσουν αυστηρές διαταγές προς τους δημότες και αφετέρου οι ίδιες οι Δημοτικές Αρχές να δείχνουν ιδιαίτερη προσοχή «εις την διατήρησιν των σωζομένων αρχαιοτήτων». Και τούτο γιατί η Κυβέρνηση είχε πληροφορίες «από υποκείμενα αξιόπιστα περιελθόντα διαφόρους Επαρχίας… ότι εις πολλά μέρη συντρίβονται και ακρωτηριάζονται αρχαίοι λίθοι, μεταφερόμενοι από ναούς και άλλα μνημεία εις τας πόλεις και τα χωρία προς χρήσιν δημοσίων και ιδιωτικών οικοδομών». Μάλιστα, προειδοποιούσε τους δημότες ότι «όστις συντρίψει ή ακρωτηριάσει αρχαιότητά τινα θέλει καταμηνύεται εις τον αρμόδιον εισαγγελέα διά να ενεργούνται κατ’ αυτού τα παρά του νόμου διακελευόμενα».

 

Εγκύκλιος

 

Ένας άλλος τρόπος προστασίας των αρχαιοτήτων ήταν η συγκέντρωση και φύλαξή τους. Έτσι μετά τρία χρόνια, το Μάιο του 1840, ο υπουργός της «επί των εκκλησιαστικών και της δημοσίου εκπαιδεύσεως» απέστειλε εγκύκλιο [8] προς στους διοικητές με το ερώτημα εάν ήταν δυνατή η σύσταση μουσείου, προκειμένου να συγκεντρωθούν οι αρχαιότητες. Ο διοικητής Αργολίδας τη διαβίβασε προς στους Δημάρχους του Νομού. Όσον αφορά την πόλη του Ναυπλίου ο Δήμαρχος προέβη σε κάποιες ενέργειες χωρίς αποτέλεσμα. Το θέμα ούτε καν συζητήθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο. Ίσως, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η οικονομική κατάσταση του Δήμου, η οποία χαρακτηρίζεται από το Δήμαρχο ως «ελεεινή». Προφανώς, υπήρχαν άλλες προτεραιότητες. [9]

Το Μάρτιο του 1843 ο Διοικητής Αργολίδας επανήλθε με μακροσκελή εγκύκλιο προς τους Δημάρχους της Διοίκησής του, με την οποία τους καθιστούσε προσωπικά υπεύθυνους «διά πάσαν βλάβην ή αφαίρεσιν αρχαιοτήτων» [10]. Την εγκύκλιο αυτή προκάλεσε η επιδεινούμενη κατάσταση σχετικά με τα λείψανα της αρχαιότητας, τα οποία «φθείρονται και εξαφανίζονται από χείρας βεβήλους και απειροκάλους άλλοτε μεν συντριβόμενα, άλλοτε δε καιόμενα, [11] άλλοτε εντοιχιζόμενα και άλλοτε τέλος απαγόμενα ακαταζητήτως». Τέλος, έδινε οδηγίες για τη συλλογή και φύλαξη των αρχαιοτήτων.

Όμως, η κατάσταση όχι μόνο δεν βελτιωνόταν, αλλά μάλλον χειροτέρευε. Οι αρχαιότητες ήταν στο έλεος των αρχαιοκάπηλων σε σημείο που το Μάρτιο του 1854 το υπουργείο των Εσωτερικών να αποστείλει εγκύκλιο [12] προς τους Νομάρχες ζητώντας επαγρύπνηση για τη διαφύλαξη των αρχαιοτήτων και την παρεμπόδιση των ανασκαφών. Και ενώ η περίληψη της εγκυκλίου είχε τον τίτλο «Περί αρχαιοτήτων», ο Γραμματέας σημειώνει χαρακτηριστικά στο κάτω μέρος του εγγράφου «περί παρεμποδίσεως ανασκαφών», δηλαδή την πραγματική αιτία που προκάλεσε την αποστολή της εγκυκλίου.

Σε άλλη εγκύκλιο [13] προς τους Δημάρχους, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα γράφοντας ότι «ουδείς εξ υμών κατεννόησεν οπόσον ενδιαφέρει την πατρίδα κοινώς και έκαστον Δήμον, ιδίως η καλή διατήρησις των επιτοπίως ανευρισκομένων εκάστοτε, ή και σωζομένων έκπαλαι αρχαιοτήτων» και συνεχίζει κατηγορώντας τους Δημάρχους και τους Παρέδρους ότι, είτε από ραθυμία, είτε από απειροκαλία, είτε από αισχροκέρδεια οι αρχαιότητες καταστρέφονται ή εξάγονται «εις ξένην γην». Μάλιστα, καθιστούσε τους Δημάρχους και τους Παρέδρους προσωπικά υπεύθυνους. Κατέληγε δε με την αναγγελία ότι «εντός ολίγου θέλουν διορισθεί εκ των απομάχων φύλακες παρ’ εκάστω Δήμω περιέχοντα λείψανα αρχαιότητος». [14] Γενικώς αυτή τη χρονιά υπήρξε μεγάλη κινητικότητα σχετικά με τις αρχαιότητες. Μένει να ερευνηθεί εάν η αρχαιοκαπηλία και η καταστροφή των αρχαίων είχε τέτοια έκταση, ώστε να σταλεί από το υπουργείο των εκκλησιαστικών η εγκύκλιος του 1854, [15] η οποία μάλιστα επρόκειτο να διαβαστεί στις εκκλησίες των Δήμων και των χωριών του νομού και η οποία όριζε «ότι όστις καταστρέψει αρχαιότητας, ήτοι αγάλματα, επιγραφάς, αρχαία τείχη και παν ότι είναι έργον των αρχαίων ημών προγόνων ούτος εκτός της προσωπικής αυτού κρατήσεως… θέλει υπόκειται και εις πρόστιμον, ανάλογον της τιμής της Αρχαιότητος εκείνης, την οποίαν κατέστρεψεν,…». Μάλιστα, προβλεπόταν και αμοιβή για εκείνον ο οποίος θα έκανε την καταμήνυση, η οποία αμοιβή ανερχόταν στο μισό του προστίμου, που θα κατέβαλλε ο καταστροφέας. Η εγκύκλιος επιστράφηκε στο Δήμο Ναυπλίου με τη σημείωση «ανέγνωσα την Διαταγίν σας … επεκλισίαις την εν Μουράταγα [16] 7 Σεπτεμβρίου 1854 ο εφιμεριος Παππά Αθ: (ανάσιος) Τσιπόκας»(sic). [17]

 

Εγκύκλιος

 

Μεσολαβεί ένα διάστημα άνω των 15 χρόνων χωρίς να ανιχνεύονται αρχειακά τεκμήρια για τις αρχαιότητες. Το 1870 το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως αποστέλλει μακροσκελή εγκύκλιο [18] προς τους Νομάρχες και τους Επάρχους. Ο συντάκτης της εγκυκλίου περιγράφει το πρόβλημα της καταστροφής και της καπήλευσης των αρχαιοτήτων ξεκάθαρα, χωρίς υπεκφυγές και συγκαλύψεις. Καυτηριάζει την αρχαιοκαπηλία, που, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται για την περιστολή της, όχι μόνο αυξάνει, αλλά και κάποιοι το έχουν καταστήσει επάγγελμα. Παρομοιάζει τους αρχαιοκάπηλους με τυμβωρύχους «οίτινες του κέρδους χάριν ήθελον ανορύττει τους τάφους των πατέρων των». Χαρακτηρίζει ως «μεγίστην καταισχύνην» τα αρχαία να κοσμούν τα Μουσεία της Ευρώπης και όχι το Εθνικό Μουσείο της Ελλάδας. Καταλήγει ότι η σωτηρία των αρχαίων επαφίεται στην ευσυνείδητη εκτέλεση των καθηκόντων εκ μέρους των Δημάρχων, των συμβούλων τους και των λοιπών υπαλλήλων.

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα σχετικά με τις αρχαιότητες. Βέβαια δεν είναι άμοιρο ότι ιδρύονται οι περισσότερες ξένες Αρχαιολογικές Σχολές και Ινστιτούτα, οι οποίες και αναλαμβάνουν να εκτελέσουν ανασκαφές. Επίσης, ιδρύεται και η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. [19]  Είναι χαρακτηριστικό το έγγραφο που αποστέλλει το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης προς το Νομάρχη Αργολίδας και Κορινθίας, με το οποίο του γνωστοποιεί το διορισμό του Αθανάσιου Δημητριάδη, ως Εφόρου Αρχαιοτήτων Πελοποννήσου [20] και Επιτρόπου της Κυβέρνησης «διά τας εν τη αρχαία Ολυμπία ανασκαφάς, ας ανέλαβε να εκτελέσει η Γερμανική αυτοκρατορική κυβέρνησις ιδία δαπάνη εκ συμφώνου μετά της Ελληνικής κυβερνήσεως». [21]

 

Εγκύκλιος

 

Ειδικότερα για την Αργολίδα το αρχειακό υλικό μας πληροφορεί ότι με δαπάνες της Αρχαιολογικής Εταιρείας είχε πραγματοποιηθεί ανασκαφή τάφων στη βόρεια πλαγιά του Παλαμηδιού από το Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Κονδάκη (1873). [22] Η Εταιρεία επανήλθε το 1892 και ζητούσε πληροφορίες για το εάν η απέναντι από αυτή την ανασκαφή πλαγιά είναι εθνικός ή ιδιόκτητος τόπος, προκειμένου να αναθέσει ανασκαφή στον Έφορο Αρχαιοτήτων Βαλέριο Στάη. Επίσης, πληροφορούμαστε ότι, προκειμένου η Αρχαιολογική Εταιρεία να καλύψει τις οικονομικές ανάγκες της, της επιτράπηκε το 1874 «να προκηρύξει λαχείον εκ δραχμών νέων ή φράγκων ενός εκατομμυρίου». [23] Μάλιστα, το υπουργείο των εσωτερικών προέτρεπε μέσω των Νομαρχών τις δημοτικές αρχές «να λάβωσι τοιαύτα γραμμάτια» και «να συντελέσωσιν όπως τα οικία Δημοτικά Συμβούλια ψηφίσωσι ποσόν τι προς αγοράν τοιούτων». [24]

Όμως, παράλληλα με τις επίσημες ανασκαφές συνέχιζαν να εκτελούνται και παράνομες και μάλιστα από άτομα της διοίκησης. Το φαινόμενο αυτό ανάγκασε το Υπουργείο Εσωτερικών να αποστείλει εγκύκλιο με την οποία απαγόρευε αυστηρώς να εκτελούνται ανασκαφές από διοικητικούς και δημοτικούς υπαλλήλους, καθώς και την αγορά εκ μέρους τους αρχαιοτήτων από χωρικούς και τη μεταπώλησή τους σε αρχαιοκάπηλους· δηλαδή οι εντεταλμένοι από το νόμο υπάλληλοι να προστατεύουν τις αρχαιότητες, αντί να τις προστατεύουν συνεργάζονταν με αρχαιοκάπηλους. [25]

 

Εγκύκλιος

 

Τέλος, τα έτη 1889-1891 παρατηρείται κινητικότητα σχετικά με τους Φύλακες Αρχαιοτήτων. Υπάρχουν αρκετά έγγραφα τα οποία μας πληροφορούν για απολύσεις και μετακινήσεις Φυλάκων Αρχαιοτήτων, β΄ και γ΄ τάξης, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί σε αρχαιολογικούς χώρους, όπως η Τίρυνθα, οι τάφοι της Επιδαύρου και της Πρόνοιας, καθώς και το Ηραίο. Μάλιστα, πληροφορούμαστε ότι ο Φύλακας της Τίρυνθας Ι. Μιντζόπουλος το 1891 πληρωνόταν από την Αρχαιολογική Εταιρεία και λάμβανε μισθό 60 δρχ..

Κλείνοντας θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, αν και τα στοιχεία που παραθέσαμε είναι αποσπασματικά, η παρούσα έρευνα, θέλουμε να πιστεύουμε, ότι έδειξε:

  1. Το μέγεθος της καταστροφής των αρχαιοτήτων αλλά και την έκταση της αρχαιοκαπηλίας. Προφανώς η ρήση του Μακρυγιάννη, «γι’ αυτά πολεμήσαμε», δεν εισακούστηκε από ένα τμήμα του πληθυσμού του ελεύθερου ελληνικού κράτους, το οποίο τμήμα δεν θα πρέπει να ήταν μικρό. [26]
  1. Τον τρόπο αντιμετώπισης από τη Νομαρχιακή και Δημοτική Αρχή του προβλήματος της καταστροφής των αρχαίων και της αρχαιοκαπηλίας, οποίος τρόπος θυμίζει περισσότερο γραφειοκρατική διεκπεραίωση μιας υπόθεσης, παρά επίδειξη ζήλου και αγωνιστικότητας για τη διάσωση της εθνικής κληρονομιάς.
  1. Τη σχετικά μικρή εμπλοκή της Δημοτικής Αρχής στο θέμα των αρχαιοτήτων, αν λάβουμε υπόψη μας ότι το 19ο αιώνα ο Δήμαρχος ήταν ισχυρός τοπικός άρχοντας.

Τέλος, θα ήταν καλό, εάν υπάρχει αρχειακό υλικό σε άλλες αρχειακές μονάδες, αυτό να δημοσιοποιηθεί, ώστε να γνωρίζουμε πως αντιμετώπισαν την καταστροφή των αρχαίων και την αρχαιοκαπηλία άλλες νομαρχιακές και δημοτικές αρχές.

 

Υποσημειώσεις


 

 [1] Το κτίριο της Νομαρχίας κάηκε για πρώτη φορά το 1929. Τότε η Νομαρχία στεγαζόταν στο «παλατάκι του Καποδίστρια», εκεί που σήμερα βρίσκεται ο ανδριάντας του Όθωνα. Για δεύτερη φορά κάηκε το 1964, όταν στεγαζόταν σε κτίριο της Πλατείας Συντάγματος, όπου σήμερα λειτουργεί το καφενείο «Κεντρικόν». Οι πυρκαγιές κατέστρεψαν το Αρχείο της Νομαρχίας, όμως στο Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων έχουν σωθεί αφενός η αλληλογραφία του Δήμου με τη Νομαρχία (σχέδια εγγράφων και απαντήσεις του Νομάρχη) και αφετέρου οι εγκύκλιοι που έστελνε ο Νομάρχης, αλλά και οι εγκύκλιοι των διαφόρων Υπουργείων που διαβίβαζε ο Νομάρχης προς όλους τους Δήμους και τις Κοινότητες.

[2] Κόκκου 2009.

[3] Πρωτοψάλτης 1967, 107-109, αρ. 82, στο Κόκκου 2009, 54.

[4] Κόκκου 2009, 55.

[5] Κυριαζής 1973, 64.

[6] Εθνική Εφημερίς 1832, 266.

[7] ΔΑΝ 1837, φ. 27 90, αρ.πρωτ. 4436/9 Ιουνίου 1837.

[8] ΔΑΝ 1840, φ. Ρ 36, αρ.πρωτ. 1046/13 Μαϊου 1840.

[9] Γεωργόπουλος 2009, 99.

[10]ΔΑΝ 1843, φ. Ρ 36 ε, αρ.πρωτ. 870/1 Μαρτίου 1843. Βλ. και Μπίχτα 2008, 23.

[11] Εννοεί τα ασβεστοκάμινα, όπου ως πρώτη ύλη για την παρασκευή ασβέστη χρησιμοποιούσαν λίθους από αρχαία κτίσματα. Για το λόγο αυτό ο αρχαιολογικός νόμος, άρθρο 85, παρ. β΄ (δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αρ. 22/16 Ιουνίου 1834) αναφέρει ότι απαγορεύεται στους ιδιώτες, χωρίς άδεια, «να κατασκευάζουν εις περιφέρειαν ενός τετάρτου μυριομέτρου Ελληνικών λειψάνων ασβεστοκαμίνους, διά να μη δίδεται αφορμή και περίστασις εις βλάβην και φθορά των αρχαιοτήτων». Βλ. και Κόκκου 2009, 105, όπου αναφέρεται ότι ο Κυριάκος Πιττάκης σε έγγραφό του προς την «των Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Β. Γραμματείαν» με ημερομηνία 15/2/1838 προτείνει, να διαταχθούν οι Δασονόμοι να προσέχουν «εις τα χωρία και ερήμους τόπους, όπου κατασκευάζεται άσβεστος, διά να μη λαμβάνωσιν οι ασβεστοποιοί αρχαίας πέτρας από οικοδομάς, …».

[12] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ. εγκυκλίου 19/6 Μαρτίου 1854 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 1).

[13] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 7370/ Αύγουστος 1854 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 2).

[14] Ήδη από το 1835 απόμαχοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη της Ακρόπολης. Βλ. Χαραλαμπίδης

2008, 15.

[15] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 3766/ Αύγουστος 1854.

[16] Το χωριό Μουράταγα είναι η σημερινή Καλλιθέα μεταξύ Ασίνης και Δρεπάνου.

[17] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 668/ 1 Σεπτεμβρίου 1854.

[18] ΔΑΝ 1870, φ. Ω 39, αρ.πρωτ. 7600/ 23 Οκτωβρίου 1870. Την ίδια κατάσταση περιέγραφε σε εγκύκλιό του ο υπουργός Παιδείας Ν. Δρόσος, Κόκκου 2009, 124.

[19] Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που αποστέλλεται από την Εταιρεία προς το Δήμαρχο, όπου περιγράφεται το έργο της και ζητείται συνδρομή του Δήμου τακτική ή έκτακτη. ΔΑΝ 1892, φ. Ω 39, αρ. πρωτ. 87/ 30 Οκτωβρίου 1892.

[20] Ο Αθανάσιος Δημητριάδης ήταν Έφορος Αρχαιοτήτων Στερεάς Ελλάδας. Στη θέση του

μετακινήθηκε ο Παναγιώτης Σταματάκης, Έφορος Αρχαιοτήτων Πελοποννήσου. ΔΑΝ 1875, φ. Ω40, αρ.πρωτ. 6423/ 25 Αυγούστου 1875. (Ο Σταματάκης αναβαθμίστηκε από βοηθός του

Αρχαιολογικού Γραφείου και διορίστηκε Έφορος αρχαιοτήτων Πελοποννήσου τον Απρίλιο του

ίδιου έτους. Βλ. ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ.πρωτ. 2718/ 11 Απριλίου 1875).

[21] Βλ. ό.π. Σχετικά με τη συμφωνία και την ανασκαφή βλ. Παπαθεοδώρου 2008, 19.

[22] ΔΑΝ 1870, φ. Ω 39, αρ.πρωτ. 7600/ 23 Οκτωβρίου 1870 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 3).

[23] Εφημερίς της Κυβερνήσεως 1874, φ. 44.

[24] ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ. εγκυλ. 4/12 Φεβρουαρίου 1875 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 4).

[25] ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ. 95/ 16 Ιανουαρίου 1875 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 5).

[26] Δε γνωρίζω εάν έχουν εντοπιστεί και καταγραφεί οι ελληνικές αρχαιότητες που έχουν εξαχθεί νόμιμα ή παράνομα από τον ελλαδικό χώρο και βρίσκονται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές απανταχού του πλανήτη. Εάν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, νομίζω ότι είναι υποχρέωση της Ελληνικής Πολιτείας να το δρομολογήσει. Για δε τους νέους επιστήμονες «ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν».

 

Βιβλιογραφία


 

  • Δ. Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου και η συμβολή των Σουηδών στην οργάνωσή του (1833-1933), ΜΝΗΜΗ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (1998-2008), Βόλος 2009, 97-118.
  • ΕΘΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ, αρ. φύλου 50, 13 Οκτωβρίου 1832.
  • Α. ΚΟΚΚΟΥ, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία, Αθήνα 2009 (α΄ έκδοση 1977).
  • Π. ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Σταμάτης Βούλγαρης. Ο πρώτος πολεοδόμος της νεωτέρας Ελλάδος, Ιστορία, 1973, τχ. 64, 60-69.
  • Κ. ΜΠΙΧΤΑ, Το επίπονο έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας κατά τον 19ο αιώνα: Περισυλλογή και καταγραφή των αρχαιοτήτων, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 23-31.
  • ΕΡ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ, Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας για την ανασκαφή της αρχαίας Ολυμπίας, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 19-21.
  • ΕΜΜ. ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ, Ιστορικά έγγραφα περί αρχαιοτήτων και λοιπών μνημείων κατά τους χρόνους της Επαναστάσεως και του Καποδίστρια, Αθήναι 1967.
  • Δ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, Θεσμοθέτηση και ίδρυση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 13-17.

 

Πηγές


  • Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου (ΔΑΝ), Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Αργολίδας, ΔΗΜ.1.1.

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Προϊστάμενος Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Αργολίδας

Διημερίδα «Η Ιστορική και σρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Ο Γάλλος ζωγράφος Étienne Rey (1789-1867), από τους πρώτους καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών στη Λυών και διευθυντής του Μουσείου και της Σχολής Σχεδίου στη Βιέννη, έφτασε στο Άργος στις 18 Σεπτεμβρίου 1843, με τον αρχιτέκτονα Αntoine Marie Chenavard, από τη Λυών και οι δύο, όπου ο Rey φιλοτέχνησε ένα σχέδιο, ενώ ο Chenavard αποτύπωσε την κάτοψη του θεάτρου. Δημοσίευσαν και οι δύο από έναν τόμο αναμνήσεων, ο Rey το 1867 με τίτλο: «Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844. Par E. Rey, peintre, & Chenavard, architecte, Professeurs à l’Ecole des Beaux-Arts de Lyon, membres de l’Academie des Sciences, Belles-Lettres Arts de ladite Ville, correspondants de plusieurs autres sociétés savantes, et Dalgabio, architecte. Journal de Voyage. Dessins et planches lithographiées par Etienne Rey, Louis Perrin, Lyon (1867)», στον οποίο περιλαμβάνεται και το σχέδιο του Αρχαίου Θεάτρου Άργους.

Read Full Post »

Rey Étienne (1789-1867)


 

 Voyage pittoresque en Grèce ....

Voyage pittoresque en Grèce ….

Ο Γάλλος ζωγράφος Étienne Rey (1789-1867), από τους πρώτους καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών στη Λυών και διευθυντής του Μουσείου και της Σχολής Σχεδίου στη Βιέννη, ήταν εξαιρετικός δάσκαλος, δημοσίευσε εγχειρίδιο για την τεχνική της εγκαυστικής και υπήρξε μέλος πολλών καλλιτεχνικών εταιρειών. Ταξίδεψε σε μεγάλη ηλικία στην Ανατολή, το 1843, συντροφιά με τον επίσης ζωγράφο – αρχιτέκτονα Αntoine Marie Chenavard και τον αρχιτέκτονα J.M. Dalgabio. Ξεκίνησαν από τη Μασσαλία και μέσω Ιταλίας και Μάλτας περιηγήθηκαν για πέντε μήνες στην Ελλάδα, τη Μικρά Ασία και για μικρό χρονικό διάστημα στην Αίγυπτο.

Οι αποτυπώσεις του Rey με θέματα της Αθήνας, από την περίοδο του Όθωνα, και οι υπόλοιπες, κυρίως από την Πελοπόννησο[1], τη Στερεά Ελλάδα, τη Σύρο, την Κωνσταντινούπολη, την Τρωάδα και την περιοχή της Σμύρνης, δημοσιεύτηκαν σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το ταξίδι, γιατί ο Rey θέλησε να χαράξει ο ίδιος τις λιθογραφίες από τα πρωτότυπα σχέδιά του. Πέθανε πριν προλάβει να δει την έκδοση των έργων του. Τις εικόνες συνοδεύουν παρασελίδιες σημειώσεις, σαν ημερολόγιο, με πληροφορίες σχετικές με το ταξίδι. Τα επιχρωματισμένα χαρακτικά, με τις αποτυπώσεις των μνημείων κυρίως, μοιάζουν περισσότερο με υδατογραφίες αποδίδοντας τον χώρο σε μαλακό και ήρεμο φως.

 

Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης


 

[1] Στην Πελοπόννησο επισκέφτηκε την Αργολίδα και σχεδίασε σημαντικές αρχαιότητες του Άργους, των Μυκηνών, της Επιδαύρου, κ.α. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1843 έφτασε στο Άργος με τον αρχιτέκτονα Αntoine Marie Chenavard, από τη Λυών και οι δύο, όπου ο Rey φιλοτέχνησε ένα σχέδιο, ενώ ο Chenavard αποτύπωσε την κάτοψη του θεάτρου. Δημοσίευσαν και οι δύο από έναν τόμο αναμνήσεων, με αόριστες αναφορές.

Voyage en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844 par A.M. Chenavard, Architecte, E. Rey peintre, professeurs à l’école des Beaux-Arts de Lyon, et M.J. Dalgabio architecte. Relation par A.m. Chenavard. Lyon. Imprimerie de Léon Boitels Quai Saint Antoine (1849).

 Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844. Par E. Rey, peintre, & Chenavard, architecte, Professeurs à l’Ecole des Beaux-Arts de Lyon, membres de l’Academie des Sciences, Belles-Lettres Arts de ladite Ville, correspondants de plusieurs autres sociétés savantes, et Dalgabio, architecte. Journal de Voyage. Dessins et planches lithographiées par Etienne Rey, Louis Perrin, Lyon (1867).

(Michel Sève« Οι Γάλλοι Ταξιδιώτες στο Άργος », Ecole Francaise DAthenes, 1993)

 

Ιόλη Βιγγοπούλου

Δρ. Ιστορίας – Ερευνήτρια
Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

 

Πηγή


  • Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη

Read Full Post »

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου (Théâtre D’ Épidaure), επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843, δημοσιεύεται στο «Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant  fait en 1843-1844», Λυών,  1867.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

 Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »