Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εθνική Πινακοθήκη’

Έκθεση: «Άρωμα Γυναίκας στη Νεοελληνική Ζωγραφική». Εθνική Πινακοθήκη – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Ναύπλιο.   


 

Είκοσι εννέα εξαίρετοι πίνακες της νεοελληνικής ζωγραφικής, από τις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης και του Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη, παρουσιάζονται στην έκθεση, με σκοπό να προβάλουν την εικόνα της γυναίκας μέσα από αντιπροσωπευτικές προσωπογραφίες και ηθογραφικές σκηνές. Έργα των σημαντικότερων Ελλήνων ζωγράφων υψώνουν έναν ύμνο στη γυναίκα, ενώ παράλληλα μας μιλούν έμμεσα για τη θέση της μέσα στην ελληνική κοινωνία.

 

Άρωμα Γυναίκας στη Νεοελληνική Ζωγραφική

 

Στην έκθεση παρουσιάζονται έργα των ζωγράφων: Αριστείδη Οικονόμου, Γεώργιου Άβλιχου, Νικηφόρου Λύτρα, Νικολάου Γύζη, Γεώργιου Ιακωβίδη, Θεόδωρου Ράλλη, Iάκωβου Ρίζου, Παύλου Μαθιόπουλου, Περικλή Βυζάντιου, Θάλειας Φλωρά – Καραβία, Σοφίας Λασκαρίδου, Νικόλαου Λύτρα, Κωνσταντίνου Παρθένη, Γιάννη Μόραλη και πολλών άλλων καλλιτεχνών.

Επιμέλεια έκθεσης: Λαμπρινή Καρακούρτη-Ορφανοπούλου.

Διάρκεια: 21 Ιουνίου 2019  –  21 Μαρτίου 2020.

Διεύθυνση: Σιδηράς Μεραρχίας 23, Ναύπλιο – Τηλ.27520 21915, 21935.

 

Η επιμελήτρια της έκθεσης Λαμπρινή Καρακούρτη-Ορφανοπούλου (Επιμελήτρια Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου, Υπεύθυνη Παραρτήματος της ΕΠΜΑΣ στο Ναύπλιο) γράφει για την έκθεση:

 

«Η έκθεση Άρωµα Γυναίκας στην Ελληνική Ζωγραφική παρουσιάζει την εικόνα της γυναίκας στη νεοελληνική τέχνη, µέσα από έργα Ελλήνων ζωγράφων του 19ου και του 20ού αιώνα που ανήκουν στις συλλογές της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου. Έργα που δίνουν στον επισκέπτη τη δυνατότητα να δει τις εκφάνσεις της νεοελληνικής τέχνης, μέσω της οποίας αναδεικνύεται η εικόνα της γυναίκας και ο κόσμος της.

Από τα πρώτα µετεπαναστατικά χρόνια, σε μια κοινωνία που επείγεται να ορίσει, να μορφοποιήσει και να προβάλει την ταυτότητά της, η προσωπογραφία ήταν προορισμένη να διαδραματίσει ρόλο καθοριστικό. Αποτελεί το βασικό µέσο για τη νοµιµοποίηση της κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας, τόσο των προσώπων όσο και των αξιών που αντιπροσωπεύουν.

Οι καλλιτέχνες Ανδρέας Κριεζής (1813-1877), ∆ιονύσιος Τσόκος (1820-1862) και Θεόδωρος Βρυζάκης (1819-1878) φιλοτεχνούν έργα που απεικονίζουν Ελληνίδες ντυμένες με περίτεχνες και καταστόλιστες εθνικές φορεσιές, τονίζοντας µε αυτόν τον τρόπο την εθνική τους ταυτότητα. Γρήγορα όµως τα πολύµορφα ευρωπαϊκά ενδύµατα κατακτούν τη νεοσύστατη ελληνική αστική κοινωνία και παραµερίζουν την εθνική παραδοσιακή φορεσιά.

Η ίδρυση του Σχολείου των Τεχνών το 1836 και η λειτουργία του Πανεπιστημίου το 1837, συμβάλλουν στην πνευματική ανάπτυξη της µικρής Ελλάδας και η τέχνη καλείται να αισθητοποιήσει τις φιλοδοξίες τής, υπό διαµόρφωση, αστικής τάξης. Στις προσωπογραφίες αυτές της πρώιµης αστικής κοινωνίας, η ενδυµασία αποτελεί µια σιωπηλή γλώσσα που αποκαλύπτει πολλά, όχι µόνο για τη γυναίκα που τη φοράει, αλλά και για το κοινωνικό σύνολο και το πολιτισµικό περιβάλλον στο οποίο ζει. Αυτό οδηγεί τους ζωγράφους να απεικονίζουν τις γυναίκες µε ωραίες πολυτελείς ενδυµασίες, περίτεχνα κοσµήµατα – αναπόσπαστα εξαρτήµατα της ενδυµασίας τους –, περιποιηµένη κόµµωση, επιδιώκοντας να τονίσουν την προσωπική και κοινωνική ταυτότητα των γυναικών προσδίνοντάς τους συγχρόνως κύρος και επίσηµο χαρακτήρα.

Οι ζωγράφοι Γεώργιος Μαργαρίτης (1814-1884), Αριστείδης Οικονόµου (1823-1887), Νικόλαος Κουνελάκης (1829-1869), Ιωάννης ∆ούκας (1841-1916), Γεώργιος Άβλιχος (1842-1909) µας δίνουν ενδιαφέρουσες εξιδανικευµένες προσωπογραφίες γυναικών, άλλοτε σύµφωνα µε το πνεύµα του κλασικισµού και άλλοτε σύµφωνα µε το πνεύµα του ροµαντισµού.

Από το δεύτερο µισό του 19ου αιώνα, οι κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες του αστικού εκσυγχρονισµού έχουν επίδραση στη θέση και τον κοινωνικό ρόλο της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία, στοιχείο που αναδεικνύεται και στην ελληνική τέχνη. Υπέροχα πορτρέτα της αστικής τάξης και των οικείων προσώπων των καλλιτεχνών μας δίνουν την εικόνα της μεγαλοαστής της εποχής του Χαρίλαου Τρικούπη σε όλο το μεγαλείο της.

 

Nικηφόρος Λύτρας (Πύργος Τήνου 1832 – Αθήνα 1904)
Αναμονή, π. 1895 – 1900
Λάδι σε μουσαμά, 68 x 50 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Κληροδότημα Απόστολου Χατζηαργύρη
Αρ. έργου 69.

 

Οι τρεις κορυφαίοι εκπρόσωποι της Σχολής του Μονάχου, ο Νικηφόρος Λύτρας (1832-1904), ο Νικόλαος Γύζης (1842-1901) και ο Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1932), θα οδηγήσουν την τέχνη της προσωπογραφίας στην πλήρη ωριμότητά της και θα τιμήσουν το είδος με μερικά αριστουργήματα. Θα διακριθούν ιδιαίτερα όμως στην ηθογραφία, που κυριαρχεί µετά το 1870, αναδεικνύοντας τον ιδιωτικό κόσµο της γυναίκας, όπου απεικονίζεται ως παιδίσκη, ως έφηβη, ως µητέρα. ∆εν παρουσιάζουν την πραγµατική εικόνα της Ελληνίδας κόρης, µητέρας-συζύγου, αλλά απεικονίζουν τα ήθη και έθιµα, την καθηµερινή ζωή της, µέσα στον ιδιωτικό της χώρο, µε σκοπό να συγκινήσουν και να ψυχαγωγήσουν τη νέα αστική τάξη, που είναι και η κύρια πελατεία τους.

 

Γεώργιος Ιακωβίδης (Χύδηρα Λέσβου1853- Αθήνα 1932)
Το γράμμα, 1916
Λάδι σε μουσαμά, 41 x 31 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Δωρεά Αργύρη Χατζηαργύρη
Αρ. έργου 1799

 

Στα ηθογραφικά έργα του Νικόλαου Γύζη (1842-1901) µε τίτλους Κου-κου και Ψυχοµάνα, τα οποία παρουσιάζονται στην έκθεση, προβάλλεται η γυναίκα-µητέρα ως πρότυπο αφοσίωσης και τονίζεται ο καθοριστικός της ρόλος στην ανατροφή των παιδιών. Στο έργο Κου-κου, που απεικονίζει την οικογένεια του καλλιτέχνη, αποτυπώνεται η σχέση µητέρας και παιδιού µέσα σε ατµόσφαιρα ευτυχίας, ενώ στο έργο Ψυχοµάνα τονίζεται η φιλάνθρωπη προθυµία µιας νεαρής µητέρας να βοηθήσει στην επιβίωση του ορφανού παιδιού. Πρόκειται για συνθέσεις συγκινησιακά φορτισµένες, στις οποίες ο Γύζης υµνεί την Ελληνίδα µάνα και παράλληλα αποδίδει εξαιρετικά τα πορτρέτα των προσώπων που συµµετέχουν στις σκηνές, αναπτύσσοντας τις καθαρά πλαστικές δυνατότητές του στο σχέδιο, το χρώµα και στη λειτουργία του φωτός.

 

Nικόλαος Γύζης ( Σκλαβοχώρι Τήνου 1842 – Μόναχο 1901)
Κου κου, 1882
Λάδι σε μουσαμά, 100 x 75 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Δωρεά Ανωνύμου στη μνήμη Δ. Τζιρακοπούλου
Αρ. έργου 3411.
Στο έργο Κου-κου, που απεικονίζει την οικογένεια του καλλιτέχνη, αποτυπώνεται η σχέση µητέρας και παιδιού µέσα σε ατµόσφαιρα ευτυχίας.

 

Στα τέλη του 19ου αιώνα αρκετοί καλλιτέχνες υπερβαίνουν τη φυσιοκρατική µορφολογική απόδοση και κινούνται στον χώρο των ιδεών και των συµβόλων. Ο Νικόλαος Γύζης (1842-1901) επηρεασµένος από τους ιδεαλιστές ζωγράφους του 19ου αιώνα, δηµιουργεί γυναικείες µορφές και τις συνδέει µε την αλληγορία µιας αφηρηµένης έννοιας. Χαρακτηριστικό έργο του είναι Οι ελευθέριες τέχνες µε τα πνεύµατά τους, στο οποίο εικονίζεται µια φτερωτή γυναικεία µορφή, η Μουσική, η µητέρα όλων των Τεχνών. Κρατάει λύρα, υψώνει θριαµβευτικά το δεξί της χέρι και συνοδεύεται από τα πνεύµατα των Τεχνών, τους µικρούς ερωτιδείς. Η σύνδεση της γυναικείας µορφής µε κάποιο µουσικό όργανο θα αποτελέσει αγαπηµένο µοτίβο αρκετών ιδεαλιστών καλλιτεχνών.

 

Νικόλαος Γύζης – «Ψυχομάνα».
Στο έργο Ψυχοµάνα τονίζεται η φιλάνθρωπη προθυµία µιας νεαρής µητέρας να βοηθήσει στην επιβίωση του ορφανού παιδιού.

 

Προς τα τέλη του 19ου αιώνα, ο Ιάκωβος Ρίζος (1849-1926) και ο Παύλος Μαθιόπουλος (1876-1956) απεικονίζουν κοµψές γυναίκες της αθηναϊκής κοινωνίας σύμφωνα με το ύφος και την αισθητική της belle époque.

 

Μαθιόπουλος Παύλος (Αθήνα 1876 – Αθήνα 1956), «Καθιστή γυναίκα». Παστέλ σε χαρτόνι, 90×68 εκ. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Συλλογή Ιδρύματος Ε. Κουτλίδη.

 

Η γυναίκα από τα τέλη του 19ου αιώνα, µέσω της πνευµατικής της χειραφέτησης, επαναπροσδιορίζει τη θέση της µέσα στην οικογένεια και στην κοινωνία, µε αδιάψευστο µάρτυρα την ίδια την τέχνη, που απεικονίζει την εικόνα της “Νέας Γυναίκας”. Τα πορτρέτα λόγιων γυναικών, αλλά και ηθοποιών αποτελούν ένα ευδιάκριτο γυναικείο θεµατικό σύνολο στη ζωγραφική παραγωγή των καλλιτεχνών, προβάλλοντας τον ρόλο της γυναίκας-δηµιουργού. Η Σοφία Λασκαρίδου και η Θάλεια Φλωρά-Καραβία αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα Ελληνίδων καλλιτεχνών, που είχαν την τύχη να γεννηθούν και να ανατραφούν σε οικογένειες µε αντισυµβατικές για τα δεδοµένα αντιλήψεις. Αντιπροσωπευτικό έργο της ενότητας αυτής, αποτελεί το πορτρέτο της Ηθοποιού Κυβέλης από τη Θάλεια Φλωρά-Καραβία (1871-1960).

 

Θάλεια Φλωρά Καραβία (Σιάτιστα 1871 – Αθήνα 1960)
Η ηθοποιός Κυβέλη, 1931
Λάδι σε μουσαμά, 139 x 104 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Δωρεά των κληρονόμων της Κυβέλης
Αρ. έργου 5583.

 

Στις αρχές του 20ού αιώνα στη νεοελληνική τέχνη, οι ανανεωτικές τάσεις που είχαν αρχίσει να διαµορφώνονται από τα τέλη του 19ου αιώνα, είχαν προετοιµάσει το κοινό να δεχτεί ακόµα πιο πρωτοπόρες τεχνοτροπίες. Ταυτόχρονα, η βαθµιαία αστικοποίηση του κράτους, σε συνδυασµό µε την εµφάνιση του Ελευθέριου Βενιζέλου στην πολιτική ζωή, θερµού υποστηριχτή των νέων καλλιτεχνικών ρευµάτων, εδραιώνει το καινούριο πνεύµα στην ελληνική ζωγραφική. Η υποχώρηση της φυσιοκρατικής περιγραφής και η αναζήτηση της ατοµικότητας µε την κυριαρχία της δηµιουργικής χειρονοµίας του ζωγράφου είναι ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του µοντερνισµού.

Εξαίρετο γυναικείο πορτρέτο, στο οποίο ενσωµατώνονται τα µηνύµατα του ευρωπαϊκού µοντερνισµού και η αναζήτηση της ατοµικής αλήθειας αποτελεί η Προσωπογραφία δίδος Μ. Χορς του Νικόλαου Λύτρα (1883-1927), µία από τις ωραιότερες προσωπογραφίες της µοντέρνας τέχνης, προβάλλοντας και τονίζοντας την εικόνα της “Νέας Γυναίκας”, που µε θαρραλέο βλέµµα και µε αυτοπεποίθηση κοιτά τον θεατή.

 

Νίκος Λύτρας (Αθήνα 1883 – Αθήνα 1927)
Προσωπογραφία δίδος Μ. Χορς, π. 1916 – 1917
Λάδι σε μουσαμά, 110 x 84 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου
Αρ. έργου 496.

 

Την περίοδο του Μεσοπολέµου η ζωγραφική γίνεται ανθρωποκεντρική και οι Έλληνες καλλιτέχνες µετά τα µεγάλα ηθικά, κοινωνικά και οικονοµικά προβλήµατα που δηµιούργησε η Μικρασιατική Καταστροφή, αναζητούν στην παράδοση αξίες που γίνονται πρότυπα. Σε αυτήν την παράδοση ψάχνουν να διατηρήσουν την αυθεντικότητά τους, την “ελληνικότητά” τους, συµπαρατάσσοντας ή διαχωρίζοντας στοιχεία από τη σύγχρονη ευρωπαϊκή τέχνη. Απεικονίζουν τη γυναίκα µε µια πολυφωνία εκφραστικών τρόπων, σύµφωνα µε τα πρότυπα του µοντερνισµού και µε χαρακτηριστικά που έρχονται σε αντίθεση µε εκείνα των γυναικών του 19ου αιώνα.

Ο Κωνσταντίνος Παρθένης (1878-1967), µία από τις σηµαντικές µορφές της ελληνικής τέχνης του 20ού αιώνα, µας έδωσε µε πρωτότυπες εικαστικές µορφές τις κυρίαρχες ιδεολογικές αναζητήσεις της κοινωνίας. Μετά το 1920 έγινε ο “επίσηµος” προσωπογράφος της ανερχόµενης εύπορης προοδευτικής κοινωνίας της Αθήνας. Το Πορτρέτο της Αριστοβούλης Λοπρέστη, µε το οποίο συµµετείχε στη διεθνή έκθεση της Βενετίας, στην Μπιενάλε (1934), αποτελεί προσπάθεια διείσδυσης στα βάθη της ψυχής της απεικονιζόµενης, την οποία πετυχαίνει µε την τρυφερή µατιά και τη συγκέντρωση στο ουσιώδες.

Αντιπροσωπευτικό έργο αυτής της περιόδου είναι και η Προσωπογραφία της Φρόσως Σκουµπουρδή, του Περικλή Βυζάντιου (1893-1972), που απεικονίζει τη γυναίκα σε πλάγια στάση, κοντά µαλλιά, απλό ντύσιµο, αγέρωχη στάση, να κρατά βιβλίο – στοιχείο πνευµατικής χειραφέτησης– και να κοιτά τον θεατή γεµάτη αυτοπεποίθηση, χωρίς καµία συστολή. Αλλά και η Αυτοπροσωπογραφία της Αγλαΐας Παπά (1904-1984) αποτελεί µια εικόνα της γυναίκας δηµιουργού την περίοδο του αστικού εκσυγχρονισµού του Μεσοπολέµου, στην οποία η ζωγράφος προσπάθησε να διεισδύσει στις εσωτερικές πτυχές της προσωπικότητάς της µέσω µιας δυναµικής σύνθεσης.

Στην έκθεση παρουσιάζονται επίσης έργα των Νίκου Νικολάου (1909-1986), Γιώργου Σικελιώτη (1917-1984), Γιάννη Τσαρούχη (1910-1989), Γιάννη Μόραλη (1916-2009), Γιώργου Μαυροΐδη (1912-2003), ζωγράφων που επηρέασαν τη µεταπολεµική αισθητική της Ελλάδας.

Η ελληνοκεντρική ιδεολογία της Γενιάς του Τριάντα άφησε βαθιά τη σφραγίδα της στη νεοελληνική τέχνη, επηρεάζοντας πολλούς νεότερους επιγόνους, όπως οι Αλέκος Φασιανός (1935) και Βασίλης Σπεράντζας (1938) που αποδίδουν τη γυναίκα με μια ιδιαίτερη μορφοπλαστική γλώσσα, με έναν προσωπικό συμβολισμό. Αλλά και ο Δημήτρης Μυταράς (1934 -2017) μεταμορφώνει με πρωτόγνωρη ζωντάνια τις θεατρικές γυναικείες μορφές του, που προκαλούν την εντύπωση της γυναίκας των ονείρων μας.

Οι αφαιρετικές τάσεις και οι πρωτοποριακές αναζητήσεις των πιο τολμηρών καλλιτεχνών δεν καταφέρνουν να εκτοπίσουν την παραστατική ζωγραφική που επιβιώνει ανανεωμένη και πολύμορφη τη δεκαετία του ’70. Οι καλλιτέχνες Χρίστος Καράς (1930), Σαράντης Καραβούζης (1938-2011) και Αχιλλέας Δρούγκας (1940) δημιουργούν ποιητικές – φανταστικές συνθέσεις, τις οποίες εμψυχώνει ο μύθος της γυναίκας. Οι ζωγράφοι Σωτήρης Σόρογκας (1936), Χρόνης Μπότσογλου (1941) και Εδουάρδος Σακαγιάν (1957), απεικονίζουν τη μητέρα τους από διαφορετικές εικαστικές αφετηρίες· με μια βιωματική, αμφίσημη ζωγραφική γλώσσα, προκαλούν το βλέμμα του θεατή ενεργοποιώντας τη συγκίνηση και τον στοχασμό για το πρόσωπο της μητέρας.

Ο Παναγιώτης Τέτσης (1925-2016) αλλά και οι νεότεροι Στέφανος Δασκαλάκης (1952), Χρήστος Μποκόρος (1956) και Γιώργος Ρόρρης (1963), ενθαρρυμένοι από το πνεύμα ανεξιθρησκίας του μεταμοντερνισμού υποστήριξαν την παραστατική ζωγραφική και  μας  δίνουν υπέροχα πορτρέτα γυναικών, με πλούσια και τολμηρά χρώματα.

Την αποκάλυψη της αλήθειας της γυναικείας μορφής επιδιώκουν ο Μιχάλης Μανουσάκης (1953), με την ιδιαίτερη προσωπική γραφή του, ο Σάββας Γεωργιάδης (1975), μέσα από τα υπερμεγέθη, αινιγματικά γυναικεία πρόσωπα και η Μαρία Φιλοπούλου (1964) με το Γυμνό της, ως εικαστικός τόπος εσωτερικής ομορφιάς και κάθαρσης κάτω από το ζωογόνο φως της Μεσογείου.

Μέσα από την εικαστική αυτή περιήγηση, γίνεται αυταπόδεικτο πως η γυναίκα υπήρξε ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες από καταβολής της νεοελληνικής τέχνης, επιτρέποντάς μας να παρακολουθήσουμε την πολύπλευρη εικόνα των αισθητικών τάσεων και τις διαφορετικές εικαστικές αφετηρίες των Ελλήνων δημιουργών» καταλήγει η Λαµπρινή Καρακούρτη – Ορφανοπούλου.

 

 

Read Full Post »

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης


 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Στο έργο αυτό, που φιλοτέχνησε ο Βρυζάκης το 1858, απεικονίζεται η απελευθε­ρωμένη Ελλάδα ως αρχαία κόρη, πάνω σ’ ένα σύννεφο που την κρατά υπερυ­ψωμένη και κυρίαρχη στο κέντρο του πίνακα. Φορά δάφνινο στεφάνι στα ξέπλεκα μαλλιά της, και πατά στις σπασμένες αλυσίδες των δεσμών της. Έχει τα χέρια της απλωμένα δεξιά και αριστερά, σε μία συμβολική κίνηση εναγκαλισμού αλλά και προ­στασίας πλέον όλων όσοι με θυσίες και αγώνες συνετέλεσαν στην απελευθέρωσή της, όλων όσοι εξακολουθούν να διαθέτουν τις περιουσίες τους για την ανασυγκρότησή της, όπως υποδηλώνει ο σωρός των νομισμάτων που της προσφέρεται.

 

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 - Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Η Ελλάς ευγνωμονούσα,1858 – Θεόδωρος Βρυζάκης (1819 -1878). Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Γύρω της συνωστίζονται οι γνώριμοι πρωτεργάτες της Επανάστασης, οι πρόδρομοι Ρήγας Φεραίος, Αδαμάντιος Κοραής, Αλέξανδρος Υψηλάντης, Μιχαήλ Σούτζος, οι γενναίοι αγωνιστές Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Γεώργιος Καραϊσκάκης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, οι ήρωες των ναυτικών αγώνων Κωνσταντίνος Κανάρης, Ανδρέας Μιαούλης, Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Για την απόδοση των αναγνωρίσιμων φυσιογνωμικών χαρακτηριστικών τους, ο Βρυζάκης χρησιμοποιεί τις προσωπογραφίες των αγωνιστών που είχε σχεδιάσει ο Krazeisen και είχαν ευρέως διαδοθεί με μία σειρά λιθογραφίων που εκδόθηκε το 1831 στο Μόναχο [1].

Ο Βρυζάκης, εκφράζοντας τα συναισθήματα των Ελλήνων που αισθάνονταν την ανάγκη να τιμήσουν όσους θυσίασαν τη ζωή τους για την ελευθερία, φιλοτεχνεί την αλληγορική αυτή σύνθεση, η οποία φέρνει κοντά τους έναν κόσμο ηρωικό και ανακαλεί στη μνήμη τους την εποχή των αγώνων, που ο απόηχος τους είναι ακόμα ζωντανός και καθορίζει από πολλές απόψεις τη ζωή τους. Η εικόνα ενεργεί συγκι­νησιακά και προβάλλει ένα ζήτημα ηθικής στάσης, την αναγνώριση της αρετής, την απόδοση τιμής, αλλά και τη συνειδητοποίηση της υποχρέωσης για μίμηση και συνέ­χεια [2]. Βασικό ρόλο σ’ αυτό παίζει η δύναμη της αναπαράστασης με τα μορφολογικά της χαρακτηριστικά αλλά και οι συνειρμοί που την ακολουθούν. Δεν είναι καθόλου απίθανο να ισχύει αυτό που έχει υποστηριχθεί από πολλούς μελετητές ότι το έργο παραπέμπει στους στίχους τους αποδιδόμενους στον Ρήγα Φεραίο «Ω παιδιά μου ορφανά μου… » [3].

Επίσης οι επισημάνσεις του Goethe, σε κείμενο σχετικό με τις λιθο­γραφίες του Krazeisen με τους Αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης [4], στο οποίο αναφέρεται ότι το κοινό χρειάζεται, απαιτεί να βλέπει σε πιστές προσωπογραφίες όσους απέκτησαν ένα σημαντικό όνομα και επηρέασαν τη ζωή του, αλλά και η μακρι­νή υπόμνηση του τύπου της Παναγίας του Ισχυρού Μανδύα [5], με την οποία μπορεί να σχετισθεί η απεικόνιση της Ελλάδας, μεγαλύτερης σε μέγεθος από το πλήθος των αγωνιστών, που με την προστατευτική θέση των ανοικτών χεριών της δείχνει να τους σκεπάζει, διαμορφώνουν την αλληγορική λειτουργία του έργου και τον ιδεολογικό ρόλο που καλείται να παίξει. Άλλωστε οι διάφοροι τίτλοι που αποδίδονται στον πίνακα Η Ελλάς ευγνωμονούσα, Υπέρ Πατρίδος το Παν, Η Ελλάς συνάγουσα τα τέκνα της και η ευρεία διάδοσή του σε λιθογραφημένη απόδοση, αποδεικνύει την ταύτιση του κοινού με την απεικόνιση, καθώς η παράσταση εκπληρεί το αίτημα της «ελληνικής μετεπαναστατικής κοινωνίας που είχε ανάγκη να διαβάζει εικαστικά τις μεγάλες στιγμές του ελληνικού έθνους, να τις αναπολεί ως σημεία αναφοράς και να τα εξιδανικεύσει παρά να αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα» [6].

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 400 και Φίλιππος Μαζαράκης – Αινιάν στο Αθήνα-Μόναχο 2000 σ. 402- 411

[2] Μυκονιάτης 1979, σ. 126-127

[3] Καλλιγιάννη-Αλεξοπούλου 1992, σ. 43-46

[4] Μυκονιάτης 1979, σ. 124-125 και σημ. 418

[5] Κασιμάτη στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 426. Για τον εικονογραφικό τύπο της Παναγίας του Ισχυρού Μανδύα (Mater Misericordia) βλ. Αγαθονίκου Έφη στον κατάλογο της έκθεσης Οι Πύλες του Μυστηρίου. Θησαυροί της Ορθοδοξίας από την Ελλάδα. Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου, Αθήνα 1994, σ. 310, αρ. 157

[6] Μισιρλή στο 100 χρόνια Εθνική Πινακοθήκη 2000, σ. 65

 

Βιβλιογραφία


 

  • Λυδάκης, Ιστορία 1976, σ. 130, εικ. 193.
  • Λυδάκης 1976, σ.76, 78 εικ. 11.
  • Κασιμάτη στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 426, 427 (εικ).
  • Παπανικολάου 2002, σ. 90, 92 (εικ.)
  • Margaritis στο Mythen der Nationen 1998, σ. 162

 

Read Full Post »

Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα – Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα)


 

 Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα), Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα.

Κατά πρότυπο του Peter von Hess (1792-1871). Λάδι σε μουσαμά, 64 χ 49 εκ. Εθνική Πινακοθήκη.

 

Ο Peter von Hess ακολούθησε το 1832 τον βασιλιά Όθωνα στην Ελλάδα μαζί με τα μέλη της, αντιβασιλείας έχοντας εντολή από τον βασιλιά Λουδοβίκο της Βαυαρίας να εικονογραφήσει θέματα από τη νεότερη ιστορία των Ελλήνων, με τα οποία θα κοσμούσε το βασιλικό ανάκτορο. Ο Hess πράγματι εξετέλεσε την παραγγελία και ετοίμασε 39 πίνακες σε σχέδια και ελαιογραφικά σκίτσα όπου απεικονίζονται η πολεμική δραστηριότητα, οι αγώνες και οι ηρωικές θυσίες των Ελλήνων τόσο στη στεριά όσο και στη θάλασσα.

Τελικά τα έργα αυτά δεν τοποθετήθηκαν στη βασιλική κατοικία αλλά στη βόρεια στοά του Hofgarten, πάνω σε σχέδια του Klenze για να είναι προσιτά στους κατοίκους του Μονάχου σε μία προσπάθεια προσέγγισης του βαυαρικού και του ελληνικού λαού. Η μεταφορά στους τοίχους έγινε από το ζωγράφο Friedrich Christoph Nilson το 1841-1844 [1]. Οι στοές καταστράφηκαν, δυστυχώς, κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα σωζόμε­να όμως σχέδια, που έγιναν με κάρβουνο σε χαρτί και σε σχετικά μεγάλες δια­στάσεις (περίπου 87×65 εκ.), τα ελαιογραφικά σκίτσα σε μικρές διαστάσεις 15,5×11 εκ. που διασώζουν τον χρωματισμό, τοποθετημένα ανά οκτώ σε χωριστά πλαίσια, και η λιθογραφική αναπαραγωγή τους το 1842 στο Μόναχο, με διευκρι­νιστικό κείμενο στα γερμανικά, αγγλικά, γαλλικά και ελληνικά, διέσωσαν την εικό­να αυτού του εικονογραφικού προγράμματος [2].

Το έργο που παρουσιάζουμε  είναι αντίγραφο του τέταρτου θέματος μετά τον τίτλο του πρώτου πλαισίου και απεικονίζει τον Αθανάσιο Διάκο, ο οποίος, ως οπλαρχηγός της περιοχής της Λειβαδιάς από το 1820, στρατολογούσε άνδρες στα χωριά Δαύλεια και Χαιρώνεια που ονομάζονταν και αυτά Δερβενοχώρια [3].

 

Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα. Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα), κατά πρότυπο του Peter von Hess (1792-1871).

Ο Διάκος οδηγεί τους Δερβενοχωρίτες στον αγώνα. Άγνωστος (μέσα 19ου αιώνα),
κατά πρότυπο του Peter von Hess (1792-1871).

 

Στη σκηνή απεικονίζεται ο Αθανάσιος Διάκος με το ένδυμα του κληρικού, αν και ήταν γνωστό ότι μετά την εμπλοκή του στον Αγώνα είχε αποβάλει το ιερατικό σχήμα. Πιθανώς ο Hess επιθυμεί να εξάρει τον ρόλο της εκκλησίας στην απελευθέρωση της Ελλάδας αλλά και το σημαντικό έργο που επετέλεσε για την εκπαίδευση του ελληνικού λαού, συμβάλλοντας στη διατήρηση της πίστης του και στη διάσωση της εθνικής του ταυτότητας [4].

Στο έργο απεικονίζεται η σκηνή αποχωρισμού των αγωνιστών της Επανάστασης από τις οικογένειές τους, ενώ ο Αθανάσιος Διάκος με μια αποφασιστική κίνηση του χεριού του τους υπενθυμίζει ότι έφθασε η ώρα της αναχώρησης.

Όπως γνωρίζουμε και από άλλα έργα του Hess, ο καλλιτέχνης παράλληλα με τα ηρωικά ανδραγαθήματα απεικόνισε και προσωπικές στιγμές των ηρώων, τις ταλαιπωρίες, τον πόνο, τις κακουχίες τα οδυνηρά επακόλουθα του πολέμου. Η σκηνή διαδραματίζεται στο ύπαιθρο σε κάποιο χωριό, όπως δηλώνει το μεγάλο δέντρο και το σπίτι αριστερά. Οι μορφές, καταλαμβάνουν ολόκληρο τον πίνακα και καθώς συνωθούνται για τον αποχαιρετισμό των οικείων τους, απο­κτούν μνημειακό χαρακτήρα και ανάγονται σε σύμβολα του αγωνιζόμενου λαού. Παρά τα αναγνωρίσιμα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά, η ιδεαλιστική εμφάνιση και η σφιχτοδεμένη σύνθεση με τον επικό χαρακτήρα ανάγει αυτές τις σκηνές στη σφαίρα του μυθικού, με την εξιδανίκευση και αυτής ακόμη της ανθρώπινης πλευ­ράς του Αγώνα.

 

 Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

  

Σημειώσεις


 

[1] Παπανικολάου 1981, σ. 114-116. Σαμπίνε Φάστερτ (Sabine Fasten) στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 430-436

[2]  Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου σε άρθρο του στο Ελεύθερο Βήμα της 15ης Νοεμβρίου 1939 αναφέρει ότι οι στοές επρόκειτο να γκρεμισθούν και τα έργα να αποτοιχισθούν. Κάνει έκκληση, προ­κειμένου να αποθηκευθούν σε κάποιο Μουσείο, να γίνει προσπάθεια να αγορασθούν από το ελληνικό κράτος.

[3] Με το όνομα Δερβενοχώρια αναφέρονται κι άλλα χωριά της Ελλάδας εκτός από τα γνωστά Δερβενάκια, κοντά στη Νεμέα. Υπάρχουν τα Δερβενοχώρια του όρους Ελικώνα, όπως και τα χωριά Δαύλεια, Χαιρώνια κ.α. της Λειβαδιάς.

[4] Παπανικολάου 1981, σ. 119. Σαμπίνε Φάστερτ (Sabine Fasten) στο Αθήνα-Μόναχο 2000, σ. 438.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Παπασπύρου – Καραδημητρίου Ευθυμία, Ο Θανάσης Διάκος στην τέχνη, εκδ. Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος, Αθήνα 1986, σ. 77, σημ. 4.
  • Οδηγός του Μουσείου Βούρου – Ευταξία (Της πόλεως των Αθηνών), Αθήνα 1994, σ. 111, αρ. 385 

 

Read Full Post »

Σωματογραφίες – Σύγχρονη Ελληνική Ζωγραφική από τη Συλλογή Σωτήρη Φέλιου


 

Το Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης – Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου στο Ναύπλιο διοργανώνει την έκθεση «ΣΩΜΑΤΟΓΡΑΦΙΕΣ – Σύγχρονη ελληνική ζωγραφική από τη Συλλογή Σωτήρη Φέλιου», όπου παρουσιάζονται έργα καλλιτεχνών που έχουν ήδη κατακτήσει μια σημαντική θέση στην εικαστική σκηνή του τόπου μας.

 

Εδουάρδος Σακαγιάν - Βόλτα νυχτερινή, 2002-2003, λάδι σε μουσαμά, 160 × 150 εκ.

Εδουάρδος Σακαγιάν – Βόλτα νυχτερινή, 2002-2003, λάδι σε μουσαμά, 160 × 150 εκ.

 

Στα έργα της έκθεσης πρωταγωνιστεί το ανθρώπινο σώμα όπως υποδηλώνει και ο τίτλος της. Το σώμα απασχόλησε τους καλλιτέχνες όλων των λαών και όλων των εποχών. Οι μεταμορφώσεις του ενσαρκώνουν με εμβληματικό τρόπο το πνεύμα της εποχής, την κοσμοθεωρία, την ιδεολογία, την αισθητική της και βέβαια τον προβληματισμό και την αγωνία του δημιουργού.

 

Γιώργος Ρόρρης – Μπλε Αλεξάνδρα, 2005-2006, λάδι σε μουσαμά, 221Χ231 εκ.

Γιώργος Ρόρρης – Μπλε Αλεξάνδρα, 2005-2006, λάδι σε μουσαμά, 221Χ231 εκ.

 

Στην έκθεση παρουσιάζονται επτά καλλιτέχνες: Στέφανος Δασκαλάκης (1952), Μιχάλης Μανουσάκης (1953), Τάσος Μαντζαβίνος (1958), Χρήστος Μποκόρος (1956), Χρόνης Μπότσογλου (1941), Γιώργος Ρόρρης (1963) και Εδουάρδος Σακαγιάν (1957). Το κύριο γνώρισμα της τέχνης τους είναι ο ανθρωποκεντρικός της χαρακτήρας και ιδιαίτερα η προσήλωσή τους στο ανθρώπινο σώμα, που γίνεται στο έργο τους ευπαθής φορέας και μάρτυρας της υπαρξιακής τους αγωνίας.

 

Χρόνης Μπότσογλου - Μια προσωπική Νέκυια (26 πίνακες) αρ. 15, 1993-2000 λαδοπαστέλ, σκόνες αγιογραφίας και ξηρό παστέλ σε χαρτί κολλημένο σε μουσαμά, 152,5×150 εκ. Ο τίτλος "Νέκυια", αναφέρεται στη λ' ραψωδία της Οδύσσειας, στην οποία περιγράφεται η κάθοδος του Οδυσσέα σε έναν τόπο όπου δεν υπάρχει φως και όπου μέσα από μια τελετή "νεκρομαντείας" συναντά και συνομιλεί με τις σκιές των πεθαμένων. Στη δική του προσωπική Νέκυια, ο καλλιτέχνης προσπάθησε να καταλάβει και να εικονίσει το πώς θυμάται κάποια πρόσωπα που δεν υπάρχουν σήμερα, και παίξανε σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Το έργο αυτό φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα εικαστικό δοκίμιο πάνω στη μνήμη. Ανήκει στη συλλογή Λάρυς και Σωτήρη Φέλιου.

Χρόνης Μπότσογλου – Μια προσωπική Νέκυια (26 πίνακες) αρ. 15, 1993-2000
λαδοπαστέλ, σκόνες αγιογραφίας και ξηρό παστέλ σε χαρτί κολλημένο σε
μουσαμά, 152,5×150 εκ.
Ο τίτλος «Νέκυια», αναφέρεται στη λ’ ραψωδία της Οδύσσειας, στην οποία περιγράφεται η κάθοδος του Οδυσσέα σε έναν τόπο όπου δεν υπάρχει φως και όπου μέσα από μια τελετή «νεκρομαντείας» συναντά και συνομιλεί με τις σκιές των πεθαμένων. Στη δική του προσωπική Νέκυια, ο καλλιτέχνης προσπάθησε να καταλάβει και να εικονίσει το πώς θυμάται κάποια πρόσωπα που δεν υπάρχουν σήμερα, και παίξανε σημαντικό ρόλο στη ζωή του. Το έργο αυτό φιλοδοξεί να αποτελέσει ένα εικαστικό δοκίμιο πάνω στη μνήμη. Ανήκει στη συλλογή Λάρυς και Σωτήρη Φέλιου.

 

Ο Σωτήρης Φέλιος ανήκει σε μια ιδιαίτερη κατηγορία συλλεκτών. Το συλλεκτικό του πάθος δεν πυροδοτείται από αλλότρια κίνητρα. Δεν συλλέγει για να επενδύσει, αλλά γιατί ερωτεύεται τα έργα που αγοράζει και επιθυμεί να τα αποκτήσει για να τα απολαμβάνει διαρκώς. Διατηρεί φιλικές σχέσεις με τους δημιουργούς των  έργων της συλλογής του, πράγμα που του επιτρέπει να διεισδύει στα άδυτα της ποιητικής τους, να αποκτά μια βαθύτερη κατανόηση του έργου τους, να οξύνει το κριτήριό του στις επιλογές του. Η παραχώρηση των έργων της συλλογής του στο παράρτημα της ΕΠΜΑΣ στο Ναύπλιο επιβεβαιώνει την επιθυμία του να μοιραστεί με το ευρύ κοινό την απόλαυση που του χαρίζουν τα έργα της συλλογής του.

Xορηγός της έκθεσης είναι το Ίδρυμα «Η άλλη Αρκαδία».

Διάρκεια έκθεσης: 12 Ιουλίου-14 Οκτωβρίου 2013
Ώρες λειτουργίες του Μουσείου:
Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο: 10.00-15.00
Τετάρτη, Παρασκευή: 10.00-15.00 & 17.00-20.00
Κυριακή: 10.00-14.00
Τρίτη: κλειστά
Δευτέρα: είσοδος ελεύθερη
Για περισσότερες πληροφορίες: Λαμπρινή Καρακούρτη-Ορφανοπούλου,
Επιμελήτρια της ΕΠΜΑΣ στο Ναύπλιο – Τηλ. 27520 21915

 

Read Full Post »

Λιδωρίκη ΑσήμωNicolas Louis François Gosse (1787-1878)


 

 Προσωπογραφίες

Λιδωρίκη Ασήμω (Γκούρενα) – Η μάχη της Ακρόπολης, 1827, Nicolas Louis François Gosse (1787-1878). Λάδι σε μουσαμά, 40 χ 27,5 εκ., Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Στο έργο απεικονίζεται η Ασήμω Λιδωρίκη, σύζυγος του Ιωάννη Γκούρα, η «Κυρά του Κάστρου της Ακρόπολης» η οποία μετά τον θάνατο του συζύγου της αντιστάθηκε γενναία κατά την πολιορκία του ιερού βράχου από τις οθωμα­νικές δυνάμεις του Κιουταχή το 1827. Συνεχίζοντας την παράδοση των γυναικών του Σουλίου, της Μόσχως Τζαβέλαινας, της Δέσπως Μπότσαρη, των γυναικών του Μεσολογγίου, η Ασήμω απεικονίζεται στα ερείπια του αρχαίου ναού, έχοντας το ένα χέρι λαβωμένο και κρατώντας με το άλλο το σπαθί, να πατά πάνω στο λάβαρο με την ημισέληνο που κρατά ο σκοτωμένος Τούρκος.

 

Η μάχη της Ακρόπολης, 1827, Λιδωρίκη Ασήμω (Γκούρενα). Nicolas Louis François Gosse (1787-1878) - Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Η μάχη της Ακρόπολης, 1827, Λιδωρίκη Ασήμω (Γκούρενα). Nicolas Louis François Gosse (1787-1878) – Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

 

Η πολιορκία της Ακρόπολης από τους Τούρκους και η πεισματική από­φαση των Ελλήνων να την υπερασπισθούν έως εσχάτων ήταν από τα γεγονότα της Επανάστασης που αναζωπύρωσαν το φιλελληνικό ενδιαφέρον μετά την Έξοδο του Μεσολογγίου και ιδιαιτέρως των γάλλων καλλιτεχνών.

Η ολοένα διογκούμενη απαίτηση των φιλελεύθερων διανοουμένων στη Γαλλία, στα χρόνια 1825-1826, για μεγαλύτερη παρέμβαση υπέρ των Ελλήνων, η οποία συμβάδιζε με τις πεποιθήσεις της αντιπολιτευόμενης παράταξης στο συντηρητικό καθε­στώς των φανατικών Βασιλοφρόνων, συνετέλεσε στην ανάπτυξη μιας φιλελληνι­κής ρητορικής τόσο στην πολιτική όσο και στην ποίηση και τις τέχνες.

Ο Nicolas Gosse ζωγράφος ιστορικών σκηνών και ευαίσθητος στα γεγονότα της εποχής του, όπως αποδεικνύεται και από τις μετέπειτα θεματικές προτιμήσεις του επιλέγει τη συγκεκριμένη εικόνα από την πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών για να εκφράσει το κοινό αίσθημα κάθε σκεπτόμενου πολίτη, την προ­σωπική δύναμη του καθενός για τη διαμόρφωση του κοινού πεπρωμένου. Η Ασήμω στέκει αγέρωχη και ατρόμητη καταπατώντας τα σύμβολα του εχθρού μέσα στον αρχαίο ναό, που έμελλε αργότερα να γίνει ο τάφος της.

Ο Gosse αποδε­χόμενος τις αντιλήψεις της εποχής του που θριάμβευσαν μέσα στο πνεύμα του ρομαντισμού, απεικονίζει την Ασήμω ως μια αλληγορία της αγωνιζόμενης Ελλάδας, όμοια με την Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου του Delacroix του 1826 ή νωρίτερα ακόμη με την Αφύπνιση της Ελλάδας του Ange-René Ravault (1766-1845) του 1822. Δεν είναι αυτό καθεαυτό το ιστορικό γεγονός που ενδια­φέρει τον Gosse, το οποίο απλώς υποδηλώνεται με μια σκηνή μάχης στο βάθος δεξιά του πίνακα, όσο η ίδια η θριαμβευτική παρουσία της γυναίκας με το λαμπερό κόκκινο της φούστας που προβάλλει εμπρός στους κίονες του αρχαί­ου ναού και το σπαθί που κρατά στο χέρι να κυριαρχεί στην παράσταση, προ­δικάζοντας τις διαθέσεις της.

Έστω και λαβωμένη, καταπατά τα σύμβολα μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας που σέρνεται ηττημένη στα πόδια της. Έτσι η Ασήμω γίνεται το σύμβολο των αγώνων του λαού αναπόσπαστο κομμάτι του αρχαίου μνημείου, φορέας του διαχρονικού μηνύματος για ελευθερία, ιδανικό του αρχαί­ου ελληνικού κόσμου που ενσαρκώνει. Φαίνεται ότι το έργο είχε μεγάλη απήχηση στο κοινό, όπως αποδεικνύ­ει και η μεταφορά του σε χαρακτικό που ένα αντίτυπο του διασώζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας.

 

Όλγα Μεντζαφού – Πολύζου

Από το λεύκωμα, «1821 Μορφές & Θέματα του Αγώνα της Ελληνικής Ανεξαρτησίας στη ζωγραφική του 19ου αιώνα». Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου. Παράρτημα Ναυπλίου.

Read Full Post »

Τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα (1833-1862) – Έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη Ναυπλίου με την ευκαιρία των 150 χρόνων της Ναυπλιακής Επανάστασης 


  

Το Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου  παρουσιάζει την  έκθεση με τίτλο «Τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα» (1833-1862), από τις  12 Οκτωβρίου  2012 έως τις 30 Ιανουαρίου 2013,  στα πλαίσια των εκδηλώσεων του Δήμου Ναυπλιέων για τα 150 χρόνια από τη Ναυπλιακή Επανάσταση (1 Φεβρουαρίου–8 Απριλίου1862).

Η έκθεση σκιαγραφεί την ιστορική περίοδο από την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας, έως την έξωση του βασιλιά (Οκτώβριος 1862) και εστιάζει σε βασικά χαρακτηριστικά της νεότερης εικονογραφίας του Ναυπλίου, με βασικό άξονα την οπτική των ξένων και Ελλήνων καλλιτεχνών σε σχέση με τα γεγονότα που σημάδεψαν την οθωνική περίοδο…

 

Δοξαστικό πορτρέτο του Όθωνα

 

Η Ελλάδα ως ιστορική και πολιτική οντότητα στην Ευρώπη στα τέλη του 18ου αιώνα, στο πλαίσιο του Διαφωτισμού και του νέου ενδιαφέροντος για την κλασική αρχαιότητα που εκδηλώνεται την εποχή εκείνη, και ο φιλελληνισμός ως χαρακτηριστικό της ρομαντικής εποχής γοήτεψαν τον βαυαρό πρίγκιπα Λουδοβίκο που ήταν ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος σε ζητήματα τέχνης και καλλιτεχνών και δεν παρέλειψε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία να διαπραγματευτεί όσο το δυνατόν πιο ευνοϊκές προϋποθέσεις για το γιο του, Όθωνα μετά τη Συνθήκη του Λονδίνου (3 Φεβρουαρίου 1830) για το θρόνο της Ελλάδας.

Το 1832 ο πρίγκιπας Otto von Wittelsbach, ο γνωστός μας Όθων, ο δευτερότοκος γιος του βασιλέως της Βαυαρίας Λουδοβίκου Α΄, εστέφθη βασιλεύς του νεοσύστατου ελληνικού κράτους που γνώρισε την απελευθέρωση έπειτα από τέσσερις αιώνες υποταγής στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο βασιλεύς Όθων και η σύζυγός του  Αμαλία ( Amalia  von Oldenburg) εκθρονίστηκαν και έφυγαν από την Ελλάδα το 1862. Το βασιλικό ζεύγος φεύγει αλλά λίγο πριν έχει διοριστεί καθηγητής στη Σχολή Καλών Τεχνών ο Νικηφόρος Λύτρας ενώ αρχίζουν να επιστρέφουν οι σπουδαγμένοι στο Μόναχο Γύζης, Ιακωβίδης κ.α. που κυριαρχούν στην καλλιτεχνική ζωή  της Ελλάδας ως τις αρχές  του 20ου αιώνα.

 

Αμαλία, Βασίλισσα της Ελλάδας. Λιθογραφία. Συλλογή Καθηγητή Ιωάννη Καράκωστα.

 

Η έκθεση περιλαμβάνει χαρακτικά και ζωγραφικά έργα με παραστάσεις από την αναχώρηση του νεαρού Όθωνα από την Αυλή του Μονάχου, την άφιξή του στο Ναύπλιο, πορτρέτα του Όθωνα και της Αμαλίας, πορτρέτα της Αντιβασιλείας του Όθωνα, οχτώ φορεσιές επωνύμων κυριών της Αυλής της Αμαλίας, έργα που αναφέρονται στα γεγονότα της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, φωτογραφικό υλικό και ζωγραφικά έργα των πρωταγωνιστών της Ναυπλιακής Επανάστασης, λιθογραφία της έξωσης των πρώτων βασιλέων, το τραπέζι, στο οποίο υπογράφτηκε το διάταγμα της έξωσης το 1862 και γελοιογραφίες που αναφέρονται στο θέμα του ανταγωνισμού των Δυνάμεων για την εξουσία στην Ελλάδα.

 

Νύχτα, 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Φανταστικός πινάκας αγνώστου ζωγράφου της εποχής. Ο ζωγράφος παρουσιάζει σε πρώτο πλάνο το συνταγματάρχη Δημήτριο Καλλέργη έφιππο έξω από τα ανάκτορα, να ζητά Σύνταγμα, από το βασιλέα Όθωνα και την Αμαλία. (Συλλογή Λάμπρου Ευταξία)

 

Στην έκθεση εκτός από έργα της Εθνικής Πινακοθήκης παρουσιάζονται χαρακτικά της πλούσιας συλλογής του Καθηγητή της Νομικής και τ. Αντιπρύτανη του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ιωάννη Καράκωστα, χαρακτικά και ζωγραφικά έργα που ευγενικά μας παραχωρήθηκαν από το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Αθηνών και το Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, Ίδρυμα Βούρου – Ευταξία, έργα από τις συλλογές ζωγραφικών και χαρακτικών έργων του Μουσείου Μπενάκη, ενδυμασίες από το Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα «Β. Παπαντωνίου», έργα από τις συλλογές του Δήμου Ναυπλίου, του Δικηγόρου κ. Κωνσταντίνου Καράπαυλου και του κ. Ιωάννη Σπηλιωτάκη καθώς και φωτογραφικό υλικό από τη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

 

Πρωταγωνιστές της Ναυπλιακής Επανάστασης

 

Το Παράρτημα Ναυπλίου της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου, διοργανώνει αυτή την έκθεση με την πεποίθηση πως το μέλλον του ελληνικού έθνους διασφαλίζεται, πάνω απ όλα, με την αυτογνωσία, η οποία προϋποθέτει γνώση της ιστορίας και εμπέδωση της ιστορικής μας ταυτότητας.

  

Η Νεότερη Ελληνική Ιστορία και τα γεγονότα  που τη διατρέχουν μέσα από έργα τέχνης της εποχής τους

  

Ρομαντισμός και επανάσταση συνιστούν τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του πρώτου μισού του 19ου αιώνα, μιας εποχής έντονων ιστορικο-κοινωνικών ανακατατάξεων. Η Ελληνική επανάσταση χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό από τις φιλελεύθερες συνειδήσεις και δέχτηκε τη βοήθεια ενός δυναμικού κινήματος, του φιλελληνισμού.

Το κίνημα του φιλελληνισμού βρήκε ζωηρή απήχηση στους κύκλους των Γερμανών καλλιτεχνών, γεγονός που οφείλεται στις σχέσεις που αναπτύχθηκαν ανάμεσα στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και στο κρατίδιο της Βαυαρίας, χάρη στο ενδιαφέρον του νεαρού διαδόχου του βαυαρικού θρόνου Λουδοβίκου Α΄.

 

Δοξαστικό πορτρέτο του Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας. Λιθογραφία, Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Από την πρώτη βαυαρική αποστολή στην Ελλάδα το 1826 και καθ’ όλη την οθωνική περίοδο ένας σημαντικός αριθμός Γερμανών καλλιτεχνών ανέλαβε μεγάλες παραγγελίες για εικονογραφικά σύνολα με θέμα τη σύγχρονη Ελλάδα. Το έργο που παρήγαγαν αυτή την εποχή, και ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της πρώτης οθωνικής περιόδου (1833-1843), κρίνεται σήμερα ως εξαιρετικά σημαντικό τόσο από ιστορική, όσο και από καλλιτεχνική άποψη. Η ιστορική τους σημασία κρίνεται σπουδαία, καθώς οι ξένοι καλλιτέχνες προχώρησαν στην αποτύπωση σημαντικών γεγονότων της εποχής.

 

Το γραφείο του βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο. Υδατογραφία του A.Haubenschmid. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Στο Ναύπλιο και στην Αθήνα καταφθάνουν εξέχοντες ζωγράφοι, άλλοι να εκτελέσουν ζωγραφικές παραγγελίες του Λουδοβίκου (Peter von Hess, Carl Rottmann, Ludwig Lange, C.Schraudolph, J.Kranzberger) και άλλοι ως μέλη της συνοδείας του Όθωνα (J.Petzl, C.Perlberg) με σκοπό να γνωρίσουν τη χώρα και να μελετήσουν τα ήθη της. Το έργο τους αποδίδει την εικόνα της σύγχρονης Ελλάδας σύμφωνα με το πνεύμα της ζωγραφικής Biedermeier.

Χωρίς αμφιβολία ο Peter von Hess (1792-1871) υπήρξε ο σημαντικότερος εικονογράφος της Ελληνικής Επανάστασης και των πρώτων χρόνων του νεαρού κράτους. Μέλος της συνοδείας του νεαρού Όθωνα, ο Hess έφτασε το 1832-1833 στην Ελλάδα με αποστολή να προετοιμάσει σχέδια για έναν κύκλο θεμάτων από τη νεότερη ελληνική ιστορία, που θα τοποθετούνταν σε αίθουσα των Ανακτόρων στο Μόναχο.

 

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Όθωνος του ά Βασιλέως της Ελλάδος απόβασις εις Ναυπλίαν. Peter Von Hess.

 

Ο Peter von Hess με τον διεισδυτικό του νατουραλισμό επιδίωξε να περιγράψει τα ιστορικά γεγονότα με ακρίβεια και πιστότητα. Δεν παρέλειψε, ωστόσο, σαν γνήσιος εκπρόσωπος της ρομαντικής σχολής, να προσδώσει ηρωικό τόνο και ιδεαλιστική χροιά στα πρωταγωνιστικά πρόσωπα της πρόσφατης ιστορίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο μεγάλων διαστάσεων πίνακας (265,5 x 415 εκ.) του Hess «Η υποδοχή του βασιλιά Όθωνα στο Ναύπλιο», ο οποίος οργανώνεται σχεδόν θεατρικά. Οι ανεκδοτολογικές και γραφικές λεπτομέρειες με τον εξωτισμό τους – φορεσιές, όπλα και ζώα – συνδέουν τον πίνακα με τα περιηγητικά και φιλελληνικά εικαστικά έργα, τα οποία είχαν μεγάλη απήχηση και διάδοση στην Ευρώπη.

Όθων, λιθογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Αμέσως, λοιπόν, μετά την έλευση των Βαυαρών στην Ελλάδα, δόθηκε το εναρκτήριο λάκτισμα στις διαδικασίες για την αισθητική αναμόρφωση του τόπου καθώς και για τη θεσμική θεμελίωση και οργάνωση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος κατά τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα. Η προσπάθεια αυτή θα ολοκληρωνόταν με την ίδρυση του Οθωνικού Πανεπιστημίου το 1837.

Όσον αφορά την ίδρυση Σχολείου Καλών Τεχνών, οι βάσεις τέθηκαν πολύ νωρίς, εφόσον στο Πολυτεχνικό σχολείο, το οποίο λειτουργούσε από το 1836, δημιουργήθηκε το 1839 τμήμα Ωραίων Τεχνών, που αργότερα αποτέλεσε την ανεξάρτητη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας.

Στις 17/29 Μαΐου 1835, ο Βασιλεύς Όθωνας με το διάταγμά του «περί Οργανισμού της Βασιλικής Τυπογραφίας και Λιθογραφίας» δημιουργεί τις βασικές προϋποθέσεις της λιθογραφικής τέχνης, απαραίτητη για τη λειτουργία του κρατικού μηχανισμού, με υπεύθυνο για τη λιθογραφία τον Βαυαρό Αντρέα Φόρστερ, γνώστη της τέχνης. Κοντά σ’ αυτόν και στους εν συνεχεία μετακληθέντες από τη Γερμανία λιθογράφους, έλαβαν τα πρώτα εμπειρικά μαθήματα οι Έλληνες τεχνίτες, που πέρασαν την αποδοτική τέχνη τους από γενιά σε γενιά, μέχρι το κλείσιμο του αιώνα. Στο λιθογραφείο της Βασιλικής Αυλής, όπως αργότερα ονομάστηκε, τυπώνονταν χάρτες, διπλώματα των σχολείων, έντυπα ευρείας χρήσης, κρατικά έντυπα κ.λ.π.

Ενώ χρονολογικά η έναρξη παραγωγής λαϊκών εικόνων στην αδούλωτη Ελλάδα τοποθετείται κατά το έτος 1840 και συνδέεται με την απόπειρα του Στρατηγού Μακρυγιάννη για εκλαΐκευση του επαναστατικού αγώνα, ουσιαστικά, οι πρώτες λαϊκές εικόνες που κυκλοφόρησαν ευρέως και απευθύνθηκαν στα λαϊκά στρώματα  τυπώθηκαν μετά το 1860.

Γύρω στο 1860 η λαϊκή εικόνα γίνεται πλέον το μοναδικό μέσο ενημέρωσης και διδαχής της εθνικής μας ιστορίας στα απαίδευτα λαϊκά στρώματα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την έγχρωμη λιθογραφία του 1862, που αποτυπώνει το τέλος της βαυαροκρατίας στην Ελλάδα, με την επιβίβαση του Όθωνα και της Αμαλίας στο βρετανικό ατμόπλοιο Σκύλλα, με το οποίο μεταφέρθηκαν στη Βενετία.

 

Η Έξωση του Όθωνα, Έγχρωμη λιθογραφία. Αθήνα, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Η έκθεση με θέμα «Τα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα» σκιαγραφεί την ιστορική περίοδο από την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας, έως την έξωση του βασιλιά (Οκτώβριος 1862). Το Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτζου στο Ναύπλιο, διοργανώνει αυτή την έκθεση με την πεποίθηση πως το μέλλον του ελληνικού έθνους διασφαλίζεται, πάνω απ όλα, με την αυτογνωσία, η οποία προϋποθέτει γνώση της ιστορίας και εμπέδωση της ιστορικής μας ταυτότητας. Η έκθεση εστιάζει σε βασικά χαρακτηριστικά της νεότερης εικονογραφίας του Ναυπλίου, με βασικό άξονα την οπτική των ξένων και Ελλήνων καλλιτεχνών σε σχέση με τα γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία της πόλης του Ναυπλίου στο 19ο αιώνα […]

 Λαμπρινή Καρακούρτη – Ορφανοπούλου

Ιστορικός Τέχνης Εθνικής Πινακοθήκης

Παράρτημα Ναυπλίου

Διάρκεια έκθεσης: 12 Οκτωβρίου 2012- 30 Μαΐου 2013

Ώρες λειτουργίας: Δευτέρα, Πέμπτη, Σάββατο:10.00-1500

Τετάρτη, Παρασκευή:10.00-15.00 & 17.00-20.00 Κυριακή: 10.00-14.00

Τρίτη κλειστά – Δευτέρα: Είσοδος ελεύθερη

Σιδηράς Μεραρχίας 23, Τ.Κ. 21100, Ναύπλιο, τηλ.27520 21915-21935.

Read Full Post »

Η «Γενιά του’30» στην αναζήτηση της ελληνικότητας


 

Το Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου στο Ναύπλιο διοργανώνει την έκθεση «Η Γενιά του’30 στην αναζήτηση της ελληνικότητας», με στόχο να επισημάνει τις διαφοροποιήσεις της ελληνικής τέχνης τη δεκαετία 1930-1940.

Πορτρέτο κυρίας, Ν. Κοντόπουλος

Αυτή την περίοδο τα προβλήματα γίνονται ανθρωποκεντρικά, αλλάζουν μορφή και οι καλλιτέχνες αναζητούν στην παράδοση, αξίες που γίνονται πρότυπα. Ανακαλύπτουν το συμβολικό κόσμο της βυζαντινής ζωγραφικής και την αφαιρετικότητα των εικόνων της, τη διακοσμητικότητα της λαϊκής τέχνης και τη γεωμετρική υφή των μορφών της καθώς και την αρμονία και ισορροπία της κλασικής τέχνης.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, οι καλλιτέχνες μελετούν το ελληνικό τοπίο, ανακαλύπτουν το Αιγαίο και τα ελληνικά νησιά, αναζητούν στη λιτότητα το απολλώνιο πνεύμα της αρχαίας ελληνικής τέχνης, σπουδάζουν τη βυζαντινή τέχνη και προβάλλουν τη λαϊκή τέχνη. Σε αυτήν την παράδοση ψάχνουν να διατηρήσουν την αυθεντικότητά τους, την «ελληνικότητά τους» συμπαρατάσσοντας ή διαχωρίζοντας στοιχεία από την σύγχρονη ευρωπαϊκή τέχνη.

Βασικό  γνώρισμα της καλλιτεχνικής δημιουργίας της περιόδου αυτής είναι η κυριαρχία της νόησης πάνω στην αίσθηση, που εκδηλώνεται με ισχυρές σχηματοποιήσεις στη σύνθεση και το σχέδιο, ενώ το χρώμα απομακρύνεται από τη φύση και γίνεται πιο πνευματικό. Το ώριμο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη μαρτυρεί αυτές τις αλλαγές.

Στις αλληγορικές και θρησκευτικές συνθέσεις του συγχωνεύονται επιδράσεις από την Αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τα νεότερα ρεύματα. Ο Μικρασιάτης Φώτης Κόντογλου αναζητεί πηγές έμπνευσης αποκλειστικά στο Βυζάντιο και στην ανατολική παράδοση, απορρίπτοντας κάθε επαφή με την δυτική τέχνη. Η προσωπικότητα και οι ιδέες του θα επηρεάσουν πολλούς καλλιτέχνες της Γενιάς του ’30. 

 

Άγιοι Σαράντα, Φώτης Κόντογλου

 

Ο Γιάννης Τσαρούχης επίσης κατανοεί το αδιέξοδο της διδασκαλίας του Κόντογλου και ανοίγει έναν γόνιμο διάλογο με πολλές παραδόσεις (ελληνιστική ζωγραφική, Βυζάντιο, Αναγέννηση, λαϊκή τέχνη ), πάντα μέσα από τον προβληματισμό της σύγχρονης τέχνης, ιδιαίτερα του Ανρί Ματίς. Μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής τέχνης του 20ου αιώνα ανήκουν σ’ αυτή την ομάδα: Διαμαντής Διαμαντόπουλος, Σπύρος Βασιλείου, Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας και οι νεότεροι Γιάννης Μόραλης και Νίκος Νικολάου.

 

Επίδαυρος, Κ. Παρθένης

 

Για την Γενιά του ’30, παράδοση και Μοντερνισμός, λειτούργησαν, σαν αμφίδρομοι καταλύτες. Καθένας βοήθησε στη βαθύτερη κατανόηση και οικειοποίηση του άλλου.

 

Ν. Εγγονόπουλος. Μακέτα σκηνικών για το έργο «Καίσαρ και Κλεοπάτρα».

 

Η έκθεση αντιπροσωπεύεται από πίνακες των: Κ. Παρθένη, Γ. Γουναρόπουλου, Γ. Μπουζιάνη, Θ.Τριανταφυλλίδη, Ν. Νικολάου, Γ. Τσαρούχη, Θεόφιλου, Σ. Βασιλείου,  Ν. Χατηκυριάκου–Γκίκα, Α. Αστεριάδη, Γ. Μόραλη, Α. Κοντόπουλου, Γ. Στέρη. Ν. Εγγονόπουλου και γλυπτά του Μ. Τόμπρου και της  Μπ. Ραφτοπούλου.

 

Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου – Παράρτημα Ναυπλίου

Σιδηράς Μεραρχίας 23

Διάρκεια έκθεσης:  25 Μαΐου –15 Οκτωβρίου 2012

Read Full Post »

Older Posts »