Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιβλία’

Φίλιππος Τσιμπόγλου: «Ποιος χρειάζεται τη βιβλιοθήκη σήμερα;»


 

Ποιος χρειάζεται τη βιβλιοθήκη σήμερα;

Την Παρασκευή 25 Μαΐου, και ώρα 7.30 μ.μ., η Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών Ελλάδος Πανεπιστήμιο Harvard, και η Νέα Βιβλιοθήκη του Χώρου Τέχνης και Πολιτισμού Φουγάρο, θα οργανώσουν εκδήλωση – ανοιχτή συζήτηση με θέμα: «Ποιος χρειάζεται τη βιβλιοθήκη σήμερα;». Προσκεκλημένος ομιλητής θα είναι ο Γενικός Διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος, Δρ. Φίλιππος Τσιμπόγλου. Ο Δρ. Τσιμπόγλου θα μιλήσει για την μετεγκατάσταση της Εθνικής Βιβλιοθήκης στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος και θα συζητήσει με το κοινό για τον ρόλο των βιβλιοθηκών στη σύγχρονη κοινωνία. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στην Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

 

Φίλιππος Τσιμπόγλου – (φωτ. Νίκος Κοκκαλιάς)

 

Φίλιππος Τσιμπόγλου

Ο Φίλιππος Τσιμπόγλου κατέχει διδακτορικό στη Βιβλιοθηκονομία – Επιστήμη της Πληροφόρησης από το Ιόνιο Πανεπιστήμιο (2005) και πτυχίο Οικονομικών από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (πρώην ΑΣΟΕΕ-1983). Υπήρξε Διευθυντής της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου και ex officio μέλος της Συγκλήτου (1999-2014). Διετέλεσε προϊστάμενος τριών Τμημάτων στο Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και υπεύθυνος ευρωπαϊκών, διαρθρωτικών και αναπτυξιακών προγραμμάτων (1983-1999). Το 2008 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Συνεργασίες βιβλιοθηκών. Μια συστημική προσέγγιση». Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά, βιβλία και πρακτικά συνεδρίων.

Από το 2014 είναι Γενικός Διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος. Συντονίζει το έργο της μετεγκατάστασής της στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Είναι υπεύθυνος για την οργάνωση και το σχεδιασμό ψηφιακών υπηρεσιών που εντάσσουν τη Βιβλιοθήκη στην ψηφιακή εποχή. Ταυτόχρονα είναι υπεύθυνος για τον σχεδιασμό και τη λειτουργία πρότυπων καινοτόμων υπηρεσιών που αποτελούν κεντρικές υπηρεσίες μιας Εθνικής Βιβλιοθήκης.

 

Read Full Post »

Κατσαγάνη Γεωργία – Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες Επιγραφές της Αργολίδος από την Αρχαϊκή Εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα. Έκδοση: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Φιλοσοφική Σχολή. Σαριπόλειος Βιβλιοθήκη.


 

Με το βιβλίο αυτό επιχειρείται η μελέτη των δημοσιευμένων επιτύμβιων, αναθηματικών και τιμητικών έμμετρων επιγραφών που έχουν βρεθεί στην Αργολίδα και καλύπτουν την περίοδο από την αρχαϊκή εποχή μέχρι και την ύστερη αρχαιότητα.

Μετά τη μνημειώδη έκδοση της Ακαδημίας του Βερολίνου (1G IV και 1C IV21) στις αρχές του 20ου αι., έχουν έλθει στο φως πολλές νέες επιγραφές, είτε από συστηματικές ανασκαφές είτε από τυχαίο γεγονός, οι οποίες έχουν μελετηθεί, κυρίως, από αρχαιολόγους, μεμονωμένα και αποσπασματικά. Στην παρούσα εργασία όλες σχεδόν οι δημοσιευμένες επιτύμβιες, αναθηματικές και τιμητικές επιγραφές δίνονται ως αδιάσπαστο σύνολο.

Η επιγραφική μελέτη, η φιλολογική ερμηνεία και η ιστορική επεξεργασία του εν λόγω πρωτογενούς υλικού – αδιερεύνητου ως συνόλου μέχρι σήμερα- προσδιορίζει ακριβέστερα τη θέση ενός σημαντικού τμήματος της Πελοποννήσου στον αρχαίο κόσμο.

 

Ταφή, Ανάθεση, Τιμή: Έμμετρες Επιγραφές της Αργολίδος

 

Το ιστορικό πλαίσιο

Στην αρχαιότητα Ἀργολική ή Ἀργολίς ή Ἀργεία καλούνταν η χερσόνησος που βρίσκεται μεταξύ του Σαρωνικού και του Αργολικού κόλπου, στην οποία ανήκαν οι περιοχές της Τροιζηνίας, της Ερμιονίδος, του Ναυπλίου, του Άργους (εκτός από το δυτικό τμήμα της Αλέας) και ενός τμήματος της Κορινθίας. Στην Αργολίδα ανήκαν επιπλέον τα νησιά: Καλαύρια (Πόρος), Υδρέα (Ύδρα), Πιτυούσα (Σπέτσες) και άλλα μικρότερα. Τέλος, στην εποχή της δυναστείας των Αντωνίνων, η Αργολίδα περιλάμβανε επιπλέον τη Στυμφαλία και την Αλέα.

Το κράτος των Αργείων σε όλες τις περιόδους της ιστορίας του ξεπέρασε όλα τα άλλα (Τίρυνθα, Ναυπλία, Ασίνη, Μυκήνες, Ερμιόνη, Τροιζήνα και Επίδαυρο) σε έκταση και δύναμη και επιχείρησε να ασκήσει ένα είδος επικυριαρχίας στους γείτονες. Τον 7ο αι. π.Χ. σημαντικό ρόλο φαίνεται να έπαιξε ο Φείδων, παρ’ όλο που οι πληροφορίες γι’ αυτόν είναι ελάχιστες, αόριστες και αντιφατικές. Το έτος 669 π.Χ. σημειώθηκε η πρώτη νίκη των Αργείων εναντίον των Σπαρτιατών στις Υσιές. Στο μεταίχμιο του 6ου προς τον 5ο αι. π.Χ. η ιστορία των εξωτερικών σχέσεων του Άργους ταυτίζεται με τις πολεμικές συγκρούσεις του με τη Σπάρτη. Η χρονολογία της καθοριστικής – για την έκβαση της μακροχρόνιας διαμάχης τους – σύγκρουσης στη Σήπεια τοποθετείται στο 494 π.Χ. Οι Αργείοι έχασαν την Τίρυνθα και τις Μυκήνες, οι οποίες ανέκτησαν την αυτονομία τους, προσχώρησαν στην Πελοποννησιακή Συμμαχία και ακολούθησαν πολιτική διαφορετική από του Άργους.

Κατά τους Περσικούς πολέμους οι Αργείοι τήρησαν ουδετερότητα, ενώ η Τίρυνθα και οι Μυκήνες έστειλαν μικρή δύναμη στις μάχες των Θερμοπυλών και των Πλαταιών. Γύρω στο 472 π.Χ. εγκαθιδρύθηκε στο Άργος δημοκρατικό πολίτευμα με σαφή την επίδραση των αθηναϊκών θεσμών (σημαντικό ρόλο πρέπει να διαδραμάτισε και ο εξόριστος στο Άργος Θεμιστοκλής), κυρίως μετά τη συμμαχία Άργους – Αθήνας (462 π.Χ.). Από τη συμμετοχή τους στους Περσικούς πολέμους, οι Μυκήνες απέκτησαν μεγάλη δόξα, ώστε οι Αργείοι να θελήσουν να τις εξαφανίσουν (468 π.Χ.). Οι Μυκηναίοι αντιστάθηκαν σθεναρά στην επίθεση των Αργείων· υποχρεώθηκαν όμως να παραδώσουν την πόλη τους στους Αργείους, οι οποίοι κυριολεκτικά την ισοπέδωσαν (460 π.Χ.). Αλλά και οι κάτοικοι της Τίρυνθος νικήθηκαν, εκδιώχτηκαν από τους Αργείους και εγκαταστάθηκαν στους Αλιείς.

Όταν ξέσπασε ο Πελοποννησιακός πόλεμος το 431 π.Χ., η Αθήνα ανανέωσε το ενδιαφέρον της για την Ακτή και το 430 π.Χ. λεηλάτησε τους Αλιείς, την Τροιζήνα, την Ερμιόνη και την Επίδαυρο. Στα πρώτα δέκα έτη του πολέμου αυτού, το Άργος παρέμεινε ουδέτερο· προσχώρησε δε για πρώτη φορά στην Πελοποννησιακή Συμμαχία το 418 π.Χ. Σε αυτό το διάστημα οι ολιγαρχικοί κατέλυσαν τη δημοκρατία στο Άργος, αλλά ένα χρόνο αργότερα ανατράπηκε το ολιγαρχικό καθεστώς που είχαν επιβάλει. Με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου και παρά την ήττα της Αθήνας, το Άργος δεν συμμάχησε με τη Σπάρτη.

Το 338 π.Χ. ο Φίλιππος Β΄ ενεπλάκη στα πράγματα της Ν. Ελλάδος και νίκησε στη Χαιρώνεια τους ενωμένους Θηβαίους, Αθηναίους, Κορινθίους και Φωκείς· οι Αργείοι δεν συμμετείχαν, διότι είχαν υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τους Μακεδόνες και γενικά έτρεφαν φιλικά αισθήματα γι’ αυτούς· αργότερα συμμετείχαν στην εκστρατεία του Αλεξάνδρου Γ΄ κατά των Περσών. Μετά τον θάνατο του Αλεξάνδρου Γ΄ το Άργος, η Σικυών, η Κόρινθος και οι πόλεις της Ακτής, παρακινημένες από τον Δημοσθένη, ανέλαβαν πόλεμο κατά των Μακεδόνων (Λαμιακός πόλεμος), αλλά νικήθηκαν από τον Αντίπατρο και, αφού υποτάχτηκαν, δέχτηκαν μακεδονική φρουρά. Στο Άργος η εξουσία μέχρι το 316 π.Χ. περιήλθε στους ολιγαρχικούς, ενώ πολλοί δημοκρατικοί εξορίστηκαν.

Το 305 π.Χ. ο Κάσσανδρος έγινε κύριος του Άργους και εμπιστεύθηκε τη «φύλαξή» του στον αδελφό του Πλείσταρχο. Δύο χρόνια αργότερα (303 π.Χ.) ο Δημήτριος Πολιορκητής εκδίωξε από εκεί τη φρουρά του Κασσάνδρου, μετά από σκληρή αντίσταση των πολιορκημένων. Το Άργος όμως είχε χάσει την παλαιά του δύναμη και είχε περιέλθει σε δεύτερης τάξης πόλη της Πελοποννήσου, ενώ αντίθετα η θρησκευτική ζωή στην Αργολίδα απέκτησε μεγαλύτερη σημασία. Οι Μακεδόνες ηγεμόνες παρέμειναν για αρκετό διάστημα στην πόλη και διηύθυναν τους αγώνες των Νεμείων και των Ηραίων, των οποίων η φήμη είχε εξέλθει των ορίων της ηπειρωτικής Ελλάδος.

Το α΄ τέταρτο του 3ου αι. π.Χ. στην Πελοπόννησο σχηματίστηκε η Αχαϊκή Συμπολιτεία υπό τον Άρατο. Η ειρήνευση, στην οποία εναπέθεσαν τις ελπίδες τους οι πόλεις της Πελοποννήσου μετά τη νίκη των Μακεδόνων στη Σελλασία (222 π.Χ.), δεν διατηρήθηκε για μεγάλο διάστημα.

Πέντε χρόνια αργότερα, η άφιξη του Φιλίππου Ε΄ στο Άργος έγινε δεκτή με ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Οι Μακεδόνες με τη συνεργασία των Αχαιών και με διαπραγματεύσεις με τη φρουρά της ακρόπολης του Άργους Λάρισας έθεσαν υπό την κατοχή τους το Άργος, γεγονός που αποτέλεσε μεγάλο πλήγμα για τη Συμπολιτεία. Νέα τροπή πήραν τα πράγματα, όταν ο τύραννος της Σπάρτης Νάβις έγινε κύριος του Άργους, έστω και για σύντομο χρονικό διάστημα, διότι οι ρωμαϊκές λεγεώνες με αρχηγό τον ύπατο Τ. Φλαμινίνο μαζί με τη Συμπολιτεία κατάφεραν να το ελευθερώσουν (195 π.Χ.). Το καίριο χτύπημα για την Πελοπόννησο αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα δόθηκε, όταν ο Λ. Μόμμιος νίκησε τους Αχαιούς στην Κόρινθο, τη μετέβαλε σε ερείπια, κατέσφαξε και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Το Άργος, στη συνέχεια, αποτέλεσε τμήμα της επαρχίας της Αχαΐας (146 π.Χ.), ενώ το 115/114 π.Χ. η Επίδαυρος και η Τροιζήνα έγιναν σύμμαχοι της Ρώμης.

Από το 44 π.Χ. και μετά η Κόρινθος έγινε έδρα του Ρωμαίου ανθυπάτου της επαρχίας της Αχαΐας. Αν και οι Ρωμαίοι κυρίευσαν αρκετές πόλεις και κατέλυσαν τα δημοκρατικά πολιτεύματα, ασκούσαν στους Έλληνες την επιρροή τους αρχικά και την κυριαρχία τους αργότερα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο ελληνικός τρόπος ζωής και ο ελληνικός πολιτισμός να παραμείνουν σε μεγάλο βαθμό ανεπηρέαστοι. Αρκετές φορές, όταν ανέκυπταν διενέξεις μεταξύ των ελληνικών πόλεων, αυτές αίρονταν με τη χρήση διαιτητών, ξένων προς τις ερίζουσες πόλεις, όπως διαπιστώνεται από ψηφίσματα πολιτικών παραγόντων πόλεων, που ευχαριστούν τους κατοίκους άλλης πόλης για την αποστολή διαιτητών.

Η Ελλάδα βέβαια από τον 1ο αι. π.Χ. άρχισε να αντιμετωπίζει δυσκολίες σε αρκετούς τομείς. Σημαντικό ρόλο φαίνεται ότι έπαιξαν οι πόλεμοι του 1ου αι. π.Χ., οι οποίοι μαίνονταν σε όλη την Ελλάδα, καθώς και η πειρατεία. Το 267 μ.Χ. το Άργος καταλήφθηκε από τους Γότθους, επί Ιουλιανού του Αποστάτη ήταν υποτελές στην Κόρινθο, και το 395 μ.Χ. κατακτήθηκε από τον Αλάριχο… (Από την εισαγωγή του τόμου)

 

Γεωργία Κατσαγάνη Βιογραφικο

 

Η Γεωργία Κατσαγανη γεννήθηκε στην Ανω Βασιλική Αιτωλ/νιας και εί­ναι κλασική φιλόλογος. Οι τίτλοι σπουδών της περιλαμβάνουν τα πτυχία Κλασικής Φιλολογίας, Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών, μεταπτυ­χιακό και διδακτορικό δίπλωμα του Πανεπιστημίου Αθηνών στην Αρχαία Ελληνική Φιλολογία.

Σήμερα κατέχει τη θέση Σχολικής Συμβούλου. Έχει συμμετασχει με ανα­κοινώσεις της σε διεθνή συνέδρια και έχει δημοσιεύσει άρθρα σε επιστημο­νικά περιοδικά. Το επιστημονικό ενδιαφέρον της εστιάζεται στον τομέα της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας και, κυρίως, της Επιγραφικής.

 

 Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου 

Η «Βιβλιοθήκη Σοφίας Σαριπόλου» εκδίδεται αδιαλείπτως εδώ και πενήντα σχεδόν χρόνια, από το 1968. Μεταξύ των εκδόσεών της, στο διάστημα των πέντε αυτών δεκαετιών, περιλαμβάνονται κορυφαίες μελέτες που έχουν αναγνωριστεί ως βασικά έργα αναφοράς στα επιστημονικά τους πεδία.

 

Η «Βιβλιοθήκη Σοφίας Ν. Σαριπόλου» εκδίδεται από τη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, χάρη στη χορηγία του ομώνυμου κληροδοτήματος. Η Σοφία Ν. Σαριπόλου (1916–1963), κόρη και εγγονή διαπρεπών καθηγητών της Νομικής μας Σχολής, δώρισε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ακίνητη περιουσία μεγάλης αξίας, της οποίας τα έσοδα προορίζονται για δύο σκοπούς: τη χορήγηση υποτροφιών σε πτυχιούχους της Φιλοσοφικής Σχολής για μεταπτυχιακές σπουδές και την έκδοση επιστημονικών μελετών γραμμένων από αποφοίτους της ίδιας σχολής. Η άνθιση της παιδείας και της πνευματικής ζωής στον τόπο μας ήταν ανέκαθεν συνδεδεμένη με τη γενναιοδωρία τέτοιων μεγάλων ευεργετών, που θεωρούσαν τιμή και χρέος τους να δαπανούν την προσωπική τους περιουσία για το καλό της χώρας.

Από το 1968, οπότε δημοσιεύτηκε ο πρώτος τόμος της Βιβλιοθήκης, έως σήμερα, έχουν εκδοθεί πάνω από εκατόν είκοσι βιβλία, κυρίως διατριβές επί διδακτορία και επί υφηγεσία, αλλά και ανεξάρτητες μονογραφίες, καθώς και συλλογικοί τόμοι. Τα δημοσιεύματα αυτά καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα των επιστημονικών κλάδων που θεραπεύει η Φιλοσοφική Σχολή (αρχαία, μεσαιωνική και νέα ελληνική φιλολογία, ιστορία και αρχαιολογία όλων των περιόδων, λατινική φιλολογία, γλωσσολογία, φιλοσοφία, παιδαγωγική, ψυχολογία, θεατρολογία, λαογραφία, ιστορία της τέχνης, καθώς και νεότερες ξένες φιλολογίες). Τα περισσότερα είναι γραμμένα στα ελληνικά και έχουν συνεισφέρει σημαντικά στην καλλιέργεια του νεοελληνικού επιστημονικού λόγου. Δεν αποκλείονται, ωστόσο, άλλες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά). Μεταξύ των εκδόσεων της Βιβλιοθήκης περιλαμβάνονται κορυφαίες μελέτες, συνταγμένες από εξέχοντες ερευνητές, οι οποίες έχουν αναγνωριστεί διεθνώς ως έργα αναφοράς στα αντίστοιχα επιστημονικά πεδία. Εν γένει, παραπομπές και βιβλιοκρισίες για τα δημοσιεύματα της σειράς εμφανίζονται τακτικά σε ελληνικά και διεθνή έντυπα αναγνωρισμένου κύρους.

Η εκδοτική δραστηριότητα της Βιβλιοθήκης συνεχίζεται απτόητη, παρά τις δυσχερείς οικονομικές περιστάσεις του παρόντος. Η επιλογή των δημοσιευμάτων γίνεται με βάση τις εισηγήσεις ειδικών επιστημόνων-κριτών, οι οποίοι αποτιμούν τις μονογραφίες που υποβάλλονται προς έκδοση (“peer review”), σύμφωνα με το καθιερωμένο πλέον πρότυπο των αναγνωρισμένων διεθνών επιστημονικών σειρών. Οι ελληνόγλωσσες μελέτες συνοδεύονται από εκτενή περίληψη σε κάποια από τις κύριες ευρωπαϊκές γλώσσες. Στόχος είναι να διατηρηθούν και να ενισχυθούν οι βασικές αρετές που καθόρισαν τη φυσιογνωμία της σειράς ήδη από το ξεκίνημά της, πριν από πέντε σχεδόν δεκαετίες: η υψηλή ερευνητική ποιότητα και πρωτοτυπία των εργασιών, η συστηματική καλλιέργεια του νεοελληνικού επιστημονικού λόγου και η διεθνής προβολή των δημοσιευόμενων πορισμάτων. ( Ιωάννης Μ. Κωνσταντάκος)

Γεωργία Κ. Κατσαγάνη

Ταφή, ανάθεση, τιμή: έμμετρες επιγραφές της Αργολίδος από την Αρχαϊκή Εποχή έως την Ύστερη Αρχαιότητα.

Έκδοση: Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, 2015. Σελίδες: 384.

ΙSBN: 9605260336

Read Full Post »

1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Πρακτικά διημερίδας 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Εκδόθηκε ο τόμος των Πρακτικών της διημερίδας με θέμα: «1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις», που πραγματοποιήθηκε στο Άργος στην αίθουσα Τέχνης και Πολιτισμού «Μέγας Αλέξανδρος» στις 7 και 8 Νοεμβρίου 2015, από τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Αργολίδας και τον Δήμο Άργους Μυκηνών.

[…] Οι εισηγήσεις καταξιωμένων Πανεπιστημιακών Δασκάλων και των Ειδι­κών Επιστημόνων, που περιέχει η έκδοση, καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων που γεννά η ιστορική, κοινωνιολογική και πολιτική μελέτη του Εθνικού Διχασμού, με πρώτο αυτό καθεαυτό τον εμφύλιο χαρακτήρα του και την πολυπλοκότητα της αλ­ληλουχίας των αντίστοιχων γεγονότων.

Μέσα σε αυτά εντάσσουν και τη δράση ορι­σμένων άλλων παραγόντων και πολιτικών προσώπων, η σημασία της δράσης των οποίων έχει υποτιμηθεί. Ασχολούνται, με τον πυρήνα του εθνικού διχασμού ως εσωτερικού προβλήματος που δεν είναι άλλος από την πολιτειακή εκτροπή και τις αντισυνταγματικές πρακτικές. Εξετάζουν τα γεγονότα σε σχέση με τα νέα δεδομένα στο διεθνές πλαίσιο και τις προσπάθειες αναπροσανατολισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Δεν παραλείπεται επίσης η διερεύνηση ορισμένων τοπικών περιπτώσεων, αρκετά ενδεικτικών της επέκτασης του εθνικού διχασμού στην περιφέρεια. Σε αυτές οπωσδήποτε συγκαταλέγεται και η περιοχή της Αργολίδας. Διερευνάται, επιπλέον, η απήχηση των γεγονότων στην Εκκλησία, στον πνευματικό κόσμο της χώρας, και στην καλλιτεχνική ζωή, ενώ αναλύεται και μία πολύ χαρακτηριστική «εικόνα» της Ευρώ­πης, διαμορφούμενη από την ελληνική κοινή γνώμη μέσω του Τύπου της εποχής. Παρουσιάζονται οι προεκτάσεις και οι βαθύτερες συνέπειες του Εθνι­κού Διχασμού στην πολιτική και την κοινωνία του Μεσοπολέμου, αλλά και μεταγενέ­στερα. Επιχειρείται, τέλος, η αξιολόγηση της αντιμετώπισης τραυματικών εθνικών γεγονότων, όπως αυτά του Εθνικού Διχασμού, από τη σύγχρονη σχολική Ιστορία. (Από την Εισαγωγή στη θεματική της Διημερίδας – Δημήτριος Κ. Γιαννακόπουλος).

 

Περιέχονται οι εισηγήσεις:

  • Χαιρετισμός Προέδρου Κ.Ε.Δ.Α.Μ. Πέτρου Διολίτση.
  • Χαιρετισμός Προέδρου Σ.Φ.Α. Νικόλαου Μπουμπάρη.
  • Εισαγωγή στη θεματική της Διημερίδας – Δημήτριος Κ. Γιαννακόπουλος.
  • Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε «Διχασμός» – Γ. Β. Δερτιλής.
  • Από την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στην κυβέρνηση Εθνικής Αμύνης. Μια περιπτωσιολογική ανάλυση των αιτίων του Εθνικού Διχασμού – Διονύσιος Τσιριγώτης.
  • «Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21η,! Ιουνίου», Αντιβενιζελισμός & γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα του Εθνικού Διχασμού – Στρατής Δορδανάς.
  • Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής – Βασίλης Τσιλιμίγκρας
  • Στοιχεία για δύο εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο Αργος: Το «ανάθεμα» και η εξορία του Δ. Βαρδουνιώτη – Βασίλης Δωροβίνης.
  • Εθνικός Διχασμός 1915-1917. Η «προσχώρηση» των Κυκλάδων. Εντάσεις και διευθετήσεις – Κώστας Δανούσης.
  • Η Ήπειρος κατά τον A ‘ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ιταλική κατοχή, 1917 – Ελευθερία Κ. Μαντά.
  • Οι “ελάσσονες” πολιτικές ηγεσίες στο κράσπεδο της εμφύλιας διαμάχης. Η περίπτωση του Αλέξανδρου θρ. Ζαΐμη – Νίκη Μαρωνίτη.
  • Οι επιπτώσεις του Εθνικού Διχασμού στον Μεσοπόλεμο – Άλκης Ρήγος.
  • Διασπάσεις και μεταλλάξεις του βενιζελικού χώρου τη δεκαετία του ’40. Η περίπτωση της Μακεδονίας – Τάσος Χατζηαναστασίου.
  • Οι συνταγματικές διαστάσεις του A’ Εθνικού Διχασμού – Σπύρος Βλαχόπουλος.
  • Εθνικός Διχασμός και διεθνές περιβάλλον – Ευάνθης Χατζηβασιλείου
  • Όψεις της Ευρώπης στον ελληνικό Διχασμό – Λίνα Λούβη.
  • Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας – Καλποδήμου Καλλιόπη, Κόνδης Γεώργιος.
  • Γυναίκες ηθοποιοί στην πολιτική σκηνή την περίοδο του Εθνικού Διχασμού – Γεωργοπούλου Βαρβάρα.
  • Ο Εθνικός Διχασμός και ο Μεγάλος Πόλεμος. Η σχολική ιστορία και η προσέγγιση των γεγονότων στη σκιά των παθογενειών της ελληνικής ιστορικής εκπαίδευσης – Βασιλική Σακκά.

 

Έκδοση:

Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας – Δήμος Άργους Μυκηνών – Κ.Ε.Δ.Α-Μ, Άργος, 2018.

 

1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό

 

Παρουσίαση των πρακτικών της Διημερίδας για τον Εθνικό Διχασμό – Βασίλης Τσιλιμίγκρας

 

[…] Το βιβλίο που παρουσιάζεται σήμερα αποτελεί τα πρακτικά μιας διημερίδας στο οποίο περιέχονται εισηγήσεις που είναι αποτέλεσμα  ερευνών και ερμηνευτικών σχημάτων για ένα σημαντικό γεγονός της νεότερης ιστορίας μας, όπως αυτό του Εθνικού Διχασμού.

Ο Εθνικός Διχασμός υπήρξε ένας ακήρυκτος εμφύλιος  πόλεμος που δεν άρχισε ξαφνικά το 1915 και δεν έληξε το 1917. Αντίθετα, αποτελεί μια κορύφωση της ενδοαστικής σύγκρουσης του κοινωνικού χώρου που επεκτάθηκε σε όλα τα επίπεδα και επηρεάστηκε ή και καθορίστηκε από το διεθνή παράγοντα σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή για τη χώρα μας αλλά και την παγκόσμια κοινότητα. Δηλαδή μετά τη νικηφόρα έκβαση των Βαλκανικών πολέμων, στη διάρκεια των οποίων η Ελλάδα υλοποίησε μέρος της αλυτρωτικής της πολιτικής και κατέστησε τη χώρα καθοριστικό παίκτη της Βαλκανικής σκακιέρας, και ταυτόχρονα λίγο μετά την έναρξη του  Μεγάλου πολέμου που έμελλε να διαλύσει τις υπάρχουσες αυτοκρατορίες αλλά και να αποτελέσει το γόνιμο υπόστρωμα για τη συνέχιση της δεύτερης φάσης της ενδοευρωπαϊκής και παγκόσμιας σύγκρουσης που θα αρχίσει το 1939 με την έναρξη του Β΄ παγκοσμίου πολέμου. Επομένως είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα η μελέτη της ελληνικής και διεθνούς κατάστασης την κρίσιμη αυτή στιγμή, ώστε να συντελέσει στην καλύτερη κατανόηση αλλά και την απόδειξη ότι ο Εθνικός Διχασμός προσδιόρισε τις μετέπειτα εξελίξεις και ανέδειξε τις μεγάλες εσωτερικές δυσκολίες στην αναχαίτιση του πολιτικού πάθους της ελληνικής κοινωνίας που συμβολιζόταν στα πρόσωπα δύο ισχυρών προσωπικοτήτων, του πρωθυπουργού Βενιζέλου και του Βασιλιά Κωνσταντίνου οι οποίοι έκφραζαν αντίστοιχα  την προσπάθεια εκσυγχρονισμού των αστικών στρωμάτων  και το συντηρητισμό του υπόλοιπου κοινωνικού σώματος.

Ελευθέριος Βενιζέλος (Ποικίλη Στοά)

Η συμμέτοχή στη διημερίδα διακεκριμένων επιστημόνων εξασφάλισε και την ποιότητα των εισηγήσεων αλλά και του διαλόγου που προέκυψε καθώς και της ενδεχόμενης συζήτησης που θα προκύψει μετά την έκδοση των πρακτικών. Η προσπάθεια επιστημονικής προσέγγισης ενός τόσο φορτισμένου κοινωνικά και πολιτικά γεγονότος συνεπικουρούμενη από την επιστημονική νηφαλιότητα των εισηγητών, μακριά από φανατισμούς και ιδεοληψίες και με την καθαρότητα της ματιάς που εξασφαλίζει η απόσταση ενός αιώνα, κατοχυρώνει την μεγάλη αξία των εισηγήσεων και βοηθά στην κατανόηση μιας περιόδου ιδιαίτερα πολύπλοκης και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό.

Η νεότερη Ελλάδα έχοντας από τη συγκρότησή της την εκούσια ή ακούσια άγρυπνη παρακολούθηση και τον έλεγχο των Μεγάλων Δυνάμεων που συντέλεσαν στην ανεξαρτησία της, βρέθηκε να πιέζεται από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να προσχωρήσει είτε στην Αντάντ είτε στις Κεντρικές Δυνάμεις. Αυτή ακριβώς η πίεση συνδυαζόμενη και με τα πολιτικο – κοινωνικά πάθη και τον ανταγωνισμό σε επίπεδο πολιτικής κυριαρχίας μεταξύ των δύο βασικών πόλων εξουσίας και με το λαό να λειτουργεί ως φερέφωνο των αντίστοιχων πολιτικών φανατικών αντιπαραθέσεων, έφτασε στο σημείο να εκφραστεί και με τη διάσπαση της χώρας σε δύο κράτη. Ταυτόχρονα αποτυπωνόταν και στην αμφιταλάντευση για την τελική επιλογή συμμάχων. Αυτή η ασταθής, αβέβαιη και αντιφατική πολιτική στάση επέτρεπε και στις ξένες δυνάμεις να παρεμβαίνουν αποφασιστικά και να καταλύουν την εθνική ανεξαρτησία εξυπηρετώντας ευρύτερους στόχους των αντίπαλων ευρωπαϊκών στρατοπέδων.

Στην καθημερινότητα ο φανατισμός, που έφτανε στη χρήση κάθε πρόσφορου μέσου για την εξόντωση του αντιπάλου και από τις δύο πλευρές, καθιστούσε τους πολίτες αθύρματα της πολιτικής αντιπαράθεσης δημιουργώντας ρήγματα στην εθνική συνοχή τα οποία θα φτάσουν και μέχρι τη μεταπολίτευση. Με τις λίγες αυτές παρατηρήσεις θα προχωρήσω στην πολύ συνοπτική παρουσίαση των εισηγήσεων με δεδομένο το εύρος της θεματολογίας, την ποιότητα και τον περιορισμένο χρόνο και θα ήθελα να ζητήσω την κατανόηση των εισηγητών για πιθανές παραλείψεις.

 Ο κ. Δημήτρης Γιαννακόπουλος, Διδάκτωρ και Σχολικός Σύμβουλος, στην εισαγωγική του ομιλία έθεσε το πλαίσιο της θεματικής της διημερίδας και επεσήμανε βασικά χαρακτηριστικά αυτής της μεγάλης εθνικής κρίσης. Τόνισε ότι δε θα ήταν υπερβολικό να λεχθεί ότι η κρίση του Εθνικού Διχασμού σηματοδότησε τη γένεση του πολιτικού συστήματος στη μετεμφυλιακή Ελλάδα μέχρι να σταθεροποιηθεί σε πιο σύγχρονες μορφές κομματικής κουλτούρας και πρακτικής και αναφέρθηκε στη συμβολή του ΣΦΑ, του Δήμου, των εισηγητών και του κυρίου Ευάνθη Χατζηβασιλείου στη διοργάνωση της διημερίδας.

Ο Γ. Δερτιλής, Directeur d’ Etudes, Καθηγητής ομότιμο μέλος του Centre des Recherces Historiques, με τη εισήγησή του «Ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος και ένας εμφύλιος που ονομάστηκε διχασμός» επιδιώκει να αναδείξει ότι στον Διχασμό οδήγησαν κυρίως εξωγενή αιτιακά πλέγματα, τα πολιτικά και οικονομικά διακυβεύματα του Α΄παγκοσμίου πολέμου και οι αντίστοιχες μεταβολές του γεωπολιτικού περιβάλλοντος της Ελλάδας πριν και μετά τον πόλεμο. Ο λεγόμενος Διχασμός ήταν στην ουσία ένας εμφύλιος με εννεάχρονη διάρκεια, μαζικούς διωγμούς, πολιτικές δολοφονίες και εκτελέσεις με χιλιάδες τραυματίες και νεκρούς και μετά το 1922 οδήγησε σε τέσσερις δικτατορίες και δεκατέσσερα στρατιωτικά κινήματα.

Ο κ. Διονύσιος Τσιριγώτης, επίκουρος καθηγητής στο πανεπιστήμιο Πειραιώς, με τη εισήγησή του «Από την παράδοση του οχυρού Ρούπελ στην κυβέρνηση της Εθνικής Άμυνας. Μια περιπτωσιολογική ανάλυση των αιτίων του εθνικού διχασμού», επισημαίνει την πολυπλοκότητα του εθνικού διχασμού και επιχειρεί την εξέταση – ερμηνεία των αξονικών αιτίων του μέσα από μια σε βάθος περιπτωσιολογική ανάλυση τα περιόδου 1914-1917 τόσο στο ενδοκρατικό κοινωνικο – πολιτικό και στρατηγικό επίπεδο όσο και στο διακρατικό επίπεδο του διεθνούς συστήματος  συνεξετάζοντας τρία αλληλσυνυφαινόμενα επίπεδα ανάλυσης, το ατομικό,ενδοκρατικό και διακρατικό. Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο διχασμός αντικατροπτίζεται σε δύο αλληλοδιαπλεκόμενες διστάσεις, την εσωτερική και την εξωτερική, και εκφράζει την εγγενή διάσταση μεταξύ του αστικοφιλελεύθερου εξωελλαδικού ελληνισμού με την ελλαδική προεστική τάξη.

Ο κ. Στρατής Δορδανάς, επίκουρος καθηγητής στο πανεπιστήμιο Μακεδονίας, με την εισήγησή του «Αυτός ο προδότης δεν έπρεπε να επιζήσει από την απόπειρα της 21ης Ιουνίου», Αντιβενιζελισμός και γερμανική προπαγάνδα στην Ελλάδα του Εθνικού Διχασμού» ασχολείται με τους γερμανόφιλους παράγοντες στην Ελλάδα (πολιτικούς, στρατιωτικούς, ιδιώτες) και το ρόλο της γερμανικής πρεσβείας στην προπαγάνδα με σκοπό το όφελος της  Γερμανίας. Καταλήγει στην άποψη ότι το νέο φιλόδοξο εγχείρημα του χιλιόχρονου Ραϊχ αποδείχθηκε θνησιγενές και ασύλληπτα εγκληματογενοκτονικό και η γερμανόφιλη κληρονομιά των δύο παγκοσμίων πολέμων περιορίστηκε αναγκαστικά σε προσωπικά βιώματα των δρώντων υποκειμένων, μακριά από τα καταφανώς εχθρικά πλέον φώτα του δημόσιου χώρου.

Ο Βασίλης Τσιλιμίγκρας με τη εισήγησή του «Η περιπέτεια του Εθνικού Διχασμού και η στάση του πνευματικού κόσμου της εποχής» επιχειρεί να παρουσιάσει και να ερμηνεύσει το ρόλο των διανοουμένων στην περίοδο του Διχασμού. Καταλήγει στο συμπέρασμα πως οι Έλληνες προοδευτικοί διανοούμενοι αποδέχονται και επεξεργάζονται τα νέα μηνύματα της κοινωνίας, στην πλειοψηφία τους ελπίζουν στον αστικό εκσυγχρονισμό του Βενιζέλου και εργάζονται γι’αυτό ως αναγκαία προϋπόθεση  για το άλμα προς το σοσιαλισμό. Υπάρχουν επίσης και αυτοί που βυθισμένοι στο βυζαντινό συντηρητισμό και εχθροί της νεοτερικότητας θα αμυνθούν φανατικά στην εξέλιξη.

Ο κ. Β. Δωροβίνης, δικηγόρος, πολιτικός επιστήμονας και ιστορικός, με την εισήγησή του « Στοιχεία για δύο εκδηλώσεις του Εθνικού Διχασμού στο  Άργος: το ανάθεμα και η εξορία του Βαρδουνιώτη» αναφέρεται στο ανάθεμα του Βενιζέλου στο Άργος με τη συμμετοχή και των μαθητών του Γυμνασίου Άργους και στην εξορία του Δ. Βαρδουνιώτη, δικηγόρου και ιστορικού του νεότερου Άργους από τους Βενιζελικούς. Επίσης αναφέρεται και σε άλλα γεγονότα παλαιότερα και πιο σύγχρονα (1977- στρατώνες του Άργους) που,  κατά την άποψή του,  αποτελούν εκδηλώσεις φατριαστικού πνεύματος που επιδεικνύουν συντεθειμένες  φατρίες. Πρόκειται για δείγματα εμπάθειας, μισαλλοδοξίας και φανατισμού, και πρέπει να ενταχθούν σε σταθερότερο κοινωνικό υπόβαθρο που δεν έχει εκλείψει μέχρι σήμερα ούτε από τη χώρα ούτε από το Άργος. Την εισήγηση συνοδεύει φωτογραφικό υλικό.

Ο κ. Κώστας Δανούσης, ιστορικός ερευνητής, συγγραφέας  μέσα από την εισήγησή του « Εθνικός Διχασμός 1915-1917. Η προσχώρηση των Κυκλάδων. Εντάσεις και διευθετήσεις» προβάλλει την ανθρωπολογική διάσταση των πραγμάτων στην περιοχή του Αρχιπελάγους των Κυκλάδων, περιοχή ανάμεσα στον κόσμο της παλαιάς Ελλάδας και του Ανατολικού τόξου (Κρήτη, νησιά ανατολικού Αιγαίου και Μακεδονία). Καταγράφει και αναλύει τη στάση διαφόρων νησιών στον Εθνικό Διχασμό καθώς και το πρόβλημα της επιστράτευσης και του επισιτισμού. Τέλος επισημαίνει την επίδραση των γεγονότων και της μικρασιατικής καταστροφής  στη μεταστροφή των Κυκλαδιτών και την απαξίωση των βενιζελικών υποφηφίων σε σχέση με τα εκλογικά αποτελέσματα της 31ης Μαΐου του 1915.

Η κ. Ελευθερία Μαντά, λέκτορας της νεότερης ιστορίας στο ΑΠΘ, έχει ως θέμα την Ήπειρο στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο και την Ιταλική κατοχή το1917. Παρουσιάζει αναλυτικά την προσωρινή κατάλυση της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Ηπείρου από τους Ιταλούς, γεγονός όχι και τόσο ευρύτερα γνωστό. Εκθέτει την κατάσταση που επικρατούσε στην Ήπειρο και την περιοχή της Αλβανίας, την τακτική των Ιταλών και των Αλβανών, τη στάση των δυνάμεων της Αντάντ και των ελλήνων πολιτικών απέναντι στην Ιταλική επιθετικότητα και την επέκταση στον ηπειρωτικό χώρο. Η κυριαρχία των Ιταλών, με εξαίρεση το τρίγωνο Πωγωνίου (Νοέμβρης1919), έληξε στο τέλος Σεπτεμβρίου του 1917 και αφού η Ελλάδα είχε εισέλθει στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.

Η κ. Νίκη Μαρωνίτη, Επίκουρη καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με την εισήγησή της «Οι ελάσσονες πολιτικές ηγεσίες στο κράσπεδο της εμφύλιας διαμάχης. Η περίπτωση του Αλέξανδρου Θρ. Ζαΐμη» επιδιώκει να ερμηνεύσει και να εντάξει στον ευρύτερο επιστημονικό προβληματισμό τη χρήση του όρου εθνικός διχασμός αναφέροντας ότι, περιοδολογώντας τον εθνικό διχασμό μεταξύ του 1915-1917, δεν πρόκειται για μια βραχεία ελληνική στιγμή μείζονος σημασίας που εξαντλείται στην επικράτηση ενός από τους δύο αντιπάλους αλλά ότι η έκταση και το βίωμα αυτού του πολυπρισματικού φαινομένου, που κατ’ ευφημισμό αποκαλούμε εθνικό διχασμό, μπορεί να εξετασθεί με ασφάλεια μόνο μέσα στη μέση διάρκεια του 1890-1936.Ασχολείται επίσης με την περίπτωση του Ανδρέα Ζαϊμη, ενός ελάσσονος πολιτικού, μείγμα επαγγελματία και ερασιτέχνη πολιτικού, ο οποίος αποφεύγοντας τις ιστορικές επιταχύνσεις κινείται ομαλά, με αργούς και σταθερούς βηματισμούς. Ακολουθούσε τη μεσότητα η οποία δεν εξαντλούνταν σε μια δεοντολογική ηθική  επιταγή αλλά αποτελούσε ένα πολιτικό, τεχνοκρατικό και μάχιμο μοντέλο προσωρινής κυβερνησιμότητας διαμορφώνοντας γύρω από το πρόσωπό του τη συναίνεση(τρεις κυβερνήσεις μεταξύ 1915-1917).

Ο κ. Άλκης Ρήγος, ομότιμος καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ασχολείται με τις επιπτώσεις του εθνικού διχασμού στον μεσοπόλεμο. Διατυπώνει την άποψη πως συνέπεια του πρώτου εμφυλίου, δηλαδή του Εθνικού διχασμού, και του δεύτερου εμφυλίου, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1940, είναι η αδυναμία ύπαρξης στον κοινωνικό μηχανισμό ταξικών αποκρυσταλλώσεων και δημιουργίας μιας εθνικής αστικής τάξης. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε μια κυρίαρχη φαινομενικά υπερπολιτικοποίηση μεγάλων λόγων, που είναι στην ουσία απολιτικοποίηση, που αντιλαμβάνεται την πολιτική πράξη όχι ως έκφραση κοινωνικοπολιτισμικών  διεργασιών αλλά ως ατομικό άθλημα χαρισματικών ή μη προσώπων. Διερευνά επίσης τις συνέπειες αυτής της κατάστασης και καταλήγει στην άποψη πως  οι κυρίαρχες ομάδες  της αστικής τάξης χάνουν σειρά πολιτικών δικαιωμάτων χωρίς να χάσουν το βασικό δικαίωμα αυτής και όλων των πολιτικών μορφωμάτων που είναι η συνέχιση της ιδιοποίησης της παραγόμενης υπεραξίας.

Ο κ. Τάσος Χατζηαναστασίου, Δρ Ιστορίας, στην εισήγησή του «Διασπάσεις και μεταλλάξεις του βενιζελικού χώρου στη δεκαετία του 40. Η περίπτωση της Μακεδονίας» εξετάζει τη μεταστροφή των Μπαφραλήδων Ποντίων από την υποστήριξη του Βενιζέλου, την 1η Μαρτίου1935, στην υποδοχή φιλοβασιλικών αξιωματικών για την αντιμετώπιση του ΕΛΑΣ, τον Αύγουστο του 1944. Αποδεικνύει ότι αυτή η πολιτική συμπεριφορά των Τουρκόφωνων Ποντίων αφορά όλη τη Μακεδονία, γεγονός που εξηγείται από τα διαμορφωμένα ήδη αντικομμουνιστικά ανακλαστικά, τα οποία, αντί να ξεπεραστούν στο πλαίσιο μιας πανεθνικής απελευθερωτικής προσπάθειας, θα πολλαπλασιαστούν και θα οδηγήσουν σε φονικότατη σύγκρουση.

Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος, καθηγητής στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ασχολείται με τις συνταγματικές διαστάσεις του πρώτου εθνικού διχασμού και ιδιαίτερα με τις αρμοδιότητες του Βασιλιά σε σχέση με τη διάλυση της Βουλής. Συμπεραίνει ότι οι μεγάλες ιστορικές και θεσμικές μεταβολές, συμπεριλαμβανομένων και των συνταγματικών, σχεδόν ποτέ δε συντελούνται στιγμιαία και αυτόματα καθώς και ότι η κατανόηση και ερμηνεία του ισχύοντος συνταγματικού κειμένου είναι αδύνατη χωρίς τη γνώση της συνταγματικής ιστορίας.

Ο κ. Ευάνθης Χατζηβασιλείου, καθηγητής στο ΕΚΠΑ, στην εισήγησή του με τίτλο «Εθνικός Διχασμός και διεθνές περιβάλλον» εξετάζει την επιρροή της διεθνούς συγκυρίας που επέτεινε δραματικά την εσωτερική ελληνική σύγκρουση και συνέβαλε καθοριστικά, ώστε αυτή να λάβει παροξυσμικά χαρακτηριστικά που οδήγησαν στον Εθνικό διχασμό. Η Ελλάδα από πλευράς διεθνών σχέσεων έπρεπε να ανταποκριθεί σε   δυσανάλογες υποχρεώσεις σε σχέση με τις δυνατότητες της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σύγκρουση μεταξύ αμυντικών και επιθετικών στρατηγικών που διαμορφώθηκαν. Η σύγκρουση αυτή πήρε τις διαστάσεις διλήμματος ζωής και θανάτου. Επισημαίνει επίσης το συνταγματικό πρόβλημα του ποιος κυβερνά, ο Λαός ή ο Βασιλιάς καθώς και την αρχή του salus populi suprema lex που επικαλέστηκαν και οι δυο παρατάξεις, που οδήγησε σε συγκρούσεις και μεγάλης έκτασης αντιπαραθέσεις. Έτσι το κεντρικό υπαρξιακό πρόβλημα της επιβίωσης  μεγάλων τμημάτων του Ελληνισμού προκύπτει με τρόπο παροξυσμικά πιεστικό. Η υπέρβαση αυτής της διχαστικής κατάστασης που προέκυψε θα απαιτούσε πολύ χρόνο και τεράστιες προσπάθειες στο μέλλον.

Η κ. Λίνα Λούβη, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο τμήμα πολιτικής επιστήμης και ιστορίας στο Πάντειο πανεπιστήμιο,  ασχολήθηκε στην εισήγησή της με τις όψεις της Ευρώπης στον Ελληνικό διχασμό. Μέσα από διερεύνηση κυρίως του τύπου της εποχής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στις βαθύτατες κοι νωνικές και πολιτικές διαιρέσεις που ήρθαν στην επιφάνεια μέσα από τον Εθνικό διχασμό, η Ευρώπη έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού χρησιμοποιήθηκε, από την πλευρά των συντηρητικών, ως φόβητρο για την απόρριψη της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του σοσιαλισμού, ενώ από την πλευρά της Αντάντ και των Βενιζελικών ως φόβητρο χρησιμοποιήθηκαν και οι βάρβαρες Κεντρικές Δυνάμεις που απειλούσαν τον πολιτισμό, τη δημοκρατία και τις πανανθρώπινες αξίες . Το ερώτημα Ανατολή ή Δύση καθόρισε την πολιτική ιδεολογία έως και τον 20ο αιώνα.

Η κ. Καλποδήμου Καλλιόπη, φιλόλογος, θεατρολόγος εκπαιδευτικός και ο κ. Κόνδης Γεώργιος, δρ Κοινωνιολογίας, στην εισήγησή τους «Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας»  παρουσιάζουν μέσα από τοπικές εφημερίδες κυρίως αλλά και έγγραφα, απομνημονεύματα και φωτογραφίες , την υποδοχή του Εθνικού Διχασμού στην Πελοπόννησο με πυρήνα την Αργολίδα. Προσδιορίζουν τις συνιστώσες της σύγκρουσης και επιχειρούν την ερμηνεία των αιτίων, των κινήτρων και των συνεπειών αυτού του εμφυλίου. Με πληθώρα πληροφοριών παρουσιάζονται όλα τα γεγονότα της περιόδου στις βασικές πόλεις της Πελοποννήσου καθώς και οι συνέπειές τους που ήταν ιδιαίτερα δραματικές. Επιλογικά τονίζουν ότι ο εθνικός διχασμός υπήρξε ιστορικά ευαίσθητη εθνική στιγμή που κυοφόρησε συνθήκες  και ωδίνες μετασχηματισμού και αλλαγής.

Η κ. Γεωργοπούλου Βαρβάρα, επίκουρη καθηγήτρια στο  Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, με την εισήγησή της «Γυναίκες ηθοποιοί στην πολιτική της περιόδου του Εθνικού Διχασμού» εξετάζει τις συνέπειες του Εθνικού διχασμού στην Τέχνη και μάλιστα στο Θέατρο. Μέσα από τη διερεύνηση της θεατρικής  δραστηριότητας της Μαρίκας Κοτοπούλη με τη φιλοβασιλική της τοποθέτηση και της Κυβέλης που υποστήριζε τον Βενιζέλο, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Τέχνη, ξεχνώντας τον ανώτερο σκοπό της και την ανθρωπιστική της αποστολή, συχνά χρησιμεύει ως όργανο σκοτεινών πολιτικών επιδιώξεων που την αμαυρώνουν. Είναι τότε που τα αισθητικά και καλλιτεχνικά κριτήρια παύουν να υπάρχουν ενώ η ιδεολογία αντικαθίσταται από ευτελείς στόχους.

Στην τελευταία εισήγηση, που περιλαμβάνει ο τόμος αυτός, η κ. Βασιλική Σακκά, δρ Ιστορίας και Σχολικός Σύμβουλος, εξετάζει την υποδοχή του Εθνικού Διχασμού στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στα βιβλία Ιστορίας από το τέλος της δεκαετίας του  1930  και εξής. Επιβεβαιώνει ότι το πολιτικό κλίμα κάθε εποχής και ο ιδεολογικός προσανατολισμός των συγγραφικών ομάδων προσδιορίζουν και τις αντίστοιχες προσεγγίσεις του γεγονότος. Μέχρι τη μεταπολίτευση προβάλλεται το μιλιταριστικό γερμανικό πνεύμα και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με την ουδετερότητα που προτείνει, ενώ οι βενιζελικές θέσεις εξισορροπούνται με τα οφέλη που αποκομίζει η χώρα. Στη μεταπολίτευση υπάρχει μεταβολή υπέρ του Βενιζέλου λόγω της ερευνητικής ιστοριογραφικής έκρηξης με απουσία όμως ολιστικών προσεγγίσεων και τολμηρών διερευνητικών προτάσεων διδασκαλίας της Ιστορίας.

Ολοκληρώνοντας τη σύντομη αυτή παρουσίαση των πρακτικών,  αφού σας  ευχαριστήσω θερμά για την παρουσία σας  και την υπομονή σας και αφού ζητήσω εκ νέου την  κατανόηση των εισηγητών για οποιαδήποτε παράλειψη, την ευθύνη για την οποία αναλαμβάνω πλήρως, θα ήθελα να κάνω δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, να επισημάνω, για μια ακόμη φορά, το υψηλότατο επίπεδο των εισηγήσεων και από πλευράς περιεχομένου αλλά και από πλευράς βιβλιογραφικής τεκμηρίωσης. Δεύτερον,  το βιβλίο αυτό μπορεί να αποτελέσει πέρα από ντοκουμέντο για τον εθνικό Διχασμό, αφετηρία και βάση για προβληματισμό και δημοκρατικό διάλογο για την πορεία της νεοελληνικής κοινωνίας καθώς και για τον κίνδυνο που υπάρχει από τον άκριτο διχαστικό λόγο.

Βασίλης Τσιλιμίγκρας

Άργος 3 Μαρτίου 2018

Read Full Post »

Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη, «Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις. Από την πολυφωνικότητα του ποιητικού λόγου στην κειμενικότητα της αφήγησης: Η περίπτωση της κρητικής λογοτεχνίας».  Εκδόσεις Παπαζήση.


 

 

«Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις»

 Μια πρωτοποριακή μονογραφία της Γιούλας Μυλωνάκου-Σαϊτάκη, ένα έργο χιλίων δεκαέξι σελίδων και 2.188 υποσημειώσεων, καρπός πολύμοχθων και πολύχρονων ερευνών.

 

Η λογοτεχνική παραγωγή της Κρήτης κατά την περίοδο της Βενετοκρατίας, στο πλαίσιο της διαμόρφωσης ενός πολυσύνθετου πολιτισμού, έχει να επιδείξει κείμενα (τόσο στην πρώιμη φάση όσο και στην περίοδο της ακμής της), τα οποία επιδρούν καθοριστικά στην εξέλιξη της νεότερης λογοτεχνίας μας.

Στο βιβλίο αυτό, από την πολύστιχη αφηγηματική ποίηση της Κρητικής Λογοτεχνίας επιλέγονται δύο κείμενα του Λεονάρδου Ντελλαπόρτα (πρώτη περίοδος) και ο Ερωτόκριτος με τη Θυσία τον Αβραάμ (περίοδος της Κρητικής Αναγέννησης), των οποίων επιχειρείται η προσέγγιση, σύμφωνα με ένα διπλό, μεθοδολογικά, άξονα: ο ένας στηρίζεται στη Θεωρία της Λογοτεχνίας και συγκεκριμένα στον επιστημονικό κλάδο της θεωρίας της αφήγησης (την Αφηγηματολογία) και ο άλλος προέρχεται από την τεχνοτροπική-ποιητική θεώρηση του δημοτικού τραγουδιού.

 

Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις

 

Ειδικότερα, από τη μια πλευρά, μελετώνται οι αφηγηματικές τεχνικές (δηλαδή οι τρόποι, τους οποίους χρησιμοποιεί η πράξη της αφήγησης για τη ρηματική αναπαράσταση μιας ιστορίας)· οπότε, φωτίζονται πτυχές των κειμένων, οι οποίες βοηθούν τον αναγνώστη, γνωρίζοντας –έτσι – την εσωτερική ιδιοτυπία του συστήματος «εκφοράς» τους, να κατανοήσει τον εμπεριεχόμενο σε αυτά αυτόνομο λογοτεχνικό λόγο.

Από την άλλη πλευρά, εξετάζεται το ποιητικό σύστημα των κρητικών κειμένων (ως προϊόντων προσωπικής δημιουργίας) σε σχέση με τα στιχουργικά και τεχνοτροπικά φαινόμενα της δημοτικής ποίησης, με βάση τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο και το ομοιοκατάληκτο δίστιχο, μέσω των οποίων αναφαίνεται ο «λαϊ­κότροπος» χαρακτήρας τους.

Ο συγκεκριμένος διττός τρόπος εξέτασης των προαναφερθέντων έργων αποτελεί μία, ακόμη, δυνατότητα ανάδειξης της ιδιαίτερης πολύπλοκης κατασκευής τους ως λογοτεχνικών κειμένων, καθώς και της μεταξύ τους πολυφωνικής «συνομιλίας». Στο πλαίσιο αυτό, το βιβλίο φιλοδοξεί να πραγματώσει για τους αναγνώστες του – και μάλιστα για όσους σπουδάζουν Λογοτεχνία – την προσπάθεια, ώστε να ανοιχθούν όσο πιο πολλά γίνεται από το ένα εκατομμύριο παράθυρα που έχει, σύμφωνα με τον Henry James, το σπίτι της μυθιστορίας.

 

Η συγγραφέας Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη στο βήμα της αίθουσας του Σαϊνοπουλείου Ιδρύματος, στην παρουσίαση του βιβλίου «Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις», που διοργανώθηκε από την Ένωση Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας, την Παρασκευή 9 Μαΐου 2014.

 

Ο Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, καθηγητής της γλωσσολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών γράφει στον πρόλογο του βιβλίου:

 

Τα κείμενα τα οποία προσεγγίζονται σε αυτό εδώ το βιβλίο ανήκουν στην Κρητική Λογοτεχνία και ειδικότερα, τόσο στην πρώιμη περίοδο όσο και στην περίοδο της ακμής της, τη γνωστή ως Κρητική Αναγέννηση.

Στην πρώτη περίπτωση αντιστοιχούν δύο από τα ποιήματα του Λεονάρ­δου Ντελλαπόρτα, το αυτοβιογραφικό, ηθικο-διδακτικό ανεπίγραφο πολύστιχο αφηγηματικό έργο ο Διάλογος Ξένον και Αληθείας, μοναδικό και ανεπανάληπτο στιχούργημα της υστεροβυζαντινής γραμματείας και οι Στίχοι θρηνητικοί τραγωδηθέντες εν τη ειρκτή Λεονάρδου Τελλαπόρτα αδόμενοι εις τον Επιτάφιον Θρήνον. Στη δεύτερη περίπτωση, ανήκουν τα δύο διαφορετικά από γραμματολογική άποψη δημιουργήματα: το αριστούργημα της κρητικής λογοτεχνίας και μοναδικό κείμενο που αντιπροσωπεύει το είδος της μυθιστορίας, ο Ερωτόκριτος, ποίημα της ωριμότητας του Κορνάρου, και η Θυσία του Αβραάμ, ποίημα της νεότητάς του. Του πρώτου η αφηγηματικότητα δεν αμφισβητείται και του άλλου επιβεβαιώνεται, τονίζει η συγγραφέας, επαναλαμβάνοντας την άποψη ότι η Θυσία του Αβραάμ, αναγνωρίζεται ως αφηγηματικό ποίημα «με δραματικό χαρακτήρα» και «προορισμένο να διαβάζεται».

Αναγνωρίσιμο κριτήριο στα υπό εξέταση κείμενα, που προσδιορίζει και τους μεθοδολογικούς άξονες της συγκεκριμένης εργασίας, αποτελεί ο πολύστιχος αφηγηματικός τους χαρακτήρας και η στιχουργική και μετρική τους συγγένεια με τον δεκαπεντασύλλαβο στίχο του δημοτικού τραγουδιού.

Στο πλαίσιο αυτό, μελετώνται τα κείμενα από την οπτική της Θεωρίας της Λογοτεχνίας, ουσιαστικά, της αφηγηματολογίας, και ακολούθως αναζητώνται οι στιχουργικές τους σχέσεις και αποκλίσεις, με άξονα τις αρχές που ορίζει το ποιητικό σύστημα του δημοτικού τραγουδιού. Επομένως, μέσα από την παράλληλη αυτή συγκριτική προσέγγιση, που υπακούει σε ένα κοινό μεθοδολογικό άξονα, προβάλλεται ο διττός στόχος της συγγραφέα προκειμένου να αναδειχθεί η διαλεκτική σχέση των κειμένων και να προβληθεί ο πολυφωνικός χαρακτήρας της λογοτεχνίας.

Σε κάθε μία από τις θεματικές, μέσω των αντίστοιχων κειμενικών στοιχείων, προβάλλονται τα χαρακτηριστικά του αφηγηματικού τους συστήματος με τη βοήθεια των ανάλογων τεχνικών. Έτσι, με αφετηρία τη βασική αρχή της γαλλικής αφηγηματολογίας για «το ανέφικτο της αφήγησης χωρίς αφηγητή», στα κείμενα του Ντελλαπόρτα και του Κορνάρου μελετώνται κυρίως ο αφηγητής, η τυπολογία του και οι λειτουργίες που αυτός αναλαμβάνει.

Μια από τις βασικές αρετές της παρούσας μονογραφίας είναι ότι τα έργα που έχουν επιλεγεί εξετάζονται με ενιαίο τρόπο στις ακόλουθες προσεκτικά δομημένες ενότητες, οι οποίες διευκολύνουν τις απαραίτητες συγκριτικές αναλύσεις: Αφήγηση – Αφηγητής, Λειτουργίες του αφηγητή, μελέτη του Χρόνου, Λόγος-Τρόπος, Εστίαση, Περιγραφή, Μια ακόμη αφηγηματική τεχνική, Εφαρμογές της ποιητικής του δημοτικού τραγουδιού.

Αναφορικά με τον Ντελαπόρτα, αξιοπρόσεκτες είναι οι λειτουργίες που αναλαμβάνει ο αφηγητής: οργανωτική, σκηνοθετική, ρυθμιστική, επικοινωνιακή, επιβεβαιωτική, ερμηνευτική και ιδεολογική. Στην ενότητα – που απαντά μόνο εδώ – «Μια πρόσθετη αφηγηματική τεχνική», διατυπώνεται μια αναγνωστική πρόταση ανατρεπτικού πράγματι χαρακτήρα, «καθώς προβάλλεται η διακειμενική συνομιλία δύο έργων, των οποίων οι δημιουργοί ήταν αδύνατο να “συναντηθούν” ποτέ, προερχόμενοι από διαφορετικό λογοτεχνικό, αλλά και πολιτισμικό περιβάλλον». Η παράλληλη ανάγνωση του Διαλόγου του Ντελλαπόρτα και του πολύστιχου αφηγηματικού ποιήματος Ψάχω να δω μεσ’ στ’ άθωρο της λαϊκής ποιήτριας Ειρήνης Μάρκου φέρνει στην επιφάνεια εντυπωσιακά ερευνητικά αποτελέσματα.

Σχετικά με τον Ερωτόκριτο διαπιστώνεται εύστοχα ότι η παραμυθιακή δομή επιτρέπει την ανάπτυξη του τεχνάσματος της αφηγηματικής πλαισίωσης με απόλυτη φυσικότητα. Στο κεφάλαιο «Λόγος-Τρόπος» αναδεικνύονται τα είδη της ζενετικής τυπολογίας για τη συγκεκριμένη τεχνική και ερμηνεύονται οι εναλλακτικές δυνατότητες με τις οποίες ο αφηγητής διαχειρίζεται και παρουσιάζει τον λόγο των προσώπων της κάθε ιστορίας. Ο λαϊκότροπος χαρακτήρας της ποίησης του Κορνάρου εξετάζεται από νέα οπτική γωνία με έμφαση στον τρόπο που αξιοποιεί ο ιδιοφυής ποιητής τις δυνατότητες που παρέχει η γλώσσα.

Σε ό,τι αφορά τη Θυσία του Αβραάμ, αναδεικνύεται μέσα από ενδελεχείς αναλύσεις ο αφηγηματικός χαρακτήρας και η αφηγηματική ροή του έργου, ενώ καίρια είναι η διαπίστωση ότι «η “αφήγηση των λέξεων” δεσπόζει στο κείμενο και μέσω του ευθέος λόγου αποτυπώνει συγχρόνως τα γλωσσικά στοιχεία της Κρήτης». Στη θεματική της περιγραφής εντάσσονται ποιητικά μοτίβα τα οποία αναγνωρίζονται ως διακείμενο ανάμεσα στον κορναρικό λόγο και τη δημοτική ποίηση.

Η συστηματική συνεξέταση των κείμενων του Ντελλαπόρτα και του Κορνάρου έδειξε με πειστικότητα τη διαρκή διαλεκτική τους σχέση, ενώ οι διακειμενικές αναφορές, ως αποτέλεσμα επιτυχούς ενδοκειμενικής ερμηνείας, επιβεβαιώνουν, από άλλη οπτική γωνία, τους συνεκτικούς κρίκους που ενώνουν τα κορυφαία αυτά έργα της κρητικής λογοτεχνίας.

Η κ. Μυλωνάκου, στηριζόμενη σε πλούσιο θεωρητικό υπόβαθρο, όπως αποδεικνύουν και τα επίσης εξαίρετα έργα της Προσεγγίσεις στη θεωρία της λογοτεχνίας και Η αφηγηματολογία στο Δημοτικό, συνεχίζει επιτυχώς τον δύσκολο δρόμο που διάλεξε, προσφέροντας ποικίλα ερεθίσματα περαιτέρω προβληματισμού σε ερευνητές και εκπαιδευτικούς. Ακόμα και αν έχει κάποιος να προτείνει διαφορετική προσέγγιση σε επιμέρους αναλύσεις, δεν παύει να αναγνωρίζει την καθαρότητα και πειθαρχία της σκέψης της. Το παρόν έργο, αποτέλεσμα πρωτογενούς έρευνας, δείχνει, ως αυτόνομο κειμενικό είδος, κάτι το ανέλπιστα εντυπωσιακό: μέσα από τα δύσβατα μονοπάτια της πολυφωνικότητας του ποιητικού λόγου μπορεί να οδηγηθεί κανείς στο ξέφωτο της «πολυφωνικότητας» του επιστημονικού λόγου.

 

Μυλωνάκου – Σαϊτάκη Γιούλα

 

Η συγγραφέας Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη γεννήθηκε στη Σπάρτη. Είναι πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών και αριστούχος διδάκτωρ τον Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε ως φιλόλογος στη Δ.Ε. και στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο. Εργάσθηκε στο Π.Ι.. και ως Υπεύθυνη του Μουσείου Εκκλησιαστικής Τέχνης της Ι. Μητροπόλεως Μονεμβασίας και Σπάρτης. Υπηρέτησε ως Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων Ν. Λακωνίας (για μια δεκαετία και πλέον) και δίδαξε επί σειρά ετών τόσο σε Προγράμματα Επιμόρφωσης των Εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΠΕΚ), όσο και στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου (Π.Δ.407).

Σήμερα, είναι μέλος ΔΕΠ του Τμήματος Φιλολογίας της Σχολής Ανθρωπιστικών επιστημών και Πολιτισμικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, στο οποίο διδάσκει Νεοελληνική Φιλολογία, διδακτική της Λογοτεχνίας και Θεωρία της Λογοτεχνίας (με έμφαση στην Αφηγηματολογία). Γύρω από τους άξονες αυτούς στρέφονται τα επιστημονικά και ερευνητικά της ενδιαφέροντα, καθώς επίσης και σε θέματα που αφορούν τη Λαογραφία (δημοτικό τραγούδι και παραμύθι), την Παιδική Λογοτεχνία και τέλος τον πολιτισμό και την ιστορία της ιδιαίτερής της πατρίδας.

Γιούλα Μυλωνάκου – Σαϊτάκη

«Αφηγηματολογικά και άλλες αναγνώσεις»

Από την πολυφωνικότητα του ποιητικού λόγου στην κειμενικότητα της αφήγησης – Η περίπτωση της κρητικής λογοτεχνίας

 Εκδόσεις Παπαζήση, 2013 – 1016 σελ.

ISBN 978-960-02-2903

Read Full Post »

Εργαστήριο της Τέχνης του Πεζού Λόγου


 

Harvard

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στην Ελλάδα (Ναύπλιο) απευθύνει πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για συμμετοχή στο εργαστήριο της τέχνης του πεζού λόγου για προχωρημένους. Ενδιαφέρει νέους συγγραφείς που έχουν ήδη ολοκληρώσει ικανοποιητικά εργασία σε μικρή φόρμα και επιθυμούν να βελτιώσουν την τεχνική τους, με στόχο τη δημοσίευση της στον περιοδικό τύπο και το διαδίκτυο, με απώτερο σκοπό την έκδοση βιβλίου.

Στο εργαστήριο οι συμμετέχοντες θα έχουν την ευκαιρία να συζητήσουν με τον συγγραφέα Στρατή Χαβιαρά και άλλους προσκεκλημένους από το χώρο της λογοτεχνίας, εμβαθύνοντας στην τέχνη του γραπτού λόγου (μπονζάι, διήγημα, νουβέλα ή μυθιστόρημα). Μέσα από τη συζήτηση δειγμάτων γραφής και ασκήσεων, οι συμμετέχοντες θα εξοικειωθούν σε απόψεις της γραφής, όπως κριτική ανάγνωση, αφηγηματική φωνή, χρήση γλώσσας, ανάπτυξη χαρακτήρων, θεματικές επιλογές, ύφος, κ.α. Επιπλέον, θα γίνει μια γενική επισκόπηση «ειδών» λογοτεχνίας όπως η ποίηση, το δοκίμιο, η παιδική λογοτεχνία, το ιστορικό, αστυνομικό, μελλοντολογικό ή επιστημονικής φαντασίας μυθιστόρημα.

Το εργαστήριο θα διεξαχθεί στο Ναύπλιο, στην αίθουσα σεμιναρίων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, Πλατεία Φιλελλήνων και οδός Όθωνος 1, με συντονιστή το συγγραφέα Στρατή Χαβιαρά. Θα είναι εντατικό και οι συναντήσεις θα γίνουν σε τέσσερις συνολικά ημέρες, τα δύο Σαββατοκύριακα: 21 – 22 Απριλίου και 12 – 13 Μαΐου 2018. Κάθε συνάντηση θα έχει διάρκεια πέντε ωρών, με ενδιάμεσα διαλείμματα. Η συμμέτοχη είναι δωρεάν.

Προθεσμία εκδήλωσης ενδιαφέροντος: 10 Μαρτίου 2017.

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επισκεφθείτε να απευθύνεστε καθημερινά (10.00 – 17.00) στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών, στους αριθμούς τηλεφώνου 27520 47040 και 27520 47030. Η Ματίνα Γκόγκα, Συντονίστρια Επικοινωνίας και Ανάπτυξης Προγραμμάτων του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών είναι στη διάθεσή σας για κάθε πληροφορία.

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου της Μαρίας Ευθυμίου «Μόνο Λίγα Χιλιόμετρα, Ιστορίες για την Ιστορία». Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018 στις 6 το βράδυ στο Βουλευτικό Ναυπλίου.


 

Μόνο λίγα χιλιόμετρα…

Ο δημοσιογράφος Μάκης Προβατάς συνομιλεί με τη Μαρία Ευθυμίου, αναπληρώτρια καθηγήτρια Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Ο Θουκυδίδης έχει πει πως «Η Ιστορία είναι φιλοσοφία μέσω παραδειγμάτων». Ταυτόχρονα η Ιστορία είναι η ιστορία των ανθρώπων. Αυτών των εύθραυστων, θνησιγενών πλασμάτων, των εκτεθειμένων σε κάθε κίνδυνο και κάθε ανατροπή. Των ίδιων ανθρώπων, όμως, που έχουν, παράλληλα, νου, σκέψη, βούληση, αισθήματα, στοχεύσεις, ιδιοτέλεια, ανιδιοτέλεια, αίσθηση χρόνου και αίσθηση θανάτου. Και που μπορούν να επεμβαίνουν στον εαυτό τους, στη φύση και στον άλλον. Να ορίζουν και να κατανοούν, δηλαδή, τη μικρή τους ζωή.

Σε αυτό το βιβλίο προσεγγίζονται εποχές και γεγονότα, άτομα και κοινωνίες, προθέσεις και στοχεύσεις, διαψεύσεις και επιβεβαιώσεις. Οι διαδρομές αναπόφευκτα εμπλέκονται με την προσωπική ιστορία της Μαρίας Ευθυμίου, τις μνήμες ζωής και τις δυνάμεις που την οδήγησαν, με τόσο πάθος και πίστη, στη μελέτη και διδασκαλία της Ιστορίας. Μιας επιστήμης που συνδέεται με τη μνήμη και τον χρόνο – τους ακούραστους συντρόφους του ατομικού και ομαδικού ταξιδιού όλων μας.

Η διαδρομή που διανύει το βιβλίο ξεκινάει από τους προϊστορικούς χρόνους και φτάνει μέχρι σήμερα. Στην πραγματικότητα δεν είναι καθόλου μεγάλο διάστημα… Μόνο λίγα χιλιόμετρα…

Το βιβλίο παρουσιάζουν ο κ. Κωνσταντίνος Χελιώτης, Πρόεδρος του Ναυπλιακού Ιδρύματος Ιωάννης Καποδίστριας και ο κ. Νικόλαος Μπουμπάρης, Πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας. Μαζί τους θα είναι και οι συγγραφείς.

Η Μαρία Ευθυμίου γεννήθηκε στην Λάρισα. Σπούδασε Ιστορία στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και συνέχισε τις μεταπτυχιακές σπουδές της στο Παρίσι, στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, από το οποίο έλαβε και τα μεταπτυχιακά της διπλώματα καθώς και τον τίτλο της διδάκτορος. Από το 1981 είναι μέλος του Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας, στο οποίο διδάσκει Ελληνική Ιστορία της περιόδου της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης του 1821 καθώς και Παγκόσμια Ιστορία. Το 2013 τιμήθηκε από τον τότε Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας κ. Κάρολο Παπούλια με το βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας.

Ο Μάκης Προβατάς γεννήθηκε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Οδοντιατρικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Από το 1999 κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές, τώρα εργάζεται στον Athens Voice Radio. Συνεργάζεται επίσης με το περιοδικό Ιστορία. Έχει πάρει συνεντεύξεις από κορυφαίους στοχαστές, όπως οι Eric Hobsbawm, Norman Davies, Dario Fo, Noam Chomsky.

Σάββατο 13 Ιανουαρίου 2018 στις 6 το βράδυ στο Βουλευτικό Ναυπλίου.

Διοργάνωση:  Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας, Δήμος Ναυπλίου, Εκδόσεις Πατάκη.

Read Full Post »

Η προίκα της Ελένης Μπούμπουλη –  © Καλομοίρα Αργυρίου – Κουμπή| Γυναικείες Υποθέσεις του 19ου αιώνα, Σπέτσες, 2017. 


 

Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα είχε αποκτήσει από τους δύο γάμους της 7 παιδιά. Τρία με το Δημήτριο Γιάννουζα (Γιάννο, Γεώργιο και Μάρω) και τέσσερα με το Δημήτριο Μπούμπουλη (Σκεύω, Ελένη, Ιωάννη και Νικόλαο) [1].

Η φιλία της με τον Κολοκοτρώνη με τον οποίο συναντήθηκε λίγες μέρες πριν την πτώση της Τριπολιτσάς, όταν έφτασε έφιππη στο ελληνικό στρατόπεδο, οδήγησε στη συγγένεια μεταξύ τους με το γάμο των παιδιών τους, του Πάνου και της Ελένης. Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Ναυπλίου, έγινε ο αρραβώνας τους και δυο μέρες μετά την πτώση του Ναυπλίου στα χέρια των Ελλήνων έγινε ο γάμος τους.

Στην πομπή των νικητών που μπήκαν στο Ναύπλιο, η Μπουμπουλίνα έφιππη συνοδευόταν από την κόρη της Ελένη και το γαμπρό της Πάνο που είχε οριστεί από τον Υψηλάντη Φρούραρχος Ναυπλίου. Μετά την κατάληψη του Παλαμηδιού, 30 Νοεμβρίου 1822, η Κυβέρνηση παραχώρησε στη Μπουμπου­λίνα ένα από τα καλύτερα σπίτια του Ναυπλίου, όπου και εγκαταστάθηκε. Γυρνούσε στο Ναύπλιο και στον κάμπο έφιππη ως αμαζόνα ακολουθούμενη από πλήθος στρατιωτών κι επευφημείτο από τα πλήθη που την αποκαλούσαν «κυρά του Ναυπλίου».

Θεοδωράκης Γρίβας, ελαιογραφία του Ιωάννη Δούκα (1838–1916).

Ο εμφύλιος που ακολούθησε ανέτρεψε τα πράγματα για τη Μπουμπουλίνα και την οικογένειά της που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το κάστρο στις 13 Ιουνίου 1824 μαζί με το γαμπρό της Πάνο και την Ελένη. Με το ξέσπασμα του δεύτερου εμφυλίου πολέμου ο Πάνος εγκαταλείπει την πολιορκία των Πατρών κι έρχεται στην Τριπολιτσά. Εκεί στο σπίτι των Κολοκοτρωναίων διαμένει κι η σύζυγός του η Ελένη. Από τους στενούς συνεργάτες του Πάνου ήταν ο Θεοδωράκης Γρίβας, οπλαρχηγός της Ακαρνανίας που την εποχή αυτή πολεμούσε στο πλευρό του Πάνου κι ήταν αποκλεισμένος από του Κυβερνητικούς στην Τρίπολη.

Το Νοέμβριο του 1824 σκοτώνεται ο Πάνος Κολοκοτρώνης σε ηλικία 24 ετών και η Ελένη μένει χήρα σε ηλικία 17 ετών. Η Ελένη δεν είχε αποκτήσει παιδιά από το γάμο της με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Μετά το θάνατο του Πάνου, ο Κολοκοτρώνης δεν ήθελε να αφήσει τη νύφη του να επιστρέφει στο σπίτι της μητέρας της στις Σπέτσες και να ξαναπαντρευτεί, αλλά ήθελε να την παντρέψει με όποιον αυτός έκρινε. Η Ελένη τότε άφησε το σπίτι των Κολοκοτρωναίων κι έφυγε στις Σπέτσες στη μητέρα της, χωρίς να πάρει μαζί της την προίκα της.

Ήδη κι ενώ ακόμα ζούσε ο Πάνος, οι φήμες στην Πελοπόννησο οργίαζαν για δεσμό της Ελένης με το Θεοδωράκη Γρίβα. Μόλις έξι μήνες μετά το θάνατο του Πάνου, το Μάιο του 1825, η 18χρονη Ελένη, με τη συγκατάθεση της μητέρας της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας, παντρεύτηκε το Γρίβα, ο οποίος τότε ήταν 28 ετών.

Ο Νικόλαος Κασομούλης στα στρατιωτικά του ενθυμήματα περιγράφει [2] έτσι τα περιστατικά:

«Ο Θεόδωρος Γρίβας, πολιορκημένος ων εις Τριπολιτσάν από τα Διοικητικά στρατεύματα (κατά το 1824) ευρίσκετο μαζί με τον Κολοκοτρώνην. Φονευθέντος του Πάνον υιού του Κολοκοτρώνη, ερωτεύθη (ο Γρίβας) με την σύ­ζυγόν του θυγατέρα της Μπουμπουλίνας. Ο Κολοκοτρώνης θέλων να την έχει ως θυγατέραν του, επιθυμούσε να την βαστάξει εις την οικίαν του και να φροντίσει με καιρόν να την υπανδρεύσει με όποιον ήθελεν. Η Μπουμπουλίνα (κόρη) τα συμβίβασεν μυστικά με τον Θεόδωρον Γρίβαν και φεύγει κρυφά διά τις Σπέτσες και αφήνει εις την οι­κίαν του όλα τα προικιά της. Συγχύζεται ο Κολοκοτρώνης, θέλει να εκδικηθεί, πλην και οι δύο ήσαν φυλακωμένοι εις Ύδραν».

Και σχολιάζει [3]: «Φαίνεται, ο Γρίβας πήγε στην Ύδρα, όπου τον αντάμωσε η νεαρή Ελένη χήρα, κι εκεί αν και η αστυνομία τους έπιασε, στεφανωθήκαν».

Αυτός ο γάμος έβλαψε την πορεία του αγώνα [4]. Η αντιπαράθεση Κολοκοτρώνη-Γρίβα είχε ξεκινήσει. Ο Σπηλιάδης αναφέρει πως «στα 1826, αρχές τον Μάη, ο Κολοκοτρώνης ζήτησε μαστικά ν’ αρπάξει το Παλαμήδι από τα χέρια τον Γρίβα, αλλά δεν πέτυχε».

Ποια ήταν η προίκα της Ελένης όταν παντρεύτηκε τον Πάνο ακριβώς δε γνωρίζουμε. Σίγουρα όμως η Μπουμπουλίνα, που την εποχή που έγινε αυτός ο γάμος βρισκόταν στην ακμή της, δεν θα έδωσε ευκαταφρόνητη προίκα στην Ελένη. Αυτή λοιπόν την προίκα, έπρεπε να την διεκδικήσει από τον πεθερό της Ελένης, το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και στη συνέχεια να την δώσει στο δεύτερο σύ­ζυγό της το Γρίβα, πράγμα που δεν έκανε.

Ήδη ο Κολοκοτρώνης ήταν σε δυσχερή θέση με τον εμφύλιο, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Πάνου, οπότε έχασε το κουράγιο του. Οι φήμες δε, για το δεσμό της Ελένης με το Γρίβα πριν ακόμα πεθάνει ο Πάνος, έφερναν τη Μπουμπουλίνα σε δυσχερέστερη ακόμα θέση ως προς τη διεκδίκηση της επιστροφής της προίκας.

Ο Γρίβας όμως δεν ήταν διατεθειμένος να κάνει πίσω και διεκδικούσε επιθετικά την προίκα.

Κάποια στιγμή που ο γέρος του Μόριά έφτασε στο Ναύπλιο, ο Γρίβας βρήκε ευκαιρία και τον παγίδευσε στο Φρούριο και του έστειλε τον Αναστασάκη (Εμμ. Παπά) να του πει να κάνει ότι καταλαβαίνει προκειμένου να στείλει οπωσδήποτε τα προικιά και τις προγαμιαίες δωρεές της πρώην νύφης του και νυν γυναίκας του Γρίβα που κρατούσε. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε πως δεν ξέρει να έχει τίποτα στα χέρια του, παρά μόνο μια διαμαντένια καρφίτσα μικρής αξίας και δυο δακτυλίδια.

Μετά την απάντηση αυτή, ο Γρίβας όρκισε την Ελένη στο όνομα της Αγίας Τριάδος, επειδή, όπως της είπε, επρόκειτο να εμπλέξει και τα αδέλφια της στην υπόθεση αυτή, να πει την αλήθεια. Ο Κασομούλης αναφέρει ότι ήταν παρών. Η Ελένη τότε έκανε έναν κατάλογο με πράγματα, διαμαντικά, χρυσοΰφαντα Ινδικά υφάσματα, λάφυρα της μητέρας της από την Τριπολιτσά, φορέματα και γούνες, των οποίων η αξία ανερχόταν στις 250.000 γρόσια. Ο Κολοκοτρώνης όταν είδε τον κατάλογο, ενώ ήταν σε περιορισμό στο φρούριο, απάντησε πως είναι ψέματα και πρότεινε να ορίσει η κάθε πλευρά ανθρώπους να συνδιαλλαγούν.

Ο Γρίβας όρισε το Γ. Βαλτινό [5] και τον Ν. Κασομούλη [6], ενώ ο Κολοκοτρώνης τον Γ. Αγαλόπουλο και τον Αναγνωστάκο Παπαγιαννόπουλο. Και οι τέσσαρες αντιπρόσωποι αποφάσισαν να συναχθούν και να ακούσουν και τις δυο πλευρές, πράγμα που έγινε στο σπίτι του Κολοκοτρώνη στον Πλάτανο [7]. Μαζεύτηκε κι όλος ο λαός από περιέργεια να δουν τί θα γίνει, αλλά κλείστηκαν μέσα στο σπίτι μόνον οι τέσσαρες επίτροποι, ο Γρίβας, ο Κολοκοτρώνης κι η μητέρα του. Ασπάστηκαν και ξεκίνησε η διαδικασία. Ο Βαλτινός πρότεινε να πουν και οι δυο ό,τι έχουν να πουν και να αγαπηθούν και τελειώσει με ειρήνη αυτή η διαφορά, γιατί πρέπει να κοιτάξουν όλοι το συμφέρον της πατρίδας.

Το λόγο πήρε ο Γρίβας που είπε: «Εγώ, κανένα πάθος δεν έχω με τον Γέρον. Γνωρίζει πόσον τον εβοήθησα εις την ανάγκην του και τον εβάσταξα. Δεν τον έφερα κα­μίαν ατιμίαν πριν, όταν ήμουν εμπιστευμένος το παν εις την οικίαν τον, εις Τριπολιτσάν, ώστε να έχει τώρα παράπονον. Τον εσύντρεξα ως άλλος υιός τον εις τον εμφύλιον πόλεμον. Εφονεύθη ο υιός του αγαπήσαμεν να συζευχθώμεν με την χήραν τον Πάνου, με την συναίνεσιν της μητρός της. Την έλαβα διά γυναίκαν. Τί έπταισεν λοιπόν ή αυτή ή εγώ ώστε να κατακρατεί ο Γέρος τα ειδίσματά της και να μην ησυχάζω νύχτα ημέρα, ζητούσα αυτή το δί­καιόν της; Ας τα δώσει λοιπόν και τίποτες πάθος αναμε­ταξύ μας δεν έχομεν. Διότι ούτε εφονεύσαμεν ένας με τον άλλον, ούτε εζημιώσαμεν [8].

Παρατηρεί κανείς ότι ο Γρίβας μιλάει σε τρίτο πρόσωπο για τον Κολοκοτρώνη και δεν απευθύνεται άμεσα σ’ αυτόν παρότι αυτός είναι παρών, γεγονός που δείχνει κάθε άλλο παρά φιλική διάθεση.

Ο Κολοκοτρώνης, του απαντά σε δεύτερο πρόσωπο: «Βρε παιδί μου Θοδωράκη, πιστεύεις την γυναίκα σου, διότι σε είπεν ότι είχεν τόσα;» Και άρχισε να ορκίζεται. «Πού τα ηύρεν, βρε, όλα αυτά; Ό, τι και αν είχεν, και φορέματα και διαμαντικά, ήταν τον υιού μου, και, πίστευσέ με, είναι τόσοι μάρτυρες. Ας διορισθεί μια επιτροπή ας συνάξη τας μαρτυρίας και ό,τι εύρει και ειπούν ότι είχε η νύφη μου να το πληρώσω διπλά. Τί είχε πραγ­ματικός; Έναν λαιμοδέτην (γκιουρδάνι) με ολίγες πέτρες και ένα δακτυλίδι. Τα άλλα όλα ήτον αρματωσιά των συγ­γενών».

Στα σχόλια [9] αναφέρεται πως η αρματωσιά ήταν η νυφική στολή, που της χάρισαν οι συγγενείς του Κολοκοτρώνη, δίνοντας ο καθένας ένα κομμάτι. Και συνεχίζει ο σχολιαστής: «Λοιπόν, η κόρη της Μπουμπουλίνας ήταν άπροικη;».

Η μητέρα του Κολοκοτρώνη, ενθυμηθείσα τον Πάνο, άρχισε να κλαίει και να λέει: «Πού τα ηύρεν, παιδί μου, αυτά οπού ζητεί; Καν ούτε ημείς τα είδαμεν».

Άρχισε κι ο Κολοκοτρώνης να κλαίει…

Τελικά μετά από μακρά συζήτηση αποφασίστηκε προκειμένου να παύσουν «τα πάθη αναμεταξύ των», να ορίσουν επταμελή συμβιβαστική επιτροπή από Ρουμελιώτες και Πελοποννήσιους κι ο Κολοκοτρώνης να εγγυηθεί πως ό,τι αποφασίσει η επιτροπή να στείλει στη Ζάκυνθο όπου είχε τα πράγματα να τα φέρει. Εγγυήθηκε γι αυτό ο αχώριστος φίλος του Κολοκοτρώνη, Νι­κόλαος Βούκουρας, που ήταν πολιτικός και στρατιωτικός από τα Μαγούλιανα της Καρύταινας.

Έτσι ο Κολοκοτρώνης αφέθηκε ελεύθερος να φύγει από το Φρούριο και «ανεχώρησεν με το πάθος να εύρει ευκαιρίαν να εκδικηθεί» για την προσβολή που του έκαναν φοβερίζοντας να τον κρατήσουν στο Ναύπλιο. Η πόλη ήταν στα χέρια των Παλαμηδιωτών του Γρίβα κι ο Κολοκοτρώνης μπήκε ανύποπτος χωρίς να έχει πληροφορηθεί την κατάσταση. Εκεί ο Γρίβας και οι δικοί του έδωσαν εντολή να μην το αφήσουν να φύγει αν δεν έδινε τέλος στην υπόθεση αυτή.

Αποκλείεται η Ελένη Μπούμπουλη να παντρεύτηκε τον Πάνο Κολοκοτρώνη άπροικη. Με δεδομένο δε ότι παντρεύτηκε την εποχή της ακμής της Μπουμπουλίνας, την εποχή δηλαδή που η Κυβέρνηση αναγνωρίζοντας τις υπηρεσίες της στην Πατρίδα της είχε δώσει κλήρο γης στο Ναύπλιο και η άλωση της Τριπολιτσάς την είχε γεμίσει πολύτιμους θησαυρούς. Είναι γνωστό πως η προστασία που παρείχε στο χαρέμι του Χουρσίτ Πασά της απέφερε αυτά τα αμύθητα πλούτη. Η ίδια έλεγε πως ο όρκος που είχε δώσει το 1816 στη βαλιδέ σουλτάνα, τότε που τη βοήθησε όταν κατέφυγε σ’ αυτήν, πως θα βοηθούσε όποια Τουρκάλα της ζητούσε βοήθεια, την ώθησε να δράσει με τον τρόπο αυτό κατά την πτώση της Τριπολιτσάς.

Όπως και να έχει, όποιο και να ήταν το κίνητρό της, το θέμα είναι πως η Μπουμπουλίνα συγκέντρωσε θησαυρούς. Αποκλείεται λοιπόν μετά από τόσα πλούτη να μην έδωσε προίκα μεγάλη στην Ελένη.

Ο Γάλλος Reybaud που βρέθηκε στο Άργος τις μέρες που γίνονταν τα αρραβωνιάσματα της Ελένης, της κόρης της Μπουμπουλίνας με τον Πάνο Κολοκοτρώνη. Γράφει [10]: «Έλεγαν πως η προίκα της νύφης ήταν τεράστια. Δεν κόστισε, άλλωστε, τίποτα στον γονιούς της. Κι αν οι σκιές των θυμάτων που πλήρωσαν τα έξοδα μπορούσαν να παρευρεθούν στα στεφανώματα, η γαμήλια πομπή θα ήτα φρικαλέα και πολυάριθμη».

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Είναι ελάχιστη η πιθανότητα, μεταξύ των όσων πήρε ως προίκα η Ελένη Μπούμπουλη να περιλήφθηκε και ακίνητη περιουσία στο Ναύπλιο από αυτήν που έλαβε η Μπουμπουλίνα ως κλήρο, την οποία όμως η Κυβέρνηση κατά τον εμφύλιο, μετά το θάνατο του Πάνου και εξαιτίας της επιστολής που έστειλε υποστηρίζοντας το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, της την πήρε πίσω. Κι αυτό γιατί στις Σπέτσες δε συνηθιζόταν να δίνεται ως προίκα στα κορίτσια ακίνητη περιουσία. Από τους Κολοκοτρωναίους δε ζητήθηκε να επιστρέψουν ακίνητη περιουσία που είχε δοθεί ως προίκα, αλλά μόνον διαμαντικά, χρυσαφικά, γούνες και βαρύτιμα ινδικά υφάσματα, τα οποία μάλιστα αναφέρεται πως προέρχονταν από την άλωση της Τριπολιτσάς.

Ο Κολοκοτρώνης ισχυρίζεται πως αυτά ήταν του Πάνου. Προφανώς τέτοια πολύτιμα λάφυρα από την Τριπολιτσά είχαν πάρει και οι Κολοκοτρωναίοι. Δεν επρόκειτο για χρυσαφικά και διαμαντικά που αποτελούσαν οικογενειακά κειμήλια, ώστε να είναι και αναγνωρίσιμα, αλλά για λεία πολέμου, που χάσανε το λογαριασμό αν ήταν του Πάνου ή της Μπουμπουλίνας. Φαίνεται, πως όλα τα πολύτιμα αντικείμενα και του Πάνου και της Ελένης τα είχαν φυλάξει στο σπίτι τους στη Ζάκυνθο.

Εντύπωση μας προκαλεί το γεγονός πως η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα δεν εμπλέκεται καθόλου στην υπόθεση αυτή, όπως θα περίμενε κανείς, αφού με τον Κολοκοτρώνη είχαν μια αμοιβαία εκτίμηση κι εμπιστοσύνη και ήταν σταθερά σύμμαχοι.

Όταν ο Γρίβας ορκίζει την Ελένη στο όνομα της Αγίας Τριάδος να πει την αλήθεια για την προίκα της, της λέει να είναι προσεκτική στο τί θα πει, γιατί στην υπόθεση αυτή θα εμπλακούν τα αδέλφια της. Ούτε λόγος για τη μητέρα της, η οποία δεν ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα που θα άφηνε τους γιους της να ξεκαθαρίσουν για λογαριασμό της Ελένης την υπόθεση αυτή.

Η εξήγηση είναι απλή. Το Μάιο του 1825, λίγο μετά το γάμο της Ελένης με το Γρίβα, η Μπουμπουλίνα δολοφονείται. Όταν συνέβησαν λοιπόν όλα αυτά τα σχετικά με τη διεκδίκηση της προίκας της Ελένης, η Μπουμπουλίνα δεν ζούσε, η δε οικογένεια της Ελένης στις Σπέτσες είχε πολύ νωπά τα τραύματα απ’ τις μνήμες της δολοφονίας της καπετάνισσας.

Η προίκα της Ελένης δεν επιστράφηκε ποτέ από τους Κολοκοτρωναίους στην ίδια, ούτε στην οικογένειά της.

Η οικογενειακή παράδοση των Μπουμπουλαίων λέει πως ο Γρίβας αποβιβάστηκε με πλοίο στις Σπέτσες και «ξεσήκωσε» το σπίτι, παίρνοντας ό,τι πολύτιμο βρήκε, χαλιά έπιπλα κλπ. ως προίκα της Ελένης.

Η αρπαγή αυτή, αν πράγματι έγινε, θα έγινε μετά το θάνατο της Μπουμπουλίνας και μάλιστα όχι αμέσως μετά την κηδεία της. Η συνάντηση του Γρίβα με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη έγινε αργότερα και σύμφωνα με όσα λέχθηκαν και έγιναν, αποκλείεται να είχε προηγηθεί τέτοιο περιστατικό υπό τη μορφή διεκδίκησης της προίκας της Ελένης, την οποία όφειλαν τα αδέλφια της να διεκδικήσουν από τον Κολοκοτρώνη για λογαριασμό της. Για το λόγο αυτό, όταν την όρκισε ο Γρίβας να πει την αλήθεια για την προίκα, της είπε να προσέξει γιατί θα εμπλακούν τα αδέλφια της. Δηλαδή, τα αδέλφια της όφειλαν να διεκδικήσουν για λογαριασμό της την προίκα από τον Κολοκοτρώνη, πράγμα που δεν έκαναν. Όσο μεν ζούσε η Μπουμπουλίνα, η προσωπικότητά της και η σχέση της με τον Κολοκοτρώνη ήταν τέτοια, που δεν άφηνε περιθώρια στους γιους της να ρυθμίσουν αυτοί τα θέματα αυτά. Μετά δε το θάνατό της, τον πρώτο καιρό τα παιδιά της ήταν σε δύσκολη κατάσταση ένεκα των συνθηκών του θανάτου της, οπότε είναι λογικό να μην είχαν ούτε νου, ούτε διάθεση για να ασχοληθούν μ’ αυτό το ζήτημα.

Πάντως, στο βιβλίο των πρακτικών της Δημογεροντίας Σπετσών, κατά τη συνεδρίαση της 31ης Ιανουαρίου 1829 [11] συζητείται αίτηση των κληρονόμων του Δημητρίου Μπούμπουλη, να παρέμβει το κράτος ώστε να τους επιστρέφει ο γαμπρός τους ο Γρίβας τα κατάστιχα και τα λοιπά αποδεικτικά έγγραφα των πλοίων της μητέρας τους, της Μπουμπουλίνας, τα οποία κρατούσε, διότι τα χρειάζονταν για να ετοιμάσουν τα δικαιολογητικά για τη διεκδίκηση των Ναυτικών αποζημιώσεως από το Κράτος, όπως όλοι οι πλοιοκτήτες και οι κληρονόμοι τους που είχαν προσφέρει πλοία στον αγώνα. Πράγματι η Δημογεροντία αποφάσισε να ζητήσει από τον έκτακτο Επίτροπο να επιληφθεί του θέματος, ώστε να υποχρεωθεί ο Γρίβας από την Πολιτεία να τα επιστρέφει. Δεν γνωρίζουμε τί έγινε στη συνέχεια, αλλά αν είχε προηγηθεί αυτή η αρπαγή της περιουσίας απ’ το Γρίβα, σίγουρα οι κληρονόμοι του Δημητρίου Μπού­μπουλη, τα αδέλφια της Ελένης Γρίβα, θα το ανέφεραν στην αίτησή τους. Είναι πιθανό αυτή η κατακράτηση των καταστίχων από το Γρίβα να είχε την έννοια του εκβιασμού προκειμένου να του δοθεί προίκα κι έτσι να τα παραδώσει.

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, υπήρξε ένας από τους πιο μορφωμένους άνδρες της Επανάστασης. Οι ιστορικοί τον κατατάσσουν δεύτερο, μετά τον Παναγιώτη Σέκερη, το μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ο πατέρας του ήθελε να τον μορφώσει και γι αυτό τον έστειλε στη Ζάκυνθο στο φημισμένο διδάσκαλο της εποχής, τον Αντώνιο Μαρτελάο, που ήταν ο δάσκαλος και του Διονύσιου Σολωμού. Η μόρφωσή του όμως δεν περιορίστηκε εκεί.

Όπως γράφει ο ιστορικός Φωτάκος, «εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικήν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικήν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γεωργίου Σέκερη, διότι τότε η Πε­λοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους».

Σύμφωνα με το Θεόδωρο Ρηγόπουλο: «Ο Πάνος είχε σπουδάσει την Ελληνικήν και την Ιταλικήν εις Ζά­κυνθον και εις το Λύκειον των Κορφών του Γκυλφόρδ, έχων συμμαθητήν του τον Τερτσέτην, είχε δε αρχές και της αγγλικής. Ο Πάνος είχε ωραίον ανάστημα και ήτο καλοκαμωμένος. Ήτο σύννους ως ο πατήρ του και προσηνής το είδος, αλλά δραστήριος και φρόνιμος, γενναίος και ελευθέριος. Είχε δε ιπποτισμόν ανάλογον της συναισθανομένης αξίας του και εφρόντιζε να αποκτά κατ’ εκλογήν φίλους».

Ο Γκύλφορντ, γιός του πρώην πρωθυπουργού της Αγγλίας και μέλος ο ίδιος του Βρετανικού Κοινοβουλίου, ήταν εκπρόσωπος του λεγόμενου «βρετανικού διαφωτισμού». Με την ακαδημία του στην Κέρκυρα, ο φιλέλληνας Γκύλφορντ φιλοδοξούσε να δημιουργήσει τη μελλοντική πνευματική και πολιτική ελίτ του Ελληνισμού. Έτσι προσέλκυσε μαθητές από όλα τα κοινωνικά στρώματα, παρέχοντας υποτροφίες. Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, υπήρξε προσωπική επιλογή του Λόρδου Γκύλφορντ, μετά από υπόδειξη του Μαρτελάου.

Ο Θεοδωράκης Γρίβας ήταν αγράμματος και σκληρός άνθρωπος και το μέλλον της Ελένης κοντά του δεν ήταν ρόδινο, αφού μέχρι το τέλος της ζωής του ήταν αναμεμιγμένος σε κάθε εξέγερση. Στην εφηβική του ηλικία υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Οι συνθήκες της ζωής του συντέλεσαν στο να διαμορφώσει ένα χαρακτήρα μαχητικό μεν και ηγετικό, πλην άκρως εκδικητικό. Το περιστατικό του γάμου του με την Ελένη Μπούμπουλη και η διαμάχη του με το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη για τα προικιά της πρώην νύφης του, δε σταμάτησε εκεί, αλλά διαμόρφωσε ένα κλίμα έχθρας ανάμεσα στους δυο σημαντικούς αυτούς άνδρες της Επανάστασης, σε τέτοιο βαθμό που έθεσε σε κίνδυνο μείζονα αγαθά της Πατρίδας.

Το 1825 ο Κολοκοτρώνης και ο Γρίβας ανήκαν στο στρατόπεδο των αντικυβερνητικών. Οι Κυβερνητικοί τους καλούν στο Ναύπλιο, δήθεν για συνεργασία, αλλά εκεί συλλαμβάνονται και τους φυλακίζουν στην Μονή προφήτη Ηλία, στην Ύδρα. Εν τω μεταξύ μεσολαβεί η αντιπαράθεση των δύο ανδρών με αφορμή την επιστροφή της προίκας της Ελένης, συζύγου πλέον του Γρίβα, όπως αναφέραμε ήδη. Η ρήξη των δύο ανδρών μετά τα όσα συνέβησαν στο Φρούριο είναι δεδομένη.

Στις 2-4-1827 η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας εκλέγει τον Ιωάννη Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδας για επτά χρόνια, ψηφίζει το Πολιτικό Σύνταγμα και διορίζει Αντικυβερνητική Επιτροπή από τους (Πρωθυπουργεύοντες): Γεώργιο Μαυρομιχάλη, Ιωαννούλη Νάκο και Ιωάννη Μιλαϊτη, της οποίας η διάρκεια «προσδιορίζεται άχρι της αφίξεως του Κυβερνήτου, ότι η Επι­τροπή παύει…».

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Από τις επιφανέστερες και πλέον θρυλικές φυσιογνωμίες, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το σκίτσο του ολοκληρώθηκε στη Δαμάλα (Τροιζήνα) 14 Μαΐου 1827. Είναι αναμφισβήτητα το γνωστότερο πορτρέτο του Γέρου του Μωριά. Πλήθος Ελλήνων καλλιτεχνών το χρησιμοποίησαν στη συνέχεια ως πρότυπο φιλοτεχνώντας αφίσες, αφισέτες ή εικονογραφήσεις κειμένων σχετικών με την Επανάσταση.

Ο Κολοκοτρώνης επέμενε να γίνει έδρα του Κράτους το Ναύπλιο. Μια τέτοια απόφαση θα υποχρέωνε τον Γρίβα να φύγει από το Ναύπλιο. Με διάγγελμά του ο Κολοκοτρώνης ζητά από τους Πελοποννήσιους να διώξουν τον Γρίβα από το Ναύπλιο, που κατά την ά­ποψή του, το έχει καταντήσει λησταρχείο. Ζητά την άμεση αποχώρηση του Γρίβα. Ο Γρίβας αρνείται. Λίγο μετά συμβαίνει μια απόπειρα δολοφονίας του Γρίβα, όταν ο Γρίβας κατήλθε από το φρούριο στη πόλη.

4-5-1827: Η Εθνοσυνέλευση συμφωνεί και πλέον επίσημα να γίνει πρωτεύουσα το Ναύπλιο, ο Κολοκοτρώνης ζητά από τον Γρίβα να αποχωρήσει από το Ναύπλιο και να γίνουν οι ετοιμασίες για την έλευση του Καποδίστρια. Ο Γρίβας δεν αποδέχεται τις θέσεις του Κολοκοτρώνη και γνωρίζει ότι αν δεν θέλει αυτός να αποχωρήσει από το Ναύπλιο, κανείς δεν μπορεί να τον διώξει από εκεί ούτε με την βία ούτε με πολιορκία, ούτε και ο ίδιος ο Καποδίστριας. Η ομάδα Κολοκοτρώνη προσπαθεί να καταλάβει το φρούριο του Ναυπλίου πληρώνοντας ένα μεγάλο ποσό για να προσεταιριστεί ανώτατα μέλη της φρουράς του Ναυπλίου. Μάλιστα για την συγκέντρωση των ποσών που είχαν συμφωνηθεί, ο Κολοκοτρώνης πούλησε και τις ασημένιες πιστόλες του.

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή βρισκόταν στο Ναύπλιο για να προετοιμάσει τα της έλευσης του Κυβερνήτη. Εκεί όμως αντιμετωπίζει μια κατάσταση απρόβλεπτη και επικίνδυνη. Γράφει ο Κασομούλης στα στρατιωτικά του ενθυμήματα: «Εμβαίνοντες εις Ναύπλιον είδα, από το Σιντριβάνι κ’ εκείθεν προς την πύλην της Ξηράς, όλους τους δρόμους φραγμένους με οχυρώματα (από) πέτραις ή ξύλα. Τα παράθυρα των σπιτιών παρομοίως κτισμένα και με σκοπιαίς… Και ενώ συνεδριάζει η Βουλή…μία σφαίρα από το Παλαμήδι διευθυνθείσα επί του θόλου του καταστήματος και πεσούσα κατακάθετον, τρυπά τον θόλον, πίπτει εντός του Βουλευτικού, και τα τρίμματα των πετρών κτυπούν (δύο βουλευτές) τον μεν (Γεροθανάσην) θανατηφόρα (και απέθανεν μετά τρεις ημέρας) του δε (Γιαννάκην Χατζηπέτρου) τσακίζεται η χείρα, (και μένει έως την σήμερον σημειωμένος)».

Το σχέδιο του Κολοκοτρώνη αποτυγχάνει και ο Γρίβας συλλαμβάνει τους αποστάτες και τους αφαιρεί τα χρήματα της προδοσίας.

Ο ιστορικός Σπηλιάδης στα απομνημονεύματα του καταχωρεί την άποψη ότι το σχέδιο της προδοσίας ήταν χαλκευμένο από τον Γρίβα, για να κατηγορηθεί ο Κολοκοτρώνης. Δεν αμφισβητεί ότι πράγματι ο Κολοκοτρώνης συγκέντρωσε χρήματα και βρήκε και χρημάτισε αξιωματικούς του κάστρου του Ναυπλίου. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση από κανένα ιστορικό για το γεγονός της ενέργειας των αξιωματικών να παραδώσουν το κάστρο, βοηθώντας τους ανθρώπους του Κολοκοτρώνη να εισέλθουν κρυφά. Αυτό που μπορεί να συνέβη είναι να είχε γίνει αντιληπτό από τον Γρίβα το σχέδιο της προδοσίας, και να το άφησε να εξελιχτεί, εκ του ασφαλούς ότι μπορεί να το αντιμετωπίσει και να εξευτελίσει τον Κολοκοτρώνη.

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή, κλεισμένη στο Μπούρτζι εξ αιτίας των ταραχών αυτών και του κανονιοβολισμού της πόλης [12] από το Παλαμήδι και το Ιτς Καλέ, αποφασίζει με τη συγκατάθεση της Βουλής που δόθηκε με το υπ’ αρ. Α’ Ψήφισμα και το υπ’ αρ. 32 Προβούλευμα, τη μεταφορά της «καθέδρας» στην Αίγινα. Φεύγουν λοιπόν για την Αίγινα για την υποδοχή του Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος με τη σειρά του αναφέρει σε επιστολές προς τους φιλέλληνες ότι «η όποια υλική ή ηθική βοήθεια να έρχεται στην Αίγινα…».

Η διαμάχη Κολοκοτρώνη – Γρίβα ήταν εκείνη που κατέστησε την Αίγινα πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, παρά την απόφαση της Γ’ Εθνοσυνέλευσης που όριζε το Ναύπλιο.

Την εποχή αυτή οι «ληστρικές διαθέσεις» του Γρίβα τον έφεραν σε αντιπαράθεση με τους Σπετσιώτες, εξ αιτίας των καταχρήσεών του εις βάρος των Κρανιδιωτών [13].Το Δεκέμβριο του 1827 οι απεσταλμένοι του Γρίβα να εισπράξουν τις προσόδους από τις Αλυκές της Θερμησίας, άρπαξαν ζώα κι άλλα αγαθά κι έφθασε στο σημείο ο Γρίβας «κι έβγαλε να πωλήσει ως Τούρκος σκλάβον …(κάποιο Κρανιδιώτη ονόματι Ιωάννη Ζέρβα) εις την αγοράν τον Ναυπλίου» [14].

Οι Σπετσιώτες στην επιστολή διαμαρτυρίας που έστειλαν στο Γρίβα γράφουν «…Έχομεν ικανήν υπόληψιν εις το υποκείμενόν σας, διότι δεν σας στοχαζόμεθα διά την συγγένειαν, παρά ως συμπολίτην μας, και δεν καταδεχόμεθανα πράξετε κανένα εναντίον ως προς τον χαρακτήρα σας, πολλώ μάλλον να επέλθετε να καταπολεμήσετε το Κρανίδι, τους ομογενείς σας, το οποίν θέλει σας προξενή­σει μεγάλην ατιμίαν και θέλει γίνει αιτία εξάξεως εμφυλίου πολέμου, ολεθρίου καθ’ όλους τους λόγους ως προς την παρούσαν περίστασιν [15]».

Η Αντικυβερνητική Επιτροπή στην οποία απευθύνθηκαν, διέταξε το Γρίβα να σταματήσει τη ληστρική αυτή δραστηριότητα και να απολύσει το Ζέρβα. Αυτός όχι μόνο δε συμμορφώθηκε, αλλά απάντησε με θράσος με μια επιστολή του στις 17 Δεκεμβρίου του 1827, στην οποία ούτε λίγο ούτε πολύ λέει πως η επί των Πολεμικών Γραμματεία της Επικρατείας, «ποτέ δε θέλησε να φροντίσει και να περιθάλψη τας ανάγκας του στρατιωτικού…» κι ότι το δίκιο αυτών των στρατιωτών που «εστερέωσαν την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος» και ότι «βλέπουν το δικαίωμά των να καθαρπάζεται από τους ληστάς και φονείς Κρανιδιώτας…» που «υπερασπίζονται και δυναμώνονται από ομοίους των Σπετσιώτας».

Από τα γεγονότα αυτά και την ευθεία ρήξη του Θ. Γρίβα με τους Σπετσιώτες, καταλαβαίνει κανείς το λόγο για τον οποίο πλέον χάνονται τα ίχνη της Ελένης από τις Σπέτσες, γιατί ζει και πεθαίνει στην Ακαρνανία, στο σπίτι του άντρα της, του Γρίβα.

Τελικά στις 6 Ιανουαρίου ο Καποδίστριας φθάνει στο Ναύπλιο, ο δε Γρίβας πείθεται και του παραδίδει τα κλειδιά, λέγοντας: «Τα κλειδιά αυτά, τον μόνον ελεύθε­ρου φρουρίου ορκίστηκα να τα κρατήσω μέχρι να έλθει ο αρχηγός τον Έθνους. Τώρα συνεπής στον όρκο σας τα παραδίδω».

Ο Καποδίστριας απαντά: «Για να φυλαχτούν αυτά τα κλειδιά σε τόσες δεινές καταστάσεις, έπρεπε να βρίσκονται σε τέτοια χέρια».

Το θέμα όμως δεν έληξε εδώ. Η διαμάχη Γρίβα – Κολοκοτρώνη συνεχιζόταν και κορυφώθηκε το 1832 όταν ο Γρίβας πολιόρκησε το Ναύπλιο με μικρό στρατό που τον χώρισε σε τρεις ομάδες και σε πολύ λίγη ώρα κατάφερε να νικήσει τον πολυπληθή στρατό των Κυβερνητικών. Οι μάχες συνεχίζονταν έξω από το Άργος, ενώ ο Αυγουστίνος Καποδίστριας είχε οχυρωθεί στο φρούριο του Ναυπλίου. Ο Γρίβας του έστειλε τελεσίγραφο να παραδοθεί μέσα σε 24 ώρες, αλλιώς θα αρχίσει πολιορκία. Τελικά ο Αυγουστίνος υποχώρησε κι ο Γρίβας μπήκε στο Ναύπλιο όχι με όλο το στρατό του, αλλά μόνο με 400 πιστούς του στρατιώτες. Η διακυβέρνηση της χώρας ήταν πλέον στα χέρια των Συνταγματικών και ο Γρίβας ήταν αρχιστράτηγος.

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης δεν αποδέχτηκε αυτή την κατάσταση και προσπάθησε να δημιουργήσει επανάσταση στη Νότια Πελοπόννησο. Ο Γρίβας πάλι, προσπάθησε να καταστείλει αυτή την επανάσταση κι όλα οδηγούσαν στην ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του στρατού του Γρίβα και του στρατού Κολοκοτρώνη, με απρόβλεπτες συνέπειες. Ευτυχώς, την τελευταία στιγμή επήλθε συμβιβασμός και αποφεύχθηκαν τα χειρότερα.

Η Μπουμπουλίνα ήταν η γυναίκα «φαινόμενο» για την εποχή της, αφού κατάφερε να κρατήσει και να αυξήσει τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις του άντρα της, εγκολπώθηκε νωρίς την ιδέα του ξεσηκωμού, ύψωσε πρώτη από όλους, στις 13 Μαρτίου 1821, την επαναστατική σημαία με το αετό που είχε στα πόδια του την άγκυρα και το Φοίνικα, πολέμησε καλύτερα από τους άντρες στην πολιορκία του Ναυπλίου, θυσίασε το παιδί της που έπεσε στη μάχη του Ξεριά και δε λύγισε, αλλά στάθηκε σαν αρχαία Σπαρτιάτισσα.

Η κόρη της όμως η Ελένη, σύζυγος του Πάνου Κολοκοτρώνη και κατόπιν σύζυγος του Θεοδωράκη Γρίβα, έγινε το μήλο της έριδος, οδήγησε σε ρήξη τις σχέσεις του Κολοκοτρώνη και του Γρίβα κι άλλαξε τις συμμαχίες και τους συσχετισμούς στο στρατόπεδο των Ελλήνων στην Πελοπόννησο, σε σημείο που τέθηκε σε κίνδυνο η Επανάσταση. Μπορούμε να πούμε χωρίς υπερβολή πως υπήρξε η «μοιραία γυναίκα» της Ελληνικής Επανάστασης.

Η Ελένη πέθανε το (1850-) στην Ακαρνανία, στην Περατειά της Βόνιτσας, στην Κούλια [16] του Γρίβα.

Αυτός, δεν επέτρεπε να εξετάζει γιατρός τη γυναίκα του χωρίς τη δική του παρουσία, η δε Ελένη τόσο πολύ φοβόταν τον άντρα της που σε καμιά περίπτωση δε θα τολμούσε να παραβεί την εντολή του. Μια μέρα που καθόταν στην αυλή, τη δάγκωσε οχιά ψηλά στο μηρό και μαζεύτηκε όλο το χωριό από τις φωνές της, αλλά κανείς δεν τολμούσε να σηκώσει τη φούστα της και να τη βοηθήσει, ούτε η ίδια τόλμησε να ζητήσει γιατρό χωρίς την παρουσία του άντρα της. Μέχρι δε να επιστρέψει ο Γρίβας, να ερωτηθεί και να συγκατατεθεί να εξεταστεί η Ελένη από γιατρό, αυτή πέθανε [17].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ανδρέα Κουμπή Σπετσιώτες Ναυμάχοι, Τόμος Β’, έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, Σπέτσες, 2007. Πολλοί μελετητές μιλούν για τρία παιδιά τα οποία απέκτησε η Μπουμπουλίνα από το γάμο της με το Δημήτριο Μπούμπουλη, παραλείποντας τον Ιωάννη. Η Μπουμπουλίνα είχε ήδη από τον πρώτο γάμο της με το Γιάννουζα ένα γιο με το όνομα Ιωάννης, το Γιάννο Γιάννουζα που σκοτώθηκε στη μάχη του Ξεριά. Το ίδιο και ο άντρας της, ο Δ. Μπούμπουλης είχε γιο Ιωάννη από τον πρώτο γάμο του. Μας προβληματίζει το γεγονός της ύπαρξης τριών παιδιών με το ίδιο όνομα στην οικογένεια. Δηλαδή ενώ ζούσαν τα παιδιά τους που έφεραν το όνομα αυτό, (ο καθένας είχε κι από ένα με το όνομα αυτό από πρώτο γάμο), γιατί να βγάλουν Ιωάννη κι άλλο; Η οικογένεια Μπούμπουλη αποδέχεται την εκδοχή των τεσσάρων παιδιών της Λασκαρίνας και του Μπούμπουλη.

[2] Νικολάου Κασομούλη Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Σχόλια Γιάννη Βλαχογιάννη, Τόμος Γ’, κεφάλαιο 27, σελ. 220-227. Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2005, (ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1945).

[3] Το σχόλιο είναι του Βλαχογιάννη.

[4] Όπως σημειώνουν και ο Κασομούλης και ο Σπηλιάδης.

[5] Ήταν γόνος επιφανούς οικογενείας οπλαρχηγών της Επαρχίας Βάλτου, του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Γεννημένος το 1775 ήταν όπως και ο Θ. Γρίβας στην υπηρεσία του Αλή Πασά, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και το 1821 κήρυξε την επανάσταση στο Βάλτο. Αναδείχθηκε στρατηγός και πληρεξούσιος στις συνελεύσεις του Άργους, του Άστρους και της Τροιζήνας.

[6] Γεννήθηκε στο Πισωδέριο Φλώρινας, ή στην Κοζάνη, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820 και αγωνίστηκε λαβαίνοντας μέρος σε διάφορες μάχες ανά την Ελλάδα, στη Μακεδονία, Θεσσαλία, ήταν από τους πολιορκημένους και έλαβε μέρας στην έξοδο του Μεσολογγίου, κλπ. Στα στρατιωτικά του ενθυμήματα, περιγράφει γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και την καθημερινότητα των ελλήνων αγωνιστών.

[7] Η Πλατεία Συντάγματος στο Ναύπλιο μέχρι το 1834 ονομαζόταν πλατεία του πλάτανου. Ίσως εννοεί στο κατάλυμα του Κολοκοτρώνη στην πλατεία του Πλάτανου στο Ναύπλιο. Υπέρ αυτού συνηγορεί το ότι ο Κολοκοτρώνης είχε παγιδευτεί στο Ναύπλιο από το Γρίβα που δεν τον άφηνε να φύγει προτού βρεθεί λύση για τα προικιά. Στην πλατεία του Ναυπλίου υπήρχε και το σπίτι του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μοναδικός προβληματισμός μας είναι το πώς βρέθηκε εκεί η γριά μάννα του Κολοκοτρώνη.

[8] Ο τρόπος που ο Γρίβας απευθύνεται στον Κολοκοτρώνη, καταρρίπτει το ενδεχόμενο να υπήρχε παράνομος δεσμός μεταξύ Γρίβα και Ελένης, όσο ακόμα ζούσε ο άντρας της, ο Πάνος Κολοκοτρώνης. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο δεν θα τολμούσε ο Γρίβας να εμφανιστεί ενώπιον του Θ. Κολοκοτρώνη διεκδικώντας την επιστροφή της προίκας και φυσικά αυτό δεν θα ήταν κάτι που θα έμενε «έξω από το τραπέζι».

[9] Τα σχόλια είναι του Γιάννη Βλαχογιάννη.

[10] Κυριάκου Σιμόπουλου. Πώς είδαν οι ξένοι την Ελλάδα του ’21, Αθήνα 1982 τόμος πρώτος, σελ. 294.

[11] Η απόφαση έχει αριθμό 371. Γακ-Τοπικό Αρχείο Σπετσών, Αρχείο Δημογεροντίας, βιβλίο Πρακτικών, τόμος Β’.

[12] Νικολάου Κασομούλη Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821-1833, Σχόλια Γιάννη Βλαχογιάννη, Τόμος Δ’, κεφάλαιο 34, σελ.61-89 και κεφ. 36, σελ. 151, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2005. (ανατύπωση της πρωτότυπης έκδοσης του 1945).

[13] Παύλου Παρασκευαΐδη, Ιστορία των Σπετσών από το 1823 έως το 1831, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών,2012, σελ. 466-468.

[14] Από την επιστολή που έστειλαν οι Κρανιδιώτες στους Υδραίους στις 22 Δεκεμβρίου του 1827, στην οποία ομολογούν τη συμπαράσταση των Σπετσιωτών έναντι των αυθαιρεσιών του Γρίβα.

[15] Παύλου Παρασκευαΐδη, Ιστορία των Σπετσών από το 1823 έως το 1831, Έκδοση Πολιτιστικού Συλλόγου Σπετσών, 2012, σελ.469 και Διονυσίου Α. Κοκκίνου τ.6, σελ. 113.

[16] Οχυρωμένο σπίτι.

[17] Με το Γρίβα η Ελένη είχε αποκτήσει δυο παιδιά, το Δημήτριο και τη Λασκαρίνα. Ο Γρίβας μετά το θάνατο της Ελένης, πήρε δεύτερη σύζυγο την Πηνελόπη Στάικου.

 

Καλομοίρα Αργυρίου – Κουμπή

Γυναικείες Υποθέσεις του 19ου αιώνα, Σπέτσες, 2017. 

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »