Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αρχιτεκτονική’

Τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη στην Κόρινθο – Δημήτριος Ι. Μπάρτζης[1]


 

 

Πήραν τα κάστρα πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια,

Πήραν και την Τριπολιτσά, την ξακουσμένη χώρα.

Κλαίουν στους δρόμους Τούρκισσες, κλαίουν Εμιροπούλες,

Κλαίει και μια χανούμισσα τον δόλιο τον Κιαμήλη.

 

-Αχ! πού ’σαι και δε φαίνεσαι, καμαρωμένε αφέντη;

Ήσουν κολόνα του Μοριά και φλάμπουρο στην Κόρθο,

Ήσουν και στην Τριπολιτσά θεμελιωμένος πύργος.

 

Στην Κόρθο πλια δε φαίνεσαι, ουδέ μες τα σαράγια.

Ένας παπάς σου τα ’καψε τα έρμα τα παλάτια.

Κλαίουν τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά γι’ αγάδες,

Κλαίει και η Κιαμήλαινα το δόλιο της τον άντρα.

Σκλάβος ραγιάδων έπεσε και ζει ραγιάς ραγιάδων.[2]

 

 

Το παραπάνω δημοτικό τραγούδι είναι γνωστό ως «Του Κιαμήλ Μπέη» και είναι αξιοσημείωτο, διότι αναφέρεται σε έναν ισχυρό Τούρκο του Μοριά και στα δεινά που υπέφερε από τον αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία. Η ειδική μνεία στα παλάτια του, δηλαδή το σεράι του, δείχνει πως αυτή η κατοικία πρέπει να ήταν οπωσδήποτε κάτι το ξεχωριστό από τον μέσο όρο της εποχής. Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η ανασύσταση της εικόνας αυτού του μεγαλοπρεπούς κτηρίου και της ζωής σε αυτό, μέσα από μαρτυρίες και απεικονίσεις περιηγητών του 19ου αιώνα.

 

Κιαμήλ Μπέης

 

Ο Κιαμήλ Μπέης γεννήθηκε το 1784 [3]. Γιος του Νουρή Μπέη, ήταν διοικητής του καζά της Κορίνθου από το 1815. Είχε υπό την εποπτεία του τις περιοχές Ισθμίας, Κορινθίας, Σικυωνίας, Πελλήνης, Φενεού, Στυμφαλίας, Επιδαυρίας, Τροιζήνας και εκτός της Πελοποννήσου τα Δερβενοχώρια των Μεγάρων [4]. Συνολικά η κυριαρχία του εκτεινόταν σε 163 χωριά [5]. Καταγόταν από την οικογένεια των Απδίμ-Παγιάνων, μια εκ των ισχυρότερων της Πελοποννήσου, η οποία τοποθετήθηκε στη διοίκηση της Κορίνθου σχεδόν αμέσως μετά το τέλος της Βενετοκρατίας στο Μοριά (1717) [6]. Η περιοχή γνώρισε τότε πρωτοφανή άνθηση. Έγινε συστηματική εκμετάλλευση των καλλιεργειών, ιδίως ελαιόδεντρων [7] και συσσωρεύτηκε πολύς πλούτος. Φαίνεται δε ότι η καταπίεση του αγροτικού πληθυσμού δεν ήταν ανάλογη άλλων περιοχών [8]. Τα μέλη της οικογένειας ζούσαν πλουσιοπάροχα και το αξίωμά τους είχε γίνει σχεδόν κληρονομικό, αφού διοικούσαν επί σχεδόν έναν αιώνα την περιοχή [9].

Με το ξέσπασμα της Επανάστασης ο Κιαμήλ Μπέης βρίσκεται στην Τριπολιτσά και μετά την κατάληψη της πόλης πιάνεται όμηρος από τους Έλληνες. Εκτελέστηκε από τον φρούραρχο Αχιλλέα Θεοδωρίδη στις 7 Ιουλίου 1822 στον Ακροκόρινθο, ενώ πλησίαζε η στρατιά του Δράμαλη.

 

Υποδοχή και φιλοξενία Ευρωπαίων από τους Μπέηδες της Κορίνθου

 

Πλήθος περιηγητών πέρασαν από το σεράι του Μπέη στην Κόρινθο. Οι μαρτυρίες για το κτήριο καθεαυτό είναι λιγοστές, αλλά συμπληρώνονται από αρκετές απεικονίσεις. Για τους ίδιους τους χρήστες του χώρου έχουμε όμως πολλές μαρτυρίες, οι οποίες φανερώνουν ένα τελετουργικό υποδοχής των ξένων στο παλάτι.

Ο Daniel Clarke, ευρισκόμενος στην Κόρινθο το Νοέμβριο του 1802, προσκλήθηκε από τον Νουρή Μπέη στο σερά [10]. Ακολουθήθηκε πιστά το τελετουργικό προσφοράς καφέ και καπνίσματος. Η κουβέντα όμως που ακολούθησε, ενώ ξεκίνησε κατά το τυπικό, με γενικές ερωτήσεις που αφορούσαν στα ταξίδια του, τελικά εκτράπηκε με ειρωνείες, σαρκασμούς και απαξίωση από μέρους του Μπέη. Ο Οθωμανός είχε εξοργιστεί που δεν του είχαν φέρει δώρα, αλλά είχαν την απαίτηση να αναλάβει την τροφή και διαμονή τους. Έφτασε λοιπόν να μην μπορεί να πειστεί ότι πρόκειται για «Άγγλους αφεντάδες, τζέντλεμεν», αλλά για ρακοσυλλέκτες, αφού τους βρήκε να μαζεύουν από σωρούς με μπάζα «κομμάτια από σπασμένα κατσαρόλια» [11].

 

Κόρινθος, το κάστρο του Κιαμίλ-μπέη, Th. du Moncel, 1843

 

Ο Λόρδος Βύρων το 1810 είχε μάλλον μια ατυχή εμπειρία[12]. Κατατρεγμένος από ισχυρή καταιγίδα ζήτησε κατάλυμα στο σεράι και τον έδιωξαν. Ο ποιητής φανερά προσβεβλημένος συντάσσει ένα γράμμα διαμαρτυρίας προς τον Άγγλο πρόξενο στην Κωνσταντινούπολη. Εν τέλει ο Νουρή Μπέης δέχεται επίπληξη από τον Βελή Πασά της Τριπολιτσάς και εντέλεται να φέρεται φιλόξενα σε κάθε ταξιδιώτη, ενώ απαντά στον Βύρωνα με μια απολογητική επιστολή στα ελληνικά, η οποία ξεκίναγε με την προσφώνηση: «Εξοχότατε, εκπλαμπρότατε, πανευγενέστατε και επιπόθητέ μοι φίλε μηλιόρδ πυρόν, ακριβώς και φιλικώς χαιρετώ, και ερωτώ το ακριβόν μοι χατήρι σας»[13]. Αντίθετα ο γιος του, Κιαμήλ Μπέης, ευγενέστερη φυσιογνωμία, δέχεται με χαρά τους Ευρωπαίους περιηγητές.

Η μετέπειτα βασίλισσα της Αγγλίας Καρολίνα, το 1816 φτάνει στην Κόρινθο και χαίρει μεγάλης τελετής υποδοχής, παρουσία του Κιαμήλ Μπέη και όλων των αξιωματούχων του. Την περίμεναν έφιπποι έξω από την πόλη και τη συνόδεψαν με άγημα έως το παλάτι[14], όπου σειρά διαμερισμάτων είχε προετοιμαστεί για τη φιλοξενία της[15]. Αν και ο Μπέης εξέφρασε μια δυσαρέσκεια, που μια κυρία ταξίδευε ασυνόδευτη χωρίς κάποιο συγγενικό πρόσωπο μαζί της[16], εντούτοις φρόντισε η διαμονή της στο σεράι να είναι κατά το δυνατόν ευχάριστη και της απέδιδε τα σέβη του καθημερινά[17].

Τον John Galt υποδέχτηκε επίσης μια παρέλαση, την οποία όμως βρήκε ακριβή και άχρηστη, κάνοντάς τον να εγκαταλείψει την Κόρινθο μια ώρα αρχύτερα[18].

Η υποδοχή των επισκεπτών γινόταν κανονισμένα. Συνήθως από την προηγούμενη ημέρα οι ταξιδιώτες έστελναν κάποιον να αναγγείλει την άφιξή τους, μαζί με τα απαιτούμενα έγγραφα από τον Πασά. Ο Turner έχοντας το μπουγιουρντί από την Τριπολιτσά, αλλά και γράμμα του Νουρή Μπέη προς το γιο του, Κιαμήλ[19], γίνεται δεκτός με ενθουσιασμό. Ο Μπέης του προσφέρει όσα άλογα και άνδρες χρειαζόταν για συνοδεία, ανταλλάσουν νέα πίνοντας καφέ και καπνίζοντας τσιμπούκια[20].

Ο T.S. Hughes μας πληροφορεί το τι είναι τα δώρα[21]. Ο Νουρή Μπέης του ζητά ένα χρυσό ρολόι – άρεσαν στους Τούρκους και τα χρησιμοποιούσαν για διάκοσμο των οντάδων τους[22]-, ωστόσο αρκείται τελικά σε ένα μεγάλο καλό τηλεσκόπιο. Άλλοι φρόντιζαν να κρατούν το δώρο στα χέρια τους καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης με τον Μπέη, προκειμένου να εξασφαλίσουν το μπουγιουρντί που ζητούσαν[23]. Δώρα όμως έκανε και ο Μπέης. Στη σύζυγο του Λόρδου Έλγιν πρόσφερε μια εσάρπα και ένα κουτί ντυμένο με ύφασμα, διακοσμημένο με κεντήματα[24]. Ο Hughes εξηγεί πως η ανταλλαγή δώρων είναι τόσο κοινή πρακτική στην οθωμανική αυτοκρατορία, όσο και η ανταλλαγή φιλοφρονήσεων[25]. Είναι δε ο μόνος τρόπος να εκπληρωθεί το οποιοδήποτε αίτημα προς τις αρχές. Όμως με συστατικά γράμματα ανά χείρας από τον Νουρή, έγινε δεκτός από τον Κιαμήλ στην Κόρινθο. Υπέβαλε τα σέβη του στο νεαρό άνδρα και έχαιρε εγκάρδιας υποδοχής. Ο Μπέης προθυμοποιήθηκε να του ετοιμάσει διαμερίσματα για να τον φιλοξενήσει, κάνοντας τον Hughes να μειδιάσει σκεπτόμενος, πως η παράδοση του Ξένιου Δία καλλιεργείται ακόμη σε αυτή τη χώρα[26].

 

Το παλάτι, όπως το είδαν και το έζησαν οι περιηγητές

 

Οι μαρτυρίες περιηγητών για το παλάτι του Κιαμήλ Μπέη αρκούνται σε γενικότητες θαυμασμού για την ειδυλλιακή τοποθεσία, τη γραφικότητα, την μεγαλοπρέπεια και την ανατολίτικη πολυτέλεια του κτηρίου[27]. Ο Gell θεωρεί πως το σπίτι του Νουρή Μπέη είναι καλύτερο από του Πασά στην Τριπολιτσά[28]. Ο Leake αναφέρει πως πρόκειται για ένα συγκρότημα κτηρίων εντός κλειστού περιβόλου[29], τέτοιας έκτασης, που χρειαζόταν κανείς μισή ώρα για να το διασχίσει[30] μέσα από τους κήπους του γεμάτους κυπαρίσσια[31] και λεμονοπορτοκαλιές. Αποτελούσε ουσιαστικά ακόμη ένα προάστιο της τότε αραιοδομημένης Κορίνθου[32], καταλαμβάνοντας το βορειοανατολικό άκρο της πόλης, επάνω σε ένα φυσικό άνδηρο με εποπτεία τον κάμπο της Βόχας και τον Κορινθιακό κόλπο.

Σε πανόραμα της Κορίνθου, σχεδιασμένου από τον Gell[33], γίνεται σαφής διάκριση του κτηριακού συγκροτήματος σε δύο κύριες ενότητες: Παλάτι του Μπέη (Σελαμλίκι) και Χαρέμι.

Το πρώτο καταλαμβάνει το δυτικό άκρο του υψιπέδου. Η σημαντικότερη μαρτυρία γι’ αυτό είναι του αρχιτέκτονα Joseph Woods. Έχοντας περιγράψει τις γενικές αρχές διάρθρωσης ενός τυπικού οθωμανικού σπιτιού[34], παραθέτει μια αναλυτική περιγραφή του σεραγιού του Μπέη στην Κόρινθο: «Το καλύτερο σπίτι το οποίο είδα, ήταν αυτό του μπέη στην Κόρινθο. Το κυρίως μέρος του κτηρίου είναι σχήματος Γ σε κάτοψη, δημιουργώντας δύο πλευρές τετραγώνου, ενώ στη γωνία υπάρχει κλιμακοστάσιο που οδηγεί στη στοά και τον κύριο όροφο. Αυτή η στοά δεν παραλείπεται ποτέ σε οποιοδήποτε αξιοπρεπές σπίτι. Είναι πάντοτε ξύλινη και τα κύρια δωμάτια ανοίγονται απευθείας σε αυτήν. Οι βεράντες μας φαίνεται να έχουν ως πρότυπο τη στοά, αλλά το μεγαλύτερο βάθος της, η προεξοχή της στέγης και οι διακοσμημένες μαρκίζες την καθιστούν κατά πολύ αποτελεσματικότερη. Η είσοδος στο παλάτι, όπως και στις άλλες κατοικίες, γίνεται μέσω προαυλίου, αλλά εξωτερικά οι τοίχοι ξεπροβάλλουν πάνω από τα απότομα βράχια, κάτω από τα οποία είναι οι κήποι. Το μέρος είναι ιδανικό, καθώς παρέχει εποπτεία του κάμπου και του Κορινθιακού. Κάτω από τη στοά, στο προαύλιο, είναι μια τοξοστοιχία, υποβασταζόμενη από κοντούς στρογγυλούς πέτρινους στύλους, οι οποίοι δεν έχουν αντιστοιχία με τους ξύλινους στύλους της υπερκείμενης στοάς. Οι τοίχοι της στοάς έχουν ζωγραφιστεί με διακοσμητικά στοιχεία, τα οποία όμως έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Πέρα από αυτά που περιγράψαμε, είναι μια σειρά γραφείων και πέρα από αυτά βρίσκονται τα διαμερίσματα των γυναικών (χαρέμι) που φυσικά είναι αόρατα» [35].

Η εικόνα μας για το κτήριο μπορεί να ολοκληρωθεί με τα δύο γνωστά σχέδια των Gell[36] και Hallerstein[37], τα οποία έρχονται σε απόλυτη αντιστοιχία με τη γραπτή περιγραφή του Woods (Εικ. 1α, 1β).

 

Εικ. 1α: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση με βάση τα σχέδια των Gell και Hallerstein. Τομή στους άξονες Βορρά- Νότου και Ανατολής – Δύσης, όπου απεικονίζεται το χαγιάτι και η τοξοστοιχία. Κλίμακα 1:500.

 

Εικ. 1β: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση με βάση τα σχέδια των Gell και Hallerstein. Τομή στους άξονες Βορρά- Νότου και Ανατολής – Δύσης, όπου απεικονίζεται το χαγιάτι και η τοξοστοιχία. Κλίμακα 1:500.

 

Κι αν από τα παραπάνω σχέδια λείπουν οι ανθρώπινες φιγούρες, ο Γάλλος ποιητής Pierre Lebrun, κάνει πλήρη, γεμάτη ενάργεια ανασύσταση της ζωής στο παλάτι μέσα από τη γλαφυρότατη περιγραφή της επίσκεψής του εκεί: «Τον Κιαμήλ Μπέη τον είδα μόνο μια φορά και πέρασα μαζί του μόλις μια ώρα. […] Ήταν νύχτα, στην εποχή που είχαν ραμαζάνι. […] Έφθασα στο παλάτι. Μια αχανής αυλή, όπου πρωτομπήκα, φωτιζόταν από μια μεγάλη φλόγα από πευκόξυλα, που έκαιγε. Ήταν σαν ένα καμινέτο, μια πυρά υψωμένη στο κέντρο με ένα παλούκι. Η φλόγα, κίτρινη και απαλή παρείχε διαύγεια μέσα στο σκοτάδι. Έτσι μου επέτρεψε να δω άλογα δεμένα, φρουρούς και ποικίλες ομάδες ατόμων που περίμεναν ακρόαση, ενώ ακουγόταν θόρυβος από νερό.

Μια φαρδιά σκάλα οδηγεί στη στοά. Βρέθηκα στη μέση ενός πλήθους από αξιωματούχους, υπηρέτες, διερμηνείς να πηγαινοέρχονται. Έμπαιναν, έβγαιναν, εξαφανίζονταν και επανεμφανίζονταν, χωρίς σταματημό. Πείστηκα λοιπόν ότι ο κόσμος μέσα σε ένα ανατολίτικο παλάτι, όπως ακριβώς σε ένα ευρωπαϊκό, είναι συνεχώς απασχολημένος με μικροπράγματα.

Οι αίθουσες ανοίγονταν σε αυτή τη στοά, φωτισμένες από το εσωτερικό τους και ήταν όλες γεμάτες. Μερικές καταλαμβάνονταν από τους υψηλόβαθμους αξιωματικούς του Μπέη, άλλες από λιγότερο σημαντικά στελέχη, εδώ συνάνταγες δερβίσηδες, εκεί στρατιώτες, αλλού γραμματείς. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι κάθονταν σε ντιβάνια, τοποθετημένα γύρω σε κάθε αίθουσα. Η όλη ακινησία τους ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον πανικό που γινόταν στη στοά. Όλοι κάπνιζαν με αξιοπρέπεια, ατάραχοι μέσα σε απόλυτη ψυχραιμία, εκτός από τους δερβίσηδες. Αυτοί φαίνονταν να τους κινεί μια παράξενη ευθυμία. […]

Βιαστικός όπως ήμουν για να εξασφαλίσω ένα μπουγιουρντί, διέκοψα τις παρατηρήσεις των αξιωματούχων του, που με κράτησαν στην πόρτα της εξοχότητάς του. Μου έλεγαν να περιμένω. Πότε γιατί ο Μπέης γευμάτιζε, πότε επειδή είχαν έρθει πραματευτές. Απελπίστηκα, οπότε τους παραμέρισα, σήκωσα την κουρτίνα της πόρτας και βρέθηκα μπροστά στον Μπέη.

Στη μέση μιας μεγάλης αίθουσας πλούσια διακοσμημένης, πάνω σε ένα βάθρο σκεπασμένο με ψάθες ήταν τοποθετημένα τρία κηροπήγια, σαν αυτά των εκκλησιών, τοποθετημένα χάμω, ενώ ένας σκλάβος ερχόταν αραιά και που για να τα ξεφυτιλίσει τα τεράστια κεριά. Ένας άνδρας 36 ως 40 χρονών, με όμορφο και σοβαρό πρόσωπο, ήταν ξαπλωμένος με τα πόδια σταυρωμένα σε ένα ντιβάνι στο βάθος της αίθουσας. Ήταν ο Κιαμήλ. Όλοι τριγύρω κάπνιζαν και τον κοιτάγαμε σιωπηλά να καπνίζει και αυτός. Ήταν σαν μια παγόδα που ανέδιδε λιβάνι στον ίδιο τον εαυτό της. Στο ντιβάνι αριστερά του Μπέη δυο αξιωματικοί κάθονταν σε μια σεβαστή απόσταση, ενώ στη βάση της εξέδρας μερικοί αξιωματούχοι και μια ομάδα Έλληνες συνωστίζονταν εμποδίζοντας την είσοδο. Ξεφύτρωσα λοιπόν ανάμεσά τους και διέκοψα τη σιωπή της συγκέντρωσης αυτής. […]

Ξαφνιασμένος ο Μπέης ρώτησε τι ήθελα, ποιος ήμουν, από πού ερχόμουν, πού πήγαινα… Σε κάθε απάντηση του διερμηνέα μου, με κοίταγε με μια ευγενική προσοχή. Έπειτα μου έκανε νόημα να ανέβω [τα σκαλοπάτια] και να κάτσω στο ντιβάνι δίπλα του. Ένας σκλάβος μου έφερε τον καφέ και επικράτησε πάλι σιωπή. Έγινα λοιπόν και εγώ με τη σειρά μου μέλος αυτής της βουβής σκηνής, της οποίας την ηρεμία είχα διακόψει μπαίνοντας πριν. […]

Μια μικρή περίσταση […] με έπεισε ότι παρ’ όλες τις συνήθειες που κληρονόμησε από τον τούρκικο δεσποτισμό, ο Κιαμήλ είχε διατηρήσει μια απέχθεια για τον εξευτελισμό του ανθρώπου ενώπιον της εξουσίας. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο απέκρουσε την ταπείνωση ενός ανθρώπου που ήρθε ικετεύοντας δίπλα του. Είχε ανέβει στην εξέδρα, προσκύνησε μπροστά στον Μπέη και ετοιμαζόταν να του φιλήσει τα πόδια. Ο Κιαμήλ, χωρίς να χάνει τη σοβαρότητά του, τράβηξε ξαφνικά τα πόδια του κάτω από τη φορεσιά του και άφησε τον κακόμοιρο ντροπιασμένο και σαστισμένο […]»[38].

 

Μαρτυρίες για το χαρέμι

 

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ένα τυπικό οθωμανικό σπίτι χωριζόταν σε ανδρώνα (selamlik) και γυναικωνίτη (haremlik) [39]. Στην περίπτωση των παλατιών του Κιαμήλ Μπέη, το χαρέμι είναι ένα ανεξάρτητο κτήριο [40], το οποίο καταλαμβάνει το βορειοανατολικό άκρο του περιβόλου, έρχεται σχεδόν στο χείλος του βραχώδους ανδήρου (Εικ. 2) και περιτοιχίζεται από υψηλή μάντρα, που το αποκόπτει οπτικά από το υπόλοιπο σύνολο [41].

 

Εικ.2: Χαρέμι: Γραφική αποκατάσταση της βορειοδυτικής όψης με βάση σχέδιο του Gell. Κλίμακα 1:500.

 

Ο χρονικογράφος της Καρολίνας αναφέρει πως οι σύζυγοι του Κιαμήλ Μπέη δεν ήταν αναρίθμητες[42], αλλά ομορφότερες από άλλες που είχαν δει[43] και προσθέτει κάτι αξιοσημείωτο: Ο Κιαμήλ είχε παντρευτεί λίγα χρόνια πριν μια όμορφη χωρική, της φερόταν με σεβασμό και ουσιαστικά σχετιζόταν μόνο με αυτήν έκτοτε, ενώ την παρουσίαζε ως τη μοναδική σύζυγό του[44]. Ωστόσο στο χαρέμι ζούσαν τόσο οι γυναίκες του Νουρή Μπέη[45], όσο και αυτές του αδελφού του, Μπεκήρ Αγά[46]. Κάποιος περιηγητής θεώρησε ότι αυτές οι γυναίκες ήταν θαμμένες ζωντανές στο σεράι[47]. Μιλώντας τους όμως εξεπλάγη, διότι τον διαβεβαίωσαν πως είναι πολύ ευτυχισμένες και δε σκέφτονταν ποτέ τον έξω κόσμο, ούτε το τι συνέβαινε σε αυτόν. Οι ψηλές μάντρες εξασφάλιζαν ότι κανένα γεγονός δε θα εξάψει τη φαντασία τους και έτσι, υποστήριζαν, ήταν ευτυχισμένες. Λίγες ήξεραν γραφή και ανάγνωση, αλλά το μεγάλο δεινό τους ήταν άλλο: «Το μεγάλο μας βάσανο, αυτό που κάτι φορές προκαλεί τρομακτικές συνέπειες ανάμεσά μας, είναι η ζήλεια. Όποτε βλέπαμε τον Μπέη να τον έλκει κάποια περισσότερο από τις υπόλοιπες, κάτι το οποίο συνέβαινε συχνά, μας καταβρόχθιζε η οργή και το μίσος και κάποιες φορές θα είχαμε αλληλοσκοτωθεί, εάν δεν μας περικύκλωναν οι φρουροί»[48].

Από το παλάτι έφευγαν μόνο για να επισκεφτούν τα άλλα ενδιαιτήματα των κυρίων τους στην εξοχή. Η μεταφορά τους γινόταν «μέσα σε καλυμμένα κουτιά, ανά δύο δεμένα με σχοινιά στο σαμάρι ενός μουλαριού, σαν τα καλάθια που κρεμάνε οι γύφτοι στα ζώα. Στο κάθε κουτί καθόταν μια γυναίκα, ενώ κουρτίνες από πορφυρό ύφασμα εμπόδιζαν τους περαστικούς από το να τις δουν»[49]. Δεκαπέντε χρόνια αργότερα (1818) φαίνεται πως χρησιμοποιούσαν για τον ίδιο σκοπό άμαξες[50].

Ξεχωριστό γεγονός για τις γυναίκες του χαρεμιού πρέπει να ήταν η επίσκεψη της Λαίδης Έλγιν το 1802: Ύστερα από παρακάλια στον ευνούχο, τον έπεισαν να τη φωνάξει. Αυτή όμως δε θέλησε να πάει, διότι δεν είχε μαζί της δραγουμάνο (διερμηνέα), αλλά τελικά υποχώρησε. «Την υποδέχτηκαν με πολλή θέρμη. Την περιέλουσαν με ροδόνερο, κάτι που μάλλον την αιφνιδίασε, μετά την αρωμάτισαν και στη συνέχεια μια γυναίκα πεσμένη στα γόνατα της προσέφερε εκλεκτά γλυκίσματα, νερό και καφέ. Με τις τρεις τέσσερις λέξεις τουρκικές που γνώριζε η κυρία Έλγιν, υποβοηθούμενη από νεύματα των χεριών και των ματιών, κατάφερε τελικά να περάσει είκοσι λεπτά μαζί τους. Όταν πλέον σηκώθηκε για να φύγει, η «Μεγάλη γυναίκα» του Νουρή Μπέη, όπως την κατονομάζουν, την συνόδεψε ως την κορυφή της σκάλας, ενώ δυο γυναίκες την κράτησαν από τα μπράτσα αγκαζέ και την οδήγησαν στην πόρτα»[51]. Φαίνεται λοιπόν πως ακολουθείται ένα τελετουργικό υποδοχής που ομοιάζει με αυτό των ανδρών, ενώ συνάγεται η ύπαρξη χαγιατιού και στο χαρέμι και μια πυλίδα που οδηγεί στο υπόλοιπο σεράι.

Οκτώ χρόνια αργότερα οι γυναίκες του χαρεμιού θα συναναστραφούν με τη Λαίδη Hester. Η συνάντησή τους εξελίσσεται σε θέμα ελαιογραφίας ρομαντικού οριενταλισμού. Αυτό όμως που δε γνώριζαν ήταν, πως τη συνάντηση παρακολουθούσαν κρυφά οι άνδρες ακόλουθοι της Hester, κρυμμένοι στη μουσάντρα: «… οι κοπέλες γρήγορα απέκτησαν οικειότητα με τη λαίδη Hester. Ξεσκέπασαν τα πρόσωπά τους αλλά με μελετημένη χάρη, ώστε να δείχνουν το σώμα τους, τα κοσμήματά τους. Η συζήτηση διεξαγόταν με νοήματα και χειρονομίες. Επίσης άρχισαν να εξετάζουν το φόρεμα της λαίδης Hester και να το συγκρίνουν με τα δικά τους. Μη γνωρίζοντας ότι τις παρακολουθούν μάτια ανδρών, γύμνωσαν τα πόδια και το στήθος τους. Στο τέλος απαλλάξαμε τη λαίδη Hester από τη δυσάρεστη θέση που είχε βρεθεί άθελά της, μ’ ένα πνιχτό γέλιο που πανικόβαλε τις μουσουλμάνες. Ξαναφορώντας τα πέπλα και τους φερετζέδες έπνιξαν την ευθυμία τους αμέσως…»[52].

Ένα ζήτημα που δημιουργεί σύγχυση είναι ο συσχετισμός των χαρεμιών με την πηγή νερού ακριβώς κάτω από τα παλάτια, στη ρίζα του βράχου. Το συγκεκριμένο τοπωνύμιο φαίνεται να εμφανίζεται πρώτη φορά στην Επανάσταση[53], για να γενικευτεί από το 1834 και μετά[54]. Οι ποικίλες περιγραφές περιηγητών, πιθανότατα όλες αποκυήματα φαντασίας, αναπαράγουν σκηνές μακαριότητας του Μπέη σε αυτά τα λουτρά περιστοιχισμένου από τις οδαλίσκες του χαρεμιού.

Το δροσερό αυτό μέρος (μια όαση το θέρος) μαζί με τους γύρω κήπους, αποδίδεται εν πολλοίς στο χαρέμι[55]. Μόνο ο Πουκεβίλ άκουσε να αναφέρονται σε αυτόν τον τόπο με το όνομα «souhamam»[56]. Ο χώρος πιθανόν λειτουργούσε και ως υπαίθριο λουτρό, πράγμα που δικαιολογεί έναν επιμήκη τοίχο που ανέσκαψε ο Robinson και χρησίμευε, όπως υποστηρίζει, για να ορίζει αφενός το χώρο της πηγής και να προστατεύει αφετέρου από τα βλέμματα των χωρικών τα μέλη του νοικοκυριού του παλατιού που κατέβαιναν εκεί για να πάρουν νερό ή να πλυθούν[57]. Επομένως, ο ανασκαφέας, λαμβάνοντας υπόψη του την παράδοση, που σχετίζει την Κόρινθο με την θεά της ομορφιάς, θεωρεί προφανές πως ο χαρακτηρισμός του χώρου ως «Λουτρών της Αφροδίτης» οφείλεται στη χρήση του από τις γυναίκες του χαρεμιού του Μπέη. Οπωσδήποτε η μετεπαναστατική ζώσα μνήμη των Κορίνθιων πρέπει να διέσωσε έναν απόηχο, μιας περιστασιακής ίσως χρήσης του χώρου από τις γυναίκες, ίσως τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο συσχετισμός της πηγής με το χαρέμι, ως ομάδας ατόμων καταλήγει σε λογικό συμπέρασμα. Δεν μπορούμε όμως να υποστηρίξουμε το ίδιο για το κτήριο, το οποίο βρίσκεται αντιδιαμετρικά στο συγκρότημα στα ανατολικά, συνεπώς δε μπορεί να έχει καμία σχέση με το καλούμενο λουτρό της Αφροδίτης στα δυτικά.

 

Τα κατάλοιπα των παλατιών μετά την καταστροφή τους

 

Τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη κάηκαν από τον Παπαφλέσσα στις 23 Απριλίου 1821[58]. Σημαντικό μέρος τους πρέπει να σώθηκε σε χαλάσματα, όπως συνάγεται από μαρτυρία του Ludwig Ross, που τα βρίσκει άδεια, εθνική πλέον περιουσία[59]. Αντίθετα ο Anderson υποστηρίζει πως είναι ισοπεδωμένα[60]. Στα μέσα του 19ου αιώνα η περιοχή συνεχίζει να είναι ένας ερειπιώνας, με το μόνο πράγμα που φαίνεται να σώζεται να είναι ένας πύργος με την ονομασία «του Κιαμήλ Μπέη»[61]. Ο ισχυρός σεισμός του 1858 και οι συνεχείς αρόσεις του χώρου οδήγησαν στο να μη σώζεται σήμερα σχεδόν τίποτα πέρα από κάποια θεμέλια τοίχων, ένα ερειπωμένο λουτρό και μια επιμελημένη λίθινη κλίμακα που οδηγεί στα «Λουτρά της Αφροδίτης». Ο Robinson στις δοκιμαστικές τομές που έσκαψε, βρήκε ίχνη της μεγάλης αυλής, στρωμένης με κροκάλες και τα θεμέλια της δυτικής πτέρυγας του παλατιού[62].

Πολύτιμα για την ταύτιση των καταλοίπων του παλατιού είναι δυο πολεοδομικά σχέδια της Κορίνθου εκπονημένα ανεξάρτητα από τους Peytier (1829)[63] και Abelé (για λογαριασμό του Schaubert το 1833)[64]. Ο συνδυασμός τους μας παρέχει ασφαλή συμπεράσματα για τη διάρθρωση του οικοδομικού συγκροτήματος.

Ο Γάλλος πολεοδόμος Peytier στο σχέδιό του δίνει σαφή τα όρια του περιβόλου της ιδιοκτησίας του Μπέη και σημειώνει τρία κτήρια ιστάμενα εντός του: Δύο λουτρά και έναν πύργο[65], τα οποία απεικονίζει ο Du Moncel με λεπτομέρεια σε δύο πίνακές του[66], οι οποίοι συνθέτουν ένα ευρύ πανόραμα (Εικ. 3).

 

Εικ. 3: Συναρμογή δύο πινάκων του Du Moncel σε ένα ενιαίο πανόραμα. Στο μέσον ο σωζόμενος πύργος πλαισιωμένος από δύο λουτρά, τα μόνα ιστάμενα κτήρια από το συγκρότημα του Μπέη το 1843. Σήμερα σώζεται ερειπωμένο μόνο το λουτρό στα δεξιά.

 

Τα παραπάνω εντοπίζονται εύκολα στο σχέδιο του Abelé, στο οποίο σημειώνονται τα περιγράμματα όλων των κτηρίων του συγκροτήματος μαζί με τους μεσότοιχούς τους και τις μάντρες των επί μέρους αυλών (Εικ. 4).

 

Εικ.4: Γραφική αποκατάσταση του οικοδομικού συγκροτήματος του Μπέη και υπέρθεσή του σε δορυφορική λήψη του 2016. Τα κατάλοιπα των κυριώτερων κτηρίων βρίσκονται θαμμένα σε αδόμητα αγροτεμάχια. 1) Πλατεία μπροστά από το μεγάλο τζαμί του Κάτω Μαχαλά, με δύο μεγάλες κρήνες. 2) Η κύρια πύλη εισόδου. 3) Σελαμλίκι, όπου γινόταν επίσης η υποδοχή των Ευρωπαίων περιηγητών. 4) Χαρέμι, 5) Πύργος με οχυρωματικά χαρακτηριστικά. 6) Πύργος που λειτουργούσε ως μπελβεντέρε. 7) Βενετικές οχυρωματικές κατασκευές. 8) Λουτρά. 9) Λουτρά Αφροδίτης. Κλίμακα 1:2000.

 

Γραφική αποκατάσταση συγκροτήματος

 

Τρεις βασικοί δρόμοι της Κορίνθου οδηγούσαν από το κέντρο του οικισμού (Παζάρι) σε ένα πλάτωμα, μπροστά από το μεγάλο τζαμί του μαχαλά «του Μπέη». Ο χώρος αυτός, πλαισιωμένος με δύο κρήνες[67], είχε ως βόρειο και δυτικό όριο τον περίβολο του συγκροτήματος των παλατιών και εκεί πρέπει να βρισκόταν η είσοδος[68] προς την κεντρική λιθόστρωτη[69]αυλή.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, το οικοδομικό συγκρότημα απαρτίζεται από δύο κύριες ενότητες, το σελαμλίκι και το χαρέμι, τα οποία συνοδεύονται από βοηθητικά κτίσματα. Το κυρίως κτήριο κάθε ενότητας έχει σχήμα ισοσκελούς Γ σε κάτοψη και αναπτύσσεται κατά μήκος του χείλους του υψιπέδου. Η χωροθέτησή τους αντιδιαμετρικά στο συγκρότημα, ενδεχομένως εξαρτήθηκε από προϋπάρχουσες[70] αντιστηρίξεις του απότομου, βραχώδους πρανούς, καθώς έτσι εξασφαλιζόταν η ευστάθεια του εδάφους θεμελίωσης και απρόσκοπτη εποπτεία του Κορινθιακού κόλπου. Μεταξύ των δύο ενοτήτων ορθώνονταν δύο πύργοι, με διαφορετική χρήση ο καθένας.

Με βάση τις γραπτές μαρτυρίες και τις απεικονίσεις περιηγητών, είναι φανερό πως το σελαμλίκι φέρει τα τυπικά χαρακτηριστικά των πλούσιων αρχοντικών της οθωμανικής εποχής: Οντάδες σε παράθεση ανοίγονται προς ένα ευρύχωρο χαγιάτι και η περίπτωση που εξετάζουμε ανήκει στον τύπο σπιτιού με «εξωτερικό σοφά» κατά S.H. Eldem[71]. Η γραφική αποκατάσταση που προτείνεται για κάθε κτήριο βασίστηκε για το περίγραμμα της κάτοψης και των γενικών διαστάσεων στο σχέδιοAbelé. Ο αριθμός των οντάδων και η διάταξή τους στην κάτοψη, συνεπώς και η διάρθρωση των όψεων, βασίστηκε στα διαθέσιμα σχέδια και χαρακτικά περιηγητών[72]. Τα μεγέθη προσεγγίστηκαν με βάση τον οθωμανικό τεκτονικό πήχη[73] τιμής 76.4 εκ[74].

Τα στοιχεία για την μια σχετικά ασφαλή αποκατάσταση της κατοικίας του Μπέη είναι αρκετά[75]. Το κτήριο αποτελείται από δύο πτέρυγες κάθετες μεταξύ τους, μήκους περίπου 52 μ. η δυτική και περίπου 47 μ. η βόρεια, στις οποίες είναι εφικτή η ύπαρξη δώδεκα οντάδων, αριθμός που φανερώνει το πρωτοφανές μέγεθος του οικοδομήματος[76] (Εικ. 5).

 

Εικ.5: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση κάτοψης ορόφου. Κλίμακα 1:500.

 

Δύο μεγάλοι οντάδες με σαχνισιά που ξεχωρίζουν στη βόρεια όψη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως χώροι ακροάσεων του Μπέη (Εικ. 6). Ιδιαίτερη είναι επίσης η μορφή της σκάλας, στη συμβολή των δύο πτερύγων, με δύο σκέλη να οδηγούν σε αντίθετες κατευθύνσεις[77] (Εικ. 1α, 1β).

 

Εικ.6: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση βόρειας όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Η σκάλα απόληγε σε δύο πλατύσκαλα που έβαιναν στο χαγιάτι, ενώ αμέσως πλάι σε αυτά υπήρχε από ένα μικρό κιόσκι. Στο κτήριο υπήρχε επίσης ενσωματωμένο χαμάμ, το μόνο σωζόμενο έως σήμερα κατάλοιπο από τα παλάτια. Τέλος, κοντά στο νότιο άκρο της δυτικής πτέρυγας βρισκόταν η μνημειακή κλίμακα καθόδου στα «Λουτρά της Αφροδίτης» (Εικ. 7).

 

Εικ.7: Σελαμλίκι: Γραφική αποκατάσταση δυτικής όψης. Δεξιά η μνημειακή κλίμακα προς τα λουτρά της Αφροδίτης. Κλίμακα 1:500. Yπόβαθρο σχεδίασης από Ι. Τραυλό στο ROBINSON 1962, 129, εικ.9.

 

Σε σχετική γειτνίαση με το σελαμλίκι υπήρχε πύργος με ξύλινο όροφο σε προεξοχή[78] και το πιθανότερο ήταν κάποιου είδους μπελβεντέρε. (Εικ. 8). Η ταύτισή του στο σχέδιο Abelé είναι η πιο επισφαλής. Η θέση που προτείνεται εδώ βασίστηκε σε απεικονίσεις, στις οποίες εμφανίζονται κολλητά σε αυτόν άλλα χαμηλότερα κτήρια[79].

 

Εικ.8: Πύργος-Μπελβεντέρε: Γραφική αποκατάσταση βόρειας όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Το χαρέμι είναι ένα κτήριο σχήματος Γ σε κάτοψη με άνισα σκέλη, με γενικές διαστάσεις 46.5 Χ 27 μ., διαθέτει δικό του περίβολο αλλά και τειχισμένη αυλή. Η βόρεια πτέρυγα έχει ένα ιδιόμορφο περίγραμμα, με τέσσερις εσοχές[80], που δεν αποκλείεται να αποτελεί αποτέλεσμα προσαρμογής στο περίγραμμα προϋφιστάμενου τείχους, το οποίο αντιστήριζε ταυτόχρονα το απότομο πρανές (Εικ. 9).

 

Εικ.9: Χαρέμι: Γραφική αποκατάσταση της κάτοψης ορόφου. Κλίμακα 1:500.

 

Ένα πολύ ιδιαίτερο στοιχείο στο χαρέμι είναι ένας ψηλός και ογκώδης πύργος-μπελβεντέρε, προσαρτημένος στο κύριο σώμα του κτηρίου[81], ωστόσο δε φέρει καθόλου οχυρωματικά χαρακτηριστικά, όπως σε άλλα αντίστοιχα παραδείγματα[82], αποτελώντας μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, τόσο από άποψη χωροθέτησής του στο κτήριο, όσο και για τη χρήση του (Εικ. 10).

 

Εικ.10: Χαρέμι: Γραφική αποκατάσταση βόρειας όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Το κτήριο αποκαθίσταται, τουλάχιστον όσον αφορά στην κάτοψή του με μεγάλη επιφύλαξη και παραδοχές, έχοντας επτά οντάδες. Η ύπαρξη χαγιατιού είναι βέβαιη, ενώ πρέπει να στηριζόταν σε τοξωτή κιονοστοιχία[83]. Το λουτρό των γυναικών (Εικ. 3) ήταν αυτοτελές κτίσμα τειχισμένο με μάντρα και επικοινωνούσε με την αυλή του χαρεμιού[84].

Τέλος θα πρέπει να γίνει αναφορά στον πύργο με οχυρωματικά χαρακτηριστικά, το πρωιμότερο ίσως κτήριο του συγκροτήματος (Εικ. 11). Λόγω στιβαρής κατασκευής σωζόταν τουλάχιστον μέχρι το 1874[85] σε ερειπωμένη μορφή[86]. Η θέση του στο συγκρότημα ταυτίζεται με ασφάλεια, καθώς έχει σημειωθεί από τον Peytier, ενώ ο Du Moncel απεικονίζει με ευκρίνεια βασικά χαρακτηριστικά του, όπως η υπερυψωμένη είσοδος με καταχύστρα, η πρόσβαση σε αυτή με λίθινη κλίμακα, η οποία όμως δεν ακουμπούσε στον τοίχο[87]. Μόνο στον τελευταίο όροφο υπήρχε σε κάθε όψη από ένα ζεύγος παραθύρων με μικρούς φεγγίτες.

 

Εικ.11: Πύργος: Γραφική αποκατάσταση βόρειας και δυτικής όψης. Κλίμακα 1:500.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί πως οι γραφικές αποκαταστάσεις, που προτείνονται στην παρούσα εργασία, βασίστηκαν αποκλειστικά σε σχέδια του 19ου αιώνα και όχι σε επί τόπου μετρήσεις όσων καταλοίπων διακρίνονται ακόμη. Στόχος ήταν να φανεί έστω και προσεγγιστικά η μορφή και το μέγεθος αυτού του πρωτοφανούς – ίσως μοναδικού για τη Νότια Ελλάδα – κτηριακού συνόλου της οθωμανικής εποχής. Για ασφαλέστερα συμπεράσματα απαιτείται πρωτίστως η εκπόνηση με ακρίβεια ενός τοπογραφικού με τα ορατά κατάλοιπα κτηρίων. Για ό,τι ενδεχομένως σώζεται θαμμένο, ίσως μπορεί να εντοπιστεί χωρίς ανασκαφή, με συνδυασμό μεθόδων δορυφορικής τηλεπισκόπησης και γεωφυσικών διασκοπήσεων εδάφους. Σε κάθε περίπτωση τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη απαιτούν επί τόπου ενδελεχή μελέτη, συνεπώς το θέμα θεωρείται πως παραμένει ανοιχτό προς έρευνα στο μέλλον.

 

Υποθέσεις για τις απαρχές του συγκροτήματος

 

Ένα πολυγωνικό πρόχωμα δυτικά των παλατιών, το οποίο δείχνει ο Peytier στο χάρτη του[88], ταυτίζεται σε δύο χάρτες της βενετοκρατίας[89], συνεπώς μπορούμε με σχετική ασφάλεια να συσχετίσουμε το χώρο των παλατιών του Μπέη με ακόμη ένα οχυρό σημείο των Βενετσιάνων, που αποτελούσε τμήμα ευρύτερης άμυνας του οικισμού της Κορίνθου. Η οχύρωση ξεκινούσε από το λιμάνι του Λεχαίου και έφτανε έως τα νοτιοανατολικά της πόλης, κοντά στον Ακροκόρινθο, στο μεγάλο φρούριο – ανάχωμα. Στο χάρτη του Morosini το 1687[90] βλέπουμε στην ίδια θέση με τα παλάτια του Μπέη μια ομάδα σπιτιών, μάλλον τειχισμένων με περίβολο, τα οποία θα εκμεταλλεύονταν το νερό της κρήνης για το πότισμα των καλλιεργειών τους[91]. Αυτός ο μικρός οικιστικός θύλακας, προϊόν του μηχανισμού επανοικισμού της Κορίνθου στις αρχές του 17ου αιώνα[92], θα μπορούσε να έχει την μορφή που μας δίνει ο Bernard Randolf, σε απεικόνιση της Κορίνθου[93]. Ίσως ακόμη ο ένας από τους δύο πύργος να υψωνόταν από τότε εκεί και να ταυτίζεται με παρόμοιες κατασκευές που περιγράφει ο περιηγητής ως προσωρινά ενδιαιτήματα Οθωμανών στις εξοχές, έξω από τα φρούρια[94] (Εικ. 8).

Οι Βενετοί στη συνέχεια φαίνεται πως αξιοποίησαν το φυσικό άνδηρο και το μετέτρεψαν σε προμαχώνα. Η γεωμορφολογία εκεί δημιουργεί ουσιαστικά μια φυσική οχύρωση, με το μεγάλο πλεονέκτημα της παροχής νερού ακριβώς από κάτω. Το επιχείρημα ενισχύει το γεγονός, ότι σε ικανό ποσοστό τα πρανή ή ο βράχος έχουν επενδυθεί ή αντιστηριχτεί κατά περίπτωση με λιθοδομή, ομοιάζοντας έτσι με προμαχώνα. Όπως υποστηρίζει ο Bon αυτή η κατασκευή (talus, όπως την αποκαλεί) δεν μπορεί να ερμηνευτεί παρά μόνο αν αποτελεί τμήμα βενετικής οχύρωσης[95] (Εικ. 7), ενώ φαίνεται να είναι ίδιας τεχνικής με άλλα οχυρωματικά έργα Βενετών στην ευρύτερη περιοχή[96]. Η επιμελημένη λίθινη κλίμακα, που οδηγεί στα «λουτρά της Αφροδίτης», θα πρέπει επίσης να θεωρηθεί μέρος του ίδιου Βενετικού προγράμματος οχύρωσης[97].

Πάντως δεν αποκλείεται οι Βενετοί να αξιοποίησαν κάποιες υφιστάμενες κτηριακές ενότητες και υποδομές πάνω στο υψίπεδο, για τη γρήγορη μετατροπή τους σε αμυντικό συγκρότημα και στη συνέχεια πάνω σε αυτό το υπόβαθρο οι πρόγονοι του Νουρή Μπέη οικοδόμησαν σταδιακά τα παλάτια.

Ωστόσο ο χάρτης του Morosini δεν έχει ενδείξεις για την ύπαρξη κάποιου πλούσιου οικοδομήματος σε αυτή τη θέση πριν το 1687. Το παλάτι ή σπίτι του τότε διοικητή της Κορίνθου θα πρέπει να αναζητηθεί στον Ακροκόρινθο ή στην περιοχή κοντά στο παζάρι. Εκεί ανασκαφές έφεραν στο φως ευρήματα, τα οποία συνθέτουν ένα συγκρότημα κατοικίας προορισμένης για Οθωμανό υψηλό αξιωματούχο[98]. Επίσης σε απεικόνιση με την κατάληψη της Κορίνθου από τους Βενετούς, σημειώνεται πάνω από ένα κτήριο: «το φλεγόμενο παλάτι του Σερασκέρη»[99], στο κέντρο της πόλης δίπλα στο τζαμί.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, επομένως το νωρίτερο που μπορεί να αναχθεί η κατασκευή των παλατιών του Μπέη είναι το πρώτο τέταρτο του 18ου αιώνα, λίγα χρόνια μετά την οριστική αποχώρηση των Βενετών το 1715. Η παλαιότερη γνωστή αναφορά σε αυτά γίνεται το 1749 από τον James Caulfeild Charlemont[100]: «Η Κόρινθος έχει ελαττωθεί σε πολλά μικρά χωριά και όλα μαζί αποτελούν την πόλη. Ένα από τα μεγαλύτερα χωριά το έχει καταλάβει ο Μπέης». Το ότι ο Μπέης έχει καταλάβει το μεγαλύτερο προάστιο της Κορίνθου, φανερώνει πως το οικοδομικό συγκρότημα του παλατιού ήταν σε πλήρη έκταση ή έχει ολοκληρωθεί σε μεγάλο βαθμό.

Η πρωιμότερες γνωστές απεικονίσεις της κατοικίας του Μπέη είναι του Ferdinand Bauer το 1786[101]. Το συγκρότημα είναι πλήρως τειχισμένο, διακρίνεται ο πύργος, το σεράι αλλά και το χαρέμι. Με τα δεδομένα τα χρονολογικά termina λοιπόν, τα παλάτια του Μπέη χτίστηκαν την περίοδο που χαρακτηρίζεται ως «Tulip Period» (1703-1730)[102] και με την πάροδο του χρόνου ενδεχομένως διανθίστηκαν από στοιχεία Τουρκομπαρόκ (1730-1803), τα οποία όμως, όπως και σε άλλες περιοχές, μάλλον περιορίζονταν στον διάκοσμο[103] ή στην ιδιαίτερη μορφή του κλιμακοστάσιου που οδηγούσε στο χαγιάτι (Εικ. 1α, 1β).

Επίλογος

 

Η εκτεταμένη κατοικία του Κιαμήλ Μπέη, όπως και άλλα αντίστοιχα κονάκια της οθωμανικής διοικητικής και φεουδαρχικής αριστοκρατίας, που δεν υπάρχουν πια, αποτελούν παραδείγματα προς μίμηση στην οικοδόμηση αρχοντικών, καθώς «μεταφέρουν τον απόηχο της τελευταίας λέξης της αστικής αρχιτεκτονικής της πρωτεύουσας»[104]. Τα παλάτια των Μπέηδων ενδεχομένως αποτέλεσαν πρότυπο με ακτινοβολία πολύ πέραν των στενών ορίων της Κορίνθου και να έδωσαν σαφές στίγμα τουλάχιστον στην ανέγερση των πλούσιων αστικών σπιτιών της Πελοποννήσου[105].

Τέλος ας σημειωθεί πως τόσο τα παλάτια ως κτήριο, όσο και η ζωή σε αυτά, αποτελούσαν την εξαίρεση και όχι τον κανόνα στην οθωμανική Κόρινθο. Η πόλη στην πλειονότητά της αποτελείται κυρίως από φτωχά ισόγεια καλύβια, φτιαγμένα από πλιθιά, ενώ ο περισσότερος πληθυσμός, χριστιανοί και μουσουλμάνοι υποφέρουν υπό το βάρος της φτώχειας και της κακουχίας των χειρονακτικών εργασιών[106].

Ωστόσο, ο Κιαμήλ ως προσωπικότητα δεν έφερε χαρακτηριστικά απόλυτου δυνάστη. Φαίνεται πως στοιχειωδώς νοιαζόταν για τους υποτελείς του και λίγο πριν πεθάνει είχε πλήρη επίγνωση για το ποιόν αυτών που έρχονταν να παραλάβουν τη σκυτάλη της εξουσίας. Επιλέγουμε λοιπόν να κλείσουμε την παρούσα εργασία με τα λόγια του ίδιου του Κιαμήλ:

 «Ούτε η γυναίκα μου ούτε η μάνα μου γνωρίζουν που έχω τους θησαυρούς και είναι ανώφελο να ξεσπάτε την οργή σας πάνω σε αθώους ανθρώπους. Ό,τι όρους και να μου θέσετε, δεν θα συμφωνήσω, καθώς βλέπω πως ποτέ δεν τηρείτε τον λόγο σας. Είμαι σίγουρος πως, είτε σας αποκαλύψω αυτά που θέλετε είτε όχι, θα θανατωθώ σε κάθε περίπτωση. Έτσι επιλέγω να πεθάνω με την ικανοποίηση ότι δεν θα σας κάνω πλουσιότερους. Ένα πράγμα, ωστόσο, να θυμάστε: Αντιμετώπισα το λαό μου ως υπηκόους και όχι ως σκλάβους. Αν όλοι οι Μπέηδες είχαν αντιμετωπίσει τους Έλληνες όπως εγώ, αυτή η επανάσταση ποτέ δεν θα είχε ξεσπάσει»[107].

 

Υποσημειώσεις


[1] *Η προσωπική ενασχόληση του γράφοντος με το παρόν θέμα ξεκίνησε από τις προπτυχιακές σπουδές στο ΕΜΠ, ως μέρος μιας ευρύτερης ερευνητικής εργασίας (Διάλεξης) βλ. ΜΠΑΡΤΖΗΣ 2011, 62-64. Η παρούσα εργασία κατατέθηκε στον τόμο προς δημοσίευση τον Απρίλιο του 2014 και αναρτήθηκε τον Ιούνιο του 2015 υπό τον ίδιο τίτλο χωρίς εικονογράφηση από τον γράφοντα στον ιστότοπο academia.edu με ανοιχτή πρόσβαση. Στο διάστημα που μεσολάβησε δημοσιεύτηκε το συλλογικό έργο Ottoman Corinthia. Σε αυτό γίνεται αναφορά στα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη στο KANETAKI 2015, 173-182. Ακολούθησε ακόμη μια ανακοίνωση σε συνέδριο με το ίδιο θέμα στο ΚΑΝΕΤΑΚΗ 2015, χωρίς, ας σημειωθεί εν παρόδω, να γίνεται παραπομπή στις προαναφερθείσες εργασίες του γράφοντος. Οι δημοσιεύσεις αυτές, ωστόσο, δεν μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστική συμβολή στη μελέτη των παλατιών του Κιαμήλ Μπέη, καθώς κυριαρχεί η παράθεση των πιο γνωστών δεδομένων, χωρίς περαιτέρω σύνθεσή τους για εξαγωγή συμπερασμάτων, ενώ δε συνοδεύονται από πρωτότυπα σχέδια. Συνεπώς η παρούσα δε θεωρούμε πως στερείται σκοπιμότητας, καθώς το θέμα παραμένει ουσιαστικά ανοιχτό. Παρόλα αυτά το αρχικό χειρόγραφο αναθεωρήθηκε σε μεγάλο βαθμό και εμπλουτίστηκε με σχέδια του γράφοντα, που συντάχθηκαν ειδικά για το παρόν άρθρο.

Από τη θέση αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Ομότιμο καθηγητή ΕΜΠ και Ακαδημαϊκό κ. Μανόλη Κορρέ, ο οποίος με παρότρυνε να ασχοληθώ με τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη, σε συνέχεια της προπτυχιακής ερευνητικής μου εργασίας. Πολλές ευχαριστίες οφείλω επίσης στον τέως διευθυντή των ανασκαφών της Αμερικανικής Σχολής στην Αρχαία Κόρινθο κ. Guy Sanders, ο οποίος συνέβαλε ποικιλοτρόπως με τις γνώσεις του και τις παρατηρήσεις του. Ευχαριστώ τον καθηγητή κ. John McK Camp II, διευθυντή των ανασκαφών της ΑΣΚΣΑ στην αγορά της Αθήνας και τον κ. David Packard πρόεδρο του Packard Humanities Institute (PHI), οι οποίοι ευγενικά μου παραχώρησαν προς μελέτη αδημοσίευτα σχέδια του Dodwell από την Κόρινθο.Τέλος θα ήθελα να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου στον κ. Σταύρο Μαμαλούκο, Αναπληρωτή καθηγητή στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών για τις ουσιαστικές παρατηρήσεις του, τη γενναιόδωρη παροχή στοιχείων συγκριτικής ανάλυσης από αδημοσίευτες μελέτες του και εν γένει για την καθοδήγησή του στη διαμόρφωση της τελικής μορφής αυτής της εργασίας με αμείωτο ενδιαφέρον.

[2] ΤΑΡΣΟΥΛΗ 1971, 37.

[3] ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ 1960, 19.

[4] ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1939, 102

[5] ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1939, 46

[6] Ό.π.

[7] Βλ. SHARIAT-PANAHI 2015, 59-60.

[8] «Από το αρχείο Λόντου καταγράφονται περιστατικά καταφυγής Ελλήνων χωρικών καταπιεσμένων από την οικογένεια της Αιγιαλείας, προκειμένου να έρθουν στην εκδούλευση της οικογένειας των Απδίμ-Παγιάνων», ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ 1939, 47.

[9] LEAKE 1830, 263- WYSE 1865, 314.

[10] CLARKE 1810-1823, 555-557.

[11] Ό.π., 557. Προφανώς αναζητούσαν όστρακα αγγείων.

[12] PETEINARIS P., «The Bey apologizes», http://www.internationalbyronsociety.org/images/stories/pdf_files/bey_apologies.pdf

[13] Ό.π.

[14] WILLIAMS 1820, 356.

[15] WILKS 1822, 358-359.

[16] WILLIAMS 1820, 356.

[17] WILKS 1822, 358-359.

[18] GALT 1813, 97.

[19] TURNER 1820, 227.

[20] Ό.π., 292.

[21] HUGHES 1820, 188-189.

[22] TURNER 1820, 227.

[23] WILLIAMS 1820, 395.

[24] ESSEX KAREN, «Lady Elgin’s journal excerpt written for her mother and grandmother», http://www.karenessex.com/stealingathenapersonalpapers.html

[25] HUGHES 1820, 188-189.

[26] Ό.π., 239.

[27] Ενδεικτικά βλ. WILLIAMS 1820, 393. GALT 1813, 69. SLADE 1837, 284. TURNER 1820, 290.

[28] GELL 1823, 274.

[29] LEAKE 1830, 261.

[30] VON PROKESCH 1962, 120, σημ. 1.

[31] Ο Dodwell ενοχλείται γιατί «ο κήπος του  Μπέη κοσμείται με αποκεφαλισμένα κυπαρίσσια, γεγονός που δημιουργεί έντονη αντίθεση με τα λεγόμενα των Θεόφραστου και Πλίνιου, ο οποίοι πρεσβεύουν πως ένα κυπαρίσσι πεθαίνει, σαν του κόψουν την κορυφή…», DODWELL 1819, 193.

[32] HOLLAND 1815, 197

[33] Δημοσιευμένο πρώτη φορά στο ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988,40, εικ. 65

[34] WOODS 1828, 268-269.

[35]  Ό.π.

[36] Αναρτημένο στην ψηφιακή συλλογή του British Museum, No 1853,0307.429.

[37] BANKEL 1986, 114, εικ. 3.5

[38] LEBRUN 1822, 375-380, Note 80.

[39] ÜNSAL 1959, 70.

[40] GELL 1823, 274.

[41] WOODS 1828, 269.

[42] Σύμφωνα με τον Laurent είναι τέσσερις ή πέντε γυναίκες. LAURENT 1821, 155.

[43] WILKS 1822, 358-359.

[44] HUGHES 1820, 238.

[45] Ο Νουρή Μπέης επίσης είχε μια επίσημη σύζυγο, την περίφημη Νουρή-Μπεγίνα και άλλες δώδεκα θεραπαινίδες της στο χαρέμι του. HESTER STANHOPE 1846, περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 96.

[46] ESSEX KAREN, ό.π. (σημ. 24).

[47] SCOTT – TAYLOR 1826, 181.

[48] Ό.π.

[49] ESSEX KAREN, ό.π. (σημ. 24).

[50] LAURENT 1821, 155.

[51] ESSEX KAREN, ό.π. (σημ. 24).

[52] HESTER ό.π. (σημ. 45), 97.

[53] SCOTT -TAYLOR 1826, 181.

[54] ROBINSON 1962, 120.

[55] TEMPLE 1836, 58.

[56] ROBINSON 1962, 120.

[57] Ό.π., 130.

[58] ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ 1971, 8

[59] ΡΟΣ 1976, 247-249.

[60] ANDERSON 1830, 55.

[61] BURNOUF 1856, 41, 43.

[62] ROBINSON 1962, 120-130.

[63] Τα πρωτότυπα σχέδια του Peytier στο Παρίσι, Depot de la Gerre, archives des Cartes, collection 4.10.C.65. Βλ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ 1994, 202-203. Νεώτερη αναπαραγωγή στο ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ 2012, 33-34. Το σχέδιο είναι αναρτημένο με ανοιχτή πρόσβαση σε πολύ υψηλή ανάλυση και με γεωαναφορά στον ιστότοπο της ΑΣΚΣΑ: http://www.ascsa.edu.gr

[64] Το πρωτότυπο σχέδιο στο Αρχείο Χαρτών ΥΠΕΧΩΔΕ. Αναπαραγωγές του περιέχονται μαζί με άλλα στοιχεία στα: ROBINSON 1986 και SANDERS 2011.

[65] Τα λουτρά με τον πύργο διακρίνονται έμμεσα σε πανοραμικές απεικονίσεις, όπως του William Cole (Ναός του Ποσειδώνα, 1833) ή του James Skene (Ruins of the Turkish town of Corinth), περιέχονται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΊΟΥ 2009, 126, εικ. 48 και 131, εικ. 51.

[66] DU MONCEL 1994, 110, 112-113.

[67] Σχέδιο Gell (1805), BritishMuseumNo 1853, 0307.647 και Haygarth (1810) στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 102, εικ. 34. Περί των κρηνών βλ. ROBINSON 2011, 308.

[68]Στον χάρτη Peytier υπάρχει αυτή η ένδειξη εισόδου στο συγκρότημα.

[69]ROBINSON 1962, 122.

[70] Βλ. σχετικά παρακάτω.

[71]Συνοπτική ανάλυση της τυπολογίας του Eldem στο ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ 2001, 28-32. Για περαιτέρω εμβάθυνση βλ. ενδεικτικά ΚΙΖΗΣ 1994, 76-81.

[72] Για παράδειγμα μετρήθηκαν ζεύγη παραθύρων εκατέρωθεν καπνοδόχων, για τα οποία έγινε παραδοχή πως αντιστοιχούν σε έναν οντά.

[73] Βλ. ενδεικτικά ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ 2011.

[74] Ενδείξεις για τη χρήση του στο σωζόμενο λουτρό του συγκροτήματος βλ. ΜΠΑΡΤΖΗΣ 2016.

[75] Χρησιμοποιήθηκαν τα σχέδια: Hallerstein (1810) στο BANKEL 1986, 114, εικ. 3.5, Gell (1805) και (1811) BritishMuseumNo 1853, 0307.429 και 1853,0307.648 (πρώτη δημοσίευση στο ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988, 40, εικ. 65), Koch (1818) στο BENDTSEN 1993, εικ. 125, ενώ για την κάτοψη πολύτιμο το σχέδιο Τραυλού στο ROBINSON 1962, 123, εικ. 8.

[76] Αντίστοιχου μεγέθους κτήριο φαίνεται να ήταν το σεράι του Σουλεϊμάν Πασά στην Οινόη της Μ. Ασίας, βλ. ΚΙΖΗΣ 1994, 99 εικ. 83.

[77] Κάθε ένα οδηγούσε στην αντίστοιχη πτέρυγα και ενδεχομένως υπήρχε σαφής λειτουργικός διαχωρισμός τους, π.χ. ξενώνας και καθαρά ιδιωτικοί χώροι, όπως συνέβαινε με το κλιμακοστάσιο της οικίας Μερτρούδ στην Αθήνα. Βλ. ΚΟΡΡΕΣ 2010, 126, εικ. 5.1.2.

[78] Φαίνεται σε διάφορα πανοράματα της Κορίνθου, κυρίως του Gell. Η καλύτερη απεικόνισή του από αδημοσίευτο σχέδιο του Dodwell (1805), PHI Νο 665T. Άλλη άποψή του από τον Koch (1818)BENDTSEN 1993, Εικ. 125.

[79] Σχέδιο Gell (1811) στο ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988, 40 εικ. 65 καιVon Stackelberg «Ville de Corinthe» στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 112, εικ. 39.

[80] Σημειώνεται σε κάτοψη στα σχέδια Peytier (1829), Abelé (1833) και αποδίδεται από τον Dodwell (1805) PHI No 665T.

[81] Βλ. Dodwell (1805) δύο σχέδια PHI Nο 663T, 665T. Παραδόξως ο Gell τον παραλείπει σε δύο κοντινά σχέδια του παλατιού (British Museum No 1853,0307.574 και 1853,0307.648), διακρίνεται όμως σε πολύ γενικότερα πανοράματα της Κορίνθου, όπως π.χ στο 1853,0307.576.

[82] Περί του φαινομένου προσαρτημένων πύργων σε οικίες με και αναφορών σε παραδείγματα βλ. ΜΑΜΑΛΟΥΚΟΣ (υπό έκδοση), 25-26.

[83] Βλ. σχέδιο του James Skene (No 51) το οποίο πρέπει να εκτελέστηκε από τα ερείπια του χαρεμιού κοιτώντας προς τον Ακροκόρινθο. Περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 131, εικ.51.

[84] Ένα αδημοσίευτο σχέδιο της Pauline Trevelyan (1842) ίσως απεικονίζει το εσωτερικό του, όσο ακόμη σωζόταν ο θόλος με περίτεχνες φωτιστικές οπές. Αντίγραφο του σχεδίου απόκειται στο αρχείο της ΑΣΚΣΑ στην Αρχαία Κόρινθο.

[85] SALVATOR 2000, 215.

[86] Απεικονίσεις σε διάφορα στάδια της ερείπωσής του βλ. Ενδεικτικά Trevelyan (1842), Skene (1838-1845), Edward Lear (1849) και σε γενικές απόψεις της Κορίνθου από τους William Cole 1833, Carl Anton Joseph Rotman 1843, Ludwig Salvator 1874.

[87] Βλ. για παράδειγμα τον πύργο Κορδή στον Πύργο Κορινθίας (Δήμος Ευρωστίνης) ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ 1988, 32, εικ. 44.

[88] Ο Dinsmoor το αναγνωρίζει ως κατασκευή των Βενετών, οικοδομημένη με πώρινα spolia από κιονοστοιχία ιωνικού ρυθμού. DINSMOOR 1949, 104.

[89] Αναπαραγωγές τους περιέχονται στο Bon – Carpenter 1936, 153-154, εικ. 96-97, και 268, εικ. 219.

[90] ROHN – SANDERS – BARNES 2009, 509, εικ. 6.

[91] Όπως φαίνεται και από σχετικά ευρήματα: « Οι αποθέσεις στο κοίλωμα των λουτρών της Αφροδίτης χρονολογούνται στα τέλη του 17ου αι. μ.Χ. Επίσης βρέθηκε κατασκευή άρδευσης των χωραφιών λίγο παρακάτω, καλυμμένη με κεραμίδια», ROBINSON 1962, 129.

[92] Βλ. ΜΠΑΡΤΖΗΣ 2011, 26-30 όπου και η σχετική βιβλιογραφία. Νεώτερα στοιχεία για τη σταδιακή αύξηση του πληθυσμού στην κάτω πόλη εκείνη την περίοδο, παρέχονται από τα φορολογικά οθωμανικά κατάστιχα βλ. SHARIAT-PANAHI 2015, 28-29.

[93] RANDOLPH 1991, 2

[94] «Οι Τούρκοι τον περισσότερο χρόνο ζουν μέσα ή υπό τη διοίκηση κάστρων και στις φάρμες τους στην εξοχή περιστασιακά. Έχουν πύργους χτισμένους τριάντα πόδια ψηλούς (9 m.), η πόρτα των οποίων στέκει σε δέκα πόδια (3 m.) ύψος από το έδαφος. Απέναντί της είναι χτισμένος ένας τοίχος με σκαλοπάτια, σε απόσταση πέντε περίπου ποδών από τον πύργο, από τον οποίο κατεβαίνει μια κρεμαστή γέφυρα προτού μπει κανείς από την πόρτα. Κάθε βράδυ η γέφυρα τραβιέται, για να προστατέψει τους ένοικους από τους πειρατές. Άλλοι έχουν μόνον μια σκάλα, την οποία τραβούν μέσα στον πύργο», RANDOLPH 1991, 15. Η περιγραφή των πύργων έρχεται σε αντιστοιχία με την απεικόνιση του Du Moncel από τα παλάτια του Κιαμήλ Μπέη.

[95] BON – CARPENTER 1936, 271.

[96] Όπως για παράδειγμα οι Βενετικές οχυρώσεις στα Όνεια όρη νοτιοανατολικά των Κεγχρεών. Βλ. CARABER & GREGORY 2006.

[97] Λόγω μορφολογικών χαρακτηριστικών, βλ. ΚΑΝΕΤΑΚΗ 2015α, 176. Ενδιαφέρουσα είναι η επιχειρηματολογία του Bon, ο οποίος υποστηρίζει πως η κατασκευή της λίθινης κλίμακας θα μπορούσε και να μην είναι χτισμένη μεταξύ 1687-1715, λόγω της ύπαρξης κάποιων οθωμανικών κτηρίων στην Κόρινθο, με αντίστοιχη ποιότητα κατασκευής και λιθοξοϊκή επιμέλεια, βλ. BON – CARPENTER 1936, 271.

[98] SCRANTON 1957, 93.

[99] La Prise de la Ville et Chateau de Corinthe dans la Morée, par les Armée Venitiene Comandées par le General Morosini 1687, Edition 1688. Bibliotheque Nationale de France, Départment Estampes et Photographie, Reserve QB-201 (171)-FT 5 Hennin 5611.

[100] CHARLEMONT JAMES CAULFEILD, «The travels of Lord Charlemont in Greece and Turkey», 1749, περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 87.

[101] ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ 2009, 50, εικ. 17 και 51 εικ. 18.

[102] ÜNSAL 1959, 14.

[103] ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ 2001, 35.

[104] ΚΙΖΗΣ 1994, 82.

[105] «Και δε θα πρέπει κανείς να αμφιβάλει ότι ένα πλήθος από μεγάλα τουρκικά κτήρια που δεν σώζονται πια, όπως τα παλάτια του Αλή Πασά στα Γιάννενα, του Κιαμήλ Μπέη στην Κόρινθο, το βοεβοδαλίκι στη Χαλκίδα, ή το σεράγι στο Ναύπλιο, έπαιξαν το ρόλο τους στη διάπλαση της σύγχρονής τους αρχιτεκτονικής, το καθ’ ένα στην περιοχή του», βλ. ΜΠΟΥΡΑΣ 1989, 25.

[106] Βλ. ROHN – SANDERS – BARNES 2009 και SANDERS 2015.

[107] SCOTT – TAYLOR 1826, 190.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ Λ. 1971. Η Κορινθία στην επανάσταση του 1821, τόμ. 2ος, Αθήνα.
  • ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ, ΝΤ. Α. 1960. Το κάστρο της Κορίνθου (Β΄ έκδοσις συμπληρωμένη), Αρχαία Κόρινθος.
  • DU MONCEL, tH. 1994. Οδοιπορικό του 1843, Αθήνα-Ναύπλιο (μτφρ. Ε. Λούβρου Ειρήνη), Αθήνα.
  • ΚΙΖΗΣ Ι. 1994. Πηλιορείτικη Οικοδομία, Η αρχιτεκτονική της κατοικίας στο Πήλιο από τον 17ο στον 19ο αιώνα, Αθήνα.
  • ΚΑΝΕΤΑΚΗ, Ε. 2015. «Το σεράι του Κιαμήλ Μπέη στην οθωμανική Κόρινθο μέσα από τις ιστορικές πηγές», ανακοίνωση στο 9ο Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών, Ναύπλιο.
  • ΚΟΡΡΕΣ, Μ. 2010. Οι πρώτοι χάρτες της πόλεως των Αθηνών, Αθήνα.
  • ΜΑΜΑΛΟΥΚΟΣ, Σ. (υπό έκδοση). «Η ιστορία και η αρχιτεκτονική των Μποτσαρέϊκων», Αναγνώριση, Τεκμηρίωση, Καταγραφή και Προτάσεις για την Ανάδειξη και Προστασία του Ιστορικού Οικισμού Ναυπάκτου, Ερευνητικό Πρόγραμμα Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστημίου Πατρών.
  • ΜΠΑΡΤΖΗΣ, Δ. 2016. «Τεκτονικός πήχης στην Πελοπόννησο και το καθολικό του Παλαιομονάστηρου Αγίου Γεωργίου Φενεού», ανακοίνωση στο 3ο Συνέδριο Κορινθιακών Σπουδών, Ιστορικά Κορινθιακά Μοναστήρια, Κόρινθος (πρακτικά υπό έκδοση).
  • ΜΠΑΡΤΖΗΣ Δ. 2011. Από το borgo di Corinto στην Παλαιά Κόρινθο, το χρονικό μιας πόλης και των σπιτιών της (αδημ. Ερευνητική εργασία, Ε.Μ.Π.), Αθήνα.
  • ΜΠΟΥΡΑΣ Χ. 1989. «Γενική Εισαγωγή», στο: Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, τόμ. Α΄: Ανατολικό Αιγαίο – Σποράδες – Επτάνησα, Αθήνα.
  • ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Π. 2012. «Η Αναγνώριση του Αστικού Χώρου: Αποτυπώσεις Οικισμών και Πολεοδομικά Σχέδια», Το έργο της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μοριά 1829-1838 (Μέρος Ι), επιμ. Γ. Σαΐτας, Αθήνα, 29-34.
  • ΧΡΥΣΑΦΗ-ΖΩΓΡΑΦΟΥ, Μ. 1988. «Κορινθία», Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική, Πελοπόννησος, τομ. 5, Αθήνα, 9-42.
  • ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Σ. 2009. Ζωγράφοι και περιηγητές στην Κόρινθο 12ος-19ος αιώνας, Αθήνα.
  • ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ, Γ.Α. 2001. Το αρχοντικό του Γ. Βούλγαρη στην Ύδρα, Αθήνα.
  • ΡΟΣ, λ. 1976. Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα 1832-1833 (επιμ. Βουρνά Τάσου, μτφρ. Σπήλιου Α.), Αθήνα.
  • ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ, Μ. 1939. Η Πελοπόννησος κατά τη β΄ Τουρκοκρατίαν (1715-1821), verlag der byzantinisch-neugriechischen Jahrbucher, athen (ανατύπωση εκδ. Ερμής, Αθήνα 2009).
  • SALVATOR, L., 2000. Περίπλους του Κορινθιακού κόλπου (μτφρ. Γ. Γιαννόπουλος), Κιάτο.
  • SANDERS, G.D.r. 2011. «Η Κόρινθος κατά τις δεκαετίες αμέσως πριν το σεισμό του 1858 υπό το φως της αρχαιολογικής έρευνας και ανασκαφών από το 1959 ως σήμερα», στο: Πρακτικά του Η΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Κόρινθος 26-28 Σεπτεμβρίου 2008, Αφιέρωμα στην Αιώνια Κόρινθο, Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, Αθήνα.
  • ΤΑΡΣΟΥΛΗ, Α. 1971. Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά, Αθήνα.
  • ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΟΣ, Π. 1994. «Οι μαρτυρίες για τις πόλεις της Πελοποννήσου», στο: Περιηγητές και αξιωματούχοι στην Πελοπόννησο, περιγραφές-αναφορές-στατιστικές, Μονεμβασία (ανατύπωση 2005).
  • ANDERSON, r. 1830. Observations upon the Peloponnesus and Greek Islands made in 1829, Boston.
  • BEHCET, U. 1959. Turkish islamic architecture in Seljuk and Ottoman times 1071-1923, London.
  • BANKEL, H. 1986. Carl Haller von Hallerstein in Griechenland, 1810-1817 : Architekt, Zeichner, Bauforscher, Berlin.
  • BENDTSEN, M. 1993. Sketches and measurings: Danish architects in Greece, 1818-1862, Copenhagen.
  • CARABER, W. – GREGORY, T. 2006. «Fortifications of Mount Oneion, Corinthia», Hesperia 75, 327-356.
  • ΚΑΝΕΤΑΚΗ, Ε. 2015. «Architectural Study of Corinthia during the Ottoman period», Ottoman Corinthia, επιμ. S.M.T. Shariat-Panahi, Volos, 111-256
  • LIANOS, N. 2003. Le Fortezze Della serenissima nel Peloponneso (1687-1715), Rome.
  • OIKONOMOU, A. 2011. «The Use of the Module, Metric Models and Triangular Tracing in the Traditional Architecture of Northern Greece», Nexus Network Journal 13.3, 763-792
  • ROBINSON, B. 2011. Histories of Perene: A Corinthian fountain in three millennia, Ancient Art and Architecture in context 2, Princeton
  • SHARIAT-PANAHI, S.M.T. 2015. «Demography, Economy and Settlements. The life of the common people in Ottoman Corinthia», Ottoman Corinthia, επιμ. S.M.T. Shariat-Panahi, Volos, 21-98
  • SANDERS, G.D.R 2015. «Introduction. Corinth and the archaeology of the poor», Ottoman Corinthia, επιμ. S.M.T. Shariat-Panahi, Volos, 7-20.
  • BON, A. – R. CARPENTER 1936. Corinth, vol. iii, Part ii: The Defenses of Acrocorinth and the Lower Town, Cambridge mass.
  • BURNOUF, E. 1856. D’ Athenes a Corinthe, Paris.
  • CLARKE, D.E. 1810-1823. Travels in various Countries of Europe, Asia and Africa, vol. 6, London.
  • DINSMOOR, W.B. 1949. The Largest Temple in the Peloponnesos, (Hesperia suppl. 8, Commemorative Studies in Honor of Theodore Leslie Shear), ATHENS.
  • DODWELL, E. 1819. A Classical and Topographical Tour through Greece: 1801, 05, 06, vol. 2, London.
  • GALT, J. 1813. Letters from the Levant, London.
  • GELL SIR,W. 1823. Narrative of a Journey in the Morea, London.
  • HESTER STANHOPE L. (Lady), Travels of Lady Hester Stanhope, forming the completion of her memoirs, narrated by her physician Charles Lewis Meryon, vol. 1, London 1846, περιέχεται στο ΠΑΠΑΓΕΩΡΓIΟΥ 2009.
  • HOLLAND SIR, H. 1815. Travels in the Ionian Isles, Albania, Thessaly, Macedonia during the years 1812 and 1813, vol. 2, London.
  • HUGHES, S.T. 1820. Travels in Sicily, Greece and Albania, vol. 1, London.
  • LAURENT, P. 1821. Recollections of a Classical Tour through Various Parts of Greece, Τurkey and Italy, made in the years 1818 and 1819, London.
  • LEAKE, M.W. 1830. Travels in the Morea, London.
  • LEBRUN, A.P. 1822. Oeuvres, Poem de la Grece, τόμ. 2ος, Paris.
  • VON PROKESCH, O. 1962. Denkwurdigkeiten und Erinnerungen aus dem Orient, περιέχεται στο ROBINSON 1962.
  • RANDOLPH, B. 1890. The Present State of the Morea, Called Anciently Peloponnesus, Βιβλιοπωλείο Δ. Ν. Καραβία, Αθήνα.
  • ROBINSON, H.S. 1962. «Excavations at Corinth, 1960», Hesperia, 31.
  • ROBINSON, H. 1986. «urban Designs for Corinth, 1829-1833», στο: Φίλια Έπη εις Γεώργιον Ε. Μυλωνάν, τόμ. Γ΄, Αθήνα.
  • SCOTT, J. – J. TAYLOR 1826. The London Magazine, September to December 1826, vol. vi, London.
  • SCRANTON, R. 1957. Corinth xvi. Medieval Architecture in the central area of Corinth, Princeton.
  • SLADE SIR, a. 1837. Turkey, Greece and Malta, vol. 2, London.
  • TEMPLE SIR, G. 1836. Travels in Greece and Turkey, Excursions in the Mediterranean, vol. 1, London.
  • TURNER, W. 1820. Journal of a tour in the Levant, vol. 1, London.
  • WILLIAMS, H. 1820. Travels in Italy, Greece and the Ionian Islands, vol. 2, Edinburgh.
  • WILKS, J. 1822. Memoirs of Her Majesty Queen Caroline Amelia Elizabeth, vol. 1, London.
  • WOODS, J. 1828. Letters of an Architect from France, Italy and Greece, London.

 

Δημήτριος Μπάρτζης

Αρχιτέκτων Μηχανικός Ε.Μ.Π, MSc «Προστασία Μνημείων» Ε.Μ.Π.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Το πρώτο κτήριο της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο – Ανδρέας Καστάνης, Καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας


 

Εισαγωγή

 

Η πόλη του Ναυπλίου δημιουργήθηκε τον 15ο αιώνα από τους Βενετούς. Αργότερα, όμως κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας (α περίοδος 1540-1685 και β περίοδος 1715-1822), υπεισήλθαν πολλά στοιχεία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής. Αρχικά, είχε αποτελέσει στρατηγικό σημείο για μια δύναμη που διεκδικούσε την ναυτική κυριαρχία στην ανατολική Μεσόγειο. Το γεγονός αυτό ήρθε να επιβεβαιωθεί αργότερα, στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν η οθωμανική αυτοκρατορία εδραίωσε την κυριαρχία της. Με την διαμόρφωση νέων συσχετισμών δυνάμεων οι τουρκικές αρχές μεταφέρονται στην Τρίπολη, με αποτέλεσμα το Ναύπλιο να μετατραπεί σε μια απλή επαρχιακή πόλη. Τις παραμονές της Επανάστασης η αρχιτεκτονική της παρουσιάζει ένα μίγμα βενετικών και οθωμανικών χαρακτηριστικών. Το 1822 η πόλη απελευθερώνεται και καθίσταται έδρα των προσωρινών Ελληνικών Διοικήσεων. Η  Επανάσταση θα δημιουργήσει ένα προσφυγικό κύμα με αποδέκτη το Ναύπλιο. Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο οι πρόσφυγες υπερβαίνουν τις στεγαστικές δυνατότητες της πόλης [1].

Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος – Karl von Heideck (1788-1861)

Όταν έφθασε στην Ελλάδα ο Καποδίστριας έστρεψε την προσοχή του στον καθαρισμό και στην εξυγίανση του Ναυπλίου. Η συσσώρευση χιλιάδων προσφύγων στους στενούς χώρους της πόλης ήταν η κυρία αιτία μολύνσεων. Ο Διευθυντής του Τακτικού Σώματος συνταγματάρχης Heideck [2] ανέλαβε τον καθαρισμό των δρόμων από τις ακαθαρσίες, την απομάκρυνση των υπαιθρίων μαγαζιών και εργαστηρίων, κλ.π [3]. Μέσα σε λίγες μέρες κατάφερε να καθαρίσει την πόλη, να λειτουργήσουν οι βενετικοί υπόνομοι, να φανεί πάλι το παλαιό βενετικό λιθόστρωτο και να απομακρυνθούν οι καλύβες των προσφύγων. Παράλληλα κλείνονται οι τάφροι που αποτελούσαν εστίες μόλυνσης και επισκευάζεται και καθαρίζεται το υδραγωγείο [4]. Με την βοήθεια του λοχαγού Σταμάτη Βούλγαρη κτίσθηκαν μικρά οικήματα από πέτρες ώστε να στεγαστούν οι άστεγοι σε ένα νέο προάστιο του Ναυπλίου στο οποίο δόθηκε το όνομα Πρόνοια [5]. Η όψη της πόλης άλλαξε με όλες τις προαναφερθείσες ενέργειες και επιπλέον με το γκρέμισμα όλων των στεγάστρων και μπαλκονιών εξασφαλίσθηκε η ελεύθερη κυκλοφορία του αέρα. Κάθε κτίσμα τουρκικής κατασκευής εξαφανίζεται και καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια εξευρωπαϊσμού του Ναυπλίου [6].

 

Πολεοδομικό Σχέδιο

 

Το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο του Ναυπλίου συνέταξε ο Θ. Βαλλιάνος [7] και επικυρώθηκε, τον Απρίλιο του 1830, από τον Καποδίστρια. Παρόλα αυτά αρχικά η ανοικοδόμηση της πόλης ακολούθησε το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο του Σταμάτη Βούλγαρη [8]. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες εκτός από την οικία του Κυβερνήτου [9] κανένα άλλο δημόσιο κτήριο δεν κατασκευάσθηκε. Αντίθετα επισκευάζονται πολλά άλλα [10]. Η οικονομική διαχείριση των επισκευών είχε δοθεί στον Ράδο, Έκτακτου Απεσταλμένου Αργολίδας. Ο οποίος χρηματοδότησε τις επισκευές των οικιών των Heideck και Πίζα, το κτήριο της Σχολής των Ευελπίδων, ενός στρατώνα, το νοσοκομείο χωρητικότητας 100 περίπου ασθενών [11].

 

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του 20ου αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886- 1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δεξιά το κτίριο του οπλοστασίου.

 

Σύμφωνα με μία περιγραφή του Ναυπλίου, την περίοδο του Καποδίστρια, η πόλη μπορούσε να χωριστεί σε τρία τμήματα. Το πρώτο βρισκόταν μέσα στην περιφέρεια των τειχών του Ιτς-Καλέ. Το δεύτερο ξαπλωνόταν σε ένα ομαλό επίπεδο, το οποίο διαιρείτο στα δύο, παράλληλο προς το Ιτς-Καλέ και προς τα «Πέντε Αδέλφια [12]» (οχυρό). Αυτό το μέρος της πόλης κατέληγε στην αριστερή πλευρά του φρουρίου σ’ ένα βράχο. Από εκεί δημιουργείτο ένα ημισέληνο προς την θάλασσα. Δεξιότερα της απόληξης του φρουρίου βρισκόταν μια τετράγωνη πλατεία που κατέληγε σε μια γέφυρα. Το τρίτο μέρος εκτεινόταν από το τείχος μέχρι την προκυμαία το οποίο αποτελούσε και την παραθαλάσσια συνοικία.

Ο εισερχόμενος στο Ναύπλιο διερχόταν από μια στενή και λασπώδη οδό που έφθανε μέχρι τα «Πέντε Αδέλφια». Σ’ αυτό τον δρόμο βρισκόταν η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα [13] η κυρία είσοδος της οποίας ήταν στραμμένη προς την οδό που ανερχόταν στο άνω μέρος της πόλης. Η αρχιτεκτονική του ναού δεν είναι όμοια με τις συνήθεις εκκλησίες. Περισσότερο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μια απλή και σκοτεινή αποθήκη με πόρτες όχι μεγαλύτερες από αυτές των οικιών. Δεξιά και αριστερά του ναού υπήρχαν κατοικίες.

Από τα «Πέντε Αδέλφια» η θάλασσα περιέβρεχε το τείχος και χώριζε την πόλη σε δύο τμήματα. Μπροστά από το προαναφερθέν οχυρό υπήρχε ξύλινη προκυμαία για την προφύλαξη διαφόρων τύπων πλοίων. Η παραθαλάσσια συνοικία άρχιζε, από αρκετή απόσταση, από το ανατολικό μέρος.

Στην αρχή της τοποθεσίας των «Πέντε Αδελφών» κατοικούσε σε κρατική οικία ο στρατηγός Gerard, αρχηγός του Τακτικού Σώματος, και το επιτελείο του. Κοντά στη θάλασσα κατοικούσε, στην ιδιόκτητη οικία του Τρικούπη [14], ο Γάλλος αντιπρόσωπος βαρώνος Rouen [15]. Δίπλα στην ανωτέρω οικία υπήρχε το οίκημα του συνταγματάρχου Βαλλιάνου.

Κτήρια τα οποία μνημονεύονταν ήταν ο στρατώνας στην «Στρατιωτική Πλατεία [16]» το κτήριο του οποίου είχε ως κύρια εξωτερικά χαρακτηριστικά τις θολωτές πύλες[17]. Παραπέρα υπήρχε η Στρατιωτική Σχολή από την οποία σε μικρή απόσταση, αφού διάβαινες κάποια θολωτή πύλη, υπήρχε ένα απλό μικρό μέγαρο η κατοικία του Κυβερνήτου, και στη συνέχεια το κατάστημα της γερουσίας και η κατοικία του Ρώσου αντιπροσώπου [18].

 

Το κτήριο

 

Στις 1 Ιουλίου 1828 ιδρύθηκε η Σχολή των Ευελπίδων. Η μοναδική ανεπιβεβαίωτη πληροφορία που έχουμε για την στέγαση του Λόχου των Ευελπίδων είναι ότι φιλοξενήθηκε σε τουρκικό εγκαταλελειμμένο στρατώνα [19] στην πλατεία των «Τριών Ναυάρχων» στο Ναύπλιο [20]. Η στέγαση των Ευελπίδων στον προαναφερθέντα στρατώνα προφανώς δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες των μαθητών, με αποτέλεσμα να ζητήσει ο Διευθυντής του Τακτικού Σώματος συνταγματάρχης Heideck από τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας Νικόλαο Καλλέργη  να «ἑτοιμασθῇ ἕν ἐθνικόν Σπῆτι ὅστι νά χρησιμεύσῃ ὡς κοινόν κατάλυμα ἐκ τήν πλήρωσιν του ὁ Λόχος θά φθάσῃ τά 80 ἄτομα» [21]. Προφανώς δεν βρέθηκε κατάλληλο οίκημα, με αποτέλεσμα οι έρευνες πιθανόν να συνεχίστηκαν πλην όμως δεν απέδωσαν.

Όταν οι Γάλλοι πρότειναν στον Καποδίστρια την ίδρυση ενός «στρατιωτικού πολυτεχνικού σχολείου», στις 2 Δεκεμβρίου του 1828, ο ίδιος εξέφρασε την απαισιοδοξία του ότι δεν υπάρχει κατάλληλο οίκημα για το στέγαση του, όχι μόνο στο Ναύπλιο, αλλά και σε όλες τις ελληνικές πόλεις [22]. Από την προαναφερθείσα πληροφορία εκτιμάται ότι η ανεύρεση του κτιρίου της Σχολής έγινε από τους Γάλλους και συγκεκριμένα από τον λοχαγό Jean Henry Pierre Auguste Pauzie -Banne [23]. Η χωρητικότητα του οικήματος έπρεπε να ήταν αρχικά για 40 Ευέλπιδες και αργότερα όταν θα λειτουργούσαν όλες οι τάξεις ο αριθμός θα ανέβαινε στους 80. Το κτήριο πρέπει να βρέθηκε κατά το διάστημα από 2 Δεκεμβρίου 1828 (γιατί σύμφωνα με την ανωτέρω επιστολή του Καποδίστρια δεν υπήρχε κατάλληλο οίκημα για την στέγαση της Σχολής) μέχρι 29 Ιανουαρίου 1829 ημερομηνία έναρξης των επισκευών του οι οποίες τελείωσαν στις 23 Μαρτίου 1829. Ο συνολικός αριθμός των τεχνιτών που εργάσθηκαν για την συντήρηση του κτιρίου έφθασε τους τριάντα [24].  Συνολικά για τα ημερομίσθια των εργατών δόθηκαν 2680 πιάστρες. Η επισκευή του κτιρίου στοίχισε 9000 πιάστρες (γρόσια) [25]. Ο προϋπολογισμός του κόστους των επισκευών ὑπερπηδοῦν τάς ὑποσχέσεις των  (αρχιτεκτόνων) πάρα πολύ καί ὡς πρός τόν καιρόν καί ὡς πρός τήν δαπάνην ἔχομεν τρανώτατα τά καταστήματα τῶν Εὐελπίδων, στρατῶνα… [26] Ένα γρόσι (1 γρόσι = 40 παράδες) αντιστοιχούσε με 6 Φοίνικες. Για να γίνει αντιληπτό το ύψος της δαπάνης παρατίθενται τα ακόλουθα: Μία οκά [27] ψωμί πρώτης ποιότητας κόστιζε 60 παράδες, η οκά του μοσχαρίσιου κρέατος 92 παράδες, του προβάτου 78 και το βουτύρου 200 παράδες [28]. Το ημερομίσθιο ενός εξειδικευμένου εργάτη ήταν 5 γρόσια και του ανειδίκευτου 2,5 [29]. Στην περίπτωση της Σχολής ο εξειδικευμένος εργάτης αμειβόταν με 4,20 γρόσια και ο ανειδίκευτος με 3 [30].

Το οίκημα που είχε επιλεγεί για να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου ή της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής [31] ήταν ένα τριώροφο οθωμανικής αρχιτεκτονικής το οποίο ανήκε σε ιδιώτη [32]. Ο πρώτος όροφος ήταν κτισμένος με πέτρες πελεκητές (bruchshein) και έθετα ξύλα, ο δεύτερος με ξύλινες συνδέσεις και πέτρες πελεκητές και ο τρίτος ο οποίος προεξείχε από τις τρεις πλευρές με πλίνθους. Η στέγη ήταν καλυμμένη από κεραμίδια [33].

 

Το μεταγενέστερο κτήριο στο χώρο όπου στεγάστηκε η πρώτη Στρατιωτική Σχολή της Ελλάδας. Φωτογραφία του 1965, όπως αναφέρεται στον ιστότοπο «Παλιές φωτογραφίες του Ναυπλίου».

 

Η θέση του κτιρίου είναι η ίδια με αυτήν του σημερινού παραρτήματος του Πολεμικού Μουσείου του Ναυπλίου. Το κτίσμα ήταν ακριβώς δίπλα στα τείχη της πόλης απέναντι από την «Πύλη του Αιγιαλού» [34]. Το οικόπεδο του οικήματος ήταν αρχικά, προφανώς, τριγωνικό εφαπτόμενο με τα τείχη δίπλα στο Οπλοστάσιο [35]. Το κτήριο ανήκε σε κάποιον Οθωμανό Καραϊλάνη [36]. Το πολεοδομικό σχέδιο του Βαλλιάνου [37] προέβλεπε την δημιουργία ενός δρόμου που θα χώριζε τα τείχη του Ναυπλίου με το οικοδομικό τετράγωνο που βρισκόταν το κτήριο, με αποτέλεσμα το προαναφερθέν οικόπεδο θα εντάσσονταν σε ένα οικοδομικό τετράγωνο. Από τα μεταγενέστερα σχέδια αλλά και από τη σημερινή πραγματικότητα, το κτήριο της Σχολής δεν ενσωματώθηκε σε κανένα οικοδομικό τετράγωνο. Παρέμεινε ως ένα κτίσμα από το οποίο διέρχονται δρόμοι και από τις τέσσερις πλευρές [38]. Η τελική διαμόρφωση του οικοδομικού τετραγώνου πρέπει να έγινε περί τα τέλη του 19ου αιώνα.

Το οίκημα που βρέθηκε για να στεγάσει τους Ευέλπιδες πιθανόν να μην εκπλήρωνε πλήρως τις στεγαστικές ανάγκες του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου, με αποτέλεσμα ο Διευθυντής της Σχολής αντισυνταγματάρχης [39] Pauzie να αναζητήσει κάποιο νέο κτήριο. Στις 2 Μαΐου 1829 ο προαναφερθείς Γάλλος επικεφαλής του Πολεμικού Σχολείου, σε συνεργασία με τον συνταγματάρχη Heideck, ζήτησε με επιστολή του προς τον Καποδίστρια να του διατεθούν 3000 μέχρι 3500 τάλληρα για την επισκευή κάποιας άλλης κατάλληλης οικίας ικανής για την στέγαση της Σχολής. Η θέση του νέου κτιρίου ήταν στους πρόποδες του Ιτς Καλέ, κοντά στην θάλασσα, στην οποία κατοικούσε μια οικογένεια Στερεοελλαδιτών. Όπως παρατηρούμε η επιστολή έχει ημερομηνία μεταγενέστερη από το πέρας των εργασιών επισκευής του οικήματος που χρησιμοποίησε το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο. Ο Κυβερνήτης αποδέχτηκε την πρόταση του Pauzie [40] τελικά όμως δεν υλοποιήθηκε για άγνωστους λόγους, με αποτέλεσμα το αρχικά επιλεγέν οίκημα να στεγάσει την Κεντρική Στρατιωτική Σχολή μέχρι το 1834. Πιθανόν η νέα αναζήτηση να οφείλεται στο γεγονός ότι το αρχικό κτήριο ήταν μικρό και δεν κάλυπτε τις ανάγκες 60 Ευελπίδων [41] (αριθμός που θα έφθαναν όταν θα λειτουργούσαν και οι τρεις τάξεις),  παρά μόνον των 40 αρχικών [42]. Το όλο οίκημα ήταν περίπου 181  τετραγωνικά μέτρα [43], με αποτέλεσμα όταν η δύναμη των μαθητών ήταν 40 τότε αντιστοιχούσαν 4,5 τετραγωνικά στον κάθε ένα, ενώ όταν θα έφθαναν τους 60 τότε η αντιστοιχία ήταν 3 τετραγωνικά. Επιπρόσθετος λόγος, που ο Διευθυντής του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου έψαχνε για κάποιο οίκημα περισσότερο ευρύχωρο και άνετο, ήταν πέραν από την στενότητα του χώρου, η έλλειψη θέρμανσης στο κτήριο και οι ακατάλληλοι χώροι υγιεινής [44]. Για την προσωρινή άμβλυνση των προαναφερθέντων προβλημάτων ανάγκασαν την διεύθυνση της Σχολής να βρει κάποια άλλα κτήρια για την εξυπηρέτηση ορισμένων δευτερευουσών λειτουργιών όπως αυτή του θεραπευτηρίου,  της κατοικίας του διευθυντού κλ.π [45].

Μετά την παρέλευση πέντε περίπου ετών το ζήτημα της ακαταλληλότητας του κτιρίου επανήλθε στην επικαιρότητα με πολύ οξύ τρόπο, καθόσον προστέθηκαν και σοβαρά προβλήματα υγιεινής. Πριν από την έναρξη του σχολικού έτους το 1833-1834, τον Σεπτέμβριο του 1833, ο Διευθυντής της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής συνταγματάρχης Rheineck [46] υπέβαλε αίτηση προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών η οποία αφορούσε στην ανεύρεση κάποιου άλλου κτιρίου με αφορμή αφενός την αναμενόμενη αναδιοργάνωση του Πολεμικού Σχολείου και αφετέρου την κακή κατάσταση του οικήματος [47]. Παράλληλα η Διεύθυνση της Σχολής ζητά να γίνουν και ορισμένες τροποποιήσεις στο οίκημα. Αναφέρει το γεγονός της μεγάλης στενότητας του χώρου (δεν υπήρχε κανένας χώρος για τις ελεύθερες ώρες των Ευελπίδων), καθώς επίσης και την ανάγκη διαμόρφωσης ενός μικρού εξωτερικού χώρου για την δημιουργία μιας μικρής πλατείας [48]. Η κακή κατάσταση του καταστήματος των Ευελπίδων περιγράφεται σε ξεχωριστή αναφορά του Rheineck στην οποία αφενός προτείνει να δοθεί το κτήριο του ορφανοτροφείου της Αίγινας στη Σχολή και αφετέρου αναφέρει τα ακόλουθα:

α.  Η ξυλεία ήταν τόσο σάπια ώστε δεν ήταν σε θέση να κρατήσει κανένα καρφί.

β.  Εισέρχονταν μεγάλες ποσότητες νερού σε περίπτωση βροχής από την οροφή.

γ. Οι τουαλέτες ήταν τελείως ακατάλληλες και για τον λόγο αυτόν, σύμφωνα με γνωμάτευση του αρχιάτρου Treiber, ορισμένοι μαθητές μολύνθηκαν τα μάτια τους [49].

Η διεύθυνση Μηχανικού, μετά από διαταγή του υπουργείου [50], ανέλαβε την ευθύνη σύνταξης μελέτης σχετικά με τις απαιτούμενες επισκευές σύμφωνα με την οποία χαρακτήρισε το κτήριο ετοιμόρροπο με αδυναμία τοποθέτησης κάποιου συστήματος θέρμανσης εξαιτίας αφενός του κινδύνου πυρκαγιάς και αφετέρου του μεγάλου κόστους εγκατάστασης [51]. Προτάθηκε ως λύση η στήριξη του οικήματος από το τοίχος της πόλης η οποία όμως ήταν αντίθετη με τους νόμους του κράτους αφού το κτήριο ήταν ιδιωτικό [52]. Από τον προϋπολογισμό που συνέταξε το Μηχανικό διαπιστώνουμε ότι οι επισκευές έπρεπε να ήταν εκτεταμένες και πολυδάπανες (4802,26 δραχμές) [53], καθόσον το οίκημα της Σχολής ήταν σε πολύ κακή κατάσταση [54]. Το Υπουργείο των Στρατιωτικών απευθύνθηκε προς τον Όθωνα (αντιβασιλεία) εκθέτοντας όλες τις προαναφερθείσες  δυσκολίες προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με την επισκευή ή μετεγκατάσταση της Σχολής στο ορφανοτροφείο της Αίγινας [55]. Η αντιβασιλεία στις 6 Δεκεμβρίου έκανε δεκτή την πρόταση του Υπουργείου των Στρατιωτικών και διέταξε την εγκατάσταση της Σχολής των Ευελπίδων στο κτήριο του ορφανοτροφείου. Παράλληλα διέταξε όπως γίνουν οι απαιτούμενες διαρρυθμίσεις ώστε το κτήριο της Αίγινας να φιλοξενεί 100 ορφανά [56]. Τελικά το 1834 η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων μεταφέρθηκε στο κτήριο του ορφανοτροφείου και τα ορφανά στο οίκημα του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου στο Ναύπλιο [57].

 

Φωτογραφία από την επίσκεψη φοιτητών της Σχολής Ευελπίδων έξω από το Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου, 3 Μαρτίου 2018. Το μεταγενέστερο κτήριο στο χώρο όπου στεγάστηκε η πρώτη Στρατιωτική Σχολή της Ελλάδας, σήμερα στεγάζει το Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου. Η τελευταία απόγονος της οικογένειας Κωστούρου υποστήριξε ότι το κτήριο της Σχολής των Ευελπίδων κτίσθηκε το 1856. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων.

 

Η μεταγενέστερη κατάσταση

 

Το κτίσμα εκποιήθηκε και πέρασε στα χέρια του ιδιώτη Αντώνη Κουφάδου έναντι 13350 δραχμών, ο γαμπρός [58] του οποίου κατεδάφισε το παλαιό και ετοιμόρροπο κτίσμα [59] και το 1856 περάτωσε την ανέγερση του νέου[60]. Το υπουργείο εσωτερικών υπεύθυνο για την πολεοδομία των πόλεων αιτήθηκε από το Όθωνα να εγκρίνει τροποποίηση σύμφωνα με την οποία το καινούργιο κτήριο να αποτελέσει από μόνο του ένα οικοδομικό τετράγωνο  ελεύθερο από όλες τις πλευρές [61]. Το σχέδιο όμως αυτό δεν εφαρμόσθηκε πλήρως, αλλά μόνο από τις τρεις πλευρές ήταν ελεύθερο επειδή όπως φαίνεται στο συμβόλαιο πώλησης γειτνίαζε  Ἀνατολικῶς, Ἀρκτκῶς καί Μεσημβρινῶς μέ ὁδούς δημοσίας καί Δυτικῶς μέ αὐλήν οἰκίας Μπουδούρα [62].

Το 1861, το μισό οίκημα πουλήθηκε στον Παναγιώτη Καζακόπουλο έναντι 14000 δραχμών [63] και το 1866 περιέρχεται  ολόκληρο στην ιδιοκτησία του. Από πλευράς σχεδίου πόλης το κτήριο είναι ελεύθερο από τις τρεις πλευρές και μόνο δυτικά συνορεύει με γήπεδον του Δημοσίου [64]. Για πρώτη φορά που το κτίσμα εμφανίζεται ελεύθερο και από τις τέσσερις πλευρές είναι το 1907 όταν μεταβιβάζεται στον γαμπρό [65] της οικογένειας Καζακόπουλος [66]. Χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία μέχρι το 1958. Η τελευταία απόγονος της οικογένειας Κωστούρου [67] υποστήριξε ότι το κτήριο της Σχολής των Ευελπίδων κτίσθηκε το 1856 [68] πληροφορία η οποία επιβεβαιώνεται από τα ανωτέρω εκτεθέντα. Το οίκημα απαλλοτριώθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και αναπαλαιώθηκε. Σήμερα στο κτήριο αυτό στεγάζεται το παράρτημα του Πολεμικού Μουσείου στο Ναύπλιο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Καλαφάτη Ελένη, «Η Πολεοδομία της Επανάστασης:  Ναύπλιο 1822- 1830» Τα Ιστορικά , Τ 1ος, τεύχος 2, Δεκ 1984 σ. 265- 268.

[2] Karl von Heideck (1788-1861) Βαυαρός Στρατηγός. Σπούδασε στο Μόναχο και υπηρέτησε στον βαυαρικό στρατό. Ήρθε στην Ελλάδα κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως. Συμμετείχε σε πολλές μάχες. Το 1828 διορίσθηκε από τον Καποδίστρια διοικητής του Ναυπλίου. Τον Αύγουστο του 1829 επέστρεψε στην Βαυαρία, αλλά επανήλθε ως μέλος της Αντιβασιλείας του Όθωνα. Έγραψε τα απομνημονεύματά του σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση τα οποία δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Αρμονία.

[3] Βακαλόπουλος Απόστολος Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ Η, Θεσσαλονίκη 1988 σ. 246, 247.

[4] Βακαλόπουλος Απόστολος Ιστορία του Νέου Ελληνισμού,τ 8ος σ. 246,

[5] Επιστολαί  Ι. Α. Καποδίστρια Κυβερνήτου της Ελλάδος. Διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρις 26 Σεπτεμβρίου 1831, τ Β, σ. 35,36,37.

[6] Καστάνης Ανδρέας, Η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της 1828-1834, Ιωάννινα 1995, σ. 58 (διδακτορική διατριβή).

[7] Ο  Θεόδωρος Βαλλιάνος γεννήθηκε το 1799 στην Ν. Ρωσία. Σπούδασε στην στρατιωτική ακαδημία της Πετρούπολης. Μετά την αποφοίτησή του κατετάγη στον ρωσικό στρατό στο όπλο του Μηχανικού. Το 1822 ήρθε στην Ελλάδα.

[8] Jean Savant, Napoléon et les Grecs. Sous et les Grecs. Sous les Aigles impériales  Nouvelles éditions latines, Paris, 1946, σ. 374

[9] Παλατάκι όπως το αποκαλούν σήμερα.

[10] Σπηλιωτάκη Κων/νου, «Τα εν Ναυπλίω κτίρια του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού 1824- 1826» Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ 20ος, 1971-1977, Αθήνα 1977, σ 53-71.

[11] ΓΑΚ, Καποδιστριακό Αρχείο Κέρκυρας, «Επιστολές Ράδου Έκτακτου Απεσταλμένου Αργολίδας έτους 1829-1830»,αρ εγγ 53, φ 225.

[12] Η ονομασία «Πέντε Αδέλφια» προήλθε από τα πέντε παλαιά πυροβόλα τα όποια ακόμη και σήμερα σώζονται στο Ναύπλιο.

[13] Στη εκκλησία αυτή δολοφονήθηκε ο Κυβερνήτης. Σώζεται και σήμερα και βρίσκεται στη οδό Καποδίστρια.

[14] Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873). Ιστορικός. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Διετέλεσε Γραμματέας Επικρατείας το 1828-1829 και Γραμματέας Εξωτερικών το 1829 και πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο. Γιος του ο Χαρίλαος Τρικούπης.

[15] Jean-Marie Achille Rouen αντιπρέσβης της Γαλλίας στην Ελλάδα 1829-1836.

[16] Πιθανόν να αναφέρεται στην πλατεία Πλατάνου ή σήμερα στην πλατεία της Συντάγματος.

[17] Πιθανόν να αναφέρεται στο κτήριο του σημερινού αρχαιολογικού μουσείου.

[18] Ράϊκο, «Περί της δολοφονίας του κόμητος Καποδίστρια», Έσπερος, Νο 16, 15/17 Δεκεμβρίου 1881, σ. 242, 243.

[19] Σύμφωνα με τον Στασινόπουλο ο στρατώνας κατεδαφίστηκε το 1928.

[20] Στασινόπουλου Επαμ, Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων, Αθήνα 1954, σ.35.

[21] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι, 23 Ιουλίου 1828, φ 25-26. Αίτηση προς τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας Νικόλαο Καλλέργη να βρει κατάλληλο οίκημα για τη στέγαση 80 Ευελπίδων. Ως σύμβουλος περί της καταλληλότητας του οικήματος θα αναλάμβανε ο συνταγματάρχης Πίζας.

[22] Καστάνης, ο.π. σ. 47, και Επιστολαί ο.π. τ Β 322, 323.

[23] Ο Jean Henry Pierre Augustine Pauzié Banne γεννήθηκε στο Παρίσι το 1792. Σπούδασε στην Πολυτεχνική Σχολή της Γαλλίας και το 1812 εξήλθε ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού. Έφθασε στην Ελλάδα με αίτημα του Καποδίστρια προς την Κυβέρνηση της Γαλλίας για διάθεση 3-4 στρατιωτικών συμβούλων. Παρέμεινε στην χώρα μας μέχρι το 1831. Έφθασε μέχρι τον βαθμό του Ταγματάρχη. Πέθανε το 1848. Περισσότερες πληροφορίες βλέπε: Καστάνης Ανδρέας, «Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της 1828-1834», διδακτορική διατριβή, εκδ Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2000, σ. 141.

[24] ΓΑΚ, Γενικό Φροντιστήριο, 3 Φεβρουαρίου 1829 (ανά εβδομάδα υπάρχει και κατάσταση των εργασθέντων στην επισκευή του κτιρίου), φ 41. Πρώτη κατάσταση πληρωμής των εργατών που επισκεύασαν το κτήριο της Σχολής

[25] ΓΑΚ, Γενικό Φροντιστήριο, 1 Απριλίου 1829, φ 41. Κατάσταση με το συνολικό ποσό των επισκευών.

[26] ΓΑΚ, Καποδιστριακό Αρχείο Κέρκυρας, «Επιστολές Ράδου Έκτακτου Απεσταλμένου Αργολίδας έτους 1829-1830»,αρ εγγ 53, φ 225.

[27] 1 οκά = 1280 κιλά.

[28] Καστάνης ο. σ. 212.

[29] Dim Loules, The financial and economic policies of president Ioannis Kapodistrias 1828-1831,  Ioannina 1985 σ. 70, 71.

[30] ΓΑΚ, Γενικό Φροντιστήριο, 3 Φεβρουαρίου 1829, φ41.

[31] Η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων κατά την καποδιστριακή περίοδο είχε την ονομασία Κεντρική Στρατιωτική Σχολή ή Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο. Η ονομασία στο επίσημο και επικυρωμένο οργανισμό της Σχολής είχε τον τίτλο Κεντρική Στρατιωτική Σχολή σε ανεπίσημες όμως μεταφράσεις αλλά κυρίως στην επίσημη σφραγίδα της είχε την τίτλο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο.

[32] Το γεγονός ότι δεν δόθηκε αποζημίωση σε ιδιώτη αλλά ούτε κάποιο μηνιαίο μίσθωμα μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι το κτήριο ανήκε σε Τούρκο ο οποίος το εγκατέλειψε μετά την Επανάσταση του 1821. Επίσης η πληροφορία ότι το κτήριο ήταν ιδιόκτητο και όχι Εθνική οικία βλέπε Καστάνης ο.π σ. 60.

[33] Καστάνης ο.π. σ. 58.

[34] Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο, Αρχείο Πέτρου Λυκούδη. Σχέδιο της πόλης του Ναυπλίου, Λυκούδης Πέτρος, Γενεαλογία- Βιογραφία-Έργα και το υπ’ αυτού εφερεθέν νέον σύστημα λυομένων πυροβόλων, Μέρος 1ο Αθήνα 1924 σ. 169.

[35] Λαμπρυνίδης Μιχαήλ, Η Ναυπλία, Αθήνα 1898, σ. 509.

[36] Συμβόλαιο Αριθμό Ευρετηρίου τόμου 761 και μερίδος 110 (αγοραστού)/1009 (πωλητού) 29 Νοεμβρίου 1861 Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Συμβόλαιο πώλησης του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής του Ναυπλίου ιδιοκτησίας Αντώνη Κουφάδου προς το Παναγιώτη Καζακόπουλο.

[37] Πρώτοι Έλληνες Τεχνικοί Επιστήμονες Περιόδου Απελευθέρωσης, εκ ΤΕΕ, Αθήνα, 1976 σ. 163.

[38] Από το σημερινό και τα ιστορικά πολεοδομικά σχέδια του Ναυπλίου.

[39] Η Κυβέρνηση απένειμε σε όλους τους Γάλλους που εντάχθηκαν στην υπηρεσία της Ελλάδος δύο βαθμούς πάνω από αυτόν που κατείχαν στην πατρίδα τους. Γι’ αυτόν τον λόγο ο λοχαγός Pauziι προήχθη σε αντισυνταγματάρχη.

[40] Καστάνης οπ σ. 56, 57.

[41] Διάταγμα περί Οργανισμού της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής, Αίγινα, Εθνικό Τυπογραφείο 1829 αρθ 2

[42] Ο. π, αρθ 101.

[43] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 7/19 Νοεμβρίου 1833, φ 366. Προϋπολογισμός εξόδων για την επισκευή του κτιρίου της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής.

[44] Ο.π. σ. 59, 60

[45] Ο.π. σ. 61

[46] Eduard von Rheineck γεννήθηκε στην Πρωσία το 1796. Ήρθε στην Ελλάδα το 1822. Έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα με τον βαθμό του λοχαγού. Διετέλεσε Διευθυντής της Σχολής των Ευελπίδων από το 1832 μέχρι το 1840. Έφθασε μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου. Πέθανε από καρδιακό νόσημα το 1854. Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε Καστάνης ο. π  σ. 178, 179.

[47] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 1/13 Σεπτεμβρίου 1833 Νο 255, φ 366 Αίτηση της Σχολής προς το Υπουργείο Στρατιωτικών σχετικά με την επισκευή του κτιρίου της.

[48] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 14/26 Νοεμβρίου 1833 Νο 302, φ 366. Διαμόρφωση του χώρου του ευρισκομένου μεταξύ του τοίχους της πόλης και του κτιρίου της Σχολής.

[49] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών,18/30 Νοεμβρίου 1833 Νο 304, φ 366. Περιγραφή της κακής κατάστασης του κτιρίου της Σχολής.

[50] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 2/16 Σεπτεμβρίου 1833 Νο 5286, φ 366. Ανάθεση σύνταξης μελέτης προϋπολογισμού των απαιτουμένων επισκευών του κτιρίου της Σχολής.

[51] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 8/20 Νοεμβρίου 1833 Νο 7631, φ 366. Επισκευές του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής.

[52] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 22 Νοεμβρίου/4 Δεκεμβρίου 1833 Νο 770, φ 366. Επισκευές του κτιρίου της Σχολής των Ευελπίδων.

[53] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 2/16 Σεπτεμβρίου 1833 Νο 5286, φ 366. Ανάθεση σύνταξης μελέτης προϋπολογισμού των απαιτουμένων επισκευών του κτιρίου της Σχολής.

[54] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 22 Νοεμβρίου/4 Δεκεμβρίου 1833 Νο 770, φ 366. Επισκευές του κτιρίου της Σχολής των Ευελπίδων.

[55]  ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 4/16 Δεκεμβρίου 1833 Νο 7998, φ 366. Έγγραφο του Υπουργείου Στρατιωτικών σχετικά με την κατάσταση του κτιρίου της Σχολής και την πρόταση προς τον Όθωνα για την αποδοχή της πρότασης του Rheineck για της μετεγκατάσταση στο κτήριο του ορφανοτροφείου της Αίγινας.

[56] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 6/13 Δεκεμβρίου 1833 Νο 9326. Απόφαση της Αντιβασιλεία για την μετεγκατάσταση της Σχολής των Ευελπίδων από το Ναύπλιο στο κτήριο του ορφανοτροφείου της Αίγινας.

[57] Καστάνης οπ σ. 60, 61.

[58] Γεώργιος Αθανασάκος.

[59] Υπάρχει μια διαφοροποίηση μεταξύ του εγγράφου του Υπουργείου των Εσωτερικών της 12 Μαρτίου 1853 και του συμβολαίου της 29 Νοεμβρίου όπου φαίνεται ότι ο Γεώργιος Αθανασάκος ανήγειρε το νέο οίκημα. Ενώ στο πρώτο αναγράφεται ότι ανήγειρε στο δεύτερο αναφέρεται ότι το 1856 ο Γεώργιος Αθανασάκος περάτωσε την ανέγερση.

[60] Συμβόλαιο με  Αριθμό Ευρετηρίου τόμου 761 και μερίδος 110 (αγοραστού)/1009 (πωλητού) 29 Νοεμβρίου 1861 Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Συμβόλαιο πώλησης του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής του Ναυπλίου ιδιοκτησίας Αντώνη Κουφάδου προς το Παναγιώτη Καζακόπουλο.

[61] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Εσωτερικών, 12 Μαρτίου 1853 (παλαιό ημερολόγιο), φ 31. Αίτηση του Υπουργείου προς τον Όθωνα για να εγκρίνει την τροποποίηση του πολεοδομικού σχεδίου του Ναυπλίου.

[62] Συμβόλαιο με Αριθμό Ευρετηρίου τόμου 761 και μερίδος 110 (αγοραστού)/1009 (πωλητού), 29 Νοεμβρίου 1861 Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Συμβόλαιο πώλησης του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής του Ναυπλίου ιδιοκτησίας Αντώνη Κουφάδου προς το Παναγιώτη Καζακόπουλο.

Η γειτνίαση δυτικά με την ερειπωμένη οικία του Μπουδούρα έρχεται σε απόλυτη συμφωνία με το σχέδιο του Υπουργείου των Εσωτερικών της 12 Μαρτίου 1853 γεγονός που επιτρέπει να μην υπάρχουν αμφιβολίες ότι το περιγραφόμενο οίκημα του συμβολαίου έχει άμεση σχέση με το παλαιό κτήριο της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων στο Ναύπλιο.

[63] Ο. π.

[64] Συμβόλαιο με Αριθμό Ευρετηρίου μερίδος 110 και 102/ 1359, 7 Μαΐου 1866.  Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Μεταβίβαση του υπολοίπου της οικίας στον Παναγιώτη Καζακόπουλο.

[65] Δημήτριος Κόνδης.

[66] Ευρετήριο με Αριθμό, τόμος Ε μερίδος 2386 αύξων αριθμός μεταγραφών 10259, 17 Οκτωβρίου 1907. Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Προίκα της Βασιλικής Καζακοπούλου προς τον Δημήτριος Κόνδης.

[67] Πιθανόν να πρόκειται για θυγατέρα του Δημητρίου Κόνδη και της Βασιλικής Καζακοπούλου.

[68] Πρώτοι Έλληνες Τεχνικοί Επιστήμονες Περιόδου Απελευθέρωσης, εκ ΤΕΕ, Αθήνα, 1976 σ. 313.

 

Ανδρέας Καστάνης

Καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ναύπλιο: Από την Τειχισμένη Μεσαιωνική Πόλη στην Ανοικτή Πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870) – Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

«Όμως αυτό το κάστρο, όπου ευρίσκεται εις το Ανάπλι, το οποίον ονομάζεται των Τόρων, ήτο πέτρα βουνόπουλον, το οποίον φαίνεται εις την σήμερον, έρημον, χωρίς κανένα κτίσμα και ήταν η ευεργεσία των αρχόντων […] πλην η κάτω χώρα τ’ Αναπλιού όπου φαίνεται την σήμερον κτισμένη γύρωθεν, την έκτισαν οι Βενετσάνοι με τείχη σίγουρα και στερεά». Ποια άλλη περιγραφή μπορεί να δώσει με τόση δύναμη κι ομορφιά την εικόνα της χερσονήσου μέχρι τα τέλη περίπου της φραγκικής κυριαρχίας (1212-1389) από αυτή του Μητροπολίτη Μονεμβασίας Δωρόθεου στο περίφημο «Χρονικό» του (1631). Τ’ Ανάπλι «ήτο πέτρα βουνόπουλον». Μια πέτρα απόκρημνη και απρόσιτη από το νότο και τη δύση, προσιτή από το βορρά, απ’ όπου κατηφόριζε ομαλότερα προς τη θάλασσα μέχρι τις παρυφές του λόφου, εκεί όπου σήμερα εί­ναι ο Ψαρομαχαλάς «χωρίς κανένα κτίσμα». Την κάτω χώρα, την κάτω πόλη, την έκτισαν σταδιακά οι Βενετσιάνοι επεκτείνοντας την ξηρά με συνεχείς προσχώσεις, έως ότου αποκτήσει τη σημερινή της μορφή, ή σχεδόν τη σημερινή της μορφή:

 

Ο αφέντης του τόπου ήγουν ο Βενετσάνος με τον λαόν ομού του Αναπλίου έκαμαν πάσαν οικονομίαν και έκτισαν τριγύρου τείχη καθώς φαίνονται έως την σήμερον· και μέσα όπου ήταν η θάλασσα έως κάτω εις την ρίζαν των κάστρων των βουνών έκαμαν πάσαν τέχνην και έβγαλαν την θάλασσαν, δι­ότι ήταν ολίγη και έρριψαν χώμα πολύ και εκαταπλάκωσαν την θάλασσαν, και έκτισαν επάνω σπίτια […] σπίτια εύμορφα […] και εγέμισεν ο τόπος εκκλησίαις και οσπίτια, όπου τα έχουν μέσα τα τείχη περιπεπλεγμένα και έκαμαν και Παλάτι του Αφεντός και Φόρον, διότι εις την κάτω χώραν ήταν ολίγα οσπίτια κτισμένα εκεί όπου ήταν ξηρά.

Η μορφή που παίρνει ο πολεοδομικός ιστός της πόλης στα επόμενα χρόνια, η κλίμακα, η έκταση και η όλη συγκρότησή του γενικότερα, εξαρτάται άμεσα από την ιδιαίτερη τοπογραφία της χερσονήσου και τα δύο μεγάλα της κάστρα: την Ακροναυπλία, της οποίας ίχνη των πρώτων οχυρώσεων των προχριστια­νικών χρόνων συναντάμε στη βάση των ενετικών τειχών, και το πολύ νεότερο κάστρο του Παλαμηδίου, που κτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα.

Η οχύρωση του Ναυπλίου ακολουθεί, όπως είναι φυσικό, το βενετσιάνι­κο μοντέλο της οχυρωμένης χερσονήσου. Ένα εξαιρετικά καλά οχυρωμένο κάστρο στην κορυφή, το οποίο από κατοικία του άρχοντα και των ευγενών σταδιακά μεταβάλλεται σε στρατιωτικές, και μόνο, εγκαταστάσεις, η τάφρος που αποκόπτει τη χερσόνησο από την ξηρά, ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος εισόδου στην πόλη, και τα επιθαλάσσια τείχη. Αυτά σε πρώτη φάση ταυτίζονται με τα τείχη του ίδιου του κάστρου της Ακροναυπλίας, για να καταλήξουν μετά τις επιμελημένες προσχώσεις χαμηλά, κοντά στη νέα ακτογραμμή. Προμαχώνες και πύργοι προστατεύουν τόσο την Πύλη της Ξηράς, εκεί όπου βρίσκεται η τάφρος, όσο και τις τρεις άλλες πύλες της πόλης, την Πύλη του Γιαλού, την Πύλη της Πλατείας και την Πύλη των Φούρνων.

 

Ναύπλιο – Η πύλη της Ξηράς, c.1840. Drawing, pencil & watercolour on paper. Ανυπόγραφο.

 

Η οχύρωση της πόλης της Α΄ Βενετοκρατίας συμπληρώνεται με ένα πρώτο τεχνητό λιμενοβραχίονα στη βορειοδυτική γωνία της Ακροναυπλίας και τον Προμαχώνα των Πέντε Αδελφιών. Οχυρώνεται τότε για πρώτη φορά το Μπούρτζι (Καστέλι) στο νησάκι στ’ αριστερά του λιμανιού, ώστε να προστατεύει την είσοδο του λιμανιού (porto cadena).

Η επόμενη οχυρωματική φάση χρονολογείται στην περίοδο της Β΄ Βενε­τοκρατίας (1686-1715) με την οχύρωση του Παλαμηδίου: οκτώ αυτοδύναμοι προμαχώνες που αλληλοϋποστηρίζονται, αλλά και αλληλοπροσβάλλονται, αν χρειαστεί. Η κατοίκηση της Ακροναυπλίας απαγορεύεται. Η κάτω πόλη αποκτά τη μορφή που διατηρούσε μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Τα δύο όρια, λοιπόν, η Ακροναυπλία προς νότο και η θάλασσα προς βορρά, και κατά πολύ λιγότερο το Παλαμήδι και η πέραν της Πύλης της Ξηράς στεριά καθορίζουν το σχήμα της κάτω πόλης, ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο περίπου, το οποίο εκφυλίζεται σε μια τραπεζοειδή απόληξη προς δυσμάς. Η πόλη, δηλαδή, βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο φυσικά όρια-εμπόδια που καθορίζουν και το μέγιστο όριο της συνολικής της έκτασης.

Μέσα σ’ αυτά τα όρια διαμορφώνεται η κάτω πόλη. Εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς σήμερα τρεις παράλληλες σ’ αυτήν ζώνες. Μία πρώτη που ξεκινά από τα τείχη της Ακροναυπλίας και φθάνει μέχρι τη σημερινή οδό Παπανικολάου – Καποδιστρίου, μία δεύτερη που αρχίζει από την οδό Παπα­νικολάου – Καποδιστρίου και φθάνει μέχρι τη σημερινή οδό Αμαλίας, όπου βρίσκονταν τα επιθαλάσσια τείχη, και μια τρίτη έξω από τα τείχη, που καταλήγει στην παραλία. Αυτή η τρίτη, η τελευταία, εξακολουθούσε να επεκτείνεται σταδιακά μέχρι και τον 20ό αιώνα.

Στην πρώτη ζώνη η μορφολογία του εδάφους επηρεάζει ιδιαίτερα τη διαμόρφωση του πολεοδομικού ιστού. Μία ζώνη με πλάτος περίπου 110μ. και μήκος περίπου 600μ., όπου οι δρόμοι, τα οικοδομικά τετράγωνα και τα οικόπεδα ακολουθούν τις κλίσεις του εδάφους. Οι δρόμοι είναι μικροί και στενοί, τρέχουν κατά μήκος των ισοϋψών και διακόπτονται από μικρούς κάθετους βαθμιδωτούς δρομίσκους, δρομόσκαλες, που εξασφαλίζουν την κάθετη προς τις καμπύλες κίνηση. Είναι η περιοχή του Ψαρομαχαλά: η πιο παλιά ζώνη, η πρώτη ζώνη που κατοικήθηκε έξω από τα τείχη, τότε που η θάλασσα έφτανε στις ρίζες της Ακροναυπλίας. Από αυτούς τους πρώτους κατοίκους, ψαράδες ως επί το πλείστον, κρατάει ακόμα και σήμερα η περιοχή, αιώνες ύστερα, το όνομά της «Ψαρομαχαλάς». Η περιοχή διατηρεί έντονα τα στοιχεία ενός γραφικού τοπίου. Η χάραξη του ρυμοτομικού ιστού – μικροί με μεταβαλλόμενο πλάτος οδοί, ακανόνιστα πλατώματα, αμβλείες ή οξείες γωνίες, ευρηματι­κές λύσεις που μαρτυρούν τον τρόπο που οι ερασιτέχνες τεχνίτες λύνουν τα εκάστοτε προβλήματα που αντιμετωπίζουν – δίνει στην περιοχή ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ύφος. Είναι η παλαιότερη κατοικημένη περιοχή της πόλης. Η σημερινή μορφή της, απαράλλακτη σχεδόν με εκείνη που συνάντησε ο Καποδίστριας και ο Όθων, όταν εγκαταστάθηκαν εκεί, παραμένει αναλλοίωτη, όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια της Α΄ Βενετοκρατίας, όταν ο πληθυσμός της πόλης πλησίαζε τους 10.000 κατοίκους. Ισόγεια, διώροφα και τριώροφα κτήρια. Κάποια από αυτά ξεχωρίζουν· είναι αυτά που στέγαζαν, πιθανότατα, κρατικές υπηρεσίες· είναι το τμήμα που έχει υποστεί τις λιγότερες αλλαγές στο πέρασμα του χρόνου.

 

Έσπερος Λιψίας, Το Ναύπλιο, 1881.
Μια χαρακτηριστική περιγραφή της πόλης στο ίδιο έντυπο: «Το Ναύπλιον είναι σήμερα πόλις μικρά μόλις περιέχουσα επτά χιλιάδων ψυχών. Αλλά το όνομα αυτής συνδέεται στενά προς την ιστορίαν των μεγάλων υπέρ ανεξαρτησίας αγώνων και των πρώτων χρόνων της ελευθερίας […]. Η πόλις είναι καθαρά, καλώς εστρωμένη και διατηρεί μέχρι σήμερον την όψιν μικράς πρωτευούσης· αι οικίαι είναι κομψαί, λιθόκτισται, παρέχουσαι όψιν αναπαύσεως και πολιτισμού. Ό,τι όμως κυρίως καθιστά το Ναύπλιον αξιοπερίεργον είναι τα οχυρώματα αυτού τα οποία είναι μία των λαμπροτέρων του μεσαίωνος αναμνήσεων».

 

Η δεύτερη ζώνη αναπτύσσεται παράλληλα προς την πρώτη, προς βορρά, οριοθετείται από τις σημερινές οδούς ΣπηλιάδουΣταϊκοπούλουΠλαπούτα και καταλήγει στα επιθαλάσσια τείχη. Το μέσο πλάτος της είναι περίπου 70μ. και το μήκος της 600μ. Παρόλο που δεν έχουν βρεθεί αρχειακά τεκμήρια, η διαμόρφωσή της μαρτυρεί την ύπαρξη πολεοδομικού σχεδίου. Είναι η πόλη που περιγράφει ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας Δωρόθεος. Καθώς το μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από προσχώσεις, ήταν σχετικά εύκολο να δημι­ουργηθεί ένα «κανονικότερο» οδικό δίκτυο. Διατηρούνται όμως κι εδώ πολλά από τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης ζώνης, αφού αποτελεί ουσιαστικά τη φυσική της συνέχεια και προέκταση. Τόσο στους δρόμους, συχνά στενούς κι αδιέξοδους, όσο και στη δημιουργία των οικοδομικών τετραγώνων, τα σχήματα των οποίων πλησιάζουν το ορθογώνιο, το στοιχείο της γραφικότητας κυριαρχεί.

Η Πλατεία Συντάγματος, η μεγάλη κεντρική πλατεία της πόλης, πρέπει να ταυτίζεται με τον βενετικό «φόρο». Εδώ, άλλωστε, οδηγεί και ο παλαιότερος κεντρικός δρόμος της πόλης, που ξεκινώντας από την Πύλη της Ξηράς καταλήγει στην πάνω πλευρά της Πλατείας, ενώ ο δεύτερος κεντρικός δρόμος, ο πλατύς δρόμος, η πλατιά ρούγα, η σημερινή Βασιλέως Κωνσταντίνου, λίγα μέτρα πιο πέρα, καταλήγει και πάλι στην Πλατεία αυτή. Οι οικοδομές εδώ είναι μεγαλύτερες, τριώροφες ή τετραώροφες, με αυστηρή μορφολογία. Είναι οικοδομές που σχεδιάστηκαν, αν όχι από αρχιτέκτονα πολιτικό μηχανικό, πάντως από στρατιωτικό οχυρωματοποιό.

Στη ζώνη αυτή βρίσκονται όλες σχεδόν οι πλατείες του σημερινού ιστορικού κέντρου. Οι τέσσερις παλαιότερες, η Πλατεία του Πλατάνου, η Πλατεία του Αγίου Γεωργίου, η Πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα και η Πλατεία του Αγί­ου Αναστασίου, υπήρχαν ήδη από τα χρόνια της Βενετοκρατίας, ενώ οι άλλες τέσσερις, η Πλατεία του Αγίου Νικολάου, η Πλατεία Σπηλιάδη, η Πλατεία της Αγοράς και των Τριών Ναυάρχων, δημιουργήθηκαν μετά την απελευθέρωση. Ο τρόπος που είναι σχεδιασμένες, μαρτυρεί τον Βενετό σχεδιαστή τους. Τις συναντάς ξαφνικά εκεί που περπατάς στο πλάι του δρόμου, στο τέλος από ένα μικρό σοκάκι. Η διακόσμησή τους, και κυρίως οι κρήνες που συναντάμε σ’ αυτές, παραπέμπει στην περίοδο της τουρκικής κατάκτησης. Σε κάθε μία υπάρχει και μία εκκλησία που κάποτε μετατράπηκε σε τζαμί ή ένα τζαμί που μετατράπηκε σε εκκλησία (δεν είναι πάντα εύκολο να προσδιορι­στεί αυτό), και ένα ή περισσότερα δημόσια κτήρια. Αναμφισβήτητα πάντως η δεύτερη ζώνη του Ναυπλίου, από τους πρόποδες του βράχου μέχρι και τα τείχη, ήταν – και κατά ένα μεγάλο μέρος είναι ακόμη – η σημαντικότερη ζώνη του Ναυπλίου.

Η τρίτη, τέλος, οικιστική ζώνη που αναπτύσσεται και αυτή παράλληλα με τις δύο προηγούμενες, έχει πλάτος 100μ. και μήκος 200μ. Εδώ το έδαφος είναι οριζόντιο επίπεδο. Η ζώνη αυτή που άρχισε να δημιουργείται έξω από τα επιθαλάσσια τείχη ήδη από τα χρόνια της Β΄ Βενετοκρατίας, θα πάρει την οριστική της μορφή μετά την απελευθέρωση και την κήρυξη της πόλης ως πρωτεύουσας της Ελλάδας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας  Μάρως Καρδαμίτση – Αδάμη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ναύπλιο – Από την Τειχισμένη Μεσαιωνική Πόλη στην Ανοικτή Πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870)

 

Διαβάστε ακόμη:

Το έργο του Wulf Schaeffer για το Ναύπλιο

Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833.

Read Full Post »

Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη


 

Στο πέρασμα των χρόνων πολλοί στρατιώτες έδωσαν τη ζωή τους και έπεσαν στα πεδία μαχών χωρίς να αναγνωριστούν ή να ανεβρεθούν οι σοροί τους. Η ανάγκη να εκπροσωπηθούν όλοι οι άγνωστοι πεσόντες και να επιτευχθεί η απονομή επίσημης συνολικής τιμής στη μνήμη των υπέρ πατρίδος πεσόντων στρατιωτών οδήγησε τα έθνη στη δημιουργία ενός συμβολικού μνημείου, τον τάφο του άγνωστου στρατιώτη. Ο τάφος του άγνωστου στρατιώτη εξωτερικεύει την έννοια της φιλοπατρίας, συγκεντρώνει τα στοιχεία μιας υψηλής πατριωτικής πράξεως και αποτελεί τη φανερότερη εκδήλωση του οφειλόμενου επαίνου και της δόξας που πρέπει να ακολουθεί τη μνήμη των πεσόντων και την εθελοθυσία τους υπέρ της πατρίδας.

 

Ιστορική Αναδρομή

 

Η γενική αρχή της τιμητικής πράξης της ταφής των αγνώστων πεσόντων ανάγεται στους ηθικούς νόμους και τα πάτρια έθιμα των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Τη μαρτυρία αυτή βρίσκουμε στα αρχαία κείμενα του Θουκυδίδη. Ο ιστορικός μιλώντας περί των δημοσίων ταφών των πεσόντων στον πόλεμο Αθηναίων εκθέτει τον τρόπο με τον οποίον τελούνταν ως εξής:

«…τα μεν οστά προτίθενται των απογενομένων πρότριτα σκηνήν ποιήσαντες, και επιφέρει τω αυτού έκαστος ην τι βούληται· επειδάν δε η εκφορά ή, λάρνακας κυπαρισσίνας άγουσιν άμαξαι, φυλής εκάστης μίαν· ένεστι δε τα οστά ης έκαστος ην φυλής, μία δε κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσιν ες άναίρεσιν. ξυνεκφέρει δε ο βουλόμενος και αστών και ξένων, και γυναίκες πάρεισιν αι προσήκουσαι επί τον τάφον ολοφυρόμεναι».

(Θουκιδίδης, 2.34.3)

Στους πεσόντες στον πόλεμο οι Αθηναίοι απέδιδαν μεγάλες τιμές. Η ταφή αυτών γινόταν δημοσία δαπάνη:

«Εν δε τω αυτώ χειμώνι Αθηναίοι τω πατρίω νόμω χρώμενοι δημοσία ταφάς εποιήσαντο των εν τάδε τω πολέμω πρώτων αποθανόντων τρόπω τοιώδε».

(Θουκιδίδης, 2.34.1-2)

Οι οικογένειές τους περιθάλπονταν και τα παιδιά τους ανατρέφονταν μέχρι την εφηβεία τους από την πόλη:

«τα δε αυτών τούς παίδας το από τούδε δημοσία η πόλις μέχρι ήβης θρέψει, ωφέλιμον στέφανον τοίσδέ τε και τοις λειπομένοις των τοιώνδε αγώνων προτιθεΐσα».

(Θουκιδίδης, 2.46.1)

Επιπλέον, επέλεγαν έναν ρήτορα για να εκφωνήσει τον επιτάφιο λόγο, όπως και στο απόσπασμα του Θουκυδίδη, στο οποίο ο επιτάφιος λόγος εκφωνείται από τον Περικλή. Σε κάθε περίπτωση οι Αθηναίοι απέδιδαν μεγάλη σπουδαιότητα στην ταφή γενικότερα και θεωρούσαν πολύ βαρύ πλήγμα τη στέρησή της:

«κακός κακώς άθαπτος εκπέσοι χθονός»

(Σοφοκλής, Αίας, στιχ.1177)

Τόσο ο Ευριπίδης όσο και ο Χαρίτωνας χαρακτηρίζουν μάλιστα το έθιμο της ταφής των αφανών ως ελληνικό νόμο:

«Ελένη: τον κατθανόντα πόσιν εμόν θάψαι θέλω.

Θεοκλύμενος: τί δ’; έστ’ άπόντων τύμβος; ή θάψεις σκιάν;

Ελ.: Ελλησίν έστι νόμος, ός αν πόντωι θάνηι…

Θε.: τί δράν; σοφοί τοι Πελοπίδαι τά τοιάδε.

Ελ.: κενοίσι θάπτειν έν πέπλων υφάσμασιν.

Θε.: κτέριζ’· ανίστη τύμβον ου χρήιζεις χθονός.

Ελ.: ούχ ώδε ναύτας ολομένους τυμβεύομεν.

Θε.: πώς δαί; λέλειμμαι των έν Έλλησιν νόμων».

(Ευριπίδης, Ελένη, στιχ.1239-1246)

«θάπτε με, όττι τάχιστα πύλας Αΐδαο περήσω. και γάρ ει μη το σώμα εύρηται τού δυστυχούς, αλλά νόμος ούτος αρχαίος Ελλήνων, ώστε και τούς αφανείς τάφοις κοσμείν».

(Χαρίτωνας, 4.1.3)

Σε απόδοση, λοιπόν, ταυτόσημης τιμής υπέρ των αφανών πολεμιστών έφεραν μαζί με τις λάρνακες που περιείχαν τα οστά των πολεμιστών και μια στρωμένη, αλλά κενή, κλίνη. Με τον τρόπο αυτό τελούσαν απομιμητική πράξη ταφής και υλική εκδήλωση της τιμής και του αθάνατου επαίνου της πόλης. Επίσης, διατελούσαν και ένα στοργικό καθήκον προς τους πλησιέστερους πενθούντες συγγενείς, δείχνοντας ότι η πατρίδα σέβεται εξίσου τη μνήμη των δικών τους.

Με την ίδια, λοιπόν, λογική και από την ίδια ηθική αφετηρία προήλθε η ιδέα της δημιουργίας του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη [1]. Στα νεότερα χρόνια αναπτύχθηκε σε πολλά κράτη η πρακτική της ύπαρξης ενός συμβολικού μνημείου, που να αντιπροσωπεύει τον πολεμικό τάφο των άγνωστων στρατιωτών.

Είναι πιθανό το πρώτο δείγμα τέτοιου μνημείου να υπήρξε το Landsolaten («Foot Soldier») του Πρώτου Πολέμου του Schleswig, στην Fredericia, της Δανίας, το οποίο κατασκευάστηκε το 1849. Ένα ακόμη πρώιμο δείγμα είναι το μνημείο του 1866, που είναι αφιερωμένο στον άγνωστο θανόντα του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος με τους πολυάριθμους νεκρούς, αποτέλεσε τη βασική αφορμή για την ανέγερση μνημείων αφιερωμένων στον άγνωστο στρατιώτη. Η πρώτη ίδρυση ενός τέτοιου μνημείου με τη σύγχρονη μορφή ξεκίνησε από το Ηνωμένο Βασίλειο, όταν, έπειτα από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ενταφίασαν πρώτοι έναν «άγνωστο στρατιώτη» εκ μέρους όλων των Δυνάμεων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στο αβαείο του Westminster το 1920, παρακινώντας με αυτόν τον τρόπο και άλλα έθνη να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Ο πιο γνωστός, ωστόσο, τάφος του Άγνωστου Στρατιώτη είναι αυτός της Γαλλίας κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου που ιδρύθηκε το 1921 τιμώντας τους άγνωστους νεκρούς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Τέτοιοι τάφοι δημιουργήθηκαν, επίσης, εις μνήμην άγνωστων πεσόντων και μετέπειτα πολέμων. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί το μνημείο που χτίστηκε στο Ιράκ το 1982.

Τα μνημεία αυτά περιέχουν συνήθως τη σορό ενός ανώνυμου νεκρού στρατιώτη ή «γνωστού μόνο στον Θεό» («known but to God»), όπως πολλές φορές αναγράφεται στην επιτύμβια στήλη. Πρέπει να τονισθεί ότι δίνεται μεγάλη έμφαση στην επιλογή της σορού, επιλέγοντας πάντα κάποια που θεωρείται ότι είναι αδύνατο να αναγνωριστεί ποτέ. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο πολλές προσπάθειες καταβλήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση, από τα κράτη που ανέγειραν τέτοιου είδους μνημεία, ώστε να βρεθούν σώματα άγνωστων στρατιωτών που να τηρούν αυτή την προϋπόθεση και να έχει διευκρινιστεί η εθνικότητά τους [2]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο ελληνικό μνημείο δεν υπάρχει σορός ακολουθώντας τα έθιμα των Αρχαίων Ελλήνων που ήθελαν τον τάφο κενό («μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών», Θουκυδίδης, 2.34.3.).

 

Ανέγερση Στην Ελλάδα – Η Ιδέα

 

Το πρώτο μνημείο του είδους, αφιερωμένο στους άγνωστους πεσόντες του αγώνα του 1821, αποφάσισε να ιδρύσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα ο Δήμος Ερμουπόλεως Σύρου στις 16 Ιανουάριου του 1858. Η εκτέλεση του έργου έγινε το 1889 σε σχέδια του Γ. Βιτάλη [3]. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ακολουθώντας το παράδειγμα των υπόλοιπων Ευρωπαίων η Ελλάδα αποφάσισε την ανέγερση εθνικού μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη στην Αθήνα.

 

Ο Διαγωνισμός

 

Στις αρχές του 1926 αποφασίστηκε από τον Υπουργό Στρατιωτικών Θεόδωρο Πάγκα­λο η κατασκευή μνημείου υπέρ του αγνώστου στρατιώτη. Στις 3 Μαρτίου του 1926 ο Υπουργός δημοσιεύει στην εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΑΣ» προκήρυξη διαγωνισμού «μεταξύ Ελλήνων Αρχιτεκτόνων, Γλυπτών και Ζωγράφων δια την υποβολήν μελέτης ανεγέρσεως τάφου Αγνώστου Στρατιώτου εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, καταλλήλος προς τούτο διαρρυθμιζομένην» [4]. Η προκήρυξη του διαγωνισμού εμφανίζεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 28ης Φεβρουάριου 1926 και υπογράφεται από τον Υφυπουργό Στρατιωτικών Κ. Νίδερ [5].

Την 9η Οκτωβρίου του 1926 το Υπουργείο Στρατιωτικών με την υπ’ αριθμόν 319168 διαταγή ενέκρινε και βράβευσε με το πρώτο βραβείο την κατά πλειοψηφία καλύτερη μελέτη του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη, ο οποίος την υπέβαλε με το ψευδώνυμο «ΣΚΡΑ» [6].

Στις 30 Ιουνίου του 1928 δημοσιεύεται Νομοθετικό Διάταγμα «περί εκτελέσεως μνημείου Αγνώστου στρατιώτου και των συναφών χωματουργικών και οικοδομικών εργασιών εν τη πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων» με το οποίο και εγκρίνεται η κατασκευή του μνημείου και η τοποθέτησή του στην πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων σύμφωνα με τα σχέδια του αρχιτέκτονα Λαζαρίδη [7].

 

Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Καρτ ποστάλ εποχής.

 

Η Επιλογή της Θέσης

 

Η θέση του μνημείου υποδείχθηκε με την προκήρυξη του 1926 [8]. Ο Στρατηγός και αργότερα Δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος σχεδίαζε να τοποθετήσει το μνημείο μπροστά από τα Παλαιά Ανάκτορα και να στεγάσει σε αυτά το Υπουργείο Στρατιωτικών.

Μετά από έντονες αντιδράσεις που εξέφρασαν αρχιτέκτονες και άλλα σημαντικά πρόσωπα της εποχής καθώς και συνεχείς συνεδριάσεις και συστάσεις επιτροπών που θα έκριναν την καταλληλότητα του έργου το ζήτημα μεταφέρεται στη Ζ’ Συνεδρίαση της Βουλής (12 Ιουλίου 1929), όπου ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ως Πρωθυπουργός, παρά τις διαφωνίες πολλών καλλιτεχνών και πολιτικών στελεχών και μετά την παρέμβαση του Υφυπουργού Συγκοινωνίας Β. Καραπαναγιώτη, που χρησιμοποίησε το παράδειγμα του μνημείου της Γαλλίας που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης του Παρισιού, αποφασίζει τελεσίδικα ότι η καταλληλότερη θέση είναι αυτή που είχε προταθεί εξαρχής, δηλαδή μπροστά από τα Παλαιά Ανάκτορα. Εξάλλου για τον Ελευθέριο Βενιζέλο η θυσία του άγνωστου στρατιώτη αποτελούσε τη βάση της Δημοκρατίας. Ο συσχετισμός του μνημείου με το Σύνταγμα και τη Βουλή (την οποία είχε μεταφέρει στα Παλαιά Ανάκτορα), υποδεικνύει τπ θυσία του «αγνώστου στρατιώτου» για τους δημοκρατικούς θεσμούς, δεδομένου ότι το Σύνταγμα ορίζει την καθολική στράτευση των ανδρών, δηλαδή το καθήκον τους να πεθάνουν για την υπεράσπιση της πατρίδας [9].

 

Η Επιλογή του Γλύπτη

 

Θωμάς Θωμόπουλος

Ο αρχιτέκτονας Εμμανουήλ Λαζαρίδπς είχε αρχικά συνεργαστεί με τον γλύπτη Θω­μά Θωμόπουλο, ο οποίος είχε προτείνει ως κεντρικό γλυπτό του μνημείου παράσταση γιγαντομαχίας, «ο άγνωστος στρατιώτης πίπτει και η Ελλάς στοργικά τον παραλαμβάνει δια την αιωνιότητα» [10], το οποίο και υπήρχε στο προσχέδιο που παρουσιάστηκε για την προκήρυξη του διαγωνισμού.

Όταν αποφασίστηκε η πραγματοποίηση του έργου, ο αρχιτέκτονας Λαζαρίδης, τον οποίον η επιτροπή επίβλεψης του μνημείου είχε ορίσει ως «επιβλέποντα πασών εργασιών» δίνοντας του τη δυνατότητα να επιλέγει ως βοηθούς του άλλους γλύπτες ή αρχιτέκτονες, παραμέρισε τον Θωμόπουλο, πιθανόν λόγω χρηματικής ασυμφωνίας. Η αντικατάσταση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους κύκλους των καλλιτεχνών.

Στη συνέχεια ο Θωμόπουλος εξάντλησε κάθε περιθώριο για την αποκατάστασή του στην θέση του γλύπτη αλλά στην όγδοη συνεδρίαση στις 17 Δεκεμβρίου 1930 η επιτροπή ενέκρινε νέα πρόταση, αυτή του «οπλίτη εκτάδην κειμένου», την οποία χαρακτήρισε περισσότερο ταιριαστή, επειδή προσδίδει ηρεμία και απλότητα. Κατά συνέπεια, ο γλύπτης Θωμόπουλος αντικαταστάθηκε από τον γλύπτη Φωκίωνα Ρωκ[11]. Ο Ρωκ είχε αποφοιτήσει από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών το 1925 (πτυχίο πλαστικής) και στη συνέχεια φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού και στην Ακαδημία Ζυλιόρ. Είχε επιστρέψει πρόσφατα από την Γαλλία και είχε αναλάβει τη θέση του εφόρου της Συλλογής Γλυπτικής της Σχολής Καλών Τεχνών όπου και δίδασκε πλαστική [12]. Η επιτροπή συμφώνησε ομόφωνα με αυτή τη μεταβολή, που έγινε ύστερα από πρόταση του ίδιου του βραβευμένου αρχιτέκτονα.

 

Περιγραφή Έργου – Περιγραφή Γενικής Αρχιτεκτονικής

 

Το έργο είναι ουσιαστικά ένα ανάλημμα σχήματος Π από λαξευμένους πωρόλιθους μεγάλων διαστάσεων. Το γλυπτό βρίσκεται στο βάθος και κεντρικά του όλου έργου. Δεξιά και αριστερά του υπάρχουν δύο μεγάλες πλευρικές κλίμακες. Στο κέντρο ημικυκλίου, το οποίο είναι ανυψωμένο από το γύρω πλακόστρωτο, υπάρχει ένας κενός τάφος («κλίνη κενή»). Σε διάφορα σημεία των τοίχων υπάρχουν τοποθετημένες 16 ορειχάλκινες ασπίδες που εξυμνούν τη θυσία και την ανδρεία (πολεμικός σταυρός, τριήρης, βους κλπ.).

 

To Γλυπτό

 

Ο γλύπτης Φ. Ρωκ. Ελαιογραφία του Π. Βυζάντιου. Δεκαετία του 1920.

To γλυπτό που κοσμεί το κέντρο του μνημείου είναι ένα έργο δοσμένο σε ταπεινό ανάγλυφο, το οποίο χαρακτηρίζεται από τπν απλότητα της αναπαράστασής του. Σε ένα παραλληλόγραμμο πλαίσιο – αναφορά σε σαρκοφάγο – παριστάνεται μια γυμνή ανδρική μορφή ξαπλωμένη σε κάποια έξαρση του εδάφους, με τα πόδια και το κεφάλι λίγο χαμηλότερα. Στο αριστερό χέρι ο νεκρός πολεμιστής κρατάει μια κυκλική ασπίδα, ενώ το δεξί χέρι είναι απλωμένο χαμηλότερα από το ύψος του εξάρματος, στο οποίο στηρίζεται ο κορμός. Στο κεφάλι του φοράει αρχαίο κράνος και το πρόσωπο έχει δοθεί από τα πλάγια με έναν τρόπο που θυμίζει αρχαία νομίσματα. Το έργο βασίζεται ουσιαστικό σε μια σειρά από καμπυλόγραμμα θέματα που αλληλοσυμπληρώνονται, όπως το κράνος και το δεξί χέρι που απαντά στην ασπίδα, η συγκρατημένη και ήρεμη απόδοση του στήθους, στοιχεία που επιβάλουν μια περισσότερο αρμονική φωνή στο σύνολο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο καλλιτέχνης απέφυγε εντελώς τα οριζόντια στατικά θέματα, ενώ συνδύασε ρεαλιστικές λεπτομέρειες στο χέρι και το πόδι με ιδεαλιστικές διατυπώσεις στο σώμα, με συνέπεια να τονίζονται τα επικαιρικά, όσο και τα διαχρονικά στοιχεία, κατεύθυνση προς την οποία αποβλέπει και η γυμνότητα του σώματος και η απόδοση του προσώπου. Έτσι, ο θεατής έχει την εντύπωση ότι ο καλλιτέχνης αποδίδει τον άγνωστα στρατιώτη όχι νεκρό αλλά ζωντανό να αναπαύεται και έτοιμο να σηκωθεί και να αντιμετωπίσει τον εχθρό.

Το έργο διακρίνεται για την εσωτερικότητα της πλαστικής του γλώσσας, την πυκνότητα και την ασφάλεια των διατυπώσεών της. Έτσι, το θέμα κερδίζει μία πραγματικό πλούσια εκφραστική φωνή, χωρίς φτηνή ρητορεία, επιφανειακή φιλολογία ή θεατρικότητα, με μόνο τη λιτότητα και τη δύναμη των μορφών του, την ειλικρίνεια και την πειστικότητα του συνόλου [13]. Το έργο θεωρείται ότι είναι εμπνευσμένο από τα αρχαϊκά αγάλματα των αετωμάτων του ναού της Αθηνάς Αφαίας στην Αίγινα[14].

 

Επιγραφές

 

Αριστερά και δεξιά της παράστασης έχουν χαραχθεί αντίστοιχα οι φράσεις του Θουκυδίδη «ΜΙΑ ΚΛΙΝΗ ΚΕΝΗ ΦΕΡΕΤΑΙ ΕΣΤΡΩΜΕΝΗ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ» (2.34.3.4) και «ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ» (2.43.3.1) από τον Επιτάφιο του Περικλή.

Αρχικά, υπήρχε η πρόταση από τον Λαζαρίδη να χαραχτεί πάνω στο κενοτάφιο η φράση «ΤΑΦΟΣ ΚΟΙΝΟΣ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΕΚΕΙΝΩΝ, ΩΝ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΥΡΕΘΗΣΑΝ» αλλά αυτή τροποποιήθηκε και τελικά χαράχτηκε η φράση «ΕΙΣ ΑΦΑΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΝ».

Στους πελεκημένους πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα, κατά ενότητες, τα ονόματα των τόπων, στους οποίους έχουν διεξαχθεί οι ενδοξότερες και πιο πολύνεκρες μάχες των αμυντικών και απελευθερωτικών πολέμων του Ελληνισμού [15]. Η αρχική πρόταση περιελάμβανε 13 επιγραφές οι οποίες δεν ανέφεραν τις ίδιες μάχες με αυτές που τελικά αναγράφηκαν στο μνημείο. Η οριστική απόφαση πάρθηκε το 1931 και οι επιγραφές που πλέον ήταν 12 πήραν την τελική τους μορφή. Στις επιγραφές αυτές προστέθηκαν μεταγενέστερα άλλες δύο που αναφέρουν τις τοποθεσίες στις οποίες έλαβε μέρος ο Ελληνικός Στρατός μετά το 1931 [16].

 

Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, εμπρός από το κτίριο της Βουλής των Ελλήνων στην Αθήνα.

 

Αποκαλυπτήρια

 

Στις 25 Μαρτίου 1932, επέτειο της Εθνικής μας εορτής, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα και με μεγάλη επισημότητα. Στην εκδήλωση παρέστησαν η Ιερά Σύνοδος, ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, καθώς και εκπρόσωποι πολλών ξένων κρατών (Ρουμανία, Πολωνία, Τουρκία, Γαλλία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Αίγυπτος και Αμερική), οι οποίοι κατέθεσαν στεφάνια και απέδωσαν τιμές στο νεοαναγερθέν μνημείο. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, στην οποία η συρροή του κόσμου υπήρξε πυκνότατη, πραγματοποιήθηκε παρέλαση της φρουράς, των προσκόπων και των σχολείων. Αργότερα εκτελέστηκε και στρατιωτική λαμπαδηφορία με συμμετοχή 3.000 ανδρών της φρουράς Αθηνών [17].

 

Η Φύλαξη και η Κατάσταση Σήμερα

 

Αμέσως μετά την αποπεράτωση της κατασκευής του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη το 1932, λόχος της «Φρουράς του Προέδρου της Δημοκρατίας» ανέλαβε την τιμητική φρούρηση του μνημείου. Ο λόχος μετονομάστηκε σε «Φρουρό του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη», όνομα το οποίο διατήρησε έως την μεταπολίτευση του 1935.

Μετά την επάνοδο του Βασιλιά Γεωργίου Β’ το 1935, ο Ευζωνικός λόχος μετονομάστηκε οε «Βασιλική Φρουρά». Η ονομασία αυτή παρέμεινε σχεδόν μέχρι το τέλος της επτάχρονης δικτατορίας του 1967. Μετά τη μεταπολίτευση του 1974 επικράτησε επίσημα το όνομα «Προεδρική Φρουρά» [18].

Προ του μνημείου καίει ακοίμητο καντήλι, το φως του οποίου μεταφέρθηκε από την Αγία Λαύρα κατά την ημέρα των αποκαλυπτηρίων του.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Τρουπάκης Ν., Στρατιώτης, σελ.130.

[2] http://en.wikipedia.org/wik/tomb_of_the_uknown_soldier.htm.

[3] Σφυροέρας Β., Άγνωστου. σελ. 76.

[4] Εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΑΣ», 3 Μαρτίου του 1926, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[5] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. φύλλο 51, 28 Φεβρουαρίου 1926. αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[6] Στεφανής Α. και Κολώνης Δ., Το Μνημείο, σελ. 5.

[7] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, φύλλο 112 Α, 30 Ιουνίου 1928, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[8] Εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΑΣ» 3 Μαρτίου του 1926, ό.π.

[9] Εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 25 Οκτωβρίου 1998, άρθρο Ματθιόπουλου, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[10] Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ», 15η Μαρτίου 1930, άρθρο – συνέντευξη αρχιτέκτονα Λαζαρίδη, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[11] Στειρανής Α. και Κολώνης Δ.. Το Μνημείο, σελ. 20.

[12] Δημακόπουλος Γ., Ρωκ, σελ. 335-336 και Χρήστου X., Φωκίων, σελ. 129.

[13] Χρήστου X. Φωκίων, σελ. 130 και Χρήστου X. και Κουμβακάκη Αναστασιάδη Μ., Γλυπτική, σελ.57.

[14] Δημακόπουλος Γ., Ρωκ, σελ. 336.

[15] Σφυροέρας Β. Αγνώστου, σελ. 76.

[16] Στεφανής Α. και Κολώνης Δ., Το Μνημείο, σελ. 38-40.

[17] Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ». 25 Μαρτίου 1932, «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» και «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 26 Μαρτίου 1932, αρχείο Βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[18] Λυμπερόπουλος Β., Εύζωνοι.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Τρουπάκης Ν., Στρατιώτης: Τρουπάκης Ν., λήμμα «Άγνωστος Στρατιώτης», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Διευθ.Έκδοσης Σώκος Γ.Ι., Αθήνα, Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, 1928, [σσ] 129-130.
  • Σφυροέρας Β., Άγνωστου: Σφυροέρας Β., λήμμα «Άγνωστου Στρατιώτη μνημείο», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς – Μπριτάννικα, Διευθ.Έκδοσης Κουβακας Θ., Πουρναρά Ε. και Φειδας Β., Αθήνα, Πάπυρος, 1981, [σσ] 75-76.
  • Σφυροέρας Β., Βαλκανικοί: Σφυροέρας Β., λήμμα «Άγνωστου Στρατιώτη μνημείο», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος.
  • Δημακόπουλος Γ., Ρωκ: Δημακόπουλος Γ., λήμμα «Ρωκ», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, Διευθ.Έκδοσης Πουρναρά Ε. και Μπουγάς Ν., Αθήνα, Πάπυρος, 1992, [σσ] 335-336.
  • Χρήστου Χ. και Κουμβακάκη – Αναστασιάδη Μ., Γλυπτική: Χρήστου Χ. και Κουμβακάκη – Αναστασιάδη Μ., Η Νεοελληνική γλυπτική 1800-1940, Αθήνα, Έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 1982.
  • Χρήστου Χ., Φωκίων: Χρήστου Χ., λήμμα «Ρωκ Φωκίων», Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Διευθ.Έκδοσης Χριστόπουλος Γ.Α. και Μπαστιάς Ι.Κ., Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1991, [σσ] 129-130.
  • Λυμπερόπουλος Β., Εύζωνοι: Λυμπερόπουλος Β., Εύζωνοι: Οι Πολεμιστές του Θρύλου και της Ιστορίας, Αθήνα, 1996.

 

Πηγή


  • «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη», Γενικό Επιτελείο Στρατού 7° Ε.Γ./5. Επίβλεψη: Ανχης (ΠΒ) Βασίλειος Παπαθανασίου – Ανχης (ΠΒ) Γεώργιος Γιαννόπουλος. Συγγραφική ομάδα: Στρ (ΠΒ) Θωμάς Τσέλιος – Στρ (ΠΒ) Ιωάννης Μακρυπούλιας.

Read Full Post »

Τα ίχνη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο – © Χρήστος Πιτερός


 

Στις 6 Ιανουαρίου 1828 ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας, σύμφωνα με την απόφαση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (1827), συνοδευόμενος από τα πλοία των Τριών Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) επιβαίνων στο αγγλικό warspite κατέπλευσε στο Ναύπλιο. Την 7η Ιανουαρίου τα τρία συνοδεύοντα πλοία τον Κυβερνήτη ύψωσαν την Ελληνική σημαία και την εχαιρέτησαν με κανονιοβολισμούς, ως  έμπρακτη αναγνώριση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ενώ κανονιοβολισμούς ανταπέδωσαν τα φρούρια του Ναυπλίου, με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές των κατοίκων της πόλης, που είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι.

Την επομένη 8 Ιανουαρίου, ο Κυβερνήτης αποβιβάσθηκε στο Ναύπλιο1, όπου ο λαός τον υποδέχθηκε με επευφημίες ως σωτήρα και λυτρωτή, και προπορευομένου του Αρχιερέως και του κλήρου, κατευθύνθηκε στη μητρόπολη του Αγίου Γεωργίου όπου εψάλη δοξολογία.

Στη συνέχεια οδηγήθηκε στην πολυτελή οικία του Εμμ. Ξένου, όπου κατέλυσε, η οποία βρισκόταν στο Μεγάλο δρόμο (Βασιλέως Κωνσταντίνου) όπου δέχθηκε τις αρχές της πόλης και την 10η Ιανουαρίου 1828 ανεχώρησε για τον Πόρο και την Αίγινα.

Με την άφιξή του στο Ναύπλιο ο Ι. Καποδίστριας άρχισε με ενέργειές του την άμεση ανασυγκρότηση της χώρας και έβαλε τάξη στην πόλη. Οι  φιλονικούντες φρούραρχοι του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας Θ. Γρίβας και Φωτομάρας του παρέδωσαν τα κλειδιά των φρουρίων, όρισε  φρούραρχο του Ναυπλίου τον Βαυαρό συνταγματάρχη Κ. Έϋδεκ, και διόρισε πολιτάρχη τον συνταγματάρχη Πίζαν.

Με την αναχώρηση του Κυβερνήτη στις 10 Ιανουαρίου 1828 για την Αίγινα, στο Ναύπλιο παρέμεινε ο συμπατριώτης του μηχανικός και λοχαγός του γαλλικού στρατού Σταμ. Βούλγαρης. Με επιστολή του προς τους Δημογέροντες του Ναυπλίου ζήτησε να συνδράμουν τον Στ. Βούλγαρη με σκοπό να επιδιορθώσει την οικία του Εμμ. Ξένου, ως προσωρινή κατοικία του Κυβερνήτη, να επιθεωρήσει τις οχυρώσεις και να συντάξει γενική έκθεση. Από τις πρώτες φροντίδες του Καποδίστρια ήταν η πολεοδομική ανασυγκρότηση της χώρας2.

Ειδικότερα για την πόλη του Ναυπλίου, όπως γίνεται φανερό από την αναλυτική αναφορά του φρουράρχου Έϋδεκ3 στις 3-7-1829, λήφθηκαν  άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση πολλών προβλημάτων της πόλης με τους σωρούς των ερειπίων, που εγκυμονούσαν άμεσους κινδύνους για την  δημόσια υγεία και την επιβίωση των κατοίκων. Διανοίχθηκαν οι καταχωμένοι υπόνομοι για τον καθαρισμό της πόλης, επισκευάσθηκε το υδραγωγείο ύδρευσης της Άριας, καθαρίστηκαν και πλακοστρώθηκαν οι δρόμοι, κατεδαφίστηκαν τα παραπετάσματα (σαχνισιά) που έφραζαν τους δρόμους, και διανοίχθηκαν ευρύτεροι δρόμοι, απομακρύνθηκαν οι καλύβες από την πόλη, με αποτέλεσμα να αναπνεύσει η πόλη με τον καλύτερο αερισμό και τον  υγιεινό τρόπο διαβίωσης. Επισκευάσθηκαν οι οικίες, οι οχυρώσεις, ο στρατώνας του Πλατάνου (Αρχαιολογικό Μουσείο), ο στρατώνας στα Πέντε Αδέλφια, το φρουραρχείο, τα στρατιωτικά κτίρια της Ακροναυπλίας και διαμορφώθηκαν χώροι. Το φρούριο Παλαμήδι εκκαθαρίστηκε, επιδιορθώθηκε και κτίστηκαν νέα κτίρια, τακτοποιήθηκε και ενισχύθηκε ο εξοπλισμός.

Ο Στ. Βούλγαρης ανέλαβε το 1828 την εκπόνηση του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου. Απομάκρυνε τις καλύβες των προσφύγων από την πόλη, τις μετέφερε στην Πρόνοια, δημιούργησε ευρείς δρόμους και πλατείες, μεταξύ των οποίων και τον κεντρικό μεγαλύτερο δρόμο της πόλης, το γνωστό  Μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Παράλληλα ανέλαβε την εκπόνηση σχεδίου του πρώτου προσφυγικού συνοικισμού στην Πρόνοια4. (εικ. 1)

 

Εικόνα 1: E. Peytier, Γενική άποψη Πρόνοιας και Ναυπλίου.

 

Την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου του Στ. Βούλγαρη ανέλαβε στη συνέχεια ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος το 1829. Αντίγραφο του σχεδίου πόλης του Θ. Βαλλιάνου, σώθηκε στην Κέρκυρα. (εικ. 2), στο οποίο αργότερα έγιναν τροποποιήσεις.

 

Εικόνα 2: Σχέδιο πόλης Ναυπλίου Θ. Βαλλιάνου.

 

Σημαντικά κτίρια κατασκευάσθηκαν στο Ναύπλιο κατά την Καποδιστριακή περίοδο, όπου μετά την Δ΄Εθνοσυνέλευση τον Ιούλιο-αρχές Αυγούστου 1829 η πρωτεύουσα του κράτους μεταφέρθηκε από την Αίγινα στο Ναύπλιο5.

Η παρουσία του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, όπου έβαλε ανεξίτηλα την σφραγίδα του παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα. Παρά τις οικονομικές δυσχέρειες ανοικοδομήθηκαν μέσα σε τρία χρόνια πολλά δημόσια κτίρια ιδιαίτερα στην Αίγινα, το Ναύπλιο και το Άργος.

Στα βορειοανατολικά της πόλης στη δυτική πλευρά της Πλατείας Συντριβανίου, σημερινή Πλατεία Τριών Ναυάρχων, κτίσθηκε το 1829 το «Παλάτιον» η «Κυβερνείο» του Καποδίστρια6, σε οικόπεδο που είχε αγοράσει ο Πανούτσος Νοταράς, ένα μεγάλο τριώροφο επίμηκες νεοκλασικό κτίριο με μέγιστες διαστ. 30,40Χ27,80 μ. και κάλυψη 671 τ.μ. που άρχιζε από την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και έφθανε ως την Λεωφόρο Αμαλίας υπερκαλύπτοντας το ενδιάμεσο στενό, την οδό Γ. Δημητριάδη, με τη δημιουργία μεγάλης καμάρας, διαβατικού, στο ισόγειο (εικ. 3). Το βορειότερο τμήμα του κτιρίου διαστ. 11Χ12,80 μ. είναι μικρότερο από το νοτιότερο. Αρχιτέκτονας του κτιρίου ήταν, από την Νεάπολη της Ιταλίας, ο Πασκουάλε Ιππολίτι (Pascal Ippoliti).

 

Εικόνα 3: Κυβερνείο, Παλατάκι Ι. Καποδίστρια (1890) από ανατολικά.

 

Το Κυβερνείο, σχέδιο Α. Κοντόπουλου

 

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του (20) εικοστού αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886- 1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δεξιά το κτίριο του οπλοστασίου.

 

Το κτίριο αυτό ένα από τα παλαιότερα κτίρια του κλασικισμού στο Ναύπλιο, επίμηκες έντονα απλωμένο κατά την Σ. Καρούζου, με συμμετρικά ανοίγματα και τονισμένη την οριζόντια διάρθρωση, ανάλογη με το ενετικό κτίριο της Αρμερίας, σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο της Πλατείας Συντάγματος.

Εικόνα 4: P. von Hess, η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο 1835, λεπτομέρεια Κυβερνείου με αέτωμα.

Ωστόσο το κτίριο προβάλλεται ισόρροπα και τονίζεται ο κατακόρυφος άξονας του κτιρίου, στην ανατολική επιμήκη πλευρά, με την προβολή-προεξοχή του κεντρικού τμήματος, με την μεγάλη καμάρα στο ισόγειο, το μπαλκόνι με τη θύρα στον δεύτερο όροφο και την αρθρωτή ελαφρώς χαμηλότερη στέγη από την τετράρριχτη κύρια στέγη του κτιρίου. Προφανώς πρόκειται για δυτικότροπο χαρακτηριστικό, το οποίο δεν απαντάται σε κανένα νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου (εικ. 3). Η άποψη της Σ. Καρούζου ότι το κτίριο έφερε αρχικά αέτωμα, το οποίο θα αχρηστεύθηκε αργότερα, επειδή το κτίριο εικονίζεται με αέτωμα στο γνωστό πίνακα του P. Von Hess με την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο είναι εσφαλμένη7. (εικ. 4)

Όπως όμως σαφώς προκύπτει από την υδατογραφία του A. Marc8 (εικ. 5) γύρω στα 1833, λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του με τονισμένες τις οριζόντιες και κάθετες συμμετρικές αρθρώσεις, αλλά και από τις μεταγενέστερες φωτογραφίες του τέλους του 19ου αι. και των αρχών του 20ου αι. στο κεντρικό προβαλλόμενο τμήμα είχε ειδική, αρθρωτή, χαμηλή επικλινή τετράριχτη στέγη, αλλά δεν είχε αέτωμα (εικ. 3). Η αναπαράσταση του κτιρίου σε σχέδιο του W. Schaefer 1935, όταν το κτίριο είχε ήδη καταστραφεί και κατεδαφιστεί με αέτωμα ως διώροφο! και με παράθυρα, πόρτες και ορθογώνιους φεγγίτες στο ισόγειο είναι εσφαλμένη.

 

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια

 

Με απλή σύγκριση γίνεται φανερό ότι ο Schaefer αντιγράφει την έντονα κλασικιστική, ανακριβή όμως αναπαράσταση του κτιρίου μεαέτωμα του P. V. Hess, στον πίνακα (1835) της άφιξης του Όθωνα στο Ναύπλιο9. Επίσης στην αναπαράσταση του Κυβερνείου-Παλατάκι από τον Α. Κοντόπουλο, με πόρτες στα δυο άκρα του ισογείου, που δημοσιεύει η Σ. Καρούζου είναι εσφαλμένη. Το κτίριο αρχικά δεν είχε πόρτες στην ανατολική επιμήκη όψη  του ισογείου. Η κύρια είσοδος του κτιρίου προφανώς ήταν στον κεντρικό μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Στις αρχές του 20ου αιώνα,  όταν το κτίριο λειτουργούσε ως Νομαρχία, προφανώς για τις λειτουργικές ανάγκες του κτιρίου το νοτιότερο παράθυρο είχε διαμορφωθεί σε πόρτα, όπως σαφώς προκύπτει από φωτογραφία της εποχής και προφανώς αυτό αποτέλεσε την αφετηρία της εσφαλμένης αναπαράστασης από τον Κοντόπουλο.

Εικόνα 6: Πώρινος λίθος του Κυβερνείου με τη χρονολογία 1829, ανέγερσης του κτιρίου. (Δημόσια Βιβλιοθήκη ο Παλαμήδης)

Στο Παλατάκι-Κυβερνείο του Καποδίστρια στη συνέχεια έμεινε ο βασιλιάς Όθωνας, και το κτίριο ονομάστηκε Ανάκτορο, ενώ η πλατεία Συντριβανίου  ονομάσθηκε Πλατεία Ανακτόρων. Αρκετά χρόνια μετά την έξωση του Όθωνα το 1862, στο κτίριο εγκαταστάθηκε η Νομαρχία. Στις 16 Οκτωβρίου το 1929 το κτίριο καταστράφηκε από πυρκαγιά, δεν ανοικοδομήθηκε και κατεδαφίστηκε. Το 1933 κηρύχθηκε το οικόπεδο ως διατηρητέο και  διαμορφώθηκε ως πάρκο, όπου αυθαίρετα τοποθετήθηκε στη δεκαετία του 1990 το άγαλμα του Όθωνα (εικ. 23). Είναι αξιοσημείωτο ότι από το  κτίριο διατηρείται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη «Παλαμήδης» ο πώρινος ορθογώνιος λίθος διαστ. 52Χ23Χ23 εκ. με τη χρονολογία 1829, έτος ανέγερσής του. (εικ. 6)

Λίγο δυτικότερα 5 μ. από το Κυβερνείο στο Μεγάλο δρόμο (Βασ. Κωνσταντίνου) κτίσθηκε το 1831 ένα μεγάλο τριμερές μνημειακό νεοκλασικό κτίριο, χαρακτηριστικό δείγμα της πρώτης φάσης του νεοκλασικισμού, το οποίο είναι κυρίως διώροφο κτίριο και στον τρίτο όροφο προεξέχει μόνο το κεντρικό τμήμα του (εικ. 7). Πρόκειται για το κτίριο του παλιού Δημαρχείου Ναυπλίου, πρώην Δημοτική Πινακοθήκη, στη συνέχεια και νυν Γραμματεία του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Εικόνα 7: Νεοκλασικό κτίριο, Εθνικός Οίκος 1831.

 

Εικόνα 8: Είσοδος νεοκλασικού κτιρίου, Εθνικού Οίκου 1831.

Στη θέση αυτή σαφώς προκύπτει από τη μαρτυρία του Φωτάκου, βρισκόταν η οικία του Αλή Πασά του Ναυπλίου (Αλή μπέη του Άργους), αγοράσθηκε στη συνέχεια από τον Εμμ. Ξένο, όπου έμεινε αρχικά ο Κυβερνήτης «και επί τέλους αγοράσθη υπό του Δήμου Ναυπλιέων δια δημοτικόν κατάστημα»10.

Φέρει χαρακτηριστική πώρινη αψιδωτή νεοκλασική είσοδο με πεσσούς εκατέρωθεν και στο γείσο οδοντωτούς νεοκλασικούς γεισίποδες του αρχαίου  ελληνικού ιωνικού ρυθμού. Πάνω από το γείσο φέρει εντός πλαισίου ανάγλυφη παράσταση του αναγεννώμενου Φοίνικα και στο τύμπανο της  αετωματικής επίστεψης την επιγραφή «Εθνικός Οίκος 1831». Πρόκειται για μοναδικό σωζόμενο χαρακτηριστικό νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου11. (εικ. 8)

Ένα άλλο σημαντικό νεοκλασικό τριώροφο κτίριο στο Ναύπλιο είναι η γνωστή οικία Άρμασμπεργκ διαστ. 24,14Χ17,20 μ. ένα από τα μεγαλύτερα σπίτια της πόλης. Έλαβε το όνομα από τον ομώνυμο κόμη μέλος της Οθωνικής Αντιβασιλείας (εικ. 9). Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος έχουν κτισθεί  από πέτρα, το πιθανότερο, κατά την άποψή μας, κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία και όχι κατά την Β΄ Ενετοκρατία, όπως έχει υποστηριχθεί.

 

Εικόνα 9: Οικία Άρμανσμπεργκ.

 

Εικόνα 10: Οικία Άρμανσμπεργκ, λεπτομέρεια με παράσταση Φοίνικα.

Ο τρίτος όροφος με εμφανή τον νεοκλασικό ρυθμό κτίσθηκε επί Καποδίστρια, με τους χαρακτηριστικούς πεσσούς και τους αναγεννώμενους φτερωτούς φοίνικες στις γωνίες κάτω από την στέγη12 (εικ. 10).

Η μοναδική χαρακτηριστική αψιδωτή πόρτα13 με πεσσούς, στο Ναύπλιο, που θυμίζει σκηνικό εισόδου θεάτρου, με βάση το ίδιο ανοιχτόχρωμο πώρινο υλικό, και την ανάλογη κατασκευή με την πόρτα του «Εθνικού Οίκου 1831» (εικ. 8) και τον εμφανή δευτερογενή τρόπο μονταρίσματος της πόρτας  στο κτίριο, γίνεται φανερό κατά την άποψή μας, ότι η πόρτα αυτή έχει κατασκευασθεί την εποχή του Καποδίστρια (εικ. 11).

 

Εικόνα 11: Πόρτα οικίας Άρμανσμπεργκ. Φωτογραφία Γιώργος Αντωνίου.

 

Εικόνα 12:Σχέδιο πόρτας οικίας Άρμανσμπεργκ.

Το αρχικό κατώφλι της πόρτας και του δρόμου, βρίσκεται 50 εκ. βαθύτερα, όπως προκύπτει από το σχέδιο14(εικ. 12), διότι το επίπεδο των δρόμων σήμερα έχει ανέλθει. Στην απέναντι, νότια πλευρά της οδού Πλαπούτα, βρισκόταν η ανάλογης κατασκευής, μη σωζόμενη τριώροφη οικία Μάουρερ, ο τρίτος όροφος της οποίας κατασκευάστηκε την εποχή του Καποδίστρια και στις γωνίες έφερε τους αναγεννώμενους Φοίνικες, όπως στην οικία Άρμανσμπεργκ .

Στην λεωφόρο Αμαλίας και Εμ. Σωφρόνη, όπου σήμερα βρίσκεται η παλιά τριώροφη νεοκλασική οικία, πρώην κληρονόμων Π. Καζακόπουλου και σήμερα πολεμικό Μουσείο (εικ. 13). σε παλιότερο μη σωζόμενο διώροφο κτίριο ιδρύθηκε το 1825, το «Κεντρικόν Πολεμικό Σχολείον των Ευελπίδων»15, (η σημερινή Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων), το οποίο λειτούργησε από την 12η Ιανουαρίου 1829.

 

Εικόνα 13: Πολεμικό Μουσείο.

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης και σπουδαίος γιατρός της χειρουργικής έλαβε ιδιαίτερα μέτρα στο Ναύπλιο για την υγεία των κατοίκων, με  την αναδιοργάνωση του Εθνικού Νοσοκομείου το 1828 για τους πολίτες, το οποίο λειτουργούσε από το 1823, που βρισκόταν στα δυτικά της πόλης, στην σημερινή Πλατεία Νοσοκομείου, του Ψαρομαχαλά16.

Η νεοκλασική πόρτα του Νοσοκομείου17 (εικ. 14) ήταν ανάλογη με την πόρτα του νεοκλασικού κτιρίου του Εθνικού Οίκου, στην οδό Βασιλέως  Κωνσταντίνου (εικ. 8), και έφερε εντοιχισμένη μαρμάρινη επιγραφή διαστ. 74Χ74Χ5 εκ., η οποία βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. (εικ. 15)

 

Εικόνα 14: Πόρτα Εθνικού Νοσοκομείου Ναυπλίου.

 

Εικόνα 15: Επιγραφή Εθνικού Νοσοκομείου

 

Η επιγραφή18 στο κεντρικό χώρο φέρει σε ανάγλυφο τόντο διαμέτρου 30 εκ. τον αναγεννώμενο Φοίνικα από την τέφρα του (εικ. 15) και σε κυκλική διάταξη περιμετρικά, με κεφαλαία γράμματα, με ύψος γραμμάτων 4 εκ., τις ακόλουθες τρεις επιγραφές:

  1. Ελληνική Πολιτεία αωκα (1823)
    2. Α΄ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου 1823
    3. Ζήτω ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Ι. Α. Καποδίστριας 1828.

Εικόνα 16: Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου 1938.

Περιμετρικά στις τέσσερες γωνίες της επιγραφής εικονίζονται τέσσερα ανάγλυφα χερουβείμ. Η επιγραφή του Νοσοκομείου με τον αναγεννώμενο  Φοίνικα και ο ανάγλυφος Φοίνικας με την επιγραφή της νεοκλασικής πόρτας στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου αποτελούν τα δυο σωζόμενα ενεπίγραφα  μνημεία της εποχής του Πρώτου Κυβερνήτη στο Ναύπλιο. Το κτίριο ερειπωμένο, (εικ. 16) κατεδαφίστηκε το πιθανότερο στο τέλος της δεκαετίας του  1940. Από το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου σώζεται σήμερα η μικρή εκκλησία που είναι αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους, τον άγιο  Χαράλαμπο και την Αγία Βαρβάρα. (εικ. 17)

Εικόνα 17: Άγιοι Απόστολοι, άγιος Χαράλαμπος, αγία Βαρβάρα (Εθνικό Νοσοκομείο).

Εκτός όμως από το Εθνικό Νοσοκομείο, ο Καποδίστριας ίδρυσε και το Στρατιωτικό Νοσοκομείο19 στην Ακροναυπλία, το οποίο δεν σώζεται, δίπλα στη σωζόμενη εκκλησία των θεραπευτών αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού.

Στο Ναύπλιο λειτούργησε επίσης ορφανοτροφείο καθώς και το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο στο Τζαμί (Τριανόν) της Πλατείας Συντάγματος20.

Ο Κυβερνήτης έλαβε μέτρα για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και έλαβε ιδιαίτερα μέτρα για την ανάπτυξη της γεωργίας και ίδρυσε στην Τίρυνθα, Γεωργική Σχολή21, σημερινό σωζόμενο νεοκλασικό κτίριο, Διοικητήριο Αγροτικών Φυλακών (εικ. 18). Είναι γνωστή ανά το πανελλήνιο η εισαγωγή και η πρωτοπόρος προσπάθεια καλλιέργειας της πατάτας από τον Ι. Καποδίστρια, η οποία ωριμάζει σε τρεις μήνες, ενώ για το σιτάρι απαιτείται ένας χρόνος.

 

Εικόνα 18: Γεωργική Σχολή Τίρυνθας. (E. REY-A. Chenarard 1843-1844).

 

Ο Κυβερνήτης εκτός από την ακατάπαυστη εργασία συχνά έκανε τον περίπατό του ως την εξοχική του κατοικία, ένα μικρό σπίτι στους πρόποδες του Παλαμηδίου, στην σημερινή εκκλησία του Αγιάννη κοντά στην Πρόνοια, πρώην τεκές στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου δεχόταν και ακροάσεις των κατοίκων, το οποίο όμως δεν σώζεται αλλά εικονίζεται σε υδατογραφία του Th. Du. Moncel22 (εικ. 19).

 

Εικόνα 19: Έπαυλη Ι. Καποδίστρια (Th. Du Moncel 1845).

 

Ο Νεοκλασικισμός που εγκαινίασε ο Ι. Καποδίστριας στα πλαίσια του εξευρωπαϊσμού της πόλης του Ναυπλίου επικράτησε πλήρως στη συνέχεια κατά  την μακρόχρονη Οθωνική περίοδο.

Αλλά τα οξυμμένα εσωτερικά προβλήματα και οι έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις υποκινούμενες και από εξωτερικούς παράγοντες διέκοψαν βίαια τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Το πρωινό της αποφράδας Κυριακής της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, με το παλιό ημερολόγιο, στις 6.30 π.μ. ο Ι. Καποδίστριας βγήκε από το Κυβερνείο για να εκκλησιασθεί στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπως συνήθιζε, προστάτη άγιο πατρίδας του της Κέρκυρας, συνοδευόμενος από δυο φρουρούς τον Γ. Κοζώνη και Δ. Λεωνίδα. Προχώρησε στην οδό Β. Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και στη συνέχεια  ακολούθησε νότια, την οδό Αγγ. Τερζάκη. Στη συμβολή με την οδό Δ. Πλαπούτα συναντήθηκε απρόβλεπτα, μέσα στο μουχρωμένο πρωϊνό, με τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, οι οποίοι ήταν υπό επιτήρηση, με τους οποίους αντάλλαξε αμίλητος χαιρετισμό βγάζοντας το καπέλο του.

Οι Μαυρομιχαλαίοι έφυγαν γρήγορα νότια, στο στενό σοκάκι με την πέτρινη σκάλα, πέρασαν τη μικρή πλατεία μπροστά από την εκκλησία και του έστησαν ενέδρα στην είσοδο της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα. (εικ. 20)

 

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

 

Ο Κυβερνήτης ακολούθησε τον κανονικό δρόμο, συνέχισε την πορεία του στην αρχή της οδού Σταϊκοπούλου, έστριψε αριστερά και ανηφόρισε για  την εκκλησία. Μόλις έφθασε στη νότια πλευρά του ιερού της εκκλησίας, την αρχή της σημερινής οδού Ι. Καποδίστρια και σταμάτησε για λίγο να  ξεκουραστεί, αντίκρισε έξω από την πόρτα της εκκλησίας τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, κοντοστάθηκε για λίγο, κοίταξε ανατολικά προς την οικία του  Υπουργού Ροδίου, και συνέχισε την πορεία του προς την εκκλησία και τον τόπο του μαρτυρίου. Μόλις πάτησε το κατώφλι μπαίνοντας στην εκκλησία,  ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης τον πυροβόλησε εξ΄ επαφής στην πίσω δεξιά πλευρά της κεφαλής, ενώ ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης που στεκόταν  εσωτερικά της πόρτας τον χτύπησε με μικρό μαχαίρι στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς και ο Κυβερνήτης έπεσε νεκρός, στα χέρια των φρουρών του (εικ.  21).

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, έργο του Διονυσίου Τσόκου, 1850.

 

Η πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα. Δεξιά η λαβωματιά της σφαίρας από τον πυροβολισμό του φρουρού Ι. Καραγιάννη.

Ο Γ. Κοζώνης πυροβόλησε και τραυμάτισε θανάσιμα τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, που προσπάθησε να διαφύγει από το απέναντι της εκκλησίας ανηφορικό στενό, την οδό Πλάτωνος, ενώ ο Ι. Καραγιάννης, ένας εκ των δυο φρουρών των Μαυρομιχαλαίων πυροβόλησε κατά των φρουρών του Καποδίστρια αλλά αστόχησε και η σφαίρα χτύπησε στη δεξιά πλευρά της πόρτας της εκκλησίας, όπου σώζεται στον τοίχο η λαβωματιά της σφαίρας (εικ. 22). Ο Κ. Μαυρομιχάλης συνελήφθη, μέσα στο πρωϊνό, λιντζαρίσθηκε από τους κατοίκους και τους στρατιώτες, που τον χτυπούσαν με ξύλα και σπαθιά, σύρθηκε στα καλντερίμια της πόλης ως την πλατεία του Πλάτανου (Πλατεία Συντάγματος) και το απόγευμα ξεψύχησε μπροστά από το Στρατώνα (Αρχαιολογικό Μουσείο) και το σώμα του ρίχθηκε στη θάλασσα.

Ο Γ. Μαυρομιχάλης διέφυγε δυτικά, από την οδό Καποδιστρίου, ζήτησε καταφύγιο στη Γαλλική Πρεσβεία, συνελήφθη, δικάσθηκε εις θάνατον και εκτελέσθηκε στις 10 Οκτωβρίου, στην Πλατεία, ανατολικά των τειχών της πόλης του Ναυπλίου.

Η σορός του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε με ευλάβεια από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα με τη συνοδεία πλήθους κόσμου στο Κυβερνείο. Μετά τη νεκροψία από τέσσερις ιατρούς, Σ. Καρβελά, Δ. Τράϊμπερ, Α. Παπαδόπουλο Βρετό και Ν. Μαράτο, το σώμα του Καποδίστρια ταριχεύθηκε από τον φαρμακοποιό Βονιφάτιο Βοναφίν και τοποθετήθηκε στην αίθουσα υποδοχής του Κυβερνείου, όπου συνέρρεαν τα πλήθη να προσκυνήσουν. Τα σπλάχνα του Καποδίστρια του αφαιρέθηκαν από το σώμα κατά την ταρίχευση, τοποθετήθηκαν σε πολυτελή θήκη και τάφηκαν στο Άγιο Βήμα του Αγίου Σπυρίδωνα23.

Η επικρατούσα άποψη ότι η ταρίχευση του Ι. Καποδίστρια έγινε στο φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν, που βρισκόταν στο σωζόμενο ισόγειο του διώροφου νεοκλασικού κτιρίου στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο), δίπλα στο σημερινό δημαρχείο, όπου έχει τοποθετηθεί και σχετική  επιγραφή, προφανώς είναι εσφαλμένη.

Η κηδεία του Κυβερνήτη έγινε στις 18 Οκτωβρίου 1831. Στη συνέχεια το λείψανο του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε στις 29 Μαρτίου 1832 από τον αδελφό του Αυγουστίνο Καποδίστρια και τάφηκε στην Κέρκυρα, στον Άγιο Σπυρίδωνα. [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Ιωάννης Καποδίστριας τάφηκε στην Ιερά Μονή Πλατυτέρας Κερκύρας. Εκεί υπάρχουν οι τάφοι του Αντωνίου-Μαρία Καποδίστρια (πατέρα του Κυβερνήτη), του Αυγουστίνου Καποδίστρια (αδελφού του Κυβερνήτη) και του ιδίου του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Επίσης στη Μονή υπάρχουν οι τάφοι του ήρωα της Ελληνικής Επαναστάσεως Φώτου Τζαβέλλα, του Ανδρέα Μουστοξύδη, άλλων επωνύμων προσώπων του 19ου αι., των περισσοτέρων Μητροπολιτών Κερκύρας μετά την ανασύσταση του επισκοπικού θρόνου, και των περισσοτέρων αδελφών της Μονής].

Με την επέτειο της εκατονταετίας της απελευθέρωσης της χώρας ο δραστήριος δήμαρχος της πόλης Κ. Κόκκινος και το Δημοτικό Συμβούλιο στις 9/12/1929 με ψήφισμα ζήτησαν να ανεγερθεί ανδριάντας του Ι. Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Η πρόταση έγινε δεκτή από την κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου, ορίσθηκε καλλιτεχνική επιτροπή στην οποία συμμετείχαν ο ζωγράφος Κ. Παρθένης και ο αρχιτέκτων Δ. Πικιώνης και η ανάθεση έγινε στο σπουδαίο  γλύπτη Μ. Τόμπρο. Το άγαλμα τοποθετήθηκε το 1933 στην ομώνυμη πλατεία που ανάπλασε ο Δ. Πικιώνης (εικ. 23). Στον ανδριάντα, στημένο απέναντι από το Κυβερνείο στον άξονα της λεωφόρου Αμαλίας, με σταθερό βηματισμό εξαίρεται η έκφραση του προσώπου και προβάλλεται με  απλότητα ο ευγενής διπλωμάτης Ι. Α. Καποδίστριας, θεμελιωτής του Νεοελληνικού Κράτους. Είναι αξιοσημείωτος ο συμβολισμός του αγάλματος, εμπνευσμένος από την αρχαία ελληνική παράδοση. Στη δεξιά πλευρά, κάτω από το προβαλλόμενο δεξιό χέρι, εικονίζεται το κατώτερο αποκομμένο τμήμα κορμού βελανιδιάς, δρυός, ιερό δένδρο του Δία, σύμβολο ρώμης και δύναμης του αρχαίου Ελληνικού Κόσμου. Από τις ρίζες του δένδρου  έχουν βλαστήσει νέα κλαδιά, τα οποία συμβολίζουν το αναγεννημένο νεοελληνικό κράτος24.

 

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (έργο Μιχάλη Τόμπρου, 1932). Από τον ιστοχώρο «Οδός Ελλήνων».

 

Εικόνα 24: Η χουρμαδιά τ΄ Αναπλιού.

Η πολυσήμαντη ιστορική προσωπικότητα του Ι. Α. Καποδίστρια, του Μπαρμπαγιάννη, μυθοποιήθηκε μέσα στο χρόνο. Σύμφωνα με την παράδοση, η γνωστή χουρμαδιά, το παλιότερο δέντρο στο δυτικό άκρο της πόλης, δίπλα στο ξενοδοχείο Αμφιτρύων, στη βίλλα του ποιητή Θ. Κωστούρου, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τη διατήρησή του, το φύτεψε ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας (εικ. 24). Το υπεραιωνόβιο δέντρο είχε φυτρώσει στο χώρο αυτό στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και είχε την ίδια ηλικία με το Ανεξάρτητο Νεοελληνικό Κράτος. Τη νύχτα της 13ης Δεκεμβρίου 2008, μετά από νυχτερινή θύελλα, έσπασε ο κορμός του δέντρου στο ανώτερο τμήμα του25 όπου έφερε βαθιά λαβωματιά. Το μεγαλύτερο τμήμα του κορμού διατηρείται στη θέση του.

Ο Δήμος Ναυπλίου, προς τιμήν του Ι. Α. Καποδίστρια ίδρυσε το «Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας» ενώ πρόσφατα το 2007 στην Κέρκυρα ιδρύθηκε το «Δίκτυο πόλεων Ιωάννης Καποδίστριας»26, στο οποίο συμμετέχουν οι πόλεις, Κέρκυρα, Αμμόχωστος, Ναύπλιο, Αίγινα, Coper Capodistria (Σλοβενία).

 

Υποσημειώσεις


 

  1. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, 1976, 276-278.
    2. Λαμπρυνίδης ο.π. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην Ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής, περ. Αρχαιολογία, τευχ. 43, 1992, 62-67.
    3. Λαμπρυνίδης ο.π. 284-287.
    4. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Β. Δωροβίνης, Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-1833). Πρακτ. Διεθν. Συμποσίου Ιστορίας, Νεοελληνική Πόλη, της Εταιρείας Μελέτη Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1985, 287-296. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, Πρόνοια ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, έκδοση της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, «Απόπειρα».
    5. Λαμπρυνίδης ο.π. 280.
    6. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής. Κατασκευές στο Ναύπλιο. Η κατοικία του Καποδίστρια και το «Παλάτιον», ή «Κυβερνείον». Περ. Αρχαιολογία, τευχ. 44, 1992, 76-83.
    7. Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιον 1979, 71. Β. Δωροβίνης, ο.π. 77.
    8. Α. Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών 2007, 199, εικ. 161.
    9. Κούρια ο.π. 191 εικ. 153.
    10. Φώτιος, Χρυσανθακόπουλος, (Φωτάκος), «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» Τ. Α., 1955, 325.
    11. Καρούζου ο.π. εικ. 137-138. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 148, εικ. 3.
    12. Γ. Τσιρώνης, Το επονομαζόμενο «κτίριο Άρμανσμπεργκ», στο Ναύπλιο. Αρχιτεκτονική πρόταση για την αποκατάστασή του. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 307-320.
    13. Καρούζου ο.π. εικ. 108, 109.
    14. Χ. Πιτερός, Προσθήκη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 321-322, εικ. 1.
    15. Λαμπρυνίδης ο.π. 286-287. Χ. Φωτόπουλος, Το αποκαλούμενο «κτίριο της στρατιωτικής σχολής Ευελπίδων» στο Ναύπλιο και η ιστορία του (1828-2005), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 17-49.
    16. Ν. Φ. Τόμπρος, Οι υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου κυβερνητικές πολιτικές (1821-1832), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 51-62.
    17. Καρούζου ο.π. εικ. 67.
    18. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 147, εικ. 1, 2.
    19. Λαμπρυνίδης ο.π. 285, Τόμπρος ο.π.
    20. Λαμπρυνίδης ο.π. 129.
    21. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Κούρια ο.π. 127, εικ. 87, 88.Σπ. Λουκάτος, Πρότυπο αγροκήπιο και σχολείο Τίρυνθας στα Καποδιστριακά χρόνια, Πρακτ. Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήνα 1989, 65-83.Χρ. Μπαλόγλου, Η Συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθας στην οικονομική Ανάπτυξη του Άργους, Το Άργος κατά τον 19ο αι., Πρακτ. Α΄ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, Άργος 2009, 177-194.
    22. Κούρια ο.π. 114, εικ. 79.
    23. Λαμπρυνίδης ο.π. 290-295. Χ. Πιτερός, Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 115-121.
    24. Κ. Δανούσης, Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, πρόδρομη ανακοίνωση. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 123-144.
    25. Χ. Πιτερός, Η χουρμαδιά τα΄ Αναπλιού, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 191- 198.
    26. Β. Α. Χαραμής, Δίκτυο πόλεων «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 111-113.

 

Χρήστος Πιτερός,

Αρχαιολόγος, Δ. ΕΚΠΑ Ναυπλίου

Δ ι η μ ε ρ ί δ α: Διεθνείς Σχέσεις, Ιστορία και Εξωτερική Πολιτική της Ελλάδος, στην εποχή του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδίστρια, Ναύπλιο, 25 και 26 Ιουνίου 2010.

 

Read Full Post »

Τιμητική εκδήλωση για τον Μάνο Γ. Μπίρη – Βιβλιοπωλείο Εκδοτικού Οίκου «Μέλισσα»


 

Ο Εκδοτικός Οίκος «Μέλισσα» διοργανώνει εκδήλωση προς τιμήν του αρχιτέκτονα Μάνου Μπίρη, ομότιμου καθηγητή ΕΜΠ, τη Δευτέρα 8 Μαΐου 2017, 7:30 μ.μ. στο βιβλιοπωλείο του Εκδοτικού Οίκου.

Οι εισηγητές της εκδήλωσης θα μας παρουσιάσουν την προσωπικότητα και το έργο του, αναφερόμενοι σε ζητήματα και πτυχές, που ο καθένας τους γνωρίζει λόγω της σχέσης του με τον τιμώμενο.

Νεοκλασική Αγορά Άργους

Στην εκδήλωση, μεταξύ άλλων θα γίνουν εκτενείς αναφορές για το θέμα του σπιτιού του Μακρυγιάννη στο Άργος, όπως και για τον αρχιτέκτονα Π. Καραθανασόπουλο, δημιουργό  της Νεοκλασικής Αγοράς Άργους και της διαμόρφωσης του κτιρίου του Δημαρχείου με την προσθήκη της πρώην Εμπορικής Σχολής, καθώς και του Ιερού Ναού Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι Άργους.

 

Ε  ι  σ  η  γ  η  τ  έ  ς

Βασίλης Δωροβίνης, νομικός.
Νίκος Καλογεράς, αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ.

Βασίλης Κολώνας, αρχιτέκτονας, καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Μανόλης Κορρές, αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ.
Γιώργος Σαρηγιάννης,
αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ.

Συντονισμός εκδήλωσης  

 Δημήτρης Φιλιππίδης, αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ.

 

Ο Μάνος Μπίρης αποφοίτησε το 1967 από τη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ και είναι διδάκτωρ του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Μονάχου. Σήμερα είναι τακτικός καθηγητής της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής στο ΕΜΠ και υπεύθυνος προγράμματος του μεταπτυχιακού τμήματος Αναστηλώσεων Μνημείων. Η ερευνητική και η συγγραφική του δραστηριότητα αφορά κυρίως το χώρο της νεότερης αστικής αρχιτεκτονικής, και ιδιαίτερα τον αθηναϊκό κλασικισμό. Έχει συνεισφέρει στην κατανόηση και την προστασία της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς, τόσο με τα δημοσιεύματά του (βιβλία, περιοδικά, ημερήσιος τύπος), όσο και με την ενεργό συμμετοχή του σε αρμόδιες επιτροπές.

Εκδοτικός Οίκος ΜΕΛΙΣΣΑ, Σκουφά 58 & Σίνα, Αθήνα, τηλ. 210 3611692

Read Full Post »

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος, Th. Ender.


 

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος, Th. Ender.

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος, Th. Ender.


 

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος. Έγχρωμη λιθογραφία του F. Kollard τυπωμένη στη Βιέννη. Ο πίνακας φιλοτεχνημένος κατά την εποχή της Αντιβασιλείας (Φεβρ. 1833 – Μάιος 1835), είναι έργο του ζωγράφου Th. Ender.

Read Full Post »

Older Posts »