Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βενετοκρατία’

Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της Βενετοκρατίας – Χρύσα Μαλτέζου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Στη γνωστή μελέτη του Η Ναυπλία από των αρχαιότατων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς [1] ο ιστορικός του Ναυπλίου Μιχαήλ Λαμπρυνίδης αφιερώνει βραχύ κεφάλαιο στους Ναυπλιώτες που είχαν διακριθεί μεταξύ των συγχρόνων τους στα γράμματα και στο πολεμικό φρόνημα. Παρατίθενται, σύμφωνα με το σχήμα αυτό, από τη μια μεριά λόγιοι, όπως οι Ζυγομαλάδες και οι Μαλαξοί, και από την άλλη στρατιώτες, όπως ο Μποζίκης, ο Μπλέσης και άλλοι. Υπακούει δηλαδή ο Λαμπρυνίδης στην παλαιά ιστοριογραφική άποψη που θέλει την προσωπογραφία να ασχολείται με πρόσωπα που έχουν ξεχωρίσει με την προσφορά έργων τους είτε αυτά είναι προϊόντα λόγου και τέχνης είτε πράξεις ανδρείας και ηρωισμού. Τα πρόσωπα με τα όποια θα ασχοληθώ στην ανακοίνωσή μου δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Ακολουθώντας τη σύγχρονη ιστοριογραφική τάση, θα επιχειρήσω να εξετάσω την εικόνα που μας στέλνουν οι διαθέσιμες από την εποχή της βενετοκρατίας πηγές για πρόσωπα της ναυπλιακής κοινωνίας, τα όποια με την παρουσία τους σε συγκεκριμένες περιόδους της ναυπλιακής ιστορίας αναδεικνύουν αντιλήψεις, συμπεριφορές και ανησυχίες οργανωμένων σωμάτων του κοινωνικού συνόλου, μαζί με τον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό περίγυρό τους.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Η πρώτη παραδειγματική περίπτωση που εισχώρησε στο στόχαστρο της ερευνητικής μου περιέργειας ανάγεται χρονολογικά στο έτος 1444 και αφορά τον Ιωάννη από το Ναύπλιο, δρουγγάριο, όπως λέει η πηγή μας, των Τσιγγάνων. Τη χρονιά εκείνη, σύμφωνα με έγγραφο των διοικητικών οργάνων της Βενετίας, η κεντρική βενετική διοίκηση ακύρωσε την απόφαση του Βένετου αξιωματούχου στο Ναύπλιο Matteo Barbarο, με την όποια ο Ιωάννης έπαυε πλέον να είναι δρουγγάριος των Τσιγγάνων.

Η απόφαση, σημειώνεται στο σχετικό έγγραφο, ήταν αντίθετη με τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στους Τσιγγάνους τόσο από τις ίδιες τις αρχές της μητρόπολης όσο και από τον προκάτοχο του Barbarο, Ottaviano Bon. [2] To βενετικό έγγραφο με τη μνεία του Τσιγγάνου Ιωάννη από το Ναύπλιο (Johannes Cingano de Neapoli Romanie), γνωστό στον μεσαιωνοδίφη Karl Hopf από τα τέλη ήδη του 19ου αι., έχει εκδοθεί με εύστοχες παρατηρήσεις από τον Γεώργιο Σούλη, το 1961, σε μελέτη του με θέμα τους Τσιγγάνους στη βυζαντινή αύτοκρατορία. [3] Καθώς αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για την παρουσία Τσιγγάνων στο Ναύπλιο, η αρχειακή αυτή φωνή από τη μεσαιωνική πελοποννησιακή πόλη προκαλεί ερωτήματα και απαιτεί ευρύτερο σχολιασμό.

Σύμφωνα με το έγγραφο, τα προνόμια που οι Βενετοί είχαν παραχωρήσει στους Τσιγγάνους, χρονολογούνται από την εποχή του Ottaviano Bon, ο όποιος είχε διατελέσει podestà του Ναυπλίου δύο φορές, στα χρόνια 1397-1399 και 1403-1406. [4] Τα χρονολογικά στοιχεία οδηγούν άνετα στο συμπέρασμα ότι το ενδιαφέρον της Βενετίας για τους Τσιγγάνους είχε εκδηλωθεί την εποχή της κατάληψης του Άργους από τους Τούρκους (1397), η όποια είχε ως αποτέλεσμα την αιχμαλωσία πολλών χιλιάδων κατοίκων. [5] Η δημογραφική αποδυνάμωση της περιοχής είχε τότε αναγκάσει τη Βενετία να λάβει εποικιστικά μέτρα, καλώντας Αλβανούς να εγκατασταθούν στο Ναύπλιο και το Άργος. [6] Στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., ο podesta του Ναυπλίου Ottaviano Bon διατάχθηκε να παραχωρήσει γαίες σε «ξένους» (forinseci) εποίκους, με σκοπό την πύκνωση του πληθυσμού της περιοχής. [7] Καθώς μνεία Αλβανών έποικων απουσιάζει στο σχετικό έγγραφο, δεν αποκλείεται ανάμεσα στους «ξένους» να ήταν και Τσιγγάνοι. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί εμμέσως και το γεγονός ότι στο έγγραφο του 1470, που αφορά το φέουδο των Τσιγγάνων στην Κέρκυρα (feudum Cinganorum), η λέξη forensis απαντά σε συνάρτηση με τον όρο cinganus: cinganus forensis.[8]

Παρουσία Τσιγγάνων μαρτυρείται στη Μεθώνη ήδη από τα τέλη του 14ου αι., στην Κέρκυρα από την εποχή της ανδεγαυικής κυριαρχίας, στη Ζάκυνθο από τον 16ο αι. [9] και, τέλος, στην Κύπρο από την περίοδο της φραγκοκρατίας. [10] Οι Τσιγγάνοι των περιοχών αυτών ήταν συνήθως σιδηρουργοί η αγρότες. Δεν φαίνεται να είχαν την ίδια ασχολία με αυτούς οι Τσιγγάνοι του Ναυπλίου.

Ο Ιωάννης που μνημονεύεται στη βενετική απόφαση του 1444, είχε το αξίωμα του δρουγγαρίου, ήταν δηλαδή αρχηγός σώματος Τσιγγάνων, οι όποιοι παρείχαν, σε αντάλλαγμα διαφόρων προνομίων που τους είχαν παραχωρηθεί από τους Βενετούς, στρατιωτική υπηρεσία. Η προνομιακή μεταχείριση έποικων, με αντάλλαγμα την προσφορά από την πλευρά τους στρατιωτικής βοήθειας, υπήρξε διαδεδομένη βυζαντινή πρακτική, την όποια ακλούθησαν οι Βενετοί εφαρμόζοντάς την στις πελοποννησιακές κτήσεις τους.

Λίγες δεκαετίες νωρίτερα, ο δεσπότης του Μορέως Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί πληθώρα ξένων έποικων στην επικράτεια του, μεταξύ των όποιων πολυάριθμους Αλβανούς, αποσκοπώντας όχι μόνο στη δημογραφική ανάπτυξη της ερημωμένης από τις εχθρικές επιδρομές πελοποννησιακής γης, άλλα και στην ενίσχυση της στρατιωτικής οργάνωσης στην περιοχή, με την ένταξη εποίκων στον στρατό για την αντιμετώπιση εχθρικών έπιθέσεων. [11] Στον επιτάφιο που αφιέρωσε στον αδελφό του Θεόδωρο ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο Β’, περιγράφει με πολλή ζωντάνια τον τρόπο με τον όποιο ο δεσπότης είχε αντιμετωπίσει τους εποίκους. Αθρόα ήταν, γράφει, τα έθνη που είχαν συρρεύσει στο Δεσποτάτο από κοντινά και μακρινά μέρη, από τη θάλασσα και από τη στεριά. Ο δεσπότης δεχόταν ασμένως τους πρέσβεις των εποίκων, με τους όποιους διαλεγόταν τους όρους εγκατάστασής τους στην Πελοπόννησο, ζητώντας τους μόνο να δώσουν όρκο πίστης στην εξουσία του (όρκοις ηρκέσθη τοις παρ’ αυτών).[12]

Την ίδια τακτική φαίνεται πως είχαν αντιγράψει οι Βενετοί, όταν χρειάστηκε να ασχοληθούν με τους Τσιγγάνους. Όπως παλαιότερα ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί τους πρέσβεις των ξένων «εθνών» που είχαν έρθει στην Πελοπόννησο, έτσι και ο Βενετός αξιωματούχος του Ναυπλίου θα είχε δεχθεί τον αρχηγό των Τσιγγάνων, στον όποιο παραχώρησε στη συνέχεια διάφορα προνόμια. Ανάμεσα στα τελευταία ήταν η απονομή του βυζαντινής καταγωγής αξιώματος του δρουγγαρίου στον επικεφαλής των Τσιγγάνων. Συγκροτήθηκε με τον τρόπο αυτό στο Ναύπλιο ειδικό στρατιωτικό σώμα Τσιγγάνων (ο δρούγγος των Βυζαντινών), [13] έτοιμων να πολεμήσουν κάτω από τη σημαία του Αγίου Μάρκου τους εχθρούς της Βενετίας. Η ένταξη των Τσιγγάνων του Ναυπλίου στο βενετικό σύστημα αποτελεί καλό δείγμα της πολιτικής που εφάρμοσε, χρησιμοποιώντας βυζαντινά εργαλεία, η Βενετία, για να προφυλάξει τις πελοποννησιακές κτήσεις της από εχθρικές επιβουλές.

Η αρχειακή μαρτυρία για την παρουσία δρούγγου Τσιγγάνων στο Ναύπλιο είναι μεμονωμένη και δεν επαρκεί για τη συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την τσιγγάνικη δράση στην περιοχή. Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, τι απέγινε ο Τσιγγάνος Ιωάννης που έφερε τον βυζαντινό τίτλο του δρουγγαρίου, πότε και που είχε πολεμήσει, αν παρέμεινε στο Ναύπλιο ή, το πιθανότερο, αν μετακινήθηκε μαζί με τους δικούς του σε άλλες περιοχές. Μισθοφορικά πάντως σώματα στην υπηρεσία των Βενετών που να καλούνται δρούγγοι η αρχηγοί πολεμιστών με το αξίωμα του δρουγγαρίου δεν μαρτυρούνται στις πηγές.

Λίγο αργότερα θα εμφανιστούν μισθοφορικά σώματα που τα απαρτίζουν Έλληνες, Αλβανοί και άλλοι πολεμιστές (όχι όμως Τσιγγάνοι), οι γνωστοί περίφημοι stradioti, που πολεμούν για τα συμφέροντα της Βενετίας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις της εποχής. Τα πολυεθνικά, όπως θα τα αποκαλούσαμε σήμερα, πολεμικά αυτά σώματα ήταν οργανωμένα όχι πια σε δρούγγους άλλα σε στρατείες /στρατιές. Όμως, δεν είναι χωρίς σημασία ότι το Ναύπλιο, από όπου καταγόταν ο Τσιγγάνος Ιωάννης, ανήκει στις περιοχές με έντονη την παράδοση της μισθοφορικής στρατιωτικής υπηρεσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι αντιπροσωπευτικοί τύποι των stradioti, όπως λ.χ. ο Μανώλης Μπλέσης (εάν όντως ήταν υπαρκτό πρόσωπο) και ο Μερκούριος Μπούας, είχαν γεννηθεί στο Ναύπλιο και ότι ο Τζάνες Κορωναίος, που συνέθεσε το γνωστό ποίημα με θέμα τα ανδραγαθήματα του Μπούα, είχε μεταβεί στο Ναύπλιο, για να συλλέξει από τους εκεί άρχοντες πληροφορίες για τη δράση της οικογένειας του stradioto.[14]

Μελετώντας, με συνεργό την προσωπογραφία, την ιστορία του Ναυπλίου κατά τις επόμενες δεκαετίες, ανασύρω από τις διαθέσιμες αρχειακές πηγές τις ακόλουθες πληροφορίες: το 1493, η βενετική Σύγκλητος αποφάσισε την κατάργηση της θέσης του Έλληνα γιατρού που έπαιρνε ως ετήσιο μισθό 50 δουκάτα. Στα επόμενα χρόνια, πάλι με απόφαση της Συγκλήτου, διορίζονται γιατροί της πόλης του Ναυπλίου, το 1503 ο maistro Panthαdeo (cyroico) με μισθό 48 δουκάτα τον χρόνο και το 1539, μετά από αίτηση των Ναυπλιέων, ο Giovanni Andrea Benivol από την Bologna (fisico) και ο Giovanni Battista από το Burano (ceroico).

Οι δύο τελευταίοι γιατροί όφειλαν να εξετάζουν δωρεάν πολίτες και στρατιώτες, οι όποιοι θα πλήρωναν μόνο τα φάρμακα. Όφειλαν επίσης, να αγοράσουν από τη Βενετία, με χρήματα που θα τους χορηγούσαν οι αρχές, ό,τι χρειάζονταν για να ασκήσουν την τέχνη τους στο Ναύπλιο. [15] Αν συσχετίσουμε τις πληροφορίες αυτές με όσες γνωρίζουμε για τον θεσμό του γιατρού στην Κρήτη τον 14ο αι.,[16] άλλα και τους κατοπινούς αιώνες, [17] μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η Βενετία διαχειρίστηκε στο Ναύπλιο το ζήτημα της δημόσιας υγείας όπως το είχε διαχειριστεί στην Κρήτη. Ο γιατρός τον 14ο αι. πληρωνόταν εκεί από το ταμείο των Βενετών φεουδαρχών και ήταν υποχρεωμένος να παρέχει τις υπηρεσίες του μόνο σ’ αυτούς που τον είχαν προσλάβει, δηλαδή στους Βενετούς. Στο Ναύπλιο, η κατάργηση από τη μία μεριά της θέσης του Έλληνα γιατρού και η πρόσληψη από την άλλη Ιταλών γιατρών που θα περιέθαλπαν τους στρατιώτες και τους cittadini δείχνουν ότι η ιατρική βοήθεια αφορούσε το σώμα των στρατιωτών και ένα μονάχα κοινωνικό στρώμα, αυτό των cittadini. Δείχνουν, συνεπώς, οι αποφάσεις αυτές ότι η περίθαλψη των ασθενών δεν ήταν κοινωνικό αγαθό προσιτό σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού, αλλά ότι αφορούσε μόνο τους Βενετούς και τους στρατιώτες που υπηρετούσαν τη Γαληνότατη. Όσο για την υγεία του ντόπιου πληθυσμού, φαίνεται πως αυτή είχε αφεθεί στη φροντίδα Ελλήνων γιατρών, οι όποιοι αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους από τους ίδιους τους ασθενείς.

Στις αρχειακές πηγές που ανέφερα δεν υπάρχει μνεία Νοσοκομείου για τη φροντίδα των αρρώστων. Νοσοκομείο για την περίθαλψη των φτωχών στο Ναύπλιο (un hospedal per li poveri) μνημονεύεται το 1397 στη διαθήκη του Nerio Acciaiuoli [Νέριο Α΄ Ατσαγιόλι], κύριου της Κορίνθου και των Αθηνών. Στη διαθήκη του ο Nerio είχε εκφράσει την επιθυμία να ιδρυθεί Νοσοκομείο φτωχών στο Ναύπλιο, αφήνοντας για την οικοδόμηση και συντήρησή του χρήματα και ακίνητα, και ορίζοντας ακόμη και τον τρόπο διοίκησής του. [18] Δεν γνωρίζουμε αν η επιθυμία του Φράγκου ηγεμόνα πραγματοποιήθηκε και αν τελικά ιδρύθηκε το Νοσοκομείο των φτωχών. [19] Αντίθετα, γνωρίζουμε με ασφάλεια ότι στη διάρκεια της δεύτερης βενετοκρατίας λειτουργούσε στο Ναύπλιο Νοσοκομείο, όπου υπηρετούσαν γιατροί, οι όποιοι πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες, ειδικότερα στη διάρκεια της πανώλης που είχε πλήξει την Πελοπόννησο στα τέλη τού 17ου αί. [20]

Το Νοσοκομείο αυτό, που χαρακτηρίζεται στις πηγές ως ospital importantissimo, [21] ήταν στρατιωτικό, καθώς εξυπηρετούσε τις ανάγκες των ασθενών του στρατού (infermi dell’ armata). Τον καιρό της πανούκλας, στα χρόνια 1687-1688, υπηρετούσαν στο νοσοκομειακό ίδρυμα τέσσερεις γιατροί, ανάμεσά τους ο γνωστός medico fisico Alessandro Pini, ο όποιος συνέγραψε περιγραφή της Πελοποννήσου, [22] και ένας Έλληνας, ο Δημήτριος Πορφυρός, του όποιου οι ιατρικές γνώσεις είχαν εκτιμηθεί δεόντως από τους Βενετούς αξιωματούχους. [23] Η παρουσία του Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου αγγίζει το πολυσυζητημένο ζήτημα των σχέσεων ντόπιου και ξένου στοιχείου. Αν η θέσπιση, στις αρχές του 16ου αι. στο Ναύπλιο, θέσης δημόσιου έμμισθου γιατρού για την περίθαλψη των στρατιωτών και των Βενετών υπηκόων και η κατάργηση της αντίστοιχης θέσης του Έλληνα γιατρού είναι δηλωτική του φόβου της Βενετίας να εμπιστευτεί την υγεία των Βενετών που ήταν εγκατεστημένοι στις κτήσεις της στα χέρια ντόπιων γιατρών, στην περίοδο της δεύτερης βενετοκρατίας φαίνεται πως η βενετική στάση είχε αλλάξει. [24] Σε εποχή έκτακτης ανάγκης, όταν με την εξάπλωση του λοιμού ο φόβος του θανάτου είχε καταλάβει ολόκληρο τον πληθυσμό, ντόπιους και Λατίνους, η Βενετία όχι μόνο είχε δεχθεί την προσφορά ενός Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο της, άλλα ανενδοίαστα είχε εξάρει την όλη ιατρική του κατάρτιση.

Το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό δεν μας διαφωτίζει ως προς τα ζητήματα που η συμβίωση μεταξύ ντόπιου και ξένου στοιχείου είχε δημιουργήσει. Τα πρόσωπα που εμφανίζονται στην ιστορική σκηνή του Ναυπλίου κατά την πρώιμη βενετοκρατία είναι δύο: ο Giovanni Cavaza, καστελλάνος στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., και ο Bartolomeo Minio, προνοητής στα τέλη του ίδιου αιώνα. Από την παραμονή τους στο Ναύπλιο ως εκπροσώπων της βενετικής εξουσίας σώθηκαν η διαθήκη του πρώτου και τα dispacci του δευτέρου, έγγραφα που μελετήθηκαν, όπως είναι γνωστό, από την Diana Wright.[25] Διαβάζοντας η μάλλον ξαναδιαβάζοντας τις πηγές αυτές, διαπιστώνουμε εύκολα ότι το ελληνικό στοιχείο απουσιάζει από τα κοινωνικά δρώμενα της εποχής. Οι Έλληνες με τους όποιους είχε σχέση ο καστελλάνος στη διάρκεια της θητείας του ήταν μονάχα μια υπηρέτρια, η Ζωή, και ο γιος ενός βιλλάνου, ο Σταμάτης, που πιθανότατα ήταν νόθο παιδί του Βενετού αξιωματούχου. Όσο για τις σχέσεις του Minio με τους ντόπιους, αυτές περιορίζονταν στις συναλλαγές που ως προνοητής είχε με διάφορους Έλληνες stradioti, στους όποιους, μάλιστα, σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφεραν στη Βενετία, τους χάριζε μεταξύ άλλων βελούδινα, χρυσοκέντητα ενδύματα μαύρα ή πορφυρά.

 

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Σε αντίθεση με τους Βενετούς αξιωματούχους που επικέντρωναν την προσοχή τους μόνο στα ζητήματα διοίκησης και άμυνας της κτήσης, αδιαφορώντας για τους ντόπιους που ήταν αποκομμένοι από τους διοικητικούς μηχανισμούς, οι Βενετοί που είχαν εγκατασταθεί ως άποικοι στο Ναύπλιο, έχοντας επηρεαστεί από το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον, κατέληξαν προοδευτικά να θεωρούν την πελοποννησιακή πόλη ως γλυκεία πατρίδα τους.

Είναι η περίπτωση του Vincenzo Argiti που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους, όταν καταλήφθηκε η πόλη, και είχε κατορθώσει να ελευθερωθεί και να φτάσει στη Βενετία. Εκεί απηύθυνε προς τις βενετικές αρχές αίτηση να του παραχωρηθεί δημόσια θέση, σύμφωνα με την απόφαση των αρχών, που αφορούσε την παροχή βοήθειας στους πρόσφυγες από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση. Στην αίτησή του ο Vincenzo αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο πατέρας του, Franco, ο παππούς του, Pierro, και ο αδελφός του παππού του, Giovanni, είχαν σκοτωθεί στη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης και ότι ο ίδιος είχε χάσει την περιουσία που είχε η οικογένειά του στο Ναύπλιο, και μαζί είχε στερηθεί την «αγαπημένη και γλυκεία πατρίδα του». [26]

Ανάλογες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια απηύθυναν στα διοικητικά όργανα της Βενετίας πολλοί Ναυπλιώτες που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι από τους Τούρκους μετά την κατάληψη της πόλης. Αναφέρω για παράδειγμα την αίτηση του Luca Mosua, ο όποιος διηγείται με γλαφυρότητα τις περιπέτειες της μητέρας του, που είχε υποκύψει αναγκαστικά στις ορέξεις ενός Τούρκου που την είχε αιχμαλωτίσει, είχε μείνει σκλάβα του για πολλά χρόνια, είχε κατορθώσει τελικά να διαφύγει με τα παιδιά της στην Κλαρέντζα κι από κει να προωθηθεί στην Κεφαλονιά, όπου σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ενός σεισμού. [27] Από τις άλλες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια που απηύθυναν στο Collegio οι πρόσφυγες από το Ναύπλιο, αναφέρω ακόμη αυτές του Δημήτρη, της Φιλίππας, χήρας του Μανούσου Σπαθάρη, της Laura, χήρας του καστελλάνου Andrea Boldù, του Τζουάννε Γκιόλμα, του Στράτη, του ποτέ Δημήτρη Συμπρικού, του Δημήτρη Λιάτα (Gliata), της Ζαμπέτας (Isabetta) Σγουρομάλη, του Νικολό Γολέμη, του Τζώρτζη Βαλάκη (Zorzi Vcdacchi) και του Μιχάλη Ψαρά. Όλοι αυτοί χαρακτηρίζονται στα έγγραφα ως fedeli nostri ή ως Napoletani. [28] Για όλους, Έλληνες ή Βενετούς, το Ναύπλιο ήταν «η γλυκεία τους πατρίδα».

Όσα από τα πρόσωπα που έδρασαν κατά την περίοδο της βενετοκρατίας, ειδικά της πρώτης, έγιναν αντικείμενο της ανακοίνωσής μου προσφέρονται μαζί με πάμπολλα άλλα ως καλά δείγματα για τη διερεύνηση της συναισθηματικής συμπεριφοράς που είχαν επιδείξει στο πλαίσιο του κοινωνικού περιβάλλοντος τους. Αν εξετάσουμε το λεξιλόγιο των πηγών, που χρησιμοποιήθηκε για την έκφραση των συναισθημάτων τους, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες κοινωνικές στάσεις: τη δυσαρέσκεια μιας κοινωνικής ομάδας από τη μη τήρηση συμφωνιών, τον φόβο του θανάτου, του πολέμου και της πείνας, τη νοσταλγία, την ελπίδα, την αγάπη για την πατρίδα.

Η μνεία, σε ένα φαινομενικά τυπικό βενετικό γραφειοκρατικό έγγραφο, των προνομίων της τσιγγάνικης μειονότητας του Ναυπλίου, τα όποια είχαν παραβλεφθεί από τις αρχές, υποδηλώνει τη δυσαρέσκεια των Τσιγγάνων και την αντίδραση του αρχηγού τους. Στη διαθήκη, εξάλλου, που είχε συντάξει Εν τω Αναυπλίω της Ρωμανίας, το 1534, η Δούκαινα Φροσύναινα, σημειώνεται ότι, καθώς είχε προσβληθεί από την πανώλη (ευρισκαμένη κεντρωμένη υπό την αθέμιτον πίκραν συμφορά της λοιμικής νόσου), διακατεχόταν από τον φόβο (φοβηζάμενη) μήπως πεθάνει χωρίς να έχει τακτοποιήσει τα υπάρχοντά της.[29]

Ο φόβος, πάλι, που προκαλεί γενικά το φάσμα της πείνας και του πολέμου, εκφράζεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στην αναφορά που είχαν στείλει οι κάτοικοι του Ναυπλίου, το 1539, διεκτραγωδώντας την τραγική θέση στην όποια είχε περιέλθει η πόλη. Οι Ναυπλιώτες, σύμφωνα με την αναφορά, δεν είχαν πλέον τρόφιμα και κινδύνευαν να πεθάνουν από την πείνα. Εάν οι Βενετοί δεν φρόντιζαν να τους στείλουν έγκαιρα σιτάρι, οι «poveri fidelissimi servitori» θα καταντούσαν να φάνε τα παιδιά τους, για να μην πεθάνουν από την πείνα. [30] Η αγάπη, από την άλλη μεριά, για την πατρίδα αποτυπώνεται στις φράσεις με τις όποιες οι πρόσφυγες που ζητούσαν βοήθεια από τη Βενετία χαρακτήριζαν το Ναύπλιο: mia cara et dolce patria κι ακόμη infelice città.[31]

Τέλος, το συναίσθημα της ελπίδας αναγνωρίζεται στις συμβολαιογραφικές πράξεις των διαθηκών, στις όποιες οι διαθέτες διατύπωναν τις τελευταίες επιθυμίες τους. Έτσι, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου, το 1544, ο Τζουάν Καρβούρης (Zuan Carvuri) στη διαθήκη που είχε συντάξει στη Βενετία, όπου είχε προσφύγει μετά την άλωση της πατρίδας του, έγραφε ότι, εάν ποτέ ξαναγυρνούσε στα χέρια των χριστιανών η πόλη του Ναυπλίου, τότε άφηνε στον ναό του Σωτήρα στο Ναύπλιο δύο καμπάνες (et se venisse mai la città de Napoli in mano de Christiani io lasso alla predita giesa [San Salvador] due campane). [32] Η ελπίδα επιστροφής στα πάτρια διατηρήθηκε για μεγάλο ακόμη χρονικό διάστημα στον νου και τη σκέψη των Ναυπλιέων που είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Αρκετά χρόνια μετά την παράδοση της πόλης στους Τούρκους, το 1559, όταν η Ελληνική Αδελφότητα Βενετίας πρότεινε να πουλήσει τις καμπάνες που είχαν μεταφερθεί από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση, ο Νικόλαος Καλαβρός που τις είχε φέρει εγκαταλείποντας την πατρίδα του, αντιτάθηκε σθεναρά, υπενθυμίζοντας ότι οι καμπάνες είχαν παραδοθεί στην Αδελφότητα με τον όρο να επιστραφούν όταν το Ναύπλιο θα ελευθερωνόταν από τούς Τούρκους.[33]

Τα λίγα παραδείγματα που με τη βοήθεια του λεξιλογίου των πηγών παρέθεσα, σχετικά με τη συναισθηματική στάση ορισμένων προσώπων, αρκούν, νομίζω, για να καταδειχτεί ότι η μελέτη της ιστορίας των συναισθημάτων αποτελεί, σύμφωνα με τη διατύπωση της Tiziana Plebani, ένα κλειδί ανάγνωσης για να προσεγγίσουμε τις κοινωνίες του παρελθόντος άλλα και τού παρόντος. [34] Στην περίπτωσή μας επιχειρήθηκε, με τη χρήση αρχειακών τεκμηρίων, η διεύρυνση της οπτικής, μέσα από την όποια εξετάζεται η κοινωνία του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου.

 

Chryssa Maltezou

Prosopographical Issues of Nafplio during the period of Venetian Domination

 

The study attempts to examine individual personalities of Nafplio during the venetocratia, in order to reconstruct on the basis of archival and published survivals various realities of life and also to understand sentimental tensions in the local society. In particular, it discusses the case of John the Gypsy, who bore the title of drungarius, known from a Venetian document of 1444, of the physicians exercising their profession in the town from the fifteenth to the seventeenth century, of the Venetian dignitaries during the fifteenth century, and of the inhabitants of Nafplio who sought refuge in Venice after the Turkish conquest of the town.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μ. Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, Αθήνα² 1950, σ. 86-92· για το βιβλίο και τον συγγραφέα του βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, «Μιχαήλ Λαμπρυνίδης. Η ανέκδοτη β’ γραφή της “Ναυπλίας” και η ετοιμασία συναγωγής των μελετών του», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ’, Αθήνα 1981-1982, σ. 127-132

[2] Από την Ινδία, από όπου προέρχονταν, οι Αθίγγανοι εξαπλώθηκαν, τον 9ο αι., μέσω της Περσίας, αρχικά στη βόρεια Συρία και Κιλικία και στη συνέχεια στη Βλαχία, φτάνοντας ως την Πελοπόννησο (βλ. πρόχειρα: A. Guillou, Ο βυζαντινός πολιτισμός, μτφρ. Ρ. Odorico, Σμαράγδα Τσοχανταρίδου, Αθήνα 1996, σ. 549). Στην ιστορία των Τσιγγάνων έχει αφιερώσει δύο εργασίες ο Κ. Η. Μπίρης, Οι Γύφτοι. Μελέτη λαογραφική και εθνολογική, Αθήνα 1942· του ίδιου, Οι Τσιγγάνοι (Ρωμ και Γύφτοι). ‘Εθνογραφία και ιστορία, Αθήνα 1954.

[3] G. Soulis, «The Gypsies in the Byzantine Empire and the Balkans in the Late Middle Ages», Γ. Σούλης 1927-1966. Ιστορικά μελετήματα βυζαντινά, βαλκανικά, νεοελληνικά, Αθήνα 1980, σ. 152-153, 164.

[4] Ρ. Topping, «Argos and Nauplia in the Rubrics of the Senato Misti (1389-1413)», Θησαυρίσματα 20 (1990), σ. 180, αρ. 36, και σ. 182, αρ. 47.

[5] Ρ. Topping, «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, επιμ. Αγγελική Λαΐου- Θωμαδάκη, New Brunswick Ν. J. 1980, σ. 261, υποσ. 2.

[6] Για την εγκατάσταση Αλβανών σε βενετικά εδάφη βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία – Λάλα, «Εγκαταστάσεις πληθυσμών στην ελληνοβενετική ανατολή (13ος-18ος αιώνας). Μία όψη του μεταναστευτικού φαινομένου», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρύσα Μαλτέζου, επιμ. Γωγώ Κ. Βαρζελιώτη – Κ. Γ. Τσικνάκης, Αθήνα 2013, σ. 624 κ.ε. (όπου συγκεντρωμένη βιβλιογραφία).

[7] Κ. Ν. Σάθας (εκδ.), Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας. Documents inedits relatifs a l’ histoire de la Grèce an Moyen Âge, τ. Β’, Παρίσι 1881, σ. 123-124 (επιτομή έγγρ.: Fr. Thiriet, Régestes des délibérations dti Sénat de Venise concemant la Romanie, τ. B’, 1400-1430, Παρίσι – Χάγη 1959, σ. 49, αρ. 1172)· πρβλ. Topping, «Albanian Settlements», ό.π., σ. 261-262.

[8] Soulis, «The Gypsies», ό.π., σ. 165.

[9] Στο ίδιο, σ. 154 κ.ε.

[10] Κ. Π. Κύρρης, «Οι Ατσίγγανοι εν Κύπρω», ανάτυπο από το Παγκύπριον Εκπαιδευτικόν Περιοδικόν “Μόρφωσις» 25 (1969), αρ. 292-295, σ. 3-7.

[11] D. A. Zakythinos, Le despotat grec de Morée, τ. B’, Vie et. institutions, édition revue et augmentée par Chryssa Maltézou, Παρίσι 1975, σ. 32.

[12] Σπ. Π. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Γ’, Αθήνα 1926, σ. 40-41 (πρβλ. Zakythinos, Le despotat. grec, ό.π., σ. 32).

[13] Η Αγγελική Παπαγεωργίου, «Ο όρος δρούγγος κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο (13ος-15ος ai.)», Aureus. Τόμος Αφιερωμένος στον καθηγητή Ευάγγελο Χρυσό, Αθήνα 2014, σ. 663-671, θεωρεί ότι μετά τον 12ο αι. ο όρος δρούγγος χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα με την ευρύτερη έννοια της διοικητικής ή γεωγραφικής υποδιαίρεσης.

[14] Κ. Ν. Σάθας, Ελληνικά Ανέκδοτα περισυναχθέντα και εκδιδόμενα κατ’ έγκρισην της Βουλής εθνική δαπάνη, τ. Α’, Τζάνε Κορωναίου Μπούα Ανδραγαθήματα, Σουμάκη Ρέμπελων Ποπολάρων, Μάτεση Ημερολόγιον, εισαγωγική μελέτη – ευρετήρια Φάνη Μαυροειδή, Αθήνα 1867, φωτοτυπ. επανέκδ. 1982, σ. 28.

[15] Γ. Σ. Πλουμίδης, «Ειδήσεις δια το βενετοκρατούμενον Ναύπλιον (1440-1540)», Πελοποννησιακά 8 (1971), σ. 266, 267 και 272, αρ. 39, 58, 122 αντίστοιχα.

[16] Βλ. Χρύσα Μαλτέζου, «Η διαχείριση της υγείας στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Οι δημόσιοι γιατροί (14ος αι.)», Τιμητικός τόμος Στέφανου Γερουλάνου, υπό έκδοση.

[17] Βλ. Ιωάννα Α. Ραμουτσάκη, Σταθμοί της ιστορίας της ιατρικής στην Κρήτη κατά την περίοδο της βενετοκρατίας και τουρκοκρατίας στο νησί (δύο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα γιατρών), Ηράκλειο, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή (αναρτημένη στο διαδίκτυο: http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/10996#page/l/mode/2up).

[18] Βλ. Julian Chrysostomides, Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the history of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, Αθήνα (Porphyrogenitus) 1995, σ. 314, αρ. 160, και Μαρίνα Κουμανούδη, «“Ή εποχή των εύλαβων ιδρύσεων”. Ευσέβεια, φιλανθρωπία και πατρωνία στο Αιγαίο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρυσά Μαλτέζου, ό.π., σ. 394- 397.

[19] Σύμφωνα με τον Λαμπρυνίδη (Η Ναυπλία, ό.π., σ. 58, υποσ. 1) το Νοσοκομείο που ανακαίνισε ο Καποδίστριας είναι πιθανότατα αυτό που ιδρύθηκε με δωρεά του Acciaiuoli.

[20] Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Στοιχεία για την πανώλη τού 1687/1688 στην Πελοπόννησο», Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Moreα, Μονεμβασιώτικος Όμιλος. Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 20- 22 Ιουλίου 1990, επιμ. Χάρις Καλλιγά, Αθήνα 1998, σ. 173.

[21] Α. Μ. Μαλλιαρής, Alessandro Pini: Ανέκδοτη Περιγραφή της Πελοποννήσου (1703), Βενετία 1997, σ. 80.

[22] Στο ίδιο, σ. 4, 77, 79-81

[23] Μαλτέζου, «Στοιχεία», ό.π., σ. 173.

[24] Για την πολιτική της Βενετίας στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά Ιδρύματα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Βενετία 1996, σ. 29 κ.έ.

[25] Diana G. Wright, Bartolomeo Minio Venetian Administration in 15th century Nauplion, Ουάσινγκτον 1999 (UMI Dissertation Services on line)· της ίδιας, «The wooden towns of the State Mar. Medieval construction in Nauplion», Studi Veneziani 40 (2000), σ. 169-177.

[26] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, 1 (1563-1565), έγγρ. μέ χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[27] Στο ίδιο, έγγρ. με χρονολογία 1564, Σεπτέμβριος.

[28] Βλ. A.S.V., Grazie. Maggior Consiglio, reg. 1540- 1543, φ. 73v, reg. 1571-1589, φ. 44v, 54v, 56, 58v, 61v, 64v, 65, 69v.

[29] Η διαθήκη έχει εκδοθεί από τον Μ. Ι. Μανούσακα, «Μια διαθήκη από το Ναύπλιο (1534) με πλούσιο γλωσσικό υλικό», Αντίχαρη. Αφιέρωμα στον καθηγητή Σταμάτη Καρατζά, Αθήνα 1984, σ. 257-269.

[30] Πλουμίδης, «Ειδήσεις», ό.π., σ. 273-274.

[31] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, ό.π., έγγρ. με χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[32] Ersie Burke, The Greek Neighbourhoods of Sixteenth Century Venice, 1498-1600. Daily Life of an Immigrant Community, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Monash University 2004, σ. 233.

[33] Για το ζήτημα σχετικά με τις καμπάνες βλ. Νίκη Γ. Τσελέντη, «Οι καμπάνες του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου στη Βενετία (1540-1693)», Θησαυρίσματα 15 (1978), σ. 228-245.

[34] Tiziana Plebani, Un secolo di sentimenti. Amori e conflitti generazionali nella Venezia del Settecento, Βενετία 2012, σ. XIX.

 

Χρύσα Μαλτέζου,

ιστορικός, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τέως Διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. 

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Ναύπλιο – François Dubuisson, 1699.

            

Το 1180 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός διόρισε άρχοντα Ναυπλίου τον ντόπιο Θεόδωρο Σγουρό. Ο γιος του Λέων Σγουρός (1202-1208), έχοντας την πόλη ως πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέχρι τη Θεσσαλία. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία μέχρι το 1388, οπότε το Ναύπλιο παραχωρείται στους Βενετούς, επί της εποχής των οποίων γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Ενισχύθηκε η οχύρωσή του και αυξήθηκε ο πληθυσμός του, γιατί συνέρρευσαν πολλοί άνθρωποι από πολλά μέρη, ιδίως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.

Επί Ενετοκρατίας η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και το λιμάνι της παρουσίασε μεγάλη κίνηση.  Το 1540 έπεσε στους Τούρκους ύστερα από τριετή πολιορκία. Το 1686 οι Ενετοί ξανακέρδισαν την πόλη, όταν την κατέλαβε ο στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο οποίος αμέσως οχύρωσε το Παλαμήδι και κατέστησε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Μορέως, της ΒΑ Πελοποννήσου. Τότε ήταν που ονομάστηκε Νάπολι ντι Ρομάνια.

Το 1715 το ξαναπήραν οι Τούρκοι και το κατείχαν μέχρι την άλωση του Παλαμηδιού από τον Στάικο Σταϊκόπουλο στις 30 Νοεμβρίου 1822, ύστερα από τρεις διαδοχικές πολιορκίες συνολικής διάρκειας σχεδόν είκοσι μηνών…

 

Read Full Post »

Η βενετική δεξαμενή στην παραλία Ναυπλίου ή η δεξαμενή στο Κρυονέρι (Κινστέρνα)


                                                      

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα άρθρο του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

«Η βενετική δεξαμενή στην παραλία Ναυπλίου ή η δεξαμενή στο Κρυονέρι (Κινστέρνα)»

 

Οι περισσότεροι έχουμε δει τη βενετική δεξαμενή στην παραλία του Ναυπλίου σε φωτογραφικές απεικονίσεις της βόρειας πλευράς της πόλης. Η δεξαμενή βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το χώρο της εγκαταλελειμμένης πισίνας του Αμφιτρύωνα (Φωτό 1 και 2).

 

Πανοραμική άποψη του Ναυπλίου.

 

Ο χώρος που βρισκόταν η δεξαμενή.

 

Η δεξαμενή είχε εξωτερικές διαστάσεις 22 x 25 μέτρα και ύψος γύρω στα 8 μέτρα. Η χωριτικότητά της σε νερό πρέπει να ήταν γύρω στα 2.000 μ3. Γέμιζε με νερό από την πηγή της Αγίας Μονής, μέσω ενός δικτύου κεραμικών σωληνώσεων και φυσική ροή. Τμήμα του δικτύου μεταφοράς νερού βλέπουμε σήμερα στους πρόποδες του Παλαμηδίου, στο θερινό κινηματογράφο Ναυπλίου. Το τοπωνύμιο της περιοχής «Κρυονέρι» μας οδηγεί στην υπόθεση μήπως υπήρχε κάποια μικρή πηγή στην περιοχή.

Η Σέμνη Καρούζου στο βιβλίο της «Το Ναύπλιο» περιγράφει τη δεξαμενή ως «τέλειο τεχνικό έργο που οι καμάρες του το ανεβάζουν στο επίπεδο της μεγάλης τέχνης. Το οικοδομικό υλικό, πέτρες, πλίθες, κιμιλιά έχει την αρμογή και την στερεότητα ενός μεγάλου κτηρίου. Έχει μια καλή θέση στην ιστορία της νεότερης οχυρωματικής».

1710: Σύμφωνα με τον Schaeffer, η δεξαμενή κτίστηκε το 1710, στα τέλη της Β’ Βενετοκρατίας, από τον προβλεπτή Σαγρέδο. Ήταν ενσωματωμένη στα βόρεια τείχη της πόλης του Ναυπλίου (Φωτό 3).

 

Η Βενετική δεξαμενή σε αποτύπωση του Schaeffer, 1934.

 

Ο Schaeffer ήταν Γερμανός αρχιτέκτονας που έχει ασχοληθεί πριν από το 1940 με την ιστορική εξέλιξη της πόλης του Ναυπλίου. Η διδακτορική του διατριβή δεν έχει ακόμα μεταφραστεί στα ελληνικά. Ο Schaeffer είναι γνωστό για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση, επιβλέποντας σε συνεργασία με το Τ. Κωστούρο, την ανακατασκευή σε ξενοδοχείο της καστρονησίδας Μπούρτζι. Σε σχέδια που υπάρχουν στο Γερμανικό αρχαιολογικό Ινστιτούτο έχει αποτυπώσει την δεξαμενή.

1866: Λίγα χρόνια μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862, με το ΦΕΚ 53/1866 αποφασίζεται η κατεδάφιση του βόρειου τείχους της πόλης, από τον προμαχώνα του Μόσχου (περίπου στην περιοχή του Αγ. Νικολάου) μέχρι τη βενετική δεξαμενή. (πληροφορία ΦΕΚ Ν. Τόμπρα).

1871: Η κατεδάφιση του τείχους ολοκληρώνεται με μεγάλη καθυστέρηση. Στην κατεδάφιση εργάζονται κρητικοί πρόσφυγες που έχουν έλθει στο Ναύπλιο το 1866. Μετά την κατεδάφιση του τείχους διαμορφώνεται σταδιακά η παραλιακή προκυμαία. Το τμήμα του τείχους από την βενετική δεξαμενή μέχρι τον προμαχώνα «Πέντε Αδέλφια» παραμένει στη θέση του (Φωτό 4).

 

Η σήμανση με το βέλος μας δείχνει που βρισκόταν η δεξαμενή.

 

1888: Μέχρι τότε, η δεξαμενή δεν χρησιμοποιείται. Με απόφαση της δημοτικής αρχής, η δεξαμενή γέμισε νερό από τη νέα δεξαμενή νερού που είχε κατασκευαστεί στους πρόποδες του Παλαμηδίου (υπάρχει ακόμα και σήμερα πάνω από την σημερινή πυροσβεστική). Το νερό ερχόταν πια με σιδεροσωλήνες από την Άρια.

1901: Η βενετική δεξαμενή τροφοδοτεί ακόμα την πόλη με νερό, όπως αναφέρει ο δήμαρχος Τερζάκης.

1916: Η δεξαμενή έχει ακόμα νερό και το διαπιστώνουμε από καταγγελία για δηλητηρίαση ναυπλιώτη από το νερό της δεξαμενής (ΓΑΚ Αργολίδας).

1929: Τον Ιούνιο αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής (Φωτό 6 και 8).

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία.

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή.

 

1933: Το Νοέμβριο του 1933, η Έφορος Αρχαιοτήτων χαρακτήρισε την ημικατεστραμμένη δεξαμενή «αρχαίο κτήριο» και απαγόρευσε τη συνέχεια της κατεδάφισης. Ο τοπικός τύπος θεωρεί την απόφαση εξωφρενική και διαμαρτύρονται στο Υπουργείο Παιδείας ο δήμος, το λιμενικό ταμείο, ο Νομάρχης και οι επιστημονικοί σύλλογοι της πόλης , καθώς δεν θέλουν να διατηρηθεί η «δυσώδης ασχημία εις το κεντρικώτερον σημείο της πόλης». Η αντίθεση αρχαιολογίας και πόλης έχει ξεκινήσει από πολύ παλιά. Η έφορος δεν είναι άλλη από την γνωστή από το βιβλίο «Το Ναύπλιο» Σέμνη Καρούζου (Φωτό 5).

 

Αναγγελία στον Τύπο.

 

1938: Το Σεπτέμβριο άρχισαν ξανά οι εργασίες κατεδάφισης, όπως μας ενημερώνει ο τοπικός τύπος.

1939: Άρχισαν οι συζητήσεις για αξιοποίηση συνολικά της παραλιακής ζώνης για κατασκευή ξενοδοχείου από την Πανναυπλιακή Ξενοδοχειακή Εταιρία Τουρισμού Α.Ε. (Ίδρυση: ΦΕΚ 96/6-4-1939. Μετοχικό κεφάλαιο 3.000. 000 δρχ). Η Εταιρία αγόρασε από το λιμενικό Ταμείο (!!!) το οικόπεδο της παραλίας, που συμπεριλαμβανόταν και η δεξαμενή (Ιούλιος 1939. Από αρχείο Ν. Τόμπρα).

1929-1950: Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία. (Φωτό 7 και 9).

 

Η μισογκρεμισμένη δεξαμενή παρέμενε ένα χάλασμα στην παραλία.

 

Βενετική δεξαμενή

 

1950 1951: Αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής από το μηχανικό Ηλία Φλούδα. Για την κατεδάφιση χρησιμοποιούνται και εκρηκτικά – πηγή πληροφορίας η ζωντανή ιστορία της πόλης Λ. Λάμπρου – (Φωτό 10).

 

Αρχίζει η κατεδάφιση της δεξαμενής από το μηχανικό Ηλία Φλούδα.

 

1952: Στις αρχές του χρόνου αρχίζει η κατασκευή του πρώτου τμήματος του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας». Διαμορφώνεται το αίτημα να γκρεμιστεί και το σπίτι του Μαγουλιανίτη (Ασημακόπουλου), όπου στεγαζόταν η καλοκαιρινή ταβέρνα του Πλατσάρα που ήταν στο διπλανό οικοδομικό τετράγωνο. Το κτήριο είχε καεί την περίοδο της Κατοχής.

1957: Ολοκληρώνονται οι εργασίες διαμόρφωσης της ευρύτερης περιοχής με την ολοκλήρωση του κτισίματος και του δευτέρου τμήματος του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας» και την κατασκευή της πισίνας.

1961: Τελειώνουμε την αφήγηση με ένα προσφιλές θέμα: Καταγγελία στον ΕΟΤ για οικονομικές ατασθαλίες κατά την κατασκευή της πισίνας. Το έργο είχε υπέρβαση 146%. Με αρχικό προϋπολογισμό για την κατασκευή της πισίνας και περιβάλλοντος χώρου 732.000 δραχμές, είχε υπέρβαση 1.077.000 δραχμές. Ακόμα και η προσθήκη του ξενοδοχείου «Αμφιτρύωνας» είχε υπέρβαση. Με αρχικό προϋπολογισμό 3.898.000 δραχμές, είχε υπέρβαση 2.378.000 δραχμές (62 %).

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

«Να μην κυκλοφορούν άσκοπα» – Η κοινωνική αποστασιοποίηση κατά την επιδημία πανούκλας στην Πελοπόννησο, το 1687, θυμίζει αυτό που ζούμε σήμερα.


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μεταφέρουμε» σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ένα επίκαιρο άρθρο της κυρίας Γιούλης Επτακοίλη, βασισμένο σε μελέτη της κ. Χρύσας Μαλτέζου*, το οποίο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» το Μ. Σάββατο 19 Απριλίου 2020, με τίτλο:

«Να μην κυκλοφορούν άσκοπα»

 Η κοινωνική αποστασιοποίηση κατά την επιδημία πανούκλας στην Πελοπόννησο, το 1687, θυμίζει αυτό που ζούμε σήμερα!

 

Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 1619- 1694). Χαρακτικό του 18 αιώνα, P. Coronelli.

«Στους δρόμους όφειλαν όλοι να περπατούν με μπαστούνια για να τηρούν σε απόσταση όσους συναντούσαν, κρατώντας συγχρόνως σφουγγάρια βρεγμένα με ξίδι, καθώς και ψιλοκομμένες φλούδες κεδρόξυλου για να απομακρύνονται τα μικρόβια. Κάθε πρωί έπρεπε να τρώνε ξηρά σύκα, λίγο απήγανο, λίγο αλάτι και άφθονο σκόρδο ή, αν δεν είχαν τα είδη αυτά, ψωμί βουτηγμένο σε κρασί μοσχάτο. Στους άνδρες συνιστούσαν να ξυρίζονται συχνά και ν’ αλλάζουν καθημερινά ρούχα, στις γυναίκες ν’ αερίζουν, επίσης καθημερινά, τα ασπρόρουχα, ιδιαίτερα τα σεντόνια, και να πλένουν τα ρούχα, χρησιμοποιώντας ξίδι και σκόρδο».

Το 1687, τη δεύτερη δηλαδή περίοδο της Βενετοκρατίας, επιδημία πανούκλας είχε πλήξει την Πελοπόννησο και ιδιαίτερα την περιοχή του Ναυπλίου. Διαβάζοντας ο σύγχρονος αναγνώστης τα μέτρα που είχαν πάρει τότε οι Αρχές για την αντιμετώπισή της και την ανακοπή της πορείας του θανάτου, οι ομοιότητες στους χειρισμούς και η έμφαση στο social distancing [Κοινωνική αποστασιοποίηση] δεν διαφέρουν και πολύ απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα.

 

O Φραγκίσκος Μοροζίνι,

αμέσως μόλις εκδηλώθηκαν

τα πρώτα κρούσματα,

κατευθύνθηκε με τον στόλο του

στη Σαπιέντζα, όπου και αγκυροβόλησε

ως την τελική κάθαρση.

 

Τα αποσπάσματα που δημοσιεύει η «Κ» είναι προϊόν της μελέτης της Χρύσας Μαλτέζου, ιστορικού, τακτικού μέλους της Ακαδημίας Αθηνών και τέως διευθύντριας του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας.

Περιλαμβάνονται σε ένα άγνωστο στην έρευνα μέχρι πριν από λίγα χρόνια αρχειακό υλικό που εισήχθη στις συλλογές των Κρατικών Αρχείων της Βενετίας: το ιδιωτικό αρχείο του Gasparo Bragadin, έκτακτου προνοητή της Ρωμανίας κατά τη διετία 1686-1688. «Απαρτί­ζεται από τρία σταχωμένα με περ­γαμηνή κατάστιχα που περιέχουν πολυάριθμα έγγραφα, ιδιαίτερα σημαντικά για την πελοποννησιακή ιστορία στη διάρκεια της δεύτερης περιόδου της Βενετοκρατίας», ανα­φέρει η κ. Μαλτέζου.

 

Το Ναύπλιο την εποχή της πανούκλας, όπως απεικονίζεται σε γκραβούρα της εποχής.

 

Το γαλλικό πλοίο

 

Στα έγγραφα υπάρχουν αρκετές αναφορές για την πανώλη που έπληξε την Πελοπόννησο το 1687/1688. «Για τη φοβερή αυτή μεταδοτική νόσο που προσέβαλε τόσο τις παραθαλάσσιες περιοχές όσο και την ενδοχώρα, οι πενιχρές μαρτυρίες που είχαμε ώς τώρα δεν επέτρεπαν να εκτιμήσομε τις επιπτώσεις της στη δημογραφική σύνθεση του πλη­θυσμού, αλλά και τις συνέπειες που είχε στη ζωή γενικότερα των κατοί­κων της εποχής εκείνης. Οι μόνες πληροφορίες που διαθέταμε ήταν ότι η πανούκλα μεταδόθηκε από γαλλικό πλοίο που είχε ελλιμενισθεί στο Ναύπλιο, ότι γρήγορα εξαπλώ­θηκε στην πόλη και στα περίχωρα κι από κει σε όλη την Πελοπόννησο, ότι υπήρξε οξεία και θανατηφόρα κι ακόμη ότι ο Φραγκίσκος Μοροζίνι, αμέσως μόλις εκδηλώθηκαν τα πρώτα κρούσματα, κατευθύνθηκε με τον στόλο του στη Σαπιέντζα, όπου και αγκυροβόλησε ως την τε­λική κάθαρση», γράφει η κ. Μαλτέ­ζου, διευκρινίζοντας ότι το υλικό αναφέρεται μόνο στην επαρχία της Ρωμανίας που ανήκε στη δικαιοδο­σία του Βενετού αξιωματούχου, η οποία με πρωτεύουσα το Ναύπλιο περιλάμβανε, τα διαμερίσματα του Ναυπλίου, της Κορίνθου, της Τριπολιτσάς, του Άργους και του Αγίου Πέτρου Τσακωνιάς.

Και μερικά στοιχεία για τον πλη­θυσμό: «Σύμφωνα με την απογραφή του πληθυσμού του 1689 η Πελοπόννησος, χωρίς τη Μάνη και την Κορινθία, αριθμούσε 86.468 κατοίκους, ενώ σύμφωνα με την απογραφή του Grimani  του 1700 ο συνολικός πληθυσμός είχε ανέλθει στους 176.844 κατοίκους. Ειδικότε­ρα η επαρχία της Ρωμανίας αριθ­μούσε 37.458 κατοίκους».

Ποιες ήταν όμως οι οδηγίες των Αρχών προς τους κατοίκους της εποχής; «Απαγορευόταν να κυκλο­φορούν άσκοπα στους δρόμους και να μετακινούνται σε άλλα σπίτια. Σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις κι αν συνέτρεχαν σοβαροί λόγοι, επι­τρεπόταν να πηγαίνουν σε σπίτια άλλων με τη συνοδεία ενός φύλα­κα. Η ίδια απαγόρευση ίσχυε και για τους στρατιώτες, στους οποίους επιτρεπόταν η μετακίνηση αλλά και η κυκλοφορία κατά την ώρα μόνο της αλλαγής της βάρδιας».

 

Οι νεκροθάφτες με τα κουδούνια και τα μπλόκα στους δρόμους

 

Η πολιτική που ακολουθούσαν για τις κατοικίες όπου σημειώνονταν θάνατοι ήταν βέβαια αρκετά δια­φορετική. «Τα σπίτια, στα οποία είχαν επισημανθεί θανατηφόρα κρούσματα, αν ήταν απομονωμέ­να, παραδίδονταν ολόκληρα στη φωτιά. Διαφορετικά, αν υπήρχε κίνδυνος να μεταδοθεί η φωτιά στα διπλανά, γινόταν απολύμανση, καιγόταν δηλαδή η οικοσκευή αλλά και ο ρουχισμός. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρώτα έκλειναν τα παράθυρα για να εισχωρήσει ο καπνός στους τοίχους κι αφού με­τά τα άνοιγαν, για να καθαρίσει η ατμόσφαιρα, ράντιζαν με ξίδι το πάτωμα και άλειβαν τους τοίχους με κατράμι ή τριμμένη τερεβιν­θίνη (καμφορά). Οι νεκροθάφτες όφειλαν κάθε πρωί να τριγυρίζουν στους δρόμους, για να μαζεύουν τους νεκρούς από τα σπίτια, έχοντας δεμένα στα πόδια τους κου­δούνια για να ακούγονται από μακριά και να μην τους πλησιάζει ο κόσμος. Στο Ναύπλιο, τα πτώματα ενταφιάζονταν γύρω από το χαρά­κωμα που βρισκόταν έξω από το στρατόπεδο και οι νεκροθάφτες είχαν εντολή να σκάβουν βαθείς λάκκους και να τους σκεπάζουν μετά με ασβέστη».

 

Οι Βενετοί προχώρησαν

στον αποκλεισμό των πόλεων

από την ύπαιθρο,

με σκοπό να ανακόψουν

την εξάπλωση του λοιμού.

 

Οι Βενετοί προχώρησαν στον αποκλεισμό των πόλεων από την ύπαιθρο, με σκοπό να ανακόψουν την εξάπλωση του λοιμού. Τα ίδια σχεδόν μέτρα που ανα­κοίνωσε για τις μετακινήσεις την περίοδο του Πάσχα ο Νίκος Χαρδαλιάς, ακολουθούσαν και τότε οι Αρχές.

«Οι Βενετοί προχώρησαν στον αποκλεισμό των πόλεων από την ύπαιθρο, με τον σκοπό να ανα­κόψουν την εξάπλωση του λοιμού. Έτσι οι δρόμοι που οδηγούσαν από το Άργος, την Κόρινθο και την Τρί­πολη προς το Ναύπλιο έκλεισαν, ενώ έξω από τις πύλες της εισόδου του Ναυπλίου δόθηκε εντολή να το­ποθετηθούν διπλά φράγματα, για να εμποδίζεται η επικοινωνία με τα περίχωρα. Στη μέση του φράγματος έπρεπε να βρίσκονται συνεχώς ένας ή δύο φύλακες, οι οποίοι μαζί με τον Proveditore alla Sanita  θα χορηγούσαν άδειες εισόδου και εξόδου από την πόλη μόνο μετά έλεγχο. Με ιδιαίτερη αυστηρότητα αντιμετωπίστηκαν οι ομάδες Αθη­ναίων που είχαν φτάσει πρόσφυγες στην πελοποννησιακή γη».

Στα αρχεία περιέχονται και πληροφορίες για τα συμπτώματα της νόσου και τα φάρμακα που χρησι­μοποιούσαν, «την τερεβινθίνη, το permadandon, και μια φαρμακευτική σύνθεση, την οποία οι Έλληνες σύμφωνα με τη μαρτυρία των εγγράφων, ονόμαζαν “σαμψάχι”. Ως προς τους γιατρούς που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στη δύ­σκολη εκείνη περίοδο, η πηγή μας διασώζει τα ονόματα εκείνων που εργάζονταν στο νοσοκομείο του Ναυπλίου: ο Αντόνιο Μπερνάρντι, επικεφαλής του νοσοκομείου, ο Πίνι, ο Λεάντρο και ένας Έλληνας, ο Δημήτριος Πορφύριος, του οποίου οι γνώσεις είχαν, όπως φαίνεται ιδιαίτερα εκτιμηθεί από τους Βενετούς αξιωματούχους, γιατί συχνά εξαίρεται η προσφορά του στις εκθέσεις τους».

 

* Η μελέτη της κ. Χρύσας Μαλτέζου δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στα Πρακτικά του Γ’ Συμποσίου Ιστορίας και Τέχνης που συγκλήθηκε στη Μονεμβασιά με τίτλο: «Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Morea», Αθήνα 1998.

 

Γιούλη Επτακοίλη

«τέχνες & γράμματα», εφημερίδα «Καθημερινή», Μ. Σάββατο 19 Απριλίου 2020.

 

Read Full Post »

Οπτικές μαρτυρίες για το Ναύπλιο των Βένετων – Εικονογραφικά και μορφολογικά ζητήματα. Αφροδίτη Κουρία, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Η εισήγησή μου εστιάζει σε χαρακτικά των ευρωπαϊκών περιηγητικών και συ­ναφών εκδόσεων με σημείο εκκίνησης το δεύτερο μισό του 16ου αι. και με συνεπίκουρη τη μαρτυρία νεότερων εικονογραφικών πηγών (κυρίως του 19ου αι.) για το Ναύπλιο των Βενετών. Θα πρέπει εξαρχής να τονιστεί ότι τα χαρα­κτικά των παλαιών περιηγητικών και άλλων συναφών εκδόσεων είναι καρποί ποικίλων διαμεσολαβήσεων και των διαδικασιών παραγωγής αυτής της εικο­νογράφησης με τις ιδιομορφίες της. Οι εικόνες αυτές, καθώς και οι αντίστοιχές τους ζωγραφικές, είναι πολιτιστικά προϊόντα με πολλαπλές λειτουργίες και πολλούς αποδέκτες. Όλα αυτά σηματοδοτούνται και αισθητοποιούνται στις τυπολογίες τους, στη μορφική διατύπωση των θεμάτων και σε επιμέρους στοιχεία των παραστάσεων, όπως επίσης και στη συνέργεια λόγου και εικό­νας, την οποία συναντάμε σε αρκετά από αυτά τα χαρακτικά.

Οι παλαιότερες απόψεις του Ναυπλίου (του 16ου και 17ου αι.) ακολου­θούν πιστά τον τρόπο εξεικόνισης των πόλεων που ονομάστηκε «vue à vol d’oiseau» («bird’s eye view») ή, ακριβέστερα, «plan perspective», δηλαδή προοπτική κάτοψη (εικ. 1, 2).

 

Εικ. 1: Άποψη του Ναυπλίου (G. F. Camocio, Isole famose, porti, fortezze e terre maritime…, Βενετία περ. 1571-1575), χαλκογραφία.

 

Εικ. 2: Άποψη του Ναυπλίου (S. Pinargenti, Isole che son da Venetia…, Βενετία 1573), χαλκογραφία.

 

Ο τρόπος αυτός στον 16ο αι. εδραιώθηκε ως η κατεξοχήν πιστευτή εικόνα του κόσμου. Η προοπτική κάτοψη, αυτή η πα­νοραμική άποψη όπου η ρεαλιστική αναπαράσταση συνδιαλέγεται με μια κωδικοποιημένη, συνδηλωτική ή και συμβολική γλώσσα, εγγράφεται στα πο­λιτισμικά συμφραζόμενα της εποχής με τις πολιτικές προεκτάσεις τους, στις έρευνες και τα αιτήματα για την αναπαράσταση του ορατού κόσμου, του γεω­γραφικού χώρου, και για τον έλεγχό του, την «οικειοποίησή» του με εργαλείο τη χαρτογραφική-τοπογραφική εικόνα. O Georg Braun, ο οποίος μαζί με τον Frans Hogenberg εξέδωσε τον μνημειώδη άτλαντα Civitates orbis terrarum (1572-1617), έργο που καταξίωσε αυτού του είδους τις απόψεις πόλεων, εξη­γεί με σαφήνεια στην εισαγωγή του άτλαντα τον σκοπό και τα χαρακτηριστικά αυτών των αναπαραστάσεων, όπως επισημαίνουν και οι μελετητές: «Με την έκφραση “ad vivum delineata” [ο Braun] θέλει να δηλώσει ότι η εικόνα έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο, ώστε να προσλαμβάνεται ως αληθινή: δεν είναι μια δισδιάστατη, επίπεδη αντιγραφή, αλλά μια πόλη που προβάλλει τρισδιά­στατη πάνω στο χαρτί. Το “αληθινό” και το “ζωντανό” συμπίπτουν. Το τελικό αποτέλεσμα σχεδιάζεται όχι μόνο για την τέρψη των ματιών αλλά και για να δείχνει ως μια ψευδαισθητική προσομοίωση του “πραγματικού”, έντεχνα κατασκευασμένη».[1] Ο Braun δηλώνει ότι το δικό του βιβλίο είναι ανώτερο από το βιβλίο οποιουδήποτε άλλου στον κόσμο, «artificio & veritate», δηλαδή λόγω της δεξιοτεχνίας και της αλήθειας.[2] Ας σημειωθεί ότι το επίθετο vero, «Il vero disegno […]» [το αληθινό σχέδιο] αναγράφεται σε αρκετά cartouches τέτοιων πορτρέτων πόλεων, ανάμεσά τους και κάποια του Ναυπλίου (εικ. 2).[3]

Ποιο είναι όμως το «πραγματικό», που η προοπτική κάτοψη (ή «bird’s eye view») επιτρέπει να δούμε με αληθοφάνεια; Και εκεί ακόμη ο Braun είναι σα­φής ως προς το περιεχόμενο και τη σημασία αυτών των εικόνων, όπως σημει­ώνουν οι μελετητές.[4]

Δεν πρόκειται ασφαλώς για μια θέα των πόλεων μερική και συγκυριακή, όπως αυτή που έχουμε από μία και μόνη οπτική γωνία ή σε μία μόνο χρονική στιγμή. Η προοπτική κάτοψη προσφέρει ολοκληρωτική εποπτεία του αντικειμένου (της πόλης), συμπεριλαμβάνοντας μέσα σ’ ένα βλέμμα όλες τις απόψεις, τις θέες που θα είχε το μάτι, εάν έβλεπε από διάφορα σημεία και από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Ο Braun πίστευε ότι «οι πόλεις πρέπει να σχεδιάζονται με τέτοιο τρόπο, ώστε ο θεατής να μπορεί να βλέπει όλους τους δρόμους και επίσης όλα τα κτήρια και τους ανοιχτούς χώρους».[5] Ο Braun διακρίνει με σαφήνεια τις δύο αντιλήψεις, τις δύο εκφραστικές γλώσσες που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των «vues à vol d’oiseau», δηλαδή τη «ratio geometrica» και τη «ratio perspectiva».[6] Η πρώτη, με την κάτοψη, μας επιτρέπει να δούμε τη μορφή της πόλης στο σύνολό της, τον καταμερισμό του χώρου στο εσωτερικό της, τη σχέση ανάμεσα στα πλήρη και τα κενά· η δεύτερη γλώσσα παρουσιάζει τα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των σημαντικών οι­κοδομημάτων και την κλίμακά τους σε σχέση με τα υπόλοιπα κοινά κτίσματα.

Οι «vues à vol d’oiseau» [προοπτικές κατόψεις] με την υβριδική γλώσσα τους μορφοποιούν τη σύνθετη σχέση των ανθρώπων με τον κόσμο, με το ορα­τό, με το πραγματικό και, παράλληλα, είναι ένα σημαντικό τεκμήριο για τον καθοριστικό ρόλο της εικόνας στην παραγωγή και τη διάδοση της γνώσης από την Αναγέννηση και μετά. «Η σημασία του Civitates έγκειται στο σκεπτικό ότι οι εικόνες των πόλεων, που απευθύνονται στην πιο οξεία αίσθηση, την αίσθηση της όρασης, προσφέρουν τη σχετική πληροφόρηση πολύ πιο άμεσα από την περιγραφή τους μόνο με τον λόγο», γράφει η Nuti, παραπέμποντας και πάλι στο κείμενο του Braun.[7]

Η μεγάλη ζήτηση για απόψεις πόλεων, θέμα πολύ αγαπητό στον φιλοπερίεργο άνθρωπο της Αναγέννησης και των κατο­πινών χρόνων, συντελεί στην πλούσια παραγωγή έντυπων και, σε μικρότερο βαθμό, ζωγραφικών εικόνων με αυτή τη θεματική. Η εικονογράφηση των ταξιδιωτικών χρονικών ζωντανεύει την αφήγηση και είναι ένα πρόσθετο στοι­χείο έλξης για τον αναγνώστη, ο οποίος έτσι γίνεται και θεατής. Ο Charles Talbot, αναφερόμενος στα παλαιότερα χαρακτικά, παρατηρεί: «Η ανάμειξη πραγματικών και φανταστικών απόψεων σε μια έκδοση[8] οδηγεί στην υπόθεση ότι η έλξη που ασκούσαν αυτές οι ξυλογραφίες, απέρρεε τόσο από μια ικανο­ποίηση της περιέργειας για τους πραγματικούς τόπους όσο και από την ευχα­ρίστηση του να βλέπουν απεικονίσεις τόπων σε εικόνες».[9] Βάσιμα μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι αυτό ισχύει και για μεταγενέστερες απόψεις.

Η έλλειψη ακρίβειας και αξιοπιστίας, σε διάφορες εκδοχές, είναι βασικό γνώρισμα των εικόνων που κοσμούσαν πολλές πρώιμες περιηγητικές εκδό­σεις, ιδιαίτερα αυτών για τις οποίες ο σχεδιαστής βασιζόταν σε κάποιο αδρό, πρόχειρο σχέδιο ή (και) σε προφορική ή γραπτή πληροφόρηση. Οι τυχόν επεμβάσεις του χαράκτη, εξάλλου, κατά τη διαδικασία αναπαραγωγής είναι ένας παράγοντας που θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τη μελέτη και αξι­ολόγηση αυτού του οπτικού υλικού.[10] Το φαινόμενο της αναξιοπιστίας επα­ληθεύεται πολλαπλά και στην περίπτωση του Ναυπλίου. Σε αρκετές εικόνες η αρχιτεκτονική φυσιογνωμία της πόλης ανακαλεί τυπικές μεσαιωνικές πό­λεις της Δύσης. Ας θυμηθούμε εδώ τον Pierre Lavedan, ο οποίος έχει μιλήσει για «υπερβολή του γοτθικού» και παρατηρεί, αναφερόμενος στην αναπαρά­σταση πόλεων της Ανατολής με τη μορφή των δυτικών: «Πρόκειται για ένα γεωγραφικό αναχρονισμό, μπορούμε να πούμε. Είναι, άλλωστε, φυσικό να φαντάζεται κανείς τις πόλεις που δεν έχει δει σύμφωνα μ’ αυτές που γνωρίζει».[11] Αυθαιρεσίες παρατηρούνται, επίσης, στον πολεοδομικό ιστό, στην το­πογραφία της πόλης και στο φυσικό περιβάλλον της περιοχής, σε ορισμένες μάλιστα εικόνες είναι πρόδηλη μια τοπιογραφική όραση που παραπέμπει σε πανοραμικά τοπία της βορειοευρωπαϊκής ζωγραφικής. [12] Ανακρίβειες παρατη­ρούμε, εξάλλου, και σε επιμέρους θέματα, όπως στο Μπούρτζι, το οποίο, μά­λιστα, σε ορισμένα χαρακτικά εμφανίζεται σε μια αντιρρεαλιστική, εξωπραγ­ματική κλίμακα – απόηχο μιας μεσαιωνικής αντίληψης.[13] Το φαινόμενο αυτό, βέβαια, συνδέεται και με τον ορίζοντα προσδοκίας και υποδοχής των περιη­γητικών εκδόσεων, καθώς υπακούει στο αίτημα για εικόνες που θα γοήτευαν και θα εντυπωσίαζαν τους αγοραστές και αναγνώστες αυτών των βιβλίων.

Πρέπει όμως να τονιστεί ότι σε αρκετές απόψεις του Ναυπλίου – όπως και άλλων πόλεων που ήταν σημαντικές κτήσεις των Βενετών (και όχι μόνο) – έχει αποτυπωθεί με ξεχωριστή προσοχή η οχύρωση, συνήθως με βάση σχέδια στρατιωτικών, τοπογράφων και μηχανικών του στρατού. Μια από τις πιο πρώ­ιμες απόψεις του Ναυπλίου που γνωρίζουμε, έργο του Βενετού χαρτογράφου και χαράκτη Giovanni Francesco Camocio (εικ. 1), αποτελεί πολύτιμο εικονογραφικό ντοκουμέντο, καθώς θεωρείται ότι προσφέρει αξιόπιστα στοιχεία για την παλαιότερη οχύρωση της κάτω πόλης και για τα κάστρα της Ακροναυπλίας, όπως φαίνονται στους τρεις οχυρωμένους περιβόλους.

Προς το δυτικό άκρο βλέπουμε το Κάστρο των Ελλήνων (Castel di Greci), στο μέσον το Κά­στρο των Φράγκων (Castello di Franchi) και στο ανατολικό άκρο το, νεότερο, Castello di Toro (ή Castello Toro), έργο των Βενετών στην πρώτη βενετοκρατία (1389-1540). Βλέπουμε εδώ τον στιβαρό κυκλικό προμαχώνα (Torrione), από τον οποίο φαίνεται ότι πήρε το όνομά του αυτός ο οχυρός περίβολος.[14] Στην ανατολική πλευρά είναι η τάφρος που άνοιξαν οι Βενετοί. Στο τείχος αυτής της πλευράς διακρίνεται η Πύλη της Ξηράς (Porta di Terraferma), με την ξύλινη γέφυρά της – μοναδική πρόσβαση στην πόλη από τη στεριά -, πλάι στον ορθογωνικό πύργο που την προστάτευε. Η περιτείχιση της κάτω πόλης είναι κι αυτή έργο της πρώτης ενετικής κυριαρχίας. Στο χαρακτικό εικονίζονται τα επιθαλάσσια τείχη με τους κυκλικούς πύργους – προμαχώνες και τις πύ­λες από την πλευρά της θάλασσας. Βλέπουμε στη ΒΑ γωνία τον Torrioncino (δηλαδή μικρό κυκλικό πύργο) Contarina, όπως τον έχει ταυτίσει η Ιωάννα Στεριώτου.[15] Η βραχονησίδα στην είσοδο του κόλπου εμφανίζεται επίσης οχυρωμένη (Μπούρτζι). Η οχύρωσή της από τους Βενετούς ξεκίνησε το 1471.

 

Η ενετική Πύλη του Ναυπλίου (η Πύλη της Ξηράς – εξωτερική όψη), τέλος 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων. British Museum.

 

Το χαρακτικό του Camocio έγινε όταν πια το Ναύπλιο είχε καταληφθεί από τους Τούρκους (πρώτη τουρκοκρατία, 1540-1686). Ο Camocio πρέπει να είχε ως πρότυπο ένα παλαιότερο σχέδιο της εποχής της πρώτης βενετοκρατίας, καθώς λείπουν από την εικόνα του τα τζαμιά με τους μιναρέδες και μόνη, υπαινικτική, δήλωση της τουρκικής κατάκτησης είναι η ημισέληνος πάνω σε σημαίες.[16] Τέτοιες αναχρονιστικές εικόνες συναντάμε σταθερά σε παλιά χα­ρακτικά με απόψεις ελληνικών πόλεων, καμωμένες στα χρόνια που οι πόλεις είναι πια υπό οθωμανική κατοχή, γιατί αντιγράφουν συνήθως προγενέστερες απόψεις. Η αντιγραφή, άλλωστε, από παλαιότερα ή και σύγχρονα πρότυπα – με μεγάλη πιστότητα ή με ελευθερίες – ήταν πάγια πρακτική στην εικονο­γράφηση κυρίως των πρώιμων περιηγητικών και των συναφών εκδόσεων, και συναρτάται με τους όρους και τις διαδικασίες παραγωγής τους. Είναι, βέβαια, ένα δεδομένο κομβικής σημασίας σε ό,τι αφορά την τεκμηριωτική αξία αυτού του οπτικού υλικού.

Θα σταθούμε και πάλι στα cartouches δύο απόψεων του Ναυπλίου, για τα οποία έγινε λόγος παραπάνω,[17] και στην αναφορά στους «απίστους» (infideli) «που τώρα κατέχουν» την πόλη, όπως διαβάζουμε (εικ. 2). Η χρονική συγκυ­ρία έχει οπωσδήποτε τη σημασία της. Υπαγορεύει τη συσχέτιση αυτών των χαρακτικών, όπως και των εκδόσεων στις οποίες ανήκουν, με τη νικηφόρα για τη χριστιανική Δύση έκβαση της Ναυμαχίας της Ναυπάκτου.[18]

Η εικονογραφία του Ναυπλίου εμπλουτίζεται σημαντικά στο τελευταίο τέταρτο του 17ου αι., ειδικότερα στα χρόνια των πολεμικών επιχειρήσεων των Βενετών και των συμμάχων τους στην Πελοπόννησο εναντίον των Οθω­μανών, υπό τον αρχιστράτηγο Francesco Morosini. Από τις πιο εντυπωσιακές επιτυχίες των Βενετών ήταν η ανακατάληψη του Ναυπλίου, στο τέλος Αυγούστου του 1686. Η πόλη θα γίνει πλέον η πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μο ρέως (Regno di Morea) κατά τη δεύτερη βενετοκρατία (1686-1715). Τα γεγο­νότα αυτού του πολέμου απαθανατίστηκαν, σε διάφορες εκδοχές, κυρίως στα χαρακτικά και στις εκδόσεις του φημισμένου Βενετού χαρτογράφου-κοσμογράφου Vincenzo Maria Coronelli. Οι εκδόσεις του Coronelli, του Βενετού ιστοριογράφου Alessandro Locatelli – γραμματέως του Morosini-, του Gio. Giacomo de Rossi καθώς και άλλων[19] για τις επιχειρήσεις των ενωμένων χρι­στιανικών δυνάμεων υπό τους Βενετούς, με τις απόψεις και τα χαρτογραφικά σχεδιαγράμματα των τόπων που ανακτούσαν από τους Τούρκους, και με τις κωδικοποιημένες αναπαραστάσεις της διάταξης των συμμαχικών δυνάμεων – οι οποίες καταγράφονται αναλυτικά – υπάκουαν σε πολιτικές σκοπιμότητες και χρησιμοποιήθηκαν ως εργαλεία προπαγάνδας της Γαληνοτάτης, και όχι μόνο, όπως έχει επανειλημμένα επισημανθεί.[20] Η συνέργεια λόγου και εικόνας είναι και πάλι χρήσιμο εργαλείο για την επαρκή ανάγνωση των έντυπων πα­ραστάσεων. Στο χαρακτικό του de Rossi (εικ. 4), που φιλοτεχνείται στη Ρώμη, στην έδρα του πάπα, του οποίου οι δυνάμεις συμμετείχαν στην εκστρατεία κατά των Τούρκων, έχει ασφαλώς ειδικό βάρος η αναφορά στον πάπα Ιννοκέντιο όπως και στους «συμμάχους» – αναφορά που απουσιάζει από ένα ανά­λογο χαρακτικό, όπου κυριαρχεί στο πρώτο πλάνο ο λέων της Γαληνοτάτης.[21]

 

Εικ. 4: G. G. de Rossi, «Σχεδιάγραμμα και προοπτική άποψη της πόλης και του φημισμένου λιμανιού του Ναυπλίου… που πολιορκήθηκαν από το στρατό της Βενετίας και των συμμάχων…» [1687], χαλκογραφία.

 

Ο Coronelli, με εντολή της Γερουσίας, ετοίμαζε τα εικονογραφημένα χρο­νικά των πολεμικών επιχειρήσεων για να τονιστεί η σημασία των βενετικών κτήσεων και, συνακόλουθα, για να δικαιολογηθεί ο δαπανηρός πόλεμος και η τεράστια φορολογική επιβάρυνση για τον λαό.[22] Αξιοσημείωτη είναι η απει­κόνιση των κανονιών σε χαρακτικά, σε σχέδια και σε άλλα συναφή έργα, καθώς και η ειδική αναφορά στα κανόνια, στις πυροβολαρχίες (batterie), που διαβάζουμε στους σχολαστικούς υπομνηματισμούς ιταλικών κυρίως εικόνων (εικ. 3, 4 και 11).[23] Για τη Βενετία «η πληροφόρηση είναι πάνω απ’ όλα ένα εργαλείο διακυβέρνησης», σημειώνει η Donatella Calabi.[24] Αυτό επιβεβαιώ­νεται και στην περίπτωση του Ναυπλίου.

 

Εικ. 3: R. de Hooge, Το Ναύπλιο κατά τον βενετοτουρκικό πόλεμο (από αταύτιστη ολλανδική έκδοση, β΄ μισό 17ου αι.), χαλκογραφία.

 

Ο σκοπός και η αποστολή της εικονογραφίας στα κρίσιμα αυτά χρόνια είναι ευανάγνωστα και στη συμβολική γλώσσα που αρθρώνουν αρκετά χαρα­κτικά. Κύριος φορέας του μηνύματος είναι ο αλαζονικός φτερωτός λέων του Αγίου Μάρκου, όταν μάλιστα έχει στα πόδια του αλυσοδεμένους και γυμνούς τους αντιπάλους του, όπως εικονίζεται στη χαρτογραφική σύνθεση του Ολ­λανδού Frederick de Wit για το Regno di Morea, με τις ένθετες απόψεις και τα σχέδια των βενετικών κτήσεων.[25] Το θεματικό μοτίβο του ταπεινωμένου, γυμνού Οθωμανού στο έδαφος έχει προϊστορία στην υψηλή τέχνη, όπως δεί­χνει ο πίνακας του Τισιανού Ο Φίλιππος Β’ προσφέρει στη Νίκη τον Πρίγκηπα Δον Φερνάντο (περ. 1573-1575, Μουσείο του Πράδο, Μαδρίτη), στον οποίο απαθανατίζεται – με αλληγορική γλώσσα και εδώ – η νίκη των χριστιανικών δυνάμεων στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου.[26] Ο σταυρός πάνω στους μιναρέδες, εξάλλου, που βλέπουμε σε κάποιες απόψεις του Ναυπλίου,[27] συμμετέχει με το δικό του μήνυμα στη συμβολική και προπαγανδιστική γλώσσα των εικόνων.

Ένα εντυπωσιακό, και πολύ σπάνιο, τεκμήριο της σημασίας και του αντικτύπου που είχε η ανακατάληψη του Ναυπλίου από τους Βενετούς, αποτελεί η μεγάλων διαστάσεων άποψη της πόλης από τον – Ιταλό πιθανότατα – Thomas Gaudiello, ένα θολό πρόσωπο προς το παρόν, για το οποίο όμως γνωρίζουμε ότι δούλεψε στη Νάπολη το διάστημα 1688-1727[28] (εικ. 11).

 

Εικ. 11: Thomas Gaudiello, Το Ναύπλιο κατά τον βενετοτουρκικό πόλεμο, περ. 1688, τρισδιάστατη κατασκευή (ζωγραφισμένο ξύλο, πανί, χαρτί, μεταλλικά στοιχεία, 45× 110×14 εκ. (Συλλογή Θ. Θεοδώρου).

 

Το έργο προ­έρχεται από ιταλική ιδιωτική συλλογή και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο πλαίσιο αυτού του Συμποσίου.[29] Έχει εμφανείς συγγένειες με χαρακτικές απόψεις του Ναυπλίου και με εικονογραφήσεις επεισοδίων από τον βενετοτουρκικό πόλεμο. Εδώ, ωστόσο, έχουμε και την «κινηματογραφική» λεπτο­μέρεια του μιναρέ, τη στιγμή που γκρεμίζεται. Εξάλλου, μια πιο ρεαλιστική αντίληψη στην απεικόνιση κτισμάτων της πόλης, μια διακοσμητική διάθεση και το πλήθος των αφηγηματικών λεπτομερειών με τον νατουραλισμό τους υπαγορεύουν τη συσχέτιση και με ζωγραφικούς πίνακες.[30] Ανεξάρτητα από την ιστορική συγκυρία, το έργο αυτό αποτελεί και ένα ενδιαφέρον δείγμα από τον υλικό πολιτισμό της εποχής στις ευρωπαϊκές αστικές κοινωνίες.

Σε ό,τι αφορά τώρα το Ναύπλιο της δεύτερης βενετοκρατίας, υπάρχει σημαντι­κό κενό οπτικής πληροφόρησης. Οι γνωστές έντυπες εικόνες σε εκδόσεις της εποχής είτε βασίζονται σε παλαιότερες απόψεις της πόλης, και άρα είναι αφε­ρέγγυες,[31] είτε επιμένουν στα πολεμικά γεγονότα του 1686. Ξεχωρίζουν, βέ­βαια, αυτές που εστιάζουν στην οχύρωση του Παλαμηδιού, όπως τα χαρακτικά του Coronelli και του S. Vincenzo da Canal, ο οποίος ήταν μέλος της Ακαδη­μίας των Αργοναυτών (Accademia cosmografica degli Argonauti), την οποία είχε ιδρύσει στη Βενετία ο Coronelli[32] (εικ. 5, 6).

 

Εικ. 5: V. Coronelli, Σχεδιάγραμμα του Ναυπλίου και του φρουρίου του Παλαμηδιού (από αταύτιστη έκδοση, α΄ μισό 18ου αι.), χαλκογραφία.

 

Εικ. 6: S. V. da Canal, Το Παλαμήδι οχυρωμένο (από αταύτιστη έκδοση, α΄ μισό 18ου αι.), χαλκογραφία.

 

Σ’ αυτά βλέπουμε το νεότευ­κτο φρουριακό συγκρότημα του Παλαμηδιού – ένα από τα σημαντικότερα έργα της δεύτερης ενετικής κυριαρχίας – με τα οχυρά του, τους προμαχώνες, τις πύ­λες, τους στρατώνες (quartieri) κι ακόμη, σε πολύ σχηματική αποτύπωση, την κλιμακωτή, σκεπαστή σε ορισμένα σημεία, άνοδο σ’ αυτό, τη strada segreta όπως δηλώνεται στον υπομνηματισμό του Coronelli.[33] Το φρούριο πάνω στον βράχο θα εντυπωσιάζει τους επισκέπτες της πόλης και η επιβλητική παρουσία του θα σφραγίσει πλέον την εικονογραφία του Ναυπλίου, η οποία από τον προ­χωρημένο 18ο αι. και εξής, στο πλαίσιο και της εξέλιξης του περιηγητισμού, εμπλουτίζεται με πρωτογενείς (και συχνά αδιαμεσολάβητες) οπτικές μαρτυ­ρίες, που, ωστόσο, δεν είναι πάντα αξιόπιστες. Ένα χαρακτηριστικό δείγμα είναι η υδατογραφία του Γάλλου ζωγράφου JeanBaptiste Hilaire,[34] ο οποίος συνόδευσε τον κόμη Choiseul – Gouffier στο ταξίδι του στην Ελλάδα στα 1776­-1777. Η εικόνα της ίδιας της πόλης παρουσιάζει ανακρίβειες, ενώ είναι προ­βληματική και η ζωγραφική αποτύπωση των μεγάλων οχυρωματικών έργων της δεύτερης βενετοκρατίας στην πόλη (ιδιαίτερα του προμαχώνα Grimani). Είναι πρόδηλη η έμφαση που ο ζωγράφος θέλει να δώσει στις οχυρώσεις.

 

Ναύπλιο, υδατογραφία του Γάλλου ζωγράφου Jean – Baptiste Hilaire (1753-1822), τελευταίο τέταρτο του 18ου αιώνα.

 

Με στόχο την έγκυρη τεκμηρίωση προσεγγίζει τη βενετική οχύρωση του Ναυπλίου η Επιστημονική Αποστολή του Μορέως στις αρχές του 19ου αι.,[35] στην οποία οφείλουμε ένα πολύτιμο οπτικό ντοκουμέντο – όπως έχει επισημάνει ο Ιορδάνης Δημακόπουλος – για ένα από τα κορυφαία τοπόσημα της πόλης, έργο και αυτό της δεύτερης ενετικής κυριαρχίας, τη μνημειακή πλέον Πύλη της Ξηράς που αντικατέστησε την παλιά πύλη (εικ. 7).

 

Εικ. 7: Μερική άποψη του Ναυπλίου από την πλευρά της Πρόνοιας (A. Blouet, Expédi¬tion Scientifique de Morée, Παρίσι 1833), χάραξη σε ατσάλι.

 

Ο Δημακόπουλος σημειώνει στη σχετική μελέτη του: «Στην πρωτεύουσα αυτή του “βα­σιλείου του Μορέως” η κυρία αυτή πύλη εισόδου στο Ναύπλιο καθιστούσε αισθητή την παρουσία του νεοφερμένου κυριάρχου […]».[36] Η Πύλη της Ξηράς διακρίνεται και σε μια παρόμοια άποψη της πόλης στην υδατογραφία του Άγγλου περιηγητή James Skene (Συλλογή Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος), έργο που προσφέρει μια κοντινή θέα στον προμαχώνα Grimani, τον επιβλητικό οχυρωματικό περίβολο στην ανατολική άκρη της Ακροναυπλίας, στην περιοχή του Castel Torro, όπου βλέπουμε και τον – παλαιότερο – διπλό πύργο-προμαχώνα (Torrione).[37] Σημαντικό, και σπανιότατο, ντοκουμέ­ντο είναι επίσης η απεικόνιση της εσωτερικής όψης, του εσωτερικού της Πύ­λης, σχεδιασμένη από τον Γερμανό φιλέλληνα Karl von Heideck, που υπήρξε φρούραρχος του Ναυπλίου και κατόπιν μέλος της Αντιβασιλείας.[38]

 

Ναύπλιο – Η Πύλη της Ξηράς (εσωτερική πλευρά), Karl von Heideck 1837.

 

Στο ερευνητικό βλέμμα και την πρόθεση τεκμηρίωσης, με τη συνακόλου­θη περιγραφική σχεδιαστική ακρίβεια, οφείλουμε και άλλα πρωτότυπα έργα (σχέδια, υδατογραφίες) όπως και χαρακτικά του πρώτου μισού του 19ου αι., τα οποία προσφέρουν έγκυρες μαρτυρίες – έστω και αποσπασματικά, σαν ψηφίδες – για το Ναύπλιο των Βενετών. Στο σχέδιο της πλατείας του Αγίου Γεωργίου από τον Γερμανό κλασικιστή αρχιτέκτονα Leo von Klenze (εικ. 8) βλέπουμε στο κέντρο την ιστορική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, κτίσμα της πρώτης βενετοκρατίας, με την ενετική πλατεία μπροστά και δεξιά ένα μεγάλο οικοδόμημα που, σύμφωνα με τη Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη και την Ελένη Μαΐστρου, υπήρξε ένα παλιό ενετικό σχολείο.[39] Ο Klenze πίστευε ότι «το Ναύπλιο κρατάει ακόμη μόνο στα βενετσιάνικα και στα παλιά τούρκικα λεί­ψανα κάποιο θέλγητρο και μια γραφική ομορφιά».[40] Αυτή τη γραφική ομορ­φιά αναζήτησε και ένας άλλος Γερμανός αρχιτέκτων, ο Ludwig Lange, όπως πιστοποιεί το σχέδιό του, όπου στο κέντρο δεσπόζει ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (η Φραγκοκκλησιά), κτίσμα της πρώτης βενετοκρατίας.[41]

 

Εικ. 8: L. von Klenze, Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, 1834, σχέδιο με μολύβι (Μόναχο, Staatliche Graphische Sammlung).

 

Η σύνθετη ταυτότητα του δομημένου χώρου, όπως αυτή διαμορφώθηκε από την πολυκύμαντη ιστορία του Ναυπλίου, η «σκηνογραφία» της αρχιτε­κτονικής φυσιογνωμίας της πόλης διεκδίκησε επίμονα την προσοχή των Ευ­ρωπαίων επισκεπτών. Εύγλωττα τεκμήρια είναι επίσης σχέδια και υδατογρα­φίες της πλατείας Πλατάνου (σημερινής πλατείας Συντάγματος), του Φόρουμ («Φόρου») των Βενετών,[42] με το μικρό τζαμί, που υπήρξε η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας στο Ναύπλιο των Βενετών, με το Παλαμήδι να κυριαρχεί στο φόντο.

Αναρωτιέται κανείς μήπως η εστίαση σ’ αυτή την πολύμορφη σκηνογρα­φία εξηγεί, ώς ένα βαθμό, την πλήρη σχεδόν απουσία – όσο γνωρίζουμε – από την εικονογραφία του Ναυπλίου ενός κορυφαίου μνημείου της δεύτερης βενετοκρατίας, του Οπλοστασίου του Στόλου (Arsenale), του σημερινού Αρχαι­ολογικού Μουσείου. Το αγνοούν σταθερά στις απόψεις της πλατείας Πλατά­νου και εμφανίζεται μόνον υπαινικτικά, ως μια λεπτομέρεια χρήσιμη για το καδράρισμα όψεων της πόλης, όπως δείχνει η υδατογραφία του εσωτερικού της πόλης (εικ. 9), όπου στο βάθος, στα τείχη, βλέπουμε την Πύλη του Σαγρέδου, έργο και αυτό της δεύτερης βενετοκρατίας (1713).

 

Εικ. 9: Αγνώστου, Εσωτερικό της πόλης του Ναυπλίου (ά μισό 19ου αι.), υδατογραφία (Συλλογή οικογένειας Γ. Φωτόπουλου).

 

Το Παλαμήδι, βέβαια, δεσπόζει σταθερά στις απεικονίσεις του Ναυπλίου (μακρινές και κοντινές) και είναι χαρακτηριστική η φροντίδα με την οποία αποδίδουν την κλιμακωτή άνοδο, όπως βλέπουμε σε αρκετές εικόνες με μερι­κές απόψεις της πόλης (εικ. 8). Αξιοπρόσεκτη είναι μια άποψη του φρουρίου στο βιβλίο του σημαντικού Γάλλου περιηγητή Theodore Du Moncel (εικ. 10). Εντυπωσιασμένος από το Παλαμήδι («Το πλέον σημαντικό και ενδιαφέρον από τα φρούρια είναι εκείνο του Παλαμηδιού […]»), ο Du Moncel αναφέρεται αναλυτικά στα οχυρά του μέσα στο χρονικό του.[43]

 

Εικ. 10: Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι (Th. Du Moncel, Excursion par terre d’Athènes à Nauplie, Παρίσι [1845]), λιθογραφία.

 

Κλείνοντας την εισήγησή μου, θα κάνω κάποιες γενικές παρατηρήσεις. Το παλαιό εικονογραφικό υλικό δεν μας δίνει ουσιαστική πληροφόρηση για την ίδια την πόλη της πρώτης και δεύτερης βενετοκρατίας, δηλαδή την κάτω πόλη αλλά και τους οικισμούς μέσα στους τρεις οχυρωμένους περιβόλους στην Ακροναυπλία με την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία τους, τον πολεοδομικό ιστό και κάποια, έστω, σημαντικά κτίσματα με τη μορφολογία τους, αντίθετα από ό,τι συμβαίνει στην περίπτωση των μεγάλων πόλεων της Κρήτης κυρίως, του Regno di Candia, και επίσης ώς ένα βαθμό στις πόλεις της Χίου και της Κέρκυ­ρας. «Πού ήταν η θέση της πλατείας ή αγοράς (του «Φόρου») ή το “Παλάτι του Αφεντός” που λέει ο ψευδοΔωρόθεος ότι έχτισαν τότε οι Βενετσάνοι;», ανα­ρωτιέται η Σέμνη Καρούζου στο βιβλίο της αναφερόμενη στην πόλη της πρώ­της βενετοκρατίας.[44] Και οι άλλες πλατείες που υπήρχαν ήδη από τα χρόνια της βενετοκρατίας[45] είναι επίσης «αόρατες» στην παλαιά εικονογραφία της πόλης.

Στην περίπτωση του Ναυπλίου της δεύτερης ενετικής κυριαρχίας, το οποίο είναι πλέον η πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μορέως, προκαλεί μεγαλύτερη εντύπωση αυτή η απουσία των στοιχείων που – εκτός από την οχύρωση – δια­μόρφωσαν τη συγκεκριμένη, την αληθινή ταυτότητα και εικόνα της πόλης, για την οποία, μάλιστα, υπάρχουν εγκωμιαστικές αναφορές από τους σύγχρονούς της Βενετούς χρονογράφους, όπως διαβάζουμε στον Λαμπρυνίδη: «Άπαντες οι σύγχρονοι Ενετοί χρονογράφοι διά των κοσμητικωτέρων επιθέτων εξαίρουσι την πόλιν του Ναυπλίου αποκαλούντες αυτήν “την περιφημοτέραν των πόλεων της Ανατολής, την ευγενεστέραν και θαυμασιωτέραν και ωραιοτέραν πόλιν, το πρωτεύον φρούριον του ανθηρού βασιλείου της Πελοποννήσου” (“La più famosa de tutte le cità, la più nobile, la più splendida e bella cità, la capital piazza del florido regno della Morea”)».[46]

Με βάση τα συνολικά οπτικά δεδομένα που έχουμε, μπορεί να υποστη­ρίξει κανείς ότι η απεικονιστική διαχείριση του Ναυπλίου διαχρονικά καθο­ρίστηκε από την αμυντική δυναμική του, ένας γενεσιουργός παράγοντας της οποίας είναι βέβαια η γεωμορφολογία, η τοπογραφία του. Αυτή η συνθήκη και η συνακόλουθη πρόσληψη της πόλης, πέρα από τα εικονογραφικά τεκμή­ρια (κυρίως τα παλαιά), είναι ευανάγνωστες και σε λεκτικές αναφορές. Ενδει­κτικά παραθέτω: «Μπορεί κανείς να πει γι’ αυτή τη θέση [το Ναύπλιο] ότι η φύση δεν ξέχασε τίποτε από όσα έπρεπε να την κάμουν οχυρή», διαβάζουμε σε έκδοση του Coronelli.[47] Σύμφωνα με τον Du Moncel, εξάλλου, «η θέση του Ναυπλίου […] προαναγγέλλει μια μεγάλη πόλη, πράγμα που πιθανώς το οφείλει στα φρούρια που το περιβάλλουν».[48] Και, τέλος, ο Bory de Saint-Vincent, μέλος της Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, παρατηρεί: «Τα δύο φρούρια, στο Ιτσ-Καλέ και στο Παλαμήδι, έχουν προσδώσει στο Ναύπλιο μεγάλη σημασία και του προξένησαν μεγάλες συμφορές. Γιατί λίγες πόλεις υπέστησαν τόσες επιθέσεις, καταλήψεις, καταστροφές, ανακαταλήψεις και νέες επιθέσεις».[49]

 

Aphrodite Kouria

Visual Evidence for the Nafplio under the Venetians. Iconographic and Stylistic Issues

 

The paper focuses on European travellers’ prints and relevant works dating from the 16th to the early 18th century. This material offers the main body of visual evidence as regards the Nafplion under Venetian rule (1389-1540 and 1686-1715) and the Veneto-Turkish war. These pictures are complex cultural products functioning at the realistic, the connotative-conceptual and also the symbolic level. This complex function and the multiple meanings that these images convey are expressed and visualized in their hybrid pictorial language, in the codes of representing the town (bird’s eye view) and the historical sub­ject-matter as well as in the interaction of word and image which is a sig­nificant feature of this visual material. Prints and original works (drawings and watercolours) dating from the 19th century contribute an illuminating but fragmentary testimony for the Venetian castles and monuments of the town. The diachronic survey of the iconographic material reveals that the focus of attention were the fortifications of this important Venetian possession and its defensive potency. This attitude and perception of Nafplion are also attest­ed by a number of textual accounts. There are no realistic depictions of the “Venetian” town itself with its urban fabric and the main buildings with their architectural identity.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]   L’ oeil du cartographe et la representation geographique du Moyen Age a nos jours, επιμ. C. Bousquet-Bressolier, Παρίσι 1995, σ. 66.

[2] Lucia Nuti, «The Perspective Plan in the Sixteenth Century: The Invention of a Re­presentational Language», The Art Bulletin, τ. 76, αρ. 1 (Μάρτιος 1994), σ. 107. Στο άρ­θρο της, όπου εξετάζει διεξοδικά το Civitates και τη θεωρητική του υποστήριξη από τον Braun, η Nuti παρατηρεί ότι οι επεξηγήσεις του Braun μπορούν να θεωρηθούν «ώριμη έκφραση του πολιτισμικού υπόβαθρου αυτού του τεράστιου εγχειρήματος. Τα σχόλιά του καθρεφτίζουν με ενάργεια τη διπλή φύση της έκδοσης, η οποία ισορροπεί απόλυτα ανάμε­σα στην αγορά και την επιστήμη» (στο ίδιο, σ. 106).

[3] Το ίδιο cartouche, με την υπογραφή εδώ D. Zenoi, υπάρχει σε παρόμοια άποψη του Ναυπλίου από αταύτιστη ιταλική έκδοση, προφανώς σύγχρονη με την έκδοση του Pi nargenti. Βλ. Αφροδίτη Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών, Εμπορική Τράπεζα της Ελ­λάδος, Αθήνα 2007, εικ. 22. Σχετικά με την αξιοπιστία της οπτικής αναπαράστασης, που προσδίδει σημαντική αξία στις απόψεις, βλ. και Αναστασία Στουραΐτη, «Η συγκρότηση της γνώσης στα έντυπα βενετικά νησολόγια», Το Αιγαίο Πέλαγος. Χαρτογραφία και Ιστο­ρία 15ος-17ος αιώνας, επιστ. επιμ. Γιώργος Τόλιας, Αρχείο Χαρτογραφίας του Ελληνικού Χώρου – Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2010, σ. 52-53.

[4]  L’oeildu cartographe, ό.π., σ. 66-67.

[5] John Goss, The Mapmaker’s Art. A History of Cartography, Λονδίνο 1994, σ. 260.

[6]  L’oeil du cartographe, ό.π., σ. 67-68, και Nuti, ό.π., σ. 117.

[7] Nuti, ό.π., σ. 106.

[8] Για να καλύψουν τα κενά της εικονογράφησης.

[9] Charles Talbot, «Topography as Landscape in Early Printed Books», The Early Illu­strated Book. Essays in honor of Lessing J. Rosenwald, επιμ. S. Hindman, Library of Con­gress, Ουάσινγκτον 1982, σ. 106.

[10] Βλ. σχετικά Αφροδίτη Κούρια, «Εικόνες του ελληνικού χώρου σε χαρακτικά πε­ριηγητικών εκδόσεων», Ζυγός 57 (Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1983), σ. 60-66.

[11] Pierre Lavedan, Représentation des villes dans l’art du Moyen Âge, Παρίσι 1954, σ. 45, 47.

[12] Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας τέτοιας όρασης προσφέρει η άποψη του Ναυπλίου στο βιβλίο του Ολλανδού Olfert Dapper, Naukeurige Beschryving van Morea […], Άμστερνταμ 1688. Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 36. Σχετικά με την απεικονιστι- κή διαχείριση των εντός των τειχών πόλεων, τις συμβάσεις με καταγωγή στη μεσαιωνική εικονογραφία και την ελλειπτική απεικόνιση, καθώς και τις ελευθερίες του σχεδιαστή στην απόδοση του φυσικού χώρου, του τοπίου βλ. Nuti, ό.π., σ. 113, 121, 122. Το τοπίο έξω από τα τείχη ήταν στην απόλυτη «δικαιοδοσία» του σχεδιαστή, ο οποίος σε αρκετές περιπτώσεις επέλεγε τη διεύρυνση του οπτικού πεδίου καθώς και μια χαμηλή οπτική γω­νία, ώστε να συμπεριλάβει όλες τις εικονογραφικές-ανεκδοτολογικές λεπτομέρειες (δέ­ντρα, θάμνους, πλοία ή επεισόδια δράσης). Μ’ αυτό το πνεύμα είναι καμωμένα ορισμένα χαρακτικά του Ναυπλίου, ανάμεσά τους και κάποια που αναφέρονται στον βενετοτουρκι- κό πόλεμο, με προβεβλημένα στο πρώτο πλάνο πολεμικά στιγμιότυπα (εικ. 3, 4).

[13] Βλ. κυρίως την άποψη του Ναυπλίου από την έκδοση του J. Peeters, Description exacte desprincipales villes, havres et quelquesplaces de la Grece […], Anvers π. 1690 (Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 27).

[14] Ιωάννα Θ. Στεριώτου, «Συμπληρωματικά αμυντικά έργα στις οχυρώσεις της Πε- λοποννήσου (1684-1715). Δύο σχέδια του τείχους της πόλης του Ναυπλίου (18ος αι.) από το Αρχείο της Βενετίας», Η εκστρατεία τουMorosini και το Regno diMorea, Μονεμβασιώ – τικος Όμιλος, Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 1990, επιμ. Χ. Καλλιγά, Αθήνα 1998, σ. 142.

[15] Στο ίδιο, σ. 142.

[16] Όπως παρατηρεί ο Στυλιανός Αλεξίου, με αναφορά σε μια άποψη του Ρεθύμνου: «Ξέρουμε ότι ένα από τα πρώτα μελήματα των Τούρκων, όταν εδραιώνονταν σε μια χώρα, ήταν η κατεδάφιση των κωδωνοστασίων των χριστιανικών ναών (που φυσικά τους με­τέτρεπαν σε τζαμιά) και η αντικατάστασή τους με μιναρέδες. (Ο μιναρές ήταν βασικό “σημείο” της ισλαμικής κατακτήσεως)». Στ. Αλεξίου, «Μια απεικόνιση του Ρεθύμνου των αρχών του ΙΖ’ αιώνα», Τιμητικό αφιέρωμα στον ομότιμο καθηγητή Κωνσταντίνο Δ. Καλο- κύρη, Θεσσαλονίκη 1985, σ. 230.

[17] Βλ. σ. 314 και υποσ. 3.

[18] Τη σημασία της νίκης αυτής με αιχμή τη χριστιανική θρησκεία απηχεί η ελαιο­γραφία του Τισιανού, του κορυφαίου Βενετού ζωγράφου της Αναγέννησης, με τίτλο Η Ισπανία συνδράμει τη Θρησκεία, Μουσείο του Πράδο, Μαδρίτη. «Ένα αλληγορικό έργο με αναφορά στη ναυμαχία, όπου ο ζωγράφος εικονίζει την Ισπανία να σώζει τη θρησκεία που απειλείται από τους απίστους» (Consuelo Luca de Tena and Manuela Mena, Guide to the Prado, Silex, Ισπανία 1980, σ. 253, αρ. κατ. 430). Για τον Τισιανό και τη Ναυμαχία της Ναυπάκτου βλ. και παρακάτω, σ. 320.

[19] Ενδεικτικά αναφέρω: Franc. Scalletari, Condotta navale e vera relatione del viag- gio da Carlistot a Malta dell'[…] Giovanni Gioseppe d’Herberstein […], Γκρατς 1688 και J. Chr. Wagners, Christlich und Turkischer Stadt und Geschichte Spiegel […], Άουγκσ- μπουργκ 1687. Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 48, 49, 39. Αξίζει να σημειωθεί ότι το χαρακτικό με το σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, τη σχηματική διάταξη των στρα­τιωτικών δυνάμεων και τον πλούσιο υπομνηματισμό, από την έκδοση του Wagner (ό.π., εικ. 39), παρουσιάζει σαφείς εικονογραφικές και μορφολογικές ομοιότητες με αντίστοιχο σχέδιο στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας, το οποίο έχει δημοσιεύσει η Ευτυχία Λιάτα. Βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αι. Οικιστικά μεγέθη και κατανομή της γης, Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Ερεύνης του Μεσαι­ωνικού και Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 2002, εικ. 4.

[20] Βλ. Leonora Navari, «Morozini and Coronelli: The Iconography of the Venetian Conquest of the Peloponnesus», Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Morea, ό.π., σ. 181-191, Andrea Nanetti, «Βενετία και Πελοπόννησος», Η Πελοπόννησος. Χαρτογραφία και Ιστορία, 16ος-18ος αιώνας, Αρχείο Χαρτογραφίας του Ελληνικού Χώρου – Μορφωτι­κό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2006, σ. 46, 152, Όλγα Κατσιαρδή-Hering, «Η Λευ­κάδα στη βενετική χαρτογραφία (1686-1729)», Χαρτογραφίες της Ανατολικής Μεσογείου, Τετράδια Εργασίας 25/26, επιμ. Γιώργος Τόλιας – Δημήτρης Λούπης, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2004, σ. 94, 97.

[21] Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 33.

[22] Nanetti, ό.π., σ. 46.

[23] Βλ. επίσης Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 33, καθώς και το σχέδιο του Ναυπλίου στο χειρόγραφο ημερολόγιο αγνώστου -Βενετού- συντάκτη, το οποίο έχει παρουσιάσει η Ευτυχία Λιάτα στη μελέτη της Με την αρμάδα στο Μοριά 1684-1687. Ανέκδοτο ημε­ρολόγιο με σχέδια, εισαγωγή – επιμέλεια Ευτυχία Δ. Λιάτα, μεταγραφή κειμένου Κ. Γ Τσικνάκης, Ολκός, Αθήνα 1998, εικ. 16 (χφ. σ. 124-125).

[24] Αναφέρεται στο Heleni Porfyriou, «The Cartography of Crete in the First Half of the 17th Century: a Collective Work of a Generation of Engineers», Χαρτογραφίες της Ανατολικής Μεσογείου, ό.π., σ. 89.

[25] F. de Wit, Peloponnesus Hodie Moreae Regnum […], σε αλλεπάλληλες εκδόσεις από τα τέλη του 17ου αι. Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 13.

[26] Venezia e la difesa del Levante […] da Lepanto a Candia 1570-1670, επιμ. Maddalena Redolfi, Arsenale Editrice, Βενετία [1986], σ. 13, εικ. 2.

[27] Βλ. π.χ. την άποψη του Ναυπλίου στη σύνθεση του de Wit και μια άποψη της πό­λης από έκδοση του Coronelli (Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 13, 14, 38).

[28] El Mar en la Coleccion Masaveu (κατάλογος έκθεσης), Corporacion Masaveu, Oviedo 2013, σ. 16. Βλ. και στον παρόντα τόμο, Δ. Χ. Γεωργόπουλος, «Η πολιορκία του Ναυπλίου το 1686 κατά Thomas Gaudiello (1688)», σ. 327-330 και σ. 405, εικ. 1.

[29] Ευχαριστώ και από τη θέση αυτή τον κύριο Θεόδωρο Θεοδώρου για την επισή­μανση του πίνακα και την παραχώρηση της φωτογραφίας του.

[30] Πρβλ. ενδεικτικά την Tavola Strozzi, 1472-1473 (αποδίδεται στον Francesco Ro- selli) με την άποψη της Νάπολης και τον στόλο της Αραγωνίας στο λιμάνι (Museo nazio- nale di San Martino, Νάπολη).

[31]  Ενδεικτικά αναφέρω την άποψη στην έκδοση του J. Peeters (βλ. παραπάνω, υποσ. 13) και την άποψη στο βιβλίο του A. Lasor a Varea, Universus Terrarum Orbis […], Πά- δοβα 1713, με το ανοχύρωτο Παλαμήδι. Βλ. Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του, ό.π., εικ. 13.

[32] Nanetti, ό.π., σ. 46.

[33] Βλ. εικ. 5, αρ. 19.

[34] Στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 57.

[35] Βλ. τη λεπτομέρεια τοιχοδομίας από τα ενετικά τείχη της κάτω πόλης στο Abel Blouet, Expedition Scientifique de Moree […], τ. ΙΙ, Παρίσι 1833, πίν. 74, εικ. 3 (Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 104).

[36]  Ιορδάνης Δημακόπουλος, «Η Πύλη της Ξηράς των Ενετικών οχυρώσεων του Ναυπλίου», ανάτυπο από τα Πρακτικά του Δ’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπου­δών, 1990, τ. Β’, Αθήναι 1992-1993, σ. 311.

[37] Βλ. Κούρια, Το Ναύπλιο, ό.π., εικ. 6 και 7. Η πύλη είναι ευδιάκριτη και στον εμ βληματικό πίνακα του Γερμανού ζωγράφου Peter von Hess που απαθανατίζει την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο (Neue Pinakothek Bayerische Staatsgemaldesammlungen, Μό­ναχο), έργο καμωμένο το 1835 (βλ. στο ίδιο, εικ. 153).

[38]  Βλ. Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1979, εικ. 106.

[39]  Βλ. Μεσογειακές διαδρομές. Catalunya: Lleida, Toscana: Montalbano -Medioval- darno, Αργολίδα – Ναύπλιο. Οδηγός και εκπαιδευτικοί φάκελοι, Πρόγραμμα «Σωκράτης», Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων/ΓΔΧΧΙΙ, Πίζα 1998, Φάκελος «Εκπαίδευση», και Ελένη Μαΐστρου, «Μοναδική αρχιτεκτονική. Μνημεία και ιστορικά κτίρια συνθέτουν την ανεπανάληπτη φυσιογνωμία αυτής της πόλης», Η Καθημερινή – Επτά Ημέρες, Πελο­πόννησος, τ. ΙΒ’, Αθήνα 1996, σ. 27.

[40] Leo von Klenze, Aphoristische Bemerkungen gesammelt auf einer Reise nach Griechenland, Βερολίνο 1838, σ. 508. Το μεταφρασμένο παράθεμα στο Καρούζου, ό.π., σ. 90.

[41] Βλ. Καρούζου, ό.π., εικ. 81.

[42] Μαΐστρου, ό.π., σ. 27 και Μάρω Καρδαμίτση – Αδάμη, «Ναύπλιο: Από την τειχι­σμένη μεσαιωνική πόλη στην ανοικτή πόλη του 19ου αιώνα (1828-1870)», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, τ. VIII, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, 150χρόνια Ναυπλιακή Επανάστα­ση, 1 Φεβρουαρίου – 8 Απριλίου 1862, 2012, επιστ. επιμ. Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, Μαρία Βελιώτη-Γεωργοπούλου, Δήμος Ναυπλιέων – Πνευματικό Ίδρυμα «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναύπλιο 2013, σ. 329.

[43] Theodore Du Moncel, Οδοιπορικό του 1843 από την Αθήνα στο Ναύπλιο, κείμενα και λιθογραφίες του Th. Du Moncel, μτφρ. και εισαγωγή Ε. Λούβρου, Αθήνα 1984, σ. 168.

[44] Καρούζου, ό.π., σ. 31-32.

[45] Για τις πλατείες βλ. στο ίδιο, σ. 46-47, 50, και Καρδαμίτση – Αδάμη, ό.π., σ. 331.

[46] Μιχαήλ Γ Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τα καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, Αθήναι 21950, σ. 131.

[47] Vincenzo Maria Coronelli, Description geographique et historique de la Moree reconquisepar les Venitiens […], Παρίσι 1687, σ. 45.

[48] Du Moncel, ό.π., σ. 168.

[49] J. B. G. M. Bory de Saint-Vincent, Relation de Voyage de la Commission Scienti- fique de Morée […], τ. II, Παρίσι – Στρασβούργο 1837-1838, σ. 443.

 

Αφροδίτη Κουρία

Δρ. Ιστορικός Τέχνης

Ανεξάρτητη Επιμελήτρια Εκθέσεων

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

Read Full Post »

Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου: Διαχρονικός οδηγός για την ανάπτυξη του συστήματος των προμαχώνων (15ος -18ος αι.) – Ιωάννα Στεριώτου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Αρχίζοντας την παρουσίαση περίπου δυόμισι αιώνων, πριν το τέλος μιας επο­χής, το 1715, θα αναπτύξουμε σύντομα ποιες ήταν οι οχυρώσεις του Ναυπλίου κατά την περίοδο της βενετοκρατίας στην πόλη, μια περίοδο καθοριστική για τη Βενετία, το Ναύπλιο και την Πελοπόννησο, και πολύ σημαντική επίσης για την εξέλιξη της τεχνικής των οχυρωματικών έργων σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου είναι μοναδικές στο είδος τους σε ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο και από τις σημαντικότερες της ανατολικής Μεσογείου.[1] Στην παρουσίαση αυτή δεν θα κάνουμε μόνο ανακεφαλαίωση της κατασκευής των οχυρώσεων από τον 15ο αι. έως και το τέλος της βενετικής κατοχής (1389­-1540, 1686-1715), αλλά θα παρουσιάσουμε, για πρώτη φορά, σχέδια με προ­τάσεις βελτίωσης των θαλάσσιων τειχών της πόλης, που εκπονήθηκαν στην εκπνοή της δεύτερης βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο.

Το 1389 άρχισε η πρώτη βενετική κατοχή για την πόλη, που διήρκεσε έως το 1540. Με την κτήση αυτή η βενετική Δημοκρατία συμπλήρωνε την αλυσίδα των λιμανιών-βάσεων που κατείχε, ώστε με μια συνεχή γραμμή ναυσιπλοΐας, διά μέσου της Κέρκυρας, της Μεθώνης και της Κορώνης, του Ναυπλίου, της Χαλκίδας (Negroponte) και φυσικά της Κρήτης, να φτάνει με ασφάλεια στα λιμάνια της Ανατολής.

Ήδη όμως, από το β’ μισό του 15ου αι., η θέση του Ναυπλίου άρχισε να γίνεται επισφαλής και οι οχυρώσεις του αποδεικνύονταν ανεπαρκείς. Έπρεπε, ωστόσο, να καταλάβουν οι Τούρκοι το Άργος (1463) και τη Χαλκίδα (1470) για ν’ αρχίσουν οι Βενετοί τη συστηματική οχύρωση του Ναυπλίου. Ο διοικη­τής του Vittore Pasqualigo συνεργάστηκε με τον μηχανικό Antonio Gambello. Οι επεμβάσεις εκείνες ήταν:

α) Το φρούριο Μπούρτζι στη βραχονησίδα του Αγίου Θεοδώρου, το «κλει­δί του Ναυπλίου», το οποίο άρχισε να κατασκευάζεται το 1471.

β) Σε συνέχεια του Κάστρου των Φράγκων, προς τα ανατολικά, οι Βενετοί άρχισαν να κατασκευάζουν έναν τρίτο περίβολο, οχυρώνοντας τον λόφο που απέμενε ακάλυπτος σ’ εκείνη την πλευρά. Το ισχυρότερο σημείο αυτού του φρουρίου ήταν ένας ογκώδης, διπλός κυκλικός προμαχώνας (Torrione), με δύο πυροβολεία σε διαφορετικά επίπεδα, σχηματισμό από τον οποίο λέγεται ότι ονομάστηκε ολόκληρο το οχυρό Castel Toro.

γ) Η περιτείχιση της πόλης, η οποία ολοκληρώθηκε στις αρχές του 16ου αι., κάτω από το φρουριακό συγκρότημα της Ακροναυπλίας, προς τα βόρεια.

Υποστηρίζεται ότι κάποιο προάστιο πρέπει να υπήρχε στις ρίζες του λό­φου, έξω από τα τείχη της Ακρόπολης, από τους βυζαντινούς ακόμη χρόνους. Από το β’ μισό του 15ου αι. θα πρέπει να άρχισε η οριστική μετατροπή του προαστίου σε κανονική πόλη, με κυβερνητικά μέγαρα, εκκλησίες, πλατεία, λιμάνι, χάραξη δρόμων και πολεοδομικό σχεδιασμό. Αναπτύχθηκε έτσι μια πόλη πάνω σε μια πλατιά επίχωση, την οποία δημιούργησαν οι Βενετοί προς τη θάλασσα, πάνω σε πασσαλώσεις, μέθοδο που γνώριζαν άριστα από τα έργα τους στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας. Το 1502 πάντως είναι η πρώτη χρονιά που αναφέρεται ότι αρχίζουν να κτίζονται τα χαμηλά τείχη του Ναυπλίου.

Ο περίβολος της πόλης, απλός στη χάραξή του, ξεκινούσε από τον Torrione του Castel Toro, κατέβαινε μέχρι τη θάλασσα στον Torrioncino Contarina (μι­κρό κυκλικό πύργο). Στο μέσο αυτής της ανατολικής πλευράς σχηματιζόταν αμβλεία γωνία, όπου ανοιγόταν η Ανατολική κύρια Πύλη, στο ένα πλευρό της οποίας αναπτυσσόταν ορθογωνικός πύργος για τη φύλαξή της. Στην ίδια ανατολική πλευρά η θάλασσα εισχωρούσε μέσα στην ξηρά δημιουργώντας έναν κολπίσκο, ο οποίος έπαιζε τον ρόλο τάφρου και έφτανε μέχρι τη βάση του Castel Toro. Στο βόρειο θαλάσσιο τείχος της πόλης, όχι μακριά από τον ΒΑ μικρό πύργο Contarina, υπήρχε η Πύλη της Θάλασσας. Σε ολόκληρο τον περίβολο της πόλης, που συνέχιζε την πορεία του προς τα δυτικά, για να κλεί­σει πάνω στους βράχους της χερσονήσου, έως τα τείχη του Κάστρου των Ελλήνων, ακολουθώντας τη μορφολογία του εδάφους, βρίσκονταν και άλλες βοηθητικές πύλες, όπως η Porta della Piazza, η Porta dei Fomi κ.ά.

Ανακεφαλαιώνοντας, για την περίοδο της πρώτης βενετοκρατίας στο Ναύ­πλιο, θα λέγαμε ότι η μαζική κατασκευή οχυρώσεων στις τελευταίες δεκαετίες του 15ου και στις πρώτες του 16ου αι. είναι ένα προοίμιο των βενετσιάνικων οχυρώσεων μεγάλης κλίμακας που κατασκευάστηκαν, εκτός από το Ναύπλιο, στη Μεθώνη και στην Κορώνη, για ν’ ακολουθήσουν οι περίφημες οχυρώσεις της Κρήτης και φυσικά της πόλης της Κέρκυρας, από το 1538-1540 (διαρκούντος του τρίτου βενετοτουρκικού πολέμου) και αργότερα, στις επόμενες δεκαετίες του 16ου και του 17ου αι.

Από το 1540 έως το 1686, οι Οθωμανοί, αν και όρισαν το Ναύπλιο πρω­τεύουσα του Μοριά, παραμέλησαν τις οχυρώσεις του. Το μόνο που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι στη ΒΔ γωνία του περιβόλου της πόλης αναπτύχθηκε ένα είδος παράκτιου προμαχώνα, τα «Πέντε Αδέλφια», ονομασία που πήρε από την οργάνωση στην ίδια θέση πυροβολαρχίας με πέντε κανόνια. Μετά την επανακατάληψη του Ναυπλίου από τις δυνάμεις του Morosini, το 1686, η πόλη ορίστηκε ως πρωτεύουσα του Βασιλείου του Μοριά. Ήταν, λοιπόν, επόμενο να φροντίσουν οι Βενετοί να επιδιορθώσουν τις ζημιές που είχαν υποστεί οι οχυρώσεις από τον πόλεμο και τη μακροχρόνια εγκατάλειψη.

 

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών», A. Haubenschmid, 1833-1834, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

 

Σύμφωνα με την Έκθεση του Filippo Besseti di Verneda – από τους πλέον ειδικούς στη στρατιωτική τέχνη –[2] τα αμυντικά μειονεκτήματα του Ναυπλίου επικεντρώνονταν στην ύπαρξη του βουνού του Παλαμηδιού, που κυριαρχού­σε πάνω από την πόλη. Γι’ αυτό πρότεινε την ενίσχυση της ζώνης του ισθμού που ένωνε τη χερσόνησο με την ξηρά, στη βάση του βουνού.

Οι Βενετοί επικέντρωσαν τη δραστηριότητά τους κυρίως στον ανατολι­κό περίβολο, όπου ανέπτυξαν, στις αρχές του 18ου αι., ένα κανονικό μέτω­πο με προμαχώνες. Η υπό σχεδίαση οχύρωση αποτελείτο από μια κεντρική cortina, στο μέσο της οποίας θα ανοιγόταν η μνημειακή κεντρική Πύλη της Ξηράς, και από δύο προμαχώνες (στα δύο άκρα της cortina): του San Antonio ή Grimani, προσκολλημένου στη βάση του Torrione του Castel Toro, και του San Marco ή Dolfin, στο ΒΑ άκρο πάνω στη θάλασσα, ενισχυόμενου και από το αποσπασμένο οχυρό του San Sebastiano ή Mocenigo, μέσα στη θάλασσα.

 

Η ενετική Πύλη του Ναυπλίου (η Πύλη της Ξηράς – εξωτερική όψη), τέλος 19ου αιώνα. Έργο του John Fulleylove (1845-1908), Άγγλου αρχιτέκτονα, ζωγράφου και εικονογράφου ταξιδιωτικών βιβλίων. British Museum.

 

Τελικά, στη ΒΑ γωνία κτίστηκε ο νέος προμαχώνας San Marco ή Dolfin, με έναρξη των εργασιών στα τέλη του 1702. Σχεδιαστής του ήταν ο μηχανι­κός Levasseur και κατασκευαστής ο μηχανικός Pietro de Lasalle. Παρά τις δυσκολίες του έργου, εξαιτίας κυρίως του αμμώδους εδάφους θεμελίωσης, το έργο περατώθηκε το 1704 χάρη και στην παρέμβαση του προνοητή του στό­λου Loredan.

Μετά τον προνοητή Dolfin, που προγραμμάτισε και άρχισε διάφορα συ­μπληρωματικά έργα στο ίδιο ανατολικό μέτωπο, μόνο ο διάδοχός του Fran­cesco Grimani προχώρησε σημαντικά τις εργασίες, ήδη από την άνοιξη του 1706, με αρκετές όμως διαφοροποιήσεις. Στις 31 Μαρτίου 1708 ο Grimani έγραφε ότι η παλιά Πύλη της Ξηράς, που ήταν εκτεθειμένη σε βολές από το Παλαμήδι, δεν καλυπτόταν αμυντικά από τους γειτονικούς προμαχώνες, γι’ αυτό σχεδίασε καινούργια πύλη, που θα ήταν πραγματικά προφυλαγμένη, ασφαλής, με ξύλινη γέφυρα και δύο ανασυρόμενα τμήματα. Από το 1706 ο Grimani δεν παρέλειπε να υπενθυμίζει την ακαταλληλότητα που δημιουργούνταν στον προμαχώνα Dolfin (ΒΑ) εξαιτίας της προσάμμωσης, η οποία όχι μόνο μείωνε την ασφάλειά του, αλλά – ως γνωστόν – αποτελούσε το μείζον πρόβλημα της μη συστηματικής λειτουργίας του λιμανιού του Ναυπλίου.

Μετά από πολλές συζητήσεις και σχεδιασμούς αποφασίστηκε η κατα­σκευή ενός προμαχώνα «αποκομμένου» στη θάλασσα, προς τη Θαλασσινή Πύλη. Το σχέδιο αυτού του οχυρώματος, με την ονομασία «opera Moceniga» φέρει την υπογραφή του μηχανικού Lasalle.

Μια άλλη κύρια επέμβαση που πραγματοποιήθηκε το 1708, κατά την περί­οδο της διοίκησης του Grimani, ήταν ο επιβλητικός περίβολος που αγκάλιασε την ανατολική – ΒΑ γωνία του Castel Toro, προκειμένου να ανταποκριθεί και αυτή η πλευρά στις νέες τεχνικές της οχυρωματικής. Ο Grimani κατασκεύασε και δύο caponiere[3] στην τάφρο πάνω στον βράχο, στη βάση του βουνού του Παλαμηδιού, πριν αποφασιστεί η ανέγερση του φρουρίου σ’ αυτό.

Η τελευταία από τις βενετσιάνικες κατασκευές, στους χαμηλότερους βρά­χους του Ναυπλίου, ήταν η μνημειώδης πύλη στο βόρειο τείχος του Κάστρου των Ελλήνων, η οποία κατασκευάστηκε στα 1713 από τον γενικό προνοητή Agostino Sagredo για να συντομεύσει την επικοινωνία μεταξύ της πόλης και της ακρόπολης σ’ εκείνη την πλευρά.

Σ’ όλα τα έργα αυτής της περιόδου οι Βενετοί χρησιμοποιούσαν τα πληρώ­ματα των πλοίων τους, όπως αναφέρει ο Kevin Andrews.[4] Πάνω στην Ακροναυπλία, τέλος, έγιναν μόνο εργασίες συντήρησης και ενίσχυσης του οπλι­σμού, και το ίδιο πρέπει να συνέβαινε και στο φρούριο Μπούρτζι.

Θα ακολουθήσει σύντομη περιγραφή ορισμένων σχεδιαγραμμάτων της περι­όδου της δεύτερης βενετοκρατίας, ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα της αμυ­ντικής κατάστασης του Ναυπλίου. Όλα έχουν ήδη δημοσιευθεί αναλυτικά από τη γράφουσα.

Αρχίζουμε την παρουσίαση με δύο σχέδια, τα οποία αναφέρονται στις προαναφερθείσες επεμβάσεις και είναι δημοσιευμένα με λεπτομέρεια στα Πρα­κτικά του Γ’ Συμποσίου Ιστορίας και Τέχνης (Μονεμβασιά 1990).[5] Χρονολο­γούνται στον 18ο αι., χωρίς ακριβή χρονολογία. Στο ένα σχέδιο (εικ. 1) παρα­τηρούμε το ανατολικό χερσαίο τείχος από το Castel Toro μέχρι τον ΒΑ μικρό στρογγυλό πύργο Contarina, την Ανατολική Πύλη και το τμήμα του βόρειου παραθαλάσσιου τείχους με τη Θαλασσινή Πύλη. Το κυριότερο στοιχείο του είναι ένα νέο οχυρό (Α) μέσα στην «τάφρο», έξω από την Ανατολική Πύλη, στο βραχώδες έδαφος, καθώς και το οχυρό (Β) για την κάλυψη της Πύλης της Θάλασσας, που θα παρατηρήσουμε στο επόμενο σχέδιο αναλυτικά. Στο δεύ­τερο σχέδιο (εικ. 2) παρουσιάζεται το οχυρό (Β), γνωστό ως προμαχώνας San Sebastiano ή Mocenigo. Ήταν ένα οχυρό που προστάτευε και ένα μέρος του λιμανιού, το μαντράκι του Ναυπλίου. Μέσα σε αυτό υπήρχαν θέσεις πυρο­βολαρχιών, καλυμμένο κανονιοστάσιο, μικρή αποθήκη πυρίτιδας και κτήριο στρατώνα, στο οποίο στεγαζόταν και μια αποθήκη ξυλείας με εξαρτήματα πλοιαρίων και επίσης το Φρουραρχείο.

 

Εικ. 1: Σχέδιο του τμήματος των τειχών της πόλης του Ναυπλίου προς την ξηρά και το Παλαμήδι (A.S.V, Provveditori da Terra e da Mar, ex. B. 79, dis. 37b).

 

Εικ. 2: Προοπτικό σχέδιο του οχυρού s. Sebastiano ή του Mocenigo στο βόρειο τείχος της πόλης του Ναυπλίου (A.S.V., Provveditori da Terra e da Mar, ex. B. 79, dis. 37).

 

Στη συνέχεια παρουσιάζουμε σύντομα ένα άλλο σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου και των οχυρώσεών της, κατά την πολιορκία από τις συμμαχι­κές δυνάμεις των Βενετών (31 Ιουλίου – 29 Αυγούστου 1686). Έχει δημοσιευθεί αναλυτικά, πέραν των απλών δημοσιεύσεών του σε διάφορα επιστημονικά άρθρα, στα Θησαυρίσματα το 2003, περιλαμβάνεται δε στον περίφημο Κώδι­κα Morosini για τον «Πόλεμο του Μοριά (1684-1697)», που βρίσκεται στη Μαρκιανή Βιβλιοθήκη της Βενετίας.[6]

Τη σύνταξη του σχεδιαγράμματος υπο­γράφει ο μηχανικός Giovanni Bassignani και έγινε κατ’ εντολή του Francesco Morosini, πριν από τον θάνατό του το 1694 (εικ. 3). Αρχίζοντας την περιγρα­φή από την ανατολική πλευρά (ο βορράς προς τα κάτω), βλέπουμε το βουνό Παλαμήδι, τις προσβάσεις από την ενδοχώρα, τις θέσεις των πυροβολαρχιών των Βενετών, το σύνολο των χερσαίων τειχών του Ναυπλίου (από την περί­οδο της πρώτης βενετοκρατίας), το Κάστρο των Ελλήνων, των Φράγκων και το Castel Toro. Έξω από το ανατολικό τείχος παρατηρούμε το έλος, δίπλα στον κολπίσκο που σχηματιζόταν με την εισχώρηση της θάλασσας προς τις υπώρειες του Παλαμηδιού, λειτουργώντας ως ένα είδος τάφρου. Στην κάτω πόλη το τζαμί είχε μετατραπεί σε αποθήκη πυρομαχικών, εικονίζεται ο Άγιος Δομήνικος και η εγκατάσταση (εκκλησία [;]) των Καρμελιτών, ακριβώς δίπλα και εσωτερικά του παραθαλάσσιου τείχους. Ειδικότερα, παρατηρούμε το Νο 13 του υπομνήματος με την επεξήγηση «επίπεδος ημιπρομαχώνας αποσπα­σμένος» (μέσα στην τάφρο) και το Νο 40 ως «Θαλασσινή Πύλη», με τον σχεδιασμό και χωρίς αρίθμηση του αποσπασμένου οχυρού San Sebastiano ή Mocenigo (Β) που περιγράψαμε προηγουμένως. Και τα δύο αναφέρονται στα υπομνήματα με πολλές τεχνικές λεπτομέρειες, ως αμυντικά έργα και με χρώ­μα κίτρινο, δηλαδή κατασκευές «που έγιναν από τον ίδιο τον γενικό καπιτάνο». Επίσης, περιγράφει αναλυτικότατα και όλες τις προσθήκες στα αμυντικά έργα της Ακροναυπλίας, όλων των ιστορικών περιόδων.

 

Εικ. 3: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1686 (B.M.V., It. Cl VII, 94 [10051], No 93).

 

Ακολουθεί συνοπτική περιγραφή τριών σχεδίων της συλλογής Grimani, η οποία βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στην Αθήνα, που δημοσιεύτηκαν στο επιστημονικό περιοδικό της Europa Nostra, Bulletin (αρ. 59 [2005]).[7]

Σχέδιο ΧΧΙ (Kevin Andrews) (εικ. 4): σε χαρτί με πένα και ακουαρέλα. Υπο­γράφεται από τον μηχανικό Giovanni Bassignani. Η ακριβέστερη χρονολογία, σύμφωνα με τα εικονιζόμενα στοιχεία, συγκρινόμενα και με άλλα ντοκουμέ­ντα, είναι 1699-1701. Παρατηρούμε τις οχυρώσεις της Ακροναυπλίας, όλων των εποχών, τα χερσαία και θαλάσσια τείχη, τις πρώτες επεμβάσεις της δεύ­τερης βενετοκρατίας, όπως τα δύο οχυρά στην τάφρο (Α) και μπροστά και δίπλα στην Πύλη της Θάλασσας (Β), ενώ το φρούριο του Παλαμηδιού δεν εικονίζεται ακόμη.

 

Εικ. 4: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1686 (Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Συλλογή Grimani, Kevin Andrews, plate XXI).

 

Σχέδιο ΧΧΙΙ (Kevin Andrews) (εικ. 5): σε χαρτί, με πένα και ακουαρέ­λα. Δεν υπογράφεται ούτε έχει ακριβή χρονολογία γραμμένη πάνω σε αυτό. Υπάρχει σχετικό επεξηγηματικό υπόμνημα. Σε αυτό διακρίνουμε για πρώτη φορά τον νέο ΒΑ προμαχώνα (Dolfin) των χερσαίων τειχών, που αντικατέ­στησε το 1704 τον μικρό στρογγυλό πύργο Contarina, καθώς και τον προμα­χώνα Grimani που κατασκευάστηκε το 1706 κάτω από το Castel Toro, προς τη νότια βραχώδη ακτή, κάτω από το Παλαμήδι Επίσης, εικονίζεται το αποκομμένο οχυρό, μέσα στην τάφρο, έξω από την Πύλη της Ξηράς (Α), αμυ­ντικά έργα πέραν της ανατολικής τάφρου στην περιοχή του έλους καθώς και στην άνοδο προς το βουνό του Παλαμηδιού (προκαταρκτικά αμυντικά έργα σε περίπτωση ανόδου του εχθρού εκεί). Ένα άλλο ενδιαφέρον σημείο είναι η επισήμανση του χώρου έξω από το θαλάσσιο τείχος από τον ΒΑ προμαχώνα Dolfin και προς τα δυτικά, πέραν της Θαλασσινής Πύλης, όπου αναγράφει το υπόμνημα τα εξής (σε μετάφραση): «Θεμέλια= ενίσχυση του υπεδάφους, για να συγκρατηθεί το έδαφος και να δημιουργηθεί πλατεία (= ελεύθερος, επί­πεδος χώρος), όπου μπορούν να κατασκευαστούν αποθήκες ή να καλυφθεί η όποια άλλη ανάγκη». Επίσης, σημειώνονται πάνω στο σχέδιο οι ενδείξεις για τον υποθαλάσσιο μώλο που περιέβαλλε το Μπούρτζι, και για τη δημιουργία νέου λιμανιού (μαντράκι) κάτω από τις ΒΑ υπώρειες της Ακροναυπλίας με την κατασκευή νέου μώλου.

 

Εικ. 5: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1700 περ. (Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Συλλογή Grimani, Kevin Andrews, plate XXIΙ).

 

Σχέδιο ΧΧΙΙΙ (Kevin Andrews) (εικ. 6): σε χαρτί, με πένα και ακουαρέλα. Υπογράφεται από τον Bartolomeo Carmoy Colle, ο οποίος παρουσιάζει εξω­τερικά οχυρά ήδη κατασκευασμένα, καθώς και εκείνα που επρόκειτο να κα­τασκευαστούν. Η πόλη του Ναυπλίου εικονίζεται με τις γνωστές οχυρώσεις της στην Ακροναυπλία και στην πόλη, στη βόρεια ακτή και στην ανατολική πλευρά, με την κύρια χερσαία πρόσβασή της κάτω από το Παλαμήδι. Μέσα στην πόλη εικονίζονται: το τζαμί που έγινε η εκκλησία του Αγίου Αντωνίου (Β), η εκκλησία της Παναγίας των Καρμελιτών – Madonna de Carmine C, μια σειρά από palazzi αξιωματούχων, του capitan general (D), του provveditore del Regno (E), του rettore (F), του provveditore (G). Ενδιαφέρον έχει η επι­σήμανση των νέων στρατώνων εσωτερικά και δίπλα στο ανατολικό τείχος, κοντά στην Πύλη της Ξηράς. Επίσης, έξω από τα τείχη της πόλης, προς την ενδοχώρα, παρουσιάζονται πολλά εξωτερικά αμυντικά έργα που περιγράφο­νται με αρκετή ακρίβεια. Τέλος, στο βουνό του Παλαμηδιού προτείνεται η κατασκευή ενός οχυρού συνόλου, αποτελούμενου από μεμονωμένους πύρ­γους που συνδέονταν με τείχος. Ασφαλώς πρόκειται για πρόταση που όμως δεν υλοποιήθηκε.

 

Εικ. 6: Σχεδιάγραμμα της πόλης του Ναυπλίου, 1699-1701 (Αθήνα, Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Συλλογή Grimani, Kevin Andrews, plate XXIII).

 

Τέλος, παρουσιάζουμε τα δύο νέα σχέδια, αδημοσίευτα από όσο γνωρίζω, προ­ερχόμενα από το Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. Βρίσκονται στη σειρά των Provveditori da Terra e da Mar.[8]

Σχέδιο 1 (εικ. 7 και 8): υπογράφεται από κάποιον Maconcin και έχει χρονο­λογία 1715, όταν γενικός προνοητής ήταν ο Alessandro Bon. Ειδικότερα, εί­ναι συνημμένο στο έγγραφο Νο 16, με χρονολογία 20 Ιουνίου 1715. Το σχέ­διο είναι με πένα και ακουαρέλα. Έχει τίτλο «Napoli di Romania. Porzione della Fortezza ossia il baluardo detto Mocenigo con la pianta degli edifici del molo Sovrapposizione pieghevole con la pianta delle strutture da eseguirsi nel settore del molo» [= Ναύπλιο. Τμήμα της οχύρωσης ή του προμαχώνα ονομα­ζόμενου Μοτσενίγκο, με την κάτοψη (σχέδιο) των κτηρίων του μώλου και με επανατοποθέτηση τμήματος χαρτιού πάνω από το σχέδιο με τις κατασκευές που πρέπει να γίνουν στον τομέα του μώλου]. Βλ. και εικ. 9 και 10. Υπάρχει υπόμνημα γραμμένο πάνω στο σχέδιο, ενώ συνδέεται και με σχετικά έγγραφα της ίδιας περιόδου (Ιούνιος 1715), τα οποία πρέπει να διερευνηθούν περαιτέ­ρω. Είναι προτάσεις για την ενίσχυση των οχυρώσεων της πόλης, προκειμένου να μπορούν να αντιμετωπίσουν το προηγμένο οθωμανικό πυροβολικό, σε περίπτωση επίθεσης. Οι προτάσεις ήταν του cavalier de Silva και είχαν εγκριθεί από την ολομέλεια του Πολεμικού Συμβουλίου.

 

Εικ. 7: Σχεδιάγραμμα του παράλιου τείχους του Ναυπλίου και του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo, με την υπάρχουσα τότε κατάσταση (Βενετία, Archivio di Stato, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, disegno 1, collocazione fotographica 14111, foto 361-362).

 

Εικ. 8: Υπομνηματισμός του σχεδιαγράμματος εικ. 7.

 

Η αναλυτική περιγραφή με βάση το υπόμνημά του είναι η ακόλουθη:

Με κόκκινο χρώμα σημειώνεται η κατάσταση στην οποία βρισκόταν εκεί­νο το τμήμα της οχύρωσης. Διακρίνουμε το αποσπασμένο οχυρό Mocenigo (Β.Α.), με τον μώλο (Β.Β.), ένα σύνολο κατοικιών πάνω στον μώλο (D.D.), τον μικρό κυκλικό πύργο της Πύλης (εννοεί της Θαλασσινής) (Ε), μια falsabraga ή falsabraca (είδος προτειχίσματος, δηλαδή ένα ανάχωμα στη βάση των τειχών για τη διέλευση των περιπόλων και την αμυντική κάλυψη, εξωτερικά, της βάσης ενός οχυρού περιβόλου), η οποία βρίσκεται μπροστά στα τείχη της οχυρωμένης πόλης (F). Επίσης, διακρίνονται ένας «ημιπρομαχώνας» μπροστά στο παλάτσο (G) και ο στρογγυλός πύργος (κοντά) στους Πατέρες των Καρμελιτών (Η).

Με κίτρινο χρώμα σημειώνεται το χαμηλό οχυρό, σχεδόν τελειωμένο, με υπεύθυνο τον ίδιο ιππότη de Silva: (ειδικά) το «φάλσο οχυρό» (W) με επάλ­ξεις, από τις οποίες οι βολές είναι παράλληλες με το μέτωπο του οχυρού Mo- cenigo, στοχεύοντας πλευρικά τις «εργασίες» (τα έργα), που μπορεί να γίνουν από τους εχθρούς σε περίπτωση επίθεσης.

Με πράσινο χρώμα σημειώνονται οι εργασίες που θα γίνουν με επίχωση, αποτελούμενη από χώμα, δέματα από άχυρα, χόρτα και πασσάλους, δημιουργώ­ντας επίπεδες επιφάνειες στον μώλο. Ειδικότερα στο σχέδιο υπομνηματίζονται:

(X.X.) «Καλυμμένη οδός», με «μπανκέτα» (πεζούλι, πασσάλωση) και «σπάλ- το» (αντέρεισμα εξωτερικά).

(Y.Y.) Πεδίο ασκήσεων, παράταξης στρατού, που περνά ξυστά στο μέτω­πο του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo.

(Z.Z.) «Τραβέρσες» (πρόχειρο ανάχωμα ή χωμάτινο παραπέτο, με κατεύ­θυνση εγκάρσια ως προς τα εχθρικά πυρά. Κατασκευαζόταν για την ενίσχυση των μειονεκτικών θέσεων και την κάλυψη των αμυνομένων, σε διάφορα οχυ­ρώματα της τάφρου ή επάνω στις επιχωματώσεις τμημάτων του περιβόλου, που ήταν εκτεθειμένα σε εξωτερικά υψώματα – traversa di trincea, ritirata).

(R.R.) (semplice) Tenaglia, tanaglia, forbice. Απλή «τανάλια» ή «ψαλί- δα» (χαμηλό προτείχισμα σε σχήμα ανοικτής «ψαλίδας», μπροστά σε «κορ- τίνα»-τείχος, για χαμηλά πυρά πάνω από την τάφρο. Υπήρχε απλή και διπλή «ψαλίδα». Συνήθως οι πλευρές της ακολουθούσαν την κατεύθυνση των γραμ­μών άμυνας).

(&.&.) Τμήμα (τείχους) που δέχεται τις βολές που προορίζονταν για το οχυ­ρό Mocenigo, το οποίο έπρεπε να επιχωματωθεί.

(ο.) Άλλο τμήμα (τείχους) για τις βολές «ραντέντε» (επίπεδες) του ίδιου οχυρού Mocenigo.

(y.) Άλλο τμήμα (τείχους) που εκτείνεται (διασταυρώνεται;) με το μέτωπο που είναι στραμμένο προς το «μπόργκο».

(Z.) Alvise Maconcin, a. D.o (το όνομα του υπεύθυνου αξιωματούχου).

Τέλος, αναγράφεται η γραμμική κλίμακα του σχεδίου που είναι σε βενε­τικά «βήματα», no 90.

Σχέδιο 1Α: το αναφερόμενο ως δεύτερο σχέδιο είναι το προηγούμενο, του ίδιου σχεδιαστή αξιωματούχου, στο οποίο επικολλάται χωριστό χαρτί με την πρόταση αναμόρφωσης των κατασκευών στην ίδια περιοχή. Είναι οι κατα­σκευές με το πράσινο χρώμα, όπως περιγράφηκαν παραπάνω. Στην καταχώ­ριση του φωτογραφικού αρχείου στην ίδια σειρά, αναγράφεται ως 1Α (εικ. 9 και 10).

 

Εικ. 9: Παραλλαγή του σχεδιαγράμματος εικ. 7, με τις προτεινόμενες κατασκευές.

 

Εικ. 10: Υπομνηματισμός του σχεδιαγράμματος εικ. 9.

 

Η Βενετία και πάλι εκπλήσσει με τη γραφειοκρατική της τυπολατρία επι­τρέποντας πάντα στους μισθοφόρους επιτελείς της να προγραμματίζουν και να σχεδιάζουν την καλύτερη άμυνα των κτήσεών της, ακόμη και αν γνώριζαν πολύ καλά ότι ο εχθρός ήταν προ των πυλών.

Σχέδιο 2 (εικ. 11 και 12): το δεύτερο, αδημοσίευτο, σχέδιο βρίσκεται στην ίδια σειρά με το προηγούμενο, έχει την υπογραφή του μηχανικού de Lassale και χρονολογία 1715, όταν γενικός προνοητής του στρατού του Βασιλείου ήταν ο Alessandro Bon. Είναι σχεδιασμένο σε χαρτί με πένα και ακουαρέλα, και βρί­σκεται συνημμένο στο έγγραφο της ίδιας σειράς, No 16 της 20ής Ιουνίου 1715. [9]

Από το υπόμνημα που είναι γραμμένο επάνω, προκύπτει ότι πρόκειται για σχέδιο του μώλου του Ναυπλίου, με πρόταση για κατασκευή διάφορων χαρα­κωμάτων και ορυγμάτων, μετά από επίχωση με χόρτα και κλαδιά. Προτάθηκε από τον μηχανικό Lassale, με σκοπό να καλύψει το ασθενές, παράλιο τείχος της πόλης και ταυτόχρονα για να ενισχύσει την άμυνα του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo. Οι κατασκευές αυτές αποδίδονται με κίτρινο χρώμα.

 

Εικ. 11: Σχεδιάγραμμα του παράλιου τείχους του Ναυπλίου και του αποσπασμένου οχυρού Mocenigo, με διαφορετικές προτάσεις βελτίωσης της αμυντικής κατάστασης (Βενετία, Archivio di Stato, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, Disegno 2, collocazione fotografica 14112, foto 363).

 

Εικ. 12: Υπομνηματισμός του σχεδιαγράμματος εικ. 11.

 

Ειδικότερα αναγράφονται τα ακόλουθα:

  • «Πλευρό» του «αποσπασμένου» οχυρού-προμαχώνα.
  • Μεγάλο όρυγμα, που προτάθηκε να κατασκευαστεί από χώμα, κλα­διά με χόρτα και επίχωση· έπρεπε μάλιστα να υψωθεί κατά 12 πόδια.
  • «Πλευρό» για την άμυνα του μώλου σε εκείνη τη θέση.
  • «Πλευρό» που χρειαζόταν (;) να κατασκευαστεί για βοήθεια (υπο­στήριξη) του οχυρού στη θέση της Αγίας Τερέζας.
  • Χώρος μεταξύ της οχύρωσης του μώλου για την άνεση του στόλου και άλλων – σωμάτων (;).
  • Δημόσιες αποθήκες πυρομαχικών, χωρίς να εμποδίζουν την οχύρωση.
  • Falsabraga(είδος προτειχίσματος για την άμυνα στον πυθμένα της τάφρου).

Πάνω στο σχέδιο αναγράφονται και οι ενδείξεις «μώλος» και «αποσπα­σμένος προμαχώνας». Τέλος, αναγράφεται η γραμμική κλίμακα του σχεδίου, που είναι σε βενετικά «βήματα», no 50.

Τελευταίο στην αναφορά μας αφήσαμε το φρούριο του Παλαμηδιού. Η επι­βλητική του παρουσία πάνω από την Ακροναυπλία και από ολόκληρη την πόλη του Ναυπλίου, αποτελούσε μια συνεχή απειλή γι’ αυτήν, το κυριότερό του ίσως μειονέκτημα, όπως αναφέρουν οι Βενετοί αξιωματούχοι.

Παρόλο που αρχικά το έργο της κατασκευής ενός ολόκληρου οχυρού στο βουνό του Παλαμηδιού θεωρήθηκε πολύ δύσκολο και οικονομικά ασύμφο­ρο, τελικά, ύστερα από ποικίλες προτάσεις, αποφασίστηκε να γίνει. Ο πρώ­τος που πίστεψε στη σημασία και την αναγκαιότητά του ήταν ο προνοητής Agostino Sagredo, ο οποίος ανέθεσε τον σχεδιασμό του στους μηχανικούς Giaxich και Lasalle.

Είναι πράγματι θαυμαστό πώς μέσα σε τρία χρόνια (1711-1714) ένα τέ­τοιο αμυντικό έργο ολοκληρώθηκε και είναι ιδιαιτέρως σημαντικό γιατί είναι το μοναδικό αυτής της περιόδου σε ολόκληρη την Ελλάδα. Μπορεί να θε­ωρηθεί ότι το Παλαμήδι ήταν η τελευταία κυριότερη αρχιτεκτονική κατα­σκευαστική δραστηριότητα στον τομέα των δημοσίων έργων, και βέβαια των οχυρώσεων της Βενετίας στον ελλαδικό χώρο. Η βασική ιδέα της οργάνωσής του ήταν η κατασκευή μεμονωμένων οχυρωμάτων που θα ακολουθούσαν τις βασικές αρχές της εποχής στο σύστημα κατασκευής προμαχώνων, οχυρών που μπορούσαν να λειτουργήσουν και ανεξάρτητα, αυτοτελώς τοποθετημένα στα κρίσιμα σημεία του ορεινού αναγλύφου του βουνού, έτσι ώστε το πυρο­βολικό, με το οποίο θα ήταν εφοδιασμένο κάθε ένα, να κάλυπτε τα διπλανά οχυρά-προμαχώνες. Ολόκληρο αυτό το αμυντικό σύνολο περιέβαλλε οχυρός περίβολος, με την κύρια πύλη προς την πλευρά της ενδοχώρας και μια δευτερεύουσα προς την πλευρά της πόλης του Ναυπλίου.

Ένα μόλις χρόνο μετά την αποπεράτωση των εργασιών, το Παλαμήδι, η Ακροναυπλία, η Κάτω Πόλη και το Μπούρτζι καταλήφθηκαν από τους Οθω­μανούς, μετά από εννέα μέρες σκληρού αγώνα. Ουσιαστικά μαζί με το Ναύ­πλιο κατακτήθηκε ολόκληρη η Πελοπόννησος και χάθηκε για τη Βενετία το Βασίλειο του Μοριά. Η ειρήνη του Πασάροβιτς, το 1718, υπογράφθηκε από την Αυστρία και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κλείνοντας με τρόπο πο­λύ οδυνηρό για τη Βενετία την τελευταία περίοδο του μακροχρόνιου αγώνα εναντίον των Οθωμανών. Σε αυτόν τον αγώνα, παρά τα λάθη της, η Βενετία κατόρθωσε να αντιμετωπίσει τον φοβερό εχθρό, τον οποίο, έστω και αν δεν μπό­ρεσε να κατατροπώσει, τον κατέστησε εξαντλημένο και κουρασμένο.

Παρ’ όλα αυτά, μέχρι την τελευταία στιγμή η συστηματικότητα με την οποία ήταν οργανωμένη η διοίκηση της μητρόπολης, ιδίως στον στρατιωτικό τομέα, αποδεικνύει ότι η Γαληνοτάτη υπήρξε μια μεγάλη δύναμη που άφη­σε ανεξίτηλα τα σημάδια της στην ελληνική γη. Τα βενετσιάνικα φρούρια των παράκτιων περιοχών της Πελοποννήσου, και όχι μόνο, με τον όγκο τους και την επιβλητικότητά τους είναι οι μάρτυρες αυτής της παρουσίας, μνημεία συνδεδεμένα άρρηκτα με την ιστορία του τόπου.[10]

Καταλήγοντας, θα θέλαμε να τονίσουμε ότι τα οχυρωματικά έργα των Βενετών της τελευταίας περιόδου της κυριαρχίας τους στην Ελλάδα, από τον 16ο αι. έως και τις αρχές του 18ου, έχουν μια αμείλικτη μεγαλοπρέπεια. Τα ισχυρά τείχη του Ηρακλείου της Κρήτης, τα φρούρια της Κέρκυρας και τα δυνατά τείχη του Παλαμηδιού και της Κάτω Πόλης του Ναυπλίου, για ν’ ανα­φέρουμε τα πλέον σημαντικά, είναι από τα σπουδαιότερα μνημεία που διατη­ρούνται στον ελληνικό χώρο.

 

IOANNA STERIOTOU

THE FORTIFICATIONS OF NAFPLIO: A TIMELESS GUIDE FOR THE DEVELOPMENT OF BASTION SYSTEM (15th-18th C.)

 

The Venetians began to organize the defense of the city of Nafplio since 1470, with the construction of several fortifications: the fort Bourtzi on the rocky island at the entrance to the gulf; the Castel del Toro, that was a third fortified enclosure at the eastern end of the hill of Akronafplia, in extension of the me­dieval fortifications; and the walls of the city, as it was developed towards the port, completed in the early 16th century.

During the period of the second Venetian rule, Nafplio played a leading role, as defined capital of the “Kingdom of Morea”. In Nafplio, the Venetians developed the greatest building activity in the field of public works, construct­ing new fortifications, until the second decade of the 18th century. The main concern was the defensive zone coverage in the land (isthmus) that connected the mainland to the peninsula, where the town developed beneath the moun­tain of Palamidi. Those works were completed in 1704.

The highlight though this activity is the fortress Palamidi at the top of the homonymous mountain that dominates over the town of Nafplio. It is indeed significant that within three years (1711-1714) a similar defensive work was completed and it is important, because it is a unique fortification, ex-novo constructed that time across Greece. The basic idea of its organization was the construction of individual strongholds (bastions), which would follow the ba­sic principles of bastion system, meanwhile they could function independent­ly, autonomously, placed at critical points of the rocky terrain of the mountain; so the artillery with which would be provided each bastion, could cover the adjacent ones.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1]   Ι. Στεριώτου, «Συμπληρωματικά αμυντικά έργα στις οχυρώσεις της Πελοποννήσου (1684-1715). Δύο σχέδια του τείχους της πόλης του Ναυπλίου (18ος αι.) από το αρχείο της Βενετίας», Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης (Μονεμβασιά, 20-22 Ιουλίου 1990), Αθήνα 1998, σ. 135-154. Της ίδιας, «Βενετοί και δημόσια έργα στον ελλαδικό χώρο», Όψεις της Ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού – Αρχειακά τεκμήρια, Ίδρυμα Ελληνικού Πο­λιτισμού, Αθήνα 1993, σ. 489-518. Της ίδιας, Τα βενετικά τείχη του Χάνδακα (τον 16ο και τον 17ο αιώνα). Το ιστορικό της κατασκευής τους σύμφωνα με βενετικές αρχειακές πηγές, «Βικελαία Βιβλιοθήκη» Δήμου Ηρακλείου, Ηράκλειον 1998. Δ. Αθανασούλης, «Η Ενε­τοκρατία στα Ιόνια, τη Δυτική Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Η νέα οχυρωματική τεχνο­λογία και η εφαρμογή της στα ενετικά κάστρα του ελλαδικού χώρου», “Ενετοί και Ιωα- ννίτες Ιππότες, Δίκτυο Οχυρωματικής Αρχιτεκτονικής”, Πειραματική Ενέργεια Αrchi-Μed, Αθήνα 2001, σ. 35-46. Ι. Στεριώτου, «Ο πόλεμος του Μοριά (1684-1697) και ο Κώδικας της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας», Θησαυρίσματα 33 (2003), σ. 241-283. I. Ste- riotou, «The Palamida fortress in Nauplia in the Peloponnese: a unique fortification of the XVIII century in Greece», Europa Nostra – Bulletin 59 (2005), σ. 69-78. Της ίδιας, «The bastioned fortresses in Greek territories under the influence of Vauban», Europa Nostra – Bulletin 62 (2008), σ. 81-90.

[2] O Filippo Besseti di Verneda ήταν στρατιωτικός μηχανικός και γενικός επιθεωρη­τής οχυρώσεων και πυροβολικού στη μακρόχρονη πολιορκία του Χάνδακα στην Κρήτη (17ος αι.), πάντα στην υπηρεσία της Βενετίας.

[3] Η capponiera ήταν ένας καλυμμένος διάδρομος (πέρασμα), συνήθως πασσαλόφρακτος, στον πυθμένα της τάφρου, για την επικοινωνία των αμυνομένων με τα εξωτερικά οχυρά και τη διασφάλιση χαμηλών πυρών.

[4]  Kevin Andrews, The Castles of Morea, Πρίνστον 1953, σ. 90-105.

[5] Στεριώτου, «Συμπληρωματικά αμυντικά έργα», ό.π. Απλά τα παρουσιάζουμε για να γίνει κατανοητή η συνέχεια των οχυρωματικών έργων των Βενετών εκείνη την περίοδο.

[6]  Στεριώτου, «Ο πόλεμος του Μοριά», ό.π.

[7]  Steriotou, «The Palamida fortress», ό.π. Andrews, The Castles of Morea, ό.π.

[8] Archivio di Stato di Venezia, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, disegno 1 (collocazione fotographica 14111, foto 361-362). Διαστάσεις σχεδίου: 585×217 mm.

[9] Archivio di Stato di Venezia, Provveditori da Terra e da Mar, F: 857, disegno 2, collocazione fotografica 14112, foto 363. Διαστάσεις σχεδίου: 436×293 mm.

[10]  Μια πλήρης και συστηματική έρευνα όλων των σχεδίων και των σχετικών με τις οχυρώσεις γραπτών αναφορών που βρίσκονται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας, με τη μεθοδολογία που ήδη περιγράψαμε, θα τεκμηριώσει απόλυτα τα όσα προαναφέραμε και είναι γνωστό ότι παρόμοια τεκμήρια υπάρχουν πολλά για όλα τα κάστρα του Μοριά.

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι όλα τα στοιχεία από το Αρχείο της Βενετίας, που αναφέρθηκαν στην παρουσίαση αυτή, ερευνήθηκαν από τη γράφουσα σε διαφορετι­κές περιόδους, κατά τις δεκαετίες του 1980, 1990 και 2000, που σημαίνει πολύς χρόνος και φυσικά έξοδα. Αν εκείνες τις περιόδους υπήρχε οργανωμένη, όπως τα τελευταία χρό­νια, η βάση δεδομένων του Πολιτιστικού Ιδρύματος του Ομίλου Πειραιώς (Π.Ι.Ο.Π.), οι δυνατότητες θα ήταν διαφορετικές. Το υλικό αυτής της βάσης είναι η καταχώριση όλων των σχεδιαστικών τεκμηρίων όλων των Αρχείων της Βενετίας και αφορούν όλα τα τεχνικά έργα που κατασκεύασαν οι Βενετοί στις κτήσεις τους στην Ελλάδα, σε όλες τις περιόδους της βενετοκρατίας, σε διάφορες φάσεις. Αυτή η τόσο σημαντική έρευνα έγινε μετά από πρωτοβουλία της καθηγήτριας και ακαδημαϊκού κυρίας Χρύσας Μαλτέζου, όταν ήταν διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας, σε συνεργασία με το Π.Ι.Ο.Π. Έτσι, κάθε ερευνητής που θέλει να ασχοληθεί με ανάλογα θέματα, μπορεί να κερδίσει πολύτιμο χρόνο και χρήμα, προετοιμάζοντας στην Ελλάδα ένα μεγάλο μέρος του υλικού της έρευνάς του, πριν την ολοκληρώσει στα ίδια τα Αρχεία της Βενετίας.

 

Ιωάννα Στεριώτου

Δρ. Αρχιτέκτων, Επιτ. Έφορος Νεωτέρων Μνημείων του ΥΠΠΟΑ

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Στοιχειά της καθημερινότητας από το Ναύπλιο της δεύτερης Βενετοκρατίας – Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 1619- 1694). Χαρακτικό του 18 αιώνα, P. Coronelli.

Είναι γνωστό ότι ένα από τα πιο σημαντικά επεισόδια του πέμπτου βενετοτουρκικού πολέμου (1684-1699)[1] υπήρξε η ανακατάληψη της Αττικής, και ειδικό­τερα της Αθήνας, το 1687, από τα στρατεύματα του επικεφαλής του πολέμου, Βενετού Φραγκίσκου Μοροζίνι. Ωστόσο, η κατάσταση αυτή δεν επρόκειτο να διαρκέσει για μεγάλο διάστημα και η εκ νέου εγκατάλειψη της Αττικής και των γύρω από αυτήν περιοχών στα χέρια των Οθωμανών θα συντελεστεί αρκετά γρήγορα, εξαιτίας των μεγάλων δυσκολιών που αντιμετώπισαν οι δυτι­κές δυνάμεις.[2] Όμως, η αποχώρηση των Βενετών και ο εν συνεχεία περιορι­σμός τους αποκλειστικά στην ανακαταληφθείσα Πελοπόννησο (Regno di Morea) συμπαρέσυρε και πολλούς Έλληνες, κατοίκους της Αττικής και των γύρω περιοχών (Θήβα, Εύβοια), και ιδιαίτερα πολλούς κατοίκους της πόλης της Αθήνας· κάποιες πηγές, μάλιστα, υπολογίζουν τον αριθμό τους σε 6.000 ανθρώπους.[3]

Η υποστήριξη που είχαν παράσχει οι Αθηναίοι στους Βενετούς – είχαν συ­γκροτήσει ακόμα και ένοπλο στρατιωτικό τμήμα για την ενίσχυση των δυτικών δυνάμεων[4]– και ο φόβος για πιθανά βίαια αντίποινα εις βάρος τους εκ μέ­ρους των Οθωμανών, μαζί, βέβαια, με τη διευκόλυνση της μετοικεσίας αυτής εκ μέρους των Βενετών για λόγους ασφαλώς δημογραφικούς,[5] μπορεί να εξη­γήσει σε μεγάλο βαθμό την αιτία εξόδου των Αθηναίων από την πατρίδα τους.

Στο σημείο αυτό θέλω να προσθέσω και ένα άλλο στοιχείο, που ενδεχομέ­νως συμβάλλει στην κατανόηση της στάσης των Αθηναίων να συνδράμουν τον Μοροζίνι: πολλοί από τους Αθηναίους είχαν συγγενικά πρόσωπα στη Βενετία, όπου βρίσκουμε εγκατεστημένους Αθηναίους τουλάχιστον από τα μέσα του 17ου αι., ενώ υπήρχαν και πολλοί μετακινούμενοι μεταξύ Βενετίας και ελλαδικού χώρου, οι οποίοι ασκούσαν το εμπόριο. Τα πολλά κοινά ονόματα[6] που αντιστοιχούν σε μέλη της Ελληνικής Αδελφότητας της Βενετίας και σε κατοίκους της Αθήνας, καταδεικνύουν με σαφή τρόπο τη στενή συνάφεια μεταξύ των ανθρώπων αυτών, πολλούς από τους οποίους η βενετική εμπλοκή οδήγησε σε περιοχές του Μοριά, και κυρίως στο Ναύπλιο, κατά τη δεύτερη βενετοκρατία.

Είναι, λοιπόν, ακριβώς αυτή η συνάφεια των ανθρώπων που μας βοηθά να αντλήσουμε πολλές πληροφορίες για το βενετοκρατούμενο Ναύπλιο και την ενδοχώρα του, επειδή, όπως είναι ευνόητο, η σχέση και οι δοσοληψίες τους εξακολούθησαν να υφίστανται και μετά από την εναλλαγή του τόπου κατοι­κίας: από την Αττική, και κυρίως την Αθήνα, στην Πελοπόννησο, και κυρίως στο Ναύπλιο.

Φυσικά, οι πληροφορίες αυτές δεν αποτελούν συστηματικές και λεπτομε­ρείς αναφορές συνταγμένες από κρατικούς αξιωματούχους για να ενημερώ­σουν τις κεντρικές αρχές της Γαληνοτάτης για την κατάσταση των επαρχιών. Όμως, επειδή προέρχονται από ανθρώπους που ζουν τα γεγονότα από κοντά, δρώντας φυσικά μέσα στον στενό και άμεσο κύκλο των επαφών και των συμ­φερόντων τους, έχουν ιδιαίτερη σημασία και μπορούν να πλαισιώσουν τις επίσημες πηγές, οι οποίες δεν μπορεί παρά να προσεγγίζουν στο σύνολό τους τις καταστάσεις με γενικό τρόπο και να μην αποδίδουν τις λεπτομέρειες των άμεσα εμπλεκομένων.[7]

Οι πληροφορίες αυτές, λοιπόν, προέρχονται από δύο πηγές αλληλογρα­φίας, που έχουν ως τόπο αποστολής το Ναύπλιο και προορισμό τη Βενετία. Αποστολείς, από το Ναύπλιο, είναι ο Χριστόδουλος Λελέκος και ο Νικολός Θεοτόκης, και παραλήπτης, στη Βενετία, είναι πάντα ένας, ο Δημήτριος Πε­ρούλης.[8] Η αλληλογραφία καλύπτει την περίοδο από το 1708 έως το 1715. Έχουμε, ωστόσο και δύο παλαιότερα γράμματα του Θεοτόκη (1698 και 1705), ενώ ο Χρ. Λελέκος θα εξακολουθήσει να στέλνει γράμματα στη Βενετία και μετά από την πτώση του Ναυπλίου, φυσικά από άλλους τόπους και υπό άλλη ιδιότητα.[9]

Ο Νικολός Θεοτόκης,[10] αθηναϊκής καταγωγής, εξάδελφος του Δ. Περού­λη, με εξαμελή οικογένεια, είναι ένας από τους μικροεμπόρους του Μοριά, που προμηθεύουν τον Δ. Περούλη με προϊόντα, στη γνωστή γραμμή της εμπορι­κής δραστηριότητας με αποστολή πρώτων υλών στη Βενετία και εισαγωγή από εκεί προϊόντων της βενετσιάνικης βιοτεχνίας και διάθεσή τους στον ελλαδικό χώρο. Ο Ν. Θεοτόκης καταθέτει στα γράμματά του εμπορικές πράξεις, εκτιμήσεις δοσοληψιών, εκτιμήσεις για την παραγωγή ορισμένων προϊόντων (κυρίως μεταξιού), διαπιστώσεις για την οικονομική κατάσταση στον Μοριά και τα πιθανά κέρδη, εκκλήσεις για επικερδή διάθεση των προϊόντων που στέλνει στη Βενετία, και βέβαια προσωπικά/οικογενειακά συμβάντα. Είχε στείλει τους δύο γιους του (Κωνσταντή και Αδριανό) στη Βενετία, τον πρώτο το 1708 – για να μάθει κοντά στον Περούλη τα του εμπορίου – και τον δεύτε­ρο λίγο πριν από την εισβολή των Τούρκων, ενώ ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε με την πτώση του Ναυπλίου και απελευθερώθηκε με την καταβολή λύτρων (βλ. παρακάτω).

Ο άλλος επιστολογράφος μας, ο Ηπειρώτης Χριστόδουλος (Χρίστος) Λελέκος,[11] ήταν από μικρός παραγιός των Περούληδων στην Αθήνα και εν συνε­χεία, ακολουθώντας την πορεία των αφεντικών του, θα βρεθεί στο Ναύπλιο, όπου έγινε, θα λέγαμε, οικονομικός διαχειριστής της οικογένειας. Με άλλα λόγια, βρέθηκε να εξυπηρετεί τα νέα συμφέροντα των αφεντικών του στον Μοριά, δηλαδή αυτά που προέκυψαν από την απόδοση σε εκείνους – όπως και σε πολλούς άλλους εποίκους – κτημάτων στην ενδοχώρα του Ναυπλίου. Ο Χρ. Λελέκος στην πραγματικότητα βρίσκεται στη δούλεψη αρκετών προσώ­πων της οικογένειας Περούλη του Μοριά (γυναίκες, νύφες, γαμπροί, παιδιά), συνολικά υπηρετεί περίπου 20 άτομα. Ανάμεσα στα άτομα αυτά ουσιαστικά δεν υπάρχει υπεύθυνο ενήλικο αρσενικό πρόσωπο με το όνομα Περούλης, επειδή ο Δ. Περούλης – που θα μπορούσε να έχει αυτόν τον ρόλο – βρίσκεται μόνιμα εγκατεστημένος στη Βενετία, ενώ ο πατέρας του, ο γιατρός Σπυρί­δωνας που είναι ένας από τους επικεφαλής των εποίκων Αθηναίων, κινείται συνεχώς μεταξύ Μοριά και Βενετίας, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να ανταποκριθεί με συνέπεια στον ρόλο αυτό.

Σε αυτές τις συνθήκες ο Χρ. Λελέκος, πέρα από την επίβλεψη των αγρο­τικών εργασιών, την επιμέλεια της καλλιέργειας των κτημάτων και τη διά­θεση των προϊόντων που αυτά αποδίδουν, αναδεικνύεται και ως ένας οιονεί διαμεσολαβητής ανάμεσα στους Περούληδες του Ναυπλίου και εκείνων της Βενετίας, έχοντας αποκτήσει την εμπιστοσύνη και των δύο μερών. Από την αλληλογραφία του, εξάλλου, φαίνεται καθαρά ότι επιχειρεί να ισορροπήσει τις προσωπικές/οικογενειακές αντιθέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας, κοινοποιώντας στον Δ. Περούλη τα πεπραγμένα του, οικονομικά και ενδοοικογενειακά. Αυτό, ωστόσο, ενέχει και υψηλό ρίσκο, που θα αποτυπωθεί, άλλωστε, στη μετά την πτώση του Ναυπλίου διένεξή του με τον Δ. Περούλη ως προς τα υψηλά έξοδα που παρουσιάζει ότι έχουν γίνει για τη συντήρηση της οικογένειας του Ναυπλίου, διένεξη που τελικά θα καταλήξει στα βενετικά δικαστήρια και εξαιτίας της οποίας διασώθηκε και η εν λόγω αλληλογραφία.[12]

Αιχμάλωτος και ο Χρ. Λελέκος των Τούρκων, μετά την πτώση του Ναυπλίου, εξαγόρασε την ελευθερία του και, ακολουθώντας τα τουρκικά στρατεύματα στην πορεία τους προς τη Χίο και τη Σμύρνη, απελευθέρωσε πολλά μέλη της οικογένειας Περούλη με την καταβολή λύτρων. Σημειώνω ότι μεταξύ του Ν. Θεοτόκη και του Χρ. Λελέκου, δηλαδή της αλληλογραφίας τους, υπάρχει μικρή επικάλυψη και αναφορές του ενός στα πεπραγμένα του άλλου, καθώς εξυπηρετούν και εξαρτώνται από κοινό πρόσωπο.

Όπως ανέφερα ήδη, τα στοιχεία που καταγράφονται σε αυτά τα περίπου 50 γράμματα,[13] είναι πολλά και γι’ αυτό στη μελέτη αυτή θα αναφερθώ υπο­χρεωτικά σε λίγα, στα πιο ενδιαφέροντα, κατά τη γνώμη μου, και πάντως με περιγραφικό και όχι αναλυτικό τρόπο, επιδιώκοντας απλώς να προϊδεάσω τον αναγνώστη για το σύνολο της αλληλογραφίας. Έχω πάντως την εντύπωση ότι είναι από τις λίγες φορές – δεδομένου ότι πηγές αυτού του τύπου και για την περίοδο αυτή είναι λίγες – που μέσω των γραμμάτων του Χρ. Λελέκου, πέρα από τις όποιες πληροφορίες αφορούν τις διαπροσωπικές σχέσεις των ατόμων, μπορούμε να αντλήσουμε στοιχεία για τη φύση και την τύχη της κτηματικής περιουσίας που παραχωρήθηκε στους Αθηναίους εποίκους από το βενετικό δημόσιο.

Έτσι, διαπιστώνουμε τη χρησιμοποίηση ντόπιων εργατών (κολίγων) αλλά ενίοτε και στρατιωτών της φρουράς του Ναυπλίου· τα χωράφια καλλιεργού­νται συστηματικά και αποδίδουν κυρίως σιτάρι, κριθάρι, κουκιά, σταφύλια, βαμβάκι και κρασί, σε ποσότητες οι οποίες – όσον αφορά κυρίως το σιτάρι και το κρασί – είναι τέτοιες που, μετά την καταβολή της δεκάτης και όσων διατίθενται για αυτοκατανάλωση, επιτρέπουν την εμπορευματοποίησή τους.

Οι αναφορές σε ποσότητες σιταριού που, εκχρηματιζόμενες, φορτώνονται σε βενετσιάνικα και γενοβέζικα πλοία είναι συχνές.14

Εκτός όμως από την εκμετάλλευση των υπαρχουσών καλλιεργήσιμων γαιών στην ενδοχώρα του Ναυπλίου, υπάρχουν συνεχείς αναφορές σε εκχερ­σώσεις και μετατροπές σε καλλιεργήσιμη γη νέων εδαφών που βρίσκονται σε βαλτώδεις περιοχές, και μάλιστα με εντατικό τρόπο. Ίσως, μάλιστα, το γεγονός αυτό αποτελεί και ένδειξη του προβλήματος που υπήρχε στην Πελο­πόννησο, δηλαδή της έλλειψης εργατικών χεριών, το οποίο οι Βενετοί προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν διευκολύνοντας την εγκατάσταση εποίκων από την Αττική και τις γύρω από αυτήν περιοχές. Το ενδιαφέρον είναι ότι πολλές φορές υπάρχει πίεση για εκχερσώσεις και από τον Δ. Περούλη της Βενετίας, απόδειξη ότι η παραχώρηση των κτημάτων δεν συντελούσε απλώς στην απο­κατάσταση των εποίκων αλλά αποσκοπούσε σε ουσιαστική παραγωγική εκ­μετάλλευση, όπως μαρτυρεί και η παρακάτω χαρακτηριστική αναφορά του Χρ. Λελέκου:15

 

αν ροτάς διά τά υποστατικά, με χάρης Θεού καλλά έπίγαν κατά τον κερόν όπου έκαμε, και έχω διά πούλισην στάρη πινάκεια[14] [15] [16] [17] 300 και χόρια κουκιά- άλλα 50, και κριθάρη. εις το αμπέλη ήρθαν και μου έδοσαν πρότον λόγον ρηάλια17 – 500, εγώ τους εγίρεψα ριάλια 750.

 

Στις εκμεταλλεύσεις αυτές εντάσσεται και η λειτουργία υδρομύλων, αποκλει­στικά εξαρτώμενων, όπως και οι καλλιέργειες, από τις βροχοπτώσεις, με τις οποίες ενισχύονταν τα νερά των τοπικών χειμάρρων, ώστε να λειτουργεί άρ­τια το σύστημα άλεσης των σιτηρών.

Από τις καλλιέργειες αυτές, δηλαδή από τη διάθεση των προϊόντων που ανέφερα, φαίνεται ότι εισπράττονταν ικανοποιητικά ποσά, τα οποία χρησι­μοποιούνταν για την εξυπηρέτηση εμπορικών συναλλαγών, σύμφωνα με τις εντολές που δίνονταν από τη Βενετία. Εξάλλου, είναι πολύ ενδιαφέρον το γεγονός ότι μικρές εμπορικές συναλλαγές βρίσκει τη δυνατότητα να ασκεί και ο παραγιός Χρ. Λελέκος (γνωρίζουμε αρκετές παραγγελίες του σε βιοτεχνικά προϊόντα[18]), ενώ η παρέμβαση του Ν. Θεοτόκη είναι ακριβώς αυτή, δηλαδή η αποστολή προϊόντων (κυρίως μεταξιού) στη Βενετία, η πώλησή τους, η αγο­ρά κατόπιν βιοτεχνικών προϊόντων (κυρίως υφασμάτων) και η διάθεσή τους στην Πελοπόννησο, όπως ήδη έχω αναφέρει.

Ο Χρ. Λελέκος όμως είναι ένας πολύ διορατικός στα οικονομικά, είναι ο παραγιός που συνεχώς εντοπίζει πιθανές πηγές κέρδους. Έτσι, είναι συνε­χής η πίεσή του προς τον Δ. Περούλη να μεριμνήσει για την ενοικίαση της δεκάτης, καθώς στο μυαλό του αυτό είναι μια δραστηριότητα που μπορεί να αποφέρει σημαντικά έσοδα, και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερο κόπο:

 

τόρα της γράφω διά την δεκατία[19]όπου βλέπο και δεν την εκόφτη και διά να την εκονφερμάρη, να την εχομε διά πάντα, και αν την εκουφερμάρη είναι ένα μέριτο καλλό όπου θέλη να μας δίδη τον χρόνον διάφορο ρηάλια -100 χορής καμίαν έξοδο.[20]

 

Ασφαλώς πρόκειται για δεκάτη τοπικής εμβέλειας, η λειτουργία της οποίας αξί­ζει να διευκρινιστεί, αλλά, κατά πάσα πιθανότητα, αναφέρεται στην περιοχή όπου υπάρχουν και οι αγροτικές εκμεταλλεύσεις των Περούληδων.

Όπως ήδη ανέφερα, η εξάρτηση της απόδοσης των καλλιεργειών από τις καιρικές συνθήκες, δηλαδή στην ουσία από τις ικανές και στην κατάλληλη εποχή βροχές (αλλά και από την ακρίδα που ενδημούσε στην περιοχή), είναι καθοριστική και νά πώς την αποδίδει ο Χρ. Λελέκος στα γράμματά του:[21]

 

σας δίδω ήδισην πος φέτος έχη να γένη μεγάλην πίνα με το να μην έβρεξαι ο απρίλης ολότελα, και έως την σίμερον δεν την ήδαμαι την βροχή, μερικά στάρηα όπου ήχαν σπαρμένα εκαήκαν ολότελα, όπου δεν θερίζουν αλλά μήτε βάνουν δρεπάνει, μόνον ο θεός να κάμη ένα έλεος εις τον κόσμο του. Την σιμερον πιγένη το στάρη δέκα τέσεραις λίτρες[22] το πεινάκη και δεν το εβρίσκουν. Εις το παζάρη ος το μεσιμέρη είναι ψομή και από το μεσημέρη και ήστερα δεν ευρίσκεται.

 

Ένα δεύτερο ενδιαφέρον στοιχείο που αποτυπώνεται στην αλληλογραφία, είναι η έλλειψη καλών ακινήτων (κτηρίων) στο Ναύπλιο και το ενδιαφέρον του Δ. Περούλη να αποκτήσει σπίτια[23] [24] [25] [26] [27] [28] και εργαστήρια.24 Γνωρίζουμε ότι έχει στην κατοχή του ένα καλό σπίτι, το οποίο νοίκιαζε σε Δομινικανούς25 μονα­χούς επί δύο έτη και μετά δέχθηκε πίεση για να το ενοικιάσει σε Βενετσιάνους αξιωματούχους,26 δηλωτικό της έλλειψης κτηρίων που πριν ανέφερα. Πέρα από αυτά, οι ανταποκριτές του τον πληροφορούσαν συνεχώς για την κατά­σταση διάφορων σπιτιών που ενδιαφερόταν να αγοράσει. Χαρακτηριστική είναι η ακόλουθη περιγραφή ενός από τους ανταποκριτές του Δ. Περούλη:27

 

διά το σπήτη όπου μου γράφη διά να της γράψο αν έχη κομοδα,28 εκείνο του ρ Θεοτόκη[29] άλλο δεν έχη παρά εις τον κάτου πάτω έχη μία κάμαρα μηκρή και την κουζήνα, εις τον απάνου πάτω έχη δίο καμαροπούλες και το πόρτιγω[30] με το σαγνισήνη[31] όπου είναι εις τα κεραμήδια του τζοκάκη, μόνον να κάμης αν είναι μοδος[32] να πάρης τον αρχόντων τον κοθονέον,[33] όπου κάθεται ο μέλλος,[34] και αν το πάρης κάνης ένα παλάτην ό[που] να μην εί­ναι άλλο δευτερό του εις το αναύπλη και τέσερα αργαστίρηα εις το πάζάρη, όπου λέμε δίο όπου είναι τα δηκά μας και δίο του ροήδη και να πέρνης τον χρόνον από τα νίκηα ρηάλια -200.

 

Πολύ πιθανόν να βρισκόμαστε μπροστά στην περίπτωση εκμετάλλευσης ακι­νήτων, τάση που θα εκδηλωθεί με ένταση εκ μέρους του Δ. Περούλη λίγο αργό­τερα, αλλά προς άλλες, πιο ασφαλείς και βέβαια πιο προσιτές κατευθύνσεις.[35] [36]

Ένα άλλο στοιχείο που αξίζει να αναφέρω και εμφανίζεται στα γράμματα του Ν. Θεοτόκη σαφέστατα, είναι ότι κατά τις εμπορικές συναλλαγές, δηλαδή από τη διάθεση του μεταξιού, κυρίως, στην πιάτσα της Βενετίας, δεν επιθυμεί την αποστολή χρημάτων αλλά την επένδυσή τους στην αγορά βιοτεχνικών προ­ϊόντων. Αυτό αποτελεί, βέβαια, συνήθη πρακτική, όπως γνωρίζουμε και από τη συμπεριφορά και άλλων εμπόρων της περιόδου αυτής. Ωστόσο, πολλές φορές η πρακτική αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι κατά τη μετατροπή των νομισμάτων στην αγορά του Ναυπλίου ο Ν. Θεοτόκης διαπιστώνει ότι χάνει – επειδή και το λάντζο της μονέδας καλάρη πολύ36-, γι’ αυτό αναζητεί ισόπο­σης αξίας βιοτεχνικά προϊόντα (κυρίως υφάσματα) ή ακόμα και χρυσάφι, το οποίο, μάλιστα, συνιστά να στέλνεται με τον καπετάνιο τού εκάστοτε πλοίου και να επιδίδεται χέρι με χέρι, επειδή το Τελωνείο του Ναυπλίου επιβάλλει υψηλούς δασμούς: να μην το ιδούνε εδώ οι ντουανιέροι, επειδή παίρνουνε εις το χρυσάφι ντάκιο.[37]

Στη γραμμή αυτή και μέσα από τις παραγγελίες βενετσιάνικων βιοτεχνι­κών προϊόντων γίνεται έκδηλα φανερό ότι η τοπική αγορά είναι απόλυτα εξαρ­τημένη και από τις εισαγωγές προϊόντων, που, πέρα από τα αναμενόμενα (υφά­σματα, γυαλικά, βιβλία, ρούχα κτλ.) και τα σπανιότερα (κονιδολόγοι,[38] ρο­δοζάχαρη διά το βλάψιμο) ή προϊόντα ειδικώς επιζητούμενα (πιστόλι και του­φέκι ειδικών προδιαγραφών, ή να μου στίλης ένα καπελάκη χρυσό με τα πτερά διά το πεδή του ρ μάβροιωάνη όπου το έχω βαπτησμένο[39]), έχει ανάγκες και σε φτυάρια, σακούλες για το αλεύρι, παλάντζες για το ζύγισμα κτλ., δηλωτικά της σχεδόν παντελούς έλλειψης επιτόπιας βιοτεχνίας.

Δεν μπορώ να επεκταθώ σε περαιτέρω στοιχεία, τα οποία και πολλά είναι και άλλου τύπου πραγμάτευση απαιτούν. Θα καταλήξω εδώ στη διαπίστωση ότι κάποια στιγμή, όσο πλησιάζουμε προς το τέλος, εκδηλώνεται ο φόβος του τουρκικού κινδύνου, ο οποίος προσδιορίζει τις πράξεις και τις σκέψεις των ανθρώπων.

Όπως γνωρίζουμε, οι απειλητικές διαθέσεις των Τούρκων είχαν γίνει εμφανείς τουλάχιστον ένα χρόνο πριν από την πτώση του Ναυπλίου, πράγμα που αποτυπώνεται και στην αλληλογραφία μας. Θα αναφέρω ορισμέ­να στοιχεία: στα έξοδα του Χρ. Λελέκου καταγράφονται δόσεις για την άμ­μο του Παλαμηδίου, πράγμα που μάλλον σημαίνει επισκευές στο φρουριακό συγκρότημα, καταγράφονται κινήσεις ιππικού (δραγόνοι) στον κάμπο και τάισμα των αλόγων τους με τα σπαρμένα κριθάρια, καταγράφονται υποχρεωτι­κοί δανεισμοί εκ μέρους των Βενετών εις βάρος πλούσιων Ελλήνων, κινήσεις της αρμάδας και διάσπαρτες φήμες για επικείμενη βοήθεια ή επικείμενο ρωσοτουρκικό πόλεμο. Όπως έχει δείξει σε παλαιότερη εργασία της η συνάδελ­φος Ευτυχία Λιάτα,[40] ο φόβος για το επικείμενο κακό πολλές φορές είναι εισαγόμενος, δηλαδή πρώτα τον αισθάνονται εντονότερο οι άνθρωποι που είναι εκτός του Μοριά αλλά κοντά σε κέντρα πληροφοριών.

Ένας από αυτούς τον βιώνουν, είναι και ο Σπυρίδων Περούλης, σπουδασμένος γιατρός στην Πάδοβα, πατέρας του Δημητρίου, που κινείται συνεχώς μεταξύ Μοριά και Βενετίας. Ήδη από τα τέλη του 1713 – αρχές 1714 ο Χρ. Λελέκος παρατηρεί την έντονη ανησυχία του Σπ. Περούλη, όταν αυτός βρισκόταν στο Ναύπλιο, και το επισημαίνει στον γιο του: τον αυθέντη μου το πατέρα της πάλην του εμπίκε ένας σιλογισμός πολής διά τους τούρκους, οπού μάρτις μου ο Θεός, όλη νήκτα δεν έκλη το μάτι του, πεύτη σικόνεται με το ήδιον σιλογισμόν.

 Όπως γνωρίζουμε, ο συλλογισμός του Σπ. Περούλη σε λίγο καιρό θα εξε­λιχθεί σε κίνδυνο προ των πυλών και τότε στην αλληλογραφία μας θα απο­τυπωθούν προσπάθειες διαφυγής από τον κλοιό που αρχίζουν να στήνουν οι Τούρκοι, οι οποίες άλλοτε επιτυγχάνουν και άλλοτε αποτυγχάνουν. Πάντως, στην αλληλογραφία καταγράφονται σκέψεις μεταφοράς των γυναικοπαίδων διά ξηράς είτε στην Πάτρα και από εκεί στην Κέρκυρα, είτε στη Μονεμβασία· επίσης, προσπάθειες αποστολής χρημάτων, ασημικών, πολύτιμων σκευών και προϊόντων έξω από τη ζώνη κινδύνου, με αποτέλεσμα να τιναχθούν στα ύψη οι ναύλοι και οι ασφαλίσεις. Και πέρα από όλα αυτά, η συγκέντρωση ανθρώ­πων και προϊόντων στο Ναύπλιο, που θεωρείται το πλέον ασφαλές καταφύ­γιο, με αποτέλεσμα το κατρακύλισμα των τιμών, στοιχεία που αποτυπώνονται με τον εξής τρόπο στο γράμμα του Χρ. Λελέκου:

 

φέτος με την χάρην του θεού είναι εις όλα τα πράγματα τόση ευτιχία όπου δεν το θημόντε άλλον χρόνον, το τερή πιγένη ασπρόλιτρο, τα κεφάλια όπου είναι αλατισμένα, τρία σολδία την λίτρα, το μαλή το δίδουν το καντάρι 15 λίτρες και 13, όσο θέλη κανής να μαζόξη, το κρασί – 40 γαζέταις η μπότζα, διατί σαν εγρικήσαν ετούτο τον φόβον το εκουβαλίσαν όλο επά μέσα όλο της τροπολιτζάς και του άργους και τρίκαλα και ακόμη και από το μηστρά εφέραν κρασή.[41]

 

Θα ακολουθήσει η πτώση του Ναυπλίου (9 Ιουλίου 1715) και η προσωρι­νή διακοπή της αλληλογραφίας, ή καλύτερα η συνέχειά της υπό άλλους, τρα­γικούς όρους, όπως τους περιγράφει ο Ν. Θεοτόκης:[42]

 

ευγενέσταται και εκλαμπρότατε εξάδελφε σρ: κόντε δημήτρι περούλι, χαίρης ομού με τον ηγαπιμένον μου εξάδελφον τον μπατέρα σου με άλες μου δίο θλιβαιρές, όντας μου εις το Ανάπλι εις την σκλαβιά και μια περ βιας Λάρισον και άλι με τον χρίστο λελέκο, έγραφα την εκλαμπρότι σου τα ανιπόφερτα κακά που μας επανεβρίκαν, οπού λογιάζο απόντες εστάθι ο κόσμος να μιν εγίνι άλη τέτια σκλαβιά που ζιούμε, μόνο έος τόρα δεν μαζι στεριμένη από όλα που ηδό δεύτερον ιποκάμησον να φορέσομε δεν έχομεν, εβρισκόμασταν εδό στο Μιστρά, εγό και η ταλέπορη μου σιμβήα στον σρ: Μελέτη, και τρόμε κομάτι ψομί, και αν τούτος ο δόλιος στεναχοριμένος που ήτι και αν ίχεν τάστιλε στο κατακαημένο Ανάπλι και τάχασε, τα δόλια μας πεδιά στι σκλαβιά, τα μάτια μου τρέχουν, τα χέρια μου τρέμουν και δεν ημπορό να σας τα γράφο καταλευτός, παρά έγραψα όπος ημπόρουν τον μπεδιόν Κοσταντή και Ανδρινού, και σε περικαλό επάρτε την ετζίνη την γραφή και ήδετέ την και σπλαχνιστίτε μας, όχι οσάν πρότα αξαδέλφια οπού ήμεστεν, μόνο να μας ελογιάζετε οσάν αδέλφιά σας, εντούτος ο τζερός ήνε τόρα να δίξουν η άλι εδιτζή τα χριστιανικά έργα να μας ελευθερόσετε που περικουλάρουμε και ψιχικός και σοματηκός και ο θεός σας τα δίνι εκατονταπλασίος και ης τον μπαρόντα και ης τον μέλοντα καιρόν.

 

PAN. D. MICHAILARIS

Aspects of everyday life n Nafplio during the second Venetian Occupation

 

As is well known, many Athenians who followed the Venetians departing from Attica (1687) settled in the Peloponnese, particularly in the city and hinter­land of Nafplio. Among them was the Peroulis family, that was given land in the same region. In this paper I present, in a preliminary form, informa­tion deriving from the correspondence between two persons involved in these events, both related to Dim. Peroulis of Venice. The first is the Athenian Niko- los Theotokis, first cousin of the Peroulis family and their commercial agent in Morea. The second is Chr. Lelekos, a person responsible for the cultivation of their land and the trading of their products. From these letters, preserved in the Archives of Peroulis family, which are part of the State Archives of Venice, apart from the economic issues, we draw information about many aspects of everyday life in Nafplio during the second Venetian occupation, especially the period 1709-1715.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για τα γεγονότα του πολέμου αυτού που άρχισε το 1684 και έληξε με τη συνθήκη του Κάρλοβιτς (1699), η συναγωγή πηγών και βιβλιογραφίας είναι μεγάλη και αναλυτική. Περιορίζομαι στην αναφορά δύο έργων, στα οποία ο αναγνώστης μπορεί να αναζητή­σει και περαιτέρω βιβλιογραφική πληροφόρηση: Ιωάννης Χασιώτης, «Οι Έλληνες και οι πόλεμοι μεταξύ της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ευρωπαϊκών κρατών, 1669-1702», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΑ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1975, σ. 8-98, και Κων­σταντίνος Ντόκος, Η Στερεά Ελλάς κατά τον ενετοτουρκικόν πόλεμον (1684-1699) και ο Σαλώνων Φιλόθεος, Αθήνα 1975, στο οποίο, βέβαια, και όλα τα στοιχεία για την εισβολή των Βενετών στην Αττική.

[2] Κωνσταντίνος Ντόκος, «Η μετοικεσία των Αθηναίων στην Πελοπόννησο και η πρώ­τη φάση του επαναπατρισμού τους (1688-1691)», Μνήμων 10 (1985), σ. 96-138.

[3] Στο ίδιο, σ. 100, 101. Στην εργασία αυτή ο Κ. Ντόκος δημοσιεύει τα ονόματα πολλών Αθηναίων που εγκαταστάθηκαν στον Μοριά. Εκτός από αυτά, έναν κατάλογο με άλλα ονόματα δημοσίευσε και ο Κωνστ. Δ. Μέρτζιος, «Παρθενών-Μοροζίνι και το δράμα των Αθηναίων», Αθηνά 55 (1951), σ. 254-257.

[4] Ντόκος, «Η μετοικεσία», ό.π., σ. 98.

[5] Στο ίδιο, σ. 102.

[6] Είναι εύκολο να εντοπίσει ο ενδιαφερόμενος είτε στο Αρχείο της Ελληνικής Αδελφότητας της Βενετίας είτε στα βιβλία που αναφέρονται στην ιστορία της Αθήνας, είτε σε εμπορικές αλληλογραφίες της περιόδου ονόματα όπως: Καπετανάκης, Περούλης, Ταρωνίτης, Μάκολας, Καγγελάρης, Γάσπαρης, Λίμπονας, Δούσμανης, Ροΐδης, Μπενιζέλος, Θω­μάς, Βωβός, Κουτρικάς, Μποζίκης, Ντέκας, Πατούσας, Μαυρογιάννης και πολλά άλλα, τα οποία αντιστοιχούν σε κατοίκους της Αθήνας και σε συγγενείς τους στη Βενετία.

[7] Για τις πηγές της εποχής και τη σημασιοδότησή τους βλ. Ευτυχία Λιάτα, «Μαρ­τυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715)», Μνήμων 5 (1975), σ. 101-102.

[8] Ο Δημήτριος Περούλης είναι ο γνωστός, αθηναϊκής καταγωγής, μεγαλέμπορος στη Βενετία του 18ου αι., ο οποίος συνέχιζε την εμπορική παράδοση της οικογένειας του, μέλη της οποίας είχαν εγκατασταθεί στη Βενετία από τα μέσα τουλάχιστον του 17ου αι. και είχαν διακριθεί στο εμπόριο αλλά και σε ηγετικές θέσεις της Ελληνικής Αδελφότητας της Βενετίας. Ο Δ. Περούλης αρχικά θα συνεχίσει τις παροδοσιακές μεταπρατικές εμπορικές πρακτικές της οικογένειάς του, αλλά γρήγορα θα εξελιχθεί σε σημαντικό οικονομικό παρά­γοντα του βενετσιάνικου 18ου αι. Βλ. γι αυτόν, P. D. Michaelaris, «L’attivita armarato- riale di Demetrio Peruli ed il suo intervento al traffic mediterraneo», Actes du II Coloque International d’Histoire, τ. 1, Αθήνα 1985, σ. 175-186, και Vicenzo Ruzza, La famiglia Perulli da Atene a Venezia, Vittorio Veneto 2000 (μια συναισθηματική κατάθεση στοιχείων για την ιστορία της οικογένειας από έναν εκ θηλυγονίας απόγονό της, όπου, παράλληλα, συγκεντρωμένη και η έως το 2000 βιβλιογραφική συναγωγή για την οικογένεια Περούλη).

[9] Ο Χρ. Λελέκος, αφού πρώτα ελευθερώθηκε, ακολούθησε κατά πόδας τα οθωμα­νικά στρατεύματα, τα οποία μετά την κατάληψη του Ναυπλίου επέστρεφαν στις βάσεις τους σέρνοντας μαζί τους και τους σκλαβωμένους Έλληνες, εν αναμονή της καταβολής λύτρων. Πράγματι, ο Χρ. Λελέκος κατάφερε, με την οικονομική συνδρομή του Δ. Περού­λη, να ελευθερώσει πολλά από τα μέλη της οικογένειας Περούλη στη Χίο και στη Σμύρνη, όπου τελικά κατέληξαν ως αιχμάλωτοι των Οθωμανών.

[10] Ντόκος, «Η μετοικεσία», ό.π., σ. 135. Ο Νικολός Θεοτόκης κατέχει τον αρ. 562 στον κατάλογο των αθηναϊκών οικογενειών, τα ονόματα των οποίων δημοσιεύονται, και ανήκε στην πρώτη τάξη των Αθηναίων. Ένας άλλος Θεοτόκης, ο Μελέτης, βρίσκεται εγκατεστημένος στον Μυστρά και συνεργάζεται με τον Νικολό στις εμπορικές συναλλα­γές, φροντίζοντας κυρίως για την προμήθεια μεταξιού.

[11] Για την ενδιαφέρουσα αυτή προσωπικότητα τα όσα στοιχεία γνωρίζουμε προέρ­χονται από τις πληροφορίες που καταθέτει για τον εαυτό του ο ίδιος, όταν προβάλλει τις πράξεις του ή όταν καταφεύγει στην υπενθύμιση των υπηρεσιών που έχει προσφέρει στην οικογένεια Περούλη, και φυσικά από πληροφορίες ανθρώπων που έχουν σχέση μαζί του, όπως λ.χ. ο Ν. Θεοτόκης.

[12] Βλ. Archivio di Stato di Venezia (στο εξής A.S.V), Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11: α) Fasc. με την εξωτερική ένδειξη: C Per II Sig Co: Demetrio Perulli C[ontro] Christo Lelleco, ελληνικά έγγραφα του Χρίστου Λελέκου, Δημ. Σπ. Περούλη, σ. 1-53 (r-v). β) Fasc. με την εξωτερική ένδειξη: B Per No 8 Il Sig Demetrio Peruli C[ontro] Christo Lelleco. Στην αρχή στάμπα με τη χειρόγραφη ένδειξη: Perulli ControLelecho (σ. 1-58). Ακολουθούν ελληνικές επιστολές του Χρ. Λελέκου προς τον Δημ. Σπ. Περούλη (σ. 1-58, r-v). γ) Fasc. με την εξωτερική ένδειξη: Per Il Sig Co: Demetrio Peruli C[ontro] Christo Lelecco, σ. 1-97 (r-v).

[13] Τη μικρή αυτή μελέτη ο αναγνώστης πρέπει να θεωρήσει ως πρόδρομη ανακοίνω­ση εν όψει της έκδοσης όλων των γραμμάτων που συγκροτούν την αλληλογραφία αυτή, η οποία τώρα απόκειται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας: A.S.V, Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (αλληλογραφία Χρ. Λελέκου προς Δ. Πε­ρούλη) και β) A. S. V., Grande Fraterna di S. Antonin, Archivio Privato dei Conti Perulli, b. 12 (αλληλογραφία του Ν. Θεοτόκη προς Δ. Περούλη).

[14] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμ­μα του Χρ. Λελέκου, της 29ης Νοεμβρίου 1712).

[15] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμ­μα του Χρ. Λελέκου, της 23ης Οκτωβρίου 1713).

[16] Το πινάκι είναι μονάδα μέτρησης δημητριακών· βλ. γι’ αυτό τα όσα προσκομίζει ο Σπύρος Ασδραχάς, Ελληνική κοινωνία και οικονομία, ιη’ και ιθ’ αι. (υποθέσεις και προ­σεγγίσεις), Αθήνα 1982, σ. 103.

[17] Για το ρεάλι και τις ισοτιμίες του βλ. Ευτυχία Λιάτα, Φλωρία δεκατέσσερα στέ- νουν γρόσια σαράντα. Η κυκλοφορία των νομισμάτων στον βενετοκρατούμενο και τουρκο­κρατούμενο ελληνικό χώρο, ιε’-ιθ’ αι, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1996, σ. 220.

[18] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμ­μα του Χρ. Λελέκου, της 1ης Απριλίου 1712).

[19] Φυσικά εννοεί τον φόρο της δεκάτης επί των παραγόμενων προϊόντων.

[20]  A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμ­μα του Χρ. Λελέκου, της 8ης Ιουνίου 1713 και της 2ας Φεβρουαρίου 1714).

[21] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμ­μα του Χρ. Λελέκου, της 29ης Νοεμβρίου 1712 ).

[22] Για τη βενετσιάνικη λίρα (λίτρα) και τις ισοτιμίες της βλ. Λιάτα, Φλωρία, ό.π., σ. 213.

[23] Από πολλά γράμματα του Χρ. Λελέκου αλλά και του Ν. Θεοτόκη συνάγεται ότι ο Δ. Περούλης επιθυμούσε να έχει ένα καλό κατάλυμα στο Ναύπλιο και ότι σχεδίαζε να ταξιδεύσει στην πρωτεύουσα του Μοριά για να επιβλέψει αυτοπροσώπως τις οικογενει­ακές και προσωπικές-οικονομικές του υποθέσεις. Ορισμένες φορές, μάλιστα, δίνεται η εντύπωση από τα γράμματα ότι στις πρώτες δεκαετίες του 18ου αι. ο Περούλης σκεφτόταν να προβεί και σε μόνιμη ίσως εγκατάσταση στον ελλαδικό χώρο, υπόθεση που φυσικά ανέκοψε τόσο η πτώση του Ναυπλίου όσο και το γεγονός ότι η μεταγενέστερη εμπλοκή του με τα μονοπώλια του αλατιού και του καπνού, αλλά και οι άλλες οικονομικές του δραστηριότητες (ναυτιλία), απαιτούσαν την παρουσία του στη Βενετία, με αποτέλεσμα να μην ταξιδεύσει ποτέ ούτε στη γενέτειρά του Αθήνα αλλά ούτε και στη Λευκάδα, όπου βρίσκονταν οι αλυκές (παλαιές και νέες) της δικαιοδοσίας του.

[24] Για τα εργαστήρια της εποχής βλ. Ευτυχία Λιάτα, Ένα εργαστήρι τ’Αναπλιού στη Βενετοκρατία (1712-1715), Δήμος Ναυπλίου, Ναύπλιο 1998.

[25] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Archivio Privato dei Conti Perulli, b. 12 (γράμματα του Ν. Θεοτόκη της 2ας/13ης Μαρτίου 1711 και της 7ης/18ης Μαϊου 1713): από αυτές τις πληροφορίες, αλλά και από άλλες συμπληρωματικές, φαίνεται ότι το τάγμα των Δομηνικανών μοναχών είχε εγκατασταθεί και στο Ναύπλιο. Ωστόσο, δεν διευκρινίζε­ται σε τι είδους υπηρεσίες χρησιμοποιείται εκ μέρους των Δομηνικανών μοναχών το οίκη­μα του Περούλη, καθώς η μετατροπή του σε θρησκευτικό κατάλυμα είναι μάλλον απίθανη.

[26]  A.S.V, Grande Fraterna di S. Antonin, Archivio Privato dei Conti Perulli, b. 12 (γράμμα του Ν. Θεοτόκη, της 8ης/19ης Απριλίου 1710).

[27]  A.S.V, Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμ­μα του Χρ. Λελέκου, της 23ης Οκτωβρίου 1713).

[28] Η ιταλική λέξη αναφέρεται στα πλεονεκτήματα (ευκολίες) που διαθέτει το σπίτι.

[29] Φαίνεται ότι ο Ν. Θεοτόκης σχεδίαζε να πουλήσει το σπίτι του ή κάποιο άλλο σπίτι που ενδεχομένως διέθετε.

[30] Ιταλική λέξη που σημαίνει στοά, σκεπαστό πέρασμα, αλλά εδώ μάλλον εννοεί το χαγιάτι.

[31]  Τουρκική λέξη (σαχνισί), που δηλώνει το προεξέχον μέρος του επάνω ορόφου του σπιτιού.

[32] Ιταλική λέξη: τρόπος.

[33] Μεγάλη οικογένεια εμπόρων από την Άρτα, μέλη της οποίας βρίσκουμε εγκατε­στημένα στη Βενετία ήδη από τα τέλη του 16ου έως και τον 19ο αι., ενώ, όπως συμβαίνει και με άλλους Έλληνες, από τα τέλη του 18ου αι. πρέπει να θεωρείται ως εξιταλισμένη. Πολλά στοιχεία γι’ αυτήν υπάρχουν στην αδημοσίευτη διατριβή του Σωτ. Κουτμάνη, Έλ­ληνες στη Βενετία (1620-1710). Κοινωνικό φύλο – οικονομία – νοοτροπίες, Αθήνα 2013, σ. 152, 153, 162-164, 193, 222-224, όπου και η προγενέστερη βιβλιογραφία, στην οποία περιλαμβάνονται δύο μελέτες του Κ. Μέρτζιου: η πρώτη στα Ηπειρωτικά Χρονικά 11 (1936) και η δεύτερη στον Μικρό Ελληνομνήμονα, τχ. 2 (Ιωάννινα 1960), όπου η διαθήκη του Γ Κοθώνη. Ευχαριστώ τον φίλο Χρ. Ζαμπακόλα για την υπενθύμιση των παραπάνω στοιχείων σχετικά με την οικογένεια Κοθώνη.

[34] Για τον Αθηναίο έμπορο Γεωργάκη Μέλο, εγκατεστημένο στη Βενετία, και τα αδέλφια του Νικολό και Μιχάλη, που βρίσκονται τώρα στο Ναύπλιο, βλ. Ευτυχία Λιάτα, «Όψεις της κοινωνίας τ’ Αναπλιού στις αρχές του 18ου αιώνα», Άνθη Χαρίτων, Βενετία 1998, σ. 245-270.

[35]  Γνωρίζουμε ότι τελικά ο Δ. Περούλης θα διαθέσει αρκετά κεφάλαια για να αγορά­σει κτήματα στην περιοχή του Βένετο, ανάμεσα στα οποία και μεγάλη εξοχική κατοικία. Στο αρχείο του διασώζονται όλα τα σχετικά συμβόλαια της αγοράς των κτημάτων αυτών, τα ποσά που διατέθηκαν και ορισμένες φορές και η απόδοσή τους από την υπενοικίαση σε Ιταλούς καλλιεργητές. Εξάλλου, η ύπαρξη μεγάλης κατοικίας, όπως ανέφερα, ίσως εξηγεί τον λόγο που οι Περούληδες δεν απέκτησαν ποτέ στην πόλη της Βενετίας ιδιόκτητο μέγα­ρο, πράγμα απολύτως εφικτό για τις οικονομικές δυνατότητές τους.

[36] Η έκφραση αυτή υπονοεί τη διαφορά που προέρχεται από την ανταλλαγή νομι που σμάτων (aggio) και από την οποία, όπως δηλώνει ο Ν. Θεοτόκης, χάνει αρκετά χρήματα.

[37] Ιταλική λέξη (dazio), που σημαίνει δασμός.

[38] Προφανώς πρόκειται για ειδικό αντικείμενο με το οποίο ήταν δυνατή η απαλλαγή των ανθρώπων από τις κόνιδες της ψείρας.

[39] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμμα του Χρ. Λελέκου, της 3ης Φεβρουαρίου 1713).

[40] Λιάτα, «Μαρτυρίες», ό.π., σ. 103, 106.

[41] A.S.V., Grande Fratema di S. Antonin, Commissaria dei Conti Perulli, b. 11 (γράμμα του Χρ. Λελέκου, της 12ης Απριλίου 1715).

[42] A.S.V., Grande Fraterna di S. Antonin, Archivio Privato dei Conti Perulli, b. 12 (γράμμα του Ν. Θεοτόκη, της 27ης Απριλίου 1716, από τον Μυστρά).

 

Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης

Ομότιμος Διευθυντής Ερευνών

Εθνικό ίδρυμα Ερευνών

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Αρχειακές Μαρτυρίες για το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου, 14ος-15ος αι. – Αγγελική Τζαβάρα, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Το 1459 o καρδινάλιος Βησσαρίων, σε επιστολή του στον Φραγκισκανό μοναχό (και άγιο) Jacobo della Marchia, αναφέρει μεταξύ των προϊόντων της Πελοποννήσου και τη σταφίδα. O ταξιδιώτης – συμβολαιογράφος Nicolò da Martoni μαρτυρεί την καλή ποιότητα της σταφίδας και των σύκων από την Κόρινθο, που έφαγε μαζί με τον αρχιεπίσκοπο Αθηνών. Πρόκειται για δύο μαρτυρίες γνωστών προσώπων της εποχής, που γνώριζαν τη σπουδαιότητα της παραγωγής για την οικονομία της περιοχής και αναγνώριζαν και γεύονταν την καλή σταφίδα. Για να φτάσει το προϊόν αυτό της πελοποννησιακής γης στο τραπέζι των καλοφαγάδων της Ρωμανίας, της Βενετίας και της υπόλοιπης Ευρώπης, αγρότες και έμποροι εργάζονταν ο καθένας για το δικό του όφελος.

Στη μελέτη αυτή εξετάζονται αρχειακές μαρτυρίες σχετικά με το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου κατά την πρώιμη πρώτη βενετοκρατία. Σε μερικές περιπτώσεις συνεξετάζεται το εμπόριο της σταφίδας και των ξερών σύκων της Κορίνθου, αφού η εκμετάλλευση των προϊόντων των δύο αυτών περιοχών αφορούν στην εμπορική στρατηγική ορισμένων βενετικών εταιρειών.

Portrait of Nerio I Acciaioli, first Florentine Duke of Athens.

Προσωπογραφία του Νέριου Α΄Ατζαγιόλι (Nerio I Acciaioli) πρώτου φλωρεντινού δούκα των Αθηνών.

Οι Λατίνοι κατακτητές της χερσονήσου άρχισαν ενωρίς να εκμεταλλεύονται τα προϊόντα της πελοποννησιακής υπαίθρου. Η σταφίδα παραγόταν κυρίως στην περιοχή της Κορίνθου, του Άργους και του Ναυπλίου. Για την κορινθιακή σταφίδα έχουμε πληροφορίες από διάφορα έγγραφα. Ήδη από τον 13ο αι. γνωρίζουμε ότι εξαγόταν στο Βασίλειο της Σικελίας, για λογαριασμό της ανδεγαυικής αυλής. Στις 11 Μαρτίου 1270 είχαν αποθηκευτεί για λογαριασμό της 650 λίβρες κορινθιακής σταφίδας σε βαρέλια. Έγγραφα σχετικά με την αγροτική παραγωγή, όπως οι λογαριασμοί των περιοχών της Πελοποννήσου, που ανήκαν στη φλωρεντινή οικογένεια των Acciaiuoli του 14ου αι., επιβεβαιώνουν την παραγωγή σταφίδας και ξηρών σύκων στην καστελλανία της Κορίνθου. Αναφέρονται συγκεκριμένα οι περιοχές Άγιος Βασίλειος και Βασιλικά. Το 1400, κατά τη συγκέντρωση μαρτυριών για τη γνωστή δίκη του Ιωάννη Cremolisi κατά του Carlo Tocco και της συζύγου του Francesca Acciaiuoli [Φραγκίσκα Ατσαγιόλι], θυγατέρας και κληρονόμου του κυρίου της Κορίνθου Neriο Acciaiuoli, ο αποθηκάριος Andrea de Massa και ο εβραίος Abraam Calomiti, tunc ponderator της σταφίδας και των σύκων του Neriο, δήλωναν ότι το 1394 η παραγωγή ανερχόταν στους 1.000 σάκους σταφίδας και 400 σάκους σύκων. Στα παραπάνω μπορούμε να προσθέσουμε και ορισμένες άδειες εκμετάλλευσης της σταφίδας, που δόθηκαν από τους ιππότες του Αγίου Ιωάννη σε ιδιώτες, κατά την περίοδο που το τάγμα διοικούσε την Κόρινθο (1400-1404), αλλά με πολύ περιοριστικούς όρους. Το βενετικό ενδιαφέρον για την αγορά κορινθιακής σταφίδας και ξερών σύκων μαρτυρείται από τις απαγορεύσεις των βενετικών αρχών, οι οποίες, από το 1389, επέβαλλαν ή ακύρωναν το εμπάργκο στις περιοχές του Neriο Acciaiuoli.

Από τα εμπορικά εγχειρίδια του 14ου αι., τις λεγόμενες pratiche di mercatura, προκύπτει ότι η πελοποννησιακή σταφίδα εξαγόταν στην Ανκό­να, τη Φλωρεντία και κυρίως τη Βενετία. Στις συγκεκριμένες πηγές, μάλιστα, παρέχονται οι αντιστοιχίες των μέτρων της Γλαρέντζας και της Πάτρας με τις παραπάνω ιταλικές πόλεις, όσον αφορά στο συγκεκριμένο προϊόν. Στα παραπάνω εγχειρίδια αναφέρεται, επίσης, η σύγκριση των μέτρων μεταξύ Γλαρέντζας και Κορίνθου. Το γεγονός αυτό δεν περιορίζει την παραγωγή του προϊόντος στις δύο αυτές περιοχές της Πελοποννήσου, αλλά προσδιορίζει κυρίως τις περιοχές από όπου εξαγόταν, καθώς, όπως προκύπτει από τις πηγές, διεξαγόταν εσωτερικό εμπόριο από την ύπαιθρο προς τις πόλεις-λιμάνια, και κυρίως από την Κόρινθο, το Ναύπλιο και τις γύρω περιοχές, ακόμη και από τη Μεσσηνία.

Οι αρχειακές πηγές για την αγροτική παραγωγή και το εμπόριο στο βε­νετικό Ναύπλιο είναι λίγες. Ακόμη σπανιότερες και διάσπαρτες χρονικά είναι οι πηγές που αφορούν στη σταφίδα. Ορισμένα έγγραφα είναι δημοσιευμένα, αλλά τα περισσότερα παραμένουν ακόμη ανέκδοτα. Πρόκειται για αποφάσεις των βενετικών συμβουλίων για σχετικά θέματα, όπως και συμβολαιογραφικές πράξεις. Ενδεικτικά: αναφέρεται η διαθήκη ενός Ναυπλιώτη εμπόρου σταφίδας, πράξεις σύστασης εταιρείας για την εκμετάλλευσή της, εξουσιοδοτήσεις και, κατά κύριο λόγο, δικαστικές υποθέσεις. Άλλες αφορούν στις σχέσεις μεταξύ κεφαλαιούχων εμπόρων και των αντιπροσώπων τους, των εταίρων μεταξύ τους, των βενετικών αρχών κατά των κατά καιρούς διοικητών και καπετάνιων του Ναυπλίου. Κατά την εξέταση των δικαστικών αυτών υποθέσεων αναφέρονται τα διάφορα έγγραφα που παρουσίασαν οι δύο πλευρές στους Βενετούς δικαστές, όπως επιστολές και βιβλία λογαριασμών, που όμως δεν σώζονται σήμερα. Παρουσιάζουμε στη συνέχεια διάφορες σχετικές περιπτώσεις…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Αρχειακές Μαρτυρίες για το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου, 14ος-15ος αι.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Το Άργος και το διαμέρισμά του στην όψιμη βενετική περίοδο. Η θέση της πόλης στη βενετική επικράτεια, πληθυσμιακά και γαιοκτητικά φαινόμενα – Αλέξης Μάλλιαρης, «Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.


 

Η περιοχή της Αργολίδας, με τα δύο πληθυσμιακά της κέντρα, το Ναύ­πλιο και το Άργος, αποκτά σημαίνουσα θέση στον πελοποννησιακό κορ­μό κατά την περίοδο της όψιμης βενετικής κυριαρχίας στην Πελοπόν­νησο. [1] Η επαρχία της Ρωμανίας, που καταλάμβανε τα ανατολικά, βο­ρειοανατολικά και τμήμα από τα κεντρικά μοραïτικα εδάφη και άγγιζε τον Κορινθιακό, τον Σαρωνικό και τον Αργολικό κόλπο, ανυψώθηκε σε κεντρική επαρχία της Πελοποννήσου, φιλοξενώντας την πρωτεύουσα Ναύπλιο, τη σημαντικότερη πόλη – λιμάνι στο βενετικό Λεβάντε αυτήν την περίοδο μετά την Κέρκυρα.

Το Ναύπλιο μετατράπηκε σε βάση της βενετικής διοίκησης και των στρατιωτικών δυνάμεων προσελκύοντας το ιδιαίτερο βενετικό ενδιαφέρον για την οργάνωσή του και δη την επαύξηση της αμυντικής του ικανότητας. Στο πλαίσιο αυτό η πόλη εκσυγχρονίσθηκε οχυρωματικά και ενισχύθηκε κυρίως στα ελλειμματικά της σημεία με αποκορύφωμα την ανέγερση σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα του μεγαλειώδους φρουριακού συγκροτήματος στον λόφο του Παλαμηδιού. Η πολυπληθής, πολύβουη κεντρική πόλη-λιμάνι στη βραχώδη χερσόνησο, έδρα των βενετικών Αρχών και της Καθολικής Εκκλησίας της Πελοποννήσου, κυριαρχούσε με τη δυναμική της παρου­σία σε ολόκληρη την περιοχή.

Το δεύτερο σημαντικό πληθυσμιακό κέντρο της Αργολίδας, το Άρ­γος, πόλη πανάρχαια με ιδιαίτερη σημαντική στην ιστορία του αρχαί­ου κόσμου, δεν ακολούθησε την ίδια πορεία στη βενετική περίοδο. Από το 1204 και εξής μαζί με την υπόλοιπη περιοχή γνώρισε αλλεπάλληλες αλλαγές κυριαρχίας, από τη φραγκική, στη βενετική και την οθωμα­νική για να επανέλθει στη βενετική, από το 1686 μέχρι το 1715, οπότε επέστρεψε και πάλι στους Οθωμανούς. [2]

Στην όψιμη βενετική περίοδο η πόλη του Άργους λειτουργεί μάλλον δορυφορικά αναφορικά με την κοντινή της πρωτεύουσα.[3] Πόλη μεσό­γεια, ηπειρωτική, μακριά από το ζωτικό για τη θαλασσοκράτειρα Βενε­τία υγρό στοιχείο, απλώνεται άνετα στον αργείτικο κάμπο, κάτω από τη σκιά της Λάρισας. Αποτελεί ένα παράδοξο θα λέγαμε βενετικής πόλης,[4] καθόσον, στη βενετική συνείδηση και στο ιστοριογραφικό συλλογικό, βενετική κτήση και λιμάνι είναι δύο αναπόσπαστα στοιχεία. Η θάλασ­σα τροφοδοτεί τη Βενετία και τις κτήσεις της ενοποιεί το μητροπολιτικο κέντρο με την περιφέρεια δια της υγρής οδού, ενω οι οχυρώσεις στο θαλάσσιο μέτωπο των πόλεων προστατεύουν και παράλληλα φράζουν την είσοδο σε κάθε επιβουλή εχθρού, που εύκολα και απροειδοποίητα μπορούσε να καταφθάσει από τη θάλασσα. Κι αν τα υγρά τείχη της πό­λης της Βενετίας αποτελούν ένα ιστορικό unicum στη μεσαιωνική και νεότερη Ευρώπη, οι ισχυρές οχυρώσεις των κτήσεών της στην ιταλι­κή Terra Ferma, τη Δαλματία και το Λεβάντε προστάτευαν τις πόλεις – κέντρα της γεωγραφικά διασπασμένης βενετικής επικράτειας.[5]

Από την άποψη αυτή η πόλη του Άργους διαφοροποιείται από τον βενετικό κορμό και τη βενετική παράδοση αφού η γεωφυσική της θέση δεν επέτρεπε την οργάνωση του οικισμού αυτού με τη μετατροπή του σε μια citta-fortezza, σε μια επαρκώς δηλαδή οχυρωμένη πόλη, περίκλει­στη εντός ισχυρών τειχών.[6] Η πόλη, το borgo, εκτείνεται ατείχιστη δι­ασκορπισμένη σε συστάδες, αραιοκατοικημένη, απλωμένη ανάμεσα σε κήπους, πάγιο τοπογραφικό χαρακτηριστικό του Άργους μέχρι και τον 19ο αιώνα. Εποπτεύεται όμως αφ’ υψηλού από τον απότομο βράχο με τις μεσαιωνικές οχυρώσεις, τη Λάρισα· οχυρώσεις εντελώς ακατάλληλες και παρωχημένες στην καμπή του 17ου αιώνα, και πολύ περισσότερο, επικίνδυνες για ολόκληρη την περιοχή, σε περίπτωση που οι Οθωμανοί τις καταλάμβαναν. Οι βενετικές αρχές, έχοντας επίγνωση του κινδύνου αυτού, προβληματίστηκαν για τις οχυρώσεις του Άργους, δεν προχώ­ρησαν όμως σε επεμβάσεις ή σε ριζική επανακατασκευή, όπως ήταν αναγκαίο, αφού ο πάντοτε επίκαιρος οθωμανικός κίνδυνος και τα γλίσχρα οικονομικά της κτήσης αλλά και της Βενετίας δεν επέτρεπαν την ανάληψη έργων τέτοιας έκτασης. Οι ειδικοί πρότειναν την κατεδάφι­σή τους αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο θα εξαλειφόταν σε μεγάλο βαθμό ο κίνδυνος εχθρικής κατάληψης, που ήταν πάντα ορατός λόγω και της γειτνίασης του Άργους με την κορινθιακή είσοδο της Πελοποννήσου. Λίγο πριν από την εισβολή των οθωμανικών στρατευμάτων στον Μοριά το 1715, οι Βενετοί αρκέστηκαν να καταστρέψουν ένα μικρό μέρος της οχύρωσης του Άργους και να την εγκαταλείψουν, αποσυρόμενοι στο ισχυρό Ναύπλιο με το νεότευκτο Παλαμήδι.[7]

Στην ακριβή βενετική ορολογία για τον ελληνοβενετικό Λεβάντε, στα έγγραφα της διοίκησης, η πόλη του Άργους δεν χαρακτηρίζεται ως citta, διότι αυτό σήμαινε πόλη παραθαλάσσια και κυρίως πόλη οχυρω­μένη. Το Άργος είναι terra, δηλαδή ανοικτή, μεσόγαια, ατείχιστη πόλη, όπως στην επαρχία της Αχαΐας η Βοστίτσα (Αίγιο) και κυρίως η πόλη της Γαστούνης, επιπλέον δε το Άργος διαθέτει castello και όχι fortezza.[8]

Προηγουμένως έγινε αναφορά στη στενότατη σύνδεση Βενετίας και θάλασσας, αφού αυτή η τελευταία στα μεσαιωνικά και στα υστερομεσαιωνικά χρόνια αποτέλεσε την αιτία της ύπαρξης, της θεαματικής ανάπτυ­ξης και της αναγωγής της Βενετίας σε υπερδύναμη της Ευρώπης, μέσω του ελέγχου των θαλάσσιων δρόμων και του εμπορίου της Ανατολής.[9] Σε ένα τέτοιο σχήμα η πόλη του Άργους δεν συμμετείχε εκ των πραγμάτων.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Στα όψιμα όμως χρόνια, στα οποία αναφερόμαστε, η Βενετία για πολ­λούς λόγους δεν ήταν πια μια εμπορική και οικονομική υπερδύναμη, που προσδοκούσε εισροή πλούτου από το θαλάσσιο εμπόριο και μόνο. Από πολύ νωρίτερα η στροφή του βενετικού ενδιαφέροντος προς την ιταλική ηπειρωτική ενδοχώρα και η ενασχόληση των ευγενών βενετικών οικογε­νειών με τη γη ανέδειξαν την τελευταία σε βασικό παράγοντα οικονομι­κής ανάνηψης του κράτους. Η κατάκτηση και η κατοχή της Πελοποννήσου, της πλέον εκτεταμένης κτήσης που υπήρξε ποτέ στο βενετικό κρά­τος, προσέφερε εκτός από τον έλεγχο των θαλάσσιων οδών που κύκλω­ναν τη χερσόνησο, τεράστιες για τα βενετικά δεδομένα εκτάσεις γαιών, των οποίων η συστηματική καλλιέργεια θα απέφερε μεγάλα κέρδη. Άρα η γη και δη οι πεδινές εκτάσεις, που δεν απαιτούσαν εργώδεις, μακροχρό­νιες προσπάθειες και μεγάλα έξοδα για να καλλιεργηθούν και να καρπο­φορήσουν, βρίσκονταν στο επίκεντρο του βενετικού ενδιαφέροντος κατά την περίοδο αυτή, όπως το γνωρίζουμε καλά από την έως τώρα ιστοριο­γραφική παραγωγή για τη συγκεκριμένη εποχή.[10]

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο το μεσόγαιο Άργος με τις πλούσιες γαίες αναβαθμιζόταν στην οικονομική αξιολογική κλίμακα των Βενετών, πα­ρόλο που η αυστηρή και εν πολλοίς άκαμπτη γενικότερη πολιτική της Βενετίας, αγκυλωμένης στους θεσμούς του παρωχημένου υστερομεσαιωνικού της μεγαλείου, δεν κατάφερε να προσαρμοστεί στους γοργούς ρυθμούς αλλαγών και ανακατατάξεων του νεότερου κόσμου. Στη βενε­τική λοιπόν περίοδο η Αργολίδα προσφέρει την πρωτεύουσα, το μεγάλο διοικητικό κέντρο και το λιμάνι του Ναυπλίου και παράλληλα τη ζωτι­κής σημασίας για την εποχή ενδοχώρα του Άργους. Υφίσταται θα λέγαμε ένα δίπολο, συμπληρωματικό στις λειτουργίες του, όπου στο ένα άκρο υπάρχει το μεγαλύτερο αστικό κέντρο της κτήσης, με σημαντικό αριθμό κατοίκων κάτω από την παρουσία των υψηλότερων εκπροσώπων της πολιτικοστρατιωτικής και εκκλησιαστικής ηγεσίας και στο άλλο άκρο ένας πολύ μικρότερος οικισμός, αγροτικός, που εποπτεύει τις πέριξ γαίες και προσφέρει, κυριολεκτικά όμως στην περίπτωση αυτή, το έδαφος για την οικονομική συντήρηση και την ευδοκίμηση πολλών εκ των κατοί­κων του πρώτου κέντρου. Πρόκειται για ένα σχήμα που το βλέπουμε να υφίσταται και σε άλλες πελοποννησιακές περιοχές, όπως για παράδειγ­μα στην επαρχία της Αχαΐας, με την Πάτρα και τη Γαστούνη να λειτουρ­γούν κατ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο.[11]

Στην επαρχία της Αργολίδας, αμέσως μετά την κατάπαυση των εχθροπραξιών και την κατίσχυση των βενετικών όπλων, συνέρρευσε, όπως και σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου, σημαντικός αριθμός εποίκων· κατοίκων δηλαδή από γειτονικές τουρκοκρατούμενες περι­οχές, οι οποίοι, ακολουθώντας τα βενετικά κελεύσματα, αναζητώντας ευνοϊκότερους όρους ζωής ή επιδιώκοντας να αποφύγουν τα τουρκικά αντίποινα για τη συμπαράταξή τους με τους Βενετούς στη διάρκεια της πολεμικής αναστάτωσης στο νότιο ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο, εγκατα­στάθηκαν σε διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου, κυρίως στο βόρειο ήμισυ της χώρας. Το Ναύπλιο προτίμησαν οι σημαντικότερες οικονο­μικά και κοινωνικά οικογένειες της Αθήνας καθώς εκεί μπορούσαν να συνεχίσουν τις εμπορευματικές τους ασχολίες, ευρισκόμενες παράλλη­λα πολύ κοντά στις κεντρικές βενετικές αρχές.

Στο διαμέρισμα του Άργους, στην πόλη και τα πέριξ χωριά, εγκα­ταστάθηκαν κυρίως πληθυσμοί αγροτοποιμενικής προέλευσης από τη Θήβα και τα χωριά της, την Αταλάντη, τη χαλκίδα και γενικότερα την Εύβοια, αλλά και κάποιοι Αθηναίοι, σε πολύ μικρότερο όμως αριθμό από τους εποίκους που κατευθύνθηκαν στο διαμέρισμα του Ναυπλίου.[12]

Η πόλη του Άργους πρέπει να είχε υποστεί σημαντικές καταστρο­φές κατά τις πολεμικές συγκρούσεις και την αποχώρηση των Τούρκων, όπως διαπιστώνουμε από τις βενετικές καταγραφές και κυρίως από τους μακροσκελείς καταλόγους παραχωρήσεων αστικών ακινήτων, σπιτιών και καταστημάτων, καθώς και γαιών, στους εποίκους. Ο οικισμός που υπήρχε στις περιβόλους του φρουρίου ερημώθηκε καθώς εκεί κα­τοικούσαν προηγουμένως μόνον Οθωμανοί. Μεγάλος αριθμός σπιτιών στον οχυρό αυτό χώρο, όπως και στο borgo του Άργους, καταγράφεται ως καταστρεμμένος. Τα σπίτια αυτά παραχωρούνται, στη συνέχεια, από τη βενετική διοίκηση, ως δημόσια πλέον περιουσία, στους εποίκους για να τα επισκευάσουν και να τα κατοικήσουν, όπως για παράδειγμα σε Κρητικό έποικο από τα Χανιά το 1691,[13] ή ενοικιάζονται από ντόπιους ενδιαφερόμενους. Ο Οθωμανός περιηγητής Evliya Celebi στα 1668 ανα­φέρει ότι στο Άργος υπήρχαν έντεκα γειτονιές και εκτός των άλλων καταγράφει δύο μεγάλα μουσουλμανικά τεμένη και άλλα δέκα μικρότε­ρα και επιπλέον ένα χαμάμ.[14] Οι Βενετοί κάνουν λόγο για το μεγαλύτε­ρο τέμενος που εκείνοι το χρησιμοποιούσαν ως κατοικία των αρχών που επισκέπτονταν την πόλη ενώ αρχειακά τεκμήρια από το Αρχείο Grimani του Κρατικού Αρχείου Βενετίας καταγράφουν την ύπαρξη οθωμανικού λουτρού στην πόλη που είχε δοθεί ως κατοικία σε εποίκους.[15]

Η γνωστή βενετική απογραφή Grimani (1700) καταγράφει εντός του Άργους τις ενορίες Αγίου Βασιλείου, Αγίου Νικολάου και της Παναγίας.[16] Αρχειακό υλικό από το Αρχείο Grimani αναφέρει στα 1698 τους εξής να­ούς εντός της πόλης: Αγία Παρασκευή (που θα πρέπει να βρισκόταν στον χώρο που καταλαμβάνει ο σημερινός Άγιος Ιωάννης), Άγιος Δημήτριος, Άγιος Πέτρος, Άγιος Νικόλαος, Παναγία, Άγιος Βασίλειος και Άγιος Μάρ­κος (ο τελευταίος ενδεχομένως να ήταν πρώην μουσουλμανικό τέμενος, που αφιερώθηκε, όπως συνηθιζόταν από τους Βενετούς, στον Άγιο Μάρ­κο).[17] Τέλος, ως προς την τοπογραφία και την ονοματοδοσία των συνοι­κιών της πόλης αξίζει να αναφερθεί ότι για τους δύο από τους τέσσερις μαχαλάδες, που απαντούν την εποχή της δεύτερης οθωμανικής περιό­δου, τον Μπεκήρ Εφέντη μαχαλά και τον Καραμουτζά μαχαλά,[18] υπάρ­χουν πυκνές καταγραφές στο βενετικό υλικό για πολλά σπίτια και κατα­στήματα, που κατείχε στην πόλη κατά την πρώτη οθωμανική περίοδο ο Οθωμανός Μπεκήρ Εφέντη· επίσης ότι απαντά το επώνυμο Καραμουτζάς σε εποίκους της πόλης, που κατοικούσαν σε πρώην οθωμανικά σπίτια, τα οποία τους παραχωρήθηκαν από τις βενετικές αρχές.

Αρκετά γρήγορα συστάθηκε και στο Άργος Αστική Κοινότητα (Communita), κλειστό δηλαδή σώμα συγκεκριμένων προνομιούχων οικο­γενειών της πόλης, που διαχώριζε τον πληθυσμό της πόλης και του δια­μερίσματος, από τη μια σε ευάριθμο σώμα κατοίκων με αστική ιδιότητα και από την άλλη σε πολυπληθή μάζα πληθυσμού, που ήταν αποκλει­σμένη.[19] Τεκμήριο του έτους 1700 παραδίδει τα ονόματα τριών κορυφαί­ων της Κοινότητας Άργους, των συντίχων Ιωάννη Σταματέλου, Θοδωρή Τσερνοτά και Δημήτρη Λάζαρου.[20] Από αυτούς, ο Ιωάννης Σταματέλος (γόνοι της οικογένειας αυτής απαντούν και στη δεύτερη οθωμανική πε­ρίοδο ως επιφανή πρόσωπα της πόλης), κυρίως όμως ο Θοδωρής Τσερνοτάς, παρουσιάζονται ως κάτοχοι ακινήτων στην πόλη ήδη από την προηγούμενη οθωμανική περίοδο, ενώ ειδικά ο Τσερνοτάς επιδεικνύει ζωηρή οικονομική δραστηριότητα στη βενετική περίοδο, αναλαμβάνει ενοικιάσεις γαιών και άλλων ακινήτων στο διαμέρισμα Άργους και λαμ­βάνει ακίνητα σε παραχώρηση από τους Βενετούς. Από τους ντόπιους, προφανώς, ισχυρούς της πόλης, εντυπωσιακή δραστηριότητα εμφανί­ζει και ο Θωμάς Πέτρου, ο οποίος ενοικιάζει πρώην οθωμανικά σπίτια εντός του πρώτου περιβόλου (recinto inferiore) στο φρούριο του Άργους,[21] καθώς επίσης γαίες και άλλα ακίνητα στα χωριά του Άργους ενώ αλλη­λογραφεί με τις βενετικές αρχές για διάφορα ζητήματα.[22]

Η περιοχή του Άργους αποτέλεσε το πεδίο οικονομικών δραστηριοτή­των και για επιφανείς πολίτες του Ναυπλίου. Έτσι, ο Αθανάσιος Ζυγομαλάς, μέλος της Κοινότητας του Ναυπλίου, εκμεταλλευόταν γαίες στο χωριό Μπολάτι, όπως επίσης ο Ανδρούτσος Μαλαξός οικόπεδα στο Άργος και γαίες στο Κάτω Μπέλεσι. Ο Λατίνος Αρχιεπίσκοπος Πελοποννήσου που έδρευε στο Ναύπλιο, ο Angelo Maria Carlini, εκτός από παροχές που είχε λάβει από το δημόσιο στην περιοχή της Κορίνθου και αλλού, κατεί­χε οικόπεδα και κήπους στην πόλη του Άργους, τα οποία προηγουμένως εκμεταλλευόταν ο ντόπιος Θοδωρής Τσερνοτάς και μέσω της πρακτικής της ανταλλαγής ακινήτων (permuta di bent) πέρασαν στον αρχιεπίσκοπο. Γαίες στο Κάτω Μπέλεσι κατείχαν και οι ιερείς του λατινικού μητροπολιτικού ναού του Ναυπλίου. Επιπλέον, αρκετοί κατώτεροι αξιωματικοί του βενετικού στρατού εμφανίζονται στη γαιοκατοχή του Άργους, όπως επίσης ιταλικής και ελληνικής καταγωγής μέλη της βενετικής γραφειο­κρατίας, γεγονός αναμενόμενο, αφού η γειτνιάζουσα πρωτεύουσα φιλο­ξενούσε μεγάλο αριθμό στρατιωτικών και διοικητικών υπαλλήλων.[23]

Πολυάριθμα τεκμήρια, προερχόμενα από την καγκελαρία του Ναυ­πλίου, σωζόμενα σήμερα στο Αρχείο Grimani, των ετών 1704 ώς 1710, κάνουν εναργέστερη τη γιγαντιαία προσπάθεια που ευθύς μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου ανέλαβε η βενετική διοίκηση για τη διαλεύκανση και την αποσαφήνιση του γαιοκτητικού καθεστώτος της χώρας, έργο που συχνά έφερε τις πελοποννησιακές βενετικές αρχές σε απόγνωση. Εντός της προσπάθειας αυτής εγγράφεται το τεράστιο έργο κτηματογράφησης της Πελοποννήσου, φαινόμενο πρωτοφανές στην πελοποννησιακή αλλά και γενικότερα την ελληνική ιστορία των νεό­τερων χρόνων, το οποίο ουδέποτε επαναλήφθη μέχρι σήμερα.[24]

Η πρώτη μεγάλη φάση των παραχωρήσεων γαιών στους εποίκους, της καταγραφής των δημοσίων γαιών, των ενοικάσεων κ.λπ. έληξε στα πρώτα μόλις χρόνια του 18ου αιώνα. Στη συνέχεια, ακολούθησε μια δεύτερη φάση τακτοποίησης θα λέγαμε και οριστικής, κατά το δυνατόν, διευθέτησης της γαιοκατοχής, βάσει πλέον και των υφισταμένων καταστιχώσεων, όπου αυτές είχαν ολοκληρωθεί. Το προαναφερθέν αρχεια­κό υλικό που αφορά το Άργος και το διαμέρισμά του παρουσιάζει αυτήν την πιο οργανωμένη προσπάθεια των αρχών για να διευθετήσουν πλείστα ζητήματα κυριότητας της γης, δεδομένου ότι τα χρόνια αυτα είχε ήδη αρχίσει και το αντίστροφο φαινόμενο που αφορούσε τον επήλυδα πληθυσμό, αυτό δηλαδή της φυγής των εποίκων και της επιστροφής τους στις κοντινές οθωμανικές περιοχές. Ως εκ τούτου το βενετικό δη­μόσιο βρέθηκε αντιμέτωπο και πάλι με τον μεγάλο αριθμό αδέσποτων γαιων, των οποίων οι κάτοχοι είχαν φύγει ή είχαν αποβιωσει.

Για τον εντοπισμό των γαιών αυτών οι αρχές έθεσαν σε εφαρμογή και εδώ τη γνωστή πρακτική της καταγγελίας (beni denonciati), σύμφω­να με την οποία ως ανταμοιβή σε εκείνον που αποκάλυπτε γαίες αδέ­σποτες, λόγω φυγής του κατόχου τους, δινόταν ένα μέρος των ακινή­των αυτών.[25] Για παράδειγμα, τέτοιας προέλευσης γαίες και ακόμα μία νεροτριβή δόθηκαν στο Άργος το 1705 στον Κρητικό Dottor Emmanuel Barbarigo, που υπηρετούσε στην καγκελαρία του Ναυπλίου, γαίες έκτα­σης 82 στρεμμάτων δόθηκαν στους γνωστούς αδελφούς Νικολό και Μιχάλη Μέλο στο Άργος το 1706, όπως και στον εκχριστιανισμένο πρώ­ην μουσουλμάνο με το εντυπωσιακό νέο βενετσιάνικο όνομα Vicenzo Pasqualigo στο χωριό Κουτσοπόδι το 1707, καθώς και στην Παρασκευή, χήρα του υπολοχαγού Gili, στο Άργος το 1710.[26]

Παραχωρήθηκαν εκ νέου από τις βενετικές αρχές ακίνητα, των οποί­ων οι κάτοχοι είχαν αποβιώσει χωρίς απογόνους, ή ακόμα ακίνητα, των οποίων οι κάτοχοι αγνοούνταν, χωρίς να γνωρίζει κανείς πού βρίσκο­νταν, όπως επίσης και κτήματα που εξαρχής είχαν παραμείνει αδιάθετα. Ακόμα, γαίες χέρσες που καλλιεργήθηκαν για πρώτη φορά ή φυτεύτη­καν σε αυτές αμπέλια ζητήθηκαν από τις αρχές και δόθηκαν στους ενδιαφερόμενους, σύμφωνα με διάταγμα του Γενικού Προβλεπτή Θαλάσσης Alvise Mocenigo του 1710 που ίσχυσε για όλη την κτήση, όπως για πα­ράδειγμα στον ναυπλιώτη κόντε Δήμο Λιόση και στους αδελφούς του, στους οποίους δόθηκε έκταση 254 στρεμμάτων στο χωριό χαμάκου.[27]

Επιπλέον, διευθετήθηκαν γαιοκτητικά θέματα, που αφορούσαν ενοι­κιάσεις δημοσίων γαιών, των οποίων οι ενοικιαστές δεν ενδιαφέρθη­καν για την ανανέωση της ενοικίασης, ζητήματα ανταλλαγής ακινή­των που κατέχονταν από κατοίκους άλλων επαρχιών, καθώς και επαναπροσδιορισμού και δικαιότερου καθορισμού ενοικίου στις δημόσιες γαίες. Επίσης, διορθώθηκαν λανθασμένες παραχωρήσεις στις οποίες είχαν προβεί οι βενετικές αρχές χωρίς να γνωρίζουν ότι οι γαίες αυτές είχαν ήδη δοθεί σε άλλους· έτσι, στα 1708 δόθηκαν στον έποικο Αναστάση Τσαουσόπουλο γαίες στο Κουτσοπόδι, οι οποίες αφαιρέθηκαν ως «επιπλέον» από αθηναία έποικο στο ίδιο χωριό, σε αντάλλαγμα άλλων κτημάτων, που του είχαν δοθεί νωρίτερα, τα οποία ήταν όμως δεσμευμένα.[28] Οι Βενετοί στα χρόνια αυτά πραγματοποίησαν στο διαμέρισμα του Άργους και συμπληρωματικές παραχωρήσεις σε δικαιούχους (in supplemento), διέθεσαν επίσης τμήματα γαιών που είχαν περισσέψει από χαριστικές δωρεές σε εποίκους (concessioni), ενώ προέβησαν και σε νέες χαριστικές δωρεές ως ανταμοιβή του βενετικού κράτους για προσφερθείσες υπηρεσίες στο δημόσιο.

Το εδαφικό πεδίο εφαρμογής των ενεργειών αυτών αφορά κυρίως την πόλη του Άργους και την εγγύς περιοχή του, όπως επίσης το χωριό Κουτσοπόδι, βόρεια του Άργους, όπου είχαν εγκατασταθεί πολλοί έποικοι, αρκετοί εκ των οποίων στη συνέχεια έφυγαν ή πιο σωστά δραπέ­τευσαν από τη βενετική επικράτεια, καθώς και τα χωριά Λάλουκα και Δαλαμανάρα, ανατολικά του Άργους, και επίσης Κάτω Μπέλεσι και Μαλανδρένι, στα βορειοδυτικά.

Αξίζει να αναφερθεί ότι στη γαιοκατοχή του διαμερίσματος Άργους μετείχαν επίσης και μέλη των πλέον διακεκριμένων οικογενειών της κτήσης, συνήθως ξένοι, που είχαν τιμηθεί από το βενετικό κράτος με τον τίτλο του κόντε και την ανακήρυξη συγκεκριμένης γης ως κοντέας, ένα φαινόμενο παραφεουδαλικής, θα λέγαμε, φύσης της όψιμης βενε­τικής περιόδου, που ενέτεινε περαιτέρω την κοινωνική διαφοροποίη­ση του πελοποννησιακού πληθυσμού.[29] Ο κόντε Σπυρίδων Περούλης, αθηναϊκής καταγωγής, και μέλος της Ναυπλιακής Κοινότητας κατείχε στο Άργος οικόπεδα και μύλους, οι προαναφερθέντες κόντε Δήμος και αδελφοί Λιόση από το Ναύπλιο γαίες στο χαμάκου, ο κρητικής κατα­γωγής κόντε Δημήτριος Γιαλυνάς, που διέθετε κοντέα στην Κόρινθο, κατείχε γαίες στο Μπολάτι και στο Μαλανδρένι, και, τέλος, ο κόντε Zuanne Colonna αμπέλια στο Άργος.[30]

Σημειώνουμε, σχετικά με το φαινόμενο της κοντέας στην Πελοπόν­νησο και μια έμμεση σχέση της περιοχής της Αργολίδας με αυτό: η οικο­γένεια Περούλη, όπως και η οικογένεια Κάση στην Πάτρα, στήριξαν την αίτησή τους προς τη βενετική Σύγκλητο για την απόδοση σε αυτές του τίτλου του κόντε, στις στρατιωτικές υπηρεσίες που είχαν προσφέρει μέλη των οικογενειών τους υπέρ των Βενετών στην απόκρουση της βίαιης ει­σβολής των οθωμανικών στρατευμάτων του σερασκιέρη Ιμπραήμ Πασά, τον Ιούνιο του 1695, στην περιοχή του Άργους· συγκεκριμένα, επικαλού­νταν την υπεράσπιση του βενετικού κράτους με τη σύσταση ιδίων στρα­τιωτικών σωμάτων και την ενεργό συμμετοχή τους στις μάχες που διεξήχθησαν στο χωριό Δαλαμανάρα, με αποτέλεσμα την αποχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων από τη χώρα,[31] γεγονός που εορτάστηκε πανηγυρικά στη Βενετία, τον Ιούλιο του ίδιου έτους, με δοξολογία στη βασιλική του Αγίου Μάρκου, κωδωνοκρουσίες στην πόλη και εκδόσεις ενημερωτικών εντύπων φυλλαδίων με την περιγραφή της σύγκρουσης και της βενετικής νίκης.

Με το βίαιο τέλος της βενετικής κυριαρχίας στην Πελοπόννησο η πε­ριοχή του Άργους πέρασε στη νέα οθωμανική περίοδο χωρίς να αλλάξει ουσιαστικά πρόσωπο από άποψη οικιστικής και πολεοδομικής οργάνω­σης, αλλά ούτε και κοινωνικής, όπως αντίθετα συνέβη με άλλες πόλεις της Πελοποννήσου που απογυμνώθηκαν από το ηγετικό κοινωνικό τους στρώμα, το οποίο προτίμησε να ακολουθήσει τους Βενετούς. Η οι­κονομική και πληθυσμιακή όμως δυναμική του Άργους υπήρξε έντονη στους επόμενους αιώνες, με αποτέλεσμα να υποσκελίσει το γειτονικό Ναύπλιο και να ανατρέψει προς όφελός του το σχήμα που δημιουργήθηκε κατά τη βενετική περίοδο.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Για την Αργολίδα την περίοδο αυτή βλ. Siriol Davies, The Fiscal System of the Venetian Peloponnese: The Province of Romania 1688-1715, ανέκδοτη διδακτορική διατριβή που υποβλήθηκε στο Centre for Byzantine Ottoman and Modern Greek Studies School of Antiquity του Πανεπιστημίου του Birmingham, 1996. Επίσης, Ευτυχία Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα. Οικιστικά μεγέθη και κατανομή της γης, Αθήνα 2002· η ίδια, Αργεία Γη. Από το τεριτόριο στο βιλαέτι (τέλη 17ου, αρχές 19ου αι.), Αθήνα 2003.

[2] Γενική παρουσίαση της ιστορίας του Άργους βλ. στο έργο Ι. Ζεγκίνης, Το Άργος διά μέσου των αιώνων, Αθήνα 1948. Για την ιστορία του Άργους στην όψιμη βενετική και την οθωμανική περίοδο βλ. Λιάτα, Αργεία γη.

[3] Δηλωτική της «δύσκολης» σχέσης Άργους και Ναυπλίου και κατά το παρελθόν είναι η διεκδίκηση από τους Ναυπλιείς για την πόλη τους του λειψάνου του αγίου Πέτρου, επισκόπου Άργους, ήδη από τον 10ο αιώνα. Η μετακίνηση του λειψάνου στο Ναύπλιο πραγματοποιήθηκε τελικά κατά την πρώτη βενετική περίοδο της Αργολίδας, στα 1421. Βλ. σχετικά Άννα Λαμπροπούλου, Η. Αναγνωστάκης, Βούλα Κόντη, Αγγελική Πανοπούλου, «Μνήμη και Λήθη της λατρείας των Αγίων της Πελοποννήσου (9ος-15ος αιώνας)», Οι Ήρωες της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Οι νέοι Άγιοι, 8ος-16ος αιώνας, επιστημ. επιμ. Ελεωνόρα Κουντούρα-Γαλάκη, Αθήνα 2004, σ. 278.

[4] Για μια τυπολογία των βενετικών πόλεων της βενετικής Ανατολής βλ. Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών Κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (Ι3ος-18ος αι.). Μια συνθετική προσέγγιση, Βενετία 20082, σσ. 22-30. Για τις πόλεις της βενετικής επαρχίας Αχαΐας βλ. Α. Μάλλιαρης, Η Πάτρα κατά τη βενετική περίοδο (1687-1715). Γη, πληθυσμοί, κοινωνία στη Β.Δ. Πελοπόννησο, Βενετία 2008, σσ. 38-42. Για τις πελοποννησιακές πόλεις από τον 13ο ώς τον 18ο αι. βλ. Β. Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου, 13ος-18ος αιώνας, Αθήνα 1985.

[5] Για τη σχέση Βενετίας και θάλασσας κλασικό είναι το έργο του F. Lane, Βενετία η Θαλασσοκράτειρα. Ναυτιλία-Εμπόριο-Οικονομία, μετάφρ. Κ. Κουρεμένος, επιστημ. επιμ. Γ. Παγκράτης, Αθήνα 2007. Μια ευσύνοπτη περιήγηση στις οχυρωμένες βενετικές πόλεις του Λεβάντε και της Δαλματίας με βιβλιογραφία για τις βενετικές οχυρώσεις στο A. Malliaris, «La metamorfosi dell’ambiente urbano nelle citta venete del Levante greco: ambiente, paesaggio architettonico, abitanti e potere veneziano, XIII-XVIII secoli», I Greci durante la venetocrazia: Uomini, spazio, idee (XIII-XVIII sec.), Atti del Convegno Internazionale di Studi, Venezia, 3-7 dicembre 2007, επιμ. Chryssa Maltezou – Angeliki Tzavara – Despina Vlassi, Βενετία 2009, σσ. 585-595.

[6] Για την οργάνωση ενός οικισμού σε citta-fortezza βλ. Malliaris, «La metamorfosi», σε πολλά σημεία.

[7] E. Pinzelli, «Les forteresses de Moree. Projets de restaurations et de demantelements durant la seconde periode venitienne (1687-1715)», Θησαυρίσματα 30 (2000), 400, 407- 408.

[8] Για τη Βοστίτσα και τη Γαστούνη βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σ. 40.

[9] Lane, Βενετία η θαλασσοκράτειρα, σε πολλά σημεία.

[10] Για την Πελοπόννησο στην όψιμη βενετική περίοδο και ειδικά για θέματα οργάνωσης της νέας κτήσης και κυρίως γαιοκατοχής βλ Κ. Ντόκος – Γ. Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας, Αθήνα 1993, καθώς και Μάλλιαρης, Η Πάτρα, όπου συγκεντρωμένη όλη η προγενέστερη βιβλιογραφία.

[11] Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 40-42.

[12] Για το μεγάλο θέμα των πληθυσμιακών εγκαταστάσεων στη βενετική Πελο­πόννησο βλ. Ντόκος – Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας και Μάλλιαρης, Η Πάτρα, όπου διεξοδική παρουσίαση πολλών πλευρών του φαινομένου. Για την Αργολίδα ειδικά, βλ. Davies, The Fiscal System of the Venetian Peloponnese, καθώς επίσης Λιάτα, Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του και η ίδια, Αργεία Γη.

[13] Βλ. υποσημείωση 15.

[14] Λιάτα, Αργεία Γη, σ. 21.

[15] Archivio di Stato di Venezia (στο εξής A.S.V.), Archivio Grimani dai Servi, busta 30, φ. (123). Όλες οι αναφορές σε εποίκους και κατοίκους του Άργους και τη γαιοκατοχή τους προέρχονται από βενετικές καταγραφές αποκείμενες στα Αρχεία της Βενετίας. Ερευνήθηκαν ποικίλες αρχειακές σειρές. Σχετικές πληροφορίες προέκυψαν, με σειρά μεγαλύτερης συχνότητας, κυρίως στους εξής φακέλους: A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51 σε πλείστα φύλλα, όπου καταγράφονται εκατοντάδες ονομάτων κατοίκων της πόλης του Άργους και του διαμερίσματος του και σημειώνονται αναλυτικά οι γαίες, οι οικίες και τα λοιπά ακίνητα που κατείχαν· b. 30, όπου καταγραφή των οικιών, δημοσίων και ιδιωτικών, στην πόλη του Άργους (Catastico de tute le case publiche e private che si trovano in esere nel borgo dArgos fato I’ano 1698) b. 41 και b. 19.

[16] Παναγιωτόπουλος, Πληθυσμός και οικισμοί, σ. 245.

[17] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 30, φ. (115)-(124). Καταγραφή των ναών της πόλης, στα νεότερα όμως χρόνια, βλ. στο Ζεγκίνης, Το Αργος, σσ. 178-180.

[18] Λιάτα, Αργεία Γη, σσ. 50-51.

[19] Για τις αστικές κοινότητες της βενετικής Πελοποννήσου βλ. Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 465-500. Για τις κοινότητες Πατρών και Γαστούνης βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 238-275.

[20] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 41, φ. (441r).

[21] Κάτοψη του φρουρίου του Άργους σώζεται στον Κώδικα Grimani στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών της Αθήνας με τον τίτλο Pianta del Castel dArgos (Codex Grimani, XXVIII). Το σχέδιο φέρει την υπογραφή του Francesco Vandeyk, γνωστού από την εργασία του στη σύνταξη των κτηματολογικών χαρτών της Πελοποννήσου.

[22] A.S.V, Archivio Grimani dai Servi, b. 19, φ. (138v).

[23] A.S.V, Archivio Grimani dai Servi, b. 19, φ. (137v).

[24] Βλ. Ντόκος-Παναγόπουλος, Το βενετικό κτηματολόγιο της Βοστίτσας.

[25] Γι’ αυτήν την πρακτική καταγγελίας βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σ. 117.

[26] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, φ. (34) και εξής.

[27] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, φ. (37).

[28] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, φ. (51).

[29] Για το φαινόμενο της κοντέας βλ. Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 160-176.

[30] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 51, πλείστες καταγραφές για τους ανωτέρω σε πολλά φύλλα του φακέλου.

[31] Μάλλιαρης, Η Πάτρα, σσ. 191-193.

 

Αλέξης Μάλλιαρης

«Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008. Πρακτικά, Αθήνα -Βενετία, 2010.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »