Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αρχιτεκτονική’

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε  (Leo von Klenze 1784-1864), Μόναχο, Staatliche Graphische Sammlung München.

 

Ναύπλιο. Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834. Σχέδιο σε μολύβι του αρχιτέκτονα Λέο φον Κλέντσε (Leo von Klenze 1784-1864).

 

 Η πλατεία με την εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αποτυπώνεται στο καλοδουλεμένο σχέδιο του κλασικιστή αρχιτέκτονα Leo von Klenze. Στο κέντρο εικονίζεται η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, η μητρόπολη του Ναυπλίου, όπου κηδεύτηκαν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός το 1826 και ο Ιωάννης Καποδίστριας το 1831.

Για το σχέδιο αυτό γράφει η Σέμνη Καρούζου: «Το σχέδιο αποφεύγει τις σκιές, κύριος φορέας της έκφρασης είναι η γραμμή. Ο τονισμός του νάρθηκα της μητρόπολης του Ναυπλίου, που πρέπει στα χρόνια αυτά να είχε διαμορφωθεί, βρίσκει στη διανοητική ακρίβεια του σχεδίου την καλύτερη δυνατή απόδοση. Σαν ξένο σώμα υψώ­νεται πίσω από την εκκλησία ο άμορφος μιναρές. Όμοια απροσάρμοστα στην πλατεία, που τότε μόλις άρχιζε να παίρνει μια νοικοκυρεμένη όψη, είναι τα σπίτια αριστερά, του ανατολίτικου τύπου ακόμη». Όλα αυτά τα οικοδομήματα, ωστόσο, μαζί με το μεγάλο ενετικό κτίσμα δεξιά (πολύ παλιό ενετικό σχολείο) χαρτογραφούν συνοπτικά, αλλά παραστατικά, την ιστορική πορεία της πόλης, κάτω από τη βαριά σκιά του Παλαμηδιού. Ο ίδιος ο Klenze, άλλωστε, πίστευε πως «το Ναύπλιο κρατάει ακόμη μόνο στα βενετσιάνικα και στα παλιά τούρκικα λείψανα κάποιο θέλγητρο και μια γραφική ομορφιά».  (Αφροδίτη Κουρία, «Το Ναύπλιο των περιηγητών», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 2007).

Read Full Post »

Το έργο του Wulf Schaeffer  για το Ναύπλιο  (Λίγα στοιχεία για τη ζωή και το έργο του)


 

Στις 4 Αυγούστου του 1994 πέθανε στη Βρέμη ο γερμανός αρχιτέκτονας Wulf Schaeffer  ή Θόδωρος Τσοπανόπουλος, όπως συνήθιζε χαριτολογώντας να μεταφράζει στα ελληνικά το όνομά του.

Ο Wulf Schaeffer γεννήθηκε στο Portenkerchen στις Άλπεις, στις 4 Νοεμβρίου του 1907. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο Kellerau κοντά στη Δρέσδη. Εκεί πρωτοπήγε σχολείο. Συνέχισε τις σπουδαίες του στο παιδαγωγικό σχολείο Landschuleheim, απ’ όπου απεφοίτησε το 1926. Λίγο αργότερα άρχισε τις αρχιτεκτονικές του σπουδές στη Στουτγάρδη κοντά στους καθηγητές Schmitthenner και Bonalz. Στη Στουτγάρδη γνωρίζει τον αρχιτέκτονα Fritz Hoger από το Αμβούργο. Λίγο αργότερα επεξεργάζεται μαζί του το σχέδιο ενός πρεβαντορίου  στο Danzig, ένα μνημειώδες κτίριο, με κλασσική μορφολογία. Παράλληλα συνεχίζοντας τις σπουδές του, παρακολουθεί τα μαθήματα των Karl Gruber και Freietz Krischen. Παρακολουθώντας τα ενδιαφέροντα του νεαρού μαθητού του, ο  Krischen του συνιστά να επισκεφθεί την Ελλάδα και να μελετήσει από κοντά την αρχιτεκτονική της. Έτσι την άνοιξη του 1933 ο Schaeffer, φθάνει στην Ελλάδα. 

O Schaeffer σπάνια μιλούσε για τα παιδικά του χρόνια, αλλά και τότε ουδέποτε ανάφερε τον πατέρα του. Φαίνεται ότι κάποια στιγμή οι γονείς του ήρθαν  σε διάσταση και η μητέρα του εγκατέλειψε το σπίτι. Το 1930 η Μαργαρίτα Schaeffer εγκαθίσταται στην Αθήνα, όπου εργάζεται στο studio του γνωστού Έλληνα φωτογράφου «Ζωγράφου», ενώ παράλληλα παραδίδει μαθήματα γερμανικών. Φθάνοντας στην Αθήνα, μητέρα και γιος ξανασυναντιόνται μετά από πολλά χρόνια και συνδέονται στενά. Η συνάντησή τους υπήρξε ιδιαίτερα σημαντική και για τους δύο.

 

Κάτοψη του Ναυπλίου, γύρω στο 1862, Venezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

O Schaeffer εγκαθίσταται στο Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο και λαμβάνει μέρος στις ανασκαφές του ναού της Αφαίας στην Αίγινα, κοντά στο Γερμανό Αρχαιολόγο Γαβριήλ Βέλτερ. Στην Αίγινα ο Schaeffer κτίζει μερικές μικρές εξοχικές κατοικίες. Λίγο αργότερα συμμετέχει στις ανασκαφές του ναού του Απόλλωνα στην Κόρινθο με την Αμερικάνικη Αρχαιολογική Σχολή και αναλαμβάνει με εντολή της Ελληνικής Κυβέρνησης τη συντήρηση του κρηπιδώματος του ίδιου ναού. Την ίδια περίοδο κτίζει την κατοικία του γνωστού αμερικάνου αρχαιολόγου Wanderpool.

Καθοριστική για τη μετέπειτα σταδιοδρομία του, υπήρξε η πρόταση του Διευθυντού του Γερμανικού Ινστιτούτου Georg Karo, να επιμετρήσει την Ακροναυπλία. Ο Schaeffer  δέχεται. Η εργασία αυτή θα τον φέρει σε στενή επαφή με το Ναύπλιο, τα κάστρα, την πόλη, την ιστορία του. Με τη βοήθεια και την προτροπή του Αναστασίου Ορλάνδου, τον οποίο γνωρίζει μέσω του Κουγέα, οικογενειακού φίλου της μητέρας του, αρχίζει τη διδακτορική του διατριβή «Baugeschichte der Stadt Nauplia im Mittelalter», την οποία υποβάλει το 1936 στο Πολυτεχνείο του Danzig.

 

Η τραβέρσα Gambello, enezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

Ο επόμενος διευθυντής του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου Dr Wrede του προτείνει να συνεργαστούν σε μία ευρύτερη έρευνα με θέμα την πολεοδομική εξέλιξη του Ναυπλίου από την Αρχαιότητα μέχρι της αρχές του 19ου αιώνα. Ο Wrede αναλαμβάνει να μελετήσει τους αρχαίους χρόνους, ενώ ο Schaeffer τους μεσαιωνικούς και τους νεότερους.  

Ήμουν μάρτυρας, γράφει σε επιστολή του, ο Wrede, του ενθουσιασμού με τον οποίο ανέλαβε Schaeffer την τεράστια αυτή εργασία. Η μελέτη του δεν περιορίζεται στα κάστρα, Ακροναυπλία, Μπούρτζι, Παλαμήδιαλλά επεκτείνετε  και στην έξω από τα τείχη της Ακροναυπλίας πόλη, στις επιθαλάσσιες οχυρώσεις, στα δημόσια κτίρια, στους ναούς, στα τεμένη, στις ιδιωτικές κατοικίες. Παρατηρεί, σκιτσάρει, αποτυπώνει, σχεδιάζει. Βήμα – Βήμα προσπαθεί να ανακαλύψει και να φέρει στο φως τα διαδοχικά ίχνη των τριών πολιτισμών, που σημάδεψαν την ιστορία της πόλης. Έλληνες, Βενετοί, Τούρκοι τρεις λαοί, τρεις πολιτισμοί με πολλά κοινά στοιχεία αλλά και με μεγάλες διαφορές, εναλλάσσονται μεταξύ τους στην κυριαρχία της πόλης.

Τους Βυζαντινούς Έλληνες διαδέχονται οι Φράγκοι (1212 – 1389), τους Φράγκους οι Ενετοί (1389 – 1540), τους Ενετούς οι Τούρκοι (1540 – 1686) κι ύστερα πάλι οι Ενετοί (1686 -1715) και πάλι οι Τούρκοι (1715 – 1822).  Άλλοτε ειρηνικά κι άλλοτε με πολιορκίες σκληρές και καταστροφικές για την πολιτεία, το Ναύπλιο περνά διαδοχικά από τον ένα στον άλλο. Τα τείχη των κάστρων ενισχύονται και επανακατασκευάζονται, σύμφωνα με τις νεότερες τάσεις της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής, τα κτίρια καταστρέφονται, γκρεμίζονται, ξανακτίζονται, αλλοιώνονται, δέχονται προσθήκες και επεμβάσεις. Οι ορθόδοξοι ναοί μετατρέπονται σε τεμένη και καθολικούς ναούς και αντιστρόφως. Τα δημόσια και τα ιδιωτικά κτίρια αλλάζουν  συνεχώς ιδιοκτήτες και χρήσεις. Ο καθένας βάζει την προσωπική του σφραγίδα. Ο Schaeffer σκύβει μ’ επιμονή και υπομονή πάνω στα ίχνη τους. Ίχνη που αλλού είναι ευανάγνωστα και εύκολα αναγνωρίσιμα  και αλλού εμπλέκονται τόσο σφικτά μεταξύ τους, που δύσκολα μπορεί κανείς να τα ξεχωρίσει.  

 

Το καστέλο των Φράγκων, Venezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

Όποιος έχει ασχοληθεί με  τη μελέτη του ιστορικού κέντρου του Ναυπλίου γνωρίζει καλά ότι είναι πολύ δύσκολο να καθορίσει με ακρίβεια, αν ένα κτίριο είναι τούρκικο με ενετικές επιρροές ή ενετικό με τούρκικες επεμβάσεις. Με γνώση και ευαισθησία ο Schaeffer προσπαθεί να ανακαλύψει φάσεις, να βρει την ιστορική συνέχεια.

Κάποια από τα στοιχεία αυτά ενσωματώθηκαν στις μεταγενέστερες δημοσιεύσεις του:

  • « Das Stadttor von Akronauplia, Neue Ausgrabungen in Nahen Osten Mittelmeerraum  und in Deutschland. Bericht uber die Tagung der Koldewey – gesellschaft – Vereinigung fur baugeschichtliche Forschung e.v. in Xanten von 19 bus 23 Mai 1959».
  • «Neue Untersuchungen uber die baugeschichte Nauplias im Mitelalter AA 76/1961». «Venezianische Festugbaukunst in Griechenland zum Ausbau der Festung Nauplion, Architectura 1988».

Οι μελέτες αυτές όπως φαίνεται και από τους τίτλους τους, αφορούν κυρίως τις οχυρώσεις του Ναυπλίου. Αντίθετα η έρευνα η σχετική με την κάτω πόλη, του Ναυπλίου, δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Οι αποτυπώσεις των κτιρίων του ιστορικού κέντρου της περιόδου αυτής, είναι ιδιαίτερα σημαντικές, πολύ περισσότερο που το Ναύπλιο τις πρώτες δεκαετίες του αιώνα μας διατηρούσε σχεδόν στο ακέραιο, τη μορφή που είχε στα τέλη του περασμένου αιώνα.

Παράλληλα  με την εργασία του αυτή ο Schaeffer αναλαμβάνει με εντολή της Ελληνικής Κυβέρνησης, την αποκατάσταση του επιθαλάσσιου οχυρού που έκτισε το 1471 ο Pasgualiggo, του γνωστού ως «Μπούρτζι», και τη μετασκευή του σε ξενοδοχείο, καθώς και την κατασκευή του πεζοδρόμου που οδηγούσε στην Ακροναυπλία.

 

Σχεδιαστική αναπαράσταση του καστέλο της θάλασσας (Μπούρτζι), Venezianische Festungsbaukunst in Griechenland. Zum Ausbau der Festung Nauplia, από το περιοδικό “architectura, Journal of the History of Architecture”, Deutscher Kunstverlag Munchen Berlin, 1988.

 

Το 1939 ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος  έχει πια αρχίσει. Τα πρώτα μηνύματα φθάνουν και στην Ελλάδα. Η μητέρα του Scaheffer εβραϊκής καταγωγής, εξαφανίζεται. Ο Schaeffer  συγκεντρώνει τα πράγματα της μητέρας του, τη φωτογραφική της μηχανή και το αρχείο της και τα παραδίδει σε στενή της φίλη. Στη συνέχεια εγκαταλείπει την Ελλάδα και μέσω Αλβανίας επιστρέφει στη Γερμανία, όπου εξ αιτίας των φρονημάτων του και ίσως της εβραϊκής του καταγωγής, από την πλευρά της μητέρας του, παρ’ όλο ότι ο ίδιος ήταν ευαγγελικός, κλείνεται σε στρατόπεδο και υπηρετεί ως μηχανικός. Εκεί τον βρήκαν οι σύμμαχοι στα χρόνια της απελευθέρωσης και τον χρησιμοποίησαν ως διερμηνέα.

Μετά τον πόλεμο ο Schaeffer εργάστηκε ως καθηγητής σε μια ανώτερη τεχνική σχολή στη Βρέμη. Παρ’ όλο ότι δεν επέστρεψε ξανά στην Ελλάδα βρισκόταν πάντα σε επαφή με τους έλληνες φίλους του και δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται για το Ναύπλιο και την τύχη του αδημοσίευτου υλικού του. Κάποιες προσπάθειες που κάναμε για να έρθουμε σε επαφή μαζί του δεν οδήγησαν σε μια συνάντηση που θα βοηθούσε σημαντικά στην αξιοποίηση του αρχείου του. Πλησίαζε πια τα 90 και ήταν αρκετά κουρασμένος.

Λίγους μήνες μετά το θάνατό του, η γυναίκα του llse Schaeffer παρέδωσε στο   Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο όλο το αρχείο του, το σχετικό με το Ναύπλιο, όπου φυλάσσεται με υπευθυνότητα, ταξινομείται και μελετάται από τους συνεργάτες του Ινστιτούτου.

Το αρχείο Schaeffer περιλαμβάνει εκτός από τα γραπτά του κείμενα σειρά από σχέδια. Τα περισσότερα αφορούν τις οχυρώσεις και είναι ήδη δημοσιευμένα. Υπάρχει όμως και ένας σημαντικός αριθμός αποτυπώσεων των σημαντικότερων κτηρίων της Κάτω Πόλης, του Αγίου Γεωργίου, του Ενετικού Σχολείου, του Τελωνείου κ.ά. Μερικά από τα κτίρια αυτά, όπως π.χ. το Χάνι στην Πρόνοια ή το Παλατάκι του Καποδίστρια, δεν υπάρχουν πια σήμερα. Άλλα υπάρχουν, αλλά με σημαντικές αλλοιώσεις. Το γεγονός αυτό κάνει το αρχείο του Schaeffer ιδιαίτερα σημαντικό. Τα σχέδια του Schaeffer θα αποτελέσουν ουσιαστική βοήθεια για τη σωστή αποκατάσταση των κτιρίων αυτών. Ένας αριθμός των σχεδίων αυτών δημοσιεύτηκαν με την άδεια του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου στο Ναυπλιακό Ημερολόγιο το 1977 που εξέδωσε η «Απόπειρα». Όταν ολοκληρωθεί η ταξινόμηση και η μελέτη του αρχείου, είναι πολύ πιθανόν να βρεθούν και σχετικές επεξηγηματικές σημειώσεις. Χρέος, όσων μελετάμε και αγαπάμε το Ναύπλιο, είναι να συνεχίσουμε και να τελειώσουμε το έργο του μεγάλου επιστήμονα που έφυγε από κοντά μας, χωρίς να προλάβει να το ολοκληρώσει.

 

Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη

Επ. Καθηγήτρια του  Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου  

 

Πηγή


  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1998.

 

Read Full Post »

Βουλευτικό – Πότε χτίστηκε το μεγάλο Τζαμί «Βουλευτικό» στο Ναύπλιο


 

Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Τουρκοκρατίας στην παλιά πόλη του Ναυπλίου είναι το μεγάλο τζαμί με το μοναδικό τριώροφο Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο) κτισμένο στα νότια πλευρά του. Το τζαμί αυτό είναι γνωστό ως «Βουλευτικό», από την πρώτη βουλή των Ελλήνων που λειτούργησε κατά την Ελληνική Επανάσταση στο χώρο αυτό από το 1825. Πρόκειται για ένα μοναδικό υπερυψωμένο μνημείο με κάλλος και μέγεθος, έργο σπουδαίου άγνωστου αρχιτέκτονα από τη μέχρι τώρα έρευνα, αλλά και ενός σπουδαίου πρωτομάστορα, όπως θα γίνει φανερό στη συνέχεια. Το μνημείο κτισμένο με πελεκητή πέτρα από γκριζόλευκο ασβεστόλιθο εντυπωσιάζει τον επισκέπτη της παλιάς πόλης, η οποία σαν ένα παλίμψηστο διατηρεί εναρμονισμένα μεταξύ τους μουσουλμανικά και χριστιανικά μνημεία,   ενσωματωμένα   στον   πολεοδομικό   ιστό, αψευδείς μάρτυρες της ιστορικής της διαδρομής.

 

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

 

Σε κάθε εποχή ανάλογα με τον κυρίαρχο της πόλης τα λατρευτικά κτίρια «άλλαζαν θρησκεία». Γιατί όπως έχει επισημάνει ο μεγάλος τραγικός ποιητής Αισχύλος στους «Πέρσες», όταν μια πόλη κυριευθεί όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά και οι θεοί παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς. Άλλωστε, είναι αξιοσημείωτο ότι σημαντικά μνημεία της πόλης του Ναυπλίου, το τζαμί της πλατείας (Τριανόν), ο Άγιος Γεώργιος και η Φραγκοκκλησιά κτίστηκαν ως τζαμιά στη θέση χριστιανικών ναών. Η αρχιτεκτονική μορφή των τζαμιών έχει ως πρότυπο τις εκκλησίες βυζαντινού ρυθμού με τρούλο, διότι οι Οθωμανοί Τούρκοι όταν κατέκτησαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν είχαν δική τους τέχνη και μιμήθηκαν, όπως ήταν φυσικό επακόλουθο, την τέχνη των κατακτημένων.

Το μνημείο χρονολογείται στη δεύτερη Τουρκοκρατία. Οι παραδόσεις που σχετίζονται με το μνημείο προφανώς απηχούν την ιστορική πραγματικότητα μέσα από την προφορική παράδοση. Το «Βουλευτικό» παρά το ότι πρόσφατα ανακαινίστηκε από το Δήμο Ναυπλίου (1994 – 1999) με την εποπτεία των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά και δημοσιευθεί. Διεξοδική έρευνα για το σημαντικό κτίριο του Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο), τις γνωστές φυλακές Λεονάρδου στα νότια του μεγάλου τζαμιού – «Βουλευτικού», με το οποίο αποτελεί ενιαία αρχιτεκτονική ενότητα, εκπονήθηκε πρόσφατα σε διπλωματική εργασία από την αρχιτέκτονα Β. Μαυροειδή[1]. Το μνημείο είναι γνωστό, λόγω μεγέθους, ως Μεγάλο Τζαμί και σύμφωνα με την παράδοση κτίστηκε στο τέλος του 18ου αιώνα από τον Αγά – Πασά του Ναυπλίου, που κατείχε πλούτο και πολλές αστικές και αγροτικές ιδιοκτησίες. Η μεγαλοπρεπής κατοικία του σώζεται νοτιότερα από το τζαμί και τον μεντρεσέ, η οποία στα χρόνια της επανάστασης χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του Εκτελεστικού [2].

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό, σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.

 

Σύμφωνα με την παράδοση, δύο νέοι από τη Βενετία απόγονοι του τελευταίου Βενετού προβλεπτή του Ναυπλίου της Β’ Ενετοκρατίας (1686-1714), έφτασαν στο Ναύπλιο για να αναζητήσουν ένα κρυμμένο μεγάλο θησαυρό στην κατοικία του πρώην Ενετού προβλεπτή, όπου κατοικούσε ο Αγά Πασάς [3]. Μετά από συμφωνία μαζί του, οι δύο νέοι κατέβηκαν μια νύχτα στο υπόγειο του σπιτιού όπου ανακάλυψαν την κρύπτη με το μεγάλο θησαυρό. Ο Αγά-Πασάς θαμπώθηκε από το θησαυρό, σκότωσε τα δύο παιδιά και τα έθαψε στην κρύπτη. Μετά από αυτό το ανοσιούργημα για να απαλλαγεί από τις τύψεις αλλά και τις συμφορές που τον βρήκαν, ένας σοφός Σεΐχης ή Δερβίσης τον συμβούλευσε να κτίσει τζαμί ή τεκέ και να προσεύχεται επτά φορές την ημέρα. Αλλά ο Πασάς δεν επέζησε για να προσευχηθεί στο τζαμί που έκτιζε. Καθώς παρακολουθούσε καθημερινά τις εργασίες από το μπαλκόνι του σπιτιού του, μια μέρα το μπαλκόνι κατέρρευσε και σκοτώθηκε.

Σύμφωνα με παράδοση των μοναχών της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, ο τεκές κατασκευάστηκε από πωρόλιθους της παλιάς εκκλησίας της Ι. Μ. Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, την οποία κατεδάφισε ο Βελή Πασάς του Ναυπλίου (1807 – 1812), γιος του Αλή Πασά, ο οποίος είχε διοριστεί Μουχαβούζης (γενικός επόπτης των φρουρίων) όλης της Πελοποννήσου. Η χήρα του Αγά – Πασά Φατιμέ μετά το θάνατο του συζύγου της και για εξαγνισμό της ψυχής της ανακαίνισε με δικές τις δαπάνες ερειπωμένο ενετικό ναό και τον μετέτρεψε σε οθωμανικό προσκύνημα, το πιθανότερο τη γνωστή σήμερα Καθολική Εκκλησία (Φραγκοκκλησιά), η οποία παραχωρήθηκε από το Βασιλιά Όθωνα για τις λατρευτικές ανάγκες των καθολικών του Ναυπλίου. Η παράδοση αυτή σε συνδυασμό με άλλες παρατηρήσεις βοηθάει να προσεγγίσουμε κατά το δυνατόν την πραγματικότητα.

 

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι στο υπέρυθρο (ανώφλι) της μιας από τις τρεις δυτικές πόρτες εισόδου του Βουλευτικού είχε κτιστεί τμήμα κίονα από το θησαυρό του Ατρέα (θολωτό τάφο) των Μυκηνών [4]. Ωστόσο, ως προς την ακριβή χρονολόγηση του «Βουλευτικού» έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις. Σύμφωνα με την ανηρτημένη πινακίδα εσωτερικά του ανακαινισμένου κτιρίου, το μνημείο αυτό κτίστηκε το 1730 από τον Αγά Πασά -Δελβινακιώτη.

Η Σέμνη Καρούζου, το τζαμί – Βουλευτικό με βάση την τοιχοδομία, το χρονολογεί στα τέλη του 18ου αρχές 19ου αιώνα και επισημαίνει ότι το τζαμί είναι κτισμένο από γκριζόλευκη πολύ καλής ποιότητας πελεκητή πέτρα, χαρακτηριστικό δείγμα της λαμπρής λαϊκής αρχιτεκτονικής [5]. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο είναι κτισμένο και το ισόγειο του Μεντρεσέ, με τον οποίο το Βουλευτικό αποτελεί ενιαίο αρχιτεκτονικό  σύνολο. Το ανώτερο τμήμα του Μεντρεσέ ο πρώτος και δεύτερος όροφος είναι κτισμένος με διαφορετικό τρόπο, με γκρίζες ασβεστολιθικές πέτρες, ενώ η στοά του τρίτου ορόφου είναι κτισμένη με πωρόλιθους.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι δύο ανώτεροι όροφοι του Μεντρεσέ χτίστηκαν σε δεύτερη φάση, ενώ οι πωρόλιθοι με τους οποίους είναι κτισμένος ο τρίτος όροφος συμφωνεί με την παράδοση ότι χτίστηκαν από τους πωρόλιθους του παλιού ναού του Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, που κατεδάφισε ο Βελή Πασάς του Ναυπλίου (1807 – 1812). Η δεύτερη φάση ανοικοδόμησης του Μεντρεσέ (2°ς -3ος όροφος) φαίνεται ότι συνεχίστηκε από τη χήρα του Αγά Πασά, Φατιμέ, το πιθανότερο στις αρχές του 19ου αιώνα.

 

Μεντρεσές Ναυπλίου.

 

Στο βιβλίο του Χρ. Κωνσταντινόπουλου αναφέρεται η σημαντική πληροφορία ανώνυμου λόγιου του 19ου αιώνα από τα Λαγκάδια της Αρκαδίας, σύμφωνα με την οποία το «Βουλευτικό» το έκτισε ο ξακουστός λαγκαδινός πρωτομάστορας Αντώνης Ρηγόπουλος, ο οποίος «αυτοσχεδίως ανοικοδόμησε τους μεγαλοπρεπείς της εποχής εκείνης ναούς και προπύργια και το μέγα ειδωλείον (= ναό των ειδώλων) των Οθωμανών εις Ναύπλιον, όπου και προνόμιον εις αυτόν εχορηγήθη»[6].

Το «μέγα ειδωλείον των Οθωμανών» δεν είναι άλλο από το τζαμί του Αγά Πασά, που χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση του Βουλευτικού στα χρόνια της Ανεξαρτησίας (1825). Ο ξακουστός πρωτομάστορας Αντώνης Ρηγόπουλος  μας είναι γνωστός  από μια επιγραφή του 1808 στο υπέρθυρο της πόρτας του Τιμίου Προδρόμου Λαγκαδιών: «Επιστασία Αντωνίου Ρηγόπουλου, πρωτομάστορα, χειρ δε Ευσταθίου Θεοδώρου, 1808». Ωστόσο, δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονική περίοδος δράσης του. Η αναφερόμενη χρονολογία 1808 το πιθανότερο απηχεί την τελευταία περίοδο της ενεργού δράσης του.

Σημαντικές πληροφορίες για την ανέγερση ενός Τζαμιού του Ναυπλίου μας δίνει ένα σημαντικό έγγραφο, το οποίο έστειλε ο μουχαβούζης (φρούραρχος) του Ναυπλίου Ραγκή(π) Πασάς προς τους προεστούς της Ύδρας το Μάρτιο του 1816, με το οποίο τους ζητάει να του βρουν καΐκι ή άλλο καράβι για την Πόλη (Κωνσταντινούπολη), το οποίο θα μεταφέρει μαστόρους για να εξασφαλίσει κατάλληλη ξυλεία για την ανέγερση ενός τζαμιού. Το σημαντικό αυτό έγγραφο αναδημοσίευσε ο Τάκης Μαύρος στην τοπική εφημερίδα «Ειδήσεις» 23/2/1992.

«Τοις προεστώσιν της Ύδρας Ευγενέστατοι περιπόθητοι φίλοι μου ακριβοί προεστώτες καπετάν Νικόλαε και επίλοιποι, φιλικώς και ακριβώς σας χαιρετώ, ερωτώ το επιθυμητό μου χατήρι σας. Μετά τον ακριβόν μου φιλικόν χαιρετισμόν, ερωτώ δια την ευτυχή υγείαν σας όπου μου είναι επιθυμητή, αν ρωτάτε και δια μέρος μας, με την χάριν του Θεού υγιαίνομεν, όθεν σας φανερώνω, φίλοι μου, ότι πολλές φορές σας ενόχλησα με γράμματά μου, και πολλές δούλεψες και καλοσύνες είδα από το χέρι σας, και έμεινα υποχρεωμένος, όθεν και τώρα με θάρρος σας γράφω, ότι με το να ηκουλούθησεν και έχω νιγέτι (πρόθεση), ισαλά (πρώτα ο θεός) να φτιάσω ένα τζαμί εδώ εις την πατρίδα μου εις το Ανάπλι και μάζους (επίτηδες) και ήφερα τους παρόν μαστόρους από την πόλιν, λοιπόν με το να μην είχε ινταρέ (πρόβλεψη) από κεραστέ (ξυλεία), πάλι τους στέλνω μαξούς εις βασιλεύουσαν, δια να φέρουν ότι κερεστές χρειάζεται του Τζαμιού, και με το να μην έφτασε καΐκι οκαζιόν να μισεύουν από έδωθεν, τους στέλνω αυτού, όπου μπορεί να τύχη καράβι να μισεύση ή καμμίαν σακολέβαν δια βασιλεύουσαν, δια τούτο κάνω ριτζά (ζητώ, παρακαλώ) προς τους ακριβούς φίλους μου, όπου δια χατήρι μου, αμέσως όπου τύχη κανένα καΐκι ή καράβι να προστάζετε με το μέσον σας να πάρουν και αυτούς τους μαστόρους, δια να πάνε σιγούρως εις την Πάλιν, και είμαι βέβαιος εις την στενήν φιλίαν όπου έχομεν, καθώς και άλλες φορές μου εκάματε την χάριν και τώρα να επιτύχω της αιτήσεως μάλιστα όπου είναι εδική μου χρεία, και μεγάλως με υποχρεώσεις γράφω, να ακολουθήσετε, και τα κουσούρια (τις ζημιές, τα έξοδα) αφι (άφεριμ, καλά. Δηλαδή: ότι έζοδα γίνουν βάλτε τα στο λογαριασμό μου), γράφοντας σας την καλήν σας υγεία. Ταύτα και μένω.  1816 Μαρτίου Ανάπλι. Τον ενδοξοσοφολογιώτατον αδελφόν μου Ισούφ Χόντζα τον ακριβοχαιρετώ, ερωτώ το χατήρι σερίφι   του  (την  πολύτιμη   υγεία   του).   Ηγαπημένος   σας   Ραγκή   πασσάς μουχαφούζης Αναπλίου».

 (Αρχείο της κοινότητας Ύδρας 1778 – 1832 τ. 5 (1813 – 1817), εν Πειραιεί 1924 σ. 256).

Ο Ραγκή Πασάς, όπως αναφέρει ο Τάκης Μαύρος στην τοπική εφημερίδα «Ειδήσεις» 23/2/1992, ήταν σημαντική φυσιογνωμία του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου και όπως προκύπτει από το αρχείο του οπλαρχηγού της Επανάστασης Αναστασίου Νέζου, αναφέρεται ως Ραγκίπ Πασάς και ήταν ιδιοκτήτης εκτεταμένων εκτάσεων (χωραφιών) στην περιοχή μεταξύ Κουτσοποδίου και Πασσά (Ινάχου). Με τον Ραγκίπ Πασά ο Α. Νέζος είχε στενή φιλία. Το παλιό όνομα Πασσάς του χωριού Ινάχου προφανώς έχει λάβει το όνομά του από τον ιδιοκτήτη των εκτάσεων της περιοχής Ραγκίπ Πασά του Ναυπλίου.

Ο Τάκης Μαύρος με την παραπάνω αναδημοσίευση του εγγράφου απλώς υπέθεσε ότι το έγγραφο σχετίζεται με το μεγάλο Τζαμί του Ναυπλίου, «το Βουλευτικό», αλλά άφησε το θέμα ανοιχτό για περαιτέρω έρευνα. Το έγγραφο αυτό με την ακριβή χρονολόγησή του το Μάρτιο του 1816 προφανώς δεν σχετίζεται με το «Βουλευτικό» και το πιθανότερο αναφέρεται στο κτίσιμο του Τζαμιού – καθολική εκκλησία της Φραγκοκκλησιάς. Με Βάση τα παραπάνω το τζαμί – Φραγκοκκλησιά προφανώς κτίστηκε μετά το μεγάλο Τζαμί – Βουλευτικό, λίγα χρόνια πριν την επανάσταση στα 1817 – 1820 περίπου.

 

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

 

Τέλος, είναι αξιοσημείωτη μια άλλη αδημοσίευτη πληροφορία που προέρχεται από το αρχείο του Δ. Περρούκα, σύμφωνα με την οποία η Δημογεροντία του Άργους πλήρωσε χρήματα για τη μεταφορά ξυλείας με ζώα από το Άργος στο Ναύπλιο για την ανέγερση ενός τζαμιού[7]. Η δεύτερη αυτή γραπτή αναφορά το πιθανότερο σχετίζεται με το Τζαμί – Φραγκοκκλησιά, αλλά κρίνεται απαραίτητη η δημοσίευση του αρχείου Δ. Περρούκα και η ακριβής χρονολόγηση του σχετικού εγγράφου.

Το Μεγάλο Τζαμί – «Βουλευτικό» του Ναυπλίου από τα παραπάνω φαίνεται ότι είναι δημιούργημα της λαϊκής αρχιτεκτονικής των λαγκαδινών μαστόρων και προοίμιο της καθαρής γραμμής του νεοκλασικισμού, που δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Ναύπλιο τα χρόνια της Ανεξαρτησίας. Μια συγκριτική μελέτη της λαϊκής αρχιτεκτονικής της Πελοποννήσου είναι πιθανόν να καταλήξει σε ακριβέστερα συμπεράσματα.

Στην ίδια παράδοση και συνέχεια ανήκει η Φραγκοκκλησιά, το μοναδικό κτίριο της Πλατείας Συντάγματος, το «Εστιατόριο Ελλάς» πρώην ξενοδοχείο «ΜΥΚΗΝΑΙ», η οικία Άρμανσπεργκ στην αρχή της οδού Πλαπούτα, καθώς και τα άλλα κτίρια της πόλης, αλλά και ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Ιωάννη στο Άργος.

Είναι αξιοσημείωτο ότι δίπλα ακριβώς στο λαμπρότερο ενετικό κτίριο, κόσμημα (ornamentum) της Πλατείας Συντάγματος, την Αποθήκη του Στόλου του 1713, οι Οθωμανοί έκτισαν αρκετά χρόνια αργότερα ένα Τζαμί με μεντρεσέ ανάλογου μεγέθους με το ενετικό κτίριο.

Το Τζαμί – «Βουλευτικό» προφανώς κατασκευάστηκε υπερυψωμένο λόγω της φυσικής διαμόρφωσης του εδάφους, αλλά και του πρωτοφανούς σε μέγεθος ενετικού κτιρίου. Το ενιαίο μουσουλμανικό τέμενος καταλαμβάνει μεγάλη έκταση μεταξύ των παράλληλων οδών Σταϊκοπούλου και Κων/λεως, καθώς και την ενδιάμεση οδό Καποδιστρίου, την οποία διέκοψε βάναυσα, έναν από τους παλαιότερους δρόμους του Ναυπλίου, που συνεχίζεται δυτικότερα με την οδό Σπετσών σε όλο το μήκος της πόλης.

Το Μεγάλο Τζαμί – «Βουλευτικό» και ο Μεντρεσές επισκευάστηκαν στα 1825 από τον Κερκυραίο συνταγματάρχη – μηχανικό Θ. Βαλλιάνο και μετατράπηκε σε Βουλή των Ελλήνων [8]. Στη συνέχεια επισκευάστηκε το 1826 ο τρούλος, όταν χτυπήθηκε από οβίδα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου μεταξύ των φρουράρχων του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας, Γρίβα και Φωτομάρα. Στις αρχές του 20ου αιώνα κατέρρευσε από σεισμό το προστώο του κτιρίου, του οποίου σώζονται τμήματα των κιόνων και τα κιονόκρανα στην αυλή του.

Στη μεγαλόπρεπη αίθουσα γίνονταν οι δεξιώσεις και χοροί της εποχής της Αντιβασιλείας του Όθωνα καθώς και σημαντικές εκδηλώσεις της πόλης. Ο μεντρεσές, γνωστός ως φυλακές Λεονάρδου, και το ισόγειο του Βουλευτικού χρησιμοποιήθηκαν ως χώρος φυλακών υποδίκων το 19° έως τις τρεις πρώτες δεκαετίας του 20ού αιώνα. Εδώ φυλακίστηκε και ο πορθητής του Ναυπλίου Στάϊκος Σταϊκόπουλος. Στις φυλακές αυτές πρέπει να αναφέρεται ένα δημοτικό τραγούδι που το τραγουδάνε ακόμα σε παραδοσιακά γλέντια οι κάτοικοι της Αργολίδας:

Στ’ Ανάπλι στο Βουλευτικό

Μαρία – Μαριγώ τι γύρευες εδώ;

ήρθα να δω τ’ αδέλφια μου

τ’ αδέλφια τα δικά μου

τα φύλλα της καρδιάς μου.

Τ’ αδέλφια σου τα σκότωσαν

στ’ Ανάπλι όξω στην Πρόνοια

που στήσαν τα κανόνια

στ’ Ανάπλι όξω στην Άρεια

με τ’ άλλα παλλικάρια.

Κι η Μαριγώ σαν τ’ άκουσε

το μοιρολόι άρχισε

 

Το «Βουλευτικό» από το 1915 έως το 1932 λειτούργησε ως αρχαιολογικό μουσείο και στη συνέχεια ως ωδείο. Πρόσφατα, 1994-1998, ανακαινίστηκε και αποτελεί πνευματικό κέντρο του Δήμου Ναυπλίου, μια λειτουργική χρήση αντάξια της ιστορίας του και της πολιτιστικής παράδοσης της πόλης του Ναυπλίου.

 

Στη μνήμη του Τάκη Μαύρου

Χρήστος Ι. Πιτερός

αρχαιολόγος της Δ’ ΕΠΚΑ

 

Υποσημειώσεις


[1] Β. Μαυροειδή, «Φυλακές Λεονάρδου». Μελέτη, αποτύπωση, αποκατάσταση, επανάχρηση και αρχιτεκτονική φωτισμού. Διπλωματική Εργασία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα 2006.

[2] Κ. Σπηλιωτάκη, «Τα εν Ναυπλίω κτήρια του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού (1824 – 1826)», Δελτίο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ.20, Αθήνα 1973, 54-69. Χ. Δημακοπούλου, «Θεόδωρος Βαλλιάνος, Αγωνιστής και Αρχιτέκτων», Επετηρίς Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών τ.2ος Αθήνα 1981-1982, 110-122.

[3] Μ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία», Γ’ έκδοση, Ναύπλιο, 1975, 191.

[4] Μ. Λαμπρυνίδου ο.π. 190 Λ. Ρος. Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833), Αθήνα 1976, 69. Χ. Πιτερός, Ναύπλιο, Αρχαιολογικό Δελτίο 54 (1999) Β1 χρονικά, 148.

[5] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979, 58, φωτ. 69, 86, 87.

[6] Χρ. I. Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί κτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σελ. 18, 24.

[7] Σ. Σπέντζας «φορολογικές και οικονομικές πληροφορίες από το Αρχείο Περρούκα», Συνέδριο Αργειακών Σπουδών «Το Άργος κατά τον 19° αιώνα» Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004 (Σύλλογος Αργείων ο Δαναός) υπό έκδοση. Πρέπει να επισημάνουμε ότι στο Ναύπλιο την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπήρχαν περισσότερα τζαμιά.

[8] Δ. Βαρδουνιώτη, Το Βουλευτικόν, τοπική εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΣ έτος Η’ αρ. φύλλου 168, 1-1 1-1872, του ιδίου «Αι φυλακαί του Ναυπλίου», Εφημερίς ΑΡΓΟΛΙΣ 1 877. Ανδρ. Καρκαβίτσα, «Το Βουλευτικό», «Ταξιδιωτικά», Ναύπλιο 1892.

Read Full Post »

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-33)


 

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33)

Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα

 

Ο σχεδιασμός πόλεων επί Καποδίστρια       

 

Ερευνώντας το ειδικότερο θέμα του σχεδιασμού ελληνικών πόλεων κατά την καποδιστριακή περίοδο και, ιδιαίτερα, στα χρόνια που ο Κυβερνήτης είχε την ευθύνη της διακυβέρνησης της χώρας (1828-1831), θα πρέπει καταρχήν να επισημάνουμε ένα γεγονός. Πρόκειται για το άμεσο ενδιαφέρον του στην ανοικοδόμηση των ελληνικών πόλεων με βάση τον ορθολογικό σχεδιασμό, όπως τότε η έννοια αυτή ήταν παραδεκτή και αποδεκτή στην πράξη, αλλά και στην οργάνωση των σχετικών προσπαθειών. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανάμεσα στα πρόσωπα που τον ακολουθούν στο ταξίδι του προς την Ελλάδα, στο τέλος του 1827, φρόντισε να συμπεριλάβει τον κερκυραίο «οχυρωματοποιό», κα­ταταγμένο στο γαλλικό στρατό, Σταμάτη Βούλγαρη, τον οποίο και επιφορτί­ζει, ευθύς μετά την άφιξή του, με την αποστολή του σχεδιασμού τουλάχιστο πέντε πόλεων.

Ιωάννης Καποδίστριας

Πέρα, όμως, από αυτό, τόσο από την αποδελτίωση των επιστολών του Iωάννη Καποδίστρια που έχουν εκδοθεί όσο και από ανέκδοτο αρχειακό υλικό, γίνεται προφανές ότι μία από τις προτε­ραιότητες της πολιτικής του ήταν ο σχεδιασμός των πόλεων, στον οποίο έχει άμεση ανάμιξη, με επεμβάσεις του για την προώθηση του σχετικού έργου ή για διάφορες διευθετήσεις. Ως προς το καθαυτό έργο του σχεδιασμού μπορούμε ήδη να αναφέρουμε, εδώ, ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο και σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοι­χεία ολοκληρώνονται σχέδια για εννέα ελληνικές πόλεις (για το Άργος συντάσ­σονται δύο, ενώ είχε αρχίσει η προεργασία για άλλο ένα), προχωρεί ο σχεδια­σμός για άλλες επτά, ενώ για άλλες έξη πόλεις έγιναν ενέργειες με σκοπό ν’ αρχίσουν εργασίες σχεδιασμού.

Πρόκειται, λοιπόν, για ένα σύνολο 22 πό­λεων και 19 σχεδίων, σε ολοκληρωμένη ή μη μορφή, από τα οποία αρκετά εξακολούθησαν, κατά βάση, να ισχύουν για πολλές δεκαετίες μετέπειτα. Η σημασία του σχεδιασμού αυτού αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθούν υπόψη τα τότε, πολύ περιορισμένα σύνορα του ελληνικού κράτους, αλλά και το ότι ο Ιμπραήμ εγκαταλείπει την Πελοπόννησο μόλις τον Αύγουστο του 1828, ότι οι πόλεις της Στερεάς Ελλάδας ελευθερώνονται, στο σύνολό τους, το 1829, αλλά και το ότι, το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, με το οποίο αναγνω­ρίστηκε η ανεξαρτησία της Ελλάδας, υπογράφηκε τον Φεβρουάριο του 1830.

Θα πρέπει, επίσης, ν’ αναφέρουμε τον αριθμό των μηχανικών και αρχι­τεκτόνων που εργάστηκαν για τον σχεδιασμό πόλεων και την οικοδόμηση δημοσίων κτιρίων (διοικητηρίων, στρατώνων, σχολείων) ή την κατασκευή δη­μοσίων έργων (λιμανιών, μόλων, δρόμων), οι οποίοι φτάνουν τους 29 και έχουν άμεση ευθύνη είτε για τη σύνταξη και παρακολούθηση των σχεδίων είτε για «πολεοδομικές εφαρμογές», όπως θα λέγαμε σήμερα.

Εξάλλου, επί Καποδίστρια, στο πλαίσιο άλλων πολεοδομικών νομοθετημάτων και ρυθμί­σεων, συντάσσεται και το πρώτο κείμενο νόμου για τις αρμοδιότητες των μηχανικών. Είναι καιρός, λοιπόν, ν’ αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια: κατά την καποδιστριακή περίοδο συναντάμε τις απαρχές του σχεδιασμού ελληνικών πό­λεων, τις οποίες θα πρέπει να υπολογίσουμε όχι μόνο στην ποιοτική και πο­σοτική τους διάσταση, αλλά και μέσα στα πολύ περιορισμένα χρονικά όρια κατά τα οποία έλαβαν την ολοκλήρωσή τους. Ακριβώς τα όρια αυτά δείχνουν το μέγεθος του έργου που επιτελέσθηκε, τη συνέπεια και την επιμονή της κρατικής πολιτικής στον τομέα του σχεδιασμού, ενώ, κατάλληλα ερμηνευόμενα τόσο ως προς τη σύλληψη όσο και ως προς την εφαρμογή τους, μας οδηγούν σε πολύ σημαντικά συμπεράσματα για την γενικότερη πολιτική, τους συσχετισμούς δυνάμεων αλλά και το μέτρο της κοινωνικής αποδοχής και συμμετοχής στο «καποδιστριακό πείραμα».

 

Η περίπτωση του Ναυπλίου

Το Ναύπλιο πρωτεύουσα

 

Ήδη από την Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας (1827) το Ναύπλιο ορί­ζεται ως η έδρα της Κυβέρνησης, όπου όμως ελάχιστα παραμένει η «Αντικυ­βερνητική Επιτροπή» (Προσωρινή Κυβέρνηση) και η Βουλή, εξαιτίας των εσωτερικών διαμαχών και της εξέλιξης του επαναστατικού πολέμου. Πρωτεύ­ουσα, με την έννοια της πόλης – έδρας της Διοίκησης, γίνεται, στην πράξη, η Αίγινα, και παραμένει μέχρι τον Αύγουστο του 1829 (αν και η Κυβέρνηση μεταφέρεται, ενδιάμεσα, και στον Πόρο). Από τα μέσα, όμως, του 1828 το τότε Υπουργείο των Οικονομικών μεταφέρεται στο Ναύπλιο όπου, προς το τέλος του 1829, έχουν μετακομίσει όλες οι κεντρικές διοικητικές υπηρεσίες, ενώ η σχετική κτιριακή υποδομή είχε ήδη αρχίσει να δημιουργείται, εκεί, από τις αρχές του 1828, με πρωτοβουλία του φρουράρχου της πόλης Χάϊντεκ. Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι και επί Καποδίστρια ο ορισμός του Ναυπλίου ως πρωτεύουσας του κράτους είχε χαρακτήρα προσωρινό, στο πλαίσιο των προσδοκιών για εδαφική επέκταση του νεοσύστατου κράτους, τις οποίες είχε κιόλας επιδιώξει να πραγματώσει ο Κυβερνήτης. Με το διάταγμα του Όθωνα, της 18/30 Σεπτεμβρίου 1834, πρωτεύουσα ορίζεται η Αθήνα, από την 1η Δεκεμβρίου 1834.

 

Η κατάσταση στην πόλη

 

Πριν αναφερθούμε στα πρώτα πολεοδομικά μέτρα της καποδιστριακής διοίκησης, θεωρούμε σκόπιμο να δώσουμε ορισμένα χαρακτηριστικά της εικό­νας που παρουσίαζε η πόλη του Ναυπλίου, στις αρχές του 1828. Για τον σκοπό αυτό νομίζουμε ότι ένα απόσπασμα των Ιστορικών αναμνήσεων του Νικολάου Δραγούμη παρουσιάζει πολύ εύγλωττα τα χαρακτηριστικά αυτά, και οι πλη­ροφορίες που μας δίνει διασταυρώνονται με εκείνες που εντοπίσαμε σε αναφορές του Χάϊντεκ προς τον Καποδίστρια, αλλά και με όσα παρατηρεί και διαβιβά­ζει ο Σταμάτης Βούλγαρης, σε επιστολές του προς τον Καποδίστρια.

 

Ναύπλιο, υδατογραφία, πρώτο μισό 19ου αιώνα

 

Γράφει, λοιπόν, ο Δραγούμης: «Το Ναύπλιον, πόλις όλως τουρκική, τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και πάντη αρρύθμους (……). Αλλά και των κατοίκων ο βίος ην, ως και των λοιπών Ελλήνων, ασιατικός. Ασιατικόν δε λέγων δεν εννοώ τρυφηλόν, διότι όπου λείπει η επιούσιος τροφή, εκεί η τρυφή άγνωστος αλλ’ ότι, πλην της ελληνομόρφου φουστανέλλας, πάντα τα λοιπά εγίνοντο ως και επί Τουρκίας. Εν τοις εργαστηρίοις οι πωληταί, καθήμενοι διασταυρωμένοι τους πόδας χαμαί και αναμένοντες εις μάτην αγοραστάς, εμύζων κατηφείς την άκραν του τσιμπουκίου αυτών. Επώλουν δε πέτρας πυροβολούν, πυρεκβόλα, σπάγγον, βελόνας, ράμμα, θειάφιον, πέτρας της κολάσεως και τα τοιαύτα, πάντα άσημα και ευτελή. Παρέκειντο δε και άλλα εργαστήρια, οίον παντοπωλεία, ραφεία και καφενεία, πολυτιμώτερα και ποικιλώτερα περιέχοντα εξ ανάγκης εμπορεύματα και πλείονας φοιτητάς».

Από άλλες πηγές μαθαίνουμε ότι το Ναύπλιο ήταν εξαιρετικά ακάθαρτη πόλη, ότι το μεγάλο πρόβλημα αποτελούσε το φράξιμο των υπονόμων του, ότι έξω από τη θαλάσσια πύλη του τείχους, προς δυτικά, είχε δημιουργηθεί μικρός οικισμός με καλύβες, ενώ υποθέτουμε ότι ο πραγματικός πληθυσμός του με τους πρόσφυγες και τους φυγάδες που είχαν εισρεύσει στην πόλη, θα πρέπει να ξεπερνούσε τον αριθμό των 5500 κατοίκων που αναφέρεται για το 1829. Μόνον η Πρόνοια, προάστιο στις βόρειες παρυφές της πόλης, τον Ιούνιο του 1828 αναφέρεται ότι αποτελούσε οικισμό 2500 κατοίκων (στοι­χείο της εποχής). Παρά τον σχεδιασμό του Βούλγαρη και του Βαλλιάνου, αλλά και την ενέργεια των σχετικών εργασιών για απόφραξη των υπονόμων, της οποίας την επιστασία ανέλαβε ο Ανδρέας Κάλανδρος, η καθαριότητα εξακολουθεί ν’ αποτελεί πρόβλημα, τουλάχιστο για ορισμένες περιόδους της καποδιστριακής εποχής.

 

Πρώτα πολεοδομικά μέτρα

 

Με πρωτοβουλία του Καποδίστρια συγκροτείται επιτροπή, στις αρχές του 1828, με έργο την καταγραφή του υλικού και της κατάστασης των φρου­ρίων του Ναυπλίου, ενώ δίνεται εντολή στη Δημογεροντία να απογράψει τους κατοίκους. Και το μεν πρώτο έργο ολοκληρώθηκε, το δεύτερο, όμως, συνάντησε δυσκολίες και, πάντως, υπάρχουν κατάλογοι με απογραφή ορισμένων κατοί­κων, κατά επαγγελματικές κατηγορίες, χωρίς άθροισμα και των μελών των οικογενειών τους.

Το Μάιο του 1829 συγκροτείται άλλη επιτροπή, με σκοπό την καταγραφή των ετοιμόρροπων «εθνικών οικιών», ενώ από τις αρχές του 1828, επίσης, αρχίζει το έργο της απόφραξης των υπονόμων, της επισκευής του υδραγωγείου και, γενικά, του καθαρισμού της πόλης, ο οποίος ή δεν είχε ολοκληρωθεί στις αρχές του επόμενου έτους ή ολοκληρώθηκε κάποια στιγμή και ξαναδημιουργήθηκε η ίδια κατάσταση: από επιστολές και εντολές του Καποδίστρια συνάγεται ότι σωροί σκουπιδιών και μπάζα υπάρχουν στους δρόμους της πόλης, ενώ προς το τέλος του 1829, σε άλλη επιστολή του, ο Κυβερνήτης δηλώνει ρητά ότι η Δημογεροντία και οι πολίτες πρέπει να ανα­λάβουν τα οικονομικά βάρη του καθαρισμού.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

 

Το πρόβλημα της ανάληψης των δαπανών από την κεντρική διοίκηση ή από τους κατοίκους της πόλης εξακολουθεί να παραμένει και για το ειδικότερο θέμα της απόφραξης των υπονόμων που, ενώ καθαρίζονται στις αρχές του 1828, εξακολουθεί η εκκρεμότητα της πληρωμής των σχετικών εξόδων ακόμα και μέχρι τις αρχές του 1829, επειδή ελάχιστοι πολίτες κατέβαλαν την δαπάνη που αναλογούσε σε αυτούς. Τέλος, ανάμεσα στα πρώτα μέτρα για πολεοδομικές διευθετήσεις θα πρέπει να συμπεριληφθεί η καταγραφή και επισκευή, μόλις σε είκοσι περίπου μέρες, κατά τις αρχές, πάλι, του 1828, όλων των «εθνικών» οικημάτων της πόλης, με φροντίδα του μηχανικού Ανδρέα Κάλανδρου και διμελούς επιτροπής. Ο Κάλανδρος επιφορτίζεται και με την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Βούλ­γαρη, μέχρι τον Απρίλιο του 1829, οπότε την ευθύνη για πολεοδομικό σχεδια­σμό και για τις πολεοδομικές εφαρμογές αναλαμβάνει ο Βαλλιάνος.

 

Ο Στ. Βούλγαρης και το σχέδιο του 1828

 

Ευθύς μετά την εγκατάσταση του στο Ναύπλιο, τον Ιανουάριο του 1828, ο Βούλγαρης υποβάλλει υπόμνημα στον Καποδίστρια, με έξη προτάσεις, από τις οποίες οι περισσότερες αφορούν τον καθαρισμό της πόλης και την επισκευή του δικτύου ύδρευσης. Εκτός από αυτά, όμως, ο Βούλγαρης προτείνει τόσο την κατάργηση των σαχνισιών (πράγμα που αποδέχεται ο Καποδίστριας, το ενστερνίζεται και επανέρχεται συχνά σ’ αυτό τόσο για το Ναύπλιο όσο και για το ‘Αργος), όσο και την κατεδάφιση των πολυάριθμων καλυβών, έξω από το Ναύπλιο αλλά και μέσα στην πόλη, ενώ παράλληλα προτείνει τη δημιουργία παραπηγμάτων προς το χωριό της Άριας, βορειοανατολικά της πόλης. Η ιδέα αυτή θα πάρει γρήγορα το δρόμο της πραγμάτωσής της και θα δημιουργηθεί το προάστιο της Πρόνοιας, του οποίου το σχέδιο θα συντάξει επίσης ο Βούλ­γαρης.

Ο Καποδίστριας δέχεται, στο σύνολό τους, τις προτάσεις του Βούλγαρη, αλλά υπογραμμίζει ότι θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα πολεοδομικά προβλή­ματα της πόλης με το πρίσμα και την προοπτική σταδιακών βελτιώσεων. Η έγκριση του Καποδίστρια δίνεται στις αρχές Φεβρουαρίου. Παράλ­ληλα, έχουμε στοιχεία για ανάμιξη του Βούλγαρη τόσο στο έργο της απόφρα­ξης υπονόμων όσο και στην επισκευή του δικτύου ύδρευσης, αλλά και στην απογραφή των φρουριακών εγκαταστάσεων και υλικού της πόλης.

 

Ναύπλιο, το παλιό τζαμί – Υδατογραφία

 

Γεγονός είναι ότι στις 30 Απριλίου 1828 ο Βούλγαρης, όπως ο ίδιος γράφει στον Καποδίστρια, έχει ολοκληρώσει την αποτύπωση της πόλης και επάνω στο σχέδιο σημειώνει με κίτρινο χρώμα – σύμφωνα πάντα με τα γραφόμενά του – τις αλλαγές που προτείνει στην υπάρχουσα κατάσταση, με γνώμονα το ενδιαφέρον για την άμυνα του Ναυπλίου και για την ανάπτυξη του εμπο­ρίου. Τις επεμβάσεις του τις αιτιολογεί διαπιστώνοντας την «κακή δόμηση της πόλης» καθώς και το ότι ήταν μισογκρεμισμένη.

Δημιουργεί ευρύτερους δρόμους και πλατείες, διαιρεί την πόλη σε ενορίες και υποδεικνύει ακόμη και τα μνημεία που θα πρέπει να ανεγερθούν. Στις 22 Μαΐου ο Καποδίστριας γράφει στον Βούλγαρη ότι παρέλαβε το σχέδιο και εγκρίνει την ονοματοθεσία των οδών και πλατειών, που εκείνος είχε προτείνει. Την ίδια εποχή, σε οδηγίες του προς τον Έκτακτο Επίτροπο της Αργολίδας, προτείνει να γίνει και η αποτύπωση του ‘Αργους από τον Βούλγαρη, προσθέτοντας ότι οι πολεοδομικές επεμβάσεις θα πρέπει να απο­βλέπουν μόνο σε διόρθωση της υπάρχουσας κατάστασης, δηλαδή σε ευθυγραμ­μίσεις οδών και διαμορφώσεις πλατειών και ελεύθερων χώρων.

Το σχέδιο του Βούλγαρη άρχισε να ισχύει ως επίσημο σχέδιο του Ναυ­πλίου, χωρίς να είμαστε σε θέση να καθορίσουμε σε ποιο βαθμό και σε ποια σχέση με τις απόψεις και με τυχόν αντιρρήσεις των κατοίκων. Πάντως, στο γειτονικό ‘Αργος, αντιθέσεις προερχόμενες από ιδιοκτήτες αποτελούν την αιτία για την οποία το σχέδιο Ντεβώ παραμερίζεται ένα χρόνο μετά την έγ­κρισή του. Οπωσδήποτε χρήσιμο είναι να παραπεμφθούμε σε οδηγίες προ­σωπικές του Καποδίστρια, όταν πια ο Βαλλιάνος έχει αναλάβει, τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829, την πολεοδομική εποπτεία του Ναυπλίου, που φανερώνουν ξεκάθαρα τις δυσκολίες για εφαρμογή ενός αφηρημένου σχεδίου, αλλά και τη θέληση του Κυβερνήτη να χρησιμοποιήσει ενεργά τη δημόσια γη για ορθο­λογικό σχεδιασμό, εκποιώντας ή ανταλλάσσοντας οικόπεδα.

Δεν υπάρχει κανένα σχέδιο που με βεβαιότητα να μπορεί να ταυτιστεί με εκείνο του Βούλγαρη. Διαφανές σχεδίου, δίχως καμιά προσδιοριστική ή χρονολογική ένδειξη, αλλά που συμπίπτει με το εντός των τειχών Ναύπλιο της εποχής και βρίσκεται στα αρχεία του Γαλλικού Στρατού, έχουμε σοβαρές αμφιβολίες για το αν μπορεί να ταυτιστεί με το σχέδιο Βούλγαρη, όπως επι­χειρήθηκε από κάποιον ερευνητή, όχι μόνο γιατί δεν φέρει τα στοιχεία που μνημονεύσαμε παραπάνω (της επιστολής Βούλγαρη), αλλά και γιατί δεν απο­τελεί αποτύπωση της υπάρχουσας κατάστασης. Έτσι, για το σχέδιο Βούλγαρη δεν μπορούμε παρά να περιοριστούμε, για την ώρα τουλάχιστο, σε όσα στοι­χεία παρέχει ο ίδιος.

 

Το σχέδιο Βούλγαρη για την Πρόνοια

 

Όπως ήδη σημειώσαμε, ιδέα του Βούλγαρη ήταν, από την αρχή του 1828, να καταργηθούν οι καλύβες μέσα στο Ναύπλιο και έξω από αυτό, και να ανεγερθούν παραπήγματα ΒΑ της πόλης, προς το χωριό Άρια. Από τις 10 Απριλίου ο Καποδίστριας του αναθέτει ρητά τη δημιουργία προαστίου του Ναυπλίου, της Πρόνοιας. Ο ίδιος ο Βούλγαρης σημειώνει ότι στις 5 Μαΐου είχε ήδη αρχίσει να δημιουργεί τα πρώτα παραπήγματα, εκεί, σε «κα­νονικό» σχέδιο, τα οποία κατεδαφίστηκαν με την επιδημία πανούκλας που ενέσκηψε στην περιοχή την εποχή εκείνη, μετά την οποία συνέταξε «σχέδιο διεύρυνσης» του προαστίου. Η πανούκλα εκδηλώθηκε πρώτα στα παραπήγμα­τα όπου, σύμφωνα με πληροφορία της εποχής, είχαν ήδη εγκατασταθεί 2500 άτομα – ενώ, σύμφωνα με τότε καταμέτρηση, 2158 άτομα είχαν εγκαταστα­θεί σε 662 «καλύβες».

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Δυο χρόνια αργότερα, η δόμηση έχει προχωρήσει στο προάστιο, οπότε και υποβάλλεται από κρατικό φορέα στον Κυβερνήτη σχέδιο ψηφίσματος, με το οποίο διασφαλίζεται η ιδιοκτησία του κράτους στη γη της Πρόνοιας και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης της σε όσους έκτισαν ή θα έκτιζαν εκεί, αντί καταβολής φόρου ίσου προς το 4% της αξίας του οικοπέδου, μία φορά τον χρόνο, φόρο από τον οποίο θα εξαιρούνταν οι «άποροι και ενδεείς», ενώ αποκλειόταν η πώληση των οικοπέδων, αλλά επιτρεπόταν η μεταβίβαση της χρήσης λόγω προικός.

Είναι πολύ ενδιαφέρον να συγκρίνουμε αυτό το σχέδιο ψηφίσματος με άλλο, που υποβάλλεται από τη Γερουσία, δύο μήνες αργότερα, και με το ψήφισμα που, τελικά, υπογράφηκε από τον Καποδίστρια και εκδόθηκε: οι περιορισμοί μειώνονται αισθητά υπέρ των κατοίκων, των οποίων διευκολύνεται, πλέον, η απόκτηση ιδιοκτησίας, έναντι πέντε δόσεων, ενώ οι αποδεδειγμένα ενδεείς και άποροι απαλλάσσονται από κάθε είδους πλη­ρωμή.

Λίγες μέρες πριν από τη δημοσίευση αυτού του ψηφίσματος γίνεται καταγραφή των κατοίκων του προαστίου και σώθηκε ο κατάλογος κατόχων καλυβών ή οικημάτων σε αυτό. Λίγο αργότερα γίνεται και ακριβής καταμέ­τρηση και εκτίμηση της αξίας της γης, ενώ αριθμούνται 565 οικοδομήματα. Εξίσου σημαντικό είναι, όμως, το ότι, μόλις ένα χρόνο, περίπου, μετά τη δημοσίευση του ψηφίσματος, είχαν κτιστεί ήδη στο προάστιο «ικαναί οικοδομαί», δίχως άδεια.

Η κατάσταση μιας δόμησης «αυθαίρετης», πλέον, θα λέγαμε σήμερα, συνεχίζεται και επεκτείνεται μέχρι το τέλος του 1833, γι’ αυτό και οι Βαυαροί διορίζουν, ειδικά για την Πρόνοια, μηχανικό, με σκοπό να τηρηθεί ακριβώς το σχέδιο. Η ανώμαλη περίοδος εμφυλίου πολέμου, φα­τριασμού και διάλυσης που επικράτησε μετά τον θάνατο του Καποδίστρια ασφαλώς είχε και εδώ τα αποτελέσματά της. Τέλος, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι και του σχεδίου αυτού του Βούλ­γαρη δεν έχουμε εντοπίσει, μέχρι σήμερα, το πρωτότυπο ή έστω αντίγραφό του, γι’ αυτό και περιοριζόμαστε στις πληροφορίες που δίνει ο ίδιος ή που προέρχονται από αρχειακό υλικό.

 

Οι επεμβάσεις του Θ. Βαλλιάνου

 

Τον Μάρτιο – Απρίλιο του 1829 ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος ορίζεται επί­σημα αρχιτέκτονας υπεύθυνος για την εφαρμογή του σχεδίου Βούλγαρη. Λίγους μήνες αργότερα, ο Έκτακτος Επίτροπος Αργολίδας τον επιφορτίζει με τη σύνταξη σχεδίου για τη λιθόστρωση των δρόμων της πόλης. Όπως, όμως, φαίνεται από επίσημα έγγραφα, τόσο οι δημοπρασίες ερειπίων «εθνικών οικιών» όσο και η εφαρμογή «πρακτικού σχεδίου» δημιούργησαν συγκρού­σεις και φιλονικίες μεταξύ των ιδιοκτητών και του «δημοσίου ταμείου». Ασφαλώς το γεγονός αυτό θα οδήγησε στη σύνταξη νέου σχεδίου από τον Βαλλιάνο, για το οποίο ξέρουμε ότι συντάχθηκε και ότι, στις αρχές του 1830, επικυρώθηκε από την κυβέρνηση. Το σχέδιο αυτό είχε αντιγραφεί προπολεμικά, μάλλον από επίσημο αντί­γραφο του καποδιστριακού αρχείου, στην Κέρκυρα, και η αντιγραφή αυτή δημοσιεύθηκε από την Τούρκισσα ερευνήτρια Τάνκουτ.

Από την καποδιστριακή διοίκηση διατυπώθηκε, πάντως, σαφώς η ομο­λογία ότι υπήρχε μεγάλη δυσχέρεια να εφαρμοστεί σχέδιο πόλης στο Ναύπλιο. Ίσως για τον λόγο αυτό, την ίδια εποχή, σε επίσημο έγγραφό του προς τον Διοικητή Ναυπλίου, ο Καποδίστριας δίνει εντολή να σχηματιστεί επιτροπή διαιτησίας, από έναν εκπρόσωπο του κάθε φορά θιγόμενου ιδιοκτήτη και έναν εκπρόσωπο της Διοίκησης. Σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ τους, αρμοδιό­τητα είχε ο Βαλλιάνος, με αποφασιστική, πλέον, γνώμη.

Σημαντικό είναι ότι μέτρα της σύγχρονης εποχής, όπως η εισφορά γης και η ανταλλαγή ιδιωτικής με δημόσια γη, προβλέπονταν ήδη και τότε, με σκοπό να διευκολυνθεί η εφαρμογή του σχεδίου. Θα πρέπει, επίσης, να σημειώσουμε ότι, διχογνωμίες και αντιδράσεις ιδιοκτητών, που γεννήθηκαν αμέσως μετά την τοιχοκόλληση του σχεδίου Βαλλιάνου, προκάλεσαν τη σύσταση άλλης επιτροπής, αποτελούμενης από τον Γκαρνώ, τον Βούλγαρη και δύο πολίτες, που αποφάσισε να εφαρμοστεί το σχέδιο αυτό και διατύπωσε όρους και κανόνες στα πλαίσια ενός διατάγματος εφαρμογής, θα λέγαμε σή­μερα. Ανάμεσα στους όρους αυτούς υπάρχει η σαφής διάταξη για κατεδάφιση όλων των «εξωστέγων» (σαχνισιών), έναντι αποζημιώσεως από τη Διοίκηση.

 

Καταληκτικά

 

Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου θέτει ορισμένα γενικότερα ερωτηματικά, πριν επιχειρηθεί να δοθούν απαντήσεις ή να εξαχθούν γενικά συμπεράσματα. Τα ερωτηματικά αυτά ενισχύονται από τα στοιχεία που παραθέσαμε στη με­λέτη μας για τον σχεδιασμό του ‘Αργους επί Καποδίστρια, αλλά και από το αρκετά πλούσιο υλικό για τον σχεδιασμό της Πάτρας, την ίδια εποχή. Το μάλλον φτωχό υλικό για τον σχεδιασμό άλλων πόλεων δεν νομίζουμε ότι διαφοροποιεί αισθητά τα ερωτήματα αυτά. Προηγουμένως θα πρέπει να πούμε ότι αποτελεί, πλέον, δεδομένο η θέληση του ίδιου του Καποδίστρια και της Διοίκησής του να εφαρμοστούν σύγχρονες, για την εποχή, πολεοδομικές αντιλήψεις, όπως τις εξέφραζαν οι μηχανικοί που έλαβαν ενεργό μέρος στον σχεδιασμό ελληνικών πόλεων.

Δηλαδή, να εφαρμοστεί ένα σύστημα ευθυγραμμίσεων δρόμων, δημιουργίας πλα­τειών και ελεύθερων χώρων, με θέση δεσπόζουσα για τα δημόσια κτίρια. Δεδομένο, επίσης, είναι ότι το σύστημα αυτό ακολουθήθηκε σε όλη την καθαρό­τητά του για τον σχεδιασμό νέων πόλεων ή νέων τμημάτων πόλεων, ενώ για τις επεμβάσεις στα παλαιά και δομημένα τμήματα πόλεων έγινε σαφώς μετριασμός του, πάντοτε, όμως, στα πλαίσια μιας πρόθεσης να μπει κάποια «τάξη» στην τότε πολεοδομική πραγματικότητα. Με την προοπτική αυτή, η αντίθεση προς τα σαχνισιά εκδηλώθηκε έντονα, για λόγους υγιεινής (αερι­σμός δρόμων κλπ.), αλλά και με σαφή ιδεολογική φόρτιση (κατάργηση «τουρκοπόλεων», εξευρωπαϊσμός). Αναντίρρητο είναι, επίσης, ότι αποτέλεσε επι­θυμία κατοίκων πολλών πόλεων, ιδίως των κατεστραμμένων από τον επανα­στατικό πόλεμο, να αποκτήσουν σχέδιο «τακτικόν».

Από κει και πέρα, η μελέτη των συγκρούσεων γύρω από την εφαρμογή σχεδίων σε παλαιά τμήματα πόλεων θέτει πρώτα απ’ όλα το θεμελιακό ερώτη­μα του κατά πόσο το συγκεντρωτικό σύστημα του Καποδίστρια λειτούργησε και στον τομέα του σχεδιασμού πόλεων όπως σε άλλους τομείς, αλλά και το κατά πόσο πρόθεσή του ήταν να λειτουργήσει ή όχι με τον ίδιο τρόπο. Οι συμβιβαστικές διαδικασίες που καθιερώθηκαν και ακολουθήθηκαν στην εφαρμογή των διαφόρων σχεδίων μας πείθουν για την ύπαρξη διαλόγου, αλλά και για την επιδίωξη του διαλόγου αυτού από την πλευρά της Διοίκησης, ιδιαίτερα μετά την αντίδραση ιδιοκτητών. Άλλο ερώτημα, που νομίζουμε ότι πρέπει να τεθεί, είναι το αν η αντίδραση των πολιτών – ιδιοκτητών ή ιδιοποιητών γης στα παλαιά τμήματα πόλεων προέρχεται από οθωμανικές καταβολές, τόσο στο θέμα της γαιοκτησίας όσο και στο πεδίο των νοοτροπιών – οπότε θα πρέπει να καθορίσουμε και το ποιες.

Εξίσου σημαντικό θεωρούμε το ερώτημα του ποια ήταν η αξία της γης την εποχή αυτή, ποια τυχόν υπεραξία δημιουργείτο με τον σχεδιασμό, αλλά και πως η τυχόν υπεραξία γινόταν αντιληπτή από τους ίδιους τους ιδιοκτή­τες. Τα στοιχεία που εντοπίσαμε και μελετήσαμε (αιτήσεων ή διαμαρτυριών πολιτών για θιγόμενα συμφέροντά τους) μαρτυρούν μάλλον για μιαν εμμονή σε εντελώς στατικήν αντίληψη της ιδιοκτησίας, που μέχρι και σήμερα εξακολουθούμε να συναντάμε σε ανάλογες συγκρούσεις, με αφορμή ανάλογες προ­σπάθειες σχεδιασμού, αλλά και η οποία δεν στερείται κάποιου «δυναμικού» υπόβαθρου, δηλαδή παρωχημένων, έστω, κερδοσκοπικών υπολογισμών. Θα πρέπει, βέβαια, να εντοπίσουμε και κάτι άλλο, δηλαδή την ανυπαρξία μελε­τών για το πρώτο σκέλος του ερωτήματος, δηλαδή την αξία και τις τιμές γης, με τις τυχόν διακυμάνσεις τους.

Αφήσαμε τελευταίο ένα γενικότερο ερώτημα. Ο σχεδιασμός της καποδιστριακής διοίκησης μήπως θα πρέπει να ενταχθεί σ’ ένα γενικότερο πλαίσιο προσπαθειών της για τη δημιουργία αστικών δομών (και αντιλήψεων) ή για ενίσχυσή τους στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος; Αν εξετάσουμε συνολικά την κατάσταση, τότε θεωρούμε ότι η προσπάθεια αυτή, παρ’ όλες τις συγκρούσεις, είχε μπει σε καλό δρόμο. Για άλλη μια φορά ξανάρχεται, έτσι, στην επιφάνεια η σύγκρουση των καθυστερημένων στρωμάτων του ελληνικού πληθυσμού, κατόχων μέχρι τον Καποδίστρια της πραγματικότητας της εξουσίας στον τότε ελλαδικό χώρο, με μια Διοίκηση που εξέφραζε, στη θέληση και με την πράξη, την τάση του εκσυγχρονισμού. Το περίεργο είναι ότι, στη σύγκρουση αυτή, επώνυμα μέλη του πλέον αστικοποιημένου στρώματος του πληθυσμού βρέθηκαν με το μέρος των πρώτων, για δικούς τους λόγους, βέβαια. Αλλ’ ήδη περνάμε σ’ ένα άλλο πεδίο έρευνας…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας

 

Πηγή


  • Βασίλη Κ. Δωροβίνη, «Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 33) / Η ειδική περίπτωση και τα γενικότερα προβλήματα», Ανάτυπο από τα Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου Ιστορίας ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΛΗ της Εταιρείας Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Αθήνα, 1985.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Δημοτική Νεοκλασική Αγορά Άργους


  

Γενικά

Νεοκλασική Αγορά

Αποτελεί ένα από τα ωραιότερα νεοκλασικά κτίσματα της πόλης του Άργους. Κτίστηκε το 1889 επί Δημαρχίας του γιατρού Σπήλιου Καλμούχου, παρά τις έντονες αντιδράσεις της δημοτικής αντιπολίτευσης. Τα σχέδια εκπόνησε ο αρχιτέκτονας (γεωμέτρης) Πάνος Καραθανασόπουλος.  Πρόκειται για ένα μεγάλο και συμμετρικό κτίριο που είναι ένα από τα ομορφότερα κτίσματα στην πόλη.  Είναι επίμηκες και χωρίζεται από δύο διαδρόμους κάθετους μεταξύ τους, ένα στενό κι ένα φαρδύτερο, που οδηγούν στις τέσσερεις εξόδους και χωρίζουν το κτίριο σε τέσσερα όμοια τεταρτημόρια.

Εκείνες που περισσότερο εντυπωσιάζουν είναι οι θαυμάσιες καμάρες στις οποίες απολήγει ο φαρδύς διάδρομος. Τρεις σε κάθε μακρά πλευρά. Από την ανέγερσή του μέχρι σήμερα λειτουργεί ως αγορά και στεγάζει 24 καταστήματα τα οποία διαχειρίζεται ο Δήμος Άργους- Μυκηνών. Έξι σε κάθε τεταρτημόριο. Η μία μακρά πλευρά του « βλέπει» προς την υπαίθρια λαϊκή αγορά και τους στρατώνες του Καποδίστρια ενώ η άλλη στην οδό Δημητρίου Τσώκρη.   

Το 1989 το κτίριο αναστηλώθηκε με την ευθύνη του Αργείου αρχιτέκτονα Κώστα Μακρή και λίγο αργότερα τοποθετήθηκε πάνω από τους διαδρόμους διαφανές στέγαστρο, για πρακτικούς λόγους αλλά και για την προστασία του κτιρίου από τις διαβρώσεις. Το κτιριακό αυτό συγκρότημα που έχει κρατήσει την αρχική του μορφή, εκτός από το πηγάδι που υπήρχε στο κέντρο του και το οποίο έχει πλέον επιχωματωθεί, έχει χαρακτηριστεί δύο φορές διατηρητέο, από το ΥΠ.ΠΟ. και το ΥΧΟΠ ( Διάταγμα Πλυτά – Τρίτση, 1982).

   

Η δημοτική νεοκλασική αγορά του Άργους (1889 -1989)


 

Ακολουθούν αναλυτικότερα και ιδιαιτέρως ενδιαφέροντα  άρθρα του Δικηγόρου- Ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη, που δημοσιεύτηκαν στα τεύχη 29 και 35 του περιοδικού « Αρχαιολογία και Τέχνες», το Δεκέμβριο του 1988 και τον Ιούνιο του 1990 αντίστοιχα.

 

Το κτίριο της νεοκλασικής αγοράς αποτελεί ένα από τα καλύτερα δείγματα έντεχνης αρχιτεκτονικής του νεότερου Άργους και ασφαλώς ένα από τα αντιπροσωπευτικότερα επιτεύγματα της νεοκλασικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα.

Θεωρώ ότι είναι αναγκαίο ν’ αρχίσου­με να ασχολούμαστε με το ιστορικό της αρχιτεκτονικής δραστηριότητας, σε δημοτικό επίπεδο και για δημοτι­κά κτίρια, ιδιαίτερα προς το τέλος του 19ου αιώνα, όχι μόνον επειδή ση­μειώνεται σε πολλές πόλεις, τόσο της ηπειρωτικής όσο και της νησιωτι­κής Ελλάδας, ώστε να μπορούμε να μιλήσουμε για γενικευμένο φαινόμε­νο και επομένως άξιο να μελετηθεί καθ’ εαυτό, από την πλευρά της ιστορίας της αρχιτεκτονικής και, μάλιστα, του νεοκλασικισμού, όπως μεταφυτεύτηκε περιφερειακά, αλλά επειδή ενδιαφέρει και από την πλευ­ρά της γενικότερης κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας.

 

Δημοτική Νεοκλασική Αγορά Άργους, Ντιάνα Αντωνακάτου, 1967.

 

Πράγματι, η αρχιτεκτονική αυτή δραστηριότητα συμπίπτει με μια προσπάθεια για δημιουργία αστικής υποδομής στις επαρχιακές πόλεις και, ιδιαίτερα, σε αυτές που μέχρι τότε διατηρούσαν έντονο χαρακτήρα αγροτικών κέν­τρων όπως το Άργος ή ο Πύργος. Ασφαλώς, δεν είναι τυχαίο ότι πρω­τοβουλίες για την προώθηση αυτής της δραστηριότητας παίρνουν δή­μαρχοι και δημοτικά συμβούλια με υπεροχή του στοιχείου των ελευθέ­ρων επαγγελματιών και των εμπόρων και ότι συχνά η προώθηση αυτή, στο ιδεολογικό επίπεδο, γίνεται στο όνο­μα του εκσυγχρονισμού και της ανάγκης εξόδου από την μέχρι τότε κατάσταση, που συχνά ταυτίζεται με την καθυστέρηση. Οι αντιθέσεις που προκαλούν, εδώ ή εκεί, τέτοιες πρω­τοβουλίες φέρνουν, ακριβώς, στην επιφάνεια αντιθέσεις του κοινωνικού υποστρώματος, με άμεση αντιστοιχία προς το ιδεολογικό επίπεδο.

Τα στοιχεία που παραθέτω και ανα­λύω στην πρώτη αυτή ενότητα προέρχονται από τα πρακτικά του δημοτικού συμβουλίου Άργους, που ευτυχώς σώθηκαν από την καταστρο­φή του δημοτικού αρχείου η οποία ενεργήθηκε κατά καιρούς, και από την αποδελτίωση του τύπου της Αρ­γολίδας, που έχω ολοκληρώσει πριν μερικά χρόνια. Επιβοηθητικά, χρησιμοποίησα στοιχεία από τα περιηγητι­κά βιβλία του γιατρού Χ. Π. Κορύλλου και του Σπ. Παγανέλη, που πέρασαν από το Άργος λίγο μετά την οικοδό­μηση της αγοράς. Σε κύριο άρθρο της εφημερίδας «Άργος» εντοπίζουμε για πρώτη φορά την πληροφορία ότι ο δήμαρ­χος Καλμούχος πήρε την πρωτοβου­λία για την ανέγερση της αγοράς, την ανακαίνιση του δημαρχείου και την προσθήκη οικήματος σε αυτό (πρόκειται για το κτίριο προς ΒΑ, επί της οδού Βασ Σοφίας, όπου μέχρι πρόσφατα στεγαζόταν το «Οικονομι­κό» Γυμνάσιο). Γράφει το «Άργος»:

«Ο ημέτερος δήμαρχος κ. Καλμούχος από πολλού ήδη χρόνου μελετά και εργάζεται φιλοτίμως περί δημοτικών έργων προς εξυγίανσιν και ανάπτυξιν της πόλεως και του δήμου εν γένει (….) Όπως όλοι οι προοδευτικοί συμπολίται μας αναμολογούν και ο δήμαρχος εμβριθώς έγνω η πόλις μας έχει ανάγκην και συμφέρον μέγιστον να οικοδομηθώσι καταστήματα επί ασκεπών δημοτικών γηπέδων και δημοτική αγορά πάρα την πλατεία του στρατώνος, χάριν της καθαριότητος και αναπτύ­ξεως της πόλεως. Έργα όμως είνε αδύνατον να γίνουν άνευ χρημάτων και χρήματα δεν περισσεύουν προς τοιούτους σκοπούς εκ του προϋπολογισμού του Δήμου. Εν­τεύθεν παρίσταται ανυπέρβλητος η ανάγκη δα­νείου δρχ. 100 χιλ. ου οι τόκοι και χρεωλύσσια έσονται ελάσσονα των εκ των έργων αυτών δημοτικών προσόδων κατ’ ασφαλείς και θετικούς υπο­λογισμούς. Δια τούτο ο δήμαρχος αφού δια μηχανικού κα­τήρτισε τους αναγκαίους προϋπολογισμούς, ήλθεν εις συνεννοήσεις προς κεφαλαιούχους των Αθηνών και μετ’ αποτελέσματα των ενεργειών του ευάρεστα εισήγαγε το ζήτημα εις το δημοτικόν συμβούλιον κατ’ αυτάς. Δυστυχώς το δημοτικόν συμβούλιον ευρέθη εις πολύ παραδόξους διαθέσεις. Και οι μεν προτάσεις του δημάρχου εψηφίσθησαν, άτε ούσαι κοινωφε­λείς και κάλλισται, προς τιμήν της πλειοψηφίας του συμβουλίου εκ των 18 όμως συμβούλων ευρέθησαν 8 οίτινες ανέταξαν σφοδρά πείσμονα και εμπαθή αντίδρασιν εις ουδένα σπουδαίον λόγον στηριζομένην και ελαυνομένην εκ φατριατικού καθαρώς ανταγωνισμού. Το παράδοξον δε είνε, ότι η μειοψηφία ανεγνώρισε την χρησιμότητα των εν λόγω έργων απέκρουσεν όμως το δάνειον δηλ. ησπάσθη τον σκοπόν αλλ’ ηρνήθη τα μέσα της πραγματοποιήσεώς του».

Και το άρθρο του «Άργους» καταλή­γει τονίζοντας, ότι θα αποτελέσει «έγκλημα» κατά της πόλης και του μέλλοντός της η άρνηση παρομοίων ευεργετικών έργων, εκφράζοντας την ευχή ότι η δημοτική μειοψηφία δεν θα βρει υποστηρικτές στην πόλη. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το τό­τε «Άργος» (λίγα χρόνια αργότερα εκδόθηκε άλλη εφημερίδα, με τον ίδιο τίτλο) ήταν η πρώτη εφημερίδα, που εκδόθηκε σε λίγο – πολύ τακτά διαστήματα στην πόλη, και αρχισυντάκτη είχε τον προοδευτικό δικηγό­ρο και ιστορικό του νεότερου Άρ­γους Δημ. Βαρδουνιώτη.

Σε άλλη τοπική εφημερίδα στον «Αγαμέμνονα», και ενώ από την πλευρά του δημοτικού συμβουλίου είχαν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες για τη σύναψη δανείου, δημοσιεύτηκε ενάμιση μήνα αργότερα, επιστολή με αρχικά ονόματος (Γ.X.Μ.), όπου αποκηρύσσεται μετά βδελυγμίας το άρθρο του «Άργους», ως …υβριστικό, σε τόνο επιθετικό και δημαγωγι­κό δίχως στοιχεία που να τεκμηριώ­νουν πραγματικά τις αντιρρήσεις κατά της ανέγερσης της αγοράς.

Οι αντιρρήσεις αυτές στηρίζονται αόρι­στα στο ότι τα έσοδα από την αγορά θα είναι πολύ λιγότερα από το ποσό του δανείου και εκείνο των τόκων – τοκοχρεολυσίου το οποίο θα βαρύνει συνεχώς τα οικονομικά του Δή­μου. Επίσης θεωρείται ότι θα υπάρ­ξει αδυναμία καθαρισμού της αγο­ράς από έλλειψη «πηγαίου ύδατος». Και καταλήγει το άρθρο με υβριστική επίθεση κατά του Βαρδουνιώτη. Το «ύφος» και το «ήθος» αυτής της επί­θεσης θυμίζει έντονα, και μετά εκατό χρόνια εντελώς παρόμοια στάση της πλέον οπισθοδρομικής μερίδας της πόλης σε πρόσφατους αγώνες για την πολιτιστική της κληρονομιά και για τον εκσυγχρονισμό της. Αλλά θυ­μίζει βέβαια και ανάλογη στάση στις γενικότερες κομματικές διαμάχες της χώρας μας. Είναι πάντως χαρακτηριστικό ότι οι αντιρρήσεις αυτές, που ασφαλώς ταυτίζονταν με εκείνες της δημοτι­κής αντιπολίτευσης στο θέμα, αγνο­ούσαν τις νεότερες εξελίξεις ως προς το δάνειο αλλά και προσπαθού­σαν να προκαταλάβουν την κοινή γνώμη ως προς την καθαριότητα.

Δεν βρήκαμε στις πηγές στοιχεία αλλά ξέρουμε καλά ότι στο κέντρο του δα­πέδου της αγοράς δημιουργήθηκε πηγάδι και επομένως, είχε βρεθεί νερό. Το πηγάδι αυτό σφραγίστηκε πρόσφατα και είναι εμφανέστατη η διάμετρός του από το τσιμεντένιο κλείσιμο του στομίου του. Ήδη, όμως το δημοτικό συμβούλιο είχε προχωρήσει σε τελική απόφαση για την οικοδόμηση και για σύναψη δανείου, με την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος. Από τα πρακτικά της συνε­δρίασής του της Κυριακής, 17 Ιου­λίου 1888, μας γίνεται γνωστό ότι εί­χε προηγηθεί το με αρ. 80 «ψήφισμά» του, με το οποίο εντελλόταν ο δή­μαρχος να συνάψει δάνειο για τα εξής έργα: «κατασκευή δημοτικής αγοράς εν τη ενταύθα πλατεία του στρατώνος του ιππικού», «δημοτι­κών καταστημάτων ανατολικώς του δημαρχικού καταστήματος» και « σι­δηράς στοάς κατά την άνω λεγομένην της κύλεως αγοράν».

Στην ίδια συνεδρίαση ο δήμαρχος αναγ­γέλλει ότι ήρθε σε διαπραγματεύσεις με το διευθυντή της Εθνικής Τράπεζας στην Αθήνα οι οποίες και κατάληξαν σε συμφωνία για σύναψη δανείου 100.000 δρχ. με τόκο 7% και τοκοχρεολύσιο 1% ετησίως με εξόφληση του σε δυο δόσεις (1η Ιανουαρίου και 1η Ιουλίου). Η πληρωμή των δόσεων αυτών προτεινόταν από το δήμαρχο να γίνεται με γραπτώς συνομολογούμενη υποχρέωση του ενοικιαστή δη­μοτικών φόρων όπως ήταν μέχρι και τότε θεσμικά δυνατό και συγκεκρι­μένα του φόρου « επί των εισκομιζομένων ωνίων» και του «δασμού επί των εμπορευμάτων». Με την ενοικία­ση των δημοτικών φόρων ο ανάδοχος ανελάμβανε, έτσι, την πληρωμή των τοκοχρεωλυτικών δόσεων στο υπο­κατάστημα της Εθν. Τράπεζας, στο Ναύπλιο.

Το δημοτικό συμβούλιο έκανε δε­κτούς τους όρους αυτούς και έδωσε εντολή στο δήμαρχο κατά την ίδια συνεδρίασή του, να συνάψει το δά­νειο χρησιμοποιώντας ως υπεγγύηση τους παραπάνω δημοτικούς φό­ρους, αλλά για μετά την έκδοση της διακηρύξεως της μειοδοτικής δημο­πρασίας κατασκευής των τριών οικο­δομημάτων ώστε να αποφευχθεί η άμεση επιβάρυνση του Δήμου με πληρωμή τόκων. Η σύναψη του δανείου βρισκόταν υπό την έγκριση της Νομαρχίας.

 

Η αγορά στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, από δελτάριο με στοιχεία εκδότη «Satrap».

 

Από επικριτικό άρθρο του «Αγαμέ­μνονα», στο φύλλο που μνημονεύσαμε, μαθαίνουμε πρόσθετα ότι η από­φαση για την ανέγερση των κτιρίων λήφθηκε με ψήφους 10 προς 8, αλλά και ότι ο Νομάρχης ενέκρινε ταχύτα­τα τη σύναψη του δανείου όπως και κονδύλι 500 δρχ. για να καλυφτούν τα έξοδα του δημάρχου στην υπόθε­ση αυτή πράγμα που προκάλεσε ιδιαίτερα τη μήνυ του αρθρογράφου.

Ο «Αγαμέμνων» επανήλθε λαύρος, με δυο μεγάλα κύρια άρθρα του κατά της σύναψης του δανείου, επι­χειρηματολογώντας αντιφατικά υπέρ της ενέργειας άλλων και χρησιμότε­ρων έργων υποδομής στην πόλη και, ταυτόχρονα, υπογραμμίζοντας ότι ο Δήμος… δεν έχει χρήματα. Από τα άρθρα αυτά προέρχονται και τα πρόσθετα στοιχεία ότι το δάνειο ήταν δεκαετούς διαρκείας και ότι η ανέγερση των κτιρίων προβλεπόταν να ολοκληρωθεί σε τρία χρόνια.

 

Η διαδικασία για την ανέ­γερση και η ολοκλήρωση του κτιρίου

 

Από τα προηγούμενα δημοσιεύματα του «Αγαμέμνονα» μαθαίνουμε ότι υπήρχε «δημοτικός γεωμέτρης» (μη­χανικός) στο Δήμο, ο Πάνος Καραθανασόπουλος, ο οποίος «σχεδιαγραφούσε» για την κατασκευή της αγο­ράς και, μάλιστα, σε θέση όχι ακρι­βώς επί της πλατείας των Στρατώνων του Καποδίστρια. Από τις πηγές δε γίνεται διόλου σαφές ποιος εκπόνη­σε τα σχέδια για τα κτίρια και, μάλι­στα, της αγοράς η οποία, σύμφωνα με πρόχειρες εκτιμήσεις αρχιτεκτό­νων, ανάγεται σε τεχνοτροπία του Τσίλλερ. Έρευνες σε κατάλοιπα σχέ­δια του Τσίλλερ, στην Εθνική Πινακο­θήκη, δεν απέδωσαν αποτέλεσμα. Στα εναπομένοντα δημοτικά αρχεία του Άργους δεν υπάρχει, πλέον, κα­νένα σχετικό σχέδιο. Και είναι πολύ περίεργο το ότι ούτε στον τοπικό τύ­πο, ούτε και στα σωζόμενα πρακτικά συνεδριάσεων του δημοτικού συμ­βουλίου βρήκαμε την παραμικρή, έστω, νύξη για τον αρχιτέκτονα του έργου.

Τέλος Νοεμβρίου του 1888 έχει πε­ρατωθεί «πάσα προπαρασκευαστική εργασία προς κατασκευήν λαμπράς αγοράς εν Άργει», ενώ στο τέ­λος Δεκεμβρίου εξακολουθούσαν οι μειοδοτικές προσφορές, που είχαν φτάσει στα 16% για την αγορά και στα 17% για τα καταστήματα. Σε πρακτικό συνεδρίασης του δημοτι­κού συμβουλίου της 4 Ιανουαρίου 1889 βρίσκουμε ότι αποφασίστηκε η κατακύρωση του διαγωνισμού υπέρ του εργολάβου και τελευταίου μειο­δότη Αγγελή Σακκά, με προσφορά 17%, με εγγυητή τον Αργίτη Παντελή Σαγκανά (από τους ιδιοκτήτες του πρώτου σύγχρονου, για την εποχή ξενοδοχείου της πόλης «Των ξέ­νων», στην πλατεία του Αγ. Πέτρου, που λειτούργησε ανελλιπώς μέχρι πρόσφατα). Στην ίδια απόφαση μνη­μονεύεται και η τελική εγκριτική από­φαση του Νομάρχη για τα έργα με αριθμό 7778/1-10-1888.

Για άγνωστους λόγους και ενώ, κα­θώς φαίνεται είχαν αρχίσει τα έργα οικοδομής, σημειώνεται αλλαγή ερ­γολάβου και στον «Αγαμέμνονα» της 2-5-89 υπάρχει η είδηση ότι, « η κατα­σκευή της Νέας Αγοράς κατεκυρώθη αντί δρχ. 55.000 εις τον εκ Ναυ­πλίου εργολάβον κ. Βουγιούκαν, υποχρεούμενον να αποπερατώση αυ­τήν εντός 6 μηνών». Στο μεταξύ είχε αποπερατωθεί η κατεδάφιση «παρα­πηγμάτων λαχανοπωλείων εν τω χώρω των οποίων ανεγερθήσεται» η δημοτική αγορά και εγκρίνεται η εκ­ποίηση των υλικών τους.

 

Η αγορά πριν την αναστήλωση του 1988.

 

Έτσι, γίνεται γνωστό ότι στη θέση όπου οικοδομήθηκε η αγορά και επί της πλα­τείας των Στρατώνων είχαν προαναγερθεί εμπορικά παραπήγματα, σε δρόμο που από τότε μέχρι σήμερα εί­ναι από τους εμπορικότερους του Άργους (οδός Τσώκρη) και από τους λίγους όπου έχει διασωθεί μεγάλο μέρος της παραδοσιακής αρχιτεκτο­νικής, παρά τις «φιλότιμες» παραλή­ψεις της Επιτροπής Αρχιτεκτονικού Ελέγχου του ΥΠΕΧΩΔΕ και τις άδει­ες που έχει, προφανώς, παράσχει για ανέγερση ντουβαριών. Την 1η Μαΐου 1889 κατατίθεται ο θε­μέλιος λίθος της αγοράς, (ενώ λί­γες μέρες αργότερα δημοσιεύεται στον «Αγαμέμνονα» το εξής σχόλιο:

« Κατά την ανασκαφήν των θεμελίων της Νέας Αγοράς μας ανευρέθη αρχαίον πλατύ τείχος εκτισμένον δι’ ογκολίθων, το οποίον ο εργολάβος εξακολουθεί καταστρέφων διά δυναμίτιδος, προς χρησιμοποίησιν των λίθων».

Αν ο ευφάνταστος και αντιπολιτευόμενος τον Καλμούχο «Αγαμέμνων» υπερέβαλε, ίσως, προς τη χρήση….δυναμίτιδας, δε νομίζω να αποτελεί φανταστικό εφεύρημά του η είδηση για το τείχος: με το ξύσιμο, σε ορισμένα σημεία, των παλαιών σοβάδων ήρθε σε φως η λιθοδομή της αγοράς, όπου χρησιμοποιήθηκαν διαφόρων μεγεθών λίθοι, και μεταξύ τους βρίσκονται κάποιοι των διαστάσεων λίθων ογκώδους κατασκευής. Έρευνες, με ηλεκτρομαγνητική μέθοδο που ενήργησε ειδικός για λογαριασμό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, με σκοπό τον εντοπισμό του αρχαίου τείχους του Άργους, φαίνεται να το εντοπίζει και στην περιοχή της Αγοράς – Στρατώνων. Η πληροφορία του «Αγαμέμνονα» δεν φαίνεται επομένως, να είναι ανακριβής. Ο Σπ. Παγανέλης, στο οδοιπορικό του εν μέρει, την υιοθετεί περνώντας από το Άργος κατά την εποχή που οικοδομείται η αγορά και γράφει συγκεκριμένα, δημιουργώντας και νέα παραλλαγή:

« Ο εργολάβος της εν τη πόλει ταύτη οικοδομουμένης δημοτικής αγοράς έγνω να χρησιμοποιήση δια την οικοδομήν αρχαιοτάτους ογκολίθους οίτινες εν σχήματι αρχαίου ιερού είχον ανευρεθή πάρα τινα αγρόν μικρόν απωτέρω του Άργους παρά τας όχθας του Χαράδρου ποταμού. Ευτυχώς φιλόμουσοι και φιλότιμοι πολίται κατόρθωσαν να ματαιώσωσι το κακούργημα και να σώσωσι, καθ’ α ήλπισαν, το ιερό η το ηρώον εκείνο όπερ ανασκάπτων τον αγρόν αυτού, εύρεν αγρότης τις και ούτινος τους λίθους εβουλεύθη να βεβηλώση και εξευτελίση ο εργολάβος, αγνοών ίσως τίνος κακού καθίστατο πρόξενος. Η θέσις, ένθα είχε ανακαλυφθή το ιερόν και το ιερόν τούτο, συμπίπτει προς την περιγραφήν, ην εν το ΚΕ’ κεφαλαίω των «Κορινθιακών» αυτού δίδωσιν ο Παυσανίας»(….) «Και τις οίδεν αν δεν το κατέστρεψαν. Εκφράζω δε μετ’ οδύνης τον φόβον τούτον διότι, ούτε έσπευσα εκεί, εις την υποδειχθείσαν θέσιν, μετά του ζηλωτού και υπέρ της αρχαίας παιδεύσεως και καλλιτεχνίας ενθουσιώντος χρηστού και φιλομούσου πολίτου κ. Δ. Βαρδουνιώτου, εφόρου του εν Άργει Μουσείου, ουδέ ίχνος του σεβασμίου οικοδομήματος εύρομεν, όπερ, κατά την από μνήμης περιγραφήν ιδόντων, αποτελείτο υπό του περιβόλου του ιερού, όστις ην ισόπλευρος εκ λευκού λίθου και άθικτος, εκ του διπλού ιερού εκ λίθου πορώδους χρώματος γης, αποτελουμένου, και εκ πολλαπλών σειρών λίθων αλλεπαλλήλως τεθειμένων».

Ο Παγανέλης ελεεινολογεί την αδιαφορία των δημοτικών αρχών και των πολιτών του Άργους για την καταστροφή του μνημείου και καλεί την Κυβέρνηση και την Αρχαιολογική Εταιρεία να παρέμβουν. Φυσικά, δε φαίνεται να δόθηκε συνέχεια στο πράγμα, οπότε πιθανόν και να διευκρινίζονταν πολλές λεπτομέρειες. Οι εργασίες για την αγορά συνεχίστηκαν. Πριν υψωθούν οι τοίχοι του κτιρίου, νέα εμπλοκή. Από σχόλιο του «Αγαμέμνονα» πληροφορούμαστε ότι ο φρούραρχος Άργους και διοικητής της στρατιωτικής μονάδας στους Στρατώνες του Καποδίστρια Μεντζελόπουλος, γνωστοποιεί στην Κυβέρνηση ότι ο δήμαρχος δίχως άδεια κατέλαβε μέρος της πλατείας των Στρατώνων και οικοδομεί την αγορά, παραγγέλλεται έρευνα στο Νομάρχη και αυτός, τελικά, αποφαίνεται ότι «καταπατάται μεν αληθώς η πλατεία του δημοσίου, παρεμποδίζονται τα γυμνάσια του ιππικού, το οποίον θα αναγκασθή να αναχωρήση του Άργους (επισείει την απειλή ο «Αγαμέμνων»), ασχημίζεται η πόλις, βλάπτονται τα μαγαζεία, απειλούνται νόσοι κλπ. (βοά και πάλι η εφημερίδα), αλλά πρέπει να υποκύψωμεν εις την θέλησιν του κ. δημάρχου διότι χάνει… την υποληψίν του και διότι… ό,τι έγινεν έγινε».

Το είπε μάλιστα και Γαλιστί, φέτα κομπλιού (fait accompli) (sic). Και το θέμα σταματά εδώ, και, βέβαια, ο στρατός παραμένει στους Στρατώνες μέχρι το…1968. Νέα εμπλοκή δημιουργείται από νέα αλλαγή του προσώπου του εργολά­βου. Από το με αρ. 150 πρακτικό της συνεδρίασης της 11 Ιουνίου 1889 του δημοτικού συμβουλίου, μαθαίνουμε ότι στις 16 Απριλίου ο Ν. Μπουγιούκας είχε υποβάλει αίτηση στο Δήμο και ζητούσε την υποκατάστασή του από τον εργολάβο Κωνστ. Θεωνά στον οποίο είχε εκχωρήσει συμβο­λαιογραφικά τα δικαιώματά του.

Το συμβούλιο αποφαίνεται ότι δια της αιτήσεως «ουδαμώς παραβλάπτονται τα συμφέροντα του Δήμου, αφού αι προς τον Δήμον υποχρεώσεις του εργολάβου Ν. Μπουγιούκα και του εγγυητού του μένουσιν ακέραιοι και αμετάβλητοι», και εγκρίνει την αντικατάσταση. Φαίνεται ότι ο Καλμούχος, γνωρίζον­τας καλά τα πνεύματα και την κακοβουλία, αποφάσισε να υπερβεί κάθε υπαρκτό και πιθανό εμπόδιο και, έτσι, από νέο σχόλιο του αιώνιου «Αγαμέ­μνονα» που γκρινιάζει και ελεεινολογεί, πληροφορούμαστε ότι «πάντες οι εργαζόμενοι εις την κατασκευήν έτερων καταστημάτων διέκοψαν την εργασίαν και εργάζονται αυτού» (στην αγορά). Και ήδη, το έργο προχωρεί προς το τέλος του, όπως φαίνεται από νέο σχόλιο της εφημε­ρίδας:

«Το κτίριο της νέας αγοράς βαίνει προς το τέλος του χάριν της ιστορίας των συγχρόνων πολιτικών μας πρέπει να αναγραφή εν τη εφημερίδι ταύτη ότι επί της στέγης ετέθησαν τα λεπτότερα και ευ­τελέστερα των ξύλων τα λεγόμενα καδρονάκια, ότι το ύψος του κτιρίου και των θυρών αυτού είναι κατά 25 εκατοστά του μέτρου χαμηλώτερον του εγκεκριμένου σχεδίου και ότι σκέψις εγένετο και απόφασις ελήφθη παρά τοις δημαρχικοίς όπως πληρωθώσιν εις τον εργολάβον 10.000 δραχμαί περιπλέον διότι δήθεν ζημιούται».

Η οικοδόμηση φαίνεται ότι ολοκλη­ρώθηκε προς το τέλος του 1889. Ο Χ. Κορύλλος, που επισκέφτηκε το Άρ­γος την εποχή εκείνη, κάνει λόγο για τη «νεόδμητον και αρκούντως ευρύχωρον δημοτικήν αγορά», ενώ σε νέο σχόλιο του «Αγαμέμνονα», της 2ας Μαΐου 1890. διαβάζουμε: «Προ δυο περίπου μηνών μεγαλόσχημος εξ Αθηνών επιτροπή αποτελουμένη υπό του κ. Σουλή και άλλων παρέλαβε την Νέαν Αγοράν της πόλεώς μας».

H εφημερίδα επαναλαμβάνει, όπως και σε μεταγενέστερο σχόλιό της, τις καταγγελίες για ευτελή υλι­κά και μείωση των προβλεπομένων από το σχέδιο υψών, τονίζοντας ότι « ελλείπει η δια πλακών επίστρωσίς τις» (παρατήρηση ακριβής) και ότι «αι στήλαι εκτίσθησαν εκ κοινού λίθου ενώ έπρεπε να κατασκευασθούν εκ Πεντελησίου μαρμάρου. Δια τούτο οι αρμόδιοι οφείλουν να δημοσιεύσουν τους όρους του σχεδίου και το πρακτικόν της παραδόσεως χάριν της υπολήψεώς των και προς άρσιν των υπονοιών του Κοινού». Πράγμα που δεν έγινε. Τέσσερα χρόνια αργότερα, η ίδια εφημερίδα επισημαίνει την έλλειψη αφοδευτηρίων στην αγορά, τα οποία έχουν υποκαταστήσει οι αίθουσες κάποιων καταστημάτων της.

 

Η σύγχρονη περιπέτεια της αγοράς

 

Νεοκλασική Αγορά Άργους

Η αγορά λειτουργεί μέχρι σήμερα χωρίς να έχουμε εντοπίσει κάποιες σαφείς πληροφορίες για έργα συντή­ρησής της επί ένα, περίπου, αιώνα. Γερνάει, σοβάδες πέφτουν, ακροκέ­ραμα ιδιοποιούνται, ενώ το 1972 ο Δήμος προχωρεί σε «αναμόρφωση» της πλατείας του Στρατώνα, κόβον­τας όλα τα αιωνόβια δέντρα, τσιμεντώνοντας τα πάντα και μετατρέποντας το χώρο μεταξύ Στρατώνων και αγοράς σε έρημο.

Την ίδια εποχή αρχίζει κάποια κίνηση για οικοδόμηση…«Διοικητηρίου» στο Άργος. Ως πρώτος «στόχος» επιλέγεται ο χώρος της αγοράς (ακολούθησαν εκείνος των Στρατώνων και, αργότερα, του Δημαρχείου. Απόηχος αυτός της κίνησης, υπό μορφή «παραπόνου» για­τί δεν επιτράπηκε η κατεδάφισή της, υπάρχει ακόμα και σε επίσημα έγγρα­φα του δημάρχου Δ. Μπόνη ( 1975-1978).  Οι συγκεκριμένες αυτές απειλές και πόθοι για κατεδάφιση του κτιρίου, οδήγησαν την Αρχαιολο­γική υπηρεσία Ναυπλίου να φρο­ντίσει για την προστασία του και, έτσι, την άνοιξη του 1974 κηρύχτηκε μνημείο.

Ό,τι, όμως, δεν κατάφεραν οι «κατεδαφιστές» άρχισε να επιτελείται από την κρατική αδιαφορία και τον πρω­τογονισμό της δημοτικής αρχής Άρ­γους ιδίως των δυο περιόδων της εκλογής του Γ. Πειρούνη αγροτικού εισοδηματία (1978-1986). Επανειλημμένα στον τοπικό τύπο επισημάνθηκε ότι ακόμα και τμήματα τοίχων και οροφών άρχισαν να καταρρέουν από έλλειψη συντή­ρησης, ενώ σε κάθε νέα ενοικίαση καταστήματος, και μέχρι σήμερα, κά­θε «ρέκτης» επιχειρηματίας ακολου­θεί δικό του «ρυθμό» αναστήλωσης, με αποτέλεσμα, το όλο κτίριο να πα­ρουσιάζει την εικόνα μιας μεγάλης κουρελούς.

Ο ίδιος ο Γ. Πειρούνης δεν παύει να «προγραμματίζει» αόριστα τη «συν­τήρηση και εξωραϊσμό της Δημοτικής Αγοράς», πριν ακόμα γίνει δήμαρχος. Αλλά και αρχίζει η «μεγάλη πο­ρεία» για την αναστήλωση, που συνε­χίζεται επί μια δεκαετία. Κλείνουμε αυτό το άρθρο με επισήμανση των κυριοτέρων «σταθμών» της, στηριζόμενοι αποκλειστικά σε επίσημα στοιχεία.

Τον Ιούνιο του 1977 δημοσιεύεται στον τοπικό τύπο ανακοίνωση του δημάρχου Δ. Μπόνη, όπου κατά λέξη αναφέρεται ότι, στο Υπουργείο Πολι­τισμού, « η μελέτη της γενικής ανακαινίσεως περατούται αυτή την εβδομάδα, το δε ύψος ταύτης ανέρ­χεται εις το ποσόν των 4.000.000 δρχ.» Ο τύπος εκφράζει φόβους για κατάρρευση του κτιρίου και ο δήμαρχος, με νέα επίσημη ανακοίνω­σή του και στο γνωστό του στιλ ανα­φέρει ότι « Ο Αρχιτέκτων κ. Τσουβές μας είπε ότι η μελέτη ολοκληρώθηκε και ανήλθε (sic) εις το ύψος των 7.000.000 και ήδη θα προωθηθή η με­λέτη δια να εγκριθή από αρμόδιο Συμβούλιο. Εμείς την ερχόμενη εβδομάδα θα ενεργήσουμε και πάλι δια την ταχείαν περαίωση του θέμα­τος».

Νεοκλασική Αγορά Άργους

Αρχές 1978 και τίποτε δεν έχει προ­χωρήσει, ενώ Αργίτες στέλνουν υπό­μνημα στο υπουργείο και ζητούν να αναστηλωθεί και το πηγάδι, στη μέση της αγοράς. Ο τότε υπουργός Πολιτι­σμού Γ. Πλυτάς, με έγγραφό του προς το Δήμο δηλώνει ότι δέσμευσε για το 1978, 3 εκατομμύρια για το έρ­γο αναστήλωσης αλλά τα οποία οφείλουν να απορροφηθούν μέχρι το τέλος του έτους (ο Δήμος είχε αναλάβει τα σχετικά συνεργεία) πράγμα που δημιουργεί απορημένα ερωτημα­τικά. Κάποιες αναστηλωτικές ερ­γασίες αρχίζουν, περνάει και το 1978, ενάμισι εκατομμύριο δαπανάται και τα έργα καρκινοβατούν, «δι αυτεπι­στασίας του Δήμου». Αποτελεί, στην προκειμένη περίπτωση, το παράδειγμα της Αγοράς του Άργους ένα λαμπρό στοιχείο για το τι σημαίνει «αποκέντρωση» – ξεφόρτωμα αρμο­διοτήτων σε πλάτες αναρμόδιων, ενώ οι κεντρικές υπηρεσίες εξακολου­θούν να είναι ανεπαρκείς. Επανει­λημμένα ο τύπος ρωτά, ο δήμαρχος κωφεύει και, τελικά, στο τέλος Μαΐου του 1979, σε συνέντευξή του δηλώνει κατά λέξη ότι επισκέφ­τηκε το Υπουργείο και ότι « ο λόγος της διακοπής ως είπον ήτο η έλλειψη μελέτης. Υποσχέθηκαν ότι θα αρχί­σουν εργασίες τον Απρίλιον ή Μάιον. Παρουσιάστηκε δυσκολία ειδικευμέ­νων τεχνιτών. Από πλευράς δημοτι­κής Αρχής εζητήθη η αναπαλαίωσις να γίνει από συνεργείο 15 τουλάχι­στον τεχνιτών και όχι με 2 η 3 άτομα, όπως το καλοκαίρι».

Φτάνουμε αισίως στο 1981, τόσο ο τοπικός όσο και ο αθηναϊκός τύπος, απηχώντας διαμαρτυρίες τοπικών συλλόγων, διαμαρτύρονται για τις κα­θυστερήσεις, κάποιες εργασίες ψιλοαρχίζουν για να ξανασταματήσουν γρήγορα, ενώ εξακολουθεί να μην υπάρχει η παραμικρή επίσημη ενημέρωση. Νέες διαμαρτυρίες συλ­λόγων, νέα έκκληση του δημάρχου και το Πάσχα του 1982 η νέα Υπουργός Πολιτισμού (Μελίνα Μερκούρη) κατεβαίνει αυτοπροσώπως στο Άργος και, μεταξύ άλλων υπόσχεται να περατωθούν τα έργα. Νέες δηλώσεις του δημάρχου κάνουν λόγο για πρόγραμμα σε δυο φάσεις ενώ ακόμα και στον αθηναϊκό τύπο δημοσιεύεται ανακοί­νωση του ΥΠ.ΠΟ., κατά την οποία διατίθεται κονδύλι 15 εκατομμυρίων για τα έργα αναστήλωσης. Νέες ελπίδες αλλά και δυσπιστία στο Άρ­γος αφού η «γούνα είναι», πια «καμμένη».

Στο μεταξύ, γίνονται αναμισθώσεις καταστημάτων, οπότε και ενεργούνται «αναστηλώσεις», κατά το δοκούν, δίχως να προκαλούν την παραμικρή δραστική επέμβαση των κρατικών υπηρεσιών, παρά τις καταγ­γελίες. Οι σχετικές κατασκευές χαρακτηρίζονται αυθαίρετες, αλλά παραμένουν ως έχουν μέχρι σήμερα. Μέχρι το τέλος του 1987 απραξία και αυθαίρετες νέες επεμβά­σεις, νέων ενοικιαστών, καταγγέλ­λονται συνεχώς και από κάθε πλευρά του τοπικού τύπου, δίχως κανένας να συγκινείται.

Από το 1986 εκλέγεται νέα δημοτική Αρχή, υπάρχει πλήρης «ομοψυχία» στο δημοτικό συμβούλιο και γι’ αυτό και για άλλα θέματα, ο νέος δήμαρ­χος Δημ. Παπανικολάου ξαναπαίρνει το δρόμο του ΥΠ.ΠΟ.. απ’ ό,τι εκεί­νος αναφέρει δεν υπάρχει ολοκλη­ρωμένη μελέτη στο Υπουργείο για αναστήλωση του κτιρίου, γίνεται πρόταση να σκεπαστεί η αγορά, στα κενά της, και το δημο­τικό συμβούλιο παίρνει απόφαση να ανατεθεί η πλήρης μελέτη αναστή­λωσης, σε συμφωνία και με οδηγίες του ΥΠ.ΠΟ., στον τοπικό αρχιτέκτονα Κώστα Μακρή, που μετείχε στη μελε­τητική ομάδα του ΥΠ.ΠΟ του 1978 για την αναστήλωση των Στρατώνων Καποδίστρια.

Πλήρης μελέτη, τό­σο αποτύπωσης όσο και αναστήλωσης του κτιρίου παραδόθηκε το Σεπτέμβριο και εγκρίθηκε από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεότερων Μνη­μείων του ΥΠ.ΠΟ., τον Οκτώβριο του 1988. Τελειώνουμε ένα μικρό ιστορικό χρο­νικό της οικοδόμησης και της τύχης ενός από τα σημαντικότερα κτίρια της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής στον ελλαδικό χώρο. Αν αυτό το άρθρο πήρε μια ασυνήθιστη έκταση, νομίζω ότι είναι χρήσιμο για να διαπι­στώσει από κοντά και με στοιχεία ο αναγνώστης από ποιους δαιδάλους, αντικειμενικούς και ψυχολογικών αντιδράσεων περνούσε η οικοδόμη­ση παρόμοιων κτιρίων, αλλά και από ποιους (και χειρότερους) λαβυρίν­θους αδιαφορίας, κρατικής αναποτε­λεσματικότητας, πολιτικής αναισθη­σίας και τοπικής ασχετοσύνης εξακο­λουθεί να περνά κάθε προσπάθεια για σύγχρονη συντήρηση παρόμοιων κτιρίων στην επαρχία.

  

Νεότερα στοιχεία για τη νεοκλασική Αγορά του Άργους

 

Ο Μάνος Μπίρης, αρχιτέκτων και Επίκουρος Καθηγητής στο ΕΜΠ, σε δικές του έρευνες, εντόπισε από άλλη πλευρά το ίδιο όνομα, δηλαδή του Πάνου Καραθανασόπουλου, και σε σχετικό σημείωμα που του ζήτησα να μου στείλει σημειώνει τα εξής:

«Απ’ όσο γνωρίζουμε, ο μηχανι­κός Πάνος Καραθανασόπουλος ήταν ένας από τους επιδέξιους χειριστές της «σχολής» του Τσίλλερ – ίσως και συνεργάτης του – και δυστυχώς δύο από τα πιο γνωστά έργα του στην Αθήνα δεν υπάρχουν πια. Το ένα ήταν το μεγάλο ξενοδο­χείο «Ακταίον» του Νέου Φαλή­ρου που κτί­σθηκε λίγο μετά το 1900 για τον τραπεζίτη I. Πεσματζόγλου, με όλα τα μορφολογικά χαρακτηρι­στικά της βιεννέζικης σχολής του αναγεννησιακού κλασικισμού. Το άλλο ήταν το μέγαρο της πολύ γνωστής στους παλαιούς Αθηναί­ους «Στοάς Πεσματζόγλου», ίσως λίγο μεταγενέστερο του πρώτου, που βρισκόταν επί της οδού Πανεπιστημίου, ακριβώς απέναντι από την Εθνική Βιβλιο­θήκη (στη δημοσιευόμενη φωτο­γραφία είναι το πολυώροφο κτί­ριο στο δεξιό άκρο).

Στο ισόγειό του στεγαζόταν το περίφημο φαρμακείο Δαμβέργη, και είχε μεγάλο τοξωτό θύρωμα της στοάς, πλαισιωμένο από κίονες. Βεβαίως η ταύτιση του έργου του Καραθανασόπουλου, και ιδιαίτε­ρα η σχέση του με το κομψό και λειτουργικό συγκρότημα της αγοράς του Άργους, απαιτεί πε­ρισσότερη έρευνα. Πάντως, η μορφολογία του κτιρίου καθώς και στοιχεία που ήδη ανέφερες στο άρθρο σου συγκλίνουν προς την άποψη ότι το κτίριο αυτό εί­ναι δημιούργημα του Αθηναίου μηχανικού» (Αθήνα, 31-3-1990).

Αυτά ως προς την αρχιτεκτονική του κτιρίου. Εκτός από τις φωτο­γραφίες που ευγενικά μου παρα­χώρησε ο κ. Μπίρης για το παρόν άρθρο, δημοσιεύεται σ’ αυτό προπολεμική φωτογραφία της Αγοράς, από ταχυδρομικό δελτά­ριο που είχε τυπώσει ο εγκατε­στημένος στο Άργος φωτογρά­φος Κυριακίδης (γνωστός με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Απελ­λής»), την οποία μου παραχώρη­σε η αρχιτέκτων και φίλη κ. Μ. Αδάμη – την ευχαριστώ και από εδώ θερμά.

 

Προπολεμική φωτογραφία της Αγοράς, του φωτογράφου Κυριακίδη (Απελή).

 

Όπως είχα σημειώσει στο προη­γούμενο άρθρο μου, τα σχέδια για την αναστήλωση της Αγοράς συνέταξε ο Αργίτης αρχιτέκτο­νας Κώστας Μακρής. Τα σχέδια αυτά εγκρίθηκαν από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ. στο τέλος του 1988 και από τότε, με αυτεπιστασία του Δήμου Άργους, άρχισε να επιδιορθώνεται η στέγη του κτιρίου, με χρήση παλαιών κεραμι­διών.

 

Όψη οδού Τσώκρη. Σχέδιο – πρόταση Κώστα Μακρή

Όψη οδού Τσώκρη. Σχέδιο – πρόταση Κώστα Μακρή

 

Μόλις στις 10 Οκτωβρίου 1989, και μετά από δημοπρασία της 22 Αυγούστου 1989, υπογράφηκε μεταξύ του δημάρχου Άρ­γους και του αρχιτέκτονα του Άργους Παναγιώτη Αθ. Θεοφίλη σύμβαση «κατασκευής έργου» για τα έργα αναστήλωσης (αρ. πρωτ. Δήμου Άργους 10472). Τα έργα άρχισαν αμέσως.

Θα πρέπει να προσθέσω ακόμη ότι στο Κ. Σ. Νεωτέρων Μνημείων είχε υποβληθεί μελέτη κατα­σκευής σκέπαστρου στον εσωτε­ρικό, ακάλυπτο χώρο της Αγο­ράς, καθώς και επικάλυψης του δαπέδου της – και για τα θέματα αυτά, που είχαν τεθεί ευθύς με την αρχική κατασκευή του κτι­ρίου, παραπέμπω στο προηγού­μενο άρθρο.

 

Όψη παρόδου οδού Τσώκρη. Σχέδιο – πρόταση Κώστα Μακρή

 

Το Κ.Σ.Ν.Μ., με κατά πλειοψηφία απόφασή του της 8-2-1990, ενέκρινε την κατασκευή στεγάστρου αλλά όχι και τη μελέτη επίστρωσης με πλάκες του δα­πέδου (τα σχέδια και για τα δύο ήταν της αρχιτέκτονος Ερμίνας Λειβαδίτη – Θεοφίλη, για το στέ­γαστρο είχαν ληφθεί υπόψη υπο­δείξεις της Δ/νσης Αναστήλωσης Νεωτ. Μνημείων), για τον λόγο ότι «δεν προσαρμοζόταν στο ύψος και στις αναλογίες» του κτι­ρίου. Το Συμβούλιο δεν διατύπω­σε συγκεκριμένες συστάσεις ή υποδείξεις, όπως απεναντίας έκαμε για το στέγαστρο (σχετικό το έγγραφο της Δ/σης Πολιτιστι­κών Κτιρίων και Αναστηλώσεως Νεωτ. Μνημείων του ΥΠ.ΠΟ., με αριθμό 4703/175/ 5-3-1990).

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Πάνος Καραθανασόπουλος, από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες του τέλους του 19ου – αρχών του 20ου αιώνα, είχε αναλάβει την εκπόνηση του σχεδίου του Ιερού Ναού της Παναγίας της Ζωοδόχου Πηγής στο Κεφαλάρι, καθώς και τα σχέδια του κτιρίου της « Εμπορικής Σχολής» Άργους, δίπλα στο Δημαρχείο.

  

Πηγές


  • Βασίλης Δωροβίνης, «Η δημοτική νεοκλασική αγορά του Άργους (1889 -1989)», Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχος 29, Δεκέμβριος 1988.
  • Βασίλης Δωροβίνης, «Νεότερα στοιχεία για τη νεοκλασική Αγορά του Άργους», Περιοδικό, «Αρχαιολογία και Τέχνες» τεύχος 35, Ιούνιος 1990.
  • Βασίλης Δωροβίνης, «Η νεοκλασική αγορά του Άργους / καταχρήσεις και χρήσεις», Εφημερίδα, « ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ», Δεκέμβριος 2008.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις « Εκ Προοιμίου», Άργος, 2007.

Read Full Post »

Ντόντουελ Έντουαρντ – «Προς το Άργος», 1805


 

Ο Edward Dodwell, (1767 – 1832) υπήρξε μία πολυσχιδής προσωπικότητα, με σπουδαία μόρφωση, αρχαιολόγος και ζωγράφος. Καταγόταν από παλαιά και πολύ πλούσια οικογένεια της Ιρλανδίας. Στην Ελλάδα πραγματοποίησε τρία ταξίδια το 1801, το 1805 και 1806. Στα δύο τελευταία ταξίδια συνοδεύεται από τον ζωγράφο Simone Pomardi, του οποίου σχέδια κοσμούν τα βιβλία του.   

Το Δεκέμβριο του 1805 βρίσκεται στην Κόρινθο και από εκεί επισκέπτεται το Άργος, τις Μυκήνες, την Τίρυνθα, την Επίδαυρο, το Κρανίδι και άλλες περιοχές της Αργολίδας.  Για  τις εντυπώσεις του στην Αργολίδα αφιερώνει 100 περίπου σελίδες, στον δεύτερο τόμο του έργου του με τίτλο  «A Classical and Topographical Tour through Creece», το οποίο εξέδωσε το 1819 στο Λονδίνο. Ας πάρουμε μια εικόνα του Άργους, λίγα χρόνια πριν τον αγώνα για την ανεξαρτησία…

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

[…] Πλησιάζοντας το Άργος η θέα ήταν ιδιαίτερα μεγαλειώδης. Οι βράχοι της ακρόπολης υψώνονταν κοντά στα δε­ξιά μας, με ένα μοναστήρι χτισμένο πάνω σε μια μυτερή κορφή ενός από­κρημνου γκρεμού, στ’ αριστερά μας ή­ταν μια στρογγυλή προεξοχή μετρίου ύψους, πιθανόν ο …λόφος. Μπροστά μας ήταν η πόλη του Άργους, σε κοντι­νή απόσταση από τον κάμπο και τον κόλπο.

Πήγαμε στο χάνι, το οποίο ήταν πιο βρόμικο απ’ ότι ο νους μπορεί να συλλάβει και γι’ αυτό υποχρεωθήκαμε να μείνουμε στο σπίτι ενός τρελού Έλ­ληνα ο οποίος μας φέρθηκε με ευγέ­νεια και φροντίδα αλλά μας αποσπού­σε με το θόρυβο και τ’ αστεία του, κα­θώς η τρέλα του ήταν απ’ το εύθυμο και αβλαβές είδος. Οι Τούρκοι έδει­χναν μεγάλο σεβασμό σε τρελούς και μανιακούς σχεδόν όπως στους αγίους και πίστευαν πως ήταν κάτω από την άμεση προστασία του προφήτη τους. Σ’ έναν τρελό Έλληνα συμπεριφέρο­νται πολύ καλύτερα απ’ ότι σε έναν γνωστικό Έλληνα, και κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες το να κάνεις τον τρελό έ­δειχνε σοφία και υποπτεύθηκα ότι ο τρελός οικοδεσπότης μας δεν ήταν α­νόητος.

Αυτή η κάποτε τιμημένη πόλη, αυτόν τον καιρό δεν έχει ούτε τους μισούς κατοίκους απ’ όσους έχει η Αθήνα. Οι κάτοικοί της δεν υπερβαίνουν τους 5.000, η πλειονότητα των οποίων είναι Έλληνες. Το Άργος καταλαμβάνει ένα τελείως επίπεδο χώρο στο Νότιο – Ανατολικό πρόποδα της αρχαίας ακρόπο­λης. Τα σπίτια είναι μικρά και χαμηλά αλλά μαζί με πολλούς κήπους είναι α­πλωμένα σ’ αρκετό χώρο, έχουν την μορφή ενός σκόρπιου χωριού. Αυτή η πόλη έχει δυο τζαμιά και πολ­λές εκκλησίες και διοικείται από έναν αγά ο οποίος έχει σαράντα χωριά στην εξουσία του.

Τα περισσότερα απ’ τα αρχαία μνημεία με τα οποία το Άρ­γος ήταν τόσο πλούσια και μεγαλόπρεπα στολισμένο έχουν εξαφανιστεί τόσο, ώστε μπαίνοντας στην πόλη ο ταξιδιώτης νιώθει την ανάγκη να ρωτή­σει που είναι οι τριάντα ναοί, τ’ ακριβά μνήματα, το γυμναστήριο, το στάδιο και τα πολλά μνημεία που έχει περι­γράψει ο Παυσανίας. Έχουν εξαφανι­στεί για πάντα, αφού για τα περισσό­τερα δεν βρίσκεται ούτε ίχνος. Η σιω­πηρή καταστροφή του χρόνου, ή το οργισμένο μένος των βαρβάρων έχει ι­σοπεδώσει τα πάντα. Εκτός απ’ το Θέατρο, την Ακρόπολη και μερικές μάζες Ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής. Το Θέατρο βρίσκεται στο νότιο – ανατολικό πρόποδα της Ακρόπολης. Τα καθίσματα, τα οποία είναι λαξεμένα στο βράχο, είναι καλά διατηρημένα, και είναι θαυμαστών διαστάσεων.

Μπροστά από το θέατρο είναι ένας με­γάλος Ρωμαϊκός τοίχος από τούβλο, που τώρα ονομάζεται «Παλαιό Τεκκέ», ο ένας Τούρκος αγάς, που ανυπομο­νούσε να επιδείξει τις γνώσεις του πά­νω στις αρχαιότητες, και την ίδια στιγ­μή να μεταδώσει πληροφορίες, με βε­βαίωσε ότι προηγούμενα ήταν το σε­ράι, ή το παλάτι ενός βασιλιά του Άρ­γους και αυτό που νόμιζα πως ήταν θέ­ατρο, ήταν το ντιβάνι του. Ένας άλλος Τούρκος, ωστόσο, που ήταν παρών, διόρθωσε το φίλο του και είπε ότι ήταν «χτισμένο για δέκα χιλιάδες (αγριο­γούρουνα;) Έλληνες, που συνήθιζαν να συγκεντρώνονται σ’ αυτό με το σκο­πό να ακούσουν ανθρώπους να τρα­γουδούν και να χορεύουν και να γε­λοιοποιούν τους εαυτούς τους».

Μπήκαμε στο σπίτι ενός Τούρκου κοντά στα ερείπια και οδηγηθήκαμε σε ορισμένα υπόγεια θολωτά δώματα στρωμένα με χοντρό μωσαϊκό σε μαύρο και άσπρο χρώμα. Η διάβασή μας σ’ ένα πέρασμα σταμάτησε από ένα νεώτερο τοίχο, μας βεβαίωσαν ότι συ­νεχιζόταν για πολύ κάτω από τη γη και τελείωνε σε κάποια άλλα ερείπια από τούβλο όπου βρίσκεται επίσης ένα ό­μοιο πάτωμα.

Ο Απολλόδωρος, ο Παυ­σανίας και άλλοι, αναφέρουν το υπό­γειο οικοδόμημα του Ακρίσιου και το μπρούτζινο «θάλαμο», στον οποίο η κόρη του Δανάη ήταν φυλακισμένη. Στην εποχή του Παυσανία περιείχε το μνημείο του Κρότωπου και το ναό του Βάκχου. Εφόσον δεν μπορούσαμε να προχω­ρήσουμε άλλο σ’ αυτό το πέρασμα, γυ­ρίσαμε στο θέατρο κοντά στο οποίο παρατηρήσαμε μια λεπτή μάζα από τείχος απ’ την καλά συνδεδεμένη πο­λυγωνική κατασκευή. Σε δυο από τα τείχη υπάρχουν χαραγμένες επιγρα­φές, οι οποίες όμως έχουν διαβρωθεί τόσο ώστε μόνο τα παρακάτω γράμ­ματα μπορούν να διαβαστούν:

Ε- ΙΤΕΛΙΔΕ             ΑΔΩΜΠΑΝ

ΔΑ- Λ- ΣΙΕΣΑΤΟ       ΣΟΑ

Α- ΟΙΠΑΤΕΙΑ

Πάνω απ’ το πρώτο υπάρχει ένα α­νάγλυφο σχεδόν κατεστραμμένο, που προφανώς απεικονίζει δυο γυναικείες μορφές σε καθιστή στάση. Αυτές οι ε­πιγραφές φαίνονται πολύ μεταγενέ­στερες από την κατασκευή του τεί­χους. Αυτό το ερείπιο τώρα ονομάζε­ται Λυμιάρτη. Λίγο ψηλότερα στο λόφο της ακρό­πολης υπάρχει ένα ερείπιο από τού­βλο χτισμένο πάνω σ’ ένα επίπεδο, λαξεμένο βράχο. Ένα από τα εσωτερικά τείχη περιέ­χει ένα κυκλικό κοίλωμα για άγαλμα, το οποίο ίσως μια ανασκαφή να φέρει στο φως.

Μερικά χρόνια αφού είχα κάνει αυτό το οδοιπορικό στην Ελλά­δα, ο Βελή Πασάς, διοικητής του Μο­ριά, διέταξε μια ανασκαφή κοντά στο θέατρο, όπου ανακαλύφθηκαν δεκαέξι μαρμάρινα αγάλματα και προτομές σε καλή κατάσταση, ιδιαίτερα ένα της Α­φροδίτης και ένα άλλο του Ασκληπιού. Δεν ήταν ούτε στο μισό απ’ το αληθινό μέγεθος. Σε ένα από τα αγάλματα υ­πήρχε η επιγραφή ΑΤΤΑΛΟΣ. Ο Παυ­σανίας αναφέρει έναν Αθηναίο γλύπτη μ’ αυτό το όνομα ο οποίος έφτιαξε το άγαλμα του Απόλλωνα Λυκείου στο Άρ­γος.

Οι πιο διάσημοι γλύπτες στο Άργος ήταν ο Αγελάδας, ο Ελάδας, ο Πολύ­κλειτος, ο Φράδμων, Ασεπόδορος, Α­ντιφάνης και Μουκίδας. Διάφορα χρυσά μετάλλια από τον Αυτοκράτορα Βαλεντανό βρέθηκαν ε­πίσης σ’ ένα τάφο κοντά σε αυτό το σημείο.

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας Άργους. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Η Ακρόπολη βρίσκεται σε μια μυτε­ρή βραχώδη ανηφοριά, σε αρκετό ύψος: οι τοίχοι και οι πύργοι φαίνονται εντυπωσιακοί από χαμηλά: αλλά πλη­σιάζοντας αυτό τα οικοδομήματα ο τα­ξιδιώτης απογοητεύεται καθώς ανακα­λύπτει το μεγαλύτερο μέρος τους ν’ α­ποτελείται από μικρές πέτρες και τσι­μέντο, έργο του Μεσαίωνα. Ανεβήκαμε από ένα μονοπάτι και παρατηρήσαμε πολύ λίγα ίχνη στο δρόμο μας, παρ’ ότι ο Παυσανίας ανα­φέρει ένα στάδιο και πέντε ναούς μέσα στην ακρόπολη ή στο δρόμο προς αυτήν.

Απ’ αυτούς τους ναούς ο πιο δοξα­σμένος ήταν αυτός της Αθηνάς, στον οποίο υπήρχε ο τάφος του Ακρίσιου. Υπάρχουν ακόμη πάνω στην Ακρόπολη ορισμένα ερείπια πολυγωνικής κατασκευής, τα οποία πιθανώς είναι τα Κυ­κλώπεια τείχη που αναφέρονται από τον Ευριπίδη. Δεν έχουμε λόγους να υ­ποθέσουμε ότι τα καλά συνδεδεμένα πολύγωνα δεν περιέχονταν σ’ αυτήν την ονομασία, όπως τα απομεινάρια της τραχιάς, και λιγότερο πολύπλοκης Τιρυνθιακής μορφής. Ο Ευριπίδης έχει ορισμένα κείμενα σχετικά με την Κυκλώπεια δομή αυτής της πόλης, τα οποία αναφέρονται σε υποσημείωση. Αυτός ο τρόπος δομής σημειώνεται κι από διάφορους άλλους συγγρα­φείς, πιο συγκεκριμένα τον Απολλόδω­ρο, Στράβωνα, Σενέκα, Στάτιο και τον Παυσανία, αλλά ο τελευταίος είναι ο μόνος όπου συγκεκριμένα τον περι­γράφει, όταν μιλάει για τα τείχη της Τί­ρυνθας. Επίσης γίνεται κάποια νύξη απ’ τον Βιργίλιο.

Ο Πλίνιος λέει ότι σύμφωνα με τον Α­ριστοτέλη, οι πύργοι εφευρέθηκαν α­πό τους Κύκλωπες, και σύμφωνα με το Θεόφραστο, από τους Τιρύνθιους. Ο σχολιαστής του Στάτιου ισχυρίζεται πως ό,τι ήταν αξιοθαύμαστο για το με­γάλο του μέγεθος λεγόταν ότι φτιά­χτηκε από τους Κύκλωπες. Η μεγάλη δυσκολία, ωστόσο, είναι να πούμε με βεβαιότητα ποιοι ήταν οι Κύκλωπες – από που κατάγονται και σε ποια περί­οδο ήκμασαν. Δεν θα κάνω μεγάλη συζήτηση πάνω σ’ αυτό το θέμα, ελπίζοντας ότι θα διε­ρευνηθεί πλήρως από τον πληροφορη­μένο υποστηρικτή αυτού του συστήμα­τος, όπου η δουλειά του, η οποία ανα­μένεται διακαώς, χωρίς αμφιβολία θα ρίξει φως σ’ αυτό το σκοτεινό και για πολύ παραμελημένο τμήμα της προϊ­στορίας.. Προς το παρόν, αρκεί να πα­ρατηρήσουμε ότι ο Στράβων είχε τόσο μπερδεμένες ιδέες για τους Κύκλωπες 18 αιώνες πριν, όσο έχουμε εμείς σή­μερα. Λέει ότι ήταν επτά στον αριθμό, κι ότι ήρθαν από τη Λυσία. Ο σχολιαστής του Ευριπίδη, ωστόσο, διατηρεί την άποψη ότι ήταν ένα έθνος από τη Θράκη, που ονομάστηκε έτσι από έ­ναν απ’ τους βασιλιάδες τους κι ότι ή­ταν οι καλύτεροι «Τεχνίται» την εποχή που έζησαν.

Φαίνεται ότι ήταν ιδιαίτε­ρα επιδέξιοι στην κατασκευή στρατιω­τικών φρουρίων, και στο να διασκορπί­σουν την αρχιτεκτονική τους γνώση σ’ όλη την Ελλάδα και σε πολλά μέρη της Ιταλίας, της Σικελίας και της Ισπανίας. Σ’ αυτές τις χώρες υπήρχαν αποικίες από τους Πελασγούς της Ελλάδας, οι οποίοι έμαθαν την τεχνική της στρα­τιωτικής κατασκευής από τους Θρά­κες, αλλά είναι πιο πιθανό ότι οι Κύ­κλωπες οι ίδιοι ήταν Πελασγοί, οι οποί­οι εγκαταστάθηκαν στην Πελο­πόννησο, γιατί είναι γενικά παραδεκτό ότι ήταν ξένοι και όχι αυτόχθονες. Υπάρχουν διάφορα ερείπια αρχαί­ων τειχών στην Ακρόπολη του Άργους, που απαρτίζονται από δεύτερης τε­χνοτροπίας, ή καλά συνδεδεμένα πο­λύγωνα, αλλά όχι το παραμικρό ίχνος της τραχιάς Τιρυνθιακής τεχνοτροπί­ας. Αν τα τείχη κατασκευάζονταν αρχι­κά απ’ αυτές τις τραχιές και ανθεκτι­κές μάζες, δεν θα ήταν δυνατόν να εί­χαν καταστραφεί τόσο ολοκληρωτικά και να μην μείνει ούτε μια πέτρα. Και δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι τα τείχη που υπάρχουν και σήμερα είναι τα ίδια μ’ αυτά που ο Ευριπίδης αποδίδει στους Κύκλωπες.

Τα τείχη περικλείουν την κορυφή της Ακρόπολης, και το σύγχρονο Κάστρο, που αποτελείται α­πό προμαχώνες και πύργους χτισμέ­νους με μικρές πέτρες και ασβεστόλασπη υψώνεται πάνω στ’ αρχαία ερεί­πια, στα οποία τα χαμηλότερα μέρη α­πό ορισμένους κυκλικούς ή τετράγω­νους πύργους είναι ορατά. Η Ακρόπο­λη είναι εντελώς έρημη, χωρίς κατοί­κους. Η θέα έχει μεγάλο ενδιαφέρον και έ­κταση αλλά το θέαμα από μεγάλο ύψος είναι πιο γραφικό. Ολόκληρος ο κάμπος του Άργους, με την πρωτεύου­σα, τα χωριά και τον κόλπο, με τις Μυ­κήνες, την Τίρυνθα και τη Ναυπλία μπορεί να διακριθεί όπως σ’ ένα χάρ­τη. Το όρος Τράπεζα (;) κοντά στη Νε­μέα είναι επίσης ορατό.

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

Κατεβήκαμε από έναν άλλο δρόμο, και σε μισή ώρα φτάσαμε στο θέατρο. Υπήρχαν δυο ακροπόλεις στο Άργος, από τις οποίες η κυριότερη πάνω από το θέατρο, ονομάζονταν Λάρισα και Α­σπίς: χρωστούσαν η πρώτη το όνομα στην κόρη του Πελασγού και η δεύτε­ρη στο παιχνίδι της Ασπίδας, το οποίο τελείτο εδώ. Το δεύτερο κάστρο βρισκόταν σε μια βραχώδη κορυφή μετρίου ύψους, βορειοανατολικά της Λάρισας: αυτός πρέπει να είναι ο λόφος του Φορονέως καθώς δεν υπάρχει άλλο ύψωμα στο Άργος, ή στην κοντινή περιοχή, κατάλ­ληλο για τη θέση ενός φρουρίου. Το μοναστήρι, το οποίο βρίσκεται πάνω σ’ έναν απότομο βράχο, στη βό­ρεια πλευρά της Λάρισας, προφανώς έχει την τοποθεσία ενός αρχαίου να­ού. Κάτω από το μοναστήρι υπάρχουν μερικά σπήλαια, που περιέχουν πηγή νερού, το οποίο πιθανόν βρίσκει διέξο­δο από υπόγεια περάσματα, κάτω στην κωμόπολη, όπου τροφοδοτεί πη­γάδια και κρήνες.

Ο Παυσανίας αναφέρει έναν ναό στο Άργος αφιερωμένο στον Κηφισό, κάτω από τον οποίο έτρεχε αυτός ο ποταμός. Ο ναός του Απόλλωνα ήταν στο δρό­μο προς τη Λάρισα και βρισκόταν σ’ έ­να σημείο που ονομαζόταν Δειράς, α­πό τη θέση του στην άκρη ενός βρά­χου, η οποία ανταποκρίνεται στη θέση του μοναστηριού.

Ο Φουρμόντ περιγράφει μια υπόγεια είσοδο, η οποία λέει διαπερνά 3000 βήματα το βράχο της Λάρισας, όπου ανοίγεται μέσα από ένα σκούρο πέ­τρωμα, γεμάτο απολιθωμένες αχιβά­δες: λέει ότι το πέρασμα είναι τελείως ευθύ, αλλά έχει κοιλώματα σε κάθε πλευρά, όχι απέναντι το ένα στο άλλο. Ο Πλούταρχος μας πληροφορεί ότι ο Κλεομένης άνοιξε τα υπόγεια περά­σματα κάτω από την Ασπίδα, και έτσι μπήκε στην πόλη.

Η ακόλουθη πολύ αρχαία επιγραφή βρίσκεται στη Λάρισα. Φαίνεται ν’ αποτελείται από κύρια ονόματα. Είναι σημαντικά διαβρωμένη, αλλά τα παρακάτω ονόματα μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν: Σθενέλαος – Ιπομεδων – Αρχέμιχος – Άδραστος – Βορθανόρας – Κρήτος – Ομίντονος – Δεστόμαχος. Φαίνεται ότι υπάρχουν άλλα επτά ονόματα τα οποία είναι μη αναγνώσιμα…

Η προσέγγιση προς το Άργος προ­στατευόταν από δυο μακρά τείχη, που εκτείνονται προς τη θάλασσα, όπως στην Αθήνα, την Ελευσίνα, τα Μέγαρα, την Κόρινθο και την Πάτρα. Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, ο Αλκιβιάδης συμ­βούλεψε τους Αργείτες να ενώσουν την πόλη τους με τη θάλασσα με μα­κρά τείχη. Και γι’ αυτό το σκοπό τους έστειλε χτίστες από την Αθήνα. Κατα­σκευάστηκαν στον δέκατο – πέμπτο χρόνο του Πελοποννησιακού πολέμου. Βρίσκουμε ότι το Άργος ήταν εξαρ­τημένο στις Μυκήνες από πολύ παλιά, τουλάχιστον την εποχή του Περσέα.

Η Πύλη των Λεόντων (The Gate of the Lions at Mycenae) – Edward Dodwell, 1834.

Ο Βασιλιάς των Μυκηνών ονομαζόταν α­πό τον Όμηρο «ο βασιλιάς πολλών νη­σιών και ολόκληρου του Άργους», το οποίο, μερικοί είναι της γνώμης, ση­μαίνει ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ο Αγαμέμνονας αύξησε το βασίλειό του, κατακτώντας την Λακωνία και την Κορινθία.

Η ίδρυση του Άργους από τον Ίναχο πιθανόν έλαβε χώρα περίπου 232 χρόνια μετά απ’ αυτήν της Σικιώνας, τα οποία αναλογούν σε 1856 χρό­νια πριν από την εποχή μας. Ήταν για πολύ καιρό η πιο ακμάζουσα πόλη στην Ελλάδα, και εμπλουτίστηκε με το εμπόριο της Ασσυρίας και της Αιγύ­πτου. Στον καιρό του Στράβωνα ακόμα συνέχισε να είναι μια από τις πρώτες πόλεις στην Πελοπόννησο, και λόγω της γονιμότητας του εδάφους του, και τα πλεονεκτήματα της θέσης του, πι­θανόν δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ ως την εποχή του Βαγιαζήτ.

Σήμερα, ολό­κληρος ο κάμπος είναι πολύ ανθυγιει­νός τους Φθινοπωρινούς μήνες, και η ελονοσία προκαλεί μεγαλύτερη συμ­φορά σ’ αυτήν την όμορφη περιοχή απ’ αυτούς που συνέβησαν από τη Λερναία Ύδρα, ή το λιοντάρι της Νεμέ­ας. Βρίσκουμε ότι το Άργος και η Ναυ­πλία ανήκαν, κατά τον δέκατο τέταρτο αιώνα, στον Πιέτρο ντι Φεντερίκο Κορ­νάρο, έναν ευγενή Βενετό: μετά το θά­νατό του η χήρα του Βόννη(;) ή Μαίρη ντ’ Ενγκιέν, τα παρεχώρησε στη δημο­κρατία της Βενετίας το 1388, με τη γη τους και τα φρούρια τους, για το σύνο­λο των 700 Βενετικών δουκάτων σε χρυσό, όπου θα πληρώνονταν σ’ αυτήν ετησίως, εκτός από τα 2000 δουκάτα σε χρυσό κατά την πράξη της εκχώρη­σης. Το έτος 1397, το Άργος κατελήφθει από τον Βαγιαζήτ. Τότε ερημώθη­κε τελείως και τα τείχη του καταστρά­φηκαν. Ξαναχτίστηκε από τους Βενε­τούς – από τους οποίους το πήραν οι Τούρκοι το 1463- και αφού το ξαναπή­ραν οι Βενετοί, την ίδια χρονιά επανα­κτήθηκε από τους Τούρκους.

Ο ποταμός Ίναχος του οποίου η α­ποξηραμένη κοίτη είναι ένας σύντομος δρόμος για τα βορειοανατολικά του Άργους, τροφοδοτείται με παροδικές πλημμύρες μόνο μετά από δυνατές βροχές, κι όταν λειώνουν τα χιόνια στα γύρω βουνά. Η πηγή του σύμφωνα με τον Στράβωνα ήταν στο όρος Λούρκιο, κοντά στην Κυνουρία, και σύμφωνα με τον Παυσανία, στο όρος Αρτεμίσιον. Α­κόμα και τον μήνα Δεκέμβριο, όταν ή­μουν στο Άργος δεν υπήρχε σταγόνα νερό στο κανάλι του, και όπως ο Ισμένος και ο Ιλισσός, έχει πιο συχνά ακου­στεί για τη γλιστερή απαλότητα ή την ορμητική βιασύνη του ρεύματός του στην ποιητική φαντασία, παρά στην πραγματικότητα της ύπαρξης. Ήταν πράγματι στην καλύτερη μορφή του, τίποτα περισσότερο από ένας τυχαίος χείμαρος και γι’ αυτό ονομάστηκε χαραδρώδης από τον Στράβωνα. Το τωρινό του όνομα είναι Ζέρια, λέξη που αποδίδεται στην αποξηραμένη κοίτη του. Πηγάζει περίπου δέκα μίλια από το Άργος, σε ένα μέρος που ονομάζε­ται Μούσι, στο δρόμο προς την Τριπολιτσά στην Αρκαδία. Το χειμώνα μερι­κές φορές κατεβαίνει από τα βουνά σε μια κυλιόμενη μάζα, όπου κάνει σημα­ντική ζημιά στην πόλη. Ο Λουκιανός παρατηρεί ότι τα ποτάμια πεθαίνουν ό­πως οι άνθρωποι και οι πόλεις, και ότι ο Ίναχος δεν έχει αφήσει ούτε ίχνη για να θυμίζουν την εξαφανισμένη ζωτικό­τητά του.

Σύμφωνα με τον Πλούταρχο, το πρώτο όνομα του Ίναχου ήταν Καρμάνωρ, το οποίο άλλαξε σε Αλιάκμων, α­πό την ονομασία του Τιρύνθιου ήρωα που χάθηκε στο ρεύμα του. Ο Ίναχος, ένας γιος του Ωκεανού, έπειτα πνίγηκε σ’ αυτόν και του έδωσαν το όνομά του. Ο Στράβων δικαιώνει το Άργος από τον κάποτε παροιμιώδη καταλογισμό ζήτησης νερού, βεβαιώνοντας ότι είναι καλά τροφοδοτούμενο, και αναφέρο­νται μερικές πηγές μέσα στην πόλη.

Σήμερα υπάρχουν διάφορα αρχαία και νεώτερα πηγάδια στο Άργος και σε σχεδόν κάθε τμήμα της πόλης και της κοντινής περιοχής, νερό βρίσκεται, χωρίς σκάψιμο σε σημαντικό βάθος. Ο Παυσανίας παρατηρεί ότι δεν υ­πάρχει άλλο νερό απ’ αυτό της Λέρνας σ’ αυτό το μέρος της περιοχής κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών. Φαίνεται να έχει ξεχάσει το μόνιμο ρεύμα του Ερασίνου, το οποίο είναι πολύ πιο κοντά στο Άργος από τη λί­μνη της Λέρνας.

Στη συνέχεια ο περιηγητής επισκέπτεται τον Ερασίνο, τη Λέρνα, τις Μυκήνες, το Ναύπλιο  και σχεδόν ολόκληρη την Αργολίδα…

 

Μετάφραση: Αφροδίτη Ιωαν. Μπιμπή

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αναγέννηση», τεύχος 382, Απρίλιος 2002.

 

Σχετικά θέματα: 

 

Read Full Post »

Συνέδριο: Οχυρωματική αρχιτεκτονική στην Πελοπόννησο (5ος-15ος αιώνας)


 

H 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων του Υπουργείου Πολιτισμού & Τουρισμού και το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών συνδιοργανώνουν συνέδριο με θέμα: Οχυρωματική αρχιτεκτονική στην Πελοπόννησο (5ος-15ος αιώνας), το οποίο θα πραγματοποιηθεί από τις 30 Σεπτεμβρίου ως τις 2 Οκτωβρίου 2011. Ο χώρος διεξαγωγής των εργασιών του συνεδρίου θα είναι το Συνεδριακό Κέντρο του Δήμου Λουτρακίου.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας Άργους. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

θεματικοί άξονες του συνεδρίου περιλαμβάνουν το ιστορικό και το τοπογραφικό πλαίσιο δημιουργίας και εξέλιξης των οχυρώσεων, ζητήματα τυπολογίας σε επίπεδο γενικής σύνθεσης και ειδικών αρχιτεκτονικών στοιχείων, κατασκευής και μορφολογίας, καθώς και την εξέταση των στοιχείων της αμυντικής τεχνολογίας (εφαρμογή και εξέλιξη). Ακόμη, στην θεματολογία εντάσσονται η σχετική με την οχυρωματική ορολογία και ζητήματα χρονολόγησης και περιοδολόγησης των αμυντικών κατασκευών.

Η επιστημονική επιτροπή του συνεδρίου αποτελείται από τους: 

  • Δρ. Δημήτρη Αθανασούλη, Διευθυντή 25ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ΥΠΠΟΤ,
  • K. Γεώργιο Βελένη, ομ. Καθηγητή Αρχαιολογίας, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης,
  • K. Nicolas Faucherre, Καθηγητή Αρχαιολογίας, Université de Nantes,
  • K. Timothy Gregory, Καθηγητή Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Ohio State, Columbus, Ohio – Δ/ντη των Ανασκαφών Ισθμίας,
  • K. Πλούταρχο Θεοχαρίδη, Αρχιτέκτονα-Αναστηλωτή, 10η Εφορεία Βυζαντνών Αρχαιοτήτων, ΥΠΠΟΤ,
  • K. Σταύρο Μαμαλούκο, Καθηγητή Αρχιτεκτονικής, Πανεπιστήμιο Πατρών,
  • Δρ. Κατερίνα Μανούσσου-Ντέλλα, Αρχιτέκτονα, 4η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ΥΠΠΟΤ,
  • K. Χαράλαμπο Μπούρα, , ομ. καθηγητή Αρχιτεκτονικής, Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο,
  • Δρ. Guy D. R. Sanders, Διευθυντή των Ανασκαφών της Αμερικανικής Σχολής Κλασσικών Σπουδών στην Κόρινθο,
  • Δρ. Τάσο Τανούλα, Αρχιτέκτονα-Αναστηλωτή,
  • K. Kωνσταντίνο Τσουρή, Καθηγητή Αρχαιολογίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

Πληροφορίες: Αντώνης Γεωργίου, 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αρχαία Κόρινθος, τηλ. 27410 31443.

 

Read Full Post »

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου, χαλκογραφία, Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1831. Ο Guillaume Abel Blouet,  ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας,  επικεφαλής της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, έφτασε στην Ελλάδα το 1829. 

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου, Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Άποψη του αρχαιολογικού χώρου της Κορίνθου – (View of Corinth).  Στη μέση διακρίνονται τα ερείπια του ναού του Απόλλωνα και στο βάθος υψώνεται το φρούριο του Ακροκορίνθου.

Read Full Post »

Καμπαναριά


  

Ακούγεται ένα σήμαντρο – λυπητικά σημαίνει…

Γλαν, γλαν, γλαν, γλαν… Τι να ‘τυχε; Ποιος τάχα να πεθαίνει;

Αντήχησεν η λαγκαδιά. Γλαν, γλαν… αναστενάζει.

Ο θλιβερός αντίλαλος και τα’ αγεράκι σκιάζει.

Γλαν, γλαν… πάλε το σήμαντρο λυπητικά σημαίνει…

(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, «Το σήμαντρο»)

 

Άγιοι Απόστολοι Ναυπλίου

Εύρος συναισθημάτων προκαλεί ο ήχος της καμπάνας και των ση­μάντρων που κοσμούν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια της πατρίδας μας: από το κάλεσμα στις ιερές ακολουθίες και την επισήμανση των ιερών στιγμών της λατρείας έως την ειδοποίηση για χαρμόσυνα ή δυσάρεστα γεγονότα. Το κάλεσμα με σήμαντρα είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Για την πρόσκληση του λαού σε τελετές και συναθροίσεις χρησιμοποιούνταν μεγάλα τεμάχια μετάλλου, κρεμασμένα σε σχοινιά που τα έκρουαν με μεταλλικές ή ξύλινες ράβδους. Η χρήση μικρών κωδώνων αναφέρεται και στη λατρεία των αρχαίων λαών: Σύρων, Αιγυπτίων, Ρωμαίων κ.ά.

Στο βιβλίο της Εξόδου αναφέρεται η ύπαρξη χρυσών κωδωνίσκων στις αρχιερατικές στολές. Αντιθέτως, για το κάλεσμα των Ισραηλιτών στις θρησκευτικές συγκεντρώσεις χρησιμοποιούνταν σάλπιγγες, με τις οποίες οι ιερείς γνωστοποιούσαν στο λαό τις νουμηνίες και τα Ιωβηλαία. Είχε θεσπιστεί η Εορτή των Σαλπίγγων την πρώτη του εβδόμου μηνός.

Είναι άγνωστο πότε έγινε η χρήση κωδώνων στη χριστιανική λατρεία για πρώτη φορά. Κατά την περίοδο των διωγμών οι πιστοί καλούνταν είτε με ενημέρωση στην απόλυση της προηγούμενης σύναξης είτε με τους «Θεοδρόμους» ή «Λαοσυνάκτες», οι οποίοι, με κίνδυνο της ζωής τους ειδοποιούσαν από πόρτα σε πόρτα για τον τόπο και το χρόνο της επομένης. Κατά την Τουρκοκρατία, την ειδοποίηση αναλάμβανε ο λεγόμενος από τους Έλληνες «κράκτης», από δε τους Τούρκους «τσεχενδεμίν νταβετσί» (δηλ. κλητήρας του Άδη).

 

Παναρίτι Αργολίδας (1905)

 

Μετά τους διωγμούς εισήχθησαν στους ναούς και στα μοναστήρια τα λεγόμενα «αγιοσίδερα», δηλ. σιδερένια ή ξύλινα σήμαντρα, που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Οι μεγάλες καμπάνες για την πρόσκληση του λαού στις ιερές ακολουθίες εμφανίζονται αρχικά στη Δυτική Εκκλησία. Το όνομά τους το πήραν από την πόλη της Γαλλίας Καμπανία, όπου υπήρχε ονομαστός χαλκός.

Η ετυμολογία της λέξης «καμπάνα», που παραπέμπει στη λέξη «κάμπος» (όπου ο ήχος ακούγεται χωρίς εμπόδια από τις ψηλά κρεμασμένες καμπάνες) και αποδίδεται στον ιστορικό Βαλσαμώνα, δεν φαίνεται να ευσταθεί. Για λειτουργική χρήση οι καμπάνες εισήχθησαν πιθανόν από τον Πάπα της Ρώμης Σαβιανό. Ο Πάπας Ιωάννης ΚΓ’ εισήγαγε το λεγόμενο βάπτισμα των κωδώνων, δίνοντας ταυτόχρονα σε κάθε καμπάνα το όνομα ενός Αγίου.

 

Ζωοδόχος Πηγή, Κεφαλάρι Άργους

 

Στην Ανατολή κάποιος Βυζαντινός χρονογράφος αναφέρει ότι τον Θ’ αι. ο δούκας της Ενετίας Ούρσος χάρισε στον αυτοκράτορα Μιχαήλ δώδεκα μεγάλες καμπάνες, τις οποίες κρέμασε σε ιδιαίτερο πύργο στην αυλή της Αγίας Σοφίας. Πρώτη φορά τις έβλεπαν οι Βυζαντινοί, όμως τους άρεσαν τόσο, ώστε γενικεύτηκε η χρήση τους.

Οι Τούρκοι απαγόρευσαν τη χρήση τους κατά τη δουλεία, με εξαίρεση το Άγιον Όρος, τα Ιωάννινα και μερικά νησιά, για να μην ταράσσεται ο ύπνος των νεκρών Μουσουλμάνων, γιατί «ο κώδων είναι το μυστικόν όργανον του διαβόλου». Αντίθετα, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός γράφει: «το σήμαντρο αινίττεται τας των αγγέλων σάλπιγγας διεγείρει δε και τους αγωνιστάς προς τον των αοράτων εχθρών πόλεμον».

Οι πιο παλιές γνωστές καμπάνες συναντώνται τον όγδοο αιώνα. Η κατασκευή τους είναι χονδροειδής και αποτελείται από μεταλλικές πλάκες, συναρμολογημένες με σφυρηλατημένα καρφιά, όπως οι κατοπινοί λέβητες. Αργότερα επικράτησε η κατασκευή τους από χυτό ορείχαλκο άριστης ποιότητας. Η χρήση χρυσού ή ασημιού για καλύτερη ηχητική απόδοση ελέγχεται.

Το καμπαναριό είναι η θέση από όπου αντηχεί η καμπάνα με τη γλυκιά φωνή της. Στην Ανατολική Εκκλησία η θέση του καμπαναριού είναι στη δυτική πλευρά του ναού, ενσωματωμένο σ’ αυτόν ή σε ξεχωριστό κτίσμα, φτιαγμένο από πέτρα, μάρμαρο ή, σπανιότερα, σίδηρο. Ο αριθμός των καμπάνων ποικίλλει. Τα τελευταία χρόνια έκαναν την εμφάνιση τους οι ηλεκτρικές καμπάνες, καθώς και τα ρολόγια στις τέσσερις πλευρές των καμπαναριών, που χτυπούν και δείχνουν την ώρα.

 

Κείμενο: Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Σελλής

Έρευνα – φωτογραφίες : Γιώργος Αντωνίου

  

Πηγή


Read Full Post »

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας – Guillaume Abel Blouet  (Γκιγιώμ Μπλουέ), χάραξη σε ατσάλι, 1833. Ο Guillaume Abel Blouet ήταν Γάλλος αρχιτέκτονας, μέλος της  Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως.

 

Άποψη του Ναυπλίου από τη πλευρά της Πρόνοιας - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1833.

 

Το 1540 οι Τούρκοι καταλαμβάνουν το Ναύπλιο και θα το κρατήσουν μέχρι το 1676, όποτε και το παίρνουν οι Βενετοί. Κατά την διάρκεια της Ενετοκρατίας η πόλη θα οχυρωθεί, στην ανατολική της κυρίως πρόσβαση από την στεριά και θα αναπτυχθεί και το λιμάνι της. Οι Βενετοί θα το καταστήσουν το κέντρο των ανατολικών τους κτίσεων με το όνομα Νάπολη της Ρωμανίας. Μια νέα όμως περίοδος τούρκικης κυριαρχίας συρρίκνωσε την πόλη μετά το 1715, ιδιαίτερα μετά το 1786, που οι Τούρκοι έκαναν την Τρίπολη έδρα του πασά του Μοριά. Αμέσως μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδας, το Ναύπλιο γίνεται η πρώτη πρωτεύουσα της (1828-34) και έδρα του πρώτου κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, για να δεχθεί το 1833 τον βασιλιά Όθωνα, που μετέφερε την πρωτεύουσα στην Αθήνα.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »