Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Γεώργιος Κόνδης’

Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου – ©  Γεώργιος Η. Κόνδης, Αργειακή Γη, τ.1, Άργος,  Δεκέμβριος 2003.


 

Το φαινόμενο της αστικοποίησης είναι τόσο σύνθετο όσο και οι μεταβολές τις οποίες υφίσταται το κοινωνικό σώμα. Όσο περισσότερο έντονες είναι σε αριθμό, σε ρυθμό και σε συχνότητα, τόσο πιο σύνθετη μορφή έχουν. Το φαινόμενο δεν είναι επίσης απλό, διότι καθορίζει και καθορίζεται από οικονομικά συμφέροντα, κοινωνικές διαστρωματώσεις, τυχαία γεγονότα και ιστορικές συγκυρίες. Οι τελευταίες καθορίζουν με τη σειρά τους τη μορφή της αστικοποίησης και της πολεοδομικής συγκρότησης και ανάπτυξης.

Το Σωματείο των σαρωθροποιών σε προπολεμική φωτογραφία κατά τον εορτασμό της εικόνας του Χριστού (26 Δεκεμβρίου) στην Παναγία Κατακεκρυμμένη, Άργος.

Υπάρχουν, για παράδειγμα, διαφοροποιήσεις ως προς την ανάπτυξη των αρχαιοελληνικών πόλεων σε σχέση με τις αντίστοιχες βυζαντινές ή εκείνες της τουρκοκρατίας, και ακόμη μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις σε σχέση με την αστική ανάπτυξη του 19ου αιώνα. Παρ’ ότι, όπως θα εξηγήσουμε και στη συνέχεια, δεν υπάρχουν ασυνέχειες ή διαζεύξεις στο φαινόμενο της αστικοποίησης προκειμένου για τον ίδιο ιστορικό χώρο, οι διαφοροποιήσεις στις οποίες αναφέρομαι αντικατοπτρίζουν το επίπεδο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των μορφών αστικοποίησης δεν είναι τόσο ποσοτική όσο ποιοτική. Για το λόγο αυτό το φαινόμενο της αστικοποίησης δεν ταυτίζεται απόλυτα με εκείνο της δημιουργίας των πόλεων. Η διάκριση έγκειται στο ότι η αστικοποίηση «είναι ένα πλέγμα οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών αντιλήψεων που η δομημένη μορφή έχει προσπαθήσει να αντιπροσωπεύσει και να εκφράσει. Για τον ίδιο λόγο το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως θεωρούσαν οι κοινωνικοί αναλυτές πριν μερικές δεκαετίες. Αντίθετα, προηγείται της γένεσης του καπιταλισμού, διότι απορρέει από την κοινωνική κατανομή της εργασίας μέσα στην κοινωνία και όχι μέσα στη μονάδα παραγωγής…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου

Παράρτημα

Read Full Post »

Περίγραμμα οργάνωσης του δημοσίου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας – © Γεώργιος Η. Κόνδης, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», τόμος ΙΙΙ, Άργος, 2003.


 

Η κοινωνική και οικονομική συγκρότηση ενός χώρου στην ευρύτερή του έννοια (γεωγραφική, χωροταξική, κτλ), είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις συνθήκες και τις ιστορικές συγκυρίες οι οποίες επικρατούν και τον επηρεάζουν. Από την πλούσια βιβλιογραφία που υπάρχει, γίνεται σαφές ότι κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, εντελώς διαφορετικά αναπτύχθηκαν οι ορεινές κοινότητες από τις πεδινές, οι νησιωτικές από τις ηπειρωτικές, οι παράκτιες από εκείνες της ενδοχώρας. Διαφορετικά επίσης αναπτύχθηκαν οι κοινότητες, οι άμεσα υποκείμενες στο δοσιματικό-φορολογικό σύστημα του οθωμανικού κράτους, από εκείνες που αποτελούσαν αντικείμενο συγκεκριμένων προνομιακών διαχειρίσεων (π.χ. βακούφια).

Οι μαχαλάδες του οθωμανικού Άργους, κατά το Ζεγκίνη. Χαρακτηριστικοί οι διασταυρούμενοι οδικοί άξονες. Σημειώνονται με κόκκινο τα δύο κεντρικά τζαμιά του, τα οποία διακρίνονται εμβληματικά και στην γκραβούρα του Coronelli, στην οποία αποτυπώνονται και μικρότερα οξυκόρυφα κτίρια, πιθανότατα μικρότεροι ιεροί χώροι.

Η περίπτωση που εξετάζουμε σήμερα παρουσιάζει όλα τα στοιχεία της γενικότερης ιδιομορφίας της Πελοποννήσου. Το γεγονός δηλαδή, ότι για τρεις δεκαετίες (1685-1715) είχε καταληφθεί από τους Βενετούς, για να ανακαταληφθεί από τους Τούρκους την περίοδο 1715-1821. Θα πρέπει να σημειώσουμε επίσης ότι η έλλειψη πληροφοριών για την καθημερινή ζωή και τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές δραστηριότητες στο Άργος της Τουρκοκρατίας, αναγκάζουν τον ερευνητή να εντάξει τις παρατηρήσεις και τις ειδικές αναφορές, στο γενικότερο πλαίσιο οργάνωσης και λειτουργίας των δημόσιων χώρων των ελληνικών κοινοτήτων της Τουρκοκρατίας.

Έτσι λοιπόν, ένα πλήθος χαρακτηριστικών στοιχείων καθόρισαν την οργάνωση, τη λειτουργία και τους τύπους ανάπτυξης των κοινοτήτων αυτών. Από τα στοιχεία αυτά το κυριότερο είναι, ασφαλώς, η προνομία της αυτοδιοικήσεως η οποία αποτέλεσε και το καθοριστικό γνώρισμα του δημοσίου…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Περίγραμμα οργάνωσης του δημοσίου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας

Read Full Post »

Το έργο του Διογένη Μαλτέζου παρουσιάζεται την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου στην αίθουσα διαλέξεων του Δαναού


 

Ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» και ο Σύλλογος «Άργους-Abbeville» διοργανώνουν, την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2016 στις 6.30 μ.μ., αφιέρωμα, με τίτλο «Σαν τα ψηλά βουνά», στο έργο του γνωστού εκπαιδευτικού και συγγραφέα Διογένη Μαλτέζου. 

Την εκδήλωση παρουσιάζουν, ο Γεώργιος Κόνδης και η Βίκυ Σωτηροπούλου, ενώ  τη βραδιά θα διανθίσουν με μουσική και τραγούδι, ο Θεόδωρος Παπαϊωάννου (Τραγούδι), ο Παναγιώτης Κοτσώνης (Βιολί), ο Βασίλης Καλαγκιάς (Λαούτο) και η Ράνια Κουτρούλη (Παραδοσιακά κρουστά).

 

Διογένης Μαλτέζος : υπάρχει ελπίδα

 

Η γιαγιά άναψε το τζάκι και

Μάζεψε γύρω τα εγγονάκια της.

«Μια φορά κι έναν καιρό…»,

άρχισε να λέει.

Όμως η φωνή της δεν ακουγόταν.

Η τηλεόραση έπαιζε δυνατά.

«Γιαγιά», είπαν τα εγγονάκια,

«πήγαινε να κοιμηθείς·

δε χρειάζονται τώρα τα παραμύθια σου».

«Ναι, παιδάκια μου, έχετε δίκιο.

Τα παραμύθια πέθαναν.

Οι γιαγιάδες δεν χρειάζονται πια.

Ήρθε χειμώνας».

(…δι’ ελέου και φόβου…, 2008, «Ήρθε χειμώνας», σ. 31)

 

Διογένης Μαλτέζος

Διογένης Μαλτέζος

Ήρθε χειμώνας πράγματι. Ο Διογένης Μαλτέζος έχοντας βουτήξει τη σκέψη του σε αρχαίους και νέους κλασικούς, γνωρίζει καλά τη συμβολική διάσταση της εποχής του πάγου και του χιονιού. «Βαρύς ενέσκυψε χειμών» καθώς γράφει για μια άλλη γιαγιά, τη σταχομαζώχτρα του, ο Άγιος των γραμμάτων Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Χειμώνας στη σκέψη, στις σχέσεις, στο πνεύμα. Χειμώνας που στερεί στον άνθρωπο το ελάχιστο της αξιοπρέπειάς του, το φαγητό! Μοναχικοί, ζευγάρια και ανθρώπινες αγέλες, ψάχνουν αυτό το ελάχιστο σε κάδους σκουπιδιών που ακόμα συντηρούν τη φήμη τους ως αποδεκτών της καταναλωτικής μανίας  μιας μάζας που θεωρεί πως ένδειξη αξιοπρέπειας είναι να αγοράζεις και να πετάς. Άσε να φάνε και οι πεινασμένοι….

Ήρθε χειμώνας πράγματι. Ο Διογένης Μαλτέζος γνωρίζει καλά το τραγούδι της ευλογημένης ελιάς παρέα με τη φωτιά στο τζάκι. Και είναι το πρώτο παρήγορο μήνυμα που δέχεται καταμεσής του χειμώνα. Της μιλάει και του μιλάει. Κάνει τον απολογισμό της: «Φεύγω ευτυχισμένη· γεννήθηκα για το καλό. Μάζεψα σταγόνα σταγόνα το λάδι. Δεν το κράτησα για τον εαυτό μου. Το έδωσα. Ήταν ζωή και φως. Φώτισα ανθρώπους και αγίους. Ο λύχνος τα βράδια και το καντηλάκι μπροστά στις εικόνες το δικό μου λάδι έκαιγαν. Και τούτη τη στιγμή που φεύγω καίγομαι για να σας ζεστάνω. Η ζωή μου είχε νόημα». Η ώρα πέρασε. Ο κορμός κάηκε, έγινε στάχτη. Ώρα να πάει για ύπνο. Το πρωί τον περιμένει σκληρή δουλειά. Χάρηκε με τη σκέψη αυτή. Θα είναι κι αυτός χρήσιμος. Η ελιά έκανε το χρέος της. Ο παππούς έμεινε πιστός Τοις Κείνων ρήμασι πειθόμενος. Η γιαγιά δεν άφησε παιδιά κι εγγόνια να πεινάσουν. Αυτός; Πρέπει κι αυτός να γίνει γέφυρα να περάσουν άλλοι.

 

Ο Διογένης Μαλτέζος σε νεώτερη ηλικία.

Ο Διογένης Μαλτέζος σε νεώτερη ηλικία.

 

Ο Διογένης Μαλτέζος μαζεύει ώρα την ώρα, μέρα τη μέρα, τις εμπειρίες ζωής και προσπαθεί να τις αποδώσει εκεί που τις χρειάζονται. Στην επόμενη γενιά που δεν αφήνει ο μανιασμένος αέρας και το κρύο του χειμώνα να γευτούν το καταστάλαγμα αυτής της εμπειρίας. Υπάρχει ελπίδα μας φωνάζει  στηρίζοντας την πίστη αυτή σε όσα από αιώνες έφτασαν με τον ίδιο τρόπο στο μυαλό και την καρδιά του. Το καταστάλαγμα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, τη βυζαντινή διαίσθηση για τον κόσμο, τη δύναμη των εικόνων, των λέξεων και των νοημάτων της σκέψης των μεγάλων Ρώσων κλασικών, τα συναισθήματα και τους λεπτούς συμβολισμούς των σύγχρονων Ελλήνων μαστόρων των γραμμάτων και τεχνών. Το πέρασμά του από την εκπαίδευση συμπλήρωσε και ενδυνάμωσε την πίστη στις δυνατότητες των νέων και έδωσε νόημα στις υπαρξιακές του αναζητήσεις. Ο Διογένης Μαλτέζος κοινωνεί ιδέες, απόψεις και νοήματα στην παρέα, στον κόσμο που υπάρχει γύρω του, αναζητεί ευκαιρίες να διαλογιστεί μαζί του, να καταγράψει προοπτικές και να στοιχειοθετήσει το νόημα μιας ελπίδας υπαρκτής για το τέλος του καταχείμωνου. Την ερημιά του παγωμένου τοπίου δεν θα την αφήσουμε να μπαίνει στην ψυχή μας, γράφει στο «Καλό χειμώνα»,  θα ‘χουμε συντροφιά πρόσωπα αγαπημένα και άλλες φωνές σοφές, κλεισμένες στα βιβλία, θα είναι πάντα πρόθυμες να μας ξεναγήσουν μέσα στο απέραντο βασίλειο του πνεύματος.

 

Διογένης Μαλτέζος

Ο Διογένης Μαλτέζος σε νεώτερη ηλικία.

 

Όχι τα παραμύθια δεν πέθαναν και οι γιαγιάδες χρειάζονται όσο ποτέ άλλοτε. Μ’ αυτές θα μεγαλώσουν τα παιδιά όσο θα λείπουν οι γονείς από το σπίτι. Στις ιστορίες τους θα αναπαυθεί η φαντασία και θα γεννηθούν τα πρώτα όνειρα. Στις γλυκές κουταλιές του ζεστού φαγητού τους θα αναπτυχθούν οι θαυμασμοί και οι αγάπες για τα ανθρώπινα και με το ζεστό πιάτο θα καταλάβουν για πρώτη φορά πως η αξιοπρέπεια είναι για τον άνθρωπο ότι το χώμα και το νερό για το φυτό…. ζωή! Κι όταν θα νιώσουν την θαλπωρή που αναδύεται απ’ της γιαγιάς την αγάπη και τα χάδια, σ’ αυτήν θα δώσουνε το πιο γλυκό φιλί πριν με χαρούμενες φωνές καλοδεχτούν την επιστροφή των γονιών στο σπίτι.

Καθώς όλες αυτές οι εικόνες ξεπηδούν από το έργο του Διογένη Μαλτέζου,  βγαίνουν μονάχες τους μια-μια οι λέξεις σαν αντιδώρημα στο έργο αυτό: όχι! Δεν θα αφήσουμε να χαθούν οι γιαγιάδες, ούτε τα παραμύθια τους. Εμείς θα συνεχίσουμε ν’ ανάβουμε το τζάκι, με προσοχή θρησκευτική θα βάζουμε τις γιαγιάδες μας στην πολυθρόνα και παρακλητικά θα τους σιγοτραγουδάμε: Κόκκινη κλωστή δεμένη – στην ανέμη τυλιγμένη – δώσ’ της κλώτσο να γυρίσει – παραμύθι ν’ αρχινίσει.

 Γιώργος Κόνδης

Read Full Post »

Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου, Πρακτικά Συνεδρίου, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα, 2016. 


 

«Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου», είναι ο τίτλος του τόμου των πρακτικών του συνεδρίου, που μόλις κυκλοφόρησε  από τη σειρά Δημόσια Πολιτική & Θεσμοί των εκδόσεων Παπαζήση. Το συνέδριο διοργάνωσαν, το Νοέμβριο του 2011 (4-6/11), στην Καλαμάτα, το Κέντρο Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής και Θεσμών του Παντείου Πανεπιστημίου και το Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης του ΑΤΕΙ Καλαμάτας.

Σκοπός του συνεδρίου ήταν να εντοπίσει και να αναδείξει τις μεταλλάξεις, αλλά και τις στρεβλώσεις που χαρακτήρισαν μια σειρά θεσμών στην Ελλάδα, μέσα από συνέχειες και ασυνέχειες, την περίοδο μετά το 1974, στο πολιτικό, στο οικονομικό, στο διοικητικό/αυτοδιοικητικό, στο κοινωνικό όπως και στο πεδίο της εκπαίδευσης, καθώς και να διερευνήσει τις μεταρρυθμιστικές δυνατότητες και προοπτικές.

 

Παρουσίαση Γεώργιος Κόνδης

 

Η κρίση των τελευταίων ετών έδωσε τη δυνατότητα  νέων προσανατολισμών στην έρευνα  για τα αίτια που οδήγησαν την ελληνική κοινωνία σε νέο ιστορικό αδιέξοδο. Κοινό σημείο αναφοράς των ερευνών ήταν η λεγόμενη «μεταπολίτευση», η περίοδος δηλαδή που αρχίζει με την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας και φτάνει σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, να επαναλαμβάνει το κλασικά ιστορικό πλέον ερώτημα: τις πταίει; Η «μεταπολίτευση» άρχισε με εκείνη την αισιοδοξία που προσφέρει κάθε νέο ξεκίνημα μετά από μια ιστορική περίοδο ανελευθερίας και με βαριά τα σημάδια του χουντικού τυχοδιωκτισμού και της εθνικής συμφοράς με τη διχοτόμηση της Κύπρου. Όλα έδειχναν πως οι δημοκρατικοί θεσμοί θα στεριώσουν και θα αναπτυχθούν, οι θετικές οικονομικές συγκυρίες θα έδιναν νέες αναπτυξιακές ευκαιρίες σε μια χώρα δοκιμαζόμενη και αιμορραγούσα από την κρίση και τη συνεχιζόμενη μετανάστευση, ο άνεμος ελευθερίας θα βοηθούσε στην ανάπτυξη μιας εκπαίδευσης που θα πρωτοστατούσε στην αναγέννηση της χώρας.  Τι έγινε ακριβώς στα πενήντα χρόνια που μεσολάβησαν από το 1974 στη σημερινή νέα κρίση[i];

Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης

Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης

Το Νοέμβριο του 2011, το Κέντρο Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής και Θεσμών του Παντείου Πανεπιστημίου και το Τμήμα Τοπικής Αυτοδιοίκησης του ΑΤΕΙ Καλαμάτας διοργάνωσαν συνέδριο με γενικό θέμα : «Οι θεσμοί στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου». Στο τριήμερο των εργασιών του συνεδρίου (4-6/11) αναπτύχθηκε ένας πλούσιος προβληματισμός σε μια σειρά από θέματα και παρουσιάστηκαν πολλά στοιχεία που αφορούσαν στη γενικότερη λειτουργία των θεσμών και στην ειδικότερη οργάνωση και λειτουργία πεδίων όπως η αυτοδιοίκηση, η εκπαίδευση, κ.ά. Η κοινή διαπίστωση πως η Μεταπολίτευση αποτέλεσε μια περίοδο στην ιστορία της χώρας πλούσιας παραγωγής ιδεών, δράσεων και πολιτικών στους οποίους στηρίχτηκε η ισχυροποίηση και η ανάπτυξη των δημοκρατικών θεσμών, συνοδεύτηκε από την επίσης κοινή διαπίστωση των εισηγητών πως οι ασυνέχειες στο επίπεδο των εφαρμογών τους και η συνεχώς παραγόμενη αντίφαση «μεταρρυθμίσεων/αντι-μεταρρυθμίσεων», αδρανοποιούσαν τα οφέλη της μεταπολιτευτικής δυναμικής και δημιουργούσαν προϋποθέσεις νέων κρίσεων σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Ένα από τα πολλά παραδείγματα που αναφέρονται στις εισηγήσεις και που μας απασχολεί σήμερα ακόμη πιο έντονα είναι εκείνο της μετανάστευσης. Με το Νόμο 3852/2010 θεσμοθετούνται τα ΣΕΜ (Συμβούλια Ένταξης Μεταναστών) σε κάθε Δήμο. Θεσμός που δεν λειτούργησε ποτέ ουσιαστικά ώστε να προσφέρει μια πολύπλευρη βάση διαχείρισης (πολιτική, οικονομική, πολιτισμική) του φαινομένου σε μια χώρα που μετατρεπόταν με ταχύτατους ρυθμούς σε χώρα υποδοχής μεταναστών, από χώρα προέλευσης μεταναστών σε Ευρώπη και Αμερική.

Η αδυναμία χάραξης μεσο/μακροπρόθεσμων πολιτικών σε μια σειρά από σημαντικά θέματα δεν πηγάζει μόνο από τις δομικές αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού αλλά και από τους τρόπους με τους οποίους η εκάστοτε κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τον κοινωνικό και πολιτικό της ρόλο. Έτσι, παρά τα σημαντικά νομοθετήματα και την γενικότερη προσπάθεια θωράκισης του δημοκρατικού πολιτεύματος [ii], ο κρατικός συγκεντρωτισμός ενισχύθηκε υπέρμετρα κατά τρόπο ώστε να εγκλωβίζει και να απονευρώνει κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια με προέλευση είτε από τον ιδιωτικό τομέα, είτε από την ίδια την Κοινωνία των Πολιτών. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της τοπικής αυτοδιοίκησης στις δράσεις της οποίας είχαν στηριχτεί οι ελπίδες μιας ανανέωσης (στελεχιακό δυναμικό, νέες πολιτικές διαχείρισης τοπικών πόρων, κ.ά) και μιας συνακόλουθης ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών, επομένως και ολόκληρης της χώρας. Παρ’ ότι, όπως σημειώνει η Αθ. Τριανταφυλλοπούλου, ο συντακτικός νομοθέτης αναγνωρίζει την διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια της τοπικής αυτοδιοίκησης, η επαναφορά ενός συγκεντρωτικού συστήματος  διοίκησης των υποθέσεων δημόσιου χαρακτήρα αναιρεί τη δυνατότητά της να χαράζει και να υλοποιεί πολιτικές, με άλλα λόγια αναιρεί την ουσία του θεσμού της τοπικής αυτοδιοίκησης ως θεσμού εξουσίας.

Το παιχνίδι αυτό μεταρρυθμίσεων/αντι-μεταρρυθμίσεων αποτέλεσε, σε τελευταία ανάλυση, μια επιλογή των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων στην προσπάθειά τους να ελέγξουν τους μηχανισμούς εξουσίας και τις πηγές προνομίων που απορρέουν [iii]. Από την άποψη αυτή, οι πελατειακές σχέσεις και ο κομματικός έλεγχος των κρατικών μηχανισμών όχι μόνο παρέμειναν ανέπαφοι, αλλά  ενισχύθηκαν σε μια ιστορική συγκυρία πρόσφορη για την ανάπτυξη της ελληνικής κοινωνίας λόγω των κάθε είδους εισροών (οικονομικών, πολιτισμικών, κ.ά) ιδιαίτερα από την Ε.Ε. Η ενίσχυση αυτή δημιούργησε αρνητικές προϋποθέσεις για τη χώρα και την κοινωνία και οδήγησε σε σταδιακή αποδιάρθρωση ευρύτατων τομέων οικονομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων. Η αποσάρθρωση του παραγωγικού ιστού της χώρας και η εκπαιδευτική απονεύρωση είναι τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της εξέλιξης τα αποτελέσματα της οποίας αρχίζουμε, μόλις τώρα να βιώνουμε.

Χάθηκαν επομένως πολλές, πάρα πολλές ευκαιρίες ώστε να οργανωθεί μια πολυεπίπεδη κουλτούρα έρευνας και γνώσεων, που θα αποτελούσε το κεφαλαιώδες μεταπολιτευτικό κληροδότημα για την ανάπτυξη της χώρας και την συμπόρευσή της με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Χάθηκαν οι ευκαιρίες αυτές ενώ ταυτόχρονα ισχυροποιούνταν οι δημοκρατικοί θεσμοί κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο. Εδώ μάλλον βρίσκονται και οι λόγοι της δημιουργίας ενός νέου «πολιτικού παραδόξου» που θα τυραννήσει την ελληνική κοινωνία και θα δημιουργήσει νέες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις. Τα κενά που δημιουργούνται ανάμεσα στους δημοκρατικούς θεσμούς και τις πρακτικές πολιτικές εφαρμογές, επιτρέπουν σταδιακά στην οργάνωση ενός κομματικοκρατικού συστήματος διακυβέρνησης όπου ο νεποτισμός, η αναξιοκρατία και η μη παραγωγική πολιτική λογική, θα αποτελέσουν τα κυρίαρχα στοιχεία της πολιτικής μεταπολιτευτικής πραγματικότητας και της οδυνηρής και άδηλου μέλλοντος σημερινής κρίσης.

«Εντέλει», γράφει στην εισαγωγή των πρακτικών του συνεδρίου που μόλις κυκλοφόρησε ο καθηγητής Δημήτρης Π.Σωτηρόπουλος, «η αποδυνάμωση βασικών θεσμών όπως το κοινοβούλιο, η δικαιοσύνη, οι φοροεισπρακτικοί μηχανισμοί, η εκπαίδευση αποδείχτηκε ότι είχαν ως πρώτα θύματα τους ίδιους τους πολίτες  και το δημόσιο συμφέρον. Κατ’ αντιστοιχία, έννοιες όπως αυτονομία, χειραφέτηση, ανοικτή κοινωνία, κοινωνική δικαιοσύνη, λογοδοσία, διαφάνεια, κ.ά. παραμένουν σήμερα ανεκπλήρωτα αιτήματα όσων πολιτών δεν επεδίωξαν να συμπεριληφθούν στο κομματοκρατικό σύστημα οργάνωσης της κοινωνίας και της εργασίας μεταπολιτευτικά».

«Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου», είναι ο τίτλος του τόμου που μόλις κυκλοφόρησε  από τη σειρά Δημόσια Πολιτική & Θεσμοί των εκδόσεων Παπαζήση υπό την διεύθυνση του Αργύρη Γ. Πασσά και του Θεόδωρου Ν. Τσέκου και μαζί τους επιμελήθηκαν την παρούσα έκδοση η Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου και ο Δημήτριος Π. Σωτηρόπουλος, καθηγητές στο ΑΤΕΙ Πελοποννήσου και γνωστοί στο αργολικό κοινό από την παρουσία τους τον Οκτώβριο του 2013 στο Άργος σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ημερίδα με θέμα: Τρία χρόνια Μεταρρύθμισης στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. «Καλλικράτης»: εμπειρίες και προοπτικές. Τις εισηγήσεις αυτές θα αναρτήσει η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

 

Υποσημειώσεις


[i] Με ενδιαφέρον αναμένουμε το Συνέδριο του ΕΙΕ/ΑΣΚΙ για την περίοδο της «21ης Απριλίου» που θα διεξαχθεί τον Απρίλιο στην Αθήνα και θα προσθέσει νέα στοιχεία για την περίοδο αυτή. Πολλά από αυτά θα φωτίσουν ταυτόχρονα πλευρές της Μεταπολίτευσης καθώς ο εκδημοκρατισμός της ελληνικής κοινωνίας θα διαμορφώσει νέες συνθήκες σκέψης, επιλογών και δράσεων σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, εκπαιδευτικό, κ.ά.), που θα επηρεάσουν και θα διαμορφώσουν με τη σειρά τους νέες στάσεις, νοοτροπίες και πρακτικές.

[ii] Οι εισηγήσεις του πρώτου μέρους, οι σχετικές με την εκτελεστική εξουσία (σσ. 85-194) και την τοπική αυτοδιοίκηση (σσ. 195-348) προσφέρουν  πλήθος πληροφοριών σχετικά με τα νομοθετήματα και τους μηχανισμούς που υιοθετήθηκαν. Στο δεύτερο μέρος οι εισηγήσεις εξειδικεύονται στην ανάλυση των πολιτικών κομμάτων, της αγοράς και της εκπαίδευσης.

[iii] Ο Θεόδωρος Ν.Τσέκος σε μια εξαιρετική ανάλυση με τίτλο «Κράτος εν κρίση», δίνει μια ιδιαίτερη εικόνα  για τον έλεγχο των προνομίων αυτών μέσα από τις δυνατότητες που προσφέρουν οι κοινοτικές χρηματοδοτήσεις.  Γράφει λοιπόν: «Γενεσιουργό αιτία αρκετών εκ των μεταρρυθμιστικών εγχειρημάτων απετέλεσε η ανάγκη πρόσβασης σε διεθνείς πηγές χρηματοδότησης, τόσο στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια, όσο και μεταγενέστερα στα πλαίσια της ΕΕ αλλά και προσφάτως ως αποτέλεσμα της κρίσης. Η ενίσχυση της συγκριτικής θέσης ομάδων συγκροτημένων εντός – και εκτός – του πολιτικο-διοικητικού συστήματος αποτελεί επίσης ένα – συνήθως μη ομολογούμενο – κίνητρο προώθησης, υποστήριξης και συχνά χειραγώγησης μεταρρυθμίσεων.  Τέλος, τα προγράμματα διοικητικού εκσυγχρονισμού ασκούν μια νομιμοποιητική λειτουργία έναντι ενός ευρέος κοινού και υπέρ των πολιτικών ελίτ που τις επιχειρούν. Η νομιμοποιητική αυτή λειτουργία, εγγραφόμενη σε ένα πελατειακό περιβάλλον όπου η ιδιοτελής σχέση με τη δημόσια σφαίρα παραμένει ισχυρή, αποτελεί αντικείμενο μιας ιδιόμορφης, «εξατομικευμένης», ανάγνωσης εκ μέρους των ομάδων συμφερόντων….», (Νέα Εστία,  τ. 1861, Μάρτιος 2014, σ.166). Στα κείμενα αυτά και τις οπτικές σχετικά με την περίοδο της μεταπολίτευσης θα επανέλθουμε.

 

Οι θεσμοί στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης
Αποτίμηση μιας αντιφατικής περιόδου

Συλλογικό έργο.

Επιμέλεια: Αργύρης Γ. Πασσάς, Αθανασία Τριανταφυλλοπούλου, Θεόδωρος Ν. Τσέκος, Δημήτριος Π. Σωτηρόπουλος

Εκδόσεις Παπαζήση, 2016
638 σελ.
ISBN 978-960-02-3236-3

Γεώργιος Κόνδης

Read Full Post »

Η Άλωση του Παλαμηδίου – Ομιλία του Δρ. Γεωργίου Κόνδη στην Αίθουσα Βουλευτικού στις 28 Νοεμβρίου 2015


 

Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος

και του κορυφαίου αυτάδελφος

τον Δεσπότην των όλων, Ανδρέα,

ικέτευε, ειρήνην, τη οικουμένη δωρήσασθαι

και ταις ψυχαίς ημών το μέγα έλεος.

 

Μέσα σε βάναυσα σκοτεινιασμένο χώρο, φτιαγμένο πρώτα ν’ αποθέτουν οι χριστιανοί με προσευχή τις ελπίδες του βίου τους, μεταλλαγμένο όμως σε χαμώγι όπου η μούχλα και η πνιγηρή σκόνη του χρόνου έχουν βασίλειο˙ με πρόσωπο θαμμένο κάτω από μπάλες πέτρινες ολέθρου˙ εκεί φως μυστικό ελπίδας ανάλαμψε στους τοίχους του και ο ψαλμός του Αγίου Ανδρέα ακούστηκε εξαγνιστικός, χρόνια πολλά μετά τον ερχομό της τυραννίας και της σκλαβιάς.

Μια εικόνα, λίγα εκκλησιαστικά σκεύη δανεικά από παρακείμενη εκκλησία κι ένα απλό σιδερένιο μανουάλι με κεριά. Κι ήταν το μεγαλείο του ναού απερίγραπτο, όσο απερίγραπτος είναι ο δεύτερος άθλος της αναγέννησής του και άλλο τόσο απερίγραπτη η απλότητα και η ταπεινή ευχαριστήρια επίκληση των νικητών στον Άγιο, που τους αξίωνε να ζήσουν μέρα τέτοιου θριάμβου.

Ως των Αποστόλων Πρωτόκλητος

και του κορυφαίου αυτάδελφος

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Ο καπετάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος

Ο λεβεντόπαπας Γιώργης Βελίνης γέμιζε με την κορμοστασιά του την ωραία πύλη της εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα στο εσωτερικό του Παλαμηδιού.  Μαζί με όλο το εκκλησίασμα έψαλαν και πάλι το απολυτίκιο για τη μεγάλη εορτή που είχε ξημερώσει. Την εορτή του Αποστόλου Ανδρέα. Την εορτή της μεγάλης χαράς για το Ανάπλι και τους Έλληνες. Δεν πρόδιδε τούτη η λιόλουστη μέρα όσα είχαν προηγηθεί. Ούτε τα πρόσωπα του παπά και των άλλων αγωνιστών πρόδιδαν αγώνα, κούραση, αγωνία. Ίχνος ρυτιδιασμένου προσώπου δεν υπήρχε. Όλων τα πρόσωπα έλαμπαν. Πρώτος και καλύτερος ο καπετάνιος της μεγάλης νίκης ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ζωσμένος ακόμα τ’ άρματά του όπως και οι άλλοι συντρόφοι του, με πρόσωπο λαμπερό και σώμα ανδρείο παρουσιαζόταν μπροστά στον Άγιο να τον ευχαριστήσει που στάθηκε αρωγός σε τούτη την υπεράνθρωπη προσπάθεια.

Δίπλα του γαλήνιος ο Δημήτρης Μοσχονησιώτης, ένιωθε βαθιά μέσα του τη χαρά της δικής του αντρειοσύνης. Μόλις λίγες ώρες είχαν περάσει από τη στιγμή που κάνοντας μέσα στο βροχερό σκοτάδι το σταυρό του, σαλτάρισε στο τείχος του προμαχώνα Γκιουρούς-τάμπια και έδωσε σινιάλο για να αρχίσει η απελευθέρωση του Παλαμηδιού. Και τώρα τίποτα δεν έδειχνε στο πρόσωπό του την ένταση εκείνων των στιγμών. Δίπλα σ’ αυτόν χαρούμενος και ντούρος σαν όλα τα παλικάρια, ο γέροντας Μανόλης Σκρεπετός. Ο Κρανιδιώτης αγωνιστής, γνώστης βήμα προς βήμα του Παλαμηδιού, εκείνος που κάτω από τον τεράστιο σωρό από λίθινες μπάλες έφερε στο φως της  λιόλουστης μέρας το ναό. Και σαν ο Απόστολος, αλαφρωμένος από το βάρος τόσων χρόνων να τον ευχαριστούσε, έβαζε το φως των κεριών από το μανουάλι να τονίζει τη γαλήνια σοφία που ανάβλυζε από το καθαρό πρόσωπο του γέροντα. Δίπλα και παραδίπλα του και σ’ όλο το εκκλησάκι που φωτιζόταν από τα κεριά και τα λαμπερά πρόσωπα, έστεκαν τα παλικάρια που πήραν μέρος σε τούτονε τον άθλο. Και παραέξω στην αυλή άλλοι πολλοί ευχαριστούσαν τον Απόστολο που τους ξημέρωσε σε τέτοια ένδοξη μέρα. Ο παπα-Βελίνης τους μοίρασε στο «Δι’ ευχών» το λιγοστό αντίδωρο που σαν από θαύμα άρτων έφτασε για όλους και τους ζήτησε να ψάλουν όλοι μαζί το μεγαλυνάριο του Αγίου Ανδρέα πριν πάρουν την κατεβασιά για την πόλη, εκεί όπου οι συζητήσεις για το αύριό της θα δυνάμωναν ξανά την αγωνία.

Χαίροις ο Πρωτόκλητος μαθητής

χαίροις σωφροσύνης και ανδρείας στήλη λαμπρά,

χαίροις ο του πάθους κοινωνός του Κυρίου

Απόστολε θεόπτα, Ανδρέα πάντιμε.

 

Αυτό που σήμερα γιορτάζουμε και θα προσπαθήσω να παρουσιάσω εις ανάμνησιν, είναι μια ιστορία ΑΠΟΚΟΤΙΑΣ. Από εκείνες τις μεγάλες που έκαναν τούτο τον τόπο να περάσει από τη σκλαβιά στην ελευθερία. Από εκείνες που τάραζαν τους τυράννους  όταν οι Έλληνες τις έκαναν πράξη, καθώς φαινότανε στα μάτια τους αδύνατον να γίνουν από θέληση και σώμα ανθρώπου και δεν λογάριαζαν πως στις αποκοτιές είναι η ψυχή που έχει τον πρώτο λόγο και κείνη που οδηγεί μυαλό και σώμα.  Από εκείνες, τέλος, τις αποκοτιές, που ύμνησε ο μεγάλος μας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης χαράζοντας διαχρονικά τις λέξεις του πάνω στην Ιστορία : «Τέτοιας λογής αποκοτιές, ωστόσο, μαθαίνοντας οι Άλλοι, σφοδρά ταράχτηκαν». Ταράχτηκαν γιατί ο ίδιος ο ξεσηκωμός αποτελούσε τη μεγαλύτερη αποκοτιά που θα μπορούσε να σκεφτεί ανθρώπινος νους  μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία. Και να που τώρα ερχόταν να προστεθεί μια ακόμη και να αμφισβητήσει την άτρωτη δύναμη της τυραννίας.

Ποια δύναμη μπορούσε να οπλίσει με τόσο κουράγιο και παράτολμο θάρρος τις καρδιές του Σταϊκόπουλου και των συντρόφων του ώστε, τη νύχτα της 29ης προς 30 Νοεμβρίου να ξεκινήσουν κάτω από συνεχή βροχή για να καταλάβουν το Παλαμήδι και να φέρουν στον Εθνικό ξεσηκωμό μια περίλαμπρη νίκη στο αρχικό και δύσκολο ξεκίνημά του.

Στις πάνω βίγλες του Παλαμηδιού δυο σκιές που έζησαν από κοντά τα γεγονότα, τριγυρνούσαν από βίγλα σε βίγλα με την ίδια απορία. Ο Αυγουστίνος Σαγρέδος διοικητής τ’ Αναπλιού στο όνομα της Γαληνοτάτης Δημοκρατίας από το 1711 και δίπλα του ο φημισμένος για τις οχυρωματικές κατασκευές του αρχιτέκτων-μηχανικός Λασάλ που ανέλαβε την κατασκευή του Παλαμηδιού.  Πέρασαν μήνες και χρόνια να φτιάξουν κάστρο άπαρτο από τις μεγάλες και δυνατές στρατιές των Τούρκων και να που λίγοι επαναστατημένοι Έλληνες ανέτρεπαν τώρα το μεγαλείο του έργου τους. Όσο κι αν επιθεωρούσαν τα τείχη για να εξηγήσουν στρατιωτικά τα γεγονότα, λογική εξήγηση δεν έβρισκαν, καθώς η ψυχή του αντρειωμένου είναι άυλη και μόνο με ψυχή μπορείς να καταλάβεις τους άθλους της.

Και την ψυχή αυτή εκφράζει ο λόγος του Στάικου στα παλικάρια του λίγο πριν προσπαθήσουν για μια ακόμη αλλά τελευταία φορά να καταλάβουν το κάστρο το άπαρτο :

 

«Το Παλαμήδι φημίζεται, σε τούτη την πλάση, άπαρτο. Όμως, η δόξα που σας σκεπάσει αν το αποχτήσετε, θα φωτίσει Ανατολή και Δύση. (….) Μοραΐτες, ομπρός, ας γιορτάσουμε σήμερα τη γιορτή τ’ Αγιαντρέα, που μας προστατεύει, πατώντας το πιο δυνατό κάστρο των οχτρών μας. (….) Οι γενναίοι, που κλείνουνε στα σωθικά τους τη φλόγα της λευτεριάς, ας σαλτάρουνε πρώτοι μαζί μου στο Παλαμήδι».

Καμπόσους αιώνες μετά, το 2000, ο κ. Ιωάννης Δρούλιας πλέκοντας το εγκώμιό του Στάικου που περιλαμβάνεται στην «Ανάμνηση του Ζατουνίτη Σταϊκόπουλου ως πορθητή του Παλαμηδίου»  μέρος της οποίας ακούστηκε σε τούτη την αίθουσα, θα επαναλάβει με όρους γλωσσολογικούς το ίδιο ερώτημα, την ίδια απορία : «Το Παλαμήδι ως «μέγα τείχος» – «τείχος και οχύρωμα» δυσπόρθητο, ήταν «άρρηκτον (ακατάλυτο) τείχος», καταφανώς απόρθητο και κατά λέξη «ανάλωτον» (δηλονότι αδύνατον να αλωθεί, ήτοι να κυριευθεί). Παρά ταύτα, η αδιανόητη, αδύνατη, απίθανη και απροσδόκητη άλωση ( = κατάληψη, κατάκτηση, κατακυρίευση) του Παλαμηδίου επιτελέσθηκε. Πως επιτελέσθηκε αυτή η εκπόρθηση;»

Παρ’ ότι τα γεγονότα είναι γνωστά και υπάρχει, μεταξύ άλλων σημαντικών μελετών, η κλασική πια «Ναυπλία» του Μιχαήλ Λαμπρινίδη και πιο πρόσφατα το εξαιρετικό ιστορικό του κ. Πάνου Λαλιάτση, θα παρακολουθήσουμε ένα σύντομο χρονικό καταγεγραμμένο σε ένα κείμενο σχεδόν άγνωστο στο ευρύ κοινό που αποτελεί όμως μια από τις καλύτερα τεκμηριωμένες και περισσότερο έγκυρες καταγραφές της Επανάστασης. Πρόκειται για τα απομνημονεύματα του Νικολάου Σπηλιάδη ο οποίος σημειώνει πως ο Στάϊκος λίγες μέρες πριν την προσπάθεια κατάληψης του κάστρου είχε ήδη «κατασκευάσει αναβάθρας, έχων σκοπόν να κυριεύσει εξ εφόδου το Παλαμήδι». Το βράδυ όμως εκείνο χάρη στις πολύτιμες πληροφορίες μιας γυναίκας και δυο ανδρών τουρκαλβανών, ξεπερνώντας τους αρχικούς ενδοιασμούς μην πρόκειται για παγίδευση, ο Στάικος και τα παλικάρια του παίρνουν τη μεγάλη απόφαση.

 

«Ο δε ρηθείς Μοσχονησιώτης», γράφει ο Σπηλιάδης, «προβάλλει ν’ αναβή πρώτος αυτός, προσφέρων εαυτόν ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος. Τους λέγει δε, αν ακούσωσι κρότον πιστόλας, να πιστεύσωσιν ότι εφονεύθη από τους Τούρκους˙ και αν τον ακούσωσι κραυγάζοντα, να εικάσωσιν ότι συνελήφθη ζων και να φύγωσιν. Επομένως αποφασίζουσι να παρακολουθήσωσι τριακόσιοι πενήντα στρατιώται˙ ο μεν Στάικος με πενήντα σωματοφύλακας˙ ο δ’ αδελφός του Αθανάσιος με διακοσίους εβδομήντα και ο Γκομπερνάτης με τριάντα τακτικούς.

Εκινήθησαν δε προς το Παλαμήδι και αφού επλησίασαν εις θέσιν κατάλληλον, ίστανται, και ο Μοσχονησιώτης προχωρεί με μιαν αναβάθραν, την οποίαν φέρουσι καλόγηρός τις Μεγαλοσπηλαιώτης, καλούμενος Παφνούτιος και Έλλην τις, Πορτοκάλης ονόματι, και την βάλλουσιν εις το τοίχος του προμαχώνος Γκιουρούς τάμπια. Ανεβαίνει δ’ ο Μοσχονησιώτης, παρατηρεί,… επικαλείται την βοήθειαν του Εσταυρωμένου και προπατεί ακροποδιτί….».

Η κατάληψη του προμαχώνα του Αχιλλέα (Γκιουρούς τάμπια) αναίμακτα, θα δώσει φτερά στους μαχητές. Οι πύλες ανοίγουν και οι προμαχώνες καταλαμβάνονται ο ένας μετά τον άλλο: Φωκίων (Ταβίλ τάμπια), Θεμιστοκλής (Καρά τάμπια), Φρουραρχείο (Διζδάρ τάμπια), Επαμεινώνδας (Σεϊτάν τάμπια), Μιλτιάδης (Μπαζιργιάν τάμπια), Λεωνίδας (Τοπράκ τάμπια) και η κοινώς λεγομένη Αναβάθρα ή Ρομπέρ (Δενίζ καπού). Ο Σταϊκόπουλος έχει δώσει εντολές να μην ανοίξει μύτη όπου οι Τούρκοι παραδίδονται και μάλιστα στον προμαχώνα Μιλτάδη, όπου έχουν συγκεντρωθεί όσοι δεν πρόλαβαν να καταφύγουν στην πόλη, με σκοπό να ανατιναχθούν με την πυρίδα που διαθέτουν, διαδραματίζεται η παρακάτω σκηνή με τον Σταϊκόπουλο :

«εξελθών ολίγον προ της πύλης, όθεν ευκόλως ακούεται και προσκαλέσας τους αρχηγούς και τους προκρίτους, τους ελάλησε με τρόπον φιλάνθρωπον και τους εβεβαίωσε δια την ασφάλειαν της ζωής και της τιμής των και συνάμα αφήκεν ελευθέρους τους εν τω προμαχώνι Μπαζιργιάν τάμπια και κατήλθον εις την πόλιν όλως ανεπηρέαστοι και τους καθησύχασε».

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Το πρωινό της 30ης Νοεμβρίου η βροχή έχει τελειώσει και ένα λαμπρός ήλιος χαρίζει γιορταστικές ανταύγειες στα τείχη του Παλαμηδιού. Μια μεγάλη νίκη ξημέρωσε για την ελληνική επανάσταση και ένας άθλος προστέθηκε στην ιστορική της πορεία. Με εξαίρεση την πτώση από την σκάλα και τον τραυματισμό του αρχιμανδρίτη Διονύσιου Βυζαντίου που ακολουθούσε το Μοσχονησιώτη στην κατάληψη του προμαχώνα Θεμιστοκλή (Καρά τάμπια) δεν άνοιξε μύτη και ούτε σκηνές αντεκδίκησης από τους Έλληνες κατοίκους της πόλης καταγράφονται.

Όταν κατελήφθη και ο τελευταίος προμαχώνας χωρίς αντίσταση περιγράφει ο Νικόλαος Σπηλιάδης:  «οι Τούρκοι προφθάσαντες έφυγον δια της προς την θάλασσαν πύλης και κατήλθον εις την πόλιν. Επειδή δε εις τις εξ αυτών επιστόλισεν, ήρχισαν τας ιαχάς οι Έλληνες και τότε ηκούσθη μεγάλη οχλοβοή εις το Ναύπλιον, ένθα οι Τούρκοι, άνδρες και γυναίκες, ήρχισαν να θρηνώσι και να οδύρωνται, καθόσον νομίζουσιν εαυτούς απολωλότας, φέροντες κατά νουν την αθέτησιν των προ ολίγου γενομένων συνθηκών, τα απειλάς του Κολοκοτρώνη και τα φρικτά εν Τριπολιτσά εκ της εφόδου πηγάσαντα δεινά».

Στην πιο σκληρή μάχη, σ’ έναν από τους μεγαλύτερους άθλους της ελληνικής επανάστασης, η Ιστορία πρέπει να υπογραμμίσει με εντονότερα γράμματα το έλεος και τη φιλανθρωπία που επέδειξαν οι νικητές στους ηττημένους.

«Οι δ’ Έλληνες», σημειώνει και πάλι ο Σπηλιάδης, «εδόξασαν τον Παντοδύναμον, όστις τους εχάρισε  πάλιν το εξακουστόν φρούριον του Ναυπλίου, το οποίον θ’ αποκατασταθή επομένως καθέδρα της Κυβερνήσεως και άσυλον των Ελλήνων και εις το οποίον η Ελλάς θα χρεωστή κατά μέγα μέρος την ελευθερίαν της».

Η κατάληψη του Παλαμηδιού αποτέλεσε ένα σημαντικό γεγονός για το μέλλον της Ελληνικής Επανάστασης. Το μέγεθος και η βαρύτητα του γεγονότος πέρασε γρήγορα τα σύνορα της Αυτοκρατορίας και έφτασε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες προκαλώντας το θαυμασμό στις εχθρικές προς την επανάσταση ηγεσίες και τη χαρά στους φιλελληνικούς κύκλους.

O Γάλλος λοχαγός Gracy γράφει σε έκθεσή του στις 15 Δεκεμβρίου 1822 : Το Ανάπλι εκυριεύθη και τώρα έχουμεν εκτός από το φοβερόν φρούριον και λιμένι θαυμάσιον δια τα καράβια μας» και συνοψίζοντας τις εντυπώσεις που προκάλεσε το γεγονός στην Ευρώπη σημειώνει : «Το Ναύπλιον, το Γιβραλτάρ τούτο της Πελοποννήσου, ού ο λιμήν προστατευόμενος υπό της νησίδος του Βουρτσίου δύναται να περιλάβη εν ασφαλεία εξακόσια περίπου πλοία, περιελθόν ήδη εις τας χείρας των Ελλήνων εξασφαλίζει εντελώς την εν Πελοποννήσω επικράτησιν αυτών».

Ταυτόχρονα, η νίκη αυτή φώτισε σε μια δύσκολη αρχική περίοδο του Εθνικού Ξεσηκωμού τη σημασία της προσωπικότητας των ανθρώπων που ανέλαβαν το βάρος της αποκοτιάς και οδήγησαν την πατρίδα και το λαό της βήμα βήμα στην ελευθερία. Ανάμεσά τους ξεχωριστή βέβαια θέση κατέχει η προσωπικότητα του Σταϊκούλη και δεν είναι τυχαία η χρήση του χαϊδευτικού, ακόμη σήμερα, που υπογραμμίζει αυτή τη θέση στις καρδιές των ανθρώπων και όχι μόνο της Ιστορίας. Γόνος ευκατάστατης οικογένειας και από νεαρή ηλικία γνωστός για τις δεξιότητές του στο εμπόριο, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έμπορο και να γευτεί τα οφέλη μιας πλούσιας και ήρεμης ζωής.

Ο Σταϊκόπουλος όμως ήταν φτιαγμένος από άλλα υλικά. Από εκείνα που η Ιστορία ρίχνει στην ανθρώπινη πάστα για να φτιάξει άτομα ξεχωριστά που προσανατολίζουν και οδηγούν τους λαούς μέσα από τα σκοτάδια στα μεγάλα της ξέφωτα. Εκεί όπου η Δόξα δίνει στους ήρωες το ζηλευτό φιλί της.

Ο ποιητής Θεόδωρος Κωστούρος θα αποτυπώσει τη στιγμή με τον καλύτερο τρόπο στους στίχους του.

Αγέραστος κι αθάνατος, πάντα κοντά μας μένεις

του Εικοσιένα σταυραητέ, της λευτεριάς πουλί.

Ω Πορθητή του πιο τρανού κάστρου της οικουμένης

που δέχτηκες στο μέτωπο της Δόξας το φιλί.

Αντί λοιπόν για εμπορικό οίκο, ο Στάικος Σταϊκόπουλος, ο νέος από τη Ζάτουνα της Γορτυνίας, θα χρηματοδοτήσει την οργάνωση  στρατιωτικού σώματος και θα πάρει μέρος στο Μεγάλο Ξεσηκωμό του Έθνους. Μόλις 24 ετών θα γίνει, όπως γράφει ο Φωτάκος, «παντοτεινός πολιορκητής του Ναυπλίου» και η Ιστορία θα τον ανταμείψει, μετά από αρκετές προσπάθειες, με την κατάληψη του φημισμένου κάστρου του Παλαμηδιού και την απελευθέρωση της πόλης. Ο πρώτος λοιπόν και μεγαλύτερος βαθμός στο άνθος της νεαρής του ηλικίας ήταν «Στάικος Σταϊκόπουλος ο Πορθητής» και δευτερευόντως εκείνος του χιλιάρχου και του στρατηγού. Ως Πορθητής περνάει στην Ιστορία και με τον άθλο αυτό του Πορθητή φτάνει στ’ αυτιά και τις καρδιές των επαναστατημένων Ελλήνων. Ήδη πριν από αυτό, η επίσημη αναγνώριση της δράσης του καταγράφει στα  έγγραφα απόδοσης τιμής και στρατιωτικού βαθμού την πραγματική αξία του αγωνιστή :

Επει­δή ο καπητάν Στάϊκος Σταϊκόπουλος απ’ αρχής του παρόντος αγώνος άχρι τούδε έδω­κε προφανή τεκμήρια της στρατιωτικής αυτού ανδρείας, και μάλιστα της επιμονής, με την οποίαν διέμεινε προσκαρτερών εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, χωρίς να απαυδήση ποσώς δια τας μακράς ταλαιπωρίας, και δια τα οποία φοβερός μεν εις τους εχθρούς, αξιάγαστος δε εις τους ημετέρους κατεστάθη, και επειδή εις την προλάβούσαν των πολιορκουμένων εξόρμησιν προπολεμών ανδρείως, επληγώθη…

Το επίσημο δε κείμενο της αγγελίας της μεγάλης νίκης που φτάνει σε όλες τις πόλεις και τις φρουρές της επαναστατημένης χώρας εκφράζει ταυτόχρονα και τη χαρά των Ελλήνων για ένα σημαντικό βήμα στο δίκαιο αγώνα τους και τους εμψυχώνει για να συνεχίσουν νικηφόρα:

«Ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Διακηρύττει: Μεθ’ ημών ο Θεός…. Η ανδρεία και η φρόνησις του γενναιοτάτου μας χιλιάρχου Στάικου Σταϊκόπουλου και η προς αυτόν θεία χάρις τον ανέδειξεν πορθητήν. Εκυρίευσε το Παλαμήδι Ναυπλίου με έφοδον. Εις τα εξ ώρας της νυκτός ξημερώνοντας Πέμπτη και εορτή του Πρωτοκλήτου Αποστόλου Ανδρέου, ευρέθησαν οι Έλληνες εις το Παλαμήδι, κυριεύσαντες αυτό και στήσαντες τας τροπαιοφόρους σημαίας του Σταυρού. Χαίρετε Έλληνες, νέοι, χαίρετε!

Ερμιόνη 1 Δεκεμβρίου 1822. Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Χαμηλά στα πόδια του Παλαμηδιού ακούγονταν χαρούμενα στίχοι τραγουδισμένοι από δεκάδες στόματα παλικαριών :

«Όλα τα κάστρα κι αν χαθούν και όλα κι αν ρημάξουν

Το Παλαμήδι τόμορφο Θεός να το φυλάξη»

Ο Σταϊκόπουλος, ο αδελφός του Θανάσης, ο παπα-Γιώργης Βελίνης, ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης, ο γερο-Μανόλης Σκρεπετός, ο Μεγαλοσπηλαιώτης μοναχός Παφνούτιος, ο Πορτοκάλης και ολόκληρο το εκκλησίασμα του Αγίου Ανδρέα, είχαν ήδη φτάσει στο κέντρο τ’ Αναπλιού όπου κορυφωνόταν η αγωνία για τις ώρες και τις μέρες που έρχονταν.

Στην πόλη οι συζητήσεις του Θοδωρή Κολοκοτρώνη, που είχε στο μεταξύ φτάσει με μήνυμα του Σταϊκόπουλου, με τους αγάδες είχαν σχεδόν καρποφορήσει. Ο Γέρος του Μοριά ήθελε με κάθε τρόπο να αποφύγει την επανάληψη της αιματοχυσίας που ακολούθησε την άλωση της Τριπολιτσάς  αμαυρώνοντας τη νίκη των Ελλήνων στα μάτια των ξένων. Οι  αγάδες είχαν συμφωνήσει να μεταφερθούν όλοι οι Τούρκοι με πλοία ελληνικά στα μικρασιατικά παράλια χωρίς τον οπλισμό τους. Κι ενώ όλα είναι έτοιμα και συμφωνημένα, όπως μας μεταφέρει την εικόνα ο Μιχαήλ Λαμπρινίδης στη «Ναυπλία» του,  ένας Αλβανός αγάς αρνήθηκε να παραδώσει τα όπλα απειλώντας μάλιστα να πάρει τους άντρες του και να μην αφήσει πέτρα στην πέτρα στην πόλη και την γύρω περιοχή. Οργισμένος ο Κολοκοτρώνης του απάντησε μ’ εκείνους τους αξεπέραστους συμβολισμούς της ελληνικής αποκοτιάς που χαράζουν και θα χαράζουν τα βήματα του Έθνους μέσα στην Ιστορία: «Ετούτη την πατρίδα αν μπορείτε κάφτε την! Οι πατέρες μας την έφτιασαν κι εμείς πάλι την ξαναφτιάνουμε…».

Χρόνια πολλά στο Ναύπλιο

Στην Αργολίδα.

Χρόνια πολλά σε όλες και όλους εσάς.

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη: 

Read Full Post »

Το νόημα της 28ης Οκτωβρίου


 

 «Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Με αφορμή τον ερχομό της Εθνικής Εορτής της 28ης Οκτωβρίου 1940, δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα»  το Λόγο της Εθνικής Επετείου που εκφωνήθηκε από τον Δρ. Γεώργιο Κόνδη στις 28 Οκτωβρίου 2013, στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους, με τίτλο: 

«Το νόημα της 28ης Οκτωβρίου»

 

16 Φεβρουαρίου 1941

Σήμερα είναι Κυριακή. Το αρβανίτικο χωριό που καταυλιζόμαστε το λένε Γράμποβα. Είναι σε ύψος 1300 μέτρα, πάνω στις ράχες τις Κάμνιας. Οι κάτοικοί του είναι χριστιανοί ορθόδοξοι. Έχουνε μια εκκλησιά τον Άη Νικόλα. Ο συνάδελφός μου Καρυδάκης έρχεται πρωί και με φωνάζει να πάμε στην εκκλησία. «Παρ’το κράνος σου» μου λέει «και να ’σαι κοντά μου. Έχει χιονίσει τη νύκτα κι όλα παντού είναι άσπρα. Σκύβουμε και προχωρούμε προς την εκκλησία τρέχοντας. Οι Ιταλοί μας βλέπουν από απέναντι και μπορεί να μας ξύσει καμιά σφαίρα. Πραγματικοί προσκυνητές που όλο το δρόμο μέχρι το ναό τον κάνουμε σκύβοντας ως τη γη. Ο παπάς λειτουργάει στην ελληνική αλλά δεν την ξέρει καλά. Ακούω ευλαβικά το ευαγγέλιο, όπως κι αν το λέει.  Κάνει παγωνιά, αλλά τα λιγοστά κεριά, το λιβάνι και οι μορφές των αγίων σε ζεσταίνουν. Η εκκλησία στις περιστάσεις αυτές συγκινεί δυνατά. Μου φαίνεται πως αν ζήσω σε μέρες ειρήνης θα νιώθω πάντα ετούτη τη συγκίνηση μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας του αλβανίτικου φαραγγιού.

«Θεέ μου, άφισέ με να ζήσω»!

Μέσα στην εκκλησία είναι καμιά εικοσαριά φαντάροι. Δεν βλέπω τις μορφές τους. Σκέφτομαι τα σπίτια τους, στα πέρατα της Ελλάδας, Νησιά, Μοριά, Στερεά, Μακεδονία, Θράκη, και βλέπω τα νήματα της σκέψης τους να ξεκινάνε, από τούτο δω μέσα το ιερό πόστο, για κείνες τις μακρινές εστίες. «Θεέ μου, άφισέ τους κι αυτούς να γυρίσουν στα σπίτια τους»!

Ο γυρισμός μας προς τον καταυλισμό δεν γίνεται ανενόχλητα. Οι Ιταλοί μας βάλλουν με το πολυβόλο. Κοντεύω να σπάσω τη μέση μου από το σκύψιμο. Οι σφαίρες σφυρίζουνε, σαν ξύσιμο βίαιο του αέρα, αλλά ευτυχώς φτάνουμε στον καταυλισμό.

Το απόγευμα φεύγουμε οι μισοί για να αντικαταστήσουμε τις προφυλακές. Σκοτεινά μονοπάτια, γιομάτα νερά, χιόνι που χώνεται στις αρβύλες  και τις ποτίζει, πέτρες που κατρακυλάνε, καθώς προχωρείς και που πέφτεις απάνω τους σκοντάβοντας. Κι όλα αυτά να γίνονται με φόβο γιατί το αυτί του εχθρού απέχει 200 μέτρα. Ανεβαίνουμε ένα βουνό όρθιο, που το μονοπάτι του τόφτιαξαν οι νυχτερινές αυτές πορείες».

Πορεία μεταγωγικών. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

Πορεία μεταγωγικών. Φωτογραφία, Δημήτρης Χαρισιάδης. Αρχείο: Μουσείο Μπενάκη.

[…] Με τα λόγια που μόλις ακούσατε περιγράφει μια μέρα του πολέμου στο μέτωπο της Αλβανίας ο οπλίτης Δημήτριος Λουκάτος. Και είναι μια περιγραφή που στην ίδια μέρα κατορθώνει να μας παρουσιάσει την ειρήνευση που νιώθει ο μαχητής στο μόνο αποκούμπι που βρίσκει μέσα στην κόλαση του αλβανικού μετώπου: την εκκλησίτσα του χωριού Γράμποβα ή στην ύπαιθρο όπου οι στρατιωτικοί ιερείς λειτουργώντας δίνουν τη δική τους μάχη στήριξης. Κι ύστερα αρχίζει και πάλι ορμητική η ροή του πολέμου. Φεβρουάριος 1941. Ένας από τους τρομερότερους χειμώνες στα Βαλκάνια. Το κρύο να τσακίζει τις ανθρώπινες αντοχές και τα κρυοπαγήματα να τσακίζουν πόδια και χέρια. Ελάχιστες οι ελπίδες για τον Έλληνα στρατιώτη της πρώτης γραμμής να αποκτήσει κάλτσες ζεστές και άρβυλα καινούρια για να αντιμετωπίσει το δεύτερο μεγάλο εχθρό που δε φοβάται σφαίρες και κανόνια: τα κρυοπαγήματα. Κι όμως είναι όλοι ταγμένοι στο μεγάλο σκοπό. Να αγωνιστούν για την πατρίδα. Να φράξουν το δρόμο στο φασισμό. Να συνεχίσουν με δύναμη και ηρωισμό μέχρι να πετύχουνε το στόχο που ’βγαινε, σα λάβα από ηφαίστειο που μόλις είχε εκραγεί, από τους στίχους που γραψε στις 10 Νοεμβρίου 1940 ο  Άγγελος Σικελιανός:

Ομπρός, να γίνουμε ο τρανός

στρατός που θα νικήσει

σ’ Ανατολή και Δύση

το μαύρο φίδι, ομπρός!

Τ’ ήταν αυτό που έκανε χιλιάδες πολίτες, νέους και γέρους, γυναίκες και άνδρες να ξεχυθούν στους δρόμους με το άκουσμα της έναρξης ενός πολέμου και να στήσουν πρωτόγνωρο πανηγύρι χαράς;    Ποια ηθική και πίστη κινούσε τον ψυχισμό όλων αυτών των πολιτών ώστε να πηγαίνουν στη μεγάλη μάχη με χαμόγελα, τραγούδια και χαρά παιδική, ενώ γνώριζαν πως ίσως και να μην ξαναγυρίσουν πίσω; Ποια δύναμη εσωτερική τους έστελνε όλο μπροστά, να μάχονται χωρίς όπλα, να κινούνται χωρίς τροφή κι έχοντας μόνο το χιόνι για να ξεδιψάσουν λίγο το σκελετωμένο σώμα τους; Κι έμεναν πετρωμένοι σκελετοί πάνω στο χώμα, δίπλα στα βράχια, μέχρι που σάλπιζε με όση δύναμη του είχε απομείνει ο σαλπιγκτής ή έδινε το σύνθημα ανάμεσα στους σκελετούς εκείνος του λοχία, για να πεταχτούν ξάφνου σαν τα θεριά και με τις λόγχες, τις πέτρες ή τα χέρια να πέσουν πάνω στις οργανωμένες στρατιές των φασιστών και να τους στείλουν ακόμη πιο πίσω προς τη θάλασσα, εκεί όπου η ιαχή καλούσε από την αρχή του πολέμου να τους πετάξουν! Ποιας μάνας ευχή να έδωσε τη δύναμη και ποιας γυναίκας προσευχή να έπιασε για να γίνει τούτο το θάμα;

«Εδώ ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών. Μεταδίδουμε το πρώτο ανακοινωθέν του ελληνικού γενικού στρατηγείου. Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλουν από τις 5.30 πρωϊνής της σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνο-Αλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».

Κι επειδή στη χώρα αυτή τη ρημαγμένη από τις κακουχίες και τους βαλκανικούς πολέμους δεν έφταναν τα ραδιόφωνα να μεταφέρουν την είδηση του πολέμου σε κάθε χωριό και γειτονιά πόλης, άρχισαν οι καμπάνες των εκκλησιών να το διαλαλούν και οι Έλληνες να τρέχουν να παρουσιαστούν σαν να ’ταν λίγες οι θέσεις για τούτη τη γιορτή που άρχιζε και ήτανε κρίμα να τη χάσουν.

«Ήμουν στο Άργος υπάλληλος στο μπακάλικο του Αγιωργίτη», γράφει ο Κ. Κατσένης (Κωτσιο-Κατσένης) στο αφιέρωμα της 28ης Οκτωβρίου στην τοπική εφημερίδα «Καρυά»: «Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 είδα τα απιδιά του δημοτικού σχολείου να επιστρέφουν, ώρα 8.30 π.μ., από το σχολείο κλαίγοντας. Απόρησα γιατί κλαίνε και τα ρώτησα : «Γιατί κλαίτε παιδιά;». τα 7-10 χρονών παιδάκια μου απάντησαν : «Οι Ιταλοί μας άρχισαν τον πόλεμο και οι δάσκαλοί μας επιστρατεύτηκαν». Αμέσως άκουσα τις καμπάνες να χτυπάν…. Τα Καρυωτάκια με τραγούδια και χαρές άφησαν αρραβωνιαστικές, γυναίκες με βυζασταρόνια, επήραν την αυχή από τους γονιούς τους και έφυγαν ποδαρόδρομο για το Άργος. Από κεί με ό,τι μέσον ευρήκαν, σούστες, μοτοσικλέτες, σαραβαλάκια φορτηγά, τρένα και ποδήλατα έφθασαν στο Ναύπλιο να ντυθούν…»

Κι ο Κωστής Κωτσοβός από το Κουτσοπόδι μας δίνει επίσης μια εξαιρετική περιγραφή αυτού του κλίματος : «Στις 27 (Οκτωβρίου) ξεκουράστηκα λιγάκι και στις 28 κατέβηκα στον σιδηροδρομικό σταθμό Κουτσοποδίου για να πληροφορηθώ την ανταπόκριση του τρένου για το Ναύπλιο. Φεύγοντας από εκεί με φωνάζει ο Σταθμάρχης Χρήστος Δερζιώτης : «Κώστα Κώστα γύρισε πίσω εκηρύχθη πόλεμος». Τότε εκείνος από το τηλέφωνο παίρνει τις σχετικές οδηγίες  από την υπηρεσία του και εγώ τις γράφω. Αφού εγύρισα στο πατρικό μου σπίτι  ανήγγειλα την κήρυξη του πολέμου στις αδελφές μου Σοφία και Βασιλική. Ο πατέρας μου και τα άλλα αδέλφια μου Παναγιώτης και Βαγγέλης έμαθαν την κήρυξη του πολέμου και άφησαν τον σπαρτό, όπως και ο άλλος ο κόσμος και επέστρεψαν στα σπίτια τους για τον πόλεμο. Δεν περίμενα το τρένο αλλά με αυτοκίνητο περαστικό ήλθα στο Άργος. Εδώ διαπιστώνω μεγάλον ενθουσιαμό, σωστό πανηγύρι, να πηδούν οι επίστρατοι γρήγορα επάνω στα αυτοκίνητα σαν τα κατσίκια για να προφθάσουν να παρουσιαστούν στη μονάδα τους, ενώ ρήτορες στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου της πόλεως έβγαζαν πύρινους λόγους για τον πόλεμο. (…) Με τον ίδιο και εγώ ενθουσιασμό μετέβηκα και παρουσιάστηκα στο χωριό Λευκάκια έξω από το Ναύπλιο. Σε χωριό ήταν το κέντρο επιστρατεύσεως για να αποφύγουμε τον βονβαρδισμόν από τα Ιταλικά αεροπλάνα».

Καμιά ιστορική και κοινωνική ανάλυση δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να συλλάβει στην ολότητά του το θαύμα που συντελέσθηκε στα κακοτράχαλα βουνά της Αλβανίας από τον Ελληνικό Λαό. Αντίθετα το Έπος του ’40 πέρασε στο χρόνο της εθνικής ιστορίας ως μια επέτειος του «ΟΧΙ» και μόλις πρόσφατα αρχίζουμε να αναδεικνύουμε με έρευνες και μαρτυρίες το μεγαλείο του αγώνα εκείνου. «Ωστόσο» γράφει ο μεγάλος μας συγγραφέας Άγγελος Τερζάκης, «αυτή η εκστρατεία που όλοι τη λένε «το Έπος», έχει τούτο το παράδοξο: πως είναι ένα έπος άγνωστο – θέλω να πω άγνωστο στις ζεστές του πτυχές, στην ανθρώπινη ουσία του. Φαινόμενο χρονολογικά και Ιστορικά απροσδόκητο, δημιούργημα μιας στιγμής ανεπανάληπτης, αδικήθηκε από τα μετέπειτα γεγονότα, την πλησμονή των βιωμάτων. Η Κατοχή, η Αντίσταση, το Κίνημα του Δεκέμβρη, τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, το ξεκίνημα ενός νέου κόσμου, του κόσμου της πυρηνικής εποχής, ήρθανε να κατακαλύψουν τη στιγμή της Αλβανίας. Το κεφάλαιο τούτο της Ελληνικής Ιστορίας, ένα από τα πιο σημαντικά κλείστηκε, σφραγίστηκε και τοποθετήθηκε στο Αρχείο προτού μνημονευτεί».

Οι Έλληνες στρατιώτες με εξοντωτικές πορείες ήδη από την αρχή του πολέμου, με το μουλάρι και με οπλισμό των βαλκανικών πολέμων ξεκίνησαν να αντιμετωπίσουν έναν αντίπαλο με άψογη στρατιωτική προετοιμασία, οργανωμένες επιμελητείες και ότι πιο σύγχρονο υπήρχε στο επίπεδο του οπλισμού την εποχή εκείνη. Απέναντι, όμως στον μουσολινικό μεγαλοϊδεατισμό αντιτάχθηκε ένας λαός που ζήταγε δικαίωση για όλες τις θυσίες που είχε κάνει μέχρι τότε. Σε ποια γεγονότα να πρωτοσταθεί κανείς και τι να μνημονεύσει περισσότερο από τις μάχες και τους ηρωισμούς απλών στρατιωτών και αξιωματικών που έδιναν τη μάχη υπέρ βωμών και εστιών. 8 Νοεμβρίου 1940 σε μια από τις φονικότερες μάχες του πολέμου στο Καλπάκι με φτυάρια και γκασμάδες για τα ορύγματα και όπλα περασμένων δεκαετιών ο ελληνικός στρατός καταφέρνει να εξουδετερώσει τα ιταλικά τεθωρακισμένα  και να δώσει φτερά στις ελληνικές δυνάμεις. 21 Νοεμβρίου 1940 Κορυτσά. 3 Δεκεμβρίου 1940 Πρεμετή. 6 Δεκεμβρίου 1940 Άγιοι Σαράντα. 8 Δεκεμβρίου 1940 Αργυρόκαστρο. Κι ακόμα πάρα πέρα τραγούδαγαν με καντσονέτες περιπαικτικά οι επιθεωρήσεις στην Αθήνα.

Ποιο πολεμικό ανακοινωθέν και ποιο κείμενο ιστορίας θα κατορθώσει να περιγράψει κάποτε τη μάχη του υψώματος 731, άγνωστη ακόμα στους πολλούς, όταν στις 9 Μαρτίου 1941, στα προεόρτια της εαρινής επίθεσης του Μουσολίνι, 4 λόχοι ελληνικού στρατού θα κρατήσουν ένα στρατηγικής σημασίας ύψωμα που έπρεπε να είχε σβήσει από το χάρτη της περιοχής. Τόσος ήταν ο βομβαρδισμός που λιώνε σώματα, σιδερικά, πέτρες και χώματα κάνοντας ένα τρομακτικό σφαγείου σκηνικό.

«Είταν χαροκόπι δαιμονικό, βομβαρδισμός απίθανος σε ένταση και πυκνότητα, βροντοκόπημα από κεραυνούς απανωτούς, που τράνταζαν συθέμελα τη γη, με λύσσα να της ξεριζώσουν τα σπλάχνα. Πέρα, σε πολλές δεκάδες χιλιόμετρα απόσταση, σ’ άλλους τομείς του μετώπου, οι φαντάροι που βρίσκονταν ακόμα με το κεφάλι πλαγιασμένο στο χώμα, άκουγαν σαστισμένοι τη γη να βογκάει και να τρέμει σα να γινόταν στα έγκατά της τυμπανοκρουσία συναγερμού. Όλοι κατάλαβαν πως κάτι μεγάλο αρχίζει». Λόγια του Άγγελου Τερζάκη.

Κάτι μεγάλο είχε ήδη αρχίσει και δεν θα το σταμάταγε κανένας βομβαρδισμός και καμιά πολεμική μηχανή όσο καλή κι αν ήταν. Το εγγυόταν η φωτιά που έκαιγε στα στήθη των Ελλήνων, το τραγουδούσε κάνοντας τις καρδιές να ριγούν η αγέρωχη φωνή της Σοφίας Βέμπο «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά», το τύλιγε η θαλπωρή της κουβέρτας που ’φτασε στον στρατιώτη των προφυλακών μας κι είχε πάνω της κεντημένο το όνομα : Ευδοκία Αποστολίδου – Νέα Κίος.

Κι όταν στις 27 Απριλίου 1941 ο αγκυλωτός σταυρός κυματίζει στον ιερό βράχο της Ακρόπολης, ακόμα και τότε αντηχεί ένα «ΟΧΙ» θαρραλέο και ηρωικό. Τίποτα δεν είχε τελειώσει.

Ελληνικά Γραμματόσημα. Έκδοση «50 χρόνια

Ελληνικά Γραμματόσημα. Έκδοση «50 χρόνια «ΟΧΙ» – 28η Οκτωβρίου 1940», 11 Οκτωβρίου 1990.

Η έναρξη του πολέμου ανάμεσα στην Ιταλία και την Ελλάδα υπήρξε η κορυφαία ιταμή εκδήλωση του φασιστικού μεγαλοϊδεατισμού του Μουσολίνι. Υπήρξε όμως και μια εξαιρετική ευκαιρία που χάρισε η Ιστορία στον κόσμο για να συγκριθούν και να μετουσιωθούν σε κοινωνικό παράδειγμα οι αξίες της πατρίδας, της πίστης, της αλληλεγγύης, της αυταπάρνησης και του κοινού σκοπού. Αξίες που προσδίδουν νόημα στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Στον πόλεμο του 40 αναμετρήθηκαν δυο κοινωνικές λογικές. Εκείνη της συλλογικότητας και της αλληλεγγύης, της άδολης προσφοράς και της θυσίας για την προάσπιση μιας πατρίδας, μιας κοινότητας, μιας οικογένειας, μιας φιλίας. Από την άλλη παρατάχθηκε ο εγωιστικός μοναδισμός, υπόλογος στον Αρχηγό. Το πειθήνιο όργανο ενός μηχανισμού που δεν γνωρίζει συναισθηματισμούς, απάνθρωπα μοχθηρός και ανέκφραστος.

Στην αγάπη αντιπαρέβαλε το μίσος, στην ελευθερία την υποταγή, στην ελεύθερη σκέψη το δόγμα του αλάνθαστου Ηγέτη. Οι Έλληνες υπέγραψαν την ιστορία με το αίμα τους και έδωσαν με θάρρος την απάντηση που έπρεπε στη φασιστική και ναζιστική θηριωδία. Σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε είναι χρέος μας να απελευθερώσουμε το νόημα της 28ης Οκτωβρίου 1940 από την επετειακή στενότητα και να δημιουργήσουμε ένα νέο κοινωνικό παράδειγμα για μας και τις επόμενες γενιές βασισμένο στη συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, την άδολη προσφορά και την αγάπη σε μια πατρίδα που δεν έχασε το νόημά της.

Σεβαστοί Πατέρες, Κυρίες και Κύριοι

Ο Παναγιώτης Μπασακίδης, Αντισυνταγματάρχης Πεζικού, Διοικητής του 8ου Συντάγματος που με έδρα το Ναύπλιο θα πάρει μέρος σε όλες τις πολεμικές επιχειρήσεις, υπογράφει στις 14 Ιανουαρίου 1941 ανάμεσα σε άλλες και την παρακάτω ημερήσια διαταγή συντάγματος αξιωματικών:

«Τον Διοικητήν του 7ου Λόχου Χριστόπουλον Παναγιώτην διαμνημονεύω διότι κατά τας επιχειρήσεις των βορειοανατολικών υψωμάτων Σκίβοβικ Μάλισπατ από 11 Δεκεμβρίου μέχρι 19 ιδίου επεδείξατο θάρρος, ψυχραιμίαν, ορμητικότητα και εξαιρετικήν διοικητικήν ικανότητα, παρορμών, εμψυψών, και ενθαρρύνων τους άνδρας του δια την κατάληψιν των εκάστοτε  αντικειμενικών σκοπών. Κατά δε τη λυσσώδη επίθεσην της 15ης Δεκεμβρίου προς κατάληψιν των βορείων υψωμάτων Προγκονατίου – χωρίου Προγκονατίου ώρμησεν ακάθεκτος μετά του Λόχου του συντρίβων μίαν προς μίαν τας πεισμόνους εχθρικάς αντιστάσεις, εξαναγκάζων τον εχθρόν να τρέπεται εν σπουδή εις φυγήν εγκαταλείπων επί του πεδίου της μάχης αυτόματα όπλα και όλμους και τέλος κατά την άνοδόν του προς κατάληψιν του τελευταίου υψώματος Προγκονάτ ετραυματίσθη υποστάς θλασιν οστού αριστεράς χειρός. Καίτοι δε φέρων σοβαρόν τραύμα δεν εδέχθη να αποχωρήση του Λόχου του ειμή  μετά ώραν αφού ο Λόχος του εγκατεστάθη επί του καταλειφθέντος υψώματος.

Τούτον επρότεινα όπως απονεμηθεί το Αριστείον Ανδρείας».

Η αυτοθυσία του και η θυσία των 13.936 αξιωματικών και οπλιτών και των χιλιάδων πολιτών, ανδρών και γυναικών, που έδωσαν το αίμα τους για να ζήσουμε ελεύθεροι ας οδηγεί τα δικά μας βήματα και εκείνα των επόμενων γενεών.

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Jacques Lacarièrre (1925-2005) – Ο Μεγάλος ελληνιστής και φιλέλληνας παραμένει για πάντα στην Ελλάδα


«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Με αφορμή το αφιέρωμα μνήμης* στον μεγάλο Γάλλο Ελληνιστή Jacques Lacarièrre, το Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016, στο Βουλευτικό Ναυπλίου, δημοσιεύουμε στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του Δρ. Γεωργίου Κόνδη με θέμα:

«Jacques Lacarièrre (1925-2005) – Ο Μεγάλος ελληνιστής και φιλέλληνας παραμένει για πάντα στην Ελλάδα».

Η Ελλάδα του είναι μεγαλύτερη από την Ελλάδα. Είναι η πατρίδα μιας γλώσσας αιώνιας, των αρχαίων φιλοσόφων, των βυζαντινών μυστικιστών και των περιπλανώμενων ναυτικών. Μια γλώσσα που άνοιξε τις πόρτες της ζωής, της περιπέτειας, της γνώσης και του θανάτου, εκείνη που έδωσε στους ανθρώπους ένα οικουμενικό λεξιλόγιο ώστε να μιλήσουν για τη δημοκρατία και την ελευθερία.

                                                                                        Daniel Rondeau [1]

Όταν ο μεγάλος ιταλός σκηνοθέτης Φεντερίκο Φελλίνι στην κινηματογραφική του ταινία «Και το πλοίο φεύγει» (E la nave va), παρουσιάζει ένα ειδικά οργανωμένο ταξίδι στο Αιγαίο με σκοπό το διασκορπισμό της τέφρας μιας μεγάλης ελληνίδας αοιδού (ντίβας), ίσως πέρα από την δυναμική του συμβολισμού να μη σκεπτόταν πως κάποτε η ίδια σκηνή θα επαναλαμβανόταν πραγματικά στα ίδια γαλάζια νερά. Να ακολούθησε άραγε το σενάριο αυτό ο Ζακ Λακαριέρ, ώστε να ζητήσει να διασκορπιστεί η τέφρα του στα ελληνικά νερά διατηρώντας αιώνια το δεσμό του με την Ελλάδα;

 

Jacques Lacarièrre (1925-2005)

Jacques Lacarièrre (1925-2005)

Ο Λακαριέρ, ο πιο Έλληνας από τους Γάλλους συγγραφείς, «εραστής των ελληνικών γραμμάτων» [2] και του πνεύματος, της αρχαίας Ελλάδας αλλά και της σύγχρονης, πέθανε σε ηλικία 79 ετών, σε νοσοκομείο του Παρισιού το Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2005. Η Ελλάδα φαίνεται να έχασε έναν από τους σημαντικότερους πρεσβευτές της, όμως η τελευταία του επιθυμία της αποτέφρωσης και του διασκορπισμού της τέφρας του στην ελληνική θάλασσα, κάλυψε το κενό της σωματικής απουσίας : ο Ζακ Λακαριέρ θα παραμείνει για πάντα στην Ελλάδα.

Γεννήθηκε στη Γαλλία, στη Λιμόζ (Limoges), στις 2 Δεκεμβρίου 1925. Ένα ταλαντούχο όσο και ανήσυχο πνεύμα, έσπρωχνε τον άνθρωπο σε μια διαρκή κίνηση, σε συστηματική αλλαγή θέσης, στην απόλυτη γνωριμία με τα αντικείμενα και τους ανθρώπους που αγάπησε, το μυστικισμό της Ανατολής, την ελληνική σκέψη, τα τοπία, την ποίηση και την καθημερινότητα. «Ο δρόμος προς τη γνώση είναι το ίδιο σημαντικός όσο και η ίδια η γνώση» [3], επαναλάμβανε πάντα ο συγγραφέας και με αυτή την πεποίθηση πορεύτηκε σε όλη του τη ζωή. Περνάει τα παιδικά του χρόνια στην Ορλεάνη και αρχίζει τις σπουδές του στη Νομική την οποία εγκαταλείπει για να αφοσιωθεί στις κλασσικές φιλολογικές και φιλοσοφικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι. Ταυτόχρονα μαθαίνει ελληνικά και ανατολικές γλώσσες (κυρίως hindi) στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών. Ανακαλύπτει τη δημοσιογραφία στην οποία αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος της πνευματικής του δύναμης ασκούμενος σε διάφορες μορφές της (χρονικογράφος, ανταποκριτής, κριτικός, κτλ) και συνεργάζεται από το 1953 με μεγάλα γαλλικά έντυπα όπως οι ημερήσιες Combat, Le Monde, Le Matin, τα εβδομαδιαία περιοδικά L’Express, le Nouvel Observateur και τα μηνιαία Realite, Geo, le Magazine Litteraire, Caravane, κ.α.

Το ταλαντούχο πνεύμα του εκφράζεται σε περισσότερα από 40 έργα : από κείμενα ταξιδιωτικών εντυπώσεων σε λογοτεχνικά και από συλλογές έργων τέχνης και φωτογραφίας σε σημαντικές μεταφράσεις ιδιαίτερα Ελλήνων συγγραφέων. Με το βιβλίο του «Κάνοντας Δρόμο: χίλια χιλιόμετρα διασχίζοντας με τα πόδια τη Γαλλία», θα καθιερωθεί ως ένας από τους καλύτερους περιηγητές και εξαίρετος περιπατητής. Όμως δεν θα αρκεστεί σ’ αυτό! Θα γίνει και δεινός περιηγητής στους δρόμους του πνεύματος! Ο Ζακ Λακαριέρ θα βραβευτεί για το έργο του από τη Γαλλική Ακαδημία το 1991 και με το Βραβείο Λογοτεχνίας «Πρίγκιπας Πέτρος του Monaco» το 1995.

Jacques Lacarièrre (1925-2005)

Jacques Lacarièrre (1925-2005)

Ένας ατελείωτος έρωτας για την Ελλάδα

 

Η αγάπη του για την Ελλάδα αρχίζει ήδη από το Λύκειο της Ορλεάνης στο οποίο φοιτά επιδεικνύοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ελληνική γλώσσα, τη μυθολογία και την ιστορία. Όταν το 1947, ως μέλος της φοιτητικής θεατρικής ομάδας της Σορβόννης, φτάνει στην Επίδαυρο εκστασιάζεται μπροστά στο θέαμα του Αρχαίου Θεάτρου και η αγάπη του για την Ελλάδα μετατρέπεται σε ένα συναρπαστικό έρωτα. Το 1952 φτάνει στην Ελλάδα και διαμένει μέχρι το 1966 κάνοντας πράξη το όνειρό του να γνωρίσει το πνεύμα, την ιστορία, την καθημερινότητα του Έλληνα. Η εμπειρία και οι γνώσεις που θα αποκτήσει θα τον οδηγήσουν στη συγγραφή και έκδοση του «Ελληνικού καλοκαιριού», το 1976, ένα βιβλίο που θα τον αναδείξει παγκοσμίως, θα συσφίξει ακόμα περισσότερο τη σχέση του με την Ελλάδα και θα μεταφέρει τα πρόσωπά της σε χιλιάδες αναγνώστες. «Ακόμα και σήμερα» γράφει ο Olivier Delcroix, «το σημαντικό αυτό έργο παραμένει σίγουρα το πιο αληθινό και το πιο εκπληκτικό πορτρέτο που μπορεί να δοθεί για την Ελλάδα μιας καθημερινότητας τεσσάρων χιλιάδων χρόνων».

«Σούρουπο στις Μυκήνες. Καρδιά ενός τοπίου ξερού προς το βοριά, που γλυκαίνει όμως προς το νότο και τον κόλπο του Άργους, σε σημείο να φαίνονται συστάδες πράσινες πριν από τη θάλασσα: στη μέση της χρυσωμένης γαλήνης της πεδιάδας, τις σειρές των καλλιεργειών, της υπομονετικιάς εργασίας που μαντεύεις στα γύρω για να σχηματιστούνε ταράτσες κι αυλάκια, η ακρόπολη αποκαλύπτεται σαν ένας προκατακλυσμιαίος βράχος, ένας πρωτόγονος μονόλιθος απομονωμένος μέσα στην ελληνική μνήμη. Μοναδική κηλίδα χρώματος πάνω στον έντονο γκρίζο βράχο μικρά κυκλάμινα στραμμένα στον ήλιο». (Το Ελληνικό καλοκαίρι, σ. 142)

Ο Λακαριέρ καλλιεργεί όλο και περισσότερο τη σχέση του με την ελληνική γλώσσα. Θα είναι ο πρώτος που θα μεταφράσει έργα των Βασιλικού, Ταχτσή, Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσου, Φραγκιά, Πρεβελάκη και πολλών άλλων για να τα κάνει γνωστά στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό της Γαλλίας. Ο ίδιος δεν διαχωρίζει τη γνώση από την καθημερινότητα, την παιδεία από τις ανθρώπινες σχέσεις, την έμπνευση από το βουητό του κόσμου. Το ένα συνδέεται με το άλλο. Το ένα συμπληρώνει το άλλο. Γράφει ο ίδιος για τη σχέση αυτή :

«Όλα τα χρόνια ανάμεσα στο 1957 και το 1963 ήταν χρόνια όπου θεμελίωνα τις ελληνικές φιλίες μου. Καθώς μιλούσα τη γλώσσα, καθώς μετέφραζα και ενεργούσα για την έκδοση στη γαλλική γλώσσα των έργων που αγαπούσα ή με ενδιέφεραν, ζούσα μια ζωή όπου δουλειά και απόλαυση είχαν γίνει συνώνυμα. Συνήθως διάλεγα για να μεταφράζω ή να δουλεύω τα καφενεία στις κάτω γειτονιές της Αθήνας, μακριά απ’ το κέντρο, προς το Θησείο ή το Μοναστηράκι. Δούλευα, εκεί, μέσα στη σπαρταριστή κίνηση της αγοράς, στις φωνές του δρόμου, στις κουβέντες των καφενείων, και όλα αυτά σταλάζανε μέσα μου μια καθημερινή, αδελφική μου Ελλάδα. (…) Στο διάστημα αυτών των χρόνων συνάντησα πολλούς συγγραφείς, πολλούς ποιητές των οποίων μετέφρασα το έργο. Και λίγο-λίγο μυόμουν στη γλώσσα, στη λογοτεχνική έκφραση της Ελλάδας, σ’ αυτή τη γλώσσα μάρτυρα της ελληνικής πραγματικότητας και της ελληνικής ταυτότητας». (Το ελληνικό καλοκαίρι, σ.297)

Η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα το 1967 θα τον υποχρεώσει να επιστρέψει στη Γαλλία. Είναι τόσο σκληρός ο αποχωρισμός από τη χώρα που αγαπάει ώστε να γραφτεί πως ο Λακαριέρ «εξορίστηκε στη Γαλλία» [4].

Η επιστροφή του στην Ελλάδα θα σηματοδοτήσει μια νέα γόνιμη περίοδο για τα ελληνικά γράμματα. Ο συγγραφέας που είχε αποφασίσει να μη γράψει τίποτα πλέον για την Ελλάδα, δεν μπορεί να κρατήσει την υπόσχεσή του. Οι γνωστικοί (1975), Οι Ένθεοι (1977), Ο Ηνίοχος (1982), Συγγραφική πορεία : Από το ημερολόγιο ενός φιλέλληνα (1992), Με τα φτερά του Ικάρου (1995), Τα παιδικά χρόνια του Ικάρου και άλλα ποιήματα (1997), για να σημειώσουμε μερικά από τα σημαντικότερα έργα του.

Το 2001 ένα «περίεργο» Λεξικό τυπώνεται και κυκλοφορεί : «Ερωτικό Λεξικό της Ελλάδας» (ελληνική έκδοση 2002) (Dictionnaire amoureux de la Grece). Σε συνέντευξη που παραχωρεί στο γαλλικό περιοδικό «Lire», ο Ζακ Λακαριέρ θα πει πως πρόκειται «για ένα μεγάλο γράμμα αγάπης για την Ελλάδα» [5]. Ο Β. Βασιλικός θα γράψει πως «σαράντα χρόνια μετά το Ελληνικό Καλοκαίρι, έχουμε τώρα το Λεξικό, που κατ’ αλφαβητική σειρά παρουσιάζει σε σύντομα περιεκτικά κείμενα, τις «αγάπες» του Λακαριέρ για τη χώρα μας… Στο δύσπιστο ξένο, που αναρωτιέται συχνά τι σχέση έχει η αρχαία με τη νέα Ελλάδα, στις άδικες περιγραφές των περιηγητών του 19ου αιώνα που τόνιζαν αυτό το χάσμα, ο Λακαριέρ έρχεται να δώσει τη δική του ερμηνεία, με τον πιο έξυπνο τρόπο, πως τέτοιο χάσμα δεν υπήρξε ποτέ» [6].

Το 2003 θα παρουσιάσει τέλος, ακόμα ένα ταξίδι στη ματωμένη Κύπρο. Στο «Λευκωσία : η νεκρή ζώνη» παρά τη συγκινησιακή φόρτιση, ο Λακαριέρ θα μεταφέρει μια εικόνα του διαμελισμού της πόλης και του νησιού, απόλυτα αντικειμενική.

Ο θάνατος ενός μεγάλου ανθρώπου των γραμμάτων και φιλέλληνα αποτελεί μια οδυνηρή απώλεια για τη χώρα και την ελληνική κοινωνία. Όμως, ο Ζακ Λακαριέρ θέλησε να μείνει για πάντα στην Ελλάδα. Την τέφρα του αγκάλιασαν τα ελληνικά νερά όπως ο ίδιος επιθυμούσε. Ίσως το μεγαλύτερο ευχαριστώ που θα μπορούσε να πει κανείς να είναι η υπενθύμιση σε όλους μας των λόγων του για την ελληνική γλώσσα, όταν στην ερώτηση «Ο δρόμος για τα ελληνικά, είναι λοιπόν ακόμα προσβάσιμος;» [7], ο Ζακ Λακαριέρ απάντησε :

«Ναι, αλλά δεν τον διευκολύνουν πλέον. Το να μαθαίνεις ελληνικά πριν τον πόλεμο, ήταν πολύ απλό, περίπου ένας μαθητής στους δυο μάθαινε αφού δεν υπήρχαν παρά δυο προσανατολισμοί. Μεγάλωσα σε μια οικογένεια στην οποία δεν υπήρχε ούτε ένα βιβλίο, ο πατέρας μου ήταν λογιστής και η μητέρα μου μοδίστρα. Το ότι έμαθα ελληνικά και λατινικά είναι θαύμα, αλλά την εποχή εκείνη ήταν ακόμα δυνατό: εάν ένας μαθητής αγαπούσε τα γράμματα, μπορούσε να τα μάθει, πράγμα που προϋπόθετε τη γνώση ελληνικών και λατινικών. Στην εποχή μας ούτε η κοινωνία, ούτε και οι οικογένειες δε διευκολύνουν αυτό τον προσανατολισμό, γι’ αυτό θα πρέπει να αγωνιστείς. Εξακολουθώ δε να πιστεύω πως οι δυο πυλώνες της δημιουργίας της προσωπικότητας στο επίπεδο της κατανόησης του Κόσμου είναι τα μαθηματικά και τα αρχαία ελληνικά τα οποία, αντίθετα με ότι πιστεύουμε, είναι απολύτως αδιαχώριστα. (…) Στις μέρες μας, είναι σαφές πως η ελληνική γλώσσα διδάσκεται : αλλά εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία, είναι να γνωρίζουμε ποια θα είναι η θέση που της επιφυλάσσουμε και δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως θα πρέπει να αγωνιστούμε γι’ αυτό».

 

Γεώργιος Κόνδης

 

* Αφιέρωμα μνήμης στη ζωή και το έργο του μεγάλου Γάλλου ελληνιστή Jacques Lacarriere, οργανώνει και θα πραγματοποιήσει ο δήμος Ναυπλιέων και ο Δημοτικός Οργανισμός Πολιτισμού το Σάββατο 20 Φεβρουαρίου, στις 7:30 το βράδυ στην αίθουσα του Βουλευτικό, στο Ναύπλιο.

Την παρουσίαση της εκδήλωσης θα κάνει ο Γεώργιος Κόνδης και η Βίκυ Σωτηροπούλου, ενώ θα ακολουθήσει μουσικό αφιέρωμα με την Τυνήσια τραγουδίστρια Lamia Bedioui και τη συνοδεία της Caroline Page στο πιάνο και του Γιώργου Θεοδωράκου στο κοντραμπάσο.

Θα παρουσιαστούν μια σειρά από γνωστά κι αγαπημένα Γαλλικά τραγούδια της Edith Piaf, του Charles Aznavour, του Georges Brassens, του Jacques Brel, της Mistinguett του Enrico Ma, που θα ταξιδέψουν το κοινό σε μια άλλη νοσταλγική εποχή στο Παρίσι, την περίοδο 1930 – 1960.

Υποσημειώσεις


1 « Le pays des buveurs d’Histoire », Βιβλιοπαρουσίαση στο περιοδικό L’ Express (Livres), 21 Σεπτεμβρίου 2005.

2 Τίνα Βαλαούρα , «Έφυγε ο φιλέλληνας Ζακ Λακαριέρ», Αφιέρωμα στην ΕΡΤ, 20 Σεπτεμβρίου 2005.

3 Olivier Delcroix, «Jacques Lacarriere, a ciel ouvert», εφημερίδα Le Figaro, Culture et Spectacles, 19 Σεπτεμβρίου 2005.

4 Renaud Donnedieu de Vabres, Hommage a Jacques Lacarriere, 19 Σεπτεμβρίου 2005 : «Exile en France, ce marathonien semble apprecier son pays en patrie neuve et a la marche ».

5 Alexie Lorca, Questions a…Jacques Lacarriere, Ιούνιος 2001.

6 «Λεξικό αγάπης», εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», 17 Απριλίου 2001.

7 Συνέντευξη στους Francois CRIQUI και Marc PAQUIEN. στο “Idees”, Μάιος 1999.

Read Full Post »

Older Posts »