Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Γκούρας Ιωάννης’

Λιδωρίκη ΑσήμωNicolas Louis François Gosse (1787-1878)


 

 Προσωπογραφίες

Λιδωρίκη Ασήμω (Γκούρενα) – Η μάχη της Ακρόπολης, 1827, Nicolas Louis François Gosse (1787-1878). Λάδι σε μουσαμά, 40 χ 27,5 εκ., Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Στο έργο απεικονίζεται η Ασήμω Λιδωρίκη, σύζυγος του Ιωάννη Γκούρα, η «Κυρά του Κάστρου της Ακρόπολης» η οποία μετά τον θάνατο του συζύγου της αντιστάθηκε γενναία κατά την πολιορκία του ιερού βράχου από τις οθωμα­νικές δυνάμεις του Κιουταχή το 1827. Συνεχίζοντας την παράδοση των γυναικών του Σουλίου, της Μόσχως Τζαβέλαινας, της Δέσπως Μπότσαρη, των γυναικών του Μεσολογγίου, η Ασήμω απεικονίζεται στα ερείπια του αρχαίου ναού, έχοντας το ένα χέρι λαβωμένο και κρατώντας με το άλλο το σπαθί, να πατά πάνω στο λάβαρο με την ημισέληνο που κρατά ο σκοτωμένος Τούρκος.

 

Η μάχη της Ακρόπολης, 1827, Λιδωρίκη Ασήμω (Γκούρενα). Nicolas Louis François Gosse (1787-1878) - Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Η μάχη της Ακρόπολης, 1827, Λιδωρίκη Ασήμω (Γκούρενα). Nicolas Louis François Gosse (1787-1878) – Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Η πολιορκία της Ακρόπολης από τους Τούρκους και η πεισματική από­φαση των Ελλήνων να την υπερασπισθούν έως εσχάτων ήταν από τα γεγονότα της Επανάστασης που αναζωπύρωσαν το φιλελληνικό ενδιαφέρον μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου και ιδιαιτέρως των γάλλων καλλιτεχνών.

Η ολοένα διογκούμενη απαίτηση των φιλελεύθερων διανοουμένων στη Γαλλία, στα χρόνια 1825-1826, για μεγαλύτερη παρέμβαση υπέρ των Ελλήνων, η οποία συμβάδιζε με τις πεποιθήσεις της αντιπολιτευόμενης παράταξης στο συντηρητικό καθε­στώς των φανατικών Βασιλοφρόνων, συνετέλεσε στην ανάπτυξη μιας φιλελληνι­κής ρητορικής τόσο στην πολιτική όσο και στην ποίηση και τις τέχνες.

Ο Nicolas Gosse ζωγράφος ιστορικών σκηνών και ευαίσθητος στα γεγονότα της εποχής του, όπως αποδεικνύεται και από τις μετέπειτα θεματικές προτιμήσεις του επιλέγει τη συγκεκριμένη εικόνα από την πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών για να εκφράσει το κοινό αίσθημα κάθε σκεπτόμενου πολίτη, την προ­σωπική δύναμη του καθενός για τη διαμόρφωση του κοινού πεπρωμένου. Η Ασήμω στέκει αγέρωχη και ατρόμητη καταπατώντας τα σύμβολα του εχθρού μέσα στον αρχαίο ναό, που έμελλε αργότερα να γίνει ο τάφος της.

Ο Gosse αποδε­χόμενος τις αντιλήψεις της εποχής του που θριάμβευσαν μέσα στο πνεύμα του ρομαντισμού, απεικονίζει την Ασήμω ως μια αλληγορία της αγωνιζόμενης Ελλάδας, όμοια με την Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου του Delacroix του 1826 ή νωρίτερα ακόμη με την Αφύπνιση της Ελλάδας του Ange-René Ravault (1766-1845) του 1822. Δεν είναι αυτό καθεαυτό το ιστορικό γεγονός που ενδια­φέρει τον Gosse, το οποίο απλώς υποδηλώνεται με μια σκηνή μάχης στο βάθος δεξιά του πίνακα, όσο η ίδια η θριαμβευτική παρουσία της γυναίκας με το λαμπερό κόκκινο της φούστας που προβάλλει εμπρός στους κίονες του αρχαί­ου ναού και το σπαθί που κρατά στο χέρι να κυριαρχεί στην παράσταση, προ­δικάζοντας τις διαθέσεις της.

Έστω και λαβωμένη, καταπατά τα σύμβολα μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας που σέρνεται ηττημένη στα πόδια της. Έτσι η Ασήμω γίνεται το σύμβολο των αγώνων του λαού αναπόσπαστο κομμάτι του αρχαίου μνημείου, φορέας του διαχρονικού μηνύματος για ελευθερία, ιδανικό του αρχαί­ου ελληνικού κόσμου που ενσαρκώνει. Φαίνεται ότι το έργο είχε μεγάλη απήχηση στο κοινό, όπως αποδεικνύ­ει και η μεταφορά του σε χαρακτικό που ένα αντίτυπο του διασώζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Read Full Post »

Γκούρας Ιωάννης (Παρνασσίδα, 1791 – Αθήνα, 1826)


 

Γκούρας Γιάννης

Αγωνιστής του 1821. Συγγενής του αρματολού (γέρο) Πανουργιά, από τον οποίο είναι πιθανό ότι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, είχε υπηρετήσει πριν από την Επανάσταση στο αρματολίκι του Οδυσσέα Ανδρούτσου και είχε ανα­λάβει κατά την προετοιμασία του Αγώνα δύσκολες αποστολές. Με την έκρηξη της Επανάστασης ο Γκούρας στρατολόγησε 700 περί­που άνδρες από την περιοχή της Παρνασσίδας και στις 23 Μαρτίου 1821, ύστερα από επιστολή του Ανδρούτσου προς τους Γαλαξιδιώτες, συναντήθηκε μαζί του. Στις 27 Μαρ­τίου με τον Πανουργιά και με οπλαρ­χηγούς των Γαλαξιδιωτών βάδισαν εναντίον της Άμφισσας (Σάλωνα), που την κατέλαβαν ύστερα από τε­τράωρο αγώνα.

Στις 8 Μαΐου ο Γκούρας πολέμησε στο πλευρό του Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς και μετά την επιτυχία των Ελλήνων κατευθύνθηκε, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, προς την Υπάτη (Πατρατζίκι), που η κατάληψή της θεω­ρήθηκε αναγκαία για την ανατροπή των τουρκικών σχεδίων. Στη θέση Αετός, κοντά στο χωριό Καστανιά, περικυκλώθηκε από τους Τούρκους και ύστερα από σκληρή μάχη κατόρ­θωσε να διαφύγει και συνέχισε την παρενοχλητική του δράση εναντίον των δυνάμεων του Ομέρ Βρυώνη. Στις 26 Αυγούστου ο Γκούρας βρισκόταν στα Βασιλικά, όπου είχε σπεύσει για να ανακόψει την προ­έλαση των Τούρκων του Μπεϋράν πασά προς τη Βοιωτία και την Πελο­πόννησο, και στη μάχη που ακολού­θησε διακρίθηκε για τη στρατηγική του ικανότητα και την ανδρεία του.

Σύμφωνα με επιστολή του Ανδρού­τσου προς τους Μεσολογγίτες, στη μάχη αυτή «ο Γκούρας ξεσπαθώντας και μεθώντας από τον πόλεμο, το θρήνος οπού έκαμεν τις διηγήσεται». Αμέσως ύστερα σχεδίασε με τον Ανδρούτσο και το (γέρο) Δυοβουνιώτη εκστρατεία εναντίον της Υπάτης, που όμως ματαιώθηκε. Τρεις μήνες αργότερα ο Γκούρας πήρε μέρος στη συνέλευση των Σαλώνων, (15 Νοεμβρ. 1821), από την οποία προήλθε η «Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος», που είχε συνταχθεί από το Θεόδω­ρο Νέγρη. Κατά τη σύγκρουση του Οδυσσέα Ανδρούτσου με τον «Άρειο Πάγο» που ελεγχόταν από το Νέγρη, ο Γκούρας αρνήθηκε να αντικαταστήσει τον Ανδρούτσο στην ηγεσία των στρατευμάτων της Λιβα­δειάς, όπως του πρότεινε ο Φαναριώτης πολιτικός.

Όταν ο επικη­ρυγμένος Ανδρούτσος αμνηστεύτηκε, διόρισε τον Γκούρα (Αύγ. 1822) φρούραρχο της Ακρόπολης των Αθηνών και στη θέση αυτή έμει­νε, με ελάχιστα διαλείμματα, ως το 1824. Κατά το διάστημα αυτό η στά­ση του απέναντι στους Αθηναίους υπήρξε αυταρχική και τυραννική: στην προσπάθειά του να επιβληθεί συνέλαβε και φυλάκισε προκρίτους και άλλους κατοίκους, που αντιδρού­σαν στα σχέδια του, και στις 23 Ιου­νίου 1823 διέταξε τη θανάτωση του προκρίτου Νικολάου Σαρρή, που είχε αντισταθεί στις βιαιότητες των στρατιωτών του Γκούρα.

Στη διάρκεια του εμφύλιου πολέ­μου ο Γκούρας εντάχθηκε στην παράταξη του Κουντουριώτη και του Κωλέττη, και στις 23 Νοεμβρίου 1824, ύστερα από πρόσκλησή τους, εισέβαλε στην Πελοπόννησο  επικεφαλής ρουμελιώτικων στρατευμάτων για να κτυπήσει τους «αντικυβερνητικούς».

Ο ικανός στρατιωτικός ηγέτης, που στις αρχές Ιουλίου 1824 είχε κατα­τροπωθεί τους Τούρκους του Ομέρ πασά της Καρύστου στο Μαραθώνα, στρεφόταν τώρα εναντίον παλαιών συμπολεμιστών του, λεηλατούσε [είχε σωρεύσει τεράστια περιουσία, όχι μόνο από τη λαφυραγωγία, αλλά και από κάθε διαθέσιμη πηγή] στο πέρασμά του τα χωριά και ταπεί­νωνε πολιτικούς του αντιπάλους, που αναζητούσαν καταφύγιο στη δυτική Στερεά Ελλάδα. Μετά την εξουδετέρωση των αντι­πάλων της η κυβέρνηση Κουντου­ριώτη διόρισε τον Γκούρα (20 Φεβρουαρίου 1825) αρχηγό «των στρατοπέδων της Ανατολικής Ελλάδος» παραγκωνίζοντας οριστικά τον Ανδρούτσο, που είχε κατηγορηθεί για συνεννοή­σεις με τους Τούρκους, και συγκε­κριμένα για «συμφωνία» με τον Ομέρ πασά.

Ο Γκούρας με διαταγή της κυβέρνησης του Ναυπλίου, βάδισε τότε εναντίον του Οδυσσέα, που αφού αντιστάθηκε, αναγκάστηκε τελικά να παραδοθεί στο παλιό πρωτοπαλί­καρό του. Ο Γκούρας τον έστειλε στην Αθήνα με συνοδεία και στις 5 Ιουνίου με διαταγή του προς τον οπλαρχηγό του Ιωάννη Μαμούρη και δυο ακόμη άνδρες, ο Ανδρού­τσος, που είχε φυλακιστεί στον Πύρ­γο (Γουλά) δεξιά στην είσοδο των Προπυλαίων, θανατώθηκε. Για να θεωρηθεί μάλιστα ότι σκοτώθηκε στην προσπάθειά του να δραπετεύ­σει, ρίχτηκε στο λιθόστρωτο του να­ού της Απτέρου Νίκης.

Κατά την τελευταία φάση της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογ­γίου (1825 – 26), ο Γκούρας κατόρ­θωσε να ανακόψει προσωρινά την προέλαση τουρκικών στρατευμάτων από την ανατολική Στερεά στην Πελοπόννησο. Αποσύρθηκε κατόπιν στην Αθήνα και ενώ είχε την ευθύνη για την άμυνα ολόκληρης της Αττι­κής προτίμησε να κλειστεί στην Ακρόπολη, πιστεύοντας στην καίρια σημασία της θέσης για την εξέλιξη του Αγώνα.

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ακρόπολης από τον Κιουταχή, τη νύκτα της 30ής Σε­πτεμβρίου προς την 1η Οκτωβρίου 1826, ο Γκούρας σκοτώθηκε και κη­δεύτηκε την επομένη από τους άν­δρες του μπροστά στον Παρθενώνα. [Στις 12 Ιανουαρίου 1827 τουρκικές βόμβες έπεσαν πάνω στη σκεπή του Ερεχθείου, η οποία κατέρρευσε και καταπλάκωσε την οικογένεια Γκούρα. Νεκρές ανασύρθηκαν η Ασήμω  σύζυγος του Γκούρα,  η αδελφή της Κάρμαινα με τα τρία παιδιά της, μία ανεψιά του Γκούρα και μία υπηρέτρια].

 

Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

Read Full Post »