Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Γεώργιος Κόνδης’

Πολιτισμική κληρονομιά – Όταν οι πολίτες δρουν και οι «Ηγέτες» λαϊκίζουν


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα: «Πολιτισμική κληρονομιά – Όταν οι πολίτες δρουν και οι «Ηγέτες» λαϊκίζουν» θέμα που πρόεκυψε από την απόκτηση του έργου «Vue de Nauplie prise oct. 1863 / de Tyrinthe (citadelle) /Argolide» του Louis Francois Boitte και κοσμεί τα γραφεία του Συλλόγου «Ο Παλαμήδης».

 

Υπάρχουν δημόσιες πράξεις πολιτών που πρέπει να μνημονεύονται για την συνεισφορά τους στην διαφύλαξη και ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς και της ιστορίας του τόπου μας. Υπάρχουν και δημόσιες πράξεις «Ηγετών» που πρέπει να μνημονεύονται διπλά για την παταγώδη αποτυχία τους να διαφυλάξουν και να αναδείξουν την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου τους και μάλιστα με τρόπο σκανδαλώδους αδιαφορίας. Αφορμή για να γράψω αυτά τα λόγια παίρνω από δυο γεγονότα. Την πολύ πρόσφατη απόκτηση από ομάδα πολιτών του Ναυπλίου μιας υδατογραφίας του 1836 που απεικονίζει το Ναύπλιο και την πρόσφατη αναίτια και σκανδαλώδη άρνηση απόκτησης των χειρόγραφων πρακτικών του πρώτου Δήμου του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, δηλαδή των πρώτων χρόνων λειτουργίας του Δ.  Άργους από τον… ίδιο Δήμο! Να πως εξελίχθηκαν οι δυο περιπτώσεις για να κατανοήσουν οι αναγνώστες τους βαθύτερους λόγους εκδήλωσης αγάπης ή μίσους, διάσωσης ή καταστροφής, ανάδειξης ή γελοιοποίησης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Δυο περιπτώσεις που αποδεικνύουν επίσης πόσο σημαντική είναι η παιδευτική διάσταση δημοσίων δράσεων από απλούς πολίτες και από «ηγεσίες», για την ισχυροποίηση και ανάπτυξη της πολιτιστικής ταυτότητας ενός τόπου ή αντίθετα για την ισχυροποίηση μιας απαιδευσίας ικανής να διαλύσει και το ισχυρότερο ιστορικό παρελθόν.

 

Η υδατογραφία του Louis Francois Boitte (1836) που αποκτήθηκε σε δημοπρασία με κοινή προσπάθεια Ναυπλιωτών πολιτών.

 

Στις 9 Απριλίου 2018, στις 10.35 π.μ., ο Κώστας Καράπαυλος, γνωστός δικηγόρος του Ναυπλίου και εκ των διαχειριστών της διαδικτυακής σελίδας «Παλαιές φωτογραφίες του Ναυπλίου», αναρτά το κείμενο που ακολουθεί:

Υδατογραφία σε χαρτί του Louis Francois Boitte.
Έτος 1863.
Το
έργο τιτλοφορείται «Vue de Nauplie prise oct. 1863 / de Tyrinthe (citadelle) /Argolide».

Έργα του L. F. Boitte, που εἶναι κυρίως γνωστός γιά τις λεπτομερειακές ἀναπαραστάσεις τῶν μνημείων τῆς Ἀκρόπολης πού σχεδίασε, υπάρχουν στο musée d’Orsay, στο Παρίσι.

Αν βρεθούμε σαράντα άτομα να βάλουμε από ένα εικοσάρικο καθένας, μπορεί να τον πάρουμε τον πίνακα, προκειμένου να εκτεθεί σε περίοπτη θέση στα γραφεία του Συλλόγου «Παλαμήδης».

Ακολουθούν σχόλια πολιτών από τα οποία σημαντικότερο είναι το γνωστό «Μέσα κι εγώ», ένδειξη συγκατάθεσης ενός κόσμου που συναινεί στη διάσωση ενός τεκμηρίου της τοπικής ιστορίας και της πολιτισμικής ταυτότητας της πόλης του Ναυπλίου.

Την 1η Ιουνίου 2018, στις 3.08 μ.μ, ο Κώστας Καράπαυλος αναρτά στην ίδια σελίδα δυο φωτογραφίες, μια δική του και μια του Γ. Καρατάσου συνδιαχειριστή, χαρούμενοι με τον αποκτημένο πίνακα  στα χέρια τους στα γραφεία του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης». Από εκείνη την ώρα ο πίνακας κοσμεί τα γραφεία του Συλλόγου και οι πολίτες που συμμετείχαν στην απόκτησή του θα κοσμούν την λογική διαφύλαξης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όχι μόνο στην πόλη του Ναυπλίου αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα. Το χαρούμενο «έπεται συνέχεια» των διαχειριστών της σελίδας, δηλώνει ακριβώς πως η ισχυρή παιδευτική διάσταση των δράσεων αυτών διαμορφώνει και ενισχύει δεσμούς συνείδησης ως προς την πολιτισμική κληρονομιά.

 

Κώστας Καράπαυλος – Γιώργος Καρατάσος

 

Εξώφυλλο της 115ης Δημοπρασίας σπάνιων βιβλίων. Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Η δεύτερη χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη της δημοπράτησης των Χειρόγραφων Πρακτικών του Δ.Σ. του Δήμου Άργους της περιόδου 1856-1890. Ο πρώτος Δήμος της χώρας! Θυμίζω τις αντιστοιχίες με την πρώτη περίπτωση. Τα «Χειρόγραφα Πρακτικά» δημοπρατήθηκαν από τον οίκο «Σπανός-Σπάνια Βιβλία» την Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014 και ώρα 17:00 στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Ο Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού κ. Γιώργος Γιαννούσης, εγώ και ο κ. Οδ. Κουμαδωράκης, αναλάβαμε να ζητήσουμε από το Δήμαρχο κ. Καμπόσο να παρέμβει ώστε με κάποιο ευτελές αντίτιμο τα αρχεία να επιστρέψουν στο Άργος. Παράλληλα, ακολουθήσαμε τη διαδικασία της ανεύρεσης ποσού με άλλους πολίτες ώστε από κοινού να αγοράσουμε τα αρχεία. Τίποτα από αυτά δεν ευοδώθηκε καθώς ο Δήμος Άργους επέλεξε τις «νομικίστικες κόντρες» με αποτέλεσμα να ναυαγήσουν οι προσπάθειες απόκτησης των αρχείων και, όπως ακριβώς είχαμε προβλέψει, να αποσυρθούν τα αρχεία από την δημοσιότητα. Επιτυχής πρόβλεψη; Όχι! Πασίγνωστη διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις και για την οποία είχαμε ενημερώσει τη Δημοτική Αρχή «δια ζώσης» και μέσω συγκεκριμένων δημοσιεύσεων στον τύπο.

Η ιστορία αυτή έφτασε στο δικαστήριο. Επειδή πρόκειται για δημόσια έγγραφα υπήρξε καταδίκη με αναστολή, επομένως είναι σα να μην υπάρχει καταδίκη και το δικαστήριο ΔΕΝ επέβαλε την άμεση επιστροφή των τεκμηρίων στον Δήμο Άργους. Ούτε κλεμμένα ήταν, ούτε καταγεγραμμένα! Ο «νομικίστικος παλληκαρισμός» είχε ακριβώς το αποτέλεσμα που επιθυμούσε: να εξαφανιστούν τα αρχεία και όχι να διασωθούν. Όπως ακριβώς δεν διασώθηκαν τα φωτογραφικά αρχεία του Δήμου (κάηκαν σε τυχαία πυρκαγιά!), όπως εξαφανίστηκαν τα τελευταία ιστορικά αρχεία του Δήμου Άργους και η Βιβλιοθήκη του άμοιρου Κολιαλέξη που την δώρισε στην πόλη του για να καταλήγει, χρόνια τώρα, στο πνευματικό σκουπιδαριό που του επεφύλαξαν οι «κεφαλές του τόπου»!

 

Αίθουσα Κολιαλέξη 2012. Άποψη της Βιβλιοθήκης Κολιαλέξη στον διαμορφωμένο ημι-υπόγειο χώρο του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου επί αντι-δημαρχίας Γ. Αναγνώστου. Εδώ φιλοξενήθηκαν τα εναπομείναντα ιστορικά Αρχεία του Δήμου Άργους των οποίων η τύχη αγνοείται από τότε που το κτήριο δόθηκε στην Τουριστική Σχολή. Εδώ επίσης έγινε η πρώτη συνεδρίαση του Δ. Σ. του Ινστιτούτου Αργειακών Μελετών, το οποίο πετάχτηκε στην πνευματική χωματερή του Δήμου Άργους, όπως και η σημαντική έκδοση «Αργειακή Γη».

 

Αν κάτι είναι ακόμη περισσότερο ανησυχητικό από την καταστροφική μανία με την οποία το ιστορικό σώμα της άτυχης πόλης του Άργους υπέστη πραγματικό σφαγιασμό, είναι η τερατώδης ομοιομορφία πνευματικής αντίληψης για την πολιτισμική κληρονομιά συμπολιτευόμενων και αντιπολιτευόμενων! Η αστειότητα, για παράδειγμα, της ίδρυσης του «Ελληνικού Ιστορικού Πάρκου» σε μια πόλη αρχαιολογικό και ιστορικό χρυσορυχείο, γίνεται αντιληπτή με όρους φτηνής αντιπολιτευτικής αερολογίας και όχι ανάλυσης για τις βαθιές ποιοτικές διαστρεβλώσεις που επιχειρούνται στα πνευματικά κριτήρια και τις αντιλήψεις των πολιτών.

Είναι επομένως σημαντικό να μνημονεύονται οι αξιέπαινες δράσεις Δημοτικών Αρχών και πολιτών που στόχο έχουν τη διατήρηση και ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου, όπως αυτή του Ναυπλίου. Είναι επίσης σημαντικό να μνημονεύονται διαρκώς οι ανερμάτιστες πολιτικές και λογικές ως αντι-παραδείγματα για την πολιτισμική ανάπτυξη ενός τόπου. Θα επαναφέρω στη δημοσιότητα με νέες λεπτομέρειες και με κάθε ευκαιρία τα ζητήματα των «χαμένων αρχείων» του Δήμου Άργους.

Στους δε φίλους που αναρωτιούνται γιατί το εξαιρετικό Βυζαντινό Μουσείο Άργους έχει μηδαμινή επισκεψιμότητα, θα απαντούσα: γιατί έχει γίνει ζηλευτή προσπάθεια ώστε η άτυχη πόλη να αναφέρεται ως σημείο προς παράκαμψη σε όλους τους τουριστικούς οδηγούς.

Γεώργιος Η. Κόνδης

 Άργος 6-6-2018

 

Διαβάστε ακόμη: Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …

Read Full Post »

 Το Πρόσωπο της Προσφυγιάς: Οι μαρτυρίες για τη γενοκτονία των Ποντίων και η κοινότητα των Ποντίων Αργολίδας – Γεώργιος Κόνδης (Κοινωνιολόγος)


 

Η γενοκτονία υπήρξε πάντα το εργαλείο επιβολής των πιο ακραίων εθνικιστικών επιδιώξεων των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Ολοκληρωτικών τόσο ως προς το θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζουν τον ακραίο τους εθνικισμό, όσο και τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους για να τον επιβάλλουν. Βεβαίως, στη στείρα ιστορική μνήμη που αναπαράγουμε ως άνθρωποι και ως πολίτες, έχει κατασταλάξει ως γενοκτονία το εβραϊκό ολοκαύτωμα από τις χιτλερικές ορδές. Ελάχιστα και ελάχιστοι μπορούν να αναφερθούν στη γενοκτονία των Αρμενίων, των Ελλήνων του Πόντου και της Μ. Ασίας, αλλά και σε σύγχρονες μορφές που αναπαράγουν το ανατριχιαστικό τους αποτέλεσμα ανά τον κόσμο και μάλιστα, σε ότι μας αφορά, προσπάθησαν και προσπαθούν να επιβάλλουν και στην Κύπρο.

Ταυτόχρονα, η άρνηση της οποιασδήποτε αναφοράς στα γεγονότα αυτά από τους ιστορικά υπεύθυνους, αλλά και η δυσκολία αναγνώρισής τους από τη διεθνή κοινότητα, δημιουργεί μια σημαντική δυσπιστία για το σεβασμό του διεθνούς δικαίου και των βασικών δικαιωμάτων του ανθρώπου από την τελευταία. Μόνο ορισμένες χώρες (π.χ. Γαλλία και Καναδάς) έχουν αναγνωρίσει επισήμως τη γενοκτονία των Αρμενίων, ενώ δεν γίνεται λόγος για τον ποντιακό και γενικότερα μικρασιατικό ελληνισμό. Η ίδια «ένοχη συνέργια» που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα στο σφαγιασμό του παλαιστινιακού λαού, στη δήθεν δραστηριοποίηση του διεθνούς παράγοντα για την επίλυση του κυπριακού και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, στηρίχτηκε η φρικιαστική πολιτική εκτοπισμών και σφαγιασμών του παντουρκικού εθνικισμού.

 

Εστίες Ελληνισμού στη Μαύρη θάλασσα.

 Εστίες Ελληνισμού στη Μαύρη θάλασσα. Πηγή: Φωτιάδης Κώστας[1].

 

«…Τη ενόχω συνεργία δυο μεγάλων χριστιανικών Δυνάμεων της Δύσεως, της Γερμανίας και της Αυστρίας κατά τα έτη 1914-1918, εσφάγη υπό των Νεοτούρκων ολόκληρον έθνος το Αρμενικόν και εκατοντάδες χιλιάδες ελλήνων βιαίως απεσπάσθησαν από των εστιών αυτών και απέθανον εν τη εξορία.  Τη ενόχω συνεργία των συμμάχων χριστιανικών Δυνάμεων της Δύσεως κατά τα έτη 1919-1922 το εθνικόν κίνημα των Τούρκων του Μουσταφά Κεμάλ πασά συνεπλήρωσε το έργον των  Νεοτούρκων και κατά εκατοντάδας απηγχονίζοντο οι Έλληνες κληρικοί και πρόκριτοι του Πόντου, εν οις και ο αντιπρόσωπος της μητροπόλεως Τραπεζούντος αείμνηστος Ματθαίος Κωφίδης, ενώ χιλιάδες άλλαι στρατευσίμων νέων κατεδικάζοντο εις τον δια της πείνης και των ταλαιπωριών θάνατον εν τη εξορία. Και επήλθε κατά Αύγουστον του 1922 η Μικρασιατική καταστροφή και επηκολούθησεν εν έτει 1923 η ανταλλαγή των πληθυσμών και η εντεύθεν ερήμωσις Πόντου, Μικράς Ασίας και Θράκης και η καταστροφή ολοκλήρου χριστιανικού πολιτισμού…2

Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος.

Τα λόγια αυτά ανήκουν σε μια από τις σημαντικότερες μορφές του Ποντιακού Ελληνισμού, τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο, ο οποίος  με τη φωτισμένη δράση του είχε αναγνωρισθεί ως ηγετική φυσιογνωμία από τις Τουρκικές ηγεσίες αλλά και τις ρωσικές αρχές (μετέπειτα σοβιετικές), διασώζοντας από τη σφαγή όχι μόνο τους Έλληνες από τη μανία των Τούρκων αλλά και τους ίδιους τους Τούρκους, όταν στις 3 Απριλίου 1916 τα ρωσικά στρατεύματα, στην πλειοψηφία τους αρμένιοι στρατιώτες,  καταλαμβάνουν την Τραπεζούντα.

Σήμερα τα λόγια αυτά έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για όσους πιστεύουν πως η ιστορική μνήμη είναι η βάση της πολιτισμικής τους ταυτότητας. Κι αυτό όχι για να δημιουργήσουμε νέους εθνικισμούς και διαχωρισμούς μεταξύ των ανθρώπων, αλλά για να αποτρέψουμε τέτοια ενδεχόμενα.  Το γεγονός ότι οι μαρτυρίες αυτές δεν αποτελούν ούτε καν αποστεωμένη γνώση, από αυτή που αδιάκοπα προσφέρει το ελλαδικό σχολείο, αποτελεί ένα άλλο σοβαρότατο πρόβλημα. Ίσως κάποτε ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας μας σταματήσει  να είναι συνώνυμος της αποχαύνωσης και της  συνειδητής παραχάραξης της πολιτισμικής μας ταυτότητας και της ιστορίας μας.

 

1. Ο πολιτισμός του ποντιακού ελληνισμού

 

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τι σημαίνει γενοκτονία και τι καταστροφή ενός πολιτισμού, δεν χρειάζεται να εμπίπτουν τα στοιχεία αυτά στις διατάξεις της σύμβασης του ΟΗΕ (9-12-1948) για το έγκλημα της γενοκτονίας. Ας θυμηθούμε μόνον ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά οργάνωσης, ανάπτυξης και εξέλιξης του ποντιακού ελληνισμού.

Η περιοχή ήταν πάντα ένα σημαντικό σταυροδρόμι τόσο από την άποψη της οικονομίας όσο και της στρατηγικής της θέσης. Ο 19ος αιώνας στάθηκε ο σημαντικότερος για την ανάπτυξη και την ανάδειξη της πολιτισμικής φυσιογνωμίας του Ποντιακού Ελληνισμού και την εξέλιξη του οικονομικού δυναμισμού του. Ο δυναμισμός αυτός προσέφερε ηγετική θέση στους Έλληνες της περιοχής και ταυτόχρονα αποτέλεσε το κυρίαρχο στοιχείο ώστε να επιχειρηθεί η γενοκτονία τους.

Σημαντικά κέντρα πολιτισμού, η Τραπεζούντα, η Κερασούντα, η Σαμσούντα, η Πάφρα και πολλές άλλες, αποτελούσαν σημείο αναφοράς για την οργάνωση και την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, τα Γράμματα και τις Τέχνες, τη μοναστική ζωή και τη γενικότερη παρουσία της ορθοδόξου εκκλησίας σε ολόκληρη τη περιοχή του Πόντου και πέρα από αυτή. Η Παναγία Σουμελά, η πιο γνωστή μονή και η αρχαιότερη ίσως της Τραπεζούντας, συνέδεσε το όνομα και την ιστορία της με αυτή του Ποντιακού Ελληνισμού, ώστε να είναι ακόμα και σήμερα το σημαντικότερο προσκύνημα και το σήμα της πολιτισμικής ταυτότητας των Ποντίων.

 

Η Παναγία Σουμελά.

 

Ιδρύθηκε μάλλον το 10ο αιώνα στο όρος Μελά απ’ όπου αντλεί και το όνομά της (σου Μελά), όταν μεταφέρεται στον Πόντο η εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Το 1860 χτίζεται το μοναστήρι όπως το γνωρίζουμε σήμερα και οργανώνεται μια θαυμαστή βιβλιοθήκη με εξαιρετικά χειρόγραφα και κειμήλια από την εποχή των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Ο Κ. Φωτιάδης 3 αναφέρει πως «…από τα 52 ελληνικά χειρόγραφα του εθνογραφικού μουσείου της Άγκυρας…τα 34 προέρχονται από τη μονή της Παναγίας Σουμελά». Ο Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας (από τα περιστέρια που οδήγησαν τους ασκητές στην τοποθεσία που το έχτισαν), ήταν επίσης ένα σημαντικό μοναστήρι και κέντρο της ποντιακής παράδοσης. Ιδρύθηκε το 752 και απέκτησε μεγάλη φήμη. Η θαυμαστή βιβλιοθήκη του και η δράση του γενικότερα ως προς τα γράμματα και τη φιλόπτωχη βοήθεια που προσέφερε, το έκαναν αγαπητό και σεβαστό σε χριστιανούς και μουσουλμάνους.

 

Η Ιερά μονή Αγίου Γεωργίου Περιστερά ή Περιστερεώτα βρίσκεται σε απόσταση 28 χλμ. από την Τραπεζούντα και είναι χτισμένη στην κορυφή απότομου βράχου, στην πλαγιά του όρους Πυργί Γαλίαινας Ματσούκας, σε υψόμετρο 1.210 μέτρων.

 

Τέλος, ένα τρίτο σημαντικό κέντρο της ορθοδοξίας και του ποντιακού πολιτισμού αποτελούσε η μονή του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος (από την περιοχή Βαζελών) που ιδρύθηκε το 270 μ.Χ και έγινε γνωστή επίσης για τα πολύτιμα αρχεία της και τις δραστηριότητές της.

 

Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος. (Φωτ.: IHA)

 

Ταυτόχρονα, σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα ιδρύονται και λειτουργούν, ενώ από το 1856 και μετά, λόγω των ελευθεριών που εγκαινιάζονται με το Χάτι-Χουμαγιούν, τα ιδρύματα αυτά πολλαπλασιάζονται και γνωρίζουν μια εξαιρετική άνθηση. Για πρώτη φορά, εκτός εκκλησιαστικών εκπαιδευτικών μηχανισμών, ιδρύεται το περίφημο «Φροντιστήριον Τραπεζούντος» το 1682 και το 1722 το «Φροντιστήριον Αργυρουπόλεως». Τα δυο ιδρύματα γνωρίζουν μια εξαιρετική ανάπτυξη το 19ο αιώνα και μέχρι το 1922, οπότε και η καταστροφή του ελληνισμού ολοκληρώνεται. Μέχρι τότε, την ίδρυση και εξέλιξη των σχολείων στον Πόντο ακολουθεί και η στελέχωσή τους με δασκάλους από την Ελλάδα. Στο τέλος του 19ου αιώνα ο συνολικός αριθμός των μαθητών ξεπερνά τις 50 χιλιάδες οι οποίοι κατανέμονται σε 1000-1200 σχολεία, ενώ ο αριθμός των εκπαιδευτικών που τα στελεχώνουν φτάνει του 1.500 4.

 

Το Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος, ή «Φάρος της Ανατολής» όπως χαρακτηρίστηκε, ήταν σχολείο της ελληνικής ομογένειας της Τραπεζούντας.

 

 

Δεκάδες είναι επίσης οι εφημερίδες που εκδίδονται και τα βιβλία, ενώ το θέατρο και η παραδοσιακή μουσική αποτελούν σημαντικούς τομείς πολιτισμικής δραστηριότητας.

Οικία Θεοφυλάκτου.

Η μεγάλη άνθιση του ποντιακού πολιτισμού δεν είναι ένα αυτόνομο συγκυριακό φαινόμενο, αλλά παράλληλη διαδικασία της εξαιρετικής οικονομικής ευρωστίας και του δυναμισμού που χαρακτηρίζει το ελληνικό στοιχείο της περιοχής. Ίσως η σημαντικότερη απόδειξη του δυναμισμού αυτού, να είναι ο σχεδόν απόλυτος έλεγχος του τραπεζικού κεφαλαίου από επιφανείς εκπροσώπους του Ποντιακού Ελληνισμού όπως ο Γ. Καπαγιαννίδης, ο Α. Θεοφύλακτος και οι αδελφοί Φωστηρόπουλοι.

Μία κυρίαρχη θέση στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, ένας σημαντικός αγροτικός τομέας και οι τραπεζικές δυνατότητες θα δημιουργήσουν ένα ισχυρότατο οικονομικό πόλο στην περιοχή. Η Τραπεζούντα αναδεικνύεται  σε μεγάλο εμπορικό και τραπεζικό κέντρο, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1829-1869 κατά την οποία διακινεί το 40% του περσικού εμπορίου και μεγάλο μέρος εμπορευμάτων από την Ασία προς την Ευρώπη και το αντίστροφο 5. Η Αμισσός και η Πάφρα αποτελούσαν επίσης, γύρω στο 1900, σημαντικά κέντρα παραγωγής και διακίνησης αγροτικών προϊόντων και ιδιαίτερα εκλεκτής ποιότητας καπνό αλλά και βαμβάκι, δέρματα, κλπ. Το 1896 από τις 214 επιχειρήσεις της πόλης οι 156 ήταν ελληνικές 6.

 

Μεταφορά καπνών της Πάφρας με καραβάνι το 1913.

 

Τέλος, η Κερασούντα εξελίσσεται σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι και ιδιαίτερα στο εμπόριο των φουντουκιών που παράγονται στην ενδοχώρα και τα διακινεί με τα ιστιοφόρα της 7. Από το εμπόριο αυτό κατακτά και το χαρακτηρισμό της φουντουκόπολης. Να πως περιγράφει ο Θ. Παπαθεοδωρίδης την εμπορική αυτή κίνηση : «Κατέβαινα κάθε Φθινόπωρο (1900-1906) με το άνοιγμα των σχολείων από το χωριό μου τα Κοτύλια στην Κερασούντα για σπουδές. Ακολουθώντας το δημόσιο δρόμο (ντερέ-γιολού) εθαύμαζα τον ογκώδη ρουν του ποταμού Ακσού ορμητικού και θορυβώδους… Τέσσερις φορές άλλαζα όχθες με τις ισάριθμες τοξοειδείς πέτρινες γέφυρές του. (…) Κίνηση μεγάλη είχε ο δρόμος από ανθρώπους και καραβάνια φορτηγών ζώων προ παντός ημιόνων που άλλα φορτωμένα μετέφεραν το φουντούκι στην αγορά της φουντουκόπολης εκείνης Κερασούντας και άλλα αντίθετα επέστρεφαν στα χωριά τους για να μεταφέρουν κι’ άλλα» 8.

 

  1. Η γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού

 

Η δυναμικότητα του Ποντιακού Ελληνισμού χαρακτηριζόταν από τη διαρκή αυξητική τάση στο επίπεδο της οικονομίας αλλά και του πληθυσμιακού δυναμικού. Ο δυναμισμός αυτός δεν μπορούσε φυσικά να εξελίσσεται και να παραμένει ανενόχλητος σ’ ένα διεθνές περιβάλλον όπου τα σύννεφα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου πλησίαζαν απειλητικά και ενδυνάμωναν τον τουρκικό εθνικισμό. Ήδη με την επανάσταση των Νεοτούρκων (1908) και τη δημιουργία του κόμματος «Ένωση και Πρόοδος», δηλωνόταν ρητά η στρατηγική του εκτουρκισμού δια της βίας και με την οργάνωσή της από το επίσημο κράτος. Οι εκκαθαρίσεις έπρεπε να μετατρέψουν το νέο εθνικό κράτος σε αμιγώς τουρκικό τόσο ως προς τη φυλετική εθνολογική του σύνθεση, όσο και ως προς τη γλώσσα.

Ορισμένα σημαντικά γεγονότα ενισχύουν τις ακραίες εθνικιστικές τάσεις των νεοτούρκων και επισπεύδουν τις στρατηγικές εκκαθαρίσεων των μειονοτήτων. Πολύ συνοπτικά μπορούμε να πούμε πως τα κυριότερα γεγονότα ήταν τα εξής :

  • η σταδιακή παρακμή της οθωμανικής εξουσίας
  • η Αλβανική επανάσταση του 1910-12 που κατέληξε στην αυτονομία της Αλβανίας
  • η κατάληψη των Δωδεκανήσων από την Ιταλία (1912)
  • η απώλεια της Λιβύης (1912)
  • η στρατιωτική ήττα στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο (1912-13)
  • ο έλεγχος σημαντικών τομέων της οικονομίας από Έλληνες και Αρμενίους δεν επέτρεπε τη διείσδυση του γερμανικού κεφαλαίου. Η Γερμανία για να παρακάμψει τα εμπόδια αυτά υποδαύλισε και οργάνωσε πλήρως το νεοτουρκικό εθνικισμό εφοδιάζοντάς τον ιδεολογικά (παντουρκισμός) και σχεδιάζοντας βήμα προς βήμα τις γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ποντίων. Το 1915, προκειμένου να ελεγχθεί και να διαλυθεί στη συνέχεια κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα ελεγχόμενη από τις μειονότητες ιδρύεται στη Σμύρνη μουσουλμανική εταιρεία στην οποία ανατίθεται ο μονοπωλιακός έλεγχος των εμπορικών δραστηριοτήτων (εισαγωγές-εξαγωγές). Καμία οικονομική δραστηριότητα δεν μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την άδειά της 9.

 

Χιλιάδες ελλήνων εκτοπίστηκαν από τα παράλια προς την ενδοχώρα και υπέκυψαν στις κακουχίες.

 

Οι Γερμανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι επιτηρούν τη σωστή τήρηση των σταδίων της γενοκτονίας Ελλήνων και Αρμενίων, με πρώτο και καλύτερο τον στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς, υπεύθυνο για την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού από το 1913 και καθοδηγητής της νεοτουρκικής ηγεσίας στους σφαγιασμούς: Εμβέρ πασάς, Ταλαάτ και Τζεμάλ πασάς. Στα τέλη του 1913 επιτυγχάνεται η βίαιη εκδίωξη των Ελλήνων της ανατολικής Θράκης και από το Μάιο του 1914 αρχίζει, με την καθοδήγηση των γερμανών, η βίαιη εκδίωξη των Ελλήνων της δυτικής Μ. Ασίας. Περισσότεροι από 130.000 Έλληνες μεταφέρονται χωρίς το παραμικρό περιουσιακό τους στοιχείο στην ενδοχώρα και εξοντώνονται. Ένα πρώτο προσφυγικό κύμα, περίπου 150.000 άτομα, φτάνει στην Ελλάδα. Οι διωγμοί, οι εκτοπίσεις και οι σφαγές γενικεύονται. Με το διάταγμα του 1914 όλοι οι άνδρες 20-45 ετών στρατεύονται στο νεοτουρκικό στρατό και οι υπόλοιποι αναγκάζονται να ενταχθούν στα διαβόητα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) και πεθαίνουν από τις κακουχίες. Τελικά για να μη στρατεύονται οι χριστιανοί, ολόκληρος ο ανδρικός πληθυσμός εξοντώνεται στα τάγματα αυτά. Μέχρι το 1918 περισσότεροι από 250.000 Έλληνες πέθαιναν.

 

Όθων Λίμαν φον Σάντερς, (Otto Viktor Karl Liman, 1855-1929). Γερμανός στρατηγός, υπεύθυνος για την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού από το 1913 και καθοδηγητής της νεοτουρκικής ηγεσίας στους σφαγιασμούς των Ελλήνων …

Μέχρι το 1915 1.500.000 Αρμένιοι εξοντώνονται και οι σφαγές επικεντρώνονται στο ελληνικό στοιχείο. Στις 19 Μαΐου 1919 ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα και η ημερομηνία αυτή θα μείνει στην ιστορία ως Ημέρα Πένθους και Μνήμης για τη γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού. Πάνω από 350.000 Πόντιοι σφαγιάζονται, οι περιουσίες λεηλατούνται, τα μοναστήρια καταστρέφονται και όλα αυτά χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία του «Διεθνούς Παράγοντα» όπως μας αρέσει να τον ονομάζουμε σήμερα.

Μόνο η περιφέρεια της Αμάσειας σε σύνολο 183.000 κατοίκων είχε 134.078 νεκρούς. Στην Κερασούντα (Αγ. Γεώργιος Πατλάμ) χιλιάδες Έλληνες (πάνω από 3000) πεθαίνουν έγκλειστοι επί μήνες χωρίς τροφή. Η Πάφρα και η Αμισός βλέπουν τους κατοίκους τους να αποδεκατίζονται από τους Τσέτες. Η ένοπλη αντίσταση των Ποντίων πλούτισε με ηρωικές μορφές και γεγονότα την ιστορία του Ελληνισμού. Δεκάδες μάχες για την υπεράσπιση του άμαχου πληθυσμού δόθηκαν από τους αντάρτες και χωριά έγιναν τόποι συμβολικοί του ηρωισμού των Ποντίων όπως η Σάντα. Ο Χ. Ανδρεάδης αναφέρει πως στα τέλη του 1921 «το χωριό Δαζλή θα γίνει επίκεντρο τρομερών συγκρούσεων μεταξύ των ανταρτών και του στρατηγού Τζεμάλ Τζεβήτ, ο οποίος, μαχόμενος επικεφαλής 16.000 Τούρκων σε αλλεπάλληλες μάχες που κράτησαν ως τις αρχές του 1922, τελικά σκοτώθηκε, χωρίς κανένα αποτέλεσμα…» 10.

 

Ο καπετάν Βαγγέλης Ιωαννίδης.

 

Η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους του Πόντου (1917-1922) ματαιώθηκε λόγω της αλλαγής πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης του Λένιν (σύμφωνο φιλίας, Μάρτιος 1921), της  στήριξης των φίλων και συμμάχων μας (Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία) προς τον Κεμάλ και της κατάρρευσης του μετώπου της Μ. Ασίας, ενταφιάζεται οριστικά η προσπάθεια αυτή. Ολόκληρος ο Ελληνισμός της Μ. Ασίας έχει σφαγιασθεί ή ξεριζωθεί. Το πρόσωπο της προσφυγιάς όμως θα συνεχίσει να υπάρχει σε άλλα μέρη 11.

  1. Από την ΕΣΣΔ Στην Αργολιδα

Όσοι από τους Πόντιους μπόρεσαν και γλίτωσαν πέρασαν με όλα τα μέσα στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη και άρχισαν να ξαναφτιάχνουν τη ζωή τους και να αποκτούν, χάρη στην εργατικότητα και την υπομονή που τους διακρίνει, σημαντικές θέσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου εγκατάστασης. Βέβαια, ο χώρος της Μαύρης Θάλασσας ήταν, όπως σημείωσα στην αρχή, ένας προνομιακός γεωγραφικός χώρος για τον Ελληνισμό της περιοχής.

Τόσο από την άποψη των εμπορικών ανταλλαγών, όσο και εκείνης του πολιτισμού. Η μετανάστευση Ποντίων προς τη Ρωσία δεν σταμάτησε  και ήδη στα τέλη του 18ου αιώνα και μέχρι το 1840 παρατηρείται ένα έντονο ρεύμα μετανάστευσης προς αυτήν. Τα γεγονότα έκαναν εντονότερη τη τάση με αποτέλεσμα να υπολογίζεται πως τουλάχιστον 300.000 Πόντιοι μετανάστευσαν για να γλιτώσουν τη σφαγή.

Μέχρι το 1937, οι ποντιακές κοινότητες της ΕΣΣΔ αναπτύχθηκαν σημαντικά. Οδησσός, Νοβοροσίσκ, Ανάπα, Γάγρα, Γουδαούτα και πολλές άλλες πόλεις και κωμοπόλεις στις οποίες δημιουργήθηκαν σφριγηλές οικονομικά και πολιτισμικά κοινότητες, για να αναφέρω μερικές μόνο από αυτές στα παράλια της Ρωσίας και της Γεωργίας από τις οποίες προέρχονται οι περισσότεροι Πόντιοι της Αργολίδας.  Στα ελληνικά σχολεία φοιτούσαν χιλιάδες μαθητές μαθαίνοντας ως δεύτερη γλώσσα υποχρεωτικά τη ρωσική και τη γαλλική. Τα ελληνικά σχολεία είχαν υιοθετήσει ένα αλφάβητο με 20 γράμματα, που επέτρεπε στους μαθητές, όπως χαριτολογώντας μου ανέφερε ο  αείμνηστος κ. Ραυτόπουλος, να μην είναι… αναλφάβητοι.

«Όταν φεύγαμε από την Οδησσό κλαίγαμε πάνω στο καράβι και λέγαμε: Άνθρωποι καλοί, πιστέψτε με πως ο χωρισμός είναι ο χειρότερος θάνατος. (Ε. Ανδρονικίδου – Μανουηλίδου).

Όλες όμως οι μαρτυρίες αναφέρουν πως ήταν μόνιμο το όνειρο επιστροφής στην Ελλάδα. Όταν, το 1937, αρχίζουν οι σταλινικές εκκαθαρίσεις των μειονοτήτων με στόχο τη «ρωσοποίηση» ώστε να μην δημιουργούνται αντεπαναστατικές ομάδες, η καινούρια προσφυγιά για τους Ποντίους αρχίζει. Δεκάδες Πόντιοι δικάζονται με συνοπτικές διαδικασίες και, ιδιαίτερα οι άνδρες, με την κατηγορία της προσπάθειας «παράνομης ίδρυσης ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους», ξεκόβονται από τις οικογένειές τους και μεταφέρονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Σιβηρία και αλλού. Τα ελληνικά σχολεία κλείνουν και απαγορεύεται η εκμάθηση της γλώσσας. Αρκετά μέλη της ποντιακής κοινότητας Αργολίδας δεν γνωρίζουν πως και που πέθαναν οι εκτοπισμένοι γονείς τους. Όσοι δεν θέλησαν να πάρουν τη σοβιετική υπηκοότητα και ξέφυγαν από τις νέες σφαγές, προσπαθούν να αποκτήσουν ελληνικό διαβατήριο με τεράστιες δυσκολίες στην πρεσβεία μας στη Μόσχα, για να έρθουν στην Ελλάδα. Ήδη από τη δεκαετία του 1920 καταφθάνουν στη Ελλάδα οι ίδιοι πάντα πρόσφυγες: οι Πόντιοι. Με όλα τα μέσα φτάνουν στην Οδησσό και μετά από δυο μερόνυχτα ταξίδι φτάνουν στον Πειραιά.

«Όταν φεύγαμε από την Οδησσό κλαίγαμε πάνω στο καράβι και λέγαμε: Άνθρωποι καλοί, πιστέψτε με πως ο χωρισμός είναι ο χειρότερος θάνατος. (Ε. Ανδρονικίδου – Μανουηλίδου).

Στον Πειραιά έμειναν σε ξενοδοχεία οι περισσότεροι και μετά από ένα διάστημα, με ευθύνη του Πατριωτικού Ιδρύματος, κατανεμήθηκαν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, ώστε να μην είναι όλοι συγκεντρωμένοι στον ίδιο τόπο. Παρά το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς είχαν συγγενείς ή μέλη των οικογενειών τους ήδη εγκατεστημένα στην Ελλάδα δεν τους επετράπη να μείνουν μαζί τους. Η επιφυλακτικότητα του επίσημου ελληνικού κράτους απέναντι στους «Ρώσους», θα γίνει έχθρα από τον τοπικό πληθυσμό. Για άλλη μια φορά ξεριζωμένοι οι Πόντιοι, όπως και οι μικρασιάτες γενικότερα, θα αντιμετωπίσουν την έχθρα και το φθόνο των τοπικών κοινωνιών. «Ρώσοι», «παλιοκομμουνιστές» και «μπολσεβίκοι» είναι τα συνήθη κοσμητικά επίθετα που χρησιμοποιούνται για τους ανθρώπους αυτούς.

Χωρίς κανένα σχεδόν περιουσιακό στοιχείο φτάνουν στην Αργολίδα, στο Άργος και το Ναύπλιο, με μόνο όπλο τη θέληση για μια καινούρια ζωή και τη συγκίνηση πως επιτέλους το Όνειρο έγινε πραγματικότητα και γύρισαν στην πατρίδα.

 «Λέγαμε πάντα: Παναγία μου πότε θα πάμε στην Ελλάδα; Πότε θα γυρίσουμε στην πατρίδα; Κάθε φορά που τρώγαμε και υπήρχε απαραιτήτως ένα μπουκάλι κρασί, πίναμε και ευχόμασταν: Άντε και του χρόνου στην πατρίδα», μου έλεγε σε μια συζήτηση η κ. Ε. Ανδρονικίδου και ο κ. Ραυτόπουλος.

Δουλέψαμε, παλέψαμε, είχαμε πίστη και κουράγιο. Μα πάνω απ’ όλα είχαμε την ελπίδα. Έτσι αλλάξαμε πολλά. Και τους στάβλους τους μετατρέψαμε σε σπίτια για ανθρώπους. (Ε. Ανδρονικίδου, Άργος 1939).

 

Εβγίκαμε στη φωτογραφία το Γεναρι 1936 Ανδρονικίδυ Ελένι Αλχαζίδυ Κερεκι (σημείωση πίσω από τη φωτογραφία)

 

Μεροκάματο στο χτίσιμο σπιτιών στο Ναύπλιο (δεύτερος από δεξιά ο κ. Μανουηλίδης)

 

Ραυτόπουλος – Δελτίον Εργασίας: Υπηκοότης ακαθόριστος.

 

Το ζύμωμα.

Τα δυο σημαντικά κέντρα διαβίωσης κάτω από άθλιες συνθήκες είναι το Καλλέργειο (σήμερα αρχαιολογικό μουσείο Άργους) και η παλαιά Γαλλική σχολή στο Ναύπλιο (σήμερα το κτίριο που στεγάζεται η τράπεζα Πίστεως – Alpha Bank). Οι περιγραφές για τις συνθήκες διαβίωσης στα ερειπωμένα αυτά κτίρια είναι συγκλονιστικές. Αρκετοί όμως είναι και εκείνοι που προσπαθούν να βρουν καταλύματα στη πόλη και σταδιακά αρχίζουν να δουλεύουν και να δημιουργούν μια νέα καλύτερη προσωπική κατάσταση. Κι ενώ όλα δείχνουν πως η ζωή θα γίνει καλύτερη, ο πόλεμος έρχεται να γκρεμίσει κάθε ελπίδα και να δημιουργήσει και πάλι την αίσθηση ενός νέου ξεριζωμού.

Στη διάρκεια του πολέμου πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς λόγω των γνώσεων που είχαν δουλεύουν ως διερμηνείς και βοηθάνε τους έλληνες πατριώτες αλλά και σε μερικές περιπτώσεις, γερμανούς που θα μπορούσαν να εκτελεσθούν από τους ίδιους τους συμπατριώτες τους. Μετά τον πόλεμο μια καινούρια ζωή αρχίζει και πάλι με αγώνα αλλά και με πίστη πως οι καταστάσεις θ’ αλλάξουν, θα γίνουν καλύτερες.

Η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια στάθηκαν  βασικοί κανόνες τόσο για την επιβίωση όσο και για τη διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας.

«Με το κασελάκι μπροστά από το Καλλέργειο δούλευα επισκευάζοντας παπούτσια. Ζέστη, κρύο, ήλιος, βροχή, πάντα έξω. Σιγά – σιγά καλυτέρεψαν τα πράγματα και μπήκαμε σε μαγαζί. Στης Περεντέ». (Θ. Σαριπανίδης).

Με το κασελάκι μπροστά από το Καλλέργειο δούλευα επισκευάζοντας παπούτσια… Θ. Σαριπανίδης.

Τελικά, για τους ανθρώπους αυτούς οι καταστάσεις, επιτέλους, άλλαξαν προς το καλύτερο.  Άρχισαν καλύτερες εποχές με χορούς, τραγούδια και η διαβίωση έγινε περισσότερο ανθρώπινη. Η προσφυγιά είναι μια κακή εμπειρία που την αφήνουν πίσω. Τώρα έχουν εγγόνια και δισέγγονα και εύχονται αυτά, να μη γνωρίσουν ποτέ τη προσφυγιά που γνώρισαν εκείνοι. Σκέπτονται πως υπάρχουν ακόμα Πόντιοι που φτάνουν στην πατρίδα, σ’ ένα αφιλόξενο γι’ αυτούς κράτος, προσπαθώντας ακόμα και σήμερα να φτιάξουν τη ζωή τους ή τουλάχιστον εκείνη των παιδιών τους. «Το 1923», γράφει ο Θ. Στολτίδης, «η Ελλάδα κατόρθωσε να αποκαταστήσει 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες σε εκατοντάδες νέους οικισμούς, που εξελίχθηκαν σε δημιουργικές μονάδες. Σε αντίθεση με τον άθλο της περιόδου εκείνης, σήμερα γράφεται η αθλιότητα της αδυναμίας αποκατάστασης λίγων χιλιάδων οικογενειών που οδηγούνται στην απόγνωση, την περιθωριοποίηση και την παθητικότητα». Το πρόσωπο της προσφυγιάς δεν λέει να σβήσει  από τα μάτια και το μυαλό μας. Όμως υπάρχει πάντα η ελπίδα και οι άνθρωποι αυτοί γνωρίζουν καλά να αγωνίζονται και να ελπίζουν. Έτσι κι αλλιώς ακόμα και η διατήρηση της ιστορικής μνήμης στον τόπο αυτό, αγώνας είναι.

Στο δρόμο από το Άργος για Ναύπλιο. Λύρα ο Βασίλης Φουλίδης.

 

Όταν θέλησα να συζητήσω με μια ομάδα Ποντίων στην αρχή αυτής της έρευνας, μου ζήτησαν να τους συναντήσω στη ταβέρνα του Ζερβάκη (στης Ολυμπίας). Εκεί μου είπαν, μεταξύ άλλων, πως όταν πίνουμε κρασί, σηκώνουμε τα ποτήρια και ευχόμαστε : «Να δώσει ο Θεός να μην είναι το τελευταίο». Αμήν.

 

Υποσημειώσεις


[1] ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ, Από τους Αργοναύτες έως τους  σημερινούς πρόσφυγες, Ο Ελληνισμός της Μαύρης Θάλασσας, τ.Γ΄, εφημερίδα  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, (ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ), Αθήνα, 1996, σ.113.

2  Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, «Η Εκκλησία Τραπεζούντος», Ποντιακή Εστία, τ. 8, σ. 97.

3 Μοναχισμός και μοναστήρια, ό.π, σ. 90.

4 Σ. Χατζησαββίδη, Τα ελληνικά σχολεία, Ποντιακός πολιτισμός, εφ. Καθημερινή, ό.π., σ.67-71. Τα στοιχεία αντλούνται από το βιβλίο του Δ. Λαζαρίδη, «Στατιστικοί πίνακες της εκπαίδευσης των Ελλήνων στον Πόντο (1821-1922)».

5 Σ. Κ. Φωστηρόπουλος, «Η οικονομική ζωή», Επτά Ημέρες, ό.π., σ.39-43. Ο συγγραφέας αναφέρει και τις μελέτες του Άγγλου Bryer για τον έλεγχο του εμπορίου άλλων χωρών από τη Τραπεζούντα.

6 ό.π., σ. 43.

7 Ο Σ.Κ.Φωστηρόπουλος αναφέρει πως το 1880 «η Κερασούντα είχε 80 ιστιοφόρα χωρητικότητας από 1.000-2.000 τόννους το καθένα», ό.π., σ.43.

8 Αξέχαστα από τον Πόντον. Κερασούντος και Περιφερείας (Ανατολικής Τζενικίας), Εκδ. ΕΛΛΑΣ, Αθήνα, 1953, σ. 7.

9 Ε.Αλλαμανή, Κ.Παναγιωτοπούλου, «Ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας σε διωγμό», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ.ΙΕ, σ.101. Επίσης για τα γεγονότα αυτά : Μ. Χαραλαμπίδης, Το ποντιακό ζήτημα σήμερα, Ιδρυμα Μεσογειακών Μελετών, . ¨ένα εξαιρετικό άρθρο για τη σημερινή κατάσταση : Θ. Στολτίδης, «Ξένοι στην ίδια την πατρίδα τους», Επτά Ημέρες, ό.π., σ. 144-150.

10 «Το αντάρτικο του Πόντου», Επτά Ημέρες, ό.π., σ. 44-46.

11 Το φωτογραφικό υλικό του πρώτου μέρους προέρχεται από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους και κυρίως από το αφιέρωμα στον «Ελληνισμό της Μαύρης Θάλασσας», Επτά Ημέρες της εφημερίδας Καθημερινή που επιμελήθηκε η κ. Ελευθερία Τραΐου, Αθήνα, 1996 . Το φωτογραφικό υλικό του δεύτερου μέρους, προέρχεται από το σύνολο του υλικού της επιτόπιας έρευνας για την Ποντιακή κοινότητα της Αργολίδας, που διενεργεί ο υπογραφόμενος και στον οποίο προσφέρθηκε ευγενικά από την κ . Ελένη Ανδρονικίδου-Μανουηλίδου, τους κ.κ. Θεόδωρο  και Ηλία Σαριπανίδη, τον κ. Αντώνη Ραυτόπουλο και την κ. Ολυμπία Καλαϊτζίδη-Ζερβάκη.

 

Γεώργιος Κόνδης

Read Full Post »

Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο – Γεώργιος Η. Κόνδης, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Το Νοέμβριο του 1862, όταν μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση και τα άλλα επαναστατικά κινήματα η πολιτική κατάσταση στη χώρα έχει αλλάξει και o Όθων την έχει εγκαταλείψει, Υπουργός της Εκπαιδεύσεως είναι μια σημαντική προσωπικότητα του αντιδυναστικού αγώνα, ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης. Ο νέος Υπουργός με εγκύκλιό του προς όλους τους Δημάρχους της χώρας ζητά πληροφορίες για τον αριθμό και τον τύπο των σχολείων καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που να βοηθά στη διαμόρφωση μιας εικόνας για την κατάσταση της εκπαίδευσης και του σχολικού δικτύου στη χώρα. Μετά από 30 χρόνια ανεξάρτητης πορείας μέσα στην ιστορία, είναι πασιφανής η αδυναμία του νέου ελληνικού κράτους να ελέγξει και να αποδώσει σαφή εικόνα της οργάνωσης και λειτουργίας των μηχανισμών του, και στη συγκεκριμένη περίπτωση του εκπαιδευτικού του μηχανισμού. Έτσι, μέχρι τότε, με εξαίρεση τα σημαντικά πληθυσμιακά κέντρα κάθε νομού ή τους τόπους με σχετικά εύκολη πρόσβαση και επικοινωνία, δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για μεγάλα τμήματα της ελληνικής επικράτειας. Το ίδιο ισχύει και για την Αργολίδα.

Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1829. Έγινε Υπουργός επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως κατά την Προσωρινή Κυβέρνηση του 1862. Χρημάτισε έξι φορές πρωθυπουργός, ενώ διατηρεί μέχρι και σήμερα τον τίτλο του νεώτερου Έλληνα πρωθυπουργού, καθώς ανέλαβε πρώτη φορά την εξουσία σε ηλικία 36 ετών.

Το σχολικό δίκτυο που διαμορφώθηκε κατά την καποδιστριακή περίοδο, παρακολουθεί και υφίσταται τις συνέπειες των δραματικών γεγονότων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Κυβερνήτη και έτσι, μετά τα γεγονότα του Ναυπλίου και την έξωση του Όθωνα, γυρίζουμε πάλι στο σημείο εκκίνησης. Πράγματι, το 1834 η Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως με εγκύκλιό της προς όλους τους νομάρχες ζητά στοιχεία για την ύπαρξη και το είδος των σχολείων, τον αριθμό των μαθητών κ.λπ. Γνωρίζουμε πως μέχρι τότε λειτουργούν στην Αργολίδα από το 1829 μέχρι και το 1832 ένα Αλληλοδιδακτικό στο Άργος με 183 μαθητές και ένα στο Ναύπλιο με 179 μαθητές από τους οποίους τα 21 είναι κορίτσια. Λειτουργεί, επίσης, το Ιδιωτικό Σχολείο Θηλέων της Ελένης Δανέζη με 22 μαθήτριες στο Ναύπλιο.

Η οθωνική περίοδος αρχίζει με μια ουσιαστική αλλαγή στους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς του νέου ελληνικού κράτους κυρίως σε δύο επίπεδα:

Πρώτον, στη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος που καθορίζεται από τα βασικά διατάγματα της Αντιβασιλείας ήδη από το 1833 και των βασιλικών κυβερνήσεων μέχρι το 1857. Οι κανονισμοί και οι διατάξεις αυτές θα ισχύσουν γενικά μέχρι το 1929. Η δομή του εκπαιδευτικού συστήματος ακλουθεί από τη μια τα βαυαρικά πρότυπα και από την άλλη τη συγκεντρωτική λογική με την οποία οργανώνεται το νέο ελληνικό κράτος.

Δεύτερον, στο επίπεδο της διοικούσας ιδέας της καποδιστριακής εκπαιδευτικής πολιτικής που εγκαταλείπεται οριστικά. Το σχολείο ως μέσο διάχυσης των πολιτισμικών αγαθών με επίκεντρο την εξυπηρέτηση, σε ένα πρώτο στάδιο, των στοιχειωδών αναγκών ενός λαού που ήταν κατά 90% αναλφάβητος, παύει  να υπάρχει. Αντίθετα, παρατηρείται μια στροφή στην αρχαιολατρία, στη βάση της οποίας θα οργανωθεί και το ιδεολογικό/γνωστικό περιεχόμενο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Ουσιαστικά καμία πρόνοια δεν λαμβάνεται για την ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας, για παράδειγμα, υπολειτουργεί, για ένα χρονικό διάστημα παύει να λειτουργεί και ανοίγει πάλι τις πόρτες της το 1847. Μάλιστα, στα γεγονότα του 1862 μετατρέπεται σε κέντρο επιχειρήσεων του βασιλικού στρατού. Ο Νικόλαος Σπηλιά­δης που θεωρείται αντικειμενικός παρατηρητής για την περίοδο αυτή, γράφει:

Αφ’ ου παρέλυσαν τα παρά του Κυβερνήτου κατασταθέντα σχολεία και αυτό το εν Αιγίνη ορφανοτροφείον, όθεν απέβαλον όλα τα ορφανά του, η δε αντι­βασιλεία κατέστησεν ιπποσταύλον το εις Άργος ιδρυθέν παρά του Κυβερ­νήτου αλληλοδιδακτικόν σχολείον και αφ’ ου διέλυσαν υπέρ τα τριάκοντα μοναστήρια και εδήμευσαν τα κτήματα και πράγματά των, διά να εκτελέ­σωσι τάχα το περί τούτων ψήφισμα της εν Άργει συνελεύσεως, το αφορών την ηθικήν διαμόρφωσιν των Ελλήνων, διά της θρησκείας και της παιδείας […] μόλις δε μετά πολύν καιρόν αφ’ ου ήλθεν ο βασιλεύς απεφάσισαν να συστήσωσιν εκτός των εις Ναύπλιον, εις Σύρον και εις Αθήνας κατεστη­μένων ελληνικών σχολείων και των μετ’ αυτών συνδεδεμένων γυμνασίων, δέκα σχολεία ελληνικά καθ’ όλην την επικράτειαν, εν ω απαιτούνται κατά το παρόν πεντακόσια αλληλοδιδακτικά και πολλά ελληνικά, διά να μάθωσιν οι Έλληνες γράμματα.

 

Σημειώνω, τέλος, πως το Διδασκαλείο που απηχούσε το καποδιστριακό όραμα της εκπαίδευσης δασκάλων, ώστε να εξαπλωθεί η στοιχειώδης εκπαίδευση σε ολόκληρη τη χώρα, όχι μόνο υπολειτουργούσε σε ολόκληρη την οθωνική περίοδο, αλλά το 1864 καταργήθηκε και επίσημα με απόφαση της Βουλής και με το εξαιρετικό επιχείρημα ότι «δεν χρειάζεται». Έχει πάντως προηγηθεί μια εξαιρετική έκθεση του Υπουργού της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Επαμ. Δεληγεώργη προς την Εθνική Συνέλευση, στις 21 Ιανουαρίου 1863, στην οποία παρουσιάζει διεξοδικά την κατάσταση του εκπαιδευτικού συστήματος. Σχετικά δε με το Διδασκαλείο αναφέρει:

Το Διδασκαλείον απέβη καταγώγιον των την υποτροφίαν ως χαμαίζηλον άθλον εφημέρου ευνοίας λαμβανόντων, ή των την στρατολογίαν φευγόντων· οι δε βαθμοί, από ασθενών εγγυήσεων φυλαττόμενοι απέβησαν ολέ­θριον ευνοίας αντάλλαγμα […]. Και αυτή δε η πεσούσα εξουσία, την παρα­λυσίαν ταύτην βλέπουσα του διδασκαλείου, και την θεραπείαν των κακώς κειμένων εκ συστήματος αποφεύγουσα, εσκέφθη μάλλον να διαλύση και αδεξίως ποτ’ επεχείρησε την διάλυσιν του εθνοφελούς τούτου φυτωρίου της του λαού εκπαιδεύσεως. Η ταπείνωσις αύτη της εκπαιδεύσεως των δημοδι­δασκάλων και η ευκολία της επιτυχίας του πτυχίου ηύξησαν επί τοσούτον τον αριθμόν αυτών, ώστε πλήθος απειράριθμον άνευ θέσεως εφεδρεύουσιν, λίαν δε κακόζηλος έρις και σπουδαρχία εκ τούτου πηγάζει, όργανα δε το­πικών και κομματικών αγώνων, εκ της ανάγκης ταύτης πιεζόμενοι, κατέ­στησαν οι διδάσκαλοι του λαού, εκπεσόντες του ιερού αυτών χαρακτήρος.

 

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα: «Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …», θέμα που πρόεκυψε από την παρ’ ολίγον δημοπράτηση των Πρακτικών του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους της περιόδου 1856-1890.

 

Η σημασία των ιστορικών αρχείων είναι αδιαμφισβήτητα μεγάλη για την ανάδειξη και διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς και της φυσιογνωμίας μιας πόλης, ενός τόπου. Από τις δημόσιες πολιτικές που ασκούνται και από τις ιδιωτικές δράσεις που εκφράζονται στον τομέα αυτό, εξαρτάται ο βαθμός και η ποιότητα αυτής της φυσιογνωμίας. Το μικρό λαογραφικό μουσείο του χωριού Νυμφαίο κοντά στη Φλώρινα, διαθέτει ανεκτίμητης αξίας έγγραφα, σκεύη, φωτογραφίες, κ.ά. Η πόλη της αδελφοποιημένης με το Άργος Βέροιας, διαθέτει μια από τις πιο αξιόλογες δημοτικές βιβλιοθήκες και παρουσιάζει ένα από τα σημαντικότερα έργα διάσωσης της πολιτισμικής της κληρονομιάς (π.χ. αναπαλαίωση παλιάς και εβραϊκής συνοικίας). Καύχημα για την πόλη της Καλαμάτας αποτελεί, μεταξύ άλλων, το ιστορικό της αρχείο και η συλλογή εφημερίδων της δημοτικής βιβλιοθήκης.

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί μια πόλη τόσο πλούσια σε ιστορία όπως το Άργος στην Αργολίδα, δεν διαθέτει ούτε μια σελίδα δημοτικού ιστορικού αρχείου; Η οργάνωση και συντήρησή του θα έπρεπε λογικά να είναι στις προτεραιότητες κάθε δημοτικής αρχής. Θα έπρεπε… λογικά… αλλά στην πόλη για την οποία μιλάμε συμβαίνει κάτι εντελώς άπρεπο και παράλογο: τα γραπτά τεκμήρια ή τα φωτογραφικά αρχεία της έχουν χαθεί, καταστραφεί, καεί!  Τον τελευταίο καιρό μάλιστα μερικά από αυτά, εξαιρετικά σημαντικά,  βρέθηκαν σε δημοπρασία γνωστού Οίκου. Η πώλησή τους αποφεύχθηκε μετά από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η δημοσιοποίηση της δημοπρασίας των «Πρακτικών του ΔΣ του Δήμου Άργους (1856-1890)» και ταυτόχρονα δημοσιοποιήθηκε η υποκρισία και η ρηχότητα με τις οποίες οι (απ)ασχολούμενοι με τα κοινοτικά αντιμετωπίζουν τα ζητήματα διαχείρισης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όπως και η πλήρης αδιαφορία των ομάδων εκείνων που «κατά τεκμήριο» αποτελούν τη μορφωμένη και ευαισθητοποιημένη πολιτιστικά εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας!

Η δημοσιοποίηση λοιπόν της δημοπρασίας και οι αντιδράσεις που προκάλεσε, έχουν ενδιαφέρον για εκείνους που αναζητούν να καταλάβουν τα αίτια της πολιτισμικής στασιμότητας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Θα παρουσιάσω συνοπτικά και τεκμηριωμένα το γεγονός λαμβάνοντας υπόψη τα δυο επίπεδα στα οποία καταγράφονται και αξιολογούνται δημόσιες πολιτικές και ιδιωτικές δράσεις για τον πολιτισμό: το τυπικό και εκείνο του περιεχομένου και της ουσίας των πραγμάτων.

 

Φωτογραφία από το πλούσιο αρχειακό υλικό που ανακαλύφθηκε πρόσφατα σε χώρο του Κοινοβουλίου.

Ως προς το τυπικό:  οι πολίτες του Άργους θα γνωρίζουν πως δεν υφίσταται, εδώ και δεκαετίες, καμία απολύτως (δημόσια) δημοτική πολιτική διάσωσης και ανάδειξης ιστορικών τεκμηρίων στην αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας! Έχω επανειλημμένα υπογραμμίσει πως δεν είναι τυχαίο γεγονός η απουσία κάθε οργανωμένου ιστορικού αρχείου στην πόλη. Κι αυτό όχι μόνο γιατί Δημοτικοί Άρχοντες και παρατρεχάμενοι απλά αγνοούν τη σημασία του, αλλά κυρίως γιατί δεν θέλουν! Η ιστορία των πέντε τόμων των πρακτικών του Δ.Σ του πρώτου Δήμου της ανεξάρτητης Ελλάδας (1856-1890) που τέθηκαν σε δημοπρασία από τον γνωστό οίκο «Σπάνια Βιβλία Σπανός» είναι χαρακτηριστική της νοοτροπίας που έχει καλλιεργηθεί χρόνια τώρα.

Εξώφυλλο της 115ης Δημοπρασίας σπάνιων βιβλίων. Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Η 115η Δημοπρασία σπάνιων βιβλίων Ελλήνων βιβλιόφιλων πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 2014 στην αίθουσα του «Παρνασσού». Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Ο Δήμαρχος κ. Δ.Καμπόσος, ενημερώνεται επίσημα για την δημοπρασία από τον Προϊστάμενο των ΓΑΚ Αργολίδας κ. Δ. Γεωργόπουλο (έγγραφο με αρ.πρωτ 278/9 Ιουλίου 2014). Τις ίδιες ακριβώς ημέρες ο Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού κ. Γ. Γιαννούσης μου κοινοποιεί τον κατάλογο της δημοπρασίας και αποφασίζουμε από κοινού να το δημοσιοποιήσουμε στον τύπο και να ενημερώσουμε τον Δήμαρχο Άργους. Μάλιστα στις 11/7/2014 κοινοποιώ στον κ. Δήμαρχο σημείωμα που δημοσίευσε η ηλεκτρονική έκδοση των «Αργολικών» (11/7/2014) και η  καθημερινή εφημερίδα «Αργολίδα» (17/7/2014), στην οποία απάντησε ενημερωτικά με έγγραφό του  (288/15 Ιουλίου 2014) και πάλι ο Διευθυντής των ΓΑΚ Ναυπλίου.

Πριν ακόμη φτάσει το έγγραφο των ΓΑΚ στον Δήμο, ο κ. Οδυσσέας Κουμαδωράκης, ενημερωμένος από τον κ. Γ. Γιαννούση και με την προτροπή του τελευταίου, ανέλαβε να ενημερώσει τον κ. Καμπόσο και να του μεταφέρει την άποψη της αγοράς έναντι ευτελούς αντιτίμου των πέντε τόμων. Προφανώς, ο Δήμος δεν διέθετε «φράγκο για την αγορά τέτοιων βιβλίων». Εγώ και ο κ. Γιαννούσης ενημερώσαμε όσους θα μπορούσαν να συνδράμουν ώστε να μην χαθεί η ευκαιρία απόκτησης των ιστορικών τεκμηρίων. Μάλιστα συζητήθηκε και η πιθανότητα  συλλογής χρημάτων και συμμετοχής μας στην δημοπρασία χωρίς αυτό να καταστεί δυνατό. Η ιδέα δεν άρεσε σε ορισμένους. Είναι όμως πασίγνωστο πως ακόμη και κυβερνήσεις διαθέτουν μεγάλα ποσά προκειμένου να αποκτήσουν τεκμήρια του εθνικού τους πολιτισμικού πλούτου που υπάρχουν σε ιδιωτικές συλλογές και δημοπρατούνται με την προϋπόθεση να μην είναι προϊόντα κλοπής.

Αλλά είναι τα συγκεκριμένα αρχεία του Άργους κλεμμένα; Υπάρχει η παραμικρή δήλωση οποιασδήποτε Δημοτικής Αρχής για κλοπή και αναζήτηση των αρχείων; Είχε ποτέ ζητηθεί δικαστική συνδρομή για την υποτιθέμενη κλοπή; Που φυλάσσονταν τα αρχεία αυτά και με ποιο τρόπο εκλάπησαν;

Ο κ. Δήμαρχος Άργους-Μυκηνών αποφάσισε να τα διεκδικήσει δια της δικαστικής οδού γεγονός που χαιρετήσαμε με σχετική αρθρογραφία στον τοπικό τύπο τις ημέρες εκείνες. Όταν θα γίνει γνωστό το πλήρες κείμενο της δικαστικής απόφασης θα επανέλθουμε στις λεπτομέρειες. Για την ώρα τα στοιχεία που είναι γνωστά είναι τα παρακάτω:

  • Σε δημοσίευμά της η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Αναγνώστης» (Παρ. 27 Οκτ. 2017 https://anagnostis.org/article/14-menes-ston-protergate-tes-klopes-kai-10-ston-kleptapodocho), μας ενημερώνει πως η καταδικαστική απόφαση είναι 14 μήνες στον «κλέφτη» και 10 μήνες στον «κλεπταποδόχο». Η ενημέρωση των «Αργολικών» (https://argolika.gr/2018/01/10) μιλάει για 14 και 12 μήνες αντίστοιχα. Τι ακριβώς ισχύει;
  • Ουσιαστικά δεν υφίσταται ποινή αφού υπάρχει αναστολή και επίσης δεν υπάρχει, όπως σημειώνεται στον τοπικό τύπο,  απάντηση-απόφαση της εισαγγελίας για την κατάσχεση των 5 τόμων και την απόδοσή τους στα ΓΑΚ ή τον Δήμο.
  • Γιατί ο Δήμος δεν κίνησε την διαδικασία των «ασφαλιστικών μέτρων» κατά του Οίκου Δημοπρασιών ώστε να μπλοκάρει άμεσα τα αρχεία και να πετύχει, με δικαστική συνδρομή, την κατάσχεσή τους;
  • Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Μονομελές Πταισματοδικείο Ναυπλίου και όταν θα τελεσιδικίσει σε κάποια χρόνια από τώρα, ελπίζουμε και ευχόμαστε, οριστικά και αμετάκλητα να αποδοθούν στα ΓΑΚ.
  • Μπορεί για εσωτερική κατανάλωση ορισμένοι να καταδικάζουν ως «κλεπταποδόχους» τους Οίκους Δημοπρασιών, αλλά καλό είναι να γνωρίζουμε πως οι εταιρίες αυτές έχουν νομικούς συμβούλους και μεγάλη εμπειρία στα ζητήματα αυτά. Όπως ήταν αναμενόμενο οι πέντε τόμοι αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία και ένας Θεός γνωρίζει πότε, πως και που θα εμφανιστούν ξανά.
  • Τέλος, φαίνεται πως όλοι γνωρίζουν το όνομα του «κλέφτη», αλλά κανείς δεν το κοινοποιεί. Μάλλον χρειάζεται να συνεχιστεί το μελόδραμα για να μπορούν ορισμένοι να χύνουν τα κροκοδείλια δάκρυά τους και να κάνουν τη μικρή τους διαφήμιση.

Ως προς την ουσία: παρ’ ότι απερίφραστα και κατηγορηματικά καταδικάζουμε την  πώληση ιστορικών αρχείων από ιδιώτες με σκοπό το προσωπικό οικονομικό κέρδος, θεωρούμε το περιστατικό αυτό απολύτως ενδεικτικό της νοοτροπίας που έχει καλλιεργηθεί. Θέλω να υπενθυμίσω πως πολλές προσπάθειες έγιναν από τα ΓΑΚ Αργολίδας και από τον κ. Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη για να διασωθούν τα (εναπομείναντα;) αρχεία της πόλης του Άργους, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ακόμη πιο επίμονες ήταν οι προσπάθειες που κατέβαλαν ομάδες πολιτών για τη διάσωση αυτή. Πεταμένα σε υπόγεια ή αποθήκες μαζί με την πλούσια βιβλιοθήκη του κληροδοτήματος Κολιαλέξη, αποτελούσαν εικόνα ντροπής για την αρχαιότερη πόλη της χώρας. Παρ’ ότι προτείναμε επίμονα και πολλές φορές στις διάφορες δημοτικές αρχές να εργαστούμε εθελοντικά για την  διάσωσή τους, δεν μας το επέτρεψαν ποτέ! Μέχρι το 2008, όταν ο Αντιδήμαρχος κ. Γ. Αναγνώστου διαμορφώνει τον ημι-υπόγειο χώρου του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου σε ένα ελκυστικό Δημοτικό Αρχείο όπου βρίσκουν επιτέλους στέγη τα βιβλία της βιβλιοθήκης Κολιαλέξη και τα «υπόλοιπα» αρχεία του Δήμου Άργους. Στο χώρο αυτό συνεδρίασε για πρώτη και τελευταία φορά το ΔΣ του νεοϊδρυθέντος «Ινστιτούτου Αργειακών Μελετών».

Στον ίδιο χώρο μου χαμογέλασε η τύχη και φωτογράφησα όσα δημοτικά αρχεία είχαν απομείνει για την περίοδο του 1940, τεκμήρια που συμπεριέλαβα στο βιβλίο «Τετράδιο Πολέμου». Όταν το Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο παραχωρήθηκε στην Τουριστική Σχολή, τα αρχεία και η βιβλιοθήκη Κολιαλέξη εξαφανίστηκαν. Παρά τις επίμονες προσπάθειές μας και τις πιέσεις που ασκήσαμε, δεν μπορέσαμε να μάθουμε που είχαν μεταφερθεί. Η ελαφρώς επίσημη εκδοχή ήταν πως «μισά βρίσκονται στο παλιό Δημαρχείο Μύλων και μισά στο κοινοτικό κατάστημα Λυρκείας». Όλες οι προσπάθειες και παρακλήσεις να δούμε τα αρχεία αυτά απέτυχαν. Επομένως έχουμε κάθε δικαίωμα να πιστεύουμε στο χειρότερο σενάριο για την τύχη τους.

Από πού λοιπόν προκύπτει η αγωνία της Δημοτικής Αρχής για την διάσωση των τεκμηρίων της ιστορίας της πόλης; Αφού η Δημοτική Αρχή δια υπογραφής Δημάρχου Δημ. Καμπόσου δηλώνει την δεδομένη «ευαισθησίας μας για την διάσωση και απόκτηση των πηγών της ιστορίας του Δήμου μας», γιατί δεν έχει θέσει στις άμεσες προτεραιότητές της τη δημιουργία ενός μικρού χώρου (έστω ένα παλιοδωμάτιο κάπου προσωρινά), ώστε να τοποθετηθούν τα αρχεία της πόλης (όσα υπάρχουν!) και να μπορούν οι ερευνητές να τα συμβουλευτούν; Η διαρροή του 2014 ότι προετοιμάζεται αίθουσα στο κτίριο του παλιού γαλακτοκομικού συνεταιρισμού για να στεγάσει τα αρχεία αποδείχτηκε, όπως και πολλά άλλα, φτηνό και κακόγουστο αστείο.

Ουσιαστικά η ιστορία των 5 τόμων της δημοπρασίας προέκυψε τυχαία και καθόλου ευχάριστα για τη Δημοτική Αρχή. Δεν κατανοεί, δεν την ενδιαφέρουν και δεν πρόκειται να διεκδικήσει το παραμικρό. Μέχρι να τελεσιδικίσει η ιστορία αυτή θα έχει ξεχαστεί, όπως ξεχάστηκε η καταστροφή του φωτογραφικού αρχείου της ΔΕΠΟΑΡ από… φωτιά, όπως θα ξεχαστεί η εξαφάνιση από το Κωνσταντοπούλειο των τελευταίων ιστορικών τεκμηρίων της πόλης. Στην προσπάθεια αυτή συμβάλλει με μεγάλο ζήλο και η πολύχρωμη αντιπολίτευση, ιδιαίτερα η «προοδευτική», για την οποία άγρια μεσάνυκτα και σκότος βαθύ επικρατούν όταν μιλάμε για θέματα πολιτισμικής κληρονομιάς και τεκμηρίων ιστορικής φυσιογνωμίας της πόλης. Δεν λέω! Είναι χρήσιμη η διαμαρτυρία για την κοπή ενός ιστορικού κυπαρισσιού στο κέντρο της πόλης. Θα ήταν απείρως πιο χρήσιμη η επίμονη διαμαρτυρία και ανάδειξη της συστηματικής καταστροφής των τεκμηρίων της σύγχρονης ιστορικής πορείας της πόλης.

Στηρίζοντας την άποψη αυτή θεωρούμε ως ύψιστη πράξη αντίστασης στον εκβαρβαρισμό της καθημερινότητας, τη συστηματική διάσωση και ανάδειξη κάθε στοιχείου που ενισχύει την πολιτισμική φυσιογνωμία των κοινοτήτων μας. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη απλοί άνθρωποι που κατανοούν τη σημασία μιας τέτοιας αντίστασης και στηρίζουν την προσπάθεια αυτή. Θα συνεχίσουμε να συνθέτουμε και πάλι κομμάτι-κομμάτι τη νεότερη ιστορική πορεία αυτής της πόλης και ήδη έχουμε σημαντικά αποτελέσματα που δημοσιοποιούνται σταδιακά από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Χρειάζεται όμως να σημειώσουμε πως όλα τα παραπάνω είναι σημάδια των καιρών. Δεν πρόκειται απλά «για σφάλματα μιας κακής Δημοτικής Αρχής», αλλά για την ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτισμική αποσύνθεση που βαραίνει τις τοπικές κοινωνίες και την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της. Το ιστορικό χρυσωρυχείο του Άργους, καθώς οι στοές του γκρεμίζονται η μια μετά την άλλη, θα αποτελεί το παράδειγμα της πιο άτυχης πόλης στην Ελλάδα και ίσως στον κόσμο ολόκληρο.

Κάνουμε έκκληση στην/στον/στους κατόχους των 5 τόμων να τους παραδώσουν, με όποιο τρόπο θεωρούν καταλληλότερο, στα ΓΑΚ Αργολίδας ή στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. Η καταστροφή τους θα αποτελούσε ένα ακόμη βαρύ πλήγμα  για το λαβωμένο πρόσωπο της πόλης. Ας το σκεφτούν καλά και ας διορθώσουν ένα λάθος με μια πράξη συνειδητά στοργική για την ιστορία του τόπου τους.

Γεώργιος Η. Κόνδης

 Άργος 17-2-2018

Read Full Post »

Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό στο Άργος του 19ου αιώνα. © Γεώργιος Η. Κόνδης, Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδων, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

  1. Έννοιες και πλαίσιο αναφοράς.

Ο 19ος αιώνας αποτελεί ένα πεδίο σημαντικών ιστορικών γεγονότων και ανακατατάξεων τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Οι αλλαγές ιδιαίτερα των πολιτικών και στρατιωτικών συσχετισμών δε θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστες τις δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντίθετα, αποτέλεσε το κεντρικό σημείο των αλλαγών αυτών με κορυφαίο ιστορικό γεγονός την επανάσταση του 1821. Στην περιοχή της Πελοποννήσου ιδιαίτερα, τα πολεμικά γεγονότα θα αποτελέσουν μια πηγή συνεχούς ερήμωσης και καταστροφής υποδομών και κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων. Η περιοχή του Άργους κυρίως, σημαδεύτηκε αρνητικά από τα γεγονότα αυτά όμως, κατά τρόπο παράδοξο, η τοπική κοινωνία καταφέρνει κάθε φορά να πετύχει την ανασύσταση του καταστραμμένου κοινωνικού ιστού καθώς επίσης και των ζωτικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Είναι ίσως μια από τις λίγες ή σπάνιες περιπτώσεις περιοχών οι οποίες, παρά την ένταση των καταστροφών, ανανεώνει διαρκώς την παρουσία της στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Υπενθυμίζω πως η περιοχή θα βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση καταστροφής και ανασυγκρότησης, αδράνειας και ενέργειας (Πίνακας 1). Σε μια τέτοια κατάσταση, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγίσει κανείς το θέμα της διαμόρφωσης ενός αναγνωστικού κοινού. Ακριβώς όμως για τους ίδιους λόγους, η διαδικασία μορφοποίησης του κοινού αυτού αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας.

 

Πίνακας 1

 

Πράγματι, οι πρώτες δεκαετίες στη ζωή της μετεπαναστατικής Ελλάδας αποτελούν το πεδίο στο οποίο διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις, οργάνωσης και εξέλιξης του νεοελληνικού Κράτους. Το Κράτος αυτό διαμορφώνεται παράλληλα με τη νεοελληνική κοινωνία σε διάφορα επίπεδα. Δεν εντάσσεται στα πλαίσια της παρούσης έρευνας η επανάληψη των βασικών ιστορικών στοιχείων που έχουν ήδη παρουσιαστεί σε σημαντικές ιστορικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις. Θα προσπαθήσω όμως συνοπτικά να παρουσιάσω τα επίπεδα αυτά, ώστε να εντάξω ευκολότερα την έννοια του κοινού στα συμφραζόμενα της νέας ελληνικής κρατικής υπόστασης.

Στο πολιτικό επίπεδο, η οργάνωση ενός έντονα συγκεντρωτικού κράτους και μιας κρατικής γραφειοκρατίας, θα διαμορφώσει συνθήκες υπερπολιτικοποίησης της κοινωνίας. Πρόκειται για ένα βασικό χαρακτηριστικό του νεοελληνικού κρατισμού, μια αντιστοιχία δηλαδή μεταξύ της έντονης πολιτικοποίησης και της «μανίας του Έλληνα για την ενασχόληση με τα κοινά» [1] από τη μια και τη διαρκή προσπάθεια απόκτησης μιας θέσης στον κρατικό μηχανισμό, από την άλλη. Ο τελευταίος θα αποτελέσει και το σημαντικότερο μηχανισμό διανομής θέσεων και οικονομικών ωφελημάτων ή μισθών. Έτσι, η σημασία του είναι βασική για την κατανόηση της οργάνωσης των σχέσεων κυριαρχίας στην ελληνική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, δηλαδή, εκείνων που το χαρακτηρίζουν ως πελατειακές σχέσεις.

Η συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας αντιστοιχεί επίσης στη διαδικασία διαμόρφωσης και εξέλιξης του Κράτους. Παρά την ύπαρξη ενός μεγάλου αγροτικού τομέα και τη σταδιακή μορφοποίηση εργατικών στρωμάτων στα υπό διαμόρφωση επίσης αστικά κέντρα, η κοινωνική ομάδα που γνωρίζει μια ραγδαία ανάπτυξη είναι εκείνη των δημοσίων υπαλλήλων. Οι «μορφωμένες» κατηγορίες του πληθυσμού θα αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά της νέας κρατικής γραφειοκρατίας και θα στελεχώσουν τα κέντρα οργάνωσης και επιβολής της κρατικής εξουσίας. Από την εποχή αυτή ήδη μερικές κοινωνικο-επαγγελματικές κατηγορίες παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη εξέλιξη – διόγκωση, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης τους με τους κρατικούς μηχανισμούς. Οι δικηγόροι και οι δάσκαλοι βρίσκονται στην πρώτη θέση αυτής της ιεράρχησης. Η κοινωνική συγκρότηση χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από τη δυναμική εμφάνιση και διόγκωση της δημοσιοϋπαλληλίας.

Στα κοινωνικά και πολιτικά αυτά πλαίσια θα οργανωθούν με έναν ιδιαίτερο τρόπο οι πολιτισμικές παραγωγές κυρίως σε τρία επίπεδα: την εκπαίδευση, την αστικοποίηση με κυρίαρχη τάση τον αρχιτεκτονικό νεοκλασικισμό και τις τέχνες, ιδιαίτερα τη λογοτεχνία, με κυρίαρχη μορφή τους το Ρομαντισμό ή όπως καθιερώθηκε τον «Ελληνικό Ρομαντισμό». Ο κύριος μηχανισμός μέσω του οποίου επιβάλλονται οι κυρίαρχες τάσεις είναι ο εκπαιδευτικός μηχανισμός, το σχολείο.

Στο επίπεδο της εκπαίδευσης η κυρίαρχη μορφή είναι το αλληλοδιδακτικό σχολείο ήδη από την καποδιστριακή περίοδο. Παράλληλα όμως λειτουργούν, στην περιοχή της Αργολίδας και τα λεγόμενα κοινά σχολεία, όπως επίσης και ιδιωτικά παρθεναγωγεία στο Άργος και στο Ναύπλιο. Θα ήταν αδύνατο να ισχυριστεί κανείς πως το επίπεδο της εκπαίδευσης στην περιοχή, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, είναι ικανοποιητικό ώστε να θεωρείται σημαντικό στοιχείο για την οργάνωση ενός αναγνωστικού κοινού. Είδαμε πως οι εκπαιδευτικές υποδομές, μεταξύ άλλων, καταστρέφονται συχνά λόγω των συγκρούσεων. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στα 1831 όταν λόγω των εμφυλίων συγκρούσεων του Δεκεμβρίου στο Άργος και την ερήμωση της πόλης, καταστρέφεται και πάλι κάθε εκπαιδευτική υποδομή και πρόγραμμα. Παρ’ όλα αυτά ο αριθμός των εκπαιδευομένων δεν είναι αμελητέος  και θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη [2] της τάσης για εκπαίδευση. Πολύ περισσότερο όταν γνωρίζουμε πως πρόκειται για πρωτοβουλία των γονέων [3].  Ας σημειωθεί τέλος πως για την Πελοπόννησο,  σημαντικά ποσοστά φοίτησης δεν διαπιστώνονται σε πλούσιες επαρχίες όπως η Κορινθία και η Αχαΐα, αλλά σε περιοχές λιγότερο ανεπτυγμένες, με μια σχετικά κλειστή οικονομία, περισσότερο αυτοκαταναλωτική [4]. Φαίνεται δε πως το ίδιο έντονη ήταν η εκπαιδευτική κινητικότητα και στην ευρύτερη περιοχή του Άργους.

Το δεύτερο σημείο που θα πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι ορισμένα σημαντικά γεγονότα, πολιτικά, στρατιωτικά και κοινωνικά, θα διαδραματίσουν ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση, μεταξύ άλλων, των πνευματικών κέντρων της εποχής. Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα είναι και αυτό της μεταφοράς της πρωτεύουσας στην Αθήνα το 1834 που ανακόπτει μια σημαντική διαδικασία αστικοποίησης των αργολικών κέντρων όπως το Ναύπλιο και το Άργος. Η μεταφορά αυτή επιβάλει μια ιδιαίτερη αντιστροφή μετατρέποντάς τα, στην καλύτερη περίπτωση, σε περιφερειακά κέντρα [5].

Το τρίτο σημείο αφορά στη διαμόρφωση των βασικών εργαλείων ανάπτυξης ενός κοινού, μιας κοινής γνώμης και τέλος ενός αναγνωστικού κοινού. Για το λόγο αυτό, χρειάστηκε η οργάνωση και εξέλιξη του Τύπου καθώς επίσης και των εκδόσεων σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Η οργάνωση ενός «κοινού», στηρίχθηκε κυρίως στην έκφραση γνώμης για την πολιτική, στην οποία προστέθηκε και την οποία εξυπηρέτησε και η λογοτεχνική παραγωγή. Είτε από την άποψη της γλώσσας (δημοτική, καθαρεύουσα), είτε της θεματογραφίας (ληστεία, κοινωνικά δράματα, σατυρική ποίηση, κτλ), ο Ελληνικός Ρομαντισμός δεν αποτελεί μόνο μια σοβαρή προσπάθεια ερμηνείας των ευρωπαϊκών αναζητήσεων στο επίπεδο της τέχνης σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, αλλά είναι και η σημαντικότερη έκφραση που διαθέτουμε για την υπό διαμόρφωση πολιτική κοινωνία [6].

Επίσης, δεν είναι μόνο τα έργα αυτά καθαυτά, αλλά και οι χώροι στους οποίους παρουσιάζονται ή διαβάζονται, που αποτελούν βασικούς δείκτες για την οργάνωση ενός «κοινού». Δίπλα στα πρώτα βιβλιοπωλεία και τα φιλολογικά σαλόνια, άλλοι χώροι αναπαράγουν τις ίδιες λειτουργίες ή προσφέρονται γι’ αυτές. Για παράδειγμα, τα κουρεία και τα καφενεία προσφέρονται για την ανάγνωση και μάλιστα τη δημόσια ανάγνωση των εφημερίδων (κουρείο Χαχάγια στο Άργος), τα πιλοπωλεία για την έκθεση έργων τέχνης (πιλοπωλείο Κασδόνη στη Σταδίου – Αθήνα) [7], κτλ. Μπορεί λοιπόν η καλλιτεχνική ζωή, κυρίως στα επαρχιακά κέντρα, να είναι φτωχή, όμως αναντίρρητα αναβιώνει η λογοτεχνική κίνηση [8] και η καλλιτεχνική ζωή των «ήρεμων» δεκαετιών του 19ου αιώνα [9] και κυρίως δημιουργούνται όλες οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός αναγνωστικού κοινού και μιας «ζωντανής κοινής γνώμης». Μιας κοινής γνώμης δηλαδή που μπορούσε να επηρεάσει την πολιτική διαμάχη [10]. Ο Δημόσιος Χώρος αναπτύσσεται με έναν τρόπο έντονα πολιτικό στα 70 πρώτα χρόνια του νεοελληνικού Κράτους διαμορφώνοντας ένα «κοινό» με σαφώς κριτική άποψη. Η ανάπτυξη αυτή έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί στις δυτικές κοινωνίες με μια έκφραση μοναδική στην ιστορία: τη δημόσια έκφραση της Λογικής [11].

  1. Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό.

Από τη στιγμή εκείνη, η ανάπτυξη του Δημόσιου Χώρου αντιστοιχεί στο βαθμό ανάπτυξης του διαλόγου μεταξύ του Τύπου και του Κράτους [12]. Για παράδειγμα, η Δημοσιοποίηση των Κοινοβουλευτικών συζητήσεων και έργων, παρότι μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός χειραγώγησης της κοινής γνώμης, «της επιτρέπει να μετρήσει την επιρροή που ασκεί και λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των πολιτικών και των πολιτών, δηλαδή δυο τμημάτων του ίδιου «κοινού» [13].  Έτσι, ο Τύπος αποτελεί το σημαντικότερο μέσον διαμόρφωσης αλλά και έκφρασης του «κοινού» και της «γνώμης» [14]. Ιδιαίτερα για την ελληνική πραγματικότητα, η εκδοτική δραστηριότητα η σχετική με τις εφημερίδες αποκτά μια πληθωρικότητα μοναδική[15]. Ήδη στη διάρκεια του Αγώνα κυκλοφορούν χειρόγραφες εφημερίδες, ενώ το 1824 σημειώνει η Α. Κουμαριανού «αποτελεί έτος της νεοελληνικής δημοσιογραφίας» με την έκδοση σημαντικών φύλων όπως τα «Ελληνικά Χρονικά» στο Μεσσολόγγι, το «Φίλο του Νόμου» στην Ύδρα, και την «Εφημερίδα των Αθηνών» στην Αθήνα. Η εξαιρετική πολιτική σημασία που αποδίδεται στην έκδοση των εφημερίδων αποτυπώνεται στο ποίημα του Αλεξ. Σούτσου «Εφημεριδογράφος» που δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Ήλιος» [16] και του οποίου ο στίχος «ή υπούργημα μου δίνεις ή εφημερίδα γράφω» έμεινε παροιμιώδης. Καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα για την υπερπολιτικοποιημένη κοινή γνώμη, ο Α. Σ. Σκανδάμης στην «Τριακονταετία της βασιλείας του Όθωνος» [17] σημειώνει:  «Δι’ αυτό και ο αριθμός των εκδιδομένων εφημερίδων ήτο τελείως δυσανάλογος με τον πληθυσμόν της χώρας, γεγονός το οποίον δηλοί ότι το πάθος του Έλληνος να δημοσιογραφεί ήτο και είναι αθεράπευτον».

Στο Άργος, παρά τον αγροτικό – εργατικό χαρακτήρα της κοινωνικής του συγκρότησης, οι εκδοτικές δραστηριότητες δεν είναι καθόλου αμελητέες. Θα πρέπει να σημειώσω εδώ, την διαφοροποίηση που υφίσταται η έννοια του «αναγνωστικού κοινού» μεταξύ ενός σώματος αναγνωστών κατά τον 19ο αιώνα και του ίδιου σώματος κατά τον 20ο αιώνα. Κατά τον 19ο αιώνα και στη συγκεκριμένη περίπτωση που παρουσιάζουμε, η ανάγνωση αποτελεί μια ιδιωτική πράξη με δημόσιο χαρακτήρα. Η ανάγνωση των εφημερίδων γίνεται κυρίως σε δημόσιους χώρους (π.χ. καφενεία), όπου χρησιμοποιείται ένα είδος αναλογίου, οι λεγόμενες στέκες. Το ίδιο συμβαίνει κατά κάποιο τρόπο και με τις εκδόσεις βιβλίων οι οποίες γίνονται κατά παραγγελία και για το λόγο αυτό υπάρχει ένας κατάλογος στο τέλος κάθε έκδοσης με τα ονόματα των συνδρομητών.

Θα σημειώσω επίσης μια δεύτερη βασική συνιστώσα για την κατανόηση της έννοιας αυτής, στα πλαίσια που εξετάζω. Ενώ λοιπόν παρατηρούμε πως οι εφημερίδες είναι περισσότερο προσιτές ακόμα και στα εργατικά στρώματα, που συχνάζουν στα καφενεία και γνωρίζουν ανάγνωση ή πληροφορούνται από άλλους, το βιβλίο απευθύνεται περισσότερο στα στρώματα εκείνα του πληθυσμού που θεωρούνται μορφωμένα, μεσαία ή/και ανώτερα, και διαθέτουν ένα καλό οικονομικό υπόβαθρο για την αγορά των βιβλίων. Η κατηγορία αυτή είναι πολύ μικρή. Βέβαια, παρά τη δυσκολία να καθορίσει κανείς με τρόπο επιστημονικά αποδεκτό [18] την κοινωνική σύσταση του πληθυσμού στο Άργος, έχουμε ενδείξεις (περιγραφές, οικονομικά κείμενα, μαρτυρίες, αρχιτεκτονικές μελέτες, κτλ), πως η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων ήταν αγρότες και εργάτες χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις ή οικονομικές δυνατότητες. Άρα, το «αναγνωστικό κοινό» που διαμορφώνεται σε σχάση με τις εκδόσεις βιβλίων είναι περιορισμένο στους λίγους δημοσίους υπαλλήλους και τους ιδιώτες, κυρίως δικηγόρους και γιατρούς. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, πως όταν δημιουργείται η βιβλιοθήκη του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», οι μεγαλύτερες δωρεές προέρχονται κυρίως από δικηγόρους.

Όμως, συγκριτικά με το χαρακτήρα αυτό του πληθυσμού, ο αριθμός των εντύπων και των εφημερίδων που κυκλοφορούν είναι σημαντικός. Οι πληροφορίες που σώζονται αποτυπώνουν μια σημαντική εκδοτική δραστηριότητα εφημερίδων, την τελευταία περίπου 20ετία του 19ου αιώνα, δηλαδή, από το 1883 και μετά (Πίνακας 2). Η πρώτη έκδοση εφημερίδας είναι τα δυο μόνο φύλλα της ΕΥΘΥΝΗΣ (η έκδοση γίνεται πρώτα στο Ναύπλιο, άρα τα δυο μόνο φύλλα αφορούν την έκδοση που συνεχίζεται στο Άργος), ενώ την ίδια χρονιά ξεκινά και ο «ΔΑΝΑΟΣ» του Ιωαν. Υψηλάντη του οποίου η έκδοση θα διατηρηθεί μέχρι και το 1885 για να παραχωρήσει τον τίτλο του στην εφημερίδα που θα εκδώσει ο ομώνυμος Σύλλογος. Το 1885 αρχίζει την έκδοσή του ο «ΕΡΑΣΙΝΟΣ» και την ίδια χρονιά το «ΑΡΓΟΣ» το οποίο διατηρείται μέχρι το 1889. Η εφημερίδα «ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ» αρχίζει την έκδοσή της το 1888 μέχρι και το 1899 και γίνεται έτσι το μακροβιότερο έντυπο του Άργους. Τέλος, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», αρχίζει τη δική του έκδοση με τον ίδιο τίτλο που παραχωρεί με επιστολή του στις 6-12-1895 ο Ι. Υψηλάντης. Τέλος,  μαθαίνουμε την πιθανή έκδοση της εφημερίδας «Τα Νέα του Άργους» από κριτική του  ΔΑΝΑΟΥ στις 7-10-1896, αλλά δεν γνωρίζουμε αν τελικά εκδόθηκε. Ας σημειωθεί, πως μεγάλες μορφές της τοπικής ιστορίας θα ασχοληθούν με τις εκδόσεις αυτές, όπως ο ιστορικός Δ. Βαρδουνιώτης (Αργολίς Ναυπλίου, Άργος).

Μακροβιότερες εφημερίδες :

  1. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ = 11 έτη
  2. ΔΑΝΑΟΣ (σύλλογος) = 9 έτη
  3. ΑΡΓΟΣ  =  4 έτη
  4. ΔΑΝΑΟΣ = 2 έτη
  5. ΕΡΑΣΙΝΟΣ = 4 μήνες
  6. ΕΥΘΥΝΗ = 1 μήνας

 

Πίνακας 2 – Εφημερίδες

 

Εφημερίδα «Δαναός»

 

Εφημερίδα «Αγαμέμνων»

 

Εφημερίδα «Ερασίνος»

 

Τα βασικά χαρακτηριστικά των εφημερίδων της εποχής  είναι τα εξής :

  • είναι η ασταθής κυκλοφορία λόγω οικονομικών προβλημάτων. Βλέπουμε στον παραπάνω πίνακα πως δυο μόνο εφημερίδες έχουν μια σημαντική χρονική σταδιοδρομία ο Αγαμέμνων με 11 έτη και ο Δαναός του Συλλόγου Δαναός με 9 έτη. Πολλές φορές γίνονται αναφορές στα προβλήματα χρηματοδότησης και καλούνται συχνά οι συνδρομητές να πληρώσουν τη συνδρομή τους. Συχνά επίσης διακόπτεται η έκδοση της εφημερίδας λόγω οικονομικών δυσχερειών, για να επανεκδοθεί μερικούς μήνες μετά.
  • Ως σκοπός της έκδοσης αναφέρεται η ενημέρωση του πολίτη, η διαμόρφωση γνώμης για τα κοινά και η κριτική στάση απέναντι στην κάθε εξουσία. Επικαλούνται δε την ανεξαρτησία τους από αυτές και τον αδέσμευτο χαρακτήρα τους. Με σχετική, ως ένα βαθμό, εξαίρεση τον ΔΑΝΑΟ του Συλλόγου ο οποίος θα «…χρησιμεύσει ως σύνδεσμος πατριωτικός, συνδέων τους φίλους ημών συμπολίτας δια του αρρήκτου δεσμού της αγάπης της ομοφροσύνης και της φιλοπατρίας», όλες οι εφημερίδες αποτελούν ένα βήμα πολιτικού λόγου και σε ορισμένες περιπτώσεις ιδιαίτερα αντιπολιτευτικού, όπως η περίπτωση του Αγαμέμνονα που είναι καθαρά αντιτρικουπική.
  • Η εξέταση των εφημερίδων μας βοηθά, ίσως για πρώτη φορά, να στοιχειοθετήσουμε μια ποσοτική ανάλυση για την εποχή εκείνη. Θα παρουσιάσω στο σημείο αυτό, τους σημαντικότερους στατιστικούς πίνακες της έρευνας αυτής.

Στους πίνακες αυτούς βλέπουμε μια πολύ μεγάλη διαφορά στα κύρια άρθρα, αυτά που σήμερα ονομάζουμε πρωτοσέλιδα, μεταξύ της κατηγορίας «ΠΟΛΙΤΙΚΗ» και των υπολοίπων. Τα δε οικονομικά απουσιάζουν σχεδόν από τα κύρια άρθρα. Πρώτη με μεγάλη διαφορά στην πολιτική αρθρογραφία η εφημερίδα Αγαμέμνων και ακολουθούν ο «πρώτος» Δαναός και το Άργος, ενώ πολύ χαμηλό είναι το ποσοστό της πολιτικής αρθρογραφίας του «δεύτερου» Δαναού. Τα πολιτικά θέματα βρίσκονται στις πρώτες κατηγορίες ενδιαφερόντων με αναλύσεις και κριτικές της πολιτικής κατάστασης ή των προσώπων – φορέων της. Θα σημειώσω πως η στήλη «ΔΙΑΦΟΡΑ» που περιλαμβάνει ποικίλες ειδήσεις της καθημερινότητας, του αστυνομικού δελτίου, της εκπαίδευσης, κτλ, θα αποτελέσει μια σημαντική κατηγορία και στα περιεχόμενα άρθρα όπως θα δούμε και στη συνέχεια.

 

α) Διαμόρφωση αναγνωστικού κοινού.

 

α) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων

 

α) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων εφημερίδων

 

β) Διαμόρφωση αναγνωστικού κοινού.

 

β) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων

 

β) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων εφημερίδων

 

Στους πίνακες αυτούς βλέπουμε μια αποτύπωση των περιεχόμενων άρθρων στην οποία και πάλι οι κατηγορίες της «Πολιτικής» και των «Διαφόρων Ειδήσεων» είναι οι σημαντικότερες. Θα σημειώσω πως στη δεύτερη κατηγορία περιέχονται και πάλι πολιτικές ειδήσεις ή ανακοινώσεις πολιτικών προσώπων, όχι όμως αποκλειστικά διότι περιλαμβάνονται και άλλες γενικότερου ενδιαφέροντος. Αποτελεί όμως τη σημαντικότερη στήλη με ένα ποσοστό 16,5% επί του συνόλου των άρθρων και ακολουθούν οι κατηγορίες «Πολιτική» (11,2%), «Δικαστικά» (10,8%) και «Πολιτισμός» (9,9%). Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται σε όλες τις εφημερίδες με εξαίρεση το ΔΑΝΑΟ (2), ο οποίος διαμοιράζει τις ειδήσεις καθημερινότητας σε άλλες στήλες. Επειδή δε, δεν υπάρχει καθημερινή έκδοση εφημερίδας η κατηγορία «Διάφορα» προσδιορίζεται κυρίως ως «ειδήσεις καθημερινότητας».

Παράλληλα με την πολιτική, παρακολουθούμε και θέματα που αφορούν την ιδεολογική συγκρότηση της τοπικής κοινωνίας , π.χ. η διαμάχη για την αργία της Κυριακής, οι ομιλίες για θέματα ηθικής, κλπ. Θέματα για τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα όπως ο έρανος για την Κρήτη, τον εξελληνισμό των τοπονυμίων, κτλ. Τέλος, οι εφημερίδες αποτελούν και μια σημαντική πηγή πληροφόρησης για τις εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών, πράγμα που πιστοποιεί μεταξύ άλλων και την οργάνωση ενός έστω και περιορισμένου αναγνωστικού κοινού στην πόλη.

 

 

Εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών

 

Παράλληλα με τις εκδόσεις των εφημερίδων αρχίζει και μια άλλη σημαντική εκδοτική δραστηριότητα στην πόλη. Οι πρώτες τοπικές εκδόσεις γίνονται από το τυπογραφείο του Γ. Παπαδόπουλου «Ο ΚΟΡΑΗΣ» από όπου σώζεται και μια σημαντική ελληνική γραμματική που απευθύνεται  στους «πρωτοπείρους της Ελληνικής Σχολής του Άργους Παίδας»  και στη συνέχεια κυρίως από το τυπογραφείο του Ανάργυρου Τημελή. Ο τελευταίος από το 1885 και μετά, προχωρά σε εκδόσεις ιδιωτικών κειμένων και σχολικών βιβλίων. Η εκδοτική αυτή δραστηριότητα θα εξελιχθεί περισσότερο από τις αρχές του 20ου αιώνα και μετά.  Όμως, η σημασία των εκδοτικών δραστηριοτήτων δεν περιορίζεται στο τοπικό επίπεδο. Πάρα πολλές εκδόσεις προέρχονται από την Αθήνα ή ακόμα και από άλλα περιφερειακά κέντρα όπως το Ναύπλιο στο οποίο υπάρχει και το Βασιλικό Τυπογραφείο, την Καλαμάτα, τη Τρίπολη, την Κέρκυρα και βεβαίως εκδόσεις ξενόγλωσσες, κυρίως γερμανικές, και γαλλικές. Κυκλοφορούν επίσης σημαντικά βιβλία γραμμένα ακόμα και στην ελληνική τα οποία έχουν εκδοθεί στη Βιέννη, τη Βενετία ακόμα και στη Μόσχα. Θα σημειώσω μερικές πρώτες αλλά βασικές παρατηρήσεις, σχετικά τις εκδόσεις και τη δημιουργία αναγνωστικού κοινού ιδιαίτερα στην περιοχή του Άργους.

 

 

«πρωτοπείρους της Ελληνικής Σχολής του Άργους Παίδας»

 

Το αναγνωστικό κοινό διαμορφώνεται κυρίως συνδρομητικά την πρώτη αυτή περίοδο του νεοελληνικού κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες εκδόσεις έχουν απαραίτητα και τον κατάλογο των ονομάτων των συνδρομητών οι οποίοι δεν προέρχονται υποχρεωτικά από την ίδια πόλη. Είναι όμως σημαντικό ότι μοιράζονται την ίδια ευαισθησία και ως μέλη του ίδιου αναγνωστικού κοινού.

Ήδη από τις πρώτες εκδοτικές προσπάθειες γίνεται λόγος για το αναγνωστικό κοινό, πράγμα που πιστοποιεί την ύπαρξή του. Στο πρώτο μυθιστόρημα που εμφανίστηκε στην ανεξάρτητη Ελλάδα, το «Λέανδρο» του Παναγιώτη Σούτσου που δημοσιεύεται το 1834 στο Ναύπλιο, ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει στον πρόλογό του: «Εις την αναγεννωμένην Ελλάδα τολμώμεν ημείς πρώτοι να δώσωμεν εις το κοινόν τον Λέανδρον».

Τα χαρακτηριστικά του κοινού αυτού δεν είναι διαφορετικά από εκείνα που διαμορφώνονται σε ολόκληρη την επικράτεια, αλλά και στο ελληνικό στοιχείο της διασποράς, με βάση τις διάφορες φιλολογικές και καλλιτεχνικές τάσεις (Ρομαντισμός, Νατουραλισμός, κτλ). Παρατηρούμε επίσης πως το κοινό αυτό και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι μόνιμα προσανατολισμένο στα μεγάλα εθνικά προβλήματα και τις ελπίδες εθνικής ολοκλήρωσης. Είναι μια διαπίστωση που προέρχεται από την αποδελτίωση των άρθρων των εφημερίδων, της βιβλιοκριτικής και των εκδόσεων που διαθέτουν οι ιδιώτες.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που αποτελεί και ενδιαφέρουσα πηγή ιστορικο-πολιτικών στοιχείων είναι οι σχεδόν υποχρεωτικού χαρακτήρα αφιερώσεις που υπάρχουν σε όλες σχεδόν τις εκδόσεις δίνοντας μια συγκεκριμένη ταυτότητα του συγγραφέα ή συμπληρώνοντάς την.

Μία επίσης σημαντική διαπίστωση είναι η προσωποποίηση των εκδόσεων, δηλαδή η τάση με απλές φράσεις ή με την κατάθεση του ονόματος ή της υπογραφής ή ακόμα ομοιοκατάληκτων στίχων πάνω στο βιβλίο, να αυτοκαθορίζεται ο ιδιοκτήτης ως μέλος του αναγνωστικού κοινού δίνοντας ένα ιδιαίτερο στίγμα.

 

 

Προσωποποίηση των εκδόσεων…

 

 

Καταγράφοντας επίσης την σημαντική ιδιότητα του δωρητή, διαπιστώνουμε πως είναι απόλυτα συνυφασμένη με την πίστη για την ανάπτυξη ενός τοπικού αναγνωστικού κοινού. Η εξαιρετική περίπτωση του δικηγόρου Δημοσθένη Δεσμίνη, ο οποίος δωρίζει στη βιβλιοθήκη του Δαναού μια σημαντική σε ποιότητα και αριθμό ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση συλλογή βιβλίων, δεν είναι η μοναδική.

Τελειώνοντας λοιπόν, θα πρέπει να σημειώσουμε ιδιαίτερα πως ακριβώς η δημιουργία της πρώτης δημόσιας βιβλιοθήκης στην πόλη του Άργους, θα δώσει μια καινούρια ώθηση και ένα νέο προσανατολισμό στη διαμόρφωση του τοπικού αναγνωστικού κοινού, τόσο λόγω του εμπλουτισμού της από τις δωρεές όσο και της άμεσης σχέσης της με τα μαθήματα που οργανώνει ο Σύλλογος και τα οποία απευθύνονται στις ασθενέστερες οικονομικά κατηγορίες του τοπικού πληθυσμού. Ίσως να πρόκειται για μια ξεχωριστή περίπτωση που περισσότερο συνδέεται με κινήματα της εποχής σχετικά με τη λαϊκή εκπαίδευση και τα δημόσια αναγνωστήρια [19], που συναντάμε κυρίως μετά το 1890 στη Γαλλία αλλά και στη Βρετανία και τις ΕΠΑ. Ο 19ος αιώνας διέλυσε σταδιακά το παιδευτικό μονοπώλιο των κυρίαρχων τάξεων και διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις μιας γενικευμένης προσαρμογής των λαϊκών μαζών στα παιδευτικά αγαθά. Δεν πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας φυσιολογικής διαδρομής, αλλά ενός κοινωνικού κινήματος [20] μακράς πνοής που ωθεί τα λαϊκά στρώματα μιας κοινωνίας σε στάσεις μεγαλύτερης συμμετοχής στον συλλογικό κοινωνικό βίο.  Από την άποψη αυτή το κοινό, το αναγνωστικό κοινό, η κοινή γνώμη, παύει να διαμορφώνεται στη βάση μιας δημοσιοϋπαλληλικής τάσης συσχετισμένης απόλυτα με το Κράτος. Μένει να αποδειχτεί το εύρος και η σημασία της πρωτοβουλίας οργάνωσης μιας βιβλιοθήκης για τα λαϊκά στρώματα του Άργους που αποτελούν και την πλειοψηφία του τοπικού πληθυσμού. Αλλά αυτό είναι πλέον θέμα της εξέλιξης της έννοιας του κοινού στον 20ο αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Κ. Τσουκαλάς, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών», Αθήνα, 1977, 224.

[2] «111 μαθητές, σε πέντε κοινά σχολεία», σημειώνει η Α. Κορδατζή-Πρασσά, «σε σχέση με το σύνολο των 297 μαθητών που φοιτούσαν την ίδια εποχή σε όλα τα σχολεία της πόλης, είναι πολύ μεγάλος. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι σε πληθυσμό 8.030 κατοίκων, οι 297 μαθητές αντιπροσωπεύουν το 3,7% του πληθυσμού της πόλης…», Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832), Ελλέβορος, Αφιέρωμα στο Άργος, τ. 11, 1994, Άργος.

[3] Το ίδιο σημειώνουν οι περισσότεροι αναλυτές για το θέμα αυτό. Πιο κοντά στην Αργολίδα, στην περιοχή της Γορτυνίας, ο Σ. Τσοτσορός σημειώνει πως «για τα υπόλοιπα κοινά σχολεία της περιοχής, η ευθύνη της λειτουργίας τους ανήκει στους κατοίκους και αποτελεί αποκλειστικά δική τους υπόθεση….», Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715-1828), εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1986, 173. Μια άλλη, επίσης ενδιαφέρουσα μορφή οργάνωσης, είναι και οι Σύλλογοι. Το σημείο αυτό μας ενδιαφέρει διότι οι Σύλλογοι αναλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος της βασικής εκπαίδευσης. Τέτοιοι Σύλλογοι ιδρύονται παντού στην ελεύθερη Ελλάδα, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ένας από αυτούς είναι και ο Σύλλογος Αργείων «Δαναός». Μια σημαντική μελέτη για το θέμα αυτό : G. Hassiotis, L’ instruction publique chez les Grecs dépuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu’ à nos jours, Παρίσι, 1881.

[4] Κ. Τσουκαλάς, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή…», ό.π., σ. 420.

[5] Και στην περίπτωση όμως αυτή, τα περιφερειακά κέντρα θα εξελίσσονται υπό την έντονη επίδραση της νέας πρωτεύουσας του Ελληνικού κράτους. Αποτελεί, για παράδειγμα, μόνιμο χαρακτηρισμό των διαφημίσεων των καταστημάτων η ένδειξη «είναι αθηναϊκώτατον», που συνοδεύει τα υπόλοιπα θετικά στοιχεία που διαφημίζονται. Ταυτόχρονα, ακολουθούνται τα αρχιτεκτονικά πρότυπα που χαρακτηρίζουν την πρωτεύουσα και υιοθετούνται επίσης οι καλλιτεχνικές τάσεις που οργανώνονται εκεί και απλά «μεταφέρονται» στην επαρχία. Μια σύντομη όσο και σημαντική ανάλυση για τα θέματα αυτά έγινε από τον André CORVISIER , Arts et sociétés dans lEurope du XIIIe siècle, PUF, Paris, 1978, 30-85.

[6] Για τα θέματα αυτά η σημαντική ανάλυση του Roderick  BEATON, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996. Μία επίσης σημαντική ανάλυση για την «Επανάσταση του Ρομαντισμού» καθώς επίσης και των ρόλο των εκδόσεων γίνεται από τον Paul GERBOD, L’ Europe culturelle et réligieuse de 1815 à nos jours, PUF, Παρίσι, 1977, σ. 67-105.

[7] Κ.Μπαρούτας, Η εικαστική ζωή και η αισθητική παιδεία στην Αθήνα του 19ου αιώνα, Αθήνα, 1990, σ. 90.

[8] «Η αύξηση των ενδιαφερόντων», σημειώνει ο Λίνος Πολίτης για την πριν το 1820 περίοδο, «η ζωηρή κίνηση των ιδεών και η ολοένα πιο πυκνή κυκλοφορία των βιβλίων που παρατηρείται την περίοδο αυτή, έθετε αναγκαστικά και πάλι (…) το γλωσικό ζήτημα», Ιστορία την Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1979.

[9] Η κατάσταση εξάλλου στην πρωτεύουσα δεν είναι καλύτερη, όπως δεν είναι και στην υπόλοιπη Ευρώπη παρά το γεγονός ότι οι έλληνες καλλιτέχνες και διανοούμενοι σπουδάζουν στην Ευρώπη και μεταφέρουν τις ιδέες των καλλιτεχνικών ρευμάτων της. Σωστά σημειώνει ο Κ. Μπαρούτας πως  «η καλλιτεχνική κίνηση της Αθήνας του 19ου αιώνα θα πρέπει να κριθεί με βάση την καλλιτεχνική κίνηση στην Ευρώπη την ίδια εποχή. Και η καλλιτεχνική Ευρώπη ήταν τότε σε εκδηλώσεις πολύ φτωχότερη από ότι είναι σήμερα», ό.π., 181.

[10] «Γιατί παρόλο ότι ακόμα δεν έχουμε δυνατές ταξικές οργανώσεις, ο κρατικός επεκτατισμός, το μεγάλωμα της αγοράς….», Ν.Μουζέλης, Ταξική δομή και σύστημα πολιτικής πελατείας : η περίπτωση της Ελλάδας (115-150), 139. στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.

[11]  Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες συμβολές στην ανάλυση της έννοιας του Δημόσιου χώρου που γίνεται από τον Jürgen Habermas. Στην διαδικασία διαμόρφωσης της νέας αστικής τάξης, ένα μέσο θα αποτελέσει το ενδιάμεσο κανάλι για την αντιθετική σχέση της με το κράτος : ο Τύπος. (L’ espace public. Archéologie de la Publicité comme dimension constitutive de la société bourgeoise, éd : Payot, Paris, 1978, σ. 38.

[12] ό.π., σ. 70.

[13] ό.π., σ. 93

[14] Ταυτόχρονα ο αναγνώστης είναι πρόσωπο που ανήκει σε μια συγκεκριμένη κοινωνική κατηγορία με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Όπως σημειώνει ο Jean PEYTARD, «είναι σημαντικό να κατανοήσει κανείς πως ο «αναγνώστης» ως «έννοια» στην ευρύτητά της, εμπεριέχει διάφορους τύπους «αναγνωστών». Κάθε αναγνώστης βρίσκεται σε άνιση απόσταση από το παραγόμενο λογοτεχνικό κείμενο, ανάλογα με την κοινωνικό στρώμα στο οποίο ανήκει, το γλωσσικό του κεφάλαιο και το πολιτιστικό του κεφάλαιο», (La place et le statut du “lecteur” dans l’ ensemble “bublic”, στο : Lecteur et Lecture, Groupe de recherches en Linguistique et Semiotique, Les belles lettres, LLN, 2001, 35). Στο σημείο αυτό ο J. Peytard αναφέρεται στις έρευνες του P. Bourdieu για τον οποίο για να γίνει κάποιος αναγνώστης θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από μια συγκεκριμένη πολιτισμική νοοτροπία απέναντι στο βιβλίο.  Αναγνώστης δηλαδή, είναι εκείνος που ασκεί μια πολιτισμική πρακτική. ( Η διάκριση. Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης., Αθήνα, 2002).

[15] «…η παθιασμένη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, η πρώιμη και πληθωρική ανάπτυξη του τύπου, που είναι σχεδόν πάντοτε κατά πρώτο λόγο πολιτικός», Κ.Τσουκαλάς, Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (75-149), στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.

[16] Η εφημερίδα «Ο ΗΛΙΟΣ» του Παναγιώτη Σούτσου (1833), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 2, Αθήνα, 1986, κγ΄.

[17] Αθήνα, 1961, τ.1, σ. 254.

[18] Το πρόβλημα του καθορισμού των πληθυσμιακών δεδομένων και των χαρακτηριστικών του (επάγγελμα, οικονομικά στοιχεία, κτλ) με ακριβή στοιχεία για ορισμένες περιόδους και κοινωνίες, έχει τεθεί από πλήθος αναλ΄’υσεων και αναλυτών. Σε μια από τις καλύτερες αναλύσεις του είδους ο David KERTZER σημειώνει : «The reference to a demography without numbers is, in the first instance, descriptive. As anyone working in the Third World knows, both official statistics and survey research are unreliable», Anthropological Demography. Toward a New Synthesis, στο : Nancy SCHEPER-HUGHES, Demography without Numbers, The University of Chicago Press, 1997, σ. 201-222 (205).

[19] «Τα δημόσια αναγνωστήρια γεννήθηκαν  γύρω στο 1895 χάρη στη συνάντηση προοδευτικών διανοούμενων με τα συστήματα οργάνωσης των αναγνωστηρίων στη Μ. Βρετανία και τις ΗΠΑ», σημειώνει ο Nöe RICHTER για τον οποίο τα δημόσια αναγνωστήρια είναι το αποτέλεσμα μιας προοδευτικής κοινωνικής σκέψης. (La conversion du mauvais lecteur et la naissance de la lecture publique, Marigne, 1992, 68-70).

[20] Για τον Ν. Richter υπάρχει και μια συγκεκριμένη πολιτική σημασία ολόκληρου του κινήματος για τις λαϊκές βιβλιοθήκες. Η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου αποτρέπει τα λαϊκά στρώματα να εξελιχθούν σε συρφετό από τη μια και να αναζητήσουν την κοινωνική τους άνοδο από την άλλη (La lecture et ses institutions, 1700-1918, Université de Maine, éd. Plein Chant, 1987, 91.

 

Βιβλιογραφία


 

  1. Beaton Roderick, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996.
  2. Corvisier André , Arts et sociétés dans l’ Europe du XIIIe siècle, PUF, Παρίσι, 1978.
  3. Gerbod Paul, L’ Europe culturelle et réligieuse de 1815 à nos jours, PUF, Παρίσι, 1977
  4. Habermas Jürgen, L’ espace public. Archéologie de la Publicité comme dimension constitutive de la société bourgeoise, éd. Payot, Paris, 1978.
  5. Hassiotis G, L’ instruction publique chez les Grecs dépuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu’ à nos jours, Παρίσι, 1881.
  6. Kertzer David, «Anthropological Demography. Toward a New Synthesis», στο : Nancy SCHEPER-HUGHES, Demography without Numbers, The University of Chicago Press, 1997.
  7. Κόνδης Γεώργιος, «Περίγραμμα οργάνωσης του δημόσιου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας», ΔΑΝΑΟΣ ΙΙΙ, Άργος, 2003.
  8. Κορδάτζη-Πρασσά Αννίτα, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Ελλέβορος, Αφιέρωμα στο Άργος, τ. 11, Άργος, 1994.
  9. Μουζέλης Νίκος, «Ταξική δομή και σύστημα πολιτικής πελατείας : η περίπτωση της Ελλάδας (115-150)», 139. στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.
  10. Μπαρούτας Κων/νος, Η εικαστική ζωή και η αισθητική παιδεία στην Αθήνα του 19ου αιώνα, Αθήνα, 1990.
  11. Peytard Jean, « La place et le statut du “lecteur” dans l’ ensemble “bublic” », στο : Lecteur et Lecture, Groupe de recherches en Linguistique et Semiotique, Les belles lettres, LLN, 2001
  12. Πολίτης Λίνος, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1979.
  13. Richter Nöe, La conversion du mauvais lecteur et la naissance de la lecture publique, Marigne, 1992. – La lecture et ses institutions, 1700-1918, Université de Maine, éd. PleinChant, 1987.
  1. Σκανδάμης Α.Σ, Τριακονταετία της βασιλείας του Όθωνος, τ.1, Αθήνα, 1961.
  2. Τσοτσορός Στάθης, Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715-1828), εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1986.
  3. Τσουκαλάς Κων/νος., Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα, 1977. – «Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα» (75- 149), στο: Κοινωνικές και πολιτικές  δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.
  4. Η εφημερίδα «Ο ΗΛΙΟΣ» του Παναγιώτη Σούτσου (1833), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 2, Αθήνα, 1986.
  5. Επίσης οι εφημερίδες :
  • ΕΥΘΥΝΗ: Εφημερίς Πολιτική, Φιλολογική και των Ειδήσεων, 1883, φ. 2-3.
  • ΔΑΝΑΟΣ: Εφημερίς του Λαού, 1883-1885, φ. 1-59, (7-4-1883 έως 4-4-1885), εκδ. Ιωαν. ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ.
  • ΕΡΑΣΙΝΟΣ: Εφημερίς Πολιτική και των Ειδήσεων, 1885, φ. 1-15, (2-5-1885 έως 11-9-1885).
  • ΑΡΓΟΣ: 1885- 1889, φ. 1-61, (24-5-1885 έως 1-1-1889).
  • ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ: Εφημερίς Πολιτική και Δικαστική, 1888-1889, φ. 1-136, (14-7-1888 έως 14-9-1899).
  • ΔΑΝΑΟΣ: Εφημερίς του Ομωνύμου Συλλόγου, 1895 – 1905, φ. 1-90, (25-12-1895 έως 8-7-1899)- 12-5-1904).

 

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Τα στέκια του Άργους. Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840 – 1940) – © Γεώργιος Η. Κόνδης, Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης 22-23 Μαρτίου 2003, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», τόμος 4, 2009.


 

Χάνι Κούρου στην πλατεία Λαϊκής Αγοράς Άργους. Μοναδική εικόνα ο πίνακας της Ντιάνας Αντωνακάτου.

Προσπαθώντας να κατανοήσει ο ερευνητής τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνονται, εξελίσσονται και αλλάζουν τα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων σε συγκεκριμένους χώρους ή κόσμους, είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει ορισμένες βασικές προκαταρκτικές επεξηγήσεις. Κατ’ αρχήν γιατί θα πρέπει να προδιαγραφεί ένας χώρος, ο συγκεκριμένος χώρος του Άργους, ως ημιαστικός; Τι σημαίνει δίκτυο κοινωνικών σχέσεων και πως εντάσσεται σ’ ένα πλαίσιο ανάλυσης που αφορά σε διαδικασίες αστικοποίησης; Πως και με ποια λογική δημιουργούνται δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι με ιδιαίτερο χαρακτήρα; Τι είναι τα στέκια, ποια η σημασία τους και γιατί αποτελούν όχι μόνο πολιτισμικό δεδομένο ή λαογραφικό στοιχείο προς καταγραφή ως τμήμα μιας συγκεκριμένης ιστορίας, αλλά κυρίως πηγή πληροφοριών για την κατάσταση, τη λειτουργία και την οργάνωση κοινωνικών ομάδων ή κοινωνιών, καθώς επίσης και για την παραγωγή και διαχείριση της ατομικής και ομαδικής μας ταυτότητας. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα μας δώσει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε ευκολότερα την οργάνωση, τη λειτουργία και την εξέλιξη των δικτύων κοινωνικών σχέσεων στο χώρο και το χρόνο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Τα στέκια του Άργους. Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840 – 1940)

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου – ©  Γεώργιος Η. Κόνδης, Αργειακή Γη, τ.1, Άργος,  Δεκέμβριος 2003.


 

Το φαινόμενο της αστικοποίησης είναι τόσο σύνθετο όσο και οι μεταβολές τις οποίες υφίσταται το κοινωνικό σώμα. Όσο περισσότερο έντονες είναι σε αριθμό, σε ρυθμό και σε συχνότητα, τόσο πιο σύνθετη μορφή έχουν. Το φαινόμενο δεν είναι επίσης απλό, διότι καθορίζει και καθορίζεται από οικονομικά συμφέροντα, κοινωνικές διαστρωματώσεις, τυχαία γεγονότα και ιστορικές συγκυρίες. Οι τελευταίες καθορίζουν με τη σειρά τους τη μορφή της αστικοποίησης και της πολεοδομικής συγκρότησης και ανάπτυξης.

Το Σωματείο των σαρωθροποιών σε προπολεμική φωτογραφία κατά τον εορτασμό της εικόνας του Χριστού (26 Δεκεμβρίου) στην Παναγία Κατακεκρυμμένη, Άργος.

Υπάρχουν, για παράδειγμα, διαφοροποιήσεις ως προς την ανάπτυξη των αρχαιοελληνικών πόλεων σε σχέση με τις αντίστοιχες βυζαντινές ή εκείνες της τουρκοκρατίας, και ακόμη μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις σε σχέση με την αστική ανάπτυξη του 19ου αιώνα. Παρ’ ότι, όπως θα εξηγήσουμε και στη συνέχεια, δεν υπάρχουν ασυνέχειες ή διαζεύξεις στο φαινόμενο της αστικοποίησης προκειμένου για τον ίδιο ιστορικό χώρο, οι διαφοροποιήσεις στις οποίες αναφέρομαι αντικατοπτρίζουν το επίπεδο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των μορφών αστικοποίησης δεν είναι τόσο ποσοτική όσο ποιοτική. Για το λόγο αυτό το φαινόμενο της αστικοποίησης δεν ταυτίζεται απόλυτα με εκείνο της δημιουργίας των πόλεων. Η διάκριση έγκειται στο ότι η αστικοποίηση «είναι ένα πλέγμα οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών αντιλήψεων που η δομημένη μορφή έχει προσπαθήσει να αντιπροσωπεύσει και να εκφράσει. Για τον ίδιο λόγο το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως θεωρούσαν οι κοινωνικοί αναλυτές πριν μερικές δεκαετίες. Αντίθετα, προηγείται της γένεσης του καπιταλισμού, διότι απορρέει από την κοινωνική κατανομή της εργασίας μέσα στην κοινωνία και όχι μέσα στη μονάδα παραγωγής…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου

Παράρτημα

Read Full Post »

Older Posts »