Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιβλίο’

Καλαφάτη Ελένη, «Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929) – Από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό», Ιστορικό Αρχείο Ελληνικής Νεολαίας – Γενική Γραμματεία Νέας Γενιάς, Αθήνα, 1988.


 

Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)

Σήμερα στην Ελλάδα το σχολικό κτίριο αποτελεί βασικό στοιχείο του συστήματος κοινωνικού εξοπλισμού. Συνδεδεμένα με ένα θεσμό εθνικό, τα διδακτήρια ανήκουν σ’ εκείνες τις εγκαταστάσεις που θεωρούνται απαραίτητες για τη ζωή της κοινότητας. Το κτιριολογικό τους πρόγραμμα και οι κατασκευαστικές προδιαγραφές απασχολούν αρχιτέκτονες και παιδαγωγούς και αποτελούν αντικείμενο θεσμικών και διοικητικών ρυθμίσεων. Υπάρχει ένας κρατικός οργανισμός που έχει ως αποκλειστικό έργο την κατασκευή τους και μια διεύθυνση στο Υπουργείο Παιδείας που μελετά τις ανάγκες και προγραμματίζει την κάλυψη τους σε εθνικό επίπεδο. Ενώ το γεγονός, ότι αυτές οι ανάγκες δύσκολα καλύπτονται, θεωρείται κοινωνικό πρόβλημα. Τέλος, έχει διαμορφωθεί μια «κανονική» εικόνα κτιρίου, που επιτρέπει την ανάγνωση της χρήσης μέσω του χώρου και αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά σημεία του κτισμένου τοπίου.

Αυτές οι πρακτικές και παραστάσεις είναι, ωστόσο, φαινόμενο αρκετά πρόσφατο. Στα 1911, σ’ ένα άρθρο του με προγραμματικό χαρακτήρα για τους στόχους και τα καθήκοντα της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής, ο Εμμ. Κριεζής διαπιστώνει: «Ενώ ο ναός και ο οίκος του χωρικού υπέστησαν την εξέλιξίν των δια μέσου πολλών αιώνων, ήτις βραδέως και διαδοχικώς έφθανεν από βαθμίδας εις βαθμίδα, το σχολείον καταλαμβάνει άλλην θέσιν ως νεώτατον δημιούργημα αναβλάστησεν ταχέως από τα πρώτα του σπέρματα και εξελίχθη ιδιαιτέρως κατά τας τελευταίας δεκαετηρίδας εις νέαν εκδήλωσιν του δημοσίου βίου».

Οι όροι της γέννησης του σχολικού κτιρίου ως εξειδικευμένου χώρου και η ανάδειξή του σε «νέα εκδήλωση του δημοσίου βίου» αποτελεί ακριβώς το αντικείμενο αυτής της μελέτης. Για να μπορέσω να παρακολουθήσω την εξέλιξη αυτή χρειάστηκε να επεκταθώ χρονικά σε διάστημα ενός αιώνα, παραμένοντας όμως γεωγραφικά πάντα στα όρια του ελληνικού κράτους.

Η χρονολογική αφετηρία που δηλώνεται στον τίτλο, 1821, δεν αντιστοιχεί σε κάποιο συγκεκριμένο γεγονός στον τομέα των σχολικών εγκαταστάσεων. Επιλέχτηκε όμως γιατί υποδηλώνει, μέσα από την τομή της επανάστασης και της εγκαθίδρυσης ενός σύγχρονου εθνικού αστικού κράτους, τις νέες πραγματικότητες που διαμορφώνονται στον τομέα τόσο της εκπαίδευσης όσο και του δομημένου χώρου. Και είναι στα πλαίσια αυτών των μεταβολών που το σχολικό κτίριο γεννιέται ως σύγχρονο εξοπλιστικό κτίριο.

Το φαινόμενο αυτό θέλησα να προσεγγίσω στο πρώτο μέρος της μελέτης, εξετάζοντας αφ’ ενός πώς το πρόβλημα του σχολικού χώρου διατυπώνεται σε σχέση με την εγκαθίδρυση ενός εθνικού σχολικού συστήματος και την ομοιόμορφη οργάνωση των σχολείων στη βάση μιας συγκεκριμένης μεθόδου διδασκαλίας, και αφ’ ετέρου πώς μορφοποιείται η λύση του σε σχέση με τις νέες πρακτικές και αντιλήψεις που καθιστούν κάθε κοινωφελές έργο αντικείμενο πρόβλεψης, αξιολόγησης, ελέγχου και προγραμματισμού εκ μέρους της κεντρικής διοίκησης. Πριν όμως προχωρήσω σ’ αυτήν την ανάπτυξη θεώρησα σκόπιμο, να αναφερθώ σε ορισμένα στοιχεία των προεπαναστατικών σχολικών πρακτικών και των παιδαγωγικών/εκπαιδευτικών αντιλήψεων, χρήσιμα για να εκτιμηθούν οι τομές και οι συνέχειες, το εύρος των θεσμικών ρυθμίσεων που συνεπάγεται η εθνική επανάσταση και τα προβλήματα της εφαρμογής τους.

Στο δεύτερο μέρος σκιαγραφείται η εξέλιξη τον ζητήματος των σχολικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, από τη στιγμή που η τοποθέτηση των προβλημάτων καθώς και οι απαντήσεις που δίνονται προσδιορίζονται ακριβώς από την ύπαρξη ενός θεσμοθετημένου προτύπου που άφορα τόσο τα χαρακτηριστικά του σχολικού χώρου όσο και τους όρους της παραγωγής και της χρήσης του.

Ο βασικός άξονας της προβληματικής μου, που υποδηλώνεται από τον υπότιτλο «από τις προδιαγραφές στον προγραμματισμό», με οδήγησε χρονικά ως το 1929. τη χρονιά αύτη εξασφαλίζεται η χρηματοδότηση ενός μεγάλου προγράμματος κατασκευής σχολικών κτιρίων, το γνωστό ως πρόγραμμα Παπανδρέου, που θα καλύψει ένα σημαντικό τμήμα των αναγκών σε εθνικό επίπεδο. Για την υλοποίηση αυτού τον προγράμματος θα χρησιμοποιηθεί ένα θεσμικό πλαίσιο και ένας ειδικός κρατικός μηχανισμός που διαμορφώνονται σταδιακά στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα ολοκληρώνοντας έτσι τη σύγχρονη αντίληψη για το σχολικό κτίριο.

Πολλοί παράγοντες παρεμβαίνουν σ’ αυτήν την εξέλιξη. Επιμείναμε κυρίως στην εξέταση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, στο εννοιολογικό πεδίο και στις πρακτικές που αναφέρονται στο δομημένο χώρο, στις υγιεινολογικές θεωρίες και στη θέση που ο χώρος κατέχει σ’ αυτές. Τέλος, το ζήτημα των σχέσεων κράτους και τοπικών αρχών τέθηκε από το ίδιο το καθεστώς του δημοτικού σχολείου. Η σχετική τους θέση στην παραγωγή των σχολικών κτιρίων αποτελεί κομβικό σημείο της ανάπτυξης που ακολουθεί.

Οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει ο ιστορικός που ασχολείται με τον ελληνικό 19ο αι. έχουν πολλές φορές επισημανθεί σε ότι άφορα τα ποσοτικά στοιχεία. Στην περίπτωση των σχολικών εγκαταστάσεων η κατάσταση επιβαρύνεται στο βαθμό που η σημασία τους σε σχέση με τα άλλα στοιχεία του σχολείου είναι υποτονισμένη τουλάχιστον για την κεντρική διοίκηση και οι λύσεις που δίνονται σε τοπικό επίπεδο είναι, παρά την ύπαρξη των προδιαγραφών, ποικίλες.

Δύο δημοτικά αρχεία μου έδωσαν τη δυνατότητα να καταγράψω ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων και λύσεων: το δημοτικό αρχείο της Ερμούπολης – ένα από τα πρώτα αστικά, κέντρα και με σημαντικές εκπαιδευτικές επιδόσεις – και το αρχείο του Δήμου Ναυπλίου, που αφορά μια μεσαία πόλη με κύρια διοικητικό χαρακτήρα αλλά και μια αγροτική ενδοχώρα όπου βρίσκονται διεσπαρμένοι 12 οικισμοί με 3000 κατοίκους περίπου.

Επιπλέον, το τμήμα του αρχείου της Τεχνικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας που εντοπίσαμε στη Νομαρχία Αργολίδος και στο Υπουργείο Παιδείας, αν και άφορα τον 20ό αιώνα, ωστόσο περιέχει κάποιες ακριβείς πληροφορίες για σχολικές εγκαταστάσεις του περασμένου αιώνα. Στηριζόμενη κυρίως σ’ αυτό το αρχειακό υλικό και χρησιμοποιώντας παράλληλα δημοσιευμένες πηγές κυρίως θεσμικού και διοικητικού χαρακτήρα επεχείρησα να αναδείξω μερικές βασικές τάσεις στη μορφοποίηση του σχολικού χώρου.

Η ερευνά αυτή ξεκίνησε το 1980 και στο τέλος του 1985 υποβλήθηκε στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales, ως διδακτορική διατριβή…

Για την ανάγνωση όλου του βιβλίου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: ΒΙΒΛΙΟ – Τα σχολικά κτίρια της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης (1821-1929)

 

Read Full Post »

«Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι» – Χρίστος Ιωάν. Κώνστας


 

Ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο, ένας καλαίσθητος τόμος 526 σελίδων, προστίθεται στη βιβλιοθήκη της τοπικής μας ιστορίας. Πρόκειται για το βιβλίο του Χρίστου Ιωάν. Κώνστα, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι». Μια ακόμη έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

Ο Χρίστος Κώνστας γεννήθηκε στο χωριό Μιδέα (Γκέρμπεσι) της Αργολίδας το 1936. Φοίτησε στα δημοτικά σχολεία Γκέρμπεσι και Μάνεσι. Τελείωσε το Γυμνάσιο του Άργους και πήρε το πτυχίο της νομικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών. Διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο της Αθήνας και συνταξιοδοτήθηκε το 2006 μετά από 40 έτη εργασίας. Ασχολήθηκε με την τοπική ιστορία και λαογραφία για να καλύψει τον ελεύθερο χρόνο του και καρπός αυτής της απασχόλησής του είναι το παρόν πόνημα.

 

Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας

 

[…] Κομβικό σημείο για την παρακολούθηση της ίδρυσης, της ονομασίας και της διαδρομής μέσα στο χρόνο του οικισμού Γκέρμπεσι-Μιδέα της Αργολίδας είναι η δεύτερη Βενετοκρατία του Ναυπλίου (1686-1715), αφού σε επίσημο κείμενο της Βενετικής πολιτείας της περιόδου αυτής αναφέρεται για πρώτη φορά, το τοπωνύμιο «Γκέρμπεσι» ως όνομα ζευγολατείου. Με βάση όμως ιστορικά στοιχεία, θεωρώ ότι ο οικισμός Γκέρμπεσι είχε ιδρυθεί από αρβανίτες εποίκους κατά την περίοδο της πρώτης Ενετοκρατίας του Ναυπλίου…

Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι υπάρχει ως οργανωμένο οικιστικό σύνολο τουλάχιστον από το 1805, αφού αναγνωρίζεται τόσο από τη Δημογεροντία όσο και από την Τουρκική πολιτειακή εξουσία ως συλλογικό φορολογικό υποκείμενο. Η διαδικασία όμως σχηματισμού του θα έπρεπε να είχε αρχίσει ενωρίτερα με τη μόνιμη εγκατάσταση βαθμηδόν κάποιου ελάχιστου αριθμού οικογενειών που δημιούργησαν στη Δημογεροντία και στην Τουρκική εξουσία την βεβαιότητα της μόνιμης ομαδικής οίκησης. Τον χρόνο όμως αυτόν, της μόνιμης δηλαδή εγκατάστασης οικογενειών στον τόπο μας, δεν τον γνωρίζουμε…

… Οι γυναίκες, αν ήσαν ανύπαντρες προσδιορίζονταν με το όνομά τους και το όνομα του πατέρα τους ενωμένο με το παρατσούκλι του, η Σοφία του ΚίτσιοΜαλλή. Εάν ήσαν παντρεμένες προσδιορίζονταν με το όνομά τους και το όνομα του συζύγου τους ενωμένο με το παρατσούκλι του, η Φωτεινή του ΓιάνΝταή…

… Τα παιδιά ήταν του πατέρα και ερωτώμενα τίνος είναι έπρεπε να απαντήσουν με το όνομα του πατέρα τους και ποτέ της μάνας. Εάν παρέβαιναν τον κανόνα, δέχονταν τις παρατηρήσεις των ηλικιωμένων. Θυμάμαι πως η γριά Τζιότζιλια ρώτησε την αδερφή μου, «Μωρή, ποιανού είσαι σύ; Της Φωτεινής του Νταή, απάντησε εκείνη και η ΓριάΤζιότζιλια, «Μωρή, πού σε βρήκε η Φωτεινή; Του ΓιάνhΝταή είσαι»…

 

Περιεχόμενα

  • Ο οικισμός Μιδέα
  • O οικισμός Γκέρμπεσι – Μιδέα της Αργολίδας, δημιουργία – ονομασία – εξέλιξη
  • Το Γκέρμπεσι ως οικωνύμιο ή εδαφωνύμιο στον ελλαδικό χώρο και στην Αλβανία
  • Η μυθική Μιδέα και η χωροθεσία της ακρόπολης
  • Γένη και σόγια  στο Γκέρμπεσι – Μιδέα της Αργολίδας
  • Παρατσούκλια και προσφωνήσεις γκερμπεσιωτών
  • Δημογραφική εξέλιξη του οικισμού Γκέρμπεσι – Μιδέα
  • Το Γκέρμπεσι και η Μιδέα στο θεσμό της τοπικής Αυτοδιοίκησης – Διοικητικές μεταβολές
  • Το κτηματολόγιο της κοινότητας Μιδέας
  • Τα διοικητικά όρια της κοινότητας Μιδέας
  • Τα εδαφωνύμια της κοινότητας Μιδέας
  • Οι εκλογικοί κατάλογοι για την εκλογή των βουλευτών του οικισμού Γκέρμπεσι του Δήμου Μηδείας των ετων-1844-1867-1871.
  • Ονομαστικός κατάλογος των εις τον Δήμον Μηδείας υπαρχόντων γεωργών ιθαγενών 1856 έτους
  • Αγορά εθνικών κτημάτων
  • Φωτογραφικό παράρτημα

 

Ο συγγραφέας του βιβλίου Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

 

Στην παρουσίαση του βιβλίου που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου Μιδέας την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018, μίλησαν για την έκδοση, Ο Γιάννης Δ. Μπάρτζης, Δρ. Φιλοσοφίας – Πρόεδρος επιτροπής της Εταιρείας Κορινθίων Συγγραφέων και ο Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, Συγγραφέας, του οποίου την ομιλία παραθέτουμε αυτούσια παρακάτω:

 

Υπάρχουν τόποι που είναι τυχεροί. Παρά την ερήμωση που γνώρισαν στην ιστορική τους διαδρομή είτε από πολέμους, είτε από τη μετανάστευση, ποτέ δεν ξεριζώθηκαν από την ψυχή των παιδιών τους που βρέθηκαν σε άλλους τόπους. Είναι τόποι τυχεροί, γιατί τα παιδιά τους ξαναγύρισαν και, ως αντίδωρο για τα παιδικά τους χρόνια, εκπληρώνουν μια καλά και βαθιά μέσα τους φυλαγμένη υπόσχεση: να αναδείξουν το πέρασμά του τόπου τους από την ιστορία, να μνημονεύσουν και να αφήσουν γραμμένα τα μέρη και τους ανθρώπους που τα κατοίκησαν και τους έδωσαν μορφή.

Τα τελευταία πέντε χρόνια όλο και περισσότεροι πολίτες αυτού του τόπου, αναζητούν με πάθος να ανακαλύψουν και να παρουσιάσουν δημόσια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ιδιαίτερων πατρίδων τους. Αναζητούν με ευαισθησία να μοιραστούν με όλους μας, τοπικές ιστορίες που μας βοηθούν να γνωρίσουμε, να συγκρίνουμε, να διακρίνουμε και τελικά να αναγνωρίσουμε μέσα από την ιδιαιτερότητα, όσα κοινά μας συνδέουν. Εκείνα που μας επιτρέπουν να ανακαλούμε στη μνήμη κοινούς τόπους και πολιτισμό, κοινή ταυτότητα και περπατησιά μέσα στην ιστορία.

Μόνο την τελευταία διετία παρουσιάστηκαν 4 μελέτες τοπικής ιστορίας και σήμερα έχουμε στα χέρια μας μια πέμπτη μελέτη που στις 526 σελίδες της καταγράφεται ένας κοινωνικός πλούτος άγνωστος μέχρι σήμερα! Μίλησα προηγουμένως για το πάθος του ερευνητή και το «Γκέρμπεσι» του Χρίστου Κώνστα είναι πραγματικά αποτέλεσμα αγάπης και πάθους για τον τόπο του. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να μέτρησε χρόνο και κόπο για να φτάσει στο αποτέλεσμα αυτό. Χρησιμοποίησε όλες τις υπάρχουσες πηγές πληροφοριών και την επιτόπια έρευνα, ώστε να καταγράψει πλήθος στοιχείων για την οργάνωση της τοπικής κοινωνίας. Κυρίως όμως, για να μνημονεύσει τα ονόματα όλων εκείνων, γυναικών και ανδρών, ατόμων και οικογενειών, που έδωσαν υπόσταση, σάρκα και οστά, στον τόπο που ονομάστηκε Γκέρμπεσι και μετονομάστηκε σε Μιδέα. «Κανένας συγχωριανός», γράφει, «δεν αρνήθηκε να δώσει πληροφορίες». Λογικό αν σκεφτούμε πως οι κάτοικοι του χωριού έχουν στα χέρια τους μια ολοκληρωμένη γραπτή ιστορία του χωριού τους, δηλαδή της δικής τους ιστορίας.

Ταυτόχρονα, ο Χρίστος Κώνστας αναδεικνύει από τη μια τη σημασία των πληροφοριών που καταγράφονται σε μια επιτόπια έρευνα. Κοπιαστική αναζήτηση στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, σ’ εκείνα που διαθέτει η Μητρόπολη Αργολίδας και στα δημοτολόγια του Δήμου Μιδέας και των γύρω Δήμων, όπου η τύχη ανταμείβει τον κόπο του συγγραφέα με την εύρεση παλιών δημοτολογίων.

Από την άλλη, όπως λέω και γράφω στις περιπτώσεις αυτές, η έρευνα που έχετε στα χέρια σας αναδεικνύει τον ηρωισμό του ερευνητή να ψάχνει και να βρίσκει μέσα στα χαλάσματα της τοπικής ιστορίας σημαντικά στοιχεία για τη διαδρομή της. Ίσως και να είναι τυχαία η αναφορά του στις εκλογές όταν γράφει πως «ο τύπος της εποχής είναι γεμάτος από καταγγελίες αυθαιρεσιών των Δημάρχων…. την ηλικία των εκλογέων μπορεί και να την καθόριζαν οι Δήμαρχοι». Πως λοιπόν να μην γίνεται συστηματική καταστροφή των δημοτικών αρχείων σε σημείο που ιστορικοί Δήμοι, όπως ο Δήμος Άργους, να μην διαθέτουν ούτε μια σελίδα ιστορικού τους αρχείου!

Ακολούθησα με ενδιαφέρον τις δυο μεγάλες ιστορικές διαδρομές του χωριού: πριν και μετά τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους. Τα σημάδια του ως ζευγολατιό, δηλαδή, μικρό τσιφλίκι στα πλαίσια της Βενετικής κατάκτησης. Την ανάπτυξή του αυτοτελούς οικισμού ιδιαίτερα στην περίοδο της δεύτερης τουρκικής κατάκτησης. Ο συγγραφέας τοποθετεί στην πενταετία 1795-1800 την γέννηση του νεότερου οικισμού από Αλβανογενείς Έλληνες.

Όμως, η δεύτερη και πιο πλούσια ιστορική διαδρομή, πλούσια σε γεγονότα, πρόσωπα και στοιχεία κοινωνικής οργάνωσης, είναι εκείνη που ξεκινά το 1834 με το Κέρμπεσι του Δήμου Μιδείας, αναπτύσσεται στο Γκέρμπεσι της επαρχίας του Άργους το 1929 και καταλήγει το 2010 στη Μιδέα του Δήμου Ναυπλιέων. Παρά την προτροπή του συγγραφέα να μην χάσω το χρόνο μου με την ονοματολογία, τα γένη και τις οικογένειες που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας, εγώ έκανα το αντίθετο κερδίζοντας πολλά. Βέβαια, ένας ντόπιος αναγνώστης θα καταλάβει διαβάζοντας τα ονόματα για ποια πρόσωπα πρόκειται, για ποιες οικογένειες, που μένουν, πόσοι είναι, κλπ. Κάτι που εγώ και τώρα ακόμη, δεν είμαι σε θέση να κάνω. Άντλησα όμως πολλά στοιχεία για την εξέλιξη του τοπικού πληθυσμού, τις συνήθειές του, ακόμη και τις ενδυματολογικές, την οργάνωση της καθημερινότητάς του, αλλά και την αιμορραγία που υπέστη από τους πολέμους και τον εμφύλιο σπαραγμό, με περιγραφές μεγάλης αξίας που διέσωσε ο συγγραφέας.

Οι Γκερμπεσιώτες ασχολούνται κυρίως με τις καλλιέργειες και την κτηνοτροφία. Είναι αγρότες και βοσκοί. Η κοινωνική τους δομή στηρίζεται στην οικογένεια που διαμορφώνεται μέσω του γάμου που δεν ξεπερνά τα γεωγραφικά όρια της ευρύτερης περιοχής της κοινότητας. Άρα σπάνια παντρεύονται με άτομα, γυναίκες ή άνδρες, που προέρχονται από άλλα μέρη (Τρίπολη, Κόρινθο, Αθήνα, κλπ). Ταυτόχρονα όμως, οι κρυφές λεπτομέρειες του γάμου διαφωτίζουν μια σειρά κοινωνικών διευθετήσεων άμεσα συνδεδεμένων με τις αξίες της εποχής και την κοινωνική θέση της γυναίκας. Σημειώνω για παράδειγμα την περίπτωση της Βασιλικής Δ. Μπελόκα που παντρεύεται σε ηλικία 22 ετών τον εικοσιεξάχρονο Γεώργιο Ι. Δήμα και για να γίνει ο γάμος στο Γκέρμπεσι η νύφη δηλώνεται ως κάτοικος του χωριού. Ο συγγραφέας συμπεραίνει, μετά από έρευνα, «πως ο γαμπρός έκλεψε τη νύφη και επειδή, ίσως, οι γονείς της δεν έστεργαν στην τέλεση του γάμου, δήλωσαν τη νύφη κάτοικο Γκέρμπεσι και με τη μεσολάβηση του ΠαπαΛιλή πήραν την άδεια γάμου. Η λύση συνηθιζόταν, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος των γάμων γινόταν μετά από απαγωγή και η εκκλησία έκανε στραβά μάτια, προκειμένου να τακτοποιήσει το θέμα, αφού νύφη χρησιμοποιούμενη εκτός γάμου και ακουσμένη κανένας δεν δεχόταν να πάρει ως σύζυγο, ήταν η έσχατη ταπείνωση».

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο για την κοινωνική εξέλιξη του ονόματος αφορά στα γυναικεία ονόματα που, σε αντίθεση με τα ανδρικά, στηρίζουν περισσότερο παραδοσιακές επιλογές που σήμερα σπανίως ακούγονται: Γκόλφω, Αστερία, Μαριγώ, Ασημίνα, Γαρυφαλιά, Πολυτίμη, Διαμάντω, Πανούργια, Θεοχαρούλα, Τρισεύγενη, Ανδριάνα.

Ένδυση και κοινωνική διαφοροποίηση αποτελούν επίσης δυο ενδιαφέροντα στοιχεία για την οργάνωση της τοπικής κοινωνίας που φαίνεται να παρατηρούνται μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Αναφέρω το παράδειγμα του Σπ. Αργυρόπουλου με το παρατσούκλι Καλυμπάκης που γεννήθηκε το 1879 και απεβίωσε το 1960 για τον οποίο γράφει ο συγγραφέας πως «έπαιζε πίπιζα και φορούσε τα ρούχα των ποιμένων της Αρκαδίας». Δηλαδή απλός ρουχισμός σε γκρίζα χρώματα. Αντίθετα, ένα άλλο πρόσωπο του χωριού, ο μπαρμπα ΓιαννηΜάνθος φορούσε πάντοτε άσπρη φουστανέλα και μετακινιόταν  σε άσπρο άλογο με σέλα ώστε να δηλώνεται δημόσια, συμβολικά και πρακτικά, η οικονομική του ευρωστία.

Οι διαφοροποιήσεις και οι συγκρούσεις μεταξύ οικογενειών όχι μόνο δεν ήταν άγνωστες, αλλά αποτελούσαν και αίτιο χωρισμού των κατοίκων σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Να σημειώσω εδώ πως οι έριδες αυτές, εκτός από χαρακτηριστικό της φυλής των Ελλήνων όπως λέγεται, αποτέλεσαν και αίτιο που οδήγησε σε ακρότητες κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων και ιδιαίτερα του Εμφυλίου. Όμως έχουν και την αστεία τους πλευρά όπως στο παράδειγμα των Πουτσαραίων και Παπαγεωργοπουλαίων του Γκέρμπεσι οι οποίοι βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση και σύγκρουση.

Οι Παπαγεωργοπουλαίοι ήταν μια μεγάλη αριθμητικά και κοινωνικά οικογένεια της περιοχής. Τα στοιχεία που παραθέτει ο συγγραφέας είναι σημαντικά και ενισχυτικά της γενικότερης προσπάθειας που καταβάλλεται για την οικειοποίηση των λεγόμενων εθνικών γαιών από τις μεγάλες οικογένειες της απαρχής του νέου ελληνικού κράτους. Στην μεγάλην χρηματικήν θυσίαν του πατρός του για να βοηθήσει την Επανάστασιν, αναφέρεται ο Δημήτριος Γεωργίου Παπαγεωργόπουλος σε αίτηση που συντάσσει στο Ναύπλιο στις 18 Ιουνίου 1865 απευθυνόμενος στην επί των αμοιβών των αγωνιστών της πατρίδος επιτροπή και ζητώντας να του δοθεί ότι δίκαιο του αναλογούσε.

Το ίδιο ενδιαφέρουσες είναι οι περιγραφές και τα στοιχεία για τις αγορές δημοσίων κτημάτων σε δημοπρασίες που γίνονται στο Ναύπλιο και στον συνήθη τόπο των δημοπρασιών όπως αναφέρεται. Σημειώνω πως η διατύπωση αυτή διατηρήθηκε ακριβώς ίδια μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1970 με μοναδική διαφορά ότι ο συνήθης τόπος των δημοπρασιών που μάλλον ήταν ο Μεγάλος Πλάτανος της κεντρικής πλατείας, μεταφέρεται πλέον σε συγκεκριμένα καφενεία της πλατείας. Το ίδιο διαπιστώνουμε και σε άλλες πόλεις μεταξύ των οποίων και το Άργος.

Ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει το ζήτημα των εθνικών γαιών που διαχειρίστηκαν οι πρώτες κυβερνήσεις του νέου ελληνικού κράτους, το ρόλο των πλούσιων οικογενειών με τις αγορές δημοσίων κτημάτων και, εξειδικεύοντας το ζήτημα στο Γκέρμπεσι, αναδεικνύει άγνωστες λεπτομέρειες των δημοπρασιών. Από την άποψη αυτή εξαιρετικά  ενδιαφέρουσα είναι και η αίτηση περί απαλλαγής εκ πολιτικής προικοδοτήσεως που αναφέρεται ολόκληρη στο βιβλίο. Πρόκειται για αγορά άγονου κτήματος, όπως αναφέρουν οι αγοραστές Παναγιώτης Παπαγεωργόπουλος και Α.Π. Γεωργίου από το οποίο θέλουν να απαλλαγούν οι αγοραστές και ζητούν, με αίτησή τους το 1846  από το Δημόσιο να το πάρει πίσω γράφοντας μεταξύ άλλων:

«Όταν κατά το έτος 1838 και 1839, εκποιούντο επί πολιτική προικοδοτήσει εθνικαί διαθέσιμοι γαίαι εις Ναύπλιον, ηθελήσαμεν και οι υποφαινόμενοι κάτοικοι και δημόται του Δήμου Μηδείας της αυτής επαρχίας … ν’ αγοράσωμεν τοιαύτας γαίας δια να ωφεληθώμεν από τους ευεργετικούς σκοπούς του περί προικοδοτήσεως των ελληνικών οικογενειών Νόμου, ακτήμονες όντες παντάπασι να ωφεληθώμεν, λέγομεν εκ της αγοράς ταύτης δια την ολιγότητα του χρεωλυσίου και τόκων, προς διατροφήν των πολυμελών δυο οικογενειών μας.… προς ημάς εστάθη ο όλεθρος και ευαρεστηθείτε παρακαλούμεν μετά δακρύων να εξετάσητε…».

Δάκρυα όμως έχυσε το Γκέρμπεσι πληρώνοντας τις επόμενες πολλές δεκαετίες το δικό του βαρύ φόρο αίματος ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Ήδη από τις επιχειρήσεις στη Μικρασία, τους Βαλκανικούς πολέμους και την Αλβανία του 40, πολλά παλληκάρια δεν γύρισαν πίσω ποτέ. Όμως η Κατοχή και ο Εμφύλιος όπως ήδη σημείωσα ήταν οι δυο πιο αιματοβαμμένες περίοδοι. Η αξία της έρευνας ενισχύεται ακόμη περισσότερο με τις συγκλονιστικές αναφορές στα θύματα και τις περιγραφές που διέσωσε ο Χρίστος Κώνστας. Αναφέρομαι για παράδειγμα στον Ηρακλή Ευσταθίου που με τη σούστα του πούλαγε κρασί στο Γκέρμπεσι και τα άλλα χωριά. Μια μέρα κατευθυνόμενος προς το Γκέρμπεσι πήρε μαζί του ένα Χελιώτη που πήγαινε πεζός και στην πλατεία του Μέρμπακα βρήκαν και πήραν τον ΚωτσηΡέππα μεθυσμένο.  Στην έξοδο του Μέρμπακα τους σταμάτησαν οι Γερμανοί λίγο πριν το σημερινό Γυμνάσιο και σκότωσαν τον Ηρακλή και τον Χελιώτη, ενώ ένας Γερμανός συμπότης του ΚωτσηΡέππα, τον πήρε μαζί του και τον έσωσε.

Άλλη περιγραφή ήταν εκείνη της εκτέλεσης του Μήτσιου Παπαγεωργόπουλου, όταν το 1944 τον περικύκλωσαν στο σπίτι του οι Γερμανοί. Εκείνος πήδηξε από το παράθυρο αλλά τον τραυμάτισαν και μετά από 100 μέτρα έπεσε μέσα στα σπαρτά όπου τον βρήκαν και τον εκτέλεσαν επί τόπου. Στο πλούσιο υλικό που παραθέτει ο Χρίστος Κώνστας υπάρχουν πολλές άλλες περιπτώσεις που μνημονεύονται από εκείνη τη δύσκολη περίοδο για το Γκέρμπεσι και τα γύρω χωριά αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα.

Σκληρός ήταν και ο μεταναστευτικός αποχωρισμός με πλήθος περιγραφών για χωριανούς που δεν ξέχασαν ποτέ το χωριό τους ή για άλλους που δεν γύρισαν ποτέ σ’ αυτό. Ο Αθανάσιος Δημητρίου Δήμας, για παράδειγμα,  μεταναστεύει το 1914 στην Αμερική. Εργάζεται στην κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου και έμελλε να μην ξαναδεί ποτέ το Γκέρμπεσι καθώς συνθλίβεται μεταξύ δυο βαγονιών και μάλιστα πεθαίνει μπροστά στα μάτια του συγχωριανού του Γεωργίου Ρέππα (Κολιάμη).

Ανάμεσα στις δεκάδες πληροφορίες που παρουσιάζονται στην έρευνα του Χρίστου Κώνστα είναι και οι οικονομικές-επιχειρηματικές ασχολίες κατοίκων του χωριού στην ευρύτερη περιοχή. Όσοι έχουν ασχοληθεί με τη βιομηχανική ιστορία της Αργολίδας βρίσκουν ενδιαφέροντα στοιχεία. Από τις οικογένειες των  Αναστάσιου και Ιωάννη Λέκκα – Μανθέων ιδρύονται στο Άργος, δυο από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες ψύχους (τα ψυγεία που λέμε απλά) στην Πελοπόννησο. Πρώτα ο γιος του μπαρμπα ΓιάνηΜάνθου Παναγιώτης, ο οποίος συνεταιρίζεται με τον Καράμπελα και ιδρύουν μονάδα παραγωγής πάγου και συντήρησης τροφίμων, η οποία θα εξελιχθεί στη γνωστή «Βιομηχανία ψύχους Καράμπελα» και το ίδιο συμβαίνει αργότερα με τη «Βιομηχανία ψύχους Λέκκα». Και οι δύο έχουν εγκατασταθεί σήμερα στη βιομηχανική ζώνη της Ν. Κίου.

Οι χώροι και οι άνθρωποι αποτελούν τα δυο βασικά στοιχεία κατασκευής της κοινωνικής πραγματικότητας. Οι άνθρωποι σημαδεύουν τους χώρους, αφήνουν τα αποτυπώματά τους, παράγουν δηλαδή ιστορία, πολιτισμό, με την εργασία τους, με τις σχέσεις ομόνοιας και αντιπαλότητας, με τα ήθη και τα έθιμά τους, ακόμη και με τις ενδυμασίες τους, τα τραγούδια και τους χορούς τους. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να λείψει από το λογαριασμό το ιδιαίτερο όνομα του καθενός, το παρατσούκλι του, που αποτελεί κάτι σαν κοινωνική συνθήκη που υποχρεώνει τους κατοίκους στο Γκέρμπεσι, στην Αργολίδα, την Ελλάδα και σε πολλά μέρη του κόσμου να προσδιορίζονται στο χώρο με ένα παρατσούκλι.

Σκωπτικός ή ειρωνικός ή απλά προσδιοριστικός από ένα επάγγελμα ή άλλο χαρακτηριστικό είναι τρόπος δημιουργίας των παρωνυμίων. Από όσα γνωρίζω, είναι η πρώτη φορά που ένας ερευνητής αναλαμβάνει μια συστηματική καταγραφή για τα παρατσούκλια του τόπου του. Τέσσερις σελίδες με παρατσούκλια περιλαμβάνει η έρευνα του Χρίστου Κώνστα «Στο Γκέρμπεσι ο καθένας και το παρατσούκλι του» γράφει, σημειώνοντας ταυτόχρονα την εφευρετικότητα και την ιδιαίτερη ικανότητα ορισμένων χωριανών να βαφτίζουν για δεύτερη φορά με παρατσούκλια τους συγχωριανούς τους.  Ανάμεσα στις πολλές αναφορές του συγγραφέα, κρατάω για παράδειγμα εκείνη του Κωνσταντίνου Ιωάννη Παπαγεωργόπουλου με το παρατσούκλι Τζίγκας που του το κόλλησαν οι Γκερμπεσιώτες γιατί του άρεσε να φτιάχνει ένα μουσικό όργανο από κορμό αραποσιτιού. Έκοβε κατά μήκος το φλοιό σε λεπτές χορδές διαφορετικού πλάτους και τις ανασήκωνε τοποθετώντας δυο ξυλάκια κάτω από τις χορδές. Το διαφορετικό πλάτος της χορδής εξασφάλιζε διάφορους μουσικούς τόνους και από το τζιγκ τζιγκ ρου έμεινε τζίγκας.

Τελειώνοντας αυτήν τη μικρή παρουσίαση, ελπίζοντας πως δεν σας κούρασα, αλλά πρέπει να σημειώσω πως μέσα στο βιβλίο του Χρίστου Κώνστα υπάρχει ένα δεύτερο βιβλίο: το φωτογραφικό του λεύκωμα. Εξίσου σημαντικό με το πρώτο καθώς όχι μόνο τα πρόσωπα, αλλά και η στάση τους, η ένδυσή τους, το όνομά τους, ο χώρος που φωτογραφίζονται αποτελούν σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση της κοινωνικής οργάνωσης αλλά και πολύτιμο βοήθημα για τις μελλοντικές έρευνες.

 

Γεώργιος Κόνδης,

Δρ. Κοινωνικών Επιστημών – Συγγραφέας

 

Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού

Άργος, 2018 

Σελίδες 528 – Σχήμα 17Χ24

ISBN: 978-960-9650-21-2

 

Read Full Post »

«Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης  Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης), οπλαρχηγός και αγωνιστής της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» – Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Το νέο βιβλίο του φιλολόγου – πρ. Διευθυντή Λυκείου και συγγραφέα Ιωάννη Αγγ. Ησαΐα, αφορά στον Κρανιδιώτη Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα, γνωστό ως Παπαρσένη, που αγωνίστηκε για την Ανάσταση του Γένους, για ένα κόσμο όμορφο στην ψυχή, ζωντανό στη δράση και ελεύθερο στη σκέψη. Έκδοση: Δήμος Ερμιονίδας, 2018.

 

Στην πρώτη ενότητα του βιβλίου περιγράφεται συνοπτικά η ιστορική αναδρομή στο Κρανίδι μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, η οργανωτική διάρθρωση του Ελληνισμού για την Επανάσταση και η προεπαναστατική περίοδος στην κωμόπολη με τα βασικά στοιχεία.

Συγκεκριμένα, οι απαρχές  του  Κρανιδίου βρίσκονται στη Μεσοβυζαντινή περίοδο και κυρίως στα τέλη αυτής. Μάλιστα, στο  μεσημβρινό και δυτικό τμήμα της Επαρχίας Ερμιονίδας υπήρχαν διάσπαρτοι  αγροτικοί  οικισμοί, που μεταφέρθηκαν σιγά- σιγά προς τα ενδότερα της περιοχής και ιδιαίτερα   σ’ ένα βυζαντινό χωριό,  που διαμορφώθηκε αρχικά ως ένας οικιστικός πυρήνας γύρω από το εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου(σήμερα Μητροπολιτικού ναού) και κοντά  στη «βρυσούλα», δηλ. στο «κρηνίδιον» (φυσική πηγή, που έχει νερό ακόμη και σήμερα) στην τοποθεσία  (ρέμα)  του  «Γραμματικού». Στο κέντρο της σχηματιζόμενης  χαράδρας γύρω από το εκκλησάκι κτίστηκε το ιστορικό Κρανίδι, που αναφέρεται πρώτη φορά σε  γραπτό κείμενο το έτος 1288, όταν ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄  Παλαιολόγος (1282-1328) παραχώρησε με χρυσόβουλλο στον Θεόδωρο Νομικόπουλο, αξιωματούχο  του Βυζαντινού κράτους,  το μικρό χωριό Κρανίδι με όλα τα γύρω κτήματα, για να τα καλλιεργεί με τη βοήθεια των ντόπιων κατοίκων και ταυτόχρονα να ασκεί τον έλεγχο και τη διοίκηση της περιοχής.

 

Ο Εκ Κρανιδίου Αρχιμανδρίτης Αρσένιος Κρέστας (Παπαρσένης)

 

Το Κρανίδι, κατά την περίοδο που εκτείνεται από τον 14ο  μέχρι τον 16ο  αιώνα, με τη μετεγκατάσταση Αρβανιτών στις λοφώδεις περιοχές περίγυρα του Κρανιδίου, αυτοδιαμορφώνεται σ’ ένα άθροισμα μικρών οικισμών, με οικιστικό και πυρηνικό κέντρο την εκκλησία του   Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Μόλις το 1530 αναδύεται στην Ερμιονίδα το μεγάλο και ανασυγκροτημένο Κρανίδι, αφού καταφεύγουν  σ’ αυτό για εγκατάσταση και άλλοι Αρβανίτες και Έλληνες από τα πεδινά μέρη, της Ναυπλίας, της Κυνουρίας, της δυτικής Αρκαδίας και άλλων περιοχών της Πελοποννήσου. Βέβαια, η πλειοψηφία των νεοφερμένων τότε εποίκων ήταν Αρβανίτες (εκχριστιανισμένοι Ιλλυριοί δωρικής καταγωγής) και για τούτο έδωσαν μεγαλύτερο τόνο με την παρουσία τους  στην περιοχή.

Κατά τις περιόδους της Φραγκοκρατίας, Βενετοκρατίας και Τουρκοκρατίας  το Κρανίδι ενδυναμώνεται  και κραταιώνεται, λόγω της ιδιάζουσας γεωγραφικής θέσης και της δυναμικότητας των νεοφερμένων κατοίκων.

Στα τέλη  του 15ου και στις αρχές του 16ου αιώνα, με την παράλληλη ανοικοδόμηση του μεγάλου οικισμού στο Κρανίδι, ιδρύθηκαν περίγυρα αρκετά μοναστικά κτίσματα, που μετατράπηκαν σε ενοριακούς ναούς του κεντρικού (πρωταρχικού) χωριού και των περιφερειακών οικισμών.  Κατά την περίοδο της της Β’ Ενετοκρατίας  συγκροτήθηκε το τιμάριο της Θερμησίας στην Ερμιονίδα με δέκα χωριά και οικισμούς. Στο τέλος του 18ου αιώνα (Τουρκοκρατία), το μικρό τμήμα της Ερμιονίδας αποσπάστηκε από το βιλαέτι του Ναυπλίου και αποτέλεσε το βιλαέτι του Κάτω Ναχαγιέ  (Κάτω επαρχίας).

Ο απελευθερωτικός Αγώνας του 1821 για την πραγματοποίησή του χρειάστηκε μια οργανωμένη προετοιμασία  για την αποτίναξη του από τον Οθωμανικό ζυγό. Έτσι, λοιπόν, ιδρύθηκε  η   μυστική πατριωτική οργάνωση, η επονομαζόμενη  Φιλική Εταιρεία, που στηρίχθηκε στη  διάχυτη αυτοπεποίθηση ότι η εθνική αποκατάσταση θα μπορούσε να στηριχθεί στο αγωνιστικό φρόνημα των Ελλήνων και όχι στη φιλανθρωπική διάθεση «των χριστιανών βασιλέων». Οι  διεργασίες και συνεννοήσεις των ιδρυτών, Εμμανουήλ Ξάνθου, Νικόλαου Σκουφά και Αθανάσιου Τσακάλωφ  στην Οδησσό κατέληξαν συμβολικά στις 14 Σεπτεμβρίου 1814  στην ίδρυση  της Φιλικής Εταιρείας.  Η  οργάνωση με την πάροδο του χρόνου είχε γνωστοποιήσει αρχικά το μήνυμα του ξεσηκωμού στον παροικιακό Ελληνισμό, ενώ οι «Απόστολοι» της Οργάνωσης, με εντολή της Ανώτατης Αρχής της Φιλικής Εταιρείας, έφθασαν στην Πελοπόννησο , για να μυήσουν Αρχιερείς, κληρικούς και των άλλων βαθμίδων, Καπεταναίους, Προκρίτους, Εφόρους και Δημογέροντες του τόπου.

Κατά την περίοδο των  Ορλωφικών (1770), με τη γνωστή αποτυχημένη επανάσταση των Ελλήνων το 1770,  ύστερα από υποκίνηση των  Ρώσων, το Κρανίδι δέχτηκε το 1772  επίθεση του Οθωμανού χιλιάρχου  Χαλήλ Τζαφερή Αγά για να τιμωρήσει τις προνομιούχες   κρανιδιώτικες οικογένειες, που αθέτησαν  την αφοσίωσή τους στο Σουλτάνο, γιατί τάχα τον πρόδωσαν, αφού έλαβαν μέρος στα Ορλωφικά. Ο Χαλήλ δεν βρήκε τις οικογένειες στη κωμόπολη, γιατί είχαν καταφύγει στο γειτονικό νησί των Σπετσών και ο Οθωμανός χιλίαρχος στις 26 Απριλίου 1772 πήγε στη δυτική πύλη της άλλοτε μικρότερης βυζαντινής εκκλησίας του Τιμίου Προδρόμου και κόλλησε το νέο φιρμάνι, με το οποίο αίρονταν τα προνόμια της ελευθερίας και της αυτονομίας, που είχαν δοθεί το 1715 στο Κρανίδι από τον Σουλτάνο Αχμέτ το Γ’,  την  περίοδο του Τουρκοβενετικού πολέμου. Από τότε οι Τούρκοι ονόμασαν το Κρανίδι   Κουρτ γιουβά (φωλιά λύκων).

Γενικότερα  στο Κρανίδι υπήρχε κατά την προεπαναστατική περίοδο μια έντονη δραστηριότητα και οι κάτοικοί του ήταν προετοιμασμένοι  ψυχολογικά και σωματικά για τον Αγώνα της Λευτεριάς, που σε λίγα χρόνια ξεκίνησε, γιατί είχαν τη δύναμη, το σθένος, αλλά και τη διπλωματική ευστροφία.  Επιπροσθέτως, ορισμένοι Κρανιδιώτες, εκτός από τον Αρχιμανδρίτη  Παπά  Αρσένη Κρέστα, είχαν μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία, όπως ο Κωνσταντίνος Ζέρβας με τον βαθμό του ιερέα των Φιλικών, ο Αναγνώστης (Λογοθέτης) Ζέρβας και ο Βασίλειος Νόνης στον βαθμό του ιερέα των Φιλικών. Δεν έχουμε στοιχεία για το πότε μυήθηκαν στην Εταιρεία οι συμπολίτες τους Δημήτριος Μερεμέτης και Ιωάννης Όρσας.   Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, αγωνίστηκαν οι Κρανιδιώτες και οι Καστριώτες ή Καστρίτες (Ερμιονίτες) και στη θάλασσα, ενσωματωμένοι αρχικά στις ναυτικές δυνάμεις Σπετσιωτών και Υδραίων, ενώ ταυτόχρονα οι περισσότεροι έλαβαν μέρος και αγωνίστηκαν σθεναρά στις «κατά ξηράν» επιχειρήσεις.

 

Στη δεύτερη ενότητα σκιαγραφείται  ο Κρανιδιώτης παπά – Αρσένιος Κρέστας στα πρώτα  βήματα της  ζωής του μέχρι το 1818, ως ακολούθως.

 

Ο Αρσένιος  (Παπαρσένης) ήταν ένας σπουδαίος πολεμιστής του Αγώνα. Πατέρας ήταν ο  γεωργός Γεώργιος Κρέστας. Γεννήθηκε  στο Κρανίδι  το 1773 και έλαβε το όνομα Αλέξανδρος. Το επώνυμό του Κρέστας  είναι αρβανίτικη παραφθορά του ονόματος Χρήστος  ή Χρήστου (Κρήστος, Κρέστος, Κρέστας).

Αρχικά παρακολούθησε  τα εγκύκλια γράμματα  (γνώσεις) στο Κρανίδι, ως μαθητής ενός ιερέα – δασκάλου της εποχής εκείνης. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών και για ελάχιστο χρονικό διάστημα πήγε στην Αίγινα και εργάστηκε κοντά σ’ ένα έμπορο. Στη συνέχεια εντάχθηκε ως δόκιμος μοναχός στη Μονή Ζωοδόχου Πηγής του Πόρου, ύστερα από την γνωριμία του με τον Ηγούμενο. Ο δόκιμος μοναχός  Αλέξανδρος παρέμεινε ασκούμενος στο Μοναστήρι, ώσπου αργότερα χειροτονήθηκε  διάκονος από το Επίσκοπο Δαμαλών (Τροιζήνος) και μετονομάστηκε  Αρσένιος.

Η Μονή  της Ζωοδόχου Πηγής Κοιλάδας και των Αγίων Αναργύρων Ερμιόνης, επειδή εκτίμησαν τη φιλομάθειά του και τη  ροπή προς τα γράμματα, τον έστειλαν για ανώτερη εκπαίδευση στην περίφημη σχολή της Δημητσάνας, που ανέδειξε επιφανείς κληρικούς με μεγάλα εκκλησιαστικά αξιώματα.  Κατόπιν, επιθυμώντας ευρύτερες σπουδές παρακολούθησε μαθήματα στη περίφημη Σχολή (Ακαδημία) των Κυδωνιών (Αϊβαλί Μικράς Ασίας). Μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή μετέβη στη Κωνσταντινούπολη, όπου χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και έλαβε το οφφίκιο  του Αρχιμανδρίτη. Στη συνέχεια ο ιερομόναχος  Αρσένιος,  προικισμένος  ωσαύτως  με εκκλησιαστικές και νομικές γνώσεις προσελήφθη ως Γραμματέας στα γραφεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και τοποθετήθηκε για κάποιο χρονικό διάστημα σε εξωτερικές υποθέσεις κατά την προεπαναστατική περίοδο. Ο παπα – Αρσένης ήταν, σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, κληρικός ευσεβέστατος  και προσηλωμένος στην πίστη προς τον Τριαδικό Θεό, καλός λειτουργός του Υψίστου, στρατιώτης του Σωτήρα Χριστού, αλλά και ατρόμητος, ριψοκίνδυνος, αγνός πατριώτης,  ιδεολόγος, εμφορούμενος από ακαταδάμαστη ανδρεία, γενναίος οπλαρχηγός αλλά και «πεπαιδευμένος και λόγιος, αγορεύων τρόπον τινά…». Επιπροσθέτως σημειώνουμε ότι ο Γέρος του Μοριά, μετά την μάχη στον Άγιο Σώστη και τον χαμό του Παπά  Αρσένη είπε: «Η Ελλάδα μας έχασε έναν εξαίρετο πολεμιστή και έναν ενάρετο κληρικό».

Λίγο πριν από το  1818 και μετά την πληροφόρηση για την Επανάσταση, όντας μέσα στα Πατριαρχικά Γραφεία, κατεβαίνει στο Κρανίδι, αναλαμβάνοντας  το έργο του δασκάλου στην ιδιαίτερη πατρίδα του και ταυτόχρονα του πνευματικού και του ιεροκήρυκα του Ευαγγελίου. Συνάμα, ασχολήθηκε με  την προπαρασκευή  για την απελευθέρωση του Έθνους και για τούτο  επισκέφθηκε τα νησιά  Σπέτσες και  Ύδρα, και συνεργάστηκε με τα γειτονικά χωριά   του Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), για να ενισχύσει τη θρησκευτική πίστη  και   να ενημερώσει  το λαό για τα νέα δεδομένα της προετοιμασίας για την Επανάσταση.

Στις 26 Νοεμβρίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία με το βαθμό του ιερέα των Φιλικών από το Σπετσιώτη πλοιοκτήτη, Φιλικό και πολιτικό   Γεώργιο Πάνου. Στο Αρχείο  Παναγιώτη Σέκερη αναφέρεται ως πνευματικός (εξομολόγος) των Σπετσών (πιθανότατα επιτελούσε και στο ιστορικό αυτό νησί το μυστήριο της εξομολογήσεως) και σημειώνεται  ότι ήταν 45 ετών.

Ακολουθεί η τρίτη ενότητα με τη δυναμική παρουσία του Αρχιμανδρίτη Αρσενίου Κρέστα (Παπαρσένη) στην έναρξη του Αγώνα της Παλιγγενεσίας. Μάλιστα, όταν εξερράγη η Επανάσταση ο Παπά Αρσένης Κρέστας ανεδείχθη οπλαρχηγός όχι μόνο των Κρανιδιωτών, αλλά και ολόκληρης της Επαρχίας Κάτω Ναχαγιέ (Ερμιονίδας), λόγω του κύρους και της  φήμης, που είχε αποκτήσει στην προαναφερόμενη περιοχή. Ο διορισμός  ως αρχηγού  της Ερμιονίδας υπογράφτηκε στην Ύδρα στις 25 Μαρτίου 1821 από τον Αναστ. Μπόταση, Ιων. Ορλάνδο, Ι. Μέξη, Γ. Κουντουριώτη, Λ. Κουντουριώτη, Γκίκα Μπόταση.  Από  άλλα κείμενα διαφαίνεται ότι η Επανάσταση στο Κρανίδι ξεκίνησε στις 27 Μαρτίου 1821 με παρόρμηση του Γκίκα Μπόταση (Κρανιδιώτη – Σπετσιώτη).

Ο Παπαρσένης ως αρχηγός, ύστερα από συνεννόηση με τους οπλαρχηγούς της περιοχής και του λοιπούς Καπεταναίους της Πελοποννήσου συγκαλεί τη Δημογεροντία Κρανιδίου την 1η Απριλίου 1821, η οποία διακήρυξε την ελευθερία και τη λήψη των όπλων, δίνοντας εντολή  στον Παπαρσένη να κινηθεί για την απελευθέρωση του Ναυπλίου και να αγωνιστεί, όπου η πατρίδα είχε ανάγκη (Ιστορικό οικογενειακό – κρανιδιώτικο έγγραφο). Στη συνέχεια έγινε επιστράτευση των Κατωναχαϊτών. Ο Παπαρσένης, πριν το ξεκίνημα για το πεδίο της μάχης, τελεί τη Θεία Λειτουργία στο  ναό της Πάνω Παναγίας (Σύναξη της Θεοτόκου) και μεταλαμβάνει όλα τα παλληκάρια, που είχαν ταχθεί  στο στρατιωτικό σώμα για την απελευθέρωση της πατρίδας. Τη ίδια ημέρα εξέδωσε τη διαταγή κινήσεως του στρατευομένων.

Στις  4 Απριλίου 1821 και ενώ το στράτευμα  κατέβαινε το καλντερίμι για το Γραμματικό μαζεύτηκαν στον υπαίθριο χώρο «Γκούρι Βιτόρεσε» (αρβανίτικη ντοπιολαλιά), την «Πέτρα της Βιτόρας» ή την «Πέτρα της Βικτωρίας» ή  «Πέτρα της Νίκης», και έδωσαν τον όρκο τους  στο σημείο  εκείνο, αφού προηγήθηκαν τα  χριστιανικά και φιλοπατριωτικά λόγια του θρυλικού Παπαρσένη.

 

Τέταρτη ενότητα

 

Στην τέταρτη ενότητα έχουμε την ιστορική περιήγηση και κριτική αποτίμηση στη συμμετοχή του Ιερομονάχου Παπαρσένη στις κοπιώδεις και ένοπλες εμπλοκές του κατά των Οθωμανών από το 1821 έως τα τέλη Νοεμβρίου του 1822. Με εντολή του Αρχηγού Παπαρσένη το εκστρατευτικό σώμα των  Κατωναχαϊτών ξεκίνησε μετά την ορκωμοσία στο Κρανίδι για το Ναύπλιο, χωρισμένο σε τρείς ομάδες από την ξηρά και σε τρεις ομάδες από τη θάλασσα με πλοία. Το σύνολο των ανδρών του αρχηγού Παπαρσένη πέρασε από τη Μονή Αυγού (Διδύμων) και παρέλαβαν  αρκετούς μοναχούς  με τον Ηγούμενο Διονύσιο. Κατόπιν, έφθασαν στο Κατζίγκρι (Άγιο Αδριανό Ναυπλίας) και σύστησαν με άλλες ελληνικές δυνάμεις την πρώτη πολιορκία του Ναυπλίου (4 Απριλίου 1821), ενώ ο Παπαρσένης με τους συμπατριώτες του (Κατωναχαΐτες) και άλλους οχυρώθηκε στην ανατολική πλευρά του Παλαμηδίου, αφοσιωμένος στην πολιορκία  και ένοπλη  σύγκρουση με τους Τούρκους  αδιάκοπα. Την επόμενη ημέρα της γιορτής του Πάσχα επιτέθηκαν οι Οθωμανοί ξαφνικά  στους Έλληνες, επωφελούμενοι την ευθυμία της Γιορτής και την  έλλειψη προετοιμασίας και αφού τους διεσκόρπισαν,  σκότωσαν ελαχίστους  και διέλυσαν την πολιορκία. Μετά από λίγο συνεστήθη άμεσα η δεύτερη πολιορκία Ναυπλίου, με προτροπή του Σπετσιώτη Γκίκα Μπόταση, που έφθασε στο  Άργος, ενθαρρύνοντας τους πολιορκητές με το Στάϊκο Σταϊκόπουλο,  τον Παπαρσένη και  άλλους, χορηγώντας σ’ αυτούς χρήματα και «πυριτοβόλα». Το Ελληνικό σώμα των πολιορκητών στρατοπέδευσε στο Κατζίγκρι και  στην Άρεια Ναυπλίας.

Στις 24 Απριλίου 1821 ο Κεχαγιάμπεης  Μουσταφάς στάλθηκε στο Άργος και  στρατοπέδευσε στο Κουτσοπόδι, για να πολιορκήσει το φρούριο του Άργους και να καταλάβει την πόλη. Τότε, οι κάτοικοι της πόλεως την 25ηΑπρλίου  1821, για να σωθούν, κατέφυγαν πίσω από την Ακρόπολη  του Άργους, άλλοι στη θέση των  Μύλων του Κεφαλαρίου και ο μεγαλύτερος αριθμός των αδυνάτων Ελλήνων στα δύσβατα μέρη με τους βάλτους και έτσι σώθηκαν.

Ο  Παπαρσένης ή Παπά Αρσένιος Κρέστας με Κρανιδιώτες Σπετσιώτες και Αργείους θέλησε να  αναχαιτίσει τον Κεχαγιάμπεη   στο φράγμα του ποταμού Ξηριά ή Ξεριά. Το φράγμα δεν άντεξε την ορμητικότητα των Τουρκαλβανών  του Κεχαγιάμπεη και οι Έλληνες τράπηκαν σε φυγή, καταφεύγοντας στα γύρω υψώματα. Ένα τμήμα Αργείων κατέφυγε στο Μοναστήρι της Μονής Κατακεκρυμμένης, μαζί με το Παπαρσένη τον πολέμαρχο  και τον Δημ. Τσώκρη. Ο Αρσένιος, αν και ήταν επικηρυγμένος από τον Κεχαγιάμπεη, διέσχισε ξιφήρης (έχοντας το ξίφος στο χέρι) με οκτώ παλληκάρια του το στρατόπεδο των εχθρών, χωρίς να γίνει αντιληπτός και σώθηκε από την άλλη πλευρά του Μοναστηριού.  Κατόπιν, ο Κεχαγιάμπεης πήγε ανενόχλητος στο Ναύπλιο και έλυσε την πολιορκία της πόλεως από τους Έλληνες για δεύτερη φορά.

Η τρίτη προσπάθεια πολιορκίας του Ναυπλίου αποκαταστάθηκε εκ νέου με εντολή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, αποστέλλοντας στο Ναύπλιο ως αρχηγό τον Νικήτα Σταματελόπουλο με 50 Καρυτινούς. Ο Νικήτας κατέβηκε στην Αργολίδα  τη 15η Μαΐου 1821 συνέστησε την πολιορκία Ναυπλίου για τρίτη φορά  με τον Παπά Αρσένιο Κρέστα, τον Στάΐκο  Σταϊκόπουλο και άλλους ντόπιους οπλαρχηγούς.

Η διευθέτηση του πολιορκητικού στρατεύματος έγινε ως ακολούθως:  Στο χωριό Μερζέ (Εξώστη) τοποθέτησε τον Παπαρσένη, στο Κατσίγκρι τον Σταϊκόπουλο, ενώ στο Κιόσκι και στο Κατόγλι έβαλε άλλους πολεμάρχους με τα αντίστοιχα ένοπλα σώματα. Στα τέλη Μαΐου 1821 μεγάλος αριθμός Τούρκων κατευθύνθηκαν προς το Κατόγλι για να μαζέψει γεννήματα, επειδή η πείνα  τους ταλαιπωρούσε.  Οι Έλληνες αναγκάστηκαν να αμυνθούν σθεναρά, αφού έσπευσαν για βοήθεια από τα νώτα  ο Νικήτας  Σταματελόπουλος,   με τον αδελφό του Νικόλαο, τον Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Κρέστα και άλλους, και αφού τους διέλυσαν,  τους έτρεψαν σε φυγή. Στο μεταξύ  ανέλαβε τα καθήκοντα η Πελοποννησιακή Γερουσία και θεώρησε αναγκαίο να ανακαλέσει τον Νικηταρά από τη διεύθυνση της πολιορκίας Ναυπλίου, στέλνοντας στη θέση του τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη.   

Από τις αρχές Ιουνίου 1821 και ενώ συνεχιζόταν η πολιορκία της Τριπολιτσάς, εκστρατευτικό ένοπλο τμήμα με 200 Κατωναχαΐτες (ενόπλους από την Ερμιονίδα) ξεκίνησε για την Ανατολική Στερεά Ελλάδα, υπό την αρχηγία του Νικηταρά και τη διοίκηση του  Παπαρσένη, με σκοπό τη ενίσχυση του Οδυσσέα Ανδρούτσου, που αγωνιζόταν κατά των πασάδων Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ. Στη πολιορκία του Ναυπλίου τη θέση του Παπαρσένη ανέλαβε προσωρινά ο οπλαρχηγός Αναγνώστης Ζέρβας, που αργότερα εξελέγη μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας.

Είναι γεγονός ότι το κύριο βάρος του Αγώνα στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα και κατ’ επέκταση στην Πελοπόννησο το κρατούσαν οι βόρειες περιοχές κοντά στην Πάρνηθα και η δίοδος της Κορίνθου. Είναι γνωστά τα Δερβένια του Κιθαιρώνα και της Πάρνηθας, τα επονομαζόμενα Δερβενοχώρια.  Στα μέσα Ιουνίου 1821 το στρατιωτικό τμήμα του Παπαρσένη αποστέλλεται και στρατοπεδεύει  στα μεγάλα δερβένια της Μεγαρίδας, προκειμένου να ανακόψει την πορεία του Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ από τη διάβαση του Ισθμού και την κάθοδό τους στην Πελοπόννησο. Στο σημείο εκείνο βρίσκονταν και άλλα ένοπλα σώματα, που στόχευαν να εξασφαλίσουν την επιτήρηση και τον έλεγχο των διόδων προς την Κορινθία , την Αργολίδα και την Τριπολιτσά.

Στα τέλη Νοεμβρίου 1821 κατέβηκε στο Άργος ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, για να ρυθμίσουν καλύτερα με τους αρχηγούς της πολιορκίας Ναυπλίου  την άλωση των φρουρίων  της περιοχής με έφοδο.  Συνάμα οι  Οθωμανοί του Ναυπλίου αναχαιτίστηκαν δυναμικά από τους Έλληνες κατά τις εξόδους, που αποτόλμησαν  στις 3 και στις 14 Οκτωβρίου1821 από το Ναύπλιο. Κάποια στιγμή, στις 18 Νοεμβρίου 1821 οι διευθύνοντες την πολιορκία Ναυπλίου, Νικήτας Σταματελόπουλος και Παπαρσένης Κρέστας αποδέχθηκαν το προτεινόμενο σχέδιο με την άλωση «εξ εφόδου» του φιλέλληνα Ιλάρχου. Τελικά προτιμήθηκε η άμεσος  και ταχεία  έφοδος από ξηρά και από θάλασσα. Επακολούθησε η προετοιμασία και ο Δ. Υψηλάντης, που βρισκόταν κοντά στην περιοχή,  εξέδωσε σχετική Διαταγή προς του στρατιώτες.

Κατόπιν, στο χωριό Μερζέ (Εξώστη), πριν από την έφοδο στο Παλαμήδι έγινε θρησκευτική- εκκλησιαστική  και κατανυκτική δέηση από κληρικούς για τόνωση των αγωνιστών και κανονίστηκαν με Συμβούλιο των οπλαρχηγών και των πλοιάρχων τα της εφόδου από τα στρατιωτικά σώματα με τους αντίστοιχους αρχηγούς των ενόπλων τμημάτων. Εδώ αναφέρεται και το όνομα το Αρσενίου Κρέστα που μαζί με τον  Νικήτα, το Χρηστόπουλο, τον Ζαφειρόπουλο και τον Αποστόλη Κολοκοτρώνη θα προχωρούσαν προς την πόρτα της ξηράς του Κάστρου κατά το μέρος της Κιούπ  Τάπιας (πιθοειδούς προμαχώνα). Προετοιμάστηκε και τέθηκε σε εφαρμογή η  νέα έφοδος τη νύκτα της 3ης  προς την 4η  Δεκεμβρίου 1821  με την αρχηγία του Νικηταρά και την παρουσία του Δημ.  Υψηλάντη. Συμμετείχε, εκτός των άλλων, και ο Παπαρσένης από την ξηρά με τους 150 Κατωναχαΐτες και  έτσι, όπως είχε προγραμματιστεί, επρόκειτο να επιτεθούν μαζί με άλλους αγωνιστές στο σημείο ,που βρισκόταν η κλίμακα του Παλαμηδίου, γνωστή ως kup tabya, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο σχεδιασμό. Οι καιρικές συνθήκες με τους ανέμους και άλλες συγκυρίες δεν επέτρεψαν το συντονισμό των ελληνικών πλοιαρίων και η επίθεση απέτυχε. Η προσπάθεια παρουσίαζε πολλές δυσκολίες και κράτησε 4 ώρες. Έκτοτε, μετά την αποτυχία της εφόδου χαλάρωσε κάπως ο ασφυκτικός κλοιός της πολιορκίας.

Στις αρχές του 1822 η Ελληνική Κυβέρνηση προγραμμάτισε και ασχολήθηκε με τη διοργάνωση  εκστρατείας στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα,  με απώτερο στόχο την κατάληψη της Λαμίας. Διορίστηκε στην προσπάθεια αυτή ο Πρόεδρος του Βουλευτικού Δημ. Υψηλάντης και έστειλαν μαζί του τον Νικηταρά με τον συμμαχητή του Παπά Αρσένιο Κρέστα και τον Παναγιώτη Ζαφειρόπουλο με συνολικό αριθμό αγωνιστών 700 μαχητών. Συγκαλείται στη συνέχεια σύσκεψη του Υψηλάντη με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και όλους τους άλλους οπλαρχηγούς στην Κάτω Τιθορέα (Τουρκοχώρι). Εκεί καθορίστηκε το σχέδιο δράσης και την 1ηΑπριλίου 1822 έγινε απόβαση στον Αχινό, λίγα χιλιόμετρα από τη Στυλίδα. Οι Τούρκοι της Στυλίδας επιτίθενται και ηττώνται από τους Έλληνες και, σύμφωνα με το σχέδιο του Ανδρούτσου, καταλαμβάνεται η Στυλίδα και οι Έλληνες οχυρώνονται στο τόπο αυτό. Στις μάχες ανδραγάθησε και ο Παπαρσένης. Μάλιστα, ο Κρανιδιώτης οπλαρχηγός Αρσένιος συνεργάστηκε  στην Αγία Μαρίνα με ζήλο και τόλμη στο στρατιωτικό σώμα του Δημ. Υψηλάντη, του Ανδρούτσου και του Νικηταρά και έτσι καθηλώθηκαν οι δυνάμεις των Οθωμανών με 18.000 οπλίτες και κανόνια στο ίδιο σημείο για δύο εβδομάδες. Θετικό στοιχείο απ’ όλη αυτή την αγωνιστική επιχείρηση των Ελλήνων ήταν η επιβράδυνση καθόδου της στρατιάς του Δράμαλη στην Πελοπόννησο. Στο τέλος, επειδή δημιουργήθηκαν πολλές δυσκολίες και η υπόθεση ήταν χαμένη από αμέλεια του Ελληνικού παράγοντα,  με τέχνασμα   του Ανδρούτσου αποχώρησαν οι άνδρες του στρατιωτικού σώματος των Ελλήνων από  την Αγία Μαρίνα στις 15 Απριλίου 1822, με  τρικεριώτικα και λημνιώτικα πλοία.

Στις αρχές Ιουλίου 1822 ένας νέος σοβαρός κίνδυνος εμφανίστηκε για την Ελληνική Επανάσταση, με την επέλαση και κάθοδο του Μαχμούτ Πασά, γνωστού ως Δράμαλη στη Πελοπόννησο με τη πολυάριθμη στρατιά του. Ο Δράμαλης χωρίς να συναντήσει κάποια αντίσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα έφθασε γρήγορα στις 6 Ιουλίου στην Κόρινθο, με σκοπό να ανακαταλάβει την Τριπολιτσά και να καταπνίξει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο.

Αρχικό στόχο έβαλε να λύσει την πολιορκία Ναυπλίου και για τούτο προχώρησε, χωρίς να  το έχουν προβλέψει ή ακόμη και αντιληφθεί οι ελληνικές δυνάμεις  προς το Άργος και στρατοπέδευσε 12  Ιουλίου έξω από την πόλη και την επόμενη μπήκε σ’ αυτήν. Στους Έλληνες δημιουργήθηκε αρχικά πανικός, αλλά έσωσε την κατάσταση ο Γέρος του Μοριά με δραστήρια και άμεσα μέτρα προς τρεις κατευθύνσεις, για να αυτοεγκλωβιστεί στο Αργολικό κάμπο ο Δράμαλης. Οι επαναστάτες Έλληνες κατέλαβαν θέσεις στο Κιβέρι, στο Κεφαλάρι, στην κώμη Ζαχαριά, στο Αγιονόρι και στα στενά των Δερβενακίων. Στις 10 Ιουλίου 1822  οργανώθηκε  ένα τμήμα του Ελληνικού στρατού με τη συγκρότηση του στρατιωτικού σώματος «των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, αποτελούμενο από 246 περίπου ενόπλους. Συνάμα, ένοπλα τμήματα Κατωναχαϊτών συγκρότησαν δυναμικές ομάδες  «κρούσης και άμυνας»  με τον Παπαρσένη, τους Μητσαίους ( Γιάννη και Σταμάτη από την Ερμιόνη) και τους Κρανιδιώτες Αν. Ζέρβα και Νικ.  Λάμπρου, που οχυρώθηκαν στο χωριό Στεφάνι έξω από τις Μυκήνες (Χαρβάτι), για να ελέγχουν τον ανεφοδιασμό του Δράμαλη από την Κόρινθο και κυρίως τα Δερβενάκια σε συνεργασία με τον Νικηταρά.   Ο Δράμαλης παγιδεύτηκε στο Άργος με τις μάχες γύρω από την ακρόπολη «Λάρισα», ώσπου τελικά αποφάσισε να γυρίσει στην Κόρινθο από τον ίδιο δρόμο, λόγω καταπόνησης του τουρκικού στρατού. Στην προσπάθειά του προσπάθησε να παραπλανήσει του Έλληνες, αλλά δε τα κατάφερε, γιατί ο Κολοκοτρώνης αντελήφθη τις προθέσεις του και τα σχέδια του.

Οι Τούρκοι αντιστέκονταν στην πολιορκία Ναυπλίου ως τον Ιούνιο του 1822 αλλά δεν άντεχαν πια και ο κλοιός των  Ελλήνων πολιορκητών  είχε γίνει ασφυκτικός. Το Μάιο του 1882 οι Τούρκοι του Ναυπλίου αποφάσισαν να στείλουν στο Σουλτάνο για βοήθεια τον ομοεθνή  τους Γιουσούφ Τσάπαρη (γνωστό στους Έλληνες).  Η ενέργεια αυτή απέτυχε και συνελήφθη από τους Έλληνες  στην Τήνο. Αιχμάλωτος των Ελλήνων, ο Γιουσούφ Τσάπαρης έστειλε επιστολή στους πολιορκημένους  στο Ναύπλιο και τους έπεισε να υπογράψουν έντιμη παράδοση. Η συμφωνία υπογράφτηκε ανάμεσα στις δύο πλευρές τη 18η Ιουνίου 1822, αλλά δεν εφαρμόστηκε, όταν έγινε γνωστό ότι  από τη Θεσσαλία κατέβαινε η μεγάλη στρατιά του Δράμαλη και οι Τούρκοι του Ναυπλίου αναθάρρησαν. Ο Δράμαλης τελικά θα φθάσει από το Άργος στο Ναύπλιο, θα λύσει την πολιορκία στις 12 Ιουλίου 1822 και θα  προσθέσει ακόμα επτακόσιους άνδρες στη φρουρά της πόλης του Ναυπλίου.

Ο σχεδιασμός επιστροφής του Δράμαλη στην Κόρινθο υπέπεσε στην αντίληψη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και αμέσως έτρεξε να οχυρώσει τις καίριες θέσεις της πορείας Άργους – Κορίνθου. Στον Άγιο Σώστη έσπευσε με εντολή του Κολοκοτρώνη ο Νικηταράς, ο Παπά Αρσένιος Κρέστας, οι Μητσαίοι από την Ερμιόνη, ο Υδραίος Δημ. Κριεζής και άλλοι πολέμαρχοι, που κατέλαβαν στον Άγιο Σώστη την βραχώδη προς τα ανατολικά ισχυρή θέση του βορείου στενού.  Στις 26 Ιουλίου 1822 στο στενό του Δερβενακίου (Αγριλόβουνο και Παναγόρραχη) κοντά στον Άγιο Σώστη, οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλη ζημιά και έχασαν 3.000 άτομα. Στη μάχη διακρίθηκαν εκτός από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο Δ.Υψηλάντης, ο Νικηταράς, ο Παπαρσένης Κρέστας και άλλοι οπλαρχηγοί. Η στρατιά του Δράμαλη βρήκε άλλη διέξοδο στη στενωπό του Αγιονορίου. Στο σημείο εκείνο  τον ανέμεναν ο Νικηταράς και ο Παπα- Αρσένιος Κρέστας αρχηγός των Κρανιδιωτών (αχώριστος συμμαχητής του), ο Παπαφλέσσας και ο Δ. Υψηλάντης, οι οποίοι προκάλεσαν στους αντιπάλους μεγάλη πανωλεθρία την 28η Ιουλίου 1822. Τελικά με όλες αυτές τις απώλειες έφθασε ηττημένος ο Δράμαλης στην Κόρινθο και στα τέλη Οκτωβρίου απεβίωσε.

Μετά   την εξόντωση  μεγάλου τμήματος της στρατιάς   του Δράμαλη από το «σώμα των Δερβενακίων» υπό την αρχηγία του Νικηταρά, στο στενό του Αγίου Σώστη (26 Ιουλίου1822) και στη μάχη     του Αγιονορίου (28 Ιουλίου1822),  ο Παπαρσένης, όντας μέλος του «σώματος των Δερβενακίων», μαζί με τους Κατωναχαΐτες στρατοπέδευσε και πάλι στο χωρίο Κατζίγκρι και πήρε μέρος για τελευταία φορά στην τέταρτη πολιορκία του Ναυπλίου. Ο ίδιος θα παραμείνει στο χρέος αυτό μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου 1828, όταν ο Ντελή Αχμέτ εφοδίασε κρυφά με τρόφιμα το Ναύπλιο, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Τότε ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να τοποθετηθούν  φρουρές στην περιοχή από τα μέσα Οκτωβρίου. Έτσι, λοιπόν, στο κυρίως (χωριό) Δερβενάκι οργανώθηκε καταυλισμός  φύλαξης και ελέγχου του οδικού περάσματος από 250 Αρκάδες, 100 άτομα από το Κουτσοπόδι  και ένα μικρό ένοπλο τμήμα Κρανιδιωτών με τον Παπαρσένη.

Μετά τον θάνατο του Δράμαλη τα υπολείμματα της στρατιάς ανέλαβε ο Ερήπ Αχμέτ  πασάς, αλλά  ουσιαστικά  ο Ντελή Αχμέτ, που κατόρθωσε επανειλημμένα να τροφοδοτήσει με κάποια ελάχιστα  εφόδια τους αποκλεισμένους Τούρκους στο Ναύπλιο από τις αρχές και τα μέσα Οκτωβρίου του 1822, βρίσκοντας αφύλακτα τα στενά των Δερβενακίων. Ο  Κολοκοτρώνης είχε υποπτευθεί ότι ο Ντελή Αχμέτ ετοιμαζόταν για μεγάλη κάθοδο από την Κόρινθο  στο Ναύπλιο με πλουσιοπάροχο εφοδιασμό των πολιορκουμένων και για τούτο έδωσε εντολή την 26η Νοεμβρίου 1822 να οχυρωθεί καλά  η περιοχή (Χάνι) της Κουρτέσας με άνδρες και πυροβολικό. Ως εκ τούτου, ετοίμασε ενστικτωδώς  την αποστολή 6.000 ανδρών για την επικείμενη δίοδο του Ντελή Αχμέτ στη στενωπό του Αγίου Σώστη, δίνοντας διαταγή στον Νικηταρά, στον Παπά Αρσένη Κρέστα  (Κρανιδιώτη),  στο Κολιό Μπακόπουλο    ή Δαρειώτη και τον Χατζηχρήστο να  οχυρωθούν στα κατάλληλα  σημεία των στενών, ώστε να εμποδίσουν την κάθοδο  των Τούρκων. Την φύλαξη του περάσματος ανέλαβαν ο Νικηταράς και ο γενναίος  κληρικός  Παπά Αρσένης Κρέστας.

Κατά την προγενέστερη ημέρα της μάχης επισκέφθηκαν την οχυρωματική θέση του Κολοκοτρώνη  ο Νικηταράς και ο Παπά Αρσένιος και κατά την επιστροφή τους πήγαν και οι δύο για φαγητό στο οχύρωμα του Γενναίου Κολοκοτρώνη. Μετά την αναχώρησή τους από του Γενναίου, ο Παπά Αρσένιος  είπε στον Νικηταρά: «αύριο το κεφάλι μου θα μείνει εδώ. όμως σπειρί σιτάρι (δηλ, τρόφιμα) δεν θα περάσει δια το Ναύπλιον».

Το πρωινό της 27ης  Νοεμβρίου 1822 οι οχυρωμένοι Έλληνες υπό την αρχηγία του Νικηταρά και στο στενό του Αγίου Σώστη ήλθαν αντιμέτωποι για δύο ώρες  με τις δυνάμεις τού Ντελή Αχμέτ, αλλά οι αντίπαλοι δεν μπορούσαν να διεισδύσουν προς το Ναύπλιο και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, αναμένοντας νέες εντολές.   Κάποια στιγμή τη νύκτα μια άλλη ομάδα 150 περίπου Οθωμανών κατάφερε να υπερφαλαγγίσει  την τοποθεσία  (Χάνι) Κουρτέσα, και έτσι διάβηκαν τη  νύκτα ένα μονοπάτι αφύλακτο,  που οδηγεί από  το χωριό Άγιο Βασίλειο, μέσα από τις κορυφές του Τρίκορφου, και κατάφεραν να φθάσουν στον Άγιο Σώστη (άλλοτε καθολικό Μονής),  αιφνιδιάζοντας με την επίθεσή τους τα οχυρώματα του Παπαρσένη και των λιγοστών παλληκαριών του, ενώ κινδύνευσε και ο Νικηταράς.

Στη σύγκρουση και στην προσπάθεια αυτή έπεσε στο πεδίο της μάχης  ο θρυλικός Παπά Αρσένιος Κρέστας, δεχόμενος κτύπημα με σφαίρα σε καίριο σημείο του σώματός του. Λίγο αργότερα, το στρατιωτικό τμήμα του Ντελή Αχμέτ βρήκε ισχυρή αντίσταση από τον ανιψιό του Παπά Αρσένη, τον Μαν. Γκλιάτη και το στρατιωτικό σώμα του Δ. Τσώκρη. Μάλιστα,  τα κεφάλια του Παπαρσένη και  του ανιψιού του Παντελή ή Μιχελή Χρυσίνα  τα κουβαλούσε ως τρόπαιο ένας Οθωμανός ιππέας.

Ο Φωτάκος, υπασπιστής του Κολοκοτρώνη τον καταδίωξε με κίνδυνο τα ζωής του και τον εξανάγκασε να πετάξει τα κεφάλια, τα  οποία περιμάζεψε και  τα πήγε στον Άγιο  Σώστη. Οι εχθρικές δυνάμεις εγκλωβίστηκαν και οπισθοχώρησαν, ενώ ο Ντελή Αχμέτ επέστρεψε στην Κόρινθο. Μετά τη μάχη ενταφίασαν με τιμές  τα σώματα των δύο αγωνιστών   Κρανιδιωτών πλησίον  του Ιερού Βήματος του ναού του Αγίου Σώστη. Η εξόδιος ακολουθία έγινε σύμφωνα με το εκκλησιαστικό τυπικό και ο Κολοκοτρώνης με το μεστό και βαρύ λόγο του έπλεξε το εγκώμιο του ηρωικού Κρανιδιώτη ιερωμένου και οπλαρχηγού της Επανάστασης. Μάλιστα, σε κάποια άλλη στιγμή τόνισε με έμφαση ότι «Ο Παπά Αρσένης Κρέστας άφησε μεγάλο κενό στον αγώνα τού Γένους, που ακολούθησε με το χαμό του».

Η επιτυχής έκβαση των γεγονότων στον Άγιο Σώστη Δερβενακίων επέφερε άμεσα την πτώση του Παλαμηδίου και την παράδοση του Ναυπλίου.  Την 3ηΔεκεμβρίου 1822 υπογράφτηκε η συνθήκη παράδοσης, χωρίς να βρίσκεται «εν ζωή»  ο Παπά Αρσένιος Κρέστας ένας από τους  πιο σημαντικούς οπλαρχηγούς της πολύχρονης και κοπιώδους  πολιορκίας του Ναυπλίου.

Στην πέμπτη ενότητα εκφράζεται παντοιοτρόπως η ευγνωμοσύνη και το ηθικό χρέος του Κρανιδιώτικου λαού προς τον γενναίο και ευσεβή ιερωμένο Παπά  Αρσένη  Κρέστα και η επισήμανση ότι αναδείχθηκε ως εθνομάρτυρας για τον Ελληνισμό  και ένας άσβεστος  και ακούραστος σηματοδότης της πορείας του Έθνους μας.

Στην έκτη ενότητα αναφέρονται συνοπτικά οι συναγωνιστές του Παπαρσένη στις επιχειρήσεις της Εθνεγερσίας και ο Επίλογος

Κατόπιν, ακολουθούν το Παράρτημα ιστορικών  κειμένων – εγγράφων και κειμηλίων, η Βιβλιογραφία, το Βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα και τα περιεχόμενα.

Read Full Post »

Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)


 

Ο ένατος τόμος των Ναυπλιακών Αναλέκτων περιλαμβάνει τα πρακτικά του συμποσίου που πραγματοποιήθηκε στο Ναύπλιο, το 2015, με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 300 χρόνων από την πτώση του Ναυπλίου στους Τούρκους, το τέλος της βενετοκρατίας και γενικότερα της παρουσίας δυτικών κυριάρχων στην Πελοπόννησο.

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά(επ. επιμ.) Ευτυχία Λιάτα. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2016), έκδ. Δήμος Ναυπλιέων – Πνευματικό Ίδρυμα «Ι. Καποδίστριας», Ναύπλιο, 2017.

 

Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)

 

Περιεχόμενα τόμου

 

  • Ευτυχία Δ. Λιάτα, Από την πρώτη στη δεύτερη βενετοκρατία: επισημάνσεις, σ. 29-40.
  • Μαρίνα Κουμανούδη, Επαμφοτερισμοί της Κυριάρχου στο Κράτος της Θάλασσας. Η διοίκηση του Ναυπλίου κατά την πρώτη βενετοκρατία (1388-1540),  σ. 41-82.
  • Αγγελική Τζαβάρα, Αρχειακές μαρτυρίες για το εμπόριο της σταφίδας στην περιοχή του Ναυπλίου (14ος-15ος αι.), σ. 83-100.
  • Κατερίνα Β. Κορρέ, Η Napoli di Romania των stradioti (15ος-16ος αι.): πώς ο αγώνας για την κατοχή του χώρου μετασχηματίζεται σε πατρίδα, σ. 101-118.
  • Χρήστος Τσενές, Οι Greghesche του 16ου αι., σ. 119-122.
  • Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Κοινωνία, κοινότητα και συγκρότηση ταυτοτήτων στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο δύο εποχών (1389-1540, 1686-1715), σ. 125-144.
  • Χρύσα Μαλτέζου, Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της βενετοκρατίας, σ. 145-154.
  • Κώστας Τσικνάκης, Το Ναύπλιο και τα σχέδια κατάληψής του στις παραμονές του τέταρτου βενετοτουρκικού πολέμου (1570-1573), σ. 155-175.
  • Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, Λόγιοι και χρονογράφοι, σ. 179-210.
  • Σωτήρης Κουτμάνης, Ναυπλιώτες στη Βενετία (16ος ‒ αρχές 18ου αι.). Η κοινότητα της διασποράς ως τοπική ιστορία, σ. 211-219.
  • Σπύρος Θ. Τακτικός, Η υπηρεσία της Δημόσιας Σιταποθήκης στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο (τέλη 17ου ‒ αρχές 18ου αι.), σ. 223-236.
  • Κατερίνα Κωνσταντινίδου, Νοσοκομειακοί θεσμοί στο βενετικό Ναύπλιο, σ. 237-256.
  • Αλέξης Μάλλιαρης, Η πόλη του Ναυπλίου κατά τη δεύτερη βενετική περίοδο (1686-1715), σ. 257-267.
  • Δέσποινα Στεφ. Μιχάλαγα, Εκκλησιαστικά του Ναυπλίου. Η Λατινική Αρχιεπισκοπή, σ. 271-286.
  • Παναγιώτης Δ. Μιχαηλάρης, Στοιχεία της καθημερινότητας από το Ναύπλιο της δεύτερης βενετοκρατίας, σ. 287-298.
  • Ιωάννα Στεριώτου, Οι οχυρώσεις του Ναυπλίου: διαχρονικός οδηγός για την ανάπτυξη του συστήματος των προμαχώνων (15ος-18ος αι.), σ. 301-312.
  • Αφροδίτη Κούρια, Οπτικές μαρτυρίες για το Ναύπλιο των Βενετών. Εικονογραφικά και μορφολογικά ζητήματα, σ. 313-326.
  • Δημήτριος Χ. Γεωργόπουλος, Η πολιορκία του Ναυπλίου το 1686 κατά Thomas Gaudiello (1688), σ. 327-330.
  • Αναστασία Βασιλείου, Κεραμική ιταλικών εργαστηρίων στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο, σ. 331-348.
  • Αγγελική Πανοπούλου, Το territorio του Ναυπλίου: Η διαχείριση των αγροτικών και των φυσικών πόρων (τέλη 17ου ‒ αρχές 18ου αι.), σ. 351-370.
  • Μαρία Βελιώτη, Ανταποκρίσεις των Γάλλων Προξένων περί Ναυπλίου (1692-1715)», σ. 371-384.

 

Μπορείτε να διαβάσετε την έκδοση σε μορφή pdf: Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017)

 

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου του Νικολάου Σπηλιάδη – «Αναίρεσις» – Τετάρτη 15 Μαΐου στις 7.30 το βράδυ στο Βουλευτικό Ναυπλίου


 

Ο Δήμος Ναυπλιέων, ο Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» και η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου:

 

Νικόλαος Σπηλιάδης –  «Αναίρεσις»

Απάντηση ενός Έλληνα στον Friedrich Thiersch

Μετάφραση από τα γαλλικά: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Επιμέλεια – Προλεγόμενα – Σχόλια: Γιώργος Καλπαδάκης

 

Η παρουσίαση θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 15 Μαΐου στις 7.30 το βράδυ στο Βουλευτικό Ναυπλίου.    

 

«Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη

 

Η «Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη γραμμένη στα γαλλικά το 1838, αδημοσίευτη μέχρι σήμερα, κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα ελληνικά, από τις εκδόσεις «Ποταμός», μεταφρασμένη από τον Αλέξανδρο Παπα­διαμάντη, η υπεράσπιση της πολιτείας του Ιωάννη Καποδίστρια από τον πρωθυπουργό της κυβέρνησής του…

Ιστορικός επιμελητής της «Αναιρέσεως» του Νικ. Σπηλιάδη είναι ο Γιώργος Καλπαδάκης, ο οποίος την ανέσυρε από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους μαζί με πληθώρα πολύτιμου υλικού γι’ αυτή την παραγνωρισμένη μορφή της νεώτερης ιστορίας. Ύστερα από πολύχρονη επεξεργασία και μελέτη, συνοδεύει την ανασκευή του Σπηλιάδη με μια εκτενέστατη προλογική μελέτη με τον τίτλο «Υπέρ Καποδιστριακής Πολιτείας: ο Νικόλαος Σπηλιάδης απαντά στον Friedrich Thiersch» και με εμπεριστατωμένο σχολιασμό τοποθετεί το έργο στο ιστορικό του πλαίσιο.

 

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

 

  • Ο Ιστορικός – Αρχειονόμος, πρώην διευθυντής των Γενικών Αρχείων του Κράτους Νομού Αργολίδας, Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος.
  • Ο Φιλόλογος – Ιστορικός, Πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Αργολίδας Νικόλαος Μπουμπάρης. 

 

Προλογίζει ο επιμελητής του έργου Γιώργος Καλπαδάκης,  εντεταλμένος ερευνητής στο Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

Την εκδήλωση συντονίζει ο Πρόεδρος του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Θεοδόσης Σπαντιδέας. 

Θεωρούμε ότι η παρουσία σας επιδαψιλεύει τιμή στους ομιλητές και στους συνδιοργανωτές της εκδήλωσης.

 

Λίγα λόγια για το βιβλίο

 

Ανεπιθύμητος για τις βαυαρικές αρχές κι έχοντας τεθεί στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, ο «πρωθυπουργός» του Ιωάννη Καποδίστρια, ο Νικόλαος Σπηλιάδης, θα αφιέρωνε τον ύστερο βίο του στη συγγραφή των απομνημο­νευμάτων του.

Στα 1838, ωστόσο, στη σκιά της απολυταρχίας του Όθωνα και στο απόγειο της εκστρατείας αποδόμησης των επιτευγμάτων της Ελληνικής Πολιτείας, επιστράτευσε τη γραφίδα του για να ανασκευάσει το κατηγορητήριο που είχε εξαπολύσει ένας από τους επιφανέστερους ίσως πολέμιους του Καποδίστρια, ο Βαυαρός φιλέλληνας Friedrich Thiersch.

Πρωταρχική έγνοια του ήταν να αποκαταστήσει την υπόληψη του «μπαρ­μπα-Γιάννη», απαντώντας, μεταξύ άλλων, στις συκοφαντίες γύρω από τη διπλωματική στρατηγική του, η οποία συνδεόταν με το όραμα που είχε για την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή· την ανταπόκρισή του στο αίτημα περί διανομής της εθνικής γης στους ακτή­μονες, το οποίο φαίνεται ότι συσχέτιζε με το φλέγον πολιτειακό ζήτημα· τις αντιλήψεις του σχετικά με τη θέση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς στη νεοελληνική ταυτότητα· τη στάση του απέναντι στην αντιπολίτευση και τα εγχώρια ολιγαρχικά συμφέροντα· καθώς και τις διαθέσεις του απέναντι στην προοπτική πολιτειακής συμβίωσης με τον Όθωνα.

Ο Γιώργος Καλπαδάκης είναι εντεταλμένος ερευνητής στο Κέντρο Ερεύνης της Ιστορίας του Νεωτέρου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών. Έχει διδάξει στα τμήματα Πολιτικής Επιστήμης και Νομικής του Δημοκρίτειου Πανεπιστη­μίου Θράκης και στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης ενώ έχει διατελέσει Visiting Scholar στο Πανεπιστήμιο Cambridge.

 

Read Full Post »

Νέο βιβλίο – Έρευνα. «Η εκπαίδευση των κοριτσιών στα Δίδυμα (1830 – 1930)»


 

Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο του Γιάννη Μ. Σπετσιώτη και της Τζένης Δ. Ντεστάκου, με τίτλο  «Η εκπαίδευση των κοριτσιών στα Δίδυμα (1830 – 1930)». Είναι το τρίτο κατά σειρά  βιβλίο της έρευνας των συγγραφέων για την Ιστορία της Εκπαίδευσης στην Ερμιονίδα κατά την πρώτη 100/ετία του ανεξάρτητου Ελληνικού Κράτους.

  • Πότε ξεκίνησαν οι Διδυμιωτοπούλες να πηγαίνουν στο σχολείο;
  • Πότε ιδρύθηκε και πού στεγάστηκε για πρώτη φορά το Δημοτικό Σχολείο Θηλέων Διδύμων;
  • Πότε απόκτησαν τα κορίτσια του χωριού τη δική τους σχολική στέγη;
  • Ποιες ήσαν οι μαθήτριες της σχολικής χρονιάς 1928 – 1929, τελευταίας που λειτούργησε ξεχωριστό σχολείο για τα κορίτσια;

 

«Η εκπαίδευση των κοριτσιών στα Δίδυμα (1830 – 1930)»

Η Δημοτική Εκπαίδευση στην Ελλάδα μετά τον θάνατο του Ιωάννη Καποδίστρια, οργανώθηκε με τον από 6-18/Φεβρουαρίου 1834 «Περί δημοτικών σχολείων» νόμο, που δημοσιεύτηκε στο Φ.Ε.Κ. 11/3 Μαρτί­ου 1834. Σύμφωνα με το άρθρο 58 του ως άνω νόμου σε κάθε δήμο έπρεπε να ιδρυθεί ένα Μικτό Δημοτικό Σχολείο. Σε περίπτωση, όμως, που ο αριθμός των μαθητριών ξεπερνούσε τις 15 και υπήρχε οικονομι­κή δυνατότητα, ήταν δυνατή η σύσταση ξεχωριστού Σχολείου Θηλέων (Παρθεναγωγείου), με την προϋπόθεση ότι θα δίδασκαν αποκλειστικά δημοδιδασκάλισσες.

Οι πεποιθήσεις, ωστόσο, της εποχής δεν αναγνώριζαν, εκτός εξαιρέσε­ων, το δικαίωμα της εκπαίδευσης στα κορίτσια, καθώς προορίζονταν μόνο για τις δουλειές του σπιτιού, τη μητρότητα, το μεγάλωμα των παι­διών και τις βοηθητικές εργασίες εκτός σπιτιού. Έτσι το γενικότερο κλίμα που επικρατούσε σχετικά με τη σύσταση Σχολείων Θηλέων στους δή­μους της χώρας δεν ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκό και πρόσφορο. Αλλά και το οικονομικό κόστος που προέκυπτε για τους δήμους με την ίδρυση και λειτουργία ξεχωριστών σχολείων (αγορά οικοπέδων, ανέγερ­ση νέων διδακτηρίων, ενοικίαση αιθουσών, μισθοί διδασκαλισσών, έξοδα εξοπλισμού και συντήρησης) ήταν, σχεδόν, απαγορευτικό. Δυσκολίες, επι­προσθέτους, υπήρχαν και στη φοίτηση των κοριτσιών στα μικτά σχολεία εξ αιτίας των κοινωνικών αντιλήψεων, που απέτρεπαν τη συναναστροφή των δύο φύλων.

Όλες οι παραπάνω «απαγορευτικές συνθήκες» ήταν ιδιαίτερα ορατές στους μικρούς δήμους. Έτσι η εκπαίδευση των κοριτσιών στη χώρα μας, υστερούσε σημαντικά έναντι εκείνης των αγοριών…

Στα πλαίσια της έρευνας των συγγραφέων «Ιστορία της Εκπαίδευσης στην Ερμιονίδα» έχουν εκδοθεί και τα παρακάτω βιβλία:

  • «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακή και Οθωνική Περίοδο (1829 – 1862)», Έκδοση Β΄ βελτιωμένη, Αθήνα 2016 και
  • «Το Ελληνικό Σχολείο (Σχολαρχείον) Ερμιόνης (1890 – 1909)» με συμπληρωματικό τεύχος, Αθήνα 2017.

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να τα βρουν στις βιβλιοθήκες Κρανιδίου, Ερμιόνης και στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

«Η εκπαίδευση των κοριτσιών στα Δίδυμα (1830 – 1930)»

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου

Σχήμα: 17Χ24

Σελίδες: 48

ΙSBN 978-618-83000-2-6

Read Full Post »

Παρουσίαση του βιβλίου: «Ο σημαδεμένος Ερημίτης»


  

Ο σημαδεμένος Ερημίτης

Ένας γιατρός γράφει για βυζαντινούς ήρωες στο βιβλίο του «Ο σημαδεμένος Ερημίτης».

Το  Σάββατο 23  Φεβρουαρίου 2019  στις  6 το απόγευμα,   στην αίθουσα  εκδηλώσεων του Συλλόγου Αργείων  «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος, θα γίνει η παρουσίαση του νέου βιβλίου του συμπατριώτη μας ιατρού Γιώργου Νεοφώτιστου, με τίτλο: «Ο σημαδεμένος Ερημίτης».

Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο Αναστάσιος Σκλήρης, επίτιμος Ειδικός Πάρεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου –  συνταξιούχος εκπαιδευτικός και ο συγγραφέας.

«Ήταν ο νεαρός Λεόντιος, γιατρός Ακτουάριος και αρχίατρος του μεγαλύτερου Νοσοκομείου του τότε κόσμου. Του Θεραπευτηρίου της Μονής Παντοκράτορα, της Κωνσταντινούπολης. Γιος πριγκίπισσας του Βυζαντίου και συγγενής των Παλαιολόγων, μεγάλωσε στα θαυμαστά ανάκτορα των Βλαχερνών.

Ήταν παιδικός φίλος του νεαρού Ανδρόνικου, εγγονού του Αυτοκράτορα Ανδρόνικου Παλαιολόγου του Β’. Φίλοι τους, γόνοι των ισχυρότερων οικογενειών του Βυζαντίου!… ζει ευτυχισμένος με την οικογένειά του στην Πόλη, μακριά από τις ίντριγκες των ανακτόρων μέχρι που… και ξαφνικά όλα αλλάζουν!

Ξεσπά ο εμφύλιος των δύο Παλαιολόγων και εκείνος, πιστός στον νεαρό φίλο του Ανδρόνικο, δέχεται την μήνη του παππού του και Αυτοκράτορα, Ανδρόνικου Παλαιολόγου Β’. Τα πάντα στη ζωή του Λεόντιου ανατρέπονται. Η ζωή του στη Βασιλεύουσα γίνεται πια προβληματική!

Η οικογένειά του διαλύεται και εκείνος, δραπετεύει κυνηγημένος από την Κωνσταντινούπολη. Μια απίστευτη περιπέτεια ξεκινά για αυτόν…».

 

Γιώργος Νεοφώτιστος


 

Γιώργος Νεοφώτιστος

Γεννήθηκε στο Άργος, μαθητής στο 1ο Δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια στο Γυμνάσιο Αρρένων της πόλης, απ’ όπου όταν  απεφοίτησε, εισήχθη με εξετάσεις στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κάτοχος του ιατρικού πτυχίου, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο 401 Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών, ως έφεδρος ανθυπίατρος, στην παθολογική κλινική.

Συνέχισε για την  ειδικότητά του στον «Ευαγγελισμό», όπου τελείωσε  Ειδική Παθολογία & συνέχισε Νεφρολογία. Διορίστηκε διευθυντής στο Βενιζέλειο Νοσοκομείο Ηρακλείου, όπου ίδρυσε και λειτούργησε  την πρώτη Μονάδα Τεχνητού  νεφρού  στη Κρήτη.

Στη συνέχεια έγινε εταίρος σε Γενική Κλινική στο Ηράκλειο, και διευθυντής της ιατρικής της υπηρεσίας. Κατά τη διάρκεια της εξάσκησης του επαγγέλματός του διετέλεσε: Πρόεδρος εξωνοσοκομειακών γιατρών Ηρακλείου, Καθηγητής Νοσηλευτικού τμήματος ΤΕΙ Ηρακλείου, Πρόεδρος ΕΠΣΗ & Διοικητής Υγειονομικής Περιφέρειας Κρήτης.

Έχει εκδώσει, ιατρικά εγχειρίδια (μεταξύ αυτών μια  Νοσολογία   και ένα ιατρικό βοήθημα, το «Εμείς και τα Μικρόβια») & στράφηκε στο ιστορικό μυθιστόρημα, όπου το πρώτο εξ αυτών με τίτλο «Στα βήματα του Ασκληπιού»  είχε πανελλήνια επιτυχημένη πορεία.

Το τελευταίο του συγγραφικό πόνημα «Ο Σημαδεμένος Ερημίτης» κυκλοφόρησε στις αρχές αυτού του χρόνου.  Είναι παντρεμένος με τη γιατρό Φυλλίτσα Νεοφώτιστου και έχει δυο κόρες.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »