Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βαλκάνια’

Η δημιουργία του Αλβανικού κράτους


 

Με μεγάλη καθυστέρηση σε σύγκριση με τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς, ο αλβανικός εθνικισμός, με τη μορφή μιας αναπτυγμένης ήδη σε μεγάλο βαθμό εθνικής συνείδησης και της διατύπωσης αιτημάτων υπέρ ενός ενιαίου αλβανικού έθνους, επιχείρησε την πρώτη δυναμική εμφάνισή του στα 1878, με τη σύμπηξη του Συνδέσμου της Πρισρένης (Πρίζρεν), ενέργεια που στόχευε κατ’ εξοχήν στο να εκμεταλλευτεί υπέρ των Αλβανών τις ανακατατάξεις που προκάλεσε στη Βαλκανική χερσόνησο η κρίση του Ανατολικού Ζητήματος. Τη σημαντικότερη, όμως, ώθηση στις πρώτες αυτές προσπάθειες έδωσε το κίνημα των Νεότουρκων, το 1908, που επέτρεψε αρχικά στους Αλβανούς να ιδρύσουν σχολεία και συλλόγους, αλλά και γενικότερα να αναπτύξουν μια εκτεταμένη εθνικιστική προπαγάνδα που απέβλεπε στην άνοδο του μορφωτικού επιπέδου και στην καλύτερη οργάνωση των αλβανικών πληθυσμών στη Βαλκανική. Παράλληλα με τη μορφωτική προσπάθεια παρατηρήθηκε και μια πιο ενεργητική δραστηριοποίηση των Αλβανών πατριωτών για τη δημιουργία ενός αυτόνομου αρχικά, ανεξάρτητου στη συνέχεια αλβανικού κράτους. [1]

Ο Αλβανό – Κοσοβάρος πολιτικός Χασάν Πρίστινα (Hasan Pristina,1873-1934). Αυτοεξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη το 1924. Ο Πρίστινα διατέλεσε μέλος του Αλβανικού κοινοβουλίου, υπουργός αγροτικής οικονομίας (1913) και υπηρεσιακός πρωθυπουργός της χώρας για 5 μέρες το Δεκέμβρη του 1921. Ο πάμπλουτος Αλβανός πολιτικός που για χρόνια χρηματοδοτούσε την αλβανική αντιπολίτευση, τελικά, δολοφονήθηκε σε ένα καφέ της Θεσσαλονίκης από πολιτικούς του αντιπάλους το 1934.

Η αλλαγή, ωστόσο, της στάσης των Νεότουρκων και η αφομοιωτική πολιτική που επέβαλαν πολύ σύντομα οδήγησαν τους Αλβανούς στην απόφαση να καταφύγουν σε δυναμικές αντιδράσεις. Ήδη από τις αρχές του 1912 η ιδέα είχε αρκετά ωριμάσει και οι προετοιμασίες είχαν ξεκινήσει. Όπως αναφέρει ένας από τους Αλβανούς εθνικιστές ηγέτες της εποχής, ο Χασάν Πριστίνα από το Κόσοβο, η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης στο βόρειο Κοσσυ­φοπέδιο (Ιπέκ, Τζιακόβα, Δίβρα, Πρίστινα, Πρισρένη) είχε κάνει αξιοσημείωτη πρόοδο και οι Κοσοβάροι ηγέτες εργάζονταν για την επίτευξη συμφωνίας με τους Αλβανούς των άλλων περιοχών για μια γενική εξέγερση. Πράγματι, το ίδιο καλοκαίρι άρχισαν οι εχθροπραξίες, που από το Κόσοβο γρήγορα επεκτάθηκαν σε περιοχές της βόρειας Αλβανίας (Σκόδρα) και του βιλαετιού του Μοναστηριού, φτάνοντας έως τα Σκόπια.

Το πρόγραμμα των επαναστατών ισοδυναμούσε με αυτονομία: 1) να ενωθούν τα τέσσερα βιλαέτια, που θεωρούνταν από τους εξεγερθέντες ως αλβανικά, σε ένα· 2) να χρησιμοποιείται η αλβανική γλώσσα στην εκπαίδευση και να δημιουργηθούν σχολεία με τα χρήματα από τους φόρους που συλλέγονταν από την Αλβανία· 3) να διοριστούν Αλβανοί λειτουργοί για την Αλβανία και να χρησιμοποιείται η αλβανική γλώσσα στα δικαστήρια· 4) σε καιρό ειρήνης η στρατιωτική θητεία να υπηρετείται στην Αλβανία. Η ανάγκη των Τούρκων να κλείσουν το μέτωπο με τους Αλβανούς τούς υποχρέωσε σε παραχωρήσεις, σημαντικότερη των οποίων υπήρξε ο γεωγραφικός προσδιορισμός της Αλβανίας – έως τότε ο όρος ήταν μια απλή γεωγραφική έκφραση, χωρίς ακριβή όρια: σ’ αυτόν θα περιλαμβάνονταν πλέον τα βιλαέτια Κοσόβου, Μοναστηρίου, Σκόδρας και Ιωαννίνων. [2]

Σ’ αυτή την προνομιακή θέση βρήκε τους Αλβανούς η έκρηξη του A’ Βαλκανικού Πολέμου. Οι θεαματικές στρατιωτικές επιτυχίες των Βαλκάνιων συμμάχων θορύβησαν τους εθνικιστές ηγέτες των Αλβανών, οι οποίοι είδαν το στρατό της Σερβίας και του Μαυροβούνιου να καταλαμβάνει περιοχές της Σκόδρας και της βόρειας Αλβανίας και τον ελληνικό στρατό να προελαύνει στην Ήπειρο, με κατεύθυνση τα Ιωάννινα. Η διαφαινόμενη από νωρίς ήτα της Τουρκίας στο πεδίο της μάχης έθετε σε κίνδυνο την υλοποίηση του εθνικού προγράμματος των Αλβανών, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μέσα από την εκπαιδευτική δραστηριότητα και τις εξεγέρσεις των προηγούμενων χρόνων πολύ δε περισσότερο έθετε σε κίνδυνο την ακεραιότητα των εδαφών που μόλις μερικούς μήνες νωρίτερα η τουρκική διοίκηση είχε χαρακτηρίσει ως «αλβανικά». Η κατάσταση για τους Αλβανούς περιπλεκόταν ακόμη περισσότερο, καθώς οι ηγέτες τους ήταν διαφοροποιημένοι ως προς τις πολιτικές προτιμήσεις τους και απουσίαζε μία κεντρική εξουσία αποδεκτή από όλους, ικανή να ελέγξει τις τοπικές μεμονωμένες δράσεις και να κατευθύνει την απαιτούμενη διπλωματική δραστηριότητα.

Προκειμένου να καταλήξουν σε μια ενιαία πολιτική και να συντονίσουν τις πολεμικές δραστηριότητες, σι Αλβανοί ηγέτες συγκεντρώθηκαν στα Σκόπια, στις 14 Οκτωβρίου 1912. Ο δρόμος που επέλεξαν τελικά προκειμένου να αποτρέψουν το διαμελισμό όσων θεωρούσαν ως αλβανικά εθνικά εδάφη ήταν μια ανεπίσημη συμμαχία με την Τουρκία. Όπως δήλωσαν τα μέλη της «Μαύρης Οργάνωσης για τη Σωτηρία της Πατρίδας», με διακοίνωσή τους προς τις Μεγάλες Δυνάμεις, με την επιλογή τους αυτή δεν επιθυμούσαν να στηρίξουν την Τουρκία, η οποία προφανώς θα έχανε τον πόλεμο, αλλά να διαφυλάξουν την ενότητα των Βιλαετίων που οι ίδιοι διεκδικούσαν, για τα οποία επεδίωκαν ενιαία διακυβέρνηση. [3]

Ο Ισμαήλ Κεμάλ Μπέι Βλόρα (Ismail Qemal Bej Vlora‎ 1844-1919), ιδρυτής του Αλβανικού Κράτους και ο πρώτος πρωθυπουργός της Αλβανίας. Γεννήθηκε στις 16 Ιανουαρίου 1844 στην Αυλώνα και ήταν ο πρώτος που υπέγραψε την Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας της Αλβανίας.

Ταυτόχρονα εντάθηκαν και οι διπλωματικές προσπάθειες των Αλβανών προς τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, από τις αποφάσεις των οποίων θα καθοριζόταν εν πολλοίς και η δική τους μοίρα. Την κρίσιμη εκείνη περίοδο σημαντικό ρόλο ανέλαβε ο Ισμαήλ Κεμάλ. Ο ίδιος γράφει στα απομνημονεύ­ματά του: «Όταν οι Βαλκάνιοι σύμμαχοι κήρυξαν τον πόλεμο στην Τουρκία, και οι Σέρβοι κατέλαβαν τα Σκόπια, συνειδητοποίησα ότι είχε έρθει η ώρα για εμάς, τους Αλβανούς, να λάβουμε δραστικά μέτρα για τη δική μας σωτηρία». Εκμεταλλευόμενος την ευτυχή συγκυρία της σύμπτωσης των αλβανικών εθνικών επιδιώξεων με τα στρατηγικά συμφέροντα των Αυστριακών και των Ιταλών στη δυτική Βαλκανική και την Αδριατική θάλασσα, καθώς και τον ανταγωνισμό μεταξύ αυτών και των υπόλοιπων δυνάμεων της εποχής (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) για τον καθορισμό ζωνών επιρροής στην περιοχή, έφτασε στην Αυλώνα, όπου στις 28 Νοεμβρίου 1912 διακήρυξε την αλβανική ανεξαρτησία και ανέλαβε πρόεδρος της προσωρινής κυβέρνησης που σχηματίστηκε την ίδια ημέρα. Δημιουργώντας τετελεσμένα γεγονότα έλπιζε βάσιμα ότι θα επηρέαζε και τις αποφάσεις των Μεγάλων Δυνάμεων γύρω από την επίλυση του αλβανικού ζητήματος, λόγω και της κρίσιμης κατάστασης που είχε προκληθεί από τις πολεμικές επιχειρήσεις.

Μετά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας, δύο ήταν πλέον οι προτεραιότητες του Αλβανού ηγέτη: η αναγνώριση του αλβανικού κράτους από τις Μεγάλες Δυνάμεις και ο καθορισμός των συνόρων του. [4] Το πρώτο από τα δύο ζητήματα λύθηκε στις 29 Ιουλίου 1913, όταν η Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη αποφάσισε πως η Αλβανία θα ήταν στο εξής ανεξάρτητο κράτος υπό την εγγύηση των Μεγάλων Δυνάμεων. Λίγο νωρίτερα είχε δοθεί λύση και στο θέμα των βόρειων και βορειοανατολικών συνόρων της, όταν ύστερα από πιέσεις της Ρωσίας αποφασίστηκε να δοθεί η περιοχή του Κοσσυφοπεδίου στη Σερβία, ως αντάλλαγμα για τον αποκλεισμό της τελευταίας από την έξοδο προς την Αδριατική. Ανοιχτό απέμενε μόνο το ζήτημα των νότιων συνόρων της Αλβανίας.

Στο σημείο αυτό τα σχέδια των Αλβανών εθνικιστών έμελλε να συγκρουστούν με τις ελληνικές διεκδικήσεις. Κατά βάση οι ελληνικές κυβερνήσεις δεν ήταν αντίθετες στη δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, εφ’ όσον αυτό περιοριζόταν εδαφικά εκτός της ελληνικής Ηπείρου. Οι Αλβανοί απαιτούσαν τα σύνορά τους να εκτείνονται ως τον Αμβρακικό κόλπο και η στήριξη των αιτημάτων τους από τις δύο αδριατικές δυνάμεις (Αυστρία και Ιταλία) ήταν αυτή που κατ’ εξοχήν ανησυχούσε την ελληνική πλευρά. Η οργάνωση εκτεταμένου ένοπλου αλβανικού κινήματος στα αμφισβητούμενα εδάφη, που θα στρεφόταν εναντίον των Ελλήνων, ασφαλώς θα ενίσχυε τις θέσεις τους στη διπλωματική κονίστρα, τα σχέδια όμως αυτά δεν πραγματοποιήθηκαν. Εστίες δράσης των Αλβανών εθνικιστών, είτε με τη μορφή ένοπλου αγώνα άτακτων σωμάτων είτε με τη διενέργεια προπαγάνδας μεταξύ των αλβανικών πληθυσμών, επισημάνθηκαν σε μερικά τμήματα (με συντονιστικό κέντρο στην Αυλώνα), χωρίς ωστόσο να πάρουν γενικευμένη μορφή.

Η έκρηξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου, το καλοκαίρι του 1913, περιέπλεξε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Η προσωρινή κυβέρνηση του Ισμαήλ Κεμάλ, με περιορισμένη πια επιρροή και αντιμέτωπη με το χωριστικό κίνημα των αντιπάλων του μπέηδων, με ηγέτη τον Εσάτ πασά στα Τίρανα, δεν είχε αποδειχθεί ικανή να ικανοποιήσει τις ελπίδες των Αλβανών εθνικιστών, οι οποίοι είχαν εναποθέσει σ’ αυτήν τη λύση του εθνικού τους ζητήματος. Ο Κεμάλ, προκειμένου να εδραιώσει την εξουσία του, επιχείρησε να συνομολογήσει συμμαχία με τους Βούλγαρους, οι οποίοι, σε περίπτωση νίκης επί των Ελλήνων και των Σέρβων, προσέφεραν στους Αλβανούς την Ήπειρο και τμήματα της Μακεδονίας. Εν όψει αυτής της συμφωνίας, σε περιοχές της κεντρικής και Βόρειας Αλβανίας ετοιμάζονταν ήδη επιχειρήσεις αλβανικών ένοπλων σωμάτων εναντίον Ελλήνων και Σέρβων, με τη Βουλγαρική στήριξη. Οι εξελίξεις στο πεδίο της μάχης ωστόσο έδωσαν τέλος στα σχέδια αυτά.

Η μεγάλη εδαφική αύξηση της Ελλάδας, όμως, μέχρι τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου κρίθηκε υπερβολική από τις δυνάμεις εκείνες που δεν επιθυμούσαν να εξελιχθεί η χώρα αυτή σε ισχυρή δύναμη της Αδριατικής, ούτε και να αποδυναμωθεί υπερβολικά η Αλβανία. Με οδηγό την ικανοποίηση των αναγκών αυτών, αποφασίστηκε η οροθέτηση της συνοριακής γραμμής μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας. Ο τελικός καθορισμός των συνόρων με το πρωτόκολλο της Φλωρεντίας, στις 17 Δεκεμβρίου 1913, δεν ικανοποίησε καμιά από τις δύο πλευρές: ούτε την ελληνική, καθώς άφηνε στην αλβανική επικράτεια τις περιοχές του Αργυροκάστρου και της Κορυτσάς, ούτε και την αλβανική, που διεκδικούσε πολλά από τα εδάφη της ελληνικής Ηπείρου.

Έτσι, μέσα σε μόλις ένα χρόνο οι Αλβανοί, με τις μικρότερες δυνατές απώλειες και δίχως ουσιαστικά να πάρουν μαζικά τα όπλα εναντίον των κυρίαρχων Τούρκων, εκμεταλλευόμενοι όμως τόσο τις στρατιωτικές επιτυχίες των Βαλκάνιων συμμάχων, που προκάλεσαν την κατάρρευση του οθωμανικού κράτους, όσο και τις στρατηγικές επιδιώξεις των Μεγάλων Δυνάμεων για την περιοχή της Βαλκανικής, κατόρθωσαν να αποκτήσουν ανεξάρτητο κράτος.

Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι στα εδάφη του νέου αυτού κράτους δεν περιλήφθηκαν όλες εκείνες οι περιοχές που διεκδικούσαν, κατοικούμενες από περισσότερο ή λιγότερο συμπαγείς αλβανικούς πληθυσμούς, προκάλεσε στους Αλβανούς εθνικιστές ένα αίσθημα πικρίας για την «αδικία» που είχε διαπραχθεί σε βάρος τους εκ μέρους των δυνάμεων της εποχής, αποτέλεσμα της οποίας ήταν κάποιοι αλβανικοί πληθυσμοί να παραμείνουν εκτός των αλβανικών συνόρων. [5] Το αίσθημα αυτό της «αδικίας του 1913» θα παραμείνει έκτοτε ζωντανό στη σκέψη των Αλβανών και θα εκθρέψει τον αλβανικό αλυτρωτισμό, που θα βρει τπ δυνατότατα να εκφραστεί σε αρκετές περιπτώσεις καθ’ όλο τον 20ό αιώνα, κάθε φορά που οι συνθήκες θα το επέτρεπαν.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για την αλβανική εθνική αφύπνιση ως την εποχή των Βαλκανικών Πολέμων, Βλ. τη διαχρονική μελέτη του St. Skendi, The Albanian National Awakening 1908-1912, Πρίνστον 1967, καθώς και τις ενδιαφέρουσες απόψεις του Τ. Zavalani, «Albanian Nationalism», στο Nationalism in Eastern Europe, Sugar P.-Lederer I. (eds), Σιάτλ 1994, σ. 55-92.

[2] Bασ. Κόντης,  Ευαίσθητες ισορροπίες. Ελλάδα και Αλβανία στον 20ό αιώνα, Θεσσαλονίκη 1994, σ. 48.

[3] Χρ. Πιτούλη-Κίτσου, Οι ελληνοαλβανικές σχέσεις και το Βορειοηπειρωτικό Ζήτημα κατά την περίοδο 1907-1914, Αθήνα 1997, σ. 205 κ. εξ.

[4] Αναλυτικά για τα ζητήματα αυτά βλ. Βασ. Κόντης, ό.π., σ. 50 κ. εξ., καθώς και στο Κ.Α. Βακαλόπουλου, ιστορία του βόρειου Ελληνισμού. Ήπειρος, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 559 κ. εξ.

[5] Η άποψη αυτή είναι κυρίαρχη στην αλβανική ιστοριογραφία. Βλ. χαρακτηριστικά Ar. Puto, Pavaresia shqiptare dhe diplomacia e fuqive te medha 1912-1914 (H αλβανική ανεξαρτησία και η διπλωματία των Μεγάλων Δυνάμεων 1912-1914), Τίρανα 1978, καθώς και το έργο του γνωστού R. Qosja, La question albanaise, Παρίσι 1995.

 

Ελευθερία Μαντά

Η Ελευθερία Μαντά είναι Επίκουρη καθηγήτρια Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ. Σπούδασε στη Θεσσαλονίκη, όπου και έλαβε το διδακτορικό τίτλο σπουδών με γενικό βαθμό «Άριστα». Εργάστηκε ως Επιστημονική συνεργάτης του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (1992-2008) και στη συνέχεια ως Διευθύντρια του Ιδρύματος (2008-2011).

 

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Βαλκάνια – Η γέννηση των εθνών», τεύχος 141, 4 Ιουλίου 2002.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Σλαβομακεδονικός Εθνικισμός – Σπυρίδωνας Σφέτας*


 

Ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός αποτελεί μια ιδιοτυπία στα Βαλκάνια. Η ιδιοτυπία συνίσταται στο γεγονός ότι δεν πρόκειται για μια ιστορική κατηγορία, όπως ισχύει για τους άλλους βαλκανικούς εθνικισμούς, αλλά για μια πολιτική κατά βάση κατηγορία που μετά το 1944 εξελίχθηκε σε εθνική κατηγορία. Έτσι, το 19 αιώνα, όταν αναδύθηκαν οι βαλκανικοί εθνικισμοί, δεν υπήρχαν οι αντικειμενικές προϋποθέσεις για μια σλαβομακεδονική εθνογένεση.

Η αντίδραση στην οικονομική και πολιτιστική επιρροή του Ελληνισμού στον ευρύτερο μακεδονικό χώρο, που καθόριζε και τη «συνείδηση» των σλαβόφωνων και δίγλωσσων με την έννοια ότι στήριζαν τις ελπίδες για απελευθέρωση τους από τον τουρκικό ζυγό κυρίως στην Ελλάδα, εκδηλώθηκε με την εθνική αφύπνιση των Βουλγάρων και την ίδρυση της Βουλγαρικής Εξαρχίας (1870). Εκμεταλλευόμενη το γλωσσικό παράγοντα, υιοθετώντας τη γερμανική αντίληψη περί έθνους και επικαλούμενη τη μεσαιωνική βουλγαρική ιστορία, η βουλγαρική πλευρά μπορούσε μέσω κυρίως της εκπαίδευσης να αποσπάσει σλα­βόφωνους από τον ελληνικό πολιτιστικό κύκλο και να τους εμφυσήσει βουλγαρική εθνική συνείδηση.

Ο σκοπός των Βουλγάρων ήταν να συρρικνώσουν την ελληνική πολιτιστική επιρροή, να υπονομεύσουν τις θέσεις του Ελληνισμού και να προσαρτήσουν τη Μακεδονία. Τα μέσα για την επίτευξη του σκοπού αυτού ήταν είτε η εκπαιδευτική και εκκλησιαστική πολιτική της Εξαρχίας είτε η ένοπλη εξέγερση που προπαγάνδιζαν οι βουλγαρο-μακεδονικές οργανώσεις, κυρίως η VMRO [Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση].  Έτσι, πολλοί σλαβόφωνοι, κυρίως στη βόρεια ζώνη του ευρύτερου μακεδονικού χώρου, αυ­τοχαρακτηρίζονταν Βούλγαροι.

Ότι ο όρος «Βούλγαρος» δεν σήμαινε εθνώνυμο, αλλά μια «πολιτικοκοινωνική ετικέτα» ως αντίρ­ροπη δύναμη στον όρο «Έλληνας», όπως ισχυρίζονται οι ιστορικοί των Σκοπίων, είναι ένας αυθαίρετος ισχυρισμός. Ακολουθώντας τη διάκριση του Άντονι Σμιθ (Anthony Smith) μεταξύ εθνοτικής κατηγορίας (πρόκειται για ανθρώπινους πληθυσμούς που θε­ωρούνται, τουλάχιστον από ένα μέρος των ε­ξωτερικών παρατηρητών, ως ξεχωριστές πο­λιτισμικές και ιστορικές ομάδες, χωρίς ανα­πτυγμένη αυτοσυνείδηση, παρά μονάχα με μια ασαφή αίσθηση ότι αποτελούν μια ξεχω­ριστή συλλογικότητα) και εθνοτικής κοινότη­τας θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι με την ίδρυση της Εξαρχίας στο μακεδονικό χώρο ο όρος Βούλγαρος από (υποτιμητική μέχρι τό­τε) εθνοτική κατηγορία άρχισε να εξελίσσε­ται σε εθνοτική κοινότητα.

Ως αντίδραση στον εκβουλγαρισμό των σλαβόφωνων η σερβική πλευρά πρόβαλε όχι μονάχα τη σερβική εθνική ιδέα, αλλά και την ιδέα τού γλωσσικού σλαβομακεδονισμού. Οι Σέρβοι στα τέλη του 19ου αιώνα προσπάθησαν (ανεπιτυχώς) να δημιουργήσουν από τα φτωχά σλαβομακεδονικά ιδιώματα μια λόγια σλαβομακεδονική γλώσσα, με τη διείσδυση σερβικών λέξεων και την υιοθέτηση του σερ­βικού αλφαβήτου. Σκοπός βέβαια των Σέρ­βων δεν ήταν η διαμόρφωση μια σλαβομακε-δονικής ταυτότητας, αλλά ο εκσερβισμός των σλαβόφωνων μέσω της δημιουργίας μιας νέας γλώσσας, βασισμένης στις διαλέκτους και στη λόγια σερβική γλώσσα.

Κρίστε Μισίρκοφ (1874-1926). Ο σημαντικότερος διανοούμενος του «εθνικού σεπαρατισμού».

Από τον ελληνοβουλγαροσερβικό ανταγω­νισμό στη Μακεδονία και τη διαιώνιση της τουρκικής κυριαρχίας προήλθε αρχικά και η ιδέα του σλαβομακεδονισμού. Μια μικρή ο­μάδα διανοουμένων [Ντέντοφ (Dedov), Μισάικοφ (Misaikov), Τσουπόβσκι (Cupovski), Μισίρκοφ (Misirkov)], που αρχικά είχε φοιτήσει σε βουλγαρικά σχολεία και αργότερα σε σερβικά, κατέβαλε προσπάθεια στα τέλη του 19ου αι. και τις αρχές του 20ού αιώνα να δημιουργήσει ένα σλαβομακεδονικό έθνος. Σπουδαιότερος υπήρξε ο Μισίρκοφ. Έχοντας βιώσει το σερβοβουλγαρικό ανταγωνισμό στη Μακεδονία, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι η Βουλγαρία δεν μπορούσε να απελευθερώσει τη Μακεδονία και ότι η ρωσική πολιτική δεν ευνοούσε την επαναστατική τακτική της VMRO, μετά την ανεπιτυχή εξέγερση του Ίλιντεν (1903), ο Μισίρκοφ διακήρυξε την ιδέα του σλαβομακεδονισμού ως μια εθνικο-πολιτική αντίληψη για την αυτονόμηση της Μακεδονίας. Είχε πλήρη συνείδηση του γεγονότος ότι η σλαβομακεδονική εθνότητα ήταν χωρίς ιστορικές ρίζες, ότι θα ήταν ένα τεχνητό δημιούργημα για πολιτικούς λόγους, αλλά «ό,τι δεν υπάρχει μπορεί να δημιουργηθεί, αν το απαιτούν οι ιστορικές περιστάσεις», έγραψε στο βιβλίο του «Περί των Μα­κεδόνικων Υποθέσεων» (1903). Οι απόψεις του Μισίρκοφ δεν βρήκαν απήχηση. Σε μια περίοδο όπου το ιστορικό παρελθόν αποτελούσε τη βάση για τη δημιουργία της εθνικής ταυτότητας, ο Μισίρκοφ χαρακτηρίστηκε ως αιρετικός. Οι σλαβόφωνοι αυτοπροσδιορίζονταν είτε ως Βούλγαροι είτε ως Έλληνες είτε ως Σέρβοι και δεν υπήρχε πολιτική δύναμη για την προώθηση της ιδέας του σλαβομακε­δονισμού.

 

Βοεβόδες στο Βιλαέτι του Όντριν (Αδριανούπολη) λίγο πριν την ανεπιτυχή εξέγερση του Ίλιντεν (1903). Βοεβόδας είναι τίτλος που έφεραν στρατιωτικοί και πολιτικοί διοικητές επαρχιών στις σλαβικές χώρες και την Ευρωπαϊκή Τουρκία.

 

Ανδρέας Τσίπας (1904-1956). Σλαβόφωνος κομμουνιστής, διετέλεσε Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο εγκαταστάθηκε στη Γιουγκοσλαβία μέχρι το τέλος της ζωής του.

Η πολιτική δύναμη που επέβαλε τη λύση του σλαβομακεδονισμού στο Μεσοπόλεμο ήταν η Κομμουνιστική Διεθνής. Για την αποσταθεροποίηση των βαλκανικών «αστικών» καθεστώτων γενικά και για άλλους ειδικότερους πολιτικούς λόγους – στους οποίους δεν μπορούμε να υπεισέλθουμε στο πλαίσιο ενός σύντομου άρθρου – η Κομμουνιστική Διεθνής το 1934 αποδέχθηκε την ύπαρξη «μακεδόνι­κου έθνους». Φορείς της νέας αυτής εθνικής ιδεολογίας υπήρξαν τα βαλκανικά κομμουνιστικά κόμματα και κύκλοι «προοδευτικών» διανοούμενων, προσκείμενων στην κομμουνιστική ιδεολογία, όπως οι Νίκολα Βαπτσάροφ (Nikola Vapcarov), Avτov Πόποφ (Anton Popov), Βένκο Μαρκόφσκι (Venko Markovski) στη Βουλγαρία, ο ποιητής Κότσο Ράτσιν (Koco Racin) στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία ή οι υπό τη σκέπη του ΚΚΕ ισχνοί πυρήνες της VMRO (Ενωμένης) στην Ελληνική Μακεδονία υπό τον Ανδρέα Τσίπα.

Νικόλα Βαπτσάροφ (1909-1942). Βούλγαρος ποιητής, έγραφε πατριωτικά ποιήματα στο πνεύμα των δημοτικών τραγουδιών. Συμμετείχε στο στρατιωτικό σκέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος στον αγώνα κατά των γερμανών στη Βουλγαρία, (εκτελέστηκε το 1942).

Ότι η εξέλιξη αυτή προς την κατεύθυνση του σλαβομακεδονισμού ήταν αναστρέψιμη στο βαθμό που η Βουλγαρία θα μπορούσε να διαδραματίσει έναν απελευθερωτικό ρόλο, είναι μια λογική υπόθεση, αλλά μεγαλύτερη σημασία έχει το γεγονός ότι, ανάλογα με τις εξελίξεις, ο σλαβομακεδονισμός παρέμεινε μια νέα εθνική επιλογή. Ενώ το Μακεδονικό Ζήτημα σε σχέση με την Ελληνική Μακεδονία είχε ουσιαστικά επιλυθεί μέσω της ανταλλαγής των πληθυσμών, στο σερβικό τμήμα της Μακεδονίας υπήρχε πράγματι πρόβλημα, καθώς η πολιτική του βίαιου εκσερβισμού του σλαβικού πληθυσμού δεν είχε επιφέρει τα ποθητά αποτελέσματα. Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού έτρεφε βουλγαρικά αισθήματα, ένα άλλο μέρος είχε ρευστή συνείδηση, ενώ υπήρχαν και φιλοσερβικοί πυρήνες. Έτσι, κυρίως το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας υπήρξε υπέρμαχος του «μακεδονικού έθνους», στο οποίο διείδε τη δυνατότητα καταπολέμησης βουλγαρικών διεκδικήσεων επί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας.

Παρ’ όλο που αρχικά τον Απρίλιο του 1941 ο βουλγαρικός στρατός κατοχής έγινε δεκτός ως απελευθερωτικός στο σερβικό τμήμα της Μακεδονίας, ωστόσο η απογοήτευση από τη βουλγαρική διοίκηση, η αδυναμία της Βουλγαρίας να προσαρτήσει ολόκληρο το μακεδονικό χώρο και κυρίως η διαφαινόμενη ήττα της Γερμανίας το 1943-44 απέβησαν ευνοϊκοί παράγοντες για το Κομμουνιστικό Κόμμα Μακεδονίας, που ιδρύθηκε μόλις στις αρχές του 1943 ως συστατικό τμήμα του Κομμουνιστικού Κόμματος Γιουγκοσλαβίας, και για το αντιστασιακό κίνημα του Τίτο. Ο σλαβομακεδονισμός ως επιλογή άρχισε να κερδίζει έδαφος σε βάρος της βουλγαρικής εθνικής ιδέας, εφ’ όσον η Βουλγαρία θα ήταν πάλι μια ηττημένη χώρα, ενώ στη νέα κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία οι Σλαβομακεδόνες αναγνωρίζονταν ως ισότιμο έθνος.

 

Το αρχαιοελληνικό μακεδονικό βασίλειο (αριστερά) και η Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας (δεξιά). Όρια κατά προσέγγιση. Πηγή: Βικιπαίδεια.

 

Μετά την ανακήρυξη της «Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας» (2.8.1944) και την απελευθέρωση των Σκοπίων (13.11.1944) άρχισε η διαδικασία της σλαβομακεδονικής εθνογένεσης. Κύριος σκοπός ήταν η διαφοροποίηση των Σλαβομακεδόνων από τους Βούλγαρους και η καταπολέμηση της βουλγαρικής επιρροής. Όσοι είχαν υπηρετήσει τις βουλγαρικές αρχές κατοχής καταδικάστηκαν σε θάνατο ή φυλακίστηκαν [Ντίμιταρ Γκιουζέλεφ (Dimitar Gjuzelev), Ντίμιταρ Τσκατρόφ (Dimitar Ckatrov), Σπίρο Κιτίντσεφ (Spiro Kitincev)], ενώ εξαρθρώθηκαν οι πα­ραφυάδες της βουλγαρικής οργάνωσης VMRO. Όσοι αποδέχτηκαν το σλαβομακεδονισμό ως εθνική επιλογή, αλλά στο παρελθόν υπήρξαν οπαδοί της VMRO ή της υπό την επιρροή του βουλγαρικού κομμουνιστι­κού κόμματος VMRO (Ενωμένης) και υποστήριζαν την «Ανεξάρτητη Μακεδονία» και όχι την ένταξη της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας στη γιουγκοσλαβική ομοσπονδία, εξορίστηκαν, φυλακίστηκαν ή υπέπεσαν σε δυσμένεια [Μεθόδιγια Αντόνοβ Τσέντο (Methodija Antonov Cento), Πάβελ Σατόφ (Pavel Satov), Πάνκο Μπρασνάροφ (Panko Brasnarov), Ντίμιταρ Βλαχόφ (Dimitar Vlachov), ακόμη και ο πρώην πρόεδρος Κίρο Γκλιγκόροφ (Kiro Gligorov)]. Όσοι διαφώνησαν με τη δημιουργία της λόγιας σλαβομακεδονικής γλώσσας που βασίστηκε στις κεντρικές διαλέκτους της περιοχής με ταυτόχρονο εξοβελισμό παραδοσιακών βουλγαρικών φθόγγων και προσανατολισμό στο σερβικό αλφάβητο και λεξιλόγιο καταδιώχθηκαν, όπως ο διευθυντής της «Nova Makedonija» Βασίλ Ιβανόφσκι (Vasil Ivanovski) και ο ποιητής Βένκο Μαρκόφσκι (Venko Markovski). Η δημιουργία κράτους, λόγιας κωδικοποιημένης γλώσσας, εκκλησίας και εθνικής ιστοριογραφίας υπήρξαν βασικοί παράγοντες της εθνογένεσης. Καταλυτικό βέβαια ρόλο διαδραμάτισε το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας.

Κίρο Γκλιγκόροφ (1917-2012), Σλαβομακεδόνας πολιτικός, διετέλεσε δύο φορές πρόεδρος της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Είχε δηλώσει ότι η ταυτότητα του λαού του είναι σλαβική και δεν συνδέεται με τον Μέγα Αλέξανδρο και τους αρχαίους Μακεδόνες.

Σε αντίθεση με τους Έλληνες, Σέρβους και Βούλγαρους, ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός αρχικά δεν απέδωσε σημασία στο (ανύπαρκτο) ιστορικό παρελθόν, αλλά στο ένδοξο μέλλον, στην ενοποίηση ολόκληρου του μακεδονικού χώρου και στην ένταξη του στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία, πολιτική που άσκησε το Βελιγράδι την περίοδο 1944-1949. Το μόνο ιστορικό γεγονός που λειτουργούσε στη συνείδηση των παρτιζάνων το 1944 ήταν η εξέγερση του Ιλιντεν. Όταν μετά το 1948 η Βουλγαρία αμφισβήτησε τη νέα εθνότητα, οι ιστορικοί των Σκοπίων σφετερίστηκαν τη βουλγαρική εθνική αναγέννηση του 19ου αιώνα στο ευρύτερο μακεδονικό και το μεσαιωνικό βουλγαρικό παρελθόν. Όταν το 1991 η Ελλάδα αρνήθηκε να αναγνωρίσει την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας με τον όρο «Δημοκρατία της Μακεδονίας», άρχισε και ο σφετερισμός της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.

Είναι φανερό ότι η σλαβομακεδονική ταυτότητα, από ιστορική άποψη, διέρχεται ακόμη το στάδιο της αναζήτησης. Αλλά η πολιτική επιτυχία του πειράματος της (σλαβο-) μακεδονοποίησης στην κομμουνιστική Γιουγκοσλαβία υπήρξε αναμφισβήτητη. Ο σλαβομακεδονισμός ως πολιτική επιλογή εξάλειψε την παλαιά σερβοβουλγαρική διαμάχη για την ταυτότητα των Σλάβων της Μακεδονίας και οι νέες γενεές γαλουχήθηκαν στη νέα αυτή εθνική ιδεολογία.

Όποια λύση και να βρεθεί στην επίλυση του ζητήματος της ονομασίας του νέου κράτους, θα είναι ωστόσο δύσκολο να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των ιστορικών των βαλκανικών χωρών για τις ιστορικές πτυχές του Μακεδονικού. Το μεγάλο όμως ερώτημα είναι αν πιθανή διάλυση του κράτους των Σκοπίων θα σημάνει την εξαφάνιση της σλαβο­μακεδονικής ταυτότητας και την ανάληψη πρωταγωνιστικού ρόλου στο Μακεδονικό από τη Βουλγαρία. Ο αλβανικός παράγοντας ίσως αποβεί καταλυτικός για το μέλλον.

 

Σπυρίδων Σφέτας

Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Βαλκάνια – Η γέννηση των εθνών», τεύχος 141, 4 Ιουλίου 2002.

Εικόνες και λεζάντες αυτών, από την Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

* Ο Σπυρίδων Σφέτας γεννήθηκε στο χωριό Κοιλάδα Λαρίσης το 1960. Το 1978 αποφοίτησε από το  Α΄ Λύκειο Αρρένων Λαρίσης και εισήχθηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Το 1983 αποφοίτησε από το Ιστορικό Τμήμα της Σχολής. Με υποτροφία  αρχικά του Ι.Κ.Υ. και αργότερα του γερμανικού κράτους πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στην ιστορία της Ανατολικής και της Νοτιοανατολικής Ευρώπης  και στη Σλαβολογία στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου (1985-1991). Το 1991 ανακηρύχθηκε διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μονάχου  με διατριβή σχετικά με το Μακεδονικό. Επέστρεψε στην Ελλάδα  και εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία ως διερμηνέας της γερμανικής και βουλγαρικής στο Δεύτερο και Έβδομο Γραφείο του Τρίτου Σώματος Στρατού. Το 1993 διορίστηκε επιστημονικός συνεργάτης στο Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ). Το 1999 εκλέχτηκε Λέκτορας Νεώτερης και Σύγχρονης Βαλκανικής Ιστορίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ, το 2004 εξελίχθηκε στη θέση του Επίκουρου Καθηγητή και το 2009 στη θέση του Αναπληρωτή Καθηγητή. Έχει γράψει πολλές μελέτες και άρθρα για την Ιστορία των Βαλκανίων, αλλά και για τις τρέχουσες εξελίξεις, έχει συμμετάσχει σε πολλά συνέδρια στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Γνωρίζει Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ρωσικά  και τις βαλκανικές γλώσσες.      

 

Read Full Post »

Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (1912-1913) – Χερσαίες Επιχειρήσεις


 

Αντίπαλοι: Συμμαχία Ελλάδας, Σερβίας, Βουλγαρίας, Μαυροβουνίου – Τουρκιά

Μάχες: Σαρανταπόρου, Γιαννιτσών, Μπιζανίου – Ιωαννίνων

 

Εισαγωγή

 

Οι πόλεμοι που διεξήχθηκαν μεταξύ των ετών 1912-1913 έμειναν γνωστοί στην ιστορία με την ονομασία Βαλκανικοί.

Ο επονομαζόμενος Α’ Βαλκανικός Πόλεμος (1912-1913) έφερε αντιμέτωπη την Οθωμανική Αυτοκρατορία με την τετραπλή συμμαχία [1] της Ελλάδας, της Βουλγαρίας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου [2].

Μετά την απελευθέρωση των χριστιανικών κρατών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία αυτά έδειξαν άμεσο ενδιαφέρον στην κρατική τους οργάνωση και ανασυγκρότηση. Ταυτόχρονα, όμως, άρχισαν να αναπτύσσουν και σημαντική δραστηριότητα για τη βελτίωση της κατάστασης των υπόδουλων ακόμη ομοεθνών τους και τις συνθήκες για τη μελλοντική εδαφική διεκδίκηση στα τουρκοκρατούμενα εδάφη.

Η Ελλάδα είχε αναμφίβολα ισχυρούς και αδιαφιλονίκητους ιστορικούς τίτλους στις περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης που ήταν αναπόσπαστα εδάφη της και στα οποία ζούσε συμπαγές και πολυπληθές ελληνικό στοιχείο, που διακρίνονταν για το υψηλό πολιτιστικό του επίπεδο, την πρόοδο και την οικονομική του ανάπτυξη.

Οι πρώτες προσπάθειες που έγιναν στην κατεύθυνση της απελευθέρωσης των υπόδουλων περιοχών με τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897, είχαν ατυχή έκβαση. Ταυτόχρονα, η δράση των Βουλγάρων για τον εκβουλγαρισμό των κατοίκων της Μακεδονίας και της Θράκης, καθώς και η σερβική και ρουμανική προπαγάνδα, για τη διεκδίκηση εδαφών εντάθηκε. Ο συνδυασμός των παραπάνω γεγονότων ώθησε τους Έλληνες ιθύνοντες να κατανοήσουν την ανάγκη να ληφθούν μέτρα για τη στρατιωτική προπαρασκευή της χώρας και τη διευθέτηση των εθνικών θεμάτων.

 

Τα Βαλκάνια πριν από τον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο.

 

Από το 1904 λοιπόν εκδηλώνεται έντονα ο ελληνικός αντιπερισπασμός με το Μακεδονικό Αγώνα από δοκιμασμένους αρχηγούς, αξιωματικούς και ιδιώτες που εισήλθαν στη Μακεδονία για να αγωνιστούν για την ελληνικότητα της περιοχής. Ο αγώνας που συνεχίστηκε μέχρι το 1908 ήταν σκληρός αλλά απέφερε σημαντικά εθνικά οφέλη.

Το 1908 με το ξέσπασμα του κινήματος τον Νεότουρκων στη Θεσσαλονίκη οι ελπίδες των χριστιανικών κρατών για καλύτερη διαβίωση των υπόδουλων ομοεθνών αναπτερώθηκαν. Η πορεία ωστόσο του κινήματος διέψευσε κάθε προσδοκία και οδήγησε σε ακόμη εντονότερους διωγμούς, κυρίως των Ελλήνων οι οποίοι και διατηρούσαν την πνευματική υπεροχή.

Η Ελλάδα, όμως, δεν κάμφθηκε από αυτά τα γεγονότα αλλά αντίθετα οργάνωνε το Στρατό της και ξεκίνησε διπλωματικές προσπάθειες για συμμαχία των βαλκανικών χριστιανικών κρατών. Τα υπόλοιπα κράτη έχοντας συνειδητοποιήσει τον κίνδυνο από τον σωβινισμό των Νεότουρκων αισθάνθηκαν την ανάγκη της συνεργασίας και έτσι στις 29 Φεβρουαρίου/13 Μαρτίου [3] του 1912 υπογράφηκε στη Σόφια Συνθήκη φιλίας και συμμαχίας μεταξύ της Σερβίας και της Βουλγαρίας. Η Συνθήκη προέβλεπε την αμοιβαία στρατιωτική συνδρομή για την εξασφάλιση της πολιτικής ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητας των δύο κρατών, αλλά και τη δυνατότητα ένοπλης επέμβασης κατά της Τουρκίας καθώς επίσης και τη διανομή των απελευθερούμενων εδαφών σε περίπτωση επιτυχούς πολέμου εναντίον της Τουρκίας [4]. Στις 29 Απριλίου/12 Μαΐου του 1912 υπογράφηκε και στρατιωτική σύμβαση μεταξύ των δύο συμμάχων και λίγο αργότερα στις 19 Ιουνίου/2 Ιουλίου του 1912 συμπληρωματική στρατιωτική σύμβαση, σύμφωνα με την οποία καθορίζονταν η στρατιωτική δράση της κάθε χώρας σε περίπτωση πολέμου με την Τουρκία.

Χάρτης Συμμαχικών Δυνάμεων.

Αντίθετα, οι διαπραγματεύσεις της Βουλγαρίας με την Ελλάδα αντιμετώπιζαν σοβαρές δυσχέρειες λόγω των εδαφικών διεκδικήσεων της πρώτης στα ελληνικά εδάφη της Μακεδονίας και της Θράκης. Παρ’ όλα αυτά η Ελλάδα αποφάσισε τελικά να υπογράψει αμυντική συνθήκη με τη Βουλγαρία χωρίς, όμως, να γίνεται σε αυτήν καμία απολύτως μνεία για την τύχη των απελευθερούμενων εδαφών [5]. Στις 16/29 Μαΐου λοιπόν, υπογράφεται στη Σόφια συνθήκη αμυντικής συμμαχίας μεταξύ Ελλάδας και Βουλγαρίας η οποία ήταν τριετούς ισχύος και προέβλεπε αμοιβαία συνδρομή και υποστήριξη σε περίπτωση προσβολής μίας εκ των δύο χωρών από την Τουρκία. Τρεις μήνες αργότερα και λίγο πριν από την κήρυξη του πολέμου στις 22 Σεπτεμβρίου/5 Οκτωβρίου του 1912 υπογράφηκε και στρατιωτική σύμβαση μεταξύ των δύο χωρών.

Με τη Σερβία και το Μαυροβούνιο η Ελλάδα δε σύναψε καμία συνθήκη ή στρατιωτική σύμβαση. Μόνο όταν άρχισε ο πόλεμος κατά της Τουρκίας οι δύο χώρες αποφάσισαν να αποστείλουν αντίστοιχα αντιπροσώπους στα γενικά στρατηγεία τους για το συντονισμό των επιχειρήσεων. Αντίθετα, το Μαυροβούνιο υπέγραψε το Σεπτέμβριο του 1912 συμφωνία με τη Σερβία που κυρίως απέβλεπε στον καθορισμό του τρόπου διεξαγωγής των επιχειρήσεων κατά της Τουρκίας. Έτσι, τα τέσσερα χριστιανικά βαλκανικά κράτη αν και δεν είχαν υπογράψει κοινό αμυντικό σύμφωνο βρέθηκαν στις αρχές του φθινοπώρου του 1912 συνενωμένα και αλληλέγγυα κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Οι σφαγές Χριστιανών που οργανώθηκαν από τις τουρκικές αρχές, οι κατασχέσεις πολεμικού υλικού και τα καθημερινά επεισόδια στις συνοριακές γραμμές αποτέλεσαν την αφορμή για την κήρυξη της επιστράτευσης στα κράτη της Συμμαχίας. Πρώτη η Βουλγαρία αποφάσισε στις 16/29 Σεπτεμβρίου 1912, έχοντας και τη σύμφωνη γνώμη της Σερβίας, να κηρύξει επιστράτευση. Η Ελλάδα ακολούθησε και το σχετικό διάταγμα της γενικής επιστράτευσης υπογράφηκε τα μεσάνυχτα της 17ης/30ης Σεπτεμβρίου προς 18ης Σεπτεμβρίου/1ης Οκτωβρίου. Ταυτόχρονα με την Ελλάδα κινητοποιήθηκε και το Μαυροβούνιο, το οποίο επτά ημέρες αργότερα, στις 25 Σεπτεμβρίου/8 Οκτωβρίου, λαμβάνοντας την πρωτοβουλία κήρυξε πρώτο τον πόλεμο κατά της Τουρκίας. Μετά τις συνεχείς αρνήσεις της Τουρκίας να προχωρήσει σε ριζικές μεταρρυθμίσεις, η Σερβία και η Βουλγαρία κήρυξαν τον πόλεμο εναντίον της στις 4/17 Οκτωβρίου. Η Τουρκία προσπάθησε να προσεγγίσει διπλωματικά την Ελλάδα φοβoύμεvn ότι με τη συμμετοχή της στον πόλεμο οι γραμμές ανεφοδιασμού της μέσω θαλάσσης θα ήταν αποκλεισμένες. Παραχωρώντας λοιπόν στην Ελλάδα εδάφη στα οποία συμπεριλαμβάνονταν η Κρήτη, τα Ιωάννινα και το Μέτσοβο προσπάθησε να κερδίσει τουλάχιστον την ουδετερότητά της. Η Ελλάδα δεν ενέδωσε και κήρυξε στις 5/18 Οκτωβρίου και αυτή τον πόλεμο κατά της Τουρκίας [6].

 

Οι Στρατιωτικές Δυνάμεις των Συμμάχων και της Τουρκιάς

 

Οι ελληνικές δυνάμεις μετά την επιστράτευση αποτελούνταν από 7 Μεραρχίες, 1 Ταξιαρχία Ιππικού, 31 Πυροβολαρχίες και 2 αποσπάσματα ευζώνων (υπό τον Συνταγματάρχη Γεννάδη και τον Αντισυνταγματάρχη Κωνσταντινόπουλο) αριθμώντας συνολικά 100.000 οπλίτες, 1.658 αξιωματικούς και 1.000 έφιππους [7] στις οποίες προστέθηκε και η VIII Μεραρχία που συγκροτήθηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 1912 στην Ήπειρο, από τις εκεί δυνάμεις, ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των οπλιτών στις 129.000. Επίσης, η Ελλάδα διέθετε και στολίσκο 4 αεροπλάνων [8].

Συνολικά, η δύναμη των συμμάχων ανερχόταν σε 684.000 οπλίτες, 9.000 έφιππους και 1.530 πυροβόλα [9].

Αντίστοιχα, η δύναμη των Τούρκων αριθμούσε 340.000 οπλίτες, 6.000 έφιππους και 850 πυροβόλα. Η αναλογία λοιπόν των δυνάμεων των συμμάχων προς των αντίστοιχων τουρκικών ήταν περίπου 2:1 για το πεζικό και τη δύναμη των πυροβόλων και 3:2 για το ιππικό.

 

Η Μάχη στο Σαραντάπορο (Λάρισας)

 

Στις 5/18 Οκτωβρίου, την 1η ημέρα του πολέμου, τα ελληνικά στρατεύματα πέρασαν την ελληνοτουρκική μεθόριο απωθώντας αρχικά τα τουρκικά στρατεύματα των συνοριακών φυλακίων και στη συνέχεια, στις 6/19 Οκτωβρίου, τα εχθρικά στρατεύματα που ήταν εγκατεστημένα στην Ελασσόνα και τη Δεσκάτη. Από τις 7/20 Οκτωβρίου, ο Στρατός Θεσσαλίας άρχισε την προέλαση του προς τον Βορρά για να συναντήσει τον κεντρικό όγκο των τουρκικών δυνάμεων που ήταν εγκατεστημένες στις οχυρές τοποθεσίες του Σαρανταπόρου και των Λαζαράδων – Βογγόπετρας [10].

Η τοποθεσία Σαρανταπόρου είχε επιλεγεί από την Οθωμανική Διοίκηση εξαιτίας της φυσικής της οχύρωσης και του εύρους των πεδίων βολής που προσέφερε. Είναι επίσης περιοχή ορεινή και δύσβατη και η κίνηση σε αυτή γίνεται με μεγάλη δυσκολία [11].

To βασικό σχέδιο των Τούρκων ήταν να εμποδίσουν την προέλαση του ελληνικού στρατού προς το Βορρά αμυνόμενοι σταθερό και υπερασπίζοντας αυτά τα δύο οχυρά με το σύνολο σχεδόν των δυνάμεων της περιοχής. Αντίστοιχα, το σχέδιο του ελληνικού Γενικού Στρατηγείου προέβλεπε ανοιχτή κατά μέτωπο επίθεση εναντίον των αμυνόμενων δυνάμεων στα στενά του Σαραντοπόρου με ταυτόχρονη υπερκερωτική ενέργεια προς τα Σέρβια για την κατάληψη της γέφυρας του Αλιάκμονα. Η όλη ενέργεια θα συνδυαζόταν με κυκλωτική κίνηση μέσω της περιοχής των Λαζαράδων προς την Κοζάνη [12].

 

Η μεγάλη μάχη του Σαρανταπόρου, 10 Οκτωβρίου 1912. Λαϊκή εικόνα εποχής.

 

Οι επιχειρήσεις των ελληνικών δυνάμεων ξεκίνησαν την 9η/22α Οκτωβρίου του 1912. Η I, η II, και η III μεραρχία κινήθηκαν κατά μέτωπο προς τις εχθρικές δυνάμεις στα στενό του Σαραντοπόρου. Αρχικά, η πρόοδος των ελληνικών στρατευμάτων ήταν μικρή εξαιτίας της δυσβατότητας του εδάφους και της δυσκολίας υποστήριξης από το Ελληνικό Πυροβολικό. Από το μεσημέρι και έπειτα, όμως, το Πυροβολικό κατόρθωσε επιτέλους να ταχθεί και να ανοίξει πυρ κατά των τουρκικών θέσεων, με αποτέλεσμα ο αγώνας να λάβει ευνοϊκότερη εξέλιξη για τις ελληνικές δυνάμεις. Μέχρι τις πρώτες βραδινές ώρες οι 3 Μεραρχίες είχαν πλησιάσει την τουρκική γραμμή και είχαν εγκαταστήσει τμήματα ασφαλείας ώστε να διανυκτερεύσουν. Τις βραδινές ώρες ο αγώνας διακόπηκε. Οι Τούρκοι κατείχαν ακόμη τις κύριες γραμμές άμυνάς τους προβάλλοντας σθεναρή αντίσταση. Η κατάσταση γινόταν ακόμη δυσχερέστερη λόγω της ισχυρής βροχόπτωσης στην περιοχή.

Την ίδια μέρα κατά τη διάρκεια των επιθετικών ενεργειών των υπόλοιπων μεραρχιών, η IV μεραρχία, με βάση τις οδηγίες και τη διαταγή επιχειρήσεων του Γενικού Στρατηγείου έλαβε ως μοναδικό σκοπό την υπερκέραση των τουρκικών δυνάμεων στην περιοχή των στενών του Σαραντοπόρου από αριστερά και την ταχεία προώθησή της μέσω των χωριών Λιβαδερό και Μεταξάς στα Σέρβια, δηλαδή στα νώτα των τουρκικών γραμμών.

Μετά από ταχεία επίθεση ταυ III Τάγματος της Μεραρχίας προς το χωριό Λιβαδερό οι τουρκικές δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί αναγκάστηκαν να τραπούν σε φυγή προς το Σαραντάπορο και το χωριό Μεταξάς. Συνεχίζοντας, οι δυνάμεις του III τάγματος ανέτρεψαν και τις τουρκικές αντιστάσεις στο χωριό Μεταξάς και εγκαταστάθηκαν στα υψώματα γύρω από αυτό. Στη συνέχεια το III και το IV Τάγμα της Μεραρχίας κινήθηκαν συνδυασμένα προς το Πολύρραχο όπου και σημείωσαν μεγάλη επιτυχία με αποτέλεσμα την σύμπτυξη των τουρκικών δυνάμεων προς τα Στενά Πόρτας και το Προσήλιο και τον εξαναγκασμό τουρκικής φάλαγγας, που κινούνταν προς τους Λαζαράδες, σε υποχώρηση προς τα Σέρβια. Το σύνολο σχεδόν των μονάδων της Μεραρχίας εγκαταστάθηκε στο Πο­λύρραχο, για να διανυκτερεύσει, μιας και το σκοτάδι και η δυνατή βροχή δεν επέτρεπαν περαιτέρω κινήσεις. Τμήματα της Μεραρχίας εγκαταστάθηκαν και στο χωριό Μεταξάς καθώς και κοντά στο Προσήλιο και στα Στενά Πόρτας.

Αντίστοιχα, η V Μεραρχία, με τη βοήθεια του Αποσπάσματος Γεννάδη, κινήθηκε κατά της ισχυρής θέσης των Λαζαράδων. Παρά τις μεγάλες απώλειές τους κατάφεραν να απωθήσουν τους Τούρκους από την προωθημένη θέση τους στη Βογγόπετρα προς την κύρια αμυντική τους γραμμή. Το Απόσπασμα Γεννάδη έφτασε στον Αλιάκμονα και προσπάθησε να τον ζεύξει αλλά ακούγοντας την ανταλλαγή πυρών στους Λαζαράδες κινήθηκε κυκλωτικά και ανάγκασε τις εναπομείναντες προωθημένες γραμμές των Τούρκων να υποχωρήσουν και αυτές στην κύρια αμυντική γραμμή.

Τη δεύτερη ημέρα, το πρωί της 10ης/23ης Οκτωβρίου οι ελληνικές δυνάμεις ετοιμάστηκαν για τη συνέχιση της επιθέσεως κατά του Σαρανταπόρου. Από το στρατόπεδο των Τούρκων, όμως, δεν παρατηρούνταν καμία κίνηση. Πράγματι, οι Τούρκοι αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο να περικυκλωθούν και να αιχμαλωτιστούν χάνοντας κάθε ευκαιρία διαφυγής κινήθηκαν τη νύχτα εκμεταλλευόμενοι το σκοτάδι, την πυκνή βροχή και την ομίχλη. Η I Μεραρχία κατέλαβε τότε το ύψωμα Σκοπιά, η II Μεραρχία προωθήθηκε μέσα στη στενωπό και η III Μεραρχία κατέλαβε το Σαραντάπορο και τα υψώματα βόρεια από αυτό. Ακολούθησε καταδίωξη των τουρκικών στρατευμάτων.

Οι δυνάμεις της IV Μεραρχίας συνέχισαν την προέλασή τους ανατρέποντας τις αντιστάσεις των Τούρκων που συναντούσαν στην πορεία τους και συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους. Στις 16:00, τα πρώτα τμήματα εισήλθαν στα Σέρβια και κατέλαβαν τα γύρω υψώματα καθώς και τη γέφυρα του Αλιάκμονα στην οδό Σέρβια-Κοζάνη, την οποία και βρήκαν άθικτη. Μετά από την κατάληψη των στρατηγικών θέσεων και την απελευθέρωση των Σερβίων, η VII Μεραρχία διετάχθη να κινηθεί προς τα Στενό Πέτρας για να εξασφαλίσει την κάλυψη των ελληνικών στρατευμάτων από την κατεύθυνση της Κατερίνης.

Κατά τη μάχη 182 νεκροί (18 αξιωματικοί και 164 οπλίτες) και 995 τραυματίες (30 αξιωματικοί και 965 οπλίτες), πότισαν με το αίμα τους τα ελληνικά χώματα. Στις απώλειες δεν έχουν συμπεριληφθεί εκείνες του 1ου Συντάγματος Πεζικού της I Μεραρχίας [13]. Οι απώλειες των Τούρκων σε νεκρούς, τραυματίες και αιχμαλώτους ήταν αρκετά σοβαρές, ενώ περιήλθαν στο νικητή Ελληνικό Στρατό 22 πυροβόλα, πολλά οχήματα και άφθονο πολεμικό υλικό. Για τη νίκη των ελληνικών δυνάμεων στη μάχη του Σαρανταπόρου, ο Αρχηγός Στρατού Θεσσαλίας απηύθυνε προς τις μονάδες συγχαρητήρια διαταγή, τονίζοντας την ιδιαίτερη σημασία της συγκεκριμένης μάχης. Έτσι, μετά από διήμερο σκληρό αγώνα έληξε η μάχη του Σαρανταπόρου. Η ταχεία και νικηφόρα έκβαση της μάχης αυτής, εξύψωσε σημαντικά το ηθικό των ανδρών και άνοιξε τις πύλες για την παραπέρα προέλαση του Ελληνικού Στρατού και την απελευθέρωση της Δυτικής και Κεντρικής Μακεδονίας [14].

 

Η Μάχη στα Γιαννιτσά

 

Μετά την ήττα τους στο Σαραντάπορο οι οθωμανικές δυνάμεις συμπτύχθηκαν στην Πτολεμαϊδα και τη Βέροια. Η Ελληνική Κυβέρνηση ενδιαφερόταν για την όσο το δυνατόν ταχύτερη κατάληψη της Θεσσαλονίκης ώστε να προλάβουν την κατάληψή της από τους Βούλγαρους οι οποίοι ενδιαφέρονταν επίσης για την πόλη. Το γενικό Στρατηγείο λοιπόν διέταξε τη Στρατιά Θεσσαλίας να κατευθυνθεί ανατολικά [15].

Η VII Μεραρχία στις 15/28 Οκτωβρίου κατευθυνόμενη προς την Κατερίνη βλήθηκε αιφνιδιαστικά από εχθρικό πυρά και αντεπιτέθηκε υποχρεώνοντας τους Τούρκους να υποχωρήσουν προς την πόλη. Την επομένη, 16/29 Οκτωβρίου, η VII Μεραρχία, επαναλαμβάνοντας την επιθετική της ενέργεια, εισήλθε στην πόλη στις 07:50 χωρίς, όμως, να συναντήσει καμία αντίσταση αφού οι Τούρκοι είχαν αποσυρθεί κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Έτσι, απελευθερώθηκε η πόλη της Κατερίνης, με το τίμημα, όμως, 2 νεκρών αξιωματικών και 19 τραυματιών (3 αξιωματικοί και 16 οπλίτες) που έπεσαν στο πεδίο της μάχης στις 15/28 Οκτωβρίου [16].

 

Η τελετή παράδοσης των Ιωαννίνων. Λαϊκή εικόνα εποχής. Η μάχη των Γιαννιτσών ήταν μια από τις σημαντικότερες του Α’ Βαλκανικού Πολέμου. Ξεκίνησε στις 19 Οκτωβρίου 1912 με τον Ελληνικό Στρατό να επιτίθεται από τα δυτικά κατά των Τουρκικών δυνάμεων στα Γιαννιτσά και μετά από διήμερο σκληρό αγώνα να αναδεικνύεται νικητής.

 

Η ενημέρωση του Γενικού Στρατηγείου για τις τουρκικές δυνάμεις στην ευρύτερη περιοχή των Γιαννιτσών ήταν πολύ ελλιπής με αποτέλεσμα η προέλαση της Στρατιάς Θεσσαλίας προς Γιαννιτσά, στις 19 Οκτωβρίου/1 Νοεμβρίου, να θεωρηθεί ότι θα επιτευχτεί χωρίς καμία σοβαρή εμπλοκή με τα εχθρικά στρατεύματα. Το Στρατηγείο πίστευε ότι οι τουρκικές δυνάμεις θα αμύνονταν στην περιοχή του Αξιού ποταμού. Στις 18/31 Οκτωβρίου, λοιπόν, το Γενικό Στρατηγείο εξέδωσε διαταγή για προέλαση του όγκου της Στρατιάς Θεσσαλίας προς τον Αξιό μέσω της εδαφικής ζώνης βόρεια της λίμνης των Γιαννιτσών. Στα νότια της λίμνης διέθεσε την VII Μεραρχία, το Απόσπασμα Ευζώνων και την Ταξιαρχία Ιππικού για την κάλυψη της δεξιάς πλευράς της και της Βέροιας από την κατεύθυνση του Λουδία. Η βεβαιότητα ότι στα βόρεια της λίμνης δεν υπάρχει εχθρός ήταν τόσο εδραιωμένη, ώστε ως έδρα του Στρατηγείου ορίζονταν, από το μεσημέρι της επομένης κιόλας, τα Γιαννιτσά. Επομένως, η μάχη των Γιαννιτσών μπορεί να χαρακτηριστεί ως μάχη μη αναμενόμενη.

Η αμυντική τοποθεσία των Γιαννιτσών επιλέχθηκε από τους Τούρκους για να εμποδίσουν την προέλαση των ελληνικών δυνάμεων προς τη Θεσσαλονίκη, προβάλλοντας σταθερή άμυνα. Η θέση αυτή προσέδιδε πολλά πλεονεκτήματα στους Τούρκους λόγω του ανοικτού πεδίου βολής που προσφέρει για τα αμυντικό πυρά, την κάλυψη από το όρος Πάικο, τη δυνατότητα υπεράσπισης με μικρές δυνάμεις και την ύπαρξη στα μετόπισθεν (ανατολικά) παράλληλων αντερεισμάτων που εξυπηρετούν την εύκολη κάλυψη και κίνηση των εφεδρειών [17].

Οι δυνάμεις των Ελλήνων αποτελούνταν από την I, την II, την III, την IV και την VI Μεραρχία, 1 Ταξιαρχία Ιππικού και 4 Τάγματα Ευζώνων σι οποίες καλύπτονταν από τα αριστερά από την V Μεραρχία και από τα δεξιά από την VII Μεραρχία η οποία μετά την κατάληψη της Κατερίνης προωθήθηκε με αστό το σκοπό. Αντίστοιχα, οι τουρκικές δυνάμεις υπολογίζονταν σε 25.000 άντρες περίπου, που υποστηρίζονταν από 24-30 πυροβόλα [18].

Το πρωί της 19ης Οκτωβρίου/1 ης Νοεμβρίου του 1912 άρχισε η προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων προς τα ανατολικά. Οι ελληνικές Μεραρχίες (II, III, IV και VI Μεραρχία) συγκρούστηκαν κατά μέτωπο με τις τουρκικές δυνάμεις. Η μάχη ήταν μη αναμενόμενη για τον Ελληνικό Στρατό σε αντίθεση με τον αντίστοιχο τουρκικό ο οποίος ήταν καλά οργανωμένος. Παρόλα αυτά οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να κάμψουν γρήγορα την αντίσταση του εχθρού και να τον αναγκάσουν να συμπτυχθεί προς τα Γιαννιτσά, ανατρέποντας τα εχθρικό τμήματα και αποκρούοντας τις εχθρικές αντεπιθέσεις.

Κατά τη νύχτα οι Μεραρχίες διέκοψαν τον αγώνα και διανυκτέρευσαν στις θέσεις που είχαν καταλάβει, με σκοπό να συνεχίσουν την επίθεση την επομένη.

Στις 20 Οκτωβρίου/2 Νοεμβρίου η επίθεση των ελληνικών στρατευμάτων υπήρξε σφοδρή. Η VI Μεραρχία επιτέθηκε και αιχμαλώτισε τμήματα του εχθρικού πυροβολικού καταλαμβάνοντας το νεκροταφείο της πόλης των Γιαννιτσών και οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις προωθήθηκαν προς την πόλη των Γιαννιτσών. Η κατάληψη του νεκροταφείου από την VI Μεραρχία και η προέλαση του 9ου Τάγματος Ευζώνων στα ανατολικά των Γιαννιτσών είχε αποφασιστικά αποτελέσματα. Οι Τούρκοι μπροστά στον κίνδυνο να πλευροκοπηθούν άρχισαν γενική σύμπτυξη. Η II και η VI Μεραρχία, τότε, επιτέθηκαν σφοδρά εναντίον του εχθρικού μετώπου και στις 11:00 περίπου εισήλθαν στα Γιαννιτσά και αιχμαλώτισαν τον εχθρικό λόχο. Τα εχθρικά στρατεύματα υποχώρησαν άτακτα προς τον Αξιό ποταμό και πέρα από αυτόν.

Η επιτυχία αυτή στοίχισε στους Έλληνες 188 νεκρούς (10 Αξιωματικοί και 178 Οπλίτες) και 785 τραυματίες (29 Αξιωματικοί και 756 Οπλίτες).

 

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων – Domenica del Corriere 16/23 Mar 1913.

 

Εφημερίδα Σκριπ – Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων.

 

Η νίκη στη μάχη στα Γιαννιτσά είχε αποφασιστική σημασία τόσο για την τόνωση του ηθικού των δυνάμεών μας, όσο και για τη συνέχιση των επιχειρήσεων. Χαρακτηριστικό είναι άλλωστε ότι μόλις 6 ημέρες μετά την απελευθέρωση των Γιαννιτσών, η Στρατιά Θεσσαλίας που διάβηκε τον Αξιό και προχώρησε χωρίς να συναντήσει καμία αντίσταση προς τη Θεσσαλονίκη, μπήκε στην πόλη την 17:00 της 26ης 0κτωβρίου/8ης Νοεμβρίου όπου ο Χασάν Ταξίν πασάς παραδόθηκε, αφήνοντάς την στα χέρια των Ελλήνων, παραδίδοντας ταυτόχρονα 1.000 αξιωματικούς, 25.000 οπλίτες, 70 πυροβόλα και 30 πολυβόλα.

Παράλληλα με τις επιχειρήσεις στα Γιαννιτσά, η V Μεραρχία είχε στο μεταξύ φτάσει στην περιοχή του Αμύνταιου με την προοπτική να συνεχίσει την προέλασή της προς το Μοναστήρι.

Το βράδυ της 23ης 0κτωβρίου/5ης Νοεμβρίου προς 24ης Οκτωβρίου/6ης Νοεμβρίου, όμως, δέχθηκε αιφνιδιαστική επίθεση από μικρό εχθρικό τμήμα υπό τη διοίκηση του Υπολοχαγού Εσάτ. Ακολούθησε πανικός και η V Μεραρχία αναγκάστηκε να υποχωρήσει προς το νότο. Οι Τούρκοι, όμως, δε συνέχισαν την καταδίωξη νοτιότερα του Αμύνταιου παρά αποσύρθηκαν για να αντιμετωπίσουν τους Σέρβους που κατέβαιναν από το βορρά.

Εξαιρουμένου του αιφνιδιασμού αυτού, η Στρατιά Θεσσαλίας πέτυχε, λοιπόν, σημαντικές και πολλές νίκες οι οποίες συνεχίστηκαν με την απελευθέρωση της Ελευθερούπολης, της Φλώρινας, της Καστοριάς και της Κορυτσάς [19].

 

 

Η Μάχη Μπιζανίου-Ιωαννίνων

 

Παράλληλα με το Στρατό Θεσσαλίας, ο Στρατός Ηπείρου είχε ως αποστολή την παρακώλυση οποιασδήποτε παράβασης της μεθορίου μεταξύ Μετσόβου, Άρτας και Αμβρακικού κόλπου. Το πλάνο περιελάμβανε την εξασφάλιση με μικρές δυνάμεις των πλέον απειλουμένων διαβάσεων βόρεια της Άρτας, τη διάβαση του Αράχθου και την κατάληψη της ορεινής περιοχής Ξηροβούνι για τον έλεγχο των δύο κοιλάδων που βρίσκονταν εκατέρωθεν του Αράχθου και του Λούρου. Στις 5/18 Οκτωβρίου ο Στρατός Ηπείρου διάβηκε τον Άραχθο και μέχρι τις 9/22 Οκτωβρίου καταλήφθηκε από τις ελληνικές δυνάμεις το Γρίμποβο και στις 20 Οκτωβρίου/2 Νοεμβρίου καταλήφθηκε η Πρέβεζα που αποτέλεσε και την κύρια βάση ανεφοδιασμού από εκείνη τη στιγμή και μετά. Από τις 20 έως τις 28 0κτωβρίου/2 έως 10 Νοεμβρίου τα ελληνικό στρατεύματα κατάφεραν την εκδίωξη των τουρκικών στρατευμάτων από τα Πέντε Πηγάδια αλλά στη συνέχεια οι δραστηριότητες ανακόπηκαν λόγω και των γεγονότων της υποχώρησης της V Μεραρχίας.

 

Είσοδος Ελληνικής Σημαίας στα Ιωάννινα, έργο του Κενάν Μεσαρέ (1889-1965), ζωγράφου των Βαλκανικών Πολέμων. Ο Μεσαρέ ήταν γιος του Τούρκου αρχιστρατήγου, Χασάν Ταχσίν Πασά, που παρέδωσε την Θεσσαλονίκη στους Έλληνες το 1912. Ιωάννινα, Λέσχη Αξιωματικών.

 

Στις 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου, στάλθηκε διαταγή στο Στρατό Ηπείρου που καθόριζε ότι ενόψει της επικείμενης ανακωχής, υπέρτατο καθήκον ήταν η όσο το δυνατόν ταχύτερη κατάληψη των Ιωαννίνων από τον Ελληνικό Στρατό. Μετά την κατάληψη του οροπεδίου της Αετορράχης από τον Ελληνικό Στρατό, οι εχθροί αναγκάστηκαν στις 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου σε υποχώρηση προς την οχυρωμένη θέση των Ιωαννίνων εγκαταλείποντας μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού. Από τις 15/28 Δεκεμβρίου άρχισε να καταφθάνει η IV Μεραρχία και τις πρώτες ημέρες του Ιανουαρίου η Στρατιά Ηπείρου ενισχύθηκε από τις δυνάμεις της VI Μεραρχίας. Στις 7/20 Ιανουαρίου διετάχθη κατά μέτωπο επίθεση η οποία δεν πέτυχε το σκοπό της και τα ελληνικά στρατεύματα αναστάλθηκαν για την προπαρασκευή της τελικής επίθεσης.

Εσάτ Πασάς: Ο τελευταίος υπερασπιστής των Γιαννίνων το 1912-13.

Στις 17/30 Ιανουαρίου ο Αρχιστράτηγος της Στρατιάς Ηπείρου ζήτησε, με προσωπική επιστολή προς τον Εσάτ Πασά, την παράδοση των Ιωαννίνων ώστε να αποφευχθεί αιματοχυσία, δεδομένου ότι η Οθωμανική Κυβέρνηση στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στο Λονδίνο είχε παραιτηθεί από τα εδάφη που υπερασπιζόταν ο Εσάτ. Οι Τούρκοι αρνήθηκαν την παράδοση στις 19 Ιανουαρίου/1 Φεβρουάριου και έτσι ο Έλληνας Αρχιστράτηγος ενέτεινε τις προσπάθειες για την όσο το δυνατόν καλύτερη προπαρασκευή του ελληνικού στρατού με σκοπό την τελική επίθεση και την άλωση της οχυρής τοποθεσίας των Ιωαννίνων.

Η τοποθεσία των Ιωαννίνων αποτελούσε πολύ ισχυρή αμυντική θέση μιας και επρόκειτο για οχυρωμένη τοποθεσία που είχε μελετηθεί και εν συνεχεία βελτιωθεί στα ασθενή της σημεία, βάσει της πείρας που είχε αποκτηθεί κατά τις επανειλημμένες επιθέσεις των ελληνικών τμημάτων. Η μορφή της οχύρωσης παρουσίαζε μία εκτεταμένη περιφερειακή οργάνωση που απείχε 8-10 χιλιόμετρα από τα Ιωάννινα και στηριζόταν προς βορρά στα υψώματα Γαρδίκι-Παλιόκαστρο, προς τα ανατολικά στη γραμμή ταυ όρους Μιτσικέλι, προς Λύση στα υψώματα Σαδοβίτσας, Δουρούτης, Μεγάλης Τσούκας, Αγίου Σάββα, Αγίου Νικολάου και Μανωλιάσας και τέλος προς τα Νότια η οχύρωση στηριζόταν στον ορεινό όγκο που υψωνόταν πάνω από το Μπιζάνι. Σε όλα σχεδόν τα υψώματα υπήρχαν μόνιμα πυροβολεία και συρματοπλέγματα. Επίσης, στην τοποθεσία υπήρχε τηλεφωνικό δίκτυο και οδοί ανεφοδιασμού συνθέτοντας έτσι μία σταθερή και απόλυτα ακυρωμένη τοποθεσία και καθιστώντας την απαγορευτική σε οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια.

Το σύνολο των ελληνικών δυνάμεων ανερχόταν σε 51 Τάγματα πεζικού, 33 Διμοιρίες πυροβόλων, 14 Πεδινές Πυροβολαρχίες, 2 Βαρείες, 3 Ίλες Ιππικού και 3 Ημιλαρχίες, 23 Τάγματα και 6 Ορεβατικές Πυροβολαρχίες. Αντίστοιχα, οι πληροφορίες για τον Οθωμανικό Στρατό υπολόγιζαν το σύνολό του σε 27.500 περίπου τυφέκια και 83 πυροβόλα.

Το σχέδιο ενέργειας των Ελλήνων προέβλεπε ισχυρή αιφνιδιαστική επίθεση στις 20 Φεβρουαρίου /4 Μαρτίου με σκοπό την ταχεία κατάληψη των στρατηγικών υψωμάτων της περιοχής. Στη συνέχεια θα ακολουθούσε διείσδυση μέχρι την πεδιάδα που εκτεινόταν στα νώτα του Μπιζανίου. Στόχος ήταν η υπερκέραση της οχυρωμένης αυτής τοποθεσίας από τα δυτικά και η κατάληψη των Ιωαννίνων. Οι Τούρκοι από την πλευρά τους σκόπευαν στη σταθερή άμυνα κυρίως στα υψώματα του Μπιζανίου και της Καστρίτσας.

Κατά την πρώτη ημέρα, τα ελληνικά στρατεύματα κινήθηκαν με μεγάλη σφοδρότητα και σημείωσαν πολλές επιτυχίες. Συγκεκριμένα, κατάφεραν να καταλάβουν τα περισσότερα από τα στρατηγικά υψώματα που προέβλεπε το σχέδιο επίθεσης και να εγκαταστήσουν προφυλακές. Το πυροβολικό της Στρατιάς έβαλε όλη την ημέρα κατά της τοποθεσίας ταυ οχυρού του Μπιζανίου και παρόλο που το οχυρό φαινόταν να παραμένει ακόμη ασφαλές το εχθρικό πυροβολικό είχε σιγήσει [20].

Ο Ταγματάρχης Ιωάννης Βελισσαρίου (1861-1913) αξιωματικός του Ελληνικού Στρατού, ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων.

Το 1ο  Σύνταγμα Ευζώνων πέτυχε να διεισδύσει στο εσωτερικό των εχθρικών δυνάμεων μέχρι τις παρυφές των Ιωαννίνων. Το γεγονός αυτό συνέβαλλε στην απόφαση του Εσσάτ Πασά να μην αναμείνει το τελειωτικό χτύπημα και να αποφύγει παραπέρα άσκοπη καταστροφή των δυνάμεων του. Απευθύνθηκε λοιπόν στους Πρόξενους των Μεγάλων Δυνάμεων για να μεσολαβήσουν για την παράδοση της πόλης των Ιωαννίνων. Στις 23:00 λοιπόν δύο Τούρκοι αξιωματικοί έφτασαν στις παρυφές το 9ου Τάγματος Ευζώνων μεταφέροντας την πρόταση για την παράδοση. Ο Ταγματάρχης Βελισσαρίου οδήγησε την τουρκική αντιπροσωπεία στα Γενικό Στρατηγεία όπου και μετά από σύντομη συζήτηση επιτεύχθηκε συμφωνία. Το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου/5ης Μαρτίου, λοιπόν, το Σύνταγμα Ιππικού εισήλθε στην πόλη και υπογράφηκε το πρωτόκολλο παραδόσεως, σύμφωνα με το οποίο παραδίδονταν στην Ελλάδα η πόλη των Ιωαννίνων και όλος ο στρατός των Τούρκων στα Ιωάννινα. Ο Αρχιστράτηγος εισήλθε επισήμως στην πόλη την επομένη, 22 Φεβρουαρίου/6 Μαρτίου, κάτω από τις ενθουσιώδεις εκδηλώσεις των κατοίκων [21].

Οι απώλειες των Ελλήνων στην προσπάθεια για την απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων ανήλθαν σε 5 Αξιωματικούς και 264 οπλίτες (οι απώλειες αυτές αφορούν τις 3 ελληνικές φάλαγγες) [22].

Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων έθεσε τέρμα στη χρονίζουσα εκκρεμή υπόθεση των επιχειρήσεων στην Ήπειρο και ταυτόχρονα εξύψωσε ακόμη περισσότερο το γόητρο του Ελληνικού Στρατού απέναντι των Βαλκανικών Συμμάχων και των Μεγάλων Δυνάμεων της Ευρώπης [23].

 

Επίλογος

 

Η Τουρκία από τις 4/17 Νοεμβρίου 1912 είχε ζητήσει από τις Μεγάλες Δυνάμεις να μεσολαβήσουν για την κατάπαυση των εχθροπραξιών, καθώς οι ήττες του στρατού της διαδέχονταν η μία την άλλη. Πριν από την μεσολάβηση αυτή, η Βουλγαρία εξουσιοδοτημένη και από τη Σερβία και από το Μαυροβούνιο υπέγραψε ανακωχή στις 20 Νοεμβρίου/3 Δεκεμβρίου. Η ελληνική κυβέρνηση διαχώρισε τη θέση της με ανακοινωθέν της επομένης μιας και ο αγώνας στην Ήπειρο για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων συνεχιζόταν. Παρόλα αυτά έστειλε αντιπροσωπεία στην ειρηνευτική διάσκεψη που κανονίστηκε στο Λονδίνο στις 3/16 Δεκεμβρίου 1912.

 

Η παράδοση της Θεσσαλονίκης. Λαϊκή εικόνα εποχής.

 

Οι σοβαρές δυσχέρειες που προέκυψαν από τις πρώτες ημέρες, οδηγούσαν σε ναυάγιο, καθώς οι Τούρκοι ήταν αμετακίνητοι σε σοβαρά σημεία, αλλά και εξαιτίας των διαφορών των συμμάχων. Τη βασική διαφορά αποτελούσαν τα νησιά του Αιγαίου και η Κρήτη, τα οποία οι Τούρκοι δεν ήθελαν να παραδώσουν. Στις 4/17 Ιανουαρίου 1913, όμως, οι Δυνάμεις κατόρθωσαν να συγκρούσουν τις ανατιθέμενες πλευρές και να πείσουν την τουρκική αντιπροσωπεία να υπογράψει την προκαταρκτική συνθήκη ειρήνης η οποία, όμως, μετά από πραξικόπημα στην Τουρκία ματαιώθηκε και οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν. Στις 17/30 Μαΐου 1913, υπογράφηκε, τελικά, στο Λονδίνο, η οριστική συνθήκη σύμφωνα με την οποία η Τουρκία παραιτούνταν από την Κρήτη και εμπιστευόταν στην κρίση των Μεγάλων Δυνάμεων την απόφαση για το μέλλον των νησιών του Αιγαίου. Η συνθήκη αυτή δημοσιεύθηκε, αλλά δεν κυρώθηκε εξαιτίας του Β’ Βαλκανικού Πολέμου που ξέσπασε [24].

Οι συνολικές απώλειες των Ελλήνων κατά τπ διάρκεια του Α’ Βαλκανικού Πολέμου ανήλθαν σε 2.374 νεκρούς (143 αξιωματικοί και 2.231 οπλίτες) και 11.265 τραυματίες (2.231 αξιωματικοί και 9.034 οπλίτες) [25].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Δεν είχαν υπογράφει συνθήκες μεταξύ και των τεσσάρων μερών της συμμαχίας αλλά μόνο μεταξύ Σερβίας- Βουλγαρίας (29 Φεβρουαρίου/13 Μαρτίου 1912). Ελλάδας – Βουλγαρίας (16/29 Μαΐου 1912) και Σερβίας – Μαυροβουνίου (Σεπτέμβριος 1912).

[2] Νικολοδήμος Α.Δ. «Μέρες Πολέμου», σελ.35.

[3] Οι δύο ημερομηνίες αντιστοιχούν στο παλαιό και στο νέο ημερολόγιο.

[4] Μυστικόν παράρτημα της συνθήκης φιλίας και συμμαχίας μεταξύ του Βασιλείου της Βουλγαρίας και του Βασιλείου της Σερβίας, άρθρον 2ον, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, παράρτημα «Α», σελ. 235.

[5] Συνθήκη αμυντικής συμμαχίας μεταξύ Βουλγαρίας και Ελλάδος, ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, παράρτημα «Β», σελ. 241-242.

[6] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 3-11.

[7] Δεπάστας Ν.Σ.. Ιστορικόν Σχεδίασμα, σελ. 322.

[8] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, σελ. 25, 288, 296.

[9] ΓΈΣ/ΔΙΣ. Ο ελληνικός στρατός. τόμ. Α’, σελ. 288.

[10] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 45-47.

[11]Μοσχάκης Γ., Μάχη Σαρανταπόρου. σελ.41.

[12] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 48-49.

[13] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός. τόμ. Α’. σελ. 60.

[14] Μοσχάκης Γ.. Μάχη Σαρανταπόρου, σελ. 43-51.

[15] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 59.

[16] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ, Α’, σελ. 72, 76.

[17] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 59-63.

[18] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός, τόμ. Α’, σελ. 85.

[19] Στις 27 Οκτωβρίου/9 Νοεμβρίου απελευθερώνεται η Ελευθερούπολη, στις 7/20 Νοεμβρίου απελευθερώνεται η Φλώρινα, στις 11/24 Νοεμβρίου απελευθερώνεται η Καστοριά και στις 7/20 Δεκεμβρίου απελευθερώνεται η Κορυτσά.

[20] Νικολοδήμος Α.Δ., Μέρες Πολέμου, σελ. 88-102.

[21] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 179.

[22] Νικολοδήμος Α.Δ.. Μέρες Πολέμου, σελ. 101.

[23] ΓΕΣ/ΔΙΣ. Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 180.

[24] Σφυροέρας Β., Βαλκανικοί, σελ. 215.

[25] ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Βαλκανικών, σελ. 265.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Επίτομη Ιστορία των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913, Αθήνα, Έκδοση Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού,1987.
  • ΓΕΣ/ΔΙΣ, Ο ελληνικός στρατός κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912­1913, Αθήνα, Έκδοση Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού,1988.
  • Νικολόδημος Α.Δ., «Μέρες Πολέμου (1902-1922)», Λευκωσία, Κέντρο Με­λετών Ιεράς Μονής Κύκκου, 2005.
  • Σφυροέρας Β., Βαλκανικοί: Σφυροέρας Β., λήμμα «Άγνωστου Στρατιώτη μνημείο», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς – Μπριτάννικα, Διευθ. Έκδοσης Κουβακας Θ., Μπουγάς Ν. και Πουρναρά Ε., Αθήνα, Πάπυρος, 1981, [σσ] 212-216.
  • Μοσχάκης Γ., «Η Μάχη του Σαρανταπόρου», Ιστορικές Σελίδες, Τεύχος 1, [σσ] 40-51.
  • Δεπάστας Ν.Σ., «Ιστορικόν Σχεδίασμα περί των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913», Αθήνα, Ανάτυπο εκ του ΜΣΤ’ Τόμου του περιοδικού «Παρνασσός», 2004.

 

Πηγή


 

  • «Μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη», Γενικό Επιτελείο Στρατού 7° Ε.Γ./5. Επίβλεψη: Ανχης (ΠΒ) Βασίλειος Παπαθανασίου – Ανχης (ΠΒ) Γεώργιος Γιαννόπουλος. Συγγραφική ομάδα: Στρ (ΠΒ) Θωμάς Τσέλιος – Στρ (ΠΒ) Ιωάννης Μακρυπούλιας

Read Full Post »