Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιβλία’

Ο Jean Nicolas Maquart και η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά


 

Yves Ollivier – Georges Kondis: «Jean Nicolas Maquart (1786-1856). Intendant Militaire en Morée (1829-1831) », Βερσαλλίες, 2020. (Έκδοση στη γαλλική γλώσσα)

 

Μεταξύ των σημαντικών γεγονότων της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 υπάρχουν τρία «ξεχασμένα» που σημάδεψαν την πορεία της όπως και την πορεία του ανεξάρτητου νέου ελληνικού κράτους: η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή και η αντίστοιχη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στο Μοριά. Το σημαντικό έργο του γαλλικού στρατού και των Γάλλων επιστημόνων παρέμεινε ξεχασμένο και μόνο το 2011/2017 παρουσιάζονται οι δυο τόμοι ενός εξαιρετικού έργου με τίτλο «Το έργο της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μοριά. 1829-1838», φωτίζοντας πληθώρα πτυχών της γαλλικής παρουσίας στην ανεξάρτητη Ελλάδα με ένα πλούσιο υλικό χαρτών, εικόνων και κειμένων.

 

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Jean Nicolas Maquart (1786-1856) – Intendant Militaire en Morée (1829-1831)».

 

Προηγουμένως, το 1971, στην εισαγωγή ενός άλλου σημαντικού έργου με τίτλο «Η ελεύθερη Ελλάς και η Επιστημονική Αποστολή του Μορέως. Το λεύκωμα Πεϋτιέ», ο επιμελητής της έκδοσης Στέλιος Α. Παπαδόπουλος σημειώνει:

 

Η Επιστημονική Αποστολή, παρά τη σημασία του έργου της, λησμονήθηκε· ενδεικτικό το γεγονός ότι σε μια μόνο γενική ιστορία της Ελλάδος γίνεται μνεία της. Η σχεδόν πλήρης έλλειψη μελετών για την ιστορία της επιστημονικής σπουδής της Χώρας δεν έδωσε ποτέ την ευκαιρία της συνολικής αποτιμήσεως της προσφοράς της. Ανάλογη ήταν και η τύχη του ανέκδοτου υλικού. Και υλικό δεν συγκεντρώθηκε μονάχα από τα επίσημα μέλη της: «πολλοί σχεδίαζαν τοπία, κρατούσαν σημειώσεις, έκαμαν συλλογές φυτών, εντόμων ή άλλων αξιοπερίεργων ή εταρίχευαν πουλιά· είδα πραγματικά πολύτιμες συλλογές φυσικής ιστορίας και πολύ ενδιαφέρουσες εκθέσεις (relations) που είχαν γίνει από υπολοχαγούς, ανθυπολοχαγούς, αξιωματικούς του υγειονομικού ή άλλα μέλη του εκστρατευτικού σώματος», γράφει ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν. (σ. 13)

 

Ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν (Bory de Saint – Vincent) επικεφαλής της Επιστημονικής Αποστολής είχε, βεβαίως, προσωπική εμπειρία για όλο αυτό το υλικό που είχε παραχθεί και που, ένα μέρος του, μας είναι ακόμη άγνωστο. Το ίδιο σημαντική είναι η επισήμανση  του Στ. Α. Παπαδόπουλου για το υλικό αυτό, προτρέποντας μάλιστα στο ίδιο εισαγωγικό σημείωμα (σ. 19) για την ανανέωση του ενδιαφέροντος σχετικά με την έρευνα του υλικού αυτού.

Για το λόγο αυτό εξάλλου είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι που, μετά από επίπονη προσπάθεια, παρουσιάζουμε σήμερα αρχικά την πρώτη γαλλική «διασωστική» έκδοση ενός άγνωστου αρχείου της περιόδου εκείνης που αφορά στις περιηγητικές σημειώσεις και τις υδατογραφίες του Συνταγματάρχη Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart) που συμμετείχε στην Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά από το 1829-1831, υπό τις διαταγές του Στρατηγού Σνάιντερ (Antoine Virgile Schneider) διοικητή του ενός από τα τρία εκστρατευτικά σώματα που έφτασαν στην Πελοπόννησο υπό την αρχηγία του Στρατηγού Μαιζών (Nicolas Joseph Maison). Για πάρα πολλά χρόνια το αρχείο (κείμενο και υδατογραφίες) παρέμενε φυλαγμένο από τους απογόνους του J.N. Maquart, ώσπου μια ευτυχής συγκυρία μου επέτρεψε τη γνωριμία με τον κ. Yves Ollivier, σημερινό κάτοχο του αρχείου, ο οποίος μου παρείχε κάθε δυνατή βοήθεια για μια πρώτη κοινή «διασωστική» έκδοση του αρχείου.

 

Θέατρο Σπάρτης, άποψη του Μιστρά και του Ταϋγέτου, υδατογραφία Jean Nicolas Maquart, 29-8-1829. Δημοσιεύεται στο: Yves Ollivier – Georges Kondis: «Jean Nicolas Maquart (1786-1856). Intendant Militaire en Morée (1829-1831)», Βερσαλλίες, 2020.

 

Ο Jean Nicolas Maquart (1786-1856) ως στρατιωτικός συμμετέχει σε όλα τα μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα και ιδιαίτερα τις εκστρατείες (1805-1814) του Ναπολέοντος 1ου, για τις οποίες καταγράφει πολλές πληροφορίες στο ημερολόγιό του. Την περίοδο 1828-1831 συμμετέχει στην Στρατιωτική Αποστολή του Μοριά. Στις 10 Απριλίου 1848 υπηρετώντας στη Στρατιά του Βορρά (Rouen),  συνταξιοδοτείται με το βαθμό του Συνταγματάρχη.

 

Χειρόγραφο κείμενο του Jean Nicolas Maquart.

 

Στις 28 Νοεμβρίου 1828 επιβιβάζεται στο πολεμικό πλοίο «Le Scipion» με προορισμό το Ναυαρίνο συνταξιδεύοντας με γιατρούς και άλλο στρατιωτικό προσωπικό. Στις 13 Δεκεμβρίου 1828 αποβιβάζεται στο Ναυαρίνο και μια εβδομάδα αργότερα θα εγκατασταθεί στην Πάτρα μαζί με μια ομάδα του «Υγειονομικού» (γιατροί, νοσοκόμοι και διαχειριστές), καθώς και ένα συνεργείο εξειδικευμένων τεχνιτών στην επισκευή πλοίων του γαλλικού ναυτικού. Ο J. N. Maquart ταξιδεύει σημειώνει και κυρίως ζωγραφίζει. Οι υδατογραφίες του (aquarelles) αποτελούν μια σημαντική πηγή πληροφοριών και σημαντικά τεκμήρια της περιηγητικής ζωγραφικής. Από το Ναυαρίνο έως την Αθήνα, ο J. N. Maquart διατηρεί ένα ημερολόγιο όπου σημειώνει πληροφορίες για τους τόπους και τους ανθρώπους, όπως επίσης και για τις προσωπικότητες που συναντούσε (π.χ. Κολοκοτρώνης). Το μεγαλύτερο μέρος των σημειώσεων αυτών και των υδατογραφιών διασώθηκαν από γενιά σε γενιά στην οικογένεια και ένα μέρος τους  όπως και ολόκληρο το κείμενο των σημειώσεων, παρουσιάζεται στη γαλλική έκδοση.

 

Δεν μπορώ παρά να φωνάξω με θαυμασμό ως ταξιδιώτης μέσα από τον γοητευτικό πίνακα των βοσκών της Αρκαδίας που ζωγράφισε ο Poussin: Ήμουν κι εγώ στην Αρκαδία!  Περιέτρεξα την Ελλάδα και βάδισα σ’ αυτή τη γη όπου πάτησαν τόσοι ήρωες των οποίων το όνομα και τα κατορθώματα διέσωσε και μας μετέδωσε η Ιστορία. Κατά την δια θαλάσσης άφιξή μας στην Ελλάδα, η θεά του υπέροχου όρμου του Ναυαρίνου, διακόπτεται από τρεις βραχώδεις μάζες  που σχηματίζουν τη λεγόμενη νήσο Σφακτηρία. Η μάζα η πιο απομακρυσμένη από την είσοδο είναι και η πιο ξακουστή καθώς διατηρεί  στην κορυφή της τα κατάλοιπα της αρχαίας Πύλου. Εκεί διέμενε ο σεβάσμιος Νέστορας.

 

Ο  J. N. Maquart, όπως και πολλοί άλλοι στρατιωτικοί που πήραν μέρος στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου και στις Γαλλικές Αποστολές, εμφορείται από φιλελληνικά συναισθήματα και αναζητά στις περιηγήσεις του τα σημάδια μιας Ελλάδας φάρο παγκόσμιου πολιτισμού αλλά και απαρχής του δυτικού πολιτισμού. Γι’ αυτό, από τη μια θεωρεί πως η Γαλλία εκπλήρωσε ένα μεγάλο ιστορικό χρέος συμμετέχοντας στην απελευθέρωση της Ελλάδας και από την άλλη ακολουθεί τα βήματα της προσωπικής εμπειρίας, του βιώματος, με τα τεκμήρια του ελληνικού πολιτισμού: εκτός από την Αθήνα την οποία θα επισκεφτεί συνοδεύοντας το στρατηγό Schneider και για την οποία θα μας χαρίσει δυο εξαιρετικές οπτικές με τις υδατογραφίες του, περιηγείται σε πολλά μέρη της Πελοποννήσου: Άργος, Ναύπλιο, Μεσσήνη, Τρίπολη και περίχωρα, Αρχ. Ολυμπία, κ.ά.

 

Το φύλλο στρατιωτικής κατάστασης και μεταβολών του Jean Nicolas Maquart.

 

Ο J. N. Maquart δεν είναι επιστήμονας αλλά στρατιωτικός με ιδιαίτερη κλίση στη ζωγραφική. Επομένως η αναλυτικότητα των σημειώσεών του είναι αντίστοιχη του χρόνου που διαθέτει εκτός υπηρεσίας. Ο λόγος του είναι λιτός, αλλά οι περιγραφές του έχουν ενδιαφέρον για τους τόπους και τα πρόσωπα που βλέπει και καταγράφει. Είναι πιθανό ορισμένες σημειώσεις να έχουν χαθεί. Δυστυχώς δεν έχουμε λεπτομέρειες, για παράδειγμα,  από τη συνάντησή του με τον Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια στο Ναύπλιο.

Οι υδατογραφίες του αποτελούν μια σημαντικότερη αποτύπωση των περιηγήσεών του, μας παρέχουν συγκριτικά στοιχεία για τους τόπους και τα πρόσωπα σε σχέση με άλλους ζωγράφους – σχεδιαστές της εποχής (π.χ. Prospert Baccuet), καταγράφουν σημεία που δεν είχαν αποτυπωθεί από άλλους περιηγητές και αποτελούν πολύτιμη συμβολή στη γενικότερη αντίληψη που έχουμε για την περιηγητική ζωγραφική της εποχής.

Η «διασωστική» γαλλική έκδοση μας έδωσε την ευκαιρία μιας κοπιαστικής αλλά πλούσιας αρχειακής και βιβλιογραφικής έρευνας, η οποία σίγουρα θα συμπληρώνεται με νέα στοιχεία καθώς οι αντίστοιχες έρευνες θα συνεχίζονται. Η ελληνική έκδοση που αναμένεται για την άνοιξη του 2021 θα περιλαμβάνει ένα εμπλουτισμένο κείμενο και κυρίως το σύνολο των σαράντα πέντε (45) υδατογραφιών που ανήκουν στο αρχείο της οικογένειας του κ. Yves Ollivier.

 

Γιώργος Κόνδης

Ο Γεώργιος Η. Κόνδης είναι Κοινωνιολόγος, διδάσκων στο Τμήμα Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

 

Read Full Post »

Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση: Από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά | Σοφία Λαΐου – Μαρίνος Σαρηγιάννης


 

Προτάσεις βιβλίων από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

«Η αρχή των κινημάτων [των Ρωμιών] ήταν στα μέσα του μήνα Τζεμαζιουλέβελ του έτους 1236, που είναι το έτος 1820 από τη γέννηση  του Χριστού. Στο διάστημα αυτό, εγώ ο αμαθής και αδύναμος από κάθε άποψη, Αχμέτ Πασά- ζαντέ Μιρ Γιουσούφ ο Μοραΐτης, όντας ιππέας της Υψηλής Πύλης, στάλθηκα από την Υψηλή Πρωτεύουσα για να ρυθμίσω κάποιες φοροεκμισθώσεις, και με την ευκαιρία πήγα να επισκεφτώ τους δικούς μου στην πόλη και γενέτειρά μας, το κάστρο του Ναυπλίου. Διέμεινα εκεί κάποιο διάστημα για τις ταπεινές δουλειές μου και εκεί ήμουν, όταν το εν λόγω μιλλέτι ξεκίνησε την ανυποταξία του».

Έτσι ξεκινά η αφήγηση του Γιουσούφ Μπέη, αξιωματούχου της Υψηλής Πύλης και αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων της Πελοποννήσου. Ο Οθωμανός αξιωματούχος που εγκλωβίστηκε στο Ναύπλιο κατά την έναρξη της Επανάστασης και παρέμεινε εκεί ώς την παράδοση του κάστρου (Νοέμβριος 1822), ήταν γιος του γεννημένου στο Ναύπλιο διοικητή του πασαλικιού του Μοριά Αχμέτ πασά Σαλλάμπας και μητέρα του υπήρξε μια Ελληνίδα που αιχμαλωτίστηκε κατά τα Ορλωφικά. Ο ίδιος μιλούσε ελληνικά και είχε κοινωνικές επαφές με Έλληνες. Μετά την απελευθέρωσή του κατέγραψε τις μαρτυρίες του, και το κείμενο παρέμεινε αδημοσίευτο.

 

Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση… Στο εξώφυλλο, «Μερική άποψη του Ναυπλίου και το Παλαμήδι», αγνώστου, υδατογραφία.

 

Οι «Οθωμανικές αφηγήσεις για την Ελληνική Επανάσταση: Από τον Γιουσούφ Μπέη στον Αχμέτ Τζεβντέτ Πασά» είναι ένα από τα τρία πρώτα βιβλία της επιστημονικής σειράς «Ιστορική Βιβλιοθήκη 1821» – σε επιμέλεια της Μαρίας Χριστίνας Χατζηιωάννου, διευθύντριας ερευνών και διευθύντριας του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών (ΕΙΕ). Παρουσιάζει για πρώτη φορά την πρόσληψη της Επανάστασης από την οθωμανική πολιτική ελίτ. Έτσι, στην ακαδημαϊκή συζήτηση για την Ελληνική Επανάσταση από την οποία σε μεγάλο βαθμό απουσίαζε η οθωμανική πλευρά, προστίθεται μια ολοκληρωμένη πλέον ιστορική εργασία. Αυτό το έργο, όπως και ολόκληρη η σειρά, εντάσσεται στο ερευνητικό και εκδοτικό πρόγραμμα που αφορά επιμέρους και λιγότερο γνωστές από την υπάρχουσα βιβλιογραφία όψεις της Επανάστασης του 1821. Υλοποιείται με τη στήριξη του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009 – Νικόλαος Γεωργίου Τόμπρας


 

Ένα καινούργιο βιβλίο ξεκινά την πορεία του, «Οι Συμβολαιογράφοι, Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι του Ναυπλίου, 1831 – 2009», του Νικολάου Γεωργίου Τόμπρα εν ενεργεία συμβολαιογράφου Ναυπλίου. Το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας πέντε περίπου ετών στα οποία ο συγγραφέας με επίπονη προσπάθεια, κόπο και συστηματική έρευνα  κατάφερε να συγκεντρώσει στοιχεία για τους συνάδελφούς του  και να προσδιορίσει την περίοδο που υπηρέτησαν τον θεσμό της Συμβολαιογραφίας.

Στη συνέχεια εξετάστηκε συστηματικά το  σύνολο του νομοθετικού πλαισίου που οδήγησε στην σύλληψη, τον σχεδιασμό, την δημιουργία, την ανάπτυξη και την ωρίμανση του Συμβολαιογραφικού θεσμού στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα εντοπίστηκε η πορεία γέννησης και ωρίμανσης του θεσμού των υποθηκοφυλάκων και οι λειτουργοί της στο Ναύπλιο. Ακόμα, στάθηκε δυνατό να διακριβωθεί η διαδικασία δημιουργίας του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Ναυπλίου (νομοί Αργολίδος, Αρκαδίας, Καλαμάτας, Κορινθίας, Λακωνίας) και να αναδειχθούν τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων του στην πορεία του χρόνου. Τέλος, μέσα από όλη αυτή την διαδικασία δημιουργήθηκε μια υπέροχη εικόνα της πόλης του Ναυπλίου, καθώς και της επαρχίας Ναυπλίας και των ανθρώπων της στο χρόνο.

 

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

 

Ενώ ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία εξελίσσεται και η προσπάθεια για τη δημιουργία σύγχρονου Ελληνικού Κράτους εντατικοποιείται, προκύπτει η ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων θεσμών και σχετικού νομοθετικού πλαισίου. Ένας από τους πρώτους θεσμούς που θα ιδρυθεί είναι και αυτός της Συμβολαιογραφίας. Η πορεία σύλληψης και εξέλιξής του και οι δημόσιοι λειτουργοί που τον υπηρέτησαν στην πρώτη επίσημη πρωτεύουσα του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, κατά τη διάρκεια του 19ου  αλλά και του 20ου  αιώνα, αποτελούν το αντικείμενο αυτού του πονήματος.

Η προσωπική και επαγγελματική πορεία των συμβολαιογράφων του Ναυπλίου, που ήρθαν από κάθε σημείο του ορίζοντα όπου υπήρχε Ελληνισμός, είναι ενδιαφέρουσα. Ήταν Φιλικοί, έμποροι, κτηματίες, τραπεζικοί, γραφείς, υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών, δικαστές, δικηγόροι, κατάσκοποι, πολεμιστές, άνθρωποι των γραμμάτων, συγγραφείς, ποιητές, δωρητές, πολιτικοί, απόφοιτοι της Νομικής, αν και όχι πάντα, απλοί συμβολαιογράφοι, συνδικαλιστές. Αυτοί αντιπροσωπεύουν την πληρέστερη και χωρίς κανένα κενό αλυσίδα λειτουργών του θεσμού.

Παράλληλα, εξετάζεται η πορεία γέννησης και ωρίμανσης του θεσμού των υποθηκοφυλάκων και οι λειτουργοί αυτού στην πόλη καθώς και η διαδικασία δημιουργίας του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Ναυπλίου και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων του.

Το Ναύπλιο αποτέλεσε μια πολυπολιτισμική πόλη και οι κάτοικοί του προσήλθαν από την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, την Οδησσό, τη Χίο. την Κρήτη, την Μακεδονία, την Κέρκυρα και ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ήταν Έλληνες και ξένοι φιλέλληνες, ο καθένας με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Η ιστορία τους αποτελεί μέρος της ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου, της επαρχίας Ναυπλίας αλλά και του σύγχρονου Ελληνικού κράτους.

 

Νικόλαος Γεωργίου Τόμπρας

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

Σχήμα 17Χ24

Σελίδες 336

ISBN 978-618-00-2254-4

 

Read Full Post »

«Στο Ελάχιστο Μόλις» – Μαρία Α. Βελιζιώτη


 

Κυκλοφορεί η τρίτη ποιητική συλλογή της Αργείας φιλολόγου και καθηγήτριας Μέσης Εκπαίδευσης,  Μαρίας Βελιζιώτη με τίτλο «Στο Ελάχιστο Μόλις», από τις εκδόσεις της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού.

Για τη νέα ποιητική συλλογή γράφουν, ο θεατρικός σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής, θεωρητικός του κινηματογράφου και αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου όπου διδάσκει υποκριτική και σκηνοθεσία, Γιάννης Λεοντάρης, και η Αλεξάνδρα Δημακοπούλου, Δρ της École des Hautes Études en Sciences Sociales, Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου Φιλολόγων – ΠΕ.Κ.Ε.Σ. Πελοποννήσου.

 

Δωρικές Ρωγμές

Γιάννης Λεοντάρης

 

Στο Ελάχιστο Μόλις

Στο μικρό προλογικό σημείωμα που επιχείρησα να συντάξω για την έκδοση των ποιημάτων της Μαρίας Βελιζιώτη, πρότεινα τον τίτλο Δωρικές Ρωγμές. Ο τίτλος αυτός σημαίνει μία ιδιόμορφη αντίφαση. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η αντίφαση θεωρώ ότι ενεργοποιεί τον σπινθήρα της υψηλής θερμοκρασίας στην ποιητική γραφή της Βελιζιώτη. Η ρωγμή είναι το αναπόφευκτο τραύμα μέσα στο οποίο γεννιέται η ποίηση. Η ίδια η ποίηση είναι από τη φύση της μία συνθήκη τραυματική, από τη στιγμή που ο λόγος της είναι εξόριστος και ξένος σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί ο κοινός λόγος, και σε ένα κόσμο τις τύχες του οποίου αποφασίζουν όχι οι ποιητές αλλά οι σε εισαγωγικά «ορθώς σκεπτόμενοι».

Ο περί ποίησης λόγος λοιπόν δεν πρέπει να λησμονεί την εγγενή ρωγμή του ποιητή. Αλλά και ο ίδιος ο ποιητής είναι καταδικασμένος να γράφει κοιτώντας διαρκώς στον καθρέφτη την ραγισμένη όψη του. Μέσω αυτής της οδού συναντά τον αναγνώστη του και μόνον έτσι, η ανάγνωση δεν παραμένει μια συμβατική καθημερινή ενασχόληση αλλά αναβαθμίζεται σε εμπειρία αυτογνωσίας, οδυνηρή, στοχαστική αλλά ταυτόχρονα απολαυστική, αποκαλυπτική, ερωτική. Αν ο αναγνώστης δεν μπει στα επικίνδυνα μονοπάτια της υπέρβασης, δεν μπει δηλαδή στον κόπο του ποιητή δεν θα καταστεί ποτέ συνένοχος της ποίησης, θα παραμείνει εγκλωβισμένος στις συμβάσεις του κοινού λόγου. Γράφει ο Σάββας Μιχαήλ στο εμβληματικό του κείμενο Homo Poeticus.

 

«H εξορία του ποιητή είναι το μέτρο της αποξένωσης του ανθρώπου Εξόριστος ο ποιητής από τον τόπο, εκτός τόπου εν παντί τόπω, διαμένει στον Ού-Τόπο αυτού που δεν υπάρχει ακόμα, στην κατοικία που αναζητά ακόμα ο άνθρωπος επί της γης. Εξόριστος είναι ο ποιητής και από τον χρόνο του, εκτός χρόνου εν παντί χρόνω (…) Ο Ποιητής, όπως κι ο επαναστάτης, μένει πιστός στην εποχή του και ταυτόχρονα εξόριστος απ΄την πατρίδα του μέσα στον χρόνο, σε ρήξη με όσα και όσους την διαφεντεύουν, εκτός νόμου, σε διωγμό. Είναι παρά-φωνος σε σχέση με την φωνή των κυρίαρχων. Κ’είναι αυτή η παραφωνία, που διαταράσσει τον «κοινό λόγο», τον κοινό τόπο, τον κοινό χρόνο, τον «κοινό νου» (…)

 

Επομένως μέσα από τις ρωγμές του ο ποιητής διαταράσσει κάθε συμβατικότητα, κάθε κανονικότητα. Ποίηση χωρίς ρωγμές δεν υπάρχει. Και κάθε ανάγνωση που επιχειρώ στα ποιητικά κείμενα διακόπτεται βίαια και οριστικά, όταν διαπιστώσω ότι η ποιητική γραφή είναι αρραγής, και καλά θωρακισμένη στην αυταρέσκειά της.  Η ποίηση της Μαρίας Βελιζιώτη βρίσκεται στη άλλη πλευρά του λόφου. Εκεί όπου τα τραύματα του ποιητή συνομιλούν με τις αγωνίες του αναγνώστη, γεννώντας έναν διάλογο ισότιμο και παρηγορητικό. Η Βελιζιώτη ευθύς εξαρχής εξομολογείται τους οδυνηρούς σταθμούς της διαδρομής της και τους εκθέτει γενναιόδωρα στον αναγνώστη:

« Το όνειρο πάντα θα μας υπερβαίνει » γράφει, και σηματοδοτεί έτσι την απελπιστική απόσταση ανάμεσα στο επιθυμητό και το βιωμένο.

 

Είπες και τόσο πυρπολήθηκαν τα μάτια

που γέμισε καπνό η απόγνωση

και δεν υπήρχε ρυτίδα

δεν υπήρχε αίμα να τρέξει

να φανεί ότι τα χρόνια συλλογισμένα στέκονται

στην απορία τους

νοσταλγώντας την αμεροληψία της άγνοιας

 

Η πορεία της ποίησης της Βελιζιώτη δεν είναι μονοσήμαντη. Δεν πέφτει στην παγίδα μιας κλειστής σχέσης με το ίδιο της το τραύμα. Δεν αναπαράγει ναρκισσιστικά την απόγνωση, δεν κραυγάζει την εξορία της. Αντίθετα, έχει τις κεραίες της ανοιχτές σε ό,τι μπορεί να λειτουργήσει παρηγορητικά ή παραδειγματικά, σε ό,τι έξω από το κλειστο δωμάτιο και την ανθρώπινη μοναξία, μπορεί να επουλώσει ή έστω να υπερβεί την οδύνη της συνειδητότητας. Τι μπορεί να είναι αυτό ; Τα άστρα, η θάλασσα, η γη, ο αέρας, ο ήλιος, ο βράχος:

 

Ας διδαχτούμε από τους βράχους

των γραμμών τους τη σύγκλιση

και την απόκλισή τους

τις χειρονομίες και τις μορφές

έτσι όπως γεννιούνται ξαφνικά ή μακροπρόθεσμα

 

Ενέργεια αυτοδύναμη

πλέγματα

προσχέδια και σχέδια

αντίκρυ στης φύσης την υπερβολή

της ερωμένης των άκρων

 

Ας εμπεδώσουμε την αρμονία

εξακριβωμένη στη δομική διαπλοκή της

που μεταγγίζεται μέσα από τη μεταφυσική της ύλης

τη διορατικότητά της

ότι ο άνεμος σφυροκοπώντας

θα την αλλάξει

ότι θα φέρει νέα σχήματα

απλά ή δαιδαλώδη

στο μάρμαρο, στον πορφυρίτη, στον ασβεστόλιθο

 

Ανάμεσα στην ιαματική υπέρβαση που σηματοδοτεί η φύση με τα στοιχεία και τα στοιχειά της και την έρημο του κλειστού δωματίου, οι στίχοι της Μαρίας Βελιζιώτη, κεντρίζουν, άλλοτε μελαγχολικά και άλλοτε οδυνηρά, τις προσδοκίες του αναγνώστη. Στίχοι πυκνοί («Το αύριο δεν εξουσιάζεται / και η ζωή θα είναι πάντα χτεσινή »),  εικονοποιία απροσδόκητη και τολμηρή (« Στα μέσα νερά μιας θάλασσας πικρης / εκεί που οι μύθοι βυθίζονται αυτόπρυμνοι… »),  εισάγουν από την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη σε ένα ιδιόμορφο και απαιτητικό ποιητικό σύμπαν.

 

Γιάννης Λεοντάρης

 

Μαρία Βελιζιώτη

Η σχέση με τον εαυτό εξελίσσεται σε αναμέτρηση με έναν ανελέητο καθρέφτη: «Αυτός είναι ο τρόπος / κι ο κίνδυνος / σα δυνατό χαλάζι / σα μαύρο αίμα / για μας που ψάχνουμε αφορμές / να ντύσουμε την απληστία με έρωτες / πολεμιστές / πίσω από το βασιλιά εαυτό μας.»

Η συνείδηση του οδυνηρού είναι,  στην ποιητική γραφή της Βελιζιώτη, χτίζει σιγά σιγά και μεθοδικά το οικοδόμημα της θλίψης. Το οικοδόμημα αυτό όπως ήδη είπα, δεν είναι κλειστό, δεν απειλείται από ασφυξία, γιατί κάπου εκεί μακριά, δίπλα, μέσα, και κυρίως ανάμεσα, καραδοκεί το ψύχραιμο και ατάραχο βλέμμα της φύσης. Το βλέμμα του ήλιου και του ανέμου « κοιτάζει » τόσο το μοναχικό εγώ όσο και την απόγνωση του  εμείς,  προσδίδοντας στη θλίψη αυτή, πνοή ποιητική:

«‘Ηταν μια μέρα αναποφάσιστη / κάτι χορτάρια σαλεύανε στη σκόνη / κάποιοι περπατούσαν στην απόγνωση / κάποιοι πέθαιναν απροσδόκητα / για κάποιους άλλη αυγή δε θα ξημέρωνε / έπεφτε ξαφνικά ο θάνατος / κι η σωτηρία ένα παιχνίδι καθώς ο ήλιος ξεψυχούσε». Η σιωπή των πραγμάτων τρέφει την ανάσα της γραφής.

Θα κλείσω αυτή τη σύντομη απόπειρα γνωριμίας με την αναφορά σε αυτό που στην αρχή ονόμασα « δωρικό» στοιχείο στην ποίηση της Βελιζιώτη.

Η ποίηση της Βελιζιώτη έχει μορφή λιτη, ύφος σχεδόν δωρικό. Αρνείται να βαρύνει την όψη της με στολίδια.  Δεν επιχειρεί μορφικές ακροβασίες ούτε σε επίπεδο γλωσσικό ούτε σε επίπεδο ποιητικού ρυθμού. Οι εικόνες της δεν συνομιλούν ούτε με τους ιμπρεσσιονιστές ούτε με τους υπερρεαλιστές ζωγράφους. Κι όμως: η ποίησή της έχει στέρεο εσωτερικό ρυθμό και φιλοτεχνεί πλούσια εσωτερικά τοπία. Ακριβώς αυτή η δυνατότητα της σύνθεσης των αντιθέτων θαρρώ πως αποτελεί και την πολυτιμότερη αρετή της γραφής της Μαρίας Βελιζιώτη: ένα ευάλωττο σύμπαν αισθημάτων γεμάτο αποχρώσεις και ημιτόνια,  σε μια αυστηρή και λιτή όψη γραφής. Με τις λύσεις των  αινίγμάτων της (όπως αυτό του πολύσημου τίτλου της συλλογής: Λευκή) καλά φυλαγμένες για όποιον θα κάνει τον κόπο να αναμετρηθεί μαζί τους.

Κι όμως, από την αυστηρή αυτή «πηγή» αναβλύζουν πλούσιοι χυμοί γεμάτοι από τις ρωγμές της βαθείας ποιητικής συνείδησης. Αναβλύζει η σιωπηλή επίκληση του ‘Αλλου. Αυτή δεν είναι άλλωστε η κοινή αγωνία του ποιήματος και του αναγνώστη του;

 

Η ελληνικότητα στο μέγιστο… Μια ανάγνωση του ποιητικού κύκλου της Μαρίας Βελιζιώτη «Στο ελάχιστο μόλις»

 

Αλεξάνδρα Δημακοπούλου

Δρ της École des Hautes Études en Sciences Sociales

Συντονίστρια Εκπαιδευτικού Έργου Φιλολόγων – ΠΕ.Κ.Ε.Σ. Πελοποννήσου

 

Απόλυτα λιτή, βαθιά ελληνική, η ποιητική γραφή της Μαρίας Βελιζιώτη ταξιδεύει στα «στενά σοκάκια της Αστυπάλαιας και της Μήλου» που αντιστρέφουν τον Καιρό και της αρνήθηκαν το καλοκαίρι, πιάνει τον αναγνώστη από το χέρι και τον περνά μέσα από σολωμικά «χάσματα σεισμού», μέσα από τα καβαφικά τείχη και την Αλεξάνδρεια, τον ανεβάζει στο καράβι «Αρχιπέλαγος» και του τραγουδά τον θαλασσινό έρωτα του Ελύτη σε μια θλιμμένη, αλλά συνάμα ελπιδοφόρα εκδοχή.

Η απαίτηση του συντελεσμένου προς το «πρόσωπο που έγινε άγαλμα», η βαθιά οδύνη για αυτά που δεν συντελέστηκαν, τα δάκρυα στα μάτια που «ανοίγουν και κλείνουν χάσματα σεισμών» παραπέμποντας στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», (Σχεδίασμα Β, 22):

 

«Για κοίτα κει χάσμα σεισμού βαθιά στον τοίχο πέρα,

και βγαίνουν άνθια πλουμιστά και τρέμουν στον αέρα·

λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι,

άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.

 

Χάσμα σεισμού που βγάν’ ανθούς και τρέμουν στον αέρα».

 

«Χάσματα σεισμών» που αποτυπώνουν την ορμητική, ανεξέλεγκτη δύναμη της ελευθερίας, μιας ελευθερίας για χρόνια καταπιεσμένης «μέσα στα τείχη, έξω και μέσα μου», που ζητά διέξοδο μέσα από το σεισμικό χάσμα, μέσα από τη ρωγμή του «είναι» που «κάποτε διαλέγει το ξύπνημα», χρόνια θαμμένη. Βαθιά οντολογική αναζήτηση, υψηλό αίσθημα αυτοκριτικής και αυτογνωσίας, ψηλάφιση του θλιμμένου εαυτού, ο οποίος ωστόσο δεν παραιτείται, αλλά επιλέγει στο τέλος την έξοδο. Την έξοδο που ο εαυτός –  tableau vivant – επιχειρεί, έχοντας υψωθεί απέναντι στους φόβους του, με όπλο την απόφαση να περάσει τη θάλασσα ή να πνιγεί στην μαγεία του νερού. Η μνήμη περιδιαβαίνει τις «θαυματουργές πηγές και τις άσπρες εκκλησίες», συλλέγοντας και επεξεργαζόμενη εμπειρίες, αγωνιώντας υπαρξιακά, ολομόναχη, αφού δεν ακολουθεί τα χνάρια κανενός. Η Οδύσσεια του ποιητικού υποκειμένου δύσκολη, ανηφορική, με μια αίσθηση καρυωτακικού φθόνου για τους στίχους ποιητών, αυτών που έφτασαν το αδύνατο, που καταξιωμένα «εποίησαν». Ο φθόνος για τους στίχους των ποιητών με τους οποίους η ποιήτρια συναντήθηκε, παντρεύεται με τη μοναξιά και την οδύνη για τη γέννηση των οικείων στίχων, μετουσιώνεται σε δημιουργία, σιωπηλό τοκετό, οδυνηρή γέννα, μετουσιώνεται σε αέναη αγάπη που αντέχει και έχει για σύμμαχο το ίδιο το ποίημα.

Στο διάβα της ολοένα και βαθύτερης υπαρξιακής αναζήτησης, το ποιητικό υποκείμενο συναντά τους υψωμένους τοίχους – παράφραση των καβαφικών τειχών– εξαιτίας των οποίων στερήθηκε τη μέρα που πέρασε και δεν επιστρέφει, με κυρίαρχο το αίσθημα της θλίψης και της πλήξης σε μια διαρκή άσκηση ζωής, συντροφιά με τις λέξεις που αιχμαλωτίζουν την ομορφιά, ώστε αυτή να μην ξοδευτεί ανώφελα σε έναν διαρκή αγώνα απέναντι στο «Αμείλικτο». Το ποιητικό υποκείμενο έχει για όπλο τη δικιά του αλήθεια, την αλήθεια που υποδεικνύει όχι μόνο το υπαρκτό, αλλά και το επιθυμητό.

Σε αυτόν τον αγώνα ζωής και ποίησης, ποιητικής ζωής αλλά και ζωογόνας ποίησης, η ελληνικότητα είναι πανταχού παρούσα: η σολωμική μνήμη της ζωής που ρέει αγκαλιά με τον θάνατο και ο Απρίλης ο κεντημένος με αγριολούλουδα και άσπρες βιολέτες, η ασπίδα του οπλίτη της ελληνικής πόλης και η θέση – στάση του («αν θα σταθείς ή θα πετάξεις κάτω την ασπίδα σου»), η θάλασσα σε θέση πρωταγωνιστή, οι «καβαφίζοντες τοίχοι», η Κίρκη και οι Κύκλωπες της Οδύσσειας, τα αγάλματα και οι μεγάλες ακροπόλεις, η μοίρα που παραμένει αδάμαστη μην επιτρέποντας την άσκηση εξουσίας στο αύριο, η ύβρις των Ατρειδών και του Οδυσσέα, η πέτρα σε μορφή μαρμάρου, πορφυρίτη, ασβεστόλιθου, το ερωτικό Αρχιπέλαγος του Ελύτη, που παρά τη θυελλώδη όψη που αποκτά στη γραφή της ποιήτριας, είναι ο «τόπος» στον οποίο αξίζει να ξυπνήσει κανείς την καρδιά του! Αξίζει να ξυπνήσει στην καρδιά του μιαν αγάπη συνταγμένη όχι στον υποτακτικό άξονα, αλλά στον παρατακτικό! Χωρίς όρους και προϋποθέσεις δευτερευουσών προτάσεων, μα μόνον με κύριες, ανεξάρτητες, αυτόνομες και αγέρωχες!

Και ο πανδαμάτωρ Χρόνος να δικάζει το αδίστακτο ή το παρεκτρεπόμενο από το Μέτρο με αέναο στόχο την αποκατάσταση της ισορροπίας και της τάξης! Της τόσο ελληνικής τραγικής τάξης πραγμάτων!

Οκτώβριος 2020

Read Full Post »

Κλέφτες του Μοριά – Γιάννης Βλαχογιάννης


 

Κλέφτες του Μοριά – Μελέτη ιστορική από νέες πηγές βγαλμένη 1715-1820

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη δημοσιεύει, σε ψηφιακή μορφή το βιβλίο του Γιάννη Βλαχογιάννη, «Κλέφτες του Μοριά – Μελέτη ιστορική από νέες πηγές βγαλμένη, 1715-1820»· στο βιβλίο του ο Βλαχογιάννης γίνεται σκληρός επικριτής του φημισμένου κλέφτη Ζαχαριά, των Κολοκοτρωναίων, ιδιαίτερα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και παρουσιάζει με τη δική του οπτική την ιστορία των κλεφτών της Πελοποννήσου.

 

 

Γιάννης Βλαχογιάννης (1867-1945), ιστοριοδίφης και συγγραφέας. Το 1914 εισηγείται στον Βενιζέλο την ίδρυση των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Αργότερα, δώρισε στα Γενικά Αρχεία την πολύτιμη συλλογή του.

Το βιβλίο «Κλέφτες του Μοριά», του Γιάννη Βλαχογιάννη γράφτηκε ύστερα από  ακούραστη και αδιάκοπη έρευνα πολλών ετών, ανασκαφή αμέτρητων γνωστών και άγνωστων πηγών· καρπός που βγήκε μέσα από έντιμη μεταχείριση, αυστηρού κοσκινίσματος και εξονυχιστικής αντιπαραβολής όλων των διαθέσιμων στοιχείων, που οδήγησαν στο δρόμο της ιστορικής αλήθειας, όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου. 

Στο βιβλίο εξετάζονται οι ιστορικοί θρύλοι γύρω από τον προεπαναστατικό Μοριά, αναλύεται η πολεμική ιστορία από το 1769 έως το 1820, παρατίθενται οι ποιητικοί θρύλοι και τα λαϊκά ιστορικά τραγούδια. Ακόμη περιέχονται πέντε παραρτήματα, όπου βρίσκουμε τη  βιογραφία του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, την πολιορκία του πύργου του Αλή Φαρμάκη, το θάνατο του γέρο – Ντεληγιάννη, το πρακτικό ομονοίας των Κοτζαμπάσηδων τον Απρίλιο του 1816 και το τέλος του Σταματέλλου Τουρκολέκα και του Αναγνώστη Ζαχαρόπουλου τον Οκτώβριο του 1816.

Κυκλοφόρησε το 1935, με την πατριωτική χορηγία του Αλέξανδρου Πάλλη (1851-1935), εξόχου μεταφραστή της Ηλιάδας και οικοδόμου του Εθνικού λόγου, πεζού και ποιητικού.

 

Παρακάτω παραθέτουμε το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, όμως,  στο μονοτονικό σύστημα.

 

Η πολεμική ιστορία του Μόρια από τα 1715, που οι Τούρκοι διώξανε τους Βενετσάνους, και ίσα κάτου ως τα 1820, λυπηρό να το πει κανείς πόσο είναι φτωχή σ’ αξιόπιστα κείμενα, σε χρονικά θυμήματα γραμμένα ή απ’ ανθρώπους που είδανε τα πράματα με τα ίδια τους τα μάτια, ή από μάρτυρες που τα άκουσαν και που τα φυλάξανε στη θύμησή τους. Ενώ ο μακαρίτης καθηγητής Σπ. Λάμπρος δημοσίευσε μιαν ολάκερη συναγωγή, ή να πει κανείς σωστότερα κωδικοποίηση, από εκατοντάδες ιστορικά σημειώματα γραμμένα στα περιθώρια βιβλίων, τα περισσότερα, κι αναφερόμενα σ’ όλη την Ελλάδα, είναι παράξενο, όμως όχι και Ανεξήγητο, πόσο λιγοστά είναι τα όσα αναφέρονται στο Μοριά· κανένα τέτοιο σύντομο σημείωμα δε βρέθηκε ίσα με τώρα, που να μας μιλεί π. χ. για κάποιο σπουδαίο περιστατικό των Κολοκοτρωναίων, του Ζαχαρία, ή όποιου άλλου πολεμικού επίσημου άντρα των χρόνων της Σκλαβιάς στο Μοριά.

Φαίνεται πως ο ανεμοστρόβιλος του Τούρκου, που πέρασε και στα 1769 και υστερότερα με την καταστροφή των Αρβανιτών – αν λογαριάσουμε μοναχά τα δυο σημαντικότερα από του Μοριά τα τόσα ανακατώματα – και τέλος του Ιμπραήμ πασσά τ’ αλώνισμα κατά τα 1825-1828, όλα αυτά τα αίτια βοηθήσανε στο γενικό σάρωμα των γραφτών μνημείων των χρόνων της Σκλαβιάς, και θάμα θα είναι να βρεθεί ποιά καμιά χειρόγραφη άγνωστη πηγή. Λοιπόν ό,τι ξέρουμε από τα χρόνια αυτά του κατακαημένου του Μοριά το ξέρουμε κατά πρώτο λόγο από ξένες πηγές, που ο Σάθας μας τις έκαμε γνωστές, της περισσότερες, στην «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα» του, μένουν όμως άπειρες ακόμα ανέκδοτες σε ξένα ιστορικά αρχεία και κατά δεύτερο λόγο από λίγους υστερόχρονους ιστορικούς, που γράψαμε βιβλία για την Επανάσταση και κάμαν αναδρομές πίσω προς τα χρόνια τα παλιότερα.

Από της δεύτερης αυτής τάξης τα έργα τα ιστορικά είναι πολύ λίγα ακόμα ανέκδοτα, καθώς το έργο του μακαρίτη νομάρχη Κοντάκη, αν και δεν ξέρουμε καλά-καλά το περιεχόμενό του.

Δεύτερο ανέκδοτο χειρόγραφό είναι τ’ απομνημονεύματα του μακαρίτη γερουσιαστή κι’ από τους προύχοντες Μοραΐτες του 1821, του Παν. Παπατσώνη, που μας παραδίνει πολύτιμα ιστορικά περιστατικά των πριν από το 1821 χρόνων. Το πρωτότυπό τόχω πρόχειρο στον κάθε περίεργο. Λένε πώς και ο Κανέλλος Ντεληγιάννης άφησε χειρόγραφο έργο, μα ως την ώρα κανείς δεν το είδε. Τελευταία έρχονται τ’ ατίμητα σημειώματα του Ρήγα Παλαμίδη, αγωνιστή του 1821 και επίσημου πολιτικού Μοραΐτη, από πατέρα Μοραγιάνη, προύχοντα της Τριπολιτσάς, που είχε κάμει, και γραμματικός κοντά στον πασσά του Μοριά και γνώριζε περίφημα τα πράματα τα πριν από το 1821. Τέλος από τής τυπωμένες πηγές πολύ σπουδαία είναι τα βιβλία των ξένων περιηγητών.

 

Κλέφτες του Μοριά – Μελέτη ιστορική από νέες πηγές βγαλμένη 1715-1820

 

Γυρίζω στα έργα τα γραμμένα για την Επανάσταση του 1821 από γραφιάδες Μοραΐτες, που, καθώς είπα, κάνουν αναδρομές πίσω προς τα χρόνια τα παλιότερα. Έχει κανείς εδώ ένα παράξενο φαινόμενο μπροστά του. Όλοι αυτοί οι ιστορικοί, πού ζήσανε και δράσανε κατά την Επανάσταση, όλοι, χωρίς εξαίρεση, είναι πολιτικοί και στρατιωτικοί σύντροφοι του στρατηγού Θ. Κολοκοτρώνη·  όχι απλοί οπαδοί, άλλα και σύμβουλοί του κ’ υποτακτικοί, και συγγενείς του – μα έγραψε και ο ίδιος ο Γέρος του Μοριά.

Από τους αντιπάλους του, προύχοντες είτε στρατιωτικούς, κανείς δεν αποφάσισε να γράψει, αν όχι για να χτυπήσει το Θεοδωράκη, αλλά να παραστήσει τον αγώνα του Μοριά κατά την κρίση του, στα χρόνια του πολέμου, ή το λιγότερο να υπεράσπιση το δικό του έργο, το πρόσωπο που έπαιξε ο ίδιος, ή ακόμα ποιό λιγότερο ν’ απάντηση σ’ όσα γραφτήκαν από τους φίλους ή συγγενείς του Κολοκοτρώνη. Και είναι να μακαρίζει κανείς το Γέρο του Μοριά, που ευτύχησε ν’ απόχτηση τόσους ιστορικούς και τόσους υμνητές των έργων του. Το φαινόμενο τούτο, τ’ αποκλειστικό και μονόπλευρο, του πλήθους των ιστορικών βιβλίων που γραφτήκαν από Κολοκοτρωνιστές – ας τους πούμε μ’ αυτό τ’ όνομα το επιγραμματικό – δε μπορεί να εξηγηθεί μοναχά από τη θερμή αγάπη και το θαυμασμό των γραφιάδων συντρόφων ή συμπολεμιστών του Γέρου.

Το φαινόμενο δε μπορεί να είναι έτσι φυσικό και τυχαίο. Ο Θοδωράκης, μετά τα 1834, πλούσιος και ξαπλωμένος ποιά στης δάφνες του, δεν έμεινε αδιάφορος για το ιστορικό του όνομα και το έργο του, που θα παραδινότανε στην ιστορία. Γνωστικός πάντα και προβλεφτικός, καθώς ήτανε και στα πολεμικά του χρόνια, σκέφτηκε πολύ σωστά να βάλει γερά ταμπούρια – άλλου είδους όμως αυτά – τριγύρω στην ιστορική του μνήμη, και τα ταμπούρια αυτά, άμα εκείνος έλειπε από τον κόσμο, ν’ αντιστέκονται και να πολεμάνε τους παλιούς εχτρούς του. Εδώ μοναχά ο Γέρος είναι που λαθεύτηκε. Δε λέω, κανένας ως αυτή την ώρα δε βρέθηκε να του φιλονικήσει το έργο του το πολύμορφο. Ίσα – ίσα μάλιστα, όλο βγαίνουν καινούργιοι θαμαστές του και υμνητές.

Ο τελευταίος ως την ώρα, ο Τάκης Κανδηλώρος, δεν είναι απλός μοναχά θαμαστής είτε υμνητής του Γέρου, μα φιλοδόξησε να γίνει ιστορικός του, με σκοπό χαραγμένο από πρώτα, να σβήσει κάθε μελανό σημάδι από τη ζωή του Θ. Κολοκοτρώνη και των προγόνων του.

Εδώ έχω σκοπό να μιλήσω μοναχά για το έργο του «Ο Αρματωλισμός της Πελοποννήσου», 1924. Στο βιβλίο τούτο ο συγγραφέας μεταχειρίστηκε, μαζί με το σωρό των φιλοκοτρωνικών βιβλίων, που τα περισσότερα μιαν έχουνε πηγή και μόνη το στόμα του Θοδωράκη, και όλες τις άλλες γνώριμες πηγές, δικές μας ή ξένες. Φυσικά του ξεφεύγουν απ’ αυτές τις δεύτερες καμπόσες, π.χ. τα βιβλία του Leak κι’ άλλων ξένων περιηγητών. Γράφοντας όμως εγώ κατόπι από τον Κανδηλώρο έχω να προσθέσω κι’ άλλα ανέκδοτα βοηθήματα που μίλησα ποιό πάνου γι’ αυτά, δηλ. τα χειρόγραφα Παπατσώνη, Παλαμίδη κλπ.

Ήθελα όμως, πριν προχωρήσω στη μελέτη μου, να πω λίγα λόγια για τις καθαρά Κολοκοτρωναïκές, όπως τις είπα, πηγές. Πρώτη έρχεται η ιστορία του Α. Φραντζή· αν και κληρικός, ανακατεύτηκε πολύ στα – κόμματα τα τοπικά του Μοριά και τα γενικά της Επανάστασης. Φανατικός του Κολοκοτρώνη, τοπικιστής στενός, εχτρός των Μοραϊτών προυχόντων, προκάλεσε πολλά μίση με το έργο του, μέσα και όξω από το Μοριά. Η ιστορία του Φραντζή, με όλα όσα είπα ποιό πάνου, είναι πολύτιμη για όσα γράφει αναφερόμενα στα πριν από την Επανάσταση χρόνια· κι’ αφού τυπώθηκε νωρίτερα από του Θ. Κολοκοτρώνη την αυτοβιογραφία, δεν είναι επηρεασμένη από τα γραφόμενα του Γέρου, είναι όμως από τα λεγόμενά του, αν και όσα έγραψε ο Φραντζής περί Κάπων Κολοκοτρωναίων βέβαια δε θ’ αρέσανε στο Γέρο. Του Φραντζή ο θαυμασμός δεν είχε, φαίνεται, καθαρά απρόσωπα ελατήρια,  του φτάναν όμως τα τοπικά του, τα στενά και φανατικά.

Έρχεται στη σειρά η αυτοβιογραφία του Γέρου· στο βιβλίο αυτό, το μέρος που κάνει λόγο για τα πριν από το 1821 πράγματα είναι τρομερά φτωχικό, σημάδι πως  άνθρωπος τόσο πλούσιος στα λόγια, καθώς και στα έργα του, δεν ήξερε περισσότερα να πει. Όσο για τη διήγηση των από το 1821 και κάτου περιστατικών, και πάλι ο Γέρος γίνεται πολύ ακριβός, τόσο που σε κάνει ν’ απορείς.

Που είναι εκείνοι οι λόγοι, που τραβούσανε γύρω του ολάκερο λαό; Που η λαϊκή του φαντασία, τ’ αμέτρητα του ανέκδοτα και χωρατά, που σέρνανε κοντά του μαγεμένο τον πολεμιστή, που το καθάριο εκείνο μοραΐτικο πνεύμα, που κέρδιζε το γέλιο του φίλου μα και του εχτρού; Από μια ζωή τόσο πολύπλοκη και δραστική περίμενε κανείς πέντε το λιγότερο τόμους κι’ όχι έναν, κι’ αυτόν τόσο μισερόν.

Ο Τερτσέτης, που λέει πως έγραψε από το στόμα του τη διήγησή του, παρασταίνει πόσο βασανίστηκε ως που να καταφέρει το Γέρο να μιλήσει, και δεν είναι παράξενο. Για τον Κολοκοτρώνη είχανε ποιά σωθεί τα λόγια μαζί με τα έργα τα παλιά. Η καλοσύνη της καρδιάς του δεν τον άφηνε κανένα να πικράνει. Έμπα κ’ έβγα στο Παλάτι, παιδιά μεγάλα μ’ αξιώματα αυλικά και πολιτικά, συμπεθεριές με Φαναριώτες – κι’ ο Γέρος άλλαξε χαρτί, γίνηκε διπλωμάτης, προσεχτικός στα λόγια του, και γι’ αυτά όλα δεν υπαγόρεψε με πολύ μεγάλη όρεξη τη ζωή του, κι’ απ’ ό,τι υπαγόρεψε χωρίς άλλο έσβησε πολλά, καθώς το δείχνουν οι σύντομες φράσεις, τα μασημένα λόγια με τ’ αποσιωπητικά, το ύφος συχνά το δισταχτικό. Τί τα θέλετε· το βιβλίο του Γέρου αν δεν καθρεφτίζει το έργο του το μεγάλο και πλούσιο σ’ αμέτρητα περιστατικά, καθρεφτίζει όμως το χαραχτήρα του τον όχι σταθερό, τη γνώμη του την όχι ασάλευτη, την περίεργη απόφαση που είχε λάβει να μην τα πει όλα ενώ αποφάσιζε να διηγηθεί τη ζωή του. Άλλαξε τάχα ο χαραχτήρας του μαζί με τα χρόνια; Δεν το πιστεύω. Γιατί, πέστε μου, πως έβαλε τον ακράτητό του θαμαστή Ν. Σπηλιάδη, τον πιστό του Μιχ. Οικονόμο, τον υπασπιστή του Φωτάκο, τα παιδιά κι’ αγγόνια του να γράψουν και να υπερασπιστούν το έργο του; Ο Γέρος ήταν ο ίδιος ο παλιός, ο πολυπρόσωπος και πολυφάνταχτος, ο χαραχτήρας ο εγκεφαλικός, που όλα τα υπόταζε στην κρίση μα και στη φιλοδοξία του.

Το έργο του Ν. Σπηλιάδη, πολύτιμο για την πολιτική ιστορία του Αγώνα, είναι φανατικά τοπικό, πιστά Κολοκοτρωνικό. Ο χρηστότατος Σπηλιάδης «πελοποννησιάζει», καθώς λέει ο βιογράφος του Γιάννης Φιλήμονας, κι’ αυτός φίλτατος του Γέρου και ομόγνωμος του στα πολιτικά. Πελοποννησιάζει, μα και σφοδρά κολοκοτρωνίζει, λέω εγώ. Όσα αποβλέπουν τη ζωή των Κολοκοτρωναίων πριν από το 1821 τα πήρε ο Σπηλιάδης, χωρίς άλλο, από το στόμα του Γέρου, το ίδιο, χωρίς άλλο, πρέπει να πούμε και για το Φιλήμονα, θερμότατον Κολοκοτρωνιστή, μ’ όλο το ξύλο που έφαγε κατά το 1826 από το χέρι του Γέρου.

Για τα ιστορικά έργα του Φωτάκου δεν είναι ανάγκη ν’ αποδείξω πως όλα είναι γραμμένα κάτου από τη ματιά την προστατευτική του Γέρου. Ο γιός του Γέρου Γενναίος με τα ιστορικά του έργα από τη μια μεριά, όσο για τα χρόνια της ’Επανάστασης, στάθηκε δυνατός υπερασπιστής του έργου του πατέρα του μα και του δικού του, όσο όμως για τα πριν από το 1821, ο Γενναίος πλούτισε με προσθήκες δικές του παραπανιστές τα γραμμένα του πατέρα του). Ο παλιός γραμματικός του Θ. Κολοκοτρώνη Μ. Οικονόμος δανείστηκε πολλά από την αυτοβιογραφία του Γέρου, μα ως γνώστης των περασμένων, των πριν από το 1821, πρόσδεσε περί Καπών του Μοριά πράματα που θα θυμώνανε το Γέρο, αν ζούσε.

Ο Θ. Κολοκοτρώνης δεν ήθελε ν’ ακούει πως οι προγονοί του, και ο ίδιος, δουλέψανε σε κοτζαμπάσηδες Μοραΐτες – αυτοί ήτανε το μίσος του από τα χρόνια του χαλασμού των Κολοκοτρωναίων  – ως Κάποι, και γι’ αυτό στην αυτοβιογραφία του μιλεί όχι για Κάπους, παρά γι’ Αρματολούς Κολοκοτρωναίους, και ενώ αναφέρει τις επαρχίες που δούλεψε κάθε φορά ένας Κολοκοτρώνης, ξεχνάει να βάλει τ’ όνομα του κοτζαμπάση του επαρχιώτη, που είχε Κάπο στη δούλεψή του έναν από το σοι του.

Αυτή την αδυναμία την απόχτησε ο Θοδωράκης αρχίζοντας ο πρώτος χρόνος της Επανάστασης, και μαζί μ’ αυτόν αρχίζοντας η τρομερή φαγούρα που χώρισε το Μοριά σε δυο κόμματα, ή καλύτερα κομμάτια, το πολεμικό και το πολιτικό. Ο Θοδωράκης, ζώντας στα Εφτάνησα, γνωρίστηκε πολύ με τους Αρματολούς τους Ρουμελιώτες, και γυρίζοντας στο Μοριά αγαπούσε ποιά να καμαρώνη όχι σαν παλιός Κάπος Μοραΐτης, παρά σαν Αρματολός.

Ο Μοριάς, που έβγαλε τόσα παλικάρια και κατά τον Αγώνα και πρωτύτερα, πάντα ζήλευε, μα και ζηλεύει – και τιμή του είναι για αυτό – τη Ρουμελιώτικη παλικαριά, είδος Ελληνικού ιπποτισμού, που αιώνες αρματωλικής ζωής κληρονομικής – όχι Κλέφτικης μοναχά – την πλάσανε και την κάνανε τόσο όμορφη και τη στολίσανε με τόσες παραδόσεις και νόμους αυστηρούς, άγραφους. Μια παροιμία μοραΐτικη λέει: «Στη Ρούμελη είναι η λεβεντιά και στο Μοριά η γνώση», και η παροιμία αυτή είναι η φυσική γνώμη του λαού του αληθινού, του Μοραΐτη, που είπε μιαν αλήθεια ιστορική. Θα δείτε όμως στό γ’ μέρος του βιβλίου, το λαογραφικό, όχι ποιά του λαού του αληθινού τ’ αγνό δημιούργημα, τ’ αληθινά τραγούδια του, άλλα τού λογιώτατου του διαστρεμμένου την ανόητη προσπάθεια να δημιουργήσει, με δανείσματα από τη Ρουμελιώτικη λαϊκή ποίηση, και να πλάση με την πρώτη αυτή ζύμη τραγούδια ψεύτικα ή μισοψεύτικα, και όλα αυτά μ’ ένα σκοπό· να δημιουργήσει ηρωική ποίηση, αρματωλική περήφανη ζωή τριγύρω στους κατατρεγμένους Κλέφτες του Μοριά.

Να πει κανείς την αλήθεια, τα δημοσιευμένα έργα των ιστορικών, των συντρόφων του Θοδωράκη, που τ’ αράδιασα λίγο ποιό πάνου, δε μπορούνε να λογαριαστούν ως ιστορικές πηγές χωριστές, ή μια όξω από την άλλη, παρά ως αυλάκια που από μια και μόνη ξεκινάνε πηγή, από το στόμα του Γέρου, και ενώ χύνονται κι’ απλώνονται μέσα στην ιστορία την εθνική, φαίνονται σαν ο ίδιος σκοπός, το ίδιο χέρι να τα κυβερνάει, ο σκοπός να δημιουργήσουνε παλιά παράδοση ιστορική, θρύλο ηρωικό τριγύρω στο όνομα των Κολοκοτρωναίων. Κ’ ο σκοπός αυτός ευκολότερα καταφέρνετε αφού, καθώς είπα, άλλες πηγές σύγχρονες της ιστορίας του Μοριά, πριν από το 1821, δε φανήκαν ως την ώρα τούτη· πηγές ντόπιες, που να γλύτωσαν από του καιρού το πέρασμα. Η ιστορία όμως έχει κι’ αυτή τη μοίρα τη δική της, και να που ελπίζω να προσθέσω ποιο πλούσιο υλικό – και ποιό γνήσιο – απάνου σ’ αυτό που ίσαμε τώρα έχει δοθεί στο φως.

Εδώ τελειώνει η σύντομη κριτική εξέταση των πηγών, και μπαίνω ίσα στο θέμα μου…

 

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Γιάννης Βλαχογιάννης, Κλέφτες του Μοριά, Αθήνα, 1935.

 

Read Full Post »

Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40 – Pωξάνη  Δ. Aργυροπούλου


 

Διαβάσαμε και σας προτείνουμε το νέο βιβλίο της κυρίας Pωξάνης Aργυροπούλου, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Καλλιγράφος».

 

Ο Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος (φωτογραφία Δήμου Πατρίδη).

Η Αργεία στην καταγωγή Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου είναι Ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα με κύριο άξονα την ιστορία της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής φιλοσοφίας από τον δέκατο όγδοο έως τον εικοστό αιώνα με έμφαση στον Διαφωτισμό και το κίνημα του ρομαντισμού. Οι έρευνές της την οδήγησαν επίσης στην κριτική έκδοση ανέκδοτων φιλοσοφικών έργων αυτής της περιόδου.

Συνεχίζοντας το έργο της, αυτή τη φορά μας δίνει ένα ακόμη  βιβλίο της, το οποίο τιτλοφορείται «Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του ’40», όπου και επιχειρείται η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του διπλωμάτη πάτερα της Δημητρίου  Αργυρόπουλου, αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρώπη στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Το βιβλίο προϊόν και αυτό υποδειγματικής επιστημονικής έρευνας, κάτι  που χαρακτηρίζει τη συγγραφέα, προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να σχηματίσει μια ζωντανή και αντικειμενική εικόνα για τη μεσοπολεμική Ελλάδα, για τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους, που αποκαλύπτονται στις πλούσιες και ιδιαίτερα διαφωτιστικές υποσημειώσεις του.

 

Στο πρόλογο του βιβλίου σημειώνει η συγγραφέας:  

 

Ολοκληρώνοντας τη σταδιοδρομία τους, αρκετοί διπλωμάτες επιδίδονται στην καταγραφή των προσωπικών τους εμπειριών. Ο πατέρας μου, Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος, αυτόπτης μάρτυρας γεγονότων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρώπη στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου, δεν μας άφησε ένα παρόμοιο έργο.

Ωστόσο, στο βιβλίο αυτό επιχειρείται η σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του και της μακρόχρονης πορείας του, εντάσσοντας τα βιώματά του εντός της περιρρέουσας ατμόσφαιρας της εποχής με αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα που συνδέονται με τη δική του δράση. Μέσα από την αναδρομή αυτή στο παρελθόν, ανασυντίθεται η ατμόσφαιρα στα διαδοχικά περιβάλλοντα στα οποία έζησε, ξεκινώντας από τον τόπο καταγωγής του, το Άργος.

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου.Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1939;).

 

Στην ενδιαφέρουσα διαδρομή του βίωσε στο Παρίσι τις έντονες πολιτικές και πολιτιστικές ζυμώσεις της δεκαετίας του ᾽20, στην Κωνσταντινούπολη τα δεινά του μικρασιατικού ελληνισμού και τη συρρίκνωση της ιδεολογίας της Μεγάλης Ιδέας. Ακόμη γνώρισε την ελπιδοφόρο θεμελίωση της Κοινωνίας των Εθνών στη Γενεύη, την ακμή του αιγυπτιακού ελληνισμού, τον τραγικό επίλογο παραδοσιακών εστιών του ελληνισμού στα Βαλκάνια (Αργυρόκαστρο, Άγιοι Σαράντα, Αδριανούπολη, Φιλιππούπολη), την επέλαση ενός απάνθρωπου ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη, και, τέλος, την ιταλική επίθεση κατά της χώρας του.

 

«Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40»

 

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα περιστατικά της δραστηριότητάς του στην Αλβανία την παραμονή της ιταλικής επίθεσης.  Κάτω από σοβαρές αντιξοότητες, χρημάτισε γενικός πρόξενος στα Τίρανα παρέχοντας μία πραγματική εθνική υπηρεσία. Παρακολουθώντας συνεχώς τις μυστικές κινήσεις Αλβανών και Ιταλών, διαδραμάτισε κομβικό ρόλο τηρώντας ενήμερη την κυβέρνηση μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας σχετικά με την ημερομηνία της επικείμενης ιταλικής εισβολής και τη σύνθεση και διάταξη των ιταλικών μονάδων κατά μήκος της ελληνοαλβανικής μεθορίου.

Οι πολύτιμες αυτές πληροφορίες υπήρξαν καθοριστικές για την προετοιμασία του ελληνικού στρατού και την έγκαιρη απώθηση του εχθρού σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η σημασία της συμβολής αυτής αμέσως αναγνωρίσθηκε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού τον Δεκέμβριο του 1940 με την απονομή του Μεταλλίου Εξαιρέτων Πράξεων.

 

Ο Δημήτριος Αργυρόπουλος στην αλβανική ύπαιθρο.

 

Κατά τα κατοχικά χρόνια παραιτήθηκε από την ενεργό δράση και παρέμεινε στην Αθήνα. Προήχθη τον Ιούνιο του 1944 σε διευθυντή Α´ από την εξόριστη κυβέρνηση εθνικής ενότητας Γεωργίου Παπανδρέου στο Κάιρο, ενώ το 1945 σε πρεσβευτή. Μετά την Απελευθέρωση διετέλεσε διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του υπουργού Εξωτερικών και έλαβε μέρος στην Α´ Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στο Λονδίνο. Υπήρξε πρέσβης στο Ρίο Ιανέιρο και στη Βέρνη.

 

Με την ομάδα του Λυκείου των Ελληνίδων στο Αμβούργο το 1936.

 

Παρόλη την πολιτική αστάθεια και το ακραίο κλίμα που χαρακτηρίζουν τη μεσοπολεμική ελληνική κοινωνία, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος υπήρξε ένθερμος θιασώτης της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Γαλουχήθηκε με την προοπτική του μεγαλοϊδεατικού οράματος, έχοντας βαθειά επίγνωση των δυσκολιών του ελληνικού κράτους να ανταποκριθεί σε αυτό.

Ιδιαίτερη σημασία προσέδιδε στα επίμαχα θέματα που πήγαζαν από τις περιπεπλεγμένες σχέσεις των αναδυομένων βαλκανικών κρατών, με επίκεντρο το ακανθώδες θέμα των μειονοτήτων και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Είχε βαθύτατη συναίσθηση της συμμετοχής του σε ιστορικής σημασίας γεγονότα και η αίσθηση της Ιστορίας, που γνώριζε να μεταλαμπαδεύει ως εμπειρία και ως πνευματική ενασχόληση, είχε κεντρίσει την παιδική μου περιέργεια για τον Μεσοπόλεμο και τον Πόλεμο του ’40. Οι προσωπικές του αφηγήσεις με βοήθησαν να αποκτήσω μία πρώτη εικόνα της κρίσιμης αυτής εποχής με τις περίπλοκες ιδεολογικές ζυμώσεις και τις εθνικιστικές συγκρούσεις.

Επίσης έναυσμα στην προσπάθεια μου αυτή αποτέλεσε ένα ιδιόχειρό του κείμενο με τίτλο «28η Οκτωβρίου 1940. Ἀναμνήσεις ἡρωϊκῆς ἐποχῆς». Το κείμενο αυτό, που παρατίθεται στο Παράρτημα του βιβλίου, καλύπτει την διαμονή του στην Αλβανία το 1925 και το χρονικό διάστημα 1939-1940· αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που είχε προγραμματίσει σχετικά με τις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Οι προφορικές του εξιστορήσεις και τα έγγραφα που σώζονται στο ιδιωτικό του αρχείο εμπλουτίζονται από τεκμηριωμένη έρευνα. Πλαισιώνονται από απομνημονεύματα, ημερολόγια, αφηγήσεις, μονογραφίες, άρθρα και ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό προερχόμενο κυρίως από το αρχείο του, καθόσον η φωτογραφία από νωρίς τράβηξε την προσοχή του.

 

Η υπηρεσιακή ταυτότητα του Δημ. Αργυροπούλου στην ΚτΕ.

 

Τον Δημήτριο Αργυρόπουλο διέκρινε θάρρος στις πεποιθήσεις του και σταθερή αφοσίωση στους ελεύθερους θεσμούς. Από τις θέσεις οι οποίες του ανατέθηκαν, εργάσθηκε με αυταπάρνηση, αποφασιστικότητα, αξιοπρέπεια και αξιομνημόνευτη παρρησία ακολουθώντας τις επιταγές του εθνικού συμφέροντος. Τα διάφορα παιχνίδια εξουσίας ουσιαστικά δεν τον ενδιέφεραν. Ανυστερόβουλος, υπερασπιζόταν με ειλικρίνεια τις απόψεις του, πολλές φορές με προσωπικό κόστος. Προκειμένου ν’ αποφεύγεται η διαιώνιση των εθνικών ζητημάτων με μόνη λύση, όπως έλεγε, να παραπέμπονται στις καλένδες, συνειδητή του επιδίωξη συνιστούσε η πραγμάτωση αντιλήψεων ρεαλιστικών με γνώμονα το εφικτό.

Πρόκρινε πάντοτε τη μετριοπάθεια και για την καλύτερη αντίληψη της συνθετότητας των προβλημάτων, έδειχνε κατανόηση για τη θέση του άλλου, «οφείλουμε να ακούμε και τις δύο πλευρές», έλεγε συχνά.

Άνθρωπος γενναιόδωρος αγαπούσε τη ζωή και ήξερε να την ομορφαίνει. H προοπτική να γνωρίσει καινούργιους τόπους του φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστική. Ακαταπόνητος ταξιδιώτης, χαριτολογώντας είχε κάποτε πει, πως οι διπλωμάτες οφείλουν να έχουν έτοιμες τις αποσκευές τους για μια καινούργια αναχώρηση. Έφυγε από κοντά μας για το τελευταίο του ταξίδι την Τρίτη 1η Φεβρουαρίου 1972 στην Αθήνα στα ογδόντα του χρόνια. Όσοι ευτύχησαν να γνωρίσουν αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο εμπνέονται από το παράδειγμά του και με απέραντη ευγνωμοσύνη αναπολούν τη φυσιογνωμία του.

 

Δημήτριος  Αργυρόπουλος

 

O Δημήτριος  Αργυρόπουλος γεννήθηκε στο Άργος το 1892 και έζησε εδώ τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Ήταν το τελευταίο από τα παιδιά του Παναγιώτη Βασιλείου Αργυρόπουλου, ενός εύπορου εμπόρου σιτηρών και κτηματία με καταγωγή από τη Τρίπολη, και της Αργείας συζύγου του Ελένης, το γένος Γκότση. H πατρική του κατοικία βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, σε έναν παράδρομο της οδού Κορίνθου κοντά στην κεντρική πλατεία του Αγίου Πέτρου.

Στο αγρόκτημά τους στον δημόσιο δρόμο προς τους Μύλους καλλιεργείτο κυρίως η σταφίδα, η παραγωγή και η διακίνηση της οποίας έπαιζε κυρίαρχο ρόλο στην τοπική κοινωνία από τον καιρό της βενετικής κυριαρχίας. Ξεχωριστή θέση κρατούσε στις παιδικές του αναμνήσεις η γιορτή του τρύγου που γινόταν κάθε Σεπτέμβρη. Ωστόσο, το αγρόκτημα αυτό κατέληξε στην εκποίησή του, που συνδέεται με το σταφιδικό ζήτημα στην Πελοπόννησο το 1910, όταν η σταφιδοπαραγωγή βρισκόταν εκτεθειμένη σε κινδύνους ποικίλης φύσεως.

Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από την απώλεια του πατέρα του. Ο Παναγιώτης Αργυρόπουλος ανήκε στους πολίτες του Άργους που μερίμνησαν για την ανάπτυξη του τόπου. Συγκαταλεγόταν στα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου «Ο Δαναός» που ιδρύθηκε το 1894 με στόχο την ηθική μόρφωση του λαού. Η ιδέα αυτή άρχισε να υλοποιείται με πρωτοβουλία του σχολάρχη Άργους ιερέα Χρήστου Παπαοικονόμου, όταν εκατό κάτοικοι της πόλης «εκ των καλλιτέρων» διακρινόμενοι «εν τοις γράμμασι, τας επιστήμαις, τη βιομηχανία και τω εμπόριο», προσυπογράφουν ιδρυτικό σχέδιο καλώντας τους Αργείους να συμμετάσχουν στις εργασίες για την σύσταση του.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Ανάδοχος του μικρού Δημητρίου, στον οποίο έδωσε το δικό του όνομα, ήταν ο διακεκριμένος νομικός και λογοτέχνης Δημήτριος Βαρδουνιώτης, προσωπικός φίλος του πατέρα του, εκδότης εφημερίδων και ακάματος μελετητής της αργειακής ιστορίας. Η μορφή του δέσποζε στην πνευματική ζωή της πόλης και ήταν τόσο ταυτισμένη με το Άργος, ώστε ο Δημήτριος Καμπούρογλου, πρόεδρος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας στην Αθήνα, έλεγε ότι ο Βαρδουνιώτης υπενθυμίζει το Άργος και το Άργος τον Βαρδουνιώτη.

Από εκείνα που θυμόταν ο Αργυρόπουλος από την παιδική του ηλικία ήταν η Πύλη της Ξηράς στο Ναύπλιο. Ακόμη ζωηρή εντύπωση του είχε προκαλέσει η φυσιογνωμία ενός μελαγχολικού άνδρα που μόνος του περιπλανιόταν στους δρόμους του Άργους. Ήταν ο Εμμανουήλ Καλλέργης, γιός του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη και της όμορφης Σοφίας Ρέντη.

Ο άλλοτε λαμπρός αυτός αξιωματικός με σπουδές στην περίφημη στρατιωτική σχολή του Σαιν-Σιρ (Saint-Cyr), ευγενικός πάντοτε και προσηνής, έμενε στο πατρικό του αρχοντικό, ένα νεοκλασικό καποδιστριακό κτήριο που έχει σήμερα μετατραπεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης.

 

Η Αναστασία και ο Χαρίλαος Β. Μαυράκης – (Aρχείο Ελένης Ε. Μουσταΐρα).

 

Τα διαστήματα που παρέμενε στην Αθήνα, επισκεπτόταν στη γενέτειρά του την κατά δώδεκα έτη μεγαλύτερή του αγαπημένη αδελφή Αναστασία, σύζυγο του βιομηχάνου Χαριλάου Μαυράκη και τα πέντε τους παιδιά: την Αννίκα η οποία παρέμεινε πολλά χρόνια στο Chicago με τον σύζυγό της Γεώργιο Ντούλα, καθηγητή της γεωπονίας, τον Βασίλη, νυμφευμένο με την Ευγενία Χαραλαμποπούλου, που συνέχισε με επιτυχία τις οικογενειακές επιχειρήσεις, τη Λέλα Θεοδώρου – Παπαδημητρίου, ευπροσήγορη οικοδέσποινα στο ωραίο της κτήμα έξω από το Ναύπλιο, τον Πάνο που σπούδασε νομικά και συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, βρίσκοντας το 1944 τραγικό θάνατο, και τη Μαρία Ευαγγέλου Μουσταΐρα, δραστήρια πρόεδρο του Λυκείου Ελληνίδων Άργους.

 

Ο Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος στον βράχο της Ακρόπολης με τον Πάνο, τη Λέλα και τη Μαρία Μαυράκη.

 

Όταν συνταξιοδοτήθηκε, παρακολουθούσε τη ζωή της ιδιαίτερης πατρίδας του και έδειχνε πάντοτε ενδιαφέρον για τις νυκτερινές σχολές του «Δαναού», στον οποίο δωρήθηκαν βιβλία από τη βιβλιοθήκη του. Ψήφιζε εκεί με τη σύζυγό του και αρθρογραφούσε στο «Αργειακόν Βήμα». Διατήρησε επαφή με παλαιούς Αργείους, όπως τον εκπαιδευτικό και ιστοριοδίφη Τάσο Τσακόπουλο, τον έμπορο και λογοτέχνη Σπύρο Παναγιωτόπουλο, τον Δημήτριο Φικιώτη, γενικό διευθυντή στο Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας, γιό του δικηγόρου, βουλευτή και προέδρου του «Δαναού» Αγαμέμνονα Φικιώτη.

Μετά τη μαθητεία του στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Άργος, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα όπου πάντοτε αρίστευε, ο Δημ. Αργυρόπουλος σπούδασε με υποτροφία στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για να ικανοποιήσει την καλλιτεχνική του κλίση εγγράφεται παράλληλα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου εξοικειώνεται με το έργο αξιόλογων ζωγράφων που δίδασκαν στη Σχολή, όπως είναι ο Σπύρος Βικάτος, ο Δημήτριος Γερανιώτης, ο Γεώργιος Ροϊλός και ο Γεώργιος Ιακωβίδης καθώς και γενικότερα με την ελληνική καλλιτεχνική κίνηση, την οποία, έκτοτε, δεν έπαυσε με ενδιαφέρον να παρακολουθεί.

 

Η σύζυγος του Δημητρίου Αργυρόπουλου, Μυρώ Μιχ. Παλαιολόγου με παραδοσιακή ελληνική φορεσιά. Γυναίκα σπάνιας ομορφιάς, εξελέγη Μις Αθήναι το 1932.

 

Nεώτατος επιδόθηκε στη δημοσιογραφία και, προετοιμαζόμενος για τις εξετάσεις  του Υπουργείου των Εξωτερικών, υπήρξε συντάκτης της εφημερίδας «Εστία» των Αθηνών, που ανήκε τότε στη βενιζελική παράταξη.

Εισάγεται το 1918 στο Υπουργείο Εξωτερικών. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις, γνώρισε τον ελληνισμό της διασποράς στην ακμή του αλλά και στις τελευταίες του αναλαμπές.

Νέτα την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών σχέσεων στάλθηκε το 1925 στην Αλβανία για την εγκατάσταση των ελληνικών Προξενείων στο Αργυρόκαστρο και  Αγίους Σαράντα και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους απετέλεσε μέλος της μόνιμης ελληνικής αντιπροσωπείας στη Κοινωνία των Εθνών στη Γενεύη.

Τοποθετείται μέλος της Υπάτης Αρμοστείας στη Κωνσταντινούπολη,  γραμματέας πρεσβείας στο Παρίσι, στη Βέρνη, υποπρόξενος στη Λυών, στη Μασσαλία, πρόξενος στην Αδριανούπολη, στη Φιλιππούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στο Ζαγαζίκ, στο Πορτ-Σάϊδ της Αιγύπτου,  γενικός πρόξενος στο Αμβούργο και σύμβουλος πρεσβείας στη Βαρσοβία.

Toν Σεπτέμβριο 1939,  αναλαμβάνει καθήκοντα  γενικού προξένου στα Τίρανα  όπου παρέμεινε  έως  τις 4 Νοεμβρίου 1940, μιαν εβδομάδα μετά τη κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα Τίρανα, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος, με κίνδυνο της ζωής του, είχε αναπτύξει ένα δίκτυο συλλογής πληροφοριών τηρώντας ενήμερη την ελληνική Κυβέρνηση  μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας για την επικείμενη εισβολή της φασιστικής Ιταλίας, με αποτέλεσμα η ημερομηνία της επίθεσης κατά της Ελλάδος να ήταν ήδη γνωστή. Για τη δράση του αυτή τιμήθηκε στις 31 Μαρτίου 1945, όταν υπουργός Στρατιωτικών ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας, με το Μετάλλειο Εξαιρέτων Πράξεων «διά τας πολυτίμους υπηρεσίας ας προσέφερεν εις την πατρίδα».

Κατά το διάστημα της ιταλικής και γερμανικής κατοχής παραιτείται από το Υπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο ανακλήθηκε το 1944. Το 1945, προάγεται σε πρέσβη και το 1946, συμμετείχε στη πρώτη συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στο Λονδίνο. Την ίδια χρόνια διορίζεται πρέσβης της Ελλάδος στο Ρίο Ιανέιρο, όπου παρέμεινε ως το 1951.

 

Οικογενειακές στιγμές στην Petropolis. Με τη σύζυγό του Μυρώ Παλαιολόγου και την κόρη τους Ρωξάνη.

 

Ως Διευθυντής υποθέσεων Εκκλησιών και Απόδημου Ελληνισμού στο Υπουργείο Εξωτερικών συμμετέχει το 1953 στις διαπραγματεύσεις με την ιταλική κυβέρνηση για την  ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Bυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας.

Tο 1954, τοποθετείται πρέσβης στη Βέρνη. Τον Ιούλιο του 1955 μετέχει της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Πρώτη Διεθνή Διάσκεψη για τις ειρηνικές εφαρμογές της ατομικής ενέργειας που οργάνωσε στη Γενεύη ο διάσημος νομπελίστας φυσικός Νιλς Μπορ (Ν. Bohr).

 

Ο Δημήτριος Αργυρόπουλος με την σύζυγό του Μυρώ στον κήπο της Πρεσβείας στη Βέρνη το 1955.

 

Τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του τάγματος του Φοίνικος, με τους Μεγαλόσταυρους Βραζιλίας και Αιθιοπίας,  με τον ανώτερο ταξιάρχη Ιταλίας, καθώς και με άλλα παράσημα. Έφερε τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή.

Πέθανε στην Αθήνα το 1972. Ήταν παντρεμένος από το 1941 με τη Μυρώ  Παλαιολόγου, κόρη τους είναι η συγγραφέας του βιβλίου που παρουσιάσαμε,  Ρωξάνη Αργυροπούλου, ιστορικός και ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών  του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

 

«Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης

στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40»

 Pωξάνη  Δ. Aργυροπούλου

Αθήνα, εκδόσεις «Καλλιγράφος», 2020
Σελίδες: 216, με α/μ εικόνες
Διαστάσεις: 17 x 24 εκ.
ISBN: 978-960-9568-73-9

 

Τάσος Τσάγκος

Γενικός Γραμματέας Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 

Read Full Post »

«Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ» – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη


 

Νέες Εκδόσεις

Προτάσεις βιβλίων από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

Οι «Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ»  στη γερμανική γλώσσα δεν μπορούν να θεωρηθούν πλέον χαμένες. Η ιστορικός τέχνης Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη καλύπτει το ερευνητικό κενό με τούτη τη μοναδική, δίγλωσση – εικονογραφημένη με σπάνιο υλικό- έκδοση.

Ο αυτοβιογραφικός λόγος του Τσίλλερ, μια συναρπαστική εναλλαγή αποκάλυψης και απόκρυψης, δείχνει πως η συνάντηση του αρχιτέκτονα με την Ελλάδα του Γεωργίου Α’ και του Τρικούπη, παρά το πικρό του τέλος, υπήρξε γόνιμη και αμοιβαία επωφελής.

 

Ερνέστος Τσίλλερ (1837-1923)

Το ταξίδι της ζωής τον οδήγησε στην ακμή μιας επαγγελματικής σταδιοδρομίας, εντυπωσιακής σε έκταση και ποιότητα. Του χάρισε ευμάρεια και κοινωνική αναγνώριση, οικογενειακή ευτυχία. Τα έργα του, λαμπρά οικοδομήματα, κόσμησαν την πρωτεύουσα και άλλες ανεπτυγμένες πόλεις της Ελλάδας του 19ου αιώνα (Πειραιάς, Πάτρα, Ζάκυνθος, Σύρος, Πύργος, Άργος, Αίγιο, Τρίπολη, Κέρκυρα, Θεσσαλονίκη). Έζησε ως «αθηναίος» ευυπόληπτος αστός, παρ’ όλο που η καταγωγή του ήταν από επαρχιακή πόλη της Γερμανίας κοντά στη Δρέσδη. Εκεί, στον οικισμό του Ράντεμποϊλ, είχε τις ρίζες της η πολυμελής οικογένεια Τσίλλερ των τεχνουργών, εργολάβων και αρχιτεκτόνων.

Αρχιτέκτων και ο ίδιος, ήταν η μοίρα του να έρθει το 1861 στην τότε ακμάζουσα Αθήνα – την τελευταία πρωτεύουσα που ιδρύθηκε στην Ευρώπη. Πλην όμως το ταξίδι αυτό – που θα ονειρεύονταν να το ζήσουν πολλοί ομότεχνοί του – έλαβε θλιβερό τέλος, καθώς στο τέρμα του τον έφερε στην απραξία και στην ένδεια. Τον οδήγησε βήμα-βήμα – όπως τώρα μαθαίνουμε – στην οριστική χρεοκοπία. Τελικά, ο θάνατος έμελλε να τον βρει – όπως επίσης τώρα μαθαίνουμε – στο Πτωχοκομείο!

Πρόκειται για τον πιο γνωστό στον τόπο μας αρχιτέκτονα του όψιμου 19ου αιώνα, τον Ερνστ Τσίλλερ (1837-1923), τις ιδιόγραφες Αναμνήσεις του οποίου πραγματεύεται στο νέο της βιβλίο η δρ ιστορικός της Τέχνης Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη. Ευνόητο είναι ότι στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του μόνο νύξεις έχουμε. Για την παρακμή του γραφείου του, τη σχετιζόμενη με γεωπολιτικές αναταραχές, και την οικονομική κρίση σημειώνει: «Είχα το ατελιέ μου έρημο και άδειο και μεγάλες αναδουλειές – μετά την εθνική χρεοκοπία (1893) ήταν σαν ακρωτηριασμένο».

 

Η αναζήτηση ενός πρωτοτύπου

 

Αυτά θα μας ήταν αδιάφορα (αν όχι άχρηστα) αν μελετούσαμε τον Τσίλλερ μέσα από την αντικειμενική θεώρηση ενός βιβλίου ιστορίας της αρχιτεκτονικής. Όμως, οι ιδιόχειρες σημειώσεις πάνω σε γεγονότα της πολυκύμαντης σταδιοδρομίας του μεταδίδουν την ύλη της ιστορίας με διαφορετική «ένταση», με ένα διαφορετικό μήκος κύματος. Είναι αυτό που μεταγγίζει άμεσα τις πηγαίες αντιδράσεις, τις νωπές εντυπώσεις και αυθόρμητες κρίσεις του αυτοβιογραφούμενου.

Φαντάζουν «ανέκφραστες» και μονοδιάστατες οι έως τώρα γνώσεις γύρω από την ανέγερση εμβληματικών κτιρίων της Αθήνας, της Ακαδημίας, της Βιβλιοθήκης, του Ζαππείου, του Δημοτικού και του Εθνικού Θεάτρου, του Παλατιού του Διαδόχου. Βέβαια, είχαμε ιστορικές λεπτομέρειες και κριτικές αναλύσεις, έλειπε όμως η αφηγηματική επένδυση με το ολοζώντανο σκηνικό κοινωνικών και πολιτισμικών διεργασιών, οι δραστικές παρεμβάσεις του ανθρώπινου παράγοντα. Το πολυδιάστατο ρεπερτόριο ενεργειών και δράσεων που φωτίζει τη μοίρα των αρχιτεκτονημάτων μέσα στον ιστορικό χρόνο και χώρο αναδεικνύεται με έμφαση διαβάζοντας το συναρπαστικό χρονικό των Αναμνήσεων.

 

«Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ» – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

 

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: το αυθεντικό γερμανικό χειρόγραφο, γραμμένο σε ένα κοινό τετράδιο, ήταν (και εξακολουθεί να είναι) εξαφανισμένο εδώ και τρεις τουλάχιστον δεκαετίες. Ορισμένοι πολύ παλαιότεροι μελετητές είχαν πάντως όψιν τους μια μεταφορά του στα ελληνικά από την κόρη Ιωσηφίνα Δήμα-Τσίλλερ. Βρέθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους περί το 1990 για να καταλήξει σε μια συνοπτική και συγχρόνους περιεκτική σε σχόλια έκδοση από την αρχιτέκτονα καθηγήτρια Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη και την ερευνήτρια αρχαιολόγο Αριστέα Παπανικολάου – Κρίστενσεν.

Αρχοντικό Κωνσταντόπουλου στο Άργος. Έργο του Γερμανού αρχιτέκτονα Τσίλλερ.

Για χρόνια αποτέλεσε η εργασία αυτή «κείμενο αναφοράς» – όπως άλλωστε επισημαίνει η Κασιμάτη. Από την άλλη, η τελευταία – ως επιμελήτρια Χαρακτικών & Σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης – είχε αναντίρρητα μια ουσιαστική εξοικείωση με το έργο του αρχιτέκτονα μέσα από το περίφημο «Αρχείο Τσίλλερ», με περιεχόμενο πάνω από 500 καταγεγραμμένους τίτλους σχεδίων. Κορύφωση των μελετών της ήταν η υλοποίηση της αρτιότερης έως σήμερα έκθεσης για τον Ερνστ Τσίλλερ και της επιμέλειας του συνοδευτικού ογκώδους καταλόγου (Εθνική Πινακοθήκη, 2009-10). Και το κυριότερο: μέσα στο αρχείο καλλιτεχνών που φυλάσσεται στο Μουσείο ανακάλυψε εντελώς αναπάντεχα το από πολλού χρόνου περιζήτητο γερμανικό χειρόγραφο των Αναμνήσεων, διασωσμένο έστω σε μορφή φωτοαντιγράφου!

Η συγγραφέας, έχοντας επίγνωση της διασφάλισης της εγκυρότητας του ιστορικού τεκμηρίου, αποφάσισε να προσφέρει μια παράλληλη ροή των κειμένων, τόσο στην πρωτογενή γερμανική γλώσσα όσο και στην ακριβή δική της μεταγλώττιση. Κάτι κοπιώδες και φυσικά δαπανηρό. Ωστόσο, εκτός της εγγυημένης βαρύτητας και αξιοπιστίας, η συγκεκριμένη επιλογή προσφέρει το «άνοιγμα» του περιεχομένου σε ένα υπερτοπικό κοινό ενδιαφερομένων – κάτι που έχει τη σημασία του εξαιτίας της προβολής των δημιουργικών δράσεων του αυτοβιογραφούμενου πάνω στο ανεπτυγμένο κατά τον 19ο αιώνα πεδίο ώσμωσης μεταξύ ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού. Του τελευταίου, επικεντρωμένου στον γερμανόφωνο χώρο.

 

Ζωή και έργο

 

Και είναι πράγματι οι δράσεις αυτές που ξεκινούν από ένα αισιόδοξο μοτίβο σεναρίου ζωής. Την απόδραση του νεαρού Ερνστ από τις ρίζες των γονιών του και τις αποδοτικές σπουδές στην Πολυτεχνική Σχολή και στην Ακαδημία Τεχνών στην επιβλητική Δρέσδη.

Τη μοναδική τύχη του να προσληφθεί στο γραφείο του διασημότερου αρχιτέκτονα της Βιέννης Θεόφιλου Χάνσεν, και εκείνος ως μέντοράς του, να δώσει στον ταλαντούχο μαθητή το απρόσμενο χρίσμα: την εφαρμογή των περίφημων σχεδίων του για την Αθήνα, δηλαδή του κτιρίου της Ακαδημίας και αργότερα του Ζαππείου και της Βιβλιοθήκης. Τα είχαμε δει το 2014 στην, από κάθε άποψη πρωτότυπη, έκθεση «“Ελληνική Αναγέννηση”: Η αρχιτεκτονική του Θεόφιλου Χάνσεν» (επιμ. Γ. Α. Πανέτσος – Μ. Ζ. Κασιμάτη).

 

Μελέτη για το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. Προοπτικό σχέδιο στην τότε πλατεία Λουδοβίκου, σήμερα πλατεία Εθνικής Αντίστασης, 1882. Κατεδαφίστηκε το 1939.

 

Δεν έχουν τέλος οι αφηγήσεις του παρατηρητικού Σάξονα, του νεόφερτου στην Αθήνα της ανοικοδόμησης και της ανερχόμενης αστικής τάξης. Οι συναντήσεις του με εθνικούς ευεργέτες, πρωθυπουργούς και πληθώρα νέων πελατών φτάνουν μέχρι την υψηλή στάθμη των γαλαζοαίματων. Και φυσικά, υπό τη «σκιά» του Παρθενώνα, φουντώνει το πάθος του για την έρευνα των ιστορικών μνημείων, ενώ προκύπτει και ένας μάλλον φαιδρός ανταγωνισμός με τους εδώ διάσημους αρχαιολόγους συμπατριώτες του, εξαιρουμένου φυσικά του ιδανικού εργοδότη και ανασκαφέα της Τροίας και των Μυκηνών Ερρίκου Σλήμαν.

Το ιδιωτικό του παλάτι στην οδό Πανεπιστημίου 12 – θα ζήλευαν οι αρχιτέκτονες – μάγοι της Βιτσέντσας και της Βενετίας (Παλάντιο, Σανσοβίνο) – χάρισε στον Τσίλλερ την υπερτοπική του φήμη. Ξεπέρασε με το κτίριο αυτό τα όρια του όψιμου κλασικισμού συνθέτοντας με δεξιοτεχνία το κράμα των μορφών της «Ελληνικής Αναγέννησης», στα πρότυπα που του εμφύσησε μέσα από τη βιεννέζικη δημιουργία του ο Χάνσεν. Όλα αυτά αναδεικνύονται στα περίφημα (ολοσέλιδα) σχέδια μεγάρων, τα οποία – με την εξαιρετική πολύχρωμη εκτύπωσή τους – μιλούν όσο χίλιες λέξεις. Αναφέρονται επιπλέον μαρτυρίες τρίτων και επιστολές, δράσεις συγγενών, εκτενείς πληροφορίες σε αναλυτικά σχόλια. Ιδιαίτερο βάρος έχει στο παράρτημα η επιστημονική συμβολή της αρχιτέκτονος καθηγήτριας Ελένης Φεσσά- Εμμανουήλ με τις καίριες τομές ιστορικού περιεχομένου και άλλες επιμέρους εμβαθύνσεις πάνω σε ρυθμολογικά και αισθητικά ζητήματα. Αυτά που δεν παύουν να προκαλούν όσους ερευνούν τα αρχιτεκτονικά φαινόμενα και τις συναφείς προς αυτά πολιτισμικές διακυμάνσεις κατά τον 19ο αιώνα.

 

«Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ» – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επίμετρο: Ελένη Φέσσα-Εμμανουήλ
Μεταγραφή χειρογράφου, μετάφραση, γενικός συντονισμός: Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη
Μεταφράσεις στα γερμανικά: Doris Staikos, Klaus-Valtin Eickstedt, Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη
Αθήνα, Peak Publishing, 2020 (Φεβρουάριος)
Δίγλωσση έκδοση (ελληνικά / γερμανικά)
Σελίδες: 250, με έγχρωμες και α/μ εικόνες
Διαστάσεις: 20,5 x 26,5 εκ.
ISBN χαρτόδετου: 978-618-80427-8-0

 

Μάνος Μπίρης

Ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου

Το Βήμα «Βιβλία», Κυριακή 7 Ιουνίου 2020.

 

Read Full Post »

Ένας Κωνσταντινουπολίτης μεταξύ Ανατολής και Δύσης: To Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle (1827) του Γρηγορίου Παλαιολόγου (Ιδεολογικές κατευθύνσεις και διακειμενικές προεκτάσεις)* – Πέρσα Αποστολή


 

 Η ανακοίνωση διερευνά ποικίλες πτυχές της ενδιαφέρουσας «πραγματείας» (Φαρίνου) ή «δοκίμιου» (Tonnet) του Γρ. Παλαιολόγου, Esquisses de Mœurs Turques aux xixe siècle (1827), [Σκίτσα τουρκικών εθίμων τον 19ο αιώνα], όπου περιγράφονται όψεις του δημόσιου και ιδιωτικού βίου των Οθωμανών.

******

Ο Γρηγόριος Παλαιολόγος (1793 – 1844), άφησε ανεξίτηλη την παρουσία του στην ευρύτερη περιοχή του Άργους. Αποτελεί μία από τις πλέον εξέχουσες προσωπικότητες της Καποδιστριακής περιόδου και των πρώτων ετών της βασιλείας του Όθωνος. Γεωπόνος, γεωργοοικονομολόγος, οικονομολόγος, αλλά και λογοτέχνης, εκδότης περιοδικού, συνέβαλε από τη θέση του και με τις δυνάμεις του στην προαγωγή της γεωργικής οικονομίας της χώρας.

Γεννημένος στα τέλη του 18ου αιώνα – πιθανόν το 1793 – στην Κωνσταντινούπολη, μεγάλωσε στη Βλαχία, αφού ο πατέρας του διετέλεσε επιτετραμμένος του ηγεμόνα της Βλαχίας στην Οθωμανική Πύλη, σπούδασε στην Πατριαρχική Ακαδημία και στη συνέχεια με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας των Παρισίων» παρακολούθησε θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα Γεωπονικής στην Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία και Ελβετία. Τις χώρες αυτές φαίνεται ότι τις γνώρισε πραγματικά, όπως μαρτυρείται από το έργον του «Πολυπαθής». Το γεγονός ότι οι νέοι της εποχής του Παλαιολόγου ακολουθούσαν συνήθως σπουδές Ιατρικής και Νομικής, ενώ αυτός ακολούθησε σπουδές Γεωπονικής, αποδεικνύουν μία διαφορετική, ξεχωριστή προσωπικότητα. Στην Αγγλία μεταβαίνει για να εξασφαλίσει τη μεσολάβηση της αγγλικής κυβερνήσεως για να του αποδοθούν κάποια κτήματά του στη Βλαχία, γεγονός που θα του έδινε την οικονομική δυνατότητα να τελειοποιήσει τις γνώσεις του στην αγγλική γλώσσα και να παρακολουθήσει μαθήματα «πολιτικής». Οι προσπάθειες του αυτές δεν τελεσφόρησαν, προσπάθησε να διδάξει έναντι αμοιβής την ελληνική στο Cambridge, χωρίς όμως σημαντικά αποτελέσματα, και τελικά μετέφρασε στην αγγλική το θεατρικό έργο του Ν.Σ. Πίκκολου, «Ο θάνατος του Δημοσθένους», έργο που έχει ως σκοπό να ευαισθητοποιήσει τη συνείδηση των Άγγλων ουμανιστών απέναντι στην ελληνική υπόθεση.

Το 1827 δηλώνει στον πρόλογο του βιβλίου του «Esquisses de moeures turques de XIXe siècle», τυπωμένου στο Παρίσι, ότι έχει περατώσει τις σπουδές του και ετοιμάζεται να αναχωρήσει. Όμως, η αναχώρησή του δεν πραγματοποιήθηκε, επειδή τα δύο επόμενα έτη τον συναντούμε ακόμα στη Γαλλία ως υπότροφο της «Societe Philanthropique en faveur des Grecs» στο Παρίσι και είναι ένας από τους σπουδαστές για τον οποίο γίνονται θερμές συστάσεις προς τον Καποδίστρια, ο οποίος είχε ενδιαφερθεί για νέους που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στην ανασυγκρότηση της Ελλάδος.

Το 1828 εκδίδει με δαπάνες της «Φιλελληνικής Εταιρείας» το έργον του με τίτλο «Ερμηνεία της καλλιέργειας του γεωμήλου» (Paris: F. Didot). Ο ίδιος ο Παλαιολόγος ομολογεί ότι όσα γράφει για το φυτό, αποτελούν γνώσεις που τις απέκτησε από την μελέτη των καλυτέρων συγγραφέων για το ίδιο θέμα, η διετής διατριβή του σε ένα από τα πλέον γνωστά Γεωργικά Καταστήματα της Ευρώπης, του Ροβελίου, καθώς και το γεγονός ότι γνώρισε την καλλιέργεια του γεωμήλου στην Αγγλία και Γερμανία.

Τον επόμενο χρόνο, το 1829, ολοκληρώνει τις γεωπονικές του σπουδές και επιστρέφει στην Ελλάδα, έτοιμος να προσφέρει στην ανασύνταξη του νεοτεύκτου ελληνικού κράτους. Η οποιαδήποτε συνεισφορά του ως Διευθυντού του Αγροκηπίου της Τίρυνθος πρέπει να αποτιμηθεί μέσα στα πλαίσια της γεωργικής πολιτικής του Καποδίστρια.  [Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού].

 

Το 1827 η Ελληνική Επανάσταση βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση της πορείας της: Έχουν προηγηθεί δύο εμφύλιοι, πόλεμοι, ενώ σημαντικά εδάφη τόσο της Πελοποννήσου όσο και της Στερεάς Ελλάδας έχουν απολεσθεί, εξαιτίας των συντονισμένων ενεργειών Τούρκων και Αιγυπτίων.

Την ίδια περίοδο έχει αρχίσει σταδιακά να κάμπτεται η αρνητική στάση των περισσότερων Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και παράλληλα αναπτύσσεται κλίμα έντονης φιλελληνικής δράσης. Σε αυτό συμβάλλουν αφενός μεν οι επαναστατικές διακηρύξεις ελλήνων στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών που μεταφράζονται και κυκλοφορούν διεθνώς, και αφετέρου πλήθος βιβλίων, φυλλαδίων και μαχητικών άρθρων γραμμένων από Έλληνες λογίους της διασποράς, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Κωνσταντίνος Μηνωίδης Μηνάς, ο Παναγιώτης Κοδρικάς και ο Κωνσταντίνος Πολυχρονιάδης, αλλά και από Ευρωπαίους λογοτέχνες, ανάμεσα στους οποίους ο Choiseul  – Gouffier, ο Chateaubriand, ο Byron και ο Pouqueville. [1]

Μέσα σε αυτό το φορτισμένο κλίμα και διαπνεόμενος από την ίδια πρόθεση να ενημερώσει την κοινή γνώμη για την κατάσταση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και να την επηρεάσει θετικά υπέρ των Ελλήνων, ο Κωνσταντινουπολίτης Γρηγόριος Παλαιολόγος εκδίδει το 1827 στο Παρίσι μια περιγραφή των Οθωμανικών ηθών, το γαλλόφωνο Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle, [Σκίτσα τουρκικών εθίμων τον 19ο αιώνα], με την οικονομική υποστήριξη του εκεί φιλελληνικού κομιτάτου. [2]

 

Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle, [Σκίτσα τουρκικών εθίμων τον 19ο αιώνα],

 

Τρία χρόνια νωρίτερα, είχε μεταφράσει στα αγγλικά τη διδακτική τραγωδία του Νικολάου Πίκκολου Ο θάνατος τον Δημοσθένους, την οποία και εξέδωσε στο Λονδίνο, και πάλι με την υποστήριξη των εκεί φιλελληνικών κύκλων. [3] Απευθυνόμενος τότε στον Φιλέλληνα αναγνώστη, που γνώριζε την Ελλάδα μόνο μέσα από τον αρχαίο πολιτισμό της, τον καλούσε να συμμεριστεί το δίκαιο του Αγώνα για τη δημιουργία ενός ελεύθερου και ανεξάρτητου κράτους. Αν αυτό το κράτος εξασφάλιζε τα εχέγγυα για μια σταθερή οικονομική ανάπτυξη, οι Έλληνες θα μπορούσαν κατά την άποψη του να αποκτήσουν και πάλι πνευματική καλλιέργεια αντάξια με εκείνη των αρχαίων προγόνων τους.[4]

Πατριωτικά είναι τα κίνητρα που προβάλλει ο Παλαιολόγος και στον πρόλογο του Esquisses de Mceurs Turques. [5] Εκεί εξομολογείται το ανεξόφλητο χρέος που αισθάνεται ότι έχει απέναντι στην πατρίδα, καθώς λόγω της «ασθενικής» – όπως αναφέρει – «κράσης» του δεν συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα (νίΐ). (Παρενθετικά να σημειωθεί εδώ ότι κατά την έκδοση του βιβλίου ο Παλαιολόγος φέρεται να έχει ήδη ολοκληρώσει τις σπουδές του (νίΐ), η παραμονή του όμως στην Ευρώπη παρατείνεται μέχρι τα τέλη περίπου του 1829).[6]

Προκειμένου να κάμψει τη δυσπιστία του δυτικού αναγνώστη, στον οποίο και απευθύνεται, ο συγγραφέας σπεύδει να τον διαβεβαιώσει για τον αμερόληπτο τρόπο με τον οποίο παρουσιάζει τα Οθωμανικά ήθη (ix-x). Τονίζει δε με έμφαση πως τα όσα καταγράφει είναι έγκυρα και επαρκώς τεκμηριωμένα, καθώς κατά κύριο λόγο αποτελούν προϊόν αυτοψίας: επικαλείται το γεγονός ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη, ότι μιλάει την τουρκική γλώσσα και ότι λόγω της Φαναριώτικης καταγωγής του είχε τη δυνατότητα να έρθει σε επαφή με ντόπιους διαφορετικών τάξεων και διαφορετικών εθνοτήτων αποκομίζοντας έτσι από πρώτο χέρι γνώσεις ακόμα και για την ιδιωτική ζωή των Οθωμανών (vii-ix). Η παραπάνω διευκρίνιση αποτελεί έμμεση βολή κατά ορισμένων Ευρωπαίων περιηγητών που μετέφεραν μια αλλοιωμένη εικόνα για τον Οθωμανικό κόσμο, καθώς δεν ήταν επαρκώς εξοικειωμένοι με αυτόν. [7]

 

Oι Οθωμανοί χλευάζουν κι αποκαλούν

ανόητους τους Ευρωπαίους, επειδή

βάζουν τα κλάματα όταν αντικρίζουν

τον Βράχο της Ακρόπολης

 

Ο Παλαιολόγος υιοθετεί το ειδολογικά ανοιχτό σχήμα μιας «πραγματείας» (ο όρος «πραγματεία» είναι της Φαρίνου) ή ενός «δοκιμίου», κατά τον Tonnet, [8] σε μορφή διαλόγων, [9] τείνοντας με αυτόν τον τρόπο στις παρυφές της λογοτεχνίας. Πιο συγκεκριμένα, τo Esquisses de Moeurs Turques αποτελείται από 20 αυτόνομους διαλόγους, 20 διαφορετικές σκηνές, όπου κατά κύριο λόγο Οθωμανοί, προερχόμενοι από διαφορετικές επαγγελματικές και κοινωνικές τάξεις και από διαφορετικές γωνιές της Οθωμανικής επικράτειας, συζητούν για θέματα που συνδέονται με την ιδιωτική και τη δημόσια σφαίρα του βίου.

Ο συγγραφέας εξηγεί την επιλογή του διαλογικού σχήματος στον πρόλογο. Υποστηρίζει ότι με αυτόν τον τρόπο θέλησε να κινήσει την προσοχή του αναγνώστη και να αμβλύνει τα αισθήματα αγανάκτησης και περιφρόνησης που ενδεχομένως θα του προκαλούσαν τα όσα θα διάβαζε. [10] Πράγματι, η πολυφωνία και η ζωντάνια των διαλόγων, επιτείνουν όχι μόνο το αναγνωστικό ενδιαφέρον του κειμένου αλλά και τη δραστικότητά του. Όπως επισημαίνεται και σε επαινετική βιβλιοκρισία στο περιοδικό Oriental Herald, οι διάλογοι «ενεργοποιούν έναν αριθμό λεπτομερειών που, σε μια απλή εξιστόρηση, θα έμεναν αόριστες και απαρατήρητες ενώ και οι λίγες λέξεις ενός διαλόγου είναι ικανές να καταστήσουν κατανοητό αυτό που μια μακρά έκθεση μόνον ατελώς θα μπορούσε να σκιαγραφήσει».[11]

Επιπλέον, μέσω της χρήσης του διαλογικού σχήματος, δημιουργείται η ψευδαίσθηση μιας αδιαμεσολάβητης και ανεπηρέαστης μεταφοράς της γνώσης, καθώς το συγγραφικό υποκείμενο φαινομενικά αποσύρεται από το κυρίως κείμενο: Οι διάλογοι δεν τιτλοφορούνται, ούτε συνοδεύονται από εισαγωγικά σημειώματα· στην αρχή κάθε κεφαλαίου αναγράφονται μόνο επιγραμματικά και με ουδέτερο ύφος τα θέματα των συζητήσεων και τα πρόσωπα που συμμετέχουν σε αυτές, σε ορισμένες δε περιπτώσεις και ο τόπος· οι σημειώσεις, στις οποίες θα επανέλθουμε παρακάτω, μεταφέρονται σε ξεχωριστό τμήμα στο τέλος του βιβλίου. Εξαίρεση αποτελούν 1) κάποιες υποσελίδιες σημειώσεις, οι οποίες υποδηλώνονται με αστερίσκους και 2) οι γαλλικές αποδόσεις που συνοδεύουν εντός παρενθέσεως τις πολυάριθμες (γύρω στις διακόσιες) τουρκικές λέξεις.[12]

Πρόκειται όμως μόνο για μια προσεκτικά οικοδομημένη ψευδαίσθηση. Αν εστιάσει κανείς στις συγγραφικές στρατηγικές που υιοθετούνται, θα διαπιστώσει ότι ο Παλαιολόγος, ακόμα κι όταν δεν σχολιάζει, ευθέως, τοποθετείται απέναντι στην Ανατολή ποικιλοτρόπως:[13] μέσα από τα θέματα στα οποία επέλεξε να στρέψει την προσοχή του δυτικού αναγνώστη· μέσα από τον λόγο των προσώπων του που εκείνος κατασκεύασε, ώστε να μεταφέρει όχι μόνο τις θέσεις των Οθωμανών αλλά και τον αντίλογο της Δύσης ή την οπτική του συγγραφέα·[14] μέσα από τις καρικατουρίστικες υπερβολές στις οποίες οδηγεί κάποια από τα πρόσωπά του ή τις ειρωνικές και κωμικές απολήξεις ορισμένων σκηνών. Ενδιαφέρον για την διπλή του στόχευση είναι π.χ. ο 12ος  διάλογος. Εδώ οι Οθωμανοί του διαλόγου χλευάζουν κι αποκαλούν ανόητους τους Ευρωπαίους, επειδή βάζουν τα κλάματα όταν αντικρίζουν τον Βράχο της Ακρόπολης, γεγονός που για τους Ευρωπαίους καταδεικνύει απεναντίας την ανοησία των Οθωμανών: ότι δηλαδή αγνοούν τη σημασία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού. Παράλληλα όμως μέσα από τις σατιρικά υπονομευτικές σκηνές του διαλόγου, επικυρώνεται ο χαρακτηρισμός των Ευρωπαίων ως ανόητων, καθώς λόγω της αρχαιομανίας τους πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από τους Τούρκους.

 

Esquisses de Moeurs Turques aux XIXe siècle

 

Ας δούμε όμως από πιο κοντά τη θεματική των διαλόγων. Ο συγγραφέας φωτίζει αρκετές πτυχές του Οθωμανικού βίου, αν και, όπως ξεκαθαρίζει, η περιγραφή του περιορίζεται στα βασικά σημεία και δεν είναι εξαντλητική, γι’ αυτό και έδωσε στο έργο του τον τίτλο «Esquisses», δηλαδή σκίτσα: Πιο συγκεκριμένα, ο Παλαιολόγος δίνει λεπτομερείς πληροφορίες για θέματα που αφορούν τη θρησκεία: από τις αντιλήψεις και τις προκαταλήψεις, μέχρι τις συνήθειες και τα καθήκοντα των πιστών ή τον ρόλο των θρησκευτικών λειτουργούν στην οθωμανική κοινωνία.[15]

Παράλληλα αποτυπώνει τον τρόπο οργάνωσης του κράτους (το νομικό και δικαστικό σύστημα, τα αξιώματα και τις ιεραρχίες), ανατέμνει όμως και την ιδιωτική ζωή των Οθωμανών (καθώς περιγράφει π.χ. τα έθιμα, τις οικογενειακές στιγμές, τη μυστική ζωή των οθωμανίδων στο χαρέμι, τις συζητήσεις των ανδρών στα καφενεία, τις καταχρήσεις όπως το όπιο και το ποτό ή τις ομοφυλοφιλικές αποκλίσεις, αποφεύγοντας όμως λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να σκανδαλίσουν.)[16]

Η θεματολογία του Esquisses de Moeurs Turques συγκλίνει σε αρκετά σημεία με εκείνη των περιηγητικών και άλλων κειμένων του ευρωπαϊκού και του νεοελληνικού ανατολισμού της ίδιας περιόδου.[17]

Πιο συγκεκριμένα, ο Παλαιολόγος προβάλλει μια σειρά από χαρακτηριστικά του Οθωμανικού βίου, τα οποία εμφανίζονται τυποποιημένα, όπως ο θρησκευτικός φανατισμός, η μοιρολατρία, η διαφθορά και η δυσλειτουργία του κρατικού μηχανισμού, ο δεσποτισμός, η ακαμψία απέναντι σε κάθε είδους μεταρρύθμιση, η προκατάληψη απέναντι στα επιστημονικά και τα τεχνολογικά επιτεύγματα που προέρχονται από τη Δύση.

Το γεγονός ότι επέλεξε να συμπεριλάβει στους διαλόγους του πολλά πρόσωπα και των δύο φύλων, διαφορετικών επαγγελματικών και κοινωνικών θέσεων, του δίνει την ευελιξία να κινηθεί άνετα σε αυτό το ευρύ φάσμα θεμάτων: Επίσης καθώς από διάλογο σε διάλογο μετατοπίζει το βλέμμα του σε διαφορετικές γωνίες της Οθωμανικής επικράτειας (Κωνσταντινούπολη, Βλαχία, Αθήνα, Γιάννενα, Θεσσαλία, Μακεδονία), επιτυγχάνει να καταδείξει πως τα όσα περιγράφει αφορούν μια μεγάλη γεωγραφική έκταση, η οποία μάλιστα δεν περιορίζεται στο Ασιατικό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αλλά επεκτείνεται και στο Ευρωπαϊκό, και κατά συνέπεια ότι επηρεάζουν μεγάλο όγκο πληθυσμού και μεγάλο αριθμό διαφορετικών εθνών.

 

Παίρνει θέση στο ζήτημα της συνέχειας

του ελληνικού έθνους, απορρίπτοντας

την προσφώνηση «Ρωμιοί» και προκρίνοντας

την ονομασία «Έλληνες»

 

Ένα άλλο μεγάλο θέμα που θίγεται στο Esquisses de Moeurs Turques είναι οι σχέσεις των Οθωμανών με τους άλλους λαούς: αφενός μεν με τους υποτελείς της Πύλης, ιδίως τους Έλληνες, και αφετέρου με τους Ευρωπαίους, γεγονός το οποίο δίνει στον συγγραφέα τη δυνατότητα να τοποθετηθεί απέναντι στην ελληνική υπόθεση.

Η οπτική του Παλαιολόγου ευθυγραμμίζεται εν πολλοίς με την επιχειρηματολογία αρκετών φιλελληνικών κειμένων της εποχής: Θίγοντας π.χ. το ζήτημα της αρχαιοκαπηλίας και της καταστροφής των αρχαίων μνημείων (12ος  διάλογος) επικαλείται τον θαυμασμό των Ευρωπαίων για τον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Αποτυπώνοντας το μίσος των Οθωμανών για τους Χριστιανούς [18], τις ωμές σφαγές αθώων πολιτών ιδίως από τους γενίτσαρους, τις υφαρπαγές ξένων περιουσιών και τους βιασμούς γυναικών [19] καταγγέλλει την κατάλυση κάθε νομιμότητας στο πλαίσιο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προβάλλοντας παράλληλα εμμέσως τα φιλελεύθερα αιτήματα της δικαιοσύνης, της ισότητας, της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας του λόγου. Επίσης, ενημερώνοντας τους Ευρωπαίους αναγνώστες για τις πολυάριθμες επαναστατικές εστίες των Ελλήνων και την νικηφόρο έκβαση αρκετών μαχών σε στεριά και θάλασσα, [20] επιδιώκει να τους πείσει ότι ο Ελληνικός Αγώνας έχει στερεωθεί για τα καλά και δεν είναι ένα πρόσκαιρο πυροτέχνημα, όπως αρχικά θεωρούσαν. [21] Ενώ πληροφορώντας τους αφενός μεν για τη διείσδυση των μοναρχικών Αυστριακών στο εσωτερικό της Αυτοκρατορίας, ιδίως σε σχέση με την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού (14ος  και 20ος διάλογος), και αφετέρου για τις Ρωσικές διεκδικήσεις (11ος  διάλογος), το Ρωσικό Τελεσίγραφο (20ος διάλογος) και την προφητεία για το ξανθό γένος (171, 383), επιδιώκει να κινητοποιήσει και τα υπόλοιπα Ευρωπαϊκά κράτη προκειμένου να αναλάβουν ενεργό δράση υπέρ των Ελλήνων.

Κι αν στο πλαίσιο των διαλόγων η προβολή των παραπάνω θέσεων γίνεται με έμμεσο τρόπο, ο συγγραφέας καθιστά σαφέστερες τις προθέσεις του στις σημειώσεις που παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου και καταλαμβάνουν έκταση 64 σελίδων. Σε αρκετές από αυτές απλώς μεταφέρονται με αποστασιοποιημένο και ουδέτερο ύφος συμπληρωματικές γεωγραφικές, ιστορικές και γλωσσικές πληροφορίες ή λεπτομέρειες σχετικά με τα έθιμα της Ανατολής, που δεν γινόταν να ενσωματωθούν στο κυρίως σώμα των διαλόγων.

Σε άλλες, παρατίθενται αποσπάσματα από το κοράνι, από νομικούς ή στρατιωτικούς κώδικες, και από γνωστά περιηγητικά ή άλλα κείμενα που ανατέμνουν τα οθωμανικά ήθη, όπως του J. Ε. Beauvoisins, του R. Chandler, του F. Pouqueville, του Du Vigneau, του C. Ε. Savary, του Μ. D’ Ohson κ.ά., προκειμένου να δοθεί στο κείμενο του Παλαιολόγου η αίσθηση της αυθεντικότητας και της αξιοπιστίας. Τα αποσπάσματα τίθενται εντός εισαγωγικών, ενίοτε δε προσδιορίζεται το κεφάλαιο ή η σελίδα από την οποία προέρχεται το παράθεμα. Εδώ προκύπτουν βεβαίως αρκετά ζητήματα που χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης: πόσο αξιόπιστες είναι τελικά οι πηγές που επικαλείται ο Παλαιολόγος προς επίρρωσιν της εγκυρότητας των δικών του ισχυρισμών (π.χ. το -σαφών φιλελληνικών προαιρέσεων – άνισο έργο τού Pouqueville). Κατά πόσο στηρίχτηκε ο Παλαιολόγος σε αυτές τις πηγές για την ανεύρεση υλικού; Με ποιον δηλαδή τρόπο και σε ποιο βαθμό τις αξιοποίησε – πέραν των σημειώσεων – και για τη συγκρότηση των ίδιων των διαλόγων του; Σε σχόλιό του ο Παλαιολόγος μας δίνει κάποια ιδέα για τον τρόπο με τον οποίο εργάστηκε: στην προσπάθεια του να αναπτύξει πληρέστερα τα θέματά του παραδέχεται ότι άντλησε στοιχεία που μπορεί να αφορούν διαφορετικές ιστορικές περιόδους ή διαφορετικά ιστορικά πρόσωπα. «Δεν ανέλαβα να γράψω την ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας», ξεκαθαρίζει, «αλλά μονάχα να γνωστοποιήσω τα ήθη και τα έθιμα των Οθωμανών», γι’ αυτό και ως μόνη και απαρέγκλιτη αρχή του είχε καθετί που γράφει και βασίζεται σε γεγονότα (395).

Ενδιαφέρον έχει, πάντως, να δούμε πώς ο Παλαιολόγος σχολιάζει πλέον εδώ ανοιχτά μια σειρά θεμάτων. Μεταξύ άλλων μιλάει με υπερηφάνεια για τις πολεμικές επιδόσεις του Κανάρη (399) και με αγανάκτηση για τις σφαγές των Ελλήνων (π.χ. 399). Εκφράζει ευθέως τη διαφωνία του με τα φιλοτουρκικά δημοσιεύματα της Quotidienne (395-396) και τις αναξιόπιστες συγγραφικές πρακτικές κάποιων ευρωπαίων ταξιδιωτών (π.χ. 379, 385, 395-96), που στηρίζονται αποκλειστικά στις μονόπλευρες μαρτυρίες των Τούρκων. Παίρνει θέση στο ζήτημα της συνέχειας του ελληνικού έθνους, απορρίπτοντας την προσφώνηση «Ρωμιοί» και προκρίνοντας την ονομασία «Έλληνες» (357). Στρέφεται κατά του θρησκευτικού φανατισμού και της μοιρολατρίας των μουσουλμάνων, την οποία αποκαλεί γελοία (357, 369, 373 κ.ά.).[22]

Σε γενικές γραμμές, όμως, δεν παρασύρεται σε προπαγανδιστικές ακρότητες ή σε υβριστικούς χαρακτηρισμούς εναντίον των Τούρκων, όπως συνέβαινε σε αρκετά φυλλάδια ή μαχητικά άρθρα της δεκαετίας του 1820. Ούτε περιορίζεται σε μια συλλήβδην απόρριψη του Οθωμανικού κόσμου. [23] Ο Παλαιολόγος αποδίδει πολιτικές και ηθικές ευθύνες για το αδιέξοδο της χώρας κυρίως στους κρατούντες: Ασκεί σκληρή αλλά καλοζυγισμένη κριτική στην πολιτική του Σουλτάνου και των υπουργών του, που, όπως υποδεικνύει, έχει ολέθριες επιπτώσεις και στους ίδιους τους Τούρκους. [24] Παρουσιάζει, τέλος, στο κοινό και μια μειοψηφία Οθωμανών η οποία επιζητά μεταρρυθμίσεις (13ος  και 16ος  διάλογος).

Αυτό που αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης διαβάζοντας το Esquisses de Mazurs Turques είναι ότι, κάνοντας λόγο για τα οθωμανικά ήθη, ο Παλαιολόγος επιδιώκει να μιλήσει γενικότερα για την ηθική, όπως υποδεικνύεται και από το απόφθεγμα που παραθέτει στο εξώφυλλο του βιβλίου: «Le vice n’ arrive dans le monde que par l’ ignorance des choses qui constituent la vertu.» Και σε αυτή την περίπτωση η ηθική συνδέεται με τις φιλελεύθερες διαφωτιστικές αντιλήψεις της Δύσης ενώ η ανηθικότητα με τις πρακτικές της Ανατολής. Οι διάλογοι του Esquisses de Moeurs Turques αντικατοπτρίζουν ακριβώς αυτή την αντιπαράθεση του ιδεολογικοί) και πολιτικο-κοινωνικού συστήματος της Ανατολής και της Δύσης. Κι αυτό που κατά ειρωνικό τρόπο προκύπτει είναι ότι λόγω της αδιαλλαξίας των Οθωμανών είναι τελικά αδύνατη η πραγματοποίηση διαλόγου, είναι αδύνατη η επικοινωνία μεταξύ των δύο κόσμων.[25]

Η αντιπαράθεση Δυτικού και Ανατολικού κόσμου επανέρχεται 12 χρόνια αργότερα στον Πολύπαθη (1839), το πρώτο, ηθογραφικών και πάλι προθέσεων, μυθιστόρημα του Παλαιολόγου, όταν βέβαια οι συνθήκες για τους Έλληνες είναι πολύ διαφορετικές. Και εδώ ο συγγραφέας αφιερώνει αρκετές σελίδες για την περιγραφή των Οθωμανικών ηθών, για τις οποίες, όπως αρχικά επισήμανε η Φαρίνου και διεξοδικά κατέδειξε με τις πολυάριθμες συγκριτικές επισημάνσεις του ο Tonnet, μεταφέρθηκαν αρκετές σκηνές και μοτίβα από το Esquisses de Moeurs Turques.[26]

Και στο πλαίσιο του Πολυπαθούς ο Παλαιολόγος επισημαίνει αρκετές αδυναμίες της Οθωμανικής κοινωνίας (π.χ. 22-26, 87-107).[27] Δεν παραλείπει, όμως, να αναφερθεί επίσης στα θετικά βήματα που έχουν αρχίσει πλέον να σημειώνονται στον οθωμανικό χώρο. Προβαίνει μάλιστα κάποτε σε συγκρίσεις με τη Δύση, συχνά δε εις βάρος της δεύτερης. Θίγοντας, π.χ. το θέμα της κρατικής ασυδοσίας, ο συγγραφέας υπογραμμίζει σε υποσημείωση την περιστολή των καταχρήσεων επί Σουλτάν Μαχμούτ και συνεχίζει:

 

«Ο Σουλτάν Απδούλ Μετζίτης, όχι μόνον ακολουθεί τα προοδευτικά ίχνη του πατρός του αλλά δίδει παραδείγματα, άξια να τα μιμηθώσι τινές των Ευρωπαϊκών και Χριστιανικών Δυνάμεων. Όλοι οι επιθυμούντες την πρόοδον του ανθρωπίνου γένους εύχονται την πραγματοποίησιν και την διατήρησιν αυτών των θεσμοθεσιών, διά των οποίων μόνον θα ευτυχήση το οθωμανικόν Κράτος» (104).

Για να καταλήξει: «[…] αν και οι Οθωμανοί έχουν, ένεκα της αμαθείας των, πολλάς προλήψεις και άλλα τινά ελαττώματα, είναι όμως ειλικρινέστεροι εις την φιλίαν των και τιμιώτεροι εις τα συναλλάγματά των από πολλά χριστιανικά έθνη.» (104).

Ενώ σε άλλο σημείο, αναφερόμενος στην ηθική των γυναικών, ο ήρωάς του δηλώνει ότι προτιμά τα «ήθη των Ασιανών» (206). Χαρακτηριστική είναι, όμως, και σχετική σημείωσή του στον Ζωγράφο (1842), το δεύτερο μυθιστόρημά του: Εδώ ο Παλαιολόγος χαρακτηρίζει, με κάποια ίσως υπερβολή, την Οθωμανική Κυβέρνηση «φρονιμωτέρα» έναντι των Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων λόγω των απαγορεύσεων που έχει επιβάλει για την περιστολή της χαρτοπαιξίας: «Ίσως τινές ονομάζουν τούτο περιορισμόν της ελευθερίας· [σχολιάζει] αλλ’ ας μάθουν, ότι εις την Τουρκίαν είναι περισσοτέρα ελευθερία, παρά εις πολλά άλλα Ευρωπαϊκά κράτη. Τουλάχιστον, όχι μόνον βιβλία και εφημερίδες παντός είδους αναγινώσκονται δημοσίως, και καθείς ομιλεί ελευθέρως ό,τι φρονεί, αλλ’ ο λαός ψάλλει εις τας οδούς αυτής της Πρωτευούσης άσματα, διά τα οποία η Αστυνομία και αυτών των Παρισίων ήθελε φυλακίσει τους τραγωδιστάς».[28]

 

 

Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο ήρωας του

θα διαπιστώσει φατριασμούς

και αναξιοκρατία που εμποδίζουν την πολυπόθητη

αλλά ουδόλως διαφαινόμενη Αναγέννηση του Έθνους.

 

 

Επιπλέον, εκμεταλλευόμενος τις περιπλανήσεις του ήρωά του, που δεν περιορίζονται μόνο στον Ανατολικό χώρο, αλλά επεκτείνονται στη Ρωσία και σε μια σειρά δυτικών κρατών, ο συγγραφέας θα αδράξει την ευκαιρία να αποτυπώσει τα ήθη και τα ελαττώματά της Δύσης.[29] Θα απορρίψει, διά στόματος του ήρωά του, συλλήβδην τα ήθη των Ρώσων (76) και θα διαπιστώσει στο τέλος του ταξιδιού του μελαγχολικά πόσο «σπανία είναι σήμερον η ηθική αύτη! Μάλιστα εις τας πολιτισμένος κοινωνίας» (206). «Φαίνεται ότι ο άνθρωπος είναι παντού ο αυτός και τοιούτος θα μείνη μέχρι της συντέλειας των αιώνων» (232), καταλήγει.

Ερχόμενος εν συνεχεία στην Ελλάδα, ο ήρωας του θα διαπιστώσει φατριασμούς και αναξιοκρατία που εμποδίζουν την πολυπόθητη αλλά ουδόλως διαφαινόμενη Αναγέννηση του Έθνους. Ο Παλαιολόγος, πάντοτε διά στόματος του ήρωά του, σαφώς θα εξακολουθεί, όπως και στο Esquisses de Moeurs Turques, να εκφράζει «το φιλελεύθερο πνεύμα του μετριοπαθούς Διαφωτισμού»,[30] θεωρώντας πως εκεί βρίσκεται η μόνη λύση για τη βιωσιμότητα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους: «Η παιδεία και ο καιρός, με την σύμπραξιν εμφρόνου Κυβερνήσεως, θα βελτιώσουν βαθμηδόν τα ήθη» (228), θέλει να ελπίζει. Από το κείμενο διακρίνεται πάντως η απογοήτευση του από την τρέχουσα κατάσταση του Έθνους, την οποία σκιαγραφεί με ιδιαιτέρως καυστικό τρόπο στα δύο τελευταία κεφάλαια. Στο τέλος του βιβλίου ο Παλαιολόγος παρουσιάζει τον ήρωά του, Φαβίνη, του οποίου ο όψιμος γάμος με τη Ρωξάνδρα δίνει αφορμή στον «φιλόμωμον κόσμον να γελάση» (242) να αποσύρεται στην εξοχή, διατηρώντας όμως την επικοινωνία του με τα τεκταινόμενα στον πολιτικό χώρο.

 

Άποψη των τειχών της αρχαίας Τίρυνθας. Στο πρώτο επίπεδο απεικονίζεται η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας (σήμερα Αγροτικές Φυλακές), την οποία ίδρυσε ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο βάθος διακρίνονται το Ναύπλιο και το Μπούρτζι.

 

Η στάση του Παλαιολόγου όπως αποτυπώνεται στον Πολύπαθη, ενδεχομένως συνδέεται με τις προσωπικές απογοητεύσεις που βίωσε ο συγγραφέας ερχόμενος στην Ελλάδα: Τα φιλόδοξα γεωπονικά του σχέδια ναυάγησαν, ο ίδιος διώχθηκε από το Αγροκήπιο της Τίρυνθας και έκτοτε δεν χρησιμοποιήθηκε σε τομείς της αρμοδιότητάς του. Επιπλέον, η κριτική εξαπέλυσε εναντίον του δριμεία επίθεση όταν εξέδωσε τον Πολύπαθη, ενώ το δεύτερο μυθιστόρημά του, Ο ζωγράφος, που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη, είχε αποκλειστικά ετερόχθονες συνδρομητές. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Παλαιολόγος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Αρχικά απασχολήθηκε στην εκεί ελληνική πρεσβεία, ενώ σύμφωνα με την νεκρολογία του εργάστηκε για λογαριασμό του τουρκικού κράτους για την ανασυγκρότηση των ταχυδρομείων.

Πολυταξιδεμένος και πολυπαθής ο Κωνσταντινουπολίτης Γρηγόριος Παλαιολόγος θα εμπνέεται από τα φιλελεύθερα ιδανικά της Δύσης, χωρίς να μπορεί να απαρνηθεί τα παράλια του Βοσπόρου, τα οποία τόσο συγκινημένος περιγράφει σε σημείωσή του στο Esquisses de Mοeurs Turques (400).

 

Υποσημειώσεις


  1. Από την εκτεταμένη σχετική βιβλιογραφία, βλ. ενδεικτικά: Κ. Θ. Λημαράς (επιμ.), Περιηγήσεις στον ελληνικό χώρο, Αθήνα 1967· Λ. Δρούλια, «Η δικαίωση του αγώνα στα ξενόγλωσσα ελληνικά κείμενα του 1821», περ. Νέα Εστία, (Χριστούγεννα 1970), σ. 286-93· Droulia, Philhellénisme. Ouvrages inspirés par la guerre de I’indépendance grecque, 1821-1833. Repertoire bibliographique, K.N.E./E.I.E, Αθήνα 1974· Απ. Βακαλόπουλος, «Ο φιλελληνισμός μέσα στο πλαίσιο των μεγάλων ευρωπαϊκών ιδεολογικών ρευμάτων», Ιστορία του νέου ελληνισμού, τόμ. Ε’, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 568-609· Κ. Σιμόπουλος, Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21: απομνημονεύματα, χρονικά, ημερολόγια, υπομνήματα, αλληλογραφία εθελοντών, διπλωματικών, ειδικών απεσταλμένων, περιηγητών, πρακτόρων κ.ά., 5 τόμοι, Αθήνα2 1984-1990· Βιγγοπούλου, Ρ. Πολυκανδριώτη, «Περιηγητικά κείμενα για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη και την Ανατολική Μεσόγειο 15ος—19ος αιώνας. Κατάλογος Συντομευμένων τίτλων», στον τόμο: Περιηγητικά θέματα. Υποδομή και προσεγγίσεις, Τετράδια Εργασίας, τόμ. 17, Κ.Ν.Ε/Ε.Ι.Ε., Αθήνα 1993, σ. 17-157· S. Moussa, La relation orientate: enquête sur la communication dans les récits de voyage en Orient, 1811-1861, Klincksieck, Παρίσι 1995.
  2. Esquisses de Mceurs Turques au XIXe siècle; ou scènes populates, usages religieia; cérémonies publiques, vie intérieure, habitudes societies., idées politiques des Mahométans, en fotine de dialogues. Paris, Moutardier, 1827, σ. XVI + To κείμενο μεταφράστηκε στα ολλανδικά το 1829. (Βλ. Μ. X. Χατζηιωάννου, «Ο θάνατος τον Δημοσθένους του Ν. Σ. Πίκκολου και ο Γρ. Παλαιολόγος», Μνημών 9 (1984), σ. 248, σημ. 4 και Γ. Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», στο: Η παλαιότερη πεζογραφία μας, Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ, Γ, Σοκόλης, Αθήνα 1996, σ. 359.) Να αναφερθεί εδώ ότι το φιλελληνικό κομιτάτο είχε συνδράμει οικονομικά προκειμένου ο Παλαιολόγος να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του στο Παρίσι. Τον βοήθησε επίσης αργότερα προχειμένου να εκδώσει κάποια γεωπονικά του συγγράμματα και να εφαρμόσει τα γεωπονικά του προγράμματα στην ελληνική επικράτεια. (Βλ. Γ, Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., σ. 156).
  3. The Death of Demosthenes. A Tragedy in Four Acts in Prose. Translated from the Modern Greek by Gregorios Paleologos, of Constantinople. Cambridge. Printed for the Author and Sold by Richard Newby, Trinity Street, 1824, σ. X + Βλ. Μ. X. Χατζηιωάννου, ό.π., σ. 247-54, όπου και στοιχεία για τις διασυνδέσεις του Παλαιολόγου με το αγγλικό φιλελληνικό κομιτάτο.
  4. Βλ. Μ. X. Χατζηιωάννου, ό.π., σ. 249.
  5. Βλ. και την αφιέρωση στον Lieutenant – Général Alexandre Lameth, ο οποίος, όπως σημειώνει ο Παλαιολόγος, είναι «un des premiers, avez tendu unemain secourable à la Grèce abandonnée, el qut avez été un des plus zéJés et des plus constants défenseurs de notre sainte cause».
  6. Βλ. την επιστολή του Κόμη Lasteyrie με ημερομηνία 8 Σεπτεμβρίου 1829, στην οποία ο Παλαιολόγος φέρεται να μην έχει αποχωρήσει ακόμη για την Ελλάδα. Η επιστολή παρατίθεται στο: Ελένη Κούκκου, Ιωάννης Καποδίστριας. Ο άνθρωπος – ο διπλωμάτης, Εστία, Αθήνα2 1984, σ. 316, 406, (Πληροφορία από: Gr, Palaiologue, L’ Homme aux mille mésaventures, μτφρ., εισαγ., επιμ., H. Tonnet, L’ Harmattan, Παρίσι 2000, σ. 14).
  1. Βλ. και Γ. Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., σ. 161. Στις πρακτικές των ξένων περιηγητών επανέρχεται και στο κυρίως κείμενο του Esquisses de Moeurs Turques (π.χ. σ, 143-44) αλλά και στις σημειώσεις του (Βλ, παρακάτω).
  2. Βλ. αντιστοίχως Γ. Φαρίνου, «“Ελληνικός Ζιλβλάσιος;” Ο Πολνπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», ΕΕΦΣΑΠΘ 1 (1991), σ. 311 και Η. Tonnet, «Κωνσταντίνος Ράμφος», στο: Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ. Δ’, Σοκόλης, Αθήνα 1996, σ. 298.
  3. Ο διάλογος, έμμετρος ή πεζός, αυτόνομος ή ενσωματωμένος σε διάφορα λογοτεχνικά είδη, έχει μια μακρά ιστορία, με ποικίλες ειδολογικές διακλαδώσεις, τόσο στις δυτικοευρωπαϊκές όσο και στις ανατολικές γραμματείες, και με ιδιαίτερη διάδοση κατά τον 18° αιώνα στον ελληνικό και στον ευρύτερο Βαλκανικό χώρο. Όπως σημειώνει ο Γ. Κεχαγιόγλου: «[…] στιχομυθία, διάλογος και πρόσωπα-χαρακτήρες απαντούν και σε μεγάλο αριθμό πεζών θεατρικοίν έργων, πεζών έργων με δραματικό περιεχόμενο και δοκιμιακών-στοχαστικών έργων, από τα αιγαιοπελαγίτικα «θρησκευτικά δράματα» του Μπαρόκ ως το Κριτήριον ή Διάλεξις του Σοφού με τον Κόσμον του πολυγλώσσου μολδαβοΰ Καντεμίρη (Dimitrie Cantemir) και τους διαλόγους της φαναριώτικης γραμματείας, από τους πρώτους Μαυροκορδάτους ως τον Κοραή, την παρέα του και τους αντιπάλους του, τον Σολωμό.» («Γραμματολογική εισαγωγή. Η αφηγηματική πεζογραφική παραγωγή της “παλαιότερης” γραμματείας μας: δεδομένα, παρεξηγήσεις, προτάσεις. Μερικές πρώτες προϋποθέσεις και σταθμίσεις», στο: Η Παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ. ΒΊ, Σοκόλης, Αθήνα 1999, σ. 1). Το περιορισμένο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης δεν επιτρέπει την απαιτούμενη διερεύνηση της σχέσης του Esquisses de Moeurs Turques, με την παράδοση (/παραδόσεις). Για το διαλογικό είδος στον δυτικοευρωπαϊκό χοίρο, βλ. ενδεικτικά S. Guellouz, Le dialogue, Presse Universitaires de France, Παρίσι 1992 (όπου και εκτενής περαιτέρω βιβλιογραφία). Για τον διάλογο κατά τον 18° και κυρίως τον 19ο αιώνα στον νεοελληνικό χοίρο, βλ. Παν, Μουλλάς, «Εισαγωγή», στο: Η Παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσιιιο πόλεμο, τόμ. Α’, Σοκόλης, Αθήνα 1998, σ. 39-49.
  1. Γράφει ο Παλαιολόγος στην εισαγοιγή: «J’ ai préféré cette méthode, parce que je la crois la plus propre â intéresser le lecteur, et â adoucir I’indignation que pourraient lui inspirer les vices, les atrocites el les horreurs du fanatisme.» (ix)
  2. Βλ. «Pictures of Turkish Manners and Opinions», περ. Oriental Herald, τχ. 14 (Ιούλιος 1827), σ. Η μετάφραση είναι της Γ. Φαρίνου («Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., α. 161).
  3. Σχετικά με το φωνητικό-ορθογραφικό σύστημα που υιοθετεί ο Παλαιολόγος για την καταγραφή των τουρκικών λέξεων, βλ. τη σχετική σημείωση του Παλαιολόγου (348-349) και Γ. Κεχαγιόγλου, «Εισαγωγή», στο: Βασίλειος-Μιλτιάδης Νικολαΐδης, Αλί-Χουρσίντ Μπέης. Επει- σόόιον της ελληνικής επαναστάσεως, επιμ. Γ. Κεχαγιόγλου, Νεφέλη, Αθήνα 2001, σ. 99-100, σημ. 77.

[13] Όπως σημειώνει και ο Edward Said: «Καθένας που γράφει για την Ανατολή πρέπει να τοποθετηθεί πρόσωπο με πρόσωπο απέναντι της· μεταφρασμένη σε κείμενο, αυτή του η θέση περικλείνει το είδος της αφηγηματικής φωνής που υιοθετεί, τον τύπο δομής που οικοδομεί, τα είδη των εικόνων, των θεμάτων, των μοτίβων που ανακυκλώνονται μέσα στο κείμενό του – που όλα συνοψίζονται, εντέλει σε εσκεμμένους τρόπους ν’ απευθυνθεί στον αναγνώστη περικλείνοντας την Ανατολή και, τελικά, να την εκπροσωπήσει ή να μιλήσει για λογαριασμό της.» (Οριενταλασμός, μτφρ. Φ. Τερζάκης, Νεφέλη, Αθήνα 1996, σ. 33).

[14] Χαρακτηριστικός από αυτήν την άποψη είναι π.χ. ο δραματικός μονόλογος της Khadidgé, η οποία εκθέτει τη δυστυχία της και τη δυστυχία αρκετών Οθωμανίδων (34-35) ή το καταγγελτικό ξέσπασμα ενός Οθωμανού ναύτη εναντίον της υποκρισίας των ομοθρήσκων του (321-22).

[15] Σχετικά με τα θέματα και τα μοτίβα τα οποία πραγματεύεται ο Παλαιολόγος στο Esquisses de Moeurs Turques, βλ. και Γ. Κεχαγιόγλου, «Εισαγωγή», ό.π., σ. 98-99, σημ. 76.

[16] Όπως δήλωνε και στον πρόλογο: «Je passerai même sous silence mille choses qui auraient pu blesser la pudeur et le sentiment des convenances», (x) Έτσι, π.χ. στη σελ. 200 διακόπτει την αφήγηση ενός επεισοδίου με ομοφυλοφιλικό περιεχόμενο, για λόγους σεμνοπρέπειας.

[17] Σχετικά με τη θεματολογία των περιηγητικών κειμένων και των κειμένων του Ευρωπαϊκού ανατολισμού της περιόδου, βλ. παραπάνω, υποσημείωση αρ. 1. Ένα πρώτο διάγραμμα του νεοελληνικού ανατολισμού δίνεται στο: Γ. Κεχαγιόγλου, «Νεοελληνικός ανατολισμός: Συνέχεια και ασυνέχεια στις γραμματειακές προσεγγίσεις του Αραβικού κόσμου», στο: Μνήμη Λίνου Πολίτη. Φιλολογικό μνημόσυνο και επιστημονική συνάντηση, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1988, σ. 157-65. Ειδικότερα όσον αφορά το Esquisses de Moeurs Turques και τη σχέση του με άλλα κείμενα του νεοελληνικού ανατολισμού, θα περιοριστώ εδώ στην περίπτωση του Αλί-Χονρσίντ Μπέη, του Β. Μ. Νικολάιδη που όπως επισημαίνει ο Γ. Κεχαγιόγλου, παρουσιάζει αρκετές θεματικές και άλλες ομοιότητες με το κείμενο του Παλαιολόγου. (Βλ. Γ. Κεχαγιόγλου, «Εισαγωγή», ό.π., σ. 97-100).

[18] Π.χ. σ. 100, 114, 132, 284, 298 και σε πολλά άλλα σημεία. Επίσης, συχνά παρουσιάζονται οι Τούρκοι να βρίζουν τους Χριστιανούς, αποκαλώντας τους «chiens» (σκυλιά).

[19] Π.χ. τρίτος, πέμπτος, δέκατος και δέκατος πέμπτος διάλογος.

[20] Π.χ. σ. 54,169,177, 299, 311-15, 338, 339.

[21] Χαρακτηριστική είναι επίσης η αναφορά κάποιων Οθωμανών σε προφητικά βιβλία που προβλέπουν ότι οι Έλληνες θα νικήσουν τους Τούρκους κι ότι επίκειται το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (235-236) όπως και η πληροφορία ότι πολλές αρχοντικές οικογένειες Τούρκων επιλέγουν να θάβουν τους δικούς τους στο Σκούταρι, στο Ασιατικό τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, προκειμένου να διασφαλίσουν ότι οι τάφοι δεν θα πέσουν κάποτε στα χέρια των Χριστιανών (388).

[22] Να σημειωθεί ότι ο Παλαιολόγος στρέφεται συλλήβδην κατά του θρησκευτικού φανατισμού, επισημαίνοντας ότι το φαινόμενο δεν εντοπίζεται μονάχα στο Ισλάμ, αλλά και στους κόλπους του Χριστιανισμού (357).

[23] Π.χ. εντοπίζει μεν στο Κοράνι αντιφάσεις και παραλογισμούς, υποστηρίζει όμως ότι περιέχει και αρκετά λογικά πράγματα και ωραία γνωμικά. Κατά την άποψή του, το πρόβλημα είναι ότι οι διδαχές από το Κοράνι ερμηνεύονται και μεταφράζονται σχεδόν πάντοτε σύμφωνα με το συμφέρον του φανατισμένου κλήρου ή του διεφθαρμένου και βάναυσου κράτους (373).

[24] Γράφει χαρακτηριστικά: «Les injustices et les cruautés de la politique du sultan et des ses ministres ne pèsent pas seulement sur les sujets tributaires, elles se font sentir sur les Turcs eux- memes. Musulmans ou chrétiens, pauvres ou riches, petits ou grands, tous partagent les malheurs et les vexations auxquels donne naissance ce gouvernement absurde et sanguinaire» (365).

[25] Την αδυναμία πραγματοποίησης διαλόγου μεταξύ των δυο κόσμων αντικατοπτρίζει με ιδιαίτερα εύγλωττο τρόπο ο 16ος διάλογος.

[26] Βλ. Γ. Φαρίνου, «Γρηγόριος Παλαιολόγος», ό.π., σ. 161, σημ. 6 και Gr. Palaiologue, ό.π., passim. Συμπληρωματικές επισημάνσεις γίνονται και στο Π. Αποστολή, Το πικαρικό μυθιστόρημα και η παρουσία του στον ελληνικό 190 αιώνα (Από τον Ερμήλο ως την Πάπισσα Ιωάννα), αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2003, σ. 170-71.

[27] Οι παραπομπές στον Πολύπαθη αφορούν την έκδοση: Γρ. Παλαιολόγος, Ο πολυπαθής, εισαγ.- επιμ. Ά. Αγγέλου, Ερμής, Αθήνα 1989. Για το θέμα βλ. Και Π. Αποστολή, ό.π., σ. 174-76.

[28] Βλ. Γρ. Παλαιολόγος, Ο ζωγράφος, εισαγ.-επιμ. Ά. Αγγέλου, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, Αθήνα 1989, σ. 226-27.

[29] Βλ. Γ. Φαρίνου, «“Ελληνικός Ζιλβλάσιος;” Ο Πολύπαθης του Γρ. Παλαιολόγου», ό.π., σ. 311- 12 και Π. Αποστολή, ό.π., σ. 177-80,187.

[30] Γ. Φαρίνου, «“Ελληνικός Ζιλβλάσιος;” Ο Πολυπαθής του Γρ. Παλαιολόγου», ό.π., σ. 315.

 

* Η ανακοίνωση αυτή αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης μελέτης που ετοιμάζω για το θέμα. Θα ήθελα να ευχαριστήσω και από εδώ τη Ράνια Πολυκανδριώτη, τη Στέση Αθήνη και τον Λάμπρο Βαρελά για τις χρήσιμες υποδείξεις τους.

Πέρσα Αποστολή*

Διδάκτωρ Φιλολογίας, Διδάσκουσα στο ΕΑΠ

«Ο ελληνικός κόσμος ανάμεσα στην εποχή του Διαφωτισμού και στον εικοστό αιώνα», Πρακτικά του Γ’ Ευρωπαϊκού Συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Νεοελληνικών Σπουδών (Βουκουρέστι, 2-4 Ιουνίου 2006), επιμ. Κ. Α. Δημάδης, Ελληνικά Γράμματα, 2007.

 

* Η Πέρσα Αποστολή είναι απόφοιτη Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (Β.Α., Ph.D.) και του King’sCollegeτου Πανεπιστημίου του Λονδίνου (M.A.). Η διδακτορική της διατριβή είχε θέμα: «Το πικαρικό μυθιστόρημα και η παρουσία του στον ελληνικό 19ο αιώνα». Από το 2003 εργάζεται ως μέλος Συνεργαζόμενου Εκπαιδευτικού Προσωπικού στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας και Νεοελληνική Φιλολογία, 19ος-20ός αι.), ενώ έχει διδάξει ως Ειδική Επιστήμονας με βάση το Π.Δ. 407/80 στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Έχει επίσης συμμετάσχει σε ερευνητικά προγράμματα του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας («Μεταπολιτευτικά περιοδικά, 1974 έως σήμερα») και της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών («Η γυναικεία λογοτεχνική και εικαστική παρουσία σε περιοδικά λόγου και τέχνης, 1900-1940»). Υπήρξε μέλος της ομάδας φιλολογικής επιμέλειας του Λεξικού Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2007), ενώ το 2011 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Περίπλους ο τόμος: Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου, Η αυθεντική ιστορία τις πάπισσας Ιωάννας, που επιμελήθηκε φιλολογικά. Έχει λάβει μέρος σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια, ενώ μελέτες της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά και σύμμικτους τόμους. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: Πεζογραφία του 19ου και του 20ού αιώνα, περιοδικός τύπος (19ος-20ός αι.), συγκριτική φιλολογία, γυναικεία συγγραφική δραστηριότητα. Είναι τακτικό μέλος της Ελληνικής και της Διεθνούς Εταιρείας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Η Κάθοδος των Βίκινγκς στο Βυζάντιο – H. R. Ellis Davidson | Μετάφραση – επιμέλεια – υποσημειώσεις, Ιωσήφ Ροηλίδης


  

Το θέμα του βιβλίου, αν και σημαντικό για την εξέλιξη της ιστορίας του μεσαιωνικού ελληνισμού δεν είναι και τόσο γνωστό στην ελληνική ιστοριογραφία. Οι ιστορικές πηγές του βρίσκονται πολύ μακριά-τοπικά και τροπικά-από τους έλληνες ιστορικούς, και το θέμα αυτό μόνο ακροθιγώς θίγεται στα ελληνικά βιβλία της ιστορίας. Στην διάρκεια των αιώνων τους οποίους πραγματεύεται το βιβλίο, ένας ολόκληρος κόσμος στα βόρεια της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας – του Βυζαντίου – εκινείτο, αναδυόταν και αναδευόταν, πολεμούσε και εμπορευόταν, ταξίδευε μέχρι τις εσχατιές του γνωστού τότε κόσμου, μιλούσε άγνωστες γλώσσες, σεβόταν παράξενα ήθη και έθιμα και προσκυνούσε αλλότριους θεούς…

 

 Λίγα λόγια του μεταφραστή

 

Η Κάθοδος των Βίκινγκς στο Βυζάντιο

Το βιβλίο αυτό μεταφράστηκε με την προοπτική να δημοσιευθεί. Απλά έπεσε στην τρομακτική οικονομική κρίση που προκάλεσε η πανδημία του κορονοϊού – COVID-19 – στις αρχές του 2020 και ο εκδοτικός οίκος που είχε αναλάβει την έκδοση, την αποποιήθηκε λόγω οικονομικών προβλημάτων. Η μετάφραση είχε ήδη ολοκληρωθεί και έτσι αναρτήθηκε σ’ αυτόν τον συγκεκριμένο ιστότοπο. Είναι ελεύθερα προσβάσιμη από όλους.

Το θέμα του βιβλίου, αν και σημαντικό για την εξέλιξη της ιστορίας του μεσαιωνικού ελληνισμού δεν είναι και τόσο γνωστό στην ελληνική ιστοριογραφία. Οι ιστορικές πηγές του βρίσκονται πολύ μακριά – τοπικά και τροπικά – από τους έλληνες ιστορικούς, και το θέμα αυτό μόνο ακροθιγώς θίγεται στα ελληνικά βιβλία της ιστορίας. Στην διάρκεια των αιώνων τους οποίους πραγματεύεται το βιβλίο, ένας ολόκληρος κόσμος στα βόρεια της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας – του Βυζαντίου – εκινείτο, αναδυόταν και αναδευόταν, πολεμούσε και εμπορευόταν, ταξίδευε μέχρι τις εσχατιές του γνωστού τότε κόσμου, μιλούσε άγνωστες γλώσσες, σεβόταν παράξενα ήθη και έθιμα και προσκυνούσε αλλότριους θεούς. Έφθασε μέχρι την καρδιά του Βυζαντίου – την Κωνσταντινούπολη – και αποτέλεσε την αγαπητή φρουρά πολλών αυτοκρατόρων της μέσης περιόδου. Ήταν οι περίφημοι Βάραγγοι ή Βάραγγες στα ελληνικά, οι Σκανδιναβοί πολεμιστές της αυτοκρατορίας. Η ζωή τους εξυμνήθηκε σε πολλά κείμενα ποιητικά και πεζά, στις γλώσσες της πατρίδας τους. Το έργο ζωής ενός Ισλανδού ελληνιστή, του Sigfús Blöndal αποκάλυψε όλες τις λεπτομέρειες της ζωής και δράσης αυτών των ανθρώπων. Το βιβλίο του Varangians in Byzantium, απετέλεσε μία από τις βάσεις αυτού του βιβλίου.

Η συγγραφέας του βιβλίου δούλεψε με βάση όλες τις σκανιναβικές φιλολογικές πηγές που έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, Πηγές είναι κυρίως οι ονομαζόμενες σάγκες, αφηγήσεις ιστορικών και μυθικών γεγονότων, βίων ενδόξων ανδρών, μετακινήσεων και αποικήσεων στις παλαιοσκανδιναβικές γλώσσες (Ισλανδικά, Νορβηγικά, Σουηδικά, Δανικά). Στο βιβλίο της υπάρχει πληθώρα υποσημειώσεων που παραπέμπουν σε συγγραφείς, βιβλία και πηγές.

Για να κάνω τη μετάφραση πιο εύχρηστη, αφαίρεσα σχεδόν το σύνολο των υποσημειώσεων του πρωτοτύπου. Λόγω της πληθώρας ονομάτων, όρων, τοπωνυμίων και ειδικών καταστάσεων που εμπλέκονται στην ροή του βιβλίου, προσέθεσα εκατοντάδες υποσημειώσεων που επεξηγούν, ερμηνεύουν και περιγράφουν όλους αυτούς τους όρους. Ήταν μία πολύ δύσκολη και μακρόχρονη επιχείρηση να βρεθούν όλες αυτές οι πληροφορίες. Φυσικά το διαδίκτυο αποτέλεσε έναν πολύτιμο βοηθό. Όλες οι υποσημειώσεις που προέρχονται από μένα, έχουν ως αρχικό σημείο τα γράμματα Σ.τ.Μ. (Σημείωση του μεταφραστή).

Ταυτόχρονα αφαίρεσα ένα και μισό κεφάλαιο από το τέλος επειδή θεώρησα ότι δεν είχε μεγάλη σχέση με το κεντρικό θέμα του βιβλίου. Το βιβλίο περιέχει κυριολεκτικά χιλιάδες ονόματα, Σκανδιναβικής κυρίως προέλευσης, που ηχούν πολύ παράξενα στα ελληνικά αυτιά. Τα παραθέτω συνήθως αυτούσια στη μορφή που υπάρχουν στο βιβλίο. Παρόλο που ίσως δυσκολεύουν την ανάγνωση του κειμένου, αυτόν τον κανόνα τον ακολούθησα σκοπίμως, στην περίπτωση που κάποιος αναγνώστης θα ήθελε να προχωρήσει σε μια βαθύτερη έρευνα για κάποιο πρόσωπο, τοπωνύμιο ή αντικείμενο, να μπορεί να το κάνει διαθέτοντας την πρωτότυπη λέξη. Βέβαια, κυρίως στην αρχή, παραθέτω και τη μεταγραφή/ προφορά του ονόματος στα ελληνικά. Ακόμη και στο πρωτότυπο υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στα ονόματα που παρατίθενται, ανάλογα με τις πηγές που χρησιμοποιεί η συγγραφέας, η οποία σε πολλές περιπτώσεις «λατινοποιεί» ονόματα που προέρχονται από γλώσσες με αρκετά διαφοροποιημένο από το λατινικό, αλφάβητο, όπως το Ισλανδικό. Επίσης ονόματα κοινά και σχετικά γνωστά, όπως το όνομα Erik στα Δανικά, γίνεται Eric στα Αγγλικά και Eirik στα Ισλανδικά.

Ζητήθηκε η οικονομική βοήθεια των πρεσβειών των τεσσάρων Σκανδιναβικών χωρών (Δανίας, Σουηδίας, Νορβηγίας, Ισλανδίας) και των Μορφωτικών Ιδρυμάτων των χωρών αυτών στην Αθήνα για την έκδοση του βιβλίου, αλλά το μόνο που λάβαμε ήταν συγχαρητήρια για την προσπάθεια. Έτσι λοιπόν προχώρησα στην ανάρτηση του βιβλίου σ’ αυτόν τον ιστότοπο.

Όλα τα λάθη, γλωσσικά και θεματικά, οι αβλεψίες και οι παρερμηνείες χρεώνονται αποκλειστικά σε μένα. Ήμουν εντελώς μόνος στο μακρινό αυτό ταξίδι.

 

Ιωσήφ Ροηλίδης

Ἐν μέσῃ περιόδῳ πανδημίας ἐξ ἰοῦ ὡσεί στέμματος, 2020.

  

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο:Η Κάθοδος των Βίκινγκς στο Βυζάντιο

 

Read Full Post »

Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου. Αθήναι Εκ του Τυπογραφείου Α. Γκαρπολά, 1845.


 

Τα «Απομνημονεύματα περί φιλικής Εταιρείας» του Εμμανουήλ Ξάνθου τυπώθηκαν το 1845, όταν ο μεγάλος Φιλικός, έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στα όρια της οικονομικής εξαθλίωσης, σε ένα χαμόσπιτο στην οδό Νικοδήμου 27. Πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, λίγες ώρες μετά το βαρύτατο τραυματισμό του από πτώση στις σκάλες της Βουλής, όπου είχε παρακολουθήσει ως απλός πολίτης μια συνεδρίαση. Το Ελληνικό Κράτος τού απέδωσε κατά την κηδεία τιμές στρατηγού.

 

Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου…

 

Το 1834 ο Ιωάννης Φιλήμων στο έργο του Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας,  γράφοντας  με βάση κυρίως τις προφορικές αφηγήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου κατηγόρησε τον Ξάνθο για κακή διαχείριση των χρημάτων της Φιλικής Εταιρείας. Άλλωστε, υπήρχε πάντα μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου ανοικτή η διαμάχη για το ποιός υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο Ξάνθος υποστήριζε ότι ανήκει στην πρώτη τριάδα της Εταιρείας, ενώ για τον Αναγνωστόπουλο υποστήριζε ότι κατηχήθηκε πολύ αργότερα από εκείνον, δηλαδή το 1817. Αντίθετα, ο Αναγνωστόπουλος υποστήριζε ότι ο ίδιος είχε κατηχηθεί από το 1814, ενώ ο Ξάνθος αργότερα από αυτόν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι η αρχική καλή σχέση και συνεργασία μεταξύ των δύο ανδρών, κατά τα πρώτα αποφασιστικά βήματα της Εταιρείας, όπως είδαμε, θα μεταβληθεί σε ανοιχτή έχθρα.

Έτσι ο Εμμανουήλ Ξάνθος βρίσκεται στην ανάγκη να επιστρέψει το 1837 στην Ελλάδα και το ίδιο έτος να συγγράφει πρώτα το «Υπόμνημα». Το απολογητικό αυτό κείμενο προκειμένου να ανασκευάσει όσα έγραψε εναντίον του ο Φιλήμων. Στο «Υπόμνημα» αυτό, που αποτελεί οιονεί απολογία του, γίνεται συνεχής αναφορά στα κεφάλαια του Δοκιμίου τον Φιλήμονα, προκειμένου να αντικρούσει τα γραφόμενά του.

Μολονότι, το κείμενο της Απολογίας (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212) δεν δημοσιεύτηκε στον καιρό του αλλά πολύ αργότερα, το 1931, φαίνεται ότι ο Ιωάννης Φιλήμων πληροφορήθηκε το περιεχόμενό της, επειδή το 1839 κιόλας αρθρογραφώντας στην εφημερίδα Αιών, αποκαθιστά την προσωπικότητα του Ξάνθου, παραδεχόμενος ότι «υπέπεσεν εξ αγνοίας εις παραδρομάς τινας, ως προς το πρόσωπον του Ξάνθου ιδιαιτέρως». Μάλιστα αξίζει να επισημάνουμε εδώ ότι ακόμη και το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, που θα εκδώσει ο I. Φιλήμων το 1845, ουσιαστικά αποτελεί μία ανασκευή του Δοκι­μίου του περί της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία ασφαλώς και η διένεξη Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου συνέβαλε αρκετά.

Ωστόσο, και παρά την αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονος, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα προχωρήσει στη σύνταξη και έκδοση των Απομνημονευμάτων του το 1845, στα οποία μετά από μια σύντομη έκθεσή του για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από τη σύσταση της Φιλικής Εταιρείας, προβαίνει, παράλληλα, στην έκδοση των γραπτών αποδείξεων για τους ισχυρισμούς του, δηλαδή παραθέτει 168 έγγραφα, τα οποία αποτελούν πρωτογενές υλικό για την ιστορία της Εταιρείας και τη δράση του ίδιου αλλά και πολλών από τα πρώτα μέλη της, που έδρασαν κυρίως στις Ηγεμονίες και στη Ρωσία.

Με άλλα λόγια ο Εμμ. Ξάνθος τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει τόσο κατά τη σύνταξη της «Εκθέσεως» του όσο και κατά τη σύνταξη του Υπομνήματος ότι πρόκειται να παρουσιάσει τις γραπτές πηγές τις οποίες επικαλείται. Έτσι κατά κάποιο τρόπο απαντά και στην πρόκληση του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος στην πρώτη έκδοση του Δοκιμίον πε­ρί της Φιλικής Εταιρείας, εκφράζοντας τις αμφιβολίες του για την «Έκθεση» του Ξάνθου, τον καλούσε να δημοσιεύσει τα έγγραφα που κατέχει: «…καθίσταται τοιουτοτρόπως επι­θυμητή η εκπλήρωσή της υποσχέσεώς του. Eις το έργον τούτο δύναται μεγάλως να ευκολυνθή διά των αποτεταμιευμένων εις αυ­τόν εγγράφων της Εταιρείας και των οποίων ημπορεί να έχη ιδεών περί αυτής πλέον κα­θαρών παρά τας οποίας έγραψε».

 

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο:Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου

 

Read Full Post »

Older Posts »