Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βαλκανικοί πόλεμοι’

Σαν σήμερα… πριν από 106 χρόνια! Η κατάληψη του Μετσόβου (31 Οκτωβρίου 1912) και ο απελευθερωτής Ερμιονίτης Αξιωματικός Σταμάτης Αντ. Μήτσας – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ο Γιάννης Σπετσιώτης μας περιγράφει την κατάληψη του Μετσόβου και τον πρωταγωνιστή της νίκης αυτής,  Ερμιονίτη, Αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού Σταμάτη Αντ. Μήτσα.

 

«Η κατάληψη του Μετσόβου (31 Οκτωβρίου 1912) και ο απελευθερωτής Ερμιονίτης Αξιωματικός Σταμάτης Αντ. Μήτσας»

 

Το χρονικό της απελευθέρωσης

 

Στις 16 Οκτωβρίου ο αρχηγός του Στρατού Θεσσαλίας Διάδοχος Κωνσταντίνος έδωσε διαταγή στην 1η Στρατιωτική Περιοχή Λάρισας να συγκροτήσει απόσπασμα δύναμης 340 ανδρών τακτικού στρατού. Ως Διοικητή τοποθέτησε τον Αντισυνταγματάρχη Πυροβολικού Σταμάτη Αντ. Μήτσα, διοικητή έως τότε της εκεί τοπομαχικής Μοίρας, με κύρια αποστολή την απελευθέρωση του Μετσόβου. Το απόσπασμα αποτελούμενο από δύο λόχους με έντεκα (11) αξιωματικούς, τριακόσιους τριάντα δύο (332) οπλίτες και σαράντα (40) ζώα έφθασε στις 29 Οκτωβρίου το μεσημέρι στο χωριό Μαλακάσι διαμέσου Τρικάλων και Καλαμπάκας. Παράλληλα το Υπουργείο Στρατιωτικών συγκρότησε και έστειλε στην Καλαμπάκα εθελοντικό στρατιωτικό τμήμα διακοσίων πενήντα (250) Κρητικών. Τελικός σκοπός του ήταν να προωθηθεί στο Μέτσοβο μέσα από την Ελληνοτουρκική μεθόριο, που διέσχιζε τότε τα ανατολικά υψώματα της περιοχής. Έτσι, σύμφωνα με τους πίνακες δημοσιευμένους από το Γενικό Επιτελείο Στρατού, το απόσπασμα Μετσόβου είχε την εξής σύνθεση:

 

Διοικητής: Αντισυνταγματάρχης Πυροβολικού
  Μήτσας Σταμάτιος μέχρι 8/2/1913
Συγκρότηση: 2 λόχοι (11 αξιωματικοί και 332 οπλίτες)
  Σώματα εθελοντών Κρητικών (550 άνδρες)
  Σώμα εθελοντών Ηπειρωτών (100 άνδρες)

 

Η κατάληψη του Μετσόβου έπαιζε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή των συνθηκών υπέρ των Ελλήνων και θα διευκόλυνε, επίσης, την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Γι’ αυτό, παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες (υπερβολικό κρύο, σφοδροί άνεμοι, χιόνια), ο Ελληνικός Στρατός με υψηλό ηθικό και αφού πριν από πέντε μέρες είχε απελευθερώσει τη Θεσσαλονίκη, προχωρούσε αποφασιστικά προς το Μέτσοβο.

 

Η ημέρα των επιχειρήσεων

 

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 31ης Οκτωβρίου του 1912 (2 π.μ.) το απόσπασμα του Μετσόβου συνεπικουρούμενο από αντάρτικες ομάδες της Ηπείρου και Μετσοβίτες εθελοντές έχοντας περάσει τη νύχτα την κορυφογραμμή Κατάρας – Ζυγού επιτίθεται κατά των Τούρκων φρουρών. Αυτοί, διακόσιοι πέντε (205) στρατιώτες με δύο (2) κανόνια, μόλις τους αντιλήφθηκαν άρχισαν τους κανονιοβολισμούς.

Η προέλαση όμως του Ελληνικού Στρατού συνεχιζόταν. Γύρω στις 10:00 το πρωί  αιφνιδίασαν το εχθρικό πυροβολικό και το έτρεψαν σε φυγή. Περίπου στις 4:30 το απόγευμα υψώθηκε λευκή σημαία από τους εντός του φρουρίου πολιορκημένους Τούρκους στρατιώτες και υπαλλήλους, σήμα ότι παραδίδονται. Ο Ελληνικός στρατός συνέλαβε πολλούς από τους νιζάμηδες (Οθωμανούς στρατιώτες που υπηρετούσαν στον τακτικό στρατό).

Έτσι απελευθερώθηκε το Μέτσοβο του οποίου οι κάτοικοι βγήκαν στους δρόμους και υποδέχτηκαν το απόσπασμα και τον Διοικητή του Σταμάτη Μήτσα με μεγάλο ενθουσιασμό. Οι απώλειες για τους Έλληνες ήσαν ένας (1) νεκρός και πέντε (5) τραυματίες. Για τους Τούρκους ένας (1)αξιωματικός και δεκαοκτώ (18) οπλίτες νεκροί, (18) δεκαοκτώ τραυματίες και (3) τρεις αξιωματικοί με ενενήντα δύο (92) οπλίτες αιχμάλωτοι, καθώς επίσης δύο (2) πυροβόλα και άφθονα υλικά πολέμου.

Τις επόμενες ημέρες μετά την απελευθέρωση του Μετσόβου και επί ένα 10/μερο, από 1-10 Νοεμβρίου, οι πολεμικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν με σκληρές μάχες για να «εξασφαλιστεί» η γύρω περιοχή και με Διοικητή του αποσπάσματος τον Ερμιονίτη Αξιωματικό Σταμάτη Αντ. Μήτσα.

 

Οι τρεις αδελφοί Μήτσα: Αθανάσιος, Σταμάτιος και Κων/νος, και οι τρεις αξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού.

 

Οι στίχοι του ποιητή Γεωργίου Σουρή

 

Η απελευθέρωση του Μετσόβου, το ήθος, η πολεμική αρετή και αυταπάρνηση του Σταμάτη Μήτσα δεν άφησαν ασυγκίνητο τον ποιητή Γεώργιο Σουρή. Γι΄ αυτό στο φύλλο «Δευτέρα Δεκεμβρίου κι’ εικοστή έτος χίλια δώδεκα και εννιακόσ’ ακόμα» της ιδιαίτερης εφημερίδας «ΡΩΜΙΟΣ», που ο ίδιος έγραφε, του αφιέρωσε τους παρακάτω στίχους:

Θέαμα τρομερόν

αιματηράς σκηνής.

Εκεί να πας κωθώνι

με το νωθρό το μάτι

ν’ ακούσης το κανόνι

του Μήτσα του Σταμάτη.

Το Μέτσοβο υμνεί

με δάφνινο στεφάνι

παλληκαριά σεμνή

όπου μιλιά δεν βγάνει.

Εκεί να πας μαγκούφη

της σαχλοπρωτευούσης.

Δημοσιεύουμε στη συνέχεια δύο μοναδικά ντοκουμέντα. Την επιστολή που έστειλε η Βασιλική Γεωργ. Δεληγιάννη (κόρη του Σταμάτη Μήτσα) στις 20 Μαΐου 1937 στην Κοινότητα Μετσόβου μαζί με τη σπάνια φωτογραφία απελευθέρωσης της πόλης, που βρέθηκε στο αρχείο του Στρατηγού πατέρα της.

 

Φωτογραφία από την ελευθέρωση του Μετσόβου. Διακρινονται ο Διοικητής του αποσπάσματος Αντισυνταγματάρχης Σταμάτης Μήτσας, και οι αξιωματικοί Μπασακίδης, Δεπάστας, Μαντούβαλος κ.α.

 

Επιστολή της Βασιλικής Γεωργ. Δεληγιάννη, κόρης του Σταμάτη Μήτσα.

Σημ. Ευχαριστώ θερμά τον φίλο Παναγιώτη Σταμ. Μήτσα, απόγονο της ιστορικής οικογένειας, για το γράμμα και τις φωτογραφίες από το προσωπικό του αρχείο, που μου παραχώρησε.

 

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

 

Read Full Post »

«Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21ης Ιουνίου». Αντιβενιζελισμός και γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα του Εθνικού Διχασμού. Στράτος Δορδανάς στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Όταν τον Αύγουστο του 1914 εξερράγη ο Α΄Παγκόσμιος Πόλεμος η Ελλάδα βρισκόταν ένα βήμα πριν από έναν νέο πόλεμο με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, καθώς οι διαπραγματεύσεις για εκκρεμή εδαφικά ζητήματα δεν είχαν αποδώσει έως τότε καρπούς. Έναν ακριβώς χρόνο νωρίτερα η συνδιάσκεψη του Βουκουρεστίου (Αύγουστος 1913) είχε σφραγίσει επισήμως τους Βαλκανικούς Πολέμους και επισημοποιήσει τις αλλαγές συνόρων στα Βαλκάνια υπέρ των νικητών. Ως μια από τις νικήτριες χώρες, η Ελλάδα διπλασίασε τα εδάφη και τον πληθυσμό της, επεκτείνοντας – εκτός των άλλων περιοχών – την κυριαρχία της στη Μακεδονία, με την πρωτεύουσά της Θεσσαλονίκη. Σε σύντομο, επομένως, χρονικό διάστημα νικητές και ηττημένοι στα Βαλκάνια καλούνταν και πάλι να λάβουν σημαντικές αποφάσεις.

 

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος οι ηγέτες και οι αντιπροσωπείες των Βαλκανικών κρατών κατά τη στιγμή της υπογραφής της Συνθήκης του Βουκουρεστίου (1913). Επιλογή εικόνας: Αργολική Βιβλιοθήκη.

 

Αυτή τη φορά, όμως, ο πόλεμος δεν διεξαγόταν στην περιφέρεια αλλά η σπίθα που είχε ανάψει από το Σαράγιεβο είχε επεκταθεί σταδιακά παντού στην Ευρώπη, εμπλέκοντας όλες τις Μεγάλες Δυνάμεις. Γρήγορα δε θα μετατρεπόταν από ευρωπαϊκή σύρραξη σε παγκόσμια. Έναντι, λοιπόν, των μεγάλων συνασπισμών ποια θα έπρεπε να είναι η θέση των μικρών χωρών, ακόμα και αν επέλεγαν να υιοθετήσουν επί του παρόντος στάση ουδετερότητας; Η είσοδος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών δύο μήνες αργότερα, φάνηκε πως διευκόλυνε την ελληνική θέση, η Ελλάδα εκ των πραγμάτων αναμενόταν να βρεθεί μετά την εξέλιξη αυτή στο ακριβώς αντίπαλο στρατόπεδο. Αλλά τα πράγματα αποδείχθηκε τελικά πως ήταν πολύ πιο περίπλοκα από όσο αρχικά φαινόταν.

Καταρχάς, η χώρα δεσμευόταν από τη συνθήκη συμμαχίας με τη Σερβία και την αντίστοιχη στρατιωτική σύμβαση του Ιουνίου 1913 που προέβλεπαν τη σύμπραξη των δύο χωρών σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης ή επίθεσης από τρίτη δύναμη. Όπως γίνεται κατανοητό, μετά την επίθεση της Αυστροουγγαρίας εναντίον της Σερβίας, η Ελλάδα καλούταν να αποφασίσει αν θα έσπευδε σε βοήθειά της ή θα επέλεγε να παραμείνει θεατής της σύγκρουσης. Στο συγκεκριμένο ακριβώς ζήτημα ερμηνείας της συνθήκης καταγράφηκε η πρώτη διαφωνία μεταξύ του πρωθυπουργού Ελευθερίου Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου. Ο μεν πρώτος θεωρούσε πως η χώρα θα έπρεπε να παραμείνει σε κατάσταση παροδικής ουδετερότητας αλλά σε περίπτωση βουλγαρικής επίθεσης εναντίον της Σερβίας να εξέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Από την άλλη, ο Κωνσταντίνος και ο στενός κύκλος των ανθρώπων του όχι μόνο υποστήριζαν τις ακριβώς αντίθετες θέσεις αλλά προχωρούσαν ένα βήμα παραπέρα: Για την Ελλάδα ήταν ευκαιρία να συνεργαστεί με τη Γερμανία, να συμμαχήσει με τη Βουλγαρία και να επιτεθούν από κοινού εναντίον της Σερβίας, αποκομίζοντας εδαφικά κέρδη μετά την πλήρη καταστροφή της.

Η εμπλοκή του γερμανικού παράγοντα υπήρξε αποφασιστικής σημασίας για την κατανόηση των ελληνικών πολιτικών εξελίξεων, που καθόρισαν και τη στάση της χώρας συνολικά έναντι των εμπολέμων. Εξίσου κρίσιμης σημασίας είναι η σκιαγράφηση της προσωπικότητας και των πολιτικών αντιλήψεων των δύο κύριων πρωταγωνιστών, του πρωθυπουργού και του βασιλιά. Ο Βενιζέλος αντιπροσώπευε τη νέα γενιά των πολιτικών αντρών που αναδύθηκαν στην κεντρική σκηνή, προωθώντας εκσυγχρονιστικά μοντέλα και μια νέα αντίληψη για τη διακυβέρνηση σε σχέση με τις έως τότε πρακτικές των παλαιών κομμάτων. Εκσυγχρονιστής, ρεαλιστής, κυνικός όπου χρειαζόταν, οραματιστής, οπαδός της βαλκανικής συνεννόησης και ταυτόχρονα της εθνικής εδαφικής ολοκλήρωσης, στενός σύμμαχος των εγγυητριών δυνάμεων της Αγγλίας και της Γαλλίας, ήρθε στην Αθήνα από την Κρήτη το 1910 και οδήγησε τη χώρα στους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, από την άλλη, σπούδασε στη φημισμένη στρατιωτική ακαδημία του Βερολίνου στα τέλη του 19ου αιώνα και γρήγορα υιοθέτησε πολλά από τα στοιχεία που χαρακτήριζαν τη γερμανική αυτοκρατορία. Θαυμαστής της γερμανικής οργάνωσης στο επίπεδο της κοινωνίας και του στρατού, ανέπτυξε μιλιταριστικές, αντικοινοβουλευτικές, συντηρητικές – απολυταρχικές απόψεις, τις οποίες προσπάθησε να εφαρμόσει όταν ανήλθε στο θρόνο. Ταυτόχρονα, νυμφευόμενος την αδελφή του Κάιζερ, Σοφία, απέκτησε και συγγενικές σχέσεις με τον οίκο των Χοεντσόλερν.

Η συνεργασία μεταξύ πρωθυπουργού και βασιλιά υπήρξε το πρώτο διάστημα επιτυχής και έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών Πολέμων. Τερματίστηκε δε οριστικά όταν ξέσπασε ο «Μεγάλος Πόλεμος». Ο πρωθυπουργός ήταν σίγουρο πως αργά ή γρήγορα θα οδηγούσε την Ελλάδα στον πόλεμο ως σύμμαχος της Αντάντ, ενώ ο βασιλιάς δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να βρεθεί αντιμέτωπος με τη Γερμανία, που θαύμαζε και της οποίας τη νίκη ευχόταν.

Με βάση τις παραπάνω επισημάνσεις η έκρηξη του «Μεγάλου Πολέμου» έθεσε σε σκληρή δοκιμασία τις σχέσεις μεταξύ Βενιζέλου και βασιλιά, ιδιαίτερα από τη στιγμή που ο τελευταίος ξεκίνησε να αλληλογραφεί με τον Κάιζερ εν αγνοία της κυβέρνησής του. Στο πρώτο τηλεγράφημά του ο Γερμανός αυτοκράτορας ζητούσε από τον Κωνσταντίνο να σταθεί στο πλευρό του για να πολεμήσουν από κοινού τους Σλάβους στα Βαλκάνια. Στην απάντησή του ο Έλληνας μονάρχης αντιπρότεινε η Ελλάδα να παραμείνει ουδέτερη, καθώς λόγοι στρατηγικοί και γεωπολιτικοί δεν της επέτρεπαν να προσχωρήσει στην Τριπλή Συμμαχία. Η λύση αυτή στην πραγματικότητα ικανοποιούσε επίσης απολύτως το Βερολίνο, από τη στιγμή που άνοιγε ουσιαστικά τον δρόμο για τη στρατιωτική εμπλοκή της Βουλγαρίας στις επιχειρήσεις εναντίον της Σερβίας. Η ουδέτερη Ελλάδα, διαβεβαίωνε ο Κωνσταντίνος, δεν σκόπευε να βοηθήσει σε καμία περίπτωση τη Σερβία και από την άποψη αυτή πρόσφερε τις καλύτερες υπηρεσίες για την εκπλήρωση των γερμανικών σχεδίων στο βαλκανικό μέτωπο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: «Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21ης Ιουνίου».

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »