Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αρχιτεκτονική’

Το πρώτο κτήριο της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων στο Ναύπλιο – Ανδρέας Καστάνης, Καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας


 

Εισαγωγή

 

Η πόλη του Ναυπλίου δημιουργήθηκε τον 15ο αιώνα από τους Βενετούς. Αργότερα, όμως κατά την διάρκεια της τουρκοκρατίας (α περίοδος 1540-1685 και β περίοδος 1715-1822), υπεισήλθαν πολλά στοιχεία της οθωμανικής αρχιτεκτονικής. Αρχικά, είχε αποτελέσει στρατηγικό σημείο για μια δύναμη που διεκδικούσε την ναυτική κυριαρχία στην ανατολική Μεσόγειο. Το γεγονός αυτό ήρθε να επιβεβαιωθεί αργότερα, στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν η οθωμανική αυτοκρατορία εδραίωσε την κυριαρχία της. Με την διαμόρφωση νέων συσχετισμών δυνάμεων οι τουρκικές αρχές μεταφέρονται στην Τρίπολη, με αποτέλεσμα το Ναύπλιο να μετατραπεί σε μια απλή επαρχιακή πόλη. Τις παραμονές της Επανάστασης η αρχιτεκτονική της παρουσιάζει ένα μίγμα βενετικών και οθωμανικών χαρακτηριστικών. Το 1822 η πόλη απελευθερώνεται και καθίσταται έδρα των προσωρινών Ελληνικών Διοικήσεων. Η  Επανάσταση θα δημιουργήσει ένα προσφυγικό κύμα με αποδέκτη το Ναύπλιο. Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο οι πρόσφυγες υπερβαίνουν τις στεγαστικές δυνατότητες της πόλης [1].

Εϊδεκ Κάρολος Γουλιέλμος – Karl von Heideck (1788-1861)

Όταν έφθασε στην Ελλάδα ο Καποδίστριας έστρεψε την προσοχή του στον καθαρισμό και στην εξυγίανση του Ναυπλίου. Η συσσώρευση χιλιάδων προσφύγων στους στενούς χώρους της πόλης ήταν η κυρία αιτία μολύνσεων. Ο Διευθυντής του Τακτικού Σώματος συνταγματάρχης Heideck [2] ανέλαβε τον καθαρισμό των δρόμων από τις ακαθαρσίες, την απομάκρυνση των υπαιθρίων μαγαζιών και εργαστηρίων, κλ.π [3]. Μέσα σε λίγες μέρες κατάφερε να καθαρίσει την πόλη, να λειτουργήσουν οι βενετικοί υπόνομοι, να φανεί πάλι το παλαιό βενετικό λιθόστρωτο και να απομακρυνθούν οι καλύβες των προσφύγων. Παράλληλα κλείνονται οι τάφροι που αποτελούσαν εστίες μόλυνσης και επισκευάζεται και καθαρίζεται το υδραγωγείο [4]. Με την βοήθεια του λοχαγού Σταμάτη Βούλγαρη κτίσθηκαν μικρά οικήματα από πέτρες ώστε να στεγαστούν οι άστεγοι σε ένα νέο προάστιο του Ναυπλίου στο οποίο δόθηκε το όνομα Πρόνοια [5]. Η όψη της πόλης άλλαξε με όλες τις προαναφερθείσες ενέργειες και επιπλέον με το γκρέμισμα όλων των στεγάστρων και μπαλκονιών εξασφαλίσθηκε η ελεύθερη κυκλοφορία του αέρα. Κάθε κτίσμα τουρκικής κατασκευής εξαφανίζεται και καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια εξευρωπαϊσμού του Ναυπλίου [6].

 

Πολεοδομικό Σχέδιο

 

Το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο του Ναυπλίου συνέταξε ο Θ. Βαλλιάνος [7] και επικυρώθηκε, τον Απρίλιο του 1830, από τον Καποδίστρια. Παρόλα αυτά αρχικά η ανοικοδόμηση της πόλης ακολούθησε το πρώτο ρυμοτομικό σχέδιο του Σταμάτη Βούλγαρη [8]. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες εκτός από την οικία του Κυβερνήτου [9] κανένα άλλο δημόσιο κτήριο δεν κατασκευάσθηκε. Αντίθετα επισκευάζονται πολλά άλλα [10]. Η οικονομική διαχείριση των επισκευών είχε δοθεί στον Ράδο, Έκτακτου Απεσταλμένου Αργολίδας. Ο οποίος χρηματοδότησε τις επισκευές των οικιών των Heideck και Πίζα, το κτήριο της Σχολής των Ευελπίδων, ενός στρατώνα, το νοσοκομείο χωρητικότητας 100 περίπου ασθενών [11].

 

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του 20ου αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886- 1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δεξιά το κτίριο του οπλοστασίου.

 

Σύμφωνα με μία περιγραφή του Ναυπλίου, την περίοδο του Καποδίστρια, η πόλη μπορούσε να χωριστεί σε τρία τμήματα. Το πρώτο βρισκόταν μέσα στην περιφέρεια των τειχών του Ιτς-Καλέ. Το δεύτερο ξαπλωνόταν σε ένα ομαλό επίπεδο, το οποίο διαιρείτο στα δύο, παράλληλο προς το Ιτς-Καλέ και προς τα «Πέντε Αδέλφια [12]» (οχυρό). Αυτό το μέρος της πόλης κατέληγε στην αριστερή πλευρά του φρουρίου σ’ ένα βράχο. Από εκεί δημιουργείτο ένα ημισέληνο προς την θάλασσα. Δεξιότερα της απόληξης του φρουρίου βρισκόταν μια τετράγωνη πλατεία που κατέληγε σε μια γέφυρα. Το τρίτο μέρος εκτεινόταν από το τείχος μέχρι την προκυμαία το οποίο αποτελούσε και την παραθαλάσσια συνοικία.

Ο εισερχόμενος στο Ναύπλιο διερχόταν από μια στενή και λασπώδη οδό που έφθανε μέχρι τα «Πέντε Αδέλφια». Σ’ αυτό τον δρόμο βρισκόταν η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα [13] η κυρία είσοδος της οποίας ήταν στραμμένη προς την οδό που ανερχόταν στο άνω μέρος της πόλης. Η αρχιτεκτονική του ναού δεν είναι όμοια με τις συνήθεις εκκλησίες. Περισσότερο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μια απλή και σκοτεινή αποθήκη με πόρτες όχι μεγαλύτερες από αυτές των οικιών. Δεξιά και αριστερά του ναού υπήρχαν κατοικίες.

Από τα «Πέντε Αδέλφια» η θάλασσα περιέβρεχε το τείχος και χώριζε την πόλη σε δύο τμήματα. Μπροστά από το προαναφερθέν οχυρό υπήρχε ξύλινη προκυμαία για την προφύλαξη διαφόρων τύπων πλοίων. Η παραθαλάσσια συνοικία άρχιζε, από αρκετή απόσταση, από το ανατολικό μέρος.

Στην αρχή της τοποθεσίας των «Πέντε Αδελφών» κατοικούσε σε κρατική οικία ο στρατηγός Gerard, αρχηγός του Τακτικού Σώματος, και το επιτελείο του. Κοντά στη θάλασσα κατοικούσε, στην ιδιόκτητη οικία του Τρικούπη [14], ο Γάλλος αντιπρόσωπος βαρώνος Rouen [15]. Δίπλα στην ανωτέρω οικία υπήρχε το οίκημα του συνταγματάρχου Βαλλιάνου.

Κτήρια τα οποία μνημονεύονταν ήταν ο στρατώνας στην «Στρατιωτική Πλατεία [16]» το κτήριο του οποίου είχε ως κύρια εξωτερικά χαρακτηριστικά τις θολωτές πύλες[17]. Παραπέρα υπήρχε η Στρατιωτική Σχολή από την οποία σε μικρή απόσταση, αφού διάβαινες κάποια θολωτή πύλη, υπήρχε ένα απλό μικρό μέγαρο η κατοικία του Κυβερνήτου, και στη συνέχεια το κατάστημα της γερουσίας και η κατοικία του Ρώσου αντιπροσώπου [18].

 

Το κτήριο

 

Στις 1 Ιουλίου 1828 ιδρύθηκε η Σχολή των Ευελπίδων. Η μοναδική ανεπιβεβαίωτη πληροφορία που έχουμε για την στέγαση του Λόχου των Ευελπίδων είναι ότι φιλοξενήθηκε σε τουρκικό εγκαταλελειμμένο στρατώνα [19] στην πλατεία των «Τριών Ναυάρχων» στο Ναύπλιο [20]. Η στέγαση των Ευελπίδων στον προαναφερθέντα στρατώνα προφανώς δεν ικανοποιούσε τις ανάγκες των μαθητών, με αποτέλεσμα να ζητήσει ο Διευθυντής του Τακτικού Σώματος συνταγματάρχης Heideck από τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας Νικόλαο Καλλέργη  να «ἑτοιμασθῇ ἕν ἐθνικόν Σπῆτι ὅστι νά χρησιμεύσῃ ὡς κοινόν κατάλυμα ἐκ τήν πλήρωσιν του ὁ Λόχος θά φθάσῃ τά 80 ἄτομα» [21]. Προφανώς δεν βρέθηκε κατάλληλο οίκημα, με αποτέλεσμα οι έρευνες πιθανόν να συνεχίστηκαν πλην όμως δεν απέδωσαν.

Όταν οι Γάλλοι πρότειναν στον Καποδίστρια την ίδρυση ενός «στρατιωτικού πολυτεχνικού σχολείου», στις 2 Δεκεμβρίου του 1828, ο ίδιος εξέφρασε την απαισιοδοξία του ότι δεν υπάρχει κατάλληλο οίκημα για το στέγαση του, όχι μόνο στο Ναύπλιο, αλλά και σε όλες τις ελληνικές πόλεις [22]. Από την προαναφερθείσα πληροφορία εκτιμάται ότι η ανεύρεση του κτιρίου της Σχολής έγινε από τους Γάλλους και συγκεκριμένα από τον λοχαγό Jean Henry Pierre Auguste Pauzie -Banne [23]. Η χωρητικότητα του οικήματος έπρεπε να ήταν αρχικά για 40 Ευέλπιδες και αργότερα όταν θα λειτουργούσαν όλες οι τάξεις ο αριθμός θα ανέβαινε στους 80. Το κτήριο πρέπει να βρέθηκε κατά το διάστημα από 2 Δεκεμβρίου 1828 (γιατί σύμφωνα με την ανωτέρω επιστολή του Καποδίστρια δεν υπήρχε κατάλληλο οίκημα για την στέγαση της Σχολής) μέχρι 29 Ιανουαρίου 1829 ημερομηνία έναρξης των επισκευών του οι οποίες τελείωσαν στις 23 Μαρτίου 1829. Ο συνολικός αριθμός των τεχνιτών που εργάσθηκαν για την συντήρηση του κτιρίου έφθασε τους τριάντα [24].  Συνολικά για τα ημερομίσθια των εργατών δόθηκαν 2680 πιάστρες. Η επισκευή του κτιρίου στοίχισε 9000 πιάστρες (γρόσια) [25]. Ο προϋπολογισμός του κόστους των επισκευών ὑπερπηδοῦν τάς ὑποσχέσεις των  (αρχιτεκτόνων) πάρα πολύ καί ὡς πρός τόν καιρόν καί ὡς πρός τήν δαπάνην ἔχομεν τρανώτατα τά καταστήματα τῶν Εὐελπίδων, στρατῶνα… [26] Ένα γρόσι (1 γρόσι = 40 παράδες) αντιστοιχούσε με 6 Φοίνικες. Για να γίνει αντιληπτό το ύψος της δαπάνης παρατίθενται τα ακόλουθα: Μία οκά [27] ψωμί πρώτης ποιότητας κόστιζε 60 παράδες, η οκά του μοσχαρίσιου κρέατος 92 παράδες, του προβάτου 78 και το βουτύρου 200 παράδες [28]. Το ημερομίσθιο ενός εξειδικευμένου εργάτη ήταν 5 γρόσια και του ανειδίκευτου 2,5 [29]. Στην περίπτωση της Σχολής ο εξειδικευμένος εργάτης αμειβόταν με 4,20 γρόσια και ο ανειδίκευτος με 3 [30].

Το οίκημα που είχε επιλεγεί για να καλύψει τις στεγαστικές ανάγκες του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου ή της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής [31] ήταν ένα τριώροφο οθωμανικής αρχιτεκτονικής το οποίο ανήκε σε ιδιώτη [32]. Ο πρώτος όροφος ήταν κτισμένος με πέτρες πελεκητές (bruchshein) και έθετα ξύλα, ο δεύτερος με ξύλινες συνδέσεις και πέτρες πελεκητές και ο τρίτος ο οποίος προεξείχε από τις τρεις πλευρές με πλίνθους. Η στέγη ήταν καλυμμένη από κεραμίδια [33].

 

Το μεταγενέστερο κτήριο στο χώρο όπου στεγάστηκε η πρώτη Στρατιωτική Σχολή της Ελλάδας. Φωτογραφία του 1965, όπως αναφέρεται στον ιστότοπο «Παλιές φωτογραφίες του Ναυπλίου».

 

Η θέση του κτιρίου είναι η ίδια με αυτήν του σημερινού παραρτήματος του Πολεμικού Μουσείου του Ναυπλίου. Το κτίσμα ήταν ακριβώς δίπλα στα τείχη της πόλης απέναντι από την «Πύλη του Αιγιαλού» [34]. Το οικόπεδο του οικήματος ήταν αρχικά, προφανώς, τριγωνικό εφαπτόμενο με τα τείχη δίπλα στο Οπλοστάσιο [35]. Το κτήριο ανήκε σε κάποιον Οθωμανό Καραϊλάνη [36]. Το πολεοδομικό σχέδιο του Βαλλιάνου [37] προέβλεπε την δημιουργία ενός δρόμου που θα χώριζε τα τείχη του Ναυπλίου με το οικοδομικό τετράγωνο που βρισκόταν το κτήριο, με αποτέλεσμα το προαναφερθέν οικόπεδο θα εντάσσονταν σε ένα οικοδομικό τετράγωνο. Από τα μεταγενέστερα σχέδια αλλά και από τη σημερινή πραγματικότητα, το κτήριο της Σχολής δεν ενσωματώθηκε σε κανένα οικοδομικό τετράγωνο. Παρέμεινε ως ένα κτίσμα από το οποίο διέρχονται δρόμοι και από τις τέσσερις πλευρές [38]. Η τελική διαμόρφωση του οικοδομικού τετραγώνου πρέπει να έγινε περί τα τέλη του 19ου αιώνα.

Το οίκημα που βρέθηκε για να στεγάσει τους Ευέλπιδες πιθανόν να μην εκπλήρωνε πλήρως τις στεγαστικές ανάγκες του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου, με αποτέλεσμα ο Διευθυντής της Σχολής αντισυνταγματάρχης [39] Pauzie να αναζητήσει κάποιο νέο κτήριο. Στις 2 Μαΐου 1829 ο προαναφερθείς Γάλλος επικεφαλής του Πολεμικού Σχολείου, σε συνεργασία με τον συνταγματάρχη Heideck, ζήτησε με επιστολή του προς τον Καποδίστρια να του διατεθούν 3000 μέχρι 3500 τάλληρα για την επισκευή κάποιας άλλης κατάλληλης οικίας ικανής για την στέγαση της Σχολής. Η θέση του νέου κτιρίου ήταν στους πρόποδες του Ιτς Καλέ, κοντά στην θάλασσα, στην οποία κατοικούσε μια οικογένεια Στερεοελλαδιτών. Όπως παρατηρούμε η επιστολή έχει ημερομηνία μεταγενέστερη από το πέρας των εργασιών επισκευής του οικήματος που χρησιμοποίησε το Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο. Ο Κυβερνήτης αποδέχτηκε την πρόταση του Pauzie [40] τελικά όμως δεν υλοποιήθηκε για άγνωστους λόγους, με αποτέλεσμα το αρχικά επιλεγέν οίκημα να στεγάσει την Κεντρική Στρατιωτική Σχολή μέχρι το 1834. Πιθανόν η νέα αναζήτηση να οφείλεται στο γεγονός ότι το αρχικό κτήριο ήταν μικρό και δεν κάλυπτε τις ανάγκες 60 Ευελπίδων [41] (αριθμός που θα έφθαναν όταν θα λειτουργούσαν και οι τρεις τάξεις),  παρά μόνον των 40 αρχικών [42]. Το όλο οίκημα ήταν περίπου 181  τετραγωνικά μέτρα [43], με αποτέλεσμα όταν η δύναμη των μαθητών ήταν 40 τότε αντιστοιχούσαν 4,5 τετραγωνικά στον κάθε ένα, ενώ όταν θα έφθαναν τους 60 τότε η αντιστοιχία ήταν 3 τετραγωνικά. Επιπρόσθετος λόγος, που ο Διευθυντής του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου έψαχνε για κάποιο οίκημα περισσότερο ευρύχωρο και άνετο, ήταν πέραν από την στενότητα του χώρου, η έλλειψη θέρμανσης στο κτήριο και οι ακατάλληλοι χώροι υγιεινής [44]. Για την προσωρινή άμβλυνση των προαναφερθέντων προβλημάτων ανάγκασαν την διεύθυνση της Σχολής να βρει κάποια άλλα κτήρια για την εξυπηρέτηση ορισμένων δευτερευουσών λειτουργιών όπως αυτή του θεραπευτηρίου,  της κατοικίας του διευθυντού κλ.π [45].

Μετά την παρέλευση πέντε περίπου ετών το ζήτημα της ακαταλληλότητας του κτιρίου επανήλθε στην επικαιρότητα με πολύ οξύ τρόπο, καθόσον προστέθηκαν και σοβαρά προβλήματα υγιεινής. Πριν από την έναρξη του σχολικού έτους το 1833-1834, τον Σεπτέμβριο του 1833, ο Διευθυντής της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής συνταγματάρχης Rheineck [46] υπέβαλε αίτηση προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών η οποία αφορούσε στην ανεύρεση κάποιου άλλου κτιρίου με αφορμή αφενός την αναμενόμενη αναδιοργάνωση του Πολεμικού Σχολείου και αφετέρου την κακή κατάσταση του οικήματος [47]. Παράλληλα η Διεύθυνση της Σχολής ζητά να γίνουν και ορισμένες τροποποιήσεις στο οίκημα. Αναφέρει το γεγονός της μεγάλης στενότητας του χώρου (δεν υπήρχε κανένας χώρος για τις ελεύθερες ώρες των Ευελπίδων), καθώς επίσης και την ανάγκη διαμόρφωσης ενός μικρού εξωτερικού χώρου για την δημιουργία μιας μικρής πλατείας [48]. Η κακή κατάσταση του καταστήματος των Ευελπίδων περιγράφεται σε ξεχωριστή αναφορά του Rheineck στην οποία αφενός προτείνει να δοθεί το κτήριο του ορφανοτροφείου της Αίγινας στη Σχολή και αφετέρου αναφέρει τα ακόλουθα:

α.  Η ξυλεία ήταν τόσο σάπια ώστε δεν ήταν σε θέση να κρατήσει κανένα καρφί.

β.  Εισέρχονταν μεγάλες ποσότητες νερού σε περίπτωση βροχής από την οροφή.

γ. Οι τουαλέτες ήταν τελείως ακατάλληλες και για τον λόγο αυτόν, σύμφωνα με γνωμάτευση του αρχιάτρου Treiber, ορισμένοι μαθητές μολύνθηκαν τα μάτια τους [49].

Η διεύθυνση Μηχανικού, μετά από διαταγή του υπουργείου [50], ανέλαβε την ευθύνη σύνταξης μελέτης σχετικά με τις απαιτούμενες επισκευές σύμφωνα με την οποία χαρακτήρισε το κτήριο ετοιμόρροπο με αδυναμία τοποθέτησης κάποιου συστήματος θέρμανσης εξαιτίας αφενός του κινδύνου πυρκαγιάς και αφετέρου του μεγάλου κόστους εγκατάστασης [51]. Προτάθηκε ως λύση η στήριξη του οικήματος από το τοίχος της πόλης η οποία όμως ήταν αντίθετη με τους νόμους του κράτους αφού το κτήριο ήταν ιδιωτικό [52]. Από τον προϋπολογισμό που συνέταξε το Μηχανικό διαπιστώνουμε ότι οι επισκευές έπρεπε να ήταν εκτεταμένες και πολυδάπανες (4802,26 δραχμές) [53], καθόσον το οίκημα της Σχολής ήταν σε πολύ κακή κατάσταση [54]. Το Υπουργείο των Στρατιωτικών απευθύνθηκε προς τον Όθωνα (αντιβασιλεία) εκθέτοντας όλες τις προαναφερθείσες  δυσκολίες προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με την επισκευή ή μετεγκατάσταση της Σχολής στο ορφανοτροφείο της Αίγινας [55]. Η αντιβασιλεία στις 6 Δεκεμβρίου έκανε δεκτή την πρόταση του Υπουργείου των Στρατιωτικών και διέταξε την εγκατάσταση της Σχολής των Ευελπίδων στο κτήριο του ορφανοτροφείου. Παράλληλα διέταξε όπως γίνουν οι απαιτούμενες διαρρυθμίσεις ώστε το κτήριο της Αίγινας να φιλοξενεί 100 ορφανά [56]. Τελικά το 1834 η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων μεταφέρθηκε στο κτήριο του ορφανοτροφείου και τα ορφανά στο οίκημα του Κεντρικού Πολεμικού Σχολείου στο Ναύπλιο [57].

 

Φωτογραφία από την επίσκεψη φοιτητών της Σχολής Ευελπίδων έξω από το Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου, 3 Μαρτίου 2018. Το μεταγενέστερο κτήριο στο χώρο όπου στεγάστηκε η πρώτη Στρατιωτική Σχολή της Ελλάδας, σήμερα στεγάζει το Πολεμικό Μουσείο Ναυπλίου. Η τελευταία απόγονος της οικογένειας Κωστούρου υποστήριξε ότι το κτήριο της Σχολής των Ευελπίδων κτίσθηκε το 1856. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων.

 

Η μεταγενέστερη κατάσταση

 

Το κτίσμα εκποιήθηκε και πέρασε στα χέρια του ιδιώτη Αντώνη Κουφάδου έναντι 13350 δραχμών, ο γαμπρός [58] του οποίου κατεδάφισε το παλαιό και ετοιμόρροπο κτίσμα [59] και το 1856 περάτωσε την ανέγερση του νέου[60]. Το υπουργείο εσωτερικών υπεύθυνο για την πολεοδομία των πόλεων αιτήθηκε από το Όθωνα να εγκρίνει τροποποίηση σύμφωνα με την οποία το καινούργιο κτήριο να αποτελέσει από μόνο του ένα οικοδομικό τετράγωνο  ελεύθερο από όλες τις πλευρές [61]. Το σχέδιο όμως αυτό δεν εφαρμόσθηκε πλήρως, αλλά μόνο από τις τρεις πλευρές ήταν ελεύθερο επειδή όπως φαίνεται στο συμβόλαιο πώλησης γειτνίαζε  Ἀνατολικῶς, Ἀρκτκῶς καί Μεσημβρινῶς μέ ὁδούς δημοσίας καί Δυτικῶς μέ αὐλήν οἰκίας Μπουδούρα [62].

Το 1861, το μισό οίκημα πουλήθηκε στον Παναγιώτη Καζακόπουλο έναντι 14000 δραχμών [63] και το 1866 περιέρχεται  ολόκληρο στην ιδιοκτησία του. Από πλευράς σχεδίου πόλης το κτήριο είναι ελεύθερο από τις τρεις πλευρές και μόνο δυτικά συνορεύει με γήπεδον του Δημοσίου [64]. Για πρώτη φορά που το κτίσμα εμφανίζεται ελεύθερο και από τις τέσσερις πλευρές είναι το 1907 όταν μεταβιβάζεται στον γαμπρό [65] της οικογένειας Καζακόπουλος [66]. Χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία μέχρι το 1958. Η τελευταία απόγονος της οικογένειας Κωστούρου [67] υποστήριξε ότι το κτήριο της Σχολής των Ευελπίδων κτίσθηκε το 1856 [68] πληροφορία η οποία επιβεβαιώνεται από τα ανωτέρω εκτεθέντα. Το οίκημα απαλλοτριώθηκε από το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας και αναπαλαιώθηκε. Σήμερα στο κτήριο αυτό στεγάζεται το παράρτημα του Πολεμικού Μουσείου στο Ναύπλιο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Καλαφάτη Ελένη, «Η Πολεοδομία της Επανάστασης:  Ναύπλιο 1822- 1830» Τα Ιστορικά , Τ 1ος, τεύχος 2, Δεκ 1984 σ. 265- 268.

[2] Karl von Heideck (1788-1861) Βαυαρός Στρατηγός. Σπούδασε στο Μόναχο και υπηρέτησε στον βαυαρικό στρατό. Ήρθε στην Ελλάδα κατά την διάρκεια της Επαναστάσεως. Συμμετείχε σε πολλές μάχες. Το 1828 διορίσθηκε από τον Καποδίστρια διοικητής του Ναυπλίου. Τον Αύγουστο του 1829 επέστρεψε στην Βαυαρία, αλλά επανήλθε ως μέλος της Αντιβασιλείας του Όθωνα. Έγραψε τα απομνημονεύματά του σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση τα οποία δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Αρμονία.

[3] Βακαλόπουλος Απόστολος Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τ Η, Θεσσαλονίκη 1988 σ. 246, 247.

[4] Βακαλόπουλος Απόστολος Ιστορία του Νέου Ελληνισμού,τ 8ος σ. 246,

[5] Επιστολαί  Ι. Α. Καποδίστρια Κυβερνήτου της Ελλάδος. Διπλωματικαί, διοικητικαί και ιδιωτικαί γραφείσαι από 8 Απριλίου 1827 μέχρις 26 Σεπτεμβρίου 1831, τ Β, σ. 35,36,37.

[6] Καστάνης Ανδρέας, Η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της 1828-1834, Ιωάννινα 1995, σ. 58 (διδακτορική διατριβή).

[7] Ο  Θεόδωρος Βαλλιάνος γεννήθηκε το 1799 στην Ν. Ρωσία. Σπούδασε στην στρατιωτική ακαδημία της Πετρούπολης. Μετά την αποφοίτησή του κατετάγη στον ρωσικό στρατό στο όπλο του Μηχανικού. Το 1822 ήρθε στην Ελλάδα.

[8] Jean Savant, Napoléon et les Grecs. Sous et les Grecs. Sous les Aigles impériales  Nouvelles éditions latines, Paris, 1946, σ. 374

[9] Παλατάκι όπως το αποκαλούν σήμερα.

[10] Σπηλιωτάκη Κων/νου, «Τα εν Ναυπλίω κτίρια του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού 1824- 1826» Δελτίο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ 20ος, 1971-1977, Αθήνα 1977, σ 53-71.

[11] ΓΑΚ, Καποδιστριακό Αρχείο Κέρκυρας, «Επιστολές Ράδου Έκτακτου Απεσταλμένου Αργολίδας έτους 1829-1830»,αρ εγγ 53, φ 225.

[12] Η ονομασία «Πέντε Αδέλφια» προήλθε από τα πέντε παλαιά πυροβόλα τα όποια ακόμη και σήμερα σώζονται στο Ναύπλιο.

[13] Στη εκκλησία αυτή δολοφονήθηκε ο Κυβερνήτης. Σώζεται και σήμερα και βρίσκεται στη οδό Καποδίστρια.

[14] Σπυρίδων Τρικούπης (1788-1873). Ιστορικός. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι. Διετέλεσε Γραμματέας Επικρατείας το 1828-1829 και Γραμματέας Εξωτερικών το 1829 και πρεσβευτής της Ελλάδος στο Λονδίνο. Γιος του ο Χαρίλαος Τρικούπης.

[15] Jean-Marie Achille Rouen αντιπρέσβης της Γαλλίας στην Ελλάδα 1829-1836.

[16] Πιθανόν να αναφέρεται στην πλατεία Πλατάνου ή σήμερα στην πλατεία της Συντάγματος.

[17] Πιθανόν να αναφέρεται στο κτήριο του σημερινού αρχαιολογικού μουσείου.

[18] Ράϊκο, «Περί της δολοφονίας του κόμητος Καποδίστρια», Έσπερος, Νο 16, 15/17 Δεκεμβρίου 1881, σ. 242, 243.

[19] Σύμφωνα με τον Στασινόπουλο ο στρατώνας κατεδαφίστηκε το 1928.

[20] Στασινόπουλου Επαμ, Ιστορίας της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων, Αθήνα 1954, σ.35.

[21] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι, 23 Ιουλίου 1828, φ 25-26. Αίτηση προς τον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας Νικόλαο Καλλέργη να βρει κατάλληλο οίκημα για τη στέγαση 80 Ευελπίδων. Ως σύμβουλος περί της καταλληλότητας του οικήματος θα αναλάμβανε ο συνταγματάρχης Πίζας.

[22] Καστάνης, ο.π. σ. 47, και Επιστολαί ο.π. τ Β 322, 323.

[23] Ο Jean Henry Pierre Augustine Pauzié Banne γεννήθηκε στο Παρίσι το 1792. Σπούδασε στην Πολυτεχνική Σχολή της Γαλλίας και το 1812 εξήλθε ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού. Έφθασε στην Ελλάδα με αίτημα του Καποδίστρια προς την Κυβέρνηση της Γαλλίας για διάθεση 3-4 στρατιωτικών συμβούλων. Παρέμεινε στην χώρα μας μέχρι το 1831. Έφθασε μέχρι τον βαθμό του Ταγματάρχη. Πέθανε το 1848. Περισσότερες πληροφορίες βλέπε: Καστάνης Ανδρέας, «Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων κατά τα πρώτα χρόνια της λειτουργίας της 1828-1834», διδακτορική διατριβή, εκδ Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2000, σ. 141.

[24] ΓΑΚ, Γενικό Φροντιστήριο, 3 Φεβρουαρίου 1829 (ανά εβδομάδα υπάρχει και κατάσταση των εργασθέντων στην επισκευή του κτιρίου), φ 41. Πρώτη κατάσταση πληρωμής των εργατών που επισκεύασαν το κτήριο της Σχολής

[25] ΓΑΚ, Γενικό Φροντιστήριο, 1 Απριλίου 1829, φ 41. Κατάσταση με το συνολικό ποσό των επισκευών.

[26] ΓΑΚ, Καποδιστριακό Αρχείο Κέρκυρας, «Επιστολές Ράδου Έκτακτου Απεσταλμένου Αργολίδας έτους 1829-1830»,αρ εγγ 53, φ 225.

[27] 1 οκά = 1280 κιλά.

[28] Καστάνης ο. σ. 212.

[29] Dim Loules, The financial and economic policies of president Ioannis Kapodistrias 1828-1831,  Ioannina 1985 σ. 70, 71.

[30] ΓΑΚ, Γενικό Φροντιστήριο, 3 Φεβρουαρίου 1829, φ41.

[31] Η Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων κατά την καποδιστριακή περίοδο είχε την ονομασία Κεντρική Στρατιωτική Σχολή ή Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο. Η ονομασία στο επίσημο και επικυρωμένο οργανισμό της Σχολής είχε τον τίτλο Κεντρική Στρατιωτική Σχολή σε ανεπίσημες όμως μεταφράσεις αλλά κυρίως στην επίσημη σφραγίδα της είχε την τίτλο Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο.

[32] Το γεγονός ότι δεν δόθηκε αποζημίωση σε ιδιώτη αλλά ούτε κάποιο μηνιαίο μίσθωμα μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι το κτήριο ανήκε σε Τούρκο ο οποίος το εγκατέλειψε μετά την Επανάσταση του 1821. Επίσης η πληροφορία ότι το κτήριο ήταν ιδιόκτητο και όχι Εθνική οικία βλέπε Καστάνης ο.π σ. 60.

[33] Καστάνης ο.π. σ. 58.

[34] Ιστορικό και Εθνολογικό Μουσείο, Αρχείο Πέτρου Λυκούδη. Σχέδιο της πόλης του Ναυπλίου, Λυκούδης Πέτρος, Γενεαλογία- Βιογραφία-Έργα και το υπ’ αυτού εφερεθέν νέον σύστημα λυομένων πυροβόλων, Μέρος 1ο Αθήνα 1924 σ. 169.

[35] Λαμπρυνίδης Μιχαήλ, Η Ναυπλία, Αθήνα 1898, σ. 509.

[36] Συμβόλαιο Αριθμό Ευρετηρίου τόμου 761 και μερίδος 110 (αγοραστού)/1009 (πωλητού) 29 Νοεμβρίου 1861 Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Συμβόλαιο πώλησης του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής του Ναυπλίου ιδιοκτησίας Αντώνη Κουφάδου προς το Παναγιώτη Καζακόπουλο.

[37] Πρώτοι Έλληνες Τεχνικοί Επιστήμονες Περιόδου Απελευθέρωσης, εκ ΤΕΕ, Αθήνα, 1976 σ. 163.

[38] Από το σημερινό και τα ιστορικά πολεοδομικά σχέδια του Ναυπλίου.

[39] Η Κυβέρνηση απένειμε σε όλους τους Γάλλους που εντάχθηκαν στην υπηρεσία της Ελλάδος δύο βαθμούς πάνω από αυτόν που κατείχαν στην πατρίδα τους. Γι’ αυτόν τον λόγο ο λοχαγός Pauziι προήχθη σε αντισυνταγματάρχη.

[40] Καστάνης οπ σ. 56, 57.

[41] Διάταγμα περί Οργανισμού της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής, Αίγινα, Εθνικό Τυπογραφείο 1829 αρθ 2

[42] Ο. π, αρθ 101.

[43] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 7/19 Νοεμβρίου 1833, φ 366. Προϋπολογισμός εξόδων για την επισκευή του κτιρίου της Κεντρικής Στρατιωτικής Σχολής.

[44] Ο.π. σ. 59, 60

[45] Ο.π. σ. 61

[46] Eduard von Rheineck γεννήθηκε στην Πρωσία το 1796. Ήρθε στην Ελλάδα το 1822. Έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα με τον βαθμό του λοχαγού. Διετέλεσε Διευθυντής της Σχολής των Ευελπίδων από το 1832 μέχρι το 1840. Έφθασε μέχρι τον βαθμό του υποστρατήγου. Πέθανε από καρδιακό νόσημα το 1854. Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε Καστάνης ο. π  σ. 178, 179.

[47] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 1/13 Σεπτεμβρίου 1833 Νο 255, φ 366 Αίτηση της Σχολής προς το Υπουργείο Στρατιωτικών σχετικά με την επισκευή του κτιρίου της.

[48] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 14/26 Νοεμβρίου 1833 Νο 302, φ 366. Διαμόρφωση του χώρου του ευρισκομένου μεταξύ του τοίχους της πόλης και του κτιρίου της Σχολής.

[49] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών,18/30 Νοεμβρίου 1833 Νο 304, φ 366. Περιγραφή της κακής κατάστασης του κτιρίου της Σχολής.

[50] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 2/16 Σεπτεμβρίου 1833 Νο 5286, φ 366. Ανάθεση σύνταξης μελέτης προϋπολογισμού των απαιτουμένων επισκευών του κτιρίου της Σχολής.

[51] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 8/20 Νοεμβρίου 1833 Νο 7631, φ 366. Επισκευές του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής.

[52] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 22 Νοεμβρίου/4 Δεκεμβρίου 1833 Νο 770, φ 366. Επισκευές του κτιρίου της Σχολής των Ευελπίδων.

[53] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 2/16 Σεπτεμβρίου 1833 Νο 5286, φ 366. Ανάθεση σύνταξης μελέτης προϋπολογισμού των απαιτουμένων επισκευών του κτιρίου της Σχολής.

[54] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 22 Νοεμβρίου/4 Δεκεμβρίου 1833 Νο 770, φ 366. Επισκευές του κτιρίου της Σχολής των Ευελπίδων.

[55]  ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 4/16 Δεκεμβρίου 1833 Νο 7998, φ 366. Έγγραφο του Υπουργείου Στρατιωτικών σχετικά με την κατάσταση του κτιρίου της Σχολής και την πρόταση προς τον Όθωνα για την αποδοχή της πρότασης του Rheineck για της μετεγκατάσταση στο κτήριο του ορφανοτροφείου της Αίγινας.

[56] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Στρατιωτικών, 6/13 Δεκεμβρίου 1833 Νο 9326. Απόφαση της Αντιβασιλεία για την μετεγκατάσταση της Σχολής των Ευελπίδων από το Ναύπλιο στο κτήριο του ορφανοτροφείου της Αίγινας.

[57] Καστάνης οπ σ. 60, 61.

[58] Γεώργιος Αθανασάκος.

[59] Υπάρχει μια διαφοροποίηση μεταξύ του εγγράφου του Υπουργείου των Εσωτερικών της 12 Μαρτίου 1853 και του συμβολαίου της 29 Νοεμβρίου όπου φαίνεται ότι ο Γεώργιος Αθανασάκος ανήγειρε το νέο οίκημα. Ενώ στο πρώτο αναγράφεται ότι ανήγειρε στο δεύτερο αναφέρεται ότι το 1856 ο Γεώργιος Αθανασάκος περάτωσε την ανέγερση.

[60] Συμβόλαιο με  Αριθμό Ευρετηρίου τόμου 761 και μερίδος 110 (αγοραστού)/1009 (πωλητού) 29 Νοεμβρίου 1861 Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Συμβόλαιο πώλησης του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής του Ναυπλίου ιδιοκτησίας Αντώνη Κουφάδου προς το Παναγιώτη Καζακόπουλο.

[61] ΓΑΚ, Οθωνικό Αρχείο, Υπουργείο Εσωτερικών, 12 Μαρτίου 1853 (παλαιό ημερολόγιο), φ 31. Αίτηση του Υπουργείου προς τον Όθωνα για να εγκρίνει την τροποποίηση του πολεοδομικού σχεδίου του Ναυπλίου.

[62] Συμβόλαιο με Αριθμό Ευρετηρίου τόμου 761 και μερίδος 110 (αγοραστού)/1009 (πωλητού), 29 Νοεμβρίου 1861 Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Συμβόλαιο πώλησης του κτιρίου της Στρατιωτικής Σχολής του Ναυπλίου ιδιοκτησίας Αντώνη Κουφάδου προς το Παναγιώτη Καζακόπουλο.

Η γειτνίαση δυτικά με την ερειπωμένη οικία του Μπουδούρα έρχεται σε απόλυτη συμφωνία με το σχέδιο του Υπουργείου των Εσωτερικών της 12 Μαρτίου 1853 γεγονός που επιτρέπει να μην υπάρχουν αμφιβολίες ότι το περιγραφόμενο οίκημα του συμβολαίου έχει άμεση σχέση με το παλαιό κτήριο της Στρατιωτικής Σχολής των Ευελπίδων στο Ναύπλιο.

[63] Ο. π.

[64] Συμβόλαιο με Αριθμό Ευρετηρίου μερίδος 110 και 102/ 1359, 7 Μαΐου 1866.  Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Μεταβίβαση του υπολοίπου της οικίας στον Παναγιώτη Καζακόπουλο.

[65] Δημήτριος Κόνδης.

[66] Ευρετήριο με Αριθμό, τόμος Ε μερίδος 2386 αύξων αριθμός μεταγραφών 10259, 17 Οκτωβρίου 1907. Υποθηκοφυλακείο Ναυπλίου. Προίκα της Βασιλικής Καζακοπούλου προς τον Δημήτριος Κόνδης.

[67] Πιθανόν να πρόκειται για θυγατέρα του Δημητρίου Κόνδη και της Βασιλικής Καζακοπούλου.

[68] Πρώτοι Έλληνες Τεχνικοί Επιστήμονες Περιόδου Απελευθέρωσης, εκ ΤΕΕ, Αθήνα, 1976 σ. 313.

 

Ανδρέας Καστάνης

Καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ναύπλιο: Από την Τειχισμένη Μεσαιωνική Πόλη στην Ανοικτή Πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870) – Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

«Όμως αυτό το κάστρο, όπου ευρίσκεται εις το Ανάπλι, το οποίον ονομάζεται των Τόρων, ήτο πέτρα βουνόπουλον, το οποίον φαίνεται εις την σήμερον, έρημον, χωρίς κανένα κτίσμα και ήταν η ευεργεσία των αρχόντων […] πλην η κάτω χώρα τ’ Αναπλιού όπου φαίνεται την σήμερον κτισμένη γύρωθεν, την έκτισαν οι Βενετσάνοι με τείχη σίγουρα και στερεά». Ποια άλλη περιγραφή μπορεί να δώσει με τόση δύναμη κι ομορφιά την εικόνα της χερσονήσου μέχρι τα τέλη περίπου της φραγκικής κυριαρχίας (1212-1389) από αυτή του Μητροπολίτη Μονεμβασίας Δωρόθεου στο περίφημο «Χρονικό» του (1631). Τ’ Ανάπλι «ήτο πέτρα βουνόπουλον». Μια πέτρα απόκρημνη και απρόσιτη από το νότο και τη δύση, προσιτή από το βορρά, απ’ όπου κατηφόριζε ομαλότερα προς τη θάλασσα μέχρι τις παρυφές του λόφου, εκεί όπου σήμερα εί­ναι ο Ψαρομαχαλάς «χωρίς κανένα κτίσμα». Την κάτω χώρα, την κάτω πόλη, την έκτισαν σταδιακά οι Βενετσιάνοι επεκτείνοντας την ξηρά με συνεχείς προσχώσεις, έως ότου αποκτήσει τη σημερινή της μορφή, ή σχεδόν τη σημερινή της μορφή:

 

Ο αφέντης του τόπου ήγουν ο Βενετσάνος με τον λαόν ομού του Αναπλίου έκαμαν πάσαν οικονομίαν και έκτισαν τριγύρου τείχη καθώς φαίνονται έως την σήμερον· και μέσα όπου ήταν η θάλασσα έως κάτω εις την ρίζαν των κάστρων των βουνών έκαμαν πάσαν τέχνην και έβγαλαν την θάλασσαν, δι­ότι ήταν ολίγη και έρριψαν χώμα πολύ και εκαταπλάκωσαν την θάλασσαν, και έκτισαν επάνω σπίτια […] σπίτια εύμορφα […] και εγέμισεν ο τόπος εκκλησίαις και οσπίτια, όπου τα έχουν μέσα τα τείχη περιπεπλεγμένα και έκαμαν και Παλάτι του Αφεντός και Φόρον, διότι εις την κάτω χώραν ήταν ολίγα οσπίτια κτισμένα εκεί όπου ήταν ξηρά.

Η μορφή που παίρνει ο πολεοδομικός ιστός της πόλης στα επόμενα χρόνια, η κλίμακα, η έκταση και η όλη συγκρότησή του γενικότερα, εξαρτάται άμεσα από την ιδιαίτερη τοπογραφία της χερσονήσου και τα δύο μεγάλα της κάστρα: την Ακροναυπλία, της οποίας ίχνη των πρώτων οχυρώσεων των προχριστια­νικών χρόνων συναντάμε στη βάση των ενετικών τειχών, και το πολύ νεότερο κάστρο του Παλαμηδίου, που κτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα.

Η οχύρωση του Ναυπλίου ακολουθεί, όπως είναι φυσικό, το βενετσιάνι­κο μοντέλο της οχυρωμένης χερσονήσου. Ένα εξαιρετικά καλά οχυρωμένο κάστρο στην κορυφή, το οποίο από κατοικία του άρχοντα και των ευγενών σταδιακά μεταβάλλεται σε στρατιωτικές, και μόνο, εγκαταστάσεις, η τάφρος που αποκόπτει τη χερσόνησο από την ξηρά, ώστε να εξασφαλίζεται ο έλεγχος εισόδου στην πόλη, και τα επιθαλάσσια τείχη. Αυτά σε πρώτη φάση ταυτίζονται με τα τείχη του ίδιου του κάστρου της Ακροναυπλίας, για να καταλήξουν μετά τις επιμελημένες προσχώσεις χαμηλά, κοντά στη νέα ακτογραμμή. Προμαχώνες και πύργοι προστατεύουν τόσο την Πύλη της Ξηράς, εκεί όπου βρίσκεται η τάφρος, όσο και τις τρεις άλλες πύλες της πόλης, την Πύλη του Γιαλού, την Πύλη της Πλατείας και την Πύλη των Φούρνων.

 

Ναύπλιο – Η πύλη της Ξηράς, c.1840. Drawing, pencil & watercolour on paper. Ανυπόγραφο.

 

Η οχύρωση της πόλης της Α΄ Βενετοκρατίας συμπληρώνεται με ένα πρώτο τεχνητό λιμενοβραχίονα στη βορειοδυτική γωνία της Ακροναυπλίας και τον Προμαχώνα των Πέντε Αδελφιών. Οχυρώνεται τότε για πρώτη φορά το Μπούρτζι (Καστέλι) στο νησάκι στ’ αριστερά του λιμανιού, ώστε να προστατεύει την είσοδο του λιμανιού (porto cadena).

Η επόμενη οχυρωματική φάση χρονολογείται στην περίοδο της Β΄ Βενε­τοκρατίας (1686-1715) με την οχύρωση του Παλαμηδίου: οκτώ αυτοδύναμοι προμαχώνες που αλληλοϋποστηρίζονται, αλλά και αλληλοπροσβάλλονται, αν χρειαστεί. Η κατοίκηση της Ακροναυπλίας απαγορεύεται. Η κάτω πόλη αποκτά τη μορφή που διατηρούσε μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα. Τα δύο όρια, λοιπόν, η Ακροναυπλία προς νότο και η θάλασσα προς βορρά, και κατά πολύ λιγότερο το Παλαμήδι και η πέραν της Πύλης της Ξηράς στεριά καθορίζουν το σχήμα της κάτω πόλης, ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο περίπου, το οποίο εκφυλίζεται σε μια τραπεζοειδή απόληξη προς δυσμάς. Η πόλη, δηλαδή, βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε δύο φυσικά όρια-εμπόδια που καθορίζουν και το μέγιστο όριο της συνολικής της έκτασης.

Μέσα σ’ αυτά τα όρια διαμορφώνεται η κάτω πόλη. Εύκολα μπορεί να διακρίνει κανείς σήμερα τρεις παράλληλες σ’ αυτήν ζώνες. Μία πρώτη που ξεκινά από τα τείχη της Ακροναυπλίας και φθάνει μέχρι τη σημερινή οδό Παπανικολάου – Καποδιστρίου, μία δεύτερη που αρχίζει από την οδό Παπα­νικολάου – Καποδιστρίου και φθάνει μέχρι τη σημερινή οδό Αμαλίας, όπου βρίσκονταν τα επιθαλάσσια τείχη, και μια τρίτη έξω από τα τείχη, που καταλήγει στην παραλία. Αυτή η τρίτη, η τελευταία, εξακολουθούσε να επεκτείνεται σταδιακά μέχρι και τον 20ό αιώνα.

Στην πρώτη ζώνη η μορφολογία του εδάφους επηρεάζει ιδιαίτερα τη διαμόρφωση του πολεοδομικού ιστού. Μία ζώνη με πλάτος περίπου 110μ. και μήκος περίπου 600μ., όπου οι δρόμοι, τα οικοδομικά τετράγωνα και τα οικόπεδα ακολουθούν τις κλίσεις του εδάφους. Οι δρόμοι είναι μικροί και στενοί, τρέχουν κατά μήκος των ισοϋψών και διακόπτονται από μικρούς κάθετους βαθμιδωτούς δρομίσκους, δρομόσκαλες, που εξασφαλίζουν την κάθετη προς τις καμπύλες κίνηση. Είναι η περιοχή του Ψαρομαχαλά: η πιο παλιά ζώνη, η πρώτη ζώνη που κατοικήθηκε έξω από τα τείχη, τότε που η θάλασσα έφτανε στις ρίζες της Ακροναυπλίας. Από αυτούς τους πρώτους κατοίκους, ψαράδες ως επί το πλείστον, κρατάει ακόμα και σήμερα η περιοχή, αιώνες ύστερα, το όνομά της «Ψαρομαχαλάς». Η περιοχή διατηρεί έντονα τα στοιχεία ενός γραφικού τοπίου. Η χάραξη του ρυμοτομικού ιστού – μικροί με μεταβαλλόμενο πλάτος οδοί, ακανόνιστα πλατώματα, αμβλείες ή οξείες γωνίες, ευρηματι­κές λύσεις που μαρτυρούν τον τρόπο που οι ερασιτέχνες τεχνίτες λύνουν τα εκάστοτε προβλήματα που αντιμετωπίζουν – δίνει στην περιοχή ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ύφος. Είναι η παλαιότερη κατοικημένη περιοχή της πόλης. Η σημερινή μορφή της, απαράλλακτη σχεδόν με εκείνη που συνάντησε ο Καποδίστριας και ο Όθων, όταν εγκαταστάθηκαν εκεί, παραμένει αναλλοίωτη, όπως διαμορφώθηκε στα χρόνια της Α΄ Βενετοκρατίας, όταν ο πληθυσμός της πόλης πλησίαζε τους 10.000 κατοίκους. Ισόγεια, διώροφα και τριώροφα κτήρια. Κάποια από αυτά ξεχωρίζουν· είναι αυτά που στέγαζαν, πιθανότατα, κρατικές υπηρεσίες· είναι το τμήμα που έχει υποστεί τις λιγότερες αλλαγές στο πέρασμα του χρόνου.

 

Έσπερος Λιψίας, Το Ναύπλιο, 1881.
Μια χαρακτηριστική περιγραφή της πόλης στο ίδιο έντυπο: «Το Ναύπλιον είναι σήμερα πόλις μικρά μόλις περιέχουσα επτά χιλιάδων ψυχών. Αλλά το όνομα αυτής συνδέεται στενά προς την ιστορίαν των μεγάλων υπέρ ανεξαρτησίας αγώνων και των πρώτων χρόνων της ελευθερίας […]. Η πόλις είναι καθαρά, καλώς εστρωμένη και διατηρεί μέχρι σήμερον την όψιν μικράς πρωτευούσης· αι οικίαι είναι κομψαί, λιθόκτισται, παρέχουσαι όψιν αναπαύσεως και πολιτισμού. Ό,τι όμως κυρίως καθιστά το Ναύπλιον αξιοπερίεργον είναι τα οχυρώματα αυτού τα οποία είναι μία των λαμπροτέρων του μεσαίωνος αναμνήσεων».

 

Η δεύτερη ζώνη αναπτύσσεται παράλληλα προς την πρώτη, προς βορρά, οριοθετείται από τις σημερινές οδούς ΣπηλιάδουΣταϊκοπούλουΠλαπούτα και καταλήγει στα επιθαλάσσια τείχη. Το μέσο πλάτος της είναι περίπου 70μ. και το μήκος της 600μ. Παρόλο που δεν έχουν βρεθεί αρχειακά τεκμήρια, η διαμόρφωσή της μαρτυρεί την ύπαρξη πολεοδομικού σχεδίου. Είναι η πόλη που περιγράφει ο Μητροπολίτης Μονεμβασίας Δωρόθεος. Καθώς το μεγαλύτερο μέρος της αποτελείται από προσχώσεις, ήταν σχετικά εύκολο να δημι­ουργηθεί ένα «κανονικότερο» οδικό δίκτυο. Διατηρούνται όμως κι εδώ πολλά από τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης ζώνης, αφού αποτελεί ουσιαστικά τη φυσική της συνέχεια και προέκταση. Τόσο στους δρόμους, συχνά στενούς κι αδιέξοδους, όσο και στη δημιουργία των οικοδομικών τετραγώνων, τα σχήματα των οποίων πλησιάζουν το ορθογώνιο, το στοιχείο της γραφικότητας κυριαρχεί.

Η Πλατεία Συντάγματος, η μεγάλη κεντρική πλατεία της πόλης, πρέπει να ταυτίζεται με τον βενετικό «φόρο». Εδώ, άλλωστε, οδηγεί και ο παλαιότερος κεντρικός δρόμος της πόλης, που ξεκινώντας από την Πύλη της Ξηράς καταλήγει στην πάνω πλευρά της Πλατείας, ενώ ο δεύτερος κεντρικός δρόμος, ο πλατύς δρόμος, η πλατιά ρούγα, η σημερινή Βασιλέως Κωνσταντίνου, λίγα μέτρα πιο πέρα, καταλήγει και πάλι στην Πλατεία αυτή. Οι οικοδομές εδώ είναι μεγαλύτερες, τριώροφες ή τετραώροφες, με αυστηρή μορφολογία. Είναι οικοδομές που σχεδιάστηκαν, αν όχι από αρχιτέκτονα πολιτικό μηχανικό, πάντως από στρατιωτικό οχυρωματοποιό.

Στη ζώνη αυτή βρίσκονται όλες σχεδόν οι πλατείες του σημερινού ιστορικού κέντρου. Οι τέσσερις παλαιότερες, η Πλατεία του Πλατάνου, η Πλατεία του Αγίου Γεωργίου, η Πλατεία του Αγίου Σπυρίδωνα και η Πλατεία του Αγί­ου Αναστασίου, υπήρχαν ήδη από τα χρόνια της Βενετοκρατίας, ενώ οι άλλες τέσσερις, η Πλατεία του Αγίου Νικολάου, η Πλατεία Σπηλιάδη, η Πλατεία της Αγοράς και των Τριών Ναυάρχων, δημιουργήθηκαν μετά την απελευθέρωση. Ο τρόπος που είναι σχεδιασμένες, μαρτυρεί τον Βενετό σχεδιαστή τους. Τις συναντάς ξαφνικά εκεί που περπατάς στο πλάι του δρόμου, στο τέλος από ένα μικρό σοκάκι. Η διακόσμησή τους, και κυρίως οι κρήνες που συναντάμε σ’ αυτές, παραπέμπει στην περίοδο της τουρκικής κατάκτησης. Σε κάθε μία υπάρχει και μία εκκλησία που κάποτε μετατράπηκε σε τζαμί ή ένα τζαμί που μετατράπηκε σε εκκλησία (δεν είναι πάντα εύκολο να προσδιορι­στεί αυτό), και ένα ή περισσότερα δημόσια κτήρια. Αναμφισβήτητα πάντως η δεύτερη ζώνη του Ναυπλίου, από τους πρόποδες του βράχου μέχρι και τα τείχη, ήταν – και κατά ένα μεγάλο μέρος είναι ακόμη – η σημαντικότερη ζώνη του Ναυπλίου.

Η τρίτη, τέλος, οικιστική ζώνη που αναπτύσσεται και αυτή παράλληλα με τις δύο προηγούμενες, έχει πλάτος 100μ. και μήκος 200μ. Εδώ το έδαφος είναι οριζόντιο επίπεδο. Η ζώνη αυτή που άρχισε να δημιουργείται έξω από τα επιθαλάσσια τείχη ήδη από τα χρόνια της Β΄ Βενετοκρατίας, θα πάρει την οριστική της μορφή μετά την απελευθέρωση και την κήρυξη της πόλης ως πρωτεύουσας της Ελλάδας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας  Μάρως Καρδαμίτση – Αδάμη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ναύπλιο – Από την Τειχισμένη Μεσαιωνική Πόλη στην Ανοικτή Πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870)

 

Διαβάστε ακόμη:

Το έργο του Wulf Schaeffer για το Ναύπλιο

Η κατάσταση στο Ναύπλιο στις αρχές του 1833.

Read Full Post »

Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη


 

Στο πέρασμα των χρόνων πολλοί στρατιώτες έδωσαν τη ζωή τους και έπεσαν στα πεδία μαχών χωρίς να αναγνωριστούν ή να ανεβρεθούν οι σοροί τους. Η ανάγκη να εκπροσωπηθούν όλοι οι άγνωστοι πεσόντες και να επιτευχθεί η απονομή επίσημης συνολικής τιμής στη μνήμη των υπέρ πατρίδος πεσόντων στρατιωτών οδήγησε τα έθνη στη δημιουργία ενός συμβολικού μνημείου, τον τάφο του άγνωστου στρατιώτη. Ο τάφος του άγνωστου στρατιώτη εξωτερικεύει την έννοια της φιλοπατρίας, συγκεντρώνει τα στοιχεία μιας υψηλής πατριωτικής πράξεως και αποτελεί τη φανερότερη εκδήλωση του οφειλόμενου επαίνου και της δόξας που πρέπει να ακολουθεί τη μνήμη των πεσόντων και την εθελοθυσία τους υπέρ της πατρίδας.

 

Ιστορική Αναδρομή

 

Η γενική αρχή της τιμητικής πράξης της ταφής των αγνώστων πεσόντων ανάγεται στους ηθικούς νόμους και τα πάτρια έθιμα των αρχαίων ελληνικών πόλεων. Τη μαρτυρία αυτή βρίσκουμε στα αρχαία κείμενα του Θουκυδίδη. Ο ιστορικός μιλώντας περί των δημοσίων ταφών των πεσόντων στον πόλεμο Αθηναίων εκθέτει τον τρόπο με τον οποίον τελούνταν ως εξής:

«…τα μεν οστά προτίθενται των απογενομένων πρότριτα σκηνήν ποιήσαντες, και επιφέρει τω αυτού έκαστος ην τι βούληται· επειδάν δε η εκφορά ή, λάρνακας κυπαρισσίνας άγουσιν άμαξαι, φυλής εκάστης μίαν· ένεστι δε τα οστά ης έκαστος ην φυλής, μία δε κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οι αν μη ευρεθώσιν ες άναίρεσιν. ξυνεκφέρει δε ο βουλόμενος και αστών και ξένων, και γυναίκες πάρεισιν αι προσήκουσαι επί τον τάφον ολοφυρόμεναι».

(Θουκιδίδης, 2.34.3)

Στους πεσόντες στον πόλεμο οι Αθηναίοι απέδιδαν μεγάλες τιμές. Η ταφή αυτών γινόταν δημοσία δαπάνη:

«Εν δε τω αυτώ χειμώνι Αθηναίοι τω πατρίω νόμω χρώμενοι δημοσία ταφάς εποιήσαντο των εν τάδε τω πολέμω πρώτων αποθανόντων τρόπω τοιώδε».

(Θουκιδίδης, 2.34.1-2)

Οι οικογένειές τους περιθάλπονταν και τα παιδιά τους ανατρέφονταν μέχρι την εφηβεία τους από την πόλη:

«τα δε αυτών τούς παίδας το από τούδε δημοσία η πόλις μέχρι ήβης θρέψει, ωφέλιμον στέφανον τοίσδέ τε και τοις λειπομένοις των τοιώνδε αγώνων προτιθεΐσα».

(Θουκιδίδης, 2.46.1)

Επιπλέον, επέλεγαν έναν ρήτορα για να εκφωνήσει τον επιτάφιο λόγο, όπως και στο απόσπασμα του Θουκυδίδη, στο οποίο ο επιτάφιος λόγος εκφωνείται από τον Περικλή. Σε κάθε περίπτωση οι Αθηναίοι απέδιδαν μεγάλη σπουδαιότητα στην ταφή γενικότερα και θεωρούσαν πολύ βαρύ πλήγμα τη στέρησή της:

«κακός κακώς άθαπτος εκπέσοι χθονός»

(Σοφοκλής, Αίας, στιχ.1177)

Τόσο ο Ευριπίδης όσο και ο Χαρίτωνας χαρακτηρίζουν μάλιστα το έθιμο της ταφής των αφανών ως ελληνικό νόμο:

«Ελένη: τον κατθανόντα πόσιν εμόν θάψαι θέλω.

Θεοκλύμενος: τί δ’; έστ’ άπόντων τύμβος; ή θάψεις σκιάν;

Ελ.: Ελλησίν έστι νόμος, ός αν πόντωι θάνηι…

Θε.: τί δράν; σοφοί τοι Πελοπίδαι τά τοιάδε.

Ελ.: κενοίσι θάπτειν έν πέπλων υφάσμασιν.

Θε.: κτέριζ’· ανίστη τύμβον ου χρήιζεις χθονός.

Ελ.: ούχ ώδε ναύτας ολομένους τυμβεύομεν.

Θε.: πώς δαί; λέλειμμαι των έν Έλλησιν νόμων».

(Ευριπίδης, Ελένη, στιχ.1239-1246)

«θάπτε με, όττι τάχιστα πύλας Αΐδαο περήσω. και γάρ ει μη το σώμα εύρηται τού δυστυχούς, αλλά νόμος ούτος αρχαίος Ελλήνων, ώστε και τούς αφανείς τάφοις κοσμείν».

(Χαρίτωνας, 4.1.3)

Σε απόδοση, λοιπόν, ταυτόσημης τιμής υπέρ των αφανών πολεμιστών έφεραν μαζί με τις λάρνακες που περιείχαν τα οστά των πολεμιστών και μια στρωμένη, αλλά κενή, κλίνη. Με τον τρόπο αυτό τελούσαν απομιμητική πράξη ταφής και υλική εκδήλωση της τιμής και του αθάνατου επαίνου της πόλης. Επίσης, διατελούσαν και ένα στοργικό καθήκον προς τους πλησιέστερους πενθούντες συγγενείς, δείχνοντας ότι η πατρίδα σέβεται εξίσου τη μνήμη των δικών τους.

Με την ίδια, λοιπόν, λογική και από την ίδια ηθική αφετηρία προήλθε η ιδέα της δημιουργίας του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη [1]. Στα νεότερα χρόνια αναπτύχθηκε σε πολλά κράτη η πρακτική της ύπαρξης ενός συμβολικού μνημείου, που να αντιπροσωπεύει τον πολεμικό τάφο των άγνωστων στρατιωτών.

Είναι πιθανό το πρώτο δείγμα τέτοιου μνημείου να υπήρξε το Landsolaten («Foot Soldier») του Πρώτου Πολέμου του Schleswig, στην Fredericia, της Δανίας, το οποίο κατασκευάστηκε το 1849. Ένα ακόμη πρώιμο δείγμα είναι το μνημείο του 1866, που είναι αφιερωμένο στον άγνωστο θανόντα του Αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου.

Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος με τους πολυάριθμους νεκρούς, αποτέλεσε τη βασική αφορμή για την ανέγερση μνημείων αφιερωμένων στον άγνωστο στρατιώτη. Η πρώτη ίδρυση ενός τέτοιου μνημείου με τη σύγχρονη μορφή ξεκίνησε από το Ηνωμένο Βασίλειο, όταν, έπειτα από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ενταφίασαν πρώτοι έναν «άγνωστο στρατιώτη» εκ μέρους όλων των Δυνάμεων της Βρετανικής Αυτοκρατορίας στο αβαείο του Westminster το 1920, παρακινώντας με αυτόν τον τρόπο και άλλα έθνη να ακολουθήσουν το παράδειγμά τους. Ο πιο γνωστός, ωστόσο, τάφος του Άγνωστου Στρατιώτη είναι αυτός της Γαλλίας κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου που ιδρύθηκε το 1921 τιμώντας τους άγνωστους νεκρούς του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.

Τέτοιοι τάφοι δημιουργήθηκαν, επίσης, εις μνήμην άγνωστων πεσόντων και μετέπειτα πολέμων. Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί το μνημείο που χτίστηκε στο Ιράκ το 1982.

Τα μνημεία αυτά περιέχουν συνήθως τη σορό ενός ανώνυμου νεκρού στρατιώτη ή «γνωστού μόνο στον Θεό» («known but to God»), όπως πολλές φορές αναγράφεται στην επιτύμβια στήλη. Πρέπει να τονισθεί ότι δίνεται μεγάλη έμφαση στην επιλογή της σορού, επιλέγοντας πάντα κάποια που θεωρείται ότι είναι αδύνατο να αναγνωριστεί ποτέ. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο πολλές προσπάθειες καταβλήθηκαν προς αυτή την κατεύθυνση, από τα κράτη που ανέγειραν τέτοιου είδους μνημεία, ώστε να βρεθούν σώματα άγνωστων στρατιωτών που να τηρούν αυτή την προϋπόθεση και να έχει διευκρινιστεί η εθνικότητά τους [2]. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο ελληνικό μνημείο δεν υπάρχει σορός ακολουθώντας τα έθιμα των Αρχαίων Ελλήνων που ήθελαν τον τάφο κενό («μία κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών», Θουκυδίδης, 2.34.3.).

 

Ανέγερση Στην Ελλάδα – Η Ιδέα

 

Το πρώτο μνημείο του είδους, αφιερωμένο στους άγνωστους πεσόντες του αγώνα του 1821, αποφάσισε να ιδρύσει για πρώτη φορά στην Ελλάδα ο Δήμος Ερμουπόλεως Σύρου στις 16 Ιανουάριου του 1858. Η εκτέλεση του έργου έγινε το 1889 σε σχέδια του Γ. Βιτάλη [3]. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ακολουθώντας το παράδειγμα των υπόλοιπων Ευρωπαίων η Ελλάδα αποφάσισε την ανέγερση εθνικού μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη στην Αθήνα.

 

Ο Διαγωνισμός

 

Στις αρχές του 1926 αποφασίστηκε από τον Υπουργό Στρατιωτικών Θεόδωρο Πάγκα­λο η κατασκευή μνημείου υπέρ του αγνώστου στρατιώτη. Στις 3 Μαρτίου του 1926 ο Υπουργός δημοσιεύει στην εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΑΣ» προκήρυξη διαγωνισμού «μεταξύ Ελλήνων Αρχιτεκτόνων, Γλυπτών και Ζωγράφων δια την υποβολήν μελέτης ανεγέρσεως τάφου Αγνώστου Στρατιώτου εις την έμπροσθεν των Παλαιών Ανακτόρων Πλατείαν, καταλλήλος προς τούτο διαρρυθμιζομένην» [4]. Η προκήρυξη του διαγωνισμού εμφανίζεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της 28ης Φεβρουάριου 1926 και υπογράφεται από τον Υφυπουργό Στρατιωτικών Κ. Νίδερ [5].

Την 9η Οκτωβρίου του 1926 το Υπουργείο Στρατιωτικών με την υπ’ αριθμόν 319168 διαταγή ενέκρινε και βράβευσε με το πρώτο βραβείο την κατά πλειοψηφία καλύτερη μελέτη του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη, ο οποίος την υπέβαλε με το ψευδώνυμο «ΣΚΡΑ» [6].

Στις 30 Ιουνίου του 1928 δημοσιεύεται Νομοθετικό Διάταγμα «περί εκτελέσεως μνημείου Αγνώστου στρατιώτου και των συναφών χωματουργικών και οικοδομικών εργασιών εν τη πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων» με το οποίο και εγκρίνεται η κατασκευή του μνημείου και η τοποθέτησή του στην πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων σύμφωνα με τα σχέδια του αρχιτέκτονα Λαζαρίδη [7].

 

Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Καρτ ποστάλ εποχής.

 

Η Επιλογή της Θέσης

 

Η θέση του μνημείου υποδείχθηκε με την προκήρυξη του 1926 [8]. Ο Στρατηγός και αργότερα Δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος σχεδίαζε να τοποθετήσει το μνημείο μπροστά από τα Παλαιά Ανάκτορα και να στεγάσει σε αυτά το Υπουργείο Στρατιωτικών.

Μετά από έντονες αντιδράσεις που εξέφρασαν αρχιτέκτονες και άλλα σημαντικά πρόσωπα της εποχής καθώς και συνεχείς συνεδριάσεις και συστάσεις επιτροπών που θα έκριναν την καταλληλότητα του έργου το ζήτημα μεταφέρεται στη Ζ’ Συνεδρίαση της Βουλής (12 Ιουλίου 1929), όπου ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ως Πρωθυπουργός, παρά τις διαφωνίες πολλών καλλιτεχνών και πολιτικών στελεχών και μετά την παρέμβαση του Υφυπουργού Συγκοινωνίας Β. Καραπαναγιώτη, που χρησιμοποίησε το παράδειγμα του μνημείου της Γαλλίας που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης του Παρισιού, αποφασίζει τελεσίδικα ότι η καταλληλότερη θέση είναι αυτή που είχε προταθεί εξαρχής, δηλαδή μπροστά από τα Παλαιά Ανάκτορα. Εξάλλου για τον Ελευθέριο Βενιζέλο η θυσία του άγνωστου στρατιώτη αποτελούσε τη βάση της Δημοκρατίας. Ο συσχετισμός του μνημείου με το Σύνταγμα και τη Βουλή (την οποία είχε μεταφέρει στα Παλαιά Ανάκτορα), υποδεικνύει τπ θυσία του «αγνώστου στρατιώτου» για τους δημοκρατικούς θεσμούς, δεδομένου ότι το Σύνταγμα ορίζει την καθολική στράτευση των ανδρών, δηλαδή το καθήκον τους να πεθάνουν για την υπεράσπιση της πατρίδας [9].

 

Η Επιλογή του Γλύπτη

 

Θωμάς Θωμόπουλος

Ο αρχιτέκτονας Εμμανουήλ Λαζαρίδπς είχε αρχικά συνεργαστεί με τον γλύπτη Θω­μά Θωμόπουλο, ο οποίος είχε προτείνει ως κεντρικό γλυπτό του μνημείου παράσταση γιγαντομαχίας, «ο άγνωστος στρατιώτης πίπτει και η Ελλάς στοργικά τον παραλαμβάνει δια την αιωνιότητα» [10], το οποίο και υπήρχε στο προσχέδιο που παρουσιάστηκε για την προκήρυξη του διαγωνισμού.

Όταν αποφασίστηκε η πραγματοποίηση του έργου, ο αρχιτέκτονας Λαζαρίδης, τον οποίον η επιτροπή επίβλεψης του μνημείου είχε ορίσει ως «επιβλέποντα πασών εργασιών» δίνοντας του τη δυνατότητα να επιλέγει ως βοηθούς του άλλους γλύπτες ή αρχιτέκτονες, παραμέρισε τον Θωμόπουλο, πιθανόν λόγω χρηματικής ασυμφωνίας. Η αντικατάσταση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους κύκλους των καλλιτεχνών.

Στη συνέχεια ο Θωμόπουλος εξάντλησε κάθε περιθώριο για την αποκατάστασή του στην θέση του γλύπτη αλλά στην όγδοη συνεδρίαση στις 17 Δεκεμβρίου 1930 η επιτροπή ενέκρινε νέα πρόταση, αυτή του «οπλίτη εκτάδην κειμένου», την οποία χαρακτήρισε περισσότερο ταιριαστή, επειδή προσδίδει ηρεμία και απλότητα. Κατά συνέπεια, ο γλύπτης Θωμόπουλος αντικαταστάθηκε από τον γλύπτη Φωκίωνα Ρωκ[11]. Ο Ρωκ είχε αποφοιτήσει από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών το 1925 (πτυχίο πλαστικής) και στη συνέχεια φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού και στην Ακαδημία Ζυλιόρ. Είχε επιστρέψει πρόσφατα από την Γαλλία και είχε αναλάβει τη θέση του εφόρου της Συλλογής Γλυπτικής της Σχολής Καλών Τεχνών όπου και δίδασκε πλαστική [12]. Η επιτροπή συμφώνησε ομόφωνα με αυτή τη μεταβολή, που έγινε ύστερα από πρόταση του ίδιου του βραβευμένου αρχιτέκτονα.

 

Περιγραφή Έργου – Περιγραφή Γενικής Αρχιτεκτονικής

 

Το έργο είναι ουσιαστικά ένα ανάλημμα σχήματος Π από λαξευμένους πωρόλιθους μεγάλων διαστάσεων. Το γλυπτό βρίσκεται στο βάθος και κεντρικά του όλου έργου. Δεξιά και αριστερά του υπάρχουν δύο μεγάλες πλευρικές κλίμακες. Στο κέντρο ημικυκλίου, το οποίο είναι ανυψωμένο από το γύρω πλακόστρωτο, υπάρχει ένας κενός τάφος («κλίνη κενή»). Σε διάφορα σημεία των τοίχων υπάρχουν τοποθετημένες 16 ορειχάλκινες ασπίδες που εξυμνούν τη θυσία και την ανδρεία (πολεμικός σταυρός, τριήρης, βους κλπ.).

 

To Γλυπτό

 

Ο γλύπτης Φ. Ρωκ. Ελαιογραφία του Π. Βυζάντιου. Δεκαετία του 1920.

To γλυπτό που κοσμεί το κέντρο του μνημείου είναι ένα έργο δοσμένο σε ταπεινό ανάγλυφο, το οποίο χαρακτηρίζεται από τπν απλότητα της αναπαράστασής του. Σε ένα παραλληλόγραμμο πλαίσιο – αναφορά σε σαρκοφάγο – παριστάνεται μια γυμνή ανδρική μορφή ξαπλωμένη σε κάποια έξαρση του εδάφους, με τα πόδια και το κεφάλι λίγο χαμηλότερα. Στο αριστερό χέρι ο νεκρός πολεμιστής κρατάει μια κυκλική ασπίδα, ενώ το δεξί χέρι είναι απλωμένο χαμηλότερα από το ύψος του εξάρματος, στο οποίο στηρίζεται ο κορμός. Στο κεφάλι του φοράει αρχαίο κράνος και το πρόσωπο έχει δοθεί από τα πλάγια με έναν τρόπο που θυμίζει αρχαία νομίσματα. Το έργο βασίζεται ουσιαστικό σε μια σειρά από καμπυλόγραμμα θέματα που αλληλοσυμπληρώνονται, όπως το κράνος και το δεξί χέρι που απαντά στην ασπίδα, η συγκρατημένη και ήρεμη απόδοση του στήθους, στοιχεία που επιβάλουν μια περισσότερο αρμονική φωνή στο σύνολο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο καλλιτέχνης απέφυγε εντελώς τα οριζόντια στατικά θέματα, ενώ συνδύασε ρεαλιστικές λεπτομέρειες στο χέρι και το πόδι με ιδεαλιστικές διατυπώσεις στο σώμα, με συνέπεια να τονίζονται τα επικαιρικά, όσο και τα διαχρονικά στοιχεία, κατεύθυνση προς την οποία αποβλέπει και η γυμνότητα του σώματος και η απόδοση του προσώπου. Έτσι, ο θεατής έχει την εντύπωση ότι ο καλλιτέχνης αποδίδει τον άγνωστα στρατιώτη όχι νεκρό αλλά ζωντανό να αναπαύεται και έτοιμο να σηκωθεί και να αντιμετωπίσει τον εχθρό.

Το έργο διακρίνεται για την εσωτερικότητα της πλαστικής του γλώσσας, την πυκνότητα και την ασφάλεια των διατυπώσεών της. Έτσι, το θέμα κερδίζει μία πραγματικό πλούσια εκφραστική φωνή, χωρίς φτηνή ρητορεία, επιφανειακή φιλολογία ή θεατρικότητα, με μόνο τη λιτότητα και τη δύναμη των μορφών του, την ειλικρίνεια και την πειστικότητα του συνόλου [13]. Το έργο θεωρείται ότι είναι εμπνευσμένο από τα αρχαϊκά αγάλματα των αετωμάτων του ναού της Αθηνάς Αφαίας στην Αίγινα[14].

 

Επιγραφές

 

Αριστερά και δεξιά της παράστασης έχουν χαραχθεί αντίστοιχα οι φράσεις του Θουκυδίδη «ΜΙΑ ΚΛΙΝΗ ΚΕΝΗ ΦΕΡΕΤΑΙ ΕΣΤΡΩΜΕΝΗ ΤΩΝ ΑΦΑΝΩΝ» (2.34.3.4) και «ΑΝΔΡΩΝ ΕΠΙΦΑΝΩΝ ΠΑΣΑ ΓΗ ΤΑΦΟΣ» (2.43.3.1) από τον Επιτάφιο του Περικλή.

Αρχικά, υπήρχε η πρόταση από τον Λαζαρίδη να χαραχτεί πάνω στο κενοτάφιο η φράση «ΤΑΦΟΣ ΚΟΙΝΟΣ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ ΕΚΕΙΝΩΝ, ΩΝ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΔΕΝ ΕΥΡΕΘΗΣΑΝ» αλλά αυτή τροποποιήθηκε και τελικά χαράχτηκε η φράση «ΕΙΣ ΑΦΑΝΗ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΝ».

Στους πελεκημένους πωρόλιθους του τοίχου είναι χαραγμένα, κατά ενότητες, τα ονόματα των τόπων, στους οποίους έχουν διεξαχθεί οι ενδοξότερες και πιο πολύνεκρες μάχες των αμυντικών και απελευθερωτικών πολέμων του Ελληνισμού [15]. Η αρχική πρόταση περιελάμβανε 13 επιγραφές οι οποίες δεν ανέφεραν τις ίδιες μάχες με αυτές που τελικά αναγράφηκαν στο μνημείο. Η οριστική απόφαση πάρθηκε το 1931 και οι επιγραφές που πλέον ήταν 12 πήραν την τελική τους μορφή. Στις επιγραφές αυτές προστέθηκαν μεταγενέστερα άλλες δύο που αναφέρουν τις τοποθεσίες στις οποίες έλαβε μέρος ο Ελληνικός Στρατός μετά το 1931 [16].

 

Το Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη, εμπρός από το κτίριο της Βουλής των Ελλήνων στην Αθήνα.

 

Αποκαλυπτήρια

 

Στις 25 Μαρτίου 1932, επέτειο της Εθνικής μας εορτής, έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα και με μεγάλη επισημότητα. Στην εκδήλωση παρέστησαν η Ιερά Σύνοδος, ο αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, καθώς και εκπρόσωποι πολλών ξένων κρατών (Ρουμανία, Πολωνία, Τουρκία, Γαλλία, Ιταλία, Γιουγκοσλαβία, Αίγυπτος και Αμερική), οι οποίοι κατέθεσαν στεφάνια και απέδωσαν τιμές στο νεοαναγερθέν μνημείο. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης, στην οποία η συρροή του κόσμου υπήρξε πυκνότατη, πραγματοποιήθηκε παρέλαση της φρουράς, των προσκόπων και των σχολείων. Αργότερα εκτελέστηκε και στρατιωτική λαμπαδηφορία με συμμετοχή 3.000 ανδρών της φρουράς Αθηνών [17].

 

Η Φύλαξη και η Κατάσταση Σήμερα

 

Αμέσως μετά την αποπεράτωση της κατασκευής του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη το 1932, λόχος της «Φρουράς του Προέδρου της Δημοκρατίας» ανέλαβε την τιμητική φρούρηση του μνημείου. Ο λόχος μετονομάστηκε σε «Φρουρό του μνημείου του Αγνώστου Στρατιώτη», όνομα το οποίο διατήρησε έως την μεταπολίτευση του 1935.

Μετά την επάνοδο του Βασιλιά Γεωργίου Β’ το 1935, ο Ευζωνικός λόχος μετονομάστηκε οε «Βασιλική Φρουρά». Η ονομασία αυτή παρέμεινε σχεδόν μέχρι το τέλος της επτάχρονης δικτατορίας του 1967. Μετά τη μεταπολίτευση του 1974 επικράτησε επίσημα το όνομα «Προεδρική Φρουρά» [18].

Προ του μνημείου καίει ακοίμητο καντήλι, το φως του οποίου μεταφέρθηκε από την Αγία Λαύρα κατά την ημέρα των αποκαλυπτηρίων του.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Τρουπάκης Ν., Στρατιώτης, σελ.130.

[2] http://en.wikipedia.org/wik/tomb_of_the_uknown_soldier.htm.

[3] Σφυροέρας Β., Άγνωστου. σελ. 76.

[4] Εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΑΣ», 3 Μαρτίου του 1926, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[5] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. φύλλο 51, 28 Φεβρουαρίου 1926. αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[6] Στεφανής Α. και Κολώνης Δ., Το Μνημείο, σελ. 5.

[7] Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, φύλλο 112 Α, 30 Ιουνίου 1928, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[8] Εφημερίδα «ΕΣΠΕΡΑΣ» 3 Μαρτίου του 1926, ό.π.

[9] Εφημερίδα «Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 25 Οκτωβρίου 1998, άρθρο Ματθιόπουλου, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[10] Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ», 15η Μαρτίου 1930, άρθρο – συνέντευξη αρχιτέκτονα Λαζαρίδη, αρχείο βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[11] Στειρανής Α. και Κολώνης Δ.. Το Μνημείο, σελ. 20.

[12] Δημακόπουλος Γ., Ρωκ, σελ. 335-336 και Χρήστου X., Φωκίων, σελ. 129.

[13] Χρήστου X. Φωκίων, σελ. 130 και Χρήστου X. και Κουμβακάκη Αναστασιάδη Μ., Γλυπτική, σελ.57.

[14] Δημακόπουλος Γ., Ρωκ, σελ. 336.

[15] Σφυροέρας Β. Αγνώστου, σελ. 76.

[16] Στεφανής Α. και Κολώνης Δ., Το Μνημείο, σελ. 38-40.

[17] Εφημερίδα «ΕΘΝΟΣ». 25 Μαρτίου 1932, «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» και «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 26 Μαρτίου 1932, αρχείο Βιβλιοθήκης Βουλής των Ελλήνων.

[18] Λυμπερόπουλος Β., Εύζωνοι.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Τρουπάκης Ν., Στρατιώτης: Τρουπάκης Ν., λήμμα «Άγνωστος Στρατιώτης», Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Διευθ.Έκδοσης Σώκος Γ.Ι., Αθήνα, Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, 1928, [σσ] 129-130.
  • Σφυροέρας Β., Άγνωστου: Σφυροέρας Β., λήμμα «Άγνωστου Στρατιώτη μνημείο», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς – Μπριτάννικα, Διευθ.Έκδοσης Κουβακας Θ., Πουρναρά Ε. και Φειδας Β., Αθήνα, Πάπυρος, 1981, [σσ] 75-76.
  • Σφυροέρας Β., Βαλκανικοί: Σφυροέρας Β., λήμμα «Άγνωστου Στρατιώτη μνημείο», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος.
  • Δημακόπουλος Γ., Ρωκ: Δημακόπουλος Γ., λήμμα «Ρωκ», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, Διευθ.Έκδοσης Πουρναρά Ε. και Μπουγάς Ν., Αθήνα, Πάπυρος, 1992, [σσ] 335-336.
  • Χρήστου Χ. και Κουμβακάκη – Αναστασιάδη Μ., Γλυπτική: Χρήστου Χ. και Κουμβακάκη – Αναστασιάδη Μ., Η Νεοελληνική γλυπτική 1800-1940, Αθήνα, Έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, 1982.
  • Χρήστου Χ., Φωκίων: Χρήστου Χ., λήμμα «Ρωκ Φωκίων», Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Διευθ.Έκδοσης Χριστόπουλος Γ.Α. και Μπαστιάς Ι.Κ., Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1991, [σσ] 129-130.
  • Λυμπερόπουλος Β., Εύζωνοι: Λυμπερόπουλος Β., Εύζωνοι: Οι Πολεμιστές του Θρύλου και της Ιστορίας, Αθήνα, 1996.

 

Πηγή


  • «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη», Γενικό Επιτελείο Στρατού 7° Ε.Γ./5. Επίβλεψη: Ανχης (ΠΒ) Βασίλειος Παπαθανασίου – Ανχης (ΠΒ) Γεώργιος Γιαννόπουλος. Συγγραφική ομάδα: Στρ (ΠΒ) Θωμάς Τσέλιος – Στρ (ΠΒ) Ιωάννης Μακρυπούλιας.

Read Full Post »

Τα ίχνη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο – © Χρήστος Πιτερός


 

Στις 6 Ιανουαρίου 1828 ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας, σύμφωνα με την απόφαση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (1827), συνοδευόμενος από τα πλοία των Τριών Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) επιβαίνων στο αγγλικό warspite κατέπλευσε στο Ναύπλιο. Την 7η Ιανουαρίου τα τρία συνοδεύοντα πλοία τον Κυβερνήτη ύψωσαν την Ελληνική σημαία και την εχαιρέτησαν με κανονιοβολισμούς, ως  έμπρακτη αναγνώριση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ενώ κανονιοβολισμούς ανταπέδωσαν τα φρούρια του Ναυπλίου, με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές των κατοίκων της πόλης, που είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι.

Την επομένη 8 Ιανουαρίου, ο Κυβερνήτης αποβιβάσθηκε στο Ναύπλιο1, όπου ο λαός τον υποδέχθηκε με επευφημίες ως σωτήρα και λυτρωτή, και προπορευομένου του Αρχιερέως και του κλήρου, κατευθύνθηκε στη μητρόπολη του Αγίου Γεωργίου όπου εψάλη δοξολογία.

Στη συνέχεια οδηγήθηκε στην πολυτελή οικία του Εμμ. Ξένου, όπου κατέλυσε, η οποία βρισκόταν στο Μεγάλο δρόμο (Βασιλέως Κωνσταντίνου) όπου δέχθηκε τις αρχές της πόλης και την 10η Ιανουαρίου 1828 ανεχώρησε για τον Πόρο και την Αίγινα.

Με την άφιξή του στο Ναύπλιο ο Ι. Καποδίστριας άρχισε με ενέργειές του την άμεση ανασυγκρότηση της χώρας και έβαλε τάξη στην πόλη. Οι  φιλονικούντες φρούραρχοι του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας Θ. Γρίβας και Φωτομάρας του παρέδωσαν τα κλειδιά των φρουρίων, όρισε  φρούραρχο του Ναυπλίου τον Βαυαρό συνταγματάρχη Κ. Έϋδεκ, και διόρισε πολιτάρχη τον συνταγματάρχη Πίζαν.

Με την αναχώρηση του Κυβερνήτη στις 10 Ιανουαρίου 1828 για την Αίγινα, στο Ναύπλιο παρέμεινε ο συμπατριώτης του μηχανικός και λοχαγός του γαλλικού στρατού Σταμ. Βούλγαρης. Με επιστολή του προς τους Δημογέροντες του Ναυπλίου ζήτησε να συνδράμουν τον Στ. Βούλγαρη με σκοπό να επιδιορθώσει την οικία του Εμμ. Ξένου, ως προσωρινή κατοικία του Κυβερνήτη, να επιθεωρήσει τις οχυρώσεις και να συντάξει γενική έκθεση. Από τις πρώτες φροντίδες του Καποδίστρια ήταν η πολεοδομική ανασυγκρότηση της χώρας2.

Ειδικότερα για την πόλη του Ναυπλίου, όπως γίνεται φανερό από την αναλυτική αναφορά του φρουράρχου Έϋδεκ3 στις 3-7-1829, λήφθηκαν  άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση πολλών προβλημάτων της πόλης με τους σωρούς των ερειπίων, που εγκυμονούσαν άμεσους κινδύνους για την  δημόσια υγεία και την επιβίωση των κατοίκων. Διανοίχθηκαν οι καταχωμένοι υπόνομοι για τον καθαρισμό της πόλης, επισκευάσθηκε το υδραγωγείο ύδρευσης της Άριας, καθαρίστηκαν και πλακοστρώθηκαν οι δρόμοι, κατεδαφίστηκαν τα παραπετάσματα (σαχνισιά) που έφραζαν τους δρόμους, και διανοίχθηκαν ευρύτεροι δρόμοι, απομακρύνθηκαν οι καλύβες από την πόλη, με αποτέλεσμα να αναπνεύσει η πόλη με τον καλύτερο αερισμό και τον  υγιεινό τρόπο διαβίωσης. Επισκευάσθηκαν οι οικίες, οι οχυρώσεις, ο στρατώνας του Πλατάνου (Αρχαιολογικό Μουσείο), ο στρατώνας στα Πέντε Αδέλφια, το φρουραρχείο, τα στρατιωτικά κτίρια της Ακροναυπλίας και διαμορφώθηκαν χώροι. Το φρούριο Παλαμήδι εκκαθαρίστηκε, επιδιορθώθηκε και κτίστηκαν νέα κτίρια, τακτοποιήθηκε και ενισχύθηκε ο εξοπλισμός.

Ο Στ. Βούλγαρης ανέλαβε το 1828 την εκπόνηση του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου. Απομάκρυνε τις καλύβες των προσφύγων από την πόλη, τις μετέφερε στην Πρόνοια, δημιούργησε ευρείς δρόμους και πλατείες, μεταξύ των οποίων και τον κεντρικό μεγαλύτερο δρόμο της πόλης, το γνωστό  Μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Παράλληλα ανέλαβε την εκπόνηση σχεδίου του πρώτου προσφυγικού συνοικισμού στην Πρόνοια4. (εικ. 1)

 

Εικόνα 1: E. Peytier, Γενική άποψη Πρόνοιας και Ναυπλίου.

 

Την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου του Στ. Βούλγαρη ανέλαβε στη συνέχεια ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος το 1829. Αντίγραφο του σχεδίου πόλης του Θ. Βαλλιάνου, σώθηκε στην Κέρκυρα. (εικ. 2), στο οποίο αργότερα έγιναν τροποποιήσεις.

 

Εικόνα 2: Σχέδιο πόλης Ναυπλίου Θ. Βαλλιάνου.

 

Σημαντικά κτίρια κατασκευάσθηκαν στο Ναύπλιο κατά την Καποδιστριακή περίοδο, όπου μετά την Δ΄Εθνοσυνέλευση τον Ιούλιο-αρχές Αυγούστου 1829 η πρωτεύουσα του κράτους μεταφέρθηκε από την Αίγινα στο Ναύπλιο5.

Η παρουσία του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, όπου έβαλε ανεξίτηλα την σφραγίδα του παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα. Παρά τις οικονομικές δυσχέρειες ανοικοδομήθηκαν μέσα σε τρία χρόνια πολλά δημόσια κτίρια ιδιαίτερα στην Αίγινα, το Ναύπλιο και το Άργος.

Στα βορειοανατολικά της πόλης στη δυτική πλευρά της Πλατείας Συντριβανίου, σημερινή Πλατεία Τριών Ναυάρχων, κτίσθηκε το 1829 το «Παλάτιον» η «Κυβερνείο» του Καποδίστρια6, σε οικόπεδο που είχε αγοράσει ο Πανούτσος Νοταράς, ένα μεγάλο τριώροφο επίμηκες νεοκλασικό κτίριο με μέγιστες διαστ. 30,40Χ27,80 μ. και κάλυψη 671 τ.μ. που άρχιζε από την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και έφθανε ως την Λεωφόρο Αμαλίας υπερκαλύπτοντας το ενδιάμεσο στενό, την οδό Γ. Δημητριάδη, με τη δημιουργία μεγάλης καμάρας, διαβατικού, στο ισόγειο (εικ. 3). Το βορειότερο τμήμα του κτιρίου διαστ. 11Χ12,80 μ. είναι μικρότερο από το νοτιότερο. Αρχιτέκτονας του κτιρίου ήταν, από την Νεάπολη της Ιταλίας, ο Πασκουάλε Ιππολίτι (Pascal Ippoliti).

 

Εικόνα 3: Κυβερνείο, Παλατάκι Ι. Καποδίστρια (1890) από ανατολικά.

 

Το Κυβερνείο, σχέδιο Α. Κοντόπουλου

 

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του (20) εικοστού αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886- 1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δεξιά το κτίριο του οπλοστασίου.

 

Το κτίριο αυτό ένα από τα παλαιότερα κτίρια του κλασικισμού στο Ναύπλιο, επίμηκες έντονα απλωμένο κατά την Σ. Καρούζου, με συμμετρικά ανοίγματα και τονισμένη την οριζόντια διάρθρωση, ανάλογη με το ενετικό κτίριο της Αρμερίας, σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο της Πλατείας Συντάγματος.

Εικόνα 4: P. von Hess, η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο 1835, λεπτομέρεια Κυβερνείου με αέτωμα.

Ωστόσο το κτίριο προβάλλεται ισόρροπα και τονίζεται ο κατακόρυφος άξονας του κτιρίου, στην ανατολική επιμήκη πλευρά, με την προβολή-προεξοχή του κεντρικού τμήματος, με την μεγάλη καμάρα στο ισόγειο, το μπαλκόνι με τη θύρα στον δεύτερο όροφο και την αρθρωτή ελαφρώς χαμηλότερη στέγη από την τετράρριχτη κύρια στέγη του κτιρίου. Προφανώς πρόκειται για δυτικότροπο χαρακτηριστικό, το οποίο δεν απαντάται σε κανένα νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου (εικ. 3). Η άποψη της Σ. Καρούζου ότι το κτίριο έφερε αρχικά αέτωμα, το οποίο θα αχρηστεύθηκε αργότερα, επειδή το κτίριο εικονίζεται με αέτωμα στο γνωστό πίνακα του P. Von Hess με την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο είναι εσφαλμένη7. (εικ. 4)

Όπως όμως σαφώς προκύπτει από την υδατογραφία του A. Marc8 (εικ. 5) γύρω στα 1833, λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του με τονισμένες τις οριζόντιες και κάθετες συμμετρικές αρθρώσεις, αλλά και από τις μεταγενέστερες φωτογραφίες του τέλους του 19ου αι. και των αρχών του 20ου αι. στο κεντρικό προβαλλόμενο τμήμα είχε ειδική, αρθρωτή, χαμηλή επικλινή τετράριχτη στέγη, αλλά δεν είχε αέτωμα (εικ. 3). Η αναπαράσταση του κτιρίου σε σχέδιο του W. Schaefer 1935, όταν το κτίριο είχε ήδη καταστραφεί και κατεδαφιστεί με αέτωμα ως διώροφο! και με παράθυρα, πόρτες και ορθογώνιους φεγγίτες στο ισόγειο είναι εσφαλμένη.

 

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια

 

Με απλή σύγκριση γίνεται φανερό ότι ο Schaefer αντιγράφει την έντονα κλασικιστική, ανακριβή όμως αναπαράσταση του κτιρίου μεαέτωμα του P. V. Hess, στον πίνακα (1835) της άφιξης του Όθωνα στο Ναύπλιο9. Επίσης στην αναπαράσταση του Κυβερνείου-Παλατάκι από τον Α. Κοντόπουλο, με πόρτες στα δυο άκρα του ισογείου, που δημοσιεύει η Σ. Καρούζου είναι εσφαλμένη. Το κτίριο αρχικά δεν είχε πόρτες στην ανατολική επιμήκη όψη  του ισογείου. Η κύρια είσοδος του κτιρίου προφανώς ήταν στον κεντρικό μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Στις αρχές του 20ου αιώνα,  όταν το κτίριο λειτουργούσε ως Νομαρχία, προφανώς για τις λειτουργικές ανάγκες του κτιρίου το νοτιότερο παράθυρο είχε διαμορφωθεί σε πόρτα, όπως σαφώς προκύπτει από φωτογραφία της εποχής και προφανώς αυτό αποτέλεσε την αφετηρία της εσφαλμένης αναπαράστασης από τον Κοντόπουλο.

Εικόνα 6: Πώρινος λίθος του Κυβερνείου με τη χρονολογία 1829, ανέγερσης του κτιρίου. (Δημόσια Βιβλιοθήκη ο Παλαμήδης)

Στο Παλατάκι-Κυβερνείο του Καποδίστρια στη συνέχεια έμεινε ο βασιλιάς Όθωνας, και το κτίριο ονομάστηκε Ανάκτορο, ενώ η πλατεία Συντριβανίου  ονομάσθηκε Πλατεία Ανακτόρων. Αρκετά χρόνια μετά την έξωση του Όθωνα το 1862, στο κτίριο εγκαταστάθηκε η Νομαρχία. Στις 16 Οκτωβρίου το 1929 το κτίριο καταστράφηκε από πυρκαγιά, δεν ανοικοδομήθηκε και κατεδαφίστηκε. Το 1933 κηρύχθηκε το οικόπεδο ως διατηρητέο και  διαμορφώθηκε ως πάρκο, όπου αυθαίρετα τοποθετήθηκε στη δεκαετία του 1990 το άγαλμα του Όθωνα (εικ. 23). Είναι αξιοσημείωτο ότι από το  κτίριο διατηρείται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη «Παλαμήδης» ο πώρινος ορθογώνιος λίθος διαστ. 52Χ23Χ23 εκ. με τη χρονολογία 1829, έτος ανέγερσής του. (εικ. 6)

Λίγο δυτικότερα 5 μ. από το Κυβερνείο στο Μεγάλο δρόμο (Βασ. Κωνσταντίνου) κτίσθηκε το 1831 ένα μεγάλο τριμερές μνημειακό νεοκλασικό κτίριο, χαρακτηριστικό δείγμα της πρώτης φάσης του νεοκλασικισμού, το οποίο είναι κυρίως διώροφο κτίριο και στον τρίτο όροφο προεξέχει μόνο το κεντρικό τμήμα του (εικ. 7). Πρόκειται για το κτίριο του παλιού Δημαρχείου Ναυπλίου, πρώην Δημοτική Πινακοθήκη, στη συνέχεια και νυν Γραμματεία του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Εικόνα 7: Νεοκλασικό κτίριο, Εθνικός Οίκος 1831.

 

Εικόνα 8: Είσοδος νεοκλασικού κτιρίου, Εθνικού Οίκου 1831.

Στη θέση αυτή σαφώς προκύπτει από τη μαρτυρία του Φωτάκου, βρισκόταν η οικία του Αλή Πασά του Ναυπλίου (Αλή μπέη του Άργους), αγοράσθηκε στη συνέχεια από τον Εμμ. Ξένο, όπου έμεινε αρχικά ο Κυβερνήτης «και επί τέλους αγοράσθη υπό του Δήμου Ναυπλιέων δια δημοτικόν κατάστημα»10.

Φέρει χαρακτηριστική πώρινη αψιδωτή νεοκλασική είσοδο με πεσσούς εκατέρωθεν και στο γείσο οδοντωτούς νεοκλασικούς γεισίποδες του αρχαίου  ελληνικού ιωνικού ρυθμού. Πάνω από το γείσο φέρει εντός πλαισίου ανάγλυφη παράσταση του αναγεννώμενου Φοίνικα και στο τύμπανο της  αετωματικής επίστεψης την επιγραφή «Εθνικός Οίκος 1831». Πρόκειται για μοναδικό σωζόμενο χαρακτηριστικό νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου11. (εικ. 8)

Ένα άλλο σημαντικό νεοκλασικό τριώροφο κτίριο στο Ναύπλιο είναι η γνωστή οικία Άρμασμπεργκ διαστ. 24,14Χ17,20 μ. ένα από τα μεγαλύτερα σπίτια της πόλης. Έλαβε το όνομα από τον ομώνυμο κόμη μέλος της Οθωνικής Αντιβασιλείας (εικ. 9). Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος έχουν κτισθεί  από πέτρα, το πιθανότερο, κατά την άποψή μας, κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία και όχι κατά την Β΄ Ενετοκρατία, όπως έχει υποστηριχθεί.

 

Εικόνα 9: Οικία Άρμανσμπεργκ.

 

Εικόνα 10: Οικία Άρμανσμπεργκ, λεπτομέρεια με παράσταση Φοίνικα.

Ο τρίτος όροφος με εμφανή τον νεοκλασικό ρυθμό κτίσθηκε επί Καποδίστρια, με τους χαρακτηριστικούς πεσσούς και τους αναγεννώμενους φτερωτούς φοίνικες στις γωνίες κάτω από την στέγη12 (εικ. 10).

Η μοναδική χαρακτηριστική αψιδωτή πόρτα13 με πεσσούς, στο Ναύπλιο, που θυμίζει σκηνικό εισόδου θεάτρου, με βάση το ίδιο ανοιχτόχρωμο πώρινο υλικό, και την ανάλογη κατασκευή με την πόρτα του «Εθνικού Οίκου 1831» (εικ. 8) και τον εμφανή δευτερογενή τρόπο μονταρίσματος της πόρτας  στο κτίριο, γίνεται φανερό κατά την άποψή μας, ότι η πόρτα αυτή έχει κατασκευασθεί την εποχή του Καποδίστρια (εικ. 11).

 

Εικόνα 11: Πόρτα οικίας Άρμανσμπεργκ. Φωτογραφία Γιώργος Αντωνίου.

 

Εικόνα 12:Σχέδιο πόρτας οικίας Άρμανσμπεργκ.

Το αρχικό κατώφλι της πόρτας και του δρόμου, βρίσκεται 50 εκ. βαθύτερα, όπως προκύπτει από το σχέδιο14(εικ. 12), διότι το επίπεδο των δρόμων σήμερα έχει ανέλθει. Στην απέναντι, νότια πλευρά της οδού Πλαπούτα, βρισκόταν η ανάλογης κατασκευής, μη σωζόμενη τριώροφη οικία Μάουρερ, ο τρίτος όροφος της οποίας κατασκευάστηκε την εποχή του Καποδίστρια και στις γωνίες έφερε τους αναγεννώμενους Φοίνικες, όπως στην οικία Άρμανσμπεργκ .

Στην λεωφόρο Αμαλίας και Εμ. Σωφρόνη, όπου σήμερα βρίσκεται η παλιά τριώροφη νεοκλασική οικία, πρώην κληρονόμων Π. Καζακόπουλου και σήμερα πολεμικό Μουσείο (εικ. 13). σε παλιότερο μη σωζόμενο διώροφο κτίριο ιδρύθηκε το 1825, το «Κεντρικόν Πολεμικό Σχολείον των Ευελπίδων»15, (η σημερινή Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων), το οποίο λειτούργησε από την 12η Ιανουαρίου 1829.

 

Εικόνα 13: Πολεμικό Μουσείο.

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης και σπουδαίος γιατρός της χειρουργικής έλαβε ιδιαίτερα μέτρα στο Ναύπλιο για την υγεία των κατοίκων, με  την αναδιοργάνωση του Εθνικού Νοσοκομείου το 1828 για τους πολίτες, το οποίο λειτουργούσε από το 1823, που βρισκόταν στα δυτικά της πόλης, στην σημερινή Πλατεία Νοσοκομείου, του Ψαρομαχαλά16.

Η νεοκλασική πόρτα του Νοσοκομείου17 (εικ. 14) ήταν ανάλογη με την πόρτα του νεοκλασικού κτιρίου του Εθνικού Οίκου, στην οδό Βασιλέως  Κωνσταντίνου (εικ. 8), και έφερε εντοιχισμένη μαρμάρινη επιγραφή διαστ. 74Χ74Χ5 εκ., η οποία βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. (εικ. 15)

 

Εικόνα 14: Πόρτα Εθνικού Νοσοκομείου Ναυπλίου.

 

Εικόνα 15: Επιγραφή Εθνικού Νοσοκομείου

 

Η επιγραφή18 στο κεντρικό χώρο φέρει σε ανάγλυφο τόντο διαμέτρου 30 εκ. τον αναγεννώμενο Φοίνικα από την τέφρα του (εικ. 15) και σε κυκλική διάταξη περιμετρικά, με κεφαλαία γράμματα, με ύψος γραμμάτων 4 εκ., τις ακόλουθες τρεις επιγραφές:

  1. Ελληνική Πολιτεία αωκα (1823)
    2. Α΄ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου 1823
    3. Ζήτω ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Ι. Α. Καποδίστριας 1828.

Εικόνα 16: Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου 1938.

Περιμετρικά στις τέσσερες γωνίες της επιγραφής εικονίζονται τέσσερα ανάγλυφα χερουβείμ. Η επιγραφή του Νοσοκομείου με τον αναγεννώμενο  Φοίνικα και ο ανάγλυφος Φοίνικας με την επιγραφή της νεοκλασικής πόρτας στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου αποτελούν τα δυο σωζόμενα ενεπίγραφα  μνημεία της εποχής του Πρώτου Κυβερνήτη στο Ναύπλιο. Το κτίριο ερειπωμένο, (εικ. 16) κατεδαφίστηκε το πιθανότερο στο τέλος της δεκαετίας του  1940. Από το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου σώζεται σήμερα η μικρή εκκλησία που είναι αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους, τον άγιο  Χαράλαμπο και την Αγία Βαρβάρα. (εικ. 17)

Εικόνα 17: Άγιοι Απόστολοι, άγιος Χαράλαμπος, αγία Βαρβάρα (Εθνικό Νοσοκομείο).

Εκτός όμως από το Εθνικό Νοσοκομείο, ο Καποδίστριας ίδρυσε και το Στρατιωτικό Νοσοκομείο19 στην Ακροναυπλία, το οποίο δεν σώζεται, δίπλα στη σωζόμενη εκκλησία των θεραπευτών αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού.

Στο Ναύπλιο λειτούργησε επίσης ορφανοτροφείο καθώς και το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο στο Τζαμί (Τριανόν) της Πλατείας Συντάγματος20.

Ο Κυβερνήτης έλαβε μέτρα για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και έλαβε ιδιαίτερα μέτρα για την ανάπτυξη της γεωργίας και ίδρυσε στην Τίρυνθα, Γεωργική Σχολή21, σημερινό σωζόμενο νεοκλασικό κτίριο, Διοικητήριο Αγροτικών Φυλακών (εικ. 18). Είναι γνωστή ανά το πανελλήνιο η εισαγωγή και η πρωτοπόρος προσπάθεια καλλιέργειας της πατάτας από τον Ι. Καποδίστρια, η οποία ωριμάζει σε τρεις μήνες, ενώ για το σιτάρι απαιτείται ένας χρόνος.

 

Εικόνα 18: Γεωργική Σχολή Τίρυνθας. (E. REY-A. Chenarard 1843-1844).

 

Ο Κυβερνήτης εκτός από την ακατάπαυστη εργασία συχνά έκανε τον περίπατό του ως την εξοχική του κατοικία, ένα μικρό σπίτι στους πρόποδες του Παλαμηδίου, στην σημερινή εκκλησία του Αγιάννη κοντά στην Πρόνοια, πρώην τεκές στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου δεχόταν και ακροάσεις των κατοίκων, το οποίο όμως δεν σώζεται αλλά εικονίζεται σε υδατογραφία του Th. Du. Moncel22 (εικ. 19).

 

Εικόνα 19: Έπαυλη Ι. Καποδίστρια (Th. Du Moncel 1845).

 

Ο Νεοκλασικισμός που εγκαινίασε ο Ι. Καποδίστριας στα πλαίσια του εξευρωπαϊσμού της πόλης του Ναυπλίου επικράτησε πλήρως στη συνέχεια κατά  την μακρόχρονη Οθωνική περίοδο.

Αλλά τα οξυμμένα εσωτερικά προβλήματα και οι έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις υποκινούμενες και από εξωτερικούς παράγοντες διέκοψαν βίαια τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Το πρωινό της αποφράδας Κυριακής της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, με το παλιό ημερολόγιο, στις 6.30 π.μ. ο Ι. Καποδίστριας βγήκε από το Κυβερνείο για να εκκλησιασθεί στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπως συνήθιζε, προστάτη άγιο πατρίδας του της Κέρκυρας, συνοδευόμενος από δυο φρουρούς τον Γ. Κοζώνη και Δ. Λεωνίδα. Προχώρησε στην οδό Β. Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και στη συνέχεια  ακολούθησε νότια, την οδό Αγγ. Τερζάκη. Στη συμβολή με την οδό Δ. Πλαπούτα συναντήθηκε απρόβλεπτα, μέσα στο μουχρωμένο πρωϊνό, με τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, οι οποίοι ήταν υπό επιτήρηση, με τους οποίους αντάλλαξε αμίλητος χαιρετισμό βγάζοντας το καπέλο του.

Οι Μαυρομιχαλαίοι έφυγαν γρήγορα νότια, στο στενό σοκάκι με την πέτρινη σκάλα, πέρασαν τη μικρή πλατεία μπροστά από την εκκλησία και του έστησαν ενέδρα στην είσοδο της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα. (εικ. 20)

 

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

 

Ο Κυβερνήτης ακολούθησε τον κανονικό δρόμο, συνέχισε την πορεία του στην αρχή της οδού Σταϊκοπούλου, έστριψε αριστερά και ανηφόρισε για  την εκκλησία. Μόλις έφθασε στη νότια πλευρά του ιερού της εκκλησίας, την αρχή της σημερινής οδού Ι. Καποδίστρια και σταμάτησε για λίγο να  ξεκουραστεί, αντίκρισε έξω από την πόρτα της εκκλησίας τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, κοντοστάθηκε για λίγο, κοίταξε ανατολικά προς την οικία του  Υπουργού Ροδίου, και συνέχισε την πορεία του προς την εκκλησία και τον τόπο του μαρτυρίου. Μόλις πάτησε το κατώφλι μπαίνοντας στην εκκλησία,  ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης τον πυροβόλησε εξ΄ επαφής στην πίσω δεξιά πλευρά της κεφαλής, ενώ ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης που στεκόταν  εσωτερικά της πόρτας τον χτύπησε με μικρό μαχαίρι στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς και ο Κυβερνήτης έπεσε νεκρός, στα χέρια των φρουρών του (εικ.  21).

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, έργο του Διονυσίου Τσόκου, 1850.

 

Η πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα. Δεξιά η λαβωματιά της σφαίρας από τον πυροβολισμό του φρουρού Ι. Καραγιάννη.

Ο Γ. Κοζώνης πυροβόλησε και τραυμάτισε θανάσιμα τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, που προσπάθησε να διαφύγει από το απέναντι της εκκλησίας ανηφορικό στενό, την οδό Πλάτωνος, ενώ ο Ι. Καραγιάννης, ένας εκ των δυο φρουρών των Μαυρομιχαλαίων πυροβόλησε κατά των φρουρών του Καποδίστρια αλλά αστόχησε και η σφαίρα χτύπησε στη δεξιά πλευρά της πόρτας της εκκλησίας, όπου σώζεται στον τοίχο η λαβωματιά της σφαίρας (εικ. 22). Ο Κ. Μαυρομιχάλης συνελήφθη, μέσα στο πρωϊνό, λιντζαρίσθηκε από τους κατοίκους και τους στρατιώτες, που τον χτυπούσαν με ξύλα και σπαθιά, σύρθηκε στα καλντερίμια της πόλης ως την πλατεία του Πλάτανου (Πλατεία Συντάγματος) και το απόγευμα ξεψύχησε μπροστά από το Στρατώνα (Αρχαιολογικό Μουσείο) και το σώμα του ρίχθηκε στη θάλασσα.

Ο Γ. Μαυρομιχάλης διέφυγε δυτικά, από την οδό Καποδιστρίου, ζήτησε καταφύγιο στη Γαλλική Πρεσβεία, συνελήφθη, δικάσθηκε εις θάνατον και εκτελέσθηκε στις 10 Οκτωβρίου, στην Πλατεία, ανατολικά των τειχών της πόλης του Ναυπλίου.

Η σορός του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε με ευλάβεια από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα με τη συνοδεία πλήθους κόσμου στο Κυβερνείο. Μετά τη νεκροψία από τέσσερις ιατρούς, Σ. Καρβελά, Δ. Τράϊμπερ, Α. Παπαδόπουλο Βρετό και Ν. Μαράτο, το σώμα του Καποδίστρια ταριχεύθηκε από τον φαρμακοποιό Βονιφάτιο Βοναφίν και τοποθετήθηκε στην αίθουσα υποδοχής του Κυβερνείου, όπου συνέρρεαν τα πλήθη να προσκυνήσουν. Τα σπλάχνα του Καποδίστρια του αφαιρέθηκαν από το σώμα κατά την ταρίχευση, τοποθετήθηκαν σε πολυτελή θήκη και τάφηκαν στο Άγιο Βήμα του Αγίου Σπυρίδωνα23.

Η επικρατούσα άποψη ότι η ταρίχευση του Ι. Καποδίστρια έγινε στο φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν, που βρισκόταν στο σωζόμενο ισόγειο του διώροφου νεοκλασικού κτιρίου στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο), δίπλα στο σημερινό δημαρχείο, όπου έχει τοποθετηθεί και σχετική  επιγραφή, προφανώς είναι εσφαλμένη.

Η κηδεία του Κυβερνήτη έγινε στις 18 Οκτωβρίου 1831. Στη συνέχεια το λείψανο του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε στις 29 Μαρτίου 1832 από τον αδελφό του Αυγουστίνο Καποδίστρια και τάφηκε στην Κέρκυρα, στον Άγιο Σπυρίδωνα. [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Ιωάννης Καποδίστριας τάφηκε στην Ιερά Μονή Πλατυτέρας Κερκύρας. Εκεί υπάρχουν οι τάφοι του Αντωνίου-Μαρία Καποδίστρια (πατέρα του Κυβερνήτη), του Αυγουστίνου Καποδίστρια (αδελφού του Κυβερνήτη) και του ιδίου του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Επίσης στη Μονή υπάρχουν οι τάφοι του ήρωα της Ελληνικής Επαναστάσεως Φώτου Τζαβέλλα, του Ανδρέα Μουστοξύδη, άλλων επωνύμων προσώπων του 19ου αι., των περισσοτέρων Μητροπολιτών Κερκύρας μετά την ανασύσταση του επισκοπικού θρόνου, και των περισσοτέρων αδελφών της Μονής].

Με την επέτειο της εκατονταετίας της απελευθέρωσης της χώρας ο δραστήριος δήμαρχος της πόλης Κ. Κόκκινος και το Δημοτικό Συμβούλιο στις 9/12/1929 με ψήφισμα ζήτησαν να ανεγερθεί ανδριάντας του Ι. Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Η πρόταση έγινε δεκτή από την κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου, ορίσθηκε καλλιτεχνική επιτροπή στην οποία συμμετείχαν ο ζωγράφος Κ. Παρθένης και ο αρχιτέκτων Δ. Πικιώνης και η ανάθεση έγινε στο σπουδαίο  γλύπτη Μ. Τόμπρο. Το άγαλμα τοποθετήθηκε το 1933 στην ομώνυμη πλατεία που ανάπλασε ο Δ. Πικιώνης (εικ. 23). Στον ανδριάντα, στημένο απέναντι από το Κυβερνείο στον άξονα της λεωφόρου Αμαλίας, με σταθερό βηματισμό εξαίρεται η έκφραση του προσώπου και προβάλλεται με  απλότητα ο ευγενής διπλωμάτης Ι. Α. Καποδίστριας, θεμελιωτής του Νεοελληνικού Κράτους. Είναι αξιοσημείωτος ο συμβολισμός του αγάλματος, εμπνευσμένος από την αρχαία ελληνική παράδοση. Στη δεξιά πλευρά, κάτω από το προβαλλόμενο δεξιό χέρι, εικονίζεται το κατώτερο αποκομμένο τμήμα κορμού βελανιδιάς, δρυός, ιερό δένδρο του Δία, σύμβολο ρώμης και δύναμης του αρχαίου Ελληνικού Κόσμου. Από τις ρίζες του δένδρου  έχουν βλαστήσει νέα κλαδιά, τα οποία συμβολίζουν το αναγεννημένο νεοελληνικό κράτος24.

 

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (έργο Μιχάλη Τόμπρου, 1932). Από τον ιστοχώρο «Οδός Ελλήνων».

 

Εικόνα 24: Η χουρμαδιά τ΄ Αναπλιού.

Η πολυσήμαντη ιστορική προσωπικότητα του Ι. Α. Καποδίστρια, του Μπαρμπαγιάννη, μυθοποιήθηκε μέσα στο χρόνο. Σύμφωνα με την παράδοση, η γνωστή χουρμαδιά, το παλιότερο δέντρο στο δυτικό άκρο της πόλης, δίπλα στο ξενοδοχείο Αμφιτρύων, στη βίλλα του ποιητή Θ. Κωστούρου, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τη διατήρησή του, το φύτεψε ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας (εικ. 24). Το υπεραιωνόβιο δέντρο είχε φυτρώσει στο χώρο αυτό στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και είχε την ίδια ηλικία με το Ανεξάρτητο Νεοελληνικό Κράτος. Τη νύχτα της 13ης Δεκεμβρίου 2008, μετά από νυχτερινή θύελλα, έσπασε ο κορμός του δέντρου στο ανώτερο τμήμα του25 όπου έφερε βαθιά λαβωματιά. Το μεγαλύτερο τμήμα του κορμού διατηρείται στη θέση του.

Ο Δήμος Ναυπλίου, προς τιμήν του Ι. Α. Καποδίστρια ίδρυσε το «Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας» ενώ πρόσφατα το 2007 στην Κέρκυρα ιδρύθηκε το «Δίκτυο πόλεων Ιωάννης Καποδίστριας»26, στο οποίο συμμετέχουν οι πόλεις, Κέρκυρα, Αμμόχωστος, Ναύπλιο, Αίγινα, Coper Capodistria (Σλοβενία).

 

Υποσημειώσεις


 

  1. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, 1976, 276-278.
    2. Λαμπρυνίδης ο.π. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην Ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής, περ. Αρχαιολογία, τευχ. 43, 1992, 62-67.
    3. Λαμπρυνίδης ο.π. 284-287.
    4. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Β. Δωροβίνης, Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-1833). Πρακτ. Διεθν. Συμποσίου Ιστορίας, Νεοελληνική Πόλη, της Εταιρείας Μελέτη Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1985, 287-296. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, Πρόνοια ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, έκδοση της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, «Απόπειρα».
    5. Λαμπρυνίδης ο.π. 280.
    6. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής. Κατασκευές στο Ναύπλιο. Η κατοικία του Καποδίστρια και το «Παλάτιον», ή «Κυβερνείον». Περ. Αρχαιολογία, τευχ. 44, 1992, 76-83.
    7. Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιον 1979, 71. Β. Δωροβίνης, ο.π. 77.
    8. Α. Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών 2007, 199, εικ. 161.
    9. Κούρια ο.π. 191 εικ. 153.
    10. Φώτιος, Χρυσανθακόπουλος, (Φωτάκος), «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» Τ. Α., 1955, 325.
    11. Καρούζου ο.π. εικ. 137-138. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 148, εικ. 3.
    12. Γ. Τσιρώνης, Το επονομαζόμενο «κτίριο Άρμανσμπεργκ», στο Ναύπλιο. Αρχιτεκτονική πρόταση για την αποκατάστασή του. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 307-320.
    13. Καρούζου ο.π. εικ. 108, 109.
    14. Χ. Πιτερός, Προσθήκη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 321-322, εικ. 1.
    15. Λαμπρυνίδης ο.π. 286-287. Χ. Φωτόπουλος, Το αποκαλούμενο «κτίριο της στρατιωτικής σχολής Ευελπίδων» στο Ναύπλιο και η ιστορία του (1828-2005), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 17-49.
    16. Ν. Φ. Τόμπρος, Οι υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου κυβερνητικές πολιτικές (1821-1832), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 51-62.
    17. Καρούζου ο.π. εικ. 67.
    18. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 147, εικ. 1, 2.
    19. Λαμπρυνίδης ο.π. 285, Τόμπρος ο.π.
    20. Λαμπρυνίδης ο.π. 129.
    21. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Κούρια ο.π. 127, εικ. 87, 88.Σπ. Λουκάτος, Πρότυπο αγροκήπιο και σχολείο Τίρυνθας στα Καποδιστριακά χρόνια, Πρακτ. Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήνα 1989, 65-83.Χρ. Μπαλόγλου, Η Συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθας στην οικονομική Ανάπτυξη του Άργους, Το Άργος κατά τον 19ο αι., Πρακτ. Α΄ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, Άργος 2009, 177-194.
    22. Κούρια ο.π. 114, εικ. 79.
    23. Λαμπρυνίδης ο.π. 290-295. Χ. Πιτερός, Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 115-121.
    24. Κ. Δανούσης, Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, πρόδρομη ανακοίνωση. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 123-144.
    25. Χ. Πιτερός, Η χουρμαδιά τα΄ Αναπλιού, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 191- 198.
    26. Β. Α. Χαραμής, Δίκτυο πόλεων «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 111-113.

 

Χρήστος Πιτερός,

Αρχαιολόγος, Δ. ΕΚΠΑ Ναυπλίου

Δ ι η μ ε ρ ί δ α: Διεθνείς Σχέσεις, Ιστορία και Εξωτερική Πολιτική της Ελλάδος, στην εποχή του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδίστρια, Ναύπλιο, 25 και 26 Ιουνίου 2010.

 

Read Full Post »

Τιμητική εκδήλωση για τον Μάνο Γ. Μπίρη – Βιβλιοπωλείο Εκδοτικού Οίκου «Μέλισσα»


 

Ο Εκδοτικός Οίκος «Μέλισσα» διοργανώνει εκδήλωση προς τιμήν του αρχιτέκτονα Μάνου Μπίρη, ομότιμου καθηγητή ΕΜΠ, τη Δευτέρα 8 Μαΐου 2017, 7:30 μ.μ. στο βιβλιοπωλείο του Εκδοτικού Οίκου.

Οι εισηγητές της εκδήλωσης θα μας παρουσιάσουν την προσωπικότητα και το έργο του, αναφερόμενοι σε ζητήματα και πτυχές, που ο καθένας τους γνωρίζει λόγω της σχέσης του με τον τιμώμενο.

Νεοκλασική Αγορά Άργους

Στην εκδήλωση, μεταξύ άλλων θα γίνουν εκτενείς αναφορές για το θέμα του σπιτιού του Μακρυγιάννη στο Άργος, όπως και για τον αρχιτέκτονα Π. Καραθανασόπουλο, δημιουργό  της Νεοκλασικής Αγοράς Άργους και της διαμόρφωσης του κτιρίου του Δημαρχείου με την προσθήκη της πρώην Εμπορικής Σχολής, καθώς και του Ιερού Ναού Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι Άργους.

 

Ε  ι  σ  η  γ  η  τ  έ  ς

Βασίλης Δωροβίνης, νομικός.
Νίκος Καλογεράς, αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ.

Βασίλης Κολώνας, αρχιτέκτονας, καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας.
Μανόλης Κορρές, αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ.
Γιώργος Σαρηγιάννης,
αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ.

Συντονισμός εκδήλωσης  

 Δημήτρης Φιλιππίδης, αρχιτέκτονας, ομότιμος καθηγητής ΕΜΠ.

 

Ο Μάνος Μπίρης αποφοίτησε το 1967 από τη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ και είναι διδάκτωρ του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Μονάχου. Σήμερα είναι τακτικός καθηγητής της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής στο ΕΜΠ και υπεύθυνος προγράμματος του μεταπτυχιακού τμήματος Αναστηλώσεων Μνημείων. Η ερευνητική και η συγγραφική του δραστηριότητα αφορά κυρίως το χώρο της νεότερης αστικής αρχιτεκτονικής, και ιδιαίτερα τον αθηναϊκό κλασικισμό. Έχει συνεισφέρει στην κατανόηση και την προστασία της αρχιτεκτονικής μας κληρονομιάς, τόσο με τα δημοσιεύματά του (βιβλία, περιοδικά, ημερήσιος τύπος), όσο και με την ενεργό συμμετοχή του σε αρμόδιες επιτροπές.

Εκδοτικός Οίκος ΜΕΛΙΣΣΑ, Σκουφά 58 & Σίνα, Αθήνα, τηλ. 210 3611692

Read Full Post »

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος, Th. Ender.


 

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος, Th. Ender.

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος, Th. Ender.


 

Τo λιμάνι του Ναυπλίου με το Παλαμήδι στο βάθος. Έγχρωμη λιθογραφία του F. Kollard τυπωμένη στη Βιέννη. Ο πίνακας φιλοτεχνημένος κατά την εποχή της Αντιβασιλείας (Φεβρ. 1833 – Μάιος 1835), είναι έργο του ζωγράφου Th. Ender.

Read Full Post »

Οι ξύλινες πόλεις στο Stato Mar: Μεσαιωνική οικοδόμηση στο Ναύπλιο


 

Μια διαθήκη από το Ναύπλιο δεν είναι τόσο σημαντική αν συγκριθεί με τις 790 διαθήκες απ’ τη βενετσιάνικη Κρήτη, που δημοσίευσε το 1998 η Sally McKee. Αλλά είναι το μόνο έγγραφο διαθήκης από 150 χρόνια βενετσιάνικης κυριαρχίας στο Ναύπλιο, η διαθήκη δηλαδή του Giovanni Cavaza το 1405 και σε συνδυασμό με άλλα έγγραφα μας προσφέρει σημαντική πληροφόρηση για το μεσαιωνικό Ναύπλιο και, κατ’ επέκταση, για άλλες βενετσιάνικες πόλεις στην Ελλάδα.

Ο Giovanni Cavaza υπήρξε castellan στο Ναύπλιο τουλάχιστον μεταξύ 1400 και 1405, η δεύτερη υψηλότερη θέση στην πόλη. Ήταν Βενετσιάνος έμπορος, κάτοικος Ναυπλίου και είχε διοριστεί στη θέση του castellan όπου συνήθως διοριζόταν κάποιος σταλμένος από τη Βενετία. Ο castellan του Ναυπλίου είχε προϋπολογισμό περίπου 500 δουκάτα το χρόνο. Ήταν υπεύθυνος για την άμυνα της πόλης, είχε αστυνομικά καθήκοντα για την ασφάλεια του κάστρου, την λειτουργία της φυλακής και τις εκτελέσεις. Υποχρέωνε «τους ξένους» και τους ναυτικούς να κοιμούνται έξω από την πόλη τη νύχτα, κανόνιζε τις απαγορεύσεις κυκλοφορίας, τις ταβέρνες και τις αγορές, έκλεινε μαγαζιά και εργαστήρια τις αργίες, επέτρεπε να φέρουν όπλα στην πόλη, επέβλεπε τις συντεχνίες, τιμωρούσε παράνομες ρίψεις σκουπιδιών και εξέδιδε οδηγίες, που ανακοινώνοντο στην αγορά «in latino et greco». Εκτός από τα 500 δουκάτα, τα οποία απευθύνοντο στους μισθούς υπαλλήλων και έξοδα, ο castellan συνέλλεγε εισφορές από ταβερνιάρηδες, μαγαζάτορες και φυλακισμένους.

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Ο Cavaza αναφέρεται σε δύο σύντομα έγγραφα του 1400, όπου το Senato Mar παίρνει αποφάσεις για την επισκευή του σπιτιού που υπήρχε για τον castellan. Τα έγγραφα αυτά κάνουν οξείες παρατηρήσεις για την «ruritura» του σπιτιού και του κάστρου και για κάποιον, ο οποίος δεν είχε τόπο να στεγάσει την οικογένειά του. Ο podestá Albano Contarini (1399-1401), που είχε παίξει σημαντικό ρόλο (πετυχαίνοντας το Ναύπλιο για τη Βενετία και κατόπιν υπερασπιζόμενος το Άργος εναντίον της επίθεσης του Θεοδώρου του ΙΙ, Δεσπότη του Μορέα), είχε γράψει στο Senato Mar αρκετά γράμματα για σοβαρές επισκευές, που ήταν απαραίτητες, μέχρις ότου ο Cavaza έκανε μια πρόταση, που οδήγησε σε απόφαση. Ο Cavaza είχε προτείνει να καλύψει τα μισά έξοδα ανοικοδόμησης της επίσημης κατοικίας του. Από τη  λίστα των ξύλων, που αναφέρεται σε κάποιες από τις παρακάτω κατοικίες, δηλαδή του βαΐλου και του capetano στο Negroponte, όπου η βροχή έμπαινε μέσα απ’ τη στέγη, τα ξύλα είχαν σαπίσει κι έσταζε παντού, φαίνεται ότι η κατοικία του castellan χρειαζόταν ακόμα περισσότερες επισκευές.

Το Senato Mar παραθέτει έναν κατάλογο υλικών για την επισκευή του σπιτιού και του πύργου της Παναγίας, καθώς και 200 δουκάτα για τη διαχείριση, άλλα 200 για τη μεταφορά χώματος και για χειρωνακτικές εργασίες και έδωσε στον Cavaza εξαίρεση φόρου για την εισαγόμενη ξυλεία για το δικό του μισό. Επομένως, το σπίτι του castellan έπρεπε να χτιστεί με ένα τυποποιημένο σχέδιο και αποτελείτο κυρίως από ξύλο, τουλάχιστον πάνω από το ισόγειο, και όχι από πέτρα, όπως θα μπορούσαμε να περιμένουμε και όπως είναι τα ύστερα βενετσιάνικα σπίτια του Ναυπλίου του 17ου αιώνα. Μια περιγραφή για τη Μεθώνη στα τέλη του 15ου αιώνα δείχνει πώς θα μπορούσε να είναι το ξύλινο σπίτι του castellan στο Ναύπλιο: Δεν είδα ούτε σπίτια ούτε παλάτια άξια περιγραφής. Έχει πολλά σπίτια αναλόγως του μεγέθους του, κολλημένα το ένα στο άλλο… Τα περισσότερα απ’ τα σπίτια τους, μεγάλα ή μικρά, είναι χτισμένα από ξύλο.

Η αχυρένια σκεπή του Cavaza μας εκπλήσσει κάπως, αλλά όχι και τόσο, σε μια πόλη με οικονομικές δυσκολίες, χωρίς πηλό για τούβλα, καύσιμη ύλη ή ικανές μεταφορές.

Παρόλα αυτά η εικόνα των ξύλινων σπιτιών με αχυρένιες σκεπές αλλάζει ριζικά την εικονική παραδοχή της μεσαιωνικής Ελλάδας και θα έπρεπε να μας θυμίζει ότι το Stato Mar πρέπει να θεωρείται με βενετσιάνικους παρά με ελληνικούς όρους.

Τα χρόνια αμέσως μετά τούτο το έγγραφο, μεγάλες ποσότητες ξυλείας εστάλησαν στην Ελλάδα από τους Βενετσιάνους. Το 1402 ένα φορτίο ξυλείας εστάλη στην Κέρκυρα για επισκευές του κάστρου. Το 1404 1.000 πάσσαλοι εστάλησαν στο Άργος για μία κατασκευή στο κάστρο, που λεγόταν Garland (γιρλάντα).

Διάφορες πηγές μας αποδεικνύουν ότι όταν το Senato Mar έχτιζε στο Stato Mar τούτο ήταν σε αντίδραση για διάφορες κρίσεις. Τα υπόλοιπα άμεσα χρόνια το κάστρο του Ναυπλίου υπέστη μικροεπισκευές. Το 1404 στον  Podesta Οttαviano Bono, του επιτράπη να ξοδέψει 400 χρυσά δουκάτα για επισκευές στον πύργο της κυρίας πύλης του Castel dei Franchi, έναν τοίχο και τις δεξαμενές της πόλης. Προφανώς ξόδεψε μόνο 300 υπέρπυρα, διότι το 1406 ο podestá Franco Cocco έλαβε εντολή να ξοδέψει κι άλλα 700 για επισκευές στα τείχη και 150 υπέρπυρα στο παλάτι του, το οποίο ήταν ερειπωμένο. Το 1409 ο τοίχος στο Castel dei Franchi αναφέρθηκε ερειπωμένος και 500 υπέρπυρα (100 δουκάτα) εγκρίθηκαν για επισκευές. Άλλες επισκευές έγιναν το 1412 και το 1422.

Φυσικά υπήρχαν και μεγαλοπρεπή παλάτια στις βενετσιάνικες αποικίες, π.χ. στην Κάντια, στον Χάντακα της Κρήτης, ενώ πολλά έγγραφα αναφέρουν το Palazzo των Provveditori του Ναυπλίου και της Μεθώνης. Βέβαια τα μέγαρα αυτά του Ναυπλίου δεν συγκρίνονται με εκείνα της Βενετίας, μόλο που στο Ναύπλιο είχαν μία loggia, έστω και ξύλινη.

Υπάρχουν όμως κάποιες υποψίες ότι το Ναύπλιο θα έπρεπε να έχει λίγα πέτρινα σπίτια. Ο Cavaza είχε χτίσει κι ένα άλλο σπίτι, διότι στη διαθήκη του αναφέρει ένα σπίτι στο Burgo, δηλαδή το μέρος της πόλης εκτός των τειχών. Τούτο είναι σημαντικό, διότι όσοι έγραψαν για το Ναύπλιο θεωρούσαν ότι δεν υπήρχαν κτίσματα εκτός του κάστρου μέχρι τα έργα επιχωμάτωσης μετά το 1500. Η διαθήκη του Cavaza παρέχει πληροφόρηση ότι στο Ναύπλιο η οικοδόμηση έλαβε χώρα τουλάχιστον 200 χρόνια πριν από τις χρονολογίες που προβάλλονται συνήθως.

Τον Αύγουστο του 1405 ο castellan Cavaza ήταν άρρωστος και κάλεσε τον συμβολαιογράφο Lorenzo Bono να συντάξει τη διαθήκη του. Ο Bono ήταν τότε cancellier του Ναυπλίου, δηλαδή αρχειοφύλακας της επίσημης αλληλογραφίας και των οικονομικών. Ο Cavaza ζήτησε από τη σύζυγο και τον podestá του Ναυπλίου να είναι εκτελεστές της διαθήκης του και ζήτησε να μοιράσουν 100 δουκάτα «inter pauperes et miserabiles personas», μια συμβατική διάταξη. Άφησε 100 υπέρπυρα στο Σταμάτη, γιο του αποθανόντος Γιάννη, δουλοπάροικού του και άλλα 100 υπέρπυρα στους servicial και τις δουλοπάροικούς του ως προίκα τους. Ο Cavaza αφήνει τα λινά και μάλλινα στη γυναίκα του, καθώς και τα χρήματα, ασημικά, κοσμήματα, έπιπλα και ρούχα και ό,τι άλλο θα μπορούσε να έχει, με υπολογιζόμενη αξία των πάντων σε 900 δουκάτα. Και τούτο ζητώντας από τη Μαρία να παραμείνει χήρα και να ζήσει ηθικά και τίμια. Εάν δεν γινόταν έτσι, η κληρονομία θα πήγαινε στην αδελφή του Magdalena de Finctis και μετά απ’ αυτήν στον Consangineus Ser Andreolimus Detartomis και στους γιους του. Επίσης  δηλώνεται ότι το σπίτι στο Borgo ανήκει στη γυναίκα του, παρόλο που είχε ξοδέψει πολλά χρήματα δικά του.

Η Diana Wright παραθέτει το πλήρες κείμενο της διαθήκης, όπου η γλώσσα είναι τα ύστερα λατινικά του συμβολαιογράφου με βενετσιάνικα ιταλικά.

 

Diana Gilliland Wright, «Studi Veneziani A cura dell’Istituto di Storia della Società e dello Stato Veneziano e dell’Istituto “Venezia e l’Oriente” della Fondazione Giorgio Cini N.S. XL (2000), PISAROMA.

Μετάφραση: Γιώργος Ρούβαλης

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »