Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βουλευταί’

Ποταμιάνος Ηλίας (1844-1911)


 

Ηλίας Ποταμιάνος

Ο Ηλίας Ποταμιάνος, νομικός, πολιτικός και δημοσιογράφος, γεννήθηκε το 1844 στο Ναύπλιο, όπου σπούδασε τα εγκύκλια μαθήματα και έφηβος μόλις, έλαβε ενεργό μέρος στην Ναυπλιακή Επανάσταση (1862). Ο πατέρας του Ευάγγελος Ποταμιάνος καταγόταν από την Κεφαλονιά και ήταν πλοίαρχος στον επικουρικό στόλο της Αγγλίας κατά τους Ναπολεόντιους πολέμους μέχρι το 1815. Αργότερα ως μέλος της Φιλικής Εταιρείας ήρθε και πολέμησε στην Ελλάδα και επί Καποδίστρια έγινε διευθυντής της Αστυνομίας.  

Ο Ηλίας Ποταμιάνος σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εξάσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου με μεγάλη επιτυχία. Δίδαξε Στρατιωτικό Δίκαιο στη Σχολή Ευελπίδων τα έτη 1870-73, και διετέλεσε διευθυντής της εφημερίδας «Αυγή» και συντάκτης της «Εφημερίδος των Συζητήσεων», ήταν φίλος και συνεργάτης του Επαμεινώντα Δεληγιώργη. Ανέλαβε επίσης αποστολές στο εξωτερικό: το 1872 στην Κωνσταντινούπολη σχετικά με το Βουλγαρικό Σχίσμα και το 1905 στην Κρήτη (που τότε δεν είχε ακόμα απελευθερωθεί) για προβλήματα της εκεί Ελληνικής Διοικήσεως.

Εκλέχθηκε πολλές φορές βουλευτής και διακρίθηκε για τη ρητορική του δεινότητα. Στην επαρχία Ναυπλίας εκλέχτηκε τα έτη 1881, 1891 και 1892. Το 1901, ως βουλευτής Ηλείας, κατέθεσε στη Βουλή πρόταση για την πρόσληψη γυναικών στα ταχυδρομεία και τα τηλεγραφεία. Η Βουλή όμως, με το σκεπτικό ότι «τα ήθη μας δεν το επιτρέπουν», την απέρριψε. Έγραψε τις μελέτες «Περί των παρά τω Ρωμαϊκώ στρατώ ποινών» (1874), «Αι Συρακούσαι» (1878) στο περιοδικό «Βύρων», κ.ά. Απεβίωσε το 1911.

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ευθυμιόπουλος Κωνσταντίνος (1828-1885) 


 

Ευθυμιόπουλος Κωνσταντίνος

Ευθυμιόπουλος Κωνσταντίνος

Βουλευτής και Δήμαρχος Ναυπλίου. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Σπούδασε Νομικά και το 1856 διορίστηκε δικηγόρος στο Ναύπλιο. Πήρε μέρος στη Ναυπλιακή επανάσταση, κατά τη διάρκεια της οποίας ορίστηκε από την επαναστατική επιτροπή δημοτικός αστυνόμος Ναυπλίου.

Μετά την έξωση του Όθωνα εξελέγη δήμαρχος Ναυπλίου, πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, Γενικός  Γραμματέας  του υπουργείου Εσωτερικών. Πέθανε στο Ναύπλιο στις 4 Ιουνίου 1885 στην ακμή της ηλικίας του και στην δράση του πολιτικού βίου του.

  

 

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», Αθήνα, χχ.                          
  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, «Γελοιογραφικόν Ημερολόγιον του έτους 1886», έτος Α΄, εν Αθήναις, εκ του Τυπογραφείου «Ανδρέου Κορομηλά» και «Κοραή» Ανέστη Κωνσταντινίδη, 1885. 

  

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Λόντος Σ. Ανδρέας (1786–1846) 

 

 


  

Ανδρέας Λόντος (Ξυλογραφία)

Ανδρέας Λόντος (Ξυλογραφία)

Έλληνας στρατιωτικός και πολιτικός, γεννημένος στο Αίγιο.* Ήταν γιός του Σωτηράκη Λόντου και καταγόταν απο ισχυρή οικογένεια προυχόντων της Βοστίτσας. Σπούδασε στο σχολαρχείο της Βοστίτσας, το οποίο διεύθυνε ο Ευστάθιος Παλαμάς. Μετά τον αποκεφαλισμό του πατέρα του από τους Τούρκους, ο Ανδρέας Λόντος αναγκάστηκε να καταφύγει στην Κωνσταντινούπολη. Σύναψε φιλία με τον νέο Μόρα – Βαλεσή Σακήρ Αχμέτ και το 1818 ξαναγύρισε στην Βοστίτσα, αυτή τη φορά με τον τίτλο του καζά. Μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία, από τον Πελοπίδα, και εργάστηκε για την προπαρασκευή της επανάστασης. Διατηρούσε δικό του στρατιωτικό σώμα και συμμετείχε στις πολιορκίες της Πάτρας και του Μεσολογγίου και στις εκστρατείες στην ανατολική και δυτική Ελλάδα.

 Στον Φωτάκο διαβάζουμε:
 
 

 Αἱ  ἐκδουλεύσεις τοῦ στρατηγοῦ τούτου ἐντὸς τῆς Πελοποννήσου καὶ ἐκτὸς αὐτῆς εἰς Μεσολόγγιον εἶναι γνωσταί. Εἰς τὴν πολιορκίαν τῶν Πατρῶν ἔλαβε μέρος, καὶ ἐπολέμησε καὶ αὐτὸς τὰ λείψανα τοῦ στρατοῦ τοῦ Δράμαλη κατὰ τὴν Ἀκράταν. Πολλαῖς δὲ φοραῖς ἀντιπροσώπευε τὸν Γενικὸν ἀρχηγὸν Θ. Κολοκοτρώνην ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰμβραὴμ πασᾶ. Ἐψηφίσθη Γερουσιαστὴς τῆς Πελοποννήσου, ἀλλὰ δὲν ὑπῆγεν εἰς τὴν Τριπολιτσᾶν, ἐστάλη ὅμως ἀντιπρόσωπός του ὁ Κωνσταντῖνος Δημητρίου. Ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ἐπαναστάσεως ἡ βαρύτης τοῦ ὀνόματός του πολὺ ἐχρησίμευσε. Κατεδιώχθη δὲ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ  Κουντουργιώτη, καὶ ἔφυγεν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον ὅταν ὁ Κολοκοτρώνης καὶ  οἱ  ἄλλοι οἱ λοιποὶ ἐφυλακίσθησαν εἰς τὴν Ὕδραν. 

 

Αξιοσημείωτη ήταν η μεγαλοδωρία του Λόντου κατά τον Αγώνα. Διέθετε όλα του τα υπάρχοντα χωρίς φειδώ. Κάποτε μάλιστα, που ο Οδυσσέας Ανδρούτσος του παρατήρησε «να κρατήσει και παραπίσω τα χρήματά του, για να μην ψωμοζητήσει το σπίτι του», ο Λόντος του απάντησε: – Πλούτη μου είναι η Πατρίδα ! Χωράφια μου είναι η Ελλάδα!      Στα χρόνια του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια συνεργάστηκε με τους αντιπολιτευόμενους στην Ύδρα. Ο Λόντος αποδοκίμασε τη δολοφονία του Καποδίστρια και με την άφιξη του Όθωνα εμφανίστηκε ως ηγετικό στέλεχος του Αγγλικού Κόμματος. Το 1833 μετακόμισε στο Ναύπλιο, προκειμένου να συναντήσει τον βασιλιά Όθωνα κατά την άφιξη του. Το 1835 ο Όθων τον διορίζει συνταγματάρχη και στη συνέχεια στρατιωτικό επιθεωρητή. Μέχρι το 1841, ο Λόντος, ως σύμβουλος Επικρατείας δεν αντέδρασε στην πολιτική του Όθωνα, αλλά βαθμιαία άλλαξε τάση και συντάχθηκε με τα φιλελεύθερα αιτήματα για παραχώρηση Συντάγματος, συμμετέχοντας έτσι στις προετοιμασίες του κινήματος.

 

Στην κυβέρνηση Ανδρέα Μεταξά ανέλαβε το υπουργείο Στρατιωτικών και αντιπρόεδρος της Εθνικής Συνέλευσης για το Σύνταγμα του 1844. Στις εκλογές του 1845 εκλέχτηκε βουλευτής, αλλά με παρεμβάσεις των ανακτόρων και του Κωλέττη, έχασε την έδρα. Απογοητευμένος από την αχαριστία των τότε ιθυνόντων  αποσύρθηκε από την πολιτική, ενώ «κατετρύχετο υπό της πενίας και εστερείτο και των αναγκαιοτάτων». Αυτοκτόνησε στις 27 Σεπτεμβρίου του 1846.

  

Υποσημείωση

  

 

 

* Το Αίγιο στην επανάσταση. Στα Ορλοφικά η επαρχεία της Βοστίτσας πρόθυμα συμμετείχε. Ο Παλαιών Πατρών Παρθένιος, σε συνεννόηση με τον Ορλόφ, ύψωσε τη σημαία της ελευθερίας στη Βοστίτσα. Μετά την αποτυχία της εξέγερσης οι Τούρκοι, επειδή φοβούνταν άλλη εξέγερση, απέστειλαν στη Πελοπόννησο κατά κύματα 60.000 Αλβανούς. Οι κάτοικοι της Βοστίτσας εγκατέλειψαν τη πόλη, και πήγαν στα βουνά. Οι καταφυγόντες βοστιτσάνοι στην Ιερή Μονή Ταξιαρχών, κατεσφάγισαν από τους Τουρκαλβανούς. Κατά τους χρόνους εκείνους έδρασαν οι «Κλέφτες» αγωνιστές Ζαχαριάς, Καράμπελας, Κωνσταντίνος Γκόφας, Γραννάκης εκ Βοστίτσας, και άλλοι.  Από το 1778μ.Χ. αναφέρεται προεστός της Βοστίτσας ο Σωτηράκης Λόντος. Ανεδείχθη άρχοντας όλης της Πελοποννήσου το 1789 μ.Χ. αλλά τελικά αποκεφαλίστηκε από τους Τούρκους.

Η επίσημη σημαία του Λόντου.

Η επίσημη σημαία του Λόντου.

Το 1820μ.Χ. φτάνει στη Βοστίτσα σαν απόστολος της Φιλικής Εταιρείας ο Αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), αντιπρόσωπος του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Τότε η Βοστίτσα γίνεται κέντρο επαναστατικών διεργασιών, με αποκορύφωμα τη λεγόμενη «Μυστική συνέλευση της Βοστίτσας» 26 – 30 Ιανουαρίου του 1821 μ.Χ. Μετά από αυτό Ο Ανδρέας Λόντος μεταβαίνει στη Πάτρα, όπου τις 25 Μαρτίου, μαζί με άλλους προκρίτους της Αχαΐας, κηρύσσει την έναρξη της επανάστασης, με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό. Οι Αιγιώτες με τον προεστό Δημ. Μελετόπουλο κα άλλους προκρίτους υψώνουν τη σημαία της επανάστασης τις 26 Μαρτίου, χωρίς καμία αντίδραση, αφού οι Τούρκοι είχαν φύγει.

Το φρούριο της Πάτρας ήταν πολιορκημένο, προς βοήθεια των Τούρκων φθάνει ο Γιουσούφ Πασάς. Αφού πέρασε το Μεσολόγγι, αποβιβάστηκε στο Ρίο, και διέλυσε τους λίγους Βοστιτσιανούς που ήσαν εκεί με τον Δημ. Ροδόπουλο, προχώρησε στη Πάτρα και διασκόρπισε τους ενόπλους υπό τον Ανδρέα Λόντο και Ανδρέα Ζαΐμη, και διέλυσε τη πολιορκία τις 3 Απριλίου 1821.

 

Ο Ανδρέας Λόντος εξολοθρεύει περί την Βοστίτσαν διά λοιμού 5000 εχθρών.   Peter Von Hess.

Ο Ανδρέας Λόντος εξολοθρεύει περί την Βοστίτσαν διά λοιμού 5000 εχθρών. Peter Von Hess.

 

Μετά από αυτά ο Χουρσίτ πασάς Βαλής του Μοριά στέλνει στρατό στη Πελοπόννησο, με τον Κεχαγιάμπεη, για να προστατέψει την οικογένειά του και τους θησαυρούς του στη Τρίπολη. Ο Κεχαγιάμπεης αφού αποβιβάστηκε στη Πάτρα τις 6 Απριλίου, προχώρησε προς τη Βοστίτσα. Οι κάτοικοι της Βοστίτσας είχαν εγκαταλείψει τη πόλη και καταφύγει στα βουνά. Οι τούρκοι προσκάλεσαν τους κατοίκους σε υποταγή, και επειδή αυτοί δεν υπάκουσαν, έκαψαν τη πόλη και λεηλάτησαν όλη την επαρχεία, συλλαμβάνοντας πολλούς αιχμαλώτους. Ο Ανδρέας Ζαΐμης με λίγους Καλαβρυτινούς κατέλαβε το χωριό Βόβοδα, για να εμποδίσει την εισβολή των Τούρκων στα Καλάβρυτα. Πράγματι κατόρθωσε να αποκρούσει 500 Αλβανούς που στάλθηκαν από τον Κεχαγιάμπεη. Τις 7 Σεπτεμβρίου ο Τουρκικός στόλος υπό τον Καρά Αλή, πέρασε από τη Βοστίτσα και απέπλευσε για το Γαλαξείδι προκαλώντας λίγες μόνο καταστροφές.

Από το 1821 ως το 1828 οι Βοστιτσάνοι στρέφονται προς το φρούριο της Πάτρας, που ποτέ δεν καταλήφθηκε, μέχρι το τέλος της επανάστασης. Ταυτόχρονα πολλοί Αιγιώτες πήραν μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις στη ανατολική και δυτική Ελλάδα με τους στρατηγούς τους Ανδρέα Λόντο, και Δημήτριο Μελετόπουλο. Ο Ανδρέας Λόντος, όταν η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου διαλύθηκε το 1822, όπου συμμετείχε, πληροφορήθηκε ότι τα υπόλοιπα στρατεύματα του Δράμαλη, βάδιζαν παραλιακά προς τη Βοστίτσα, έσπευσε με άλλους οπλαρχηγούς, (Ανδρέα Ζαΐμη, Δημ. Μελετόπουλο, Πετμεζαίους, κ.α.) στα στενά της Ακράτας στη θέση Πριόνι, στον Πλάτανο. Στη στενή αυτή παραλιακή τοποθεσία κύλησαν βράχους και απέκλεισαν τα λείψανα της στρατιάς του Δράμαλη, που ανέρχονταν σε τέσσερις χιλιάδες. Ο Γιουσούφ Πασάς από την Πάτρα έστειλε τέσσερα πλοία για να παραλάβουν τους επιζήσαντες Τούρκους, αλλά οι περισσότεροι είχαν φονευθεί από τους Έλληνες ή πεθάνει από την πείνα.

Υπό τον Γιοργομωρΐτη καπετάνιο από την Κουνινά, οι Βοστιτσάνοι προβάλουν ηρωική αντίσταση κατά των Τουρκαλβανών στον Άγιο Ιωάννη τον Τσετσεβό, και υπό τον Δημήτριο Μελετόπουλο, λαμβάνουν μέρος στη τελευταία μάχη κατά του Ιμπραήμ το 1827, στην Καυκαρία.

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.
  • Peter Von Hess, «1821 η Ελληνική Επανάσταση», Εκδόσεις Δέλτα, Αθήνα, 1996.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Ελένη Π. Κοκκώνη – Κατερίνα Κορρέ – Ζωγράφου – Χρύσα Δασκαλοπούλου, «Ελληνικές Σημαίες: Σήματα – Εμβλήματα», Αθήνα 1997.

 

 

 

 

 

 

 

 


Read Full Post »

Μεταξάς Π. Ανδρέας (1790–1860)


 

 Αγωνιστής του 1821, διπλωμάτης, πολιτικός και Πρωθυπουργός, (3 Σεπτεμβρίου 1843 – 16 Φεβρουαρίου 1844).

 

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Κεφαλλονίτης αγωνιστής της Επανάστασης του 1821, διπλωμάτης και πολιτικός. Γεννήθηκε στο Αργοστόλι ήταν γιος του Πέτρου Μεταξά, της ιστορικής οικογένειας των Μεταξάδων.* Έφερε τον τίτλο του Κόμη. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και, όταν κηρύχθηκε η Επανάσταση, μαζί με τον αδερφό του Αναστάσιο και τον ξάδελφό του Κωνσταντίνο, πέρασε στην Πελοπόννησο με δύναμη 400 ανδρών από την Κεφαλονιά.** Στις 25 Μαΐου του 1822 με ομόφωνη απόφαση εγκρίθηκε πράξη του Εκτελεστικού με την οποία ο Ανδρέας Μεταξάς, για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει μέχρι τότε προς την πατρίδα, πολιτογραφήθηκε Έλληνας κάτοικος Πελοποννήσου. Κατά τη διάρκεια του Αγώνα εκλέχθηκε μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας και αντιπρόσωπος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους, ενώ χρημάτισε και υπουργός Αστυνομίας.

Το 1827 ο Ανδρέας Μεταξάς πρωτοστάτησε για την εκλογή του Καποδίστρια στη θέση του κυβερνήτη και υπήρξε μέλος του Γενικού Φροντιστηρίου, από το 1828 έως το 1831. Μετά το θάνατο του Καποδίστρια αντιτάχθηκε στην εκλογή του Αυγουστίνου Καποδίστρια, αλλά παρ’ όλα αυτά κρατήθηκε μακριά από τις διασπαστικές τάσεις του Κωλέττη. Παρά ταύτα διετέλεσε όμως μέλος της προσωρινής κυβέρνησης μέχρι την έλευση του Όθωνα.

Το 1833 συνελήφθη – ως ύποπτος για τις φιλελεύθερες αρχές του – μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και φυλακίστηκε στη Σύρο, απ’ όπου δραπέτευσε και κατέφυγε στη Μασσαλία.

Το 1839, μετά την ανάκληση της δίωξής του, επέστρεψε στην Ελλάδα, διορίστηκε Σύμβουλος Επικρατείας και κατόπιν υπουργός Στρατιωτικών στην κυβέρνηση Μαυροκορδάτου το 1841.

Μετά τον θάνατο του Κολοκοτρώνη, ο Ανδρέας Μεταξάς έγινε αρχηγός του Ρωσικού Κόμματος και μαζί με τον Ανδρέα Λόντο τον Μακρυγιάννη και τον Καλλέργη, πρωτοστάτησε στο κίνημα της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.

Μετά την επικράτηση του κινήματος, σχημάτισε κυβέρνηση και ήταν ο πρώτος που πήρε τον τίτλο του πρωθυπουργού. Στη συνέχεια χρημάτισε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Κωλέττη, για να παραιτηθεί το 1845, ύστερα από απόπειρα του τελευταίου για ανατροπή του Συντάγματος.

Το 1850 και ενώ ο Όθωνας είχε αποκαταστήσει τις σχέσεις του με τη Ρωσία, ο Μεταξάς εκλέχθηκε γερουσιαστής και Βουλευτής. Το 1850 προάχθηκε στο βαθμό του αντιστρατήγου όπου και παρασημοφορήθηκε από τον Βασιλέα Όθωνα με τον Μεγαλόσταυρο  και αργότερα διορίστηκε πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη. Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1853 – 56) παραιτήθηκε από τη θέση του και οργάνωσε ένοπλα τμήματα, προκειμένου να συμμετάσχουν στην εξέγερση της Θεσσαλίας και της Ηπείρου.

Μετά την καταστολή της τελευταίας, ο Ανδρέας Μεταξάς αποσύρθηκε από την ενεργό πολιτική, παρά την πρόταση του Όθωνα να αναλάβει εκ νέου την πρωθυπουργία. 

Ο Ανδρέας Μεταξάς διετέλεσε επίσης και πρόεδρος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας καθώς και πολλών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Σε όλο τον βίο του υπήρξε γενναίος, ειλικρινής και φιλόπατρις με ακέραιο χαρακτήρα. Πέθανε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1860.

 

Υποσημειώσεις


* Με το όνομα Μεταξάς  φέρεται μεγάλη ιστορική βυζαντινή οικογένεια της οποίας πρώτη ιστορική αναφορά έγινε το 1081. Αρχηγός της οικογένειας στη πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν ο Μάρκος Αντώνιος Μεταξάς ο οποίος συμπολεμιστής του τελευταίου Αυτοκράτορα του Βυζαντίου διασωθείς την αποφράδα ημέρα κατέφυγε με τους δύο αδελφούς του στη Χίο, μετά στη Κρήτη, όπου παρέμεινε λίγο καιρό και στη συνέχεια στη Κεφαλονιά όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα στη περιοχή Φραντζάτα που έκτοτε μετονομάσθηκαν σε Μεταξάτα. Από τη πολυμελή αυτή οικογένεια πολλά μέλη διακρίθηκαν στο στρατό, στο κλήρο, καθώς και στα γράμματα και τις επιστήμες.

Το οικόσημο του οίκου των Μεταξάδων.

Το οικόσημο του οίκου των Μεταξάδων.

** Η καταστροφή των Λαλαίων (13-6-1821). Το Λάλα είναι κωμόπολη του νομού Ηλείας, χτισμένο πάνω σε οροπέδιο συνεχόμενο με το όρος Φολόη, σε υψόμετρο 620 μέτρων. Είχε χτιστεί από Τουρκαλβανούς, που είχαν αναλάβει την είσπραξη των φόρων της Πελοποννήσου. Αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί επιφανείς Τούρκοι και ασκούσαν επιρροή σε όλη την Ηλεία.

Ο Ανδρέας Μεταξάς νικά τους Τούρκους περί τον Λάλα. Peter Von Hess.

Ο Ανδρέας Μεταξάς νικά τους Τούρκους περί τον Λάλα. Peter Von Hess.

Ήσαν οι περίφημοι Τουρκαλβανοί Λαλαίοι, γενναίοι πολεμιστές, και οι περισσότεροι πλούσιοι από αρπαγές και λεηλασίες που έκαναν. Καύχημά τους ήταν ότι δεν είχαν νικηθεί ποτέ σε μάχη. Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ενώ οι άλλοι Τούρκοι της Πελοποννήσου φοβήθηκαν και κλείστηκαν στα φρούρια, οι Λαλαίοι έμειναν στο χωριό τους και ενεργούσαν επιδρομές, κατά τις οποίες λεηλατούσαν τα πάντα. Γι’ αυτό, το συνέδριο των προκρίτων, που συνήλθε στο Αίγιο, αποφάσισε να σταλεί εκεί εκστρατευτικό σώμα, για να εξουδετερώσει τον κίνδυνο. Άρχισαν λοιπόν να συγκεντρώνονται: Ηλείοι, με αρχηγούς το Σισίνη και το Βιλαέτη. Καλαβρυτινοί, με τους Φωτήλα και Λεχουρίτη. Τριφύλιοι (από την επ. Ολυμπίας) με το Χριστόπουλο. Γορτύνιοι, με τους Πλαπουταίους. Ζακυνθινοί και Κεφαλλήνες, με τους Ανδρέα και Κώστα Μεταξά και Ανδρέα Πανά. Όλοι αυτοί, 2.500 περίπου, με δύο κανόνια που είχαν οι Κεφαλλήνες, συγκεντρώθηκαν και στρατοπέδευσαν στη θέση Πούσι, μια ώρα μακριά από το Λάλα. Οι πολεμιστές Λαλαίοι ήταν περίπου 1.000.

Στις πρώτες μικροσυμπλοκές που έγιναν νικήθηκαν οι Ολύμπιοι και οι Γορτύνιοι και υποχώρησαν. Σημειώθηκε τότε λιποψυχία στο στρατόπεδο και άρχισαν και λιποταξίες. Τότε ρίχτηκε η ιδέα να λυθεί η πολιορκία. Την κατάσταση έσωσε ο Ανδρέας Μεταξάς και οι άλλοι αρχηγοί των Επτανησίων, που δήλωσαν ότι, και αν ακόμη όλοι οι άλλοι έφευγαν, αυτοί θα έμεναν στις θέσεις τους και θα πολεμούσαν.

Στο μεταξύ και οι Λαλαίοι καταλάβαιναν ότι ήταν δύσκολη η θέση τους και ζήτησαν βοήθεια από το Γιουσούφ πασά της Πάτρας. Εκείνος έστειλε 500 Τούρκους και όλοι μαζί επιτέθηκαν στο στρατόπεδο των Ελλήνων στις 13 Ιουνίου 1821. Ακολούθησε σφοδρότατη μάχη, στην αρχή της οποίας νικούσαν οι Τούρκοι, αλλά στη συνέχεια έπαθαν μεγάλη φθορά από τα δύο κανόνια των Επτανησίων και υποχώρησαν. Ξαναγύρισαν πάλι στο χωριό καταντροπιασμένοι, γιατί πρώτη φορά δε νικούσαν σε μάχη. Δεν έμειναν όμως ούτε στιγμή στο χωριό οι Λαλαίοι. Καταλάβαιναν ότι η θέση τους θα γινόταν όλο και πιο δύσκολη με τον καιρό και την ίδια νύχτα το εγκατέλειψαν και έφυγαν με τα γυναικόπαιδα για την Πάτρα.  Φεύγοντας  έκαψαν το χωριό, αλλά αργότερα οι Έλληνες το ξανάχτισαν. Η νίκη στο Λάλα, εκτός του ότι απάλλαξε την περιοχή από τους τρομερούς Λαλαίους Τουρκαλβανούς, αναπτέρωσε και το επαναστατικό φρόνημα των Ελλήνων της Πελοποννήσου.  

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου», τεύχος 47, 7 Σεπτεμβρίου 2000.
  • Peter Von Hess, «1821 η Ελληνική Επανάσταση», Εκδόσεις Δέλτα, Αθήνα, 1996.
  • K. N. Σάθας, «Nεοελληνική φιλολογία. Bιογραφίαι των εν γράμμασι διαλαμψάντων Eλλήνων (1453-1821)», Aθήνα 1868.
  • Μακρής Γεράσιμος, «Η μάχη του Λάλα»», ΝΟΜΑΡΧΙΑΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ ΚΑΙ ΙΘΑΚΗΣ,  επανέκδοση της «Μονογραφίας της εν Λάλα μάχης», πρώτη έκδοση, 1921.

 

 

Read Full Post »

Λαμπρινίδης Λαμπρινός (1810-1894)

 

 

Δικηγόρος, δήμαρχος και βουλευτής Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος, όπου σπούδασε τα εγκύκλια γράμματα με δάσκαλο τον φημισμένο Λεόντιο. Στη συνέχεια σπούδασε νομικά στο νεοσύστατο τότε Πανεπιστήμιο της Αθήνας και ύστερα εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, όπου άσκησε δικηγορία. Ήταν ένθερμος οπαδός του Όθωνα και κατά την πτώση της δυναστείας ταλαιπωρήθηκε αρκετά. Αργότερα, το 1872, διετέλεσε για ένα εξάμηνο βουλευτής Άργους. Από τη βουλευτική του δράση μνημονεύεται ότι με τις αγορεύσεις του στη Βουλή συνέβαλε στην κατάργηση της φορολογίας καπνού.

Διετέλεσε Δήμαρχος Άργους (1857-1862) και ως πρώτο του έργο μνημονεύεται η μεταφορά νερού από τον Ερασίνο ποταμό (Κεφαλάρι) μέχρι το σπίτι του στρατηγού Τσώκρη με σκεπαστό αυλάκι.

 

Ο Λαμπρινίδης στην αρχή του πολιτικού του βίου εμφανίζεται ως πολιτικός αντίπαλος του στρατηγού Τσώκρη – και ως φιλελεύθερος υπόσχεται να απαλλάξει το Άργος από τον «Τσωκρικό δεσποτισμό». Κέρδισε τότε τις δημοτικές εκλογές (1857). Αργότερα συμμάχησε με τον στρατηγό, ο οποίος όμως από τη συνεχή πολιτική φθορά δεν μπορούσε πια να επηρεάζει τα πολιτικά πράγματα όπως πρώτα.

 

Ο Τύπος της εποχής μάς οδηγεί στο συμπέρασμα ότι την πολιτική του Λαμπρινίδη χαρακτηρίζουν η κακοδιοίκηση του Δήμου επί δημαρχίας του, η έλλειψη συνεπούς πολιτικής, το φτωχό του έργο και ο καιροσκοπισμός του γενικά. Αλλά δεν σώζεται Τύπος φιλικά προσκείμενος προς τον πολιτικό, για να μπορούμε να μορφώσουμε ασφαλέστερη γνώμη. Το 1883, ύστερα από την αποτυχία του να εκλεγεί εκ νέου Δήμαρχος αλλά και λόγω γήρατος, απομακρύνεται οριστικά από την πολιτική. Πέθανε στο Άργος τον Απρίλιο 1894.

 

 

Πηγή

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Ρέπουλης Εμμανουήλ (18631924)

 

Φωτογραφία από το βιβλίο, Εμμανουήλ Ρέπουλης, «Κείμενα – Επιστολές – Άρθρα – Ομιλίες », Εκδόσεις Δήμου Κρανιδίου, 2001.

Φωτογραφία από το βιβλίο, Εμμανουήλ Ρέπουλης, «Κείμενα – Επιστολές – Άρθρα – Ομιλίες », Εκδόσεις Δήμου Κρανιδίου, 2001.

Δημοσιογράφος και βουλευτής. Είχε εκλεγεί τρεις φορές: 1899, 1905 (και τις δυο με το κόμμα του Γεωργίου Θεοτόκη), 1923 (με τους Φιλελευθέρους) και ήταν ένας από τους βουλευτές της ομάδας των Ιαπώνων (1906-1908). Είχε γίνει υπαρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων. Είχε χρηματίσει Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών, Γενικός Διοικητής Μακεδονίας, αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, υπουργός Εσωτερικών, υπουργός Οικονομικών (1915). Ο Εμμανουήλ Ρέπουλης γεννήθηκε το 1863, στο Κρανίδι Αργολίδας. Η οικογένεια του, αν και δεν ήταν σε ιδιαίτερα καλή οικονομική κατάσταση, ανήκε στις πιο έγκριτες οικογένειες της περιοχής. Πατέρας του ήταν ο Παντελής Ρέπουλης (ή Λιέπουρης), ναυτικός, και μητέρα του η Παρασκευή, το γένος Λάμπρου. Ήταν το τρίτο κατά σειρά παιδί της πολυμελούς οικογένειας και είχε τέσσερις αδερφούς και δύο αδερφές. Πρώτος σταθμός στην πνευματική του ζωή, υπήρξε το Σχολαρχείο του Κρανιδίου το μόνο που διέθετε εκείνη την εποχή το Κρανίδι. Εκεί έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Εκεί, διαπέρασε την ψυχή η φρεσκάδα της θάλασσας και του αλατιού που τού ‘στελνε η Κοιλάδα απ’ τα παράθυρα.

 

 

Έπειτα συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές στο Ναύπλιο και στην Αθήνα. Ο νεαρός τότε Ρέπουλης παρέδιδε δωρεάν μαθήματα στον ανιψιό του κ. Αργυρόπουλου, με μοναδικό αντίτιμο το καθημερινό του φαγητό, εκεί φαίνεται η φτώχεια που τον μάστιζε και ο δυνατός του χαρακτήρας που δεν λύγισε ποτέ, στο γνωστό εστιατόριο «Έλαφος», που ανήκε στην ιδιοκτησία του θείου του κ. Αργυρόπουλου.

Μετά από την φοίτηση του στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, γράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ασχολείται με τη δημοσιογραφία. Εργάζεται ως διορθωτής, από το 1889, στην εφημερίδα, την λεγόμενη, «Καθημερινή» του κ. Λάμπρου. Ύστερα από ένα χρόνο γίνεται αρχισυντάκτης της άλλης γνωστής εφημερίδας εν ονόματι «Ακροπόλεως» και μαζί με τον Βλάση Γαβριηλίδη διευρύνουν τους ορίζοντές τους στα βιομηχανικά και εμπορικά ζητήματα της χώρας, εκείνη η περίοδος σημειώνεται ως η απαρχή της ακμής της καριέρας του.

 

Αρχή των μεγάλων χρόνων

 

Ο Ρέπουλης ήταν ο πρώτος δημοσιογράφος που κατέκρινε μέσα από τα άρθρα του τη συναλλαγή, τις παλαιοκομματικές μεθόδους, τη βία των χωροφυλάκων, τη στρατοκρατία, τις παρεκτροπές των φιλοβασιλικών αξιωματικών και γενικά τα παραπτώματα της εποχής, τα οποία κανείς δεν τολμούσε να κρίνει, από εκεί φαινόταν ο δίκαιος χαρακτήρας του. Τη δημοσιογραφία δεν την εγκατέλειψε ποτέ. Θεωρούσε ότι ήταν ένα από τα σημαντικότερα όπλα, που μπορούσε ν’ αφυπνίσει το λαό, να τον προβληματίσει, να τον αναγκάσει να πάρει τις τύχες στα χέρια του. Αργότερα συνεργάστηκε και με τις εφημερίδες «Εστία», «Νέον Άστυ» και «Σκριπ». Επίσης αρθρογραφούσε σε πολλά περιοδικά, όπως την «Ελλάδα» του κ. Σ. Ποταμιάνου.

Η οξεία παρατηρητικότητα που διέθετε, η ικανότητα του να αντιλαμβάνεται το ουσιώδες, η φιλομάθεια, το ήθος, η εργατικότητα και οι υψηλές αισθητικές του επιλογές, αναδείχθηκε ως ταλαντούχος δημοσιογράφος και καλλιτέχνης και ως ένας από τους ικανότερους και πιο έντιμους πολιτικούς της γενιάς του. Το όνομα του δεν έμεινε στην ιστορία μόνο μέσα από τις στήλες των εφημερίδων και των περιοδικών. Όταν, το 1899, εκλέγεται βουλευτής Ερμιονίδας, αποτελούσε ένα σημαντικό στέλεχος. Το δημοκρατικό του πνεύμα, η ιδέα της προσφοράς χωρίς αντάλλαγμα,η διορατική του σκέψη, η έγνοια της ευθύνης και τα σπάνια διοικητικά του προσόντα τον έφεραν κοντά στο λαό, τον οποίο υπηρέτησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του, και καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του. Ο τότε Πρωθυπουργός, Γεώργιος Θεοτόκης, βλέποντας την ραγδαία ανάπτυξή του, του αναθέτει την εισήγηση του προϋπολογισμού του τότε Ελληνικού Κράτους, όπου ο Ρέπουλης εισηγείται προτάσεις πρωτοποριακές, ήταν φανερό ότι ήταν ένας διορατικός άνθρωπος. Μετά την εκλογική του αποτυχία, στην Ερμιονίδα το 1903, διορίζεται Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών. Διαφωνεί, όμως, με τις συνεχείς επεμβάσεις της φαυλοκρατίας στο έργο του και τα παρατά ύστερα από λίγο χρόνο. Το 1905, εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αποκόπτεται σχεδόν αμέσως από το τότε κόμμα του Θεοτόκη και εισχωρεί στην ομάδα των «Ιαπώνων» που έχει πρόγραμμα νεωτεριστικό, όπως ακριβώς ταίριαζε στον χαρακτήρα του. Οι αναδιοργανωτές όμως δεν καταφέρνουν να επιβληθούν, παρά τις μαχητικές τους προσπάθειες και διαλύονται απογοητευμένοι. Ο Ρέπουλης μόνος, μαζί μ’ έναν- δυό άλλους συντρόφους του, επιμένει, αγωνίζεται, εξακολουθεί ν’ ασκεί κριτική, και δραστηριοποιείται στην κίνηση που οδηγεί στην Επανάσταση του 1909. Όταν πλησίασε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το 1910, πίστεψε ότι οι οραματισμοί και οι αγώνες του και τα όνειρά του θα γίνονταν πραγματικότητα μόνο αν στήριζε με όλες του τις δυνάμεις το μεγάλο ηγέτη. Έτσι ανακηρύχθηκε υπαρχηγός του κόμματος των Φιλελευθέρων. Και πράγματι. Οι Φιλελεύθεροι βρήκαν στο πρόσωπο του τις βάσεις που θα στήριζαν την ιδεολογία τους, ενώ εκείνος κατόρθωσε να ντύσει με σάρκα και οστά, τα μέχρι τότε μεγαλεπίβολα σχέδια του. Ενώ είχε το Υπουργείο Εσωτερικών διορίστηκε Γενικός Διοικητής Μακεδονίας. Με την συμβολή του ξεσπά ο Ελληνοβουλγαρικός πόλεμος. Πολλοί από τους λόγους του παρέμειναν στην ιστορία. Ταραχές ξεσπούν στην Αθήνα για το όνομα του Βενιζέλου. Ο Εμμ. Ρέπουλης, αντιπρόεδρος, τότε, της Κυβέρνησης, εξήγγειλε διάταγμα για την φυλάκιση των υπόπτων. Μετά την εκλογική ήττα της 1ης Νοεμβρίου, αυτοεξορίζονται και οι δύο στο Παρίσι.

Το 1923 εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αυτή τη φορά δεν προσήλθε στη Βουλή, για λόγους υγείας. Ο Εμμ. Ρέπουλης, «ο αναπολόγητος» της Ελληνικής Βουλής, κατά την έκφραση του Κώστα Αθάνατου, πεθαίνει το 1924, στη γενέτειρα του το Κρανίδι, από καρδιακό νόσημα. Η συμβολή του στο μεταρρυθμιστικό έργο του Βενιζέλου υπήρξε αποφασιστική. Όλα τα νομοσχέδια που έγιναν νόμοι του κράτους, έχουν τη σφραγίδα της δικής του προσωπικότητας. Ο ίδιος ο αρχηγός των Φιλελευθέρων τον προόριζε για διάδοχο του, στην αρχηγία του Κόμματος. Διότι ο Εμμ. Ρέπουλης είχε στην πρώτη γραμμή προτεραιότητας τα λαϊκά συμφέροντα και όχι τα προσωπικά. Τελευταία είχε εξομολογηθεί στους φίλους του: «Η μοίρα μου ήτο να δουλέψω δύο κυρίους αυταρχικούς, οι οποίοι όλο εταξίδευαν και με άφηναν αντικαταστάτη των: Τον Βλάσην Γαβριηλίδην και τον Βενιζέλον, και οι οποίοι μου εζητούσαν δι’ όλα ευθύνας. Ως δημοσιογράφος είχα τον Γαβριηλίδην ταξιδεύοντα διαρκώς και διά τηλεγραφημάτων του ζητοΰντα δι’ όλα παρ’ εμού ευθΰνας διά το τάδε και τάδε ζήτημα. Και ο Βενιζέλος από μένα εζητουσεν ευθΰνας…»

 

Η πολιτική του δράση

 

Το 1899 εκλέγεται βουλευτής Ερμιονίδος, η παρουσία του στο Ελληνικό Κοινοβούλιο γίνεται ιδιαίτερα αισθητή. Η φύσει δημοκρατική σου συμπεριφορά, η ιδέα ανιδιοτελούς προσφορά, η πρωτοποριακή σκέψη, η υπευθυνότητα και τα σπάνια διοικητικά του προσόντα τον έταξαν στην υπηρεσία του λαού, τον οποίο υπηρέτησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του. Ο τότε Πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης, διαβλέποντας τα ραγδαία εξέλιξη , του αναθέτει την εισήγηση του προϋπολογισμού του Κράτους, όπου ο Ρέπουλης εισηγείται προτάσεις νεωτεριστικές. Μετά την εκλογική του αποτυχία, στην Ερμιονίδα το 1903, διορίζεται Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Οικονομικών. Διαφωνεί όμως με τις συνεχείς επεμβάσεις της φαυλοκρατίας στο έργο του και παραιτείται ύστερα από λίγο χρόνο. Το 1905 εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αποσχίζεται σχεδόν αμέσως από το κόμμα του Θεοτόκη και προσχωρεί στην ομάδα των «Ιαπώνων» που έχει πρόγραμμα νεωτεριστικό. Οι ανακαινιστές όμως (Γούναρης, Παπαδάκης, Βζίκης, Αλεξανδρής, ε τον Στέφανο Δραγούμη στη ηγεσία) δεν καταφέρνουν να επιβληθούν παρά τις μαχητικές τους προσπάθειες και διαλύονται απογοητευμένοι. Ο Ρέπουλης μόνος, μαζί μ’ έναν- δυο άλλους συντρόφους του, επιμένει, αγωνίζεται, εξακολουθεί να ασκεί κριτική, και δραστηριοποιείται στην κίνηση που οδηγεί στην Επανάσταση του 1909. Όταν πλησίασε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, το 1910, πίστεψε ότι οι οραματισμοί και οι αγώνες του θα αποκτούσαν οντότητα μόνο αν στήριζε με όλες του τις δυνάμεις το μεγάλο ηγέτη. Έτσι ανακηρύχθηκε υπαρχηγός του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Και πράγματι οι Φιλελεύθεροι βρήκαν στο πρόσωπο του τον ακρογωνιαίο λίθο που θα στήριζε την ιδεολογία τους, ενώ εκείνος κατόρθωσε να ντυθεί με σάρκα και οστά, τα μέχρι τότε μεγαλεπήβολα σχέδια του. Από το 1910 μέχρι το 1915 διοικεί το Υπουργείο Εσωτερικών, και διορίζεται για ένα χρονικό διάστημα Γενικός Διοικητής Μακεδονίας. Τότε συντάσσει και το περίφημο διάγγελμα τους βασιλέώς Κωνσταντίνου (1913) με το οποίο κηρύσσεται Ελληνοβουλγαρικός πόλεμος. Οι λόγοι του στο επαναστατικό κράτος της Θεσσαλονίκης για τα Νοεμβριανά του 1916, για το θάνατο του υποστράτηγου Φικιώρη στην Κρήτη και για τον «Αγγλικόν πολιτισμόν εντός Ελληνικού πλαισίου», παρέμειναν στην ιστορία. Ως υπουργός Εσωτερικών εισάγει το νόμο «Περί Δήμων και Κοινοτήτων». Το 1915 αναλαμβάνει το Υπουργείο Οικονομικών, και από το 1917 μέχρι το 1920, επιστρέφει στο Υπουργείο Εσωτερικών. Μετά τη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Ελευθέριου Βενιζέλου στις 31 Ιουνίου 1920, στην Αθήνα ξεσπούν ταραχές και προετοιμάζονται δολοφονίες επιφανών αντιβενιζελικών προσώπων. Ο Εμμ. Ρέπουλης, αντιπρόεδρος, τότε, στη Κυβέρνησης, διατάσσει να συλληφθούν και να φυλακιστούν όλοι οι απειλούμενοι, ενώ αναθέτει την προστασία τους σε ισχυρή φρουρά, με διοικητή της απόλυτης εμπιστοσύνης του. Αλλά η ενωμένη Αντιβενιζελική Παράταξη είναι η νικητήρια των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου του 1920. Μετά την εκλογική ήττα, ο Ρέπουλης κατηγορείται για μετριοπάθεια που οδήγησε στην αποτυχία του Κόμματος των Φιλελευθέρων. Έτσι στις 5 Νοεμβρίου του ίδιου έτους, αναχωρεί μαζί με τον Βενιζέλο, αυτοεξόριστοι και οι δύο, για το Παρίσι, τον τόπο της εξορίας τους. Το 1923 εκλέγεται και πάλι βουλευτής, αλλά αυτή τη φορά δεν προσήλθε στη Βουλή, για λόγους υγείας. Η συμβολή του στο μεταρρυθμιστικό έργο του Βενιζέλου υπήρξε αποφασιστική. Όλα τα νομοσχέδια που έγιναν νόμοι του κράτους έχουν τη σφραγίδα της δικής του προσωπικότητας. Ο ίδιος ο αρχηγός των φιλελευθέρων τον προόριζε για διάδοχο του, στην αρχηγία του Κόμματος.

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Βικιπαίδειας.

 

Read Full Post »

Φαράκος Κωνσταντίνου Γρηγόρης (1923-2007)

 

 

ΦαράκοςΓρηγόρης Φαράκος (Ναύπλιο, 11 Ιανουαρίου 1923 – Αθήνα, 23 Μαρτίου 2007), πολιτικός και συγγραφέας. Γεννήθηκε  και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Σπούδασε στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο και τελείωσε Μηχανολόγος-Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, το 1946. Μεταπτυχιακές σπουδές το 1956, στη Σχολή Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών Μόσχας. Από σπουδαστής του ΕΜΠ, εντάσσεται στο κίνημα της Εθνικής Αντίστασης. Μέλος του ΚΚΕ, στέλεχος της ΕΠΟΝ, συμμετέχει στις κινητοποιήσεις και τους αγώνες του λαού της Αθήνας.

Ως καπετάνιος του φοιτητικού λόχου ΕΛΑΣ «Λόρδος Μπάιρον«, παίρνει μέρος στις συγκρούσεις και μάχες του Δεκεμβρίου 1944 στην Αθήνα και τραυματίζεται πολύ σοβαρά. Συνεχίζει την πολιτική του δράση στις γραμμές του ΚΚΕ και της ΕΠΟΝ, εξορίζεται στην Ικαρία. Μετά την απόδρασή του, εντάσσεται στο «Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας», παίρνει μέρος σε μάχες του Εμφυλίου πολέμου, όπου, επίσης, τραυματίζεται πολύ σοβαρά. Ζει επί αρκετά χρόνια ως πολιτικός πρόσφυγας στις ανατολικές χώρες. Με την κήρυξη της δικτατορίας των Συνταγματαρχών, εισέρχεται «παρανόμως» στην Ελλάδα, όπου αγωνίζεται κατά της Χούντας, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται (1968-1974). Αποφυλακίζεται με τη μεταπολίτευση.

Επί 13 χρόνια (1974-1987) είναι Διευθυντής της καθημερινής πρωινής εφημερίδας «Ριζοσπάστης». Αναδεικνύεται στέλεχος του ΚΚΕ και εκλέγεται Γενικός Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του, το 1989. Από το 1987 επιδίδεται πιο συστηματικά σε προσπάθεια ανανέωσης των δομών της σκέψης του ΚΚΕ. Με την αποτυχία της ανανεωτικής κίνησης, διακόπτεται η συμμετοχή του στο κομμουνιστικό κίνημα, το 1991. Συνεχίζει την πολιτική του δράση ως στέλεχος της Αριστεράς.

Επί 19 συνεχή χρόνια (1974-1993) εκλεγόταν πρώτος σε σταυρούς βουλευτής της Αριστεράς (του ΚΚΕ και, κατοπινά, του «Συνασπισμού») στην Α’ Περιφέρεια της Αθήνας για το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Το 1985 είχε εκλεγεί και Ευρωβουλευτής, αλλά παραιτήθηκε για να μείνει στην Ελληνική Βουλή. Από πολύ νωρίς (1943), έχει ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία, έχει δημοσιεύσει πολλά πολιτικά και επιστημονικά άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά, έχει εκδώσει πολλά βιβλία σε διάφορα θέματα. Πέθανε το 2007 στην Αθήνα και ετάφη στην γενέτειρά του το Ναύπλιο.

 

 

Έργα του

·         Ενεργειακή οικονομία και πολιτική.

·         Επιστημονικοτεχνική επανάσταση και εργατική τάξη.

·         Ένας αιώνας του Κεφαλαίου.

·         Θέματα του ελληνικού κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού.

·         Η Νεολαία και το εργατικό κίνημα.

·         Μαρτυρίες και στοχασμοί, 1941-1991: 50 χρόνια πολιτικής δράσης, εκδόσεις Προσκήνιο, Αθήνα, 1993. Εισαγωγή – ιστορική επιμέλεια Παύλος Β. Πετρίδης.

·         Δεκέμβρης του 44: νεότερη έρευνα, νέες προσεγγίσεις, εκδόσεις Φιλίστωρ. Πρακτικά επιστημονικής συνάντησης.

·         Η μάχη των συμβόλων: το κατέβασμα της χιτλερικής σημαίας από την αρχαία Ολυμπία, εκδόσεις Φιλίστωρ.

·         Άρης Βελουχιώτης: το χαμένο αρχείο, άγνωστα κείμενα, η στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ απέναντι στον Άρη Βελουχιώτη, 1941-1945, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 1997.

·         Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία Ι – Το αντάρτικο-στρατός για τώρα και για μετά, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2000.

·         Ο ΕΛΑΣ και η εξουσία ΙΙ – Μυστική έκθεση 1946 και άλλα ντοκουμέντα, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2000.

·         Σχέσεις ΚΚΕ και Διεθνούς Κομμουνιστικού Κέντρου, 2004.

·         Σχετικά με το ΚΚΕ και το Κομμουνιστικό Κίνημα, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2005.

Πηγή

  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου

 

Read Full Post »

Older Posts »