Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Γεώργιος Κόνδης’

Ο Jean Nicolas Maquart και η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά


 

Yves Ollivier – Georges Kondis: «Jean Nicolas Maquart (1786-1856). Intendant Militaire en Morée (1829-1831) », Βερσαλλίες, 2020. (Έκδοση στη γαλλική γλώσσα)

 

Μεταξύ των σημαντικών γεγονότων της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 υπάρχουν τρία «ξεχασμένα» που σημάδεψαν την πορεία της όπως και την πορεία του ανεξάρτητου νέου ελληνικού κράτους: η Ναυμαχία του Ναυαρίνου, η Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή και η αντίστοιχη Γαλλική Επιστημονική Αποστολή στο Μοριά. Το σημαντικό έργο του γαλλικού στρατού και των Γάλλων επιστημόνων παρέμεινε ξεχασμένο και μόνο το 2011/2017 παρουσιάζονται οι δυο τόμοι ενός εξαιρετικού έργου με τίτλο «Το έργο της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μοριά. 1829-1838», φωτίζοντας πληθώρα πτυχών της γαλλικής παρουσίας στην ανεξάρτητη Ελλάδα με ένα πλούσιο υλικό χαρτών, εικόνων και κειμένων.

 

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Jean Nicolas Maquart (1786-1856) – Intendant Militaire en Morée (1829-1831)».

 

Προηγουμένως, το 1971, στην εισαγωγή ενός άλλου σημαντικού έργου με τίτλο «Η ελεύθερη Ελλάς και η Επιστημονική Αποστολή του Μορέως. Το λεύκωμα Πεϋτιέ», ο επιμελητής της έκδοσης Στέλιος Α. Παπαδόπουλος σημειώνει:

 

Η Επιστημονική Αποστολή, παρά τη σημασία του έργου της, λησμονήθηκε· ενδεικτικό το γεγονός ότι σε μια μόνο γενική ιστορία της Ελλάδος γίνεται μνεία της. Η σχεδόν πλήρης έλλειψη μελετών για την ιστορία της επιστημονικής σπουδής της Χώρας δεν έδωσε ποτέ την ευκαιρία της συνολικής αποτιμήσεως της προσφοράς της. Ανάλογη ήταν και η τύχη του ανέκδοτου υλικού. Και υλικό δεν συγκεντρώθηκε μονάχα από τα επίσημα μέλη της: «πολλοί σχεδίαζαν τοπία, κρατούσαν σημειώσεις, έκαμαν συλλογές φυτών, εντόμων ή άλλων αξιοπερίεργων ή εταρίχευαν πουλιά· είδα πραγματικά πολύτιμες συλλογές φυσικής ιστορίας και πολύ ενδιαφέρουσες εκθέσεις (relations) που είχαν γίνει από υπολοχαγούς, ανθυπολοχαγούς, αξιωματικούς του υγειονομικού ή άλλα μέλη του εκστρατευτικού σώματος», γράφει ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν. (σ. 13)

 

Ο Μπορύ ντε Σαιν Βενσάν (Bory de Saint – Vincent) επικεφαλής της Επιστημονικής Αποστολής είχε, βεβαίως, προσωπική εμπειρία για όλο αυτό το υλικό που είχε παραχθεί και που, ένα μέρος του, μας είναι ακόμη άγνωστο. Το ίδιο σημαντική είναι η επισήμανση  του Στ. Α. Παπαδόπουλου για το υλικό αυτό, προτρέποντας μάλιστα στο ίδιο εισαγωγικό σημείωμα (σ. 19) για την ανανέωση του ενδιαφέροντος σχετικά με την έρευνα του υλικού αυτού.

Για το λόγο αυτό εξάλλου είμαστε ιδιαίτερα χαρούμενοι που, μετά από επίπονη προσπάθεια, παρουσιάζουμε σήμερα αρχικά την πρώτη γαλλική «διασωστική» έκδοση ενός άγνωστου αρχείου της περιόδου εκείνης που αφορά στις περιηγητικές σημειώσεις και τις υδατογραφίες του Συνταγματάρχη Ζαν Νικολά Μακάρ (Jean Nicolas Maquart) που συμμετείχε στην Γαλλική Στρατιωτική Αποστολή στο Μοριά από το 1829-1831, υπό τις διαταγές του Στρατηγού Σνάιντερ (Antoine Virgile Schneider) διοικητή του ενός από τα τρία εκστρατευτικά σώματα που έφτασαν στην Πελοπόννησο υπό την αρχηγία του Στρατηγού Μαιζών (Nicolas Joseph Maison). Για πάρα πολλά χρόνια το αρχείο (κείμενο και υδατογραφίες) παρέμενε φυλαγμένο από τους απογόνους του J.N. Maquart, ώσπου μια ευτυχής συγκυρία μου επέτρεψε τη γνωριμία με τον κ. Yves Ollivier, σημερινό κάτοχο του αρχείου, ο οποίος μου παρείχε κάθε δυνατή βοήθεια για μια πρώτη κοινή «διασωστική» έκδοση του αρχείου.

 

Θέατρο Σπάρτης, άποψη του Μιστρά και του Ταϋγέτου, υδατογραφία Jean Nicolas Maquart, 29-8-1829. Δημοσιεύεται στο: Yves Ollivier – Georges Kondis: «Jean Nicolas Maquart (1786-1856). Intendant Militaire en Morée (1829-1831)», Βερσαλλίες, 2020.

 

Ο Jean Nicolas Maquart (1786-1856) ως στρατιωτικός συμμετέχει σε όλα τα μεγάλα στρατιωτικά γεγονότα και ιδιαίτερα τις εκστρατείες (1805-1814) του Ναπολέοντος 1ου, για τις οποίες καταγράφει πολλές πληροφορίες στο ημερολόγιό του. Την περίοδο 1828-1831 συμμετέχει στην Στρατιωτική Αποστολή του Μοριά. Στις 10 Απριλίου 1848 υπηρετώντας στη Στρατιά του Βορρά (Rouen),  συνταξιοδοτείται με το βαθμό του Συνταγματάρχη.

 

Χειρόγραφο κείμενο του Jean Nicolas Maquart.

 

Στις 28 Νοεμβρίου 1828 επιβιβάζεται στο πολεμικό πλοίο «Le Scipion» με προορισμό το Ναυαρίνο συνταξιδεύοντας με γιατρούς και άλλο στρατιωτικό προσωπικό. Στις 13 Δεκεμβρίου 1828 αποβιβάζεται στο Ναυαρίνο και μια εβδομάδα αργότερα θα εγκατασταθεί στην Πάτρα μαζί με μια ομάδα του «Υγειονομικού» (γιατροί, νοσοκόμοι και διαχειριστές), καθώς και ένα συνεργείο εξειδικευμένων τεχνιτών στην επισκευή πλοίων του γαλλικού ναυτικού. Ο J. N. Maquart ταξιδεύει σημειώνει και κυρίως ζωγραφίζει. Οι υδατογραφίες του (aquarelles) αποτελούν μια σημαντική πηγή πληροφοριών και σημαντικά τεκμήρια της περιηγητικής ζωγραφικής. Από το Ναυαρίνο έως την Αθήνα, ο J. N. Maquart διατηρεί ένα ημερολόγιο όπου σημειώνει πληροφορίες για τους τόπους και τους ανθρώπους, όπως επίσης και για τις προσωπικότητες που συναντούσε (π.χ. Κολοκοτρώνης). Το μεγαλύτερο μέρος των σημειώσεων αυτών και των υδατογραφιών διασώθηκαν από γενιά σε γενιά στην οικογένεια και ένα μέρος τους  όπως και ολόκληρο το κείμενο των σημειώσεων, παρουσιάζεται στη γαλλική έκδοση.

 

Δεν μπορώ παρά να φωνάξω με θαυμασμό ως ταξιδιώτης μέσα από τον γοητευτικό πίνακα των βοσκών της Αρκαδίας που ζωγράφισε ο Poussin: Ήμουν κι εγώ στην Αρκαδία!  Περιέτρεξα την Ελλάδα και βάδισα σ’ αυτή τη γη όπου πάτησαν τόσοι ήρωες των οποίων το όνομα και τα κατορθώματα διέσωσε και μας μετέδωσε η Ιστορία. Κατά την δια θαλάσσης άφιξή μας στην Ελλάδα, η θεά του υπέροχου όρμου του Ναυαρίνου, διακόπτεται από τρεις βραχώδεις μάζες  που σχηματίζουν τη λεγόμενη νήσο Σφακτηρία. Η μάζα η πιο απομακρυσμένη από την είσοδο είναι και η πιο ξακουστή καθώς διατηρεί  στην κορυφή της τα κατάλοιπα της αρχαίας Πύλου. Εκεί διέμενε ο σεβάσμιος Νέστορας.

 

Ο  J. N. Maquart, όπως και πολλοί άλλοι στρατιωτικοί που πήραν μέρος στη Ναυμαχία του Ναυαρίνου και στις Γαλλικές Αποστολές, εμφορείται από φιλελληνικά συναισθήματα και αναζητά στις περιηγήσεις του τα σημάδια μιας Ελλάδας φάρο παγκόσμιου πολιτισμού αλλά και απαρχής του δυτικού πολιτισμού. Γι’ αυτό, από τη μια θεωρεί πως η Γαλλία εκπλήρωσε ένα μεγάλο ιστορικό χρέος συμμετέχοντας στην απελευθέρωση της Ελλάδας και από την άλλη ακολουθεί τα βήματα της προσωπικής εμπειρίας, του βιώματος, με τα τεκμήρια του ελληνικού πολιτισμού: εκτός από την Αθήνα την οποία θα επισκεφτεί συνοδεύοντας το στρατηγό Schneider και για την οποία θα μας χαρίσει δυο εξαιρετικές οπτικές με τις υδατογραφίες του, περιηγείται σε πολλά μέρη της Πελοποννήσου: Άργος, Ναύπλιο, Μεσσήνη, Τρίπολη και περίχωρα, Αρχ. Ολυμπία, κ.ά.

 

Το φύλλο στρατιωτικής κατάστασης και μεταβολών του Jean Nicolas Maquart.

 

Ο J. N. Maquart δεν είναι επιστήμονας αλλά στρατιωτικός με ιδιαίτερη κλίση στη ζωγραφική. Επομένως η αναλυτικότητα των σημειώσεών του είναι αντίστοιχη του χρόνου που διαθέτει εκτός υπηρεσίας. Ο λόγος του είναι λιτός, αλλά οι περιγραφές του έχουν ενδιαφέρον για τους τόπους και τα πρόσωπα που βλέπει και καταγράφει. Είναι πιθανό ορισμένες σημειώσεις να έχουν χαθεί. Δυστυχώς δεν έχουμε λεπτομέρειες, για παράδειγμα,  από τη συνάντησή του με τον Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια στο Ναύπλιο.

Οι υδατογραφίες του αποτελούν μια σημαντικότερη αποτύπωση των περιηγήσεών του, μας παρέχουν συγκριτικά στοιχεία για τους τόπους και τα πρόσωπα σε σχέση με άλλους ζωγράφους – σχεδιαστές της εποχής (π.χ. Prospert Baccuet), καταγράφουν σημεία που δεν είχαν αποτυπωθεί από άλλους περιηγητές και αποτελούν πολύτιμη συμβολή στη γενικότερη αντίληψη που έχουμε για την περιηγητική ζωγραφική της εποχής.

Η «διασωστική» γαλλική έκδοση μας έδωσε την ευκαιρία μιας κοπιαστικής αλλά πλούσιας αρχειακής και βιβλιογραφικής έρευνας, η οποία σίγουρα θα συμπληρώνεται με νέα στοιχεία καθώς οι αντίστοιχες έρευνες θα συνεχίζονται. Η ελληνική έκδοση που αναμένεται για την άνοιξη του 2021 θα περιλαμβάνει ένα εμπλουτισμένο κείμενο και κυρίως το σύνολο των σαράντα πέντε (45) υδατογραφιών που ανήκουν στο αρχείο της οικογένειας του κ. Yves Ollivier.

 

Γιώργος Κόνδης

Ο Γεώργιος Η. Κόνδης είναι Κοινωνιολόγος, διδάσκων στο Τμήμα Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

 

Read Full Post »

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και τοπική κοινωνία. Προσεγγίζοντας τη δυναμική μιας σχέσης – Γεώργιος Η. Κόνδης [1]


 

Όταν το 1881 αρχίζουν οι ανασκαφές στην περιοχή του Ασκληπιείου στο Λυγουριό Αργολίδας, κανείς δεν φαντάζεται τις συνέπειες που θα έχουν στην τοπική κοινωνία. Κι όμως, μια καθαρά αγροτική κοινότητα ανθρώπων, που στη μεγάλη τους πλειοψηφία  ζουν σε οικονομικές συνθήκες ένδειας, θα αποτελέσει ξεχωριστό παράδειγμα μιας ιδιαίτερης σχέσης ανάμεσα στην τοπική κοινωνία και τον αρχαιολογικό χώρο. Συμμετέχει εθελοντικά στις ανασκαφές και προσφέρει την περιουσία της για να τις διευκολύνει και να αναδειχτεί ο χώρος που θα αποκτήσει παγκόσμια πολιτισμική ακτινοβολία.

Η έναρξη των «Επιδαυρίων» το 1954 και επισήμως ως «Φεστιβάλ Επιδαύρου» το 1955, θα επηρεάσει ακόμη βαθύτερα τη σχέση αυτή και θα οδηγήσει σε σημαντικές αλλαγές όχι μόνο στην περιοχή (π.χ. υποδομές), αλλά και στην ίδια την κοινωνία (νοοτροπίες, κουλτούρα, συμπεριφορές, στάσεις ζωής). Η σημερινή προσπάθεια ανανέωσης του φεστιβάλ με την διοργάνωση εκπαιδευτικών δομών παγκόσμιας αναφοράς, εμπλουτίζει, επίσης, τη σχέση της τοπικής κοινωνίας με τον κόσμο του Θεάτρου και επινοεί νέες πηγές γνώσεων και σχέσεων ενισχύοντας την διεθνή ακτινοβολία του χώρου.

  1. Μια ιστορία μέσα στην ιστορία

 …από το Ναύπλιο στην Επίδαυρο, το αυτοκίνητό μας ακολουθεί  ένα χαοτικό δρόμο, ένα χωματόδρομο όλο λακκούβες απ’τις βροχές. Πότε πότε, το αυτοκίνητο κάνει μια παράκαμψη μέσα από το χωράφι για να αποφύγει ένα λάκκο ή σταματάει για να αφήσει τη μηχανή να πάρει ανάσα. Χωριάτες που σπέρνουν, χωριάτισσες που περπατάνε στο δρόμο έρχονται προς το μέρος μας για ν’ ανταλλάξουμε μερικά λόγια, να μας προσφέρουνε σύκα ή κρύο νερό. Λίγο μακρύτερα, αγρότες θα μας σταματήσουν για να μας δώσουν τυρί και κρασί και για να μιλήσουν μ’ αυτούς τους Γάλλους που είναι οι πρώτοι ξένοι που βλέπουν μετά τον πόλεμο. Και η αργή πομπή ξαναβάζει εμπρός μεσ’ απ’ τ’ αμπέλια, τις ελιές, τα κυπαρίσσια και τις χαρουπιές. Κίτρινο και άσπρο τοπίο – μεγάλες πέτρες αστράφτουν σαν μάρμαρα μεσ’απ’τα χόρτα και τους αγρούς – με τα βουνά της Πελοποννήσου στον ορίζοντα και, πιο κοντά, ακριβώς πάνω από την Επίδαυρο, το όρος Αραχναίον. Έτσι το έλεγαν από τα χρόνια του Αισχύλου (και ασφαλώς από πολύ πριν) και για μένα είχε σταθεί το πρώτο από τ’ ατέλειωτα μυστήρια της Ελλάδας: αυτό το όνομα που είχε μείνει το ίδιο από τρεις χιλιάδες χρόνια. (…)

Το αυτοκίνητο σταμάτησε στην είσοδο του ιερού. Του κάκου ψάχνω το θέατρο με τα μάτια. Για την ώρα δε βλέπω άλλο από πεύκα. Απ’αυτά τα πεύκα έρχονται φωνές, κραυγές, τραγούδια ανακατεμένα με γκαρίσματα γαϊδάρων και χλιμιντρίσματα μουλαριών. Πλησιάζω στο λόφο που μας κρύβει το θέατρο, δεν πιστεύω τα μάτια μου: χιλιάδες χωριάτες κάθονται κάτω απ’τα δέντρα, μέσα στα μάρμαρα του ναού, πάνω στην πλατεία του Ασκληπιού φερμένοι απ’όλες τις γωνιές της Πελοποννήσου για να δούνε τους Πέρσες. Το έργο παίζεται στα γαλλικά και κανείς τους δεν θα πρέπει να καταλαβαίνει τη γλώσσα. Αλλά θα πρέπει να λεχθεί ότι με την εξαίρεση μιας παράστασης που είχε δώσει πριν τον πόλεμο, το 1936, το ίδιο αυτό Αρχαίο Θέατρο της Σορβόννης είναι η πρώτη φορά που λειτουργεί αυτό το θέατρο μετά από είκοσι πέντε αιώνες. Και για όλους, γι’ αυτούς, για μας, για τους λίγους Αθηναίους που έκαναν την προσπάθεια να ’ρθουν, είναι ένα σπουδαίο γεγονός. Είναι μεσημέρι. Οι πετσέτες με τα φαγιά είναι λίγο-πολύ παντού απλωμένες. Οι μουσικοί πιάνουν τα όργανα και το πανηγύρι αρχίζει. Είναι η πρώτη φορά που ακούω σημερινή ελληνική μουσική, τον ήχο του λαούτου, του αυλού, τις φιοριτούρες της λύρας. Έχω την εντύπωση ότι ξαναζεί μια αρχαία γιορτή: αυτή η ζωντανή αταξία, αυτά τα παρδαλά πλήθη, αυτή η ταραχή, που θα ’πρεπε να υπήρχε στα μεγάλα ιερά στις γιορτινές μέρες, ένα είδος πανηγυριού, θορυβώδους ευφροσύνης όπου τα άσματα του κόσμου και οι φωνές των ζώων ανακατεύονταν με τις οσμές των ψητών πάνω στη θράκα, του καμένου λίπους πάνω στους βωμούς, της ζεστής ρετσίνας, του ιδρώτα των ανθρώπων. Ναι, έτσι θα έπρεπε να ήταν η Επίδαυρος όταν οι χιλιάδες ασθενείς έτρεχαν στα θαυματουργά τέμπλα. Αυτό το χωριάτικο και τόσο ζωντανό πλήθος μου επέτρεψε εκείνη τη μέρα, με το θαύμα της αναπάντεχης παρουσίας του, να ξαναβρώ τη μεγάλη χαρά των παγανιστικών χρόνων.

 

Μεγάλο αλλά αναγκαίο το απόσπασμα αυτό από «Το Ελληνικό Καλοκαίρι» [2] του  Γάλλου ελληνιστή Ζακ Λακαριέρ (Jacques Lacarrière), καθώς αποτελεί μια από τις σπάνιες καταγραφές της πρώτης μεταπολεμικής παράστασης και αναβίωσης του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου. Ταυτόχρονα όμως, η μεγάλη αξία της καταγραφής οφείλεται στις λεπτομέρειες για τα πρόσωπα, τον καθημερινό βίο, τα πολιτισμικά στοιχεία και τη γενικότερη συγκρότηση του αγροτικού ελληνικού χώρου που περιλαμβάνονται στο κλασικό πια βιβλίο του Ζ. Λακαριέρ. Δεν είναι τυχαίος εξάλλου ο υπότιτλος «Μια καθημερινή Ελλάδα 4000 ετών», που υπογραμμίζει την ιστορική και πολιτισμική συνέχεια στον ελλαδικό γεωγραφικό χώρο, κάτι που ο Γάλλος ελληνιστής προσπάθησε να αναδείξει σε ολόκληρο το έργο του μαζί με άλλους διαπρεπείς ελληνιστές μεταξύ των οποίων, η Ζακλίν ντε Ρομιγί (Jacqueline de Romilly). Ας θυμηθούμε, αφού η εισαγωγή αφορά στο θέμα του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου, πως στην ίδια ακριβώς λογική της ιστορικής και πολιτισμικής συνέχειας πρόσθεσε το δικό του ανεκτίμητο έργο ο Κάρολος Κουν. Στην ιστορική του ομιλία για το αρχαίο δράμα [3] είχε τονίσει:

 

Όσοι αιώνες κι αν έχουν περάσει, όσο κι αν παραδεχτούμε τις αλλοιώσεις που υπέστη η φυλή μας μέσα στο πέρασμα του χρόνου, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό, πως μας φωτίζει ο ίδιος ήλιος, πως μας θρέφει το ίδιο χώμα. Ίδιες είναι οι γεωλογικές και καιρικές συνθήκες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν την καθημερινή ζωή και σκέψη. Ίδιες οι ακρογιαλιές και η μακρινή γραμμή του ορίζοντα όπου ενώνονται ο ουρανός και η θάλασσα, ίδιες οι πέτρες και τα ηλιοκαμένα βουνά, τα ατέλειωτα δειλινά, οι μέρες κι οι νύχτες, και πάνω από όλα πολύ ψηλά ο ουρανός, στέρεος και καθαρός.

Οι μορφές που πλάθει η σκέψη μας σήμερα και τα συναισθήματά μας, αναγκαστικά αντλούν σχήμα και χρώμα από την ίδια τη φύση που αγκάλιαζε και τους Αρχαίους προγόνους μας. Ο βοσκός, πριν ακόμη βγει ο ήλιος, τις ίδιες πέτρες και τα ίδια μονοπάτια θα ακολουθήσει για να οδηγήσει τα πρόβατά του στα βοσκοτόπια. Ο ψαράς στα ίδια βράχια θα χτυπήσει το χταπόδι. Οι μικροπωλητές με τα κοφίνια τους θα ψάξουν το ίδιο να βρούνε σκιά για να προστατέψουν τα ζώα και το εμπόρευμά τους από τον καυτερό ήλιο του μεσημεριού. Στο Ελληνικό χωριό, στο Ελληνικό νησί και γενικά στην ύπαιθρο όπου δεν έχει ακόμη εισχωρήσει ο μηχανικός πολιτισμός του αιώνα μας και όπου ο άνθρωπος ζει και μοχθεί σε άμεση επαφή με τη φύση, οι ρυθμοί της ζωής, τα σχήματα, ακόμη και οι ήχοι, πρέπει να παρουσιάζουν καταπληκτική ομοιότητα με τους ρυθμούς και τα σχήματα και τους ήχους που αποτύπωσε στην ιστορία η ζωή της Αρχαίας Ελλάδας.

 

Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την πολύπλευρη σημασία μιας αρχαιολογικής ανακάλυψης χωρίς να εντάξουμε μέσα στο πλαίσιο αυτό της ιστορικής και πολιτισμικής συνέχειας την ένταση των συνεπειών της όχι μόνο στο επιστημονικό πεδίο αλλά και σε εκείνο της καθημερινότητας των τοπικών κοινωνιών, όπως ακριβώς και στο σημαντικό εκείνο επίπεδο της συγκρότησης μιας πολιτισμικής ταυτότητας.

Η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους του ελληνικού και παγκόσμιου πολιτισμού: το Ασκληπιείο και το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Όταν στις 15 Μαρτίου 1881 ο Παναγής Καββαδίας ξεκινά τις ανασκαφές στην περιοχή έξω από το Λυγουριό, [4] ακολουθεί με πίστη το όνειρο κάθε επιστήμονα για τη μεγάλη ανακάλυψη της καριέρας του. Παρ’ ότι ολοκληρωμένος και έμπειρος επιστήμονας, ίσως να μην είχε φανταστεί  τη στιγμή εκείνη το πόσο η ανακάλυψη αυτή, εκτός από το σημαντικό επιστημονικό ενδιαφέρον, θα γινόταν η αφορμή, επίσης, σημαντικών κοινωνικών αλλαγών και διαφοροποιήσεων. Ιδιαίτερα η ανακάλυψη, αποκάλυψη και αποκατάσταση του Αρχαίου Θεάτρου και η συνακόλουθη λειτουργία του από τη δεκαετία του ’50 στα πλαίσια της θεσμοθέτησης των «Επιδαυρίων», θα αποτελέσει το πεδίο μια βαθύτατης ποιοτικής μεταβολής στην καθημερινότητα και τις νοοτροπίες των τοπικών κοινωνιών της περιοχής. Εάν προσθέσουμε στο γεγονός αυτό και τις εργασίες καθαρισμού και αποκατάστασης του «Μικρού Θεάτρου της Επιδαύρου» (Π. Επίδαυρος), θα έχουμε μια συνολική εικόνα της  έντασης των πολιτισμικών αλλαγών που θα καθορίσουν τη μελλοντική οργάνωση των τοπικών κοινωνιών και ιδιαίτερα εκείνης του Λυγουριού, που αποτελεί το κέντρο, οικονομικά και δημογραφικά, της περιοχής. Βεβαίως το πρόβλημα της απουσίας κάθε συστηματικής έρευνας για τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνιστώσες στην διαμόρφωση και εξέλιξη των αργολικών τοπικών κοινωνιών, δημιουργεί σημαντικά κενά που δεν μπορούν να καλυφθούν στο πλαίσιο της παρούσης μελέτης. Πρόκειται για μια συμβολή στην παρουσίαση και ανάλυση των παραπάνω συνιστωσών η οποία προκρίνει την καταγραφή στοιχείων υλικο-τεχνικής, πολιτιστικής και θεατρικής θεματολογίας. [5]

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Έχουμε πράγματι εδώ ένα ιδιαίτερο παράδειγμα τοπικής κοινωνίας η εξέλιξη της οποίας δεν οφείλεται αποκλειστικά σε οικονομικούς παράγοντες, αλλά στην ανακάλυψη ενός αρχαιολογικού χώρου και ιδιαίτερα ενός ξεχωριστού Αρχαίου Θεάτρου. Με αυτό θα ζυμωθεί η συνείδηση μιας καθαρά αγροτικής κοινωνίας και θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις βαθύτατων εσωτερικών αλλαγών σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Η κοινωνικότητα του θεάτρου θα είναι, όπως τονίζει  και ο Β. Πούχνερ, [6] η βασική πηγή αλλαγών όχι μόνο για τις νοοτροπίες αλλά και για την υλική καθημερινότητα της κοινότητας. Η τοπική ιδιαιτερότητα όμως συνίσταται και στο γεγονός πως από την πρώτη ημέρα των ανασκαφών της δεκαετίας 1880, η τοπική κοινωνία, μια καθαρά αγροτική κοινωνία, ξεπερνώντας τις οικτρές οικονομικές συνθήκες επιβίωσης, σήκωσε εθελοντικά ολόκληρο το βάρος της διάσωσης και ανάδειξης ενός αρχαιολογικού χώρου και ενός αρχαίου θεάτρου που έμελλε να αποκτήσουν παγκόσμια ακτινοβολία στο επίκεντρο της οποίας θα βρεθεί ιδιαίτερα η τοπική κοινωνία του Λυγουριού. Η ιστορική εκκίνηση γι’ αυτό γίνεται, όπως σημειώνει η Δηώ Καγγελάρη στις 11 Σεπτεμβρίου 1938 με την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή από το Εθνικό Θέατρο. [7] Μερικά χρόνια μετά η «σαιζόν Επιδαύρου»  θα γίνει πραγματικότητα. Τα «Επιδαύρια» ξεκινούν το 1954 και μαζί τους ανανεώνεται και παίρνει έναν ξεχωριστό χαρακτήρα η σχέση μεταξύ της τοπικής κοινωνίας και του Αρχαίου Θεάτρου Επιδαύρου. Το Αρχαίο Θέατρο «ξεσηκώνει» και αλλάζει την κοινωνία. [8]

  1. Στοιχεία τοπικής ανθρωπογεωγραφίας

 

Ο σημερινός Δήμος Επιδαύρου αντιστοιχεί μερικώς στα όρια του παλαιού Δήμου Λήσσης όπως τον περιγράφει ο Αντ. Μηλιαράκης στη Γεωγραφία του. [9] Η οικονομία του Λυγουριού και των γύρω από αυτό χωριών είναι καθαρά αγροτική [10] με σημαντικό βαθμό αυτάρκειας, καθώς οι αποστάσεις, ιδιαίτερα από το Ναύπλιο, είναι μεγάλες. Εκτός από την κτηνοτροφία, η αγροτική παραγωγή σίτου, λαδιού, ρεβιθιών, οίνου και καπνού, απασχολεί το σύνολο του πληθυσμού της περιοχής. Στο επίπεδο των οικονομικών δοσοληψιών, οι παραδοσιακές μορφές δανεισμού και τοκογλυφίας κυριαρχούν. Δεκάδες είναι οι συμβολαιογραφικές πράξεις που έχουν δημοσιευτεί χάρη στην προσπάθεια της τοπικής έρευνας [11] και οι οποίες μας δίνουν μια σαφή εικόνα των οικονομικών συναλλαγών σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής (αγορές, δάνεια, προίκα, δωρεές, κλπ). Η αναφορά σχετικής πράξης από την οποία καθορίζεται πως «ο οφειλέτης δεσμεύεται ενυπόγραφα για την παράδοση της σοδειάς έναντι μετρητών που έλαβε ή έναντι οφειλών στο μαγαζί», [12] αποτελεί ουσιαστικά τον κανόνα του τοπικού οικονομικού συστήματος συναλλαγών και της απορρέουσας τοκογλυφίας. Περισσότερο αναλυτική για το σύστημα αυτό είναι η έρευνα των Γ. Σαρρή, Ν. Καλαματιανού και Β. Μπιμπή με την παράθεση πλήθους συμβολαιογραφικών πράξεων και περιπτώσεων τοκογλυφίας, ακόμη και από ιερείς! Ταυτόχρονα όμως, η κοινοτική συνοχή ενδυναμώνεται και από δωρεές (οικοπέδων, εσόδων από χρήση βοσκοτόπων, κλπ) που κατοχυρώνονται με ιδιωτικά ή ομαδικά συμφωνητικά και συμβολαιογραφικές πράξεις. Με τις δωρεές αυτές πραγματοποιούνται διάφορα έργα, μεταξύ των οποίων και η διαμόρφωση δημόσιων χώρων, σημαντικότεροι από τους οποίους είναι οι πλατείες και οι ναοί. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, χωρίς την έντονα αναπτυγμένη τοπική ταυτότητα και την κοινωνική συνοχή, θα ήταν ίσως πολύ δύσκολη έως αδύνατη η αποκάλυψη του αρχαιολογικού χώρου που οφείλεται πρωτίστως στις δωρεές σε γη και εθελοντική εργασία των κατοίκων του Λυγουριού.

Σταδιακά επίσης αναπτύσσεται το εμπόριο χάρη κυρίως στη λειτουργία του αρχαιολογικού χώρου και του θεάτρου.  Το οδικό δίκτυο που κατασκευάζεται στο τέλος του 19ου αιώνα βοηθά πολλαπλά την ανάπτυξη της περιοχής, αλλά παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα χωμάτινο. Για πάρα πολλά χρόνια οι δρόμοι του Λυγουριού είναι επίσης χωμάτινοι, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα αφόρητο περιβάλλον σκόνης τους καλοκαιρινούς μήνες και αντίστροφα αδιάβατης λάσπης το χειμώνα [13]. Ο κύριος δρόμος που ενώνει το Λυγουριό με το Ναύπλιο κατασκευάζεται χάρη στα σημαντικά αποτελέσματα των ανασκαφών [14] αλλά παραμένει χωματόδρομος, όπως συμπεραίνουμε από τις καταγραφές, μέχρι και την πρώτη μεταπολεμική περίοδο.

Όπως και σε πολλές άλλες αγροτικές κοινωνίες της περιόδου αυτής, η έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και βασικών υποδομών δημόσιας υγιεινής επιτείνει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πληθυσμός όπως η φυματίωση, η ελονοσία, η παιδική θνησιμότητα, κ.ά. [15] Δεν είναι τυχαίο πως η εμφάνιση και εγκατάσταση του πρώτου γιατρού στο Λυγουριό αποτελεί την σημαντικότερη αλλαγή που γνωρίζει η τοπική κοινωνία στην καθημερινότητά της. Ο Θεοδόσιος Καλαματιανός είναι ο πρώτος γιατρός που εγκαθίσταται στο Λυγουριό το 1928, ανακουφίζοντας και βοηθώντας τους κατοίκους σε σημαντικά ζητήματα ατομικής και δημόσιας υγιεινής. [16] Σταδιακά άλλοι γιατροί θα εγκατασταθούν στο Λυγουριό και θα συμβάλουν σημαντικά στην βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και δημόσιας υγιεινής. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο γιατρό Κωνσταντίνο Δ. Καλαματιανό που εγκαταστάθηκε στο χωριό το 1932. [17]

Τα δημογραφικά αποτυπώματα στην εξέλιξη του Λυγουριού και της ευρύτερης περιοχής είναι επίσης ενδεικτικά των  αλλαγών που προκαλούνται με την εμφάνιση του κόσμου του θεάτρου και τις ανάγκες που δημιουργεί. Στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του αείμνηστου Γιώργου Αντωνίου με τίτλο Λυγουριό και Αρχαίο Θέατρο [18] προκύπτει από τις συνεντεύξεις, μεταξύ πολλών άλλων στοιχείων, και η «υποχρέωση» των κατοίκων που άρχιζαν να ενοικιάζουν δωμάτια σε ηθοποιούς, να προσθέτουν στις οικίες τους χώρους υγιεινής (W.C, ντουζιέρες, κλπ) παντελώς άγνωστους γι’ αυτούς μέχρι τότε. Από την άποψη αυτή, θα παρατηρηθεί μια ριζική μεταβολή στις συνήθειες από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά, που θα την παρακολουθήσουμε στη συνέχεια.

Η δημογραφική εξέλιξη αποτελεί, όπως σημείωσα, έναν από τους σημαντικότερους δείκτες των εξελίξεων αυτών. Ενδεικτικά αναφέρω πως από τα στοιχεία του Αντ, Μηλιαράκη το 1886 (1076 κάτοικοι συνολικά στο Δήμο Λήσσης με πρωτεύουσα το Λυγουριό), περνάμε στη μετονομασία του σε Δήμο Ασκληπιείου [19] και στην απογραφή του 1896 (1617 κάτοικοι). Στην απογραφή του 1920, 1.991 κάτοικοι απογράφονται στην κοινότητα Λυγουρίου και μέσα από αλλεπάλληλες διοικητικές αλλαγές στον χάρτη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, [20] οι απογραφές καταγράφουν την αυξητική δημογραφική τάση στο Δήμο και στο Λυγουριό που αποτελεί πάντα την πρωτεύουσά του. [21]

Τελειώνοντας τη σύντομη αυτή αναφορά, πρέπει να σημειώσω τη σημασία δυο τεχνικών στοιχείων που συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη της περιοχής: η κατασκευή / βελτίωση του οδικού δικτύου και η ηλεκτροδότηση. Δυο βασικές υποδομές που ξεκίνησαν να υλοποιούνται χάρη στα σπουδαία ανασκαφικά ευρήματα και τη θεσμοθέτηση των «Επιδαυρίων», που θα μετατρέψουν το αγροτικό Λυγουριό και ολόκληρη τη γύρω περιοχή σε πολιτιστικό κέντρο  παγκόσμιας ακτινοβολίας. Ήδη από την αρχή της δεκαετίας του 1990 γίνονται αναφορές στις ελλείψεις βασικών υποδομών (δρόμων, χώρων στάθμευσης, ξενοδοχείων, συνεδριακών χώρων, κλπ). [22]

Ανέφερα ήδη πως η κεντρική αρτηρία που συνδέει το Ναύπλιο με το Λυγουριό και τον αρχαιολογικό χώρο χαράχθηκε και κατασκευάστηκε προπολεμικά ώστε να διευκολυνθούν οι ανασκαφικές δραστηριότητες. Σ’ αυτό συνέβαλε και η απαίτηση των κατοίκων για την οδική σύνδεση της περιοχής με το Ναύπλιο, που περιλαμβάνεται στη συμβολαιογραφική πράξη της δωρεάς σε γη που πραγματοποιούν. [23] Θα επανέλθουμε στη σημασία της σημαντικής αυτής πράξης με την οποία δημιουργούνται και οι πρώτες βασικές υποδομές οδικού δικτύου στην περιοχή. Δεν υπάρχουν ποσοτικά στοιχεία δηλωτικά των μεταφορικών δυνατοτήτων σε συνάρτηση με το οδικό δίκτυο. Καταγράφουμε όμως τις μαρτυρίες των κατοίκων βάσει των οποίων παρατηρείται η σταδιακή μείωση χρήσης ζώων και η απαρχή εκτεταμένης χρήσης της αυτοκίνησης (ιδιαίτερα των «αγροτικών» αυτοκίνητων), μόλις από τη δεκαετία του 1970! [24]  Καταλυτική πρέπει να θεωρείται για τα έργα αυτά όπως επίσης και για την ηλεκτροδότηση των οδικών αξόνων, του αρχαιολογικού χώρου/θεάτρου και μετέπειτα του Λυγουριού, η έλευση της Μαρίας Κάλλας στο θέατρο το 1960 και το 1961 («Νόρμα» του Bellini και «Μήδεια» του Cherubini)[25] και η τεράστια επιτυχία που είχαν οι παραστάσεις για την εποχή εκείνη δεδομένων των δυσκολιών μετακίνησης. Ο Γ. Αντωνίου αναφέρει άρθρο της εφημερίδας «Καθημερινή» στο οποίο περιγράφεται το πρόβλημα της έλλειψης ηλεκτροδότησης:[26]

 

Χρειάζεται να ηλεκτροφωτιστεί ο δρόμος των 27 χιλιομέτρων από Ναυπλίου εις Επίδαυρον, διότι εις τον δρόμον αυτόν, στενόν και με πολλάς αποτόμους στροφάς, κινούνται ταυτοχρόνως κατά τας νυκτερινάς ώρας εκατοντάδες τροχοφόρα. Εξάλλου δεν πιστεύουμε ότι η εντύπωση που αποκομίζουν οι ξένοι κατά την διαδρομήν των προς το Ναύπλιον την νύκτα, όταν περνούν ανάμεσα από τόσα χωριά φωτισμένα με λάμπες πετρελαίου ή με λυχνάρια, ημπορεί να είναι κολακευτική δια τον πολιτισμόν των νεωτέρων Ελλήνων.

 

Μαρίας Κάλλας

 

Μαρία Κάλας (1923-1977), «Europa 1980», έκδοση 5 Μαΐου 1980. Το 1960 τραγουδά στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου «Νόρμα» και το επόμενο έτος «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή.

Η Αιμ. Αθανασίου σημειώνει πως για τις πρώτες παραστάσεις, προκειμένου να ξεπεραστούν οι τεχνικές δυσκολίες ιδιαίτερα του φωτισμού έγινε χρήση γεννήτριας του Ελληνικού Στρατού. [27] Θεωρεί δε πως η παρουσία της Μ. Κάλλας στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου θα λειτουργήσει καταλυτικά για την έναρξη μιας σειράς έργων υποδομής [28] όπως «την ύδρευση της περιοχής, την ηλεκτροδότηση του αρχαιολογικού χώρου, τη διαμόρφωση και τον ηλεκτροφωτισμό των χώρων στάθμευσης και των οδών προσπέλασης στο θέατρο, τη διαμόρφωση των προσβάσεων και των μονοπατιών, την κατασκευή των δημόσιων δρόμων Ναυπλίου-Επιδαύρου και Λυγουριού-Παλαιάς Επιδαύρου», [29] κ.α. Με την παρέμβαση και την εντολή του τότε Πρωθυπουργού Κων. Καραμανλή γίνονται σε χρόνο ρεκόρ τα έργα ηλεκτροδότησης από τον υποσταθμό της ΔΕΗ στη Δαλαμανάρα και στις 20 Ιουνίου 1961 [30] ένα μεγάλο έργο ανάπτυξης της περιοχής γίνεται πραγματικότητα  και δημιουργεί νέες συνθήκες που θα αλλάξουν ριζικά το αγροτικό τοπίο του Λυγουριού και την πρόσβαση στον αρχαιολογικό χώρο του Ασκληπιείου.

Παρά τις βελτιώσεις αυτές υπήρχε πάντα η αγωνία μιας αναπάντεχης παρέμβασης κατά τη διάρκεια της παράστασης, όπως εκείνη της «ηχητικής παρενόχλησης από την ύπαρξη πολλών γαϊδουριών στη γύρω περιοχή». [31] Η ηχητική «παρενόχληση» από το φυσικό περιβάλλον του θεάτρου δεν έμενε απλός φόβος των διοργανωτών, αλλά ενίοτε γινόταν πραγματικότητα παρ’ ότι, μερικές φορές, έμοιαζε να αποτελεί μέρος της σκηνοθεσίας. Ο Διονύσιος Ρώμας, σε άρθρο του σχετικά με την παράσταση της 11ης Ιουλίου 1954 [32] αναφέρεται με γλαφυρότητα στα περιστατικά αυτά. [33]

Ταυτόχρονα, η τοπική κοινωνία θα ταυτίζει όλο και περισσότερο την ύπαρξή της με το Αρχαίο Θέατρο.

 

Αργολική Φωνή – 13 Αυγούστου 1961.

  1. Τοπική κοινωνία και Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

3.1 Η ταύτιση

 

Η γειτνίαση με τον αρχαιολογικό χώρο του Θεάτρου κανένα δικαίωμα δεν παρέχει στους κατοίκους της περιοχής παρά μόνο ένα προνόμιο, ότι κατοικούν στην περιοχή. Προνόμιο το οποίο τους καθιστά οικοδεσπότες – φύλακες της περιοχής, υπόλογους στον υπόλοιπο κόσμο. Φύλακες υλικών πραγμάτων και πνευματικών αξιών, κυρίως όταν πρόκειται για τα Επιδαύρια. Και έχουν αποδείξει οι Λυγουριάτες, στο παρελθόν, ότι προστατεύουν επάξια και τιμούν τα Επιδαύρια και τον Πολιτισμό.

 

Με τα λόγια αυτά οριοθετείται σε άρθρο της Καρολίνας Αννίνου, [34] η συνείδηση της σχέσης που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στην τοπική κοινωνία και τον αρχαιολογικό χώρο του Ασκληπιείου, ιδιαίτερα δε του Αρχαίου Θεάτρου. Ήδη από τις πρώτες ανασκαφικές προσπάθειες οι κάτοικοι, γυναίκες και άντρες, συμμετέχουν εθελοντικά βοηθώντας στην ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου. Δεκάδες εργάστηκαν στις ανασκαφές και έζησαν όλα τα στάδια της αποκάλυψης του αρχαιολογικού χώρου και της αποκατάστασής του. Σταδιακά η τοπική κοινωνία διαμορφώνει συνείδηση της αξίας και του μεγαλείου αυτού του χώρου, που φέρνει στο φως της μέρας η αρχαιολογική σκαπάνη. Είναι η αρχή μιας διαδικασίας ταύτισης με το χώρο και την ιστορία του, η σκέψη πως η τοπική κοινωνία, «οι Λυγουριάτες», έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο να διαδραματίσει στο νέο αυτό τοπίο. Η διαδικασία ταύτισης είναι τόσο ισχυρή, ώστε ήδη το 1879, προκειμένου να διευκολυνθεί η έναρξη των ανασκαφών, οι Λυγουριάτες παραχωρούν τα κτήματά τους στην περιοχή με συμβολαιογραφική πράξη! Είναι η πρώτη οικονομικά μεγάλη και συμβολικά ισχυρή συμμετοχή της τοπική κοινωνίας στη διάσωση και ανάδειξη των μνημείων της περιοχής τους. Στις 6 Αυγούστου 1879 οι κάτοικοι του Λυγουριού υπογράφουν την παρακάτω συμβολαιογραφική πράξη συμβολαίου με αριθμό 250.

 

Παραίτηση δικαιωμάτων υπέρ της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας, κλπ

Εν Λυγουρίω σήμερον την έκτην Αυγούστου του χιλιοστού οκτακοσιοστού εβδομηκοστού ενάτου έτους και ημέραν δευτέραν μ. μεσημβρίαν, ενώπιον εμού εν τω ενταύθα Δημαρχείω μεταβάντος και ενεργούντος Συμβολαιογραφικήν υπηρεσίαν Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Επιδαύρου Νικολάου Διονυσιάδου…(ακολουθούν ονόματα μαρτύρων)…εμφανισθέντες οι ωσαύτως μη εξαιρετέοι και ωσαύτως γνωστοί εις εμέ και τους μάρτυρας…(ακολουθούν ονόματα κατοίκων)…ομολόγησαν εκουσίως και εν γνώσει τάδε: ότι έχοντες εις την απεριόριστον κυριότητα και κατοχή των εις διαφόρους θέσεις, ένθα υπάρχει το ιερόν του Ασκληπιού κατά την περιφέρειαν της κωμοπόλεως Λυγουρίου του Δήμου Λήσσης, ως υπάρχει εκείσε και τα εξής αρχαία, αμφιθέατρον, στάδιον, δεξαμεναί, θεμέλια ναών και λοιπαί αρχαιότητες, διάφορα κτήματα, ελαιόδενδρα και αχλαδιές, συνορευόμενα μεταξύ των και θέλοντες να ευκολίνωσιν την εν Αθήναις Αρχαιολογικήν Εταιρίαν εις τας μελέτας και ερεύνας αυτής, χάριν της επιστήμης, παραχωρούν εις το Διοικητικόν Συμβούλιόν της εν λόγω αρχαιολογικής εταιρίας, το δικαίωμα όπως ενεργήση, οίας νομίση καλόν να κάμη έρευνας και ανασκαφάς επί των κτημάτων αυτών, κατασκευάσει οδούς δι’αυτών, παραπήγματα, οικήματα, και ό,τι άλλο προς εργασίαν χρήσιμον, παραιτούμενοι παντός δικαιώματος χορηγουμένου αυτοίς κατά τον περί αρχαιοτήτων νόμον επί των ανακαλυφθησομένων αρχαιοτήτων, άτινα παραχωρούντες εις την Αρχαιολογικήν Εταιρίαν, ως και πάσης αποζημιώσεως δια τας τυχόν γενομένας εδαφικάς μεταβολάς επί των κτημάτων ή κατάληψιν δι’ανέγερσιν παραπηγμάτων ή άλλην αιτίαν.(…)[35]

 

Παραίτηση δικαιωμάτων υπέρ της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας, κλπ… (Παράρτημα 1).

 

Η εθελοντική συμμετοχή στις ανασκαφές και η παραχώρηση περιουσίας από τα μέλη μιας αγροτικής κοινότητας σε μια δύσκολη εποχή, αποτελούν μια σημαντική πρώτη ένδειξη της σχέσης που δημιουργεί ο αρχαιολογικός χώρος με την τοπική κοινωνία. Δεν θα είναι εξάλλου η μοναδική φορά μιας τέτοιας παραχώρησης. Παρενθετικά σημειώνω πως έναν σχεδόν αιώνα αργότερα,  θα συμβεί το ίδιο με την αποκάλυψη και αποκατάσταση της «Μικρής Επιδαύρου», που ξεκινά με τον εντοπισμό της από την έφορο αρχαιοτήτων Αργολίδας κ. Ευαγγελία Δεϊλάκη-Πρωτονοταρίου, το 1970, και την αρχή των ανασκαφών στο «χωράφι του μπάρμπα-Χρήστου και της κυρα Ευμορφίας» που παραχώρησαν το χώρο για τις ανασκαφές. [36]

Φεστιβάλ Επιδαύρου, 1956. Αρχείο ΕΛΙΑ.

Σταδιακά, λοιπόν, η τοπική κοινωνία ταυτίζεται με τον αρχαιολογικό χώρο και η στιγμή των Επιδαυρίων μετατρέπεται σε μια από τις σημαντικότερες τοπικές της εορτές, που την παρακολουθεί μέσα στο χρόνο, την προετοιμάζει και τη βιώνει με ένταση και ευλάβεια. Σε ένα δεύτερο επίπεδο διαμορφώνονται ιδιαίτεροι δεσμοί μεταξύ των κατοίκων και του των ανθρώπων της Τέχνης. Οι περισσότεροι ηθοποιοί και καλλιτέχνες, οι σκηνοθέτες, όλοι οι άνθρωποι του θεάτρου θα δημιουργήσουν μια ιδιαίτερη σχέση με την τοπική κοινωνία. Η Κατίνα Παξινού θα «διδάξει» μαγειρική τέχνη [37] στην ταβέρνα του Λεωνίδα, που οι τοίχοι της με τις εκατοντάδες φωτογραφίες αποτελούν μικρό μουσείο ιστορίας των Επιδαυρίων. Η Άννα Συνοδινού με το «Λυγουριό αγάπη μου», [38] θα καταγράψει όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που ένωσαν καλλιτέχνες και ντόπιους δημιουργώντας δεσμούς που ακόμη και σήμερα προσδιορίζουν την τοπική κοινωνία. Ο Τώνης Τσιρμπίνος [39] θα θυμηθεί, ανάμεσα σε πολλά άλλα, τις ολάνθιστες γλάστρες με τις οποίες στόλιζαν τα σπίτια τους και τους δρόμους του χωριού τα πρώτα χρόνια των «Επιδαυρίων» οι κάτοικοι του Λυγουριού. Ο Στέλιος Βόκοβιτς θα «πολιτογραφηθεί» Λυγουριάτης και θα ζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο Λυγουριό. [40] Ο Γιάννης Σαρρής, εκδότης της τοπικής εφημερίδας «Εδώ Λυγουριό», που αποτελεί μια εξαιρετική πηγή πληροφοριών, κάνοντας μια ιστορική αναδρομή για τα πενήντα χρόνια των «Επιδαυρίων» [41] περιγράφει με μοναδικό τρόπο τη σχέση αυτή και τις επιπτώσεις της στην τοπική κοινωνία:

 

Οι παραστάσεις έφεραν θιάσους και καλλιτέχνες ιδιαίτερου κύρους και μοναδικού πνευματικού αναστήματος. Αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι μας ημέρωσαν, μας μπόλιασαν την αγάπη για την τέχνη και τον πολιτισμό. Μέσα από τις δικαιολογημένες απαιτήσεις τους και συνήθειές τους, γνωρίσαμε την σωστή καθαριότητα και την υγιεινή. Συμμαζέψαμε τα σπίτια μας, “ασπρίσαμε” τις μάντρες μας, χτίσαμε καινούρια δωμάτια και λουτρά. Αυτοί οι σπουδαίοι καλλιτέχνες μπαινόβγαιναν στα σπίτια μας κουβέντιαζαν μαζί μας. Στους ίσκιους της κληματαριάς της αυλής μας, με τον καφέ και το παξιμάδι του πρωϊνού και το γλυκό του κουταλιού νωρίς το γιόμα ανοίξαμε μαζί τους πρωτάκουστες κουβέντες…Ακούσαμε για τέχνη, για τους ήρωες της ανθρώπινης αξίας, τα ιδανικά της ελευθερίας της δημοκρατίας, τη μαγεία των τραγικών και του ποιητικού λόγου. Αποστηθίσαμε ολάκερα χορικά…. Είθε αυτή η ευτυχισμένη συνεύρεση και συνύπαρξη να συνεχιστεί.

 

Ο Αντ. Καρκαγιάννης σε άρθρο του στην «Καθημερινή» [42] ενισχύει αυτή την άποψη και προσθέτει νέες λεπτομέρειες για το βίωμα και την ιδιαίτερη σχέση των κατοίκων με το θέατρο και τον αρχαιολογικό χώρο:

 

Το Λυγουριό και οι Λυγουριώτες θεωρούν το Θέατρο της Επιδαύρου δικό τους, και καλά κάνουν. Έμαθα μάλιστα ότι φέτος οργανώνουν το δικό τους «Φεστιβάλ Επιδαύρου» και ετοιμάζουν δυο δικές τους παραστάσεις μια με τον …Ζεράρ Ντεπαρντιέ στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Ζακ Κοκτό και μια δεύτερη με την Ιζαμπέλα Ροσελίνι (κόρη, νομίζω, της αξέχαστης Ίνγκριντ Μπέρκμαν) στην «Περσεφόνη» του Αντρέ Ζιντ. Στο πενηντάχρονο Φεστιβάλ της Επιδαύρου (απ’όπου πέρασε η μια και μοναδική Μαρία Κάλλας) ποτέ δεν θυμάμαι τέτοια διεθνή μεγαλεία! Θυμάμαι τους κατοίκους του Λυγουριού και της γύρω περιοχής να καταφθάνουν με κάθε μέσο (ακόνη και με γαϊδουράκια), χαρούμενοι και στολισμένοι σαν πανηγυριώτες, για να «δουν θέατρο» στην Επίδαυρο. Ήταν από τις καλύτερες και αγνότερες στιγμές της Επιδαύρου. Γέμιζαν τα επάνω διαζώματα και παρακολουθούσαν την παράσταση με θρησκευτική ευλάβεια.

 

Ενάμιση αιώνα σχεδόν μετά τις πρώτες ανασκαφές στο Ασκληπιείο, έχει δημιουργηθεί ένας ισχυρός δεσμός ανάμεσα στην τοπική κοινωνία και τον κόσμο του Αρχαίου θεάτρου. Η σχέση αυτή είχε σημαντικές συνέπειες στην τοπική κοινωνία, στην εξέλιξη των νοοτροπιών και στην άνοδο ενός γενικότερου επιπέδου, υλικού και πνευματικού. Δεν ήταν μια σχέση ειδυλλιακή. [43] Αντίθετα, η εξέλιξή της μέσα στο χρόνο οδήγησε και σε συγκρούσεις, πάντα παροδικές, που εξέφραζαν από τη μια την τάση της τοπικής κοινωνίας να ταυτιστεί όλο και περισσότερο με το καλλιτεχνικό γεγονός και από την άλλη την τάση μιας αυτόνομης λειτουργίας και εξέλιξής του από τους εποπτεύοντες φορείς και τα πρόσωπα. Οι δυο αυτές τάσεις συνυπάρχουν αρμονικά 63 χρόνια μετά την πρώτη παράσταση των «Επιδαυρίων», υπήρξαν όμως και περιπτώσεις έντασης και σύγκρουσης στις οποίες θα αναφερθούμε με συντομία.

 

  • Αρχαίο Θέατρο : Κινητοποιώντας την τοπική κοινωνία

 

Υπήρχε πάντα ένα παράλληλο πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ της τοπικής κοινωνίας και των φορέων διαχείρισης του Αρχαίου Θεάτρου και του Φεστιβάλ Επιδαύρου. Η πρώτη θεωρώντας πως η φωνή της πρέπει να ακούγεται, αντιδρά κάθε φορά που οι δεύτεροι θέτουν ζητήματα μείωσης των παραστάσεων και αμφισβητούν «άγραφους νόμους και ηθικά δικαιώματα» της τοπικής κοινωνίας που απορρέουν από την υπερεκατονταετή συμμετοχή της στην ανάδειξη και διαφύλαξη των μνημείων και στην, με κάθε τρόπο, διευκόλυνση των «Επιδαυρίων».

Συχνές είναι οι αντιδράσεις στα σχέδια των φορέων για τη μείωση των παραστάσεων καθώς το ΥΠΠΟ επικαλείται την προστασία του Αρχαίου Θεάτρου. Είναι, βεβαίως, αρμοδιότητα του ΥΠΠΟ και των συνεργαζόμενων φορέων να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία του μνημείου, όμως η μείωση των παραστάσεων κινητοποιεί την τοπική κοινωνία κατά των σχετικών αποφάσεων ή σχεδίων. Η αιτία των κινητοποιήσεων πηγάζει, κατά κύριο λόγο, από την ταύτιση της τοπικής κοινωνίας με το καλλιτεχνικό γεγονός των «Επιδαυρίων», που θεωρεί πως είναι η μεγαλύτερη και πλουσιότερη πολιτισμικά στιγμή στην ετήσια κοινωνική διαδρομή της. Οι οικονομικές απολαβές που απορρέουν από τα «Επιδαύρια», παρ’ ότι δεν είναι αμελητέες, δεν είναι εκείνες που την κινητοποιούν. Δεν έχει αμφισβητηθεί ποτέ, για παράδειγμα, η δυνατότητα των ντόπιων και ιδιαίτερα των νέων να εργάζονται σε διάφορες θέσεις κατά την περίοδο του Φεστιβάλ αλλά και την υπόλοιπη περίοδο (π.χ. φύλακες). Επικαλούνται όμως, μεταξύ άλλων, τις προτροπές του ΥΠΠΟ και των ανθρώπων του θεάτρου, για την οργάνωση υποδομών σίτισης σε περιόδους που δεν υπήρχαν, για να απαντήσει στον άδικο στιγματισμό της ως «κοινωνία των ταβερνιάρηδων». [44] Καλείται, επίσης, να αντιδράσει σε αποκλεισμούς ή σχέδια μείωσης των παραστάσεων. «…πιστεύουμε πως και πάλι πρέπει η Λυγουριάτικη κοινωνία να ευαισθητοποιηθεί και να αποδείξει πως και οι νέες απαγορεύσεις είναι ανεδαφικές και δεν αποβλέπουν στην προστασία του μνημείου…», σημειώνει ο συντάκτης  της τοπικής  Εδώ Λυγουριό Γ. Σαρρής, με αφορμή τη μεταφορά των συναυλιών των Μιτσλάβ Ροστροπόβιτς και Παβαρότι στο Ηρώδειο και όχι στην Επίδαυρο, όπως είχε προγραμματιστεί αρχικά, για λόγους προστασίας του μνημείου. [45]

Είναι αδύνατο να αναφερθούμε σε όλα τα περιστατικά. Κάθε φορά πάντως που τίθεται το ζήτημα αυτό γίνονται δημόσιες συνελεύσεις στο Λυγουριό με θέμα την αντίδραση των κατοίκων [46] και μάλιστα σε ορισμένες με τη συμμετοχή ανθρώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και βουλευτών του νομού. Προφανώς, η τοπική κοινωνία έχει αποκτήσει δυνατότητες παρέμβασης στην διοργάνωση του «Φεστιβάλ» οι οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, ξεπερνούν τον υποστηρικτικό της ρόλο – τον μόνο που μπορεί να της αναγνωριστεί –  στην καλλιτεχνική διοργάνωση. Σημειώνω πως, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις παντού στη χώρα, οι πολιτικές διευθετήσεις ενισχύουν τον παρεμβατισμό του «λαϊκού παράγοντα» χωρίς να διευκολύνουν μια παράλληλη κατανόηση των θεμάτων που τίθενται και των λύσεων που απαιτούνται. [47]

 

Φωτογραφία από τις διαμαρτυρίες και τον αποκλεισμό του δρόμου προς το Αρχαίο Θέατρο το 1991 (πηγή : εφ. «Εδώ Λυγουριό», Μάρτιος 1991, φ. 36)

 

Το Φεβρουάριο του 1991 καταγράφεται η μεγαλύτερη σε ένταση σύγκρουση της τοπικής κοινωνίας με το ΥΠΠΟ όταν αποφασίζει να κάνει δεκτή την πρόταση του Κ.Α.Σ. και του Προέδρου του κ. Λαμπρινουδάκη να πραγματοποιούνται οι παραστάσεις ανά δεκαπενθήμερο ώστε να προστατευτεί το μνημείο. Στις 22 Φεβρουαρίου πραγματοποιείται συνέλευση των κατοίκων και στις 23 Φεβρουαρίου αποκλείεται από τους κατοίκους η πρόσβαση στο Θέατρο στη θέση «Στενό», με κατάληψη του δρόμου για οκτώ ημέρες. Στις 2 Μαρτίου τελειώνει συμβιβαστικά η διαμάχη και η τοπική κοινωνία πετυχαίνει τη μερική αναθεώρηση των περικοπών των παραστάσεων.

Η δεύτερη σε ένταση σύγκρουση αφορά στο «προνόμιο» των κατοίκων του Λυγουριού να παρακολουθούν δωρεάν τις παραστάσεις. Κάθε φορά τυπώνεται αριθμός προσκλήσεων (εισιτήρια ελευθέρας εισόδου) για το λόγο αυτό. Υπάρχουν φορές που το «προνόμιο» αυτό αμφισβητείται με αποτέλεσμα να δημιουργεί και πάλι τριβές με την τοπική κοινωνία, η οποία το θεωρεί ως την ελάχιστη επιβράβευση των παραχωρήσεων και της συμμετοχής της στην ανάδειξη και προστασία συνολικά του αρχαιολογικού χώρου. [48] Και ενώ το ζήτημα διευθετείται κάθε φορά χωρίς απρόοπτα, φαίνεται πως γενικότερα η σχέση της τοπικής κοινωνίας με το Εθνικό Θέατρο είναι ιδιαίτερα προβληματική διαχρονικά. Η μεγαλύτερη ένταση προκαλείται όταν Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου είναι ο Ν. Κούρκουλος και στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου τον Ιούλιο 2004, αρνείται να προσφέρει τις προσκλήσεις που παραδοσιακά προσφέρονται από τους θιάσους, αφήνοντας μόνο μια πρόσκληση «για το Δήμαρχο Λυγουριού κάπου στο Θέατρο». [49] Προκαλείται μεγάλη ένταση καθώς τη συγκεκριμένη παράσταση θα παρακολουθήσει και το ζεύγος Καραμανλή. Το Δημοτικό Συμβούλιο αντιδρά και καταλήγει σε μια ακραία ανάρτηση πανό στο δρόμο που οδηγεί στο Θέατρο. Στη σύγκρουση παρεμβαίνει και το γραφείο του Πρωθυπουργού καθώς όχι μόνο έχει γίνει γνωστή, αλλά ο κ. Κ. Καραμανλής περνά μπροστά από το αναρτημένο πανό για να φτάσει στο Θέατρο. Τελικά, μερικές μέρες μετά με τη συνάντηση του Δημάρχου κ. Τσιλογιάννη και του κ. Κούρκουλου δίνεται τέλος στη σύγκρουση αυτή, που παρά την έντασή της δεν πρόκειται να σκιάσει τη γενικότερη καλή σχέση που διατηρεί η τοπική κοινωνία με τους φορείς διαχείρισης του Αρχαίου Θεάτρου.

 

Πάνο διαμαρτυρίας.

 

  • Οι Θεατές

 

Αν ήταν δυνατόν ν’ αφήση ο Ευριπίδης την χώραν των μακάρων και να παρακολουθήση τις δοκιμές και την παράσταση του «Ιππολύτου» στο θέατρο της Επιδαύρου, θα είχε ασφαλώς την μεγαλύτερη συγκίνησι της δοξασμένης του σταδιοδρομίας. Θα έβλεπε τους χωριάτες του Λυγουριού, όπως και της Παληάς Επιδαύρου και άλλων μακρινών χωριών, να φθάνουν με τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους και μ’ επικεφαλής τον ιερέα τους, και ν’ αγρυπνούν, καρφωμένοι στις κερκίδες, για να απολαύσουν – ύστερα από δυόμιση χιλιάδες χρόνια! – το ακατάλυτο ποίημά του, ολοζώντανο και ολόδροσο σαν να εγράφη χθες…. Τέτοια ζωντανή και ακούσια προπαγάνδα είχαν κάμει όσοι παρακολούθησαν τις δοκιμές, ώστε τα χωριά ξεσηκώθηκαν. Και ήσαν οι χωριάτες ακριβώς εκείνοι που , πριν η παράστασις αρχίση, ώρμησαν από τα επάνω διαζώματα και κατέλαβαν τα πιο κάτω, για ν’ ακούσουν καλλίτερα. Μάλιστα, ν’ ακούσουν!… Το θερμό αυτό ενδιαφέρον, αυτή την δίψα, δεν την εδημιούργησε ούτε η…Περιηγητική Λέσχη, ούτε η Υπηρεσία Τουρισμού: Είναι εκδήλωσις του κληρονομημένου πολιτισμού ενός πληθυσμού, που μπορεί να καλλιεργή ντομάτες, αραποσίτια και καπνά, έχει όμως την ικανότητα να συναρπάζεται από ένα υψηλό ποιητικό κείμενο και από την άψογη θεατρική ερμηνεία του. Αυτό το κοινόν έδωσε, στην συγκέντρωση της Επιδαύρου, τον χαρακτήρα του πάνδημου λαϊκού πανηγυρισμού, ένα ζωηρό υπαινιγμό του τι θα ήταν αυτά τα πράγματα  στην αρχαιότητα και στον τρόπο με τον οποίο παρηκολούθησε η κόγχη την παράστασι, τον κατανυκτικό τόνο που ξέρει να δίνη μονάχα ένα αγνό, αδιάφθορο ακροατήριο. Φαντάζομαι, ότι αυτό θα ικανοποίησε πολύ βαθύτερα τον κ. Ροντήρη από τα παταγώδη χειροκροτήματα και την ιαχή των δέκα περίπου χιλιάδων θεατών, που τον ανεκάλεσαν στην σκηνή.

 

Με τα λόγια αυτά, ο Σπύρος Μελάς [50] αποδίδει το κλίμα που δημιουργήθηκε στην ιστορική πρώτη παράσταση των «Επιδαυρίων» με τον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Δημ. Ροντήρη. Η αρχική εικόνα προϊδεάζει για τις ποιοτικές αλλαγές που θα συντελεστούν στις νοοτροπίες και την καθημερινότητα της τοπικής κοινωνίας. Σταδιακά, τα μέλη της αποκτούν λόγο, εκφράζονται και κρίνουν τα έργα, τη σκηνοθεσία τους ηθοποιούς, μετατρέπονται σε θεατές με κριτική σκέψη για τα θεατρικά δρώμενα. Η ποιοτική αυτή εξέλιξη, όπως ήδη σημειώσαμε, τονίζεται από τους ίδιους τους κατοίκους οι οποίοι φέρνουν στις μνήμες τους τις «διδασκαλίες» των μεγάλων ηθοποιών προς αυτούς σε στιγμές ανάπαυσης. Η στήλη «Οι Θεατές» στη μηνιαία τοπική εφημερίδα Εδώ Λυγουριό εκφράζει κάθε φορά αυτή την ποιοτική μεταβολή στη σκέψη των πολιτών και είναι ενδεικτική της αγάπης με την οποία περιβάλλουν το καλλιτεχνικό γεγονός. Αρκετοί πολίτες συμμετέχουν με κείμενά τους στις κριτικές αποτυπώσεις των θεατρικών παραστάσεων που είδαν. [51]

 

Εθνικό θέατρο. «Θεσμοφοριάζουσες», Επιδαύρια 1978. Αρχείο ΕΛΙΑ.

 

Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τις κριτικές αυτές παρουσιάσεις και τα οποία, μέσα στο χρόνο, φαίνεται να δέχονται μια όλο και μεγαλύτερη ποιοτική επεξεργασία αφορούν στο σύνολο των στοιχείων που συνθέτουν μια παράσταση. Ακόμη και αν θεωρηθεί από κάποιους πως πρόκειται για απλουστευτικές κριτικές, τα κείμενα των «θεατών» αποτελούν μια σημαντική προσπάθεια της τοπικής κοινωνίας να ανταποκριθεί στον κριτικό ρόλο του θεατή και να χρησιμοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τις παιδαγωγικές αρετές με τις οποίες την προσέγγισαν οι μεγάλες προσωπικότητες του θεατρικού κόσμου. Ίσως να είναι ζήτημα μιας γενιάς, δηλαδή εκείνης που βίωσε τα «Επιδαύρια» από την αρχή τους. Θα μπορούσε, επίσης, να αποτελέσει ένα ξεχωριστό θέμα μελέτης, παρ’ ότι η τοπική εφημερίδα σίγησε μετά από αρκετά χρόνια έκδοσης.

Εδώ θα μεταφέρουμε μόνο ορισμένα στοιχεία, για να υπογραμμίσουμε θετικά αυτή την προσπάθεια της τοπικής κοινωνίας.

Στις θετικές κριτικές αναφέρονται τα παραδείγματα:

  • 8-9 Σεπτεμβρίου 1989 «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη. Η μουσική του Ν. Ξυδάκη παρά τα υπερβολικά δημοτικά-καραγκούνικα στοιχεία της, αρεστή. Η ερμηνεία όμως της κας Λυδίας Κονιόρδου, στον κεντρικό ρόλο, ήταν κάτι το συγκλονιστικό, καταπληκτική….Η κα Κονιόρδου πιστεύουμε πως θα είναι τα επόμενα χρόνια το πρόσωπο του τραγικού λόγου. (Σεπτ. 1989, φ.26).
  • 16-17 Ιουλίου «Νεφέλες» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο. Μια καλή παράσταση φερμένη από τα παλιά. Καταπληκτικό το δάπεδο του σκηνικού… Ο κ. Μιχαλακόπουλος κράτησε όλη την παράσταση και δικαίως καταχειροκροτήθηκε. Επίσης άρεσε πολύ ο χορός. Η μετάφραση του Παύλου Μάτεση ευρηματική. Η σκηνοθεσία του Ντουφεξή καλή….. (Αύγουστος 1994, φ.69)
  • 4-5-Αυγούστου, «Αντιγόνη» του Αισχύλου από τη «Νέα Σκηνή» του Λευτέρη Βογιατζή… Ο ανδρικός χορός ένα υπέροχο σύνολο, με θαυμάσια φωνητικά ακούσματα, υποκατέστησε τη μουσική επένδυση της παράστασης. Επίσης τροφοδότησε και τους επιμέρους ρόλους με απόλυτη πειθαρχία και εξαίρετη απόδοση. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο Λευτέρης Βογιατζής, κράτησε και το ρόλο του Κρέοντα. Κι εδώ η σκηνοθεσία ήταν ευρηματική, αριστουργηματική και «ψαγμένη», η ερμηνεία δυστυχώς «έπεσε κάτω από τη βάση». Γιατί σαν σκηνοθέτης ξεχάστηκε να παρακολουθεί την απόδοση των άλλων και όχι να προσέχει τη δική του ερμηνεία. (Σεπτ. 2006, φ. 168).

Στις αρνητικές κριτικές αναφέρονται τα παραδείγματα:

  • 30-31 Ιουλίου «Ορέστεια» του Αισχύλου από το Ακαδημαϊκό θέατρο του Ρωσικού Στρατού. … Στην κυριολεξία οι Ρώσοι καλλιτέχνες έδωσαν μαθήματα ερμηνείας και συλλογικής δουλειάς, τέτοιες σωστές φωνές δεν είναι εύκολο να ξανακούσουμε. Η σκηνοθεσία του Γερμανού Πίτερ Στάιν απαράδεκτη για Επίδαυρο και για αρχαία Ελληνική Τραγωδία. Κοστούμια, ράγες του τρένου, σκηνικό, πορτατίφ, όλα για πέταμα… (Αύγουστος 1994, φ.69).
  • 26 και 27 Ιουλίου «Αίας» του Σοφοκλή από το Κ.Θ.Β.Ε.…. και μη χειρότερα. Για να μην επαναλάβουμε το οργισμένο «αίσχος» που ακούστηκε και τις δυο βραδιές των παραστάσεων. Αυτό δεν ήταν παράσταση       αρχαίου δράματος – και από κρατική σκηνή μάλιστα – αλλά ιδιοτροπίες       ατάλαντων      «δημιουργών». (Σεπτ. 1996. φ.90)
  • 11 και 12 Αυγούστου, «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη από την «Αττική Σκηνή».   Μια παράσταση που μας απογοήτευσε, γιατί βασικά είχαμε να κάνουμε με μια «δουλειά του ποδαριού» χωρίς τέμπο και συνοχή. Το δυστύχημα συμπληρώθηκε με την πρωταγωνιστική αποτυχία του τηλεοπτικού Χάρη Ρώμα, στο ρόλο του  Διονύσου… Η παρουσία της κας Άννας Συνοδινού, στο ρόλο της Ιέρειας, δεν ήταν δυνατόν να σώσει την κατάσταση…., (Σεπτ. 2006, φ. 168).

Το Φεστιβάλ Επιδαύρου συνεχίζει να συναρπάζει την τοπική κοινωνία, να την τροφοδοτεί με ευαισθησίες, νεωτερισμούς, να σημαδεύει ακόμη τον κύκλο του χρόνου της και της καθημερινότητάς της. Παρ’ ότι πολλά πράγματα άλλαξαν στη σχέση τοπικής κοινωνίας και Αρχαίου Θεάτρου, κάτι που νεότερες μελέτες θα μπορούσαν να μας το δείξουν, η τοπική κοινωνία συνεχίζει να συμμετέχει στα θεατρικά δρώμενα με την ίδια πάντα αγάπη και τόλμη. Η υλοποίηση εξάλλου μιας εκπαιδευτικής δομής για το θέατρο αποτελεί και θα αποτελέσει και στο μέλλον, ένα ιδιαίτερο πεδίο με μεγάλη ποιοτική συμβολή στην κοινοτική εξέλιξη.

 

Αντί επιλόγου

Λύκειον Επιδαύρου : μια διαχρονική ιδέα σε πορεία ολοκλήρωσης

 

Η ταύτιση της τοπικής κοινωνίας με τους ρυθμούς των «Επιδαυρίων» και την ύπαρξη του αρχαιολογικού χώρου διαμόρφωσε ένα ιδιαίτερο πλαίσιο αναφοράς μέσα στο οποίο  κοινότητα, πολίτες και κοινοτικοί άρχοντες αντιλαμβάνονταν τη σχέση με όρους πολιτισμικής και οικονομικής κοινοτικής ανάπτυξης. Με την αντίληψη αυτή οργανώθηκαν μέχρι σήμερα, δεκάδες εκδηλώσεις αθλητικές, μουσικές, θεατρικές, η δημοσιοποίηση των οποίων γινόταν και γίνεται σχεδόν πάντα με τίτλους που αντλούν το περιεχόμενό τους από το Ασκληπιείο και το Αρχαίο Θέατρο (π.χ. Επιδαύριος δρόμος, Διεθνές Δίκτυο Αρχαίων Ασκληπιείων, κ.α). Βεβαίως δεν έλειψαν οι διαφωνίες, οι συγκρούσεις και κυρίως τα οργανωτικά προβλήματα που πήγαζαν κυρίως από τις αδυναμίες χρηματοδότησης. Όμως η ιδέα για τη δημιουργία ενός εκπαιδευτικού οργανισμού αντάξιου της σημασίας και του ρόλου του Αρχαίου Θεάτρου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την τοπική κοινωνία και ωριμάζει ως αποτέλεσμα της πολύχρονης σχέσης της με την Τέχνη του Θεάτρου και τον κόσμο της. Στην τοπική κοινωνία έχει γίνει συνείδηση πλέον η ύπαρξη αυτής της εκπαιδευτικής δομής, αναζητά την υλοποίησή της και δεν είναι τυχαίες οι διαβεβαιώσεις του τότε Δημάρχου Χρ. Τσακαλιάρη κατά την έναρξη ορισμένων σεμιναρίων, πως ο Δήμος θα συμβάλει στη δημιουργία «στέγης» για τα θερινά σεμινάρια. [52]

Ήδη από τη δεκαετία του 1990 εμφανίζεται όλο και πιο συχνά το αίτημα για τη δημιουργία  μια σχολής διεθνούς απήχησης για το αρχαίο δράμα η οποία, με κέντρο το Λυγουριό, να προσφέρει εξειδικευμένες γνώσεις και να εισάγει και να ερευνά στον κόσμο του αρχαίου θεάτρου κατά την περίοδο των θερινών εκδηλώσεων των «Επιδαυρίων». Το Φεβρουάριο του 1997, σε συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο του τότε Δήμου Ασκληπιείου γίνεται ήδη αναφορά [53] στο θέμα σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία Ινστιτούτου Αρχαίου Δράματος, μια ιδέα και ένα πρόγραμμα που κυοφορείται αρκετό καιρό και αναζητά τρόπους υλοποίησής του. Πράγματι, η ιδέα αρχίζει να υλοποιείται και έτσι η συνεργασία του Δήμου Ασκληπιείου με το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ και επικεφαλής τον καθηγητή κ. Πλάτωνα Μαυρομούστακο καταλήγει στην ίδρυση του Ινστιτούτου Θεατρικών Σπουδών με έδρα το Δήμο Ασκληπιείου και δημοσιοποιείται το 1994 το πρώτο καταστατικό λειτουργίας του (παράρτημα 2).

 

Το πρώτο καταστατικό λειτουργίας του Ινστιτούτου Θεατρικών Σπουδών με έδρα το Δήμο Ασκληπιείου, δημοσιοποιείται το 1994. (Παράρτημα 2)

 

Η δημοσιοποίηση του καταστατικού του νέου ινστιτούτου δεν σημαίνει, όμως, και την έναρξη λειτουργίας του. Θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα συζητήσεων, πιέσεων, αναζήτησης πόρων, κλπ, μέχρι τον Ιούλιο 2002, οπότε και θα πραγματοποιηθεί ο πρώτος κύκλος σεμιναρίων. Το νέο εκπαιδευτικό πρόγραμμα εντάσσεται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του Ευρωπαϊκού Δικτύου Έρευνας και Τεκμηρίωσης παραστάσεων Αρχαίου Ελληνικού Δράματος (European Network of Research and Documentation of Performances of Ancient Greek Drama). Συμμετέχουν σ’ αυτό διακεκριμένες προσωπικότητες του θεατρικού χώρου (αρχαιολόγοι, σκηνοθέτες, μουσικοί, σκηνογράφοι, ηθοποιοί, κ.ά) [54] και μέχρι το 2013 που λειτούργησε απευθυνόταν σε μεταπτυχιακούς φοιτητές από τον ευρωπαϊκό χώρο. Το Πνευματικό Κέντρο του Αγίου Βασιλείου χρησιμοποιήθηκε για τα περισσότερα σεμινάρια, ενώ πολλά άλλα πραγματοποιήθηκαν σε υπαίθριους χώρους του Λυγουριού, της Π. Επιδαύρου και του Αρχαίου Θεάτρου. Στο πρόγραμμα εντασσόταν και η παρακολούθηση παραστάσεων. Μεταξύ των μεγάλων σκηνοθετών που πήραν μέρος στο πρόγραμμα σημειώνουμε τους Πέτερ Στάιν (Peter Stein) και Λι Μπρούερ (Lee Breuer). Για την παρουσίαση της προγραμματισμένης «Πενθεσίλειας» του πρώτου δημιουργήθηκε σοβαρότατη εμπλοκή μεταξύ Δήμου και «Αττικής Πολιτιστικής» και χρειάστηκε η παρέμβαση του ΥΠΠΟ, για να παραχωρηθεί το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου τελικά στις 21/22 Ιουνίου 2002, ώστε να πραγματοποιηθούν οι παραστάσεις. [55] Ο Λι Μπρούερ, ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες και καλλιτεχνικός διευθυντής την περίοδο εκείνη του Θιάσου Μάμπου Μάινς (Mabou Mines Theater Company) της Ν. Υόρκης, πήρε μέρος στα σεμινάρια το 2008 και μίλησε στις 13 Ιουλίου στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ πως παράλληλες δράσεις και προγραμματισμοί υλοποιούνται ή απλά δημοσιοποιούνται σχετικά με την ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου και του Αρχαίου Θεάτρου. Η τοπική κοινωνία δέχεται με χαρά κάθε προγραμματισμό που αναδεικνύει τη σημασία της πολιτισμικής κληρονομιάς και την θέτει στο επίκεντρο του παγκόσμιου πλέον ενδιαφέροντος. Μεταξύ αυτών υλοποιήθηκε το 2001 με απόφαση του Ελληνικού Φεστιβάλ, το «Μουσείο των Επιδαυρίων» που στεγάστηκε σε αίθουσα πλησίον του ξενοδοχείου «Ξενία». Τα εγκαίνια του Μουσείου έγιναν στις 20 Ιουλίου 2001 από τον τότε Πρόεδρο του Ε.Φ. Περικλή Κούκκο και την εικαστική επιμέλεια είχε ο ενδυματολόγος Γιάννης Μετζικώφ. [56]

Το 2002 δημοσιοποιείται η πρόταση για την οργάνωση ενός «Πολιτιστικού Ολυμπιακού Χωριού» στο Δήμο Ασκληπιείου, πρόταση που κατατίθεται και στο Δημοτικό Συμβούλιο στις 22 Μαρτίου 2002. [57] Ο Δήμος μάλιστα, μετά από σχετικές ενέργειες, προτείνει τη δέσμευση δυο περιοχών νότια και ανατολικά της τοποθεσίας Κορώνι, ώστε να διευκολυνθεί το πρόγραμμα. Δεν υπήρξε, όμως, συνέχεια στην πρόταση αυτή.

Η προηγούμενη εμπειρία από τα θερινά σεμινάρια δίνει τη δυνατότητα αναθέρμανσης της ιδέας για την οργάνωση και λειτουργία μιας εκπαιδευτικής δομής για το θέατρο, που να χρησιμοποιεί και ταυτόχρονα να ενισχύει τη διεθνή ακτινοβολία του αρχαιολογικού χώρου και της περιοχής. Η παγκόσμια ακτινοβολία του χώρου δεν ευνοεί μόνο τη λειτουργία του Αρχαίου Θεάτρου και του αρχαιολογικού χώρου. Ευνοεί κυρίως τη δημιουργική καλλιτεχνική συνάντηση, την ανταλλαγή, υλοποίηση και εξέλιξη ιδεών για την ανάδειξη και ορθή διαχείριση της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς μέρος της οποίας αποτελεί η Επίδαυρος. Η νέα πρόταση λοιπόν, με την ονομασία «Λύκειον Επιδαύρου», κατατέθηκε και παρουσιάστηκε στο Λυγουριό (Ξενία στο χώρο του Αρχ. Θεάτρου) και στο Ναύπλιο [58] και υλοποιήθηκε, όπως προγραμματίστηκε, τον Ιούλιο 2017 για πρώτη φορά. Η κινητοποίηση ανθρώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για να συμβάλουν με διάφορους τρόπους στην υλοποίησή της φάνηκε να δίνει τα πρώτα αποτελέσματα με την δέσμευση του αλσυλλίου που βρίσκεται πίσω από το Κέντρο Υγείας στο Λυγουριό, ώστε να δημιουργηθεί η θεατρική κατασκήνωση. Όμως από τις υποσχέσεις στην υλοποίηση υπάρχει ένας τεράστιος ελληνικός δρόμος να διανυθεί και συχνά οδηγεί στη λήθη!

 

Παρουσίαση «Λυκείου Επιδαύρου», Ναύπλιο.

 

Παρουσίαση «Λυκείου Επιδαύρου», Ναύπλιο.

 

Το «Λύκειον Επιδαύρου» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο το Σάββατο 30 Ιουλίου 2016, στο συνεδριακό χώρο (Ξενία) του Αρχαίου Θεάτρου και την παρακολούθησε ένα πολυπληθές κοινό και οι άνθρωποι της Τοπική Αυτοδιοίκησης, όπως και οι βουλευτές του Νομού.

«Η Επίδαυρος είναι σημαντική για μας», τόνισε στην εισαγωγική παρουσίαση ο κ. Θεοδωρόπουλος, «όχι μόνο λόγω του Αρχαίου Θεάτρου που διαθέτει, αλλά ως τόπος: με τη γεωγραφική θέση, την ενέργεια και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που ευνόησαν ακριβώς τη δημιουργία αυτού του εμβληματικού θεάτρου. Τοποθετώντας το Σχολείο μας στην περιοχή της Επιδαύρου απεγκλωβίζουμε την εκπαίδευση του ηθοποιού από τη συνήθη πρακτική της δουλειάς σε κλειστό χώρο και επιτρέπουμε στους σπουδαστές να αντιληφθούν πολύ καλύτερα και να βιώσουν την ανάπτυξη δυναμικών ανοικτού χώρου, που συντέλεσαν στη γένεση και την ανάπτυξη του αρχαίου δράματος».[59]

Επομένως επρόκειτο, αρχικά, για μια εκπαιδευτική διαδικασία η δυναμική της οποίας αναμενόταν να προσδώσει νέα χαρακτηριστικά και αναπτυξιακή ώθηση τόσο στο θεσμό του Φεστιβάλ όσο και γενικότερα της θεατρικής παιδείας, καθώς επίσης και στις τοπικές κοινωνίες για τις οποίες θα ήταν πολλαπλά ωφέλιμο. Εξάλλου βασικός συντελεστής και συνεργάτης στο εγχείρημα είναι το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου με έδρα το Ναύπλιο. Μια άλλη καινοτομία που εφαρμόζεται από το 2017 είναι η θεματική οργάνωση των θεατρικών παραστάσεων που θα συνδυάζεται και με το περιεχόμενο των μαθημάτων του Λυκείου. Για το 2017 είχε προκριθεί ως θεματική  «Η έλευση του ξένου», ζήτημα που συνδέεται με τα σημερινά διλήμματα και θέτει μια εκ νέου συζήτηση για την πρόσληψη του πολιτικού θεάτρου της αρχαιότητας στη σημερινή εν βρασμώ παγκόσμια κατάσταση, όπως τόνισε στην αρχική συνάντηση ο κ. Θεοδωρόπουλος.[60] Το 2018 η θεματική «Πολιτεία και Πολίτης» ενισχύει ακόμη περισσότερο την παιδαγωγική διάσταση των δράσεων του «Λυκείου» με την  «Εκπαίδευση του κοινού στο Αρχαίο Δράμα» να αγκαλιάζει πλέον και τους ενήλικες.[61]

Τον Ιούλιο του 2019 έκλεισαν τρία χρόνια λειτουργίας του «Λυκείου Επιδαύρου» με την παρουσίαση θεατρικών εργαστηρίων και μέσα σε μια γενικότερη ευφορία για το μέλλον του προγράμματος. Ουσιαστικά το εγχείρημα στηρίχτηκε στο πάθος των διοργανωτών του και στην βοήθεια που παρείχε η τοπική κοινωνία και η Δημοτική Αρχή. Τρία χρόνια μετά την πανηγυρική πρώτη συνάντηση, οι μεν υποσχέσεις πολιτικών και περιφερειακών παραγόντων είχαν εντελώς ξεχαστεί, το δε πρόγραμμα μετρούσε τρία χρόνια διεθνών συμμετοχών και εκπαιδευτικών επιτυχιών. Ευχή όλων η συνέχεια του «Λυκείου Επιδαύρου».

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το πρώτο κείμενο για το θέμα αυτό δημοσιεύτηκε με τον τίτλο, Κόνδης, Η.Γ. (2017-2018). Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και τοπική κοινωνία: ρόλος και σημασία μιας σχέσης, Θεάτρου Πόλις, Διεπιστημονικό περιοδικό για το θέατρο και τις τέχνες, Σχολή Καλών Τεχνών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Ναύπλιο, 3-4, σ.σ.119-142. Διαθέσιμο στο: http://ts.uop.gr/gr/theatrou-polis  Ο Γεώργιος Η. Κόνδης είναι Κοινωνιολόγος, διδάσκων στο Τμήμα Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

[2] J.Lacarrière, Το Ελληνικό Καλοκαίρι. Μια καθημερινή Ελλάδα 4000 ετών, μετάφραση Ιωάννας Δ. Χατζηνικολή, εκδ. Ι.Χατζηνικολή, Αθήνα, 1980, σ. 125-127.Η πρώτη έκδοση έγινε το 1975 από τον γαλλικό εκδοτικό οίκο Plon.

[3] Ομιλία στη Διεθνή Διάσκεψη Θεάτρου στο Ηρώδειο, 4.7.1957, [http://www.theatro-technis.gr/o-karolos-koun-gia-to arxaio-drama/, (20-5-2015)].

[4] Οι εκθέσεις για την πρόοδο των ανασκαφών που συντάσσει ο Π. Καββαδίας ιδιαίτερα της καθοριστικής τριετίας 1881-1883 φυλάσσονται από την Αρχαιολογική Υπηρεσία (Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτισμικής Κληρονομιάς) του Υπουργείου Πολιτισμού. Το συνολικό έργο του περιέχεται σε διάφορες εκδόσεις μέχρι και το 1906, τελευταία έκδοση για τα ευρήματα των ανασκαφών της Επιδαύρου. Παρ’ότι είχε απομακρυνθεί το 1909 από την Αρχαιολογική Εταιρία λόγω του υπέρμετρα αυταρχικού χαρακτήρα του και της πολυετούς σύγκρουσής του με τον Δ/ντή του Νομισματικού Μουσείου Ιω. Σβορώνο, ο Π. Καββαδίας άφησε ένα σπουδαίο ανασκαφικό έργο (ιδιαίτερα στην Ακρόπολη και την Επίδαυρο), ενώ η οργάνωση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Μουσείου της Ακρόπολης, είναι έργο δικό του.  Πέθανε στις 20 Ιουλίου 1928.

[5] Η παρούσα έρευνα φιλοδοξεί να συμβάλει στη μελέτη και ανάλυση των ποιοτικών κοινωνικών αλλαγών και διαφοροποιήσεων που προκαλούνται από φαινόμενα και ανακαλύψεις μεγάλης πολιτισμικής εμβέλειας, όπως αυτό του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου. Έχοντας συνείδηση των ορίων που επιβάλει στην έρευνα  η τοπική αρχειακή πραγματικότητα (ανυπαρξία οργανωμένου δημοτικού αρχείου, κανένα άλλο οργανωμένο αρχείο σχετικά με τη λειτουργία του Αρχαίου Θεάτρου, κ.ά) , θα προσπαθήσω να συμβάλω στη συστηματοποίηση των πληροφοριών που διαθέτουμε  από τις τοπικές πηγές (μελέτες, συναντήσεις, έντυπα), να χρησιμοποιήσω όσες προφορικές καταγραφές μπορούν να διασταυρωθούν ως προς την εγκυρότητα των λεγομένων και να θέσω ερωτήματα σχετικά με τη μελλοντική ανάπτυξη της έρευνας αυτής ή παρόμοιων άλλων ερευνών.

[6] «Από όλες τις τέχνες, το θέατρο είναι η πιο κοινωνική τέχνη, η πιο άμεση και αποτελεσματική, η πιο προκλητική για τις αντιδράσεις των ανθρώπων, γιατί το υλικό με το οποίο δημιουργεί είναι έμψυχο, και ο άνθρωπος είναι ο πιο πειστικός φορέας νοημάτων, Ιστορικά νεοελληνικού θεάτρου. Έξι μελετήματα, εκδ. Παϊρίδης, Αθήνα, 1984, σ.15.

[7] «Το απόγευμα της Κυριακής, 11 Σεπτεμβρίου 1938, στις “5 και 20΄ακριβώς”, το Εθνικό Θέατρο εγκαινίαζε τη σύγχρονη θεατρική ιστορία του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου: “Ανέζησε η Σοφόκλειος τραγωδία, ανέζησε η Ηλέκτρα εμπρός εις το πολυάριθμον κοινόν που εξεκίνησε όχι μόνον από τας Αθήνας δια να παρακολουθήσει την υψηλήν αυτήν μυσταγωγίαν αλλά και από πολλάς, γειτονικάς της Επιδαύρου, γωνιάς της Πελοποννήσου”. Τη διοργάνωση είχε αναλάβει η Περιηγητική Λέσχη με απώτερο στόχο την καθιέρωση σαιζόν Επιδαύρου», Ελληνική Σκηνή και Θέατρο της Ιστορίας 1936-1944, Διδακτορική Διατριβή, τ.Α΄, Α.Π.Θ, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 97.

[8] Θα ήταν εξαιρετικού ενδιαφέροντος μια συγκριτική μελέτη των στοιχείων που διαμορφώνουν τη σχέση αυτή και σε άλλες περιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Ενδεικτικά αναφέρω το άρθρο του Pierre-Etienne Heymann με τίτλο «Quand le théâtre fait bouger la société», που αναφέρεται στον κοινωνικό ρόλο του θεάτρου στο Μαλί και δημοσιεύτηκε στην Monde Diplomatique  τον Σεπτέμβριο 1998 (σ.35).

[9] «Ο δήμος Λήσσης είναι Γ΄τάξεως· συνέστη τω 1869. Έχει κατοίκους 1076 και δημότας 971. Σύγκειται δ’εκ τριών χωρίων του Λυγουριού, του Αδαμίου και του Κορωνίου. (…) Πρωτεύουσα του δήμου είνε το Λυγουριό, αρχαίον χωρίον, οικούμενον υπό 170 οικογενειών, κείμενον επί υψώματος βορειοανατολικώς της ομωνύμου πεδιάδος· το χωρίον υδρεύεται εκ φρεάτων. Απέχει του Ναυπλίου 5 ώρας», Γεωγραφία Πολιτική, Νέα και Αρχαία του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας, εκδ. Εστίας, Αθήνα, 1886, σ. 86-89

[10] Στην πληρέστερη τοπική έρευνα που έχει δημοσιευτεί μέχρι σήμερα των Γιάννη Γ. Σαρρή, Νίκου Ι. Καλαματιανού και Βασιλείου Γ. Μπιμπή με τίτλο Λυγουριού Ενορίες 1701-2013, Λυγουριό, 2014, καταγράφονται αρκετές λεπτομέρειες για την αγροτο-κτηνοτροφική συγκρότηση της τοπικής οικονομίας και τις μεταβολές που γνώρισε σταδιακά, οι οποίες όμως δεν άλλαξαν ριζικά τον οικονομικό καμβά της περιοχής. (σ.37-45)

[11] Πρέπει να σημειώσω την εξαιρετική προσπάθεια που έχει γίνει από τους Γ. Σαρρή, Ν. Καλαματιανό και Β. Μπιμπή, στις δυο βασικές δημοσιευμένες έρευνες τοπικής ιστορίας που αναφέρονται στην παρούσα μελέτη: Λυγουριού Ενορίες, ό.π. και Το τεφτέρι του παππού, Λυγουριό, 2015.

[12] Ν. Ι. Καλαματιανός,,  Το τεφτέρι του παππού, ό.π.,  σ.98.

[13] Ο Στ. Κρανιώτης παραθέτει σε άρθρο του στην εφημερίδα Έθνος («Το Φεστιβάλ Επιδαύρου είχε χθες πολύν κόσμον», 12 Ιουλίου 1954), μεταξύ άλλων, και το ζήτημα των χωματόδρομων με αφορμή την πρώτη και ιστορική παράσταση των «Επιδαυρίων» το 1954: …δεν καταβρέχθησαν επαρκώς οι εσωτερικοί δρόμοι με αποτέλεσμα η σκόνη να είναι πολλές φορές αφόρητη, τα πρόχειρα από πλαίσια ξύλινα και τοιχώματα πάνινα αποχωρητήρια ήσαν πολύ προχειροφτιαγμένα και οπωσδήποτε ακατάλληλα για κυρίες… Το άρθρο περιλαμβάνεται μαζί με άλλα σε επετειακή έκδοση της τοπικής εφημ. Εδώ Λυγουριό με τίτλο : «11 Ιουλίου 1954:πριν από σαράντα χρόνια ξεκίνησε ο θεσμός των Επιδαυρίων», Ιούλιος 1994, σ. 4-5.

[14] «Προς ευκολίαν της μεταβάσεως των φιλαρχαίων εις το Ιερόν μετά τας γενομένας ανασκαφάς, και χάριν της συγκοινωνίας  του αποκέντρου τούτου μεσογείου δήμου, κατεσκευάσθη αμαξιτός οδός από Ναυπλίου μέχρι Ιερού, διερχομένη και δια του Λιγουριού μήκους 24,740 μέτρων· εχαράχθη δε, αλλ’ούπω κατεσκευάσθη και προέκτασις ταύτης μέχρι παλαιάς Επιδαύρου.», ό.π., σ.87.

[15] Στο βιβλίο του για την οικογενειακή γενεαλογία που περιέχει αρκετά στοιχεία για το Λυγουριό του 19ου και 20ου αιώνα, ο Νικ. Ι. Καλαματιανός αναφέρει τις καταγραφές που κάνει η ενορία της Αγ. Τριάδας Λυγουριού σχετικά με τις αιτίες θανάτου μέχρι και το 1939. Ως προς τη μεγαλύτερη συχνότητα αναφέρονται η ελονοσία, οι εντερίτιδες/δυσεντερίες, αθρεψία, ατροφία, καχεξία, ιδίως για νεογνά και ηλικιωμένους, κ.ά. (ό.π., σ.156).

[16] Ο Γιάννης Καρολόγος αναφέρει σχετικά πως η εμφάνιση του γιατρού έδωσε «ελπίδα και ανακούφιση σε όλους… ένας γιατρός που θα ’δινε καθημερινά τη μάχη για τη γιατρειά, χωρίς ωράριο, χωρίς αργίες, χωρίς ν’ απλώνει το χέρι του για αμοιβή, αφού συναντούσε παντού την ανέχεια και τη δυστυχία… στον Τυρό, στα Σαπουνέικα, στα Μέλανα… εκεί και ο Καλαματιανός με το κόκκινο άλογό του. Ένας γιατρός χωρίς σύνορα.». Πρόκειται για άρθρο που δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημ. Εδώ Λυγουριό τον Σεπτέμβριο 1997 (φ. 93) και περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Νικ. Ι. Καλαματιανού, ό.π., σ.159.

[17] Νικ. Ι. Καλαματιανός, ό.π., σ. 157.

[18] Πρόκειται για ένα μοναδικό ντοκιμαντέρ σχετικά με τις εξελίξεις που γνωρίζει η τοπική κοινωνία χάρη στις ανασκαφές και τη θεσμοθέτηση των «Επιδαυρίων», στηριζόμενο κυρίως σε συνεντεύξεις κατοίκων που βίωσαν τις εξελίξεις αυτές. Το ντοκιμαντέρ παρουσιάστηκε στο 9ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης στις 18 Μαρτίου 2007 και απέσπασε θετικές κριτικές.

[19] Β.Δ 25ης  Αυγούστου 1893/ΦΕΚ 204.

[20] Οι δυο μεγαλύτερες σημαντικές και πρόσφατες αλλαγές είναι εκείνη του 1997 πιο γνωστή ως μεταρρύθμιση «Ι.Καποδίστριας» με τη διεύρυνση σε νέο δήμο Ασκληπιείου με έδρα το Λυγουριό (Ν. 2539/1997/ΦΕΚ 244/τ.Α΄/4-12-1997) και η μεταρρύθμιση του 2010 γνωστή ως «Πρόγραμμα Καλλικράτης» με τον οποίο συγχωνεύονται οι πρώην δήμοι Ασκληπιείου και Επιδαύρου στο νέο σχήμα «Δήμος Επιδαύρου» με έδρα το Ασκληπιείο (Λυγουριό – Ν.3852/2010/ΦΕΚ 87/τ.Α΄/7-6-2010).

[21] Μια σύντομη αναφορά στους αριθμούς των απογραφών για το Λυγουριό: 1961:1.621 κάτοικοι, 1991:2.182 κάτοικοι, 2001:2.678 κάτοικοι, 2011:2.504 κάτοικοι. Τα στοιχεία από την έρευνα των  Γιάννη Γ.Σαρρή, Νίκου Ι.Καλαματιανού και Βασιλείου Γ.Μπιμπή, Λυγουριού Ενορίες…, ό.π., σ. 48-54.

[22] «Στροφή», εφημ. Εδώ Λυγουριό, Σεπτ. 1993, φ.59.

[23] «Εδήλωσαν δε οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι, ως αντάλλαγμα της προσφοράς των κτημάτων αυτών, εύχονται ίνα το Διοικητικόν Συμβούλιον της ειρημένης εταιρίας ενεργήσει……προς δε να κατασκευάσει αμαξωτήν οδόν εκ Ναυπλίου εις το Ιερόν Ασκληπιού». Πρόκειται για την σημαντική «Παραίτηση δικαιωμάτων υπέρ της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας» (συμβόλαιο 250/6-8-1879), με την οποία οι κάτοικοι του Λυγουριού παραχωρούν τα κτήματά τους για τις ανασκαφικές ανάγκες. Ολόκληρο το συμβόλαιο παρατίθεται  στην έρευνα των Γ. Σαρρή, Ν. Καλαματιανού και Β. Μπιμπή, Λυγουριού Ενορίες, ό.π., σ. 138-143.

[24] Το πρώτο «αγροτικό» αυτοκίνητο κυκλοφόρησε στο Λυγουριό το 1972. Βεβαίως, υπάρχουν και τα λίγα μέσα μαζικής μεταφοράς (λεωφορεία, κ.ά) ήδη από την προπολεμική περίοδο. Οι πληροφορίες αντλούνται από προσωπικές συνεντεύξεις με κατοίκους του Λυγουριού και τη διασταύρωσή τους με τις μαρτυρίες του ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αντωνίου για τη σχέση του Αρχαίου θεάτρου με την τοπική κοινωνία, ό.π. Πληροφορίες επίσης αντλούνται, για τα θέματα αυτά, από το λογοτεχνικό έργο του Γιάννη Ι. Σαρρή με τίτλο Στ’Ανάπλι και στο Λυγουριό, εκδ. Η ΘΟΛΟΣ, Λυγουριό, 2007.  Είναι πάντως χαρακτηριστικές οι κριτικές που γίνονται αργότερα για την ασφαλτόστρωση των δρόμων ιδιαίτερα εκείνων που οδηγούν στο Θέατρο και χαρακτηρίζουν τη λογική των δημόσιων έργων στη χώρα μας. «Έπρεπε να φτάσει η μέρα της Συναυλίας Καρέρας-Καμπαγιέ», σημειώνεται σε σχόλιο της τοπικής εφημερίδας, «ο Πρωθυπουργός της χώρας και 18 Ευρωπαίοι Υπουργοί και 40 Δήμαρχοι για να στρωθούν με πίσσα οι  δυο ξεχαρβαλωμένοι δρόμοι που διασχίζουν τον αρχαιολογικό χώρο και καταλήγουν στο θέατρο», «Προχειρότητες», Εδώ Λυγουριό, Σεπτ. 1993, φ.59.

[25] Λεπτομέρειες μιας άγνωστης πλευράς της παρουσίας της Μ. Κάλλας στην Επίδαυρο και του παρ’ ολίγον ναυαγίου της παρουσίας αυτής στο: Georgia Kondyli, Callas: the conflict about Epidaurus, Hellenic Journal of Music, Education and Culture, Vol. 3, N.1, art.2, 1-13, [http://hejmec.eu/journal/index.php/HeJMEC/article/view/38, (18-6-2015)], pdf.

[26] «Το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και το Λυγουριό. Μια θεατρική αναδρομή στο πρόσφατο παρελθόν», Αναγέννηση, Άργος, 331(1995) 4-5.

[27] «Το αρχαιολογικό τοπίο της Επιδαύρου: Φορέας νοήματος και όχημα εκμοντερνισμού, στο: Τοπία Τουρισμού. Ανακατασκευάζοντας την Ελλάδα», σ. 247,  [https://eclass.upatras.gr/modules/document /file. php/ARCH389.pdf., (23-10-2016)].

[28] Η ίδια κατάσταση χαρακτηρίζει και το επίπεδο των επικοινωνιών. Εκτός από το λεγόμενο «κοινοτικό τηλέφωνο» δεν υπήρχε άλλη σύνδεση μέχρι τη δεκαετία του 1960. Είναι χαρακτηριστική η επισήμανση ενός γνωστού στο Λυγουριό εστιάτορα, του Λεωνίδα Λιακόπουλου που ανοίγει το πρώτο εστιατόριο για τις ανάγκες σίτισης των ανθρώπων του θεάτρου : «Το ’60 υπήρχε μόνο ένα τηλέφωνο εδώ, του μαγαζιού, το 115, και όταν σχόλαγαν οι ηθοποιοί γινόταν ουρά για να μιλήσουν κι έτσι ακούγαμε όλη τους τη ζωή», δημοσιευμένη συνέντευξη 30-7-2016, [http://www.lifo.gr/articles/travel_articles/109254, (6-8-2016)].

[29] Ό.π., σ.248.

[30] Η εφημ. Αργοναυπλία σημειώνει για την ημέρα εκείνη: «… την κεκανονισμένην ώραν ο Πρόεδρος της Κοινότητος επίεσεν τον διακόπτην και άπλετον φως εδόθη εις την δημοσίαν οδόν και τα καταστήματα, άτινα είχον κάμει εγκαταστάσεις και συνδέσεις, και ούτω ικανοποιήθη εις πόθος του Λυγουρίου», 22 Ιουνίου 1961, φ. 918.

[31] Αιμ. Αθανασίου, ό.π., σ.249.

[32] Ιππόλυτος του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Δημ. Ροντήρη, με τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Θεωρείται η ιδρυτική παράσταση των «Επιδαυρίων».

[33] Εφημ. Ελευθερία, «Αστάθμητοι παράγοντες», 13 Ιουλίου 1954. «Κάθε φορά που ένοιωσα μια άφατη καλλιτεχνική χαρά μέσα στο ελληνικό ύπαιθρο, ο Μεγάλος Σκηνοθέτης την είχε συμπληρώσει με τον τρόπο του. Ποιός ξέχασε ποτέ τους αετούς που πετούσανε πάνω από τον αλυσοδεμένο Προμηθέα στις Δελφικές εορτές του Σικελιανού! Αναρίθμητες οι περιπτώσεις και η χθεσινή παράσταση του «Ιππολύτου» δεν ξέφυγε από τον κανόνα: το ομαδικό παράπονο του χορού και τον πόνο της παντέρμης ερωτευμένης Φαίδρας, συνώδευε κάπου μακρυά η μονότονη, τυραννική στην επανάληψή της, φωνή μιας θλιμμένης κουκουβάγιας! Αχ! Αυτοί οι αστάθμητοι παράγοντες!»

Αναφέρεται στο «Χρονικό των Επιδαυρίων 1954-1975. Χρονικό ζωής και τέχνης ενός θεάτρου», περιοδικό «Θεατρικά», Αφιέρωμα, τ.Β΄& Γ΄, Αθήνα, 1975, με την γενική εποπτεία του Αλέξη Σολωμού.

[34] «Το αυτονόητο», εφημ. Εδώ Λυγουριό, Απρίλιος 1997, φ. 90.

[35] βλ. Γ. Σαρρής, Ν. Καλαματιανός, Β. Μπιμπής, Λυγουριού Ενορίες…., ό.π., σ. 139. Δες παράρτημα 1.

[36] Η Άννα Συνοδινού παραθέτει πολλές λεπτομέρειες για το ιστορικό των «Επιδαυρίων» και γενικότερα του Θεάτρου και της σχέσης του με την τοπική κοινωνία σε άρθρο της που δημοσιεύεται στην εφημ. Το Βήμα με τίτλο «Το Θέατρο της πόλεως της Επιδαύρου. Ένα αρχαίο Θέατρο ξυπνάει μετά από λήθαργο 2.300 ετών!» (14 Ιουλίου 1999). Μερικές από τις αναφορές της, όπως αυτή για το ζεύγος των χωρικών που παραχώρησαν το οικόπεδο και το σπίτι τους για τις ανασκαφές, είναι συγκινητικές και αναδεικνύουν τη σχέση που δημιουργούσαν οι ντόπιοι με τους καλλιτέχνες: «Η κυρα Ευμορφία – υπέροχη μορφή Ελληνίδας αγρότισσας, μας άφησε χρόνους πριν 2 μήνες σε ηλικία 107 ετών! Είχε ζητήσει να μην κατεδαφιστεί το σπιτικό της πριν πεθάνει». Σημειώνω πως το οίκημα δεν έχει κατεδαφιστεί και σήμερα εντάσσεται στο λειτουργικό των θεατρικών παραστάσεων και χρησιμοποιείται για τις ανάγκες τους.

[37] Όλγα Σελλά, «Θεσμός δίπλα στην Επίδαυρο», εφ. Καθημερινή, 29 Ιουνίου 2013. Για το ίδιο θέμα στο «Μετά την Επίδαυρο όλοι στο Λεωνίδα», 30-7-2016, [http://www.lifo.gr/articles/travel_articles/109254, (4-8-2016)].

[38] Στο συγκινητικό αυτοβιογραφικό της κείμενο περιγράφει μια ξεχωριστή καθημερινότητα στο Λυγουριό από το ποτιστήρι που χρησιμοποιούσαν αρχικά ως ντουζιέρα, μέχρι τις πιο μοντέρνες ξενοδοχειακές ανέσεις της χρονικής εξέλιξης. «Όταν γύριζα σπίτι, η μάνα μου έλεγε : “Παιδάκι μου τι σου κάνουνε εκεί πέρα κι έρχεσαι ξαναγεννημένη;”, «Πρόσωπα & Προσωπεία, Αυτοβιογραφικό Χρονικό. Λυγουριό Αγάπη μου», εφημ. Εδώ Λυγουριό, Ιαν. 1999, φ. 105.

[39] Ό.π., Ιούλιος 1987, φ.4.

[40] «Αντίο στο Βόκοβιτς», ό.π., Μάιος 1990, φ. 30.

[41] 1954-2004: πενήντα χρόνια «Επιδαύρια», Ιούνιος 2004, φ.150. Με την ευκαιρία των 39 χρόνων, ο ίδιος αρθρογράφος αφού παραθέτει τα θετικά από την οργάνωση των «Επιδαυρίων» για το Λυγουριό και την καθημερινότητα των κατοίκων του, σημειώνει : «Τριάντα εννέα καλοκαίρια από τότε και όλα άλλαξαν στο χωριό μας, στο μυαλό μας, στην προοπτική μας», Ιούλιος 1993, φ. 57.

[42] Αναδημοσίευση του άρθρου στην τοπική  εφ. «Εδώ Λυγουριό», 19 Αυγούστου 2001.

[43] Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις  μεγάλων προσωπικοτήτων που κατέγραψαν αρνητικές εικόνες,  παρ’ ότι δεν αφορούσαν ούτε ενοχοποιούσαν πάντα την τοπική κοινωνία. Ξεκινήσαμε την παρουσίαση με το ταξίδι του Ζακ Λακαριέρ, ως μέλος του Groupe de Théâtre Antique de la Sorbonne  στην παράσταση της τραγωδίας Πέρσες του Αισχύλου που παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο το 1947 και την εξαιρετική εικόνα που μας μεταφέρει.  Οκτώ χρόνια μετά, το 1955 όταν επανέρχεται με το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης για μια νέα παράσταση η εικόνα που μας περιγράφει είναι διαφορετική : το τοπίο έχει μεταμορφωθεί και αντί για τους χωριάτες με τα ζώα και τα φαγητά τους μέσα στα πεύκα, τώρα παρατηρούσε πούλμαν και ξένους τουρίστες. Την ίδια χρονιά, ο  Αλέξης Μινωτής, αποδίδοντας την ατμόσφαιρα των παραστάσεων του 1955 σε συνέντευξη που δίνει το 1979 περιγράφει  μια εικόνα που εκπλήσσει. Χιλιάδες άνθρωποι που έτρωγαν «τα κεφτεδάκια τους κάτω από τα δένδρα ενώ κουβαλούσαν μέσα στο θέατρο κι από ένα τρανζίστορ…  Τις Κυριακές μαζί με το ματς κι ενώ εμείς παριστάναμε την Εκάβη και τον Οιδίποδα αυτοί άκουγαν τα γκολ!» (Καθημερινή 24 Ιουλίου 2005, αναδημοσίευση της συνέντευξης στον Σπ. Παγιατάκη).

Θα ήταν δύσκολο πάντως να μην υπάρξει καμία αλλαγή καθώς οι νέες μεταπολεμικές πολιτικές που εφαρμόζονται έχουν ως στόχο τον γρήγορο τουριστικό εκσυγχρονισμό της χώρας.  «Ο μαζικός μεταπολεμικός τουρισμός», γράφει ο Γιάννης Αίσωπος , «θα στηριχτεί στο δίπολο “ιστορία-τοπίο”, τον συνδυασμό αρχαιολογικών μνημείων του (κλασικού) παρελθόντος και τοπίων ιδιαίτερου φυσικού κάλλους – ιστορία και τοπίο θα συγκροτήσουν από κοινού το μύθο της σύγχρονης Ελλάδας…. Ο τουρισμός γίνεται συνώνυμο του εκμοντερνισμού, τα τοπία τουρισμού είναι τοπία εκμοντερνισμού»,  («Τοπία τουρισμού: Ανακατασκευάζοντας την Ελλάδα» στο: [https://eclass.gunet.gr/modules/ document/file.php/ARTGU163/PLANTZOS%20ETEROTOPIA.pdf, 1-259 (107), (2-2-2015)].

[44] Στα «Επιδαύρια» του 1993 και στην παράσταση της «Λυσιστράτης» με τον Θ. Καρακατσάνη, δημιουργούνται επεισόδια λόγω της κοσμοσυρροής που παρατηρείται. Ο κ. Καρακατσάνης θεωρεί υπεύθυνη για το θόρυβο την τοπική κοινωνία «ένα απέραντο ψητοπωλείο» όπως την αποκαλεί. Οι αντιδράσεις είναι άμεσες. Στην εφημ. Εδώ Λυγουριό δημοσιεύεται σχόλιο με τίτλο «… και προς τον κ. Καρακατσάνη», στο οποίο σημειώνονται μεταξύ άλλων: «Ο ίδιος μάλιστα ο αγαπητός πρωταγωνιστής του έργου κ. Καρακατσάνης σε μια κατοπινή συνέντευξή του από ραδιοφώνου λοιδορώντας το Λυγουριό, που είναι κατά τη γνώμη του ένα απέραντο ψητοπωλείο αναφέρθηκε και στην ταλαιπωρία που του προξένησαν οι αρχαιοφύλακες. Δηλαδή κύριε Θύμιο μας επειδή είχατε την απαίτηση να… καταβρέχετε όποτε δη ακριβώς δίπλα από την ορχήστρα του Αρχαίου Θεάτρου είναι κακοί οι αρχαιοφύλακες και οι Λυγουριάτες;», (Ιούλιος 1993, φ. 57). Επίσης σε άρθρο με τίτλο «Από τους ταβερνιάρηδες του Λυγουριού», καταγράφονται όλα τα στοιχεία που επικαλείται η τοπική κοινωνία για να αντικρούσει τις κατηγορίες πως δεν συναινεί στην προστασία του μνημείου προκειμένου να έχει οικονομικά κέρδη, (Μάρτιος 1991, φ. 36).

Η ίδια εφημερίδα δεν φοβάται να κατακρίνει την τοπική κοινωνία όταν η συμπεριφορά της δηλώνει απρέπεια προς τον αρχαιολογικό χώρο. Έτσι, κατακρίνει την εικόνα που παρουσιάζεται την πρωτομαγιά 1994 και με τίτλο «Θέατρο-Ψητοπωλείο» γράφει: «…Όταν όμως φιλοξενείται στον περιβάλλοντα αρχαιολογικό χώρο του θεάτρου εορτάζοντας την “εργατική” πρωτομαγιά έχει υποχρέωση και το χώρο να σεβαστεί και να μην υπερβάλλει. Αντικρύσαμε υπαίθριες ψησταριές και “τρακάδες” ολόκληρες καυσόξυλων να καίγονται μέσα στις πλατείες του θεάτρου χωρίς κανένας να ντρέπεται και να ενοχλείται… Είδαμε ανυποψίαστους τουρίστες να μένουν με ανοιχτό το στόμα αντικρύζοντας το τραγελαφικό θέαμα. Και το χειρότερο, να πρωτοστατούν Λυγουριάτες. Μάλιστα Λυγουριάτες!… Ο ΕΟΤ, ο Δήμος και κάθε αρμόδιος ας προστατεύσει με συγκεκριμένα μέτρα τον ιερό αρχαιολογικό χώρο», (Μάιος, 1994, φ.67).

[45] «Τα Επιδαύρια και πάλι στο στόχαστρο της προστασίας», Ιαν. 1994, φ.63.

[46] Δεν έχουν πάντα την ίδια ικανοποιητική συμμετοχή όπως φαίνεται από το ρεπορτάζ για τη συνέλευση της 24ης Απριλίου 1991 με το ίδιο πάντα θέμα, («Προστασία κατά το δοκούν», Εδώ Λυγουριό, Μάιος 1991, φ. 37).

[47] Συχνές είναι οι παρεμβάσεις των βουλευτών της Αργολίδας και της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης σχετικά με τα αιτήματα των κατοίκων του Λυγουριού για την διατήρηση ή αύξηση του αριθμού των παραστάσεων. Χαρακτηριστική της τάσης αυτής, είναι η συνάντηση των κατοίκων με τον Γεώργιο Α. Παπανδρέου στις 20-2-2006, στην ταβέρνα του Λεωνίδα όπου, μετά από συζήτηση, δόθηκε η διαβεβαίωση πολιτικής παρέμβασης προς το ΥΠΠΟ για το παραπάνω ζήτημα (αναλυτικό ρεπορτάζ δημοσιεύεται στην εφημ. Εδώ Λυγουριό, φ. 164, Μάρτιος 2006).

[48] «Ο ΕΟΤ έχει υποχρέωση να μεταχειρίζεται διαφορετικά μια κοινωνία που 43 χρόνια τώρα στηρίζει και υπηρετεί το φεστιβάλ. Το Κράτος έχει υποχρέωση  να συνειδητοποιήσει ότι Λυγουριάτες ήταν εκείνοι που πριν από έναν αιώνα, δια συμβολαιογραφικής πράξης χάρισαν τα χτίσματά τους προκειμένου να αποκαλυφθεί το θέατρο και ο αρχαιολογικός χώρος. Η κοινωνία έχει υποχρέωση να πληροφορηθεί ότι οι Λυγουριάτες είναι εκείνοι που χωρίς αποζημίωση αποδέχτηκαν τη δέσμευση 15.000 στρεμμάτων από κάθε μορφής εκμετάλλευσης, προκειμένου να σχηματιστεί ένας κύκλος προστασίας του ευρύτερου αρχαιολογικού χώρου. Αυτή η κοινωνία λοιπόν δεν δικαιούται για κάθε παράσταση 400-500 προσκλήσεις (δεν χρειάζονται περισσότερες) παρακάμπτοντας την μεσολάβηση κάποιων, που με το σημερινό καθεστώς καλλιεργούν δημόσιες σχέσεις;», («Οι προσκλήσεις των παραστάσεων», ό.π., Σεπτ. 1997, φ.90).

[49] Πρόκειται για το έργο «Ιππόλυτος» σε σκηνοθεσία Β.Νικολαΐδη. Το σχετικό ρεπορτάζ δημοσιεύεται από την τοπική εφημ. Εδώ Λυγουριό, Αύγουστος 2004, φ. 151.

[50] Εφημ. Εστία, 14 Ιουλίου 1954.  Αναδημοσίευση, εφημ. Εδώ Λυγουριό, Ιούλιος 1994, φ.68.

[51] Ο συντάκτης της εφημερίδας Γ. Σαρρής σημειώνει σε ένα κείμενο των «Θεατών»: «Όπως συνηθίζουμε, χρόνια τώρα, εμείς οι απλοί Λυγουριάτες θεατές των παραστάσεων των Επιδαυρίων, έτσι και φέτος σας παρουσιάζουμε την «κριτική» μας χωρίς να απαιτούμε και τη συναίνεσή σας… Νομίζουμε όμως ότι ο μέσος Λυγουριάτης θεατής, όπως είχε κατ’ επανάληψη δηλώσει η αξέχαστη Κατίνα Παξινού, έχει ανεπτυγμένο  και αντικειμενικό κριτήριο… που πάντοτε μετά από κάθε παράσταση αναζητούσε»,  «Επιδαύρια 2003», Σεπτ. 2003, φ.143.

[52] Εναρκτήριοι χαιρετισμοί ετών 2008, 2009. Ήδη το 2001, η τοπική εφημερίδα Εδώ Λυγουριό δημοσιεύει με τίτλο «Στο Λυγουριό το Μάρτη του 2002, ξεκινάει το Ινστιτούτο Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών», τον προγραμματισμό για την στέγαση των σεμιναρίων. Μεταξύ άλλων αναφέρει και τα ακόλουθα : «Η μόνιμη εγκατάσταση του Ινστιτούτου θα γίνει στο κτίριο των παλαιών σφαγείων (Κορώνι) και στον περιβάλλοντα χώρο που θα διαμορφωθεί κατάλληλα. Μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες διαμόρφωσης των «Σφαγείων» το Ινστιτούτο θα στεγαστεί σε αίθουσα 200τ.μ. στο υπό αποπεράτωση κτίριο του Μουσείου της Ελιάς», (Οκτώβριος 2001, φ. 127).

[53] Ουσιαστικά πρόκειται για μια έντονη συζήτηση που προκαλείται στο Δημοτικό Συμβούλιο στις 17-2-1997 κατά την οποία ο Δήμαρχος εισηγείται τη διοργάνωση «Έκθεσης Τοπικών Προϊόντων» στον κόμβο του Κέντρου Υγείας ,  σήμερα γνωστή ως Έκθεση Αγροτοτουρισμού στην Π. Επίδαυρο, που συναντά αντιδράσεις. Στο άρθρο της με τίτλο «Το αυτονόητο» (ό.π), η Καρολίνα Αννίνου περιλαμβάνει την αντίθετη με την διοργάνωση έκθεσης τοπικών προϊόντων επιχειρηματολογία και αναφέρει τις θέσεις πολιτών και δημοτικών συμβούλων  για τη χρησιμοποίηση πιθανών χορηγιών, ώστε να επιτευχθεί η ίδρυση του Ινστιτούτου Αρχαίου Δράματος (πρόταση Γ. Σαρρή) ή την ανέγερση Πνευματικού Κέντρου (πρόταση Β. Μπιμπή). Η αρθρογράφος θεωρεί την ιδέα της έκθεσης «ύβρη» και σημειώνει: « Τις πόρτες για την προβολή του τόπου στην περιοχή τις έχουν ανοίξει διάπλατα όχι μόνο τα Επιδαύρια αλλά και η γνωστή και άγνωστη ιστορία του Λυγουριού και της Επιδαυρίας. Αλλοίμονο αν περιμέναμε να τις ανοίξουν οι «χορηγοί» με εμπορικές συναλλαγές στη μέση του δρόμου, εκατέρωθεν του οδικού κόμβου μπροστά στο Κέντρο Υγείας! Οι πρόγονοί μας μια τέτοια απόφαση θα την θεωρούσαν ύβρη. Και είναι ύβρη που βαραίνει όχι μόνο το Δημοτικό Συμβούλιο αλλά όλους τους δημότες και τους πολίτες της χώρας.».

[54] Στον ιστότοπο του ΕΚΠΑ αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Έως σήμερα συμμετείχαν οι εξής ενδεικτικά: ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπεύθυνος των ανασκαφών στον αρχαιολογικό χώρο της Επιδαύρου, κος Βασίλης Λαμπρινουδάκης. Ο καθηγητής Oliver Taplin, Magdalen College, University of Oxford, Μεγάλη Βρεττανία. Ο Herman Altena, Universiteit Utrecht, Ολλανδία. Ο καθηγητής Freddy Decreus, Universiteit Gent, Βέλγιο. O καθηγητής Bernd Seidensticker, Freie Universitat Berlin, Γερμανία. Η καθηγήτρια Evelyn Ertel, Universite de la Sorbonne Nouvelle, Paris III, Γαλλία. Η Δρ. Mary Hart, J. Paul Getty Museum, Los Angeles, ΗΠΑ. Ο καθηγητής Henri Schoenmakers, Universiteit Erlangen, Γερμανία. Η καθηγήτρια Erika Fischer- Lichte. H καθηγήτρια Maria de Fatima Silva, Coimbra, Πορτογαλία. Η καθηγήτρια Lorna Hardwick, Open University, Αγγλία. Η καθηγήτρια Eva Stehlikova,Mazaryk University of Prague, Τσεχία. Ο καθηγητής Απόστολος Βέττας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Η επίκουρη καθηγήτρια Ελένη Παπάζογλου, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. O επίκουρος καθηγητής Μηνάς Αλεξιάδης, Πανεπιστήμιο Αθηνών. O λέκτορας Γρηγόρης Ιωαννίδης, Πανεπιστήμιο Αθηνών.», [http://www.theatre.uoa.gr/ereyna/ergastirio-arxaioy-dramatos.html, (22-2-2017)].

[55] Εκτός από τις αθηναϊκές εφημερίδες που αναφέρθηκαν διεξοδικά στην εμπλοκή (π.χ. Ελευθεροτυπία, 30-5-2002), εκτενείς αναφορές και κριτικές γίνονται για το θέμα στην τοπική εφημ. Εδώ Λυγουριό (Μάιος 2002, φ.132).

[56] Σε σχετική δημοσιεύση της εφημ. Εδώ Λυγουριό σημειώνονται για τη διαμόρφωση του χώρου και της έκθεσης οι συμμετοχές της θεατρολόγου Δηώ Καγγελάρη (επιλογή κοστουμιών), Ελευθερίας Ντεκώ (φωτισμός/ οπτικοακουστικός σχεδιασμός) και Αντώνη Λιγνού (βιτρίνες), ενώ την ευθύνη των εργασιών είχε η Μαργαρίτα Παναγιωτοπούλου. Η εφημερίδα δεν αμελεί να σημειώσει πως τις εργασίες αποκατάστασης της πετρόκτιστης αίθουσας που ήταν παλιά αποθήκη και του εξωτερικού περιβάλλοντος χώρου, είχε ο «συμπατριώτης Πολ. Μηχανικός» Ευάγγελος Καζολιάς. (Ιούλιος 2001, φ.125).

[57] Η εφημερίδα Εδώ Λυγουριό που παρακολουθεί τις συνεδριάσεις του Δ.Σ και δημοσιοποιεί τα υπό συζήτηση θέματα σημειώνει (Απρίλιος 2002, φ.132), πως η πρόταση γίνεται από την ΚΕΑΔΕΑ (Κίνηση για την Ειρήνη, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, την Επικοινωνία και την Ανάπτυξη) με τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Στρατηγικού Σχεδιασμού, του Ευρωπαϊκού και Ελληνικού Δικτύου Πόλεων και την Εταιρεία Ανάπτυξης Κοινωνικού Κεφαλαίου. Προφανώς πρόκειται για «προ-ολυμπιακές» προτάσεις (Ολυμπιακοί αγώνες 2004) στις οποίες δε δόθηκε συνέχεια και γι’αυτό δεν έχει γνωστοποιηθεί καμία άλλη λεπτομέρεια. Παρ’όλα αυτά, η τοπική κοινωνία κινητοποιήθηκε στην ιδέα και μόνο της υλοποίησης ενός τέτοιου προγράμματος.

[58] Γιώργος Κόνδης, «Λύκειον Επιδαύρου: μια ιδέα υλοποιείται», ηλ. έκδοση Argolika Nea, 3-8-2016 και «Λύκειον Επιδαύρου: εκκίνηση το 2017», εφ. Αργολίδα, 3-4 Δεκεμβρίου 2016.

[59] Ομιλία καταγεγραμμένη από τον συγγραφέα του παρόντος άρθρου Γ. Κόνδη.

[60] Παρουσίαση του «Λυκείου Επιδαύρου», Ξενία, Χώρος Αρχαίου Θεάτρου Επιδαύρου, 30 Ιουλίου 2016.

[61] Τα σχολεία ενηλίκων (Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Ναυπλίου και Κρανιδίου) συμμετείχαν ενεργά στο πρόγραμμα, ενώ ενήλικοι πολίτες από διάφορα σημεία της Αργολίδας πήραν μέρος σε ομάδες εκπαίδευσης κοινού.

 

Γεώργιος Η. Κόνδης

Ο Γεώργιος Η. Κόνδης είναι Κοινωνιολόγος, διδάσκων στο Τμήμα Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

«Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι» – Χρίστος Ιωάν. Κώνστας


 

Ένα ακόμη σημαντικό βιβλίο, ένας καλαίσθητος τόμος 526 σελίδων, προστίθεται στη βιβλιοθήκη της τοπικής μας ιστορίας. Πρόκειται για το βιβλίο του Χρίστου Ιωάν. Κώνστα, «Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι». Μια ακόμη έκδοση της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

Ο Χρίστος Κώνστας γεννήθηκε στο χωριό Μιδέα (Γκέρμπεσι) της Αργολίδας το 1936. Φοίτησε στα δημοτικά σχολεία Γκέρμπεσι και Μάνεσι. Τελείωσε το Γυμνάσιο του Άργους και πήρε το πτυχίο της νομικής σχολής του πανεπιστημίου Αθηνών. Διορίστηκε δικηγόρος στο Πρωτοδικείο της Αθήνας και συνταξιοδοτήθηκε το 2006 μετά από 40 έτη εργασίας. Ασχολήθηκε με την τοπική ιστορία και λαογραφία για να καλύψει τον ελεύθερο χρόνο του και καρπός αυτής της απασχόλησής του είναι το παρόν πόνημα.

 

Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας

 

[…] Κομβικό σημείο για την παρακολούθηση της ίδρυσης, της ονομασίας και της διαδρομής μέσα στο χρόνο του οικισμού Γκέρμπεσι-Μιδέα της Αργολίδας είναι η δεύτερη Βενετοκρατία του Ναυπλίου (1686-1715), αφού σε επίσημο κείμενο της Βενετικής πολιτείας της περιόδου αυτής αναφέρεται για πρώτη φορά, το τοπωνύμιο «Γκέρμπεσι» ως όνομα ζευγολατείου. Με βάση όμως ιστορικά στοιχεία, θεωρώ ότι ο οικισμός Γκέρμπεσι είχε ιδρυθεί από αρβανίτες εποίκους κατά την περίοδο της πρώτης Ενετοκρατίας του Ναυπλίου…

Συνεπώς ο οικισμός Γκέρμπεσι υπάρχει ως οργανωμένο οικιστικό σύνολο τουλάχιστον από το 1805, αφού αναγνωρίζεται τόσο από τη Δημογεροντία όσο και από την Τουρκική πολιτειακή εξουσία ως συλλογικό φορολογικό υποκείμενο. Η διαδικασία όμως σχηματισμού του θα έπρεπε να είχε αρχίσει ενωρίτερα με τη μόνιμη εγκατάσταση βαθμηδόν κάποιου ελάχιστου αριθμού οικογενειών που δημιούργησαν στη Δημογεροντία και στην Τουρκική εξουσία την βεβαιότητα της μόνιμης ομαδικής οίκησης. Τον χρόνο όμως αυτόν, της μόνιμης δηλαδή εγκατάστασης οικογενειών στον τόπο μας, δεν τον γνωρίζουμε…

… Οι γυναίκες, αν ήσαν ανύπαντρες προσδιορίζονταν με το όνομά τους και το όνομα του πατέρα τους ενωμένο με το παρατσούκλι του, η Σοφία του ΚίτσιοΜαλλή. Εάν ήσαν παντρεμένες προσδιορίζονταν με το όνομά τους και το όνομα του συζύγου τους ενωμένο με το παρατσούκλι του, η Φωτεινή του ΓιάνΝταή…

… Τα παιδιά ήταν του πατέρα και ερωτώμενα τίνος είναι έπρεπε να απαντήσουν με το όνομα του πατέρα τους και ποτέ της μάνας. Εάν παρέβαιναν τον κανόνα, δέχονταν τις παρατηρήσεις των ηλικιωμένων. Θυμάμαι πως η γριά Τζιότζιλια ρώτησε την αδερφή μου, «Μωρή, ποιανού είσαι σύ; Της Φωτεινής του Νταή, απάντησε εκείνη και η ΓριάΤζιότζιλια, «Μωρή, πού σε βρήκε η Φωτεινή; Του ΓιάνhΝταή είσαι»…

 

Περιεχόμενα

  • Ο οικισμός Μιδέα
  • O οικισμός Γκέρμπεσι – Μιδέα της Αργολίδας, δημιουργία – ονομασία – εξέλιξη
  • Το Γκέρμπεσι ως οικωνύμιο ή εδαφωνύμιο στον ελλαδικό χώρο και στην Αλβανία
  • Η μυθική Μιδέα και η χωροθεσία της ακρόπολης
  • Γένη και σόγια  στο Γκέρμπεσι – Μιδέα της Αργολίδας
  • Παρατσούκλια και προσφωνήσεις γκερμπεσιωτών
  • Δημογραφική εξέλιξη του οικισμού Γκέρμπεσι – Μιδέα
  • Το Γκέρμπεσι και η Μιδέα στο θεσμό της τοπικής Αυτοδιοίκησης – Διοικητικές μεταβολές
  • Το κτηματολόγιο της κοινότητας Μιδέας
  • Τα διοικητικά όρια της κοινότητας Μιδέας
  • Τα εδαφωνύμια της κοινότητας Μιδέας
  • Οι εκλογικοί κατάλογοι για την εκλογή των βουλευτών του οικισμού Γκέρμπεσι του Δήμου Μηδείας των ετων-1844-1867-1871.
  • Ονομαστικός κατάλογος των εις τον Δήμον Μηδείας υπαρχόντων γεωργών ιθαγενών 1856 έτους
  • Αγορά εθνικών κτημάτων
  • Φωτογραφικό παράρτημα

 

Ο συγγραφέας του βιβλίου Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

 

Στην παρουσίαση του βιβλίου που πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα του Δημοτικού Σχολείου Μιδέας την Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018, μίλησαν για την έκδοση, Ο Γιάννης Δ. Μπάρτζης, Δρ. Φιλοσοφίας – Πρόεδρος επιτροπής της Εταιρείας Κορινθίων Συγγραφέων και ο Γεώργιος Κόνδης, Δρ. Κοινωνικών Επιστημών, Συγγραφέας, του οποίου την ομιλία παραθέτουμε αυτούσια παρακάτω:

 

Υπάρχουν τόποι που είναι τυχεροί. Παρά την ερήμωση που γνώρισαν στην ιστορική τους διαδρομή είτε από πολέμους, είτε από τη μετανάστευση, ποτέ δεν ξεριζώθηκαν από την ψυχή των παιδιών τους που βρέθηκαν σε άλλους τόπους. Είναι τόποι τυχεροί, γιατί τα παιδιά τους ξαναγύρισαν και, ως αντίδωρο για τα παιδικά τους χρόνια, εκπληρώνουν μια καλά και βαθιά μέσα τους φυλαγμένη υπόσχεση: να αναδείξουν το πέρασμά του τόπου τους από την ιστορία, να μνημονεύσουν και να αφήσουν γραμμένα τα μέρη και τους ανθρώπους που τα κατοίκησαν και τους έδωσαν μορφή.

Τα τελευταία πέντε χρόνια όλο και περισσότεροι πολίτες αυτού του τόπου, αναζητούν με πάθος να ανακαλύψουν και να παρουσιάσουν δημόσια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των ιδιαίτερων πατρίδων τους. Αναζητούν με ευαισθησία να μοιραστούν με όλους μας, τοπικές ιστορίες που μας βοηθούν να γνωρίσουμε, να συγκρίνουμε, να διακρίνουμε και τελικά να αναγνωρίσουμε μέσα από την ιδιαιτερότητα, όσα κοινά μας συνδέουν. Εκείνα που μας επιτρέπουν να ανακαλούμε στη μνήμη κοινούς τόπους και πολιτισμό, κοινή ταυτότητα και περπατησιά μέσα στην ιστορία.

Μόνο την τελευταία διετία παρουσιάστηκαν 4 μελέτες τοπικής ιστορίας και σήμερα έχουμε στα χέρια μας μια πέμπτη μελέτη που στις 526 σελίδες της καταγράφεται ένας κοινωνικός πλούτος άγνωστος μέχρι σήμερα! Μίλησα προηγουμένως για το πάθος του ερευνητή και το «Γκέρμπεσι» του Χρίστου Κώνστα είναι πραγματικά αποτέλεσμα αγάπης και πάθους για τον τόπο του. Ο συγγραφέας δεν πρέπει να μέτρησε χρόνο και κόπο για να φτάσει στο αποτέλεσμα αυτό. Χρησιμοποίησε όλες τις υπάρχουσες πηγές πληροφοριών και την επιτόπια έρευνα, ώστε να καταγράψει πλήθος στοιχείων για την οργάνωση της τοπικής κοινωνίας. Κυρίως όμως, για να μνημονεύσει τα ονόματα όλων εκείνων, γυναικών και ανδρών, ατόμων και οικογενειών, που έδωσαν υπόσταση, σάρκα και οστά, στον τόπο που ονομάστηκε Γκέρμπεσι και μετονομάστηκε σε Μιδέα. «Κανένας συγχωριανός», γράφει, «δεν αρνήθηκε να δώσει πληροφορίες». Λογικό αν σκεφτούμε πως οι κάτοικοι του χωριού έχουν στα χέρια τους μια ολοκληρωμένη γραπτή ιστορία του χωριού τους, δηλαδή της δικής τους ιστορίας.

Ταυτόχρονα, ο Χρίστος Κώνστας αναδεικνύει από τη μια τη σημασία των πληροφοριών που καταγράφονται σε μια επιτόπια έρευνα. Κοπιαστική αναζήτηση στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, σ’ εκείνα που διαθέτει η Μητρόπολη Αργολίδας και στα δημοτολόγια του Δήμου Μιδέας και των γύρω Δήμων, όπου η τύχη ανταμείβει τον κόπο του συγγραφέα με την εύρεση παλιών δημοτολογίων.

Από την άλλη, όπως λέω και γράφω στις περιπτώσεις αυτές, η έρευνα που έχετε στα χέρια σας αναδεικνύει τον ηρωισμό του ερευνητή να ψάχνει και να βρίσκει μέσα στα χαλάσματα της τοπικής ιστορίας σημαντικά στοιχεία για τη διαδρομή της. Ίσως και να είναι τυχαία η αναφορά του στις εκλογές όταν γράφει πως «ο τύπος της εποχής είναι γεμάτος από καταγγελίες αυθαιρεσιών των Δημάρχων…. την ηλικία των εκλογέων μπορεί και να την καθόριζαν οι Δήμαρχοι». Πως λοιπόν να μην γίνεται συστηματική καταστροφή των δημοτικών αρχείων σε σημείο που ιστορικοί Δήμοι, όπως ο Δήμος Άργους, να μην διαθέτουν ούτε μια σελίδα ιστορικού τους αρχείου!

Ακολούθησα με ενδιαφέρον τις δυο μεγάλες ιστορικές διαδρομές του χωριού: πριν και μετά τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους. Τα σημάδια του ως ζευγολατιό, δηλαδή, μικρό τσιφλίκι στα πλαίσια της Βενετικής κατάκτησης. Την ανάπτυξή του αυτοτελούς οικισμού ιδιαίτερα στην περίοδο της δεύτερης τουρκικής κατάκτησης. Ο συγγραφέας τοποθετεί στην πενταετία 1795-1800 την γέννηση του νεότερου οικισμού από Αλβανογενείς Έλληνες.

Όμως, η δεύτερη και πιο πλούσια ιστορική διαδρομή, πλούσια σε γεγονότα, πρόσωπα και στοιχεία κοινωνικής οργάνωσης, είναι εκείνη που ξεκινά το 1834 με το Κέρμπεσι του Δήμου Μιδείας, αναπτύσσεται στο Γκέρμπεσι της επαρχίας του Άργους το 1929 και καταλήγει το 2010 στη Μιδέα του Δήμου Ναυπλιέων. Παρά την προτροπή του συγγραφέα να μην χάσω το χρόνο μου με την ονοματολογία, τα γένη και τις οικογένειες που αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας, εγώ έκανα το αντίθετο κερδίζοντας πολλά. Βέβαια, ένας ντόπιος αναγνώστης θα καταλάβει διαβάζοντας τα ονόματα για ποια πρόσωπα πρόκειται, για ποιες οικογένειες, που μένουν, πόσοι είναι, κλπ. Κάτι που εγώ και τώρα ακόμη, δεν είμαι σε θέση να κάνω. Άντλησα όμως πολλά στοιχεία για την εξέλιξη του τοπικού πληθυσμού, τις συνήθειές του, ακόμη και τις ενδυματολογικές, την οργάνωση της καθημερινότητάς του, αλλά και την αιμορραγία που υπέστη από τους πολέμους και τον εμφύλιο σπαραγμό, με περιγραφές μεγάλης αξίας που διέσωσε ο συγγραφέας.

Οι Γκερμπεσιώτες ασχολούνται κυρίως με τις καλλιέργειες και την κτηνοτροφία. Είναι αγρότες και βοσκοί. Η κοινωνική τους δομή στηρίζεται στην οικογένεια που διαμορφώνεται μέσω του γάμου που δεν ξεπερνά τα γεωγραφικά όρια της ευρύτερης περιοχής της κοινότητας. Άρα σπάνια παντρεύονται με άτομα, γυναίκες ή άνδρες, που προέρχονται από άλλα μέρη (Τρίπολη, Κόρινθο, Αθήνα, κλπ). Ταυτόχρονα όμως, οι κρυφές λεπτομέρειες του γάμου διαφωτίζουν μια σειρά κοινωνικών διευθετήσεων άμεσα συνδεδεμένων με τις αξίες της εποχής και την κοινωνική θέση της γυναίκας. Σημειώνω για παράδειγμα την περίπτωση της Βασιλικής Δ. Μπελόκα που παντρεύεται σε ηλικία 22 ετών τον εικοσιεξάχρονο Γεώργιο Ι. Δήμα και για να γίνει ο γάμος στο Γκέρμπεσι η νύφη δηλώνεται ως κάτοικος του χωριού. Ο συγγραφέας συμπεραίνει, μετά από έρευνα, «πως ο γαμπρός έκλεψε τη νύφη και επειδή, ίσως, οι γονείς της δεν έστεργαν στην τέλεση του γάμου, δήλωσαν τη νύφη κάτοικο Γκέρμπεσι και με τη μεσολάβηση του ΠαπαΛιλή πήραν την άδεια γάμου. Η λύση συνηθιζόταν, δεδομένου ότι το μεγαλύτερο μέρος των γάμων γινόταν μετά από απαγωγή και η εκκλησία έκανε στραβά μάτια, προκειμένου να τακτοποιήσει το θέμα, αφού νύφη χρησιμοποιούμενη εκτός γάμου και ακουσμένη κανένας δεν δεχόταν να πάρει ως σύζυγο, ήταν η έσχατη ταπείνωση».

Ένα ενδιαφέρον στοιχείο για την κοινωνική εξέλιξη του ονόματος αφορά στα γυναικεία ονόματα που, σε αντίθεση με τα ανδρικά, στηρίζουν περισσότερο παραδοσιακές επιλογές που σήμερα σπανίως ακούγονται: Γκόλφω, Αστερία, Μαριγώ, Ασημίνα, Γαρυφαλιά, Πολυτίμη, Διαμάντω, Πανούργια, Θεοχαρούλα, Τρισεύγενη, Ανδριάνα.

Ένδυση και κοινωνική διαφοροποίηση αποτελούν επίσης δυο ενδιαφέροντα στοιχεία για την οργάνωση της τοπικής κοινωνίας που φαίνεται να παρατηρούνται μέχρι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Αναφέρω το παράδειγμα του Σπ. Αργυρόπουλου με το παρατσούκλι Καλυμπάκης που γεννήθηκε το 1879 και απεβίωσε το 1960 για τον οποίο γράφει ο συγγραφέας πως «έπαιζε πίπιζα και φορούσε τα ρούχα των ποιμένων της Αρκαδίας». Δηλαδή απλός ρουχισμός σε γκρίζα χρώματα. Αντίθετα, ένα άλλο πρόσωπο του χωριού, ο μπαρμπα ΓιαννηΜάνθος φορούσε πάντοτε άσπρη φουστανέλα και μετακινιόταν  σε άσπρο άλογο με σέλα ώστε να δηλώνεται δημόσια, συμβολικά και πρακτικά, η οικονομική του ευρωστία.

Οι διαφοροποιήσεις και οι συγκρούσεις μεταξύ οικογενειών όχι μόνο δεν ήταν άγνωστες, αλλά αποτελούσαν και αίτιο χωρισμού των κατοίκων σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Να σημειώσω εδώ πως οι έριδες αυτές, εκτός από χαρακτηριστικό της φυλής των Ελλήνων όπως λέγεται, αποτέλεσαν και αίτιο που οδήγησε σε ακρότητες κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων και ιδιαίτερα του Εμφυλίου. Όμως έχουν και την αστεία τους πλευρά όπως στο παράδειγμα των Πουτσαραίων και Παπαγεωργοπουλαίων του Γκέρμπεσι οι οποίοι βρίσκονται σε διαρκή αντιπαράθεση και σύγκρουση.

Οι Παπαγεωργοπουλαίοι ήταν μια μεγάλη αριθμητικά και κοινωνικά οικογένεια της περιοχής. Τα στοιχεία που παραθέτει ο συγγραφέας είναι σημαντικά και ενισχυτικά της γενικότερης προσπάθειας που καταβάλλεται για την οικειοποίηση των λεγόμενων εθνικών γαιών από τις μεγάλες οικογένειες της απαρχής του νέου ελληνικού κράτους. Στην μεγάλην χρηματικήν θυσίαν του πατρός του για να βοηθήσει την Επανάστασιν, αναφέρεται ο Δημήτριος Γεωργίου Παπαγεωργόπουλος σε αίτηση που συντάσσει στο Ναύπλιο στις 18 Ιουνίου 1865 απευθυνόμενος στην επί των αμοιβών των αγωνιστών της πατρίδος επιτροπή και ζητώντας να του δοθεί ότι δίκαιο του αναλογούσε.

Το ίδιο ενδιαφέρουσες είναι οι περιγραφές και τα στοιχεία για τις αγορές δημοσίων κτημάτων σε δημοπρασίες που γίνονται στο Ναύπλιο και στον συνήθη τόπο των δημοπρασιών όπως αναφέρεται. Σημειώνω πως η διατύπωση αυτή διατηρήθηκε ακριβώς ίδια μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1970 με μοναδική διαφορά ότι ο συνήθης τόπος των δημοπρασιών που μάλλον ήταν ο Μεγάλος Πλάτανος της κεντρικής πλατείας, μεταφέρεται πλέον σε συγκεκριμένα καφενεία της πλατείας. Το ίδιο διαπιστώνουμε και σε άλλες πόλεις μεταξύ των οποίων και το Άργος.

Ο συγγραφέας μας υπενθυμίζει το ζήτημα των εθνικών γαιών που διαχειρίστηκαν οι πρώτες κυβερνήσεις του νέου ελληνικού κράτους, το ρόλο των πλούσιων οικογενειών με τις αγορές δημοσίων κτημάτων και, εξειδικεύοντας το ζήτημα στο Γκέρμπεσι, αναδεικνύει άγνωστες λεπτομέρειες των δημοπρασιών. Από την άποψη αυτή εξαιρετικά  ενδιαφέρουσα είναι και η αίτηση περί απαλλαγής εκ πολιτικής προικοδοτήσεως που αναφέρεται ολόκληρη στο βιβλίο. Πρόκειται για αγορά άγονου κτήματος, όπως αναφέρουν οι αγοραστές Παναγιώτης Παπαγεωργόπουλος και Α.Π. Γεωργίου από το οποίο θέλουν να απαλλαγούν οι αγοραστές και ζητούν, με αίτησή τους το 1846  από το Δημόσιο να το πάρει πίσω γράφοντας μεταξύ άλλων:

«Όταν κατά το έτος 1838 και 1839, εκποιούντο επί πολιτική προικοδοτήσει εθνικαί διαθέσιμοι γαίαι εις Ναύπλιον, ηθελήσαμεν και οι υποφαινόμενοι κάτοικοι και δημόται του Δήμου Μηδείας της αυτής επαρχίας … ν’ αγοράσωμεν τοιαύτας γαίας δια να ωφεληθώμεν από τους ευεργετικούς σκοπούς του περί προικοδοτήσεως των ελληνικών οικογενειών Νόμου, ακτήμονες όντες παντάπασι να ωφεληθώμεν, λέγομεν εκ της αγοράς ταύτης δια την ολιγότητα του χρεωλυσίου και τόκων, προς διατροφήν των πολυμελών δυο οικογενειών μας.… προς ημάς εστάθη ο όλεθρος και ευαρεστηθείτε παρακαλούμεν μετά δακρύων να εξετάσητε…».

Δάκρυα όμως έχυσε το Γκέρμπεσι πληρώνοντας τις επόμενες πολλές δεκαετίες το δικό του βαρύ φόρο αίματος ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της Κατοχής και του Εμφυλίου. Ήδη από τις επιχειρήσεις στη Μικρασία, τους Βαλκανικούς πολέμους και την Αλβανία του 40, πολλά παλληκάρια δεν γύρισαν πίσω ποτέ. Όμως η Κατοχή και ο Εμφύλιος όπως ήδη σημείωσα ήταν οι δυο πιο αιματοβαμμένες περίοδοι. Η αξία της έρευνας ενισχύεται ακόμη περισσότερο με τις συγκλονιστικές αναφορές στα θύματα και τις περιγραφές που διέσωσε ο Χρίστος Κώνστας. Αναφέρομαι για παράδειγμα στον Ηρακλή Ευσταθίου που με τη σούστα του πούλαγε κρασί στο Γκέρμπεσι και τα άλλα χωριά. Μια μέρα κατευθυνόμενος προς το Γκέρμπεσι πήρε μαζί του ένα Χελιώτη που πήγαινε πεζός και στην πλατεία του Μέρμπακα βρήκαν και πήραν τον ΚωτσηΡέππα μεθυσμένο.  Στην έξοδο του Μέρμπακα τους σταμάτησαν οι Γερμανοί λίγο πριν το σημερινό Γυμνάσιο και σκότωσαν τον Ηρακλή και τον Χελιώτη, ενώ ένας Γερμανός συμπότης του ΚωτσηΡέππα, τον πήρε μαζί του και τον έσωσε.

Άλλη περιγραφή ήταν εκείνη της εκτέλεσης του Μήτσιου Παπαγεωργόπουλου, όταν το 1944 τον περικύκλωσαν στο σπίτι του οι Γερμανοί. Εκείνος πήδηξε από το παράθυρο αλλά τον τραυμάτισαν και μετά από 100 μέτρα έπεσε μέσα στα σπαρτά όπου τον βρήκαν και τον εκτέλεσαν επί τόπου. Στο πλούσιο υλικό που παραθέτει ο Χρίστος Κώνστας υπάρχουν πολλές άλλες περιπτώσεις που μνημονεύονται από εκείνη τη δύσκολη περίοδο για το Γκέρμπεσι και τα γύρω χωριά αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα.

Σκληρός ήταν και ο μεταναστευτικός αποχωρισμός με πλήθος περιγραφών για χωριανούς που δεν ξέχασαν ποτέ το χωριό τους ή για άλλους που δεν γύρισαν ποτέ σ’ αυτό. Ο Αθανάσιος Δημητρίου Δήμας, για παράδειγμα,  μεταναστεύει το 1914 στην Αμερική. Εργάζεται στην κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου και έμελλε να μην ξαναδεί ποτέ το Γκέρμπεσι καθώς συνθλίβεται μεταξύ δυο βαγονιών και μάλιστα πεθαίνει μπροστά στα μάτια του συγχωριανού του Γεωργίου Ρέππα (Κολιάμη).

Ανάμεσα στις δεκάδες πληροφορίες που παρουσιάζονται στην έρευνα του Χρίστου Κώνστα είναι και οι οικονομικές-επιχειρηματικές ασχολίες κατοίκων του χωριού στην ευρύτερη περιοχή. Όσοι έχουν ασχοληθεί με τη βιομηχανική ιστορία της Αργολίδας βρίσκουν ενδιαφέροντα στοιχεία. Από τις οικογένειες των  Αναστάσιου και Ιωάννη Λέκκα – Μανθέων ιδρύονται στο Άργος, δυο από τις μεγαλύτερες βιομηχανίες ψύχους (τα ψυγεία που λέμε απλά) στην Πελοπόννησο. Πρώτα ο γιος του μπαρμπα ΓιάνηΜάνθου Παναγιώτης, ο οποίος συνεταιρίζεται με τον Καράμπελα και ιδρύουν μονάδα παραγωγής πάγου και συντήρησης τροφίμων, η οποία θα εξελιχθεί στη γνωστή «Βιομηχανία ψύχους Καράμπελα» και το ίδιο συμβαίνει αργότερα με τη «Βιομηχανία ψύχους Λέκκα». Και οι δύο έχουν εγκατασταθεί σήμερα στη βιομηχανική ζώνη της Ν. Κίου.

Οι χώροι και οι άνθρωποι αποτελούν τα δυο βασικά στοιχεία κατασκευής της κοινωνικής πραγματικότητας. Οι άνθρωποι σημαδεύουν τους χώρους, αφήνουν τα αποτυπώματά τους, παράγουν δηλαδή ιστορία, πολιτισμό, με την εργασία τους, με τις σχέσεις ομόνοιας και αντιπαλότητας, με τα ήθη και τα έθιμά τους, ακόμη και με τις ενδυμασίες τους, τα τραγούδια και τους χορούς τους. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να λείψει από το λογαριασμό το ιδιαίτερο όνομα του καθενός, το παρατσούκλι του, που αποτελεί κάτι σαν κοινωνική συνθήκη που υποχρεώνει τους κατοίκους στο Γκέρμπεσι, στην Αργολίδα, την Ελλάδα και σε πολλά μέρη του κόσμου να προσδιορίζονται στο χώρο με ένα παρατσούκλι.

Σκωπτικός ή ειρωνικός ή απλά προσδιοριστικός από ένα επάγγελμα ή άλλο χαρακτηριστικό είναι τρόπος δημιουργίας των παρωνυμίων. Από όσα γνωρίζω, είναι η πρώτη φορά που ένας ερευνητής αναλαμβάνει μια συστηματική καταγραφή για τα παρατσούκλια του τόπου του. Τέσσερις σελίδες με παρατσούκλια περιλαμβάνει η έρευνα του Χρίστου Κώνστα «Στο Γκέρμπεσι ο καθένας και το παρατσούκλι του» γράφει, σημειώνοντας ταυτόχρονα την εφευρετικότητα και την ιδιαίτερη ικανότητα ορισμένων χωριανών να βαφτίζουν για δεύτερη φορά με παρατσούκλια τους συγχωριανούς τους.  Ανάμεσα στις πολλές αναφορές του συγγραφέα, κρατάω για παράδειγμα εκείνη του Κωνσταντίνου Ιωάννη Παπαγεωργόπουλου με το παρατσούκλι Τζίγκας που του το κόλλησαν οι Γκερμπεσιώτες γιατί του άρεσε να φτιάχνει ένα μουσικό όργανο από κορμό αραποσιτιού. Έκοβε κατά μήκος το φλοιό σε λεπτές χορδές διαφορετικού πλάτους και τις ανασήκωνε τοποθετώντας δυο ξυλάκια κάτω από τις χορδές. Το διαφορετικό πλάτος της χορδής εξασφάλιζε διάφορους μουσικούς τόνους και από το τζιγκ τζιγκ ρου έμεινε τζίγκας.

Τελειώνοντας αυτήν τη μικρή παρουσίαση, ελπίζοντας πως δεν σας κούρασα, αλλά πρέπει να σημειώσω πως μέσα στο βιβλίο του Χρίστου Κώνστα υπάρχει ένα δεύτερο βιβλίο: το φωτογραφικό του λεύκωμα. Εξίσου σημαντικό με το πρώτο καθώς όχι μόνο τα πρόσωπα, αλλά και η στάση τους, η ένδυσή τους, το όνομά τους, ο χώρος που φωτογραφίζονται αποτελούν σημαντικά στοιχεία για την κατανόηση της κοινωνικής οργάνωσης αλλά και πολύτιμο βοήθημα για τις μελλοντικές έρευνες.

 

Γεώργιος Κόνδης,

Δρ. Κοινωνικών Επιστημών – Συγγραφέας

 

Γκέρμπεσι – Μιδέα Αργολίδας. Ο Χώρος – Η Ιστορία – Οι  Άνθρωποι

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας &  Πολιτισμού

Άργος, 2018 

Σελίδες 528 – Σχήμα 17Χ24

ISBN: 978-960-9650-21-2

 

Read Full Post »

Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας. Καλλιόπη Καλποδήμου, Γεώργιος Κόνδης στο: 1915 – 2015: 100 Χρόνια από τον Εθνικό Διχασμό – Οι πολιτικές, πολιτειακές, κοινωνικές διαστάσεις των γεγονότων και οι μεταγενέστερες επιδράσεις. Άργος, πρακτικά διημερίδας, 7-8 Νοεμβρίου, 2015.


 

Η ανακοίνωση φιλοδοξεί να σκιαγραφήσει μέσα από τη χρήση αρχειακού υλικού (τοπικές εφημερίδες κυρίως, έγγραφα, απομνημονεύματα) και τη μελέτη βιβλιογραφίας, τον απόηχο του Εθνικού Διχασμού 1915-1917 στην Πελοπόννησο, και µε πυρήνα το Νομό Αργολίδας, να αναδείξει τις συνιστώσες που καθόρισαν αυτή την εθνική σύγκρουση σε τοπικό επίπεδο και να ερμηνεύσει, στο μέτρο του δυνατού, τόσο τις αιτίες και τα κίνητρα, όσο και τις συνέπειες αυτού του εμφύλιου κατ’ ουσία πολέμου, που κατ΄ ευφημισμόν ονομάστηκε διχασμός.

Θεωρήθηκε αφηγηματικά και ιστορικά σκόπιμο να «παίξουμε» το ρόλο του ιστορικού «ανταποκριτή» και παράλληλα με τα γεγονότα σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη να γίνει αναφορά στα δρώμενα του Ναυπλίου και του Άργους κατά το διάστημα 1915 – 1917. Ανιχνεύτηκε η πολιτικο – κοινωνικο – οικονομική ταυτότητα του γεωγραφικού διαμερίσματος της Πελοποννήσου, δίνοντας έμφαση στις εκατέρωθεν εκδηλώσεις φανατισμού των αντιμαχόμενων παρατάξεων, με απώτερο στόχο την εξαγωγή συμπερασμάτων για το πως, η τοπική κοινωνία και το πλέγμα σχέσεων των γεγονότων σ’ αυτή, όπως αποτυπώνονταν στον τοπικό τύπο, συναρτώνταν με τις γενικότερες πολιτικο – κοινωνικο – οικονοµικές εξελίξεις της περιόδου στη χώρα, δέχονταν μοιραία τον απόηχό τους αλλά, και τις συνδιαμόρφωναν. Ταυτόχρονα, γίνονται αναφορές στα γεγονότα που  έλαβαν χώρα, κυρίως στην Πάτρα, δευτερευόντως στον Πύργο Ηλείας και περιστασιακά στην Τρίπολη, στην Καλαμάτα, στα Καλάβρυτα, και στην Ερμιόνη, με την επιλογή των πόλεων να έχει γίνει βάσει του αρχειακού υλικού που εντοπίστηκε.

Πραξιτέλης Μουτζουρίδης

[…] Το ξέσπασμα του κινήματος της Εθνικής Άμυνας στην ναυπλιακή πρωτεύουσα δημιουργεί απίστευτο εκνευρισμό, οργή και ένταση, που αποτυπώνεται στον Τύπο επώνυμα και ανώνυμα με μια επιχειρηματολογία που βρίθει παραλογικών συλλογισμών χωρίς να γίνεται πιστευτή η άρνηση του Βενιζέλου περί αντιδυναστικών προθέσεων. Από το δημοσιογραφικό βήμα καταδικάζεται απερίφραστα το βενιζελικό κίνημα και οι Αμυνίτες θεωρούνται επίορκοι. Το χάσμα γίνεται αγεφύρωτο και η δημιουργία δύο εμπόλεμων συνασπισμών καταγράφεται στην εφημ. Ανόρθωσις, όπου το πρωτοσέλιδο κοσμούν δύο πύρινα άρθρα από δύο τοπικά αναγνωρίσιμους πολιτικά αρθρογράφους. Στο άρθρο «Η φυγή του επιστέγασμα της προδοσίας του» του Αντρέα Χαρμαντά, ο Βενιζέλος χαρακτηρίζεται πολιτικός αντάρτης, προδότης και δολοφόνος που σχημάτισε Προσωρινή Κυβέρνηση στα Χανιά, ενώ με το « Χαίρε Καίσαρ» του Πραξ. Μουτζουρίδη, που συνειρμικά θυμίζει το «Ave Caesar, morituri te salutant», περιγράφεται ο Κωνσταντίνος ως Σύμβολον της φυλής, Ακρόπολιν του αρχαίου πολιτισμού, Χάρμα της ελληνικής Αναγεννήσεως κ.α.

Όσο το κίνημα της Εθνικής Άμυνας εδραιώνονταν στη Βόρεια Ελλάδα, η Ανόρθωσις με κεντρικό άρθρο «Κάτω τα προσωπεία» κατηγορεί απερίφραστα όσους ακολούθησαν το Βενιζέλο στο επαναστατικό κίνημα, χαρακτηρίζοντας τους Εφιάλται, έκνομους, επίορκους και πατριδοκάπηλους, ενώ θεωρεί πως κατέλυσαν το Σύνταγμα και τους Νόμους. Καλεί όσους μισθοδοτούνται ως δικαστικοί, στρατιωτικοί και διοικητικοί υπάλληλοι να οδεύσουν εις την Θεσσαλονίκην, διαρπάσοντας τα εκεί ταμεία της Πολιτείας και να μην δηλητηριάζουν την ατμόσφαιρα στο Ναύπλιο. Ας είναι συνεπείς τονίζει προς την επανάστασιν, για να γίνει το ξεκαθάρισμά και να επακολουθήσει το μέτρημα από πάσης απόψεως. Σε απόλυτα διχαστικό ύφος ο αρθρογράφος Πραξ. Μουτζουρίδης απευθύνεται στους παραίτιους της εσωτερικής διαίρεσης του κράτους σε βαθμό «εθνικού σχίσματος» και επιβεβαιώνει τη συνύπαρξη δύο «εθνικών κυβερνήσεων» και δύο κρατών, Αθήνας και Θεσσαλονίκης, ενώ στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας, κάτω από τον τίτλο «Έτοιμοι προς πάν» καλεί τους πιστούς του βασιλιά Παράκλητου (όπως ονομάζει τον Κωνσταντίνο) να είναι σε επιφυλακή για να τιμωρήσουν πάσαν ύβριν. Η διχοτόμηση των Ελλήνων σε δύο αλληλομισούμενες αντίπαλες παρατάξεις είναι μια πραγματικότητα που βιώνεται και δημοσιογραφικά με απειλές, αποπομπές και υπονοούμενα.

Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη και μύριζε μπαρούτι… επαναστάσεως και για τις δύο πλευρές. Φήμες διαδίδονταν, οι οποίες τροφοδοτούνταν και από αθηναϊκά δημοσιεύματα πως η «Υπεροχή» του Γιαννουλάτου θα έρχονταν στο Ναύπλιο, για να πάρει επαναστάτες βενιζελικούς για την Θεσσαλονίκη. Η χωροφυλακή, το Πεζικό και οι επίστρατοι τέθηκαν σε επιφυλακή. Τελικά δεν εμφανίστηκε κανένα πλοίο και ο συντάκτης σχολιάζει καυστικά πως στην πόλη του Ναυπλίου δεν ευδοκιμούν τέτοια κινήματα και επαναστάσεις, αφού παραμένει πάντα πιστή προς τον Θρόνον και την Κυβέρνησιν της Χώρας. Προς επίρρωση των λεγομένων του, διαψεύδει άρθρο αθηναϊκών εφημερίδων πως οκτώ αξιωματικοί της φρουράς Ναυπλίου προσχώρησαν εις το κίνημα και αναχώρησαν για τη Θεσσαλονίκη και πληροφορεί για την επίσκεψη του Ταγματάρχη Θ. Πάγκαλου στο Ναύπλιο, πριν αναχωρήση με τον πάτρονά του επαναστάτην Βενιζέλον, ίνα ξεγαρτίσει τους αξιωματικούς της φρουράς μας, αλλά ξεκαθαρίζει πως εκείνοι πιστοί στον όρκο τους και στον Βασιλέα, τον ηνάγκασαν να φύγει την άλλην μέραν άρον – άρον, για να δημοσιεύσει στο ίδιο φύλλο την παρακάτω δήλωση που καταδεικνύει το μέγεθος του διχαστικού ρήγματος και αποδεικνύει πως ο κύβος ερρίφθη!…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο αντίκτυπος του Εθνικού Διχασμού (1915-1917) στην περιφέρεια. Η περίπτωση της Αργολίδας

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Πολιτισμική κληρονομιά – Όταν οι πολίτες δρουν και οι «Ηγέτες» λαϊκίζουν


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα: «Πολιτισμική κληρονομιά – Όταν οι πολίτες δρουν και οι «Ηγέτες» λαϊκίζουν» θέμα που πρόεκυψε από την απόκτηση του έργου «Vue de Nauplie prise oct. 1863 / de Tyrinthe (citadelle) /Argolide» του Louis Francois Boitte και κοσμεί τα γραφεία του Συλλόγου «Ο Παλαμήδης».

 

Υπάρχουν δημόσιες πράξεις πολιτών που πρέπει να μνημονεύονται για την συνεισφορά τους στην διαφύλαξη και ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς και της ιστορίας του τόπου μας. Υπάρχουν και δημόσιες πράξεις «Ηγετών» που πρέπει να μνημονεύονται διπλά για την παταγώδη αποτυχία τους να διαφυλάξουν και να αναδείξουν την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου τους και μάλιστα με τρόπο σκανδαλώδους αδιαφορίας. Αφορμή για να γράψω αυτά τα λόγια παίρνω από δυο γεγονότα. Την πολύ πρόσφατη απόκτηση από ομάδα πολιτών του Ναυπλίου μιας υδατογραφίας του 1836 που απεικονίζει το Ναύπλιο και την πρόσφατη αναίτια και σκανδαλώδη άρνηση απόκτησης των χειρόγραφων πρακτικών του πρώτου Δήμου του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, δηλαδή των πρώτων χρόνων λειτουργίας του Δ.  Άργους από τον… ίδιο Δήμο! Να πως εξελίχθηκαν οι δυο περιπτώσεις για να κατανοήσουν οι αναγνώστες τους βαθύτερους λόγους εκδήλωσης αγάπης ή μίσους, διάσωσης ή καταστροφής, ανάδειξης ή γελοιοποίησης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς. Δυο περιπτώσεις που αποδεικνύουν επίσης πόσο σημαντική είναι η παιδευτική διάσταση δημοσίων δράσεων από απλούς πολίτες και από «ηγεσίες», για την ισχυροποίηση και ανάπτυξη της πολιτιστικής ταυτότητας ενός τόπου ή αντίθετα για την ισχυροποίηση μιας απαιδευσίας ικανής να διαλύσει και το ισχυρότερο ιστορικό παρελθόν.

 

Η υδατογραφία του Louis Francois Boitte (1836) που αποκτήθηκε σε δημοπρασία με κοινή προσπάθεια Ναυπλιωτών πολιτών.

 

Στις 9 Απριλίου 2018, στις 10.35 π.μ., ο Κώστας Καράπαυλος, γνωστός δικηγόρος του Ναυπλίου και εκ των διαχειριστών της διαδικτυακής σελίδας «Παλαιές φωτογραφίες του Ναυπλίου», αναρτά το κείμενο που ακολουθεί:

Υδατογραφία σε χαρτί του Louis Francois Boitte.
Έτος 1863.
Το
έργο τιτλοφορείται «Vue de Nauplie prise oct. 1863 / de Tyrinthe (citadelle) /Argolide».

Έργα του L. F. Boitte, που εἶναι κυρίως γνωστός γιά τις λεπτομερειακές ἀναπαραστάσεις τῶν μνημείων τῆς Ἀκρόπολης πού σχεδίασε, υπάρχουν στο musée d’Orsay, στο Παρίσι.

Αν βρεθούμε σαράντα άτομα να βάλουμε από ένα εικοσάρικο καθένας, μπορεί να τον πάρουμε τον πίνακα, προκειμένου να εκτεθεί σε περίοπτη θέση στα γραφεία του Συλλόγου «Παλαμήδης».

Ακολουθούν σχόλια πολιτών από τα οποία σημαντικότερο είναι το γνωστό «Μέσα κι εγώ», ένδειξη συγκατάθεσης ενός κόσμου που συναινεί στη διάσωση ενός τεκμηρίου της τοπικής ιστορίας και της πολιτισμικής ταυτότητας της πόλης του Ναυπλίου.

Την 1η Ιουνίου 2018, στις 3.08 μ.μ, ο Κώστας Καράπαυλος αναρτά στην ίδια σελίδα δυο φωτογραφίες, μια δική του και μια του Γ. Καρατάσου συνδιαχειριστή, χαρούμενοι με τον αποκτημένο πίνακα  στα χέρια τους στα γραφεία του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης». Από εκείνη την ώρα ο πίνακας κοσμεί τα γραφεία του Συλλόγου και οι πολίτες που συμμετείχαν στην απόκτησή του θα κοσμούν την λογική διαφύλαξης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όχι μόνο στην πόλη του Ναυπλίου αλλά και σε ολόκληρη τη χώρα. Το χαρούμενο «έπεται συνέχεια» των διαχειριστών της σελίδας, δηλώνει ακριβώς πως η ισχυρή παιδευτική διάσταση των δράσεων αυτών διαμορφώνει και ενισχύει δεσμούς συνείδησης ως προς την πολιτισμική κληρονομιά.

 

Κώστας Καράπαυλος – Γιώργος Καρατάσος

 

Εξώφυλλο της 115ης Δημοπρασίας σπάνιων βιβλίων. Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Η δεύτερη χαρακτηριστική περίπτωση είναι εκείνη της δημοπράτησης των Χειρόγραφων Πρακτικών του Δ.Σ. του Δήμου Άργους της περιόδου 1856-1890. Ο πρώτος Δήμος της χώρας! Θυμίζω τις αντιστοιχίες με την πρώτη περίπτωση. Τα «Χειρόγραφα Πρακτικά» δημοπρατήθηκαν από τον οίκο «Σπανός-Σπάνια Βιβλία» την Πέμπτη 17 Ιουλίου 2014 και ώρα 17:00 στην αίθουσα του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Ο Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού κ. Γιώργος Γιαννούσης, εγώ και ο κ. Οδ. Κουμαδωράκης, αναλάβαμε να ζητήσουμε από το Δήμαρχο κ. Καμπόσο να παρέμβει ώστε με κάποιο ευτελές αντίτιμο τα αρχεία να επιστρέψουν στο Άργος. Παράλληλα, ακολουθήσαμε τη διαδικασία της ανεύρεσης ποσού με άλλους πολίτες ώστε από κοινού να αγοράσουμε τα αρχεία. Τίποτα από αυτά δεν ευοδώθηκε καθώς ο Δήμος Άργους επέλεξε τις «νομικίστικες κόντρες» με αποτέλεσμα να ναυαγήσουν οι προσπάθειες απόκτησης των αρχείων και, όπως ακριβώς είχαμε προβλέψει, να αποσυρθούν τα αρχεία από την δημοσιότητα. Επιτυχής πρόβλεψη; Όχι! Πασίγνωστη διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις και για την οποία είχαμε ενημερώσει τη Δημοτική Αρχή «δια ζώσης» και μέσω συγκεκριμένων δημοσιεύσεων στον τύπο.

Η ιστορία αυτή έφτασε στο δικαστήριο. Επειδή πρόκειται για δημόσια έγγραφα υπήρξε καταδίκη με αναστολή, επομένως είναι σα να μην υπάρχει καταδίκη και το δικαστήριο ΔΕΝ επέβαλε την άμεση επιστροφή των τεκμηρίων στον Δήμο Άργους. Ούτε κλεμμένα ήταν, ούτε καταγεγραμμένα! Ο «νομικίστικος παλληκαρισμός» είχε ακριβώς το αποτέλεσμα που επιθυμούσε: να εξαφανιστούν τα αρχεία και όχι να διασωθούν. Όπως ακριβώς δεν διασώθηκαν τα φωτογραφικά αρχεία του Δήμου (κάηκαν σε τυχαία πυρκαγιά!), όπως εξαφανίστηκαν τα τελευταία ιστορικά αρχεία του Δήμου Άργους και η Βιβλιοθήκη του άμοιρου Κολιαλέξη που την δώρισε στην πόλη του για να καταλήγει, χρόνια τώρα, στο πνευματικό σκουπιδαριό που του επεφύλαξαν οι «κεφαλές του τόπου»!

 

Αίθουσα Κολιαλέξη 2012. Άποψη της Βιβλιοθήκης Κολιαλέξη στον διαμορφωμένο ημι-υπόγειο χώρο του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου επί αντι-δημαρχίας Γ. Αναγνώστου. Εδώ φιλοξενήθηκαν τα εναπομείναντα ιστορικά Αρχεία του Δήμου Άργους των οποίων η τύχη αγνοείται από τότε που το κτήριο δόθηκε στην Τουριστική Σχολή. Εδώ επίσης έγινε η πρώτη συνεδρίαση του Δ. Σ. του Ινστιτούτου Αργειακών Μελετών, το οποίο πετάχτηκε στην πνευματική χωματερή του Δήμου Άργους, όπως και η σημαντική έκδοση «Αργειακή Γη».

 

Αν κάτι είναι ακόμη περισσότερο ανησυχητικό από την καταστροφική μανία με την οποία το ιστορικό σώμα της άτυχης πόλης του Άργους υπέστη πραγματικό σφαγιασμό, είναι η τερατώδης ομοιομορφία πνευματικής αντίληψης για την πολιτισμική κληρονομιά συμπολιτευόμενων και αντιπολιτευόμενων! Η αστειότητα, για παράδειγμα, της ίδρυσης του «Ελληνικού Ιστορικού Πάρκου» σε μια πόλη αρχαιολογικό και ιστορικό χρυσορυχείο, γίνεται αντιληπτή με όρους φτηνής αντιπολιτευτικής αερολογίας και όχι ανάλυσης για τις βαθιές ποιοτικές διαστρεβλώσεις που επιχειρούνται στα πνευματικά κριτήρια και τις αντιλήψεις των πολιτών.

Είναι επομένως σημαντικό να μνημονεύονται οι αξιέπαινες δράσεις Δημοτικών Αρχών και πολιτών που στόχο έχουν τη διατήρηση και ανάδειξη της πολιτισμικής κληρονομιάς του τόπου, όπως αυτή του Ναυπλίου. Είναι επίσης σημαντικό να μνημονεύονται διαρκώς οι ανερμάτιστες πολιτικές και λογικές ως αντι-παραδείγματα για την πολιτισμική ανάπτυξη ενός τόπου. Θα επαναφέρω στη δημοσιότητα με νέες λεπτομέρειες και με κάθε ευκαιρία τα ζητήματα των «χαμένων αρχείων» του Δήμου Άργους.

Στους δε φίλους που αναρωτιούνται γιατί το εξαιρετικό Βυζαντινό Μουσείο Άργους έχει μηδαμινή επισκεψιμότητα, θα απαντούσα: γιατί έχει γίνει ζηλευτή προσπάθεια ώστε η άτυχη πόλη να αναφέρεται ως σημείο προς παράκαμψη σε όλους τους τουριστικούς οδηγούς.

Γεώργιος Η. Κόνδης

 Άργος 6-6-2018

 

Διαβάστε ακόμη: Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …

Read Full Post »

 Το Πρόσωπο της Προσφυγιάς: Οι μαρτυρίες για τη γενοκτονία των Ποντίων και η κοινότητα των Ποντίων Αργολίδας – Γεώργιος Κόνδης (Κοινωνιολόγος)


 

Η γενοκτονία υπήρξε πάντα το εργαλείο επιβολής των πιο ακραίων εθνικιστικών επιδιώξεων των ολοκληρωτικών καθεστώτων. Ολοκληρωτικών τόσο ως προς το θεωρητικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζουν τον ακραίο τους εθνικισμό, όσο και τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους για να τον επιβάλλουν. Βεβαίως, στη στείρα ιστορική μνήμη που αναπαράγουμε ως άνθρωποι και ως πολίτες, έχει κατασταλάξει ως γενοκτονία το εβραϊκό ολοκαύτωμα από τις χιτλερικές ορδές. Ελάχιστα και ελάχιστοι μπορούν να αναφερθούν στη γενοκτονία των Αρμενίων, των Ελλήνων του Πόντου και της Μ. Ασίας, αλλά και σε σύγχρονες μορφές που αναπαράγουν το ανατριχιαστικό τους αποτέλεσμα ανά τον κόσμο και μάλιστα, σε ότι μας αφορά, προσπάθησαν και προσπαθούν να επιβάλλουν και στην Κύπρο.

Ταυτόχρονα, η άρνηση της οποιασδήποτε αναφοράς στα γεγονότα αυτά από τους ιστορικά υπεύθυνους, αλλά και η δυσκολία αναγνώρισής τους από τη διεθνή κοινότητα, δημιουργεί μια σημαντική δυσπιστία για το σεβασμό του διεθνούς δικαίου και των βασικών δικαιωμάτων του ανθρώπου από την τελευταία. Μόνο ορισμένες χώρες (π.χ. Γαλλία και Καναδάς) έχουν αναγνωρίσει επισήμως τη γενοκτονία των Αρμενίων, ενώ δεν γίνεται λόγος για τον ποντιακό και γενικότερα μικρασιατικό ελληνισμό. Η ίδια «ένοχη συνέργια» που συνεχίζεται ακόμη και σήμερα στο σφαγιασμό του παλαιστινιακού λαού, στη δήθεν δραστηριοποίηση του διεθνούς παράγοντα για την επίλυση του κυπριακού και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, στηρίχτηκε η φρικιαστική πολιτική εκτοπισμών και σφαγιασμών του παντουρκικού εθνικισμού.

 

Εστίες Ελληνισμού στη Μαύρη θάλασσα.

 Εστίες Ελληνισμού στη Μαύρη θάλασσα. Πηγή: Φωτιάδης Κώστας[1].

 

«…Τη ενόχω συνεργία δυο μεγάλων χριστιανικών Δυνάμεων της Δύσεως, της Γερμανίας και της Αυστρίας κατά τα έτη 1914-1918, εσφάγη υπό των Νεοτούρκων ολόκληρον έθνος το Αρμενικόν και εκατοντάδες χιλιάδες ελλήνων βιαίως απεσπάσθησαν από των εστιών αυτών και απέθανον εν τη εξορία.  Τη ενόχω συνεργία των συμμάχων χριστιανικών Δυνάμεων της Δύσεως κατά τα έτη 1919-1922 το εθνικόν κίνημα των Τούρκων του Μουσταφά Κεμάλ πασά συνεπλήρωσε το έργον των  Νεοτούρκων και κατά εκατοντάδας απηγχονίζοντο οι Έλληνες κληρικοί και πρόκριτοι του Πόντου, εν οις και ο αντιπρόσωπος της μητροπόλεως Τραπεζούντος αείμνηστος Ματθαίος Κωφίδης, ενώ χιλιάδες άλλαι στρατευσίμων νέων κατεδικάζοντο εις τον δια της πείνης και των ταλαιπωριών θάνατον εν τη εξορία. Και επήλθε κατά Αύγουστον του 1922 η Μικρασιατική καταστροφή και επηκολούθησεν εν έτει 1923 η ανταλλαγή των πληθυσμών και η εντεύθεν ερήμωσις Πόντου, Μικράς Ασίας και Θράκης και η καταστροφή ολοκλήρου χριστιανικού πολιτισμού…2

Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος.

Τα λόγια αυτά ανήκουν σε μια από τις σημαντικότερες μορφές του Ποντιακού Ελληνισμού, τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας Χρύσανθο, ο οποίος  με τη φωτισμένη δράση του είχε αναγνωρισθεί ως ηγετική φυσιογνωμία από τις Τουρκικές ηγεσίες αλλά και τις ρωσικές αρχές (μετέπειτα σοβιετικές), διασώζοντας από τη σφαγή όχι μόνο τους Έλληνες από τη μανία των Τούρκων αλλά και τους ίδιους τους Τούρκους, όταν στις 3 Απριλίου 1916 τα ρωσικά στρατεύματα, στην πλειοψηφία τους αρμένιοι στρατιώτες,  καταλαμβάνουν την Τραπεζούντα.

Σήμερα τα λόγια αυτά έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα για όσους πιστεύουν πως η ιστορική μνήμη είναι η βάση της πολιτισμικής τους ταυτότητας. Κι αυτό όχι για να δημιουργήσουμε νέους εθνικισμούς και διαχωρισμούς μεταξύ των ανθρώπων, αλλά για να αποτρέψουμε τέτοια ενδεχόμενα.  Το γεγονός ότι οι μαρτυρίες αυτές δεν αποτελούν ούτε καν αποστεωμένη γνώση, από αυτή που αδιάκοπα προσφέρει το ελλαδικό σχολείο, αποτελεί ένα άλλο σοβαρότατο πρόβλημα. Ίσως κάποτε ο εκσυγχρονισμός της κοινωνίας μας σταματήσει  να είναι συνώνυμος της αποχαύνωσης και της  συνειδητής παραχάραξης της πολιτισμικής μας ταυτότητας και της ιστορίας μας.

 

1. Ο πολιτισμός του ποντιακού ελληνισμού

 

Για να κατανοήσουμε καλύτερα τι σημαίνει γενοκτονία και τι καταστροφή ενός πολιτισμού, δεν χρειάζεται να εμπίπτουν τα στοιχεία αυτά στις διατάξεις της σύμβασης του ΟΗΕ (9-12-1948) για το έγκλημα της γενοκτονίας. Ας θυμηθούμε μόνον ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά οργάνωσης, ανάπτυξης και εξέλιξης του ποντιακού ελληνισμού.

Η περιοχή ήταν πάντα ένα σημαντικό σταυροδρόμι τόσο από την άποψη της οικονομίας όσο και της στρατηγικής της θέσης. Ο 19ος αιώνας στάθηκε ο σημαντικότερος για την ανάπτυξη και την ανάδειξη της πολιτισμικής φυσιογνωμίας του Ποντιακού Ελληνισμού και την εξέλιξη του οικονομικού δυναμισμού του. Ο δυναμισμός αυτός προσέφερε ηγετική θέση στους Έλληνες της περιοχής και ταυτόχρονα αποτέλεσε το κυρίαρχο στοιχείο ώστε να επιχειρηθεί η γενοκτονία τους.

Σημαντικά κέντρα πολιτισμού, η Τραπεζούντα, η Κερασούντα, η Σαμσούντα, η Πάφρα και πολλές άλλες, αποτελούσαν σημείο αναφοράς για την οργάνωση και την οικονομική ανάπτυξη της περιοχής, τα Γράμματα και τις Τέχνες, τη μοναστική ζωή και τη γενικότερη παρουσία της ορθοδόξου εκκλησίας σε ολόκληρη τη περιοχή του Πόντου και πέρα από αυτή. Η Παναγία Σουμελά, η πιο γνωστή μονή και η αρχαιότερη ίσως της Τραπεζούντας, συνέδεσε το όνομα και την ιστορία της με αυτή του Ποντιακού Ελληνισμού, ώστε να είναι ακόμα και σήμερα το σημαντικότερο προσκύνημα και το σήμα της πολιτισμικής ταυτότητας των Ποντίων.

 

Η Παναγία Σουμελά.

 

Ιδρύθηκε μάλλον το 10ο αιώνα στο όρος Μελά απ’ όπου αντλεί και το όνομά της (σου Μελά), όταν μεταφέρεται στον Πόντο η εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας έργο του Ευαγγελιστή Λουκά. Το 1860 χτίζεται το μοναστήρι όπως το γνωρίζουμε σήμερα και οργανώνεται μια θαυμαστή βιβλιοθήκη με εξαιρετικά χειρόγραφα και κειμήλια από την εποχή των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Ο Κ. Φωτιάδης 3 αναφέρει πως «…από τα 52 ελληνικά χειρόγραφα του εθνογραφικού μουσείου της Άγκυρας…τα 34 προέρχονται από τη μονή της Παναγίας Σουμελά». Ο Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτας (από τα περιστέρια που οδήγησαν τους ασκητές στην τοποθεσία που το έχτισαν), ήταν επίσης ένα σημαντικό μοναστήρι και κέντρο της ποντιακής παράδοσης. Ιδρύθηκε το 752 και απέκτησε μεγάλη φήμη. Η θαυμαστή βιβλιοθήκη του και η δράση του γενικότερα ως προς τα γράμματα και τη φιλόπτωχη βοήθεια που προσέφερε, το έκαναν αγαπητό και σεβαστό σε χριστιανούς και μουσουλμάνους.

 

Η Ιερά μονή Αγίου Γεωργίου Περιστερά ή Περιστερεώτα βρίσκεται σε απόσταση 28 χλμ. από την Τραπεζούντα και είναι χτισμένη στην κορυφή απότομου βράχου, στην πλαγιά του όρους Πυργί Γαλίαινας Ματσούκας, σε υψόμετρο 1.210 μέτρων.

 

Τέλος, ένα τρίτο σημαντικό κέντρο της ορθοδοξίας και του ποντιακού πολιτισμού αποτελούσε η μονή του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος (από την περιοχή Βαζελών) που ιδρύθηκε το 270 μ.Χ και έγινε γνωστή επίσης για τα πολύτιμα αρχεία της και τις δραστηριότητές της.

 

Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος. (Φωτ.: IHA)

 

Ταυτόχρονα, σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα ιδρύονται και λειτουργούν, ενώ από το 1856 και μετά, λόγω των ελευθεριών που εγκαινιάζονται με το Χάτι-Χουμαγιούν, τα ιδρύματα αυτά πολλαπλασιάζονται και γνωρίζουν μια εξαιρετική άνθηση. Για πρώτη φορά, εκτός εκκλησιαστικών εκπαιδευτικών μηχανισμών, ιδρύεται το περίφημο «Φροντιστήριον Τραπεζούντος» το 1682 και το 1722 το «Φροντιστήριον Αργυρουπόλεως». Τα δυο ιδρύματα γνωρίζουν μια εξαιρετική ανάπτυξη το 19ο αιώνα και μέχρι το 1922, οπότε και η καταστροφή του ελληνισμού ολοκληρώνεται. Μέχρι τότε, την ίδρυση και εξέλιξη των σχολείων στον Πόντο ακολουθεί και η στελέχωσή τους με δασκάλους από την Ελλάδα. Στο τέλος του 19ου αιώνα ο συνολικός αριθμός των μαθητών ξεπερνά τις 50 χιλιάδες οι οποίοι κατανέμονται σε 1000-1200 σχολεία, ενώ ο αριθμός των εκπαιδευτικών που τα στελεχώνουν φτάνει του 1.500 4.

 

Το Ελληνικόν Φροντιστήριον Τραπεζούντος, ή «Φάρος της Ανατολής» όπως χαρακτηρίστηκε, ήταν σχολείο της ελληνικής ομογένειας της Τραπεζούντας.

 

 

Δεκάδες είναι επίσης οι εφημερίδες που εκδίδονται και τα βιβλία, ενώ το θέατρο και η παραδοσιακή μουσική αποτελούν σημαντικούς τομείς πολιτισμικής δραστηριότητας.

Οικία Θεοφυλάκτου.

Η μεγάλη άνθιση του ποντιακού πολιτισμού δεν είναι ένα αυτόνομο συγκυριακό φαινόμενο, αλλά παράλληλη διαδικασία της εξαιρετικής οικονομικής ευρωστίας και του δυναμισμού που χαρακτηρίζει το ελληνικό στοιχείο της περιοχής. Ίσως η σημαντικότερη απόδειξη του δυναμισμού αυτού, να είναι ο σχεδόν απόλυτος έλεγχος του τραπεζικού κεφαλαίου από επιφανείς εκπροσώπους του Ποντιακού Ελληνισμού όπως ο Γ. Καπαγιαννίδης, ο Α. Θεοφύλακτος και οι αδελφοί Φωστηρόπουλοι.

Μία κυρίαρχη θέση στο εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο, ένας σημαντικός αγροτικός τομέας και οι τραπεζικές δυνατότητες θα δημιουργήσουν ένα ισχυρότατο οικονομικό πόλο στην περιοχή. Η Τραπεζούντα αναδεικνύεται  σε μεγάλο εμπορικό και τραπεζικό κέντρο, ιδιαίτερα κατά την περίοδο 1829-1869 κατά την οποία διακινεί το 40% του περσικού εμπορίου και μεγάλο μέρος εμπορευμάτων από την Ασία προς την Ευρώπη και το αντίστροφο 5. Η Αμισσός και η Πάφρα αποτελούσαν επίσης, γύρω στο 1900, σημαντικά κέντρα παραγωγής και διακίνησης αγροτικών προϊόντων και ιδιαίτερα εκλεκτής ποιότητας καπνό αλλά και βαμβάκι, δέρματα, κλπ. Το 1896 από τις 214 επιχειρήσεις της πόλης οι 156 ήταν ελληνικές 6.

 

Μεταφορά καπνών της Πάφρας με καραβάνι το 1913.

 

Τέλος, η Κερασούντα εξελίσσεται σε σημαντικό εμπορικό λιμάνι και ιδιαίτερα στο εμπόριο των φουντουκιών που παράγονται στην ενδοχώρα και τα διακινεί με τα ιστιοφόρα της 7. Από το εμπόριο αυτό κατακτά και το χαρακτηρισμό της φουντουκόπολης. Να πως περιγράφει ο Θ. Παπαθεοδωρίδης την εμπορική αυτή κίνηση : «Κατέβαινα κάθε Φθινόπωρο (1900-1906) με το άνοιγμα των σχολείων από το χωριό μου τα Κοτύλια στην Κερασούντα για σπουδές. Ακολουθώντας το δημόσιο δρόμο (ντερέ-γιολού) εθαύμαζα τον ογκώδη ρουν του ποταμού Ακσού ορμητικού και θορυβώδους… Τέσσερις φορές άλλαζα όχθες με τις ισάριθμες τοξοειδείς πέτρινες γέφυρές του. (…) Κίνηση μεγάλη είχε ο δρόμος από ανθρώπους και καραβάνια φορτηγών ζώων προ παντός ημιόνων που άλλα φορτωμένα μετέφεραν το φουντούκι στην αγορά της φουντουκόπολης εκείνης Κερασούντας και άλλα αντίθετα επέστρεφαν στα χωριά τους για να μεταφέρουν κι’ άλλα» 8.

 

  1. Η γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού

 

Η δυναμικότητα του Ποντιακού Ελληνισμού χαρακτηριζόταν από τη διαρκή αυξητική τάση στο επίπεδο της οικονομίας αλλά και του πληθυσμιακού δυναμικού. Ο δυναμισμός αυτός δεν μπορούσε φυσικά να εξελίσσεται και να παραμένει ανενόχλητος σ’ ένα διεθνές περιβάλλον όπου τα σύννεφα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου πλησίαζαν απειλητικά και ενδυνάμωναν τον τουρκικό εθνικισμό. Ήδη με την επανάσταση των Νεοτούρκων (1908) και τη δημιουργία του κόμματος «Ένωση και Πρόοδος», δηλωνόταν ρητά η στρατηγική του εκτουρκισμού δια της βίας και με την οργάνωσή της από το επίσημο κράτος. Οι εκκαθαρίσεις έπρεπε να μετατρέψουν το νέο εθνικό κράτος σε αμιγώς τουρκικό τόσο ως προς τη φυλετική εθνολογική του σύνθεση, όσο και ως προς τη γλώσσα.

Ορισμένα σημαντικά γεγονότα ενισχύουν τις ακραίες εθνικιστικές τάσεις των νεοτούρκων και επισπεύδουν τις στρατηγικές εκκαθαρίσεων των μειονοτήτων. Πολύ συνοπτικά μπορούμε να πούμε πως τα κυριότερα γεγονότα ήταν τα εξής :

  • η σταδιακή παρακμή της οθωμανικής εξουσίας
  • η Αλβανική επανάσταση του 1910-12 που κατέληξε στην αυτονομία της Αλβανίας
  • η κατάληψη των Δωδεκανήσων από την Ιταλία (1912)
  • η απώλεια της Λιβύης (1912)
  • η στρατιωτική ήττα στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο (1912-13)
  • ο έλεγχος σημαντικών τομέων της οικονομίας από Έλληνες και Αρμενίους δεν επέτρεπε τη διείσδυση του γερμανικού κεφαλαίου. Η Γερμανία για να παρακάμψει τα εμπόδια αυτά υποδαύλισε και οργάνωσε πλήρως το νεοτουρκικό εθνικισμό εφοδιάζοντάς τον ιδεολογικά (παντουρκισμός) και σχεδιάζοντας βήμα προς βήμα τις γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ποντίων. Το 1915, προκειμένου να ελεγχθεί και να διαλυθεί στη συνέχεια κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα ελεγχόμενη από τις μειονότητες ιδρύεται στη Σμύρνη μουσουλμανική εταιρεία στην οποία ανατίθεται ο μονοπωλιακός έλεγχος των εμπορικών δραστηριοτήτων (εισαγωγές-εξαγωγές). Καμία οικονομική δραστηριότητα δεν μπορούσε να επιτευχθεί χωρίς την άδειά της 9.

 

Χιλιάδες ελλήνων εκτοπίστηκαν από τα παράλια προς την ενδοχώρα και υπέκυψαν στις κακουχίες.

 

Οι Γερμανοί στρατιωτικοί σύμβουλοι επιτηρούν τη σωστή τήρηση των σταδίων της γενοκτονίας Ελλήνων και Αρμενίων, με πρώτο και καλύτερο τον στρατηγό Λίμαν φον Σάντερς, υπεύθυνο για την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού από το 1913 και καθοδηγητής της νεοτουρκικής ηγεσίας στους σφαγιασμούς: Εμβέρ πασάς, Ταλαάτ και Τζεμάλ πασάς. Στα τέλη του 1913 επιτυγχάνεται η βίαιη εκδίωξη των Ελλήνων της ανατολικής Θράκης και από το Μάιο του 1914 αρχίζει, με την καθοδήγηση των γερμανών, η βίαιη εκδίωξη των Ελλήνων της δυτικής Μ. Ασίας. Περισσότεροι από 130.000 Έλληνες μεταφέρονται χωρίς το παραμικρό περιουσιακό τους στοιχείο στην ενδοχώρα και εξοντώνονται. Ένα πρώτο προσφυγικό κύμα, περίπου 150.000 άτομα, φτάνει στην Ελλάδα. Οι διωγμοί, οι εκτοπίσεις και οι σφαγές γενικεύονται. Με το διάταγμα του 1914 όλοι οι άνδρες 20-45 ετών στρατεύονται στο νεοτουρκικό στρατό και οι υπόλοιποι αναγκάζονται να ενταχθούν στα διαβόητα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού) και πεθαίνουν από τις κακουχίες. Τελικά για να μη στρατεύονται οι χριστιανοί, ολόκληρος ο ανδρικός πληθυσμός εξοντώνεται στα τάγματα αυτά. Μέχρι το 1918 περισσότεροι από 250.000 Έλληνες πέθαιναν.

 

Όθων Λίμαν φον Σάντερς, (Otto Viktor Karl Liman, 1855-1929). Γερμανός στρατηγός, υπεύθυνος για την αναδιοργάνωση του τουρκικού στρατού από το 1913 και καθοδηγητής της νεοτουρκικής ηγεσίας στους σφαγιασμούς των Ελλήνων …

Μέχρι το 1915 1.500.000 Αρμένιοι εξοντώνονται και οι σφαγές επικεντρώνονται στο ελληνικό στοιχείο. Στις 19 Μαΐου 1919 ο Κεμάλ Ατατούρκ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα και η ημερομηνία αυτή θα μείνει στην ιστορία ως Ημέρα Πένθους και Μνήμης για τη γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού. Πάνω από 350.000 Πόντιοι σφαγιάζονται, οι περιουσίες λεηλατούνται, τα μοναστήρια καταστρέφονται και όλα αυτά χωρίς την παραμικρή διαμαρτυρία του «Διεθνούς Παράγοντα» όπως μας αρέσει να τον ονομάζουμε σήμερα.

Μόνο η περιφέρεια της Αμάσειας σε σύνολο 183.000 κατοίκων είχε 134.078 νεκρούς. Στην Κερασούντα (Αγ. Γεώργιος Πατλάμ) χιλιάδες Έλληνες (πάνω από 3000) πεθαίνουν έγκλειστοι επί μήνες χωρίς τροφή. Η Πάφρα και η Αμισός βλέπουν τους κατοίκους τους να αποδεκατίζονται από τους Τσέτες. Η ένοπλη αντίσταση των Ποντίων πλούτισε με ηρωικές μορφές και γεγονότα την ιστορία του Ελληνισμού. Δεκάδες μάχες για την υπεράσπιση του άμαχου πληθυσμού δόθηκαν από τους αντάρτες και χωριά έγιναν τόποι συμβολικοί του ηρωισμού των Ποντίων όπως η Σάντα. Ο Χ. Ανδρεάδης αναφέρει πως στα τέλη του 1921 «το χωριό Δαζλή θα γίνει επίκεντρο τρομερών συγκρούσεων μεταξύ των ανταρτών και του στρατηγού Τζεμάλ Τζεβήτ, ο οποίος, μαχόμενος επικεφαλής 16.000 Τούρκων σε αλλεπάλληλες μάχες που κράτησαν ως τις αρχές του 1922, τελικά σκοτώθηκε, χωρίς κανένα αποτέλεσμα…» 10.

 

Ο καπετάν Βαγγέλης Ιωαννίδης.

 

Η προσπάθεια για τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου κράτους του Πόντου (1917-1922) ματαιώθηκε λόγω της αλλαγής πολιτικής της Σοβιετικής Ένωσης του Λένιν (σύμφωνο φιλίας, Μάρτιος 1921), της  στήριξης των φίλων και συμμάχων μας (Ιταλία, Γαλλία, Αγγλία) προς τον Κεμάλ και της κατάρρευσης του μετώπου της Μ. Ασίας, ενταφιάζεται οριστικά η προσπάθεια αυτή. Ολόκληρος ο Ελληνισμός της Μ. Ασίας έχει σφαγιασθεί ή ξεριζωθεί. Το πρόσωπο της προσφυγιάς όμως θα συνεχίσει να υπάρχει σε άλλα μέρη 11.

  1. Από την ΕΣΣΔ Στην Αργολιδα

Όσοι από τους Πόντιους μπόρεσαν και γλίτωσαν πέρασαν με όλα τα μέσα στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη και άρχισαν να ξαναφτιάχνουν τη ζωή τους και να αποκτούν, χάρη στην εργατικότητα και την υπομονή που τους διακρίνει, σημαντικές θέσεις στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου εγκατάστασης. Βέβαια, ο χώρος της Μαύρης Θάλασσας ήταν, όπως σημείωσα στην αρχή, ένας προνομιακός γεωγραφικός χώρος για τον Ελληνισμό της περιοχής.

Τόσο από την άποψη των εμπορικών ανταλλαγών, όσο και εκείνης του πολιτισμού. Η μετανάστευση Ποντίων προς τη Ρωσία δεν σταμάτησε  και ήδη στα τέλη του 18ου αιώνα και μέχρι το 1840 παρατηρείται ένα έντονο ρεύμα μετανάστευσης προς αυτήν. Τα γεγονότα έκαναν εντονότερη τη τάση με αποτέλεσμα να υπολογίζεται πως τουλάχιστον 300.000 Πόντιοι μετανάστευσαν για να γλιτώσουν τη σφαγή.

Μέχρι το 1937, οι ποντιακές κοινότητες της ΕΣΣΔ αναπτύχθηκαν σημαντικά. Οδησσός, Νοβοροσίσκ, Ανάπα, Γάγρα, Γουδαούτα και πολλές άλλες πόλεις και κωμοπόλεις στις οποίες δημιουργήθηκαν σφριγηλές οικονομικά και πολιτισμικά κοινότητες, για να αναφέρω μερικές μόνο από αυτές στα παράλια της Ρωσίας και της Γεωργίας από τις οποίες προέρχονται οι περισσότεροι Πόντιοι της Αργολίδας.  Στα ελληνικά σχολεία φοιτούσαν χιλιάδες μαθητές μαθαίνοντας ως δεύτερη γλώσσα υποχρεωτικά τη ρωσική και τη γαλλική. Τα ελληνικά σχολεία είχαν υιοθετήσει ένα αλφάβητο με 20 γράμματα, που επέτρεπε στους μαθητές, όπως χαριτολογώντας μου ανέφερε ο  αείμνηστος κ. Ραυτόπουλος, να μην είναι… αναλφάβητοι.

«Όταν φεύγαμε από την Οδησσό κλαίγαμε πάνω στο καράβι και λέγαμε: Άνθρωποι καλοί, πιστέψτε με πως ο χωρισμός είναι ο χειρότερος θάνατος. (Ε. Ανδρονικίδου – Μανουηλίδου).

Όλες όμως οι μαρτυρίες αναφέρουν πως ήταν μόνιμο το όνειρο επιστροφής στην Ελλάδα. Όταν, το 1937, αρχίζουν οι σταλινικές εκκαθαρίσεις των μειονοτήτων με στόχο τη «ρωσοποίηση» ώστε να μην δημιουργούνται αντεπαναστατικές ομάδες, η καινούρια προσφυγιά για τους Ποντίους αρχίζει. Δεκάδες Πόντιοι δικάζονται με συνοπτικές διαδικασίες και, ιδιαίτερα οι άνδρες, με την κατηγορία της προσπάθειας «παράνομης ίδρυσης ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους», ξεκόβονται από τις οικογένειές τους και μεταφέρονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Σιβηρία και αλλού. Τα ελληνικά σχολεία κλείνουν και απαγορεύεται η εκμάθηση της γλώσσας. Αρκετά μέλη της ποντιακής κοινότητας Αργολίδας δεν γνωρίζουν πως και που πέθαναν οι εκτοπισμένοι γονείς τους. Όσοι δεν θέλησαν να πάρουν τη σοβιετική υπηκοότητα και ξέφυγαν από τις νέες σφαγές, προσπαθούν να αποκτήσουν ελληνικό διαβατήριο με τεράστιες δυσκολίες στην πρεσβεία μας στη Μόσχα, για να έρθουν στην Ελλάδα. Ήδη από τη δεκαετία του 1920 καταφθάνουν στη Ελλάδα οι ίδιοι πάντα πρόσφυγες: οι Πόντιοι. Με όλα τα μέσα φτάνουν στην Οδησσό και μετά από δυο μερόνυχτα ταξίδι φτάνουν στον Πειραιά.

«Όταν φεύγαμε από την Οδησσό κλαίγαμε πάνω στο καράβι και λέγαμε: Άνθρωποι καλοί, πιστέψτε με πως ο χωρισμός είναι ο χειρότερος θάνατος. (Ε. Ανδρονικίδου – Μανουηλίδου).

Στον Πειραιά έμειναν σε ξενοδοχεία οι περισσότεροι και μετά από ένα διάστημα, με ευθύνη του Πατριωτικού Ιδρύματος, κατανεμήθηκαν σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, ώστε να μην είναι όλοι συγκεντρωμένοι στον ίδιο τόπο. Παρά το γεγονός ότι αρκετοί από αυτούς είχαν συγγενείς ή μέλη των οικογενειών τους ήδη εγκατεστημένα στην Ελλάδα δεν τους επετράπη να μείνουν μαζί τους. Η επιφυλακτικότητα του επίσημου ελληνικού κράτους απέναντι στους «Ρώσους», θα γίνει έχθρα από τον τοπικό πληθυσμό. Για άλλη μια φορά ξεριζωμένοι οι Πόντιοι, όπως και οι μικρασιάτες γενικότερα, θα αντιμετωπίσουν την έχθρα και το φθόνο των τοπικών κοινωνιών. «Ρώσοι», «παλιοκομμουνιστές» και «μπολσεβίκοι» είναι τα συνήθη κοσμητικά επίθετα που χρησιμοποιούνται για τους ανθρώπους αυτούς.

Χωρίς κανένα σχεδόν περιουσιακό στοιχείο φτάνουν στην Αργολίδα, στο Άργος και το Ναύπλιο, με μόνο όπλο τη θέληση για μια καινούρια ζωή και τη συγκίνηση πως επιτέλους το Όνειρο έγινε πραγματικότητα και γύρισαν στην πατρίδα.

 «Λέγαμε πάντα: Παναγία μου πότε θα πάμε στην Ελλάδα; Πότε θα γυρίσουμε στην πατρίδα; Κάθε φορά που τρώγαμε και υπήρχε απαραιτήτως ένα μπουκάλι κρασί, πίναμε και ευχόμασταν: Άντε και του χρόνου στην πατρίδα», μου έλεγε σε μια συζήτηση η κ. Ε. Ανδρονικίδου και ο κ. Ραυτόπουλος.

Δουλέψαμε, παλέψαμε, είχαμε πίστη και κουράγιο. Μα πάνω απ’ όλα είχαμε την ελπίδα. Έτσι αλλάξαμε πολλά. Και τους στάβλους τους μετατρέψαμε σε σπίτια για ανθρώπους. (Ε. Ανδρονικίδου, Άργος 1939).

 

Εβγίκαμε στη φωτογραφία το Γεναρι 1936 Ανδρονικίδυ Ελένι Αλχαζίδυ Κερεκι (σημείωση πίσω από τη φωτογραφία)

 

Μεροκάματο στο χτίσιμο σπιτιών στο Ναύπλιο (δεύτερος από δεξιά ο κ. Μανουηλίδης)

 

Ραυτόπουλος – Δελτίον Εργασίας: Υπηκοότης ακαθόριστος.

 

Το ζύμωμα.

Τα δυο σημαντικά κέντρα διαβίωσης κάτω από άθλιες συνθήκες είναι το Καλλέργειο (σήμερα αρχαιολογικό μουσείο Άργους) και η παλαιά Γαλλική σχολή στο Ναύπλιο (σήμερα το κτίριο που στεγάζεται η τράπεζα Πίστεως – Alpha Bank). Οι περιγραφές για τις συνθήκες διαβίωσης στα ερειπωμένα αυτά κτίρια είναι συγκλονιστικές. Αρκετοί όμως είναι και εκείνοι που προσπαθούν να βρουν καταλύματα στη πόλη και σταδιακά αρχίζουν να δουλεύουν και να δημιουργούν μια νέα καλύτερη προσωπική κατάσταση. Κι ενώ όλα δείχνουν πως η ζωή θα γίνει καλύτερη, ο πόλεμος έρχεται να γκρεμίσει κάθε ελπίδα και να δημιουργήσει και πάλι την αίσθηση ενός νέου ξεριζωμού.

Στη διάρκεια του πολέμου πολλοί από τους ανθρώπους αυτούς λόγω των γνώσεων που είχαν δουλεύουν ως διερμηνείς και βοηθάνε τους έλληνες πατριώτες αλλά και σε μερικές περιπτώσεις, γερμανούς που θα μπορούσαν να εκτελεσθούν από τους ίδιους τους συμπατριώτες τους. Μετά τον πόλεμο μια καινούρια ζωή αρχίζει και πάλι με αγώνα αλλά και με πίστη πως οι καταστάσεις θ’ αλλάξουν, θα γίνουν καλύτερες.

Η αλληλεγγύη και η αλληλοβοήθεια στάθηκαν  βασικοί κανόνες τόσο για την επιβίωση όσο και για τη διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας.

«Με το κασελάκι μπροστά από το Καλλέργειο δούλευα επισκευάζοντας παπούτσια. Ζέστη, κρύο, ήλιος, βροχή, πάντα έξω. Σιγά – σιγά καλυτέρεψαν τα πράγματα και μπήκαμε σε μαγαζί. Στης Περεντέ». (Θ. Σαριπανίδης).

Με το κασελάκι μπροστά από το Καλλέργειο δούλευα επισκευάζοντας παπούτσια… Θ. Σαριπανίδης.

Τελικά, για τους ανθρώπους αυτούς οι καταστάσεις, επιτέλους, άλλαξαν προς το καλύτερο.  Άρχισαν καλύτερες εποχές με χορούς, τραγούδια και η διαβίωση έγινε περισσότερο ανθρώπινη. Η προσφυγιά είναι μια κακή εμπειρία που την αφήνουν πίσω. Τώρα έχουν εγγόνια και δισέγγονα και εύχονται αυτά, να μη γνωρίσουν ποτέ τη προσφυγιά που γνώρισαν εκείνοι. Σκέπτονται πως υπάρχουν ακόμα Πόντιοι που φτάνουν στην πατρίδα, σ’ ένα αφιλόξενο γι’ αυτούς κράτος, προσπαθώντας ακόμα και σήμερα να φτιάξουν τη ζωή τους ή τουλάχιστον εκείνη των παιδιών τους. «Το 1923», γράφει ο Θ. Στολτίδης, «η Ελλάδα κατόρθωσε να αποκαταστήσει 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες σε εκατοντάδες νέους οικισμούς, που εξελίχθηκαν σε δημιουργικές μονάδες. Σε αντίθεση με τον άθλο της περιόδου εκείνης, σήμερα γράφεται η αθλιότητα της αδυναμίας αποκατάστασης λίγων χιλιάδων οικογενειών που οδηγούνται στην απόγνωση, την περιθωριοποίηση και την παθητικότητα». Το πρόσωπο της προσφυγιάς δεν λέει να σβήσει  από τα μάτια και το μυαλό μας. Όμως υπάρχει πάντα η ελπίδα και οι άνθρωποι αυτοί γνωρίζουν καλά να αγωνίζονται και να ελπίζουν. Έτσι κι αλλιώς ακόμα και η διατήρηση της ιστορικής μνήμης στον τόπο αυτό, αγώνας είναι.

Στο δρόμο από το Άργος για Ναύπλιο. Λύρα ο Βασίλης Φουλίδης.

 

Όταν θέλησα να συζητήσω με μια ομάδα Ποντίων στην αρχή αυτής της έρευνας, μου ζήτησαν να τους συναντήσω στη ταβέρνα του Ζερβάκη (στης Ολυμπίας). Εκεί μου είπαν, μεταξύ άλλων, πως όταν πίνουμε κρασί, σηκώνουμε τα ποτήρια και ευχόμαστε : «Να δώσει ο Θεός να μην είναι το τελευταίο». Αμήν.

 

Υποσημειώσεις


[1] ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ, Από τους Αργοναύτες έως τους  σημερινούς πρόσφυγες, Ο Ελληνισμός της Μαύρης Θάλασσας, τ.Γ΄, εφημερίδα  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, (ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ), Αθήνα, 1996, σ.113.

2  Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, «Η Εκκλησία Τραπεζούντος», Ποντιακή Εστία, τ. 8, σ. 97.

3 Μοναχισμός και μοναστήρια, ό.π, σ. 90.

4 Σ. Χατζησαββίδη, Τα ελληνικά σχολεία, Ποντιακός πολιτισμός, εφ. Καθημερινή, ό.π., σ.67-71. Τα στοιχεία αντλούνται από το βιβλίο του Δ. Λαζαρίδη, «Στατιστικοί πίνακες της εκπαίδευσης των Ελλήνων στον Πόντο (1821-1922)».

5 Σ. Κ. Φωστηρόπουλος, «Η οικονομική ζωή», Επτά Ημέρες, ό.π., σ.39-43. Ο συγγραφέας αναφέρει και τις μελέτες του Άγγλου Bryer για τον έλεγχο του εμπορίου άλλων χωρών από τη Τραπεζούντα.

6 ό.π., σ. 43.

7 Ο Σ.Κ.Φωστηρόπουλος αναφέρει πως το 1880 «η Κερασούντα είχε 80 ιστιοφόρα χωρητικότητας από 1.000-2.000 τόννους το καθένα», ό.π., σ.43.

8 Αξέχαστα από τον Πόντον. Κερασούντος και Περιφερείας (Ανατολικής Τζενικίας), Εκδ. ΕΛΛΑΣ, Αθήνα, 1953, σ. 7.

9 Ε.Αλλαμανή, Κ.Παναγιωτοπούλου, «Ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας σε διωγμό», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ.ΙΕ, σ.101. Επίσης για τα γεγονότα αυτά : Μ. Χαραλαμπίδης, Το ποντιακό ζήτημα σήμερα, Ιδρυμα Μεσογειακών Μελετών, . ¨ένα εξαιρετικό άρθρο για τη σημερινή κατάσταση : Θ. Στολτίδης, «Ξένοι στην ίδια την πατρίδα τους», Επτά Ημέρες, ό.π., σ. 144-150.

10 «Το αντάρτικο του Πόντου», Επτά Ημέρες, ό.π., σ. 44-46.

11 Το φωτογραφικό υλικό του πρώτου μέρους προέρχεται από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους και κυρίως από το αφιέρωμα στον «Ελληνισμό της Μαύρης Θάλασσας», Επτά Ημέρες της εφημερίδας Καθημερινή που επιμελήθηκε η κ. Ελευθερία Τραΐου, Αθήνα, 1996 . Το φωτογραφικό υλικό του δεύτερου μέρους, προέρχεται από το σύνολο του υλικού της επιτόπιας έρευνας για την Ποντιακή κοινότητα της Αργολίδας, που διενεργεί ο υπογραφόμενος και στον οποίο προσφέρθηκε ευγενικά από την κ . Ελένη Ανδρονικίδου-Μανουηλίδου, τους κ.κ. Θεόδωρο  και Ηλία Σαριπανίδη, τον κ. Αντώνη Ραυτόπουλο και την κ. Ολυμπία Καλαϊτζίδη-Ζερβάκη.

 

Γεώργιος Κόνδης

Read Full Post »

Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο – Γεώργιος Η. Κόνδης, Ναυπλιακά Ανάλεκτα VIΙI, Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «150 Χρόνια Ναυπλιακή Επανάσταση» Ναύπλιο, 2013.


 

Το Νοέμβριο του 1862, όταν μετά τη Ναυπλιακή Επανάσταση και τα άλλα επαναστατικά κινήματα η πολιτική κατάσταση στη χώρα έχει αλλάξει και o Όθων την έχει εγκαταλείψει, Υπουργός της Εκπαιδεύσεως είναι μια σημαντική προσωπικότητα του αντιδυναστικού αγώνα, ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης. Ο νέος Υπουργός με εγκύκλιό του προς όλους τους Δημάρχους της χώρας ζητά πληροφορίες για τον αριθμό και τον τύπο των σχολείων καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που να βοηθά στη διαμόρφωση μιας εικόνας για την κατάσταση της εκπαίδευσης και του σχολικού δικτύου στη χώρα. Μετά από 30 χρόνια ανεξάρτητης πορείας μέσα στην ιστορία, είναι πασιφανής η αδυναμία του νέου ελληνικού κράτους να ελέγξει και να αποδώσει σαφή εικόνα της οργάνωσης και λειτουργίας των μηχανισμών του, και στη συγκεκριμένη περίπτωση του εκπαιδευτικού του μηχανισμού. Έτσι, μέχρι τότε, με εξαίρεση τα σημαντικά πληθυσμιακά κέντρα κάθε νομού ή τους τόπους με σχετικά εύκολη πρόσβαση και επικοινωνία, δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για μεγάλα τμήματα της ελληνικής επικράτειας. Το ίδιο ισχύει και για την Αργολίδα.

Ο Επαμεινώνδας Δεληγεώργης γεννήθηκε στην Τρίπολη το 1829. Έγινε Υπουργός επί της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως κατά την Προσωρινή Κυβέρνηση του 1862. Χρημάτισε έξι φορές πρωθυπουργός, ενώ διατηρεί μέχρι και σήμερα τον τίτλο του νεώτερου Έλληνα πρωθυπουργού, καθώς ανέλαβε πρώτη φορά την εξουσία σε ηλικία 36 ετών.

Το σχολικό δίκτυο που διαμορφώθηκε κατά την καποδιστριακή περίοδο, παρακολουθεί και υφίσταται τις συνέπειες των δραματικών γεγονότων που ακολούθησαν τη δολοφονία του Κυβερνήτη και έτσι, μετά τα γεγονότα του Ναυπλίου και την έξωση του Όθωνα, γυρίζουμε πάλι στο σημείο εκκίνησης. Πράγματι, το 1834 η Γραμματεία Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως με εγκύκλιό της προς όλους τους νομάρχες ζητά στοιχεία για την ύπαρξη και το είδος των σχολείων, τον αριθμό των μαθητών κ.λπ. Γνωρίζουμε πως μέχρι τότε λειτουργούν στην Αργολίδα από το 1829 μέχρι και το 1832 ένα Αλληλοδιδακτικό στο Άργος με 183 μαθητές και ένα στο Ναύπλιο με 179 μαθητές από τους οποίους τα 21 είναι κορίτσια. Λειτουργεί, επίσης, το Ιδιωτικό Σχολείο Θηλέων της Ελένης Δανέζη με 22 μαθήτριες στο Ναύπλιο.

Η οθωνική περίοδος αρχίζει με μια ουσιαστική αλλαγή στους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς του νέου ελληνικού κράτους κυρίως σε δύο επίπεδα:

Πρώτον, στη δομή του εκπαιδευτικού συστήματος που καθορίζεται από τα βασικά διατάγματα της Αντιβασιλείας ήδη από το 1833 και των βασιλικών κυβερνήσεων μέχρι το 1857. Οι κανονισμοί και οι διατάξεις αυτές θα ισχύσουν γενικά μέχρι το 1929. Η δομή του εκπαιδευτικού συστήματος ακλουθεί από τη μια τα βαυαρικά πρότυπα και από την άλλη τη συγκεντρωτική λογική με την οποία οργανώνεται το νέο ελληνικό κράτος.

Δεύτερον, στο επίπεδο της διοικούσας ιδέας της καποδιστριακής εκπαιδευτικής πολιτικής που εγκαταλείπεται οριστικά. Το σχολείο ως μέσο διάχυσης των πολιτισμικών αγαθών με επίκεντρο την εξυπηρέτηση, σε ένα πρώτο στάδιο, των στοιχειωδών αναγκών ενός λαού που ήταν κατά 90% αναλφάβητος, παύει  να υπάρχει. Αντίθετα, παρατηρείται μια στροφή στην αρχαιολατρία, στη βάση της οποίας θα οργανωθεί και το ιδεολογικό/γνωστικό περιεχόμενο των εκπαιδευτικών προγραμμάτων. Ουσιαστικά καμία πρόνοια δεν λαμβάνεται για την ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Η Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας, για παράδειγμα, υπολειτουργεί, για ένα χρονικό διάστημα παύει να λειτουργεί και ανοίγει πάλι τις πόρτες της το 1847. Μάλιστα, στα γεγονότα του 1862 μετατρέπεται σε κέντρο επιχειρήσεων του βασιλικού στρατού. Ο Νικόλαος Σπηλιά­δης που θεωρείται αντικειμενικός παρατηρητής για την περίοδο αυτή, γράφει:

Αφ’ ου παρέλυσαν τα παρά του Κυβερνήτου κατασταθέντα σχολεία και αυτό το εν Αιγίνη ορφανοτροφείον, όθεν απέβαλον όλα τα ορφανά του, η δε αντι­βασιλεία κατέστησεν ιπποσταύλον το εις Άργος ιδρυθέν παρά του Κυβερ­νήτου αλληλοδιδακτικόν σχολείον και αφ’ ου διέλυσαν υπέρ τα τριάκοντα μοναστήρια και εδήμευσαν τα κτήματα και πράγματά των, διά να εκτελέ­σωσι τάχα το περί τούτων ψήφισμα της εν Άργει συνελεύσεως, το αφορών την ηθικήν διαμόρφωσιν των Ελλήνων, διά της θρησκείας και της παιδείας […] μόλις δε μετά πολύν καιρόν αφ’ ου ήλθεν ο βασιλεύς απεφάσισαν να συστήσωσιν εκτός των εις Ναύπλιον, εις Σύρον και εις Αθήνας κατεστη­μένων ελληνικών σχολείων και των μετ’ αυτών συνδεδεμένων γυμνασίων, δέκα σχολεία ελληνικά καθ’ όλην την επικράτειαν, εν ω απαιτούνται κατά το παρόν πεντακόσια αλληλοδιδακτικά και πολλά ελληνικά, διά να μάθωσιν οι Έλληνες γράμματα.

 

Σημειώνω, τέλος, πως το Διδασκαλείο που απηχούσε το καποδιστριακό όραμα της εκπαίδευσης δασκάλων, ώστε να εξαπλωθεί η στοιχειώδης εκπαίδευση σε ολόκληρη τη χώρα, όχι μόνο υπολειτουργούσε σε ολόκληρη την οθωνική περίοδο, αλλά το 1864 καταργήθηκε και επίσημα με απόφαση της Βουλής και με το εξαιρετικό επιχείρημα ότι «δεν χρειάζεται». Έχει πάντως προηγηθεί μια εξαιρετική έκθεση του Υπουργού της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Επαμ. Δεληγεώργη προς την Εθνική Συνέλευση, στις 21 Ιανουαρίου 1863, στην οποία παρουσιάζει διεξοδικά την κατάσταση του εκπαιδευτικού συστήματος. Σχετικά δε με το Διδασκαλείο αναφέρει:

Το Διδασκαλείον απέβη καταγώγιον των την υποτροφίαν ως χαμαίζηλον άθλον εφημέρου ευνοίας λαμβανόντων, ή των την στρατολογίαν φευγόντων· οι δε βαθμοί, από ασθενών εγγυήσεων φυλαττόμενοι απέβησαν ολέ­θριον ευνοίας αντάλλαγμα […]. Και αυτή δε η πεσούσα εξουσία, την παρα­λυσίαν ταύτην βλέπουσα του διδασκαλείου, και την θεραπείαν των κακώς κειμένων εκ συστήματος αποφεύγουσα, εσκέφθη μάλλον να διαλύση και αδεξίως ποτ’ επεχείρησε την διάλυσιν του εθνοφελούς τούτου φυτωρίου της του λαού εκπαιδεύσεως. Η ταπείνωσις αύτη της εκπαιδεύσεως των δημοδι­δασκάλων και η ευκολία της επιτυχίας του πτυχίου ηύξησαν επί τοσούτον τον αριθμόν αυτών, ώστε πλήθος απειράριθμον άνευ θέσεως εφεδρεύουσιν, λίαν δε κακόζηλος έρις και σπουδαρχία εκ τούτου πηγάζει, όργανα δε το­πικών και κομματικών αγώνων, εκ της ανάγκης ταύτης πιεζόμενοι, κατέ­στησαν οι διδάσκαλοι του λαού, εκπεσόντες του ιερού αυτών χαρακτήρος.

 

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Εκπαίδευση και σχολικό δίκτυο στην Αργολίδα κατά την Οθωνική περίοδο

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα: «Η πονεμένη ιστορία των Ιστορικών Αρχείων του Δήμου Άργους …», θέμα που πρόεκυψε από την παρ’ ολίγον δημοπράτηση των Πρακτικών του Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους της περιόδου 1856-1890.

 

Η σημασία των ιστορικών αρχείων είναι αδιαμφισβήτητα μεγάλη για την ανάδειξη και διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς και της φυσιογνωμίας μιας πόλης, ενός τόπου. Από τις δημόσιες πολιτικές που ασκούνται και από τις ιδιωτικές δράσεις που εκφράζονται στον τομέα αυτό, εξαρτάται ο βαθμός και η ποιότητα αυτής της φυσιογνωμίας. Το μικρό λαογραφικό μουσείο του χωριού Νυμφαίο κοντά στη Φλώρινα, διαθέτει ανεκτίμητης αξίας έγγραφα, σκεύη, φωτογραφίες, κ.ά. Η πόλη της αδελφοποιημένης με το Άργος Βέροιας, διαθέτει μια από τις πιο αξιόλογες δημοτικές βιβλιοθήκες και παρουσιάζει ένα από τα σημαντικότερα έργα διάσωσης της πολιτισμικής της κληρονομιάς (π.χ. αναπαλαίωση παλιάς και εβραϊκής συνοικίας). Καύχημα για την πόλη της Καλαμάτας αποτελεί, μεταξύ άλλων, το ιστορικό της αρχείο και η συλλογή εφημερίδων της δημοτικής βιβλιοθήκης.

Έχετε αναρωτηθεί ποτέ γιατί μια πόλη τόσο πλούσια σε ιστορία όπως το Άργος στην Αργολίδα, δεν διαθέτει ούτε μια σελίδα δημοτικού ιστορικού αρχείου; Η οργάνωση και συντήρησή του θα έπρεπε λογικά να είναι στις προτεραιότητες κάθε δημοτικής αρχής. Θα έπρεπε… λογικά… αλλά στην πόλη για την οποία μιλάμε συμβαίνει κάτι εντελώς άπρεπο και παράλογο: τα γραπτά τεκμήρια ή τα φωτογραφικά αρχεία της έχουν χαθεί, καταστραφεί, καεί!  Τον τελευταίο καιρό μάλιστα μερικά από αυτά, εξαιρετικά σημαντικά,  βρέθηκαν σε δημοπρασία γνωστού Οίκου. Η πώλησή τους αποφεύχθηκε μετά από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η δημοσιοποίηση της δημοπρασίας των «Πρακτικών του ΔΣ του Δήμου Άργους (1856-1890)» και ταυτόχρονα δημοσιοποιήθηκε η υποκρισία και η ρηχότητα με τις οποίες οι (απ)ασχολούμενοι με τα κοινοτικά αντιμετωπίζουν τα ζητήματα διαχείρισης της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, όπως και η πλήρης αδιαφορία των ομάδων εκείνων που «κατά τεκμήριο» αποτελούν τη μορφωμένη και ευαισθητοποιημένη πολιτιστικά εμπροσθοφυλακή της κοινωνίας!

Η δημοσιοποίηση λοιπόν της δημοπρασίας και οι αντιδράσεις που προκάλεσε, έχουν ενδιαφέρον για εκείνους που αναζητούν να καταλάβουν τα αίτια της πολιτισμικής στασιμότητας σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Θα παρουσιάσω συνοπτικά και τεκμηριωμένα το γεγονός λαμβάνοντας υπόψη τα δυο επίπεδα στα οποία καταγράφονται και αξιολογούνται δημόσιες πολιτικές και ιδιωτικές δράσεις για τον πολιτισμό: το τυπικό και εκείνο του περιεχομένου και της ουσίας των πραγμάτων.

 

Φωτογραφία από το πλούσιο αρχειακό υλικό που ανακαλύφθηκε πρόσφατα σε χώρο του Κοινοβουλίου.

Ως προς το τυπικό:  οι πολίτες του Άργους θα γνωρίζουν πως δεν υφίσταται, εδώ και δεκαετίες, καμία απολύτως (δημόσια) δημοτική πολιτική διάσωσης και ανάδειξης ιστορικών τεκμηρίων στην αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας! Έχω επανειλημμένα υπογραμμίσει πως δεν είναι τυχαίο γεγονός η απουσία κάθε οργανωμένου ιστορικού αρχείου στην πόλη. Κι αυτό όχι μόνο γιατί Δημοτικοί Άρχοντες και παρατρεχάμενοι απλά αγνοούν τη σημασία του, αλλά κυρίως γιατί δεν θέλουν! Η ιστορία των πέντε τόμων των πρακτικών του Δ.Σ του πρώτου Δήμου της ανεξάρτητης Ελλάδας (1856-1890) που τέθηκαν σε δημοπρασία από τον γνωστό οίκο «Σπάνια Βιβλία Σπανός» είναι χαρακτηριστική της νοοτροπίας που έχει καλλιεργηθεί χρόνια τώρα.

Εξώφυλλο της 115ης Δημοπρασίας σπάνιων βιβλίων. Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Η 115η Δημοπρασία σπάνιων βιβλίων Ελλήνων βιβλιόφιλων πραγματοποιήθηκε στις 17 Ιουλίου 2014 στην αίθουσα του «Παρνασσού». Στον κατάλογο της δημοπρασίας και στη θέση 38 ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ (420-433), ο κωδικός 420 αντιστοιχούσε στα «Πρακτικά Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Άργους 1856-1890».

Ο Δήμαρχος κ. Δ.Καμπόσος, ενημερώνεται επίσημα για την δημοπρασία από τον Προϊστάμενο των ΓΑΚ Αργολίδας κ. Δ. Γεωργόπουλο (έγγραφο με αρ.πρωτ 278/9 Ιουλίου 2014). Τις ίδιες ακριβώς ημέρες ο Πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού κ. Γ. Γιαννούσης μου κοινοποιεί τον κατάλογο της δημοπρασίας και αποφασίζουμε από κοινού να το δημοσιοποιήσουμε στον τύπο και να ενημερώσουμε τον Δήμαρχο Άργους. Μάλιστα στις 11/7/2014 κοινοποιώ στον κ. Δήμαρχο σημείωμα που δημοσίευσε η ηλεκτρονική έκδοση των «Αργολικών» (11/7/2014) και η  καθημερινή εφημερίδα «Αργολίδα» (17/7/2014), στην οποία απάντησε ενημερωτικά με έγγραφό του  (288/15 Ιουλίου 2014) και πάλι ο Διευθυντής των ΓΑΚ Ναυπλίου.

Πριν ακόμη φτάσει το έγγραφο των ΓΑΚ στον Δήμο, ο κ. Οδυσσέας Κουμαδωράκης, ενημερωμένος από τον κ. Γ. Γιαννούση και με την προτροπή του τελευταίου, ανέλαβε να ενημερώσει τον κ. Καμπόσο και να του μεταφέρει την άποψη της αγοράς έναντι ευτελούς αντιτίμου των πέντε τόμων. Προφανώς, ο Δήμος δεν διέθετε «φράγκο για την αγορά τέτοιων βιβλίων». Εγώ και ο κ. Γιαννούσης ενημερώσαμε όσους θα μπορούσαν να συνδράμουν ώστε να μην χαθεί η ευκαιρία απόκτησης των ιστορικών τεκμηρίων. Μάλιστα συζητήθηκε και η πιθανότητα  συλλογής χρημάτων και συμμετοχής μας στην δημοπρασία χωρίς αυτό να καταστεί δυνατό. Η ιδέα δεν άρεσε σε ορισμένους. Είναι όμως πασίγνωστο πως ακόμη και κυβερνήσεις διαθέτουν μεγάλα ποσά προκειμένου να αποκτήσουν τεκμήρια του εθνικού τους πολιτισμικού πλούτου που υπάρχουν σε ιδιωτικές συλλογές και δημοπρατούνται με την προϋπόθεση να μην είναι προϊόντα κλοπής.

Αλλά είναι τα συγκεκριμένα αρχεία του Άργους κλεμμένα; Υπάρχει η παραμικρή δήλωση οποιασδήποτε Δημοτικής Αρχής για κλοπή και αναζήτηση των αρχείων; Είχε ποτέ ζητηθεί δικαστική συνδρομή για την υποτιθέμενη κλοπή; Που φυλάσσονταν τα αρχεία αυτά και με ποιο τρόπο εκλάπησαν;

Ο κ. Δήμαρχος Άργους-Μυκηνών αποφάσισε να τα διεκδικήσει δια της δικαστικής οδού γεγονός που χαιρετήσαμε με σχετική αρθρογραφία στον τοπικό τύπο τις ημέρες εκείνες. Όταν θα γίνει γνωστό το πλήρες κείμενο της δικαστικής απόφασης θα επανέλθουμε στις λεπτομέρειες. Για την ώρα τα στοιχεία που είναι γνωστά είναι τα παρακάτω:

  • Σε δημοσίευμά της η ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας «Αναγνώστης» (Παρ. 27 Οκτ. 2017 https://anagnostis.org/article/14-menes-ston-protergate-tes-klopes-kai-10-ston-kleptapodocho), μας ενημερώνει πως η καταδικαστική απόφαση είναι 14 μήνες στον «κλέφτη» και 10 μήνες στον «κλεπταποδόχο». Η ενημέρωση των «Αργολικών» (https://argolika.gr/2018/01/10) μιλάει για 14 και 12 μήνες αντίστοιχα. Τι ακριβώς ισχύει;
  • Ουσιαστικά δεν υφίσταται ποινή αφού υπάρχει αναστολή και επίσης δεν υπάρχει, όπως σημειώνεται στον τοπικό τύπο,  απάντηση-απόφαση της εισαγγελίας για την κατάσχεση των 5 τόμων και την απόδοσή τους στα ΓΑΚ ή τον Δήμο.
  • Γιατί ο Δήμος δεν κίνησε την διαδικασία των «ασφαλιστικών μέτρων» κατά του Οίκου Δημοπρασιών ώστε να μπλοκάρει άμεσα τα αρχεία και να πετύχει, με δικαστική συνδρομή, την κατάσχεσή τους;
  • Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Μονομελές Πταισματοδικείο Ναυπλίου και όταν θα τελεσιδικίσει σε κάποια χρόνια από τώρα, ελπίζουμε και ευχόμαστε, οριστικά και αμετάκλητα να αποδοθούν στα ΓΑΚ.
  • Μπορεί για εσωτερική κατανάλωση ορισμένοι να καταδικάζουν ως «κλεπταποδόχους» τους Οίκους Δημοπρασιών, αλλά καλό είναι να γνωρίζουμε πως οι εταιρίες αυτές έχουν νομικούς συμβούλους και μεγάλη εμπειρία στα ζητήματα αυτά. Όπως ήταν αναμενόμενο οι πέντε τόμοι αποσύρθηκαν από την κυκλοφορία και ένας Θεός γνωρίζει πότε, πως και που θα εμφανιστούν ξανά.
  • Τέλος, φαίνεται πως όλοι γνωρίζουν το όνομα του «κλέφτη», αλλά κανείς δεν το κοινοποιεί. Μάλλον χρειάζεται να συνεχιστεί το μελόδραμα για να μπορούν ορισμένοι να χύνουν τα κροκοδείλια δάκρυά τους και να κάνουν τη μικρή τους διαφήμιση.

Ως προς την ουσία: παρ’ ότι απερίφραστα και κατηγορηματικά καταδικάζουμε την  πώληση ιστορικών αρχείων από ιδιώτες με σκοπό το προσωπικό οικονομικό κέρδος, θεωρούμε το περιστατικό αυτό απολύτως ενδεικτικό της νοοτροπίας που έχει καλλιεργηθεί. Θέλω να υπενθυμίσω πως πολλές προσπάθειες έγιναν από τα ΓΑΚ Αργολίδας και από τον κ. Τριαντάφυλλο Σκλαβενίτη για να διασωθούν τα (εναπομείναντα;) αρχεία της πόλης του Άργους, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Ακόμη πιο επίμονες ήταν οι προσπάθειες που κατέβαλαν ομάδες πολιτών για τη διάσωση αυτή. Πεταμένα σε υπόγεια ή αποθήκες μαζί με την πλούσια βιβλιοθήκη του κληροδοτήματος Κολιαλέξη, αποτελούσαν εικόνα ντροπής για την αρχαιότερη πόλη της χώρας. Παρ’ ότι προτείναμε επίμονα και πολλές φορές στις διάφορες δημοτικές αρχές να εργαστούμε εθελοντικά για την  διάσωσή τους, δεν μας το επέτρεψαν ποτέ! Μέχρι το 2008, όταν ο Αντιδήμαρχος κ. Γ. Αναγνώστου διαμορφώνει τον ημι-υπόγειο χώρου του Κωνσταντοπούλειου Μεγάρου σε ένα ελκυστικό Δημοτικό Αρχείο όπου βρίσκουν επιτέλους στέγη τα βιβλία της βιβλιοθήκης Κολιαλέξη και τα «υπόλοιπα» αρχεία του Δήμου Άργους. Στο χώρο αυτό συνεδρίασε για πρώτη και τελευταία φορά το ΔΣ του νεοϊδρυθέντος «Ινστιτούτου Αργειακών Μελετών».

Στον ίδιο χώρο μου χαμογέλασε η τύχη και φωτογράφησα όσα δημοτικά αρχεία είχαν απομείνει για την περίοδο του 1940, τεκμήρια που συμπεριέλαβα στο βιβλίο «Τετράδιο Πολέμου». Όταν το Κωνσταντοπούλειο Μέγαρο παραχωρήθηκε στην Τουριστική Σχολή, τα αρχεία και η βιβλιοθήκη Κολιαλέξη εξαφανίστηκαν. Παρά τις επίμονες προσπάθειές μας και τις πιέσεις που ασκήσαμε, δεν μπορέσαμε να μάθουμε που είχαν μεταφερθεί. Η ελαφρώς επίσημη εκδοχή ήταν πως «μισά βρίσκονται στο παλιό Δημαρχείο Μύλων και μισά στο κοινοτικό κατάστημα Λυρκείας». Όλες οι προσπάθειες και παρακλήσεις να δούμε τα αρχεία αυτά απέτυχαν. Επομένως έχουμε κάθε δικαίωμα να πιστεύουμε στο χειρότερο σενάριο για την τύχη τους.

Από πού λοιπόν προκύπτει η αγωνία της Δημοτικής Αρχής για την διάσωση των τεκμηρίων της ιστορίας της πόλης; Αφού η Δημοτική Αρχή δια υπογραφής Δημάρχου Δημ. Καμπόσου δηλώνει την δεδομένη «ευαισθησίας μας για την διάσωση και απόκτηση των πηγών της ιστορίας του Δήμου μας», γιατί δεν έχει θέσει στις άμεσες προτεραιότητές της τη δημιουργία ενός μικρού χώρου (έστω ένα παλιοδωμάτιο κάπου προσωρινά), ώστε να τοποθετηθούν τα αρχεία της πόλης (όσα υπάρχουν!) και να μπορούν οι ερευνητές να τα συμβουλευτούν; Η διαρροή του 2014 ότι προετοιμάζεται αίθουσα στο κτίριο του παλιού γαλακτοκομικού συνεταιρισμού για να στεγάσει τα αρχεία αποδείχτηκε, όπως και πολλά άλλα, φτηνό και κακόγουστο αστείο.

Ουσιαστικά η ιστορία των 5 τόμων της δημοπρασίας προέκυψε τυχαία και καθόλου ευχάριστα για τη Δημοτική Αρχή. Δεν κατανοεί, δεν την ενδιαφέρουν και δεν πρόκειται να διεκδικήσει το παραμικρό. Μέχρι να τελεσιδικίσει η ιστορία αυτή θα έχει ξεχαστεί, όπως ξεχάστηκε η καταστροφή του φωτογραφικού αρχείου της ΔΕΠΟΑΡ από… φωτιά, όπως θα ξεχαστεί η εξαφάνιση από το Κωνσταντοπούλειο των τελευταίων ιστορικών τεκμηρίων της πόλης. Στην προσπάθεια αυτή συμβάλλει με μεγάλο ζήλο και η πολύχρωμη αντιπολίτευση, ιδιαίτερα η «προοδευτική», για την οποία άγρια μεσάνυκτα και σκότος βαθύ επικρατούν όταν μιλάμε για θέματα πολιτισμικής κληρονομιάς και τεκμηρίων ιστορικής φυσιογνωμίας της πόλης. Δεν λέω! Είναι χρήσιμη η διαμαρτυρία για την κοπή ενός ιστορικού κυπαρισσιού στο κέντρο της πόλης. Θα ήταν απείρως πιο χρήσιμη η επίμονη διαμαρτυρία και ανάδειξη της συστηματικής καταστροφής των τεκμηρίων της σύγχρονης ιστορικής πορείας της πόλης.

Στηρίζοντας την άποψη αυτή θεωρούμε ως ύψιστη πράξη αντίστασης στον εκβαρβαρισμό της καθημερινότητας, τη συστηματική διάσωση και ανάδειξη κάθε στοιχείου που ενισχύει την πολιτισμική φυσιογνωμία των κοινοτήτων μας. Ευτυχώς, υπάρχουν ακόμη απλοί άνθρωποι που κατανοούν τη σημασία μιας τέτοιας αντίστασης και στηρίζουν την προσπάθεια αυτή. Θα συνεχίσουμε να συνθέτουμε και πάλι κομμάτι-κομμάτι τη νεότερη ιστορική πορεία αυτής της πόλης και ήδη έχουμε σημαντικά αποτελέσματα που δημοσιοποιούνται σταδιακά από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Χρειάζεται όμως να σημειώσουμε πως όλα τα παραπάνω είναι σημάδια των καιρών. Δεν πρόκειται απλά «για σφάλματα μιας κακής Δημοτικής Αρχής», αλλά για την ολοένα και μεγαλύτερη κοινωνική και πολιτισμική αποσύνθεση που βαραίνει τις τοπικές κοινωνίες και την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της. Το ιστορικό χρυσωρυχείο του Άργους, καθώς οι στοές του γκρεμίζονται η μια μετά την άλλη, θα αποτελεί το παράδειγμα της πιο άτυχης πόλης στην Ελλάδα και ίσως στον κόσμο ολόκληρο.

Κάνουμε έκκληση στην/στον/στους κατόχους των 5 τόμων να τους παραδώσουν, με όποιο τρόπο θεωρούν καταλληλότερο, στα ΓΑΚ Αργολίδας ή στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. Η καταστροφή τους θα αποτελούσε ένα ακόμη βαρύ πλήγμα  για το λαβωμένο πρόσωπο της πόλης. Ας το σκεφτούν καλά και ας διορθώσουν ένα λάθος με μια πράξη συνειδητά στοργική για την ιστορία του τόπου τους.

Γεώργιος Η. Κόνδης

 Άργος 17-2-2018

Read Full Post »

Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό στο Άργος του 19ου αιώνα. © Γεώργιος Η. Κόνδης, Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδων, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

  1. Έννοιες και πλαίσιο αναφοράς.

Ο 19ος αιώνας αποτελεί ένα πεδίο σημαντικών ιστορικών γεγονότων και ανακατατάξεων τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Οι αλλαγές ιδιαίτερα των πολιτικών και στρατιωτικών συσχετισμών δε θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστες τις δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντίθετα, αποτέλεσε το κεντρικό σημείο των αλλαγών αυτών με κορυφαίο ιστορικό γεγονός την επανάσταση του 1821. Στην περιοχή της Πελοποννήσου ιδιαίτερα, τα πολεμικά γεγονότα θα αποτελέσουν μια πηγή συνεχούς ερήμωσης και καταστροφής υποδομών και κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων. Η περιοχή του Άργους κυρίως, σημαδεύτηκε αρνητικά από τα γεγονότα αυτά όμως, κατά τρόπο παράδοξο, η τοπική κοινωνία καταφέρνει κάθε φορά να πετύχει την ανασύσταση του καταστραμμένου κοινωνικού ιστού καθώς επίσης και των ζωτικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Είναι ίσως μια από τις λίγες ή σπάνιες περιπτώσεις περιοχών οι οποίες, παρά την ένταση των καταστροφών, ανανεώνει διαρκώς την παρουσία της στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Υπενθυμίζω πως η περιοχή θα βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση καταστροφής και ανασυγκρότησης, αδράνειας και ενέργειας (Πίνακας 1). Σε μια τέτοια κατάσταση, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγίσει κανείς το θέμα της διαμόρφωσης ενός αναγνωστικού κοινού. Ακριβώς όμως για τους ίδιους λόγους, η διαδικασία μορφοποίησης του κοινού αυτού αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας.

 

Πίνακας 1

 

Πράγματι, οι πρώτες δεκαετίες στη ζωή της μετεπαναστατικής Ελλάδας αποτελούν το πεδίο στο οποίο διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις, οργάνωσης και εξέλιξης του νεοελληνικού Κράτους. Το Κράτος αυτό διαμορφώνεται παράλληλα με τη νεοελληνική κοινωνία σε διάφορα επίπεδα. Δεν εντάσσεται στα πλαίσια της παρούσης έρευνας η επανάληψη των βασικών ιστορικών στοιχείων που έχουν ήδη παρουσιαστεί σε σημαντικές ιστορικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις. Θα προσπαθήσω όμως συνοπτικά να παρουσιάσω τα επίπεδα αυτά, ώστε να εντάξω ευκολότερα την έννοια του κοινού στα συμφραζόμενα της νέας ελληνικής κρατικής υπόστασης.

Στο πολιτικό επίπεδο, η οργάνωση ενός έντονα συγκεντρωτικού κράτους και μιας κρατικής γραφειοκρατίας, θα διαμορφώσει συνθήκες υπερπολιτικοποίησης της κοινωνίας. Πρόκειται για ένα βασικό χαρακτηριστικό του νεοελληνικού κρατισμού, μια αντιστοιχία δηλαδή μεταξύ της έντονης πολιτικοποίησης και της «μανίας του Έλληνα για την ενασχόληση με τα κοινά» [1] από τη μια και τη διαρκή προσπάθεια απόκτησης μιας θέσης στον κρατικό μηχανισμό, από την άλλη. Ο τελευταίος θα αποτελέσει και το σημαντικότερο μηχανισμό διανομής θέσεων και οικονομικών ωφελημάτων ή μισθών. Έτσι, η σημασία του είναι βασική για την κατανόηση της οργάνωσης των σχέσεων κυριαρχίας στην ελληνική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, δηλαδή, εκείνων που το χαρακτηρίζουν ως πελατειακές σχέσεις.

Η συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας αντιστοιχεί επίσης στη διαδικασία διαμόρφωσης και εξέλιξης του Κράτους. Παρά την ύπαρξη ενός μεγάλου αγροτικού τομέα και τη σταδιακή μορφοποίηση εργατικών στρωμάτων στα υπό διαμόρφωση επίσης αστικά κέντρα, η κοινωνική ομάδα που γνωρίζει μια ραγδαία ανάπτυξη είναι εκείνη των δημοσίων υπαλλήλων. Οι «μορφωμένες» κατηγορίες του πληθυσμού θα αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά της νέας κρατικής γραφειοκρατίας και θα στελεχώσουν τα κέντρα οργάνωσης και επιβολής της κρατικής εξουσίας. Από την εποχή αυτή ήδη μερικές κοινωνικο-επαγγελματικές κατηγορίες παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη εξέλιξη – διόγκωση, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης τους με τους κρατικούς μηχανισμούς. Οι δικηγόροι και οι δάσκαλοι βρίσκονται στην πρώτη θέση αυτής της ιεράρχησης. Η κοινωνική συγκρότηση χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από τη δυναμική εμφάνιση και διόγκωση της δημοσιοϋπαλληλίας.

Στα κοινωνικά και πολιτικά αυτά πλαίσια θα οργανωθούν με έναν ιδιαίτερο τρόπο οι πολιτισμικές παραγωγές κυρίως σε τρία επίπεδα: την εκπαίδευση, την αστικοποίηση με κυρίαρχη τάση τον αρχιτεκτονικό νεοκλασικισμό και τις τέχνες, ιδιαίτερα τη λογοτεχνία, με κυρίαρχη μορφή τους το Ρομαντισμό ή όπως καθιερώθηκε τον «Ελληνικό Ρομαντισμό». Ο κύριος μηχανισμός μέσω του οποίου επιβάλλονται οι κυρίαρχες τάσεις είναι ο εκπαιδευτικός μηχανισμός, το σχολείο.

Στο επίπεδο της εκπαίδευσης η κυρίαρχη μορφή είναι το αλληλοδιδακτικό σχολείο ήδη από την καποδιστριακή περίοδο. Παράλληλα όμως λειτουργούν, στην περιοχή της Αργολίδας και τα λεγόμενα κοινά σχολεία, όπως επίσης και ιδιωτικά παρθεναγωγεία στο Άργος και στο Ναύπλιο. Θα ήταν αδύνατο να ισχυριστεί κανείς πως το επίπεδο της εκπαίδευσης στην περιοχή, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, είναι ικανοποιητικό ώστε να θεωρείται σημαντικό στοιχείο για την οργάνωση ενός αναγνωστικού κοινού. Είδαμε πως οι εκπαιδευτικές υποδομές, μεταξύ άλλων, καταστρέφονται συχνά λόγω των συγκρούσεων. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στα 1831 όταν λόγω των εμφυλίων συγκρούσεων του Δεκεμβρίου στο Άργος και την ερήμωση της πόλης, καταστρέφεται και πάλι κάθε εκπαιδευτική υποδομή και πρόγραμμα. Παρ’ όλα αυτά ο αριθμός των εκπαιδευομένων δεν είναι αμελητέος  και θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη [2] της τάσης για εκπαίδευση. Πολύ περισσότερο όταν γνωρίζουμε πως πρόκειται για πρωτοβουλία των γονέων [3].  Ας σημειωθεί τέλος πως για την Πελοπόννησο,  σημαντικά ποσοστά φοίτησης δεν διαπιστώνονται σε πλούσιες επαρχίες όπως η Κορινθία και η Αχαΐα, αλλά σε περιοχές λιγότερο ανεπτυγμένες, με μια σχετικά κλειστή οικονομία, περισσότερο αυτοκαταναλωτική [4]. Φαίνεται δε πως το ίδιο έντονη ήταν η εκπαιδευτική κινητικότητα και στην ευρύτερη περιοχή του Άργους.

Το δεύτερο σημείο που θα πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι ορισμένα σημαντικά γεγονότα, πολιτικά, στρατιωτικά και κοινωνικά, θα διαδραματίσουν ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση, μεταξύ άλλων, των πνευματικών κέντρων της εποχής. Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα είναι και αυτό της μεταφοράς της πρωτεύουσας στην Αθήνα το 1834 που ανακόπτει μια σημαντική διαδικασία αστικοποίησης των αργολικών κέντρων όπως το Ναύπλιο και το Άργος. Η μεταφορά αυτή επιβάλει μια ιδιαίτερη αντιστροφή μετατρέποντάς τα, στην καλύτερη περίπτωση, σε περιφερειακά κέντρα [5].

Το τρίτο σημείο αφορά στη διαμόρφωση των βασικών εργαλείων ανάπτυξης ενός κοινού, μιας κοινής γνώμης και τέλος ενός αναγνωστικού κοινού. Για το λόγο αυτό, χρειάστηκε η οργάνωση και εξέλιξη του Τύπου καθώς επίσης και των εκδόσεων σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Η οργάνωση ενός «κοινού», στηρίχθηκε κυρίως στην έκφραση γνώμης για την πολιτική, στην οποία προστέθηκε και την οποία εξυπηρέτησε και η λογοτεχνική παραγωγή. Είτε από την άποψη της γλώσσας (δημοτική, καθαρεύουσα), είτε της θεματογραφίας (ληστεία, κοινωνικά δράματα, σατυρική ποίηση, κτλ), ο Ελληνικός Ρομαντισμός δεν αποτελεί μόνο μια σοβαρή προσπάθεια ερμηνείας των ευρωπαϊκών αναζητήσεων στο επίπεδο της τέχνης σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, αλλά είναι και η σημαντικότερη έκφραση που διαθέτουμε για την υπό διαμόρφωση πολιτική κοινωνία [6].

Επίσης, δεν είναι μόνο τα έργα αυτά καθαυτά, αλλά και οι χώροι στους οποίους παρουσιάζονται ή διαβάζονται, που αποτελούν βασικούς δείκτες για την οργάνωση ενός «κοινού». Δίπλα στα πρώτα βιβλιοπωλεία και τα φιλολογικά σαλόνια, άλλοι χώροι αναπαράγουν τις ίδιες λειτουργίες ή προσφέρονται γι’ αυτές. Για παράδειγμα, τα κουρεία και τα καφενεία προσφέρονται για την ανάγνωση και μάλιστα τη δημόσια ανάγνωση των εφημερίδων (κουρείο Χαχάγια στο Άργος), τα πιλοπωλεία για την έκθεση έργων τέχνης (πιλοπωλείο Κασδόνη στη Σταδίου – Αθήνα) [7], κτλ. Μπορεί λοιπόν η καλλιτεχνική ζωή, κυρίως στα επαρχιακά κέντρα, να είναι φτωχή, όμως αναντίρρητα αναβιώνει η λογοτεχνική κίνηση [8] και η καλλιτεχνική ζωή των «ήρεμων» δεκαετιών του 19ου αιώνα [9] και κυρίως δημιουργούνται όλες οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός αναγνωστικού κοινού και μιας «ζωντανής κοινής γνώμης». Μιας κοινής γνώμης δηλαδή που μπορούσε να επηρεάσει την πολιτική διαμάχη [10]. Ο Δημόσιος Χώρος αναπτύσσεται με έναν τρόπο έντονα πολιτικό στα 70 πρώτα χρόνια του νεοελληνικού Κράτους διαμορφώνοντας ένα «κοινό» με σαφώς κριτική άποψη. Η ανάπτυξη αυτή έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί στις δυτικές κοινωνίες με μια έκφραση μοναδική στην ιστορία: τη δημόσια έκφραση της Λογικής [11].

  1. Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό.

Από τη στιγμή εκείνη, η ανάπτυξη του Δημόσιου Χώρου αντιστοιχεί στο βαθμό ανάπτυξης του διαλόγου μεταξύ του Τύπου και του Κράτους [12]. Για παράδειγμα, η Δημοσιοποίηση των Κοινοβουλευτικών συζητήσεων και έργων, παρότι μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός χειραγώγησης της κοινής γνώμης, «της επιτρέπει να μετρήσει την επιρροή που ασκεί και λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των πολιτικών και των πολιτών, δηλαδή δυο τμημάτων του ίδιου «κοινού» [13].  Έτσι, ο Τύπος αποτελεί το σημαντικότερο μέσον διαμόρφωσης αλλά και έκφρασης του «κοινού» και της «γνώμης» [14]. Ιδιαίτερα για την ελληνική πραγματικότητα, η εκδοτική δραστηριότητα η σχετική με τις εφημερίδες αποκτά μια πληθωρικότητα μοναδική[15]. Ήδη στη διάρκεια του Αγώνα κυκλοφορούν χειρόγραφες εφημερίδες, ενώ το 1824 σημειώνει η Α. Κουμαριανού «αποτελεί έτος της νεοελληνικής δημοσιογραφίας» με την έκδοση σημαντικών φύλων όπως τα «Ελληνικά Χρονικά» στο Μεσσολόγγι, το «Φίλο του Νόμου» στην Ύδρα, και την «Εφημερίδα των Αθηνών» στην Αθήνα. Η εξαιρετική πολιτική σημασία που αποδίδεται στην έκδοση των εφημερίδων αποτυπώνεται στο ποίημα του Αλεξ. Σούτσου «Εφημεριδογράφος» που δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Ήλιος» [16] και του οποίου ο στίχος «ή υπούργημα μου δίνεις ή εφημερίδα γράφω» έμεινε παροιμιώδης. Καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα για την υπερπολιτικοποιημένη κοινή γνώμη, ο Α. Σ. Σκανδάμης στην «Τριακονταετία της βασιλείας του Όθωνος» [17] σημειώνει:  «Δι’ αυτό και ο αριθμός των εκδιδομένων εφημερίδων ήτο τελείως δυσανάλογος με τον πληθυσμόν της χώρας, γεγονός το οποίον δηλοί ότι το πάθος του Έλληνος να δημοσιογραφεί ήτο και είναι αθεράπευτον».

Στο Άργος, παρά τον αγροτικό – εργατικό χαρακτήρα της κοινωνικής του συγκρότησης, οι εκδοτικές δραστηριότητες δεν είναι καθόλου αμελητέες. Θα πρέπει να σημειώσω εδώ, την διαφοροποίηση που υφίσταται η έννοια του «αναγνωστικού κοινού» μεταξύ ενός σώματος αναγνωστών κατά τον 19ο αιώνα και του ίδιου σώματος κατά τον 20ο αιώνα. Κατά τον 19ο αιώνα και στη συγκεκριμένη περίπτωση που παρουσιάζουμε, η ανάγνωση αποτελεί μια ιδιωτική πράξη με δημόσιο χαρακτήρα. Η ανάγνωση των εφημερίδων γίνεται κυρίως σε δημόσιους χώρους (π.χ. καφενεία), όπου χρησιμοποιείται ένα είδος αναλογίου, οι λεγόμενες στέκες. Το ίδιο συμβαίνει κατά κάποιο τρόπο και με τις εκδόσεις βιβλίων οι οποίες γίνονται κατά παραγγελία και για το λόγο αυτό υπάρχει ένας κατάλογος στο τέλος κάθε έκδοσης με τα ονόματα των συνδρομητών.

Θα σημειώσω επίσης μια δεύτερη βασική συνιστώσα για την κατανόηση της έννοιας αυτής, στα πλαίσια που εξετάζω. Ενώ λοιπόν παρατηρούμε πως οι εφημερίδες είναι περισσότερο προσιτές ακόμα και στα εργατικά στρώματα, που συχνάζουν στα καφενεία και γνωρίζουν ανάγνωση ή πληροφορούνται από άλλους, το βιβλίο απευθύνεται περισσότερο στα στρώματα εκείνα του πληθυσμού που θεωρούνται μορφωμένα, μεσαία ή/και ανώτερα, και διαθέτουν ένα καλό οικονομικό υπόβαθρο για την αγορά των βιβλίων. Η κατηγορία αυτή είναι πολύ μικρή. Βέβαια, παρά τη δυσκολία να καθορίσει κανείς με τρόπο επιστημονικά αποδεκτό [18] την κοινωνική σύσταση του πληθυσμού στο Άργος, έχουμε ενδείξεις (περιγραφές, οικονομικά κείμενα, μαρτυρίες, αρχιτεκτονικές μελέτες, κτλ), πως η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων ήταν αγρότες και εργάτες χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις ή οικονομικές δυνατότητες. Άρα, το «αναγνωστικό κοινό» που διαμορφώνεται σε σχάση με τις εκδόσεις βιβλίων είναι περιορισμένο στους λίγους δημοσίους υπαλλήλους και τους ιδιώτες, κυρίως δικηγόρους και γιατρούς. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, πως όταν δημιουργείται η βιβλιοθήκη του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», οι μεγαλύτερες δωρεές προέρχονται κυρίως από δικηγόρους.

Όμως, συγκριτικά με το χαρακτήρα αυτό του πληθυσμού, ο αριθμός των εντύπων και των εφημερίδων που κυκλοφορούν είναι σημαντικός. Οι πληροφορίες που σώζονται αποτυπώνουν μια σημαντική εκδοτική δραστηριότητα εφημερίδων, την τελευταία περίπου 20ετία του 19ου αιώνα, δηλαδή, από το 1883 και μετά (Πίνακας 2). Η πρώτη έκδοση εφημερίδας είναι τα δυο μόνο φύλλα της ΕΥΘΥΝΗΣ (η έκδοση γίνεται πρώτα στο Ναύπλιο, άρα τα δυο μόνο φύλλα αφορούν την έκδοση που συνεχίζεται στο Άργος), ενώ την ίδια χρονιά ξεκινά και ο «ΔΑΝΑΟΣ» του Ιωαν. Υψηλάντη του οποίου η έκδοση θα διατηρηθεί μέχρι και το 1885 για να παραχωρήσει τον τίτλο του στην εφημερίδα που θα εκδώσει ο ομώνυμος Σύλλογος. Το 1885 αρχίζει την έκδοσή του ο «ΕΡΑΣΙΝΟΣ» και την ίδια χρονιά το «ΑΡΓΟΣ» το οποίο διατηρείται μέχρι το 1889. Η εφημερίδα «ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ» αρχίζει την έκδοσή της το 1888 μέχρι και το 1899 και γίνεται έτσι το μακροβιότερο έντυπο του Άργους. Τέλος, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», αρχίζει τη δική του έκδοση με τον ίδιο τίτλο που παραχωρεί με επιστολή του στις 6-12-1895 ο Ι. Υψηλάντης. Τέλος,  μαθαίνουμε την πιθανή έκδοση της εφημερίδας «Τα Νέα του Άργους» από κριτική του  ΔΑΝΑΟΥ στις 7-10-1896, αλλά δεν γνωρίζουμε αν τελικά εκδόθηκε. Ας σημειωθεί, πως μεγάλες μορφές της τοπικής ιστορίας θα ασχοληθούν με τις εκδόσεις αυτές, όπως ο ιστορικός Δ. Βαρδουνιώτης (Αργολίς Ναυπλίου, Άργος).

Μακροβιότερες εφημερίδες :

  1. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ = 11 έτη
  2. ΔΑΝΑΟΣ (σύλλογος) = 9 έτη
  3. ΑΡΓΟΣ  =  4 έτη
  4. ΔΑΝΑΟΣ = 2 έτη
  5. ΕΡΑΣΙΝΟΣ = 4 μήνες
  6. ΕΥΘΥΝΗ = 1 μήνας

 

Πίνακας 2 – Εφημερίδες

 

Εφημερίδα «Δαναός»

 

Εφημερίδα «Αγαμέμνων»

 

Εφημερίδα «Ερασίνος»

 

Τα βασικά χαρακτηριστικά των εφημερίδων της εποχής  είναι τα εξής :

  • είναι η ασταθής κυκλοφορία λόγω οικονομικών προβλημάτων. Βλέπουμε στον παραπάνω πίνακα πως δυο μόνο εφημερίδες έχουν μια σημαντική χρονική σταδιοδρομία ο Αγαμέμνων με 11 έτη και ο Δαναός του Συλλόγου Δαναός με 9 έτη. Πολλές φορές γίνονται αναφορές στα προβλήματα χρηματοδότησης και καλούνται συχνά οι συνδρομητές να πληρώσουν τη συνδρομή τους. Συχνά επίσης διακόπτεται η έκδοση της εφημερίδας λόγω οικονομικών δυσχερειών, για να επανεκδοθεί μερικούς μήνες μετά.
  • Ως σκοπός της έκδοσης αναφέρεται η ενημέρωση του πολίτη, η διαμόρφωση γνώμης για τα κοινά και η κριτική στάση απέναντι στην κάθε εξουσία. Επικαλούνται δε την ανεξαρτησία τους από αυτές και τον αδέσμευτο χαρακτήρα τους. Με σχετική, ως ένα βαθμό, εξαίρεση τον ΔΑΝΑΟ του Συλλόγου ο οποίος θα «…χρησιμεύσει ως σύνδεσμος πατριωτικός, συνδέων τους φίλους ημών συμπολίτας δια του αρρήκτου δεσμού της αγάπης της ομοφροσύνης και της φιλοπατρίας», όλες οι εφημερίδες αποτελούν ένα βήμα πολιτικού λόγου και σε ορισμένες περιπτώσεις ιδιαίτερα αντιπολιτευτικού, όπως η περίπτωση του Αγαμέμνονα που είναι καθαρά αντιτρικουπική.
  • Η εξέταση των εφημερίδων μας βοηθά, ίσως για πρώτη φορά, να στοιχειοθετήσουμε μια ποσοτική ανάλυση για την εποχή εκείνη. Θα παρουσιάσω στο σημείο αυτό, τους σημαντικότερους στατιστικούς πίνακες της έρευνας αυτής.

Στους πίνακες αυτούς βλέπουμε μια πολύ μεγάλη διαφορά στα κύρια άρθρα, αυτά που σήμερα ονομάζουμε πρωτοσέλιδα, μεταξύ της κατηγορίας «ΠΟΛΙΤΙΚΗ» και των υπολοίπων. Τα δε οικονομικά απουσιάζουν σχεδόν από τα κύρια άρθρα. Πρώτη με μεγάλη διαφορά στην πολιτική αρθρογραφία η εφημερίδα Αγαμέμνων και ακολουθούν ο «πρώτος» Δαναός και το Άργος, ενώ πολύ χαμηλό είναι το ποσοστό της πολιτικής αρθρογραφίας του «δεύτερου» Δαναού. Τα πολιτικά θέματα βρίσκονται στις πρώτες κατηγορίες ενδιαφερόντων με αναλύσεις και κριτικές της πολιτικής κατάστασης ή των προσώπων – φορέων της. Θα σημειώσω πως η στήλη «ΔΙΑΦΟΡΑ» που περιλαμβάνει ποικίλες ειδήσεις της καθημερινότητας, του αστυνομικού δελτίου, της εκπαίδευσης, κτλ, θα αποτελέσει μια σημαντική κατηγορία και στα περιεχόμενα άρθρα όπως θα δούμε και στη συνέχεια.

 

α) Διαμόρφωση αναγνωστικού κοινού.

 

α) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων

 

α) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων εφημερίδων

 

β) Διαμόρφωση αναγνωστικού κοινού.

 

β) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων

 

β) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων εφημερίδων

 

Στους πίνακες αυτούς βλέπουμε μια αποτύπωση των περιεχόμενων άρθρων στην οποία και πάλι οι κατηγορίες της «Πολιτικής» και των «Διαφόρων Ειδήσεων» είναι οι σημαντικότερες. Θα σημειώσω πως στη δεύτερη κατηγορία περιέχονται και πάλι πολιτικές ειδήσεις ή ανακοινώσεις πολιτικών προσώπων, όχι όμως αποκλειστικά διότι περιλαμβάνονται και άλλες γενικότερου ενδιαφέροντος. Αποτελεί όμως τη σημαντικότερη στήλη με ένα ποσοστό 16,5% επί του συνόλου των άρθρων και ακολουθούν οι κατηγορίες «Πολιτική» (11,2%), «Δικαστικά» (10,8%) και «Πολιτισμός» (9,9%). Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται σε όλες τις εφημερίδες με εξαίρεση το ΔΑΝΑΟ (2), ο οποίος διαμοιράζει τις ειδήσεις καθημερινότητας σε άλλες στήλες. Επειδή δε, δεν υπάρχει καθημερινή έκδοση εφημερίδας η κατηγορία «Διάφορα» προσδιορίζεται κυρίως ως «ειδήσεις καθημερινότητας».

Παράλληλα με την πολιτική, παρακολουθούμε και θέματα που αφορούν την ιδεολογική συγκρότηση της τοπικής κοινωνίας , π.χ. η διαμάχη για την αργία της Κυριακής, οι ομιλίες για θέματα ηθικής, κλπ. Θέματα για τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα όπως ο έρανος για την Κρήτη, τον εξελληνισμό των τοπονυμίων, κτλ. Τέλος, οι εφημερίδες αποτελούν και μια σημαντική πηγή πληροφόρησης για τις εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών, πράγμα που πιστοποιεί μεταξύ άλλων και την οργάνωση ενός έστω και περιορισμένου αναγνωστικού κοινού στην πόλη.

 

 

Εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών

 

Παράλληλα με τις εκδόσεις των εφημερίδων αρχίζει και μια άλλη σημαντική εκδοτική δραστηριότητα στην πόλη. Οι πρώτες τοπικές εκδόσεις γίνονται από το τυπογραφείο του Γ. Παπαδόπουλου «Ο ΚΟΡΑΗΣ» από όπου σώζεται και μια σημαντική ελληνική γραμματική που απευθύνεται  στους «πρωτοπείρους της Ελληνικής Σχολής του Άργους Παίδας»  και στη συνέχεια κυρίως από το τυπογραφείο του Ανάργυρου Τημελή. Ο τελευταίος από το 1885 και μετά, προχωρά σε εκδόσεις ιδιωτικών κειμένων και σχολικών βιβλίων. Η εκδοτική αυτή δραστηριότητα θα εξελιχθεί περισσότερο από τις αρχές του 20ου αιώνα και μετά.  Όμως, η σημασία των εκδοτικών δραστηριοτήτων δεν περιορίζεται στο τοπικό επίπεδο. Πάρα πολλές εκδόσεις προέρχονται από την Αθήνα ή ακόμα και από άλλα περιφερειακά κέντρα όπως το Ναύπλιο στο οποίο υπάρχει και το Βασιλικό Τυπογραφείο, την Καλαμάτα, τη Τρίπολη, την Κέρκυρα και βεβαίως εκδόσεις ξενόγλωσσες, κυρίως γερμανικές, και γαλλικές. Κυκλοφορούν επίσης σημαντικά βιβλία γραμμένα ακόμα και στην ελληνική τα οποία έχουν εκδοθεί στη Βιέννη, τη Βενετία ακόμα και στη Μόσχα. Θα σημειώσω μερικές πρώτες αλλά βασικές παρατηρήσεις, σχετικά τις εκδόσεις και τη δημιουργία αναγνωστικού κοινού ιδιαίτερα στην περιοχή του Άργους.

 

 

«πρωτοπείρους της Ελληνικής Σχολής του Άργους Παίδας»

 

Το αναγνωστικό κοινό διαμορφώνεται κυρίως συνδρομητικά την πρώτη αυτή περίοδο του νεοελληνικού κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες εκδόσεις έχουν απαραίτητα και τον κατάλογο των ονομάτων των συνδρομητών οι οποίοι δεν προέρχονται υποχρεωτικά από την ίδια πόλη. Είναι όμως σημαντικό ότι μοιράζονται την ίδια ευαισθησία και ως μέλη του ίδιου αναγνωστικού κοινού.

Ήδη από τις πρώτες εκδοτικές προσπάθειες γίνεται λόγος για το αναγνωστικό κοινό, πράγμα που πιστοποιεί την ύπαρξή του. Στο πρώτο μυθιστόρημα που εμφανίστηκε στην ανεξάρτητη Ελλάδα, το «Λέανδρο» του Παναγιώτη Σούτσου που δημοσιεύεται το 1834 στο Ναύπλιο, ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει στον πρόλογό του: «Εις την αναγεννωμένην Ελλάδα τολμώμεν ημείς πρώτοι να δώσωμεν εις το κοινόν τον Λέανδρον».

Τα χαρακτηριστικά του κοινού αυτού δεν είναι διαφορετικά από εκείνα που διαμορφώνονται σε ολόκληρη την επικράτεια, αλλά και στο ελληνικό στοιχείο της διασποράς, με βάση τις διάφορες φιλολογικές και καλλιτεχνικές τάσεις (Ρομαντισμός, Νατουραλισμός, κτλ). Παρατηρούμε επίσης πως το κοινό αυτό και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι μόνιμα προσανατολισμένο στα μεγάλα εθνικά προβλήματα και τις ελπίδες εθνικής ολοκλήρωσης. Είναι μια διαπίστωση που προέρχεται από την αποδελτίωση των άρθρων των εφημερίδων, της βιβλιοκριτικής και των εκδόσεων που διαθέτουν οι ιδιώτες.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που αποτελεί και ενδιαφέρουσα πηγή ιστορικο-πολιτικών στοιχείων είναι οι σχεδόν υποχρεωτικού χαρακτήρα αφιερώσεις που υπάρχουν σε όλες σχεδόν τις εκδόσεις δίνοντας μια συγκεκριμένη ταυτότητα του συγγραφέα ή συμπληρώνοντάς την.

Μία επίσης σημαντική διαπίστωση είναι η προσωποποίηση των εκδόσεων, δηλαδή η τάση με απλές φράσεις ή με την κατάθεση του ονόματος ή της υπογραφής ή ακόμα ομοιοκατάληκτων στίχων πάνω στο βιβλίο, να αυτοκαθορίζεται ο ιδιοκτήτης ως μέλος του αναγνωστικού κοινού δίνοντας ένα ιδιαίτερο στίγμα.

 

 

Προσωποποίηση των εκδόσεων…

 

 

Καταγράφοντας επίσης την σημαντική ιδιότητα του δωρητή, διαπιστώνουμε πως είναι απόλυτα συνυφασμένη με την πίστη για την ανάπτυξη ενός τοπικού αναγνωστικού κοινού. Η εξαιρετική περίπτωση του δικηγόρου Δημοσθένη Δεσμίνη, ο οποίος δωρίζει στη βιβλιοθήκη του Δαναού μια σημαντική σε ποιότητα και αριθμό ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση συλλογή βιβλίων, δεν είναι η μοναδική.

Τελειώνοντας λοιπόν, θα πρέπει να σημειώσουμε ιδιαίτερα πως ακριβώς η δημιουργία της πρώτης δημόσιας βιβλιοθήκης στην πόλη του Άργους, θα δώσει μια καινούρια ώθηση και ένα νέο προσανατολισμό στη διαμόρφωση του τοπικού αναγνωστικού κοινού, τόσο λόγω του εμπλουτισμού της από τις δωρεές όσο και της άμεσης σχέσης της με τα μαθήματα που οργανώνει ο Σύλλογος και τα οποία απευθύνονται στις ασθενέστερες οικονομικά κατηγορίες του τοπικού πληθυσμού. Ίσως να πρόκειται για μια ξεχωριστή περίπτωση που περισσότερο συνδέεται με κινήματα της εποχής σχετικά με τη λαϊκή εκπαίδευση και τα δημόσια αναγνωστήρια [19], που συναντάμε κυρίως μετά το 1890 στη Γαλλία αλλά και στη Βρετανία και τις ΕΠΑ. Ο 19ος αιώνας διέλυσε σταδιακά το παιδευτικό μονοπώλιο των κυρίαρχων τάξεων και διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις μιας γενικευμένης προσαρμογής των λαϊκών μαζών στα παιδευτικά αγαθά. Δεν πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας φυσιολογικής διαδρομής, αλλά ενός κοινωνικού κινήματος [20] μακράς πνοής που ωθεί τα λαϊκά στρώματα μιας κοινωνίας σε στάσεις μεγαλύτερης συμμετοχής στον συλλογικό κοινωνικό βίο.  Από την άποψη αυτή το κοινό, το αναγνωστικό κοινό, η κοινή γνώμη, παύει να διαμορφώνεται στη βάση μιας δημοσιοϋπαλληλικής τάσης συσχετισμένης απόλυτα με το Κράτος. Μένει να αποδειχτεί το εύρος και η σημασία της πρωτοβουλίας οργάνωσης μιας βιβλιοθήκης για τα λαϊκά στρώματα του Άργους που αποτελούν και την πλειοψηφία του τοπικού πληθυσμού. Αλλά αυτό είναι πλέον θέμα της εξέλιξης της έννοιας του κοινού στον 20ο αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Κ. Τσουκαλάς, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών», Αθήνα, 1977, 224.

[2] «111 μαθητές, σε πέντε κοινά σχολεία», σημειώνει η Α. Κορδατζή-Πρασσά, «σε σχέση με το σύνολο των 297 μαθητών που φοιτούσαν την ίδια εποχή σε όλα τα σχολεία της πόλης, είναι πολύ μεγάλος. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι σε πληθυσμό 8.030 κατοίκων, οι 297 μαθητές αντιπροσωπεύουν το 3,7% του πληθυσμού της πόλης…», Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832), Ελλέβορος, Αφιέρωμα στο Άργος, τ. 11, 1994, Άργος.

[3] Το ίδιο σημειώνουν οι περισσότεροι αναλυτές για το θέμα αυτό. Πιο κοντά στην Αργολίδα, στην περιοχή της Γορτυνίας, ο Σ. Τσοτσορός σημειώνει πως «για τα υπόλοιπα κοινά σχολεία της περιοχής, η ευθύνη της λειτουργίας τους ανήκει στους κατοίκους και αποτελεί αποκλειστικά δική τους υπόθεση….», Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715-1828), εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1986, 173. Μια άλλη, επίσης ενδιαφέρουσα μορφή οργάνωσης, είναι και οι Σύλλογοι. Το σημείο αυτό μας ενδιαφέρει διότι οι Σύλλογοι αναλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος της βασικής εκπαίδευσης. Τέτοιοι Σύλλογοι ιδρύονται παντού στην ελεύθερη Ελλάδα, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ένας από αυτούς είναι και ο Σύλλογος Αργείων «Δαναός». Μια σημαντική μελέτη για το θέμα αυτό : G. Hassiotis, L’ instruction publique chez les Grecs dépuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu’ à nos jours, Παρίσι, 1881.

[4] Κ. Τσουκαλάς, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή…», ό.π., σ. 420.

[5] Και στην περίπτωση όμως αυτή, τα περιφερειακά κέντρα θα εξελίσσονται υπό την έντονη επίδραση της νέας πρωτεύουσας του Ελληνικού κράτους. Αποτελεί, για παράδειγμα, μόνιμο χαρακτηρισμό των διαφημίσεων των καταστημάτων η ένδειξη «είναι αθηναϊκώτατον», που συνοδεύει τα υπόλοιπα θετικά στοιχεία που διαφημίζονται. Ταυτόχρονα, ακολουθούνται τα αρχιτεκτονικά πρότυπα που χαρακτηρίζουν την πρωτεύουσα και υιοθετούνται επίσης οι καλλιτεχνικές τάσεις που οργανώνονται εκεί και απλά «μεταφέρονται» στην επαρχία. Μια σύντομη όσο και σημαντική ανάλυση για τα θέματα αυτά έγινε από τον André CORVISIER , Arts et sociétés dans lEurope du XIIIe siècle, PUF, Paris, 1978, 30-85.

[6] Για τα θέματα αυτά η σημαντική ανάλυση του Roderick  BEATON, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996. Μία επίσης σημαντική ανάλυση για την «Επανάσταση του Ρομαντισμού» καθώς επίσης και των ρόλο των εκδόσεων γίνεται από τον Paul GERBOD, L’ Europe culturelle et réligieuse de 1815 à nos jours, PUF, Παρίσι, 1977, σ. 67-105.

[7] Κ.Μπαρούτας, Η εικαστική ζωή και η αισθητική παιδεία στην Αθήνα του 19ου αιώνα, Αθήνα, 1990, σ. 90.

[8] «Η αύξηση των ενδιαφερόντων», σημειώνει ο Λίνος Πολίτης για την πριν το 1820 περίοδο, «η ζωηρή κίνηση των ιδεών και η ολοένα πιο πυκνή κυκλοφορία των βιβλίων που παρατηρείται την περίοδο αυτή, έθετε αναγκαστικά και πάλι (…) το γλωσικό ζήτημα», Ιστορία την Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1979.

[9] Η κατάσταση εξάλλου στην πρωτεύουσα δεν είναι καλύτερη, όπως δεν είναι και στην υπόλοιπη Ευρώπη παρά το γεγονός ότι οι έλληνες καλλιτέχνες και διανοούμενοι σπουδάζουν στην Ευρώπη και μεταφέρουν τις ιδέες των καλλιτεχνικών ρευμάτων της. Σωστά σημειώνει ο Κ. Μπαρούτας πως  «η καλλιτεχνική κίνηση της Αθήνας του 19ου αιώνα θα πρέπει να κριθεί με βάση την καλλιτεχνική κίνηση στην Ευρώπη την ίδια εποχή. Και η καλλιτεχνική Ευρώπη ήταν τότε σε εκδηλώσεις πολύ φτωχότερη από ότι είναι σήμερα», ό.π., 181.

[10] «Γιατί παρόλο ότι ακόμα δεν έχουμε δυνατές ταξικές οργανώσεις, ο κρατικός επεκτατισμός, το μεγάλωμα της αγοράς….», Ν.Μουζέλης, Ταξική δομή και σύστημα πολιτικής πελατείας : η περίπτωση της Ελλάδας (115-150), 139. στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.

[11]  Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες συμβολές στην ανάλυση της έννοιας του Δημόσιου χώρου που γίνεται από τον Jürgen Habermas. Στην διαδικασία διαμόρφωσης της νέας αστικής τάξης, ένα μέσο θα αποτελέσει το ενδιάμεσο κανάλι για την αντιθετική σχέση της με το κράτος : ο Τύπος. (L’ espace public. Archéologie de la Publicité comme dimension constitutive de la société bourgeoise, éd : Payot, Paris, 1978, σ. 38.

[12] ό.π., σ. 70.

[13] ό.π., σ. 93

[14] Ταυτόχρονα ο αναγνώστης είναι πρόσωπο που ανήκει σε μια συγκεκριμένη κοινωνική κατηγορία με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Όπως σημειώνει ο Jean PEYTARD, «είναι σημαντικό να κατανοήσει κανείς πως ο «αναγνώστης» ως «έννοια» στην ευρύτητά της, εμπεριέχει διάφορους τύπους «αναγνωστών». Κάθε αναγνώστης βρίσκεται σε άνιση απόσταση από το παραγόμενο λογοτεχνικό κείμενο, ανάλογα με την κοινωνικό στρώμα στο οποίο ανήκει, το γλωσσικό του κεφάλαιο και το πολιτιστικό του κεφάλαιο», (La place et le statut du “lecteur” dans l’ ensemble “bublic”, στο : Lecteur et Lecture, Groupe de recherches en Linguistique et Semiotique, Les belles lettres, LLN, 2001, 35). Στο σημείο αυτό ο J. Peytard αναφέρεται στις έρευνες του P. Bourdieu για τον οποίο για να γίνει κάποιος αναγνώστης θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από μια συγκεκριμένη πολιτισμική νοοτροπία απέναντι στο βιβλίο.  Αναγνώστης δηλαδή, είναι εκείνος που ασκεί μια πολιτισμική πρακτική. ( Η διάκριση. Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης., Αθήνα, 2002).

[15] «…η παθιασμένη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, η πρώιμη και πληθωρική ανάπτυξη του τύπου, που είναι σχεδόν πάντοτε κατά πρώτο λόγο πολιτικός», Κ.Τσουκαλάς, Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (75-149), στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.

[16] Η εφημερίδα «Ο ΗΛΙΟΣ» του Παναγιώτη Σούτσου (1833), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 2, Αθήνα, 1986, κγ΄.

[17] Αθήνα, 1961, τ.1, σ. 254.

[18] Το πρόβλημα του καθορισμού των πληθυσμιακών δεδομένων και των χαρακτηριστικών του (επάγγελμα, οικονομικά στοιχεία, κτλ) με ακριβή στοιχεία για ορισμένες περιόδους και κοινωνίες, έχει τεθεί από πλήθος αναλ΄’υσεων και αναλυτών. Σε μια από τις καλύτερες αναλύσεις του είδους ο David KERTZER σημειώνει : «The reference to a demography without numbers is, in the first instance, descriptive. As anyone working in the Third World knows, both official statistics and survey research are unreliable», Anthropological Demography. Toward a New Synthesis, στο : Nancy SCHEPER-HUGHES, Demography without Numbers, The University of Chicago Press, 1997, σ. 201-222 (205).

[19] «Τα δημόσια αναγνωστήρια γεννήθηκαν  γύρω στο 1895 χάρη στη συνάντηση προοδευτικών διανοούμενων με τα συστήματα οργάνωσης των αναγνωστηρίων στη Μ. Βρετανία και τις ΗΠΑ», σημειώνει ο Nöe RICHTER για τον οποίο τα δημόσια αναγνωστήρια είναι το αποτέλεσμα μιας προοδευτικής κοινωνικής σκέψης. (La conversion du mauvais lecteur et la naissance de la lecture publique, Marigne, 1992, 68-70).

[20] Για τον Ν. Richter υπάρχει και μια συγκεκριμένη πολιτική σημασία ολόκληρου του κινήματος για τις λαϊκές βιβλιοθήκες. Η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου αποτρέπει τα λαϊκά στρώματα να εξελιχθούν σε συρφετό από τη μια και να αναζητήσουν την κοινωνική τους άνοδο από την άλλη (La lecture et ses institutions, 1700-1918, Université de Maine, éd. Plein Chant, 1987, 91.

 

Βιβλιογραφία


 

  1. Beaton Roderick, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996.
  2. Corvisier André , Arts et sociétés dans l’ Europe du XIIIe siècle, PUF, Παρίσι, 1978.
  3. Gerbod Paul, L’ Europe culturelle et réligieuse de 1815 à nos jours, PUF, Παρίσι, 1977
  4. Habermas Jürgen, L’ espace public. Archéologie de la Publicité comme dimension constitutive de la société bourgeoise, éd. Payot, Paris, 1978.
  5. Hassiotis G, L’ instruction publique chez les Grecs dépuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu’ à nos jours, Παρίσι, 1881.
  6. Kertzer David, «Anthropological Demography. Toward a New Synthesis», στο : Nancy SCHEPER-HUGHES, Demography without Numbers, The University of Chicago Press, 1997.
  7. Κόνδης Γεώργιος, «Περίγραμμα οργάνωσης του δημόσιου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας», ΔΑΝΑΟΣ ΙΙΙ, Άργος, 2003.
  8. Κορδάτζη-Πρασσά Αννίτα, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Ελλέβορος, Αφιέρωμα στο Άργος, τ. 11, Άργος, 1994.
  9. Μουζέλης Νίκος, «Ταξική δομή και σύστημα πολιτικής πελατείας : η περίπτωση της Ελλάδας (115-150)», 139. στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.
  10. Μπαρούτας Κων/νος, Η εικαστική ζωή και η αισθητική παιδεία στην Αθήνα του 19ου αιώνα, Αθήνα, 1990.
  11. Peytard Jean, « La place et le statut du “lecteur” dans l’ ensemble “bublic” », στο : Lecteur et Lecture, Groupe de recherches en Linguistique et Semiotique, Les belles lettres, LLN, 2001
  12. Πολίτης Λίνος, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1979.
  13. Richter Nöe, La conversion du mauvais lecteur et la naissance de la lecture publique, Marigne, 1992. – La lecture et ses institutions, 1700-1918, Université de Maine, éd. PleinChant, 1987.
  1. Σκανδάμης Α.Σ, Τριακονταετία της βασιλείας του Όθωνος, τ.1, Αθήνα, 1961.
  2. Τσοτσορός Στάθης, Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715-1828), εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1986.
  3. Τσουκαλάς Κων/νος., Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα, 1977. – «Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα» (75- 149), στο: Κοινωνικές και πολιτικές  δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.
  4. Η εφημερίδα «Ο ΗΛΙΟΣ» του Παναγιώτη Σούτσου (1833), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 2, Αθήνα, 1986.
  5. Επίσης οι εφημερίδες :
  • ΕΥΘΥΝΗ: Εφημερίς Πολιτική, Φιλολογική και των Ειδήσεων, 1883, φ. 2-3.
  • ΔΑΝΑΟΣ: Εφημερίς του Λαού, 1883-1885, φ. 1-59, (7-4-1883 έως 4-4-1885), εκδ. Ιωαν. ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ.
  • ΕΡΑΣΙΝΟΣ: Εφημερίς Πολιτική και των Ειδήσεων, 1885, φ. 1-15, (2-5-1885 έως 11-9-1885).
  • ΑΡΓΟΣ: 1885- 1889, φ. 1-61, (24-5-1885 έως 1-1-1889).
  • ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ: Εφημερίς Πολιτική και Δικαστική, 1888-1889, φ. 1-136, (14-7-1888 έως 14-9-1899).
  • ΔΑΝΑΟΣ: Εφημερίς του Ομωνύμου Συλλόγου, 1895 – 1905, φ. 1-90, (25-12-1895 έως 8-7-1899)- 12-5-1904).

 

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Τα στέκια του Άργους. Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840 – 1940) – © Γεώργιος Η. Κόνδης, Πρακτικά Επιστημονικής Συνάντησης 22-23 Μαρτίου 2003, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», τόμος 4, 2009.


 

Χάνι Κούρου στην πλατεία Λαϊκής Αγοράς Άργους. Μοναδική εικόνα ο πίνακας της Ντιάνας Αντωνακάτου.

Προσπαθώντας να κατανοήσει ο ερευνητής τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνονται, εξελίσσονται και αλλάζουν τα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων σε συγκεκριμένους χώρους ή κόσμους, είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει ορισμένες βασικές προκαταρκτικές επεξηγήσεις. Κατ’ αρχήν γιατί θα πρέπει να προδιαγραφεί ένας χώρος, ο συγκεκριμένος χώρος του Άργους, ως ημιαστικός; Τι σημαίνει δίκτυο κοινωνικών σχέσεων και πως εντάσσεται σ’ ένα πλαίσιο ανάλυσης που αφορά σε διαδικασίες αστικοποίησης; Πως και με ποια λογική δημιουργούνται δημόσιοι και ιδιωτικοί χώροι με ιδιαίτερο χαρακτήρα; Τι είναι τα στέκια, ποια η σημασία τους και γιατί αποτελούν όχι μόνο πολιτισμικό δεδομένο ή λαογραφικό στοιχείο προς καταγραφή ως τμήμα μιας συγκεκριμένης ιστορίας, αλλά κυρίως πηγή πληροφοριών για την κατάσταση, τη λειτουργία και την οργάνωση κοινωνικών ομάδων ή κοινωνιών, καθώς επίσης και για την παραγωγή και διαχείριση της ατομικής και ομαδικής μας ταυτότητας. Η απάντηση στα ερωτήματα αυτά θα μας δώσει τη δυνατότητα να κατανοήσουμε ευκολότερα την οργάνωση, τη λειτουργία και την εξέλιξη των δικτύων κοινωνικών σχέσεων στο χώρο και το χρόνο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Τα στέκια του Άργους. Δίκτυα κοινωνικών σχέσεων στον ημιαστικό χώρο (1840 – 1940)

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »