Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιβλίο’

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009 – Νικόλαος Γεωργίου Τόμπρας


 

Ένα καινούργιο βιβλίο ξεκινά την πορεία του, «Οι Συμβολαιογράφοι, Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι του Ναυπλίου, 1831 – 2009», του Νικολάου Γεωργίου Τόμπρα εν ενεργεία συμβολαιογράφου Ναυπλίου. Το βιβλίο είναι το αποτέλεσμα μιας προσπάθειας πέντε περίπου ετών στα οποία ο συγγραφέας με επίπονη προσπάθεια, κόπο και συστηματική έρευνα  κατάφερε να συγκεντρώσει στοιχεία για τους συνάδελφούς του  και να προσδιορίσει την περίοδο που υπηρέτησαν τον θεσμό της Συμβολαιογραφίας.

Στη συνέχεια εξετάστηκε συστηματικά το  σύνολο του νομοθετικού πλαισίου που οδήγησε στην σύλληψη, τον σχεδιασμό, την δημιουργία, την ανάπτυξη και την ωρίμανση του Συμβολαιογραφικού θεσμού στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα εντοπίστηκε η πορεία γέννησης και ωρίμανσης του θεσμού των υποθηκοφυλάκων και οι λειτουργοί της στο Ναύπλιο. Ακόμα, στάθηκε δυνατό να διακριβωθεί η διαδικασία δημιουργίας του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Ναυπλίου (νομοί Αργολίδος, Αρκαδίας, Καλαμάτας, Κορινθίας, Λακωνίας) και να αναδειχθούν τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων του στην πορεία του χρόνου. Τέλος, μέσα από όλη αυτή την διαδικασία δημιουργήθηκε μια υπέροχη εικόνα της πόλης του Ναυπλίου, καθώς και της επαρχίας Ναυπλίας και των ανθρώπων της στο χρόνο.

 

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

 

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε:

 

Ενώ ο Αγώνας για την Ανεξαρτησία εξελίσσεται και η προσπάθεια για τη δημιουργία σύγχρονου Ελληνικού Κράτους εντατικοποιείται, προκύπτει η ανάγκη δημιουργίας σύγχρονων θεσμών και σχετικού νομοθετικού πλαισίου. Ένας από τους πρώτους θεσμούς που θα ιδρυθεί είναι και αυτός της Συμβολαιογραφίας. Η πορεία σύλληψης και εξέλιξής του και οι δημόσιοι λειτουργοί που τον υπηρέτησαν στην πρώτη επίσημη πρωτεύουσα του σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, κατά τη διάρκεια του 19ου  αλλά και του 20ου  αιώνα, αποτελούν το αντικείμενο αυτού του πονήματος.

Η προσωπική και επαγγελματική πορεία των συμβολαιογράφων του Ναυπλίου, που ήρθαν από κάθε σημείο του ορίζοντα όπου υπήρχε Ελληνισμός, είναι ενδιαφέρουσα. Ήταν Φιλικοί, έμποροι, κτηματίες, τραπεζικοί, γραφείς, υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών, δικαστές, δικηγόροι, κατάσκοποι, πολεμιστές, άνθρωποι των γραμμάτων, συγγραφείς, ποιητές, δωρητές, πολιτικοί, απόφοιτοι της Νομικής, αν και όχι πάντα, απλοί συμβολαιογράφοι, συνδικαλιστές. Αυτοί αντιπροσωπεύουν την πληρέστερη και χωρίς κανένα κενό αλυσίδα λειτουργών του θεσμού.

Παράλληλα, εξετάζεται η πορεία γέννησης και ωρίμανσης του θεσμού των υποθηκοφυλάκων και οι λειτουργοί αυτού στην πόλη καθώς και η διαδικασία δημιουργίας του Συμβολαιογραφικού Συλλόγου Εφετείου Ναυπλίου και τα μέλη των διοικητικών συμβουλίων του.

Το Ναύπλιο αποτέλεσε μια πολυπολιτισμική πόλη και οι κάτοικοί του προσήλθαν από την Κωνσταντινούπολη, τη Μικρά Ασία, την Οδησσό, τη Χίο. την Κρήτη, την Μακεδονία, την Κέρκυρα και ολόκληρη την Πελοπόννησο. Ήταν Έλληνες και ξένοι φιλέλληνες, ο καθένας με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Η ιστορία τους αποτελεί μέρος της ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου, της επαρχίας Ναυπλίας αλλά και του σύγχρονου Ελληνικού κράτους.

 

Νικόλαος Γεωργίου Τόμπρας

Οι Συμβολαιογράφοι | Σημειογράφοι – Μνήμονες – Συμβολαιογράφοι Ναυπλίου 1831- 2009

Σχήμα 17Χ24

Σελίδες 336

ISBN 978-618-00-2254-4

 

Read Full Post »

«Στο Ελάχιστο Μόλις» – Μαρία Α. Βελιζιώτη


 

Κυκλοφορεί η τρίτη ποιητική συλλογή της Αργείας φιλολόγου και καθηγήτριας Μέσης Εκπαίδευσης,  Μαρίας Βελιζιώτη με τίτλο «Στο Ελάχιστο Μόλις», από τις εκδόσεις της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού.

Για τη νέα ποιητική συλλογή, γράφει, ο θεατρικός σκηνοθέτης και κινηματογραφιστής, θεωρητικός του κινηματογράφου και αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου όπου διδάσκει υποκριτική και σκηνοθεσία, Γιάννης Λεοντάρης.

 

Δωρικές Ρωγμές

 

Στο Ελάχιστο Μόλις

Στο μικρό προλογικό σημείωμα που επιχείρησα να συντάξω για την έκδοση των ποιημάτων της Μαρίας Βελιζιώτη, πρότεινα τον τίτλο Δωρικές Ρωγμές. Ο τίτλος αυτός σημαίνει μία ιδιόμορφη αντίφαση. Ωστόσο, ακριβώς αυτή η αντίφαση θεωρώ ότι ενεργοποιεί τον σπινθήρα της υψηλής θερμοκρασίας στην ποιητική γραφή της Βελιζιώτη. Η ρωγμή είναι το αναπόφευκτο τραύμα μέσα στο οποίο γεννιέται η ποίηση. Η ίδια η ποίηση είναι από τη φύση της μία συνθήκη τραυματική, από τη στιγμή που ο λόγος της είναι εξόριστος και ξένος σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί ο κοινός λόγος, και σε ένα κόσμο τις τύχες του οποίου αποφασίζουν όχι οι ποιητές αλλά οι σε εισαγωγικά «ορθώς σκεπτόμενοι».

Ο περί ποίησης λόγος λοιπόν δεν πρέπει να λησμονεί την εγγενή ρωγμή του ποιητή. Αλλά και ο ίδιος ο ποιητής είναι καταδικασμένος να γράφει κοιτώντας διαρκώς στον καθρέφτη την ραγισμένη όψη του. Μέσω αυτής της οδού συναντά τον αναγνώστη του και μόνον έτσι, η ανάγνωση δεν παραμένει μια συμβατική καθημερινή ενασχόληση αλλά αναβαθμίζεται σε εμπειρία αυτογνωσίας, οδυνηρή, στοχαστική αλλά ταυτόχρονα απολαυστική, αποκαλυπτική, ερωτική. Αν ο αναγνώστης δεν μπει στα επικίνδυνα μονοπάτια της υπέρβασης, δεν μπει δηλαδή στον κόπο του ποιητή δεν θα καταστεί ποτέ συνένοχος της ποίησης, θα παραμείνει εγκλωβισμένος στις συμβάσεις του κοινού λόγου. Γράφει ο Σάββας Μιχαήλ στο εμβληματικό του κείμενο Homo Poeticus.

 

«H εξορία του ποιητή είναι το μέτρο της αποξένωσης του ανθρώπου Εξόριστος ο ποιητής από τον τόπο, εκτός τόπου εν παντί τόπω, διαμένει στον Ού-Τόπο αυτού που δεν υπάρχει ακόμα, στην κατοικία που αναζητά ακόμα ο άνθρωπος επί της γης. Εξόριστος είναι ο ποιητής και από τον χρόνο του, εκτός χρόνου εν παντί χρόνω (…) Ο Ποιητής, όπως κι ο επαναστάτης, μένει πιστός στην εποχή του και ταυτόχρονα εξόριστος απ΄την πατρίδα του μέσα στον χρόνο, σε ρήξη με όσα και όσους την διαφεντεύουν, εκτός νόμου, σε διωγμό. Είναι παρά-φωνος σε σχέση με την φωνή των κυρίαρχων. Κ’είναι αυτή η παραφωνία, που διαταράσσει τον «κοινό λόγο», τον κοινό τόπο, τον κοινό χρόνο, τον «κοινό νου» (…)

 

Επομένως μέσα από τις ρωγμές του ο ποιητής διαταράσσει κάθε συμβατικότητα, κάθε κανονικότητα. Ποίηση χωρίς ρωγμές δεν υπάρχει. Και κάθε ανάγνωση που επιχειρώ στα ποιητικά κείμενα διακόπτεται βίαια και οριστικά, όταν διαπιστώσω ότι η ποιητική γραφή είναι αρραγής, και καλά θωρακισμένη στην αυταρέσκειά της.  Η ποίηση της Μαρίας Βελιζιώτη βρίσκεται στη άλλη πλευρά του λόφου. Εκεί όπου τα τραύματα του ποιητή συνομιλούν με τις αγωνίες του αναγνώστη, γεννώντας έναν διάλογο ισότιμο και παρηγορητικό. Η Βελιζιώτη ευθύς εξαρχής εξομολογείται τους οδυνηρούς σταθμούς της διαδρομής της και τους εκθέτει γενναιόδωρα στον αναγνώστη:

« Το όνειρο πάντα θα μας υπερβαίνει » γράφει, και σηματοδοτεί έτσι την απελπιστική απόσταση ανάμεσα στο επιθυμητό και το βιωμένο.

 

Είπες και τόσο πυρπολήθηκαν τα μάτια

που γέμισε καπνό η απόγνωση

και δεν υπήρχε ρυτίδα

δεν υπήρχε αίμα να τρέξει

να φανεί ότι τα χρόνια συλλογισμένα στέκονται

στην απορία τους

νοσταλγώντας την αμεροληψία της άγνοιας

 

Η πορεία της ποίησης της Βελιζιώτη δεν είναι μονοσήμαντη. Δεν πέφτει στην παγίδα μιας κλειστής σχέσης με το ίδιο της το τραύμα. Δεν αναπαράγει ναρκισσιστικά την απόγνωση, δεν κραυγάζει την εξορία της. Αντίθετα, έχει τις κεραίες της ανοιχτές σε ό,τι μπορεί να λειτουργήσει παρηγορητικά ή παραδειγματικά, σε ό,τι έξω από το κλειστο δωμάτιο και την ανθρώπινη μοναξία, μπορεί να επουλώσει ή έστω να υπερβεί την οδύνη της συνειδητότητας. Τι μπορεί να είναι αυτό ; Τα άστρα, η θάλασσα, η γη, ο αέρας, ο ήλιος, ο βράχος:

 

Ας διδαχτούμε από τους βράχους

των γραμμών τους τη σύγκλιση

και την απόκλισή τους

τις χειρονομίες και τις μορφές

έτσι όπως γεννιούνται ξαφνικά ή μακροπρόθεσμα

 

Ενέργεια αυτοδύναμη

πλέγματα

προσχέδια και σχέδια

αντίκρυ στης φύσης την υπερβολή

της ερωμένης των άκρων

 

Ας εμπεδώσουμε την αρμονία

εξακριβωμένη στη δομική διαπλοκή της

που μεταγγίζεται μέσα από τη μεταφυσική της ύλης

τη διορατικότητά της

ότι ο άνεμος σφυροκοπώντας

θα την αλλάξει

ότι θα φέρει νέα σχήματα

απλά ή δαιδαλώδη

στο μάρμαρο, στον πορφυρίτη, στον ασβεστόλιθο

 

Ανάμεσα στην ιαματική υπέρβαση που σηματοδοτεί η φύση με τα στοιχεία και τα στοιχειά της και την έρημο του κλειστού δωματίου, οι στίχοι της Μαρίας Βελιζιώτη, κεντρίζουν, άλλοτε μελαγχολικά και άλλοτε οδυνηρά, τις προσδοκίες του αναγνώστη. Στίχοι πυκνοί («Το αύριο δεν εξουσιάζεται / και η ζωή θα είναι πάντα χτεσινή »),  εικονοποιία απροσδόκητη και τολμηρή (« Στα μέσα νερά μιας θάλασσας πικρης / εκεί που οι μύθοι βυθίζονται αυτόπρυμνοι… »),  εισάγουν από την πρώτη στιγμή τον αναγνώστη σε ένα ιδιόμορφο και απαιτητικό ποιητικό σύμπαν.

 

Γιάννης Λεοντάρης

 

Μαρία Βελιζιώτη

Η σχέση με τον εαυτό εξελίσσεται σε αναμέτρηση με έναν ανελέητο καθρέφτη: «Αυτός είναι ο τρόπος / κι ο κίνδυνος / σα δυνατό χαλάζι / σα μαύρο αίμα / για μας που ψάχνουμε αφορμές / να ντύσουμε την απληστία με έρωτες / πολεμιστές / πίσω από το βασιλιά εαυτό μας.»

Η συνείδηση του οδυνηρού είναι,  στην ποιητική γραφή της Βελιζιώτη, χτίζει σιγά σιγά και μεθοδικά το οικοδόμημα της θλίψης. Το οικοδόμημα αυτό όπως ήδη είπα, δεν είναι κλειστό, δεν απειλείται από ασφυξία, γιατί κάπου εκεί μακριά, δίπλα, μέσα, και κυρίως ανάμεσα, καραδοκεί το ψύχραιμο και ατάραχο βλέμμα της φύσης. Το βλέμμα του ήλιου και του ανέμου « κοιτάζει » τόσο το μοναχικό εγώ όσο και την απόγνωση του  εμείς,  προσδίδοντας στη θλίψη αυτή, πνοή ποιητική:

«‘Ηταν μια μέρα αναποφάσιστη / κάτι χορτάρια σαλεύανε στη σκόνη / κάποιοι περπατούσαν στην απόγνωση / κάποιοι πέθαιναν απροσδόκητα / για κάποιους άλλη αυγή δε θα ξημέρωνε / έπεφτε ξαφνικά ο θάνατος / κι η σωτηρία ένα παιχνίδι καθώς ο ήλιος ξεψυχούσε». Η σιωπή των πραγμάτων τρέφει την ανάσα της γραφής.

Θα κλείσω αυτή τη σύντομη απόπειρα γνωριμίας με την αναφορά σε αυτό που στην αρχή ονόμασα « δωρικό» στοιχείο στην ποίηση της Βελιζιώτη.

Η ποίηση της Βελιζιώτη έχει μορφή λιτη, ύφος σχεδόν δωρικό. Αρνείται να βαρύνει την όψη της με στολίδια.  Δεν επιχειρεί μορφικές ακροβασίες ούτε σε επίπεδο γλωσσικό ούτε σε επίπεδο ποιητικού ρυθμού. Οι εικόνες της δεν συνομιλούν ούτε με τους ιμπρεσσιονιστές ούτε με τους υπερρεαλιστές ζωγράφους. Κι όμως: η ποίησή της έχει στέρεο εσωτερικό ρυθμό και φιλοτεχνεί πλούσια εσωτερικά τοπία. Ακριβώς αυτή η δυνατότητα της σύνθεσης των αντιθέτων θαρρώ πως αποτελεί και την πολυτιμότερη αρετή της γραφής της Μαρίας Βελιζιώτη: ένα ευάλωττο σύμπαν αισθημάτων γεμάτο αποχρώσεις και ημιτόνια,  σε μια αυστηρή και λιτή όψη γραφής. Με τις λύσεις των  αινίγμάτων της (όπως αυτό του πολύσημου τίτλου της συλλογής: Λευκή) καλά φυλαγμένες για όποιον θα κάνει τον κόπο να αναμετρηθεί μαζί τους.

Κι όμως, από την αυστηρή αυτή «πηγή» αναβλύζουν πλούσιοι χυμοί γεμάτοι από τις ρωγμές της βαθείας ποιητικής συνείδησης. Αναβλύζει η σιωπηλή επίκληση του ‘Αλλου. Αυτή δεν είναι άλλωστε η κοινή αγωνία του ποιήματος και του αναγνώστη του;

 

Γιάννης Λεοντάρης

Read Full Post »

«Ανώνυμου του Έλληνος, Ελληνική Νομαρχία» – Μια απόπειρα ερμηνείας | Βασίλης Κρεμμυδάς


 

Θα αντιγράψω πλήρη τον τίτλο του βιβλίου και την αφιέρωση και κατόπιν θα εξηγήσω γιατί αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό το κείμενο ή ποια είναι η ερευνητική εκκρεμότητα που με οδήγησε σε αυτή την απόφαση.

Ελληνική Νομαρχία, ήτοι Λόγος περί ελευθερίας, δι’ ού αναδεικνύεται πόσον είναι καληωτέρα η Νομαρχική διοίκησις από τας λοιπάς, ότι εις αυτήν μόνον φυλάττεται η Ελευθερία του ανθρώπου, τι εστί Ελευθερία, οπόσων μεγάλων κατορθωμάτων ήναι πρόξενος, ότι τάχιστα η Ελλάς πρέπει να συντρίψη τας αλύσσους της, ποίαι εστάθησαν αι αιτίαι οπού μέχρι της σήμερον την εφύλαξαν δούλην, και οποίαι είναι εκείναι οπού μέλλει να την ελευθερόσωσι.

Συντεθείς τε και Τύποις εκδωθείς ιδίοις αναλώμασι προς ωφέλειαν των Ελλήνων παρά Ανονίμου του Έλληνος, εν Ιταλία. 1806.

Αυτός είναι ο πλήρης τίτλος. Ακολουθεί, μετά από ένα προλογικό σημείωμα προς τον αναγνώστη, η αφιέρωση:

Εις τον τύμβον του Μεγάλου και Αειμνήτου Έλληνος Ρίγα του υπέρ της σωτηρίας της Ελλάδος εσφαγιασθέντος: χάριν ευγνωμοσύνης ο συγγραφεύς το Πονημάτιον τόδε ως δώρον ανατίθησι.

Εις ποίον άλλον έπρεπε να αναθέσω εγώ το παρόν μου πονημάτιον ώ αξιάγαστε Ήρως, παρά εις εσέ οπού εστάθης ο Πρόδρομος μιας ταχέας ελευθερόσεως της κοινής Πατρίδος μας Ελλάδος, και εθυσίασες την ζωήν σου δι’ αγάπην της; δέξαι το λοιπόν με το συνηθισμένον σου ελληνικόν ιλαρόν και καταδεκτικόν βλέμμα, και δέξαι το προς τούτοις ως αρραβώνα εκδικήσεως του λαμπρού αίματός σου κατά των τυράνων της Ελλάδος. Η δε Ελλάς άπασα θέλει δοξάσει δια παντός το αθάνατον όνομά σου, συναριθμούσα αυτό εις τον κατάλογον των Επαμινόντων, Λεονείδων, Θεμηστοκλέων και Θρασυβούλλων.[1]

 

Η «Ελληνική Νομαρχία» κυκλοφόρησε το 1806 στην Ιταλία από άγνωστο συγγραφέα. Καλούσε τους Έλληνες να εξεγερθούν κατά των Οθωμανών, προκειμένου να αποκαταστήσουν τη «νομαρχία», ένα πολίτευμα δηλαδή στο οποίο θα άρχουν οι νόμοι και όχι η αυθαιρεσία. Ταυτόχρονα σκιαγραφούσε την προεπαναστατική ελληνική κοινωνία και κατήγγελλε με ιδιαίτερη δριμύτητα όσους θεωρούσε υπεύθυνους για την αθλιότητα στην οποία είχε περιέλθει: τους προεστούς, τους Φαναριώτες και τους ιεράρχες.

 

Υπάρχει πράγματι επιστημονική – ερευνητική εκκρεμότητα αυτή τη στιγμή ώστε να ξαναθέσουμε ζήτημα «Ελληνικής Νομαρχίας»; Υπάρχει ζήτημα σε εκκρεμότητα, το οποίο περιγράφεται ως εξής: κατά τη δεκαετία του 1950, νεαρός φοιτητής η αφεντιά μου ακόμη, σε συζητήσεις αριστερών, κυρίως, επιστημονικών κύκλων πρωτάκουσα για την «Ελληνική Νομαρχία» ως το κατεξοχήν επαναστατικό κείμενο, με το επιχείρημα ότι καταγγέλλει τους προεστούς, τους πλούσιους κλπ. και τον ανώτερο κλήρο ως διεφθαρμένους, ανήθικους και εκμεταλλευτές του λαού – ό,τι δηλαδή ώφειλε να μισεί και να πολεμάει κάθε γνήσιος αριστερός εκείνη τη στιγμή.

Το επιχείρημα προέβαλε ο Κ. Θ. Δημαράς, στην πρώτη έκδοση της «Ιστορίας» του «της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» το 1949. [2] Στη δεκαετία του 1950, πολύ νωρίς, ο Γιάννης Κ. Κορδάτος άρχισε να δημοσιεύει, σε φυλλάδια αρχικά, και να κυκλοφορεί τη δική του «Ιστορία της νεότερης Ελλάδας». Εκεί, τονίζεται πολύ η μεταστροφή των υπόδουλων Ελλήνων προς τις δικές τους δυνάμεις, απογοητευμένων από τους Μεγάλους της Ευρώπης, ιδιαίτερα μετά τη γαλλορωσική συνθήκη ειρήνης του 1807. Πιστεύει μάλιστα ότι «ένας απ’ αυτούς που διέδωσε τη σωστή αυτή άποψη» ήταν ο Ανώνυμος της «Ελληνικής Νομαρχίας».[3]

Αν αποφάσισα να συντάξω αυτό το σημείωμα είναι γιατί, καθώς διάβασα, ίσως για δέκατη φορά, πρόσφατα το κείμενο της Ελληνικής Νομαρχίας, έχω οδηγηθεί στο εξής θλιβερό συμπέρασμα, που θα το διατυπώσω κάπως προκλητικά: από όσους έχουν γράψει για την Ελληνική Νομαρχία κανένας δεν την διάβασε· τουλάχιστον κανένας δεν την διάβασε προσεκτικά. Με μια εξαίρεση: Φίλιππος Ηλιού,[4] που μένει στο καταγγελτικό μέρος της κοσμικής και εκκλησιαστικής εξουσίας του υπόδουλου ελληνισμού ως στοιχείου νεωτερικότητας.

Οι υπόλοιπες παρατηρήσεις όσων έγραψαν, μηδέ του Κ. Θ. Δημαρά εξαιρουμένου, παραμένουν έωλες απέναντι στο ίδιο το κείμενο. Γιατί η Ελληνική Νομαρχία Ανωνύμου του Έλληνος δεν είναι ένα  ανατρεπτικό κείμενο, σε καμία περίπτωση επαναστατικό.

Ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας [5] είναι θαυμαστής του Ρήγα, του αφιερώνει το βιβλίο του και τον θεωρεί ήρωα της ελευθερίας· χωρίς όμως να ασπάζεται το πολιτικό πρόγραμμά του,[6] μολονότι επιθυμεί η μέλλουσα «Ελλάς» να τον ταξινομήσει μαζί με τους ενδόξους «Επαμεινώνδας, Λυκούργους, Θεμιστοκλείς, Θρασυβούλους».

Ο Ανώνυμος θεωρεί ότι έχει έρθει η ώρα της ελευθερίας· ότι είναι επείγον μάλιστα ζήτημα: οι καιροί «βιάζουσιν» (σ. 247). Η ελευθερία γι’ αυτόν είναι ύψιστο αγαθό· ελευθερία, δηλαδή απαλλαγή από τον οθωμανικό ζυγό και συγκρότηση ελληνικού κράτους – η ελευθερία που φέρνει την ατομική ευτυχία.

Να δούμε όμως τι σημαίνουν όλα αυτά. Να δούμε σε ποιο πλαίσιο γίνονται οι προτάσεις του Ανώνυμου και ποιους τρόπους προτείνει για την πραγματοποίησή τους. Το 1806 που κυκλοφόρησε η «Ε.Ν.» στην Ιταλία, στον ευρωπαϊκό χώρο έχουν συμβεί κοσμογονικά γεγονότα. O Διαφωτισμός έχει εκπέμψει παντού τα μηνύματά του και η Γαλλική Επανάσταση έχει ανοίξει τα μάτια του κόσμου, θα πει αργότερα ο Θ. Κολοκοτρώνης· την ίδια ώρα ο Ναπολέων «περιφέρει» την Επανάσταση στην Ευρώπη και έξω απ’ αυτήν.

Εν τούτοις στο κείμενο που έγραψε ο Ανώνυμος δεν αντανακλάται τίποτε από την κοσμογονία. Θα δούμε αναλυτικά, αφού διαβάσουμε πώς περιγράφει ο ίδιος το σκοπό του: «Επροσπάθησα να σας αποδείξω πόσον εύκολος είναι η Επανόρθωσις της Ελλάδος: ο χαρακτήρ μας, η ποσότης μας, τα ήθη μας, το γήρας της Τυρανίας, το πλήθος των συνδρομιτών και η φυγή της αμαθείας, εστάθησαν τα αναντήρητα δικαιολογήματά μου. Εν ενί λόγω έδειξα του καθενός πού ευρίσκεται η ευτυχία του» (σ. 256).

Ο Ανώνυμος γνωρίζει το κήρυγμα του Διαφωτισμού και τα μηνύματα της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν τα ασπάζεται· ούτε καν αναφέρεται στα γεγονότα αυτά. Θα τα ήθελε αλλιώτικα: δε θέλει ελευθερία και Δικαιώματα ως παράγωγα κοινωνικής ευδαιμονίας, προτιμάει την ελευθερία ως παράγωγο ατομικής ευτυχίας – ασφαλώς όχι Δικαιώματα· δε θέλει «ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη» που είναι το έμβλημα της Γαλλικής Επανάστασης, παρά θέλει «ομοιότητα» αντί για «ισότητα» που δεν είναι το ίδιο.

Μιλάει για επανάσταση και «επανόρθωση του γένους μας» με ίδιες δυνάμεις και για πατρίδα· η πατρίς» η δική του δεν είναι «la patrie» της Γαλλικής Επανάστασης – θα δούμε τι είναι. Από το κείμενο απουσιάζει εντελώς η οικονομία· αυτή η έκρηξη του εμπορίου και της ναυτιλίας των υπόδουλων Ελλήνων δεν έχει υπολογιστεί, μολονότι το 1803 μόλις είχε κυκλοφορήσει το Mémoire του Αδ. Κοραή που προβάλλει αυτήν ακριβώς την έκρηξη ως πολιτιστικό δεδομένο και μολονότι ο ίδιος είναι θαυμαστής του.[7]

Οι προτάσεις της «Ελληνικής Νομαρχίας» για την απελευθέρωση και το μέλλον των Ελλήνων είναι ενδιαφέρουσες.

Εξηγεί καταρχήν ο συντάκτης της γιατί προτιμάει την Νομαρχία ως πολίτευμα του αυριανού ελληνικού κράτους (σ. 24 κ.ε.): «η Νομαρχία, αδελφοί μου, ευρίσκεται τόσον εις την Δημοκρατίαν, καθώς και εις την Αριστοκρατίαν αι οποίαι εις άλλο δεν διαφέρουσι ειμή μόνον ότι η μεν Δημοκρατία κλίνει εις την Αναρχίαν, η δε Αριστοκρατία εις την Ολιγαρχίαν, η οποία πολλάκις είναι χειροτέρα και από την ιδίαν Τυρανίαν» (σ. 14). Και, τελικά, τι είναι ελευθερία; Στην Αναρχία ελεύθεροι είναι μόνον οι ισχυρότεροι, ένας μόνον στην Μοναρχία, κανένας στην Τυρανία και όλοι στη Νομαρχία (σ. 14-15).

Και πώς θα γίνει λοιπόν η Επανάσταση, η ίδρυση ελληνικού κράτους και κατ’ επέκταση η εφαρμογή στην πράξη μιας πολιτείας-νομαρχίας;· με ποιόν τρόπο. Ας μου επιτραπεί να σχηματοποιήσω – το κείμενο της «Ε.Ν.» δεν δίνει συγκεκριμένη εικόνα – χωρίς να παραποιήσω, ούτε στο ελάχιστο: Οι μορφωμένοι  και πλούσιοι Έλληνες των παροικιών να επιστρέψουν στην Ελλάδα, να απαντούν στους, προφανώς σκοταδιστικούς λόγους των ιεροκηρύκων και δημογερόντων στις συνελεύσεις· οι υπόδουλοι Έλληνες που θέλουν να είναι ελεύθεροι, θα πεισθούν από τους λόγους τους και θα πάρουν τα όπλα, που διαθέτουν δύο και τρία καθένας στο σπίτι του!

Θα κάνω εδώ ένα άλμα. Πρέπει να πούμε δυο λόγια γι’ αυτό που ο συντάκτης της «Ε.Ν.» θεωρεί αποτελέσματα της δουλείας, για το περιεχόμενο δηλαδή του βιβλίου. Πρέπει να τονίσουμε πρώτα ότι ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» είναι φανατικός υποστηρικτής της ελευθερίας, ως πηγής κάθε ευτυχίας – με προϋποθέσεις ασφαλώς. Γι’ αυτό κατηγορεί και καταγγέλλει την εκκλησιαστική και κοσμική εξουσία του υπόδουλου ελληνισμού ως υπεύθυνους για τη συντήρηση και διατήρηση της δουλείας και της εκμετάλλευσης των υπόδουλων από τον κατακτητή και απ’ αυτούς τους ίδιους.[8]

Μπορεί, παράλληλα, να προκύψει και κάτι άλλο: στις αρχές του 19ου αιώνα είχαν όλοι οι νεοέλληνες, υπόδουλοι και μη, συνειδητοποιήσει ότι η απελευθέρωση δεν έπρεπε να καθυστερήσει. Η περιγραφή των δεινών που υφίστανται οι υπόδουλοι γεωργοί, τεχνίτες, εμπορευόμενοι κλπ. δεν αποκλείεται να τονίζει αυτήν ακριβώς τη συνειδητοποίηση.

Πέραν απ’ αυτό όμως, ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» δεν παραλείπει να ψέξει και τους Έλληνες των παροικιών που, αφού πλούτισαν, έκαναν καλές σπουδές και είναι σε θέση να αντιληφθούν, να εκτιμήσουν καταστάσεις, δεν επιστρέφουν στην υπόδουλη πατρίδα να βοηθήσουν στην απελευθέρωσή της (σ. 199-200). Τους ψέγει ακόμη γιατί έχουν παντρευτεί με ξένες («αλλογενείς») γυναίκες, κάτι που το χαρακτηρίζει ως «εντροπήν ανυπόφορον» (σ. 202, 207).

Ας προσέξουμε και κάτι άλλο: «ας ευχαριστήσωμεν τον θεόν, οπού δεν εγεννήθημεν ένα αιώνα προτήτερα, αλλά εγεννήθημεν εις καιρόν επιτηδιότατον εις το να ελευθερόσωμεν την Πατρίδα μας» (σ. 251). Αλλά, αλοίμονο αν το γένος μας «κυριευθή από ετερογενές βασίλειον· τότε οι Έλληνες δεν θέλουν μείνει πλέον Έλληνες» (σ. 252). Αυτές οι φράσεις μιλούν για τις προσπάθειες των Ελλήνων να ελευθερωθούν με τη βοήθεια ξένης δύναμης – της Ρωσίας δηλαδή· και θεωρείται εδώ ότι η βοήθεια των ξένων ισοδυναμεί με μια άλλη υποδούλωση. Και εδώ εκφράζεται μια άλλη συνειδητοποίηση: στήριξη στις δικές μας δυνάμεις.[9]

Ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» είναι κάποιος, ένας Έλληνας της Τουρκοκρατίας, με ανεπτυγμένο πατριωτισμό, με πόνο για την απελευθέρωση της πατρίδας, την οποία μάλιστα θεωρεί «εύκολη» στη συγκεκριμένη συγκυρία της εποχής που έγραψε την «Ε.Ν.». Εν τούτοις τα «δικαιολογήματα» του Ανώνυμου δεν έχουν μεγάλη σχέση με τις πραγματικότητες του ελληνισμού, υπόδουλου και παροικιακού, της στιγμής που κυκλοφορούσε το βιβλίο του. Ο Ανώνυμος μοιάζει να μη θεωρεί ως «δικαιολόγημα» τις βαθιές αλλαγές που συντελούνταν στην υπόδουλη ελληνική κοινωνία, εξαιτίας της τεράστιας ανατροπής στις οικονομικές σχέσεις: εμπορική – ναυτιλιακή ανάπτυξη, νέα επαγγέλματα, πλούτος. Δεν έχουν περάσει, όπως είδαμε, παρά μόνον τρία χρόνια από τότε που ο Κοραής, τον οποίον ο Ανώνυμος φαίνεται να σέβεται, είχε προβάλει αυτήν ακριβώς την αλλαγή στις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις, την τεράστια ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυτιλίας των Ελλήνων, ως κύριο λόγο πολιτισμικής προόδου.

Ο Ανώνυμος μοιάζει να μην αποδέχεται τα μηνύματα του Διαφωτισμού, ούτε τα κηρύγματα της Γαλλικής Επανάστασης· γι’ αυτά τα δύο μέγιστα γεγονότα της νεώτερης Ιστορίας απουσιάζει οποιοσδήποτε λόγος. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι το κεντρικό σύνθημα της Γαλλικής Επανάστασης «liberté, égalité, fraternité» έχει στην πέννα του Ανώνυμου παραποιηθεί· η δεύτερη λέξη, η μόνη από τις τρεις που αναφέρεται, δεν έχει μεταφραστεί ως ισότητα, αλλά ως «ομοιότητα», που καθόλου δεν είναι το ίδιο.

Γενικότερα, ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» μοιάζει να είναι εκτός τόπου και χρόνου ως προς τις πραγματικότητες του υπόδουλου ελληνισμού: περί εταιρισμού, κύριο – και καίριο – χαρακτηριστικό κάθε οικονομικής δραστηριότητας, δε λέγεται ούτε λέξη. Η Επανάσταση δε χρειαζόταν, φαίνεται, ούτε οργάνωση, ούτε προετοιμασία – ο Ανώνυμος της «Ε.Ν.» δεν έχει ακούσει τίποτε για τεκτονικές στοές, ούτε για καρμποναρισμό· ούτε για εταιρεία του Ρήγα που ήταν θαυμαστής του και του έχει αφιερώσει το βιβλίο· ο Ανώνυμος μοιάζει να μη ζει στις πραγματικότητες του ελληνισμού, ούτε της Ευρώπης.

Γενικά, τον Ανώνυμο της «Ε.Ν.» περισσότερο ενδιαφέρουν κάποιες αόριστες, ίσως ουτοπικές ιδέες, παρά ο υλικός βίος που δε μπορεί να μη γνωρίζει ότι αυτός είναι που διαμορφώνει τις κοινωνικές σχέσεις. Γι’ αυτό ίσως δεν κάνει λόγο για οικονομική ανάπτυξη – η λέξη κοινωνία ως αναλυτικό εργαλείο απουσιάζει από το κείμενό του· ο λόγος είναι κυρίως για την ελευθερία που οδηγεί στην ατομική ευτυχία – ο Διαφωτισμός εξισώνει την ελευθερία με την κοινωνική ευδαιμονία.

Δεν κάνει ο Ανώνυμος ούτε λόγο για τα οργανωτικά μιας επανάστασης· ίσως, γιατί αυτό που τον καίει είναι το πολίτευμα του αυριανού ελληνικού κράτους περισσότερο: «…η διοίκησις οπού εγώ θέλω να την ονομάσω ΝΟΜΑΡΧΙΑΝ… είναι η μόνη πρόξενος της Αρετής, της Ομοιότητος και της Ελευθερίας.» (σ. 13).

Το πολίτευμα είναι αυτό που ενδιαφέρει τον Ανώνυμο συγγραφέα μας· αυτό είναι η Νομαρχία του. Όχι όμως οποιοδήποτε πολίτευμα, ούτε οποιαδήποτε «Νομαρχία». Ο Ανώνυμος έχει συγκεκριμένο πολίτευμα και συγκεκριμένη Νομοθεσία που προτείνει. Έχει πρότυπο έτοιμο για εφαρμογή:

Η ανατροφή των νέων είναι ο κυριότερος στοχασμός των Νομοδότων. Ο θαυμασιότερος και νουνεχέστερος Νομοδότης οπού μέχρι της σήμερον εφάνη εις τον κόσμον κατά πάντα τρόπον, εστάθη βέβαια ο μέγας Λυκούργος, ο οποίος δεν ηπατήθη να στοχασθή τους ανθρώπους, καθώς επρεπε να ήτον, αλλά γνωρίζωντάς τους οποίας λογής είναι, τούς αποκατέστησε όσον ήτον το δυνατόν καληοτέρους. Η Ανατροφή δια να ειπώ ούτως, είναι μία δευτέρα φύσις εις τον άνθρωπον (σ. 20-21).

Αυτό το πολίτευμα προκρίνει ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» στις αρχές του 19ου αιώνα: δε χωρεί αμφιβολία ότι η Γαλλική Επανάσταση, οι αλλεπάλληλες Συνελεύσεις, Γενικές και μη, η σύνταξη και έγκριση τόσων Συνταγμάτων έχουν απορριφθεί από το συγγραφέα μας ή οφείλονται σε πολιτεύματα που δεν είναι Νομαρχία.

Φανερό είναι επίσης ότι η Νομαρχία δε μπορεί να προβλέπει ούτε Γενικές Συνελεύσεις, ούτε εκλογές, ούτε κυβέρνηση, ούτε Βουλή – όλα όσα κατόπιν προέβλεψε η Επανάσταση.

Αυτό που προτείνει με άλλα λόγια για την ελεύθερη Ελλάδα δεν είναι παρά το πολίτευμα της Αρχαίας Σπάρτης, αυτό με τον Καιάδα και το Μέλανα Ζωμό που όσο και αν είναι μύθοι κάτι σημαίνουν· και αν ψάξουμε βαθύτερα, θα βρούμε ότι επί της ουσίας ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» προτείνει πολλά από τα αποτελέσματα που σε άλλα σημεία του βιβλίου έχει απορρίψει, εκτός της Δημοκρατίας.

Ο θαυμασμός του Ανωνύμου για την αρχαία Σπάρτη, για το Λεωνίδα, για την πολεμική τέχνη, την τακτική του πολέμου τον βρίσκουμε σε κάμποσα σημεία του κειμένου· και όλα όμως είναι «θαυμαστά αποτελέσματα των φοβερών Νόμων του Μεγάλου Λυκούργου» (σ. 37).

Ασφαλώς ο λόγος είναι για τους Μανιάτες, που ήταν οπλισμένοι, πολεμιστές, σκληροτράχηλοι, έτοιμοι να εξεγερθούν – μαζί με τους Σουλιώτες αποδεικνύουν ότι η Ελλάς γεννά ακόμη «Λεωνίδας και Θεμιστοκλείς» (σ. 43).

Η «Ελληνική Νομαρχία, ήτοι λόγος περί ελευθερίας… παρά Ανωνύμου του Έλληνος» είναι ένα βιβλίο με περιεχόμενο άκρως συντηρητικό και αντίθετο προς τα κοινωνικά αιτήματα της εποχής του τόσο σε ευρωπαϊκό επίπεδο όσο και σε, στενότερο, ελληνικό.

Την ώρα που κυκλοφορούσε η «Ελληνική Νομαρχία» όλη η Ευρώπη – και όλος ο ελληνισμός – ζούσε μια κοσμογονία· διανοητική και κοινωνική, δηλαδή και πολιτική κοσμογονία: η Γαλλική Επανάσταση συγκλόνιζε τον κόσμο· οι ιδέες και τα κηρύγματα του Διαφωτισμού συζητούνταν και, όπου ήταν δυνατό, εφαρμόζονταν· ένας νέος όρος, Συνέλευση, κατοπινή Βουλή, ως μέθοδος διακυβέρνησης και κοινωνικών σχέσεων γενικευόταν· το ίδιο και ο όρος Σύνταγμα· μια νέα, τέλος, κοινωνική τάξη εμφανιζόταν παντού και διεκδικούσε με εξεγέρσεις και επαναστάσεις την εξουσία.

Αυτά και άλλα, οι προετοιμασίες, για παράδειγμα, από μυστικές, συνωμοτικές οργανώσεις κινημάτων, εξεγέρσεων, επαναστάσεων, η «Ελληνική Νομαρχία» ούτε τα θίγει ως ερωτήματα της εποχής, ούτε τα συζητάει – ούτε, φυσικά, τα προτείνει ως ενδεχόμενη, έστω, διαδικασία απελευθέρωσης από τον τουρκικό ζυγό και διακυβέρνησης του ελληνικού κράτους που θα προέκυπτε.

Ο συγγραφέας της «Ε.Ν.» δεν μπορεί να μη γνώριζε και να μην έβλεπε όσα γίνονταν γύρω του – δεν τα πολεμάει, δεν τα καταδικάζει – τα αγνοεί και αναλύει τη δική του πρόταση για τη διακυβέρνηση, κυρίως γι’ αυτήν, του ελληνικού κράτους. Ασφαλώς κάνει εντύπωση που ο Ανώνυμος μας λέει πώς πρέπει να κυβερνηθεί το ελληνικό κράτος, αλλά πώς θα γίνει ελληνικό κράτος δεν τον απασχολεί. Ακόμη μεγαλύτερη βέβαια εντύπωση – και απορία – προκαλεί που παρακάμπτει πλήρως τα γεγονότα και το πνεύμα της εποχής του.

Η «Ελληνική Νομαρχία» δε μοιάζει με κανένα ανάλογο κείμενο της περιόδου από τη Γαλλική στην Ελληνική Επανάσταση· είναι ένα κείμενο που δύσκολα κατηγοριοποιείται· μόνον που δεν μπορεί να αποφύγει το χαρακτηρισμό του συντηρητικού και του εκτός τόπου και χρόνου· καμιά ανατρεπτικότητα δεν υπάρχει σ αυτό.

 

Υποσημειώσεις


[1] Χρησιμοποιώ την «φωτοτυπική επανέκδοση Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος», Αθήνα 1976, σ. 5-6.

[2] Αντιγράφω από την έβδομη έκδοση (Ίκαρος, 1983) το χαρακτηρισμό του βιβλίου (σ. 155): «Κι’ αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι μ’ όλον το λιβελλογραφικό χαρακτήρα του, το βιβλίο παρουσιάζει εξαίρετη ωριμότητα της σκέψης και της θεωρίας: παρέχει πολλές και χρήσιμες πληροφορίες, στατιστικές κ.ά. σχετικά με την Ελλάδα και τείνει να συστηματοποιήσει ένα πρόγραμμα για την ανύψωση και την απελευθέρωση του Γένους· φωτεινό βιβλίο, που παρά τις νεανικές του ατέλειες εκφράζει έναν προηγμένο βαθμό εθνικής συνείδησης και κοινωνικής παιδείας». Η πρώτη έκδοση είναι του 1948-1949 – λέγονται και εκεί αυτολεξεί τα ίδια.

[3] Γ. Κ. Κορδάτος, Ιστορία της νεώτερης Ελλάδας, τόμος πρώτος (Τουρκοκρατία), Εκδόσεις «20ός αιώνας», σ. 501-502.

[4] Φ. Ηλιού, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός· η νεωτερική πρόκληση», Ιστορία του Νέου Ελληνισμού 1770-2000, τ. 2, Αθήνα 2003, σ. 19.

[5] Στο εξής «Ε.Ν.» για συντομία.

[6] Δεν επιθυμεί επανάσταση των χριστιανών της Βαλκανικής, αλλά των Ελλήνων· επιθυμεί ελληνικό κράτος – θα δούμε στα επόμενα. Όχι εθνικό κράτος, πάντως.

[7] «Ακροασθήτε τας συμβουλάς του νέου Ιπποκράτους, του εναρέτου φιλοσόφου Έλληνος, του εν Παρρησίοις, λέγω, κυρίου Κοραή» (σ. 196).

[8] Αυτές οι καταγγελίες και η υπεράσπιση των ταπεινών αγροτών, τεχνιτών, εμπορευόμενων κλπ. είναι που έκαναν τους διανοούμενους της Αριστεράς στη δεκαετία του 1950 να αναδείξουν την «Ε.Ν.» σε επαναστατικό κείμενο.

 [9] Το πλήρες σχετικό απόσπασμα: «Αλοίμονον λοιπόν εις το γένος μας αν κυριευθή από ετερογενές βασίλειον. Τότες οι Έλληνες δεν θέλουν μείνει πλέον Έλληνες, αλλά κατ’ ολίγον ολίγον, θέλουν διαφθαρεί τα ήθη των, και θέλομεν μείνει πάλιν δούλοι […] Μην σας πλανήσουν τα ταξήματα των επιτρόπων, και αποστόλων, των ξένων βασιλειών […] Μην στοχάζεσθε, ώ αδελφοί μου, ότι κανείς από αυτούς θέλει θυσιάσει και χρυσόν και στρατηώτας, δια να διώξη τον Ωθομανόν, και να μας αφήση έπειτα ελευθέρους. Ω, κάλλιον ένας σεισμός, ή ένας κατακλεισμός να μας αφανίση όλους τους Έλληνας, παρά να υποκείψωμεν πλέον εις ξένον σκήπτρον. Διατί ώ Έλληνες αγαπητοί μου να προσμείνωμεν να μας δανίση άλλος εκείνο οπού ημείς έχωμεν; Χίλλιας φοράς περισσότερον αίμα ήθελεν εκχυθή, αν ήθελεν εισέλθη ξένον σπαθί εις την Ελλάδα, παρά αν ηθέλαμεν ελευθερωθή μόνοι μας».

 

Βασίλης Κρεμμυδάς (1935-2017)

Ο Βασίλης Κρεμμυδάς ήταν ομότιμος καθηγητής του πανεπιστημίου των Αθηνών.

Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, «Μνήμων», τομ. 35, Αθήνα, 2016.

Read Full Post »

Κλέφτες του Μοριά – Γιάννης Βλαχογιάννης


 

Κλέφτες του Μοριά – Μελέτη ιστορική από νέες πηγές βγαλμένη 1715-1820

 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη δημοσιεύει, σε ψηφιακή μορφή το βιβλίο του Γιάννη Βλαχογιάννη, «Κλέφτες του Μοριά – Μελέτη ιστορική από νέες πηγές βγαλμένη, 1715-1820»· στο βιβλίο του ο Βλαχογιάννης γίνεται σκληρός επικριτής του φημισμένου κλέφτη Ζαχαριά, των Κολοκοτρωναίων, ιδιαίτερα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και παρουσιάζει με τη δική του οπτική την ιστορία των κλεφτών της Πελοποννήσου.

 

 

Γιάννης Βλαχογιάννης (1867-1945), ιστοριοδίφης και συγγραφέας. Το 1914 εισηγείται στον Βενιζέλο την ίδρυση των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Αργότερα, δώρισε στα Γενικά Αρχεία την πολύτιμη συλλογή του.

Το βιβλίο «Κλέφτες του Μοριά», του Γιάννη Βλαχογιάννη γράφτηκε ύστερα από  ακούραστη και αδιάκοπη έρευνα πολλών ετών, ανασκαφή αμέτρητων γνωστών και άγνωστων πηγών· καρπός που βγήκε μέσα από έντιμη μεταχείριση, αυστηρού κοσκινίσματος και εξονυχιστικής αντιπαραβολής όλων των διαθέσιμων στοιχείων, που οδήγησαν στο δρόμο της ιστορικής αλήθειας, όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας στον πρόλογο του βιβλίου. 

Στο βιβλίο εξετάζονται οι ιστορικοί θρύλοι γύρω από τον προεπαναστατικό Μοριά, αναλύεται η πολεμική ιστορία από το 1769 έως το 1820, παρατίθενται οι ποιητικοί θρύλοι και τα λαϊκά ιστορικά τραγούδια. Ακόμη περιέχονται πέντε παραρτήματα, όπου βρίσκουμε τη  βιογραφία του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη, την πολιορκία του πύργου του Αλή Φαρμάκη, το θάνατο του γέρο – Ντεληγιάννη, το πρακτικό ομονοίας των Κοτζαμπάσηδων τον Απρίλιο του 1816 και το τέλος του Σταματέλλου Τουρκολέκα και του Αναγνώστη Ζαχαρόπουλου τον Οκτώβριο του 1816.

Κυκλοφόρησε το 1935, με την πατριωτική χορηγία του Αλέξανδρου Πάλλη (1851-1935), εξόχου μεταφραστή της Ηλιάδας και οικοδόμου του Εθνικού λόγου, πεζού και ποιητικού.

 

Παρακάτω παραθέτουμε το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, όμως,  στο μονοτονικό σύστημα.

 

Η πολεμική ιστορία του Μόρια από τα 1715, που οι Τούρκοι διώξανε τους Βενετσάνους, και ίσα κάτου ως τα 1820, λυπηρό να το πει κανείς πόσο είναι φτωχή σ’ αξιόπιστα κείμενα, σε χρονικά θυμήματα γραμμένα ή απ’ ανθρώπους που είδανε τα πράματα με τα ίδια τους τα μάτια, ή από μάρτυρες που τα άκουσαν και που τα φυλάξανε στη θύμησή τους. Ενώ ο μακαρίτης καθηγητής Σπ. Λάμπρος δημοσίευσε μιαν ολάκερη συναγωγή, ή να πει κανείς σωστότερα κωδικοποίηση, από εκατοντάδες ιστορικά σημειώματα γραμμένα στα περιθώρια βιβλίων, τα περισσότερα, κι αναφερόμενα σ’ όλη την Ελλάδα, είναι παράξενο, όμως όχι και Ανεξήγητο, πόσο λιγοστά είναι τα όσα αναφέρονται στο Μοριά· κανένα τέτοιο σύντομο σημείωμα δε βρέθηκε ίσα με τώρα, που να μας μιλεί π. χ. για κάποιο σπουδαίο περιστατικό των Κολοκοτρωναίων, του Ζαχαρία, ή όποιου άλλου πολεμικού επίσημου άντρα των χρόνων της Σκλαβιάς στο Μοριά.

Φαίνεται πως ο ανεμοστρόβιλος του Τούρκου, που πέρασε και στα 1769 και υστερότερα με την καταστροφή των Αρβανιτών – αν λογαριάσουμε μοναχά τα δυο σημαντικότερα από του Μοριά τα τόσα ανακατώματα – και τέλος του Ιμπραήμ πασσά τ’ αλώνισμα κατά τα 1825-1828, όλα αυτά τα αίτια βοηθήσανε στο γενικό σάρωμα των γραφτών μνημείων των χρόνων της Σκλαβιάς, και θάμα θα είναι να βρεθεί ποιά καμιά χειρόγραφη άγνωστη πηγή. Λοιπόν ό,τι ξέρουμε από τα χρόνια αυτά του κατακαημένου του Μοριά το ξέρουμε κατά πρώτο λόγο από ξένες πηγές, που ο Σάθας μας τις έκαμε γνωστές, της περισσότερες, στην «Τουρκοκρατούμενη Ελλάδα» του, μένουν όμως άπειρες ακόμα ανέκδοτες σε ξένα ιστορικά αρχεία και κατά δεύτερο λόγο από λίγους υστερόχρονους ιστορικούς, που γράψαμε βιβλία για την Επανάσταση και κάμαν αναδρομές πίσω προς τα χρόνια τα παλιότερα.

Από της δεύτερης αυτής τάξης τα έργα τα ιστορικά είναι πολύ λίγα ακόμα ανέκδοτα, καθώς το έργο του μακαρίτη νομάρχη Κοντάκη, αν και δεν ξέρουμε καλά-καλά το περιεχόμενό του.

Δεύτερο ανέκδοτο χειρόγραφό είναι τ’ απομνημονεύματα του μακαρίτη γερουσιαστή κι’ από τους προύχοντες Μοραΐτες του 1821, του Παν. Παπατσώνη, που μας παραδίνει πολύτιμα ιστορικά περιστατικά των πριν από το 1821 χρόνων. Το πρωτότυπό τόχω πρόχειρο στον κάθε περίεργο. Λένε πώς και ο Κανέλλος Ντεληγιάννης άφησε χειρόγραφο έργο, μα ως την ώρα κανείς δεν το είδε. Τελευταία έρχονται τ’ ατίμητα σημειώματα του Ρήγα Παλαμίδη, αγωνιστή του 1821 και επίσημου πολιτικού Μοραΐτη, από πατέρα Μοραγιάνη, προύχοντα της Τριπολιτσάς, που είχε κάμει, και γραμματικός κοντά στον πασσά του Μοριά και γνώριζε περίφημα τα πράματα τα πριν από το 1821. Τέλος από τής τυπωμένες πηγές πολύ σπουδαία είναι τα βιβλία των ξένων περιηγητών.

 

Κλέφτες του Μοριά – Μελέτη ιστορική από νέες πηγές βγαλμένη 1715-1820

 

Γυρίζω στα έργα τα γραμμένα για την Επανάσταση του 1821 από γραφιάδες Μοραΐτες, που, καθώς είπα, κάνουν αναδρομές πίσω προς τα χρόνια τα παλιότερα. Έχει κανείς εδώ ένα παράξενο φαινόμενο μπροστά του. Όλοι αυτοί οι ιστορικοί, πού ζήσανε και δράσανε κατά την Επανάσταση, όλοι, χωρίς εξαίρεση, είναι πολιτικοί και στρατιωτικοί σύντροφοι του στρατηγού Θ. Κολοκοτρώνη·  όχι απλοί οπαδοί, άλλα και σύμβουλοί του κ’ υποτακτικοί, και συγγενείς του – μα έγραψε και ο ίδιος ο Γέρος του Μοριά.

Από τους αντιπάλους του, προύχοντες είτε στρατιωτικούς, κανείς δεν αποφάσισε να γράψει, αν όχι για να χτυπήσει το Θεοδωράκη, αλλά να παραστήσει τον αγώνα του Μοριά κατά την κρίση του, στα χρόνια του πολέμου, ή το λιγότερο να υπεράσπιση το δικό του έργο, το πρόσωπο που έπαιξε ο ίδιος, ή ακόμα ποιό λιγότερο ν’ απάντηση σ’ όσα γραφτήκαν από τους φίλους ή συγγενείς του Κολοκοτρώνη. Και είναι να μακαρίζει κανείς το Γέρο του Μοριά, που ευτύχησε ν’ απόχτηση τόσους ιστορικούς και τόσους υμνητές των έργων του. Το φαινόμενο τούτο, τ’ αποκλειστικό και μονόπλευρο, του πλήθους των ιστορικών βιβλίων που γραφτήκαν από Κολοκοτρωνιστές – ας τους πούμε μ’ αυτό τ’ όνομα το επιγραμματικό – δε μπορεί να εξηγηθεί μοναχά από τη θερμή αγάπη και το θαυμασμό των γραφιάδων συντρόφων ή συμπολεμιστών του Γέρου.

Το φαινόμενο δε μπορεί να είναι έτσι φυσικό και τυχαίο. Ο Θοδωράκης, μετά τα 1834, πλούσιος και ξαπλωμένος ποιά στης δάφνες του, δεν έμεινε αδιάφορος για το ιστορικό του όνομα και το έργο του, που θα παραδινότανε στην ιστορία. Γνωστικός πάντα και προβλεφτικός, καθώς ήτανε και στα πολεμικά του χρόνια, σκέφτηκε πολύ σωστά να βάλει γερά ταμπούρια – άλλου είδους όμως αυτά – τριγύρω στην ιστορική του μνήμη, και τα ταμπούρια αυτά, άμα εκείνος έλειπε από τον κόσμο, ν’ αντιστέκονται και να πολεμάνε τους παλιούς εχτρούς του. Εδώ μοναχά ο Γέρος είναι που λαθεύτηκε. Δε λέω, κανένας ως αυτή την ώρα δε βρέθηκε να του φιλονικήσει το έργο του το πολύμορφο. Ίσα – ίσα μάλιστα, όλο βγαίνουν καινούργιοι θαμαστές του και υμνητές.

Ο τελευταίος ως την ώρα, ο Τάκης Κανδηλώρος, δεν είναι απλός μοναχά θαμαστής είτε υμνητής του Γέρου, μα φιλοδόξησε να γίνει ιστορικός του, με σκοπό χαραγμένο από πρώτα, να σβήσει κάθε μελανό σημάδι από τη ζωή του Θ. Κολοκοτρώνη και των προγόνων του.

Εδώ έχω σκοπό να μιλήσω μοναχά για το έργο του «Ο Αρματωλισμός της Πελοποννήσου», 1924. Στο βιβλίο τούτο ο συγγραφέας μεταχειρίστηκε, μαζί με το σωρό των φιλοκοτρωνικών βιβλίων, που τα περισσότερα μιαν έχουνε πηγή και μόνη το στόμα του Θοδωράκη, και όλες τις άλλες γνώριμες πηγές, δικές μας ή ξένες. Φυσικά του ξεφεύγουν απ’ αυτές τις δεύτερες καμπόσες, π.χ. τα βιβλία του Leak κι’ άλλων ξένων περιηγητών. Γράφοντας όμως εγώ κατόπι από τον Κανδηλώρο έχω να προσθέσω κι’ άλλα ανέκδοτα βοηθήματα που μίλησα ποιό πάνου γι’ αυτά, δηλ. τα χειρόγραφα Παπατσώνη, Παλαμίδη κλπ.

Ήθελα όμως, πριν προχωρήσω στη μελέτη μου, να πω λίγα λόγια για τις καθαρά Κολοκοτρωναïκές, όπως τις είπα, πηγές. Πρώτη έρχεται η ιστορία του Α. Φραντζή· αν και κληρικός, ανακατεύτηκε πολύ στα – κόμματα τα τοπικά του Μοριά και τα γενικά της Επανάστασης. Φανατικός του Κολοκοτρώνη, τοπικιστής στενός, εχτρός των Μοραϊτών προυχόντων, προκάλεσε πολλά μίση με το έργο του, μέσα και όξω από το Μοριά. Η ιστορία του Φραντζή, με όλα όσα είπα ποιό πάνου, είναι πολύτιμη για όσα γράφει αναφερόμενα στα πριν από την Επανάσταση χρόνια· κι’ αφού τυπώθηκε νωρίτερα από του Θ. Κολοκοτρώνη την αυτοβιογραφία, δεν είναι επηρεασμένη από τα γραφόμενα του Γέρου, είναι όμως από τα λεγόμενά του, αν και όσα έγραψε ο Φραντζής περί Κάπων Κολοκοτρωναίων βέβαια δε θ’ αρέσανε στο Γέρο. Του Φραντζή ο θαυμασμός δεν είχε, φαίνεται, καθαρά απρόσωπα ελατήρια,  του φτάναν όμως τα τοπικά του, τα στενά και φανατικά.

Έρχεται στη σειρά η αυτοβιογραφία του Γέρου· στο βιβλίο αυτό, το μέρος που κάνει λόγο για τα πριν από το 1821 πράγματα είναι τρομερά φτωχικό, σημάδι πως  άνθρωπος τόσο πλούσιος στα λόγια, καθώς και στα έργα του, δεν ήξερε περισσότερα να πει. Όσο για τη διήγηση των από το 1821 και κάτου περιστατικών, και πάλι ο Γέρος γίνεται πολύ ακριβός, τόσο που σε κάνει ν’ απορείς.

Που είναι εκείνοι οι λόγοι, που τραβούσανε γύρω του ολάκερο λαό; Που η λαϊκή του φαντασία, τ’ αμέτρητα του ανέκδοτα και χωρατά, που σέρνανε κοντά του μαγεμένο τον πολεμιστή, που το καθάριο εκείνο μοραΐτικο πνεύμα, που κέρδιζε το γέλιο του φίλου μα και του εχτρού; Από μια ζωή τόσο πολύπλοκη και δραστική περίμενε κανείς πέντε το λιγότερο τόμους κι’ όχι έναν, κι’ αυτόν τόσο μισερόν.

Ο Τερτσέτης, που λέει πως έγραψε από το στόμα του τη διήγησή του, παρασταίνει πόσο βασανίστηκε ως που να καταφέρει το Γέρο να μιλήσει, και δεν είναι παράξενο. Για τον Κολοκοτρώνη είχανε ποιά σωθεί τα λόγια μαζί με τα έργα τα παλιά. Η καλοσύνη της καρδιάς του δεν τον άφηνε κανένα να πικράνει. Έμπα κ’ έβγα στο Παλάτι, παιδιά μεγάλα μ’ αξιώματα αυλικά και πολιτικά, συμπεθεριές με Φαναριώτες – κι’ ο Γέρος άλλαξε χαρτί, γίνηκε διπλωμάτης, προσεχτικός στα λόγια του, και γι’ αυτά όλα δεν υπαγόρεψε με πολύ μεγάλη όρεξη τη ζωή του, κι’ απ’ ό,τι υπαγόρεψε χωρίς άλλο έσβησε πολλά, καθώς το δείχνουν οι σύντομες φράσεις, τα μασημένα λόγια με τ’ αποσιωπητικά, το ύφος συχνά το δισταχτικό. Τί τα θέλετε· το βιβλίο του Γέρου αν δεν καθρεφτίζει το έργο του το μεγάλο και πλούσιο σ’ αμέτρητα περιστατικά, καθρεφτίζει όμως το χαραχτήρα του τον όχι σταθερό, τη γνώμη του την όχι ασάλευτη, την περίεργη απόφαση που είχε λάβει να μην τα πει όλα ενώ αποφάσιζε να διηγηθεί τη ζωή του. Άλλαξε τάχα ο χαραχτήρας του μαζί με τα χρόνια; Δεν το πιστεύω. Γιατί, πέστε μου, πως έβαλε τον ακράτητό του θαμαστή Ν. Σπηλιάδη, τον πιστό του Μιχ. Οικονόμο, τον υπασπιστή του Φωτάκο, τα παιδιά κι’ αγγόνια του να γράψουν και να υπερασπιστούν το έργο του; Ο Γέρος ήταν ο ίδιος ο παλιός, ο πολυπρόσωπος και πολυφάνταχτος, ο χαραχτήρας ο εγκεφαλικός, που όλα τα υπόταζε στην κρίση μα και στη φιλοδοξία του.

Το έργο του Ν. Σπηλιάδη, πολύτιμο για την πολιτική ιστορία του Αγώνα, είναι φανατικά τοπικό, πιστά Κολοκοτρωνικό. Ο χρηστότατος Σπηλιάδης «πελοποννησιάζει», καθώς λέει ο βιογράφος του Γιάννης Φιλήμονας, κι’ αυτός φίλτατος του Γέρου και ομόγνωμος του στα πολιτικά. Πελοποννησιάζει, μα και σφοδρά κολοκοτρωνίζει, λέω εγώ. Όσα αποβλέπουν τη ζωή των Κολοκοτρωναίων πριν από το 1821 τα πήρε ο Σπηλιάδης, χωρίς άλλο, από το στόμα του Γέρου, το ίδιο, χωρίς άλλο, πρέπει να πούμε και για το Φιλήμονα, θερμότατον Κολοκοτρωνιστή, μ’ όλο το ξύλο που έφαγε κατά το 1826 από το χέρι του Γέρου.

Για τα ιστορικά έργα του Φωτάκου δεν είναι ανάγκη ν’ αποδείξω πως όλα είναι γραμμένα κάτου από τη ματιά την προστατευτική του Γέρου. Ο γιός του Γέρου Γενναίος με τα ιστορικά του έργα από τη μια μεριά, όσο για τα χρόνια της ’Επανάστασης, στάθηκε δυνατός υπερασπιστής του έργου του πατέρα του μα και του δικού του, όσο όμως για τα πριν από το 1821, ο Γενναίος πλούτισε με προσθήκες δικές του παραπανιστές τα γραμμένα του πατέρα του). Ο παλιός γραμματικός του Θ. Κολοκοτρώνη Μ. Οικονόμος δανείστηκε πολλά από την αυτοβιογραφία του Γέρου, μα ως γνώστης των περασμένων, των πριν από το 1821, πρόσδεσε περί Καπών του Μοριά πράματα που θα θυμώνανε το Γέρο, αν ζούσε.

Ο Θ. Κολοκοτρώνης δεν ήθελε ν’ ακούει πως οι προγονοί του, και ο ίδιος, δουλέψανε σε κοτζαμπάσηδες Μοραΐτες – αυτοί ήτανε το μίσος του από τα χρόνια του χαλασμού των Κολοκοτρωναίων  – ως Κάποι, και γι’ αυτό στην αυτοβιογραφία του μιλεί όχι για Κάπους, παρά γι’ Αρματολούς Κολοκοτρωναίους, και ενώ αναφέρει τις επαρχίες που δούλεψε κάθε φορά ένας Κολοκοτρώνης, ξεχνάει να βάλει τ’ όνομα του κοτζαμπάση του επαρχιώτη, που είχε Κάπο στη δούλεψή του έναν από το σοι του.

Αυτή την αδυναμία την απόχτησε ο Θοδωράκης αρχίζοντας ο πρώτος χρόνος της Επανάστασης, και μαζί μ’ αυτόν αρχίζοντας η τρομερή φαγούρα που χώρισε το Μοριά σε δυο κόμματα, ή καλύτερα κομμάτια, το πολεμικό και το πολιτικό. Ο Θοδωράκης, ζώντας στα Εφτάνησα, γνωρίστηκε πολύ με τους Αρματολούς τους Ρουμελιώτες, και γυρίζοντας στο Μοριά αγαπούσε ποιά να καμαρώνη όχι σαν παλιός Κάπος Μοραΐτης, παρά σαν Αρματολός.

Ο Μοριάς, που έβγαλε τόσα παλικάρια και κατά τον Αγώνα και πρωτύτερα, πάντα ζήλευε, μα και ζηλεύει – και τιμή του είναι για αυτό – τη Ρουμελιώτικη παλικαριά, είδος Ελληνικού ιπποτισμού, που αιώνες αρματωλικής ζωής κληρονομικής – όχι Κλέφτικης μοναχά – την πλάσανε και την κάνανε τόσο όμορφη και τη στολίσανε με τόσες παραδόσεις και νόμους αυστηρούς, άγραφους. Μια παροιμία μοραΐτικη λέει: «Στη Ρούμελη είναι η λεβεντιά και στο Μοριά η γνώση», και η παροιμία αυτή είναι η φυσική γνώμη του λαού του αληθινού, του Μοραΐτη, που είπε μιαν αλήθεια ιστορική. Θα δείτε όμως στό γ’ μέρος του βιβλίου, το λαογραφικό, όχι ποιά του λαού του αληθινού τ’ αγνό δημιούργημα, τ’ αληθινά τραγούδια του, άλλα τού λογιώτατου του διαστρεμμένου την ανόητη προσπάθεια να δημιουργήσει, με δανείσματα από τη Ρουμελιώτικη λαϊκή ποίηση, και να πλάση με την πρώτη αυτή ζύμη τραγούδια ψεύτικα ή μισοψεύτικα, και όλα αυτά μ’ ένα σκοπό· να δημιουργήσει ηρωική ποίηση, αρματωλική περήφανη ζωή τριγύρω στους κατατρεγμένους Κλέφτες του Μοριά.

Να πει κανείς την αλήθεια, τα δημοσιευμένα έργα των ιστορικών, των συντρόφων του Θοδωράκη, που τ’ αράδιασα λίγο ποιό πάνου, δε μπορούνε να λογαριαστούν ως ιστορικές πηγές χωριστές, ή μια όξω από την άλλη, παρά ως αυλάκια που από μια και μόνη ξεκινάνε πηγή, από το στόμα του Γέρου, και ενώ χύνονται κι’ απλώνονται μέσα στην ιστορία την εθνική, φαίνονται σαν ο ίδιος σκοπός, το ίδιο χέρι να τα κυβερνάει, ο σκοπός να δημιουργήσουνε παλιά παράδοση ιστορική, θρύλο ηρωικό τριγύρω στο όνομα των Κολοκοτρωναίων. Κ’ ο σκοπός αυτός ευκολότερα καταφέρνετε αφού, καθώς είπα, άλλες πηγές σύγχρονες της ιστορίας του Μοριά, πριν από το 1821, δε φανήκαν ως την ώρα τούτη· πηγές ντόπιες, που να γλύτωσαν από του καιρού το πέρασμα. Η ιστορία όμως έχει κι’ αυτή τη μοίρα τη δική της, και να που ελπίζω να προσθέσω ποιο πλούσιο υλικό – και ποιό γνήσιο – απάνου σ’ αυτό που ίσαμε τώρα έχει δοθεί στο φως.

Εδώ τελειώνει η σύντομη κριτική εξέταση των πηγών, και μπαίνω ίσα στο θέμα μου…

 

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Γιάννης Βλαχογιάννης, Κλέφτες του Μοριά, Αθήνα, 1935.

 

Read Full Post »

Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40 – Pωξάνη  Δ. Aργυροπούλου


 

Διαβάσαμε και σας προτείνουμε το νέο βιβλίο της κυρίας Pωξάνης Aργυροπούλου, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Καλλιγράφος».

 

Ο Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος (φωτογραφία Δήμου Πατρίδη).

Η Αργεία στην καταγωγή Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου είναι Ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών. Έχει δημοσιεύσει βιβλία, μελέτες και άρθρα με κύριο άξονα την ιστορία της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής φιλοσοφίας από τον δέκατο όγδοο έως τον εικοστό αιώνα με έμφαση στον Διαφωτισμό και το κίνημα του ρομαντισμού. Οι έρευνές της την οδήγησαν επίσης στην κριτική έκδοση ανέκδοτων φιλοσοφικών έργων αυτής της περιόδου.

Συνεχίζοντας το έργο της, αυτή τη φορά μας δίνει ένα ακόμη  βιβλίο της, το οποίο τιτλοφορείται «Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του ’40», όπου και επιχειρείται η σκιαγράφηση της προσωπικότητας του διπλωμάτη πάτερα της Δημητρίου  Αργυρόπουλου, αυτόπτη μάρτυρα των γεγονότων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρώπη στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου.

Το βιβλίο προϊόν και αυτό υποδειγματικής επιστημονικής έρευνας, κάτι  που χαρακτηρίζει τη συγγραφέα, προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να σχηματίσει μια ζωντανή και αντικειμενική εικόνα για τη μεσοπολεμική Ελλάδα, για τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους, που αποκαλύπτονται στις πλούσιες και ιδιαίτερα διαφωτιστικές υποσημειώσεις του.

 

Στο πρόλογο του βιβλίου σημειώνει η συγγραφέας:  

 

Ολοκληρώνοντας τη σταδιοδρομία τους, αρκετοί διπλωμάτες επιδίδονται στην καταγραφή των προσωπικών τους εμπειριών. Ο πατέρας μου, Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος, αυτόπτης μάρτυρας γεγονότων που συγκλόνισαν την Ελλάδα και γενικότερα την Ευρώπη στα ταραγμένα χρόνια του Μεσοπολέμου, δεν μας άφησε ένα παρόμοιο έργο.

Ωστόσο, στο βιβλίο αυτό επιχειρείται η σκιαγράφηση της προσωπικότητάς του και της μακρόχρονης πορείας του, εντάσσοντας τα βιώματά του εντός της περιρρέουσας ατμόσφαιρας της εποχής με αναφορές σε πρόσωπα και πράγματα που συνδέονται με τη δική του δράση. Μέσα από την αναδρομή αυτή στο παρελθόν, ανασυντίθεται η ατμόσφαιρα στα διαδοχικά περιβάλλοντα στα οποία έζησε, ξεκινώντας από τον τόπο καταγωγής του, το Άργος.

 

Άργος. Το βόρειο τμήμα της πλατείας του Αγίου Πέτρου και η αρχή της Βασ. Κωνσταντίνου.Το πρώτο κτίριο δεξιά κατεδαφίστηκε και παραχώρησε τη θέση του σε πολυκατοικία. Το επόμενο κτίσμα ήταν το ξενοδοχείο «Αγαμέμνων». Αριστερά της οδού, το πρώτο κτίσμα ήταν το γραφικό «Γιαλί Καφενέ», που κατεδαφίστηκε το 1958, για να παραχωρήσει τη θέση του σε άλλη μία πολυκατοικία. (Φώτο του 1939;).

 

Στην ενδιαφέρουσα διαδρομή του βίωσε στο Παρίσι τις έντονες πολιτικές και πολιτιστικές ζυμώσεις της δεκαετίας του ᾽20, στην Κωνσταντινούπολη τα δεινά του μικρασιατικού ελληνισμού και τη συρρίκνωση της ιδεολογίας της Μεγάλης Ιδέας. Ακόμη γνώρισε την ελπιδοφόρο θεμελίωση της Κοινωνίας των Εθνών στη Γενεύη, την ακμή του αιγυπτιακού ελληνισμού, τον τραγικό επίλογο παραδοσιακών εστιών του ελληνισμού στα Βαλκάνια (Αργυρόκαστρο, Άγιοι Σαράντα, Αδριανούπολη, Φιλιππούπολη), την επέλαση ενός απάνθρωπου ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη, και, τέλος, την ιταλική επίθεση κατά της χώρας του.

 

«Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40»

 

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα περιστατικά της δραστηριότητάς του στην Αλβανία την παραμονή της ιταλικής επίθεσης.  Κάτω από σοβαρές αντιξοότητες, χρημάτισε γενικός πρόξενος στα Τίρανα παρέχοντας μία πραγματική εθνική υπηρεσία. Παρακολουθώντας συνεχώς τις μυστικές κινήσεις Αλβανών και Ιταλών, διαδραμάτισε κομβικό ρόλο τηρώντας ενήμερη την κυβέρνηση μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας σχετικά με την ημερομηνία της επικείμενης ιταλικής εισβολής και τη σύνθεση και διάταξη των ιταλικών μονάδων κατά μήκος της ελληνοαλβανικής μεθορίου.

Οι πολύτιμες αυτές πληροφορίες υπήρξαν καθοριστικές για την προετοιμασία του ελληνικού στρατού και την έγκαιρη απώθηση του εχθρού σε σύντομο χρονικό διάστημα. Η σημασία της συμβολής αυτής αμέσως αναγνωρίσθηκε από το Γενικό Επιτελείο Στρατού τον Δεκέμβριο του 1940 με την απονομή του Μεταλλίου Εξαιρέτων Πράξεων.

 

Ο Δημήτριος Αργυρόπουλος στην αλβανική ύπαιθρο.

 

Κατά τα κατοχικά χρόνια παραιτήθηκε από την ενεργό δράση και παρέμεινε στην Αθήνα. Προήχθη τον Ιούνιο του 1944 σε διευθυντή Α´ από την εξόριστη κυβέρνηση εθνικής ενότητας Γεωργίου Παπανδρέου στο Κάιρο, ενώ το 1945 σε πρεσβευτή. Μετά την Απελευθέρωση διετέλεσε διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του υπουργού Εξωτερικών και έλαβε μέρος στην Α´ Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στο Λονδίνο. Υπήρξε πρέσβης στο Ρίο Ιανέιρο και στη Βέρνη.

 

Με την ομάδα του Λυκείου των Ελληνίδων στο Αμβούργο το 1936.

 

Παρόλη την πολιτική αστάθεια και το ακραίο κλίμα που χαρακτηρίζουν τη μεσοπολεμική ελληνική κοινωνία, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος υπήρξε ένθερμος θιασώτης της πολιτικής του Ελευθερίου Βενιζέλου. Γαλουχήθηκε με την προοπτική του μεγαλοϊδεατικού οράματος, έχοντας βαθειά επίγνωση των δυσκολιών του ελληνικού κράτους να ανταποκριθεί σε αυτό.

Ιδιαίτερη σημασία προσέδιδε στα επίμαχα θέματα που πήγαζαν από τις περιπεπλεγμένες σχέσεις των αναδυομένων βαλκανικών κρατών, με επίκεντρο το ακανθώδες θέμα των μειονοτήτων και την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών. Είχε βαθύτατη συναίσθηση της συμμετοχής του σε ιστορικής σημασίας γεγονότα και η αίσθηση της Ιστορίας, που γνώριζε να μεταλαμπαδεύει ως εμπειρία και ως πνευματική ενασχόληση, είχε κεντρίσει την παιδική μου περιέργεια για τον Μεσοπόλεμο και τον Πόλεμο του ’40. Οι προσωπικές του αφηγήσεις με βοήθησαν να αποκτήσω μία πρώτη εικόνα της κρίσιμης αυτής εποχής με τις περίπλοκες ιδεολογικές ζυμώσεις και τις εθνικιστικές συγκρούσεις.

Επίσης έναυσμα στην προσπάθεια μου αυτή αποτέλεσε ένα ιδιόχειρό του κείμενο με τίτλο «28η Οκτωβρίου 1940. Ἀναμνήσεις ἡρωϊκῆς ἐποχῆς». Το κείμενο αυτό, που παρατίθεται στο Παράρτημα του βιβλίου, καλύπτει την διαμονή του στην Αλβανία το 1925 και το χρονικό διάστημα 1939-1940· αποτελεί κεφάλαιο ενός βιβλίου που είχε προγραμματίσει σχετικά με τις ελληνοαλβανικές σχέσεις. Οι προφορικές του εξιστορήσεις και τα έγγραφα που σώζονται στο ιδιωτικό του αρχείο εμπλουτίζονται από τεκμηριωμένη έρευνα. Πλαισιώνονται από απομνημονεύματα, ημερολόγια, αφηγήσεις, μονογραφίες, άρθρα και ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό προερχόμενο κυρίως από το αρχείο του, καθόσον η φωτογραφία από νωρίς τράβηξε την προσοχή του.

 

Η υπηρεσιακή ταυτότητα του Δημ. Αργυροπούλου στην ΚτΕ.

 

Τον Δημήτριο Αργυρόπουλο διέκρινε θάρρος στις πεποιθήσεις του και σταθερή αφοσίωση στους ελεύθερους θεσμούς. Από τις θέσεις οι οποίες του ανατέθηκαν, εργάσθηκε με αυταπάρνηση, αποφασιστικότητα, αξιοπρέπεια και αξιομνημόνευτη παρρησία ακολουθώντας τις επιταγές του εθνικού συμφέροντος. Τα διάφορα παιχνίδια εξουσίας ουσιαστικά δεν τον ενδιέφεραν. Ανυστερόβουλος, υπερασπιζόταν με ειλικρίνεια τις απόψεις του, πολλές φορές με προσωπικό κόστος. Προκειμένου ν’ αποφεύγεται η διαιώνιση των εθνικών ζητημάτων με μόνη λύση, όπως έλεγε, να παραπέμπονται στις καλένδες, συνειδητή του επιδίωξη συνιστούσε η πραγμάτωση αντιλήψεων ρεαλιστικών με γνώμονα το εφικτό.

Πρόκρινε πάντοτε τη μετριοπάθεια και για την καλύτερη αντίληψη της συνθετότητας των προβλημάτων, έδειχνε κατανόηση για τη θέση του άλλου, «οφείλουμε να ακούμε και τις δύο πλευρές», έλεγε συχνά.

Άνθρωπος γενναιόδωρος αγαπούσε τη ζωή και ήξερε να την ομορφαίνει. H προοπτική να γνωρίσει καινούργιους τόπους του φαινόταν ιδιαίτερα ελκυστική. Ακαταπόνητος ταξιδιώτης, χαριτολογώντας είχε κάποτε πει, πως οι διπλωμάτες οφείλουν να έχουν έτοιμες τις αποσκευές τους για μια καινούργια αναχώρηση. Έφυγε από κοντά μας για το τελευταίο του ταξίδι την Τρίτη 1η Φεβρουαρίου 1972 στην Αθήνα στα ογδόντα του χρόνια. Όσοι ευτύχησαν να γνωρίσουν αυτόν τον ξεχωριστό άνθρωπο εμπνέονται από το παράδειγμά του και με απέραντη ευγνωμοσύνη αναπολούν τη φυσιογνωμία του.

 

Δημήτριος  Αργυρόπουλος

 

O Δημήτριος  Αργυρόπουλος γεννήθηκε στο Άργος το 1892 και έζησε εδώ τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Ήταν το τελευταίο από τα παιδιά του Παναγιώτη Βασιλείου Αργυρόπουλου, ενός εύπορου εμπόρου σιτηρών και κτηματία με καταγωγή από τη Τρίπολη, και της Αργείας συζύγου του Ελένης, το γένος Γκότση. H πατρική του κατοικία βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, σε έναν παράδρομο της οδού Κορίνθου κοντά στην κεντρική πλατεία του Αγίου Πέτρου.

Στο αγρόκτημά τους στον δημόσιο δρόμο προς τους Μύλους καλλιεργείτο κυρίως η σταφίδα, η παραγωγή και η διακίνηση της οποίας έπαιζε κυρίαρχο ρόλο στην τοπική κοινωνία από τον καιρό της βενετικής κυριαρχίας. Ξεχωριστή θέση κρατούσε στις παιδικές του αναμνήσεις η γιορτή του τρύγου που γινόταν κάθε Σεπτέμβρη. Ωστόσο, το αγρόκτημα αυτό κατέληξε στην εκποίησή του, που συνδέεται με το σταφιδικό ζήτημα στην Πελοπόννησο το 1910, όταν η σταφιδοπαραγωγή βρισκόταν εκτεθειμένη σε κινδύνους ποικίλης φύσεως.

Τα παιδικά του χρόνια σημαδεύτηκαν από την απώλεια του πατέρα του. Ο Παναγιώτης Αργυρόπουλος ανήκε στους πολίτες του Άργους που μερίμνησαν για την ανάπτυξη του τόπου. Συγκαταλεγόταν στα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου «Ο Δαναός» που ιδρύθηκε το 1894 με στόχο την ηθική μόρφωση του λαού. Η ιδέα αυτή άρχισε να υλοποιείται με πρωτοβουλία του σχολάρχη Άργους ιερέα Χρήστου Παπαοικονόμου, όταν εκατό κάτοικοι της πόλης «εκ των καλλιτέρων» διακρινόμενοι «εν τοις γράμμασι, τας επιστήμαις, τη βιομηχανία και τω εμπόριο», προσυπογράφουν ιδρυτικό σχέδιο καλώντας τους Αργείους να συμμετάσχουν στις εργασίες για την σύσταση του.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Ανάδοχος του μικρού Δημητρίου, στον οποίο έδωσε το δικό του όνομα, ήταν ο διακεκριμένος νομικός και λογοτέχνης Δημήτριος Βαρδουνιώτης, προσωπικός φίλος του πατέρα του, εκδότης εφημερίδων και ακάματος μελετητής της αργειακής ιστορίας. Η μορφή του δέσποζε στην πνευματική ζωή της πόλης και ήταν τόσο ταυτισμένη με το Άργος, ώστε ο Δημήτριος Καμπούρογλου, πρόεδρος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας στην Αθήνα, έλεγε ότι ο Βαρδουνιώτης υπενθυμίζει το Άργος και το Άργος τον Βαρδουνιώτη.

Από εκείνα που θυμόταν ο Αργυρόπουλος από την παιδική του ηλικία ήταν η Πύλη της Ξηράς στο Ναύπλιο. Ακόμη ζωηρή εντύπωση του είχε προκαλέσει η φυσιογνωμία ενός μελαγχολικού άνδρα που μόνος του περιπλανιόταν στους δρόμους του Άργους. Ήταν ο Εμμανουήλ Καλλέργης, γιός του στρατηγού Δημητρίου Καλλέργη και της όμορφης Σοφίας Ρέντη.

Ο άλλοτε λαμπρός αυτός αξιωματικός με σπουδές στην περίφημη στρατιωτική σχολή του Σαιν-Σιρ (Saint-Cyr), ευγενικός πάντοτε και προσηνής, έμενε στο πατρικό του αρχοντικό, ένα νεοκλασικό καποδιστριακό κτήριο που έχει σήμερα μετατραπεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης.

 

Η Αναστασία και ο Χαρίλαος Β. Μαυράκης – (Aρχείο Ελένης Ε. Μουσταΐρα).

 

Τα διαστήματα που παρέμενε στην Αθήνα, επισκεπτόταν στη γενέτειρά του την κατά δώδεκα έτη μεγαλύτερή του αγαπημένη αδελφή Αναστασία, σύζυγο του βιομηχάνου Χαριλάου Μαυράκη και τα πέντε τους παιδιά: την Αννίκα η οποία παρέμεινε πολλά χρόνια στο Chicago με τον σύζυγό της Γεώργιο Ντούλα, καθηγητή της γεωπονίας, τον Βασίλη, νυμφευμένο με την Ευγενία Χαραλαμποπούλου, που συνέχισε με επιτυχία τις οικογενειακές επιχειρήσεις, τη Λέλα Θεοδώρου – Παπαδημητρίου, ευπροσήγορη οικοδέσποινα στο ωραίο της κτήμα έξω από το Ναύπλιο, τον Πάνο που σπούδασε νομικά και συμμετείχε ενεργά στην Εθνική Αντίσταση, βρίσκοντας το 1944 τραγικό θάνατο, και τη Μαρία Ευαγγέλου Μουσταΐρα, δραστήρια πρόεδρο του Λυκείου Ελληνίδων Άργους.

 

Ο Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος στον βράχο της Ακρόπολης με τον Πάνο, τη Λέλα και τη Μαρία Μαυράκη.

 

Όταν συνταξιοδοτήθηκε, παρακολουθούσε τη ζωή της ιδιαίτερης πατρίδας του και έδειχνε πάντοτε ενδιαφέρον για τις νυκτερινές σχολές του «Δαναού», στον οποίο δωρήθηκαν βιβλία από τη βιβλιοθήκη του. Ψήφιζε εκεί με τη σύζυγό του και αρθρογραφούσε στο «Αργειακόν Βήμα». Διατήρησε επαφή με παλαιούς Αργείους, όπως τον εκπαιδευτικό και ιστοριοδίφη Τάσο Τσακόπουλο, τον έμπορο και λογοτέχνη Σπύρο Παναγιωτόπουλο, τον Δημήτριο Φικιώτη, γενικό διευθυντή στο Υπουργείο Κοινωνικής Προνοίας, γιό του δικηγόρου, βουλευτή και προέδρου του «Δαναού» Αγαμέμνονα Φικιώτη.

Μετά τη μαθητεία του στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση στο Άργος, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα όπου πάντοτε αρίστευε, ο Δημ. Αργυρόπουλος σπούδασε με υποτροφία στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Για να ικανοποιήσει την καλλιτεχνική του κλίση εγγράφεται παράλληλα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου εξοικειώνεται με το έργο αξιόλογων ζωγράφων που δίδασκαν στη Σχολή, όπως είναι ο Σπύρος Βικάτος, ο Δημήτριος Γερανιώτης, ο Γεώργιος Ροϊλός και ο Γεώργιος Ιακωβίδης καθώς και γενικότερα με την ελληνική καλλιτεχνική κίνηση, την οποία, έκτοτε, δεν έπαυσε με ενδιαφέρον να παρακολουθεί.

 

Η σύζυγος του Δημητρίου Αργυρόπουλου, Μυρώ Μιχ. Παλαιολόγου με παραδοσιακή ελληνική φορεσιά. Γυναίκα σπάνιας ομορφιάς, εξελέγη Μις Αθήναι το 1932.

 

Nεώτατος επιδόθηκε στη δημοσιογραφία και, προετοιμαζόμενος για τις εξετάσεις  του Υπουργείου των Εξωτερικών, υπήρξε συντάκτης της εφημερίδας «Εστία» των Αθηνών, που ανήκε τότε στη βενιζελική παράταξη.

Εισάγεται το 1918 στο Υπουργείο Εξωτερικών. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις, γνώρισε τον ελληνισμό της διασποράς στην ακμή του αλλά και στις τελευταίες του αναλαμπές.

Νέτα την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών σχέσεων στάλθηκε το 1925 στην Αλβανία για την εγκατάσταση των ελληνικών Προξενείων στο Αργυρόκαστρο και  Αγίους Σαράντα και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους απετέλεσε μέλος της μόνιμης ελληνικής αντιπροσωπείας στη Κοινωνία των Εθνών στη Γενεύη.

Τοποθετείται μέλος της Υπάτης Αρμοστείας στη Κωνσταντινούπολη,  γραμματέας πρεσβείας στο Παρίσι, στη Βέρνη, υποπρόξενος στη Λυών, στη Μασσαλία, πρόξενος στην Αδριανούπολη, στη Φιλιππούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στο Ζαγαζίκ, στο Πορτ-Σάϊδ της Αιγύπτου,  γενικός πρόξενος στο Αμβούργο και σύμβουλος πρεσβείας στη Βαρσοβία.

Toν Σεπτέμβριο 1939,  αναλαμβάνει καθήκοντα  γενικού προξένου στα Τίρανα  όπου παρέμεινε  έως  τις 4 Νοεμβρίου 1940, μιαν εβδομάδα μετά τη κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα Τίρανα, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος, με κίνδυνο της ζωής του, είχε αναπτύξει ένα δίκτυο συλλογής πληροφοριών τηρώντας ενήμερη την ελληνική Κυβέρνηση  μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας για την επικείμενη εισβολή της φασιστικής Ιταλίας, με αποτέλεσμα η ημερομηνία της επίθεσης κατά της Ελλάδος να ήταν ήδη γνωστή. Για τη δράση του αυτή τιμήθηκε στις 31 Μαρτίου 1945, όταν υπουργός Στρατιωτικών ήταν ο Νικόλαος Πλαστήρας, με το Μετάλλειο Εξαιρέτων Πράξεων «διά τας πολυτίμους υπηρεσίας ας προσέφερεν εις την πατρίδα».

Κατά το διάστημα της ιταλικής και γερμανικής κατοχής παραιτείται από το Υπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο ανακλήθηκε το 1944. Το 1945, προάγεται σε πρέσβη και το 1946, συμμετείχε στη πρώτη συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στο Λονδίνο. Την ίδια χρόνια διορίζεται πρέσβης της Ελλάδος στο Ρίο Ιανέιρο, όπου παρέμεινε ως το 1951.

 

Οικογενειακές στιγμές στην Petropolis. Με τη σύζυγό του Μυρώ Παλαιολόγου και την κόρη τους Ρωξάνη.

 

Ως Διευθυντής υποθέσεων Εκκλησιών και Απόδημου Ελληνισμού στο Υπουργείο Εξωτερικών συμμετέχει το 1953 στις διαπραγματεύσεις με την ιταλική κυβέρνηση για την  ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Bυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας.

Tο 1954, τοποθετείται πρέσβης στη Βέρνη. Τον Ιούλιο του 1955 μετέχει της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Πρώτη Διεθνή Διάσκεψη για τις ειρηνικές εφαρμογές της ατομικής ενέργειας που οργάνωσε στη Γενεύη ο διάσημος νομπελίστας φυσικός Νιλς Μπορ (Ν. Bohr).

 

Ο Δημήτριος Αργυρόπουλος με την σύζυγό του Μυρώ στον κήπο της Πρεσβείας στη Βέρνη το 1955.

 

Τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του τάγματος του Φοίνικος, με τους Μεγαλόσταυρους Βραζιλίας και Αιθιοπίας,  με τον ανώτερο ταξιάρχη Ιταλίας, καθώς και με άλλα παράσημα. Έφερε τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή.

Πέθανε στην Αθήνα το 1972. Ήταν παντρεμένος από το 1941 με τη Μυρώ  Παλαιολόγου, κόρη τους είναι η συγγραφέας του βιβλίου που παρουσιάσαμε,  Ρωξάνη Αργυροπούλου, ιστορικός και ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών  του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

 

«Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος – Ένας διπλωμάτης

στον Μεσοπόλεμο και στο Έπος του᾽40»

 Pωξάνη  Δ. Aργυροπούλου

Αθήνα, εκδόσεις «Καλλιγράφος», 2020
Σελίδες: 216, με α/μ εικόνες
Διαστάσεις: 17 x 24 εκ.
ISBN: 978-960-9568-73-9

 

Τάσος Τσάγκος

Γενικός Γραμματέας Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης

 

Read Full Post »

«Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ» – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη


 

Νέες Εκδόσεις

Προτάσεις βιβλίων από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

Οι «Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ»  στη γερμανική γλώσσα δεν μπορούν να θεωρηθούν πλέον χαμένες. Η ιστορικός τέχνης Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη καλύπτει το ερευνητικό κενό με τούτη τη μοναδική, δίγλωσση – εικονογραφημένη με σπάνιο υλικό- έκδοση.

Ο αυτοβιογραφικός λόγος του Τσίλλερ, μια συναρπαστική εναλλαγή αποκάλυψης και απόκρυψης, δείχνει πως η συνάντηση του αρχιτέκτονα με την Ελλάδα του Γεωργίου Α’ και του Τρικούπη, παρά το πικρό του τέλος, υπήρξε γόνιμη και αμοιβαία επωφελής.

 

Ερνέστος Τσίλλερ (1837-1923)

Το ταξίδι της ζωής τον οδήγησε στην ακμή μιας επαγγελματικής σταδιοδρομίας, εντυπωσιακής σε έκταση και ποιότητα. Του χάρισε ευμάρεια και κοινωνική αναγνώριση, οικογενειακή ευτυχία. Τα έργα του, λαμπρά οικοδομήματα, κόσμησαν την πρωτεύουσα και άλλες ανεπτυγμένες πόλεις της Ελλάδας του 19ου αιώνα (Πειραιάς, Πάτρα, Ζάκυνθος, Σύρος, Πύργος, Άργος, Αίγιο, Τρίπολη, Κέρκυρα, Θεσσαλονίκη). Έζησε ως «αθηναίος» ευυπόληπτος αστός, παρ’ όλο που η καταγωγή του ήταν από επαρχιακή πόλη της Γερμανίας κοντά στη Δρέσδη. Εκεί, στον οικισμό του Ράντεμποϊλ, είχε τις ρίζες της η πολυμελής οικογένεια Τσίλλερ των τεχνουργών, εργολάβων και αρχιτεκτόνων.

Αρχιτέκτων και ο ίδιος, ήταν η μοίρα του να έρθει το 1861 στην τότε ακμάζουσα Αθήνα – την τελευταία πρωτεύουσα που ιδρύθηκε στην Ευρώπη. Πλην όμως το ταξίδι αυτό – που θα ονειρεύονταν να το ζήσουν πολλοί ομότεχνοί του – έλαβε θλιβερό τέλος, καθώς στο τέρμα του τον έφερε στην απραξία και στην ένδεια. Τον οδήγησε βήμα-βήμα – όπως τώρα μαθαίνουμε – στην οριστική χρεοκοπία. Τελικά, ο θάνατος έμελλε να τον βρει – όπως επίσης τώρα μαθαίνουμε – στο Πτωχοκομείο!

Πρόκειται για τον πιο γνωστό στον τόπο μας αρχιτέκτονα του όψιμου 19ου αιώνα, τον Ερνστ Τσίλλερ (1837-1923), τις ιδιόγραφες Αναμνήσεις του οποίου πραγματεύεται στο νέο της βιβλίο η δρ ιστορικός της Τέχνης Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη. Ευνόητο είναι ότι στις αυτοβιογραφικές σημειώσεις του μόνο νύξεις έχουμε. Για την παρακμή του γραφείου του, τη σχετιζόμενη με γεωπολιτικές αναταραχές, και την οικονομική κρίση σημειώνει: «Είχα το ατελιέ μου έρημο και άδειο και μεγάλες αναδουλειές – μετά την εθνική χρεοκοπία (1893) ήταν σαν ακρωτηριασμένο».

 

Η αναζήτηση ενός πρωτοτύπου

 

Αυτά θα μας ήταν αδιάφορα (αν όχι άχρηστα) αν μελετούσαμε τον Τσίλλερ μέσα από την αντικειμενική θεώρηση ενός βιβλίου ιστορίας της αρχιτεκτονικής. Όμως, οι ιδιόχειρες σημειώσεις πάνω σε γεγονότα της πολυκύμαντης σταδιοδρομίας του μεταδίδουν την ύλη της ιστορίας με διαφορετική «ένταση», με ένα διαφορετικό μήκος κύματος. Είναι αυτό που μεταγγίζει άμεσα τις πηγαίες αντιδράσεις, τις νωπές εντυπώσεις και αυθόρμητες κρίσεις του αυτοβιογραφούμενου.

Φαντάζουν «ανέκφραστες» και μονοδιάστατες οι έως τώρα γνώσεις γύρω από την ανέγερση εμβληματικών κτιρίων της Αθήνας, της Ακαδημίας, της Βιβλιοθήκης, του Ζαππείου, του Δημοτικού και του Εθνικού Θεάτρου, του Παλατιού του Διαδόχου. Βέβαια, είχαμε ιστορικές λεπτομέρειες και κριτικές αναλύσεις, έλειπε όμως η αφηγηματική επένδυση με το ολοζώντανο σκηνικό κοινωνικών και πολιτισμικών διεργασιών, οι δραστικές παρεμβάσεις του ανθρώπινου παράγοντα. Το πολυδιάστατο ρεπερτόριο ενεργειών και δράσεων που φωτίζει τη μοίρα των αρχιτεκτονημάτων μέσα στον ιστορικό χρόνο και χώρο αναδεικνύεται με έμφαση διαβάζοντας το συναρπαστικό χρονικό των Αναμνήσεων.

 

«Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ» – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

 

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: το αυθεντικό γερμανικό χειρόγραφο, γραμμένο σε ένα κοινό τετράδιο, ήταν (και εξακολουθεί να είναι) εξαφανισμένο εδώ και τρεις τουλάχιστον δεκαετίες. Ορισμένοι πολύ παλαιότεροι μελετητές είχαν πάντως όψιν τους μια μεταφορά του στα ελληνικά από την κόρη Ιωσηφίνα Δήμα-Τσίλλερ. Βρέθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους περί το 1990 για να καταλήξει σε μια συνοπτική και συγχρόνους περιεκτική σε σχόλια έκδοση από την αρχιτέκτονα καθηγήτρια Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη και την ερευνήτρια αρχαιολόγο Αριστέα Παπανικολάου – Κρίστενσεν.

Αρχοντικό Κωνσταντόπουλου στο Άργος. Έργο του Γερμανού αρχιτέκτονα Τσίλλερ.

Για χρόνια αποτέλεσε η εργασία αυτή «κείμενο αναφοράς» – όπως άλλωστε επισημαίνει η Κασιμάτη. Από την άλλη, η τελευταία – ως επιμελήτρια Χαρακτικών & Σχεδίων της Εθνικής Πινακοθήκης – είχε αναντίρρητα μια ουσιαστική εξοικείωση με το έργο του αρχιτέκτονα μέσα από το περίφημο «Αρχείο Τσίλλερ», με περιεχόμενο πάνω από 500 καταγεγραμμένους τίτλους σχεδίων. Κορύφωση των μελετών της ήταν η υλοποίηση της αρτιότερης έως σήμερα έκθεσης για τον Ερνστ Τσίλλερ και της επιμέλειας του συνοδευτικού ογκώδους καταλόγου (Εθνική Πινακοθήκη, 2009-10). Και το κυριότερο: μέσα στο αρχείο καλλιτεχνών που φυλάσσεται στο Μουσείο ανακάλυψε εντελώς αναπάντεχα το από πολλού χρόνου περιζήτητο γερμανικό χειρόγραφο των Αναμνήσεων, διασωσμένο έστω σε μορφή φωτοαντιγράφου!

Η συγγραφέας, έχοντας επίγνωση της διασφάλισης της εγκυρότητας του ιστορικού τεκμηρίου, αποφάσισε να προσφέρει μια παράλληλη ροή των κειμένων, τόσο στην πρωτογενή γερμανική γλώσσα όσο και στην ακριβή δική της μεταγλώττιση. Κάτι κοπιώδες και φυσικά δαπανηρό. Ωστόσο, εκτός της εγγυημένης βαρύτητας και αξιοπιστίας, η συγκεκριμένη επιλογή προσφέρει το «άνοιγμα» του περιεχομένου σε ένα υπερτοπικό κοινό ενδιαφερομένων – κάτι που έχει τη σημασία του εξαιτίας της προβολής των δημιουργικών δράσεων του αυτοβιογραφούμενου πάνω στο ανεπτυγμένο κατά τον 19ο αιώνα πεδίο ώσμωσης μεταξύ ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού. Του τελευταίου, επικεντρωμένου στον γερμανόφωνο χώρο.

 

Ζωή και έργο

 

Και είναι πράγματι οι δράσεις αυτές που ξεκινούν από ένα αισιόδοξο μοτίβο σεναρίου ζωής. Την απόδραση του νεαρού Ερνστ από τις ρίζες των γονιών του και τις αποδοτικές σπουδές στην Πολυτεχνική Σχολή και στην Ακαδημία Τεχνών στην επιβλητική Δρέσδη.

Τη μοναδική τύχη του να προσληφθεί στο γραφείο του διασημότερου αρχιτέκτονα της Βιέννης Θεόφιλου Χάνσεν, και εκείνος ως μέντοράς του, να δώσει στον ταλαντούχο μαθητή το απρόσμενο χρίσμα: την εφαρμογή των περίφημων σχεδίων του για την Αθήνα, δηλαδή του κτιρίου της Ακαδημίας και αργότερα του Ζαππείου και της Βιβλιοθήκης. Τα είχαμε δει το 2014 στην, από κάθε άποψη πρωτότυπη, έκθεση «“Ελληνική Αναγέννηση”: Η αρχιτεκτονική του Θεόφιλου Χάνσεν» (επιμ. Γ. Α. Πανέτσος – Μ. Ζ. Κασιμάτη).

 

Μελέτη για το Δημοτικό Θέατρο Αθηνών. Προοπτικό σχέδιο στην τότε πλατεία Λουδοβίκου, σήμερα πλατεία Εθνικής Αντίστασης, 1882. Κατεδαφίστηκε το 1939.

 

Δεν έχουν τέλος οι αφηγήσεις του παρατηρητικού Σάξονα, του νεόφερτου στην Αθήνα της ανοικοδόμησης και της ανερχόμενης αστικής τάξης. Οι συναντήσεις του με εθνικούς ευεργέτες, πρωθυπουργούς και πληθώρα νέων πελατών φτάνουν μέχρι την υψηλή στάθμη των γαλαζοαίματων. Και φυσικά, υπό τη «σκιά» του Παρθενώνα, φουντώνει το πάθος του για την έρευνα των ιστορικών μνημείων, ενώ προκύπτει και ένας μάλλον φαιδρός ανταγωνισμός με τους εδώ διάσημους αρχαιολόγους συμπατριώτες του, εξαιρουμένου φυσικά του ιδανικού εργοδότη και ανασκαφέα της Τροίας και των Μυκηνών Ερρίκου Σλήμαν.

Το ιδιωτικό του παλάτι στην οδό Πανεπιστημίου 12 – θα ζήλευαν οι αρχιτέκτονες – μάγοι της Βιτσέντσας και της Βενετίας (Παλάντιο, Σανσοβίνο) – χάρισε στον Τσίλλερ την υπερτοπική του φήμη. Ξεπέρασε με το κτίριο αυτό τα όρια του όψιμου κλασικισμού συνθέτοντας με δεξιοτεχνία το κράμα των μορφών της «Ελληνικής Αναγέννησης», στα πρότυπα που του εμφύσησε μέσα από τη βιεννέζικη δημιουργία του ο Χάνσεν. Όλα αυτά αναδεικνύονται στα περίφημα (ολοσέλιδα) σχέδια μεγάρων, τα οποία – με την εξαιρετική πολύχρωμη εκτύπωσή τους – μιλούν όσο χίλιες λέξεις. Αναφέρονται επιπλέον μαρτυρίες τρίτων και επιστολές, δράσεις συγγενών, εκτενείς πληροφορίες σε αναλυτικά σχόλια. Ιδιαίτερο βάρος έχει στο παράρτημα η επιστημονική συμβολή της αρχιτέκτονος καθηγήτριας Ελένης Φεσσά- Εμμανουήλ με τις καίριες τομές ιστορικού περιεχομένου και άλλες επιμέρους εμβαθύνσεις πάνω σε ρυθμολογικά και αισθητικά ζητήματα. Αυτά που δεν παύουν να προκαλούν όσους ερευνούν τα αρχιτεκτονικά φαινόμενα και τις συναφείς προς αυτά πολιτισμικές διακυμάνσεις κατά τον 19ο αιώνα.

 

«Αναμνήσεις του Ερνστ Τσίλλερ» – Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη

Επίμετρο: Ελένη Φέσσα-Εμμανουήλ
Μεταγραφή χειρογράφου, μετάφραση, γενικός συντονισμός: Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη
Μεταφράσεις στα γερμανικά: Doris Staikos, Klaus-Valtin Eickstedt, Μαριλένα Ζ. Κασιμάτη
Αθήνα, Peak Publishing, 2020 (Φεβρουάριος)
Δίγλωσση έκδοση (ελληνικά / γερμανικά)
Σελίδες: 250, με έγχρωμες και α/μ εικόνες
Διαστάσεις: 20,5 x 26,5 εκ.
ISBN χαρτόδετου: 978-618-80427-8-0

 

Μάνος Μπίρης

Ομότιμος καθηγητής του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου

Το Βήμα «Βιβλία», Κυριακή 7 Ιουνίου 2020.

 

Read Full Post »

Η αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας (1931) της Μαριέττας Γιαννοπούλου – Μινώτου: Μια άγνωστη λογοτεχνική μετάπλαση ενός διαβόητου μύθου[1] – Πέρσα Αποστολή


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» την ανακοίνωση  της Δρ. Πέρσας Αποστολή, στο Δ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών που πραγματοποιήθηκε στη Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010, με τίτλο:

 

«Η αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας (1931) της Μαριέττας Γιαννοπούλου – Μινώτου: Μια άγνωστη λογοτεχνική μετάπλαση ενός διαβόητου μύθου».

 

Η σκανδαλιστική ιστορία της Πάπισσας έχει προσελκύσει για περισσότερο από οκτώ αιώνες τώρα το ενδιαφέρον πλήθους κληρικών, θεολόγων, ιστορικών, λογοτεχνών, φιλολόγων, καλλιτεχνών κ.ά. Οι πρώτες σχετικές αναφορές από τον 13ο αιώνα, σε εκκλησιαστικά χρονικά, βίους παπών, συλλογές με υποδειγματικές αφηγήσεις (exempla) κ.ά., είναι σύντομες και γενικές: Μια γυναίκα μεταμφιεσμένη σε άνδρα καταφέρνει να ανέλθει στον παπικό θρόνο, ως τη στιγμή που το σκάνδαλο αποκαλύπτεται, όταν κατά τη διάρκεια λιτανείας ο πάπας γεννάει ένα ημιθανές βρέφος εν μέσω του οργισμένου πλήθους. Δεν δίνεται το όνομα ή η καταγωγή αυτής της γυναίκας, ούτε χωροχρονικές πληροφορίες για τη διαδρομή και τη θητεία της ή εξηγήσεις σχετικά με την παρενδυσία και την εγκυμοσύνη. [2]

Έκτοτε η ιστορία αναπαράγεται, αναπλάθεται και ανασημασιοδοτείται ξανά και ξανά. Τα αρχικά κενά του μύθου συμπληρώνονται σταδιακά από μεταγενέστερους συγγραφείς, καθένας από τους οποίους επιχειρεί να διαμορφώσει τη δική του εκδοχή της ιστορίας και κατ’ επέκταση να κατασκευάσει τη δική του εικόνα αυτής της θρυλικής γυναικείας μορφής, ανάλογα με τις όποιες θρησκευτικές, ιδεολογικές, αισθητικές ή άλλες προθέσεις του.

Η υπόθεση της Πάπισσας αρχικά τροφοδοτεί εκκλησιαστικές συζητήσεις στους κόλπους των ίδιων των Καθολικών, για να περάσει αργότερα και στο στρατόπεδο των Προτεσταντών. Έτσι, εκτός από το επίμαχο ερώτημα για την ιστορικότητα του μύθου, δίνει μεταξύ άλλων την αφορμή για ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τον αποκλεισμό των γυναικών από την ιερουργία, το αλάθητο του πάπα και τη διαφθορά της Καθολικής Εκκλησίας. [3] Η Ιωάννα (ή κατ’ άλλους Αγνή, Άννα, Γκιλμπέρτα ή Γκλάνσια) [4] αποτυπώνεται άλλοτε ως μια βλάσφημη και αδίστακτη γυναίκα που με τη βοήθεια του διαβόλου γνώρισε την υπέρτατη Δόξα και τον έσχατο εξευτελισμό, άλλοτε ως θηλυκός Φάουστ ή και προάγγελος του Αντίχριστου, [5] ενώ ορισμένοι φτάνουν να αναγνωρίσουν στο πρόσωπό της ακόμα και τη «Μεγάλη Πόρνη της Βαβυλώνος» της Αποκαλύψεως (κεφ. 17). [6]

Καθώς από τον 15o αιώνα η Πάπισσα περνάει και στη λογοτεχνία, οπότε καταργούνται τα ήδη ρευστά όρια μεταξύ ιστορικής καταγραφής και μυθοπλαστικής επεξεργασίας, η υπόθεση αποκτά νέα συμφραζόμενα, που επιδέχονται νέες αναγνώσεις: αλληγορικές ή μεταφυσικές, μπουρλέσκες, σατιρικές ή ρομαντικές, μισογυνικές ή φεμινιστικές κ.ά. Μέσα από αυτές τις αναγνώσεις τίθενται νέα ερωτήματα: για τη γυναικεία φύση σε συνάρτηση με την ερωτική επιθυμία, τη φιλοδοξία και την ηθική, για την απόκρυψη της γυναικείας ταυτότητας μέσω της μεταμφίεσης, για τους κοινωνικούς ρόλους των φύλων κ.ά. [7] Έτσι, π.χ. κατά τον βραζιλιάνο μεσαιωνολόγο Hilario Franco Jr. η Πάπισσα Ιωάννα συγκεφαλαιώνει την «Ουτοπία της ανδρογυνίας»· [8] ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος, πάλι, διαβάζει τον μύθο ως «μια παραβολή που εξερευνά τους κινδύνους με τους οποίους έρχονται αντιμέτωπες οι γυναίκες […] εάν απατηθούν ότι μπορούν να απαρνηθούν εντελώς το φύλο και τη φύση τους», ενώ αντιθέτως ο Jacques Le Goff κάνει λόγο για την «άρνηση του άλλου φύλου». [9] Και η ιστορία της ιστορίας της Πάπισσας συνεχίζεται, καθώς πολλαπλασιάζονται διαρκώς οι γραπτές ή άλλες πηγές που επιχειρούν να την καταγράψουν, συγκροτώντας μια τεράστια διεθνή «γενεαλογία». [10]

Σε ό,τι αφορά την ελληνική συμμετοχή σε αυτή τη διεθνή «γενεαλογία», η πρωτοκαθεδρία αναμφισβήτητα ανήκει στο περίφημο έργο του Εμμανουήλ Ροΐδη (Η Πάπισσα Ιωάννα. Ιστορική μελέτη, 1866), ενώ θα πρέπει να προστεθεί εδώ και η πιο πρόσφατη ελεύθερη διασκευή του ροϊδικού έργου από τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο (Η απίστευτη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, Κέδρος 2000).

Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου (1900-1962).

Στόχος της παρούσας ανακοίνωσης είναι να φέρει στο φως μια ακόμη, εν πολλοίς άγνωστη Πάπισσα Ιωάννα, την οποία έγραψε η δραστήρια λογία Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου (1900-1962). [11] Γνωστή επίσης με τα ψευδώνυμα «Επτανησία» και «Χειραφετημένη», η Μινώτου υπήρξε ένθερμη οπαδός του δημοτικισμού, με πλούσιο πνευματικό και συγγραφικό έργο (λογοτεχνικό, φιλολογικό, μεταφραστικό, λαογραφικό κ.ά.), αποτελούμενο από εξακόσια περίπου δημοσιεύματα, στον τύπο ή σε αυτοτελείς εκδόσεις. Εξίσου πλούσια είναι και η εκδοτική της δράση: Μεταξύ άλλων, μόλις στα εικοσιένα της χρόνια εξέδωσε το πρώτο ζακυνθινό φεμινιστικό περιοδικό Εύα Νικήτρια (1921-1923) και από το 1927 ως τον Οκτώβριο του 1935 υπήρξε συνεκδότρια του γνωστού «μηνιαίου φιλολογικού και καλλιτεχνικού περιοδικού» Ιόνιος Ανθολογία. Προσπάθησε με κάθε τρόπο να συμβάλει στη διάδοση των επτανησιακών γραμμάτων, ενώ, τέλος, με δική της πρόταση καθιερώθηκαν από το 1932 οι εβδομάδες ελληνικού βιβλίου. [12]

Η Αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας της Μινώτου δημοσιεύτηκε σε 18 συνέχειες, από τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο 1931, στο αθηναϊκό λογοτεχνικό περιοδικό Εβδομάς. [13] Με αυτή τη δημοσίευση, εγκαινιάζεται μια τακτική συνεργασία της συγγραφέως με το εν λόγω έντυπο, η οποία διατηρείται ως το 1936. [14]

Ήδη από τον τίτλο («αυθεντική ιστορία») αλλά και από σχετικές αναφορές εντός του κειμένου, υποδηλώνεται η πρόθεση της συγγραφέως να αποκαταστήσει την αλήθεια γύρω από την περίπτωση της Πάπισσας, [15] μέσα από μια τεκμηριωμένη και πιστή καταγραφή των γεγονότων, και σε αντιδιαστολή όπως υπονοείται με παλαιότερα αντίστοιχα εγχειρήματα. (Να σημειωθεί πάντως ότι η συγγραφέας αποφεύγει και την παραμικρή αναφορά στο εμβληματικό κείμενο του Ροΐδη.) Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει στον «Πρόλογο», στόχος της είναι να «κατατοπίσει πραγματικά τον αναγνώστη πάνω στο τόσο ενδιαφέρον πρόσωπο της Πάπισσας Ιωάννας, χωρίς φανταστικά παραφουσκώματα που καταντούν την ιστορία μυθιστόρημα» (σ. 1216).

Για τον σκοπό αυτό, η Μινώτου δίνει ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της τεκμηρίωσης: Προκειμένου να ενισχύσει το κύρος της αφήγησής της, μνημονεύει επανειλημμένως τις πηγές στις οποίες βασίστηκε, υπογραμμίζοντας την αξιοπιστία τους, [16] ενσωματώνει παραθέματα (είτε αυτούσια είτε σε ελεύθερη απόδοση, εντός και εκτός εισαγωγικών), καταφεύγει σε παρεκβάσεις προκειμένου να ανασυνθέσει τα ήθη και τις ιστορικοκοινωνικές συνθήκες της περιόδου που εξετάζει, [17] διανθίζει μάλιστα το κείμενό της με εικονογραφικό υλικό από τις πηγές αυτές, προκειμένου να ενισχύσει την αίσθηση της αυθεντικότητας, αλλά και για να κρατάει το ενδιαφέρον του κοινού, ενώ τέλος επισημαίνει το πλήθος των έγκριτων άλλων συγγραφέων που έχουν καταγράψει το επεισόδιο (σσ. 1216, 1648). Το γεγονός αυτό καταδεικνύει την ενημέρωση της συγγραφέως, η οποία πάντως δεν στοχεύει στην εξαντλητική διερεύνηση του θέματος.[18]

Σε ό,τι αφορά τις πηγές που χρησιμοποίησε η Μινώτου, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε δύο κατηγορίες: εκείνες από τις οποίες άντλησε υλικό για την εποχή, τα ιστορικά πρόσωπα ή τον χώρο της εκκλησίας [19] και εκείνες που αναφέρονται στην ίδια την Πάπισσα. Ως προς τις δεύτερες, η συγγραφέας κατονομάζει: α) Το περίφημο χρονικό του Μαριανού του Σκώτου [Marianus Scotus, Chronicon, 14ος αι.], που και ο Ροΐδης είχε αξιοποιήσει, β) ένα κείμενο «του εκκλησιαστικού συγγραφέως Αλβερίκου Μονκασίν» [Albéric du Mont-Cassin, 11ος αι.], που δεν διευκρινίζεται ποιο, και γ) «δύο σχετικ[ές] μελέτ[ες] των Λασάτρ και Φιορέττι» (σσ. 1216, 1540). Από τις δύο τελευταίες πηγές, που αναφέρονται στους βίους των παπών, μπόρεσα μέχρι στιγμής να ταυτοποιήσω μόνο την πρώτη: Πρόκειται, για τον τρίτο τόμο του έργου του Maurice Lachâtre, Histoire des Papes (1842). [20]

Η χρήση των πηγών δεν γίνεται με αυστηρά φιλολογικό τρόπο, όπως σε μια βιογραφική μελέτη, δηλαδή με ακριβείς παραπομπές, πιστή μεταφορά των παραθεμάτων και αναλυτικό κατάλογο βιβλιογραφίας στο τέλος. Θυμίζουμε εξάλλου ότι το κείμενο δημοσιεύεται σε ένα ποικίλης ύλης περιοδικό, απευθυνόμενο στο ευρύτερο κοινό. Η ίδια δε η συγγραφέας στον κατάλογο εργογραφίας – βιβλιογραφίας που εξέδωσε το 1957 δεν κατατάσσει την Πάπισσα Ιωάννα της στις βιογραφικές μελέτες, αλλά στις «μυθιστορηματικές βιογραφίες».[21] Μάλιστα πρόκειται για την πρώτη της μυθιστορηματική βιογραφία.

Πράγματι, πέρα από την αμφισβητούμενη υπόσταση της Πάπισσας και το γεγονός ότι στο κείμενο της Μινώτου συνυπάρχουν ιστορικά και ψευδοϊστορικά πρόσωπα ή γεγονότα, [22] ο ίδιος ο τρόπος παρουσίασης και οργάνωσης του υλικού μάς απομακρύνουν από το είδος της βιογραφικής μελέτης. Παρά τις αντίθετες προγραμματικές δηλώσεις της στον πρόλογο, γίνεται σαφές ότι η Μινώτου δεν περιορίζεται στην καταγραφή μόνο των περιστατικών που τεκμηριώνονται από τις πηγές, αλλά ότι μεγάλο μέρος του υλικού της αποτελεί προϊόν μυθοπλαστικής επεξεργασίας. Συχνά καταφεύγει σε τεχνικές από τον χώρο του μυθιστορήματος, όπως επινοημένους διαλόγους, δραματοποιημένες σκηνές και εσωτερικούς μονολόγους, μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον της από τα εξωτερικά γεγονότα στις εσωτερικές διεργασίες, από την αλήθεια των γεγονότων σε μια βαθύτερη αλήθεια που αφορά το πρόσωπο της Ιωάννας. Τα παραπάνω αποτελούν βασικά γνωρίσματα της νεότερης μορφής της μυθιστορηματικής βιογραφίας που – υπό την επίδραση της σύγχρονης ψυχολογίας – κάνει την εμφάνισή της τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, [23] γνωρίζοντας ιδιαίτερη άνθιση και στον ελλαδικό χώρο κατά τον μεσοπόλεμο.[24]

H Πάπισσα Ιωάννα, δημοσιεύεται στο: « Histoire de la Papesse Jeanne, fidèlement tirée de la dissertation latine de Monsieur de Spanheim,…1695».

Ποια είναι όμως η «αυθεντική ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας» όπως καταγράφεται σε αυτή τη μυθιστορηματική βιογραφία; Η Ιωάννα είναι νόθα κόρη του Καρλομάγνου, ο οποίος, μεταμφιεσμένος σε απλό στρατιώτη, αποπλανεί την νεαρή Αγνή και εξαφανίζεται. Η Αγνή, προκειμένου να αποφύγει το σκάνδαλο, προστρέχει στον ηγούμενο του Ίνγκελχάιμ, πατέρα Γιλβέρτο, ο οποίος την εξαναγκάζει να φύγουν μαζί και να παντρευτούν.

Γεννιέται η Ιωάννα, η οποία αγνοεί την βασιλική καταγωγή της. Από μικρή επιδεικνύει εξαιρετικές πνευματικές ικανότητες και αισθάνεται το περιβάλλον γύρω της περιοριστικό. Μπαίνει στον πειρασμό να το σκάσει με κάποιον από τους ηλικιωμένους θαυμαστές της, ώσπου γνωρίζει έναν νεαρό σπουδαστή, μοναχό στο μοναστήρι της Φούλδας. Τον ερωτεύεται και μεταμφιεσμένη σε μοναχό τον ακολουθεί στη μονή του.

Όταν ο ηγούμενος τη μονής, Ραμπάν Μάουρ, ανακαλύπτει την αλήθεια, οι νέοι φεύγουν και περιπλανιούνται αρχικά στην Αγγλία και εν συνεχεία στη Γαλλία, όπου η ετεροθαλής αδερφή της Ιωάννας, Ίμμα, την ερωτεύεται. Η Ιωάννα αναγκάζεται να της αποκαλύψει το φύλο της και για να γλιτώσουν από την οργή της, το ξανασκάνε για τη Μασσαλία, όπου η Ιωάννα ανακτά για λίγο την γυναικεία της ταυτότητα, οι δυο νέοι συστήνονται ως αδέρφια και αναζητούν εργασία. Ακολουθούν δέκα ειδυλλιακά χρόνια στην Αθήνα, όπου η Ιωάννα διαπρέπει πνευματικά, ώσπου ένας επίδοξος θαυμαστής της δηλητηριάζει τον νέο της Φούλδας. Εκείνη κατευθύνεται τότε στη Ρώμη, και για να ξεπεράσει τη θλίψη της αφοσιώνεται στη δουλειά. Διδάσκει στην περίφημη Ελληνική Σχολή της Ρώμης, ανελίσσεται στην εκκλησιαστική ιεραρχία κι εντέλει καταλαμβάνει τον παπικό θρόνο.

Η μονοτονία του παπικού βίου την οδηγεί στην αναζήτηση ενός εραστή, τον οποίο βρίσκει στο πρόσωπο του Καρδινάλιου Μπρενάου. Τότε την επισκέπτεται ένας άγγελος που της ζητά να επιλέξει το είδος της τιμωρίας που προτιμά. Εκείνη επιλέγει επί γης καταισχύνη, ώστε να λάβει την μετά θάνατον εξιλέωση. Ακολουθεί εσωτερική πάλη. Η Ιωάννα σκέπτεται τελικά να αποκαλύψει η ίδια την αλήθεια, προκειμένου να γίνουν γνωστά τα επιτεύγματά της, αλλά και να ζητήσει έλεος από το πλήθος, ενώ λίγο μετά ανακαλύπτει την εγκυμοσύνη της. Δεν καταφέρνει εντούτοις να πραγματοποιήσει τα σχέδιά της. Γεννά πρόωρα και πεθαίνει κατά τη διάρκεια λιτανείας.

Η αφήγηση της Μινώτου ευθυγραμμίζεται εν πολλοίς με την κύρια διεθνή παράδοση του μύθου, διαφοροποιούμενη σε αρκετά σημεία από την εκδοχή του Ροΐδη, του οποίου τις επινοήσεις δεν υιοθετεί ούτε στο ελάχιστο. Λ.χ. ο Νέος της Φούλδας – ο Φρουμέντιος του Ροΐδη – παραμένει εδώ ανώνυμος. Διαφορετικός είναι επίσης ο τρόπος γνωριμίας των δύο νέων, όπως και η μετέπειτα τύχη του νέου: όχι εγκατάλειψη του νέου από την Ιωάννα, όπως στον Ροΐδη, αλλά θάνατος, εκδοχή την οποία είχε εισαγάγει στον μύθο ο Βοκκάκιος.[25]

Παράλληλα, η αφήγηση της Μινώτου περιλαμβάνει κάποια νεοφανή στοιχεία, κατά πάσα πιθανότητα δικής της επινόησης, καθώς σύμφωνα τουλάχιστον με τη μέχρι στιγμής έρευνα, δεν μπόρεσα να τα εντοπίσω σε κάποια άλλη πηγή. Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι πως η Ιωάννα μας συστήνεται από την Μινώτου όχι ως αγνώστου πατρός, αλλά ως νόθα κόρη του Καρλομάγνου, προκειμένου να καταδειχθεί ότι «η λάμψη της μεγαλοφυΐας της κι η τόση ερωτική της ορμή» έχουν ενδεχομένως κληρονομική εξήγηση (σ. 1216). Νεοφανές είναι και το επεισόδιο με την ετεροθαλή αδερφή της Ίμμα, το οποίο μάλιστα καταλαμβάνει αρκετή έκταση (σσ. 1432-3, 1468-9, 1504-5).

 

Η πρόωρη γέννα της Πάππισας κατά τη διάρκεια λιτανείας. Trechos do livro «De Mulieribus Claris» («Mulheres Famosas»), de 1362, escrito por Giovanni Boccaccio (1313–1375).

 

Η ιδιαιτερότητα της αφήγησης συνίσταται, ωστόσο, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο σκιαγραφείται η προσωπικότητα της Ιωάννας. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, παρά τη βασική επιδίωξή της Μινώτου να καταγράψει την «αυθεντική ιστορία» της Πάπισσας και να ανασυνθέσει ανάγλυφα την εποχή και τα ήθη, η συγγραφέας δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη διερεύνηση του ψυχισμού της ηρωίδας, ευθυγραμμιζόμενη με ένα από τα βασικά αιτήματα της γενιάς του ’30, «το αίτημα της εσωτερικότητας».[26] Παραμένοντας εντός του πλαισίου της ρεαλιστικής πεζογραφικής παράδοσης (γραμμική ακολουθία των γεγονότων, τριτοπρόσωπη συνεκτική αφήγηση από έναν παντογνώστη αφηγητή κ.λπ.), η Μινώτου επιτρέπει στον αναγνώστη, κυρίως μέσα από εσωτερικούς μονολόγους και ελεύθερους πλάγιους λόγους, να έχει πρόσβαση στην εσωτερική ζωή της πρωταγωνίστριας και να παρακολουθήσει τη σταδιακή πορεία της προς την αυτοσυνείδηση.[27]

Η πορεία αυτή παρουσιάζεται ως μια διαλεκτική διαδικασία που συντελείται μέσα από την επαφή της ηρωίδας με εκπροσώπους και των δύο φύλων και την οδηγεί από την μονότονη ακινησία της ιδιωτικότητας στην ενεργό συμμετοχή στο δημόσιο βίο και δη στο κατεξοχήν ανδροκρατούμενο απαγορευμένο χώρο της Εκκλησίας, [28] κάτι το οποίο βεβαίως γίνεται εφικτό μόνο μέσω της παρενδυσίας, δηλαδή μόνο μέσα από την απόκρυψη της γυναικείας ταυτότητάς της.

Κατ’ αρχάς λοιπόν η Ιωάννα αντιδιαστέλλεται από το πρότυπο της παθητικής και υποταγμένης γυναίκας – θύματος, που αντιπροσωπεύει η μητέρα της: [29] Στον αντίποδα, η Ιωάννα σκιαγραφείται ως μια ισχυρή και ασυμβίβαστη προσωπικότητα, που επιδιώκει να υπερβεί τους ασφυκτικούς κοινωνικούς περιορισμούς, διεκδικώντας το δικαίωμα στη μόρφωση, τον έρωτα και τη δημόσια δράση. Περιγράφεται ως «ανυπόταχτη φύση που δεν υποχωρεί σε τίποτα, που δεν εννοεί να σκλαβώσει την ελευθερία της θέλησής της, έστω και στην φοβερότερη ανάγκη» (σ. 1396) και που επιθυμεί «ν’ αποχτήσει οπωσδήποτε την ελευθερία της όπως αυτή ήθελε. Πραγματική ελευθερία. Χωρίς συμβιβασμούς και όρους» (σ. 1324).

Παράλληλα, η συγγραφέας διαχωρίζει την Ιωάννα από το πρότυπο των φιλάρεσκων και διεφθαρμένων γυναικών που κυριαρχούσε στη μεσαιωνική Γαλλία και Ρώμη:

 

«Η πώρωση των γυναικών είχε φτάσει σε τέτοιαν υπερβολή που προκαλούσε την αηδία, και η ξετσιπωσιά τους ποτέ άλλοτε δεν υπερέβη τους σκοτεινούς εκείνους χρόνους. Ένα μονάχα κοίταζαν, το πώς να κατακτήσουν τους περισσότερους άντρες. […] Εδημιουργείτο έτσι ένα ελεεινό περιβάλλον μια ανήκουστη παραλυσία στα ήθη, όπου κυριαρχούσεν ο φθόνος και τα τρομερότερα πάθη» (σ. 1469).

 

Αντιθέτως η Ιωάννα:

 

«Δεν ήταν ο μαλθακός τύπος της γυναίκας της εποχής εκείνης, που […] θα ήταν ευτυχισμένη να περνάει ώρες ολόκληρες μέσα σ’ ένα νοσηρό ρεμβασμό για μικροεπεισόδια ερωτικά και άλλα ασήμαντα πράγματα» (σ. 1576). Και σε άλλο σημείο: «Δεν ήταν μια γυναίκα που μπορούσε να πουλήσει τον εαυτό της σ’ αντάλλαγμα της δόξας. Ούτε ήταν από τις πραγματικά διεφθαρμένες γυναίκες που πουλιούνται για το χρυσάφι κι αδιαφορούν για όλα τ’ άλλα» (σ. 1288).

 

Η ηθική ανωτερότητα της Ιωάννας θεμελιώνεται, όμως, και μέσα από την αντιπαράθεσή της με το ανδρικό φύλο. Υιοθετώντας την στερεοτυπική εικόνα του αρσενικού που κυριαρχείται από ανεξέλεγκτα ερωτικά πάθη, η Μινώτου αποτυπώνει τους περισσότερους ανδρικούς χαρακτήρες ως υστερόβουλους και ακόλαστους, συχνά σε βαθμό ώστε, στην προσπάθειά τους να υποτάξουν την Ιωάννα, να καταντούν καταγέλαστες καρικατούρες (π.χ. σσ. 1288, 1324, 1396). Εξαίρεση αποτελούν κυρίως ο νέος της Φούλδας και ο μετέπειτα εραστής της Ιωάννας, Καρδινάλιος Μπρενάου.

Αντιθέτως η Ιωάννα, αν και έχει επίγνωση της έλξης που ασκεί στο άλλο φύλο, εμφανίζεται να περιφρονεί όσους επιχειρούν να τη διαφθείρουν, ενώ διακρίνεται μάλλον για την αγνότητα των συναισθημάτων (π.χ. σσ. 1288, 1324). Δεν θυμίζει δηλαδή σε τίποτα το αμαρτωλό και λάγνο θηλυκό του Ροΐδη ή του Ραπτόπουλου, πόσο μάλλον τη «Μεγάλη Πόρνη της Βαβυλώνος». Χαρακτηριστική από αυτή την άποψη είναι η αφελής ονειροπόλησή της καθώς και η παρθενική της συστολή κατά την ερωτική εξομολόγηση του Νέου της Φούλδας (σ. 1360), που μας παραπέμπουν περισσότερο σε ρομαντικές ηρωίδες.

Η Ιωάννα υιοθετεί μια ρομαντική αντίληψη για τον έρωτα, τον οποίο συνδέει περισσότερο με το συναίσθημα παρά με την ερωτική πράξη. Έτσι, η ηρωίδα εμφανίζεται αφοσιωμένη στον Νέο της Φούλδας ακόμα και μετά τον θάνατό του, καθώς εξακολουθεί να αποκρούει τους αντεραστές του (σσ. 15761577, 1612). Ενώ, όταν – πολύ αργότερα – επιλέγει τον καρδινάλιο ως σύντροφό της, αυτό αποδίδεται όχι στα σεξουαλικά της ένστικτα, αλλά κυρίως στη μονοτονία του παπικού βίου και στην ανάγκη να μοιραστεί με κάποιον το βάρος του μυστικού της (δηλαδή της επί χρόνια κρυμμένης της ταυτότητας), το οποίο την έχει ουσιαστικά οδηγήσει στην απομόνωση και την ψυχική εξάντληση (σ. 1649). Είναι, τέλος, ενδεικτικό ότι απουσιάζουν από το κείμενο οι περιγραφές αισθησιακών σκηνών ή ερωτικού πάθους, ενώ και η αποτύπωση της εξωτερικής ομορφιάς τη Ιωάννας περιορίζεται σε γενικές και όχι υπερβολικά ηδυπαθείς αναφορές (σσ. 1288, 1360, 1396, 1720).

Παράλληλα με την ηθική ακεραιότητα της Ιωάννας, η συγγραφέας επιχειρεί να αναδείξει και την ψυχική και πνευματική της υπεροχή: Εξαίρει τον δυναμισμό της, έναντι των δύο εραστών της, που προβάλλουν αδύναμοι σαν «χάρτιν[α] ανδρείκελ[α]» (σσ. 1576, 1756)· δίνει έμφαση στην ξεχωριστή προσωπικότητα, στα έμφυτα χαρίσματα, τις ικανότητες και τη μόρφωσή της, όπως επίσης στο πολύτιμο έργο που προσέφερε κατά τη διάρκεια της παπικής της θητείας (π.χ. σσ. 1288, 1361, 1432, 1576, 1612-13, 1648). Μάλιστα η βιογραφία τελειώνει με τον έπαινο αυτής ακριβώς της θαυμαστής προσφοράς:

 

«Στον παπικό θρόνο συχνά ανέβηκαν άνθρωποι που τον δόξασαν. Ιδίως οι Ουμανιστές πάπαι της Αναγεννήσεως που υποστήριξαν με τόση θέρμη την εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού του Βυζαντίου, τα γράμματα και τις ωραίες τέχνες.

Μα αν και τόσα χρόνια πίσω, στη σκοτεινή εκείνη εποχή του Μεσαίωνος, η Ιωάννα κυβέρνησε, απ’ όσες πηγές διεσώθηκαν, κατά τον ίδιο επωφελή τρόπο την αιωνία Πόλη, κι αν δεν επρόκειτο για γυναίκα, ορισμένως η ιστορία των παπών θα την κατέτασσε περήφανα δίπλα στους Ουμανιστές εκείνους πάπας που με τ’ όνομά τους λαμπρύνουν τις σελίδες της» (σ. 1829).

 

Όπως έχει επισημάνει η κριτική, τα φεμινιστικά κινήματα τόσο στον ελληνικό όσο και στον διεθνή χώρο, «ανατρέχουν συχνά», κυρίως στα πρώτα τους βήματα, «στον νομιμοποιητικό λόγο της ιστορίας.» [30] Στα καθ’ ημάς, συγγραφείς, όπως λ.χ. η Καλλιρρόη Παρρέν, η Σωτηρία Αλιμπέρτη, η Αθηνά Ταρσούλη αλλά και η Μαριέττα Μινώτου (μέσα από τις σελίδες του περιοδικού της Εύα νικήτρια αλλά και με πλήθος ιστορικών, φιλολογικών κ.ά. κειμένων και διαλέξεών της), [31] επιχειρούν να ανασύρουν στην επιφάνεια παραδείγματα γυναικών με πολλαπλή συνεισφορά στον χώρο του πνεύματος, των τεχνών, αλλά και σε άλλους τομείς της δημόσιας δράσης, από το παρελθόν αλλά και κατά τα μεταγενέστερα χρόνια.

 

«Η Γέννηση», σκηνή από τον θρύλο της Πάπισσας Ιωάννας. Αναπαράσταση από την Αναγεννησιακή περίοδο.

 

Θα μπορούσε άραγε η Πάπισσα Ιωάννα της Μινώτου να λειτουργήσει ως ένα τέτοιο αντίστοιχο παράδειγμα; Η απάντηση είναι εντέλει μάλλον αρνητική, εν πρώτοις επειδή η ίδια η περίπτωση της Πάπισσας δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ανήκει στον χώρο της ιστορίας και όχι του μύθου. Επιπλέον, επειδή, παρά το γεγονός ότι συγκεντρώνει αρκετά στοιχεία που θα μπορούσαν να συγκροτήσουν μια θετική εικόνα για τη γυναικεία ταυτότητα, όπως ξεχωριστές πνευματικές ικανότητες, μόρφωση, δυναμισμός, η Ιωάννα δεν ξεφεύγει εντελώς από ορισμένους ιδεολογικούς κοινούς τόπους για το γυναικείο φύλο: η Ιωάννα δεν αποτυπώνεται ως μια απολύτως απελευθερωμένη γυναίκα, δεν επιδιώκει μια εντελώς αυτοδύναμη και ανεξάρτητη πορεία προς την προσωπική ολοκλήρωση και δεν διανοείται καν να εγκαταλείψει την πατρική εστία χωρίς την ανδρική προστασία. Αρχικά της τίθεται μόνο το ηθικό δίλημμα αν, προκειμένου να πετύχει τον στόχο της, θα πρέπει να υποταχθεί στις ορέξεις κάποιου γηραλέου θαυμαστή της ή όχι, και ποιος είναι αυτός που θα επιλέξει (σ. 1288). Κι όταν κάποτε το σκάει από το σπίτι, αυτό δεν γίνεται εντέλει προκειμένου να κυνηγήσει τα όνειρά της, αλλά προς χάριν του έρωτα, για τον οποίο για μεγάλο διάστημα «παράτ[άει] τα μεγάλα σχέδια για την κατάκτηση της δόξας. Τώρα στην εφαρμογή καταλάβαινε πως δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν η αγάπη της κι η δόξα μαζί», όπως εξομολογείται (σ. 1360-1). Επίσης, παρά τον δυναμικό της χαρακτήρα, η Ιωάννα εμφανίζεται να δηλώνει πλήρη υποταγή και στους δύο εραστές της:

 

«Η Ιωάννα έβλεπε πια την αδυναμία της. Ο νέος της Φούλδας δεν ήταν σαν τους άλλους. Κυριαρχούσεν επάνω της, σαν αφέντης» (σ. 1360).

 

Ομοίως αργότερα γράφει στον Μπρενάου:

 

«Στο εξής ο πάπας Ιωάννης δεν υπάρχει πια για σένα. Έχεις μια φίλη, μιαν αδελφή που σου ανήκει ό,τι και σ’ αυτήν ανήκει. Ο θρόνος του Βατικανού θα ‘ναι στα χέρια σου όπως και ολόκληρη η Ιωάννα. Κατά τη βούλησή σου θα κυβερνάς και τους δυο χωρίς αντίσταση» (σ. 1721).

 

Τέλος, ας μην ξεχνάμε πως η προσπάθεια της ηρωίδας να υπερβεί τους κοινωνικούς φραγμούς εντέλει τιμωρείται.[32] Ίσως επειδή παρά τις όποιες ευγενείς αρχικές προθέσεις της, η μετέπειτα πορεία της Ιωάννας ξεφεύγει από τα συνήθη μέτρα και η στάση της μάλλον αγγίζει τα όρια της ύβρεως: Λίγο πριν εμφανιστεί ο άγγελος θέτοντάς της το γνωστό δίλημμα «μαρτυρικός θάνατος επί γης και συγχώρεση ή αιώνια καταδίκη στην κόλαση», η Πάπισσα έχει ήδη σκεφτεί να αποκαλύψει από μόνη της την αλήθεια, με μοναδικό κίνητρο τη μετά θάνατον δόξα (άλλο ένα νεοφανές στοιχείο στο κείμενο της Μινώτου). Η Ιωάννα υπολογίζει πως μόνο μέσα από μια τέτοια προσωπική θυσία, την οποία συγκρίνει με εκείνη του Χριστού, θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά τα επιτεύγματά της, τα οποία διαφορετικά θα ήταν καταδικασμένα να παραμείνουν στη λήθη:

 

«Και κείνο ιδίως που της έβαζε στο μυαλό τη σκέψη ν’ αποκαλυφθεί ήταν και πάλιν η δόξα. Συχνά αναρωτιόταν μόνη της πού θα τελείωνε αυτή η ιστορία. Αν πέθαινε και το πράγμα έμενε σκεπασμένο, τότε ποια σημασία θα είχε όλος αυτός ο όγκος της δράσεως που στο διάστημα της παποσύνης της έδειξε; Απλώς οι επερχόμενες γενεές θα ανάφεραν πως ο πάπας Ιωάννης ο Ζ’ κυβέρνησε καλά. Για έναν άντρα επιτέλους ήταν φυσικό. Μα για μια γυναίκα δεν ήταν το ίδιο. Θα έμενε για πάντα ως το μοναδικό φαινόμενο, το πιο παράξενο που είχε να επιδείξει η ιστορία, πως μια γυναίκα μόνο με την αξία της κατόρθωσε ν’ ανέβει στην παπική έδρα. […] Τι ήταν επιτέλους μερικές στιγμές, μερικές ώρες βασανιστηρίων μπροστά στην αθάνατη δόξα που το όνομά της θ’ αποχτούσε; Μήπως ο Χριστός, σκεφτόταν, απόχτησε διαφορετικά την αθανασία;» (σ. 1757)

 

Όταν λίγο μετά ανακαλύπτει πως είναι έγκυος, δεν φαίνεται να την απασχολεί ιδιαιτέρως ότι μαζί με τη δική της ζωή θα χαθεί και η ζωή του εμβρύου που κυοφορεί. Χωρίς να ελλείπουν κάποιες στιγμιαίες υπαναχωρήσεις και παλιμβουλίες, η Ιωάννα θεωρεί την εγκυμοσύνη της πρωτίστως σαν ένα γεγονός «υποβοηθητικό των σχεδίων της» (σ. 1757), καθώς θα μπορούσε να επιτείνει το στοιχείο του εντυπωσιασμού κατά την αποκάλυψη της πραγματικής της ταυτότητας. Δυστυχώς για την ίδια, η Μοίρα αποφασίζει διαφορετικά: πρόωρος τοκετός και θάνατος τόσο για εκείνη όσο και για το βρέφος.

Μια τέτοια περίπτωση, όπως εκείνη της Πάπισσας Ιωάννας – η οποία ούτως ή άλλως υπερβαίνει τα συνήθη μέτρα και δεν μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική – είναι αμφίβολο κατά πόσο μπορούσε τελικά να λειτουργήσει αφυπνιστικά προς την κατεύθυνση της ανάπτυξης μιας έμφυλης συνείδησης, την οποία μάλιστα η ίδια η ηρωίδα δεν εμφανίζεται να έχει. [33] Η Ιωάννα εγγράφεται εντέλει στη βιογραφία της Μινώτου ως μια γυναικεία μορφή αινιγματική και αντιφατική.

Ίσως αυτός να ήταν ένας από τους λόγους για τον οποίο η συγγραφέας δεν εξέδωσε το κείμενό της και σε αυτοτελή τόμο, όπως συνέβη με άλλες μυθιστορηματικές βιογραφίες της. [34] Με την έκδοση της Αυθεντικής Ιστορίας της Πάπισσας Ιωάννας της Μαριέττας Μινώτου ίσως μπορέσει ετούτη η από πολλές απόψεις ενδιαφέρουσα λογοτεχνική μετάπλαση αυτού του διαβόητου μύθου να πάρει τη θέση που της αναλογεί στο πλαίσιο της διεθνούς γενεαλογίας της Πάπισσας.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί συνεπτυγμένη μορφή της «Εισαγωγής» που συνοδεύει το βιβλίο: Μαριέττα Γιαννοπούλου – Μινώτου, Η Αυθεντική Ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, σε φιλολογική επιμέλεια της υποφαινόμενης. Θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμά την κ. Μαριέττα Δ. Μινώτου  – Παπαδημητρίου, τη Σοφία Ντενίση, τη Νίνα Παλαιού και τον Νίκο Μαυρέλο για τη συνδρομή τους.

[2] Για μια ενδελεχή εξέταση των πηγών που αναφέρονται στην Π.Ι., βλ. Alain Boureau, The Myth of Pope Joan, μτφ. Lydia G. Cochrane, The University of Chicago Press, Chicago and London 2001 (γαλλ. έκδοση 1988) και Rosemary και Darroll Pardoe, The Female Pope: The Mystery of Pope Joan [εκδ. Crucible (Thorsons) 1988], < http://www.users.globalnet.co.uk/~pardos/PopeJoanHome.html>. 25/8/2010. Στις δύο αυτές μελέτες στηρίχτηκα για τις πληροφορίες που αφορούν την διεθνή παράδοση της Πάπισσας. Για μια κατατοπιστική επισκόπηση του θέματος, βλ. επίσης Δημήτρης Δημηρούλης, «Εισαγωγή. Η διαρκής γοητεία της Πάπισσας», στο: Εμμανουήλ Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα. Το αυθεντικό κείμενο του 1866, εισ.-επιμ. Δημήτρης Δημηρούλης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2005: xi-lxxxiv.

[3] Για τα ζητήματα αυτά, εκτός από τις μελέτες των Boureau και Pardoe, που αναφέρθηκαν παραπάνω, βλ. επίσης Cesare D’ Onofrio, Mille Anni di Leggenda. Una Donna sul Trono di Pietro, Romana Societa Editrice, Roma 1978 (ειδική έκδοση εκτός εμπορίου) [= La papessa Giovanna: Roma e papato tra storia e leggenda, Romana Societa Editrice, Roma 1979].

[4] Ως Agnes απαντά π.χ. στον Adam Usk (Chronicon, περ. 1405) και στον Jan Hus (De Ecclesia, 1415), ως Anna στον John Wycliffe (Cruciata, 1382), ως Glancia στο Χρονικό της μονής του Tegernsee (14ος αι.) και ως Gilberta στον Giovanni Boccaccio (De mulieribus claris, περ. 1361) και αργότερα στον John Bale (Illustrium majoris Britanniae scriptores Summarium, 1548). Ως Jutta, βαυαρική εκδοχή του ονόματος Johanna, απαντά π.χ. στον Dietrich Schernberg (Fraw Jutta, περ. 1480, εκδ. 1565).

[5] Π.χ. στον Etienne de Bourbon (Tractatus de diversis materiis praedicadibilibus, περ. 1261), στον Βοκκάκιο (ό.π.) κ.α· ειδικότερα ως θηλυκή εκδοχή του Φάουστ στο Flores temporum (περ. 1290) και στον Dietrich Schernberg Fraw Jutta (ό.π.)· τέλος ως προάγγελος του Αντίχριστου στον Pier Paolo Vergerio (Historia di papa Giovanni VIII che fu meretrice e strega, 1557).

[6] Π.χ. Alexander Cooke (Pope Joane, a dialogue between a Protestant and a Papist, 1610), Ανωνύμου, A Present for a Papist, or The Life and Death of Pope Joan (1678) και Sabine Baring-Gould, Curious Myths of the Middle Ages (1877). Αναλυτικότερα για το θέμα βλ. Pardoe, ό.π.: κεφ. 5. και Boureau, ό.π.: σσ. 229-231 και passim.

[7] Για τους σχετικούς προβληματισμούς, βλ. Boureau, ό.π.: 165-167, 215-216, και κεφ. 7 (σσ. 255-296). Επίσης Pardoe, ό.π.: κεφ. 7.

[8] Παρατίθεται στο Ζακ λε Γκοφ, «Η Πάπισσα Ιωάννα», Ελευθεροτυπία, Ένθετο Βιβλιοθήκη 380 (4/11/2005).

[9] Αντιστοίχως Βαγγέλης  Ραπτόπουλος,     «Ξαναγράφοντας την Πάπισσα Ιωάννα», <http://vangelisraptopoulos.wordpress.com>. 15/8/2010 και Λε Γκοφ, ό.π.

[10] Ο όρος «γενεαλογία» από τον A. Boureau, ό.π.: 266. Βλ. και Δημηρούλης, ό.π.: xiii.

[11] Το κείμενο εντοπίστηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος με θέμα: «Η γυναικεία λογοτεχνική και εικαστική παρουσία στα περιοδικά λόγου και τέχνης (1900-1940)», που εντάσσεται στο: «Φύλο – Πυθαγόρας ΙΙ – Ενίσχυση ερευνητικών ομάδων στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών – ΕΠΕΑΕΚ ΙΙ» και είχε ως επιστημονική υπεύθυνη την επίκουρη καθηγήτρια κ. Σοφία Ντενίση. Αναλυτική παρουσίαση του προγράμματος στην ιστοσελίδα: <http://www.asfa.gr/greek/aclivilies/sile denissi/index.html> 3/9/2010.

[12] Βλ. τον αναλυτικό κατάλογο εργογραφίας – βιβλιογραφίας που συνέταξε η ίδια η συγγραφέας: Μαριέττα Ευστ. Γιαννοπούλου, Η αναγραφή μου, πρόλ. Γεώργιος Ζώρας, χ.ε, Αθήνα 1957. Για τη ζωή και το έργο της Μινώτου, βλ. κυρίως τα αφιερώματα των περιοδικών Περίπλους 3 (Φθινόπωρο 1984) και Επτανησιακά Φύλλα ΚΒ’/3-4 (Φθινόπωρο-Χειμώνας 2002). Επίσης: Μάρη Θεοδοσοπούλου, «Η δυναμική Επτανησία», Το Βήμα (2/2/2003)· Αλίκη Ξένου-Βενάρδου, «Ελισάβετ Μουτζάν  – Μαρτινέγκου,­­ Μαριέττα Γιαννοπούλου – Μινώρου», Ριζοσπάστης (17/8/2003):16· Μαριέττα Δ. Μινώτου-Παπαδημητρίου, «Το ζακυνθινό περιοδικό Εύα Νικήτρια: 1921-1923», στο: Πρακτικά Στ’ Διεθνούς Πανιόνιου Συνεδρίου (Ζάκυνθος, 23-27 Σεπτεμβρίου 1997), Κέντρο Μελετών Ιονίου / Εταιρεία Ζακυνθιακών Σπουδών, Αθήνα 2004: 291-310 και Ευγενία Κεφαλληναίου, «Η παρουσίαση στην Ελλάδα του Ούγου Φώσκολου από την Μαριέττα Γιαννοπούλου-Μινώτου», ό.π.: 159-177.

[13] Η Εβδομάς είναι μια «Εβδομαδιαία Εικονογραφημένη Επιθεώρησις» η οποία εκδίδεται από τον Οκτώβριο 1927 ως τον Ιούνιο 1940, με εκδότες τους αδερφούς Γεράρδου και αρχισυντάκτη αρχικά τον Φώτο Γιοφύλλη και αργότερα τον Ντόλη Νίκβα (ψευδ. του Απόστολου Βασιλειάδη). Εκτός από την πλούσια λογοτεχνική ύλη (ελληνική και μεταφρασμένη) το περιοδικό δημοσιεύει κείμενα για την πνευματική και καλλιτεχνική επικαιρότητα (θέατρο, κινηματογράφος, συναυλίες, διαλέξεις, εκθέσεις, εκδόσεις κ.ά.), για τη γυναικεία ζωή, επίσης ευθυμογραφήματα κ.ά. Ανάμεσα στους συνεργάτες του περιοδικού συγκαταλέγονται οι Δημ. Βουτυράς, Διον. Κόκκινος, Κ. Μπαστιάς, Μυρτιώτισσα, Π. Νιρβάνας, Κλ. Παράσχος, Λ. Πριονιστή, Σοφ. Σπανούδη, Γερ. Σπαταλάς, Α. Ταρσούλη, Παντ. Χορν κ.ά. Η δημοσίευση της Πάπισσας Ιωάννας της Μινώτου γίνεται στα τεύχη 190-207 (23/5/1931-19/9/1931). Καθώς η σελιδαρίθμηση των τευχών της Εβδομάδος είναι ενιαία, στο εξής οι παραπομπές στο κείμενο της Μινώτου θα γίνονται μόνο σε αριθμό σελίδας από τον τόμο του έτους 1931.

[14] Βλ. Γιαννοπούλου, ό.π.: passim.

[15] Υπογραμμίζει μάλιστα τις προσπάθειες του Βατικανού να «ρίξει στάχτη στα μάτια του κόσμου» (σ. 1216) και να εξαλείψει «κάθε ίχνος που συνδεόταν με την ύπαρξή της» (σ. 1829).

[16] Βλ. π.χ. σ. 1216 και σ. 1648, όπου κάνει λόγο για ντοκουμέντα «αδιαφιλονίκητα», «αναμφισβήτητα».

[17] Βλ. π.χ. τις παρεκβάσεις για τη ζωή του Καρλομάγνου (σ. 1216), για τις απαγωγές νεαρών κοριτσιών από καλόγερους (σ. 1289), για τις γυναίκες που ιερουργούσαν με ανδρικά άμφια και την φήμη της Πατριάρχισσας (σ. 1324), για την ιστορία της Αθήνας την εποχή εκείνη και για την Ειρήνη την Αθηναία (σ. 1540-1541), για την παραλυσία των γυναικείων ηθών της Δύσης και την εποχή της γυναικοκρατίας τη Ρώμη (αντιστοίχως σσ. 1469 και 1504).

[18] Π.χ. στη σ. 1324, παραδέχεται πως απλώς μεταφέρει κάποιες πληροφορίες από την πηγή που χρησιμοποίησε και πως δεν της δόθηκε η ευκαιρία να κάνει πιο ενδελεχή έρευνα για να εξακριβώσει την αλήθεια, ενώ όπως διευκρινίζει π.χ. στη σ. 1648 αποφεύγει την λεπτομερή παράθεση των σχετικών πηγών, για να μην κουράσει τους αναγνώστες.

[19] Σε ό,τι αφορά τις γενικότερες ιστορικές πηγές που χρησιμοποίησε, η Μινώτου αναφέρει: α) κάποιες βιογραφίες του Καρλομάγνου, χωρίς να τις κατονομάζει (σ. 1216)· β) το «χρονικό του πάτερ-Χερεμπέρ» (σ. 1324), που από την έρευνα διαπίστωσα πως αναφέρεται στο Histoire des Lombardes (10ος αιώνας) του Herembert / Herempert ή Erchembert / Erchempert du Mont Cassin. Να σημειωθεί πως οι πληροφορίες από το εν λόγω κείμενο σχετικά με την ύπαρξη Πατριάρχισσας στην Κωνσταντινούπολη περιλαμβάνονται και στον Σπανχάιμ (Βλ. Ιεζεκιήλ Σπανχάιμ, Η Ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας. Αντιπαραβολή με την Πάπισσα του Ροΐδη, μτφ. Περικλής Ροδάκης, πρόλ.-επιμ. Αγησίλαος Τσελάλης, Γιαννίκος, Αθήνα 1963: 64)· γ) Το «χρονικό του Λορχ» και «τον ιστορικό Αιμοέν», για την ιστορία της Ιμμας και του Έγκενχαρντ (σ. 1432). Πρόκειται αντιστοίχως για το Χρονικό της μονής του Lauresheim ή Lorch (Annales Laureshamenses, 9ος αι.;) και το έργο του βενεδικτίνου χρονικογράφου Aimoin de Fleury, Historia Francorum (αρχές 11ου αι.)· δ) τον «Γρηγόροβιτς», για την ιστορία των Αθηνών κατά τον 8ο και 9ο αιώνα (σ. 1540). Εικάζω πως αναφέρεται στο έργο του γερμανού ιστορικού Ferdinand Gregorovius, Geschichte der Stadt Athen im Mittelalter (1889)· και ε) τον χρονικογράφο Θεοφάνη [Χρονογραφία, περ. 811-814] για τη ζωή και τη δράση της Ειρήνης της Αθηναίας (σ. 1541).

[20] Maurice Lachâtre, «Histoire de la Papesse Jeanne», Histoire des Papes. Crimes, Meurtres, Empoisonnements, Parricides, Adultères, Incestes, τόμ. 3, Administration de Librairie, Paris 1842: 28-42. Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η Μινώτου να χρησιμοποίησε μόνο αυτά τα δύο τελευταία έργα, καθώς τα αποσπάσματα που παραθέτει από τον Μονκασίν και τον Σκώτο, περιλαμβάνονται στον Lachâtre (ό.π.: 28, 31, 32), ο οποίος με τη σειρά του ακολουθεί, όπως διαπίστωσα, σε μεγάλο βαθμό στενά τον Σπανχάιμ (Frederick Spanheim, Disquisitio historica de papa foemina inter Leonem IV et Benedictum III, 1691).

[21]Βλ. Γιαννοπούλου, ό.π.:11 (αρ. 188).

[22] Π.χ. ιστορικά πρόσωπα είναι ο βενεδικτίνος μοναχός και μετέπειτα αρχιεπίσκοπος του Mainz, θεολόγος και συγγραφέας Ράμπαν Μάουρ (Rabanus Maurus Magnentius, περ. 780-856)· επίσης ο γάλλος θεολόγος και ουμανιστής λόγιος Λου ντε Φεριέρ (Loup de Ferrières, περ. 805-862), αλλά και ο φράγκος λόγιος, βιογράφος του Καρλομάγνου, Έγκενχαρντ (Eginhard, Einhard ή Einhart, περ. 775-840). Τέλος η Ίμμα είναι πρόσωπο ψευδοϊστορικό, καθώς ο Καρλομάγνος δεν είχε καμία κόρη Ιμμα. (Βλ. Frangois M. Guizot, The History of Civilization. From the Fall of the Roman Empire to the French Revolution, μτφ. William Hazlitt, τόμ. 3, D. Appleton & Company, New York 1854: 70).

[23] Βλ. Alan Shelston, Βιογραφία, μτφ. Ιουλιέττα Ράλλη, Καίτη Χατζηδήμου, Ερμής, Αθήνα 1982 (Σειρά: Η γλώσσα της κριτικής 24): ιδίως σελ. 99-116 και Laura Marcus, «The Newness of the ‘New Biography’: Biographical Theory and Practice in the Early Twentieth Century», στο: Peter France, William St Clair (επιμ.), Mapping Lives: The Uses of Biography, Oxford University Press, Oxford 2004: 193-218. Για τις σχέσεις βιογραφίας – ιστορικής αλήθειας – μυθοπλασίας αλλά και για ορισμένες επιμέρους κατηγοριοποιήσεις του είδους (historical biography, fictionalized biography, historicized fictional biography, fictional biography), βλ. επιλεκτικά και Dorrit Cohn, The Distinction of Fiction, The Johns Hopkins University Press, Baltimore 2000: ιδίως 18-34 και 85. Για την πλουσιότατη σχετική διεθνή βιβλιογραφία, βλ. Carl Rollyson, Biography: An Annotated Bibliography, BackInprint.com Editions, Pasadena 2007.

[24] Βλ. Απόστολος Σαχίνης, Προσεγγίσεις. Δοκίμια Κριτικής, Καρδαμίτσα, Αθήνα 1989: 206, 257.

[25] Βλ. Boureau, ό.π.: 211. Ασφαλώς οι διαφοροποιήσεις δεν περιορίζονται μόνο σε επίπεδο περιεχομένου, αλλά αφορούν επίσης στο ύφος και τη στόχευση, θέμα το οποίο θα απαιτούσε ιδιαίτερη πραγμάτευση.

[26] Παναγιώτης Μουλλάς, «Το αίτημα της εσωτερικότητας», Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939), τόμ. Α’, Σοκόλη, Αθήνα 1993: 83-93.

[27] Από αυτή την άποψη το κείμενο της Μινώτου θα μπορούσε να διαβαστεί και σε συνάρτηση με το είδος της «γυναικείας αφήγησης αυτοανακάλυψης» («narrative of female self-discovery») και πιο συγκεκριμένα του «γυναικείου μυθιστορήματος διαμόρφωσης» («feminist Bildungsroman»), θέμα στο οποίο δεν μπορώ να επεκταθώ στο πλαίσιο της παρούσας ανακοίνωσης. Βλ. σχετικά Rita Felski, «The Novel of Self-Discovery: Integration and Quest», Beyond Feminist Aesthetics. Feminist Literature and Social Change, Harvard University Press, Cambridge, Massachussets 1989: 122-153, 209-213.

[28] Για τη γυναικεία ταυτότητα όχι ως κάτι σταθερό και εγγενές, αλλά ως διαδικασία που καθορίζεται από την αλληλεπίδραση, την ταύτιση ή την διαφοροποίηση από τον «άλλο», βλ. Judith Kegan Gardiner, «On Female Identity and Writing by Women», στο: Elizabeth Abel (επιμ.), Writing and Sexual Difference, The University of Chicago Press, Chicago 1982: 177-191. Για τη «σχεσιακή σύλληψη της ταυτότητας» γενικότερα, βλ. Δημήτρης Τζιόβας, Ο άλλος εαυτός. Ταυτότητα και κοινωνία στη νεοελληνική πεζογραφία, μτφ. Άννα Ρόζενμπεργκ, θεώρ. μτφ.-επιμ. Ουρανία Ιορδανίδου, Πόλις, Αθήνα 2007: κυρίως 22-34.

[29] Για το ρόλο της αποστασιοποίησης από το μητρικό πρότυπο της γυναίκας-θύματος στη διαμόρφωση της γυναικείας ταυτότητας, βλ. ενδεικτικά Gardiner, ό.π.: 186.

[30] Αγγέλικα Ψαρρά, «Το μυθιστόρημα της χειραφέτησης ή η ‘συνετή’ ουτοπία της Καλλιρόης Παρρέν», επίμετρο στο: Καλλιρρόη Παρρέν, Η χειραφετημένη, Εκάτη, Αθήνα 1999: 416. Βλ. επίσης Ελένη Βαρίκα, Η εξέγερση των κυριών. Η γένεση μιας φεμινιστικής συνείδησης στην Ελλάδα 1833-1907, Κατάρτι, Αθήνα 42004 [1987]: 252, 341347· Κωστούλα Σκλαβενίτη, «Τα γυναικεία έντυπα 1908-1918», Διαβάζω, 198 (14/9/1988): 18, η οποία επισημαίνει πάντως την αισθητή μείωση αυτού του είδους κειμένων την περίοδο του μεσοπολέμου· Έφη Αβδελά, «Ιστορία των γυναικών, ιστορία του φύλου, φεμινιστική ιστορία: μεθοδολογικές διεργασίες και θεωρητικά ζητήματα μιας εικοσαετίας», Δίνη 6 (1993): 12-29. Σε ό,τι αφορά τον διεθνή χώρο, από την πλουσιότατη βιβλιογραφία, βλ. επιλεκτικά: Berenice Caroll (επιμ.), Liberating Women’s History, Urbana, Illini Books Editions 1976· Karen Offen, Ruth Roach Pierson, Jane Rendall (επιμ.), Writing Women’s History: International Perspectives, Indiana University Press, Bloomington 1991 και Judith Bennett, History matters: patriarchy and the challenge of feminism, University of Pennsylvania Press, Philadelphia 2006.

[31] Βλ. π.χ. τις μελέτες της Μινώτου «Η γυναικεία βιοτεχνία Ζακύνθου» (1921), Οι γυναίκες εις την ιταλικήν Αναγέννησιν (1922), «Ελεονώρα Ντουζε» (1924), «Ελισάβετ Μαρτινέγκου Μουτσά» (1952), «Γύρω στην Αγγελική Νίκλη» (1952), «Κάλη Καρτάνου» (1952), «Ροξάνδρα Μαυροκορδάτου» (1953) και πολλές άλλες. Πλήρης κατάλογος σχετικών κειμένων με ακριβή βιβλιογραφικά στοιχεία στο Γιαννοπούλου, ό.π.: passim. Σε ό,τι αφορά τα σχετικά δημοσιεύματα στο περιοδικό Εύα Νικήτρια, βλ. Μινώτου-Παπαδημητρίου, ό.π.

[32] Σύμφωνα με τη Felski (ό.π.: 124-125), ο συμβολικός ή κυριολεκτικός θάνατος της πρωταγωνίστριας ως τίμημα για την προσπάθεια υπέρβασης των κοινωνικών αξιών, απαντά πολύ συχνά σε παλαιότερα μυθιστορήματα, ιδίως του 19ου αιώνα.

[33] Όπως εξηγεί η Felski (ό.π.: 94), η φεμινιστική εξομολόγηση τείνει «να δίνει έμφαση στα συνηθισμένα γεγονότα της ζωής μιας πρωταγωνίστριας, στην αντιπροσωπευτικότητά τους σε σχέση με την έννοια της κοινοτικής ταυτότητας», και όχι τόσο στην «καταγραφή ενός ασυνήθιστου αλλά παραδειγματικού βίου». (Η ελληνική μετάφραση από τον Τζιόβα (ό.π.: 110). Για το θέμα βλ. και το ενδιαφέρον άρθρο της Rosalind Coward, «Are Women’s Novels Feminist Novels», στο: Elaine Showalter (επιμ.), The New Feminist Criticism. Essays on Women, Literature and Theory, Virago Press, London 1993: 225-239.

[34] Π.χ. Τζιάκομο Λεοπάρντι. Ο ποιητής του παγκόσμιου πόνου, του έρωτος και του θανάτου (1934) και Ισαβέλλα Θεοτόκη. Η μεγάλη εμπνεύστρια (1959).

 

Πέρσα Αποστολή

Διδάκτωρ Φιλολογίας, Διδάσκουσα στο ΕΑΠ

«Ταυτότητες στον ελληνικό κόσμο (από το 1204 έως σήμερα) – Δ’ Ευρωπαϊκό Συνέδριο Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9-12 Σεπτεμβρίου 2010.  Πρακτικά, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών, Αθήνα, 2011.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Η Κάθοδος των Βίκινγκς στο Βυζάντιο – H. R. Ellis Davidson | Μετάφραση – επιμέλεια – υποσημειώσεις, Ιωσήφ Ροηλίδης


  

Το θέμα του βιβλίου, αν και σημαντικό για την εξέλιξη της ιστορίας του μεσαιωνικού ελληνισμού δεν είναι και τόσο γνωστό στην ελληνική ιστοριογραφία. Οι ιστορικές πηγές του βρίσκονται πολύ μακριά-τοπικά και τροπικά-από τους έλληνες ιστορικούς, και το θέμα αυτό μόνο ακροθιγώς θίγεται στα ελληνικά βιβλία της ιστορίας. Στην διάρκεια των αιώνων τους οποίους πραγματεύεται το βιβλίο, ένας ολόκληρος κόσμος στα βόρεια της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας – του Βυζαντίου – εκινείτο, αναδυόταν και αναδευόταν, πολεμούσε και εμπορευόταν, ταξίδευε μέχρι τις εσχατιές του γνωστού τότε κόσμου, μιλούσε άγνωστες γλώσσες, σεβόταν παράξενα ήθη και έθιμα και προσκυνούσε αλλότριους θεούς…

 

 Λίγα λόγια του μεταφραστή

 

Η Κάθοδος των Βίκινγκς στο Βυζάντιο

Το βιβλίο αυτό μεταφράστηκε με την προοπτική να δημοσιευθεί. Απλά έπεσε στην τρομακτική οικονομική κρίση που προκάλεσε η πανδημία του κορονοϊού – COVID-19 – στις αρχές του 2020 και ο εκδοτικός οίκος που είχε αναλάβει την έκδοση, την αποποιήθηκε λόγω οικονομικών προβλημάτων. Η μετάφραση είχε ήδη ολοκληρωθεί και έτσι αναρτήθηκε σ’ αυτόν τον συγκεκριμένο ιστότοπο. Είναι ελεύθερα προσβάσιμη από όλους.

Το θέμα του βιβλίου, αν και σημαντικό για την εξέλιξη της ιστορίας του μεσαιωνικού ελληνισμού δεν είναι και τόσο γνωστό στην ελληνική ιστοριογραφία. Οι ιστορικές πηγές του βρίσκονται πολύ μακριά – τοπικά και τροπικά – από τους έλληνες ιστορικούς, και το θέμα αυτό μόνο ακροθιγώς θίγεται στα ελληνικά βιβλία της ιστορίας. Στην διάρκεια των αιώνων τους οποίους πραγματεύεται το βιβλίο, ένας ολόκληρος κόσμος στα βόρεια της ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας – του Βυζαντίου – εκινείτο, αναδυόταν και αναδευόταν, πολεμούσε και εμπορευόταν, ταξίδευε μέχρι τις εσχατιές του γνωστού τότε κόσμου, μιλούσε άγνωστες γλώσσες, σεβόταν παράξενα ήθη και έθιμα και προσκυνούσε αλλότριους θεούς. Έφθασε μέχρι την καρδιά του Βυζαντίου – την Κωνσταντινούπολη – και αποτέλεσε την αγαπητή φρουρά πολλών αυτοκρατόρων της μέσης περιόδου. Ήταν οι περίφημοι Βάραγγοι ή Βάραγγες στα ελληνικά, οι Σκανδιναβοί πολεμιστές της αυτοκρατορίας. Η ζωή τους εξυμνήθηκε σε πολλά κείμενα ποιητικά και πεζά, στις γλώσσες της πατρίδας τους. Το έργο ζωής ενός Ισλανδού ελληνιστή, του Sigfús Blöndal αποκάλυψε όλες τις λεπτομέρειες της ζωής και δράσης αυτών των ανθρώπων. Το βιβλίο του Varangians in Byzantium, απετέλεσε μία από τις βάσεις αυτού του βιβλίου.

Η συγγραφέας του βιβλίου δούλεψε με βάση όλες τις σκανιναβικές φιλολογικές πηγές που έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, Πηγές είναι κυρίως οι ονομαζόμενες σάγκες, αφηγήσεις ιστορικών και μυθικών γεγονότων, βίων ενδόξων ανδρών, μετακινήσεων και αποικήσεων στις παλαιοσκανδιναβικές γλώσσες (Ισλανδικά, Νορβηγικά, Σουηδικά, Δανικά). Στο βιβλίο της υπάρχει πληθώρα υποσημειώσεων που παραπέμπουν σε συγγραφείς, βιβλία και πηγές.

Για να κάνω τη μετάφραση πιο εύχρηστη, αφαίρεσα σχεδόν το σύνολο των υποσημειώσεων του πρωτοτύπου. Λόγω της πληθώρας ονομάτων, όρων, τοπωνυμίων και ειδικών καταστάσεων που εμπλέκονται στην ροή του βιβλίου, προσέθεσα εκατοντάδες υποσημειώσεων που επεξηγούν, ερμηνεύουν και περιγράφουν όλους αυτούς τους όρους. Ήταν μία πολύ δύσκολη και μακρόχρονη επιχείρηση να βρεθούν όλες αυτές οι πληροφορίες. Φυσικά το διαδίκτυο αποτέλεσε έναν πολύτιμο βοηθό. Όλες οι υποσημειώσεις που προέρχονται από μένα, έχουν ως αρχικό σημείο τα γράμματα Σ.τ.Μ. (Σημείωση του μεταφραστή).

Ταυτόχρονα αφαίρεσα ένα και μισό κεφάλαιο από το τέλος επειδή θεώρησα ότι δεν είχε μεγάλη σχέση με το κεντρικό θέμα του βιβλίου. Το βιβλίο περιέχει κυριολεκτικά χιλιάδες ονόματα, Σκανδιναβικής κυρίως προέλευσης, που ηχούν πολύ παράξενα στα ελληνικά αυτιά. Τα παραθέτω συνήθως αυτούσια στη μορφή που υπάρχουν στο βιβλίο. Παρόλο που ίσως δυσκολεύουν την ανάγνωση του κειμένου, αυτόν τον κανόνα τον ακολούθησα σκοπίμως, στην περίπτωση που κάποιος αναγνώστης θα ήθελε να προχωρήσει σε μια βαθύτερη έρευνα για κάποιο πρόσωπο, τοπωνύμιο ή αντικείμενο, να μπορεί να το κάνει διαθέτοντας την πρωτότυπη λέξη. Βέβαια, κυρίως στην αρχή, παραθέτω και τη μεταγραφή/ προφορά του ονόματος στα ελληνικά. Ακόμη και στο πρωτότυπο υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στα ονόματα που παρατίθενται, ανάλογα με τις πηγές που χρησιμοποιεί η συγγραφέας, η οποία σε πολλές περιπτώσεις «λατινοποιεί» ονόματα που προέρχονται από γλώσσες με αρκετά διαφοροποιημένο από το λατινικό, αλφάβητο, όπως το Ισλανδικό. Επίσης ονόματα κοινά και σχετικά γνωστά, όπως το όνομα Erik στα Δανικά, γίνεται Eric στα Αγγλικά και Eirik στα Ισλανδικά.

Ζητήθηκε η οικονομική βοήθεια των πρεσβειών των τεσσάρων Σκανδιναβικών χωρών (Δανίας, Σουηδίας, Νορβηγίας, Ισλανδίας) και των Μορφωτικών Ιδρυμάτων των χωρών αυτών στην Αθήνα για την έκδοση του βιβλίου, αλλά το μόνο που λάβαμε ήταν συγχαρητήρια για την προσπάθεια. Έτσι λοιπόν προχώρησα στην ανάρτηση του βιβλίου σ’ αυτόν τον ιστότοπο.

Όλα τα λάθη, γλωσσικά και θεματικά, οι αβλεψίες και οι παρερμηνείες χρεώνονται αποκλειστικά σε μένα. Ήμουν εντελώς μόνος στο μακρινό αυτό ταξίδι.

 

Ιωσήφ Ροηλίδης

Ἐν μέσῃ περιόδῳ πανδημίας ἐξ ἰοῦ ὡσεί στέμματος, 2020.

  

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο:Η Κάθοδος των Βίκινγκς στο Βυζάντιο

 

Read Full Post »

Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου. Αθήναι Εκ του Τυπογραφείου Α. Γκαρπολά, 1845.


 

Τα «Απομνημονεύματα περί φιλικής Εταιρείας» του Εμμανουήλ Ξάνθου τυπώθηκαν το 1845, όταν ο μεγάλος Φιλικός, έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του στα όρια της οικονομικής εξαθλίωσης, σε ένα χαμόσπιτο στην οδό Νικοδήμου 27. Πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, λίγες ώρες μετά το βαρύτατο τραυματισμό του από πτώση στις σκάλες της Βουλής, όπου είχε παρακολουθήσει ως απλός πολίτης μια συνεδρίαση. Το Ελληνικό Κράτος τού απέδωσε κατά την κηδεία τιμές στρατηγού.

 

Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου…

 

Το 1834 ο Ιωάννης Φιλήμων στο έργο του Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας,  γράφοντας  με βάση κυρίως τις προφορικές αφηγήσεις του Παναγιώτη Αναγνωστόπουλου κατηγόρησε τον Ξάνθο για κακή διαχείριση των χρημάτων της Φιλικής Εταιρείας. Άλλωστε, υπήρχε πάντα μεταξύ Ξάνθου και Αναγνωστόπουλου ανοικτή η διαμάχη για το ποιός υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Συγκεκριμένα, ο Ξάνθος υποστήριζε ότι ανήκει στην πρώτη τριάδα της Εταιρείας, ενώ για τον Αναγνωστόπουλο υποστήριζε ότι κατηχήθηκε πολύ αργότερα από εκείνον, δηλαδή το 1817. Αντίθετα, ο Αναγνωστόπουλος υποστήριζε ότι ο ίδιος είχε κατηχηθεί από το 1814, ενώ ο Ξάνθος αργότερα από αυτόν στην Κωνσταντινούπολη. Έτσι η αρχική καλή σχέση και συνεργασία μεταξύ των δύο ανδρών, κατά τα πρώτα αποφασιστικά βήματα της Εταιρείας, όπως είδαμε, θα μεταβληθεί σε ανοιχτή έχθρα.

Έτσι ο Εμμανουήλ Ξάνθος βρίσκεται στην ανάγκη να επιστρέψει το 1837 στην Ελλάδα και το ίδιο έτος να συγγράφει πρώτα το «Υπόμνημα». Το απολογητικό αυτό κείμενο προκειμένου να ανασκευάσει όσα έγραψε εναντίον του ο Φιλήμων. Στο «Υπόμνημα» αυτό, που αποτελεί οιονεί απολογία του, γίνεται συνεχής αναφορά στα κεφάλαια του Δοκιμίου τον Φιλήμονα, προκειμένου να αντικρούσει τα γραφόμενά του.

Μολονότι, το κείμενο της Απολογίας (Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, χφ. 2212) δεν δημοσιεύτηκε στον καιρό του αλλά πολύ αργότερα, το 1931, φαίνεται ότι ο Ιωάννης Φιλήμων πληροφορήθηκε το περιεχόμενό της, επειδή το 1839 κιόλας αρθρογραφώντας στην εφημερίδα Αιών, αποκαθιστά την προσωπικότητα του Ξάνθου, παραδεχόμενος ότι «υπέπεσεν εξ αγνοίας εις παραδρομάς τινας, ως προς το πρόσωπον του Ξάνθου ιδιαιτέρως». Μάλιστα αξίζει να επισημάνουμε εδώ ότι ακόμη και το Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, που θα εκδώσει ο I. Φιλήμων το 1845, ουσιαστικά αποτελεί μία ανασκευή του Δοκι­μίου του περί της Φιλικής Εταιρείας, στην οποία ασφαλώς και η διένεξη Ξάνθου – Αναγνωστόπουλου συνέβαλε αρκετά.

Ωστόσο, και παρά την αναγνώριση του λάθους εκ μέρους του Φιλήμονος, ο Εμμανουήλ Ξάνθος θα προχωρήσει στη σύνταξη και έκδοση των Απομνημονευμάτων του το 1845, στα οποία μετά από μια σύντομη έκθεσή του για τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν από τη σύσταση της Φιλικής Εταιρείας, προβαίνει, παράλληλα, στην έκδοση των γραπτών αποδείξεων για τους ισχυρισμούς του, δηλαδή παραθέτει 168 έγγραφα, τα οποία αποτελούν πρωτογενές υλικό για την ιστορία της Εταιρείας και τη δράση του ίδιου αλλά και πολλών από τα πρώτα μέλη της, που έδρασαν κυρίως στις Ηγεμονίες και στη Ρωσία.

Με άλλα λόγια ο Εμμ. Ξάνθος τήρησε την υπόσχεση που είχε δώσει τόσο κατά τη σύνταξη της «Εκθέσεως» του όσο και κατά τη σύνταξη του Υπομνήματος ότι πρόκειται να παρουσιάσει τις γραπτές πηγές τις οποίες επικαλείται. Έτσι κατά κάποιο τρόπο απαντά και στην πρόκληση του Ιωάννη Φιλήμονα, ο οποίος στην πρώτη έκδοση του Δοκιμίον πε­ρί της Φιλικής Εταιρείας, εκφράζοντας τις αμφιβολίες του για την «Έκθεση» του Ξάνθου, τον καλούσε να δημοσιεύσει τα έγγραφα που κατέχει: «…καθίσταται τοιουτοτρόπως επι­θυμητή η εκπλήρωσή της υποσχέσεώς του. Eις το έργον τούτο δύναται μεγάλως να ευκολυνθή διά των αποτεταμιευμένων εις αυ­τόν εγγράφων της Εταιρείας και των οποίων ημπορεί να έχη ιδεών περί αυτής πλέον κα­θαρών παρά τας οποίας έγραψε».

 

Για την ανάγνωση του βιβλίου του πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο:Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρίας υπό Εμμανουήλ Ξάνθου

 

Read Full Post »

Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση; – Γιώργος Καραμπελιάς


 

Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση; Το νέο βιβλίο του Γιώργου Καραμπελιά από τις Εναλλακτικές Εκδόσεις.

 

Το βιβλίο αυτό δεν σκοπεύει να αποτελέσει μια ακόμα αφήγηση των γεγονότων, των σχετικών με τη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας, αλλά θέλει να επιμείνει στους παράγοντες που οδήγησαν στη δημιουργία της και τις πολλαπλές συνιστώσες που τη συναποτέλεσαν· να διερευνήσει τις βαθύτερες αιτίες των επιτυχιών της αλλά και το ανολοκλήρωτο της ιδεολογικής της συγκρότησης. Ένα δοκίμιο που, με αφορμή τη Φιλική Εταιρεία, θέλει να είναι ένας ακόμα λόγος περί της ιδιοπροσωπίας του νεώτερου ελληνισμού.

Η μεγάλη αναγεννησιακή προσπάθεια του ελληνισμού μετά το 1700 κατέστησε δυνατή τη συγκρότηση της Φιλικής Εταιρείας και την πυροδότηση της Επανάστασης·  η ελευθερία μας, υπογραμμίζει ο Δημήτρης Βικέλας, κατεκτήθη δια της «σπάθης» και «θυσιών ακαταλογίστων».

Παρότι θα ιδρυθεί από ριζοσπαστικά στοιχεία, πνευματικούς απογόνους του Ρήγα Βελεστινλή, η επιτυχία της Εταιρείας θα στηριχτεί στον συνδυασμό μιας αταλάντευτης επαναστατικής βούλησης με τη συνείδηση πως ένας εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας θα πρέπει να συμπεριλάβει το σύνολο των δυνάμεων του γένους.

 

Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση;

 

Το βιβλίο του Γ. Καραμπελιά αποτελεί και  μια απάντηση στην κυριολεκτική εξαφάνιση, από τη σύγχρονη πανεπιστημιακή και ιστοριογραφική παραγωγή, της επαναστατικής οργάνωσης που οδήγησε στη γένεση του ελληνικού κράτους, της Φιλικής Εταιρείας. Καθόλου τυχαία, σε όλη την ιστορική περίοδο της ύστερης μεταπολίτευσης, δεν θα υπάρξει  ούτε μια διδακτορική μελέτη σε ελληνικό πανεπιστήμιο, και η μοναδική γνωστή διατριβή, εκείνη του Γεωργίου Φράγκου, θα γραφτεί στην Αμερική το 1970!

Και αυτό συμβαίνει εν πολλοίς επειδή η ίδια η συγκρότηση της Φιλικής Εταιρείας αναιρεί εν τοις πράγμασι το σχήμα της έκρηξης της Επανάστασης ως της αποκλειστικής συνέπειας της επέκτασης του δυτικού Διαφωτισμού. Διότι δεν ήταν η διανόηση και οι λόγιοι που θα αναλάβουν να ενοποιήσουν τον ελληνικό κόσμο σε μία μεγάλη επαναστατική απόπειρα, αλλά την αρχική πρωτοβουλία θα πάρουν «οι κατεστραμμένοι εμποροϋπάλληλοι», για τους οποίους μιλούσε ο Καποδίστριας, και στην οποία θα συμμετάσχουν εν τέλει, όλες οι ηγέτιδες δυνάμεις του ελληνικού κόσμου. Οι έμποροι, οι ναυτικοί, οι στρατιωτικοί, οι προεστοί, οι κληρικοί, οι Φαναριώτες και οι οι λόγιοι θα συμμετάσχουν εν τέλει στην Εταιρεία και θα ξεσηκώσουν τις μεγάλες μάζες του λαού – κατ’ εξοχήν την αγροτιά – χωρίς τις οποίες καμιά επαναστατική απόπειρα δεν θα μπορούσε να τελεσφορήσει και οι οποίες ήταν έτοιμες να δεχτούν το μήνυμα της Επανάστασης.

Σήμερα δε, στα πλαίσια της γενικευμένης απογοήτευσης που κατατρύχει τους Έλληνες, αρκετοί αμφισβητούν την επιλογή της επαναστατικής οδού  και υποστηρίζουν πως υπήρξε αρνητική για τον ελληνισμό.  Όμως η ακύρωσή της θα είχε, άραγε, τις ευεργετικές συνέπειες που προεξοφλούνται ή, αντίθετα, θα  είχε αρνητικές επιπτώσεις, με άδηλες συνέπειες για το μέλλον; Πάντως, ο  βαθύτατος διχασμός ως προς την ακολουθητέα στρατηγική θα αφήσει ανολοκλήρωτο το όραμα της Φιλικής να απελευθερώσει το σύνολο του ελληνισμού.

Στο Παράρτημα του βιβλίου παρατίθενται τεκμήρια του επαναστατικού σχεδιασμού: Το «Σχέδιον Γενικόν» αφορά τους γενικούς στόχους της επανάστασης, το «Μέγα Σχέδιον» την οργάνωση εξέγερσης στο ελλείπον κέντρο, την Κωνσταντινούπολη, το δε «πολεμικόν Σχέδιον Σάββα» αφορά τον σχεδιασμό στα Βαλκάνια, οι δε διακηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη φωτίζουν τις ιδεολογικές κατευθύνσεις της Εταιρείας. Πρωτότυποι χάρτες και διαγράμματα φωτίζουν την κοινωνική σύνθεση και τη γεωγραφική εξάπλωση της Εταιρείας.

Διακόσια χρόνια μετά το κατόρθωμα της Φιλικής, οι Έλληνες καλούνται είτε να το ακυρώσουν, μέσα από μια μοιραία υποστροφή, είτε να το ολοκληρώσουν, κατ’ εξοχήν πνευματικά, ιδεολογικά, πολιτισμικά.

Στο ανά χείρας δοκίμιο, σημειώνει ο συγγραφέας,  δεν επιμένω στις λεπτομέρειες της συγκρότησης της Εταιρείας των Φίλων, αλλά επιχειρώ να διερευνήσω πριν από όλα την ωριμότητα και την επικαιρότητα του επαναστατικού διαβήματος του ’21, τέτοιο που το σχεδίασε και το πυροδότησε η επαναστατική οργάνωση. Γι’ αυτό και το έργο αναπτύσσεται σε τρία μέρη:

Αρχικώς, παρουσιάζεται διαγραμματικά η διαδρομή του σκλαβωμένου γένους και οι επαναστατικές απόπειρες που κατέληξαν στην Εταιρεία και την Επανάσταση, από τον Κροκόνδειλο Κλαδά έως τον Ρήγα Βελστινλή και από τον Διονύσιο φιλόσοφο έως το Ελληνόγλωσσο Ξενοδοχείο.

Το δεύτερο μέρος αφορά στην οργάνωση της Εταιρείας, τον αρχικό πυρήνα της, τα μέλη της και την κοινωνική και γεωγραφική τους προέλευση. Αναπτύσσεται ιδιαίτερα το ζήτημα των διαφορετικών τάσεων και συνιστωσών της επαναστατικής οργάνωσης, έκφραση και αντανάκλαση της κοινωνικής και χωροταξικής συγκρότησης του υπόδουλου Ελληνισμού. Από τον Κωνσταντίνο Ράδο, που έριξε πρώτος την ιδέα της συγκρότησης της εταιρείας, μέχρι την ελλείπουσα ηγεσία της, τον Ιωάννη Καποδίστρια.

Το τρίτο και τελευταίο μέρος αφορά στο κεντρικό ζητούμενο της πραγμάτευσής μας, την ίδια τη βασιμότητα του επαναστατικού διαβήματος.  Οι Έλληνες έπρεπε να προβούν στην κήρυξη της Επανάστασης ή, αντίθετα, θα έπρεπε να περιμένουν την ωρίμανση των συνθηκών, όπως συμβούλευε ο «σοφός Κοραής» και οι περισσότερες κεφαλές του γένους;

Στο Παράρτημα του τόμου παρατίθενται ορισμένα από τα σημαντικότερα τεκμήρια του επαναστατικού σχεδιασμού της Εταιρείας, καθώς  και κάποιες από τις διακηρύξεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη που φωτίζουν τις ιδεολογικές κατευθύνσεις της, ενώ έχουν διαμορφωθεί και ορισμένοι πρωτότυποι χάρτες και διαγράμματα για την κοινωνική σύνθεση και τη γεωγραφική εξάπλωσή της.

Αρχικώς παρατίθενται τα τρία βασικά κείμενα του επαναστατικού σχεδιασμού: Το «Σχέδιον Γενικόν» αφορά στους στόχους και τον προγραμματισμό του συνολικού εγχειρήματος· το «Μέγα Σχέδιον» ή «Σχέδιον Μερικόν» διερευνά τη δυνατότητα και προτείνει τα μέσα για την οργάνωση ενός κινήματος στο ελλείπον κέντρο του ελληνισμού, την Κωνσταντινούπολη· τέλος, το «πολεμικόν Σχέδιον Σάββα» (υπογεγραμμένο από τον Σάββα Καμινάρη Φωκιανό) αφορά τον σχεδιασμό των επαναστατικών κινήσεων στα Βαλκάνια και ιδιαίτερα στη Σερβία. Και παρότι αυτό, όπως και το Μέγα Σχέδιον, δεν ετέθη σε εφαρμογή και ο ίδιος ο συντάκτης του αποσκίρτησε τελικώς στους Τούρκους, αποτυπώνει αδρά τη βαλκανική διάσταση του εγχειρήματος της Εταιρείας.

Ακολούθως, αναπαράγονται δύο από τις διακηρύξεις- επιστολές του Αλεξάνδρου Υψηλάντη: η πρώτη, προς τους προκρίτους και τους καπετάνιους των ναυτικών νησιών, κατ’ εξοχήν εκείνους της Ύδρας, πραγματεύεται διά μακρών την αντιπαλότητα των Ελλήνων με τους Εγγλέζους και αποτελεί το μοναδικό ανάλογο κείμενο της Επανάστασης, καταδεικνύοντας την εξαιρετική οξυδέρκεια  και το πολιτικό αισθητήριο της επαναστατικής ηγεσίας· η δεύτερη, επιστολή προς τους προκρίτους και τα μέλη της Εταιρείας στο σύνολο των νησιών του Αιγαίου, με κομιστή τον Δημήτριο Θέμελη, καλεί τους Έλληνες να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις και να εγκαταλείψουν την  «μα­ταί­α(ν) ἐ­κεί­νη(ν) πρό­λη­ψι(ν), ὅτι πο­τὲ μό­νοι μας δὲν ἐμ­πο­ροῦ­μεν νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶμεν, ἀλ­λὰ πρέ­πει νὰ προ­σμέ­νω­μεν ἀ­πὸ ξέ­νους τὴν σω­τη­ρί­αν μας».

Το παράρτημα κλείνει με το γνωστότερο κείμενο, την επαναστατική προκήρυξη «Μάχου ὑπὲρ πίστεως καὶ πατρίδος» του Αλέξανδρου Υψηλάντη, στις 24 Φεβρουαρίου 1821, με την οποία εγκαινιάστηκε η Επανάσταση από το επαναστατικό στρατόπεδο του Ιασίου και η οποία είχε συνταχθεί από τον Γεώργιο Κοζάκη – Τυπάλδο.

*Στο εξώφυλλο «Ο όρκος των Φιλικών», πίνακας του Νίκου Εγγονόπουλου (ελαιογραφία σε καμβά, 1952). Το νέο μέλος ορκίζεται μπροστά στον λόγιο, τον στρατιωτικό σε ξένη υπηρεσία, τον κλεφταρματωλό, τον έμπορο και τον ιερέα.

 

Φιλική Εταιρεία – Ήταν ώριμη η Επανάσταση; 

Συγγραφέας: Γιώργος Καραμπελιάς

Εναλλακτικές Εκδόσεις 2019

Σελ. 336

 

Read Full Post »

Older Posts »