Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών’

Στέφανου Α. Κουμανούδη – Ανέκδοτα κείμενα 1837-1845. («Ημερολόγιον»: επιμέλεια Σοφία Ματθαίου – «Πραγματεία κατά του Φαλλμεράυερ Ατελής»: επιμέλεια Παντελής Καρέλλος).


 

Στον παρόντα τόμο η Σοφία Ματθαίου και ο Παντελής Καρέλλος παρουσιάζουν δύο ανέκδοτα κείμενα του Στέφανου Α. Κουμανούδη από το προσωπικό του αρχείο το οποίο απόκειται στο Τμήμα Χειρογράφων και Ομοιοτύπων της Εθνικής Βιβλιοθήκης, πλουτίζοντας σημαντικά τις γνώσεις μας για έναν εξέχοντα εκπρόσωπο της ελληνικής λογιοσύνης. Διετέλεσε καθηγητής της λατινικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο (1846-1886), γραμματεύς της Αρχαιολογικής Εταιρείας (1859-1894), αρχαιολόγος και θεμελιωτής της μελέτης των αρχαίων ελληνικών επιγραφών στην Ελλάδα, λεξικογράφος και ποιητής, ενώ τον απασχολούσε κάθε πλευρά της νεοελληνικής ταυτότητας.

Στέφανος Aθ. Κουμανούδης (1818 - 1899). Η φωτογραφία δημοσιεύεται στο «Ημερολόγιο Σκόκου, 1900», σελίδα, 31.

Στέφανος Aθ. Κουμανούδης (1818 – 1899). Η φωτογραφία δημοσιεύεται στο «Ημερολόγιο Σκόκου, 1900», σελίδα, 31.

Ο Στέφανος Κουμανούδης είχε παραμείνει επί μακρόν μια μάλλον σκιώδης και απόμακρη παρουσία στην ιστορία της ελληνικής παιδείας, γνωστός κυρίως από το λατινο-ελληνικό λεξικό του. Η πνευματική φυσιογνωμία του Κουμανούδη φωτίστηκε με νέο φως χάρη στον Κ. Θ. Δημαρά, ο οποίος αναγνώρισε στο πρόσωπό του έναν από τους επιγόνους του Διαφωτισμού και ξανάφερε στο ερευνητικό προσκήνιο το πιο ενδιαφέρον του έργο, το λεξικό των ελληνικών νεολογισμών, το οποίο υπό τον τίτλο Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογιών πλασθεισών εκδόθηκε στη χαραυγή ακριβώς του εικοστού αιώνα, το 1900. Ογδόντα έτη αργότερα ο Κ. Θ. Δημαράς επανεξέδωσε το έργο με σημαντικά προλεγόμενα για την ιδεολογική σημασία των νεολογισμών και τη λεξικογραφική κωδικοποίησή τους. Έτσι συντελέστηκε κατά κάποιον τρόπο η επάνοδος του Στέφανου Κουμανούδη στη θεματολογία της έρευνας του νέου ελληνισμού.

Η ιστοριογραφική επάνοδος του Κουμανούδη, η οποία συντελέστηκε χάρη στον Κ. Θ. Δημαρά, λειτούργησε ως πρόσκληση προς νεότερους μελετητές να ασχοληθούν σοβαρά με το έργο του και να στοχαστούν επί της ιστορικής του παρουσίας ως συνισταμένης πολλών από τα φαινόμενα που συνθέτουν την πνευματική φυσιογνωμία του νέου ελληνισμού. Μεταξύ εκείνων που αναδέχθηκαν αυτή την πρόσκληση ξεχωρίζει η Σοφία Ματθαίου, η οποία αφιέρωσε στον Στέφανο Κουμανούδη μια αξιόλογη διατριβή και άλλες μελέτες.

Στον παρόντα τόμο οι δύο μελετητές παρουσιάζουν δύο ανέκδοτα κείμενα τα οποία συνέταξε ο Κουμανούδης κατά την περίοδο των σπουδών του στην Ευρώπη (Μόναχο, Βερολίνο, Παρίσι) και απηχούν τους προβληματισμούς των νεανικών του χρόνων. Το πρώτο, το οποίο επιμελείται η Σοφία Ματθαίου, είναι το προσωπικό ημερολόγιο που τηρούσε κατά το διάστημα 1837-1845. Παρά το γεγονός ότι οι εγγραφές δεν είναι καθημερινές, το ημερολόγιο συνιστά μια πρόσφορη πηγή για να ανιχνεύσουμε τα στάδια της διαμόρφωσης της προσωπικότητάς του.

Το δεύτερο, το οποίο επιμελείται ο Παντελής Καρέλλος, πραγματεύεται ένα από τα πιο επίμαχα ιστοριογραφικά ζητήματα του ελληνικού δεκάτου ενάτου αιώνα, τους ισχυρισμούς του Jakob Fallmerayer για την καταγωγή των νεότερων Ελλήνων. Αξίζει να σημειώσουμε την έμφαση που αποδίδει ο Κουμανούδης στη γλώσσα ως διαχρονικό γνώρισμα της ταυτότητας των Ελλήνων. Ιστορικότερη η μαρτυρία του ανέκδοτου ημερολογίου, φιλολογικότερη εκείνη του σχολιασμού των απόψεων του Fallmerayer, προσθέτουν αμφότερες σημαντικές φωτοσκιάσεις ώστε να καταστεί η πνευματική προσωπογραφία του Στέφανου Κουμανούδη συνθετότερη και ακριβέστερη.

Τα εκδιδόμενα στις επόμενες σελίδες ανέκδοτα κείμενα πλαισιώνονται χάρη στη φιλοπονία των επιμελητών με όλη την αναγκαία επιστημονική τεκμηρίωση που τα καθιστά αποτελεσματικότερα προσιτά στον αναγνώστη.

(Πασχάλης Μ. Κιτρομηλίδης, από τον πρόλογο)

 

Στέφανου Α. Κουμανούδη - Ανέκδοτα κείμενα 1837-1845.

Στέφανου Α. Κουμανούδη – Ανέκδοτα κείμενα 1837-1845.

 

 

Η Pωξάνη Aργυροπούλου, οµότιµη διευθύντρια Ερευνών στο Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύµατος Ερευνών, γράφει για το βιβλίο στην Εφημερίδα «Βήμα», 18/12/2011, άρθρο με τίτλο:   

«Στέφανος Κουµανούδης: Τι πίστευε ένας διανοούμενος στη νεαρή Ελλάδα του 19ου αιώνα».

Ανέκδοτα κείµενα ενός από τους πρώτους σοφούς του ελληνικού κράτους. Πώς αντέκρουσε τον Φαλµεράιερ, γιατί θεωρούσε αρνητικό τον ρόλο της Ορθοδοξίας, τι έγραψε για τις κατευθύνσεις της Παιδείας.


Mετά το 1835, µια πλειάδα νέων διανοουµένων του Ελληνισµού της Διασποράς αποφασίζουν να εγκατασταθούν στην Aθήνα, την καινούργια πρωτεύουσα του ελληνικού βασιλείου. Ως ετερόχθονες γνωρίζουν την πατρίδα τους µόνο από αναγνώσεις. Γόνοι ευπόρων οικογενειών, έχουν αποκτήσει µια γερή παιδεία στα πανεπιστήµια της Δυτικής Eυρώπης και θα συµβάλουν µε τον ροµαντικό φιλελευθερισµό τους στη συγκρότηση του νεοπαγούς ελληνικού κράτους.

Aνάµεσά τους συγκαταλέγεται ο Στέφανος A. Kουµανούδης (1818-1899), ο οποίος διετέλεσε καθηγητής της Λατινικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήµιο (1846-1886), γραµµατεύς της Aρχαιολογικής Eταιρείας (1859-1894), θεµελιωτής της επιγραφικής στην Eλλάδα, αλλά και ποιητής, λεξικογράφος και µεταφραστής. H προσωπικότητά του, όπως επισηµαίνει στον πρόλογο του βιβλίου ο καθηγητής Π. M. Kιτροµηλίδης, παρέµενε στη σκιά έως ότου ο K. Θ. Δηµαράς αναγνώρισε στο πρόσωπό του έναν από τους επιγόνους του Διαφωτισµού.

Γεννηµένος στην Aδριανούπολη, όπου διδάχθηκε τα πρώ τα γράµµατα, ο Στέφανος A. Kουµανούδης µεγάλωσε στο Bελιγράδι και στη Σιλίστρα της Bουλγαρίας. Aποφασισµένος να ακολουθήσει πανεπιστηµιακή σταδιοδροµία, αρχίζει το 1835 την ακαδηµαϊκή του περιπλάνηση, που καλύπτει το Hµερολόγιό του, το οποίο εκδίδεται τώρα από τη Σοφία Mατθαίου, ερευνήτρια του Ινστιτούτου Νεοελληνικών Ερευνών. O νεαρός φοιτητής επιλέγει µαθήµατα που προτίθεται αργότερα να διδάξει στο Πανεπιστήµιο της Aθήνας:
Αρχαιολογία, Ιστορία της Τέχνης, Αισθητική, Ιστορία της Eλλάδος και Ελληνική Γραµµατεία. Στο Mόναχο (1835-1840) και στο Bερολίνο (1840-1842) παρακολουθεί τις παραδόσεις περιφήµων λογίων της εποχής του: του κλασικού φιλολόγου Fr. Thiersch, που τον καθοδήγησε στις σπουδές του, του φιλοσόφου F. W. J. von Schelling, ο οποίος τον εισήγαγε στη φιλοσοφία της µυθολογίας, του ανατολιστή K. F. Neumann, του J. Görres, θεµελιωτή της γερµανικής λαογραφίας.

 

Γκραβούρα στην οποία απεικονίζεται το Πανεπιστήμιο Αθηνών, θεμελιωμένο το 1839. Ο Κουμανούδης ήταν ένας από τους πρώτους καθηγητές.

Γκραβούρα στην οποία απεικονίζεται το Πανεπιστήμιο Αθηνών, θεμελιωμένο το 1839. Ο Κουμανούδης ήταν ένας από τους πρώτους καθηγητές.

 

Βερολίνο, Παρίσι

 

Στο Bερολίνο τον διακρίνει ένα έντονο ενδιαφέρον για τα σύγχρονα ελληνικά πράγµατα· διαµορφώνει τις αντιλήψεις του για τις κατευθύνσεις που οφείλει να ακολουθήσει η νεοελληνική παιδεία, τονίζοντας το εθνικό της περιεχόµενο µε διαχρονικά γνωρίσµατα τα ήθη και τη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας. Θεωρεί επιβεβληµένη τη µελέτη της δηµώδους γλώσσας και αναγκαίες τις ευρωπαϊκές πολιτιστικές µεταφορές στη φιλοσοφία και στην τέχνη γενικότερα. Στο Hµερολόγιο σχολιάζει επίσης τους έλληνες συµφοιτητές του, οι περισσότεροι των οποίων θα διακριθούν στη µετέπειτα ελληνική πολιτιστική ζωή (Eυθύµιος Kαστόρχης, Nικόλαος Kοτζιάς, Hρακλής Mητσόπουλος, Π. Eυστρατιάδης, Λ. Kαυταντζόγλου, Δηµ. Zέζος, Γ. Mακκάς, Eµµ. Kόκκινος κ.ά.).

Κατά τη διαµονή του στη γαλλική πρωτεύουσα (1842-1845), ο Kουµανούδης αναφέρεται σε επισκέψεις βιβλιοθηκών και σε λεπτοµερείς περιγραφές παραστάσεων όπερας και θεάτρου. Oι επικρίσεις του Kουµανούδη στους ισχυρισµούς του αυστριακού ιστορικού και πολιτικού Jakob Philipp Fallmerayer για την καταγωγή των νεοτέρων Eλλήνων περιλαµβάνονται στην έκδοση από τον Παντελή Kαρέλλο, δρα Βυζαντινής Ιστορίας και Φιλολογίας, της ηµιτελούς Πραγµατείας κατά του Φαλλµεράϋερ που γράφτηκε στα γερµανικά στο Bερολίνο και παραδίδεται τώρα µε παράλληλη ελληνική µετάφραση στο δεύτερο µέρος του βιβλίου.

 

Εθνική ταυτότητα

 

H Πραγµατεία, το πρώτο µέρος της οποίας δεν έχει διασωθεί, φανερώνει τη συµµετοχή του Kουµανούδη σε µια επίµαχη συζήτηση της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, που σήµανε και την έναρξή της. Xωρίς να αρνείται τις σλαβικές εγκαταστάσεις στον ελληνικό χώρο, αποδεικνύει ότι ο ελληνικός λαός δεν αλλοιώθηκε από την κάθοδο των Σλάβων, επειδή βασικό στοιχείο της εθνικής του ταυτότητας συνιστά η φυσική εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας και των διαλέκτων της, που πηγάζουν από την αρχαία κοινή. Στη συνέχεια, αναπτύσσονται οι κατά τον νεαρό σπουδαστή αρνητικές επιπτώσεις του ορ θόδοξου δόγµατος στις καλές τέχνες, τη µουσική και την αρχιτεκτονική. H Πραγµατεία κλείνει µε την παρουσίαση λαϊκών µύθων, χωρίς να έχει ωστόσο διασωθεί ο σχολιασµός τους.

Tα δύο ανέκδοτα κείµενα που για πρώτη φορά παρουσιάζονται προέρχονται από το Aρχείο Kουµανούδη του τµήµατος Xειρογράφων και Oµοιοτύπων της Eθνικής Bιβλιοθήκης. H έκδοσή τους µε τις κατατοπιστικές εισαγωγές και τα σχόλια που τα πλαισιώνουν φωτίζει ενδιαφέρουσες πτυχές των φοιτητικών χρόνων του Kουµανούδη και της διαµόρφωσης της προσωπικότητάς του.

Στην τελευταία εγγραφή του Hµερολογίου, στις 26 Nοεµβρίου 1845 από την Aθήνα, ο Kουµανούδης διακατέχεται από αβεβαιότητα για τις γνώσεις του στη Λατινική Φιλολογία που πρόκειται να διδάξει στο Πανεπιστήµιο· στην πραγµατικότητα όµως ξεκινά γι’ αυτόν µια δηµιουργική πορεία στην ελληνική πνευµατική ζωή, όπου θα θέσει ποικιλοτρόπως τη σφραγίδα του.

 

Ανέκδοτα κείμενα 1837-1845

Ημερολόγιον. Πραγματεία κατά του Φαλλμεράϋερ ατελής

Στέφανος Α. Κουμανούδης
επιμέλεια: Σοφία Ματθαίου, Παντελής Καρέλλος
μετάφραση: Παντελής Καρέλλος

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Ε.Ι.Ε.). Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών,
Αθήνα 2010, 318 σελ.
ISBN 978-960-7916-97-6

Read Full Post »

Σοφία ΠατούραΗ σύγχρονη μετανάστευση και η γνώση της Ιστορίας, Σοφία Πατούρα- Σπανού, Διευθύντρια Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο της Δρ. Σοφίας Πατούρα- Σπανού, Διευθύντριας Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών με θέμα:

«*Η σύγχρονη μετανάστευση και η γνώση της Ιστορίας»

 

Ο λατίνος ποιητής Οβίδιος, στα ποιήματά του Tristia και Ex Ponto, διεκτραγωδώντας «τους σκυθικούς χειμώνες» της εξορίας του στον Εύξεινο Πόντο, κοντά στις όχθες του Δούναβη, αντιμετωπίζει τον ποταμό άλλοτε ως «προστάτη» και «σωτήρα» των κατοίκων της από ‘δώ πλευράς και άλλοτε πάλι ως «βάρβαρο» και «συνωμότη» αφού τα κρυσταλλωμένα νερά του επιτρέπουν την είσοδο των «βαρβάρων» στον πολιτισμένο κόσμο της Δύσης.

Οβίδιος

Οβίδιος

Αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που διαδραματίζονται στο Δούναβη, ιδιαίτερα κοντά στις εκβολές του, βλέπει τους λαούς που τον περιβάλλουν ως «έθνη άγρια» και «ανάξια» να μνημονευθούν από το συγγραφικό ταλέντο του. Πέρα από τα προσωπικά του βιώματα στην εξορία, ο μεγάλος λατίνος ποιητής εκφράζει αναμφίβολα την πολιτική ιδεολογία της εποχής του, την ιδεολογία γύρω από τα σύνορα και το ρόλο τους, την ιδεολογία των Ρωμαίων έναντι των ξένων. Εξάλλου, για την πλειονότητα των αρχαίων συγγραφέων ο Δούναβης αποτελεί σύνορο που χωρίζει (απείργει κατά λέξη) τη βαρβαρότητα από τον πολιτισμό.

Η αλυσίδα των ρωμαϊκών οχυρώσεων κατά μήκος του ποταμού που από μόνος του, ως φυσικό φράγμα, δεν εξασφάλιζε την ακεραιότητα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, το περίφημο δηλαδή ρωμαϊκό limes, ήταν για τους ανθρώπους της εποχής η «κόκκινη γραμμή» που χώριζε τους δύο κόσμους: τον πολιτισμένο κόσμο της Δύσης από εκείνον της βαρβαρότητας.

Στους επόμενους, ωστόσο, αιώνες «όταν ο ερημωμένος από ανθρώπους βορράς εξέβαλε τους εισβολείς επάνω μας, όταν όλες οι ακτές του Δούναβη προξενούσαν πολέμους», κατά την ποιητική έκφραση του Κλαύδιου Κλαυδιανού, η εικόνα του Δούναβη και των λαών που τον περιέβαλαν άλλαξε και οι γνώσεις των ανθρώπων εκείνης της μεταβατικής εποχής εμπλουτίστηκαν με νέα στοιχεία. Τα μεταναστευτικά φύλα που κατέκλυζαν τις βόρεια του Δούναβη περιοχές και συνωθούνταν για να περάσουν στη νότια όχθη, εξωθημένα από τους συνεχείς πολέμους με νέους λαούς που κατέφθαναν στα μέρη τους και από την ανάγκη για επιβίωση, αποκτούσαν σιγά-σιγά όνομα· η εικόνα του Δούναβη γινόταν πιο ρεαλιστική, απαλλαγμένη από υπερβολές, μυθοπλασίες και ιδεοληψίες.

Όλο αυτό το συνονθύλευμα των λαών και εθνοτήτων, το μωσαϊκό των πολιτισμών, το αμάλγαμα των γλωσσών, το σκηνικό της σύγχυσης με τις αντιθέσεις και τις αντιφάσεις, τις ωσμώσεις και τις αφομοιώσεις, δημιούργησαν ένα νέο και σύνθετο τοπίο στο σύνορο του Δούναβη. Σιγά-σιγά το άλλοτε ισχυρό και απροσπέλαστο φράγμα του μεγάλου ποταμού έγινε ζώνη επαφής και επικοινωνίας των λαών, τόπος συνάντησης διαφορετικών κόσμων. Ο ίδιος ο Δούναβης αποτελούσε από μόνος του μιαν οικουμένη, μία «Βαβέλ» της εποχής, σύμβολο σύγχυσης αλλά ταυτόχρονα πεδίο ώσμωσης και ενότητας.

Η Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών είχε ήδη δρομολογηθεί και ο Δούναβης επρόκειτο να γίνει σύνορο-σύμβολο για την ιστορία του Βυζαντίου αλλά και των λαών της μεσαιωνικής Ευρώπης. Βρισκόμαστε σε μια εποχή κατά την οποία η νεοσύστατη αυτοκρατορία της Ανατολής, μπροστά στο όραμα της νέας πολιτικής ιδεολογίας της, εγκαταλείπει τις ξενοφοβικές αντιλήψεις τής Ρώμης περί ακεραιότητας και καθαρότητας της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και του πολιτισμού της. Ανοίγει τα σύνορά της, διευρύνει την πολυεθνικότητά της και με την ενσωμάτωση νέων πληθυσμιακών ομάδων και λαών εμπλουτίζει την πολυπολιτισμικότητά της.

 

Ο Θεοδόσιος (395 μ.Χ.) διαιρεί τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Ανατολική, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, και Δυτική, με πρωτεύουσα την Ρώμη. Ακολουθεί η μεγάλη μετανάστευση των Λαών.

Ο Θεοδόσιος (395 μ.Χ.) διαιρεί τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Ανατολική, με πρωτεύουσα την Κωνσταντινούπολη, και Δυτική, με πρωτεύουσα την Ρώμη. Ακολουθεί η μεγάλη μετανάστευση των Λαών.

 

Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία μετεξελίσσεται και μεταλλάσσεται σταδιακά, διεκδικώντας πλέον, εκτός της πολιτικής και στρατιωτικής κυριαρχίας, το δικαίωμα της εκπροσώπησης της οικουμενικότητας και του παγκόσμιου πολιτισμού. Η έννοια του ρωμαϊκού συνόρου καταρρίπτεται σιγά-σιγά και η ίδια η αυτοκρατορία καλείται να πληρώσει το τίμημα των δικών της ιδεολογικών και πολιτικών επιλογών περί παγκοσμιότητας και αιωνιότητας.

Οι απολίτιστοι και περιφρονημένοι «βάρβαροι» σπάζουν σιγά-σιγά τα δεσμά της απομόνωσής τους και έρχονται σ’ επαφή με τον πολιτισμένο κόσμο της αυτοκρατορίας. Προσλαμβάνουν στοιχεία του πολιτισμού του, εγκαταλείπουν τα άγρια ήθη τους, προσαρμόζονται στη νέα συναρπαστική γι’ αυτούς πραγματικότητα, και γίνονται, στο διάβα των αιώνων, μαζί με τους λαούς που συναντούν στη Δύση, οι σφυρηλάτες της νέας Ευρώπης.

Η μετεξέλιξη, ωστόσο, της αυτοκρατορίας που ταυτίζεται με δύο κορυφαίες ιστορικές εμπειρίες, τη διάδοση του χριστιανισμού και τη Μεγάλη Μετανάστευση των Λαών, πραγματοποιήθηκε μέσα από μακρές, επίπονες και χρονοβόρες διαδικασίες. Ιδιαίτερα ως προς το ζήτημα της αντιμετώπισης των ξένων – εισβολέων, μεταναστών και προσφύγων – τα κείμενα των συγγραφέων της εποχής απεικονίζουν τη διάσταση που επήλθε τότε στους κόλπους της βυζαντινής κοινωνίας.

Παλαιές και νέες ιδεολογίες και αντιλήψεις αντιπαρατέθηκαν σφοδρά, η πολιτική και η στρατιωτική εξουσία ήρθαν σε ανοικτή σύγκρουση κάποιες φορές, κοινωνικές ομάδες αντέδρασαν ξενοφοβικά και βίαια, η περιφέρεια και οι βόρειες επαρχίες, ως πρώτος χώρος υποδοχής των ξένων, στράφηκαν με δριμύτητα κατά της κεντρικής εξουσίας, την οποία μέμφθηκαν για παραμέληση και εγκατάλειψη, παίρνοντας συχνά την τύχη στα χέρια τους.

Ο ρήτορας Θεμίστιος, πολιτικός σύμβουλος τριών αυτοκρατόρων της πρώιμης βυζαντινής αυτοκρατορίας, σε διαρκή αντιπαράθεση προς τον σύγχρονό του, εκφραστή της ρωμαϊκής συντήρησης και ξενοφοβίας, Συνέσιο, μέσα από τους γνωστούς Λόγους που μας κληροδότησε, έχει δικαιωματικά κερδίσει τον τίτλο του μεγάλου θεωρητικού της νέας πολιτικής πρακτικής της αυτοκρατορίας έναντι των ξένων μεταναστευτικών λαών.

Από τη μια επικαλείται τη λογική και τη ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων, και από την άλλη επιστρατεύει το συναίσθημα και την ηθική, μέσ’ από ποικίλα φιλοσοφικά σχήματα περί φιλανθρωπίας, ειρήνης και συμφιλίωσης των λαών. Σε μια διατύπωση πολιτικού ρεαλισμού, περιγράφει με λεπτομέρειες και εκπληκτική ακρίβεια τη φυσική διαμόρφωση του Δούναβη με τις λωρίδες ξηράς και τα έλη που διευκόλυναν τη διέλευση των μεταναστευτικών φύλων και καταλήγει ότι «τίποτε δεν μπορεί να χωρίσει τους Σκύθες (Γότθους) από τούς Ρωμαίους· ούτε ο ποταμός, ούτε τα έλη, ούτε τα φράγματα· αυτά μπορεί κανείς να τα διακόψει, να τα διαπλεύσει και να τα υπερβεί».

Μέσ’ από μια σειρά ερωτημάτων-επιχειρημάτων προς το ακροατήριό του, στα οποία εκείνος ως φιλόσοφος προσδίδει και ιδεολογική διάσταση, αποκαλύπτει τον πολιτικό ρεαλισμό που εμπεριείχε η απόφαση του αυτοκράτορά του Θεοδοσίου να δεχθεί και να εγκαταστήσει τους πρόσφυγες Γότθους στα εδάφη της αυτοκρατορίας: οι έρημες από πληθυσμό αγροτικές περιοχές είχαν ανάγκη από εργατικά χέρια ενώ ο απογυμνωμένος στρατός της αυτοκρατορίας χρειαζόταν ενίσχυση, έστω από τις τάξεις των «βαρβάρων». Εξάλλου η πρόβλεψή του ότι εντός ολίγου χρόνου θα αντιμετωπίσουμε τους Σκύθες (Γότθους) ως ομοσπόνδους, ομοτραπέζους, ομού στρατευομένους, ομού λειτουργούντας, θα επαληθευτεί, καθώς πολλοί Γότθοι θα καταλάβουν σε σύντομο διάστημα καίριες θέσεις και υψηλά αξιώματα στον κρατικό μηχανισμό της αυτοκρατορίας, πολιτικό και στρατιωτικό.

Η πολιτική βούληση και η αποφασιστικότητα της κεντρικής εξουσίας της αυτοκρατορίας και των πνευματικών ταγών της, φαίνεται πως υπερίσχυσαν και κυριάρχησαν για το «κοινό όφελος» (κοινή λυσιτελές). Παρακάμπτοντας σκοπέλους, κατευνάζοντας με ποικίλα μέσα τα πνεύματα στις τάξεις των λαϊκών στρωμάτων που πλήττονταν από την εισδοχή των ξένων στα εδάφη της αυτοκρατορίας και αγνοώντας τις ξενοφοβικές κραυγές των εκπροσώπων της ρωμαϊκής παράδοσης, προσπάθησαν και πέτυχαν ν’ αλλάξουν τον ρου της Ιστορίας και να καταστήσουν την νέα αυτοκρατορία μεγάλη, πολυεθνική και παγκόσμια δύναμη.

Ο Κωνσταντίνος και ο Ευσέβιος υπηρετώντας τη νέα πολιτική φιλοσοφία που οι ίδιοι οικοδόμησαν και εγκαινίασαν από τον 4ο κιόλας αιώνα και λειτουργώντας στο πνεύμα του πολιτικού ρεαλισμού που απαιτούσαν οι καιροί, δικαιώθηκαν με τις επιλογές τους καθώς οι διάδοχοί τους ακολούθησαν το πολιτικό τους όραμα και κατέστησαν πράγματι την αυτοκρατορία μεγάλη και παγκόσμια δύναμη.

 

Έλληνες πρόσφυγες στη Συρία κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης (Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου). Στη λεζάντα της φωτογραφίας, που προφανώς εικονίζει μια σκηνή συσσιτίου, αναγράφεται ότι οι Αμερικανοί σίτισαν 12.000 Έλληνες.

Έλληνες πρόσφυγες στη Συρία κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923, μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης (Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου). Στη λεζάντα της φωτογραφίας, που προφανώς εικονίζει μια σκηνή συσσιτίου, αναγράφεται ότι οι Αμερικανοί σίτισαν 12.000 Έλληνες.

 

Το σύγχρονο φαινόμενο – για να περάσω στο σήμερα – της μαζικής μετακίνησης πληθυσμών διαφόρων εθνοτήτων, με όλες τις παραμέτρους και τα στοιχεία που εμπερικλείει, παραπέμπει, περισσότερο από κάθε άλλη περίπτωση, σ’ εκείνη την μακρινή χρονικά περίοδο της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών.

Όλο αυτό το σκηνικό ενός μωσαϊκού λαών, γλωσσών και θρησκειών, που εκτυλίσσεται καθημερινά στις τηλεοπτικές οθόνες μας, σε μια αέναη περιπλάνηση μέσ’ από επικίνδυνα ταξίδια στη θάλασσα, στα ποτάμια και στη στεριά, συχνά μπροστά σε τείχη, σε φράχτες και προτεταμένα όπλα, ανακαλεί στη μνήμη μας την εικόνα που δημιουργούν στη φαντασία του αναγνώστη οι λεπτομερείς και παραστατικές περιγραφές λατίνων και ελλήνων συγγραφέων, γύρω από τα γεγονότα της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών.

Μπροστά σε αυτό το πρωτόγνωρο για την εποχή μας φαινόμενο, η σημερινή Ενωμένη Ευρώπη στέκεται ακόμη αμφίθυμη και διχασμένη· μέχρι πρότινος αδιάφορη και εθελοτυφλούσα σε αυτό που αργά ή γρήγορα θα προκαλούσαν οι δικές της πολιτικές επιλογές, εναρμονισμένες μ’ εκείνες της μεγάλης συμμάχου της, της υπερατλαντικής δύναμης και όχι μόνο.

Λησμονώντας ότι στο επίκεντρο του πολιτικού της δόγματος περί παγκοσμιοποίησης θα έπρεπε να βρίσκονται οι άνθρωποι και η ελεύθερη μετακίνησή τους, στέκεται αμήχανη, διστακτική και αντιφατική μπροστά στην απόγνωση και την απέλπιδα προσπάθεια χιλιάδων ανθρώπων να κερδίσουν την επιβίωσή τους. Αιφνιδιασμένη από το «κακό» που χτύπησε την πόρτα της και διαρκώς πίσω από τις εξελίξεις, προσπαθεί ν’ αντιμετωπίσει το πρόβλημα με ημίμετρα και ασκήσεις επί χάρτου, με τακτικισμούς και διπλωματικούς ελιγμούς, σε κλίμα αναποφασιστικότητας και σύγχυσης.

Θα έλεγα, κλείνοντας, ότι η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα ενώπιον μιας μεγάλης ιστορικής πρόκλησης, παρόμοιας – τηρουμένων των αναλογιών που συνεπάγεται η μεγάλη χρονική απόσταση των γεγονότων- μ’ εκείνη που γνώρισε και εκμεταλλεύθηκε επωφελώς η νέα δύναμη της Ανατολής κατά τη μετάβασή της από τη φθίνουσα ρωμαϊκή στη βυζαντινή αυτοκρατορία.

Θα ήταν, λοιπόν, χρήσιμο η σημερινή Ευρώπη να λάβει υπ’ όψη της ανάλογες ιστορικές εμπειρίες και να μελετήσει καλύτερα τη δική της ευρωπαϊκή ιστορική αφετηρία. Ίσως έτσι μπορέσει ν’ αποκτήσει όραμα για το μέλλον της μέσ’ από πολιτικές ρεαλισμού αλλά και ευαισθησίας απέναντι στον άνθρωπο και την προστασία της ζωής του.

 

Σοφία Πατούρα- Σπανού

Διευθύντρια Ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

* Τα άρθρο φιλοξενείται και στην Εφημερίδα των Συντακτών, 6 Οκτωβρίου 2015.

Read Full Post »

Πνευματικές διαδρομές στο β’ μισό του 19ου αιώνα μέσα από την ανέκδοτη αλληλογραφία του Αργείου λόγιου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη: Πρόδρομη παρουσίαση.


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» πρόδρομη ανακοίνωση της Δρ. Σοφίας Πατούρα- Σπανού με θέμα: «Πνευματικές διαδρομές στο β’ μισό του 19ου αιώνα μέσα από την ανέκδοτη αλληλογραφία του Αργείου λόγιου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη», στα πλαίσια του επιστημονικού Συμποσίου: Ελληνικότητα και ετερότητα: Πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και «Εθνικός Χαρακτήρας» στον 19ο αιώνα. 14-17 Μαΐου 2015, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα.

Είναι γνωστό ότι ιστορικά πρόσωπα, αφανή και σχεδόν άγνωστα έως κάποια χρονική στιγμή, αναδύθηκαν από τη σιωπή και εμφανίσθηκαν στο προσκήνιό της ιστορίας, είτε λόγω της φυσικής εξέλιξης της έρευνας και των δυνατοτήτων της, είτε συχνά από τυχαίους παράγοντες. Εν προκειμένω συντρέχουν και οι δύο λόγοι. Από τη μια, η σταδιακή ψηφιοποίηση των φιλολογικών περιοδικών και των άλλων εντύπων του 19ου και 20ού αιώνα, παρέχει την ευκαιρία στους ερευνητές να γνωρίσουν και να καταγράψουν, μαζί με τα ονόματα και τα έργα των γνωστών λογίων, και εκείνα των αδικημένων από την νεότερη έρευνα, ανάμεσα στα οποία περίοπτη θέση κατέχει το όνομα και το έργο του Δημητρίου Βαρδουνιώτη.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Από την άλλη, αναφορικά με το συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, η συμπτωματική δωρεά, η προσεκτική φύλαξη και η απόφαση, από την πλευρά μου, της αξιοποίησης του αρχείου της προσωπικής του αλληλογραφίας, έρχεται να φωτίσει ακόμη περισσότερο το πορτρέτο μιας σημαντικής μορφής της μετεπαναστατικής γενιάς του β’ μισού του 19ου αιώνα. Η απουσία εκτενούς βιβλιογραφίας και ο περιορισμένος αριθμός αναφορών στο όνομά του, δεν μπορούν να μειώσουν κατά κανένα τρόπο την αξία του. Γιατί ο Αργείος λόγιος υπήρξε σπουδαίος ιστορικός, λογοτέχνης, λαογράφος, δημοσιογράφος κυρίως όμως ακούραστος σκαπανέας του παρελθόντος. Κυνηγητής της γνώσης και της δόξας, από τη μια μεριά τρυγάει αχόρταγα το μέλι των βιβλίων κι από την άλλη σκαρώνει στίχους, διηγήματα, σκαλαθύρματα, κριτικές, μελετήματα κάθε λογής μπαίνοντας δικαιωματικά στη χορεία των αττικιζόντων παντoιογράφων, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος σε μια από τις λίγες μελέτες που έχουν γραφτεί για τη ζωή και το έργο του.

Την εξήγηση της αγνοημένης ως σήμερα λογιοσύνης του, δίνει προφητικά, 90 περίπου χρόνια πριν, ο σύγχρονός του Γεώργιος Λογοθέτης, το 1928, σ’ ένα κριτικό σημείωμα, αφιερωμένο στη μνήμη του: Σε μια αποστροφή του λόγου του για τον Ζαν-Μωρεάς, που έγινε πασίγνωστος και διάσημος λόγω της εγκατάστασης και της λογοτεχνικής δημιουργίας του στο Παρίσι, κλείνοντας τη μελέτη του επισημαίνει: Ο Βαρδουνιώτης δεν θα περνούσε ασφαλώς τόσον αγνοημένος, αν δεν αγαπούσε τόσο την μικρή του πατρίδα, το Άργος και δεν περιωρίζετο στη ζωή της και την ιστορία της. Ο επαρχιώτης λοιπόν λόγιος, μακριά από τα φιλολογικά σαλόνια της εποχής, μακριά από τις δημόσιες σχέσεις και τις ζυμώσεις που συντελούνταν στους λογοτεχνικούς συλλόγους, στα πνευματικά κέντρα και στα εκδοτικά στέκια της Πρωτεύουσας, ζούσε μόνιμα στη μικρή του πόλη. Δούλευε ακούραστα, σχεδόν υπεράνθρωπα, για την πνευματική προαγωγή του τόπου του αλλά και του Έθνους, ασκώντας παράλληλα με επιτυχία το επάγγελμα του δικηγόρου.

Παρά ταύτα, οι σύγχρονοι ομότεχνοί του Αθηναίοι φαίνεται πως τον γνώριζαν καλά, αναφέρονταν συχνά σε εκείνον και συζητούσαν για το έργο του, παρά τη φυσική του απουσία από το Κέντρο. Εκτιμώντας τη φιλεργατικότητά του, τη φιλοτιμία του και την αξία του πολυδιάστατου έργου του, δεν φείδονταν ευμενών και επαινετικών σχολίων και δεν δίσταζαν να ζητούν τη συνδρομή του για ποικιλία θεμάτων. O εκδότης της Ποικίλης Στοάς Ιωάννης Αρσένης, σε επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη το 1882, αφού του μεταφέρει την μεγάλη απήχηση που είχε στο αναγνωστικό κοινό το δημοσίευμά του στο Ημερολόγιο του ’82, το οποίο αναδημοσιεύθηκε από την Εστία, του εκφράζει επίσης πολλών τα ειλικρινή συγχαρητήρια δια το σοβαρόν έργον των εθίμων.

Νικόλαος Πολίτης

Νικόλαος Πολίτης

Δέκα χρόνια αργότερα ο Μπάμπης Άννινος, ζητώντας του επίμονα να του αποστείλει εγκαίρως και καμμίαν άλλην πραγματείαν ωσάν την πρώτην προσθέτει στην επιστολή του: Ο Άγγελος Βλάχος, προχθές εις του Σουρή το σπίτι μού ωμίλησε πολύ επαινετικά περί της πραγματείας σου. Την ίδια εκτίμηση εκφράζει και ο Νικόλαος Πολίτης σε επιστολή που του απευθύνει, το 1890: παρηκολούθησα πάντοτε την ακαταπόνητον φιλολογικήν και δημοσιογραφικήν εργασίαν σας, τοσούτο μάλλον αξίαν τιμής, καθ’ όσον δεν παρεμποδίζει αυτήν, ουδέ μαραίνει τον προς ταύτην αναγκαίον ζήλον και ενθουσιασμόν -ας μοι επιτραπή δέ η λέξις αύτη προκειμένου περί της διαμονής σας εν πόλει εστερημένη ως αι πλείσται δυστυχώς των ελληνικών πόλεων, φιλολογικής κινήσεως και οιουδήποτε κέντρου εκ των απαραιτήτων προς πνευματικήν εργασίαν. Ας σημειωθεί ότι ο Βαρδουνιώτης τροφοδοτούσε συνεχώς το έργο του μεγάλου λαογράφου με ανέκδοτο λαογραφικό υλικό, όπως δημοτικά τραγούδια, παροιμίες, έθιμα και άλλα «μνημεία» της δημώδους φιλολογίας. Σε μία από τις πρώτες επιστολές του προς τον Βαρδουνιώτη, ο τακτικός αλληλογράφος του Αρσένης, πέρα από τον προσωπικό του θαυμασμό, τού μεταφέρει την εντύπωση του Ιωάννη Καμπούρογλου για τη συμβολή του στη Νέα εφημερίδα, αλλά και τη γενικότερη εικόνα που είχε για εκείνον: Σε ηγάπησε πολύ ο κ. Καμπούρογλου – καίτοι ως μοι είπεν προτού να σε γνωρίση είχε ακούσει πολλά λαμπρά δι εσέ, και δημοσία επήνεσε την φιλοπονίαν σου, την ευφυΐαν σου, τον ευγενή σου χαρακτήρα, την αγαθήν σου ψυχήν και τας γνώσεις σου. Σε δική του επιστολή προς τον Βαρδουνιώτη, ο Ιωάννης Καμπούρογλου, εξαίροντας την ακαταπόνητη ερευνητική του δραστηριότητα, αναφωνεί: Εύγε τη ιχνηλατική σου δυνάμει εις τ’ άδυτα παρελθόντα.

Η παροιμιώδης φράση του Βαρδουνιώτη ανάπαυσις δεν είναι η αποχή από την εργασία, αλλά η αλλαγή εργασίας καταδεικνύει τη σιδερένια του θέληση για γνώση και πνευματική δημιουργία και επιβεβαιώνει τη γνώμη που είχαν γι αυτόν οι ομότεχνοι αλληλογράφοι του. Είναι δύσκολον να γεννηθεί μία τοιαύτη ιδιοφυΐα και να ακμάση δια τόσον εμμόνου, φωτεινής, ακριβοδικαίας, εμπνευσμένης και ευθικριτικής φιλοπονίας θα γράψει σε αφιέρωμα στον Αργείο λόγιο τού περιοδικού Ηραία το 1939, αρκετά δηλαδή χρόνια μετά το θάνατό του, ο στενός του φίλος και συνεργάτης Δημήτριος Καμπούρογλου.

Ο Βαρδουνιώτης, γεννημένος το 1947 σε μια προνομιούχο ιστορικά πόλη και ανήκοντας στη μετεπαναστατική γενιά των εντατικών εθνικών διεργασιών, με έμφυτη κλίση στην ιστορική έρευνα, τη λογοτεχνία και την πολιτική δράση, μετέσχε καθολικά στα δρώμενα της εποχής του. Συντάκτης και εκδότης πολλών τοπικών εφημερίδων, συνιδρυτής και αντιπρόεδρος του ιστορικού φιλολογικού συλλόγου Δαναός και αργότερα ιδρυτής του Ινάχου, πατριάρχης των γραμμάτων και αριστοτέχνης του καλάμου κατά τον συντοπίτη του λόγιο Νικόλαο Γκινόπουλο, δεν μπορούσε να περιοριστεί πνευματικά στα στενά όρια της τότε Αργολιδοκορινθίας.

Ο συγγραφέας των έργων Εκδρομαί εις Μυκήνας, Καταστροφή του Δράμαλη, Αφνειός Κόρινθος, Φρύνη, Μπουμπουλίνα, Εδουάρδος Μάσσων, Εμμανουήλ Καλλέργης, έγινε γρήγορα γνωστός στους αθηναϊκούς κύκλους και απέσπασε σπουδαίες κριτικές από τον τότε κυρίαρχο Τύπο της Πρωτεύουσας. Εφημερίδες όπως οι Καιροί του Κανελλίδη, η Πόλις, η Εστία, η Νέα Εφημερίς, ο Νέος Τύπος κ. α., τού έπλεξαν το εγκώμιο μετά τη γοητευτική διάλεξη που έδωσε στον φιλολογικό σύλλογο Παρνασσό περί της Αφνειού Κορίνθου στις 9 Δεκεμβρίου του 1894. Στις 13 του ίδιου μήνα η εφημερίδα Πόλις έγραψε: Σπανίως ανάγνωσμα δημόσιον έτυχε τόσον ομοθύμου επιδοκιμασίας όσον το εν τω συλλόγω «Παρνασσώ» γενόμενον παρά του Δ. Βαρδουνιώτου δικηγόρου εξ Άργους, κατά την εσπέραν της Παρασκευής. … Ο κ. Βαρδουνιώτης, γνωστός και πρότερον, … κατέκτησε την συμπάθειαν και την εκτίμησιν των μέχρις ασφυξίας συνωθουμένων άνω και κάτω εν τη μεγάλη αιθούση του συλλόγου «Παρνασσού» επιλέκτων ακροατών του.

Το ιστορικό έργο, βέβαια, με το οποίο είναι ταυτισμένο το όνομά του, πρωτότυπο και δυνατό, βασική πηγή της νεότερης ιστορίας μας, είναι η Καταστροφή του Δράμαλη. Κάτοχος του μεγαλύτερου μέρους του αρχείου του Νικηταρά και του στρατηγού Τσώκρη και αυτήκοος μάρτυς ζωντανών αφηγήσεων των πρεσβυτέρων τού περιβάλλοντός του, συνέθεσε την ιστορία της μάχης των Δερβενακίων με αξιόπιστο και αριστοτεχνικό τρόπο. Ο Δημήτριος Καμπούρογλου, χαρακτηρίζοντας αυτή τη μονογραφία «μνημειώδη», σημείωνε: εις τα Δερβενάκια, που κάποτε θα στολισθούν με δάσος ανδριάντων, πρέπει ξεχωριστή, απόμακρα, αλλά περίοπτος να σελαγίση και η μορφή του Βαρδουνιώτη.

Η ευρυμάθεια, η πνευματική του εμβέλεια, ο ακάματος ζήλος του για την ιστορική και λογοτεχνική παραγωγή, η εθνική προσφορά του και η εμπλοκή του στα πολιτικά πράγματα, ξεδιπλώνονται στις πολυάριθμες σελίδες των ανέκδοτων επιστολών τού προσωπικού του αρχείου. Πρόκειται για έναν μεγάλο αριθμό επιστολών προς τον Βαρδουνιώτη (350 περίπου) από πλήθος αλληλογράφων, γνωστών λογίων, πολιτικών και νομικών της εποχής. Χρονολογικά η αλληλογραφία εκτείνεται από το 1869, έτος της πρώτης επιστολής από τον λόγιο, διευθυντή της Βιβλιοθήκης της Ανδρίτσαινας, Αναστάσιο Παπαδήμο, έως το 1924, χρονιά του θανάτου του, κατά την οποία λαμβάνει την τελευταία επιστολή από τον επιστήθιο φίλο του Δημήτριο Καμπούρογλου.

Το μεγαλύτερο μέρος των επιστολών προέρχεται από κύκλους λογίων της Αθήνας αλλά και άλλων κέντρων της εποχής, ακόμη και από τον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό: την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τη Δράμα, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, τα Ιεροσόλυμα. Οι επιστολές υπογράφονται από εκδότες, διευθυντές και αρθρογράφους των κορυφαίων τότε λογοτεχνικών δελτίων και φιλολογικών περιοδικών, Ημερολογίων, εφημερίδων και συγγραμμάτων. Οι συνεχείς και επίμονες προσκλήσεις τους προς τον Βαρδουνιώτη για συμμετοχή στη σύνθεση της ύλης των εντύπων τους, συχνά μάλιστα από το ξεκίνημά τους, δείχνει την αναγνώριση και την εκτίμηση που είχε κερδίσει ως συγγραφέας και πνευματικός δημιουργός. Από το περιεχόμενο των επιστολών προκύπτει ότι ο Βαρδουνιώτης, ξεπερνώντας τα τοπικά όρια της πνευματικής δράσης του, τροφοδοτούσε αδιάλειπτα πολλά από τα έντυπα της εποχής εκείνης με τις δικές του συμβολές: διηγήματα, άρθρα, κριτικά σημειώματα, ποιήματα, ιστορικές αναφορές, δοκίμια, σατιρικά και λαϊκά αφηγήματα, έγγραφα, κ. ά.

Δεσμίνης Δημοσθένης

Δεσμίνης Δημοσθένης

Τα Ημερολόγια του Σκόκου και της Σβορώνου, η Ποικίλη Στοά του Αρσένη, το Αττικόν Ημερολόγιον του Ειρηναίου Ασώπιου, ο Παρνασσός, η Εστία, το Εγκυκλοπαιδικόν Ημερολόγιον του Κουτούβαλη στη Σμύρνη, ο Απόλλων του Σακελλαρόπουλου, το Ελληνικόν Ημερολόγιον στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, το Αθηναϊκόν Ημερολόγιον των Μαυρογένη-Πρίντεζη, ο Βόσπορος και οι Αναμνήσεις στην Κωνσταντινούπολη, και πολλά ακόμη, φιλοξένησαν στις σελίδες τους κείμενα του Βαρδουνιώτη. Ως αρθρογράφος και ανταποκριτής, συνεργάσθηκε επίσης με πολλές εφημερίδες όπως, την Πρωτεύουσα εφημερίδα του Δημητρακόπουλου, την Δαναΐδα του Δεσμίνη, την Ηχώ των Αθηνών του Πασσαγιάννη, την εφημερίδα Καιροί του Πέτρου Καννελίδη, τις εφημερίδες Λαός και Έθνος, το Άστυ και τον Νεολόγο του Άννινου, τη Νέα Εφημερίδα των Δημητρίου και Ιωάννη Καμπούρογλου, ακόμη και με την βραχύβια Καθημερινή του Μίκιου Λάμπρου, κ. ά.

Συντάκτες επιστολών όπως ο Σκόκος, ο Άννινος, ο Αρσένης, ο Καννελίδης, ο Τιμολέων Φιλήμων, ο Ν. Πολίτης, ο Γεώργιος Σουρής, ο ανασκαφέας των Μυκηνών Χρ. Τσούντας, οι Ιωάννης και Δημήτριος Καμπούρογλου, η Ελένη Σβορώνου, ο Ειρηναίος Ασώπιος, ο Αναστάσιος Παπαδήμος, ο Νεοκλής Καζάζης, ο Ιάκωβος Τομπάζης, η Άννα Σερουΐου, οι ιστορικοί Σπ, Λάμπρος και Νικόλαος Βέης και πολλοί άλλοι – αδύνατο ν’ αναφερθώ σε όλους- ανταλλάσσουν μαζί του πληροφορίες και απόψεις ιστορικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Ανταλλάσσουν βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, συχνά κριτικές σκέψεις και ιδέες για τα νέα λογοτεχνικά ρεύματα, τις νέες εκδόσεις, και φυσικά τις πολιτικές εξελίξεις και τις κοινωνικές αλλαγές. Οι ιδρυτές της νεοελληνικής κωμωδίας Πολύβιος Δημητρακόπουλος και Νικόλαος Λάσκαρης σε πολυσέλιδες επιστολές τους, ζητούν τη γνώμη του για τα δικά τους έργα, συχνά όμως και τη συγγραφική συνδρομή του. Ευρωπαίοι Ελληνιστές, όπως ο γλωσσολόγος και φιλόλογος Eduard Engel από το Βερολίνο, ο λατινιστής και ελληνιστής Ernste Schulze από το Bautzen της Σαξονίας και η πρωτοπόρος γαλλίδα Julliette Αdam ζητούν και παρέχουν αμοιβαία, ιστορικό, αρχαιολογικό και φιλολογικό υλικό δυσεύρετο στη μία ή την άλλη πλευρά. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι ο Schulze, με τον οποίο είχε πολύχρονη μεγάλη αλληλογραφία, μεταφράζει άρθρα και δοκίμια του Βαρδουνιώτη και τα δημοσιεύει στο τοπικό γερμανικό Τύπο.

Το στοιχείο όμως που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την πολυδιάστατη προσωπικότητα και το πολύπλευρο έργο του Βαρδουνιώτη είναι η εθνική προσφορά του. Ακούραστος συλλέκτης και πιστός θεματοφύλακας των μνημείων του ιστορικού παρελθόντος, δίνει προσωπικούς αγώνες για τη διάσωση των πολλών και ποικίλων αρχαιοτήτων της Αργολίδας, η οποία στερούνταν εκείνη την εποχή ενός στοιχειώδους χώρου φύλαξης των σπουδαίων αρχαιολογικών καταλοίπων της περιοχής. Ο Βαρδουνιώτης ωστόσο δεν αρκείται μόνο στο μακρινό ιστορικό παρελθόν. Εργάζεται με πάθος και μεθοδικότητα, όπως αργότερα ο Βλαχογιάννης στην Αθήνα, για τη συλλογή και τη διάσωση των νεότερων ιστορικών τεκμηρίων της πατρίδας, τεκμήρια που θ’ αποτελέσουν τον πυρήνα της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας. Στο περιεχόμενο τριών επιστολών που λαμβάνει από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία μαρτυρείται και αναγνωρίζεται δεόντως από τους ιθύνοντες, η μεγάλη εθνική προσφορά του με την αποστολή πλήθους εγγράφων αφορώντων στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Μία εκτενής φράση του προέδρου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ιωάννου Μπόταση σε επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη καταδεικνύει τη γενναιόδωρη έναντι του ιστορικού του χρέους στάση του: βεβαίως είσθε πρώτος εν τη πρώτη γραμμή εκείνων οίτινες κατήρτισαν την πλουσίαν συλλογήν ιστορικών πηγών ας η καθ’ ημάς Εταιρεία δύναται να θέση εις την διάθεσιν των ερευνητών επ’ ωφελεία της ευκλεούς ιστορίας του Έθνους. Ο αριθμός των 10.625 εγγράφων που ο μεγάλος συλλέκτης των γραπτών εθνικών κειμηλίων είχε αποστείλει στην Εταιρεία έως το 1915, προκαλούν τη συγκίνηση και το θαυμασμό του προέδρου και του γραμματέως της Εταιρείας, Μπόταση και Ράδου. Τον Απρίλιο του 1909, ο Κωνσταντίνος Ράδος του ανακοινώνει ότι το Διοικητικόν Συμβούλιον της Εταιρείας έκανε διάβημα προς τον Υπουργό των Εξωτερικών εγγράφως τε και προφορικώς όπως ούτος προβή εις την αρμόζουσαν, τη φιλοπονία της φιλεπιστημοσύνης υμών, ηθικήν εκ μέρους του κράτους ικανοποίησίν σας· και συμπληρώνει: Τούτο το διάβημα εθεώρησεν καθήκον της η Εταιρεία ημών να κάμη, ανθ’ ων υπέρ της Εθνικής Ιστορίας κοπιάτε.

Η εθνική προσφορά του Βαρδουνιώτη δεν περιορίζεται στα σύνορα της ελεύθερης μόνο Ελλάδας. Το ταξίδι του στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη το 1890 και η γνωριμία του με σημαίνουσες προσωπικότητες της ελληνικής κοινότητας της πόλης, τον ευαισθητοποιούν γύρω από το Μακεδονικό και το επιτακτικό αίτημα της απελευθέρωσης του υπόδουλου ακόμη ελληνισμού. Η αλληλογραφία του μαζί τους, κυρίως δε οι εκτενείς επιστολές που επί 15ετία λαμβάνει από τον γιατρό και μακεδονομάχο στη συνέχεια Δημήτριο Ρίζο (τον επονομαζόμενο Ευμένη), αποκαλύπτουν την εναγώνια προσπάθεια του Βαρδουνιώτη να βοηθήσει με όποιο τρόπο μπορεί και με όσα μέσα διαθέτει, τη μεγάλη εθνική υπόθεση. Στέλνει με δυσκολία αθηναϊκά και άλλα έντυπα στη Θεσσαλονίκη και συμβάλλει στην δημοσιοποίηση και προβολή των εθνικών θεμάτων και των εσωτερικών προβλημάτων της ελληνικής κοινότητας της πόλης, είτε προσωπικά είτε με τη βοήθεια φίλων και γνωστών του.

Σε ιδιαίτερη ενότητα μπορεί κανείς να εντάξει τις επιστολές προς τον Βαρδουνιώτη από λογίους συντοπίτες του, όπως ήταν οι εκπαιδευτικοί Ιωάννης Κοφινιώτης, Γεώργιος Δαλδάκης, oι νομικοί και λόγιοι Δημοσθένης Δεσμίνης και Νικόλαος Δημαράς, κ. .α., οι οποίοι αναδεικνύουν στο περιεχόμενό τους ζητήματα της εκπαίδευσης αλλά και τοπικά προβλήματα από την έλλειψη υποδομών όπως ήταν η μή συντήρηση του σιδηρόδρομου και των τρένων καθώς και η απουσία δικτύου άρδευσης της αργολικής πεδιάδας. Σημαντικές είναι και οι επιστολές ανδρών της γενιάς του Βαρδουνιώτη, υιών κατά κύριο λόγο και συγγενών αγωνιστών και πολιτικών της Επανάστασης, με δράση κυρίως στο Ναύπλιο και το Άργος: του Ιωάννη Νικηταρά, του Αναστασίου Γενναδίου, του Εμμανουήλ Καλλέργη και του ανεψιού του πολιτικού Δημητρίου Καλλέργη, του Ψύλλα, του Ιωάννη Τρικούπη. Από τις επιστολές ορισμένων από αυτούς καθώς και από εκείνες κορυφαίων πολιτικών που πρωταγωνίστησαν στον πολιτικό στίβο της εποχής, αποκαλύπτεται η πολιτική επιρροή που μπορούσε ν’ ασκήσει ο Βαρδουνιώτης στο εκλογικό σώμα της ιδιαίτερης πατρίδας του, λόγω του κύρους του και της ισχυρής προσωπικότητάς του.

Το ευρύ ιδεολογικό φάσμα που καλύπτουν οι επιστολές των πολιτικών αλληλογράφων του δεν επιτρέπουν τον ακριβή προσδιορισμό του δικού του πολιτικο-ιδεολογικού στίγματος. Εμφανίζεται μάλλον μετριοπαθής στο πολιτικό πεδίο, το οποίο πρέπει να είχε επισκιασθεί από την αφοσίωσή του στη δικηγορία και την εντατική ενασχόλησή του με την έρευνα και τη συγγραφή. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, πάντως, δύο έγκριτοι δημοσιολόγοι της εποχής, οι εκδότες Σκόκος και Άννινος επιζητούν την συνεργασία του για τα νεότευκτα έντυπά τους λόγω των φιλελευθέρων και προοδευτικών αρχών του, τις οποίες, όπως του υπενθυμίζει ο πρώτος, δημοσία πολλάκις κηρύττετε. Όλα αυτά βέβαια μέχρι την περίοδο του εθνικού διχασμού, όταν κατά τρόπο ανεξήγητο, όπως σημειώνει ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος που τον γνώριζε προσωπικά, συντάσσεται ενεργά με τους βασιλόφρονες, αναδεικνύεται σε ηγετική μορφή τους στο Άργος, και στη συνέχεια το 1918 εκτοπίζεται στη Χίο και τη Μυτιλήνη. Η εξορία και η άφατη λύπη του για τη Μικρασιατική καταστροφή που επακολούθησε, κλόνισαν σοβαρά την υγεία του και επηρέασαν την πνευματική παραγωγή του. Τον Μάρτιο του 1924 πέθανε στην αγαπημένη του πατρίδα, το Άργος, αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο και πολυσύνθετο έργο. Χρέος δικό μας είναι να το αναζητήσουμε, να το εντοπίσουμε και να το αναδείξουμε.

Αθήνα 15/5/2015

Σοφία Πατούρα- Σπανού                                        

Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Επιστημονικό Συμπόσιο: Ελληνικότητα και ετερότητα: Πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και «Εθνικός Χαρακτήρας» στον 19ο αιώνα. 14-17 Μαΐου 2015, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα.


Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

«Αργολικά Σημειώματα “Επίδαυρος ή Δαμαλάς;”,Τοποθεσία του Βούζη = Μέρμπακας;” », Βούλα Κόντη, Σύμμεικτα, τόμος ένατος, Μνήμη Δ. Α. Ζακυθηνού, Μέρος ‘Α, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, Αθήνα, 1994


 

 

Επίδαυρος ή Δαμαλάς;

Κάστρο του Δαμαλά (Τροιζήνα)

Κάστρο του Δαμαλά (Τροιζήνα)

Ο όσιος Νικών ο «Μετανοείτε», όπως μας πληροφορεί ο βιογράφος του, αναχωρώντας από την Κρήτη με προορισμό την Πελοπόννησο, έφθασε στην[Ε]πίδαυρον, ον και Δαμαλάν ειώθασι καλείν οι εγχώριοι.Οιμελετητές που έχουν ασχοληθεί είτε με το Βίο του οσίου είτε με τα πελοποννησιακά πράγματα κατά τη μεσοβυζαντινή περίοδο αναφέρονται στο παραπάνω χωρίο, επισημαί­νοντας ότι ο βιογράφος, ταυτίζοντας λανθασμένα την Επίδαυρο με το Δαμαλά, συγχέει δύο γειτονικές περιοχές της βόρειας ακτής της Αργολίδας. Στην προσπάθεια να ερμηνεύσουν το λάθος, άλλοι υπο­στηρίζουν ότι στο συγκεκριμένο χωρίο εννοείται η Επίδαυρος, η οποία κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο έφερε την επωνυμία Δαμαλάς, άλλοι ότι ο όσιος είχε αποβιβαστεί στην Επίδαυρο και ότι αργότερα, κατά την αναχώρησή του είχε μεταβεί στο Δαμαλά, από όπου είχε αποπλεύσει για την Αθήνα και άλλοι, άλλοτε δέχονται ότι παρά τη σύγχυση των τοπωνυμίων η μεσαιωνική ονομασία της Επιδαύρου ήταν Δαμαλάς και άλλοτε θεωρούν ότι ο όσιος είχε φθάσει στην Επίδαυρο και ότι από εκεί είχε μεταβεί στο Δαμαλά, όπου κήρυξε το θείο λόγο. Τέλος, ο Bon και ο Κορδώσης, χωρίς όμως και αυτοί να το τεκμηριώνουν, σημειώνουν ότι ο όσιος Νίκων είχε αποβιβαστεί στο Δαμαλά, τον οποίο θεωρούν ότι λανθασμένα ο βιογράφος του συγχέει με την Επίδαυρο, αντί για την αρχαίαΤροιζήνα.

 

Τοποθεσία του Βούζη = Μέρμπακας;

 

Λίγο πριν από τα μέσα του 12ου αι., ο επίσκοπος Άργους και Ναυπλίου, Λέων, είχε ιδρύσει στην περιοχή της Αρείας γυναι­κεία μονή αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, γνωστή σή­μερα ως Αγία Μονή. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Λέων στο «Υπό­μνημα» της μονής, το οποίο είχε συντάξει τον Οκτώβριο του 1144, σε σύντομο χρονικό διάστημα αναγκάστηκε, για το φόβο των θαλαττίων ληστών, κατά πάσαν άδειαν τα πάντα ληιζομένων, να απομακρύνει τις μοναχές από τη μονή τους, που δεν απείχε πολύ από τη θάλασσα. Έτσι, έκτισε, ειδικά για το λόγο αυτό, άλλη ομώ­νυμη μονή, της πανάγνου δεσποίνης ημών και θεομήτορος, στην ενδοχώρα (πόρρω διακείμενον της θαλάσσης), στην τοποθεσίαν του Βούζη, ενώ μετέτρεψε την πρώτη μονή σε ανδρώα. Η τοποθεσία αυτή απ’ όσο τουλάχιστον γνωρίζω, δεν έχει ως σήμερα εντοπιστεί. Η πιθανότητα να διατηρείται και σήμερα το τοπωνύμιο, σε παρεφθαρμένη, όμως μορφή, φαίνεται μάλλον απίθανη, γιατί σε όλη την περιοχή του αργολικού κάμπου δε σώζεται κάτι παρεμφε­ρές. Αντίθετα, ο τύπος στη γενική, με τον οποίο παραδίδεται η ονομασία της τοποθεσίας, του Βούζη, παραπέμπει συνήθως σε ονό­ματα βυζαντινών οικογενειών και υποδηλώνει τον ιδιοκτήτη γης ή τοπικό άρχοντα. Ας σημειωθεί ότι ο ίδιος ακριβώς τύπος του ονόματος (του Βούζη) μαρτυρείται, στα 1285, και στη νήσο Λήμνο· μνημονεύεται σε σιγιλλιώδες γράμμα του δούκα και απογραφέα του νησιού, Μιχαήλ Μακρεμβολίτου.

Για την ανάγνωση της ανακοίνωσης της κυρίας Βούλας Κόντη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Αργολικά Σημειώματα

 

Read Full Post »

Πατούρα Σοφία – Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών. Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών


 

Σοφία Πατούρα

Σοφία Πατούρα

Η Σοφία Πατούρα κατάγεται από την Καρυά Αργολίδας (οικισμός Χούνη), όπου τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Για τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση φοίτησε στο Μπουσουλοπούλειο Γυμνάσιο και Λύκειο του Άργους από το οποίο έλαβε το απολυτήριο Λυκείου. Συμμετέχοντας στις Πανελλήνιες Εξετάσεις, εισήχθη επιτυχώς στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Τέχνης), από την οποία πήρε το πτυχίο της το 1974. Κατά το σχολικό έτος 1974-1975 εργάσθηκε ως καθηγήτρια Ιστορίας σε Ιδιωτικό Εκπαιδευτήριο του Άργους.

Στη συνέχεια, με υποτροφία του Υπουργείου Εξωτερικών (Πρόγραμμα Μορφωτικών Ανταλλαγών), πήγε στη Ρουμανία για μεταπτυχιακές σπουδές και την εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στη Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

Κατά την περίοδο των μεταπτυχιακών της σπουδών (Ιανουάριος 1976 – Σεπτέμβριος 1980), υπό την επιστημονική καθοδήγηση δύο διαπρεπών πανεπιστημιακών δασκάλων και ελληνιστών, του ακαδημαϊκού Emil Condurachi και του σπουδαίου αρχαιολόγου Ion Barnea, παρακολούθησε μαθήματα, σεμινάρια, διαλέξεις και ανασκαφικές έρευνες σχετικές με το αντικείμενο της διδακτορικής διατριβής της.

Τον Σεπτέμβριο του 1980 υποστήριξε την διατριβή της και έλαβε τον τίτλο της διδάκτορος στην Ιστορία και Αρχαιολογία. Ο θεματικός τομέας στον οποίο εξειδικεύθηκε είναι: οι Μεταναστεύσεις των Λαών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα (Πρώιμο Βυζάντιο).

Μετά την επιστροφή της στην Ελλάδα εργάσθηκε για μικρό χρονικό διάστημα σε Γυμνάσιο της Αθήνας, ως καθηγήτρια Ιστορίας. Τον Φεβρουάριο του 1981 προσελήφθη στο Ινστιτούτο Βυζαντινών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, στο οποίο εργάζεται έως σήμερα.

Στη διάρκεια των 33 ετών επαγγελματικής σταδιοδρομίας στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών πέρασε επιτυχώς, κατόπιν επιστημονικών κρίσεων, από όλες τις ερευνητικές βαθμίδες και το 2007 ολοκλήρωσε την βαθμολογική εξέλιξή της, καταλαμβάνοντας το βαθμό της Διευθύντριας Ερευνών.

 

Τα επιστημονικά και ερευνητικά ενδιαφέροντά της συνοψίζονται στις παρακάτω θεματικές ενότητες:

 

• Εξωτερική πολιτική και Διπλωματία του Βυζαντινού Κράτους.

• Ιδεολογία, θρησκεία και πολιτική (Ύστερη Αρχαιότητα, Πρώιμη και Μέση Βυζαντινή Περίοδος).

• Οι αιχμάλωτοι και οι όμηροι κατά την Αρχαιότητα και το Μεσαίωνα.

• Οι μεταναστεύσεις των λαών κατά την Ύστερη Αρχαιότητα και τον Πρώιμο Μεσαίωνα (οι βαρβαρικοί λαοί της δουναβικής μεθορίου).

• Το Βυζάντιο και οι Άραβες (πολιτικές, διπλωματικές και πολιτισμικές σχέσεις).

Στη διάρκεια τής έως σήμερα επαγγελματικής θητείας της α) έχει οργανώσει πολλά συνέδρια / συμπόσια, ημερίδες και διάφορους κύκλους επιστημονικών διαλέξεων και σεμιναρίων, ή συμμετάσχει σε αυτά β) έχει μιλήσει σε 40 περίπου διεθνή και εθνικά συνέδρια/συμπόσια, ημερίδες και επιστημονικές εκδηλώσεις και γ) είναι ενεργό μέλος πολλών ιστορικών εταιρειών.

 

Το συγγραφικό της έργο έχει ως ακολούθως:

 

Α. Μονογραφίες

1) Πολιτιστικές σχέσεις του Βυζαντίου με τους λαούς του Δούναβη κατά τους 4ο και 5ο αιώνες, Βουκουρέστι 1980, σελίδες 200 (διδακτορική διατριβή στη ρουμανική γλώσσα).

2) Οι αιχμάλωτοι ως παράγοντες επικοινωνίας και πληροφόρησης (4ος-10ος αι.), έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1994, σελίδες 174.

3) Χριστιανισμός και παγκοσμιότητα στο Πρώιμο Βυζάντιο: από τη θεωρία στην πράξη, έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2008, σελίδες 456.

4) Η μεθόριος του Δούναβη και ο κόσμος της στην εποχή της μετανάστευσης των λαών (4ος-7ος αι.), έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2008, σελ. 301.

 

Β. Επιστημονική και τυπογραφική επιμέλεια (Editing)

 

1) Η Ελληνική Γραφή κατά τους 15ο και 16ο αιώνες, έκδ. ΙΒΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 2000, σελ. 568.

2) Διπλωματία και πολιτική: ιστορική προσέγγιση, έκδ. ΕΙΕ, Αθήνα 2005, σελ. 372.

 

Γ. Επιστημονικές μελέτες

– 50 περίπου επιστημονικές δημοσιεύσεις σε ελληνικά και διεθνή ξενόγλωσσα περιοδικά, πρακτικά συμποσίων και συνεδρίων, σύμμεικτους τόμους.

 

Κυριώτερες μελέτες

 

– Romans and Barbarians on the banks of the Danube: Settlements and Trade (4th – 6th Centuries), στοντόμο Life on the Rivers of South-East Europe: historical Aspects of the spacial Planning of Settlements and Transport Networks, Ινστιτούτο Βαλκανικών Σπουδών/Σερβική Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών (υπό εκτύπωση).

– Constantine as common bishop (κοινός επίσκοπος) and common protector of the world (κοινός των απανταχού κηδεμών), στοντόμο Nis and Byzantium Symposium XII, The collection of scientific works, Nis 2014 (υπόεκτύπωση).

– The Revolt of Vitalianus in Scythia Minor (Dobrudja), his Wanderings in Thrace and the political Manoeuvres of Anastasius, στον υπό έκδοση τιμητικό τόμο για τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του αείμνηστου καθηγητή καιμέλους της Ακαδημίας Επιστημών της Ρουμανίας, Ion Barnea (1913-2004), Σχολή Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου.

– Πόλεμος και διπλωματία: πολιτισμικές και ιδεολογικές παρεμβάσεις της βυζαντινής αυλής στον κόσμο των Αράβων (9ος – 10ος αι.), Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Το Βυζάντιο στην ιστορική συνέχεια (Δελφοί, 8 – 10 Ιουλίου 2011), Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών (υπό εκτύπωση).

– Two landmark events in the history of Arab-Byzantine relations and the «law of war»: the fall of  Thessaloniki (904) and the recapture of Crete (961), Graeco-arabica 12, Βικελαία Βιβλιοθήκη Ηρακλείου Κρήτης  (υπόεκτύπωση).

– Οι όμηροι και η ομηρεία από την Αρχαιότητα έως το τέλος του Βυζαντίου στις ελληνικές πηγές: συνοπτικό περίγραμμα, στο Αντικήνσωρ. Τιμητικός τόμος Σπύρου Τρωιάνου, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τομέας Ιστορίας και θεωρίας του Δικαίου, Αθήνα 2013.

– Οι αιχμάλωτοι και η εξημέρωση του πολέμου: το παράδειγμα των βυζαντινο-αραβικών σχέσεων, Πρακτικά του Διεθνούς Συμποσίου, Byzantium and the Arab World: Encounter of Civilisations (Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης 16-18 Δεκεμβρίου 2011), Θεσσαλονίκη 2013.

–  The Byzantine court and the arab caliphate: mutual attempts at rapprochement at the peak of the arab-byzantine struggle (9th-10th c.), in Arabia, Greece and Byzantium: Cultural Contacts in Ancient and Medieval Times, vol. II [proceedings of the International Symposium on the Historical Relations between Arabia the Greek and Byzantine World (5th century BC – 10th century AD), Riyadh, 6-10 December, 2010), King Saud University, Riyadh 2012, 241-248.

– Arab and Byzantine Prisoners in the Reign of Leo VI the Wise: Images from Contemporary Byzantine Sources, Graeco-arabica 11 (2011), σελ. 399- 413.

– Les invasions dans les Balkans pendant les IVe-Vie siecles, in the volume. Pour une Grande Histoire des Balkans: des Origines aux Guerres Balkaniques, Association International d’ Etudes Sud-Est Europeen, Paris 2005, pp. 115-145.

– Όψεις της βυζαντινής διπλωματίας, στον τόμο, Διπλωματία και πολιτική: ιστορική προσέγγιση (έκδ. Σοφία Πατούρα-Σπανού), Aθήνα 2005, σελ. 131-164.

– H παγκοσμιότητα της Aυτοκρατορίας και οι εκχριστιανισμοί των λαών της Aφρικής και της Aραβικής Xερσονήσου κατά την προϊσλαμική εποχή, Graeco-arabica 9-10 (2004), σελ. 311-331.

– O Δούναβης στις ιστοριογραφικές πηγές κατά την περίοδο της μεταναστεύσεως των λαών: μύθοι και πραγματικότητα, Iστορικο-γεωγραφικά 9 (2001-2002), σελ. 399-412.

– Bιοτεχνική παραγωγή και συναλλαγές στις ελληνικές αποικίες της δυτικής ακτής του Eυξείνου Πόντου (4ος-6ος αι.), στον τόμο: H Kαθημερινή ζωή στο Bυζάντιο: τομές και συνέχειες στην Eλληνιστική και Pωμαϊκή Περίοδο, Aθήνα 1989, σελ. 279-290.

–  Tο Bυζάντιο και ο εκχριστιανισμός των λαών του Kαυκάσου και της Kριμαίας (6ος αι.), Σύμμεικτα 8 (1989), σελ. 405-434.

– L’ Oeuvre de reconstitution du limes danubien à l’ époque de l’empereur Justinien Ier, Revue des Études Sud-Est Européennes 18 (1980), σελ. 95-109.

 

Δ. Δημοσιεύματα επιστημονικής εκλαΐκευσης

– 60 περίπου άρθρα, λήμματα και κεφάλαια σε λεξικά, εγκυκλοπαίδειες και σύμμεικτους ιστορικούς τόμους (κυρίως σε συνεργασία με την Εκδοτική Αθηνών).

 

Ε. Δημοσιεύματα στον Τύπο

-14 εκτενή άρθρα και βιβλιοπαρουσιάσεις στις εφημερίδες «Καθημερινή της Κυριακής» και «Βήμα της Κυριακής», με επίκεντρο το Βυζάντιο.

– Συνέντευξη στη εφημερίδα «Ελευθεροτυπία» με αντικείμενο ένα ελληνο-αραβικό συνέδριο στο Ριάντ της Σαουδικής Αραβίας (Δεκέμβρης 2010).

– 4 εκτενή άρθρα στα περιοδικά «Αντί » και «Ηλιαία» με βυζαντινά θέματα.

Σημειώνεται τέλος ότι στην κατοχή της βρίσκεται από πολλών ετών το πολύτιμο για τη νεότερη ιστορία του Άργους και γενικότερα του νεοελληνικού κράτους αρχείο (αλληλογραφία) του Δημητρίου Βαρδουνιώτη (Αργείος Λόγιος 1846-1924). Για τη μελέτη και την έκδοσή του συνεργάζεται ήδη με την νεοελληνίστρια, ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών του ΕΙΕ, κα Ρωξάνη Αργυροπούλου. Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού στηρίζει θερμά αυτή την προσπάθεια και έχει αναλάβει την έκδοσή του.

Είναι παντρεμένη με τον Χρίστο Σπανό, οικονομολόγο, και έχει δύο παιδιά, τον Αλέξανδρο, πτυχιούχο του τμήματος πληροφορικής και τηλεπικοινωνιών του Πανεπιστημίου Αθηνών και την Αγγελίνα, ασκούμενη δικηγόρο.

 

Read Full Post »

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος | Ένας Φιλελεύθερος στα Χρόνια του Εικοσιένα – Γεώργιος Κ. Θεοδωρίδης


 

 Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος | Ένας Φιλελεύθερος στα Χρόνια του Εικοσιένα, ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του καθηγητή Γεωργίου Θεοδωρίδη από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.

   

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος συγκαταλέγεται μεταξύ των πλέον αμφιλεγόμενων προσωπικοτήτων του Εικοσιένα και των πρώτων δεκαετιών του ελληνικού κράτους. Το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης σήμανε και μια γενικότερη «κρίση» της ελληνικής παραδοσιακής κοινωνίας, η οποία δέχτηκε με βίαιο τρόπο τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης της με τον κόσμο και τον εαυτό της. Έτσι, από την πρώτη στιγμή της Επανάστασης εμφανίζεται μια αντίθεση ανάμεσα στους ετερόχθονες και τους αυτόχθονες κατοίκους, η οποία δεν είναι απλώς γεωγραφικής φύσης ή προέλευσης αλλά σύντομα αποκτά κοινωνικοπολιτισμικό χαρακτήρα.

Ο Μαυροκορδάτος είναι ένας πολιτικός στο επίκεντρο των ρευμάτων του Διαφωτισμού και της απότοκου τότε εθνικιστικής ιδεολογίας, ο οποίος θα βρεθεί αντιμέτωπος με τα παραδοσιακά στρώματα στην επαναστατημένη Ελλάδα. Διαθέτοντας ένα πολιτισμικό και προσωπικό πολιτικό κεφάλαιο, θα έχει την ευκαιρία, στη νέα ιστορική πραγματικότητα, να δράσει εντός των ορίων δεσμών και διαδικασιών που προκρίνονται στο πλαίσιο των νέων αυτών πολιτικών και ιδεολογικών ρευμάτων. Θα συμμετάσχει στη συγκρότηση των νέων δεσμών, στη διαμόρφωση πολιτικών ομαδοποιήσεων και στην επιβολή μηχανισμών και στρατηγικών που απαντούν στα δεδομένα και τις ανάγκες ενός σύγχρονου, εθνικού τύπου κράτους.

 

Γεώργιος Κ. Θεοδωρίδης

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ένας φιλελεύθερος στα χρόνια του Εικοσιένα

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Τμήμα νεοελληνικών Ερευνών

Αθήνα, 2012

460 σελ.

ISBN 978-960-9538-12-1

Read Full Post »

Older Posts »