Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Γεώργιος Κόνδης’

Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο – Γεώργιος Η. Κόνδης, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Το Νοέμβριο του 1862, όταν μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση και τα άλλα επαναστατικά κινήματα η πολιτική κατάσταση στη χώρα έχει αλλάξει και o Όθων την έχει εγκαταλείψει, Υπουργός της Εκπαιδεύσεως είναι μια σημαντική προσωπικότητα του αντιδυναστικού αγώνα, ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης. Ο νέος Υπουργός με εγκύκλιό του προς όλους τους Δημάρχους της χώρας ζητά πληροφορίες για τον αριθμό και τον τύπο των σχολείων καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που να βοηθά στη διαμόρφωση μιας εικόνας για την κατάσταση της εκπαίδευσης και του σχολικού δικτύου στη χώρα. Μετά από 30 χρόνια ανεξάρτητης πορείας μέσα στην ιστορία, είναι πασιφανής η αδυναμία του νέου ελληνικού κράτους να ελέγξει και να αποδώσει σαφή εικόνα της οργάνωσης και λειτουργίας των μηχανισμών του, και στη συγκεκριμένη περίπτωση του εκπαιδευτικού του μηχανισμού. Έτσι, μέχρι τότε, με εξαίρεση τα σημαντικά πληθυσμιακά κέντρα κάθε νομού ή τους τόπους με σχετικά εύκολη πρόσβαση και επικοινωνία, δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για μεγάλα τμήματα της ελληνικής επικράτειας. Το ίδιο ισχύει και για την Αργολίδα.

Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1829. Έγινε Υπουργός επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως κατά την Προσωρινή Κυβέρνηση του 1862. Χρημάτισε έξι φορές πρωθυπουργός, ενώ διατηρεί μέχρι και σήμερα τον τίτλο του νεώτερου Έλληνα πρωθυπουργού, καθώς ανέλαβε πρώτη φορά την εξουσία σε ηλικία 36 ετών.

Το σχολικό δίκτυο που διαμορφώθηκε κατά την καποδιστριακή περίοδο, παρακολουθεί και υφίσταται τις συνέπειες των δραματικών γεγονότων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Κυβερνήτη και έτσι, μετά τα γεγονότα του Ναυπλίου και την έξωση του Όθωνα, γυρίζουμε πάλι στο σημείο εκκίνησης. Πράγματι, το 1834 η Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως με εγκύκλιό της προς όλους τους νομάρχες ζητά στοιχεία για την ύπαρξη και το είδος των σχολείων, τον αριθμό των μαθητών κ.λπ. Γνωρίζουμε πως μέχρι τότε λειτουργούν στην Αργολίδα από το 1829 μέχρι και το 1832 ένα Αλληλοδιδακτικό στο Άργος με 183 μαθητές και ένα στο Ναύπλιο με 179 μαθητές από τους οποίους τα 21 είναι κορίτσια. Λειτουργεί, επίσης, το Ιδιωτικό Σχολείο Θηλέων της Ελένης Δανέζη με 22 μαθήτριες στο Ναύπλιο.

Η οθωνική περίοδος αρχίζει με μια ουσιαστική αλλαγή στους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς του νέου ελληνικού κράτους κυρίως σε δύο επίπεδα:

Πρώτον, στη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος που καθορίζεται από τα βασικά διατάγματα της Αντιβασιλείας ήδη από το 1833 και των βασιλικών κυβερνήσεων μέχρι το 1857. Οι κανονισμοί και οι διατάξεις αυτές θα ισχύσουν γενικά μέχρι το 1929. Η δομή του εκπαιδευτικού συστήματος ακλουθεί από τη μια τα βαυαρικά πρότυπα και από την άλλη τη συγκεντρωτική λογική με την οποία οργανώνεται το νέο ελληνικό κράτος.

Δεύτερον, στο επίπεδο της διοικούσας ιδέας της καποδιστριακής εκπαιδευτικής πολιτικής που εγκαταλείπεται οριστικά. Το σχολείο ως μέσο διάχυσης των πολιτισμικών αγαθών με επίκεντρο την εξυπηρέτηση, σε ένα πρώτο στάδιο, των στοιχειωδών αναγκών ενός λαού που ήταν κατά 90% αναλφάβητος, παύει  να υπάρχει. Αντίθετα, παρατηρείται μια στροφή στην αρχαιολατρία, στη βάση της οποίας θα οργανωθεί και το ιδεολογικό/γνωστικό περιεχόμενο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Ουσιαστικά καμία πρόνοια δεν λαμβάνεται για την ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας, για παράδειγμα, υπολειτουργεί, για ένα χρονικό διάστημα παύει να λειτουργεί και ανοίγει πάλι τις πόρτες της το 1847. Μάλιστα, στα γεγονότα του 1862 μετατρέπεται σε κέντρο επιχειρήσεων του βασιλικού στρατού. Ο Νικόλαος Σπηλιά­δης που θεωρείται αντικειμενικός παρατηρητής για την περίοδο αυτή, γράφει:

Αφ’ ου παρέλυσαν τα παρά του Κυβερνήτου κατασταθέντα σχολεία και αυτό το εν Αιγίνη ορφανοτροφείον, όθεν απέβαλον όλα τα ορφανά του, η δε αντι­βασιλεία κατέστησεν ιπποσταύλον το εις Άργος ιδρυθέν παρά του Κυβερ­νήτου αλληλοδιδακτικόν σχολείον και αφ’ ου διέλυσαν υπέρ τα τριάκοντα μοναστήρια και εδήμευσαν τα κτήματα και πράγματά των, διά να εκτελέ­σωσι τάχα το περί τούτων ψήφισμα της εν Άργει συνελεύσεως, το αφορών την ηθικήν διαμόρφωσιν των Ελλήνων, διά της θρησκείας και της παιδείας […] μόλις δε μετά πολύν καιρόν αφ’ ου ήλθεν ο βασιλεύς απεφάσισαν να συστήσωσιν εκτός των εις Ναύπλιον, εις Σύρον και εις Αθήνας κατεστη­μένων ελληνικών σχολείων και των μετ’ αυτών συνδεδεμένων γυμνασίων, δέκα σχολεία ελληνικά καθ’ όλην την επικράτειαν, εν ω απαιτούνται κατά το παρόν πεντακόσια αλληλοδιδακτικά και πολλά ελληνικά, διά να μάθωσιν οι Έλληνες γράμματα.

 

Σημειώνω, τέλος, πως το Διδασκαλείο που απηχούσε το καποδιστριακό όραμα της εκπαίδευσης δασκάλων, ώστε να εξαπλωθεί η στοιχειώδης εκπαίδευση σε ολόκληρη τη χώρα, όχι μόνο υπολειτουργούσε σε ολόκληρη την οθωνική περίοδο, αλλά το 1864 καταργήθηκε και επίσημα με απόφαση της Βουλής και με το εξαιρετικό επιχείρημα ότι «δεν χρειάζεται». Έχει πάντως προηγηθεί μια εξαιρετική έκθεση του Υπουργού της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Επαμ. Δεληγεώργη προς την Εθνική Συνέλευση, στις 21 Ιανουαρίου 1863, στην οποία παρουσιάζει διεξοδικά την κατάσταση του εκπαιδευτικού συστήματος. Σχετικά δε με το Διδασκαλείο αναφέρει:

Το Διδασκαλείον απέβη καταγώγιον των την υποτροφίαν ως χαμαίζηλον άθλον εφημέρου ευνοίας λαμβανόντων, ή των την στρατολογίαν φευγόντων· οι δε βαθμοί, από ασθενών εγγυήσεων φυλαττόμενοι απέβησαν ολέ­θριον ευνοίας αντάλλαγμα […]. Και αυτή δε η πεσούσα εξουσία, την παρα­λυσίαν ταύτην βλέπουσα του διδασκαλείου, και την θεραπείαν των κακώς κειμένων εκ συστήματος αποφεύγουσα, εσκέφθη μάλλον να διαλύση και αδεξίως ποτ’ επεχείρησε την διάλυσιν του εθνοφελούς τούτου φυτωρίου της του λαού εκπαιδεύσεως. Η ταπείνωσις αύτη της εκπαιδεύσεως των δημοδι­δασκάλων και η ευκολία της επιτυχίας του πτυχίου ηύξησαν επί τοσούτον τον αριθμόν αυτών, ώστε πλήθος απειράριθμον άνευ θέσεως εφεδρεύουσιν, λίαν δε κακόζηλος έρις και σπουδαρχία εκ τούτου πηγάζει, όργανα δε το­πικών και κομματικών αγώνων, εκ της ανάγκης ταύτης πιεζόμενοι, κατέ­στησαν οι διδάσκαλοι του λαού, εκπεσόντες του ιερού αυτών χαρακτήρος.

 

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα: «Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …», θέμα που πρόεκυψε από την παρ’ ολίγον δημοπράτηση των Πρακτικών του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους της περιόδου 1856-1890.

 

Η σημασία των ιστορικών αρχείων είναι αδιαμφισβήτητα μεγάλη για την ανάδειξη και διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς και της φυσιογνωμίας μιας πόλης, ενός τόπου. Από τις δημόσιες πολιτικές που ασκούνται και από τις ιδιωτικές δράσεις που εκφράζονται στον τομέα αυτό, εξαρτάται ο βαθμός και η ποιότητα αυτής της φυσιογνωμίας. Το μικρό λαογραφικό μουσείο του χωριού Νυμφαίο κοντά στη Φλώρινα, διαθέτει ανεκτίμητης αξίας έγγραφα, σκεύη, φωτογραφίες, κ.ά. Η πόλη της αδελφοποιημένης με το Άργος Βέροιας, διαθέτει μια από τις πιο αξιόλογες δημοτικές βιβλιοθήκες και παρουσιάζει ένα από τα σημαντικότερα έργα διάσωσης της πολιτισμικής της κληρονομιάς (π.χ. αναπαλαίωση παλιάς και εβραϊκής συνοικίας). Καύχημα για την πόλη της Καλαμάτας αποτελεί, μεταξύ άλλων, το ιστορικό της αρχείο και η συλλογή εφημερίδων της δημοτικής βιβλιοθήκης.

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί μια πόλη τόσο πλούσια σε ιστορία όπως το Άργος στην Αργολίδα, δεν διαθέτει ούτε μια σελίδα δημοτικού ιστορικού αρχείου; Η οργάνωση και συντήρησή του θα έπρεπε λογικά να είναι στις προτεραιότητες κάθε δημοτικής αρχής. Θα έπρεπε… λογικά… αλλά στην πόλη για την οποία μιλάμε συμβαίνει κάτι εντελώς άπρεπο και παράλογο: τα γραπτά τεκμήρια ή τα φωτογραφικά αρχεία της έχουν χαθεί, καταστραφεί, καεί!  Τον τελευταίο καιρό μάλιστα μερικά από αυτά, εξαιρετικά σημαντικά,  βρέθηκαν σε δημοπρασία γνωστού Οίκου. Η πώλησή τους αποφεύχθηκε μετά από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η δημοσιοποίηση της δημοπρασίας των «Πρακτικών του ΔΣ του Δήμου Άργους (1856-1890)» και ταυτόχρονα δημοσιοποιήθηκε η υποκρισία και η ρηχότητα με τις οποίες οι (απ)ασχολούμενοι με τα κοινοτικά αντιμετωπίζουν τα ζητήματα διαχείρισης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όπως και η πλήρης αδιαφορία των ομάδων εκείνων που «κατά τεκμήριο» αποτελούν τη μορφωμένη και ευαισθητοποιημένη πολιτιστικά εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας!

Η δημοσιοποίηση λοιπόν της δημοπρασίας και οι αντιδράσεις που προκάλεσε, έχουν ενδιαφέρον για εκείνους που αναζητούν να καταλάβουν τα αίτια της πολιτισμικής στασιμότητας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Θα παρουσιάσω συνοπτικά και τεκμηριωμένα το γεγονός λαμβάνοντας υπόψη τα δυο επίπεδα στα οποία καταγράφονται και αξιολογούνται δημόσιες πολιτικές και ιδιωτικές δράσεις για τον πολιτισμό: το τυπικό και εκείνο του περιεχομένου και της ουσίας των πραγμάτων.

 

Φωτογραφία από το πλούσιο αρχειακό υλικό που ανακαλύφθηκε πρόσφατα σε χώρο του Κοινοβουλίου.

Ως προς το τυπικό:  οι πολίτες του Άργους θα γνωρίζουν πως δεν υφίσταται, εδώ και δεκαετίες, καμία απολύτως (δημόσια) δημοτική πολιτική διάσωσης και ανάδειξης ιστορικών τεκμηρίων στην αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας! Έχω επανειλημμένα υπογραμμίσει πως δεν είναι τυχαίο γεγονός η απουσία κάθε οργανωμένου ιστορικού αρχείου στην πόλη. Κι αυτό όχι μόνο γιατί Δημοτικοί Άρχοντες και παρατρεχάμενοι απλά αγνοούν τη σημασία του, αλλά κυρίως γιατί δεν θέλουν! Η ιστορία των πέντε τόμων των πρακτικών του Δ.Σ του πρώτου Δήμου της ανεξάρτητης Ελλάδας (1856-1890) που τέθηκαν σε δημοπρασία από τον γνωστό οίκο «Σπάνια Βιβλία Σπανός» είναι χαρακτηριστική της νοοτροπίας που έχει καλλιεργηθεί χρόνια τώρα.

Εξώφυλλο της 115ης Δημοπρασίας σπάνιων βιβλίων. Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Η 115η Δημοπρασία σπάνιων βιβλίων Ελλήνων βιβλιόφιλων πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 2014 στην αίθουσα του «Παρνασσού». Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Ο Δήμαρχος κ. Δ.Καμπόσος, ενημερώνεται επίσημα για την δημοπρασία από τον Προϊστάμενο των ΓΑΚ Αργολίδας κ. Δ. Γεωργόπουλο (έγγραφο με αρ.πρωτ 278/9 Ιουλίου 2014). Τις ίδιες ακριβώς ημέρες ο Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού κ. Γ. Γιαννούσης μου κοινοποιεί τον κατάλογο της δημοπρασίας και αποφασίζουμε από κοινού να το δημοσιοποιήσουμε στον τύπο και να ενημερώσουμε τον Δήμαρχο Άργους. Μάλιστα στις 11/7/2014 κοινοποιώ στον κ. Δήμαρχο σημείωμα που δημοσίευσε η ηλεκτρονική έκδοση των «Αργολικών» (11/7/2014) και η  καθημερινή εφημερίδα «Αργολίδα» (17/7/2014), στην οποία απάντησε ενημερωτικά με έγγραφό του  (288/15 Ιουλίου 2014) και πάλι ο Διευθυντής των ΓΑΚ Ναυπλίου.

Πριν ακόμη φτάσει το έγγραφο των ΓΑΚ στον Δήμο, ο κ. Οδυσσέας Κουμαδωράκης, ενημερωμένος από τον κ. Γ. Γιαννούση και με την προτροπή του τελευταίου, ανέλαβε να ενημερώσει τον κ. Καμπόσο και να του μεταφέρει την άποψη της αγοράς έναντι ευτελούς αντιτίμου των πέντε τόμων. Προφανώς, ο Δήμος δεν διέθετε «φράγκο για την αγορά τέτοιων βιβλίων». Εγώ και ο κ. Γιαννούσης ενημερώσαμε όσους θα μπορούσαν να συνδράμουν ώστε να μην χαθεί η ευκαιρία απόκτησης των ιστορικών τεκμηρίων. Μάλιστα συζητήθηκε και η πιθανότητα  συλλογής χρημάτων και συμμετοχής μας στην δημοπρασία χωρίς αυτό να καταστεί δυνατό. Η ιδέα δεν άρεσε σε ορισμένους. Είναι όμως πασίγνωστο πως ακόμη και κυβερνήσεις διαθέτουν μεγάλα ποσά προκειμένου να αποκτήσουν τεκμήρια του εθνικού τους πολιτισμικού πλούτου που υπάρχουν σε ιδιωτικές συλλογές και δημοπρατούνται με την προϋπόθεση να μην είναι προϊόντα κλοπής.

Αλλά είναι τα συγκεκριμένα αρχεία του Άργους κλεμμένα; Υπάρχει η παραμικρή δήλωση οποιασδήποτε Δημοτικής Αρχής για κλοπή και αναζήτηση των αρχείων; Είχε ποτέ ζητηθεί δικαστική συνδρομή για την υποτιθέμενη κλοπή; Που φυλάσσονταν τα αρχεία αυτά και με ποιο τρόπο εκλάπησαν;

Ο κ. Δήμαρχος Άργους-Μυκηνών αποφάσισε να τα διεκδικήσει δια της δικαστικής οδού γεγονός που χαιρετήσαμε με σχετική αρθρογραφία στον τοπικό τύπο τις ημέρες εκείνες. Όταν θα γίνει γνωστό το πλήρες κείμενο της δικαστικής απόφασης θα επανέλθουμε στις λεπτομέρειες. Για την ώρα τα στοιχεία που είναι γνωστά είναι τα παρακάτω:

  • Σε δημοσίευμά της η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Αναγνώστης» (Παρ. 27 Οκτ. 2017 https://anagnostis.org/article/14-menes-ston-protergate-tes-klopes-kai-10-ston-kleptapodocho), μας ενημερώνει πως η καταδικαστική απόφαση είναι 14 μήνες στον «κλέφτη» και 10 μήνες στον «κλεπταποδόχο». Η ενημέρωση των «Αργολικών» (https://argolika.gr/2018/01/10) μιλάει για 14 και 12 μήνες αντίστοιχα. Τι ακριβώς ισχύει;
  • Ουσιαστικά δεν υφίσταται ποινή αφού υπάρχει αναστολή και επίσης δεν υπάρχει, όπως σημειώνεται στον τοπικό τύπο,  απάντηση-απόφαση της εισαγγελίας για την κατάσχεση των 5 τόμων και την απόδοσή τους στα ΓΑΚ ή τον Δήμο.
  • Γιατί ο Δήμος δεν κίνησε την διαδικασία των «ασφαλιστικών μέτρων» κατά του Οίκου Δημοπρασιών ώστε να μπλοκάρει άμεσα τα αρχεία και να πετύχει, με δικαστική συνδρομή, την κατάσχεσή τους;
  • Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Μονομελές Πταισματοδικείο Ναυπλίου και όταν θα τελεσιδικίσει σε κάποια χρόνια από τώρα, ελπίζουμε και ευχόμαστε, οριστικά και αμετάκλητα να αποδοθούν στα ΓΑΚ.
  • Μπορεί για εσωτερική κατανάλωση ορισμένοι να καταδικάζουν ως «κλεπταποδόχους» τους Οίκους Δημοπρασιών, αλλά καλό είναι να γνωρίζουμε πως οι εταιρίες αυτές έχουν νομικούς συμβούλους και μεγάλη εμπειρία στα ζητήματα αυτά. Όπως ήταν αναμενόμενο οι πέντε τόμοι αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία και ένας Θεός γνωρίζει πότε, πως και που θα εμφανιστούν ξανά.
  • Τέλος, φαίνεται πως όλοι γνωρίζουν το όνομα του «κλέφτη», αλλά κανείς δεν το κοινοποιεί. Μάλλον χρειάζεται να συνεχιστεί το μελόδραμα για να μπορούν ορισμένοι να χύνουν τα κροκοδείλια δάκρυά τους και να κάνουν τη μικρή τους διαφήμιση.

Ως προς την ουσία: παρ’ ότι απερίφραστα και κατηγορηματικά καταδικάζουμε την  πώληση ιστορικών αρχείων από ιδιώτες με σκοπό το προσωπικό οικονομικό κέρδος, θεωρούμε το περιστατικό αυτό απολύτως ενδεικτικό της νοοτροπίας που έχει καλλιεργηθεί. Θέλω να υπενθυμίσω πως πολλές προσπάθειες έγιναν από τα ΓΑΚ Αργολίδας και από τον κ. Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη για να διασωθούν τα (εναπομείναντα;) αρχεία της πόλης του Άργους, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ακόμη πιο επίμονες ήταν οι προσπάθειες που κατέβαλαν ομάδες πολιτών για τη διάσωση αυτή. Πεταμένα σε υπόγεια ή αποθήκες μαζί με την πλούσια βιβλιοθήκη του κληροδοτήματος Κολιαλέξη, αποτελούσαν εικόνα ντροπής για την αρχαιότερη πόλη της χώρας. Παρ’ ότι προτείναμε επίμονα και πολλές φορές στις διάφορες δημοτικές αρχές να εργαστούμε εθελοντικά για την  διάσωσή τους, δεν μας το επέτρεψαν ποτέ! Μέχρι το 2008, όταν ο Αντιδήμαρχος κ. Γ. Αναγνώστου διαμορφώνει τον ημι-υπόγειο χώρου του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου σε ένα ελκυστικό Δημοτικό Αρχείο όπου βρίσκουν επιτέλους στέγη τα βιβλία της βιβλιοθήκης Κολιαλέξη και τα «υπόλοιπα» αρχεία του Δήμου Άργους. Στο χώρο αυτό συνεδρίασε για πρώτη και τελευταία φορά το ΔΣ του νεοϊδρυθέντος «Ινστιτούτου Αργειακών Μελετών».

Στον ίδιο χώρο μου χαμογέλασε η τύχη και φωτογράφησα όσα δημοτικά αρχεία είχαν απομείνει για την περίοδο του 1940, τεκμήρια που συμπεριέλαβα στο βιβλίο «Τετράδιο Πολέμου». Όταν το Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο παραχωρήθηκε στην Τουριστική Σχολή, τα αρχεία και η βιβλιοθήκη Κολιαλέξη εξαφανίστηκαν. Παρά τις επίμονες προσπάθειές μας και τις πιέσεις που ασκήσαμε, δεν μπορέσαμε να μάθουμε που είχαν μεταφερθεί. Η ελαφρώς επίσημη εκδοχή ήταν πως «μισά βρίσκονται στο παλιό Δημαρχείο Μύλων και μισά στο κοινοτικό κατάστημα Λυρκείας». Όλες οι προσπάθειες και παρακλήσεις να δούμε τα αρχεία αυτά απέτυχαν. Επομένως έχουμε κάθε δικαίωμα να πιστεύουμε στο χειρότερο σενάριο για την τύχη τους.

Από πού λοιπόν προκύπτει η αγωνία της Δημοτικής Αρχής για την διάσωση των τεκμηρίων της ιστορίας της πόλης; Αφού η Δημοτική Αρχή δια υπογραφής Δημάρχου Δημ. Καμπόσου δηλώνει την δεδομένη «ευαισθησίας μας για την διάσωση και απόκτηση των πηγών της ιστορίας του Δήμου μας», γιατί δεν έχει θέσει στις άμεσες προτεραιότητές της τη δημιουργία ενός μικρού χώρου (έστω ένα παλιοδωμάτιο κάπου προσωρινά), ώστε να τοποθετηθούν τα αρχεία της πόλης (όσα υπάρχουν!) και να μπορούν οι ερευνητές να τα συμβουλευτούν; Η διαρροή του 2014 ότι προετοιμάζεται αίθουσα στο κτίριο του παλιού γαλακτοκομικού συνεταιρισμού για να στεγάσει τα αρχεία αποδείχτηκε, όπως και πολλά άλλα, φτηνό και κακόγουστο αστείο.

Ουσιαστικά η ιστορία των 5 τόμων της δημοπρασίας προέκυψε τυχαία και καθόλου ευχάριστα για τη Δημοτική Αρχή. Δεν κατανοεί, δεν την ενδιαφέρουν και δεν πρόκειται να διεκδικήσει το παραμικρό. Μέχρι να τελεσιδικίσει η ιστορία αυτή θα έχει ξεχαστεί, όπως ξεχάστηκε η καταστροφή του φωτογραφικού αρχείου της ΔΕΠΟΑΡ από… φωτιά, όπως θα ξεχαστεί η εξαφάνιση από το Κωνσταντοπούλειο των τελευταίων ιστορικών τεκμηρίων της πόλης. Στην προσπάθεια αυτή συμβάλλει με μεγάλο ζήλο και η πολύχρωμη αντιπολίτευση, ιδιαίτερα η «προοδευτική», για την οποία άγρια μεσάνυκτα και σκότος βαθύ επικρατούν όταν μιλάμε για θέματα πολιτισμικής κληρονομιάς και τεκμηρίων ιστορικής φυσιογνωμίας της πόλης. Δεν λέω! Είναι χρήσιμη η διαμαρτυρία για την κοπή ενός ιστορικού κυπαρισσιού στο κέντρο της πόλης. Θα ήταν απείρως πιο χρήσιμη η επίμονη διαμαρτυρία και ανάδειξη της συστηματικής καταστροφής των τεκμηρίων της σύγχρονης ιστορικής πορείας της πόλης.

Στηρίζοντας την άποψη αυτή θεωρούμε ως ύψιστη πράξη αντίστασης στον εκβαρβαρισμό της καθημερινότητας, τη συστηματική διάσωση και ανάδειξη κάθε στοιχείου που ενισχύει την πολιτισμική φυσιογνωμία των κοινοτήτων μας. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη απλοί άνθρωποι που κατανοούν τη σημασία μιας τέτοιας αντίστασης και στηρίζουν την προσπάθεια αυτή. Θα συνεχίσουμε να συνθέτουμε και πάλι κομμάτι-κομμάτι τη νεότερη ιστορική πορεία αυτής της πόλης και ήδη έχουμε σημαντικά αποτελέσματα που δημοσιοποιούνται σταδιακά από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Χρειάζεται όμως να σημειώσουμε πως όλα τα παραπάνω είναι σημάδια των καιρών. Δεν πρόκειται απλά «για σφάλματα μιας κακής Δημοτικής Αρχής», αλλά για την ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτισμική αποσύνθεση που βαραίνει τις τοπικές κοινωνίες και την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της. Το ιστορικό χρυσωρυχείο του Άργους, καθώς οι στοές του γκρεμίζονται η μια μετά την άλλη, θα αποτελεί το παράδειγμα της πιο άτυχης πόλης στην Ελλάδα και ίσως στον κόσμο ολόκληρο.

Κάνουμε έκκληση στην/στον/στους κατόχους των 5 τόμων να τους παραδώσουν, με όποιο τρόπο θεωρούν καταλληλότερο, στα ΓΑΚ Αργολίδας ή στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. Η καταστροφή τους θα αποτελούσε ένα ακόμη βαρύ πλήγμα  για το λαβωμένο πρόσωπο της πόλης. Ας το σκεφτούν καλά και ας διορθώσουν ένα λάθος με μια πράξη συνειδητά στοργική για την ιστορία του τόπου τους.

Γεώργιος Η. Κόνδης

 Άργος 17-2-2018

Read Full Post »

Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό στο Άργος του 19ου αιώνα. © Γεώργιος Η. Κόνδης, Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδων, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

  1. Έννοιες και πλαίσιο αναφοράς.

Ο 19ος αιώνας αποτελεί ένα πεδίο σημαντικών ιστορικών γεγονότων και ανακατατάξεων τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Οι αλλαγές ιδιαίτερα των πολιτικών και στρατιωτικών συσχετισμών δε θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστες τις δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντίθετα, αποτέλεσε το κεντρικό σημείο των αλλαγών αυτών με κορυφαίο ιστορικό γεγονός την επανάσταση του 1821. Στην περιοχή της Πελοποννήσου ιδιαίτερα, τα πολεμικά γεγονότα θα αποτελέσουν μια πηγή συνεχούς ερήμωσης και καταστροφής υποδομών και κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων. Η περιοχή του Άργους κυρίως, σημαδεύτηκε αρνητικά από τα γεγονότα αυτά όμως, κατά τρόπο παράδοξο, η τοπική κοινωνία καταφέρνει κάθε φορά να πετύχει την ανασύσταση του καταστραμμένου κοινωνικού ιστού καθώς επίσης και των ζωτικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Είναι ίσως μια από τις λίγες ή σπάνιες περιπτώσεις περιοχών οι οποίες, παρά την ένταση των καταστροφών, ανανεώνει διαρκώς την παρουσία της στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Υπενθυμίζω πως η περιοχή θα βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση καταστροφής και ανασυγκρότησης, αδράνειας και ενέργειας (Πίνακας 1). Σε μια τέτοια κατάσταση, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγίσει κανείς το θέμα της διαμόρφωσης ενός αναγνωστικού κοινού. Ακριβώς όμως για τους ίδιους λόγους, η διαδικασία μορφοποίησης του κοινού αυτού αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας.

 

Πίνακας 1

 

Πράγματι, οι πρώτες δεκαετίες στη ζωή της μετεπαναστατικής Ελλάδας αποτελούν το πεδίο στο οποίο διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις, οργάνωσης και εξέλιξης του νεοελληνικού Κράτους. Το Κράτος αυτό διαμορφώνεται παράλληλα με τη νεοελληνική κοινωνία σε διάφορα επίπεδα. Δεν εντάσσεται στα πλαίσια της παρούσης έρευνας η επανάληψη των βασικών ιστορικών στοιχείων που έχουν ήδη παρουσιαστεί σε σημαντικές ιστορικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις. Θα προσπαθήσω όμως συνοπτικά να παρουσιάσω τα επίπεδα αυτά, ώστε να εντάξω ευκολότερα την έννοια του κοινού στα συμφραζόμενα της νέας ελληνικής κρατικής υπόστασης.

Στο πολιτικό επίπεδο, η οργάνωση ενός έντονα συγκεντρωτικού κράτους και μιας κρατικής γραφειοκρατίας, θα διαμορφώσει συνθήκες υπερπολιτικοποίησης της κοινωνίας. Πρόκειται για ένα βασικό χαρακτηριστικό του νεοελληνικού κρατισμού, μια αντιστοιχία δηλαδή μεταξύ της έντονης πολιτικοποίησης και της «μανίας του Έλληνα για την ενασχόληση με τα κοινά» [1] από τη μια και τη διαρκή προσπάθεια απόκτησης μιας θέσης στον κρατικό μηχανισμό, από την άλλη. Ο τελευταίος θα αποτελέσει και το σημαντικότερο μηχανισμό διανομής θέσεων και οικονομικών ωφελημάτων ή μισθών. Έτσι, η σημασία του είναι βασική για την κατανόηση της οργάνωσης των σχέσεων κυριαρχίας στην ελληνική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, δηλαδή, εκείνων που το χαρακτηρίζουν ως πελατειακές σχέσεις.

Η συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας αντιστοιχεί επίσης στη διαδικασία διαμόρφωσης και εξέλιξης του Κράτους. Παρά την ύπαρξη ενός μεγάλου αγροτικού τομέα και τη σταδιακή μορφοποίηση εργατικών στρωμάτων στα υπό διαμόρφωση επίσης αστικά κέντρα, η κοινωνική ομάδα που γνωρίζει μια ραγδαία ανάπτυξη είναι εκείνη των δημοσίων υπαλλήλων. Οι «μορφωμένες» κατηγορίες του πληθυσμού θα αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά της νέας κρατικής γραφειοκρατίας και θα στελεχώσουν τα κέντρα οργάνωσης και επιβολής της κρατικής εξουσίας. Από την εποχή αυτή ήδη μερικές κοινωνικο-επαγγελματικές κατηγορίες παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη εξέλιξη – διόγκωση, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης τους με τους κρατικούς μηχανισμούς. Οι δικηγόροι και οι δάσκαλοι βρίσκονται στην πρώτη θέση αυτής της ιεράρχησης. Η κοινωνική συγκρότηση χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από τη δυναμική εμφάνιση και διόγκωση της δημοσιοϋπαλληλίας.

Στα κοινωνικά και πολιτικά αυτά πλαίσια θα οργανωθούν με έναν ιδιαίτερο τρόπο οι πολιτισμικές παραγωγές κυρίως σε τρία επίπεδα: την εκπαίδευση, την αστικοποίηση με κυρίαρχη τάση τον αρχιτεκτονικό νεοκλασικισμό και τις τέχνες, ιδιαίτερα τη λογοτεχνία, με κυρίαρχη μορφή τους το Ρομαντισμό ή όπως καθιερώθηκε τον «Ελληνικό Ρομαντισμό». Ο κύριος μηχανισμός μέσω του οποίου επιβάλλονται οι κυρίαρχες τάσεις είναι ο εκπαιδευτικός μηχανισμός, το σχολείο.

Στο επίπεδο της εκπαίδευσης η κυρίαρχη μορφή είναι το αλληλοδιδακτικό σχολείο ήδη από την καποδιστριακή περίοδο. Παράλληλα όμως λειτουργούν, στην περιοχή της Αργολίδας και τα λεγόμενα κοινά σχολεία, όπως επίσης και ιδιωτικά παρθεναγωγεία στο Άργος και στο Ναύπλιο. Θα ήταν αδύνατο να ισχυριστεί κανείς πως το επίπεδο της εκπαίδευσης στην περιοχή, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, είναι ικανοποιητικό ώστε να θεωρείται σημαντικό στοιχείο για την οργάνωση ενός αναγνωστικού κοινού. Είδαμε πως οι εκπαιδευτικές υποδομές, μεταξύ άλλων, καταστρέφονται συχνά λόγω των συγκρούσεων. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στα 1831 όταν λόγω των εμφυλίων συγκρούσεων του Δεκεμβρίου στο Άργος και την ερήμωση της πόλης, καταστρέφεται και πάλι κάθε εκπαιδευτική υποδομή και πρόγραμμα. Παρ’ όλα αυτά ο αριθμός των εκπαιδευομένων δεν είναι αμελητέος  και θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη [2] της τάσης για εκπαίδευση. Πολύ περισσότερο όταν γνωρίζουμε πως πρόκειται για πρωτοβουλία των γονέων [3].  Ας σημειωθεί τέλος πως για την Πελοπόννησο,  σημαντικά ποσοστά φοίτησης δεν διαπιστώνονται σε πλούσιες επαρχίες όπως η Κορινθία και η Αχαΐα, αλλά σε περιοχές λιγότερο ανεπτυγμένες, με μια σχετικά κλειστή οικονομία, περισσότερο αυτοκαταναλωτική [4]. Φαίνεται δε πως το ίδιο έντονη ήταν η εκπαιδευτική κινητικότητα και στην ευρύτερη περιοχή του Άργους.

Το δεύτερο σημείο που θα πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι ορισμένα σημαντικά γεγονότα, πολιτικά, στρατιωτικά και κοινωνικά, θα διαδραματίσουν ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση, μεταξύ άλλων, των πνευματικών κέντρων της εποχής. Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα είναι και αυτό της μεταφοράς της πρωτεύουσας στην Αθήνα το 1834 που ανακόπτει μια σημαντική διαδικασία αστικοποίησης των αργολικών κέντρων όπως το Ναύπλιο και το Άργος. Η μεταφορά αυτή επιβάλει μια ιδιαίτερη αντιστροφή μετατρέποντάς τα, στην καλύτερη περίπτωση, σε περιφερειακά κέντρα [5].

Το τρίτο σημείο αφορά στη διαμόρφωση των βασικών εργαλείων ανάπτυξης ενός κοινού, μιας κοινής γνώμης και τέλος ενός αναγνωστικού κοινού. Για το λόγο αυτό, χρειάστηκε η οργάνωση και εξέλιξη του Τύπου καθώς επίσης και των εκδόσεων σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Η οργάνωση ενός «κοινού», στηρίχθηκε κυρίως στην έκφραση γνώμης για την πολιτική, στην οποία προστέθηκε και την οποία εξυπηρέτησε και η λογοτεχνική παραγωγή. Είτε από την άποψη της γλώσσας (δημοτική, καθαρεύουσα), είτε της θεματογραφίας (ληστεία, κοινωνικά δράματα, σατυρική ποίηση, κτλ), ο Ελληνικός Ρομαντισμός δεν αποτελεί μόνο μια σοβαρή προσπάθεια ερμηνείας των ευρωπαϊκών αναζητήσεων στο επίπεδο της τέχνης σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, αλλά είναι και η σημαντικότερη έκφραση που διαθέτουμε για την υπό διαμόρφωση πολιτική κοινωνία [6].

Επίσης, δεν είναι μόνο τα έργα αυτά καθαυτά, αλλά και οι χώροι στους οποίους παρουσιάζονται ή διαβάζονται, που αποτελούν βασικούς δείκτες για την οργάνωση ενός «κοινού». Δίπλα στα πρώτα βιβλιοπωλεία και τα φιλολογικά σαλόνια, άλλοι χώροι αναπαράγουν τις ίδιες λειτουργίες ή προσφέρονται γι’ αυτές. Για παράδειγμα, τα κουρεία και τα καφενεία προσφέρονται για την ανάγνωση και μάλιστα τη δημόσια ανάγνωση των εφημερίδων (κουρείο Χαχάγια στο Άργος), τα πιλοπωλεία για την έκθεση έργων τέχνης (πιλοπωλείο Κασδόνη στη Σταδίου – Αθήνα) [7], κτλ. Μπορεί λοιπόν η καλλιτεχνική ζωή, κυρίως στα επαρχιακά κέντρα, να είναι φτωχή, όμως αναντίρρητα αναβιώνει η λογοτεχνική κίνηση [8] και η καλλιτεχνική ζωή των «ήρεμων» δεκαετιών του 19ου αιώνα [9] και κυρίως δημιουργούνται όλες οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός αναγνωστικού κοινού και μιας «ζωντανής κοινής γνώμης». Μιας κοινής γνώμης δηλαδή που μπορούσε να επηρεάσει την πολιτική διαμάχη [10]. Ο Δημόσιος Χώρος αναπτύσσεται με έναν τρόπο έντονα πολιτικό στα 70 πρώτα χρόνια του νεοελληνικού Κράτους διαμορφώνοντας ένα «κοινό» με σαφώς κριτική άποψη. Η ανάπτυξη αυτή έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί στις δυτικές κοινωνίες με μια έκφραση μοναδική στην ιστορία: τη δημόσια έκφραση της Λογικής [11].

  1. Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό.

Από τη στιγμή εκείνη, η ανάπτυξη του Δημόσιου Χώρου αντιστοιχεί στο βαθμό ανάπτυξης του διαλόγου μεταξύ του Τύπου και του Κράτους [12]. Για παράδειγμα, η Δημοσιοποίηση των Κοινοβουλευτικών συζητήσεων και έργων, παρότι μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός χειραγώγησης της κοινής γνώμης, «της επιτρέπει να μετρήσει την επιρροή που ασκεί και λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των πολιτικών και των πολιτών, δηλαδή δυο τμημάτων του ίδιου «κοινού» [13].  Έτσι, ο Τύπος αποτελεί το σημαντικότερο μέσον διαμόρφωσης αλλά και έκφρασης του «κοινού» και της «γνώμης» [14]. Ιδιαίτερα για την ελληνική πραγματικότητα, η εκδοτική δραστηριότητα η σχετική με τις εφημερίδες αποκτά μια πληθωρικότητα μοναδική[15]. Ήδη στη διάρκεια του Αγώνα κυκλοφορούν χειρόγραφες εφημερίδες, ενώ το 1824 σημειώνει η Α. Κουμαριανού «αποτελεί έτος της νεοελληνικής δημοσιογραφίας» με την έκδοση σημαντικών φύλων όπως τα «Ελληνικά Χρονικά» στο Μεσσολόγγι, το «Φίλο του Νόμου» στην Ύδρα, και την «Εφημερίδα των Αθηνών» στην Αθήνα. Η εξαιρετική πολιτική σημασία που αποδίδεται στην έκδοση των εφημερίδων αποτυπώνεται στο ποίημα του Αλεξ. Σούτσου «Εφημεριδογράφος» που δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Ήλιος» [16] και του οποίου ο στίχος «ή υπούργημα μου δίνεις ή εφημερίδα γράφω» έμεινε παροιμιώδης. Καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα για την υπερπολιτικοποιημένη κοινή γνώμη, ο Α. Σ. Σκανδάμης στην «Τριακονταετία της βασιλείας του Όθωνος» [17] σημειώνει:  «Δι’ αυτό και ο αριθμός των εκδιδομένων εφημερίδων ήτο τελείως δυσανάλογος με τον πληθυσμόν της χώρας, γεγονός το οποίον δηλοί ότι το πάθος του Έλληνος να δημοσιογραφεί ήτο και είναι αθεράπευτον».

Στο Άργος, παρά τον αγροτικό – εργατικό χαρακτήρα της κοινωνικής του συγκρότησης, οι εκδοτικές δραστηριότητες δεν είναι καθόλου αμελητέες. Θα πρέπει να σημειώσω εδώ, την διαφοροποίηση που υφίσταται η έννοια του «αναγνωστικού κοινού» μεταξύ ενός σώματος αναγνωστών κατά τον 19ο αιώνα και του ίδιου σώματος κατά τον 20ο αιώνα. Κατά τον 19ο αιώνα και στη συγκεκριμένη περίπτωση που παρουσιάζουμε, η ανάγνωση αποτελεί μια ιδιωτική πράξη με δημόσιο χαρακτήρα. Η ανάγνωση των εφημερίδων γίνεται κυρίως σε δημόσιους χώρους (π.χ. καφενεία), όπου χρησιμοποιείται ένα είδος αναλογίου, οι λεγόμενες στέκες. Το ίδιο συμβαίνει κατά κάποιο τρόπο και με τις εκδόσεις βιβλίων οι οποίες γίνονται κατά παραγγελία και για το λόγο αυτό υπάρχει ένας κατάλογος στο τέλος κάθε έκδοσης με τα ονόματα των συνδρομητών.

Θα σημειώσω επίσης μια δεύτερη βασική συνιστώσα για την κατανόηση της έννοιας αυτής, στα πλαίσια που εξετάζω. Ενώ λοιπόν παρατηρούμε πως οι εφημερίδες είναι περισσότερο προσιτές ακόμα και στα εργατικά στρώματα, που συχνάζουν στα καφενεία και γνωρίζουν ανάγνωση ή πληροφορούνται από άλλους, το βιβλίο απευθύνεται περισσότερο στα στρώματα εκείνα του πληθυσμού που θεωρούνται μορφωμένα, μεσαία ή/και ανώτερα, και διαθέτουν ένα καλό οικονομικό υπόβαθρο για την αγορά των βιβλίων. Η κατηγορία αυτή είναι πολύ μικρή. Βέβαια, παρά τη δυσκολία να καθορίσει κανείς με τρόπο επιστημονικά αποδεκτό [18] την κοινωνική σύσταση του πληθυσμού στο Άργος, έχουμε ενδείξεις (περιγραφές, οικονομικά κείμενα, μαρτυρίες, αρχιτεκτονικές μελέτες, κτλ), πως η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων ήταν αγρότες και εργάτες χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις ή οικονομικές δυνατότητες. Άρα, το «αναγνωστικό κοινό» που διαμορφώνεται σε σχάση με τις εκδόσεις βιβλίων είναι περιορισμένο στους λίγους δημοσίους υπαλλήλους και τους ιδιώτες, κυρίως δικηγόρους και γιατρούς. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, πως όταν δημιουργείται η βιβλιοθήκη του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», οι μεγαλύτερες δωρεές προέρχονται κυρίως από δικηγόρους.

Όμως, συγκριτικά με το χαρακτήρα αυτό του πληθυσμού, ο αριθμός των εντύπων και των εφημερίδων που κυκλοφορούν είναι σημαντικός. Οι πληροφορίες που σώζονται αποτυπώνουν μια σημαντική εκδοτική δραστηριότητα εφημερίδων, την τελευταία περίπου 20ετία του 19ου αιώνα, δηλαδή, από το 1883 και μετά (Πίνακας 2). Η πρώτη έκδοση εφημερίδας είναι τα δυο μόνο φύλλα της ΕΥΘΥΝΗΣ (η έκδοση γίνεται πρώτα στο Ναύπλιο, άρα τα δυο μόνο φύλλα αφορούν την έκδοση που συνεχίζεται στο Άργος), ενώ την ίδια χρονιά ξεκινά και ο «ΔΑΝΑΟΣ» του Ιωαν. Υψηλάντη του οποίου η έκδοση θα διατηρηθεί μέχρι και το 1885 για να παραχωρήσει τον τίτλο του στην εφημερίδα που θα εκδώσει ο ομώνυμος Σύλλογος. Το 1885 αρχίζει την έκδοσή του ο «ΕΡΑΣΙΝΟΣ» και την ίδια χρονιά το «ΑΡΓΟΣ» το οποίο διατηρείται μέχρι το 1889. Η εφημερίδα «ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ» αρχίζει την έκδοσή της το 1888 μέχρι και το 1899 και γίνεται έτσι το μακροβιότερο έντυπο του Άργους. Τέλος, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», αρχίζει τη δική του έκδοση με τον ίδιο τίτλο που παραχωρεί με επιστολή του στις 6-12-1895 ο Ι. Υψηλάντης. Τέλος,  μαθαίνουμε την πιθανή έκδοση της εφημερίδας «Τα Νέα του Άργους» από κριτική του  ΔΑΝΑΟΥ στις 7-10-1896, αλλά δεν γνωρίζουμε αν τελικά εκδόθηκε. Ας σημειωθεί, πως μεγάλες μορφές της τοπικής ιστορίας θα ασχοληθούν με τις εκδόσεις αυτές, όπως ο ιστορικός Δ. Βαρδουνιώτης (Αργολίς Ναυπλίου, Άργος).

Μακροβιότερες εφημερίδες :

  1. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ = 11 έτη
  2. ΔΑΝΑΟΣ (σύλλογος) = 9 έτη
  3. ΑΡΓΟΣ  =  4 έτη
  4. ΔΑΝΑΟΣ = 2 έτη
  5. ΕΡΑΣΙΝΟΣ = 4 μήνες
  6. ΕΥΘΥΝΗ = 1 μήνας

 

Πίνακας 2 – Εφημερίδες

 

Εφημερίδα «Δαναός»

 

Εφημερίδα «Αγαμέμνων»

 

Εφημερίδα «Ερασίνος»

 

Τα βασικά χαρακτηριστικά των εφημερίδων της εποχής  είναι τα εξής :

  • είναι η ασταθής κυκλοφορία λόγω οικονομικών προβλημάτων. Βλέπουμε στον παραπάνω πίνακα πως δυο μόνο εφημερίδες έχουν μια σημαντική χρονική σταδιοδρομία ο Αγαμέμνων με 11 έτη και ο Δαναός του Συλλόγου Δαναός με 9 έτη. Πολλές φορές γίνονται αναφορές στα προβλήματα χρηματοδότησης και καλούνται συχνά οι συνδρομητές να πληρώσουν τη συνδρομή τους. Συχνά επίσης διακόπτεται η έκδοση της εφημερίδας λόγω οικονομικών δυσχερειών, για να επανεκδοθεί μερικούς μήνες μετά.
  • Ως σκοπός της έκδοσης αναφέρεται η ενημέρωση του πολίτη, η διαμόρφωση γνώμης για τα κοινά και η κριτική στάση απέναντι στην κάθε εξουσία. Επικαλούνται δε την ανεξαρτησία τους από αυτές και τον αδέσμευτο χαρακτήρα τους. Με σχετική, ως ένα βαθμό, εξαίρεση τον ΔΑΝΑΟ του Συλλόγου ο οποίος θα «…χρησιμεύσει ως σύνδεσμος πατριωτικός, συνδέων τους φίλους ημών συμπολίτας δια του αρρήκτου δεσμού της αγάπης της ομοφροσύνης και της φιλοπατρίας», όλες οι εφημερίδες αποτελούν ένα βήμα πολιτικού λόγου και σε ορισμένες περιπτώσεις ιδιαίτερα αντιπολιτευτικού, όπως η περίπτωση του Αγαμέμνονα που είναι καθαρά αντιτρικουπική.
  • Η εξέταση των εφημερίδων μας βοηθά, ίσως για πρώτη φορά, να στοιχειοθετήσουμε μια ποσοτική ανάλυση για την εποχή εκείνη. Θα παρουσιάσω στο σημείο αυτό, τους σημαντικότερους στατιστικούς πίνακες της έρευνας αυτής.

Στους πίνακες αυτούς βλέπουμε μια πολύ μεγάλη διαφορά στα κύρια άρθρα, αυτά που σήμερα ονομάζουμε πρωτοσέλιδα, μεταξύ της κατηγορίας «ΠΟΛΙΤΙΚΗ» και των υπολοίπων. Τα δε οικονομικά απουσιάζουν σχεδόν από τα κύρια άρθρα. Πρώτη με μεγάλη διαφορά στην πολιτική αρθρογραφία η εφημερίδα Αγαμέμνων και ακολουθούν ο «πρώτος» Δαναός και το Άργος, ενώ πολύ χαμηλό είναι το ποσοστό της πολιτικής αρθρογραφίας του «δεύτερου» Δαναού. Τα πολιτικά θέματα βρίσκονται στις πρώτες κατηγορίες ενδιαφερόντων με αναλύσεις και κριτικές της πολιτικής κατάστασης ή των προσώπων – φορέων της. Θα σημειώσω πως η στήλη «ΔΙΑΦΟΡΑ» που περιλαμβάνει ποικίλες ειδήσεις της καθημερινότητας, του αστυνομικού δελτίου, της εκπαίδευσης, κτλ, θα αποτελέσει μια σημαντική κατηγορία και στα περιεχόμενα άρθρα όπως θα δούμε και στη συνέχεια.

 

α) Διαμόρφωση αναγνωστικού κοινού.

 

α) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων

 

α) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων εφημερίδων

 

β) Διαμόρφωση αναγνωστικού κοινού.

 

β) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων

 

β) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων εφημερίδων

 

Στους πίνακες αυτούς βλέπουμε μια αποτύπωση των περιεχόμενων άρθρων στην οποία και πάλι οι κατηγορίες της «Πολιτικής» και των «Διαφόρων Ειδήσεων» είναι οι σημαντικότερες. Θα σημειώσω πως στη δεύτερη κατηγορία περιέχονται και πάλι πολιτικές ειδήσεις ή ανακοινώσεις πολιτικών προσώπων, όχι όμως αποκλειστικά διότι περιλαμβάνονται και άλλες γενικότερου ενδιαφέροντος. Αποτελεί όμως τη σημαντικότερη στήλη με ένα ποσοστό 16,5% επί του συνόλου των άρθρων και ακολουθούν οι κατηγορίες «Πολιτική» (11,2%), «Δικαστικά» (10,8%) και «Πολιτισμός» (9,9%). Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται σε όλες τις εφημερίδες με εξαίρεση το ΔΑΝΑΟ (2), ο οποίος διαμοιράζει τις ειδήσεις καθημερινότητας σε άλλες στήλες. Επειδή δε, δεν υπάρχει καθημερινή έκδοση εφημερίδας η κατηγορία «Διάφορα» προσδιορίζεται κυρίως ως «ειδήσεις καθημερινότητας».

Παράλληλα με την πολιτική, παρακολουθούμε και θέματα που αφορούν την ιδεολογική συγκρότηση της τοπικής κοινωνίας , π.χ. η διαμάχη για την αργία της Κυριακής, οι ομιλίες για θέματα ηθικής, κλπ. Θέματα για τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα όπως ο έρανος για την Κρήτη, τον εξελληνισμό των τοπονυμίων, κτλ. Τέλος, οι εφημερίδες αποτελούν και μια σημαντική πηγή πληροφόρησης για τις εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών, πράγμα που πιστοποιεί μεταξύ άλλων και την οργάνωση ενός έστω και περιορισμένου αναγνωστικού κοινού στην πόλη.

 

 

Εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών

 

Παράλληλα με τις εκδόσεις των εφημερίδων αρχίζει και μια άλλη σημαντική εκδοτική δραστηριότητα στην πόλη. Οι πρώτες τοπικές εκδόσεις γίνονται από το τυπογραφείο του Γ. Παπαδόπουλου «Ο ΚΟΡΑΗΣ» από όπου σώζεται και μια σημαντική ελληνική γραμματική που απευθύνεται  στους «πρωτοπείρους της Ελληνικής Σχολής του Άργους Παίδας»  και στη συνέχεια κυρίως από το τυπογραφείο του Ανάργυρου Τημελή. Ο τελευταίος από το 1885 και μετά, προχωρά σε εκδόσεις ιδιωτικών κειμένων και σχολικών βιβλίων. Η εκδοτική αυτή δραστηριότητα θα εξελιχθεί περισσότερο από τις αρχές του 20ου αιώνα και μετά.  Όμως, η σημασία των εκδοτικών δραστηριοτήτων δεν περιορίζεται στο τοπικό επίπεδο. Πάρα πολλές εκδόσεις προέρχονται από την Αθήνα ή ακόμα και από άλλα περιφερειακά κέντρα όπως το Ναύπλιο στο οποίο υπάρχει και το Βασιλικό Τυπογραφείο, την Καλαμάτα, τη Τρίπολη, την Κέρκυρα και βεβαίως εκδόσεις ξενόγλωσσες, κυρίως γερμανικές, και γαλλικές. Κυκλοφορούν επίσης σημαντικά βιβλία γραμμένα ακόμα και στην ελληνική τα οποία έχουν εκδοθεί στη Βιέννη, τη Βενετία ακόμα και στη Μόσχα. Θα σημειώσω μερικές πρώτες αλλά βασικές παρατηρήσεις, σχετικά τις εκδόσεις και τη δημιουργία αναγνωστικού κοινού ιδιαίτερα στην περιοχή του Άργους.

 

 

«πρωτοπείρους της Ελληνικής Σχολής του Άργους Παίδας»

 

Το αναγνωστικό κοινό διαμορφώνεται κυρίως συνδρομητικά την πρώτη αυτή περίοδο του νεοελληνικού κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες εκδόσεις έχουν απαραίτητα και τον κατάλογο των ονομάτων των συνδρομητών οι οποίοι δεν προέρχονται υποχρεωτικά από την ίδια πόλη. Είναι όμως σημαντικό ότι μοιράζονται την ίδια ευαισθησία και ως μέλη του ίδιου αναγνωστικού κοινού.

Ήδη από τις πρώτες εκδοτικές προσπάθειες γίνεται λόγος για το αναγνωστικό κοινό, πράγμα που πιστοποιεί την ύπαρξή του. Στο πρώτο μυθιστόρημα που εμφανίστηκε στην ανεξάρτητη Ελλάδα, το «Λέανδρο» του Παναγιώτη Σούτσου που δημοσιεύεται το 1834 στο Ναύπλιο, ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει στον πρόλογό του: «Εις την αναγεννωμένην Ελλάδα τολμώμεν ημείς πρώτοι να δώσωμεν εις το κοινόν τον Λέανδρον».

Τα χαρακτηριστικά του κοινού αυτού δεν είναι διαφορετικά από εκείνα που διαμορφώνονται σε ολόκληρη την επικράτεια, αλλά και στο ελληνικό στοιχείο της διασποράς, με βάση τις διάφορες φιλολογικές και καλλιτεχνικές τάσεις (Ρομαντισμός, Νατουραλισμός, κτλ). Παρατηρούμε επίσης πως το κοινό αυτό και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι μόνιμα προσανατολισμένο στα μεγάλα εθνικά προβλήματα και τις ελπίδες εθνικής ολοκλήρωσης. Είναι μια διαπίστωση που προέρχεται από την αποδελτίωση των άρθρων των εφημερίδων, της βιβλιοκριτικής και των εκδόσεων που διαθέτουν οι ιδιώτες.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που αποτελεί και ενδιαφέρουσα πηγή ιστορικο-πολιτικών στοιχείων είναι οι σχεδόν υποχρεωτικού χαρακτήρα αφιερώσεις που υπάρχουν σε όλες σχεδόν τις εκδόσεις δίνοντας μια συγκεκριμένη ταυτότητα του συγγραφέα ή συμπληρώνοντάς την.

Μία επίσης σημαντική διαπίστωση είναι η προσωποποίηση των εκδόσεων, δηλαδή η τάση με απλές φράσεις ή με την κατάθεση του ονόματος ή της υπογραφής ή ακόμα ομοιοκατάληκτων στίχων πάνω στο βιβλίο, να αυτοκαθορίζεται ο ιδιοκτήτης ως μέλος του αναγνωστικού κοινού δίνοντας ένα ιδιαίτερο στίγμα.

 

 

Προσωποποίηση των εκδόσεων…

 

 

Καταγράφοντας επίσης την σημαντική ιδιότητα του δωρητή, διαπιστώνουμε πως είναι απόλυτα συνυφασμένη με την πίστη για την ανάπτυξη ενός τοπικού αναγνωστικού κοινού. Η εξαιρετική περίπτωση του δικηγόρου Δημοσθένη Δεσμίνη, ο οποίος δωρίζει στη βιβλιοθήκη του Δαναού μια σημαντική σε ποιότητα και αριθμό ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση συλλογή βιβλίων, δεν είναι η μοναδική.

Τελειώνοντας λοιπόν, θα πρέπει να σημειώσουμε ιδιαίτερα πως ακριβώς η δημιουργία της πρώτης δημόσιας βιβλιοθήκης στην πόλη του Άργους, θα δώσει μια καινούρια ώθηση και ένα νέο προσανατολισμό στη διαμόρφωση του τοπικού αναγνωστικού κοινού, τόσο λόγω του εμπλουτισμού της από τις δωρεές όσο και της άμεσης σχέσης της με τα μαθήματα που οργανώνει ο Σύλλογος και τα οποία απευθύνονται στις ασθενέστερες οικονομικά κατηγορίες του τοπικού πληθυσμού. Ίσως να πρόκειται για μια ξεχωριστή περίπτωση που περισσότερο συνδέεται με κινήματα της εποχής σχετικά με τη λαϊκή εκπαίδευση και τα δημόσια αναγνωστήρια [19], που συναντάμε κυρίως μετά το 1890 στη Γαλλία αλλά και στη Βρετανία και τις ΕΠΑ. Ο 19ος αιώνας διέλυσε σταδιακά το παιδευτικό μονοπώλιο των κυρίαρχων τάξεων και διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις μιας γενικευμένης προσαρμογής των λαϊκών μαζών στα παιδευτικά αγαθά. Δεν πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας φυσιολογικής διαδρομής, αλλά ενός κοινωνικού κινήματος [20] μακράς πνοής που ωθεί τα λαϊκά στρώματα μιας κοινωνίας σε στάσεις μεγαλύτερης συμμετοχής στον συλλογικό κοινωνικό βίο.  Από την άποψη αυτή το κοινό, το αναγνωστικό κοινό, η κοινή γνώμη, παύει να διαμορφώνεται στη βάση μιας δημοσιοϋπαλληλικής τάσης συσχετισμένης απόλυτα με το Κράτος. Μένει να αποδειχτεί το εύρος και η σημασία της πρωτοβουλίας οργάνωσης μιας βιβλιοθήκης για τα λαϊκά στρώματα του Άργους που αποτελούν και την πλειοψηφία του τοπικού πληθυσμού. Αλλά αυτό είναι πλέον θέμα της εξέλιξης της έννοιας του κοινού στον 20ο αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Κ. Τσουκαλάς, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών», Αθήνα, 1977, 224.

[2] «111 μαθητές, σε πέντε κοινά σχολεία», σημειώνει η Α. Κορδατζή-Πρασσά, «σε σχέση με το σύνολο των 297 μαθητών που φοιτούσαν την ίδια εποχή σε όλα τα σχολεία της πόλης, είναι πολύ μεγάλος. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι σε πληθυσμό 8.030 κατοίκων, οι 297 μαθητές αντιπροσωπεύουν το 3,7% του πληθυσμού της πόλης…», Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832), Ελλέβορος, Αφιέρωμα στο Άργος, τ. 11, 1994, Άργος.

[3] Το ίδιο σημειώνουν οι περισσότεροι αναλυτές για το θέμα αυτό. Πιο κοντά στην Αργολίδα, στην περιοχή της Γορτυνίας, ο Σ. Τσοτσορός σημειώνει πως «για τα υπόλοιπα κοινά σχολεία της περιοχής, η ευθύνη της λειτουργίας τους ανήκει στους κατοίκους και αποτελεί αποκλειστικά δική τους υπόθεση….», Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715-1828), εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1986, 173. Μια άλλη, επίσης ενδιαφέρουσα μορφή οργάνωσης, είναι και οι Σύλλογοι. Το σημείο αυτό μας ενδιαφέρει διότι οι Σύλλογοι αναλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος της βασικής εκπαίδευσης. Τέτοιοι Σύλλογοι ιδρύονται παντού στην ελεύθερη Ελλάδα, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ένας από αυτούς είναι και ο Σύλλογος Αργείων «Δαναός». Μια σημαντική μελέτη για το θέμα αυτό : G. Hassiotis, L’ instruction publique chez les Grecs dépuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu’ à nos jours, Παρίσι, 1881.

[4] Κ. Τσουκαλάς, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή…», ό.π., σ. 420.

[5] Και στην περίπτωση όμως αυτή, τα περιφερειακά κέντρα θα εξελίσσονται υπό την έντονη επίδραση της νέας πρωτεύουσας του Ελληνικού κράτους. Αποτελεί, για παράδειγμα, μόνιμο χαρακτηρισμό των διαφημίσεων των καταστημάτων η ένδειξη «είναι αθηναϊκώτατον», που συνοδεύει τα υπόλοιπα θετικά στοιχεία που διαφημίζονται. Ταυτόχρονα, ακολουθούνται τα αρχιτεκτονικά πρότυπα που χαρακτηρίζουν την πρωτεύουσα και υιοθετούνται επίσης οι καλλιτεχνικές τάσεις που οργανώνονται εκεί και απλά «μεταφέρονται» στην επαρχία. Μια σύντομη όσο και σημαντική ανάλυση για τα θέματα αυτά έγινε από τον André CORVISIER , Arts et sociétés dans lEurope du XIIIe siècle, PUF, Paris, 1978, 30-85.

[6] Για τα θέματα αυτά η σημαντική ανάλυση του Roderick  BEATON, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996. Μία επίσης σημαντική ανάλυση για την «Επανάσταση του Ρομαντισμού» καθώς επίσης και των ρόλο των εκδόσεων γίνεται από τον Paul GERBOD, L’ Europe culturelle et réligieuse de 1815 à nos jours, PUF, Παρίσι, 1977, σ. 67-105.

[7] Κ.Μπαρούτας, Η εικαστική ζωή και η αισθητική παιδεία στην Αθήνα του 19ου αιώνα, Αθήνα, 1990, σ. 90.

[8] «Η αύξηση των ενδιαφερόντων», σημειώνει ο Λίνος Πολίτης για την πριν το 1820 περίοδο, «η ζωηρή κίνηση των ιδεών και η ολοένα πιο πυκνή κυκλοφορία των βιβλίων που παρατηρείται την περίοδο αυτή, έθετε αναγκαστικά και πάλι (…) το γλωσικό ζήτημα», Ιστορία την Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1979.

[9] Η κατάσταση εξάλλου στην πρωτεύουσα δεν είναι καλύτερη, όπως δεν είναι και στην υπόλοιπη Ευρώπη παρά το γεγονός ότι οι έλληνες καλλιτέχνες και διανοούμενοι σπουδάζουν στην Ευρώπη και μεταφέρουν τις ιδέες των καλλιτεχνικών ρευμάτων της. Σωστά σημειώνει ο Κ. Μπαρούτας πως  «η καλλιτεχνική κίνηση της Αθήνας του 19ου αιώνα θα πρέπει να κριθεί με βάση την καλλιτεχνική κίνηση στην Ευρώπη την ίδια εποχή. Και η καλλιτεχνική Ευρώπη ήταν τότε σε εκδηλώσεις πολύ φτωχότερη από ότι είναι σήμερα», ό.π., 181.

[10] «Γιατί παρόλο ότι ακόμα δεν έχουμε δυνατές ταξικές οργανώσεις, ο κρατικός επεκτατισμός, το μεγάλωμα της αγοράς….», Ν.Μουζέλης, Ταξική δομή και σύστημα πολιτικής πελατείας : η περίπτωση της Ελλάδας (115-150), 139. στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.

[11]  Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες συμβολές στην ανάλυση της έννοιας του Δημόσιου χώρου που γίνεται από τον Jürgen Habermas. Στην διαδικασία διαμόρφωσης της νέας αστικής τάξης, ένα μέσο θα αποτελέσει το ενδιάμεσο κανάλι για την αντιθετική σχέση της με το κράτος : ο Τύπος. (L’ espace public. Archéologie de la Publicité comme dimension constitutive de la société bourgeoise, éd : Payot, Paris, 1978, σ. 38.

[12] ό.π., σ. 70.

[13] ό.π., σ. 93

[14] Ταυτόχρονα ο αναγνώστης είναι πρόσωπο που ανήκει σε μια συγκεκριμένη κοινωνική κατηγορία με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Όπως σημειώνει ο Jean PEYTARD, «είναι σημαντικό να κατανοήσει κανείς πως ο «αναγνώστης» ως «έννοια» στην ευρύτητά της, εμπεριέχει διάφορους τύπους «αναγνωστών». Κάθε αναγνώστης βρίσκεται σε άνιση απόσταση από το παραγόμενο λογοτεχνικό κείμενο, ανάλογα με την κοινωνικό στρώμα στο οποίο ανήκει, το γλωσσικό του κεφάλαιο και το πολιτιστικό του κεφάλαιο», (La place et le statut du “lecteur” dans l’ ensemble “bublic”, στο : Lecteur et Lecture, Groupe de recherches en Linguistique et Semiotique, Les belles lettres, LLN, 2001, 35). Στο σημείο αυτό ο J. Peytard αναφέρεται στις έρευνες του P. Bourdieu για τον οποίο για να γίνει κάποιος αναγνώστης θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από μια συγκεκριμένη πολιτισμική νοοτροπία απέναντι στο βιβλίο.  Αναγνώστης δηλαδή, είναι εκείνος που ασκεί μια πολιτισμική πρακτική. ( Η διάκριση. Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης., Αθήνα, 2002).

[15] «…η παθιασμένη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, η πρώιμη και πληθωρική ανάπτυξη του τύπου, που είναι σχεδόν πάντοτε κατά πρώτο λόγο πολιτικός», Κ.Τσουκαλάς, Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (75-149), στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.

[16] Η εφημερίδα «Ο ΗΛΙΟΣ» του Παναγιώτη Σούτσου (1833), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 2, Αθήνα, 1986, κγ΄.

[17] Αθήνα, 1961, τ.1, σ. 254.

[18] Το πρόβλημα του καθορισμού των πληθυσμιακών δεδομένων και των χαρακτηριστικών του (επάγγελμα, οικονομικά στοιχεία, κτλ) με ακριβή στοιχεία για ορισμένες περιόδους και κοινωνίες, έχει τεθεί από πλήθος αναλ΄’υσεων και αναλυτών. Σε μια από τις καλύτερες αναλύσεις του είδους ο David KERTZER σημειώνει : «The reference to a demography without numbers is, in the first instance, descriptive. As anyone working in the Third World knows, both official statistics and survey research are unreliable», Anthropological Demography. Toward a New Synthesis, στο : Nancy SCHEPER-HUGHES, Demography without Numbers, The University of Chicago Press, 1997, σ. 201-222 (205).

[19] «Τα δημόσια αναγνωστήρια γεννήθηκαν  γύρω στο 1895 χάρη στη συνάντηση προοδευτικών διανοούμενων με τα συστήματα οργάνωσης των αναγνωστηρίων στη Μ. Βρετανία και τις ΗΠΑ», σημειώνει ο Nöe RICHTER για τον οποίο τα δημόσια αναγνωστήρια είναι το αποτέλεσμα μιας προοδευτικής κοινωνικής σκέψης. (La conversion du mauvais lecteur et la naissance de la lecture publique, Marigne, 1992, 68-70).

[20] Για τον Ν. Richter υπάρχει και μια συγκεκριμένη πολιτική σημασία ολόκληρου του κινήματος για τις λαϊκές βιβλιοθήκες. Η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου αποτρέπει τα λαϊκά στρώματα να εξελιχθούν σε συρφετό από τη μια και να αναζητήσουν την κοινωνική τους άνοδο από την άλλη (La lecture et ses institutions, 1700-1918, Université de Maine, éd. Plein Chant, 1987, 91.

 

Βιβλιογραφία


 

  1. Beaton Roderick, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996.
  2. Corvisier André , Arts et sociétés dans l’ Europe du XIIIe siècle, PUF, Παρίσι, 1978.
  3. Gerbod Paul, L’ Europe culturelle et réligieuse de 1815 à nos jours, PUF, Παρίσι, 1977
  4. Habermas Jürgen, L’ espace public. Archéologie de la Publicité comme dimension constitutive de la société bourgeoise, éd. Payot, Paris, 1978.
  5. Hassiotis G, L’ instruction publique chez les Grecs dépuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu’ à nos jours, Παρίσι, 1881.
  6. Kertzer David, «Anthropological Demography. Toward a New Synthesis», στο : Nancy SCHEPER-HUGHES, Demography without Numbers, The University of Chicago Press, 1997.
  7. Κόνδης Γεώργιος, «Περίγραμμα οργάνωσης του δημόσιου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας», ΔΑΝΑΟΣ ΙΙΙ, Άργος, 2003.
  8. Κορδάτζη-Πρασσά Αννίτα, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Ελλέβορος, Αφιέρωμα στο Άργος, τ. 11, Άργος, 1994.
  9. Μουζέλης Νίκος, «Ταξική δομή και σύστημα πολιτικής πελατείας : η περίπτωση της Ελλάδας (115-150)», 139. στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.
  10. Μπαρούτας Κων/νος, Η εικαστική ζωή και η αισθητική παιδεία στην Αθήνα του 19ου αιώνα, Αθήνα, 1990.
  11. Peytard Jean, « La place et le statut du “lecteur” dans l’ ensemble “bublic” », στο : Lecteur et Lecture, Groupe de recherches en Linguistique et Semiotique, Les belles lettres, LLN, 2001
  12. Πολίτης Λίνος, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1979.
  13. Richter Nöe, La conversion du mauvais lecteur et la naissance de la lecture publique, Marigne, 1992. – La lecture et ses institutions, 1700-1918, Université de Maine, éd. PleinChant, 1987.
  1. Σκανδάμης Α.Σ, Τριακονταετία της βασιλείας του Όθωνος, τ.1, Αθήνα, 1961.
  2. Τσοτσορός Στάθης, Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715-1828), εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1986.
  3. Τσουκαλάς Κων/νος., Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα, 1977. – «Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα» (75- 149), στο: Κοινωνικές και πολιτικές  δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.
  4. Η εφημερίδα «Ο ΗΛΙΟΣ» του Παναγιώτη Σούτσου (1833), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 2, Αθήνα, 1986.
  5. Επίσης οι εφημερίδες :
  • ΕΥΘΥΝΗ: Εφημερίς Πολιτική, Φιλολογική και των Ειδήσεων, 1883, φ. 2-3.
  • ΔΑΝΑΟΣ: Εφημερίς του Λαού, 1883-1885, φ. 1-59, (7-4-1883 έως 4-4-1885), εκδ. Ιωαν. ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ.
  • ΕΡΑΣΙΝΟΣ: Εφημερίς Πολιτική και των Ειδήσεων, 1885, φ. 1-15, (2-5-1885 έως 11-9-1885).
  • ΑΡΓΟΣ: 1885- 1889, φ. 1-61, (24-5-1885 έως 1-1-1889).
  • ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ: Εφημερίς Πολιτική και Δικαστική, 1888-1889, φ. 1-136, (14-7-1888 έως 14-9-1899).
  • ΔΑΝΑΟΣ: Εφημερίς του Ομωνύμου Συλλόγου, 1895 – 1905, φ. 1-90, (25-12-1895 έως 8-7-1899)- 12-5-1904).

 

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Τα στέκια του Άργους. Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840 – 1940) – © Γεώργιος Η. Κόνδης, Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης 22-23 Μαρτίου 2003, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», τόμος 4, 2009.


 

Χάνι Κούρου στην πλατεία Λαϊκής Αγοράς Άργους. Μοναδική εικόνα ο πίνακας της Ντιάνας Αντωνακάτου.

Προσπαθώντας να κατανοήσει ο ερευνητής τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνονται, εξελίσσονται και αλλάζουν τα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων σε συγκεκριμένους χώρους ή κόσμους, είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει ορισμένες βασικές προκαταρκτικές επεξηγήσεις. Κατ’ αρχήν γιατί θα πρέπει να προδιαγραφεί ένας χώρος, ο συγκεκριμένος χώρος του Άργους, ως ημιαστικός; Τι σημαίνει δίκτυο κοινωνικών σχέσεων και πως εντάσσεται σ’ ένα πλαίσιο ανάλυσης που αφορά σε διαδικασίες αστικοποίησης; Πως και με ποια λογική δημιουργούνται δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι με ιδιαίτερο χαρακτήρα; Τι είναι τα στέκια, ποια η σημασία τους και γιατί αποτελούν όχι μόνο πολιτισμικό δεδομένο ή λαογραφικό στοιχείο προς καταγραφή ως τμήμα μιας συγκεκριμένης ιστορίας, αλλά κυρίως πηγή πληροφοριών για την κατάσταση, τη λειτουργία και την οργάνωση κοινωνικών ομάδων ή κοινωνιών, καθώς επίσης και για την παραγωγή και διαχείριση της ατομικής και ομαδικής μας ταυτότητας. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα μας δώσει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε ευκολότερα την οργάνωση, τη λειτουργία και την εξέλιξη των δικτύων κοινωνικών σχέσεων στο χώρο και το χρόνο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Τα στέκια του Άργους. Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840 – 1940)

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου – ©  Γεώργιος Η. Κόνδης, Αργειακή Γη, τ.1, Άργος,  Δεκέμβριος 2003.


 

Το φαινόμενο της αστικοποίησης είναι τόσο σύνθετο όσο και οι μεταβολές τις οποίες υφίσταται το κοινωνικό σώμα. Όσο περισσότερο έντονες είναι σε αριθμό, σε ρυθμό και σε συχνότητα, τόσο πιο σύνθετη μορφή έχουν. Το φαινόμενο δεν είναι επίσης απλό, διότι καθορίζει και καθορίζεται από οικονομικά συμφέροντα, κοινωνικές διαστρωματώσεις, τυχαία γεγονότα και ιστορικές συγκυρίες. Οι τελευταίες καθορίζουν με τη σειρά τους τη μορφή της αστικοποίησης και της πολεοδομικής συγκρότησης και ανάπτυξης.

Το Σωματείο των σαρωθροποιών σε προπολεμική φωτογραφία κατά τον εορτασμό της εικόνας του Χριστού (26 Δεκεμβρίου) στην Παναγία Κατακεκρυμμένη, Άργος.

Υπάρχουν, για παράδειγμα, διαφοροποιήσεις ως προς την ανάπτυξη των αρχαιοελληνικών πόλεων σε σχέση με τις αντίστοιχες βυζαντινές ή εκείνες της τουρκοκρατίας, και ακόμη μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις σε σχέση με την αστική ανάπτυξη του 19ου αιώνα. Παρ’ ότι, όπως θα εξηγήσουμε και στη συνέχεια, δεν υπάρχουν ασυνέχειες ή διαζεύξεις στο φαινόμενο της αστικοποίησης προκειμένου για τον ίδιο ιστορικό χώρο, οι διαφοροποιήσεις στις οποίες αναφέρομαι αντικατοπτρίζουν το επίπεδο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των μορφών αστικοποίησης δεν είναι τόσο ποσοτική όσο ποιοτική. Για το λόγο αυτό το φαινόμενο της αστικοποίησης δεν ταυτίζεται απόλυτα με εκείνο της δημιουργίας των πόλεων. Η διάκριση έγκειται στο ότι η αστικοποίηση «είναι ένα πλέγμα οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών αντιλήψεων που η δομημένη μορφή έχει προσπαθήσει να αντιπροσωπεύσει και να εκφράσει. Για τον ίδιο λόγο το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως θεωρούσαν οι κοινωνικοί αναλυτές πριν μερικές δεκαετίες. Αντίθετα, προηγείται της γένεσης του καπιταλισμού, διότι απορρέει από την κοινωνική κατανομή της εργασίας μέσα στην κοινωνία και όχι μέσα στη μονάδα παραγωγής…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου

Παράρτημα

Read Full Post »

Περίγραμμα οργάνωσης του δημοσίου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας – © Γεώργιος Η. Κόνδης, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», τόμος ΙΙΙ, Άργος, 2003.


 

Η κοινωνική και οικονομική συγκρότηση ενός χώρου στην ευρύτερή του έννοια (γεωγραφική, χωροταξική, κτλ), είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις συνθήκες και τις ιστορικές συγκυρίες οι οποίες επικρατούν και τον επηρεάζουν. Από την πλούσια βιβλιογραφία που υπάρχει, γίνεται σαφές ότι κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, εντελώς διαφορετικά αναπτύχθηκαν οι ορεινές κοινότητες από τις πεδινές, οι νησιωτικές από τις ηπειρωτικές, οι παράκτιες από εκείνες της ενδοχώρας. Διαφορετικά επίσης αναπτύχθηκαν οι κοινότητες, οι άμεσα υποκείμενες στο δοσιματικό-φορολογικό σύστημα του οθωμανικού κράτους, από εκείνες που αποτελούσαν αντικείμενο συγκεκριμένων προνομιακών διαχειρίσεων (π.χ. βακούφια).

Οι μαχαλάδες του οθωμανικού Άργους, κατά το Ζεγκίνη. Χαρακτηριστικοί οι διασταυρούμενοι οδικοί άξονες. Σημειώνονται με κόκκινο τα δύο κεντρικά τζαμιά του, τα οποία διακρίνονται εμβληματικά και στην γκραβούρα του Coronelli, στην οποία αποτυπώνονται και μικρότερα οξυκόρυφα κτίρια, πιθανότατα μικρότεροι ιεροί χώροι.

Η περίπτωση που εξετάζουμε σήμερα παρουσιάζει όλα τα στοιχεία της γενικότερης ιδιομορφίας της Πελοποννήσου. Το γεγονός δηλαδή, ότι για τρεις δεκαετίες (1685-1715) είχε καταληφθεί από τους Βενετούς, για να ανακαταληφθεί από τους Τούρκους την περίοδο 1715-1821. Θα πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι η έλλειψη πληροφοριών για την καθημερινή ζωή και τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές δραστηριότητες στο Άργος της Τουρκοκρατίας, αναγκάζουν τον ερευνητή να εντάξει τις παρατηρήσεις και τις ειδικές αναφορές, στο γενικότερο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας των δημόσιων χώρων των ελληνικών κοινοτήτων της Τουρκοκρατίας.

Έτσι λοιπόν, ένα πλήθος χαρακτηριστικών στοιχείων καθόρισαν την οργάνωση, τη λειτουργία και τους τύπους ανάπτυξης των κοινοτήτων αυτών. Από τα στοιχεία αυτά το κυριότερο είναι, ασφαλώς, η προνομία της αυτοδιοικήσεως η οποία αποτέλεσε και το καθοριστικό γνώρισμα του δημοσίου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Περίγραμμα οργάνωσης του δημοσίου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας

Read Full Post »

Το έργο του Διογένη Μαλτέζου παρουσιάζεται την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου στην αίθουσα διαλέξεων του Δαναού


 

Ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» και ο Σύλλογος «Άργους-Abbeville» διοργανώνουν, την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016 στις 6.30 μ.μ., αφιέρωμα, με τίτλο «Σαν τα ψηλά βουνά», στο έργο του γνωστού εκπαιδευτικού και συγγραφέα Διογένη Μαλτέζου. 

Την εκδήλωση παρουσιάζουν, ο Γεώργιος Κόνδης και η Βίκυ Σωτηροπούλου, ενώ  τη βραδιά θα διανθίσουν με μουσική και τραγούδι, ο Θεόδωρος Παπαϊωάννου (Τραγούδι), ο Παναγιώτης Κοτσώνης (Βιολί), ο Βασίλης Καλαγκιάς (Λαούτο) και η Ράνια Κουτρούλη (Παραδοσιακά κρουστά).

 

Διογένης Μαλτέζος : υπάρχει ελπίδα

 

Η γιαγιά άναψε το τζάκι και

Μάζεψε γύρω τα εγγονάκια της.

«Μια φορά κι έναν καιρό…»,

άρχισε να λέει.

Όμως η φωνή της δεν ακουγόταν.

Η τηλεόραση έπαιζε δυνατά.

«Γιαγιά», είπαν τα εγγονάκια,

«πήγαινε να κοιμηθείς·

δε χρειάζονται τώρα τα παραμύθια σου».

«Ναι, παιδάκια μου, έχετε δίκιο.

Τα παραμύθια πέθαναν.

Οι γιαγιάδες δεν χρειάζονται πια.

Ήρθε χειμώνας».

(…δι’ ελέου και φόβου…, 2008, «Ήρθε χειμώνας», σ. 31)

 

Διογένης Μαλτέζος

Διογένης Μαλτέζος

Ήρθε χειμώνας πράγματι. Ο Διογένης Μαλτέζος έχοντας βουτήξει τη σκέψη του σε αρχαίους και νέους κλασικούς, γνωρίζει καλά τη συμβολική διάσταση της εποχής του πάγου και του χιονιού. «Βαρύς ενέσκυψε χειμών» καθώς γράφει για μια άλλη γιαγιά, τη σταχομαζώχτρα του, ο Άγιος των γραμμάτων Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Χειμώνας στη σκέψη, στις σχέσεις, στο πνεύμα. Χειμώνας που στερεί στον άνθρωπο το ελάχιστο της αξιοπρέπειάς του, το φαγητό! Μοναχικοί, ζευγάρια και ανθρώπινες αγέλες, ψάχνουν αυτό το ελάχιστο σε κάδους σκουπιδιών που ακόμα συντηρούν τη φήμη τους ως αποδεκτών της καταναλωτικής μανίας  μιας μάζας που θεωρεί πως ένδειξη αξιοπρέπειας είναι να αγοράζεις και να πετάς. Άσε να φάνε και οι πεινασμένοι….

Ήρθε χειμώνας πράγματι. Ο Διογένης Μαλτέζος γνωρίζει καλά το τραγούδι της ευλογημένης ελιάς παρέα με τη φωτιά στο τζάκι. Και είναι το πρώτο παρήγορο μήνυμα που δέχεται καταμεσής του χειμώνα. Της μιλάει και του μιλάει. Κάνει τον απολογισμό της: «Φεύγω ευτυχισμένη· γεννήθηκα για το καλό. Μάζεψα σταγόνα σταγόνα το λάδι. Δεν το κράτησα για τον εαυτό μου. Το έδωσα. Ήταν ζωή και φως. Φώτισα ανθρώπους και αγίους. Ο λύχνος τα βράδια και το καντηλάκι μπροστά στις εικόνες το δικό μου λάδι έκαιγαν. Και τούτη τη στιγμή που φεύγω καίγομαι για να σας ζεστάνω. Η ζωή μου είχε νόημα». Η ώρα πέρασε. Ο κορμός κάηκε, έγινε στάχτη. Ώρα να πάει για ύπνο. Το πρωί τον περιμένει σκληρή δουλειά. Χάρηκε με τη σκέψη αυτή. Θα είναι κι αυτός χρήσιμος. Η ελιά έκανε το χρέος της. Ο παππούς έμεινε πιστός Τοις Κείνων ρήμασι πειθόμενος. Η γιαγιά δεν άφησε παιδιά κι εγγόνια να πεινάσουν. Αυτός; Πρέπει κι αυτός να γίνει γέφυρα να περάσουν άλλοι.

 

Ο Διογένης Μαλτέζος σε νεώτερη ηλικία.

Ο Διογένης Μαλτέζος σε νεώτερη ηλικία.

 

Ο Διογένης Μαλτέζος μαζεύει ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα, τις εμπειρίες ζωής και προσπαθεί να τις αποδώσει εκεί που τις χρειάζονται. Στην επόμενη γενιά που δεν αφήνει ο μανιασμένος αέρας και το κρύο του χειμώνα να γευτούν το καταστάλαγμα αυτής της εμπειρίας. Υπάρχει ελπίδα μας φωνάζει  στηρίζοντας την πίστη αυτή σε όσα από αιώνες έφτασαν με τον ίδιο τρόπο στο μυαλό και την καρδιά του. Το καταστάλαγμα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, τη βυζαντινή διαίσθηση για τον κόσμο, τη δύναμη των εικόνων, των λέξεων και των νοημάτων της σκέψης των μεγάλων Ρώσων κλασικών, τα συναισθήματα και τους λεπτούς συμβολισμούς των σύγχρονων Ελλήνων μαστόρων των γραμμάτων και τεχνών. Το πέρασμά του από την εκπαίδευση συμπλήρωσε και ενδυνάμωσε την πίστη στις δυνατότητες των νέων και έδωσε νόημα στις υπαρξιακές του αναζητήσεις. Ο Διογένης Μαλτέζος κοινωνεί ιδέες, απόψεις και νοήματα στην παρέα, στον κόσμο που υπάρχει γύρω του, αναζητεί ευκαιρίες να διαλογιστεί μαζί του, να καταγράψει προοπτικές και να στοιχειοθετήσει το νόημα μιας ελπίδας υπαρκτής για το τέλος του καταχείμωνου. Την ερημιά του παγωμένου τοπίου δεν θα την αφήσουμε να μπαίνει στην ψυχή μας, γράφει στο «Καλό χειμώνα»,  θα ‘χουμε συντροφιά πρόσωπα αγαπημένα και άλλες φωνές σοφές, κλεισμένες στα βιβλία, θα είναι πάντα πρόθυμες να μας ξεναγήσουν μέσα στο απέραντο βασίλειο του πνεύματος.

 

Διογένης Μαλτέζος

Ο Διογένης Μαλτέζος σε νεώτερη ηλικία.

 

Όχι τα παραμύθια δεν πέθαναν και οι γιαγιάδες χρειάζονται όσο ποτέ άλλοτε. Μ’ αυτές θα μεγαλώσουν τα παιδιά όσο θα λείπουν οι γονείς από το σπίτι. Στις ιστορίες τους θα αναπαυθεί η φαντασία και θα γεννηθούν τα πρώτα όνειρα. Στις γλυκές κουταλιές του ζεστού φαγητού τους θα αναπτυχθούν οι θαυμασμοί και οι αγάπες για τα ανθρώπινα και με το ζεστό πιάτο θα καταλάβουν για πρώτη φορά πως η αξιοπρέπεια είναι για τον άνθρωπο ότι το χώμα και το νερό για το φυτό…. ζωή! Κι όταν θα νιώσουν την θαλπωρή που αναδύεται απ’ της γιαγιάς την αγάπη και τα χάδια, σ’ αυτήν θα δώσουνε το πιο γλυκό φιλί πριν με χαρούμενες φωνές καλοδεχτούν την επιστροφή των γονιών στο σπίτι.

Καθώς όλες αυτές οι εικόνες ξεπηδούν από το έργο του Διογένη Μαλτέζου,  βγαίνουν μονάχες τους μια-μια οι λέξεις σαν αντιδώρημα στο έργο αυτό: όχι! Δεν θα αφήσουμε να χαθούν οι γιαγιάδες, ούτε τα παραμύθια τους. Εμείς θα συνεχίσουμε ν’ ανάβουμε το τζάκι, με προσοχή θρησκευτική θα βάζουμε τις γιαγιάδες μας στην πολυθρόνα και παρακλητικά θα τους σιγοτραγουδάμε: Κόκκινη κλωστή δεμένη – στην ανέμη τυλιγμένη – δώσ’ της κλώτσο να γυρίσει – παραμύθι ν’ αρχινίσει.

 Γιώργος Κόνδης

Read Full Post »

Older Posts »