Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αρχαιότητες’

Η προστασία των αρχαιοτήτων της Αργολίδας κατά τον 19ο αιώνα: Τεκμήρια από το Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος, Προϊστάμενος Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Αργολίδας


 

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Αργολίδας απόκειται το Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων, τα τεκμήρια του οποίου καλύπτουν τη χρονική περίοδο από το 1835 έως το 1980. Πρόκειται για αρχειακό υλικό που συμβάλλει κυρίως στη γνώση της μικροϊστορίας. Είναι ένα σημαντικό αρχείο, αν λάβουμε υπόψη μας τη μεγάλη χρονική του διάρκεια και πληρότητα, τις αδιάσπαστες σειρές στοιχείων, καθώς και το ότι το αρχείο της Νομαρχίας Αργολίδας σώζεται από το 1965 και μετά. [1]

Στην παρούσα δημοσίευση θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τα σχετικά με τις αρχαιότητες τεκμήρια του Δημοτικού Αρχείου υπό το πρίσμα των τοπικών συνθηκών και του ιστορικού γίγνεσθαι της εποχής.

Είναι γνωστά τα μέτρα τα οποία έλαβε ο Καποδίστριας, η Αντιβασιλεία και ο Όθωνας για την προστασία των αρχαιοτήτων. Όμως, παρά τα μέτρα που είχαν ληφθεί, υπήρξε πληθώρα περιπτώσεων αρχαίων που πουλήθηκαν σε ξένους, λεηλατήθηκαν από ξένους και δωρίστηκαν από το Ελληνικό Κράτος σε ξένους. [2]

Επιπλέον, ενώ ο αρχαιολογικός νόμος της Αντιβασιλείας, τον Ιούνιο του 1834, προστάτευε τα μνημεία και τα ερείπια, εντούτοις υπήρξαν περιπτώσεις, όπου λίθοι αρχαίων ερειπίων χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή οικοδομημάτων κατά τον οικοδομικό οργασμό που ακολούθησε τη δημιουργία του ελληνικού κράτους και το κτίσιμο των νέων πόλεων.

Βέβαια κάτι τέτοιο θα μπορούσε να δικαιολογηθεί πριν τη δημοσίευση του αρχαιολογικού νόμου, αν λάβουμε υπόψη μας τί θεωρείτο ως αρχαίο, το οποίο και θα έπρεπε να προστατευθεί. Διαφωτιστικό γι’ αυτό το θέμα είναι έγγραφο του 1829 που απέβλεπε αφενός να ευαισθητοποιηθούν οι κάτοικοι για τα λείψανα της αρχαιότητας και αφετέρου να μάθουν να τα αναγνωρίζουν και να τα καταλαβαίνουν. [3]

Το έγγραφο υπογράφει ο Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ο γνωστός Φιλικός, ο οποίος τότε κατείχε τη θέση του Εκτάκτου Επιτρόπου της Ήλιδας. Το παραθέτω:

 

Μουσείον ονομάζεται το μέρος, όπου τίθενται αι αρχαιότητες και φυλάττονται. Αρχαιότητες λέγονται αι παλαιότητες, όσα δηλαδή είναι έργα των προγόνων Ελλήνων και διεσώθησαν υποκάτω ή επάνω της γης. Συνίστανται αι αρχαιότητες από είδωλα λίθινα, ή από μάρμαρον, ή χρυσόν, άργυρον, χαλκόν, ή ορείχαλκον (προύντζος), σχηματίζοντα είδος ανθρώπου ή άλλου ζώου, γερά ή σπασμένα. Συνίστανται από δουλευμένας πέτρας, οπού έχουν επιγράμματα. Συνίστανται από αγγεία αργυρά, χρυσά, ορειχάλκινα, χάλκινα, πήλινα, ευρισκόμενα πολλάκις θαμμένα εις την γην ανάμεσα εις παλαιά ερείπια, ή τους ελληνικούς παλαιούς τάφους. Συνίστανται από διάφορα νομίσματα (μονέδες) χρυσά, αργυρά, ορειχάλκινα, χάλκινα και μολυβένια διαφόρου μεγέθους και βαρύτητος. Συνίστανται από βιβλία εις μεμβράνας. Και τέλος συνίστανται αι αρχαιότητες και εις άλλα διάφορα τεχνητά, δηλαδή εις δακτυλίδια χρυσά, ή αργυρά, εις δακτυλιδόπετρες με έγγλυφα ή ανάγλυφα, παριστώντα μορφήν ανθρώπων, ζώων, πτηνών, εντόμων, όφεων, φυτών. Όλα αυτά συνιστώσι τας αρχαιότητας, και δι’ αυτάς η Σ. Κυβέρνησις εσύστησε το Μουσείον και τας συναθροίζει.

 

Πουθενά στο έγγραφο δε γίνεται λόγος για ερείπια δημόσιων ή ιδιωτικών κτισμάτων είτε αυτά είναι τείχη, είτε είναι ναοί, είτε είναι ιερά, είτε είναι κατοικίες κ.λπ.. Άρα στη συνείδηση των διοικούντων, και βέβαια πολύ περισσότερο του λαού, τα παραπάνω κτίσματα δεν ήταν «αρχαία», οπότε δεν έχριζαν προστασίας και μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τις όποιες ανάγκες από τον οποιοδήποτε. Έτσι εξηγείται γιατί ξηλώθηκαν τα θεμέλια του ναού του Απόλλωνα στην Αίγινα για να κατασκευαστεί η προκυμαία, γιατί κατεδαφίστηκε στο Γαλαξείδι το αρχαίο τείχος για να κατασκευαστεί και εκεί η προκυμαία, [4] γιατί δημοπρατήθηκε το τείχος της Αθήνας και γιατί στο Ναύπλιο χρησιμοποιήθηκαν πέτρες από «τα παλαιά τείχη» [5], οι οποίες μάλιστα μεταφέρθηκαν με τις εθνικές άμαξες, προκειμένου να κατασκευαστεί προκυμαία και λιμενοβραχίονες μετά την πώληση των οικοπέδων στην παραλία το 1832, [6] για να δημιουργηθεί το «Προάστειον του Αιγιαλού».

Η παραπάνω πρακτική, λοιπόν, ανάγκασε το Μάιο του 1837 την επί των Εσωτερικών Βασιλική Γραμματεία να αποστείλει εγκύκλιο, [7] με την οποία, μέσω του Διοικητών των Νομών, έδινε εντολή στους Δημάρχους αφενός να εκδώσουν αυστηρές διαταγές προς τους δημότες και αφετέρου οι ίδιες οι Δημοτικές Αρχές να δείχνουν ιδιαίτερη προσοχή «εις την διατήρησιν των σωζομένων αρχαιοτήτων». Και τούτο γιατί η Κυβέρνηση είχε πληροφορίες «από υποκείμενα αξιόπιστα περιελθόντα διαφόρους Επαρχίας… ότι εις πολλά μέρη συντρίβονται και ακρωτηριάζονται αρχαίοι λίθοι, μεταφερόμενοι από ναούς και άλλα μνημεία εις τας πόλεις και τα χωρία προς χρήσιν δημοσίων και ιδιωτικών οικοδομών». Μάλιστα, προειδοποιούσε τους δημότες ότι «όστις συντρίψει ή ακρωτηριάσει αρχαιότητά τινα θέλει καταμηνύεται εις τον αρμόδιον εισαγγελέα διά να ενεργούνται κατ’ αυτού τα παρά του νόμου διακελευόμενα».

 

Εγκύκλιος

 

Ένας άλλος τρόπος προστασίας των αρχαιοτήτων ήταν η συγκέντρωση και φύλαξή τους. Έτσι μετά τρία χρόνια, το Μάιο του 1840, ο υπουργός της «επί των εκκλησιαστικών και της δημοσίου εκπαιδεύσεως» απέστειλε εγκύκλιο [8] προς στους διοικητές με το ερώτημα εάν ήταν δυνατή η σύσταση μουσείου, προκειμένου να συγκεντρωθούν οι αρχαιότητες. Ο διοικητής Αργολίδας τη διαβίβασε προς στους Δημάρχους του Νομού. Όσον αφορά την πόλη του Ναυπλίου ο Δήμαρχος προέβη σε κάποιες ενέργειες χωρίς αποτέλεσμα. Το θέμα ούτε καν συζητήθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο. Ίσως, δεν πρέπει να παραβλέπεται και η οικονομική κατάσταση του Δήμου, η οποία χαρακτηρίζεται από το Δήμαρχο ως «ελεεινή». Προφανώς, υπήρχαν άλλες προτεραιότητες. [9]

Το Μάρτιο του 1843 ο Διοικητής Αργολίδας επανήλθε με μακροσκελή εγκύκλιο προς τους Δημάρχους της Διοίκησής του, με την οποία τους καθιστούσε προσωπικά υπεύθυνους «διά πάσαν βλάβην ή αφαίρεσιν αρχαιοτήτων» [10]. Την εγκύκλιο αυτή προκάλεσε η επιδεινούμενη κατάσταση σχετικά με τα λείψανα της αρχαιότητας, τα οποία «φθείρονται και εξαφανίζονται από χείρας βεβήλους και απειροκάλους άλλοτε μεν συντριβόμενα, άλλοτε δε καιόμενα, [11] άλλοτε εντοιχιζόμενα και άλλοτε τέλος απαγόμενα ακαταζητήτως». Τέλος, έδινε οδηγίες για τη συλλογή και φύλαξη των αρχαιοτήτων.

Όμως, η κατάσταση όχι μόνο δεν βελτιωνόταν, αλλά μάλλον χειροτέρευε. Οι αρχαιότητες ήταν στο έλεος των αρχαιοκάπηλων σε σημείο που το Μάρτιο του 1854 το υπουργείο των Εσωτερικών να αποστείλει εγκύκλιο [12] προς τους Νομάρχες ζητώντας επαγρύπνηση για τη διαφύλαξη των αρχαιοτήτων και την παρεμπόδιση των ανασκαφών. Και ενώ η περίληψη της εγκυκλίου είχε τον τίτλο «Περί αρχαιοτήτων», ο Γραμματέας σημειώνει χαρακτηριστικά στο κάτω μέρος του εγγράφου «περί παρεμποδίσεως ανασκαφών», δηλαδή την πραγματική αιτία που προκάλεσε την αποστολή της εγκυκλίου.

Σε άλλη εγκύκλιο [13] προς τους Δημάρχους, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, ο Νομάρχης Αργολίδας και Κορινθίας χρησιμοποιεί σκληρή γλώσσα γράφοντας ότι «ουδείς εξ υμών κατεννόησεν οπόσον ενδιαφέρει την πατρίδα κοινώς και έκαστον Δήμον, ιδίως η καλή διατήρησις των επιτοπίως ανευρισκομένων εκάστοτε, ή και σωζομένων έκπαλαι αρχαιοτήτων» και συνεχίζει κατηγορώντας τους Δημάρχους και τους Παρέδρους ότι, είτε από ραθυμία, είτε από απειροκαλία, είτε από αισχροκέρδεια οι αρχαιότητες καταστρέφονται ή εξάγονται «εις ξένην γην». Μάλιστα, καθιστούσε τους Δημάρχους και τους Παρέδρους προσωπικά υπεύθυνους. Κατέληγε δε με την αναγγελία ότι «εντός ολίγου θέλουν διορισθεί εκ των απομάχων φύλακες παρ’ εκάστω Δήμω περιέχοντα λείψανα αρχαιότητος». [14] Γενικώς αυτή τη χρονιά υπήρξε μεγάλη κινητικότητα σχετικά με τις αρχαιότητες. Μένει να ερευνηθεί εάν η αρχαιοκαπηλία και η καταστροφή των αρχαίων είχε τέτοια έκταση, ώστε να σταλεί από το υπουργείο των εκκλησιαστικών η εγκύκλιος του 1854, [15] η οποία μάλιστα επρόκειτο να διαβαστεί στις εκκλησίες των Δήμων και των χωριών του νομού και η οποία όριζε «ότι όστις καταστρέψει αρχαιότητας, ήτοι αγάλματα, επιγραφάς, αρχαία τείχη και παν ότι είναι έργον των αρχαίων ημών προγόνων ούτος εκτός της προσωπικής αυτού κρατήσεως… θέλει υπόκειται και εις πρόστιμον, ανάλογον της τιμής της Αρχαιότητος εκείνης, την οποίαν κατέστρεψεν,…». Μάλιστα, προβλεπόταν και αμοιβή για εκείνον ο οποίος θα έκανε την καταμήνυση, η οποία αμοιβή ανερχόταν στο μισό του προστίμου, που θα κατέβαλλε ο καταστροφέας. Η εγκύκλιος επιστράφηκε στο Δήμο Ναυπλίου με τη σημείωση «ανέγνωσα την Διαταγίν σας … επεκλισίαις την εν Μουράταγα [16] 7 Σεπτεμβρίου 1854 ο εφιμεριος Παππά Αθ: (ανάσιος) Τσιπόκας»(sic). [17]

 

Εγκύκλιος

 

Μεσολαβεί ένα διάστημα άνω των 15 χρόνων χωρίς να ανιχνεύονται αρχειακά τεκμήρια για τις αρχαιότητες. Το 1870 το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως αποστέλλει μακροσκελή εγκύκλιο [18] προς τους Νομάρχες και τους Επάρχους. Ο συντάκτης της εγκυκλίου περιγράφει το πρόβλημα της καταστροφής και της καπήλευσης των αρχαιοτήτων ξεκάθαρα, χωρίς υπεκφυγές και συγκαλύψεις. Καυτηριάζει την αρχαιοκαπηλία, που, παρά τα μέτρα που λαμβάνονται για την περιστολή της, όχι μόνο αυξάνει, αλλά και κάποιοι το έχουν καταστήσει επάγγελμα. Παρομοιάζει τους αρχαιοκάπηλους με τυμβωρύχους «οίτινες του κέρδους χάριν ήθελον ανορύττει τους τάφους των πατέρων των». Χαρακτηρίζει ως «μεγίστην καταισχύνην» τα αρχαία να κοσμούν τα Μουσεία της Ευρώπης και όχι το Εθνικό Μουσείο της Ελλάδας. Καταλήγει ότι η σωτηρία των αρχαίων επαφίεται στην ευσυνείδητη εκτέλεση των καθηκόντων εκ μέρους των Δημάρχων, των συμβούλων τους και των λοιπών υπαλλήλων.

Το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα παρατηρείται μεγάλη κινητικότητα σχετικά με τις αρχαιότητες. Βέβαια δεν είναι άμοιρο ότι ιδρύονται οι περισσότερες ξένες Αρχαιολογικές Σχολές και Ινστιτούτα, οι οποίες και αναλαμβάνουν να εκτελέσουν ανασκαφές. Επίσης, ιδρύεται και η Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος. [19]  Είναι χαρακτηριστικό το έγγραφο που αποστέλλει το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης προς το Νομάρχη Αργολίδας και Κορινθίας, με το οποίο του γνωστοποιεί το διορισμό του Αθανάσιου Δημητριάδη, ως Εφόρου Αρχαιοτήτων Πελοποννήσου [20] και Επιτρόπου της Κυβέρνησης «διά τας εν τη αρχαία Ολυμπία ανασκαφάς, ας ανέλαβε να εκτελέσει η Γερμανική αυτοκρατορική κυβέρνησις ιδία δαπάνη εκ συμφώνου μετά της Ελληνικής κυβερνήσεως». [21]

 

Εγκύκλιος

 

Ειδικότερα για την Αργολίδα το αρχειακό υλικό μας πληροφορεί ότι με δαπάνες της Αρχαιολογικής Εταιρείας είχε πραγματοποιηθεί ανασκαφή τάφων στη βόρεια πλαγιά του Παλαμηδιού από το Νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Κονδάκη (1873). [22] Η Εταιρεία επανήλθε το 1892 και ζητούσε πληροφορίες για το εάν η απέναντι από αυτή την ανασκαφή πλαγιά είναι εθνικός ή ιδιόκτητος τόπος, προκειμένου να αναθέσει ανασκαφή στον Έφορο Αρχαιοτήτων Βαλέριο Στάη. Επίσης, πληροφορούμαστε ότι, προκειμένου η Αρχαιολογική Εταιρεία να καλύψει τις οικονομικές ανάγκες της, της επιτράπηκε το 1874 «να προκηρύξει λαχείον εκ δραχμών νέων ή φράγκων ενός εκατομμυρίου». [23] Μάλιστα, το υπουργείο των εσωτερικών προέτρεπε μέσω των Νομαρχών τις δημοτικές αρχές «να λάβωσι τοιαύτα γραμμάτια» και «να συντελέσωσιν όπως τα οικία Δημοτικά Συμβούλια ψηφίσωσι ποσόν τι προς αγοράν τοιούτων». [24]

Όμως, παράλληλα με τις επίσημες ανασκαφές συνέχιζαν να εκτελούνται και παράνομες και μάλιστα από άτομα της διοίκησης. Το φαινόμενο αυτό ανάγκασε το Υπουργείο Εσωτερικών να αποστείλει εγκύκλιο με την οποία απαγόρευε αυστηρώς να εκτελούνται ανασκαφές από διοικητικούς και δημοτικούς υπαλλήλους, καθώς και την αγορά εκ μέρους τους αρχαιοτήτων από χωρικούς και τη μεταπώλησή τους σε αρχαιοκάπηλους· δηλαδή οι εντεταλμένοι από το νόμο υπάλληλοι να προστατεύουν τις αρχαιότητες, αντί να τις προστατεύουν συνεργάζονταν με αρχαιοκάπηλους. [25]

 

Εγκύκλιος

 

Τέλος, τα έτη 1889-1891 παρατηρείται κινητικότητα σχετικά με τους Φύλακες Αρχαιοτήτων. Υπάρχουν αρκετά έγγραφα τα οποία μας πληροφορούν για απολύσεις και μετακινήσεις Φυλάκων Αρχαιοτήτων, β΄ και γ΄ τάξης, οι οποίοι είχαν τοποθετηθεί σε αρχαιολογικούς χώρους, όπως η Τίρυνθα, οι τάφοι της Επιδαύρου και της Πρόνοιας, καθώς και το Ηραίο. Μάλιστα, πληροφορούμαστε ότι ο Φύλακας της Τίρυνθας Ι. Μιντζόπουλος το 1891 πληρωνόταν από την Αρχαιολογική Εταιρεία και λάμβανε μισθό 60 δρχ..

Κλείνοντας θα πρέπει να σημειώσουμε ότι, αν και τα στοιχεία που παραθέσαμε είναι αποσπασματικά, η παρούσα έρευνα, θέλουμε να πιστεύουμε, ότι έδειξε:

  1. Το μέγεθος της καταστροφής των αρχαιοτήτων αλλά και την έκταση της αρχαιοκαπηλίας. Προφανώς η ρήση του Μακρυγιάννη, «γι’ αυτά πολεμήσαμε», δεν εισακούστηκε από ένα τμήμα του πληθυσμού του ελεύθερου ελληνικού κράτους, το οποίο τμήμα δεν θα πρέπει να ήταν μικρό. [26]
  1. Τον τρόπο αντιμετώπισης από τη Νομαρχιακή και Δημοτική Αρχή του προβλήματος της καταστροφής των αρχαίων και της αρχαιοκαπηλίας, οποίος τρόπος θυμίζει περισσότερο γραφειοκρατική διεκπεραίωση μιας υπόθεσης, παρά επίδειξη ζήλου και αγωνιστικότητας για τη διάσωση της εθνικής κληρονομιάς.
  1. Τη σχετικά μικρή εμπλοκή της Δημοτικής Αρχής στο θέμα των αρχαιοτήτων, αν λάβουμε υπόψη μας ότι το 19ο αιώνα ο Δήμαρχος ήταν ισχυρός τοπικός άρχοντας.

Τέλος, θα ήταν καλό, εάν υπάρχει αρχειακό υλικό σε άλλες αρχειακές μονάδες, αυτό να δημοσιοποιηθεί, ώστε να γνωρίζουμε πως αντιμετώπισαν την καταστροφή των αρχαίων και την αρχαιοκαπηλία άλλες νομαρχιακές και δημοτικές αρχές.

 

Υποσημειώσεις


 

 [1] Το κτίριο της Νομαρχίας κάηκε για πρώτη φορά το 1929. Τότε η Νομαρχία στεγαζόταν στο «παλατάκι του Καποδίστρια», εκεί που σήμερα βρίσκεται ο ανδριάντας του Όθωνα. Για δεύτερη φορά κάηκε το 1964, όταν στεγαζόταν σε κτίριο της Πλατείας Συντάγματος, όπου σήμερα λειτουργεί το καφενείο «Κεντρικόν». Οι πυρκαγιές κατέστρεψαν το Αρχείο της Νομαρχίας, όμως στο Αρχείο του Δήμου Ναυπλιέων έχουν σωθεί αφενός η αλληλογραφία του Δήμου με τη Νομαρχία (σχέδια εγγράφων και απαντήσεις του Νομάρχη) και αφετέρου οι εγκύκλιοι που έστελνε ο Νομάρχης, αλλά και οι εγκύκλιοι των διαφόρων Υπουργείων που διαβίβαζε ο Νομάρχης προς όλους τους Δήμους και τις Κοινότητες.

[2] Κόκκου 2009.

[3] Πρωτοψάλτης 1967, 107-109, αρ. 82, στο Κόκκου 2009, 54.

[4] Κόκκου 2009, 55.

[5] Κυριαζής 1973, 64.

[6] Εθνική Εφημερίς 1832, 266.

[7] ΔΑΝ 1837, φ. 27 90, αρ.πρωτ. 4436/9 Ιουνίου 1837.

[8] ΔΑΝ 1840, φ. Ρ 36, αρ.πρωτ. 1046/13 Μαϊου 1840.

[9] Γεωργόπουλος 2009, 99.

[10]ΔΑΝ 1843, φ. Ρ 36 ε, αρ.πρωτ. 870/1 Μαρτίου 1843. Βλ. και Μπίχτα 2008, 23.

[11] Εννοεί τα ασβεστοκάμινα, όπου ως πρώτη ύλη για την παρασκευή ασβέστη χρησιμοποιούσαν λίθους από αρχαία κτίσματα. Για το λόγο αυτό ο αρχαιολογικός νόμος, άρθρο 85, παρ. β΄ (δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αρ. 22/16 Ιουνίου 1834) αναφέρει ότι απαγορεύεται στους ιδιώτες, χωρίς άδεια, «να κατασκευάζουν εις περιφέρειαν ενός τετάρτου μυριομέτρου Ελληνικών λειψάνων ασβεστοκαμίνους, διά να μη δίδεται αφορμή και περίστασις εις βλάβην και φθορά των αρχαιοτήτων». Βλ. και Κόκκου 2009, 105, όπου αναφέρεται ότι ο Κυριάκος Πιττάκης σε έγγραφό του προς την «των Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Β. Γραμματείαν» με ημερομηνία 15/2/1838 προτείνει, να διαταχθούν οι Δασονόμοι να προσέχουν «εις τα χωρία και ερήμους τόπους, όπου κατασκευάζεται άσβεστος, διά να μη λαμβάνωσιν οι ασβεστοποιοί αρχαίας πέτρας από οικοδομάς, …».

[12] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ. εγκυκλίου 19/6 Μαρτίου 1854 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 1).

[13] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 7370/ Αύγουστος 1854 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 2).

[14] Ήδη από το 1835 απόμαχοι είχαν αναλάβει τη φύλαξη της Ακρόπολης. Βλ. Χαραλαμπίδης

2008, 15.

[15] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 3766/ Αύγουστος 1854.

[16] Το χωριό Μουράταγα είναι η σημερινή Καλλιθέα μεταξύ Ασίνης και Δρεπάνου.

[17] ΔΑΝ 1854, φ. 02, αρ.πρωτ. 668/ 1 Σεπτεμβρίου 1854.

[18] ΔΑΝ 1870, φ. Ω 39, αρ.πρωτ. 7600/ 23 Οκτωβρίου 1870. Την ίδια κατάσταση περιέγραφε σε εγκύκλιό του ο υπουργός Παιδείας Ν. Δρόσος, Κόκκου 2009, 124.

[19] Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που αποστέλλεται από την Εταιρεία προς το Δήμαρχο, όπου περιγράφεται το έργο της και ζητείται συνδρομή του Δήμου τακτική ή έκτακτη. ΔΑΝ 1892, φ. Ω 39, αρ. πρωτ. 87/ 30 Οκτωβρίου 1892.

[20] Ο Αθανάσιος Δημητριάδης ήταν Έφορος Αρχαιοτήτων Στερεάς Ελλάδας. Στη θέση του

μετακινήθηκε ο Παναγιώτης Σταματάκης, Έφορος Αρχαιοτήτων Πελοποννήσου. ΔΑΝ 1875, φ. Ω40, αρ.πρωτ. 6423/ 25 Αυγούστου 1875. (Ο Σταματάκης αναβαθμίστηκε από βοηθός του

Αρχαιολογικού Γραφείου και διορίστηκε Έφορος αρχαιοτήτων Πελοποννήσου τον Απρίλιο του

ίδιου έτους. Βλ. ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ.πρωτ. 2718/ 11 Απριλίου 1875).

[21] Βλ. ό.π. Σχετικά με τη συμφωνία και την ανασκαφή βλ. Παπαθεοδώρου 2008, 19.

[22] ΔΑΝ 1870, φ. Ω 39, αρ.πρωτ. 7600/ 23 Οκτωβρίου 1870 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 3).

[23] Εφημερίς της Κυβερνήσεως 1874, φ. 44.

[24] ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ. εγκυλ. 4/12 Φεβρουαρίου 1875 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 4).

[25] ΔΑΝ 1875, φ. Ω 40, αρ. 95/ 16 Ιανουαρίου 1875 (Βλ. Παράρτημα, έγγραφο 5).

[26] Δε γνωρίζω εάν έχουν εντοπιστεί και καταγραφεί οι ελληνικές αρχαιότητες που έχουν εξαχθεί νόμιμα ή παράνομα από τον ελλαδικό χώρο και βρίσκονται σε μουσεία και ιδιωτικές συλλογές απανταχού του πλανήτη. Εάν δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, νομίζω ότι είναι υποχρέωση της Ελληνικής Πολιτείας να το δρομολογήσει. Για δε τους νέους επιστήμονες «ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν».

 

Βιβλιογραφία


 

  • Δ. Χ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ, Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου και η συμβολή των Σουηδών στην οργάνωσή του (1833-1933), ΜΝΗΜΗ ΤΑΣΟΥΛΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ (1998-2008), Βόλος 2009, 97-118.
  • ΕΘΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ, αρ. φύλου 50, 13 Οκτωβρίου 1832.
  • Α. ΚΟΚΚΟΥ, Η μέριμνα για τις αρχαιότητες στην Ελλάδα και τα πρώτα μουσεία, Αθήνα 2009 (α΄ έκδοση 1977).
  • Π. ΚΥΡΙΑΖΗΣ, Σταμάτης Βούλγαρης. Ο πρώτος πολεοδόμος της νεωτέρας Ελλάδος, Ιστορία, 1973, τχ. 64, 60-69.
  • Κ. ΜΠΙΧΤΑ, Το επίπονο έργο της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας κατά τον 19ο αιώνα: Περισυλλογή και καταγραφή των αρχαιοτήτων, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 23-31.
  • ΕΡ. ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ, Σύμβαση μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας για την ανασκαφή της αρχαίας Ολυμπίας, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 19-21.
  • ΕΜΜ. ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ, Ιστορικά έγγραφα περί αρχαιοτήτων και λοιπών μνημείων κατά τους χρόνους της Επαναστάσεως και του Καποδίστρια, Αθήναι 1967.
  • Δ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, Θεσμοθέτηση και ίδρυση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, «… ανέφερα εγγράφως» ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΑΡΧΕΙΟΥ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ, Αθήνα 2008, 13-17.

 

Πηγές


  • Δημοτικό Αρχείο Ναυπλίου (ΔΑΝ), Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Ν. Αργολίδας, ΔΗΜ.1.1.

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Προϊστάμενος Γ.Α.Κ. – Αρχείων Ν. Αργολίδας

Διημερίδα «Η Ιστορική και σρχαιολογική ερευνά στην Πελοπόννησο, όπως προκύπτει από τα αρχεία των Γ.Α.Κ. Νομών Πελοποννήσου και αρχεία άλλων φορέων». Τρίπολη, 04 & 05 Οκτωβρίου 2013. Πρακτικά. Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών, Τρίπολη 2014.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου του Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

Άποψη του Αρχαίου Θεάτρου Άργους, κάτω αριστερά τα Ρωμαϊκά Λουτρά και στο βάθος το Ναύπλιο, επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Ο Γάλλος ζωγράφος Étienne Rey (1789-1867), από τους πρώτους καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών στη Λυών και διευθυντής του Μουσείου και της Σχολής Σχεδίου στη Βιέννη, έφτασε στο Άργος στις 18 Σεπτεμβρίου 1843, με τον αρχιτέκτονα Αntoine Marie Chenavard, από τη Λυών και οι δύο, όπου ο Rey φιλοτέχνησε ένα σχέδιο, ενώ ο Chenavard αποτύπωσε την κάτοψη του θεάτρου. Δημοσίευσαν και οι δύο από έναν τόμο αναμνήσεων, ο Rey το 1867 με τίτλο: «Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844. Par E. Rey, peintre, & Chenavard, architecte, Professeurs à l’Ecole des Beaux-Arts de Lyon, membres de l’Academie des Sciences, Belles-Lettres Arts de ladite Ville, correspondants de plusieurs autres sociétés savantes, et Dalgabio, architecte. Journal de Voyage. Dessins et planches lithographiées par Etienne Rey, Louis Perrin, Lyon (1867)», στον οποίο περιλαμβάνεται και το σχέδιο του Αρχαίου Θεάτρου Άργους.

Read Full Post »

Rey Étienne (1789-1867)


 

 Voyage pittoresque en Grèce ....

Voyage pittoresque en Grèce ….

Ο Γάλλος ζωγράφος Étienne Rey (1789-1867), από τους πρώτους καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών στη Λυών και διευθυντής του Μουσείου και της Σχολής Σχεδίου στη Βιέννη, ήταν εξαιρετικός δάσκαλος, δημοσίευσε εγχειρίδιο για την τεχνική της εγκαυστικής και υπήρξε μέλος πολλών καλλιτεχνικών εταιρειών. Ταξίδεψε σε μεγάλη ηλικία στην Ανατολή, το 1843, συντροφιά με τον επίσης ζωγράφο – αρχιτέκτονα Αntoine Marie Chenavard και τον αρχιτέκτονα J.M. Dalgabio. Ξεκίνησαν από τη Μασσαλία και μέσω Ιταλίας και Μάλτας περιηγήθηκαν για πέντε μήνες στην Ελλάδα, τη Μικρά Ασία και για μικρό χρονικό διάστημα στην Αίγυπτο.

Οι αποτυπώσεις του Rey με θέματα της Αθήνας, από την περίοδο του Όθωνα, και οι υπόλοιπες, κυρίως από την Πελοπόννησο[1], τη Στερεά Ελλάδα, τη Σύρο, την Κωνσταντινούπολη, την Τρωάδα και την περιοχή της Σμύρνης, δημοσιεύτηκαν σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το ταξίδι, γιατί ο Rey θέλησε να χαράξει ο ίδιος τις λιθογραφίες από τα πρωτότυπα σχέδιά του. Πέθανε πριν προλάβει να δει την έκδοση των έργων του. Τις εικόνες συνοδεύουν παρασελίδιες σημειώσεις, σαν ημερολόγιο, με πληροφορίες σχετικές με το ταξίδι. Τα επιχρωματισμένα χαρακτικά, με τις αποτυπώσεις των μνημείων κυρίως, μοιάζουν περισσότερο με υδατογραφίες αποδίδοντας τον χώρο σε μαλακό και ήρεμο φως.

 

Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης


 

[1] Στην Πελοπόννησο επισκέφτηκε την Αργολίδα και σχεδίασε σημαντικές αρχαιότητες του Άργους, των Μυκηνών, της Επιδαύρου, κ.α. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1843 έφτασε στο Άργος με τον αρχιτέκτονα Αntoine Marie Chenavard, από τη Λυών και οι δύο, όπου ο Rey φιλοτέχνησε ένα σχέδιο, ενώ ο Chenavard αποτύπωσε την κάτοψη του θεάτρου. Δημοσίευσαν και οι δύο από έναν τόμο αναμνήσεων, με αόριστες αναφορές.

Voyage en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844 par A.M. Chenavard, Architecte, E. Rey peintre, professeurs à l’école des Beaux-Arts de Lyon, et M.J. Dalgabio architecte. Relation par A.m. Chenavard. Lyon. Imprimerie de Léon Boitels Quai Saint Antoine (1849).

 Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844. Par E. Rey, peintre, & Chenavard, architecte, Professeurs à l’Ecole des Beaux-Arts de Lyon, membres de l’Academie des Sciences, Belles-Lettres Arts de ladite Ville, correspondants de plusieurs autres sociétés savantes, et Dalgabio, architecte. Journal de Voyage. Dessins et planches lithographiées par Etienne Rey, Louis Perrin, Lyon (1867).

(Michel Sève« Οι Γάλλοι Ταξιδιώτες στο Άργος », Ecole Francaise DAthenes, 1993)

 

Ιόλη Βιγγοπούλου

Δρ. Ιστορίας – Ερευνήτρια
Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

 

Πηγή


  • Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη

Read Full Post »

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου (Théâtre D’ Épidaure), επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843, δημοσιεύεται στο «Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant  fait en 1843-1844», Λυών,  1867.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

 Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »