Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βουλγαρική κατοχή’

Η Βόρεια  Ελλάδα υπό Βουλγαρική κατοχή 1941


 

Οι αλυτρωτικές βλέψεις της Βουλγαρίας για τη Μα­κεδονία χρονολογούνται ήδη από την εποχή της εθνογένεσής της και τη σταδιακή παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από τις αρχές του 20ού αι­ώνα μάλιστα, η σύγκρουσή της με την Ελλάδα για τον έλεγχο της περιοχής παίρνει τη μορφή ακήρυχτου πολέμου, με τον Μακεδονικό Αγώνα. Ωστόσο, οι προσπάθειες της Σόφιας αποδεικνύο­νται ατελέσφορες και καταλήγουν σε συντριπτικές ήττες στον Β’ Βαλκανικό και τον Α’ Παγκόσμιο Πό­λεμο. Δυο δεκαετίες αργότερα, η ήττα του ελληνικού στρατού από τις γερμανικές δυνάμεις φάνηκε να δίνει την ευκαιρία στη Βουλγαρία, η οποία είχε στο μεταξύ προσχωρήσει στο ναζιστικό στρατόπεδο, την ευκαιρία που τόσο επιζητούσε, καθώς η χώρα μας χωρίζεται σε τρεις ζώνες κατοχής – μία γερ­μανική, μία ιταλική και μία βουλγαρική. Το μεγα­λύτερο μέρος της Μακεδονίας τίθεται υπό βουλ­γαρική διοίκηση.

 

Τριπλή κατοχή. Χάρτης, Καθημερινή.

 

Από το 1941 έως και το 1944, οι Έλληνες, αλλά και οι Εβραίοι της Μακεδονίας υπέστησαν πρωτοφανείς διώξεις, η αγριότητα των οποίων ξεπερ­νούσε σε ορισμένες περιπτώσεις τη θηριωδία των Ναζί στην υπόλοιπη Ελλάδα. Σύμβολο του μαρτυ­ρίου έγινε το χωριό Δοξάτο και μάλιστα για δεύτερη φορά στην ιστορία του, καθώς είχε καταστραφεί από τους Βούλγαρους και κατά τη διάρκεια της υποχώρησής τους, στον Β’ Βαλκανικό Πόλεμο. Όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, οι μαζικές διώξεις υπο­νόμευσαν ηθικά, πολιτικά και ιδεολογικά όλα τα επιχειρήματα της βουλγαρικής πλευράς περί νόμι­μων διεκδικήσεων στη Μακεδονία. Εξ άλλου, η πο­ρεία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου σύντομα επρό­κειτο να αλλάξει και η Σόφια θα βρισκόταν παγι­δευμένη στο «λάθος στρατόπεδο».

 

Οι επιδιώξεις των Βούλγαρων στη Μακεδονία

 

Μετά την ήττα του ελληνικού στρατού από τις ναζιστικές δυνάμεις, η περιοχή από τον Στρυμόνα έως τον Έβρο, μαζί με τα νησιά της Θάσου και της Σαμοθράκης παραχωρήθηκαν στη Βουλγαρία, ως ανταμοιβή για την προσχώρησή της στον Άξονα (εκτός από 3/4 του νομού Έβρου, έπειτα από σχετι­κή αξίωση της Τουρκίας). Έκτοτε, για τους κατακτητές ανήκαν διοικητικά στην «περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας» ή «Αιγαίου» ή «Αιγαιίδα» (Μπελομόρε), η οποία συμπεριλαμβανόταν στην 4η περιοχή (Στάρα Ζαγκόρα – Πλόντιφ – Μπελομόρε) βουλγαρικής επικράτειας. Εδώ έγκειται και η διαφορά μεταξύ ιταλικής, γερμανικής και βουλγαρικής κατοχής. Οι Ιταλοί και οι Γερμανοί αναγνώριζαν ότι βρίσκονται σε μια ξέ­νη χώρα ως δύναμη κατοχής, ενώ οι Βούλγαροι προ­παγάνδιζαν ότι βρίσκονται σε «απελευθερωμένο βουλγαρικό έδαφος» και σκόπευαν να μείνουν ο­ριστικά.

 

Το όνειρο της «Μεγάλης Βουλγαρίας».

 

Η Βουλγαρία ισχυριζόταν πως δεν κατέλαβε, αλλά απελευθέρωσε περιοχές, οι οποίες ήταν βουλ­γαρικό εθνικό έδαφος με αδύναμο βουλγαρικό πλη­θυσμό, λόγω της προηγηθείσας πολιτικής εξελλη­νισμού του ελληνικού κράτους. Έτσι δικαιολογού­σε τα αποτελέσματα βουλγαρικής απογραφής της 31ης Μαΐου 1941 στην «περιφέρεια Άσπρης Θάλασσας», κατά την οποία καταγράφηκαν 13 πόλεις και 799 χωριά (συνολικά 812 οικισμοί) και απο­γράφηκαν 649.419 κά­τοικοι. Και συγκεκριμέ­να κατά εθνικότητα 43.761 Βούλγαροι, 6.138 Πομάκοι, 72.985 Τούρ­κοι, 514.426 Έλληνες και 12.019 άλλοι (Εβραίοι, Αρμένιοι κ.ά.).

Βουλγαρικό πυροβολικό στην Αδριανούπολη.

Η νέα βουλγαρική κα­τοχή υπήρξε βαρύτερη από τις προηγούμενες (η πρώτη στους Βαλκανικούς, 1912 -1913, κι η δεύτερη στον Α’ Πα­γκόσμιο, το 1916 -1919), καθώς ο ελληνισμός της «βουλγαροκρατούμενης ζώνης» (514.426 Έλληνες, κατά τους Βουλγάρους) βρέθη­κε αντιμέτωπος με έναν επιθετικό βουλγαρικό ε­πεκτατισμό, ανανεωμένο από τις νέες συνθήκες, λόγω της συνεργασίας του με τη Γερμανία, και α­ποφασισμένο με το τέλος του πολέμου να διεκδι­κήσει «αποκατάστασιν της εθνικής ενότητος της Βουλγαρίας».

Ο Βούλγαρος Βασιλιάς Βορίς Γ’ και ο Αδόλφος Χίτλερ.

Η μοναρχική εξουσία του Βόρη Γ’, με την «πρό­θυμη», κατά την προπαγάνδα της, συνεργασία και συμμετοχή της πολιτικής, εμποροβιομηχανικής, επιστημονικής και καλλιτεχνικής κοινότητας της Βουλγαρίας, επιχείρησε να ανατρέψει τα πληθυ­σμιακά δεδομένα και να (απο)δείξει την ενότητα της «Παλιάς Βουλγαρίας» με τα «νεο – απελευθερωμένα» εδάφη.

Προετοίμαζε την πολυπόθητη οριστική προ­σάρτησή τους με το να δημιουργήσει «εθνικά δίκαια» των «σκλαβωμένων για χρόνια Βουλγάρων α­δελφών» στις παραχωρημένες, από τους Γερμανούς, στη Βουλγαρία περιοχές: τα σερβικά εδάφη, τη Δομβρουτσά, επαρχία ρουμανική, αλλά και «την πε­ριφέρεια Άσπρης Θάλασσας», δηλαδή τον νομό Σερρών, εκτός της περιοχής της Νιγρίτας (δηλαδή εκτός του 1/5 του νομού Σερρών), τους νομούς Δράμας – Ξάνθης – Καβάλας – Ροδόπης και Έβρου, εκτός της ουδέτερης ζώνης (δηλα­δή εκτός των 3/4 του νομού Έβρου).

Παρά τις όποιες αρχικές υποσχέσεις προς τους κατοίκους για ασφάλεια, ευνομία, ζωή, τιμή και πε­ριουσία, όλα μαρτυρούν ότι εφαρμόσθηκε στα νε­οαποκτηθέντα για τη Βουλγαρία εδάφη ένα μελε­τημένο, και στις λεπτομέρειές του, πρόγραμμα εμ­φάνισης των υπό κατοχήν περιοχών με ό­ψη και χαρακτήρα βουλγαρικό.

 

Οι προσπάθειες αφελληνισμού του πληθυσμού

 

Καβάλα, 1943. Οι βουλγαρικές αρχές κατοχής καταγράφουν εβραίους, τους οποίους θα παραδώσουν στους Γερμανούς. Φωτογραφία από το βιβλίο του Μιχάλη Ν. Κατσίγερα, «Ελλάδα 20ος αιώνας: Οι φωτογραφίες».

Ο Ελληνισμός, ανεπιθύμητος στη βουλγαροκρατούμενη Ανατολική Μακεδονία και Δυτική Θράκη υπέστη, κατά την τρίχρονη κατοχή (1941 -1944), μέτρα κατάργησης κάθε εθνικής και θρησκευτικής του ελευθερίας, αλλά και σκληρότατα μέτρα εξό­ντωσής του:

Κατάλυση του ελληνικού κράτους σε όλες του τις εκδηλώσεις (Διοίκηση, Εκκλησία, Παιδεία…).

Ανάληψη της δημόσιας και ιδιωτικής οικονο­μικής ζωής από το βουλγαρικό κράτος και από Βούλγαρους ιδιώτες (αναγκαστικός συνεταιρι­σμός, απαγόρευση άσκησης επαγγελμάτων…).

Αποδυνάμωση του ελληνικού στοιχείου με την απομάκρυνση των στηριγμάτων του, πνευματικών, κοινωνικών, ηθικών, τις απελά­σεις, τη στρατολογία και την απαγωγή των ανδρών μακριά από τις εστίες τους (ομηρία, «τάγ­ματα εργασίας»).

«Βουλγαροποίηση» του ελληνικού στοιχείου, με την υποχρέωση έκδοσης βουλγαρικής ταυ­τότητας, πίεση για δήλωση βουλγαρικής εθνικό­τητας, υποχρεωτική χρήση βουλγαρικής γλώσ­σας σε όλες τις εκδηλώσεις της ιδιωτικής και δημόσιας ζωής κ.ά.

Οικονομική αφαίμαξη του ελληνικού στοιχείου με την επιβαλλόμενη ανεργία, τη βαριά φορο­λογία, τον αναγκαστικό δανεισμό από το βουλγαρικό Δημόσιο, τις αρπαγές κ.ά. Τρομοκράτηση, βιαιοπραγίες, απαγορεύσεις, εξαθλίωση των λαϊκών τάξεων, κυρίως με τους περιορισμούς στη διατροφή, το νερό, τον φωτι­σμό.

Δημογραφική αραίωση του τόπου, καθώς με τις διάφορες πιέσεις προωθούνταν η εκούσια ή ακούσια μετανάστευση των Ελλή­νων κατοίκων του.

Αλλοίωση της εθνολογικής σύνθεσης με τον εποικισμό με Βούλγαρους εθελοντές εποίκους.

Προπαγάνδα του βουλγαρικού ενδιαφέροντος με την οργάνωση συνεδρίων, διασκέψεων κ.ά., την κατασκευή τεχνικών έργων κ.ά. διαφημιζό­μενων με απροκάλυπτες τυμπανοκρουσίες από τον βουλγαρικό Τύπο.

Εμφάνιση μορφωτικού – καλλιτεχνικού – «εκ­πολιτιστικού» έργου με εκδηλώσεις στις κατεχόμενες περιοχές προς επίδειξη του βουλγαρικού χαρακτήρα της «Νέας Βουλ­γαρίας» (κοινής καταγωγής, θρησκείας, γλώσ­σας, ηθών και εθίμων).

 

Η εξέγερση της Δράμας και η σφαγή στο Δοξάτο

 

Η πρώτη ένοπλη αντίδραση στον αφόρητο ζυγό της βουλγαρικής κατοχής, η εξέγερση της Δράμας και της γύρω περιοχής της (28 προς 29 Σε­πτεμβρίου 1941), παραμένει σκοτεινή υπόθεση σε πολλά σημεία της. Φαίνεται πως η κομματική οργάνωση του ΚΚΕ Δράμας εκτίμησε εσφαλμένα την κατάσταση: Παρασύρθηκε, υπολογίζοντας σε γρήγορη νί­κη του «Κόκκινου Στρατού» και στη λαϊκή δυσαρέσκεια και τη λαχτάρα για αντίδραση στην καταπίεση. Έδωσε πίστη σε φήμες για κομμουνιστική εξέ­γερση στη Βουλγαρία κατά των Γερμανών και για επικεί­μενη προσχώρηση του βουλ­γαρικού στρατού κατοχής σ’ αυτήν (ενδεχομένου υποβολιμαίες από την Ασφάλεια των βουλγαρικών Αρχών κατοχής – Οχράνα. Δηλαδή δεν απο­κλείεται βουλγαρική «προβο­κάτσια» με σκοπό την εξό­ντωση του ελληνικού στοι­χείου).

Η εξέγερση, όμως, ήταν πρόωρη και η έλλειψη στρα­τιωτικών στελεχών και κα­τάλληλων μηχανισμών, αλλά και σχεδίου και στόχου, δεν ά­φηναν προοπτική επιτυχίας και οδήγησαν σε τραγωδία. Με το πρόσχημα της καταστολής της εξέγερσης, οι βουλγαρικές Αρχές προχώρησαν σε σκληρά αντίποινα σε βάρος του άμαχου πληθυσμού στην ευρύτερη περιοχή της Δράμας: συλλήψεις, εκτελέσεις (3.000 στην πόλη της Δράμας και στο χωριό Δοξάτο μόνο), ανακρίσεις, ξυλοδαρμοί, λεηλασίες…

 

Οι κρεμασμένοι της Φλώρινας. Φωτογραφία: Εφημερίδα Καθημερινή.

 

Η συστηματική καταδίωξη των ανταρτών συ­νεχίσθηκε μέχρι τις 5 Νο­εμβρίου 1941. Οι βουλγαρικές δυνάμεις κατά­φεραν την εξόντωση των ενόπλων ανταρτικών ο­μάδων και τη σύλληψη και ε­κτέλεση ηγετικών στελεχών του ΚΚΕ, ενώ, και μέχρι τα μέ­σα του 1942, οι ελάχιστοι διασωθέντες αντάρτες επιχειρού­σαν να διαφύγουν στη γερμανοκρατούμενη ζώνη. Τα «γεγονότα της Δράμας» συγκλόνισαν όλο τον υπόδουλο ελληνικό λαό.

Στην Ανατο­λική Μακεδονία και Θράκη οι συνέπειες ήταν καθοριστικές για το μέλλον: επικράτησε σύγ­χυση για τις συνθήκες εκδήλωσης «του κινήματος της Δράμας», το ΚΚΕ βρέθηκε χωρίς ηγεσία, εξαιρετικά δύσκο­λη ήταν πια η ανάπτυξη αξιό­λογου μαζικού ανταρτικού κινήματος, διότι προέκυψε δι­στακτικότητα και φόβος του πληθυσμού για την ένοπλη δράση, αλλά και καχυποψία και εχθρότητα κάποτε προς το ΚΚΕ, στο οποίο χρεώνονταν τα τρομερά αντίποινα των Βουλ­γάρων, με αποτέλεσμα να ευ­νοηθεί η εμφάνιση και η δράση αυτόνομων, κυρίως εθνικιστικών, α­ντιστασιακών ομάδων.

Συμπερασματικά, στη διάρκεια της κατοχής 1941 -1944, η Βουλγαρία, σε πλήρη αντίφαση με την επί­σημη ρητορική της «…περί τηρήσεως απολύτου ισότητος και δικαιοσύνης έναντι του πληθυσμού…», μέσω της αποδυνάμωσης, της απομάκρυνσης, της εξόντωσης, της «βουλγαροποίησης» του πλη­θυσμού και της τελικής αλλοί­ωσης της εθνολογικής του σύνθεσης προετοίμαζε την ε­πιθυμητή οριστική προσάρ­τηση της Ανατολικής Μακε­δονίας και Δυτικής Θράκης, για να εκπληρώσει επιτέλους, με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πο­λέμου, το όνειρο της «Μεγάλης Βουλγαρίας» και να επικρατήσει στη χερσόνησο του Αίμου.

  

Κατερίνα Τσέκου

Διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου.

 

 Πηγή


  • Καθημερινή, «Η Β. Ελλάδα υπό Βουλγαρική κατοχή», Κυριακή 1 Αυγούστου 2010.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »